1891.03.15
3,591 rows · 27,919 words · 175 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63
Τῆς 15 Μαρτίου 1891.
(Παρασκευή).
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ἀλέξανδρος Σκουζὲς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ στοιχεῖα ΧΜΖʹ νόμου καὶ τῶν περὶ μισθοῦ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου διατάξεων τοῦ νόμου ΦΛϚʹ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 311). Ὁ κ. Paul Searle μοὶ ἐπέδωκεν ἐπιστολὴν, διὰ τῆς ὁποίας δηλοῖ, ὅτι ἀποδέχεται τὰς προτεινομένας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τροποποιήσεις τῆς περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος συμβάσεως καὶ συνυποβάλλει καὶ νέον σχέδιον συμβάσεως.
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται).
§3ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ τυπωθῇ, διότι εἶναι σχετικὴ πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ σμύριδος.
§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σχέδιον συμβάσεως ὑποβάλλει, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῇ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐπίτροποι τοῦ Μητροπολιτικοῦ ναοῦ δι’ ἀναφορᾶς των ἐξαιτοῦνται, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐγγράψῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 6000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀξιοπρεπῆ συντήρησιν τοῦ ναοῦ.
§6ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ Μητροπολιτικὸς ναὸς, ἕνεκα τῶν γλίσχρων εἰσοδημάτων αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι ἐνοριακὸς ναὸς, κινδυνεύει τὸ ὀλιγώτερον νὰ κρημνισθῇ, διότι οἱ θόλοι αὐτοῦ ἐκ τῆς μακρᾶς ἀβελτηρίας ἐνιαχοῦ ἀνεῴχθησαν καὶ τὰ ὕδατα τῆς βροχῆς εἰσρέουσιν ἐντὸς τοῦ ναοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦ Μητροπολιτικοῦ ναοῦ δὲν τὸ θεωρῶ τοπικὸν τῶν Ἀθηνῶν, εἶναι ὁ πρῶτος ναὸς ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ τόσον εἶναι βέβαιον, ὥστε κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνόδων, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐνέκρινε νὰ δοθῇ βοήθεια ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ 6,000 δραχμῶν. Ἦτο δὲ τότε πρόεδρος αὐτῆς ὁ κ. Ἀνάργυρος Σιμόπουλος, ὅστις ὑπῆρξε καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς. Τὴν πρότασιν εἶχον φέρει ἐγὼ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὡς ἐνθυμοῦμαι, παμψηφεὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνέγραψεν ἐν τῇ ἐκθέσει τὸ ποσόν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ προϋπολογισμὸς συνέπεσε κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν νὰ συζητῆται περὶ τὴν 9ην τῆς πρωΐας, κατόπιν μακρᾶς καθ’ ὅλην τὴν νύκτα συνεδριάσεως, καὶ οἱ Βουλευταὶ ἦσαν κεκοπιακότες καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ λεπτολογήσωσι περὶ τοῦ ζητήματος, δὲν ἀνεγράφη τὸ κονδύλιον. Παρατηρῶ δὲ προσέτι, ὅτι ὁ ναὸς στερεῖται σήμερον τοῦ σπουδαιοτάτου αὐτοῦ εἰσοδήματος, τοῦ προερχομένου ἐκ τῆς Μονῆς Καισαριανῆς, ἧς ἄλλοτε ὁλόκληρον τὸ εἰσόδημα ἐλάμβανεν. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλω λάβει τὸν λόγον καὶ συστήσει τὴν πρότασιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
§8ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν μιᾷ τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως φροντίσῃ νὰ κομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν δύο βουλεύματα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν κατὰ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Μεσσηνίας. Ἐπειδὴ δὲ μέχρι τοῦδε δὲν τὰ ἐκόμισεν, ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου· διότι διὰ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν θέλουσιν ἀποκαλυφθῆ αἴσχη κατὰ τοῦ ἱεράρχου. Ἔχω δὲ πληροφορίας, ὅτι σκανδαλωδῶς ἐνεργεῖ εἰς τὰς ἐκκλησιαστικὰς ὑποθέσεις τοῦ τόπου.
§9ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν πρόκηται περὶ ἐκκρεμῶν δικογραφιῶν, δὲν δύναμαι οὔτε νὰ τὰς ζητήσω. Ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ ὑποθέσεων περατωθεισῶν, θέλω ζητήσει τὰ ἔγγραφα παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, καὶ θέλω κομίσει αὐτὰ ἐνταῦθα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρὸ καιροῦ ἐζητήθησαν αἱ δικογραφίαι αὗται, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπήντησεν, ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ζητηθεῖσαι παρ’ αὐτοῦ.
§10ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δίδω τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἶναι δύο κατηγορίαι, καὶ δύο βουλεύματα ἐξεδόθησαν, καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ κομισθῶσιν ἐνταῦθα.
§11ΔΑΓΡΕΣ. Δοθείσης ἀφορμῆς περὶ τῆς συμπεριφορᾶς καὶ τῆς πορείας ἑνὸς ἱεράρχου, οἷος ὁ τῆς Μεσσηνίας, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἐπιπολαίως νὰ διέλθωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Παραπονούμεθα, καὶ δικαίως, ὅτι τὸ αἴσθημα τὸ θρησκευτικὸν εὑρίσκεται ἐν χαλαρώσει μεγίστῃ· καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀληθέστατον· ὀφείλεται δὲ εἰς τὴν ἐν γένει κατέχουσαν τὴν κοινωνίαν ἔκλυσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ δυστυχῶς ἀνεπτύχθη τὰ μέγιστα τὸ αἴσθημα τῆς ἐγωϊστικῆς ἰδιοτελείας, πάντων ἀποβλεπόντων εἰς τὸ ἴδιον συμφέρον. Τοῦτο κατ’ ἐμὲ ὀφείλεται εἰς τὴν μὴ ἐκπλήρωσιν τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων τοῦ κλήρου, πρὸ πάντων δὲ τῶν ἀρχιερέων, ὧν τινες παρεβίασαν καὶ αὐτὸ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὅταν ἐψηφίσθη ὁ Τόμος καὶ ἀνεγνωρίσθη τὸ αὐτοκέφαλον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας παρὰ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἤμην Βουλευτὴς καὶ ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐψηφοφόρησα· ὅτε δὲ ταῦτα συνεζητοῦντο, κατέλαβε τὴν κοινωνίαν παροξυσμὸς, ἐδεικνύετο μέγα διαφέρον, καὶ ἡ κοινωνία διῃρέθη εἰς δύο στρατόπεδα· οἱ μὲν ἦσαν πρὸς τὸ μέρος τοῦ μακαρίτου Φαρμακίδου, οἱ δὲ πρὸς τὸ μέρος τοῦ μακαρίτου Οἰκονόμου. Τότε ἡ κοινωνία ἐνδιεφέρετο περὶ τοιούτων ζητημάτων, καὶ ἰδίως τῶν ἐκκλησιαστικῶν· σήμερον μόνον φροντίζομεν περὶ τῶν ἰδίων συμφερόντων, ὅπερ μετὰ λύπης βλέπω· διότι οὐδεὶς συγκινεῖται περὶ οὐδενὸς ζητήματος. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ Τόμος αὐτὸς δὲν ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς τῆς χειροτονίας τῶν ἱερέων, ἀλλὰ τὰς χειροτονίας ἐνέκρινεν ἡ Σύνοδος· σήμερον τὸ δικαίωμα αὐτὸ, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἀφέθη εἰς τοὺς κατὰ τόπον ἀρχιερεῖς, νὰ προτείνωσι δηλ. τοὺς ἱερεῖς καὶ νὰ χειροτονῶσι. Βεβαιῶ δὲ, ὅτι τούτου τοῦ δικαιώματος σήμερον ἐγένετο μεγάλη κατάχρησις. Δὲν ἠξεύρω τί γίνεται εἰς ἄλλας ἐπισκοπὰς, ἀλλ’ ὁ ἅγιος Μεσσηνίας συνέταξε τιμολόγιον, καὶ βεβαιῶ, ὑπὸ ἰδίαν μου εὐθύνην, ὅτι δι’ ἑκάστην χειροτονίαν ἱερέως λαμβάνει ἀπὸ 1000 μέχρι 2000 δραχμῶν, καὶ θὰ καταντήσῃ εἰς τὴν Μεσσηνίαν νὰ κάμῃ ἱερεῖς τοὺς ἡμίσεις τῶν κατοίκων· οὐδεμία δὲ λαμβάνεται φροντὶς περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν χειροτονουμένων· ὅλη ἡ προσοχή του ἐστράφη εἰς τὸ χρῆμα. Καὶ ὅταν ἡ κοινωνία γνωρίζῃ ὅτι ἡ χειροτονία, τὰ ἐγκαίνια τῶν ἐκκλησιῶν καὶ πᾶσα ἱεροτελεστία δίδεται ἀντὶ χρημάτων, φαντασθῆτε ὁποῖον δύναται νὰ μορφώσῃ ἐκ τούτου ἠθικὸν χαρακτῆρα. Προσβλέψατε εἰς τοὺς δεσμοὺς τῆς κοινωνίας, τῆς οἰκογενείας, τῆς πολιτείας· πανταχοῦ ἐξέλιπεν ἡ πεποίθησις, ὅτι οἱ ἀρχιερεῖς ἀκολουθοῦσι τὰ δόγματα τῶν συνόδων καὶ τῶν πατέρων, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεπτύχθη ἡ ῥοπὴ πρὸς τὸ ἔγκλημα. Οὐδεὶς σήμερον συλλογίζεται τὸν Θεόν· διαπράττει τὸ ἔγκλημα, καὶ ζητεῖ μόνον παντὶ σθένει νὰ ἀποφύγῃ τὴν καταδίωξιν τῶν νόμων. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ τὰ δύο βουλεύματα, ὅτε θὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα σᾶς ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἀρχιερέως αὐτοῦ, τοῦ Παναρέτου. Ἐγὼ πρὸ πολλοῦ ἐζήτησα τὰ βουλεύματα, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν προσήχθησαν. Ὅταν προσαχθῶσι, θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἔχω δίκαιον εἰς ὅ,τι λέγω, μετὰ πολλῆς ἄλλως μετριοπαθείας· διότι τί νομίζετε ἔκαμεν ὁ Μεσσηνίας εἰς χωρίον ἐξ 150 οἰκογενειῶν; Ἀφοῦ ἐχειροτόνησεν ἱερέα πρὸ δύο μηνῶν, προχθὲς ἐχειροτόνησε καὶ ἕνα ἄλλον, λαβὼν 1200 δραχμάς. Καὶ ταῦτα, ἀφοῦ ἐγὼ περὶ ὅλων αὐτῶν εἶχον κάμει λόγον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ οὗτος τοῦ ἔγραψε. Τὸ φοβερώτερον δὲ εἶναι, ὅτι ὁ ἱερεὺς, τὸν ὁποῖον ἐχειροτόνησεν ὁ ἅγιος Μεσσηνίας, πάσχει ἐκ κολλητικοῦ νοσήματος! Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὅταν ἀναγνώσητε, θὰ φρίξητε!
§12ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δώσῃ διασάφησιν ἐπὶ τοῦ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος πρό τινων ἡμερῶν, περὶ λογιστῶν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2ῳ λέγονται τὰ ἑξῆς: «Δύνανται νὰ καταταχθῶσιν ὡς λογισταὶ ἄνευ ἐξετάσεων καὶ ἄλλων διατυπώσεων οἱ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ὑπηρετοῦντες ἐν οἱᾳδήποτε ὑπηρεσίᾳ, ὑπαγομένῃ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διδάκτορες ἢ προλύται τῆς νομικῆς, ἔχοντες τὸ δικαίωμα τοῦ δικηγορεῖν.» Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ περιλαμβάνωνται καὶ οἱ ἐν τῷ Ναυτικῷ Ἀπομαχικῷ ταμείῳ ὡς τακτικοὶ καὶ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι ὑπηρετοῦντες, ἔχοντες δίπλωμα καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Βεβαίως ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπωμεν.
§14ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόκειται περὶ νόμου ψηφισθέντος· ἔπαυσε λοιπὸν πᾶσα δικαιοδοσία τοῦ ἑρμηνεύειν τὸν νόμον ἐνταῦθα. Πάντα δὲ τὰ λεγόμενα ἤδη οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν.
§16ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα ἁπλῶς νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ σημειωθῇ τότε καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγώ.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ εἰσήγαγον τὸν νόμον, καὶ γνωρίζων τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, ἔδωκα τὴν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον γίγνεται ἡ διαχείρισις τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ βακουφίων, ἐκανονίσθη διὰ νόμου τῆς 5 Φεβρουαρίου 1889. Τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ νόμου τούτου διατάσσει (ἀναγινώσκει): «Ἡ διοίκησις καὶ διαχείρισις τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ ἐν ἑκάστῃ περιφερείᾳ, ὁριζομένῃ ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ οἰκείου Μουφτῆ, βακουφίων, δωρεῶν καὶ κληροδοτημάτων ἐν γένει, τῶν ὑπὲρ Μωαμεθανῶν, θρησκευτικῶν ἱδρυμάτων ἢ κοινοτήτων, καθόσον δὲν ἐκανονίσθησαν ἄλλως διὰ τῆς θελήσεως τοῦ κληροδότου ἢ δωρητοῦ, ἢ ἂν δι’ οἱονδήποτε λόγον ἀποβαίνῃ ἀνέφικτος ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑπὸ τούτων ὁρισθέντων, ἀνατίθεται εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἀπαρτιζομένην ὑπὸ τοῦ Μουφτῆ, ὡς προέδρου, καὶ ἓξ τακτικῶν μελῶν, ἐκλεγομένων κατὰ τὰς κατωτέρω διατάξεις.» Ἐπειδὴ ἔν τισι περιφερείαις δὲν εὑρίσκονται οἱ ἓξ οὗτοι, διότι, κατ’ ἀναφορὰν τοῦ Νομάρχου Τρικκάλων, εἰς μὲν τὰ Τρίκκαλα δὲν ὑπάρχουσιν εἰμὴ τρεῖς, εἰς ἄλλας δὲ περιφερείας δὲν ὑπάρχουσιν εἰμὴ δύο, ἕνεκα δὲ τούτου δὲν δύναται νὰ γένηται ἐκλογή, οὕτω δὲ ἡ διαχείρισις στερεῖται ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἀνέθηκεν αὐτήν, διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου διατάσσεται ὅτι, ὅπου δὲν ὑπάρχει ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ εἰρημένου νόμου προσδιώρισεν, ἡ ἐπιτροπὴ θέλει ἀποτελεῖσθαι ἐκ δύο μόνον καὶ ἐκ τοῦ Μουφτῆ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 312).
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καθ’ ὃν χρόνον ἐτύγχανον ἔξω τῆς Βουλῆς μετ’ ἄλλων συναδέλφων, ἐλήφθη πρόνοια νὰ μὴ στέλλωνται εἰς τὰς οἰκίας ἡμῶν — τὸ πρᾶγμα φυσικώτατον—τὰ ἔντυπα, τὰ διανεμόμενα εἰς τοὺς Βουλευτάς. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἐζήτησα νομοσχέδιον μεγίστης σημασίας, ὂν ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὸ γραφεῖον μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει. Τοῦτο εἶναι τὸ περὶ Ἀρείου Πάγου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον, ἀφοῦ δὲν ἴσχυσεν ἡ ἰδιαιτέρα παράκλησίς μου, νὰ διατάξῃ νὰ μοὶ δοθῇ ἀντίτυπον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἴσως ἐξηντλήθησαν.
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω δικαίωμα νὰ λάβω ἀντίτυπον.
§24ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἔπρεπε νὰ στέλλωνται ὅλα εἰς τοὺς Βουλευτάς.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας λαμβάνω παρὰ τοῦ γραφείου, τὰ ἔντυπα στέλλονται εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔλαβον.
§27ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς ἐμὲ ἐστάλησαν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπανειλημμένως τὰ ἐζήτησα καὶ ἔδωκα σημείωσιν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν....
§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ ὑποβάλω μίαν ἐπερώτησιν τοῦ σεβαστοῦ φίλου μου κ. Δ. Καλλιφρονᾶ (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀναφορὰν τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διαβιβασθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ΝΕʹ τῆς 27 Φεβρουαρίου, καὶ ἐὰν σκοπῇ νὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον νομοσχέδιον, σκοποῦν τὴν δικαίαν καὶ εὔλογον αἴτησιν αὐτῶν περὶ κανονισμοῦ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν συμφώνως πρὸς τὰ πρὸ τοῦ 1885 νενομισμένα.» Συνιστῶ θερμῶς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διότι ὁμολογουμένως οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες μισθοδοτοῦνται λίαν γλίσχρως, ἐνῷ παρέχουσι μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ θέσις αὐτῶν.
§30ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναμαι ἢ νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις εἰς τὴν πρότασιν περὶ προστασίας τοῦ σώματος τῶν κλητήρων, τὸ ὁποῖον πάσχει καὶ πένεται. Ἔχομεν κλητῆρας ἀστυνομικούς, ὅπως προστατεύωσι τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, καὶ ζητοῦμεν νὰ ἔχωμεν αὐτοὺς καθαρίους, ἀγρύπνους καὶ δραστηρίους, ἐνῷ διάγουσι τὸν βίον των σχεδὸν νήστεις. Πολλάκις ἐλάλησα περὶ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς τῆς ἀπολύτου καὶ μὴ ἐπιδεχομένης πλέον ἀναβολήν. Ἢ πρέπει νὰ διαλυθῇ τὸ σῶμα αὐτὸ, ἢ πρέπει νὰ μισθοδοτηθῇ ἀξιοπρεπῶς. Κατὰ τὸ 1885 ἠλαττώθη ὁ μισθὸς αὐτῶν ὁ ὀλίγος, καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν πρώτην μισθοδοσίαν, ἡ ὁποία σήμερον δὲν ἐξαρκεῖ οὔτε διὰ τὸν ξηρὸν ἄρτον. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ληφθῇ πρόνοια ὁριστικὴ καὶ ἀποτελεσματικὴ ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἢ ἄλλως νὰ διαλυθῇ.
§31ΣΑΚΚΗΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Βουλευτὴν, διατὶ ἐπὶ 8 ἔτη ὁλόκληρα ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐσπατάλησεν ἑκατομμύρια, δὲν ἐμερίμνησε περὶ τῶν κλητήρων;
§32ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἐμνήσθητε, προὐνόησε περὶ τῶν κλητήρων, καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψήφισεν αὕτη νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ κλητῆρες ἠμείβοντο ὁπωσοῦν εἰς βαθμὸν, ὥστε νὰ τρώγωσι τὸν ἄρτον ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1885, τῆς ὁποίας εἶναι ἐπανάληψις ἡ σημερινὴ, κατήργησε τὸν προστατευτικὸν ἐκεῖνον νόμον, καὶ ἠνέχθη μόνον τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἀπονέμει εἰς τοὺς κλητῆρας τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἀλλ’ ἐλαττόνει τὸν μισθὸν, διότι, ἐνῷ ὁ μισθὸς εἶναι 60 δραχμαὶ κατὰ μῆνα, λαμβάνουσι μὲ τὴν ἐλάττωσιν μόνον 56. Εἶναι δυνατὸν πλέον εἷς κλητὴρ, καὶ μάλιστα ὅταν ἦναι οἰκογενειάρχης, νὰ ὑπηρετήσῃ μὲ 56 δραχμάς; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§33ΣΑΚΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀδίκημα τὸ προσγενόμενον διατὶ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις δὲν ἐμερίμνησε νὰ τὸ ἐπανορθώσῃ;
§34ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐπροτάθη νόμος, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ.
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ εὑρεθῇ ὁ ἔνοχος τῆς σημερινῆς καταστάσεως. Οἱ κλητῆρες μισθοδοτοῦνται γλισχρότατα, καὶ ὑψῶ καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου ὑπὲρ αὐτῶν, διότι ὁμολογουμένως διὰ τοῦ μισθοῦ τῶν 60 δραχμῶν, τὰς ὁποίας λαμβάνουσι τὰ ⅚ τῶν κλητήρων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσωσι. Παραπονούμεθα συνεχῶς, διότι συμβαίνουσι πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ προλαμβάνῃ ἡ ἀστυνομία. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει ν’ ἀμείψωμεν τὰ ὄργανα αὐτῆς, οὕτως ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των, καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν.
§36ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἔχει ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο, καὶ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις συμμερίζεται τὴν γνώμην ἡμῶν· ἄρα ἀδίκως, νομίζω, ἐγένετο ἡ συζήτησις αὕτη.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 92,465 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχμῶν 758,149:08.
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κατάλογος δὲν ὑπεβλήθη.
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ τὸν ἔχητε ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§41ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ὑπέγραψαν ὅλα τὰ μέλη, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ κατάλογος· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ὑπάρχει, νομίζω, δυσκολία νὰ ψηφισθῇ.
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἦλθεν ὁ κατάλογος, ἀλλὰ δὲν ἐτυπώθη εἰσέτι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀδείας εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν πρὸς συνομολόγησιν δανείου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§44ΣΧΙΝΑΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν παρεχομένην ἄδειαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἰδιαιτέρως νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τοῦ ἰδιαιτέρου ταμείου τῆς συντάξεως τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὴν ἑταιρίαν ταύτην, πλοιάρχων, ἀξιωματικῶν καὶ ναυτῶν, οἵτινες κινδυνεύουν νὰ χάσουν ἅπασαν τὴν ὑπηρεσίαν των.
§45ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν θ’ ἀπαντήσω εἰς τοῦτο.
§46ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα.
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, τί ἐννοεῖ διὰ τῆς ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ φράσεως «νὰ παραχωρῇ ὑποθήκην τὰς ἀκινήτους κτήσεις»· τὰς ἀκινήτους κτήσεις τῆς ἑταιρίας, ἢ τὰς ἀκινήτους κτήσεις τὰς παραχωρηθείσας ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ τὸ προνόμιόν της;
§48ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης οὐδὲν ἀναγράφεται δικαίωμα· ἑπομένως ἡ ἔννοια αὐτῆς εἶναι, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ παραχωρῇ ὑποθήκην ἐπὶ τῶν πλοίων καὶ ἐπὶ τῶν ἀκινήτων κτήσεων αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον ἔχει τοιαύτας.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἑταιρία δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ δανεισθῇ καὶ νὰ δώσῃ εἰς ὑποθήκην τὴν περιουσίαν της;
§50ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ λοιπὸν ὁ νόμος;
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας δίδω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, ὅτι ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία εἶναι βεβαίως ἀνώνυμος ἑταιρία, διαχειριζομένη τὰ τῆς ἑταιρίας κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῶν συνελεύσεων αὐτῆς, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως καὶ δεδεσμευμένη διὰ συμβάσεως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις, ἵνα ἐκπληρώσῃ· ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν ἄνευ ἀδείας τοῦ Κράτους ν’ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις, αἵτινες εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μειώσωσι τὴν ἱκανότητα αὐτῆς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα δύο ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῶν ᾼΧΜΒʹ καὶ ᾼΩϞΖʹ νόμων ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς πρὸς κατασκευὴν διπλῆς γραμμῆς. Περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 440,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1890. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ., 243,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1890. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 2,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως 1890).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξαγορᾶς τοῦ ἀτμοπλοίου «Μυκάλης» καὶ περὶ προκαταβολῶν γενησομένων τῇ Ἑλληνικῇ Ἀτμοπλοΐᾳ.
§54ΣΥΓΓΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ κάμω ὀλίγας παρατηρήσεις;
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ....
§56ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἐκ τῶν προτέρων παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἦναι λίαν ἐπιεικὴς πρὸς ἐμὲ, διότι ῥήτωρ δὲν εἶμαι καὶ οὔτε θὰ γείνω ποτέ. Λυποῦμαι πολὺ, ὅτι κατὰ πρώτην φορὰν ἀρχόμενος ἀγορεύων ἐνώπιον τῶν συναδέλφων, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ ἦμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τῆς σεβαστῆς Κυβερνήσεως· λυποῦμαι δὲ, διότι ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἐκ συστήματος ἀντίκειμαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο τοὐλάχιστον ἐκ τῶν προτέρων ὑπεδείχθη, καὶ τοῦτο θέλω νὰ βεβαιώσω ὅτι εἶναι ὅλως ἀνύπαρκτον. Ἡ θέσις μου εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ὄχι τὸ ἀκολουθεῖν προσωπικὰ κόμματα τοῦ μὲν ἢ τοῦ δὲ, τῆς μιᾶς πτέρυγος ἢ τῆς ἄλλης· ἡ ἀποστολή μου ἦτο, εἶναι καὶ θὰ ἦναι, ἐφ’ ὅσον τὸ κοινὸν μὲ τιμᾷ διὰ τῆς ἐκλογῆς του, νὰ ἐπικροτῶ εἰς τὰ καλῶς γινόμενα, καὶ νὰ κάμνω τὰς παρατηρήσεις μου εἰς τὰ κατ’ ἐμὲ μὴ ὀρθῶς γινόμενα· ἀποκρούω δὲ πάσῃ δυνάμει τὴν ἰδέαν, ὅτι κομματικῶς ὁμιλῶ. Εὔχομαι, ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ μέλλον, —διότι μέχρι σήμερον ἄκων δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετέχω τῶν συνεδριάσεων τοῦ Κοινοβουλίου, —νὰ παρουσιάσῃ πράγματα συνᾴδοντα πρὸς τὴν ἐμὴν γνώμην, καὶ ν’ ἀποδείξῃ διὰ πραγμάτων αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σήμερον ἰσχυρίζομαι. Γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ τῆς Σύρου Ἑταιρία δὲν ἐξετέλεσε τὸν προορισμόν της, καὶ νομίζω, ὅτι περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ἀπὸ 30 ἐτῶν καὶ ἀπὸ τοῦ καιροῦ, καθ’ ὃν ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος ἦτο πολὺ κατώτερος τοῦ νῦν, ἐθυσίαζε τὸ Δημόσιον ποσὰ σπουδαῖα, καὶ ἀπὸ τοῦ 1880, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ποσὸν 610,000 δραχ. εἰς ἐπιχορήγησιν τῆς ἑταιρίας. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ ἡ ἑταιρία αὐτὴ ἐδιοικεῖτο ὅπως ἔπρεπε νὰ διοικῆται καὶ ὅπως διοικοῦνται ἄλλαι ἑταιρίαι ἐν Ἑλλάδι, ὄχι ἐν τελειότητι, ἀλλὰ σχετικῶς καλῶς, δὲν ἤθελε φθάσει εἰς τὴν ἐλεεινὴν αὐτὴν κατάστασιν, τοῦ νὰ ζητῇ συμβιβασμὸν μὲ τοὺς δανειστάς της. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ποῖα εἶναι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐπέφερον αὐτὴν τὴν κατάστασιν· τοῦτο δὲν εἶναι τοῦ παρόντος· ἄλλως τε τὸ σύστημά μου δὲν εἶναι νὰ ἐπικρίνω τὰ γενόμενα κατὰ παρῳχημένους χρόνους, τῶν ὁποίων ἡ διόρθωσις δὲν εἶναι ἐφικτή. Λαμβάνω τὴν κατάστασιν τῆς ἑταιρίας, ὅπως σήμερον ἔχει, καὶ θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ σεβαστὴ Κυβέρνησις, ἦναι ἐφικτὴ ἡ θεραπεία. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι κατ’ ἐμὲ μία οὐσιωδεστάτη αἰτία τῆς καταστροφῆς αὐτῆς τῆς ἑταιρίας εἶναι τὸ ὅτι ἀείποτε ὑπεισήρχετο ἡ πολιτικὴ ἐν αὐτῇ, πολιτικὴ εἴτε ἐσωτερικὴ, ἢ ἐπαρχιακὴ, μικρὰ, μικροτάτη, εἴτε ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν πολιτική. Ἀείποτε ἐνόμιζον καὶ εἶχον τὴν ἰδέαν οἱ Κύριοι ἐν Σύρῳ, ὅτι ἐὰν δὲν ἔχωσι μίαν ὑποστήριξιν κυβερνητικὴν, ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἕνα Βουλευτὴν ἰδικόν των, καθὼς τὸ ὀνομάζουσι, δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν. Αὐτὴ εἶναι μία ἐμπορικὴ ἑταιρία· ὅλαι αἱ ἄλλαι ἑταιρίαι ἔχουσιν ὑποστήριξιν κυβερνητικήν; οὐδεμίαν. Ἀλλὰ ἐνεστερνίσθησαν τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑποστήριξιν κυβερνητικὴν, καὶ ὅτι ἄνευ αὐτῆς δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι· τοῦτο δὲ σημαίνει, ὅτι δὲν εἶχον πεποίθησιν εἰς ἑαυτούς· σημαίνει ὅτι εἶχον ὑποκεκρυμμένους τινὰς σκοποὺς ἠθικούς, σκοποὺς ἐκλογικούς· ἤτοι νὰ ὑπερτερήσω τὸν δεῖνα ἐγὼ εἰς τὴν ἐκλογὴν τὴν δημοτικὴν τὸν δεῖνα, καὶ σὺ εἰς τὴν δεῖνα βουλευτικὴν ἐκλογὴν τὸν δεῖνα. Κατ’ ἐμέ, αὕτη εἶναι ἡ πρωτίστη αἰτία τοῦ κακοῦ· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅ,τι ἐγένετο ἐγένετο. Ἂς ἐξετάσωμεν τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει, προτίθεται, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν «Μυκάλην», καὶ νὰ προπληρώσῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν δύο ἐτῶν χορηγήσεις....
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ προπληρώσῃ;
§58ΣΥΓΓΡΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια;
§59ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο αὐτὴ ἡ ἔννοια· διότι, ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐννοοῦμεν νὰ προπληρώσωμεν εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, ἤτοι νὰ ἐκθέσωμεν ἐν κινδύνῳ χρήματα τοῦ δημοσίου ταμείου, — διότι ὅταν πληρόνωμεν χωρὶς νὰ ὀφείλωμεν, ἐν περιστάσεσι τοσοῦτον ἀμφιβόλοις, ὁποῖαί εἰσιν αἱ περιστάσεις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ ἐκθέσωμεν εἰς κίνδυνον δημοσίαν περιουσίαν, — τότε ἠθέλομεν ζητήσει παρὰ τῆς Βουλῆς ἄδειαν νὰ δωρήσωμεν τὰ χρήματα εἰς τὴν ἑταιρίαν· διότι, ἐὰν προκατεβάλλομεν ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν χορηγήσεις εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ μετὰ τοῦτο ἐπέλθωσι περιστάσεις, αἵτινες ἤθελον καταστήσει τὴν ἑταιρίαν ἀνίκανον νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της, ἕνεκα τῶν ὁποίων δίδομεν τὴν χορηγίαν, τότε ἠθέλομεν ζημιώσει τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἠθέλομεν ἔχει εὐθύνην· καὶ τοιαύτην εὐθύνην βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν ἀναλάβει. Ἀλλὰ ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν νὰ δίδωμεν προκαταβολὰς εἰς τὴν ἑταιρίαν ἄνευ κινδύνου τινὸς τοῦ Δημοσίου, προκαταβολάς, αἵτινες ἤθελον εὐκολύνει αὐτὴν νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της.
§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§61ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, τί ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐν νῷ. Ἐγὼ ἀναγινώσκω τὸ νομοσχέδιον, καὶ τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἔννοιαν ἐξηγῶ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἰδιαιτέρας γνώμας καὶ ἰδιαιτέρας ἀποφάσεις, μὴ περιεχομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἔχω τὴν μεγίστην τῶν εὐχαριστήσεων νὰ τὰς ἀκούσω ἐξηγουμένας, καὶ νὰ συμφωνήσω μετ’ αὐτῆς πληρέστατα.
§62ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ τελειώσητε.
§63ΣΥΓΓΡΟΣ. Θὰ μὲ ὑποχρεώσητε μάλιστα. Ἐγὼ εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα βλέπω ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἰς αὐτὰ ἀναφέρομαι. «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαπράξῃ προκαταβολὰς» κτλ. Αὐτὸ ἀναγινώσκω, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ συζητῶ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, ἔχῃ εἰς τὴν διάνοιάν τής τι διάφορον τοῦ γραπτοῦ, θὰ ἦμαι εὐτυχέστατος νὰ τὸ ἀκούσω καὶ ἀποσύρω τὰς παρατηρήσεις μου.
§64ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι θὰ καταλήξητε εἰς αὐτό.
§65ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἴσως. Λέγω ὅθεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ζητεῖ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ δύναται νὰ προκαταβάλλῃ εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν μέχρι 2 ἐτῶν ἐπιχορηγήσεις· ἀφίνω τὸ 3ον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου δίδει τὴν ἄδειαν νὰ δώσῃ καὶ τρίτον ἔτος ἐπιχορήγησιν, διότι περὶ τούτου θέλω ὁμιλήσει εἰδικῶς. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐμελέτησε τοὺς λογαριασμοὺς τῆς ἑταιρίας, καὶ ἂν γνωρίζῃ ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη σήμερον χρεωστεῖ ληξιπρόθεσμα καὶ ἀπαιτητὰ περίπου 6,000,000 δραχμῶν. Πολλάκις ἡ ἑταιρία αὕτη ἐξεβιάσθη εἰς πτώχευσιν, καὶ ἐπιεικῶς ἡ μᾶλλον διὰ μέσων οἱωνδήποτε, ἀπηλλάγη τῆς πτωχεύσεως, ἀλλ’ ἤδη ἔκαμε σοβαρὰ διαβήματα καὶ παρ’ ἐμοὶ αὐτῷ τῷ δανειστῇ αὐτῆς, ὅπως....
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶσθε δανειστής;
§67ΣΥΓΓΡΟΣ. Μάλιστα· θὰ εἴπω ἑπομένως πῶς καὶ διατί.... Λοιπὸν ἔκαμε διαβήματα, ἵνα ἔλθῃ εἰς συμβιβασμὸν μὲ τοὺς δανειστάς της, τὰ διαβήματα δὲ ταῦτα εἶναι τὰ ἑπόμενα. Οἱ ὅροι αὐτῶν εἶναι, νὰ πληρώσουν εἰς τὰ μὴ ἐνυπόθηκα χρέη 50%, καὶ εἰς τὰ ἐνυπόθηκα χρέη, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγεται καὶ τὸ ἰδικόν μου, 80%. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν ὅρων καὶ ἐγὼ εἶχον συγκατατεθῆ, καὶ γνωρίζω ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν δανειστῶν εἶχον συγκατατεθῆ. Οἱ δανεισταὶ αὐτοί, οἱ ἔχοντες λαμβάνειν 100 καὶ ἀποδεχόμενοι νὰ λάβωσι 50 ἢ 80, πληρόνονται καθ’ ὁλοκληρίαν; Εἶναι δανεισταὶ ἑταιρίας ὑπαρχούσης; Εἶναι ἄνθρωποι μὴ κεκηρυγμένοι μὲν ἀπὸ τὰ δικαστήρια εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, ἀλλ’ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως διατελοῦντες. Ἂς ἐξετάσωμεν τὰ μέσα, τὰ παρεχόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ πόσον ταῦτα δύνανται νὰ σώσουν τὴν κατάστασιν αὐτήν. Λαμβάνω ὡς ἀρχήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀρχίσῃ ν’ ἀναλάβῃ τὴν «Μυκάλην» καὶ νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν 500 χιλιάδας δραχμῶν.
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι 500 χιλιάδας· 300 χιλιάδες εἶναι.
§69ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἀδιάφορον ἀντὶ πόσου· ἐγὼ δὲν θὰ βασισθῶ εἰς τὰς 500 ἢ τὰς 300 χιλιάδας· θέλετε δὲ ἰδεῖ, ὅτι θὰ εἴπω ὅτι τὰ παραδέχομαι ὅλα. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν θέλει προτείνει νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν 500 ἢ 400 ἢ 600 χιλιάδας, ἀδιάφορον πόσον, ἀπέναντι τῆς «Μυκάλης», δηλαδὴ ὅσα χρήματα ἐπλήρωσεν αὐτὴ μέχρι σήμερον· καὶ τοῦτο εἶναι κατ’ ἐμὲ, δίκαιον, μὴ ἐπιτρεπομένου εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κερδοσκοπῇ ἐπὶ τῆς ἑταιρίας· περιπλέον θὰ τῇ δώσῃ κατ’ ἀνώτατον ὅρον διὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη ἀπὸ 610,000 δραχμὰς, ὅσον εἶναι περίπου τὸ ἐτήσιον ἐπιχορήγημα ἀπὸ δύο ταμεῖα, 1,220,000· ἃς προσθέσωμεν καὶ 500,000, γίνονται 1,720, 000· τῇ δίδει συνάμα τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῇ 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Αὐτὸ τὸ δάνειον τῶν 3 ἑκατομμυρίων εἶναι λίαν ἀμφίβολον ἂν θὰ πραγματοποιηθῇ καὶ πρὸς πόσον θὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ πῶς θὰ πραγματοποιηθῇ. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἀκολούθως. Ἡ ἑταιρία λοιπὸν θὰ ἔχῃ ἐνώπιόν της 1,720,000 δραχμῶν· ἐξ αὐτῶν τί θὰ πρωτοπληρώσῃ; Ἀλλὰ ἐγὼ θέλω νὰ ὑποθέσω, ὅτι οἱ Κύριοι αὐτοὶ θὰ κατορθώσουν διὰ τῶν 1,720,000 δραχμῶν νὰ ἐξοφλήσουν ἓν μέγα μέρος τῶν ἀπαιτητῶν χρεῶν, des dettes criardes, (τῶν στενοχώρων χρεῶν, ἐὰν ᾖναι ὀρθὴ ἡ μετάφρασις)· ποῦ θὰ φθάσωμεν. Φθάνομεν εἰς τὸ ὅτι, ἐὰν δὲν γείνῃ τὸ δάνειον τῶν 3 ἑκατομμυρίων, πάλιν δὲν σώζεται· πρέπει νὰ δυνηθῇ νὰ πραγματοποιήσῃ καὶ τὸ δάνειον τῶν 3 ἑκατομμυρίων, καὶ οὕτω νὰ πληρώσῃ τὰ ἐπίλοιπα τῶν χρεῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτὸ τὸ δάνειον τῶν 3 ἑκατομμυρίων, πρέπει, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τῇ δίδει καὶ τὴν ἄδειαν, νὰ ὑποθηκεύσῃ ὅλην της τὴν περιουσίαν· ἀλλ’ ἡ περιουσία αὕτη δὲν εἶναι ὅλη ἐλευθέρα· ἂν δυνηθοῦν νὰ ἐξοφλήσουν τὰ χρέη τὰ ὑπάρχοντα ἐπὶ τῶν ἀτμοπλοίων, μόνον τὰ ἀτμόπλοια μένουν ἐλεύθερα, ἡ δὲ ἀκίνητος περιουσία αὐτῆς εἶναι ἤδη ὑποθηκευμένη καὶ διὰ ποσὸν πολὺ μεῖζον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀξίζει.
§70ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἰς τί συνίσταται ἡ ἀκίνητος αὐτῆς περιουσία;
§71ΣΥΓΓΡΟΣ. Εἰς τὰ νεωρεῖα καὶ τὰ ἐργοστάσια. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ διαθέσῃ, παρὰ τὴν κινητήν της περιουσίαν, ἡ ὁποία, κατὰ τὰς ἰδικάς μου πληροφορίας καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας πολλῶν γνωριζόντων τὰ πράγματα, ἂν πρόκηται διὰ χρέη νὰ πωληθῇ, βεβαίως δὲν δύναται νὰ εὕρῃ τὰ 3 ἑκατομμύρια· ἀλλ’ ἐγὼ ὑποθέτω ὅτι τὰ εὑρίσκει· ποῖος κεφαλαιοῦχος εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ δανείσῃ ποσὸν τριῶν ἑκατομμυρίων ἐπὶ περιουσίας ἀξιζούσης ἔστω καὶ 3 ἑκατομμύρια; Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Σπετσῶν δύναται νὰ μᾶς φωτίσῃ περὶ τῶν πραγμάτων τούτων.
§72ΓΟΥΔΗΣ. Ἐγὼ τὴν ἐκτιμῶ ὀλιγώτερον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων.
§73ΣΥΓΓΡΟΣ. Ὀλιγώτερον βεβαίως ἀξίζει. Θὰ συμβῇ λοιπὸν, ὅτι δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ δανεισθοῦν τὰ 3 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ θὰ δυνηθοῦν νὰ δανεισθῶσιν ἴσως 2 ἢ νὰ δώσουν ὀνομαστικὰ 3 καὶ νὰ λάβουν 2 ἑκατομμύρια πραγματικά. Τούτου δὲ τοῦ πράγματος ἔχω ἐγὼ αὐτὸς τὴν πεῖραν, διότι πρὸ τριῶν νομίζω ἐτῶν ἡ ἑταιρία εὑρίσκετο εἰς ἣν καὶ σήμερον κατάστασιν, ἐγὼ δὲ ἤμην λίαν φίλα φρονῶν καὶ πρὸς τὴν ἑταιρίαν καὶ πρὸς τοὺς περὶ τὴν ἑταιρίαν, καὶ πρὸ πάντων ἤμην φίλα φρονῶν πρὸς τὴν Σῦρον, καὶ διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ παρ’ οὐδενὸς εἰς τὰ ἑπόμενα τοῦ λόγου μου, θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἰμὶ εἰσέτι λίαν φίλα φρονῶν καὶ πρὸς τὴν ἑταιρίαν καὶ πρὸς τὴν Σῦρον. Ἦλθον λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τότε καὶ μοὶ εἶπον: «Κύριε Συγγρὲ, θὰ σώσητε τὴν ἑταιρίαν, θὰ εὐεργετήσητε τὴν θετὴν πατρίδα σας καὶ τὰ ἑξῆς»· καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ναυτοδανείου 2 ἑκατομμυρίων ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν πλοίων, μὲ πλήρη ἀσφάλειαν, μὲ ὅλας τὰς δεούσας ἐγγυήσεις, καὶ ὅτι εἶχον ἤδη δανεισθῆ ἀπέναντι τῶν 2 ἑκατομμυρίων 900 χιλιάδας ἢ 1 ἑκατομμύριον, καὶ ἐζήτουν παρ’ ἐμοῦ συμμετοχὴν εἰς αὐτὸ 300,000 δραχμῶν· προθυμότατα τὰς παρεχώρησα, καὶ τοῖς εἶπον μάλιστα, ὅτι ὁ τόκος τῶν 9%, τὸν ὁποῖον ὁρίζουσιν, εἶναι ὑπέρογκος, διότι ἐπὶ τοιούτων ἀσφαλειῶν εἶναι αἰσχύνη εἰς τοὺς ἐν Σύρῳ νὰ δανείζωνται πρὸς 9%. Τί ἔμαθα κατόπιν; ἔμαθον, ὅτι τῶν 900,000 δραχμῶν οἱ δανεισταὶ ἦσαν ἰδανικοί· πῶς ἰδανικοί; ἦσαν δανεισταὶ ἐκ προμηθειῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐκέρδιζον ἴσως τὸ 50 ἢ τὸ 30% καὶ ἐλάμβανον καὶ ἄχυρα, κατὰ τὴν παροιμίαν, αἱ δὲ ἰδικαί μου 300 χιλιάδες δραχμαὶ, αἱ καταβληθεῖσαι εἰς μετρητὰ, ἐχρησίμευσαν εἰς σκέπασμα τοιούτων δανειστῶν, καὶ ὅτι τὸ μόνον μετρητὸν χρῆμα, τὸ ὁποῖον εἰσῆλθεν εἰς τὰ ταμεῖα τῆς ἑταιρίας, ἦτο τὸ ἰδικόν μου. Δὲν θέλω νὰ ψέξω τοὺς κυρίους αὐτοὺς οὐδόλως, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὡς παράδειγμα, ὅτι ἐντὸς τῆς νήσου Σύρου δὲν εὑρέθησαν μετρητὰ, παρὰ τὰ ἰδικά μου χρήματα, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα ἦσαν κατὰ συμψηφισμόν· ἀπόδειξις δὲ τῶν λόγων μου εἶναι, ὅτι καὶ μετὰ τὴν λῆψιν τῶν 300 χιλιάδων δραχμῶν δὲν ἐπώλησαν οὔτε μίαν ὁμολογίαν διὰ χρημάτων, οὐδεμίαν, καὶ τῶν 1000 δραχμῶν τὰς ὁμολογίας οἱ λαβόντες ἀπέναντι τῶν ὅσων εἶχον λαμβάνειν δανεισταὶ τὴν ἐπιοῦσαν τὰς ἐπώλουν πρὸς 800 δραχμάς. Τί τοῦτο σημαίνει, ἢ ὅτι ἤθελαν νὰ πάρουν καὶ ἄχυρα, καὶ ἐπῆραν ὅ,τι ἐπῆραν, καὶ ἐζήτουν καὶ ἀγοραστάς; Δι’ αὐτὸ δὲ τὸ θαλασσοδάνειον, τὸ ὁποῖον ἔγεινε μὲ τόσας καὶ τόσας ἐγγυήσεις, σήμερον ἔρχονται καὶ λέγουν: «Κύριε, τὸ θαλασσοδάνειόν σου δὲν εἶναι ἀσφαλές». Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Πῶς θέλετε λοιπὸν σήμερον, εἷς ἄνθρωπος, ὅστις ἔπαθεν, καὶ ὄχι μόνον ἐγὼ, ἀλλ’ ὅλοι γενικῶς οἱ δανεισταὶ, οἵτινες ἔπαθον, ἐπὶ ὅλως ἀσφαλεστάτης δῆθεν ἐπιχειρήσεως ν’ ἀκούουν: «χάσετε 20% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου σας»; διατί; «διὰ νὰ λάβητε νέας ὁμολογίας». Ἂν τοὐλάχιστον ἤρχοντο νὰ εἴπουν «λάβετε τὰ χρήματά σας», ὑπομονή· ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ εἴπουν: «Κύριε, ἀπόκοψον 20% καὶ λάβε νέας ὁμολογίας ἀμφιβόλου ἀσφαλείας». Αὐτὸ ὀνομάζεται εἰς γαλλικὴν εἰδικὴν φράσιν «Sur premier arrangement second arrangement».
§74ΣΧΙΝΑΣ. Ἀπὸ πότε εἰσήχθη εἰς τὴν Ἑλλάδα αὐτὴ ἡ μέθοδος;
§75ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἐν Ἑλλάδι, εὐτυχῶς δι’ ἐμὲ, εἶναι πρωτοφανὴς αὐτὴ ἡ μέθοδος. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι εἶναι δυσχερέστατον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀδύνατον, ἡ ἑταιρία νὰ ἐπιτύχῃ δάνειον λογικὸν, ἐκτὸς ἐὰν μειώσῃ, ὡς εἶπον, τὸ ποσὸν ἢ εὑρεθῇ τρόπος, τὸν ὁποῖον καὶ θὰ ὑποδείξω, δι’ οὗ νὰ θεωρήσῃ ὁ δανείζων τὰ χρήματά του ἀσφαλῆ. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσω διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι ὅλα θὰ ὑπάγουν κατὰ ῥοῦν, ὅτι ἡ ἑταιρία θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ χρέη της διὰ τῆς παροχῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ εὕρῃ τὸ δάνειον τῶν 3 ἑκατομμυρίων, καὶ διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ θὰ ἐξοφλήσῃ καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους δανειστάς. Ἀλλὰ θὰ ἦναι ἆρά γε εἰς κατάστασιν νὰ προκόψῃ ἡ ἑταιρία αὕτη; Ἐπὶ 30 ἔτη λαμβάνουσα ὀλιγωτέρας πρίν, 610,000 δραχμὰς δὲ μεταγενεστέρως, ἐτησίαν ἐπιχορήγησιν, δὲν ἠδυνήθη νὰ ὀρθοποδήσῃ· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βασισθῶμεν, ὅτι θὰ ὀρθοπηδήσῃ ἐντὸς τῶν δύο αὐτῶν ἐτῶν; Ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ ὀρθοποδήσῃ, ὅ,τι ἔχει δώσει ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι χρῆμα ἀπολωλός; Οἱ μὲν δανεισταὶ θὰ κατέχουν τὴν περιουσίαν τῆς ἑταιρίας ὡς ἐνέχυρον, ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ κρατῇ κατ’ ἐμὲ μηδέν. Ὅλα, ὅσα εἶπον, μὴ ὑποτεθῇ ὅτι τὰ εἶπον διὰ νὰ παρεμποδίσω τὸν σκοπὸν τὸν εὐγενῆ καὶ ἐθνικὸν τῆς Κυβερνήσεως· τὰ εἶπον διὰ νὰ καταστήσω τὴν Κυβέρνησιν προσεκτικήν· ἐπειδὴ δὲ ἀνετράφην εἰς Σῦρον καὶ εἶμαι δημότης Ἑρμουπόλεως, πονῶ τὸν τόπον πολὺ περισσότερον ἀπὸ ἄλλους, οἵτινες θέλουν νὰ κάμουν τὸν πατριώτην, ἀλλ’ ἀλλάσσουν χρῶμα πατριωτισμοῦ συνεχῶς, καὶ ἔρχομαι εἰς ἀρωγὴν αὐτῆς ταύτης τῆς ἑταιρίας. Ἂν εἰσακουσθῶ, θὰ ἦμαι εὐτυχής· ἂν δὲν εἰσακουσθῶ, πάλιν τὸ χρέος μου τὸ ἐξετέλεσα. Λέγων θυσίαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐννοῶ ἡ Κυβέρνησις νὰ προστατεύσῃ τὴν ἑταιρίαν, ἀλλὰ νὰ τὴν προστατεύσῃ ἁρμοδίως καὶ ἀσφαλῶς· ἐνῷ μὲ τὸν τρόπον, ὃν ὑποδεικνύετε, σᾶς ἀπέδειξα, νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ ἑταιρία προστατεύεται, οὔτε ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον, πρὶν τελειώσω, πρέπει νὰ εἴπω. Βλέπω εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂν κρίνῃ ἀναγκαῖον, ἐπιφυλάσσεται τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν καὶ τρίτον ἔτος ἐπιχορήγησιν. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι τὴν δίδει· Θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν αὐτὸν παρανομαστὴν, διότι θὰ ζήσῃ ἓν ἔτος περισσότερον ἡ ἑταιρία, διότι, καθὼς εἶπον, διὰ τῶν 610,000 δραχμῶν μόνον δύναται νὰ ζήσῃ καὶ ὑπάρξῃ, δὲν δύναται νὰ προοδεύσῃ. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, εἶναι λογικὸν, εἶναι ἐθνικὸν, νὰ δώσωμεν μίαν νέαν ἐπιχορήγησιν δι’ ἓν ἔτος, καὶ διὰ τῆς ἐπιχορηγήσεως αὐτῆς νὰ ἀπομακρύνωμεν τὴν τύχην τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας ἐν γένει ἐπὶ ἓν ἔτος, δηλ. τὴν ἐμποδίζομεν ἐπὶ 2 ἔτη, νὰ τὴν ἐμποδίσωμεν καὶ ἐπὶ ἓν ἀκόμη; Θὰ μοὶ εἴπητε, πῶς ἐμποδίζεται; ἐμποδίζεται διότι, ἐν ὅσῳ μία ἑταιρία ἔχει 610,000 δραχμὰς ἐπιχορήγησιν, εἶναι ἀδύνατον ἄλλη ἑταιρία νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ προοδεύσῃ καὶ νὰ σχηματισθῇ σπουδαία, ἐκτὸς ἐὰν ἦναι ὑποχρεωμένη νὰ συμβληθῇ μὲ τὴν ἐν Σύρῳ. Εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρίσκηται ἡ κατὰ καιρὸν Κυβέρνησις, ὁπόταν παρουσιάζηται εἷς κεφαλαιοῦχος καὶ τῇ λέγει: «ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος νὰ σχηματίσω ἑταιρίαν ἐξ 20 ἑκατομμυρίων, εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀναλάβω τὰς γραμμὰς αὐτὰς τῆς Μακεδονίας, τῆς Ἀλβανίας, τοῦ Πρίντεζη ὑποχρεωτικῶς, ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταθέσω ἀμέσως τὰ 20 ἑκατομμύρια· μοὶ δίδετε μίαν ἐπιχορήγησιν;» Ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀποκρίνηται: «δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἐπιχορήγησιν, διότι τὰ μέσα μου δὲν μοι ἐπιτρέπουν νὰ δώσω καὶ εἰς ἄλλην ἐπιχορήγησιν». Ὥστε ὁ ἐπιχειρηματίας θὰ ἀποχωρῇ καὶ θὰ περιμένῃ νὰ παρέλθουν τὰ τρία ἔτη, καὶ τότε νὰ σκεφθῇ, ἂν ἡ Κυβέρνησις θὰ τὸν παραπέμπῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς Σύρου, διὰ νὰ συμβιβασθῇ μετ’ αὐτῆς. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδός· μὴ ἀπατᾶσθε, Κύριοι. Λέγονται λόγια, προτάσεις καὶ πάλιν προτάσεις, ὑποσχέσεις ἐπὶ ὑποσχέσεων δίδονται· ὅλα εἶναι μάταια· εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὰς χεῖρας λελυμένας, ἀδύνατον εἶναι νὰ σχηματισθῇ Ἑλληνικὴ ἑταιρία. Μὴ νομίζετε ὅτι αὐτὴ ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ὑπόσχεται θησαυρούς· δὲν ὑπόσχεται· ἐδῶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἵτινες ἔχουν τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν, ὡς ὁ ἐκ Σπετσῶν κ. Βουλευτής, καὶ δύναται νὰ σᾶς βεβαιώσῃ ὁποῖα εἶναι τὰ κέρδη ἐκ τῆς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως· ἡ Πανελλήνιος Ἑταιρία, διοικουμένη μετὰ μεγίστης φειδοῦς καὶ ἔχουσα περὶ ἑαυτὴν ἀνθρώπους οἰκοκυραίους, ὅπως λέγονται κοινῶς, ἔδωκεν ἓν μέρισμα ἀπὸ 15 δραχμὰς κατὰ μετοχήν· ἀλλὰ δὲν ἀσφαλίζει τὰ ἀτμόπλοιά της· ἐὰν τὰ ἀσφαλίσῃ, δὲν θὰ δώσῃ τίποτε, διότι τὰ κέρδη δὲν εἶναι τόσον μεγάλα, ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἑταιρία δὲν ἔχῃ ὑποχρεώσεις καὶ ἔχῃ φορτηγὰ ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα, ταξειδεύοντα εἰς τοὺς ὠκεανούς, νὰ μεταφέρωσιν ἄνθρακας ἐκεῖθεν καὶ προϊόντα ἑλληνικὰ ἐντεῦθεν· ἀλλὰ περὶ τοιαύτης ἑταιρίας δὲν ὁμιλῶ, ὁμιλῶ περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἐχούσης ὑποχρεωτικὰς γραμμὰς μεταξὺ Εὐρώπης, μεταξὺ Μακεδονίας, μεταξὺ Ἀλβανίας, τοιαύτη δὲ ἑταιρία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ οὐσιώδους σχετικῆς ἐπιχορηγήσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ εἷς ἄλλος λογαριασμός· ἡ ἑταιρία αὕτη ἔχει σήμερον 610,000 δραχμῶν ἐπιχορήγησιν· νὰ τὴν ἔχῃ καὶ νὰ τὴν χαίρηται· ἀλλ’ ὑπάρχει ὁ ἐλάχιστος κίνδυνος νὰ διακοπῇ ἡ συγκοινωνία ἐλλείψει τῆς ἑταιρίας αὐτῆς; Προκαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Σπετσῶν νὰ μὴ εἴπῃ, ἀντὶ πόσων δραχμῶν ἤθελεν ἀναλάβει αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς συγκοινωνίας, τὴν ὁποίαν τηρεῖ ἡ ἐν Σύρῳ ἑταιρία· εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ εἴπῃ ὅτι μὲ πολὺ ὀλιγώτερον ποσὸν τὴν ἀναλαμβάνει.
§76ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παραδέχομαι, ὅτι ὁ κ. Γουδῆς δύναται νὰ συγκρατήσῃ συγκοινωνίαν καὶ δύναται νὰ φέρῃ ἄλλα ἀτμόπλοια, ἀλλὰ θὰ ἔλθητε πάλιν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅταν θὰ δίδηται ἡ σύμβασις, καὶ θὰ εἴπητε ὅτι θὰ καταστραφῇ ἡ Πανελλήνιος Ἑταιρία, καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψητε νὰ γείνῃ.
§77ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἀκούσατέ με μέχρι τέλους, καὶ θὰ ἴδητε ποῖον εἶναι τὸ φρόνημά μου. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀποδεδειγμένον καὶ ἀδιαφιλονείκητον, ὅτι ἡ ἐπιχορήγησις τῶν 610,000 δραχμῶν εἶναι ὑπερβολικωτάτη διὰ τὴν παροῦσαν συγκοινωνίαν, καὶ ὅτι μὲ τὴν ἡμίσειαν ἐπιχορήγησιν δύνασθε νὰ εὕρητε νὰ σᾶς προσφέρουν αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν· ὑμεῖς λοιπὸν θέλετε αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν ἐκ τῶν προτέρων νὰ τὴν ὁρίσητε διὰ 3 ἔτη πρὸς 610,000 δραχμάς, ἐνῷ σᾶς παρουσιάζεται ἄλλη ἑταιρία καὶ σᾶς λέγει: «ἐγὼ καὶ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν ἀναλαμβάνω, καὶ ἀναλαμβάνω ὑποχρεωτικῶς καὶ τὰς γραμμὰς τῆς Μακεδονίας, τῆς Ἀλβανίας, τοῦ Πρίντεζη, καὶ καταθέτω ἀμέσως 25 ἑκατομμύρια δραχμὰς καὶ δέχομαι νὰ λαμβάνω μόνον 650,000 δρ. ἐτησίως·» καὶ τῇ λέγετε: «ὄχι! εἶσαι ἐθνοφθόρος!»
§78ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πότε συνέβησαν αὐτά;
§79ΣΥΓΓΡΟΣ. Καὶ προχθές, κύριε Πρόεδρε· τουλάχιστον αἱ πληροφορίαι μου τοιαῦται εἶναι.
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀνακοινοῦτε εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχετε;
§81ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἐν πρώτοις εἴχετε τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιόν σας, τοῦ ὁποίου τὴν σύμβασιν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπογράψω καὶ ἐγώ.
§82ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον;
§83ΣΥΓΓΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις (ψιθυρισμοί)... Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ βεβαιῶ, ὅτι οὐδεμία ὑλική, μικρὰ καὶ ποταπὴ ὑστεροβουλία μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα (εὖγε! εὖγε!). Νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐλπίζω, ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων θὰ μοὶ κάμῃ τὸ ἄδικον νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ταπεινὴ ὑστεροβουλία μὲ ἔκαμε νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου· καὶ τὸ τέλος τοῦ λόγου μου θὰ σᾶς ἀποδείξῃ τὸ τοιοῦτον (εὖγε! εὖγε!).
§84Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τὸ εἴπητε.
§85ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ εἶπε ν’ ἀνακοινώσω καὶ ὅ,τι νωπὸν γνωρίζω, θὰ τὸ ἀνακοινώσω προσεχῶς. Ἤδη ἐπανερχόμενος, ἀφοῦ νομίζω ἀπέδειξα ὅτι διὰ τῆς χορηγίας αὐτῆς κινδυνεύει τὸ Δημόσιον, δὲν ὠφελεῖται δὲ ἡ ἑταιρία, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 3 ἑκατομμυρίων εἶναι δυσεύρετον, ὅτι, καὶ ἂν εὑρεθῇ, πάλιν ἡ ἑταιρία δὲν σώζεται, καὶ θὰ ἔλθητε μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν τῆς σήμερον, ὅτι, ἂν χορηγήσητε τὴν ἐπιχορήγησιν, παρατείνετε διὰ τῆς ἀναβολῆς αὐτῆς ἀναγκαίως τὴν πλήρωσιν τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς ἀνάγκης ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ περισσότερα, προσθέτω, ὅτι ἐγὼ ἔχω ὅλην τὴν προθυμίαν καὶ τὴν θέλησιν πολὺ περισσότερον τῶν κυρίων διακοπτόντων με νὰ ὑποστηρίξω τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, νὰ ὑποστηρίξω τὴν Σῦρον, ὄχι ὅμως νὰ γείνω τὸ ὄργανον μιᾶς κληρονομικῆς, οὕτως εἰπεῖν, οἰκογενείας τῶν περὶ τὴν Ἀτμοπλοΐαν τῆς Σύρου,— διότι κατήντησε δικαίωμα κληρονομικὸν ἀπὸ πατρὸς εἰς τὰ τέκνα, καί, σήμερον ἔχει ὁ Α τὴν ἑταιρίαν; «σταθῆτε νὰ τὸν φάγωμεν!» αὔριον τὴν ἔχει ὁ Β; «ἔξωσις! φύγετε! ἔβγα σύ, νὰ ἔμβω ἐγώ!» Ὅλα δὲ αὐτὰ ποῦ ἀπολήγουσιν; εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς ἑταιρίας. Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω πρόσωπα, θέλω νὰ ὑποστηρίξω τὴν νῆσον, τὰς Κυκλάδας, μολονότι, ἐν παρόδῳ, δὲν βλέπω ποῖον ἄμεσον συμφέρον ἔχουσιν αἱ Κυκλάδες ἐκ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ παραδέχομαι· θέλω νὰ ὑποστηρίξω τὰς Κυκλάδας, νὰ ὑποστηρίξω τὸ ἐθνικὸν αὐτὸ πρᾶγμα, καὶ φέρω μίαν διόρθωσιν, εἰ δυνατόν, νὰ κλείσω τὴν θύραν τῶν προσωπικῶν συμφερόντων, ἂν ὄχι τῶν ὑλικῶν, τῶν ἠθικῶν συμφερόντων, αὐτῶν τῶν αἰωνίων ἠθικῶν συμφερόντων. Μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχητε δημοτικὰς ἐκλογάς· χθὲς εἴχετε βουλευτικὰς ἐκλογάς· ἡ κατέχουσα τὴν ἑταιρίαν μερὶς αὕτη εἶναι ἡ κατισχύουσα· ἐν ὅσῳ τοῦτο ὑπάρχει, δὲν ἐλπίζω οὐδεμίαν βελτίωσιν αὐτῆς τῆς ἑταιρίας. Ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἑταιρίαν πραγματικῶς, συναινῶ, ἐφ’ ὅσον κρέμαται ἀπὸ ἐμὲ, νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν «Μυκάλην» καὶ εἰς ἣν τιμὴν τὴν ἐπώλησε, διότι δὲν ἐπιτρέπεται, ἐπαναλαμβάνω, εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν νὰ ἀναλαμβάνῃ ὀπίσω εἰς κατωτέραν τιμὴν πρᾶγμά τι, τὸ ὁποῖον αὕτη ἐπώλησε πρὸς μίαν ἑταιρίαν εἰς τιμὴν ἀνωτέραν. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ οὕτω, ὡς καὶ διὰ τῆς παροχῆς τῆς χορηγίας κατὰ τὰ δύο ἔτη, πρέπει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ μέτρα της, διότι, ὡς ἠκούσατε, ἡ ἑταιρία αὕτη εὑρίσκεται πραγματικῶς εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως καὶ οἱ μέτοχοι δὲν ἔχουσι τίποτε, ὥστε μέτοχοι πραγματικοὶ δὲν ὑπάρχουσι. Σήμερον ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ τοῖς εἴπῃ: «ἐγὼ θὰ σᾶς ὑποστηρίξω, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ πάθω, ὅ,τι ἔπαθον ὅλοι οἱ δανείσαντες ὑμῖν· θὰ διορίσω ἐγὼ βασιλικὸν ἐπίτροπον, διοικητὰς τῆς ἑταιρίας, διευθυντὴν τῆς ἑταιρίας, διότι ἐγὼ εἶμαι κυρία, σεῖς δὲν ἔχετε τίποτε».
§86ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Μάλιστα, εἴμεθα σύμφωνοι.
§87ΣΥΓΓΡΟΣ. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι δὲν φέρομαι ἐχθρικῶς πρὸς αὐτήν, καὶ ἂν εἴχετε ὑπομονὴν ὀλίγον νὰ τελειώσω, ἠθέλετε μὲ εὐχαριστήσει, ἀντὶ νὰ μὲ διακόψητε. Δὲν πρέπει δὲ οὐδέποτε καὶ δι’ οὐδένα λόγον νὰ παρατείνῃ τὴν ἐπιχορήγησιν, χωρὶς νὰ ὑποχρεώσῃ συνάμα αὐτὴν εἰς ὡρισμένους ἀπὸ τοῦδε ὅρους, νὰ παραδώσῃ τὴν περιουσίαν αὐτῆς, ἂν παρουσιασθῶσι προτάσεις θετικαὶ διὰ σύστασιν μεγάλης ἑταιρίας· διότι, ἐὰν δὲν ληφθῇ αὐτὸ τὸ μέτρον, οὐδεὶς θὰ παρουσιασθῇ. Ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο μέτρον, κατ’ ἐμὲ ῥιζικόν, διὰ νὰ παύσῃ ἐπὶ μακρὸν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ὑπάρχει τὸ μέτρον νὰ χωρισθῇ ἡ ἑταιρία· ἡ ἑταιρία αὐτή, ἡ μεγάλη, ὁπόταν ἐπέλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου νὰ συστηθῇ, νὰ χωρισθῇ εἰς ἑταιρίαν ἀκτοπλοϊκήν, τὴν ὑπάρχουσαν ἐν Σύρῳ, καὶ εἰς ἑταιρίαν ἐν Πειραιεῖ ἑδρεύουσαν καὶ ἐκτελοῦσαν τὸν μέγαν προορισμόν· διότι ἡ ἑταιρία τῆς Σύρου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει προορισμὸν μέγαν, ὄχι διότι στερεῖται τῶν μέσων, ἀλλὰ διότι δὲν θέλει, διότι δὲν εἶναι ἀξία. Τοῦτο τὸ ἀπέδειξε τριακονταετία ὁλόκληρος, καὶ οὐδεὶς κεφαλαιοῦχος θέλει ἐμπιστευθῆ χρήματα εἰς τοὺς ἐν Σύρῳ, νὰ τὰ διαχειρίζωνται ἐκεῖνοι, διὰ νὰ τῷ δώσωσι κέρδος. Λοιπόν, ἐπειδὴ ἐν πάσῃ περιπτώσει αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτῆς τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ ἡ ἐν Σύρῳ Ἀτμοπλοΐα, πάντοτε εἰς τὴν μέλλουσαν ἑταιρίαν, τὴν σχηματισθησομένην, θὰ ἦναι ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἓν ποσὸν ὡρισμένον δι’ αὐτὴν τὴν ἀκτοπλοΐαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ χωρισθῇ τὸ πρᾶγμα καὶ παύσωσιν αἱ διενέξεις καὶ παύσωσιν οἱ Συριανοὶ νὰ ζητῶσιν ἐν Σύρῳ τὸ κέντρον, παύσωσι δὲ καὶ οἱ ἐν Πειραιεῖ νὰ ζητῶσι τὸ κέντρον ἐν Πειραιεῖ; Ἐν πρώτοις τὸ ὑλικὸν τὸ ὑπάρχον τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας εἶναι καταλληλότατον διὰ τὴν ἀκτοπλοΐαν, ὅλως δὲ ἀκατάλληλον διὰ πᾶσαν ἄλλην θαλασσοπλοΐαν, καὶ ὅταν ἐγὼ ἐνήργουν περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, τοῦτο εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν, νὰ μεταχειρισθῶ δηλ. τὸ ὑλικὸν τῆς ἑταιρίας τῆς Σύρου δι’ αὐτὴν τὴν ἀτμοπλοΐαν. Οὕτω δὲ περιοριζομένης τῆς ἐπιχορηγήσεως εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἑταιρίαν πρὸς μόνην τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὰς χεῖρας λελυμένας, διὰ νὰ δύναται νὰ ἐργασθῇ πρὸς τὸν μέγαν σκοπόν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ κανονίσωμεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; πῶς θὰ πληρωθῶσι τὰ χρέη τῆς ἑταιρίας; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ σήμερον ἔχῃ νὰ διαθέσῃ π.χ. 250,000 ἢ 300,000 δραχμὰς ἐτησίως δι’ ἐπιχορήγησιν τῇ μικρᾷ ταύτῃ ἑταιρίᾳ, αὗται δύνανται, ἐπιτηδείως κεφαλαιούμεναι, νὰ παράσχωσιν ἀφθονώτατον τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγκαιοῦν πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν της.
§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχει 6,000,000 χρέη, εἴπετε.
§89ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἔχει 6,000,000, καὶ πρόκειται νὰ τὰ ἐξοφλήσῃ μὲ τὴν κεφαλαιοποίησιν διὰ δανείου ὡς ἕπεται: Αἱ 300,000, κεφαλαιοποιούμεναι πρὸς 5%, θὰ φέρωσι κεφάλαιον 6,000,000, ἐπειδὴ ὅμως δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὰς κεφαλαιοποιήσῃ πρὸς 5%, θὰ τὰς κεφαλαιοποιήσῃ πρὸς 6% καὶ θὰ λάβῃ μόνον 5,000,000, οἱ δ’ ἔχοντες λαμβάνειν παρ’ αὐτῆς, ἀντὶ νὰ δεχθῶσι τοῦ πτωχεύσαντος τὸν συμβιβασμὸν, θὰ δεχθῶσι μὲ μεγίστην προθυμίαν αὐτόν. Ὑπάρχει ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται ὅτι βλέπων με ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συλλογίζεται· «ἐὰν, λέγει, ἐγὼ ὁ Ὑπουργὸς δώσω αὐτὴν τὴν ἐπιχορήγησιν, καὶ ἂν ἡ ἑταιρία δὲν δύναται νὰ ὀρθοποδήσῃ, ἐγὼ μὲν θὰ μείνω μὲ τὰς ἐγγυήσεις, τὴν δὲ ἑταιρίαν ποῦ θὰ τρέχω νὰ τὴν εὕρω;» Δυσκολία ἐπὶ τούτου δὲν ὑπάρχει, διότι ἡ ἑταιρία, ὅταν ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἐπιχορήγησιν καὶ ἔχῃ ὅλον της τὸ ὑλικὸν, ὅλην της τὴν περιουσίαν, καὶ ἡ περιουσία της αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξίζῃ πολὺ ὀλιγώτερον, οὐδεὶς θὰ διστάσῃ νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὴν θέσιν τῆς ἑταιρίας, ἀναλαμβάνων τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, προσκτῶν τὸ ὑλικὸν αὐτῆς, οὐδὲν δὲ οὕτω θέλει ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ζημιωθῇ. Δύναται δὲ ἡ Κυβέρνησις διὰ νομοθετήματος νὰ λάβῃ καὶ μείζονας ἀσφαλείας, ἃς ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ γνωρίσῃ· ἐγὼ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὁρίσω ὅλας τὰς βάσεις. Οὕτω ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἔχῃ τὰς χεῖρας ἐλευθέρας, ὥστε νὰ δύναται νὰ σχηματίσῃ τὴν μεγάλην ἑταιρίαν, ἥτις μεγάλη ἑταιρία, καθὼς σᾶς εἶπον, μὴ ἔχουσα τὸ βάρος αὐτὸ, τὸ τῆς Σύρου, πολὺ συγκαταβατικωτέρα θέλει εἶσθαι εἰς τὰς περὶ ἐπιχορηγήσεως ἀπαιτήσεις αὐτῆς. Ἀνέκαθεν εἰς ὅλας μου τὰς σκέψεις τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβασμοῦ τῆς ἑταιρίας τῆς Σύρου μετὰ τῆς μεγάλης ἑταιρίας πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως μὲ ἀπησχόλησε, διότι εἶναι πληγὴ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν, χωρὶς ὅμως διὰ τῆς θεραπείας αὐτῆς νὰ ἀνοίξωμεν ἄλλα ἕλκη. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι φοβοῦμαι μήπως ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ τοῦτο ὑποδεικνύων τὸ σχέδιον, ὑστεροβουλίαν τινὰ ἔχω. Περιῆλθον μάλιστα χθὲς εἰς τὰς ἀκοάς μου ἀκούσματά τινα, ὅτι εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐλέχθη, ὅτι ὄπισθεν τῶν προτάσεων, αἵτινες τῷ ἐγένοντο περὶ μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἤμην ἐγώ. Τῷ ἐλέχθη ὅτι, ἐπειδὴ ἐγὼ, ὡς δῆθεν ἀντιπολιτευόμενος, δὲν ἠδυνάμην νὰ παρουσιασθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ποιήσω προτάσεις, εἰσηγήθην τὴν ὑπόθεσιν διὰ πρέσβεως. Οὐδὲν τούτου ψευδέστερον. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, Κύριοι, εἶναι παροῦσα, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ πρώην κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως δηλώσῃ, ἐάν ποτε παρουσιάσθην εἰς αὐτὸν καὶ τῷ ἐπρότεινά τι περὶ ἀτμοπλοΐας, ἐὰν ἐπεδίωξα τὴν ὑπόθεσιν ὡς ἐπιχειρηματίας. Εἰς τὴν προλαβοῦσαν σύμβασιν ἐφαινόμην ἐγὼ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα· νομίζω ὅτι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι κερδοσκοπία, οὔτε τὸ χρηματίζεσθαι· αὐτὴν παρηκολούθησα καὶ ἐγώ· ὅτε δὲ παρουσιάσθην κατὰ πρόσκλησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπῄτει τὴν συνεργασίαν μου, καὶ ἠναγκάσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἀντιπαράστασιν, διότι ἡ Τράπεζα, φαίνεται, ἔλεγεν: «ὁ κ. Συγγρὸς δὲν παραδέχεται τοὺς ὅρους σας»· ἐγὼ δὲ ἔλεγον εἰς τὸν κ. τέως Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: «ἂν δεχθῇ ἡ Τράπεζα, ἐγὼ παρακολουθῶ». Μᾶς ἔθεσε λοιπὸν εἰς ἀντιπαράστασιν, καὶ εἶπον εἰς τὸν κ. Στρέϊτ: «αὐτοὺς τοὺς ὅρους ὑμεῖς τοὺς δέχεσθε, καὶ εἴπατε ὅτι ἐγὼ δὲν τοὺς δέχομαι;.... Λοιπὸν ἐγὼ τοὺς δέχομαι», τῷ εἶπον. Ἔτυχε δὲ νὰ ἦναι εἰς τὸν προθάλαμον καὶ ὁ κ. Δραγούμης, καὶ οὕτω συγκατένευσε καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα.
§90ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν τοὺς ἐδέχετο;
§91ΣΥΓΓΡΟΣ. Ἐδυσκολεύετο νὰ τοὺς δεχθῇ καὶ ἔλεγε, φαίνεται, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὡς εἶπον, ὅτι ἐγὼ δὲν τοὺς ἐδεχόμην. Οὕτω περίπου συνέβαινε καὶ πρὸ τριῶν ἡμερῶν, καὶ πρὸ δέκα ἢ δεκαπέντε ἡμερῶν· ὁ ἔντιμος τραπεζίτης, ὅστις διεπραγματεύετο μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, μοὶ εἶπε: «Κύριε Συγγρέ, δύνασθε νὰ συμπράξητε εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν;» καὶ τῷ ἀπήντησα «μάλιστα». Μὲ ἠρώτησε: «κατὰ πόσον δύνασθε νὰ συμμεθέξητε;» τῷ εἶπον: «δὲν δύναμαι νὰ συμμεθέξω ἢ μόνον διὰ τῶν ἰδίων κεφαλαίων, διότι δὲν εἶμαι εἰς καιρὸν οὔτε νὰ γράψω οὔτε νὰ συνεννοηθῶ». Τῷ ὑπεσχέθην νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἐπιῤῥοήν μου παρὰ τῇ Πανελληνίῳ Ἀτμοπλοϊκῇ Ἑταιρίᾳ, ὅπως πεισθῇ καὶ ἐκείνη νὰ προσέλθῃ, καὶ σχηματισθῇ εἷς πυρὴν μεγαλείτερος· καὶ πρὸς τοῦτο ἔκαμα διαβήματα, ἀλλ’ ἀπέτυχον, καὶ διαῤῥήδην ἀπεῤῥίφθησαν αἱ προτάσεις μου. Ἔκτοτε δὲν ἔμαθον διατὶ καὶ πῶς αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι διεκόπησαν. Ἐπαναλαμβάνω ὅθεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον περὶ τῆς μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, διότι πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη εἶναι αἰτία ἀνυπολογίστων ζημιῶν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἡμεῖς καταγινόμεθα, ἕκαστος ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ δυνάμει, τίνι τρόπῳ νὰ ἐξεύρωμεν πόρους, ὄχι πόρους τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ πόρους ἐθνικούς, διότι κατ’ ἐμὲ οἱ πόροι τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι τὸ μέγα ζήτημα· κατ’ ἐμὲ, μέγα ζήτημα εἶναι οἱ πόροι οἱ ἐθνικοί, εἶναι ἡ προμήθεια χρυσοῦ, δι’ οὗ νὰ δυνάμεθα νὰ ἐκτελῶμεν τὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις μας ἄνευ τῶν ἄλλων μέσων, δι’ ὧν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκπληρῶμεν αὐτάς. Μία ἑταιρία ἀτμοπλοϊκὴ μεγάλη δύναται νὰ εἰσαγάγῃ κατ’ ἔτος εἰς τὸν τόπον τοὐλάχιστον 12,000,000 δραχ. εἰς χρυσὸν, χωρὶς ὑπερβολὴν, καὶ 12,000,000 εἰσαγωγὴ εἰς χρυσὸν εἶναι σπουδαιοτάτη δι’ ἡμᾶς. Δὲν ἐννοῶ κέρδος 12 ἑκατομμυρίων, ἐννοῶ εἰσαγωγὴν χρυσοῦ, ὑπάρχει δὲ διαφορὰ μεταξὺ κέρδους καὶ εἰσαγωγῆς χρυσοῦ· εἶναι διαφορὰ λεπτὴ, ἣν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξηγήσω ἤδη.
§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δώσατε, κύριε Βουλευτὰ, ἐξηγήσεις περὶ τῆς διαφορᾶς, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐδῶ δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ τὴν ἐννοήσωσι.
§93ΣΥΓΓΡΟΣ. Εἶναι διαφορὰ πολὺ λεπτὴ, διότι ἄλλο εἶναι κέρδος καὶ ἄλλο εἰσαγωγὴ χρυσοῦ.
§94ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διὰ κάρβουνα πόσα θὰ ἐξάγῃ εἰς τὴν Ἀγγλίαν;
§95ΣΥΓΓΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Λοιπὸν, Κύριοι, 12,000,000 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς χρυσὸν δύνανται νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν χώραν, καὶ αὐτὰ χάνονται καθ’ ἡμέραν. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ σᾶς εἶπον, καὶ ἂν σᾶς ἐκούρασα, παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσητε.
§96ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, γνωρίζετε εἰς ποῖα ποσὰ ἐδέχθησαν νὰ συμβιβασθῶσιν οἱ δανεισταί;
§97ΣΥΓΓΡΟΣ. Εἰς διάφορα ποσὰ ἕκαστος. Ἐν ὅλῳ νομίζω ὅτι ἐσκόπουν μὲ 4,200,000 νὰ ἐξοφλήσουν ὅλα τὰ χρέη των.
§98ΓΟΥΔΗΣ. Εἴπατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι συνδυάζετε μὲ τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν καὶ τὴν Πανελλήνιον· ἐμὲ δέν με λογαριάζετε;
§99ΣΥΓΓΡΟΣ. Ὄχι, κύριε Γουδῆ· μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἀποταθῶ εἰς τὴν Πανελλήνιον, καὶ εἰς τὴν Πανελλήνιον ἀπετάθην.
§100ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, σέβομαι τὰς ἐξενεχθείσας γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ἐφ’ ὅσον αὐταί εἰσιν ἀκριβεῖς. Δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀντιῤῥήσεων καὶ τὰς ἀνακριβείας, δι’ ὧν περιέβαλε τὸν λόγον του, καὶ ἐφ’ ὧν ἐστήριξε τὸν κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοίας καὶ τῆς πρωτευούσης τῶν Κυκλάδων πόλεμόν του ὁ ἔντιμος προαγορεύσας. Κατόπιν τῶν ὅσων ἠκούσατε, Κύριοι, ὅτι εἶπε κατὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, καὶ κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ἀπεπειράθη, καταλήγων τὸν λόγον, νὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ, τῆς Σύρου καὶ τῶν Κυκλάδων. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ ἔντιμος προλαλήσας ὡμίλει ἀπὸ τῆς ἕδρας Χρηματιστηρίου τινὸς, ὅπου αἱ γνῶμαί του θὰ εἶχον ὑψίστην σημασίαν, ἀναμφιβόλως, μεθ’ ὅσα εἶπε τὸ κατ’ ἀρχὰς, ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία θὰ κατέῤῥεεν αὐτοστιγμεὶ, καὶ μετ’ αὐτῆς, περιοριζομένου τοῦ ἐμπορίου τῆς Σύρου, θὰ συναπήρχοντο καὶ ἐξ ὅλα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως τῆς Ἑρμουπόλεως, καὶ τὰ ὁποῖα προὐκάλεσε καὶ ηὔξησεν ἐπὶ τοσοῦτον αὐτὴ ἡ ἐπὶ τριακονταετίαν ἕδρα τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ἐν Σύρῳ. Εὐτυχῶς ὅμως ὡμίλησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὅπου αἱ γνῶμαι τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ οὐδεμίαν σημασίαν, οὐδεμίαν σπουδαιότητα δύνανται νὰ ἔχωσι, καὶ ἑπομένως κατ’ οὐδὲν δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν κατάστασιν τῆς ἑταιρίας. Ὀφείλω, εἶπον, νὰ διορθώσω πολλὰς ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἐξέθηκεν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Καὶ μολονότι γνωρίζει καλῶς, καθὸ δανειστὴς τῆς ἑταιρίας, ὅτι τὰ χρέη αὐτῆς ἀνέρχονται εἰς 5 μόνον ἑκατομμύρια, ἐπιστρεφομένης ἤδη τῆς «Μυκάλης», ὁ προλαλήσας ἀνεβίβασε ταῦτα εἰς 6 ἑκατομμύρια, ἄγνωστον διατί. Καίτοι γνωρίζει κάλλιστα, ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας ἡ ἐπιχορήγησις, ἡ διδομένη εἰς αὐτὴν χάριν τῆς συγκοινωνίας τοῦ Κράτους, δὲν ἀνήρχετο μέχρι τοῦ 1880 ἢ εἰς 150 μέχρι 300 χιλιάδων δραχμῶν, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πρὸ τεσσαρακονταετίας λαμβάνει 600,000 δραχμῶν ἐτησίαν ἐπιχορήγησιν, ἐνῷ τὰς 600 χιλιάδας δραχμὰς, τὰς ὁποίας σήμερον λαμβάνει ἡ ἑταιρία παρὰ τοῦ Δημοσίου, τὰς λαμβάνει μόνον ἀπὸ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880, ἤτοι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1881 καὶ ἐντεῦθεν. Ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον οὐδὲν ὄφελος δύναται νὰ δώσῃ, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ σώσῃ τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν· ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Συγγρὸν, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ 1888 ἐδάνεισεν εἰς τὴν ἑταιρίαν 300,000 δραχμῶν, ἡ ἑταιρία κατώρθωσεν, ὡς εἶπεν ὁ ἴδιος, διὰ τῶν 300 τούτων χιλιάδων δραχμῶν καὶ μόνων νὰ ζήσῃ ἐπὶ τρία ἔτη, χωρὶς νὰ αὐξήσῃ τὰ χρέη της· καὶ σήμερον, διδομένης τῆς βοηθείας αὐτῆς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἐχούσης ἄλλως τε καθῆκον νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀτμοπλοΐαν, καὶ διδομένης ἐν εἴδει προκαταβολῆς, ἀνερχομένης δὲ εἰς 2 ἑκατομμύρια δραχμῶν, δὲν δύναται νὰ σωθῇ ἡ ἑταιρία; Ὁ κ. Συγγρὸς ἔψεξε τὴν διοίκησιν τῆς ἑταιρίας καὶ ἀπέδωκεν εἰς αὐτὴν τὴν κακὴν θέσιν τῆς ἑταιρίας· ἀλλ’ ἡ διοίκησις τῆς ἑταιρίας, ἡ πρὸ ὀλίγου ἀναλαβοῦσα, κατὰ τὸ 1888 παρουσιασθεῖσα εἰς τὸν κ. Συγγρὸν, προέτεινεν εἰς αὐτὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας, καὶ ὁ κ. Συγγρὸς πράγματι ἀπεδέχθη κατ’ ἀρχὰς καὶ ἐπρότεινε μάλιστα νὰ διορισθῇ καὶ διευθυντὴς αὐτῆς εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο ἐθεωρεῖτο ἀνῆκον εἰς ὡρισμένην πολιτικὴν μερίδα, τὸ Συμβούλιον ἀντέταξεν, εἰπὸν ὅτι ὑπάρχει ἔμπειρος περὶ τὰ ναυτικὰ ξένος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἑταιρίας, καὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὁποίου εἶχον πεποίθησιν, ὅτι ἤθελον ὀρθοποδήσει τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Συγγρὸς ἀντέταξεν, εἰπὼν, ὅτι «ὁ διευθυντὴς τῆς ἑταιρίας ὀφείλει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν κ. Τρικούπην, τούτου δὲ μὴ γενομένου, ἀποσύρομαι, καὶ δὲν λαμβάνω οὐδὲν μέρος εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας.» Δυστυχῶς ἀνεχώρησεν ὁ κ. Συγγρὸς, καὶ δὲν δύναται νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, ἂν ταῦτα ἦναι ἀληθῆ ἢ μή. Ἰσχυρίσθη ὁ κ. Συγγρὸς, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, μὴ δυνάμενον νὰ φέρῃ οὐδεμίαν ὠφέλειαν εἰς τὴν ἑταιρίαν, πρέπει νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι καὶ ἄλλαι ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρίαι ἐν Ἑλλάδι, τὰς ὁποίας παρέστησεν ὡς ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει εὑρισκομένας....
§101ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπὴ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐπανάληψις τῆς συνεδριάσεως ἄνευ ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου.
§102ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. ... τὰς ὁποίας παρέστησε, λέγω, ὡς ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει εὑρισκομένας, δύο ἐκκαθαρίσεις ἔκαμον μέχρι τοῦδε, καὶ ἤδη μόνον φαίνονται κἄπως βελτιωθεῖσαι. Διατὶ φοβεῖται τὴν πρώτην καὶ μόνην ἐκκαθάρισιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοίας;
§103ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ διακοπὴ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐπανερχόμεθα.
§104ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς γείνῃ κύριε Πρόεδρε διακοπὴ ἡμισείας ὥρας. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8½ μ. μ.)
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Συνοδινὸς θὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§106ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου ὁ ἔντιμος προλαλήσας, παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία δὲν ἐξετέλεσε τὸν προορισμὸν αὑτῆς....
§107ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Προηγουμένως εἴπατε, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Συγγρὸς δὲν ἐνέδωκε νὰ βοηθήσῃ τὴν ἑταιρίαν, διότι ἤθελεν, ὁ διευθυντὴς τῆς ἑταιρίας, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλλε, νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. Τρικούπη.
§108ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἰδοὺ τί εἶπον. Ὅτε κατὰ τὸ 1888 τὸ Συμβούλιον τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοίας, πολλὰ τῶν μελῶν τοῦ ὁποίου ἀντιπροσωπεύουσι καὶ σήμερον τὴν ἑταιρίαν, προσῆλθεν εἰς τὸν κ. Συγγρὸν, ὅπως συσκεφθῶσι μετ’ αὐτοῦ καὶ ἀνεύρωσι τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ διευκολύνωσι τὸ ἔργον αὑτῆς χάριν τῆς Σύρου, ὁ κ. Συγγρὸς ὑπέβαλε κατ’ ἀρχὰς τὰς ἰδέας του, τὰς ὁποίας ἠσπάσθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν οἱ ἐν Σύρῳ, χάριν τῆς ἑταιρίας, καὶ ἔφθασαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἑταιρίας. Ὁ κ. Συγγρὸς ἐζήτησε τότε νὰ ἐπιβάλῃ ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον, χωρὶς νὰ ἔχῃ λόγον ν’ ἀποκρούσῃ τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον, εἶπεν ὅτι, ἀφοῦ ἐτίθετο ὡς ἀρχὴ, ὅτι ἡ ἑταιρία δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ν’ ἀναμιγνύηται εἰς τὰς ἐκλογὰς, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ διευθυντὴν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀνήκῃ εἰς πολιτικὴν φατρίαν· ὑπεδείχθη δὲ τότε ὡς διευθυντὴς ξένος, ἔχων μεγάλην πεῖραν τῶν ἀτμοπλοϊκῶν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Συγγρὸς δὲν ἐδέχθη, προσθέσας ὅτι ὁ διευθυντὴς ὀφείλει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν κ. Τρικούπην.
§109ΣΥΓΓΡΟΣ. Διαμαρτύρομαι καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς λέξεως κατὰ τῶν λεγομένων.
§110ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ταῦτα γνωρίζομεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παρ’ αὐτῶν τῶν συμβούλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι λίαν ἀξιότιμα πρόσωπα, καὶ δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ δώσωμεν πίστιν εἰς τὰ λεγόμενα αὐτῶν. Ἰσχυρίσθη ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅτι ἡ ἑταιρία δὲν ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμὸν αὑτῆς. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρία, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπὸ τοῦ 1857 μέχρι τοῦ 1880 συνεκράτησε τὴν συγκοινωνίαν τοῦ ἔθνους, τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν, ἐφ’ ὅσον ἦτο εἰς αὐτὴν δυνατὸν, ἀπὸ δὲ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον ἐδιπλασίασε τὰς γραμμὰς τῆς συγκοινωνίας καὶ βεβαίως αἱ γραμμαὶ, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι γραμμαὶ ἄγονοι, ἐπελθούσης δὲ καὶ τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου, ἠλαττώθησαν κατὰ πολὺ τὰ εἰσοδήματα αὐτῆς. Δὲν ἀρνοῦμαι καὶ δὲν διαφωνῶ πρὸς τὸν προλαλήσαντα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διευθύνσεως· πιθανὸν ἡ διεύθυνσις, ἐξ ἀπειρίας ἢ ἐξ ἄλλων λόγων, νὰ μὴ εὐδοκίμησεν ὅσον ἔπρεπεν, ἀλλὰ δὲν ἀποδίδω ὅσα ἄλλοι προαγορεύσαντες ἠθέλησαν ν’ ἀποδώσωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας καὶ τὴν διοίκησιν αὐτῆς. Ἡ σύμβασις τοῦ 1880 ὑπεχρέωσε τὴν ἑταιρίαν, ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς συμβάσεως νὰ προσθέσῃ εἰς τὰ ὑπάρχοντα τότε ἀτμόπλοια καὶ τρία ἕτερα μεγαλειτέρας χωρητικότητος· ἡ ἑταιρία ὅμως, ἀντὶ τριῶν, προσέθηκεν ὀκτὼ, συγχρόνως δὲ ἐπεβλήθη εἰς αὐτὴν νὰ ἐπαυξήσῃ καὶ ἐπισκευάσῃ, καὶ ἐπεσκεύασε καὶ κατεσκεύασε τελειότερον τὸ νεωρεῖον αὐτῆς, δαπανήσασα πρὸς τοῦτο ὑπὲρ τὰ 2 ἑκατομμύρια. Ἐὰν προσθέσωμεν τὰ 2 ταῦτα ἑκατομμύρια εἰς τὰ ὀκτὼ ἀτμόπλοια, ἀνέρχεται ὁ ἀριθμὸς εἰς δέκα περίπου ἀτμόπλοια, ἀντὶ τριῶν, δι’ ἃ διὰ τῆς συμβάσεως ὑπεχρεώθη, ἐναντίον τῶν δυνάμεών της ὁμολογουμένως· ἀλλ’ οἱ τότε διευθύνοντες ἐνόμισαν ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ πολλαπλασιάσωσι τὰ ἀτμόπλοια καὶ ν’ ἀναλάβωσιν ἐξωτερικὰς γραμμάς. Ἀλλ’ ἀτυχῶς τὰ ἀτμόπλοια αὐτῆς, ὄντα 1000–1200 τόννων, δὲν ἠδύναντο νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰ ἀτμόπλοια τῶν τεσσάρων καὶ ἓξ χιλιάδων τόννων, τὰ ὁποῖα αἱ διάφοροι εὐρωπαϊκαὶ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρίαι ἀποστέλλουσι καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν Ἀνατολήν. Ἕνεκα δὲ ὅλων τούτων τῶν δαπανῶν περιῆλθεν ἡ ἑταιρία εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκεται σήμερον. Ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ἐξεπλήρωσε καὶ ἕτερον προορισμὸν, λίαν σπουδαῖον διὰ τὸ ἔθνος. Ὑπεχρεώθη διὰ τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς καὶ τοῦ νόμου τῆς συστάσεώς της νὰ συστήσῃ ἐργοστάσιον μηχανουργείου, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ χρησιμοποιήσῃ ὡς σχολεῖον. Συνέστησε τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο ἐν Σύρῳ, καὶ ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐν αὐτῷ ἐξεπαιδεύοντο 60 νέοι καὶ πλέον. Καὶ ἂν σήμερον ὑπάρχωσι μηχανικοὶ ἐν Ἑλλάδι, οἱ πλεῖστοι ἐξῆλθον ἐξ αὐτῶν τῶν ἐργοστασίων τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, καὶ σήμερον διευθύνουσι πλεῖστα ὅσα ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀτμόπλοια καὶ ἀτμοκινήτους μηχανὰς διαφόρων καταστημάτων. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα, συνδεδεμένη οὖσα μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, — διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπῆρξεν ὁ μέγιστος τῶν μετόχων αὐτῆς, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπέδιδε τὴν ἐπιχορήγησιν εἰς τὴν ἑταιρίαν, — ὤφειλε νὰ εὑρίσκηται εἰς ἁρμονίαν μετὰ τῶν κυβερνώντων, καὶ ἐκ τούτου λαβὼν ἀφορμὴν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, παρέστησεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ ἑταιρία ἀνεμίχθη πάντοτε εἰς τὴν πολιτικὴν, καὶ ὅτι πάντοτε ἐν τῇ διανοίᾳ τῶν ἀντιπροσωπευόντων αὐτὴν ἐθεωρήθη, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ Βουλευτὴς, ἀνήκων εἰς τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἑταιρία. Καὶ πράγματι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς τελευταίας χρηματικὰς δυσχερείας τῆς ἑταιρίας, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπὶ τοσοῦτον ἐπίεσε τὴν ἑταιρίαν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ὥστε δὲν ἔδιδεν εἰς αὐτὴν λογαριασμὸν δύο ἔτη, δὲν ἔδιδεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιχορήγησιν, ἡ ὁποία τῇ ἀνῆκεν, ἐνόσῳ δὲν ἔβλεπεν, ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ἀπαρτίζοντα τὸ διοικητικὸν αὐτῆς συμβούλιον, ἀνῆκον εἰς αὐτήν. Ἐπιέσθη λοιπὸν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ διεύθυνσις τῆς ἑταιρίας νὰ δώσῃ τὴν παραίτησιν αὐτῆς καὶ ἀναλάβωσι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον φιλίως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἑταιρία ἐπεδίωκε καὶ εἶχε καθῆκον νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν φιλίαν τῆς Κυβερνήσεως πάντοτε. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα, ὡς προεῖπον, ἐξυπηρέτησε τὸ ἔθνος διαφοροτρόπως, καὶ ἐξεπλήρωσεν ὡς ἔδει τὸν προορισμὸν αὐτῆς· ἴσως δὲν ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμὸν αὐτῆς ὡς πρὸς τοὺς μετόχους καὶ δὲν ἐπλήρωσε τὰ βαλάντια αὐτῶν χρημάτων, ἀλλ’ ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμὸν αὐτῆς ὡς πρὸς τὸ ἔθνος, διότι καὶ τὴν συγκοινωνίαν ἐτήρησεν ἐπαρκῶς μέχρι σήμερον καὶ τὴν ταχυδρομικὴν κίνησιν ἀνέλαβε καὶ διεξήγαγε, καὶ εἰς τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις τοῦ ἔθνους πάντοτε ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα εὑρίσκετο ἑτοίμη νὰ παράσχῃ πᾶσαν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ ἔθνος· δὲν εἶναι δὲ μικραὶ αἱ ζημίαι, τὰς ὁποίας ὑπέστη κατὰ τὰς διαφόρους ἐπαναστάσεις τῆς Θεσσαλίας, τῆς Κρήτης καὶ τὴν ἐποχὴν τῆς Μεταπολιτεύσεως ἀκόμη. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὴν Μεταπολίτευσιν ἅπαντα τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας τὰ κατέλαβον οἱ ἀντάρται, ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὸν ἀποκλεισμὸν ἅπαντα τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας δὲν ἐκινήθησαν καὶ ἔμενον ἐν τῷ λιμένι τῆς Σύρου. Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δὲν ἐξετίμησε καλῶς τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἀνῆλθε τὸ βῆμα· καὶ κατέληξε μὲν τὸν λόγον, λέγων ὅτι θέλει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἑταιρία ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλε χάριν τῆς Σύρου, ἀλλ’ ὁ πρόλογος αὐτοῦ καὶ ἐν γένει ἡ ὁμιλία του ἔτεινεν εἰς τὸ νὰ καταπέσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νὰ μὴ δοθῇ παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως οὐδεμία βοήθεια εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ τοιουτοτρόπως μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, εὐθὺς ὡς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐπιψηφισθῇ, ἡ περιουσία τῆς ἑταιρίας θέλει τεθῇ εἰς πλειστηριασμὸν, ἡ ἑταιρία θέλει κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, καὶ βεβαίως οἱ ἔχοντες κατὰ νοῦν τὸν σχηματισμὸν μεγάλης πανελληνίου ἑταιρίας θέλουσιν εὕρει τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἀρχίσωσι τὸ στάδιον τῆς μεγάλης ταύτης ἑταιρίας ἐκ τῶν πλοίων καὶ τῶν περισσευμάτων τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας.
§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν, περίοδον τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ τελευταίᾳ ἐκτάκτῳ συνόδῳ αὐτῆς, ἔφερον πρῶτος, ἂν μὴ πλανῶμαι, τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δι’ ἐπερωτήσεώς μου πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἀξιῶν νὰ μάθω παρ’ αὐτῆς, τί ἐσκέπτετο νὰ πράξῃ περὶ ἢ ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας, ἥτις, καθ’ ἃ τότε διεδίδετο καὶ ἐπιστεύετο, εὑρίσκετο εἰς δεινὴν θέσιν οἰκονομικῶς, καὶ δὴ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ ὕπαρξις αὐτῆς ἠπειλεῖτο. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔκτοτε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζήτει τὴν ἄδειαν πρὸς σύστασιν Μεγάλης, ὡς ὠνόμαζεν αὐτήν, Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας ὕψωσα τότε, ὅση μοι δύναμις, φωνὴν, διότι εἰς τοῦτο μὲ ἦγον καὶ αἱ πεποιθήσεις μου περὶ αὐτῆς καὶ οἰκογενειακαὶ παραδόσεις σεβασταὶ, ἃς ὤφειλον ν’ ἀκολουθήσω, ἐφ’ ὅσον αἱ περιστάσεις ἐπέτρεπον τοῦτο, ἐφ’ ὅσον αἱ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἄλλοτε ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα εἶχεν ὑποστηριχθῆ καὶ ἐνισχυθῆ ἐκθυμότατα παρὰ τοῦ μακαρίτου πατρός μου, δὲν εἶχον μεταβληθῆ. Προέτεινα τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν διὰ γενναίας χρηματικῆς χορηγίας, ἱκανῆς νὰ ἐξαγάγῃ αὐτὴν τῶν δυσχερειῶν, εἰς ἃς ὁμολογουμένως εὑρίσκετο. Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη τὸν πάταγον καὶ τὸν θόρυβον, ὃν ἤγειρεν ἡ πρότασίς μου ἐκείνη καὶ ἐκ τῆς μιᾶς καὶ ἐκ τῆς ἑτέρας πτέρυγος· ἡ πρότασίς μου ἐκείνη περὶ χρηματικῆς ἐνισχύσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἔτυχεν ἐκφραστικωτάτης ἀποδοκιμασίας· ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ οὐδεμίαν εὕρισκον ἐνίσχυσιν ἐκ τῆς μιᾶς ἢ ἐκ τῆς ἑτέρας πτέρυγος τῆς Βουλῆς, διότι ἡ ἑταιρία, ὡς ἐφαίνετο τότε, ἐν τῇ συνειδήσει τῶν Βουλευτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν τότε Βουλήν, παρίστατο ἀνεπαρκὴς καὶ ἀναξία τοιαύτης συνδρομῆς. Ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως δὲ, ὡς προεῖπον, εἰς τὴν πρότασίν μου ἐκείνην, ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ ἱδρύσεως μεγάλης ἀτμοπλοΐας νομοσχέδιον, ὅπερ ἡ πολιτικὴ μερὶς, εἰς ἣν ἀνῆκον τότε, ἐπολέμησε πάσῃ δυνάμει. Ἐγώ, θερμὸς ὑπερασπιστὴς τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας ἐν γένει, τῆς ναυτιλίας, λέγω, τῆς Ἑλληνικῆς, ὑπεράνω τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας, ἐπολέμησα ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν εὕρισκον αὐτὸ ἐπαρκὲς ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτοῦ πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐλπίδων, ὅσας τὸ ἔθνος τρέφει καὶ πρέπει νὰ τρέφῃ ἐπὶ τὴν κυανόλευκον σημαίαν, τὴν φερομένην ἐφ’ οἱουδήποτε ἱστοῦ διὰ πάσης θαλάσσης καὶ διὰ τῶν Ὠκεανῶν ἔτι, εἰ δυνατόν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη σχεδόν, οὐδὲ αὐτὴ ἡ εἰσαγαγοῦσα αὐτὸ Κυβέρνησις ὑπεστήριξεν ἐκθύμως, ἴσως διότι καὶ αὐτὴ δὲν ἐθεώρει αὐτὸ ἐπαρκὲς πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης, ἣν ἐπηγγέλλετο ὅτι ἤθελε πληρώσει, ἀλλὰ καὶ διότι βαρέως ἔπιπτεν ἐπ’ αὐτὸ ἡ μομφή, ὅτι εἰσήγετο ὄχι πρὸς πραγματικὴν πλήρωσιν ἐθνικῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ πρὸς σκοποὺς πλαγίους, συνδεομένους μᾶλλον πρὸς τὰς μετ’ ὀλίγον ἔκτοτε ἐπικειμένας γενικὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς. Ἡ περίστασις ἐκείνη παρῆλθεν, ἀνῆλθε δὲ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν Κυβέρνησις ἄλλη, ἥτις, πρὸς πολλοῖς, ἄλλοις περὶ ὧν πάντες οἱ ἐν τῇ τότε Ἀντιπολιτεύσει ἐλέγομεν, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς δι’ ἐνισχύσεως ἀναστηλώσεως τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας. Καὶ ὄντως, ἑβδομάδας τινὰς μετὰ τὴν ἄνοδον αὐτῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν, διεδόθη ὅτι ἐπέκειτο ἡ ἵδρυσις μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, καὶ πολλὰ ἐγράφησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσι, καὶ πολλοὶ ὅροι αὐτῆς ἐγένοντο γνωστοί, ἡμεῖς δὲ ἠλπίσαμεν τῳόντι πολλὰ ἐκ τῆς διαφημιζομένης μερίμνης ἐκείνης τῆς Κυβερνήσεως. Δυστυχῶς τὰ γενόμενα διαβήματα ἀπέτυχον, καὶ αἱ διαπραγματεύσεις κατέληξαν εἰς μηδέν· ἡμεῖς δὲ, ἀντὶ οἱουδήποτε σχεδίου, ὅπερ προσεδοκῶμεν νὰ εἰσαχθῇ ἐνταῦθα πρὸς νομοθετικὴν ἔγκρισιν, βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν τείνουσαν εἰς τὴν λῆψιν μέτρων ἀνεπαρκῶν, μέτρων, ἅτινα ἐλάχιστα ὑπόσχονται ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας—διότι περὶ Ἑλληνικῆς ναυτιλίας οὐδεὶς λόγος. Τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ἀνεπαρκῆ, ὡς χαρακτηρίζω αὐτὰ ἐν πεποιθήσει, τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως δὲν θὰ σώσωσι τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν, καὶ θὰ ἐμποδίσωσι πᾶσαν σπουδαιοτέραν ἐν τῷ μέλλοντι ἐνέργειαν πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ μεγάλου τούτου σκοποῦ. Διὰ τῶν προτεινομένων δύο νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως εὐκολύνεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν ἡ εὕρεσις δανείου καὶ ἡ χορήγησις χρημάτων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου, ὅτι καὶ ἡ εὕρεσις δανείου καὶ τὰ χρήματα, ὅσα θὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ σώσωσιν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ μοιραίου δυστυχῶς τέλους, εἰς τὸ ὁποῖον γοργῷ τῷ βήματι βαίνει, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐμποδίσωσι διὰ τὰ ἔτη 1891, 1892, μέχρι τέλους τοῦ ὁποίου λήγει τὸ προνόμιον τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας, καὶ διὰ τὸ 1893, κατὰ τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐμποδίσωσι, λέγω, ἵνα κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη ληφθῇ σπουδαία καὶ σοβαρὰ πρόνοια πρὸς σχηματισμὸν μεγάλης Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας, κατὰ τὴν ἐθνικὴν ἐπιθυμίαν. Ὅτε προέτεινα νὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν γενναία ἐνίσχυσις χρηματικὴ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, εἶπον τοῦτο, οὐχὶ διότι ἤθελον νὰ δοθῶσι χρήματα ἁπλῶς εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἵνα θνησιβιώσῃ ἐπί τινα ἔτι χρόνον, ἀλλὰ διότι συνέδεον τὴν χρηματικὴν συνδρομὴν πρὸς ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀνορθώσωσι πράγματι τὴν ἑταιρίαν, καὶ νὰ προαγάγωσιν αὐτὴν εἰς τὸ ἐπιθυμητὸν σημεῖον. Ἐφρόνουν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, παρέχουσα χρηματικὴν συνδρομὴν εἰς τὴν ἑταιρίαν, θ’ ἀνελάμβανε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ δραστικῶς καὶ σπουδαίως εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἑταιρίας, νὰ ἀνανεώσῃ κατὰ σχέδιον ὑψηλὸν καὶ ἀληθῶς ἐθνικὸν, οὐχὶ δὲ κατὰ προσωπικὰς συμπαθείας, ν’ ἀνανεώσῃ, λέγω, τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τῆς ἑταιρίας· νὰ τάξῃ ἐν αὐτῷ βασιλικὸν ἐπίτροπον, ὅστις ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν Κυβέρνησιν διαρκῶς παρὰ τῇ ἑταιρίᾳ, καὶ νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἀκοίμητος ἐπιτηρητὴς παρ’ αὐτῇ τῆς τε ἐνεργείας καὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως αὐτῆς· ἐφρόνουν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε χρησιμοποιήσει τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας ὡς πρακτικὴν ναυτικὴν σχολὴν, ἐν ᾗ νὰ παρασκευάζῃ τοὺς ἄνδρας τοῦ ἡμετέρου πολεμικοῦ ναυτικοῦ· ὅτι ἠδύνατο ἐν τοῖς ἀτμοπλοίοις τῆς ἑταιρίας νὰ μορφώσῃ θερμαστὰς, ὧν τόσην ἔχομεν ἀνάγκην, πρὸ πάντων δὲ, ὅτι ἠδύνατο ἐν αὐτοῖς νὰ καταρτίσῃ ἐπικουρικὸν προσωπικὸν ἀξιωματικῶν· τοιούτῳ τρόπῳ δὲ, ἀντὶ ἐλαχίστης δαπάνης νὰ παρασκευάζῃ πρακτικώτατα καὶ λυσιτελέστατα τὸ ἡμέτερον πολεμικὸν ναυτικόν· ἐφρόνουν πρὸς τούτοις, ὅτι, ὑποστηριζομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα χρηματικῶς, καὶ ἐξαγομένη τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, εἰς ἃς τότε εὑρίσκετο, ἠδύνατο νὰ ἀναπλασθῇ καὶ νὰ ἀναμορφωθῇ ἐπὶ ταῖς βάσεσι ταύταις, αἵτινες πρέπει νὰ θεωρῶνται στερεαὶ ὑπὸ ἔποψιν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ θεμελιώσῃ ἐπὶ τῆς ἑταιρίας ἰδέαν εὐρεῖαν, στενότατα συνδεδεμένην πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν· ὅτι ἠδύνατο νὰ ποδηγετήσῃ τὴν ἑταιρίαν, νὰ ἐξαγάγῃ αὐτὴν ἐκ τοῦ στενοῦ κύκλου, ἐν ᾧ ἐβίωσε καὶ βιοῖ ἔτι, νὰ διευθύνῃ τὰς γραμμὰς αὐτῆς μακρὰν τῶν παραλίων τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, μέχρι τῶν ἐκβολῶν τοῦ Ροδανοῦ καὶ τοῦ μυχοῦ τοῦ Ἀδριατικοῦ κόλπου πρὸς δυσμὰς, μέχρι τοῦ Τανάϊδος, ἐντὸς τοῦ Ἴστρου, πρὸς βοῤῥᾶν, μέχρι τῶν παραλίων τῆς Συρίας καὶ εἰ δυνατὸν πέραν ἔτι τοῦ πορθμοῦ τοῦ Σουὲζ, εἰς τὸν Ὠκεανὸν, πρὸς ἀνατολὰς, ἢ καὶ ἐν ἄλλοις Ὠκεανοῖς, πέραν τῶν Ἡρακλείων Στηλῶν, καὶ νὰ φέρῃ κυματίζουσαν πανταχόσε τὴν ἡμετέραν κυανόλευκον σημαίαν, καὶ νὰ διαδώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα καὶ νὰ συγκρατήσῃ αὐτὸ γνωστὸν ἐν τῇ σπουδαιοτάτῃ μορφῇ αὐτοῦ ταύτῃ, τῇ ναυτικῇ, ἐν ᾗ ἀνέκαθεν διεκρίθη καὶ ἐθριάμβευσεν. Οὕτως ἐφρόνουν ἐγὼ, ὅτι ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐκείνη ἡ χρηματικὴ συνδρομὴ, ἣν τότε προέτεινον νὰ δοθῇ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν. Καὶ τοῦτο μὲν τότε δὲν ἐγένετο, ἀλλ’ οὐδὲ νῦν πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ νῦν Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας· διότι ἐν τῷ εἰσαγομένῳ νομοσχεδίῳ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δοθῇ γενναία χρηματικὴ συνδρομὴ ἐκ δραχ. 2,000,000 περίπου πρὸς τὴν Ἀτμοπλοΐαν, δὲν βλέπω τὴν Κυβέρνησιν ἐπιφυλάττουσαν εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα ἢ ἐπιβάλλουσαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναμορφωθῇ καὶ νὰ ἑδραιωθῇ ἐπὶ βάσεων, ἐφ’ αἷς δύναται νὰ βιώσῃ ἐπὶ μακρόν· δὲν βλέπω νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτείνῃ τὰς γραμμὰς αὐτῆς καὶ νὰ μεταβληθῇ εἰς πραγματικὴν Ἑλληνικὴν ἀτμοπλοΐαν· καὶ ἐνῷ δὲν πράττει τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἀπείργει διὰ τὰ τρία προσεχῆ ἔτη καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ σχηματισμοῦ πάσης μεγάλης ἑταιρίας. Ἤμην καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἦμαι κατὰ πεποίθησιν ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας τῆς Σύρου, οὐδὲ θὰ καταλεχθῶ ποτε μεταξὺ τῶν λησμονούντων τὰς ὑπηρεσίας, δι’ ὧν ἔχει συνδέσει ἑαυτὴν καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν, πρὸς τὴν κοινωνίαν, ὑπὸ πλείστας ἐπόψεις αὐτῆς, καὶ πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος· τὰς ἐκδουλεύσεις τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας πρός τε τὴν πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὰς ὁποίας ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπέμνησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρῶτος ἐγὼ τότε μετὰ θέρμης καὶ δικαίας ἀναγνωρίσεως. Καὶ οὐ μόνον ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας ἐκηρύχθην ἀπολύτως, ἀλλ’ ἐκηρύχθην ὑπὲρ αὐτῆς καὶ διὰ τὸν τόπον, ἐν ᾧ ἱδρύθη, καὶ ἐν ᾧ ἀκόμη ἐξακολουθεῖ λειτουργοῦσα. Ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς Σύρου, ὡς ἕδρας τῆς ἑταιρίας, διότι ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ, ὅτι ἡ Σῦρος ὑπῆρξεν ἓν τῶν ἐκπολιτιστικῶν κέντρων τῆς Ἀνατολῆς ἐν γένει, ἰδίᾳ δὲ κέντρον ζωηρότατον καὶ σπουδαιότατον ἐμπορικοῦ πολιτισμοῦ, κατὰ ἔκφρασιν, ἣν ἤντλησα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ποταμιάνου....
§112ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Προσθέσατε καὶ ἑστία γραμμάτων· οἱ σπουδαιότεροι Ἕλληνες ἐξῆλθον ἐκεῖθεν.
§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέτω καὶ τοῦτο προθύμως, εὐχαριστῶν διὰ τὴν συμπλήρωσιν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἡ Σῦρος, ἕνεκα τῆς γεωγραφικῆς θέσεως αὐτῆς, ἠδυνήθη νὰ ἐπιδράσῃ σπουδαιότατα πρὸς τὴν Ἀνατολὴν, πρὸς τὴν Ἰωνικὴν παραλίαν καὶ τὰς παρ’ αὐτῇ ἑλληνικωτάτας νήσους, καὶ μέχρι τῆς Συρίας καὶ μέχρι τῆς βορείας Ἀφρικανικῆς ἀκτῆς ἐν μέρει, καὶ νὰ συνδέσῃ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους τοὺς ἑλληνικωτάτους πρὸς τὴν ἔσω Ἑλλάδα. Ἐπίσης δὲ ἠδυνήθη νὰ ἐπιδράσῃ σπουδαιότατα εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου καθ’ ἅπασαν τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, σχοῦσα τὸ εὐτύχημα νὰ ὑπάρξῃ μέγα ὁμολογουμένως καὶ λίαν πεφωτισμένον ἐμπορικὸν σχολεῖον, χάρις εἰς τὰ δραστικώτατα στοιχεῖα, ἅτινα περιέκλειε καὶ περικλείει ἔτι καὶ νῦν, τὸ στοιχεῖον τῶν ἐπιχειρηματικῶν Χίων κυρίως, καὶ τῶν μετοικησάντων ἐκεῖ ἐξ ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες ἐμορφώθησαν καὶ κατηρτίσθησαν ἄριστα. Τὰς ἐκδουλεύσεις τὰς μεγάλας τῆς Σύρου πρὸς τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον καὶ τὸν ἑλληνικὸν πολιτισμὸν ἐγὼ οὐδὲ λησμονῶ, οὐδὲ παραλείπω, οὐδὲ θὰ παύσω ἐπαναλαμβάνων, διδομένης μοι εὐκαιρίας. Ἀλλὰ νῦν, ὅτε προεχωρήσαμεν ἐν πολλοῖς ἄλλοις κεφαλαίοις τοῦ κοινωνικοῦ βίου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς ἀναπτύξεως, πρέπει νὰ ἐκτείνωμεν τὸ βλέμμα εὐρύτερον, καὶ νὰ μὴ παρακωλύσωμεν οἱανδήποτε πρόοδον, δυναμένην νὰ ἐπέλθῃ ὁθενδήποτε, μόνον καὶ μόνον ἐκ τοῦ εὐσεβοῦς τούτου αἰσθήματος, τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἐκδουλεύσεων καὶ τῆς προοδευτικότητος τῆς Σύρου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, ὡς παρατηρῶ, οὔτε ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις οὔτε ἡ παροῦσα ἐλπίζουσιν ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας τῆς Σύρου μεγάλα πράγματα, ἀναλόγως τῶν ἐθνικῶν ἀπαιτήσεων, οὐδὲ ἐλπίζουσιν ὅτι ἐκεῖθεν δύναται νὰ ἀνακύψῃ καὶ νὰ ἀναβιώσῃ ἡ ἑλληνικὴ ἀτμοπλοΐα, ἣν ἐγὼ ἐχαρακτήρισα ὡς τὴν βάσιν τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἡμετέρας ἐθνικῆς ναυτιλίας, νομίζω ὅτι δύναται νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα. Ἡ Σῦρος δὲν πρέπει νὰ ἀδικηθῇ, οὐδὲ ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα νὰ παροραθῇ καὶ ν’ ἀποῤῥιφθῇ ὡς σκεῦός τι ἄχρηστον, μετὰ τὰς ἐκδουλεύσεις, ἃς προσήνεγκεν εἰς τὰ ἐθνικὰ πράγματα ἐν γένει, ἵνα μὴ ἐπαναλαμβάνω αὐτὰς μίαν πρὸς μίαν. Ἡ Σῦρος δὲν πρέπει ν’ ἀδικηθῇ. Δύναται καὶ δικαιοῦται νὰ κρατήσῃ παρ’ ἑαυτῇ τὴν ὑπάρχουσαν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐγκρίνω καὶ συναινῶ διὰ τῆς συγκαταθέσεώς μου καὶ τῆς ψήφου μου νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς ἡ Κυβέρνησις διὰ χρηματικῆς συνδρομῆς τοσαύτης, ὅση εἶναι ἀναγκαία αὐτῇ, ἵνα ἐξέλθῃ τῶν μεγαλειτέρων νῦν ἢ ἄλλοτε χρηματικῶν στενοχωριῶν αὐτῆς, καὶ οὕτω καταστῇ δυνατὴ ἡ συντήρησις τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ ἡ παροχὴ ἐκ μέρους αὐτῆς ἐκδουλεύσεων, ἃς συνείθισεν αὕτη νὰ προσφέρῃ εἰς συνειθισμένας Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις νὰ αἰτῶσι παρ’ αὐτῆς. Περὶ δὲ τῆς ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας καθ’ ὅλου, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἡμετέρας ἐθνικῆς ναυτιλίας, τῆς προωρισμένης ν’ ἀναδείξῃ καὶ αὖθις τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, νὰ ληφθῇ ἄλλη φροντὶς σπουδαιοτέρα καὶ σοβαρωτέρα. Ἐπαναλαμβάνω: νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα διὰ τῆς διατηρήσεως τῆς νῦν ἑταιρίας, καὶ διὰ τῆς ἱδρύσεως ἑτέρας ἐπὶ ἄλλων βάσεων μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, προοριζομένης σοβαρῶς καὶ ἀποκλειστικῶς πρὸς ὑπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ὁ ὑπολογισμὸς, ὃν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Συγγρὸς ἐξέθηκε πρὸ μικροῦ ἐντεῦθεν, μοὶ ἔκαμε μεγάλην αἴσθησιν. Ὁ κ. Συγγρὸς νομίζει, ὅτι καλῶς λειτουργοῦσα ἐν εὐρείαις ἐξωτερικαῖς γραμμαῖς ἑλληνικὴ ἀτμοπλοΐα δύναται νὰ γενῇ αἰτία εἰσροῆς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν χώραν 12,000,000 δραχμῶν ἐτησίως...
§114ΣΥΓΓΡΟΣ. Εἰς χρυσόν.
§115ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὴν διαφορὰν θὰ ὑπολογίσητε.
§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ τὴν διαφοράν, ἀλλ’ ὁλόκληρα τὰ 12,000,000, καὶ εἰς χρυσὸν μάλιστα, ὅπερ σπουδαίως θὰ εὐκολύνῃ καὶ τὴν λύσιν ἄλλων χρηματικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους.... Ἐκφράζω δὲ τὴν εὐχὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ τὸ ζήτημα ὑπὸ σπουδαιοτάτην ἔποψιν, καὶ νὰ σκεφθῇ ἐν τῷ διαστήματι τῆς κοινοβουλευτικῆς ἀργίας μεταξὺ τοῦ τέλους τῆς συνόδου ταύτης καὶ τῆς ἐνάρξεως τῆς προσεχοῦς περὶ καταρτισμοῦ τοιαύτης ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας ἐπὶ βάσεων στερεῶν, ἐφ’ ὧν νὰ δύναται νὰ ζήσῃ, καὶ ὄχι μόνον νὰ ζήσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ συντελέσῃ, ὡς εἶπον, εἰς τὴν ἐπίλυσιν σπουδαιοτάτου ζητήματος, ἀφορῶντος εἰς τὸ ἡμέτερον πολεμικὸν ναυτικόν. Μὴ δυνάμενοι νὰ τηρήσωμεν τὰ ἡμέτερα πλοῖα ἐν ἐνεργείᾳ, παροπλίζομεν ἢ θέτομεν αὐτὰ εἰς ἐφεδρείαν πρὸς οἰκονομίαν, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο οὐδὲ τὰ πληρώματα ἀσκοῦνται, οὐδὲ οἱ θερμασταὶ καταρτίζονται. Εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐκείνην, ἣν ἐγὼ τοὐλάχιστον φαντάζομαι ὡς δυναμένην νὰ σχηματισθῇ, δύναται ν’ ἀνατεθῇ τὸ ἔργον τοῦτο τοῦ καταρτισμοῦ πληρωμάτων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, συγχρόνως δὲ θὰ ἐξυπηρετῇ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ὑπὸ τὴν εὐρεῖαν ἐκείνην ἔποψιν, εἰς ἣν εἶναι προωρισμένη μεγάλη ἑλληνικὴ ἀτμοπλοΐα.
§117ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μετ’ εὐλόγου προσοχῆς ἤκουσεν ἡ Βουλὴ τοῦ πρώτου λαβόντος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, τοῦ κατὰ πρῶτον ἤδη ἐλθόντος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, τοῦ τὸ πρῶτον ἤδη ὁμιλοῦντος πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Βεβαίως δὲν ἀνεμένομεν παρ’ αὐτοῦ ναυτικῶν γνώσεων ἐφόδιον, ἀλλὰ μίαν ἐκ τῶν συνήθων αὐτῷ γενναίων προσφορῶν ἀπεξεδεχόμεθα, ἢ μίαν γνώμην σχετιζομένην πρὸς τὴν χρηματιστικὴν κατάστασιν τοῦ ἀντικειμένου, περὶ οὗ σήμερον συζητεῖ ἡ Βουλή, ἠλπίζομεν ὀρθήν, διότι εἰς τοῦτο λογίζεται ἐκ πολλῶν ἱστορικῶν λόγων ὡς αὐθεντία· δὲν ἠκούσαμεν δὲ, εἰμὴ ὅτι τὸν μὲν σκοπὸν ἀπεδέχθη τοῦ νομοσχεδίου, τὰ μέσα ὅμως ἐθεώρησε πρὸς τὸν σκοπὸν ἀλυσιτελῆ, προέτεινε δὲ ἓν μέτρον, οὕτω μικρὸν καὶ λόγου ἀνάξιον, ὥστε μόνος ἐπέκρινεν αὐτὸ ὡς οὐδὲν ὑποσχόμενον. Πρέπει νὰ προσθέσω δύο τινά· τὸ μὲν, ὅτι τινὲς τῶν πληροφοριῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εἶναι ἀνακριβεῖς, τὸ δὲ, ὅτι ἠδίκησεν ἑαυτὸν κατὰ πρῶτον καὶ ἔπειτα τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος ὅλον, ἐκλαβὼν, ὅτι ἠδυνάμεθα καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ θέσωμεν εἰς ἀμφιβολίαν τὰς γνώμας αὐτοῦ, καὶ νὰ ὑποπτεύσωμεν, ὅτι ὑπὸ τὰς γνώμας αὐτοῦ ταύτας κρύπτεται οἱονδήποτε συμφέρον, πολὺ δὲ πλέον ποταπὸν τοιοῦτον, ὡς αὐτὸς εἶπε, προσθεὶς, ὅτι ἡ θέσις αὐτοῦ ἤρκει μόνη ν’ ἀποκρούσῃ τοιαύτην ὑπόνοιαν, δηλονότι ἡ θέσις αὐτοῦ ὡς πλουσίου. Τοιαύτην περὶ ἑαυτοῦ ἐκλαβὼν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὑπόνοιαν, καὶ διὰ τοιοῦτον λόγον θεωρῶν αὐτὴν ἀποκρουστέαν, ἀπατᾶται κατ’ ἀμφότερα. Ἡ θέσις καὶ ὁ πλοῦτος αὐτοῦ οὐδαμῶς συντελοῦσιν εἰς ἀπόκρουσιν ὑπονοίας, ὅτι ἐπιδιώκει κέρδη, ἐκφέρων τὰς γνώμας του. Τὰ αἰσθήματά του ὅμως πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου καὶ αἱ ἰδέαι του ἀποκλείουσι πᾶσαν τοιαύτην ὑπόνοιαν. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω αὐτὸν, ὅτι οὐδενὸς τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμιλούντων αἱ γνῶμαι τίθενται ὑπὸ ἀμφιβολίαν, οὐδὲ κρίνονται ἐκ τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ καταστάσεως. Καὶ τοῦ πτωχοτάτου δὲ τῶν ἀνδρῶν τῶν εἰς τὴν Βουλὴν εἰσερχομένων ἡ γνώμη κρίνεται παρὰ τοῦ τόπου ὡς ἀπὸ καθαρᾶς πεποιθήσεως διδομένη καὶ πρὸς βοήθειαν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος (εὖγε! εὖγε!). Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει τοῦ τόπου ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες στεροῦνται χρημάτων καὶ οὓς ἡμεῖς μετὰ πεποιθήσεως κηρύσσομεν ἀρχηγούς, διότι πεποίθαμεν ὅτι αὐτῶν ἡ γνώμη δὲν δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ ὑπ’ οὐδενὸς συμφέροντος. Ἠδίκησε λοιπὸν ἑαυτὸν μὲν πρῶτον, διότι πρὸς αὐτὸν ὁ τόπος καὶ εὐγνωμοσύνην αἰσθάνεται καὶ ἐλπίδας ἔχει, ἠδίκησε δὲ καὶ τοὺς ἄλλους, τῶν ὁποίων ἡ οἰκονομικὴ θέσις δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς αὐτόν. Ἡμεῖς, τοῦτο εἰπόντες, ἐξετάζομεν τὸ ζήτημα ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ἢ ἀπὸ τῆς καθαρᾶς χρηματιστικῆς. Ἐξετάζοντες δὲ τὰ πράγματα, ἔχομεν ἓν καθῆκον, νὰ ἀνατρέχωμεν πάντοτε εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν γεγονότων, τῶν ὁποίων ἡ λύσις κεῖται ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ κατακρίνωμεν ἢ νὰ κρίνωμεν ἢ νὰ ἐπικρίνωμεν οἱονδήποτε θέμα, δὲν ἀρκούμεθα εἰς φαινόμενά τινα, τὰ ὁποῖα εἴτε ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς εἴτε προσωπικαὶ συμπάθειαι ἢ ἀντιπάθειαι οἱαιδήποτε κρίνουσιν ὡς τὰς ἐξεχούσας αἰτίας μιᾶς τινος καταστάσεως παρουσιαζομένης. Λέγω τοῦτο, διότι ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, περὶ οὗ βεβαίως ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἀπὸ πατριωτικοῦ συνειδότος ὡμίλησεν, ἐξέφερε γνώμας τινὰς περὶ τῶν αἰτίων τῆς κακουχίας τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς ἑταιρίας, γνώμας, αἵτινες δὲν εἶναι αἰτίαι τῆς κακουχίας ἢ κἂν δὲν εἶναι αὐταὶ μόναι, ἢ δὲν εἶναι αὐταὶ αἱ κυρίως παραγαγοῦσαι τὴν σημερινὴν δυσχέρειαν τῆς ἑταιρίας. Ὡμίλησε περὶ κληρονομικῶν ὀνομάτων, περὶ ἀνταγωνισμῶν γενομένων ἐν ταῖς συνελεύσεσι τῶν μετόχων τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, περὶ ἀναμίξεως τῆς ἑταιρίας εἰς τὰ πολιτικὰ τῆς Σύρου, καὶ ἐλησμόνησεν, ὅτι, ὡς δὲν ὑποπτεύομεν ὅτι ἐκ συμφέροντος προέρχονται αἱ γνῶμαί του, οὕτω δὲν λησμονοῦμεν, ὅτι ἐπολιτεύθη ἐκεῖ, ἐν Σύρῳ, καὶ ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς πολλοὶ τῶν περὶ τῆς ἑταιρίας διαφερομένων ἦσαν ἐναντίοι τῆς ἐν τῷ νομῷ Κυκλάδων ὑποψηφιότητός του καὶ ἐπολέμησαν αὐτήν· τοῦτο δὲ (χωρὶς νὰ θέλῃ βεβαίως) ἐμόρφωσεν ἐν αὐτῷ κακὰς γνώμας περὶ τῶν προσώπων. Ἂν οὐχὶ ἐκ τῶν ἐγκαίρων καὶ προσπεσασῶν αὐτῷ τυχαίων περιστάσεων ἔκρινε τὰ τῆς καταστάσεως τῆς ἑταιρίας αἴτια, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἄλλαι αἰτίαι ἔφερον τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς δυσχέρειαν, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι πρὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπεπειράθη αὐτὴ μόνη νὰ ἱδρύσῃ τοιαύτην ἑταιρίαν, καὶ ἀποτυχοῦσα, ἀπεφάσισε τότε διὰ τριῶν πλοίων νὰ κρατήσῃ τὴν συγκοινωνίαν τοῦ Κράτους δαπάναις τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ μετὰ ἑξάμηνον ἢ ὀκτάμηνον δοκιμὴν κατέγνω ἡλίκη καταστροφὴ ἐγένετο εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ τότε ἐφρόντισε νὰ συστήσῃ διὰ παροχῆς γενναίας ἑταιρίαν, καὶ εἰς τὴν ἑταιρίαν ταύτην ἀντὶ γενναίας παροχῆς ἔδωκε τὰ τρία αὐτῆς ἐκεῖνα σκάφη, τὸ «Αἰγαῖον», τὸν «Ὄθωνα» καὶ τὴν «Ἀμαλίαν»· τὰ ἔδωκεν ὅμως εἰς ἣν τιμὴν τὸ Κράτος εἶχεν ἀγοράσει αὐτὰ, καὶ τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ πρώτη ἀφορμὴ τῆς καχεξίας τῆς ἑταιρίας ἐκείνης. Ἤθελεν ἰδεῖ κατόπιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετεβίβασεν εἰς αὐτὴν τὸ πλοῖον «Ἰόνιον», ὅπερ ἦν ὁ στόλος τοῦ πρώην Ἰονίου Κράτους, ἤτοι θαλαμηγὸς τοῦ Ἁρμοστοῦ, σκάφος βαρὺ, βραδὺ, μικρὸν, πολυδάπανον, σαθρὸν, καὶ ἡ ἑταιρία ἠναγκάσθη νὰ ἀγοράσῃ καὶ τοῦτο, ἔχουσα τὴν μικρὰν τότε, πολὺ κατόπιν δ’ αὐξηθεῖσαν ἐπιχορήγησιν τοῦ Κράτους. Ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἑταιρία ἐκείνη, ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐξαρτωμένη καὶ οἱονεὶ παράρτημα αὐτῆς οὖσα, δὲν ἠδύνατο οὔτε νὰ μείνῃ ἀμέτοχος οὔτε νὰ μὴ ἐπηρεάζηται ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἀνταγωνισμοὺς, καὶ ὅτι ἡ ἀντανάκλασις καὶ ἀπήχησις τῶν τοιούτων ἀνταγωνισμῶν ἐπέφερε καταστροφὴν εἰς τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας. Τὸ θέμα, ὅπερ σήμερον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, ἀπησχόλησε καὶ ἀπασχολεῖ τὰ μεγαλείτερα τῶν Κρατῶν. Τὸ Λόϋδ, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιχορήγησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἀναλογίαν γραμμῶν, εἶναι πρὸς τὴν ἰδικήν μας ἐπιχορήγησιν πολὺ μεγαλειτέρα, εὑρίσκεται εἰς οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, ἂν μὴ μεγαλειτέραν, ἴσην ὅμως πρὸς τὴν τῆς Ἑλληνικῆς Ἑταιρίας. Πολλαὶ δὲ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρίαι ἀλληλοκαταστρεφόμεναι ὑπῆρχον καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ τῇ μεσολαβήσει τοῦ Κράτους συνεχωνεύθησαν, καὶ ἐγένετο ἡ νῦν μεγάλη καὶ μεγάλως ἐπιχορηγουμένη Ἰταλικὴ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία. Ἐν Ἀγγλίᾳ δὲ ἡ νῦν Peninsular, εἰς ἐκκαθάρισιν φθάσασα, συνεκρατήθη καὶ ἠνωρθώθη, τοῦ Κράτους δόντος ἐπιχορήγησιν, ἤδη δὲ τὰ θαυμάσια αὐτῆς σκάφη διασχίζουσι καὶ τὸν Ἀτλαντικὸν καὶ τὸν Εἰρηνικὸν Ὠκεανὸν καὶ τὴν Μεσόγειον. Τέλος αὐτὴ ἡ ὁμολογία τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ Πανελλήνιος, ἡ μετὰ φειδοῦς ἄκρας, ὡς εἶπε, διοικουμένη, καὶ ὑπὸ οἰκοκυραίων (ὡς ἐξεφράσθη) ἐφορευομένη, ἂν ἐπλήρονεν ἀσφάλιστρα, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδίδῃ εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς καὶ τὸ μικρὸν αὐτὸ μέρισμα, ὅπερ ὡς τόκον ἔδωκε μέχρι τοῦδε. Αὐτὴ δὲ ἡ ὁμολογία αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ τῷ ὑπενθυμίσῃ καὶ δύο τινὰ, μεγάλως συντελοῦντα εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν σύγκρισιν, ἣν ἐποιήσατο, τουτέστι πρῶτον, ὅτι τῆς Πανελληνίου τὸ ὑλικὸν περιῆλθεν εἰς τὴν σημερινὴν Πανελλήνιον Ἑταιρίαν μετὰ δύο ἀλληλοδιαδόχους ἐκκαθαρίσεις, διότι πρώτη ἦτο ἡ ἑταιρία Γιαλούση, ἔπειτα ἡ πρώτη ἑταιρία Πανελλήνιος, καὶ κατόπιν ἡ δευτέρα Πανελλήνιος, ἥτις ἔλαβε τὸ ὑλικὸν ἐκεῖνο εἰς τιμὴν ἐλαχίστην, ἤτοι εἰς τὸ τρίτον τῆς ἀρχικῆς αὐτοῦ ἀξίας, ἐνῷ ὅλον τὸ ὑλικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ὅσον ἀπὸ τῶν ἐργοστασίων ἠγοράσθη, καὶ τοῦτο εἶναι ὁ πρῶτος παράγων· ὁ δὲ δεύτερος εἶναι, ὅτι ἡ ἑταιρία ἐκείνη, οὐδεμίαν φέρουσα ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως ὑποχρέωσιν πρὸς συντήρησιν τῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας, ἠδύνατο νὰ κάμνῃ, ὡς κάμνει, καὶ σιτοφορτεῖα ἀπὸ τοῦ Εὐξείνου, καὶ ἄλλα διὰ μισθώσεως ταξείδια καὶ ἐκτάκτους πλόας, ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται. Καὶ ἄλλον ὅρον συγκρίσεως ἔπρεπε νὰ μὴ παραλείψῃ. Ὅτι ἡ ἑταιρία ἐκείνη ἠδύνατο νὰ συναγωνίζηται εἰς τὰς προσοδοφόρους μόνον γραμμὰς, ἐγκαταλείπουσα τὰς ἀπροσόδους καὶ ἐπιζημίους, τὰς ὁποίας ὅμως ἐπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἑταιρίαν, καὶ ἀνθ’ ὧν ἐδίδετο ἡ ἐπιχορήγησις. Δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ διὰ τούτων, ὅτι καταχρήσεις ἔλαβον χώραν εἰς τὴν ἑταιρίαν, ὅτι πράκτορες κλέπται ὑπῆρξαν, καὶ καταχρήσεις τινὲς ἐν αὐτῇ τῇ διευθύνσει ἐγένοντο. Πρέπει ὅμως συνάμα νὰ προκαλέσω ὑμᾶς νὰ συγκρίνητε πρὸς τὰς καταχρήσεις ἐκείνας τὰς καταχρήσεις τὰς γενομένας ἐν ἄλλαις ἑταιρίας ἰδιωτικαῖς, πρὸς τὰς καταχρήσεις τῶν ὑπαλλήλων καὶ αὐτοῦ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Δὲν θέλω νὰ παραλείψητε καὶ ἄλλον ὅρον συγκρίσεως τῶν χερσαίων ἑταιριῶν πρὸς τὰς ἀτμοπλοϊκὰς, τοῦτον, ὅτι ἡ περιουσία τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν εἶναι εἰς τὰς χεῖρας τοῦ τελευταίου ὑπαλλήλου αὐτῶν, διότι καὶ αὐτὸς ὁ ἀποθηκάριος ἑνὸς πλοίου δύναται νὰ ζημιώσῃ μεγάλως τὴν ἑταιρίαν, καὶ οἱ διάφοροι πράκτορες αὐτῆς κρατοῦσι τὰ εἰσοδήματά της, ὡς δὲ πολλοὶ γνωρίζετε, μία κακὴ ἑρμηνεία τῶν δικαστηρίων τῶν περὶ ὑπεξαιρέσεως διατάξεων εἶπεν, ὅτι ὁ ποινικὸς νόμος δὲν φθάνει νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τῶν καταχραστῶν ὑπαλλήλων τῶν ἑταιριῶν, τῶν κατακρατούντων χρήματα τῆς ἑταιρίας. Ὑπὸ τὸ κράτος τοιαύτης ἐσφαλμένης ἑρμηνείας, χθὲς ἀκόμη τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν Λαρίσσης ἀπήλλαξεν ἕνα πράκτορα, καταχρασθέντα σπουδαῖα ποσὰ, εἰπὸν, ὅτι ἡ ἑταιρία ἔχει μόνον ἀγωγὴν ἐκ τῆς πρακτορίας καὶ οὐχὶ τὴν δημοσίαν ἀγωγὴν ἐπὶ ὑπεξαιρέσει. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι εἰς μίαν ἐποχὴν σύμβουλος τῆς ἑταιρίας ἀπεφάσισε διὰ μεγάλων προσωπικῶν θυσιῶν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν χρηστότητα εἰς τὸ προσωπικὸν αὐτῆς, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐπίσης, ὅτι μεγάλα συνήντησεν εἰς τοῦτο ἐμπόδια ὑπὸ τῶν κεκλημένων ἐκ τοῦ νόμου νὰ συντρέχωσιν αὐτόν. Τὸ Συμβούλιον τότε ἔπαυσε πολλοὺς ὑπαλλήλους, ἐν οἷς τέσσαρας πράκτορας, ἀλλ’ εὗρον ὅλοι προστασίαν, καὶ ἡ περιουσία αὐτῶν εὑρέθη κεκαλυμμένη, καὶ δὲν ἠδυνήθη ἡ ἑταιρία, εἰμὴ παρὰ τοῦ ἑνὸς μόνον νὰ ἀνακτήσηται τὸ πέμπτον μόλις τοῦ παρ’ αὐτοῦ νοσφισθέντος ποσοῦ. Λέγω τοῦτο, ἀπαντῶν εἰς τὴν συμβουλὴν, ἣν ἔδωκεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐφορεύσῃ. Θέλω καὶ ἐγὼ νὰ ἐφορεύσῃ πρὸς τὰ πρόσωπα τὰ διοικοῦντα αὐτὴν, ἀλλ’ ὄχι διὰ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου, ὡς εἶπε, διότι τοιοῦτος ἐπίτροπος ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως· θὰ ἦναι αὐστηρὸς ἢ ἐπιεικὴς, ὡς ὄργανον τῆς διοικήσεως, σειόμενον κατὰ τοὺς ἀνέμους τῆς πολιτικῆς. Ἂν τὰ πρόσωπα τὰ διευθύνοντα ἔχωσι τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν, αὐτὰ μόνα ἀρκοῦσιν, ἂν δὲν ἐπηρεάζωνται ὑπὸ τῆς πολιτικῆς, νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰς προσόδους τῆς ἑταιρίας ἀπὸ τῶν διαρπαγῶν, εἰς τὰς ὁποίας αὗται ὑπόκεινται. Ἂν δὲν ἠπατήθην, —καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἠπατήθην,— τὰ πλεῖστα τῶν λεχθέντων περὶ φροντίδος πρὸς ἵδρυσιν μεγάλης ἑταιρίας, καὶ ὅτι ἡ συνδρομὴ ἡ διδομένη εἶναι πρὸς τοῦτο ἀνεπαρκὴς, εἶναι τὸ μὲν ἀντιφατικὰ πρὸς αὐτὰ τὰ συμπεράσματα τῶν ὁμιλιῶν αὐτῶν, τὸ δὲ περιττά. Συνεφώνησαν, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῇ νὰ πτωχεύσῃ, καὶ ὀρθῶς· διότι, ὅταν πτωχεύσῃ, ἡ περιουσία αὐτῆς θὰ πωληθῇ ἐπὶ πλειστηριασμοῦ, καὶ δὲν θὰ εὑρεθῇ, εἰμὴ εἷς ἢ δύο μόνον, δυνάμενοι νὰ συναγωνισθῶσιν, οἵτινες ἐπὶ πλειστηριασμοῦ θ’ ἀγοράσωσιν αὐτὴν ἀντὶ δύο ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα κατόπιν θὰ ἐκτιμηθῶσιν εἰς ἓξ ἑκατομμύρια εἰς μετοχάς, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμωσι τὴν ἐπιχείρησιν αὐτήν, θὰ ὠφεληθῶσι δαπάναις τῶν δανειστῶν καὶ τῶν μετόχων τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας· εἶναι δὲ ἀντιφατικά, διότι λέγουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: «μὴ δεσμεύσῃς τὰς χεῖράς σου· δύνασαι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ κάμῃς τοιαύτην ἐπιχείρησιν μεγάλης ἀτμοπλοΐας», καὶ ἐξ ἄλλου συμβουλεύουσι νὰ ἀφήσῃ τὴν ἑταιρίαν νὰ πτωχεύσῃ. Περιττὰ ἦσαν τὰ λεχθέντα προσέτι, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι, μόνον ἂν ἡ ἑταιρία δύναται νὰ σωθῇ, θέλει δώσει τὰς προκαταβολάς, καὶ ὅτι ἐν τῷ μεσολαβοῦντι χρόνῳ θέλει καταγείνει, ὅπως φέρῃ πρότασιν περὶ μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἱκανοποιούσης ὄχι μόνον τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ τὰς τῆς διεθνοῦς, αἵτινες εἶναι ἴσαι, εἰμὴ καὶ ἀνώτεραι τῶν τῆς ἐσωτερικῆς. Ὅτε δὲ ὑπελόγιζεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δώδεκα ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν θέλουσιν εἰσρεύει εἰς τὸ Κράτος, ἐλησμόνησε πόσα πρέπει ν’ ἀφαιρέσῃ διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ἄνθρακος καὶ τῶν ἄλλων χρησίμων ὑλικῶν, ἅτινα εἰς χρυσὸν θέλουσιν ἀγοράζεσθαι, ἵνα ἴδωμεν, πόση θέλει εἶσθαι ἡ διαφορά, ἥτις μόνη θέλει εἶσθαι τὸ ὑπολειπόμενον κέρδος εἰς τὴν ἑταιρίαν. Ἂν τοῦτο τὸ κέρδος δύναται νὰ ᾖ δώδεκα ἑκατομμύρια ἐπὶ εἴκοσι πέντε ἑκατομμυρίων, ἅτινα θὰ ἦναι τὸ κεφάλαιον τῆς ἑταιρίας, δὲν πιστεύω νὰ πείθησθε σεῖς, ἐγὼ δὲν πείθομαι. Ὁ κ. Βουλευτὴς προσεπάθησε νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἀλυσιτελὲς τοῦ μέσου πρὸς σωτηρίαν τῆς ἑταιρίας. Καὶ πρῶτον ὡς προκαταρκτικὴ ἀναίρεσις ἤρκει αὐτῷ ἡ τῆς Κυβερνήσεως δήλωσις, ὅτι μόνον ἂν πεισθῇ, ὅτι διὰ τῆς παροχῆς τῶν μέσων τούτων δύναται ὄχι μόνον ν’ ἀποσοβηθῇ ὁ κίνδυνος πτωχεύσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀπότισις τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ Κράτους καὶ ἡ παροχὴ τῶν ὑπηρεσιῶν, ὡς ἀντάλλαγμα τῶν ὁποίων λαμβάνει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐπιχορήγησιν, τότε μόνον θὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς προκαταβολάς, ἄλλως ἡ ἄδεια, ἣν ζητεῖ, θὰ μείνῃ ἀργή. Περὶ τῆς «Μυκάλης» ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ μὴ κερδοσκοπήσῃ ἀπέναντι τῆς ἑταιρίας· ὀρθότατα δὲ καὶ ἀξιεπαίνως ἡ πρώην Κυβέρνησις, ὅταν ὁμοία ἀνάγκη παρέστη εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἐδέχθη καὶ ἀνέλαβε παρ’ αὐτῆς τὸ ἕτερον τῶν πλοίων, τὴν «Σφακτηρίαν», ἵνα τὴν πρώτην συνδρομὴν δώσῃ, καὶ ἀνέλαβεν αὐτὴν ἐπὶ τῷ ἀρχῆθεν ὡρισμένῳ τιμήματι καὶ ἐπὶ τῇ ἐκπτώσει 3% κατ’ ἔτος, ὁποία εἶναι ἡ τῆς πωλήσεως συμφωνία. Γνωρίζω, ὅτι εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις καὶ πολιτειακὰ καὶ χρηματιστικὰ συμφέροντα, καὶ προσωπικὰ τοιαῦτα, καὶ προσωπικαὶ συμπάθειαι καὶ ἀντιπάθειαι, καὶ σχέσεις συνήθως συναναμίγνυνται καὶ φέρουσι σύγχυσιν, ἀπὸ τῆς ὁποίας δύσκολον εἶναι νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ καὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι ὅμως εὔλογον, ὅταν πρόκηται περὶ ὑποθέσεως τοσούτῳ σπουδαίας, οἵα εἶναι ἡ θαλασσία συγκοινωνία Κράτους θαλασσίαν ἔχοντος ἀποστολὴν καὶ θαλασσίαν δρᾶσιν ἔν τε εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, εἶναι δίκαιον πάντα τὰ συμφέροντα ταῦτα νὰ τίθηνται κατὰ μέρος, καὶ νὰ μὴ ζητῆται ὁ κορεσμὸς οἱουδήποτε ἐξ αὐτῶν διὰ τῆς καταστροφῆς τοῦ ἑτέρου τῶν ἀμφισβητούντων δικαίωμα, καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἰδικῶς τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης τῶν ἑταιριῶν, αἵτινες ζητοῦσι νὰ ἐπικρατήσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι. Ὅταν λοιπὸν συμφωνῶμεν ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ περιπέσῃ εἰς πτώχευσιν ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα, ὄχι μόνον χάριν τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ ὡς ἑταιρία τοσαύτας προσενεγκοῦσα καὶ προσφέρουσα ἔτι καὶ νῦν εἴς τε τὸν τόπον καθόλου καὶ εἰς τὸ Κράτος ἰδίᾳ ὑπηρεσίας, ὅταν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἦναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ πρόκηται μόνον περὶ τοῦ μέσου, τότε νομίζω ὅτι ἡ διένεξις λύεται, ἅμα σκεφθῶμεν, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῶν μέσων ἡ Κυβέρνησις, καὶ μένει ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ ἐν μέλλοντι χρόνῳ νὰ κρίνῃ, ἂν τὸ μέσον τοῦτο ἦτο πρὸς τὸν σκοπὸν λυσιτελές. Ἔχομεν τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι τῶν μέσων, ἅπερ δίδομεν αὐτῷ σήμερον, θὰ κάμῃ χρῆσιν μόνον ἂν ὁ σκοπὸς ἐξασφαλισθῇ. Εἰς τοῦτο λοιπὸν ὑπέχει εὐθύνην, καὶ δύνανται νὰ ἀναμείνωσι τὸ μέλλον, ὅπως ἐπικρίνωσιν οἱ ζητοῦντες νῦν νὰ προκαταλάβωσι τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τῆς ἰδέας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅπως δοθῶσι 300 χιλιάδες, ἵνα πληρωθῇ ὁ τόκος τῶν δανειστῶν, ἴσως ἱκανοποιοῦνται προσωρινῶς οἱ δανεισταί, ἀλλὰ τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπαρκὲς διὰ νὰ σωθῇ ἡ ἑταιρία. Ἐνταῦθα δὲ μοὶ δίδοται ἀφορμὴ νὰ ἐνθυμηθῶ ὅ,τι ἀρχόμενος εἶπον, ὅτι δηλονότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἔδωκέ τινας, ἂν οὐχὶ ἀνακριβεῖς ὅλως, ἀλλὰ βεβαίως μὴ πλήρεις, πληροφορίας. Ἡ μία εἶναι, ὅτι τὸ χρέος τῆς ἑταιρίας φθάνει τὰ ἕξ ἑκατομμύρια. Τῷ λέγω· τὸ χρέος τῆς ἑταιρίας τὸ ὀνομαστικὸν δὲν φθάνει τὰ 5,500,000 μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δ’ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐκ τῆς «Μυκάλης» χρέους ὑποβιβάζεται κάτω τῶν 5,000,000, καὶ μετὰ τὴν εὔλογον μείωσιν τοῦ ὀφειλομένου εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς θὰ καταβῇ κάτω ἴσως καὶ τῶν 4,500,000· διότι τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο φθάνει τὰς δραχμὰς 420,000. Ὅταν δυνηθῇ ἡ ἑταιρία τὰς, ὡς εἶπα, dettes criardes, κραυγαζούσας κατ’ αὐτῆς ἀπαιτήσεις νὰ φιμώσῃ καὶ ἐξαλείψῃ δι’ ἑνὸς ποσοῦ λαμβανομένου ἐκ τῆς ἐπιχορηγήσεως, καὶ οὕτως ἀρθῇ τὸ μέγιστον τῶν χρεῶν τούτων, μείνωσι δὲ τὰ ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν πλοίων ἢ τῶν ἀκινήτων αὐτῆς κτήσεων δάνεια, φρονεῖ ὁ συνάδελφος τότε, ὅτι δὲν θὰ εὕρῃ 2½ ἑκατομμύρια, ἵνα πληρώσῃ αὐτὰ, μειοῦσα τὸ ἐκ τοῦ τόκου αὐτῶν βάρος ἀπέναντι περιουσίας, τὴν ὁποίαν τόσῳ γενναίως ὑπεβίβασεν εἰς τὸ εὐτελὲς ποσὸν τῶν 2½ ἑκατομμυρίων; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ μὴ πιστεύω εἰς τὴν πρόῤῥησιν αὐτοῦ ταύτην. Τολμηρὸν, ὅτι, μὴ χρηματιστὴς, ὁμιλῶ ἀπέναντι τοιαύτης αὐθεντίας χρηματιστικῆς· ἀλλὰ φρονῶν, ὅτι ἡ περιουσία τῆς ἑταιρίας δὲν εἶναι μόνον 3 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ὑπὲρ τὰ 4 ἑκατομμύρια, πείθομαι, ὅτι θὰ εὕρῃ δανειστὰς νὰ δανεισθῇ 2½ ἑκατομμύρια ἐπὶ τόκῳ 5%. Ὅταν ἔλεγεν ὁ συνάδελφος, ὅτι ἡ περιουσία αὐτῆς δὲν φθάνει τὰ 3,500,000, καὶ ὅτι ἀπαιτεῖται δαπάνη ἐκ 400,000, διὰ νὰ ἐπισκευασθῶσι τὰ πλοῖα, μοὶ ἐνεθύμισεν ἄλλον ὅρον συγκρίσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας καὶ τῆς Πανελληνίου, ἣν ἐπεκαλέσθη. Τῆς Πανελληνίου δύο ἀτμόπλοια εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε, ἐὰν ἐπεβλέπετο, ὡς προσῆκεν, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μεριμνώσης περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν ταξειδευόντων, τὰ δύο ταῦτα ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας ἐκείνης ἤθελον κηρυχθῆ ἄχρηστα καὶ ἐπικίνδυνα. Αὐτὰ εἶναι, νομίζω, ἡ «Μακεδονία» καὶ ἡ «Ἤπειρος». Ἡ Κυβέρνησις εἰς καταγγελίας περὶ μὲν ἀσφαλείας πλοίων τινῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας ἔπεμψε πολλάκις μηχανικοὺς, ἐκράτησεν αὐτὰ ἐν τῷ λιμένι Σύρου, καὶ ἐπισταμένως τὰ ἐξήτασεν, ἐνῷ διὰ τὴν Πανελλήνιον οὐδέποτε δι’ οὐδὲν πλοῖον αὐτῆς οὐδεμία ἐγένετο ἐπιθεώρησις. Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη μίαν ἄλλην αἰτίαν τῆς δεινώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοίας, περίστασιν ἥτις χρησιμεύει καὶ εἰς κρίσιν τῶν νῦν ἐκφρασθεισῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Ἡ ἰδέα μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, προτεινομένη καὶ ἐπιδιωκομένη ὑπὸ χρηματιστῶν, εἶναι παλαιά. Ἡ πρώτη ἐμφάνισις αὐτῆς ἐγένετο τὸ 1880. Τότε προτάσεις ἐγένοντο εἰς τοὺς διευθύνοντας τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν περὶ τούτου, καὶ ἐπὶ τῶν τοιούτων ἐκλήθην εἰς Σῦρον νὰ φέρω γνώμην καὶ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων. Εἶδον πρότασιν κεφαλαίου μεγάλου, ἑταιρίαν ἑδρεύουσαν ἐν Παρισίοις ἢ ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ μετὰ ἔρευναν τὸ κεφάλαιον ἦτο ἰδανικόν, καὶ σκοπὸς τῶν προτάσεων ἦτο ἡ ἀποῤῥόφησις τῆς περιουσίας τῆς ἑταιρίας καὶ τῆς ἐπιχορηγήσεως. Ἐν ἄλλοις λόγοις εὗρον προτάσεις ἀνεπαρκεστάτας ὅλως διὰ τοὺς δανειστὰς καὶ τοὺς μετόχους, καὶ δι’ αὐτὴν ἔτι τὴν συγκοινωνίαν, ἐπωφελεστάτας ὅμως διὰ τοὺς προτείνοντας. Τότε ἡ περιουσία τῆς ἑταιρίας ἐζητεῖτο νὰ παραχωρηθῇ διὰ συνθήκης τώρα ζητεῖται νὰ ληφθῇ διὰ πτωχεύσεως ἐπὶ πλειστηριασμοῦ· αὐτὴν μόνην τὴν διαφορὰν βλέπω. Ἐκ τοῦ ἀγῶνος ὅμως ἐκείνου ἡ ἑταιρία ἐξῆλθε τετραυματισμένη, διότι, διὰ ν’ ἀποκρούσῃ τὴν μομφὴν, ὅτι ἔχει ὀλίγα πλοῖα, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀγοράσῃ δύο μεγάλα τοιαῦτα, τὸν «Πέλοπα» καὶ τὸν «Θησέα», καὶ νὰ κατασκευάσῃ τὸ νεωλκεῖον πρὸς καθαρισμὸν τῶν πλοίων, ἐδαπάνησε δὲ πρὸς τοῦτο τρία ἑκατομμύρια, ἢ ἀκριβέστερον πλέον τῶν 2½ ἑκατομμυρίων· τότε ἡ ἑταιρία εἶχε καὶ ἀπόθεμά τι ἴδιον, καὶ ἐπλήρονεν ἕως τότε τὰς ὑποχρεώσεις της, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου ἐξῆλθε μὲ τὴν ἀνάγκην δανείου, καὶ τὸ πρῶτον αὐτὸ δάνειον 2½ ἑκατομμυρίων τὴν ὑπέβαλεν εἰς πληρωμὴν τόκου πρὸς 8% δραχμῶν 200,000 ἐτησίως. Οἱ μέτοχοι δὲν ἐζήτησαν νὰ λαμβάνωσιν αὐτοὶ τὰς δραχμὰς 200,000 ὡς μέρισμα, ἀλλ’ ἐπροτίμησαν νὰ πληρώνωνται αὗται εἰς τόκους ἐπὶ ζημίᾳ των, καὶ ἰδοὺ ἓν ἄλλο ποσὸν τῆς ἐπιχορηγήσεως ποῦ κατηναλίσκετο. Καὶ ἐνταῦθα νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν συνάδελφον καί τι ἄλλο, ὅτι, ὅταν ἔλαβεν ἡ ἑταιρία τὴν ἐπιχορήγησιν ἐπὶ τόσα ἔτη, ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρῇ μηχανουργεῖον διὰ τῆς ἐπιχορηγήσεως, καὶ τὸ μηχανουργεῖον ἐκεῖνο ἀπήτει δαπάνην 200,000–250,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, αἵτινες πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὰ εἰς τὴν ἑταιρίαν διδόμενα διὰ τὴν συντήρησιν τῆς συγκοινωνίας, διότι ἡ δαπάνη ἐκείνη, ἡ ἴσως ὑπερβολικὴ, δὲν ἦτο πρὸς ὠφέλειαν, οὔτε δι’ ἀνάγκας τῆς ἑταιρίας ἢ τῶν μετόχων, ἦτο πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καταρτίζωνται ἐν τῷ μηχανουργείῳ μηχανικοὶ καὶ θερμασταὶ, ὧν ὁ τόπος ἐστερεῖτο. Ἰδοὺ ποῦ ἐδαπανῶντο αἱ 450 ἐκ τῶν 600 χιλιάδων δραχμῶν τῆς ἐπιχορηγήσεως.
§118ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἀληθές.
§119ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀλλὰ τότε ἐπῆλθεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἥτις διὰ τὴν ἑταιρίαν ἐπέφερεν αὔξησιν δαπανῶν κατὰ 250 χιλιάδας δραχμῶν περίπου ἐτησίως ἢ πλέον, διότι ὅλα τὰ ὑλικὰ αὐτῆς καὶ ἰδίως τὸν ἄνθρακα ἐπρομηθεύετο ἐξ Εὐρώπης. Διὰ τοιοῦτο ὑλικὸν ἡ ἑταιρία ἐδαπάνα δραχ. 1,000,000 ἐτησίως, ἡ δὲ συναλλαγματικὴ διαφορὰ τοῦ χρυσοῦ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι δραχμαὶ 250,000 ἐτησίως· καὶ τοῦτο, ἐνῷ τὰ εἰσοδήματά της δὲν ηὔξησαν, διότι οἱ ναῦλοι εἰσεπράττοντο εἰς χαρτονόμισμα καὶ δὲν ηὐξήθησαν. Ἐπεκράτησαν ἰδέαι τινὲς, τὰς ὁποίας ὀφείλω ἐν τέλει νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατηρήτους, ἰδίως μίαν πρόληψιν, ἀγνοῶ ποῦ στηριζομένην· θέλω νὰ πολεμήσω τὴν ἰδέαν, τὴν παρ’ ὅλαις ταῖς Κυβερνήσεσιν ἐπικρατήσασαν, ὅτι τὰ συμφέροντα πάσης ἐπιχειρήσεως καλῶς διευθύνονται, ὅταν ἡ ἕδρα αὐτῆς ἦναι ἐν Ἀθήναις. Ἄλλοτε εὔγλωττος ῥήτωρ τοῦ Κοινοβουλίου ἀπεκάλεσε διὰ τοῦτο τὴν Ἑλλάδα ὑδροκέφαλον. Καὶ εἶχε δίκαιον. Ἂν οὐδὲν κατάστημα δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, τότε εἶναι καὶ ὡς νὰ λέγωμεν, ὅτι οἱ νόμοι δὲν λειτουργοῦσιν, εἰμὴ ἐδῶ. Ἀπὸ τῆς ψευδοῦς ταύτης ἀρχῆς ὁρμώμενοι, σωρεύομεν τὰ πάντα ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἐκπαιδευτικά, φιλανθρωπικά, βιομηχανικά, δημόσια καταστήματα, καὶ ἀφίνομεν εἰς μαρασμώδη κατάστασιν πάσας τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας. Κἀμμίαν δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ἐποπτεία γίγνεται ἐδῶ κάλλιον ἢ ἀλλαχοῦ. Γνωρίζω, ὅτι ἑταιρίαι μεγάλαι, λειτουργήσασαι ἐν Ἀθήναις, ἢ ἐπτώχευσαν, (ἀδιάφορον ἂν ἕνεκα καταχρήσεων ἢ δι’ ἀμέλειαν ἀσύγγνωστον τῶν διευθυνόντων αὐτὰς) ἢ ἐζημιώθησαν μεγάλα κεφάλαια, ἕνεκα τῆς κακῆς ἢ ἀτελοῦς διαχειρίσεως. Ὑπενθυμίζω τὴν πτώχευσιν τοῦ «Ἀρχαγγέλου», τὰς ζημίας τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἄλλαι ἑταιρίαι ὑπέστησαν, εἴτε διότι ἐδάνεισαν ἐν γνώσει ἐπὶ ἀτελεῖ ἀσφαλείᾳ, εἴτε διότι ὑπάλληλοι αὐτῶν κατεχράσθησαν. Ἠξεύρω ὅτι δημόσια καταστήματα ἐν Ἀθήναις ἱδρυμένα δὲν λειτουργοῦσι καλῶς, ὅτι δημόσιοι ὑπάλληλοι πλείονες ἐδείχθησαν νοσφισταὶ ἐδῶ μᾶλλον ἢ ἀλλαχοῦ. Ἡ αἰτία λοιπὸν εἶναι ψευδής, καὶ μένει ἡ ἀστοργία πρὸς τὰς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν στιγματίζω χάριν τοῦ πολλοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, τοῦ εἰσφέροντος διὰ μίαν πόλιν. Βεβαίως ἡ διεθνὴς συγκοινωνία ὀρθὸν εἶναι νὰ ἔχῃ πρώτην προσέγγισιν ἢ κυρίαν ἐφετηρίαν τὸν λιμένα τοῦ Πειραιῶς, ὅσον ὁρᾷ τὴν πολιτικὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, οὐχὶ τὸ ἐμπόριον, διότι ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία ἐδῶ ἔχει τὸ κέντρον της· ἀλλ’ ἡ διοίκησις τῆς ἑταιρίας (ὅταν ἡ Κυβέρνησις λάβῃ πρόνοιαν, ὥστε ἡ διεύθυνσις αὕτη νὰ ἦναι ἐξησφαλισμένη ἀπὸ καταχρήσεων,) διατὶ θέλετε νὰ ἦναι ἐν Ἀθήναις; Φρονεῖτε, ὅτι ἐν Σύρῳ εἶναι ἀνωφελής; «Δὲν βλέπω, εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀντιπρόσωπος, τί ὠφελεῖται ἡ Σῦρος». Ἀπαντῶ αὐτῷ: Ἐγὼ βλέπω κατὰ τί ὠφελεῖται ἡ Ἑλλὰς καὶ κοινωνικῶς καὶ πολιτικῶς, ὅταν ἡ Σῦρος ἦναι κέντρον τῆς ἑταιρίας τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Βλέπω ὅτι ἡ Σῦρος εἶναι κέντρον πολιτισμοῦ ἐμπορικοῦ, μέγα σχολεῖον ἐμπόρων πρακτικὸν καὶ ἐξευγενιστικὸν καὶ ὠφέλιμον, ἔνθα οἱ διδασκόμενοι τὸ ἐμπόριον διδάσκονται καὶ ἀρχὰς πίστεως καὶ συμπεριφορᾶς καὶ ἰδέας περὶ συναλλαγῆς, καὶ πηγὰς καὶ τρόπους ἐμπορίου, καὶ διδάσκονται ὀρθότερον ἐκεῖ, παρὰ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο μέρος τῆς Ἑλλάδος. Γνωρίζω ὅτι ἡ Σῦρος εἶναι τὸ κέντρον τοῦ Αἰγαίου καὶ τῆς πολυνησίας αὐτοῦ καὶ τῶν ἀκτῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, κέντρον, ὅπερ συντηρεῖ ἐπικοινωνίαν μὲ ὅλα τὰ παράλια τῆς δυτικῆς Ἀσίας, τὰ παρ’ Ἑλλήνων κυρίως οἰκούμενα, καὶ μὲ ὅλας τὰς ὑπὸ ζυγὸν διατελούσας ἀκόμη νοτίους καὶ βορείους Σποράδας, καὶ συγκοινωνεῖ διὰ τοῦ μεγάλου διαμετακομιστοῦ αὐτῆς ἐμπορίου. Γνωρίζω ὅτι ἡ τοιαύτη ἐκ τούτου ἐπίδρασις αὐτῆς γίγνεται ὁσημέραι ἐπωφελεστέρα εἰς τὴν συνοχὴν τῶν ἐθνικῶν δεσμῶν μετὰ τοῦ ἐκεῖ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, καὶ καταφανεστέρα εἰς τὰς ἰδέας καὶ τὰ αἰσθήματα τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἠξεύρω ὅτι ἕνεκα τῆς Σύρου, ἕνεκα τοῦ ἐν Σύρῳ ἱδρυθέντος διὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας ναυτικοῦ διδακτικοῦ κέντρου, αἱ Κυκλάδες ἐγένοντο ἤδη ἡ ἑστία, ἐν ᾗ γοργῶς ἀνεπτύχθη ἡ ἐμπορικὴ ἡμῶν ναυτιλία, καὶ ἐμορφώθη μέγας ἀριθμὸς ναυτῶν καὶ ναυτιλλομένων. Πρὸς τὴν ἰδέαν ταύτην αἰσθάνομαι τοσαύτην πεποίθησιν, ὥστε ἐξ αὐτῆς ἀντλῶ τὸ σθένος νὰ κηρύξω διὰ πάσης τῆς δυνάμεως τοῦ λόγου μου, διὰ πάσης τῆς βαρύτητος τῆς ψήφου μου, ὅτι ἡ ἐκ Σύρου ἀφαίρεσις τῆς ἕδρας τῆς μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας ἔσται καὶ κοινωνικῶς καὶ πολιτικῶς καὶ ναυτικῶς ὀλεθρία πρᾶξις. Εἶπεν ἄλλην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πληροφορίαν. Εἶπεν, ὅτι ἦλθεν ἐπίκουρος τῇ ἑταιρίᾳ ἄλλοτε, καὶ προσέφερεν αὐτὸς 300 χιλιάδας δραχμῶν διὰ τὸ δάνειον τὸ ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν πλοίων, καὶ ὅτι αὐτὰς μόνας ἐκ τῶν δύο ἑκατομμυρίων ἔλαβεν ἡ ἑταιρία, διότι οὐδεὶς ἐν Σύρῳ προσέφερε μετρητά, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ποσὸν ἐδόθη εἰς δανειστὰς φίλους αὐτῆς καὶ προμηθευτὰς ὑλικοῦ, ὠφεληθέντας 50%, ἐνῷ αὐτὸς ἔμελλε νὰ λάβῃ μόνον τὸν τόκον, καὶ μάλιστα ὅτι ἐδήλωσε τότε, ὅτι τόκον θέλει οὐχὶ 9, ἀλλὰ 6% μόνον. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἔδωκε τότε δραχμὰς 300,000, ἀληθὲς ὅτι εἶπεν, ὅτι θὰ λάβῃ τόκον 6% μόνον· ἀλλ’ ἀληθὲς ἐπίσης εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ δανείου τούτου ἐζήτησε νὰ ἔχῃ χεῖρα ἀνωτάτην ἐπὶ τῆς ἑταιρίας, ζητήσας καὶ λαβὼν τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ καὶ διορίσας δύο συμβούλους, ἐπιτηροῦντας αὐτήν· ἀληθέστερον δὲ, ὅτι, ἅμα διέστη πρὸς τὴν ἑταιρίαν, κατέσχε διὰ τοὺς καθυστερουμένους τόκους τὰ εἰσοδήματα τοῦ πρακτορείου Ἀθηνῶν, εἰς στενοχωρίαν περιαγαγὼν τὴν ἑταιρίαν. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς δὲ, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἐν Σύρῳ διέθεσε χρήματα εἰς ἀγορὰν μετοχῶν τοῦ ναυτοδανείου ἐκείνου. Γνωρίζω προχείρως τρεῖς ἐντολεῖς μου, τὴν οἰκογένειαν Ψύλλου–Λούβη, ἥτις διέθεσε δραχμὰς 80,000 εἰς τὴν ἑταιρίαν, ὅπως ἀγοράσῃ μετοχὰς, ἦτο δὲ τοῦτο ὅλον τὸ χρηματικὸν αὐτῆς κεφάλαιον. Ἠξεύρω, ὅτι ἡ οἰκογένεια Μπίστη διέθεσε 22,000 δραχμὰς, καὶ ὁ Ἐμμανουὴλ Ψύχας 42,000. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ συνάδελφος μόνον, ὅστις ἔδωκε 300,000 δραχμὰς· ἔδωκαν καὶ ἄλλοι. Ἐν τῇ κατὰ τῆς ἑταιρίας ἐπιθέσει του καὶ ἐν τῇ περὶ ἄλλης ἑταιρίας περιόδῳ τοῦ λόγου του διέφυγε τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων του ἰδέα, πολλὰ προδίδουσα ἄξια προσοχῆς. Εἶπεν, ὅτι, ἂν δώσητε τὴν ἐπιχορήγησιν ταύτην εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν καὶ αὐτὴ ἀναζήσῃ, τότε οὐδεμία ἄλλη ἑταιρία ζῇ. Ἐνόησε διὰ τούτου, ὅτι, ἂν ἡ ἑταιρία ζήσῃ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη ἑταιρία ἀνταγωνιζομένη; Ἴσως. Ἐρωτῶ ὅμως αὐτὸν, ἡ ἄλλη ἑταιρία τάχα θὰ ζητήσῃ νὰ ζήσῃ μὴ ἀνταγωνιζομένη; Λοιπὸν, διὰ νὰ ζήσῃ ἡ ἄλλη ἐκείνη ἑταιρία, πρέπει νὰ ἀποθάνῃ αὕτη; Ἰδοὺ ἰδέα πολλὰ διδάσκουσα περὶ τῶν κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας ἐπιθέσεων, ἰδέα καταδεικνύουσα πλέον παντὸς ἄλλου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσῃ αὐτὴν τὴν ἀλληλοφαγίαν, ἥτις ὁμοιάζει πρὸς κοινωνικὸν ἔγκλημα. Δέον νὰ συζήσωσιν ἢ νὰ συνενωθῶσιν ὅλαι, οὐχὶ ἡ ἑτέρα νὰ ἁρπάσῃ τὴν περιουσίαν τῆς ἄλλης. Καὶ ἐν Ἰταλίᾳ τὸ αὐτὸ, ὡς εἶπον, ἐτέθη πρόβλημα, καὶ ἡ αὐτὴ συνήφθη μάχη μεταξὺ πολλῶν ἑταιριῶν, αἵτινες ἔζων ἀνταγωνιζόμεναι καὶ ἀλληλοφθειρόμεναι, καὶ ὧν ἑκάστη ἐζήτει νὰ ἀποῤῥοφήσῃ τὴν ἄλλην. Ἀλλ’ ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι τὸ μὲν ἦτο ἐπιβλαβὲς, τὸ δὲ ἀνήθικον, καὶ ἐνήργησε τὴν συγχώνευσιν, συστήσασα μεγάλην ἑταιρίαν. Ἀφοῦ δὲ ὁ ἀνταγωνισμὸς δὲν συνέφερεν εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἔχουσαν κατ’ ἀναλογίαν ὀλιγώτερον ναυτικὸν καὶ μικροτέραν ἔκτασιν παραλίων, πολὺ περισσότερον δὲν συμφέρει οὗτος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὡς ἐκεῖ, πρέπει καὶ ἐδῶ αἱ ἑταιρίαι αὗται, ἐφ’ ὅσον τὸ ὑλικὸν τὸ ἐπιτρέπει, νὰ συγχωνευθῶσιν εἰς μίαν, καὶ ἀπαρτίσωσι μίαν ἑταιρίαν, ἥτις νὰ συμπληρώσῃ τὰ κεφάλαιά της πρὸς ἀπόκτησιν μεγάλων πλοίων, δυναμένων νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν διεθνῆ συγκοινωνίαν. Τούτου τὴν ὀρθότητα οὐδεὶς, μὴ συμφέρον ἔχων, δύναται νὰ ἀρνηθῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ κύριοι αὐτοὶ φοβοῦνται τὸν θάνατον τῆς μιᾶς τῶν ἑταιριῶν, τάχα διατὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ φοβηθῇ, ὅτι, αἴρουσα τὴν συνδρομήν της ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, ἀφίνει αὐτὴν ν’ ἀποθάνῃ, καὶ δίδει συνδρομὴν ἀνήθικον εἰς ἄλλην ἑταιρίαν; Καὶ ἀφοῦ δύναται τοῦτο νὰ κάμῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς τοῦ Κράτους βλάβης, μάλιστα δ’ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς συγκοινωνίας, διατὶ ὁ πατριωτισμός τινων διερεθίζεται; Ἰδοὺ πῶς δὲν ἀποδίδοται ἑκάστῳ τὸ προσῆκον. Γνωρίζω, ὅτι ἡ Παλαιὰ Ἑταιρία ἔχει τὸ ἄριστον ὑλικόν, καὶ λόγῳ προσωπικοῦ πλοιάρχων ἔχει τοὺς ἀρίστους ἀξιωματικούς, μηχανικοὺς καὶ ναύτας, ἀποδειχθέντας τοιούτους καὶ εἰς περιστάσεις δεινὰς θαλασσίων ἐξεγέρσεων καὶ ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ἄλλοτε ὑπέμνησα εἰς σεβαστότατον ἐμοὶ ἄνδρα, ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ὅτε ἐπεκράτει τρικυμία δεινὴ κατὰ τὴν Μεσόγειον, πολλὰ ἐπενεγκοῦσα ναυάγια, ὅλα τὰ πλοῖα τῆς ἑταιρίας εὑρίσκοντο ἐν θαλάσσαις ἀνοικταῖς, καὶ οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἔπαθε ζημίαν, πλὴν ὅτι ἑνὸς ἀπωλέσθη ἡ ἄγκυρα. Ὑπενθυμίζοντες τὰς χρηματικὰς τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ἑταιρίαν προσφοράς, λησμονεῖτε τὰς ἐξ αὐτῆς πολλαπλᾶς τοῦ τόπου ὠφελείας· λησμονεῖτε, ὅτι ἐδιδάχθησαν πολλοὶ πλοίαρχοι παρ’ αὐτῆς καὶ μηχανικοὶ καὶ θερμασταὶ ναῦται, καὶ ὅτι αὕτη προσήνεγκεν ἐξόχους πρὸς τὰς πολιτικὰς ἡμῶν περιπετείας ὑπηρεσίας. Ζητεῖτε τὸν θάνατον αὐτῆς, καὶ ὡς λόγον φέρετε ἀείποτε τὸ φάσμα τῶν καταχρήσεων. Οὕτω συλλογιζόμενοι, ὁμοιάζετε πρὸς ἐκείνους, ὅσοι, βλέποντες ἐν ἀνθρώπῳ νόσημα, νομίζουσιν ὅτι ἀσφαλέστερος τρόπος θεραπείας εἶναι νὰ φονεύσωσι τὸν νοσοῦντα, οὐχὶ νὰ ἰάσωνται αὐτόν. Συστήσατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ μέτρα, ἵνα προληφθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι αἱ καταχρήσεις, ἀλλὰ μὴ λέγετε, ὅτι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ παρέχῃ τὴν συνδρομήν της. Ὀφείλει καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἑταιρίαν πολλὰς ὑπηρεσίας, μείζονας τῶν χορηγιῶν της, ὀφείλει καὶ ὁ τόπος εἰς αὐτὴν πολλὰς ὠφελείας, ὀφείλει δὲ πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις νὰ συντηρήσῃ καὶ τὴν συγκοινωνίαν, ἥτις κινδυνεύει νὰ πάθῃ, ἐὰν αὐτὴ ἐκλείψῃ· διότι δὲν πείθομαι, ὅτι αἱ ἄλλαι ἑταιρίαι ἐπαρκοῦσι. Διὰ τοῦτο ἐγκρίνω, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἵνα τὸ Κράτος ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν, παρέχον τόσην μόνον συνδρομήν, ὅση ἀρκεῖ, ἵνα, χωρὶς νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον, δυνηθῇ νὰ ἐξακολουθῇ ἡ ἑταιρία ὑφισταμένη καὶ ὑπάρχουσα ὡς κέντρον ὑπὸ ἄλλον ὀργανισμὸν ἀναπτύξεως τῆς ἀτμήρους ἡμῶν θαλασσίας συγκοινωνίας. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ποίαν πρόκειται τὸ Κράτος νὰ κάμῃ θυσίαν; Τὸ Κράτος εἶναι δεδεσμευμένον διὰ συμβάσεως κατά τε τὸ ἐνεστὸς καὶ τὸ ἐπιὸν ἔτος, καὶ ὀφείλει τῶν δύο ἐτῶν τὴν ἐπιχορήγησιν. Τὴν ἐπιχορήγησιν ταύτην, ἥτις εἶναι ἀντάλλαγμα ὑπηρεσιῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ζητεῖ τὴν ἄδειαν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δώσῃ αὐτῇ κατὰ τμήματα ἂν προκαταβολαῖς, ἂν πεισθῇ,—προσέξατε εἰς τοῦτο,— ἂν πεισθῇ, ὅτι οὕτως ἡ ἑταιρία θέλει ζήσει καὶ θέλει δυνηθῇ νὰ παράσχῃ τὰς ὑπηρεσίας, δι’ ἃς ἡ ἐπιχορήγησις δίδεται. Ζητεῖ τὴν ἄδειαν, ἂν ἐντὸς τῶν δύο τούτων ἐτῶν δὲν καταστῇ δυνατὴ οὐχὶ ἡ ἵδρυσις, ἀλλ’ ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τῆς μεγάλης ἑταιρίας, τότε νὰ παρατείνῃ ἐπὶ ἓν μόνον ἀκόμη ἔτος τὴν ἐπιχορήγησιν, ὅπως δυνηθῇ νὰ ζήσῃ ἡ ἑταιρία, καὶ παράσχῃ καὶ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τὰς ὑπηρεσίας της, ἕως ὅτου ἡ διάδοχος αὐτῆς ἑταιρία ἀναλάβῃ τὴν θέσιν ἐκείνης. Λοιπὸν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐννοῶ, ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐννοῶ νὰ τὸ ψηφίσω. Θέλω ὅμως συστήσει καὶ πάλιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ παραπλανηθῇ ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Σῦρος εἶναι τόπος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ θέσῃ ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ, ὅσον ἀφορᾷ τῆς ἑταιρίας τὴν ἀποστολὴν, ἢ ὅτι ἡ Σῦρος εἶναι ἡ αἰτία τῶν καταχρήσεων. Πρέπει νὰ συλλογισθῇ, ὅτι αἱ Κυκλάδες ἀπὸ πολλοῦ ἐγένοντο τὸ ναυτικὸν ἡμῶν κέντρον· ὅτι ἡ Σῦρος εἶναι ὁ τόπος τῶν μεγαλειτέρων ναυπηγείων ἱστιοφόρων πλοίων· ὅτι τῆς Σύρου, τῆς Ἄνδρου καὶ τῆς Θήρας τὰ νηολόγια μαρτυροῦσιν, ὅτι ἐν ταῖς Κυκλάσιν ἔχομεν ἀριθμὸν ἀτμοπλοίων παρεχόντων μεγάλας ὑπηρεσίας, καὶ ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν Κυκλάδων ἐγένοντο ἤδη καὶ ὁσημέραι γίνονται κέντρα ναυτικὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναπληρώσωσι τὰ ἀτυχῶς ἐκλείψαντα κέντρα τῆς Ὕδρας, τῶν Σπετσῶν καὶ τῶν Ψαῤῥῶν· καὶ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἑταιρίαν, τὴν τόσῳ πάντοτε πολεμηθεῖσαν. Ἐκ τοιαύτης ἀπόψεως ἐθνικῆς ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ Σῦρος πρέπει νὰ τεθῇ ἐν πρώτῃ καὶ ὄχι ἐν ἥσσονι μοίρᾳ πρὸς οἱονδήποτε ἄλλον λιμένα, προκειμένου περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς μεγάλης ἑταιρίας, ἡ ὁποία θὰ ἐκπροσωπήσῃ τὴν ἐμπορικὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν. (Εὖγε! εὖγε!)
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμιλοῦντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διακόψας αὐτὸν, εἶπεν, ὅτι κακῶς ἐννοεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ νομοσχέδιον· μοὶ φαίνεται ὅμως ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, ἀναντιῤῥήτως οὖσα ὁποίαν κατέδειξεν αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων....
§123ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξ Ἀττικῆς.
§124ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξ Ἀττικῆς· κατ’ ἐμὲ εἶναι καὶ ἐκ Κυκλάδων. Ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου ἀναντιῤῥήτως εἶναι ἡ ἀποδοθεῖσα εἰς αὐτὸ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ ἐν τῇ προθέσει αὐτοῦ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου· ὑπεσχέθη μάλιστα, ὅτι ἤθελεν ἐξηγήσει τὰ περὶ τούτου, καὶ ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι πάντες οἱ κίνδυνοι, οὓς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι ἰδανικοί. Ἐὰν τοῦτο οὕτως ἔχῃ, εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἄρθρου 2ου, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 2ον φέρω καὶ ἐγὼ τὰς ἀντιῤῥήσεις, ἃς ἀντέταξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας παρέστησε τὰ τῆς ἑταιρίας ἐν Σύρῳ ὡς αὐτὸς γινώσκει τὰ κατ’ αὐτὴν, —καὶ βεβαίως ὀλίγοι εἰσὶν οἱ γινώσκοντες τὰ κατὰ τὴν ἑταιρίαν ὅσον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας,—ἐθεώρησε δὲ, ὅτι παροχαὶ πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἐκείνην, οἵας τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει,—δὲν λέγω ὁποίας ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ νομοσχέδιον παρέχει, ἀλλὰ παροχαὶ, οἵας τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει,— δὲν θέλουσι συντελέσει εἰς τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν γίνονται. Καὶ ἂν προέκειτο περὶ παροχῶν μικρᾶς σημασίας, ἐὰν προέκειτο περὶ χιλιάδων τινῶν δραχμῶν, ἢ ἔστω καὶ περὶ δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν, ἐννοῶ, ὅτι ἠδύνατο νὰ γενῇ τις ἀντίῤῥησις κατὰ μακρᾶς περὶ τούτου συζητήσεως, ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ ἑκατομμυρίων, διότι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκαταβάλῃ δύο ἐτῶν χορηγίαν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκαταβάλῃ καὶ τρίτου ἔτους χορηγίαν, τριῶν δὲ ἐτῶν χορηγίαι εἶναι 1,950,000 δραχμῶν. Δὲν ἠξεύρω ἀπὸ πότε ἐπλούτησεν ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε 1,950,000 δραχμῶν νὰ θεωρῶμεν ἐλάχιστον ποσόν· εἰς τοῦτο δὲ προσθετέον καὶ τὰς 400,000 δραχμὰς τῆς ἐξαγορᾶς τῆς «Μυκάλης»· τουτέστι χορηγοῦνται 2,350,000, διότι ἀσχέτως πρὸς τὸ μέτρον τοῦ τιμήματος ἐπὶ τῇ ἐξαγορᾷ, αἱ πρὸς ἀνάκτησιν τοῦ πλοίου ἀποδιδόμεναι 400,000 δραχμαὶ εἶναι θυσία τοῦ Δημοσίου, μὴ ὑπαγορευομένη ἐξ ἀνάγκης δημοσίας, ἀφοῦ ἡ ναυτικὴ ὑπηρεσία δὲν ἔχει ἀνάγκην τοιούτου πλοίου σήμερον, ἀποκτᾷ δὲ αὐτὸ πιθανῶς, ἵνα τὸ παροπλίσῃ. Πρὸς τίνα δὲ σκοπὸν γίνεται ἡ καταβολὴ τῶν 2,350,000 δραχμῶν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν ὅτι, καθ’ ἣν αὐτὸς ἔχει γνῶσιν τῶν πραγμάτων τῆς ἑταιρίας, τοιαύτη καταβολὴ δὲν θέλει συντελέσει εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς ἑταιρίας, ἐξέθηκε δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπολογισμούς, δεικνύοντας, ὅτι καὶ μετὰ τὴν πληρωμὴν ταύτην ἡ ἑταιρία δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ λειτουργήσῃ ἐπαρκῶς. Ἐγὼ ὅμως, καὶ ἀσχέτως πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κρίνων περὶ τοῦ θέματος, ἔχω μεμορφωμένην πεποίθησιν, ἣν νομίζω, ὅτι συμμερίζεσθε πάντες, διότι παρετήρησα, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἐνθερμότερον συνηγορήσαντες ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας τοῦτο ἀπεδέχθησαν, ὅτι ἀδύνατον τὰ ἀτμοπλοϊκὰ ἡμῶν πράγματα νὰ ἐξυπηρετηθῶσι διὰ μόνης τῆς ἑταιρίας τῆς Σύρου, ὅτι περὶ ταύτην ὡς πυρῆνα δὲν δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν τὴν μεγάλην ἐκείνην ἑταιρίαν, ἧς τὴν ἀνάγκην ὅλοι αἰσθανόμεθα· καὶ φρονῶν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν πρόκειται διὰ παροχῶν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς Σύρου νὰ καταρτίσωμεν αὐτὴν πυρῆνα, περὶ ὃν νὰ καταρτισθῇ ἡ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν διεθνὴς ἀτμοπλοΐα, ἧς αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, μὴ ἀντὶ νὰ ὠφελῶμεν βλάπτομεν διὰ τῶν παροχῶν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἀναντίῤῥητον μοὶ φαίνεται, ὅτι βλάπτομεν, καὶ ἐὰν ἔτι διὰ τῶν παροχῶν τούτων ἐξυπηρετοῦντο τ’ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας τῆς Σύρου· διότι, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς δοθείσας κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρχῃ δισταγμὸς, ὅτι οὐδὲ αὐτὰ τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας ἐξυπηρετοῦνται ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία τῆς Σύρου ἔχει διττὰ συμφέροντα· ἔχει τὰ συμφέροντα ἑαυτῆς ὡς ἑταιρίας λειτουργούσης, ἔχει καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἐνεχομένων εἰς τὰ τῆς ἑταιρίας ὡς δανειστῶν αὐτῆς. Εἶδον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις περὶ ἀκατασχέτου τῆς χορηγίας καὶ τοῦ τιμήματος τῆς «Μυκάλης»· αἱ διατάξεις ὅμως αὗται ὀλίγον δύνανται νὰ συντελέσωσι· διότι, ἐὰν τὸ ἀκατάσχετον ἐξασφαλίζῃ αὐτὸ τοῦτο τὸ χρῆμα τὸ παρεχόμενον, ἔχουσιν ὅμως μέσα ἄλλα οἱ δανεισταὶ, ἵνα πιέσωσι τὴν ἑταιρίαν καὶ ἀναγκάσωσιν αὐτὴν νὰ παραχωρήσῃ προαιρετικῶς ὅ,τι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ κατάσχωσι. Διότι τίς ἡμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι τὰ τῆς ἑταιρίας σήμερον σώζονται οὐχὶ ἐκ δικαιώματος τῆς ἑταιρίας ἀπέναντι τῶν δανειστῶν αὐτῆς, ἀλλ’ ἐξ ἀνοχῆς τῶν δανειστῶν; Πάντες παρηκολουθήσαμεν μετ’ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας τοὺς κινδύνους, οὓς αὕτη διέτρεχε, καὶ πάντες γινώσκομεν, ὅτι διεκόπησαν αἱ δικαστικαὶ ἐνέργειαι ἐκ τῆς ἐλπίδος, ὅτι θέλει δυνηθῆ ἡ ἑταιρία ν’ ἀποκτήσῃ παρὰ τοῦ Δημοσίου ἢ ἄλλοθεν παραχωρήσεις, ἐξ ὧν ἤθελον ὠφεληθῆ καὶ οἱ δανεισταί· ἐὰν ὅμως οἱ δανεισταὶ, χαρακτηριζομένης τῆς παροχῆς ὡς ἀκατασχέτου, κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐπείθοντο, ὅτι αὐτοὶ οὐδὲν θὰ ὠφελοῦντο ἐκ τῆς ἀνοχῆς, θὰ ἔπαυον ἀνεχόμενοι τὴν παράτασιν τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως, ἡ δὲ παῦσις τῆς ἀνοχῆς θὰ ἐξηνάγκαζε τὴν ἑταιρίαν αὐτὴ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τὸ χρῆμα οἰκειοθελῶς, ἢ, ἐὰν δὲν τὸ παράσχῃ, νὰ πτωχεύσῃ. Ὅ,τιδήποτε ἄρα καὶ ἂν ἀναγραφῇ ἐν τῇ συμβάσει, τὸ χρῆμα θέλει περιέλθει εἰς τοὺς δανειστάς· περιερχομένου δὲ τοῦ χρήματος εἰς τοὺς δανειστάς, ἡ ἑταιρία στερεῖται τῶν δυνάμεων, ἵνα λειτουργῇ. Ἀλλὰ, καὶ ἂν μετὰ τοῦτο περισώσῃ ἱκανὰς πρὸς λειτουργίαν δυνάμεις, εἶναι αὕτη ἡ λύσις, ἣν πρέπει νὰ ἐπιζητῇ ἡ Βουλή; Ἐὰν πρόεκειτο ταύτην τὴν λύσιν νὰ ἐπιζητήσωμεν, ἐὰν προέκειτο τὸ ἀτμοπλοϊκὸν ζήτημα νὰ λύσωμεν διὰ τῆς ἐν Σύρῳ ἑταιρίας, τὸ μόνον ἐπιδιωκτέον θὰ ἦτο ἡ διαῤῥύθμισις τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ τρόπου ἐξασφαλίζοντος ἐπαρκῆ ἱκανοποίησιν τῶν δανειστῶν, ἵνα ἡ ἑταιρία, ἀπαλλαττομένη ἐκ τῆς πιέσεως αὐτῶν, ἀποκτήσῃ τὴν ἱκανότητα εἰς ἐκπλήρωσιν εὐρυτέρας λειτουργίας. Ἀλλ’ οὐδεὶς παραδέχεται, ὡς εἶπον, οὐδ’ αὐτοὶ οἱ ἐνθερμότεροι συνήγοροι τῆς ἑταιρίας, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη δύναται νὰ καταστῇ ὁ πυρὴν τῆς μεγάλης ἑταιρίας. Ἡ σύστασις τῆς μεγάλης ἑταιρίας πρέπει ν’ ἀναζητηθῇ ἀλλαχοῦ· ἐὰν δὲ θ’ ἀναζητηθῇ ἀλλαχοῦ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συντελεῖ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς μεγάλης ταύτης ἑταιρίας, ἢ συντελεῖ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας, ἴσως δὲ καὶ εἰς τὴν ματαίωσιν τῆς συστάσεως αὐτῆς διὰ τῆς ἀναβολῆς; Γινώσκετε ὅτι ἄλλοτε προετάθησαν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ κρινόμενα ὡς λυσιτελῆ πρὸς τὴν σύστασιν μεγάλης ἑταιρίας. Τὰ τῆς ἑταιρίας ἦσαν κεκανονισμένα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν κεφαλαιούχων, καὶ κατὰ τὰς τότε συμφωνίας τῆς Κυβερνήσεως οἱ κεφαλαιοῦχοι ἦσαν ὑπόχρεοι, εὐθὺς ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ νόμου, τοῦ ἐπιτρέποντος τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως περὶ τῆς μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, νὰ καταβάλωσιν 25,000,000 δραχμῶν πρὸς τὴν σύστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς. Ἡ ἑταιρία, ἡ οὕτω κατηρτισμένη καὶ περὶ ἧς εἶχε ζητηθῆ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, ὅπως ἄρξηται λειτουργοῦσα, ἡ ἑταιρία αὕτη θὰ ἐλάμβανε πρόνοιαν καὶ περὶ τῆς συγχωνεύσεως ἐν ἑαυτῇ τῆς ἑταιρίας τῆς Σύρου, διότι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, τῆς εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἑταιρίας ἐκείνης ἀσχοληθείσης, ἦτο ὅτι κέντρον τῶν ἐργασιῶν τῆς μεγάλης ἑταιρίας ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἡ Σύρος. Ὁ πρὸ μικροῦ λίαν εὐγλώττως ἀγορεύσας ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τ’ ἀντίστροφα ἀκριβῶς ἐδείχθη φρονῶν ὅσων φρονῶ ἐγώ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας φρονεῖ μὲν καὶ αὐτός, ὅτι ἡ Σύρος πρέπει νὰ ᾖναι κέντρον ἀτμοπλοϊκὸν, ἀλλ’ ἀτμοπλοϊκὸν κέντρον προσῆκον εἰς τὴν Σῦρον παρέστησε τὸ τῆς διευθύνσεως τῆς ἑταιρίας, θεωρήσας τὸν Πειραιᾶ ὡς κατάλληλον σημεῖον συναντήσεως τῶν διεθνῶν αὐτῆς γραμμῶν· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἐν τῷ λιμένι τῆς συναντήσεως τῶν ἀτμοπλοίων τῆς διεθνοῦς συγκοινωνίας δέον νὰ ὑπάρχωσι καὶ πάντα τὰ καταστήματα τῆς ἑταιρίας. Ἐγὼ τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι τὰ καταστήματα πάντα τῆς ἑταιρίας, ὅτι τὸ κέντρον τῆς συναντήσεως τῶν ἀτμοπλοίων αὐτῆς πρέπει νὰ ᾖναι ἡ Σῦρος, ὅτι πᾶσα ἐργασία ἀφορῶσα εἰς τὰ τοῦ ὑλικοῦ καὶ εἰς τὰ τοῦ προσωπικοῦ τῆς λειτουργίας τῶν ἀτμοπλοίων, πρέπει νὰ ἐκτελῆται ἐν Σύρῳ, ἀλλ’ ἡ διεύθυνσις τῆς ἑταιρίας πρέπει νὰ ἑδρεύῃ ὅπου κατεβλήθη τὸ κεφάλαιον. Ἐὰν οἱ ἐν Σύρῳ κεφαλαιοῦχοι συνίστων τὴν ἑταιρίαν, ἔπρεπε νὰ ἔχωσι παρ’ ἑαυτοῖς καὶ τὴν διεύθυνσιν· ὅταν ὅμως τὸ κεφάλαιον δὲν προσφέρηται ἐκ τῆς Σύρου, ἀλλ’ ἐκ τῶν Ἀθηνῶν, ἐπὶ τίνι λόγῳ θὰ ἐστηρίζετο ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἀπαιτήσῃ ὡς ἀντάλλαγμα τῆς παρεχομένης παρ’ αὐτῆς ἐπικουρίας εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἵνα μὴ μεριμνῶσι περὶ τῆς διευθύνσεως τῆς ἑταιρίας ἀμέσως οἱ εἰς αὐτὴν ἐμπιστευθέντες τὰ κεφάλαια αὐτῶν, ἀλλ’ ἀναθέσωσιν εἰς ἄλλους τὴν ἐποπτείαν τῆς διαχειρίσεως τῶν κεφαλαίων; Ἂν τὰ κεφάλαια καταβάλλωνται ἐν Ἀθήναις, ἡ διεύθυνσις τῆς διαθέσεως αὐτῶν δέον, ὅπως κανονίζηται ἐν Ἀθήναις, τὰ τῆς κινήσεως ὅμως τῶν ἀτμοπλοίων, τὰ τῶν συνεργίων, τὰ τῶν νεωρίων, τὰ τῶν νεωλκείων δέον δι’ ἄλλους λόγους νὰ ἔχωσι κέντρον τὴν Σῦρον. Οὕτω δ’ εἶχον τότε κανονισθῆ ἐν ταῖς πρὸς τοὺς κεφαλαιούχους συμφωνίαις τὰ τῆς μεγάλης ἑταιρίας. Ἡ μεγάλη ἑταιρία θὰ συνεχνώνευεν ἐν ἑαυτῇ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν τῆς Σύρου, θὰ ἐλειτούργει δὲ ἔχουσα ὡς κέντρον τῆς κινήσεως τὴν Σῦρον. Τοιαύτη ὅμως ἑταιρία θὰ δυνηθῇ νὰ συστηθῇ, ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἤδη συζητούμενον; Βεβαίως ὄχι. Διότι ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν διετίαν κατὰ τὰ νῦν κείμενα, ἔχομεν προσέτι καὶ ἓν ἔτος προστιθέμενον κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς ὑφισταμένης ἑταιρίας· ποία δὲ ἑταιρία θὰ ἀποφασίσῃ ἀπὸ τοῦδε νὰ διαπραγματευθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς μεγάλης ἀτμοπλοΐας ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν μετὰ τριετίαν; ἀλλὰ καὶ πρὸς ποῖον σκοπὸν, ἐὰν μετὰ τριετίαν θέλῃ ποιήσηται ἔναρξιν λειτουργίας μεγάλη ἑταιρία, ἥτις θέλει περιλάβει καὶ τὴν διεθνῆ συγκοινωνίαν καὶ τὴν ἀκτοπλοϊκὴν, αἱ θυσίαι αὗται, αἱ κατὰ τὸ νομοσχέδιον; Ἐννοῶ ὅτι, προκειμένου περὶ ἱδρύματος ὑφισταμένου ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ ἐξ οὗ ἐξαρτῶνται πολλὰ συμφέροντα μεγάλου κέντρου ἐμπορικοῦ, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς, ὅπως ἡ διάλυσις τῆς ἑταιρίας ταύτης γένηται διὰ τρόπου ὅσον ἔνεστιν ὁμαλωτέρου· ἀλλ’ ἐκ τούτου δικαιολογεῖται δαπάνη τοῦ Δημοσίου 2,350,000 δραχμῶν; Λέγω δαπάνη 2,350,000, διότι εἰς ἀντιστάθμισμα τῆς καταβολῆς αὐτῶν οὐδεμίαν ἔχομεν ἐγγύησιν, ὅτι θέλει λειτουργήσει ἡ ἑταιρία· τοὐναντίον, ἂν ἡ ἑταιρία αὕτη λάβῃ τὸ χρῆμα, θέλει μὲν ἀπαλλαγῆ ἴσως ἀπὸ τῶν πιστωτῶν αὐτῆς, ἀλλὰ θέλει καταστῆ ἐντελῶς ἀνίκανος, ἵνα λειτουργήσῃ, προεξοφλοῦσα πρὸς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν πιστωτῶν τὸ χορήγημα τῆς διετίας κατὰ τὰ κείμενα, καὶ τοῦ προσθέτου ἔτους κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καὶ μηδεμίαν ἔχουσα ἐλπίδα χορηγίας οἱασδήποτε μετὰ τὴν τριετίαν· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπιχορηγοῦσα ἡ Κυβέρνησις μεγάλην ἀτμοπλοΐαν, θὰ ἐπιχορηγῇ συνάμα καὶ τὴν μικρὰν ἑταιρίαν τῆς Σύρου. Τοιαύτη διαῤῥύθμισις τῶν τῆς ἀτμοπλοΐας θὰ ἐπεβάρυνεν ἀδικαιολογήτως τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ τὴν Σῦρον δὲν θὰ ἱκανοποίει, ἔχουσαν δικαιώματα ἐπὶ τοῦ ἔθνους ἐν τῷ ζητήματι τῆς ἀτμοπλοΐας, καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ὑφισταμένην ἑταιρίαν θ’ ἀπέβαινεν ἀνωφελής. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἡ μεγάλη ἀτμοπλοΐα οὐδόλως πρέπει νὰ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν. Ἐν τῇ παρασκευασθείσῃ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως συμβάσει περιελαμβάνετο ἡ ὑποχρέωσις τῆς νέας ἑταιρίας, ὅπως ἐξυπηρετῇ αὕτη τὰ τῆς ἀκτοπλοΐας ἐν τῷ αὐτῷ μέτρῳ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἀτμοπλοΐας τῆς Σύρου· τὴν διάταξιν ὅμως ταύτην περιελάβομεν ἐκ περισσοῦ, διότι δὲν ἐπιβάλλει βάρη εἰς τὴν ἑταιρίαν καὶ δὲν ἀπέστεργον αὐτὴν οἱ πρὸς ἡμᾶς συμβληθέντες. Ἐὰν κατηργεῖτο σήμερον ἡ ὑπὲρ τῆς ἀκτοπλοΐας ἐπιχορήγησις, ἡ ἀκτοπλοΐα θὰ ἐξυπηρετεῖτο καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ὅπως καὶ μέχρι τοῦδε, ὑπό τινας δ’ ἐπόψεις θὰ ἐξυπηρετεῖτο κάλλιον. Αἱ 650,000 τῆς χορηγίας δὲν ἐπήρκεσαν, ἵνα ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν ἀτμοπλοΐαν τῆς Σύρου, ὅπως ἀναπτυχθῇ, τοὐναντίον αὕτη ἔφθασεν εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πτωχεύσεως, ἀλλ’ ἡ χορηγία βεβαίως συνετέλεσεν εἰς τὴν παρεμπόδισιν τῆς προόδου τῶν ἄλλων ἑταιριῶν. Βεβαίως ἡ Πανελλήνιος ἑταιρία, βεβαίως ἡ ἑταιρία τοῦ κ. Γουδῆ, βεβαίως ἄλλαι μικρότεραι ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρίαι παρεβλάφθησαν σπουδαίως ἐκ τῆς χορηγίας τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν Ἀτμοπλοΐαν τῆς Σύρου. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι αἱ ἐξυπηρετοῦσαι τὴν ἀκτοπλοΐαν ἄλλαι ἑταιρίαι ὑφίστανται διωγμὸν παρὰ τῆς Ἀτμοπλοΐας τῆς Σύρου, στηριζομένης εἰς τὴν χορηγίαν πρὸς ἐνάσκησιν αὐτοῦ· ἤρκει αἱ ἑταιρίαι αὗται νὰ συστήσωσι συγκοινωνίαν ἀποδεικνυομένην ἐπικερδῆ, καὶ ἡ ἀτμοπλοΐα τῆς Σύρου ἐκίνει κατὰ τὰς αὐτὰς ἡμέρας καὶ ὥρας ἀπὸ τῶν αὐτῶν λιμένων καὶ ἐπὶ τῷ αὐτῷ προορισμῷ ἀτμόπλοια, ἐξαναγκάζουσα τοὺς συναγωνιζομένους εἰς ὑποχώρησιν, χάρις εἰς τὴν χορηγίαν. Ἡ ἀποχώρησις ἀπὸ τῶν ὑδάτων ἡμῶν ἑταιρίας, λαμβανούσης χορηγίαν χάριν τῆς ἀκτοπλοΐας, θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παρ’ ἡμῖν ἀτμοπλοΐας, διότι ἡ ἀτμοπλοΐα ἡ μὴ τυγχάνουσα χορηγίας ἀπέδειξεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ καταρτισθῇ, νὰ συντηρηθῇ καὶ ν’ ἀναπτυχθῇ, ἀνταγωνιζομένη πρὸς ἑταιρίαν, ἀπολαύουσαν χορηγίας, πολλῷ δὲ εὐχερέστερον θ’ ἀναπτυχθῇ, ἀπαλλασσομένη τοῦ ἀνταγωνισμοῦ πρὸς τὴν παρεχομένην εἰς ἄλλην ἑταιρίαν χορηγίαν καὶ συναγωνιζομένη πρὸς πάντας ἐν ἰσότητι. Ἤδη, μετὰ τὰ ῥηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτι τοῦτο εἶχε κυριωδέστερον ἴσως σκοπὸν νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἀκτοπλοϊκὴν τοῦ Κράτους συγκοινωνίαν μέχρι τῆς συστάσεως τῆς μεγάλης ἑταιρίας, ἤκουσα ὅτι ἐγένετο ἐξέτασις ὑπὸ τῶν ἐξυπηρετουσῶν τὴν ἀκτοπλοΐαν ἄλλων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν, ἐὰν αὗται δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν τῆς Σύρου, καὶ ἄν ἦτο τῷ ὄντι ἀνάγκη, ἵνα ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον τὰ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτὸ βάρη χάριν τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀκτοπλοϊκῆς συγκοινωνίας· ἐὰν δὲ αἱ πληροφορίαι μου ᾖναι ἀκριβεῖς, αἱ ἑταιρίαι, αἱ μὴ ἀπολαύουσαι χορηγίας, ἀπεφάνθησαν, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ ἀναλάβωσι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἐπὶ χορηγήματι πολλῷ μικροτέρῳ τοῦ παρεχομένου σήμερον εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν τῆς Σύρου. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐὰν μὴ ζητήσωμεν παρὰ τῶν ἑταιριῶν τούτων νὰ ἀναλάβωσιν ὑποχρεώσεις περὶ τῆς ἀκτοπλοϊκῆς συγκοινωνίας, αὐταὶ θέλουσι συντηρεῖ πᾶσαν τὴν συγκοινωνίαν, ἐφ’ ᾗ ὑπέχει ὑποχρέωσιν ἡ ἑταιρία τῆς Σύρου, ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ ἰδίου συμφέροντος ὠθούμενοι καὶ ἄνευ χορηγίας. Ταύτην ἔχω τὴν πεποίθησιν περὶ τῆς ἀκτοπλοϊκῆς ἡμῶν συγκοινωνίας· ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὕτη κυρίως ὑπηρετεῖται διὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἰσότητος· φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀπέχωμεν ἀπὸ παντὸς τοῦ δυναμένου νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν παρακώλυσιν τῆς ἐλευθέρας ἀναπτύξεως τῆς ἀκτοπλοΐας παρ’ ἡμῖν, πρέπει δὲ τὸ Κράτος νὰ παράσχῃ συνδρομὴν εἰς σύστασιν ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας διεθνοῦς συγκοινωνίας, ἐξυπηρετούσης συνάμα παραπληρωματικῶς καὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν. Συνιστωμένης μεγάλης ἑταιρίας πρὸς τοιούτους σκοποὺς, θεωρῶ ἀναγκαῖον, ἵνα λάβῃ αὕτη πρόνοιαν καὶ περὶ τῆς ἑταιρίας τῆς Σύρου, ὅπως ἡ διάλυσις αὐτῆς ἐπέλθῃ ὁμαλῶς διὰ συγχωνεύσεως ἐν ἐκείνῃ· πλὴν τούτου οὐδὲν ἄλλο πρέπει νὰ πράξωμεν περὶ τῆς ἑταιρίας τῆς Σύρου, καὶ ἰδίως οὐδὲν πρέπει νὰ πράξωμεν περὶ αὐτῆς, τὸ δυνάμενον νὰ παρακωλύσῃ τὴν σύστασιν τῆς μεγάλης ἑταιρίας· ἀναντιῤῥήτως δὲ τὸ νομοσχέδιον δυσχεραίνει τὴν σύστασιν τῆς μεγάλης ἑταιρίας ἐν τῷ μέλλοντι, ἐν τῷ παρόντι δὲ καθιστᾷ τὴν σύστασιν αὐτῆς ἐντελῶς ἀδύνατον, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται περὶ κατ’ ἐπίφασιν μεγάλης ἑταιρίας, καὶ ἴδωμεν ὡς ἀποκύημα τοῦ μέτρου τούτου τὴν σύστασιν, δῆθεν ὡς μεγάλης ἑταιρίας, ἀτμοπλοΐας τινὸς ἐξαμβλωματικῆς περὶ τὴν ἑταιρίαν τῆς Σύρου. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἀποκρουστέαι εἶναι αἱ πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῆς Σύρου παροχαὶ τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὅσον τὰ τῆς μεγάλης ἑταιρίας, κατὰ τὰς γνωστὰς συμφωνίας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, δὲν ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις ὑπερτέρας τῶν τῆς χορηγίας, ἧς ἀπολαύει ἤδη ἡ ἑταιρία τῆς ἀτμοπλοΐας τῆς Σύρου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ χορηγήματος ἀπεκτᾶτο, κατὰ τὰς συμφωνίας ἐκείνας, ἡ λειτουργία ἑταιρίας διαθετούσης πρὸς τοὺς σκοποὺς αὐτῆς 25,000,000 δραχμῶν καταβεβλημένων, ἑταιρίας ἀναλαμβανούσης ὑποχρεώσεις συντηρήσεως τῶν συγκοινωνιῶν, εἰς ἃς ἰδίως ἐνδιαφέρεται ὁ Ἑλληνισμὸς, ἤτοι πρὸς τοὺς λιμένας τῆς Ἀλβανίας, τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θρᾴκης, τῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας διὰ τοῦ Βρενδησίου καὶ συγκοινωνιῶν ἄλλων, ἑταιρίας ὑποχρεουμένης συνάμα, ἵνα ἐπιτελῇ τὰ τῆς ἀκτοπλοϊκῆς συγκοινωνίας, ὡς σήμερον ἐπιτελεῖ ταῦτα ἡ ἑταιρία τῆς Σύρου, καὶ ἵνα διαῤῥυθμίσῃ καὶ τὰ τῆς ἑταιρίας τῆς Σύρου διὰ τρόπου, ὅστις νὰ μὴ προκαλέσῃ ἀνωμαλίας, ἑταιρίας ἀνεδεχομένης, ὅπως, ἔχουσα ἐνταῦθα τὴν ἕδραν τῆς διευθύνσεως, καταστήσῃ τὸ κέντρον τῆς λειτουργίας τῆς ἀτμοπλοΐας ἐν Σύρῳ. Οὕτως ἐξεπληροῦντο πάνθ’ ὅσα ἠδύνατό τις νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ μεγάλης ἑταιρίας, καὶ τοῦτο διὰ μόνου τοῦ χορηγήματος, δι’ οὗ σήμερον ἀποκτῶμεν καχεκτικὴν τὴν συγκοινωνίαν τῶν παραλίων τῆς χώρας. Ἡ συγκοινωνία τῶν παραλίων τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει σήμερον ἣν εἶχεν ἄλλοτε σημασίαν, διότι σήμερον τὰ παράλια συγκοινωνοῦσι πρὸς ἄλληλα καὶ διὰ ξηρᾶς, διὰ τῶν σιδηροδρόμων, βλέπομεν δὲ μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης ἐκλειπούσας τὰς γραμμὰς τῆς ἐσωτερικῆς θαλασσίου συγκοινωνίας· ἐξέλιπεν ἡ γραμμὴ Πειραιῶς καὶ Καλαμακίου, ἡ γραμμὴ Κορίνθου καὶ Πατρῶν.
§125ΓΟΥΔΗΣ. Καὶ τότε τί θὰ τὰ κάμωμεν τὰ ἀτμόπλοια; τότε τί χρειάζεται ἡ μεγάλη ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία;
§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ μεγάλη ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία δὲν συνιστᾶται χάριν τῆς ἀκτοπλοΐας, αἱ δ’ ἀκτοπλοϊκαὶ ἑταιρίαι θὰ συνδυάσωσι τὴν ἐνέργειαν αὑτῶν πρὸς τὴν νέαν κατάστασιν τῶν τῆς συγκοινωνίας τῆς χώρας. Ὅταν ἔχωμεν συγκοινωνίαν σιδηροδρομικὴν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Καλαμάκιον καὶ ἀπὸ Κορίνθου εἰς Πάτρας, συνέπεια εἶναι, ὅτι ἡ ταχυδρομικὴ διὰ θαλάσσης συγκοινωνία μεταξὺ τῶν αὐτῶν λιμένων θὰ παύσῃ ἢ θὰ περιορισθῇ.
§127ΓΟΥΔΗΣ......
§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει πρός με, παραπονούμενος ἐπὶ τῇ παρατηρήσει μου, «καὶ τί θὰ κάμωμεν τὰ ἀτμόπλοια;» Τὰ ἀτμόπλοια εἶναι χρήσιμα ἐφ’ ὅσον ὑπηρετοῦσι τὴν συγκοινωνίαν, ὅπου δὲ ἡ σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία κατήργησε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας, τὰ ἀτμόπλοια θέλουσι μεταφέρει ἀλλαχοῦ τὴν ὑπηρεσίαν αὑτῶν. Δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἠθέλησαν αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρίαι τὸ πρῶτον νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους, καὶ ἐπέμειναν, νομίζουσαι ὅτι θὰ κατίσχυον, ἀλλὰ κατενόησαν τέλος τὸ ἀδυσώπητον τῶν οἰκονομικῶν νόμων, καὶ ὑπεχώρησαν, καταργήσασαι γραμμὰς, ἐξυπηρετουμένας ἤδη διὰ τοῦ σιδηροδρόμου. Μεταβάλλει δὲ καὶ χαρακτῆρα ἡ ἐσωτερικὴ ἀτμοπλοΐα ὡς ἐκ τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας· οὕτως αἱ θαλάσσιαι συγκοινωνίαι τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου, προωρισμέναι ἤδη εἰς ἁπλῆν συμπλήρωσιν τῶν σιδηροδρομικῶν συγκοινωνιῶν, δὲν χρήζουσιν, ὡς μέχρι τοῦδε, ἀτμοπλοίων μεγάλων, παρεχόντων τὰ πρὸς διαμονὴν τῶν ἐπιβατῶν κατὰ τὴν νύκτα καὶ παρεσκευασμένων εἰς διατροφὴν τῶν ἐπιβατῶν· σήμερον μικρὰ ἀτμόπλοια, ἕνα ἔχοντα γενικὸν θάλαμον, εἶναι ἀναγκαῖα ἐν τῷ κόλπῳ πρὸς τὴν συγκοινωνίαν Γαλαξειδίου καὶ Ἰτέας πρὸς τὸν σιδηρόδρομον ἐν Αἰγίῳ, Ναυπάκτου πρὸς τὸν σιδηρόδρομον ἐν Ψαθοπύργῳ, Κρυονερίου πρὸς τὸν σιδηρόδρομον ἐν Πάτραις, ἐκτὸς δὲ τοῦ κόλπου τῆς Ζακύνθου πρὸς τὸν σιδηρόδρομον Κυλλήνη. Τοιαύτη θαλάσσιος συγκοινωνία εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον δαπανηρὰ τῆς μέχρι τοῦδε· ἡ ἐλάττωσις δὲ τῆς δαπάνης ἐν τούτοις, ὡς καὶ ἡ κατάργησις ἄλλων γραμμῶν καθιστᾷ ἔτι ὀλιγώτερον δεδικαιολογημένην τὴν χορηγίαν τοῦ Δημοσίου πρὸς ἑταιρίαν, μόνον σκοπὸν ἔχουσαν τὴν ἀκτοπλοΐαν τὴν ἑλληνικήν. Οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος καθυστερήσεως τῶν τῆς ἀκτοπλοΐας διὰ τὴν ἔλλειψιν χορηγίας. Ὅ,τι ἀπαιτεῖται εἶναι ἡ ἐξασφάλισις παντὸς τοῦ ἀποδυομένου εἰς τοιαύτην ἐπιχείρησιν κατὰ τοῦ κινδύνου τοῦ ἀνταγωνισμοῦ πρὸς ἑταιρίαν ἀπολαύουσαν χορηγίας. Τοῦ κινδύνου τούτου ἀποσοβουμένου, ὁ ἐλεύθερος καὶ ἐν ἰσότητι συναγωνισμὸς θέλει ἀναπτύξει τὰ τῆς ἀκτοπλοϊκῆς συγκοινωνίας ἐπαρκῶς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σπετσῶν, «πρὸς τί τότε ἡ μεγάλη ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία;» Αὕτη ἔχει σκοπὸν ὅλως διάφορον, δὲν ἀφορᾷ αὕτη εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, καίτοι θὰ ὑπηρετῇ καὶ ταύτην, ἀλλὰ σκοπὸν ἔχει διττὸν, τὴν διεθνῆ τῆς Ἑλλάδος διὰ θαλάσσης συγκοινωνίαν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν παρ’ ἡμῖν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ναυτιλίας. Ὑπάρχει ἀνάγκη συχνοτέρας ταχυδρομικῆς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν συγκοινωνίας τῆς χώρας, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἀνάγκη συγκοινωνίας τῆς Ἑλλάδος πρὸς ὡρισμένας χώρας διὰ τῆς ἑλληνικῆς σημαίας, ὑπάρχουσι δὲ καὶ λιμένες, εἰς οὓς πρέπει νὰ φαίνηται ἡ ἑλληνικὴ σημαία, ἵνα αἰσθάνηται ὁ ἐκεῖ Ἑλληνισμὸς, ὅτι ἔχει πατρίδα φροντίζουσαν περὶ αὐτοῦ καὶ κρατύνηται ὁ σύνδεσμος αὐτοῦ καὶ τοῦ Κράτους. Πάντα ταῦτα οὐδὲν ἔχουσι κοινὸν πρὸς τὰ τῆς ἀκτοπλοΐας. Τὰ τῆς ἀκτοπλοΐας θέλει περιλάβει ἡ μεγάλη ἑταιρία ἐν τῷ δρομολογίῳ αὐτῆς, ὡς μὴ ἐπιβαρύνοντα αὐτήν.
§129ΜΑΥΡΟΣ. Πῶς θὰ ὑπάγω εἰς τὴν Νάξον;
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπαρχαιωμέναι προλήψεις εἶναι αἱ διακρίσεις τῶν γραμμῶν εἰς γονίμους καὶ εἰς ἀγόνους. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐν ἐποχῇ ἄλλῃ ἐβεβαιοῦτο, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν γραμμῶν τῆς παρ’ ἡμῖν ἀκτοπλοΐας ἦσαν ἄγονοι, καὶ ὅτι ἄνευ χορηγίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῶσι, καὶ ὅμως εἴδομεν βραδύτερον ἐπὶ τῶν γραμμῶν τούτων ἑταιρίας, μηδεμιᾶς ἀπολαυούσας χορηγίας, συναγωνιζομένας πρὸς τὴν ἀπολαύουσαν χορηγίας καὶ εὐδοκιμούσας. Ἐνθυμοῦμαι τὸν Εὐβοϊκὸν κόλπον, θεωρούμενον ἄγονον, καὶ τὴν Ἑταιρίαν τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν παραπονουμένην ἐφ’ ᾗ ἕνεκα τῆς χορηγίας ὑπεῖχεν ὑποχρεώσει, ὅπως ἐξυπηρετῇ τοὺς πλοῦς τοῦ κόλπου, σήμερον δὲ αἱ συγκοινωνίαι τοῦ Εὐβοϊκοῦ κόλπου ἐξυπηρετοῦνται καὶ ὑπὸ τῆς λαμβανούσης τὴν χορηγίαν ἑταιρίας καὶ ὑπὸ τῆς Πανελληνίου καὶ ὑπὸ τῆς τοῦ κ. Γουδῆ καὶ ὑπὸ ἄλλων μικροτέρων, πᾶσαι δ’ αἱ ἑταιρίαι αὗται θεωροῦσι τὰς γραμμὰς τοῦ κόλπου ἐπωφελεῖς. Ἐὰν τυχὸν ὑπάρχωσιν ἄγονοι γραμμαί, περὶ τούτων θὰ ἠδύνατο νὰ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια, ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἡ πρόνοια αὕτη δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ χορηγίαν 650,000 δραχμῶν, οὐδὲ χορηγίαν πλησιάζουσαν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκλείψῃ καὶ ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη, ὅτε συνεβλήθημεν πρὸς τοὺς κεφαλαιούχους περὶ τῆς ἑταιρίας τῆς ἐπὶ καταβολῇ 25,000,000 καταρτιστέας, περιελάβομεν ἐν τῇ συμφωνίᾳ ὅτι ἦτο ὑπόχρεως αὕτη νὰ ἐξυπηρετῇ κατὰ τὸ αὐτὸ δρομολόγιον πᾶσαν τὴν συγκοινωνίαν, ἣν ἐξυπηρέτει ἄχρι τοῦδε ἡ ἑταιρία τῆς Σύρου. Ὑπὸ πᾶσαν ἄρα ἔποψιν ἐθνικοὶ εἶναι οἱ κίνδυνοι, ἐφ’ οἷς προτείνονται αἱ τοῦ νομοσχεδίου παροχαὶ, βεβαιωμένον δ’ ἔχετε, ὅτι ὁπωσδήποτε κεφάλαια θετικὰ 25 ἑκατομμυρίων, ἀναδόχους παρουσιάζοντα τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, τὸν πρῶτον ἀγορεύσαντα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἤθελον καταβληθῆ εὐθὺς μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου περὶ τῆς μεγάλης ἀτμοπλοΐας εἰς καταρτισμὸν ἑταιρίας ἐγγυωμένης τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας, ὡς καὶ μέχρι τοῦδε, τὴν σύστασιν γραμμῶν ἐξωτερικῆς συγκοινωνίας κατὰ τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἔθνους, καὶ πρόνοιαν περὶ τῶν ἐν Σύρῳ, ὅπως καταστῇ αὕτη τὸ κέντρον τῆς λειτουργίας τῆς νέας ἑταιρίας, καὶ ὅπως ὁμαλῶς γένηται ἡ διάλυσις τῆς ὑφισταμένης, ἢ μᾶλλον ἡ συγχώνευσις αὐτῆς ἐν τῇ νέᾳ. Τὴν ἀνάγκην, ὅπως μὴ παροραθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς Σύρου, δὲν θεωρῶ δευτερεύοντος λόγου ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Τὸ Κράτος, συντηροῦν ἢ ὑποστηρίζον διάφορα καταστήματα, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ συγκεντροῖ πάντα ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἀλλὰ νὰ διανέμῃ αὐτὰ κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἀνὰ τὴν χώραν, κατὰ τὰς περὶ προσφόρου ἕδρας ἑκάστου αὐτῶν εἰδικωτέρας ἐνδείξεις. Τοιαύτη ἔνδειξις ὑπὲρ τῶν Κυκλάδων, καὶ δὴ ὑπὲρ τῆς Σύρου, ὑπάρχει ἀναντιῤῥήτως περὶ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος παρέχει χορηγίαν. Ἂν ἡ ἐγκατάστασις τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας συντελῇ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν χώρας τινὸς, ἡ χώρα, εἰς ἣν προσήκει ἡ ἀπονομὴ τοῦ πλεονεκτήματος τούτου, ἀναμφηρίστως εἶναι ἡ ἕδρα τῶν Κυκλάδων· ἰδίως δὲ μετὰ τοσούτων ἐτῶν λειτουργίαν ἐν Σύρῳ ἑταιρίας ἀπολαυούσης χορηγίας θὰ ἦτο ἄτοπος ἡ ἐπὶ τῇ συστάσει τῆς νέας ἑταιρίας ἀφαίρεσις τοῦ ὠφελήματος τούτου ἀπ’ αὐτῆς, ἀφιεμένης ἐκθέτου. Καὶ ἂν τυχὸν ὁ Πειραιεὺς ἦναι καταλληλότερον κέντρον λειτουργίας τῆς ἑταιρίας, θὰ ἤρκει ὅτι ἠδύνατο ἡ Σῦρος νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἔστω καὶ ὀλιγώτερον ἐπιτυχῶς ἢ ὁ Πειραιεὺς, ὅπως κατὰ καθῆκον προτιμηθῇ ἡ Σῦρος· διότι ὁ Πειραιεὺς ἀπολαύει πολλῶν ὠφελημάτων ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου, ὅτι κεῖται κατὰ τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης· οὐδεὶς ἀφικνεῖται εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἢ ἀπέρχεται ἐξ αὐτῆς διὰ θαλάσσης, ὅστις δὲν διέρχεται τοῦ Πειραιῶς, ἀφίνων ὠφέλειάν τινα εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην, πολλαχῶς καὶ ἄλλως ὠφελουμένην ἐκ τῆς γειτονίας τῆς πρωτευούσης. Ἡ Σῦρος ὅμως τίνα ὠφέλειαν ἀπολαμβάνει ἐκ τοῦ Κράτους; Μόνον ταύτην τὴν ὠφέλειαν δύναται νὰ προσδοκᾷ. Ἐφ’ ὅσον ἄρα τὸ Κράτος χορηγεῖ εἰς ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἔχομεν ὑποχρέωσιν ἠθικὴν, ἔχομεν καὶ ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, ὅπως προτιμῶμεν τὴν Σῦρον ὡς κέντρον τῆς λειτουργίας τῆς ἑταιρίας. Ἡ προτίμησις τῆς Σύρου ὡς ἕδρας τῆς διαχειρίσεως τῆς ἑταιρίας νομίζω, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, οὐδὲ κρίνω ἀποδεκτὴν τὴν διαδιδομένην ἰδέαν τῆς διαιρέσεως τῆς χορηγίας μεταξὺ δύο ἑταιριῶν, καθιστώσης αὐτὴν ἀνεπαρκῆ καὶ πρὸς τὴν ἀναζωογόνησιν τῆς ἑταιρίας τῆς Σύρου, καὶ πρὸς τὴν στήριξιν τῆς ἑταιρίας τῆς διεθνοῦς συγκοινωνίας. Ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ χορηγῇ εἰς συνδρομὴν τῆς ἐθνικῆς ἀτμοπλοΐας πλείονα τῶν σήμερον ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἑξακόσιαι πεντήκοντα χιλιάδες δραχμῶν κατ’ ἔτος δὲν εἶναι μικρὰ συμβολὴ πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἀτμοπλοΐας ἐπὶ προϋπολογισμοῦ, ὁποῖος ὁ Ἑλληνικός. Εἶπέ τις τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ἐν ἀναλογίᾳ εἰς τὴν ἑταιρίαν Λόϋδ καὶ εἰς τὴν Ἰταλικὴν χορηγοῦνται πλείονα. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές. Εἰς τὰς ἑταιρίας ταύτας ἐν ἀναλογίᾳ χορηγοῦνται ὀλιγώτερα τῶν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς Σύρου χορηγουμένων. Ἀλλ’ οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ πρὸς τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον ἀναλογίαι τῶν χορηγιῶν πρὸς ἑταιρίας Κρατῶν μεγάλων καὶ ἐπὶ προϋπολογισμῶν πλουσίων, ἡμεῖς δυσκόλως δυνάμεθα νὰ βαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν διὰ χορηγήματος δραχμῶν 650,000, ἔστω καὶ πρὸς συντήρησιν ἑταιρίας, καταβαλλούσης εὐθὺς πρὸς τοὺς σκοποὺς τῆς συστάσεως αὐτῆς 25 ἑκατομμύρια, κατὰ τὰ συμπεφωνημένα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ δὲ προσθήκη εἰς τὸ χορήγημα τοῦτο οἱουδήποτε ποσοῦ θὰ ἦναι ἀδικαιολόγητος, ἂν μὴ ἐπάγηται ἐπαύξησιν τοῦ καταβεβλημένου κεφαλαίου ἐν ἀναλογίᾳ πολλῷ μείζονι τῆς ἀρχικῆς. Ἀλλ’ ἐὰν 650,000 δραχμῶν θὰ χορηγῶνται, ἡ κατανομὴ τοῦ ποσοῦ τούτου μεταξὺ δύο ἑταιριῶν θέλει καταστήσει αὐτὸ ἀτελεσφόρητον παρ’ ἀμφοτέραις. Ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας Σύρου, ἐῤῥήθη ἤδη, ὅτι, εὐθὺς ὡς δὲν ἔλθωμεν εἰς ἀντίληψιν αὐτῆς διὰ μεγάλης ἑταιρίας, ἥτις νὰ συγχωνεύσῃ αὐτὴν ἐν ἑαυτῇ, ἢ νὰ ἐπιστατήσῃ εἰς τὰ τῆς διαλύσεως αὐτῆς, οὐδὲν διὰ χορηγίας ἢ ἄλλης συνδρομῆς δυνάμεθα νὰ πράξωμεν σπουδαῖον καὶ ὑγιὲς, εἰς τὴν ἑταιρίαν δὲ τὴν μεγάλην ἂν μὴ δοθῇ χορηγία ὁπωσοῦν ἀνάλογος πρὸς τὰ κεφάλαια, ὧν ἡ καταβολὴ εἶναι ἀπαραίτητος, ὅπως ἔχῃ ἡ ἑταιρία τὸν ἐπιδιωκόμενον χαρακτῆρα, ἄσκοπος ἔσται ἡ συνδρομὴ, διότι οὐδεμία ὑπάρχει ἐλπὶς ὅτι δύναται ἑλληνικὴ ἑταιρία μεγάλη νὰ συναγωνισθῇ ὡς ταχυδρομικὴ πρὸς τὴν ἑταιρίαν Λόϋδ, πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῶν Γαλλικῶν διαπορθμεύσεων, πρὸς τὴν Ρωσσικὴν ἑταιρίαν, πρὸς τὴν Ἰταλικὴν ἑταιρίαν, αἵτινες πᾶσαι λαμβάνουσι χορηγίας ἁδρὰς, ἂν καὶ αὕτη μὴ ἀπολαμβάνῃ χορηγίαν, οὐχὶ μὲν ἐν τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ, ἀλλὰ πάντως ἀκεραίαν τὴν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς Σύρου σήμερον παρεχομένην. Ἀφοῦ ἡ ἐπιχορήγησις τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς ἀτμοπλοΐας θὰ ἦναι ἐξ ἀνάγκης μικρὰ, δέον ὅπως περισώζηται αὕτη ἀκεραία ὑπὲρ τῆς συστηθησομένης μεγάλης ἑταιρίας καὶ μὴ προεξοφλῆται διὰ διατάξεων, οἷαι αἱ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, αἱ ἐπιτρέπουσαι τὴν διάθεσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ποσῶν, δυναμένων νὰ ἀνέλθωσιν ἐν συνόλῳ μέχρι 2,350,000 δραχμῶν, θυσιασθησομένων εἰς μάτην. Ἀντὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ τῆς μεγάλης ἑταιρίας, ἥτις, ἐπιλύουσα τὸ ἀτμοπλοϊκὸν ζήτημα, θὰ προσήρχετο καὶ εἰς σωτηρίαν τῆς ἑταιρίας τῆς Σύρου. Ὅτι δύναται νὰ γενῇ τοῦτο, ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, διότι, ὡς ἀφηγήθη πρὸς ὑμᾶς καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, διεπραγματεύθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις περὶ τοῦ θέματος καὶ πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ γινώσκομεν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐπὶ βάσεων, ὁποίας διέγραψα πρὸ ὀλίγου, νὰ συστηθῇ εὐθὺς ἑταιρία μεγάλη. Ἂν δὲ τοῦτο ἐπιτυγχάνηται, διατὶ προβαίνομεν εἰς μέτρα, εἰς οὐδὲν ὠφελοῦντα; Διατὶ νὰ μὴ οἰκονομηθῇ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὸ χρῆμα, ὅπερ πρόκειται, κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, νὰ ἀπεμποληθῇ, ὅπως διατεθῇ πρὸς τὴν σύστασιν τῆς μεγάλης ἑταιρίας; Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ψηφίζοντες αὐτὸ, βλάπτομεν σπουδαίως τὴν ἑλληνικὴν ἀτμήρη ναυτιλίαν, ψηφίζοντες αὐτὸ, καθιστῶμεν ἀδύνατον πᾶσαν περὶ συστάσεως μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας σπουδαίαν διαπραγμάτευσιν ἐν τῷ παρόντι, ἂν δὲ, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διεξαχθῇ διαπραγμάτευσις ἐν τῷ παρόντι, αὕτη θὰ ἦναι εἰκονικὴ, αὕτη θὰ ἀφορᾷ εἰς τὴν σύστασιν ἑταιρίας μόνον κατ’ ἐπίφασιν μεγάλης, ἥτις, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ τὰ τῆς ἀτμοπλοΐας παρ’ ἡμῖν, θὰ παραβλάψῃ αὐτὰ σπουδαίως, ὅπως σπουδαίως παρέβλαψε τὰ τῆς ἀτμοπλοΐας ἡ μέχρι τοῦδε λειτουργία τῆς ἑταιρίας τῆς Σύρου, καὶ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, διότι καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ἐψηφίζοντο νόμοι κανονίζοντες τὰ τῆς ἀτμοπλοΐας ὑπὸ μόνας τὰς ἐντυπώσεις τῆς στιγμῆς, ἀνεπαρκῶς πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, νόμοι παρέχοντες συνδρομὴν εἰς ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἥτις οὔτε αὐτὴ διὰ τῆς συνδρομῆς ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ, οὔτε εἰς ἄλλους ἐπέτρεπεν ἐν ἐλευθέρῳ συναγωνισμῷ ν’ ἀναπτυχθῶσι. Μὴ ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον, κατ’ οὐδὲν βλάπτομεν, ἀφοῦ τὸ μὴ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον δύναται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀντικαταστήσῃ δι’ ἄλλου, καταρτίζοντος τὴν μεγάλην ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, δι’ ἧς θέλουσιν ἐπιτευχθῆ πάντα, ὧν ἐπηγγέλλετο τὸ νομοσχέδιον τὴν ἐπίτευξιν ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας τῆς Σύρου καὶ ἡ πλήρης τῶν τῆς ἐθνικῆς ἀτμοπλοΐας διαῤῥύθμισις, ἥτις, ἀφοῦ πάντως θέλει καταλήξει εἰς τὴν σύστασιν τῆς μεγάλης ἑταιρίας, προτιμότερον εἶναι νὰ ἐπέλθῃ εὐθὺς ἤδη, προλαμβανομένων οὕτω ματαίων θυσιῶν τοῦ Δημοσίου, ὁποῖαι αἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμεναι.
§131ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐγὼ διορῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχει κύριον καὶ ῥιζικὸν ἐλάττωμα. Ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἤθελον εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἦτο βέβαιον, ἐκρίνετο ὅμως ὑπὸ πάντων ὡς πιθανώτατον, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ἡ πτώχευσις τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας Σύρου. Τὸ γεγονὸς δὲ δὲν ἦτο παντάπασι δυσάρεστον, κατὰ τὰς ἰδέας τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ. Ἐνῷ, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ γένηται νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ τὰς ἀδείας, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐζήτησεν, εἶναι ἐνδεχόμενον αὐτὸ, τὸ παρὰ πάντων πιθανὸν κρινόμενον, νὰ μὴ λάβῃ χώραν, νὰ ἀποσοβηθῇ, ἐντεῦθεν δὲ νὰ συγκρατηθῇ ἡ Ἑλληνικὴ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία Σύρου, νὰ ἀποσοβηθῇ ἡ ἐπαπειλοῦσα αὐτὴν πτώχευσις. Ἐγὼ γνωρίζω τὰς ἰδέας τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, καὶ ἂν οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἵτινες καὶ ἐφέτος ἐξελέχθησαν Βουλευταὶ, καὶ τὸ πρῶτον εἰσῆλθον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐπορίσθησαν πολλὰ φῶτα ἐκ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, οἱ συνάδελφοι ὅμως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἦσαν Βουλευταὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, καὶ μετ’ αὐτῶν ἐγὼ, οὐδὲν νέον ἐπορίσθημεν πόρισμα, διότι τὰ φῶτα αὐτοῦ γνωρίζομεν ἀφ’ ἧς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ συγκροτήσεως μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Ὅτε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο συνεζητεῖτο εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν τότε, ὅτι ἐσφαλμένως ἐγράφη ἡ ἐπιγραφὴ αὐτοῦ, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιγράφηται νομοσχέδιον περὶ συστάσεως μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιγράφηται νομοσχέδιον «περὶ φόνου τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας Σύρου». Ἀλλ’ ὁ φόνος τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας Σύρου εἶναι ἐπιθυμητὸν συμβεβηκὸς, κατὰ τὰ φῶτα καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, καὶ ἀφοῦ, κατ’ ἀτυχῆ σύμπτωσιν, ἡ σκαιότης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦ περὶ φόνου τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ἐπροτάθη αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως παρακωλύσῃ αὖθις ἐκ δευτέρου τὸν θάνατον αὐτῆς, κρινόμενον ὡς ἐπερχόμενον καὶ ἐπικείμενον. Πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἤξιζε βεβαίως τὸν κόπον νὰ καταλάβῃ τὸ βῆμα ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ὑπὲρ τὴν ὥραν, διὰ νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅσα εἶπε. Τὸ σύστημα τῶν ἰδεῶν τοῦ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ εἶναι σύστημα ἰδεῶν κρατουσῶν ἐν ταῖς αἰθούσαις τῶν χρηματιστηρίων. Ἐν ἐκείναις ἡ ἀλληλοφαγία εἶναι ἐργασία, ἡ ὁποία καταλήγει εἰς εὐτυχῆ ἀποτελέσματα. Τί σημαίνει διὰ τὴν κοινωνίαν ἢ διὰ τὸ Κράτος νὰ φάγωμεν τὰς σάρκας σώματός τινος, ἂν οὕτω δύναται νὰ τραφῇ ἄλλο τι σῶμα! Καὶ δὲν σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχῶμεν, ἂν ἤθελεν ἐπέλθει ἡ πτώχευσις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας Σύρου; Ἀνησυχεῖτε, ὅτι καὶ ἂν διακοπῶσιν αἱ γραμμαὶ, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἐκπληροῖ διὰ τῶν ἀτμοπλοίων της, ἀνησυχεῖτε, μήπως διακοπῇ ἡ ἁπλῆ συγκοινωνία; Ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Ἔλεγεν, ὅτι θέλει εὑρεθῆ ἄλλη ἑταιρία νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς γραμμὰς, καὶ νὰ μὴ πάθῃ παντάπασιν οὔτε τὸ ἐλάχιστον σημεῖον τῆς συγκοινωνίας, ἥτις ἐκτελεῖται νῦν διὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας τῆς Σύρου. Ἤθελεν ὅμως ἐπέλθει ἄλλο τι καλόν. Ἂν σεῖς θέλητε νὰ διατηρήσητε τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν Σύρου, ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, εἶναι ἀδύνατον νὰ συμπήξητε περὶ αὐτὴν μεγάλην ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἐνῷ περὶ τὴν Πανελλήνιον Ἑταιρίαν δὲν εἶναι μόνον δυνατὸν, ἀλλὰ καὶ εὐχερὲς, νὰ συμπήξητε μεγάλην ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν. Λοιπὸν ἂς φαγωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία, διὰ νὰ τραφῶσιν αἱ σάρκες τῆς Πανελληνίου, καὶ νὰ κατορθώσωμεν νὰ συμπήξωμεν περὶ αὐτὴν τὴν μεγάλην πανελλήνιον ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν. Ἀλλὰ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι καὶ ἐγὼ, οἵτινες διαχειριζόμεθα κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον τὰ κοινὰ πράγματα, ὑπελάβομεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ σκεφθῶμεν ὡς σκέπτονται ἐν ταῖς αἰθούσαις τῶν χρηματιστηρίων, ἀλλὰ νὰ σκεφθῶμεν ὡς σκέπτονται ἐν ταῖς αἰθούσαις, ἐν αἷς συνέρχονται καὶ μελετῶσι τὰ κοινὰ πράγματα οἱ κυβερνῶντες τὰ Κράτη. Ὑπελάβομεν, ὅτι ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, δὲν πράττομεν ἄλλο τι, εἰμὴ κυροῦμεν δεδομένας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας Κυβέρνησις πρὸ ἡμῶν εἶχε συμφωνήσει, τὰς δὲ ὑποχρεώσεις ταύτας ἔχει ἀναγράψει ἡ σύμβασις τοῦ 1880, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἐκπληρῶμεν τὰς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν ὑποχρεώσεις μας μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1892. Δὲν ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν νὰ ἀναχαιτίσωμεν τὸν θάνατον τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, εἴτε σήμερον εἴτε αὔριον ἂν ἐπήρχετο. Ἂν ἀπέθνησκεν ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία, δὲν ἤθελεν ἔχει πλέον τὴν δύναμιν νὰ ἐκτελῇ τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις αὑτῆς, τότε δ’ ἔπαυον καὶ αἱ πρὸς αὐτὴν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἀπέθνησκεν, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ζῶσα, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ νὰ ἐκτελῇ τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις της; Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν τὰς πρὸς αὐτὴν ὑποχρεώσεις μας, αὗται δὲ συνίστανται εἰς τὸ νὰ ἀπονείμωμεν εἰς αὐτὴν τὴν χορηγίαν, τὴν ὁποίαν ἡ σύμβασις τοῦ 1880 προσδιορίζει. Ἀλλ’ ἀφοῦ διὰ τοιούτων δεσμῶν συνδεόμεθα μετὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ἐσκέφθημεν: πρέπει ν’ ἀφήσωμεν αὐτὴν νὰ ἀποθάνῃ, ἂν ἀληθῶς, καθὰ λέγεται, ὁ θάνατος ἀπειλῇ αὐτήν; Ἂν ἐπέλθῃ ὁ θάνατος αὐτῆς, διελύετο ἡ μεταξὺ αὐτῆς σύμβασις ἡμῶν, ἔπαυεν ἡ κίνησις τῶν πλοίων της, ἡ ἀτμοπλοϊκὴ συγκοινωνία ἤθελε διακοπῆ, καὶ πιθανὸν εἶναι νὰ ἐπλήρου τὸ κενὸν τοῦτο ἢ ἡ Πανελλήνιος ἢ ἡ ἑταιρία τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου καὶ συναδέλφου μου κ. Γουδῆ. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις δὲν γνωρίζω ποίας ἔχει περὶ τούτου γνώμας ὅ τε κ. Γουδῆς καὶ ἡ Πανελλήνιος ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία, διότι δέν μοι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ συνεννοηθῶ μετ’ αὐτῶν περὶ συμφωνίας τοιαύτης, ὅπως μάθω τὰς γνώμας αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ κ. Γουδῆς διὰ τῶν ἀτμοπλοίων του, καὶ ἂν ἡ Πανελλήνιος Ἑταιρία ἀνελάμβανον νὰ ἐκτελέσωσιν ἀμέσως πάσας τὰς ταχυδρομικὰς γραμμὰς, τὰς ὁποίας ἐξετέλει κατὰ τὴν σύμβασιν ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία τῆς Σύρου, εἶμαι δεδικαιολογημένος, ὡς Κυβέρνησις, νὰ μὴ ἐνθυμηθῶ, ὅτι ἡ πτώχευσις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας Σύρου ἐπιφέρει μείωσιν τῶν κεφαλαίων τῶν μετόχων αὐτῆς, μείωσιν τῶν κεφαλαίων τῶν δανειστῶν αὐτῆς; Καὶ μήπως οἱ μέτοχοι τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας δὲν εἶναι πολῖται Ἕλληνες; Καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει καθῆκον νὰ προνοήσῃ, ἵνα μὴ μειῶνται τὰ κεφάλαια τὰ ἑλληνικὰ, ὅταν διὰ τῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν, δὲν ἐπέρχηται ζημία τις εἰς ἄλλα δημόσια συμφέροντα; Καὶ οἱ δανεισταὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας δὲν εἶναι τάχα Ἕλληνες; καὶ δὲν ὤφειλον νὰ προνοήσω, ἵνα καὶ τὰ κεφάλαια αὐτῶν μὴ μειωθῶσιν; Ἠκούσατε, ὅτι σᾶς ἐβεβαίουν τι, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς γινώσκετε κάλλιον ἐμοῦ. Ἂν τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας καὶ τὰ νεωρεῖα τῆς ἑταιρίας καὶ αἱ ἄλλαι κτήσεις αὐτῆς ἔχωσιν ἀξίαν, εἴτε ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων ἢ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, (ἐξ Ἀττικῆς νομίζω) εἴτε ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐκ Ναυπλίου Βουλευτὴς, ἂν λέγω τὰ ἀτμόπλοια καὶ αἱ κτήσεις τῆς ἑταιρίας ἔχωσιν ἀξίαν τώρα τεσσάρων ἢ πέντε ἑκατομμυρίων περίπου, εἰς ὅσα ἀνεβίβασεν αὐτὴν ὁ κ. ἐκ Ναυπλίου Βουλευτὴς, ἢ 3,000,000, εἰς ὅσα προσδιώρισεν αὐτὴν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ποία θὰ ἦναι ἡ ἀξία τῶν κεφαλαίων τούτων, ἂν ἡ ἑταιρία ἐκηρύσσετο εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως; Οὔτε τὸ ⅓ οὔτε τὸ ¼ τῆς ἀξίας αὐτῆς ἤθελε διασωθῆ.
§132ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σωστά.
§133ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν μετόχων εἶναι καὶ τὸ πτωχὸν Ἑλληνικὸν Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει 2,800 μετοχάς. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν, καὶ τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε τὸν κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν νὰ ἀγορεύσῃ ὑπὲρ τὴν ὥραν ἐντεῦθεν, εἰς ποίας ὑποβάλλει θυσίας τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἢ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος; Εἰς ποίας ὑποβάλλει παροχὰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους ἢ τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ; Ἠκούσατε, σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὅτι ἐξάγομεν ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους δύο ἑκατομμύρια καὶ ἑξακοσίας χιλιάδας δραχμῶν, ἵνα ῥίψωμεν αὐτὰ εἰς τὴν θάλασσαν. Ἀλλὰ μὴ πιστεύετε ὅσα εἶπεν ὑμῖν. Ἀνάγνωτε τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ μάθητε πόσα θέλει δαπανήσει τὸ Κράτος διὰ νὰ ἀποσοβήσῃ τὸν ἀπειλοῦντα τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν τῆς Σύρου κίνδυνον. Θέλει δαπανήσει τὸ Κράτος 350 περίπου χιλιάδας δραχμῶν διὰ νὰ ἀναλάβῃ αὖθις καὶ ἐξαγοράσῃ τὴν «Μυκάλην», τῆς ὁποίας κύριος εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία.... Ἐνθυμεῖσθε τὰ τῆς «Μυκάλης», Κύριοι; Μὴ λησμονήσητε ἱστορίας προσφάτους. Καὶ ἄν τινες ἐξ ὑμῶν ἐλησμόνησαν αὐτὰς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναμνήσω τὴν ἱστορίαν αὐτῆς. Κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885 ὁ τότε συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τῇ ἀποφάσει τῆς Κυβερνήσεως, προέβη εἰς ἀγορὰν δύο ταχυπλόων, τοῦ ταχύπλου «Σφακτηρίας» καὶ τοῦ ταχύπλου «Μυκάλης». Αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχε περὶ τῶν πλοίων τούτων, ἦσαν, ὅτι ἡ ἀγορὰ ἦτο ἐπιτυχὴς, καὶ ὅτι τὰ πλοῖα ἤθελον ἀποβῆ χρησιμώτατα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στόλου, καὶ ἤθελον ἀποβῆ ἰδίως χρησιμώτατα ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ στόλος ἤθελε κληθῆ εἰς δρᾶσιν· ἀλλ’ ἦσαν χρησιμώτατα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στόλου, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει θέλομεν διατελεῖ ἐν εἰρήνῃ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡ ἀρχικὴ ταχύτης τῶν πλοίων τούτων ἀνήρχετο κατὰ μέσον ὅρον εἰς 16 κόμβους.... Ἐνθυμεῖσθε εἰς πόσους κόμβους, κύριε Μπούμπουλη;
§134ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς δεκαέξ.
§135ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοσαύτη ἦτο ἡ ταχύτης, ἥτις ἀπεδείχθη κατὰ τὸν πλοῦν αὐτοῦ, ὅτε ἤρχετο ἐξ Ἀγγλίας, καταπλεῦσαν εἰς τοὺς λιμένας τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἡ ταχύτης εἶναι προτέρημα εἰς πλοῖα, τὰ ὁποῖα προώρισται νὰ χρησιμεύσωσιν εἴτε ὡς ἀνιχνευτικά, εἴτε ὡς καταδρομικά. Ἀλλὰ ἡ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον Ἀντιπολίτευσις, τὴν ὁποίαν μετ’ οὐ πολὺ ἀτυχεῖς εἰς τὸ Ἔθνος καὶ τὸ Κράτος περιστάσεις ἀνήγαγον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διέῤῥηξε τὰ ἱμάτια αὐτῆς, καὶ παρίστα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν, ὅτι ἡμεῖς ἐσπαταλήσαμεν τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου, ὅτι διεσπαθήσαμεν τὸν πλοῦτον αὐτοῦ, ἀγοράσαντες δύο σαποκάραβα, καὶ φορτώσαντες ταῦτα εἰς τὴν ῥάχιν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθεν ὀλίγος καιρὸς, καὶ γνωμοδότησις ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, προκληθεῖσα, ἀγνοῶ κατὰ τίνα τρόπον, ὀφείλω δὲ νὰ ἀποφύγω νὰ ἀναφέρω, διότι πρόκειται περὶ προσώπων, γνωμοδότησις, λέγω, ναυτικῶν ἔπεισε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὰ πλοῖα ταῦτα πρέπει ν’ ἀπαλλοτριώσῃ, καὶ οὕτως ἐπώλησε ταῦτα εἰς αὐτὴν ἐκείνην τὴν τιμὴν, ἐφ’ ᾗ ἠγόρασεν αὐτὰ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἐπίστευεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ χρόνου ἐκείνου, ὅτι τὰ πλοῖα δὲν εἶχον τὴν ἀξίαν, εἰς ἣν ἠγοράσθησαν; Πῶς ἐπώλησε ταῦτα ἐπ’ αὐτῇ τῇ τιμῇ εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν; Ἡ Κυβέρνησις εἶναι κακῆς πίστεως ἔμπορος; Εἶναι ψευδόμενος χρηματιστής, ζητῶν ν’ ἀποπλανήσῃ ἐκεῖνον, μεθ’ οὗ συναλλάσσεται; Καὶ ὑπεχρέωσαν τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος ὡς ἀντίτιμον ἑκατέρου τῶν πλοίων τούτων τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος εἶχε πληρώσει, ὅταν ἠγόρασεν αὐτὰ ἐξ Ἀγγλίας! Δὲν γνωρίζω, πῶς ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ἔστερξε νὰ ἀγοράσῃ ταῦτα. Ἐλπίζω ὅτι συνωμολόγησε τὴν σύμβασιν ταύτην ἐλευθέρᾳ βουλήσει, διότι δὲν στέργω ν’ ἀποδεχθῶ, ὅτι ἔτειναν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτῆς τὸ ξίφος, καὶ ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τοῦ ξίφους ἠνάγκασαν αὐτὴν νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν ταύτην· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὁμολογήσω, εἶναι, ὅτι ἡ Διοίκησις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ἔκαμεν ἓν μέγα σφάλμα, νὰ ἀγοράσῃ τὰ πλοῖα ταῦτα, διότι ταῦτα δὲν ἦσαν χρήσιμα εἰς ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν.
§136ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὴν συνεβούλευον νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἀγοράν.
§137ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον μία αἰτιολογία δύναται νὰ σώσῃ τοὺς διοικοῦντας τότε τὴν ἑταιρίαν ἀπὸ τῆς βαρείας ταύτης εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον, μόνον ἡ αἰτιολογία, ὅτι ὑπὸ τὸ ξίφος ἔγραψαν τὰς ὑπογραφάς των. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ δικαιολογία αὕτη ἦναι ἀληθής, λυποῦμαι τὰ μάλα, διότι εὑρέθη Κυβέρνησις, τοιαύτην νὰ μετέλθῃ βίαν, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τοσοῦτον ἐπιζήμιον πρᾶξιν ἑταιρίαν ἀνώνυμον, λειτουργοῦσαν ἐν τῇ Ἑλλάδι, πρὸς τὴν συγκοινωνίαν τῆς χώρας. Δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς, διότι κατὰ τὸ 1889 ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις, καὶ ἡ αὐτὴ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία συνῆλθον αὖθις εἰς συνεννοήσεις καὶ συνωμολόγησαν νέαν σύμβασιν, δι’ ἧς ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν αὖθις τὸ ἕτερον τῶν πλοίων τούτων καὶ ἐξηγόρασε τὴν «Σφακτηρίαν», ἀποδιδοῦσα εἰς τὴν ἑταιρίαν τὸ ἀντίτιμον τοῦ πλοίου, οὐχὶ μετὰ τῆς γενναιότητος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύει ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, τῆς γενναιότητος, ἥτις ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ ζητήσῃ παρὰ τῆς ἑταιρίας ἀποζημίωσίν τινα διὰ τὴν φθορὰν τοῦ πλοίου, τὴν ἐπελθοῦσαν κατὰ τὰ δύο ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ πλοῖον διετέλει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας· ἀλλ’ ἐπέβαλε μείωσιν τοῦ τιμήματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς «Μυκάλης» ἀνέρχεται εἰς 111 περίπου χιλιάδας δραχμῶν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι δὲν παρῆλθεν ἔτι ἑβδομὰς, ἀφ’ ἧς παρεκάλεσεν ὑμᾶς ὁ ἐμὸς συνάδελφος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐγὼ, ὅπως ψηφίσητε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνεκρίνατε τὴν σύμβασιν τῆς ἐξαγορᾶς τῆς «Σφακτηρίας». Καὶ προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ ἐξαγοράσωμεν, νὰ ἀνακτήσωμεν καὶ τὸ πλοῖον «Μυκάλην», καὶ νὰ ἀνακτήσωμεν αὐτὸ ἐπὶ μειώσει τοῦ τιμήματος κατὰ 111 χιλιάδας δραχμῶν. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ἦτο προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς συνομολογησάσης καὶ τὴν πρώτην σύμβασιν τῆς πωλήσεως καὶ τὴν δευτέραν τῆς ἐξαγορᾶς τῆς «Σφακτηρίας», ὁ ὁποῖος χθὲς ἀκόμη ἐξηγόραζε τὴν «Σφακτηρίαν», οὐχὶ βεβαίως πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἐθνικοῦ τινος σκοποῦ, εἶχε τὸ θάῤῥος πρὸ μικροῦ, ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, νὰ ὑπολογίσῃ ὅτι 500 χιλιάδας δραχμῶν πρόκειται νὰ ζημιώσωμεν τὸ Δημόσιον, ἀγοράζοντες τὴν «Μυκάλην». Ἀλλ’ ἐποίησε τοιούτους ὑπολογισμοὺς, διὰ νὰ δυνηθῇ διὰ τῶν 500,000 δραχμῶν νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς 2 ἑκατομμύρια καὶ 300 χιλιάδας ἀνέρχονται αἱ παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ποιήσωμεν. Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία τῆς Σύρου ἤθελεν εὑρίσκεσθαι ἐν ἀκμῇ οἰκονομικῇ, ἐὰν τὰ ταμεῖα αὐτῆς ἤθελον εὑρίσκεσθαι πλήρη χρημάτων, οὐδεμία δὲ ὑποχρέωσις ἤθελε βαρύνει τὸν τράχηλον αὐτῆς, ἥρμοζεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος, ὅπως ἀποδείξῃ ὅτι εὐσυνειδήτως μεριμνᾷ περὶ πάντων, νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν «Μυκάλην», καὶ ἐκπληρώσῃ οὕτω καθῆκον πρὸς ἑταιρίαν, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς δαπάνας, αἵτινες δὲν ἦσαν ἀναγκαῖαι εἰς αὐτὴν, διότι οὕτως ἐπεθύμησεν ἡ Κυβέρνησις. Πλὴν δὲ τῆς «Μυκάλης», τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ νομοσχέδιον ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε νὰ ἐξαγοράσωμεν, ποίας ἄλλας ζητοῦμεν παραχωρήσεις παρ’ ὑμῶν νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε, ὅπως ποιήσωμεν πρὸς τὴν Ἀτμοπλοΐαν Σύρου; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις εἶναι ὁμολογουμένως δεινὸς περὶ τὰς μελέτας τὰς χρηματιστικὰς καὶ οἰκονομικὰς, δύναται νὰ εὕρῃ δικαιολογίαν τινὰ, παριστῶν ἑαυτὸν ἀμφιβάλλοντα περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 2. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠρώτα, τί σημαίνει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2. Σᾶς παρακαλῶ, ἔλεγε, ποίαν ἔχει ἔννοιαν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2; Δι’ αὐτοῦ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαπράξῃ προκαταβολὰς εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν. Λοιπὸν θέλετε πληρώσει 650 χιλιάδας δραχμῶν διὰ τὸ ἔτος 1891, 650 χιλιάδας δραχ. διὰ τὸ 1892; Τὰ δύο ταῦτα ποσὰ συγκεφαλαιοῦνται εἰς 1.300,000. Λοιπὸν, ἠρώτα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δὲν ζημιόνεται τὸ δημόσιον ταμεῖον; Τὸν βεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν τὸ ἄρθρον εἶχε τοιαύτην ἔννοιαν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν ταύτην. Καὶ οἱ ἐννοοῦντες τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν—διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐσπούδασεν ἐν Σύρῳ εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους, πρὸ τοῦ κ. Μαυρομαρᾶ,—θέλουσι κατανοήσει, ὅτι τοιαύτην ἔννοιαν δὲν ἔχει. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ποιήσωμεν προκαταβολάς, τουτέστι νὰ ποιήσωμεν πληρωμὰς πρὸ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι συμπεφωνημένον νὰ πληρώσωμεν. Ἀλλὰ ποιοῦντες τὰς προκαταβολὰς ταύτας, ἔχομεν εὐθύνην, ἐὰν ἀπολεσθῶσι τὰ προκαταβληθέντα χρήματα. Ἡ Βουλὴ δὲν μᾶς παρέχει τὴν ἄδειαν νὰ ῥιψοκινδυνεύσωμεν τὰ χρήματα ταῦτα, μᾶς παρέχει μόνον τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ πρὸ τοῦ ὡρισμένου χρόνου. Ἀλλ’ ὅταν ὁ νόμος μᾶς ἐπιτρέπῃ νὰ ποιήσωμεν προκαταβολάς, δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἐκθέσωμεν εἰς κίνδυνον τὰ πληρωθέντα χρήματα, ἀλλὰ νὰ ποιήσωμεν προκαταβολάς, ἐφ’ ὅσον ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν τὰ χρήματα ἐν μεταγενεστέρῳ χρόνῳ. Καὶ πότε ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωμεν; Ὅταν ἡ ἑταιρία ἐξακολουθήσῃ τακτικῶς τοὺς πλόας, ἐκτελοῦσα τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς διὰ τῆς συμβάσεως ἔχει ἀναλάβει. Ἑπομένως πάντα τὰ περὶ προκαταβολῶν, πάντα ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπολογίζει εἰς 1,300,000, πάντα ταῦτα ἦσαν πομφόλυγες· διότι, καὶ ἂν μετὰ τὰ μέτρα ταῦτα, μετὰ τὴν ἐξαγορὰν καὶ ἀνάληψιν τῆς «Μυκάλης» ἤθελεν ἐπέλθει ἡ πτώχευσις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ἡμεῖς δὲν θέλομεν ποιήσει προκαταβολὴν, θέλομεν δὲ ποιήσει προκαταβολὴν, ὅταν πεισθῶμεν, ὅτι ἐξησφάλισε τὴν ὕπαρξίν της, ὅταν πεισθῶμεν, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρόνῃ τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις της. Καὶ διὰ τοῦτο εἴπομεν, ὅτι θέλομεν ποιήσει προκαταβολὰς, δηλαδὴ, ἀντὶ νὰ πληρόνωμεν κατὰ μῆνα τὸ δωδεκατημόριον, θέλομεν πληρόνει ἴσως κατὰ δύο μῆνας τὸ ἕκτον, ἢ κατὰ τρεῖς τὸ τέταρτον τῆς ἐτησίας χορηγίας, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα ἐξησφαλισμένοι, ὅτι ἡ ἑταιρία θέλει ἐξακολουθεῖ καὶ κατὰ τὸν ἕτερον μῆνα νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς. Αὐτὴ λοιπὸν, ἡ τοσοῦτον διατυμπανισθεῖσα ζημία τοῦ δημοσίου ταμείου, διὰ μὲν τὰ δύο πρῶτα ἔτη εἶναι μηδὲν, δὲν εἶναι ζημία οὐδὲ ἑνὸς λεπτοῦ. Ἀλλὰ διὰ τὸ τρίτον ἔτος; Τότε ἐπέρχεται ἑτέρα θεωρία, θεωρία περὶ τῆς μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν ἐξαμβλωματικὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, — διότι οὕτως ὠνόμαζε τὴν ἑταιρίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐζητοῦμεν νὰ συστήσωμεν. Καὶ ἐρωτήσατε αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι τολμῶσι νὰ χαρακτηρίζωσιν ἐξαμβλωματικὴν τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐσκοποῦμεν νὰ συστήσωμεν, ἐὰν αἱ διαπραγματεύσεις κατέληγον εἰς ἀποτέλεσμα, γνωρίζουσιν ὑπὸ ποίους ὅρους διεπραγματευόμεθα ἡμεῖς; Γνωρίζουσι ποίας ὑποχρεώσεις ἐπεβάλλομεν εἰς αὐτοὺς, εἴτε περὶ τοῦ εἴδους τῶν πλοίων, εἴτε περὶ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, εἴτε περὶ τῆς ἡλικίας αὐτῶν, εἴτε περὶ τῆς χωρητικότητος, εἴτε περὶ τῆς ταχύτητος αὐτῶν; Γνωρίζουσι ποίας ὑποχρεώσεις ἐπεβάλλομεν εἰς αὐτήν, εἴτε περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας, εἴτε τῆς ἐξωτερικῆς; Οὐδὲν γνωρίζουσιν, ἀλλὰ γνωρίζουσι μόνον νὰ ὑβρίζωσι, διότι ὕβριν ἐξετόξευσαν καὶ καθ’ ἡμῶν καὶ κατ’ ἐκείνων, μεθ’ ὧν ἡμεῖς διεπραγματευόμεθα, καὶ ἀντὶ νὰ ζητήσωσι νὰ μάθωσι πρότερον τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας, ἀντὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἥτις κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν κεφαλαιούχων ἐπρόκειτο νὰ συστηθῇ, μᾶς ἀντιτάσσουσι τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, τὴν ὁποίαν ἐσκόπουν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος νὰ συστήσωσι, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἡμεῖς μὲν οὐδὲν ἐγνωρίζομεν, διότι ὁ προκάτοχος ἡμῶν δὲν εἶχεν ὑποβάλει σύμβασιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτουν τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσωσι σύμβασιν περὶ συστάσεως μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Καὶ περὶ τίνος ἐπρόκειτο μεγάλης ἑταιρίας; Ἠκούσατε, ὅτι ἡ συνιστωμένη κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἑταιρία εἶχε κεφάλαιον 25,000,000, τὸ ὁποῖον ἀμέσως ἤθελε κατατεθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν εἶχον πρόχειρον τὸ νομοσχέδιον, ἤθελον ἀναγνώσει αὐτὸ πρὸς ὑμᾶς, ὅπως πληροφορηθῆτε, ὅτι ταῦτα δὲν εἶχον οὕτως. Ἡ ἑταιρία ἐκείνη κεφάλαιον εἶχε 10 μόνον ἑκατομμυρίων δραχμῶν, εἶχε δὲ ἄδειαν νὰ δανεισθῇ 15 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ τὰ 15 ἑκατομμύρια δὲν ἦσαν κεφάλαιον τῆς ἑταιρίας, ἦσαν δάνειον τῆς ἑταιρίας, καὶ ἐδίδετο μὲν αὐτῇ ἡ ἄδεια νὰ δανεισθῇ, ἀλλὰ δὲν ἦτο γνωστὸν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι οἱ δανεισταὶ ἤθελον καταβάλει τὸ δάνειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων· ἐὰν δὲ συνέπιπτε νὰ μὴ εὑρεθῇ ὁ δανείσων τὰ 15 ἑκατομμύρια, ἡ Βουλὴ ἤθελε φρονεῖ, ὅτι ἡ ἑταιρία εἶχε κεφάλαιον 25 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ τὸ κεφάλαιον αὐτῆς συνίστατο μόνον εἰς 10 ἑκατομμύρια. Ὁμολογῶ,—διότι ὀφείλω, νὰ λέγω, τὴν ἀλήθειαν, ὅπως ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ψέγω τοὺς στρεβλοῦντας καὶ παραλλάσσοντας τὴν ἀλήθειαν,—ὁμολογῶ, λέγω, ὅτι εἷς φίλος μου, ὅστις συμβαίνει νὰ ἦναι νῦν καὶ συνάδελφός μου, ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου τότε, κατ’ ἐντολὴν ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς διευθύνσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσε τὴν γνώμην ἢ τὴν ἐπιθυμίαν ἐκείνου τοῦ μέλους τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ὑπὸ συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ ἐκκρεμές. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔλεγον πρὸς αὐτόν, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ ἔχομεν δικαίωμα ἢ καθῆκον νὰ δυσπιστῶμεν, ἂν τὸ δάνειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων ἤθελε πραγματοποιηθῆ. Ὁ φίλος μου ἐκεῖνος εἶδε τὸν μεθ’ οὗ εἶχεν ὁμιλήσει, καὶ ἐπανελθὼν μοὶ εἶπεν, ὅτι συνήνουν ν’ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ δανειστοῦ νὰ δανείσῃ τὰ 15 ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι οὕτως ἡ ἑταιρία ἤθελεν ἔχει εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς μετοχικὸν κεφάλαιον ἐκ 10 ἑκατομμυρίων καὶ 15 ἑκατομμύρια ἐκ δανείου. Ἀλλ’ ἤρκει τοῦτο, ἵνα πεισθῶμεν, ὅτι ἤθελε συστηθῆ μεγάλη ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία; Ἠρώτων διὰ τοῦ φίλου μου τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος μέλος τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ποίας ἔμελλε νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις ἡ ἑταιρία, ποίας ἀτμοπλοϊκὰς γραμμὰς ἔμελλε νὰ ἐκτελῇ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ποίας δ’ ἐξωτερικὰς γραμμάς; Ἠρώτων, ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἀτμόπλοια αὐτῆς, ποία ἡ χωρητικότης, καὶ ποία ἡ ταχύτης αὐτῶν; Καὶ ἔλεγον διὰ τοῦ φίλου μου, ὅτι ὑπισχνούμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν, ἀντὶ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως, ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως, τῆς ὁποίας τὸ σχέδιον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ ἠρνήθησαν ὁριστικῶς νὰ ὑποβάλλωσι σύμβασιν, οὕτω δ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνέμεινε καὶ δὲν παρέσχε τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος παρίστα, ὅτι ἡ ἑταιρία ἐκείνη ἤθελεν ἔχει κεφάλαιον 25 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ δὲν ἤθελεν ἔχει κεφάλαιον 25 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ μόνον 10 ἑκατομμυρίων, διότι τὰ 15 ἑκατομμύρια ἤθελε πορισθῆ ἐκ δανείου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, λέγω, ἀκούσας ὅτι ἐγώ, διαπραγματευόμενος μετὰ κεφαλαιούχων ἐν Ἀθήναις περὶ συστάσεως μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἔστερξα νὰ ὑποσχεθῶ χορηγίαν 850,000 δραχμῶν περιέμενε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἵνα εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ χορηγία οὐδέποτε πρέπει νὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν 650 χιλιάδων δραχμῶν, διότι ἴσως ὑπέλαβεν, ὅτι τοιουτοτρόπως ἤθελε περιορίσει τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠθέλομεν εὑρεῖ νὰ συνομολογήσωμεν σύμβασιν, καὶ ἤθελεν ἀφαιρέσει ἀπὸ ἡμᾶς τὸ θάῤῥος νὰ ὑποσχεθῶμεν χορηγίαν 850 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐλησμόνησε δὲ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει ἄδειαν νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν περὶ μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἐκανόνιζε τὰ τοῦ κεφαλαίου τῆς ἑταιρίας εἰς κεφάλαιον 10 ἑκατομμυρίων, καὶ εἰς δάνειον 15 ἑκατομμυρίων, μόνον δὲ ὑπὸ ὅρους ὡρισμένων γεγονότων ἡ ἑταιρία εἶχεν ὑποχρεωθῆ νὰ αὐξήσῃ τὸ κεφάλαιον αὐτῆς ἀπὸ 10 εἰς 20 ἑκατομμύρια, ὡς ἀντάλλαγμα δὲ τῆς αὐξήσεως ταύτης τοῦ κεφαλαίου της ὑπέσχετο εἰς αὐτὴν χορηγίαν 850 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐνῷ λοιπὸν ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζήτει τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν πρὸς ἑταιρίαν, ἔχουσαν κεφάλαιον 20 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ὑπέσχετο εἰς αὐτὴν χορηγίαν 850 χιλιάδων δραχμῶν, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἰσχυρίζεται, ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ ὑπερβῶμεν τὰς 650 χιλιάδας. Θαυμάζω τὸν ἄνδρα. Οἱ ἀρχαῖοι δὲν γνωρίζω ποίαν σημασίαν ἔδιδον εἰς τὴν λέξιν θαυμάζω, ἀλλ’ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι θαυμάζω αὐτὸν καὶ ἐπὶ τῇ καλῇ σημασίᾳ τῆς λέξεως, διότι δὲν εἶναι σύνηθες νὰ βλέπῃ τις πολιτικούς ἄνδρας, ὑπὸ τοσαύτης ἐμπεφορημένους τόλμης. Τοῦτο εἶναι προτέρημα, ἀφοῦ τέλος πάντων εἶναι ἐξαίρεσις. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ὅτε διεπραγματευόμεθα, ἵνα συστήσωμεν τὴν μεγάλην ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐδίστασαν νὰ ὀνομάσωσιν ἐξαμβλωματικὴν, δὲν παρελίπομεν νὰ κανονίσωμεν καὶ τὰς μικροτέρας λεπτομερείας τῆς λειτουργίας τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, εἴτε ἐν τῇ ἡμεδαπῇ εἴτε ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ· ἐζητήσαμεν μάλιστα νὰ διατηρήσωμεν ἀκέραιον τὸ δικαίωμα ἡμῶν, ὅπως συνεννοηθῶμεν καὶ μετ’ ἄλλων ἑταιριῶν, ἂν ἐπρόκειτο νὰ καταστήσωμεν πυκνοτέρας γραμμὰς ἐν τῷ συμφέροντι τῆς συγκοινωνίας τοῦ Κράτους, εἴτε νὰ συστήσωμεν γραμμὰς, αἵτινες δὲν περιλαμβάνονται ἐν τοῖς δρομολογίοις τῆς μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας μὲ ἀπήλλαξε τῆς ἀνάγκης νὰ λάβω τὸ θάῤῥος ν’ ἀπευθύνω παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον μὲ ἀπήλλαξε τῆς ἀνάγκης ταύτης, καθόσον ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ τὰς χάριτας, τὰς ὁποίας ὀφείλει τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, διὰ τὴν ἀμεροληψίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει τηρήσει ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὡς μέλος αὐτοῦ, ἀκολουθῶν πάντοτε τὰ περὶ ἀμεροληψίας δόγματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἀφ’ ἧς ἐνεφανίσθη εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον, διακρίνουσιν αὐτόν. Δι’ ἐμὲ ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἦτο ἄγνωστος. Γνωρίζω αὐτὸν πρὸ πολλοῦ, ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, πρὸ 5 ἐτῶν, ὅτε ἦτο ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδέποτε εἰσήρχετο διὰ τῆς αὐτῆς θύρας δύο ἡμέρας κατὰ συνέχειαν, καὶ ἐτήρει πλῆρες ἰσοζύγιον, ἂν ὄχι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελε νὰ καταστήσῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ πλῆρες ἰσοζύγιον τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων μεταξὺ τῶν δύο κομμάτων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει συμφέρον νὰ τηρῇ ἀμεροληψίαν, βδελύσσεται τὰ προσωπικὰ κόμματα, ὡς βδελύσσεται πᾶν προσωπικὸν, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν αὐτὸν σπεύσαντα, ἵνα περιληφθῇ ἐν τῷ ὑπουργικῷ συνδυασμῷ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, διότι εἶχεν ὑποπτευθῆ, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον αἱ περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος πολιτικαὶ γνῶμαι αὐτοῦ νὰ συμπίπτωσι πρὸς τὰς πολιτικὰς γνώμας τοῦ ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ. Καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐλυπούμην σφόδρα, διότι ἐλέχθη, ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς νὰ ἀνήκῃ εἰς κόμμα· ὁ ἀνὴρ εἶναι ἐθνικὸς, ἀφοῦ μάλιστα χάριν τῆς πρὸς τὸ ἔθνος μεγαλοδωρίας του ἐτιμήθη διὰ τοσούτων τιμῶν. Ἥρμοζεν εἰς αὐτὸν νὰ μείνῃ εἰς τὸ ὕψος αὐτοῦ, νὰ μὴ συντριβῇ ἀναμιγνύμενος μὲ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ἴσως μάλιστα χρησιμεύσει ἡμέραν τινὰ ὡς κεφάλαιον ἐθνικὸν, εἴτε ἐν τῇ μελλούσῃ ἀναμορφώσει τῆς Ἀνατολῆς, εἴτε ἐν κινδύνῳ ἐσωτερικῷ. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ προσβλέπω πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς πολέμιον, προσδοκῶν ὅτι ἐν τῇ ἀμεροληψίᾳ του θέλει βεβαίως ὁμολογήσει τὸ δίκαιον, καὶ ὅταν ἡμεῖς ἔχωμεν αὐτό. Ἀλλ’ ἔχω ἀκόμη ἀνάγκην νὰ ὁμολογήσω καὶ ἄλλην χάριν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι συνέπεσε νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας μὲ ἡμᾶς, αὐτὸς μὲν δι’ ἄλλον λόγον, ἡμεῖς δὲ δι’ ἄλλον λόγον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δικαίως εἶχεν ὀργισθῆ κατὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, διότι, ἐνῷ ἦλθον οἱ διοικοῦντες αὐτὴν εἰς Ἀθήνας, καὶ προσέφυγον εἰς αὐτὸν, καὶ ἐβεβαίωσαν αὐτὸν, ὅτι εἰσέπραξαν ἐκ τοῦ δανείου εἰς μεταλλικὸν πραγματικὸν 900 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ οὗτος ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτοὺς καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς 300 χιλιάδας δραχμῶν εἰς δάνειον, μετὰ ταῦτα ἔμαθεν, ὅτι μόνον τὸ δάνειον αὐτοῦ εἰσεπράχθη εἰς χρήματα, τὰ δὲ ἄλλα ὑπ’ ἄλλων πληρωθέντα ἀντὶ δανείου συνίσταντο οὐχὶ εἰς χρήματα, ἀλλ’ εἰς δικαιώματα προμηθείας. Ὁμολογῶ ὅτι δικαίως ὠργίσθη, ἀφοῦ μετέπειτα ἠμφισβήτουν τὸ δάνειόν του καὶ προσεπάθουν νὰ μειώσωσιν αὐτό. Ἐγὼ δ’ ἔχω παράπονον κατὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας οὐχὶ ὡς πολιτικὸς ἀνὴρ, ἀλλ’ ὡς τυγχάνων τὴν ὥραν ταύτην ἐν τῇ Κυβερνήσει, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ὑπῆρξεν οἵα ἔπρεπε νὰ ἦναι, καὶ ὅτι ἡ τοιαύτη πλημμέλεια ἐν τῇ διοικήσει συνετέλεσε καὶ αὕτη, ἵνα ἡ ἑταιρία περιέλθῃ εἰς τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται. Ἐὰν δὲν ἦτο τοιαύτη ἡ διοίκησις αὐτῆς, ἤθελον πιθανῶς καὶ ἐγὼ ἀπαλλαγῆ τοῦ κόπου νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καὶ νὰ ἦμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντῶ καὶ ἀναιρῶ ὅσα πρὸ μικροῦ ἐῤῥέθησαν. Εἶπον ὅτι τὸ παράπονον τοῦτο ἔχω, ὡς τυγχάνων κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ὄχι ὡς πολιτικὸς ἀνήρ, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος τῶν προαγορευσάντων, ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἔψεξε τὴν ἑταιρίαν ὡς μετέχουσαν τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι τοῦ 1883 ἀνήρχετο συνεχῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διετέλει συμπαθῶς πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, γνωρίζω δὲ, ὅτι μετὰ τὸν χρόνον τοῦτον ἡ διοίκησις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ἔλαβε πολλάκις μεταβολὰς, μία δὲ ἀπὸ τῆς διαρκεστέρας ἐμφανίσεις αὐτῆς δὲν ἦτο φιλικὴ, οὐδὲ συνεπάθει πρὸς τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἀνῆκον, ἐξ ἐναντίας ἦτο συμπαθεστάτη πρὸς τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Οὐδὲν ὅμως ἔχω διὰ τοῦτο παράπονον. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ ἀνορθώσω ἀνακρίβειαν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὅστις, μολονότι κατάγεται, ἐγεννήθη καὶ ἀνετράφη ἐν Σύρῳ, τοσοῦτον πολὺ ἤδη τὴν ἐλησμόνησε. Καὶ λέγω ἐλησμόνησεν αὐτὴν, διότι ἄλλως δὲν ἤθελε καταγγείλει τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν ὡς ἀναμιγνυομένην εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τῆς τελευταίας περιόδου ὁ νῦν δήμαρχος Ἑρμουπόλεως κ. Τσιροπινᾶς ἐξελέγη δήμαρχος, πολεμούμενος ὑπὸ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, τυγχανούσης τότε ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἄλλου. Ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν ἔχωσι τὰ πράγματα, πρέπει καὶ ἐγὼ νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία προσήνεγκεν εἰς τὸ Κράτος ὑπηρεσίας, διότι ἐν κρισίμοις καιροῖς ἐξέθεσε καὶ τὰ ἀτμόπλοια καὶ τὰ πληρώματα αὐτῆς εἰς προφανεῖς κινδύνους. Δὲν παρῆλθον πολλὰ ἔτη ἀπὸ τοῦ 1866 καὶ 1867, δὲν παρῆλθον δὲ πολλὰ ἔτη καὶ ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ 1879. Ἐνδεχόμενον ὁ Κουμουνδοῦρος νὰ ᾐσθάνετο συμπάθειαν πρὸς αὐτὴν διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας τότε εἶχε προσενέγκει, ὡς εἶπον, διότι ἐκεῖνος προΐστατο τότε τῶν πραγμάτων· ἀλλά, μολονότι προσήνεγκε τὰς ὑπηρεσίας ταύτας κατὰ τὸν παρελθόντα καιρόν, μολονότι τὰ κεφάλαια αὐτῆς ἦσαν κεφάλαια ἑλληνικά, μολονότι τὰ κεφάλαια τῶν δανειστῶν της εἰσὶ κεφάλαια ἑλληνικά, μολονότι, ἀφ’ ἧς συνεστήθη ἀτμοπλοϊκὴ συγκοινωνία ἐν Ἑλλάδι, πρώτη αὐτὴ ἀνέλαβε τὴν ἐργασίαν ταύτην, καὶ διαχειρίζεται αὐτὴν μέχρι τοῦδε, μόλα ταῦτα ἡμεῖς δὲν προσήλθομεν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα προβάλωμεν νὰ προβῆτε εἰς παραχωρήσεις πρὸς αὐτήν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι, ἐὰν δὲν πρέπῃ νὰ στέρξωμεν σήμερον νὰ φάγῃ τὰς σάρκας τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ἄλλη τις ἑταιρία, ἡ Πανελλήνιος, ἵνα τραφῇ ἐξ αὐτῶν καὶ μεγαλυνθῇ, δὲν πρέπει νὰ στέρξωμεν ὡσαύτως νὰ φάγῃ τὰς σάρκας εἴτε τῆς Πανελληνίου εἴτε τῆς ἑταιρίας τοῦ κ. Γουδῆ ἡ ἐν Σύρῳ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία. Εἶναί τινες, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπὸ τοῦ 1880 διατυμπανιζομένη μεγάλη ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία πρέπει νὰ συστηθῇ ἐκ κεφαλαίων ἐντελῶς νέων καὶ πραγματικῶν, καὶ νὰ λειτουργήσῃ δι’ ἀτμοπλοίων καθαρῶς νέων. Δὲν στέργουσιν αὐτοὶ σύμπραξιν ἢ συγχώνευσιν οὐδεμιᾶς τῶν ὑπαρχουσῶν ἑταιριῶν μετὰ τῆς συστηθησομένης μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, καὶ νομίζουσιν ὅτι προσπορίζουσι κέρδος εἰς τὴν κοινωνίαν, ἢ ὑπεροχὴν εἰς τὸ Κράτος, ἂν ἐκτὸς τῶν ἀτμοπλοίων, τῶν ὁποίων ἰδιοκτήτης εἶναι ὁ κ. Γουδῆς, ἐκτὸς τῶν ἀτμοπλοίων, τῶν ὁποίων ἰδιοκτήτης εἶναι ἡ Πανελλήνιος, ἐκτὸς τῶν ἀτμοπλοίων, τῶν ὁποίων ἰδιοκτήτης εἶναι ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία, προστεθῶσι καὶ τὰ ἀτμόπλοια, τῶν ὁποίων θέλει ἔχει ἀνάγκην ἡ μεγάλη ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία, ἥτις θέλει ἔχει κεφάλαιον 25 ἑκατομμυρίων. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην. Ἐν τῇ συγκοινωνίᾳ, τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἀντικαταστήσει τὰ ἀτμόπλοια τῆς μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, θέλουσιν ἀφαιρέσει τὸ πλεῖστον τῆς ἐργασίας τῶν ἄλλων ἑταιριῶν, ἢ αἱ ἄλλαι ἑταιρίαι, συναγωνιζόμεναι πρὸς αὐτὴν, θέλουσιν ἀφαιρέσει τὸ πλεῖστον τῶν ἐργασιῶν ἐκείνης. Τοιοῦτος συναγωνισμὸς ἤθελε καταδικάσει εἰς ἀχρηστίαν ἀριθμὸν σημαντικὸν ἀτμοπλοίων, ἤθελε δὲ φέρει ζημίαν, διότι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα διετέθησαν πρὸς ἀγορὰν αὐτῶν, θὰ ἦναι κεφάλαια ἑλληνικά. Αὐξάνοντες τὰ ἀτμόπλοια, δὲν αὐξάνομεν τὰ κέρδη τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τοιαύτην ἀξίωσιν, ὅτι ἡ συστηθησομένη μεγάλη ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία δὲν πρέπει νὰ συστηθῇ διὰ τοῦ θανάτου οὐδεμιᾶς τῶν ἑταιριῶν· ἀλλ’ ἐὰν τὰ ἀτμόπλοιά τινος τῶν ὑπαρχουσῶν ἤδη ἑταιριῶν, εἴτε πάντα, εἴτε τινὰ ἐξ αὐτῶν, δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ταχυδρομικῶν γραμμῶν, τὰς ὁποίας ἐκείνη θέλει ἐκπληροῖ, φρονῶ ὅτι τοῦτο συμφέρει νὰ γένηται. Διὰ τοῦτο εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι, ἐὰν δὲν στέργωμεν σήμερον νὰ φαγωθῶσιν ὑπὸ τῆς Πανελληνίου Ἑταιρίας αἱ σάρκες τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας Σύρου, δὲν στέργομεν ὡσαύτως νὰ φαγωθῶσι καὶ αἱ σάρκες τῆς Πανελληνίου Ἑταιρίας ἢ τῆς τοῦ κ. Γουδῆ ὑπὸ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Πρέπει αἱ Κυβερνήσεις τῆς πατρίδος νὰ ἦναι ἴσαι πρὸς πάντας τοὺς ἐργαζομένους ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας, νὰ προσπαθῶσι δὲ νὰ μὴ συντελῶσιν εἰς τὴν μείωσιν τῶν κεφαλαίων οὐδενὸς, ἂν δὲν δύνανται νὰ ἐνθαῤῥύνωσι καὶ ἐνισχύσωσι πάντας ἐξ ἴσου εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκπληροῦσι. Τότε δύνανται εὐσυνειδήτως καὶ εὐπροσώπως νὰ εἴπωσιν εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι οἱ οὕτω κυβερνῶντες παριστῶσιν ἀληθῆ Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι δὲν εἶναι Κυβέρνησις ἑταιριῶν ὡρισμένων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, 3, 4 καὶ 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ τμήματος τῶν σιδηροδρόμων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§139ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις λίαν ἐπιμελῶς ἐφρόντισε περὶ τοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται διὰ τῆς συμβάσεως, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου· ἀλλὰ εἰς τὸν πίνακα δὲν συμπεριλαμβάνεται πρῶτον ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ Κυβέρνησις....
§140ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἔλεγχος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ τοῦ λογαριασμοῦ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου αὐτοῦ ἀνετέθη διὰ Β. Διατάγματος εἰς τὸ τμῆμα τὸ σιδηροδρομικὸν, ἐνασκεῖται δὲ δι’ ἐπιτροπῆς. Εἷς τῶν ἀρχιμηχανικῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς εἶναι ὁ διευθυντὴς τοῦ εἰρημένου τμήματος.
§141ΣΧΙΝΑΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ θὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κ. Γκοτλὰν εἶναι ὁ ἐλέγχων καὶ ὁ διευθύνων συνάμα τὸ τμῆμα τῶν σιδηροδρόμων, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 τῆς συμβάσεως, ἥτις ἐπ’ ἐσχάτων ἐπεκυρώθη καὶ ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἔλεγχος, ὅταν οἱ διορισθησόμενοι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως θέλουν διορίζεσθαι τῇ προτάσει τοῦ διευθύνοντος τὸ σιδηροδρομικὸν τμῆμα. Ἂν τὸ σιδηροδρομικὸν τμῆμα καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιθυμῶσι νὰ ἔχωσιν ἔλεγχον, δύνανται νὰ ζητήσωσι προσόντα, καὶ εἰς τοὺς κριθησομένους ἱκανοὺς ν’ ἀναθέσωσι τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας. Φρονῶ ὅτι, ἂν θέλητε—καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θέλετε—νὰ ἔχητε ἔλεγχον τῶν πράξεων τῶν γιγνομένων παρὰ τῶν ξένων ἐν Ἑλλάδι, ὀφείλετε νὰ ζητήσητε τοῦτον δι’ ἐπιστημόνων μηχανικῶν, οὐχὶ ὑποδεικνυομένων παρ’ αὐτῶν τῶν ξένων, ἀλλὰ δι’ ἐκείνων, οὓς θέλει καὶ ὀφείλει νὰ ἀνεύρῃ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἣν προθύμως παρέχομεν πάντα τὰ μέσα. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ δεχθῇ νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου καὶ νὰ τὴν ἀντικαταστήσῃ διὰ τῆς ἑξῆς: «εἴτε τῇ ἐκλογῇ τῇ προσωπικῇ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂν ἔχωσι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται ἀνωτέρω». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 75,500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1890).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως δικαιώματος μεταλλεύσεως μαγνητικοῦ σιδήρου ἐπὶ τῆς νήσου Σερίφου.
§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἄδεια, ὅπως παραχωρήσῃ διηνεκῶς δικαίωμα μεταλλεύσεως μαγνητικοῦ σιδήρου ἐπὶ ἐκτάσεως ἐν Σερίφῳ στρεμμάτων 3163 ὑπὸ τὰ κατονομαζόμενα ὅρια, ταύτην δὲ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄδειαν ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου. Κατὰ τὸ 1882 ἐψηφίσθη νόμος, ὅστις διετήρησεν ἐν ἰσχύϊ τὸν περὶ μεταλλείων νόμον τοῦ 1861, ἀπηγόρευσεν ὅμως τὴν ὁριστικὴν παραχώρησιν μεταλλείων ἄλλως ἢ διὰ νόμου· ἑπομένως ἐνεργοῦνται πάντα τὰ παρασκευαστικὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861, μεθ’ ὃ ἐνασκεῖται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὸ ἐπιφυλαχθὲν αὐτῇ δικαίωμα τῆς ὁριστικῆς τοῦ μεταλλείου παραχωρήσεως. Σκοπὸς τοῦ νομοθετήματος τούτου ἦτο ἡ ἐπίτευξις ἐλέγχου αὐστηροτέρου τοῦ κατὰ τὰ τέως κείμενα κεκανονισμένου περὶ τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων· ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπολήγομεν εἰς τὸ ἀντίθετον· διότι, ἐνῷ, ἂν μὴ εἶχε ψηφισθῇ ὁ νόμος τοῦ 1882, ἡ ὁριστικὴ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου θὰ ἐγίνετο ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις τοῦ ἐλέγχου τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1882 ἐπιφυλαχθέντα πρὸς νομοθετικὴν ἐνέργειαν μεταβιβάζονται εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως περὶ τῆς προσφόρου ἐνασκήσεως τῆς μεταβιβαζομένης εἰς αὐτὴν ἐξουσίας. Μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1882 μία μόνη παραχώρησις μεταλλείου, ἂν μὴ ἀπατῶμαι, ἐγένετο, διὰ νόμου τῆς 27 Μαΐου 1887. Ἐν αὐτῷ ἐγένετο δεκτή, ὡς καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἡ ἀρχὴ τῆς φορολογίας οὐχὶ κατὰ λόγον τοῦ καθαροῦ ἐσόδου, ἀλλὰ κατὰ λόγον τοῦ ἀκαθαρίστου, καὶ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλῶς ἐγένετο, διότι ἡ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ ἐσόδου φορολογία, ἂν μάλιστα μὴ ἐνεργῆται ἡ μετάλλευσις ὑπὸ ἀνωνύμου ἑταιρίας, εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ταυτόσημος πρὸς τὴν ἀσυδοσίαν, διὰ τὸ δυσχερὲς τῆς ἐξακριβώσεως τῶν ἀφαιρετέων ἐξόδων εἰς προσδιορισμὸν τῆς ὑποβλητέας εἰς τὸν φόρον προσόδου. Ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1887 εἶχε περιληφθῆ διάταξις, καθ’ ἣν, τροποποιουμένων οὕτω τῶν τῆς φορολογίας, ἐπετρέπετο ἡ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου κατὰ τὰς διατάξεις τῶν περὶ μεταλλείων νόμων καὶ διαταγμάτων. Ὑποθέτω, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ πρόθεσις τοῦ Ὑπουργείου περὶ τὰ τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον παραχωρήσεως, καὶ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ παραδρομῆς παρέλειψε νὰ προσθέσῃ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1887. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἐνῷ περιέχει ἄρθρα, ὁποῖα βλέπω ἀναγεγραμμένα καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περιέχει ὅμως καὶ ἄρθρον 3ον, διαλαμβάνον, ὅτι «κατὰ τὰ λοιπὰ ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τῶν περὶ μεταλλείων νόμων καὶ διαταγμάτων»· ὥστε ἡ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου δὲν ἐπετρέπετο, ἵνα ἐνεργηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ περιορισμῶν, ἀλλ’ ἔδει νὰ γένηται κατὰ τὰ κεκανονισμένα ὑπὸ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, τουτέστι δι’ ἀποφάσεως τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου. Τοιαύτη φρονῶ θὰ ἦναι ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, οὐδ’ ὑποθέτω ὅτι ἐπιδιώκει διὰ τοῦ νομουχεδίου ἄδειαν παραχωρήσεως μεταλλείου ἄνευ τῶν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861 περιορισμῶν· διότι τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον περιλαμβάνει μὲν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ περιλαμβάνει καὶ ἄλλα πρόσωπα, καὶ διεξάγει τὰ τῆς παραχωρήσεως κατὰ κανονισμοὺς καὶ μετὰ ἔλεγχον περὶ τοῦ προτιμητέου μεταξὺ τῶν ἀξιούντων τὴν παραχώρησιν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ψηφιζόμενον ἄνευ τῆς προσθήκης τοῦ ἄρθρου 3, ἡ Κυβέρνησις αὐτοβούλως καὶ ἀνεξελέγκτως θὰ ἀποφασίζῃ μεταξὺ τῶν αἰτουμένων τὴν παραχώρησιν τοῦ μεταλλείου περὶ τοῦ προτιμητέου. Τοῦτο ἐν οὐδενὶ οὐδενὸς Κράτους νομοθετήματι περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων εὕρηται· οὐδαμοῦ ἐθεωρήθη, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ παραχωρῇ τὰ μεταλλεῖα ἄνευ οὐδεμιᾶς διατυπώσεως, ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου. Οἱ περιορισμοὶ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου εἶναι καὶ αὐτοὶ λίαν χαλαροὶ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον οὗτοι, νομίζω, πρέπει νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι, ἐφ’ ὃ προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Βλέπω ὅτι ὁρίζεται ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰς 2½%, ἐνῷ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ εἰς 5%, καὶ καλῶς, νομίζω, ἔχουσι τὰ τοῦ ἀναλογισμοῦ· ἐπιτρέπεται δὲ, ὅπως ἀντικαταστηθῇ εἰς τὸ ποσοστὸν χρηματικὸς φόρος εἴκοσι λεπτῶν κατὰ τόννον ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου μεταλλεύματος, ἀλλὰ δὲν κανονίζει τὸ νομοσχέδιον, πότε καὶ πῶς θὰ γίνηται ἡ ἐπιλογία μεταξὺ τῶν δύο φορολογικῶν συστημάτων. Ἀφοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀντὶ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ ΧϚʹ νόμου τοῦ 1861 ἐπιβάλλεται εἰς τὸ μεταλλεῖον, οὗτινος ἐπιτρέπεται ἡ παραχώρησις, φόρος ὡρισμένος, κατ’ ἐκλογὴν τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, εἴτε 2½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, εἴτε 20 λεπτῶν κατὰ τόννον ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου μεταλλεύματος, ἔδει ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἂν ἐφάπαξ ἐπὶ τῇ παραχωρήσει τοῦ μεταλλείου θὰ κανονισθῇ ἡ φορολογία ὡς χρηματικὴ ἢ ὡς ἐπὶ ποσοστῷ, ἢ ἂν ὁ κανονισμὸς τοῦ φόρου γενήσεται ἑκάστοτε, ἤτοι ἀνὰ πᾶν ἔτος, ἢ κατὰ περιόδους ἄλλας. Ἂν ὑπάρχῃ λόγος, ἵνα μὴ κανονισθῶσιν ἀπὸ τοῦδε τὰ τῆς ἐπιλογῆς, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα διεξάγῃ τὰ κατ’ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων· ἀλλ’ εἴτε τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον, εἴτε ἄλλος ἔσται ὁ ἀποφανθησόμενος, πρέπει νὰ ἦναι γνωστόν, ἂν ἐφάπαξ θὰ γένηται ἡ ἐπιλογή, ἢ ἂν θὰ γίνηται κατὰ τὴν ἀρχὴν ἢ κατὰ τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους ἢ κατ’ ἄλλην ἐποχήν. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁρίζεται ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰς 2½%, ἀντὶ τῶν 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ, τουτέστιν ἀναγνωρίζεται ἡ ἐν τῇ βάσει τοῦ φόρου ἀντικατάστασις τῆς ἀκαθαρίστου εἰς καθαρὰν πρόσοδον ὡς ἐπαγομένη πρὸς διατήρησιν τῆς αὐτῆς ἀναλογίας τὸν περιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ εἰς τὸ ἥμισυ, εὕρηται κατόπιν διάταξις, ἥτις δὲν συνᾴδει πρὸς τὴν ἀναλογίαν ταύτην. Εἶναι ἡ διάταξις αὕτη ἡ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 2 κανονίζουσα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τὰ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς ἀπαρτισμὸν ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου πρὸς βοήθειαν καὶ περίθαλψιν τῶν ἐργατῶν ἐν περιπτώσει δυστυχημάτων. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ἐνῷ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου εἶναι 5%, ὁ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν βοηθημάτων φόρος εἶναι 1%, ἤτοι τὸ πεμπτημόριον ἐκείνου· ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ δὲ ταύτῃ ὁ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου φόρος ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν βοηθημάτων ἔδει νὰ ὁρισθῇ διπλάσιος τοῦ ἐν ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου ἀναγραφομένου. Δὲν νομίζω ὅτι σκοπίμως ἠλλοιώθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αἱ ἀναλογίαι πρὸς ζημίαν τοῦ εἰδικοῦ ταμείου καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ εἰς ὃν γενήσεται ἡ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου· ἂν δὲ οὕτως ἔχῃ, δέον ὅπως ὁρισθῇ ὑπὲρ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου ὁ φόρος εἰς ½% ἀντὶ ¼%, ἢ εἰς λεπτὰ 4 ἀντὶ λεπτῶν 2. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς ὅμως ταύτης παρατηρῶ καὶ ἕτερόν τι, περὶ οὗ ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν πρόνοιαν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1887. Ἀντικαταστήσαντες ὡς βάσιν τοῦ φόρου τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον ἀντὶ τῆς καθαρᾶς, ἐφηρμόσαμεν τὴν διάταξιν μόνον εἰς τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου, δὲν ἐπεζητήσαμεν δὲ τὴν ἰσχὺν αὐτῆς καὶ εἰς τὸ μέρισμα τοῦ ἰδιοκτήτου, ἴσως ἐξ ἄκρου σεβασμοῦ πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας· ὁ κανονισμὸς ἄρα τοῦ μερίσματος ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου μένει οὕτω πάγιος· ἀλλ’ ὡς ἐκ τούτου ἡ βεβαίωσις τοῦ μερίσματος καθίσταται δυσχερεστέρα ἢ πρὸ τῆς μεταβολῆς, διότι, ἐπιβαλλομένου τοῦ δημοσίου φόρου ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, ἡ διαδικασία τῆς βεβαιώσεως τοῦ καθαροῦ διατηρεῖται χάριν τοῦ μερίσματος, καθισταμένη ἔτι μᾶλλον ἀτελεσφόρητος ἢ ἐν τῷ παρελθόντι, διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀμέσου ἐνδιαφέροντος τοῦ Δημοσίου, καὶ ματαιοῦσα τὴν ἐν ἄλλοις ἐπιδιωκομένην διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς βάσεως ἀπαλλαγὴν καὶ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ κυρίου τοῦ μεταλλείου ἀπὸ τῶν ἐνοχλήσεων, ἃς ἐπάγεται ἡ ἐξακρίβωσις τῶν ἐξόδων τῆς μεταλλεύσεως. Νομίζω ἄρα, ὅτι, ἀφοῦ κανονίζεται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ὁ φόρος τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ κανονίζεται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ὁ φόρος ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν βοηθημάτων καὶ τῆς περιθάλψεως τῶν ἐργατῶν ἐν περιπτώσει δυστυχημάτων, συμφέρει εἰς πάντας, ὅπως ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει κανονισθῇ καὶ τὸ μέρισμα τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς γῆς.
§144ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀνέπτυξε τὴν πρώτην παρατήρησίν του ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, θεωροῦμεν ὡς ἀποῤῥέον ἐκ τῆς γενικότητος τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, ὁ ὁποῖος ἰσχύει σήμερον.
§145ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ τὸ λέγητε.
§146ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴτε ἐπαναλάβωμεν τοῦτο ἐν τῷ εἰδικῷ τούτῳ νομοσχεδίῳ, εἴτε μὴ, ὁ ἰσχύων περὶ μεταλλείων νόμος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὰς λεπτομερείας τόσον τῆς παραχωρήσεως, ὡς καὶ τῆς ἐν γένει διατηρήσεως τοῦ μεταλλείου τούτου ἐν τῷ μέλλοντι καὶ τῆς ἐπιβλέψεως παρὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων λεπτομερειῶν. Θεωροῦμεν ἑπομένως τὸν γενικὸν τοῦτον νόμον ὡς ἐφαρμοζόμενον κατὰ τὰς διατάξεις ἐκείνας, ἃς δὲν τροποποιεῖ ὁ εἰδικὸς νόμος.
§147ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐδῶ τροποποιεῖται.
§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ἦναι ἠκυρωμένος, δὲν θέλομεν νὰ τὸν κάμωμεν ἡμεῖς νὰ ἀναβιώσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἠκυρωμένος διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882. Ἐὰν παρουσιασθῶσι διάφοροι αἰτήσεις, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ τὴν γνώμην εἰδικωτέρων προσώπων, θὰ πράξῃ τοῦτο· ἀλλ’ ἐὰν οὐδεμία τοιαύτη ἀνάγκη παρουσιασθῇ, ἐννοεῖ ὅτι ὁ εἰδικὸς οὗτος νόμος θὰ συμβαδίσῃ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ γενικοῦ, τὰς μὴ ἀκυρωθείσας.
§149ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1882 ἐπεφύλαξε τὰ περὶ ὁριστικῆς παραχωρήσεως, ἑπομένως ὅ,τι ἐκ τῶν τοῦ ἀρχικοῦ νόμου περὶ τῆς ὁριστικῆς παραχωρήσεως μὴ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν θὰ ἰσχύῃ. Ἐὰν ὁρισθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι θὰ ἰσχύωσι περὶ τὰ τῆς ὁριστικῆς παραχωρήσεως αἱ διατάξεις τοῦ ἀρχικοῦ νόμου περὶ μεταλλείων, αἱ διατάξεις αὗται θὰ ἐφαρμοσθῶσιν· ἐὰν δὲν ὁρισθῇ τοῦτο, ἐπειδὴ εἶναι κατηργημένος περὶ τὰ τῆς ὁριστικῆς παραχωρήσεως ὁ νόμος τοῦ 1861, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ εἰς ταύτην ἀφορῶσαι διατάξεις αὐτοῦ. Ἡ ἰδέα ἡμῶν εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ μεταλλείων.
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ νόμος θὰ ἐφαρμοσθῇ ὅπου δὲν κατηργήθη. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραχώρησιν, ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι τὸ μεταλλεῖον θὰ παραχωρηθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναται ἄρα νὰ παραχωρήσῃ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις εἰς οἱονδήποτε θέλει, ἑπομένως ἄνευ διαγωνισμοῦ, εἰς τὸν Α ἢ εἰς τὸν Β.
§152ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ νόμος ὁρίζει δικαιώματά τινα.
§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδέν· μόνον δίδει εἰς τὸ Μεταλλευτικὸν Συμβούλιον τὸ δικαίωμα, ἵν’ ἀποφαίνηται, ἀλλὰ τούτου ἡ δικαιοδοσία περὶ τὰ τῆς ὁριστικῆς παραχωρήσεως εἶναι κατηργημένη, ἑπομένως μένει ἐλεύθερον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ παραχωρήσῃ τὸ μεταλλεῖον εἰς ὅντινα θέλῃ.
§154ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀντὶ τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου θὰ ἀποφανθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἡμεῖς ἀναγράφομεν: «ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν».
§155ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δηλαδὴ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, προκαλοῦντα τὴν ἔκδοσιν Β. Διατάγματος.
§156ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κυβέρνησις εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον ὁλόκληρον καὶ ὁ Βασιλεύς.
§157ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν πολλοὺς νόμους ὁρίζοντας, ὅτι «ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν», ἡ δὲ συνήθης ἑρμηνεία τοῦ «ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν» ὑπῆρξεν, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἡ διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἐνέργεια.
§158ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι τὸ σύνολον τῶν Ὑπουργῶν.
§159ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡμεῖς δίδομεν ἀλλοίαν ἑρμηνείαν, ἀλλὰ δυνάμεθα ἐνταῦθα νὰ θέσωμεν «τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πάντοτε δὲ διὰ Β. Διατάγματος». Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιλογῆς μεταξὺ τῶν 2½% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου καὶ τῶν 20 λεπτῶν κατὰ τόννον, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς ἐννοοῦμεν νὰ ἦναι διαρκὲς κατ’ ἔτος· ἡ Κυβέρνησις θὰ ὁρίσῃ, ἂν ἤθελε προτιμήσει νὰ λαμβάνῃ 2½% ἐπὶ ἀκαθαρίστου ποσοῦ ἢ μόνον 20 λεπτὰ κατὰ τόννον· τοῦτο δὲ, διότι οὕτω πως ἔχει ἡ Κυβέρνησις πλήρη ἔλεγχον τῆς παραγωγῆς, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν νομίσει, ὅτι τὸ 2½% εἶναι ὀλιγώτερον τῶν 20 λεπτῶν κατὰ τόννον, θὰ προτιμήσῃ τὰ 20 λεπτὰ κατὰ τόννον, ἢ τἀνάπαλιν· οὕτω πως δὲ ἔχομεν βεβαιότητα ἐσόδου πραγματικοῦ ἐκ τοῦ μεταλλείου. Τὸ ἀναλογοῦν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς περιθάλψεως τῶν ἐργατῶν ἐθέσαμεν ἀντὶ τοῦ πέμπτου τὸ δέκατον, διότι ἐπὶ τοῦ μεταλλείου τούτου οὐδεὶς παρουσιάζεται κίνδυνος εἰς τοὺς ἐργάτας. Ἡ ἐξόρυξις τοῦ μαγνητικοῦ σιδήρου δὲν ἀπαιτεῖ οὔτε στοὰς οὔτε ἄλλο τι τοιοῦτον, καὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι δίκαιον τὸ δέκατον ἀντὶ τοῦ πέμπτου νὰ προσδιορίσωμεν, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν νὰ προσδιορίσωμεν καὶ τὸ πέμπτον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσοστὸν τὸ ἀνῆκον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τοὺς ὅρους τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καὶ ἐνομίσαμεν καλλίτερον νὰ μὴ δώσωμεν ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου ἢ κατὰ τόννον, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν νὰ λάβῃ 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ.
§160ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς θὰ τὸ προσδιορίσητε;
§161ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν πληρόνηται ὁ φόρος τοῦ Δημοσίου· τοῦτο δὲ, ἵνα μὴ ἀδικήσωμεν τὸν ἰδιοκτήτην.
§162ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶπεν, ὅτι θέλει παραχωρηθῆ εἰς οἱονδήποτε. Δὲν ὑπάρχουσι δηλώσεις καὶ σχεδιαγράμματα; Ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Μεταλλευτικῆς ἑταιρίας ἡ «Σέριφος», καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα τὸ μεταλλεῖον φέρει, συμπίπτουσιν εἰς ἔκτασιν 500 μέτρων μετὰ τῆς παραχωρηθείσης ἐκτάσεως εἰς τὴν ἑταιρίαν, τῆς ὁποίας ἐγὼ προεδρεύω. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, πρὶν ἐκδώσῃ τὸ Β. Διάταγμα, νὰ μελετήσῃ τὰ περὶ τούτου, ἵνα μὴ θέση εἰς ἔριδας τὰς δύο ἑταιρίας.
§163ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ περὶ τούτου θέλομεν ἐξετάσει.
§164ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ μεταλλείου τούτου, τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἵνα γένηται ἡ παραχώρησις, ἐξετελέσθησαν πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, οὐ μόνον ἡ καταμέτρησις τοῦ χώρου, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξέτασις τῶν μεταλλευμάτων, ὡς ἂν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ παραχώρησις ὑπὸ τοῦ Μεταλλευτικοῦ Συμβουλίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας πρὸς παραχώρησιν δικαιώματος μεταλλεύσεως ἀργυρούχου βαρυτίνης.
§166ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχω νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§167ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Ὑποβάλλω μόνον τροπολογίαν, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ 2ου ἄρθρου, ὅπως λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Χορηγεῖται πίστωσις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ δραχμῶν πεντήκοντα χιλιάδων (ἀριθ. 50,000) δι’ ἀποζημίωσιν τῶν ἀσχοληθησομένων εἰς τὰς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον μελέτας καὶ τῶν διορισθησομένων διὰ τὴν ἄλλην ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὑπηρεσίαν καὶ ἐν γένει διὰ τὰς ἀπαιτηθησομένας δαπάνας πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν μελετῶν τούτων.» (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἡ πρότασις νόμου περὶ διαθέσεως χρημάτων Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ ἐπισκοπικῶν κληρονομιῶν τῶν νέων ἐπαρχιῶν).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου ὡς πρὸς τὴν συγκρότησιν τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων.
§169Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡ ἀνάγκη, ἡ προκαλέσασα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, προέκυψεν ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τοῦ διοικητικοῦ καὶ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Νομαρχίας. Νομίζω δ’ ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ κάμωμεν αὐτοτελῆ νόμον, ἀλλὰ νὰ καταστήσωμεν τὸ ἄρθρον 44 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ προτεινομένου ἄρθρου): «Ἄρθρον μόνον. «Τὸ ἄρθρον 44 τοῦ ΑΦΚΗʹ νόμου περὶ στρατολογίας τῆς 28 Μαΐου τοῦ 1887 καταργεῖται, καὶ ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου: «Ἐν ἑκάστῳ νομῷ καθίσταται στρατολογικὸν συμβούλιον συγκείμενον ἐκ τοῦ Νομάρχου, ἢ τούτου κωλυομένου, τοῦ Γραμματέως τῆς Νομαρχίας, ἐξ ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, τοῦ διευθυντοῦ τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου, τοῦ ἑδρεύοντος ἐν τῷ νομῷ, ἐν ᾧ καθίσταται τὸ συμβούλιον, τοῦ ἀρχαιοτέρου πρωτοδίκου καὶ ἑνὸς ὑγειονομικοῦ ἀξιωματικοῦ, ἔχοντος βαθμὸν τοὐλάχιστον ὑπιάτρου.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, οὕτω τροποποιηθὲν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 70,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1891 δι’ ἀπαλλοτρίωσιν κτημάτων καὶ ἔξοδα ἐκτελέσεως καὶ καταματρήσεως λόγῳ ἀρχαιολογικῆς ἀνασκαφῆς ἐν Δελφοῖς. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§171ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀντὶ 70,000 πρέπει νὰ τεθῶσιν 85,000, διότι αἱ 60,000 κατὰ τὴν γαλλικὴν σύμβασιν εἶναι 60,000 φράγκα χρυσᾶ. Ὥστε αἱ 70,000 θὰ γείνωσιν 85,000, καταλογιζόμεναι εἰς τὰ ἑξῆς κεφάλαια καὶ ἄρθρα: «Ἀπαλλοτρίωσις κτημάτων 75,000, ἔξοδα συνοικισμοῦ 10,000». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείων καὶ προκαταβολῶν γενομένων πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων καὶ ἐξόφλησιν προσωρινῶν δανείων.
§173ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ ὥρα παρῆλθε, νομίζω καλὸν νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§174ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.