1891.03.16
4.209 στίχοι · 32.454 λέξεις · 273 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64
Τῆς 16 Μαρτίου 1891.
(Σάββατον)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Γ. Φιλάρετος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐμφαῖνον τὰ ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰσπραχθέντα καὶ δαπανηθέντα κατ’ ἔτος ὑπὸ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Βώλου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1890, σημειουμένης καὶ τῆς αἰτίας τῆς δαπάνης. «Νὰ πληροφορήσῃ δὲ τὴν Βουλὴν εἰς τίνα καὶ εἰς ποῖον ποσὸν κατεκυρώθη ὁ λιμενικὸς φόρος Βώλου διὰ τὸ ἔτος 1890, διατὶ ἠκυρώθη ἡ κατακύρωσις, πῶς καὶ πόσος εἰσεπράχθη φόρος μέχρι τέλους τοῦ 1890, ἐὰν καὶ πόσον ἐζημιώθη τὸ λιμενικὸν ταμεῖον ἐκ τῆς ἀκυρώσεως. «Ὁ αὐτὸς κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν: «1) Διατὶ ὁ πρὸ πολλῶν μηνῶν ἕτοιμος τηλεγραφικὸς σταθμὸς Ἀργαλαστῆς δὲν λειτουργεῖ ἔτι. «2) Διατὶ καὶ δυνάμει τίνος νόμου εἰσπράττεται δημοτικὸς δασμὸς εἰς πολλοὺς δήμους (π. χ. Ἀθηναίων, Παγασῶν κτλ.) καὶ διὰ τὰ κατὰ τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον τῆς 18 Ἀπριλίου 1887 ἀτελῆ εἴδη.»
§3ΣΧΙΝΑΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὑπεβλήθησαν προτάσεις τοῦ κ. Paul Searle περὶ σμύριδος. Ὁ συνάδελφος κ. Σωτηρόπουλος παρεκάλεσε τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ, ὅπως τυπωθῶσιν αἱ ἐκθέσεις καὶ αἱ προτάσεις καὶ διανεμηθῶσιν. Ἐν τοσούτῳ δὲν ἐλάβομεν σήμερον τίποτε.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ προτάσεις αὗται ἦσαν σχέδιον συμβάσεως. Ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῶσι.
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Searle κατέθεσε σχέδιον συμβάσεως, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω καὶ ἐγώ, καὶ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν νὰ τυπωθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 314).
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, ἐὰν συναινῇ, ἵνα καὶ αὔριον συνέλθωμεν ἐν συνεδριάσει, διότι πρέπει νὰ συντάμωμεν τὸν χρόνον, καθόσον ἡ ὥρα τοῦ ἐνιαυτοῦ προβαίνει, καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἀναγκάζονται νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς ἑστίας των.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§9ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ ἤθελον κάμει μίαν ἄλλην σύστασιν, ν’ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 3 μ. μ., ἵνα τελειόνωμεν τὴν ἐργασίαν εἰς τὰς 9 ἢ 10, διότι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν πέραν τῶν 10 δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καθήσωμεν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ὁρίσωμεν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ θεωρῇ ἕκαστος καθῆκόν του νὰ ἦναι παρών. Λοιπὸν αὔριον ποίαν ὥραν ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλή;
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὰς τρεῖς.
§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἐπιθυμητὸν εἶναι νὰ συνέλθωμεν εἰς τὰς 3, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται ἤδη νὰ μεταβληθῇ ἡ ἕξις τοῦ νὰ ἐρχώμεθα ἀργά, ἐὰν ὁρίσωμεν τὴν 3 ὥραν μ. μ., τινὲς θέλουσι περιμένει ἡμᾶς καὶ θέλουσιν ἀπαυδήσει. Προτιμότερον εἶναι νὰ συνέλθωμεν εἰς τὰς 4, ὥστε νὰ ἦναι βέβαιον, ὅτι θὰ ἤμεθα πάντες ἐνταῦθα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὰς 4 μ. μ. αὔριον.
§14ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας, ἐὰν ἀπεφάσισε, κατὰ τὴν πρότασίν μου, ὅπως προβιβάσῃ τὸ ὑποτελωνεῖον Ληξουρίου εἰς τελωνεῖον, καθόσον οἱ ἔμποροι ζημιοῦνται φοβερά, ὑποχρεούμενοι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Ἀργοστόλιον διὰ τὰ ἐμπορεύματά των. Πρὸς τούτοις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὑπέβαλον τετράκις ἐρώτησιν, ἐὰν ἀνέγραψε κονδύλιον 4,000 δραχμῶν διὰ τὸ Γυμνάσιον Ληξουρίου, καὶ δὲν ἠξιώθην ἀπαντήσεώς του.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ δώσω ὁριστικὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον περὶ τοῦ τελωνείου Ληξουρίου, ἀλλὰ θέλω ἐξετάσει καὶ θὰ λάβω ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰς παρατηρήσεις του, ἐχούσας σπουδαίαν ὑπόστασιν.
§16ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσδιορισμοῦ τῶν τιμῶν τῶν Ἑπτανησιακῶν προϊόντων, καὶ νὰ συζητηθῇ μετὰ τῆς σχετικῆς προτάσεως τοῦ κ. Μπασιᾶ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, πρέπει νὰ ἦναι 10 Βουλευταί, οἵτινες νὰ ὑποβάλωσι τὴν πρότασιν περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου καπνοῦ ἀνέπτυξα τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἰσαγάγω εἰς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Συνέταξα δὲ νέον νομοσχέδιον, περιέχον ὅλας τὰς τροποποιήσεις ταύτας, καὶ ὑποβάλλω τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 315).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατατάξεως ὡς ὑπολογιστῶν ὑπηρετησάντων ὡς τοιούτων ὑπὲρ τὴν τριετίαν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείων καὶ προκαταβολῶν γενομένων πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων καὶ ἐξόφλησιν προσωρινῶν δανείων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται ἡ ἄδεια, ὅπως περιληφθῶσιν ἐν δανείῳ ἑνιαίῳ τὰ ἐν αὐτῷ ἀπαριθμούμενα δάνεια, ὧν ἡ συνομολόγησις ἐπετράπη ἤδη. Ὡς φαίνεται δὲ ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, δὲν προαιρεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν αὔξησιν τῶν κεφαλαίων τῶν δανείων τούτων,—προαίρεσιν ἐμφαίνει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ὅπως μείνωσι τὰ κεφάλαια ἀναλλοίωτα, καὶ ὅμως τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶναι συντεταγμένον, μεταβάλλει ἐντελῶς κατὰ τοῦτο τὰ καθεστῶτα. Ὁ συνδυασμὸς τῶν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει μετὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ προσηρτημένου εἰς τὸ νομοσχέδιον πίνακος τῶν ἰσχυουσῶν ἀδειῶν πρὸς συνομολόγησιν δανείων ἐνδεικνύει, ὅτι τὸ ἑνιαῖον δάνειον συνομολογηθήσεται εἰς χρυσόν· ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν δανείων, ὧν προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἑνοποίησις, εἶναι δάνεια τραπεζικῶν γραμματίων· μεταβάλλει ἄρα τὴν βάσιν τῶν ἰσχυουσῶν ἀδειῶν ἡ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου διδομένη ἄδεια, ἂν εἰς χρυσὸν πραγματοποιηθῇ τὸ ἑνιαῖον δάνειον, ἐν ᾧ συγχωνεύονται καὶ τὰ δάνεια, ὧν τέως ἐπετρέπετο ἡ συνομολόγησις μόνον διὰ τραπεζικῶν γραμματίων. Παρατηρῶ προσέτι, ὅτι ὁ συνημμένος εἰς τὸ νομοσχέδιον πίναξ περιλαμβάνει καὶ δάνειον ἐξοφληθὲν, τὸ δάνειον πρὸς ἀνέγερσιν καταστήματος Στρατοδικείου καὶ πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ πίναξ ἀναγράφει 400 χιλιάδας δραχμῶν ὡς κεφάλαιον, ἐφ’ ᾧ ἐπιτρέπεται ἡ πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπὸν συνομολόγησις δανείου διὰ τοῦ νόμου ΑΦΠΓʹ τῆς 11 Δεκεμβρίου 1887, ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν ὅπως ἐν τῷ πίνακι ἀναγράφονται, διότι ἕτερος νόμος κατήργησε τὴν ὑπὸ τοῦ ΑΦΠΓʹ νόμου παρασχεθεῖσαν ἄδειαν, περὶ τοῦ νεωτέρου δὲ τούτου νόμου οὐδεὶς γίνεται λόγος ἐνταῦθα, οὐδὲ περὶ τοῦ πρὸς τοὺς εἰρημένους σκοποὺς συνομολογηθέντος δανείου παρὰ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τοῦ στρατοῦ, τοῦ ἐκ κεφαλαίων τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν βραδύτερον ἐξοφληθέντος. Φέρω ἐνταῦθα σημείωμα περὶ τούτων, καθ’ ὃ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΑΦΠΓʹ τοῦ 1887 χορηγεῖται τῷ ὄντι ἄδεια συνομολογήσεως δανείου κατὰ τὰ ἐν τῷ πίνακι, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τούτου ἀνεκλήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ΑΦϞΓʹ τῆς 29 Δεκεμβρίου 1889. Ἐν τῇ ἀπαριθμήσει τῶν δανείων, ὧν ἐπιτρέπεται ἡ συνομολόγησις κατὰ τὰ ἐν τῷ πίνακι, δὲν σημειοῦται, ἂν εἰς χρυσὸν ἢ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπετράπη ἡ τῶν δανείων συνομολόγησις. Ὁ νόμος ΑΨΞΑʹ περὶ τῶν συμπληρωματικῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου καὶ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου ὁρίζει, ὅτι τὸ δάνειον, δι’ οὗ θὰ πορισθῇ ἡ Κυβέρνησις τὰ πρὸς τὴν πληρωμὴν τῶν χιλιομετρικῶν ἐπιχορηγήσεων κεφάλαια, ἐπιτρέπεται ἵνα συνομολογηθῇ εἰς χρυσὸν ἢ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον διὰ νεωτέρων νόμων ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων τούτων, ἡ περὶ τῆς συνομολογήσεως τῶν δανείων ἄδεια ἀνεγράφη ἀποκλειστικῶς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐπίσης δὲ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀποκλειστικῶς ἀναγράφονται καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἄδειαι δανείων, περὶ ὧν γίνεται μνεία ἐν τῷ πίνακι. Ἡ διάκρισις αὕτη, σπουδαία καθ’ ἑαυτὴν, ἀποκτᾷ ἰδιάζουσαν σημασίαν ὡς ἐκ τῶν ἀρχῶν, ἃς ἐπαγγέλλεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ παραδεχόμενος τὴν ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ τροπὴν δανείου τραπεζικῶν γραμματίων εἰς δάνειον χρυσοῦ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀποδέχεται τὴν ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ τροπὴν τῶν κατὰ τὸν πίνακα δανείων εἰς τὸ ἑνιαῖον δάνειον, ὅπερ συνομολογηθήσεται εἰς χρυσὸν, ἔδει ἵνα περιορίσῃ τὸ κεφάλαιον τοῦ ἑνιαίου δανείου κατὰ λόγον τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἤτοι κατὰ 25% τοὐλάχιστον, ἂν δὲ τοῦτο μὴ πράξῃ καὶ δανεισθῇ εἰς χρυσὸν ὅσα οἱ νόμοι ἐπιτρέπουσιν αὐτῷ νὰ δανεισθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀφοῦ αἱ ἄδειαι αὗται ἀφορῶσιν εἰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, ἐννοεῖται ὅτι ἡ εἰς ταύτας προσθήκη 25% δὲν εἶναί τι εὐκαταφρόνητον.
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ὁρίζομεν, ἐὰν τὰ δάνεια ταῦτα θὰ συνομολογηθῶσιν ὁριστικῶς εἰς χρυσὸν ἢ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἓν ἢ πλειότερα ἐξ αὐτῶν ἤθελον συνομολογηθῆ χωριστὰ, ἐνδέχεται νὰ τὰ συνομολογήσωμεν καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν σκοποῦμεν νὰ προτείνωμεν τὴν τροποποίησιν τῶν ἰσχυόντων νόμων, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον τῶν συνομολογηθησομένων δανείων· ὁ κύριος σκοπὸς ἡμῶν εἶναι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν εὕρομεν συμφερωτέρους ὅρους, νὰ συνομολογήσωμεν ταῦτα ἡνωμένα. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων θὰ γείνῃ ἐν μέρει μὲν ἐκ τῶν γενικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου, ἐν μέρει δὲ ἐκ τῶν πόρων ἑκάστου τῶν δανείων. Ὁ πόρος δ’ ἑκάστου ἐκ τῶν εἰδικῶν τούτων ταμείων θὰ χρησιμεύσῃ καὶ αὐτὸς ἐν τῷ μέτρῳ τῷ ἀναλογοῦντι εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὅλου δανείου. Τοῦτο ἰδίως σκοποῦσι διάφοροι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν τὰ δάνεια θὰ συνομολογηθῶσιν εἰς χρυσὸν, θὰ ἦναι εἰς χρυσὸν ἡ πιστοχρέωσις ἑκάστου ταμείου. Τοῦτο εἶναι ζήτημα λογιστικὸν, τὸ ὁποῖον λύεται διὰ τοῦ ἄρθρου 5ου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ Δημόσιον, δὲν ἔχομεν νὰ ἐξέλθωμεν τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων τῶν νόμων, οἵτινες ἐψηφίσθησαν. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποκλείσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς συνομολογήσεως τῶν δανείων τούτων εἰς χρυσόν. Ἀνέμενον παρατηρήσεις τοιαύτας παρὰ παντὸς ἄλλου, οὐχὶ ὅμως παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις ἐξισοῖ τὴν ὀνομαστικὴν ἀξίαν τοῦ φράγκου καὶ τῆς δραχμῆς ἐν τοῖς δανείοις, καὶ οὐδεμίαν ποιεῖται αὐτῶν διαφοράν. Φαίνεται ὅτι σήμερον παραδέχεται τὴν διαφορὰν αὐτὴν, καὶ ἀναγνωρίζει τὸ πεπλανημένον τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσε μέχρι τοῦδε.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοεῖται ὅτι, ὅταν δὲν γίνηται λόγος περὶ τοῦ εἴδους τοῦ νομίσματος, νόμισμα εἶναι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Ἐπειδὴ δὲ προκύπτει καὶ ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ ἐκ τοῦ πίνακος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐννοεῖ, ὅτι ἡ ἄδεια τῆς ἑνοποιήσεως τῶν ἐπιτετραμμένων δανείων δίδοται ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, ἀπηύθυνα τὴν ἐρώτησιν, ἣν ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, εἰς διευκρίνησιν, ἂν τὸ νέον δάνειον θὰ συνομολογηθῇ εἰς χρυσὸν, καὶ ἑπομένως ἂν θὰ μεταβληθῇ ἡ βάσις τῶν δανείων διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως ἐν τῷ νέῳ δανείῳ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων διὰ νομίσματος ἔχοντος ἀξίαν κατὰ 25% περίπου ἀνωτέραν. Ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ᾼΨʹ ἐπιτρεπομένη τροπὴ παλαιοτέρων δανείων διὰ νεωτέρων δὲν σχετίζεται πρὸς τὸ προκείμενον, ἀφοῦ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τροπῆς τῶν ἐν τῷ πίνακι δανείων δυνάμει τοῦ νόμου ᾼΨʹ, ἀλλὰ τὴν τροπὴν τῶν δανείων τούτων κανονίζει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἐπαγγελλόμενον, ὅτι οὐδὲν μεταβάλλει ἐν τῇ βάσει τῶν ἀπαριθμουμένων δανείων, καὶ ὅτι ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν συγχώνευσιν τῶν κεφαλαίων αὐτῶν ἀναλλοιώτων ἐν δανείῳ ἑνιαίῳ. Τὰ διὰ τοῦ ἑνιαίου δανείου ἀποκτηθησόμενα κεφάλαια πρὸς ἀπότισιν τῶν διατεθέντων εἰς ἐξόφλησιν προσωρινῶν δανείων εἰς χρυσὸν ἔσονται πάντως εἰς χρυσὸν, εἶναι δὲ τοῦτο συνέπεια τοῦ ἀναλλοιώτου τῶν κεφαλαίων τῶν συγχωνευομένων δανείων, ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ὅμως δάνεια, ἑνοποιηθησόμενα κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἰσπράξῃ τὰ κεφάλαια αὐτῶν εἰς χρυσὸν, τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου ὑποχρεοῖ εἰς περιορισμὸν τοῦ κεφαλαίου κατὰ λόγον τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ, ἐκτὸς ἐὰν μεταῤῥυθμισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀναγραφῶσιν ἐν αὐτῷ τ’ ἀντίθετα τῶν νῦν ἀναγραφομένων, τουτέστιν ἐὰν ἐπιτραπῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ συνομολόγησις τῶν κατὰ τὸν πίνακα δανείων οὐ μόνον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀλλὰ καὶ εἰς χρυσὸν, ὡς ἀναγράφεται τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ περὶ συμπληρωματικῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου ἐν σχέσει πρὸς τὸ δι’ αὐτοῦ ἐπιτρεπόμενον δάνειον. Ὡς εἶπον πρότερον, καὶ αὐτὴ ἡ εἰς τὸ δάνειον τοῦτο ἀναγομένη ἄδεια τῆς συνομολογήσεως αὐτοῦ εἰς χρυσὸν περιωρίσθη σπουδαίως διὰ μεταγενεστέρων νόμων, κανονισάντων εἰδικώτερον τὰ τῆς κατασκευῆς καὶ τῶν δανείων τινῶν ἐκ τῶν σιδηροδρόμων τούτων καὶ ὁρισάντων, ὅτι τὰ δάνεια συνομολογηθήσονται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· τούτων ἄρα τῶν δανείων, ὡς καὶ τῶν ἄλλων ἐν τῷ πίνακι, ὧν ἡ συνομολόγησις ἐπιτρέπεται ἀποκλειστικῶς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἡ συγχώνευσις ἐν τῷ νέῳ δανείῳ δὲν μεταβάλλει τὴν βάσιν, ἤτοι τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν ὡς δανείων τραπεζικῶν γραμματίων, ἂν μὴ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ ἄδεια τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων διὰ χρυσοῦ ἐν ἰσοτιμίᾳ. Ἡ ἐρώτησίς μου ἀφεώρα εἰς τὴν διευκρίνησιν τοῦ θέματος τούτου, πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν οὐσιωδεστέρου θέματος, τῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου παροχῆς ἀδείας πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ δανείου ἐπὶ τόκῳ ἀνωτάτῳ 6 τοῖς ἑκατὸν καὶ ἐπὶ χρεωλυσίῳ καὶ ἐπὶ ἐγγυήσεσι. Σήμερον ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἄδειαν τοῦ δανείζεσθαι πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς ἐπὶ τόκῳ ἀνωτάτῳ 6%, ἀλλὰ ἄνευ χρεωλυσίων καὶ ἄνευ ἐγγυήσεων, ζητεῖ δὲ, ὅπως τῇ δοθῇ ἄδεια συνομολογήσεως δανείου ἐπὶ τῷ αὐτῷ τόκῳ, ἀλλὰ παρεπομένων ἐγγυήσεων, προστιθεμένης δὲ καὶ ὑποχρεώσεως χρεωλυσιακῆς δόσεως. Τοῦτο φαίνεταί πως βαρύ. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι δὲν δύναται ἄνευ τῶν ἐπιβαρύνσεων τούτων νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον, οὐδὲν δυνάμεθα ν’ ἀντιτάξωμεν· καὶ τῷ ὄντι νομίζω, ὅτι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῆς δημοσίας πίστεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνομολογηθῶσι δάνεια ἐφ’ οἷς ὅροις συνωμολογήθησαν τὰ κατὰ τὸν νόμον ᾼΨʹ, διότι, ἐνῷ ὁ νόμος οὗτος ἀπαγορεύων τὰ δάνεια ἐπὶ χρεωλυσίῳ, καὶ ἐπὶ ἐγγυήσεσιν, ἐπέτρεπεν ὅπως τὰ δυνάμει αὐτοῦ συνομολογούμενα ἀποφέρωσι τόκον μέχρις 6%, τὸ μὲν πρῶτον συνομολογηθὲν δυνάμει τοῦ νόμου ΑΨʹ δάνειον ἀπέδιδε τόκον οὐχὶ 6, ἀλλὰ 5,87%, τὸ δὲ τελευταῖον δάνειον, τὸ ἐπὶ ὀνομαστικῷ κεφαλαίῳ 125,000,000 φράγκων, ἀπέδιδε τόκον μόνον 5,49%. Ἐνῷ λοιπὸν τὸ τελευταῖον δάνειον, τὸ μαρτυροῦν περὶ τῆς πίστεως τῆς προσφάτου καταστάσεως τοῦ Κράτους, δεικνύει ὅτι αὕτη ἐπέτρεπε δάνεια ἄνευ χρεωλυσίου καὶ ἄνευ ἐγγυήσεων ἐπὶ ὅρῳ τόκου 5½%, ἤδη, ἵνα δανεισθῶμεν πρὸς 6%, ἤτοι ἐπὶ προσθέτῳ ἐτησίᾳ ἐπιβαρύνσει ½%, ὑποχρεούμεθα εἰς παροχὴν χρεωλυσίου καὶ ἐγγυήσεων. Οὐδὲν περὶ τῆς σπουδαιότητος τῆς χρεωλυσιακῆς δόσεως, οὐδὲ περὶ τοῦ εἴδους καὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν ἐγγυήσεων διαλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον· δύναται ἡ χρεωλυσιακὴ δόσις νὰ ἦναι ἐλαχίστη, ὅτε τὸ πρᾶγμα ἔχει μικρὰν σπουδαιότητα, δύναται ὅμως νὰ ἦναι καὶ μεγάλη, ὅτε ἡ ἐπιβάρυνσις καθίσταται σπουδαία, προκειμένου μάλιστα περὶ δανείου, οὗτινος ὁ ὀνομαστικὸς τόκος ἐπιτρέπεται, ὅπως ᾖ κατώτερος τοῦ πραγματικοῦ. Ἄν τὸ δάνειον ἀποφέρῃ ὀνομαστικὸν τόκον 4%, ἡ ἄδεια τῆς συνομολογήσεως αὐτοῦ ἐπὶ τόκῳ πραγματικῷ 6% ἐπάγεται τὸν καθορισμὸν τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου εἰς 66 καὶ 66 ἑκατοστὰ τοῦ ὀνομαστικοῦ, ἑπομένως ὑπάρχει ἐπὶ ἔλαττον ἀπόστασις 33,34 ἀπὸ τῶν 100. Τὰ 33 ταῦτα ἑκατοστὰ, προσαυξάνουσι τὸν τόκον κατὰ λόγον τῆς ἐν τῇ χρεωλυσιακῇ δόσει συμπεριλήψεως αὐτῶν. Ἄν τὸ χρεωλύσιον κατανεμηθῇ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, μικρὰ ἔσται ἡ προσαύξησις τοῦ τόκου, τὸ ἀντίθετον ὅμως θὰ συμβῇ, ἂν ἡ χρεωλυτικὴ δόσις ἦναι μεγάλη. Μικρᾶς οὔσης τῆς χρεωλυτικῆς δόσεως, εἰς τὸν τόκον τῶν 4 τοῖς 66 καὶ ⅔, ἤτοι τῶν 6 τοῖς ἑκατὸν, θέλει ἐπιπροστίθεσθαι ὡς βραβεῖον τὸ ἐτησίως ἀποδιδόμενον χρεωλύσιον, τὸ ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὰ ἐπὶ πλέον τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου 33 ἑκατοστὰ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου· δύναται ἄρα ὁ τόκος τῶν 6% διὰ τῆς προσθήκης τοῦ βραβείου νὰ προσαυξάνητε εἰς 6 καὶ 10% ἢ εἰς 6 καὶ 20%, ὅτε ἡ ἐπιβάρυνσις δὲν εἶναι σπουδαία, ἀλλὰ δύναται νὰ προσαυξάνηται καὶ εἰς 7 καὶ εἰς 8%, ἐὰν αἱ χρεωλυσιακαὶ δόσεις ἦναι μεγάλαι, τὸ δὲ νομοσχέδιον οὐδένα εἰς ταύτας περιορισμὸν θέτει. Ἀλλὰ προσέτι τὸ νομοσχέδιον καὶ περὶ τῶν ἐγγυήσεων οὐδὲν ὁρίζει, ἐπιτρέπει δὲ μόνον, ὅπως αἱ καθοριζόμεναι ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν δανείων, ἅτινα συγχωνευθήσονται ἐν τῷ ἑνιαίῳ, ἐπεκταθῶσιν ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου ὁλοκλήρου. Ἐκ τῶν συγχωνευθησομένων ὅμως δανείων τοῦ Δημοσίου, ἐν οἷς δὲν συμπεριλαμβάνονται τὰ τῶν εἰδικῶν ταμείων, περὶ ὧν αἱ παράγραφοι 8, 9 καὶ 11 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, μόνον τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας περιλαμβάνει ἄδειαν παροχῆς εἰς ἐγγύησιν προσόδου τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ταύτης μὴ καθωρισμένης ἐν τῷ νόμῳ, πάντες δ’ οἱ νόμοι, οἱ ἐπιτρέποντες τὴν συνομολόγησιν τῶν ἄλλων δανείων, οὐδὲν περὶ ἐγγυήσεως διαλαμβάνουσιν· ὥστε τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενα περὶ ἐπεκτάσεως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὁλοκλήρου τοῦ κατ’ αὐτὸ συνομολογηθησομένου δανείου, τῶν καθωρισμένων ἤδη ὑπὲρ ἄλλων δανείων ἐγγυήσεων οὐδεμίαν ἔχουσιν ἔννοιαν. Ἔννοιαν ὅμως ἔχει ἡ τελευταία φράσις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν, ἐὰν αἱ ἐγγυήσεις, ὧν ἐπιτρέπεται ἤδη ἐκ νόμων ἡ χορήγησις, ἀποδειχθῶσιν ἀνεπαρκεῖς, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ εἰς συμπλήρωσιν αὐτῶν καὶ ἑτέρας προσόδους τοῦ Δημοσίου. Ἐπιτρέπεται ἄρα εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως ὁρίσῃ αὐτὴ οἱασδήποτε ἤθελεν ἐγκρίνει προσόδους εἰς ἐγγύησιν τοῦ ἑνιαίου δανείου, ἐν ᾧ θέλουσι συγχωνευθῆ πάντα τὰ τέως ἐπιτραπέντα δάνεια. Τοῦτο νομίζω ὅτι θὰ θεωρήσητε ὑπερβολικόν. Κατ’ ἐμὲ, εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἀναγκαζόμεθα, ἵνα δανεισθῶμεν σήμερον πρὸς 6%, ἐνῷ ἐδανειζόμεθα χθὲς πρὸς 5½%, εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐπιπροσθέτωμεν χρεωλυσιακὰς δόσεις καὶ ἐγγυήσεις, ἀλλ’ ἐπιπροσθέτοντες χρεωλυσιακὰς δόσεις καὶ ἐγγυήσεις, νομίζω ὅτι πρέπει τοὐλάχιστον νὰ γινώσκωμεν τί ἐπιπροσθέτομεν, πρέπει νὰ γινώσκωμεν τὸν ὅρον τοῦ ἐπιτρεπομένου χρεωλυσίου, πρέπει νὰ γινώσκωμεν εἰδικῶς καὶ τὰς ἐγγυήσεις, ὧν ἐπιτρέπεται ἡ παροχὴ χάριν τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τούτου.
§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἐζητήσαμεν νὰ προσδιορισθῇ ὡς ἀνώτατος ὅρος τὸ 6% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, καὶ ἂν ἐζητήσαμεν συνάμα νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἐγγυήσεις, αἵτινες παρέχονται ἐκ τῶν ἰσχυόντων νόμων περὶ εἰδικῶν δανείων, τοῦτο δὲν εἶναι σφάλμα ἡμῶν· τὸ σφάλμα εἶναι ἀλλοῦ. Ἐὰν ἐπραγματοποιήθη δάνειον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπῄτει τόκον, εἰμὴ μόνον πρὸς 5½% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μᾶλλον ὠφέλιμον, καί τοιοῦτον εἶναι τὸ τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν στερλινῶν, τοῦτο ἐπραγματοποιήθη, διότι, ἐκτὸς τοῦ τόκου, ὑπῆρχον διὰ τοὺς συνομολογήσαντας αὐτὸ καὶ ἄλλαι ὠφέλειαι, ἀναβιβάζουσαι τὸν τόκον πολὺ ἄνω τῶν 6%· ἡ ὠφέλεια δὲ αὕτη εἶναι ἡ προελθοῦσα εἰς αὐτοὺς ἐκ τῆς μετατροπῆς τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων φράγκων. Οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον τῶν 5,000,000 λιρῶν στερλινῶν τὸ συνωμολόγησαν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς εἰς τὸ ἄρτιον πληρωμῆς τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων· μέγα δὲ μέρος τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου κατεῖχον οἱ ἴδιοι, ἀγοράσαντες αὐτὰς πολὺ κάτω τοῦ ἀρτίου, ἑπομένως ὁ συμψηφισμὸς ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ τῶν χρεωγράφων, ἅτινα ἠγόρασαν εἰς κατωτέραν ἀξίαν, μὲ νέα χρεώγραφα, ἅτινα ἐλάμβανον εἰς κατωτέραν ὡσαύτως τιμὴν τοῦ ἀρτίου, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἐπλήροναν μετὰ τὰ προηγούμενα χρεώγραφα, ὑπολογιζόμενα εἰς χρήματα, ἡ ὠφέλεια αὕτη ηὐκόλυνε τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν στερλινῶν ἐπὶ τόκῳ 5,53%. Τὸ τελευταῖον δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς Λαρίσσης, συνωμολογήθη μετ’ ἐγγυήσεως ῥητῆς καὶ καθαρᾶς, τῆς ἐγγυήσεως αὐτοῦ τοῦ κατασκευαζομένου σιδηροδρόμου, μετὰ τοιαύτης δὲ καθαρᾶς ἐγγυήσεως τὸ δάνειον τοῦτο συνωμολογήθη πρὸς 5,62% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν διάθεσιν νὰ δώσωμεν μήτε τὸ 6%, μήτε ἐγγυήσεις συμπληρούσας τὰς χορηγουμένας ὑπὸ τῶν ἰσχυόντων νόμων, ἀλλ’ εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὄχι μόνον ἡ πίστις ἡμῶν, ἀλλ’ ἐν γένει αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης, ἀπὸ τριῶν καὶ τεσσάρων μηνῶν, εἰς τὴν θέσιν λέγω ταύτην, ἥτις εἶναι κατὰ πολὺ χειροτέρα δι’ ὅλα ἐν γένει τὰ χρεώγραφα ἀπὸ ὅ,τι ἦτο πρὸ 8 μηνῶν, καὶ ἰδίως διὰ τὰ χρεώγραφα τῶν δευτερευόντων Κρατῶν, εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προΐδωμεν, μήπως ἀναγκασθῶμεν νὰ δώσωμεν κἄτι τι πλειότερον τῶν 5,62%, τὰ ὁποῖα πληρόνει τὸ Δημόσιον διὰ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης· φοβούμεθα δὲ, μήπως εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσωμεν ἐγγυήσεις, οὐχὶ ὁμοίας ἐκείνων, αἵτινες ἐδόθησαν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ οἷαι εἶναι αἱ τῶν μονοπωλίων, ἀλλὰ ὁμοίας πρὸς τὰς δοθείσας διὰ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, δηλ. προσδιορισμὸν προσόδων τοῦ Δημοσίου, ὁριζομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, περὶ οὗ πρόκειται· τοιοῦτος προσδιορισμὸς προσόδου ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ δάνεια, τὰ ψηφισθέντα, ὅπως συνομολογηθῶσι διὰ λογαριασμὸν εἰδικῶν ταμείων· τὰ εἰδικὰ ταῦτα ταμεῖα θὰ πληρόνωσιν ἐκ τῶν ἰδίων αὑτῶν πόρων τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ συνομολογηθῇ διὰ λογαριασμὸν αὐτῶν. Αἱ ἐγγυήσεις αὗται θὰ δοθῶσι διὰ τὸ συνομολογηθησόμενον δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ συμπεριλάβῃ τὰ εἰδικὰ ταῦτα δάνεια. Λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὸ ταμεῖον τοῦ Παμίσου. Διὰ τὰ ἔργα τοῦ Παμίσου ἐψηφίσθη εἰδικὸς πόρος, ὅστις θέλει χρησιμεύσει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σχετικοῦ πρὸς τὸν ποταμὸν τοῦτον δανείου. Ἡ πρόσοδος ἑπομένως αὕτη, ἡ ἀναγκαία διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ διὰ τὸν Πάμισον ὁριζομένου δανείου, θὰ προσδιορισθῇ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ γενικοῦ δανείου, ἐν τῷ ὁποίῳ θέλει συμπεριληφθῇ καὶ τὸ εἰδικὸν διὰ τὸν Πάμισον δάνειον· τὸ ἴδιον θέλει γείνῃ καὶ διὰ τὸν Εὔριπον καὶ διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας. Αἱ διάφοροι δὲ αὗται πρόσοδοι θέλουσι προσδιορισθῇ κατὰ τὸ μέτρον τοῦ εἰς ἕκαστον εἰδικὸν ταμεῖον ἀναλογοῦντος ποσοῦ ἐκ τοῦ γενικοῦ δανείου, οὗτινος ἡ ὑπηρεσία θέλει ἐκτελεῖσθαι ἐκ τῶν εἰδικῶν προσόδων τοῦ δανείου τούτου, συμπληρουμένου τοῦ ἐλλείποντος εἴτε ἐκ τῶν γενικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου, εἴτε ἐξ εἰδικῶν πόρων ἀνηκόντων εἰς αὐτό. Ἐλπίζομεν νὰ μὴ ζητηθῇ ὁ προσδιορισμὸς εἰδικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου. Ὁ προσδιορισμὸς ὅμως τοιούτων πόρων οὐχὶ ὡς ἐγγυήσεων, ὅπως ἐγένετο διὰ τὸ δάνειον τῶν μονοπωλίων, ἀλλ’ ὡς ἁπλοῦς προσδιορισμὸς, ὁ γαλλιστὶ καλούμενος affectation, δὲν εἶναί τι προσβλητικὸν καὶ δὲν θίγει τὴν πίστιν τοῦ Δημοσίου· οὐχ ἧττον καὶ τοῦτον θέλομεν φροντίσει ν’ ἀποφύγωμεν, ἐὰν δὲν ἀποβῇ ἀναγκαῖος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὡμίλησε καὶ περὶ τοῦ χρεωλυσίου. Εἶναι ζήτημα, ἐὰν ἦναι ἐπωφελέστερα τὰ διαρκῆ δάνεια ἢ τὰ χρεωλυτικά· ὑπάρχουσι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι προτιμῶσι τὰ χρεωλυτικὰ, διότι ταῦτα ἐπιβάλλουσι μὲν βάρος τι διὰ τὸ παρὸν, ἀνακουφίζουσιν ὅμως τὸ μέλλον ἐκ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἡ παροῦσα γενεὰ ἐπιβάλλει εἰς τὰς ἐπερχομένας. Εἰς οἵαν σήμερον εὑρίσκονται κατάστασιν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι πολλὰ πρέπει ν’ ἀφήσωμεν διὰ νὰ διορθώσῃ τὸ μέλλον, ἑπομένως ὠφελιμώτερον εἶναι νὰ συνομολογήσωμεν τὸ δάνειον πάγιον, ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ δεσμευθῶμεν εἰς τοῦτο παρὰ τοῦ νόμου, καθόσον τὸ χρεωλύσιον, τὸ ὁποῖον τυχὸν ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραδεχθῶμεν, θέλει εἶσθαι τοσούτῳ μικρὸν, ὅσον εἶναι τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου ἐντὸς 40 ἢ 50 ἐτῶν, τὸ χρεωλύσιον ἔσεται ἐλάχιστον. Ζητοῦντες μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀδειῶν καὶ τὴν τῆς παραδοχῆς χρεωλυσίου, ὡς καὶ τὴν τῆς συμπληρώσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου δι’ εἰδικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου, δὲν ἕπεται, ὅτι θέλομεν ποιήσει χρῆσιν τῶν ἀδειῶν τούτων, ἂν δὲν ὑπάρξῃ ἀπόλυτος ἀνάγκη. Θέλομεν προσπαθήσει νὰ ἐπιτύχωμεν τοὺς ἐπωφελεστέρους ὅρους, ἀλλὰ ζητοῦμεν τὰς διαφόρους ἀδείας, διότι, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι σήμερον ἡ κατάστασις τῆς πίστεως τῶν δευτερευόντων Κρατῶν ἐν Εὐρώπῃ, οἵα ἦτο πρὸ 7 καὶ 8 μηνῶν. Σήμερον καὶ τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ὡς καὶ τὰ χρεώγραφα τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὁμοίαν μὲ ἡμᾶς πίστιν, τιμῶνται κατὰ 3 καὶ κατὰ 4 μονάδας κάτω τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸ 7 καὶ 8 μηνῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἐπαναλάβει τὰς ἐργασίας της πρὸ τοῦ προσεχοῦς Νοεμβρίου, καὶ ἐπειδὴ ἀπόλυτος ἐπιβάλλεται ἀνάγκη συνομολογήσεως δανείου καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα ἀνεδέχθη τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις, οὐχὶ δι’ ἡμῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, ζητοῦμεν τὴν ψήφισιν τῶν ὅρων τοῦ νομοσχεδίου, οἱ ὁποῖοι δὲν διαφέρουσι πολὺ ἐκείνων, ὑφ’ οὓς τὰ πλεῖστα τῶν δανείων ἡμῶν συνωμολογήθησαν, ὧν πολλὰ δὲν περιεῖχον μόνον τοὺς καθαροὺς καὶ βεβαιωμένους ὅρους τῶν συνομολογηθεισῶν δι’ αὐτὰ συμβάσεων, ἀλλὰ καὶ ἕτερα πλάγια κέρδη ὑπὲρ τῶν συνομολογησάντων αὐτὰ, ἅτινα ἀνεβίβαζον τὸν φαινόμενον τόκον 5,62% ἄνω τῶν 6%.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λυποῦμαι, ἀναγκαζόμενος νὰ παραστήσω, ὅτι πάντα σχεδὸν τὰ ῥηθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὰ πράγματα, οὐδὲ πρὸς αὐτὰς τὰς προτάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέστησε τὸ νέον δάνειον ὡς ἀφορῶν ἰδίως εἰς τὴν συγχώνευσιν τῶν δανείων τῶν εἰδικῶν ταμείων, περὶ ὧν γίνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λόγος. Ἀλλὰ τὰ τῶν δανείων τῶν εἰδικῶν ταμείων περιλαμβάνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἁπλῶς ὡς συμπληρωματικά· τὸ νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον τὴν συνομολόγησιν δανείου πρὸς ἑνοποίησιν ἄλλων δανείων, κυρίως δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ δάνεια τῶν εἰδικῶν ταμείων, οὐδὲ εἶναι ἀκριβὲς τὸ ῥηθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ὑπάρχωσιν ἐπὶ τοῦ ὅλου τοῦ δανείου τούτου ἀλληλόχρεοι λογαριασμοὶ.
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι ἐπὶ τοῦ ὅλου.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλληλόχρεοι λογαριασμοὶ θὰ ὑπάρχωσι μόνον, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5, ἐπὶ τοῖς κεφαλαίοις τῶν δανείων τῶν παραγράφων 8, 9, 10 καὶ 11 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου.
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶπον ἀκριβῶς.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐπιλοίπου κεφαλαίου τοῦ δανείου δὲν ἀνοίγει τὸ νομοσχέδιον ἀλληλοχρέους λογαριασμούς· ἑπομένως ὅσα εἶπε περὶ τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν σχετίζονται πρὸς τὸ πλεῖστον τοῦ δανείου, καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου τριάκοντα τέσσαρα ἑκατομμύρια φράγκων χρυσῶν. Ἀνακριβὲς δὲ εἶναι καὶ τὸ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ῥηθὲν, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις τῶν δανείων, τῶν χάριν τῶν εἰδικῶν ταμείων συνομολογημένων, θέλουσι διατηρηθῆ ἐν τῷ νέῳ δανείῳ ἐπὶ τῇ περιωρισμένῃ ὑποχρεώσει τοῦ εἰδικοῦ σκοποῦ, πρὸς ὃν εἶχον παραχωρηθῆ, διότι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζει ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προὐνόησεν, ὅπως μὴ τυχὸν παρερμηνευθῇ ἡ ἔννοιά του καὶ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸ ἡ ἔννοια, ἣν πρὸ ὀλίγου ἐξέθεσε πρὸς τὴν Βουλήν. Ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸ ὀλίγου, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις καὶ ἐν τῷ νέῳ δανείῳ δὲν θὰ ἔχωσι μεγαλειτέραν ἔκτασιν τῆς καθοριζομένης ὑπὸ τῶν εἰδικῶν νόμων περὶ τῶν ταμείων, εἰς ἃ ἀφεώρων αὗται, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 4 ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι (ἀναγινώσκει) «αἱ ὑπὸ τῶν ἀνωτέρω νόμων καθοριζόμεναι ἐγγυήσεις παρέχονται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ὁλοκλήρου τοῦ συνομολογουμένου δανείου»· τουτέστι μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ νέου δανείου αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ἤδη παρακεχωρημέναι εἰς τὰ δάνεια τῶν εἰδικῶν ταμείων, δὲν θὰ ἦναι πλέον παρακεχωρημέναι μόνον εἰς ὑπηρεσίαν, ὅσην ἀπῄτουν τὰ εἰδικὰ ἐκεῖνα δάνεια, ἀλλὰ θὰ ἦναι παρακεχωρημέναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὅλου νέου δανείου, οὗτινος τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον, κατὰ τ’ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ ἐξικνῆται μέχρις 67 ἑκατομμυρίων. Ἐνῷ σήμερον τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς κοιλάδος τοῦ Παμίσου ἐκτελοῦνται διὰ δανείου, ὑπὲρ οὗ χορηγοῦνται εἰς ἐγγύησιν αἱ πρόσοδοι ἐκ τῶν ἐπιβληθέντων εἰς τὴν Μεσσηνιακὴν πεδιάδα προσθέτων φόρων, αἱ πρόσοδοι δ’ αὗται μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ ἦναι ὑπέγγυοι μόνον εἰς τὴν ὀφειλὴν, τὴν ἐκ τοῦ δανείου πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς κοιλάδος τοῦ Παμίσου, ἀλλὰ θὰ ἦναι ὑπέγγυοι εἰς ὁλόκληρον τὸ δάνειον τῶν 67 ἑκατομμυρίων. Τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές· εἶναι δ’ εὐεξήγητον, ὅτι ἐξανίσταται κατὰ τῆς ἑρμηνείας ταύτης, διότι δύσκολον φαίνεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ διάταξιν, τοιαύτην ἔχουσαν ἔννοιαν, ἀλλὰ περιλαμβάνεται αὕτη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ῥητῶς ἀποφαινομένη καθ’ ἣν κατέδειξα ἔννοιαν. Τὸ δάνειον, περὶ οὗ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρόκειται, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐπιτρέπεται ἵνα συνομολογηθῇ ὑπὸ ὅρους πολλῷ βαρυτέρους τῶν ὅρων τῶν τέως συνομολογουμένων δανείων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα ἐξηγήσῃ τὴν μεγάλην διαφορὰν τῶν προτάσεων αὑτοῦ τούτων καὶ τῶν ὅρων, ἐφ’ οἷς τέως συνωμολογοῦντο τὰ δάνεια, τουτέστιν ἐπὶ τόκῳ ἀναλογοῦντι πρὸς 5½% τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου καὶ ἄνευ χρεωλυσίου καὶ ἄνευ ἐγγυήσεων, εἶπεν, ὅτι ἐν τῷ τελευταίῳ δανείῳ ἐλάνθανε καὶ κέρδος ἄλλο τῶν ἀναδόχων, τὸ ἐκ τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, οὗτινος οἱ συμβληθέντες περὶ τοῦ δανείου εἶχον ἀποταμιεύσει ἐν καιρῷ ὁμολογίας ἀγορασθείσας παρ’ αὐτῶν ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τῆς ἀρτίας. Ἀλλ’ ἐὰν τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἶχον οὗτοι ἀγοράσει ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τῆς τοῦ ἀρτίου, δὲν εἶχον ἀνάγκην τῆς διαπράξεως, ἀφοῦ οὗτος εἶναι ὁ ἐπισήμως καθιερωθεὶς ὅρος τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν στερλινῶν, ὅπως πραγματοποιήσωσι τὸ ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως κέρδος, διότι ἠδύναντο νὰ εἰσπράξωσι τὴν ὑπερτίμησιν, πωλοῦντες ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ τὰς ὁμολογίας ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ.
§30ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Μετὰ τὴν σύμβασιν.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸ τῆς συμβάσεως διετιμῶντο αἱ ὁμολογίαι αὗται ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ ὑπὲρ τὸ ἄρτιον, ἡ δὲ ἐκποίησις τῶν ὁμολογιῶν ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ θὰ ἠδύνατο πάντως νὰ πραγματοποιηθῇ, ὁσοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, ἀφοῦ καὶ πρὸ τῆς συμβάσεως, ὡς καὶ μετ’ αὐτὴν, ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος εἶχε βάσιν ὄχι τὸ 6%, ὅπερ ἦτο ὁ τόκος τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ τὸ 5½%, ἢ τὸ 5,49%.
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 5,53%.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατ’ ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν, τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν στερλινῶν ὁ τόκος ἀναλογεῖ σχεδὸν πρὸς 5,50% τοῦ εἰσπραχθέντος κεφαλαίου, μὴ ὑπολογιζομένων τῶν ἐξόδων τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου· ἐὰν δὲ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει καὶ ταῦτα, καταβληθέντα ὑπὸ τῶν ἀναδόχων τοῦ δανείου καὶ ἀνερχόμενα κατὰ μέσον ὅρον εἰς 2%, τὸ δάνειον, ἀπενεγκὸν εἰς τὸ δημόσιον πραγματικὸν κεφάλαιον 72,75% τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, θέλει ὑπολογισθῆ ὡς πραγματοποιηθὲν ἐπὶ τιμῇ 74 καὶ 75%, ὁ δὲ τόκος αὐτοῦ θ’ ἀναλογῇ πρὸς 5,35%. Τοιαύτης καὶ ἔτι εὐνουστέρας οὔσης τῆς ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις διατιμήσεως τῶν χρεωγράφων τῆς Ἑλλάδος, ὁμολογίαι, ὡς αἱ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἀποφέρουσαι τόκον 6%, εὐχερῶς ἐξεποιοῦντο ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, ἡ δὲ ὑπόθεσις, ὅτι ἡ τροπὴ αὐτῶν ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ διὰ τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν παρεῖχεν ὠφέλειαν εἰς τοὺς κατόχους, ἣν ἐπεδίωξαν οἱ ἀνάδοχοι τοῦ δανείου, εἶναι ὅλως ἀστήρικτος. Εἶπε προσέτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ παρεχομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἄδεια καθορισμοῦ χρεωλυσίου τοῦ νέου δανείου δὲν ἐπάγεται ἐπιβάρυνσιν τῶν ὅρων, ἐφ’ οἷς τοῦτο θέλει συνομολογηθῆ. Τὸ χρεωλύσιον βεβαίως συντελεῖ, ὅπως τὸ δάνειον πραγματοποιηθῇ ἐπὶ τόκῳ κατωτέρῳ, ἄν μὴ δι’ ἄλλο, ἀλλὰ τοὐλάχιστον διὰ τὴν περιλαμβανομένην ἐν αὐτῷ ἀπόδοσιν κεφαλαίου μὴ καταβληθέντος, ἐφ’ ὅσον τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον ὑπολείπεται τοῦ ὀνομαστικοῦ· γινώσκει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει διαφορὰ τιμῶν μεταξὺ τοῦ 3% τοῦ παγίου καὶ τοῦ 3% τοῦ χρεωλυτικοῦ.
§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ὁποία ἐξέλιπε καθ’ ὁλοκληρίαν σήμερον.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἐξέλιπεν ἡ διαφορὰ, καίτοι δὲ σπουδαίως ἠλαττώθη, εἶναι ὅμως πάντοτε ἀποχρῶσα εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι ἐν ταῖς ἀγοραῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ θεωρεῖται ὡς πλεονέκτημα τὸ χρεωλύσιον, ἤτοι ὡς προσαύξησις τοῦ τόκου. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ χρεωλύσιον ἦναι πλεονέκτημα ἐν δανείοις Κρατῶν, ὧν ἡ πίστις εἶναι ἔμπεδος, πολλῷ μᾶλλον εἶναι πλεονέκτημα ἐν δανείῳ Κράτους, οὗτινος ἡ πίστις δὲν εἶναι εἰσέτι ἐντελῶς πεπαγιωμένη. Ἡ Ἑλλὰς πρό τινων ἐτῶν δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον μὴ περιλαμβάνον χρεωλύσιον· ὅτε δ’ ἐπετεύχθη ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἡ συνομολόγησις δανείου παγίου, ἐθεωρήθη τοῦτο μέγα βῆμα ἐπὶ τὰ πρόσω, ἐθεωρήθη ὡς ἀπόδειξις, ὅτι ἐν τῇ πεποιθήσει τῶν χρηματιζομένων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἡ Ἑλλὰς παρεῖχεν ἀσφάλειαν, ἥτις πρότερον ἐν τῇ πεποιθήσει αὐτῶν δὲν ἀνεγνωρίζετο. Ὥστε ἡ προσθήκη τοῦ χρεωλυσίου εἶναι ἐπιβάρυνσις, ἐφ’ ὅσον ἐπιπροσθέτει εἰς τὸν τόκον ὅ,τι ἐπὶ πλέον τοῦ τόκου θὰ ἐζητεῖτο, ἐὰν τὸ χρεωλύσιον δὲν περιελαμβάνετο ἐν τῇ συμφωνίᾳ, ἡ δὲ πρὸς τῷ χρεωλυσίῳ παροχὴ καὶ ἐγγυήσεων βλάπτει, καὶ ὡς ἀποδεικνύουσα τὴν Ἑλλάδα ἀναγκαζομένην νὰ ἐπανέρχηται εἰς σύστημα δανείων μὴ συνᾷδον πρὸς κατάστασιν δημοσίας πίστεως, οἵα ἐφαίνετο ἡ τελευταῖον ἐπιτευχθεῖσα. Ἡ Ἑλλὰς συνωμολόγησεν ἄλλοτε δάνεια ἐπὶ ἐγγυήσεσι, καὶ ὅτε συνωμολόγησεν αὐτὰ, ἐχαιρετίσθη τὸ γεγονὸς ὡς αἴσιον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, νομίζω, εἶχε συνομολογήσει δάνειον τοιοῦτο, ἐθεωρήθη δὲ ἡ ἐπιτυχία τοῦ τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ συνομολογηθέντος δανείου ἀποδεικνύουσα πρόοδον τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας· καὶ ἦτο πρόοδος. Ἐξεδόθη τότε τὸ δάνειον τοῦτο ἐπὶ ταῖς ἐλπίσι ταῖς ἐκ τῆς προσεχοῦς ἑνώσεως τῆς Θεσσαλίας, αἱ ἐλπίδες ὅμως αὗται, ἐπιῤῥώσασαι τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, δὲν ἐστερέωσαν αὐτὴν ἐφ’ ἱκανὸν, ἵνα καταστήσωσιν ἐφικτὴν τὴν συνομολόγησιν δανείου ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων. Βραδύτερον ἐθεωρήσαμεν μεγάλην ἐπιτυχίαν τὴν συνομολόγησιν δανείου ἐξασφαλιζομένου δι’ ἐκχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων, τῆς βαρυτέρας τῶν ἐγγυήσεων, καὶ πολλάκις ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁμιλοῦντος περὶ τούτου ὡς προδίδοντος ὀπισθοδρόμησιν. Ὅτε ἐπετεύχθη ἡ ἐπὶ ἐκχωρήσει τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων συνομολόγησις τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, βεβαίως ἐποιήσατο τὸ Κράτος μέγα βῆμα ἐπὶ τὰ πρόσω ἐν τῇ δημοσίᾳ πίστει, ἥτις ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ὀπισθοδρομήσει· τὴν τότε κατάστασιν τῆς δημοσίας πίστεως εἶχε παραγάγει ἡ ἐπιστράτευσις τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886, μεθ’ ἣν πάντες ἀνωμολόγουν, οἵ τε περὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δύσκολος, ἂν μὴ καὶ ἀδύνατος, ἦτο ἡ συνομολόγησις δανείου, ἔστω καὶ 100,000 δραχμῶν. Ἐνῷ τοιαύτη παρίστατο ἡ κατάστασις, συνωμολογήθη δάνειον 135 ἑκατομμυρίων ἐπὶ παραχωρήσει τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων εἰς ἐγγύησιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ. Κατόπιν τούτου ἡ πρόοδος ἐξηκολούθησε γοργῷ ποδὶ, καὶ ἐπετύχομεν τὴν συνομολόγησιν ἄλλων δανείων οὐ μόνον ἄνευ παραχωρήσεως διαχειρίσεως δημοσίας προσόδου, ἀλλὰ καὶ ἄνευ ἐγγυήσεως εἰδικῆς οὐδεμιᾶς καὶ ἐπὶ τόκῳ ἑκάστοτε κατωτέρω καὶ ἄνευ χρεωλυσίου. Ταῦτα πάντα ἀποτελοῦσι πρόοδον ἐπαισθητὴν, αὐτὸ δὲ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἠδυνήθημεν νὰ μετατρέψωμεν ἐπὶ τόκῳ μετριωτέρῳ εἰς δάνειον πάγιον, τουτέστι μὴ χρεωλυτικὸν καὶ ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων, δάνειον χρεωλυτικὸν καὶ ἐπὶ εἰδικαῖς ἐγγυήσεσιν, ὑπῆρξεν ἠθικὸς παράγων ὑπὲρ τῆς πίστεως τῆς χώρας ἐν ταῖς ἀγοραῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ παρέστησεν ἐν αὐταῖς τὴν Ἑλλάδα ἀνελθοῦσαν εἰς τὴν παράλληλον τῶν ἐθνῶν, τῶν ἐχόντων ἔμπεδον τὴν πίστιν. Ἤδη ἐπανερχόμεθα εἰς τὰ δάνεια ἐπὶ εἰδικαῖς ἐγγυήσεσι καὶ ἐπὶ χρεωλυσίῳ, καὶ τοῦτο, ἐπιβαρυνομένου κατὰ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν τοῦ τόκου, ἐφ’ ᾧ τέως συνωμολογοῦντο τὰ δάνεια ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων καὶ ἄνευ χρεωλυσίου. Ἀλλ’ ἄσκοπος ἡ περὶ τούτου συζήτησις. Ἐπιτρέπεται ἡ ἔκφρασις λύπης ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ, ἀλλὰ πλέον τούτου οὐχί· διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ συνομολογήσῃ τὰ δάνεια, εἰμὴ ἐπὶ τοῖς βαρυτέροις τούτοις ὅροις, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι ἐξηναγκασμένη, ἵνα παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν, ἔστω καὶ ἐπὶ ταῖς ἐπιβαρύνσεσιν, ἃς τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει ὡς ἀπαραιτήτους. Τὰς ἐκ τῶν ἐπιβαρύνσεων τούτων ἐντυπώσεις προσεπάθησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ κολάσῃ, παριστῶν τὴν ἀνάγκην αὐτῶν ὡς συμπίπτουσαν πρὸς γενικὴν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης ἔκπτωσιν τῶν τιμῶν τῶν χρεωγράφων τῶν ξένων Κρατῶν. Τὸ ἀντίθετον εἶναι ἀληθές· ὑπάρχει ὑπερτίμησις ἁπανταχοῦ ὅλων τῶν χρεωγράφων, πλὴν τῶν ἑλληνικῶν καὶ τῶν πορτογαλικῶν, διότι καὶ ἡ Πορτογαλία εὑρίσκεται ἐν περιστάσεσιν ἀνωμάλοις, προσέτι δὲ καὶ τῶν ἀργεντινῶν, ἀλλὰ περὶ ἐκείνων, διὰ τὴν ὑφισταμένην κρίσιν τῶν πραγμάτων τῆς συμπολιτείας, δὲν ὁμιλῶ. Τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ἔχοντα ἔμπεδον πίστιν, πάντα διατελοῦσι σήμερον περὶ τὰ τῶν τιμῶν τῶν χρεωγράφων αὐτῶν ἐν βελτίονι θέσει ἢ ὅτε ἐπραγματοποιοῦντο τὰ δάνεια ἡμῶν ἐπὶ τόκῳ 5½%, ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων καὶ ἄνευ χρεωλυσίου. Ἀλλὰ, καίτοι ἡ δικαιολόγησις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ οὐδεμίαν ἔχει ὑπόστασιν, ὡς μαρτυροῦσι τὰ ἐπίσημα τῶν χρηματιστηρίων δελτία, οὐδεμίαν ἐπιδεχόμενα ἀμφισβήτησιν, ἡμεῖς εἴμεθα ἐξηναγκασμένοι, ἵνα δώσωμεν τὴν ἄδειαν, ὅπως συνομολογήσῃ τὸ δάνειον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῷ τόκῳ καὶ ἐπὶ τοῖς ἄλλοις ὅροις, ἐφ’ οἷς καὶ μόνοις δηλοῖ, ὅτι δύναται νὰ συνομολογήσῃ αὐτό. Ἀλλ’ οἱ ὅροι πρέπει νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· πρέπει νὰ γινώσκωμεν τί ψηφίζομεν. Ἐὰν πρόκηται, ὅπως ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, νὰ ἐπεκταθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις τῶν δανείων τῶν εἰδικῶν ταμείων ἐπὶ τὸ ὅλον τοῦ νέου δανείου, πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀνακαλέσῃ ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπε περὶ περιορισμοῦ τῶν ἐγγυήσεων ἐκείνων εἰς μόνα τὰ κεφάλαια, πρὸς ἃ διὰ τῶν νόμων περὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων συνδέονται, ἀντιθέτως πρὸς τὸ ῥητὸν καὶ σαφὲς γράμμα τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἡ αὐτὴ περίοδος τοῦ ἄρθρου 4 πραγματεύεται καὶ περὶ ἄλλου θέματος, ὁρίζουσα, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ ὡς ἐγγύησιν καὶ ἑτέρας προσόδους τοῦ Δημοσίου· αὕτη δὲ, ἡ παραπληρωματικῶς προστιθεμένη διάταξις, εἶναι ἡ παρέχουσα εἰς τὸ ἄρθρον τὴν χαρακτηριστικὴν αὐτοῦ ἔννοιαν· διότι αἱ εἰδικαὶ ἐγγυήσεις δανείων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου καὶ τοῦ Εὐρίπου καὶ τοῦ Νέδοντος ἀρκοῦσι μόλις εἰς ἐξασφάλισιν τῆς ὑπηρεσίας πολλοστημορίου τοῦ νέου δανείου· τὸ ἔχον ἄρα χαρακτηριστικὴν ἔννοιαν ἐν τῇ περὶ εἰδικῶν ἐγγυήσεων διατάξει τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ πρόσθετος ἄδεια τῆς παροχῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐγγύησιν καὶ ἑτέρων προσόδων τοῦ Δημοσίου· διὸ εἶναι πρέπον νὰ ὁρισθῶσιν αἱ πρόσοδοι αὗται. Τὰ μέχρι τοῦδε συνομολογηθέντα ἐπὶ εἰδικαῖς ἐγγυήσεσι δάνεια πάντα ἀνέγραφον ῥητῶς τὰς παραχωρουμένας ἐγγυήσεις, ἡ δὲ Βουλή, ἀφοῦ, ὡς ἐῤῥήθη, εἶναι ἠναγκασμένη, ὅπως μὴ ἀποκρούσῃ τὴν παροχὴν εἰδικῶν ἐγγυήσεων κατ’ ἀρχὴν, οὐδένα θὰ ἔχῃ λόγον, ἵνα μὴ ἐγκρίνῃ τὰς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θεωρηθησομένας ἀναγκαίας καὶ ἀποχρώσας, ἀλλ’ ὀφείλει ν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἀναγραφῶσιν αὗται ἐν τῷ νόμῳ. Περὶ τὰ τῆς τιμῆς τοῦ δανείου συμφέρει, ἵνα ἀφίηται εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως εὐρὺ τὸ στάδιον, ἀλλ’ οὐδεμία ὑπάρχει δικαιολογία τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐκλογῆς τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου. Ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν καλῇ τῇ πίστει ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ θέματι δὲν ἐπάγεται τὴν παρὰ τῆς Βουλῆς παραίτησιν τῶν εἰς αὐτὴν ἀνηκόντων, ὅταν, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἡ ἐνάσκησις τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, ὠφέλιμος ἐν πολλοῖς, οὐδὲν παρεμβάλλει πρόσκομμα εἰς τὴν ἐπιτυχῆ τῆς ὑποθέσεως διεξαγωγήν. Ἂν ὑπάρχῃ ἐν τῷ προκειμένῳ εἰδική τις περίστασις, καθιστῶσα ἐπιζήμιον, ἢ ἔστω καὶ ἁπλῶς δυσχερῆ, τὸν ἐκ προοιμίων καθορισμὸν τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων, δέον ἵνα γνωρισθῶσι τὰ τῆς περιστάσεως ταύτης εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα κρίνῃ αὕτη περὶ τοῦ δεδικαιολογημένου τῆς ζητουμένης ἀδείας· ἐν ἐλλείψει ὅμως τοιαύτης ἀνακοινώσεως, ἡ ἀπαίτησις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀπόσχῃ ἀπὸ τῆς ἀνηκούσης αὐτῇ συμπράξεως ἐν τῷ καταρτισμῷ τῶν ὅρων τοῦ νέου δανείου, φαίνεταί πως ὑπερβολική. Φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἀνώτατος ὄρος τοῦ χρεωλυσίου, ὅπως ἀναγράφεται καὶ ἀνώτατος ὄρος τόκου. Θὰ ἐνόουν τὴν μὴ ἀναγραφὴν ἐν τῷ νόμῳ ἀνωτάτου ὅρου τόκου, ὡς ἀναπληρουμένου τοῦ ἐκ τοῦ νόμου περιορισμοῦ ἐκ τοῦ γνωστοῦ τοῖς πᾶσιν ὅρου τοῦ τόκου κατὰ τὰς τρεχούσας τιμὰς ἄλλων ἐθνικῶν χρεωγράφων· ἀναγραφομένου ὅμως ἀνωτάτου ὅρου τόκου, ἀνακόλουθος εἶναι ἡ παρεχομένη ἀπεριόριστος ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ὅρου τοῦ χρεωλυσίου. Ἀφοῦ ἐπιτρέπεται ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου ἐπὶ κεφαλαίῳ πραγματικῷ πολλῷ κατωτέρῳ τοῦ ὀνομαστικοῦ, τὸ χρεωλύσιον δύναται νὰ ἐπιπροσθέσῃ εἰς τὸν τόκον ποσοστὸν τοσούτῳ σημαντικὸν, ὥστε ν’ ἀνατρέπηται ἐκ βάθρων ἡ περὶ ἀνωτάτου ὅρου τοῦ τόκου διάταξις τοῦ νόμου, τελεσφορώτερον δὲ θὰ ἦτο νὰ παρελείπετο ἡ διάταξις περὶ ἀνωτάτου ὅρου τοῦ τόκου, νὰ περιελαμβάνετο δὲ διάταξις περὶ ἀνωτάτου ὅρου τοῦ χρεωλυσίου. Παρατηρῶ προσέτι, ὅτι, ἐφ’ ὅσον πρόκηται περὶ δανείων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, συγχωνευθησομένων ἐν νέῳ δανείῳ, καὶ δὲν ὑπάρχῃ λόγος εἰδικὸς, ὑπαγορεύων, ὅπως τὸ δάνειον τοῦτο συνομολογηθῇ εἰς χρυσὸν, οὔτε ἡ παροχὴ εἰδικῶν ἐγγυήσεων, οὔτε ἡ παροχὴ χρεωλυσίου, οὔτε ἡ παροχὴ βαρέως τόκου φαίνονται δεδικαιολογημέναι· διότι, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, καὶ δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ἀληθὲς, τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἡμᾶς ἀνακοινωθὲν περὶ τοῦ ἀνεφίκτου τῆς ἐν ταῖς ἀγοραῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ συνομολογήσεως δανείου ἐπὶ ὅροις συμφερωτέροις τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πάντες γινώσκομεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι διὰ τραπεζικῶν γραμματίων δυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον ἐπὶ ὅροις πολλῷ συμφερωτέροις. Οὔτε τόκος 6% ἀπαιτεῖται εἰς πραγματοποίησιν δανείου ἐν Ἑλλάδι ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων, οὔτε ἐγγύησις εἰδικὴ, οὔτε χρεωλύσιον. Ἔσχον ἀφορμὴν ἐν προηγουμένῃ συζητήσει νὰ παραστήσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι παρεσκευάζετο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἡ ἔκδοσις δανείου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, περιλαμβάνοντος πάντα τὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον συγχωνευθησόμενα δάνεια ἐπὶ τόκῳ ἀνωτάτῳ 5%, καὶ ὅτι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἐπετυγχάνετο ἡ διάθεσις τοῦ δανείου τούτου ἐπὶ ὅρῳ κατωτέρῳ ἔτι τῶν 5%. Ἀφ’ ἧς διὰ τῶν τροπῶν ἐξωφλήθησαν τὰ πλεῖστα τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων, ἐπαισθητὴ εἶναι ἡ δυσχέρεια περὶ τὴν ἐπασχόλησιν τῶν κεφαλαίων. Ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν διάφορα καταστήματα, ἔχοντα ἀποταμιεύματα, δεόμενα ἐπασχολήσεως· ὑπάρχει τὸ ταμεῖον τὸ Μετοχικὸν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ὑπάρχουσι τὰ Μετοχικὰ ταμεῖα τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, πάντα ταῦτα ἔχουσι περισσεύματα κεφαλαίων, ἐπιζητοῦντα διάθεσιν ἐπὶ τόκῳ 5%, γινώσκω δ’ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ὡς χάρις ἐζητεῖτο ὑπὸ τῶν διευθυνόντων τὰ διάφορα ταῦτα ταμεῖα, ἵνα ἡ Κυβέρνησις δεχθῇ τὸ περισσεῦον χρῆμα ἐπὶ τόκῳ καὶ κατωτέρῳ τῶν 5% καὶ ἀντὶ ἐντόκων γραμματίων, ἤτοι ἐπὶ τόκῳ 4%. Ἐφ’ ὅσον ἄρα δὲν πρόκηται περὶ τῶν κεφαλαίων, δι’ ὧν κατὰ τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀναπληρωθῶσι τὰ διατεθέντα εἰς ἐξόφλησιν τῶν ἐκ χρυσοῦ ἐντόκων γραμματίων, καὶ πρόκηται μόνον περὶ τῶν ἐν τῷ προσαρτωμένῳ εἰς τὸ νομοσχέδιον πίνακι δανείων, ἐὰν τῶν δανείων τούτων τὰ κεφάλαια ζητηθῶσιν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, αἱ ἔκτακτοι παροχαὶ τοῦ νομοσχεδίου καθίστανται πᾶσαι περιτταὶ, πληροῦσι δὲ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια πάντας τοὺς σκοποὺς τῶν δανείων. Λαμβάνω ἀνὰ χεῖρας τὸν πίνακα, καὶ παραλείπων τὸ πρῶτον τῶν ἐν αὐτῷ δανείων, ὅπερ, ὡς εἶπον, εἶναι διαγραπτέον, ἀπαντῶ τὸ δάνειον «διὰ τὴν ἀνέγερσιν δημοσίας οἰκοδομῆς εἰς ἐνοίκησιν τοῦ ἐνηλίκου Διαδόχου τοῦ θρόνου». Πρὸς τί τὸ δάνειον τοῦτο νὰ πραγματοποιηθῇ εἰς χρυσόν, καὶ νὰ μὴ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ κείμενα, ἐπιτρέποντα, ὅπως συνομολογήσωμεν αὐτὸ ἐπὶ τόκῳ 5% ἄνευ χρεωλυσίου καὶ ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων; Ἐπίσης τὸ δάνειον «διὰ τὴν οἰκοδομὴν Ἀρχαιολογικοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου». Τὰ πρὸς τὴν οἰκοδομὴν ἐδαπανήθησαν ἤδη εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· πρὸς τί ἄρα ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου εἰς χρυσόν; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλῃ πρὸς ἄλλους σκοποὺς τὴν ἐπὶ ἰσοτιμίᾳ ἀντικατάστασιν χρήματος εἰς χρυσὸν εἰς τὰ ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων κεφάλαια τῶν ἐν τῷ πίνακι δανείων, ὀφείλει νὰ παραστήσῃ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ ταύτην, καὶ βεβαίως ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ τὴν αἴτησιν, μὴ ἐνδιατρίβουσα εἰς τὸ ἀσυμβίβαστον τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὰ ἄλλοτε διακηρυττόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης περὶ τῆς σχέσεως τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν νόμισμα. Τρίτον δάνειον παρουσιάζεται τὸ διὰ τὴν κατασκευὴν καταστημάτων τῶν λουτρῶν Μεθάνων καὶ Ὑπάτης. Τὰ τῶν λουτρῶν Μεθάνων θὰ παραχωρηθῶσιν εἰς ἐγχωρίους ἐργολάβους καὶ ἐπὶ τιμήματι καταβληθησομένῳ εἰς τραπεζικὸν νόμισμα, τὰ δὲ τῶν λουτρῶν Ὑπάτης παρεχωρήθησαν ἤδη, νομίζω, εἰς ἐργολάβον, ὅστις θὰ πληρωθῇ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· οὐδεὶς ἄρα ὑπάρχει λόγος, ἵνα συνομολογηθῇ τὸ δάνειον εἰς χρυσόν. Ἔχομεν ἐν τῷ πίνακι τὸ δάνειον τῶν 12,000,000 δραχμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, ὧν παρεχωρήθη ἤδη ἡ ἐργολαβία τοῦ πρώτου τμήματος ἐπὶ τιμήματι τραπεζικῶν γραμματίων, ἐπίσης δὲ ἐπὶ τμήματι τραπεζικῶν γραμματίων διεξάγονται αἱ ἐργολαβίαι τῶν τριῶν εἰδικῶν ταμείων, ὑπολείπονται δὲ τὰ δάνεια τῶν σιδηροδρόμων, ὧν ὁ μὲν γενικὸς νόμος, ὡς εἶπον ἤδη, ἐπιτρέπει τὴν συνομολόγησιν εἰς χρυσὸν ἢ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, οἱ μεταγενέστεροι δὲ καὶ εἰδικώτεροι ἐπιτρέπουσιν αὐτὴν μόνον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ταῦτα, οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη, ἵνα πραγματοποιηθῶσιν εἰς χρυσὸν, διότι τὰ δάνεια ἀφορῶσιν εἰς τὰ χιλιομετρικὰ χορηγήματα πρὸς τὰς ἀναδόχους ἑταιρίας ἢ εἰς τὰς ἐργολαβίας τῆς ὑποδομῆς, τὰ δὲ χορηγήματα εἶναι καθωρισμένα εἰς 24,000 δραχμὰς τραπεζικὰς κατὰ χιλιόμετρον, ἐπίσης δὲ καὶ αἱ ἐργολαβίαι ἐκτελεσθήσονται ἀντὶ δραχμῶν τραπεζικῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν τραπεζικὰ γραμμάτια ἀποκλειστικῶς θὰ πληρωθῶσι, πρὸς τί ὁ πορισμὸς τῶν κεφαλαίων εἰς χρυσὸν, ὅταν ἡ ἀντικατάστασις τοῦ χρυσοῦ εἰς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἐπάγηται εἰς τὸ Κράτος τὴν ἀνάγκην προσθήκης 1% εἰς τὸν τόκον καὶ παροχῆς εἰδικῶν ἐγγυήσεων καὶ χρεωλυσίου; Ἐκδιδομένου τοῦ νέου δανείου, τοῦ συγχωνεύοντος τὰ διὰ προγενεστέρων νόμων ἐπιτραπέντα δάνεια εἰς τὸ νόμισμα, ἐφ’ ᾧ ἐπετράπη ἡ συνομολόγησις τῶν δανείων ἐκείνων, παρέχεται εἰς τὸ ἀργοῦν κεφάλαιον τῆς κοινωνίας ἐπασχόλησις, ὥστε πλὴν τῆς ὠφελείας τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ ἐλάσσονος τόκου καὶ τῆς μὴ παροχῆς ἐγγυήσεων καὶ χρεωλυσίου, πλὴν τῆς περιφρουρήσεως τῆς δημοσίας πίστεως τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἀποχῆς ἀπὸ δανείου ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ νομοσχεδίου, διευκολύνεται καὶ ἡ κοινωνία, παρ’ ᾗ κατέστη ζήτημα ἐκ τῶν κυριωδεστέρων ἡ ἔκδοσις χρεωγράφων ἐκ τραπεζικοῦ νομίσματος.
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ συνομολογήσωμεν ὄχι βεβαίως τὸ ὅλον, ἀλλὰ μέρος τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ὅρους ἐπωφελεστέρους. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐπεδείχθη τοιαύτη διάθεσις παρ’ ἐντοπίων τραπεζῶν πρὸς συνομολόγησιν δανείου 10 ἢ 15 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ. Τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ, εἶναι ἐξασφάλισις τοῦ ἀναγκαίου κεφαλαίου πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων, αἵτινες βαρύνουσι τὸ Δημόσιον, δὲν εἶναι δὲ δυνανὸν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ χρήματα ταῦτα, ἐὰν ἐκδώσωμεν ἓν μὲν δάνειον ἐσωτερικὸν ἐν Ἑλλάδι, ἐπιδιώξωμεν δὲ τὴν συνομολόγησιν ἑτέρου δανείου ἐξωτερικοῦ ἐν Εὐρώπῃ. Ἡ ἐπαναληπτικὴ συνομολόγησις δανείων εἶναι ἡ κυριωτέρα ἀφορμὴ τῆς καταπτώσεως τῆς πίστεως παντὸς ἔθνους. Τὸ ζήτημα ἑπομένως, τὸ ὁποῖον κυρίως μᾶς ἀπασχολεῖ, εἶναι, ὡς εἶπον, ἡ συνομολόγησις δανείου ἐξωτερικοῦ, ὅταν δὲ τοῦτο πραγματοποιηθῇ, τότε δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ συνομολογήσεως δανείου ἐσωτερικοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἤδη ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν, ὅπως τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη ἐψηφισμένα, συνομολογήσωμεν ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν εὕρομεν συμφερωτέρους ὅρους, ἡνωμένα καὶ οὐχὶ διῃρημένα. Ὥστε δὲν καταργοῦμεν τὴν ὑφισταμένην, τὴν δοθεῖσαν ἤδη ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συνομολογήσῃ κεχωρισμένα τὰ δάνεια ταῦτα· φοβούμενοι ὅμως, μήπως δὲν εὕρωμεν ὅρους ἐπωφελεῖς εἰς τὴν διῃρημένην πραγματοποίησιν τῶν δανείων τούτων, ζητοῦμεν ὅπως ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν εὕρωμεν τοιούτους ὅρους ἐπωφελεστέρους, ἔχωμεν τὴν ἄδειαν τῆς συνενώσεως αὐτῶν. Δὲν νομίζομεν ὅμως, ὅτι συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον ἡ ἔκδοσις δανείου παγίου ἢ χρεωλυτικοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια μὲ τὸν σκοπὸν, ὅπως ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ τοποθετηθῶσι τὰ χρήματα τῶν διαφόρων δημοσίων ταμείων. Τὰ χρήματα τῶν ταμείων τούτων, οἷά εἰσι τὰ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, δύνανται νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς ἔντοκα γραμμάτια. Δὲν εἶναι δὲ οὔτε ἔνδειξις πίστεως, οὔτε ἔνδειξις εὐκολίας, ὅταν τὰ δημόσια δάνεια λαμβάνωνται παρὰ τῶν τοιούτων ταμείων. Τοιοῦτο πράττοντες, οὐδὲν ἄλλο ἐπιτυγχάνομεν ἢ ἁπλῆν τροπὴν τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς δάνεια πάγια καὶ χρεωλυτικά. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι καὶ ἐν τῷ τόπῳ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς δάνεια δημόσια. Τὰ κεφάλαια ὅμως ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ τόπῳ, ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι συμφέρει νὰ μὴ τοποθετηθῶσιν εἰς δάνεια, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία γίνεται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς δάνεια, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία γίνεται εἰς χρυσόν. Ἠθέλομεν δὲ θεωρήσει λελυμένον τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν ζήτημα, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ὅλα τὰ εἰς χρυσὸν δάνεια ἡμῶν νὰ ἔλθωσιν ἐν τῷ τόπῳ. Δὲν νομίζομεν ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ εὐκολύνωμεν τὴν τοποθέτησιν τῶν ἐντοπίων κεφαλαίων εἰς ἐσωτερικὰ δάνεια, ἀλλ’ εἰς ἐξωτερικὰ, ὅπως οὕτως ἐπιτευχθῇ ἡ ἐλάττωσις τῆς ἀνάγκης συναλλάγματος καὶ ἡ παρεμπόδισις τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς αὐτοῦ. Δὲν ἀποκρούομεν ὅμως καὶ τὴν ἰδέαν τῆς συνομολογήσεως ἐσωτερικοῦ δανείου. Θὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες θὰ παρουσιασθῶσιν εἰς ἡμᾶς. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὡσαύτως θεμελιῶδες, τὸ ζήτημα, ὅτι οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις συνωμολόγησε τὰ τελευταῖα ἡμῶν δάνεια, εἰσὶ καλλίτεροι ἐκείνων, διὰ τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης· τὸ δάνειον τοῦτο ἐθεωρήθη καὶ θεωρεῖται ὡς δάνειον εἰδικὸν, ἔχον τὴν ἐγγύησιν τοῦ σιδηροδρόμου· θὰ ἐξετάσω τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου παρέστησεν ὡς ἀποτελοῦν τὴν ὑψίστην θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασεν ἡ πίστις ἡμῶν, διότι συνωμολογήθη ὡς πάγιον ἄνευ ἐγγυήσεων καὶ προσδιορισμοῦ εἰδικῶν προσόδων. Νομίζω, ὅτι περιττὸν νὰ ἐξετάσω τὸ δάνειον τῶν μονοπωλίων, τὸ ὁποῖον παρεστάθη ὡς δεικνῦον βελτίωσιν καὶ πρόοδον τῆς πίστεως ἡμῶν. Τὸ δάνειον τῶν μονοπωλίων εἶναι οὐχὶ ἔνδειξις, ἀλλὰ ἄρνησις πίστεως. Εἶναι ἔνδειξις, ὅτι οὐδεμίαν οἱ δανεισταὶ εἶχον πίστιν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ὅτι τοιαύτην ἀπέδιδον εἰς μόνον τὸ ἐνέχυρον τῶν μονοπωλίων, ὅπερ ἐδόθη εἰς αὐτούς. Ἔνδειξις δημοσίας πίστεως ὑπάρχει ἀναντιῤῥήτως εἰς τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς συνωμολογήθη τὸ δάνειον τοῦτο, διὰ νὰ ἴδωμεν ἀκριβῶς τὴν σημασίαν τῆς πίστεως ταύτης. Οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν παρεδέχθησαν ὅρους, οἵτινες ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου παρουσιάζουσι κατὰ τὸ φαινόμενον τόκον 5½% περίπου. Παρεδέχθησαν ὅμως τὸν τόκον τῶν 5½%, διότι, ὡς εἶπον, διὰ πλαγίας ὁδοῦ ὠφελήθησαν τοσαῦτα, ὥστε ἀπὸ 5½ ὁ τόκος, ὃν ἔλαβον, ἀνεβιβάσθη εἰς 6½ καὶ πλέον τοῖς ἑκατόν. Ἐκ τοῦ δανείου τούτου ὠφελήθησαν, ἀγοράσαντες μέγα μέρος τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, εἰς τιμὴν πολὺ κατωτέραν τοῦ ἀρτίου. Τὰς ὁμολογίας δὲ ταύτας δὲν ἤθελον ἀγοράσει, ἂν προηγουμένως δὲν ἦσαν ἐν συνεννοήσει περὶ τῆς τροπῆς αὐτῶν. Δὲν ἠδύναντο δὲ, ὡς εἶπέ τις πρὸ ὀλίγου, νὰ πωλήσωσι ταύτας ἐπωφελῶς εἰς τὸ χρηματιστήριον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε γείνῃ ἡ τροπὴ αὐτῶν αὕτη. Αἱ ὁμολογίαι, ὅταν ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ δανείου, ἐτιμῶντο μεταξὺ 440 καὶ 460.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε ἀκριβεῖς πληροφορίας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅταν ἐγένετο τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν, ἐμελέτησα τὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων· λυποῦμαι δὲ, διότι δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἔμελλε νὰ γένηται λόγος περὶ τούτου, ἵνα κομίσω τὰς πληροφορίας καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐν πλήρει λεπτομερείᾳ καὶ ἀκριβείᾳ. Ἐνθυμοῦμαι ἐν τούτοις, ὅτι ἓξ μῆνας πρὸ τῆς μετατροπῆς τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου αὐτοῦ ἦσαν κάτω τῶν 400 φράγκων, ὅτι δὲ τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς μετατροπῆς τοῦ δανείου αἱ ὁμολογίαι αὐτοῦ εἶχον φθάσει εἰς 463, ἑπομένως ὑπῆρχε διαφορὰ 66, 67 ἢ 60 φράγκων.
§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὑψώθησαν. Ὅτε δὲ συνωμολογήθη τὸ δάνειον, ἀνῆλθον εἰς τὸ ἄρτιον, διότι ἐπὶ τοῦ ἀρτίου ἔπρεπε νὰ ἐξοφληθῶσιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ κέρδους τούτου, ὅπερ δὲν δυνάμεθα ἐπακριβῶς νὰ προσδιορίσωμεν, διότι δὲν γνωρίζομεν εἰς ποίαν τιμὴν καὶ εἰς τί ποσὸν ὁμολογιῶν ἠγόρασαν οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν, ὑπάρχει ἑτέρα ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα ἐπακριβῶς νὰ ὑπολογίσωμεν. Εἶναι δὲ αὕτη ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἔσχον διὰ τῆς τροπῆς τοῦ δανείου τῶν σιδηροδρόμων Μύλων–Καλαμῶν καὶ Μεσολογγίου–Ἀγρινίου. Οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν ἠγόρασαν παρὰ τῶν ἀναδόχων τῶν σιδηροδρόμων τούτων πρὸς 72 περίπου τοῖς ἑκατὸν τὰ δι’ αὐτοὺς συνομολογηθέντα δάνεια, ἅτινα ἔδωκαν εἰς μετρητὰ εἰς τὸ ἄρτιον διὰ τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων. Ἐκέρδησαν ἑπομένως 28% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τῶν δανείων τούτων, ὅπερ ἀνήρχετο εἰς 27 ἑκατομμύρια φράγκων. Τὸ κέρδος δὲ, ὅπερ οὕτω ἐπραγματοποίησαν, ἀνέρχεται εἰς 7½ ἑκατομμύρια φράγκων χρυσῶν. Ὡς εἶπον, δὲν γνωρίζομεν τί ἐκέρδησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ βεβαίως ἐκέρδησαν καὶ ἐξ αὐτοῦ σημαντικὸν ποσὸν, ἀγοράσαντες τὰς ὁμολογίας κάτω τοῦ ἀρτίου καὶ δώσαντες αὐτὰς εἰς τὸ ἄρτιον.
§39ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ λαμπρὸν δάνειον!
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐπρόκειτο νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, δὲν θὰ ἦτο εἰς ἡμᾶς δύσκολον νὰ ἐπιτύχωμεν 5 καὶ 5½%. Ἐὰν δὲ ὠθοῦμεν καὶ ὀλίγον περαιτέρω τοὺς τοιούτους συμψηφισμοὺς, καὶ 4% ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν. Δὲν νομίζομεν ὅμως, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ βαδίσωμεν. Δὲν παραδέχεται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι τὰ δάνεια τῶν δευτερευόντων Κρατῶν εἶναι σήμερον εἰς κατωτέραν τιμὴν ἐκείνης, εἰς ἣν ἦσαν πρὸ ὀκτὼ μηνῶν· εἶναι εὔκολον νὰ πεισθῇ περὶ τούτου, λαμβάνων τὰ τιμολόγια τῶν χρηματιστηρίων. Θὰ τῷ ἀναφέρω μόνον τὸ Ἰταλικὸν δάνειον, ἡ τιμὴ τοῦ ὁποίου πρὸ 8 μηνῶν ἦτο κατὰ 2 ἢ 3 μονάδας ἀνωτέρα τῆς σημερινῆς.
§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διαφορὰ εἶναι μεγαλειτέρα τῆς τιμῆς τῶν ἰταλικῶν χρεωγράφων, τῆς ὑπαρχούσης ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις τῆς Ἀγγλίας. Κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον ἀπέχουσιν αἱ τιμαὶ αἱ τρέχουσαι τῶν ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις κατὰ πολὺ μεγαλειτέρας μονάδας ἀπὸ τὰς 3, τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε. Δύναμαι νὰ φέρω αὔριον ἀποδείξεις τῶν χρηματιστηρίων. Ταῦτα δὲ λέγω, στηριζόμενος εἰς πληροφορίαν γραπτὴν, τὴν ὁποίαν ἔχω παρὰ τοῦ κ. Ὀ. Ροδοκανάκη ἐν Λονδίνῳ.
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἕτερον Κράτος, μὲ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα περισσότερον νὰ συγκριθῶμεν, εἶναι ἡ Πορτογαλία, ἥτις ἔχει οἰκονομικὰ ἀνάλογα μὲ τὰ ἡμέτερα. Σήμερον βλέπω τὰ χρεώγραφά της πολὺ κατώτερα· διὰ νὰ συνομολογήσῃ δὲ δάνειον, ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ ὡς ἐνέχυρον τὸ μονοπώλιον τῶν καπνῶν.
§43ΣΥΓΓΡΟΣ. Γνωρίζετε τὸ δάνειον τῆς Πορτογαλίας, καὶ τοὺς ὅρους, καὶ τί ὑπεθήκευσε;
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠξεύρω, ὅτι ἔδωσεν ὡς ἐνέχυρον τὸ μονοπώλιον τῶν καπνῶν, παρέχουσα τὸ δικαίωμα τοῦ σχηματισμοῦ ἑταιρίας διὰ μετοχῶν καὶ τῆς παρ’ αὐτῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν ὑπὸ τὴν ἐγγύησίν της.
§45ΣΥΓΓΡΟΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ ἐφαρμόζω εἰς τὸ δάνειον τῶν 135,000,000.
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο εἶπον καὶ ἐγώ, ὅτι εὑρέθη καὶ αὐτὴ, ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν της, εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς εὑρέθημεν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν μονοπωλίων, δηλαδὴ ὅτι στερεῖται ἰδίας πίστεως, καὶ παρεχώρησεν ἀμέσους ἐγγυήσεις πρὸς συνομολόγησιν δανείου. Δὲν νομίζω ἑπομένως, ὅτι δικαιοῦται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ αἰσθάνηται λύπην, βλέπων ἡμᾶς ζητοῦντας τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἂν ὁ ἴδιος ὑπολογίσῃ τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα παρεχώρησεν εἰς τοὺς συνομολογήσαντας τὸ δάνειον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ τὸν ὕψιστον βαθμὸν τῆς πίστεως, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνύψωσε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἂν ὑπολογίσῃ τὰ ὀφέλη ἐκεῖνα, θέλει αἰσθανθῆ βεβαίως λύπην, διότι δὲν τὰ ὑπελόγισε πρὸ τῆς συνομολογήσεως τῶν δανείων, καὶ διότι δὲν εἶδεν, ὅτι, διὰ νὰ παραστήσῃ ὑπάρχουσαν πίστιν, ὑπέβαλε τὸ Δημόσιον εἰς θυσίας, τὰς ὁποίας ἤθελεν ἀποκρούσει ἡ θετικὴ ὕπαρξις δημοσίας πίστεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νομίζει, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγράψωμεν τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας τυχὸν ἠθέλομεν δώσει διὰ τὸ συνομολογηθησόμενον δάνειον. Νομίζω, ὅτι δὲν ζητοῦμέν τι ὑπερβολικὸν διὰ τῆς ἀδείας τοῦ νὰ δώσωμεν, ἐν περιπτώσει ἀπολύτου ἀνάγκης, τοιαύτας ἐγγυήσεις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἰσχυρίζεται, ὅτι παρὰ τῆς Βουλῆς ζητοῦμεν ν’ ἀπεκδυθῇ δικαιωμάτων, ἀνηκόντων εἰς αὐτήν. Εἶναι πραγματικῶς λίαν ἄπορον, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε καὶ ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς, ὄχι ἄδειαν περὶ ὡρισμένου ποσοῦ δανείου, ἀλλ’ ἀπόλυτον λευκὸν χάρτην, ἵνα δανείζηται ὅσα θέλῃ, νὰ πληρόνῃ ὅσα θέλῃ καὶ νὰ πράττῃ ὅ,τι θέλῃ διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν, εἶναι, λέγω, ἀπορίας ἄξιον, πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου χαρακτηρίζει ὡς ὑπερβολικὴν τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν ἡμεῖς καὶ τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν, οὐχὶ ὅπως ὁριστικῶς παραχωρήσωμεν ὅλας τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιλαμβανομένας ὠφελείας, ἃς βεβαίως θὰ προσπαθήσωμεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, νὰ ἐλαττώσωμεν, ἀλλ’ ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ κατάστασις τῆς Εὐρώπης μᾶς ἐπιβάλῃ τὴν παραδοχὴν τῶν πλείστων ἢ ὅλων τῶν ὅρων τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ζήτημα ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει διαχειρισθῆ τὴν ἄδειαν ταύτην ἡ Κυβέρνησις. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι δὲν θὰ διαχειρισθῇ καλῶς τὴν ἄδειαν ταύτην ἡ Κυβέρνησις, δὲν πρέπει νὰ τὴν δώσῃ. Δὲν νομίζομεν δὲ καλὸν, νομίζομεν μάλιστα ἐπιβλαβὲς τὸ νὰ καθορίσωμεν οἱασδήποτε ἐγγυήσεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ· διότι, ἂν καθορίσωμεν αὐτάς, θὰ ἦναι δύσκολον ν’ ἀποφύγωμεν τὴν παραχώρησιν αὐτῶν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου σπουδάζων εἶπε τοῦτο; Βεβαίως ὄχι. Τὸ εἶπε διὰ νὰ εἴπῃ τι ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἴπομεν, ὅπως εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτόν. Δώσατε, λέγει, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον ὑπὸ οἱονδήποτε τόκον, μὴ προσδιορίσητε τὸν τόκον, ἀλλὰ προσδιορίσατε τὸ χρεωλύσιον. Διατί; Διότι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ περιορίσωμεν τὸν τόκον καὶ οὐχὶ τὸ χρεωλύσιον, καὶ τοῦτο, διότι, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, ἐλπίζομεν ἢ νὰ τὸ ἀποφύγωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν, ἢ ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ νὰ δώσωμεν ἐλάχιστον. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ἐπὶ τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰ δάνεια, τὰ ψηφισθέντα χάριν κατασκευῆς ἔργων, ἀνηκόντων εἰς ἰδιαίτερα ταμεῖα, δὲν εἶναι ἀκριβής. Δὲν ἐννοοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁλόκληροι αἱ πρόσοδοι ἑκάστου τῶν ἔργων τούτων θὰ δοθῶσιν ὡς ἐγγυήσεις διὰ τὸ συνομολογηθησόμενον δάνειον· ἕκαστον τῶν εἰδικῶν ταμείων θὰ δώσῃ τόσην πρόσοδον ὡς ἐγγύησιν, ὅση χρειάζεται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο. Ἂν π. χ. διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ Παμίσου χρειασθῶσιν 1,500,000 δρ. ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Παμίσου, θέλει πληρόνεσθαι τόσον ποσὸν, ὅσον χρειάζεται διὰ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον τῶν 1,500,000 δρ. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ πληρόνῃ ὁ Πάμισος, δὲν δυνάμεθα, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἑνοποιήσωμεν τὰ δάνεια ταῦτα, νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς δανειστάς μας, ὅτι θὰ πληρόνηται μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰς πρώτας ἢ τὰς τελευταίας ὁμολογίας. Τὸ ποσὸν θὰ πληρόνῃ τὸ ταμεῖον τοῦ Παμίσου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ὅλων τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου· ἀλλὰ τὸ ταμεῖον τοῦ Παμίσου δὲν θὰ πληρόνῃ μήτε μίαν δραχμὴν πλειότερον τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, ὅπερ ἀνήκει εἰς αὐτό.
§47ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἡ ἐγγύησις δὲν θὰ ἦναι γενικὴ ἐπὶ τοῦ ὅλου εἰσοδήματος τοῦ Παμίσου;
§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ Παμίσου θὰ περισσεύῃ καὶ ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς χρεωλύσιον, ἑπομένως θὰ παύσῃ ἡ εἰσφορὰ αὕτη, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, μετὰ παρέλευσιν 15 ἢ 20 ἐτῶν. Τὰ δάνεια ὅμως, τὰ ὁποῖα θὰ κάμητε, ἠμπορεῖ νὰ ἦναι πάγια· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τί θὰ γίνεται; Θὰ ἦναι ὑποχρεωμένοι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων νὰ ἐξακολουθήσωσιν εἰσφέροντες τὸν ἐπιβληθέντα φόρον αἰωνίως;
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, ἂν θέλωσι νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τούτου, δὲν θὰ ἔχωσι παρὰ νὰ ἀγοράσωσιν ἐκ τοῦ δανείου τόσας ὁμολογίας, ὅσαι χρειάζονται, ὅπως φέρωσι τὸν τόκον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ πληρόνωσι. Δὲν πρόκειται τώρα νὰ ὁρίσωμεν τὰς λεπτομερείας. Τὸ ἄτοπον, ὅπερ ἀνέφερεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἐκλείπει, ἐὰν συνομολογήσωμεν τὸ δάνειον χρεωλυτικῶς. Περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον· σήμερον πρόκειται περὶ τῆς ἑνώσεως τῶν δανείων. Νομίζομεν δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπωφελὲς διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου νὰ δείξωμεν ἐκ τῶν προτέρων τοὺς τελευταίους ἡμῶν ὅρους καὶ νὰ δεσμεύσωμεν τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν τὸ νομοσχέδιον μὴ συμπληρωθῇ, εἶναι ἐντελῶς ἀνεφάρμοστον· ἐπὶ ἑκάστῃ ἑρμηνείᾳ, διδομένη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, βλέπομεν ἀποκαλυπτομένας νέας ἀσαφείας τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ταύτας καθιστώσας τὸ νομοσχέδιον ἀνεκτέλεστον. Τὸ ἄρθρον 4 ἐπιτρέπει, ὅπως ἑνωθῶσιν εἰς ἓν πάντα τὰ δάνεια, τὰ ἐπὶ τραπεζικοῖς γραμματίοις συνομολογητέα κατὰ τὰ νῦν κείμενα ἐπιτρέπει δὲ προσέτι, ὅπως τὰ συκεχωνευμένα ταῦτα δάνεια περιληφθῶσιν ἔπειτα ἐν γενικωτέρῳ δανείῳ, περιλαμβάνοντι καὶ ἕτερον δάνειον, τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 ἐκ 34 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσόν. Ἀλλὰ τὰ δάνεια τοῦ ἄρθρου 4, ὧν ἐπιτρέπεται ἡ συγχώνευσις ἄνευ μεταβολῆς τῶν βάσεων, εἶναι δάνεια ἀποκλειστικῶς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐκτὸς ὀλιγίστων, ἀναγομένων εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, περὶ ὧν δὲν ἐψηφίσθη εἰδικὸν μέτρον, καὶ ὧν ἐπιτρέπεται ἡ συνομολόγησις εἴτε εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἴτε εἰς χρυσόν. Ἐξαιρέσει τούτων καὶ μόνων, τ’ ἄλλα δάνεια συγχωνευόμενα ἀποτελοῦσι νέον δάνειον τραπεζικῶν γραμματίων· ἑνούμενον δὲ τὸ δάνειον τοῦτο τῶν τραπεζικῶν γραμματίων μετὰ τοῦ δανείου τῶν 34 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, τί ἀποτελεῖ; δάνειον τραπεζικῶν γραμματίων ἢ δάνειον εἰς χρυσόν; διότι δάνειον μικτὸν δὲν δύναται νὰ κατανοηθῇ. Τοιαῦτα ὅμως εἶναι τὰ πορίσματα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶναι συντεταγμένον. Τὸ ἄρθρον 4 δὲν ὁρίζει, ὅτι, συγχωνευομένων τῶν ἐν τῷ πίνακι δανείων, ἐπιτρέπεται ἡ συνομολόγησις τοῦ ἑνιαίου δανείου εἰς χρυσὸν, οὐδὲν διαλαμβάνει τὸ ἐπιτρέπον τὴν μεταβολὴν τῶν ἀρχικῶν ὅρων τῶν δανείων, κατὰ τοὺς ἀρχικοὺς δὲ ὅρους εἶναι ταῦτα δάνεια τραπεζικῶν γραμματίων. Μόνον ἄρα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δύναται νὰ γενῇ τῶν δανείων τούτων ἡ ἕνωσις, ἀλλὰ ταῦτα τὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 δάνεια, οὕτως ἑνούμενα ἐν νέῳ δανείῳ τραπεζικῶν γραμματίων, θὰ ἑνωθῶσιν ἔπειτα μετὰ δανείου ἄλλου, τοῦ εἰς χρυσὸν δανείου τοῦ ἄρθρου 3. Τοῦτο προδήλως εἶναι ἀτελεσφόρητον. Ἂν ἤθελεν ἐκφράσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 ὅ,τι ἐφάνη ἐννοῶν, τουτέστι τὴν ἄδειαν τῆς συγχωνεύσεως τῶν δανείων τοῦ πίνακος ἐν τῷ ἑνιαίῳ δανείῳ ἐπὶ κεφαλαίῳ εἰς χρυσὸν, γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ τρέψῃ τὸ εἰς τραπεζικὸν νόμισμα κεφάλαιον τῶν ἑνουμένων δανείων εἰς κεφάλαιον νομίσματος χρυσοῦ κατὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα τῆς ὁμοτιμίας τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν νόμισμα, ἢ κατὰ τὰς ἀρχικὰς αὐτοῦ ἰδέας περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρυσοῦ ἐπὶ τῇ ἀγοραίᾳ ὑπερτιμήσει αὐτοῦ. Ἂν ἐμμένῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰς ἀρχικὰς αὐτοῦ ἰδέας, πρέπει τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου ν’ ἀναγράφῃ ἠλαττωμένον κατὰ 25% περίπου· ἂν ὅμως μὴ ἀναγράφῃ τὸ κεφάλαιον ἠλαττωμένον, ἀναγράφῃ δὲ μόνον, ὅτι θὰ συνίσταται τοῦτο εἰς χρυσὸν, ἀποδειχθήσεται ἀπαρνούμενος τὴν προτέραν αὑτοῦ πλάνην, ἐφ’ ᾧ θὰ ἀξιωθῇ τῶν ἀμερίστων ἐπαίνων ἡμῶν, ὧν ἀποδέχεται τὰς ἀρχάς. Ἀλλ’ εἴτε συνταχθῇ πρὸς τὸ ἡμέτερον σύστημα, εἴτε προτιμήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀποδειχθῇ συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν, θυσιάζων τὸ τεταρτημόριον τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου, τὴν δοθησομένην λύσιν ὀφείλει ν’ ἀναγράφῃ ἐν τῷ ἄρθρῳ 4. Ἂν πάλιν προτιμᾷ τὴν συνομολόγησιν δύο δανείων, τούτου μὲν εἰς χρυσὸν, ἐκείνου δὲ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, δέον, ὅπως τὰ ἐν ἄρθροις 4 καὶ 7 περὶ συγχωνεύσεως τῶν κατὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 3 δανείων μεταῤῥυθμισθῶσι, διότι, ὡς ἔχουσι τὰ ἄρθρα ταῦτα σήμερον, ἐπιτρέπουσι τὴν ἕνωσιν ἐν κοινῷ δανείῳ κεφαλαίων ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων καὶ κεφαλαίων ἐκ χρυσοῦ, τοιαύτη δ’ ἕνωσις ἀποτελεῖ πρόβλημα, ὅπερ ἄχρις ὥρας δὲν ἐλύθη ὑπὸ τῆς ἀριθμητικῆς. Ἐπιφυλάττει ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα, ὅπως μὴ ἐφαρμόσῃ τὴν περὶ ἑνώσεως τῶν δανείων παρεχομένην αὐτῷ ἄδειαν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, εἶπε δὲ καὶ πρὸς ἐμὲ πρὸ ὀλίγου, ὅτι κακῶς ἡρμήνευσα τὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 4 δύναται νὰ μὴ συγχωνεύσῃ εἰς ἓν πάντα τὰ δάνεια. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ τῆς περιπτώσεως τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῆς ἀδείας τοῦ νομοσχεδίου, ὡμίλησα περὶ τῆς ἐνεργείας κατὰ τὴν παρεχομένην ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἄδειαν. Ἂν δὲν ἐπιζητηθῇ ἡ συγχώνευσις ἁπάντων τῶν δανείων εἰς ἓν, ἀλλὰ συνομολογηθῶσι τὰ δάνεια κατὰ κατηγορίας, τηρουμένων τῶν διατάξεων τῶν ἀρχικῶν νόμων, καλῶς ἔχουσι ταῦτα, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ὧν ἔργον εἶναι αἱ διατάξεις αὗται, ἀλλὰ πρὸς τοιαύτην συνομολόγησιν τῶν δανείων ἤρκουν αἱ τῶν κειμένων νόμων διατάξεις· σκοπὸς ἄρα τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἄδεια τῆς γενικωτέρας τῶν δανείων συγχωνεύσεως, ἀλλ’ αὕτη, καταλήγουσα εἰς ἑνιαῖον δάνειον χρυσοῦ καὶ τραπεζικῶν γραμματίων, εἶναί τι ἐστερημένον ἐννοίας, ἀνεφάρμοστον ἄρα καὶ προωρισμένον, ἵνα μείνῃ γράμμα ἀργόν. Ἐκ τούτου ἡ ἀνάγκη τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως κατασταθῶσιν ἐφαρμόσιμοι. Ἀνάγκη, ὅπως κανονισθῇ, ἐὰν τὸ νέον δάνειον θὰ ἦναι εἰς χρυσὸν, καὶ ἂν ὁ χρυσὸς θὰ λογισθῇ κατὰ τὸ σύστημα, ὅπερ ὑπεστήριζον ὡς μόνον νόμιμον οἱ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐν ὅσῳ ἐξήταζον τὸ ζήτημα ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, ἢ ἂν θὰ λογισθῇ κατὰ τὸ σύστημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· ἀνάγκη, ὅπως λυθῇ καὶ τὸ ἐνδειχθὲν ζήτημα τῆς συνομολογήσεως κεχωρισμένον τοῦ δανείου τοῦ ἄρθρου 3, ἤτοι τοῦ τῶν 34 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν καὶ τοῦ δανείου τοῦ ἄρθρου 4, ἤτοι τοῦ τῶν συγκεχωνευμένων δανείων, κατὰ τὰ ἐν τῷ πίνακι ἐπὶ κεφαλαίῳ ἐπίσης 34 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δύναται νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον πολὺ εὐθηνότερον ἢ εἰς χρυσόν. Διατὶ ἄρα νὰ συνομολογήσῃ αὐτὸ εἰς χρυσόν; Ἐὰν ἐν τῇ προθέσει ταύτῃ λανθάνῃ σκοπός τις, ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἀποκρύψῃ αὐτὸν, μετερχόμενος φράσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθιστῶσαν αὐτὸ ἀνεφάρμοστον, ἀλλ’ ἂν ὁ σκοπὸς ἦναι ἡ ἀπόκτησις χρυσοῦ ἐπὶ ἀπαραμειώτῳ τῷ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κεφαλαίῳ τῶν δανείων, πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ τὴν μεταβολὴν γνώμης περὶ λογιστικῆς ὁμοτιμίας χρυσοῦ καὶ τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ν’ ἀναγράφῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀνεπιφυλάκτως τὸ ἐπιδιωκόμενον. Ἡμεῖς ἀνεγράφομεν πάντοτε ἐν τοῖς νομοθετήμασιν ὅ,τι ἐν τούτῳ ἐπεδιώκομεν’ διεδηλοῦμεν παῤῥησίᾳ, ὅτι τὰ εἰς χρυσὸν δάνεια, διατιθέμενα πρὸς τοὺς σκοπούς, ἐφ’ οἷς συνωμολογοῦντο, θὰ ἐχρησίμευον συνάμα εἰς τὴν τροπὴν τραπεζικοῦ νομίσματος εἰς χρυσὸν ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ χάριν ἀποτίσεως ὀφειλῶν τοῦ Κράτους διὰ μεταλλικοῦ ἢ συναλλάγματος. Προσπαθῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιτύχῃ τῆς αὐτῆς εὐκολίας, ἀποκρύπτων ὅμως τὴν μέθοδον, συνέταξε τὸ νομοσχέδιον οὕτω τραγελαφικῶς, ὥστε ἐπιβάλλεται αὐτῷ ἡ συμπλήρωσις δι’ ἐξομολογήσεως τῶν ἀποκρυπτομένων, ἵνα καταστήσῃ αὐτὸ ἐφαρμόσιμον. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν χρηματικῶν ἀγορῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ εἶναι ἡ προκαλοῦσα τὴν ἐπιβάρυνσιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἐφ’ αἷς δύνανται νὰ συνομολογηθῶσιν ἑλληνικὰ δάνεια εἰς χρυσόν· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦτο παραδέχεται, ὁμολογῶν, ὅτι δὲν δύναται νὰ συνομολογήσῃ δάνειον εἰς χρυσὸν ἐφ’ οἷς ὅροις συνωμολογοῦντο ταῦτα προσφάτως. Θέλω ὁμιλήσει ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι περὶ τῶν λόγων τῶν προκαλεσάντων τὰς δυσχερείας πρὸς τὴν συνομολόγησιν ἑλληνικῶν δανείων εἰς χρυσόν· ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἢ ἐπὶ ὅροις βαρυτέροις τῶν τέως ἀπαιτουμένων, καὶ ὧν τὸ ἐπαχθὲς μαρτυροῦσιν αἱ τοῦ νομοσχεδίου ἄδειαι, διατὶ τὰ ἐν τῷ πίνακι δάνεια νὰ συνομολογηθῶσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀφοῦ διὰ δανείων ἐσωτερικῶν δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τοὺς σκοποὺς αὐτῶν; Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ τῶν σιδηροδρόμων πρέπει νὰ πληρωθῶσιν εἰς χρυσόν. Καὶ ἐὰν ἐν γένει εἰς τὰς δαπάνας τῶν σιδηροδρόμων ἀποβλέψωμεν, αἱ πλεῖσται δὲν εἶναι ἐκ τῶν πληρωθησομένων εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ καὶ αἱ πληρωθησόμεναι εἰς χρυσὸν θὰ πληρωθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀναδόχων. Τὸ Δημόσιον μετέχει εἰς τὴν δαπάνην τῶν σιδηροδρόμων μόνον διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ δὲ ἄλλα δάνεια πάντα εἶναι δάνεια τραπεζικῶν γραμματίων. Ἂν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητῇ διὰ τῶν δανείων τούτων, συγχωνευομένων εἰς ἓν, χρυσὸν ἀντὶ τραπεζικῶν γραμματίων, ζητεῖ αὐτὸν δι’ ἄλλην ἀνάγκην, πρὸς ἧς τὴν πλήρωσιν θέλει ν’ ἀποκτήσῃ τὸν χρυσὸν ἐπὶ τῇ ὁμοτιμίᾳ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ὀφείλει δὲ νὰ ὁμολογήσῃ τοῦτο, ἀφοῦ ἄλλως δὲν δικαιολογεῖται ἡ ζητουμένη ἄδεια τῆς συνομολογήσεως ἐπὶ βαρυτέροις ὅροις χάριν τῆς ἀποκτήσεως χρυσοῦ δανείων σκοπούντων εἰς πληρωμὰς ἐν τραπεζικῷ νομίσματι, οὗτινος ἡ ἀπόκτησις ἐπιτυγχάνεται ἄνευ τῆς χρήσεως τῶν ἐπαχθῶν τοῦ νομοσχεδίου ἀδειῶν. Τὰς ἀδείας ταύτας παρέστησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς ἀναγκαίας οὐ μόνον ἕνεκα τῶν περιστάσεων ἐν ταῖς ἀγοραῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ, τῶν κατ’ αὐτὸν ὀλιγώτερον εὐνοϊκῶν ἢ ὅτε ἐξεδόθησαν τὰ δάνεια τῶν 5,000,000 λιρῶν, ἢ τῶν 1,200,000 λιρῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀναπλήρωσιν ἄλλων ὅρων, περιλαμβανομένων ἐν τοῖς δανείοις τῶν 5,000,000 ἢ τῶν 1,200,000 λιρῶν, μὴ ἐπαναλαμβανομένων δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐννοῶν διὰ τούτου τὴν συνδεδεμένην πρὸς τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν ἐξόφλησιν ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Ἀνεσκεύασα καὶ πρὸ ὀλίγου τοὺς περὶ τῆς λανθανούσης δῆθεν ταύτης ὠφελείας ἐν τῷ δανείῳ τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παραστήσας, ὅτι αἱ ὁμολογίαι αὗται καὶ ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ διετιμῶντο ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ. Ὅτι δὲ τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν διετιμᾶτο ἐπὶ πραγματικῷ τόκῳ κατωτέρῳ τῶν 5, 50%, τουτέστιν ἐπὶ πραγματικῷ κεφαλαίῳ κατωτέρῳ τῶν 72,75%, ἀσχέτως πρὸς οἱανδήποτε λανθάνουσαν ὠφέλειαν, ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς τιμῆς, ἐφ’ ᾗ ἐκυκλοφόρουν αἱ ὁμολογίαι αὐτοῦ ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ, ἔνθα οὐδεὶς ὑπῆρχε δεσμὸς τῶν ὁμολογιῶν αὐτοῦ πρὸς τὴν ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Οἱ ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ, ἀποκτῶντες ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων, οὐδὲν ἄλλο ἐκ τῶν ὁμολογιῶν ἠρύοντο ἢ τὸ δικαίωμα ἐπὶ τοῦ τόκου τῶν ὁμολογιῶν, ἐφ’ ᾧ ἐπλήρονον οὐ μόνον τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως, ἤτοι 72 καὶ 75%, ἀλλὰ καὶ τιμὴν ἀνωτέραν, καθιστῶσαν τὴν ἀναλογίαν τοῦ τόκου ἐπὶ τῆς πραγματικῆς αὐτῶν καταβολῆς κατωτέραν ἔτι τῶν 5,50%. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀναδόχους τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν δὲν ἤρκεσαν τῷ κ. Ὑπουργῷ ὅσα τοῖς κατελόγισε λανθάνοντα κέρδη ἐκ τῆς ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ ἐξοφλήσεως τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἀλλ’ ἐπιπροσέθηκε καὶ τὰ κέρδη τῆς ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ ἐξοφλήσεως τῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν καὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου, ἐπικαλεσθεὶς εἰς ἀπόδειξιν τὰ τῆς τιμῆς, ἐφ’ ᾗ ἐξεποίησαν οἱ ἀνάδοχοι τῶν σιδηροδρόμων τὰς ὁμολογίας τῶν δανείων, τὰς εἰς αὐτοὺς ἀνηκούσας. Καὶ ἂν ὁ ἀνάδοχος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν ἐξεποίησε τὰς ὁμολογίας ἁπάσας ἢ τὰς πλείστας ἐπὶ τιμῇ 72% ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν....
§52ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Δὲν εὕρισκε περισσότερα.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἦναί τις οἰκονομολόγος, ἵνα ἐννοήσῃ τοῦτο.
§54ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Δὲν περιέπεσεν εἰς λάθος.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν περιέπεσεν εἰς λάθος, ἀλλ’ ἐξεποίησε τὰς ὁμολογίας ἀντὶ 72%, διότι δὲν εὕρισκε περισσότερα, τῆς τότε καταστάσεως τῆς πίστεως τοῦ ἔθνους τοιαύτην ἐπαγομένης διατίμησιν ὁμολογιῶν δανείου, ἀποφέροντος τόκον πρὸς 6%. Ἀλλ’ ἂν ἐπὶ τοιαύτῃ τιμῇ ἐξεποίησεν ὁ ἀνάδοχος τὰς ὁμολογίας ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν οὕτως αὗται διετιμῶντο, τίνα ἔχει τὸ γεγονὸς τοῦτο σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον, καθ’ ὃ ἐνδιαφέρει μόνον ἡ διατίμησις τῶν ὁμολογιῶν, ὅτε συνεβλήθημεν περὶ τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν; Ἡ διατίμησις δανείου, ἀποδίδοντος τόκον 6%, δὲν ἠδύνατο τότε νὰ ἦναι κατωτέρα τῆς ἀρτίας, ἑπομένως οὐδὲν ὠφελοῦντο οἱ ἀνάδοχοι τοῦ δανείου ἐκ τῆς ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ ἐξοφλήσεως τῶν ὁμολογιῶν, καὶ ἂν τυχὸν κατεῖχον αὐτοὶ πολλὰς ἢ ἔστω καὶ ἁπάσας. Τὸ δάνειον, δι’ οὗ ἤθελον ἐξοφληθῆ αἱ ὁμολογίαι τῶν σιδηροδρόμων, ἀπεκτᾶτο παρὰ τῶν ἀναδόχων ἐπὶ καταβολῇ πραγματικοῦ κεφαλαίου, ἐφ’ ᾧ ἀνελογίζετο ὁ τόκος πρὸς 5,50%, αἱ δὲ ἐξοφλούμεναι ὁμολογίαι ἀπέδιδον τόκον ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς ἐξοφλήσεως, ἤτοι ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, 6%, ἑπομένως ἡ πρᾶξις ἀπέβαινεν εἰς ἐλάττωσιν τῆς ἐτησίας ἀπολαυῆς ½%. Καὶ περὶ τῆς ἐξοφλήσεως δὲ τῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον καὶ περὶ τῆς ἐξοφλήσεως τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ὅτι οἱ ἀποκτῶντες τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν ἐν ἐλευθέρᾳ συναλλαγῇ ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ καὶ οὐχὶ διὰ συμβάσεως πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, συνδεούσης τὴν ἀπόκτησιν τῶν ὁμολογιῶν πρὸς τὴν ἐξόφλησιν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων, κατέβαλλον τίμημα ἀντιστοιχοῦν πρὸς τόκον 5,40% καὶ 5,30%. Τί παράδοξον, ἐὰν, ὅτε ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος εἶχεν ἀναγάγει τὰς τιμὰς τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις εἰς βαθμίδα, πρὸς ἣν ἀντιστοιχεῖ πραγματικὸς τόκος 5,40 καὶ 5,30%, τί παράδοξον, ἐὰν τότε οἱ μεθ’ ὧν συνεβλήθημεν περὶ τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν ἐπιβάρυνσιν μᾶλλον ἢ ὠφέλειαν ἐθεώρησαν τὴν ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ ἐξόφλησιν ὁμολογιῶν, ἀποδιδουσῶν τόκον πρὸς 6%; Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν, ὅπερ συνεδέετο πρὸς τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων Μύλων καὶ Καλαμῶν καὶ Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸ δάνειον τῶν 1,200,000 λιρῶν· τοῦτο δὲ ἐπραγματοποιήθη ἐπὶ τιμῇ 68⅛%, ἀνταποκρινομένη πρὸς τόκον 5,87%, ἄνευ ἐγγυήσεως καὶ ἄνευ χρεωλυσίου, ἐνῷ δὲν συνεδέετο πρὸς τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων. Πῶς ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ ἐξηγεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν ἄνευ τῶν ἐπιβαρύνσεων τοῦ νομοσχεδίου κατώτερον τῶν 6% τόκον; Ἦτο ὁ τόκος ἐπιβαρυντικώτερος εἰς τὸ Δημόσιον τοῦ τόκου τοῦ βραδύτερον συνομολογηθέντος δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν, διότι διενύσαμεν στάδιον προόδου, ἐν ᾧ, ὅσον ἀνατρέχομεν ἀπώτερον εἰς τὸ παρελθὸν, ἐπὶ τοσοῦτον εὑρίσκομεν τὰ δάνεια τοῦ Δημοσίου ἐπὶ μᾶλλον ἐπιβεβαρυμένα, ἀλλὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ σχετικῇ ἐπιβαρύνσει οἱ ὅροι τοῦ δανείου τῶν 1,200,000 λιρῶν εἶναι ἀσυγκρίτως ἐλαφρότεροι τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένων, διότι πλὴν τῆς προσθήκης ἐγγυήσεων καὶ χρεωλυσίου τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει τόκον ἐπιτρεπόμενον κατὰ 14 ἑκατοστὰ βαρύτερον, ἐπιτρέπει δὲ καὶ περαιτέρω ἐπιβαρύνσεις λόγῳ ἐξόδων καὶ προμηθειῶν.
§56ΣΚΟΥΖΕΣ. Μήπως ὑπάρχῃ καὶ jouissance;
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τοῦτο ἡ ἐν ἄρθρῳ 7 φράσις «ὁ χρόνος καὶ ὁ τόπος τῆς καταβολῆς τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου....κανονίζονται διὰ Β. Διαταγμάτων, ἐκδιδομένων τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατόν.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀρθοτάτη εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ χαίρω, ὅτι προεκάλεσε τὴν διασάφησιν, ἵνα ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης ἀπολαύσεως, ἤτοι περὶ ἀδείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα προσδιορίσῃ ἐποχὴν καταβολῆς τῶν κεφαλαίων μεταγενεστέραν τῆς ἐποχῆς, εἰς ἣν ἀνατρέχει ὁ τόκος. Τώρα ἔχομεν ἐξησφαλισμένον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο......
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπήντησα τίποτε.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε ἔχει ἄλλως τὸ πρᾶγμα· τότε ἔχομεν καὶ πρόσθετον ἐπιβάρυνσιν, ἥτις δύναται νὰ ᾖναι μεγίστη, διότι τοῦτο, τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὑποδειχθὲν, εἶναι τὸ κυρίως ἐπιζητούμενον παρὰ τῶν συμβαλλομένων περὶ δανείων τραπεζιτῶν. Οὗτοι ἰδιαίτατα ἀφορῶσιν εἰς τὰς ὠφελείας τὰς ἐκ τῆς ἀπολαύσεως ἀδουλεύτου τόκου, δηλαδὴ τὰς ἐκ τοῦ καταλογισμοῦ τόκου ἐν περιόδῳ, καθ’ ἣν τὸ χρῆμα δὲν εἶχεν ἔτι καταβληθῆ· διότι ἐπὶ τῶν ὠφελειῶν τούτων τὸ μερίδιον αὐτῶν δύναται νὰ ᾖναι μεγαλείτερον ἢ ἐπὶ τῶν ἄλλων, αἵτινες, ἀποτελοῦσαι ὅρους τοῦ δανείου, ἀνήκουσιν εἰς πάντας τοὺς μετέχοντας εἰς τὴν συνομολόγησιν αὐτοῦ, ἐνῷ αἱ ἀποῤῥέουσαι ὠφέλειαι ἐκ τῆς προσεχεστέρας ἢ βραδυτέρας καταβολῆς τοῦ κεφαλαίου δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀναγόμεναι εἰς τὴν τραπεζικὴν διαχείρισιν. Καὶ οὐ μόνον ἐν τούτῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἁπάσαις ταῖς διατάξεσιν αὐτοῦ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι διδακτικὸν σχόλιον εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρότερον περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡμεῖς ἐζητοῦμεν ἀδείας συνομολογήσεως δανείων παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ζητεῖ τὰς ἀδείας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡμεῖς ἐζητοῦμεν ἀδείας ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ἡ δὲ παραβολὴ τῶν τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν ψηφισθέντων νόμων πρὸς τὸ νομοσχέδιον δεικνύει, ὅτι ὑπ’ ἐκείνων δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ παροχὴ χρεωλυσίου, ἐνταῦθα ἐπιτρέπεται οὐ μόνον ἡ παροχὴ χρεωλυσίου, ἀλλὰ καὶ ὁ παρ’ αὐτῆς κανονισμὸς τοῦ ὅρου αὐτοῦ. Δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῶν νόμων ἐκείνων ἡ παροχὴ ἐγγυήσεως· ἐνταῦθα ἐπιτρέπεται παροχὴ ἐγγυήσεων καὶ ὁ καθορισμὸς αὐτῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ δοκοῦν. Δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῶν νόμων ἐκείνων εἰς τὴν Κυβέρνησιν παροχὴ λανθανουσῶν ὠφελειῶν, οἷαι αἱ πρὸ ὀλίγου ἀναπτυχθεῖσαι περὶ ἀδουλεύτου τόκου, καὶ δι’ ὧν δύναται νὰ ματαιωθῇ πᾶσα περιοριστικὴ τοῦ ὅρου τοῦ τόκου διάταξις, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐλαχίστους περιορισμοὺς ἑτέρων διατάξεων αὐτοῦ ἐντελῶς καταργεῖ δι’ ἀδειῶν ἐλαστικωτάτων. Τὸ ἀπεριόριστον ἀνευρίσκει ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ μὴ ἀναγραφῇ δι’ ἀριθμῶν τοῦ κεφαλαίου, ἐφ’ ᾧ ἐπετρέποντο τὰ δάνεια κατὰ τὸν νόμον ᾼΨʹ. Ἀναγράφεται ὅμως ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ συνομολόγησις δανείου μόνον ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων τῶν δι’ αὐτοῦ ἐξοφληθησομένων κεφαλαίων προγενεστέρων δανείων καὶ ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τῶν ἐν τοῖς καταργουμένοις δανείοις συμπεφωνημένων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Τοιούτους περιορισμοὺς δὲν περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον· τοὐναντίον δὲ οἱ ὅροι, ἐφ’ οἷς θὰ συνομολογηθῇ τὸ κατὰ τὸ νομοσχέδιον δάνειον, θὰ ἦναι βαρύτεροι τῶν ὅρων, ἐφ’ οἷς ἐπετρέπετο ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων ἡ συνομολόγησις τῶν συγχωνευομένων ἐν αὐτῷ δανείων. Ἡ τοιαύτη ἀντικατάστασις δανείων ἐπιτρεπομένων ἐπὶ αὐστηροῖς περιορισμοῖς διὰ δανείων, ἐφ’ οἷς παρέχει ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπεριορίστους ἀδείας καὶ μάλιστα περὶ τὸν καθορισμὸν τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων, φαίνεταί τι ὅλως ἔκρυθμον ἐν κοινοβουλευτικῇ πολιτείᾳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ καθορισμὸς τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων προσήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν μᾶλλον ἢ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν ἐπεχείρησε καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς θεωρίας ταύτης. Ὁ καθορισμὸς προσόδου τινὸς εἰς ἐγγύησιν τῆς κανονικῆς ἀποτίσεως τοῦ τῆς ὑπηρεσίας δανείου ἔχει πολιτειακῶς σημασίαν ἀνωτέραν τῶν ἄλλων ὅρων τοῦ δανείου, οἵτινες δύνανται νὰ ὦσι βαρύτεροι ἢ ἐλαφρότεροι, ἀλλ’ εἶναι κανονικοί, ἐνῷ ὅλως ἔκρυθμος εἶναι ἡ καθυπόταξις προσόδου τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ, ἐπαγομένη τὴν διατήρησιν τοῦ φόρου, ἐξ οὗ ἡ πρόσοδος, ἐνόσῳ ὑφίσταται ἡ ὑποχρέωσις. Μόνη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι ἁρμοδία, ἵνα ἀποφασίσῃ, ἂν εἰς τοιούτους δεσμοὺς πρέπῃ νὰ ὑποβληθῶσι μονοπώλια μᾶλλον ἢ τελωνεῖα, ἢ τιμήματα φθαρτῶν κτημάτων, ἢ αἱ κατὰ τοὺς νόμους περὶ κοιλάδος τοῦ Παμίσου ἢ περὶ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου πρόσοδοι. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὰ περὶ τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων τῶν εἰδικῶν ταμείων καὶ ἐν γένει περὶ τ’ ἀφορῶντα εἰς τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀποδεικνύεται ἔτι μᾶλλον ἀνεφάρμοστον τὸ νομοσχέδιον· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας, εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον αἱ πρόσοδοι, αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, τουτέστιν εἰς τὰ δάνεια τοῦ Παμίσου, τοῦ Εὐρίπου καὶ τοῦ Νέδοντος, θέλουσι λογισθῆ ὡς ἐγγύησις τῶν κεφαλαίων τοῦ νέου δανείου μόνον ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τῶν ἔργων, ὧν χάριν ἐκανονίσθη ἡ πρόσθετος φορολογία. Τῆς δηλώσεως ταύτης ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀνακαλύπτω τὴν ἔννοιαν. Αἱ πρόσοδοι, αἱ παρασχεθεῖσαι εἰς ἐγγύησιν τῶν δανείων, εἶναι καθωρισμέναι ἐν τοῖς νόμοις, μεταβιβαζόμεναι δὲ εἰς τὸ νέον δάνειον, μένουσιν ἀμετάβλητοι ἐν τῇ ὑποστάσει, ἀντικαθιστωμένου μόνον τοῦ δεσμοῦ αὐτῶν πρὸς τὰ μὴ συνομολογούμενα δάνεια διὰ δεσμοῦ πρὸς τὸ νέον δάνειον, ἐν ᾧ ταῦτα συγχωνεύονται· ἐφ’ ὅσον ἄρα τὸ νέον δάνειον ὑφίσταται, ἡ χάριν τῶν ἔργων ἐπιβληθεῖσα φορολογία, καὶ ἀφοῦ ἡ ἐξ αὐτῆς πρόσοδος θὰ εἶχεν ἀποσβέσει τὸ εἰδικὸν δάνειον, τὸ συγχωνευθὲν ἐν τῷ νέῳ, θὰ ἐξακολουθῇ ἐπιβαλλομένη. Συγχωνευομένου τοῦ εἰδικοῦ δανείου ἐν τῷ νέῳ μετὰ τῶν παρεπομένων ἐγγυήσεων, αὗται δὲν ἀνήκουσι πλέον εἰς τὸ μὴ συνομολογηθὲν εἰδικὸν δάνειον, ἀλλ’ ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἀντικαταστῆσαν αὐτὸ νέον δάνειον, περιλαμβάνον καὶ ἄλλα κεφάλαια, πλὴν τῶν διατεθέντων εἰς τὰ ἔργα τοῦ εἰδικοῦ ταμείου, ἐνόσῳ δὲ μένει ἀνεξόφλητον μέρος οἱονδήποτε τοῦ ὅλου τῶν κεφαλαίων τοῦ νέου δανείου, πᾶς κάτοχος ὁμολογίας τοῦ δανείου τούτου θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ἵνα μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν παῦσιν παντὸς φόρου, ἐξ οὗ αἱ παρασχεθεῖσαι εἰς ἐγγύησιν πρόσοδοι. Ἀφοῦ ἅπαξ μεταβιβασθῇ εἰς τὸ νέον δάνειον ἡ ἐγγύησις, ἡ σήμερον ἀνήκουσα εἰδικῶς εἰς τὸ δάνειον τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς κοιλάδος τοῦ Παμίσου, ἡ ἐγγύησις αὕτη θέλει ἀνήκει εἰς ὅλους τοὺς κατόχους ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου καὶ εἰς ἕνα ἕκαστον κάτοχον, ἔστω καὶ μιᾶς ὁμολογίας. Ὅσα λοιπὸν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου, ἃς θέλει ἀγοράζει τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ θέλει καταστρέφει, ὅταν συμπληρωθῇ ποσὸν ἐπαρκὲς πρὸς ἐξόφλησιν τῶν διατεθέντων εἰς τὰ ἔργα κεφαλαίων, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἤτοι εἰς τὰ τῆς ἐγγυήσεως ἐπαγομένης τὴν διατήρησιν τῆς εἰδικῆς φορολογίας· ἐφαρμογὴν ἔχουσι τὰ λεχθέντα εἰς τὰ ἐν ἄρθρῳ 5 τοῦ νομοσχεδίου, συνιστῶντι παρὰ τῷ δημοσίῳ ταμείῳ ἀλληλοχρέους λογαριασμοὺς πρὸς τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, ἀλλὰ ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος, ὅπερ, εἰσπρᾶττον ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τοῦ νέου δανείου τ’ ἀντιστοιχοῦντα πρὸς τὰ δάνεια τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου καὶ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, καὶ τοῦ Νέδοντος, εἰσπρᾶττον προσέτι τὰς προσόδους τῶν εἰδικῶν τούτων ταμείων, θέλει καταλογίζει τὰ οὕτως εἰσπραττόμενα εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἐντόκως ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσπράξεως, θέλει δὲ καταβάλλει τὰς πληρωμὰς τῶν εἰδικῶν ταμείων, καταλογίζον εἰς τὸ οἰκεῖον ταμεῖον τόκους μόνον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταβολῆς. Εἰς τοῦτο θὰ συνίσταται ὁ ἀλληλόχρεως λογαριασμὸς τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων· εἰς τοὺς κατόχους ὅμως τῶν ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου τὰ τοῦ ἀλληλοχρέου λογαριασμοῦ οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐφαρμογήν, καὶ οὗτοι θὰ διατηρῶσιν ἀκέραιον τὸ δικαίωμα αὐτῶν ἐπὶ τῶν προσόδων τῶν εἰδικῶν ταμείων, ἕως οὗ λυθῇ ὁλοσχερῶς τὸ νέον δάνειον, εἰς οὗ τὴν ἐξασφάλισιν θὰ παρασχεθῶσιν αἱ πρόσοδοι αὗται ὡς εἰδικαὶ ἐγγυήσεις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ παρασχεθῶσιν εἰδικαὶ ἐγγυήσεις καὶ εἰς τὸ δάνειον ἐπὶ τραπεζικοῖς γραμματίοις, ὑποτιθεμένου, ὅτι θέλει συνομολογήσει δάνειον κεχωρισμένον τραπεζικῶν γραμματίων, ἢ ὅτι πρέπει νὰ παρασχεθῶσιν εἰδικαὶ ἐγγυήσεις εἰς τὸ ἑνιαῖον δάνειον ἐπὶ πραγματικῷ κεφαλαίῳ 68,000,000, καὶ ἐν ταύτῃ καὶ ἐκείνῃ τῇ περιπτώσει ὀφείλει νὰ μὴ περιλάβῃ ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἐγγυήσεσι τὰς προσόδους τῶν εἰδικῶν ταμείων. Ἄν μὴ περιλάβῃ τὰς προσόδους ταύτας ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἐγγυήσεσι τοῦ νέου δανείου, εἰσπράττουσα αὐτὰς, θέλει τὰς καταλογίζει εἰς τὸν ἀλληλόχρεων λογαριασμὸν τοῦ οἰκείου ταμείου, ὅπως καὶ ἂν εἶχον παρασχεθῆ εἰς ἐγγύησιν τοῦ νέου δανείου· ἀλλ’ ὅταν ἐκ τοῦ ἀλληλοχρέου λογαριασμοῦ προκύψῃ ἡ ἐξόφλησις τῆς ὀφειλῆς τοῦ εἰδικοῦ ταμείου ἐπὶ τῷ διατεθέντι εἰς τὰ ἔργα κεφαλαίῳ, θὰ παύσῃ εἰσπράττουσα τὰς προσόδους, ὅπερ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ, ἂν ἦσαν αὗται ὑπέγγυοι εἰς τὸ νέον δάνειον. Ὀφείλει ἄρα, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ Κυβέρνησις νὰ διασαφηνίσῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι μετὰ τὴν συγχώνευσιν τῶν δανείων τῶν εἰδικῶν ταμείων εἰς τὸ δάνειον τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐξακολουθῇ μὲν ὑφισταμένη ἡ ὑπὲρ τῶν εἰδικῶν ταμείων ἐπιβληθεῖσα φορολογία μέχρις ἐξοφλήσεως τῆς ἐν τῷ ἀλληλοχρέῳ λογαριασμῷ ὀφειλῆς τοῦ οἰκείου εἰδικοῦ ταμείου, ἀλλὰ θὰ μείνωσιν αἱ πρόσοδοι αὗται ἐλεύθεραι πάσης ἐγγυήσεως, παρεχομένων εἰς ἐξασφάλισιν τοῦ νέου δανείου προσόδων ἐχουσῶν γενικὸν χαρακτῆρα, ὅπως καὶ τὸ δάνειον τοῦτο ἔχει ἐν τῷ συνόλῳ γενικὸν χαρακτῆρα.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον πραγματεύεται περὶ πολλῶν συλλήβδην ἀντικειμένων. Πρῶτον πραγματεύεται περὶ τῆς ἀνάγκης δανείου, τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως πρέπει νὰ συνομολογηθῇ εἰς χρυσὸν, διὰ νὰ πληρώσῃ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἡ διαχείρισις τοῦ δανείου τοῦ συνομολογηθέντος περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης κατέλιπεν. Ἐὰν τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ εἰς χρυσὸν συνομολογητέον, δὲν εὑρεθῇ, τὸ Κράτος δὲν θέλει δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβε, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Ἀλλὰ πλὴν τούτου περιέχει καὶ ἄλλην διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἴτε νὰ ἑνοποιήσῃ πολλὰ κατὰ μέρος ψηφισθέντα δάνεια καὶ νὰ συνομολογήσῃ ἓν ἀντ’ αὐτῶν δάνειον, εἴτε νὰ συνομολογήσῃ ταῦτα ἰδίᾳ καὶ κεχωρισμένα ἕκαστον. Καὶ ταῦτα τὰ δάνεια, τὰ κατὰ μέρος δι’ ἰδίων νόμων ψηφισθέντα, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἐνδεχομένη ἑνοποίησις, ἐπεψηφίσθησαν, ἄλλα μὲν εἰς γραμμάτια τραπεζικὰ, ἄλλα δὲ εἰς χρυσὸν, ἑπομένως ἡ ἀνάμιξις δανείων, τῶν ὁποίων τινὰ ἐψηφίσθησαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ τὸ προϊὸν τῶν δανείων τούτων εἰσπράττεται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τινὰ δὲ εἰς χρυσὸν, καὶ ἀναγκαίως πρέπει νὰ εὑρεθῇ χρυσὸς δι’ αὐτὰ, ἡ ἀνάμιξις αὕτη ἐγέννησεν ἀπορίας εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἐχρησίμευσεν ὡς ἀρχὴ τῆς συζητήσεως ἡ ἐρώτησις αὐτοῦ: «θέλετε νὰ συνομολογήσητε δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἢ δάνειον εἰς χρυσόν; Καὶ ἂν θέλητε νὰ συνομολογήσητε δάνειον εἰς χρυσὸν, διατὶ δὲν τὸ μνημονεύετε ῥητῶς, ἀλλ’ ἀφίνετε νὰ ἐννοήσῃ τις, ὅτι σεῖς δὲν ἐννοεῖτε νὰ συνομολογήσητε δάνειον εἰς χρυσόν; διότι, ἐὰν τὸ ἐλέγετε ῥητῶς, τότε πρέπει νὰ τὸ γνωρίζωμεν, διότι τοιουτοτρόπως θέλομεν ἐλέγξει ὑμᾶς ἐπὶ ἀντιφάσει, διότι, ὅτε ἡμεῖς συνωμολογοῦμεν δάνειον εἰς χρυσὸν, ἵνα διὰ τοῦ δανείου τούτου δυνηθῶμεν νὰ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, ὑμεῖς μᾶς ἐπεκρίνετε διὰ τοῦτο. Ἔχομεν λοιπὸν δικαίωμα σήμερον νὰ ἐλέγξωμεν καὶ ὑμᾶς ἐπὶ ἀντιφάσει, πλὴν ἐὰν ὁμολογήσητε, ὅτι ἐσφάλλετε, ὅταν ἐπεκρίνετε ἡμᾶς, καὶ ὅτι ἀναγνωρίζετε, ὅτι ἡμεῖς καλῶς ἐπράττομεν, συνομολογοῦντες δάνεια εἰς χρυσὸν, ἵνα τὸν χρυσὸν χρησιμοποιήσωμεν εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων.» Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, τοιαύτην προτείνων ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως ἐρώτησιν, μοὶ ἐφάνη ὅτι εἶχεν ἓν παράπονον· «ἐὰν σεῖς θέλητε νὰ συνομολογήσητε δάνειον εἰς χρυσὸν, βεβαίως εἶσθε ἐν ἀντιφάσει· ἐὰν ὅμως θέλητε νὰ συνομολογήσητε δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τότε ἔπρεπε νὰ ζητήσητε ποσὸν μεγαλείτερον διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, αὐτὸ δὲ τὸ περισσεῦον, τὸ ὁποῖον ἠθέλετε συνομολογήσει πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα δι’ εἰδικῶν νόμων ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, αὐτὸ τὸ πλέον εἶναι ἴδιον δάνειον, διατὶ σεῖς ζητεῖτε ἄδειαν νὰ συνομολογήσητε δάνειον; Αὐτὸ εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα ἡμῶν, τῶν μέχρι τοῦδε κυβερνησάντων, ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, ἀλλὰ σεῖς δὲν ἔπρεπε νὰ συνομολογήσητε δάνειον, διότι ἡ διαφορὰ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου εἰς χρυσὸν εἶναι δάνειον νέον, πλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ, ὅταν ἐπεψήφιζε τοὺς νόμους, διὰ τῶν ὁποίων συνωμολογήθησαν τὰ καθ’ ἕκαστα δάνεια.» Ἐν πρώτοις οἱ δύο ἔλεγχοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου μοὶ φαίνονται ἄνευ βάσεως. Ἡμεῖς, ὅτε ἐπεκρίνομεν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, διότι συνωμολόγει δάνεια εἰς χρυσὸν, οὐδέποτε ἐπεκρίνομεν αὐτὸν διότι ἐποιεῖτο χρῆσιν τοῦ χρυσοῦ εἰς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων, ἐπεκρίνομεν δ’ αὐτὸν διότι εἰσῆγε χρυσὸν καὶ δὲν διετίμα ἐν τῷ Κράτει τὸν χρυσὸν εἰς τὴν ἀληθῆ νομισματικὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ Κράτει εἶχε, καὶ τοιουτοτρόπως ἐν ταῖς πιστώσεσι, τὰς ὁποίας ἐζήτει, προσθέτων χρυσὸν καὶ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀπέφευγε νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἥτις ἀνήρχετο εἰς δέκα ἢ δώδεκα ἑκατομμύρια. Τοιουτοτρόπως ἐμείονε λεληθότως διὰ τρόπου πλαγίου τὰ ἔξοδα, τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα, καὶ ἐζήτει νὰ παρασκευάσῃ ἓν τεχνητὸν καὶ μὴ ἀληθὲς ἰσοζύγιον. Ἤθελεν εἶσθαι ἀδικαιολόγητος ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου, ἐὰν ἐμέμφετο τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἠγόραζε τὸ συνάλλαγμα ἐν Ἀθήναις, ὅτι δὲν ἠγόραζε τὸν χρυσὸν ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ ἐπενόει νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸν ἐκ τῆς Εὐρώπης διὰ δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολόγει· διότι, ἐὰν ἠγόραζε τὸν χρυσὸν ἐν Ἀθήναις, ἤθελεν αὐξήσει τὴν ζήτησιν τοῦ χρυσοῦ ἢ τοῦ συναλλάγματος, καὶ ἤθελεν ἐπιφέρει ὑπερτίμησιν μεγάλην, ἥτις ἤθελε διαταράξει τὴν νομισματικὴν κυκλοφορίαν τοῦ τόπου. Τὸ νὰ δανείζηται λοιπὸν εἰς χρυσὸν καὶ νὰ εἰσάγῃ αὐτὸν ἐν τῷ Κράτει, ἵνα πληρώνῃ δι’ αὐτοῦ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, ἦτο πρᾶξις, ἣν δὲν ἐπεκρίναμεν· καὶ ὄντως οὐδέποτε ἐπεκρίναμεν αὐτὴν, ἀλλ’ ἐπεκρίνομεν ἄλλο τι, ὅτι, ἐνῷ ἐδανείζετο εἰς χρυσὸν, ἐσημείονεν ἐν τοῖς βιβλίοις τὸν χρυσὸν εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν, εἰς ἣν καὶ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι τοῦτο ἐκρίνομεν μὴ εἰλικρινὲς, ἐθεωροῦμεν μάλιστα, ὅτι ἐν αὐτῷ ἐνέκειτο καὶ εἶδός τι πλάνης, τὴν ὁποίαν δὲν ἔπασχεν, ἀλλ’ ἐπενόει καὶ κατειργάζετο ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ ζημίᾳ ἄλλων. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητῇ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, ἑνοποιοῦν πάντα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα διὰ νόμων ἰδίᾳ συνωμολογήθησαν, ἢ νὰ συνομολογήσῃ ἴδιον δάνειον δι’ ἕκαστον ἔργον ἐξ ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπετράπη ἡ συνομολόγησις τῶν δανείων, καὶ ἐννοῇ νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο εἰς χρυσὸν, οὐδεμίαν ἔχει τις ἀφορμὴν, ἵνα ἐλέγξῃ αὐτὸν, ἀλλ’ οὐδ’ ἀφορμὴν λαμβάνει τινὰ, ἵνα ἐπιτιμήσῃ αὐτὸν ἐπὶ ἀντιφάσει, οὐδὲ νὰ συναγάγῃ ἐκ τῆς πράξεως ταύτης, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετεμελήθη, ἢ ὅτι ἀνομολογεῖ, ὅτι ἔσφαλλε διὰ τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε τότε πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἀνακηρύσσει τὸ ὀρθὸν τῶν πράξεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἓν μόνον ἔπρεπε νὰ ἀπαιτῇ τις ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ἐὰν τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συνομολογηθῇ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, συνομολογήσῃ αὐτὸ εἰς χρυσὸν, ὅταν εἰσαγάγῃ τὸν χρυσὸν, νὰ μεταποιήσῃ τὸν χρυσὸν εἰς τὸ ἐγχώριον νόμισμα, καὶ νὰ σημειώσῃ ὡς ἔσοδον τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ ἐγχώριον νόμισμα. Ἐγὼ αὐτὸς, διαχειριζόμενος ἄλλοτε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, κατὰ τὸ 1879, συνωμολόγησα δάνειον 60 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσόν· καὶ λυποῦμαι, διότι ἀπῆλθεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις ἦτο ἐκεῖνος μεθ’ οὗ διεπραγματεύθην καὶ συνωμολόγησα τὸ δάνειον, διὰ νὰ ἀναμνήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι, ὅταν εἰσήγετο ὁ χρυσὸς ἐκ Γαλλίας εἰς τὰς Ἀθήνας, ἤτοι τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, μετεποίουν πάραυτα τὸν χρυσὸν, καὶ μετεποίουν αὐτὸν σημειῶν ὡς ἔσοδον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρίστα ὁ χρυσὸς, καὶ τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος· ὅτε δὲ παρέστην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διδοὺς λόγον τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, κατέθηκα πίνακας, τῶν ὁποίων διασώζω ἔτι ἀντίτυπα, καὶ δύναμαι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ φέρω αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλὴν, πίνακας, οἵτινες διῃροῦντο εἰς στήλας ἰδίας, μία τῶν ὁποίων ἐδήλου τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔλαβον, ἄλλη δὲ ἐδήλου τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς μεταξὺ χρυσοῦ καὶ τραπεζικοῦ γραμματίου, τὸ ὁποῖον ὡσαύτως εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοῦτο πρέπει νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν συνομολογήσῃ δάνειον εἰς χρυσὸν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4, δάνειον, ὅπως ἑνοποιήσῃ τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια συνομολογηθέντα κατὰ τοὺς ψηφισθέντας νόμους δάνεια. Λέγω τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια συνομολογηθέντα, διότι μεταξὺ τῶν δανείων τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ 4 ἄρθρῳ ὑπάρχουσι καὶ δάνεια συνομολογηθέντα εἰς χρυσόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εὗρε πολλὰς ἄλλας ἐλλείψεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ πλὴν τῶν ἐλλείψεων ἀνεῦρεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου ἐμπιστοσύνη πολὺ περισσοτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν αἱ Κυβερνήσεις ζητοῦσι παρὰ τῶν Βουλῶν· αὐτὸς δὲ ἰσχυρίσθη, ὅτι οὐδέποτε ἐζήτησε τοσαύτην ἐμπιστοσύνην, ἐξ ἐναντίας ὑπέταξεν ἑαυτὸν πάντοτε εἰς τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους αἱ σχέσεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν νομοτελεστικὴν διαγράφουσιν. Οὕτω, φέρ’ εἰπεῖν, ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλήν: «Ζητεῖτε διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου νὰ σᾶς παραχωρηθῇ τὸ δικαίωμα νὰ δώσητε ἐγγυήσεις, ἀλλ’ ἡμεῖς, ὅταν ἐκυβερνῶμεν, οὐδέποτε ἀπεδέχθημεν νὰ δώσωμεν ἐγγυήσεις εἰς δανειστὰς, καὶ ἐνῷ εὕρομεν τὸ σύστημα τῶν ἐγγυήσεων γενόμενον ἀποδεκτὸν κατὰ τὸ παρελθὸν, ἡμεῖς προσεπαθήσαμεν ν’ ἀνυψώσωμεν τοσοῦτον τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ὥστε ἀπηλλάγημεν τῆς ἀνάγκης νὰ δώσωμεν ἐγγυήσεις· ἀλλὰ σεῖς ἐπανέρχεσθε πάλιν εἰς τὴν περίοδον ἐκείνην τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐστερεῖτο πίστεως, εἰς τὴν περίοδον ἐκείνην, τὴν προηγηθεῖσαν τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως», τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. «Πράττετε καὶ ἄλλο τι ἄτοπον, ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, διότι στέργετε νὰ προσδιορίσητε διὰ τοῦ νόμου τὸ εἶδος τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας θέλετε παράσχει, καὶ τὸ ποσὸν αὐτῶν, ἀλλὰ θαῤῥεῖτε νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν λευκὸν χάρτην, ἵνα πράττητε ὅ,τι ἂν θέλητε». Δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι σφάλλει κατὰ τὴν μνήμην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου· μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἤθελον ἀδικήσει αὐτὸν, ἂν ἤθελον ὑπολάβει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἰδέαν περὶ αὐτοῦ ὡς ἀνθρώπου ἐπιλήσμονος. Ἐγὼ εὑρίσκω νόμους, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, διὰ τῶν ὁποίων ἐζήτει τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσῃ δάνεια, καὶ νὰ συνομολογήσῃ μάλιστα ταῦτα ἐπὶ ἐγγυήσει· καὶ ὄχι μόνον ἐζήτει νὰ συνομολογήσῃ τὰ δάνεια ταῦτα ἐπὶ ἐγγυήσει, ἀλλὰ δὲν προσδιώριζε οὔτε τὸ εἶδος τῶν ἐγγυήσεων, οὔτε τὸ ποσὸν αὐτῶν, δηλ. ἔπραττεν ὅ,τι προτείνεται νῦν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦτο ἤλεγξεν. Ὁ νόμος ΑΧΙΖʹ τῆς 21 Δεκεμθρίου 1887 περὶ διαπλατύνσεως τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου ἐν ἄρθρῳ 7 διατάσσει τάδε (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ παρόντος νόμου ἀναφερομένων ἔργων, καὶ διὰ πᾶσαν ἄλλην σχετικὴν δαπάνην, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον πραγματικοῦ κεφαλαίου μέχρι δραχμῶν 1,300,000, καὶ νὰ παραχωρήσῃ πρὸς ἐγγύησιν αὐτοῦ τὰ εἰς τὸν πορθμὸν τοῦ Εὐρίπου ἀνήκοντα ἔσοδα, καὶ ἐν ἀνεπαρκείᾳ αὐτῶν ἄλλην δημοσίαν πρόσοδον.» Ἀλλ’ εἶναι μόνον τοῦτο; Διὰ τοῦ νόμου τῆς 2 Φεβρουαρίου 1889, ἤτοι κατὰ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ πίστις τοῦ Κράτους εἶχεν ἀνυψωθῆ ταῖς προσπαθείαις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, τοῦ τότε διαχειριζομένου τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίσθησαν τὰ περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν περιφήμων ἐκείνων ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, διὰ τὰ ὁποῖα οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας μακαρίζουσι τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, διότι τέλος πάντων εἶδον κανονισθεῖσαν τὴν ἄρδευσιν τῶν κτημάτων αὐτῶν, διὰ τοῦ νόμου, λέγω, ἐκείνου διατάσσεται ἐν ἄρθρῳ 15 (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ταχυτέραν ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ παρόντος ἔργων, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συνάψῃ χρεωλυτικὸν δάνειον πραγματικοῦ κεφαλαίου μέχρι δραχμῶν 12,000,000, καὶ νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἐγγύησιν αὐτοῦ προσόδους τοῦ Δημοσίου». Ἀλλὰ ποίας προσόδους τοῦ Δημοσίου; Ἀπολύτως; Ταῦτα δὲν λέγω ἵνα ἐπικρίνω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὡς πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν’ ἐξ ἐναντίας κρίνω, ὅτι δὲν ἔπραξεν ἀτόπως διότι, ὅταν αἱ Κυβερνήσεις δὲν προσάγωσιν εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν περὶ δανείου συνομολογηθέντος, ἀναγράφουσαν ῥητῶς τοὺς συμπεφωνημένους ὅρους, ἀλλὰ διὰ νομοσχεδίου ζητῆται ἡ ἄδεια πρὸς συνομολόγησιν δανείου, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ προκληθῇ, οὐδὲ κατέρχεται εἰς περιορισμοὺς τοιούτους, διότι τοιοῦτοι περιορισμοὶ ἐνδέχεται νὰ παραγάγωσιν εἴτε τὸ ἄτοπον νὰ καταστήσωσιν ἀνίκανον τὴν Κυβέρνησιν πρὸς εὕρεσιν δανείου, εἴτε τὸ ἄτοπον νὰ πληροφορήσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον διαπραγματεύεσθαι τὰ τοῦ δανείου μετ’ αὐτῆς, περὶ πάντων τῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι περιορίζουσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ σκέψις αὕτη εἶναι τοσοῦτον ὀρθὴ, ὥστε ἤθελον μεμφθῆ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 δὲν προέβλεπε νὰ κανονίσῃ τὰς ἐνδεχομένας ὑποθέσεις, ἔστω καὶ ἀπιθάνους· διότι, ὅταν πρόκηταί τις νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐν τῷ μέλλοντι, δὲν δύναται νὰ ᾖναι βέβαιος περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν ἀγορῶν, εἰς τὰς ὁποίας θέλει προσφύγει, ἵνα συνομολογήσῃ τὸ δάνειον, καὶ ἂν σήμερον αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελε προσφύγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ εὕρῃ δανειστὰς, εὑρίσκωνται ἐν οἰκονομικῇ ἀκμῇ, ἐὰν σήμερον ὁ χρυσὸς πλεονάζῃ, ἐὰν ἡ ζήτησις αὐτοῦ ᾖναι ἐλαχίστη, ἐὰν ἡ εἰρήνη τῆς Εὐρώπης ᾖναι παγία καὶ ἀναντίῤῥητος καὶ ἀνεπίδεκτος πάσης ὑπονοίας, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὕρῃ ὅρους ἀρίστους, καὶ νὰ μὴ ὑποχρεωθῇ οὐδὲ εἰς ἐγγυήσεις, οὐδὲ εἰς ἄλλους ὅρους, δυναμένους νὰ κριθῶσι πιεστικοί· οἱ δανεισταὶ τότε ζητοῦσι τοὺς δανειζομένους, δὲν ζητοῦνται ὑπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν εἷς οἶκος τραπεζικὸς κινδυνεύῃ ἔν τινι χώρᾳ, ἐὰν πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι ἐπιφαίνωνται, ἐὰν ὑπόνοιαι ἐγείρωνται, οἱ κεφαλαιοῦχοι γίνονται δειλοὶ, ὁ χρυσὸς κρύπτεται, καὶ ἀναγκάζεσθε πολλάκις νὰ ὑποβληθῆτε εἰς ὅρους, οἵτινες πράγματι εἶναι πιεστικοί. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι δὲν πρόκειται νὰ συνομολογήσωσι δάνεια διὰ νὰ διαπράξωσιν ἔργα ἐξωραϊσμοῦ καὶ βελτιώσεως, ἀλλὰ νὰ συνομολογήσωσι δάνεια διὰ νὰ συντηρήσωσι τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, διὰ νὰ προλάβωσι καταστροφὰς, ἐκεῖνοι πρέπει νὰ προνοῶσι περὶ πάντων αὐτῶν τῶν ἐνδεχομένων, καὶ νὰ ζητῶσι παρὰ τῶν Βουλῶν ὡς οἷόν τε εὐρυτέραν ἐξουσίαν, ἐὰν δὲν προσάγωσι σύμβασιν συνωμολογημένην καὶ δάνειον συμπεφωνημένον, ἀλλὰ ζητοῦσιν ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὄχι τὸ πρῶτον, μοὶ ἐφάνη τὰ μάλα αὐτάρεσκος· μετέβαινεν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς θέματος εἰς τὸ ἄλλο, ἔφερε τὴν ἔρευνάν του ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄρθρου εἰς τὸ ἄλλο, ἠρεύνα μέχρι τῆς τελευταίας διατάξεως τοῦ ἄρθρου 7, καὶ τί ἀνεύρισκεν; Ἀνεύρισκε πορίσματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔλεγεν, ὅτι τὸν λυποῦσιν ὑπερβολικά. Τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα ἀνεύρισκεν, εἰσίν, ὅτι ἡ πίστις τοῦ Κράτους δὲν εἶναι πλέον ἐκείνη, ἡ ὁποία ἦτο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ. Εἶπον, ὅτι δὲν παρίσταται τὸ πρῶτον αὐτάρεσκος τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1880, ὅτε ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀνέτρεψεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ πρωθυπουργικοῦ ἑδωλίου, καὶ ἐνέδειξεν εἰς τὸ Στέμμα ὡς διάδοχον τὸν Κουμουνδοῦρον, ὁ δὲ Κουμουνδοῦρος ἐσχημάτισεν Ὑπουργεῖον, ἐν τῷ ὁποίῳ Ὑπουργοὶ ἦσαν δύο, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐνταῦθα, ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως κ. Μπούμπουλης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τότε, τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ὑπουργείου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν ὑστερήθη τοῦ θάῤῥους νὰ ἀναβῇ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔπεσαν τὰ χρεώγραφα τὰ Ἑλληνικὰ, εὐθὺς ὡς ἠκούσθη τὸ ὄνομα τοῦ Κουμουνδούρου, κληθέντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εὐθὺς ὡς ἡ Εὐρώπη ἔμαθεν, ὅτι ἠναγκάσθη ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς ἀρχῆς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἀλλ’ ἐὰν ἔλεγε τοῦτο κατὰ τὸ 1880, τὸ ἐπανέλαβε τρὶς ἢ τετράκις κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, ἀφ’ ἧς εὑρισκόμεθα συνεδριάζοντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Πῶς ἐπῆλθεν ἡ πτῶσις τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος; Μήπως ἡμεῖς, οἵτινες διεδέχθημεν αὐτὸν, ἀνεκηρύξαμεν, ὅτι ἐσκοποῦμεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, νὰ κηρύξωμεν τὸ Κράτος ἐν χρεωκοπίᾳ, ὡς ὅτε ἐκυβέρνα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, δὲν ἐδίστασε νὰ συκοφαντήσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Μήπως ἀνελθόντες ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν ἐλάβομεν ἀνὰ χεῖρας τὴν δᾷδα, καὶ ἠπειλήσαμεν τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης, εἴτε ἐν τῷ Κρητικῷ ζητήματι, εἴτε ἐν ἄλλοις ζητήμασι, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσιν εὐλόγως τὸν Ἑλληνισμὸν, ὡς διὰ τηλεγραφημάτων πράκτορες, ἀγνοῶ πρὸς τίνας συμπαθοῦντες, κατήγγειλαν ἡμᾶς εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ συνομολογήσωμεν τὸ δεύτερον μέρος τοῦ δανείου τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης; Ἡμεῖς οὐδὲν τούτων ἐπράξαμεν, ἐξ ἐναντίας ἐκλίναμεν τὴν κεφαλήν μας, καὶ ἐτέθημεν ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, δὲν ἐμειώσαμεν οὐδὲ κατὰ ἓν λεπτὸν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, διετηρήσαμεν καὶ αὐτὰ τὰ κοπτήρια, διετηρήσαμεν καὶ αὐτὸν τὸν ἄγριον καὶ ἀπάνθρωπον νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων· διατὶ λοιπὸν ἐμειώθη ἡ πίστις τοῦ Κράτους; Λοιπὸν ἡ ὑπουργικὴ μεταβολὴ, ἡ γενομένη ἐν Ἑλλάδι, προὐκάλεσε μίαν ψηφοφορίαν τῶν κεφαλαίων τῶν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ οἱ κεφαλαιοῦχοι τῆς Εὐρώπης ἀπεφάσισαν νὰ ἐκδηλώσωσι τὴν προσωπικὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου; Λοιπὸν μᾶς φέρει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου τὸ ἀντίῤῥοπον τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ἀντίῤῥοπον τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐκδηλωθείσης τὴν 14 Ὀκτωβρίου, καὶ τὸ εὑρίσκει εἰς τοὺς κεφαλαιούχους τῆς Εὐρώπης; Καὶ ἂν ἐλυπήθη, ἀναγγέλλων ὅτι εὑρίσκει καταπεπτωκυῖαν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, λυποῦμαι, διότι πολίτης Ἕλλην ἐπιτρέπει εἰς ἑαυτὸν τοιαύτας ἀνευλαβεῖς ἐκφράσεις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ πίστις τῶν Κρατῶν δὲν εἶναι πίστις προσωπικὴ τῶν κυβερνώντων. Καὶ ἂν κατώρθωσεν ὁ πρίγκιψ Βίσμαρκ διὰ τῆς ἀνδρείας τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ νὰ ἑνώσῃ τὴν Γερμανίαν ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ Γουλλιέλμου, καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὴν αὐτοκρατορίαν, καὶ ἂν, ὡς εἴπετο, τότε τὰ χρηματιστήρια ἐξεδήλωσαν τὴν ἐμπιστοσύνην των εἰς τὴν κατασταθεῖσαν νέαν τάξιν, καὶ ἂν οἱ διευθύνοντες τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας, διὰ τῆς ἀνδρείας τοῦ ῥωσσικοῦ στρατοῦ, κατώρθωσαν νὰ κατατροπώσωσι τὰς τουρκικὰς στρατιὰς, καὶ ὑπερβῶσι τὸν Αἷμον καὶ νὰ συνομολογήσωσι τὴν συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἀλλ’ ἐκεῖνοι καὶ ὁ Βίσμαρκ καὶ οἱ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Ρωσσίας διευθύνοντες ἐκράτυναν τὴν πίστιν τῆς Ρωσσικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ τὴν πίστιν τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀλλ’ ἐκράτυναν αὐτὴν μὲ θριάμβους. Τίνας θριάμβους κατηγάγετε ὑμεῖς, οἵτινες τολμᾶτε νὰ παριστᾶτε, ὅτι ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος εἶναι πίστις προσωπικὴ ὑμῶν; Κατηγάγετε θριάμβους;.... Δὲν πρέπει νὰ προχωρήσω· μὲ ἐμποδίζει ἡ ἰδιότης, τὴν ὁποίαν ἔχω. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὸ Κοινοβούλιον θέλῃ δυνηθῆ νὰ ἐρευνήσῃ καὶ ἀνεύρῃ τοὺς ὑμετέρους θριάμβους· ἀλλ’ ἂν τὸ Κοινοβούλιον δὲν δυνηθῆ νὰ ἐρευνήσῃ ἢ νὰ ἀνεύρῃ αὐτοὺς, θέλει ἀνεύρει καὶ ἀναγράψει αὐτοὺς ἡ Ἱστορία τῶν χρόνων τούτων. Βεβαίως εἷς ἐκ τῶν θριάμβων ὑμῶν τούτων εἶναι καὶ ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγκατελίπετε τὴν πατρίδα, ὅτε τὴν 14 Ὀκτωβρίου ἀπεχωρήσατε ἀπὸ τῶν κοινῶν πραγμάτων. Αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὕρομεν, καὶ ἕνεκα αὐτῆς προσερχόμεθα ζητοῦντες παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ μᾶς δώσῃ τὰ μέσα, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν δάνειον, δάνειον διὰ νὰ συνεχίσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα εὑρίσκομεν ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ δανείου περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, κενὰ, τὰ ὁποῖα ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν· δάνειον διὰ νὰ ἐκτελέσωμεν τὰ δημόσια ἔργα, περὶ ἑκάστου τῶν ὁποίων εἶχεν ἐπιτραπῆ νὰ συνομολογηθῇ προηγουμένως δάνειον, ἀλλ’ οὐδὲν τούτων εἶχε πραγματοποιηθῆ, ἠναγκάσθημεν δ’ ἡμεῖς νὰ καταβάλωμεν τὰ δι’ αὐτὰ χρήματα ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἵνα μὴ ἀναστείλωμεν αὐτὰ καὶ παράσχωμεν ἀφορμὴν εἰς πολλοὺς νὰ μᾶς ἐπικρίνωσιν ἐπὶ τούτῳ. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη δανείου, ἂς ἀρνηθῇ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἡμεῖς, πεποιθότες περὶ τῆς ἀνάγκης, καὶ πεποιθότες τόσον, ὅσον νομίζομεν ἀνέφικτον τὴν ἐξακολούθησιν τῆς Κυβερνήσεως, προσήλθομεν μετὰ παῤῥησίας νὰ ζητήσωμεν τὴν ἄδειαν, ἵνα συνομολογήσωμεν δάνειον, καὶ προσήλθομεν ζητοῦντες ὄχι μόνον τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσωμεν αὐτὸ, ἀλλὰ ζητοῦντες προσέτι παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ δηλώσῃ εἰς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην, καὶ μὴ ζητήσῃ νὰ μᾶς δεσμεύσῃ δι’ ὅρων, οἱ ὁποῖοι, ἂν ἤθελον τεθῆ ἐν τῷ νόμῳ, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ παρακωλύσωσι τὴν εὕρεσιν δανείου κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτῆς. Ἂν ὑπάρχωσι μεταξὺ ἡμῶν ἄνδρες, ποθοῦντες νὰ μὴ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ δάνειον, ἂς δηλώσωσι ψῆφον μαύρην. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐκφέρει γνώμην διάφορον περὶ τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν παρεστήσαμεν εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς προέβη εἰς θεωρίας, ὅτι τὰ δημόσια ἔργα εἶναι προτιμότερον νὰ κατασκευασθῶσι διὰ δανείων συνομολογουμένων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ὄχι εἰς χρυσὸν, ἑπομένως ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ προσδιορισθῇ ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 4, ὅτι τὸ δάνειον τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προορίζονται διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων, πρέπει νὰ συνομολογηθῇ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ὄχι εἰς χρυσόν. Ἰσχυρίσθη ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὅτι τὰ ταμεῖα τὰ εἰδικὰ, τὰ ὑπάρχοντα, τὰ συνεστημένα, αὐτὰ ἔχουσι πληθὺν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀγνοοῦσι πῶς νὰ διαθέσωσι, καὶ ὅτι εὐχαρίστως ἤθελον διαθέσει ταῦτα ἐπὶ εὐτελεστάτῳ τόκῳ, ἂν ἐπαρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη δανείου τοιούτου. Τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα διαθέτουσι τὰ ταμεῖα τὰ εἰδικὰ, δὲν ἀνέρχονται εἰς ποσὸν τοσοῦτον, ὅσον ἀπαιτοῦσι τὰ δάνεια τὰ περιλαμβανόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ 4. Κατὰ μίαν ἄθροισιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, τῶν δανείων τούτων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ταῦτα ἀνέρχονται εἰς δρ. 34,130,690. Ἂν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐνόει τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τῶν κληροδοτημάτων, δὲν γνωρίζω ποίας πληροφορίας ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἂν τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἔμεινεν ἄθικτον κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ἂν ἔχῃ τὰ κεφάλαια ὅλα εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ. Ἂν ἐνόει τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τῶν ὑπαλλήλων, τοῦτο ἔχει τὰ κεφάλαια αὐτοῦ ἤδη τοποθετήσει. Ἂν ἐνόει τὸ Ἀπομαχικὸν ταμεῖον, τοῦτο βεβαίως προθύμως δὲν θέλει εἰσφέρει εἰς συνομολόγησιν δανείου 34,000,000. Ἂν δὲ ἐνόει τὰς Τραπέζας, προτιμῶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὰ δάνεια τὰ εἰς χρυσὸν καὶ οὐχὶ τὰ δάνεια τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι καθορῶ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, τυγχάνει τὰ μάλα βεβαρυμένη ἐκ δανείων τοῦ Κράτους, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ μὴ ἀπασχολήσωμεν περαιτέρω τὰ ἐναπομείναντα εἰς τὴν διάθεσίν της τραπεζικὰ γραμμάτια, ἵνα ἦναι μᾶλλον διατεθειμένη νὰ συνομολογῇ δάνεια εἰς τὴν χώραν μετ’ ἰδιωτῶν, ὅπως εὐκολύνωνται αἱ παραγωγικαὶ ἐργασίαι τῶν πολιτῶν, αἱ ὁποῖαι πρὸ πολλοῦ κρούουσι τὰς θύρας τῆς Τραπέζης, δὲν εὑρίσκουσι δὲ τὴν προθυμίαν αὐτῆς, ὄχι ἐξ ἐλλείψεως θελήσεως, ἀλλ’ ἐξ ἐλλείψεως εὐκολίας τῆς Τραπέζης. Ὁμολογῶ, ὅτι εἶχον πολλὰ ἀκόμη νὰ προσθέσω, διὰ νὰ ἀνασκευάσω καὶ ἄλλους ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὀφείλω νὰ φείδωμαι τοῦ χρόνου κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀναγκάζομαι νὰ παραλίπω τὴν ἀναίρεσιν αὐτῶν, προσδοκῶν, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἀρκοῦσιν, ἵνα κλονίσωσι τὰς πεποιθήσεις αὐτῆς.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1....
§64ΔΑΓΡΕΣ. Ὄχι δὰ, θὰ συζητήσωμεν.
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Δαγρὲ, ἔχετε τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Καὶ δύνασθε μὲν νὰ ὁμιλήσητε καὶ σήμερον περὶ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τοῦ Παμίσου, ἀλλὰ φειδόμενος τοῦ χρόνου δύνασθε νὰ ὑποβάλητε τὰς παρατηρήσεις σας εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς προτείνομεν τὴν διαγραφὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ ἐδαφίου αʹ τῆς παραγράφου 1ης (ἀναγινώσκει): «αʹ) τοῦ νόμου ᾼΦΠΓʹ τῆς 11 Δεκεμβρίου 1887, διὰ τὴν ἀνέγερσιν καταστήματος τοῦ Στρατοδικείου καὶ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν». Ἡ διάταξις τοῦ νόμου τούτου, εἰς ἣν ἀφορᾷ τὸ ἐδάφιον, ἀνεκλήθη, ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἐδάφιον. Λοιπόν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν....
§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου τὸν νόμον, ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω, καὶ ἂν ἔχῃ ὡς λέγει ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, βεβαίως εἶναι περιττὴ ἡ ἄδεια.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρατηρῶ, ὅτι, ὡς ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶναι ὅλως ἄτοπον νὰ ἐπεκταθῶσιν ἐπὶ τῶν νέων δανείων αἱ ἐγγυήσεις αἱ σήμερον συνδεόμεναι πρὸς τὰ εἰδικὰ δάνεια τῶν ταμείων τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου, τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου καὶ τῶν ἔργων τοῦ Νέδοντος· προτείνω ἄρα, ὅπως διαγραφῶσι τὰ ἐν τῇ δευτέρᾳ περιόδῳ τοῦ ἄρθρου 4 ἀναγόμενα εἰς τὰς ἐγγυήσεις ταύτας.
§71ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτὸ προβλέπεται ἀπὸ τὸν νόμον.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος προεῖδεν, ὅτι θὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον περιλαμβάνον τοιαύτην διάταξιν;
§73ΔΑΓΡΕΣ. Οἱ ἐκκαθαρισμένοι φόροι ἔχουν νὰ πληρώσουν· τὸ λέγει ὁ νόμος.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν ὅσῳ ὑφίστατο ἐκεῖνο τὸ δάνειον, ἀλλὰ τώρα πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ ἀντ’ ἐκείνου νέον δάνειον, καὶ θὰ συνδεθῇ ἡ πρόσοδος πρὸς τοῦτο.
§75ΔΑΓΡΕΣ....
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Βουλευτὰ, κατὰ διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου συνιστᾶται ἀλληλόχρεως λογαριασμὸς τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου, ἐν τῷ ἀλληλοχρέῳ δὲ τούτῳ λογαριασμῷ δύναται τὸ ταμεῖον τοῦ Παμίσου νὰ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ πάσης ὑποχρεώσεως, καὶ ὅμως θὰ ἐξακολουθῶσιν εἰσπραττόμενοι οἱ εἰδικοὶ φόροι ἐν ὅσῳ ὑφίσταται τὸ κατὰ τὸ νομοσχέδιον νέον δάνειον, εἰς οὗ τὴν ἐξασφάλισιν καθορισθήσονται καὶ αἱ πρόσοδοι ἐκ τῶν εἰδικῶν φόρων. Τοῦτο λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἀνεκτὸν, διότι εἶναι δίκαιον νὰ εἰσπράττωνται οἱ εἰδικοὶ φόροι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν ὀφειλαὶ λόγῳ τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων· ὅταν ὅμως αἱ πρόσοδοι τῶν εἰδικῶν φόρων ἐξοφλήσωσι τὴν ὀφειλὴν τοῦ εἰδικοῦ ταμείου ἐν τῷ ἀλληλοχρέῳ λογαριασμῷ, τῷ δημιουργουμένῳ διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐξακολουθῇ ὑφισταμένη εἰδικὴ φορολογία εἰς τὸ ἑξῆς, οὐδένα ἔχουσα ἄλλον σκοπὸν ἢ τὴν παρεχομένην ἐγγύησιν εἰς δάνειον, πρὸς ὃ ἀρχικῶς δὲν συνεδέετο.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις ἐπῆλθε, μολονότι εἶχον συστήσει τὴν ἀναβολὴν αὐτῆς διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅπως συζητήσωμεν εὐρύτερον τὰ περὶ τούτου. Τὸ εἰδικὸν ταμεῖον Παμίσου, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο εἰδικὸν ταμεῖον, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ δὲν εἶναι προσῆκον νὰ ὑποβληθῇ εἰς βάρη περισσότερα ἀπ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς αὐτό. Ἡμεῖς περὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων ἔχομεν γνώμην, ὁποίαν δὲν ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ζητεῖ νὰ συγχωνεύσῃ τὰ εἰδικὰ ταμεῖα μὲ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, καὶ ἐπαρουσίασε νομοσχέδιον περὶ συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, ὡς καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ συγχωνεύσεως τῶν λιμενικῶν ταμείων. Ἡμεῖς τοιαύτην γνώμην δὲν ἔχομεν. Ἡμεῖς εὐλαβῶς θέλομεν κανονίσει τὰς σχέσεις μας, ἔχομεν χρόνον δὲ, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλουσι συμπληρωθῆ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ ταμείου Παμίσου, ἢ παντὸς ἄλλου ταμείου. Ἐλπίζω δ’ ὅτι δὲν θέλει ἀπολεσθῆ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν, οὐδ’ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ εἰδικὸν ταμεῖον Παμίσου θέλει ἐπιζήσει τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ ταμεῖον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θέλει ἁρπάσει τὴν περιουσίαν τοῦ ταμείου Παμίσου, ἀλλὰ θέλει ἀναλάβει τὸ γενικὸν ταμεῖον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποδώσῃ αὐτήν.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς πληρωμῆς, διότι αὕτη ἀναντιῤῥήτως θὰ ἐγίνετο παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ὑπεγγύου τῶν προσόδων τοῦ νόμου περὶ τῶν ἔργων τῆς κοιλάδος τοῦ Παμίσου. Ἡ ὑπέγγυος πρόσοδος δὲν θὰ δύναται νὰ καταργηθῇ, ὡς συνδεομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὸ ἑνιαῖον δάνειον. Ἐνόσῳ ὑφίσταται τὸ ἑνιαῖον δάνειον, θὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ πιστωτὴς, ἤτοι ὁ κάτοχος ὁμολογίας τοῦ δανείου τούτου, νὰ ἀπαιτῇ οὐ μόνον ὅπως καταβάλληται ὁλόκληρος ἡ ἐτησία δόσις, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἐξακολουθῇ ἐπιβαλλομένη ἡ ὑπέγγυος φορολογία. Δὲν ἀρκεῖ εἰς τὸν πιστωτὴν ἡ καταβολὴ τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου, ἔχει οὗτος καὶ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῇ, ὅπως εἰσπράττωνται οἱ φόροι, δι’ ὧν ἐξησφαλίσθη ἡ κανονικὴ πληρωμὴ τῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου. Τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν θὰ ὑπάρχῃ, ὑπέχον τὰς ἐκ τοῦ δανείου ὑποχρεώσεις πρὸς ἀπότισιν τῶν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ ὑπάρχῃ καὶ ὁ πιστωτὴς, ὁ δὲ πιστωτὴς, καὶ ἂν θέλῃ, δὲν δύναται νὰ παραιτήσῃ τὴν ἀπαίτησίν του ἐπὶ τὴν ὑπέγγυον πρόσοδον, διότι δὲν δύναται νὰ ἐκφρασθῇ νομίμως. Ὁ πιστωτὴς δὲν εἶναι ἑνιαῖον πρόσωπον, πρέπει νὰ ἀναζητηθῶσιν ὅλοι οἱ πιστωταὶ, ὅπως διὰ τῆς καταφατικῆς ψήφου ἁπάντων, μηδεμιᾶς ἐξαιρουμένης, ἐπιτευχθῇ ἡ κατάργησις τῆς ἐγγυήσεως. Τὸ μόνον μέσον πρὸς ἀπαλλαγὴν τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς διατηρήσεως τῆς ὑπεγγύου φορολογίας θὰ ἦτο ἡ ἐξόφλησις τοῦ δανείου ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ, ἥτις ἄδηλον ἂν θὰ ἦναι ἐφικτὴ καὶ ἂν θὰ συμφέρῃ. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, ἐπιτρέπουσα τὴν μεταβίβασιν τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων, τῶν ἀνηκουσῶν σήμερον εἰς τὰ δάνεια τῶν ταμείων, ἀπὸ τῶν περιωρισμένων ἐκείνων δανείων εἰς τὸ εὐρύτερον δάνειον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὑποχρεοῦσα οὕτω τὰς προσόδους τῶν εἰδικῶν ταμείων εἰς δάνειον, οὗτινος ἡ διάρκεια θὰ ἦναι μεγαλειτέρα τῆς τῶν δανείων τῶν ταμείων τούτων. Πρὸς τὴν γνώμην μου ταύτην ἄσχετον εἶναι τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶμαι δῆθεν πολέμιος τῶν εἰδικῶν ταμείων. Οὔτε ὑπέρμαχος εἶμαι οὔτε πολέμιος τῶν εἰδικῶν ταμείων, κατὰ γενικὴν ἀρχήν· ἐπιδιώκω τὴν σύστασιν εἰδικῶν ταμείων, ὅταν ἐπεκδέχωμαι ἐξ αὐτῶν λειτουργίαν σκόπιμον, ἐπιδιώκω δὲ τὴν κατάργησιν αὐτῶν, ὅταν ἀποδεικνύωνται ἐπιζήμια ἢ περιττὰ, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι, ἐνόσῳ διατηρῶμεν τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, ὀφείλομεν νὰ τὰ σεβώμεθα, καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπεκτείνωμεν ἐγγύησιν, καθορισθεῖσαν ὑπὲρ μικροῦ καὶ ἐν βραχεῖ ἐξοφληθησομένου δανείου εἰδικοῦ ταμείου εἰς δάνειον μέγα καὶ γενικὸν, οὗτινος ἡ διάρκεια θὰ ἦναι πολλῷ μακροτέρα.
§79ΔΑΓΡΕΣ. Ὡς πρὸς τὸ ταμεῖον τοῦ Παμίσου δύναται ὁ νόμος οὗτος νὰ ἀνατρέψῃ τὸν νόμον τὸν προηγούμενον;
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, ὁ νόμος ὁ νεώτερος δύναται ν’ ἀνατρέψῃ τὸν νόμον τὸν προγενέστερον, ἀφοῦ μάλιστα ῥητῶς ὁρίζει τοῦτο.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου παρέστησεν, ὅτι τὸ δάνειον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου ἐπέτρεψεν ὁ νόμος διὰ τὰ ἔργα τοῦ Παμίσου, ὅτι διὰ τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι ὑπέγγυοι πᾶσαι αἱ πεδιάδες τοῦ Παμίσου, καὶ ὅτι ἡμεῖς προσπαθοῦμεν νὰ ὑποκλέψωμεν τὰς πεδιάδας ταύτας, ὅπως δώσωμεν αὐτὰς ἐνέχυρον εἰς τοὺς δανειστὰς, οἱ ὁποῖοι θέλουσι συνομολογήσει τὸ δάνειον, περὶ οὗ ἡ συζήτησις. Οἱ τὰ τοιαῦτα λέγοντες δὲν λέγουσι σπουδαῖα πράγματα, διότι δὲν εἶναι σπουδαῖον νὰ λέγηται, ὅτι διὰ δάνειον ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου φράγκων πρόκειται νὰ καταστῶσιν ὑπέγγυοι αἱ πεδιάδες τῆς Μεσσηνίας. Ὑπέγγυος διὰ τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος ἐπεβλήθη διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων, ὁ φόρος ὁ εἰσπραττόμενος ἀπὸ τὰς πεδιάδας τῆς Μεσσηνίας. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τούτου, τὸ ὁποῖον θέλει διατεθῆ διὰ τὸ δάνειον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου; Ἐὰν τὸ δάνειον συνομολογηθῇ ἐπὶ τόκῳ 6%, εἶναι κατ’ ἔτος 90,000, ἐὰν πρὸς 8%, 120,000, ἐὰν πρὸς 10%, 150,000. Λοιπὸν τὸ ταμεῖον τοῦ Παμίσου θέλει εἶσθαι ὑπόχρεον νὰ εἰσφέρῃ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἐξοφλεῖται διὰ τοῦ χρεωλυσίου, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσπράττεσθαι, τὸ ταμεῖον δὲν ὑποβάλλεται εἰς οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν, θέλει πληρώσει ὅ,τι ἤθελε πληρόνει, ἐὰν συνωμολόγει δάνειον εἰδικόν. Ὅταν ἔλθῃ ὅμως ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλει ἐξοφληθῆ τὸ δάνειον, τότε τὸ ταμεῖον Παμίσου ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ πρὸς τὸ Κράτος, ὅτι δὲν ὀφείλει πλέον νὰ πληρόνῃ τοὺς τόκους τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, διότι ἐξώφλησε τὸ χρέος αὐτὸ, ὑποθέτω δὲ, ὅτι τὸ Κράτος δὲν θέλει εἶσθαι Κράτος κακόπιστον, ὅπως ἀρνηθῇ ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὴν διὰ τὸ ὑπόλοιπον χρέος ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογίου νομίζῃ, ὅτι τὸ Κράτος θέλει τότε δυστροπήσει, ἢ ὅτι θέλει κατασταθῆ ἀνίκανον νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, εἶναι γνώμη αὐτοῦ, οὐδέποτε ὅμως καὶ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ δυστροπίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους δὲν πρόκειται· πρόκειται περὶ δυστροπίας ἢ, ἀκριβέστερον, περὶ ἀδρανείας τοῦ πιστωτοῦ. Εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ νέου δανείου δὲν ὑποσχόμεθα ἁπλῶς τὴν ἀπόλαυσιν τόκου, ἀναλαμβάνομεν πρὸς αὐτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ τόκου δι’ εἰδικῶν ἐγγυήσεων, ἐπὶ τοῦ νόμου ἑδραζομένων, εἰδικαὶ δ’ ἐγγυήσεις κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἶναι καὶ αἱ πρόσοδοι τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν ἔργων τῆς κοιλάδος τοῦ Παμίσου· δὲν πρόκειται περὶ τῶν Μεσσηνιακῶν πεδιάδων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ τῶν προσόδων τῆς πεδιάδος, ὑποβαλλομένων εἰς τὴν ἀπότισιν ποσοστῶν λόγῳ ἐγγυήσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου. Ἡ εἰδικὴ αὕτη ἐγγύησις, διδομένη εἰς τρίτον, δὲν δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ δανείου ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ εἰς ὃν ἐδόθη, ἐπειδὴ δ’ οὗτος δὲν εἶναι εἷς, ἀλλ’ εἶναι ἄθροισμα προσώπων, ὧν ἡ ὁμόθυμος συναίνεσις εἰς κατάργησιν τῆς ἐγγυήσεως εἶναι κατὰ τύπους καὶ κατ’ οὐσίαν ἀνεπίτευκτος, ἡ ὑπέγγυος φορολογία θὰ διατηρηθῇ ὑποχρεωτικῶς, ἐνόσῳ ὑφίσταται τὸ μέγα δάνειον, πρὸς ὃ συνδεθήσεται· δὲν θὰ ἦναι ἄρα δυνατὸν νὰ ἀπαλλαχθῶσιν αἱ πρόσοδοι τῆς Μεσσηνιακῆς πεδιάδος τῆς πληρωμῆς τῶν χάριν τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου ἐπιβληθέντων εἰς αὐτὰ ποσοστῶν, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται τὸ μέγα δάνειον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν εἰς δικαιολογίαν τῆς μὴ ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ 90 χιλιάδων δραχμῶν, διότι τοσαύτη εἶναι ἡ ἐν τῷ δανείῳ ἀναλογία τῆς ἐγγυήσεως τῶν προσόδων τοῦ ταμείου τοῦ Παμίσου, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο περὶ τούτου· ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ τοῦτο ἀκριβὲς, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 4 δὲν θέλει περιορισθῆ ἡ ἐγγύησις εἰς τὴν ἀναλογίαν τῶν διατεθησομένων εἰς τὰ ἔργα τοῦ Παμίσου κεφαλαίων, τὸ ἄρθρον 4 ὁρίζει, ὅτι «ἐν τῇ τελευταίᾳ περιπτώσει αἱ ὑπὸ τῶν ἀνωτέρω νόμων καθοριζόμεναι ἐγγυήσεις παρέχονται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ὁλοκλήρου τοῦ συνομολογουμένου δανείου.» Τουτέστι πᾶσαι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τοῖς νόμοις περὶ τοῦ ταμείου τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου, περὶ τοῦ ταμείου τῆς διαπλατύνσεως τοῦ Εὐρίπου, περὶ τοῦ ταμείου τοῦ Νέδοντος, πᾶσαι αἱ πρόσοδοι, αἵτινες κατὰ τοὺς νόμους ἐκείνους ἀνήκουσιν ὡς ἐγγύησις εἰς τὰ εἰδικὰ ἐκεῖνα δάνεια, θέλουσιν ἐπεκταθῆ ἐπὶ τὸ νέον δάνειον ὁλόκληρον. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου κυρίου Βουλευτοῦ, λέγοντος, ὅτι ἐδόθη ἑρμηνεία παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἰσχύει διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ δὲν ἰσχύει καὶ ἀπέναντι τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν. Ἀπέναντι τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν ἰσχύει ὁ ἐν τῇ συμβάσει μνημονευθησόμενος νόμος, καὶ κατὰ τὸν νόμον εἶναι ὑπέγγυοι πᾶσαι αἱ πρόσοδοι τῶν εἰδικῶν ταμείων. Τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ νόμῳ, καὶ προτείνω, ὅπως διαγραφῇ ἡ διάταξις.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δικαιώματα τῶν πιστωτῶν δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἀνώτερα τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ὑπέχει τὸ δάνειον τῶν 1,500,000 ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ τόκου. Ἐὰν τὸ δάνειον τῶν 1,500,000 συνομολογηθῇ ἐπὶ τόκῳ 6%, τὰ δικαιώματα τῶν πιστωτῶν περιορίζονται εἰς 90,000, ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ προσόδων τοῦ Παμίσου, ἀλλὰ μόνον περὶ 90,000, διὰ τὰς ὁποίας θέλει ὑποχρεωθῆ τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ Παμίσου χάριν τοῦ δανείου τῶν 1,500,000.
§84ΔΑΓΡΕΣ. Ἅμα ἐξοφληθῇ τὸ χρέος, παύουσιν αἱ εἰσπράξεις.
§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν προσόδων, δὲν πρόκειται περὶ τῶν πεδιάδων, πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει ἀποτελεῖ τὸν τόκον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου. Ποῖον θέλει εἶσθαι τὸ ποσὸν, δὲν γνωρίζομεν, διότι δὲν γνωρίζομεν εἰσέτι πόσος θέλει εἶσθαι ὁ τόκος. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῶν πιστωτῶν συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἀπαιτῶσιν 90,000 φράγκων ἢ 105,000 κατ’ ἔτος. Ποῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ τὴν παρατήρησιν; Εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ταμείου τοῦ Παμίσου τοῦ νὰ πληρόνῃ τὰς 105,000 ἔληγε καθ’ ἣν ἐποχὴν ἤθελεν ἐξοφληθῆ τὸ δάνειον, τώρα, ἕνεκα τοῦ χρεωλυσίου, θέλει παραταθῆ καὶ πέραν τῆς ἐποχῆς ταύτης, καὶ μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θέλει ἐξοφληθῆ τὸ δάνειον τὸ γενικόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ προβάλῃ. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον διέτασσεν, ὅτι, μέχρις ὅτου ἐξοφληθῇ τὸ δάνειον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, οἱ τόκοι τοῦ δανείου αὐτοῦ θέλουσι πληρόνεσθαι παρὰ τοῦ ταμείου τοῦ Παμίσου, τότε δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ παρατήρησίς τις· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔχει οὕτω, διὰ τοῦτο ἐδόθη ἀφορμή. Ἀλλ’ ἡ ἀφορμὴ αὕτη εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τοσαύτας παρατηρήσεις; Τὸ Κράτος, εὐθὺς ὡς ἐξοφληθῇ τὸ δάνειον, ἐπερχομένης ἀναγκαίως καὶ τῆς παύσεως τῶν φόρων, θέλει ὑποκαταστήσει τὸ ταμεῖον τοῦ Παμίσου, καὶ θέλει δηλώσει πρὸς τοὺς δανειστὰς, ὅτι τὰς 105,000, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ Παμίσου, θέλει πληρόνει εἰς τὸ ἑξῆς τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐδήλωσεν, ὅτι αὐτοὶ ἀγαπῶσι τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, καὶ ἡμεῖς δὲν ἀγαπῶμεν αὐτά. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1884 ἔθηκε χεῖρα ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐπὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων τῶν λιμένων ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἂν τοιοῦτόν τι ἐπρόκειτο καὶ νῦν νὰ γένηται, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς, διότι ὁ κ. ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν σέβεται τὰ εἰδικὰ ταμεῖα. Ἡμεῖς ὅμως σεβόμεθα αὐτὰ, ὡς κυροῦντα τὴν αὐτοδιοίκησιν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, ἡμεῖς σᾶς ἐπροτείναμεν σήμερον σύμβασιν, ἢ ἐζητήσαμεν ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν δανείου; Ἐὰν αἱ πρόσοδοι τοῦ ταμείου Παμίσου συνίστανται εἰς 90,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν προβῆ νὰ ὑποθηκεύσωμεν τὰς προσόδους τοῦ ταμείου Παμίσου; Ὅταν τις ζητῇ ἄδειαν, κρίνει κατ’ ἄλλον τρόπον, ἢ ὅταν ὑποβάλλῃ σύμβασιν πρὸς συνομολόγησιν δανείου. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν ἄδειαν ταύτην, καὶ ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις. Ἀλλ’ ἡμεῖς θεωροῦμεν ταύτην ἀναγκαίαν, ἂν καὶ δὲν θέλωμεν ποιήσει χρῆσιν τῆς ἐξουσίας ταύτης, ὅπως ἀναλάβωμεν ὑποχρέωσιν εἰς βάρος τοῦ Κράτους.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνεχῶς ἀνάγει τὰ ζητήματα εἰς τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὴν πρὸς τοὺς νόμους ἀσέβειαν. Γινώσκει, ὅτι ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν διατεθειμένην ὑπὲρ ἑαυτοῦ, γινώσκει, ὅτι δύναται νὰ λάβῃ ἀπόφασιν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι αὐτὸς σέβεται τοὺς νόμους, καὶ ἡμεῖς δὲν τοὺς σεβόμεθα, μετατοπίζων δὲ οὕτω τὰ ζητήματα, νομίζει, ὅτι παρακάμπτει τὰς ἐξ αὐτῶν δυσχερείας. Ἄν, ὡς ἔχουσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὑποβάλλωσι τὰς τοπικὰς περιφερείας εἰς ὑποχρέωσιν φορολογίας, ἐξ ἧς δὲν δύνανται ν’ ἀπαλλαγῶσιν, εἰς τί ὠφελοῦσιν αἱ περὶ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους δηλώσεις καὶ ἀποφάσεις; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καλῇ τῇ πίστει, νομίζω, διότι δὲν ἐμελέτησεν ἀποχρώντως τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, φρονεῖ, ὅτι ὑποχρέωσις διατηρήσεως τῆς εἰδικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν προσόδων τῆς Μεσσηνιακῆς πεδιάδος δὲν θὰ ὑφίσταται πρὸς τοὺς δανειστάς· τὴν ὑποχρέωσιν δὲ πρὸς τοὺς δανειστὰς ἐνόμισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σχετιζομένην παρ’ ἡμῶν πρὸς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου. Πρὸς τοὺς δανειστὰς δὲν θὰ ἦναι ὑπέγγυον τὸ ταμεῖον τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου, ἀλλ’ ὑπέγγυοι θὰ ἦναι αἱ πρόσοδοι τῆς Μεσσηνιακῆς πεδιάδος. Ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν πρόσοδον ταύτην φορολογία καθορίζεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐγγύησιν τοῦ δανείου, θὰ διατηρηθῇ ἄρα, ἐνόσῳ ὑφίσταται τὸ δάνειον, ἀφοῦ ἐπεκτείνεται ἐπ’ αὐτὸ ὁλόκληρος ἡ ἐγγύησις. Ἐὰν μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τῆς ὀφειλῆς τοῦ ταμείου τῶν ἔργων τοῦ Παμίσου ἐν τῷ ἀλληλοχρέῳ αὐτοῦ λογαριασμῷ πρὸς τὸ Δημόσιον νομίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τὴν Μεσσηνιακὴν πεδιάδα δὲν εἶναι δίκαιος, δὲν δύναται νὰ τὸν καταργήσῃ, ἀφοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύησιν τοῦ δανείου· θὰ ἠδύνατο μόνον νὰ τὸν ἀποδώσῃ μετὰ τὴν εἴσπραξιν, ἂν ἡ ἐξακρίβωσις τῶν καταβαλόντων αὐτὸν δὲν ἀπέβαινεν ἀνέφικτος.
§87ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπεβλήθησαν φόροι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ὑδραυλικῶν ἐν Μεσσηνίᾳ, καὶ ἀκολούθως δι’ ἑνὸς νόμου, διὰ τοῦ ἄρθρου 8 αὐτοῦ ῥητῶς διατάσσεται, ὅτι οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν, θέλουσιν ἐξακολουθήσει μέχρις ὅτου ἐξοφληθῇ τὸ δάνειον, καὶ μετὰ ταῦτα βεβαίως παύουσιν οἱ φόροι νὰ ὑπάρχωσιν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουσι πλέον φόροι, ἐξοφλουμένου τοῦ δανείου, δὲν ὑπάρχει καὶ λόγος ὅλης αὐτῆς τῆς συζητήτεως. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 παρελθόντος Δεκεμβρίου, ὁμιλήσας περὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἀνέπτυξα δι’ ἰσχυρῶν ἐπιχειρημάτων τὸ ἄδικον καὶ τὸ βαρὺ τῆς πληρωμῆς τῶν παγίων δόσεων ἄνευ ἐκκαθαρίσεως τῶν χρεῶν τῶν κατόχων, ἀποδείξας ὅτι πλεῖστοι τούτων ἔχουν πληρώσει δὶς καὶ τρὶς τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος· ἐπρόσθεσα δὲ, εἰπὼν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ὀφείλει μέχρι τῆς νέας συνόδου τῆς Βουλῆς νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ χρέη ὅλων τῶν κατόχων, ἄλλως θὰ ὑποβάλω πρότασιν ἀναστολῆς πάσης πληρωμῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5, 6 καὶ 7, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 92,465 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890, καὶ 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχμῶν 758,149:08).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀδείας εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν πρὸς συνομολόγησιν δανείου.
§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ζητεῖται νὰ δώσωμεν τὴν συναίνεσιν ἡμῶν, ὅπως χορηγηθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν δάνειον μέχρι ποσοῦ τριῶν ἑκατομμυρίων δι’ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν ἐντὸς προθεσμίας ἑνὸς ἔτους· πρὸς ἐξασφάλισιν δὲ τοῦ δανείου τούτου νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ παραχωρήσῃ ὡς ὑποθήκην τὰς ἀκινήτους κτήσεις καὶ τὰ ἀτμόπλοια αὐτῆς. Ἠρωτήσαμεν δὲ χθὲς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ὅτι ἡ ἄδεια πρὸς παραχώρησιν ὑποθήκης διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τούτου παρέχεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐν σχέσει πρὸς ἐκεῖνα τὰ κτήματα, ἐφ’ ὧν ἡ ἑταιρία ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα, ἅτινα δηλ. δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ, τούτων οὕτως ἐχόντων, καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ μὴ περιεχομένης ἄλλης τινὸς διατάξεως, πλὴν τῆς τοῦ ἄρθρου 2, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρία πρὸς συνομολόγησιν τῶν πράξεων τούτων ἀπαλλάσσεται τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου, δὲν βλέπω ποία εἶναι ἡ σημασία τοῦ προτεινομένου εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου. Μοὶ φαίνεται ὅτι, ἂν ἐξαιρέσῃ τις τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον, ἂν ἦναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν ἡ ἀπαλλαγὴ, δύναται ἐντεῦθεν νὰ ἀφαιρεθῇ καὶ παρεντεθῇ ἐν τῷ ἄλλῳ ἐκκρεμεῖ νομοσχεδίῳ περὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, οὐδὲν ἄλλο ὑπολείπεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι ἄξιον νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν· προτείνεται ἐν ἄλλοις λόγοις νομοσχέδιον ἄσκοπον. Ὁποία τις εἶναι ἡ ἑταιρία, εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐπιτρέψωμεν σήμερον νὰ δανεισθῇ ἐπὶ ὑποθήκῃ; Εἶναι ἀνώνυμος ἑταιρία ἀτμοπλοϊκή. Ποία ἡ σχέσις αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν; ποία ἄλλη ἢ ἡ σχέσις ἡ συνδέουσα τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, σχέσις νομικοῦ προσώπου, διατελοῦντος ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἔχει ἀνάγκην τὸ νομικὸν τοῦτο πρόσωπον νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα δανεισθῇ χρήματα ὑπὸ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν ὅρον; Τοῦτο εἶναι τὸ ἐξεταστέον. Ἔχουσιν ἀνάγκην αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι νὰ ζητῶσιν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα δανεισθῶσι χρήματα; Παντελῶς. Τὰ καταστατικὰ αὐτῶν, τὰ ἐγκεκριμένα ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν καιρῷ, ἐπιτρέπουσιν εἰς τοὺς διαχειριστὰς τῶν ἑταιριῶν τούτων, κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς ὡρισμένους ἐν αὐτοῖς, νὰ προβαίνωσιν εἰς δάνεια· ἂν δ’ ἀνοίξῃ τις τὸ καταστατικὸν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας καὶ ἐξετάσῃ, μήπως ὑπάρχῃ διαφορά τις ὡς πρὸς τοῦτο, καίτοι τὸ πρᾶγμα εἶναι περιττὸν, ἀφοῦ ὁ νόμος οὐδένα ἐπιβάλλει τοιοῦτον περιορισμὸν εἰς τὰς ἑταιρίας ταύτας, ἂν ἀνοίξῃ τὸ καταστατικὸν, θέλει εὕρει τὴν διάταξιν, ἥτις ἐπιτρέπει τὸ δάνειον. Θέλει εὕρει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν νὰ δανεισθῇ, ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη, καὶ νὰ δανεισθῇ μάλιστα, ἵνα αὐξήσῃ τὸ κεφάλαιον αὑτῆς· διότι περὶ τοιούτου δανείου πρόκειται ἐνταῦθα, πρόκειται νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς αὐτὴν, καὶ ἐντὸς μάλιστα ἑνὸς ἔτους, νὰ δανεισθῇ μέχρι τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν δι’ ἀνωνύμων ὁμολογιῶν, αἵτινες θέλουσιν αὐξήσει τὸ κεφάλαιον τῆς ἑταιρίας. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ καταστατικοῦ ἔχει ὡς ἕπεται (ἀναγινώσκει): «Τὰ κεφάλαια τῆς ἑταιρίας προσδιορίζονται εἰς τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἤτοι εἰς μετοχὰς ἓξ χιλιάδας, (ταῦτα μετέπειτα ἐγένοντο πέντε μετὰ δέκα χιλιάδων μετοχῶν) ἀνὰ δραχμὰς πεντακοσίας ἑκάστη. Δύνανται δὲ, ἐγκρίσει τῆς γενικῆς συνελεύσεως, νὰ αὐξηθῶσι καὶ εἰς ἀνώτερον ποσὸν δι’ ἐκδόσεως νέων μετοχῶν, οὐδέποτε δὲ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς προσδιορισθείσης ἀξίας αὐτῶν. Καὶ ἂν ἡ ἑταιρία δὲν εὕρῃ τοιαύτας νὰ διαθέσῃ, δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς δάνειον πρὸς αὔξησιν τῶν κεφαλαίων αὐτῆς». Δὲν πιστεύω νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τοῦτο, ὅτι ἀληθῶς μὲν ἔχομεν ἑταιρίαν δυναμένην νὰ δανεισθῇ, ἀλλὰ τῆς ὁποίας ἡ ἄδεια ἡ περὶ τὸ δανείζεσθαι περιωρίσθη ὕστερον, καὶ περιωρίσθη μάλιστα διὰ νόμου· διότι ἀληθῶς ὑπάρχει νόμος, ὅστις ἐπάγεταί τινα περιορισμὸν εἰς τὰ περὶ δανείων συνομολογητέων ὑπὸ τῆς ἑταιρίας. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐγένετο, ὅπως περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἑταιρίας τοῦ δανείζεσθαι, ἀλλ’ ὅπως διευκολύνῃ ἄλλο τι ἵδρυμα, ὅπερ ὑπεβάλλετο διὰ νόμου εἰς περιορισμοὺς, πρὸς τὸ δανεῖσαι τῇ ἑταιρίᾳ. Τῷ ὄντι ἐν ἔτει 1859, κατὰ Μάϊον, ἐξεδόθη νόμος, ὅστις ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν νὰ δανείσῃ εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν μέχρις ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ ἄνευ ὑποθήκης, ἐγγυήσεων καὶ τῶν ἄλλων ἐκείνων ὅρων, οὓς ὁ νόμος ὁ περὶ Τραπέζης ἐπιβάλλει εἰς τὴν Τράπεζαν προκειμένου περὶ τοιούτων δανείων. Ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ δανείζεσθαι παρὰ τῇ ἑταιρίᾳ, ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ δανείσῃ εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν ἓν ἑκατομμύριον κατὰ περιορισμὸν τῶν ὅρων τοῦ νόμου περὶ Τραπέζης, ὅστις ἀπαιτεῖ ὑποθήκας ἢ ἄλλας ἀσφαλείας. Καὶ τὸ πρᾶγμα ἀποδεικνύεται, ὅτι οὕτως ἔχει ἔκ τε τοῦ κειμένου τοῦ νόμου τούτου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη μετ’ αὐτὸν, ὁρίζοντος, ὅτι ἡ ἑταιρία δύναται νὰ δανεισθῇ περαιτέρω τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, μετὰ τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἀφοῦ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Τραπέζης, διότι αὕτη ἤθελεν εἶσθαι ἡ ζημιουμένη ἐκ τοῦ περαιτέρω δανεισμοῦ. Προκύπτει δηλ. ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1859 καὶ τοῦ διατάγματος τοῦ ἐκδοθέντος ἐπ’ αὐτῷ, ὅτι ἄν τις ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ Ἑταιρία ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ δύναται νὰ δανεισθῇ, οὗτος εἶναι οὐχὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ μόνον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις ἔχει ἐκ τοῦ νόμου καὶ τοῦ διατάγματος τὸ δικαίωμα νὰ μὴ συναινέσῃ εἰς συνομολόγησιν περαιτέρω δανείου ὑπὸ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ἐὰν τοῦτο βλάπτῃ τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης. Ἐκ τούτων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, προτείνουσα εἰς ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ἐπιτρέποντα εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν νὰ δανεισθῇ μέχρι τριῶν ἑκατομμυρίων, προτείνει νὰ ψηφίσωμεν πρᾶγμα, ὅπερ οὐδεὶς νόμος ἐμποδίζει τὴν ἑταιρίαν νὰ πραγματοποιήσῃ ἄνευ ψηφίσεως νομοθετικῆς ἀδείας· ἐπειδὴ δὲ οὐδέποτε παρεδέχθη τις, ὅτι αἱ Βουλαὶ ἢ οἱονδήποτε σῶμα ἐν τῷ Κράτει ὀφείλει νὰ ψηφίζῃ ἀδείας, ἢ νὰ πράττῃ πράξεις ἀσκόπους, φρονῶ, ὅτι ἐνδεικνύεται ἐκ τούτου ἱκανῶς, ὅτι τὸ ἄσκοπον τοῦτο νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι μόνον ἄσκοπον εἶναι τὸ νομοσχέδιον· νομίζω ὅτι, ὡς ἔχει ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1859, ἥτις παρέχει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν συναίνεσιν αὐτῆς εἰς πραγματοποίησιν δανείου ὑπὸ τῆς ἑταιρίας, παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τε τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιτρέψωσι διὰ νόμου νὰ δανεισθῇ ἄλλα χρήματα ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία, πρὶν ἢ συναινέσῃ εἰς τοῦτο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ ὅτι, ἂν τοιοῦτός τις νόμος ψηφισθῇ, ἔχει ἡ Τράπεζα τὸ δικαίωμα νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, ἤ, ἂν προέλθῃ καὶ οὕτως ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ἡ ἑταιρία εἰς τὴν πραγματοποίησιν, νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Κράτους ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ζημίαν, τὴν ἐντεῦθεν προελευσομένην. Ἀφοῦ ὁ νόμος, ὁ τοῦ 1859, λέγει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἑταιρίαν πέραν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου νὰ δανεισθῇ ἄλλα χρήματα ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Τραπέζης, πῶς θέλομεν ἡμεῖς ἐπιτρέψει εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ δανεισθῇ τρία ἑκατομμύρια, μὴ ἐρωτῶντες παντάπασιν ἐπὶ τούτου τὴν γνώμην τῆς Τραπέζης; Ἐκ τούτων σαφῶς προκύπτει, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον, οὐ μόνον θέλομεν ψηφίσει νόμον ἄσκοπον, ἀλλὰ καὶ θέλομεν τρέξει τὸν κίνδυνον νὰ προκαλέσωμεν ἀξιώσεις τῆς Τραπέζης, διότι ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως αὐτῆς ἐδώκαμεν ἄδειαν εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν νὰ δανεισθῇ τρία ἑκατομμύρια.
§90ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἄν ἡ Τράπεζα πληρωθῇ διὰ τοῦ νέου δανείου, τί παράπονον θὰ ἔχῃ;
§91ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τώρα ὑποβάλλεται τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφαίνετο, ὅτι περιέχεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ὑποθέτω δὲ ὅτι, ἀφοῦ ὑποβάλλει αὐτὸ Βουλευτὴς ἐκ τῶν συμπολιτευομένων, γινώσκει οὗτός τι, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν. Ἂν ὑπάρχῃ βεβαίως συνεννόησις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, προεξοφλοῦσα τὴν συναίνεσιν τῆς Τραπέζης, οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω.
§92ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Σᾶς ὀμνύω, ὅτι δὲν ἠξεύρω τίποτε· εἶπον ἁπλῶς, ἂν δύναται νὰ δανεισθῇ τρία ἑκατομμύρια, δύναται νὰ ἐξοφλήσῃ τὴν Τράπεζαν.
§93ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τρία ἑκατομμύρια, διὰ νὰ ἐξοφλήσῃ, διότι, ὡς ἠκούσαμεν χθὲς ἐνταῦθα, ἡ ἑταιρία ἔχει χρέος ἓξ ἑκατομμυρίων, χρέος ἀνώτερον τοῦ ἐκ 5 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν κεφαλαίου αὐτῆς, δὲν ἠξεύρομεν δὲ, ὅταν λάβῃ τὰ τρία ἑκατομμύρια, τίνας δανειστὰς θὰ προτιμήσῃ νὰ πληρώσῃ, τούτους ἢ ἐκείνους, ἀφοῦ τὰ τρία ἑκατομμύρια δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς πληρωμὴν ἁπάντων τῶν δανειστῶν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπήρκουν, τοῦτο δὲν ἀρκεῖ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διάταξιν ταύτην, ἂν δὲν γινώσκητε, ὅτι ὑπάρχει συναίνεσις καὶ ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης. Ἐνόσῳ ἄρα τοῦτο δὲν ἀποδεικνύεται, νομίζω ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι νομοσχεδίου ἐν γένει μὲν ἀσκόπου, πάντως δὲ καὶ ἐπιζημίου, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Τράπεζα θελήσῃ νὰ ἐγείρῃ κατ’ αὐτοῦ φωνὴν καὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1859, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ δανεισθῇ, ἐνόσῳ δὲν ἐξοφλεῖται τὸ πρὸς αὐτὴν χρέος.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν προσήκει νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ μέρος τοῦ λόγου τοῦ προαγορεύσαντος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐσκόπει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄσκοπον, ἢ καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, ἵνα ἡ ἑταιρία συνομολογήσῃ δάνειον. Περὶ τούτου ἀπήντησα χθές. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἄσκοπον τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, τὸν ἠνάγκασε νὰ ἀνεύρῃ πονηροὺς σκοποὺς, οἵτινες ὑποκρύπτονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πρέπει νὰ καθησυχάσω αὐτὸν, βεβαιῶν, ὅτι δὲν γνωρίζω οὐδένα πονηρὸν σκοπὸν ὑποκρυπτόμενον. Εἶπεν ὅτι ἐνδέχεται νὰ ὑποκρύπτηται ὁ πονηρὸς σκοπὸς τοῦ ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος....
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§96ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. ... τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν γηπέδων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον παρεχώρησεν εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, διότι νομίζει ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰς ὑποθήκην τὰ γήπεδα, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀπόλυτος κυρία αὐτῶν. Καὶ μοὶ ἀπηύθυνε περὶ τούτου ἐρώτησιν· μολονότι δ’ ἀπήντησα χθὲς εἰς τὴν ἐρώτησιν, δὲν νομίζω ἄσκοπον νὰ ἐπαναλάβω τοῦτο καὶ σήμερον, ἐκδηλῶν συνάμα τὴν γενικὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῶν τοιούτων παραχωρήσεων. Τὸ Κράτος πολλάκις ἐπῆλθεν ἐπίκουρον εἰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, εἴτε βιομηχανικὰς εἴτε ἄλλου εἴδους, ποιησάμενον παραχωρήσεις γαιῶν ἢ γηπέδων, κειμένων ἐκτὸς τῶν σχεδίων τῶν πόλεων, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὰς ἐργασίας τῶν ἀνωνύμων αὐτῶν ἑταιριῶν. Αἱ παραχωρήσεις αὗται, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἐπάγουσι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος, ἑπομένως σημαίνουσι παραχώρησιν διαρκοῦσαν ἐφ’ ὅσον αἱ γαῖαι αὗται εἶναι χρήσιμοι εἰς τὴν ἑταιρίαν διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβεν. Ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ ἑταιρίαι ἤθελον ἀποθάνει, τὰ γήπεδα ταῦτα δὲν εἶναι περιουσία τῆς ἑταιρίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχουσι δικαίωμα οἱ δανεισταὶ νὰ ἐπιβάλωσι κατάσχεσιν, καὶ ἐκποιήσωσι ταῦτα, ἵνα τὸ ἀντίτιμον κατατεθῇ εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς περιουσίας αὐτῆς, ἀλλ’ ἐπανέρχεται εἰς τὸ Κράτος, διότι ἐξέλιπεν ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν τὰ γήπεδα ταῦτα εἶχον παραχωρηθῆ. Καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἔχω οὐχὶ διὰ τὴν Ἑταιρίαν τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν, ἀλλὰ καὶ διὰ πάσας τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, εἰς τὰς ὁποίας ἐγένοντο τοιαῦται παραχωρήσεις. Ποιοῦμαι τὴν δήλωσιν ταύτην παῤῥησίᾳ, ἵνα μήποτε κακὴ ἑρμηνεία ἤθελεν ἐπεκτείνει τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου περικλείει, διότι τὸ γράμμα λέγει, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ δώσῃ εἰς ὑποθήκην ἡ ἑταιρία τὰς κτήσεις αὐτῆς, ἀλλὰ τὰ γήπεδα ταῦτα δὲν εἶναι κτήσεις τῆς ἑταιρίας. Ἀλλ’ ἀπεκαλύφθη δεύτερος πονηρὸς σκοπός· εὑρέθη, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει συνομολογήσει δάνειον πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, τὸ ὁποῖον ἀπείργει τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, ἵνα προβῇ εἰς συνομολόγησιν νέου δανείου. Νομίζω ὅτι, ἂν ἡ Τράπεζα ἔχῃ συνομολογήσει δάνειον, βεβαίως θὰ ἐξησφαλίσθη δεόντως, θὰ ἐνέγραψεν ὑποθήκην ἐπὶ τῶν ἀκινήτων κτήσεων τῆς ἑταιρίας, ἢ θέλει λάβει τοιαῦτα μέτρα, ἅτινα δὲν θέλουσιν ἀφήσει ἔκθετα τὰ συμφέροντα αὐτῆς ἤδη, ὅτε μανθάνει, ὅτι συζητεῖται ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδιον, δι’ οὗ δίδοται ἄδεια εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν κανονίζει τὰς σχέσεις τῆς ἑταιρίας πρὸς τὴν Τράπεζαν. Αἱ σχέσεις τῆς Τραπέζης πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἐκανονίσθησαν διὰ τῶν μεταξὺ των συμβάσεων, καὶ ἂν αἱ συμβάσεις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας πρὸς τὴν Τράπεζαν ἀφαιρῶσιν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν νὰ δανείζηται, βεβαίως δὲν δύναται νὰ δώσῃ αὐτῇ τὴν ἐλευθερίαν ταύτην τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι, ἂν ἔδιδε τοιαύτην εἰς αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον, ἤθελεν εἶσθαι δημευτικόν. Τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Πειραιῶς ἐζήτησε πρὸ μικροῦ τὴν ἄδειαν συνομολογήσεως δανείου ἐκ 2,500,000 δραχ. Ἂν τὸ λιμενικὸν ταμεῖον ἔχῃ προγενέστερον δανειστὴν, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἐπὶ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, μειοῦνται διὰ τοῦ δευτέρου δανείου, μήπως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλει ψηφισθῆ μεθαύριον, θέλει ἐπηρεάσει τὰς σχέσεις ταύτας; Παντάπασιν. Ἀλλὰ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει λόγον νὰ ἐμποδίζῃ οὐδένα νὰ δανείζηται, ἀποφαίνεται, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἐλευθερία τοῦ δανείζεσθαι. Τοιοῦτος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου.
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠξεύρω εἰς τί ἐχρησίμευεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρεμβάλῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην τὰ τῶν ἀκινήτων τῆς ἑταιρίας, περὶ ὧν οὐδένα λόγον ἐποιησάμην, καὶ νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι τὰ λεχθέντα χθὲς πρόθεσιν εἶχον ν’ ἀποκαλύψωσι πονηρὸν σκοπὸν, ὅστις ἐνομίσθη, ὅτι ἐμπεριείχετο εἰς τὰς σκέψεις τοῦ ὑποβαλόντος τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ χθὲς ἐζήτησα ἁπλῶς νὰ διασαφηθῇ τοῦτο· ὅταν τὸ νομοσχέδιον ὁμιλῇ περὶ ὑποθήκης ἀκινήτων κτημάτων, ἐννοεῖ ὅτι παρέχεται ἄδεια νὰ δοθῶσιν εἰς ὑποθήκην τὰ κτήματα τῆς ἑταιρίας, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ὑπὸ τούτου παραχωρηθέντα εἰς αὐτὴν, ἢ τὰ ἄλλα κτήματα τῆς ἑταιρίας; Ἀλλ’ ἀφοῦ ἤκουσα τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀντιπαρέβαλον τὰ λεχθέντα πρὸς τὰ γνωστὰ ὅτι συνέβησαν κατὰ τὴν πρὸς τὴν ἑταιρίαν παραχώρησιν τῶν ἀκινήτων, δὲν ἐνόμισα ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ θέματος τούτου. Καὶ δὲν ἔχουσι τὰ πράγματα ὡς ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι παρεχωρήθη πρὸς τὴν ἑταιρίαν τὸ ἔδαφος τὸ ἐθνικὸν, ἐφ’ οὗ πρόκειτο νὰ οἰκοδομηθῇ τὸ μέγα ἐργοστάσιον τῆς ἑταιρίας, κατὰ τρόπον καταλείποντα εἰς τὸ Δημόσιον δικαίωμα ἐπανόδου τοῦ κτήματος τούτου εἰς αὐτὸ, ὅταν ποτὲ ἡ ἑταιρία παύσῃ ὑφισταμένη. Εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν ἐγένοντο δύο εἰδῶν παραχωρήσεις ἀκινήτων, παραχώρησις ἐντελῶς χαριστικὴ καὶ παραχώρησις ἀκινήτων ἐπὶ πληρωμῇ τοῦ ἀντιτίμου. Καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ παραχώρησις τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ προέκειτο ν’ ἀνεγερθῇ τὸ ἐργοστάσιον, ἥτις δὲν ἐγένετο ἀκεραία εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἀλλὰ μόνον κατὰ τὸ ἥμισυ ἐν συνιδιοκτησίᾳ μετὰ τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως, εἰς ὃν παρεχωρήθη τὸ ἕτερον ἥμισυ. Δὲν παρεχωρήθη δὲ τὸ οἰκόπεδον εἰς τὴν ἑταιρίαν καὶ τὸν δῆμον δωρεάν, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς καταβολῆς τοῦ τιμήματος, ὅπερ πραγματογνώμονες ἐπὶ τούτῳ ἐκλεγόμενοι ἤθελον ὁρίσει. Παρεχωρήθησαν δὲ εἰς τὴν ἑταιρίαν καὶ γήπεδα ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Σύρῳ δωρεάν· ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν πρόκειται. Περὶ τούτων εἶναι ἴσως δυνατὸν, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἄν ποτε ἔλθῃ ἡ ὥρα, νὰ σκεφθῇ νὰ περισώσῃ τὰ κτήματα ταῦτα τοῦ Δημοσίου, ἐπαναφέρων αὐτὰ εἰς τὸν δημόσιον θησαυρόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπὶ τούτου ἦλθεν ὁ λόγος περὶ τοῦ ἐργοστασίου, δύναμαι ἐν παρόδῳ νὰ ἐρωτήσω ἐνταῦθα, μήπως τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1859 παρεχώρησεν εἰς τὴν ἑταιρίαν καὶ τὸν δῆμον Ἑρμουπόλεως ἐξ ἡμισείας, μήπως τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο μένῃ ἔτι ἀπλήρωτον; -διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ὥριζεν, ὅτι ἐκδίδεται τὸ παραχωρητήριον καὶ παραδίδεται τὸ ἔδαφος εἰς τὸν δῆμον καὶ τὴν ἑταιρίαν πρῶτον, καὶ ἔπειτα γίνεται ἡ ἐκτίμησις καὶ ἡ πληρωμὴ τοῦ ἀντιτίμου εἰς τὸ Κράτος· ἐπειδὴ δὲ μοὶ παρεσχέθη ἡ ἀφορμὴ καὶ παρατηρήσας οὐδὲν εὗρον ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς τῆς ἑταιρίας ἴχνος τοιαύτης καταβολῆς, παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἔν τινι τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, ἂν ἡ ὑποχρέωσις ἐκείνη τῆς ἑταιρίας καὶ τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως ἐξεπληρώθη ποτέ.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πόσον καιρὸν ἐμείνατε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Εἰς τὰς ἡμέρας μου δὲν ἐπληρώθη.
§99ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸς τί ἡ ἐρώτησις μετὰ τόσης ταραχῆς;
§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ταραχῆς! Ἐγὼ μειδιῶ.
§101ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἀντιμειδιῶ. Ἤμην ἐπὶ δύο ἔτη Ὑπουργὸς, καὶ ὁμολογῶ ὅτι μέχρι τῆς χθὲς, ὅτε μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ ἐκ τοῦ ὑμετέρου νομοσχεδίου, ἠγνόουν τὸ πρᾶγμα.
§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς συγχαίρω.
§103ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅπως τὸ ἠγνοεῖτε καὶ ὑμεῖς, ὅστις ἀγνοεῖτε καὶ τοῦτο, ὅτι πάντα ταῦτα ἀρύομαι ἐκ τῆς Συλλογῆς τῶν νόμων, ἣν ὑμεῖς ἐξεδώκατε.
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε ποικίλας γνώσεις, καὶ σᾶς θαυμάζω.
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἀναπληρώσητε τὰς ἐλλείψεις τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ προκατόχου σας, καὶ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν, ἂν ἐπληρώθησαν τὰ χρήματα ταῦτα εἰς τὸ Δημόσιον. Τὴν πληροφορίαν, ἀκριβέστερον εἰπεῖν, θέλει δώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἁρμόδιος.
§106ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἐρώτησίς σας εἶναι ξένη πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα, δὲν εἶναι ἐρώτησις, ἀλλ’ ἐπερώτησις.
§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅπως θέλετε. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ κύριον θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω, ὅτι καὶ ὀφείλω νὰ ἐπιμείνω. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἡ ἄδεια, ἡ παρεχομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου, δίδεται, ὑπονοουμένου ὅτι θέλει γενῆ χρῆσις αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ ἑταιρία δὲν περιορίζεται, καὶ ὅτι, ὅπως δίδομεν ἄδειαν εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Πειραιῶς, οὕτω καὶ ἐνταῦθα λαμβάνει τὴν ἄδειαν ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία νὰ δανεισθῇ, ἐφ’ ὅσον δὲν παρεμποδίζεται ὑπὸ ὑποχρεώσεως. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ κωλύματος τῆς ἑταιρίας· παρεμποδίζεται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ, νὰ ἐπιτρέψῃ τοιοῦτον δάνειον, διότι ἔχει ἐνώπιον αὑτῆς πρᾶξιν νομοθετικὴν προγενεστέραν, ἀποτελοῦσαν ὑποχρέωσιν, ἀναληφθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ δάνειον εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, ἐνόσῳ δὲν ἔχει τὴν συγκατάθεσιν αὐτῆς. Καὶ ἐνόσῳ δὲν φέρετε τὴν συγκατάθεσιν τοῦ καταστήματος, ὅπερ ἔδωκε τὸ δάνειον ἐκεῖνο, τὸ ἀσφαλισθὲν νομοθετικῶς διὰ τοιούτου ὅρου, δὲν δύνασθε νὰ ζητήσητε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἄδεια εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν. Ἰδοὺ αὐταὶ αἱ λέξεις τοῦ νόμου τῆς 29 Μαΐου 1859 (ἀναγινώσκει): «Ἐγκρίσει τῆς Κυβερνήσεως, δύναται ἡ Τράπεζα νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας πίστωσιν δι’ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ μέχρις ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν καὶ ἄνευ τῶν παρὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1843 νόμου ὡρισμένων ἐξασφαλιστικῶν μέσων ὑποθήκης ἢ ἐνεχύρου ἢ ἐγγυήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ νὰ μὴ δύναται τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τῆς εἰρημένης ἑταιρίας, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει εἰς αὐτὴν δάνειον τῆς Τραπέζης, νὰ δανεισθῇ πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Τραπέζης, καὶ νὰ ἔχῃ διαρκῶς ἠσφαλισμένα τὰ ἀτμόπλοιά της τοὐλάχιστον διὰ τὸ χορηγηθησόμενον ποσόν.» Ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ἀπετάθη πρὸς τὴν Τράπεζαν, καὶ στηριζομένη εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῆς πίστιν, ἐζήτησε νὰ δανεισθῇ ἓν ἑκατομμύριον. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα εἶπε: «Δὲν δύναμαι νὰ σοὶ δανείσω, διὰ δύο λόγους· πρῶτον, διότι ἡ πίστις σου δέν μοι ἐξαρκεῖ, καὶ ἔπειτα διότι καὶ ὁ νόμος, ὁ κανονίζων τὰ κατ’ ἐμὲ, δέν μοι ἐπιτρέπει, ἄνευ ἀσφαλειῶν· ὁ νόμος μοὶ ἐπιβάλλει, διὰ νὰ σοὶ παράσχω πίστωσιν ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, νὰ ζητήσω παρὰ σοῦ ὑποθήκας, ἐγγυήσεις, ἢ ἄλλας ἀσφαλείας. Ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μὲ ἀπαλλάξῃ τοῦ περιορισμοῦ τούτου καὶ πρὸς τούτοις μοὶ παράσχῃ τὴν ἀσφάλειαν διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅτι, ἐνόσῳ εἶσαι ὀφειλέτις μου, δὲν θέλεις συνομολογήσει ἄνευ τῆς συγκαταθέσεώς μου ἄλλο δάνειον, τότε σοὶ δανείζω.» Καὶ παρατηρήσατε ὅτι λέγει «ἐνόσῳ εἶσαι ὀφειλέτις πρὸς τὴν Τράπεζαν», διότι οὕτω λέγει γενικῶς καὶ ὁ νόμος, «ἐνόσῳ ὑπάρχει εἰς αὐτὴν δάνειον.» Ἐνόσῳ λοιπὸν ὑπάρχει πρὸς τὴν Τράπεζαν δάνειον οἱονδήποτε, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, καθ’ ὃν δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὸ Κράτος, τὸ διὰ νόμου παρεμβαλὸν τὴν πίστιν αὐτοῦ, τοιαύτην ἄδειαν εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, πῶς ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ θέσωμεν ἐναντίον νόμον; Ποία ἐγγύησις δίδοται εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία, λαμβάνουσα τὸν νέον τοῦτον νόμον, δὲν θέλει παραβῆ τὰ ὑπὸ τοῦ παλαιοῦ κεκανονισμένα; καὶ ἐπὶ τέλους, τίνα λόγον ἔχομεν νὰ δεχθῶμεν τοιαύτας προτάσεις; Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον ἐνόμισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπιμένω λέγων, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἄνευ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου τοῦ 1859 εἶναι περιττὸν, ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης καταντᾷ καὶ ἐπικίνδυνον, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτό.
§108ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἂν τὸ νομοσχέδιον καταργῇ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1859, ἢ ἂν λέγῃ «καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Τραπέζης», ἔχετε δίκαιον· ἐὰν ὅμως δὲν λέγῃ τοῦτο, δὲν ἔχετε δίκαιον.
§109ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅσα λέγετε εἶναι ἐναντία τοῦ κανόνος, ὅτι ὁ νέος εἰδικὸς νόμος εἶναι ἐπικρατέστερος καὶ καταργεῖ τὸν παλαιότερον νόμον. Ἂν παραδεχθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρεμβληθῇ ἡ διάταξις, ὅτι τὸ ἐπιτρεπόμενον δάνειον θέλει συναφθῆ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1859, τότε μόνον ἡ ἀντίῤῥησίς μου καταπίπτει.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι....
§111ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλομεν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§112ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶσθε δεκαπέντε.
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μᾶς ἀρνεῖσθε τὸν ἀριθμόν;
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· διότι καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα πάντες παρόντες καὶ ὑμεῖς δὲν εἶσθε πάντες παρόντες.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Γίνεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εἶτα ἡ διαλογή).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 82 Βουλευτῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὁ κ. Συνοδινὸς ἔχει τροπολογίαν...
§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι παρών.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ τροπολογία του, μὴ ὑποστηριζομένη, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῶν ᾼΧΜΒʹ καὶ ΑΩϞΖʹ νόμων ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς πρὸς κατασκευὴν διπλῆς γραμμῆς. 2) Περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 440,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1890. 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 243,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1890. 4) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως 1890).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξαγορᾶς τοῦ ἀτμοπλοίου «ἡ Μυκάλη» καὶ περὶ προκαταβολῶν γενησομένων τῇ Ἑλληνικῇ Ἀτμοπλοΐᾳ. Ὁ κ. Κοσσονάκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§120ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἀπορῶ, πῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐχωρίσθη ἀπὸ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου, τοῦ συναφοῦς αὐτῷ καὶ προηγουμένως ψηφισθέντος. Ὑπέθετον ὅτι ἤθελε τεθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁμοῦ, ὅπως καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις, καὶ ἤθελον ζητήσει τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσει ἐν γένει κατ’ ἀμφοτέρων· ἀλλ’ ἀφοῦ οὕτως ἐχωρίσθησαν, βεβαίως ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ διαλάβω, εἶναι ἐνταῦθα, καὶ ἐδῶ ἐνόμισα κατάλληλον νὰ φέρω τὸν λόγον. Οὔτε ἐκ τῶν Κυκλάδων κατάγομαι, οὔτε νησιώτης εἰμὶ ἐγώ· ἡ ἐπαρχία ὅμως, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχομαι, εἶναι παραλία, εἶναι νῆσος σχεδὸν, πανταχόθεν ὑπὸ θαλασσῶν περιβρεχομένη καὶ τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τὰ ἔξω κατὰ θάλασσαν ἔχουσα καὶ τηροῦσα, καὶ διὰ θαλάσσης τῶν βιωτικῶν αὐτῆς ἀναγκῶν ὅλων τὴν θεραπείαν ἐπιδιώκουσα· τούτου ἕνεκα ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ μετάσχω κατὰ τὸ δυνατὸν τῆς συζητήσεως ταύτης. Ὁ τόπος ἐκεῖνος, καὶ ἰδίᾳ ὁ λιμὴν τοῦ Γυθείου ἀρχικῶς ἐγένετο εἷς τῶν ἰσχυροτέρων πελατῶν τῆς ἑταιρίας ταύτης καὶ εἷς τῶν μεγαλειτέρων αὐτῆς παραγόντων καθ’ ὅλον τὸ στάδιον τῶν ἐπικερδεστάτων αὐτῆς ἐργασιῶν. Ἐνθυμοῦμαι παιδιόθεν, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσέπλεεν εἰς τὸν λιμένα ἐκεῖνον τῆς ἑταιρίας ἀτμόπλοιον, ἡ «Βασίλισσα Ἀμαλία», ὁλόκληρος σχεδὸν ὁ πληθυσμὸς τῆς πόλεως δι’ ἀκατίων καὶ λέμβων συνέῤῥεε, διὰ νὰ ἴδῃ καὶ ἐπισκεφθῇ τὸ ἑλληνικὸν σκάφος, τὸ ὁποῖον ἔμελλε ν’ ἀντικαταστήσῃ καὶ νὰ διαδεχθῇ τὸ αὐστριακὸν Λόϋδ, εἰς τὰ ἀτμόπλοια τοῦ ὁποίου οἱ ἡμέτεροι συμπολῖται οὐδεμιᾶς ἐτύγχανον προσοχῆς καὶ περιποιήσεως, παραπονούμενοι πικρῶς διὰ τὸ ἀπότομον καὶ σκαιὸν καὶ ἀπάνθρωπον ὕφος τῶν πληρωμάτων αὐτῶν, καὶ ἐξηγείρετο τὸ φρόνημα ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους καὶ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ταύτης ἀτμοπλοϊκῆς ἐπιχειρήσεως, ὑπὲρ τῆς ὁποίας προσήνεγκον τὰ κεφάλαια αὐτῶν οἱ πλούσιοι ὁμογενεῖς καὶ ἰθαγενεῖς, καὶ ἕκαστος Ἕλλην μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἐχαιρέτα τὴν ἐμφάνισιν τοῦ ἑλληνικοῦ ἀτμοκινήτου, καὶ ἔσπευδον πάντες, καὶ ἐξ ἀνάγκης καὶ ἄνευ ταύτης, ἵνα καταθέσωσι τὸ χρῆμα αὐτῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἑταιρίας, τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἐθεωρεῖτο ταμεῖον τοῦ Γένους, προωρισμένον, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ ὅταν ἡ ἑταιρία αὕτη κατέστρωνε καὶ συνεπλήρου τὸ δίκτυον τῶν γραμμῶν αὐτῆς ἐπὶ τῶν κενῶν ἑλληνικῶν θαλασσῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν ἀκτῶν, αἵτινες συνεκοινώνουν τότε ἔτι πρὸς ἀλλήλας, ὡς εἶναι γνωστόν, δι’ ἀκατίων, μπρατσερῶν καὶ πασσαρῶν, ἐνῷ οὔτε σπιθαμὴ σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας ἐκάλυπτε τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος, ὑπερεπληροῦντο δὲ τὰ ἀτμόπλοια αὐτῆς ἐπιβατῶν καὶ πραγματειῶν κατὰ πάσας τὰς διευθύνσεις, βασίμως ἕκαστος ἤλπιζεν ἐπὶ τὸ μέγα καὶ ἀφνειὸν μέλλον τῆς ἑταιρίας ταύτης, καὶ εὐλόγως ἠλπίζετο, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη ἤθελε ταχέως καταστῆ κυρία τῆς Μεσογείου, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἤθελεν εὐθὺς μετὰ ταῦτα, καλλίτερον ὀργανουμένη καὶ ἀναπτυσσομένη ἐπὶ τῇ βάσει τοσούτῳ λαμπρῶν εἰσοδημάτων καὶ κερδῶν, ἤθελεν εὐθὺς μετὰ ταῦτα ὑπερηφάνως διαβῆ τὰ στενὰ, τὰ ὁποῖα χωρίζουσι τὴν Μεσόγειον ἀπὸ τῶν ἄλλων θαλασσῶν, καὶ διὰ μὲν τοῦ Ἑλλησπόντου καὶ τοῦ Βοσπόρου θὰ ἐξήρχετο εἰς τὸν Εὔξεινον, ἔνθα ἤθελε συναντήσει πολλὰς καὶ ἐξαιρέτους ἑλληνικὰς κοινότητας καὶ παροικίας, ἑτοίμους νὰ ὑποδεχθῶσιν αὐτὴν μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, διὰ δὲ τῆς διώρυγος τοῦ Σουὲζ πλεύσει τὴν Ἐρυθρὰν καὶ κάμψει τὸ ἀκρωτήριον ᾌδεν πρὸς τὰς ἀνατολικὰς Ἰνδίας, καὶ διὰ τῶν στενῶν τοῦ Γιβραλτὰρ ἐκπλεύσει εἰς τὰς ἀνοικτὰς θαλάσσας, τὰς βορείους καὶ τὰς νοτίους, καὶ ἤθελε τῷ ὄντι φέρει εἰς ἀπομεμακρυσμένας ἀκτὰς καὶ χώρας ὑπερωκεανείους τὴν κυανόλευκον σημαίαν, καὶ ἤθελεν ἱδρύσει ἐκεῖ τοὺς σταθμοὺς αὐτῆς, καὶ ἤθελεν ἐξυπηρετήσει σπουδαίως τὰ ἴδια αὐτῆς ὠφελήματα, καὶ ἤθελε συντελέσει οὕτως εἰς ἀναζωπύρωσιν τῶν ἁπανταχοῦ ἐμπορευομένων Ἑλλήνων. Μεθ’ ὅλας τὰς τόσον ἐπαγωγοὺς, ὅσον καὶ βασίμους σκέψεις, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα, οὐδεμίαν ὑπερβολὴν λέγει τις ἐντεῦθεν λέγων, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη καὶ τὸ στάδιον αὐτῆς καὶ τὸ μέλλον ἤθελον βαδίσει ἐκ παραλλήλου καὶ ἐφαμίλλως πρὸς τὸ στάδιον καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκ μικρῶν καὶ αὕτη κεφαλαίων κατήρξατο τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, καὶ περὶ αὐτῆς ἠμπορεῖ τις νὰ εἴπῃ ὀρθῶς, ὅτι διῆλθε διὰ τοσούτων κρίσεων καὶ δοκιμασιῶν, τοσούτων ἀνωμαλιῶν καὶ ἐπαναστάσεων, αἵτινες ἐτάραξαν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ τῶν ὁποίων ὁ κλονισμὸς διῆλθε τῷ ὄντι ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς αὐτῆς, ἐν τούτοις διὰ τῆς συνετῆς καὶ σώφρονος αὐτῆς διευθύνσεως καὶ τῆς θαυμασίας ἀναπτύξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν καὶ χρηστὴν διοίκησιν τοῦ μεγάλου αὐτῆς ἱδρυτοῦ καὶ διοικητοῦ καὶ ἐξόχου τῷ ὄντι πατριώτου, τοῦ ἀοιδίμου Γεωργίου Σταύρου καὶ ὅλων τῶν διαδόχων αὐτοῦ μέχρι τῆς σήμερον, περιέστη εἰς τὸ περίβλεπτον ἐκεῖνο σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον νῦν διατελεῖ, ἀποτελοῦσα τὴν βάσιν τῆς δημοσίας παρ’ ἡμῖν πίστεως. Τὴν αὐτὴν εὐλόγως ἕκαστος ἀνέμενε καὶ ἤλπιζεν εὐδοκίμησιν καὶ σταδιοδρομίαν παρὰ τῇ ἄλλῃ ταύτῃ ὁμοταγεῖ ἐθνικῇ ἐπιχειρήσει, ὁποία εἶναι ἡ ἵδρυσις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας τῆς Σύρου, ὑπὲρ τῆς ὁποίας τοσοῦτον προθύμως καὶ ἐνθουσιωδῶς ἐκινεῖτο καὶ συνεκινεῖτο ὁ Ἑλληνισμός. Ἀλλὰ ποῦ προσέκρουσε τὸ λαμπρότατον στάδιον αὐτῆς καὶ μέλλον, καὶ ποῖον τεῖχος Σινικὸν ὑψώθη ἔμπροσθεν αὐτῆς, καὶ ἀνεκόπη ἡ ἐπὶ τὰ πρόσω πορεία αὐτῆς, καὶ διελύθησαν τόσα χρυσᾶ ὄνειρα καὶ τόσαι χρησταὶ ἐλπίδες, αἵτινες ἀρχῆθεν ἐγεννήθησαν ὑπὲρ τῆς μεγάλης αὐτῆς εὐδοκιμήσεως καὶ ἐπιτυχίας, ἥν περ τοσοῦτον ὑπέσχετο καὶ ἐξησφάλιζεν ἡ ἀδιαφιλονείκητος ὑπεροχὴ τῶν Ἑλλήνων ναυτῶν καὶ τῶν Ἑλλήνων πλοιάρχων, τῶν ἀληθῶν τούτων ἀριστέων τῆς πάλης τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως; Μὴ τυχὸν ὑπὲρ αὐτῆς δὲν κατετέθησαν ἀποχρῶσαι ἐπιχορηγήσεις καὶ δὲν παρεχωρήθησαν ἱκαναὶ χρηματικαὶ συνδρομαὶ πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν ἔργων αὐτῆς; Ἡ πρώτη ἐπιχορήγησις, ἥτις ἀπενεμήθη αὐτῇ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της, ἀπηρτίζετο ἐκ δρ. 300,000 κατ’ ἔτος, ἐλάμβανε δὲ συνάμα ἡ ἑταιρία 5% ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου, τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων· τὴν ἐπιχορήγησιν ταύτην ἐλάμβανε διαρκῶς καὶ ἀδιακόπως ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῆς, ἤτοι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1857–1871....
§121ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Λάθος κάνεις· ἀπὸ τὰ 1861.
§122ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὄχι, 1857–1871· αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μου πληροφορία... Τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον διετέθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τὸ στρογγύλον τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐν ἔτει δὲ 1871 παρεχωρήθη εἰς τὴν ἑταιρίαν διὰ συμβάσεως σπουδαιοτέρα χρηματικὴ βοήθεια καὶ κυβερνητικὴ συνδρομή· ἡ ἐπιχορήγησις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἀνεβιβάσθη εἰς δραχμὰς 650,000, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο ἐξακολουθεῖ λαμβάνουσα ἡ ἑταιρία τακτικῶς παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπὸ τοῦ 1871 μέχρι σήμερον· τὸ ποσὸν τοῦτο τῆς χρηματικῆς βοηθείας τοῦ ἑλληνικοῦ δημοσίου πρὸς τὰ ταμεῖα τῆς τοσοῦτον ἐπικερδοῦς ἐκείνης ἐπιχειρήσεως τῆς ἑταιρίας ἀναβαίνει καὶ συμποσοῦται εἰς ἑκατομμύρια 13, ἀπὸ τοῦ 1871 μέχρι τοῦ 1891· εἴκοσιν ἔτη πολλαπλασιάσατε καὶ θὰ εὕρητε τὸ ποσὸν τῶν 13,000,000, τὰ ὁποῖα, προστιθέμενα εἰς τὰ 4,000,000, τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει ἐκ τῆς προηγουμένης ἐπιχορηγήσεως, ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν τῶν 17,000,000. Καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι τὸ μόνον ποσὸν καὶ τὸ μόνον χορήγημα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία τῆς Σύρου ἔλαβε παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου; Ἔλαβε προσέτι ἡ ἑταιρία αὕτη ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου κατὰ διαφόρους ἐποχὰς καὶ περιστάσεις, διὰ διαφόρων ἐνταλμάτων, 14 ἄλλα ἑκατομμύρια· τὰ χορηγήματα ταῦτα ἔλαβε τὸ ταμεῖον τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἰς διαφόρους, καθὼς εἶπον, ἐποχὰς καὶ ἰδίως ἐν ἔτει 1866 καὶ 1867, ἐπὶ τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως. Δὲν ἐστερεῖτο λοιπὸν ἡ ἐπιχείρησις ἐκείνη ἡ ἀτμοπλοϊκὴ μέσων κυβερνητικῶν, δὲν ἐστερεῖτο φρονήματος ἐθνικοῦ, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἐῤῥωμένως ὑπεστήριξεν αὐτὴν, δὲν ἐστερεῖτο οὐδενὸς προνομίου καὶ οὐδενὸς μέσου, ὅπως ἀναπτυχθῇ καὶ καταστῇ ἀξία τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς καὶ τῶν προσδοκιῶν τοῦ ἑλληνικοῦ δημοσίου. Ποῦ λοιπὸν προσέκοψε τὸ λαμπρὸν αὐτῆς στάδιον; Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς ὑπερασπισταὶ καὶ ἀπολογηταὶ τῆς ἑταιρίας ἐξέθηκαν διαφόρους λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ ἑταιρία αὕτη ἀπέτυχε τοσοῦτον οἰκτρῶς, καὶ ἦλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου πρῶτος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ συμπολίτης μου, ὅστις εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκ κληρονομικῶν παραδόσεων, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ σέβηται, θὰ παρέχῃ πρὸς τὴν ἑταιρίαν ταύτην, τὴν ὑποστήριξίν του, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀείμνηστος πατὴρ αὐτοῦ ἔδωκε. Καὶ ὁμολογουμένως καὶ ὁ ἀοίδιμος πατὴρ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου καὶ ἄλλοι Ἕλληνες πολιτευταὶ ἐνθέρμως ὑπεστήριξαν τὴν ἑταιρίαν, ἀλλὰ ἡ ὑποστήριξις αὐτῶν ἀπέβη πάντοτε ματαία καὶ εἰς οὐδὲν ὠφέλησε. Τοῦτ’ αὐτὸ θέλει συμβῆ καὶ ἤδη διὰ τῆς μικρᾶς καὶ γλίσχρας ταύτης παραχωρήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις χορηγεῖ εἰς τὴν ἑταιρίαν πρὸς ἀνακούφισιν αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, ὅστις ἐθεώρησε τὴν παροχὴν ταύτην ἀνεπαρκῆ καὶ ἀνωφελῆ πρὸς τὴν ἑταιρίαν. Καὶ εἶναι βεβαίως ἀνεπαρκὴς, καὶ εἶναι σταγὼν ἐν τῷ ὠκεανῷ ἡ ἐπιχορήγησις καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν δύο τούτων νομοσχεδίων χορηγοῦνται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἑταιρίαν ταύτην. Ἀλλὰ τότε διατὶ παρέχονται τὰ ὠφελήματα ταῦτα πρὸς αὐτήν; Πρόκειται νὰ ἀναστηθῇ ἐκ τῆς πτώσεώς της καὶ σταδιοδρομήσῃ νῦν εὐδοκιμώτερον καὶ διευθύνῃ τὰ κατ’ αὐτὴν χρηστότερον καὶ αὐστηρότερον; Οὐδεὶς, ὑποθέτω, πιστεύει τοῦτο. Λοιπὸν τί σημαίνει ἡ παραχώρησις, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον ἡ Κυβέρνησις προβαίνει πρὸς αὐτήν; Οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ προσωπικὴν χάριν, ἓν προσωπικὸν ῥουσφέτι, καὶ οὐδὲν ἕτερον. Ἦλθεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος, ὅστις, ἀπολογούμενος ὑπὲρ τῆς αὐτῆς ἑταιρίας, ὡμολόγησεν, ὅτι τὰ τῆς διοικήσεως αὐτῆς βεβαίως προσέκοψαν καὶ δὲν ἔχουσι κατ’ εὐχὴν ἕνεκα πολλῶν περιστάσεων δυσμενῶν καὶ ἀντιξόων. Ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862, ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης, ὁ ἀποκλεισμὸς τοῦ 1885, πάντα ταῦτα ὑπῆρξαν δυσχέρειαι καὶ περιστάσεις, αἵτινες ἐξέθηκαν τὴν ἑταιρίαν εἰς ὑπερόγκους ζημίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ἀνακύψῃ. Ἀλλὰ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος οὗτος συνάδελφος νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι αἱ περιπέτειαι τῆς ἑταιρίας κατὰ τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν δὲν ἀπέβησαν πρὸς ζημίαν αὐτῆς, ἀλλ’ ἀπέβησαν πρὸς μεγίστην αὐτῆς ὠφέλειαν· διότι, ἂν εἰργάσθη τότε ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, βεβαίως εἰργάσθη μὲ τὸ ἀζημίωτον, καὶ ὄχι μόνον μὲ τὸ ἀζημίωτον, ἀλλ’ ἐπὶ ἀμοιβῇ ἁδροτάτῃ... Ἀλλὰ κατέλαβον τὰ ἀτμόπλοια αὐτῆς οἱ ἀντάρται τοῦ 1862, καὶ ἐταξίδευον δι’ αὐτῶν καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις τοῦ ὁρίζοντος, καὶ προσήνεγκεν ἕνεκα τούτου ὑπηρεσίαν πρὸς τὸ ἔθνος καὶ ἐκδουλεύσεις πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας ἡμῶν...
§123ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὑπῆρξε βιαία ἡ κατάστασις.
§124ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἀλλὰ ἐγὼ, φίλτατε συνάδελφε, οὐδεμίαν ἀξίαν ἀποδίδω εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας τῆς ἑταιρίας· τὰς ὑπηρεσίας καὶ ὠφελήματα τῆς ἑταιρίας προσεδόκων καὶ ἀνέμενον μετὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου ἐν τῇ ἐπιτυχίᾳ αὐτῆς καὶ τῆς μεγάλης ἀναπτύξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, αἵτινες τῷ ὄντι ἤθελον τὰ μέγιστα ὠφελήσει καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὡς ἀνωτέρω ἐξέθηκα, καὶ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, καὶ τὰς ἐκδουλεύσεις ταύτας παρ’ αὐτῆς ἕκαστος ἀπεξεδέχετο. Αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας προσήνεγκεν εἰς τοὺς ἀντάρτας τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ διαμερίσματος, βεβαίως δὲν ἔχουν οὐδεμίαν ἀξίαν πρὸ τῆς καταστάσεως τῆς ἐλεεινῆς, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον διατελεῖ, καὶ ἀπὸ τῆς ὁποίας ματαίως νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ τὴν ἐξαγάγητε. Ἦλθε τρίτος ἔνθερμος ὑπερασπιστὴς τῆς ἑταιρίας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας Βουλευτὴς καὶ φίλος μου, ὅστις διὰ ῥαγδαίας εὐγλωττίας ὑπεστήριξε τὰ δίκαια αὐτῆς, καὶ ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη ἐξυπηρετεῖ καὶ μέλλει νὰ ἐξυπηρετήσῃ μεγάλους ἐθνικοὺς σκοποὺς, καὶ ὅτι τοῦτο πράττει καὶ σήμερον καὶ θὰ πράξῃ καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον περισσῶς, ὅτι δι’ αὐτῆς αἱ Σποράδες αἱ βόρειοι καὶ αἱ νότιοι συγκοινωνοῦσι πρὸς τὸ λοιπὸν Κράτος, ὅτι δι’ αὐτῆς οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι λαμβάνουσι τὸ ζώπυρον τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος καὶ ἄλλα τοιαῦτα καὶ παρόμοια ἀπήγγειλε μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ὁμολογουμένου ὁ ἀξιότιμος οὗτος συνάδελφος. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ καὶ οὗτος νὰ παρατηρήσω πρὸς αὐτὸν, ὅτι αἱ Σποράδες αἱ νότιοι καὶ αἱ βόρειοι καὶ ὅλαι αἱ μεγαλόνησοι τῆς Μεσογείου καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῇ νησίδια τὴν σημαίαν τὴν ἑλληνικὴν κρύπτουσιν εἰς τὰ κοίτη τῶν πλοιαρίων αὐτῶν, τὸ δὲ ἐθνικὸν φρόνημα τρέφουν ζωηρῶς εἰς τὴν καρδίαν των, ὅτι αἱ Σποράδες αἱ βόρειοι καὶ αἱ νότιοι καὶ αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου ἅπασαι περιέχουσι καθαροὺς καὶ ἀμιγεῖς ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς, εἶναι καθαρῶς Ἕλληνες, ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἑλληνικὴν φυλὴν, εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀποσπάσῃ αὐτὰς ἀπὸ τῆς ἑλληνικῆς ἐθνότητος. Οὐδεμίαν λοιπὸν τοιαύτην ὑπηρεσίαν, οὐδεμίαν τοιαύτην ὠφέλειαν ἀναγνωρίζω εἰς τὴν ἑταιρίαν· τὰ ὠφελήματα ταῦτα ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ γένος ἡ ἑταιρία, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ τὰ προσφέρῃ καθ’ ὃν τρόπον προηγουμένως ἐξέθηκα. Ἀλλὰ διατὶ λοιπὸν δὲν ἐπρόκοψεν ἡ ἑταιρία αὕτη, ἥτις ἐξ ἀρχῆς καὶ εἰς μακρὸν χρόνον τοσοῦτον ἐπικερδῶς καὶ ἐπιτυχῶς εἰργάζετο καὶ ἐξετέλει τὰς γραμμὰς αὐτῆς; Διατὶ αἱ ἄλλαι ἑταιρίαι τοσοῦτον ἀποτελεσματικῶς ἐσταδιοδρόμησαν ἐν τῇ Μεσογείῳ, ξέναι τε καὶ ἑλληνικαί; Μήπως αὐταὶ εἶχον περισσότερα προνόμια, καὶ μήπως αὐταὶ εἶχον περισσότερα στηρίγματα ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν ταύτην; Ἡ ἑταιρία ἀποκλειστικῶς ἐνεμήθη τὴν ἀκτοπλοΐαν τῆς χώρας ἐπὶ ἱκανὸν χρόνον, λαμβάνουσα συνάμα τὰς ὑπερόγκους ἐπιχορηγήσεις τοῦ ἑλληνικοῦ ταμείου, καὶ μόλον τοῦτο δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Ὁ κ. Γουδῆς ἰδοὺ ἔρχεται καὶ φέρει τὰ δύο ἀτμόπλοιά του, καὶ διὰ τῆς συνετῆς καὶ οἰκονομικῆς διοικήσεώς του κατώρθωσεν ἐν μέσῳ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ πρὸς τὴν ἑταιρίαν ταύτην, ν’ ἀναπτύξῃ σπουδαίως τὴν ἐπιχείρησιν αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον νὰ προαγάγῃ τὰ ὠφελήματα αὐτοῦ, ὥστε μετ’ ὀλίγον χρόνον νὰ κατασκευάσῃ καὶ προσθέσῃ εἰς τὰς γραμμὰς αὐτοῦ τρία ἢ τέσσαρα ἄλλα ἀτμόπλοια. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ πλεονεκτήματα τῶν ἄλλων ἑταιριῶν, αἵτινες τοσοῦτον ὠφελίμως ἐξακολουθοῦσι τοὺς πλόας αὐτῶν καὶ τὰς ἐργασίας αὐτῶν; Μὴ τυχὸν ἡ ἑταιρία τοῦ Λόϋδ ἔχει ἔκτακτά τινα ὠφελήματα καὶ ἐπιχορηγήσεις ὑπερόγκους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη διὰ νὰ ἀναπτυχθῇ, ὡς ἤδη ἀνεπτύχθη;
§125ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. 5,000,000 ἔχει τὸ ὅλον.
§126ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. 2,500,000 φράγκα μόνον ἐπιχορήγησιν ὑπὸ τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως ἔχει ὁ Λόϋδ, ὁ ὁποῖος ὀλίγα, ἐλάχιστα ἔτη πρὸ τῆς ἑταιρίας ἡμῶν ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ· 2,000,000 φράγκα χορηγεῖ εἰς τὸν Λόϋδ ἡ Αὐστριακὴ καὶ 500,000 φράγκων χορηγεῖ ἡ Οὑγγρικὴ Κυβέρνησις, κατώρθωσε δὲ ὁ Λόϋδ ἐν διαστήματι ὀλίγων ἐτῶν νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰ σκάφη αὐτοῦ καὶ νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς γραμμὰς αὐτοῦ εἰς ὅλους τοὺς ὠκεανοὺς καὶ εἰς ὅλας τὰς θαλάσσας.
§127Ρ. ΡΩΜΑΣ. Τὸ παθητικὸν τοῦ Λόϋδ τὸ γνωρίζετε, κύριε Κοσσονάκε;
§128ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἶναι περιττὸν, κ. συνάδελφε, νὰ ἐξετάσω τὸ παθητικὸν τοῦ Λόϋδ.
§129Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ἐπειδὴ εἶναι σχετικόν.
§130ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἠμπορεῖ τὸ παθητικὸν τοῦ Λόϋδ νὰ ἦναι μέγα, ἐν τούτοις ἡ ἑταιρία αὐτὴ ἔχει ἤδη ἐν τῇ συγκοινωνίᾳ 80 ἀτμόπλοια.
§131ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀπέναντι αὐτῶν ἠξεύρετε πόσα ὀφείλει, ἂν αἱ ὀφειλαί της καλύπτουν τὴν ἀξίαν τῶν πλοίων καὶ ἴσως καὶ μέρος τοῦ ναυπηγείου;
§132ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ......
§133ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ ⅓ ἔχει ὁ Ρότσχιλδ καὶ τὸ ⅓ ἔχει ὁ αὐτοκράτωρ.
§134ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἀλλὰ τί ὀφείλει ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία, καὶ διατὶ νὰ τὰ ὀφείλῃ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὀφείλει; Μήπως ἡ ἑταιρία αὕτη δὲν εἶχεν ὠφελήματα; Καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε σεῖς παιδιόθεν, ὅπως καὶ ἐγώ, ὅτι εἴτε ἐκ Ναυπλίου προήρχοντο, εἴτε ἐκ Γυθείου, εἴτε ἐκ Καλαμῶν, εἴτε ἐκ πάσης ἄλλης ἀκτῆς, τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας ἦσαν πλήρη ἐπιβατῶν καὶ πλήρη ἐμπορευμάτων;
§135ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οἱ περισσότεροι ἐταξείδευον δωρεάν.
§136ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορον, αὐτὸ βαρύνει τὴν διοίκησιν αὐτῆς. Καὶ τί λοιπὸν ζητεῖτε σεῖς σήμερον νὰ τῇ δώσητε; διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ πάλιν τὰς ἀσωτείας καὶ τὴν ἀθλιότητα εἰς τὰ πράγματα αὐτῆς καὶ παρασύρῃ καὶ ἄλλους εἰς τὴν ἀθλιότητα ταύτην; Καὶ ποία εἶναι ἡ κατάστασις αὐτῆς σήμερον; Βεβαίως αἱ ἄλλαι ἑταιρίαι δὲν εἶχον κἀνὲν προσὸν πλέον τῆς ἡμετέρας ἑταιρίας, οὔτε τὰ πληρώματα αὐτῶν ἦσαν καλλίτερα τῶν δελφίνων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὰ πληρώματα τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Οὐδένα λοιπὸν λόγον εἶχεν ἡ ἑταιρία καὶ ἡ διοίκησις αὐτῆς νὰ ματαιώσῃ τὰς ἐλπίδας, αἵτινες ἐγεννήθησαν ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς, καὶ νὰ καταστρέψῃ μίαν ἐθνικὴν ἐπιχείρησιν, ἥτις τοσοῦτον ἐξήγειρεν ὑπὲρ αὐτῆς τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, καὶ τοσοῦτον θερμὸν τὸ ἐνδιαφέρον προὐκάλεσεν ὅλων τῶν ὁμογενῶν. Βεβαίως λοιπὸν προσέκοψεν εἰς τὰ ἴδια ἑαυτῆς ἔργα καὶ εἰς τὴν ἰδίαν κακοδιοίκησιν, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑψωθῇ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ὑψωθῇ, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἀνεβίβασεν ἡ ἐθνικὴ στοργὴ καὶ τὰ μεγάλα ἐκ μέρους αὐτῆς ὑποστηρίγματα, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον ἐκζητοῦσι τὴν ψυχὴν αὐτῆς, ἔνθεν μὲν οἱ ξένοι πιστωταὶ αὐτῆς, οἵτινες διπλωματικῶς ἀπαιτοῦσι νὰ πληρωθῶσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι λαμβάνειν ἐξ ἀγορᾶς ἀνθράκων, ἔνθεν δὲ οἱ ἄλλοι αὐτῆς πιστωταὶ, καὶ ἔνθεν οἱ πλοίαρχοι αὐτῆς, τοὺς ὁποίους ἐπὶ ἑξάμηνον καὶ ὀκτάμηνον ἔχει νὰ μισθοδοτήσῃ, πάσχοντας καὶ στερουμένους ἴσως ὅλων τῶν ἀναγκαίων ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης. Οὐδένα λοιπὸν σκοπὸν ἔχουσι τὰ προτεινόμενα κυβερνητικὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῆς ἑταιρίας, ἥτις, ἀφοῦ ἐν τοιούτῳ σταδίῳ, τὸ ὁποῖον ἐξέθηκα, δὲν ἠδυνήθη νὰ πληρώσῃ τὸν προορισμὸν αὐτῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ κινηθῇ μᾶλλον ἐπικερδῶς καὶ εὐελπίστως ἐν μέσῳ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀνταγωνισμοῦ καὶ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν καὶ τῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιριῶν; Ὁ Γουδῆς καὶ ἡ Πανελλήνιος ἀνεπτύχθησαν ἀφ’ ἑαυτῶν, καὶ διὰ τῆς χρηστῆς αὐτῶν διοικήσεως ἐξακολουθοῦσιν αἰσίως τὰς ἐργασίας αὐτῶν, καὶ θέλουσι τὰς ἐξακολουθεῖ, καίτοι οὐδεμιᾶς συνδρομῆς ἢ ἐπιχορηγήσεως ἔτυχον. Τί ζητεῖτε λοιπὸν μὲ τὸ ψυχίον, τὸ ὁποῖον προσφέρετε εἰς τὴν ἑταιρίαν, νὰ τὴν καταστήσητε βιώσιμον ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἄλλων; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσπάσητε αὐτὴν ἀπὸ τὰς ἕξεις, αἵτινες τὴν ἐξέθηκαν εἰς τὴν καταστροφήν; Καὶ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντικαταστήσητε ὅλον αὐτῆς τὸ προσωπικὸν καὶ νὰ ἀνακαινίσητε, οὕτως εἰπεῖν, τὴν διοίκησιν καὶ τὸν μηχανισμόν, ὅστις τὴν κυβερνᾷ; Δὲν πράττετε λοιπὸν τοῦτο, δὲν τὸ πράττετε ἐπ’ ἐλπίδι τοῦ ὅτι θέλετε διασώσει τὴν ἑταιρίαν, ἀλλὰ θέλετε νὰ χαρισθῆτε εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς ταύτην.....Καὶ κραυγάζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς στεντορείᾳ τῇ φωνῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς πρώην Κυβερνήσεως περὶ συστάσεως μεγάλης δῆθεν ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας ἦτο φόνος τῆς ἑταιρίας τῆς ἐν Σύρῳ, ἦτο φόνος τῶν μετόχων καὶ τῶν δανειστῶν αὐτῆς! Καὶ θέλετε νὰ φονεύσητε τοὺς μετόχους καὶ τοὺς δανειστὰς αὐτῆς; Ἰδοὺ εἷς μέγας αὐτῆς δανειστής, ὅστις ἐλάλησε κατ’ αὐτῆς· νὰ τὸν φονεύσωμεν! Ἀλλ’ οἱ μέτοχοι καὶ οἱ δανεισταὶ τῆς ἑταιρίας εἶναι Ἕλληνες, πάντες Ἕλληνές ἐσμεν, καὶ διὰ τοῦτο λοιπὸν πρέπει νὰ ἐκτείνητε τὴν χεῖρά σας πρὸς ὅλους τοὺς πτωχεύοντας καὶ τοὺς χρεωκοποῦντας, διὰ νὰ σώσητε αὐτοὺς ἀπὸ τῆς χρεωκοπίας; Καὶ τοσοῦτοι Ἕλληνες καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, καὶ τόσοι Γορτύνιοι καὶ τόσοι Πελοποννήσιοι, ὑποκύπτοντες εἰς περιστάσεις δυσχερεῖς καὶ εἰς οἰκονομικὰς καταστροφὰς, ἃς πολλάκις συνεπάγεται τὸ ἐμπόριον, δὲν θὰ ἔλθωσι νὰ σᾶς ζητήσωσι συνδρομὴν, ἵνα διασώσητε αὐτοὺς ἀπὸ τὴν χρεωκοπίαν; Ἐπὶ τούτῳ λοιπὸν σᾶς ἔστειλαν ἐνταῦθα αἱ ἐκλογαὶ τῆς 14 Ὀκτωβρίου, ἵνα ἐξασκῆτε φιλανθρωπικὰ ἔργα ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ ἐμπορίου ζημιουμένων καὶ χρεωκοπούντων; Τοῦτο πράττετε νῦν ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας. Ζητεῖτε νὰ σώσητε αὐτὴν ἀπὸ τὴν πτώχευσιν, διότι εἶναι Ἕλληνες οἱ μέτοχοι, Ἕλληνες οἱ δανεισταὶ αὐτῆς· ὀφείλομεν νὰ τοὺς βοηθήσωμεν, ἵνα σώσωμεν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἐντελοῦς καταστροφῆς. Ἀλλὰ ποίους θὰ σώσητε; Εἶναι δυνατὸν νὰ σώσητε τὴν ἐπιχείρησιν; Εἶναι δυνατὸν νὰ δώσητε εἰς τὴν ἑταιρίαν ζωὴν καὶ ὕπαρξιν καὶ μέλλον; Ἤθελον συμφωνήσει μεθ’ ὑμῶν, ἐὰν ἐλαμβάνετε τοιοῦτον μέτρον, διότι βεβαίως ἡ ἐπιχείρησις ἦτο ἐξ ἀρχῆς ἐθνικὸν ἵδρυμα, μολονότι σήμερον ἐξέπεσεν ἀπὸ τῆς περιωπῆς ταύτης καὶ δὲν φέρει τὴν σημασίαν ταύτην· ἀλλὰ πάλιν ἤθελον δεχθῆ τὴν γνώμην νὰ σπεύσητε πρὸς ἀληθῆ αὐτῆς σωτηρίαν καὶ πρὸς ὑποστήριξιν ἱκανὴν, ὥστε νὰ ἠμπορέσῃ νὰ σταδιοδρομήσῃ καὶ ἀναπτύξῃ τὰς ἐργασίας της· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ψυχίον, τὸ ὁποῖον τῆς δίδετε, δύναται νὰ τὴν ὠφελήσῃ εἴς τι, καὶ δύναται νὰ τὴν καταστήσῃ ὑπέροχον ἀπέναντι τῶν ἀνταγωνιστῶν αὐτῆς; Δὲν νομίζω. Οὐδεμίαν λοιπὸν πρᾶξιν σωστικὴν ἐπιχειρεῖτε ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας ταύτης, χορηγοῦντες αὐτῇ τὰς ἐπιχορηγήσεις τοῦ παρόντος καὶ τοῦ παρελθόντος, ἔτι δὲ καὶ τοῦ μέλλοντος, οὐδεμίαν ὑπὲρ αὐτῆς καὶ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας αὐτῆς πραγματικὴν καὶ ἀληθῆ πρόνοιαν δεικνύετε, ἐπιτρέποντες εἰς αὐτὴν νὰ συνάψῃ δάνειον 3,000,000, ἵνα ἁπλώσῃ τὴν χεῖρά της ἡ Τράπεζα καὶ τῆς τὸ ἀφαιρέσῃ· καὶ ἂν οὐδεμίαν ἐλπίδα σωτηρίας δύναται ἐκ τούτων νὰ ἔχῃ ἡ ἑταιρία αὕτη, βλάπτομεν τοὺς ἄλλους, οἵτινες ὑπηρετοῦσι τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν συγκοινωνίαν τῆς χώρας, καὶ οἵτινες ἀγωνίζονται ἀξιοζήλως, καὶ εἶχον δικαίωμα ἐπὶ τῆς συνδρομῆς ἡμῶν καὶ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, χάριν τῆς φιλεργίας αὐτῶν καὶ τῆς ἀρετῆς αὐτῶν. Καὶ τούτους ἔχετε χρέος νὰ βραβεύσητε καὶ ὑποστηρίξητε. Οὐδέποτε ἐπετρέπετο νὰ συγκινηθῆτε καὶ νὰ ὀρέξητε τὴν χεῖρα ὑμῶν βοηθὸν ὑπὲρ τῶν ἀσώτων καὶ τῶν ἀφρόνων, διότι οὗτοι θέλουσιν ἐξακολουθήσει νὰ ἦναι οἱ αὐτοί. Εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου ἐκ τῶν δύο συναφῶν νομοσχεδίων. Θεωρῶ αὐτὰ οὐ μόνον μάταια καὶ ἐπιζήμια εἰς τὸ Κράτος καὶ τὸν δημόσιον θησαυρὸν, ὁ ὁποῖος πολλοῦ γε καὶ δεῖ ἀπὸ τοῦ νὰ εὐπορῇ καὶ νὰ χορηγῇ τοιαύτας ματαίας συνδρομὰς πρὸς τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, ἀλλὰ θεωρῶ καταστρεπτικὸν τὸ μέτρον τοῦτο, διότι, καθὼς προεῖπον, προώρισται νὰ βλάψῃ τοὺς δραστηρίους, τοὺς φιλοπόνους, τοὺς χρηστοὺς καὶ τιμίους ἐργάτας καὶ τιμίως ὑπηρετοῦντας τὴν κοινωνίαν.
§137ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θέλετε νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Πανελλήνιον;
§138ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Τὴν Πανελλήνιον, λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Διατὶ ἀποκρούετε τὴν Πανελλήνιον; Διότι θεωρεῖτε αὐτὴν ἀνήκουσαν εἰς τὴν ἄλλην μερίδα; Δὲν ζητεῖ τὴν συνδρομήν σας ἡ Πανελλήνιος, εἶναι ἀνωτέρα τῆς συνδρομῆς σας, εἶναι ἱκανὴ διὰ τῆς ἰδίας ἐνεργητικότητος νὰ προκόψῃ καὶ σταδιοδρομήσῃ. Τί λοιπὸν τὴν ἀναφέρετε; Τί ἀναμιγνύετε τόσα καὶ τόσα ζητήματα, καὶ λέγετε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ πλούτου αὐτοῦ ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς πρὸς τὴν ἑταιρίαν καὶ νὰ χορηγήσῃ ἐκ τῶν θησαυρῶν αὐτοῦ ἀποτελεσματικὴν βοήθειαν, δὲν τὸ ἔπραξε, διότι ἠξίου, ἵνα ὁ διευθυντὴς αὐτῆς ἀνήκῃ εἰς τὸν Τρικούπην; Λοιπὸν σεῖς δίδετε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δίδετε, διότι ἡ ἑταιρία ἀνήκει εἰς τὴν μερίδα σας; Φατριαστικῶς λοιπὸν σπαταλᾶτε τὰ δημόσια χρήματα; Καὶ νομίζετε ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη θὰ εὕρῃ δανειστὰς καὶ πιστωτὰς, διὰ νὰ λάβῃ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τῆς ἐπιτρέπετε νὰ δανεισθῇ; Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν αἱ ἀκίνητοι αὐτῆς κτήσεις ἀνήκωσιν εἰς αὐτὴν, καὶ ἂν δύναται παρὰ τῶν πιστωτῶν νὰ ληφθῶσιν ὡς ἐγγύησις. Ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἐννοεῖται, οὐδεὶς ἐκ τῶν κεφαλαιούχων θὰ σπεύσῃ νὰ χορηγήσῃ κεφάλαιον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ τοιούτου δανείου.
§139ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι τὰ χρήματα ἤδη ὑπάρχουν, καὶ μὴ ἀνησυχῆτε περὶ τούτου.
§140ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ ταῦτα τὰ ἑκατομμύρια ἐὰν ἔχῃ, καὶ διπλᾶ ἐὰν λάβῃ, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ σωθῇ, καὶ θὰ συναντηθῶμεν πάλιν ἐδῶ, καὶ θὰ ἴδωμεν τίς λέγει τὴν ἀλήθειαν. Τί νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἠθέλετε πράξει εἰς τὴν ἑταιρίαν, χορηγοῦντες εἰς αὐτὴν τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῇ 3,000,000; Ἓν ἑκατομμύριον ἀπαιτεῖται πρὸς ἐπισκευὴν τῶν ἀτμοπλοίων αὐτῆς· αὐτὸ ἐβεβαίωσεν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης χθὲς ὁ κ. Γουδῆς, φίλος σας νῦν.
§141ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τῶν ἀτμοπλοίων τῆς ἑταιρίας διετάχθη τελευταῖον ἡ ἐπιθεώρησις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὴν ἐπιθεώρησιν δὲ ἐβεβαιώθη, ὅτι καὶ αἱ μηχαναὶ καὶ τὸ ἐσωτερικὸν καὶ ἐν γένει ἡ ἀσφάλεια τῶν πλοίων εἶναι εἰς πολὺ καλὴν κατάστασιν, καὶ ὅτι ὅλα τὰ πλοῖα, τὰ καταγγελθέντα ὡς ἐπικίνδυνα, εἶναι ἀσφαλέστατα, καὶ ὅτι οὐδεμιᾶς ἐπισκευῆς χρήζουσι. Πιθανὸν νὰ χρήζωσι κινητοῦ ὑλικοῦ διὰ τοὺς ἐπιβάτας, ἀλλὰ διὰ τὰς μηχανὰς οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει.
§142ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐπὶ τῆς προκυμαίας τοῦ Πειραιῶς καὶ ἐκ διαφόρων ἀξιοτίμων προσώπων, λίαν πεπειραμένων καὶ εἰδικῶν, ἐβεβαιώθην, ὅτι τὰ ἀτμόπλοια αὐτῆς κινδυνεύουσι νὰ καταποντισθῶσι. Θέλετε λοιπὸν 1,000,000, ἵνα δαπανήσητε πρὸς ἐπισκευὴν τῶν ἀτμοπλοίων αὐτῆς, καὶ σᾶς μένουν δύο· πόσα θὰ δώσητε εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν, καὶ πόσα θὰ δώσητε εἰς τὸν κ. Συγγρὸν καὶ εἰς ἄλλους πιστωτὰς τῆς ἑταιρίας, ἵνα εἰπῆτε, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ αὐτῆς λαμβάνετε, εἶναι σωστικόν; Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶναι μάταιον τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας λαμβάνετε, καὶ καταστρεπτικὸν ἀφ’ ἑτέρου διὰ τὰς ἄλλας ἑταιρίας, αἵτινες τόσον εὐδοκίμως καὶ τοσοῦτον δραστηρίως ἀνταγωνίζονται, ἄνευ οὐδενὸς βοηθήματος, καὶ αἱ ὁποῖαι παρέχουσι τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλουσιν εὐδοκιμήσει εἰς τὸ στάδιον αὐτῶν. Διὰ τοῦτο εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ.
§143ΡΑΛΛΗΣ. Καίτοι λίαν ἀργὰ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκεται εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, αὔριον δὲ δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσῃ τις ἐπ’ αὐτοῦ· ἐπιθυμῶ δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ὡς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν ἔχω γνώμας, ἃς ἐξέθηκα ἤδη ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν, καὶ αἱ γνῶμαί μου αὗται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, εἰς ἃ ἐφθάσαμεν ἤδη, οὐδόλως διεψεύσθησαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἀκούσης αὐτῆς, διὰ τὴν ἀγορὰν τῆς Μυκάλης, ὡς ἀπεδόθη τὸ τῆς Σφακτηρίας, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀντίῤῥησιν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι πράγματι ἡ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν πώλησις τῶν δύο ἐκείνων οἱονεὶ πολεμικῶν πλοίων ἀπετέλεσεν ἀληθῆ ἐκβίασιν κατὰ τῆς ἑταιρίας. Ἦσαν γνωσταὶ αἱ ἰδιότητες τῶν πλοίων ἐκείνων, καὶ ἂν ἐθεωρήθησαν ὡς ἄχθη διὰ τὸ Κράτος, κατὰ μείζονα λόγον τοιαῦτα ἦσαν τὰ πλοῖα ἐκεῖνα διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν. Ἐν ὥρᾳ στενοχωρίας τοῦ Δημοσίου καὶ ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας, ἥτις τῇ ἐπέβαλε νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Δημόσιον, ἐξεβιάσθη αὕτη ν’ ἀγοράσῃ τὰ δύο ἐκεῖνα πλοῖα, τὰ ὁποῖα δι’ ἄλλον σκοπὸν ἠγοράσθησαν, πρὸς ἄλλον σκοπὸν κατεσκευάσθησαν, εἶναι δὲ ἄχρηστα καὶ διὰ τὸν μὲν καὶ διὰ τὸν δέ. Εἶναι ἔργον δικαιοσύνης ν’ ἀναλάβῃ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον τὰ δύο ἐκεῖνα πλοῖα, καὶ ν’ ἀποδώσῃ πρὸς τὴν ἑταιρίαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσεν αὕτη, εἴτε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκράτησε τὸ Δημόσιον ἀπέναντι ὀφειλομένων πρὸς τὴν ἑταιρίαν· καὶ τὴν δικαιοσύνην ταύτην ὤφειλε νὰ διαπράξῃ πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἀκριβῶς ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἠγόρασε τὰ πλοῖα, διότι οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις, ἐκτὸς τῆς τοῦ 1885, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτιμήσῃ ἀκριβέστερον τὴν παντελῆ ἀχρηστίαν τῶν τότε εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε προμηθευθέντων πλοίων. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἔργον δικαιοσύνης τὴν ἀνάληψιν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ ἑτέρου τῶν δύο πλοίων, καὶ τὴν ἀπόδοσιν πρὸς τὴν ἑταιρίαν παντὸς ὅ,τι αὕτη κατέβαλεν. Ἐὰν περιωρίζετο, εἶπον, τὸ νομοσχέδιον μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀντίῤῥησιν, ἀπ’ ἐναντίας θὰ τὸ ἐψήφιζον ὁλοψύχως, διότι θὰ ἐθεώρουν, ὅτι ἀπεδίδετο δικαιοσύνη πρὸς τὴν ἑταιρίαν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον προβαίνει εἰς ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐμπνέονται ἐκ τοῦ σκοποῦ τῆς συντηρήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας. Τὰ μέτρα ταῦτα θεωρῶ ὡς ὅλως ἄσκοπα καὶ ἀλυσιτελῆ διὰ τὴν ἑταιρίαν, ἀλλὰ θεωρῶ καὶ ὡς βλαπτικὰ διά τε τὴν Σῦρον καὶ τὸ Δημόσιον, καὶ διὰ τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς ἀτμήρους ἐν γένει ναυτιλίας. Ὅτι εἰς οὐδὲν θέλουν συντελέσει ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας αἱ προκαταβολαὶ, αἱ δοθησόμεναι ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι μελλουσῶν ἐπιχορηγήσεων, οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες γνωρίζουσιν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς ἑταιρίας, δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Ἀλλὰ πρῶτον, ἔχει τὸ δικαίωμα, ἔχει τὸ καθῆκον τὸ Δημόσιον νὰ δώσῃ προκαταβολὰς ἐπὶ μελλουσῶν ἐπιχορηγήσεων; Διὰ ν’ ἀπαντήσῃ τις ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τούτου, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τίς ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιχορηγήσεως τῆς συνομολογηθείσης διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880. Ὁ σκοπὸς εἶναι εἷς· ἐπρόκειτο ν’ ἀποζημιωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα διὰ τὰς γραμμὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐχαρακτήριζον ὡς ἀγόνους, καὶ ἐθεωρήθη, ὅτι τίμημα ἱκανὸν ὅπως ἀντισηκώσῃ τὴν ζημίαν, ἣν ὑφίσταται ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα ἐκ τῶν ἀγόνων γραμμῶν, εἶναι τὸ ποσὸν τῶν 650,000 δραχμῶν Σήμερον ἐπὶ τίνι λόγῳ πρόκειται νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν προκαταβολὴ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν ἐκ τῆς ἐπιχορηγήσεως ταύτης; πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διατηρηθῶσιν αἱ γραμμαὶ αὗται, ἢ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παύσῃ ἐντελῶς πᾶσα συγκοινωνία αὐτῶν διὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας; Βεβαίως ὁ δεύτερος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Διότι, ἀφοῦ τὰ παρελθόντα 30 ἔτη, καθ’ ἃ ἀπεμύζησε παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου 23,800,000, ἀφοῦ ἐπὶ μακρὰν τριακονταετίαν, μεθ’ ὅλας τὰς προνομίας, ἃς ἀπήλαυσε καὶ ἐκ τῶν προγενεστέρων συμβάσεων, ἀλλ’ ἰδίως ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880, δὲν κατώρθωσε ν’ ἀποζήσῃ καὶ νὰ συναγωνισθῇ ἡ ἑταιρία πρὸς ἐκείνας τὰς ἑταιρίας ἢ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἐκ τῶν προνομίων τῶν παραχωρηθέντων πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν ἔχαιρον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ τις, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θέλει ἐξυπηρετεῖσθαι δι’ αὐτῆς ἡ συγκοινωνία, ἐὰν ἀμέσως ἤδη ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς θέλωμεν προκαταβάλει αὐτῇ ἐπιχορήγησιν δύο ἢ τριῶν ἐτῶν; Τῳόντι, διατὶ δίδονται τὰ χρήματα; Ὅπως ἀποτίσῃ ἡ ἑταιρία ὀφειλόμενα. Ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀπελπισθῶμεν τότε διὰ τὸ μέλλον, διὰ τὰ ἔτη 1892 καὶ 1893, ὅτι θὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ ἑταιρία ὄχι μόνον τὰς ἀγόνους γραμμὰς, ἀλλὰ καὶ τὰς γονίμους, ἀφοῦ οὐδ’ ἡ ἐλπὶς ἑτέρων ἐπιχορηγήσεων θὰ ὑφίσταται πλέον. Ἐκλείπει λοιπὸν ὁ σκοπὸς, ὅστις ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐπιχορήγησιν πρὸς τὴν ἑταιρίαν, δίδεται δ’ ἐκ τῶν προτέρων ἡ προκαταβολὴ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἑταιρία θὰ ἦναι ἐντελῶς ἀνίκανος εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν συγκοινωνίαν. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι, ἂν μέχρι σήμερον ἀπεδείχθη ἀνίκανος, εἰς τὸ μέλλον θὰ ὑπάρξῃ ἔτι ἀνικανωτέρα. Ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοίας, ἥτις τοσαῦτα ἔχαιρε προνόμια, καὶ ὧν δὲν γνωρίζω ἂν οἱ συνάδελφοι ἔχωσιν ἀκριβῆ γνῶσιν, ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοίας, ἥτις κέκτηται τὸν ἐπισείοντα, διότι τὰ ἀτμόπλοιά της ἐξομοιοῦνται πρὸς τὰ πολεμικὰ, ἥτις ἀπολαμβάνει 650,000 δραχμῶν ἐπιχορήγησιν, ἥτις ἔχει πλήρη ἀτέλειαν ὡς πρὸς πᾶν λιμενικὸν καὶ ὑγειονομικὸν τέλος, καὶ ὡς πρὸς πᾶσαν ἄλλην ὑποχρέωσιν, εἰς ἣν ὑποβάλλονται τὰ λοιπὰ ἀτμόπλοια, ἥτις χαίρει ἀτέλειαν καὶ τῶν τελωνειακῶν δικαιωμάτων, διότι ἀνεγράφη καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐν τῇ συμβάσει τοῦ 1880, καὶ ἥτις ἐντεῦθεν εἰσάγει πᾶν ὑλικὸν, εἴτε πρὸς ἐπισκευὴν τῶν ἀτμοπλοίων, εἴτε πρὸς ἐξαρτισμὸν αὐτῶν, εἴτε πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν καταστημάτων της, καὶ πρὸς λειτουργίαν αὐτῶν, δι’ οὗ, σημειώσατε, ἐμπορεύεται, διότι ἀναλαμβάνει ἐν τοῖς ἐργοστασίοις της καὶ ἄλλας ἐργασίας, ἐὰν λέγω ἡ ἑταιρία, μὲ τοιαῦτα προνόμια προικισθεῖσα, δὲν ἠδυνήθη νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὰς ἄλλας ἀτμοπλοίας, αἵτινες ἤρξαντο, ὅπως γνωρίζετε ὅτι ἤρξαντο, μὲ ἓν ἀτμόπλοιον, μὲ ἥμισυ ἀτμόπλοιον, μὲ κεφάλαιον 50,000 ἢ 200,000 δραχ., πρὸς τὰς ἄλλας ἀτμοπλοίας, εὑρισκομένας τότε εἰς νηπιώδη κατάστασιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσητε, ὅτι εἰς τὸ μέλλον, ὅταν ἤδη αἱ δύο ἀτμοπλοίαι ἐκεῖναι, ἡ ἀτμοπλοΐα τοῦ Γουδῆ καὶ ἡ Πανελλήνιος, ἄνευ ἐπιχορηγήσεως, ἄνευ τελωνειακῶν ἀτελειῶν καὶ ἄλλων εὐκολιῶν, ἠνδρώθησαν καὶ κατέστησαν ὑπέρτεραι τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, πῶς δύνασθε νὰ ἐλπίζητε, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα θὰ δυνηθῇ νὰ συναγωνισθῇ πρὸς αὐτάς; Βεβαίως δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ συναγωνισθῇ. Καὶ ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ συναγωνισθῇ, βεβαίως θὰ ὑποκύψῃ, καὶ ἂν ὑποκύψῃ, βεβαίως θ’ ἀπολεσθῇ ἡ προκαταβολὴ τῶν τριῶν ἐπιχορηγήσεων, ἣν ἡ Βουλὴ χορηγεῖ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ. Εἶναι λοιπὸν ἐντελῶς ἄσκοπος ἡ προκαταβολὴ τῆς ἐπιχορηγήσεως ταύτης, οὐδαμῶς θὰ καταστήσῃ τὴν ἑταιρίαν ἱκανὴν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς σκοποὺς ἐκείνους, δι’ οὓς ἀρχικῶς ἐπροικίσθη διὰ τῆς ἐπιχορηγήσεως, θέλει δὲ μόνον χρησιμεύσει εἰς τὸ νὰ στερηθῶμεν τῶν μέσων, δι’ ὧν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν ζωὴν καὶ ὕπαρξιν εἰς μεγάλην ἑταιρίαν, δι’ ἧς νὰ δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσι γενικώτερα συμφέροντα. Κύριοι, μὴ λησμονῆτε, ὅτι πηγὴ πάσης προόδου εἶναι ὁ συναγωνισμὸς, καὶ ὅτι ὁμολογουμένως, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ἐκεῖνοι, οἵτινες διηύθυνον καὶ διευθύνουσιν εἰσέτι τὴν Πανελλήνιον Ἀτμοπλοίαν καὶ τὴν τοῦ Γουδῆ, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ ζῆλος ἐκεῖνος ὁ ὑπέρτερος, ὅστις κατώρθωσε νὰ ὑπερπηδήσῃ πάντα τὰ κωλύματα, τὰ ὁποῖα ἐπεπρόσθουν εἰς τὴν πρόοδον αὐτῶν, σήμερον θὰ εἴχομεν ὡς ἀπολογισμὸν τῶν 23 ἑκατομμυρίων, ἅτινα κατεβλήθησαν εἰς τὴν ἑταιρίαν, εἰς ἃ προσθετέα ἔτι δέκα ἐκ τῶν ἀτελειῶν, ὡς ἀπολογισμὸν θὰ εἴχομεν τὰ ἑπτὰ πεπαλαιωμένα ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας καὶ τὰ τρία ἢ πέντε, ἅτινα πρό τινων ἐτῶν ἠγοράσθησαν. Εὐτυχῶς, δυστυχῶς διὰ τὴν ἑταιρίαν, ἀλλ’ εὐτυχῶς διὰ τὴν ἐν γένει ἀτμοπλοΐαν ἡμῶν, ὁ σάραξ τῆς καταχρήσεως οὐδετέρωσεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ προνόμια, δι’ ὧν περιεφρουρήθη ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα κατὰ παντὸς συναγωνισμοῦ, καὶ οὕτως ἠδυνήθησαν τὸ ἄτομον καὶ ἡ Πανελλήνιος νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς αὐτήν, καὶ οὕτως ἠδυνήθη νὰ σωθῇ ὁ συναγωνισμὸς καὶ προοδεύσῃ παρ’ ἡμῖν ἡ ἀτμοπλοΐα. Σήμερον δὲ τί πράττετε ὑπὲρ τοῦ συναγωνισμοῦ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; κατὰ πόσον συντρέχετε εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παρ’ ἡμῖν ἀτμοπλοΐας; Ἡ ἐπιχορήγησις δίδεται ἐπὶ τρία ἀκόμη ὁλόκληρα ἔτη ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, τρία ἔτη ἀμεριμνομερίμνης, κατὰ τὰ ὁποῖα, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἱδρύσῃ τὸ Δημόσιον ἑτέραν ἑταιρίαν, ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸ ἄρθρον 29 τῆς συμβάσεως τοῦ 1880, δηλ. θ’ ἀνεύρῃ ἑταιρίαν ἔχουσαν κεφάλαιον 15 ἑκατομμυρίων, ἑταιρίαν, ἥτις ὀφείλει νὰ παρασκευάσῃ πάντα τὰ ἔργα ἐκεῖνα, ἅτινα εἶναι ἀναγκαῖα εἰς τὴν ὕπαρξιν, τὴν συντήρησιν καὶ τὴν κίνησιν τῶν ἀτμοπλοίων αὐτῆς, καὶ ἥτις ἐν τούτοις μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς δὲν θὰ ἦναι βεβαία, ὅτι θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπιτύχῃ νὰ λειτουργήσωσι τὰ ἀτμόπλοιά της, διότι μέχρι τοῦ τελευταίου ὁρίου τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα νὰ τῇ εἴπῃ: Σταμάτησον! ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις ἀναλαμβάνω ἐγὼ τὴν ἐξακολούθησιν. Τοιαῦτα θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Νὰ σώσητε τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν εἶναι ἀδύνατον. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν σώσητε, ὅταν ἦναι γνωστόν, τί ὀφείλει καὶ ποῖον τὸ ἐνεργητικόν της; Ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν διατελεῖ ἐν καταστάσει πτωχεύσεως, ἐὰν δὲ δὲν ἐκηρύχθη πτωχή, δὲν ἐκηρύχθη πρὸς κοινὸν σκάνδαλον, διότι ὤφειλε τὸ Δημόσιον πρῶτον, ὤφειλε δὲ καὶ αὐτὸ τὸ Ἐμποροδικεῖον Σύρου αὐτεπαγγέλτως νὰ προβῇ εἰς τὴν κήρυξιν τῆς πτωχεύσεως τοιαύτης ἑταιρίας. Ἐσώθη διὰ τῆς πολιτικῆς πάντοτε, ἐσώθη διαφθείρουσα καὶ διαφθειρομένη. Ἀλλ’ ἐσώθη πρὸς βλάβην ζωτικωτάτων συμφερόντων, πρὸς βλάβην αὐτῶν τῶν συμφερόντων τῆς ἀτυχοῦς Σύρου· διότι, Κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ Σῦρος ὡς ἕδρα τῆς ἑταιρίας, ἀλλ’ ἔχω καὶ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Σῦρος, εἴτε πτωχεύσῃ ἡ ἑταιρία αὕτη, εἴτε δὲν πτωχεύσῃ, εἴτε ὑπάρξῃ, εἴτε δὲν ὑπάρξῃ, θὰ ἦναι καὶ εἰς τὸ μέλλον τὸ κέντρον τῆς ἀτμήρους ἡμῶν ναυτιλίας. Οἱ μέτοχοι τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας οὐδὲν δύνανται νὰ ἀναμένωσιν ἐξ αὐτῆς, διότι οὐδὲν ὑπάρχει τὸ ἐνεργητικὸν ἐν τῇ περιουσίᾳ αὐτῆς. Ὁσάκις ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα ἠθέλησε νὰ συμβληθῇ πρὸς ἄλλην ἑταιρίαν, συγχωνευομένη πρὸς αὐτήν, τὴν ἠρώτησαν, ποῖον εἶναι τὸ ἐνεργητικόν της, καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι ἀντὶ ἐνεργητικοῦ εἶχε πάντοτε παθητικόν. Ἐὰν ἐκηρύσσετο εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως ἡ ἑταιρία, ὅπως ὤφειλε νὰ κηρυχθῇ πρὸ τριετίας, ἐὰν δὲν συνετηρεῖτο μέχρι σήμερον, ὡς εἶπον, διαφθείρουσα καὶ διαφθειρομένη καὶ μόνον διὰ τῆς πολιτικῆς, δὲν θὰ διήρχετο τὴν μαρασμώδη ἀληθῶς περίοδον, ἣν διέρχεται σήμερον καὶ ἀπὸ τριετίας ἡ Σῦρος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀτμήρης ναυτιλία μας θὰ ἔπαυε μαραινομένη, καὶ θὰ ἦτο σήμερον ἀνθηροτάτη, καὶ οἱ ἐργάται ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀπειλοῦσιν ἑκάστοτε διὰ τοῦ κλεισίματος τῶν καταστημάτων καὶ τῶν ἐργοστασίων τῆς ἑταιρίας, δεκαπλάσιοι ἤθελον συῤῥέει εἰς αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ ἐργοστάσια, τὰ νῦν ὑπάρχοντα, ἀλλ’ ὑπὸ ἀνθοῦσαν διοίκησιν καὶ ἀνθοῦσαν ἑταιρίαν. Θέλετε νὰ σώσητε τὴν Σῦρον; Θέλετε νὰ σώσητε τὸν πληθυσμὸν αὐτῆς τὸν ἐργατικόν; Θέλετε νὰ σώσητε τὴν ἀτμοπλοΐαν ἡμῶν; Σπεύσατε, κηρύξατε εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως τὴν ὑπάρχουσαν ἑταιρίαν. Οὐδὲν θέλει ἀπολεσθῆ, τὰ καταστήματα καὶ ἐργοστάσια θέλουσι μείνει εἰς τὰς θέσεις των· ἐὰν ὑπάρχῃ ἓν ἀτμόπλοιον ἱκανὸν νὰ πλεύσῃ, τὸ ἀτμόπλοιον ἐκεῖνο θέλει χρησιμοποιηθῆ, ἀλλὰ θέλει ἐκλείψει ἡ φθείρ, ἥτις κατατρύχει τὸ σῶμα τῆς ἀτμοπλοΐας ἡμῶν, θέλει εἰσέλθει ἐν αὐτῷ νέον αἷμα, καὶ θέλει δυνηθῆ ἡ ἀτμοπλοΐα νὰ βαδίσῃ. Οὗτοι εἶναι, Κύριοι, οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα αὐτοῦ, πλὴν τοῦ πρώτου. Λίαν δ’ ὀρθῶς ὁ ἐκ Λακωνίας συνάδελφος παρετήρησεν, ὅτι ἔπρεπε τὰ δύο νομοσχέδια, τὸ ἤδη ψηφισθὲν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ τὸ ἤδη συζητούμενον εἰς τρίτην, νὰ ἑνωθῶσι, διότι εἷς καὶ ὁ αὐτὸς σκοπὸς ἐπιδιώκεται διὰ τῶν δύο νομοσχεδίων· πρόκειται περὶ βοηθείας, διὰ τῆς ὁποίας δῆθεν θὰ σωθῇ ἡ ἑταιρία. Σᾶς ἀπέδειξα ἤδη, ὅτι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον εἰς οὐδὲν θὰ ὠφελήσῃ, θέλει ζημιώσει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, θέλει ζημιώσει τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων, θέλει ζημιώσει τὰ συμφέροντα τῆς Σύρου καὶ τὰ ζωτικώτατα συμφέροντα τῆς ἐν γένει ἀτμοπλοΐας ἡμῶν. Ἀλλ’ οὔτε τὸ δεύτερον νομοσχέδιον δύναται νὰ συντελέσῃ κατά τι εἰς τὸν σκοπόν του, διότι ἐκεῖνοι τῶν συναδέλφων, οἵτινες γνωρίζουσι τὰ τῆς ἑταιρίας,—καὶ εἶναι πολλοὶ εὐτυχῶς ἐνταῦθα,—γνωρίζουσιν, ὅτι, ἐὰν πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον, θὰ γείνῃ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐλέχθη ἐν συνδιαλέξει ἰδιαιτέρᾳ τῶν συναδέλφων, ἀπὸ τῆς μιᾶς χειρὸς θὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὴν ἄλλην τὸ χρῆμα. Καὶ τότε διατὶ ἡ τόση προσπάθεια, καὶ διατὶ ἐξαντλεῖται ἡ Κυβέρνησις πρὸς ὑποστήριξιν μιᾶς χρεωκόπου ἑταιρίας; Εἶναι ἀληθῶς θλιβερὸν νὰ ἦναί τις ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλῇ οὕτω περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας, εἰς ἣν τόσας ἐστήριξε τὸ Ἔθνος ἐλπίδας, ἀλλ’ εἶναι τὸ ἀληθές, τόσῳ δ’ εἶναι ἀληθές, ὥστε τρὶς ἢ τετράκις εἰσήχθησαν αἰτήσεις περὶ κηρύξεως αὐτῆς εἰς πτώχευσιν, τόσον εἶναι ἀληθές, ὥστε σήμερον ἡ ἑταιρία δὲν ἔχει πίστωσιν ἱκανὴν διὰ ν’ ἀγοράσῃ τοὺς ἄνθρακας τοὺς ἀναγκαίους διὰ τοὺς πλοῦς τῶν ἀτμοπλοίων της καὶ εἶναι ἠναγκασμένη νὰ συλλέγῃ τοὺς ναύλους, ἵν’ ἀποτίῃ τὸ τίμημα αὐτῶν. Ταῦτα εἶναι γνωστά. Καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τοιαύτης ἑταιρίας, νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὀφείλει νὰ τὴν συντρέξῃ, κατασπαταλῶσα τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου; Πρόκειται, Κύριοι, ὄχι περὶ μικροῦ ποσοῦ, πρόκειται περὶ 1,800,000 δραχμῶν, καὶ ἐκεῖ ὅπου εὕρηνται τὰ οἰκονομικά μας, βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι μέγα. Ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ἡ δικαιολογία, ἥτις πατὰ πρῶτον ὑπῆρχε, δύναται νὰ ὑπάρξῃ πλέον. Ὅταν συνωμολογήθη κατὰ πρῶτον ἡ ἐπιχορήγησις, δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη ἑταιρία, δὲν ὑπῆρχον κἂν ἄλλα ἀτμόπλοια· σήμερον εὐτυχῶς δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, σήμερον θὰ συνεβούλευον καὶ θὰ παρεκάλουν νὰ ληφθῇ ὅλως διόλου διάφορον μέτρον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξεμύζησε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν. Σήμερον θὰ ἠδυνάμεθα μᾶλλον συμφερόντως νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὴν συγκοινωνίαν καὶ τῶν ἀγόνων ἀκόμη γραμμῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντός του, ἐὰν ἀπεδεχόμεθα ἄλλο σύστημα, παρὰ τὸ κρατῆσαν. Καὶ τὸ σύστημα τοῦτο βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν, οὔτε πρὸ δέκα, σήμερον ὅμως βεβαίως δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ βεβαίως θὰ ἐπιτύχῃ. Ἂς καταγράψῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν καταστάσει τὰς γραμμὰς τὰς ἀγόνους, ἂς ὁρίσῃ τὴν συγκοινωνίαν, ἣν θεωρεῖ ἀναγκαίαν διὰ τὰς ἀγόνους ταύτας γραμμάς, καὶ μᾶλλον πυκνὴν τῆς σημερινῆς, καὶ ἂς ἐκθέσῃ αὐτὰς εἰς μειοδοσίαν. Μὴ ἔχετε οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θέλομεν φθάσει εἰς τακτικωτέραν συγκοινωνίαν, εἰς ἡμερησίαν συγκοινωνίαν, ἴσως μὲ δαπάνην μικροτέραν τοῦ ⅙ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐπιχορηγήσεως, ἥτις δίδεται πρὸς τὴν ἑταιρίαν. Ἂν δὲ τοιοῦτον ἐλαμβάνετο μέτρον, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἱδρύσεως μεγάλης ἀτμοπλοΐας, τὴν ὁποίαν νὰ προικίσωμεν ὄχι διὰ τὴν ἀκτοπλοΐαν, διότι καὶ τὰ ἄτομα πλέον, ἅτινα διευθύνουσιν ἀτμόπλοια, ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἀλλὰ νὰ τὴν προικίσωμεν διὰ τὰς ἐξωτερικὰς γραμμάς, τὰς ἐνεχούσας πολιτικὸν καὶ ἐθνικὸν συμφέρον. Καὶ ὡς πρὸς αὐτὰς δὲν ἤθελον ἀποδεχθῆ τὸ σύστημα τῶν ἐπιχορηγήσεων, ἤθελον ἀποδεχθῆ τὸ σύστημα τῶν βραβείων· ἤθελον ὁρίσει τὰς ἐξωτερικὰς γραμμὰς ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνισμὸς δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχων ἄμεσα συμφέροντα, καὶ εἰς τὰς γραμμὰς ἐκείνας ἤθελον ὁρίσει βραβεῖα κατὰ μίλλιον ἀγγλικόν. Ἐὰν τοιοῦτον ἐλαμβάνετο μέτρον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἤθελε δοθῆ ὤθησις εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἡμετέρας ἀτμοπλοΐας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἠθέλετε ἴδει κυματίζουσαν τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν καθ’ ὅλας τὰς ἀκτὰς τῆς Μεσογείου, καθ’ ὅλην τὴν Μαύρην Θάλασσαν. Σήμερον ἑταιρία ἡμῶν, μὴ ἔχουσα ἐπιχορήγησιν, ἀνταγωνίζεται μετὰ τοῦ Λόϋδ καὶ τοῦ Γκορτζῆ. Αὕτη εἶναι ἡ Πανελλήνιος. Καθ’ ὅλας τὰς ἀκτὰς τῆς Μαύρης Θαλάσσης ἡ Πανελλήνιος, ἥτις οὐδὲν κέκτηται ἐκ τῶν προνομίων τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, συναγωνίζεται νικηφόρως πρὸς τὰς ξένας ἑταιρίας, πρὸς αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν τοῦ Λόϋδ. Καὶ δὲν εἶναι δύσκολον ν’ ἀποδείξῃ τις τοῦτο· εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Πανελλήνιος προῆλθεν εἰς σύμβασιν μετὰ τοῦ Λόϋδ καὶ τοῦ Γκορτζῆ διὰ τοὺς λιμένας τῆς Μαύρης θαλάσσης, κατὰ τὴν ὁποίαν σύμβασιν πέραν ὡρισμένου ποσοῦ ἐκ τῶν καθαρῶν κερδῶν αἱ ἑταιρίαι ὀφείλουσι νὰ διανέμωσιν ἐξ ἴσου· τί δὲ συμβαίνει; Συμβαίνει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοῖς πᾶσιν εἶναι γνωστὸν, συμβαίνει, ὅτι ἡ Πανελλήνιος Ἑταιρία ἀποδίδει κατ’ ἔτος εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ Λόϋδ καὶ τὴν ἑταιρίαν Γκορτζῆ, ὅπερ σημαίνει, ὅτι ἡ Πανελλήνιος Ἑταιρία κατώρθωσε νὰ κατισχύσῃ καὶ τῆς Αὐστριακῆς ἑταιρίας καὶ τῆς ἑταιρίας τοῦ Γκορτζῆ. Δώσατε ὀλίγην ὤθησιν εἰς τὴν ἀτμήρη ναυτιλίαν ἡμῶν· μὴ προσκολλᾶσθε εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἑταιρίαν, διότι δὲν δύναται νὰ σᾶς ὁδηγήσῃ εἰς ἀσφαλῆ λιμένα· θέλετε πράξει τὸ ἔργον τοῦ παράφρονος, ὅστις κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ ναυαγίου ἐναγκαλίζεται τὴν ἄγκυραν, ἥτις βεβαίως δύναται νὰ ᾖναι ἀσφάλεια ἐν τῷ λιμένι, ἀλλ’ ἐν ὥρᾳ ναυαγίου συντελεῖ εἰς τὸν καταποντισμόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§145ΣΚΟΥΖΕΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν ᾖναι ἐσφαλμένον, βεβαίως εἶναι ἀσαφές. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι τὸ καταβεβλημένον μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας μέρος τοῦ τιμήματος θέλει ἐπιστραφῆ αὐτῇ ἅμα τῇ παραδόσει τοῦ ἀτμοπλοίου ἠλαττωμένον κατὰ δραχμὰς 111,146 καὶ 47|00, λόγῳ ἐκπτώσεως 3% κατ’ ἔτος ἀπὸ τῆς 11 Αὐγούστου 1889 μέχρι σήμερον ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ τιμήματος τῆς «Μυκάλης». Πῶς ἀπαρτίζεται αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 111,146 δραχμῶν;
§146Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον τοῦτο συνέταξε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ φέρω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Μέχρι τῶν λέξεων «Ἠλία Δ. Τσοκᾶ» μένει ὡς ἔχει· νὰ διαγραφῇ δὲ ἡ ἑπομένη περίοδος, καὶ ἀντ’ αὐτῆς νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «νὰ ἀποδώσῃ δὲ εἰς τὴν ἑταιρίαν τὸ μέχρι τοῦδε πληρωθὲν παρ’ αὐτῆς ἀντὶ τιμήματος ποσὸν, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς συμπεφωνημένης ἐτησίας ἐκπτώσεως τῶν 3 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, κατὰ τὸ προμνησθὲν συμβόλαιον καὶ κατὰ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 39,918 ἀπὸ 22 Μαΐου 1889, τὸ συνταχθὲν ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Γ. Ἀφεντάκη.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς γʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ τμήματος τῶν σιδηροδρόμων, καὶ 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 75,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1890).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος μεταλλεύσεως μαγνητικοῦ σιδήρου ἐπὶ τῆς νήσου Σερίφου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ). Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἐν τῇ προτελευταίᾳ γραμμῇ ἀριθμὸς «¼%» παρακαλῶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ «½%», αἱ δ’ ἐν τῇ τελευταίᾳ γραμμῇ λέξεις «λεπτὰ 2» διὰ τῶν λέξεων «λεπτὰ 4». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας πρὸς παραχώρησιν δικαιώματος μεταλλεύσεως ἀργυρούχου βαρυτίνης.
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου προτείνω νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐργασθησομένων ὑπὸ τὸν ἄμεσον τοῦ Ὑπουργείου ἔλεγχον». Ἐπὶ τοῦ δευτέρου δὲ ἄρθρου αἱ λέξεις «ἡ παραχώρησις γενήσεται ἐπὶ τῇ βάσει συμμετοχῆς τοῦ Δημοσίου, οὐχὶ κατωτέρας τῶν 15% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ προϊόντος.»
§151ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον. Καίτοι γνωρίζων, ὅτι εἶσθε κατάκοποι, καὶ ὅτι ἡ ὥρα παρῆλθε, (2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον) μ’ ὅλα ταῦτα, ἕνεκα τῶν ἐπανειλημμένως ἐπενεχθεισῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀναγκάζομαι νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα. Δύο εἶναι τὰ ζητήματα· ἢ πρόκειται περὶ παραχωρήσεως, ἢ πρόκειται περὶ μελετῶν. Ἐὰν πρόκηται περὶ παραχωρήσεως, πρέπει νὰ ὁρίσωμεν τὴν παραχώρησιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων...
§152ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ παραχωρήσεως.
§153ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν πρόκηται περὶ μελετῶν, ἤτοι περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ κατὰ τόννον περιεχομένου ἀργύρου, τῆς χωροσταθμήσεως τοῦ ἐδάφους, καὶ τοῦ ὄγκου τῶν μεταλλούχων ἐκτάσεων.... (θόρυβος).
§154ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ζητεῖτε τὴν τροποποίησιν; Αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἔκαμα, καθιστῶσι καθαρὰν τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου.
§155ΣΧΙΝΑΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ἕξει πολλὰ τὰ ψεκτά. Δύο εἶναι τὰ ζητήματα: ἢ πρόκειται περὶ μελέτης, ἢ πρόκειται περὶ παραχωρήσεως. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ μελέτης, αἱ μελέται ἐπίσης εἰσὶ δύο καὶ κεχωρισμέναι: ἡ μὲν τοπογραφική, ἥτις ἐξετάζει τὴν μορφὴν τοῦ ἐδάφους καὶ κατὰ θέσεις τὸ βάθος τῶν μεταλλούχων ἐκτάσεων πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ὄγκου αὐτῶν, ἡ δὲ καθόλου χημική, προσδιορίζουσα ὁπόση κατὰ μέσον ὅρον εἶναι ἡ περιεκτικότης εἰς ἄργυρον καὶ κατὰ τόννον τῶν μεταλλούχων χωμάτων, ἔτι δὲ καὶ ὁποία εἶναι ἡ μᾶλλον συμφέρουσα μέθοδος τῆς ἐκκαμινεύσεως. Εἰς προηγουμένην συνεδρίαν ἐγνώρισα ὑμῖν, ποία εἶναι ἡ μέθοδος· διότι τὸ μετάλλευμα τοῦτο θέλει ἐκκαμινευθῆ, οὐχὶ διὰ τῶν συνήθων μεθόδων, ἀλλὰ δι’ εἰδικῶν. Ἐὰν δὲ μετὰ τὰς μελέτας ἐπιζητηθῇ συναγωνισμός, πρέπει οἱ συναγωνισθησόμενοι νὰ εὑρίσκωνται εἰς γνῶσιν τοῦ μεταλλεύματος καὶ τῆς καταλλήλου μεθόδου τῆς ἐκκαμινεύσεως.
§156ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ μελετῶν.
§157ΣΧΙΝΑΣ. Αἱ μελέται ἀπαιτοῦσι μόνον τὴν παραχώρησιν ποσοῦ τινος τόννων, 10 ἕως 20, ὅπως ἐνεργηθῶσιν αἱ δοκιμαί, δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ παραχωρηθῶσιν ὑπὸ τῆς προτέρας Κυβερνήσεως 19 χιλιάδες τόννοι χάριν τῶν δοκιμῶν. Δὲν ἐννοῶ λοιπόν, ἀφοῦ πρόκειται περὶ δοκιμῶν, πῶς ζητεῖται καὶ δύναται νὰ ψηφισθῇ παραχώρησις ἐκτάσεώς τινος ἐδάφους.
§158ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρόκειται ἐνταῦθα περὶ δοκιμῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου.
§159ΣΧΙΝΑΣ. Νὰ ἐκτελεσθῶσι δοκιμαὶ παραχωρηθησομένου ἐκ διαφόρων θέσεων ποσοῦ μεταλλεύματος, καὶ οὐχὶ νὰ παραχωρηθῇ ἔκτασις οἱαδήποτε.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ παραχωρήσωμεν ἔκτασιν γῆς μεταλλούχου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνδέχεται τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἦναι ἐπιτήδεια πρὸς τοῦτο, ἐπειδὴ ἐνδέχεται καὶ ἐργολαβικῶς νὰ δοθῶσιν αἱ τοιαῦται μελέται, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτρέπεται νὰ διατεθῇ ὡρισμένη μικρὰ ἔκτασις, ὅπως ἐπ’ αὐτῆς γένωνται αἱ δοκιμαί. Κατὰ ταῦτα ἂς συνταχθῇ ἡ τροπολογία.
§161ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ μελέτας ἀπαιτεῖται νὰ διατεθῇ ποσὸν, καὶ οὐχὶ νὰ παραχωρηθῇ ἔκτασις.
§162ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνδέχεται ἡ μελέτη νὰ ἦναι ἀναγκαῖον νὰ γείνῃ καὶ ὑπογείως. Ἐὰν πρόκηται νὰ συλλέξωμεν ἄνευ μεθόδου καὶ τάξεως ποσὸν βαρυτίνης, τὸ ὁποῖον νὰ δώσωμεν εἰς μεταλλομάστευσιν, δὲν θὰ λάβωμεν πλήρη γνῶσιν τῶν διαφόρων στρωμάτων. Πρόκειται νὰ προσδιορισθῇ μέρος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ γείνῃ ἡ μελέτη. Δὲν πρόκειται λοιπὸν οὔτε νὰ παραχωρηθῇ τι, οὔτε νὰ πωληθῇ.
§163ΣΧΙΝΑΣ. Χαίρω, διότι ἡ διασάφησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Δὲν πρόκειται κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ἐξετάσητε τὴν Α ἢ τὴν Β ἔκτασιν, ἀλλὰ πρόκειται διὰ τῶν μελετῶν νὰ γνωρίσητε ἅπασαν τὴν μεταλλοῦχον ἔκτασιν.
§164ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὰ νὰ τὰ εἰπῆτε ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν· αὐτὰ δὲν ἐνδιαφέρουσιν ἡμᾶς.
§165ΣΧΙΝΑΣ. Ἔμαθον νὰ ὁμιλῶ ἀπὸ ἐδῶ· δὲν ἐσυνείθισα νὰ μεταβαίνω εἰς τὰ Ὑπουργεῖα.
§166ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι τεχνικὸν τὸ ζήτημα.
§167ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι τεχνικὸν καὶ ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, ὀφείλομεν ἅπαντες νὰ προσφέρωμεν τὸν ὀβολὸν ἡμῶν, ὅπως καταρτισθῇ τι τέλειον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ πρῶτόν του νομοσχέδιον, — καὶ ὀφείλω χάριτας διὰ τοῦτο εἰς τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως,—καὶ ὑπέβαλε τὸ δεύτερον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ γίνεται ἡ συζήτησις. Τὸ δεύτερον τοῦτο νομοσχέδιον ἀφορᾷ μελέτας, ἤτοι ἀφορᾷ ἀντικείμενον καθόλου ἐνδιαφέρον ἡμᾶς, καθόσον μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει καταθέσει λεπτομερεῖς πίνακας τῆς ὅλης μεταλλούχου ἐκτάσεως, μετ’ ἐκθέσεως, ἐξ ἧς κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἀκριβῶς διὰ τῆς γενησομένης χωροσταθμήσεως καὶ διὰ τῶν διατρήσεων θέλομεν γνωρίζει τὸν ὄγκον τοῦ μεταλλεύματος, διὰ δὲ τῶν κατὰ διαφόρους τόπους καὶ θέσεις γενησομένων διατρήσεων καὶ ἀναλύσεων θέλομεν ἔχει τὸ μέσον ποσὸν τοῦ περιεχομένου ἀργύρου. Ἑπομένως, κύριε Ὑπουργέ, δὲν δύνασθε, ἐὰν πρόκηται περὶ μελετῶν, νὰ περιορίσητε τὰς μελέτας σας ἐπὶ ἐκτάσεως ὡρισμένης.
§168ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τίς σᾶς εἶπε τοῦτο;
§169ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη αὐτοῦ, διότι τοῦτο λύεται διὰ τοῦ ποσοῦ τοῦ μεταλλεύματος, ὅπερ θὰ ὁρισθῇ εἰς τὰς συμφωνίας· τὸ πᾶν εἶναι τὸ ποσοστὸν τοῦ περιεχομένου μετάλλου, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρισθῇ διὰ τῶν ἐρευνῶν.
§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ τοιαύτη βεβαίωσις, διὰ νὰ γείνῃ, πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ ὅλου τοῦ μεταλλεύματος.
§171ΣΧΙΝΑΣ. Ἢ δὲν ἔμαθον ἑλληνικὰ, ἢ φαίνεται παρῆλθεν ἡ ὥρα, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω.
§172ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν διαφωνοῦμεν κατ’ ἀρχήν· καὶ ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε νὰ γείνῃ ὅσον οἷόν τε τελειοτέρα ἡ μελέτη, καὶ ἡμεῖς τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν· ἡμεῖς τὴν μελέτην νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ τὴν κάμωμεν ἀπ’ εὐθείας, ὡς Κυβέρνησις, δι’ ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, ζητοῦμεν δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠθέλομεν κρίνει, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ἐργολαβικῶς ἐργασίαν τινὰ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ μελέτη γείνῃ οὕτω πληρεστέρα, νὰ ἔχωμεν καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἄδειαν.
§173ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν περιοριστικὴν διάταξιν, ἵνα ἡ ἔκτασις ᾖναι πολὺ περιωρισμένη.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐξήγησεν εἰς ποῖον σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου διαφωνεῖ.
§175ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτής, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, δηλοῖ ὅτι διαφωνεῖ ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς πρώτης παραγράφου.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει νὰ τεθῇ ἡ λέξις «προσδιορισθῇ».
§177ΣΧΙΝΑΣ. Θέλετε νὰ γείνῃ συναγωνισμὸς ἢ δὲν θέλετε;
§178ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τὴν μελέτην.
§179ΣΧΙΝΑΣ. Οἱ συναγωνισθησόμενοι ὀφείλουν νὰ γνωρίζουν τὸ ἀντικείμενον, ἐφ’ οὗ θέλουσι συναγωνισθῇ, ναὶ ἢ οὔ; Δύο αὖθις ἀντικείμενα ὀφείλει νὰ γνωρίσῃ ὁ συναγωνισθησόμενος· ἤτοι πρέπει νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῆς ὡς ἔγγιστα μεταλλούχου ἐκτάσεως κατά τε ἔκτασιν καὶ κατὰ βάθος, ὡς καὶ γνῶσιν τοῦ τρόπου τῆς μεταλλεύσεως. Ἐπειδὴ δὲ τὸ μετάλλευμα τοῦτο μεταλλεύεται δι’ εἰδικῶν μεθόδων, καὶ διὰ τῆς ὑγρᾶς λεγομένης ὁδοῦ, ἤτοι τῆς μεταβολῆς τοῦ μεταλλεύματος τούτου εἰς ἅλατα χλωριούχου ἀργύρου, τὰ ὁποῖα εἶναι διαλυτὰ εἰς τὸ ὕδωρ, δύναται ὁ ληψόμενος παραχώρησίν τινα νὰ μεταχειρισθῇ διαφόρους μεθόδους. Γνωρίζω καλῶς, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Σερπιέρης, ἕνεκα τῶν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας Σίφνου–Εὐβοίας ληφθέντων 19,000 τόννων, εἶναι ἤδη κάτοχος εἰδικῶν μεθόδων, μεθόδων ἴσως ἀγνώστων καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς ἄλλους, καὶ χημικούς· ἑπομένως οἱ ἄλλοι δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθοῦν μὲ τὸν κ. Σερπιέρην, διότι αὐτὸς εἶναι ὑπέρτερος ἀπέναντί των. Πρέπει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ παραχωρήσῃ ποσὸν εἰς διαφόρους, ζητήσοντας νὰ ἐκτελέσωσι δοκιμὰς δι’ ἰδίων ἐξόδων, ὥστε οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, μεταχειριζόμενοι οἱανδήποτε τῶν μεθόδων, νὰ κατορθώσωσι νὰ γείνωσι γνῶσται τῶν μυστηρίων, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ τρόπου τῆς ἐκκαμινεύσεως καὶ ἰδίως τῶν εἰδικῶν. Τοιουτοτρόπως δὲ δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς σημεῖον κατάλληλον, ὥστε νὰ συναγωνισθῶσι μὲ τὸν κ. Σερπιέρην ἐπὶ ἴσοις ὅροις, καὶ τότε μόνον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προστατεύσωμεν ἐπιτυχῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§180ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί προτείνετε τέλος πάντων, κύριε Σχινᾶ; (διάλογοι).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
§182ΣΧΙΝΑΣ. Τὴν μὴ παραχώρησιν οὐδ’ ἐλαχίστης ἐκτάσεως. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι πολὺ σπουδαῖον, ἀφορᾷ μέγιστα συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι τὰ μεταλλεύματα τῆς βαρυτίνης εἶναι βεβαίως πολὺ πλουσιώτερα τῶν πλουσιωτέρων μεταλλευμάτων τοῦ Λαυρίου. Μὴ ἀπατᾶσθε· ὁ περιεχόμενος ἄργυρος κατὰ τόννον δὲν εἶναι 200 γραμμάρια, ἀναβαίνει κατ’ ἐλάχιστον εἰς 500.
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὁ περιεχόμενος ἄργυρος κατὰ τόννον ἦναι 200 ἢ 500 γραμμάρια, τὸ μετάλλευμα θέλει εἶσθαι πτωχόν· ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι ὁ περιεχόμενος ἄργυρος κατὰ τόννον θέλει ὑπερβῆ τὰ 1000 καὶ τὰ 1500 γραμμάρια, διότι τότε θέλει εἶσθαι πλούσιον τὸ μετάλλευμα.
§184ΣΧΙΝΑΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τόσην ἰδέαν περὶ τοῦ μεγάλου πλούτου· ἐγὼ θέλω νὰ ἦμαι εἰς τοὺς πτωχοὺς, καὶ θὰ καταβιβάσω τὸν πλοῦτον αὐτὸν μόνον εἰς τὰ 500 γραμμάρια. Ἐὰν παραδεχθῆτε κατὰ τόννον, Κύριοι, μόνον 500 γραμμάρια ἀργύρου, ἔχετε κατὰ τόννον 90 δραχμῶν ἀξίας ἄργυρον. Τὰ ἔξοδα ἐξορύξεως καὶ ἐκκαμινεύσεως κατὰ τόννον δὲν ὑπερβαίνουν τὰς 20 δραχμάς· ἃς μὴ φαντάζωνται δέ τινες, ὅτι πρὸς τοῦτο ὑπάρχει ἀνάγκη δαπανηρῶν ἐγκαταστάσεων κλπ.
§185ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὅλα τὰ ἔξοδα εἶναι 20 δραχμαὶ κατὰ τόννον, τότε θὰ ἦναι χρήσιμα καὶ τὰ μεταλλεύματα, τὰ ἐμπεριέχοντα 200 γραμμάρια ἀργύρου, ἐνῷ εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν αὐτά.
§186ΣΧΙΝΑΣ. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, πόθεν ἔχει τὰς πληροφορίας ταύτας; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ συνοδευούσῃ τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον λέγει ῥητῶς, ὅτι «ἀγνοοῦμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ποσὸν τοῦ περιεχομένου ἀργύρου». Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγώ, τὸ ἔλαβον ἔκ τε ἰδίων ἐρευνῶν καὶ ἐκ τοῦ «Προμηθέως», ὁ ὁποῖος τὸ μετέφερεν ἐκ γερμανικῆς ἐφημερίδος, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἀνέφερον, καὶ ἥτις ἐδημοσίευσεν ἔκθεσιν περὶ τούτου λεπτομερῆ.
§187Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐκποιηθῇ σήμερον τὸ μετάλλευμα, πρόκειται νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια νὰ γίνουν δοκιμαί· ὅταν λοιπὸν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἔχει πλοῦτον, τότε τὸ συζητοῦμεν.
§188ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μὲ ἐπαναφέρετε πάλιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§189ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὰ τελειώσατε λοιπὸν, κύριε Σχινᾶ! (διακοπαί).
§190ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τί ἐννοεῖτε νὰ γείνῃ, κύριε συνάδελφε;
§191ΠΕΡΡΟΣ. Διατυπώσατε μίαν τροπολογίαν· πῶς θέλετε νὰ γείνῃ;
§192ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν μικρὰν ὑπομονὴν εἴχετε ἐν ἀρχῇ, πρὸ ἡμισείας ὥρας ἤθελον κατέλθει τοῦ βήματος.
§193Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐνοήσαμεν, τί θέλετε νὰ εἴπητε· διατυπώσατε ἐπὶ τέλους μίαν τροπολογίαν.
§194ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐκουράσθημεν πλέον, κύριε Σχινᾶ, νὰ ἀκούωμεν τὰ αὐτὰ (θόρυβος).
§195ΣΧΙΝΑΣ. Παραχωρήσατέ την λοιπόν. Νὰ γραφῇ μόνον εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι διαμαρτύρομαι ἐντόνως κατὰ παραχωρήσεως οἱασδήποτε ἐκτάσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐν τῇ ὀγδόῃ γραμμῇ λέξις «παραχωρηθῇ» παρακαλῶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «χρησιμεύσῃ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω καλόν, τὸ 2ον ἄρθρον νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον μελετῶν χορηγεῖται πίστωσις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ δραχμῶν ἑκατὸν χιλιάδων (ἀριθ. 100,000)». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, οὕτω τροποποιηθέν. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἡ πρότασις νόμου περὶ διαθέσεως χρημάτων Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ ἐπισκοπικῶν κληρονομιῶν τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου ὡς πρὸς τὴν συγκρότησιν τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, καὶ 2) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 70,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891). (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Α. Παπαγιαννακόπουλος).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΧΜΖʹ νόμου τῆς 28 Ἰουλίου 1877 καὶ τοῦ περὶ μισθοῦ τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου διατάξεων τοῦ νόμου ΦΛϚʹ τῆς 28 Μαΐου 1859.
§201ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ ὥρα περασμένη.
§202Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν θέλητε νὰ τὸ ἀναβάλωμεν, ἂς ἀναβληθῇ, ἂς προχωρήσωμεν δὲ εἰς τὸ ἀμέσως ἑπόμενον.
§203ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποτὲ τότε δὲν θὰ προχωρήσωμεν.
§204ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ ἀξίωσις τῶν κ. Βουλευτῶν, τῶν προβαλόντων ἀναβολὴν, ὑποστηρίζεται ὑπὸ πολλῶν· εἶναι τὸ νομοσχέδιον σπουδαῖον, ἀφορᾷ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὸ συζητήσῃ ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι κεκμηκυῖα· κατὰ τὴν ὥραν αὐτὴν εἶναι κεκμηκυῖα, ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι προσήκει νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐρεύνης αὐτοῦ· αὔριον τὸ προτάσσομεν τῶν ἄλλων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§205ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΩΝΒʹ τῆς 30 Μαΐου 1889. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 9 Ἰανουαρίου 1888 ᾼΧΜΑʹ νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§208ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρελείφθη ἐξ ἀβλεψίας τοῦ ἀντιγραφέως μία περίοδος τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου 2 ἐκ τοῦ παλαιοῦ νόμου, ἥτις δὲν τροποποιεῖται καὶ ἥτις πρέπει νὰ διατηρηθῇ προστιθεμένη, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἐν ἀνάγκῃ ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς δήμους κατὰ τὰς κεκανονισμένας διατυπώσεις νὰ αὐξήσωσι κατὰ ½% τὸν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων δασμὸν καὶ τοὺς ἀμέσους δημοτικοὺς φόρους. Κατὰ τὸν ὅρον τοῦτον ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς δήμους τῆς Ἑπτανήσου νὰ αὐξήσωσι τὰ δημοτικὰ αὐτῶν εἰσοδήματα».
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε τροπολογίαν;
§210ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· συμπλήρωσιν. Εἶναι διάταξις τοῦ παλαιοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν δὲν ἔθιξα, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀντιγραφῇ παρελείφθη.
§211ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντὶ τῆς λέξεως «προϋπολογιζομένων» νὰ τεθῇ «εἰσπραττομένων»;
§212ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§213ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, Κύριοι, ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων δὲν ἐπαρκοῦσι νὰ παρέχωσι τὸ καταλογιζόμενον ποσὸν ἐκ τῶν πράγματι εἰσπραττομένων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δίκαιον, χάριν τῶν ἀπορωτέρων δήμων, ἀντὶ τῆς λέξεως «προϋπολογιζομένων» νὰ τεθῇ «εἰσπραττομένων», ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ποσὸν 3,000· ἄλλως ἡ ἄρσις τῶν 3,000 εἶναι εἰκονικὴ, διότι θὰ καταντήσῃ οὔτε χίλιαι δραχμαὶ νὰ ἦναι, ὅταν βασίζηται ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων. Νομίζω ὅτι τοὐλάχιστον πρέπει νὰ ἦναι πραγματικὰ τὰ ἔξοδα, τὸ ποσὸν τῶν 3,000, διὰ νὰ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἄλλας ἀνάγκας.
§214ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, εἶναι λίαν εὔλογος. Ἐνθυμοῦνται οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν μέρος τῆς παρελθούσης περιόδου, ὅτι ὅλα τὰ παράπονα ἐβασίσθησαν ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς φράσεως ταύτης «τῶν προϋπολογισθέντων», ἕνεκα τῆς ὁποίας εἴδομεν τῷ ὄντι, ὅτι δῆμοί τινες δὲν ἔχουσι τὸ προσῆκον εἰς αὐτούς. Τοῦτο δὲ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἀκριβῶς δὲν διορθοῦται τοῦτο. Ἐνόμισα, ὅτι μετὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἤθελε διαῤῥυθμίσει τὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν δέχεται τὴν εὔλογον πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ.
§215ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος δὲν ἦτο παρὼν ὅτε τὸ νομοσχέδιον συνεζητήθη ἐν τῇ πρώτῃ καὶ δευτέρᾳ ἀναγνώσει· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ἐπίσης, ὅτι δὲν ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ προσέξῃ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἤθελεν εὕρει τὴν αἰτιολογίαν. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου λέγομεν «....Ἐπροτάθη νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ τὰ προϋπολογιζόμενα, ἀλλὰ τὰ εἰσπραττόμενα ἔσοδα τῶν δήμων· ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως ἐπιτυγχάνεται ἐπίσης, ἀπαλλασσομένου ποσοῦ ἐκ τῶν προϋπολογιζομένων δραχ. 3,000, λαμβανομένων μόνον ὑπ’ ὄψει τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων εἰσοδημάτων τῶν δήμων· καὶ τοῦτο, ἕνεκα τῆς μεγίστης δυσχερείας πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν εἰσπραττομένων, καθόσον πλεῖστοι τῶν δήμων καθυστεροῦσι πολλῶν ἐτῶν ἀπολογισμούς, ἡ δὲ ἄνευ τοιούτων ἐξεύρεσις τῶν εἰσπραττομένων εἶναι δυσχερεστάτη, ἂν μὴ ἀδύνατος.» Ἑπομένως αὐτὸς καὶ μόνος ὁ λόγος μὲ ἔκαμε νὰ παραδεχθῶ, ἀντὶ τῆς βάσεως τῶν εἰσπραττομένων, τὴν βάσιν τῶν προϋπολογιζομένων.
§216ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί δὲν δέχεσθε τὴν φράσιν «τῶν εἰσπραττομένων»; Δὲν δύνανται νὰ χορηγήσωσιν ἀκριβῶς τὸ αὐτό;
§217ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον τὸν λόγον πρὸ μικροῦ. Ἀφοῦ δὲ ἀφίνομεν ἄθικτον ποσὸν οὐχὶ πλέον 2,000, ἀλλὰ 3,000 δραχμῶν, καὶ ταύτας ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν εἰσοδημάτων, ἀλλὰ μόνον τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, νομίζω ὅτι ἀφίνομεν ποσὸν ἐπαρκές. Ἂν θέσωμεν τὴν βάσιν τῶν εἰσπραττουμένων, θέλομεν περιέλθει εἰς ἀτελεύτητον λογιστικὴν ἐργασίαν, καὶ θέλομεν περιαγάγει εἰς προβληματικὴν κατάστασιν τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐξ ὑπερβολικῆς προνοίας ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τῶν δήμων, ἐνῷ ἡ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἡ στοιχειωδεστέρα· περικόπτοντες δὲ τὰς δαπάνας ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τῆς βάσεως τῶν εἰσπραττομένων, θέλομεν καταστήσει προβληματικὴν τὴν συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ὥστε δὲν εἶναι ἔλλειψις ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῶν δήμων, ἀλλὰ μέριμνα ὑπὲρ αὐτῶν ἐν τῇ στοιχειωδεστέρα ἀνάγκῃ των, ἥτις εἶναι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις.
§218Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῆτε «τὰ βεβαιωθέντα»;
§219ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ ἕξ μηνῶν· περίεργον πρᾶγμα!....
§220ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπεθύμουν νὰ εἶχον γενικὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων τῶν δήμων κλπ. Τὸ ἄρθρον 58 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ σαφηνίζει τὰ πάντα....
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζυγομαλᾶ, θέλετε νὰ ἐρωτήσω, ἂν συναινῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς τροπολογίας σας;
§222ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δυνάμεθα νὰ θέσωμεν «τῶν βεβαιωμένων».
§223ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τότε μάλιστα.
§224ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸν ἴδιον λογαριασμὸν θὰ ἔλθητε.
§225ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἂς μείνῃ ὅπως εἶναι.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλει τις τροπολογίαν;
§227ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, μετὰ τῆς προσθήκης τῆς ἐξ ἀβλεψίας παραλειφθείσης περιόδου ἐν τέλει τοῦ βʹ ἐδαφίου, ὡς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατασκευῆς μονίμου δεξαμενῆς ἐντὸς τοῦ λιμένος Πειραιῶς. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§230ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν. Τὸ δάνειον αὐτὸ τῶν 2,500,000 γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει μελετῶν καὶ προϋπολογισμοῦ, ἢ ἄνευ τῆς ἐργασίας ταύτης;
§231Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι δύο θέλουσι κατασκευασθῆ δεξαμεναί, ὁ δὲ πρόεδρος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς εἶπεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 2,500,000 δραχμῶν θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὴν κατασκευὴν αὐτῶν.
§232ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ σᾶς πληροφορήσω, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ θέλω νὰ πείσω τήν τε Κυβέρνησιν καὶ τὸν πρόεδρον τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι εὑρίσκονται εἰς μεγίστην ἀπάτην, πιστεύοντες, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 2,500,000 θέλει ἐπαρκέσει πρὸς κατασκευὴν δύο δεξαμενῶν. Ἐντρέπομαι δὲ διὰ λογαριασμὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν πεποίθησιν, ὅτι μὲ 2,500,000 δραχμὰς θὰ κατορθώσουν τοῦτο. Ἔχω ἐνώπιόν μου τρία ὑπομνήματα τῶν σπουδαιοτέρων ὑδραυλικῶν τῆς Γαλλίας, οὓς ἐκαλέσαμεν ἐνταῦθα κατὰ τὰ 1880 ....
§233ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν θὰ τ’ ἀναγνώσητε βεβαίως ἀπόψε.
§234ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι.... ἐκ τῶν ὁποίων θέλει πληροφορηθῆ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ πρόεδρος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι τρία ὑπομνήματα (τρεῖς διαφορετικαὶ μελέται τῶν σπουδαιοτέρων ὑδραυλικῶν τῆς Γαλλίας) ἀνεγνώρισαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαστάσεων, τὰς ὁποίας προτίθεται νὰ παραδεχθῇ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ, ὅτι μία μόνον δεξαμενή, χρήσιμος καὶ διὰ τὰ θωρηκτά μας, ἀπαιτεῖ δαπάνην 4,000,000 φράγκων, καὶ φρονῶ, ὅτι πλανᾶται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πιστεύων τὰ ἐναντία. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι, δυνάμενοι νὰ κατασκευάσωσι δύο δεξαμενὰς μὲ 2,500,000 δραχμάς, διὰ νὰ εἴπητε, ὅτι οἱ Γάλλοι εἶναι πολυδάπανοι. Ὅσον καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὸς ὁ ὑπολογισμὸς αὐτῶν, βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ποτὲ, ὅτι μὲ 2,500,000 θὰ δυνηθῆτε νὰ κατασκευάσητε δύο δεξαμενάς, τῶν ὁποίων μόνον αἱ θύραι ἑκάστης ἔχουσιν ἀξίαν τὸ ὀλιγώτερον 300,000 φράγκων. Λοιπὸν, ἂν δαπανήσητε μόνον 500,000 δραχμὰς διὰ τὰς δύο θύρας, τότε πῶς εἶναι δυνατὸν δι’ 1,500,000 δραχμῶν νὰ κατασκευάσητε δύο δεξαμενάς; Τοῦτο δὲ λέγω, ὄχι διότι θέλω νὰ ἐμποδίσω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν πρόεδρον τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι εὑρίσκονται εἰς πλάνην μεγίστην, ἐκτὸς ἐὰν ἄλλη ἦναι ἡ αἰτία, δηλονότι νὰ λάβωσι τὰ 2,500,000, καὶ κατόπιν ἔχει ὁ Θεός! Αὐτὸ μάλιστα τὸ ἐννοῶ, διότι συνήθως λέγομεν: «παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν δεῖνα ἐπαρχίαν νὰ γείνῃ Γυμνάσιον εἰς βάρος τοῦ δήμου», καὶ κατόπιν ἅμα περάσουν ἕν, δύο, τρία χρόνια, τότε ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει, παρὰ νὰ ψηφίζῃ τὰς δαπάνας ταύτας εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου!
§235Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Πειραιῶς, ὡς ὅλα τὰ λιμενικὰ ταμεῖα, διατελεῖ κατὰ τοὺς νόμους ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπιτήρησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἄν τὰ 2,500,000 δὲν ἐπαρκέσωσι κατὰ τὰς διασκέψεις, αἵτινες θέλουσι γενῆ, καὶ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ κατὰ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει γνωρίζει. Ἂν δὲν ἐπαρκέσωσι, θέλει βεβαίως συνομολογηθῆ νέον δάνειον. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γένηται ἀρχὴ οἰκοδομῆς τῆς δεξαμενῆς, διότι καὶ τὸ Κράτος θέλει ὠφεληθῆ καὶ ὁ τόπος.
§236ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν λέγω ὅλα αὐτὰ διὰ νὰ ἀρνηθῶ τὴν πρόθεσίν σας τὴν καλήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 4 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατατάξεως μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς Ἑλλήνων ἀποφοίτων στρατιωτικῶν σχολείων τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ ὑπηρετούντων ἐν ξένοις στρατοῖς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Κυκλάδων κ. Κόρπα. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει....
§239ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀντὶ «εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς» καλλίτερον εἶναι νὰ τεθῇ «εἰς τὸν κατὰ γῆν στρατὸν», διότι στρατὸς τῆς ξηρᾶς δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς ἐὰν ἐννοῆται ὅτι ἔχομεν καὶ στρατὸν τῆς χλωρᾶς (γέλωτες).
§240Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς τεθῇ «Ἐπιτρέπεται ἡ εἰς τὸν κατὰ γῆν στρατὸν κατάταξις κλπ.»
§241ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ «κατὰ γῆν», διότι στρατὸς δὲν ὑπάρχει ἀλλαχοῦ.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀφαιρεῖται ἡ λέξις «ξηρᾶς». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς διωρθώθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§243Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ αʹ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 2 τὸ κείμενον τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «αʹ) Ἔχωσι συμπεπληρωμένην ἑνὸς ἔτους τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν ἀξιωματικοῦ ἐν τῷ στρατῷ τῷ ξένῳ». Παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἔχωσι συμπεπληρωμένην ἑνὸς ἔτους τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν ἀνθυπασπιστοῦ καὶ ἀνθυπολοχαγοῦ ἐν τῷ ξένῳ στρατῷ».
§244ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ βαθμὸς τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ δὲν ὑπάρχει εἰς ξένους στρατούς.
§245ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑπάρχει εἰς τὴν Γερμανίαν.
§246ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁρίσῃ, ὅτι μόνον εἰς τοὺς ἐν τοῖς στρατοῖς τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γερμανίας ὑπηρετοῦντας τοιούτους, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τοὺς ἐν ἄλλοις στρατοῖς ὑπηρετοῦντας, χορηγεῖται τὸ δικαίωμα νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ.
§247ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθόν.
§248ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην ἴσως μὲ ὑμᾶς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ.
§249ΣΧΙΝΑΣ. Μὴ ἀναγραφομένου τούτου ἐν τῷ νόμῳ, θὰ ἀφεθῇ τὸ στάδιον ἐλεύθερον, καὶ θὰ δολιευθῇ ἡ καλὴ θέλησις, τὴν ὁποίαν ἔχετε....
§250ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτείνετε τροπολογίαν;
§251ΣΧΙΝΑΣ. Τίποτε· μόνον τὴν προσθήκην «ὡς ἀνθυπασπιστοῦ ἐν τῷ γαλλικῷ καὶ γερμανικῷ στρατῷ».
§252ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐν τῷ γαλλικῷ ἢ γερμανικῷ. Οὐχὶ εἰς τοὺς δύο, εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς δύο.
§253ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα, ἐν τῷ γαλλικῷ ἢ γερμανικῷ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις μόνον θὰ σᾶς εἴπω.
§254ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§255ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ φοβοῦμαι περὶ τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τοὺς σπουδαστὰς ἐν Εὐρώπῃ· εἰσῆλθον εἰς διαφόρους σχολὰς, τοῦ Βελγίου, τῆς Ἰταλίας, τῆς Μοδένης καὶ ἄλλας. Αἱ σχολαὶ ἐκεῖναι περὶ οὐδενὸς τίθενται τοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι σπουδάζουσι διὰ ξένους στρατούς· τοὺς ἐφοδιάζουσι μὲ πτυχίον, ἔρχονται οὗτοι ἐν Ἑλλάδι, βλέπομεν νέους πραγματικῶς, οἱ ὁποῖοι ἐξ αἰσθήματος τοῦ νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν ἔχασαν τέσσαρα ἢ πέντε ἔτη, καὶ ἐξ ἀνάγκης δεικνυόμενοι ἐπιεικεῖς, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ τοὺς δεχώμεθα, ἐκεῖνοι δὲ δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους, ὡς ἔχοντες τὴν εὐκολίαν αὐτήν. Δι’ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ὑπηρετούντων εἰς ξένους στρατοὺς ἀξιωματικῶν καὶ ἐξαιρέσω μόνον ἐκείνους τοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν εἰς τὸν γαλλικὸν ἢ γερμανικὸν, ἀλλὰ διὰ τοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν, ἐπωφελούμενοι τῆς διατάξεως αὐτῆς, νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἱσπανίαν, Ἰταλίαν καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀλλοῦ, ἵνα ὑπηρετήσωσι, καὶ οἵτινες μετὰ ταῦτα ἔρχονται ἐδῶ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ δύνανται νὰ προσκτήσωσιν ἓν δικαίωμα καὶ νὰ μᾶς εἴπωσι «δεχθῆτέ μας», καὶ θὰ τοὺς δεχθῶμεν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου. Ἴσως τότε δὲν θὰ ἦναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦναι ἄλλος, καὶ ὁ ἄλλος θὰ τὸν ἐκμεταλλευθῇ· ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει πληρεστάτην πεποίθησιν νὰ μὴ δεχθῇ ἄλλους, παρὰ τοὺς ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ ἐκπαιδευθέντας.
§256ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ ἐξαιρεῖτε τὴν Ρωσσίαν;
§257ΣΧΙΝΑΣ. Διότι ἐκεῖ δὲν δύνανται νὰ μεταβῶσιν. Αἱ σχολαὶ, εἰς τὰς ὁποίας σπουδάζουσιν οἱ νέοι, εἶναι ἄλλαι· οὐδεὶς μετέβη εἰς Ρωσσίαν, ἐκτὸς ἑνός, τὸν ὁποῖον ἀνέφερον καὶ προχθὲς, καὶ ὅστις εἶναι ὁ Ἀθανάσιος Κώστα Βότσαρης, εἶναι ὁ μόνος σπουδάσας ἐν Ρωσσίᾳ· καὶ τοῦτο, διότι ὁ ἐξάδελφός του Δημήτριος Μάρκου Μπότσαρης, μεταβὰς ἐκεῖ κατὰ τὴν στέψιν τοῦ αὐτοκράτορος, ἐζήτησε καὶ κατετάχθη ὁ ἐξάδελφός του εἰς τὸ σχολεῖον· οἱ σπουδάζοντες νέοι σπουδάζουσιν ἐν Βελγίῳ, Ἰταλίᾳ, Γερμανίᾳ ἢ Γαλλίᾳ.
§258ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ νέων σπουδαζόντων ἐν στρατιωτικαῖς σχολαῖς τῆς ἀλλοδαπῆς, δὲν ἤθελον προτείνει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂν ἐπροτείνετο ὑπ’ ἄλλου, ἤθελον ψηφίσει κατ’ αὐτοῦ, διότι, ὡς ὑμεῖς ὀρθῶς ἐπληροφορήσατε τὴν Βουλὴν, καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ πληροφορήσω αὐτὴν, ὅτι μεγάλαι ἐγένοντο καταχρήσεις κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατηργήθη. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ νέων σπουδαζόντων μόνον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀλλὰ περὶ νέων σπουδασάντων, καταταχθέντων ἐν στρατῷ ἀλλοδαπῷ, καὶ βαθμολογηθέντων ἐν αὐτῷ, ὡς ἂν ἦσαν ἰθαγενεῖς.
§259ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ λέξις «σπουδασάντων», δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω.
§260ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετηρήσατε ὑμεῖς, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ προσδιορισμὸς περὶ τῶν στρατῶν, καὶ νὰ διακρίνωμεν δύο μόνον στρατοὺς, τοῦτο ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ βάσιν τινὰ, ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς ὑμᾶς, καὶ ὑμεῖς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι καὶ ἄλλων Κρατῶν στρατοὶ διακρίνονται. Μὴ λησμονήσητε τὸ πυροβολικὸν τῆς Ἱσπανίας, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὁσημέραι μεγάλην ὑπόληψιν ἐν Εὐρώπῃ· δὲν θέλω δὲ νὰ ἀναφέρω ἄλλους στρατοὺς, ὡς τὸν ῥωσσικὸν, τὸν αὐστριακόν. Ἐν γένει ὅμως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πολιτικὸν, ἐν νόμῳ τοῦ Κράτους νὰ γίνηται διάκρισις μεταξὺ τῶν στρατῶν ξένων Κρατῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ μὴ ἐπιμείνητε νὰ περιληφθῇ τὸ τοιοῦτον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§261ΣΧΙΝΑΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, ὅτι δύο λόγοι ἀναγκάζουσι τοὺς ἀξιωματικοὺς ν’ ἀκολουθῶσι τὰς σπουδάς των ἐν Γαλλίᾳ ἢ Γερμανίᾳ, διότι ὁ κανονισμὸς τῶν ἀσκήσεών μας εἶναι ὁ τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ, ὁ δὲ γερμανικὸς στρατὸς ἔχει τὰς ἀσκήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ τουρκικὸς στρατός.
§262ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Οἱ εἰς στρατοὺς ξένων Κρατῶν ὑπηρετοῦντες ἔλαβον τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν;
§263ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι τὴν ἔλαβον.
§264ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν αὐτοὶ κατετάχθησαν ἄνευ ἀδείας τοῦ Κράτους ἡμῶν, ἀπώλεσαν βεβαίως τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν καὶ δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς ποινάς.
§265ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Κυκλάδων κ. Κόρπα, ἀντικαθιστῶσα αὐτό. (Ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 3 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτυπώσεως βραχειῶν ἐπιστολῶν καὶ παρασκευῆς ταινιῶν καὶ φακέλλων, φερόντων ἔκτυπον γραμματόσημον).
§267Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἑπόμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς αʹ συζήτησιν, «περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ ἐκμεταλλεύσεως καὶ πωλήσεως τῆς Ναξίας σμύριδος», παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν, διότι εἶναι δεκτικὸν συζητήσεως, νὰ προβῶμεν δὲ εἰς τὸ ἀκόλουθον, ὅπερ εἶναι εἰς γʹ ἀνάγνωσιν.
§268ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἡ πρότασις νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 26 Μαρτίου 1887 νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν»).
§269Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προσεγγίζει τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν μας, καὶ ὀλίγαι ὑπολείπονται εἰσέτι ἡμέραι, ὑπέλαβον δὲ, ὅτι προσῆκε νὰ μὴ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, πρὶν ἡ Κυβέρνησις εἰσαγάγῃ νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λαμβάνηται πρόνοιά τις περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Πρόνοιαν τοιαύτην δυνάμεθα νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαλάβω περὶ τῶν λεπτομερειῶν, διότι ἡ ὥρα παρῆλθεν, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ ἔκθεσις θέλουσι τυπωθῆ, διανεμηθῇ καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κρίσιν σας. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ συνέλθητε καὶ αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ὥραν 4ην μ. μ.
§270ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 316). Ὁ ὀρυκτολόγος κ. Ἐμμ. Μ. Γιαννόπουλος ὑπέβαλε σχέδιον συμβάσεως περὶ ἐκμεταλλεύσεως καὶ πωλήσεως τῆς Ναξίας σμύριδος.
§272ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 317).
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον εἰς τὰς 4 μ. μ. ἔχομεν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.