1891.03.13
4,136 rows · 31,467 words · 326 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
Τῆς 13 Μαρτίου 1891.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Δάλλας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων. Οἱ σαπωνοποιοὶ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δι’ ἐντύπου ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, ὅπως θεσπίσῃ νόμον, ἀφομοιοῦντα τὴν ἐν Ἑπτανήσῳ φορολογίαν τοῦ ἐξαγομένου ἐλαίου καὶ σάπωνος.
§2ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὑποβάλλω μετὰ σεβασμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῆς χήρας Φιορίτσας Δ. Φλαμπούρη, ἀγωνιστοῦ καὶ πολεμιστοῦ ἀρίστου τοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος ἀγῶνος, ἐξαιτουμένης τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως χορηγηθῇ εἰς αὐτὴν ἀνάλογον βοήθημα, καθόσον, μὴ νομιμοποιηθέντος τοῦ γάμου αὐτῆς μετὰ τοῦ ἐν λόγῳ ἀγωνιστοῦ, δὲν ἐχορηγήθη εἰς αὐτὴν ἡ νενομισμένη σύνταξις. Ὥστε λόγῳ παραλείψεως τύπων ἡ οἰκογένεια τοῦ εἰρημένου ἀγωνιστοῦ ἔμεινεν ἀπροστάτευτος καὶ πενομένη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ὑπέβαλεν ἔκθεσίν τινα, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἀτελῆ. Τούτου ἕνεκα ὑποβάλλω σήμερον νέαν ἐπερώτησιν, συμπληρωματικὴν τῆς πρώτης, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει): «1) Τὰς προσκλήσεις καὶ ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου κατὰ τῶν κατόχων γαιῶν αὐτοῦ ἐν τῷ χωρίῳ Σερεμετίῳ. 2) Τὸ ἀρχικὸν διάταγμα ἢ πρᾶξιν, δι’ ἧς παρεχωρήθησαν τῷ Νικηταρᾷ καὶ Χατζηχρήστῳ αἱ ἐν λόγῳ γαῖαι. 3) Τὰ κατὰ τὸ ἔτος 1849 καὶ 1887 συνταχθέντα νομοσχέδια περὶ παραχωρήσεων τῶν ἐν Σερεμετίῳ κλπ. γαιῶν καὶ πᾶν σχετικὸν ἔγγραφον, ἀναφερόμενον εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα. 4) Τὸ ἀπὸ 1 Μαΐου 1843 Β. Διάταγμα καὶ τὴν ἐμφαίνουσαν τὴν ἐπίδοσιν αὐτοῦ πρὸς τὸν Νικηταρᾶν ἀπόδειξιν. 5) Τὴν διαμειφθεῖσαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῶν ἐν Ναυπλίῳ καὶ Ἄργει οἰκονομικῶν ἀρχῶν ἀλληλογραφίαν περὶ φορολογίας τῶν γαιῶν τούτων. 6) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1260 τοῦ 1875 ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίας. 7) Τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ τοῦ 1879, δι’ ἧς ἐγνωμάτευσεν, ὅτι ἔδει νὰ ληφθῇ κυβερνητικὴ πρόνοια περὶ τῶν ἐν Σερεμετίῳ γαιῶν τοῦ Δημοσίου. 8) Τὰ σχεδιαγράμματα τῶν μηχανικῶν καὶ γεωμετρῶν, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς γαίας ταύτας. 9) Τὴν ὑπ’ ἀριθ. 58 τοῦ 1890 ἀπόφασιν τῶν νομικῶν συμβούλων. 10) Πᾶν σχετικὸν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ἔγγραφον καὶ τὰς παρὰ τοῦ κατόχου κατὰ καιροὺς ὑποβληθείσας αἰτήσεις περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.» Ἐκ τῶν ὑποβληθησομένων ἐγγράφων, ἅτινα ἐξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν, Κύριοι, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι οἱ κληρονόμοι τοῦ στρατηγοῦ Νικηταρᾶ δὲν ἦσαν διανοίᾳ κυρίου κάτοχοι, ἀλλὰ τῇ παρακλήσει τῆς Κυβερνήσεως, χάριν τῶν ἀγώνων, τοὺς ὁποίους προσέφερεν ὁ στρατηγὸς ἐκεῖνος κατὰ τὸ 1821. Ἡ πρὸ τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος Κυβέρνησις ἐμερίμνησε διὰ διαταγμάτων νὰ δώσῃ εἰς τοὺς στρατηγοὺς Νικηταρᾶν καὶ Χατζηχρῆστον τὴν ἐπικαρπίαν τῶν δύο χωρίων Σερεμετίου καὶ Μπολάτι, εἰς τοὺς στρατηγοὺς προσωπικῶς καὶ ἀπ’ εὐθείας καὶ εἰς τοὺς κληρονόμους αὐτῶν· ἀλλὰ σήμερον ἐξέλιπον οἱ κληρονόμοι, καὶ ἡ περιουσία τοῦ Δημοσίου περιῆλθεν εἰς χεῖρας τρίτων, ἀγνώστων καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν καὶ εἰς τὴν αὐτόθι κοινωνίαν. Τότε ἡ Κυβέρνησις ἐμερίμνησεν, ὄχι περὶ τῶν προσώπων μόνον τοῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου· σήμερον βλέπομεν τοὐναντίον τὴν διασπάθησιν τῆς δημοσίας περιουσίας. Διὰ τοῦτο ἐπανῆλθον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν καὶ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ παρ’ ἐμοῦ ζητούμενα ἔγγραφα, ὅπως ἀποδειχθῇ πραγματικῶς ἡ διασπάθησις τῶν δημοσίων γαιῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς 500 περίπου χιλιάδας δραχμῶν, διότι αἱ γαῖαι εἶναι πρώτης τάξεως. Ἐκτὸς δὲ τούτου, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι τὰ σχεδιαγράμματα περιώριζον τὸ ποσὸν τῶν γαιῶν, σήμερον δὲ τὸ χωρίον σύγκειται ἐκ μεγαλειτέρας ἐκτάσεως, καὶ ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι, πῶς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅπερ διϋλίζει τὸν κώνωπα εἰς τὰς μικροτέρας διαφορὰς μεταξὺ Δημοσίου καὶ πολιτῶν, πῶς ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως δὲν ἔλαβε κἀμμίαν πρόνοιαν περὶ διασώσεως τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν αὐτῶν θὰ ἀναπτύξω τὴν ὑπόθεσιν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς Ναξίας σμύριδος ὑποβάλλει ἔκθεσιν καὶ ἴδιον αὐτῆς νομοσχέδιον, σύμφωνον μὲ τὰς ἰδέας της. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 294).
§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω διὰ τελευταίαν φορὰν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὄχι νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα ἢ πληροφορίας,— διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει πλέον οὔτε τὸν καιρὸν, οὔτε τὴν διάθεσιν ν’ ἀσχοληθῇ εἰς ἀντικείμενα τοπικοῦ συμφέροντος, — ἀλλὰ νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἐπανορθωθῇ, εἰ δυνατὸν, τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς μεταθέσεως τῶν ἀρχῶν εἰς τὸ παράλιον ἐγένετο εἰς τὴν πόλιν τῆς Κυπαρισσίας. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω οὐδένα, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἔλαβε χώραν πλάνη, καὶ πλάνη μεγάλη· τινὲς τῶν κατοίκων καὶ πολλοὶ τῶν ἐκεῖ διατελούντων ὑπαλλήλων ἐπίστευσαν, ὅτι, ἅμα ἤθελον τοποθετηθῆ αἱ ἀρχαὶ εἰς τὸ παράλιον, ὄχι μόνον οἱ περισσότεροι τῶν κατοίκων ἤθελον ἐγκαταλείψει τὰς οἰκίας, τὰς ὁποίας εἶχον εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἤθελον κατέλθει νὰ κατοικήσωσιν ἐκεῖ, ἀλλ’ ὅτι ἤθελον συῤῥεύσει καὶ ἀπὸ τοὺς παρακειμένους δήμους καὶ τὰς παρακειμένας ἐπαρχίας πολλοὶ ἄλλοι, καὶ τοιουτοτρόπως ἐν βραχυτάτῳ διαστήματι χρόνου ἤθελε σχηματισθῆ ἐκεῖ ὡραία παράλιος πόλις. Ἀλλ’ ὅτι οἱ ταῦτα πιστεύσαντες ἐπλανήθησαν, δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἄλλης πληροφορίας ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐρωτηθεὶς ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, διατὶ δὲν συνιστᾷ καὶ εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην Κακουργοδικεῖον, ἐνῷ, ὁσάκις ἐσυστήθη, οὐδὲν παράπονον ἠγέρθη διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν πράττει τοῦτο διὰ τέσσαρας λόγους. Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι, ὅτι δὲν κατοικοῦσιν ἄνθρωποι εἰς τὸ μέρος, ὅπου εἶναι τοποθετημέναι αἱ ἀρχαί. «Οἱ κάτοικοι», λέγει, «οἰκοῦσιν ἐν τῇ πόλει τῆς Κυπαρισσίας, ἀπεχούσῃ τῆς παραλίας περὶ τὴν ὥραν σχεδόν.» Τοῦτο εἶναι ὑπερβολικὸν, διότι ἡ ἀπόστασις δὲν εἶναι μιᾶς ὥρας· ἀλλ’ ὅ,τι γράφει ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀρκεῖ νὰ πείσῃ τὸν πρῴην Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,—ὅστις δυστυχῶς δὲν εἶναι παρὼν κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν,—ὅτι ἡ ἀπόστασις τοῦ συνοικισμοῦ ἀπὸ τὴν πόλιν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, ὅτι ὁ συνοικισμὸς δὲν εἶναι συνοικία τῆς πόλεως, ἀλλ’ εἶναί τι χωριστὸν, καὶ ὅτι ὁ ξένος αὐτὸς ἄνθρωπος, ὅστις ἐπῆγεν ἐκεῖ ἴσως διὰ πρώτην φορὰν καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνέλθῃ ἀπὸ τὸ παράλιον εἰς τὴν πόλιν, ἐχρειάσθη μίαν ὥραν ὁλόκληρον, διότι τὸ μέρος εἶναι ἀνωφερὲς, καὶ ὅστις κουράζεται καὶ σταματᾷ ἔχει ἀνάγκην τοσούτου χρόνου διὰ τὴν ἀνάβασιν. Πρῶτος λοιπὸν λόγος εἶναι, ὅτι εἰς τὸ μέρος αὐτὸ δὲν κατοικοῦσιν ἄνθρωποι, διότι οἱ κάτοικοι διαμένουν εἰς τὴν πόλιν, ἡ ὁποία ἀπέχει, ὅπως λέγει ὁ Εἰσαγγελεὺς, σχεδὸν μίαν ὥραν. «Ἕνεκα δὲ τούτου (ἐξακολουθεῖ) ἡ συγκρότησις δικαστηρίου ἐνόρκων ἤθελεν ἀποβαίνει δύσκολος καὶ πολλάκις αἱ συνεδριάσεις θὰ ἐματαιοῦντο, πρὸς μεγίστην ζημίαν τῶν διαδίκων καὶ τοῦ Δημοσίου». Δεύτερος λόγος εἶναι, κατὰ τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ὅτι τὸ κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει τὸ δικαστήριον, δὲν εἶναι κατάλληλον· τρίτος, ὅτι εἶναι παντελὴς ἔλλειψις οἰκημάτων διὰ τοὺς τακτικοὺς ἐνόρκους· καὶ τέταρτος, ὅτι καὶ οἱ δικασταὶ καὶ πάντες οἱ ἄλλοι ἤθελον διατρέχει κίνδυνον, μεταβαίνοντες ἐν ὥρᾳ νυκτὸς καὶ ἐν κακοκαιρίᾳ εἰς τὰς οἰκίας των. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ συστηθῇ Κακουργοδικεῖον, καὶ ἐκ τῶν λόγων τούτων καταλαμβάνετε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ τοῦ συνοικισμοῦ. Ἀπόκειται ἤδη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ καὶ νὰ σκεφθῇ, ἐὰν πρέπῃ νὰ παρατείνηται αὐτὴ ἡ κατάστασις. Ἐκεῖνο ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ὅτι, καὶ ἂν μένωσιν αἱ ἀρχαὶ εἰς τὴν παραλίαν, ἠδύνατο νὰ συστηθῇ Κακουργοδικεῖον ἐν τῇ πόλει, ἐὰν ἀπεφάσιζε νὰ δαπανήσῃ ὀλίγας δραχμὰς, διὰ νὰ ἐνοικιάσῃ οἰκίαν τινὰ ἐν τῇ ἄνω πόλει, ὅπου κατοικοῦν οἱ ἄνθρωποι· ἀλλ’ εἶδον μὲ λύπην μου, ὅτι, ἐνῷ καὶ ἐφέτος ἐσυστήθησαν Κακουργοδικεῖα εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἡ Κυπαρισσία παρελείφθη. Νομίζω ὅτι ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ θυσιάσῃ ὀλίγας δραχμὰς, ὥστε νὰ εὕρουν κἄποιαν παρηγορίαν καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου ἐκείνου.
§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ πότε δὲν συνέστη Κακουργοδικεῖον εἰς τὴν Κυπαρισσίαν;
§6ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξότου μετετέθησαν εἰς τὴν παραλίαν αἱ ἀρχαὶ, δηλαδὴ πρὸ τριῶν ἐτῶν.
§7ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ἐζήτησε νὰ τῷ δώσω πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατὰ τὰ ἔτη 1875, 1878 καὶ 1890 ἐκδοθεισῶν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποφάσεων. Ἐζήτησα τὸν πίνακα τοῦτον καὶ τὸν καταθέτω. Ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ἐζήτησε νὰ καταθέσω πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποθέσεων, τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς πινακίοις κατὰ τὰ ἔτη 1875, 1878 καὶ 1890. Καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας ἐζήτησα, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν τὰς ἔλαβον. Σήμερον δύναμαι νὰ καταθέσω καὶ ἑτέρας πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρὸ ἡμερῶν εἶχε ζητήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης καὶ διὰ τὴν καθυστέρησιν τῶν ὁποίων ἐμέμφθη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης,—νομίζω ὅμως οὐχὶ δικαίως, διότι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν, ἀπῄτουν πολλὴν ἐργασίαν. Ἴσως ἐνόμιζεν, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάρχουσι βιβλία ἕτοιμα, καὶ ὅτι δὲν ἐπρόκειτο ἢ νὰ ἀντιγραφῶσιν ἐκ τῶν βιβλίων, νὰ καταστρωθῇ πίναξ καὶ νὰ κατατεθῇ. Διότι ἐζήτησε λόγου χάριν νὰ κατατεθῇ πίναξ, ἐμφαίνων τὴν σύστασιν ὅλων τῶν Εἰρηνοδικείων χρονολογικῶς. Τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν γείνῃ, διότι δὲν ὑπάρχει βιβλίον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένα τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ ὁ χρόνος τῆς συστάσεως αὐτῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάρχει βιβλίον, ἐν τῷ ὁποίῳ σημειοῦνται τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ τὰ ὀνόματα τῶν εἰρηνοδικῶν· ἐπίσης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάρχει βιβλίον, ἐν τῷ ὁποίῳ σημειοῦνται τὰ Ὑποθηκοφυλακεῖα, τὰ Συμβολαιογραφεῖα, καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ὑποθηκοφυλάκων καὶ συμβολαιογράφων. Ἐκ τῶν δύο δὲ τούτων βιβλίων ἐξήχθη ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον καταθέτω. Εἶναι πίναξ τῶν Εἰρηνοδικείων μετὰ σημειώσεως, τίς ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα συμβολαιογράφου ἢ ὑποθηκοφύλακος: ὁ εἰρηνοδίκης, ἢ ὑπάρχει εἰδικὸς ὑποθηκοφύλαξ ἢ εἰδικὸς συμβολαιογράφος; Χρονολογικῶς ὅμως τὰ πρᾶγμα δὲν ἦτο εὔκολον, διότι ἔπρεπε νὰ διέλθωμεν ὅλα τὰ φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τὰς ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν, ἀπέστειλα ἐγκαίρως ἐγκυκλίους πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, καὶ τοὺς παρεκάλεσα νὰ σπεύσωσι νὰ μᾶς ἀποστείλωσι τὰς πληροφορίας. Πολλοὶ τούτων ἀπήντησαν ἤδη, καὶ ὑπάρχουσι πληροφορίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀλλ’ ἐπειδὴ αὗται δὲν εἶναι πλήρεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστρωθῇ πίναξ, ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτής· διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι πρὸς τὸ παρὸν νὰ τὰς καταθέσω. Ἐπίσης ὁ αὐτὸς ἐκ Λαρίσσης κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν μελέτας καὶ σχεδιαγράμματα διὰ τὴν ἀνέγερσιν μεγάρου τῶν δικαστηρίων ἐν Ἀθήναις. Μετὰ πολλὰς ἐρεύνας ἐπληροφορήθην, ὅτι ἐγένοντό τινες μελέται καὶ ὅτι τὰ ἔγγραφα ὑπῆρχον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἐζήτησα λοιπὸν ταῦτα ἐκεῖθεν, μόλις δὲ προχθὲς ἔλαβον παρὰ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων ἔγγραφά τινα καὶ ἓν σχεδιάγραμμα. Τὰ ἔγγραφα καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, τὸ δὲ σχεδιάγραμμα εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μεγάρου, ἀλλὰ μόνον περὶ ἐπιδιορθώσεως τῶν ὑπαρχόντων δικαστικῶν καταστημάτων, οὔτε ἀνευρέθη ἄλλο εἶδος μελέτης περὶ ἀνεγέρσεως μεγάρου. Ὡς ἐπληροφορήθην, ἄλλοτε εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ ἀνέγερσις μεγάρου καὶ εἶχε ληφθῆ πίστωσις ἐκ 550,000 δραχμῶν· εἶχε μάλιστα γείνει καὶ ἔναρξις ἐκτελέσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Φιλεκπαιδευτικὴ Ἑταιρία παρενέβαλε προσκόμματα, διεκόπη ἡ οἰκοδομὴ, καὶ ἀπεζημιώθη ὁ ἐργολάβος διὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κατέβαλε πρὸς ἀνέγερσιν τῶν θεμελίων. Τοῦτο γνωρίζομεν ἐξ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ἐν τῷ ἀρχείῳ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν ἐγένετο μελέτη πρὸς ἀνέγερσιν μεγάρου, θὰ ἐγένετο ληφθέντος ὑπ’ ὄψει τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐνοικίου τοῦ καταβαλλομένου ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, πρὸς τὸν σκοπὸν συνομολογήσεως δανείου· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶχον καιρὸν νὰ μελετήσω τὸ πρᾶγμα. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦ ἐνοικίου, τὸ ὁποῖον πληρόνει τὸ Δημόσιον ἐτησίως, ἀνέρχεται εἰς 45,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον πρὸς 6% ἀντιστοιχεῖ εἰς κεφάλαιον 700 περίπου χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας κ. Παπαμιχαλόπουλος ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῇ πίναξ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν διαπραχθέντων φόνων καὶ ἀναιρέσεων κατὰ τοὺς μῆνας Δεκέμβριον τοῦ 1890, Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1891. Πίνακα τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου δὲν δύναμαι εἰσέτι νὰ καταθέσω, διότι κατὰ τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ προκάτοχός μου, οἱ Εἰσαγγελεῖς εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πέμπωσι πληροφορίας περὶ τῶν τελουμένων φόνων καὶ ἀναιρέσεων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ τὸ πρῶτον ὀκταήμερον τοῦ ἑπομένου μηνὸς, συνεπῶς δὲν εἶναι εἰσέτι καιρός. Ἀλλ’ ἔχομεν πληροφορίας τῶν φόνων καὶ ἀναιρέσεων, τῶν τελεσθέντων κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1890. Ἐτελέσθησαν δὲ φόνοι καὶ ἀναιρέσεις 26. Ἐν τῷ πίνακι τούτῳ εἶναι σημειωμένοι οἱ φόνοι καὶ αἱ ἀναιρέσεις κατὰ περιφέρειαν Πρωτοδικείου. Καταθέτω πλὴν τῆς πληροφορίας ταύτης καὶ πίνακα τῶν τελεσθέντων φόνων καὶ ἀναιρέσεων καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1890 κατὰ μῆνα καὶ κατὰ περιφέρειαν Πρωτοδικείου.
§8ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ αὐτός.
§9ΖΑΙΜΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῶσιν ὅλοι οἱ πίνακες. Ἀνῆλθον δὲ οἱ φόνοι καὶ αἱ ἀναιρέσεις κατὰ τὸ 1890 εἰς 574. Ἀλλ’ ὁ προκάτοχός μου εἶχε ζητήσει κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος παρὰ τῶν Εἰσαγγελέων πίνακα περὶ τῶν φόνων καὶ ἀναιρέσεων τῶν τελεσθέντων καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν δεκαετίαν, ἤτοι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1880 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1889 ἔτους.
§10ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατ’ ἔτος χωριστά;
§11ΖΑΙΜΗΣ. Κατ’ ἔτος καὶ κατὰ περιφέρειαν Πρωτοδικείου, ἀλλ’ ὄχι καὶ κατὰ μῆνα. Κατὰ τὸ 1881, ὅτε ὑπῆρχον καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἐτελέσθησαν φόνοι καὶ ἀναιρέσεις 402, κατὰ τὸ 1882 οἱ φόνοι καὶ αἱ ἀναιρέσεις ἀνῆλθον εἰς 472, κατὰ τὸ 1883 κατῆλθον εἰς 439, κατὰ τὸ 1884 εἰς 403, κατὰ τὸ 1885 εἰς 394, κατὰ τὸ 1886 εἰς 297, τὸ δὲ 1887 ἀνῆλθον ἐκ νέου εἰς 400, ἔκτοτε δὲ ἡ ἐγκληματικότης ἐξακολουθεῖ προϊοῦσα, διότι κατὰ τὸ 1888 οἱ φόνοι καὶ αἱ ἀναιρέσεις ἀνῆλθον εἰς 430, κατὰ τὸ 1889 εἰς 453, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1890 εἰς 574.
§12ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φόνους καὶ ἀναιρέσεις ἐννοεῖτε ὑπὸ τὸν νομικὸν ὅρον τῆς λέξεως;
§13ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν γίνεται διάκρισις· ἐννοεῖται ὁμιλῶ περὶ ἀνθρωποκτονιῶν τετελεσμένων.
§14ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀνθρωποκτονία εἶναι καὶ τὸ τραῦμα τὸ θανατηφόρον.
§15ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν περιλαμβάνονται αὐτά.
§16ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ταῦτα ἐξήχθησαν ἐκ τῶν καταγγελθέντων φόνων καὶ ἀναιρέσεων· εἶναι ἀποσπάσματα τῶν μηνύσεων.
§17ΖΑΙΜΗΣ. Μάλιστα. Ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, οὕτω καὶ σήμερον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐγκυκλίου τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἀκαρνανίας καὶ πρώην Ὑπουργοῦ ἐξακολουθοῦσι διδόμεναι αἱ πληροφορίαι. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν Ἰανουάριον ἔχομεν πίνακα τῶν φόνων καὶ ἀναιρέσεων, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀνῆλθεν εἰς 41, ἐκ τῶν ὁποίων ἀναιρέσεις 19 καὶ φόνοι 22, ἀλλὰ ἐλλείπουσιν εἰσέτι πληροφορίαι ἐκ τῆς περιφερείας τῶν Πρωτοδικείων Καλαμῶν καὶ Χαλκίδος.
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ 1891; διότι ἔχω πίνακα περὶ τῶν φόνων καὶ ἀναιρέσεων τῶν μηνῶν Δεκεμβρίου, Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου.
§19ΖΑΙΜΗΣ. Οὗτος εἶναι ἐκ τοῦ γραφείου τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Καταθέτω λοιπὸν καὶ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, ἀτελῆ. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ ἀντίστοιχον μῆνα τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἔχομεν διὰ τὰς Καλάμας 2 φόνους, καὶ διὰ τὴν Χαλκίδα 3. Ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς τῶν φόνων καὶ ἀναιρέσεων ἀνέρχεται πιθανῶς εἰς 46, ἀπέναντι 47 τοῦ ἀντιστοίχου μηνὸς τοῦ 1890. Εἰς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους καταθέτω, περιλαμβάνονται ὅλα τὰ ἐγκλήματα κατὰ τῆς ζωῆς, διότι δι’ ἐγκυκλίου παρήγγειλα πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ διαβιβάζωσι τοῦ λοιποῦ πληροφορίας περὶ ὅλων τῶν ἐγκλημάτων κατὰ τῆς ζωῆς. Πρόκειται δὲ περὶ πράξεων καταγγελθεισῶν.
§20ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ αὐτοκτονίαι;
§21ΖΑΙΜΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ δὲν εἶναι πολλαί. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας παρεπονέθη κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, διότι δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ παρατήρησίς του περὶ συστάσεως Κακουργοδικείου ἐν Κυπαρισσίᾳ. Οὐχὶ δικαίως ὅμως, διότι ἐγὼ ἔγραψα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ὑποδεικνύων τὸ δίκαιον τῆς συστάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἀναμένω πληροφορίας, διὰ νὰ ἴδω ἐὰν δύναται νὰ συστηθῇ Κακουργοδικεῖον ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ.
§22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἦναι ἐν ἀκαταστασίᾳ, ἂς ζητηθῇ λόγος ἀπὸ τὸν τέως Ὑπουργόν, τὸν ἐνταῦθα παρόντα.
§23ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ὑπάρχει ἀκαταστασία, ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν εἰδικὰ βιβλία.
§24ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Βιβλία περὶ τῶν ὑπαρχόντων δικαστηρίων, τῶν ὑποθηκοφυλακείων κτλ. τηροῦνται τακτικῶς καὶ ἀκριβέστατα.
§25Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο.
§26ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Ὑπουργείου δὲν ὑπάρχει στήλη, ἀναφέρουσα χρονολογικῶς τὴν σύστασιν τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές.
§27Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν πταίει μόνον ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πταίουν πολλά. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἀφῃρέθη ἡ στατιστικὴ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον.
§28ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νομίζετε ὅτι ὑπῆρξε ποτέ; Διηύθυνα ἐπὶ 7 ἔτη τὸ τμῆμα τῆς Στατιστικῆς, καὶ δὲν ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ πλήρης στατιστική.
§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ κ. Κρασσᾶ ἐγένετο.
§30ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· διότι ὅ,τι ἐγένετο ἦτο τόσῳ γελοῖον, ὥστε δὲν ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ δημοσιευθῇ.
§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἂν ἐγένετο λάθος τι, ἠδύνατο νὰ διορθωθῇ ἀκολούθως.
§32ΖΑΙΜΗΣ. Ἀπαιτεῖται πλήρης διοργάνωσις.
§33Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὸ παράπονόν μου διὰ τὴν μὴ δημοσίευσιν τῶν τευχῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωτικά, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐποπτείας, καὶ παρακαλῶ νὰ λάβητε ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος· ἄλλως νὰ προτείνητε τὴν κατάργησιν.
§34ΖΑΙΜΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1888 οὐδὲν τεῦχος ἐδημοσιεύθη.
§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ἐβεβαιώσατε, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ λάβητε ἓν μέτρον, ἵνα ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.
§36ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι στατιστικὴ τὰ τεύχη, εἶναι πίνακες τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων.
§37Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀναπληροῦσι τὴν στατιστικήν. Ἀτυχῶς ὅμως αἱ κατατεθεῖσαι πληροφορίαι περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης δὲν δύνανται νὰ πορίζωνται καὶ τὰς μᾶλλον εὐκόλους πληροφορίας· διότι ἐγὼ ἐζήτησα 3 μόνον ἀριθμοὺς ἐζήτησα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τοῖς πινακίοις ἐγγεγραμμένων ὑποθέσεων κατὰ τὸ 1875, 1888 καὶ 1890.
§38ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ ἀπαίτησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολος ἡ παροχὴ τοιούτων πληροφοριῶν σήμερον, σημαίνει ὅτι κακῶς ἐνοήθη ἡ αἴτησίς σας, διότι οὐδεμία ὑπάρχει δικαιολόγησις τῆς μὴ ἀμέσου, —οὐχὶ ἐντὸς 24 ὡρῶν, ἀλλ’ ἐν μιᾷ ὥρᾳ,—παροχῆς αὐτῶν.
§39ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ὑπάρχει δυσκολία.
§40ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διότι τὰς πληροφορίας, καὶ χωρὶς νὰ προσφύγῃ τις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὰς εὑρίσκει εἰς τὴν τακτικῶς ἀπὸ τοῦ 1886 δημοσιευομένην καθ’ ἑξαμηνίαν κατάστασιν τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἑξαμηνίαν τοῦ προηγουμένου ἔτους. Ὥστε ἡ αἴτησίς σας δὲν ἀπῄτει ἐργασίαν οὐδ’ ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας.
§41ΖΑΙΜΗΣ. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἐζήτησα σήμερον περὶ τὴν 1 ὥραν μ. μ.
§42Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὸ βλέπω, ὅτι ἀτελῶς εἰργάσθησαν οἱ ὑπάλληλοί σας. Δὲν ἔχω βεβαίως τὴν ἀξίωσιν, αὐτὴν τὴν ἐργασίαν νὰ κάμητε ὑμεῖς· εἶναι ὅμως ἀπαραίτητοι αἱ πληροφορίαι αὗται εἰς ἐμέ, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖται οὐ μόνον ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀρεοπαγιτῶν, περὶ ἧς δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπάνοδος τῶν παρέδρων, περὶ ὧν θὰ συζητήσωμεν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐνημερότητος τῶν πινακίων, εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ ἴδῃ πόσαι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ὑπάρχουσι σήμερον, πόσαι ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1888, δηλαδὴ τὸ πρῶτον ἔτος μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν παρέδρων...
§43ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ ἔχω προσέτι ζητήσει πληροφορίας, τὰς ὁποίας δέν μοι ἐζητήσατε. Ἐζήτησα τουτέστι τὸν ἀριθμὸν τῶν ματαιωθεισῶν συνεδριάσεων ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι σήμερον.
§44Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ φέρητε καὶ ταύτας, διὰ νὰ τυπωθῶσι μετὰ τῶν πινάκων, ὥστε νὰ τὰς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως. Δὲν δύναμαι νὰ παρίδω καὶ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔχω κατὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος μοὶ φέρει ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν τύπωσιν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· σᾶς εἶπον μόνον, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον. Μὴ ἐπεμβαίνετε εἰς ζητήματα ἄλλα.
§46Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέθηκε καὶ πίνακα ἀτελῆ περὶ τῶν Εἰρηνοδικείων, διότι εὗρε δυσκολίας, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε χρήσιμον· θὰ ἦτο δὲ καλὸν νὰ τυπωθῇ καὶ αὐτὸς, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ μέλλον, διότι εἶναι μία κατάστασις ὅλων τῶν Εἰρηνοδικείων κατὰ νομούς. Ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ καταστήματος ἠδύνατό τις πολλὰ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ λυποῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν παροχὴν τῶν ἀτελῶν πληροφοριῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶπε τοὐλάχιστον παρηγόρους τινὰς λέξεις...
§47ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν ἐμελέτησα τὸ ζήτημα.
§48Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. πότε τέλος ἡ δικαιοσύνη θὰ παύσῃ μένουσα ἐντὸς σταύλων, καὶ πότε μεταξὺ τῶν μελετῶν τῆς νέας Κυβερνήσεως θὰ ἦναι καὶ ἡ ἀνέγερσις δικαστικοῦ καταστήματος τοὐλάχιστον ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ προτύπου ἐν τῇ Ἀνατολῇ βασιλείου.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθέντες πίνακες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 295).
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1891 ἐκ δραχμῶν 758,149:08. Ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 92,465 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 296–297). Διάφοροι Βουλευταὶ τῶν νομῶν Λαρίσσης καὶ Τρικκάλων ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως χρημάτων Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ ἐπισκοπικῶν κληρονομιῶν τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 298).
§52ΔΑΛΛΑΣ. Ἀναγκαῖον νομίζω, ἵνα ἡ Βουλὴ πληροφορηθῇ περὶ τοῦ κατεπείγοντος καὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχίας, περὶ ὧν προνοεῖ. Πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἱδρύθη διὰ τῆς προσφορᾶς ἑκάστης αὐτῶν, ἐπιβληθείσης κατ’ ἀναλογίαν τῶν δημοσίων φόρων παρὰ τῶν τότε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἱδρυμένων διοικητικῶν συμβουλίων, Γεωργικὴ Τράπεζα, ἧς τὰ κεφάλαια, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἀνῆλθον μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 200,000 δραχμῶν. Ἅμα ἐπῆλθεν ἡ νέα τῶν πραγμάτων τάξις, οἱ Δήμαρχοι, τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ τότε νομικοῦ συμβούλου κ. Σανοπούλου, ἔσπευσαν νὰ ζητήσωσι τὸ ἀναλογοῦν αὐτοῖς ἐκ τῆς Τραπέζης ταύτης. Ἀλλὰ τὰ δικαστήρια ἐνόμισαν, ὅτι οἱ δῆμοι δὲν ὑποκαθιστῶσι τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς Τραπέζης, καὶ συνεπῶς ἀπέῤῥιψαν τὰς ἀγωγάς. Ἦλθον τὰ νομαρχιακὰ συμβούλια καὶ ἐζήτησαν νὰ προνοήσωσι περὶ τῆς περιουσίας ταύτης. Ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ἡ ἐξουσία ὑπῆρξεν ἀνεπαρκής· αἱ δὲ διάφοροι παραστάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, ἴσως διότι τότε οἱ μᾶλλον ἁρμόδιοι νὰ συμβουλεύσωσι τὴν Κυβέρνησιν περὶ τούτου ἐνόμισαν ὅτι συνέφερεν αὐτοῖς ἡ ἐκκρεμότης τῆς καταστάσεως ταύτης. Τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου πραγματεύεται περὶ τῆς περιουσίας, ἥτις περιῆλθεν εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας ἐκ κληρονομικῶν μερίδων ἀποβιωσάντων ἀρχιερέων κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Μὴ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἤθελε συζητηθῆ ὁ νόμος περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῶν περιουσιῶν τούτων εἰς τὸ ὑποβληθὲν παρὰ διαφόρων συναδέλφων σχέδιον νόμου περὶ Κοινοτήτων. Ἱδρυθέντων τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, νομίζω ὅτι ὀρθότερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν καὶ ἡ διαχείρισις τῶν περιουσιῶν τούτων· διότι καὶ πρὸ τῆς προσαρτήσεως αἱ ἐπαρχίαι ἦσαν ἐκεῖναι, αἵτινες ἐκανόνιζον τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἡ μελέτη τοῦ νομοσχεδίου τούτου θ’ ἀποδείξῃ ἐὰν δύναται νὰ τεθῇ ὡς προσθήκη εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, ἐὰν βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συναινῇ εἰς τοῦτο· διότι οὕτω θὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ κόπου νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ εἰδικῶς τὸ νομοσχέδιον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἵνα φροντίσῃ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον, διότι οἱ διάφοροι Ὀθωμανοὶ, οἵτινες ὀφείλουν εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν, ἀναχωροῦσι καθ’ ἑκάστην, ἄλλων δ’ ὀφειλετῶν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις μεταβάλλεται ἑκάστοτε, καὶ ἡ περιουσία αὕτη ἀπόλλυται ἀνωφελῶς.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσσης εἶναι δύσκολον νὰ ἐκτελεσθῇ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν καὶ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, κανονίζει τὰ τῆς ἀνασυστάσεως τῶν θεσμῶν τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων. Βεβαίως ἀντικείμενον τῆς μερίμνης τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων εἶναι καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῶν ἐπαρχιακῶν συμφερόντων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῶν κατὰ μέρος συμφερόντων τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ περὶ ὀργανώσεως τῶν σωματείων, τὰ ὁποῖα καλοῦνται εἰς τὴν ἐπιμέλειαν ταύτην. Ἑπομένως τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον παρ’ ἡμῶν δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλετε, δύναται νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς αὐτοτελές. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω γνῶσιν τῶν πραγμάτων. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὴν ἔκθεσιν, ἣν ἐποιήσατε, καὶ θέλω συντρέξει εἰς τὸν καταρτισμὸν νόμου, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖον νὰ ἐπιλάβηται αὐτοῦ.
§54ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος Πατρῶν ὀφείλει ν’ ἀπασχολήσῃ σοβαρῶς τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὐ μόνον μεγάλα συμφέροντα τῆς πόλεως διακυβεύονται, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑγεία τῶν κατοίκων αὐτῆς ἀπειλεῖται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Ἐπιμελῶς ἀπέφυγον ἕως σήμερον νὰ φέρω τὸν λόγον ἐντεῦθεν, ὅπως μὴ παρεξηγηθῶ, ἀλλ’ ἡ περαιτέρω σιωπή μου ἤθελεν ἰσοδυναμεῖ πρὸς ἔνοχον ἀδιαφορίαν. Δύο εἰσὶ τὰ ζητήματα, περὶ ἃ ὀφείλει νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ζήτημα τῶν κρηπιδωμάτων τῆς μεσημβρινῆς αἱμασιᾶς καὶ τὸ ζήτημα τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος. Ὁ Γάλλος ἀρχιμηχανικὸς κ. Κελλενὲκ ἔδωκε τὸ σχέδιον τῆς κατασκευῆς τῶν κρηπιδωμάτων, Γάλλος δὲ ἐργολάβος ἀνέλαβε νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτό. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα κατεσκευάζοντο, κατέῤῥευσαν αἰφνιδίως, καὶ ὁ χῶρος ἐκεῖνος μετεβλήθη εἰς ἐρείπια ἀναμεμιγμένα μετὰ βορβόρου καὶ ἄλλων ἀκαθαρσιῶν, ἐξ ὧν ἀπειλεῖται ἡ ὑγεία τῆς πόλεως. Ἔρις δεινὴ ἐπηκολούθησε μεταξὺ ἐργολάβου καὶ ἀρχιμηχανικοῦ περὶ τῶν αἰτίων τῆς καταβυθίσεως καὶ καταστροφῆς τῶν κρηπιδωμάτων. Ὁ ἐργολάβος ἀπηύθυνεν αἴτησιν θεραπείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ δὲ συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων ἀνεκοίνωσεν αὐτὴν πρὸς τὸν κ. Κελλενὲκ, ἀπεκδεχόμενον τὴν γνώμην αὐτοῦ. Εἶναι γνωσταὶ αἱ συμπάθειαί μου πρὸς τὸ Γαλλικὸν ἔθνος καὶ ἐκ φρονήματος καὶ ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἐκ λόγων προσωπικῆς εὐγνωμοσύνης, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὀφείλω νὰ παραλείψω πάντα ἔλεγχον πρὸς ὑπάλληλον τοῦ Κράτους, διότι συμβαίνει οὗτος νὰ ἦναι Γάλλος ὑπήκοος. Ὁ κ. Κελλενὲκ, εἴτε ἐξ ἀνεπαρκείας εἴτε ἐξ ὀλιγωρίας, παρέλειψεν ἕως σήμερον τὸ καθῆκόν του, οὔτε ἐμελέτησεν, οὔτε ἀπήντησεν εἰσέτι, ἀρκούμενος μόνον νὰ διαβεβαιοῖ τοὺς ἁρμοδίους, ὅτι ἐργάζεται ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ἐκ τῆς ἀναβολῆς ταύτης μέγας κίνδυνος ἐπικρέμαται ἐπὶ τῆς πόλεως. Τὸ σπουδαιότερον δὲ, ὅτι ὁ κίνδυνος οὗτος ἐπαυξάνεται ἐκ τῆς ἄλλης ἀσχημίας τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος, αἱ ἐργασίαι τοῦ ὁποίου κατέπαυσαν πρὸ καιροῦ. Καὶ τὸ κατόρθωμα τοῦτο ὀφείλομεν εἰς τὸν κ. Κελλενέκ. Οὗτος ἐγνωμάτευσεν, ὅτι ὁ χῶρος ἐκεῖνος ἐντὸς τῆς λεκάνης τοῦ κατασκευαζομένου νέου λιμένος εἶναι ὁ καταλληλότερος πρὸς ἀνοικοδόμησιν νέου τελωνειακοῦ καταστήματος. Καὶ ἤρχισεν ἡ ἐργασία, καὶ ἤρχισαν νὰ μεταφέρωσιν ἐκεῖσε ἀχρεῖον καὶ βρωμερὸν ὑλικόν· τότε ἐνόησαν οἱ πολλοὶ, τί κακὸν παρασκευάζεται εἰς τὸν τόπον, καὶ ἡ ἐργασία ἐσταμάτησε, νέας διαταχθείσης μελέτης καὶ ἐρεύνης καὶ ἐξετάσεως. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐγένοντο διὰ τὴν συντελεσθεῖσαν ἄσκοπον ἐργασίαν, ἂν ἀποφασισθῇ εἰς ἄλλην θέσιν ν’ ἀνοικοδομηθῇ τὸ τελωνεῖον, ἀλλὰ πρόκειται πρὸ πάντων περὶ τῆς ἀσχημίας ἐκείνης, ἥτις προσβάλλει τὰ ὄμματα τοῦ διαβάτου, καὶ περὶ τῆς μιασματικῆς ἑστίας, ἥτις ἐμφωλεύει ἐντὸς τῆς συσσωρευθείσης ἀκαθάρτου ἐκείνης ὕλης, ἡ ὁποία φοβοῦμαι ὅτι κατὰ τὸ θέρος, μεταβαλλομένη εἰς μίασμα, θέλει μολύνει τὴν ἀτμόσφαιραν καὶ προσβάλει οὐσιωδῶς τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων. Ἰδοὺ ποῦ μᾶς ἔφεραν αἱ ἐπιπόλαιοι καὶ ἐσπευσμέναι ἐνέργειαι τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καὶ τοῦ κ. Κελλενὲκ αἱ σοφαὶ συμβουλαί. Ἐφιστῶ συντόνως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω δύο ζητημάτων, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν κ. Κελλενὲκ, δι’ ὧν τρόπων οὗτος γινώσκει, νὰ δώσῃ ἐπὶ τέλους μίαν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ ἐργολάβου. Τὸν παρακαλῶ προσέτι νὰ μὴ συμπεριλάβῃ τὸν κ. Κελλενὲκ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς παρ’ αὐτοῦ συγκροτηθησομένης ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ χώρου τοῦ λιμένος, διότι ὁ κύριος οὗτος ἔχει ἐκπεφρασμένην γνώμην. Παρακαλῶ δὲ ἐπίσης τὸν κ. Πρόεδρον νὰ πράξῃ ταχέως ὅ,τι ἔχει νὰ πράξῃ. Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἕτερον ζήτημα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπανειλημμένως ἐδήλωσαν, ὅτι ἅμα τῇ λήξει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θέλουσι καταγείνει εἰς μελέτας πρὸς διαῤῥύθμισιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, κατὰ δὲ τὴν προσεχῆ σύνοδον θέλουσι προσκομίσει τὰ σχετικὰ νομοσχέδια. Μεταξὺ τῶν μελετῶν τούτων ἰδιαζόντως συνιστῶ τὸ ζήτημα τῶν διαπυλίων. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ νομοσχέδιον συνωδεύετο διὰ διατάξεων, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε ἐθεώρησεν ἐπαχθεῖς καὶ ἀπαραδέκτους. Πάντες συνεφωνήσαμεν, ὅτι τὰ διαπύλια πρέπει νὰ καταργηθῶσιν, ἀλλὰ διεφωνήσαμεν ὡς πρὸς τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν. Διερμηνεύων τὸ φρόνημα τῶν συμπολιτῶν μου, ὡς ἐγὼ τουλάχιστον τὸ ἀντιλαμβάνομαι, ἐκφράζω τὴν θερμὴν παράκλησιν καὶ ἀξίωσιν ἡμῶν, νὰ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ὁμολογουμένως τὰ διαπύλια κατεδικάσθησαν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κόσμου, διότι δεσμεύουσι τὸ ἐμπόριον, παρακωλύουσι τὴν ἐλευθέραν συναλλαγὴν, καὶ καθιστῶσιν ἀδύνατον τὸν συναγωνισμὸν μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐμπορικῶν κέντρων, ἐν οἷς ὑπάρχει διάφορον φορολογικὸν δημοτικὸν καθεστὼς, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν μὲν καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἄλλων. Δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος, ἵνα ὑποδείξω, πῶς θὰ γείνῃ ἡ ἀντικατάστασις, πέποιθα ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει ἐνασχοληθῆ καὶ περὶ τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ θέλει εὑρεθῆ κατὰ τὸν προσεχῆ Ὀκτώβριον εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων, συμφώνως πρὸς τὴν γενικὴν τοῦ τόπου εὐχήν.
§55ΣΧΙΝΑΣ. Ὀφείλω χάριτας εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφον, διότι ἔθιξεν ἓν ἐκ τῶν ὡραιοτέρων ζητημάτων. Τὸ σήμερον παρουσιαζόμενον ζήματα, ὑπὸ τεχνικὴν ἔποψιν, εἶναι δεύτερος ἆθλος τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Δὲν ἔχω τὴν δυσκολίαν νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἠθέλησα νὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς περιοριζόμενος πάντοτε εἰς γενικὰ ζητήματα. Ἀνέφερα ἔν τινι προτέρᾳ συνεδριάσει μόνον τὸ ζήτημα τῆς διευθετήσεως τῶν χειμάῤῥων τοῦ Βώλου. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἐξέθεσα λίαν ἐκτενῶς, διερχόμενος ἐκ Πατρῶν, τὰ περὶ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τοῦ λιμένος καὶ τῆς τοποθετήσεως τοῦ τελωνείου ἐν αὐτῷ τῷ λιμένι. Οἱ βανδαλικώτεροι τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἂν ἤρχοντο ἀπὸ τῆς κεντρικῆς Ἀφρικῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἤθελον τολμήσει ποτὲ, ἀφοῦ ἐδαπάνησαν ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προσήνεγκεν ὁ ἱδρὼς τοῦ ἐργάτου τῆς θαλάσσης, νὰ προσχώσωσι λιμένα ἀπαραίτητον εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν πόλιν. Οἱοσδήποτε ἄνθρωπος, ὅσον ἀμαθὴς καὶ ἂν ἦναι, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τοιοῦτον ἐξάμβλωμα. Ποῦ ἠκούσθη, ὅτι λιμὴν, διὰ τὸν ὁποῖον θυσιάζονται δεκάδες ἑκατομμυρίων, προσχώνεται, διὰ νὰ κτισθῇ ἓν τελωνειακὸν κατάστημα, ἐνῷ ἡ παραλιακὴ ὁδὸς ἔχει οἰκοδομὰς, τὰς ὁποίας δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀγοράσῃ, ἐπὶ πλέον δὲ τὸ Δημόσιον ἔχει καὶ ἰδιόκτητα οἰκόπεδα ἐπὶ τῆς παραλιακῆς ὁδοῦ; Ἐν τοσούτῳ τὰ ἔργα ταῦτα γίνονται ὑπ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐφέρομεν, ἵνα μᾶς ἐκπαιδεύσωσιν! Εἶχον τὴν εὐτυχίαν τὰ πρῶτα βήματα τοῦ σταδίου μου νὰ κάμω, μετὰ συναδέλφου παρακαθημένου ἐνταῦθα, εἰς τὴν ὡραίαν τῶν Πατρῶν πόλιν, καὶ διὰ τοῦτο συνδέομαι μετ’ αὐτῆς. Δυστυχῶς εἰς τὴν πρόοδον τῆς τέχνης βλέπω αὐτὴν ὀπισθοδρομοῦσαν ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τῶν ξένων ἐν Ἑλλάδι· δυνάμεθα σήμερον νὰ παρουσιάσωμεν ἔργα, τὰ ὁποῖα, τελεσθέντα πρὸ ἐτῶν, μὲ τὰ ἀτελῆ ἐκεῖνα μέσα καὶ διὰ πρωτοπείρων ἐργατῶν, διατηροῦνται ὡραιότατα. Τοιαύτη εἶναι ἡ προκυμαία τῶν Πατρῶν τοῦ Ἁγίου Νικολάου, καὶ τὸ ἐπ’ αὐτῆς κρηπίδωμα. Τὸ σήμερον τελούμενον ἔργον τοῦ τελωνείου ἐν αὐτῷ τῷ λιμένι τῶν Πατρῶν θέλει ἀποκλείσει τὴν ὡραίαν θέαν τῆς πλατείας τῶν Τριῶν Συμμάχων Δυνάμεων. Ἐπὶ τῆς πλατείας ταύτης ἀποβαίνουσιν οἱ εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν μεταβαίνοντες, καὶ ἀπὸ ταύτης οὗτοι θέλουσι βλέπει τὸ πρὸ αὐτῆς ἄθλιον κτίριον τοῦ τελωνείου, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ἴσως τὴν ἀθλίαν μορφὴν τοῦ ἀτυχοῦς Στρατοδικείου τῶν Ἀθηνῶν. Μεταβαίνω ἤδη, διδομένης ἀφορμῆς, καὶ εἰς τὸ κρηπίδωμα. Ὅλοι οἱ λιμένες τῆς Ἑλλάδος ἔχουν ὡραιότατα κρηπιδώματα, καθὼς ὁ Πειραιεὺς, αἱ Πάτραι, ἡ Σῦρος, ἡ Ζάκυνθος, ἡ Κέρκυρα, τὰ ὁποῖα ἐξετελέσθησαν, διὰ τῶν γλίσχρων τότε μέσων παρ’ Ἑλλήνων μηχανικῶν, καὶ διατηροῦνται ὡραιότατα. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθουν ξένοι, μετὰ 60 ὅλα ἔτη, ἵνα μᾶς διδάξουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀγνοοῦν, διότι ἐδῶ ἐχειροτονήθησαν ἀρχιτέκτονες, λιμενοποιοί, καὶ ἤδη καὶ εἰς τὰ ὑδραυλικὰ (!) κλπ. Διὰ τῆς πράξεως ταύτης οὐδὲν ἄλλο ἐγένετο ἢ ὅτι ἐπεζήτησαν νὰ δείξωσιν, ὅτι εἴμεθα κατώτεροι καὶ τῶν Τούρκων. Οὔτε ἡ Ρουμανία οὔτε ἡ Βουλγαρία ἠθέλησε νὰ μιμηθῇ τὰς πράξεις τῆς Τουρκίας. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως, μετὰ 60 ἐτῶν βίον, κατῆλθεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ζητήσῃ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ὡς καὶ τὴν διευθέτησιν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν ἔργων ἀπὸ τοὺς ξένους. Ἤθελον κἀγὼ ξένους, ἀλλὰ τοὺς ξένους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο, ὡς ἦσαν καὶ ἄλλοτε, νὰ μορφώσωσι καὶ ἀναδείξωσιν Ἕλληνας ἐπιστήμονας, νὰ γείνωσιν διδάσκαλοι ἡμῶν, καθὼς ὁ μακαρίτης Χάνσεν καὶ ὁ νῦν συνταγματάρχης κ. Χὰρτλ τῆς Αὐστριακῆς ἀποστολῆς· τὸν ὀνομάζω, διότι ὀφείλω, ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ, νὰ ἀναγράψω τὸ ὄνομά του χρυσοῖς γράμμασιν εἰς τὸ σημειωματάριόν μου. Ἅπαντες οἱ ἄλλοι ξένοι μηχανικοὶ εἶναι ἀδαεῖς καθ’ ὁλοκληρίαν· οὗτοι ἦλθον, ἐλπίζοντες ὅτι εὗρον γόνιμον ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ σπείρωσι καὶ νὰ συλλέξωσι, χωρὶς νὰ κοπιάσωσιν. Ἀρκεῖ ὅσα συνέλεξαν μέχρι τοῦδε, ἤτοι τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ σχετικὸν τμῆμα εὐηρεστοῦντο νὰ παρουσιάσωσι τὸν αἰτηθέντα παρ’ ἐμοῦ τοσάκις κατάλογον τῶν ἁρπαγέντων ἐκ τῶν λιμενικῶν ταμείων, ἠθέλετε ἰδεῖ, πόσα ἄλλα ἑκατομμύρια ἔθεσαν εἰς τὸ θυλάκιον αὐτῶν οἱ ξένοι μηχανικοί. Ἐὰν δ’ ἐξακολουθήσω τὰς μελέτας μου μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου, θὰ σᾶς καταδείξω τὸ προσεχὲς ἔτος, πόσα ἀφηρπάγησαν ἐκ τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῶν ξένων, καὶ πόσα ἀκόμη σκοποῦσιν οὗτοι νὰ ἁρπάσουν, διότι αὐτοὶ κατ’ οὐδὲν συνδέονται μὲ τὸν τόπον, καὶ μόνον μέλημα ἔχουν νὰ περισυλλέξωσι θησαυροὺς καὶ ν’ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἰδίας πατρίδας. Ὡμίλησα περὶ τοῦ κ. Γκοτλάν· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι περὶ τοῦ κ. Κελλενὲκ θ’ ἀφήσω; Ἠρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: «ἐπιτρέπεται εἰς μέλος τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων νὰ ἦναι ἱδρυτὴς ἑταιρίας, ἤτοι τῆς προεκτάσεως τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ σιδηροδρόμου, διευθυντὴς τῶν ἔργων καὶ ἐλεγκτής;» Τοὺς κυρίους αὐτοὺς, κύριε Πρόεδρε, οὐδὲν μέλει περὶ τῶν ἔργων τῆς Ἑλλάδος· οἱ κύριοι αὐτοὶ προσπαθοῦσιν ὅλαις δυνάμεσιν, ὡς θέλω ἀποδείξει δι’ ἀριθμῶν, πῶς νὰ περισυλλέξωσι τὰ περιτρίμματα, τὰ ὁποῖα εὗρον διεσπαρμένα ἐν Ἑλλάδι, καὶ νὰ τὰ μισθοδοτῶσι, τιτλοφοροῦντα αὐτὰ μηχανικούς, παραμηχανικοὺς κλπ. μὲ 8, 9 καὶ 10 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως, καὶ εὗρον τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία συνῆψε πρώτην σύμβασιν, δευτέραν καὶ τρίτην, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ τῆς ὁποίας αὐτοὶ παραμένουσιν ἐνταῦθα. Δυστυχῶς τὴν τελευταίαν ταύτην σύμβασιν ἐκύρωσεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ νέου βασιλικοῦ διατάγματος.
§56ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν εὗρεν ἑτοίμην.
§57ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ ἡ παρελθοῦσα ἦτο διὰ 133 χιλιάδας φράγκων, καὶ ἡ παροῦσα εἶναι διὰ 219,000.
§58ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός)...
§59ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅ,τι εἶπον ἄλλοτε, ἤτοι ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶχε διέξοδον. Τὸ ἄρθρον 5ον, νομίζω, τῆς συμβάσεως ἐπιτρέπει εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς ν’ ἀπέλθωσιν ἅπαντες ἐπὶ δύο μῆνας κατὰ τὸ διάστημα τῆς διετίας ἐπ’ ἀδείᾳ μὲ πλήρεις ἀποδοχὰς εἰς τὴν ἰδιαιτέραν καὶ φιλτάτην αὐτῶν πατρίδα καὶ φιλτάτην καὶ εἰς ἐμὲ Γαλλίαν, καθόσον, καίτοι μὴ Γάλλος, ἀγαπῶ τὴν Γαλλίαν, ὡς Ἕλλην, περισσότερον ἀπὸ ἐκείνους ἴσως....
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γάλλος;
§61ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα, τὸ φρόνημα. Ὥστε, δυνάμει τοῦ 7ου ἄρθρου τῆς συμβάσεως, δύνανται ν’ ἀπέλθωσιν, ἀφοῦ λάβωσι τοὺς ἄνω μισθοὺς τῶν δύο μηνῶν, οὓς δικαιοῦνται, ὡς καὶ τὸν μισθὸν ἑνὸς ἔτι μηνὸς, καὶ ἂς ὑπάγουν εἰς τὸ καλό. Θὰ μὲ ἐρωτήσουν ὅμως βεβαίως ὅ τε κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς καὶ οἱ λοιποὶ περὶ αὐτὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, τί θὰ γείνουν τὰ ἔργα; Θὰ ἐρωτήσω ὅμως καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν κρατήσῃ αὐτοὺς καὶ αὐτοὶ διευθύνωσι τὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν σύμβασιν περατωθήσονται μετὰ πέντε ἔτη, τί θέλει πράξει τότε, ἤτοι μετὰ 2 ἔτη; θὰ τοὺς κρατήσῃ πάλιν; Εἶναι πολὺ καλλίτερον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μετακαλέσῃ ἀπὸ τοῦδε εἰδικὸν ἄνθρωπον διὰ τοὺς σιδηροδρόμους, καὶ ἀντὶ 30,000 ἂς τῷ δώσῃ 60,000 φράγκα κατ’ ἔτος· οὗτος δὲ νὰ ἔχῃ μόνον τὴν γενικὴν διεύθυνσιν, οὐχὶ ὅμως καὶ μέρος εἰς συμβόλαια, νὰ χρησιμεύσῃ δὲ καὶ ὡς διδάσκαλος ὅλων τῶν νέων Ἑλλήνων. Ὑπενθυμίζω ὅμως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅ,τι προχθὲς ὑπέβαλον εἰς αὐτὸν, ἤτοι ὑπὸ τίνας ὅρους συμβάσεως ἡ πόλις τῶν Παρισίων ἐξέδωκεν ὁδοστρώσεις τινάς· ἐν ἐκείνοις ῥητὸς ὅρος ἀναγράφεται, ὅτι δὲν ἠδύνατο ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἐργασία αὕτη εἰς οὐδένα ἄλλον ἢ εἰς ἑταιρίαν Γαλλικὴν, ἡ ὁποία νὰ μὴ προσλάβῃ ἄλλους τεχνίτας, παρὰ μόνον Γάλλους. Ἡμεῖς δὲ σήμερον, δόξᾳ τῷ Θεῷ, ἔχομεν τεχνίτας εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, καὶ δεῖγμα εἶναι, ὅτι, πλὴν ὀλίγων ἐξαιρέσεων, καὶ ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου μετεχειρίσθη κατὰ τὸ πλεῖστον Ἕλληνας. Τὸν σιδηρόδρομον Λαυρίου ἐξετέλεσεν Ἕλλην μηχανικὸς, μόλις ἐλθὼν ἐκ Γαλλίας, ὁ κ. Γαζῆς, ὡς καὶ ὁ κ. Μπασιάκος, νέος σπουδάσας ἐδῶ εἰς τὸ Πολυτεχνεῖον, ὅστις ἐξετέλεσε σιδηροδρόμους ἐν Λαυρίῳ.
§62ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα λαμπρά.
§63ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ σήμερον, Κύριοι, ὅτε ἔχομεν δεκάδας νέων, οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν ἐδῶ καὶ εἰς Εὐρώπην, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τοιαῦτα ἔργα; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ ἔχει τὸ σμῆνος αὐτὸ τῶν Γάλλων μηχανικῶν, προσέλαβεν ἐσχάτως καὶ δύο ἄλλους ἀκόμη, τὸν Σνάϊντερ καὶ τὸν Σάφνερ, διότι οἱ Γάλλοι εἶναι ἀνίκανοι νὰ λογίζωσι διαστάσεις γεφυρῶν. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ συζήτησιν καὶ τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτὴς, εἶναι λίαν σπουδαῖον νὰ προσελκύσῃ τὸ βλέμμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς, ὁ ὁποῖος, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι μεγάλως ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων τεχνιτῶν καὶ ἐργολάβων, καὶ εὐελπιστῶ, ὅτι οἱ ὀλίγοι οὗτοι λόγοι, οἱ ἐξενεχθέντες τυχαίως παρ’ ἐμοῦ, θὰ δώσουν αὐτῷ καὶ τῇ Βουλῇ ἀφορμὴν νὰ μελετήσουν ἐπισταμένως τὰ ζητήματα ταῦτα, διότι ἀφορῶσιν εἰς μεγάλα συμφέροντα τῆς ἑλληνικῆς βιομηχανίας.
§64ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καίτοι συμφωνῶ κατ’ οὐσίαν μὲ τὸν κ. συνάδελφον, ἀλλὰ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τοσοῦτον κατακόρως ἐπιλαμβάνεται τοῦ ζητήματος τούτου, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ φοβοῦμαι, ὅτι τοῦτο ὑπάγει νὰ χάσῃ ἐντελῶς πᾶσαν τὴν ἀξίαν του.
§65ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφότερα τὰ θέματα, ἅτινα ἀνεκίνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτής, εἶναι ἄξια τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον δύναμαι ἀδιστάκτως νὰ εἴπω, ὅτι τῳόντι τὸ ἐν Πάτραις ἔργον τοῦ κρηπιδώματος τοῦ λιμένος καθὼς καὶ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ νέου τελωνειακοῦ καταστήματος φέρουσι τὴν σφραγίδα τοῦ ἀθλίου καὶ οἰκτροῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐν τῷ παρελθόντι ἐτελοῦντο ὅλα τὰ δημόσια ἔργα.
§66ΣΧΙΝΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε’ διαχωρίσατε τὸ παρελθὸν, μήπως παρεξηγηθῇ.
§67ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρελθὸν ἐννοῶ τὴν ἀμέσως προηγουμένην τετραετίαν, καθ’ ἣν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διεχειρίζετο τὰ δημόσια. Ἐγὼ αὐτὸς κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι, εἴποτε ἤθελεν ἔχει τὴν ἀτυχίαν ἡ πόλις τῶν Πατρῶν νὰ ἴδῃ ἀνεγειρόμενον τὸ τελωνεῖον ἐκεῖ, ὅπου ἐγνωμάτευσεν εἷς ἀλλοδαπὸς μηχανικός, ὁ κ. Κελλενὲκ, θὰ παρίστα οἰκτρὸν θέαμα εἰς τὰ ὄμματα παντὸς, ὅστις ἤθελεν ἴδει τὸ ἐξαμβλωματικὸν ὑπὸ τεχνικὴν ἔποψιν καὶ καταστρεπτικὸν διὰ τὸν λιμένα καὶ τὴν ἄποψιν τῆς πόλεως ἔργον. Αὐτὸς ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πέρυσιν, ὅτι καὶ αὐτὸς εἶχε πεισθῆ, ὅτι δὲν ἦτο κατάλληλος ἡ τοποθεσία ἐκείνη διὰ τελωνεῖον, διότι τὸ μέρος αὐτὸ θεωρεῖ τρόπον τινὰ ὡς πνεύμονα, διὰ τοῦ ὁποίου πνέει ἡ πόλις· καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔλεγε, δὲν εἶχεν ἐντοσούτῳ τὴν ψυχικὴν δύναμιν νὰ εἴπῃ: «στῆτε!»
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἐσταμάτησα.
§69ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ἀργὰ καὶ ἀτελῶς ἐπράξατε τοῦτο. Ἀφοῦ δηλαδὴ ἐδαπανήθησαν πολλαὶ χιλιάδες δραχμῶν πρὸς ἐπίχωσιν τῆς θαλάσσης, διετάξατε νὰ σταματήσουν αἱ ἐργασίαι, καὶ τίποτε περισσότερον. Οὐδεμίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἐλάβετε.
§70ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγείνατε παραίτιος δαπάνης οὐ σμικρᾶς.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§72ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔμειναν λοιπὸν καὶ μένουν οἱ σωροὶ τῶν χωμάτων, οἵτινες ἐῤῥίφθησαν ἐπὶ τῆς θαλάσσης, καὶ δὴ ἐπ’ αὐτῆς τῆς λεκάνης τοῦ λιμένος, δι’ ὃν ὀκτὼ ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐδαπανήθησαν, πρόκεινται δὲ διηνεκὴς ἀπειλὴ κατὰ τῆς πόλεως, διότι τὰ ὕδατα, σωρευόμενα ἐντὸς τῆς λεκάνης, τῆς περιφρασσομένης ὑπὸ τῶν χωμάτων, σήπονται, σηπόμενα δὲ καὶ ἀναμιγνυόμενα μετὰ τῶν προερχομένων ἀκαθαρσιῶν διὰ τῶν ἐκροῶν τῶν ὀχετῶν, δύνανται νὰ ἔχουν ὀλεθρίας συνεπείας διὰ τὴν ὑγείαν τῆς πόλεως ὁλοκλήρου. Ἐῤῥέθη ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, συνέστησεν ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ μέρος καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κελλενὲκ, καὶ δικαίως ἐθορυβήθη ὁ συνάδελφος καὶ ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του ἐπὶ τούτῳ. Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελέσῃ μέρος ἐπιτροπῆς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ αὐτουργὸς τῶν ἐλεεινῶν ἐκείνων κατορθωμάτων, τόσον διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ τελωνείου, καθὼς καὶ διὰ τὸ κρηπίδωμα; Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, εἶναι τοῦτο: Μέχρι τίνων ὁρίων δηλαδὴ ἐξετάθη ἡ δικαιοσία τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐνετάλη αὕτη ν’ ἀποφανθῇ ποῖον εἶναι τὸ κατάλληλον μέρος δι’ ἀνέγερσιν τελωνείου, ἐκτὸς τοῦ μέρους, ἔνθα ἐγένετο ἔναρξις ἀνεγέρσεως; ἢ μήπως ἠρωτήθη, ἂν καὶ τὸ μέρος αὐτὸ ἦναι κατάλληλον; Ἂν καὶ τὸ δεύτερον τοῦτο περιλαμβάνηται εἰς τὴν ἐντολὴν, τότε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀνακληθῇ ἡ ἐπιτροπή, διότι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ κατάφωρος καὶ κατάδηλος ἀκαταλληλότης τοῦ ἐπιθαλασσίου χώρου.
§73ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἦναι ἀκατάλληλον, ὑποθέτετε ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ παραστήσῃ αὐτὸ ἡ ἐπιτροπὴ ὡς κατάλληλον ἢ τἀνάπαλιν;
§74ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ παραστήσῃ ἡ ἐπιτροπή, ὅτι εἶναι κατάλληλον, ἐνῷ προδήλως εἶναι ἀκατάλληλον, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἐξωλίσθησεν ἡ ὑπηρεσία ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὥστε δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ θεωρήσῃ ἀμφισβητούμενον κἄν, ὅτι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεγερθῇ ποτε τελωνεῖον.
§75ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς ἠρώτησα, διὰ νὰ μὲ φωτίσητε.
§76ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ δώσω καὶ τὰς ἀκολούθους ἐξηγήσεις. Πρόκειται περὶ τοπικοῦ ζητήματος, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ ἐκφράσωσι γνώμην, εἶναι ἐντόπιοι, εἰς δὲ τὸν τόπον ὑπάρχουν καί τινες ἔχοντες συμφέροντα, τὰ ὁποῖα νομίζουν ὅτι ἐξυπηρετοῦν, ἂν ἀνεγερθῇ τὸ τελωνεῖον ἐκεῖ, ἔνθα ἐπεχειρήθη ἡ ἀνέγερσις. Ἐγενήθη δηλαδὴ ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ τελωνεῖον πρέπει νὰ ἀνεγερθῇ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, διὰ νὰ μὴ χάσουν τὴν ἀξίαν των αἱ πέριξ οἰκίαι καὶ τὰ καταστήματα. Εἶναι λοιπὸν ἐνδεχόμενον, ἂν ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τὸ μέρος τοῦτο, νὰ προκύψῃ διχογνωμία, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ χρονοτριβὴν, ἥτις ἔσται ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν πόλιν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε τὴν περιέργειαν, ὅταν ἐσχάτως ἐπεσκέφθη τὰς Πάτρας, νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ σχηματίσῃ γνώμην ἐξ αὐτοψίας. Ἂν τοῦτο ἔπραξε, θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν πρέπει διόλου ν’ ἀμφισβητηθῇ, ἂν ἦναι ἢ μὴ κατάλληλον τὸ μέρος ἐκεῖνο. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ πρώτου ζητήματος. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ ἕτερον θέμα, τὸ περὶ διαπυλίων τελῶν, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ἐπίσης ὁ ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφος, δὲν ἔχω τὸν ἐλάχιστον ἐνδοιασμὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σπουδαίως σκέπτεται περὶ αὐτοῦ, διότι εἶναι ζήτημα ζωτικώτατον διὰ τὸν τόπον. Δὲν εἶχε βεβαίως καιρὸν νὰ προέλθῃ εἰς ὁριστικὰ πορίσματα ὄχι μόνον δι’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει μεγάλας δυσκολίας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσιν ἥττονας τοιαύτας. Εἶμαι ὅμως βέβαιος, ὅτι ἓν τῶν πρώτων ἔργων, τὰ ὁποῖα θὰ παρασκευάσῃ κατὰ τὸ ἐν τῷ μεταξὺ χρονικὸν διάστημα μέχρι τῆς νέας βουλευτικῆς συνόδου, θὰ ἦναι ἡ κατάργησις τῶν διαπυλίων τελῶν καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν καθ’ ὃν τρόπον ἤθελε κριθῇ προσφορώτερον. Τοῦτο ἔχω νὰ προσθέσω μόνον, ὅτι τὰ λεγόμενα διαπύλια τέλη δὲν κατεδικάσθησαν μόνον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου, ὡς παρετήρησεν ὁ προαγορεύσας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν συνείδησιν πάντων. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ βαρβαρώτερος φόρος καὶ καταθλιπτικώτερος ἀπὸ αὐτόν, φόρος, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ χείρων καὶ τοῦ τῆς δεκάτης. Πάντες οἱ πολῖται ὑφίστανται ἀληθῆ ἐπιδρομὴν, ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι τὸ ἐμπόριον αἰσθάνεται ὑπὸ γενικωτέραν καὶ ζωτικωτέραν ἔποψιν τὸ φοβερὸν ἄχθος. Ἀφίνω τοὺς βανδαλισμούς, εἰς οὓς ἐκτραχηλίζονται οἱ κατὰ τόπους ἐνοικιασταὶ κατὰ τῶν μεταβαινόντων ἀπὸ μέρους εἰς μέρος. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν νὰ ἀμφιβάλλωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκπληρώσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ καθῆκόν της, ἀφοῦ ἕνεκεν ἐλλείψεως χρόνου δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ ἐπὶ τῆς παρούσης συνόδου.
§77ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ κατάστασις, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἐν Πάτραις ἡ ἐκκρεμότης τῶν δύο ζητημάτων, περὶ ὧν ὡμίλησαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, δηλαδὴ τοῦ κρηπιδώματος τῆς μεσημβρινῆς πλευρᾶς τοῦ λιμένος, καὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ τελωνείου, ὀφείλεται κατὰ τὴν γνώμην μου εἰς τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις πρὸς λύσιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν, δηλαδὴ διὰ τῆς συγκροτήσεως πολυμελῶν ἐπιτροπῶν, καὶ μάλιστα ἐξ ἐντοπίων. Ἂν ἐπροικίσθησαν αἱ Πάτραι ἄνευ ἀνάγκης διὰ λιμένος, διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου βαρύτατοι φόροι ἐπεβλήθησαν, βλάπτοντες τὸ ἐμπόριον καὶ ἐμποδίζοντες τὴν πρόοδον αὐτοῦ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος δι’ ἐπιτροπῶν ἐλύθη τότε. Τοῦτο συμβαίνει καὶ ἤδη διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τοῦ τελωνείου. Προκειμένου νὰ κτισθῇ τὸ τελωνεῖον, ἐπιτροπὴ πολυμελὴς ἐπαρουσιάσθη ἄλλοτε εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὡς Πρόεδρον τότε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπέδειξεν αὐτῷ ὡς κατάλληλον μέρος γωνίαν τινὰ τοῦ λιμένος ἔμπροσθεν τοῦ παλαιοῦ τελωνείου· μόλις ἤρξατο ἡ πρόσχωσις, ἵνα προετοιμασθῇ τὸ μέρος πρὸς ἀνοικοδόμησιν, ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν ἰδίων προσώπων ἐπαρουσιάσθη πρὸς τὸν κ. Τρικούπην καὶ ἐζήτησε, καὶ παρεκάλεσε μετ’ ἐπιμονῆς, νὰ μὴ γείνῃ ἐκεῖ. Ὁ κ. Τρικούπης ἠκολούθησε καὶ τὴν δευτέραν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ διέταξε τὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν, ἔκτοτε δὲ ἐσχηματίσθη ἐκεῖ βόρβορος, ἀπειλῶν τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων. Φιλονεικίαι μεταξὺ τοῦ ἐργολάβου τῆς κατασκευῆς τοῦ κρηπιδώματος, καὶ τοῦ Γάλλου μηχανικοῦ, προκληθεῖσαι ἕνεκα τῆς καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους, ἐπέφερον τὴν παῦσιν καὶ τῶν ἐργασιῶν τούτων, καὶ οὕτω καὶ ἐκεῖ ἐσχηματίσθη ἄλλη ἑστία μιάσματος. Ἡ ὑγεία τῆς πόλεως ἐπιβάλλει τὴν ταχίστην λύσιν τῶν ἄνω ζητημάτων. Πρὸς τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ εἶναι ἀνάγκη γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς, νὰ καταρτίσῃ τοιαύτην, ἀλλ’ οὐχὶ πολυμελῆ, οὔτε ἐξ ἐντοπίων, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν συμφωνοῦσι, καὶ πρωτίστως σήμερον ἐνδιαφέρει τὸν τόπον νὰ λυθῇ ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι πλησιάζει τὸ θέρος, καὶ ἂν ἡ κατάστασις αὕτη παραταθῇ, θὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας διὰ τὴν ὑγείαν τῆς πόλεως. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τοῦ καταλλήλου τοῦ μέρους, τοῦτο μόνον ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δημιουργοῦμεν καὶ τρίτον ζήτημα καθιζήσεων. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ κυματοθραύστης τοῦ λιμένος ὑπέστη κατακαθήσεις, τὰς ὁποίας ᾐσθάνθη ἀρκετὰ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον, ὁμοίας δὲ τὸ κατασκευαζόμενον κρηπίδωμα τοῦ μεσημβρινοῦ μέρους τοῦ λιμένος. Ἐπὶ τοιούτου λοιπὸν ἐδάφους κτίζοντες ἐν γνώσει, θὰ γεννήσωμεν καὶ τρίτον ζήτημα, τὸ τῶν καθιζήσεων τοῦ τελωνείου, διότι τὸ ἔδαφος εἶναι τὸ ἴδιον, θὰ ἔχωμεν δὲ νέας ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἀποτίσῃ πάλιν τὸ λιμενικὸν ταμεῖον. Κτίζεται δὲ τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο, Κύριοι, καὶ ἐναντίον τῶν κανόνων τῆς δημοσίας ὑγιεινῆς, διότι ἡ πρόσχωσις τοῦ μέρους τοῦ λιμένος, ἐφ’ οὗ πρόκειται νὰ οἰκοδομηθῇ τὸ τελωνεῖον, γίνεται διὰ τῆς ἰλύος τῶν ὀχετῶν καὶ διὰ τῶν ἀκαθαρσιῶν τῆς πόλεως, μεταφερομένων ἐκεῖ διὰ τὸ εὐκολώτερον. Ἐπὶ τοιούτου ἐδάφους θὰ ἀνεγερθῇ δημόσιον κτίριον, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ ἐνδιαιτῶνται διαρκῶς πλῆθος ἀνθρώπων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν του καὶ ὡς πρὸς τὸ κατάλληλον τοῦ μέρους, ἰδίως ὅμως ταχέως ν’ ἀποφασίσῃ, διότι, ὡς προανέφερον, εἶναι ὑψίστης ἀνάγκης ἡ ταχεῖα λύσις τοῦ ζητήματος, ἕνεκα τῆς ὑγείας τῆς πόλεως, περιελθούσης εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, καὶ ἕνεκα τοπικῶν λόγων.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς σκοπεῖ νὰ προβῇ εἰς κατασκευὴν δευτέρας γραμμῆς. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτὴν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἀναγκαστικῆς τῶν ἀναγκαιούντων εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς γηπέδων καὶ κτημάτων, ἐδέησε νὰ μελετηθῇ, τίνες εἰσὶν αἱ διατάξεις, αἵτινες θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ, ἐξεδόθησαν διάφοροι νόμοι· ὁ πρῶτος νόμος ἦτο τῆς 22 Νοεμβρίου 1855, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν ἄρθρων 4–6 ἐκανόνισε δικονομίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγίνετο ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἡ ἀναγκαστικὴ καὶ ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἀλλὰ τὴν δικονομίαν ταύτην μετέβαλε μεταγενέστερος νόμος, ὁ νόμος τῆς 10 Ἰουνίου 1857, ὅστις ἐτροποποίησε τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1855 ὁρισθέντα, ἐπὶ τέλους δ’ ὁ νόμος τῆς 22 Φεβρουαρίου 1888, ὅστις ἐτροποποίησε πάλιν τὰ ὑπὸ τῶν εἰρημένων δύο νόμων διαταχθέντα. Ἐπειδὴ ἡ νομοθεσία περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς εἶναι εἰδική, βεβαίως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν νόμων τούτων ἔπρεπε νὰ συμμορφωθῇ ἡ ἑταιρία διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως τῶν ἀναγκαιούντων οἰκοπέδων καὶ γηπέδων. Ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τούτων θέλει ἐπιφέρει μεγάλην βραδύτητα· διὰ τοῦτο ἐκρίθη, ὅτι ἦτο ἀκίνδυνον, ἂν ἐπετρέπετο νὰ ἐφαρμόσωμεν ὡς πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν τὰς διατάξεις τὰς ἰσχυούσας διὰ τὰς ἀπαλλοτριώσεις πρὸς κατασκευὴν τῶν ἄλλων σιδηροδρόμων. Τοιαῦται εἶναι αἱ τοῦ νόμου τοῦ 1888, καὶ ἡ τροποποίησις, ἢ ἡ προσθήκη, ἡ γενομένη εἰς τὸν νόμον τοῦτον διὰ τοῦ πρὸ μικροῦ ψηφισθέντος νόμου τοῦ 1891. Νομοσχέδιον λοιπὸν τοιοῦτον κατατίθημι εἰς τὴν Βουλήν. Καταθέτω καὶ δεύτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, ἵνα συνομολογήσῃ δάνειον μέχρι τριῶν ἑκατομμυρίων ἐπὶ παραχωρήσει εἰς ὑποθήκην τῶν ἀκινήτων κτήσεων καὶ τῶν ἀτμοπλοίων αὐτῆς.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 299–200). Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατέθετο τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τριῶν νομοσχεδίων περὶ χορηγίας ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 301–303). Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§80ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πολλοὶ βιομήχανοι, ἢ μᾶλλον πάντες τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, οἱ κατασκευάζοντες τὸν σάπωνα, μοὶ ἀνέθηκαν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ παράπονα αὑτῶν, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν τῇ πρὸς αὐτὴν ἀναφορᾷ διετύπωσαν, καθόσον θεωροῦσιν ἑαυτοὺς ἠδικημένους ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄνισον τῆς φορολογίας τοῦ σάπωνος καὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος αὐτῶν. Ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι ὁμολογουμένως, ὡς ἀναφέρουσιν ἐν τῇ ἀναφορᾷ των, ὑπάρχει ἀνισότης φορολογίας τοῦ ἐλαίου καὶ τοῦ σάπωνος, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσιν οἱ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι σαπωνοποιοί, καὶ ἑπομένως μαραίνεται ἡ βιομηχανία αὕτη ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἐκτὸς τῆς Ἑπτανήσου, ἔνθα βαίνει καλῶς. Ἡ ἐπιθυμία τῶν βιομηχάνων εἶναι, ὅπως ἀφομοιωθῇ ὁ φόρος τοῦ σάπωνος πρὸς τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου. Τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν τὴν διαβιβάζω, ὅπως καὶ ἐγγράφως τὴν διεβίβασαν οὗτοι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἴσως ἡ Κυβέρνησις δὲν θ’ ἀποφασίσῃ τὸ τοιοῦτον, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ζημίαν μιᾶς βιομηχανίας εἰς ὡρισμένον τόπον διὰ τῆς παροχῆς ὠφελειῶν εἰς ἄλλον. Δυνάμεθα ὅμως νὰ παράσχωμεν τῇ μεσολαβήσει τῆς Κυβερνήσεως ἴσα τὰ μέσα τοῦ συναγωνισμοῦ εἰς τοὺς βιομηχάνους τούτους, καθόσον τὸ ἔλαιον, ἐν Ἑπτανήσῳ ἀφ’ ἑνὸς παραγόμενον καὶ οὐχὶ τῆς αὐτῆς ποιότητος, ὅπως τὸ ἐνταῦθα παραγόμενον, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως ἕνεκα τῆς καλῆς αὐτοῦ ποιότητος δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν σαπωνοποιΐαν καὶ πληρόνει φόρον ἐξαγωγικὸν 18%, μεταβαλλόμενον εἰς σάπωνα, πληρόνει φόρον ἐξαγωγικὸν 5% μόνον. Ἑπομένως οἱ σαπωνοποιοὶ τῆς Ἑπτανήσου, μεταβάλλοντες τὸ ἔλαιον εἰς σάπωνα, πληρόνουσι μικρότερον φόρον, καὶ ὠφελοῦνται ἐκ τούτου. Ἐκτὸς τούτου εἶναι ἀπηλλαγμένοι οἱ βιομήχανοι τῆς Ἑπτανήσου πολλῶν ἄλλων φόρων, διότι οὔτε φόρον ἐπιτηδεύματος πληρόνουσιν, οὔτε φόρον οἰκοδομῶν, οὔτε ἄλλους ἀμέσους φόρους, οὔτε φόρον ἔγγειον, οὔτε ἄλλον τινὰ, πλὴν τοῦ φόρου, εἰς ὃν ὑποβάλλεται τὸ περίσσευμα αὐτῶν, τὸ ἐξαγόμενον ἐξ Ἑπτανήσου. Ἄν ὅμως προάγηται ἡ βιομηχανία τοῦ σάπωνος καὶ τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Ζακύνθου καὶ Κεφαλληνίας, τοῦτο εἶναι εὐχάριστον, καὶ νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἐνθαῤῥυνθῇ ἡ βιομηχανία αὕτη, ὁπουδήποτε τῆς Ἑλλάδος, ὅπως δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ καταστῇ ὁ προμηθευτὴς τοῦ σάπωνος εἰς τὴν Ἀνατολὴν, διότι ἀτυχῶς ἐκ τοῦ μαρασμοῦ τῆς βιομηχανίας τοῦ σάπωνος εἰς τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος προῆλθεν ὁ ἀνταγωνισμὸς τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Ἀνατολὴν, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ Ἀνατολὴ προμηθεύεται σάπωνα ἐξ ἄλλων μερῶν, πλὴν τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ δύναται, ἄν ὁ σάπων παράγηται ἀφθόνως ἐν Ἑλλάδι, νὰ προμηθεύηται ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ ἐσκέφθην, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ βοηθήσωμεν τοὺς βιομηχάνους τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, χωρὶς νὰ παραβλάψωμεν τὰ συμφέροντα τῶν βιομηχάνων τῆς Ἑπτανήσου, ὑπὲρ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἐνδιαφερώμεθα καὶ ἡμεῖς· νομίζω δὲ, ὅτι εὗρον ἓν μέσον, τὸ ὁποῖον, ἄν δεχθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω ὅτι θὰ ἦναι λίαν συντελεστικὸν εἰς τὴν ἰσότητα. Τὸ ἔλαιον, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται ἐξ Ἑπτανήσου, τὸ ἔλαιον, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει εἰς τὴν σαπωνοποιΐαν, νὰ ἀπαλλάξητε τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους, καθόσον χρησιμεύει εἰς κατασκευὴν σάπωνος· οἱ σαπωνοποιοὶ τῶν διαφόρων μερῶν τῆς Ἑλλάδος θὰ δικαιῶνται, ἀποδεικνύοντες τὴν παραγωγὴν τοῦ σάπωνος εἰς ἀναλογίαν μιᾶς καὶ ἡμισείας ὀκᾶς, θὰ δικαιῶνται εἰς ἐπιστροφὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσαν, ἐξαγαγόντες τὸ ἔλαιον ἐξ Ἑπτανήσου. Τοιουτοτρόπως ὑπάρχει ἰσότης μεταξὺ τῶν βιομηχάνων ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, καὶ οἱ βιομήχανοι τῆς Ἑπτανήσου κατ’ οὐδὲν ἔχουσι νὰ βλαφθῶσιν ἐξ αὐτῆς τῆς εὐκολίας, ἡ ὁποία θὰ γίνηται εἰς τοὺς βιομηχάνους τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἄν αὐτὸ ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ τοῦ προτεινομένου ἐν τῇ ἀναφορᾷ, νομίζω ὅτι εἶναι τὸ ἄριστον πάντων καὶ δικαιότερον καὶ συντελοῦν εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς βιομηχανίας ταύτης καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι.
§81Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Προσθέτω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι παρὼν ἀτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὴν ἀκούσῃ· ἴσως ἀσχολεῖται εἰς μελέτας οἰκονομολογικάς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀκροάζηται. Τοιοῦτον ζήτημα εἶναι καὶ ἡ ἀφομοίωσις ἡ φορολογικὴ τῆς Ἑπτανήσου. Δὲν γνωρίζω, αν ἐπέρχηται θεραπεία διὰ τοῦ προτεινομένου μέτρου, ἀλλὰ θεωρῶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου εἶναι κατεπεῖγον καὶ ἀναπόφευκτον, διότι συνδέεται πολλαχῶς καὶ ποικίλως μὲ τὴν ὅλην οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ἂν λοιπὸν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία τις ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, τὸ εὔχομαι, ἀμφιβάλλω ὅμως. Διὰ τοῦτο μεταξὺ τῶν μελετῶν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ κρίνω καλὸν νὰ προστεθῇ καὶ ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις τῆς Ἑπτανήσου, ἐπίσης δὲ καὶ ἡ περὶ διαπυλίων· διότι, ἀφοῦ παρεμποδίσθη ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου πέρυσιν, ἕνεκεν ἀτελειῶν αὐτοῦ, νομίζω ὅτι ἓν τῶν πρώτων νομοσχεδίων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἦναι νέον νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς.
§82ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κατέθηκε πίνακας τῆς στατιστικῆς τῶν ἀδικημάτων κατὰ παρελθόντα ἔτη, ἐζήτησα παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, ὅπως εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῶν στατιστικῶν τούτων πινάκων. Ἀλλ’ ὑμεῖς φαίνεται δὲν ἠκούσατε ἀκριβῶς, καὶ τοιουτοτρόπως κατεπατήθη τὸ δικαίωμά μου, ἀγορευσάντων ἄλλων συναδέλφων ἐπὶ ἄλλων θεμάτων. Τὸ πρᾶγμα ὅμως βεβαίως δὲν ἔχει πολλὴν σημασίαν. Ἐνθυμοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅσοι ἀπετέλουν μέρος τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου, ὅτι κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνόδων, ὅτε ἐγὼ ἐποιησάμην μακρὸν λόγον περὶ τῶν τότε ἀπονεμηθεισῶν παρανόμως πολυπληθῶν χαρίτων, κατέθηκα στατιστικοὺς πίνακας τῶν λαβόντων χώραν ἀδικημάτων καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ἐπὶ ἓν ἔτος. Οἱ κατατεθέντες ἐκεῖνοι πίνακες ἀληθῶς προὐκάλεσαν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἐν διαστήματι ἑνὸς καὶ μόνου ἔτους δὲν ἠξεύρω πόσοι ἐκ τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν τῶν δύο τούτων πόλεων ἐπεσκέφθησαν τὸν Ἅδην. Κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν τότε παρ’ ἐμοῦ κατατεθέντων στατιστικῶν πινάκων ἡ ἐν Ἀθήναις «Ἐφημερὶς» ἀξιεπαίνως ὁμολογουμένως κατέγεινε καὶ κατέστρωσε πίνακας ὅλων τῶν ἀδικημάτων, τῶν λαβόντων χώραν καθ’ ἅπασαν τὴν ἐπικράτειαν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Ἡ ἐργασία τῆς «Ἐφημερίδος» ἀνετυπώθη εἰς τεῦχος, φέρον τὴν ἐπιγραφὴν «Ὁ ἐγκληματικὸς ἀπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος», διενεμήθη δὲ καὶ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τὸ τεῦχος τοῦτο. Καὶ ὅσοι ἠκροάσαντο τῶν λόγων μου, ὅτε κατέθετον τοὺς στατιστικοὺς πίνακας τῶν ἀδικημάτων, τῶν λαβόντων χώραν ἐν ἑνὶ καὶ μόνῳ ἔτει ἐν ταῖς πόλεσιν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ὅσοι ἀνέγνωσαν τὸν Ἐγκληματικὸν ἀπολογισμὸν τῆς «Ἐφημερίδος», καὶ ὅσοι ἤκουσαν τὰ λεχθέντα πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καταθέτοντος ἐνώπιον ἡμῶν τοὺς πίνακας τῶν ἀδικημάτων, βεβαίως ἐφρικίασαν, καὶ ἐρωτῶσιν, ἐὰν ἆρά γε ἡ Ἑλλὰς δικαιοῦται νὰ καυχᾶται μετὰ πολλῆς ὑπερηφανείας, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν χορείαν τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο. Νομίζω ὅτι ἔχομεν, οὕτως εἰπεῖν, οἱ ἐκλεχθέντες κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου καὶ εἰδός τι ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς παρὰ τῶν πολιτῶν τῆς Ἑλλάδος, παρ’ ὅλου τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, ἵνα λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τοῦ ὀδυνηροῦ καὶ λυπηροτάτου τούτου φαινομένου. Νομίζω ὅτι δὲν θέλομεν ἐκπληρώσει ἐπαρκῶς τὴν ἐντολὴν ἡμῶν, ἂν τοὐλάχιστον κατὰ τὴν δευτέραν σύνοδον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, εἰσηγουμένης τῆς Κυβερνήσεως, δὲν λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ φλέγοντος, οὕτως εἰπεῖν, τούτου ζητήματος. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων, Κύριοι, κινδυνεύομεν ἡμεῖς, οἱ ἄνθρωποι τῆς τάξεως καὶ οὐχὶ τῶν ὅπλων, ἐν ἑκάστῃ στιγμῇ νὰ ἀναιρεθῶμεν παρὰ κακοποιῶν ἀνθρώπων ἐντὸς τῶν ὁδῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, δὲν ἔχουσι δὲ παρέλθει πολλαὶ ἡμέραι, ἀφ’ ὅτου ἐφονεύθη οὕτως ἀτυχής τις συμπολίτης ἡμῶν ἐκ τῆς κωμοπόλεως τοῦ Μενιδίου. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θέλει τῷ ὄντι ἀφήσει ἀνεξάλειπτον ἀγαθὴν ἐντύπωσιν τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ, ἐὰν εὐδοκήσῃ νὰ καταγείνῃ εἰς τὸ θέμα τοῦτο· ἤθελον μάλιστα παρακαλέσει νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν κεκονιαμένην πεῖραν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ νὰ καταφύγῃ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ φῶτα τῶν κυρίων συναδέλφων Βουλευτῶν, ἐξ ὧν πολλοὶ, εἰμὶ βέβαιος, θέλουσι συντρέξει αὐτὸν εὐχαρίστως εἰς τὸ προκείμενον ἔργον. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, μικράν τινα πεῖραν ἔχων τοῦ Ποινικοῦ νόμου καὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, ἀπὸ τοῦδε δηλῶ, ὅτι προθύμως θέλω καταθέσει αὐτὴν ἐνώπιον τῆς κρίσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καί εἰμι βέβαιος καὶ πέποιθα, ὅτι καὶ πλεῖστοι συνάδελφοι Βουλευταὶ, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες μένουσιν ἐν Ἀθήναις, θέλουσι προσφέρει τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην οὐχὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρὸς τὴν πατρίδα αὐτῶν, συμφώνως καὶ τῇ ἐπιτακτικῇ ἐντολῇ, ἣν ἔλαβον κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 14 Ὀκτωβρίου. Δὲν πλανῶμαι, ἐὰν εἴπω, ὅτι ἓν τῶν αἰτίων, ἅτινα συνετέλεσαν εἰς τὴν τοσούτῳ πανηγυρικὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως παρὰ τοῦ λαοῦ, ὑπῆρξε καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, τῆς ἐλλείψεως δηλονότι ἀσφαλείας ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ. Ἐγὼ ἤθελον εὐχηθῆ π. χ. ἵνα ἐπιτροπεία ἐκ Βουλευτῶν, διαμενόντων ἐν Ἀθήναις, προεδρευομένη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καταγείνῃ κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν διακοπῶν μέχρι τῆς μελλούσης συνόδου εἰς τὴν ἔρευναν καὶ μελέτην τῆς τροποποιήσεως τοῦ Ποινικοῦ νόμου ὡς πρὸς τὰ ἀδικήματα κατὰ τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν· ἤθελον εὐχηθῆ, ἵνα τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης μετέχωσι καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν καὶ Πλημμελειοδικῶν, πρὸ πάντων δὲ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ὅστις, γνωρίζω ὅτι σπουδαίως καὶ ἐμβριθῶς κατέγεινεν εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Ἴσως ἤθελον εἶσθαι ἀκόμη ἀναγκαῖον καὶ εἰς ἄλλων τὰ φῶτα νὰ καταφύγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἐὰν τοιαύτη τις ἐπιτροπὴ καταρτισθῇ, θέλομεν τέλος πάντων δυνηθῆ νὰ παραστῶμεν ἀκροαταὶ ἐν τῇ μελλούσῃ, τοὐλάχιστον συνόδῳ νομοθετήματος, ὅπερ εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς. Ἐγὼ ἤθελον εὐχηθῆ, ἵνα ἐν τῇ ἐπιτροπείᾳ ταύτῃ ἀπεφασίζετο, ὅπως μία τῶν μεγίστων αἰτιῶν τῶν ἀδικημάτων ἐν Ἑλλάδι παταχθῇ κατακέφαλα, καὶ αὕτη εἶναι κυρίως ἡ μέθη. Ἐκ τῆς μικρᾶς πείρας, ἣν ἔχω ὡς δικηγόρος, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ πάντες περὶ τούτου θέλουσι συμφωνήσει, γνωρίζω, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν ἀναιρέσεων ἢ ἀποπειρῶν ἀναιρέσεων αἰτίαι δὲν ἔχουσι τὸν δῆθεν ἐγκληματικὸν χαρακτῆρα τῶν Ἑλλήνων, ἀλλ’ ἀκριβῶς τὴν μέθην. Καὶ ὅμως γινώσκομεν, Κύριοι, ὅτι ὁ Ποινικὸς ἡμῶν νόμος, τοὐλάχιστον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, προστατεύει μετὰ μεγάλης ἀληθῶς στοργῆς τοὺς μεθύσους, ἀρκεῖ νὰ βεβαιωθῇ ἐνώπιον τοῦ Κακουργοδικείου, ὅτι ὁ ἀναιρέσας ἢ ὁ ἀποπειραθεὶς ἀναίρεσιν ἐτύγχανεν ἐν κραιπάλῃ, ἢ καὶ ἁπλῶς ἐν μέθῃ. Γινώσκω ὅμως, ὅτι ἀλλαχοῦ ἡ μέθη δὲν προστατεύεται ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὑφ’ οὓς προστατεύουσιν αὐτὴν οἱ ἡμέτεροι νόμοι, ἢ τοὐλάχιστον οἱ ἐφαρμόζοντες αὐτούς. Γινώσκω μάλιστα, ὅτι ἀλλαχοῦ ὑπάρχει νόμος, τιμωρῶν τοὺς οἰνοπώλας ἐκείνους, οἵτινες, εὐθὺς ὡς ἀντιληφθῶσιν ὅτι τις τῶν ἐν τῷ καταστήματι αὐτῶν εὑρίσκεται ἐν εὐθυμίᾳ, ἐξακολουθοῦσι κομίζοντες αὐτῷ οἶνον. Ἐὰν ἐξαίφνης ὁ Ποινικὸς ἡμῶν νόμος ἐτροποποιεῖτο ὑπὸ τοιαύτην τινὰ ἢ παραπλησίαν ἔννοιαν, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ αἰτία καὶ ἡ πηγὴ τῶν ἐγκλημάτων ἤθελε κατὰ πολὺ ἐλαττωθῆ. Ἐγὼ δὲν ἤθελον διστάσει νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ Ποινικῷ νόμῳ διάταξις, καθ’ ἣν, μετὰ τὴν ὑπὸ τῶν ἐνόρκων ἀπαλλαγὴν τοῦ κατηγορουμένου λόγῳ μέθης, ἢ μετὰ τὴν ἐπιβολὴν ἐλάσσονος ποινῆς λόγῳ μετρίας μέθης, αὐτὸ τὸ δικαστήριον τῶν Συνέδρων νὰ ἐπιβάλλῃ αὐτοτελῆ ποινὴν εἰς τὸν κατηγορούμενον, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι εὑρέθη ἐν μέθῃ· καὶ ἐν τῷ ἀδικήματι τῆς ἀναιρέσεως παντάπασι δὲν ἤθελον διστάσει νὰ ἐπιψηφίσω ἄρθρον νόμου, ἐπιβάλλον διὰ τῶν Συνέδρων αὐτοτελῆ πενταετῆ φυλάκισιν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις, κριθεὶς ὑπὸ τῶν ἐνόρκων ἀκαταλόγιστος λόγῳ μέθης, ἀπηλλάγη. Δὲν θέλω διστάσει παντάπασι νὰ ἐπιβάλω αὐτοτελῆ διὰ τῶν Συνέδρων ποινὴν δύο ἢ τριῶν ἐτῶν φυλακίσεως εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἀπεπειράθη ἀναίρεσιν διότι εὑρέθη ἐν μέθῃ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, μήπως αἰτία ἐπίσης τῶν τοσούτων ἀδικημάτων, καὶ μεγίστη, δὲν ἦναι ἡ παράνομος ὁπλοφορία; Ἀληθῶς οἱ νόμοι ἡμῶν τιμωροῦσι τὴν ὁπλοφορίαν· ἀλλὰ ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ φέρωσι πληροφορίας, ἵνα ἴδωμεν πόσοι πολῖται Ἕλληνες ἐτιμωρήθησαν, διότι εὑρέθησαν ὁπλοφοροῦντες. Ἐὰν λοιπὸν ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου τιμωρῆται μὲν τὸ ἀδίκημα, ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ ἀδικήματος τοῦ κυρίου καὶ τῆς δι’ αὐτὸ καταγνωσθείσης ποινῆς ἐπιβάλληται ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου ἢ τοῦ δικαστηρίου τῶν Συνέδρων καὶ ποινή τις εἰς τοὺς κατηγορουμένους αὐτοτελὴς, διότι εὑρέθησαν ὁπλοφοροῦντες, ἰδοὺ καὶ ἄλλο μέσον, δι’ οὗ δυνάμεθα νὰ περιστείλωμεν ἀληθῶς εἰς μέγαν βαθμὸν τὴν πλημμυρήσασαν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἀδικίαν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ θέμα, περὶ οὗ ἀγορεύω, εἶναι τοσούτῳ σοβαρὸν, ὥστε τοὐλάχιστον ἐν αὐτῷ θέλομεν τείνει τὰς χεῖρας, καὶ θέλουσιν ἀδελφωθῆ, οὕτως εἰπεῖν, τὰ κόμματα, ἵνα σώσωμεν τὸν ταλαίπωρον τοῦτον τόπον ἐκ τοῦ κακοῦ, ὅπερ ἀτιμάζει καὶ ἀμαυροῖ τὴν ὡραίαν καὶ ἱστορικὴν αὐτὴν χώραν. Περὶ τούτου καὶ μόνον ἐὰν εὑρίσκετο Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταγείνῃ, νομίζω, ὅτι δὲν ἤθελεν ἔχει ἀνάγκην τιμιωτέρου τίτλου, ὅταν ἤθελεν ἐξέλθει τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐκφράζω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἐὰν παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα αὐθωρεὶ ἢ ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει προβῶσιν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοιαύτης ἐθνικῆς ἀληθῶς ἐπιτροπῆς, δι’ ἣν, ἐπαναλαμβάνω, ὑποχρέωσιν ἔχομεν, διότι, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο ἐλάβομεν παρὰ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ἐπιτακτικὴν ἐντολήν.
§83ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξε καὶ ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι τὸ κυριώτατον τῶν μελημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀσχολεῖται ἡ πολιτεία καὶ ὀφείλει ν’ ἀσχολῆται, διότι τὰ τῆς περιστολῆς τῶν ἐγκλημάτων δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἀμέσως σχετιζόμενον πρὸς τὸν προορισμὸν τῆς πολιτείας, χάριν τοῦ ὁποίου γίνονται ὅσα γίνονται, χάριν τοῦ ὁποίου ὑπάρχουσιν αἱ ἀρχαὶ, χάριν τοῦ ὁποίου φορολογεῖται ὁ πολίτης. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, θεωρήσας ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐγκληματικότητος καὶ παρ’ ἡμῖν εἶναι ζήτημα σχετικὸν ἰδίως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, σχετικὸν πρὸς τὸν Ποινικὸν νόμον, παρὰ πολὺ αἰσιόδοξος δείκνυται. Τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι παρ’ ἡμῖν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἴσως ὁ σχετικῶς ὀλιγώτερον καλούμενος νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς περιστολῆς τῶν ἐγκλημάτων ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὥρισε καὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπέλθῃ περιστολή τις.
§84ΛΕΒΙΔΗΣ. Τινά.
§85ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὗρε σφάλματα ἐν τοῖς νόμοις καὶ περιώρισε ταῦτα, ὡς τὰς περὶ μέθης διατάξεις καὶ τὴν ἐλευθέραν ὁπλοφορίαν. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, σπεύδω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν ἤθελεν ἐπεκταθῆ αὐστηρῶς ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ὁπλοφορίας ἰδίως ἐκτὸς τῶν μεγαλοπόλεων, δηλαδὴ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, οὐδὲν ἄλλο θὰ εἶχον νὰ εὐχηθῶσιν οἱ ἐγκληματίαι. Διότι εἰς τὸν πολίτην, ὁ ὁποῖος μένει ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, δὲν μένει οὐδεμία ἄλλη προστασία ἢ ἡ προστασία τοῦ ἰδίου αὐτοῦ ὅπλου. Δὲν ἐχρειάζετο οὐδεμία ἄλλη εἰρωνεία διὰ τὸν πολίτην αὐτὸν τῆς ἐπαρχίας ἢ νὰ τῷ ἀπαγορεύσητε τὸ δικαίωμα τοῦ ὁπλοφορεῖν. Εἰς ἐπίμετρον οὐδὲν ἄλλο ὑπολείπεται ἢ ἡ τελευταία αὕτη ἀπαγόρευσις, ἰδίως πρὸς τοὺς χωρικοὺς καὶ τοὺς ποιμένας, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ ἴδιον ἑαυτῶν ὅπλον σώζουσι τὰς σπορὰς καὶ τὰ ποίμνια ἀπὸ τοὺς ζημιωτὰς καὶ τοὺς κλέπτας. Τὸ ζήτημα τῆς ἐγκληματικότητος βεβαίως εἶναι ζήτημα γενικὸν πάσης κοινωνίας, τὰ ἐγκλήματα ἐκτελοῦνται παντοῦ ἀμέσως ἕνεκα τῶν συνήθων ψυχολογικῶν αἰτιῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων δύναται ὁ ἄνθρωπος νὰ προβῇ εἰς τὰ ἐγκλήματα· ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξετάσωμεν εὐρύτερον τὰ ἀπώτερα καὶ ῥιζικώτερα αἴτια τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐγκλημάτων παρ’ ἡμῖν, θέλομεν εὕρει, ὅτι αἰτία ἐν Ἑλλάδι εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, δηλονότι οἱ νομοθέται καὶ οἱ κυβερνῆται τοῦ τόπου, ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς χώρας, ἡ ἔλλειψις πάσης διοικήσεως. Τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ἔγκλημα τῆς ἀνθρωποκτονίας ἐν Ἑλλάδι ἔχει ἐξόχως αὐτὸ τὸν χαρακτῆρα τῆς αὐτοδικίας, τελουμένων τῶν πλείστων ἀνθρωποκτονιῶν ἕνεκα ἄλλων ἐγκλημάτων. Παραγγείλατε νὰ ἐρευνηθῶσι τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθη ἡ ἐγκληματικότης αὕτη, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι τὸ πραγματικὸν αἴτιον εἶναι ἡ ἔλλειψις ἀστυνομίας, ἔλλειψις δικαιοσύνης, ἔλλειψις πάσης ἀσφαλείας, ἡ ἔλλειψις πάσης προληπτικῆς μερίμνης τῆς πολιτείας, ἡ ἔλλειψις πάσης κατὰ τοῦ ἐγκλήματος μερίμνης. Ἀνεγίνωσκον ὅτι ἔν τινι Κράτει, ἐν Ἀγγλίᾳ νομίζω, οἱ ἔνορκοι μετὰ τὸ τέλος ἑκάστης συνόδου ἔχουσι καθῆκον νὰ ἐκθέτωσι τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον τὰ ἐγκλήματα, ὅσα ἐδίκασαν, καὶ νὰ καταγγέλλωσι τὰς παραλείψεις τῆς ἐξουσίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων συνέβη ὁ πολλαπλασιασμὸς ἑνὸς ἐγκλήματος. Συνέβη λοιπόν ποτε, ἕνεκα ἀμελείας τῆς ἀστυνομίας, ἐπιτρεψάσης νὰ διατηρῆται ἔν τινι μέρει κατάστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, συνέβη νὰ λάβωσι χώραν ἀνθρωποκτονίαι. Ἐπιλαμβάνεται τὸ Κακουργοδικεῖον τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐγκλημάτων ἐκείνων καὶ δι’ ἐκθέσεώς των οἱ ἔνορκοι ἐξεφράσθησαν περὶ τοῦ αἰτίου τῶν ἐγκλημάτων ἐκείνων, ἀλλ’ ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία οὐδὲν ἔπραξεν· ἔρχεται ἡ ἑπομένη σύνοδος καὶ παρουσιάζονται πρὸς ἐκδίκασιν πολλὰ ἕτερα ἐγκλήματα, ἕνεκα τοῦ αὐτοῦ αἰτίου. Τί ἔκαμαν οἱ ἔνορκοι; Οἱ ἔνορκοι δικάζοντες ἀπεφαίνοντο «ἀθῶος! ἀθῶος! ἀθῶος! ἀθῶος!»· τοὺς ἀθωόνουσιν ὅλους τοὺς ἐνόχους, καὶ τότε ᾐσθάνθη ἡ ἐξουσία, ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ καὶ ἔλαβε τὴν δέουσαν πρόνοιαν. Τοιαῦτά τινα μᾶλλον ἔπρεπε νὰ συμβουλεύσωσιν ἐν Ἑλλάδι, ὅπως, ἐὰν ἦναι δυνατόν, καταδεικνύηται ἑκάστοτε ποῖαι εἶναι αἱ παραλείψεις τῆς ἐξουσίας, αἱ ἐλλείψεις περὶ τὴν ἀστυνομίαν, ἀλλὰ καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν οἰκτρὰν εἰκόνα τῆς διοικήσεώς μας, τὸ ὀλιγώτερον δὲ καὶ τελευταῖον θὰ ἦναι ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ βελτιώσεως τοῦ Ποινικοῦ νόμου ἢ ἀπαγορεύσεως τῆς ὀπλοφορίας. Ἐὰν πρόκηται περὶ τῶν πόλεων, ἴσως εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἀπαγόρευσις· ἐὰν ὅμως πρόκηται περὶ τῶν ἐπαρχιῶν, οὐδὲν ἄλλο ὑπολείπεται ἢ ἡ χλεύη αὕτη πρὸς τὸν λαὸν αὐτῶν· νὰ εἴπωμεν δηλονότι πρὸς αὐτὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναπαύηται ἐν Ἑλλάδι καὶ ὁ κάτοικος τῆς ἐπαρχίας εἰς τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους.
§86ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Βεβαίως τοιοῦτον ζήτημα οὔτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης πρέπει νὰ συζητῆται, οὔτε παρεπιμπτόντως ἐν τῇ Βουλῇ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τῶν παρ’ ἄλλων ῥηθέντων, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία διὰ τὴν κοινὴν ἐργασίαν τῶν πολιτευομένων πρὸς περιορισμὸν τοῦ ἀληθῶς ὑπερβάντος πᾶν ὅριον φαινομένου τούτου τῆς ἐγκληματικότητος ἐν ταῖς προσβολαῖς τῆς ζωῆς ἐν Ἑλλάδι. Τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ τελευταίου λαβόντος τὸν λόγον συναδέλφου κατὰ τῆς ἰδέας τοῦ πρὸ αὐτοῦ ὁμιλήσαντος καὶ ὀρθῶς ἰσχυρισθέντος, ὅτι ἡ ὀπλοφορία εἶναι μία τῶν παραγωγῶν αἰτιῶν τῶν ἐγκλημάτων τοῦ αἵματος, δὲν τὴν εὑρίσκω παντάπασιν εὔλογον· ἤθελε μὲν δικαιολογεῖσθαι ὁ ἐξ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας ἔντιμος ἀντιπρόσωπος, ἂν περιώριζε τὴν ὀπλοφορίαν εἰς τοὺς ποιμένας, τοὺς ἐν ἐρήμοις βιοῦντας, τοὺς τὸν κίνδυνον τῶν ζωοκλεπτῶν διατρέχοντας, εἰς προστασίαν τῶν ὁποίων δὲν ἐξικνεῖται ἡ προληπτικὴ τῆς πολιτείας ἀρχή· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ὀπλοφορία μόνον ἐν Ἀθήναις πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ, ὡς αὐτὸς εἶπεν, οὐχὶ δὲ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ὅτι μία παραγωγὸς αἰτία, καὶ ἴσως ἡ κυριωτάτη, τῶν ἐγκλημάτων εἶναι ἡ ὀπλοφορία, ἀποδεικνύει τὸ ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἐγκλημάτων γίνονται ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς. Καὶ βεβαίως δὲν θὰ ἐξετελοῦντο, ἐὰν δὲν εὑρίσκοντο πρόχειρα τὰ ὅπλα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη αἰτία ἡ ὀπλοφορία. Δὲν δέχομαι δὲ καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἄλλου ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ πρώτου τὴν συζήτησιν ταύτην προκαλέσαντος, ὅτι ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος εἶναι ἀτελὴς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μέθης. Ἡ ἐφαρμογὴ πιθανὸν νὰ ἦναι κακὴ, ἀλλ’ ὁ νόμος ἡμῶν ὡς πρὸς τοῦτο εἶναι ἀρτιώτατος, καὶ οἱ ποινικοὶ νόμοι ὅλων τῶν Κρατῶν, καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ἐσχάτως ἐκδοθέντες καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπὸ μελέτην εὑρισκόμενοι δέχονται τὴν αὐτὴν βάσιν. Ἔλλειψις διανοητικῆς δυνάμεως, προερχομένη ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας, ἔλλειψις διανοητικῆς ἀρτιότητος παρὰ πάντων θεωρεῖται ὡς αἴρουσα τὸ ἀξιόποινον. Ὅτι δὲ ἡ μέθη φέρει ἔκστασιν φρενῶν καὶ ἀλλοιοῖ τὴν διανοητικὴν κατάστασιν, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία. Ἐὰν φρονῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα περισταλτικὰ κατὰ τῆς μέθης, τοῦτο διαφέρει. Εἶναι κοινωνικὸν ζήτημα καὶ ὄχι εὔλυτον. Ὡς πρὸς τὴν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ ποιν. νόμου εὐχήν του, δὲν εἶμαι παντάπασι σύμφωνος, καὶ μάλιστα προκειμένου νὰ γείνῃ τοῦτο εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον. Ἐγὼ τοὐναντίον ἀπεύχομαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐπιδιώξῃ τοιαύτην δόξαν καὶ νὰ κάμῃ τὴν ἐπιπολαιότητα νὰ τελειώσῃ ἀναθεώρησιν τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν. Οἱ παρακολουθήσαντες τοιαύτας ἐργασίας ἄλλων Κρατῶν, ὅπου οἱ νόμοι δὲν εἶναι πολιτικὰ ἢ ἀστυνομικὰ μέτρα, ὡς παρ’ ἡμῖν καθιερώθη νὰ λογίζωνται εὐμετάβλητα χρήματα, οἱ παρακολουθήσαντες, λέγω, ἐν ἄλλοις Κράτεσι τὴν γενομένην ἐργασίαν πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ ποινικοῦ νόμου θέλουσιν ἰδεῖ, ὅτι αὕτη εἶναι ἔργον ἀπαιτοῦν δεκαετηρίδα τοὐλάχιστον καὶ τὴν συνεργασίαν ὅλων τῶν περὶ τὴν ἐπιστήμην καταγινομένων. Ὡς παράδειγμα δὲ φέρω τὴν Ἰταλίαν, ὅπου πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ ποινικοῦ μόνον νόμου, οὐχὶ δὲ καὶ τῆς ποινικῆς δικονομίας, συνεστήθησαν ἐπιτροπαὶ κατὰ Πρωτοδικεῖα, ἐκ δικηγόρων καὶ δικαστῶν, αἵτινες, μελετῶσαι τὸ ζήτημα, ἐκθέτουσι τὰς ἰδέας αὐτῶν, εἶτα δὲ ἐπιτροπαὶ ἄλλαι ἐκ δικηγόρων καὶ δικαστῶν κατὰ Ἐφετεῖα, συγκεντροῦσαι τὰς ἐργασίας τῶν Πρωτοδικείων καὶ ἐκθέτουσαι τὰς ἰδίας γνώμας, καὶ ὅμοιαι ἐπιτροπαὶ κατ’ ἀκυρωτικὰ, (διότι ἐκεῖ ἦσαν πλείονα τοῦ ἑνὸς ἀκυρωτικὰ) συγκεντροῦσαι τὰς ἐργασίας τῶν Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων τῆς ἰδίας ἑκάστου περιφερείας καὶ ἐκφέρουσαι ἰδίας γνώμας, καὶ τελευταῖον ἐν τῷ κέντρῳ, τῇ Ῥώμῃ, ἐπιτροπὴ ἄλλη ἐκ δικηγόρων, δικαστῶν καὶ ἐπιστημόνων, συγκεντρώσασα ἅπασαν τὴν ἐργασίαν, ἐκθέτει τὰς ἑαυτῆς γνώμας. Αἱ ἐκθέσεις αὗται ἐγένοντο ἀντικείμενον μακρῶν συζητήσεων φιλοσοφικῶν, κοινωνικῶν, ἰατρικῶν καὶ πολιτικῶν. Οὕτω γίνεται τοιαύτη ἀναθεώρησις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἀλλὰ ἀναθεώρησιν, οἵαν ὁ συνάδελφος συνέστησε, δὲν εὔχομαι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ, καὶ διὰ μιᾶς μόνον ἐπιτροπῆς, ἢ διὰ τῆς συνεργασίας ἑνὸς μόνου προσώπου, ὡς εἶπεν. Ἐγὼ δὲ μεταξὺ τῶν ἄλλων αἰτιῶν δεχόμενος καὶ τὴν ὁπλοφορίαν ὡς τοιαύτην, ὑποδεικνύω ὡς αἰτίαν ἄλλην τῶν προσβολῶν τῆς ζωῆς, τὴν ἀτέλειαν τοῦ ἡμετέρου ποινικοῦ νόμου ἐπὶ τῶν ἐξυβρίσεων καὶ συκοφαντιῶν’ τὴν ἀτέλειαν δὲ ταύτην τῆς νομοθεσίας ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἐπιδιώξεως τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ προσβληθέντος θεωρῶ εὔκολον νὰ διορθώσωμεν. Ἡ εὔκολος ὕβρις καὶ ἡ δυσχερὴς ἀνόρθωσις τῆς ὕβρεως ἐκ μέρους τῆς δικαιοσύνης, βραδέως καὶ ἀτελῶς ἐργαζομένης, ἡ ἕνεκα ταύτης ἐγειρομένη ἰδέα τῆς ἐκδικήσεως κατὰ τῆς ὕβρεως ἅμα τῇ ὕβρει γεννᾷ τὴν αὐτοδικίαν. Ὁ νόμος ἡμῶν περὶ ἐξυβρίσεων ἔχει ἀνάγκην τροποποιήσεως, ὅπως ἐπέρχηται πρὸ πάντων ταχεῖα καὶ πλήρης ἀνόρθωσις τῆς γενομένης ὕβρεως. Τώρα βεβαίως καὶ ἄλλα πολλὰ ὑπάρχουσιν αἴτια· ὁ χαρακτὴρ ὁ εὐέξαπτος τοῦ λαοῦ, ἡ ἐπιδεικτικὴ τάσις τῶν πολλῶν, ἡ ἀτέλεια τῆς ἀστυνομίας, ἡ ἀτελὴς θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ μόρφωσις, τὰ ἔθιμα τὰ ἐπικρατοῦντα ἔν τισι τόποις ἐν Ἑλλάδι, ὅλα αὐτὰ συντελοῦσιν. Ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν εἶναι ἐκ τῶν αἰτιῶν διαφθορὰ ψυχῆς καὶ αἰσχροκέρδεια, διότι τοιαῦτα παρ’ ἡμῖν ἐγκλήματα εἶναι σπάνια. Εὐχὴν ὅθεν ἐκφέρω καὶ ἐγὼ, καὶ ἑνοῦμαι μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅπως ληφθῶσι μέτρα, ἵνα τὰ ἐγκλήματα ταῦτα εὑρεθῇ τρόπος νὰ περισταλῶσιν ὅσον τάχιον ὑπὸ τῆς πολιτείας.
§87ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν οἱ λόγοι τοῦ πρώτου ἀπαντήσαντος ἀξιοτίμου ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Βουλευτοῦ μείνωσιν ἄνευ ἀπαντήσεως, οὕτω δὲ θεωρηθῶσιν ὡς γενόμενοι δῆθεν ἀποδεκτοὶ παρὰ τῆς Βουλῆς, θέλουσι συντελέσει νομίζω εἰς τὴν πλημμύραν τῶν ἐγκλημάτων, διότι πᾶς Ἕλλην θέλει ἀκούσει, ὅτι εὑρέθη ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους ἐν τῇ Βουλῇ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναί τις ἀσφαλὴς, ἐὰν δὲν σιδηροφορῇ. Ἴσως μάλιστα εἰς τοῦτο ἐκ καταγωγῆς ὁ κ. συνάδελφος παρεφέρθη καὶ ἔφθασε, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ Θουκυδίδης, ἐξετάζων τὸν πολιτισμὸν τῆς Ἑλλάδος, κατηγορεῖ τοὺς Αἰτωλοὺς καὶ Ἀκαρνάνους, καὶ θεωρεῖ αὐτοὺς, ὅτι δὲν συμβαδίζουσιν ὡς πρὸς τὸν πολιτισμὸν μὲ τοὺς λοιποὺς Ἕλληνας, διότι σιδηροφοροῦσιν. Ἀλλὰ δὲν ἤλπιζον ποτὲ, ὅτι μετὰ τοσούτους αἰῶνας ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ Θουκυδίδου ἤθελεν εὑρεθῆ συνάδελφος ἐνταῦθα διαπρεπὴς, ὅστις νὰ προκαλέσῃ τοὺς Ἕλληνας νὰ σιδηροφορῶσιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει ἄλλως ἀσφάλεια. Ὁ ἕτερος τῶν κυρίων συναδέλφων ἐνόμισεν, ὅτι ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος εἶναι πλήρης καὶ τέλειος ἐν τῷ ζητήματι τῆς μέθης. Ἐγὼ δὲν διαφωνῶ ὡς πρὸς τοῦτο· ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μέθης εἶναι ἀτελὴς, καὶ γνωρίζω, ὅτι ἐξωλέστατοι κακοῦργοι ἀπηλλάγησαν συνεπείᾳ ἐτυμηγοριῶν τῶν ἐνόρκων ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν Συνέδρων· ζωηρῶς ἄλλως τε συζητεῖται, τίς εἶναι ἡ ὑπαίτιος καὶ τίς ἡ ἀναίτιος μέθη. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἐνδεικνύουσιν, ὅτι τὸ ζήτημα δεῖται συζητήσεως. Ἐγὼ ἐνέδειξά τινα τῶν αἰτίων, κρίνων τὰ πράγματα ἐκ πείρας· ἐὰν ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη καταρτισθῇ,— καὶ εἰς τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν θέλει φέρει τὴν παραμικροτέραν ἀντίῤῥησιν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, θέλει εἶσθαι τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν τελεσφορήσῃ, ὁ τιμιώτερος τῶν τίτλων τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Ζαΐμη, —ταῦτα πάντα, ἐρχόμενα ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ συζητούμενα, βεβαίως θέλουσι παραγάγει τι καλὸν διὰ τὸν ἡμέτερον τόπον. Ἐκεῖ θέλουσι συνέλθει ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐκ διαφόρων ἐπαρχιῶν, γινώσκοντες τὰ τοῦ τόπου, ἐκεῖ θέλομεν ἔχει τὰ φῶτα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐκεῖ θέλομεν ἔχει τὴν πεῖραν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐκεῖ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν πεῖραν ἄλλων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε νομίζω, ὅτι ἐκφράζω τὴν θέλησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης, καὶ ἐπιμένω, ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα νὰ σκεφθῇ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους περὶ τῆς πλημμυρησάσης τὸν τόπον ἡμῶν κακουργίας. Θὰ ἤμεθα ἀνάξιοι ἀληθῶς τῆς ἐντολῆς, δι’ ἧς ἄλλους μὲν πολλάκις οἱ πολῖται, ἄλλους δὲ πρώτην φορὰν ἐτίμησαν, ἄν ἀπέλθωμεν τῆς αἰθούσης ταύτης μετὰ τέσσαρα ἔτη, τρίβοντες καὶ ἡμεῖς τὰς χεῖρας καὶ λέγοντες, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ ὁ τόπος οὗτος ἐκ τῆς πλημμυρησάσης αὐτὸν κακουργίας. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι αὐτὸς ὁ τύπος, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς μερίδος, θέλει ὑψώσει καὶ αὐτὸς φωνὴν, καὶ θέλει ἐπιβάλει εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ πρώτιστον τοῦτο ἐκ τῶν ἡμετέρων καθηκόντων. Ἐκ τῶν στατιστικῶν, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύεται, ὅτι, ἂν εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ πολεμήσωμεν πρὸς τοὺς γείτονας ἡμῶν, βεβαίως ἐπὶ τῶν πεδίων τῶν μαχῶν δὲν ἤθελον πέσει τοσοῦτοι Ἕλληνες, ὅσοι ἐκυλίσθησαν εἰς τὸ αἷμα καὶ ἐποδοπατήθησαν ἐν τοῖς χαμαιτυπείοις καὶ τοῖς οἰνοπωλείοις, καὶ ὅσοι κυλίονται καθ’ ἑκάστην ἐν τῷ αἵματι ἐν τοῖς χαμαιτυπείοις καὶ ἐν τοῖς οἰνοπωλείοις. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, δυστυχῶς ἡ ἀληθὴς εἰκὼν τοῦ τόπου· καὶ ὅστις νομίζει, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ ἀληθὴς, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐγερθῇ καὶ ν’ ἀπαντήσῃ, καὶ τότε θέλω πάλιν ἀνταπαντήσει καὶ εἰς αὐτόν. Ἐν τούτοις συμπεραίνων λέγω, ὅτι νομίζω, ὅτι ἐκφράζω τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς, ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, ἂν παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν τὰ σήμερον κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἐνταῦθα συζητούμενα, νὰ προβῇ τάχιστα εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ προκαλέσῃ αὐτὴν τὴν ἐν τῷ τύπῳ συζήτησιν, ἵνα ἴδωμεν τέλος πάντων, ἂν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ φάρμακον ἐναντίον τῆς κακουργίας ταύτης.
§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐκδηλῶ τὴν θέλησιν καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς ἀκριβέστερον, ἂν ἐκφράσω ἐντεῦθεν εὐχὴν ἀλλοίαν ἐκείνης, ἣν ὁ ἄρτι λαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξέφρασεν. Ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τῶν τελεσθέντων κατὰ τοὺς μῆνας Δεκέμβριον καὶ Ἰανουάριον φόνων καὶ ἀναιρέσεων ἐν τῷ Κράτει. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀναιρέσεων καὶ τῶν φόνων, τῶν γενομένων κατὰ τὸν Ἰανουάριον, ἀνέρχεται εἰς τεσσαράκοντα καὶ ἑπτά· τεσσαράκοντα καὶ ἑπτὰ δὲ ἀκριβῶς εἶναι ὁ μέσος ὅρος, εἰς ὃν ἀνῆλθον οἱ φόνοι καὶ αἱ ἀναιρέσεις καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας τοῦ παρελθόντας ἔτους. Καὶ ἦν ὁ Ἰανουάριος οὗτος ὁ τέταρτος μήν, καθ’ ὃν ἐκυβέρνα ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις. Δὲν βλέπω λοιπὸν οὔτε κατὰ τὸν τέταρτον τοῦτο μῆνα ἐπελθοῦσαν διαφοράν τινα ὡς πρὸς τὸ σπουδαιότατον τοῦτο ζήτημα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς ἀσφαλείας. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. συνάδελφος ὑπῆρξε καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν περίοδον εἷς τῶν οὐχ ἥκιστα κατακρινόντων τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν καὶ ἐπὶ πολλοῖς ἄλλοις, ἀλλὰ κυρίως καὶ ἐπὶ τῇ ἐκλύσει τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἐν τῷ Κράτει. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. συνάδελφος σήμερον προσπαθεῖ νὰ ἀνεύρῃ ἀλλαχοῦ, ἐκεῖ, ὅπου δὲν κεῖνται, τὰ αἴτια τῆς παρατάσεως τῆς ἀθλίας καὶ ἐλεεινῆς ἐκείνης καταστάσεως. Ὁ κ. συνάδελφος ζητεῖ τὴν κατάπαυσιν τῶν ἐγκλημάτων εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ὁπλοφορίας καὶ εἰς τὸ ἐλαττωματικὸν τοῦ ἡμετέρου ποινικοῦ νόμου, ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς μέθης γινομένων ἐγκλημάτων· ἀπορῶ — ἐπαναλαμβάνω — πῶς ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἐζήτησεν ἐκεῖ, ὅπου κεῖται, τὴν αἰτίαν τῆς παρατάσεως τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἡ αἰτία κεῖται εἰς τὸ ὅτι ὁ τόπος οὔτε ἴχνος διοικήσεως ἔχει ἐν ταῖς ἐπαρχίαις· καὶ ἄν τις ἐξ ὑμῶν ἀμφιβάλλῃ, ἂς ῥίψῃ τὸ βλέμμα εἰς τὰ πέριξ αὐτοῦ ἔτι τοῦ Βουλευτηρίου, εἰς τὰ πέριξ αὐτῶν τῶν Ὑπουργείων, διὰ νὰ πεισθῇ καὶ τεκμηριώσῃ τί εἶναι δυνατὸν νὰ γίγνηται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις! Συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. συνάδελφον, παρὰ τὴν γνώμην καὶ τοῦ σεβαστοῦ προγόνου ἡμῶν Θουκυδίδου, ὃν ἀγνοῶ διατὶ ἐπεκαλέσθησαν, ὅτι ὁ Ἕλλην, διὰ νὰ ζήσῃ σήμερον ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ σιδηροφορῇ, καὶ εἰ δυνατὸν νὰ σιδηροφορῇ μέχρις ὀδόντων. Μὴ ζητήσωμεν νὰ αἰτιολογήσωμεν τὴν κατάστασιν ταύτην δι’ ἐπιτροπῆς καὶ διὰ μέσων καὶ διὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἀμέσως. Ἀντὶ ὁ κ. συνάδελφος νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀγρυπνήσῃ ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου, νὰ ἐπιδείξῃ αὐστηρότητα, νὰ δείξῃ καὶ καταδείξῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἀνέλαβε στιβαρᾷ τῇ χειρὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ τόπου, εἶπεν ἐντεῦθεν, ἀπὸ τῆς ἐπισημοτάτης ταύτης θέσεως, πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι πρέπει ἀκόμη ἐπὶ δέκα πέντε μῆνας νὰ ἀνέχηται τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ νὰ φονεύηται, μέχρις ὅτου ἐν τῇ μελλούσῃ συνόδῳ τῆς Βουλῆς, ἂν εὐδοκήσῃ, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις συστήσῃ ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ νομοσχεδίου τινὸς, μέχρις ὅτου, λέγω, διὰ τοιούτων μέτρων, δέκα πέντε μῆνας ἀπεχόντων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης, βελτιωθῇ ἡ θέσις καὶ ἡ κατάστασίς του!
§89ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν της· νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ ἐκτελεῖ.
§90ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐπίσημοι ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος σήμερον, ἀποδεικνύουσιν εἰς ἐμὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκον της, ἢ ἐκτελεῖ αὐτὸ ὅσον καὶ ἡ προκάτοχος· θὰ ηὐχόμην δὲ νὰ μὴ ἀκούσω παρ’ ὑμῶν, ὅτι πρέπει εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ διασταυρώσωσι τὰς χεῖρας αἱ δύο πτέρυγες, διότι νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἤθελεν εἶναι, κατὰ τὴν ὑμετέραν ἄλλοτε ἐκφρασθεῖσαν κρίσιν, παντάπασι τιμητικὸν διὰ τὴν νέαν Κυβέρνησιν, νὰ συνταυτισθῇ μὲ τὴν ἐνέργειαν τῆς τότε Κυβερνήσεως· καὶ νομίζω περιττὸν νὰ παρακινηθῶσιν αἱ δύο πτέρυγες νὰ δώσωσι τὰς χεῖρας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, διότι ἔδωκαν ἤδη τὰς χεῖρας, ἀφοῦ ἡ μία οὐδὲν πράττει διάφορον τῶν ὅσα ἔπραττεν ἡ ἑτέρα.
§91ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἂν θέλετε νὰ δώσῃ καὶ ἡ τρίτη, ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω (γέλωτες ἐν τῇ αἰθούσῃ).
§92ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀκαίρως ἦλθε τοσοῦτον σοβαρὰ συζήτησις περὶ σοβαρωτάτου ἀντικειμένου ἐν τῇ Βουλῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἀκαιρότερον ἴσως ἀξιότιμος συνάδελφος τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἠθέλησε τοσοῦτον σοβαρὸν ζήτημα νὰ καταβιβάσῃ μέχρι τοῦ ἐδάφους τῶν πολιτικῶν παθῶν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἔθετο τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν, καὶ ἤθελον συμφωνήσει πρὸς αὐτὸν, ἂν φράσεις τινὲς, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ ἐξέφυγον τῶν χειλέων του, δὲν μοι ἔδιδον ἀφορμὴν νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δύο λέξεις. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ διοίκησις δὲν δύναται πολὺ νὰ συμβάλῃ, ὅπως περιορισθῶσι τὰ ἐγκλήματα, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ ἀπολύτως τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι αἰτία τῆς καταστάσεως, οἵαν περιέγραψεν αὐτὴν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι ἡ χαλαρότης τῆς διοικήσεως ἐκείνης, ἢ ταύτης, ἢ ἄλλης προλαβούσης Κυβερνήσεως. Ὅταν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων φέρωμεν τὴν συζήτησιν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἔχομεν ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν. Ἐξετάζοντες τοὺς στατιστικοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφορῶντας εἰς δεκαετίαν, καὶ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κατέθεσεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφορῶντας εἰς τὸ τελευταῖον ἔτος, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ πρὸ ὀλίγου εἶπον, εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλοῦ δέον νὰ ἀναζητήσωμεν τὰ αἴτια τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε τοῦ παρόντος χρόνου νὰ συζητῶμεν περὶ τῶν αἰτίων τούτων; Βεβαίως οὐχὶ, ὡς λίαν εὐλόγως παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας. Ἐπειδὴ ὅμως ἤχθη εἰς τὸ μέσον ἡ συζήτησις, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοὺς κκ. συναδέλφους, τοὺς στηριζομένους εἰς τοὺς πίνακας τοὺς στατιστικοὺς, τοὺς ὑποβληθέντας καὶ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μὴ ἐκλαμβάνωσιν, ὅτι οἱ πίνακες οὗτοι παριστῶσι τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν πραγμάτων, καθόσον οἱ πίνακες οὗτοι στηρίζονται εἰς τὰ βιβλία τῶν μηνύσεων, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι εἰς τὰ βιβλία τῶν μηνύσεων χαρακτηρίζονται αἱ πράξεις ἀναλόγως τῆς περιγραφῆς τῶν πραγματικῶν γεγονότων, ὡς ταῦτα ἀναγράφονται ἐν ταῖς μηνύσεσι. Δυστυχῶς ὅμως πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θὰ ἐγείρω τὴν στιγμὴν ταύτην φωνὴν διαμαρτυρίας, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι καὶ κατὰ τοῦτο λίαν εὐφάνταστος· καὶ τὸ ἐλάχιστον πταῖσμα χαρακτηρίζει πολλάκις ὡς κακούργημα, καὶ ἀναγράφεται εἰς τὸ βιβλίον τῶν μηνύσεων ὡς κακοῦργος ὁ καταγγελλόμενος, διότι οὕτως ἐξογκοῦνται τὰ πράγματα. Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ πάντες οἱ κύριοι συνάδελφοι συμφωνοῦσιν, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ γείνῃ ἀκριβὴς καὶ ἐπιστημονικὴ μελέτη, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα στατιστικὸν, στηριζόμενον ἐπὶ τῶν ἐκδοθέντων βουλευμάτων καὶ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, διότι οὗτος ὁ πίναξ θὰ παραστήσῃ ὡς καθρέπτης τὴν κοινωνικὴν ἡμῶν κατάστασιν.
§93Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπὸ πότε;
§94ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂς ἐκλέξῃ οἱανδήποτε ἐποχὴν, μίαν δεκαετίαν.
§95ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1880 ἕως τοῦ 1890.
§96ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου, πρόκειται περὶ τῶν βιαίων θανάτων, πρόκειται περὶ τῆς σφαγῆς τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ἐγένοντο θύματα φόνων βιαίων καὶ ἀναιρέσεων.
§97ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Περὶ αὐτοῦ θέλω.
§98ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λοιπὸν, ὅταν σᾶς ἀναγγέλληται ἐπισήμως ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι ὁ Α ἔπραξε τοῦτο, ἢ ὁ ἐνωμοτάρχης δεῖνα ἐν Λαυρίῳ ἐκρέμασε τὸν Τόγιαν κτλ., πρόκειται περὶ θανάτων βιαίων.
§99ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πιθανὸν νὰ ἐπέλθῃ θάνατος ἐξ ἀμελείας· φονεύεταί τις καὶ τυχαίως, καὶ οἱ συγγενεῖς του νομίζουσιν, ὅτι τὸν ἐφόνευσεν ὁ δεῖνα, καὶ τὸν καταγγέλλουσι, καὶ προσφέρονται μάλιστα νὰ μαρτυρήσουν μερικοί, καὶ ἐπὶ τέλους ἀνακαλύπτεται ὅτι ἐφονεύθη τυχαίως ἢ ὅτι.... ἄπειρα δὲ εἶναι τὰ τοιαῦτα. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ βουλεύματα, στατιστικὴν ἐπὶ τῶν βουλευμάτων ἢ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων, διὰ νὰ ἴδωμεν. Οἱ πίνακες οὗτοι εἶναι βεβαίως ἀναγκαιότατοι, ὅπως δι’ αὐτῶν ἴδωμεν τί συμβαίνει· νομίζω ὅμως, καὶ συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι αἱ ἐργασίαι δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἐργασίαι χρόνου βραχυτάτου· δὲν μεταῤῥυθμίζονται οἱ τοιοῦτοι νόμοι ἐξαπίνης· ποινικὸς νόμος μάλιστα, οἷος ὁ ἡμέτερος, τοῦ ὁποίου αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ στηρίζονται εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς φιλοσοφίας, περιλαμβάνουσι δὲ ὅ,τι δύναται νὰ φαντασθῇ ὡς ὀρθὸν ἡ ἀνθρωπίνη δικαιοσύνη, δὲν μεταῤῥυθμίζονται εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἠκούσατε, ὅτι, διὰ νὰ ἐπέλθῃ μεταῤῥύθμισις τῶν ποινικῶν νόμων εἰς ἄλλα Κράτη, ἐδέησε νὰ γείνῃ κολοσσιαία ἐργασία ἐπὶ μακροὺς ἐνιαυτοὺς, οὔτε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς αἰτία τῆς καταστάσεως ταύτης ἔλλειψις τοῦ ἡμετέρου ποινικοῦ νόμου ὡς πρὸς τὰς διατάξεις περὶ καταλογισμοῦ τῶν πράξεων, διότι, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη, ὁ ποινικὸς νόμος ἡμῶν ἔχει ἀναγράψει τὰ περὶ ἀναιτίου συγχύσεως τοῦ νοὸς καὶ τῶν αἰσθήσεων κατὰ σύστημα, ὅπερ ἔχουσι πᾶσαι αἱ νομοθεσίαι ὅλων τῶν ἐθνῶν, προσθέτω δὲ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἐλησμόνησεν ὅτι τὴν μέθην τὴν τιμωρεῖ εἰδικῶς ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος, τὴν τιμωρεῖ ὡς πταῖσμα· περὶ τούτου ἠδύνατο ἴσως νὰ ζητηθῇ τροποποίησίς τις. Ἀλλὰ μήπως νομίζετε, ὅτι ἐπῆλθέ ποτε καταδίωξις κατὰ τοῦ μεθύοντος καθ’ ἕξιν; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἤκουσα ποτὲ τοιοῦτόν τι. Ἓν ἴσως τῶν κυριωτέρων αἰτίων εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ λίαν ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Ποταμιάνος, τοὐτέστιν ἡ ἀτέλεια τῶν περὶ ἐξυβρίσεως διατάξεων τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν νόμου, καθ’ ἃς δὲν δίδεται εἰς τὸν πολίτην, εἰς τὸν Ἕλληνα μάλιστα πολίτην, πλήρης ἱκανοποίησις καὶ ταχεῖα ἐπὶ τῶν ἐξυβρίσεων. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, περὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦτος γίνεται λόγος, ὡς ἔχοντος στοιχεῖα ἐγκληματικότητος, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν στατιστικῶν πινάκων, ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἄλλους λαοὺς, ὅτι εἶναι ὁ ἡμερώτερος λαὸς, ὅτι εἶναι ὁ ἀδολώτερος τῶν λαῶν· διότι αἱ στατιστικαὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης τῶν ἄλλων Κρατῶν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἐκεῖ 5%, 10%, 20% πολλάκις καταδικάζονται δι’ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν ἔνστικτον κακούργου φύσεως. Παρ’ ἡμῖν τί ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς στατιστικῆς; παρ’ ἡμῖν ἀποδεικνύεται, ὅτι οὔτε ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν καταδικάζονται διὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα· δὲν πρέπει τὴν στιγμὴν ταύτην ν’ ἀποσιωπηθῇ τοῦτο, διότι ἐπὶ τέλους δὲν πρέπει νὰ γείνῃ πιστευτὸν, ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν κατοικεῖται ὑπὸ φύσει κακούργων. Ἄν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἕνεκα τοῦ εὐερεθίστου αὐτοῦ, ἕνεκα τῆς ἀτελοῦς διοικήσεως, ἕνεκα τῆς ἀτελοῦς παιδείας....
§100ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Αὐτὸ θέλομεν νὰ εἰπῆτε.
§101ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. ... ἕνεκα διαφόρων ἄλλων λόγων καὶ πρὸ πάντων ἕνεκα τῆς ἀτελείας τοῦ ποινικοῦ νόμου ὡς πρὸς τὴν αὐστηρὰν καὶ ταχεῖαν παροχὴν ἱκανοποιήσεως πρὸς τὸν ἐξυβριζόμενον πολίτην, τουθ’ ὅπερ προκαλεῖ αὐτοδικίαν, περιπίπτῃ εἰς ἐγκλήματα ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς, δὲν εἶναι τοῦτο ἀρκετὸν, ἵνα ῥίψητε λίθον ἐναντίον ὁλοκλήρου λαοῦ καὶ χαρακτηρίσητε αὐτὸν ὡς κακοῦργον. Μεταξὺ τῶν καταδίκων εἰς τὰς φυλακὰς θὰ εὕρητε, (δὲν ἔχω προχείρους τοὺς ἀριθμοὺς) ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μεταξὺ τῶν τριῶν χιλιάδων θὰ εὕρητε δύο τόσας χιλιάδας καταδικασθέντας δι’ ἀδικήματα ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς τελεσθέντα, καὶ μόνον δύο ἢ τρεῖς διαπράξαντας ἀπάτην, πέντε, ἕξ ἢ ἑπτὰ φόνον, πέντε, ἕξ ἢ ἑπτὰ πλαστογραφίαν. Ταῦτα ὁμολογοῦσιν οἱ ἀριθμοὶ τῶν στατιστικῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι λίαν ἐνθαῤῥυντικὸν, καὶ ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ τὸ ἀναγνωρίσωμεν, διότι τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι οὐχὶ πρεπόντως ἀναφωνοῦμεν ἐνταῦθα ὅσα πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν τείνοντα νὰ πιστοποιήσωσιν ἐπισήμως, ὅτι διατρέφομεν πάντες ἡμεῖς τὸ σπέρμα τοῦ ἐγκλήματος ἐν τοῖς σπλάγχνοις ἡμῶν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀναγνωρίζω μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τὴν ἀνάγκην, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ περιορισθῶσι καὶ τὰ ἐν βρασμῷ τελούμενα ἐγκλήματα, καὶ ταχέως μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς τούτων δὲν ἐλαττοῦται σὺν τῇ κοινωνικῇ προόδῳ· ἀλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη πρέπει νὰ προβῇ μετὰ προσοχῆς. Δὲν πρέπει δὲ νὰ παρασυρώμεθα ἀπὸ ἰδέας, τὰς ὁποίας εἰσαγγελικὸν πνεῦμα δύναται νὰ ἐμβάλῃ εἰς τὴν διάνοιαν ἡμῶν. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ φρίκης ἤκουσα τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου, ὅτε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὡμίλει, ὑποστηρίζων ὅτι πρέπει νὰ τιμωρῆται ὁ μεθύων μετὰ τὴν ἀπόλυσίν του λόγῳ ἀκαταλογίστου ἀπὸ τοῦ τελεσθέντος παρ’ αὐτοῦ ἐγκλήματος μὲ πενταετῆ φυλάκισιν, μόνον διότι ἐμέθυσε.
§102ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§103ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὅμως πρωτότυπον καὶ ἐπὶ οὐδεμιᾶς ἀρχῆς στηριζόμενον δὲν διορθοῦνται οἱ νόμοι. Τοιαύτη τις γνώμη θὰ καταστρέψῃ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νόμου. Ἤκουσα καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὑποστηριζομένην παρ’ ἐκείνου, ὅστις συνέλαβε ταύτην, ἀλλὰ τὴν ἀπέκρουσα καὶ τότε, τὴν ἀποκρούω δὲ καὶ ἤδη· ἤκουσα μάλιστα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ χαρίζηται ἡ Δικαιοσύνη διὰ τὸ τελεσθὲν ἀδίκημα ἐν καταστάσει μέθης· ὁ ἡμέτερος νομοθέτης, ὡς καὶ πάντες οἱ νομοθέται τοῦ κόσμου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαγράψωσιν ἀπὸ τοῦ ποιν. νόμου τὴν ἀρχὴν, ὅτι, ὅστις ἐν καταστάσει συγχύσεως τοῦ νοὸς ἐκτελέσει ἀδίκημα, δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸς καταλογισμοῦ. Αἱ λεπτομέρειαι τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον περιῆλθεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, εἶναι ζήτημα ἐντελῶς παρεπόμενον· τὸ κύριον ζήτημα εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει νομοθέτης, φιλόσοφος ἢ μὴ, ὁ ὁποῖος νὰ τιμωρῇ τὸν ἄνθρωπον, ὅστις δὲν ἔχει σώας τὰς φρένας του. Διότι ἀδυνατεῖς κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ προλάβῃς τὰ ἀδικήματα, διαμορφῶν καὶ διαπλάττων τὴν διάνοιαν καὶ τὴν ψυχὴν τῶν πολιτῶν, πρέπει νὰ καταφύγῃς εἰς τὸ νὰ τιμωρήσῃς καὶ τὸν παράφρονα, ἐκτελέσαντα τυχὸν ἀδίκημα; Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐναντίον ὅλων τῶν κανόνων τοῦ δικαίου! Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ἡ συζήτησις τῶν τοιούτων ζητημάτων· συμφωνῶ δὲ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν προλαλησάντων, ὅτι ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν ἐπισταμένως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἤκουσα ἀναπτυσσομένας πρὸ ὀλίγου ἐνταῦθα, ἐπιθυμῶ νὰ τὰς ἀκούσω ἀναπτυσσομένας ἐν ἐπιτροπῇ. Ἐκεῖ δύνανται νὰ συζητήσωσι πάντες ἐλευθέρως τὰς γνώμας αὐτῶν, καὶ μὴ ἐπηρεαζόμενοι ἐκ διαφόρων λόγων, οἱ ὁποῖοι δύνανται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀγορεύσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ἐπηρεάζωσι τὴν διάνοιαν ἡμῶν. Ἐκεῖ ἡ ἐπισταμένη καὶ ἐμβριθὴς μελέτη θὰ περιαγάγῃ ἡμᾶς βεβαίως εἰς ἀποτέλεσμα αἴσιον, ὥστε νὰ νομοθετήσωμεν, ὅσον τοὐλάχιστον εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν, διατάξεις τοιαύτας, διὰ τῶν ὁποίων νὰ κατορθώσωμεν νὰ περισταλῇ τὸ κακὸν, περὶ τοῦ ὁποίου τόσος ἐγένετο λόγος.
§104ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ νομοθετικῆς προνοίας. Δύναται ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἴς τινα κέντρα, ἅτινα ἢ γίνονται τὸ θέατρον, ἐν ᾧ τὰ ἐγκλήματα τοῦ αἵματος, ἢ εἶναι ἡ αἰτία, ἐξ ἧς τὰ ἐγκλήματα ταῦτα. Λέγω τοῦτο, διότι ἡ ἀστυνομικὴ ἐνέργεια, ἡ ὁποία ἐφορεύει τὰς ἱεροδούλους, ἡ ἀστυνομικὴ ἐνέργεια ἐν τῇ προλήψει, ἐν τῇ παρεμποδίσει τῶν χαρτοπαιγνίων εἶναι ἀτελής. Ταῦτα δὲν χρήζουσι νομοθετικῆς προνοίας. Αὐτὰ εἶναι τῆς διοικήσεως ἔργα, καὶ νομίζω ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἀσχοληθῇ περὶ τούτου.
§105Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν ἔχει ν’ ἀπαντήσῃ τίποτε εἰς ὅλα αὐτά;
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἶναι ἀκαδημαϊκὴ συζήτησις, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ γίνεται.
§107Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα εἰς τοιαύτας ἀκαδημαϊκὰς συζητήσεις καὶ εἰς τοσοῦτον εὐρὺ θέμα οὐδείς τις ἔχει νὰ φροντίσῃ. Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἂν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠδύνατο νὰ λάβῃ αὐτὰ ὡς ἀφετηρίαν, ἵνα τακτοποιῇ κατὰ τρόπον μεθοδικὸν τὴν ἐργασίαν αὑτοῦ καὶ εὕρῃ ἀπὸ τίνος σημείου δύναται ν’ ἀρχίσῃ, αὐτὸ καὶ μόνον θὰ ἦτο εὐχάριστον. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνόδων, καὶ πρὶν ἢ ἀποχαιρετίσωμεν ἀλλήλους, θὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ τὸ ἔκτακτον ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων τούτων.
§108ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω προσθήκην ἑνὸς ἄρθρου εἰς τὸ πρὸ ἡμερῶν ὑποβληθὲν καὶ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγραφόμενον νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν Βουλευτῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὴν δικαιολογητικῶν σημειώσεων καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτάς.
§109ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§110ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ νὰ χάνωμεν καιρόν; Θὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνωσθῶσι καὶ αἱ σημειώσεις, καὶ θὰ χάσωμεν καιρὸν ματαίως, ἀφοῦ θὰ ἀναγνωσθῇ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, ὅταν τυπωθῇ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ὀνόματος καὶ ἄλλων Βουλευτῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ προτάξῃ αὐτὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 304).
§112ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τηλεγραφεῖται πρὸς ἡμᾶς ἐξ Ἁγίας Ἄννης καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἷς ἀποσπασματάρχης Καλογερῖκος βασανίζει τοὺς χωρικοὺς τοῦ χωρίου Σκυλόγιαννη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ, τί συμβαίνει, καὶ νὰ φέρῃ διόρθωσιν. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἦναι ἀληθές, ὅτι εἰς Ἀντώνιος Καραουλάνης διωρίσθη ἑλληνοδιδάσκαλος τοῦ Κράτους· διότι, καθὰ γνωρίζω, οὗτος εἶχεν ἀπολυθῆ τῆς θέσεως αὐτοῦ, ὡς κατηγορούμενος διὰ πρᾶξίν τινα κακοήθη. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ εἰρημένου Καραουλάνη.
§113ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τῷ ὄντι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν διωρίσθη βοηθὸς εἴς τι ἑλληνικὸν σχολεῖον Κυκλάδων ὁ περὶ οὗ πρόκειται Καραουλάνης. Μετὰ τοῦτο ἀναγνοὺς καὶ ἐγὼ ἔν τινι ἐφημερίδι, ὅτι εἶχε παυθῆ οὗτος ἄλλοτε, ὡς κατηγορηθεὶς ἐπὶ πλημμελήματι, ἐζήτησα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ ταῦτα οὐδὲν ἀναφέρουσι περὶ τῶν λόγων τῆς ἀπολύσεώς του. Ἐν τούτοις δὲν περιωρίσθην ἕως ἐδῶ, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ σπεύσω νὰ ζητήσω πληροφορίας, ὅθεν ἠδυνάμην νὰ πορισθῶ τοιαύτας, καὶ ἀνέστειλα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ διατάγματος περὶ διορισμοῦ του, ἀναμένων τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἂν ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θὰ λάβω, πεισθῶ, ὅτι, καίτοι δὲν ἀπελύθη, δι’ οὓς ἀναφέρετε λόγους, ἐν τούτοις ὑπάρχει κατ’ αὐτοῦ ὄχι καταδικαστικὴ ἀπόφασις, ἀλλὰ μομφὴ βάσιμος, δὲν θέλω προβῆ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ διατάγματος· ἂν ὅμως πάντα ταῦτα ἀποδειχθῶσιν ἀνακριβῆ, δὲν θέλω ὀκνήσει νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ διατάγματος, διότι δὲν θεωρῶ προσῆκον νὰ δίδω προσοχὴν εἰς ἀβασίμους αἰτιάσεις, αἵτινες πολλάκις δημιουργοῦνται ἐξ ἀτομικῶν παθῶν, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ζημιώσουν τὸν συκοφαντούμενον, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐνθαῤῥυνθῇ ἡ τακτικὴ αὕτη, ἥν τινες μετέρχονται ἐκ κακεντρεχοῦς συστήματος.
§114Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὀφείλω νὰ καταθέσω πληροφορίας τινὰς, αἵτινες εἶχον ζητηθῆ κατά τινα τῶν προηγηθεισῶν συνεδριάσεων ὑπό τινων τῶν συναδέλφων. Αἱ πληροφορίαι αὗται ἀφεώρων ὑπαξιωματικόν τινα, ὅστις ἐπροβιβάσθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ὡς ἀνδραγαθήσας. Κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, τῶν ὁποίων καταθέτω τὰ ἔγγραφα, ὁ ἐπιλοχίας οὗτος, ἀνήκων εἰς τὸ 5ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, κατηγγέλθη τῇ 18 Μαΐου 1890 δι’ ἀναφορᾶς ὑπ’ ἀριθ. 5006 τῆς διοικήσεως τοῦ συντάγματος ἐπὶ πράξει αἰσχρᾷ. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῇ 26 Μαΐου τοῦ αὐτοῦ ἔτους δι’ ἐπισημειωτικῆς διαταγῆς του διέταξε τὸ καταγγέλλον σύνταγμα νὰ προβῇ εἰς σύστασιν πειθαρχικοῦ συμβουλίου, ἵνα γνωμοδοτήσῃ, ἂν ὁ καταγγελθεὶς πρέπῃ ἢ μὴ νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος τοῦ βαθμοῦ του. Τὸ σύνταγμα, συμμορφωθὲν μὲ τὴν ἐπίσημον διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, συνέστησε τῇ 31 Μαΐου 1890 τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον, ὅπερ τῇ 5 Ἰουνίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του, δι’ ἧς ἀπεφήνατο παμψηφεὶ, ὅτι ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἔνοχος τῆς ἀποδιδομένης αὐτῷ αἰσχρᾶς πράξεως, καὶ ὅτι δέον νὰ ὑποστῇ τὴν ποινὴν τῆς ὁριστικῆς ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ του ἐκπτώσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῆς ἀπὸ 12 Ἰουνίου 1890 διαταγῆς του δὲν ἐκήρυξεν αὐτὸν ἔκπτωτον τοῦ βαθμοῦ του, ἀλλ’ ἐτιμώρησεν αὐτὸν διὰ διμήνου φυλακίσεως. Ἀλλὰ διὰ διατάγματος τῆς 6 Ἰουλίου 1890 ἐπροβίβασεν αὐτὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἠνδραγάθησε κατὰ τὰς μεθοριακὰς συμπλοκὰς τοῦ 1886. Κατὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἡ ὑπηρεσία μοὶ ἔδωκεν, ὁ ἀντισυνταγματάρχης Δουμπιώτης, ὅστις κατὰ τὸν Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον τοῦ 1886 ἐτύγχανε διοικητὴς τοῦ 7ου τάγματος τῶν εὐζώνων, προσκληθεὶς ἡμέρας τινὰς μετὰ τὴν λῆξιν τῶν μεθοριακῶν ὑπὸ τοῦ Αʹ Ἀρχηγείου τοῦ στρατοῦ νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν, δι’ ἧς νὰ συνιστᾷ τοὺς ἀνδραγαθήσαντας ἢ διακριθέντας κατὰ τὰς συμπλοκὰς, ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν δύναται νὰ συστήσῃ τινὰ, διότι πάντες οἱ ὑπ’ αὐτὸν ἐξετέλεσαν μόνον τὸ καθῆκόν των. Κατόπιν ὅμως, συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, ὑπέβαλε κατάλογον ὑπαξιωματικῶν, ἀνηκόντων εἰς τὸ ἀμέσως ὑπ’ αὐτοῦ διοικούμενον τάγμα τῶν εὐζώνων, διαφόρων ὑπαξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους διέκρινεν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς ἀνδραγαθήσαντας καὶ εἰς διακριθέντας. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἀναφορὰ αὕτη τοῦ διοικοῦντος τὸ εἰρημένον τάγμα τῶν εὐζώνων, νῦν ἀντισυνταγματάρχου, ἐλήφθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε νὰ ὑποβάλῃ καὶ κατάλογον τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες ἀνῆκον εἰς τὸ τάγμα τοῦ 1ου πεζικοῦ συντάγματος, τοῦ ὁποίου διευθυντὴς ἦτο ὁ ταγματάρχης Δούκας Θεμιστοκλῆς. Ἀληθῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν συμπλοκῶν ὁ διοικῶν τὸ τάγμα τῶν εὐζώνων νῦν ἀντισυνταγματάρχης Δουμπιώτης φαίνεται ὅτι κατὰ τὴν συμπλοκὴν ἐζήτησε συνδρομὴν τοῦ Ἀρχηγείου, ἢ τὸ Ἀρχηγεῖον οἴκοθεν ἀπέστειλεν εἰς αὐτὸν συνδρομὴν καὶ ἐνίσχυσιν, καὶ ἀπέστειλεν εἰς αὐτὸν τὸ τάγμα 1ον τοῦ 5ου πεζικοῦ συντάγματος, ὑπὸ τὸν ταγματάρχην Θεμιστοκλῆν Δούκαν, τὸ δὲ τάγμα αὐτὸ ἐτέθη ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ διοικοῦντος τὸ τάγμα τῶν εὐζώνων. Ἀλλὰ, καίτοι ἀπεστάλη ἐκεῖ πρὸς ἐνίσχυσιν, διετέλει ὑπὸ τὴν ἄμεσον διαταγὴν τοῦ ἰδίου αὑτοῦ ταγματάρχου. Προσεκλήθη λοιπὸν ὁ ἀντισυνταγματάρχης Δουμπιώτης νὰ ὑποβάλῃ κατάλογον ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ τάγματος τούτου τῶν ἀνδραγαθησάντων ἢ διακριθέντων, ὁ δὲ ἀντισυνταγματάρχης ὑπέβαλε κατάλογον, ἐν τῷ ὁποίῳ περιλαμβάνεται καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἐπιλοχίου, περὶ οὗ ὁ λόγος, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἀποφεύγω νὰ εἴπω. Συνεπείᾳ δὲ τούτου τοῦ καταλόγου τὸ Ὑπουργεῖον ἐπροβίβασεν αὐτὸν εἰς ἀνθυπασπιστήν. Τὰς πληροφορίας ταύτας ζητηθείσας καταθέτω.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κατὰ τὸ 1887 εὑρίσκοντο ὑπηρετοῦντες ὡς ὑπολογισταὶ ἐν τῷ ναυτικῷ τρεῖς τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι διήνυον ὑπηρεσίαν ὑπερτριετῆ. Τούτους τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἀπέλυσε παρανόμως, θέλον νὰ διορίσῃ ἀντ’ αὐτῶν ἄλλους. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται ἡ ἐπαναφορὰ αὐτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 305).
§117ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἦτο καθ’ ὅλα σύμφωνος πρὸς τοὺς νόμους. Ὁ νόμος ἔδιδε δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα εἰς τὸ διάστημα τοῦ ἔτους διορίσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔκρινε καταλλήλους· ἡ χρῆσις δὲ τοῦ δικαιώματος δὲν ἀπετέλεσέ ποτε παρανομίαν. Ἐκπλήσσομαι, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς μεταχειρίζεται λέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τὰ πράγματα.
§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, δι’ οὓς θεωρῶ ὡς παράνομον τὴν ἀπόλυσιν τῶν εἰρημένων ὑπολογιστῶν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 9 Ἰανουαρίου 1888 ΑΧΜΑʹ νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τῶν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐγένετο λόγος πρό τινων ἡμερῶν, καὶ παρεστήθη, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη εἰδικῆς τινος προνοίας, ὅπως οἱ ἀπορώτεροι τῶν δήμων μὴ περιέρχωνται εἰς δυσχερείας ὡς ἐκ τῶν ἐνεργουμένων κρατήσεων παρὰ τῶν ταμιῶν ἐπὶ τῶν εἰς τοὺς δήμους τούτους ἀνηκουσῶν εἰσπράξεων, ὁσάκις αὗται εἶναι κατώτεραι τῶν προϋπολογισθεισῶν, ἐφ’ ὧν κανονίζεται ἡ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰσφορά. Τότε ἐδόθη ἡ ἐξήγησις, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ βάσις τοῦ νόμου περὶ κανονισμοῦ τῆς εἰσφορᾶς ἐπὶ τῶν προϋπολογιζομένων, διότι ἐπὶ τῶν εἰσπραττομένων, μόνον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως θὰ ἦτο ἐφικτὸς ὁ κανονισμὸς, ἐπὶ μέσου δὲ ὅρου τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος θὰ ἦτο ἀβέβαιος ὁ κανονισμὸς, διότι οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν δήμων δὲν καταρτίζονται ἐγκαίρως· ἐπὶ τούτοις δ’ ἐφάνη ἡ Βουλὴ διατεθειμένη, ἵνα ἀναγνωρίσῃ, ὅτι, διατηρουμένου τοῦ ἀναλογισμοῦ ἐπὶ τῶν προϋπολογιζομένων, ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ἵνα, ὅταν τὰ προϋπολογιζόμενα ἦναι ἀνώτερα τῶν πραγματικῶν, ὁ δῆμος μὴ ζημιῶται ἐν τῷ κανονισμῷ τῆς εἰσφορᾶς· ὑπέβαλον δὲ καὶ πρότασιν, διατυποῦσαν τὴν ἰδέαν μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσάγει νομοσχέδιον, ἐν ᾧ οὐδὲν προνοεῖται περὶ τούτων. Ἀποδέχεται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι τὰ προϋπολογιζόμενα, ὡς ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ τίθενται, εἶναι ἡ μόνη προσιτὴ βάσις εἰς ὑπολογισμὸν τῆς εἰσφορᾶς, ἀλλ’ οὐδεμίαν παρέχει εἰς τοὺς ἀπορωτέρους δήμους προστασίαν κατὰ ἐνδεχομένης ζημίας ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ τούτου, ὅταν αἱ εἰσπράξεις ὑπολείπωνται τῶν προϋπολογιζομένων. Ἐν ᾧ ὅμως οὐδεμίαν λαμβάνει τοιαύτην πρόνοιαν, μεταῤῥυθμίζει ἐν ἄλλοις τὰ τοῦ κειμένου νόμου διὰ τρόπου, κατ’ ἐμέ, λίαν ἐπιβλαβοῦς πρὸς τοὺς δήμους, μάλιστα τοὺς ἀπόρους. Ἡ κυριωδεστέρα μεταῤῥύθμισις τοῦ νομοσχεδίου ἀφορᾷ εἰς τὸν κατὰ τὸν κείμενον νόμον καθορισμὸν τῆς εἰσφορᾶς ἑκάστου δήμου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κείμενος νόμος ὁρίζει τὴν εἰσφορὰν εἰς μίαν δραχμήν, πολλαπλασιαζομένην ἐπὶ τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ τῶν δημοτῶν, ἀλλ’ ὑπό τινας ὅρους, ὑπὸ τὸν περιοριστικὸν ὅρον δύο χιλιάδων δραχμῶν, μὴ θιγομένων, εἰς ἀπότισιν τῆς εἰσφορᾶς ἐπὶ τῶν ἐν συνόλῳ εἰσπράξεων τῶν δήμων, ὡς ἐπίσης καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ ἀθίκτου 50% τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων προϋπολογιζομένων προσόδων τῶν δήμων. Περὶ τῶν μὴ θιγομένων ὑπὸ τῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δισχιλίων δραχμῶν, ὡς ἐπιφυλαττομένων ὑπὲρ τῶν δήμων, προτείνει τὸ νομοσχέδιον τροποποίησιν, κατ’ ἐμὲ ἀποδεκτήν, τουτέστιν ἀπὸ δύο χιλιάδων δραχμῶν ἀναβιβάζει τὸν ὅρον εἰς τρεῖς χιλιάδας, καὶ ταύτας οὐχὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν εἰσπράξεων τῶν δήμων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Ἀλλὰ καταργεῖ τὸ νομοσχέδιον τὸν κανονισμὸν τῆς εἰσφορᾶς ἑκάστου δήμου κατὰ λόγον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτῶν, ἀντικαθιστῶν σύστημα ἀναλογισμοῦ ἄλλο. Ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει δικαιολογεῖται ἡ μεταῤῥύθμισις κυρίως ἐκ τῆς περιστάσεως, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν δὲν συμπίπτει πάντοτε πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων, ὅτι πολλοὶ δῆμοι ἔχουσι πολλοὺς δημότας καὶ ὀλίγους κατοίκους, ἐπειδὴ δὲ τὰ τῶν δημοτικῶν σχολείων κανονίζονται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων, ἐπιβαρύνουσιν οὗτοι τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν ἀναλογίᾳ ἐλάσσονι πρὸς τὴν εἰσφορὰν τῶν δήμων, ὧν ὀλίγοι μόνον δημόται κατοικοῦσιν ἐν ἄλλοις δήμοις ἢ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἂν οὗτος ἦναι ὁ λόγος τῆς μεταῤῥυθμίσεως, ἔπρεπεν αὕτη νὰ ἦναι πολὺ ἁπλουστέρα, καὶ ἀποδεκτὴν κρίνω τοιαύτην μεταῤῥύθμισιν, τουτέστιν εἰσφορὰν τῶν δήμων κατὰ λόγον μιᾶς δραχμῆς οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων. Ἀλλὰ δὲν ὁρίζει τοῦτο τὸ νομοσχέδιον· τὸ νομοσχέδιον καταργεῖ τὴν βάσιν τῆς εἰσφορᾶς κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ἀντὶ ταύτης θέτει ὡς βάσιν τὴν ἐν ἑκάστῳ δήμῳ ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐν αὐτῷ, ὁριζομένης τῆς ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ εἰσφορᾶς διὰ Β. Διατάγματος. Εἰς κατανόησιν δὲ τῆς ἐννοίας τῆς νέας ταύτης βάσεως πρέπει τὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ μὴ ἐξετασθῶσι διακεκριμένως ἀπὸ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια, διότι καὶ ἐκεῖ ἔχομεν διατάξεις περὶ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφοῦ δὲ ὁ Ὑπουργὸς εἰσάγει νομοσχέδιον μεταῤῥυθμίζον τὰ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἔπρεπε νομίζω νὰ συνδυάσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων νομοσχεδίου, ἢ μᾶλλον ἔπρεπεν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ νὰ περιλάβῃ τὰς ἐν τῷ ἑτέρῳ περιληφθείσας διατάξεις περὶ τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ἐν σχέσει πρὸς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, ταῦτα ἐπιλαμβάνονται τοῦ κανονισμοῦ τῶν τῆς εἰσφορᾶς, ἀποφασίζοντα περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, ἂν δὲ ὁμόφωνον ἀποφανθῶσι γνώμην τὰ μέλη τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου, ἡ γνώμη των εἶναι ὑποχρεωτική. Κανονίζοντα τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια τὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων, κανονίζουσι καὶ τὰ τῆς εἰσφορᾶς, διότι αὕτη, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, θέλει εἶσθαι ἀνάλογος πρὸς τὰς δαπάνας. Ὑποβάλλει ὅμως τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων τὸν κανονισμὸν τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸν περιορισμὸν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται, ὅπως τὸ Δημόσιον ὑποχρεῶται εἰς καταβολὴν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνωτέραν τοῦ ἑνὸς τετάρτου τῶν καταβαλλομένων ὑπὲρ αὐτῆς ὑπὸ τῶν δήμων.
§121ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ λάθος ἐτυπώθη «ἑνὸς τετάρτου»· ἐπρότεινα νὰ διορθωθῇ «ἑνὸς τρίτου».
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐπὶ τῷ τρίτῳ, ὅπως καὶ ἐπὶ τῷ τετάρτῳ, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως ταύτης δύναται δήμους τινὰς νὰ στερήσῃ ἐντελῶς δημοτικῶν σχολείων, ὡς ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ συζητοῦμεν, καθ’ ἣν ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων κανονίζεται ἐκ τῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δαπανῶν ἑκάστου αὐτῶν. Εὐθὺς ὡς ὁ δῆμος δὲν ἔχει πόρους, ἵνα καταβάλῃ τὰς δαπάνας τῶν ἀναγκαίων δημοτικῶν σχολείων, βοηθούμενος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου μόνον κατὰ τὸ τρίτον, πρέπει νὰ στερηθῇ τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ὑποθέτω δῆμον ἐξ ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν προώριστο ἵνα λειτουργῇ ἡ διάταξις περὶ τῶν ἐπιφυλαττομένων 2 χιλιάδων δραχμῶν· δῆμος τοιοῦτος οὐδὲν ἔχει ἵνα καταβάλῃ ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀφοῦ δὲν ἔχει τὰ πρὸς τὴν ἰδίαν συντήρησιν· μηδὲν ἄρα αὐτὸς καταβάλλων ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν σχολείων, οὐδεμίαν δύναται ν’ ἀπεκδέχηται παρὰ τοῦ Δημοσίου συνδρομήν. Ἀναπόδραστος ἡ συνέπεια αὕτη ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο νομοσχεδίων· διότι κατὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὁ δῆμος δὲν δύναται νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς ἐν αὐτῷ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰμὴ τὸ τρίτον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ αὐτὸς συνεισφέρει, ἀλλὰ πάντες οἱ δῆμοι, ὑπὲρ ὧν προώρισται ἵνα λειτουργῇ ἡ διάταξις περὶ τῶν ἐπιφυλαττομένων δύο χιλιάδων δραχμῶν πρὸς τὴν ἰδίαν συντήρησιν, οὐδὲν δύνανται νὰ συνεισφέρωσι· θέλουσιν ἄρα στερεῖσθαι δημοτικῶν σχολείων. Ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ κειμένου νόμου ἀνατρέπεται διὰ τῶν διατάξεων τούτων. Ὁ κείμενος νόμος ἐσκόπει, ὅπως ἕκαστος δῆμος, εὔπορος ἢ ἄπορος, ἔχῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ὅστις εἶναι ἀναγκαῖος, ἤτοι τὸν ἀναλογοῦντα εἰς τὸν πληθυσμὸν, καὶ ὄχι τὸν ἀριθμὸν τῶν σχολείων, εἰς ὃν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ὡς ἐκ τῶν πόρων αὐτοῦ, συμπληρουμένης τῆς δαπάνης κατὰ τὸ τρίτον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Οὗτος ὑπῆρξεν ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὗτος δὲ ὁ σκοπὸς ματαιοῦται ἐντελῶς ὑπὸ τῶν συνδυασμένων διατάξεων τῶν δύο νομοσχεδίων· περιττὸν δὲ εἶναι τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εὐθὺς ὡς διὰ τοιούτων διατάξεων μεταῤῥυθμισθῶσι τὰ κείμενα. Ἐννοῶ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐννοῶ τοὺς Βουλευτὰς, οἵτινες τυχὸν ἤθελον ἰσχυρισθῆ, ὅτι δὲν θεωροῦσι τὰς ἐγγυήσεις τὰς παρασχεθείσας ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὡς ὠφελίμους, ὡς ἐπαρκεῖς εἰς δικαιολόγησιν τῶν θυσιῶν, ἃς ἐπάγεται τὸ σύστημα, καὶ ἑπομένως ἤθελον ζητήσει τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα. Ἀλλὰ τὰ δύο νομοσχέδια, συνδυαζόμενα, ἐφ’ ὅσον αἱ ἐν πολλοῖς ἀντιφατικαὶ αὑτῶν διατάξεις ἐπιτρέπουσι τὸν συνδυασμὸν, ἐπαναφέρουσι κατ’ ἀρχὴν τὸ παλαιὸν σύστημα, διατηροῦσιν ὅμως καὶ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καίτοι μηδένα ἔχει τοῦτο σκοπὸν ἐν τῷ συστήματι ἐκείνῳ, ἐπάγεται δὲ μόνον τὰ βάρη τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πολυτελοῦς προσωπικοῦ, ὅπερ εἶναι ὅλως ἄχρηστον, εὐθὺς ὡς δὲν ὑποχρεοῦται τὸ ταμεῖον εἰς συντήρησιν τῶν ἀναγκαίων εἰς ἕκαστον δῆμον κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ δημοτικῶν σχολείων, ἀλλ’ ἕκαστος δῆμος θὰ συντηρῇ μόνα τὰ σχολεῖα, ὑπὲρ ὧν δύναται νὰ δαπανᾷ, συντρέχοντος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῷ τρίτῳ κατ’ ἀνώτατον ὅρον, καὶ κανονιζομένης τῆς δαπάνης ὑπὸ τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων. Ἡ νομοθεσία ἡ κειμένη νομίζω ὅτι ἀπεδείχθη εὐεργετικὴ καὶ ὅτι δύναται νὰ καταστηθῇ ἀνεπίληπτος διὰ τροποποιήσεων καὶ συμπληρώσεων ὑπαγορευομένων ὑπὸ τῆς πείρας. Περὶ τοιαύτης τροποποιήσεως ἐγένετο λόγος ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, προταθέντος ὅπως αἱ γινόμεναι παρὰ τῶν ταμιῶν κρατήσεις ἐπὶ τῶν προσόδων τῶν δήμων πρὸς ἀπότισιν τῆς εἰσφορᾶς κανονίζωνται ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὰ ἑκάστοτε εἰσπραττόμενα. Ἑτέρα τροποποίησις ἀποδεκτὴ θὰ ἦτο ἡ αὔξησις ἀπὸ δύο χιλιάδων εἰς τρεῖς χιλιάδας δραχμῶν τοῦ ὅρου τῶν προσόδων τῶν δήμων, ἐφ’ ὅν δὲν ἐνεργεῖται κράτησις εἰς ἀπότισιν τῆς εἰσφορᾶς, καὶ ὁ καταλογισμὸς τῶν οὕτως ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τοῦ δήμου ἐπιφυλαττομένων εἰς μόνας τὰς εἰσπράξεις τὰς ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων· ἐπίσης ἀποδεκτὴ θὰ ἦτο καὶ ἡ ἀντικατάστασις ἐν τῇ βάσει τῆς εἰσφορᾶς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν. Ἀλλ’ ὅταν ταῦτα πράξωμεν, ὑπὲρ τῶν ἀπορωτέρων δήμων ἰδίως, νομίζω ὅτι ἐγένετο πᾶν τὸ ἐν τῷ παρόντι ἐνδεδειγμένον πρὸς τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ κειμένου νόμου, οὗτινος ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι οἱ δῆμοι ὀφείλουσι νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀναλόγως τῶν δυνάμεων αὑτῶν, καὶ ἀναλόγως τῆς προσφερομένης ὑπηρεσίας ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀναλαμβάνοντος τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως παντὸς δήμου ἐπὶ τῷ μέτρῳ τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ. Ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ νομοθέτου, ὅτι εἶναι πρέπον ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις νὰ παρέχηται εἰς τοὺς δήμους ἀναλόγως πρὸς τὰς ἐκπαιδευτικὰς αὑτῶν ἀνάγκας καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῷ μέτρῳ τῶν χρηματικῶν αὑτῶν δυνάμεων, τουτέστιν ἐτέθη βάσις ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ, ἄντικρυς ἀντίθετος τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ ἀναγράφεται, ὅτι ἕκαστος δῆμος θέλει εἰσφέρει τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τὴν δημοτικὴν αὑτοῦ ἐκπαίδευσιν· τοῦτο ἐθεώρησεν ἡ κειμένη νομοθεσία ἄδικον, ἀπᾷδον πρὸς τὰς διεπούσας τὰ τῆς προκαταρκτικῆς παιδεύσεως ἀρχὰς, καταστρεπτικὸν δὲ πρὸς τοὺς εὐπορωτέρους δήμους. Προκαταρκτικὴ παίδευσις πρέπει νὰ παρέχηται εἰς πάντας τοὺς δήμους, εὐπόρους ἢ ἀπόρους, ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δεομένων αὐτῆς. Τοὺς δεομένους τῆς δημοτικῆς παιδεύσεως εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ νόμος, θέσας βάσιν τοῦ ὁρισμοῦ τῆς εἰσφορᾶς τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν· ἴσως ἀκριβέστερος θὰ ἦτο ὁ ὁρισμὸς, στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων· ἀλλ’ ἡ κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ δημοτῶν ἢ κατοίκων, τουτέστι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὠφελουμένων, παροχὴ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐπάγεται τὴν ὑποχρέωσιν τῆς εἰσφορᾶς ἀναλόγως πρὸς τὴν παρεχομένην ὠφέλειαν, μόνον ἐφ’ ὅσον αἱ πρόσοδοι τοῦ δήμου ἐπαρκοῦσιν ἐπὶ ταύτης δὲ τῆς ἀρχῆς ἐῤῥύθμισεν ὁ κείμενος νόμος τὰ τῆς εἰσφορᾶς, ἀλλὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀφαιρεῖ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀπὸ τῶν δήμων, ὧν αἱ πρόσοδοι δὲν παρέχουσι ποσὰ δυνάμενα νὰ διατεθῶσι πρὸς τὰς δαπάνας αὐτῆς. Διατηρεῖ καὶ τὸ νομοσχέδιον τὰς τοῦ κειμένου νόμου διακρίσεις, καθ’ ἃς περιορίζεται ἡ εἰσφορὰ εἰς 50% τῶν ἐκ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων προσόδων τῶν δήμων, καὶ συμπληροῦται μέχρι τῶν 15%, ἂν ὑπερτερῇ ἐκείνων, ἢ ὑπολείπηται τούτων· ἀλλὰ κανονίζον τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀναλόγως πρὸς τὴν εἰσφερομένην ὑπὲρ αὐτῆς ὑπὸ τοῦ δήμου δαπάνην, καταργεῖ τὴν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς εἰσφορᾶς ἐπιδιωκομένην εὐεργεσίαν, ἀφοῦ εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς εἰσφορᾶς παρέπεται περιορισμὸς τῆς παρεχομένης εἰς τὸν δῆμον δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐδεμία δὲ παρέχεται εἰς αὐτὸν δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἂν αἱ πρόσοδοι αὐτοῦ οὐδεμίαν τῷ ἐπιτρέπωσιν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰσφορὰν. Ταὐτὰ λέγω καὶ περὶ τῶν ἐξαιρουμένων ἀπὸ τῶν κρατήσεων εἰς ἀπότισιν τῆς εἰσφορᾶς δισχιλίων δραχμῶν κατὰ τὸν κείμενον νόμον. Ἡ αὔξησις τοῦ ὅρου εἰς τρισχιλίας δραχμὰς καὶ ὁ καταλογισμὸς αὐτῶν εἰς τὰς ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων προσόδους κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι μὲν ἀποδεκτὰ, καὶ θὰ ἦσαν χρήσιμα, ἐὰν διετηρεῖτο ἡ βάσις τοῦ κειμένου νόμου περὶ τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ μεταβαλλομένης τῆς βάσεως κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οὐδεμίαν παρέχουσι χρησιμότητα εἰς τοὺς δήμους, ὧν χάριν προτείνονται, ἤτοι εἰς τοὺς μὴ ἀπολαύοντας προσόδων ἐπαρκῶν, ὅπως δαπανῶσιν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Αἱ τροποποιήσεις ἄρα τοῦ κειμένου νόμου, αἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τοῦτο μὲν δέονται συμπληρώσεως διὰ διατάξεως, οἵαν προέτεινα κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, ἀπαγορευούσης εἰς τοὺς ταμίας κρατήσεις ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπερβαινούσας ὅρον τινὰ ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε ὑπὲρ τῶν δήμων εἰσπραττομένων, τοῦτο δὲ δέονται περιορισμῶν, παραλειπομένων πάντων τῶν ἁπτομένων τῆς βάσεως τοῦ κειμένου νόμου. Ἀντικαθιστωμένης τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν τοῦ κειμένου νόμου, πολλοὶ δῆμοι θὰ στερηθῶσιν ὁλοσχερῶς δημοτικῶν σχολείων, ἢ θὰ ἔχωσιν ὀλιγώτερα τῶν ἀναγκαίων κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν, ἀφοῦ ὁ πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον συνδυασμὸς τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἐπικουρίαν τοῦ Δημοσίου εἰς συντήρησιν δημοτικῶν σχολείων παρὰ τοῖς δήμοις, τοῖς οὐδὲν ἢ ἐλάχιστα δυναμένοις νὰ εἰσφέρωσι πρὸς τὰς δαπάνας αὐτῶν, κατὰ ῥητὴν διάταξιν, μὴ ἐπιτρέπουσαν εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως καταβάλλῃ πλέον τοῦ τρίτου τῶν ὑπὸ τοῦ δήμου ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δαπανωμένων. Ἔχοντες ἤδη λειτουργοῦντα τὸν νόμον ἐπὶ 3 ἔτη περίπου, ἠδυνήθημεν νὰ ἐξακριβώσωμεν πολλὰ ἐξ ὑπολογισμοῦ καθορισθέντα ὅτε ὁ νόμος συνετάττετο. Σήμερον εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐν πλείστοις δήμοις ὑφίστανται δημοτικὰ σχολεῖα, χάρις εἰς τὸν κείμενον νόμον, παρέχοντα τὴν δαπάνην ἐκ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς ὃ οἱ δῆμοι ἐκεῖνοι οὐδὲν ἢ ἐλάχιστον εἰσφέρουσι· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ στερήσωμεν τοὺς δήμους τούτους τῶν παρ’ αὐτοῖς σχολείων, τροποποιοῦντες τὸ λειτουργοῦν σύστημα διὰ τρόπου μὴ προνοοῦντος περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν σχολείων δαπάνῃ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου ἢ δι’ ἀμέσου ἀρωγῆς τοῦ Δημοσίου. Ὡς εἶπον καὶ πρότερον, ἐὰν θὰ τροποποιηθῇ ἡ βάσις τοῦ λειτουργοῦντος συστήματος κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δέον νὰ συνδυασθῇ ἡ μεταῤῥύθμισις πρὸς κατάργησιν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ πρὸς πρόνοιαν περὶ τῆς κατὰ τρόπον ἄλλον ἀναπληρώσεως τῆς ἀνάγκης τῶν ἀπόρων δήμων. Ἐὰν ἄνευ τοιαύτης προνοίας ψηφισθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, καταδικάζομεν τοὺς ἀπόρους δήμους εἰς ὁλοσχερῆ στέρησιν δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§123ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἐκτιμηθῶσι, Κύριοι, προσηκόντως αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος, εἶναι ἀνάγκη νὰ προέλθω εἰς ἐξηγήσεις τινὰς, ὅπως καθορισθῶσι τὰ τῆς συζητήσεως. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔθηκεν εἰς τὴν συζήτησιν βάσιν σφαλερὰν καὶ κατ’ ἀνάγκην ὑπῆρξαν σφαλερὰ ἅπαντα τὰ συμπεράσματα αὐτοῦ. Ἐν πρώτοις συνέδεσε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν πρόκειται νὰ συμβιώσωσι· συνέδεσε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων μὲ τὸ συζητούμενον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐξήνεγκε τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν καὶ σύγκρουσιν, ἥτις καθιστᾷ τὴν συμβίωσιν αὐτῶν ἀδύνατον. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ἢ δὲν θὰ παρίστατο ἴσως εἰς τὴν σχετικὴν συνεδρίασιν, ὅτε ἐδόθησαν ἐξηγήσεις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ νῦν συζητούμενον, δὲν ἔχει, παρὰ προσωρινὸν χαρακτῆρα, ὅτι τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐξηγέρθησαν ἐκ τῶν ἀδικημάτων, τῶν ἀποῤῥεόντων ἐκ τοῦ κειμένου νόμου, ἀπῄτησαν ἐπείγουσαν καὶ σύντονον θεραπείαν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ὁ νόμος περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, ὁ ἄλλως διαῤῥυθμίζων τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ, παρὰ ἀπὸ ἐπιόντος Μαρτίου καὶ ἐκεῖθεν. Ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπομακρύνωμεν ἐντελῶς ἀπὸ τὴν συζήτησιν τὴν σύγχυσιν ταύτην, εἰς ἣν ἐνέπεσεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἀπὸ τοῦ σφάλματος τοῦ νὰ συνδυάσῃ δύο νομοσχέδια, ἀνεξάρτητα ἀπ’ ἀλλήλων καὶ μὴ μέλλοντα νὰ συναντηθῶσιν ἐν τῷ βίῳ αὐτῶν. Εἶναι ἀνάγκη ἄρα νὰ χωρίσωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀφοῦ τυγχάνουσι κεχωρισμένα ἀφ’ ἑαυτῶν. Ὁ βίος τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἐὰν τοῦτο γείνῃ νόμος, ἔσεται βραχὺς καὶ προσωρινὸς, ἐνῷ ὁ βίος τοῦ ἑτέρου μέλλει νὰ ἦναι, ὡς ἐλπίζω, μακρός· ἑπομένως οὐδένα ἔχουσι σύνδεσμον τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ὀρθῶς περὶ αὐτῶν, ἐὰν ἐν συνδυασμῷ τὰ συζητῶμεν, ἀφοῦ οὐδὲν κοινὸν πρὸς ἄλληλα ἔχουσιν. Ἑπομένως θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὅπως ἀφήσω τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων κατὰ μέρος, καὶ περιορισθῶ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Ἡ σπουδαιοτέρα τῶν παρατηρήσεων, εἰς τὴν ὁποίαν περισσότερον ἐνέμεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἦτο ὁ φόβος αὐτοῦ, μήπως χειροτερεύσῃ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν ἀπόρων δήμων. Ἐὰν τῷ ὄντι ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἀποῤῥιπτέον, διότι κυριώτατον δι’ αὐτοῦ σκοπὸν προτιθέμεθα τὸν σκοπὸν νὰ ἐπέλθωμεν ἐπίκουροι εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους. Ἐὰν ἄρα πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μέλλει νὰ καταλήξῃ κατὰ τῶν ἀπόρων δήμων, βεβαίως, ἐκλείποντος τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος τὸ προεκάλεσε, πρέπει νὰ ἐκλείψῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν θὰ προκύψῃ τοῦτο ἐκ τῆς συζητήσεως. Ἀκριβῶς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κειμένου νόμου προεκάλεσεν ἀποτελέσματα δυσάρεστα εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν ἀπόρων δήμων, διότι οὗτος ἀφίνει ποσὸν ἀνεπαρκὲς εἰς αὐτοὺς, ἤτοι ἐκ τῶν ὅλων εἰσοδημάτων τῶν δήμων 2,000 δραχμῶν, ἢ τὰ ἐπέκεινα τῶν 50%· ὅπως δὲ καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων συμβαίνει, τὰ βεβαιούμενα καὶ τὰ προϋπολογιζόμενα νὰ ἀπέχωσιν ἐκ τῶν εἰσπραττομένων, οὕτω καὶ εἰς τὰ δημοτικὰ ἔσοδα· ἑπομένως αἱ 2,000 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας ἀφίνει ἀθίκτους ὁ κείμενος νόμος, εἶναι ὀνομαστικαὶ καὶ ὄχι πραγματικαί. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ προνοήσωμεν, ὅπως μείνῃ πραγματικόν τι ποσὸν, ἐπαρκὲς διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν δήμων. Δύο δὲ βάσεις προὐτάθησαν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς οὗτος· ἡ μὲν, ὅπως μὴ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν τὰ προϋπολογιζόμενα, ἀλλὰ τὰ εἰσπραττόμενα, ἡ δὲ γνώμη αὕτη ὑπεστηρίχθη καὶ ὑπὸ τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος, διετυπώθη μάλιστα ἐν προτάσει τινὶ αὐτοῦ ἀναγεγραμμένῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Τὴν βάσιν ταύτην δὲν ἐθεωρήσαμεν ἀποδεκτὴν καὶ δὲν τὴν περιελάβομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐπείσθημεν, ὅτι ἡ ἐξακρίβωσις τῶν εἰσπραττομένων ὑπὸ τῶν δήμων θὰ ἦτο δυσχερὴς, καὶ ἑπομένως θὰ προσέκοπτεν εἰς τὴν βάσιν αὐτοῦ ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ νόμου, διότι δὲν ἔχομεν ἀπολογισμοὺς τῶν δήμων, καὶ ἑπομένως λείπει τὸ στοιχεῖον, ἐξ οὗ θὰ ἐποριζόμεθα θετικὰς καὶ σαφεῖς πληροφορίας περὶ τῶν εἰσπραττομένων ἐξ ἑκάστου δήμου· ἐὰν τὰς πληροφορίας μας ἠρυόμεθα ἐξ ἄλλων στοιχείων ἡμιεπισήμων, ἐκ σημειωμάτων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, αἱ πληροφορίαι αὗται, ὡς ἐκ τῶν στοιχείων, ἐξ ὧν ἤθελον ἀποῤῥέει, δὲν θὰ εἶχον τὸ θετικὸν καὶ τὸ ἀσφαλὲς, ὥστε νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἓν νομοσχέδιον. Ἐξ ἀνάγκης λοιπὸν προήλθομεν εἰς τὸ νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν προχείρως ὑπέδειξεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, καὶ νὰ ἐμμείνωμεν λαμβάνοντες ἀφετηρίαν τὰ προϋπολογιζόμενα εἰσοδήματα τῶν δήμων, τὰ ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων μόνον προερχόμενα· ταὐτοχρόνως ἐκρίναμεν πρέπον νὰ ἀφήσωμεν ἄθικτον καὶ μεῖζον ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ποσὸν, ἐπαρκὲς διὰ τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τῶν δήμων. Ἐπὶ δύο στοιχείων ἄρα ἐστηρίχθημεν· ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀνεβιβάσαμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀφίνομεν ἄθικτον, ἀπὸ 2,000 εἰς 3,000, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸν ὑπολογισμὸν ποιούμεθα οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων τῶν δήμων, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐσόδων αὐτῶν. Ἀληθῶς οἱ ἄμεσοι καὶ ἔμμεσοι φόροι εἶναι τὸ μέγιστον μέρος τῶν πόρων τῶν δήμων, καὶ ἐνίοτε τὸ ὅλον, ἀλλ’ ὅπως δήποτε ὑπάρχουσι πολλοὶ δῆμοι, οἵτινες δὲν στεροῦνται καὶ ἑτέρων ἐσόδων ἐξ ἄλλων πηγῶν.
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅλοι οἱ δῆμοι ἔχουσιν αὐτὸ τὸ εἰσόδημα.
§125ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως δήποτε οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὸ 3,000 εἶναι μεῖζον τῶν 2,000, ἀπέναντι δὲ τῆς διαφορᾶς τῶν ἀριθμῶν τούτων οὐδεμία ἀντίῤῥησις εἶναι δυνατή. Ἀφίνοντες εἰς τοὺς δήμους ἀθίκτους 3,000 δρ. ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογιζομένων εἰσοδημάτων αὐτῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ἀφίνομεν προφανῶς ἄθικτον μεῖζον ποσὸν ἐκείνου, ὅπερ ἀφίνει ὁ κείμενος νόμος. Προβαίνω εἰς τὴν συγκριτικὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὸν κείμενον νόμον. Ὁ κείμενος νόμος κανονίζει τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δημοτῶν, ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, τὸ δὲ νομοσχέδιον κανονίζει αὐτὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δαπάνης, τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἑκάστου δήμου. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ παρακολουθήσητε τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον μέρος· ἐὰν δὲ ἦναι μεγάλη ἡ ἀπόστασις, ἡ ὁποία μᾶς χωρίζει ἀπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐπίσης μεγάλη εἶναι ἡ διαφορά, ἡ ὁποία χωρίζει τὸν νόμον ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου.
§126ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ σᾶς χωρίζει.
§127ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ βάσις λοιπὸν τοῦ κειμένου νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ εἰσφορὰ κανονίζεται ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δημοτῶν, εἶναι ὀρθή; Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς σκέψεις θεωρητικὰς, ἵνα ἀναζητήσωμεν τὸ σφαλερὸν τῆς θεωρίας ταύτης, διότι τὸ σφαλερὸν προκύπτει ἐκ τῶν πορισμάτων τῆς ἐφαρμογῆς. Τί ἀπέδειξεν ἡ ἐφαρμογή; Ἐν ᾧ ὁ κείμενος νόμος, κατὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς αὐτοῦ, σκοπὸν εἶχε νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἀπόρους δήμους, ἐν τούτοις ἐπέφερεν ἐναντία ἀποτελέσματα κατὰ τῶν ἀπόρων δήμων. Ἐτέθη ἡ βάσις,—δὲν ἠξεύρω ποῦ στηριχθεῖσα, —ὅτι ἑκάστη ψυχὴ δημότου εἶχεν ἀνάγκην ἐκπαιδεύσεως, ἀναλογούσης πρὸς μίαν δραχμήν. Δὲν γνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω, πόθεν προέκυψεν ἡ σκέψις αὕτη, ἡ πρᾶξις ὅμως ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι πεπλανημένη, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἐν τοῖς δήμοις δὲν παρέχουσι τὴν ἐκπαίδευσιν μόνον εἰς τοὺς δημότας, ἀλλ’ εἰς πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῷ δήμῳ, διότι εἰς πολλοὺς δήμους ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ μεταξὺ ἀριθμοῦ δημοτῶν καὶ κατοίκων· ἡ διαφορὰ μάλιστα αὕτη εἶναι τρισμεγίστη ἐν τοῖς μεγάλοις δήμοις, ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηναίων, Πειραιῶς, Σύρου, Πατρῶν. Ἑπομένως αἱ βάσεις, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ὑπόστασιν τοῦ κειμένου νόμου, ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τῆς εἰσφορᾶς, εἰσὶν ἐσφαλμέναι, καὶ δι’ αὐτὸ, εὐθὺς ὡς ἐφηρμόσθη οὗτος, ἐξήγειρε θύελλαν παραπόνων, καὶ εὐλόγως, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ ἄποροι δῆμοι, ὑπὲρ τῶν ὁποίων δῆθεν ἐλαμβάνετο πρόνοια, καὶ ὑπὲρ ὧν ἐκόπτοντο καὶ τότε καὶ νῦν οἱ τοῦ κειμένου νόμου ὑποστηρικταὶ, πληρόνουσι περισσότερα, παρ’ ὅσα δαπανῶνται διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν.
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§129ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω πίνακας, ἀποδεικνύοντας ἀναμφισβητήτως τὸ τοιοῦτον.
§130ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦτο συνέβη ἐκ κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου.
§131ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοῦτο εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τοὺς δήμους, ἐνῷ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον συνεκέντρωσε τὸ χρῆμα, διένειμε τὰ σχολεῖα καὶ τοὺς δημοδιδασκάλους, ὅπου ἤθελε.
§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοὺς διδασκάλους διορίζει τὸ Δημόσιον.
§133ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τούτου προέρχεται ἡ κατάχρησις. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ προκείμενον ἔχει προσωρινὸν χαρακτῆρα. Τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως σκοποῦμεν νὰ διαῤῥυθμίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει σκέψεων καὶ ἰδεῶν ἄλλων· διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου θεραπεύομεν μόνον ἓν κακὸν, λαμβάνοντες πρόνοιάν τινα ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων, οἵτινες διὰ τῆς εἰσφορᾶς, ὡς κανονίζεται διὰ τοῦ κειμένου νόμου, στεροῦνται τῶν ἀναγκαίων στοιχείων πρὸς συντήρησίν των. Ἐπιφέρομεν ἄρα εἰς τοῦτο πρόχειρον θεραπείαν.
§134ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πόσα σχολεῖα συνεστήθησαν διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, μὴ ὑπάρχοντα;
§135ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πίναξ, ὃν ἔχω πρόχειρον, θέλει δείξει πόσα σχολεῖα συνεστήθησαν· ἀλλὰ θὰ ἐνδείξῃ ἔτι τὰ ἐλαττώματα τοῦ νόμου, διότι συνεστήθησαν πολλὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἦτο ἀνάγκη, καὶ δὲν συνεστήθησαν ἐκεῖ, ὅπου ἦσαν ἀπαραίτητα.
§136ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ φέρητε πίνακα τῶν συστηθέντων, ὅπου δὲν ὑπῆρχον πρότερον.
§137ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἔχω, εἶπον, πρόχειρον· ἀλλ’ αὐτὸς ὁ πίναξ θέλει χρησιμεύσει πρὸς καταδίκην τοῦ λειτουργοῦ τοῦ συστήματος;
§138ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν δὲν κατηργήθησαν ἐπισήμως δημοτικὰ σχολεῖα, κατηργήθησαν ὅμως πράγματι, διότι πολλὰ κατεδικάσθησαν εἰς ἀργίαν· διότι, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὡς Ὑπουργὸς, συνίστα σχολεῖα, ἐδημιουργοῦντο ἀνάγκαι διορισμοῦ δημοδιδασκάλων, καὶ ἀφῄρει τούτους ἀπὸ ἄλλα σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἔμενον ἀργά.
§139ΖΑΡΙΜΠΑΣ. Εἰς τὰ Φέρσαλα τῆς Θεσσαλίας εἶναι τέσσαρα σχολεῖα κεκλεισμένα.
§140ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ διατί δὲν παραδέχεσθε, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἰς πολλὰ μέρη δὲν ὑπάρχουσι δημοτικὰ σχολεῖα;
§141ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐζήτησε τὸν λόγον τῶν καταργηθέντων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι οὐδὲν κατηργήθη.
§142ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι πρᾶγμα γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι, οἱονδήποτε νόμον καὶ ἂν κάμητε, δὲν θὰ ἔχητε ἀριθμὸν δημοδιδασκάλων ἀρκετὸν, ἵνα διδάσκωσιν εἰς ἅπαντα τὰ σχολεῖα. Ὥστε εἰς τοῦτο δὲν πταίει ὁ κείμενος νόμος.
§143ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐλειτούργησε, κατωρθώθη νὰ γένηται καὶ ἡ ἀπονομὴ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπουργικὸν χάρισμα.
§144ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, ἀναλαμβάνων τὴν ὁμιλίαν μου, λέγω ὅτι θέλω φέρει τὸν πίνακα, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας κ. συναδέλφου, ἀλλ’ ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον θέλω προσκομίσει, νομίζω, ὅτι θέλει χρησιμεύσει πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου καὶ ἀντίκρουσιν τῶν ἰδικῶν του. Δὲν κατηργήσαμεν οὐδὲν σχολεῖον δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς, ὡς ὑπέθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, ἀγνοῶν τὰ περὶ τούτου, ἀλλὰ σιωπηρῶς κατηργήθησαν ταῦτα διὰ τοῦ τρόπου, ὃν ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· καὶ τοῦτο προῆλθε, διότι, ἐνῷ συνιστῶντο σχολεῖα καὶ ἐν οἷς μέρεσι δὲν ἔπρεπεν, οὐδεμία πρόνοια ἐλαμβάνετο περὶ ἀφθονωτέρας, ἂν οὐχὶ καὶ βελτίονος, παραγωγῆς δημοδιδασκάλων. Οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη κατὰ τὸ μακρὸν διάστημα, καθ’ ὃ διῴκει ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις, ὅπως ἀποσταλῶσι καὶ ὑπότροφοι εἰς Εὐρώπην καὶ καταρτισθῶσι νέοι εἰς τὴν παιδαγωγικὴν ἐπιστήμην, ἵνα οὕτω, ἔχοντες τὸ κατάλληλον διδακτικὸν προσωπικὸν, δυνηθῶμεν νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαρχόντων Διδασκαλείων καὶ βελτιώσωμεν αὐτὰ, καὶ συνεπῶς τὴν Δημοτικὴν Ἐκπαίδευσιν. Ἔλεγον χθὲς περὶ τὸ μεσονύκτιον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ παρ’ ἡμῖν ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἄνευ δημοτικῶν σχολείων, ἄνευ διδασκάλων; Εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς τρώγλας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας διαιτῶνται σήμερον οἱ νεαροὶ βλαστοὶ, ἡ ἐλπὶς τῆς πατρίδος ἡμῶν, εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ καταστῶσι σωματικῶς, ἠθικῶς καὶ διανοητικῶς ἄρτιοι; Τυφλοὶ διανοητικῶς, καχεκτικοὶ δὲ καὶ ῥαχητικοὶ σωματικῶς καὶ ἠθικῶς, θέλουσι καταστῆ οἱ Ἑλληνόπαιδες, τυφλούμενοι ὑπὸ ἀπαιδεύτων καὶ ἀγροίκων γραμματοδιδασκάλων. Οὐδέποτε, τὸ λέγω καὶ αὖθις, ἐλήφθη πρόνοια ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποσταλῶσι 10 ἢ 12 νέοι εἰς Εὐρώπην καὶ σπουδάσωσι παιδαγωγικὴν, ἵνα κατὰ τὰς ὑγιεῖς αὐτῆς ἀρχὰς ῥυθμισθῶσι τὰ τῆς διδασκαλίας ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις. Ἡ σύστασις τῶν Διδασκαλείων, καὶ τὸ λέγω μετ’ ἰδιαιτέρας χαρᾶς, ὀφειλομένη εἰς τὴν πρακτικὴν διάνοιαν τοῦ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀπέφερεν ἀρίστους καρποὺς, ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδεμία πρόνοια οὔτε πρὸς αὔξησιν, οὔτε πρὸς βελτίωσιν τῶν Διδασκαλείων ἐλήφθη, οὐδὲ ἴχνη σοβαρᾶς πρὸς τοῦτο προσπαθείας ἀνεὗρον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου. Ἐὰν προσπαθείας περὶ βελτιώσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐννοῇ ὁ ἔντιμος κ. συνάδελφος τὰ νομοσχέδια αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν διὰ μακρῶν ἐν τῇ οἰκείᾳ ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν σύνοδον, περὶ τούτων ἔχω μορφώσει τὴν προσήκουσαν γνώμην, παρακολουθήσας μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰς τότε συζητήσεις, καὶ ἀναγνώσας πάντα τὰ σχετικὰ δημοσιεύματα· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι νῦν ὁ καιρὸς ὁ ἁρμόδιος νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ αὐτῶν, ἀλλ’ ὅτε γενήσεται ἡ συζήτησις τῶν παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθησομένων σχετικῶν νομοσχεδίων. Ἀπεμακρύνθην, Κύριοι, τοῦ θέματος, ἀκουσίως παρασυρθεὶς ἀπὸ τοὺς διακόψαντάς με εἰς συζητήσεις σχετικὰς μὲν ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ μὴ συνδεομένας ἀμέσως μετὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐπαναλέγω λοιπὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, ὅτι ὁ κείμενος νόμος, ὅστις κατ’ αὐτὸν ἐμερίμνησεν ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων, εὐθὺς ὡς ἐφηρμόσθη, ἀπέδειξεν, ὅτι πρὸ πάντων κατ’ αὐτῶν ἐστράφη, διότι διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀπὸ τῶν ἀπόρων δήμων ἀφηρέθησαν καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς συντηρήσεώς των, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου πολλοὶ τῶν εὐπορωτέρων δήμων ηὐνοήθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου. Ἔχομεν ἐν ὅλῳ δήμους 440. Ἐκ τούτων οἱ 351 εἰσφέρουσιν ἔλαττον τῶν δι’ αὐτοὺς δαπανωμένων, οἱ δὲ λοιποὶ 89 εἰσφέρουσι περισσότερα παρ’ ὅσα δι’ αὐτοὺς δαπανῶνται, μεταξὺ δὲ τῶν 89 τούτων δήμων οἱ πλεῖστοί εἰσιν ἄποροι. Ἐμνήσθη χθὲς τῶν παραδειγμάτων εὐπόρων δήμων, τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς, ἀλλὰ δύναμαι ν’ ἀναφέρω καὶ πολλοὺς ἄλλους, ὑπὲρ ὧν τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δαπανᾷ πολὺ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οἱ δῆμοι οὗτοι εἰσφέρουσιν εἰς αὐτό. Ὑπάρχει πίναξ, τὸν ὁποῖον ἐπιφυλάσσομαι νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις, εἶμαι βέβαιος, θέλει ἐπιτρέψει νὰ δημοσιευθῇ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται πάντα ταῦτα. Ἐν αὐτῷ θέλετε ἴδει π. χ. ὅτι ὁ δῆμος Ἀθηναίων, περιλαμβάνων κατὰ τὴν τελευταίαν στατιστικὴν ἀριθμὸν δημοτῶν 78,000, καὶ ἔχων προϋπολογισμὸν ἐσόδων 1,141,400, εἰσφέρει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δραχμὰς 171,000, ἐνῷ δαπανῶνται διὰ τὴν δημοτικήν του ἐκπαίδευσιν δραχμαὶ 263,000. Ἀνέφερον χθὲς ἐπίσης ἄλλους δήμους ἀπορωτάτους, γυμνητεύοντας οὕτως εἰπεῖν, οἵτινες εἰσφέρουσι 4 ἢ 5 χιλιάδας δραχμῶν, ἐνῷ δαπανῶνται δι’ αὐτοὺς 1,000 δραχμαὶ ἢ 400, σήμερον δὲ ἔτι ἐνισχύθην, πληροφορηθεὶς παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διακόψαντός με, ὅτι ὑπάρχουσι δῆμοι, πληρόνοντες 2,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ ἔχωσιν οὔτε ἓν σχολεῖον, οὔτε ἕνα διδάσκαλον. Τὴν βάσιν ταύτην λοιπὸν τοῦ νόμου ἠθελήσαμεν νὰ μεταβάλωμεν, καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἡ κυριωτέρα τῶν διαφωνιῶν μεταξὺ τοῦ κ. προαγορεύσαντος καὶ ἐμοῦ. Ὁ κείμενος νόμος λαμβάνει ὡς βάσιν πρὸς καθορισμὸν τῆς πληρωτέας εἰσφορᾶς τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν. Ὑμεῖς βαίνοντες πρὸς τὰς ἰδέας μας περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰς ὁποίας ἐνδεικνύει τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, λαμβάνομεν βάσιν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς δαπανᾶται ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἑκάστου δήμου, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ζητοῦμεν παρ’ αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον οἱ πόροι των τὸ ἐπιτρέπουσιν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἠρώτησε: πῶς θὰ ἐξευρεθῇ ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη; τί δὲ θὰ γείνῃ διὰ τοὺς ἀπόρους δήμους; Ἡ ἐξεύρεσις τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης δὲν εἶναι δύσκολος· καίτοι τὸ γραφεῖον τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως λειτουργεῖ ἀτελέστατα, ἐν τούτοις δύναται νὰ μᾶς δώσῃ ἐν μέσῳ ὄρῳ τὴν πληροφορίαν περὶ τῶν δαπανωμένων δι’ ἕκαστον δῆμον. Ἑπομένως εἰς τὸ ἐρώτημα «πόσα δαπανᾷ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπὲρ ἑκάστου δήμου» θὰ ἔχητε πρόχειρον τὴν ἀπάντησιν, εὐθὺς ὡς θελήσετε νὰ ἐρωτήσητε τὸν πρῶτον δημοδιδάσκαλον ἐκ τῶν ἐργαζομένων εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· διότι καὶ τοῦτο εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι τὸ γραφεῖον τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ δημοδιδασκάλων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ λειτουργεῖ. Ἀλλὰ περὶ τούτων ὀλίγον κατωτέρω. Ἡ ἐξεύρεσις λοιπὸν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δαπανᾷ ὑπὲρ ἑκάστου δήμου, εἶναι εὐκολωτάτη, ἔρχεται ὅμως ἀμέσως προβάλλουσα ἔτι θαῤῥαλεωτέρα ἡ ἑτέρα ἀντίῤῥησις, καὶ μᾶς λέγουσιν· «Εὔκολον εἶναι νὰ εὕρητε πόσον δαπανᾶται δι’ ἕκαστον δῆμον, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον πολλάκις οὗτος νὰ σᾶς δώσῃ τὸ δαπανώμενον.» Ἀλλὰ μήπως ὑμεῖς ζητῶμεν λαβεῖν παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος; Ὄχι μόνον δὲν ζητοῦμεν λαβεῖν παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος, ἀλλὰ ζητοῦμεν ὀλιγώτερα παρ’ ὅσα σεῖς ζητεῖτε διὰ τοῦ κειμένου νόμου. Ὑμεῖς ζητεῖτε ὅλα τὰ εἰσοδήματα τοῦ δήμου πλὴν 2,000 δραχμῶν ἐκ τῶν προϋπολογιζομένων, ἐνῷ ἡμεῖς τῷ ἀφίνομεν 3,000, καὶ ταύτας ὑπολογιζομένας οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν εἰσοδημάτων αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον τῶν ἐξ ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων. Εἴπατέ μοι λοιπόν, τίς προνοεῖ ἐπαρκέστερον περὶ τῶν ἀπόρων δήμων; ὁ κείμενος νόμος ἢ τὸ νομοσχέδιον; Ἐν πρώτοις διὰ τοῦ νομοσχεδίου αἴρεται ἡ φοβερωτέρα τῶν ἀδικιῶν, τὴν ὁποίαν ἀπέδειξα πρὸ ὀλίγου, τοῦ νὰ πληρώνωσι τουτέστιν οἱ ἄποροι δῆμοι ὑπὲρ τῶν εὐπόρων· ἀφίνομεν τοῖς ἀπόροις δήμοις ἄθικτον μεῖζον ποσὸν, ἢ ὅσον ὁ κείμενος νόμος, καὶ ταῦτα πάντα χωρὶς νὰ περιορίζωμεν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐν τοῖς ἀπόροις δήμοις, τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτῶν συμπληροῦντες εἴτε ἐκ τῶν περισσευμάτων τῶν εἰσφορῶν τῶν εὐπόρων δήμων, εἴτε ἐκ τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οὐδεμία εὔλογος ἀντίῤῥησις δύναται νὰ ἀντιταχθῇ περὶ τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ προσέθηκεν ὁ ἔντιμος κατὰ τοῦ νομοσχεδίου προαγορεύσας, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τούτων, τῶν μεταῤῥυθμιστικῶν τοῦ νομοσχεδίου κινδυνεύει ν’ ἀνατραπῇ, ἢ ἀνατρέπεται ὁ κείμενος νόμος. Συνομολογῶ τοῦτο, ὅτι πρόκειται περὶ οὐσιωδεστάτων μεταῤῥυθμίσεων, αἵτινες, ἂν δὲν ἀνατρέπωσιν αὐτὸν, προαγγέλλουσι ὅμως τὴν μετ’ ὀλίγον πιθανὴν ἀνατροπὴν, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι δὲν προβαίνομεν ἀποτόμως. Ἠθελήσαμεν νὰ καταδείξωμεν καὶ νὰ θεραπεύσωμεν ἐν μέρει ὅλας τὰς ἐλλείψεις, αἵτινες ἂν ἔλειπον, ἴσως ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν θὰ εἶχε τόσον σφοδροὺς κατηγόρους, ὥστε νὰ μὴ δύναταί τις μετὰ θάῤῥους νὰ ὑπερασπισθῇ αὐτόν· διότι ὁ θεσμὸς περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι ἴσως σφαλερὸς ἐν τῇ θεωρίᾳ αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸν κατέστησαν ἀπεχθῆ αἱ βαρύταται πλημμέλειαι, αἱ ἐγκείμεναι ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτοῦ, καὶ ὁ τρόπος, ὅστις ἐκρίθη προσήκων νὰ ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Ἐὰν ἔλειπον τὰ καίρια ταῦτα ἐλαττώματα, ἐὰν ἔλειπον αἱ καταχρήσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἴσως ὁ θεσμὸς οὗτος ἤθελε παραγάγει τι καλὸν, καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ σώσῃ, βελτιούμενος ἐκ τῶν πορισμάτων τῆς πείρας. Ἑπομένως ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον μᾶς ὑποδεικνύει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, περὶ ἀνατροπῆς τοῦ κειμένου νόμου, ἐὰν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ τοῦτο κίνδυνος, οὗτος εὐθύνει τοὺς ὑπαιτίους τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ θεσμοῦ, ἅτινα καὶ μόνα ἀπειλοῦσι τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ. Ἐκτὸς τούτου, προσέθηκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ μίαν τελευταίαν ἐπίκρισιν, ὅτι δημιουργεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου πολυτελὴς καὶ δαπανηρὰ διοίκησις τοῦ ταμείου. Εἶναι ἀνάγκη, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπίκρισιν ταύτην, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς δώσω βραχείας τινὰς ἐξηγήσεις, παρακαλῶν ὑμᾶς νὰ μοὶ παράσχητε τὴν εὐμενῆ προσοχήν σας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ κειμένου νόμου ᾼΧΜΑʹ τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888, «τὸ ταμεῖον τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως διοικεῖται ὑπὸ τριμελοῦς ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἀπὸ τὸν Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ λογιστηρίου, καὶ ἀπὸ τὸν τμηματάρχην τῆς δημοτικῆς διοικήσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἰς τὸ γραφεῖον τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἀποσπῶνται οἱ εἰς τὰ ταμεῖα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐργαζόμενοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως.» Ἀλλ’ ἐρωτῶ πάντας τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἐκείνους πρὸ πάντων, οἵτινες εἶναι εἰς θέσιν, ὡς ἐκ τῆς πείρας των, νὰ γνωρίζωσιν ἀκριβῶς τὰ γινόμενα, μεταξὺ δὲ τούτων καταλέγεται βεβαίως καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, νὰ μᾶς εἴπωσι, ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι, οὓς προώριζεν ὁ νόμος ν’ ἀποσπάσῃ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦτο; Τοιούτους ὑπαλλήλους οὔτε εὗρον, οὔτε γνωρίζω ἐκ τῶν νόμων ὑπάρχοντας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐλέχθη πρὸς δικαιολόγησιν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλο νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐκανονίζετο τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου τούτου, ἀλλὰ τούτου μὴ ψηφισθέντος, οἱ ὑπάλληλοι, περὶ ὧν ὁμιλεῖ ὁ νόμος, οὐδαμοῦ ὑπάρχουσιν, ὥστε νὰ ἀποσπασθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ταμείου.
§145ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ὑπῆρχε νομοσχέδιον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἀφήσατε νὰ ψηφισθῇ.
§146ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὁποῖον λοιπὸν δὲν ἐψηφίσθη ὁπωσδήποτε, καὶ ἑπομένως τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἔχει τοὺς ὑπαλλήλους, οὓς ὁ νόμος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἐκανόνισεν· ἀντὶ τούτων εὗρον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ταμείου ἄλλου εἴδους ὑπαλλήλους, ἀποσπασθέντας ἐκ τῶν σχολείων, ἅτινα ἔμειναν κεκλεισμένα, τοὺς δημοδιδασκάλους τουτέστι. Δὲν εὗρον οὐδαμοῦ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, οὗτινος τὴν ἐπιψήφισιν ἡμεῖς ἠμποδίσαμεν, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν, διὰ νὰ κρίνω περὶ αὐτοῦ καὶ νὰ ἴδω πόσους ὑπαλλήλους ἀνέγραφεν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ κρίνω, ποῖον σύστημα εἶναι τὸ οἰκονομικώτερον, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εὗρον ἐγὼ λειτουργοῦν, ἢ ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀναντιῤῥήτως τὸ ἡμέτερον εἶναι κατὰ πολὺ οἰκονομικώτερον, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπεσπασμένων ἑκάστοτε δημοδιδασκάλων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ταμείου κυμαίνεται ἀπὸ 6 ἕως 9. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἤδη ἔχομεν τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν τῶν κατὰ καιροὺς ὑπαρξάντων, μὲ τὴν ὑπὲρ ἡμῶν διαφορὰν, ὅτι ἄλλοτε δὲν ὑπηρέτουν μόνον δημοδιδάσκαλοι, ἀλλὰ καὶ ἄλλου εἴδους διδάσκαλοι, οἱ λεγόμενοι βοηθοὶ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, οἵτινες εἰργάζοντο δῆθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ποικίλλοντες καὶ οὗτοι κατὰ καιροὺς ἀπὸ 10 εἰς 20, καὶ τοὺς βοηθοὺς τούτους, εὐθὺς ὡς κατωρθώσαμεν νὰ τακτοποιηθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐσπεύσαμεν πάντας, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, ν’ ἀπολύσωμεν· ἐκ δὲ τῶν δημοδιδασκάλων ἐτηρήσαμεν τόσους μόνον, ὅσοι ἦσαν ἀπαραίτητοι διὰ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ τοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, συνέστη μετὰ γραφείου, ἀλλ’ ἄνευ ὑπαλλήλων, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἐγκαταλελειμμένον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ τυχόντος δημοδιδασκάλου. Εἶναι τῷ ὄντι θλιβερὸν τὸ θέαμα τοῦ γραφείου τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι τοποθετημένον εἰς δωμάτιά τινα στενὰ καὶ κάθυγρα, ἐν τῇ εἰσόδῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν! Ἀταξία καὶ σύγχυσις πλήρης βασιλεύει ἐν τῷ γραφείῳ αὐτῷ, διότι παρ’ οὐδενὸς διοικεῖται, οὐδεὶς εἶναι ὑπεύθυνος, ἐντάλματα δὲ, ἐντολαὶ καὶ καταστάσεις κεῖνται φύρδην μίγδην. Ὅτε κατὰ πρῶτον ἐπεσκέφθην τὸ γραφεῖον τοῦτο, κατελήφθην ὑπὸ θλίψεως, ἵνα μὴ εἴπω ὑπὸ φρίκης, ἐπὶ τῇ θέᾳ αὐτοῦ, διότι παρετήρησα σωρείαν ἐνταλμάτων, ἐπὶ τοῦ ἐδάφους διεσκορπισμένων καὶ σηπομένων, πληθὺν δὲ δικαιούχων μετὰ τῶν ὑπαλλήλων δημοδιδασκάλων, ἐρευνώντων, ὡς ἐν ἀρχαιολογικῇ ἀνασκαφῇ, νὰ εὕρωσι τὰ ζητούμενα ἔγγραφα!
§147ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ κατάστασις, ὅταν παρεδόθη τὸ γραφεῖον.
§148ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν κατάστασιν τοιαύτην ἡμεῖς τὴν εὕρομεν· δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν ἦτο τοιαύτη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας, διότι δὲν εἶσθε ὁ προκάτοχός μου. Ἐν σχέσει λοιπὸν, Κύριοι, πρὸς τὸ γραφεῖον τοῦ ταμείου τούτου, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται 4 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον συναλλάσσεται μὲ 4,000 δικαιούχους, ἀπέναντι τῆς καταστάσεως τοῦ γραφείου τούτου, χάριν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὁποίου ἀποσπῶνται 10 καὶ 15 δημοδιδάσκαλοι, λαμβάνοντες κατ’ ἔτος 20 χιλιάδας δραχμῶν, ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι μένουσιν ἀργὰ τὰ σχολεῖα, εἰς ἃ ἀνήκουσιν, εὑρίσκετε πολυτέλειαν, ὅτι ἐγὼ ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ διορισθῶσιν εἷς διευθυντὴς καὶ τρεῖς τὸ πολὺ γραφεῖς;
§149ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐπαρκοῦσι.
§150ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν ἐπαρκοῦσιν· ἀλλὰ ἀναλογιζόμενος τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ τὰς περὶ οἰκονομιῶν ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προτείνω μόνον αὐτὰς, ἐλπίζων, ὅτι θὰ εὑρεθῶσι φιλόπονοι ὑπάλληλοι, ἐργαζόμενοι ἀπὸ πρωΐας μέχρι βαθείας νυκτὸς, ὅπως διεξάγωσι προσηκόντως τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γραφείου τούτου. Λοιπὸν, διὰ νὰ διοικηθῇ ἀνθρωπίνως τὸ γραφεῖον τοῦτο, τὸ διαχειριζόμενον, ὡς εἶπον, 4 ἑκατομμύρια δραχμῶν, εὑρίσκετε πολυτέλειαν, ὅτι ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ διορισθῶσιν εἷς διευθυντὴς καὶ τρεῖς γραφεῖς, ἀντὶ δαπάνης 6000 δραχμῶν ἐτησίως! Δὲν ἤλπιζον νὰ ἀκούσω τοιαύτας ἀντιῤῥήσεις, πρὸ πάντων παρ’ ἐκείνων, οἵτινες γνωρίζουσι τὴν κατάστασιν τοῦ γραφείου τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσαν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη νὰ τακτοποιήσωσι, καίπερ δαπανῶντες 20,000 δραχμῶν ἐτησίως πρὸς πληρωμὴν τῶν ἀπεσπασμένων διδασκάλων, καὶ τούτων ἐκλεγομένων μεταξὺ τῶν ὀκνηροτάτων, οἵτινες οὐδέποτε ἠδύναντο νὰ μορφωθῶσιν εἰς ὑπαλλήλους, οἵους ἡ ὑπηρεσία τοῦ γραφείου τούτου ἀπαιτεῖ. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω περισσότερον. Νομίζω, ὅτι αἱ ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν δύνανται νὰ ἀνθέξουν εἰς τὴν ἐλαφροτέραν πνοὴν τῆς λογικῆς ἀναλύσεως, εἰς τὴν ἐλαφροτέραν πνοὴν τοῦ ἐλέγχου. Εἶμαι πρόθυμος, ἂν αἱ ἀντιῤῥήσεις αὗται ἤθελον ἐπαναληφθῆ παρ’ οἱουδήποτε, καὶ αὖθις νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν παρ’ ὑμῶν, ὅπως ἀνέλθω τὸ βῆμα τοῦτο· θὰ μοὶ ἦναι δὲ λίαν εὐχάριστον, εἴτε κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, εἴτε κατὰ τὰς δύο ἄλλας, αἵτινες ἐπιφυλάσσονται διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ μοὶ δοθῇ ἀφορμὴ, ὅπως σᾶς εἴπω τὰς σκέψεις μου ἐν γένει περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ πρὸ πάντων τῆς δημοτικῆς. Ἡ ἔλλειψις κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην χρόνου, καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τῶν σπουδαίων αὐτῶν θεμάτων, δὲν ἐπέτρεψαν νὰ ὑποβάλωμεν τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ἐποιησάμεθα ἐπὶ τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, θὰ ἀπασχολήσωμεν ὑμᾶς εὐρύτατα ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, καὶ δὲν γνωρίζω ἄλλα μείζονος σημασίας. Ἐλέχθη ἄλλοτε, ὅτι Ὑπουργεῖά τινα ἔπρεπε νὰ καταστῶσιν οἱονεὶ Ὑπουργεῖα ὑπηρεσίας, ὥστε νὰ μὴ ὑπόκηνται εἰς τὰς ἐπηρείας τῶν πολιτικῶν μεταβολῶν, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθῇ ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν ἄνευ λύσεως συνεχείας, οἱονεὶ ἐκ παραδόσεως. Τοιοῦτόν τι ἐλέχθη διὰ τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Κατὰ πεποίθησιν ἀκράδαντον θὰ ηὐχόμην ἐγὼ τοῦτο, πρὸ πάντων διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι αἰσθάνεσθε καὶ κατανοεῖτε πάντες τὴν ὑψίστην ἔννοιαν, τὴν ὑψίστην σημασίαν τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ πρὸ πάντων τῆς δημοτικῆς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ δοθῇ εὐκαιρία νὰ γείνῃ ἐργασία πλήρης, καὶ νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ὁ καιρὸς δὲν ἐπέτρεψε, καὶ αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔδωκαν τὴν ἄδειαν, ὥστε τὰ θέματα ταῦτα νὰ τύχωσι συζητήσεως ἐν τῇ βραχείᾳ διαρκείᾳ τῆς συνόδου ταύτης. Ἐλπίζω ὅμως ταχέως ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων νὰ συναντηθῶμεν, καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἦναι εἰς θέσιν, ὥστε νὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν ψῆφον καὶ τὴν μελέτην ὑμῶν ἐπ’ αὐτῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει πάντες, καὶ τῶν δύο πτερύγων οἱ συνάδελφοι, νὰ συνεισφέρωσι τὰ φῶτα αὐτῶν, πρὸς εὐστοχωτέραν διαῤῥύθμισιν ἑνὸς τῶν ζωτικωτέρων ζητημάτων τῆς πατρίδος ἡμῶν.
§151ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δώσητε τὸν κατάλογον ἐκεῖνον, διὰ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τὸ συντομώτερον· εἶναι λίαν ἀναγκαῖον τοῦτο, διότι θέλομεν νὰ μελετήσωμεν καὶ συζητήσωμεν.
§152ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ἰδοὺ δὲ ποία ἡ διάταξις τοῦ πίνακος τούτου. Εἶναι διῃρημένος εἰς ἐννέα στήλας· ἡ πρώτη σημειοῖ τὸν δῆμον, ἡ δευτέρα τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν αὐτοῦ, ἡ τρίτη τὰ ἔσοδα ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ἡ τετάρτη τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ δήμου τούτου, ἡ πέμπτη τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ἡ ἕκτη τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἑβδόμη ἄν ἐπιβαρύνηται πλειότερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ δῆμος καὶ πόσον, ἡ ὀγδόη, ἂν καὶ πόσον ἀνακουφίζεται, καὶ ἡ ἐννάτη σημειοῖ, ἂν καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ πληρόνῃ ὁ δῆμος τὸ αὐτὸ καὶ πρότερον ποσόν. Ὁλικὰ δὲ συμπεράσματά εἰσιν, ὅτι ἡ ἀπαιτουμένη σήμερον δαπάνη διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 3,637,442, ὅτι κατὰ τὸν κείμενον νόμον εἰσφέρουσιν οἱ δῆμοι ἐν ὅλῳ δρ. 2,171,769, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ συνεισφέρωσι 3,069,252, ὅτι οἱ εὐπορώτεροι δῆμοι, ἀνερχόμενοι εἰς 179, ἐπιβαρύνονται πλειότερον, 119 δῆμοι οἱ ἀπορώτατοι ἐλαφρύνονται, τῶν λοιπῶν δὲ 132 δήμων μένει τὸ αὐτὸ ποσὸν εἰσφορᾶς.
§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐδήλωσεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου ἐστηρίζοντο ἐπὶ ἐσφαλμένης βάσεως, διότι ἐγὼ ἐξελάμβανον τὸ νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, ὡς ψηφισθησόμενον μετὰ τῶν διατάξεων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τὰς διατάξεις ταύτας ὡς ἐφαρμοσθησομένας, ἐπίσης δὲ καὶ διότι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι προσωρινόν. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ προσωρινότητος τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν, ἐνόσῳ οὐδὲν τὸ νομοσχέδιον διαλαμβάνει περὶ προσωρινότητος, διότι ὅσα περὶ τούτου εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ συζητήσει οὐδὲν ἔχουσι κῦρος νομοθετικόν. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, θὰ ἦναι νόμος διαρκής, θὰ ψηφισθῇ ὡς νόμος διαρκὴς καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, θὰ συνδυασθῶσιν ἄρα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αἱ διατάξεις τῶν δύο νομοσχεδίων, ὡς ἀφορῶσαι εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§154ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἤδη καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν καταστῇ νόμος, ὁ νόμος οὗτος ἔσται προσωρινῆς διαρκείας.
§155ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς τοῦτο, ἀφοῦ οὐδεμία περιέχεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, περιορίζουσα τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ εἰς μόνον τὸ 1891;
§156ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ διακόψω, ἢ θέλετε νὰ ἐπιφυλαχθῶ;
§157ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπατε.
§158ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν προβάλλετε, δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ὁ νόμος περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων μέλλει νὰ λειτουργήσῃ ἀπὸ τοῦ Μαρτίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ὅτε συνέρχονται τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια, τὸ δὲ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἴποτε ψηφισθῇ καὶ γείνῃ νόμος, θὰ λειτουργήσῃ, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου ἐπιόντος ἔτους. Ὥστε δὲν θὰ συναντηθῇ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ μετὰ τοῦ νόμου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, ὥστε νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ συνδυασθῇ μετ’ αὐτοῦ. Δὲν θεωρῶ δὲ ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ μνημονεύωνται τὰ τῆς προσωρινῆς διαρκείας ἐν τῷ νόμῳ, διότι τὴν ἔλλειψιν τῆς μνείας ταύτης ἀρκούντως ἀναπληροῖ ἡ ἐπίσημος δήλωσις, ἣν ἐπανειλημμένως ἐποιησάμην.
§159ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ καταστήσῃ προσωρινὸν τὸ διάταγμα, διότι τὸ κῦρος τοῦ διατάγματος ἐν πάσῃ ὥρᾳ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς Κυβερνήσεως· προκειμένου ὅμως περὶ νόμου, ἂν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι πρέπει ὁ νόμος νὰ ἦναι προσωρινὸς, ὅτι πρέπει νὰ διαρκέσῃ μέχρις ὡρισμένης ἐποχῆς, ὀφείλει νὰ ἀναγράψῃ τοῦτο ἐν αὐτῷ. Ἐγὼ ὅμως...
§160ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται διὰ τῆς πλειοψηφίας ἡ Κυβέρνησις....
§161ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἡγεῖται τῆς πλειοψηφίας σήμερον· ἂν θὰ ἡγῆται αὐτῆς τὸν Μάρτιον τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἄδηλον (ἱλαρότης.) Δύνασθε ἤδη, ἐνόσῳ ἡγεῖσθε τῆς πλειοψηφίας, νὰ ἀναγράψητε τὴν προσωρινότητα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, μετὰ ταῦτα δὲ, καὶ ἂν συμβῇ νὰ μὴ ἡγῆσθε τῆς πλειοψηφίας κατὰ τὴν μνημονευθεῖσαν ἐποχὴν, ὁ νόμος πάντως θὰ ἦναι ἐστερημένος ἰσχύος. Ὑποθέτω δὲ τὴν ἀναγραφὴν γενομένην, καὶ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὑπὸ ὅλως διάφορον ἔποψιν τῆς παρουσιαζομένης ὅτε τὸ ἐθεώρουν συμπληρούμενον ὑπὸ τοῦ ἑτέρου. Ἤδη, ὅτε δὲν συμπληροῦται ὑπὸ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, ἡ διάταξις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς εἰσφορᾶς ἑκάστου δήμου διὰ Β. Διατάγματος, ἐπιτρέπει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ κανονίσῃ τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἑκάστου δήμου ὅπως αὐτὸ θέλει, ἀρκεῖ νὰ διατελῇ ἐντὸς τῶν δύο ὅρων, τῶν 15% ἐπὶ τῶν ἐσόδων τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, καὶ τῶν 50% κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Ἐντὸς τῶν δύο τούτων ὅρων τὸ Ὑπουργεῖον διὰ Β. Διατάγματος δύναται νὰ κανονίσῃ ὅπως αὐτὸ θέλει τὰ τῆς εἰσφορᾶς. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐζήτει διὰ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς εἰσφορᾶς κατὰ τὰ συμφέροντα αὐτῆς τὰ πολιτικά· ἀλλ’ ἐδῶ βλέπω προτεινόμενον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως καταργηθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁ κανονισμὸς τῶν κατὰ τὴν εἰσφορὰν, καὶ ἀντικατασταθῇ εἰς τὸν νόμον ἡ αὐθαίρετος ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ. Εὐθὺς ὡς δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ κανονίζον τὸν τρόπον τῆς εἰσφορᾶς, μένει ἄνευ περιορισμοῦ ἡ διάταξις καθ’ ἣν (ἀναγινώσκει) «τὸ ποσὸν τῆς εἰς ἕκαστον δῆμον βαρυνούσης εἰσφορᾶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τούτων καθορισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος».
§162ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνες οἱ ὅροι;
§163ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ διάστημα τὸ μεταξὺ τῶν 15% καὶ τῶν 50%...
§164ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν λοιπὴν ἐκπαίδευσιν;
§165ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐντὸς τῶν ὅρων τούτων τῶν 15% καὶ τῶν 50% καὶ τῶν ἐπιφυλαττομένων ὑπὲρ τοῦ δήμου 3,000 δραχμῶν θὰ κανονίσῃ αὐθαιρέτως ὁ Ὑπουργός· τί δὲ σημαίνει «αὐθαιρέτως ὁ Ὑπουργός», τοῦτο ἐξήγησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἀντιθέτων (ἱλαρότης). Ἑπομένως σήμερον οὐδεὶς πλέον, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ ὑπάρχῃ φραγμός· ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ ἐξαρτᾶται ἡ ἀπόφασις, ἂν δῆμός τις θὰ πληρόνῃ πολλὰ, ἂν δῆμός τις θὰ πληρόνῃ ὀλίγα, διότι ὁ Ὑπουργὸς θὰ κανονίσῃ τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἑκάστου δήμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμίλησε περὶ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης ὡς κανονιζομένης ἐκ τῶν τέως ἀποτελεσμάτων. Δὲν ἐξετάζω, ἂν ὁ κανονισμὸς οὗτος ἦναι ὁ κατάλληλος, παρατηρῶ μόνον, ὅτι περὶ τοιούτου κανονισμοῦ οὐδεὶς γίνεται λόγος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἂν ὥριζεν ὁ νόμος, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1890 θέλουσι κανονίσει τὴν εἰσφορὰν τοῦ 1891, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1890 ὡς ὑποδείγματος πρὸς τὴν ῥύθμισιν τῶν τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἀλλὰ δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι θὰ κατηργεῖτο ἡ ἐγγύησις, καὶ θὰ μετεβιβάζετο εἰς τὴν αὐθαίρετον ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ ὁ προσδιορισμὸς τῆς εἰσφορᾶς. Οὐδὲν ὅμως ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ ἔχῃ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα, ὅπως ἄνευ διαδικασίας τινὸς προκαλέσῃ τὴν ἔκδοσιν διατάγματος, ἐπιβάλλοντος οἱανδήποτε εἰσφορὰν εἰς τὸν δῆμον, λόγῳ τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀρκεῖ αὕτη νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰ 50%, οὐδὲ νὰ ὑπολείπηται τῶν 15% τῶν προϋπολογιζομένων προσόδων τοῦ δήμου ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων.
§166ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλιγώτερον τὸ κακὸν, κύριε Τρικούπη, διότι ἄλλοτε ἐξηρτᾶτο τοῦτο ἐκ τοῦ νομάρχου, καὶ κατὰ τὰς τρεῖς τελευταίας συνόδους σᾶς παρεστήσαμεν τὸ ἄδικον τὸ προσγενόμενον, ἀλλ’ οὐδεμία φωνὴ ἠκούσθη πλησίον σας, κύριε Τρικούπη, Πρωθυπουργὲ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὀλιγώτερον τὸ κακὸν νὰ προσδιορίζηται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶναι εἰς ἀνωτέραν βαθμίδα καὶ τοῦ Νομάρχου, καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, παρὰ ἀπὸ ἕνα Νομάρχην, ὁ ὁποῖος ὑπολογίζει ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 10,000, ἐνῷ τὰ εἰσοδήματα τοῦ δήμου δὲν εἶναι ἀνώτερα τῶν 2,000–2,500, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν κανονίζει τὴν εἰσφοράν.
§167ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ κατὰ τὰς τελευταίας συνόδους, ἅτινα ἐπικαλεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀποδεικνύουσι τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς παρεπονεῖτο κατ’ ἀποφάσεων τοῦ Νομάρχου, οὐχὶ αὐθαιρέτων, ἀλλὰ στηριζομένων εἰς προϋπολογισμόν. Εὐθὺς ὡς αἱ ἀποφάσεις τοῦ Νομάρχου δὲν στηρίζονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, οὐδὲν ἔχουσιν αὗται κῦρος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐποιήσατο παραστάσεις εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον, καὶ ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ἐπισήμων καταστάσεων, ὅτι ἀδίκως παρεπονεῖτο. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔλεγεν, ὅτι κακῶς ὥρισεν ὁ Νομάρχης τὴν εἰσφορὰν, ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι νομίμως ὥρισεν αὐτήν.
§168ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον, κακῶς.
§169ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπεδείχθη, ὅτι ὀρθῶς ὥρισεν ὁ Νομάρχης τὴν εἰσφορὰν, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει ἕνα μόνον ὅρον, παρορῶν τοὺς κατὰ τὸν νόμον κανονίζοντας τὴν εἰσφορὰν λοιποὺς ὅρους.
§170ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔμεινεν ἐκκρεμὴς τότε ἡ συζήτησις, καὶ θὰ εὕρω αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν, διὰ νὰ σᾶς τὸν φέρω· θὰ εὕρω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα χθὲς εἶδα, καὶ θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτητην.
§171ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἔγγραφα προσεκόμισα ἐγὼ τότε, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀπεδεικνύετο, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἀδίκως παρεπονεῖτο, νομίζων ὅτι ἡ εἰσφορὰ ἐκανονίζετο κατὰ τρόπον μὴ συνάδοντα πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου. Τοιοῦτον δὲ πρέπει νὰ ἔχωμεν νόμον, περιλαμβάνοντα τοὺς ὅρους τῆς ἐφαρμογῆς, ὥστε, ἐάν τις παραπονῆται ἐπὶ τῷ κανονισμῷ τῆς εἰσφορᾶς κατὰ παράβασιν αὐτῶν, καὶ ἀποδεικνύηται βάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς, νὰ ὑποχωρῇ ὁ ὁρισμὸς τοῦ Νομάρχου, τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ τοῦ Β. Διατάγματος, πρὸ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Ταύτης δὲ τῆς ἀρετῆς στερεῖται τὸ νομοσχέδιον, οὐδένα θέτον κανόνα εἰς ὁρισμὸν τῆς εἰσφορᾶς· ἂν δ’ ὑπάρξωσι παράπονα, οἷα τὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, δὲν θὰ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ παραπονούμενος τὸν νόμον, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀφίενται τὰ τῶν ἐκπαιδευτικῶν δαπανῶν τοῦ δήμου, ἐφ’ αἷς κανονίζεται ἡ εἰσφορά. Τὸν αὐτόβουλον κανονισμὸν τῆς εἰσφορᾶς διὰ Β. Διατάγματος ἐθεώρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς προτιμότερον τῆς βάσεως τοῦ κειμένου νόμου, ἣν παρέστησεν ὡς αὐθαιρέτως τεθεῖσαν. Ἐπιμόνως ἐξετάσας, ἀπηλπίσθη ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ δικαιολογίαν τοῦ ὁρισμοῦ τῆς εἰσφορᾶς εἰς μίαν δραχμὴν, πολλαπλασιαζομένην ἐπὶ τὸν πληθυσμὸν τοῦ δήμου. Καὶ ὅμως ὁ λόγος τοῦ ὁρισμοῦ τούτου εὕρηται ἐν ὑπολογισμῷ, ὅστις ἐν παντὶ εἶναι ὁ ἀσφαλέστερος τῷ ἐκ τῶν ὑστέρων, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἐκ τῶν προτέρων εἰκασίας. Ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψει τὰ γνωστὰ τότε περὶ τῶν δαπανῶν τῶν δήμων ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀθροιζομένων εἰς δύο ἑκατομμύρια, ἔχω δ’ ἐνταῦθα τὴν δεδημοσιευμένην ἔκθεσιν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ 1889, ἐν ᾗ εὑρίσκω ἐπιμαρτυρούμενον τὸ ἀκριβὲς τοῦ ὑπολογισμοῦ, ὡς ἀναγραφομένης τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων ἀκριβῶς εἰς 2,000,000 δραχμῶν. Πρὸς τὰ 2,000,000 τῶν δαπανῶν τῶν δήμων παρεθέσαμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν, ἀνερχομένων εἰς 2,000,000, ἀνελόγει ἄρα μία δραχμὴ εἰς ἕκαστον δημότην.
§172ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἔντυπος αὐτὸς ὁ κατάλογος;
§173ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔντυπος. Ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις ἐν καιρῷ εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτω τεθείσης τῆς βάσεως, ἔπρεπε νὰ προστατεύσωμεν τοὺς ἀπορωτέρους δήμους κατὰ ἐπιβαρύνσεως ὑπερβολικῆς λόγῳ τῆς εἰσφορᾶς, εἰς τὴν προστασίαν δὲ ταύτην ἀφορῶσιν αἱ περιοριστικαὶ διατάξεις, ἤτοι ὁ ἀνώτατος ὅρος τῆς εἰσφορᾶς ἕως τῶν 50% τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων τοῦ δήμου ἐξ ἀμέσων φόρων καὶ ἐμμέσων φόρων, καὶ τὸ ἄθικτον ὑπὸ τῆς εἰσφορᾶς 2,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπιφυλαττομένων ὑπὲρ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων δαπανῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ δήμου. Οὕτως ἔχουσαν τὴν βάσιν τοῦ κανονισμοῦ τῆς εἰσφορᾶς, δὲν ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ συμπληρώσῃ ἢ νὰ τροποποιήσῃ, ἀλλὰ ζητεῖ νὰ ὑποκαταστήσῃ εἰς αὐτὴν τὸ αὐθαίρετον τοῦ διοικητικοῦ κανονισμοῦ· πῶς δ’ ἐδικαιολόγησε τὴν περὶ τούτου πρότασιν; Κακῶς, εἶπεν, ὁ νόμος ἀνελόγισε τὴν εἰσφορὰν ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτῶν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἀναλογίσῃ αὐτὴν ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων. Τὸ ἐκ τούτου συμπέρασμα θὰ ἦτο ἡ ἀντικατάστασις ἐν τῷ ἀναλογισμῷ τῶν κατοίκων εἰς τοὺς δημότας, οὐδαμῶς δὲ ἡ μεταβίβασις εἰς τὸ αὐθαίρετον τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ κανονισμοῦ τῶν τῆς εἰσφορᾶς. Εἶπε προσέτι, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς συντήρησιν τῶν ἀπόρων δήμων αἱ 2,000 δραχμῶν, καὶ πρέπει νὰ ἀναβιβασθῇ τὸ ποσὸν εἰς 3,000· εἰς τοῦτο δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ἀντιλέγοντες, ἄλλως τε τοῦτο ἀναγράφεται καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ἀλλὰ σχέσιν οὐδεμίαν ἔχουσι τὰ περὶ τούτου πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐθαίρετον κανονισμὸν τῆς εἰσφορᾶς ὑπὸ τῆς διοικήσεως. Ἐπεκαλεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς πίνακα, ὃν ὅμως δὲν παρέδωκεν εἰς ἡμᾶς, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ εἰσφορά, κανονιζομένη κατὰ τὰ κείμενα, ἐπιβαρύνει σπουδαίως τοὺς δήμους τοὺς ἀπορωτέρους, καὶ εἶπεν ὅτι 93 δήμων νομίζω ἡ εἰσφορὰ εἶναι ἀνωτέρα τῆς δαπάνης τῶν σχολείων αὐτῶν. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸν πίνακα, ἵνα ἐξακριβώσωμεν, ἂν ἡ εἰσφορὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῆς δαπάνης τῆς ἀναλογούσης εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τῶν δήμων, ἢ ἂν ᾖναι ἀνωτέρα τῆς δαπάνης τῆς γενομένης εἰς λειτουργοῦντα δημοτικὰ σχολεῖα αὐτῶν, διότι καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν κανονίζεται ἡ εἰσφορὰ ἐκ τῆς κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς δαπάνης τῶν δημοτικῶν σχολείων τῶν δήμων, ἀλλὰ ὁρίζεται ἴση πρὸς τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τὴν δημοτικὴν ἑκάστου δήμου ἐκπαίδευσιν. Ἐν ᾧ ὡμίλουν, ἤκουσα Βουλευτῶν, λεγόντων, ὅτι δῆμοί τινες δὲν ἔχουσι δημοτικὸν σχολεῖον· εἶπέ τις τῶν Βουλευτῶν, ὅτι ὁ δῆμος Μυρεσίου οὐδὲν ἔχει δημοτικὸν σχολεῖον....
§174ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ ἡ Ζαγορὰ ἔχει σχολεῖον, ἀλλὰ....
§175ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο θὰ εἴπω ... Εἶπέ τις, ὅτι ὁ δῆμος Μυρεσίου οὐδὲν ἔχει σχολεῖον, καὶ ἤδη ἀκούομεν, ὅτι ἡ Ζαγορὰ ἔχει σχολεῖον μὴ λειτουργοῦν, καὶ ὅμως κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ προτεινόμενον ὁ δῆμος Μυρεσίου θὰ εἰσφέρῃ εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ὡσανεὶ εἶχε δημοτικὸν σχολεῖον, διότι τὸ νομοσχέδιον κονονίζει τὴν ὀφειλὴν λόγῳ εἰσφορᾶς οὐχὶ ἐκ τῆς λειτουργίας ἢ μὴ τοῦ σχολείου, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀναγραφῆς σχολείου ἐν τῷ πίνακι τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ δήμου. Ἑπομένως ὅσα ἐῤῥήθησαν ἐντεῦθεν πρὸ ὀλίγου περὶ δημοτικῶν σχολείων ἀργούντων ἐφαρμόζονται εἰς τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅσον καὶ εἰς τὰ ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ, μηδόλως μεταῤῥυθμιζομένῳ ἐν τοῖς περὶ τούτου. Θὰ ἐνόουν πρότασιν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν δήμων ἀπὸ τῆς ἀναλογούσης εἰσφορᾶς εἰς σχολεῖον ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ πίνακι, ἀλλὰ μὴ λειτουργοῦν. Τοῦτο τῳόντι εἶναι θέμα, οὗτινος ἡ διαῤῥύθμισις θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμος εἰς τοὺς δήμους, ἀλλὰ περὶ τούτου οὐδεὶς γίνεται λόγος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ νομοσχέδιον μεταβάλλει μόνον τὴν βάσιν, τοῦ κανονισμοῦ τῆς εἰσφορᾶς, ἀλλὰ ταύτην τὸ Β. Διάταγμα ὀφείλει νὰ ὁρίσῃ ἴσην πρὸς τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ δήμου, οὐχὶ πρὸς τὴν πραγματικὴν δαπάνην. Ἀφοῦ ἐν τούτῳ οὐδεμίαν τὸ νομοσχέδιον φέρει μεταβολὴν εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς εἰσφορᾶς, διατὶ ἀνατρέπει τὴν κειμένην βάσιν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι προσωρινὸν, ἀλλὰ τοσούτῳ μᾶλλον, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον εἶναι προσωρινὸν, ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ ἄθικτον τὴν βάσιν τῆς κειμένης νομοθεσίας, νὰ φέρῃ δὲ εἰς αὐτὴν μόνας τὰς μεταῤῥυθμίσεις, ἃς ἐθεώρει ἐπειγούσας. Εἶπε προσέτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰς ἀπόδειξιν ὅτι ἡ βάσις τῆς κειμένης νομοθεσίας δὲν εἶναι δικαία, ὅτι κατὰ ταύτην οἱ εὔποροι δῆμοι δαπανῶσιν εἰς τὴν δημοτικὴν αὐτῶν ἐκπαίδευσιν βαρύνοντες τοὺς ἀπορωτέρους δήμους, ἐπεκαλέσθη δὲ τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς πρωτευούσης, ὡς συντελεστικώτατα εἰς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του. Δὲν ἐξετάζω τὰς εἰδικὰς περιστάσεις, ἐν αἷς διατελεῖ ἡ πρωτεύουσα περὶ τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ αἵτινες ἐπιβάλλουσιν ἐξαιρετικὴν πρόνοιαν περὶ τῶν δαπανῶν αὐτῆς πρὸς τοιούτους σκοποὺς, ἀλλ’ ἐὰν εἶχον τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ μοὶ ἦσαν ἴσως χρήσιμοι. Νομίζω ὅτι εἶπεν, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἀνέρχονται εἰς ἓν ἑκατομμύριον καὶ....
§176ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ 141,000.
§177ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς ἓν ἑκατομμύριον καὶ 141,000· ἑπομένως ἡ εἰσφορὰ τοῦ δήμου, αὐξανομένη εἰς 15% τοῦ ποσοῦ τούτου, θὰ ἦναι περὶ τὰς 171,000.
§178ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§179ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ δὲ δαπάνη εἶναι 263,000, τουτέστιν ἔχομεν δαπάνην περὶ τὰς 90,000 ἐπὶ πλέον τῆς εἰσφορᾶς. Ταύτας τὰς 90,000 κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν πληρόνουσιν οἱ ἄποροι δῆμοι· ἀλλὰ δὲν πληρόνουσιν οἱ ἄποροι δῆμοι ταύτας τὰς 90,000 δραχμῶν, πληρόνει αὐτὰς τὸ Δημόσιον, διότι τὸ Δημόσιον δὲν εἰσφέρει μόνον τὰς 300,000, τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸ Δημόσιον καταβάλλει περὶ τὰς 600,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον τῶν 300,000 τῶν ἀναγεγραμμένων, εἰς ταύτας δὲ προσθετέον καὶ τὴν εἰσφορὰν τῶν Μονῶν ἐκ δραχμῶν 120,000· ὅταν δὲ πρὸς τὴν εἰσφορὰν τῶν δήμων ἐκ 2,000,000 ἐν συνόλῳ ἀναλογίσωμεν τὸ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Μονῶν ἐν συνόλῳ καταβαλλόμενον ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἓν ἑκατομμύριον περίπου, εὑρίσκομεν ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς τὴν εἰσφορὰν τοῦ δήμου Ἀθηναίων καταβολὴν, ὅσην παρέστησεν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίσας ὅτι αὕτη ἐπεβάρυνε τοὺς ἀπόρους δήμους.
§180ΖΑΡΙΜΠΑΣ. Καὶ διατὶ νὰ τὰς πληρόνῃ τὸ Δημόσιον μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, καὶ νὰ μὴ τὰς πληρόνῃ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους δήμους;
§181ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ δῆμος Ἀθηναίων λαμβάνει 90 χιλιάδας δραχμῶν ἐκ τοῦ ἑκατομμυρίου, τὰς ἐπιλοίπους ἄρα διανέμονται οἱ ἄλλοι δῆμοι· ἂν δέ τις φρονῇ, ὅτι τὴν ὅλην καταβολὴν ἔδει νὰ διανέμωνται οἱ δῆμοι οἱ ὀλιγώτερον εὔποροι τοῦ τῆς πρωτευούσης, πρὸς ἐπίτευξιν τούτου δέον νὰ ἐπιζητήσῃ τοῦτο ἤδη, ὅτε ἡ λειτουργία τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως παρέχει βάσιν ὑπολογισμοῦ, προτείνων ὅπως ὁ κατώτατος ὅρος τῆς εἰσφορᾶς ἀναβιβασθῇ ἀπὸ 15% τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων δημοτικῶν προσόδων εἰς ποσοστὸν ἀνώτερον. Πάντως ὅμως, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου προσωρινοῦ, προκειμένου περὶ μεταῤῥυθμίσεως προσωρινῆς, δὲν πρέπει ν’ ἀνατρέψωμεν τὴν βάσιν τῶν κειμένων, πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰς ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει βελτιώσεις, ἃς ὑπαγορεύει ἡ ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀποκτηθεῖσα πεῖρα. Ἂν τοιαῦτα προετείνοντο, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφοῦ σκοπὸς πάντων εἶναι ἡ ἀνακούφισις, κατὰ τὸ ἐφικτὸν, τῶν ἀπορωτέρων δήμων, πάντως δὲ ὁ κανονισμὸς τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων διὰ συστήματος μὴ παρέχοντος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ εὐρυτέραν ἐξουσίαν εἰς τὴν διοίκησιν. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ἡ διοίκησις, ἐπιτροπὴ ἢ Νομάρχης, ὀφείλει νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων, περιοριζομένη εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐν τῷ νομοδιατεταγμένων περὶ τῆς εἰσφορᾶς, νομίζω δὲ μὴ δεδικαιολογημένην τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως τὴν βάσιν ταύτην ἀνατρέψωμεν, καὶ ἀφήσωμεν κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸν κανονισμὸν τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἀναγκῶν τοῦ δήμου καὶ ἑπομένως τὰ τῆς εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰσφορᾶς αὐτοῦ εἰς κανονισμὸν αὐθαίρετον παρὰ τῆς διοικήσεως, μηδόλως δεσμευομένης ὑπὸ συστήματος κατανομῆς ἐν τῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένου καὶ μηδὲν καταλείποντος ἀόριστον.
§182ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δι’ ὧν νῦν εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, δὲν προσέθηκεν ἄλλην νέαν εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου· μόνον διεσκεύασε τὰς ἀντιῤῥήσεις ταύτας κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐνιαχοῦ μάλιστα καὶ ἀντιφάσκοντα πρὸς τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν ἡμῖν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θ’ ἀποδειχθῇ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ ἐλαττωματικὸν καὶ εἰς τὰς βάσεις του καὶ εἰς τὰ ἀποτελέσματα. Ἀντέταξα εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, ὅτι, καὶ ἂν προκύψωσι τὰ ἐλαττώματα ταῦτα, ὅπερ δὲν πιστεύω, εὐτυχῶς ὁ ἐπιζητούμενος νόμος δὲν θὰ ἦναι διαρκὴς, ἀλλὰ προσωρινός. Ὁ κ. προαγορεύσας ἀπαντᾷ· εἶπεν: «ἀκριβῶς, διότι θὰ ἦναι προσωρινὸς ὁ νόμος, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἦναι ἐλαττωματικός, καὶ ἀφήσατε νὰ λειτουργῇ ὁ κείμενος νόμος.» Αὐτὸς δὲ ὁ ἴδιος πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἔλεγεν ὅτι, δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ἦναι προσωρινὸς, διότι δύναταί τις νὰ ἦναι βέβαιος περὶ προσωρινότητος, ὅταν πρόκηται περὶ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀλλ’ ὄχι περὶ νόμου, ἐξαρτωμένου ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. «Εἶσθε δὲ βέβαιοι, μᾶς ἔλεγε, περὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἐν προσεχεῖ χρόνῳ;» Ἀλλ’ ἐγὼ ἀντιτάσσω εἰς τὸν κ. προαγορεύσαντα, ὅτι θὰ ἦναι προσωρινὸς ὁ νόμος, καὶ ἂν μεταβληθῶσι τὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, διότι δὲν θὰ τὸν ἀφήσῃ ἐν τῇ ζωῇ, ἐὰν ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα, ὁ κ. Τρικούπης. Ὥστε ἢ οὕτως ἢ ἄλλως θὰ ἦναι προσωρινὸς ὁ νόμος οὗτος, θὰ μεταβληθῶσι δὲ ῥιζικῶς τὰ περὶ τούτου ἐπὶ ταῖς βάσεσι, τὰς ὁποίας ἐνδεικνύει τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπαρχιακῶν συμβούλων, καὶ τὰς ὁποίας ὑπέδειξε πρό τινων ἡμερῶν ἐν γενικότητι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως, παραδεχόμενοι τὴν προσωρινότητα, πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἀληθῆ βάσιν τῆς συζητήσεως, ἀποχωρίζοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπὸ τοῦ ἑτέρου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, καὶ ἐξετάζοντες αὐτὸ μεμονωμένως. Εἶναι ὀρθὸν, ἢ δὲν εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Εἶναι βέλτιον τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, ναὶ ἢ οὔ; Ὁ προλαλήσας ἐνόμισεν, ὅτι ἀνεκάλυψεν ἓν κύριον ἐλάττωμα αὐτοῦ, ἀνεκάλυψε τουτέστιν, ὅτι τὰ τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων θὰ κανονίζῃ ἡ αὐθαιρεσία τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ ἀνακαλύψει ταύτῃ διαβλέπει τὸν κίνδυνον, ὅστις ἐπικρέμαται εἰς τὰς τύχας τῶν δήμων· προεκάλεσε δὲ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἵνα ἀποσοβηθῇ ὁ κίνδυνος οὗτος, ὁ ἀπειλῶν τοὺς δήμους ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ αὐτῶν συμφέροντα. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ταῦτα ἐντελῶς δὲν εἶναι ἀκριβῆ, ὡς θὰ πεισθῆτε ἐκ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου. Τὰ τῆς εἰσφορᾶς κανονίζονται, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου· ἀλλ’ ἠκούσατε τὸν κ. Σακελλαρόπουλον, καὶ τὸν κ. Βαλσαμάκην, καὶ ἑτέρους συναδέλφους, καταγγέλλοντας τὰς αὐθαιρεσίας τῶν Νομαρχῶν ἐν τῷ κανονισμῷ τῆς εἰσφορᾶς ἑκάστου δήμου.
§183ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς σήμερον διαχειρίζεσθε τὴν ἐξουσίαν· ἂν ὑπάρχῃ τις ἐν τῷ παρελθόντι αὐθαίρετος ἀπόφασις τῶν Νομαρχῶν, νὰ τὴν φέρητε· ὅτε ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς, ἔφερα τὴν διάψευσιν τῶν λεγομένων· ὑμεῖς τώρα, ἔχοντες τὰ ἀρχεῖα εἰς χεῖρας ὑμῶν, φέρετε τὴν κύρωσιν αὐτῶν.
§184ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔκολοι εἶναι αἱ διαψεύσεις, ἀλλ’ ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι, καίτοι ὑπάρχουν ὡρισμένα ὅρια ὑπὸ τοῦ νόμου ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῶν Νομαρχῶν, ἐν τούτοις οὗτοι πολλάκις ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς εὐλογώτατα παράπονα. Ἴσως τοῦτο νὰ προῆλθεν ἐκ τῆς ἀσαφείας τοῦ νόμου ἐν τῷ καθορισμῷ τῆς εἰσφορᾶς. Ἡμεῖς χωροῦμεν ἐπὶ βελτίωσίν τινα, καθορίζοντες ἔτι σαφέστερον καὶ δικαιότερον τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ κανονίζηται ἡ εἰσφορά. Τοὺς ὅρους, ὑφ’ ὧν περιωρίζετο ὁ Νομάρχης, τοὺς διατηροῦμεν, ἀλλὰ προσθέτομεν καὶ ἑτέρους, ἔτι περιοριστικωτέρους· πλὴν δὲ τούτου, θέτομεν ἑτέραν βάσιν, ὄχι πλέον τὸν πληθυσμὸν τῶν δημοτῶν, ἢ τὸν πληθυσμὸν τῶν κατοίκων, ὅπως νῦν τὸ διορθοῖ ὁ κ. προαγορεύσας, ἀλλὰ τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἑκάστου δήμου. Ἀλλ’ ἐρωτᾷ ὁ κ. συνάδελφος· ποία θεωρηθήσεται ὡς ἀπαιτουμένη δαπάνη; Εἶναι ἆρά γε ἡ νῦν καταβαλλομένη, ἢ εἶναι ἡ ἀπαιτουμένη πρὸς τὴν προσήκουσαν λειτουργίαν τῶν δημοτικῶν σχολείων ἑκάστου δήμου; Ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη εὐκόλως ἐξευρίσκεται, ὑποτιθεμένης καλῆς πίστεως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἀλλ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι θὰ εἰσχωρήσῃ τοιαύτη κακοπιστία, ὥστε νὰ νοηθῶσιν ἄλλως τὰ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης, παρὰ ὅπως πρέπει νὰ νοηθῶσιν; Ἔχομεν πίνακα, ὁ ὁποῖος δεικνύει, τί νῦν δαπανᾶται διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ἑκάστου δήμου, γνωρίζομεν πόσα σχολεῖα ἔχομεν συνεστημένα, καὶ πόσοι περίπου διδάσκαλοι χρειάζονται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἑκάστου σχολείου, ἀναλόγως τῆς πληθύος τῶν μαθητῶν· γνωρίζομεν τὰ ἐνοίκια τῶν διδακτηρίων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμβολαίων ἢ τῶν προφορικῶν συμφωνιῶν· ὅλα τουτέστι τὰ στοιχεῖα τῆς νῦν ἀπαιτουμένης δαπάνης ὑπὲρ ἑκάστου δήμου τὰ ἔχομεν, καὶ ταῦτα θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν δι’ ἑνὸς Διατάγματος ἀθρόως κανονίσωμεν τὴν εἰσφορὰν ἑκάστου δήμου. Δὲν ἔχομεν, παρὰ νὰ ἀνοίξωμεν τὴν σχετικὴν βίβλον, ἐν ᾗ εἶναι ἀναγεγραμμένοι οἱ ἀριθμοὶ, οἱ παριστῶντες τὴν δαπάνην ταύτην, καὶ συμφώνως πρὸς αὐτὴν νὰ ὁρίσωμεν ἐν τῷ Βασιλικῷ Διατάγματι τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην καὶ συνεπῶς τὴν εἰσφοράν. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται σήμερον, δὲν θ’ ἀπαιτῆται αὔριον, διότι τὰ τῶν σχολείων καὶ τῶν ἐν αὐτοῖς ὑπηρετούντων δημοδιδασκάλων δὲν ἔχουσιν ἀμεταβλήτως. Τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, καὶ μετ’ ἀσφαλοῦς τελειότητος δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῶσι τὰ ἀνθρώπινα, ἐν τοῖς περὶ τῶν ὁποίων ὑπολογισμοῖς κατ’ ἀνάγκην λαμβάνονται οἱ μέσοι καὶ πιθανοὶ ὅροι, προεδρευούσης, ἐννοεῖται, καλῆς πίστεως. Ἐὰν εὑρεθῶσιν Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι νὰ θελήσουν μετὰ κακοπιστίας νὰ καταδολιευθῶσι τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ συμφέροντα τῶν δήμων, δύνανται νὰ τὸ πράξουν, κατ’ αὐτῶν οὐδεὶς ὑπάρχει φραγμός· σήμερον συμβαίνει, ὥστε δῆμοι πληρόνοντες π. χ. 6,000 δραχμὰς νὰ μὴ εἶδον ποτὲ δημοτικὸν σχολεῖον ἐν τῷ δήμῳ των, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ὑπάρχουσι δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν πληρόνουσι τίποτε, καὶ ἔχουσι σχολεῖα λαμπρὰ, μὲ διδακτικὰ ὄργανα πολυτελῆ!
§185ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν πληρόνουσι τίποτε, καὶ ἔχουσιν ἐν τούτοις σχολεῖα μὲ πολυτέλειαν;
§186ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ ὄντι, ὑπάρχουσι τοιαῦτα σχολεῖα εἰς δήμους οὐδὲν προσφέροντας· τὰ εἶδον, περιερχόμενος χωρία ἐπαρχιῶν τινων, καὶ τὰ ἐθαύμαζον. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν ὑμᾶς, κύριε συνάδελφε· ἠμπορεῖ καὶ ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἢ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ διοικοῦσα τὸ ταμεῖον, νὰ παρέσχε τὰ πολυτελῆ ταῦτα μέσα. Βεβαίως δὲν δύναμαι ὡρισμένως νὰ εἴπω, ποῖος τὰ παρέσχεν, ἀλλὰ τὰ παρέσχε τις.
§187ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἴπετε, ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν σχολεῖα, καὶ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδοθῇ, δὲν θὰ περιλαμβάνῃ αὐτούς. Αὐτοὶ οἱ δῆμοι λοιπὸν θὰ μείνουν ἄνευ σχολείων.
§188ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲν μεταβάλλονται οἱ κείμενοι νόμοι· καὶ εἰ μὲν οἱ δῆμοι, περὶ ὧν πρόκειται, εἶναι εὔποροι, ἔχοντες ποσὸν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἄνω τῶν τριῶν χιλιάδων δραχμῶν, αὐτοὶ θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσουν, ὥστε νὰ ἀπολαύσωσιν ἐξ ἰδίων, οὕτως εἰπεῖν, πόρων δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, συνιστωμένων ἀναλόγων σχολείων· ἢ θὰ ἦναι ἄποροι, τότε δὲ ἐπέρχεται ἡ θεραπεία ἐκ τοῦ νομοσχεδίου· διότι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξοδεύει σήμερον τὸ Δημόσιον, συντρέχον τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ὅλου τοῦ Κράτους, αὐτὰ ἀκριβῶς θὰ χρησιμοποιῶνται ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων, ἐνῷ σήμερον τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου εἰσέρχεται εἰς τὸν γενικὸν κορβανᾶν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἐπειδὴ ἤχθη ὁ λόγος περὶ τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀναπολῶ εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν, ὅτι εἷς τῶν σκοπῶν, ὁ ὁποῖος ἐπροκάλεσε τὴν σύστασιν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἦτο νὰ ἐλαφρυνθῇ τὸ Δημόσιον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐκραύγαζε μετὰ πόνου ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, λέγων: «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ, Κύριοι, ἐπὶ πλέον ἡ κατάστασις αὕτη! Δίδει τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως 300,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἀναγκαζόμεθα νὰ δίδωμεν καὶ προκαταβολὰς, αἵτινες φθάνουσιν εἰς 600,000 δραχμῶν, καὶ τὰς δίδομεν ἄνευ νόμου, καὶ ἡ ἀνωμαλία αὐτὴ πρέπει νὰ καταπαύσῃ, δὲν ἀντέχει ὁ προϋπολογισμός· ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν ὑποφέρει πολὺ ἐκ τῶν ἀνωμαλιῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ἀλλ’ αἵτινες θίγουσιν αὐτὸν καὶ ἀνατρέπουσι τὴν οἰκονομίαν αὐτοῦ.» Τοιαῦτα ἔλεγεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ὁ σκοπὸς οὗτος ἐπετεύχθη; Δὲν ἐρωτᾶτε, τί ἐδαπάνησε τὸ Δημόσιον ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1888; Συνεισήνεγκεν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πλὴν τῆς τακτικῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης συνδρομῆς, δύο ἔτι ἑκατομμύρια. Ἀπὸ τῆς συστάσεως λοιπὸν τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ αὐτῆς ἐν ὅλῳ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου 3 ἑκατομμύρια. Ἰδοὺ λοιπὸν ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν, τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰ εὐχάριστα ἀποτελέσματα! Οἱ σκοποὶ, βλέπετε, οὓς ἐπεδίωκεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου περὶ ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἦσαν ἀγαθώτατοι, ἀλλὰ δυστυχῶς πάντες ἀπέτυχον οἰκτρῶς! Τί καθυστέρημα εἴχομεν πρὸ τοῦ νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Εἴχομεν καθυστέρημα πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ μέρους τῶν δήμων ἐν συνόλῳ 6,800,000 ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον.
§189ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἐπετράπησαν αἱ προκαταβολαί....
§190ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἑπτακοσίας χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος....
§191ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1884 ἡ τότε Κυβέρνησις, προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο εὐχερὲς πρᾶγμα νὰ εἰσπράξῃ πάνθ’ ὅσα οἱ δῆμοι ἐκ προκαταβολῶν ὤφειλον, διέταξε λοιπὸν νὰ δηλώσωσιν οἱ ταμίαι ὁλοκλήρους τὰς προσόδους τῶν δήμων. Κατὰ τὸ 1885 ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ ἀναλογίαν τινὰ, μετὰ δὲ τὴν ἐποχὴν ταύτην, ὅτε ἦλθε πάλιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ κάμῃ ἀναστολήν τινα.
§192ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρόκειται περὶ νόμου παλαιοτέρου, ὅστις εἶχε κανονίσει, ὅτι τὰ πρὸ τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν ἤθελον καταλογισθῆ· κατόπιν διάφοροι Ὑπουργοὶ ἐδέησε νὰ λάβωσι μέτρα, ὅπως οἱ ταμίαι μὴ εἰσπράττωσιν ὁλόκληρον τὴν ὀφειλήν. Ἡμεῖς ὑπεβάλομεν νόμον, ψηφισθέντα τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1888, καθ’ ὃν οἱ δῆμοι ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων λόγῳ προκαταβολῆς καταβάλλουσι 10% ἐπὶ τῶν ἐτησίως παρ’ αὐτῶν εἰσπραττομένων ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ἐὰν τὰ 10% δὲν ὑπερέβαινον...
§193ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐκ τῶν εἰρημένων οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀπέκτησαν τὴν γνῶσιν περὶ τοῦ τί ὀφείλεται παρὰ τῶν δήμων πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον μέχρι τοῦ 1887 ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐγὼ, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερεῖς διακρίσεις τῶν καθυστερημάτων, λέγω, ὅτι ὀφείλονται ἐκ τοῦ λόγου τούτου 6,800,000 ἐν ὅλῳ, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1856, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ προκαταβολῶν τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων, μέχρι τοῦ 1880 δρ. 4,488,000, ἀπὸ δὲ τοῦ 1881 μέχρι τέλους τοῦ 1886 δραχμὰς 2,289,000. Τοιαύτη ἦτο ἡ σχέσις τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον ὡς πρὸς τὰ καθυστερήματα λόγῳ τῶν προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν δὲ τοῦ νόμου περὶ εἰδικοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἡ κατάστασις αὕτη, ἀντὶ νὰ βελτιωθῇ, ὡς ἐσκοπεῖτο, ἐχειροτέρευσε, καθότι νῦν τὰ καθυστερήματα τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον κατέστησαν ὀγκωδέστερα, διότι κατὰ τὰ τρία ἔτη τῆς λειτουργίας τοῦ ταμείου, περὶ ὧν ἔχομεν τακτικοὺς λογαριασμούς, τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησε τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐξ ὧν ἓν μὲν ἑκατομμύριον ἀνεγράφη εἰς τοὺς τρεῖς προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους τῶν ἐτῶν 1888, 1889 καὶ 1890, δύο δὲ ἑκατομμύρια ἐδαπανήθησαν ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι, ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΧΜΑʹ, συνεστήθη ἀπειρία δημοτικῶν σχολείων, προκαλέσασα τεραστίας δαπάνας.
§194ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε τοὺς πίνακας, ὅταν συζητῆτε περὶ τῶν ἀριθμῶν. (Διαλογικαὶ συζητήσεις μεταξὺ Γεροκωστοπούλου καὶ Θεοτόκη).
§195ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐκφράζω μομφήν, οὔτε διὰ τὴν κατάργησιν οὔτε διὰ τὴν σύστασιν ὡρισμένων, σχολείων, ἀλλὰ θέλω νὰ δείξω, πῶς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος ΑΧΜΑʹ, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 14 ἀπαγορεύει νὰ συνιστῶνται νέα σχολεῖα καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου. Τοῦτο δὲ λέγω, ἵνα δώσω καὶ ἑτέραν ἀπόδειξιν περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης, ἣν ἀρτίως ἐξήνεγκον, ὅτι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ καλὴ πίστις, οὐδεὶς νόμος, ὅσον σαφεῖς καὶ ἂν ἦναι αἱ ἐκφράσεις αὐτοῦ, δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ νὰ παραβῇ αὐτόν· ὁ σπουδαιότατος παράγων τῆς ἐπιτυχίας τῶν νόμων εἶναι ὁ σεβασμὸς τῶν ἐκτελεστῶν αὐτοῦ πρὸς τὰς διατάξεις του. Οἱ νόμοι εἶναι νεκρὸν γράμμα, εἶναι χάρτης ἄψυχος, καὶ οὐδὲν δύνανται ἀφ’ ἑαυτῶν.
§196ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγον σᾶς ἀπηύθυνα μίαν ἐρώτησιν· «τί θὰ γείνῃ περὶ τῶν δήμων ἐκείνων τῶν εὐπόρων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι κἀνὲν σχολεῖον;» Περὶ αὐτῶν δὲν θ’ ἀναγράψητε εἰς τὸ διάταγμα οὐδεμίαν δαπάνην, διότι ἐδηλώσατε ῥητῶς, ὅτι θὰ λάβητε τὴν πραγματικήν. Ἐπρόσεξα πολύ, ἂν θὰ λάβω ἀπάντησίν σας, ἐφθάσατε εἰς τὸ τέλος, καὶ ἀπάντησιν δὲν ἔλαβον.
§197ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔδωκα τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. συναδέλφου, ἴσως ὅμως ἡ ἀπάντησις ἐν τῇ διατυπώσει νὰ μὴ ὑπῆρξε σαφής, καὶ διὰ τοῦτο εὐχαρίστως διευκρινίζω αὐτὴν ἔτι μᾶλλον, ἀναγινώσκων τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου. Ἰδοὺ αὐτὸ (ἀναγινώσκει): «Τὸ ποσὸν τῆς ἕκαστον δῆμον βαρυνούσης εἰσφορᾶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τούτων καθορισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος, ἰσχύοντος ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1891, μεταῤῥυθμιζομένων διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ὡς πρὸς τὴν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰσφοράν, τῶν δυνάμει τοῦ νόμου ᾼΧΜΑʹ ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων τῶν Νομαρχῶν.» Ἡ διάταξις αὕτη ἄγει ἀναγκαίως εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι εὐθὺς ὡς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατασταθῇ νόμος τοῦ Κράτους, πρὶν δὲ ἐκδοθῇ τὸ Β. Διάταγμα περὶ κανονισμοῦ τῆς εἰσφορᾶς εἰς δήμους, ἐν οἷς δὲν ὑπάρχουσι δημοτικὰ σχολεῖα, ἀλλ’ οἵτινες ἔχουσι τὰ μέσα νὰ συντρέχωσι τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, θὰ συστηθῶσι τὰ ἀναγκαῖα τοιαῦτα, κατὰ τὴν ἀπαιτηθησομένην δὲ δαπάνην πρὸς συντήρησιν αὐτῶν κανονισθήσεται ἡ εἰσφορά, ἀναγραφομένη ἐν τῷ Β. Διατάγματι.
§198ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ συστήσητε νέα δημοτικὰ σχολεῖα;
§199ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐφαρμόσω τὸν νόμον· δὲν θὰ ὑπάρχῃ δὲ δῆμος, πληρόνων καὶ μὴ ἔχων σχολεῖα.
§200ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά! Ἀρκετά!
§201ΒΡΥΩΝΗΣ. Δὲν θέλω συζητήσει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἁπλῶς θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ἐπειδὴ προεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ τῷ ὑποδείξῃ πράξεις Νομαρχῶν, δι’ ὧν παρεβιάσθη ὁ νόμος, θὰ ὑπενθυμίσω τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων Κεφαλληνίας κατὰ τὸ ἔτος 1889, ἐν τοῖς ὁποίοις, ἐνῷ εἶχον καθορισθῆ τὰ ποσὰ τῆς εἰσφορᾶς, αὐθαιρέτως ὁ Νομάρχης μετέβαλε ταῦτα, διατάξας τὴν εἴσπραξιν εἰσφορᾶς καὶ ἐπὶ τῶν καθυστερουμένων ἐσόδων παρελθόντων ἐτῶν. Καὶ τόσον εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον, ἰδὸν τὴν παρανομίαν ταύτην, διέταξε νὰ προβῇ ὁ Νομάρχης εἰς ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως.
§202ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐπὶ τοσοῦτον ἐπιβάλλεται, ὥστε εὐθὺς ὡς Νομάρχης δὲν ἤθελε κανονίσει πρεπόντως τὰ τῆς εἰσφορᾶς, ἐπέρχεται ἡ διόρθωσις.
§203ΒΡΥΩΝΗΣ. Δὲν ἐπῆλθε διόρθωσις, διότι ὁ ταμίας εἰσέπραξε.
§204ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ Νομάρχης ἐνήργησε μὴ κανονικῶς, ἐπῆλθεν ἡ διόρθωσις. Περὶ τούτου ἐγένετο ἐπερώτησις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, καὶ προσήχθησαν παρ’ ἡμῶν τότε πληροφορίαι, ἀποδείξασαι ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ ἦσαν ἀνυπόστατοι. Σήμερον παρακαλῶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τοῦ ἀρχείου τοῦ Ὑπουργείου πᾶν τὸ σχετικὸν, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ Νομάρχαι ὀρθῶς ἐφήρμοσαν τὸν νόμον, ἐὰν δέ ποτε παρὰ Νομάρχου ἐγένετο πλημμελὴς τοῦ νόμου ἐφαρμογὴ, ἐπηνωρθώθη αὕτη ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Νομάρχου κατόπιν ἀναθεωρήσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καταδείξαντος τὸ πλημμελὲς τοῦ κανονισμοῦ.
§205ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τύπους Νομάρχης κακῶς ἐφαρμόσας τὸν νόμον δὲν θὰ εὑρεθῇ, κατ’ οὐσίαν ὅμως πολλοί.
§206ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά! (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§208ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν ταῖς κατὰ τὸ νομοσχέδιον μεταῤῥυθμίσεσι τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ κειμένου νόμου ἀναγινώσκω ἐν ἐδαφίῳ δʹ: «Συνδρομὴ τῶν ἱερῶν Μονῶν ἐξ 150,000 ἐν ὅλῳ ἐτησίως, ὑπολογιζομένου τοῦ ἑκάστην τούτων βαρύνοντος ποσοῦ ἐπὶ τῇ βάσει ποσοστοῦ ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν, οὔτε μείζονος τῶν 10 οὔτε ἐλάσσονος τῶν 3 ἑκατοστῶν, ἀναλόγως τῆς εὐπορίας ἑκάστης αὐτῶν». Ἑπομένως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιτρέπεται ὁ κανονισμὸς τῆς φορολογίας. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἄτοπον. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν τὸ δικαίωμα, ὅπως κανονίσῃ αὕτη τὸν φόρον μεταξὺ 3% καὶ 10% ὑπὸ μόνον τὸν περιορισμὸν τῆς κατανομῆς μετὰ γνωμοδότησιν τῆς ἐπὶ τῶν μοναστηριακῶν λογαριασμῶν ἐπιτροπῆς. Ἡ εἰσφορὰ εἶναι φορολογία, ταύτης δὲ τὸν ὅρον κατὰ τὸ ἐδάφιον δʹ θέλει κανονίζει ἡ ἐκτελεστὴ ἐξουσία. Πλὴν τούτου, παρατηρῶ ὅτι ἐν ἐδαφίῳ βʹ διεγράφη ἡ τοῦ κειμένου νόμου διάταξις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν πρὸς τοὺς δήμους ἄδειαν, ὅπως ἐπιβάλλωσι πρόσθετα ποσοστὰ εἰς τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους ἐξ ½% λόγῳ τῆς ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ἐπιβαρύνσεως, καὶ εἰς τὴν ἄδειαν πρὸς τοὺς δήμους τῆς Ἑπτανήσου, ὅπως ἐπὶ τῷ αὐτῷ ὅρῳ αὐξήσωσι τὰ δημοτικὰ αὐτῶν εἰσοδήματα. Ὑποθέτω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ παρελείφθη ἐκ παραδρομῆς, διότι οὐδὲν εὑρίσκω ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει περὶ τούτου, οὐδὲ λόγος ὑπάρχει, ἵνα καταργηθῇ ἡ ἄδεια, ἀλλὰ καὶ ἂν καταργηθῇ, παραλειπομένης τῆς διατάξεως κατὰ τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατύπωσιν τοῦ ἐδαφίου, πρέπει πάντως νὰ κανονισθῶσιν αἱ συνέπειαι τῆς καταργήσεως τῆς ἀδείας ἐν ταῖς περιπτώσεσι, καθ’ ἃς δυνάμει τοῦ κειμένου νόμου ἐπεβλήθη ἔν τισι δήμοις καὶ εἰσπράττεται τὸ πρόσθετον ποσοστόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καπνέμποροι καὶ καπνοπῶλαι Πατρῶν διὰ τηλεγραφήματός των πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ἡ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ Γ. Λεκατσᾶ, πρώην ὑπαλλήλου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 306). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου ὡς πρὸς τὴν συγκρότησιν τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, καὶ 2) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 70,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891 δι’ ἀπαλλοτρίωσιν κτημάτων καὶ ἔξοδα ἐκτελέσεως καὶ καταμετρήσεως λόγῳ ἀρχαιολογικῆς ἀνασκαφῆς ἐν Δελφοῖς).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου καὶ προκαταβολῶν γενομένων πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων καὶ ἐξόφλησιν προσωρινῶν δανείων.
§211ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, διότι κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν, τὸ μεσονύκτιον, δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ νομοσχέδιον περὶ δανείων.
§212ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καθ’ ἡμᾶς ἐπείγει, καὶ ἐπειδὴ ὀλίγαι ἡμέραι ὑπολείπονται ἐργασίας, πρέπει νὰ προχωρήσωμεν.
§213ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐπιμένητε, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι παρόντες οἱ κύριοι Βουλευταί.
§214ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν προτείνητε ἔνστασιν ἀπαρτίας, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§215ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ Προεδρεῖον δύναται νὰ ἴδῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§216ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Φέρετε ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§217ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πολὺ καλὰ, φέρω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Πέῤῥου καὶ Σάκκη.)
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 78. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατατάξεως μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς Ἑλλήνων ἀποφοίτων στρατιωτικῶν σχολείων τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ ὑπηρετούντων ἐν ξένοις στρατοῖς. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ.) Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§220Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἐνδέχεται νὰ ἦναι καὶ ἀνθυπασπιστὴς καὶ ἀξιωματικὸς, ὁ δὲ βαθμὸς τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ δὲν εἶναι βαθμὸς ἀξιωματικοῦ, ἀλλ’ ὑπαξιωματικοῦ, διὰ τοῦτο παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ αʹ ἐδαφίου ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις «ἀξιωματικοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1–8). Ἄρθρον 9ον (ἀναγινώσκεται).
§222ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 9 κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, «κενωθείσης θέσεως ἐπαρχιακοῦ συμβούλου, διατάσσεται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ἐπάρχου ἢ τοῦ νομάρχου ἐκλογὴ πρὸς πλήρωσιν αὐτῆς ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, ἀφ’ ἧς ἐγνώσθη αὐτῷ ἐπισήμως τῆς θέσεως ἡ χηρεία.» Δὲν ἐννοῶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ γνωσθῇ ἐπισήμως.
§223ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ νομάρχης....
§224ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως ὑπὸ κάποιας ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐν ὅλαις ταῖς διατάξεσι τοῦ νομοσχεδίου δὲν συναντῶ ἀρχήν τινα ὑποχρεωμένην ν’ ἀναγγέλλῃ εἰς τὸν ἔπαρχον ἐπισήμως τὸ γεγονὸς τοῦτο τοῦ θανάτου. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις περὶ τούτου· διότι, ἂν μείνῃ ὅπως ἔχει τὸ πρᾶγμα, δὲν θὰ λάβῃ ποτὲ γνῶσιν ἐπισήμως, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ μὴ διατάξῃ ποτὲ τὴν ἐκλογὴν, ἐὰν ἔχῃ πρὸς τοῦτο πολιτικὸν συμφέρον.
§225ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ νόμῳ ζητεῖτε νὰ τεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν, ὅταν ἀποθνήσκῃ ἐπαρχιακὸς σύμβουλος ἐν οἱῳδήποτε χωρίῳ, ν’ ἀναφέρηται εἰς τὸν ἔπαρχον ἢ τὸν νομάρχην ὁ θάνατος.
§226ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως, κἄτι τι τοιοῦτον νὰ γείνῃ· ὁ οἰκεῖος Δήμαρχος νὰ ὑποχρεῶται νὰ εἰδοποιῇ.
§227ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν μὲν ἀποθάνῃ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὑτοῦ, ἀναμφιβόλως ὁ δήμαρχος θ’ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν ἔπαρχον· ἂν ἀποθάνῃ ὅμως εἰς τὴν Γενεύην ἢ τὴν Τεργέστην ταξειδεύων, ὁ πρόξενος θέλει ἀναφέρει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ θὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς τὸν ἔπαρχον· ἂν ἀποθάνῃ ἐντὸς τοῦ Κράτους, εἰς τὸ μέρος, ἔνθα θὰ ἀποθάνῃ, ὁ δήμαρχος θέλει γνωστοποιήσει τὸν θάνατον. Αὐτά εἰσι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸν νόμον, ἀνήκουσιν εἰς τὴν διοίκησιν. Ἐν τῷ νόμῳ ἀνεγράφη ἐπισήμως, διὰ ν’ ἀρχίσῃ ὁ ὑπολογισμὸς τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἀρχῆς αὐτῆς.
§228ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἔκαμα. Θὰ ὑπάρξῃ περίστασις ἴσως, κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτὴν τὴν ἔναρξιν τῆς προθεσμίας θὰ ἔχῃ συμφέρον ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δι’ ἕνα ἢ δι’ ἄλλον λόγον νὰ παρακάμπτῃ, ἐφ’ ὅσον ἀρχή τις δὲν ἔχει ἐκ τοῦ νόμου τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπευθύνῃ τὴν ἐπίσημον εἰδοποίησιν περὶ τοῦ θανάτου.
§229ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θέλει συμβῆ νὰ κρυφθῇ ἀπὸ τὴν ἐπίσημον γνῶσιν τοῦ νομάρχου, διότι θέλουσι δοθῆ ὁδηγίαι εἰς τὸν δήμαρχον καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἀρχάς.
§230ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τέλος πάντων, ἂν νομίζητε ὅτι εἶναι ὀρθὸν ὅπως ἔχει, καλῶς.
§231ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἣν νομίζω ἀναγκαίαν, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ δεχθῇ αὐτὴν καὶ θὰ τὴν περιλάβῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς ἰδέας αὐτοῦ, νομίζω ὅμως, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ περιληφθῇ αὐτὸς ὁ τύπος· ἂν κενωθῇ θέσις μετὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, νὰ μὴ διατάσσηται ἀναπληρωτικὴ ἐκλογὴ, διότι εἶναι ματαία ἡ ἐκλογὴ αὕτη.
§232ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Ἔχετε γράψει τὴν τροπολογίαν;
§233ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι, προτείνω.... ἂν θέλετε...
§234ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἀποδέχομαι, μάλιστα.
§235ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ τρίτου ἔτους.
§236ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Γραμματεῦ, κάμετε τὴν τροπολογίαν.
§237ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς προτεινομένη τροπολογία: Ἄν ἡ χηρεία τῆς θέσεως ἐπέλθῃ μετὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου, νὰ μὴ γίνηται νέα ἐκλογή.
§238ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§239ΣΚΟΥΖΕΣ. Μετὰ τὴν προτελευταίαν σύνοδον· διότι, ἂν γείνῃ μετὰ τὴν τελευταίαν, κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη.
§240ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ συνέλθῃ ἔκτακτος.
§241ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν πιστεύω νὰ συμβαίνῃ τὸ τοιοῦτον.
§242ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναται νὰ συμβῇ, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἄρθρον 14, τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια δύνανται νὰ συνέλθωσι καὶ ἐκτάκτως, ἂν συγκληθῶσι.
§243ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἄλλως ὀφείλει ὁ νομάρχης νὰ διατάξῃ ἐντὸς μηνὸς ἐκλογὰς, ἀδιάφορον ἂν χηρεύσῃ ἢ μὴ θέσις.
§244ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀποθάνωσι τόσοι, ὥστε νὰ μὴ ἀποτελεσθῇ ἀπαρτία Συμβουλίου, καὶ νὰ μὴ καταφύγῃ εἰς τὴν τελευταίαν σύνοδον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ «μετὰ τὴν τελευταίαν» καὶ «ὄχι μετὰ τὴν προτελευταίαν».
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διατυπωθεῖσα τροπολογία, ὡς βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 9, ἔχει ὡς ἑξῆς.
§246ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἂν ἡ χηρεία τῆς θέσεως ἐπέλθῃ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου, δὲν γίνεται ἐκλογὴ πρὸς πλήρωσιν αὐτῆς».
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ὅμως χηρεύσῃ ἕνεκα θανάτου;
§248ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χηρεία ἐν γένει.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 μετὰ τῆς τροπολογίας, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 10–12).
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§251ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, νομίζω ὅτι δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἀπείρους καταχρήσεις (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἕνεκα εὐλόγου κωλύματος μὴ προσερχόμενοι εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου ὀφείλουσι νὰ ἀναφέρωσιν εἰς τὸν ἔπαρχον ἢ τὸν νομάρχην τὰ εὔλογα κωλύματα αὐτῶν, δικαιολογοῦντες τὴν ἀπουσίαν των. Οἱ μὴ προσελθόντες δὲ κατὰ πάσας τὰς συνεδριάσεις τῆς συνόδου ἄνευ δικαιολογίας τῆς ἀπουσίας αὐτῶν θεωροῦνται παραιτηθέντες.» Τίς θὰ κρίνῃ περὶ τῶν κωλυμάτων, ἂν ἦναι εὔλογα ἢ μὴ εὔλογα; Τίς θὰ κρίνῃ περὶ τούτου; καὶ πῶς θεωροῦνται ὡς παραιτηθέντες αὐτοδικαίως οἱ ἄνευ δικαιολογίας ἀπουσιάζοντες; Θὰ ἐνεργηθῇ ἀμέσως αὐτοδικαίως ἐκλογὴ πρὸς ἀντικατάστασιν, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9; Δύναται νὰ μὴ θεωρήσῃ εὔλογον ἓν κώλυμα ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, καὶ ἐπειδὴ δὲν προσῆλθεν ὁ ἐπαρχιακὸς σύμβουλος καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου, νὰ διατάξῃ ἐκλογάς· ἐντεῦθεν θὰ ἐγερθῇ μία φιλονεικία μεταξὺ τοῦ ὑποψηφίου τοῦ νέου, τοῦ μέλλοντος νὰ ἐκλεχθῇ κατὰ τὴν νέαν ἐκλογὴν, καὶ τοῦ παλαιοῦ, τοῦ θεωρηθέντος μὲν ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ὡς παραιτηθέντος, διὰ τὴν μὴ παράστασίν του κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου, ἀμφισβητοῦντος ὅμως αὐτοῦ τοῦτο, καὶ ἰσχυριζομένου ὅτι δὲν παρέστη ἕνεκα εὐλόγου κωλύματος. Τί μέλλει λοιπὸν γενέσθαι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Αὐτὰ τὰ ἄτοπα βεβαίως θὰ συμβῶσιν, ἕνεκα τῆς ἀτελοῦς μορφῆς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 13. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω ἄλλην μορφὴν εἰς τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ ὑποβάλλω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα.
§252ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, ὁ συντάκτης αὐτοῦ φαίνεται ὅτι ἐνόει τοῦτο, ὅτι τὸ κρίνειν ἐπὶ τῶν δικαιολογημάτων, τὰ ὁποῖα προβάλλουσιν οἱ ἀπόντες, ἀπόκειται εἰς τὸν ἔπαρχον ἢ τὸν νομάρχην, ἑπομένως, ὅτι τὸ κρίνειν, ὅτι τις δὲν προσῆλθε κατὰ πάσας τὰς συνόδους, τὸ βεβαιοῦν ὅτι δὲν προσῆλθε κατὰ πάσας τὰς συνόδους, ἐπίσης ἀπόκειται εἰς τὸν νομάρχην· ἑπομένως, ἂν ἡ κρίσις ἢ ἡ ἀπόφασις τοῦ νομάρχου ἤθελεν ἀμφισβητηθῆ ὑπό τινος, θέλει γείνει ἔρευνα διοικητική, θέλουσιν ἀναφέρεσθαι ἐκεῖνοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ ν’ ἀποφαίνηται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου.
§253ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ἡ ἔννοια, κύριε Πρωθυπουργέ.
§254ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἡ ἑρμηνεία. Ἂν ἑρμηνεύητε ἄλλως;...
§255ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἑρμηνεύω ὡς ἑξῆς· ὅτι μένει εἰς τὸν ἔπαρχον ἢ τὸν νομάρχην αὐθαίρετον δικαίωμα.
§256ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως εἶναι αὐθαίρετον τὸ δικαίωμά του.
§257ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ εἶχον ἄλλην γνώμην.
§258ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πάντοτε.
§259ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δυνατὸν νὰ προκύπτῃ τοιαύτη ἑρμηνεία, ἀλλὰ δὲν τὸ βλέπω.
§260ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· διότι οἱ γενικοὶ κανόνες τῆς διοικήσεως κανονίζουσι ταῦτα. Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὸ διάταγμα περὶ καθηκόντων τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πᾶσαι αἱ πράξεις τοῦ νομάρχου ὑπόκεινται εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· ἑπομένως καὶ διὰ παράπονόν τι κατὰ πράξεως τοῦ ἐπάρχου ἢ τοῦ νομάρχου θέλουσιν ἀναφέρεσθαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦτο θέλει ἐνεργεῖ σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιον.
§261ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι μία ἐγγύησις, περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία· ἀλλ’ ὡς ἔχει, ἐπαναλαμβάνω....
§262ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τώρα ἐγγύησιν ἄλλην δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν, πλὴν ἂν ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ, ὅτι θέλει ἐγκρίνει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Εἶναι δύσκολον ν’ ἀποφύγωμεν, ἵνα μὴ ἐπηρεάζωνται ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς συναδελφότητος. Ἂν ἔπρεπε νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, ἠθέλομεν προσθέσει ἓν νέον ἄτοπον. Καὶ ὄντως ἀδικοῦμεν τὴν διοίκησιν, ἂν προσφεύγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ἢ ἂν προσφεύγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια διὰ τὴν ἐκδίκασιν περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς· ἀλλ’ ἀδικοῦμεν αὐτὴν ἐπὶ μᾶλλον, ἂν προσφεύγωμεν διὰ πᾶσαν ἀντίῤῥησιν, ἥτις ἤθελε παρασταθῆ κατὰ τὴν πορείαν τῆς συζητήσεως.
§263ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον προτιμήσει, προκειμένου περὶ ἀρτίου σώματος, τὴν κρίσιν περὶ τῶν εὐλόγως κωλυομένων... (διάλογοι), περὶ τούτου ν’ ἀποφαίνηται αὐτὸ τοῦτο τὸ σῶμα. Πολὺ προτιμότερον τοῦτο, παρὰ νὰ δώσω τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν.
§264ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν πέντε ἢ ἓξ ἐκ τῶν δώδεκα συμβούλων ἔχωσι συμφέρον νὰ μὴ παρευρίσκωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις, δὲν θέλομεν ἔχει τὸν ὑπεύθυνον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14. (Ἀναγινώσκεται) ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ἐπὶ τούτου ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. Δάλλας.
§266ΔΑΛΛΑΣ. Τὴν ἀποσύρω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§268ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν διάφοροι συνάδελφοι, προτείνω τὴν ἑξῆς τροποποίησιν, ἥτις θ’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκει): «Ὁ πρόεδρος τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου ἐκλέγεται κατὰ πᾶσαν σύνοδον ὑπὸ τοῦ σώματος ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς πρώτης συγκροτήσεώς του. Κατὰ τὰς συνεδριάσεις δ’ αὐτοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρευρίσκηται ὁ ἔπαρχος ἢ ὁ νομάρχης ὡς ἐπίτροπος τοῦ Κράτους. «Τὰ πρακτικὰ τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου συντάσσει ὁ πρωτοκολλητὴς τοῦ Ἐπαρχείου ἢ τῆς Νομαρχίας, ἐπιτηρούντων τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου».
§269ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας διὰ τὴν κατασκευὴν π. χ. μιᾶς ὁδοῦ, τί θὰ συμβῇ;
§270ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν τὴν φράσιν: «Αἱ ἀποφάσεις τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων γίνονται διὰ σχετικῆς πλειονοψηφίας, ἐν ἰσοψηφίᾳ νικώσης τῆς ψήφου τοῦ προέδρου».
§271ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ «διὰ σχετικῆς πλειονοψηφίας» δὲν συνάδει πρὸς τὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὰ πολυμελῆ σώματα. Ὑποθέσατε, ὅτι σχηματίζονται τρεῖς γνῶμαι.....
§272ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀκόμη ἓν ἕτερον. Ὑποθέσατε ὅτι κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον διχάζεται εἰς 6 καὶ 6, καὶ ἐπιμένουσι τὰ μέλη. Τί θέλει συμβῆ;
§273ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς μεταβῶμεν εἰς τὸ ἑπόμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον, ἵνα σκεφθῶμεν καλλίτερον περὶ τῆς συντάξεως τοῦ ἄρθρου.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ στοιχεῖα ΧΜΖʹ νόμου τῆς 28 Ἰουλίου 1877 καὶ τῶν περὶ μισθοῦ τῶν μελῶν τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου διατάξεων τοῦ νόμου ΦΛϚʹ τῆς 28 Μαΐου 1859.
§275ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριοι, εἴπερ καὶ ἄλλος τις ἀναγνωρίζω τὸ χρήσιμον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁμολογῶ τὴν ἀνάγκην τοῦ μέτρου τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, καὶ μὲ εὐχαρίστησίν μου εἶδον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν, εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι ἡ πρωτοβουλία αὕτη, μονομερῶς οὕτως εἰπεῖν λαμβανομένη ὡς πρὸς τοὺς ἀνωτάτους δικαστὰς, δὲν θὰ ἐπιφέρῃ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει. Καὶ ἰδοὺ διατί. Εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἔχει ἀναθέσει ἡ κοινωνία τὴν περιφρούρησιν οὐ μόνον τῆς περιουσίας, ἀλλὰ καὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀσφαλείας, ἀλλὰ καὶ ἄλλα καθήκοντα. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐπιλαμβάνεται καὶ κανονίζει τὰ πολλαπλᾶ συμφέροντα τῆς κοινωνίας· καὶ τὰ λοιπὰ δικαστήρια, τόσον τὰ Ἐφετεῖα, καθὼς καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα, ἐργάζονται πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν· ἰδίως δὲ ἀπό τινων ἐτῶν τὰ δικαστήρια ἐπεφορτίσθησαν μὲ ἔργα ἀλλότρια τῶν καθαρῶς δικαστικῶν, διότι καὶ ἡ ἐνέργεια τῶν ἐκλογικῶν ἐργασιῶν ἀνετέθη εἰς αὐτὰ, καὶ ὅλοι θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἡ πρόληψις πολλῶν καταχρήσεων, αἵτινες συνέβαινον κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἄλλοτε, ἀπεσοβήθησαν νῦν, ὅτε ἡ ἐποπτεία τῶν ἐκλογῶν ἀνετέθη εἰς τοὺς δικαστάς. Τὰ δικαστήρια ἔχουσιν ἔτι τὴν ἐποπτείαν καὶ ἐνέργειαν τῶν στρατολογικῶν ἐργασιῶν, ἑπομένως εἶναι δίκαιον παρά ποτε καὶ οἱ δικασταὶ, οἱ ἐκτελοῦντες τόσον πολλαπλᾶ καθήκοντα, πλὴν τῶν καθαρῶς δικαστικῶν, νὰ ἀμείβωνται. Καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐμνημόνευσε τοῦτο, καὶ δὲν παρεῖδε τὸ κακὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ μονομερὴς αὔξησις τῶν μισθῶν. Δὲν λέγω ὅτι οἱ ἐφέται καὶ πρωτοδίκαι, μὴ βλέποντες αὐξανομένην τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν, θὰ ὀλιγωρήσωσι τῶν καθηκόντων των,—διότι ἔχω πολὺ καλλιτέραν ἰδέαν περὶ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν τῆς πατρίδος μου, ὥστε νὰ τοὺς ὑποθέσω ποιοῦντας τοιαύτας ταπεινὰς σκέψεις,—ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ μᾶλλον ἀνεπτυγμένοι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ τοιοῦτο, θὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς καταστάσεώς των. Καὶ ναὶ μὲν ὁ Ὑπουργὸς ὑπόσχεται, ὅτι ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ὑπάρχει ἐλπὶς βελτιώσεως τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἐπιλοίπων δικαστικῶν λειτουργῶν· ἀλλ’ ἠξεύρετε, τὶ συμβαίνει, ὅταν τις βλέπῃ γενομένην μίαν ἀρχὴν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ὅλους τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸν αὐτὸν κλάδον, ἐφαρμοζομένην μονομερῶς· δυσανασχετεῖ καὶ ἀπελπίζεται, καὶ νομίζει ὅτι θὰ παρέλθωσι πολλὰ ἔτη, καθὼς παρῆλθον ἤδη διὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ μισθοῦ τῶν ἀρεοπαγιτῶν, ἴσως μία εἰκοσαετία, μέχρις οὗ ἐπέλθῃ καὶ ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν αὐτῶν. Ἐννοῶ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον θὰ προβάλῃ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιότιμος Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ θὰ ἐπιβάλῃ πρόσθετον δαπάνην εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος δὲν παρουσιάζει ἰσοζύγιον· ἀλλ’ ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ ἀπὸ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν λοιπῶν δικαστῶν, δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ κατασταθῇ ἀδύνατος ἡ ἐκπλήρωσίς της. Ἡ αὔξησις, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι περὶ τὰς 60,000 δραχμῶν· ἐὰν αὐξηθῶσιν ἤδη οἱ μισθοὶ τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν πρωτοδικῶν, διὰ μὲν τοὺς ἐφέτας ἀνὰ 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ὥστε νὰ ἦναι ἀνάλογος ἡ αὔξησις μὲ τὴν βαθμολογίαν τὴν ἰσχύουσαν κατὰ τὴν δικαστικὴν ἱεραρχίαν, διὰ δὲ τοὺς πρωτοδίκας μόνον κατὰ 50 δρ. κατὰ μῆνα, ἡ δαπάνη θὰ ἦναι διὰ μὲν τοὺς ἐφέτας δραχ. 68,400, διότι ἔχομεν 5 προέδρους ἐφετῶν, 44 ἐφέτας, 5 εἰσαγγελεῖς καὶ 3 ἀντεισαγγελεῖς, διὰ δὲ τοὺς πρωτοδίκας, οἵτινες συμποσοῦνται εἰς 141, διὰ μὲν τοὺς προέδρους, οἵτινες ἔχουσι βαθμὸν ἐφέτου, ἂν παραδεχθῶμεν αὔξησιν 100 δραχμῶν, διὰ δὲ τοὺς πρωτοδίκας μόνον 50, ἡ αὔξησις θὰ ἦναι 144,600, ὥστε τὸ ὅλον θὰ ἦναι 213,000 διὰ τὰ Ἐφετεῖα καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ γίνεται ἡ αὔξησις μισθοῦ διὰ τοὺς δικαστὰς τῆς πρώτης κατηγορίας, εἶναι ἀνάγκη ἐν τῷ αὐτῷ μέτρῳ τῆς λογικῆς νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τὴν αὔξησιν διὰ τοὺς λοιποὺς δικαστὰς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἴσως μεγαλειτέραν ἐργασίαν καὶ ἔχουν νὰ ἐκτελέσουν καθήκοντα πολλαπλᾶ. Τὸ ποσὸν τῶν 213,000 δὲν εἶναι τόσον σημαντικὸν, ὥστε νὰ διστάσῃ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ, ἵνα παραδεχθῇ μίαν τοιαύτην αὔξησιν, ἡ ὁποία ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις εἶναι καὶ δικαία καὶ συμφέρουσα. Συνάδελφός μας, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, προέτεινε, πῶς δύναται τὸ ποσὸν αὐτὸ ν’ ἀναπληρωθῇ, καὶ νομίζω ὅτι διὰ τοιούτου τρόπου δύναται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποδείξῃ εἴτε τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ἢ ἄλλον τινὰ, πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ. Αὐτὰ ἔχω ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν ἐν γένει. Εἰς τὰ καθέκαστα βλέπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται διορισμὸν παρέδρων εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι πρακτικόν. Αὐξάνονται οἱ μισθοὶ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀρεοπαγιτῶν, οἵτινες ἀπὸ 13 γίνεται 17· διατὶ λοιπὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἄλλοτε, τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ἀρεοπαγιτῶν διὰ τῶν παρέδρων; Νομίζετε ὅτι οἱ πάρεδροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι δικηγόροι μόλις ἔχοντες συμπεπληρωμένην διετίαν ὑπηρεσίας εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, παρέχουσι τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις, οἵας ἄνδρες διανύσαντες μακρὸν στάδιον εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, μέχρις οὗ φθάσωσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀρεοπαγίτου; Δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἦσαν εἰς κατωτέρου βαθμοῦ δικαστήριον, ἐνδιεφέροντο διὰ μίαν ὑπόθεσιν, ἴσως μετά τινα ἔτη λάβωσι μέρος εἰς τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου....
§276ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον.
§277ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁπωσδήποτε ὅμως, νομίζω ὅτι ὁ διορισμὸς παρέδρων εἰς τὸ ἀνώτατον δικαστήριον δὲν παρέχει τὰ ἐχέγγυα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν οἱ τακτικοὶ δικασταί· ἀφοῦ δὲ αὐξάνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπὸ 13 εἰς 17, αὐξάνεται δὲ καὶ ὁ μισθὸς αὐτῶν, νομίζετε ὅτι εἶναι πρέπον νὰ παραδεχθῶμεν πάλιν τὸν θεσμὸν τῶν παρέδρων παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν θ’ ἀνταποκρίνηται πλέον εἰς τὰς προσδοκίας, τὰς ὁποίας ἡ κοινωνία ἔχει ἀπὸ τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Συνεπῶς ὑποβάλλω τροπολογίαν περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν καὶ τῶν λοιπῶν δικαστῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως, ἐὰν ἐγκρίνῃ, ψηφίσῃ αὐτήν.
§278ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον τροπολογίαν καὶ ἐπεθύμουν νὰ προβῶ εἰς ἀνάπτυξιν αὐτῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ὑποβάλλω μόνον ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν του δὲν μεριμνᾷ ποσῶς περὶ τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελέως, ἐν περιπτώσει κωλύματος τῶν ἀποτελούντων αὐτῶν μελῶν. Ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης δύναται πολλάκις νὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ συγκρότησις τοῦ δικαστηρίου, καίπερ ἀναπληρουμένων τῶν δικαστῶν διὰ παρέδρων.
§279ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ θέλω ὑποβάλει μίαν παρατήρησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι πάντες ἐνταῦθα εἶναι κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἐγὼ δὲ εἶμαι κατ’ αὐτοῦ περιπλέον καὶ διὰ τὰ λοιπὰ δικαστήρια.
§280ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι πάντες. Ἐγὼ εἶμαι ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων.
§281ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σεῖς δύνασθε, ὡς δικηγόρος, νὰ εὑρίσκητε τὸ μέτρον τοῦτο ὀρθὸν χάριν τοῦ ἐπαγγέλματός σας. Ἐγὼ τὸ εὑρίσκω ὀλεθριώτατον. Ἐγώ, εἰσδύσας εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ συντάξαντος τὸ παρὸν νομοσχέδιον, εὑρίσκω, ὅτι οἱ πάρεδροι ἐτέθησαν ἵνα ταχύτερον, γινομένου καὶ τρίτου τμήματος, δυνηθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ καταστῇ ἐνήμερος. Ἐὰν οὗτος ἦναι πράγματι ὁ σκοπὸς τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ τότε νομίζω, ὅτι συντελεστικώτερον ἤθελεν εἶσθαι, ἀντὶ τοῦ συστήματος τῶν παρέδρων αὐτῶν, νὰ προσλάβωμεν τρεῖς ἔτι ἀρειοπαγίτας· διότι εἶναι προτιμότερον νὰ προσθέσωμεν τρεῖς ἔτι ἀρειοπαγίτας, δικαστὰς δηλ. τακτικούς, παρὰ νὰ πέσωμεν εἰς χεῖρας ἑνὸς δικηγόρου ὡς παρέδρου, ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ συμφέρον καὶ εἰσερχόμενος εἰς τὰς διασκέψεις νομομαθῶν ἀρεοπαγιτῶν, αὐτὸς δικηγόρος, ἄνευ ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος καὶ πείρας, νὰ παραβλάπτῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, πολλάκις δὲ χάριν τῶν πελατῶν του νὰ παρορᾷ τὸ δίκαιον. Ἀφοῦ δώσει τὰς δεούσας ἐξηγήσεις ὁ κ. Ὑπουργός, θέλω ἐπανέλθει εὐρύτερον.
§282ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν, σχετικῶς πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς χώρας ἡμῶν, εἶναι ἀνεπαρκὴς διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν· ἐπειδὴ δὲ τὸ Κράτος ἀτυχῶς δὲν εὐπορεῖ, ἵνα συστήσῃ καὶ ἄλλα Πρωτοδικεῖα, διὰ τοῦτο συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Σκουζέ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι μαραμένοι ἕνεκα τῆς γλίσχρας μισθοδοσίας των, καὶ εὑρίσκονται εἰς μεγίστας στενοχωρίας. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον θ’ ἀποζημιωθῇ, διότι, δυναμένων τῶν δικαστῶν ἀνετώτερον νὰ ἐργάζωνται, ταχύτερον θέλουσι διεξάγεσθαι αἱ ὑποθέσεις, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ὠφελῆται ἐκ τῆς μεγαλειτέρας καταναλώσεως τοῦ χαρτοσήμου.
§283ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐδήλωσα ὅτι εἶμαι ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων, καὶ ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους. Ἤδη παρατηρῶ μόνον τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψει παρέδρους παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ὁρίζει προσόντα μόνον παρέδρων τῶν κατωτέρων δικαστηρίων· καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ ΧΞϚʹ νόμου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1877 παρέχουσιν ἐγγύησιν τὴν ἐκλογὴν τοῦ παρέδρου κατὰ πρότασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ δικαστηρίου, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ὅταν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκλέξῃ παρέδρους, θέλει ἐκλέξει αὐτοὺς ἐκ τῶν δυναμένων ἴσως καὶ νὰ προσδώσωσι φῶτα εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, νομίζω ὅμως καλὸν νὰ τεθῇ καὶ ἕτερον προσὸν, ὑπηρεσία δεκαετὴς δικηγορικὴ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, ἀναβληθείσης τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογιῶν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν).
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων.
§285Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων τὸ ἄρθρον 15 μένει ὡς τροποποιηθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ἀνεγνώσθη προηγουμένως, διότι δὲν δύναταί τις νὰ τὸ μεταβάλῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§286ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσέτι συνέταξα καὶ τρία πρόσθετα ἄρθρα, ἅτινα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 16. «Πρὸ τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου τὴν ἕδραν αὐτοῦ λαμβάνει ὁ πρεσβύτερος τῶν συμβούλων, ὅστις διευθύνει τὰς προκαταρκτικὰς τῆς ἐκλογῆς ἐργασίας. «Ἡ ἐκλογὴ δὲ γίνεται διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας, ἑκάστου τῶν παρόντων μελῶν τοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει τοῦ προέδρου, ὀνομάζοντος τὸν σύμβουλον, τὸν ὁποῖον ψηφίζει ὡς πρόεδρον, τοῦ γραμματέως δ’ ἐγγράφοντος ἐν πρωτοκόλλῳ κατὰ σειρὰν τὰ ψηφοφορηθέντα ὀνόματα. Ἄρθρον 17. «Ἄν ἐκ τῆς διαλογῆς τῶν ψήφων προκύψῃ, ὅτι οἱ ψηφοφορηθέντες ἔλαβον ἴσας ψήφους, κρίνεται πλειοψηφῶν ὁ λαβὼν τὴν ψῆφον τοῦ προέδρου, ἂν δύο μόνον ἐψηφοφορήθησαν· ἂν ὅμως οἱ ψηφοφορηθέντες ἦσαν πλείους τῶν δύο, ἡ ψηφοφορία κρίνεται ἀλυσιτελὴς ἕνεκα τῆς ἰσοψηφίας, καὶ ἐπαναλαμβάνεται μέχρις οὗ ἀναδειχθῇ ὁ πρόεδρος κατὰ τὰ ἐν τοῖς παραγράφοις βʹ καὶ γʹ ὁριζόμενα. Ἄρθρον 18. «Τὰς συζητήσεις διευθύνει ὁ πρόεδρος, τηρῶν τὴν τάξιν κατ’ αὐτὰς, κηρύσσων τὴν λῆξιν αὐτῶν καὶ τιθεὶς τὰ πρὸς ψηφοφορίαν ζητήματα, προκαλῶν δὲ τὴν ψῆφον τῶν μελῶν ἐπ’ αὐτῶν. Αἱ ἀποφάσεις γίγνονται διὰ σχετικῆς πλειοψηφίας, νικώσης ἐν ἰσοψηφίᾳ τῆς ψήφου τοῦ προέδρου.» (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἀναγνωσθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἄρθρα, δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως, ταχθέντα ὡς ἄρθρα 16, 17 καὶ 18 τοῦ νομοσχεδίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ταχθέντα ἄρθρα 19–30. Εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτυπώσεως βραχειῶν ἐπιστολῶν καὶ παρασκευῆς ταινιῶν καὶ φακέλλων φερόντων ἔντυπον γραμματόσημον).
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατασκευῆς μονίμου δεξαμενῆς ἐντὸς τοῦ λιμένος Πειραιῶς. Ἐπὶ τούτου κατετέθη ἡ ἑξῆς αἴτησις ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν Λακωνίας (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν εἰδικῶν ἐπιτροπειῶν, αἵτινες ἐκλήθησαν νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ τοῦ καταλληλοτέρου χώρου ἐν τῷ λιμένι Πειραιῶς πρὸς κατασκευὴν τῆς μονίμου δεξαμενῆς. Πρὸς δὲ, τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἐπιτροπειῶν τούτων περὶ τῆς πιθανῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου καὶ τὰ σχέδια, ἂν αἱ ἐπιτροπεῖαι ἐκεῖναι προέβησαν καὶ εἰς καταρτισμὸν τοιούτων.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§289Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ ἄρθρον 1ον πρέπει νὰ γείνῃ διόρθωσίς τις· ἐν μὲν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται ἵνα δαπάναις τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς κατασκευασθῶσι μόνιμοι δεξαμεναὶ κλπ.» Ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ ὡς ἑξῆς: «Ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων τῶν δεξαμενῶν καὶ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν κλπ.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἔχει).
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§291ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, τῷ ἐπιτρέποντι τὸ δάνειον, οὐδόλως γίνεται μνεία ἐπὶ τίσιν ὅροις θὰ συνομολογηθῇ τοῦτο.
§292ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει κατὰ τὸν νόμον περὶ λιμενικῶν ταμείων ἡ διάταξις, ὅτι αἱ γνωμοδοτήσεις καὶ πράξεις τῶν λιμενικῶν ἐπιτροπῶν ὑπόκεινται εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου, ἑπομένως καὶ κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ θέλει ἀποφασίσει ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου.
§293ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κύριε Ὑπουργέ, δὲν ὁρίζεται τὸ βάθος καὶ τὸ μέγεθος ἐν γένει τῶν δεξαμενῶν, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ κατασκευασθῶσι.
§294ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ δεξαμεναὶ ὁρίζονται διὰ τὰ εἴδη τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα θέλουσι καθαρίζεσθαι ἐν αὐταῖς. Ὑποθέτω ὅτι μία ἐξ αὐτῶν θέλει προσδιορισθῆ διὰ καθαρισμὸν θωρηκτῶν.
§295ΣΚΟΥΖΕΣ. Διὰ 2,500,000 δραχμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῇ οὔτε μία δεξαμενή.
§296ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν διὰ τῶν 2,500,000 δὲν γένηται δυνατὸν νὰ κατασκευασθῶσι δύο δεξαμεναί, τότε ἀναγκαίως θέλει ζητηθῆ νέα ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς νέον δάνειον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).
§298ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἡ κατασκευὴ δεξαμενῆς ἐν Πειραιεῖ θέλει χρησιμεύσει διὰ τὰ θωρηκτὰ ἡμῶν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν διὰ τὸν στόλον τὸν ἡμέτερον, καὶ ὅτι διὰ ταύτης θέλει ἀποφύγει τὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς δεξαμενῆς ἐν τῷ ναυστάθμῳ, ἀπὸ τοῦδε ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, ὅτι κατὰ τοῦτο σφάλλει. Ἡ ἐν Πειραιεῖ δεξαμενὴ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἢ μόνον ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, ἐν ὥρᾳ δὲ πολέμου δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὰ θωρηκτά, διότι ἡ θάλασσα εἶναι ἀνοικτή, καὶ ἡ δεξαμενὴ θὰ ἦναι ὑπὸ τὰς προσβολὰς τοῦ ἐχθροῦ. Βάσις λοιπὸν τῶν ναυτικῶν δυνάμεων ἐν ὥρᾳ πολέμου εἶναι ὁ ναύσταθμος, ὁ καλῶς ὠργανωμένος καὶ ἰδίως ὁ καλῶς ἐξησφαλισμένος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ δεξαμενὴ αὕτη ἐν Πειραιεῖ συνδυασθῇ ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ μὴ κατασκευασθῇ δεξαμενὴ ἐν τῷ ναυστάθμῳ, θλίβομαι διὰ τοῦτο.
§299ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ γνώμη ὑμῶν εἶναι ὀρθοτάτη· οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν ὀρθότητα τῆς ὑμετέρας γνώμης, πολλῷ δ’ ἧσσον δὲν ἀμφισβητεῖ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις. Αἱ δεξαμεναί, αἵτινες κατασκευασθήσονται ἐν Πειραιεῖ, θέλουσι χρησιμεύει εἰς τὰ πλοῖα τοῦ στόλου, τά τε θωρηκτὰ καὶ λοιπά, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχομεν ἰδίαν δεξαμενήν· θέλουσι δὲ χρησιμεύει καὶ εἰς τὰ πλοῖα τὰ παραπλέοντα ἐν τῇ Μεσογείῳ, ἐφ’ ὅσον ταῦτα θέλουσι νὰ καθαρίζωνται ἐν αὐταῖς.
§300ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μένω κατὰ πάντα ἱκανοποιημένος. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἔχει, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ παραχωρήσεως δωρεὰν εἰς τὸν δῆμον Κέας τοῦ ὕδατος τοῦ ἐν τῷ ἀγρῷ Καμπανέλλι τῆς διαλελυμένης Μονῆς Δάφνης πηγάζοντος, 2) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 135,391 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890, καὶ 3) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1100 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1890 τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου).
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντάξεων τῶν οἰκογενειῶν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων.
§302ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§303ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Προβαίνομεν δὲ εἰς τὸ ἑπόμενον. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§306ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ ἡ ἐν τῇ ἑβδόμῃ γραμμῇ λέξις «Δεκεμβρίου» διὰ τῆς λέξεως «Ὀκτωβρίου», ὡς ἐσημειώθη καὶ προχθές. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς διορθώσεως ταύτης. Μεθ’ ὅ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὸ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν προστεθὲν ἄρθρον 2, καὶ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ταχθὲν ἄρθρον 3 τοῦ ψηφιζομένου).
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὴν θέσιν ἄρθρου 4 τοῦ ψηφιζομένου. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, καθ’ ἣν «οἱ κατὰ τὰ ἔτη 1891, 1892 καὶ 1893 ὀφειλόμενοι φόροι οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων διαφόρων χρήσεων ἐν τοῖς δήμοις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δύνανται νὰ καταβληθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ὀφείλονται, ἀλλ’ εἰς τέσσαρας ἴσας δόσεις τριμήνους».
§308ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὴν τροπολογίαν ταύτην ὑπέβαλον, διότι ἡ αὔξησις τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ δημόται Ἀθηναίων νὰ πληρώσωσι καὶ κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος καὶ τὰ δύο ἔτη, εἶναι ὑπερβολικὴ διὰ φόρον οἰκοδομῶν καὶ φόρον ἐπιτηδεύματος. Γνωρίζετε ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐπιτηδευματίαι πληρόνουσι καὶ φόρους οἰκοδομῶν, καὶ ἑπομένως θὰ πληρώσωσι ποσὰ ὑπερβολικά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποδώσωσιν ἐμπροθέσμως, ὡς ἐκ τούτου δὲ θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἀθρόας δαπάνας, καὶ ὑπερβολικὰς ὅλως, πληρωμῆς προστίμων κλπ. Ἐπειδὴ λοιπὸν πολλοὶ ἐκ τῶν φορολογουμένων θέλουσιν ὑποστῆ πρόσθετον τέλος καὶ πρόστιμον 20%, τὸ δὲ πρόστιμον αὐτὸ θὰ πληρώσωσι κυρίως ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἡ βραδύτης τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων τούτων προέρχεται ἐξ ἐλαττώματος τῆς ὑπηρεσίας καὶ οὐχὶ τῶν φορολογουμένων, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία μου δίδει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς φορολογουμένους τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἀλλὰ κατὰ διάφορα χρονικὰ διαστήματα, πρὸς εὐκολίαν αὐτῶν. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχῃ δυσκολίαν τινὰ,—καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ δυσκολίαν,—εὔλογον εἶναι νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι ὠφέλιμος εἰς τοὺς φορολογουμένους ἄνευ οὐδεμιᾶς ζημίας τοῦ Δημοσίου.
§309ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ σκέψεις εἶναι πολὺ ὀρθαί, ἀλλ’ ἡ διαίρεσις ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς δύναται νὰ ἴδῃ ὁ κ. συνάδελφος ἐν τῷ πίνακι. Μέρος πληρόνουν τὴν 1 Ἰανουαρίου, ἕτερον μετὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, ὥστε δὲν θὰ γείνῃ πρὸ τοῦ Ἰουλίου· ἓν μέρος θὰ γείνῃ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1891 καὶ ἕτερον μέρος τὸν Δεκέμβριον· ὥστε ὑπάρχει διαίρεσις. Δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ καὶ ἑτέραν ὑποδιαίρεσιν, ἂν τοῦτο δὲν ἐπρόκειτο νὰ φέρῃ πολλὰς δυσκολίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ δὲ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ἠξεύρει, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει. Οἱ φορολογούμενοι δὲν ὑπόκεινται εἰς πρόστιμον, εἰμὴ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελον πληρώσει ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Ἑπομένως, ὁ,τιδήποτε προστεθῇ, ἡ μὴ πληρωμὴ κατὰ τὰς χρονολογίας ταύτας ἐπιφέρει πληρωμὴν τόκου 8%, οὐχὶ δὲ πρόστιμον· τὸ πρόστιμον ἐπιβάλλεται τότε μόνον, ὅταν δὲν πληρώσωσιν ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου.
§310ΣΚΟΥΖΕΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, θὰ ὑποβληθῶσιν αὐτοὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τόκου;
§311ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τόκου ὄχι, ἀλλὰ προστίμου.
§312ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι προστίμου.
§313ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τόκου. Μετὰ τὴν προθεσμίαν ὑποβάλλονται κατὰ τὸν γενικὸν νόμον εἰς τοιοῦτον.
§314ΣΚΟΥΖΕΣ. Διατὶ παραδέχεσθε, ὅταν ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς ὑπηρεσίας προέρχηται, νὰ πληρώσωσι τόκον, δηλ. ὅταν δὲν ζητηθῇ ἡ πληρωμὴ ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς ὑπηρεσίας ἐγκαίρως;
§315ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παραδέχομαι νὰ πληρώσωσι τόκον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον.
§316ΣΚΟΥΖΕΣ. Δὲν εἶναι ἐσφαλμένον τοῦτο;
§317ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς ἡ ὑπηρεσία, ἢ μᾶλλον τὸ Δημόσιον ὑφίσταται τὰς συνεπείας τῆς κακῆς ἐκτελέσεως τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, λαμβάνον τὰ χρήματα δύο ἔτη ἀργότερον· ἑπομένως διὰ τὴν μὴ πράγματι ἔγκαιρον πληρωμὴν δὲν λαμβάνει τὸ Δημόσιον τόκον, διότι εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον βεβαίωσιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ χορηγηθῶσι προθεσμίαι διὰ τὴν πληρωμὴν μετὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, τότε δικαιοῦται νὰ λάβῃ τόκον διὰ τὰς διδομένας ταύτας προθεσμίας πρὸς εὐκολίαν τῶν φορολογουμένων.
§318ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἠξεύρετε τί συμβαίνει; ὅταν εἰς ἕνα μικρὸν ἐπιτηδευματίαν φορτόνετε....
§319ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο τὸ εὐεργέτημα σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον, νὰ παρατείνῃ τὰς προθεσμίας· παρατεῖνον δὲ τὰς προθεσμίας, δὲν λαμβάνει τόκον μέχρι τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, ἀλλὰ μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς.
§320ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἅμα τῇ λήξει τοῦ ἔτους, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλουν νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους, θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πρόστιμον, κατὰ τὸν νόμον, ἄλλοτε ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως οἱ ὀφείλοντες προηγουμένων χρήσεων φόρους ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς ὑπηρεσίας μὴ ὑπόκηνται εἰς τὴν πληρωμὴν προστίμου, καὶ τούτου ἕνεκα δὲν ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν προστίμου διὰ τὰς χρήσεις προηγουμένων ἐτῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ δοθῇ αὐτὴ ἡ εὐκολία τοῖς φορολογουμένοις τούτοις, καθόσον πρόκειται περὶ βραδύτητος ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ἐπρότεινα τὴν διαίρεσιν τῆς ποσότητος, διότι ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τοῦτο ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργός· ἡ τμηματοποίησις τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου φέρει μεγάλην δυσχέρειαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἡ τμηματοποίησις τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου οὐδεμίαν δυσχέρειαν φέρει· ἁπλῶς μόνον εἶναι κόπος τριῶν ἢ τεσσάρων διπλοτύπων, ἀντὶ ἑνός.
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν τροπολογίαν σας, κύριε Βουλευτὰ, ἢ τὴν ἀποσύρετε;
§322ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει δυσκολίαν.... (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΩΝΒʹ τῆς 30 Μαΐου 1890.
§324ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος ΑΩΝΒʹ εἶναι ὁ νόμος, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δίδῃ τὴν ἐγγύησιν αὐτῆς, ἵνα δανείζωνται χρήματα οἱ ἰδιοκτῆται τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου διὰ τῆς ἀναγνωσθείσης προτάσεως τῶν κ. κ. συναδέλφων τῆς Θεσσαλίας προτείνονται διάφοροι προσθῆκαι. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου αὕτη κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§325ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ βαρυτίνης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι ἐνδέχεται νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, καλὸν εἶναι νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.