1891.03.17
3,954 rows · 31,114 words · 145 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65
τῆς 17 Μαρτίου 1891
(Κυριακὴ)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ μετά τινα διόρθωσιν ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πρώην λοχίας τοῦ 3ου πεζικοῦ συντάγματος Ἐλευθέριος Ἐλευθερουδάκης, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν, ὑποβάλλει παρατηρήσεις τινὰς ὡς πρὸς τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὰς συμπλοκὰς τῶν συνόρων. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τοῦ ΑΨϚʹ νόμου περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ βακουφίων κλπ.)
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΧΜΖʹ νόμου τῆς 28 Ἰουλίου 1877 καὶ τῶν περὶ μισθοῦ τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου διατάξεων τοῦ νόμου ΦΛϚʹ τῆς 28 Μαΐου 1859.
§3ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ἐζήτησεν ἐν μιᾷ τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων νὰ πληροφορήσω αὐτὸν, πόσαι ἦσαν αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου ἑκάστου τῶν ἐτῶν 1875, 1878 καὶ 1890. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἐζήτησα παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπήντησε διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 91 ἐγγράφου, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ δοθῶσιν αὗται σήμερον, καθόσον εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ δύο μῆνας ν’ ἀσχοληθῶσι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δύο ὑπάλληλοι· δύο δὲ μόνον δύνανται ν’ ἀσχοληθῶσιν, ἀφοῦ εἰς δύο ἀνέρχονται τὰ πινάκια, ἐφ’ ὧν αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις εἰσὶν ἐγγεγραμμέναι. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ δώσω πληροφορίας εἰλημμένας ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ δικαστηρίου, δύναμαι ὅμως νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1877 αἱ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἀνήρχοντο εἰς 1250, κατὰ δὲ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890 εἰς 2,134. Τὴν πρώτην τῶν πληροφοριῶν τούτων ἀνεῦρον ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς τοῦ 1877, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνεζητεῖτο τὸ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου νομοσχέδιον, ὅπερ, γενόμενον νόμος, ἰσχύει ἔτι καὶ νῦν. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν δύναται νὰ διαμφισβητηθῇ ἡ ἀκρίβεια τοῦ ἀριθμοῦ, ἀφοῦ τὴν πληροφορίαν ταύτην ἔδωκεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὸν ἕτερον ἀριθμὸν, τὸν σχετικὸν μὲ τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις τοῦ 1890, μοὶ ἐχορήγησεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου. Ἐκ τῶν 2,134 ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων 2,050 ἦσαν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τοῦ Αʹ, 84 δὲ ἐνώπιον τοῦ Βʹ τμήματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης διημφισβήτησε τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅν διετύπωσα ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει μου τουτέστιν, ὅτι τὸ μὴ ἐνήμερον τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου προέρχεται ἐν μέρει ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων, τῆς ὁποίας συνέπεια ἦτο ἡ ματαίωσις πολλῶν συνεδριάσεων. Ἐζήτησε λοιπὸν νὰ μάθῃ, πόσαι ἦσαν αἱ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ματαιωθεῖσαι συνεδριάσεις, ἵνα συναγάγῃ ἐκ τούτου ὡς συμπέρασμα, ἐὰν ὁ ἐμὸς ἰσχυρισμὸς ὑπῆρξεν ἀκριβὴς ἢ ὄχι. Ἐζήτησα καὶ περὶ τούτου πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπήντησε δι’ ἐγγράφου του, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ παράσχῃ ταύτας, καθόσον ἀπῃτεῖτο χρονικὸν διάστημα ἱκανὸν, ὅπως ἐρευνηθῶσι τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ δώσω πληροφορίας εἰλημμένας ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ Ἀρείου Πάγου οὔτε περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ παρελθόντα ἔτη, πλὴν τοῦ 1890. Διότι διὰ τὸ ἔτος 1890, ἔχομεν σημείωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ μὲν Αʹ τμῆμα εἶχε συνεδριάσεις 22, τὸ δὲ Βʹ 27. Ταῦτα εἶχον ν’ ἀπαντήσω σχετικῶς πρὸς τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Ἐπιτρέψατέ μοι ἤδη νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, σχετικὰς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Μέχρι τοῦδε πέντε ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι, αἱ τῶν κκ. Βουλευτῶν ἐξ Ἀρκαδίας, ἐκ Λαρίσσης, ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, χθὲς δὲ ὑπεβλήθη καὶ τροπολογία τις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, τῆς ὁποίας δὲν ἔλαβον γνῶσιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι διὰ ταύτης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπεξέτεινε τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ εἰς ὅλους τοὺς δικαστάς. Ἐκ τῶν τεσσάρων τούτων τροπολογιῶν μία μόνον δύναται, ἀκριβῶς εἰπεῖν, νὰ ὀνομασθῇ τροπολογία, ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, διότι αἱ λοιπαὶ θίγουσι θέματα, περὶ ὧν δὲν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον· ἐπεκτείνουσι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου πέραν τῶν ὁρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ περιορισθῶμεν, ἢ προβάλλουσι μεταῤῥυθμίσεις δικονομικὰς ὑψίστης σπουδαιότητος. Ἐγὼ δὲν θὰ προσπαθήσω νὰ συζητήσω τὰς δικονομικὰς ταύτας μεταῤῥυθμίσεις. Ὑποθέτω ὅτι οἱ προβαλόντες αὐτὰς θ’ ἀναπτύξωσι τὸ θέμα μετὰ τῆς δυνάμεως ἐκείνης, ἣν προσδίδουσιν αὐτοῖς μακρὰ πεῖρα καὶ βαθεῖα μάθησις. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ παρατηρήσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, μεθ’ ὁσησδήποτε εὐγλωττίας καὶ ἂν ὑποστηρίξωσι τὸ θέμα οἱ συνάδελφοι, ὀρθὸν εἶναι νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ ἡ Βουλὴ μεταῤῥυθμίσεις τοιαύτας, διότι νομίζω, ὅτι τοιαῦται ῥιζικαὶ δικονομικαὶ μεταῤῥυθμίσεις ἔχουσιν ἀνάγκην μακρᾶς μελέτης καὶ βασάνου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σχηματισθῇ γνώμη ἐν τῷ νομικῷ κόσμῳ, νὰ παραδεχθῶσι τὰς μεταῤῥυθμίσεις ὅλοι ἐκεῖνοι, ἢ τὸ μεγαλείτερον μέρος ἐκείνων, ὅσοι ἐν τῷ τόπῳ ἀσχολοῦνται περὶ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν μελέτην τῶν νόμων· μετὰ τὴν τοιαύτην δὲ μόνον βάσανον δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Πρὸς τὸ παρὸν νομίζω ταύτας μὴ ὡρίμους. Βεβαίως εἶναι χρησιμώταται αἱ τοιαῦται συζητήσεις. Ἴσως γείνωσιν ἀφετηρία εὐρυτέρας ἐν τῷ τόπῳ συζητήσεως, συζητήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλωσι γνώμην ὅλοι ἐκεῖνοι, ὅσοι δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο. Περιορίζομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἐξέτασιν ἐκείνων τῶν μερῶν τῶν τροπολογιῶν, ὅσα θίγουσι θέματα σχετικὰ μὲ τὸ νομοσχέδιον. Τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, εἰσὶ τρία: ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, ἡ ἐκ νέου εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων, καὶ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Θὰ ἐξετάσω τὰ θέματα ταῦτα, ἀρχόμενος ἀπὸ τοῦ τελευταίου. Ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν δικαστῶν, ὡς ὡρίσθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1859, εἰσὶ γλίσχροι, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφισβητῶν· ἴσως κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὡρίσθησαν, ἦσαν ἐπαρκεῖς· ἤδη ὅμως, μετὰ τὴν κολοσσιαίαν αὔξησιν τῶν τιμῶν πάντων τῶν πρὸς ζωάρκειαν ἀπαιτουμένων, εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀνόδου ἡμῶν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας δὲν ἐπέτρεψε τὴν λῆψιν ἀμέσου ἀποφάσεως. Ὅταν αὐξάνωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, ὀφείλομεν νὰ προνοῶμεν καὶ περὶ ἐξευρέσεως νέων πόρων, οἵτινες νὰ καλύπτωσιν αὐτάς. Δὲν ἐννοῶ, ταῦτα λέγων, ὅτι δι’ ἑκάστην δαπάνην ἀπαιτεῖται ἡ ἐξεύρεσις εἰδικοῦ πόρου, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον ν’ αὐξάνωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, χωρὶς συνάμα νὰ προσπαθῶμεν νὰ ἐξεύρωμεν νέους πόρους. Ἠκούσατε, τί εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μόλις ἀναλαβοῦσα τὴν ἀρχὴν, δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ ῥιζικῶς τὸ φορολογικὸν σύστημα, οὔτε τὸ οἰκονομικὸν σύστημα· ἐπιφυλάσσεται νὰ πράξῃ τοῦτο εἰς τὸ μέλλον, εἰς μέλλον προσεχές. Εἰς προσεχὲς ἐπίσης μέλλον ἀνεβλήθη καὶ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε ἡ κατάστασις τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπέσυρε τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Ἐνομίσαμεν ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ σπεύσωμεν, ὅπως συντελέσωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, εἰς τὴν λῆψιν δὲ τῶν μέτρων ἐκείνων, ὅσα ἤθελον κριθῆ πρόσφορα πρὸς τοῦτο. Ἕν μέτρον ἰδίως ἐκρίθη ἀναγκαῖον, ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ. Τοῦτο προτείνομεν διὰ τῆς προσθήκης νέων δικαστῶν καὶ διὰ τῆς ἐκ νέου εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων. Ἀλλ’ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπαρουσιάσθη ἐκ νέου ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ, περιωρισμένον τὴν φορὰν ταύτην ὡς πρὸς μόνους τοὺς Ἀρεοπαγίτας. Ἀφοῦ ἐπεδιώκομεν τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἐπεθυμοῦμεν τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν αὐτοῦ. Ἀπεφασίσαμεν λοιπὸν νὰ προβῶμεν εἰς ταύτην, ἐν γνώσει μὲν τῆς ἀνισότητος, τὴν ὁποίαν δημιουργοῦμεν, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅμως, ὅτι ταχέως θέλει δυνηθῆ τὸ Κράτος νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ εἰς τὰ λοιπὰ δικαστήρια. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι οὐδὲν μέτρον πρέπει νὰ λάβωμεν διὰ τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου, μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους θὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἐπέκτασιν τοῦ μέτρου τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ ἐπὶ ὅλων τῶν δικαστῶν. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην· φρονῶ μάλιστα, ὅτι οἱ τοιαῦτα προτείνοντες οὔτε τὰ συμφέροντα τῶν Ἐφετῶν, οὔτε τὰ τῶν Πρωτοδικῶν ὑπηρετοῦσι. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες εἴτε ἐπιθυμοῦσιν εἴτε προβάλλουσι τὴν ἐπέκτασιν τοῦ μέτρου τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ πάντων τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ἐγένοντο καὶ ἕτεραι παρατηρήσεις σχετικῶς πρὸς τὸν μισθόν. Αἱ παρατηρήσεις αὗται ὑπεβλήθησαν μὲν ὑπὸ τὸν τύπον τροπολογιῶν, ἐπειδὴ ὅμως δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὰς ὀνομάσω εὐχάς. Τοιαύτας εὐχὰς ἐπρότεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἐπίσης δὲ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἐπρότεινε τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τοῦ ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς 750 δραχμάς, ἐλαττόνων τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπῆρχε μεταξὺ τοῦ μισθοῦ τοῦ ἀντιπροέδρου καὶ τοῦ μισθοῦ τοῦ προέδρου κατὰ μὲν τὸν νόμον τοῦ 1859 κατὰ 100 δραχμάς, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον κατὰ 150 δραχμάς. Τὴν αὔξησιν ταύτην τοῦ μισθοῦ τοῦ ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ, διότι μεγίστη διαφορὰ ὑπάρχει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, μεταξὺ τῆς θέσεως τοῦ προέδρου καὶ τῆς τοῦ ἀντιπροέδρου· δέον ἑπομένως νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ ἀνάλογος καὶ ὡς πρὸς τὸν μισθόν. Ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ἐπρότεινεν αὔξησιν τῶν μισθῶν μεγαλειτέραν ἢ ὅσην παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω ὅτι ἡ προτεινομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐπαρκής· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι τὸ ταμεῖον ἡμῶν εἶναι πτωχόν, καὶ ὅτι δέον νὰ προσπαθήσωμεν ν’ αὐξήσωμεν καὶ τοὺς μισθοὺς πάντων τῶν δικαστῶν. Πρέπει δὲ ἡ αὔξησις νὰ γένηται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογίας τοῦ νόμου τοῦ 1859, διότι ὁ νόμος οὗτος ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν διαφορὰν τοῦ βαθμοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διαφορᾶς τοῦ βαθμοῦ ὥρισε τὴν διαφορὰν τοῦ μισθοῦ. Τὴν ἀναλογίαν ὅμως ταύτην δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην 213,000 δραχμῶν, διὰ νὰ αὐξήσωμεν τοὺς μισθοὺς ὅλων τῶν δικαστῶν.
§4ΣΚΟΥΖΕΣ. Τῶν Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν.
§5ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν εἰς 213,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐὰν τηρηθῇ ἡ ἀναλογία τοῦ νόμου τοῦ 1859, τὸ ποσόν, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, ἀνέρχεται εἰς 273,600 δραχμάς. Νομίζω ὅθεν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ αὐξήσωμεν πολὺ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀνωτάτων δικαστῶν, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς πτωχείας τοῦ δημοσίου ταμείου· διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ὥρισεν ὁ νόμος τοῦ 1859 καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀποδέχομαι, καθιστῶμεν, αὐξάνοντες μεγάλως τοὺς μισθοὺς τῶν ἀνωτάτων δικαστῶν, δυσκολωτέραν τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν κατωτέρων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ὁρίζει καὶ κλίμακα, βασιζομένην ἐπὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἀποδεχόμενος αὔξησιν 50 δραχμῶν μετὰ ὑπηρεσίαν 5 ἐτῶν, ἑτέρων δὲ 50 μετὰ ὑπηρεσίαν 10 ἐτῶν. Τοῦτο δέν μοι φαίνεται ὀρθόν. Τὴν ὑπάρχουσαν ἤδη διαφορὰν τοῦ μισθοῦ μεταξὺ τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, διαφορὰν στηριζομένην ἐπὶ τοῦ βαθμοῦ, εὑρίσκω ἐπαρκῆ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, ὅπως πρὸς τῇ διαφορᾷ τῇ ὑπαρχούσῃ δημιουργήσωμεν καὶ ἑτέραν, στηριζομένην εἰς ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι οἱ Πρωτοδίκαι μετὰ ὑπηρεσίαν δύο ἐτῶν λαμβάνουσι μισθὸν κατὰ 25 δραχμὰς μείζονα, καὶ μετὰ ὑπηρεσίαν ἓξ ἐτῶν κατὰ 25 ἔτι δραχμὰς ηὐξημένον, καὶ ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη στηρίζεται ἐπὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας· τοῦτο ὅμως σταματᾷ ἐκεῖ. Ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ θεσμὸς οὗτος καὶ διὰ τοὺς Ἐφέτας, δὲν θὰ εἶχον ἀντίῤῥησιν κατ’ ἀρχήν, θὰ ἀντέλεγον μόνον διὰ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, ἥτις θὰ ἦτο συνέπεια· ἀλλὰ νῦν οὐδένα βλέπω λόγον, πείθοντα νὰ δημιουργήσωμεν νέαν ἀνισότητα μεταξὺ Ἐφετῶν καὶ Ἀρεοπαγιτῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω τοῖς ἀξιοτίμοις συναδέλφοις ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ. Ἐγένετο ὅμως καὶ ἄλλη παρατήρησις, αὕτη δὲ ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ διὰ προσθήκης δικαστῶν, νομίζω ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων· τοὐλάχιστον οἱ ὑποβαλόντες τροπολογίας δὲν ὑπέδειξαν, ὅτι δὲν ἀποδέχονται τὴν προτεινομένην προσθήκην. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης μάλιστα οὐ μόνον ἀποδέχεται τὴν προσθήκην ταύτην, ἀλλ’ ἐπιθυμῶν ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐκ νέου εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων, τὸν ὁποῖον νομίζει ἀντισυνταγματικὸν, αὐξάνει τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν κατὰ 7, οὕτω δὲ ἀναβιβάζει αὐτοὺς εἰς 22, καθιστῶν τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν ἄρτιον, καὶ δυσχεραίνων τὸν καταρτισμὸν ἀποφάσεων τῆς ὁλομελείας, ἢ ἀποκλείων ἀναγκαίως ἓν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου ἀπὸ τῆς ὁλομελείας. Ἀλλὰ πλὴν τούτων οὐδὲν ἐῤῥήθη κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς προσθήκης νέων δικαστῶν. Ὅ,τι φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἀποδεκτόν, ὅ,τι ἔχει πολλὰς ἀντιπαθείας, εἶναι ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων. Ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων ὑπῆρχε καὶ πρίν, κατηργήθη δὲ κατὰ τὸ 1877. Ἐνομίσθη δὲ ἡ κατάργησις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὡς πρόοδος. Δὲν γνωρίζω ἐὰν μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ αἱ ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐγένοντο κρείσσονες. Τὸ ζήτημα τῆς κατὰ ποιότητα ἀξίας τῶν ἀποφάσεων εἶναι ζήτημα δυσχερέστατον καὶ δυσεπίληπτον, ἐγὼ δὲ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ θίξω τοῦτο. Βεβαίως ὑπάρχουσιν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐκ πείρας καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἐσχημάτισαν πεποίθησιν, ἀλλὰ καὶ οὗτοι δὲν εἶναι σύμφωνοι. Τινὲς φρονοῦσιν, ὅτι σήμερον ἡ ἐργασία ποιοτικῶς, οὕτως εἰπεῖν, εἶναι καλλιτέρα, ἄλλοι δέ, ὅτι οὐδόλως εἶναι τοῦτο ἀκριβές. Ἀλλ’ ἄν τὸ θέμα τοῦτο ἦναι ἀμφισβητήσιμον, τὸ ἕτερον ὅμως θέμα, περὶ τῆς κατὰ ποσὸν ἐργασίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, δέν μοι φαίνεται ἀμφισβητήσιμον· τοὐλάχιστον ἐγὼ ἐσχημάτισα τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἔλλειψις ἱκανοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν παρέδρων συνετέλεσεν εἰς τὴν μὴ ἐνημερότητα τοῦ δικαστηρίου. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1863 μέχρι τοῦ ἔτους 1876 συμπεριλαμβανομένου, ἤτοι ἐπὶ ἔτη 14, ἐνεγράφησαν μὲν εἰς τὰ πινάκια τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑποθέσεις 7064, ἐδημοσιεύθησαν δὲ ἀποφάσεις 7678....
§6ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πόσαι ὅμως ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς; εἶναι ὅρος πρὸς κρίσιν καὶ τοῦτο.
§7ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω· βεβαίως ὅμως ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις εἰς μέγαν ἀριθμόν.... Ἀπὸ δὲ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1890, ἤτοι ἐπὶ ἔτη ἐπίσης 14, ἐνεγράφησαν μὲν ὑποθέσεις ἐν τοῖς πινακίοις τοῦ Ἀρείου Πάγου 7546, ἐξεδόθησαν δὲ ἀποφάσεις 6878. Κατὰ μέσον ὅρον αἱ ἐγγραφεῖσαι ὑποθέσεις κατὰ τὴν πρώτην δεκατετραετίαν ἀνῆλθον εἰς 504 κατ’ ἔτος, κατὰ τὴν δευτέραν δὲ περίοδον εἰς 539· ὑπάρχει λοιπὸν μικρὰ αὔξησις. Κατὰ μέσον δὲ ὅρον αἱ δημοσιευθεῖσαι ἀποφάσεις κατὰ μὲν τὴν αʹ περίοδον ἀνῆλθον εἰς 248 κατ’ ἔτος, κατὰ δὲ τὴν βʹ περίοδον εἰς 491· ἐξέδοτο δὲ ἀποφάσεις ἕκαστος δικαστής, κατὰ μέσον ὅρον, κατὰ μὲν τὴν περίοδον 1863–1876 κατ’ ἔτος 68, κατὰ δὲ τὴν περίοδον 1877–1890 μόνον 32 κατ’ ἔτος.
§8ΠΕΡΡΟΣ. Συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ ποινικαὶ ἀποφάσεις;
§9ΖΑΙΜΗΣ. Μάλιστα, ὅλαι αἱ ἀποφάσεις. Ἔχω καὶ πίνακα χωριστόν, ἀλλ’ ἐνταῦθα εἶναι ἠθροισμέναι ὅλαι. Ἐκ τούτων μὴ δυνάμενος ν’ ἀποδώσω τὴν ἀπότομον ἐλάττωσιν τῆς ἐργασίας εἰς ἀνεξήγητον καὶ αἰφνηδίαν ἐλάττωσιν τῆς φιλοπονίας, συνάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐξεδόθησαν ὀλιγώτεραι ἀποφάσεις ἀπὸ τὰς τοῦ 1877, διότι αἱ συνεδριάσεις ἐγένοντο ὀλιγώτεραι ἢ συντομώτεραι. Ὅτι πολλάκις ἐματαιώθησαν συνεδριάσεις, ἐβεβαίωσαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἠσχολήθη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου, τὰ μέλη δὲ ταῦτα τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι κάλλιστα τὰ κατὰ τὸν Ἄρειον Πάγον. Εἶναι δὲ καὶ λογικὸν τὸ συμπέρασμά μου, διότι εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1877 ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν κατὰ 7, ἀνεβίβασε τουτέστιν αὐτὸν ἀπὸ 8 εἰς 15, ἀλλ’ ἐδημιούργησε καὶ Βʹ τμῆμα, κατήργησε δὲ τοὺς παρέδρους, οὕτως ὥστε τὸ Αʹ τμῆμα ἔμεινε μὲ 8 μόνον δικαστάς, ἤτοι κατὰ δύο ὀλιγωτέρους ἐκείνων, οὓς εἶχε πρὸ τοῦ 1877, ἀφοῦ ἔλειψαν οἱ δύο πάρεδροι. Συχνάκις δὲ συμβαίνει νὰ ἐλλείπῃ εἷς δικαστής. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ κανονισμὸς τοῦ Ἀρείου Πάγου ὁρίζει ὅτι, ὅταν ἐλλείπῃ μέλος τι ἐξ ἑνὸς τμήματος, συμπληροῦται διὰ τῆς προσλήψεως δικαστοῦ ἐκ τοῦ ἑτέρου, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο προσκρούει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, διότι οἱ Ἀρεοπαγῖται δὲν δύνανται νὰ ἦναι παρόντες εἰς τὸ δικαστήριον διαρκῶς κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς μέλλει νὰ συνεδριάσῃ τὸ τμῆμα, εἰς ὃ δὲν ἀνήκουσιν, εὑρίσκονται τῇδε κἀκεῖσε ἐν τῇ πόλει, καὶ προσκαλούμενοι ἢ δὲν προσέρχονται ἢ προσέρχονται βραδέως, ἡ ὥρα παρέρχεται καὶ αἱ συνεδριάσεις ματαιοῦνται· διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1890 ἐγένοντο μόνον 22 συνεδριάσεις, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου. Ἐὰν λοιπὸν λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ματαιοῦνται αἱ συνεδριάσεις, καὶ ματαιοῦνται συχνάκις, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων ἔβλαψε.
§10ΣΚΟΥΖΕΣ. Τὸ ἐμπόδιον, τὸ ὁποῖον ἐπέρχεται εἰς τοὺς Ἀρεοπαγίτας, οἱ ὁποῖοι λόγῳ ἡλικίας ὑπόκεινται εἰς φυσικὰ κωλύματα, δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἐπέρχηται καὶ εἰς τοὺς παρέδρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀλιγώτεροι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν καὶ ἄλλας ἐργασίας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐκτελέσωσι;
§11ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως· ἀλλ’ ὅσῳ αὐξάνομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ δικαστηρίου, τόσῳ αὐξάνομεν καὶ τὰς πιθανότητας περὶ τῆς τακτικῆς συγκροτήσεως τοῦ δικαστηρίου. Ὑπάρχει τέλος ἡ γνώμη, ὅτι καὶ ἕτερον μέτρον ἐπέδρασεν ἐπιβλαβῶς ἐπὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦτο δὲ εἶναι ὁ θεσμὸς τῶν νομικῶν συμβούλων. Ἐκ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἔχω ὑπ’ ὄψει, ἐὰν ἐπῆλθεν ἐπιβλαβὴς ἐπίδρασις, δὲν φαίνεται αὕτη μεγάλη· διότι, ἐὰν λάβωμεν τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν ὑφ’ ἑκάστου τῶν Ἀρεοπαγιτῶν κατὰ τὴν πενταετίαν ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1881, εὑρίσκομεν ὅτι ἕκαστος Ἀρεοπαγίτης ἐδημοσίευσεν ἀποφάσεις 36, ἀπὸ δὲ τοῦ 1882, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν εἰσήχθη ὁ θεσμὸς τῶν νομικῶν συμβούλων, μέχρι τοῦ 1886, 31 ἀποφάσεις· ὑπάρχει λοιπὸν μικρὰ ἐλάττωσις, ἀλλὰ δέν μοι φαίνεται, ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ κύριον αἴτιον τῆς μὴ ἐνημερότητος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὸ κύριον αἴτιον τῆς μὴ ἐνημερότητος αὐτοῦ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἡ ματαίωσις τῶν συνεδριάσεων· ὅπως δὲ ἀποφύγωμεν τὴν ματαίωσιν ταύτην, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τὴν προσθήκην νέων δικαστῶν, καὶ τὴν ἐκ νέου εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων.
§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκ τῶν κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον ψηφισθέντων νόμων, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι τὸ πρῶτον σπουδαῖον ἔργον, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις φέρει, προτείνουσα τὴν ψήφισιν. Μολονότι εἶμαι, ἕνεκεν κοπώσεως, ἐκτὸς μάχης, κατόπιν τῶν βουλευτικῶν τούτων ἀγρυπνιῶν, αἵτινες ἔλαβον χρόνιον χαρακτῆρα, αἰσθάνομαι ὅμως τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, προκειμένου λόγου περὶ τοιούτου νόμου· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀκροασθῇ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ὑποβάλω. Εὐτυχῶς, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργοῦ, δὲν θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὅσα ἐσκόπουν, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι νόμοι δικαστικοὶ, οἷος ὁ συζητούμενος, πρέπει νὰ βασανίζωνται ἐπαρκῶς, πρὶν ἢ λάβωσι τὸ ἔνδυμα τὸ νομοθετικόν· ἐὰν δὲ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς τοῦτο ὡρμήθην ἐκ τῆς ὑποβολῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ σεβαστοῦ ἡμῶν Προέδρου κ. Κωνσταντοπούλου, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ Ἀρείου Πάγου· τοσοῦτον δὲ διεφώνουν πρὸς τὴν τροπολογίαν ἐκείνην, ὥστε ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον διὰ τροπολογίας νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην μου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐφοβήθην βασίμως, ὅτι ἡ συζήτησις ἤθελε γείνει τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ θ’ ἀπουσίαζον. Ἀγνοῶ τὸ πρακτέον, διότι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ πολεμηθῇ παρ’ ἄλλων συναδέλφων, καὶ πιθανὸν ὁ ἐκ Μαντινείας ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τροπολογίαν του· διὰ τοῦτο, ἐὰν δὲν ἀναπτύξω ἐν πλάτει τὴν τροπολογίαν μου, εὑρίσκομαι ὅμως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, αἵτινες, ἐὰν δὲν θὰ εἶχον τὴν σκοπιμότητα τῆς ψηφίσεως τῶν ὑποβαλλομένων προτάσεων, τοὐλάχιστον ἴσως ἤθελον ἀποβῆ χρήσιμοι εἰς τὴν μελέτην, περὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πρὸ μικροῦ ἔλεγεν. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πραγματευθῶ τὸ ζήτημα διττῶς, ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὑπὸ τὴν μερικὴν τῶν ζητουμένων τροποποιήσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ πραγματευθῶ γενικώτερον τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν. Κύριοι, ἐκ τοῦ Ἀττικοῦ δικαίου παρέμεινεν εἰς ἡμᾶς ὄχι ὁ θεσμὸς, ἀλλὰ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἤθελεν εἶσθαι ὅλως διόλου ξένον τὸ ἔργον ἡμῶν νὰ ποιήσωμεν ἐκδρομὴν, ἵνα ἀναπτύξωμεν ὁποῖος ὁ Ἄρειος Πάγος κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ξένον εἰς ἡμᾶς νὰ κατέλθωμεν μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναφαίνεται τὸ Ἀκυρωτικὸν κατὰ πρῶτον. Ἐν ἔτει 1579 διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ γνωστοῦ ὡς ordonence de Blois ἀναφαίνεται ἡ ἰδέα τοῦ Ἀκυρωτικοῦ, ἥτις βραδύτερον διεμορφώθη εἰς Συμβούλιον τοῦ Βασιλέως, Conseil des parties, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου προσεβάλλοντο αἱ ἀποφάσεις τῶν Παρλαμέντων, καὶ ἢ διωρθοῦντο παρ’ αὐτοῦ, ἢ ἠκυροῦντο· μετὰ τὸ 1789, δηλ. μετὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, διεῤῥυθμίσθη ὁ Ἄρειος Πάγος ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ καθαρῶς ἀκυρωτικοῦ καὶ δικαστικῆς ἀρχῆς ἀνεξαρτήτου πάσης κυβερνητικῆς ἐπιδράσεως. Ἡ ἰδέα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀρχικῶς ἦτο σαφὴς καὶ καθαρά· δικαστήριον, σκοποῦν τὸ ὁμοιόμορφον τῆς νομολογίας, τὸ ἀμιγὲς ἐξετάσεως πάσης οὐσίας· ὁ θεσμὸς οὗτος, ἀποδειχθεὶς ἐκ τῆς πείρας χρήσιμος, μετεφυτεύθη βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη· ὑπάρχουσι Κράτη τινὰ, μὴ παραδεχθέντα τὸν θεσμὸν τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τὴν ἀστικὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ σχεδὸν εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν ὑπάρχει τὸ ἀκυρωτικὸν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην· συγκεκριμένος δὲ ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀρείου Πάγου λειτουργεῖ καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν, Ἀγγλίαν, Αὐστρίαν, Βέλγιον, Ἱσπανίαν, Οὑγγαρίαν, Ἰταλίαν, Μεξικὸν, Νορβηγίαν καὶ Δανίαν, Πορτογαλλίαν, Ῥουμανίαν, Ῥωσσίαν, Σουηδίαν καὶ Τουρκίαν. Ἐὰν ἀνέφερα, Κύριοι, τὰ Κράτη, ἀνέφερα διὰ νὰ εἴπω, ὅτι σχεδὸν εἰς τὰ πλεῖστα μετεφυτεύθη ὁ θεσμὸς ἀκέραιος καὶ ἄρτιος ὡς ἀκυρωτικὸν δικαστήριον, ἀμιγὲς πάσης ἐξετάσεως οὐσίας. Συγγραφεῖς τινες, πραγματευόμενοι περὶ τοῦ Ἀκυρωτικοῦ, παραδέχονται, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος κυρίως εἶναι χρήσιμος εἰς τὰ μεγάλα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς ἐκ τῆς πληθύος τῶν δικαστηρίων καὶ τῆς διαφορᾶς τῶν γνωμῶν, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς κανονισμὸν τοῦ ὁμοιομόρφου τῆς νομολογίας· ἀλλ’ εἰς Κράτη μικρὰ δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ χρησιμότης αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ὁ θεσμὸς δὲν λειτουργήσῃ ἀμιγής, ἢ προσκόψῃ εἰς ἄλλα προσκόμματα, μακρὰν τοῦ νὰ ἦναι ὠφέλιμος, εἶναι καὶ ἐπιβλαβής. Ἡ κατάστασις τοῦ Ἀρείου Πάγου παρ’ ἡμῖν εἶναι τοσοῦτον οἰκτρά, δύναταί τις εἰπεῖν, ὡς ἐκ τῆς πληθύος τῶν ὑποθέσεων, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ εἰς πολλούς, ἀσχολουμένους περὶ τὰ τοιαῦτα, ἐπῆλθε πολλάκις ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἀλλ’ εἰς τὴν κατάργησιν ὑπάρχει, νομίζω, φραγμὸς συνταγματικός, ἑπομένως σπουδαῖος λόγος περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ γένηται· ἄλλως, δέ, νομίζω ὅτι διὰ τῆς καλῆς προθέσεως τὸ νόσημα δὲν εἶναι ἀνίατον, ἡ δὲ θεραπεία δὲν εἶναι τοσοῦτον δυσχερής, ὥστε νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τοιαύτην ἀπελπισίαν. Παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰσήχθη διὰ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἀμιγής, ὡς εἶχε ληφθῇ παρὰ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας, ἀλλ’ ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ ἀνεγράφη μία καὶ μόνη ἐξαίρεσις, ἡ τοῦ ἄρθρου 836, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἔγεινεν ἀναίρεσις ἕνεκεν ἐσφαλμένης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου κατὰ τὰ ἄρθρα 807, ἀριθ. 7, 809 καὶ 810, δὲν ἀπαγγέλλεται τότε παραπομπὴ εἰς ἄλλο δικαστήριον, ἀλλ’ ὁ Ἄρειος Πάγος ἐφαρμόζει αὐτὸς οὗτος τὸ κατάλληλον ἄρθρον τοῦ νόμου». Δὲν παραπέμπεται ἡ ὑπόθεσις εἰς ὁμοιόβαθμον δικαστήριον, ἀλλὰ ὁ Ἄρειος Πάγος καλεῖται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Ὁ νομοθέτης ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εἶχε προΐδει τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὑπόθεσις εἶχεν ἐξαντληθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο πλέον περὶ ἄλλου τινός, εἰμὴ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ μόνης τοῦ νόμου· διὰ τοῦτο διέταξε νὰ κρατηθῇ καὶ ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως, διὰ νὰ μὴ βασανίζωνται οἱ διάδικοι. Ὁ νομοθέτης ὁ Ἕλλην δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην, ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου ΡΝΔʹ τῆς 27 Ἰανουαρίου 1866 ἐτροποποίησε τὸ ἄρθρον 836 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεξέτεινε τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, μετὰ δύο ἀναιρέσεις τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, ὁ Ἄρειος Πάγος δικάζει καὶ τὴν οὐσίαν. Τελευταῖος σταθμὸς νομοθετικὸς εἶναι ὁ νόμος ΧΜΖʹ, ὁ γνωστὸς τοῦ 1877, περὶ Ἀρείου Πάγου, ὁ εἰσαχθεὶς ἐν ἐποχῇ τῆς, ὡς ἐκλήθη, Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη, συνυπουργῶν ὄντων τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ. Ὁ νόμος ἐκεῖνος μετεῤῥύθμισε ῥιζικῶς τὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου· ὡς γνωρίζετε, ὄχι μόνον παρεδέχθη αὐτὸν ἁρμόδιον καὶ διὰ τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπεξέτεινεν αὐτήν, εἰσήγαγε δὲ καὶ τὸν θεσμὸν τῆς ὁλομελείας, κατήργησε τὸν θεσμὸν τῶν παρέδρων, καὶ ἄλλας τινὰς δευτερευούσης ἀξίας διατάξεις μετέβαλεν. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν, καθ’ ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέγνων εἰς τὴν Βουλὴν περικοπήν τινα ἀγορεύσεως τοῦ τότε ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅστις βεβαίως καὶ ἐξ ὀνόματος τῶν τότε συναδέλφων του καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς διηρμήνευσεν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων, οὐ μόνον καλῶς κατηργήθη ἀπὸ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, ἀλλ’ ὅτι ἀπαραίτητον ἦτο νὰ καταργηθῇ καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ πολυμελῆ δικαστήρια. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1877, ὅτε ὡμίλει ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, δὲν ἦτο ἡ καταλληλοτέρα ἐποχὴ πρὸς τοιαύτην δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἤθελε προκαλέσει ἡ μεταβολὴ τῆς νομοθεσίας, καὶ διὰ τοῦτο προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβληθῇ ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ ὡς πρὸς ὅλα τὰ δικαστήρια. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1877 καθιερώθησαν δύο τμήματα· τὸ Αʹ τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνετέθη ἡ ἐκδίκασις τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων, καὶ τὸ Βʹ τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνετέθη ἡ οὐσία, ὑποθέσεις ποινικαί, πειθαρχικαί, παραπομπὴ ἀπὸ τοῦ Αʹ τμήματος εἰς τὸ Βʹ κτλ. Ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὰ δὲ περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἱστορικῶς ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐψηφίσθη ὁ θεσμὸς, δηλαδὴ διὰ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, τὸ προσωπικὸν ἀνεγράφη εἰς 1 Πρόεδρον, 1 Ἀντιπρόεδρον, 5 Ἀρεοπαγίτας καὶ 1 Πάρεδρον· σημειώσατε ὅμως, ὅτι ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων εἶναι τοῦ 1835, δηλαδὴ πρὸ τῶν Συνταγμάτων τοῦ 1844 καὶ τοῦ 1864· κατὰ τὸ 1836 προσετέθησαν 2 Πάρεδροι, κατὰ τὸ 1837 προσετέθη 1 Ἀρεοπαγίτης, κατὰ τὸ 1873, Ὑπουργοῦ ὄντος τοῦ μακαρίτου Π. Χαλκιοπούλου, ἐζητήθη μὲν ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐπετεύχθη αὕτη, εἰμὴ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1877, διὰ τοῦ ὁποίου, ὡς γνωστόν, ὡρίσθη 1 Πρόεδρος, 1 Ἀντιπρόεδρος καὶ 13 Ἀρεοπαγῖται. Τὰ δὲ περὶ τῶν μισθῶν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς σχετικὰ μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐκανονίσθησαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1859, δι’ οὗ ὁ μὲν Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ὡρίσθη νὰ λαμβάνωσι δραχμὰς 600, βεβαίως παλαιὰς, ὁ Ἀντιπρόεδρος 500, ὁ Ἀρεοπαγίτης 450, ὁ Ἀντεισαγγελεὺς 450· τό γε νῦν ἔχον ὅμως, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ χαρτοσήμου, τῶν κρατήσεων 7½% καὶ τοῦ μερίσματος εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, λαμβάνει, Κύριοι, ὁ Πρόεδρος τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου δραχμὰς 536 καὶ 40/00, ἐπίσης ὁ Εἰσαγγελεὺς, 444 καὶ 50/00 ὁ Ἀντιπρόεδρος, 398 καὶ 25/00 ὁ Ἀρεοπαγίτης, καὶ ἄλλας τόσας ὁ Ἀντεισαγγελεύς. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐκλήθη ὁ Ἄρειος Πάγος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη νὰ ἐνεργήσῃ τὰ ὕψιστα αὑτοῦ καθήκοντα. Βεβαίως πολλοὶ οἱ λόγοι, οἱ συντελέσαντες εἰς τὸ ναυάγιον τοῦ Ἀρείου Πάγου· μεταξὺ αὐτῶν δύναταί τις νὰ ἴδῃ προέχοντας τὴν ἔλλειψιν τῆς ὑπουργικῆς ἐποπτείας, καὶ ἑπομένως τῆς εἰσαγγελικῆς ἐποπτείας, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον τὸν θεσμὸν τῶν νομικῶν συμβούλων, καὶ πρὸ πάντων τὸ γλίσχρον τῶν μισθῶν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μικρὰν ὑπομονὴν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος περὶ τῶν δικαστικῶν μισθῶν, καὶ νὰ ἀκούσῃ μὲ ποίους μισθοὺς πληρώνονται εἰς ἄλλα Κράτη. Ὁ ἀκροατὴς εἶναι ἐλεύθερος βεβαίως, συμπληρῶν τὰς σκέψεις του καὶ τὰς παρατηρήσεις, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν Κρατῶν ἐκείνων, τὸν πληθυσμὸν, τὴν ἔκτασιν, καὶ πάλιν θὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα ὄχι βεβαίως ἄξια ἐπαίνων διὰ τὰς κατὰ καιροὺς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰς νομοθετικὰς ἐξουσίας, αἵτινες ἀφῆκαν ἐν γένει μὲν τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον ἐν καταστάσει τοιαύτῃ, ὥστε νὰ εὑρίσκηται μεταξὺ Σκύλλης καὶ Χαρύβδεως· ἀφ’ ἑνὸς τὸ καθῆκον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοσυντηρήσεως. Ἐν Γαλλίᾳ, Κύριοι, τὰ τῶν δικαστικῶν μισθῶν ἐκανονίσθησαν διὰ τοῦ νόμου τῆς 22 Σεπτεμβρίου 1862, ὅστις ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου τῆς 12 Νοεμβρίου 1868, καὶ τελευταῖον διὰ τοῦ νόμου τῆς 20 Αὐγούστου 1883· δὲν πρόκειται ν’ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς ὅλην τὴν κλίμακα τῶν δικαστικῶν μισθῶν, διότι τοῦτο θὰ ἦτο μακρόν· ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ Ἀρείου Πάγου, ἁπλῶς ἀναφέρω, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἐλάμβανεν 25,000 φράγκα, λαμβάνει 30,000 φράγκα ἐτησίως, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐλάμβανεν 20,000, καὶ λαμβάνει 25,000, καὶ ὁ Ἀρεοπαγίτης λαμβάνει 18,000 φράγκα. Διὰ τὰ Ἐφετεῖα καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα ηὐξήθησαν οἱ μισθοὶ ἀναλόγως εἰς μεγαλειτέραν κλίμακα διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1883. Ἐν Βελγίῳ ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου λαμβάνουσιν ἀνὰ 16,000 φράγκα, ὁ δὲ Ἀρεοπαγίτης 11,250. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ Πρόεδρος τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου λαμβάνει 250,000 φράγκα, ὁ δὲ δικαστὴς φράγκα 125,000. Ἐν Οὑγγαρίᾳ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀκυρωτικοῦ μισθοδοτεῖται διὰ φρ. 35,000, ὁ δὲ Ἀρεοπαγίτης διὰ φρ. 14,000 ἐτησίως. Ἐν τῇ Ἀργεντινῇ Δημοκρατίᾳ ὁ Ἀρεοπαγίτης ἔχει τίτλον καὶ τάξιν Ὑπουργοῦ, μισθὸν δὲ φρ. 43,000 ἐτησίως, ὁ Ἐφέτης 36,000 καὶ ὁ Πρωτοδίκης φρ. 32,000. Ἀλλ’ ἵνα μὴ κατηγορηθῶ, ὅτι ἐπροχώρησα μέχρι τῆς Ἀργεντινῆς Δημοκρατίας, λησμονῶν ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν τῇ Ἀνατολῇ, σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἐν μὲν τῇ Σερβίᾳ ὁ Ἀρεοπαγίτης λαμβάνει 8,000 φράγκα, ἐν δὲ τῇ Βουλγαρίᾳ, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 34 ἑκατομμυρίων περίπου, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου λαμβάνει 7,500 φράγκα, ὁ δὲ Ἀρεοπαγίτης 6,000. Ἐν δὲ τῇ χρεωκοπημένῃ Τουρκίᾳ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου λαμβάνει 100 λίρας ὀθωμανικὰς, ἤτοι 2,700 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ὁ Εἰσαγγελεὺς 75 λίρας καὶ ὁ Ἀρεοπαγίτης 50 λίρας. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, ἐξακολουθεῖ μέγας πάταγος, ὅτι οἱ μισθοὶ εἶναι μικροὶ, εἰς δὲ τὴν Ἀργεντινὴν Δημοκρατίαν οὐδεὶς δικηγόρος καταδέχεται νὰ λάβῃ τοιαύτην θέσιν. Ὥστε αὐτὰ ἁπλῶς χάριν συγκρίσεως τὰ ἀνέφερον. Ἐπειδὴ, Κύριοι, ἐκ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ σπουδαιότερον τῶν ὑπὸ συζήτησιν ζητημάτων εἶναι τὸ περὶ τῶν δικαστικῶν μισθῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐξακολουθήσω τὰς παρατηρήσεις μου, τὰς ἀναγομένας εἰς τὰ περὶ μισθῶν· διότι παρατηρῶ, ὅτι ἐπικρατεῖ μία σύγχυσις καὶ παραγνώρισις τῶν πραγμάτων, ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ τῶν δικαστικῶν μισθῶν, ἡ ὁποία ὑπό τινα ἔποψιν σχετίζεται καὶ μὲ τὸ ζήτημα τοῦ θεσμοῦ τοῦ χαρτοσήμου, ὡς φόρου εἰσπραττομένου κατὰ τὸ πλεῖστον, σχεδὸν ἐν ὅλῳ, διὰ τῆς δικαιοσύνης. Ἐπικρατεῖ σύγχυσις καὶ παραγνώρισις τῶν πραγμάτων, διότι πολλοὶ νομίζουσιν, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ λύωνται ἑκάστοτε τὰ ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, οἰκονομικῶς, ἐπιτρέψατε τὴν λέξιν, μπακαλικῶς· ἔχω μίαν δραχμὴν, λέγει τὸ Κράτος, ἑπομένως μιᾶς δραχμῆς δικαιοσύνην θὰ σοῦ δώσω· ἂν ἀποκτήσω μίαν καὶ ἡμίσειαν, θὰ σοῦ δώσω μιᾶς καὶ ἡμισείας δραχμῆς δικαιοσύνην. Ἡ Πολιτεία, Κύριοι, ἀναλαμβάνει ὑποχρεώσεις, καὶ ἡ πρώτη τῶν ὑποχρεώσεων εἶναι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ πάντα καταλήγουσιν. Ἐνθυμοῦμαι δημοσιολόγον λέγοντα, ὅτι ὅλα τὰ θωρηκτὰ καὶ ὅλος ὁ στόλος τῆς Ἀγγλίας, καὶ ὅλη ἡ μεγαλοπρέπεια τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ποῦ καταλήγει; εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Θὰ ἦτο μακρότατον νὰ ἀναπτύξω ἐν πλάτει τὸ ζήτημα, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφέρω γνώμας δημοσιολόγων, παραδεχομένων, ὅτι ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ ἀπονέμῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ νὰ τὴν ἀπονέμῃ δωρεάν. Δὲν θὰ ἐτόλμων ἐγὼ νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τοιαύτην προκατάληψιν, ἂν τὴν γνώμην ταύτην δὲν τὴν ἐδίδασκον εἰς ἐμὲ ὁ Βένθαμ, ὁ Mill, ὁ Bellot, ὁ Garnier, ὁ Μιγκέτης καὶ τόσοι ἄλλοι. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω λέξιν πρὸς λέξιν τὰ χωρία τῶν συγγραφέων τούτων, πάντες ὅμως οὗτοι παραδέχονται ὡς ἐν πορίσμασιν, ὅτι ὁ διάδικος, ἀγωνιζόμενος ἐν τῷ δικαστηρίῳ, ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς Πολιτείας· ἀγωνίζεται μὲν διὰ νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμά του, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως προκινδυνεύει χάριν τῶν πολλῶν. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπί τινα χρόνον ἴσχυε τὸ ἄμισθον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης· πρὸ ὀλίγων δὲ ἐτῶν, δηλ. τῇ 6 Φεβρουαρίου 1885, εἰσήχθη εἰς τὸ Γερμανικὸν Ὁμοσπονδιακὸν Συμβούλιον πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Μπὸκ, διὰ τῆς ὁποίας ἐπροτείνετο ἀκριβῶς τοῦτο, ἡ δωρεὰν ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἡ καθιέρωσις δὲ καὶ τάξεως δικηγόρων πληρονομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ὑποθέσεων τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι ἰδέαι τινὲς, αἵτινες, ἕως ὅτου λάβωσι σάρκα καὶ ὀστᾶ, πρέπει νὰ παρέλθῃ χρόνος. Δὲν νομίζω καὶ ἐγὼ, ὁ ταῦτα ἀναφέρων, ὅτι εὑρισκόμεθα ὑπὸ περιστάσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ ἀπονεμηθῇ ἡ δικαιοσύνη ἀπὸ τοῦδε δωρεὰν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, διὰ νὰ περιπέσωμεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, καὶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν ῥάχιν τῶν διαδίκων διὰ δυσβαστάκτων φόρων. Ἀσπάζομαι τὴν γνώμην τοῦ διασήμου Τιὲρ, ὅστις, ἐνῷ παραδέχεται, ὅτι πρέπει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ εἰσαχθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον πρέπει νὰ ὑπάρξωσιν ὅσον οἷόν τε ἐλαφρὰ δικαστικὰ τέλη. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἐπεκράτησεν ἀκριβῶς ὅλως τὸ ἐναντίον· ἐνόμισαν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ὡραία τις νεᾶνις, τῆς ὁποίας τὰ θέλγητρα δύναται νὰ χρησιμοποιῇ ἡ Πολιτεία, καὶ νὰ ὠφελῆται ἐξ αὐτῶν πρὸς ἄλλους σκοποὺς, ἐνίοτε δὲ καὶ πρὸς κομματικοὺς, ἀφίνουσα ὅμως τὴν δικαιοσύνην πεινῶσαν καὶ ῥακένδυτον. Τὰ δικαστικὰ τέλη ηὔξησαν εἰς βαθμὸν δυσβάστακτον, σήμερον δὲ ἡ δικαιοσύνη, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι διὰ τὸν εὔπορον· ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀστικῆς δικαιοσύνης. Κατὰ τὸ 1865 ὑπῆρξεν ἐποχὴ καὶ διὰ τὸν ἄπορον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπουργοῦντος τοῦ μακαρίτου Κεχαγιᾶ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δικαστικὰ τέλη ἐμειώθησαν διὰ τοῦ νόμου τῆς 18 Δεκεμβρίου 1865 κατὰ τὸ ἥμισυ· ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ αὕτη διήρκεσε μόνον δύο ἔτη, διότι ὁ νόμος τῆς 5 Ἀπριλίου 1867 ἐπανέφερε τὸ πρώην καθεστός. Ἄν, Κύριοι ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν, προτάξας τὰς παρατηρήσεις ταύτας, τοῦτο, νομίζω, δὲν τὸ ἔπραξα ἀσκόπως, διότι θέλω νὰ σχετίσω τὰ εἰσπραττόμενα διὰ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου τῇ βοηθείᾳ τῆς δικαιοσύνης μὲ τὰ ὑπὸ τῆς Πολιτείας δαπανώμενα χάριν τῆς δικαιοσύνης, καὶ ν’ ἀποδείξω, ὅτι κάκιστα μὲν ἐπεβαρύνθησαν οἱ διάδικοι διὰ δυσβαστάκτων δικαστικῶν τελῶν, ἀλλ’ ἀδικαιολογήτως προβάλλουσιν αἱ Κυβερνήσεις τὸ non possumus, ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ αὐξήσωμεν τοὺς μισθούς. Δὲν εἶναι δεδικαιολογημέναι, Κύριοι, αἱ Κυβερνήσεις, προβάλλουσαι ἑκάστοτε τὴν ἀδυναμίαν πρὸς πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν μισθῶν, ὅταν ᾖναι βεβαιωμένον, ὅτι διὰ τῆς δικαιοσύνης εἰσπράττονται οὐκ ὀλίγα ἑκατομμύρια. Εὐαρεστηθῆτε ν’ ἀκούσητε ἀριθμούς τινας σχετικούς. Ἐν ἔτει 1865 ἐκ τοῦ χαρτοσήμου εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,460,000, κατὰ τὸ 1882 δρ. 7,000,000, κατὰ τὸ 1887 8,541,000, κατὰ τὸ 1888 δρ. 9,301,000, κατὰ τὸ 1889 9,745,000, διὰ δὲ τὸ 1891 προϋπολογίσθησαν 9,962,000. Ἐδαπανῶντο δὲ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ἔτει 1865 δραχ. 1,993,000, τὸ 1866 δραχ. 2,237,000, διὰ δὲ τὸ 1891 ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων 9,962,000 προορίζονται διὰ δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης μόνον δραχ. 5,037,000. Τώρα ἐνδέχεται νὰ γείνῃ ἀντίῤῥησις, ὅτι ὅλον τὸ χαρτόσημον δὲν προέρχεται ἐκ δικαστικῶν τελῶν. Ἐν τούτοις τὰ μεγάλα ποσὰ ἐκεῖθεν πηγάζουσι, διότι ἐκ τῶν εἰσιτηρίων, ἐκ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν καὶ ἐκ τῶν κληρονομικῶν τελῶν προϋπελογίσθησαν μόνον δραχμαὶ 662,000. Κατὰ τὴν ἀνάλυσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸ 1891, διὰ μὲν τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου προϋπολογίζονται δραχ. 46,320, διὰ δὲ τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων δραχ. 2,078,760, δι’ ὑλικὸν δραχ. 376,902, διὰ τὰς φυλακὰς 1,256,664, δι’ ἔξοδα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης 1,218,560, διάφορα, ἤτοι ἐπισκευὰς δικαστηρίων, μεταθέσεις κλπ., δραχ. 59,000, καὶ οὕτως ἀνέρχεται τὸ ὅλον ποσὸν εἰς 5,037,406 δραχμάς. Ἂν, Κύριοι, ἐπιμελῶς μελετήσητε τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνων, καὶ ἀφαιρέσητε ὅσα θέλετε, θέλετε καταλήξει, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν 10,000,000 δρ. ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ δικαστήρια, καὶ ὅτι οἱ λειτουργοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι ἐντεταλμένοι νὰ περιφρουρῶσι τὴν τιμὴν, τὴν ζωὴν, τὴν ἰδιοκτησίαν ἡμῶν, πεινῶσι, περὶ παντὸς δὲ ἄλλου δύνανται νὰ ἀσχολῶνται ἢ περὶ ἀπονομῆς δικαιοσύνης καὶ περὶ λύσεως νομικῶν ζητημάτων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἡμιλλῶντο εἰς ὑποσχέσεις περὶ αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν, μερικαὶ ὅμως, ἀτόπως κατ’ ἐμὲ, συνδυάζουσαι τὴν θέσιν τῶν δικαστῶν μὲ τὴν θέσιν τῶν ἄλλων δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀνέβαλλον πάντοτε τὴν πραγματοποίησιν, διὰ νὰ ἐπιτύχωσι προηγουμένως τὸ ἰσοζύγιον, ἐνῷ, ὡς σᾶς προεῖπον, οὐ μόνον δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ προβῶσιν εἰς τοιοῦτον συλλογισμὸν, ἕνεκα τῶν λόγων, οὓς ἀνέπτυξα, ἀλλὰ καὶ διότι ἀκριβῶς εἰς τὸ ἰσοζύγιον ἠδύναντο νὰ φθάσωσι ταχύτερον διὰ τῆς καλῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1859 πρώτην ἤδη φορὰν προτείνεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αὔξησις δικαστικῶν μισθῶν. Δὲν δύναμαι νὰ μὴ χαιρετήσω τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν καὶ ἀνεπαρκῆ, ὡς ἔνδειξιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὁπωσδήποτε ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο. Νομίζω ἐν τούτοις, ὅτι οὐ μόνον τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν δὲν προτείνει εἰς ποσὸν πρέπον, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀναβολὴ τῆς αὐξήσεως τῶν ἄλλων δικαστικῶν μισθῶν φρονῶ ὅτι δύναται νὰ δυσχεράνῃ τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων. Δὲν θέλω νὰ ἐμποδίσω τὴν ψήφισιν τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν,—εἶμαι ἕτοιμος νὰ ψηφίσω καὶ μεγαλειτέραν αὔξησιν,—νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ἐπισταμένως νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τῆς αὐξήσεως ὅλων τῶν δικαστικῶν μισθῶν, διότι εἶναι ζήτημα τόσον κατεπεῖγον, ὥστε πᾶσα ἀναβολὴ θέλει δυσχεράνει τὴν θέσιν τῆς Πολιτείας ἐν γένει. Ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς συνόδου ταύτης εἶχον ἑτοιμάσει νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως ὅλων τῶν δικαστικῶν μισθῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελον νὰ ὑποβάλω, διότι δὲν ἤλπιζον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπεθύμει ν’ ἀσχοληθῇ εἰς ταύτην τὴν ἐργασίαν· νομίζω ὅμως καθῆκόν μου, διδομένης ἤδη ταύτης τῆς εὐκαιρίας, νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, περὶ αὐξήσεως ὅλων τῶν δικαστικῶν μισθῶν, τοῦ ὁποίου προτάσσεται δικαιολογητικὴ ἔκθεσις. Καταθέτω τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ Προεδρεῖον, παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ. Πρὸ μικροῦ ἐγένετο λόγος, ὅτι πρότασις περὶ αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν ἐκ μέρους Βουλευτοῦ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς εὐχὴ, καὶ ἄν καλῶς ἐνόησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τοῦτο εἶπεν, ἑρμηνεύων τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος. Ἀπὸ τοῦ 1883 ἐπροτιθέμην νὰ ὑποβάλω πρότασιν περὶ αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν, διστάζων δὲ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Συντάγματος, εἶχον ὑποβάλει σύστασιν. Ἀλλὰ γενομένης ἐνταῦθα συζητήσεως, Πρωθυπουργοῦ ὄντος τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἐπείσθην, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 24 δὲν εἶναι ἐκείνη, οἵα ἐδόθη ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι αὕτη ἀφορᾷ ἀπονομὴν μισθοῦ ἢ συντάξεως εἰς ὡρισμένον πρόσωπον. Ἀλλὰ δὲν ἔχει πρακτικήν τινα σημασίαν, ἂν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ εὐχὴ ἡ πρότασις νόμου, διότι γνωρίζομεν, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν θελήσῃ νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν, δὲν θὰ γείνῃ δεκτή. Τοῦτο λέγω, ἵνα μὴ ὑποτεθῶ σολοικίζων διὰ τῆς ὑποβολῆς προτάσεως περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ ὅλων τῶν δικαστῶν, εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν καὶ γραμματέων. Τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ προστεθησόμενον ποσὸν διὰ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως δὲν εἶναι, νομίζω, δυσβάστακτον· τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν ὀπισθοδρομῶ ἀπέναντι γενικῆς αὐξήσεως, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὑπάρχουσι κλάδοι, εἰς τοὺς ὁποίους δύναται νὰ γείνῃ οἰκονομία, ὡς τοῦτο ἀνέπτυξα κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὑπεδείκνυον τότε οἰκονομίας, διὰ τῶν ὁποίων εὐκόλως ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ τὸ ποσὸν διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Μίαν παρατήρησιν ἔτι ὡς πρὸς τοὺς δικαστικοὺς μισθούς. Δὲν ἐννοῶ διατὶ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον σταματᾷ εἰς τὸν Ἀντεισαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ δὲν προχωρεῖ καὶ εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου. Νομίζει ἆρά γε, ὅτι τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου πληρόνεται ἐπαρκῶς μὲ τοὺς μισθοὺς τοῦ 1859; Ἂν πληρόνηται ἐπαρκῶς, τότε πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἐπαρκῶς πληρόνεται καὶ ὁ Ἀρεοπαγίτης. Ἀλλά, Κύριοι, σπουδαίως πρέπει νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι προτείνουσιν, ἡ αὔξησις διὰ κλίμακος, διότι διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης ἐπέρχονται πολλὰ τὰ καλὰ καὶ πολλαὶ οἰκονομίαι. Πρῶτον εἶναι ἄδικον νὰ πληρώνωνται διὰ τοῦ αὐτοῦ μισθοῦ ὁ δικαστὴς ὁ λαμβάνων πρῶτον θέσιν καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐργάζεται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἓν δέλεαρ, διὰ τοῦ ὁποίου δύνασθε νὰ κρατήσητε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοὺς πεπειραμένους ἐκείνους δικαστὰς, οἵτινες, ἂν μὲν ἔχωσι πολὺ μικρὰν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ μισθοῦ καὶ τῆς συντάξεώς των, θέλουσι προτιμήσει ν’ ἀποχωρήσωσιν, ἂν δ’ ἔχωσι καὶ αὔξησίν τινα, θέλουσι παραμείνει. Τοιουτοτρόπως δὲ διττὴ ἐπέρχεται ὠφέλεια ἀφ’ ἑνὸς ἡ σύνταξις, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐν τοῖς δικαστηρίοις παράτασις τοῦ βίου τῶν πεπειραμένων δικαστῶν, οἵτινες εὐκόλως δὲν μορφοῦνται. Ταῦτα, Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς μισθούς. Ἀνάγκη ὅμως νὰ εἴπω τινὰ καὶ περὶ τῆς ἑτέρας καινοτομίας, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, ἐπαναφέρον τὸν θεσμὸν τῶν παρέδρων εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, πῶς προτείνεται νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν κατὰ 14 ἔτη. Ὅ,τι πεῖρα μακρὰ καὶ παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν συμβαινόντων ἐν τοῖς δικαστηρίοις καθιέρωσαν ὡς νόμον τοῦ Κράτους πρόκειται σήμερον νὰ τὸ καταργήσωμεν. Περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς παρέπεμψεν εἰς τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον. Ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἤθελεν ἐφαρμόσει τὰς ὁμολογουμένας σοφὰς ἰδέας του ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάρτισιν δικαστικῶν νόμων, διὰ τῶν ὁποίων προτείνει τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἂν ἤθελεν ἐφαρμόσει ταῦτα καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὰς γνώμας τῆς προεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον ἐπιτροπῆς, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ὡρισμένως· ἀλλ’ ἐγένετο μία ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας τὰς γνώμας δὲν ἔχομεν· ἓν μόνον γνωρίζω ἐγὼ, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐδόθη εἰδικὴ ἐντολὴ καὶ περιωρισμένη· ἐτέθη ὑπ’ ὄψει αὐτῆς ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἄρειος Πάγος εὑρίσκεται βεβαρημένος μὲ ὑποθέσεις ἐγγραφεῖσαι ἐπὶ ὀκταετίαν, δηλαδὴ ὑποθέσεις ἐγγραφείσας πρὸ ὀκτὼ ἐτῶν συζητοῦνται ἤδη, προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου πολὺ μεγαλειτέρα θέλει μεσολαβήσει ἀπόστασις· ἂν δὲν ληφθῇ πρόνοιά τις, δὲν εἶναι διόλου ἀπίθανον νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην προθεσμίας 15 ἐτῶν αἱ ὑποθέσεις, διότι ἐγγράφονται πλείονες ὑποθέσεις παρ’ ὅσαι συζητοῦνται· ἐτέθη λέγω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ ζήτημα οὕτω: ἢ ἀρκεῖσθε εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἢ πρέπει νὰ δεχθῆτε τοὺς παρέδρους. Δὲν ἠξεύρω τί ἠδύνατο νὰ εἴπῃ.
§13ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἐτέθη οὕτω τὸ ζήτημα.
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πῶς ὑπεβλήθη λοιπόν;
§15ΖΑΙΜΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ παρεκλήθη ὑπ’ ἐμοῦ νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου σκοπὸς ἦτο ἡ βελτίωσις τῆς λειτουργίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐδόθη δὲ αὐτῇ πᾶσα ἐξουσία, καὶ ἂν ἤθελε νὰ ποιήσηται μεταῤῥυθμίσεις δικονομικὰς, καὶ τοῦτο ἤθελον τὸ παραδεχθῇ· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ οὐδεμίαν ἐδέχθη δικονομικὴν μεταῤῥύθμισιν.
§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, ἐπεθύμουν νὰ ἔχω ἀπέναντί μου τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἀκούσω αὐτὰ, ἂν στηριζόμενα εἰς τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα θὰ ἠδύναντο νὰ συζητήσωσι μεθ’ ἡμῶν καὶ ὑποστηρίξωσι τὴν ἑαυτῶν γνώμην. Τὴν καινοτομίαν ταύτην, καὶ μάλιστα διὰ τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κωσταντοπούλου, ὅστις δὲν ἀρκεῖται οὔτε εἰς τοὺς παρέδρους κἄν, καὶ ζητεῖ τὴν πρόσληψιν τῶν δικηγόρων, θεωρῶ τόσον σπουδαίαν, ὥστε θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀκούσῃ ἔτι τινὰ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς προτάσεως. Διὰ τοῦ ἄρθρου 3, Κύριοι, τοῦ Συντάγματος καθιεροῦται ἡ ἰσότης τῶν πολιτῶν ὅλων ἐνώπιον τῶν νόμων. Σᾶς ἐρωτῶ καὶ αὖθις, ὑπάρχει ἰσότης, ὅταν οἱ μὲν δικάζωνται δι’ ἀμετακλήτων δικαστῶν,—διότι, προκειμένου περὶ Ἀρείου Πάγου, δὲν ἔχομεν μόνον ἰσοβιότητα, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἀμετάθετον,—οἱ δὲ διὰ παρέδρων καὶ δικηγόρων; Διὰ μιᾶς λοιπὸν, προκειμένου περὶ τοῦ Α πολίτου, ἐπιτρέπεται νὰ εἴπητε, ὅτι εἰς αὐτὸν δίδω 7/7 ἀμετακλήτου, ὅπερ χαρακτηρίζεται ὡς εὐεργέτημα, ἀλλὰ εἰς τὸν Β δίδω μόνον 5/7; Διὰ μιᾶς λοιπὸν ἔρχεται μία ἐπαισθητὴ ἀνισότης, ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 3. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος, καθὼς γνωρίζετε, ἀναγράφει τὸ ἰσόβιον καὶ τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν. Βεβαίως, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω, ὅτε συνεζητεῖτο ἐν τῇ Συντακτικῇ Συνελεύσει τὸ κεφάλαιον περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας, δὲν ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, ἐγένετο συζήτησίς τις μόνον ὡς πρὸς τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ προσόντων· ἐν τούτοις ἡ θεμελιώδης ἰδέα καὶ ἡ ἀπόλυτος εἶναι αὕτη, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τῆς ἰσοβιότητος μόνον δικασταὶ ἰσόβιοι δύνανται νὰ ἀπονέμωσι τὴν δικαιοσύνην. Ἔρχεται τὸ ἄρθρον 103, τὸ ὁποῖον καταργεῖ ὅλους τοὺς νόμους καὶ τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ταῦτα μόνον τὰ ἄρθρα· εἶναι τὸ 28 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον συμπληροῦται διὰ τοῦ 87 ἄρθρου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ὑπὸ δικαστῶν, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸν νόμον· διορίζεται δικαστὴς ὁ πάρεδρος κατὰ τὸν νόμον, τηρουμένης τῆς ἰσοβιότητος; Ἔρχεται δὲ τὸ ἄρθρον 89, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τινὰ περὶ τοῦ νόμου τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· διὰ τοῦ νόμου τῶν προσόντων ὁρίζονται εἰδικὰ δι’ ἕκαστον δικαστὴν προσόντα, ἄλλα διὰ Πρωτοδίκην, ἄλλα διὰ Εἰσαγγελέα, ἄλλα δι’ Ἀντεισαγγελέα, ἄλλα δι’ Ἐφέτην, ἄλλα δι’ Ἀρεοπαγίτην· κακῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 τοῦ νόμου τοῦ 1877 ἀνεγράφη διάταξις περὶ παρέδρων πολυμελῶν δικαστηρίων, τοῦτο δὲ ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ τὸ διορθώσῃ ὡς προεῖπον, διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον, ἐπιφυλαχθεῖσα νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν κατάργησιν τοῦ περὶ παρέδρων θεσμοῦ καὶ διὰ τὰ λοιπὰ δικαστήρια. Ἀφ’ ἑνὸς, Κύριοι, ἔχετε Ἀρεοπαγίτην ἰσόβιον καὶ ἀμετάκλητον, ἔχετε Ἀρεοπαγίτην, τὸν ὁποῖον θέλετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ κάμητε ὑλικῶς ἀνεξάρτητον· ἀφ’ ἑτέρου ἔχετε πάρεδρον, προτεινόμενον μόνον ὑπὸ ὁλομελείας, διὰ τὸν ὁποῖον ὅμως δὲν ἀπαιτεῖται ἄλλο τι, εἰμὴ μόνον πτυχίον τῆς νομικῆς σχολῆς καὶ διετὴς δικηγορικὴ ὑπηρεσία. Θέλετε νὰ προχωρήσω καὶ εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. συναδέλφου; Ἀρκεῖται καὶ εἰς τὸν δικηγόρον· δηλαδὴ εἷς δικηγόρος, ὅστις ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ ἀποῤῥιφθῇ διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως ἢ τοῦ δικαστοῦ, αὐτὸς θὰ προσλαμβάνηται νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν Ἀρεοπαγίτην. Ἐπειδὴ ἔλαβον τὴν τιμὴν τὴν γνώμην μου νὰ διατυπώσω εἰς αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν προτάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ νὰ καταργήσητε τὸν θεσμὸν τοῦ παρέδρου, θεωρῶ περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς μακροτέραν ἀνάπτυξιν· ὑπενθυμίζω ὅμως, ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὸ Σύνταγμα βεβαίως ἀντίκειται ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων, καὶ πολὺ περισσότερον τῶν δικαστῶν ἡ ἀναπλήρωσις διὰ δικηγόρων, ἀλλ’ ἀντίκειται καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ τῶν ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Διὰ νὰ ἦσθε τοὐλάχιστον συνεπεῖς, φέρετε κατάργησιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Φαντασθῆτε δὲ...
§17ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἐφαρμόζεται αὐτὸς εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον.
§18Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατ’ ἀνάγκην· εἶναι ἡ ἀδυναμία. Ἐγὼ κατακρίνω τὸν θεσμὸν καὶ διὰ τὰ Ἐφετεῖα καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα. Καὶ διατὶ ὅλα αὐτὰ, Κύριοι; Διὰ τὴν ἐνημερότητα τῆς δικαιοσύνης. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ζητεῖ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὑπῆρχε καὶ ἄλλη διέξοδος, ὑπῆρχεν ἡ διέξοδος τῆς συνθέσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπὸ πέντε μόνον μελῶν. Πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι, περιοριζομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν εἰς 5, κατεστρέφετο ἡ κλίμαξ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα δικαστήρια, ἀλλὰ ἡ πρότασίς του καὶ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δὲν ἔχει σπουδαιότητα, ἄλλως δὲ, δύναται κάλλιστα καὶ τὰ Ἐφετεῖα νὰ τὰ περιορίσῃ εἰς τριμελῆ, ὡς καὶ τὰ Πλημμελειοδικεῖα· τοιαύτην δὲ πρότασιν καὶ ἐγὼ πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλον καὶ ὁ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς κατόπιν ἐμοῦ. Τὸ σύστημα τοῦτο ἰσχύει εἴς τινα Κράτη, π. χ. εἰς Ἱσπανίαν, Νορβηγίαν, Ρουμανίαν κλπ. Καὶ ἵνα μή τις ὑποθέσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ Κρατῶν μεγάλης, οὕτως εἰπεῖν, ἀξίας, ὑπενθυμίζω αὐτῷ, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα Κράτη μικρότερα τὸ αὐτὸ ἰσχύει. Οἱ διϋλίζοντες τὰ πάντα μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης ἀκριβείας εὗρον, ἐν συγκρίσει τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πολυμελέστερα Ἐφετεῖα, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐφετείων τῶν ὀλιγομελεστέρων ἀναιροῦνται εἰς μικρότερον βαθμόν· π. χ. ὁ Yvernès διὰ τοῦ συγγράμματος του «Περὶ διεθνοῦς στατιστικῆς» ἐν σελ. 557 συγκρίνει τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐμείωσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τοῦ Ἐφετείου, πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διατηροῦσι τὸ πολυμελές· οὕτω 66 ἕως 68% ὑπάρχει ἀναίρεσις τῶν ἀποφάσεων εἰς τὰ πρῶτα, 70% δὲ εἰς τὰ δεύτερα. Κύριοι, οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ. Ἡ μεγάλη Ἀγγλία ἔχει τὰ μονομελῆ δικαστήρια. Θὰ ἠδυνάμην νὰ πραγματευθῶ τὸ ζήτημα εἰδικώτερον, ἂν δὲν ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ διατηρήσωμεν τὸ πολυμελές. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀσπάζομαι κατ’ ἀρχὴν τοῦτο, διότι ἐγὼ κλίνω μᾶλλον εἰς τὰ πολυμελῆ δικαστήρια, οὐδὲ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα οἰκονομικῶς. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅμως, ὅτι ἕνεκα δυσχερειῶν ἀνυπερβλήτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρατήσητε τὸ ἑπταμελὲς, διατὶ δὲν παραδέχεσθε παράδειγμα, τὸ ὁποῖον σᾶς δίδουσιν ἄλλα Κράτη, νὰ περιορίσητε ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ τὸν ἀριθμὸν εἰς πέντε μέλη; Δυοῖν κακοῖν προκειμένοιν, τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: ποῖοι λοιπὸν εἶναι αὐτοὶ οἱ πάρεδροι καὶ οἱ δικηγόροι; εἶναι τόσον κακοὶ ὥστε φοβεῖσθε; Ὄχι, Κύριοι· ἔχω μάλιστα τὴν ἰδέαν, ὅτι δικηγόροι τινὲς δύνανται νὰ ἦναι πολὺ ἀνώτεροι καὶ τῶν ἰσοβίων· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἱκανῶν καὶ περὶ τιμιότητος, οὔτε εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων, τίνες ἤθελον κληθῆ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ γνωρίζω, εἶναι, ὅτι βεβαίως οἱ ἱκανώτεροι δὲν θὰ θέλωσι νὰ γείνωσι πάρεδροι· βεβαίως οἱ ἔχοντες δικηγορικὰς ὑποθέσεις τοσαύτας, ὥστε νὰ ἀπασχολῶνται, δὲν θέλουσι δεχθῆ τὸ βάρος, καὶ μάλιστα ἀμισθεὶ, ὡς τοὺς ἀναγράφετε· ἂν δεχθῶμεν δὲ νὰ δώσητε μισθὸν, τότε διατὶ δὲν διορίζετε Ἀρεοπαγίτας; Κύριοι, ὁμιλῶν πρὸς ἀκροατήριον ἔχον μεγάλην πεῖραν τῶν πραγμάτων, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω πλείονα κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἐφαρμοσθῆ καὶ ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἀφοῦ ἔχομεν τοὺς παρέδρους ἐν πᾶσι τοῖς ἄλλοις βαθμοῖς· αὐτοὶ θὰ ἦναι δίκην ἀγαλμάτων· δικηγόροι τῶν ἐν Ἀθήναις δικαστηρίων, ἢ θὰ ἦναι ἄνευ ἀξίας νομικῆς, οἵτινες θὰ δανείζωσι τὴν ὑπογραφήν των, ἢ θὰ παρίστανται ἐκεῖ ἄφωνοι ὡς ἰχθῦς, ἢ, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ἱκανοὶ, μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησίν των, τοῦ νὰ βοηθήσωσι τὸ δικαστήριον, θὰ ἦναι εἰς μεγάλην ἀδυναμίαν πρὸς τοῦτο, ἐλλείψει χρόνου. Μὴ τυχὸν ὑπάρχῃ τοὐλάχιστον δικαστικὸν κατάστημα ἐν Ἀθήναις, εἰς τὸ ὁποῖον συγκεντροῦνται ὅλα τὰ δικαστήρια, ὥστε νὰ εὑρίσκωνται πρόχειροι εἰς τὰς διασκέψεις; Πρόκειται λοιπὸν περὶ εἰκονικῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ἂν πρόκηται περὶ εἰκονικῶν δικαστῶν, διατὶ δὲν ἀρκεῖσθε εἰς πέντε; Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν ἦσθε τῆς ἀρχῆς τῶν ἑπτὰ, δὲν πρέπει νὰ διστάσητε ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης νὰ προσθέσητε ἔτι ἕνα, δύο, τρεῖς, πέντε Ἀρεοπαγίτας, διότι ἀσήμαντος εἶναι ἡ δαπάνη σχετικῶς πρὸς τὴν ἀνάγκην. Ἀλλοίμονον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἂν πρόκηται νὰ ἐξαρτήσῃ τὴν ὕπαρξίν του ἀπὸ τὴν δαπάνην δεκάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι πολλάκις ῥίπτονται εἰς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους καὶ ἀσκόπως!
§19ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς γαλλικὰς ἀποστολάς.
§20ΠΕΡΡΟΣ. Ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων εἰς ποῖα ἄλλα Κράτη ἰσχύει;
§21Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἔχω σημείωσιν πρόχειρον· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ προὐτάθη ἡ κατάργησις αὐτῶν. Σημειώσατε δὲ καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι τὸ Σύνταγμα τὸ Γαλλικὸν δὲν εἶναι ὡς τὸ ἡμέτερον, διότι διαφέρει· δὲν δύνασθε ἑπομένως ἐκεῖθεν νὰ εὕρητε τὴν λύσιν· ἄλλως τε δέον νὰ ἐξετασθῇ ἡ λογικὴ καὶ ἡ τοπικὴ ἀνάγκη.
§22ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐκεῖ δὲν εἶναι δικηγόροι οἱ πάρεδροι· οἱ πάρεδροι δικασταὶ λέγονται....
§23Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πάρεδροι δικασταί· περὶ παρέδρων ὁμιλῶ. Κύριοι, ἤθελον προχωρήσει εἰς ἀνάπτυξιν τῆς τροπολογίας μου, ἂν ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ὡς βάσις τῆς συζητήσεως ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας κ. συναδέλφου ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου τί δύναται νὰ συμβῇ. Κατὰ τὴν δήλωσιν ὅμως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὑποθέτω ὅτι θὰ ληφθῇ ὡς βάσις τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον. Εἶναι ἀδύνατον ὅμως νὰ μὴ εἴπω συντομωτάτας τινὰς λέξεις ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, διότι δι’ αὐτῆς προτείνονταί τινα, τὰ ὁποῖα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς πρέπει νὰ καταπολεμηθῶσι. Περὶ μὲν τῆς ἀναπληρώσεως Ἀρεοπαγιτῶν διὰ παρέδρων καὶ δικηγόρων κατὰ τὴν τροπολογίαν, δὲν προσθέτω τι πλέον εἰς ὅσα εἶπον. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καθιεροῖ δύο τμήματα τοῦ Ἀκυρωτικοῦ, ὅπερ μεθερμηνευόμενον δύο ἀκυρωτικά. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ τοιαύτη πρότασις. Διὰ τῆς ἐμῆς τροπολογίας προτείνεται ἁπλούστερόν τι, ἓν ἀκυρωτικὸν, ἀλλὰ δὶς συνεδριάζον τὴν ἑβδομάδα, καὶ μάλιστα συμφώνως πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, δηλ. νὰ διαρκῶσιν αἱ συνεδριάσεις τοὐλάχιστον τέσσαρας ὥρας, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ ἐργασία.
§24ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον τοῦ κανονισμοῦ, κύριε συνάδελφε.
§25Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος οὐ μόνον δὲν φαίνεται ἐναντίος εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ ἀμιγοῦς ἀκυρωτικοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπεκτείνει τὴν οὐσίαν· καὶ τοῦτο, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἀνέπτυξα, δὲν θεωρῶ συμφέρον. Δὲν εἶπόν τι περὶ τῆς ὁλομελείας, ἡ ὁποία ἐκ τῆς πείρας ἀπεδείχθη οὐχὶ πολὺ χρήσιμος. Φαντασθῆτε διάδικον, ὅστις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ ἓν τμῆμα· ἀναιρεῖται ἡ ἀπόφασίς του, μεταβαίνει εἰς τὸ δεύτερον· διαφωνεῖ τὸ δεύτερον, μεταβαίνει εἰς τὴν ὁλομέλειαν, ἡ ὁποία δυνατὸν νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὸ ἓν ἢ μὲ τὸ ἄλλο· καὶ ὅλα ταῦτα μὲ δαπάνην μεγάλην πολλοῦ χρόνου καὶ πολλοῦ χρήματος, χωρὶς νὰ εὑρεθῇ βεβαίως τὸ ἀπόλυτον δίκαιον.
§26ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει ἡ τροπολογία μου νὰ μεταβαίνῃ, ἀλλὰ νὰ δικάζηται ὁριστικῶς.
§27Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο, εἶπον ὅτι παραδέχεσθε τὴν ὁλομέλειαν.
§28ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλην ὁλομέλειαν παραδέχομαι ἐγώ.
§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τώρα θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ. Τὸ Ἀκυρωτικὸν, ὡς γινώσκετε, δὲν ἀποτελεῖ βαθμὸν, ἀπονέμει δικαιοσύνην· ὁ διάδικος προσφεύγει εἰς τὸ Ἀκυρωτικὸν κατ’ ἀνάγκην· δύναται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλ’ ὁ κανὼν εἶναι νὰ ὠφεληθῇ ἡ Πολιτεία, εἶναι, ἐν ἄλλαις λέξεσιν, εἷς φόρος, τὸν ὁποῖον συνεισφέρει ὁ δικαζόμενος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ὁμοιομόρφου τῆς νομολογίας· ἀλλ’ ὅσον πλειότερα τὰ ἀναγκάζοντα τὸν διάδικον νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, τόσον περισσότερον φόρον πληρόνει· πολλάκις ἀναιρεῖται ἡ ἀπόφασις, καὶ ἐπανέρχεται εἰς τὴν οὐσίαν ἡ ὑπόθεσις, ζητεῖται ἡ ἀναίρεσις ἐκ δευτέρου, ἀποῤῥίπτεται ἡ ἀναίρεσις, καὶ χάνει τὴν δίκην ὁ διάδικος. Τίς ὠφελήθη; Αὐτὸς ἐζημιώθη, ἡ Πολιτεία ὠφελήθη. Διὰ τοῦτο ἐγὼ διὰ τῆς τροπολογίας μου ἐνόμισα, ὅτι ἐπιδιώκεται ἡ ταχυτέρα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, καὶ διατηρεῖται τὸ ἀμιγὲς τοῦ Ἀκυρωτικοῦ, ἂν περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναιρέσεως μόνον εἰς τὰς ὁριστικὰς καὶ τελεσιδίκους ἀποφάσεις, ἀφαιρεθῇ δὲ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ οὐσία ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, περὶ τοῦ ὁποίου εἶχεν ὑποβληθῆ παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1880, νομοσχέδιον, ἀκολούθως δὲ κατὰ τὸ 1882 ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ράλλη. Τὸ σύστημα τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων δύναται ἐν μέρει νὰ θεωρηθῇ ἀτελὲς, διότι ἐνδέχεται νὰ παρουσιάζωνται καὶ πολλὰ ἄλλα ζητήματα μὴ λυθέντα· ἀλλὰ δὲν ἐπιδιώκεται ἡ ἀπόλυτος ἀλήθεια καὶ ἡ ἀπόλυτος δικαιοσύνη διὰ τῆς ἐκδικάσεως ὑποθέσεώς τινος· τὸ μέγα εὐεργέτημα πάσης καλῆς δικονομίας εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται ἡ ταχύτης. Ὁ τρόπος ὅμως, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποδιαιρεῖται ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνει τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, εἶναι αἱ διατάξεις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὁλομέλειαν, δὲν πιστεύω δὲ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῶσι τὴν πρότασιν ταύτην, διότι βεβαίως εἶναι ἀντισυνταγματικὴ διάταξις. Διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐν περιπτώσει διαφωνίας τῶν τμημάτων, καλεῖται ἡ ὁλομέλεια, διὰ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ζήτημα, ὅπερ καθίσταται πλέον ὑποχρεωτικὸν εἰς ὅλας τὰς δίκας, ἤτοι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος. Λοιπὸν ἡ ὁλομέλεια τί εἶναι; εἶναι Ἀκαδημία; ἢ εἶναι δικαστήριον; Ἂν ἦναι Ἀκαδημία, δὲν ἔχει βεβαίως συγκεκριμένην δίκην· ἂν δὲ δικαστήριον, δὲν ἔχει δικαίωμα αὐθεντικῆς ἑρμηνείας. Ἐπαναφέρεται λοιπὸν ἄλλο τι διὰ τοῦ ἄρθρου 6, ἐπαναφέρονται τὰ parlamenta, ἐπαναφέρονται τὰ σώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατεδίκασεν ἡ πεῖρα, καὶ προφανῶς εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν· πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ λύσις τοῦ νομικοῦ ἐκείνου ζητήματος νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ καὶ δι’ ἄλλας ὑποθέσεις; Ἐπιφυλάσσομαι, Κύριοι, ἄν ποτε λάβῃ διαστάσεις ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ τὸ πολεμήσω ἀναλυτικώτερον· ἁπλῶς μόνον ἀρκοῦμαι σήμερον νὰ ὑποδείξω, ὅτι ἡ τοιαύτη γνώμη πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καὶ ὡς ἀντισυνταγματικὴ καὶ ὡς ἀσύμφορος. Τώρα ἐν συμπεράσματι τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἐπιδιώκει τὴν ἐνημερότητα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ τὴν ἐπιδιώκει διὰ τρόπου ἀντισυνταγματικοῦ. Δὲν θέλω νὰ προβῶ εἰς κρίσεις ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸ μηνῶν ἔδωκεν· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον λέγω, εἶναι, ὅτι βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐνημερότητα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι, διὰ νὰ φέρωμεν τὴν ἐνημερότητα, πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὸ Σύνταγμα, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι πρέπει νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν 14 ὁλόκληρα ἔτη καὶ νὰ ἐπαναφέρωμεν θεσμὸν καταδικασθέντα καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, προκειμένου λόγου μάλιστα περὶ τῆς νομολογίας τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν δύναται νὰ γείνῃ δεκτὸν, ἀλλὰ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις περὶ παρέδρων, νὰ δοθῇ δὲ μεγαλειτέρα τις αὔξησις ὑπὲρ τῶν δικαστῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κλίμακος.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσσης ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 318).
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω, κύριοι Βουλευταί, τὸν λόγον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ἵνα ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς, ἀναγομένας εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν μου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον καὶ ἄλλαι διατάξεις, ἀφορῶσαι εἰς ἕτερα σχετικὰ ἀντικείμενα. Τὸ καθῆκον τοῦτο θέλω ἐκπληρώσει ἐν ὅλῃ τῇ δυνατῇ συντομίᾳ, ἀφορῶν εἰς τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου. Πολλάκις, Κύριοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ προεκλήθησαν συζητήσεις, ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐκ δὲ τῶν συζητήσεων τούτων ἀείποτε κατεδείχθη, ὅτι καὶ τὰ περὶ τοῦ θέματος τούτου λίαν ἀτελῶς καὶ πλημμελῶς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν. Ἐκ τῶν συζητήσεων τούτων κατεδείχθη, ὅτι βραδέως, λίαν βραδέως διεξάγεται παρ’ ἡμῖν τὸ ἔργον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, τῆς τε ποινικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς, οὐχὶ δὲ σπανίως καταλήγει δυστυχῶς εἰς οἰκτρὰν ἀποτυχίαν. Πολλὰ καὶ διάφορα δύνανται νὰ ἦναι τὰ αἴτια τῆς οἰκτρᾶς ταύτης καταστάσεως. Τινὰ ἐξ αὐτῶν ἀφορῶσιν εἰς ἐλλείψεις τῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ὑψηλὴ αὕτη λειτουργία. Βεβαίως οὐδεμίαν ἔχω διάθεσιν, Κύριοι, νὰ εἴπω τι δυσμενὲς εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ καὶ ἐγὼ 28 ὁλόκληρα ἔτη τοῦ βίου μου κατηνάλωσα. Συνομολογῶ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία, καὶ ὡς ἤδη εἶναι κατηρτισμένη, εἶναι βελτίων πάσης ἄλλης ἐν τῷ Κράτει ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τοῦτο δικαίως ἡ Πολιτεία εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν προσέτρεξεν, ὁσάκις ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἀναζητήσῃ ἐγγυήσεις εὐσυνειδησίας καὶ ἀνεξαρτησίας· ἀλλ’ ἐπίσης ἀναντίῤῥητον θεωρῶ, ὅτι οὐχὶ ἅπαντα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν πρόσωπα ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθη αὐτοῖς ἡ Πολιτεία. Ἔνιοι δ’ ἐξ αὐτῶν, δύναμαι εἰπεῖν, στεροῦνται καὶ αὐτῆς τῆς δικαστικῆς εὐσυνειδησίας. Ἕτερα τῶν αἰτίων τῆς πλημμελοῦς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἀφορῶσιν εἰς ἐλλείψεις τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, διότι δυστυχῶς ἅπασα ἡ νομοθεσία ἡμῶν, ἥ τε ἀρχαιοτέρα καὶ ἡ μετὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ψηφισθεῖσα, πλείστας περιέχει ἐλλείψεις, πλείστας διεγείρει ἀμφιβολίας, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων παρακωλύεται ἡ εὐχερὴς ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Ἀναντιῤῥήτως καὶ τὸ γλίσχρον τοῦ μισθοῦ, ἀπασχολοῦν τὰ μέλη τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας εἰς ἄλλας μερίμνας, συντελεῖ μεγάλως εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία, καὶ περὶ τῆς θεραπείας τῆς ὁποίας ἅπαντες ἐνδιαφερόμεθα. Ἀλλὰ καὶ πλεῖσται ἄλλαι αἰτίαι, ὡς π. χ. ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν τε ποινικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων, ἡ ἔλλειψις τῆς δεούσης ἐποπτείας ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἡ ἔλλειψις ἀξιοπρεπῶν δικαστικῶν καταστημάτων, ἡ ἔλλειψις τῶν ἀναγκαίων βοηθημάτων, καὶ ἄλλα πολλὰ, συνετέλεσαν εἰς τὸ ἐπελθὸν ἀποτέλεσμα, ὅπερ οὐδεὶς ἠρνήθη, ὅτι ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία δὲν ἐκπληροῖ δεόντως τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς. Ἐφρόνουν, ὅτι ἓν τῶν σπουδαιοτάτων καθηκόντων πάσης Κυβερνήσεως εἶναι νὰ παρακολουθῇ ἐπιμελῶς καὶ αὐστηρῶς τὰς ἐργασίας τῶν δικαστηρίων, καὶ νὰ σπεύδῃ νὰ αἴρῃ πᾶν αἴτιον, κωλῦον τὴν κανονικὴν αὐτῶν λειτουργίαν, ἵνα οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν διακόπτηται ἡ ὀρθὴ καὶ ταχεῖα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω τὰ τοσάκις ῥηθέντα, ὅτι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εἶναι ὁ κυριώτερος σκοπὸς τῆς Πολιτείας, καὶ ὅτι ἡ ταχεῖα καὶ ὀρθὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἡ ἀναγκαία βάσις τῆς ὑπάρξεως, τῆς ἀναπτύξεως, τῆς προόδου πάσης κοινωνίας. Καὶ ὅμως φρονῶ, ὅτι οὐδέποτε ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὴν ὀρθὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς πάσας τὰς Κυβερνήσεις. Τὸ γλίσχρον τοῦ μισθοῦ εἶναι ἓν τῶν κυριωτέρων αἰτίων τῆς καταστάσεως, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦμεν, καὶ ὅμως ἐδιπλασιάσθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, καὶ δὲν ηὐδόκησαν αἱ οὕτω διπλασιάσασαι τὰς δαπάνας Κυβερνήσεις νὰ διαθέσωσι δύο ἢ τρεῖς ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν πρὸς βελτίωσιν τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας! Καὶ οὐ μόνον οὐδὲν σχεδὸν ἐνήργησαν, σπουδαίως δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν τοιαύτην βελτίωσιν, ἀλλ’ ἔλαβον καὶ μέτρα, τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν εἰς τὴν δείνωσιν αὐτῆς, καὶ τοιοῦτον μέτρον βεβαίως εἶναι ὁ θεσμὸς τῶν νομικῶν συμβούλων, ἢ μᾶλλον οἱ μεγάλοι μισθοί, οἱ δοθέντες εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους, διότι συνέπεια τῶν μισθῶν τούτων ἦτο, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὅτι διαπρεπῆ μέλη τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἔσπευσαν νὰ ἐγκαταλίπωσιν αὐτὴν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὅτι τὰ εἰς αὐτὴν ἀπολειφθέντα μέλη ἐντελῶς ἀπεγοητεύθησαν. Καὶ ἰσχυρίσθησαν μὲν προχθὲς, ὅτι ὁ μισθὸς τῶν νομικῶν συμβούλων τοιοῦτος ἔπρεπε νὰ ἦναι, ὡς προσδιωρίσθη, ἕνεκα τῆς μεγάλης αὐτῶν ἐργασίας, ἀλλ’ οὐδόλως συμμερίζομαι τὴν γνώμην ταύτην, διότι κατ’ ἐμὲ οὐδὲν ἔργον εἶναι δυσχερέστερον τοῦ ἔργου τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, οὐδὲν ἄλλο ἀπαιτεῖ μείζονας μελέτας καὶ κόπους, οὐδὲν ἄλλο συνεπάγεται μείζονας εὐθύνας, καὶ νομικὰς καὶ ἠθικάς. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν ἀκόμη, μικρότερον τάχα εἶναι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένον εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους; Ἠκούσατε, ὅτι δὲν ἐξαντλεῖται τὸ ἔργον τῶν δικαστηρίων· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ ἐργασία τῶν νομικῶν συμβούλων εἶναι μεγαλειτέρα. Δὲν ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ ὁρισθῶσι μείζονες οἱ μισθοὶ τῶν νομικῶν συμβούλων· καὶ εὑρέθησαν Βουλευταὶ, ἐπιστήσαντες ἔκτοτε εἰς τοῦτο τὴν προσοχὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοιούτους ἐπρότειναν τοὺς μισθοὺς τῶν νομικῶν συμβούλων. Ἐγὼ αὐτὸς ἀπὸ τῆς θέσεώς μου συνίστων εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ μὴ προβῇ ποτὲ εἰς τὸ μέτρον τοῦ νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους μισθὸν ἀνώτερον τοῦ μισθοῦ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλ’ οὐδεμία ἐδόθη προσοχὴ εἰς τὰς παραστάσεις μου. Ὁπωσδήποτε ἔχομεν ἤδη ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν νομοσχέδιον, ἀφορῶν σπουδαίως εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν δικαστηρίου. Εὐκταῖον θὰ ἦτο, ἐὰν ἡ μέριμνα τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπεξετείνετο ἐφ’ ἅπασαν ἐν γένει τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι τὸ δικαστήριον, τὸ δεόμενον μᾶλλον ἐπειγούσης κυβερνητικῆς μερίμνης, εἶναι τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι τὸ δικαστήριον τοῦτο, τὸ ἄνω πάντων τῶν λοιπῶν δικαστηρίων ἱστάμενον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὰ λοιπὰ δικαστήρια ὡς ὑπόδειγμα ἐπιμελείας, ἀκριβείας, τάξεως, τὸ δικαστήριον τοῦτο περιῆλθε βαθμηδὸν εἰς κατάστασιν χείρονα τῆς καταστάσεως οἱουδήποτε ἄλλου δικαστηρίου. Ὀφείλομεν, Κύριοι, ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ πόσον τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, συντελοῦσιν ἀληθῶς εἰς τὴν βελτίωσιν ταύτην. Πρὸς τοῦτο ἀνάγκη νὰ γνωρίσωμεν, ὁποία τις ἡ κατάστασις τοῦ δικαστηρίου, περὶ βελτιώσεως τοῦ ὁποίου μεριμνᾷ ἰδίως τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἠκούσατε ἀπὸ τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἔργον ἔχει νὰ ἐξετάζῃ κατὰ πόσον ἐφηρμόσθησαν οἱ νόμοι εἰς τὰς ὑποθέσεις ἐκείνας, αἵτινες ὑποβάλλονται ἐνώπιόν του διὰ τοῦ ἐνδίκου τῆς ἀναιρέσεως μέσου. Ἀνετέθη δὲ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τὸ ἔργον τοῦτο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ κατορθωθῇ ἡ ὁμοιόμορφος καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἑρμηνεία καὶ ἐφαρμογὴ τῆς νομοθεσίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ κυρίου τούτου ἔργου, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀνετέθη αὐτῷ διὰ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ ἡ κατ’ οὐσίαν ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Καὶ διὰ τοῦτο δύο ὑπάρχουσι τμήματα ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, τὸ ἀκυρωτικὸν καὶ τὸ οὐσιαστικόν. Ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰσαγομένων ὑποθέσεων, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἔπρεπε νὰ περατῶται ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, ἀλλ’ ἕνεκα διαφόρων λόγων ἐπὶ τοσοῦτον καθυστέρησεν ἡ ἐργασία τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὥστε σήμερον, κατὰ τὸ ἔτος 1891, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐκδικάζει τὰς κατὰ τὸ 1883 εἰσαχθείσας ἐνώπιόν του ὑποθέσεις, εἰς τρόπον ὥστε ὀκτὼ ὁλόκληρα ἔτη ὀφείλει ν’ ἀναμείνῃ νῦν ὁ διάδικος, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεώς του, ἡ δὲ κατάστασις αὕτη προβαίνει βαθμηδὸν δεινουμένη. Κατὰ πόσον δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀληθὴς ἀπονομὴ δικαιοσύνης ἡ μετὰ παρέλευσιν πλήρους ὀκταετίας ἢ δεκαετίας ἐπερχομένη, δύναταί τις νὰ ἐκτιμήσῃ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, ὁποῖαι καὶ ὁπόσαι μεταβολαὶ δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν εἴς τε τὰ πρόσωπα καὶ εἰς τὰ πράγματα κατὰ τὸ μακρὸν αὐτὸ χρονικὸν διάστημα. Πλέον τῶν 2 χιλιάδων ὑποθέσεων, ὡς ἠκούσατε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς εἰς τὸ ἀκυρωτικὸν τμῆμα, πλέον δὲ τῶν 100 ἴσως εἰς τὸ ἕτερον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, περὶ τῆς θεραπείας τῆς ὁποίας μεριμνᾷ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ποῖα εἶναι τὰ πρὸς τοῦτο εἰσαγόμενα μέτρα; Ὡς πρῶτον τοιοῦτον μέτρον προτείνεται ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οὐδὲν δύναμαι νὰ ἀντείπω κατὰ τοῦ μέτρου τούτου. Ἴσως ἠδύνατό τις νὰ εὐχηθῇ μείζονα αὔξησιν, ἵνα μὴ κωλύηται ποτὲ ἡ Πολιτεία νὰ εἰσάγῃ ἐντὸς τοῦ Ἀρείου Πάγου πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσι χρήσιμα. Ἴσως ἐπίσης ἠδύνατο ἡ μισθοδοσία νὰ κανονισθῇ καὶ ἀναλόγως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας,—καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἶχον,—ἀλλὰ προετιμήθη τὸ καὶ νῦν ἰσχῦον σύστημα τοῦ ὡρισμένου μισθοῦ. Ἕτερον μέτρον εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὅταν γνωρίζητε, Κύριοι, ὅτι πλέον τῶν δύο χιλιάδων ὑποθέσεων εὑρίσκονται ἐκκρεμεῖς εἰς τὸ ἀκυρωτικὸν τμῆμα, καὶ μανθάνητε, ὅτι 7 μέλη ἀποτελοῦσι τὸ τμῆμα τοῦτο, πρέπει νὰ συμπεράνητε, ὅτι, καὶ ἂν διπλασιασθῇ καὶ ἂν τριπλασιασθῇ ἡ ἐργασία τῶν μελῶν τούτων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἐκδικάζωνται αἱ ἀναιρέσεις τῶν πολιτῶν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως αὐτῶν. Ἀναγκαίως λοιπὸν πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας ἐπέτρεπον, ἤθελον προτείνει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον οὐχὶ τέσσαρα μόνον μέλη, ἀλλὰ ὀκτὼ, καίτοι βραδύτερον ἠδύνατο νὰ ἀποβῇ περιττὸν προσωπικὸν τοσοῦτον. Ἀλλ’ αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις ἐπιβάλλουσι πᾶσαν δυνατὴν φειδὼ, καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον περιώρισε τὴν αὔξησιν εἰς 4 μόνον μέλη. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, Κύριοι, πῶς θέλουσιν ἐργασθῇ τὰ νέα ταῦτα μέλη, ἅτινα μετὰ τῶν ἤδη ὑπαρχόντων ἐν τῷ ἀκυρωτικῷ τμήματι 8 ἔτι μελῶν ἀποτελοῦσι 12 μέλη. Δύνανται ταῦτα νὰ συνεδριάζωσιν ἀναμὶξ, ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ συνεδριάσει; Βεβαίως· ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἤθελον ὑποχρεωθῆ νὰ παρευρίσκωνται ἅπαντα κατὰ τὰς συνεδριάσεις καὶ κατὰ τὰς διασκέψεις, ἐπὶ μειώσει τῆς ἰδιαιτέρας ἐργασίας ἑκάστου αὐτῶν. Πρὸς αὔξησιν τῆς ἐργασίας ἀναγκαίως πρέπει νὰ διαιρεθῶσι τὰ μέλη τοῦ ἀκυρωτικοῦ τμήματος εἰς δύο ὁμάδας, ἑκατέρα τῶν ὁποίων νὰ ἔχῃ ἰδιαιτέρας συνεδριάσεις, κατὰ τὴν περὶ τούτου πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου. Ἀλλ’ ὅταν παρεδέχησθε δύο συνεδριάσεις τοῦ ἀκυρωτικοῦ τμήματος, ἐξ ἰδιαιτέρων μελῶν καταρτιζομένας, παρεδέχεσθε ἀκριβῶς τὴν διαίρεσιν τοῦ ἀκυρωτικοῦ εἰς δύο τμήματα. Πῶς δὲ τότε ἐπικρίνετε τὴν τροπολογίαν μου, ὡς εἰσάγουσαν τὴν ὑποδιαίρεσιν αὐτοῦ εἰς δύο τμήματα; Τί ἄλλο πράττετε ὑμεῖς σιωπηρῶς ἢ ὅτι ῥητῶς περιέχεται ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου; Δύο λοιπὸν ἀκυρωτικὰ τμήματα θὰ ἔχῃ τοῦ λοιποῦ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀπαρτιζόμενα ἀπὸ 6 ἕκαστον μέλη, ἑπομένως τὰ τμήματα ταῦτα δέονται συμπληρώσεως. Πῶς γενήσεται ἡ συμπλήρωσις αὕτη; Διὰ τῆς προσλήψεως, λέγουσι, μελῶν ἐκ τοῦ ἄλλου τμήματος. Ἀλλ’ οἱ παρακολουθοῦντες τὰς ἐργασίας τῶν δικαστηρίων δὲν δύνανται νὰ παραδεχθῶσιν ὡς λυσιτελὲς τὸ σύστημα τοῦτο, διότι ἕκαστον τμῆμα ἔχει ἰδίας ὑποθέσεις, εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὁποίων ἰδίως ἐνδιαφέρεται καὶ εὐθύνεται, ἔχει ἰδίας συνεδριάσεις, ἰδίας διασκέψεις, ἀπαιτούσας τὴν παρουσίαν ὅλων τῶν μελῶν του, καὶ πᾶσα πρόσληψις δικαστοῦ τοῦ ἑνὸς τμήματος εἰς τὸ ἕτερον παρακωλύει τὴν τακτικὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐργασίας ἀμφοτέρων τῶν τμημάτων. Ἀλλὰ καὶ ματαίωσιν τῶν συνεδριάσεων ἐπιφέρει πολλάκις ἡ τοιαύτη ἀναπλήρωσις, καὶ συνέβη πολλάκις εἰς ἡμᾶς τοὺς δικηγόρους νὰ παραμένωμεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἐπὶ μίαν καὶ δύο ὥρας, καὶ νὰ μὴ γίνηται συνεδρίασις, διότι δὲν εὑρέθη εἷς δικαστής. Καὶ οὐδόλως εἶναι τοῦτο ἄπορον· διότι, ὅταν ὀλίγον πρὸ τῆς συνεδριάσεως εἰδοποιῆται ὁ Πρόεδρος, ὅτι ἠσθένησεν ἢ κωλύεταί τις τῶν δικαστῶν, καὶ ἀποστέλληται ὁ κλητὴρ πρὸς ἀνεύρεσιν ἑτέρου, λίαν πιθανὸν εἶναι νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἀνεύρῃ τοιοῦτον, οὕτω δὲ καταδικάζονται εἰς ἀργίαν καὶ οἱ ἓξ δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι ἦλθον καὶ παρέμειναν. Τοῦτο συμβαίνει πολλάκις, καὶ δι’ αὐτὸ λέγομεν: μεριμνήσατε περὶ τῆς συμπληρώσεως τῶν τμημάτων τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δύνασθε νὰ διορίσητε ὀκτὼ δικαστὰς εἰς ἕκαστον τμῆμα; Τὸ κακὸν ἐκλείπει, καὶ οὐδὲν ἕτερον ζητοῦμεν. Ἀλλ’ ὅταν παραδέχησθε, ὅτι εἰς ἕκαστον τμῆμα θὰ ἔχωμεν μόνον 6 δικαστὰς, δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν μέτρα περὶ συμπληρώσεως αὐτῶν; Ὡς τοιοῦτον μέτρον προτείνεται ἡ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἐκ νέου εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων, οὐχὶ μάλιστα ὡς εἶχε πρότερον, διότι κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον τρεῖς ἠδύναντο ἐπικουρικοὶ δικασταὶ νὰ προσληφθῶσι πρὸς συμπλήρωσιν, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον μόνον δύο. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων ἀντίκειται, ἰσχυρίζονταί τινες, εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν. Εἶπόν τινες,—ἴσως, διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβὴς, ὤφειλον νὰ εἴπω μόνος ὁ προαγορεύσας, διότι ἐγὼ παρ’ οὐδενὸς ἑτέρου ἤκουσα τοιαύτην ἰδέαν,—ὅτι ἡ πρόσληψις παρέδρων ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα ἐψηφίσθη τὸ 1864, τὰ δικαστήρια ὅλα τῆς Ἑλλάδος ἔλαβον γνῶσιν τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅμως καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἰσοβιότητος ἐξακολουθοῦσι νὰ λειτουργῶσι διὰ τῆς προσλήψεως παρέδρων, καὶ εἰς οὐδενὸς ἑτέρου τὸν νοῦν ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ πρόσληψις παρέδρων παραβιάζει ὅρον τοῦ Συντάγματος. Διατὶ, Κύριοι; Διότι τὸ Σύνταγμα λέγει ῥητῶς, ὅτι καθίστανται ἰσόβιοι οἱ Ἀρεοπαγῖται, οἱ Ἐφέται, οἱ Πρωτοδῖκαι, ἀλλ’ οὐδὲν λέγει περὶ τῶν παρέδρων, οὐδὲ καταργεῖ τὰς περὶ ἀναπληρώσεως τῶν κωλυομένων δικαστῶν διατάξεις τῶν προηγουμένων νόμων. Διὰ τοῦτο, ἂν καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ὑπέβαλε πολλάκις τὴν ἰδέαν τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, καὶ τὴν ἐντεῦθεν ἐπερχομένην κακὴν σύνθεσιν αὐτῶν, ὡς λόγον ἀναιρέσεως τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων, οὐδέποτε εἰσηκούσθη. Ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ προαγορεύσαντος ἀποδέχομαι, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων ἀντίκειται εἰς τὰς περὶ ἰσότητος τῶν πολιτῶν διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες πολῖται, οἱ ἔχοντες δίκας, γνωρίζουσιν ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν εἰσάγονται αἱ ὑποθέσεις αὐτῶν πρὸς συζήτησιν, ἐνδέχεται, κωλυομένων τῶν δικαστῶν, νὰ δικασθῶσι καὶ ὑπὸ παρέδρων. Εἶναι τοῦτό τι ἀντικείμενον εἰς τὴν ἰσότητα; Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων προβλέπει καὶ περὶ τῶν παρέδρων τῶν δικαστηρίων, βεβαίως δὲν ἀποτελεῖ κώλυμα νὰ καθιερώσωμεν τοὺς παρέδρους διὰ νέου νόμου. Ἀλλ’ οὐδόλως προβλέπει περὶ παρέδρων ὁ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμος, διότι ῥητῶς μνημονεύει μόνους τοὺς προέδρους, τοὺς πρωτοδίκας, τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ τὸν γραμματέα, οὐχὶ δὲ καὶ τοὺς παρέδρους, καὶ διὰ τοῦτο καὶ μετὰ τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων ὅλα τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους ἐξακολουθοῦσι προσλαμβάνοντα πρὸς συμπλήρωσιν παρέδρους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἑλκύσῃ ἐπὶ πλέον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἡ ἀντίῤῥησις περὶ ἀντισυνταγματικότητος, καὶ δέον νὰ ἐξετάσῃ κατ’ οὐσίαν, ἐὰν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ ἡ ἐπάνοδος τῶν παρέδρων. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ πάρεδρος εἶναι καλλίτερος ἀπὸ τὸν τακτικὸν δικαστὴν, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν προχείρους πάντοτε ἐπαρκεῖς τακτικοὺς δικαστὰς, διὰ τοῦτο, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, νομίζω συμφέρον νὰ ἐπιτραπῇ ἡ πρόσληψις ἑνὸς ἢ δύο ἐπικουρικῶν δικαστῶν, πρὸς ἄρσιν παντὸς κωλύματος περὶ τὴν τακτικὴν συγκρότησιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς τοῦτο γίνεται καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων δικαστηρίων. Ἕτερον μέτρον προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, τῶν ἀπαιτουμένων ἵνα συνεδριάζῃ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀπὸ ἑπτὰ εἰς πέντε. Ἐγὼ οὐδένα εὑρίσκω λόγον, ἵνα ἀνατρέψω τὰ ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων ἰσχύοντα, οὐδὲ θεωρῶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑπτὰ δικαστῶν ὑπερβολικόν· ἀπεναντίας ἠδυνάμην νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι πλείονες δικασταὶ ἔπρεπε νὰ συνεδριάζωσι παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Ἐὰν ὅμως, κύριε συνάδελφε, ἀρκῆσθε εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν πέντε, καὶ θεωρῆτε τοῦτον παρέχοντα τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις, τί σᾶς βλάπτει ἡ προσθήκη τῶν δύο παρέδρων, οἵτινες, ὡς ἰσχυρίζεσθε, οὐδεμίαν θὰ ἐξασκήσωσιν εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐπιῤῥοὴν, καὶ οἱ ὁποῖοι μόνον ἐν ἀνάγκῃ θὰ προσλαμβάνωνται πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις τακτικῶς θὰ συγκροτῆται ἀπὸ ἑπτὰ δικαστάς; Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν πράγματι τὴν ἐνημερότητα τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, καὶ ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ συμπληρώσωμεν αὐτὸ, ἕνεκα οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, διὰ τακτικῶν δικαστῶν, φρονῶ, λέγω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπιτρέψωμεν καὶ τὴν διά τινων ἐπικουρικῶν δικαστῶν συμπλήρωσιν αὐτοῦ ἐν ἀνάγκῃ. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπικρίνω τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἐπιτρέπει τὴν συμπλήρωσιν μόνον διὰ παρέδρων, διοριζομένων τῇ προτάσει τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκ τῶν δικηγόρων τῶν ἐχόντων διετῆ ὑπηρεσίαν παρ’ αὐτῷ, οὐχὶ δὲ καὶ διὰ τῶν λοιπῶν δικηγόρων. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι αὐτοὶ οἱ πάρεδροι θὰ ἦναι καλλίτεροι τῶν λοιπῶν δικηγόρων πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν δικαστῶν; Τίς τῶν δικηγόρων, τῶν ἐχόντων πελατείαν καὶ ἀξίαν, θὰ δεχθῇ νὰ διορισθῇ πάρεδρος, καὶ νὰ ὑποχρεωθῇ οὕτω, καταλείπων τὰς ἐργασίας του, νὰ μεταβαίνῃ καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ τὰς διασκέψεις τοῦ Ἀρείου Πάγου; Ἄλλοτε ἐδέχοντό τινες, ἴσως διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἠδύναντο νὰ συστηθῶσι καὶ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν· ἤδη ὅμως, μετὰ τὰς ταχθείσας ἐξετάσεις, οὐδεὶς ἐκ τῶν σπουδαίων δικηγόρων θὰ ἐπιζητήσῃ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ ὡς παρέδρου. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι ὀρθότερον εἶναι νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸ δικαστήριον νὰ προσλαμβάνῃ ἐπικουρικοὺς δικαστάς, πρὸς συμπλήρωσιν, καὶ μεταξὺ τῶν λοιπῶν δικηγόρων, τῶν μὴ διορισθέντων ὡς παρέδρων. Οὐδὲ θεωρῶ δικαίαν τὴν ἐκδηλουμένην αὐτὴν προκατάληψιν κατὰ τῆς συμπληρώσεως τοῦ δικαστηρίου διὰ δικηγόρων, διότι δύναμαι εἰπεῖν, ὅτι τὰ φῶτα τὰ ἀληθῆ εὑρίσκονται ἐν τῷ δικηγορικῷ κλάδῳ πολὺ πλειότερον ἢ παρὰ τοῖς δικασταῖς, καὶ χαρακτῆρες δὲ οὐδόλως ἐλλείπουσιν ἐν αὐτῷ, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου ἐπιτρέπω εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ προσλαμβάνῃ καὶ δικηγόρους, ὡς καὶ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς ἐπικουρικοὺς δικαστάς.
§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀφοῦ παραδέχεσθε παρέδρους καὶ ἐπικουρικῶς τοὺς δικηγόρους, ἐὰν ὑπάρχωσι πάρεδροι, θὰ προτιμηθῶσι.
§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἢ νὰ κωλύωνται· ὅταν ὑπάρχωσι πάρεδροι, θὰ προτιμηθῶσιν, ὅπως συμβαίνει καὶ τώρα εἰς ὅλα τὰ Ἐφετεῖα καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐνταῦθα περὶ παρέδρων ὄντος τοῦ λόγου, ὀφείλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μίαν παρατήρησιν. Δὲν ἐμερίμνησεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ὁρκίσεως τῶν παρέδρων, ἐνῷ ἡ ἐμὴ τροπολογία ῥητῶς προβλέπει περὶ τούτου. Οἱ πάρεδροι τοῦ Ἀρείου Πάγου, πρὶν ἢ καταργηθῶσι, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ὡρκίζοντο ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου· ἀλλὰ καταργηθέντος τοῦ θεσμοῦ ἐπῆλθε καὶ ἡ κατάργησις τοῦ ὅρκου. Ὅθεν, ἀφοῦ ἐπανέρχεται ὁ θεσμὸς, ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ ὁρκίσεως τῶν παρέδρων, ἐκτὸς ἐὰν θεωρηθῇ περιττὸν νὰ ὁρκισθῶσιν, ὡς δόντες ἤδη τὸν ὅρκον ὡς δικηγόροι. Ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ διορισθῇ τις πάρεδρος μὴ ὢν δικηγόρος.
§34ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πῶς εἶναι δυνατόν;
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ τις τὰ προσόντα τοῦ παρέδρου, ὡς ἐξασκήσας τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, ἀλλὰ μὴ ἐξασκῶν ἤδη αὐτό.
§36ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τις ὡς πάρεδρος, πρέπει νὰ ὑπηρετῇ καὶ ὡς δικηγόρος.
§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον ῥητῶς. Ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἑτέρα ἔλλειψις σπουδαία, ἀναγομένη εἰς τὸν θεσμὸν τῶν παρέδρων, ἀνευρίσκεται ἐν τῷ ὑπουργικῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι δὲν προβλέπει περὶ ἀναπληρώσεως τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου κωλυομένης. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κωλυόμενος ἀναπληροῦται ὑπὸ τακτικοῦ δικαστοῦ· ἀλλ’ ὅταν τὸ δικαστήριον ἔχῃ ἀνάγκην συμπληρώσεως, καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχωμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὸ δικαστήριον καὶ λαμβάνωμεν παρέδρους, ποῖοι θὰ ἀναπληρῶσι τὸν Εἰσαγγελέα; Οὐχὶ βεβαίως οἱ τακτικοὶ δικασταὶ, διότι οὗτοι πρέπει κατὰ προτίμησιν νὰ συμπληρώσωσι τὸ δικαστήριον. Διὰ τοῦτο προβλέπω εἰς τὴν ἐμὴν τροπολογίαν περὶ ἀναπληρώσεως τῆς Εἰσαγγελίας, συμπληρῶν σπουδαίαν ἔλλειψιν τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου.
§38Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξαιρουμένων τῶν βουλευτῶν δικηγόρων.
§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος τόπος διὰ νὰ πραγματευθῶμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐὰν πρέπῃ οἱ βουλευταὶ δικηγόροι νὰ μὴ δύνανται νὰ διορισθῶσι.
§40Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τοῦτο λέγω, ὅπως ἀποφύγω τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν.
§41ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ δικηγόροι βουλευταὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν εἶναι κατώτεροι τῶν ἄλλων· καὶ ἔχομεν παραδείγματα περὶ τούτου. Δὲν γνωρίζω διατὶ ἐνταῦθα καθ’ ἑκάστην ἐξευτελιζόμεθα.
§42ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω ὡς πρὸς τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται ῥητῶς ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου τοῦ 1877 ὡς πρὸς τὴν σύνθεσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν εἶναι τάχα εὐκαιρία πολύτιμος, ἵνα ἐξετάσῃ ἡ Βουλή, ἂν καὶ ἕτεραί τινες διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1877 χρήζωσι ῥιζικῆς ἀναθεωρήσεως; Δὲν εἶναι τάχα εὔκαιρος ἡ στιγμή, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπωφεληθῇ τῆς εὐκαιρίας, ὥστε νὰ ἁπλοποιήσῃ, εἰ δυνατόν, τὴν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου διαδικασίαν καὶ συντελέσῃ οὕτω εἰς τὴν ταχυτέραν τῶν ὑποθέσεων ἐκδίκασιν; Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἡ σπουδαιοτέρα πασῶν εἶναι ἡ ἀκατανόητος βραδύτης, καὶ ὡς ἐκ τούτου πάσης εὐκαιρίας πρέπει νὰ ἐπιλαμβανώμεθα, ἵνα συντελέσωμεν εἰς τὴν ταχυτέραν ἀποπεράτωσιν τῶν δικῶν. Πρὸς τοῦτο τί προτείνω διὰ τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου; Προτείνω νὰ ἐπιλαμβάνηται τὸ Βʹ τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου τῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων, καὶ ὅταν ἀκόμη ἡ ἀναίρεσις τῶν ἀποφάσεων διατάσσηται ἕνεκα δικονομικῶν παραβάσεων. Εἶπον πρὸς ὑμᾶς, πρὸ ἐμοῦ δὲ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεώς του εἶχεν ἀποστολὴν νὰ δικάζῃ τὰς αἰτήσεις ἀναιρέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν κατωτέρων δικαστηρίων, τὴν οὐσίαν δὲ τῶν ὑποθέσεων τούτων μόνον εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐπήρχετο ἀναίρεσις ἕνεκα λόγων ἀναγομένων εἰς τὸν ἀστικὸν νόμον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προβαίνων ὁ Ἄρειος Πάγος εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων, ἐξήταζεν αὐτὰς ἐν συνόλῳ, ἤγουν καὶ ὑπὸ δικονομικὴν καὶ ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν. Τοὐναντίον, ὅταν ἡ ἀναίρεσις ἐπήρχετο ἕνεκα δικονομικῶν παραβάσεων, ἀναιρῶν ὁ Ἄρειος Πάγος, δὲν ἐπελαμβάνετο αὐτὸς τῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ παρέπεμπεν αὐτὰς εἰς δικαστήρια τῆς οὐσίας. Τίνες ἦσαν αἱ συνέπειαι τοῦ συστήματος τούτου τῆς παραπομπῆς; Ὅτι μία καὶ ἡ αὐτὴ ὑπόθεσις ἠδύνατο νὰ περιέρχηται ἐπανειλημμένως εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ νὰ παραπέμπηται ὑπ’ αὐτοῦ ἐκ περιτροπῆς εἰς τὰ διάφορα Ἐφετεῖα, χωρὶς νὰ ἐκδικάζηται ὁριστικῶς. Αἱ τοιαῦται συνέπειαι προεκάλεσαν, ὡς εἰκὸς, τὴν μέριμναν τῶν ἁρμοδίων, οἵτινες ἐσκέφθησαν νὰ εὕρωσι τρόπον θεραπείας τοῦ κακοῦ τούτου, τῆς περιπλανήσεως καὶ ταλαιπωρίας τῶν διαδίκων ἀπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τὰ Ἐφετεῖα. Τί μέτρον ἐξευρέθη, τὸ ἠκούσατε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον· ἐξεδόθη νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον διετάχθη, ὅτι μετὰ δευτέραν ἀναίρεσιν κρατεῖ πάντοτε ὁ Ἄρειος Πάγος τὴν ὑπόθεσιν πρὸς ἐκδίκασιν, παραπέμπων αὐτὴν εἰς τὸ Βʹ τμῆμα, καὶ ἂν ἡ ἀναίρεσις ἐπῆλθεν ἕνεκα δικονομικῶν παραβάσεων. Τὸ νέον τοῦτο σύστημα ἀνέτρεψε τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ἀνέκαθεν ἡ σύστασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ καθ’ ἃς ἐξαιρετικῶς ἐπελαμβάνετο τῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων κατ’ οὐσίαν. Κατὰ τὸ νέον σύστημα, ὁ Ἄρειος Πάγος καθίσταται καὶ δικαστήριον τῆς οὐσίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ μετετράπη οὕτως ἡ ἀρχικὴ ἀποστολὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου, διατὶ τάχα νὰ ἀναθέσωμεν αὐτῷ τὴν οὐσίαν τῶν ὑποθέσεων μετὰ δευτέραν ἀναίρεσιν καὶ οὐχὶ καὶ μετὰ πρώτην; Διατὶ μετὰ πρώτην ἀναίρεσιν ἕνεκα δικονομικῶν παραβάσεων νὰ ἀποστέλλωμεν τοὺς διαδίκους εἰς τὰ κατώτερα δικαστήρια, καὶ νὰ μὴ προβαίνῃ καὶ τότε αὐτὸς ὁ Ἄρειος Πάγος εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων; Ἐὰν ἡ ταχύτης πρέπῃ νὰ ἦναι ὁ σκοπὸς, εἰς ὃν ὀφείλει νὰ τείνῃ ἡ ἡμετέρα νομοθεσία, διατὶ νὰ μὴ καταργήσωμεν καὶ τὴν πρώτην εἰς τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας παραπομπὴν, πρὸς ταχίστην ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων; Διατὶ παραδεχόμεθα τοιαύτην παραπομπὴν, ὅταν ἡ ἀναίρεσις ἐπέρχηται ἕνεκα οὐσιαστικῶν λόγων, οὐχὶ δὲ καὶ ὅταν ἕνεκα δικονομικῶν; Τί ἔκτακτον παρουσιάζει ἡ ἀναίρεσις ἕνεκα δικονομικῶν λόγων; Διατὶ νὰ μὴ παραπεμφθῇ καὶ τότε ἀμέσως ἡ δίκη εἰς τὸ οὐσιαστικὸν τμῆμα, πρὸς ὁριστικὴν καὶ ἀμετάκλητον ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων; Ἰδοὺ αἱ ἰδέαι, ἐκ τῶν ὁποίων ὡρμήθην, καὶ ἃς θεωρῶ ὀρθοτάτας, ἵνα ὑποστηρίξω, ὅτι καὶ μετὰ τὴν πρώτην ἕνεκα δικονομικῶν παραβάσεων ἀναίρεσιν ἡ ὑπόθεσις πρέπει νὰ παραπέμπηται εἰς τὸ Βʹ τμῆμα. Τίποτε νέον δὲν εἰσάγω, παρὰ τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὴν νῦν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν μετὰ δευτέραν ἀναίρεσιν παραπέμπεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Βʹ τμῆμα, προτείνω νὰ παραπέμπηται ἀμέσως μετὰ τὴν πρώτην ἀναίρεσιν, ἵνα βλέπωσι τὴν τύχην των ἀμέσως οἱ διάδικοι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, Κύριοι, μόνον αὐτὴ ἡ ἔλλειψις τοῦ νόμου τοῦ 1877· ὁ νόμος οὗτος εἰσήγαγε κατὰ πρῶτον ἐν Ἑλλάδι τὸν θεσμὸν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἀπέδωκεν εἰς αὐτὴν ἀφ’ ἑνὸς ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα ἐπί τινων λόγων ἀναιρέσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἁρμοδιότητα ἐν περιπτώσει διαφωνίας τῶν δύο τμημάτων τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ ὁλομέλεια αὕτη, ὅπως καθιερώθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1877, δὲν παρήγαγε κατ’ ἐμὲ εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Καὶ πρῶτον ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσι κατὰ τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως συγχρόνως λόγοι ἀναιρέσεως, ὑπαγόμενοι εἰς τὸ ἀκυρωτικὸν τμῆμα, καὶ λόγοι ἀναιρέσεως ὑπαγόμενοι εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τῆς ὁλομελείας· τί θέλει συμβῆ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ὀφείλω πρῶτον νὰ εἰσαγάγω τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ὁλομέλειαν, καὶ ἂν ἀποῤῥίψῃ αὕτη τοὺς εἰς αὐτὴν ἀνήκοντας λόγους, νὰ εἰσαγάγω τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ἀκυρωτικὸν τμῆμα πρὸς ἐκδίκασιν τῶν λοιπῶν λόγων, καὶ ἂν ἀναιρεθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Βʹ τμῆμα, καὶ τοῦτο διαφωνήσῃ πρὸς τὸ Αʹ, νὰ εἰσαχθῇ ἐκ νέου ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν ὁλομέλειαν, καὶ μετ’ αὐτὴν πάλιν εἰς τὸ οὐσιαστικὸν τμῆμα! Καὶ σημειώσατε, ὅτι πρόκειται περὶ Ἀρείου Πάγου, ὅπου αἱ δαπάναι τῶν διαδίκων εἶναι βαρύταται, καὶ ταλαιπωροῦνται οἱ δυστυχεῖς διάδικοι, περιερχόμενοι ἀπὸ τμήματος εἰς τμῆμα, χωρὶς νὰ κατορθώνωσι νὰ ἴδωσι τὸ πέρας τῶν διαφορῶν των. Τὴν τοιαύτην ὁλομέλειαν ἐγὼ θεωρῶ καταργητέαν, καὶ θέλω, τὸ Βʹ τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον στέλλονται αἱ ὑποθέσεις, νὰ δικάζῃ ὁριστικῶς αὐτάς. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ μοὶ ἀντιτάξῃ, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἐπέλθῃ ἕτερον ἄτοπον ἐκ τοῦ συστήματός μου, καὶ ἰδίως συνεπείᾳ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ὅτι δηλ. ἐνδέχεται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίφασις εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν διαφόρων τμημάτων· τί γενήσεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς γνωρίζετε, εἶναι νὰ κανονίσῃ ὁμοιόμορφον καὶ γενικὴν εἰς τὸ Κράτος ἑρμηνείαν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων· ἑπομένως, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν του τοῦτον, ἀπόλυτος ἀνάγκη εἶναι, αὐτὸς πρῶτος νὰ ἔχῃ ὡρισμένην καὶ σταθερὰν νομολογίαν. Ὅταν αὐτὸς μεταβάλλῃ γνώμην κατὰ τὰς φάσεις τῆς σελήνης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως αὑτοῦ, τὴν ὁμοιόμορφον ἐφαρμογὴν τῶν νόμων· τοὐναντίον ἡ ἀντίφασις τῆς νομολογίας τοῦ Ἀρείου Πάγου παράγει μείζονα σύγχυσιν καὶ ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας καὶ ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, καθιστᾷ προβληματικὰς τὰς ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐννόμους σχέσεις, καὶ ἐμβάλλει τοὺς πολίτας εἰς ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Καὶ οὐ μόνον ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν ἡ τοιαύτη ἀστασία εἶναι προδήλως ἐπιβλαβὴς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἠθικὴν ἀκόμη ἔποψιν, διότι κλονίζει αὐτὴν τὴν περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ δικαίου συνείδησιν τῆς κοινωνίας, ὑποβιβάζει τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς ἐπὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν· διότι, ὅταν ἐκ δύο διαδίκων, ἐχόντων ὁμοίας ὑποθέσεις, ὁ εἷς νικᾷ καὶ ὁ ἕτερος ἡττᾶται, ἀναγκαίως ἡ κοινωνία ἐξωθεῖται νὰ ἀποδίδῃ τὴν ἀντίφασιν ταύτην εἰς ἐλλείψεις τῶν δικαστῶν, ἢ πολλάκις καὶ εἰς πλαγίας ἐπ’ αὐτῶν ἐνεργείας. Ἕνεκα τούτων μέγα κατ’ ἐμὲ ἀγαθὸν εἶναι ἡ ἑνότης τῆς νομολογίας τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου. Ἀλλὰ ὑπάρχει, ἐρωτῶ, σήμερον τοιαύτη τῆς νομολογίας ἑνότης; Παντελῶς. Οἱ ἐντριβεῖς περὶ τὰ δικαστικὰ θέλουσιν ὁμολογήσει, ὅτι οὐχὶ σπανίως ἐπέρχεται μεταβολὴ τῆς ἰσχυούσης νομολογίας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ ἂν τοῦτο οὐχὶ σπανίως ἐλάμβανε χώραν, ὅταν ἑπτὰ καὶ μόνον δικασταὶ ἀπετέλουν τὸ ἀκυρωτικὸν τμῆμα, λίαν πιθανὸν εἶναι, ὅτι τὸ ἄτοπον θὰ πολλαπλασιασθῇ, ὅταν πλείονες δικασταὶ θ’ ἀποτελῶσι τὸν Ἄρειον Πάγον. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἑνότητος τῆς νομολογίας τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν δικαστηρίου, ἐξ ἧς προσδοκῶμεν καὶ τὴν ὁμοιόμορφον ἐν τῷ Κράτει ἑρμηνείαν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, καὶ τοιαῦτα μέτρα προτείνω ἐν τῇ ἐμῇ τροπολογίᾳ. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ταῦτα σύμφωνα πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου; Συντελοῦσι δὲ κατ’ οὐσίαν εἰς τὴν ἑνότητα τῆς νομολογίας καὶ εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης; Ἂς ἐξετάσωμεν ἕκαστον τῶν ζητημάτων τούτων. Κατὰ τὴν τροπολογίαν μου, ἕκαστον τῶν τμημάτων τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀφίεται ὅλως ἐλεύθερον νὰ λύῃ κατὰ τὴν ἰδίαν του κρίσιν καὶ πεποίθησιν τὰ ἀναφυόμενα ζητήματα, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐνδέχεται νὰ ἐκδοθῶσι δύο ἀποφάσεις, ἀντιθέτως λύουσαι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ζήτημα. Ἅμα τοῦ κακοῦ τούτου προκύψαντος, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν μέτρα πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ καὶ πρόληψιν τῆς ἐπαναλήψεως αὐτοῦ. Πρὸς τοῦτο προτείνω νὰ συνέρχηται ἐν συμβουλίῳ ὁ δικαστικὸς σύλλογος, ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα μελετήσῃ τὸ περὶ οὗ πρόκειται ζήτημα καὶ ἀποφανθῇ, τίς ἐκ τῶν ἀντιθέτων λύσεων αὐτοῦ εἶναι κατὰ τὴν γνώμην της ὀρθοτέρα καὶ πρέπει νὰ ἐπικρατῇ ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Καὶ ἔχομεν οὕτω γνωμοδότησιν τῆς ὁλομελείας περὶ τοῦ ἀναφυέντος καὶ ἀντιθέτως λυθέντος ζητήματος. Ποία ἡ ἰσχὺς τῆς οὕτως ἐκδοθείσης ἀποφάσεως; Κατὰ τὴν τροπολογίαν μου, αὕτη εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ἅπαντα τὰ τμήματα, εἰς τρόπον ὥστε οὐδὲν ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἀντιθέτως πρὸς τὴν γνώμην τῆς ὁλομελείας. Ἀντιτάσσουσι κατὰ τῆς ἰδέας μου, ὅτι δι’ αὐτῆς ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀναλαμβάνει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπισήμου ἑρμηνείας τῶν νόμων, ὅπερ ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, οὕτω δὲ παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ πρῶτον δὲν πρόκειται περὶ γενικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἀλλὰ περὶ ἑρμηνείας, ἧς ἡ ἰσχὺς περιορίζεται ἐντὸς τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἔδωκεν αὐτήν. Δεύτερον δὲ ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία δίδεται οὐχὶ πρὸς σφετερισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τῇ συναινέσει αὐτῆς καὶ κατὰ ῥητὴν ἐντολὴν αὐτῆς. Ἑπομένως οὐδόλως ἀντιβαίνει ἡ πρότασίς μου εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀφοῦ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀναθέτει εἰς τὴν δικαστικὴν τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν. Ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἀναθέσῃ τὸ νομοθετεῖν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, οὕτω δύναται νὰ ἀναθέσῃ καὶ εἰς τὴν δικαστικὴν τὸ ἑρμηνεύειν αὐτοὺς ἐπισήμως εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις.
§43ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν δύναται.
§44ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως ἐγὼ οὐδόλως προτείνω νὰ ἔχῃ ἡ γνωμοδότησις τῆς ὁλομελείας τὴν ἔννοιαν ἐπισήμου ἑρμηνείας γενικῆς καὶ ἀμεταβλήτου, διότι, κατὰ τὴν πρότασίν μου, ἡ ἀπόφασις ἡ γνωμοδοτική, τὴν ὁποίαν ἡ ὁλομέλεια ἐξέδοτο, εἶναι κατὰ τοῦτο μόνον ὑποχρεωτικὴ διὰ τὰ τμήματα τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθ’ ὅσον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὰ νὰ δώσωσιν ἀντίθετον λύσιν εἰς τὸ ζήτημα, ἂν κατόπιν ἀναφυῇ ἐνώπιόν των, δύναται ὅμως ἕκαστον τῶν τμημάτων, εἰς ὅ ἤθελεν ἀναφυῆ τὸ αὐτὸ ζήτημα, ἂν ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην ἐκείνης, ἣν ἐξήνεγκεν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, δύναται, λέγω, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ προκαλέσῃ νέαν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, καὶ νέαν αὐτοῦ λύσιν ὑπ’ αὐτῆς τῆς ὁλομελείας, ἥτις οὕτω ἀποφαίνεται ὁριστικῶς ἐπὶ πάσης ἰδιαιτέρας περιπτώσεως. Οὕτως οὐδὲν τμῆμα δύναται ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας· δύναται ὅμως ἡ ὁλομέλεια, προκαλουμένη ὑπό τινος τῶν τμημάτων, νὰ προβῇ εἰς νέαν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος καὶ νὰ μεταβάλῃ τὴν περὶ αὐτοῦ προηγουμένην γνώμην. Ἀφορμὴν εἰς τὴν μόρφωσιν τοῦ συστήματος τούτου μοὶ παρέσχεν ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία, καθ’ ἣν οὐδὲν τμῆμα τοῦ Ἀκυρωτικοῦ δύναται νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἀντίθετον προηγουμένης ἀποφάσεως ἑτέρου τμήματος, ἀλλ’ ἂν ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, ὀφείλει νὰ παραπέμψῃ τὴν ἐκδίκασιν ὅλης τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀκυρωτικοῦ. (Διαλογικαὶ συζητήσεις). Κύριοι, τὰς ἰδέας, περὶ τῶν ὁποίων ἐλάλησα, ἐμόρφωσα μετὰ μακρὰν καὶ ὥριμον μελέτην τῶν ζητημάτων, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ· φρονῶ δὲ, ὅτι μόνον κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον διατυποῖ ἡ ἐμὴ τροπολογία, εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου, οὐ μόνον ἐγκαίρως καὶ ἐνημέρως λειτουργοῦν, ἀλλὰ καὶ δυνάμενον νὰ κανονίσῃ πράγματι τὴν νομολογίαν τῶν ὑπολοίπων δικαστηρίων τοῦ Κράτους. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει, δύναται νὰ ἀναβάλῃ τὴν περὶ τῶν ζητημάτων τούτων ἀπόφασίν της, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ ἰδέαι, ἃς ὑποστηρίζω, καὶ ἂν σήμερον δὲν εἰσαχθῶσιν ὡς νόμος τοῦ Κράτους, θὰ ἐπιβληθῶσι τάχιστα ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, διότι συντελοῦσιν οὐσιωδῶς εἰς τὴν ὀρθὴν καὶ ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.
§45ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλὸν εἶναι νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπή.
§46ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ κατὰ μέρος τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλο ζήτημα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσῃ ἀπόψε.
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ συζήτησις θὰ διαρκέσῃ πολύ.
§48ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς ἕτερα ἀντικείμενα, αὔριον δὲ ἐπαναλαμβάνομεν τὴν συζήτησιν.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, περὶ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀπεδέχθην, διότι ἐπιθυμῶ νὰ συζητήσωμεν ἐν πάσῃ εὐρύτητι, ὅπως ἡ Βουλὴ διαφωτισθῇ καὶ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν σπουδαίας ἀνάγκης· ἀλλὰ τὴν πρότασιν ταύτην, τοῦ νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ νομοσχέδιον, διότι πολλοὶ θέλουσι συζητήσει διὰ μακρῶν, δὲν θεωρῶ σκόπιμον, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλει νὰ ἀφήσῃ τὸ θέμα τοῦτο ἄλυτον.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ θέματος τούτου, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, καὶ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Στεφάνου.
§55ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταί. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει ἀποκλειστικῶς νὰ περιστραφῇ περὶ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, διότι ἴσως θὰ ᾖναι ματαιοπονία νὰ συζητῶμεν διὰ μακρῶν ἐπὶ τῶν προταθεισῶν τροπολογιῶν ὑπὸ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτάς. Ἐὰν τοιαύτην τινὰ δήλωσιν δὲν ἐποιεῖτο ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπεθύμει ν’ ἀκούσῃ δι’ ἀνεπτυγμένης συζητήσεως τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, ἤθελον φέρει καὶ ἐγὼ ἐπὶ τούτου τὸν λόγον, ἀλλ’ ἤθελον φέρει τὸν λόγον διὰ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραπέμψῃ τὰς τροπολογίας ἐκείνας εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὴν ἐργασίαν, ἥτις ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐγένετο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἠδύνατο νὰ συνδυάσῃ τὴν ἐργασίαν ἐκείνην πρὸς τὰς τροπολογίας ταύτας, καὶ νὰ ἐπενέγκῃ τελειότερόν τι καὶ ἑνιαῖον, προκειμένου νὰ μεταβληθῶσι τὰ κατὰ τὸν Ἄρειον Πάγον. Καὶ λέγω, Κύριοι, ὅτι, προκειμένου νὰ θέσωμεν καὶ αὖθις χεῖρα, μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1877, ἐπὶ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τοῦ Κράτους, ὀφείλομεν πολὺ νὰ σκεφθῶμεν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ ἀπόπειρα ἡ γενομένη κατὰ τὸ ἔτος 1877, ἡ μεταβαλοῦσα τὴν ἀρχικὴν νομοθεσίαν, τὴν ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῷ δικαστικῷ ὑπάρχουσαν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπέτυχε, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον σκεπτόμεθα περὶ μεταβολῆς τῶν πραγμάτων ἐκ νέου. Θὰ φέρω λοιπὸν τὸν λόγον, Κύριοι, καὶ πρῶτον κυρίως ἐπὶ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, ἐπιτροχάδην δ’ ἴσως διέλθω τὰς τροπολογίας τὰς προτεινομένας, δι’ ὃν λόγον ἔλαβον τὴν τιμὴν πρὸ ὀλίγου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον τρεῖς κυρίως τροποποιήσεις εἰς τὸν ὑπάρχοντα νόμον εἰσάγει· αʹ) αὐξάνει τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, βʹ) ἐπαναφέρει τροποποιημένον τὸν θεσμὸν τῶν παρέδρων, καὶ γʹ) αὐξάνει τὴν μισθοδοσίαν τῶν δικαστῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ τελευταίου τούτου, διότι τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν ὄχι μόνον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν λοιπῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους, ἀπὸ πολλοῦ ὡρίμασεν, εἰς ἄλλην δ’ εὐκαιρίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ζητήματος, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν προαγορευσάντων καὶ μεθ’ ὅλης τῆς κοινωνίας θεωρῶ ζήτημα καίριον, ζήτημα, ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται, ἐὰν εἰς τὸ μέλλον θέλωμεν ἔχει δικαιοσύνην ἐν τῷ Κράτει. Κυρίως δὲ εἰς τὴν ἀμέλειαν, εἰς τὴν ὀλίγην πρόνοιαν τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων, τοῦ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰ περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν, ἀποδίδω κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν παροῦσαν κατάστασιν, εἰς ἣν διατελεῖ ὁ δικαστικὸς κλάδος. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω, Κύριοι, τὰ ἐπιχειρήματα, ὅσα κατὰ καιρὸν καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑπὸ τῶν δύο προαγορευσάντων ἀνεπτύχθησαν, ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὁ δικαστὴς πρέπει νὰ μισθοδοτῆται, καὶ πρέπει νὰ μισθοδοτῆται ἐπαρκῶς, πρέπει δὲ νὰ μισθοδοτῆται ἐπαρκῶς κατὰ μείζονα λόγον ἐν Ἑλλάδι. Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, εἶναι βασίλειον ἀρτιγέννητον, βασίλειον ἱδρυθὲν ἐπὶ ἐρειπίων· πάντες μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων μόλις ἠδύναντο νὰ πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Πῶς κατορθοῦσιν οἱ ἐρχόμενοι εἰς Ἀθήνας ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου νὰ πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ νὰ φθάνωσιν ἐπὶ τέλους εἰς τὸ τέρμα τῶν ἀγώνων των, λαμβάνοντες τὸ δίπλωμα, εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, καὶ περιττὸν νὰ διεκτραγῳδήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τὰ κατὰ τοῦτο. Τὸν φοιτητὴν τοῦτον τοῦ Πανεπιστημίου, γενόμενον διδάκτορα, τὸν στερούμενον τῶν μέσων, τὸν διορίζομεν δικαστήν, διότι πρὸ τοῦ νόμου, τοῦ εἰσαγαγόντος τὰ περὶ τῶν ἐξετάσεων, οἱ δικασταὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐστρατολογοῦντο ἐκ τῶν ἀποφοίτων διδακτόρων τοῦ Πανεπιστημίου, τῶν προσφάτως λαβόντων τὸ δίπλωμα αὐτῶν· διὰ τοῦ γλίσχρου δὲ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος δίδει πρὸς αὐτούς, ἀπαιτεῖ ἐργατικότητα, πολυμάθειαν, ἐμπειρίαν καὶ ἀδέκαστον! Νομίζω ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις αὗται τοῦ Κράτους εἶναι ἀπαιτήσεις ὑπερβολικαὶ καὶ δυσανάλογοι πρὸς τὴν κατάστασιν καὶ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, εἶναι δὲ θαῦμα, πῶς ἡ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι διατελεῖ εἰς ἣν διατελεῖ σήμερον κατάστασιν, καὶ δὲν κατέπεσεν ἔτι μᾶλλον. Τὴν κατάστασιν δὲ αὐτὴν τὸ Κράτος ἠνέχθη, καὶ ἠνέχθη ἐπὶ μακρὸν, τεῖνον μόνον ἑκάστοτε τὸ οὖς πρὸς τὰς οἰμωγὰς, δύναμαι νὰ εἴπω, τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ δικαιολογούμενον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει αὐτῷ πρόνοιάν τινα ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ κατάστασις. Ἀλλ’ ὁσάκις, Κύριοι, ἐγένετο σκέψις περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν, παρενεβάλλοντο καὶ ἕτεραι ἀξιώσεις, διότι, ἐκτὸς τῶν ὑπαλλήλων τῶν διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως ἐξηγείροντο καὶ ἤγειρον ἀξιώσεις περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας των, ἐγεννᾶτο καὶ τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν στρατιωτικῶν· διότι, ὁσάκις ἤρχετο ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ἀμέσως οἱ στρατιωτικοὶ ἐξηγείροντο, καὶ ἔθετον καὶ αὐτοὶ ὡς ζήτημα τῆς ἡμέρας τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας των. Καὶ δὲν λέγω, ὅτι καὶ τοῦτο δὲν ἦτο ἀναγκαῖον, δὲν λέγω, ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ ἐκείνων, ἀλλὰ βεβαίως πρὸ παντὸς ἄλλου ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν δικαστικὸν κλάδον, διότι ἡ δικαιοσύνη, ὡς ὀρθῶς παρέστησαν καὶ οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, εἶναι ὁ ἄρτος τῆς Πολιτείας, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται αὕτη νὰ ζήσῃ. Καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ἐγένετο σκέψις περὶ αὐξήσεως τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου ὡς πρὸς τὰς δικαστικὰς πράξεις, ἐγένετο ἀκριβὴς ὑπολογισμὸς, ὅτι διὰ τῆς ὑπολογιζομένης ἐκείνης αὐξήσεως ἠδύναντο νὰ πληρωθῶσιν οἱ ηὐξημένοι μισθοὶ ὅλων τῶν δικαστῶν, διότι ἡ αὔξησις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς πόσον ἀνέβαινεν, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐκαλύπτετο ἐκ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐπηυξημένων τελῶν τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν δικαστικῶν πράξεων. Ἀλλὰ καὶ τὸ σχέδιον ἐκεῖνο ἐγκατελείφθη, ἢ μᾶλλον ἀνεβλήθη, τὰ δὲ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ηὔξησαν, καὶ ὁ δικαστικὸς κλάδος ἔμεινεν ἀκόμη προσδοκῶν τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας του. Ὥστε βεβαίως εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προτείνει τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ λύσῃ μονομερῶς ὡς πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον μόνον, ἀλλ’ ἔπρεπε διὰ πάσης θυσίας νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν αὔξησιν ταύτην καὶ εἰς τὰ λοιπὰ δικαστήρια. Διότι—θὰ τὸ ἴδητε, Κύριοι,—ἡ διάκρισις, ἡ γενομένη μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν μελῶν τῶν ἄλλων δικαστηρίων, θέλει ἀσκήσει ἐπιβλαβῆ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν δικαστηρίων τῶν ἄλλων. Ἀφοῦ δὲ ὁ λόγος τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας εἶναι ὁ αὐτὸς, διατὶ δὲν ἐπεκτείνετε τὴν αὔξησιν καὶ ἐκεῖ; Θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ βεβαίως, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν γενικὴν αὔξησιν ταύτην· ἀλλὰ θὰ ἀπήντων εἰς τοῦτο, ὅτι προτιμότερον νὰ γείνῃ ἐλάττωσις τοῦ ηὐξημένου τούτου μισθοῦ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, δηλαδὴ ν’ αὐξηθῇ ὀλιγώτερον ὁ μισθὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, καὶ ν’ αὐξηθῇ καὶ ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν τῶν κατωτέρων δικαστηρίων. Ἐπειδὴ δὲ εἶμαι ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν, ὀφείλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου σχετικῶς πρὸς τὴν γενομένην πρότασιν περὶ τῆς κατὰ χρονικὰ διαστήματα αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν, ὅτι εἶμαι ἐντελῶς ἐναντίος. Ὅσον τὴν ἀρχὴν ταύτην, Κύριοι, παραδέχομαι ἐπὶ τῶν διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, τοσοῦτον τὴν ἀποκρούω προκειμένου περὶ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Εἰς τὴν διοικητικὴν καὶ οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν ἡ αὔξησις αὕτη τῶν μισθῶν, ἐν ὡρισμένῳ χρονικῷ διαστήματι, ἔχει λόγον σπουδαῖον, λόγον ἰσχυρότατον. Ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ διοικητικῆς καὶ οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας δὲν ὑπάρχουσι πολλαὶ ἀνώταται θέσεις, εἰς τὰς ὁποίας οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἀπὸ τῶν κατωτέρων τάξεων ὑπηρετοῦντες, νὰ δύνανται νὰ φθάσωσι. Τί συμβαίνει λοιπόν; Ὁ διοικητικὸς καὶ οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, ἀφοῦ ὑπηρετήσῃ ἐπί τινα χρόνον καὶ φθάσῃ εἰς τὸν βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως Αʹ τάξεως, μὴ ἔχων πλέον ἐλπίδα προαγωγῆς, διότι βεβαίως δὲν ὑπάρχει μεγάλη πιθανότης νὰ φθάσῃ εἰς τὸν βαθμὸν τμηματάρχου, διότι αἱ θέσεις τῶν τμηματαρχῶν εἶναι ὀλίγαι, προσπαθεῖ δι’ ὅλων τῶν μέσων ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς ὑπηρεσίας. Συμφέρον λοιπὸν ἔχει ἡ ὑπηρεσία νὰ συγκρατήσῃ τοὺς τοιούτους ὑπαλλήλους, καὶ νὰ μὴ στερηθῇ τῆς πείρας αὐτῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς δεδοκιμασμένης. Πλὴν τούτου, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν μισθῶν τῶν εἰς τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς διδομένων, οὗτοι εἶναι τοσοῦτον γλίσχροι, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ δὲν εἶναι ἀνάλογοι οὔτε πρὸς τὴν ἐργασίαν τὴν προσφερομένην, οὔτε πρὸς τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα πολλοὶ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τούτων, μένοντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, προσφέρουσιν εἰς τὸ Κράτος. Λόγος λοιπὸν σπουδαῖος εἶναι, νὰ συγκρατήσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους τούτους ἐν τοῖς δυσὶ τούτοις κλάδοις τῆς ὑπηρεσίας, παρέχοντες εἰς αὐτοὺς τὸ γόητρον, οὕτως εἰπεῖν, τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν ἀνὰ 5, 4 ἢ 3, μέχρις ὡρισμένου σημείου, ἄνω τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἠδύνατο ὁ μισθὸς ν’ αὐξηθῇ περισσότερον, καὶ συνήθως ὡς ἀνώτατον ὅριον λαμβάνεται ὁ μισθὸς τοῦ τμηματάρχου δευτέρας τάξεως. Ἀλλ’ εἰς τὰ δικαστήρια ἐφαρμοζομένου τοῦ κανόνος τούτου, ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ἀνισότης μεταξὺ τῶν αὐτῶν προσώπων, τῶν συνυπηρετούντων ἐν τῷ αὐτῷ δικαστηρίῳ. Καὶ διατὶ τάχα θὰ μισθοδοτῆται ὁ εἷς δικαστὴς περισσότερον τοῦ ἄλλου;
§56ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διότι ἔχει μακροτέραν ὑπηρεσίαν καὶ περισσοτέραν πεῖραν.
§57ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὸς ὁ λόγος οὗτος, καὶ θὰ γεννήσῃ ἀντιζηλίας.
§58ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχει ἡ διαφορὰ αὕτη· ὑπάρχει ὁ λοχαγὸς αʹ τάξεως καὶ ὁ λοχαγὸς βʹ τάξεως.
§59ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ τὸ παραδέχομαι μόνον διὰ τὴν διοικητικὴν καὶ οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, τὸ δέχομαι ὡς ὑπάρχον διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἂν καὶ ἡ διάκρισις αὕτη γίνεται μόνον εἰς τοὺς λοχαγοὺς, δὲν τὸ δέχομαι διὰ τὴν δικαστικήν. Ἡ κατὰ χρονικὰ διαστήματα αὔξησις αὕτη, ἡ ὁποία καὶ ἤδη ἰσχύει διὰ τοὺς Πρωτοδίκας, κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχει λόγον, ἀποβαίνει δὲ ἐπιβλαβὴς, ὡς καθιεροῦσα διακρίσεις μεταξὺ συνυπηρετούντων. Δὲν φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀνισότης τῶν μισθῶν μεταξὺ δικαστῶν συνυπηρετούντων. Ὁρίσατε μισθοὺς ἐπαρκεῖς, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ. Ἀλλὰ παρετήρησα ὡς πρὸς τὴν προτεινομένην μισθοδοσίαν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου,—καὶ δὲν συμφωνῶ κατὰ τοῦτο μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,— τὴν μεγάλην διαφορὰν μεταξὺ τοῦ μισθοῦ τοῦ προέδρου καὶ τοῦ ἀντιπροέδρου. Ὁ ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ πράγματα, κατὰ τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα, εἶναι πράγματι πρόεδρος, διότι προεδρεύει διαρκῶς ἑνὸς τμήματος. Ἀπὸ τῆς συστάσεως δὲ τοῦ Ἀρείου Πάγου πολλάκις καὶ ἐπὶ μακρὸν ὁ ἀντιπρόεδρος αὐτοῦ ἀνεπλήρωσε τὸν πρόεδρον· εἶναι πράγματι πρόεδρος. Μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, ἐπειδὴ ὁ Ἄρειος Πάγος συνέκειτο μόνον ἐξ ὀκτὼ δικαστῶν, ὁ ἀντιπρόεδρος ἐξεπλήρου καθήκοντα δικαστοῦ, (καὶ τοῦτο ἐξακολουθεῖ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ νόμῳ καὶ μετὰ τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ Ἀρείου Πάγου) σπανιώτερον δὲ παρίστατο ἡ ἀνάγκη, ἵνα προεδρεύῃ τοῦ Ἀρείου Πάγου· σήμερον ὅμως, ὅτε ὑπάρχουσι δύο τμήματα, ὁ ἀντιπρόεδρος, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, προεδρεύει διαρκῶς τοῦ ἑνὸς τμήματος. Διατὶ λοιπὸν ἡ μεγάλη αὕτη ἀπόστασις ἀπὸ τοῦ μισθοῦ τοῦ Προέδρου, ἡ ἐλαχίστη δὲ ἀπὸ τοῦ μισθοῦ τοῦ Ἀρεοπαγίτου; Νομίζω δὲ, ὅτι διὰ τῆς μεγάλης ταύτης διαφορᾶς, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, καταβιβάζεται, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ταπεινοῦται ἡ ἀξία τοῦ ἀξιώματος τοῦ ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν, ὥστε ὁ μισθὸς τοῦ ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ἦναι 700 δραχμαί. Δευτέραν τροπολογίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν ἀπὸ 13, ὅσοι καὶ νῦν ὑπάρχουσιν, εἰς 17, δηλ. προτείνει τὴν προσθήκην τεσσάρων δικαστῶν. Ἡ προσθήκη τῶν δικαστῶν, ὡς ἐκ τῆς προτεινομένης ἀνασυστάσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων, λόγον ἔχει, κατὰ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, τὴν ταχυτέραν περαίωσιν τῶν ἐκκρεμῶν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑποθέσεων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπετελματίσθη ἐν τῇ πληθύϊ τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν παρατηρεῖται μόνον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, παρετηρήθη κατὰ καιροὺς καὶ εἰς τὰ κατώτερα δικαστήρια, καὶ πολλάκις ἠκούσαμεν παράπονα, ὅτι τὰ πινάκια τῶν δικαστηρίων ἐπληρώθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον ὁ διάδικος νὰ εὕρῃ ταχεῖαν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Λυποῦμαι δὲ, τῇ ἀληθείᾳ, βλέπων ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξετάζεται ἀπὸ ἐμπορικῆς ἀπόψεως, καὶ προτείνονται μέτρα πρὸς θεραπείαν αὐτῶν ἐντελῶς ἐμπορικά. Εἶπεν ἡ ἐπιτροπὴ, εἴτε ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον· «ἔχω ἐδῶ πλῆθος ὑποθέσεων ἐκκρεμῶν· προδήλως τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν δὲν ἀρκεῖ, διότι, ἂν ἤρκει, θὰ ἐπεραιοῦντο αἱ ὑποθέσεις· λοιπὸν ἂς αὐξήσωμεν τὸ προσωπικόν». Ἐσκέφθη δηλ. ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἢ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ συντάξασα τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἤθελε σκεφθῇ, ἐὰν εἶχε νὰ οἰκοδομήσῃ οἶκον, ἢ νὰ καλλιεργήσῃ ἀγρὸν ὡρισμένης ἐκτάσεως· ἤθελεν εἰπεῖ: «διὰ τόσας ἡμέρας ἔχω ἀνάγκην τόσων ἐργατῶν· ἂς αὐξήσω τοὺς ἐργάτας, διὰ νὰ ἐλαττώσω τὰς ἡμέρας, καὶ νὰ γείνῃ ταχύτερον ἡ ἐργασία.» Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τοὺς λόγους τῆς καταστάσεως ταύτης δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμεν κυρίως εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ. Κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι οὗτος καὶ μόνος ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ Ἄρειος Πάγος εὑρίσκεται εἰς ἣν εὑρίσκεται κατάστασιν, καὶ οὐ μόνον δὲν εἶναι οὗτος καὶ μόνος ὁ λόγος, ἀλλ’ ἴσως εἶναι καὶ δευτερευούσης σημασίας ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ προσωπικοῦ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσσης Βουλευτὴς ἐπιτροχάδην ἔθιξε λόγους τινὰς, ἕνεκα τῶν ὁποίων νομίζει, ὅτι ἐπεδεινώθη ἡ κατάστασις αὕτη. Ἐπειδὴ δὲ τοὺς λόγους τούτους κυρίως θεωρῶ ὡς ἐξηγοῦντας τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν τῶν δικαστηρίων ἐν γένει, τούτους τοὺς λόγους θέλω ἀναπτύξει ἐνώπιον ὑμῶν. Ὁ σοφὸς νομοθέτης τοῦ δικαστικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ καὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐγνώριζε καλῶς τὸ ἔργον του, καὶ διὰ τοῦτο τὰ πάντα ὠργάνωσεν, ἵνα λειτουργῶσι δεόντως, ἀλλὰ δυστυχῶς πολλαὶ τῶν διατάξεων τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἔμειναν γράμμα νεκρόν. Ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων καὶ ἡ Πολιτικὴ Δικονομία καθιέρωσαν τὴν ἐποπτείαν τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων ἐπὶ τῶν κατωτέρων, τὴν ἐποπτείαν τῶν Εἰσαγγελέων, καὶ ἐπὶ τέλους τὴν ἐποπτείαν τῶν Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων καθιεροῖ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τῶν Προέδρων καὶ τῶν δικαστικῶν συμβουλίων, ἐξουσίαν, ἡ ὁποία εἶναι σώτειρα διὰ τὴν δέουσαν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων· ἀλλ’ ὡς προεῖπον, καὶ αἱ διατάξεις αὗται σήμερον παραμένουσι γράμμα νεκρόν. Ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων καθιεροῖ καὶ ἕτερον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δεικνύεται ἡ ἐνάσκησις τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἤτοι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους, τὰς στατιστικὰς τὰς ἀποστελλομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τριμηνίαν, τὰς ἐνδεικνυούσας τὴν ἐργασίαν ἑκάστου δικαστηρίου κατὰ τριμηνίαν. Τὰς διατάξεις δὲ ταύτας τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ πρὸ 20 ἐτῶν, ὅτε ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅτε, ὡς σήμερον, εἶχον ἐγερθῆ παράπονα περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δικαστηρίων, ἠθέλησε νὰ θέση ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ προεκάλεσε Διάταγμα μετὰ ἐκτενοῦς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως πρὸς τὸν Βασιλέα, εἰς τὸ ὁποῖον μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀπαντῶμεν καὶ τὴν ἑξῆς παράγραφον (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἡ στατιστικὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ ἕτερον οὐσιώδη σκοπὸν, δηλονότι τὴν ἀκριβῆ γνῶσιν αὐτοῦ περὶ τῆς ἐπιμελείας ἢ ῥαθυμίας ἑκάστου δικαστηρίου καὶ ἑκάστου τῶν μελῶν αὐτοῦ. Ἡ γνῶσις αὕτη εἶναι ἄριστος ὁδηγὸς πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν αἰτιῶν τῆς καλῆς ἢ κακῆς καταστάσεώς τινος δικαστηρίου, καὶ βοηθεῖ τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπανόρθωσιν καὶ βελτίωσιν, ἄνευ δὲ τούτου καταδικάζεται αὕτη νὰ βλέπῃ μόνον τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ γινώσκῃ ἀκριβῶς τὰς αἰτίας, καὶ τίς ἡ αἰτία, οὔτε νὰ δύναται ἀμερολήπτως νὰ προσφέρηται πρὸς τοὺς ὑπηρετοῦντας τὴν δικαιοσύνην δημοσίους λειτουργούς.» Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος τούτου ἐλειτούργησαν ἐπί τινα καιρὸν αἱ διατάξεις τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἐδημοσιεύοντο κατὰ τριμηνίαν ὑπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου αἱ καταστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας, ὡς ἐν κατόπτρῳ, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ πάντες οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἔβλεπον, ποία εἰς ἕκαστον δικαστήριον, ἀπὸ τῶν κατωτέρων μέχρι τῶν ἀνωτέρων, ἐργασία ἐγίνετο κατά τε ποιὸν καὶ ποσόν· ἀλλὰ δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος, καὶ τὸ μέτρον πάλιν ἔπεσεν ἐν ἀχρηστίᾳ. Εἶπον, ὅτι ἓν τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐνασκηθῇ ἡ σώτειρα ἐπιῤῥοὴ ἐπὶ τῶν δικαστηρίων, εἶναι ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τῶν τεταγμένων ἐπὶ ἑκάστου δικαστηρίου· ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο περιῆλθεν ἐντελῶς εἰς ἀχρηστίαν. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ καλὰ τὰ ἐκ τούτου πηγάζοντα; Ὁ δικαστὴς, ὁ γινώσκων ὅτι, ἂν παραβῇ τὸ καθῆκόν του, οὐχὶ χαριζόμενος ἢ κακῶς δικάζων, ἀλλὰ μὴ ἐργαζόμενος, ἐὰν γινώσκῃ, ὅτι ὑπάρχει ὁ ὀφθαλμὸς ὁ ἐπιτηρῶν, καὶ ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ τιμωρία, βεβαίως ἄλλως θὰ σκεφθῇ καὶ ἄλλως θὰ προσενεχθῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· ἀλλὰ ποία ἐπιτήρησις ἐπὶ τῶν δικαστῶν ἐνασκεῖται σήμερον ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων ἢ ὑπὸ τῶν Προέδρων; Καὶ πῶς δύναται νὰ ἐνασκηθῇ, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς προεδρικῆς; Πῶς δύναται ὁ Πρόεδρος, ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ὑπὸ τῶν ὀργανικῶν νόμων ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν δικαστῶν, ὅταν ἐν τῷ προεδρικῷ ἀξιώματι ἀναβιβάζωνται πολλάκις οἱ μὴ ὄντες ἄξιοι αὐτῶν; Μήπως πολλάκις Πρόεδροι δὲν κατεπάτησαν ἄλλων δικαιώματα; Μήπως οἱ νεώτεροι πολλάκις δὲν ἐτάχθησαν, ἵνα προεδρεύσωσι τῶν ἀρχαιοτέρων καὶ πρεσβυτέρων; Ποῖον γόητρον λοιπὸν, ποίαν ἰσχὺν καὶ ποῖον κῦρος δύναται νὰ ἔχῃ ἀπέναντι τῶν συναδέλφων αὑτοῦ ὁ πρῶτος μεταξὺ αὐτῶν; Καὶ ὡς πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς ἀκόμη· πῶς στρατολογοῦνται οἱ Εἰσαγγελεῖς; Ποίαν αὐθεντίαν δύναται ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ δικαστηρίου; Τὰ πάντα, Κύριοι, εἶναι ἀλληλένδετα· ἡ κατάστασις δὲ ἡ κοινωνικὴ ἡμῶν καὶ ἡ πολιτικὴ ἀναγκαίως ἐπιδρᾷ καὶ ἐπὶ τῶν δικαστηρίων, καὶ ὡς παρατηρεῖται ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡ παραλυσία, οὕτω καὶ ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ ἀναφαίνεται ἡ παραλυσία αὕτη· ἡ χαλάρωσις δὲ αὐτῶν τῶν δεσμῶν, τῶν συγκρατούντων τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ἐπέφερε τὴν κατάστασιν ταύτην. Καὶ μήπως νομίζετε, Κύριοι, ὅτι αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν θὰ ἔχητε ἐργασίαν περισσοτέραν; Τοῦτο τὸ ὑποθέτομεν, κάμνοντες τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐρωτῶμεν τὴν στατιστικὴν, τὴν διδάσκαλον αὐτὴν, ἡ ὁποία δύναται νὰ μᾶς διδάξῃ καὶ ὑποδείξῃ, ἂν ἡ θεραπεία αὕτη θὰ φέρῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα; Σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσσης συνάδελφος, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος κατὰ τὴν σύστασιν αὐτοῦ συνέκειτο μόνον ἐξ ἑπτὰ δικαστῶν, συμπεριλαμβανομένου τοῦ προέδρου καὶ τοῦ ἀντιπροέδρου, καὶ ἑνὸς παρέδρου, ἤτοι ἐν ὅλῳ 8 μελῶν· κατόπιν προσετέθη εἷς δικαστὴς, καὶ ἀπετελέσθη ὁ ἀριθμὸς 8 δικαστῶν καὶ δύο παρέδρων. Οὕτως ὁ Ἄρειος Πάγος ἐλειτούργησε μέχρι τοῦ 1877, ὅτε ἐπῆλθεν ὁ κείμενος νόμος ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ὃν εἰσήγαγεν ὁ ἀοίδιμος Θρασύβουλος Ζαΐμης. Εἶχον τὴν τιμὴν, Κύριοι, νὰ ἐργασθῶ ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ κατὰ τὴν δεκαετίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐχρημάτισα δικαστὴς ἐν αὐτῷ, καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ διὰ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων καθιερωθὲν, καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ διὰ τοῦ νέου νόμου εἰσαχθὲν. Τί ἔχομεν δὲ ἐκ τῆς στατιστικῆς τριάκοντα ὁλοκλήρων ἐτῶν; Τὴν στατιστικὴν ταύτην ἠρύσθην ἐκ τῶν ἐντύπων ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐκ τοῦ γραφείου αὐτοῦ, καὶ εἰς αὐτὴν βλέπω, ὅτι κατὰ τὸ 1860, ὅτε ὁ Ἄρειος Πάγος συνέκειτο ἐξ 8 δικαστῶν, οἱ δὲ πάρεδροι, οἱ ὁποῖοι ἐβοήθουν τὸν Ἄρειον Πάγον κατὰ τὴν συγκρότησιν αὐτοῦ ἐν τῇ δημοσίᾳ συνεδριάσει, δὲν εἰργάζοντο, διότι δὲν ἐλάμβανον ἐργασίαν κατ’ οἶκον, ὡς συμβαίνει εἰς τοὺς παρέδρους τῶν Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν, κατὰ τὸ ἔτος λέγω 1860 ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξέδωκε 354 ἀποφάσεις πολιτικὰς καὶ 144 ποινικὰς, ἐν ὅλῳ 498· οὕτω δὲ προέβαινε μέχρι τοῦ ἔτους 1876, καὶ τροχάδην ἀναγινώσκω τοὺς ἑξῆς ἀριθμοὺς, ἐνδεικνύοντας τὸ σύνολον τῆς κατ’ ἔτος ἐργασίας· 1861 ἀποφάσεις 406, 1862 ἀποφ. 498, 1863 ἀποφ. 398, 1864 ἀποφ. 566, 1865 ἀποφ. 634, 1866 ἀποφ. 686, 1867 ἀποφ. 542, 1868 ἀποφ. 477, 1869 ἀποφ. 442, 1870 ἀποφ. 470, 1871 ἀποφ. 569, 1872 ἀποφ. 513, 1873 ἀποφ. 588, 1874 ἀποφ. 615, 1875 ἀποφ. 591, 1876 ἀποφ. 477.—Καὶ σημειώσατε, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα πολλάκις ὁ Ἄρειος Πάγος ἐχώλαινεν, ἐξ ἐλλείψεως τακτικῶν δικαστῶν, ἢ ἐκ παθήσεων τῶν δικαστῶν αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ἕως ἐδὼ ὁ Ἄρειος Πάγος ἐλειτούργησε δι’ ὀκτὼ μόνον δικαστῶν. Ἔρχεται τὸ 1877, ὅτε εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον προσετέθησαν 6 δικασταὶ, κατηργήθη δὲ ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων, καὶ τί ἔχομεν; Ἰδοὺ τὸ κατ’ ἔτος σύνολον τῶν ἀποφάσεων· 556, 611, 525, 590, 320, 436,541, 648, καὶ ἐδὼ σταματῶ εἰς τὸ ἔτος 1884. Κατὰ τί ηὔξησεν ἡ ἐργασία τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀφοῦ προσετέθησαν ἓξ δικασταί; Ἔχομεν περίπου τὴν αὐτὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν προσέφερον οἱ ὀκτὼ δικασταὶ πρὸ τοῦ 1877. Ἀπὸ τοῦ 1885 παραδόξως ἄρχεται κατάπτωσις ἐργασίας, καὶ ἔχομεν πλέον: 1885, 229 ἀποφάσεις πολιτικὰς καὶ 161 ποινικὰς, σύνολον 390· 1886, 258 πολιτικὰς καὶ 122 ποινικὰς, σύνολον 380· 1887, σύνολον 511· 1888, σύνολον 486· 1889, σύνολον 400· τέλος 1890, πολιτικὰς 238, ποινικὰς 164, σύνολον 402. Τί σημαίνουσι ταῦτα; Ἔλλειψις τοῦ προσωπικοῦ συνετέλεσεν, ὥστε νὰ μὴ ἐργασθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος; Καὶ διατὶ τάχα, ὅταν εἶχεν ὀλιγώτερον προσωπικὸν, ἐξέδιδεν ἀνώτερον ἀριθμὸν ἀποφάσεων;
§60ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διότι δὲν ἐματαιοῦντο αἱ συνεδριάσεις.
§61ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ ἔλθω εἰς τὴν ματαίωσιν τῶν συνεδριάσεων. Τώρα εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1877, ὡς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον, ἀπέτυχε, καὶ ἀπέτυχε, κατ’ ἐμὲ, καθ’ ὅσον ἐδημιούργησε δύο τμήματα ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Ὅταν ὁ Ἄρειος Πάγος ἐλειτούργει μετὰ ὀκτὼ μόνον δικαστῶν, συνεδρίαζε δὶς καὶ τρὶς τῆς ἑβδομάδος, καὶ ἐξεδίκαζε κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν καὶ ποινικὰς καὶ πολιτικὰς ἀναιρέσεις, συγχρόνως δὲ καὶ ὑποθέσεις τῆς οὐσίας, καὶ ἐπήρκει, ἀλλ’ αἱ συνεδριάσεις διήρκουν τουλάχιστον 3 ὥρας ἑκάστη, πολλάκις δὲ καὶ 4· ἀφ’ οὗ ὅμως συνέστη τὸ Βʹ τμῆμα, τί ἐγένετο;—διότι δὲν συνέστη διὰ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ συνέστη διὰ τοῦ νόμου, ὅστις ἀπέδιδεν εἰς αὐτὸ ἁρμοδιότητα εἰδικήν· ἐφρόνουν δὲ οἱ συντάξαντες τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅτι διὰ τῆς ἐπισωρεύσεως ὅλης ἐκείνης τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία κατὰ τὸ φαινόμενον παρίστατο μεγάλη, διότι ἀπένειμεν εἰς τὸ τμῆμα τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις καὶ τὰς ὑποθέσεις τῆς οὐσίας, ὅσαι ἤρχοντο μετὰ δευτέραν ἀναίρεσιν, ἢ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, τὰς περὶ κανονισμοῦ ἁρμοδιότητος, τὰς περὶ παραπομπῆς, τὰς περὶ κακοδικείου, τὰς πειθαρχικὰς, τὰς ἀγωγὰς περὶ ἀνατροπῆς κτλ. Ἄρα ὅστις κατὰ πρῶτον ἀνεγίνωσκε τὸν πίνακα τοῦτον κατελαμβάνετο ἐξ ἀπορίας, πῶς θὰ ἐπαρκέσῃ τὸ δικαστήριον εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἐργασίας· καὶ ἐν τούτοις ἀπεδείχθη ἐν τῇ πράξει, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία ἦτο μηδαμινὴ, διότι ἡ μὲν ἐκδίκασις τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, τῶν πρὸς ἀναίρεσιν ἐρχομένων, εἶναι ἐργασία συνήθως ἡμισείας ὥρας, σπανιώτατα δ’ ἔρχονται ὑποθέσεις δεόμεναι ἀναπτύξεως καὶ συζητήσεως μεγάλης, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ἀναιρέσεις κατὰ βουλευμάτων καὶ ἀποφάσεων τῶν συνέδρων ἀπαράδεκτοι. Αἱ ὑποθέσεις τῆς οὐσίας; Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἁρμοδιότητος ταύτης· ἐγὼ θὰ ἀφήρουν ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον τὴν οὐσίαν, καὶ θὰ ἄφινα αὐτὸν νὰ δικάζῃ μόνον ἀναιρέσεις. Ἀλλ’ ἀφίνω τοῦτο. Αἱ ὑποθέσεις τῆς οὐσίας δὲν εἶναι πολλαὶ, εἶναι δὲ ὑποθέσεις χρονίσασαι εἰς τὰ δικαστήρια ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, κυλισθεῖσαι ἀπὸ Ἐφετείου εἰς Ἐφετεῖον, καὶ ἐρχόμεναι μετὰ ἀναίρεσιν δύο ἀποφάσεων ἐνώπιον τοῦ Βʹ τμήματος τοῦ Ἀρείου Πάγου, προκαλοῦσαι πολλάκις τὴν ἀηδίαν καὶ τῶν δικηγόρων καὶ τῶν δικαστῶν αὐτῶν· ἑπομένως, ὁσάκις ἔρχεται εἰς ἐκφώνησιν τὸ πινάκιον ἐκεῖνο, καὶ παρίσταται ὑπόθεσίς τις ἐκ τῶν πασχουσῶν τοιαύτην χρόνιον νόσον, ἕκαστος καὶ ἐκ τῶν δικαζόντων καὶ ἐκ τῶν ὑπερασπιζόντων λέγει: «παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο», καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἴδητε τὰς ὑποθέσεις ταύτας ἐκτεθειμένας εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἐπὶ ἔτη. Προχθὲς, Κύριοι, μεταβὰς εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἵνα ἐξετάσω τὸ πινάκιον τοῦ Βʹ τμήματος, διὰ νὰ ἀνεύρω, ἐὰν ὑπόθεσίς τις ἦτο ἐγγεγραμμένη, μετ’ ἀπορίας εἶδον ὑπόθεσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐδίκασε ὡς δικαστὴς, ὅτε τὸ κατάστημα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἦτο εἰς τὴν Πλάκαν, κατὰ τὸ ἔτος 1873, ἦτο δὲ ἔτι ἐκκρεμὴς εἰς τὸ πινάκιον ἐκεῖνο, ἐρχομένη σήμερον ἵνα δικασθῇ κατ’ οὐσίαν μετὰ δύο ἀναιρέσεις, τίς οἶδεν ἀπὸ πόσων ἐτῶν! Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γνωμοδοτήσω περὶ συντάξεως νομοσχεδίου ἀναδιοργανοῦντος τὸν Ἄρειον Πάγον, θὰ ἐγνωμοδότουν ὑπὲρ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς οὐσίας ἀπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον· λέγω μόνον, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1877 κατὰ τοῦτο ἀπέτυχεν, ὅτι ἐδημιούργησε τὸ Βʹ τοῦτο τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέθηκε τὴν ἐκδίκασιν τῆς οὐσίας καὶ τῶν ἄλλων ὑποθέσεων, ὅσας πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀπηρίθμησα, ἀφήρεσε δὲ ἀπὸ τὴν ἐνεργὸν, οὕτως εἰπεῖν, δικαστικὴν ὑπηρεσίαν 7 δικαστὰς, διότι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Βʹ τμῆμα δικασταὶ ἐκτάκτως ἐργάζονται εἰς τὸ Αʹ, καὶ ὄχι μόνον ἐκτάκτως ἐργάζονται εἰς τὸ Αʹ, ἀλλὰ καὶ μετὰ δυσκολίας πολλῆς προσέρχονται εἰς αὐτὸ, ὡς εἰς ἀλλοτρίαν ἐργασίαν. Τὸ Αʹ τμῆμα λοιπὸν, τὸ κυρίως ἀναιρετικὸν, ἔμεινε μὲ τὸν ὑπόλοιπον ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, καὶ βεβαίως οἱ δικασταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Αʹ τμῆμα ἠδύναντο μετὰ πλείονος ζήλου νὰ ἐργάζωνται, ἀλλ’ ὁ ζῆλος αὐτῶν ἐμαράνθη· καὶ διατὶ ἐμαράνθη; Πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας, δεύτερον ἡ ἔλλειψις ἐπιτηρήσεως ἴσως καὶ κυρίως ἡ ἔλλειψις διευθύνσεως, διότι πολλάκις ἔτυχε, Κύριοι, νὰ παρευρεθῶ εἰς συνεδριάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἱ ὁποῖαι μόλις διήρκουν 1½ ἢ 2 ὥρας τὸ πολύ· συνήρχετο τὸ δικαστήριον τὴν 10, καὶ τὴν 12 καὶ ¼ ἦσαν τελειωμένα τὰ πάντα.
§62ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οὐδέποτε διαρκεῖ ἡ συνεδρίασις δύο ὥρας, πάντοτε ὀλιγώτερον.
§63ΠΕΡΡΟΣ. Πάντοτε τόσον συνεδριάζει.
§64ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κατὰ τὴν ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν ὄχι βεβαίως.
§65ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅσας ὥρας καὶ ἂν ἐργάζηται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδικασθῶσι περισσότεραι ὑποθέσεις, οὔτε πρέπει νὰ ἐκδικασθῶσι.
§66ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μπουφίδου μοὶ φέρει εἰς τὸν νοῦν ἑτέραν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον σκοπὸν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν πρέπει Κύριοι, νὰ ἀπαιτῶμεν ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον περισσοτέραν ἐργασίαν ἀπὸ τὴν πρέπουσαν, διότι δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν τὸ πολὺ, ἀλλὰ τὸ καλόν· παρετηρήθη δὲ, Κύριοι, ὅτι οὐδέποτε ὁ Ἄρειος Πάγος ἠδυνήθη νὰ δικάσῃ κατὰ συνεδρίασιν πλέον τῶν 15 τὸ πολὺ ὑποθέσεων. Ἀλλὰ διατὶ κατηργήθη εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἡ δευτέρα συνεδρίασις τοῦ Αʹ τμήματος; Τὸ Αʹ τμῆμα, ἀφ’ ἧς λειτουργεῖ ὁ νόμος τοῦ 1877, ἀκολουθῆσαν τὰς παραδόσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, συνεδρίαζε δὶς τῆς ἑβδομάδος, καὶ ἑπομένως ἠδύνατο νὰ περαιοῖ 30 κατὰ μέσον ὅρον ὑποθέσεις καθ’ ἑβδομάδα· ἀλλὰ κατηργήθη ἡ δευτέρα συνεδρίασις, καὶ ἑπομένως σήμερον ὁ Ἄρειος Πάγος ἀμφιβάλλω ἐὰν δύναται νὰ περαιοῖ 10 ὑποθέσεις καθ’ ἑβδομάδα.
§67ΠΕΡΡΟΣ. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι καὶ τώρα ἀκόμη αἱ ἀποφάσεις τῶν συζητουμένων ὑποθέσεων δὲν δημοσιεύονται παρὰ μετὰ 3 καὶ 4 καὶ πολλαὶ μετὰ 6 μῆνας, διότι δυσκολεύονται εἰς τὴν διάσκεψιν οἱ δικασταὶ, καθόσον οἱ δικασταὶ τοῦ ἑνὸς τμήματος λαμβάνουσι μέρος εἰς τὸ ἄλλο.
§68ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος.
§69ΠΕΡΡΟΣ. Δεύτερον εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς ὀρέξεως πρὸς ἐργασίαν παρὰ τοῖς δικασταῖς.
§70ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὁ κ. συνάδελφος μοὶ δίδει ἄλλην ἀφορμὴν. Εἷς τῶν λόγων, Κύριοι,—καὶ σᾶς ὁμιλῶ ἐξ ἰδίας πείρας,—ὁ ὁποῖος συντελεῖ, ὥστε νὰ χρονίζωσιν αἱ ὑποθέσεις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ νὰ καθίσταται ἡ ἐκδίκασις αὐτῶν δυσχερὴς, εἶναι καὶ ὁ τρόπος τῆς ὑπερασπίσεως τῶν δικηγόρων. Ἡ ἡμετέρα πολιτικὴ δικονομία ἀντεγράφη σχεδὸν ἐκ τῆς Γαλλικῆς, παρεδέχθημεν δὲ, ὅπως καὶ ἐν τῇ Γαλλικῇ δικονομίᾳ, τὸ σύστημα τῶν προτάσεων, τὸ λεγόμενον κατὰ τὴν γαλλικὴν τεχνικὴν γλῶσσαν conclusions à l’ audience· ὁ ἡμέτερος νομοθέτης τὰς conclusions à l’ audience, τὰ συμπεράσματα τουτέστι, μετέφρασε προτάσεις, αἱ δὲ conclusions à l’ audience αἱ γαλλικαὶ (μὲ συγχωρεῖτε δὲ, ἐὰν ἐνδιατρίβω εἰς τοῦτο, διότι θὰ μοὶ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον θέλω ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς,) εἶναι συντομώτατα ἔγγραφα, περιλαμβάνοντα καθαρῶς τὸ αἰτητικὸν, τὸ ὁποῖον ὁ διάδικος ὑποβάλλει ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, καὶ προκαλεῖ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ψῆφόν του, τοῦτο δὲ τὸ αἰτητικὸν μέρος τὸ ἀναπτύσσει ὁ δικηγόρος ἐν Γαλλίᾳ προφορικῶς· διὰ τοῦτο τὸ δικαστήριον, ὑπ’ ὄψιν ἔχον τὰς αἰτήσεις τῶν διαδίκων καὶ τὴν προφορικὴν ἀνάπτυξιν, τὴν γενομένην ἐνώπιόν του, ἐκδίδει τὴν ἀπόφασίν του, καὶ τὴν ἐκδίδει ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ αὐτοστιγμεὶ ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει· ἐὰν δὲ ἀναγκάζηται ν’ ἀναβάλλῃ, ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἀναβάλλουσαν τὴν ἔκδοσιν τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως· διὰ τοῦτο μετὰ πολλῆς περιστολῆς γίνεται χρῆσις τῆς ἀναβολῆς ταύτης παρὰ τοῖς γαλλικοῖς δικαστηρίοις πρὸς ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἀλλὰ διατὶ τοῦτο, Κύριοι; Διότι ἐνώπιον τῶν γαλλικῶν δικαστηρίων τὰ πραγματικὰ γεγονότα τῆς δίκης ἔρχονται ἐκκαθαρισμένα, ὅταν ἔρχηται ἡ ὑπόθεσις πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ τι, περὶ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ τὸ δικαστήριον, καὶ τοῦτο εἶναι καθαρῶς καὶ σαφῶς ὡρισμένον. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι ἐκεῖ ἔχουν καθιερώσει ἰδίαν διαδικασίαν, τὴν λεγομένην ἐπερώτησιν ἐπὶ θεμάτων ὡρισμένων· οἱ διάδικοι πρὶν ἔλθουν εἰς τὸ δικαστήριον, ἵνα συζητήσουν τὴν ὑπόθεσίν των, παρίστανται ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου δικαστοῦ, καὶ ὁ εἷς λέγει πρὸς τὸν ἕτερον: «ἀρνεῖσαι, ὅτι τοῦτο εἶναι οὕτω καὶ οὕτω;»· ὁ δὲ ἄλλος ἢ ἀρνεῖται, ἢ παραδέχεται· ὥστε, ὅταν ἔρχηται ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἔρχεται ἐκκαθαρισμένη περὶ τὰ πραγματικὰ ζητήματα· δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις πλέον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, εἰμὴ ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων· καὶ τοῦτο ἔχει τὸ μέγα καλὸν, ὅτι ἀποφεύγονται αἱ ἀποφάσεις αἱ προδικαστικαὶ περὶ ἀποδείξεως. Τὸ σύστημα τοῦτο ἠθέλησεν ὁ ἡμέτερος νομοθέτης ν’ ἀποφύγῃ, καθιερῶν ἄλλο, τὸ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὴν ἀγωγήν· ὁρίζει ἡ Δικονομία, ὅτι εἰς τὴν ἀγωγὴν ὁ ἐναγόμενος ὀφείλει νὰ ἀπαντᾷ ῥητῶς καὶ συγκεκριμένως, τί παραδέχεται καὶ τί δὲν παραδέχεται· ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, μένει παρ’ ἡμῖν γράμμα νεκρόν, καὶ ἔρχονται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου οἱ διάδικοι, καὶ προσπαθοῦσι νὰ ὑποκλέψωσιν ἀπὸ τοῦ ἀντιδίκου των ὁμολογίας, ἢ νὰ ὑποβάλωσιν ἐνστάσεις, ἐπὶ πραγματικῶν γεγονότων στηριζομένας, τῶν ὁποίων ὁ ἀντίδικος αὐτῶν νὰ μὴ λάβῃ γνῶσιν, ὥστε νὰ θεωρηθῶσιν αὗται ὡμολογημέναι, καὶ οὕτω πως νὰ παρελκυσθῇ ἡ δίκη· τὴν δὲ προφορικὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ἡμεῖς τὴν κατηργήσαμεν ἐνώπιον τῶν κατωτέρων δικαστηρίων· οὐδέποτε γίνεται προφορικὴ συζήτησις, μόλις–μόλις ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἀντικατέστησε δὲ τὴν προφορικὴν συζήτησιν ἡ ἔγγραφος συζήτησις, καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε τόμους ὁλοκλήρους προτάσεων, ὑποβαλλομένων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ προσθήκας καὶ ἀντιπροσθήκας, καὶ ἀπαντήσεις καὶ ἀνταπαντήσεις, ὅλας ἐγγράφους. Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ ἐργασθῇ αὐτὸς ὁ ἄθλιος ὁ δικαστὴς, ὁ εὑρισκόμενος ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ὄγκου, τὸν ὁποῖον ὑποχρεοῦται νὰ ἀναγνώσῃ, διὰ νὰ λύσῃ τὴν διαφοράν; Βεβαίως ἀπαυδίζει καὶ ἀποκάμνει καὶ ἀποδυσπετεῖ ἀπέναντι τοιούτου ἔργου αὐτὸς ὁ δικαστὴς, ὁ ἐργαζόμενος τὴν νύκτα, ὁ πληρονόμενος μόνον μὲ 250 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ὁ μὴ ἔχων ν’ ἀγοράσῃ βιβλία καὶ κώδικας, ἴσως δὲ καὶ τὸ πετρέλαιον, διὰ νὰ ἀνάψῃ τὸν λύχνον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ καθήσῃ νὰ ἐργασθῇ, διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του! Καὶ ἀπαιτεῖτε ἀπὸ τὸν δικαστὴν αὐτὸν ὄχι μόνον εὐσυνειδησίαν, ἀλλὰ καὶ φῶτα, ἀλλὰ καὶ κρίσιν! Καὶ ἀπαιτεῖτε, αὐτὸς ὁ δικαστὴς νὰ ἐργάζηται ὡς ἀτμομηχανή, καὶ νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις! Ἕν τῶν κυριωτέρων αἰτίων εἶναι, Κύριοι, ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξάγονται αἱ δίκαι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον αἱ δίκαι, αἱ ἀπὸ κακῆς πίστεως διεξαγόμεναι ἑκατέρωθεν, περιάγουσι πολλάκις τὸν δικαστὴν εἰς ἀπελπισίαν, διότι δὲν ἠξεύρει ποῦ νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιον, ποῦ νὰ εὕρῃ τὴν διέξοδον....
§71ΠΕΡΡΟΣ. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον δὲν συμβαίνει αὐτὸ, καὶ ἐν τούτοις καὶ ἐκεῖ βραδύνουσιν.
§72ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὡμίλησα ἐν γένει, θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον.... Προσθέσατε τώρα εἰς τοῦτο καὶ τὸ συζητητικὸν πνεῦμα τῶν Ἑλλήνων, τὸ Βυζαντινὸν πνεῦμα, τὸ σοφιστικὸν πολλάκις πνεῦμα τοῦ Ἕλληνος, — καὶ πάντες ἡμεῖς, οἱ χρηματίσαντες δικασταί, γνωρίζομεν, πῶς εἰς τὰς διασκέψεις πολλάκις παρετρέπετο ἡ συζήτησις, καὶ πῶς ἐχρόνιζον αἱ διασκέψεις ἕνεκα ἀκριβῶς τοῦ λόγου τούτου, εἴτε διότι τὸ πνεῦμα τὸ σοφιστικὸν ἐπεκράτει, εἴτε διότι ἡ ἄγνοια, εἴτε διότι ἡ ἀκρισία, εἴτε διότι ἡ ἀδαημοσύνη, εἴτε διότι τὸ ἀκατάρτιστον τοῦ δικαστοῦ παρενεβάλλετο. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον βεβαίως δὲν ὑπάρχουσιν ὅσα ἐξέθηκα· ταῦτα κυρίως ἀνάγονται εἰς τὰ κατώτερα δικαστήρια· ἀλλ’ οὐχ ἧττον, Κύριοι, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Ἄρειον Πάγον πολλάκις τινὰ τῶν ἀτόπων τούτων ἐπεκράτησαν, καὶ διότι πολλάκις φέρονται ἀναιρετήρια, τὰ ὁποῖα γέμουσι λόγων ἀναιρέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδ’ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ συντάξαντες ἔχουσι πεποίθησιν, καὶ ἐν τούτοις ὁ ἄθλιος ὁ δικαστὴς, ὁ ἄθλιος ὁ Ἀρεοπαγίτης εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντᾷ εἰς ἀνοησίας καὶ νὰ ἀνασκευάζῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄξια σοβαρᾶς συζητήσεως! Καὶ διατὶ ταῦτα συμβαίνουσι; Διότι ἡ ἐξουσία τῶν Προέδρων ἀργεῖ. Ἐὰν ἐγίνοντο ταῦτα, Κύριοι, ἐνώπιον δικαστηρίου γαλλικοῦ ἢ ἄλλου εὐρωπαϊκοῦ, βεβαίως δὲν θὰ ἐτόλμα ὁ δικηγόρος νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαῦτα ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, διότι ὁ Πρόεδρος εὐθὺς θὰ τὸν ἐκάλει εἰς τὴν τάξιν, θὰ τῷ ὑπεμίμνησκε τὸν νόμον, θὰ τὸν ἐτιμώρει· δὲν θὰ συνέβαινε τοῦτο, ἐὰν ὑπῆρχον παρ’ ἡμῖν — καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Φιλαρέτου — δικηγορικοὶ σύλλογοι, ἀλλ’ ἄξιοι τοῦ ὀνόματος καὶ λειτουργοῦντες ὡς πρέπει νὰ λειτουργῶσιν. Ἀλλ’ εἶναι πιθανὰ καὶ κατορθωτὰ παρ’ ἡμῖν τὰ τοιαῦτα; Βεβαίως ὄχι. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι πολλάκις εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον κατὰ τὰς διασκέψεις, ἀφοῦ ἐπὶ 4 ὥρας συνεζητοῦμεν, ἐξηρχόμεθα ἄνευ ἀποτελέσματος· καὶ διατί; Εἴτε διότι ὁ εἷς εἶχε τὴν φιλοτιμίαν ἡ γνώμη του νὰ ἐπικρατήσῃ, εἴτε διότι ὁ ἄλλος δὲν εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ πεισθῇ, εἴτε διότι ἕτερος εἶχε τὸ κέφι νὰ συζητῇ· ἐν τούτοις δὲν ἐφθάνομεν εἰς ἀποτέλεσμα· καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἴσως θὰ παρεδεχόμην τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, διότι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως θὰ ἐπήρχετο ταχύτερον. Βεβαίως δὲ, Κύριοι, καὶ ἀναμφισβητήτως, — καὶ πιστεύω ὅτι πάντες οἱ δικανικοὶ οἱ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ θὰ συμφωνήσωσι μετ’ ἐμοῦ, — τὸ πᾶν ἐξαρτᾶται εἰς τὰς διασκέψεις ἐκ τῆς διευθύνσεως τοῦ Προέδρου. Δὲν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ μετὰ τοῦ μακαρίτου Μωραϊτίνη, ἀλλ’ ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, εὗρον συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἔφερον ἀκόμη τὰς παραδόσεις τοῦ Σώματος, καὶ εἶχον προσφάτους τὰς ἀναμνήσεις τῆς συνεργασίας μετὰ τοῦ ἀοιδίμου ἀνδρὸς, μοὶ ἔλεγον δὲ, ὅτι, ναὶ μὲν ὁ μακαρίτης Μωραϊτίνης δὲν εἶχεν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν βαθεῖαν, ἀλλ’ εἶχε κατ’ ἐξοχὴν τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἱκανότητα τῆς διοικήσεως· εἰς τὰς διασκέψεις οὐδέποτε παρετρέπετο τὸ ζήτημα, οὐδέποτε ὁ καιρὸς ἀπώλλυτο, καὶ ἡ ἐργασία ἐγίνετο ταχυτέρα καὶ καλλιτέρα. Ὁμιλῶ περὶ Μωραϊτίνη, διότι πρόκειται περὶ ἐποχῆς ἀπομεμακρυσμένης καὶ περὶ προσώπου ἀποθανόντος. Ἐὰν λοιπὸν, Κύριοι, ὑποθέτητε τὰς διαθέσεις τῶν δικαστῶν τοιαύτας, ὁποίας τὰς παριστᾷ ἡ τῶν πραγμάτων πεῖρα, νομίζετε ὅτι ἡ προσθήκη τῶν τεσσάρων δικαστῶν ἀκόμη θὰ ἐπιφέρῃ τὴν βελτίωσιν αὐτήν; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἀμφιβάλω· καὶ θὰ ἴδητε, μετὰ πεῖραν ἑνὸς ἔτους, ὅτι θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, καὶ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ νέαν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον προσθήκην δικαστῶν. Ἀλλ’ ὡς μέτρον λυσιτελὲς διὰ τὴν καλλιτέραν συγκρότησιν τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον προτείνει τὴν ἀνασύστασιν τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων. Κύριοι, μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς παῤῥησίας θὰ σᾶς ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Εἶμαι ἀπολύτως κατὰ τῆς ἀνασυστάσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Στοιχεῖον ξένον τοῦ δικαστηρίου, ἀντίκειται εἰς αὐτὸν τὸν προορισμὸν τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ὁ κύριος προορισμὸς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ λόγος τῆς συστάσεως αὐτοῦ εἶναι τὸ ἑνιαῖον τῆς νομολογίας, καὶ διὰ νὰ κρατήσητε τὸ ἑνιαῖον αὐτὸ τῆς νομολογίας, ζητεῖτε τὴν ἐπικουρίαν προσώπων ξένων πρὸς τὸ δικαστήριον. Δὲν συζητῶ, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς συνταγματικότητος ἢ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ θεσμοῦ τούτου, φρονῶ ὅμως, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ ἀναδιοργανισμοῦ τοῦ θεσμοῦ τούτου εἰς τὰ κατώτερα δικαστήρια. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, θὰ ηὐχόμην, ὥστε νὰ εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, τῶν παρέδρων τῶν διοριζομένων διὰ διαγωνισμοῦ καὶ χρησιμευόντων, οὕτως εἰπεῖν, ὡς φυτώριον, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ λαμβάνωνται οἱ δικασταί· ἀλλὰ τοῦτο μόνον ὡς πρὸς τὰ κατώτερα δικαστήρια. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸν Ἄρειον Πάγον, τὸ ἐπ’ ἐμοί, οὐδέποτε θὰ ψηφίσω τὴν ἀνασύστασιν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων, Κύριοι, εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἐλειτούργησεν ἀπὸ τῆς συστάσεώς του. Καὶ θὰ μοὶ εἴπητε: καὶ τί κακὸν ἀπέφερε; Βεβαίως τὰ κακὰ δὲν φαίνονται, οὔτε δύνανται νὰ φανῶσι· μόνον οἱ συνεργασθέντες ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ θεσμοῦ τούτου δύνανται νὰ μαρτυρήσωσιν, ἐὰν ἦναι ἢ ὄχι ὠφέλιμος· καὶ ἐν πλήρει συνειδήσει, Κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ἀνωφελής.
§73ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἴσως καὶ ἐπιβλαβής.
§74ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Οἱ πάρεδροι, Κύριοι, παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ—δὲν γνωρίζω τί γίνεται εἰς τὰ ἄλλα δικαστήρια, διότι δὲν εἰργάσθην εἰς τὰ κατώτερα δικαστήρια τῆς πρωτευούσης,—οἱ πάρεδροι παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἶναι ὡς νὰ μὴ ὑπῆρχον, καὶ ὁσάκις ὑπῆρχεν ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων, 5 ἢ 4 μόνον δικασταὶ ἐδίκαζον, οἱ πάρεδροι ὑπέγραφον τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἐστέλλομεν εἰς τὰς οἰκίας των, ἢ καὶ ὅταν ἤρχοντο, ἦσαν ῥήτορες πολύφθογγοι ὡς ἰχθῦς ἄφωνοι, καὶ κατ’ οὐδὲν συνετέλουν εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς νομολογίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς τὴν διαφώτισιν τῶν ζητημάτων τῶν συζητουμένων. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι βεβαίως οὔτε ὁ μακαρίτης ὁ Παπαῤῥηγόπουλος, οὔτε ὁ Καλλιγᾶς, οὔτε ὁ Οἰκονομίδης, οὔτε ὁ Ψαῤῥᾶς ἐδέχοντο νὰ γείνωσι πάρεδροι τοῦ δικαστηρίου, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξαν μέλη.
§75ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τοὺς ἀνεπλήρουν πολλάκις.
§76ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τοὺς ἀνεπλήρουν, ἀλλὰ μετὰ μεγάλης δυσκολίας. Καὶ βεβαίως οἱ ἐξέχοντες τῶν δικηγόρων ἢ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου δὲν δέχονται νὰ γείνωσι πάρεδροι τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ διατὶ νὰ δεχθῶσι; Διὰ τὴν τιμήν; Ἀλλὰ βεβαίως ἀρκοῦσα εἰς αὐτοὺς τιμὴ εἶναι ἡ ὑπόληψις, ἧς ἀπολαύουσιν, ἢ ἡ θέσις τοῦ καθηγητοῦ, τὴν ὁποίαν κατέχουσιν· ἄλλως τε δὲν ἐπαρκοῦσι, δὲν δύνανται νὰ ἐγκαταλείπωσι τὸ γραφεῖόν των καὶ νὰ ἔρχωνται νὰ δικάζουν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον· τὸ πολὺ–πολὺ θὰ γίνηται ὅ,τι καὶ ὅτε ἐλειτούργει ὁ θεσμὸς αὐτὸς, δηλ. νὰ πηγαίνουν ἡμίσειαν ὥραν, νὰ κάθηνται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστοῦ, ἵνα φανῇ, ὅτι συμπληροῦν τὸ δικαστήριον, καὶ κατόπιν κἀνεὶς δὲν θὰ τοὺς βλέπῃ πλέον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πολλάκις ἐκαλοῦμεν τοὺς παρέδρους εἰς τὰς διασκέψεις, ἀλλὰ δὲν ἐνεφανίζοντο· ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐξεχόντων καὶ πολυασχόλων δικηγόρων. Πρὸς τί λοιπὸν θέλομεν νὰ φενακίσωμεν τοὺς διαδίκους; Θέλομεν νὰ καταρτίσωμεν τὸ δικαστήριον εἰκονικὸν, καὶ νομίζομεν, ὅτι ἐκπληροῦμεν τὸν σκοπὸν τοῦ δικαστηρίου, δι’ ὃν ἐτάχθη, τοῦ ἀπονέμειν τὴν δικαιοσύνην δι’ 7 δικαστῶν, πράγματι δὲ διὰ 4 ἢ 5; Τί θὰ συμβῇ λοιπὸν, ἀφοῦ οἱ ἐξέχοντες τῶν δικηγόρων δὲν θὰ δύνανται νὰ ἐργασθῶσι; Θὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ κατώτερα στρώματα, καὶ ἀφοῦ μάλιστα τὸ νομοσχέδιον δὲν θέτει παρὰ μόνον 2 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἔστω καὶ 4 καὶ 5 καὶ 6, βεβαίως μεταξὺ τῶν 600 δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὸν κατάλογον τῶν δικαστηρίων τῆς Πρωτευούσης, πλεῖστοι ὅσοι θὰ εὑρεθῶσιν ἔχοντες καὶ ἑξαετῆ καὶ δεκαετῆ ἀκόμη ὑπηρεσίαν, οἱ ὁποῖοι οὔτε ὑπογραφὴν δικηγόρου ἔθεσάν ποτε, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ διορισθοῦν πάρεδροι, καὶ θὰ ἔλθουν νὰ συνεργασθῶσι μετὰ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, τῶν πεπειραμένων δικαστῶν, ἵνα τοὺς φωτίσωσιν ἢ νὰ συζητήσωσι μετ’ αὐτῶν· τότε δὲ τί θὰ συμβῇ; Ὅτι θὰ κάθηνται ἐκεῖ καὶ θὰ ἀκούουν τὰς διασκέψεις, καὶ κατόπιν θὰ ταχθῶσιν εἴτε μὲ τὴν μίαν εἴτε μὲ τὴν ἄλλην γνώμην. Τίς ἡ ὠφέλεια λοιπόν;
§77ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ θὰ ἐργασθῶσιν οἱ 5 δικασταί.
§78ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τότε καταργήσατε τοὺς δύο δικαστάς· διατὶ νὰ κάμνωμεν εἰκονικὰ πράγματα;
§79ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι θὰ μείνουν οἱ 5 ἄεργοι ὅλην τὴν ἑβδομάδα ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως 2 δικαστῶν, καὶ ἐνδέχεται νὰ λάβουν τοὺς ἀξιοτίμους καθηγητὰς, τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε, καὶ αὐτοὶ νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ λυθοῦν πολὺ ὀρθότερον τὰ ζητήματα.
§80ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι, δυστυχῶς,—διότι ἀναγκάζεταί τις, συζητῶν τοιαῦτα θέματα, νὰ λέγῃ ὅλην τὴν ἀλήθειαν, καίτοι πικρὰν, ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ ἔχω ὡς ἀρχὴν αὐτὸ,—δυστυχῶς, κύριε συνάδελφε, γνωρίζετε τὴν νόσον, ἡ ὁποία κατατρύχει τὴν κοινωνίαν μας καὶ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας· εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς συναισθήσεως τοῦ καθήκοντος· δὲν ἔχομεν τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος· αὐτὴ εἶναι ἡ νόσος μας. Ἐὰν λοιπὸν τοιαύτη ἦναι ἡ νόσος μας, κάμετε ὅσα θέλετε νομοσχέδια καὶ προσθέσατε ὅσους θέλετε Ἀρεοπαγίτας· ὁ Ἄρειος Πάγος θὰ ἦναι εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εἶναι.
§81ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων τί προτείνετε; νὰ μὴ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμός;
§82ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἔρχομαι ἐδῶ διὰ νὰ προτείνω, διότι ἄλλως τε δὲν εἶμαι παρεσκευασμένος νὰ προτείνω, ἀλλὰ λέγω, ὅτι τὰ θεραπευτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ Κυβέρνησις, ἵνα διορθωθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις, δὲν εἶναι τὰ κατάλληλα.
§83ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποδείξατε λοιπὸν ὑμεῖς τὰ κατάλληλα.
§84ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἢ μέλος τῆς συνταξάσης τὸ νομοσχέδιον ἐπιτροπῆς, θὰ τὰ ὑπεδείκνυον. Ἐγὼ, κύριε Κωνσταντόπουλε, θὰ ἤμην ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς ἀφαιρέσεως τῶν δικῶν τῆς οὐσίας ἀπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὸ ζήτημα τοῦ ἀναδιοργανισμοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου πολλάκις ἀπησχόλησε τὰς Κυβερνήσεις, ἔλαβον δὲ τὴν τιμὴν καὶ ὡς Ἀρεοπαγίτης καὶ ὡς δικαστικὸς σύμβουλος νὰ λάβω μέρος εἰς ἐπιτροπὰς, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης φάκελλος ὁλόκληρος περὶ αὐτῶν τῶν διασκέψεων, ὑπάρχουσι δὲ καὶ σχέδια πλέον τοῦ ἑνὸς, ἄξια τῆς μελέτης τοῦ Κοινοβουλίου. Μετ’ ἀπορίας δὲ ἤκουσα, Κύριοι, τῶν δύο προαγορευσάντων συναδέλφων νὰ λέγωσιν, ὅτι εἰς τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου συνετέλεσε καὶ ὁ θεσμὸς τῶν νομικῶν συμβούλων. Καὶ πῶς τάχα συνετέλεσε τοῦτο; Διότι, λέγουν, διαπρεπῆ μέλη, —καὶ συγχωρήσατέ μοι, ὅτι ὁμιλῶ οὕτω περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, διότι ἀπεχώρησα τότε καὶ ἐγὼ ἐκ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι ἐλέχθη, — ὅτι διαπρεπῆ μέλη ἀπεχώρησαν ἀπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, προτιμήσαντα νὰ λάβουν μισθοὺς ἀνωτέρους. Καὶ δὲν τὸ γνωρίζετε αὐτό; ὅτι ἐν ὅσῳ δὲν ἀμοίβετε τοὺς δικαστάς, οὗτοι θ’ ἀποχωροῦν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους; Καὶ δὲν γνωρίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ τρώγουν ψωμὶ καὶ τυρί, διὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὸ Κράτος; Καὶ μήπως δὲν ἀπεχώρησεν ὁ Ψαῤῥᾶς ἀπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ δὲν ἐπροτίμησε τὴν θέσιν τοῦ δικηγόρου δι’ αὑτὸν τὸν λόγον; Καὶ μήπως ὁ μακαρίτης ὁ Παπαῤῥηγόπουλος δὲν ἀπεχώρησε τοῦ Ἀρείου Πάγου; Καὶ μήπως ὁ Οἰκονομίδης δὲν ἀπεχώρησε τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ δὲν ἐπροτίμησε τὴν θέσιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη χάριν αὐτοῦ; Τοῦτο εἶναι σφάλμα τῶν Κυβερνήσεων, ὅτι δὲν ἐσκέφθησαν ἐγκαίρως νὰ αὐξήσωσι τοὺς μισθοὺς τῶν δικαστῶν. Ἄλλως τε, Κύριοι, καὶ διατὶ τὸ παράπονον, ὅτι ἐδόθη εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους μισθὸς 700 δραχμῶν; Καὶ τί εἶναι ὁ μισθὸς αὐτός; Διότι τί εἶναι ὁ νομικὸς σύμβουλος, παρὰ κατ’ ἀποκοπὴν δικηγόρος τοῦ Δημοσίου; Καὶ τάχα μόνον τὰ πρόσωπα τῶν νομικῶν συμβούλων ὑπῆρχον; καὶ τόσον πρέπει ν’ ἀπελπισθῶμεν, ὅτι, ἂν αὐτοὶ ἀποχωρήσουν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δικαστικήν, δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι νὰ τοὺς ἀναπληρώσουν;
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχουν, ἀλλ’ ἀπεγοητεύθησαν.
§86ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὸ κατήντησε νὰ μὴ ἔχῃ σημασίαν. Ὅλοι λέγουν, ὅτι ἀπεγοητεύθησαν· ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρχε συναίσθησις τοῦ καθήκοντος, οὐδεμία ἀπογοήτευσις ἤθελεν ἰσχύει. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς ἀπογοητεύσεως καὶ ἄνευ αὐτῆς τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις δυστυχῶς. Ἀφοῦ, Κύριοι, κατὰ τὸ ἐνὸν, ἐξήτασα τὰ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, τῶν προταθεισῶν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν διάθεσιν ἐξεδήλωσεν, ἵνα λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν. Θὰ ηὐχόμην δὲ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀληθῶς θέλῃ νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δικαστηρίων, καὶ ἰδίως τῆς καταστάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ μελετήσῃ πολὺ τὸ ζήτημα τοῦτο, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς κατὰ καιροὺς ἐξενεχθείσας γνώμας, καὶ νὰ προέλθῃ εἰς καταρτισμὸν πλήρους σχεδίου, ἐκ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ προκύψῃ καλόν τι.
§87ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ αἱμασιὰ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ θέσῃ εἰς τὴν συζήτησιν, ἵνα αὕτη περιορισθῇ εἰς μόνα τὰ θέματα, τὰ ἐν τῷ μόνῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου περιλαμβανόμενα, ἀποκρούων εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὰς τροπολογίας, ὡς ὁρώσας εἰς δικονομικὰς μεταβολὰς, πάντες εἴδετε, ὅτι δὲν κατίσχυσε νὰ ἀποτρέψῃ τὸν ῥοῦν τοῦ λόγου, ὅστις, ὑπερπηδήσας τὸ τεθὲν ὅριον, κατέκλυσεν ἡμᾶς διὰ συζητήσεων περὶ τῆς δικονομίας. Καὶ ὁ ἄρτι τοῦ βήματος καταβὰς, τὴν αὐτὴν ἀρχὴν θεὶς ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του, ὅμως ἠναγκάσθη μακρὰν νὰ ποιήσηται ἐκδρομὴν εἰς ζητήματα δικονομικά. Διατὶ τοῦτο; Διότι οὕτω στενῶς συνδέονται τὰ τῆς δικονομίας πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὀργανικὴν ἔχον διάταξιν, ὥστε ἀπαραίτητον καθίσταται νὰ κρίνῃ τις τὴν ἐκ τῆς ὀργανικῆς μεταβολῆς δικονομικὴν ὠφέλειαν, καὶ νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ ταύτης, ὡς σκοποῦ ἐκείνης. Αἱ μακραὶ αὗται κοινοβουλευτικαὶ συζητήσεις καὶ τὰ καταφανῆ μειονεκτήματα τῶν προταθεισῶν δικονομικῶν τροπολογιῶν διδάσκουσιν ἡμᾶς εὐθὺς δύο γνωστὰ μαθήματα: αʹ) τὴν ἀτέλειαν τῆς κοινοβουλευτικῆς λειτουργίας παρ’ ἡμῖν κατὰ τὴν ψήφισιν νόμων, ἰδίως κατὰ τὴν προεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων, καὶ βʹ) ὅτι δικονομικαὶ μεταβολαὶ οὔτε εὔκολοι εἶναι, ὥς τινες ἐξέλαβον, οὔτε ἔργον ἑνὸς μόνου, ὅσον νομομαθὴς καὶ πεπειραμένος καὶ ἂν ἦναι οὗτος. Θέλω προσπαθήσει ν’ ἀποφύγω ὅλα τὰ ζητήματα τὰ δικονομικὰ, διότι κρίνω τὴν Βουλὴν ἀναρμοδιωτάτην νὰ λύῃ τοιαῦτα, μάλιστα ἄνευ προεξεργασίας ἐπιστημονικῆς, εὐκολυνούσης αὐτήν. Θέλω ἀπὸ πρακτικῆς ὄψεως περὶ τοῦ νομοσχεδίου ὁμιλήσει· λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω καὶ τὴν φορὰν ταύτην μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοὐλάχιστον κατὰ τὰ πλεῖστα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μόνον ὡς πρὸς τὸ ἥμισυ μέρος αὐτοῦ εἶμαι σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ. Ὡς σᾶς εἶπεν ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς, τρία κυρίως θέματα ἔχει τὸ νομοσχέδιον, πρὸς ἕνα σκοπὸν τείνοντα, τὸν σκοπὸν τῆς ἐνημερότητος τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἣν ἐπιδιώκει διὰ τῶν τριῶν μέσων τούτων, τουτέστι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, διὰ τῆς προσθήκης τεσσάρων ἔτι μελῶν, καὶ διὰ τῆς ἀνασυστάσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων· τὸ τελευταῖον δὲ τοῦτο μέσον, ὅπως εὐκολύνῃ οὐχὶ τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἶναι αὐτὰ μέσα λυσιτελῆ πρὸς τὸν σκοπόν; εἶναι αὐτὰ τὰ μόνα ἐπαρκῆ; Ἰδοὺ τί ἀπησχόλησε τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντας, οἵτινες ἠναγκάσθησαν νὰ ἐξετάσωσι τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τῆς λειτουργίας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον, τὸ τῆς μισθοδοσίας, οὐ μόνον μεθ’ ὅλων τῶν ἄλλων συμφωνῶ, ἀλλὰ θεωρῶ καὶ τὴν αὔξησιν μικρὰν, καὶ πρὸ πάντων ὑποδεικνύω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἐπιδιώκουσα τὴν ἐνημερότητα τοῦ Ἀρείου Πάγου, φοβοῦμαι μὴ ἀπειλῇ τὴν ἐνημερότητα τῶν ἄλλων δικαστηρίων. Ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν ἀνωτάτων δικαστῶν ἦτο ἀνάγκη κραυγάζουσα. Ἡ πλήρωσις αὐτῆς αἴρει μίαν τῶν αἰτιῶν τῆς ἀτελοῦς λόγῳ ταχύτητος ἐργασίας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ, ἐνῷ μόνη αὕτη δὲν ἀρκεῖ νὰ φέρῃ τὴν ἐνημερότητα, ἐξ ἄλλου, ἐὰν δὲν αὐξηθῇ καὶ τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Πρωτοδικῶν ὁ μισθὸς, γεννᾷ ἀπόστασιν μεταξὺ Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Ἐφετῶν, ἀπόστασιν, ἥτις ἀπειλεῖ, νὰ ἐμβάλῃ ὄκνον εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν ἄλλων δικαστῶν. Τὸν κίνδυνον τοῦτον συμβουλεύω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προλάβῃ ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ. Ἄν σήμερον τὸ Κράτος δὲν ἔχῃ πόρους, ἵνα καλύψῃ τὴν ἐκ τούτου αὔξησιν τῶν ἐξόδων, ἂς ὁρίσῃ ἐν τῷ παρόντι νόμῳ, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Πρωτοδικῶν ἄρχεται ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1892, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ἂς ἐξευρεθῶσιν οἱ πόροι, δι’ ὧν ἡ αὔξησις αὕτη θὰ καλυφθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ τούτου, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ, φοβοῦμαι μὴ ἡ μία δικαιοσύνη καὶ ὠφέλεια γεννήσῃ ἄλλην ἀδικίαν καὶ ζημίαν. Ἀναπόφευκτος, ἐπαναλέγω, εἶναι ἡ αὔξησις αὕτη τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἀλλ’ ἐπίσης ἀναπόδραστος καὶ ἐπείγουσα ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν ἄλλων δικαστῶν. Καὶ ὅταν ὑπόσχεσις τοιαύτη δοθῇ σήμερον νομοθετικῶς, ὁ κίνδυνος αἴρεται. Ἄν δὲν δεσμευθῆτε διὰ νόμου τώρα, ἴσως ἡ πραγματοποίησις αὐτῆς θέλει ἀναβληθῆ ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς λεπτομερείας ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ μισθοῦ, φέρω ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι ἡ κλίμαξ μεταξὺ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου αὐτοῦ, καὶ ἡ γενομένη ἀπόστασις μεταξὺ Προέδρου Ἐφετῶν καὶ Ἀρεοπαγιτῶν ἔδει νὰ ἦναι κατὰ πολὺ βελτίων. Ὡς ὅμως νῦν ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι εὔκολος σήμερον ἡ βελτίωσις. Ἴσως ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐξέφερέ τις τῶν συναδέλφων, περὶ προνοίας ὡς πρὸς τὸν γραμματέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔδει νὰ θεσμοθετηθῇ, διότι εἶναι δικαία. Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν ἄλλων δικαστῶν, μετὰ τὴν προσθήκην τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 50 χιλιάδων δραχμῶν, ἥτις γίγνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ἄν ὁ μισθὸς τῶν Ἐφετῶν αὐξήσῃ καθ’ ἑκατὸν πεντήκοντα ἢ ἑκατὸν εἴκοσι πέντε ἢ ἑκατὸν δραχμὰς, ὁ δὲ τῶν Πρωτοδικῶν κατὰ ἑβδομήκοντα πέντε ἢ ἑκατὸν, καὶ κατὰ χρονικὰς περιόδους ὑπηρεσίας, πάντοτε δὲ τηρουμένης ἀναλογίας, ἡ προσθήκη ὅλη εἶναι διὰ μὲν τὰ Ἐφετεῖα δραχ. 65,000–90,000, διὰ δὲ τὰ Πρωτοδικεῖα περίπου δραχμὰς 130,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 200,000 προσθήκη. Ἡ προσθήκη αὕτη εἶναι εὔκολον νὰ καλυφθῇ κατὰ τὸ μέγιστον αὐτῆς μέρος, καὶ νὰ εὑρεθῶσι πρὸς τοῦτο πόροι μέχρι τῆς νέας συνόδου. Ἡ αὔξησις αὕτη θὰ δικαιώσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ σοβαρώτερα μέτρα, ἄνευ τῶν ὁποίων μόνη ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν οὔτε τὸ ποσὸν οὔτε τὸ ποιὸν τῆς δικαστικῆς ἐργασίας θὰ βελτιώσῃ. Ἐννοῶ μέτρα πρὸς ἐκκαθάρισιν τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ προσώπων ἀχρήστων. Προχείρως δεικνύω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν μίαν πηγὴν πόρου πρὸς κάλυψιν τῆς δαπάνης, πηγὴν, ἣν νομίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔπρεπε πρῶτον νὰ προτείνῃ, ἀφοῦ ὡς Ἀντιπολίτευσις ὑπεσχέθη οἰκονομίας. Ἡ ἰδέα μου πιθανὸν εἶναι νὰ προκαλέσῃ ἐξέγερσιν ἐναντίον αὐτῆς ἔκ τινων ἐνταῦθα ἀντιπροσώπων. Ἀδιαφορῶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ τὴν θεωρῶ ὀρθὴν καὶ ἀναγκαίαν. Προτείνω λοιπὸν νὰ καταργήσητέ τινα Πρωτοδικεῖα καὶ ἓν τοὐλάχιστον Ἐφετεῖον, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον εἶναι ἄχρηστα, ἀλλὰ καὶ πολλαχῶς ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου καὶ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς δικαιοσύνης. Θὰ μὲ ἐρωτήσητε: ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ τέσσαρα τοὐλάχιστον Πρωτοδικεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐκλείψωσι; Σεῖς τὰ γνωρίζετε. Ἐξ αὐτῶν 80,000 δραχμαὶ οἰκονομοῦνται ἀμέσως, καὶ χωρὶς νὰ ἀπολύσητε τοὺς δικαστάς. Ἄν δὲ προσθέσητε καὶ τὸ Ἐφετεῖον, θέλετε ἔχει 100,000 δραχμῶν περίπου οἰκονομίαν, ἱκανὴν νὰ καλύψῃ τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῆς δαπάνης ταύτης. Καὶ διατὶ ὄχι; Καὶ ἂν δὲν εἴχετε ὑποσχεθῆ τοιαύτην οἰκονομίαν, ἔπρεπε νὰ κάμητε αὐτὴν χάριν τῆς δικαιοσύνης, τῆς κάκιστα ἐν τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις ἀπονεμομένης, καταργοῦντες σταθμοὺς χρησιμεύοντας πρὸς ἐξορίαν δικαστῶν ἕνεκα ὑπουργικῆς δυσμενείας. Ἄν ὑποτεθῇ, ὅτι ἠδυνάμην, ὡς σεῖς, βεβαίως θὰ ἔκαμνον ἐγὼ αὐτήν· ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἡ τόσην κοινοβουλευτικὴν ἰσχὺν ἔχουσα, παραλείψῃ αὐτὸ ἤδη, θὰ κατηγορηθῇ, ἂς ἦναι βεβαία, διὰ τὴν παράλειψιν τῆς καταργήσεως ταύτης, ἣν καὶ τὸ συμφέρον τῶν πολιτῶν ὑπαγορεύει καὶ ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία ἐπιβάλλει. Τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν βλέπετε, ὅτι τυγχάνει τῆς πανδήμου ἐγκρίσεως καὶ τῆς ἐνθαῤῥύνσεως παρ’ ὅλων τῶν προαγορευσάντων. Τὰ δύο δεύτερα μέτρα τοῦ νομοσχεδίου προκαλοῦσιν ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ἐνισχύουσιν αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέθηκε σήμερον ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ προσθήκη τεσσάρων δικαστῶν θὰ φέρῃ αὔξησιν ἀριθμοῦ ἀποφάσεων; Οἱ ἀριθμοὶ τῆς στατιστικῆς τῶν 28 ἐτῶν δεικνύουσι τὸ ἐναντίον. Καὶ φόβον ἔχω, μὴ καὶ μετὰ τὴν προσθήκην αὐτὴν ἐπέλθῃ πάλιν νέα ἐλάττωσις. Ἐκ τῶν ἀριθμῶν φαίνεται, ὅτι κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι τοῦ 1877 δεκατετραετὲς διάστημα, ὅτε ἦσαν ἐννέα τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἕκαστον τῶν μελῶν ἐξέδωκεν 69 ἀποφάσεις κατ’ ἔτος, ἐνῷ κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1890 διάστημα, ὅτε οἱ Ἀρεοπαγῖται ἦσαν 15, ἕκαστος αὐτῶν ἐξέδοτο 32 μόνον ἀποφάσεις, τουτέστιν ὀλιγωτέρας τοῦ ἡμίσεως ἢ τὸ πρίν. Νομίζετε, ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ματαίωσιν τῶν συνεδριάσεων; Ὑποστηρίζετε, ὅτι ἐματαιώθησαν πλείονες τοῦ ἡμίσεως συνεδριάσεις; Βεβαίως ὄχι. Εἴποτε δὲ συνεδριάσεις ἐματαιώθησαν, ἐματαιοῦντο ἐξ ἄλλων λόγων, ἢ περιπετειῶν οἱωνδήποτε, ἀλλ’ ἐκ λόγων πραγματικῶν κωλυμάτων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν δὲν ἐματαιώθησαν. Ἐὰν ἐκρατεῖτο ἡμερολόγιον συνεδριάσεων, ἢ συνετάσσετο πρακτικὸν ματαιώσεως, ἠθέλετε ἐξ αὐτοῦ βεβαιωθῆ, ὅτι λόγοι δὲν ἦσαν ἡ ἔλλειψις προσωπικοῦ, ἀλλὰ τῆς διοικήσεως νόσος. Ἀλλ’ ὅσας καὶ ἂν ὑπολογίσητε ματαιωθείσας συνεδριάσεις, πάλιν ἡ σύγκρισις μεταξὺ τῶν συνεδριάσεων τῶν γενομένων ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι τοῦ 1877 πρὸς τὰς συνεδριάσεις τὰς ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1890, θὰ σᾶς δείξῃ, μονονοὺ φωνὴν ἀφιεῖσα, τὴν ἀλήθειαν, τὴν συναγομένην ἐκ τοῦ διπλασίου ἀριθμοῦ τῶν ἀποφάσεων τῶν πρὸ τοῦ 1877· θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐκ τῶν 52 ἑβδομάδων τοῦ ἡμερολογίου εἶναι ἐργάσιμοι 30 ἕως 35 ἑβδομάδες, καὶ ἀφοῦ εἰς ἓν ἔτος ἐγένοντο 22, τὸ ἓν τρίτον μόλις αὐτῶν ἐματαιώθη. Ἀλλὰ μὴ κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι τοῦ 1877 διάστημα δὲν ἐματαιώθησαν συνεδριάσεις; Καὶ τότε ἡ ματαίωσις τῶν συνεδριάσεων τάχα δὲν ἦτο τὸ ἓν τρίτον; Διατὶ τὸ ἥμισυ τῶν ἀποφάσεων; Τοῦτο δὲν ἐγένετο ἕνεκα ἐλλείψεως προσωπικοῦ βεβαίως. Τὰ αἴτια σᾶς τὰ εἶπον ὅλοι. Εἶναι ἡ τῆς διοικήσεως ἀτονία, τῶν διασκέψεων αἱ παρελκύσεις, τῶν συζητήσεων ἡ ἕνεκα ἀτελοῦς προδικασίας ἔκτασις, καὶ ἄλλα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θέλετε βελτιώσει διὰ προσθήκης δικαστῶν. Ἡ συζήτησις αὕτη εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἐν ὅλῃ τῇ λεπτομερείᾳ δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ λόγους τοῖς πᾶσι καταληπτοὺς, ἢ τοὺς ὁποίους, ὅσοι δὲν γνωρίζουσιν, αἰσθάνονται ἐν τοῖς κυριωτέροις αὐτῶν σημείοις, ἐφ’ ὧν ἡ Πολιτεία ὤφειλε νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα. Ἐν τῇ παρελθούσῃ συνεδριάσει ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, ὅπερ εἶχε σκοπόν τινα ὠφέλιμον. Ἴσως δὲν ἤρκει καὶ ἐκεῖνο μόνον, ἴσως τὸ μέτρον ἦτο ἀτελές. Ἀλλ’ ὅτι ἡ προσθήκη μελῶν δὲν θὰ ἄρῃ τὸ κακόν, μεθ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦτο νομίζω σχεδὸν βέβαιον. Ἔτι πρόσω χωρῶν, νομίζω, ὅτι ἡ προσθήκη πολλῶν μελῶν θέλει δυσχεράνει τὴν μέλλουσαν διαῤῥύθμισιν, ἥτις πολλαχόθεν ὑποδεικνύεται. Λέγων, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἔλλειψις ἀριθμοῦ δικαστῶν, ἥτις φέρει ματαίωσιν συνεδριάσεων καὶ μικρὸν ἀριθμὸν ἀποφάσεων, δὲν ἐννοῶ, ὅτι οὐδεμία πρέπει νὰ γένηται προσθήκη. Ἀφοῦ κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀνιδρύσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων καὶ τῆς διὰ δικηγόρων συμπληρώσεως τοῦ δικαστηρίου, ἐννοῶ, ὅτι, διὰ νὰ μὴ δυσχεραίνηται ἡ συγκρότησις τοῦ δικαστηρίου, ἕνεκα κωλυμάτων δικαστῶν, καὶ τῆς ἀρνήσεως τῶν δι’ ἄλλης ἐργασίας βεβαρημένων μελῶν τοῦ ἑτέρου τῶν τμημάτων; πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἔφεδρα μέλη πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν κωλυομένων· τοιαῦτα ὅμως θεωρῶ ἀρκοῦντα δύο μόνον. Ἡ μὴ ἐνημερότης τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου εἶναι νόσημα παλαιόν. Ἐν τῇ καταστάσει, ἣν κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εὑρίσκομεν τὴν βεβαίωσιν τούτου. Ἐξ αὐτῆς φαίνεται, ὅτι 7846 ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν κατὰ τὴν μέχρι τοῦ 1877 δεκατετραετίαν, καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον 7050 ἐνεγράφησαν ἀναιρέσεις· ἄρα ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις 796 πλείονες τῶν ἐγγραφεισῶν ἀναιρέσεων. Κατὰ τὴν δευτέραν δεκατετραετίαν ἐξεδόθησαν 6896 ἀποφάσεις, καὶ ἐνεγράφησαν 7593 ὑποθέσεις· ἄρα ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις 697 ὀλιγώτεραι τῶν ὑποθέσεων. Ἐνῷ λοιπὸν ἔδει νὰ καθυστερῇ ὁ Ἄρειος Πάγος κατὰ 700 ὑποθέσεις, καθυστερεῖ κατὰ δισχιλίας. Τοῦτο δ’ ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1863 ὑπῆρχε καθυστέρησις ἐν ταῖς ἀποφάσεσι τοῦ Ἀρείου Πάγου 1300 ὑποθέσεων, τουτέστιν ὑπῆρχε τότε καθυστέρησις πέντε ὁλοκλήρων ἐτῶν, ἐνῷ σήμερον εἶναι κατὰ ὀκτὼ ἔτη ἐν καθυστερήσει. Ἡ δὲ, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη, προσπάθεια τῆς πειραματικῆς διορθώσεως διὰ παρέδρων δικαστῶν ἔφερε τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἀπέτρεπε τὴν εἰς τὸ αὐτὸ μέσον προσφυγὴν, εἰς ὃ μ’ ὅλον τοῦτο πάλιν ζητεῖται ἡ θεραπεία. Ἐνῷ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν ἐδιπλασιάσθη, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων δὲν ἔφθασε τὸν τῆς προηγουμένης δεκατετραετίας. Καὶ δὲν θὰ λησμονήσητε, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι τοῦ 1877 πολλαὶ παρενέπεσαν πολιτικαὶ περιπέτειαι, αἵτινες ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐπηρεάζουσαι τὴν ἐργασίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐνῷ αἱ ἀπὸ τοῦ 1877 καὶ ἐντεῦθεν περιστάσεις δὲν παρέχουσιν ἀξιοσημείωτα διαλείμματα δικαιοστασίου. Ηὔξησε μὲν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγραφομένων κατ’ ἔτος ὑποθέσεων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἡ αὔξησις εἶναι μικρὰ, διότι δὲν ὑπερβαίνει τὰς τριάκοντα περίπου κατ’ ἔτος. Τώρα δὲν προσθέτω ἄλλο σημεῖον συγκρίσεως, διότι δὲν ἔχω τὰ στοιχεῖα. Ἔχω ἀριθμὸν ἀποφάσεων μόνον ἐκδοθεισῶν ἐν ὅλῳ. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀποφάσεων τούτων ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις ἐρήμην τῶν ἀναιρεσειόντων, ὁπότε ἀποῤῥίπτεται ἡ ἀναίρεσις ὡς ἀνυποστήρικτος· ἔχομεν ἀγωγὰς περὶ ἀνατροπῶν καὶ ἀποφάσεις οὐσίας ἐρήμην, ἃς κατὰ τὸ μέχρι τοῦ 1877 διάστημα δὲν εἴχομεν. Αἱ τοιαῦται ἀποφάσεις οὐδεμίαν ἐργασίαν ἀπαιτοῦσι, καὶ ἂν αὗται συγκριθῶσι πρὸς τὰς ἐρήμην τῶν ἀναιρεσειόντων τῆς πρώτης δεκατετραετίας, τότε θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἐλαττοῦται ἀκόμη ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἑκάστου μέλους ἐκδοθεισῶν ἐτησίως ἀποφάσεων, καὶ ἀλλοιοῦνται οὐσιωδῶς οἱ ὅροι τῆς συγκρίσεως, καὶ ἐνισχύεται τὸ ἀξίωμά μου, ὅτι ἡ προσθήκη δικαστῶν δὲν εἶναι ἀσφαλὴς ἐγγύησις, ὅτι θὰ ἐκδίδωνται πλείονες ἀποφάσεις, καὶ ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ ἐνημερότης. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἔχω μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἄλλοτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐθεώρησεν αὐτὴν ὡς μὴ ἀξιοπρεπῆ. Συνεζήτησα αὐτὴν κατόπιν μετὰ πολλῶν δικαστικῶν ἀνωτέρων, καὶ ἔτυχεν ἐγκρίσεως ὡς προσωρινὸν μέτρον πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς ἐνημερότητος. Βεβαίως ἔχει μειονεκτήματα ἡ γνώμη αὕτη, ἀλλ’ ἴσως αὐτὴ μόνη θὰ ἐπιφέρῃ τὴν τόσῳ ποθητὴν ταχεῖαν ἐκδίκασιν τῶν ἀναιρέσεων ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, ταχύτητα, ἧς ἄνευ ἐπιβλαβὴς μᾶλλον ἀποβαίνει ἡ διαδικασία τῆς ἀναιρέσεως. Βεβαίως, ἂν ζητῆτε πολλὴν ἐργασίαν ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ, δὲν πρέπει ν’ ἀπαιτήσητε ποιότητα ἐργασίας, ἴσην πρὸς τὴν βραδέως γιγνομένην· ἀλλ’ ἡ ποιότης τῆς ἐργασίας δὲν εἶναι μόνης τῆς βραδύτητος προϊὸν, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπιμελείας καὶ μελέτης τῶν ἐκδιδόντων τὰς ἀποφάσεις, καὶ πολλάκις ἡ βραδεῖα ἐργασία δὲν εἶναι ἐπιτυχής. Πλὴν προκειμένου περὶ τοῦ μεγάλου ἀγαθοῦ τῆς ἐνημερότητος, ἐὰν ὑπάρχῃ μικρά τις διαφορὰ τῆς ποιότητος, θὰ ἦναι αὕτη τόσον ἀσήμαντος, ἀπέναντι τῶν ἄλλων καλῶν, ὥστε ἡ τοιαύτη ἀντίῤῥησις φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἐν ἥσσονι λόγῳ. Λέγω τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τοὺς θέλοντας ν’ ἀντιλέξωσι, νὰ τὴν βασανίσωσι πρότερον, ὡς ἔπραξα ἐγὼ, νὰ τὴν συζητήσωσι μετ’ ἐκείνων, ὧν τὴν ἀξιοπρέπειαν, λέγουσί τινες κακῶς, ὅτι βλάπτει. Φρονῶ δηλονότι, ὅτι μεγάλως ὑπὲρ τῆς ἐπιδιωκομένης ἐνημερότητος θὰ συντελέσῃ, ἐὰν, ὁριζομένου ἐκ τῆς ἀναλογίας τοῦ παρελθόντος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποφάσεων τῶν παρ’ ἑκάστου τῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἐκδιδομένων ἀποφάσεων, μετὰ προσθήκης 10 ἢ 15, ἤτοι ὁριζομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρ’ ἑκάστου μέλους ἐκδιδομένων εἰς 50–55, προσδιορισθῇ, ὅτι διὰ τὰς πλέον τοῦ ἀριθμοῦ τούτου ἐκδιδομένας θέλει δοθῆ ἀμοιβὴ ἑκατὸν δραχμῶν κατ’ ἀπόφασιν,—διότι ἤδη ἑκάστη ἀπόφασις στοιχίζει εἰς τὸ Κράτος 310 δραχμὰς,—νὰ κανονισθῇ δὲ, ὥστε νὰ διανέμηται ἐξ ἴσου ἡ πρόσθετος ἐργασία εἰς ὅλους τοὺς Ἀρεοπαγίτας....
§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἐμπορικὴ ἰδέα.
§89ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐμπορεύονται ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅταν λαμβάνωσιν ἐξέταστρα παρὰ τῶν δικηγόρων;
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλο πρᾶγμα· αὐτὴ εἶναι ἐργασία πρόσθετος.
§91ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρόσθετον ἐργασίαν τάχα δὲν θέλετε νὰ τοῖς ἐπιβάλητε;
§92ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Εἶναι ἀναξιοπρεπές.
§93ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τοῦτο εἶπον καὶ ἄλλοι, ὡς σᾶς προεῖπον, ἀλλ’ εἶπον αὐτὸ πρὶν σταθμίσωσι τὴν ἰδέαν, ὡς καὶ σεῖς πράττετε τώρα. Ὑποβάλετε αὐτὴν εἰς τὴν κρίσιν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, εἰς τὴν κρίσιν ὅλων τῶν νομικῶν, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι δὲν εἶναι ἀναξιοπρεπὲς, ἂν τοῖς εἴπητε: ἐργάσθητε τὰς νύκτας σας καὶ τὰς ἑορτάς σας ἀποζημιούμενοι, διὰ νὰ καταστήσητε τὴν ἐργασίαν τοῦ δικαστηρίου ἐνήμερον.
§94ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν θὰ τὸ θεωρήσουν ἀναξιοπρεπὲς, ἀλλ’ ἡ ποιότης τῆς ἐργασίας θὰ ἦναι κακή.
§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἐργασίαν. Μία ὑπόθεσις δύναται νὰ ἦναι δυσκολωτέρα ἀπὸ ἑκατὸν ἄλλας ὑποθέσεις.
§96ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ταῦτα εἶπον... Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν φέρῃ τὴν ἐνημερότητα, φρονεῖτε, ὅτι ἡ προσθήκη τῶν παρέδρων καὶ τῶν τεσσάρων Ἀρεοπαγιτῶν θὰ φέρῃ αὐτήν; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπόσχεται τοῦτο, ἐνῷ συνάμα φοβοῦμαι, ὅτι ἡ τῶν παρέδρων σύμπραξις θὰ ἔχῃ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον φοβεῖσθε, τὸ κακὸν τῆς οὐχὶ καλῆς ποιότητος τῶν ἀποφάσεων. Οἱ πρὸ ἐμοῦ ὁμιλήσαντες εἶπον πολλὰ διὰ τοὺς παρέδρους, ὥστε δὲν θὰ προσθέσω τι λόγου ἄξιον. Καὶ ὅσοι ὅμως συνεβούλευσαν τῷ Ὑπουργείῳ τὴν προσθήκην αὐτῶν, ἐσκέφθησαν ἀπὸ δικηγορικῆς ὑπαγορεύσεως μᾶλλον ἢ ἀπὸ ἐπιβολῆς τῆς ὑπηρεσίας καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἑνότητος τῆς νομολογίας. Πολλάκις ἡ λύσις ζητήματος θέλει ἐξαρτηθῆ ἀπὸ τῆς ψήφου ἑνὸς παρέδρου, ὁ ὁποῖος, εἴτε διότι δὲν ἐπρόσεξεν, εἴτε διότι δὲν ἔλαβε μέρος εἰς ὅλας τὰς διασκέψεις, εἴτε διότι κακῶς ἐμελέτησε, θὰ λύῃ αὐτὸ κατὰ πρόχειρον κρίσιν. Καὶ ἂν λάβητε παρέδρους ἐκ καλῶν δικηγόρων, βεβαίως οὗτοι δὲν ἔχουσι καιρὸν νὰ μελετῶσι τὰ ζητήματα. Οὕτως, ἐνῷ φοβεῖσθε τὴν ἐκ τῆς τυχαίας ἐργασίας κακὴν ποιότητα τῶν ἀποφάσεων, δὲν φοβεῖσθε αὐτὴν ἐκ τῆς συμπράξεως τῶν ἀμελετήτων παρέδρων; Δὲν ἐξετάζω ἄλλους λόγους. Αὐτὸ μόνον μοὶ ἀρκεῖ, ἵνα κηρυχθῶ ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, καὶ βλέπετε, ὅτι μετ’ ἐμοῦ συντάσσονται καὶ ὅλοι, ὅσοι ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ ἐργασθέντες εἶδον ἐγγύθεν πολλὰ τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ θεσμοῦ, καὶ εἶπον, ὅτι πολλάκις εἶναι καὶ ἐπιβλαβὴς ἡ πρόσληψις παρέδρων. Ἀπό τινος χρόνου ἐν ταῖς ἀποφάσεσι τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀναγράφονται μειονοψηφίαι, ὅπερ εἶναι ἀναίρεσις τοῦ σκοποῦ τῆς ἀκυρωτικῆς διαδικασίας, τοῦ τῆς ἑνότητος τῆς νομολογίας. Ἡ τῆς μειονοψηφίας ἀναγραφή, μαρτυροῦσα τὴν διαφωνίαν, καὶ προδίδουσα, ὅτι δὲν ὑπάρχει σταθερὰ γνώμη ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἐνθαῤῥύνει τὰς εἰς αὐτὸν προσφυγὰς ἐπὶ ὁμοίου ζητήματος, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι διάφορος συγκρότησις θὰ φέρῃ ἐναντίαν λύσιν. Τὸ κακὸν τοῦτο φόβος εἶναι, μὴ διὰ τῶν παρέδρων ἀναβιβασθῇ εἰς σύστημα, καὶ ἐπέλθῃ ἡ αὔξησις τοῦ κακοῦ. Ἐὰν δὲ ἦναι ἀνάγκη καὶ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ λάβητε πρόνοιαν, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσθέσητε τακτικοὺς δικαστὰς τέσσαρας, ἀλλ’ ὅπως ἔχητε μίαν ἐξασφάλισιν πρόχειρον πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν τυχὸν κωλυομένων, ἵνα μὴ ματαιῶνται συνεδριάσεις, δύνασθε νὰ προσθέσητε, ὡς εἶπον, μόνον δύο. Διὰ τῆς προσθήκης τῶν τεσσάρων Ἀρεοπαγιτῶν καὶ τῶν παρέδρων ἐπιδιώκει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταρτίσῃ δύο τμήματα ἀκυρωτικά. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ σκοπὸς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι τὸ ἑνιαῖον τῆς νομολογίας, τοῦτο ἀκριβῶς, ἡ σύστασις δηλονότι τοῦ δευτέρου τμήματος, ἀντίκειται εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου· διότι δύο τμήματα δύνανται, διάφορον ἔχοντα ἐπὶ ζητημάτων γνώμην, νὰ ἐκδίδωσιν ἀποφάσεις ἀντιθέτως λυούσας τὸ αὐτὸ ζήτημα, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἀνατροπὴ τοῦ σκοποῦ τοῦ ἀκυρωτικοῦ δικαστηρίου καὶ πηγὴ καταχρήσεων· διότι θὰ ἐπιζητῆται παρ’ ἑκατέρου τῶν διαδίκων ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ τμῆμα, τὸ ἔχον τὴν εἰς αὐτὸν συμφέρουσαν γνώμην. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουσι τρία τμήματα, ἀλλὰ τρία τμήματα καθ’ ὅλου δικάζοντα, οὐχὶ τρία τμήματα κατὰ τὸν τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς τῶν δικῶν διακρινόμενα, ὡς παρ’ ἡμῖν μελετᾶται, ἤτοι τὸ ἓν νὰ δικάζῃ τὰς προτετιμημένας, καὶ τὸ ἄλλο τὰς ἐκ τοῦ πινακίου. Θέλετε πλείονα τμήματα; διατάξατε πλείονας συνεδριάσεις καθ’ ἑβδομάδα· ἀλλὰ τότε θὰ ἔχητε ἐκ τῆς ταχύτητος κακὴν ποιότητα. Ὅθεν μεγάλη κατ’ ἐμὲ ἡ προσθήκη τῶν τεσσάρων δικαστῶν, ἐπιβλαβὴς δὲ ἡ προσθήκη τῶν παρέδρων. Ἂν ὅμως θέλητε τμήματα δύο, τότε εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν ἐν τῇ τροπολογίᾳ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου διαδικασίαν, περὶ τῆς ἐν διαφωνίᾳ λύσεως τῆς ζητήματος ὑπὸ τῆς ὁλομελείας, ἀλλὰ καθ’ ὃν ἡ Πρωσσικὴ δικονομία ὁρίζει τρόπον, ἤτοι πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Βʹ τμήματος, καὶ οὐχὶ ὡς, ἀντιστρέψας ὁ κ. συνάδελφος τὰ ἐκεῖ νενομοθετημένα, προτείνει νὰ γίνηται, ἤτοι ἡ ὁλομέλεια νὰ καλῆται μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Βʹ τμήματος ἔκδοσιν τῆς ἐναντίας τῷ Αʹ τμήματι ἀποφάσεως, καὶ νὰ καλῆται οὐχὶ πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος ἀκαδημιακὴν, ἀλλὰ πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς δίκης. Ἡ γνώμη αὐτοῦ, ἡ ἐν τῇ τροπολογίᾳ, περὶ θεωρητικῆς λύσεως δὲν εἶναι δικανική, καὶ μεταβάλλει τὸν Ἄρειον Πάγον εἰς ἀποφθεγματικὴν Ἀκαδημίαν. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ δὲν θὰ ἦναι ὠφέλιμον τὸ νὰ προσθέσητε δικαστὰς καὶ παρέδρους, διὰ νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἐνημερότητα διὰ δύο ἀκυρωτικῶν τμημάτων, τρέχετε τὸν κίνδυνον νὰ καθιερώσητε συστήματα ἀνατρεπτικὰ τοῦ σκοποῦ τοῦ δικαστηρίου καὶ ἐναντία τῇ λογικῇ.
§97ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τί ἐννοεῖτε; τὴν καθ’ ὕλην διαίρεσιν;
§98ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὡρισμένα ζητήματα νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ ἓν τμῆμα, καὶ ὡρισμένα εἰς τὸ ἄλλο.
§99ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὰ ποινικά;
§100ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰ ποινικὰ εἶναι βεβαίως διάφορος ὕλη, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι δι’ αὐτὰ ἴδιον τμῆμα, τὸ τῶν ποινικῶν ἀναιρέσεων. Ἡ καθ’ ὕλην διαίρεσις δὲν ἔπρεπε νὰ σᾶς προξενήσῃ ἀπορίαν. Οὐδὲ ἐπρόκειτο νὰ παραδώσωμεν δικονομίαν.
§101ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁμιλεῖτε μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα....
§102ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑτέραν καθ’ ὕλην διαίρεσιν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κατορθώσητε. Σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ δηλώσητε, ἂν ὑπάρχῃ ἄλλη. Καὶ μήπως καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν συμβαίνει τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐδῶ;
§103ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι ὅσον ἐδῶ. Ἐκεῖ μετὰ ἔτη, ἐκ τῆς ἀλλαγῆς προσώπων καὶ κατόπιν νέων ἐπιστημονικῶν θεωριῶν, μετεβλήθη ἡ νομολογία. Ἀλλ’ ἐὰν θέλητε νὰ ὁμιλήσωμεν πάλιν περὶ δικονομίας, τότε νὰ δηλώσω ποίαν καθ’ ὕλην διαίρεσιν θεωρῶ δυνατήν. Ἀλλὰ θέλω ν’ ἀποφύγω τοιαύτην συζήτησιν, ἀπρόσφορον ἐν Κοινοβουλίῳ. Σεῖς προβλέπετε τὴν διάστασιν τῶν γνωμῶν τῶν δύο τμημάτων, καὶ ζητοῦντες τὴν λύσιν, διαγράφετε πρὸς τοῦτο διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἐν γένει φαίνεται προωρισμένη διὰ τὸ ἀπώτερον μέλλον. Διότι ὁρίζετε, ὅτι, ἂν καὶ ὅταν ἐπανέλθῃ τὸ αὐτὸ ζήτημα, καὶ ἂν τὸ δικάσον τμῆμα δὲν δεχθῇ τὴν γνώμην τῆς ὁλομελείας, ἥτις δύναται καὶ νὰ μὴ ἔχῃ λύσει τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ ἡ διαφωνία, (καθότι τὴν ὁλομέλειαν καλεῖ, ἂν θέλῃ, τις τῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἢ ὁ Εἰσαγγελεύς,) τότε νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν τὴν λύσιν. Βλέπετε, ὅτι μόνη ἡ ἰδέα τῶν δύο τμημάτων γεννᾷ ἀμέσως τὴν ἀνάγκην τῆς διορθώσεως τῶν ἐκ τῆς διαστάσεως προερχομένων ζητημάτων.
§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει πάντοτε, καὶ τότε δὲν ἔχομεν ἑνότητα νομολογίας.
§105ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἂν δὲν ἐλπίζητε νὰ ἔχητε ἑνότητα, τότε καταργήσατε τὸν Ἄρειον Πάγον· διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ, καὶ ἂν αὐτὴν δὲν πληροῖ, εἶναι ἐντελῶς ματαία ἡ ὕπαρξίς του.
§106Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὔτε νὰ φέρῃ, οὔτε ἔχει.
§107ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὅταν ἀναζητῶμεν τὰ αἴτια παθήσεώς τινος, δὲν ἀναζητοῦμεν ἢ τὴν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ. Αὐτὸ εἶναι βεβαίως μία εὔκολος λύσις, ἡ κατάργησις. Σᾶς ἐρωτῶ ὅμως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν δικαστήριον, ὅπερ νὰ συντηρῇ καὶ φέρῃ τὴν ἑνότητα; Τὴν ἀνάγκην οὐδεὶς ἀρνεῖται. Ἂν ὅμως ἀρνῆσθε αὐτήν, τότε, σᾶς εἶπον, καταργήσατε τὸν ἔχοντα σκοπὸν τὴν πλήρωσιν ἀνάγκης ἀνυπάρκτου. Ὅταν ἀκούω τὸν κ. Κωνσταντόπουλον λέγοντα, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἑνότης τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὅτι οὔτε διὰ τῆς τροπολογίας του ἐλπίζει ταύτην, τότε βλέπω, ὅτι ὁμιλοῦμεν εἰς τὸ κενόν· διότι, ἂν τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνηται, πρέπει νὰ ὁρισθῇ τὸ μέσον τῆς ἐπιτυχίας. Ἄλλως ὁ θεσμὸς εἶναι περίσσεια πολυτελὴς καὶ βλαβερά. Τὸν ἐρωτῶ: Διατὶ θέλει νὰ διατηρήσῃ αὐτόν; Θέλει τρίτον βαθμὸν οὐσίας; Τοῦτο ἐπίσης ἐπιβλαβὲς εἶναι καὶ ἀδύνατον. Βλέπετε, ὅτι, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ἐγώ, νὰ ὁμιλήσω ἀκριβῶς ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι τὸ ζήτημα τόσον ἐπικλινές, ὥστε κατηνέχθην εἰς γενικὴν ἐκδρομήν. Ἐπαναλαμβάνω: Τὰ μέρη τῆς νομοθεσίας, ὅσα ὅπως δήποτε προκαλοῦσι συζήτησιν τοιούτου εἴδους, πρέπει νὰ λύωνται πρὶν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Περιοριστέα ὅθεν ἡ νομοθετικὴ πρόνοια εἰς τὴν προσθήκην δύο μόνον μελῶν, διὰ νὰ ἔχητε τοὺς ἀναπληροῦντας, καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ, διὰ νὰ ἄρητε τὰ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν κωλύματα τῆς ἐργασίας αὐτῶν. Ἄν ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ πρὸ ἐμοῦ καταβὰς τοῦ βήματος κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, δυνηθῇ νὰ ἐκλείψῃ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ τις πάσχων ἔλλειψιν καθήκοντος, μὴ φοβῆσθε ματαίωσιν τῶν συνεδριάσεων, ἅμα ὑπάρχωσι τρεῖς, δυνάμενοι ν’ ἀναπληρώσωσι τοὺς τυχὸν κωλυομένους. Προσθέτοντες ἀκόμη δύο, θὰ ἔχωμεν δέκα ἑπτὰ, ὥστε νὰ μένωσι τρεῖς ἐπικουρικοὶ, ἵνα ἀναπληρῶσι τοὺς ἐλλείποντας. Τὸ τῆς ἑνότητος τῆς νομολογίας εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μελετηθῇ ἄλλως. Ὅταν ὁ Ἄρειος Πάγος, οὕτω συμπεπληρωμένος, κατορθώσῃ αὐτὸς μετὰ πεῖραν βραχεῖαν νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν πεφωτισμένου Προέδρου, τὰς ἐλλείψεις, ὅσων ἡ διόρθωσις ὑπόσχεται βελτίωσιν καὶ αὔξησιν τῆς ἐργασίας αὐτοῦ, τότε ἡ Βουλὴ, πιστεύω, προθύμως θὰ δώσῃ εἰς τὰ προταθησόμενα μέτρα τὸ κῦρος αὐτῆς. Τώρα αἱ διὰ προχείρων μέσων προτεινόμεναι διορθώσεις εἶναι ἀποκρουστέαι, καὶ ὅσαι τοιαῦται ἐγένοντο μέχρι τοῦδε, οὐδόλως ἢ ὀλίγον ὠφέλησαν. Μίαν ἄλλην συμπλήρωσιν τοῦ δικαστηρίου δύνασθε, ἂν δὲν προσθέσητε Ἀρεοπαγίτας, νὰ θεσπίσητε, τὴν δι’ Ἐφετῶν ἀναπλήρωσιν τῶν κωλυομένων Ἀρεοπαγιτῶν...
§108ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ δικάζωσι τὰς ἰδίας των ἀποφάσεις;
§109ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μὴ ἀναμιγνύεσθε ἐδῶ. Θὰ λαμβάνωνται Ἐφέται οὐχὶ ἐκ τῶν ἀπαρτιζόντων τὸ ἐκδόσαν τὴν προσβαλλομένην ἀπόφασιν Ἐφετεῖον... Διατὶ νὰ ἔχητε παρέδρους καὶ ὄχι Ἐφέτας; Οὗτοι εἶναι τακτικοὶ δικασταὶ καὶ τὸ πλεῖστον ὥριμοι διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Τινὲς φαίνονται μὴ ἀποδεχόμενοι τὴν πρότασιν. Φρονεῖτε, ὅτι δὲν θέλουσιν ἐργασθῆ οἱ Ἐφέται καλῶς; ἢ ὅτι κάλλιον αὐτῶν θὰ ἐργασθῶσιν οἱ πάρεδροι; Καὶ μήπως ἀπὸ τοῦ σώματος τῶν Ἐφετῶν δὲν θὰ λάβητε τοὺς Ἀρεοπαγίτας; Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι προθύμως οἱ Ἐφέται θὰ προσφέρωνται ν’ ἀναπληρῶσι τὰ κωλυόμενα μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἔχετε ἐδῶ δέκα πέντε Ἐφέτας, ἐξ ὧν δύνασθε νὰ ἔχητε εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν ἕνα, ὁ ὁποῖος νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὰς διασκέψεις. Καταλήγω λέγων, ὅτι δέχομαι τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ. Συνιστῶ τὴν ἀπὸ τοῦδε αὔξησιν καὶ τοῦ μισθοῦ τῶν Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν. Ἀποκρούω τοὺς παρέδρους. Δέχομαι νὰ διορισθῶσιν Ἀρεοπαγῖται, ἀλλὰ μόνον δύο, οὐχὶ δὲ τέσσαρες. Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι κατὰ τὸ ἥμισυ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν θέλω ἐπαναλάβει τὴν σύστασιν, ἵνα, ἀφοῦ λάβῃ τὴν ἄδειαν τοῦ διορισμοῦ τεσσάρων Ἀρεοπαγιτῶν, (τεσσάρων ἢ δύο μόνον) προσέξῃ κατὰ τὸν διορισμὸν αὐτῶν, εἰ δυνατὸν, νὰ ἀπεκδυθῇ ἐντελῶς πάσης μὴ ὑπηρεσιακῆς σκέψεως. Ν’ ἀποκρούσῃ ἰδίᾳ πᾶσαν ἐκ τῆς πολιτικῆς ἔνδειξιν ἢ ὑπαγόρευσιν ἢ ἐπιβολὴν κατὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως μὴ προσθέσῃ μίαν αἰτίαν ἐξασθενήσεως τοῦ δικαστηρίου ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου. Ἠξεύρω, ὅτι εἰς τὴν πολιτικὴν εἶναι δύσκολον ὁ ἄνθρωπος ν’ ἀπεκδυθῇ ἑαυτὸν ἐντελῶς. Ἤθελον τῷ εὐχηθῆ διὰ τοῦτο, εἰς τοὺς διορισμοὺς τούτους νὰ καταβάλῃ, εἰ δυνατὸν, ὑπεράνθρωπον προσπάθειαν, καὶ θέλει ἔχει, ἐλπίζω, πρὸς τοῦτο τὴν συνδρομὴν ὅλου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Λέγω εἰς αὐτὸν τοῦτο, προσθέτων, ὅτι ἡ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἀνάμιξις ἄλλων ἐλατηρίων, παρὰ τὸ τοῦ καθαροῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας, εἰς τὰ δικαστήρια βλάπτει μᾶλλον ἐκείνους, ὅσοι ἐνδίδουν εἰς τὰ ἐλατήρια ταῦτα, παρὰ τοὺς ἐναντίους αὐτῶν ἐν τῇ πολιτικῇ. Κακαὶ δικαστικαὶ συμπληρώσεις, ὅσον μέγα καὶ ἂν ᾖ τὸ ἐπιβάλλον πολιτικὸν συμφέρον, βλάπτουσι μᾶλλον ἀντὶ νὰ ὠφελῶσι τὸν συμπληροῦντα· ὠφελοῦσι πλειότερον ἐκεῖνον, ὃν σκοποῦσι νὰ βλάψωσιν.
§110ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί. Οἱ προαγορεύσαντες, φρονῶ ὅτι, ἢ δὲν ἐνόησαν τὴν θέσιν τοῦ κακοῦ, ποῦ ἔγκειται, ἢ ἐννοήσαντες ἀπέκρυψαν τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ θέσιν. Ἤρχισαν ἀπὸ τὰ ἄνω νὰ διορθώνωσιν, ἐνῷ ἡ βάσις ὅλων τῶν ἄλλων κατωτέρων δικαστηρίων εἶναι πλημμελής. Καταστήσατε, Κύριοι, τὰ πρωτοβάθμια καὶ δευτεροβάθμια δικαστήρια, ἤτοι τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ Ἐφετεῖα, ἱκανὰ νὰ λειτουργῶσι καὶ κατασταθῶσιν ἐνήμερα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστικῶν αὐτῶν καθηκόντων, καὶ εἶμαι ὑπερβέβαιος, ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ ἦναι πολὺ περιωρισμένη, ὅτι ἡ πληθώρα αὕτη τῶν ὑποθέσεων, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, δὲν θὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἤδη ἔφθασεν. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ διακρίνεται ἀδράνειά τις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι βεβαίως συγγνωστὴ, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δύναται αὕτη διὰ μέσων ἄλλων νὰ θεραπευθῇ, εἰμὴ ἐὰν ἐξευρεθῇ τρόπος κατάλληλος, ὥστε οἱ κ. κ. Ἀρεοπαγῖται νὰ μὴ σταυρόνωσι τὰς χεῖράς των καὶ καπνίζωσι τὰ τσιγαρέτα των καὶ γυρίζωσιν εἰς τὰς ἀγυιὰς τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ νὰ ἐργάζωνται. Ὁ λόγος δὲ ὁ σπουδαιότατος, ὃν προτάσσουσι, καὶ ἡ σπουδαία ἀφορμὴ, τὴν ὁποίαν παρουσιάζουν, εἶναι ὁμολογουμένως μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὸ γλίσχρον τῆς μισθοδοσίας των· ὄντως αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι περιβάλλουν τὴν κοινωνίαν, δὲν ἀφίνουν καὶ τούτους ἡσύχους νὰ ἐργασθῶσι, καὶ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἂν καὶ ἡ αὔξησις αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, κατ’ ἐμὲ, καὶ τούτου ἕνεκεν ἐγὼ, καίτοι ἐγνώριζον, ὅτι δυνάμει τοῦ Συντάγματος, ὡς Βουλευτὴς, δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τῆς χώρας, ἐν τούτοις τὴν 4 παρελθόντος μηνὸς Φεβρουαρίου ὑπέβαλον τοιαύτην, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, καὶ διὰ τῆς ὁποίας οἱ μισθοὶ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς μισθοὺς τῶν νομικῶν συμβούλων.
§111ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριοι, δὲν θὰ μακρηγορήσω, διότι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν προέτεινα δύο τινά: πρῶτον τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἐδαφίων τῶν ἀφορώντων εἰς τοὺς παρέδρους· καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατόπιν ἐκείνων, ὅσα ἐῤῥέθησαν ἀπὸ ὅλους τοὺς προαγορεύσαντας ἀξιοτίμους Βουλευτὰς, δὲν θὰ διστάσῃ νὰ ἀπαλείψῃ αὐτὰ, διότι εἶδε βεβαίως, ὅτι ἡ γνώμη ὅλων εἶναι ἐναντία τῆς ἐκ νέου συστάσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τῆς τροπολογίας μου, τὸ ἀφορῶν τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν καὶ τῶν λοιπῶν δικαστῶν, τῶν Ἐφετῶν δηλ. καὶ Πρωτοδικῶν, μοὶ ἐφάνη, ὅτι τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβαλεν, εἶναι ἡ μεγίστη αὔξησις τῆς δαπάνης, ἥτις ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὸ διπλάσιον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχον ὑποδείξει. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι, ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν λέγοντα, ὅτι ἡ αὔξησις θὰ ἀνέλθῃ εἰς 473,000 δραχμῶν, μοὶ ἐφάνη, ὅτι, ἐν τῇ παραζάλῃ τῶν ἀριθμῶν, τῶν ὁποίων τὰ ἑκατομμύρια ἀκούομεν καθ’ ἡμέραν, καὶ ἐγὼ ὑπέπεσα εἰς μέγιστον λάθος, καὶ ὅτε πρὸ ὀλίγου διεκόψαμεν τὴν συνεδρίασιν, ἔῤῥιψα ἐκ νέου ἓν βλέμμα εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου, διὰ νὰ ἴδω, πῶς ἠδυνήθην νὰ ὑποπέσω εἰς τόσῳ χονδροειδὲς λάθος, ἐπείσθην δὲ, ὅτι οἱ ὑπολογισμοί μου, βασιζόμενοι ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἀκριβεῖς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ δείξῃ σημείωσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστήριξε τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον προέβαλε. Λυποῦμαι, ὀφείλων νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν φίλον μου καὶ ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι οὐχὶ ἐγὼ, ἀλλ’ αὐτὸς εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀπάτῃ. Ἐὰν θελήσῃ νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα μὲ ὀλίγην προσοχὴν εἰς τὴν ἄθροισιν τῶν ὑπολογισμῶν του, θέλει ἴδει, ὅτι εἰς τὴν ἄθροισιν ταύτην ἔκαμεν ἓν μικρὸν λάθος, μόνον 200,000 δραχμῶν.
§112ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§113ΣΚΟΥΖΕΣ. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔκαμεν αἴσθησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ δαπάνη εἶναι μεγάλη, καὶ τὸ ὁποῖον ἔκαμεν αὐτὴν νὰ διστάσῃ ἐὰν πρέπῃ νὰ παραδεχθῇ τὴν προτεινομένην ταύτην αὔξησιν, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο καταπίπτει. Βλέπετε, ὅτι εἶναι τόσῳ μικρὰ ἡ προτεινομένη αὔξησις τῆς δαπάνης, ὥστε δύνασθε ἴσως νὰ τὴν παραδεχθῆτε ἀμέσως ἤδη· ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν ἀποφασίσητε ἤδη, τουλάχιστον ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, ὡς ὑπέδειξε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους;
§114ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀπαρτίζεται ἐκ τριῶν μερῶν· περὶ ἑκάστου τούτων ἐνόμισα σκόπιμον νὰ ἐκδηλώσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Τὸ πρῶτον μέρος πραγματεύεται περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, τὸ δεύτερον περὶ προσθήκης τεσσάρων Ἀρεοπαγιτῶν, καὶ τὸ τρίτον περὶ τῆς ἀνασυστάσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων. Ἐξετάζω ἓν ἕκαστον τῶν μερῶν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν πρώτοις πρόκειται περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Δὲν προτίθεμαι νὰ πολεμήσω τὴν ἰδέαν τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κακῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐξάνεται ὁ μισθὸς, κατὰ κακὸν δηλαδὴ τρόπον. Νομίζω προσέτι, ὅτι ὀλεθρία εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἐνῷ δὲν συναυξάνεται ἡ μισθοδοσία τῶν κατωτέρων δικαστῶν, ἤτοι τῶν Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν. Πολλοὶ ἐξετάζουσι τὸ πρᾶγμα ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν, καὶ εὑρίσκουσιν ἐλλόγως, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ αὐξηθῇ καὶ ὁ μισθὸς τῶν Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Εἶπον οἱ ἀγορεύσαντες, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκας οἱ Ἐφέται καὶ οἱ Πρωτοδίκαι, ὡς ἔχουσι καὶ οἱ Ἀρεοπαγῖται· καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, διότι, ἐπειδὴ ὁ μισθὸς εἶναι μικρότερος, κατὰ μείζονα λόγον ἔχουσιν οὗτοι μείζονας ἀνάγκας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ αὐξηθῇ μονομερῶς ὁ μισθὸς τῶν ἀνωτέρων δικαστῶν, εἶναι ἄλλος λόγος, πολὺ σπουδαιότερος. Τὸ κύριον προσὸν τοῦ δικαστοῦ εἶναι ἡ ἀνεξαρτησία· πρὸς ἐπιδίωξιν ταύτης ἀπαιτοῦνται βεβαίως κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον πολλαὶ καὶ διάφοροι ἐγγυήσεις. Ἐνόσῳ βεβαίως οἱ δικασταὶ διορίζονται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἔστω καὶ μεταξὺ τῶν ἐχόντων τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα προσόντα, ἐνόσῳ μετατίθενται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐνόσῳ ἀπολύονται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, — καὶ ἀπολύονται βεβαίως οὐχὶ οἱ κυρίως δικασταὶ, ἀλλ’ ἄλλοι δικαστικοὶ λειτουργοὶ, ἔχοντες μεγάλην σημασίαν καὶ σπουδαιότητα ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς δικαιοσύνης, οἱ Εἰσαγγελεῖς, — βεβαίως δὲν πρέπει νὰ περιμένητε βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν δικαστικῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον συντελεῖ εἰς τὴν διαφθορὰν τοῦ δικαστοῦ ἡ ἐλπὶς, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ ἐπιτυχίᾳ ἀνωτέρου βαθμοῦ νὰ ἐπιτύχῃ ὁ δικαστὴς καὶ ἀνώτερον ὑλικὸν κέρδος, ἀνωτέραν ὑλικὴν ὠφέλειαν. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν πρέπει νὰ ᾖναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἐπιζητῇ ὁ δικαστὴς τὴν προαγωγὴν αὑτοῦ χάριν τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ· διότι, ἐὰν ἐκ τούτου καὶ μόνου τοῦ λόγου ἐπιζητῇ τὴν προαγωγήν του, οἱονδήποτε σύστημα καὶ ἂν καθιερώσητε διορισμοῦ καὶ προβιβασμοῦ τῶν δικαστῶν, ἔστω καὶ παντελῶς ἀποκλειομένης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὡς ἐγὼ ἐπιθυμῶ, ἡ δικαστικὴ ἀνεξαρτησία εἶναι προβληματική. Ἐν Ἑλβετίᾳ, ὅπου ὑπάρχουσι πλεῖσται ὅσαι ἐγγυήσεις περὶ τὸν διορισμὸν καὶ προβιβασμὸν τῶν δικαστῶν, αἱ ὁποῖαι λείπουσι δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν, ὡρίσθη, πρὸς τελείαν ἐξασφάλισιν τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ δικαστοῦ, ὅτι Πρωτοδίκαι, Ἐφέται καὶ Ἀρεοπαγῖται λαμβάνουσι τὸν αὐτὸν μισθόν. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ αὐξήσωμεν τὸν μισθὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἐὰν δὲν συναυξήσωμεν καὶ τὸν μισθὸν τῶν ἄλλων δικαστῶν. Οὐχ ἧττον εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι πρόκειται νὰ ληφθῇ προσεχῶς πρόνοια περὶ τῆς ἀναλόγου αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας καὶ τῶν ἄλλων δικαστῶν, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη θέλει ὁπωσδήποτε ἐκβιάσει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἀναλόγου αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν ἄλλων δικαστῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα πταίει τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Στεφάνου, ὅστις εἶπεν, ὅτι εἶναι ἐναντίος τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ κατὰ χρονικὰ διαστήματα ὑπηρεσίας. Νομίζω τοὐναντίον, ὅτι πρέπει νὰ αὐξάνηται ὁ μισθὸς ἐν γένει τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ πρὸ πάντων τῶν δικαστικῶν, καθ’ ὡρισμένα ἔτη τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἐκεῖνος, ὅστις ὑπηρέτησε πολλὰ ἔτη, καὶ νομίζει ἑπομένως, καὶ δικαίως, ὅτι δικαιοῦται νὰ προβιβασθῇ, νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον ἐκεῖνο τὸ ὑλικὸν κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε προβιβαζόμενος. Ἑπομένως, τὸ ἐπ’ ἐμοί, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο διὰ τοὺς διοριζομένους Ἀρεοπαγίτας ἱκανὸς ὁ μισθὸς τῶν 500 δραχμῶν, ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ αὐξάνῃ κατὰ πενταετίαν, μέχρις οὗ ἀποτελεσθῇ τὸ ποσὸν τῶν 600. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Νομίζω ὅτι σμικρὰν συνδρομὴν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον διὰ τῆς προσθήκης καὶ ἄλλων Ἀρεοπαγιτῶν. Ἀνέκαθεν ἐπικρατεῖ ἐν Ἑλλάδι ἡ ἰδέα, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης ὑπαλλήλων ἐν παντὶ κλάδῳ ὑπηρεσίας βελτιοῦται ἡ ὑπηρεσία· καὶ ὅμως τὰ πράγματα πάντοτε ἀπέδειξαν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἐλαττωματικόν. Ἑκάστοτε αὐξάνομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ ἐν τούτοις ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία καρκινοβατεῖ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νομίζω ὅτι, ἀντὶ νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει, προτιμότερον εἶναι νὰ φροντίσωμεν, ὥστε νὰ καταρτίζηται, εἰ δυνατὸν, καταλληλότερον ἡ ὑπηρεσία· προκειμένου δὲ περὶ δικαστικῶν ἰδίως, νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἀσχοληθῶμεν συστηματικώτερον εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς νομοθεσίας ἡμῶν καὶ ἰδίως τῆς δικονομικῆς. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι, ἐὰν μεταῤῥυθμισθῶσι πολλαὶ διατάξεις δικονομικαὶ, καὶ ἰδίως αἱ περὶ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως, θὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποθέσεων εἰς τὸ ἥμισυ καὶ ἔτι πλέον, θὰ ἐκλίπῃ οὕτω μέγα μέρος ὑποθέσεων, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ γίνηται σκέψις περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, ὅπως κατορθωθῇ νὰ καταστῶσιν ἐνήμερα τὰ δικαστήρια. Ἔρχομαι καὶ εἰς τὸ τρίτον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς ἀνασυστάσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων. Ἐγὼ τάσσομαι μετὰ καὶ τῶν ἄλλων ἀγορευσάντων κατὰ τούτου, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Τὸ κύριον ἔργον τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἡ τήρησις τῆς ἑνότητος τῶν νόμων καὶ τῆς περὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν δικαστικῆς ὁμονοίας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν κατορθοῦται διότι ἐπιβάλλεται εἰς τὰ κατώτερα δικαστήρια ὑποχρεωτικῶς ὁ σεβασμὸς πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦτο κατορθοῦται, διότι ἡ ἐμβριθὴς λύσις τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ζητημάτων ὑπὸ δικαστῶν ἐξόχων ἐπιστημόνων,— τοῦτο ὑποτίθεται τοὐλάχιστον, — εἰδικῶς ἀσχοληθέντων περὶ τὴν μελέτην τῆς νομοθεσίας, χρησιμεύει ἠθικῶς ὡς πολύτιμος ὁδηγὸς τῶν κατωτέρων δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται ἑκάστοτε νὰ μετέχωσι πάρεδροι καὶ δικηγόροι, ἄλλοτε οἱ μὲν, ἄλλοτε οἱ δὲ, τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἀνεγνωρισμένη ἡ ἐπιστημονικὴ ἀξία, οἵτινες δύνανται νὰ διαφωνῶσι πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες, ἐπὶ πολλὰ ἔτη συνεργασθέντες καὶ συσκεφθέντες ἀλλήλοις, ἀπέκτησαν γνώμας ὡρισμένας, ἐπέρχεται ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον προσδοκῶμεν· ἐξουδετεροῦται ὁ κύριος σκοπὸς τῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου συστάσεως, δηλαδὴ ἡ τήρησις τῆς ἑνότητος τῶν νόμων. Ὁ Ἄρειος Πάγος ὀφείλει βεβαίως νὰ μεταβάλλῃ νομολογίαν, ὁσάκις ἐκ τῆς ἐνώπιον αὐτοῦ ἐπιστημονικῆς συζητήσεως, ἢ ἐκ τῆς τοῦ περιοδικοῦ τύπου συζητήσεως, ἢ καὶ ἐκ συγγραμμάτων πείθηται, ὅτι κακῶς ἐλύθησαν τὰ ζητήματα διὰ προηγουμένων αὐτοῦ ἀποφάσεων. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἥκιστα δύναται νὰ συντελέσῃ ἡ συμμετοχὴ τῶν ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ παρέδρων ἢ δικηγόρων, οἵτινες ἑκάστοτε εἶναι διάφοροι, καὶ οἵτινες, δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ποτὲ, ὅτι δύνανται νὰ ἐξισωθῶσι πρὸς τοὺς Ἀρεοπαγίτας κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν. Διὰ τοῦτο εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ πρώτου μέρους τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ περὶ μισθοῦ, ὑπὸ τὸν νοούμενον ὅρον, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις κατόπιν ἀνάλογος τῆς μισθοδοσίας καὶ τῶν ἄλλων δικαστικῶν λειτουργῶν, νὰ καταψηφίσω δὲ τὰ δύο τελευταῖα μέρη τοῦ νομοσχεδίου.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὀπισθοδρόμησις τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ, ἥτις ὑπηγόρευσε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ὀπισθοδρόμησις αὕτη, μετὰ τὰς γενομένας τὴν ἑσπέραν ταύτην συζητήσεις καὶ μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, ἀπεδείχθη ἀληθής. Εἷς τῶν ἀγορευσάντων πρὸ μικροῦ ἀνέφερεν, ὅτι κατὰ τὸ 1863, ἤτοι πρὸ 28 ἐνιαυτῶν, ὁ Ἄρειος Πάγος εἶχεν ὀπισθοδρομήσει κατὰ πέντε ἔτη, ὅτι δὲ ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι τοῦ 1890 ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἐβελτιώθη παντάπασι, διότι ἡ καθυστέρησις αὕτη ηὔξησε περὶ τὰ τρία ἀκόμη ἔτη, ὥστε κατὰ τὸ 1890 ἀνῆλθεν εἰς 8. Εἶναι περιττὸν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς ὅ,τι ἕκαστος ἡμῶν γνωρίζει, τινὰ δὲ τῶν μελῶν κάλλιον παντὸς ἄλλου: ὅτι μεγίστη ἀρετὴ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης εἶναι οὐ μόνον ἡ εὐθηνία, ἤτοι τὸ ὀλίγον ἔξοδον, ἀλλ’ ἰδίως ἡ ταχύτης· ἐὰν δὲ τοσαῦτα πρέπῃ νὰ παρέλθωσιν ἔτη, διὰ νὰ δυνηθῶσιν οἱ διάδικοι νὰ μάθωσι τέλος πάντων, πότερος ἔχει δίκαιον, καὶ ἂν αἱ ἀξιώσεις αὐτῶν ὑποστηρίζωνται ὑπὸ τοῦ νόμου, βεβαίως πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν πάντες, ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν ἀπονέμεται. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀφορμὴ, ἥτις ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι ἀφορμὴ ἀληθὴς καὶ ὁμολογουμένη ὑπὸ πάντων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετὰ γνώμας, τὰς ὁποίας ἤκουσε παρὰ διαφόρων ἀσχολουμένων εἰς τὴν ὕλην ταύτην, συνελθόντων ἐν ἐπιτροπῇ, ἐπρότεινε διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν τρία μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν, ὡς δυνάμενα νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν περιστολὴν καὶ ἴσως εἰς τὴν ὁλοτελῆ ἄρσιν τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνυπάρχει ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προτείνει, ὅτι ἡ προσθήκη τεσσάρων ἔτι τακτικῶν δικαστῶν δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον προτίθεται, καὶ ὅτι ἀναγκαῖον ἀποβαίνει νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ τὴν συνδρομὴν ἐπικούρων δικαστῶν, δι’ ὃ προτείνει τὴν προσθήκην ἓξ παρέδρων· εὑρίσκει δὲ, ὅτι καὶ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἀναπόφευκτος. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐγένετο λόγος, καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠγόρευσαν διαπρεπῆ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, καί τινα μὲν ἀντέταξαν ἄρνησιν τῶν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένων μέτρων, σχεδὸν ἀπόλυτον· λέγω σχεδὸν ἀπόλυτον, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, δι’ ὧν εἶπεν, ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδὲν τῶν μέτρων τῶν προτεινομένων συντελεῖ εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Ἀνεζήτησε δὲ ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς λειτουργίας τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τὰς διαφόρους αἰτίας, αἵτινες παρήγαγον τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ γενομένη κατὰ τὸ 1877 προσθήκη τακτικῶν δικαστῶν Ἀρεοπαγιτῶν οὐδόλως ὠφέλησεν. Οὕτω δὲ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν οὐδαμόθεν θεραπείαν τοῦ κακοῦ ἢ ἐν τῇ συναισθήσει, τὴν ὁποίαν ἕκαστον μέλος τοῦ Ἀρείου Πάγου πρέπει νὰ ἀποκτήσῃ, τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει. Τὴν αἰτίαν τοῦ κακοῦ ἀνεὗρεν ἐν τῇ ἐλλείψει συναισθήσεως τοῦ καθήκοντος, καὶ ἐν τῇ ἐλλείψει τῆς ἐπιβλέψεως, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι ὥρισαν, καὶ ἥτις σκοπεῖ νὰ ἀναμιμνήσκῃ εἰς ἕκαστον τὸ καθῆκον τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενον. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ὅστις καὶ δικανικὸς εἶναι καὶ περὶ τοὺς νόμους ἐντριβὴς, οὐδὲν πρέπει νὰ πράξωμεν, ἀλλὰ μόνον νὰ ἀσχοληθῶμεν, ἵνα καταστήσωμεν ἄγρυπνον καὶ ζωηρὰν τὴν ἐπίβλεψιν ἐπὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τῶν δικαστῶν, καὶ προσέτι νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος. Ὥστε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἀντέταξεν ἀπόλυτον ἄρνησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος δὲν ἀντέταξεν ἀπόλυτον ἄρνησιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν πολλοῖς χωρίοις τοῦ λόγου του ἠδύνατό τις νὰ διΐδῃ τοιαύτην προαίρεσιν, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται συγκαταβατικώτερος, διότι ἐπὶ τέλους ἔστερξεν εἰς αὔξησίν τινα τοῦ μισθοῦ καὶ εἰς τὴν προσθήκην δύο μόνον δικαστῶν καὶ ἄλλην τινὰ γνώμην. Πλὴν τούτων ἔλαβον τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Ἀμφότεροι ἐξήτασαν τὰς διατάξεις καὶ ἐπήνεγκον γνώμην, δὲν ἀντέταξαν δὲ ἄρνησιν ἀπόλυτον. Αἱ συζητήσεις, αἱ γενόμεναι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, μετέδωκαν πολὺ φῶς. Ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος, τῆς σχετιζομένης πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ, δύναμαι νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν παρατήρησιν, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται βάσιμος. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν, ἀντὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ, μοὶ φαίνεται ἀνάρμοστον εἰς τὴν ἀνωτάτην τάξιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἐὰν ἤθελεν εἶσθαι ἀληθὴς ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου προέβαλεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν ὡς αἰτίαν τοῦ κακοῦ τὴν ἔλλειψιν τῆς συναισθήσεως τοῦ καθήκοντος, ὑποθέτω, ὅτι ἐλάχιστον πρέπει νὰ ἔχωμεν θάῤῥος περὶ τὴν βελτίωσιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἂν δὲ ἀποδεχθῶμεν καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίου, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐμπνεύσωμεν τὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ζῆλον διὰ τῆς χρηματικῆς ἀμοιβῆς ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τῆς ἐργασίας, τότε πρέπει νὰ αὐξήσῃ ἡ ἀποθάῤῥυνσις ἡμῶν ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἐγὼ δὲν σκοπῶ νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ παρελθόντος· ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐπίβλεψιν τῶν δικαστηρίων δὲν ἐνήσκησαν εὐσυνειδήτως τὴν ἑαυτῶν λειτουργίαν, ἐὰν δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ἐὰν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης τὰ δικαστήρια δὲν εἰργάσθησαν, ἢ ἐὰν δὲν εἶχον τὴν συνείδησιν τοῦ καθήκοντος, πάντα ταῦτα εἶναι γνῶμαι, τῶν ὁποίων ἡ ἔρευνα δὲν μᾶς ἄγει εἰς ἀποτέλεσμα. Καὶ ἡ μὲν μὴ ἐπιτήρησις τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος καὶ ἡ ἐκβίασις τῶν ἀμελούντων εἰς τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν συνετέλεσε κυρίως εἰς τὸ ὑπάρχον ἄτοπον, —καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λαρίσσης,—γνωρίζω μάλιστα, ὅτι, καὶ ὁσάκις ἐνισχύθη ἡ ἐπίβλεψις ὑπ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι ἔταξαν πρὸς τοῦτο, αἱ προσπάθειαι αὗται δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι κύρωσιν, τὰ δὲ δικαστικὰ συμβούλια δὲν ἀπεδέχθησαν τὴν γνώμην αὐτῶν. Ἐπιτήρησις δὲ ἄνευ κυρώσεως εἶναι ματαία κατάστασις, ἥτις κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, καθότι μειοῖ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἀρχῆς. Ἐπίσης δὲν πιστεύω, ὅτι παντελὴς ἔλλειψις τῆς συναισθήσεως τοῦ καθήκοντος παρήγαγε τὸ κακόν· μοὶ φαίνεται μάλιστα, ὅτι, καὶ ἐὰν ἡ ἔλλειψις τῆς συναισθήσεως τοῦ καθήκοντος κατεδηλώθη ἔν τισι τῶν μελῶν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, οὐδὲ πρέπει, οὐδ’ ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐγκολάψωμεν τὴν πλημμέλειαν ταύτην ἐπὶ τοῦ μετώπου ὅλων τῶν λειτουργῶν τῆς Θέμιδος. Ὡς λοιπὸν δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ὅστις ἀπέδωκε τὸ ὑπάρχον κακὸν εἰς τὴν ἔλλειψιν τῆς συνειδήσεως τοῦ καθήκοντος καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐπιτηρήσεως, δὲν παραδέχομαι καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας, ὅτι μόνον διὰ χρηματικῆς ἀμοιβῆς, παρεχομένης εἰς τὸ ποσὸν τῆς προσθέτου ἐργασίας, ὅτι μόνον διὰ τοῦ μέσου τούτου δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν μείωσιν ἢ τὴν ἄρσιν τοῦ ἀτόπου τοῦ ὑφισταμένου. Ἀφ’ ἑτέρου μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ ποσὰ τῶν μισθῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσι προσδιορισθῆ, καὶ τὰ ὁποῖα τυγχάνουσι προσδιωρισμένα ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὅλων τῶν βαθμῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰσὶν ἐντελῶς δυσανάλογα πρὸς τὴν λειτουργίαν, ἥτις εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς αὐτούς· ἰδίως δὲ μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν Ἀθήναις ἑδρεύουσι, καὶ τὰ ὁποῖα, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας, τὴν ὁποίαν ἄγουσιν, ὑποτίθεται ὅτι εἶναι περιβεβλημένα μὲ οἰκογενειακὰ βάρη, καθ’ ὅλον τὸν μέχρι τοῦδε χρόνον θὰ διῆλθον διὰ μεγάλων στερήσεων, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ οἰκονομῶσι τὰς βιωτικὰς αὐτῶν ἀνάγκας. Διὰ τοῦτο ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν μοὶ φαίνεται, ὅτι βεβαίως θέλει ἀποδειχθῆ ὡς μέτρον συντελεστικὸν, διότι θέλει μειώσει τὰς μερίμνας καὶ τὰς ἀνησυχίας, αἵτινες βασανίζουσι τὰ μέλη τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, ὅταν περιΐστανται εἰς ἀπορίαν, πῶς θέλουσιν ἐπαρκέσει εἰς τὰς βιωτικὰς αὐτῶν ἀνάγκας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀρνηθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν τινὲς προέβαλον, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιψηφίσῃ αὔξησιν τοῦ μισθοῦ μόνον τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐγκρίνῃ αὔξησιν τοῦ μισθοῦ ὅλων τῶν δικαστῶν, ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη θέλει ἔχει βεβαίως κακὸν ἀποτέλεσμα, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις εἶναι παρεσκευασμένη, ἵνα προβάλῃ τοιαύτην πρότασιν καὶ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν, οὐδὲ ἡ Βουλὴ, ὑποθέτω, θέλει στέρξει νὰ προσθέσῃ διὰ μιᾶς δύο ἢ τρεῖς ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ποῖαι ἄλλαι σκέψεις συνεδέθησαν μετὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης τῶν ἐξόδων, ὅπως μὴ ἀποβῇ ἐπαισθητὴ εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελε μείνει ἄνευ ἀποτελέσματος ἡ περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου πρότασις, ἤθελεν ἐπέλθει τὸ ἀδίκημα, ὅτι δὲν ἤθελε παρασχεθῆ οὔτε εἰς τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου ἡ ἐπικουρία αὕτη, ἡ ὁποία κρίνεται συντελοῦσα εἰς μείωσιν τοῦ καταδειχθέντος κακοῦ, ὡς ἐγκειμένου εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου. Ἀλλ’ ὅσοι φρονοῦσιν, ὅτι δὲν πρέπει εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ μισθοῦ νὰ ὑπάρχῃ ἀνισότης ὡς πρὸς τοὺς μισθοὺς τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου ἐν παραβολῇ πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν μελῶν τῶν ἄλλων δικαστηρίων, ὅσοι λέγω, εὐλόγως τοῦτο ἰσχυρίζονται, ὑποθέτω ὅτι δὲν θέλουσιν ἀρνηθῆ νὰ δώσωσι ψῆφον καὶ ὑπὲρ μόνης τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀφοῦ καὶ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, καὶ ἐγὼ σπεύδω ν’ ἀνακοινώσω εἰς αὐτὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει παραλίπει, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου μετὰ πάσης φροντίδος, ὅπως δυνηθῇ κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς ν’ ἀπασχολήσῃ ταύτην διὰ προτάσεως τοιαύτης αὐξήσεως. Ὅσα εἶχον νὰ εἴπω περὶ τοῦ ἑνὸς τῶν τριῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προταθέντων μέτρων, εἶπον, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρατείνω ἐπὶ πλέον τὸν λόγον. Ὅθεν μεταφέρω τὰς μελέτας μου ἐπὶ τῶν ἄλλων δύο μέτρων. Ἐγὼ ἀρχῆθεν δὲν εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι τὸ σύστημα τῶν παρέδρων, ἢ, διὰ νὰ εἴπω κάλλιον, ὅτι τὸ σύστημα τῶν ἐπικούρων δικαστῶν, λειτουργοῦν διὰ τῶν παρέδρων, ἠδύνατο νὰ γένηται ἀποδεκτὸν ἀκινδύνως. Ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις καὶ οὗτος εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην, ἀκολουθῶν ἴσως τὴν γνώμην σεβαστοῦ προσώπου, ἠναγκάσθη νὰ ἀποδεχθῇ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπρότεινεν, ἐκ τῆς μεγάλης ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν ἠσθάνετο, ἵνα ἄρῃ ἓν τῶν αἰτίων, ἕνεκα τῶν ὁποίων μειοῦνται τοσοῦτον τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ αἰτία δὲ αὕτη ἦτο ἡ ματαίωσις τῶν συνεδριάσεων, ἥτις συνέβη ὄχι ἅπαξ, ὄχι δὶς, ἀλλὰ πολλάκις, ἕνεκα τῆς ἀπουσίας δικαστοῦ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ δικαστηρίου. Ἀλλὰ καὶ αἱ συζητήσεις, αἱ γενόμεναι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, μοὶ ἐκράτυναν ἐπὶ μᾶλλον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀρχῆθεν εἶχον,—καὶ εἶχον τὴν γνώμην ταύτην ἀπὸ τοῦ 1877, ὅτε ὁ προσφιλής μου συγγενὴς, ὅστις διηύθυνε τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἠσχολήθη περὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ μέτρου τούτου, καὶ ἐπρότεινε τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ἀληθῶς δὲν πρέπει τις νὰ προσδοκᾷ ἀπὸ τοὺς δικαστικοὺς παρέδρους ἐργασίαν· τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προσδοκᾷ, εἶναι ἡ παρουσία αὐτῶν κατὰ τὰς συνεδριάσεις· ἀλλ’ ἡ παρουσία αὐτῶν κατὰ τὰς συνεδριάσεις δὲν ἐπαρκεῖ, ἵνα ἐμποιήσῃ ἀκλόνητον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχουσιν ὅλαι αἱ ποθηταὶ ἐγγυήσεις εἰς τὴν ἀπονομὴν ἀληθοῦς δικαιοσύνης. Ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἠρκεῖτο καὶ εἰς τοῦτο μόνον, εἰς τὴν παρουσίαν τῶν παρέδρων, διότι ἐπόθει νὰ μὴ καταστήσῃ δυνατὸν νὰ ματαιῶνται πλέον αἱ συνεδριάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ τὸν πόθον τοῦτον εὑρίσκω ἀληθῶς εὔλογον· ἀλλ’ οἱ κίνδυνοι, οἵτινες δύνανται νὰ προκύψωσιν, ἐὰν προσφύγωμεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο τῆς προσθήκης τῶν παρέδρων, ἐλπίζω, ὅτι ἔπεισαν καὶ αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ προσθήκη παρέδρων εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι καὶ ἡ τρίτη γνώμη, ἡ περὶ προσθήκης τεσσάρων Ἀρεοπαγιτῶν, ἐνεποίησε δισταγμούς τινας εἰς ἕνα τῶν ῥητόρων κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, διότι κατέληξε τὸν λόγον, συνιστῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀνυψωθῇ, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, μέχρι τῶν νεφῶν, νὰ παραιτήσῃ πᾶσαν τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν αὑτοῦ, ἵνα μὴ διακινδυνεύσῃ ἡ ἐκλογὴ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου μέλλει ν’ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸν ἡ Βουλή. Δὲν γνωρίζω, ποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας ἔχει γνώμην περὶ τῶν προσώπων τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ βεβαίως ἐγνώριζον, ὅτι δὲν ἐνεπνεύσαμεν εἰς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς ἠρνήθη διαῤῥήδην τὴν ὑποστήριξιν αὑτοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἄρνησις τῆς ὑποστηρίξεως δὲν ἤρκει νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς αὐτὸν δυσπιστίαν περὶ τῆς χρηστότητος ἡμῶν, διότι ὁ παρεληλυθὼς βίος ἡμῶν δὲν ἔδωκεν εἰς αὐτὸν ἀφορμὴν πρὸς τοῦτο. Οἱ καλούμενοι νὰ μεριμνήσωσιν, ἵνα ἄρωσι κακὸν, τὸ ὁποῖον λυμαίνεται τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ 28 ἐτῶν, κατὰ τὰς στατιστικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀνέγνων οἱ ἀγορεύσαντες τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, οἱ θαῤῥήσαντες δὲ νὰ προτείνωσιν ὡς μέτρα δυνάμενα νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν περιστολὴν τοῦ κακοῦ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπροτάθησαν, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ προσθήκη Ἀρεοπαγιτῶν, βεβαίως ἤθελον ἀρνηθῆ τὴν ἀγάπην, ἣν ἕκαστος ἄνθρωπος ἔχει πρὸς ἑαυτὸν, ἐὰν ἤθελον διὰ τῆς ἐκλογῆς αὑτῶν συντελέσῃ, ἵνα ἀποτύχωσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρὸς τοῦτο ἐπρότειναν. Ὅταν δὲ πρόκηται περὶ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τῆς πατρίδος ἡμῶν, εἰς οὐδένα τῶν συναδέλφων ἐμοῦ ἀποδίδω, ὅτι ἤθελε ζητήσει νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ δικαιώματος τοῦ γνωμοδοτεῖν περὶ διορισμοῦ, ἵνα προσπορίσηται εὐτελέστατον καὶ οἰκτρὸν κέρδος. Οἱ λόγοι ὅμως οὗτοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας δὲν ἐπηρεάζουσιν ἡμᾶς, ἵνα ἀποδεχθῶμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν, ἕνεκα τῶν εἰρημένων λόγων, ἐπρότεινεν, ὅπως ἀντὶ τεσσάρων μόνον δύο προστεθῶσιν Ἀρεοπαγῖται. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν οὗτος ἀνεκοίνωσεν, ἦτο ὅτι ἀπεδέξατο τὴν προσθήκην δύο μόνον Ἀρεοπαγιτῶν, διότι ἐπόθει νὰ μειώσῃ, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ διὰ τῆς προσθήκης τεσσάρων Ἀρεοπαγιτῶν, καὶ τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἤθελον προκύψει, ἂν ἀνίκανοι ἢ μὴ χρηστοὶ προσετίθεντο τέσσαρες ἔτι δικασταὶ εἰς τὸ ἀνώτατον δικαστήριον. Ἄλλος ὅμως λόγος ἐπηρεάζει ἡμᾶς, διότι κρίνομεν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν, ὅτι θέλομεν φθάσει βεβαίως εἰς τὸ ποθητὸν τοῖς πᾶσιν ἀποτέλεσμα, ἤτοι εἰς τὸ νὰ καταστήσωμεν ταχέως ἐνήμερον τὸν Ἄρειον Πάγον διὰ μόνης τῆς προσθήκης τῶν τεσσάρων Ἀρεοπαγιτῶν, καὶ ὅτι, ἀφοῦ κατ’ ἀνάγκην πλὴν τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἡ μελέτη, ὅπως ἐξεύρωμεν μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ καταστήσωμεν δυνατὴν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ πόθου τούτου ἐντὸς χρόνου ὄχι μακροῦ, ἐσκέφθημεν, ὅτι προσήκει νὰ ἀρκεσθῶμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν μίαν κατὰ πᾶσαν ἑβδομάδα συνεδρίασιν ἑκατέρων τῶν τμημάτων τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν συνεδρίασιν δὲ ταύτην ἐξασφαλίζομεν, ἐὰν ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν προσθήκην μόνον δύο μελῶν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἐξυφάνει καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, ἐσκόπει νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς, ὄχι μετὰ μακρὸν χρόνον, εἰς τὴν κατάστασιν, καθ’ ἣν ὁ Ἄρειος Πάγος ἤθελε κατασταθῆ ἐνήμερος εἰς τὰς ἐργασίας αὑτοῦ. Ὁ κ. Ζαΐμης ἤλπιζεν, ὅτι ἡ προσθήκη τεσσάρων Ἀρεοπαγιτῶν, ἢ προσθήκη ἓξ ἐπικούρων δικαστῶν, συνδυαζομένη μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ, ἤθελεν ἀγάγει ἡμᾶς εἰς τὸ εὐχάριστον τοῦτο ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ σύστημα τῆς προσφυγῆς εἰς ἐπικούρους δικαστὰς, παρέδρους, ὡμολογήθη ἐπικίνδυνον, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν, ἡ προσδοκία ἡμῶν, ὅτι διὰ τῶν ὑπολοίπων μέτρων τοῦ νομοσχεδίου θέλομεν φθάσει εἰς τὸ νὰ καταστήσωμεν ἐντὸς ὄχι μακροῦ χρόνου ἐνήμερον τὸν Ἄρειον Πάγον, δὲν εἶναι βεβαίως πραγματική. Διὰ τοῦτο ἐσκέφθημεν, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὰς προσπαθείας μας, ἵνα μειώσωμεν τὰς καθυστερήσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ εἰς τοῦτο δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θὰ φθάσωμεν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ διὰ τῆς προσθήκης μόνον δύο Ἀρεοπαγιτῶν. Ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ χρόνου τούτου μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ θέλει συνέλθει αὖθις εἰς δευτέραν σύνοδον, ὑπολείπεται διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θέλουσιν αὖθις συζητηθῆ καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν τοῖς κύκλοις τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες δύνανται νὰ ἀσχολῶνται περὶ ταῦτα, καὶ νὰ ἔχωσι γνώμην ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὰ μέσα, δι’ ὧν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τοῦ ὅλου σκοποῦ, ὅστις ὡδήγησεν ἡμᾶς εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νομοσχεδίου· ἐὰν δὲ ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ συγκεντρώσωμεν ὄχι μόνον φῶτα, ἀλλὰ καὶ προτάσεις, αἵτινες ἤθελον κριθῆ ὡς ἔχουσαι μεγάλην πιθανότητα νὰ μᾶς ἀγάγωσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, δὲν θέλομεν παραλίπει κατὰ τὸν Ὀκτώβριον νὰ προβάλωμεν τὰς προτάσεις ταύτας εἰς τὴν Βουλήν.
§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ διὰ μακρῶν ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ ἡ μήκυνσις τῆς συζητήσεως καὶ ὁ κάματος, τὸν ὁποῖον βεβαίως τοιαύτην ὥραν αἰσθάνεται ἡ Βουλὴ, ἐπὶ τέλους δὲ καὶ ἡ ἀνακεφαλαίωσις, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν, μὲ ἔπεισαν, ὅτι, ὅσα εἶχον νὰ εἴπω, δύνανται τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀζημίως νὰ παραλειφθῶσι, καὶ ὅτι δύναμαι νὰ ἀρκεσθῶ καὶ ἐγὼ εἰς βραχεῖάν τινα ἀνακεφαλαίωσιν, ἥτις θέλει δείξει ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφθάσαμεν μετὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἑσπέρας ταύτης. Ἡ συζήτησις ἡ μακρὰ τῆς ἑσπέρας ταύτης μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐχὶ μόνον δὲν ὑπῆρξεν ἐλλιπὴς καρπῶν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ὑπῆρξε γονιμωτάτη καὶ καρποφόρος, διότι ἔθηκε τὰς χεῖρας ἡμῶν ἐπὶ τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας μετὰ θάῤῥους ὁμολογουμένως πάντες οἱ προαγορεύσαντες ἤνοιξαν πρὸ τῶν ὀμμάτων τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοῦ. Διότι πληγὴ εἶναι ἀληθῶς ἡ κατάστασις τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, ἣν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν παρατηροῦμεν ὑφισταμένην, πληγὴ ἀληθῶς, ἥτις φέρει ζημίας ἀνυπολογίστους εἰς τοὺς ἔχοντας συμφέρον, τοὺς κατ’ ἀνάγκην πλησιάζοντας εἰς τὰ δικαστήρια πολίτας, καὶ ἑπομένως καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Πολιτείαν. Ἤνοιξαν ἀληθῶς τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν ἐπὶ τὰς πληγὰς ταύτας, καὶ προεκάλεσαν τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἔρευναν περὶ τῆς δεούσης θεραπείας· διαρκούσης δὲ τῆς ἐξετάσεως, ἐφθάσαμεν ν’ ἀκούσωμεν τὴν κραυγὴν ἐκείνην τῆς εἰλικρινείας, ἥτις μοιραίως ἔδει νὰ ἐξενεχθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐνταῦθα, ἀφοῦ ἐξητάσθη διὰ μακρῶν καὶ διὰ πάσης ἐλευθερίας τὸ ζήτημα, ἠκούσαμεν τὴν κραυγὴν τῆς ἀληθείας, ἥτις ῥηχθεῖσα ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου καὶ ἐξελθοῦσα ἐκ τοῦ στόματος τοῦ Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἠρώτα, ἂν δὲν ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ συσκεφθῶμεν περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Βεβαίως ἡ συζήτησις ἀπόψε δὲν θὰ ἦναι αὕτη, διότι, ὅσῳ καὶ ἂν ἦναι ἀλήθεια, κατ’ ἐμὲ ἀκαταμάχητος, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι πρόληψις, τὴν ὁποίαν τάχιον ἢ βράδιον ὀφείλομεν ν’ ἀποκόψωμεν, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔφθασεν οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ἡ κοινωνία νὰ ἔχῃ ὥριμον τὴν γνώμην, ὥστε νὰ ἐπιληφθῇ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος. Εἶναι ὅμως κέρδος, ὅτι ἐτέθη ὁ πρῶτος σταθμὸς,—διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ τρόποι τῆς θεραπείας, τοὺς ὁποίους ἐπεζητήσαμεν, καὶ οἵτινες, ὅσον καὶ ἂν μετεβλήθησαν ἐπὶ τὸ λυσιτελέστερον διὰ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν θὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς θεραπείαν τοῦ κακοῦ,—καὶ ὅτι θέλει ταχέως, τάχιστα, ἐπανέλθει τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τούτων, καὶ ὅτι μοιραίως θέλομεν ἀπολήξει εἰς τὴν ἀποκοπὴν θεσμοῦ περιττοῦ.
§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ....
§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἔφθασα, μετὰ μακρὰν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος καὶ ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ ἀναστραφεὶς καὶ ἰδὼν ἐκ τοῦ πλησίον τὰς ἐλλείψεις καὶ τὰς ἀνάγκας, καὶ μετέπειτα ὡς πολιτευόμενος μελετήσας τὰ κατ’ αὐτὸν, ἔφθασα εἰς τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι σῶμα περιττὸν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ, ὅτι ἐκληρονομήθη ὑφ’ ἡμῶν θεσμὸς, ὅστις ἐνταῦθα ἔμεινεν ἐντελῶς ἄνευ πρακτικῆς σημασίας, καὶ ὅτι οὕτω οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ δαπανῶμεν πρὸς συντήρησιν σώματος περιττοῦ, συντελοῦντος δὲ καὶ εἰς τὸ νὰ ἐπιβραδύνῃ τὴν λύσιν τῶν δικῶν. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου, ἀλλὰ δὲν συζητῶ περὶ τούτου Λέγω ὅτι εἶναι κέρδος, ὅτι καὶ ἐφθάσαμεν μόνον νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τούτου, καὶ ἐλπίζω, ὅτι σὺν τῷ χρόνῳ ἡ ἀλήθεια αὕτη θέλει ἀποδειχθῆ εἰς πάντας, καὶ ὅτι θέλομεν φθάσει ν’ ἀποκόψωμεν τὸ κακὸν τοῦτο, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς δικαιοσύνης.
§119Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος;
§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὴ θέλων νὰ συζητήσω, λέγω ἁπλῶς, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν παρακωλύει τὴν λύσιν ταύτην. Ἔχομεν ὅμως ἄλλα κέρδη ἀμεσώτερα ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς ἑσπέρας ταύτης, ἔχομεν τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῆς ὑποχωρήσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι. Τοῦτο λέγων, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ καυχηθῶμεν, ὅτι ἐπετύχομεν ὑποχώρησιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκεῖ, διὰ νὰ ὑποχωρῇ πανταχοῦ, ὅπου πρέπει νὰ ὑποχωρῇ, καὶ δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐπαινεθῇ, ὅτι ὑπεχώρησεν, ἀφοῦ ἐνόμισεν, ὅτι ἐνεδεικνύετο ἡ ὑποχώρησις. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀληθὲς κέρδος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεχώρησεν εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων τῆς Βουλῆς προελθούσας· διότι, ἐὰν ἐνταῦθα πάντες ὑπήρξαμεν ὁμόφρονες ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ μὴ ἀρνηθῇ τις τὴν ψῆφον αὑτοῦ εἰς τὴν προτεινομένην αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, καὶ ὅπως αὕτη προτείνεται, κατὰ τὴν κρίσιν τῶν πλείστων οὐχὶ δεόντως, μὴ συνοδευομένη ὑπὸ τῶν προσηκουσῶν ἄλλων αὐξήσεων, μὴ συνοδευομένη ὑπὸ προσηκουσῶν ἄλλων μεταβολῶν, αἵτινες θέλουσι φέρει εἰς τὸ ἐπιδιωκόμενον διὰ πολλαπλῶν τρόπων ἀποτέλεσμα, ἐὰν, λέγω, συνεφωνήσαμεν εἰς τοῦτο πάντες, καὶ οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ νὰ ψηφίσῃ τὴν καὶ οὕτω προτεινομένην αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, εἶναι βέβαιον, ὅτι πάντες, ἐκτὸς ἑνὸς, συντασσομένου κατὰ πολὺ πρὸς τὰς γνώμας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, συνεφώνησαν, ἵνα καταδικάσωσι τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ, καταδικάσωσι δὲ πρὸ πάντων τὴν ἐπαναγωγὴν εἰς τὸ σῶμα τοῦ Ἀρείου Πάγου τοῦ σάρακος ἐκείνου, ὅστις ἐξακολουθεῖ νὰ κατατρώγῃ καὶ τὰ λοιπὰ δικαστήρια, τοῦ σάρακος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον, ἄριστα πράξας ὁ πατὴρ τοῦ σήμερον Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὑπακούσας εἰς τὰς ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου πηγασάσας συμβουλὰς, ἀπέκοψε, τοῦ σάρακος τῶν παρέδρων. Διότι ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων—μὴ πλανᾶσθε, Κύριοι,—δὲν εἶναι μόνον ἐπιβλαβὴς διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἠκούσατε ταύτην τὴν ἑσπέραν, εἶναι ἐπιβλαβέστερος, καὶ πολὺ ἐπιβλαβέστερος εἰς τὰ κατώτερα δικαστήρια, διὰ λόγους ἄλλους, τοὺς ὁποίους θὰ ἠδυνάμεθα εἰς ἄλλην ὥραν καταλληλοτέραν νὰ εἴπωμεν ἐνταῦθα, προκαλοῦντες πανταχόθεν κραυγὴν ὀδύνης διὰ τὰ ὑπὸ τοῦ θεσμοῦ τούτου παραγόμενα κακά.
§121Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν τὸν κατηργήσατε σεῖς πρότερον;
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ἡ εὐκαιρία νὰ τὸ κατορθώσωμεν· ἀλλὰ προετάθη ὑφ’ ἡμῶν δι’ ἓν τμῆμα τῶν δικαστηρίων, προετάθη διὰ νομοσχεδίου νὰ καταργηθῇ ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις, ὅπου κυριώτατα εἶναι ἐπιζήμιος ὁ θεσμὸς οὗτος, ἀλλ’ αἱ περιπέτειαι τῆς Βουλῆς δὲν ἐπέτρεψαν τότε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὅπως δήποτε ἐφθάσαμεν εἰς τοῦτο τὸ καλὸν ἀποτέλεσμα, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀειμνήστου Θρασυβούλου Ζαΐμη, τοῦ καταργήσαντος διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον τὸ ἐπιζήμιον τοῦτο σύστημα, ὅστις δὲν ἐδίστασεν, ὅπως πρὸ ὀλίγου προέκυψε, νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὸ, ἐπείσθη ἐπὶ τέλους, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ἀποσκορακίσας τὸν θεσμὸν τοῦτον τὸν ἐλεεινόν. Ἄλλο κέρδος οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι ἐπετύχομεν νὰ ἐλαττωθῇ τὸ κακὸν, τὸ ἐκ τῆς προσθήκης τεσσάρων Ἀρεοπαγιτῶν, προσθήκης ἐντελῶς ματαίας, ἐὰν πρόκηται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, προσθήκης δικαιολογουμένης, ἐὰν πρόκηται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας. Διότι, ἐὰν ἐνταῦθα ζητήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν, ποῖον ἐκ τῶν δύο νομοσχεδίων εἶναι πρακτικὸν, καὶ αὐτὸς ἐκεῖνος, ὅστις δὲν παραδέχεται τὰς γνώμας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, — καὶ βεβαίως ἐγὼ δὲν τὰς παραδέχομαι πάσας, — ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι πρακτικὸν εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας δικαιολογεῖται, προτείνων προσθήκην Ἀρεοπαγιτῶν, διότι αὐτὸς δὲν ἀποκλείει τὸ δικαίωμα τῆς διαιρέσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς πλείονα τῶν δύο τμημάτων, ἢ μᾶλλον τῆς ὑποδιαιρέσεως τοῦ Ἀκυρωτικοῦ εἰς δύο τμήματα· ὅταν δὲ ἀφίνῃ τὴν ἐλευθερίαν ταύτην τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, βεβαίως ἡ δύναμις ἡ προστιθεμένη παρέχει ὑπηρεσίαν εἰς ἐπιτυχίαν τῆς ἐνημερότητος τοῦ δικαστηρίου· ὅταν ὅμως προσθέσητε 4 ἢ καὶ 5 ἢ καὶ 10 εἰς ἓν τμῆμα, τί προσεθήκατε; Μόνον ἀνθρώπους πρὸς πλήρωσιν τῆς αἰθούσης τοῦ συμβουλίου, καὶ πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ὁμαλῆς ἐνεργείας τοῦ δικαστηρίου. Διότι τὸ πολυάριθμον τῶν παρόντων βεβαίως παρεμβάλλει πρόσκομμα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ὑποθέσεων. Θὰ προσθέσητε μόνον ἀνθρώπους, οἵτινες ἀπὸ τετάρτου τῆς ὥρας εἰς τέταρτον θ’ ἀναβαίνωσι καὶ καταβαίνωσι τὴν ἕδραν τοῦ δικαστοῦ, ἵνα δικάσωσιν αὐτὰς ἐκείνας τὰς ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας ἤθελον δικάσει καὶ οἱ ἑπτὰ, καὶ θὰ μερισθῶσι ποῖον κόπον; κόπον, ὅστις, ἐὰν ἐξετάσητε καλῶς τὰ πράγματα, ἀποτελεῖ ἐργασίαν ἐπὶ μιᾶς μόνης ἀποφάσεως κατὰ μῆνα δι’ ἕκαστον Ἀρεοπαγίτην. Διότι, ὅσον εὐτελεῖς καὶ ἂν ἦναι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἠκούσατε ἐνταῦθα, ὅσον καὶ ἂν παρέχωσιν ἐλεεινὴν ἐντύπωσιν, παριστῶντες ἐργασίαν ἐπὶ 500 δικῶν κατ’ ἔτος, τί νομίζετε, ὅτι εἶναι αἱ 500 δίκαι κατ’ ἔτος; Αἱ μὲν 300 εἶναι ἐργασία, ἥτις συνήθως γίνεται ὑπὸ τῶν Γραμματέων τῶν δικαστηρίων, πολλάκις οὐδὲ κἂν προκαλοῦσα ῥιπὴν βλέμματος τοῦ δικαστοῦ ἐπὶ τῶν ἐγγράφων· εἶναι τυπικὴ ἐργασία, ἐρημοδικίαι, καὶ ἀγωγαὶ περὶ ἀνατροπῆς καὶ ἄλλαι τοιαῦται ὑποθέσεις, αἵτινες διέρχονται ἁπλῶς διὰ τῶν χειρῶν τῶν δικαστῶν....
§123ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε 50 δὲν εἶναι τοιαῦται.
§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πλῆθος εἶναι· μεταξὺ τούτων περιληπτέαι καὶ πλεῖσται ποινικαὶ ὑποθέσεις, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος.... Ἡ δὲ πραγματικὴ ἐργασία, ἥτις περιλαμβάνεται ἐν τῷ ἀριθμῷ τῶν πινάκων, ἡ πραγματικῶς οὐσιώδης ἐργασία, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ Ἄρειος Πάγος ἐν τῷ ἀκυρωτικῷ τμήματι καὶ ἐν μέρει ἐν τῷ δευτέρῳ, εἶναι 200 ἀποφάσεις κατ’ ἔτος. Αἱ διακόσιαι αὗται ὑποθέσεις ἀπασχολοῦσι δεκαὲξ δικαστάς. Ποίαν ἀναλογίαν ἐξάγετε, ἐὰν κατανείμητε εἰς αὐτοὺς τὰς 200 ταύτας ἀποφάσεις; Δὲν εἶναι ἄρα δυνατὸν νὰ εἴπητε, ὅτι ὑπάρχει ὕλη, δι’ ἣν ἀνάγκη νὰ αὐξήσητε τοὺς δικαστάς. Ἡ βραδύτης περὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων ἡ μεγάλη, ἡ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξανομένη, ἀποδοτέα μὲν καὶ εἰς τὴν φυγοπονίαν, περὶ ἧς τοσαῦτα ἐλέχθησαν, προέρχεται δὲ καὶ ἐξ ἐλλείψεως μεθόδου καὶ αὐστηρότητος περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος. Καὶ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος ἐξέθηκεν, ὅτι δηλ. ἐν ἔτει 1865 ἢ 1866 ἡ αὐτὴ ὀπισθοδρόμησις ὑπῆρχε περὶ τὴν ἐκδίκασιν, ἥτις παρατηρεῖται κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη· ἐν ἔτει 1865 καὶ 1866 ἦτο πολὺ πλησιέστερον τὸ δικαστήριον πρὸς τὴν ἐνημερότητα, ἀπεῖχε μόνον δύο ἢ τρία ἔτη. Ἐφ’ ὅσον δ’ ἀνατρέχομεν πρὸς τοὺς χρόνους, καθ’ οὓς διηυθύνετο ὁ Ἄρειος Πάγος ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μωραϊτίνη, καὶ πρὸ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ράλλη, ἐπὶ τοσοῦτον εὑρισκόμεθα πλησιέστερον εἰς τὴν ἐνημερότητα, ἐν αὐτῇ τῇ ἐνημερότητι. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ἐξ ἐλαττώσεως τῆς ἐργασίας καὶ ἐξ ἐλλείψεως μεθόδου, ἐφθάσαμεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα τὰ σημερινά. Ἀκριβῶς δὲ, ἀφ’ ἧς ἐδιπλασιάσθη ἡ δύναμις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ηὔξησεν ἡ ἀπόστασις αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἐνημερότητος. Καὶ ἐνταῦθα ἐπιτρέψαμέ μοι νὰ μνημονεύσω τοῦ προσώπου μου, ὅπως δείξω ἀκριβέστερον τὰ πράγματα. Κατὰ Μάϊον τοῦ 1886, ὅτε ἐξῆλθον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, ἀφῆκα τὸν Ἄρειον Πάγον δικάζοντα δίκας τῶν ἀρχῶν 1881· τοιαύτη ἦτο τότε ἡ ἀργοπορία, εἰς ἣν εὑρίσκετο ὁ Ἄρειος Πάγος. Πέντε ἔτη παρῆλθον ἔκτοτε· ποῦ εὑρίσκεται ὁ Ἄρειος Πάγος; Εἰς τὰ 1883. Πόσα ἔτη παρῆλθον ἔκτοτε; Πέντε. Πόσα ἔτη προσετέθησαν εἰς τὴν μὴ ἐνημερότητα τοῦ Ἀρείου Πάγου; Δύο ἕτερα. Ἐξακολουθεῖ, Κύριοι, ἡ ἔλλειψις μεθόδου εἰς τὸ σύστημα τῆς μετρίας ἐργασίας, ἐργασίας, τῆς ὁποίας πολλῷ μείζων ἠδύνατο νὰ καταβληθῇ. Τὸ δὲ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἀπόψε ψηφίζομεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ βελτίωσιν· πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι πᾶσα προσθήκη νέων Ἀρεοπαγιτῶν θέλει ἐπαγάγει προσαύξησιν ἐλλείψεως ἐνημερότητος.
§125ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§127ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Δηλ. αἱ ἐν τῇ τρίτῃ γραμμῇ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου λέξεις «δέκα καὶ ἑπτὰ» νὰ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «δέκα καὶ πέντε». Νὰ διαγραφῶσι δὲ αἱ ἐν τῇ τετάρτῃ γραμμῇ τοῦ αὐτοῦ ἐδαφίου λέξεις «ἐξ παρέδρους». Νὰ διαγραφῶσιν ἐπίσης τὰ ἐδάφια τρίτον, τέταρτον, πέμπτον καὶ ἕκτον τοῦ ἄρθρου, τὸ δὲ ἐδάφιον ἕβδομον μετὰ τῶν δύο πρώτων ν’ ἀποτελέσωσιν ἴδιον ἄρθρον 1, τὰ δὲ ἐδάφια ὄγδοον καὶ ἔννατον νὰ γείνωσιν ἄρθρον 2.
§128Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχω νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς. Θὰ ἦτο κανονικώτερον, ἂν διῃρεῖτο τὸ ἄρθρον εἰς τρία ἄρθρα, ἐν τῷ τρίτῳ δὲ νὰ καταργηθῇ ἡ διάταξις τῶν προηγουμένων νόμων. Προσέτι παρέλκει ἡ λέξις «τοὐλάχιστον» ἐν τῇ φράσει «ἕνα τοὐλάχιστον ἀντεισαγγελέα».
§129ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου.
§130Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἰδοὺ διατὶ παρέλκει· διότι, ἂν θελήσετε νὰ προσθέσητε ἄλλον ἀντεισαγγελέα, θὰ ἔχητε ἀνάγκην νόμου. Ὥστε ἡ λέξις «τοὐλάχιστον» δὲν ἔχει σημασίαν. Ἀλλ’ ἡ ἔννοια τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ψηφισθῇ εἷς ἀντεισαγγελεύς.
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ εἶναι πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς τώρα προτείνετε, διὰ νὰ περιορισθῇ ἡ διάταξις. Ἀλλὰ τοιοῦτος εἶναι ὁ νόμος ὁ ἰσχύων· ἡμεῖς δὲ δὲν ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν αὐτόν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι, ὅσοι ἔχετε τροπολογίας, τὰς ἀποσύρετε;
§133ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκονται τὰ ἐδάφια πρῶτον, δεύτερον καὶ ἕβδομον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ γίνονται δεκτὰ, κατὰ τὰς ὡς ἄνω τροποποιήσεις, ταχθέντα ἄρθρον 1 τοῦ ψηφιζομένου. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ τὰ ἐδάφια ὄγδοον καὶ ἔννατον τοῦ νομοσχεδίου, ταχθέντα ἄρθρον 2 τοῦ ψηφιζομένου· εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κατατάξεως ὡς ὑπολογιστῶν ὑπηρετησάντων ὡς τοιούτων ὑπὲρ τριετίαν. Ἀναβληθείσης εἶτα τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείων καὶ προκαταβολῶν γενομένων πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων καὶ ἐξόφλησιν προσωρινῶν δανείων, ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 92,465 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1892, καὶ βʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχμῶν 758,149:08. Ἀναβληθείσης ὡσαύτως τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀδείας εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν πρὸς συνομολόγησιν δανείου, ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῶν ᾼΧΜΒ’ καὶ ᾼΩϞΖ’ νόμων ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς πρὸς κατασκευὴν διπλῆς γραμμῆς. 2) Περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 440,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1890, καὶ 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 243,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1890).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως 1890.
§135ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ζητεῖται πίστωσις ἐκ 2,000 δραχμῶν χάριν ἀποζημιώσεως τοῦ γενικοῦ προξένου ἐν Θεσσαλονίκῃ κ. Δοκοῦ διὰ ζημίαν, ἡ ὁποία προσεγένετο εἰς αὐτὸν δῆθεν κατὰ τὴν πυρκαϊάν. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, τὰ ἔπιπλα τοῦ κ. Δοκοῦ εἶχον σωθῆ. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ὁ κ. Δοκὸς εἶχεν ἀσφαλίσει τὰ ἔπιπλά του, ἐγένετο δὲ ἐκτίμησις ἀκολούθως καὶ ἐπληρώθη ὑπὸ τῆς ἀσφαλιστικῆς ἑταιρίας 150 λίρας. Νομίζω ὅτι καὶ ὁ ἴδιος κ. Δοκὸς δυσαρέστως θὰ μάθῃ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τῷ δίδει δύο χιλιάδας δραχμὰς λόγῳ βοηθήματος διὰ τὴν ζημίαν τὴν ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι αἱ δύο χιλιάδες δραχμαὶ θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τῆς κοινότητος Θεσσαλονίκης.
§136Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἔπρεπε νὰ τῷ δώσωμεν 5 χιλιάδας δραχμὰς διὰ τὸ ἀτύχημα, τὸ ὁποῖον ἔπαθε.
§137ΣΧΙΝΑΣ. Ὑπέστη ζημίας πολὺ μεγαλειτέρας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀδείας πρὸς παραχώρησιν δικαιώματος μεταλλεύσεως ἀργυρούχου βαρυτίνης).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ ἐκμεταλλεύσεως καὶ πωλήσεως τῆς Ναξίας σμύριδος.
§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς σμύριδος, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλὴ, ὑπεβλήθησαν διάφοροι προτάσεις. Τὰς προτάσεις ταύτας δὲν ἔλαβεν εἰσέτι καιρὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰς μελετήσῃ, ὅπως ἐκφέρῃ ἐπ’ αὐτῶν γνώμην. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, πρὶν λάβῃ τὰς προτάσεις ταύτας ὑπ’ ὄψει καὶ μελετήσῃ αὐτάς.
§140ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἀκριβῶς διότι ὑπεβλήθησαν πολλαὶ προτάσεις, εὑρέθη καὶ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαιρεθῇ, ἐκ τούτου δὲ καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας.
§141ΜΑΥΡΟΣ. Δὲν εἶσαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς.
§142ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Πλανᾶσαι. Ἄλλως, καὶ ἂν δὲν ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω ὡς Βουλευτής. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος θελήσῃ νὰ σᾶς ἐπιδείξῃ τὰ πρακτικὰ τῆς 28 Ἰανουαρίου, θὰ ἴδητε, ὅτι ταῦτα τὸ ἀναφέρουσι.
§143ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι ἐν τῇ προσκλήσει, ἣν ἔλαβον, εἶδον, ὅτι ἀνεγράφετο ὡς μέλος καὶ ὁ κ. Συνοδινός.
§144ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τριῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη εἰς τρεῖς γνώμας, ἴσως καὶ εἰς τέσσαρας, ἐγὼ δὲ, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὰς τρεῖς ταύτας προτάσεις καὶ σταχυολογήσας τοὺς καλλιτέρους ὅρους, συνέταξα ἴδιον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλα εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἰδιαιτέραν ἔκθεσιν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐθεώρησα καλὸν νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε ἐπὶ τῇ μιᾷ βάσει, εἴτε ἐπὶ τῇ ἄλλῃ, διότι τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ ὑποδιαίρεσις τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὅρους τοὺς ἀναγεγραμμένους ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Κατόπιν τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὑπεβλήθησαν καὶ δύο ἄλλαι προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὰς αὐτὰς βάσεις καὶ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει τὸ ὑποβληθὲν παρ’ ἐμοῦ σχέδιον νόμου. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἀντὶ πάσης συμβάσεως, δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νὰ ἦναι δὲ ἐλευθέρα, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ συμβάσεως, νὰ φέρῃ οἱασδήποτε κρίνῃ ἀναγκαίας τροποποιήσεις. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐκτίθενται ὅλοι οἱ ὅροι, οἱ δυνάμενοι νὰ δώσωσι τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαθέσῃ τὴν σμύριδα τῆς Νάξου. Ἂς μελετήσωσι λοιπὸν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 1 καὶ 40′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.