1891.03.07
4,934 rows · 38,625 words · 126 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
Τῆς 7 Μαρτίου 1891.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Δάλλας ὑποβάλλει τὰς ἑπομένας δύο ἐπερωτήσεις, ἃς παρακαλεῖται ὁ κ. γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) περὶ τῆς περιουσίας ἐν συνόλῳ κατ’ εἶδος (ἤτοι περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρεμμάτων τῶν γαιῶν, βοσκῶν, δασῶν, οἰκοπέδων, ἐργαστηρίων κλπ.) ἑκάστης τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ διατηρουμένων Μονῶν. 2) Περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων αὐτῶν ἐν συνόλῳ, κατὰ τοὺς τελευταίους ἀπολογισμοὺς καὶ κατὰ τοὺς ἐγκριθέντας προϋπολογισμούς. 3) Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἑκάστῃ μοναχῶν. 4) Ἐὰν ἡ ἐν Βενέτῳ τοῦ νομοῦ Λαρίσσης Μονὴ, τοῦ Φλαμπουρίου λεγομένη, ἔχῃ ἡγουμενοσυμβούλιον πλῆρες, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ, ἵνα τί δὲν προκαλεῖ τὴν διάλυσιν αὐτῆς; εἰ δ’ ἔχῃ, τίνα τὰ μέλη ταῦτα ὀνομαστὶ, καὶ ἂν ἐβεβαιώθη ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὴν Μονὴν, ἢ συλλέγονται, ἀνάγκης παραστάσης, ὡς πληροφοροῦμαι.» «Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς περιουσίας ἐν συνόλῳ κατ’ εἶδος (ἤτοι περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρεμμάτων τῶν γαιῶν, βοσκῶν, δασῶν, οἰκοπέδων, ἐργαστηρίων, οἰκιῶν κλπ.) ἑκάστης τῶν διαλυθεισῶν Μονῶν Θεσσαλίας, τοῦ χρόνου τῆς διαλύσεως, τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τῆς ἐκποιηθείσης περιουσίας ἑκάστης αὐτῶν, τῆς διαρκείας τῆς ἐνοικιάσεως καὶ τοῦ μισθώματος.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἀθηνᾶ χήρα Γεωργίου Κατσαροῦ ἀντιμοιράρχου δι’ ἀναφορᾶς της ζητεῖ νὰ συστήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως χορηγήσῃ αὐτῇ μηνιαῖον βοήθημα, ἀνάλογον πρὸς τὴν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐλάμβανεν ὁ σύζυγός της, ἐὰν δὲν ἀπέθνησκε πρὸ τεσσάρων μηνῶν. Διάφοροι ποιμένες, παραχειμάζοντες εἰς τὸν δῆμον Τροιζηνίων, παραπονοῦνται κατὰ τοῦ αὐτόθι ὑπομοιράρχου Βαρότση, ὡς ἀδικοῦντος αὐτοὺς διὰ διαφόρων πράξεων.
§4ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δέν μοι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ υἱοθετήσω τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ παράπονα τῶν ποιμένων· ἀλλ’ ἐπειδὴ γνωρίζω τινὰς τῶν ἐν τῇ ἀναφορᾷ ὑπογεγραμμένων, δέν μοι εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐπίσης νὰ ὑποθέσω, ὅτι τὰ ἀναφερόμενα ὡς ἐκτελούμενα ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς χωροφυλακῆς ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ δὲν ἔχουσιν ὑπόστασίν τινα. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι πάντοτε οἱ ἀτυχεῖς ποιμένες, εἴτε ἐν τοῖς παραχειμαδίοις, εἴτε ἐν τοῖς ὀρεινοῖς μέρεσι, καταμαστίζονται πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως ἰδίως ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς χωροφυλακῆς, συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν τῶν ποιμένων εἰς τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του ἐξαρτᾶται, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ δέουσα θεραπεία τῶν παραπόνων, ἐν ᾗ περιπτώσει ἔχονται ὑποστάσεως ταῦτα. Οἱ ποιμένες, ὅπως γνωρίζετε, θὰ μεταβῶσιν μετ’ ὀλίγον εἰς τὰ ὀρεινότερα μέρη, καὶ ἂν ὑπελείφθησαν ἐρίφιά τινα αὐτῶν ἐκ τοῦ χειμῶνος καὶ ἐκ τῶν καταθλίψεων τῆς χωροφυλακῆς, θὰ πάθωσιν τῶν παθῶν των τὸν τάραχον. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ ἐπὶ τούτου τὴν προσοχήν του ἐγκαίρως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ τῶν ποιμένων εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς. Ὁ ἐκ Μόσχας Ἰωάννης Πετρὼφ ἐξαιτεῖται, ὅπως τῷ χορηγηθῇ συνδρομὴ ἀπέναντι τῶν δαπανῶν, ἃς κατέβαλε πρὸς ἐκπόνησιν τοῦ ἱστορικοῦ ἄτλαντος τοῦ ἀγῶνος.
§6ΣΧΙΝΑΣ. Ἔλαβον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ γνωρίσω τὸ κ. Ἰωάννην Πετρὼφ. Δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι — καὶ ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω δημοσίᾳ — ἐγκατελείψαμεν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν μελέτην τῶν ὁμόρων χωρῶν, ἰδίως δὲ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μακεδονίας. Ὁ κ. Πετρὼφ, καίτοι μὴ Ἕλλην, ἐργάζεται ὡς ὁ καλλίτερος τῶν Ἑλλήνων· συνέλεξε πλοῦτον πληροφοριῶν, τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ αὐτὸς, καίτοι ἐνασχοληθεὶς εἰς τὰ Μακεδονικὰ, ἠγνόουν καθ’ ὁλοκληρίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας πιστεύω ὅτι ἔλαβε γνῶσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ κ. Πετρώφ. Ἐὰν δὲ καί τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπιθυμῶσι νὰ ἴδωσι τὴν λαμπρὰν ἀληθῶς ἐργασίαν τοῦ κ. Πετρώφ, δύναται νὰ κατατεθῇ τὸ πολύτιμον ἔργον του εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς. Ἔχομεν καθῆκον, καὶ καθῆκον ἀπαραίτητον, νὰ γνωρίσωμεν κατὰ τὸ ἐφικτὸν, καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν λεπτομερέστερον, τὴν χώραν τῆς Μακεδονίας, ἐφ’ ἧς διεκδικοῦμεν ἀναφαίρετα δικαιώματα. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐκτυπώσεως τοῦ ἔργου τούτου, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιχύσει μέγα φῶς εἰς τοὺς θέλοντας νὰ γνωρίσωσι τὴν ὡραίαν χώραν τῆς Μακεδονίας. Ὁ κ. Πετρώφ ἀπετάθη καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἥ τε Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠγνόουν τὴν ὡραίαν του ἐργασίαν καὶ τὴν ταξινόμησιν τῆς πολυτίμου ὕλης. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ κ. Πετρὼφ εἶναι πολυτιμοτάτη· τοιαύτην δὲ δὲν δύναται νὰ συλλέξῃ τις, ὁθενδήποτε καὶ ἂν θελήσῃ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ συντρέξωσι πρὸς δημοσίευσιν τοῦ ἔργου.
§7ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Σχινᾶς κατήγγειλε σοβαρὰς καταχρήσεις τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ἕνεκα δὲ τῆς προκεχωρηκυίας ὥρας ἡ Βουλὴ ἤκουσεν ἁπλῶς καὶ μόνον τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα, καταγγείλαντος ὡρισμένας ἐγκληματικὰς πράξεις τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ δὲν ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμα. Σήμερον ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη παραβιάζει ῥητῶς τὰς μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ αὐτῆς συμφωνίας, τουτέστι δὲν ἐφήρμοσε κατὰ γράμμα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς συγγραφῆς ἀνέλαβε καὶ ὑπεχρεώθη νὰ ἐκτελέσῃ, διότι ἡ μὲν συγγραφὴ ἐν ἄρθρῳ 1ῳ παραδέχεται καὶ ἀναγνωρίζει τὰ σημεῖα, δι’ ὧν θὰ διέλθῃ ἡ γραμμὴ, ἤτοι ἐκ Μύλων μέχρι Τριπόλεως, ἐκ Τριπόλεως διὰ Λεονταρίου μέχρι Μελιγαλᾶ, καὶ ἐκ Μελιγαλᾶ διὰ Νησίου μέχρι λιμένος Καλαμῶν, ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἐξετελέσθησαν· διότι, ἀντὶ νὰ διέλθῃ ὁ σιδηρόδρομος διὰ Νησίου, ἔλαβε τὴν εὐθεῖαν γραμμὴν ἀπὸ Μελιγαλᾶ εἰς Καλάμας, καὶ ἀφῆκε τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης ἄνευ σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ἰδίως τοὺς σπουδαιοτέρους δήμους τῆς Μεσσήνης, τὸν δῆμον Ἰθώμης καὶ τὸν δῆμον Εὔας. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν ἑταιρίαν νὰ ἐκτελέσῃ τὰ συμπεφωνημένα. Ἐκτὸς δὲ τούτου συμβαίνει καὶ ἕτερον κακόν· τὰ βαγόνια δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ταξειδεύσῃ ὁ ἐπιβάτης. Εἶναι ὡς τὰ κάῤῥα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ πυροβολικόν· οὔτε αἱ θέσεις διακρίνονται, οὔτε εἶναι κατάλληλα διὰ τὰ θερμὰ ἡμῶν κλίματα· εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον πρόστυχα. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως σχηματίσῃ ἐπιτροπὴν,—καὶ ὡς μέλη ταύτης ἔχομεν ἀξιωματικοὺς τοῦ Μηχανικοῦ, οἷον τὸν ἔντιμον κ. Σχινᾶν καὶ τὸν συνταγματάρχην κ. Σέχον καὶ ἑτέρους Βουλευτὰς, ἔχοντας εἰδικότητα,—ἡ ὁποία ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ ἑταιρία ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις της ὡς πρὸς τὰ βαγόνια καὶ τὰς ἄλλας ἐν γένει ἐργασίας· καὶ ἐὰν μὲν καλῶς ἐξετέλεσεν αὐτὰς, οὐδὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν, ἄλλως, νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων καὶ περὶ μέλλοντος. Φρονῶ ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι δικαία, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ αὐτήν.
§8ΔΑΓΡΕΣ. Κατόπιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ἄλλας παραβάσεις τῆς ἑταιρίας. Τὴν σύμβασιν καὶ τὴν συγγραφὴν μετὰ προσοχῆς παρετήρησα, καὶ εἶδον ὅτι δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν κατασκευὴν, τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Λυμπερόπουλος, ἀναφέρεται εἰς τὴν σύμβασιν καὶ τὴν συγγραφὴν, καὶ ἦτο ἑπόμενον ἡ διεύθυνσις νὰ γείνῃ ὅπως ἦτο καθωρισμένη εἰς τὴν συγγραφήν· διότι σήμερον ἡ ἑταιρία εἶναι ἠναγκασμένη νὰ κατασκευάσῃ ἑτέρας γραμμάς. Γνωρίζετε ὅτι ἡ Μεσσηνία εἶναι τὸ μᾶλλον κατωκημένον μέρος τῆς Ἑλλάδος. Ὑπάρχουν δῆμοι ἐκεῖ, ἔχοντες περίμετρον μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας καὶ πληθυσμὸν 7–8 χιλιάδων κατοίκων περίπου. Ἔχω πεποίθησιν, ἐκτὸς τούτου, ὅτι τὰ ποικίλα καὶ πλούσια προϊόντα τούτων, ἵνα μεταφέρωνται διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν κατασκευὴν καὶ ἄλλων διακλαδώσεων. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ ἑταιρία ἐν τῷ μέλλοντι θὰ σκεφθῇ περὶ κατασκευῆς δύο ἑτέρων διακλαδώσεων χάριν τῶν συμφερόντων της. Ἐγὼ ἔλαβα τὸν λόγον, διότι πλὴν τούτου ἡ ἑταιρία κατὰ τὸν νόμον ὑποχρεοῦται νὰ κατασκευάσῃ δύο ἐργοστάσια, ἓν εἰς Μύλους καὶ ἓν εἰς Καλάμας· ὁρίζεται δὲ καὶ ἡ δαπάνη αὐτῶν ἐν ἄρθρῳ 3ῳ τῆς συμβάσεως καὶ 8ῳ τῆς συγγραφῆς. Μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐργασίας διὰ διατάγματος ἐτροποποιήθησαν αἱ συμφωνίαι αὗται καὶ ῥηταὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι νόμον, ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν ἑταιρίαν. Καὶ ἀντὶ τῶν δύο τούτων ἐργοστασίων τῶν ὁριζομένων κατεσκεύασεν ἓν εἰς Τρίπολιν, ἔμεινε δὲ τὸ τῶν Καλαμῶν, ἐνῷ τοῦτο ἦτο μᾶλλον ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας, καὶ διότι διὰ τῶν Καλαμῶν μεταφέρονται τὰ διάφορα ὑλικὰ εἰς τὰ μεσόγεια μέρη, ὅπου διέρχεται ὁ σιδηρόδρομος. Δὲν ἀποκρούω τὸ τῆς Τριπόλεως, διότι ἤρξατο ἡ κατασκευή του καὶ εἶναι ἐν τῷ περαιοῦσθαι, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι ἠδικήθησαν αἱ Καλάμαι, πόλις ἐμπορικωτάτη καὶ ἔχουσα ἀνάγκην ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανίας, ἧς ἤδη στερεῖται.
§9ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ συμφέρον τῆς ἑταιρίας θὰ τὴν ἀναγκάσῃ νὰ τὰ ἱδρύσῃ.
§10ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ ἐξήτασα καὶ ἔμαθον, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν παρέμβῃ, δὲν θὰ γείνῃ. Διὰ τοῦτο κάμνω λόγον ἐν τῇ Βουλῇ, νομίζων ὅτι ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, καὶ ὑποβοηθῶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς πρὸς τοῦτο ἐνεργείας, πέποιθα δὲ, ὅτι θὰ καταβάλῃ τὰς δεούσας ἐνεργείας. Ἔχω ἀναφορὰν ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους ἐμπόρους καὶ καταστηματάρχας Καλαμῶν περὶ τούτου, τὴν ὁποίαν καταθέτω. Τὸ διάταγμα ἐξεδόθη τὴν 2 Μαΐου 1889, τὸ τροποποιοῦν τὴν σύμβασιν· ὑποθέτω δὲ, ὅτι καὶ αὐτὸ, ὅπως πολλὰ ἄλλα, ἐχρησίμευσεν ὡς ῥουσφέτι χάριν εὐνοουμένων Βουλευτῶν τῆς Τριπόλεως. Δυστυχῶς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Μεσσηνίας τότε οὐδὲν ἔπραξαν, οὐδὲ εἶχον τὸν νοῦν των εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου· κατεγίνοντο εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ μικτοῦ συνδυασμοῦ καὶ εἰς παροχὰς πρὸς ἐπίῤῥωσιν αὐτοῦ. Αὐτὸ τὸ λέγω, διότι, ἐὰν μία φωνὴ ὑψοῦτο, ὁ κ. Τρικούπης δὲν θὰ τὸ ἔκαμνε. Ἀλλὰ δὲν ἀδικῶ τοὺς τότε ἀντιπροσώπους τῆς Μεσσηνίας, διότι δυστυχῶς, καὶ ὡς μὴ ὤφειλε, ἐγίνωσκον ὅτι ὁ λαὸς δὲν προσέχει εἰς τοὺς διὰ τὰ κοινὰ συμφέροντα αὐτῶν ἐργαζομένους.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ μεταβολὴ ἐγένετο ἐκ παραστάσεων τῆς ὑπηρεσίας.
§12ΜΑΝΕΤΑΣ. Πρέπει νὰ ζητήσητε ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα ἴδητε πῶς ἦτο δικαιολογημένη ἡ μεταβολή.
§13ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγένετο παρανόμως, αὐθαιρέτως καὶ αὐτοβούλως· ἐξετάσατε τὸ ἄρθρον 13. Εἰς ἄλλα ἡ σύμβασις δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ τροποποιήσεις διὰ διαταγμάτων, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς ταῦτα.
§14ΜΑΝΕΤΑΣ. Τὰ σιδηρουργεῖα ἀφορῶσι τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας.
§15ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ ἑταιρία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κατασκευάσῃ δύο μηχανουργεῖα. Μετέβην μάλιστα καὶ ἐμελέτησα ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς συμβάσεως, καὶ ἐπείσθην, ὅτι τὸ γενόμενον ἐγένετο παρὰ τὸν νόμον καὶ τὰς συμβάσεις, ἀλλ’ ἵνα δικαιολογηθῇ τοῦτο, ἔβγαλαν ὡς δικαιολογίαν, ὅτι οἱ κύριοι τῶν οἰκοπέδων ἐν Καλάμαις ἀπῄτησαν μυθώδη ἀποζημίωσιν διὰ τὰ καταληφθησόμενα οἰκόπεδα. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο, τί ἠμπόδιζε τὴν ἑταιρίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰ καταλάβῃ δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δημοσίας ἀνάγκης, ὅπερ ἐν αὐταῖς ταῖς συμβάσεσι καὶ συγγραφαῖς ἀναφέρεται; Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσακούσῃ τὰς εὐχὰς τῶν κατοίκων Καλαμῶν καὶ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς ἑταιρίας νὰ μὴ παραλείψῃ τὴν ἵδρυσιν μηχανουργείων καὶ ἐν Καλάμαις.
§16ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι εἶμαι ἐν πλήρει γνώσει τῆς συμβάσεως περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην γνώμην περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἑταιρίας νὰ ἱδρύσῃ δύο ἐργοστάσια, ἐν Τριπόλει καὶ ἐν Καλάμαις. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, ἂν ἡ ἑταιρία ἐκ τῆς συμβάσεως εἶχε δικαίωμα....
§17ΔΑΓΡΕΣ. Ὑποχρέωσιν.
§18ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δυνατὸν ἐκ τῆς συμβάσεως νὰ ἐξηρτᾶτο καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἑταιρίας νὰ μὴ ἱδρύσῃ δύο τοιαῦτα, ἀλλ’ ἐν’ ἐὰν ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἱδρύσῃ ἓν, βεβαίως οἱ πολιτικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν θὰ ἦσαν ὑπὲρ τῆς Τριπόλεως· ἑπομένως τὸ νὰ συστηθῇ ἐργοστάσιον τοιοῦτον εἰς τὴν Τρίπολιν δὲν εἶναι ἔργον τῆς πολιτικῆς· οἱ πολιτικοὶ ἤθελον νὰ συστηθῇ ἐργοστάσιον ἐν Καλάμαις, ὅσον δήποτε καὶ ἂν περιεσπῶντο οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Μεσσηνίας εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν μικτῶν συνδυασμῶν. Τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχουν οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, εἶναι νὰ προχωρήσωσι τὰ σιδηροδρομικὰ ἔργα καὶ ἀποπερατωθῇ τὸ σύμπλεγμα τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Εἶναι ἐγκεκριμένη καὶ ἡ ἄλλη γραμμὴ, ἡ γραμμὴ Γυθείου–Σπάρτης–Μεγαλοπόλεως, ἥτις εἶναι χρήσιμος καὶ ὠφέλιμος εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, καὶ ἥτις θὰ ἀναπτύξῃ τὸν τόπον. Διὰ τοῦτο ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον γείνῃ ἔναρξις καὶ τῆς γραμμῆς ταύτης, ἥτις εἶναι ἡ διακλάδωσις τοῦ ὅλου συμπλέγματος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τοσοῦτον αἰσίως εἶχε θέσει εἰς ἐνέργειαν, ἀρχίσωσι νὰ λειτουργῶσι.
§19ΔΑΓΡΕΣ. Εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι ἡ ἑταιρία ἔχει δικαίωμα· ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ἔχει δικαίωμα, ἀλλ’ ἔχει καὶ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὰς συμβάσεις· καὶ ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 8ου τῆς συμβάσεως (ἀναγινώσκει): «Ὡς διομολογεῖται ἐν ἄρθρῳ 3 παραγράφῳ 4 τῆς συμβάσεως, ὁ ἀνάδοχος ὑποχρεοῦται νὰ κατασκευάσῃ δύο ἐργοστάσια διὰ τὴν συντήρησιν καὶ ἐπιδιόρθωσιν τῶν ἀτμομηχανῶν καὶ τοῦ ὑλικοῦ ἐν Μύλοις καὶ Καλάμαις.» Βλέπετε λοιπὸν ὅτι, ὅ,τι ἐγένετο, κακῶς καὶ παρανόμως ἐγένετο· πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ φροντίσῃ νὰ φέρῃ διόρθωσιν καὶ ἐπανορθώσῃ ἓν ἀδίκημα, ἐπενεχθὲν κατὰ κοινωνίας ὁλοκλήρου.
§20ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἀντιλέγει εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἐγκλημάτων, ὅταν πρόκηται περὶ καταχρήσεων, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ σιωπήσωμεν. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας νομίζῃ, ὅτι ἔχομεν πλούσια τὰ ταμεῖά μας καὶ ἂς πετάμε τὰ χρήματα, χωρὶς νὰ κάμωμεν ἔργα, αὐτὸ εἶναι μία πλάνη, εἶναι λογαριασμὸς ἰδικός των, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ὑψώσωμεν τὴν φωνήν μας, καὶ ἀδιάφορον τί ἤθελεν ἀποφασίσει ἡ Βουλή· ἐδῶ κατήγγειλεν ἐγκλήματα ὁ κ. Σχινᾶς, ὅτι ἔλαβον χώραν εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ πρέπει νὰ σιωπήσωμεν; Δὲν δύναται λοιπὸν οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε τὰ ἄτομα νὰ μεταβάλουν τὰ συμπεφωνημένα· ἀφοῦ ἐψηφίσθη ὁ νόμος, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, ὀφείλομεν διὰ νόμου νὰ ἀνορθώσωμεν τὰ κακῶς ἀποφασισθέντα. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. συναδέλφου. Εἴμεθα πρόθυμοι πάντες, καὶ πρέπει νὰ συνεισφέρωμεν, ἀλλὰ νὰ μὴ μᾶς κλείουν τὰ μάτια, καὶ μᾶς εἴπουν ἔπειτα οἱ Φράγγοι, ὅτι μᾶς ἐγέλασαν.
§21ΣΑΚΚΗΣ. Κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ παρελθόντος ἔτους ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Χαρίλαος Τρικούπης προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ ἐπιλοχίου Γεωργίου Πιεῤῥάκου, ἐνῷ ὀλίγας ἡμέρας πρότερον, κατὰ τὰς 18 Μαΐου ἰδίου ἔτους, ὁ εἰρημένος ἐπιλοχίας κατηγγέλθη ὑπὸ τοῦ συντάγματός του ἐπὶ ἀνηθίκῳ πράξει. Τὸ τότε Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐναντίον τῶν κεκανονισμένων, ἀντὶ νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν εἰσηγητὴν, διέταξε τὸ σύνταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ ἐπιλοχίας οὗτος, νὰ συστήσῃ πειθαρχικὸν συμβούλιον, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· τὸ σύνταγμα ἐξήτασε, ἐνεργῆσαν ἀνακρίσεις, καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι ὁ εἰρημένος ἐπιλοχίας δέον νὰ ἀποβληθῇ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἡ ἀπόφασις δ’ αὕτη τοῦ συντάγματος ἐξεδόθη κατὰ τὴν 31 Μαΐου 1890. Ἀλλ’ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπόφασιν ταύτην, προέβη τὴν 12 Ἰουνίου 1890 εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ εἰρημένου ἐπιλοχίου εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ὡς διαπρέψαντος δῆθεν ἐπὶ ἀνδραγαθίᾳ κατὰ τὰς μεθοριακὰς συμπλοκάς· σημειώσατε δὲ, ὅτι ὑπὲρ τοῦ εἰρημένου ἐπιλοχίου οὐδεμία ἔκθεσις ὑπῆρχε, συνιστῶσα αὐτὸν ὡς ἀνδραγαθήσαντα, ἀλλὰ δι’ ἐμπιστευτικῆς διαταγῆς πρὸς τὸν ἀντισυνταγματάρχην κ. Δουμπιώτην προεκλήθη τοιαύτη σύστασις δύο ἔτη βραδύτερον, ἤτοι κατὰ τὸ 1889. Καὶ οὐ μόνον ταῦτα, ἀλλ’ ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν προέβη καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ πειθαρχικοῦ συμβουλίου, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας μετέβαλεν αὐτὴν, τιμωρήσας τὸν ἐπιλοχίαν μόνον μὲ δίμηνον φυλάκισιν. Ἐπειδὴ ἡ πρᾶξις αὕτη δύναται νὰ προσάψῃ μομφήν τινα εἰς τὸν τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, θὰ παρακαλέσω τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι τῷ ὄντι ἡ ὑπόθεσις παρίσταται λίαν σκανδαλώδης, διότι καὶ ἐναντίον τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου ἐνήργησε τὸ τότε Ὑπουργεῖον, καὶ σκανδαλωδῶς προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ εἰρημένου ὑπαξιωματικοῦ.
§22ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ προσθέτω τὴν παράκλησιν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ σχετικαὶ ἐκθέσεις τῶν διοικητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐσύστησαν τὸν περὶ οὗ πρόκειται ὑπαξιωματικὸν ὡς ἀνδραγαθήσαντα εἰς τὰς μεθοριακὰς συμπλοκὰς, ἵνα δειχθῇ, ἂν τῳόντι αὐτὸς ἦτο ἄξιος τῆς προαγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἀπένειμεν αὐτῷ ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν· ἐκ τῆς ἐπωνυμίας ὅμως τοῦ ὑπαξιωματικοῦ τούτου πείθομαι περὶ τοῦ ἀβασίμου τῆς κατηγορίας ταύτης, διότι, μολονότι δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος εἶναι ὁ Γεώργιος Πιεῤῥάκος, ἐννοῶ ὅμως, ὅτι εἶναι Λάκων. Τὸν στρατιωτικὸν τοῦτον δὲν τὸν γνωρίζω, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον δὲν τον ἔχω συστήσει ἐγώ· σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι ὁ Λάκων οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον τῷ ἀποδίδετε, διότι οὐδέποτε οἱ ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου καταγόμενοι ἀποκλίνουσιν εἰς τοιαῦτα ἀτοπήματα, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καταγγέλλητε εἰς τὸ ἐθνικὸν συνέδριον ἄνθρωπον, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχετε πεποίθησιν, ἐὰν τῷ ὄντι ἦναι ἔνοχος τῆς πράξεως, διὰ τὴν ὁποίαν τὸν καταγγέλλετε.
§23ΣΑΚΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ ζητῶ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων.
§24ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὅταν προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, θέλετε πεισθῆ, ὅτι εἴχετε ἄδικον νὰ κάμητε τοιαύτην καταγγελίαν ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, καὶ θὰ τὴν ἀνακαλέσητε σεῖς ὁ ἴδιος, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι δικαίως ἀπέκτησε τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ· καὶ βεβαίως θὰ ἦτο ἐκ τῶν ἀνδραγαθησάντων, διότι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἤκουεν οὐδεμίαν σύστασιν οὐδενὸς Βουλευτοῦ, ἀλλὰ συνεβουλεύθη μόνον τὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων σωματαρχῶν, καὶ συμφώνως πρὸς αὐτὰς προέβη εἰς τοὺς ὀλίγους ἐκείνους προβιβασμούς.
§25ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἀτόμου, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε δὲν γνωρίζω οὐδὲ πόθεν κατάγεται, πρόκειται περὶ τῆς ἐκτελέσεως πράξεως φερούσης ποινικὴν εὐθύνην· διότι, ἐνῷ ὁ εἰρημένος ἐπιλοχίας κατηγορεῖτο διὰ τοιαύτην πρᾶξιν, καὶ ἐνῷ ὑπῆρχεν ἡ ἀπόφασις τοῦ πειθαρχικοῦ συμβουλίου τοῦ συντάγματός του, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν γνώσει διατελῶν τῆς κατηγορίας ταύτης, προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν αὐτοῦ. Πρόκειται λοιπόν, ἐὰν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνήργησε συμφώνως μὲ τὸν νόμον, συστήσας πειθαρχικὸν συμβούλιον καὶ μὴ παραπέμψας τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσηγητὴν, ὅπως ἐξετάσῃ καὶ ἀποφανθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ κατηγορίας κατ’ αὐτοῦ ἢ ὄχι, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων· καὶ ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε ὑπῆρχε κατηγορία κατὰ τοῦ ἐπιλοχίου ἐκείνου, διατὶ προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν αὐτοῦ; ἄρα διέπραξε καὶ πρᾶξιν ἀντιπειθαρχικήν· τοιαῦται δὲ πράξεις σπουδαίως παραβλάπτουσι τὴν φιλοτιμίαν τοῦ στρατοῦ, ὅταν ἡ πολιτεία διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς βραβεύῃ τοὺς ἐγκληματοῦντας, ἀντὶ νὰ τιμωρῇ αὐτούς.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Γʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς δήμων τινῶν τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 265).
§27ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Πρὸ τεσσάρων μηνῶν ἡ τηλεγραφικὴ συγκοινωνία τῶν νήσων εἶναι διακεκομμένη, ὑποβάλλονται δὲ οἱ κάτοικοι τῶν Κυκλάδων εἰς τὴν πληρωμὴν διπλοῦ τέλους, ἀποστέλλοντες διὰ τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας τὰ τηλεγραφήματα αὐτῶν, πρὸ 10 δὲ ἡμερῶν τὰ ἀποστελλόμενα ἐντεῦθεν τηλεγραφήματα εἰς διαφόρους νήσους ἀποστέλλονται ταχυδρομικῶς ἐκ Σύρου εἰς τὸν προορισμὸν αὐτῶν, ἐνῷ ὤφειλε τὸ τηλεγραφεῖον νὰ μὴ δέχηται τὰ τηλεγραφήματα, ἀφοῦ ἡ γραμμὴ εἶναι ἐντελῶς διακεκομμένη πέραν τῆς Σύρου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ποῖον σημεῖον εἶναι διακεκομμένη ἡ γραμμή· εἶναι ἐν τῇ ξηρᾷ; τότε πρὸ τεσσάρων μηνῶν ὑπῆρχεν ὁ ὑλικὸς χρόνος, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ συγκοινωνία καὶ μὴ ὑποβάλλωνται οἱ κάτοικοι τῶν νήσων εἰς μίαν ἄδικον φορολογίαν. Ἐὰν δὲ ἡ διακοπὴ εὑρίσκηται ἐν τῷ καλωδίῳ τῆς θαλάσσης, πάλιν εἶναι ἄδικος ἡ φορολογία, διότι ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρία ὤφειλε καὶ ὑπεχρεοῦτο πρὸ τεσσάρων μηνῶν νὰ ἐπισκευάσῃ τὴν γραμμὴν, ἄλλως νὰ μὴ λαμβάνῃ τὰ διπλᾶ τέλη διὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν τηλεγραφημάτων. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀποκατασταθῇ ταχέως ἡ τηλεγραφικὴ συγκοινωνία τῶν νήσων καὶ ἀπαλλαγῶμεν οὕτω τῆς ἀδίκου ταύτης φορολογίας.
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θέλω λείψει νὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν καὶ πληροφορήσω τὴν Βουλήν.
§29ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Συνεπείᾳ διακοπῆς, γενομένης μοι χθὲς, ἀγορεύοντι, ὑπὸ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας συναδέλφου καὶ κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ τε κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ὃν αὐθωρεὶ ἔστρεψα τὸν λόγον, ἵνα τὸν παρακαλέσω νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς ὑπόθεσίν τινα, ἣν ὑπηνίχθη ὁ διακόψας με, σήμερον ἔρχομαι νὰ καταθέσω τὴν ἐπερώτησιν ἐγγράφως, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ διατελῶν τῆς ὑποθέσεως, δι’ ἥν μοι ἐγένετο ἡ διακοπὴ, ἐκ δύο δὲ μόνον στοιχείων γινώσκων αὐτὴν, τουτέστιν, ὅτι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως λαθρεμπορίου, ἀναγομένης εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὑποτελωνείου Τσάγεζι καὶ ἀναφερομένης εἰς πλοίαρχον ἢ πλοῖον ἐκ Κάσσου, διετύπωσα καὶ τὴν ἐπερώτησίν μου ἴσως ἀορίστως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν μὲν δὲν ἦναι ἐπαρκὴς ἡ διατυπωθεῖσα ἐπερώτησις, νὰ ζητήσῃ πληρεστέρας πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας συνάδελφον κ. Φαρμακόπουλον, ἐὰν δὲ ἦναι ἐπαρκὴς, τότε ὡς οἷόν τε τάχιον νὰ καταθέσῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον, διότι σκέπτομαι νὰ φέρω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τὸν λόγον. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπευθύνω δύο ἐπερωτήσεις, τὴν μὲν σχετικὴν πρὸς ὑφισταμένην διένεξιν, φθάσασαν μέχρι βαθμοῦ ὀξυτάτου, μεταξὺ τοῦ Δημάρχου Κραναίων Κεφαλληνίας κατὰ τοῦ αὐτόθι ἀστυνόμου, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε γνῶσιν τῶν κατὰ τὴν διένεξιν ταύτην, καὶ τί ἐνήργησε, καθόσον τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου ἐκείνου πάσχουσιν ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης. Δευτέραν ἐπερώτησιν ἀπευθύνω σχετικῶς πρὸς ἄλλον δῆμον τοῦ Κράτους, τὸν δῆμον Αἰγιέων, ὅπου ὁ ἀστυνόμος τοῦ δήμου πρὸ πολλοῦ παρῃτήθη, ὁ δὲ Δήμαρχος ὑπέβαλε πρότασιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα προκληθῇ τὸ σχετικὸν βασιλικὸν διάταγμα περὶ διορισμοῦ νέου ἀστυνόμου, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο ἐπὶ τούτου, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου πάσχουσιν. Ἐπὶ τέλους ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μίαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 18 Φεβρουαρίου ὑπέβαλεν ὁ συνάδελφος καὶ συμπολίτης μου κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος, ἀπουσιάζων ἐπὶ τοῦ παρόντος, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως τοῦ Ἰατροσυνεδρίου περὶ συστάσεως δύο φαρμακείων ἐν Ζακύνθῳ. Ἐπίσης ἑτέραν παράκλησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀπαντήσῃ ἐπὶ ἐπερωτήσεώς μου, ὑποβληθείσης κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 Φεβρουαρίου, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπιβαλλομένην ὑπηρεσίαν λόγῳ ποινῆς εἰς καθυστεροῦντας ἐπιστράτους τῆς ἐπιστρατείας τοῦ ἔτους 1880–1881. Καταθέτω ἐγγράφως τὰς ἐπερωτήσεις μου ταύτας.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ μὲν τῆς τελευταίας ἐπερωτήσεως, τῆς ἀφορώσης τοὺς κατατασσομένους ἐν τῷ στρατῷ ἐπιστράτους τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1880, ἐπίστευον ὅτι σήμερον ἤθελον χορηγήσει τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ἐὰν δὲν εἶχον παραλείψει νὰ λάβω μετ’ ἐμοῦ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα συνέλεξα ἀπὸ τῆς χθὲς, καὶ αὔριον θέλω χορηγήσει τὰς πληροφορίας· περὶ δὲ τῶν ἄλλων ἐπερωτήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου θέλω ζητήσει τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας καὶ ἀνακοινώσει αὐτὰς ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐκτελῶν ἐπερώτησιν ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσσης Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν ὥραν ταύτην δὲν τυγχάνει ἐν τῇ αἰθούσῃ, κατέθηκα πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων, τῶν πραγματευομένων περὶ τῆς διαταχθείσης ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ἀποβολῆς ἀπὸ τοῦ στρατοῦ εἴκοσι καὶ ἓξ ὑπαξιωματικῶν, καὶ περὶ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τελευταῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διέταξεν, ἑπομένως τῆς ἐπαναγωγῆς αὐτῶν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ. Πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων κατατίθημι σήμερον καὶ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ συνταγματάρχης κ. Μυκώνιος, ὁ ἐνεργήσας τὰς ἀνακρίσεις, ὑπέβαλε τότε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας διετάχθη ἡ ἀποβολὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδωκε τελευταῖον κατὰ τὴν 20 Νοεμβρίου, διὰ τῆς ὁποίας ἠκύρωσε τὴν προεκδοθεῖσαν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§31ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐν τῷ φακέλλῳ τῆς ὑποθέσεως τῆς Κούτρας ἓν μόνον ἔγγραφον εὑρέθη, ἐλλείπει δὲ κυρίως ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, ἡ ἀποφανθεῖσα περὶ τῆς ἀποβολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκ τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατεθέσατε σήμερον, δὲν ὑπάρχῃ αὕτη, παρακαλῶ νὰ μεριμνήσητε, ὅπως κατατεθῇ.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω διατάξει νὰ ἀνευρεθῇ. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας κ. Σπηλιάδης δι’ ἐπερωτήσεώς του μὲ ἐκάλεσε χθὲς νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς διάλυσιν συμφωνίας προηγουμένης πρὸς κατασκευὴν ἑνὸς τμήματος ἐθνικῆς τινος ὁδοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ τμήματος τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Πύργον, τοῦ τμήματος τοῦ συνδέοντος τὴν Κάτω Ἀχαΐαν μὲ τὸ Μπόστι. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα σπεύδω νὰ καταθέσω. Ἐν αὐτοῖς περιλαμβάνεται καὶ τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου διελύθη ἡ σύμβασις, ἥτις εἶχε γενῇ διὰ δημοπρασίας μετὰ τοῦ ἐργολάβου, καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων καὶ πάντα τὰ ἄλλα σχετικὰ ἔγγραφα. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ὡσαύτως νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Πειραιῶς νὰ κατασκευάσῃ μόνιμον δεξαμενὴν ἐν Πειραιεῖ, καὶ νὰ συνομολογήσῃ πρὸς τοῦτο δάνειον μέχρι δύο καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίων, ὡς καὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, τὴν συνοδεύουσαν τὸ νομοσχέδιον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 266).
§34ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τοῦ ἀγωνιστοῦ καὶ ἀντισυνταγματάρχου τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος Γεωργίου Στριφτόμπολα, δι’ ἧς παραπονεῖται, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ΣΘʹ τοῦ 1867 περιωρίσθη τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς τόσον αὐτοῦ, καθὼς καὶ πάντων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ αὐτός. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον, καί παρακαλῶ, ὅπως ἡ Βουλὴ συστήσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ πρόνοιαν νομοθετικὴν πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος.
§35ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀπομείναντες ἀξιωματικοὶ τῆς φάλαγγος εἶναι ἀγωνισταί.
§36ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸς δὲν εἶναι· ὁ πατήρ του μάλιστα.
§37ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὁ Στριφτόμπολας εἶναι· ὅ,τι ἦτο ὁ πατήρ του ἦτο καὶ αὐτός. Οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ, οἱ μετρούμενοι εἰς τὰ δάκτυλα, ἔχουσι δικαίωμα εἰς τὴν προαγωγήν· ὅλοι αὐτοὶ δὲν εἶναι ἴσως περισσότεροι τῶν δέκα, καὶ ἅπαντες οἱ φαλαγγῖται οὗτοι εἶναι ἀγωνισταί. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε λάβει ἕν μέτρον καὶ μίαν πρόνοιαν ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλὰ προέβη ἀναλόγως τῶν μέσων τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν τῇ ἐπέτρεπον, ὅπως πράξῃ τι τέλειον ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων αὐτῶν στρατιωτικῶν ἀγωνιστῶν τῆς πατρίδος. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἑνόνω τὴν φωνήν μου μετὰ τῆς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ὀλιγίστων αὐτῶν ἀγωνιστῶν τῆς πατρίδος καὶ ἱκανοποιηθῶσι τὰ λείψανα ταῦτα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς οἱ νεώτεροι ὀφείλομεν τὴν ἀνεξαρτησίαν μας.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀξία μελέτης, καὶ δὲν θέλω παραλίπει νὰ προβῶ εἰς ταύτην· δὲν ἔλαβον ὅμως γνῶσιν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε λάβει, διὰ νὰ βραβεύσῃ τὰς ὑπηρεσίας τῶν ἐπιζώντων ἔτι ἀγωνιστῶν. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γυθείου Βουλευτὴς ἐννοῇ, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐποιεῖτο χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1867 ἀπένειμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ μεταφέρῃ διὰ διατάγματος ἀπὸ τῆς προικοδοτημένης φάλαγγος εἰς τὴν ἐνεργὸν ὅσους ἐνέκρινεν ἀξιωματικοὺς τῆς φάλαγγος, αὐτὸ δὲν ἦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη εἰδικῶς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσαν πάντα τὰ Ὑπουργεῖα ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦδε. Δὲν γνωρίζω ἐντὸς τίνων ὁρίων ἐνήσκησεν ἕκαστον Ὑπουργεῖον τὸ δικαίωμα τοῦτο, δὲν ἀπόκειται δὲ εἰς ἐμὲ νὰ ἐξετάσω τὰς πράξεις ταύτας. Ἐπειδὴ ὅμως σήμερον εἰσήχθη αἴτησις ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀγωνιστῶν, καὶ ἡ ἡλικία αὐτοῦ μαρτυρεῖ τοῦτο, δὲν θέλω λείψει νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα γενικῶς, καὶ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεώς μου.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τῆς ὁποίας πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1891. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§40ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σπανιώτατα ἢ μᾶλλον οὐδέποτε ἄλλοτε ἔσχε τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ἐν ἑαυτῷ πολιτικὴν μερίδα, τοσούτῳ συζητητικὴν καὶ διερευνῶσαν τὰ καθέκαστα τῶν δημοσίων πραγμάτων, ἢ τὴν μερίδα ἐκείνην, ἥτις ἀπετέλει τὴν Ἀντιπολίτευσιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον, καὶ ἥτις ἀποτελεῖ νῦν ἐν μέρει τὸ Ὑπουργεῖον καὶ κυβερνᾷ τὴν χώραν καὶ τὰς τύχας αὐτῆς. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ ἡ μερὶς αὕτη ὑπῆρξε συζητητικὴ, ὥστε, ὅτε ποτὲ ἀπεκλείσθη αὐτῇ ἡ εὐρεῖα συζήτησις καὶ ἀνάλυσις τοῦ προϋπολογισμοῦ,—νομίζω κατὰ τὸ ἔτος 1887, —προετίμησε νὰ ἀπόσχῃ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ἢ νὰ μένῃ ἐνταῦθα μὴ συζητοῦσα. Μετὰ ταῦτα δὲ, καὶ ἰδίᾳ κατὰ τὰς τελευταίας συνόδους, τὰς δύο τακτικὰς καὶ τὰς δύο ἐκτάκτους, ἐπὶ τοσοῦτον ἠρεύνα καὶ ἀνέλυε καὶ ἤλεγχε καὶ συνεζήτει τὰ πάντα, ὥστε τινὲς ἀπεφάνθησαν περὶ αὐτῆς, ὅτι ἐνήσκει κωλυσιεργίαν! Ἂν δὲ ἡ μερὶς αὕτη τότε, ὅτε, μὴ διαχειριζομένη αὐτὴ τὰ κοινὰ, οὐδεμίαν ἔφερεν εὐθύνην οὔτε πολιτικὴν οὐδὲ ἠθικὴν, ἐδείκνυε τοσοῦτον ἐνδιαφέρον καὶ τόσας προεκάλει καὶ ἐξέφερε γνώμας περὶ αὐτῶν, πολλῷ μᾶλλον πρέπει νὰ προκαλῇ καὶ ν’ ἀκούῃ τὰς γνώμας τῶν Βουλευτῶν νῦν, ὅτε κυβερνᾷ τὸν τόπον καὶ διαχειρίζεται τὰ δημόσια πράγματα. Καὶ τοιαύτην διάθεσιν καὶ ἐπιθυμίαν ἐπέδειξεν ἤδη ἐν τῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι κατ’ αὐτήν, ἀκούουσα τοὺς ἐντεῦθεν ἀγορεύσαντας καὶ προσέχουσα εἰς τοὺς λόγους αὐτῶν, σπεύδει ἑκάστοτε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας διὰ τῶν φίλων αὐτῆς, πλὴν ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι οὗτοι ἐξεπλήρωσαν διὰ τοῦ λόγου ἕκαστος καθῆκον ἑαυτοῦ καὶ ἔργον βουλευτικῆς ἀληθῶς εὐσυνειδησίας, οὐχὶ δὲ καθῆκον φιλικῆς ἐκδουλεύσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἂν συμβαίνῃ τοῦτο, ἐνδεικνύει μεγάλην διαφοράν, ἢ, ἀκριβέστερον, διατρανοῖ τὴν ἀνέκαθεν ὑπάρξασαν μεγάλην διαφορὰν μεταξὺ τῆς μερίδος ταύτης καὶ ἐκείνης, ἥτις πρό τινων μηνῶν ἐξέπεσε τῆς ἀρχῆς, διότι ἐκείνη ἐδείχθη ἀείποτε ἐχθρὰ τῶν συζητήσεων, μόνον δὲ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ὑπείκουσα, ἔκυπτε τὴν κεφαλήν, ἵνα ἀκούῃ ὅ,τι δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποφύγῃ. Ἐπὶ τῆς εὐρείας ταύτης συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ λαμβάνων σήμερον τὸν λόγον, ἵνα ἐπενέγκω παρατηρήσεις τινὰς ἐπ’ αὐτοῦ τε καὶ ἐπὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως, ἀναφέρομαι οὐ μόνον εἰς τὸ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δικαίωμά μου, ἀλλ’ εἰς τὴν εὐμενῆ προσοχὴν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἣν ἐπικαλοῦμαι ἐπί τινα ὥραν. Ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα αὐτῇ προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1891, ἀναγράφοντα τά τε ἔσοδα ἐξ 96,521,462 δραχμῶν, καὶ τὰ ἔξοδα ἐκ δρ. 99,256,590, ἀνερχόμενα ὅμως μετὰ τῶν διὰ τριῶν μεταγενεστέρων δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ αἰτηθεισῶν πιστώσεων ἐκ 229,000 δραχμῶν εἰς δραχμὰς ἐν ὅλῳ 99,485,590, ἑπομένως προϋπολογισμὸν καταλείποντα ἔλλειμμα δρ. 2,964,128, ὅπερ ἐλπίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς εἶπε καὶ ὅτε εἰσηγεῖτο τὸν προϋπολογισμὸν καὶ χθὲς αὖθις, ὅτι δὲν θὰ ὑποστῇ ὑπερβολικήν τινα αὔξησιν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ σωρείας ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, ὡς συνήθως συνέβαινεν ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ τοῦτο θέλει ἀποδείξει ὁ χρόνος, ἴσως δὲ καὶ ἡ τύχη. Οἱ περὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ λογιστικὰ δεινοὶ ἐκ τῶν ἡμετέρων συναδέλφων, ἰδίᾳ δὲ ὁ ἐγκρατὴς τῶν ἀριθμῶν ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Σιμόπουλος καὶ ὁ μήστωρ τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ λόγου γεραρὸς συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας καὶ σεβαστός μοι φίλος, ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἐξέθηκαν ἤδη, ἑκάτερος ἀπὸ ἰδίας ἀπόψεως, τὰ λογιστικὰ ἀποτελέσματα τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν ἐν πολυπλόκοις ἀριθμοῖς. Δι’ ἐμὲ δὲ, τὸν ἐκτιμῶντα ἄλλως τὴν ἀξίαν καὶ τὴν δεινότητα τοῦ κ. Σιμοπούλου, οἱ λόγοι τοῦ κ. Σωτηροπούλου, εἴτε διότι ὑπῆρξαν ἁπλούστεροι, οἱ δὲ ἀριθμοὶ εὐληπτότεροι καὶ πειστικοὶ, εἴτε διότι οὗτοι ἐνισχύονται καὶ ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι ἀποῤῥέουσιν ἐκ σκέψεως ἀπροκαταλήπτου καὶ ἀμερολήπτου πρὸς τούτους ἢ ἐκείνους τοὺς ἐνδιαφερομένους, σκέψεως ἄρα διαυγεστέρας διὰ τοῦτο, ὡς πάντοτε, δι’ ἐμὲ, λέγω, οὐδεμία ὑπολείπεται ἀμφιβολία, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τῆς πρώην Κυβερνήσεως κατέλιπεν ἔλλειμμα δραχμῶν 14,000,000 περίπου διὰ τὸ ἔτος 1889, ἀνώτερον δὲ τούτου διὰ τὸ ἔτος 1890. Ἑπομένως μοὶ φαίνεται δύσπιστον ὅ,τι αἰσιοδοξῶν ἐπαγγέλλεται ὁ ἀπαισιόδοξος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἐλλείμματος διὰ τὸ ἔτος 1891 ἐκ δραχμῶν 2,964,128 μόνον. Ἀλλὰ δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς ἀναλύσεις καὶ ἐπαναλήψεις ἀριθμῶν, προτιμῶν νὰ ἐπισκοπήσω κατὰ τ’ ἄλλα ἐν ὀλίγοις τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ὡς ἀφῆκεν αὐτὴν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἐξερχομένη τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, καὶ ὡς διατηρεῖ καὶ ὑποθάλπει αὐτὴν τὸ νέον κατὰ τὴν 25 Ὀκτωβρίου Ὑπουργεῖον. Βεβαίως καὶ ἀναντιλέκτως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις περιήγαγε τὰ κοινὰ πράγματα εἰς ἀξιοθρήνητον κατάστασιν. Ὁ προϊστάμενος αὐτῆς ἐδικαιολογεῖτο ὅτι κατεγίνετο ἀνενδότως εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τοῦτο εὑρέθη ἠναγκασμένος νὰ παρίδῃ καὶ παραμελήσῃ τὰ λοιπά. Ἀλλ’ ὅ τε κ. τέως Πρωθυπουργὸς, ὡς καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸν ἔσω καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς, ἐν τῷ ἰσχυρισμῷ τούτῳ λησμονοῦσιν ὁποίαν προσάπτουσι μομφὴν ἀνικανότητος ἢ παντελοῦς ἐλλείψεως ἰδιοβουλίας εἰς τοὺς μετ’ ἐκείνου συνεργαζομένους Ὑπουργοὺς, οὓς παριστῶσιν ὡς ἁπλοῦν ἄθροισμα ψήφων διὰ τὰς συνεδρίας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μόνον. Ἀφ’ ἑτέρου ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀπέδειξε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς καυχᾶται ἐπὶ τῇ διαῤῥυθμίσει καὶ ἀνορθώσει τῶν οἰκονομικῶν, ἥκιστα ἀληθῶς δικαιοῦται εἰς τοιαύτην καύχησιν, διότι ἀκριβῶς τὰ οἰκονομικὰ ἐβαράθρωσε πλέον τῶν λοιπῶν κλάδων τῆς διοικήσεως. Ἀλλὰ περὶ τούτου, ἐπαναλαμβάνω, ἔπεισαν ἢ θὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν ἕτεροι, πλὴν ἐμοῦ. Βεβαίως δὲ ἀκουσόμεθα, ἐλπίζω, ἐντεῦθεν καὶ αὐτοῦ τοῦ μεγάλου πρωτοεργάτου τοῦ ἐξελεγχομένου οἰκονομικοῦ συστήματος· διότι οὗτος δὲν θὰ παρίδῃ τὸ προσφιλέστερον ἔργον τῆς μακρᾶς ἀρχῆς αὐτοῦ, τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο σύστημα, περιαγόμενον ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς εἰς τὴν ἑτέραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ποδοπατούμενον ὡς ῥάκος ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων. Τότε θὰ κρίνωσιν ὁριστικῶς οἱ ἔτι ἀναποφάσιστοι. Παραιτῶν λοιπὸν τοῦτο, ῥίπτω τὸ βλέμμα ἐπὶ τὰ λοιπά. Καὶ γνωρίζομεν μὲν πάντες τὴν κατάστασιν, ἠκούσαμεν δ’ αὐτὴν ἐκτραγῳδουμένην ἐντεῦθεν ἐπὶ ἔτη, ὅτε ἦρχεν ἔτι ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς, ἀκούομεν δ’ αὐτὴν συνεχῶς καὶ διαρκῶς περιγραφομένην διὰ διαφόρων χρωμάτων καὶ ὑπὸ παντοίους τόνους φωνῶν ἐπὶ πεντάμηνον σχεδόν. Ἀλλ’ ἔσται λίαν διδακτικὸν διὰ τὸν τέως κ. Πρωθυπουργὸν κἂν, εἰ μὴ δι’ ἄλλους, νὰ ἐπιδειχθῇ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τοὺς ὑπολειπομένους τυχὸν φίλους ἐκείνου ζωηροτάτη τις εἰκὼν μιᾶς μόνον πλευρᾶς τῆς ἀβυσσαλέας ἐκείνης καταστάσεως, γραφεῖσα παρὰ χειρὸς φιλικῆς αὐτῷ καὶ περιεχομένη, ὡς ἐν πλαισίῳ ἀνελπίστῳ, ἐν τῇ «Παλιγγενεσίᾳ» ταύτῃ, ἧς γνωσταὶ αἱ στενόταται σχέσεις πρὸς τὸν κ. τέως Πρωθυπουργὸν, ὃν οἱ εὐφανταστότεροι καὶ ἐπίτιμον συντάκτην αὐτῆς ἀναγράφουσι. Τὸ φύλλον τοῦτο εἶναι σχεδὸν νωπόν· ἐξῆλθε τοῦ πιεστηρίου μόλις πρὸ τριῶν ἡμερῶν, καὶ φέρει χρονολογίαν 4ης Μαρτίου 1891. Ἰδοὺ τί γράφει, καὶ δὴ ἐν τῇ πρώτῃ σελίδι (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Τρικούπης ἐδείχθη ὑπερβαλλόντως ἐνδοτικὸς πρὸς τοὺς πολιτικούς του φίλους, οὓς περιέβαλε διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του, οὗτοι δὲ κατεχράσθησαν ἀσυνειδήτως τὴν ἐμπιστοσύνην του ταύτην, καὶ ἠκολάσταινον ἀσεβῶς ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν ὑπηρεσιῶν των. Ἡ τοιαύτη ὑπεράγαν ἐλευθερία πρὸς τοὺς κατὰ τόπους ὑπαλλήλους μετέβαλεν αὐτοὺς εἰς μάστιγας, καὶ ἐβασανίζοντο οἱ πολῖται ἐν ὀνόματι τοῦ κ. Τρικούπη. Οἱ ὑποταμίαι πρὸ πάντων ἔπραττον ὄργια, ἀγρίως καταδιώκοντες τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀδυνάτους, οἵτινες οὐδαμοῦ εὕρισκον ἀκρόασιν καὶ προστασίαν. Ὡς τὸ πολὺ τὰ τοιαῦτα ἐτελοῦντο ἀδίκως, ἐξ αἰσθήματος ἐκδικήσεως, διὰ λόγους ποταποὺς, ἢ ἐκ πνεύματος αἰσχροκερδείας· φθάνει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἱερεῖς λειτουργοῦντες συνελήφθησαν διὰ πολιτικὰ χρέη! Ἕνεκα τῆς ἀκολασίας ταύτης εἰς βαθμὸν ἐπιφοβώτατον διὰ τὴν ἡμετέραν κοινωνίαν, καὶ προκαλέσαντα τὴν ἀγανάκτησιν τῶν φιλησύχων πολιτῶν, ἡ θρασεῖα κεφαλὴ τοῦ ἐγκλήματος ἀνυψώθη ἀπειλητική, ἡ δὲ ἐξουσία ἐδείχθη ἀνίκανος πρὸς περιστολὴν τῶν ἀπανταχοῦ ταραξιῶν καὶ κακούργων. Ἐπὶ τούτοις ὁ κ. Τρικούπης, ἀφωσιωμένος εἰς τὸν λαβύρινθον τῶν ἀριθμῶν, περιεστοιχίζετο ὑπὸ ἀνθρώπων, οἵτινες ἀπέκρυπτον ἀπ’ αὐτοῦ τὴν ἀλήθειαν περὶ πάντων τούτων, τῷ παρίστων δὲ τὰ πράγματα ἀνάστροφα, καὶ ἐκερδοσκόπουν αἰσχρῶς ἐπὶ τῆς καλοκαγαθίας καὶ τῆς ὑπερμέτρου ἐμπιστοσύνης του! Ἰδιαιτέρως δὲ οὗτοι διέπραττον ἀθεμιτουργίας, αἵτινες ἐξηγρίονον τοὺς πολίτας, καὶ αὐτοὺς τοὺς φίλους τοῦ κόμματος, ὄχι κατ’ αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ τοῦ ἰδίου κ. Τρικούπη. Καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις συνέβαινεν ἡ αἰσχρὰ αὕτη καπήλευσις τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ ὑπὸ τῶν ἐμπίστων φίλων του. Ὅσοι δὲ τῶν εἰλικρινῶς ἀφωσιωμένων αὐτῷ ἐτόλμησαν νὰ ψέξωσι τὴν ἔκτρωπον ταύτην κατάστασιν, διαβληθέντες ἐπιτηδείως, ὑπέπεσαν εἰς τὴν δυσμένειαν αὐτοῦ. Ἐν τούτῳ ἔγκειται τὸ μέγα παράπτωμα τοῦ τοσαῦτα καλὰ διαπράξαντος εἰς τὸν τόπον πολιτικοῦ ἀνδρός. Ἐὰν ἐλάμβανε τὸ μαστίγιον ἀνὰ χεῖρας καὶ ἐξεδίωκεν ἐκ τῆς αὐλῆς του πάντας αὐτοὺς τοὺς βουλιμιῶντας κατεργαρέους, ἐγκαθίστα δὲ εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας ἀνθρώπους χρηστοὺς καὶ ἐντίμους, καὶ ἦρε τὸ δικαίωμα ἀπό τινων νὰ ἐνεργῶσιν ἐν ἀγνοίᾳ του, ἀλλ’ ἐξ ὀνόματός του πᾶσαν ἀθεμιτουργίαν...» κλπ.
§41ΛΕΒΙΔΗΣ. Πῶς τὸ ἐξηγῆτε αὐτὸ τὸ ἄρθρον;
§42ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιγράφεται «Τελευταία ἐπιστολὴ» τοῦ ἐκ Πατρῶν ἀνταποκριτοῦ τῆς «Παλιγγενεσίας», καὶ ὑπογράφεται ὑπὸ «Γερηνίου». Τοιαύτη καὶ κατ’ αὐτοὺς τοὺς φίλους τοῦ τέως κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχοντίας αὐτοῦ κατάστασις τοῦ τόπου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ ἐνταῦθα· κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἀσχολούμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1891 καὶ παντὸς ἄλλου ζητήματος, συναφοῦς πρὸς αὐτόν· ἐπειδὴ δὲ ὅλα τὰ ζητήματα εἶναι συναφῆ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, συζητοῦμεν περὶ τῆς νῦν καταστάσεως τῶν δημοσίων ἡμῶν πραγμάτων καὶ περὶ τῆς πιθανωτέρας προοιωνιζομένης ἢ ἐπαπειλουμένης πορείας καὶ ἐκβάσεως αὐτῶν. Κατ’ ἐμὲ δὲ, ἑπόμενον πρὸς ὅσα εἶπον, ἀσθενῆ ἐκδούλευσιν παρέχουσι πρὸς τὴν νῦν Κυβέρνησιν ἐκεῖνοι τῶν φίλων αὐτῆς, ὅσοι, λαβόντες τὸν λόγον ἐντεῦθεν, ἀντὶ πάσης ἄλλης ὑπερασπίσεως τῆς νῦν Κυβερνήσεως, στρέφονται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον κατὰ τοῦ κ. τέως Πρωθυπουργοῦ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶχε πλῆρες δίκαιον ὁ ἐκ Ζακύνθου ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ κ. Στεφάνου, λέγων χθὲς, ὅτι οἱ τὴν τακτικὴν ταύτην ἀκολουθοῦντες δὲν τολμῶσι νὰ προκύψωσι πέραν τῆς 14 Ὀκτωβρίου· ἴσως συγκρατεῖ αὐτοὺς ἐκεῖθεν, καὶ ἀπείργει τὰ βλέμματα αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ἐντεῦθεν ἡ ἰδέα περὶ τῆς «ἀνεπαρκείας τῆς Κυβερνήσεως», κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. συναδέλφου. Ἐγὼ τὴν τοιαύτην ἐκ συστήματος καὶ διηνεκῆ καὶ ἀδιάλειπτον καὶ ἀκατάπαυστον ἐπίθεσιν ἐν αὐτῇ τῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 κατὰ τοῦ πρώην συστήματος οὔτε προσήκουσαν οὔτε γενναίαν εὑρίσκω. Ἕως πότε θὰ ἐξακολουθήσωμεν ξυλευόμενοι ἀπὸ τῆς πεσούσης δρυός; Διὰ παντὸς τοῦ χρόνου; Ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς ἐξέπεσε τῆς ἀρχῆς διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, καθηρέθη, ὑπέστη τὴν πολιτικὴν τιμωρίαν εἰς βαθμὸν ἐκφραστικώτατον καὶ πρωτοφανῆ. Πρόκειται νῦν καὶ περὶ ἑτέρας τιμωρίας τοῦ αὐτοῦ, ἢ οὔ; Ἐγὼ, τὸ κατ’ ἐμὲ, ἀγνοῶ ἐὰν πρόκηται περὶ ἐρεύνης ἑτέρων πράξεων αὐτοῦ, ὑπαγομένων καὶ εἰς τὴν ποινικὴν τιμώρησιν. Ἐξ ὅσων ἤκουσα λεχθέντων καὶ ἀνακοινωθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκ τῆς προκλήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου κ. Παπαγιαννακοπούλου, δὲν ἐπείσθην ἐὰν εὑρισκώμεθα ἐνώπιον πράξεων τιμωρητέων ποινικῶς. Ὁ χθὲς λαβὼν τὸν λόγον καὶ διὰ ζωηροτάτων χρωμάτων χαρακτηρίσας τὴν διοίκησιν τοῦ κ. τέως Πρωθυπουργοῦ κ. Σπηλιάδης φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ δοθῇ αὐτῷ ἡ εὐκαιρία νὰ περιβληθῇ καὶ δι’ ἄλλης τινὸς ἰδιότητος, πλὴν τῆς βουλευτικῆς, καὶ καλέσῃ πρὸ ἑαυτοῦ ἐνώπιον ἄλλου βήματος τὸν κ. τέως Πρωθυπουργόν. Ὢν φίλος αὐτὸς τῆς Κυβερνήσεως, δύναται νὰ ζητήσῃ τὰ στοιχεῖα νέας ἐρεύνης, καὶ ἐπειδὴ εἶναι εὔγλωττος καὶ νομομαθὴς, βεβαίως θὰ εὐδοκιμήσῃ πληρέστατα ὡς Εἰσαγγελεὺς τῆς Βουλῆς παρὰ τῷ εἰδικῷ δικαστηρίῳ. Ἀληθῶς πλεῖστα πολλάκις ἐῤῥέθησαν καὶ ἐπανελήφθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον περὶ τῶν πράξεων καὶ τῶν εὐθυνῶν τοῦ κ. τέως Πρωθυπουργοῦ. Ἐπέστη ὁ χρόνος νὰ ἐρευνηθῶσι. Βεβαίως μετὰ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς οὔτε θὰ σφάλῃ οὔτε θὰ παρανομήσῃ· ἔχει ἤδη κεκλεισμένον τὸ στάδιον τῶν πράξεων αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ στραφῶμεν. Οἱ ὑποστηρίξαντες ὅτι ἐσπατάλησε τὰ δημόσια χρήματα, ὅτι κατεχράσθη τὰς πιστώσεις, ὅτι παρεβίασε τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅτι ἔκαμε παραβάσεις ἄλλων νόμων, ὅτι παρεβίασε δικαστικὰς ἀποφάσεις, ὅτι ἔδωκε χρήματα εἰς λοχαγόν τινα,—δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομά του,—ὅτι ἔδωκε χρήματα εἰς ἄλλους ἀξιωματικοὺς ἀνωτέρους, ἀγνοῶ ὑπὸ ποίας αἰτίας, ὅτι συνέβη ἐπὶ τῆς ὑπουργίας αὐτοῦ παρανομία περὶ τὴν προμήθειαν ἀρβυλῶν, ὅτι κακῶς διεχειρίσθη τὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ταῦτα πολλάκις ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ταῦτα θέματα κατηγορίας κατὰ τοῦ κ. τέως Πρωθυπουργοῦ; Πάντα ταῦτα «τὰ ἐξ ἁμάξης» λεχθέντα εἴδομεν τελευταῖον τεθέντα ἐφ’ ἁμάξης, τῆς ἁμάξης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ αὐτὴν δὲ, ὡς περὶ τὸ σῶμα τοῦ Πατρόκλου, συνήφθη κρατερὰ μάχη μεταξὺ τῶν δύο Πρωθυπουργῶν περὶ παρελθόντων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ περὶ τούτου, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ κατηγορίας ποινικῆς κατὰ τοῦ κ. τέως Πρωθυπουργοῦ, ἐπελθούσης ἤδη ὡς εἶπον, τῆς πολιτικῆς τιμωρίας· οὐδὲ πρέπει νὰ παρεκτρεπώμεθα καὶ ἐρχώμεθα πρὸς τὰ ὀπίσω, ἀφοῦ ἔχομεν εὐρύτατον τὸ στάδιον τῆς ἐρεύνης πρὸς τὰ ἐμπρός. Ἡ νέα κατάστασις πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Πῶς ἐπῆλθεν ἡ νέα κατάστασις, εἶναι γνωστόν. Ἡ διοίκησις τοῦ κ. τέως Πρωθυπουργοῦ ὑπῆρξε βαρεῖα, ὑπῆρξεν ἐπαχθὴς διὰ τὸν λαὸν, ὑπῆρξε κακὴ διὰ σύμπαντα τὸν τόπον. Κατὰ τὴν κοινὴν ἐκτίμησιν ὑπῆρξεν ἀξία τοιαύτης ἐπὶ τέλους κατακρίσεως, καὶ ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς ἀπώλεσε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς 14. Ὀκτωβρίου. Οὐδὲ παρεπλανήθη ὁ λαὸς, ὡς ἐξεφράσθη ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συνάδελφος κ. Σιμόπουλος· ἐφρόνουν μάλιστα, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀπόφασις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῇ παρὰ βουλευτοῦ, οἷος ὁ κ. Σιμόπουλος, ὡς παραπλάνησις, ὡς ἐλάττωμα, εἰς ὅ εὐτυχῶς δὲν ὑπέπεσεν ὁ λαός· οὐδὲ πλανᾶταί ποτε ὁλόκληρος λαός. Ἄλλως τε λεληθότως ὁ κ. Σιμόπουλος ἀναιρεῖ καὶ αἴρει ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν ἀρετήν, δι’ ἣν καὶ ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν πολλάκις καὶ πλειστάκις ἐπῃνέθη καὶ ἐπαινεῖται ὡς νοήμων καὶ δραστήριος. Ὁ λαὸς ἔβλεπε τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιήχθη, τὴν κατάστασιν τῆς διοικήσεως, τὰς κυβερνητικὰς πράξεις ἔσω καὶ ἔξω, καὶ ἐπὶ ὅλων τούτων τῶν στοιχείων βασισθεὶς, ἐξήνεγκε τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτοῦ ἐν πληρεστάτῃ γνώσει ὅτι ἐζήτει καὶ ἐπεδίωκεν ἀλλαγὴν τοῦ συστήματος, ὅπερ εἶχε βαρύνει καὶ καταθλίψει αὐτόν. Δὲν ἐπλανήθη λοιπὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαός· καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ πρώην Κυβέρνησις, γενομένη νῦν Ἀντιπολίτευσις, ἐπαγγέλλεται εἰς τὸν λαὸν νέας ἀρχὰς, ὅλως ἀλλοίας ἐκείνων, ἐφ’ αἷς καὶ δι’ ὧν διώκει αὐτὸν ἐπὶ τόσα ἔτη, καὶ προβάλλει ἤδη νέα προγράμματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐλπίζει, ὅτι θὰ ἐφελκύσῃ πάλιν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ αἱ ἐπαγγελίαι αὗται τυγχάνουσι δυσπίστου ἐκτιμήσεως, διότι καὶ βραδέως καὶ ἀκαίρως δίδονται. Ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἐξελέχθημεν Βουλευταὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος, οὐχὶ δὲ τοῦ μέλλοντος, οὐχὶ τοῦ παρελθόντος μόνον· τὸ παρελθὸν ᾤχετο, ἀπολείπεται δ’ ἡμῖν πρὸς ἐξέτασιν τὸ παρὸν, καὶ τὸ μέλλον πρὸς ἐπισκόπησιν. Ἔχομεν μεγίστην ἐντολὴν νὰ ἐκτελέσωμεν, ἐντολὴν ἐξαιρετικῶς ἐκπεφρασμένην, δοθεῖσαν ἡμῖν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τὴν μεγάλην ἀληθῶς ἡμέραν τῆς 14ης Ὀκτωβρίου. Εἴμεθα βεβαίως καὶ ἐλεγκταί· εἶπον δὲ ἤδη: ἐὰν ὑπάρχῃ τι πρὸς ἔλεγχον, νὰ ἐρευνηθῇ, νὰ ἐλεγχθῇ, νὰ τιμωρηθῇ, ἐὰν ἦναι ἀξιοτιμώρητον, ἀλλὰ νὰ λήξῃ ἡ ἀενάως ἐπαναλαμβανομένη ἱστορία τῆς ἀποκλειστικῆς κατακρίσεως τοῦ παρελθόντος, διὰ ν’ ἀκολουθήσωμεν ἀνετώτερον τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Ἂν δὲν με ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐνθυμοῦμαι ἐκ πλείστων προγραμμάτων καὶ προσλαλιῶν καὶ ἀντιφωνήσεων εἰς προσφωνήσεις, ἃς πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἐποιήσατε ἢ ἐποιήσαμεν, ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς καὶ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔλεγε πρὸς τοὺς ὑποδεχομένους αὐτὸν, ἐπανερχόμενον ἐκ Καλαβρύτων εἰς Πάτρας μετὰ τὴν νίκην, ὅτι «δὲν πρόκειται περὶ ἀλλαγῆς προσώπων, ἀλλὰ περὶ μεταβολῆς πραγμάτων καὶ συστήματος». Οὐχὶ δὲ μόνον ὁ ἀξιότιμος κ. Παπαγιαννακόπουλος, ἀλλὰ καὶ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν εἴπατε καὶ εἴπομεν τὰ αὐτά· πρόκειται περὶ ἀλλαγῆς συστήματος, καὶ ἐνταῦθα ἐφιστᾶται ἡ προσοχὴ ἡμῶν ὅλων, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει ἡ προσοχὴ αὕτη νὰ ἦναι διαρκῶς ἐστραμμένη. Εἶναι χρεία ἐπιτηρήσεως ἀδιαλείπτου καὶ ἐρεύνης αὐστηροτάτης ἐπὶ τῆς νέας καταστάσεως τῶν πραγμάτων παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ῥητὴ καὶ μεγάλη ἐντολὴ τῶν ἐκλογέων αὐτῶν. Εἶναι χρεία νὰ μὴ λησμονήσωμεν τὰς ἐπαγγελίας, δι’ ὧν προσειλκύσαμεν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ ἐφ’ ἡμῶν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς. Εἴπομεν πρὸς αὐτόν: «Ἐβαρύνθης ἀφορήτως διὰ φορολογίας 96,000,000 δραχμῶν!» Ἐρχόμεθα δὲ σήμερον ἡμεῖς, προϊὸν τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, καὶ λέγομεν πρὸς τὸν λαόν: «Εἰς τὸ ἑξῆς ὀφείλεις οὐχὶ 96, ἀλλὰ 100 ἑκατομμυρίων δραχμῶν φόρους νὰ καταβάλλῃς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον». Τοιαῦτα ὅμως λέγοντες, εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὰς ἐπαγγελίας ἡμῶν; Εἶναι συνεπεῖς πρὸς τὰς ἐπαγγελίας αὐτῶν οἱ τοιαῦτα ὑποβάλλοντες εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τοὺς τὰ τοιαῦτα ὑποβάλλοντας; Οὐχὶ βεβαίως, πλὴν ἂν ὁμολογήσωσιν, ὅτι ἀλλαγὴ ἐγένετο εἰς τὰ πρόσωπα, οὐχὶ δὲ μεταβολὴ εἰς τὰ πράγματα, ὡς θ’ ἀποδείξω ἐναργέστερον κατωτέρω. Ἐὰν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως, ἐὰν τὰ βάρη τοῦ λαοῦ, ἀντὶ νὰ μειωθῶσιν, ἔπρεπε νὰ αὐξηθῶσιν, ἐὰν δ’ αἱ δαπάναι τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔπρεπεν ἀναγκαίως καὶ ἀναποφεύκτως νὰ διατεθῶσιν ὡς διετίθεντο ἐπὶ τοῦ προκατόχου συστήματος, τὸ ὁποῖον ὅλοι κατεκρίνομεν, βεβαίως λόγος ἀλλαγῆς οὐδεὶς ὑπῆρχεν, οὐδὲ ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀντικατασταθῇ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ νῦν. Μεταξὺ τῶν νικητῶν τῆς 14ης Ὀκτωβρίου ὑπῆρχον οἱ φρονοῦντες, ὅτι ὁ τόπος δύναται καὶ πρέπει νὰ διοικηθῇ ἄλλως ἢ κατὰ τὸ σύστημα, ὅπερ ἀπεδέχθη ἡ νέα Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πεσούσης, διότι καὶ ἡμεῖς ἐσμεν ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐπεδιώξαμεν τὴν μεταβολὴν, καὶ συνετελέσαμεν εἰς αὐτὴν, οἵτινες ὑπεσχέθημεν εἰς τοὺς ἡμετέρους ἐντολεῖς μεταλλαγὴν πραγμάτων καὶ μεταβολὴν συστήματος· ἐξακολουθοῦμεν δὲ, ἐφ’ ὅσον δὲν βλέπομεν τὴν νέαν Κυβέρνησιν ἐκτελοῦσαν τὸ κοινὸν πρόγραμμα τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ λησμονοῦσαν τὰς ἐπαγγελίας τὰς δοθείσας πρὸς τὸν λαὸν, ἡμεῖς, λέγω, ἐξακολουθοῦμεν ἐμμένοντες εἰς τὰς ἰδέας τῆς 14 Ὀκτωβρίου, καὶ τὴν ὁλοσχερῆ πραγματοποίησιν αὐτῶν θὰ ἐπιδιώξωμεν ἐν τῷ μέλλοντι. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἀρνούμεθα τὴν ἡμετέραν ἐμπιστοσύνην ἀνεξελέγκτως πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ἤρκει τυφλὴ ἐμπιστοσύνη, ἄνευ ἐλέγχου, βεβαίως οὐδεὶς ἔπρεπε νὰ μεμφθῇ τοὺς ἀποτελέσαντας τὴν διαλυθεῖσαν ἐκείνην πλειονοψηφίαν τῆς παρελθούσης περιόδου, διότι καὶ ἐκείνη οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν ἢ νὰ ἐπιδεικνύῃ καὶ ἐνασκῇ ἐμπιστοσύνην ἀπεριόριστον εἰς τὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς. Καὶ διὰ τοῦτο ὑβρίσθη καὶ προεπηλακίσθη καὶ ὠνομάσθη διὰ διαφόρων βαρέων καὶ βαρυτάτων ὀνομάτων καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ τύπου, πολλάκις δὲ καὶ ἐντεῦθεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐγὼ οὐδέποτε ἀπέδωκα τοιαύτας μομφὰς πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς παρακαθημένους τότε ἐκεῖθεν· ἀπέδωκα αὐτοῖς, δοθείσης ποτὲ εὐκαιρίας, «κομματικὴν ἐντιμότητα», ἀξιέπαινον, ὁμολογῶ, διὰ τοὺς πλείστους. Ἀλλ’ ἡ «κομματικὴ ἐντιμότης» ἀρκεῖ πρὸς εὐόδωσιν τῶν κοινῶν; Ἡ ἐντιμότης ἡ κομματικὴ, μεταβαλλομένη εἰς ἀφοσίωσιν, προσήκει μόνον εἰς ὀπαδούς· τοιαύτη ἀφοσίωσις δὲν προσήκει βεβαίως εἰς Βουλευτὰς, ὡς ἐκφράζει αὐτὸ τὸ ὄνομα, αὐτὴ ἡ λέξις «Βουλευτής», καὶ ὡς προϋποθέτει ἡ ἔννοια τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένους ἐκείνους, ὅσοι παρέχουσι τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῶν ὁλόκληρον καὶ ἀπεριόριστον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὐδὲν ἐξετάζουσι. Δυσπιστεῖτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὴν, καὶ τότε εἶσθε εἰλικρινέστεροι φίλοι, παρέχοντες καὶ πρὸς αὐτὴν καὶ πρὸς τὸν τόπον τὰς μεγαλειτέρας ἐκδουλεύσεις. Στρέφοντες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχετε πάντοτε ἀνοικτοὺς τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς αὐτήν· στρεφόμενοι δὲ καὶ πρὸς τοὺς ὁπωσδήποτε ἀντιλέγοντας αὐτῇ, μὴ φράττετε τὰ ὦτα. Τότε παρέχετε μεγάλην ἐκδούλευσιν πρὸς τὴν φίλην ὑμῖν Κυβέρνησιν, ὅταν παρακολουθῆτε τὴν πορείαν αὐτῆς, καὶ κρίνητε περὶ τῶν σφαλμάτων αὐτῆς, καὶ παραφερομένην ἢ παρεκτρεπομένην συγκρατῆτε αὐτήν. Ἡ πρώτη παραπειστικὴ, οὕτως εἰπεῖν, δικαιολογία τῆς Κυβερνήσεως, ἡ συγκρατοῦσα νῦν τὴν πεποίθησιν πλείστων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐπὶ τὴν νέαν Κυβέρνησιν, εἶναι ἡ δῆθεν ἀνεπάρκεια τοῦ χρόνου. «Ὁ χρόνος εἶναι ἀνεπαρκὴς», λέγουσι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν, «ἐντὸς πέντε μηνῶν τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ; τί ἠδύνατο νὰ ἀνορθώσῃ;» Ἀλλὰ μήπως ἔδειξε τὴν διάθεσιν κἂν πρὸς ἀνόρθωσιν καὶ διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων; καὶ ἂν ἐν τῷ χρονικῷ τούτῳ διαστήματι δὲν ἠδύνατο νὰ διορθώσῃ τὰ πάντα, μὴ διώρθωσε τοὐλάχιστόν τινα ἐξ ὅλων, τὰ δεκτικὰ προχειροτέρας διορθώσεως καὶ ἀνορθώσεως; Δυστυχῶς, εἰς ἡμᾶς, τοὺς δυσπιστοῦντας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ πρᾶγμα παρίσταται ἄλλως. Βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπιλανθανομένην τῆς βάσεως, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη, ἵνα ἀνέλθῃ, καὶ ἐφ’ ἧς ἔπρεπε νὰ στηρίξῃ τὸ κατασκεύασμα καὶ τὸ οἰκοδόμημα αὐτῆς, τὸ κατασκεύασμα μᾶλλον τῆς 14ης Ὀκτωβρίου. Ἐλησμόνησε τελείως τὸ ἀντικείμενον τῆς κυβερνητικῆς μερίμνης ἐν πάσῃ πολιτείᾳ. Περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς πολιτείας ἐξηνέχθησαν καὶ ἐπικρατοῦσι διάφοροι θεωρίαι. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω ταύτας ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λαρίσσης κ. Φιλάρετος, ἀπὼν δυστυχῶς τὴν στιγμὴν ταύτην, παρεδέχθη, ὡς προχθὲς μοὶ ἐφάνη, τὴν θεωρίαν, ὅτι ἡ Πολιτεία εἶναι μέγα ἀσφαλιστικὸν ἵδρυμα, ἀσφαλίζον τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν καὶ πάντα τὰ ἀγαθὰ τοῦ πολίτου ἀντὶ ὡρισμένου τιμήματος, ἀντὶ τῆς καταβολῆς τῶν φόρων, βεβαίως ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λαρίσσης ἐν τῇ νέᾳ καταστάσει τῶν πραγμάτων μοὶ φαίνεται κακῶς ἠσφαλισμένος....
§43ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Εἶναι ἐσφαλμένη ἡ θεωρία αὕτη.
§44ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ, ὅτι τὴν παραδέχομαι.... Δυστυχῶς καὶ αὐτὴν τὴν ἐσφαλμένην, κατὰ τὸν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφον κ. Ζωγράφον, θεωρίαν ἂν αἱ ἡμέτεραι Κυβερνήσεις εἶχον ἀναγράψει ἐν τῷ προγράμματι αὑτῶν, ἠθέλομεν θρηνεῖ τὴν ζωὴν χιλίων ἀνθρώπων ὀλιγώτερον κατ’ ἔτος. Ἂν ἴσχυεν ἡ θεωρία αὕτη, ἤθελεν ἐκλείψει ἓν ἐκ τῶν ἀπαισιωτέρων καὶ κακῶς συνιστώντων τὴν ἡμετέραν κοινωνίαν βιβλίων, ὁ ἐγκληματικὸς ἀπολογισμὸς τῆς ἐγκρίτου «Ἐφημερίδος», ἐν τῷ ὁποίῳ βλέπομεν πόσοι στεροῦνται τῆς ζωῆς ἐξ ἐλλείψεως ἀσφαλείας, εἰ καὶ καταβάλλουσι τὰ ἀσφάλιστρα. Ἀλλὰ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων σκοπὸς δέν μοι φαίνεται ἄλλος ἢ τὸ ἰσοζύγιον, οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοί, ἡ ἀναγραφὴ ἢ μὴ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ πᾶν ἄλλο τοιοῦτο, βεβαίως ὅμως οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων, οὓς ἀποδίδει ἡ ἐπιστήμη εἰς τὴν σύστασιν τῆς πολιτείας. Δυστυχῶς διὰ τὰς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις, τὰς νῦν διαδεχομένας ἀλλήλας, ὁ λαὸς, τὸ ἀντικείμενον τῆς κυβερνητικῆς μερίμνης, οὐδαμοῦ ἐπιφαίνεται, περὶ αὐτοῦ οὐδεὶς λόγος. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς χρησιμεύει εἰς ἡμᾶς μόνον πρὸς κατασκευὴν Βουλευτῶν καὶ διευκόλυνσιν Κυβερνήσεων. Μετὰ τὴν ἐπίτευξιν εἴτε τῆς βουλευτικῆς θέσεως εἴτε τῆς κατοχῆς τῆς ἀνωτάτης ἀρχῆς ἐν τῇ πολιτείᾳ, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι φορολογούμενον ἄθροισμα, πληρόνων καὶ καταβάλλων τὰ ἔξοδα ἄνευ δικαίας ἀξιώσεως νὰ τυγχάνῃ τῶν εὐεργετημάτων τῆς πολιτείας. Ἐντεῦθεν δὲ βλέπομεν, ὅτι καὶ ἡ μέλαινα ἀπαισιοδοξία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἀντιπολιτευομένου μετεβλήθη αἴφνης εἰς λαμπρὰν αἰσιοδοξίαν, καὶ τὰ πάντα βαίνουσι καλῶς καὶ παρέχουσι χρηστὰς ἐλπίδας διὰ τὸ μέλλον. Ὁ σκοπὸς συνεπληρώθη! Ἐλπίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πολὺ ἐπὶ τὴν ἐνεργητικότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι δύναται νὰ φέρῃ ἐξίσωσιν εἰς τὰς δαπάνας καὶ τὰ ἔσοδα, (δὲν λέγει αὐτὸς ἰσοζύγιον, διότι ἡ λέξις περιῆλθε πλέον εἰς σημασίαν πολὺ ἀποθαῤῥυντικήν). Ἀλλ’ ἐὰν ὁ σκοπὸς τῆς πολιτείας τῆς Ἑλληνικῆς ἦναι οὗτος, ἡ ἐπίτευξις ἰσοζυγίων καὶ ἡ ἐπιτυχία οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ὁ σκοπὸς τοῦ σκοποῦ τούτου εἶναι ἡ διατήρησις τῆς ἀρχῆς παρὰ τῶν κατεχόντων, καὶ πλέον οὔ. Ἀλλὰ πρέπει ἆρά γε ἀντικείμενον τῆς μερίμνης τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας νὰ ἦναι μόνον ἡ διαῤῥύθμισις τῶν κατὰ τὴν μικρὰν γωνίαν ταύτην τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν καλουμένην ἐλευθέραν Ἑλλάδα; Πρέπει αἱ Κυβερνήσεις νὰ περιορισθῶσιν, ὡς περιορίζονται, ἀκριβῶς εἰς τοῦτο καὶ μόνον τὸ μικρὸν χωρίον τῆς Ἑλληνικῆς γῆς; Πέραν τῶν συνόρων τῆς γῆς ταύτης δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ, ἥτις νὰ ἑλκύῃ τὸ βλέμμα τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων; Καὶ ὅμως ὑπάρχει ἐκεῖ ὁ πολὺς, ὁ μέγας Ἑλληνισμὸς, ὅστις ζῇ, ἀλλὰ ζῇ στενάζων καὶ δουλεύων καὶ πιεζόμενος, καὶ μόνον παρηγορούμενος ὅταν στρέφῃ τὰ βλέμματα ἐνθάδε, καὶ ἀνδριζόμενος ἐν τῇ ταλαιπωρίᾳ τῶν παθημάτων καὶ ἐν τῷ χειμασμῷ, ἐν ᾧ διατελεῖ, ὅταν ἐλπίζῃ ἐντεῦθεν. Δύναται Κυβέρνησίς τις ἐκ τῶν τελευταίων Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἔστρεψε τὸ βλέμμα ἐκεῖ, πέραν τῶν συνόρων, ἐπὶ τὰ τόσα ἑκατομμύρια τῶν Ἑλλήνων, ἵνα ἀντιληφθῇ τῆς τύχης αὐτῶν καὶ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ εἰς τοὺς πόθους των; Ἔχομεν ἐναύλους τοὺς στεναγμοὺς τῆς Κρήτης εἰς τὰ ὦτα ἡμῶν, καὶ σχεδὸν ἁπτόμεθα τῶν αἱμάτων, τὰ ὁποῖα χύνονται ἐκεῖ, καὶ ἀκούομεν τὸν κρότον τῶν ἀρτιτεύκτων ἁλύσεων, ἀλλὰ περιοριζόμεθα εἰς ταῦτα. Ἀκούομεν τὰς ἐπικλήσεις τῆς ἑλληνικωτέρας τῶν χωρῶν, τῆς γῆς τοῦ Σκεντέρμπεη, τῆς πατρίδος τῶν Καπλανῶν καὶ τῶν Ζωσιμαδῶν καὶ τῶν Ἀβέρωφ καὶ τῶν Ζάππα, τῆς ἑλληνικωτάτης Ἠπείρου, καὶ περιοριζόμεθα εἰς τὸ νὰ ἀντιλαμβανώμεθα μόνον τῶν στεναγμῶν τούτων. Ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου τὰς ἐπικλήσεις τῆς ἀτυχοῦς καὶ συμπαθεστάτης Μακεδονίας, περὶ τῆς ὁποίας τόσος γίνεται λόγος παρὰ τοσούτων φυλῶν, καὶ δι’ ἡμᾶς ἡ Μακεδονία ἀπομένει σχεδὸν ἄγνωστος. Περὶ Μακεδονίας οὐδεὶς λόγος! Καὶ εὐτυχῶς δύναμαι νὰ ἀναφέρω ἰδιωτικὴν ἐξαίρεσιν, ἣν ἐποίησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσσης συνάδελφος κ. Σχινᾶς, ὁ ἐπισκεφθεὶς καὶ χωρογράψας αὐτὴν ἐν τρισὶ τεύχεσι λίαν ἀξιεπαίνως. Περὶ τῆς Μακεδονίας πανταχοῦ ὁ λόγος ἐν τῇ χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου καὶ πέραν τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου, πλὴν ἡμῶν. Ἔχομεν τοὺς ὀλολυγμοὺς τοσούτων ἄλλων ὑποδούλων Ἑλληνίδων θυγατέρων τῆς καλουμένης μητρὸς ταύτης Ἑλλάδος. Ἔχομεν τὰς ἐπικλήσεις καὶ τὰς διαμαρτυρίας τοσούτων εὐανθῶν Ἑλληνικῶν ἀποικιῶν κατὰ πᾶσαν διεύθυνσιν τοῦ ἑλληνικοῦ ὁρίζοντος. Τί δὲ ἔπραξαν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις περὶ τῶν χωρῶν τούτων; Πότε οἱ πληθυσμοὶ οὗτοι, τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα τῶν ὁμοφύλων ὑπῆρξαν τὸ ἀντικείμενον τῆς μερίμνης εἴτε τῶν Κυβερνήσεων, εἴτε τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου; Κινδυνεύει νὰ καταστῇ ἀνάγκη δι’ ἡμᾶς νὰ ἐπιγράψωμεν ἐκεῖ, εἰς τὴν θύραν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι «ἐνταῦθα γίνεται λόγος περὶ παντὸς ὅ,τι περικλείεται εἰς τὴν γωνίαν ταύτην, περὶ χωροφυλάκων καὶ ἀπαριθμητῶν τῶν ἀροτριώντων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Περὶ ἔξω Ἑλληνισμοῦ ἐνταῦθα δὲν εἶναι ὁ προσήκων τόπος νὰ γίνηται λόγος!» Τοιαύτην τινὰ ἐπιγραφὴν πρέπει νὰ ἐπιγράψωμεν εἰς τὴν θύραν τοῦ Βουλευτηρίου τούτου, διότι τοιαύτη ἐπεκράτησεν ἐνταῦθα ἡ ἀρχὴ καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν (δεικνύει τὰς δύο πτέρυγας). Ἀναφέρετε ὀνόματα ἱερὰ ἐκ τῶν προσφιλεστέρων τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἡ δ’ ἑκάστοτε Κυβέρνησις σᾶς προβάλλει τὴν ἐπικειμένην ζημίαν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐὰν ὁμιλήσητε, καὶ σᾶς ἐπιβάλλει σιωπήν· καὶ δὲν δύνασθε νὰ παραβῆτε τὴν ἐπίσημον καὶ ἐπιτακτικὴν ταύτην παραγγελίαν, διότι αὕτη προέρχεται παρὰ Κυβερνήσεως μεριμνώσης δῆθεν. Καταργοῦνται συνθῆκαι διεθνεῖς ἐν Κρήτῃ, καταπιέζονται καὶ ποδοπατοῦνται προαιώνια προνόμια, ἁπανταχοῦ, ὅπου ὑπάρχει τὸ Ἑλληνικὸν γένος, ἰσχύοντα καὶ λειτουργοῦντα, κλείονται σχολεῖα καὶ φυλακίζονται διδάσκαλοι ἐν Μακεδονίᾳ, καταργεῖται ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐν Ἠπείρῳ, πιέζονται οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες, ποδοπατεῖται ἡ Ἑλληνικὴ σημαία εἰς πολλὰ μέρη καὶ παρὰ πολλῶν ἐθνῶν καὶ ἐθναρίων. Καὶ ὅμως περὶ αὐτῶν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος! Πιθανὸν μάλιστα αἱ Κυβερνήσεις νὰ στενοχωρῶνται καὶ νὰ ἀσχάλλωσιν, ὅτι ὑπάρχει τέλος πάντων τὸ πολυτάραχον αὐτὸ στοιχεῖον, οἱ λεγόμενοι ἔξω Ἕλληνες ἢ ὑπόδουλοι ἀδελφοὶ ἢ ὁμοεθνεῖς, οἵτινες ζῶσιν, ὑπάρχουσιν ἔτι, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς τόσας πιέσεις διαφόρων φυλῶν καὶ ἐχθρῶν, ἵνα ἐκλείψωσι καὶ ἀφήσωσιν ἐπὶ τέλους ἡμᾶς ἡσύχους νὰ καταγινώμεθα περὶ τὰ ἰσοζύγια καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμούς. Βεβαίως ἡ νῦν Κυβέρνησις δύναται εὐλόγως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐκληρονόμησε τοιαύτην κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν κατάστασιν ταύτην τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἴδομεν παρ’ αὐτῆς οὐδὲ πρᾶξιν, οὐδὲ σημεῖον, οὐδὲ διάθεσιν, ἵνα προβῇ εἰς ἐναντίαν ἐνέργειαν, ἵνα χαράξῃ ἄλλην πορείαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀναῤῥηθεὶς εἰς τὴν ἀρχὴν πάνοπλος διὰ τοῦ κύρους τῆς τοσαύτης καὶ τοιαύτης ἐτυμηγορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔσπευδε, καὶ ἀπρόκλητος ἐνίοτε, ἅμα τῇ ἀναῤῥήσει αὑτοῦ εἰς τὴν ἀρχὴν, νὰ δηλοῖ, ὅτι κακῶς χαρακτηρίζεται ὡς ἐπιδιώκων τὴν πλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων, ὅτι κατ’ οὐδὲν θὰ διαταράξῃ τὴν εἰρήνην, ὅτι κατ’ οὐδὲν θὰ ἐγείρῃ ζήτημά τι περὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οὐδὲ θὰ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτό· καὶ ἐδέχθη ἐπὶ τέλους, ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ φιλειρηνικωτάτῃ πορείᾳ αὑτοῦ, συγχαρητήρια τουρκικῶν φύλλων ἡμιεπισήμων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν βεβαίως δὲν ὑπῆρξεν ἐῤῥωμενέστερος ὑπερασπιστὴς τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ παρουσιάσθησαν ζητήματά τινα, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπεφάνη ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ καὶ ὅλης τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἡμετέρων δικαίων. Καὶ ἐδέχθη νὰ ὑποβληθῇ καὶ αὐτὸς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ἐπικράτεια εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἐπαναλάβω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι δὲν εἶναι εὐχάριστον δι’ ἡμᾶς, ὡς Ἕλληνας, νὰ ὁμιλῶμεν οὕτω περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Διατὶ ὄχι; Πρέπει νὰ τὰ εἴπητε. Δὲν ἐπιτρέπεται μάλιστα νὰ ἐλέγχητε, χωρὶς νὰ ἀναφέρητε τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἀποδίδετε εἰς τὸν ἐλεγχόμενον.
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον περὶ αὐτῶν, ἀλλ’ ἦσθε ἀπὼν, κύριε Ὑπουργέ. Ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, μὲ ἀναγκάζετε νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς παραστάσεως τοῦ δράματος τοῦ «Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου» ἐν τῷ ἐθνικῷ θεάτρῳ, λαβὼν ἀφορμὴν νὰ ἀγορεύσω, εἶπον ὅτι ἐδέχθητε ἐπιταγὴν τοῦ πρέσβεως τῆς Τουρκίας, τὴν ὁποίαν μετεβιβάσατε ὡς διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἵνα ἀπαλείψῃ ἀπὸ τῶν τοίχων τῆς πρωτευούσης τὸ πρόγραμμα, τὸ περιέχον τὸ ποίημα πρὸς τὸν Λιάπην καὶ τὸ ὄνομα τῆς Κρήτης. Εἶπον ταῦτα ἐν ᾧ ἦσθε ἀπών· ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἐλάβετε τούτων γνῶσιν, καὶ ὅμως δὲν ἀπηντήσατε, οὔτε ἀνῃρέσατε ταῦτα.
§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω ὅτι εἶναι συνήθης φρασεολογία, ἣν ἀναβιβάζετε ἐπὶ τὸ βῆμα, λαβόντες αὐτὴν ἢ ἐξ ἐφημερίδων ἢ ἐξ ὁμιλιῶν ἐν περιπάτοις. Νομίζω ὅτι δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε ὅ,τι καταγγέλλετε. Σᾶς παρακαλῶ δὲ, ἐπειδὴ καὶ δευτέραν φορὰν ἐπαναλαμβάνετε τὸ αὐτὸ καὶ δὲν τὸ ἐγκαταλείπετε μετὰ τόσον χρόνον, ὅστις παρενέπεσεν, ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον τὸ εἴπετε μέχρι σήμερον, νὰ δηλώσητε, ποῦ στηριζόμενος, τὸ ἐπαναλαμβάνετε καὶ δευτέραν φοράν.
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς προεκαλέσατε τὴν ἐπανάληψιν.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ προεκάλεσα, ἀφοῦ τὸ εἴπετε. Ἀνησυχεῖτε διὰ τὴν σιωπήν μου, ἐνῷ τὴν σιωπήν μου ἔπρεπε νὰ ἐξηγήσητε ἄλλως ἢ ὡς τὴν ἐξηγεῖτε. Καὶ ὅμως τὸ ἐπαναλαμβάνετε καὶ τὸ πιστεύετε. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς ἐξ ὁμιλίας ἐμπιστευτικῆς, τὴν ὁποίαν, ἂν ἔλαβε χώραν, δὲν ἠδυνάμην παρὰ ἐγὼ μόνος νὰ γνωρίζω καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἴσως, ἂν τῷ μετέδιδον αὐτὴν, σεῖς ἠδυνήθητε νὰ μάθητε ὅ,τι λέγετε καὶ νὰ τὸ βεβαιώσητε, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ στηρίξητε δημόσιον ἔλεγχον κατὰ τῆς πολιτείας τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Σᾶς παρακαλῶ, ἀφοῦ προβαίνετε καὶ δευτέραν φορὰν ἐν τῇ Βουλῇ ἐπαναλαμβάνοντες τὸ αὐτὸ, νὰ μᾶς εἴπητε, ποῦ στηριζόμενος τὸ λέγετε. Σᾶς τὸ εἶπεν ὁ πρέσβυς τῆς Τουρκίας; Σᾶς τὸ εἶπον ἐγώ; Σᾶς τὸ εἶπεν ὁ Πρωθυπουργός; Τὸ γνωρίζετε ἀπὸ Ὑπουργόν τινα: Ἄν δὲν γνωρίσητε ἡμῖν τὴν πηγὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἠντλήσατε τὴν πληροφορίαν ταύτην, γίνεσθε ἔνοχος πράξεως, ἣν δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἄν τὸ συνάγητε ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας παρημπόδισε τὴν ἐν τῷ θεάτρῳ παράστασιν, ἥτις εἶχεν ἀναγγελθῆ διὰ τῶν ἐφημερίδων ὡς παράστασις μέλλουσα νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς εὕρεσιν χρημάτων δι’ ἀγορὰν πολεμεφοδίων διὰ τὴν Κρήτην, καὶ καθ’ ἣν ἤθελεν ἀπαγγελθῆ ποίημα ὑπὲρ τοῦ Λιάπη, τοῦ ἥρωος αὐτοῦ τῆς Κρήτης, ἂν ἐκ τούτου προήλθετε εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι πρέπει νὰ διετάχθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Τουρκίας καὶ διαταχθεὶς διεβίβασε τὴν διαταγὴν ταύτην εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ὅστις ἕνεκα τῆς διαταγῆς ταύτης παρημπόδισε τὴν παράστασιν, σᾶς λέγω, ὅτι ποιεῖτε συλλογισμοὺς, οἵτινες δὲν ἐπιτρέπονται οὐχὶ ὅταν ἐλέγχῃ τις ἐν τῇ Βουλῇ τὴν πολιτικὴν μιᾶς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδ’ ἐν σαλωνίοις.
§50ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ μακρὸν μὲ διεκόψατε, κύριε Ὑπουργέ. Νομίζετε, ὅτι ἡ παρ’ ἐμοῦ διατυπωθεῖσα μομφὴ εἶναι ἁπλῆ φρασεολογία, ἣν ἀνεβίβασα ἐπὶ τὸ βῆμα, ἀρυσθεὶς αὐτὴν ἐκ τῶν ὁδῶν ἢ τῶν στηλῶν τῶν ἐφημερίδων; Καὶ νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι τοιαύτη φράσις, ἐκφερομένη παρὰ Βουλευτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ ἐνταῦθα, καὶ νὰ μὴ τύχῃ ἀνασκευῆς οἱασδήποτε; Καὶ πῶς ἔπρεπε νὰ μὴ πιστεύσῃ πᾶς τις ἐπὶ τὸ ἀληθὲς τῆς πληροφορίας μου, ἀφοῦ σεῖς ἐσιωπήσατε, ἀφοῦ σεῖς ἠνέχθητε νὰ ἀποδοθῇ εἰς Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖτε μέρος, καὶ μάλιστα ἐπὶ περιπτώσεως ἐξωτερικῆς σχέσεως, νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοσοῦτον βαρεῖα μομφὴ, καὶ δὲν ἐσπεύσατε νὰ τὴν ἀναιρέσητε; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐγὼ ἔγεινα ἔνοχος πράξεως....
§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν τότε, ἀνῄρεσε βεβαίως πάντα ταῦτα. Δὲν εἶχον ἑπομένως ἐγὼ κατόπιν ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσω ὑμῖν, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι μία.
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲ μὲ προεκαλέσατε νὰ εἴπω, ἂν ἤκουσα ταῦτα παρ’ ὑμῶν ἢ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἢ παρ’ ἄλλου ὁμιλήσαντος μεθ’ ὑμῶν, σᾶς ἀπαντῶ; Ναί! Ἤκουσα ταῦτα παρὰ προσώπου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ὁ ἴδιος εἴπετε ταῦτα. Δὲν ἔχω τὴν ἐλευθερίαν νὰ εἴπω τὸ πρόσωπον.
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄν τις εἶπεν ὑμῖν ταῦτα, εἶπεν ἐντελῶς ψευδῆ. Σᾶς λέγω δὲ, ὅτι εἶναι κανὼν κοινοβουλευτικὸς νὰ μὴ λέγῃ τις ἀπὸ τοῦ βήματος οὐδὲν καθ’ Ὑπουργοῦ, ὅπερ δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀποδείξῃ· οὐδ’ ἐπιτρέπεταί ποτε εἰς Βουλευτὴν νὰ ἐπικαλῆται, ὅτι γνωρίζει ὅ,τι καταγγέλλει, ἀλλὰ τὸ γνωρίζει ἐκ προσώπου, τὸ ὁποῖον δὲν τῷ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὀνομάσῃ. Ταῦτα δὲν ἐπιτρέπονται ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις· ταῦτα ἠδύνασθε ἴσως ἰδιαιτέρως μόνον νὰ εἴπητε.
§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ δεχθῶ παρ’ ὑμῶν μάθημα κοινοβουλευτικῆς συμπεριφορᾶς.
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν σᾶς τὸ δίδω ἐγὼ, σᾶς τὸ δίδει ὁ καθιερωμένος κανών.
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως εἶναι χρησιμώτερον πρὸς ὑμᾶς τὸ κοινοβουλευτικὸν μάθημα. Ἐγὼ ἐπανέλαβον νὰ σᾶς καταστήσω ἐνόχους τῆς ἐπαναλήψεως τῶν λόγων τούτων, διότι μὲ προεκαλέσατε, ἐνῷ ἐγὼ ἀντιπαρῆλθον καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ζήτημα.
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς ἀντιπαρήλθετε; Τὸ ἐπανελάβετε καὶ δευτέραν φορὰν δημοσίᾳ.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ἐκ τρίτου, ὅτι ὑμεῖς προεκαλέσατε νὰ τὸ εἴπω.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω τότε, ὅτι ἐπεριμένετε νὰ ἦμαι ἀπὼν, διὰ νὰ τὸ εἴπητε.
§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς; ἀφοῦ δὲν ἐγνώριζον πότε θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις!... Σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Φιλάρετε...
§61ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Εἶσθε συνεννοημένοι μὲ τὸν κύριον Φιλάρετον.
§62ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρουσίασε τὸ ἔγγραφον τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας εἰς ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον, οὔτε ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω, καὶ τότε προεκλήθη ἡ συζήτησις.
§63Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπειδὴ κάμνει τὴν παρατήρησιν ὁ κ. Ζερβὸς, πρὸς ἐμὲ ἐγένετο ἡ ἐρώτησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι ἐγὼ αὐθορμήτως, ἄνευ οὐδεμιᾶς συνεννοήσεως, προεκάλεσα συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς μου. Ἐγένετο δὲ τότε λόγος ἐκ μέρους τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου περὶ τούτου, καὶ δὲν ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία ἐδόθη σήμερον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§64ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως;
§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδόθη καθαρὰ διάψευσις.
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι... Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ἐκ τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα εἶπον περὶ τῆς θέσεως τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ καὶ περὶ τῆς πρὸς αὐτὸν στάσεως τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ἀποδεικνύεται ὅτι ἐλαχίστη μέριμνα κατεβλήθη παρὰ τῶν Ἑλλην. Κυβερνήσεων περὶ αὐτοῦ. Διατὶ λοιπὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καταβάλλει τὰ 100 ἑκατομμύρια ταῦτα; Μόνον διὰ νὰ ἔχῃ εἰσπράκτορας καὶ χωροφύλακας καὶ ὑποταμίας; Καταβάλλει μέγιστον μέρος τῶν χρημάτων τούτων διὰ νὰ ἔχῃ στρατὸν, διὰ νὰ ἔχῃ στόλον· ὁ δὲ προορισμὸς τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου εἶναι ἀποκλειστικῶς ἡ προστασία τῶν συμφερόντων τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ὅμως τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνομεν. Ἔχομεν δὲ ἄλλοθεν λυπηρὸν παράδειγμα, καὶ προβαίνω εἰς ἐξευτελιστικὴν σύγκρισιν, ἥτις μᾶς ἐπιβάλλεται, πρὸς Κράτος, πρὸς Κρατίδιον τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου, τὸ ὁποῖον χθὲς μόλις εἶδε τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον πολὺ ἀνῆλθεν, ἀδιάφορον ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, ἀλλὰ ἐν τῇ διεκδικήσει τῶν ἐθνικῶν πόθων, οὓς ἔχει, δικαίως ἢ ἀδίκως. Ἔχομεν τὴν Βουλγαρίαν, ἥτις διαρκῶς ἀξιοῖ καὶ θορυβεῖ, καὶ ἀπαιτεῖ καὶ λαμβάνει, ἐπειδὴ δὲ δὲν λαμβάνει διδόμενα, λαμβάνει διὰ τῆς ἰδίας αὐτῆς χειρὸς ἁρπαζόμενα· διότι ἡ Βουλγαρία ἐν διαστήματι δέκα ἡμερῶν δύναται νὰ θέσῃ ἐπὶ ποδὸς πολέμου 75,000 ἄνδρας, ἀπέχοντας μικρὸν σχετικῶς ἀπὸ τῶν τειχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ζῇ δὲ ἐπ’ ὀνόματι τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύει ὄπισθεν τῶν λόγων αὐτῆς. Ἐζήτησε τὰ βεράτια, καὶ ἐζήτησεν αὐτὰ διὰ γλώσσης θρασείας καὶ ἀπειλητικῆς παρὰ τοῦ Σουλτάνου, γράφουσα ἐν προπετεῖ διακοινώσει: «Ἢ μοι δίδεις τὰ βεράτια, ἢ λαμβάνω αὐτὰ δι’ ἰδίας μου χειρός». Καὶ ἔλαβεν αὐτά, ἅτινά εἰσιν, ἂν μὴ ἡ κατάκτησις, βεβαίως ὅμως ἡ ἐπιδίκασις τῆς Μακεδονίας εἰς αὐτήν. Ὅταν δὲ λέγωσι πρὸς τὸν Σταμπούλωφ περὶ τῆς γνώμης τῆς Εὐρώπης, ὁ Σταμπούλωφ ἀπαντᾷ: «Ποῦ εἶναι ἡ Εὐρώπη, τὸ μορμολύκειον αὐτὸ, τὸ ἀείποτε ἐν διαστάσει διατελοῦν, τὸ παραδεχόμενον πάντοτε μετὰ προθυμίας τὰ τελεσθέντα γεγονότα καὶ φροντίζον περὶ τῆς μὴ περαιτέρω διαταράξεως τῆς εἰρήνης;» Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ, ἣν ἀκολουθοῦσι τὰ ἔθνη, τὰ ἔχοντα ὑποδούλους ἀδελφούς. Ἡ περὶ τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν μέριμνα εἶναι ἡ πρωτίστη, ἥτις ἐπασχολεῖ ὅλα τὰ Κοινοβούλια. Ἐν Βουλγαρίᾳ, ἐν Σερβίᾳ, ἐν Ρουμανίᾳ, διαρκῶς ὁμιλοῦσι περὶ τῶν ὑποδούλων δῆθεν ἀδελφῶν των, τῶν εὑρισκομένων εἰς ἄλλας χώρας, μὴ ὑπαγομένας ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν των. Ἐν Ἰταλίᾳ, ἐν Αὐστρίᾳ, ἐπίσης περὶ ὑποδούλων ἀδελφῶν, περὶ ἐθνικοτήτων· ἡ Ἑλλὰς δὲ, ἥτις ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ αἰῶνος τούτου ἔδωκε πρώτη τὸ σύνθημα τῆς ἀναβιώσεως τῶν ἐθνικοτήτων, ἥτις δι’ ἀγώνων ὑπερανθρώπων κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ ἐν μέρει τοὺς σκοποὺς αὐτῆς; ἡ Ἑλλὰς αὕτη νῦν ἐλησμόνησεν ὅτι ἔχει ἀδελφοὺς ὑπὸ δουλείαν καὶ καθήκοντα πρὸς αὐτοὺς, καὶ καταγίνεται περὶ τοιαῦτα, ἅτινα βλέπομεν. Ἐὰν δὲν ἐφρόνουν, ὅτι ἀπειλούμεθα καὶ πάλιν ὑπὸ νέου κακοῦ, δὲν ἤθελον φέρει τὸ παράδειγμα τῆς Βουλγαρίας, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, νομίζω ἐξευτελιστικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ φαινομενικὴ ἡσυχία τῶν τελευταίων μηνῶν παρασκευάζει πραξικόπημα νέον. Ὑπολείπεται τοῖς Βουλγάροις νὰ ἀσφαλίσωσι τὰ μεθόρια αὐτῶν τὰ σερβικὰ, καὶ τότε θὰ προβῶσιν εἰς νέον πραξικόπημα, πρὸ τοῦ ὁποίου θὰ μείνωμεν καὶ πάλιν κεχηνότες, θὰ θορυβήσωμεν ὀλίγον, καὶ ἔπειτα θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν ἀσφυκτικὸν τοῦτον κλωβὸν, διὰ νὰ συζητῶμεν ἐν εὐρύτητι περὶ τῆς ἐγγραφῆς τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἢ μή. Συνειθίσαμεν νὰ μὴ ἔχωμεν ποτὲ οὐδεμίαν πεποίθησιν ἐπὶ τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις, ἀπεθαῤῥύνθημεν δὲ ἐν τῇ ἐνεργείᾳ περὶ τῆς ἰσχύος τῶν ἡμετέρων δυνάμεων, ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν εἰς τὸ μέγα κῦρος τῶν δικαίων ἡμῶν, εἰς τὴν μεγάλην δύναμιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν ἰδίαις δυνάμεσι τὴν διεκδίκησιν πόθων νομιμωτάτων καὶ ἀπαραγράπτων. Ἡμεῖς ὅμως, οἱ ἔχοντες τόσα δικαιώματα ἐκ διεθνοῦς συνθήκης πανευρωπαϊκῆς ἐπὶ τῆς Ἠπείρου, δὲν τολμῶμεν νὰ ὑψώσωμεν τὴν φωνὴν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης τοὐλάχιστον, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνέδωκεν ἐπὶ τέλους ἡ Τουρκία, ἰδοῦσα ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ γείνῃ συνεννόησις ἐν ἄλλῃ γλώσσῃ. Καὶ ὅμως πόσα ἄλλα ζητήματα θὰ ἐλύοντο ἄλλως, ἐὰν ἐτηροῦμεν στάσιν ἀνδρικωτέραν, καὶ ἂν τὰς σκέψεις καὶ τοὺς λόγους ἡμῶν πρὸς πάντα ξένον διεῖπεν ἡ ὑπερήφανος συναίσθησις τῶν ἡμετέρων δικαίων καὶ ὁ ἀδιάλειπτος λογισμὸς ἐν τῇ μεγάλῃ καὶ πρεπούσῃ σημασίᾳ αὐτοῦ, ὅτι «Ἕλληνές ἐσμεν! ὡς καὶ ἐκεῖνοι, ὑπὲρ ὧν συνηγοροῦμεν, Ἕλληνές εἰσιν». Ἀλλ’ ἐγκατελείψαμεν αὐτοὺς τελείως! Βεβαίως οἱ λόγοι εἶναι κενοὶ, καὶ ἀφ’ ἑαυτῶν οὐδὲν ἀποτέλεσμα φέρουσι, πρέπει δὲ νὰ στηρίζωνται ἐπὶ λογχῶν καὶ τηλεβόλων. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ὁ στρατός; Ἐρωτήσατε καὶ τοὺς πρώην καὶ τοὺς νῦν κυβερνήτας. «Τί ἐκάματε τὸν στρατόν;» Γενικὴ ὁμολογία, ὅτι στρατὸν δὲν ἔχομεν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος κ. Σέχος εἶπε προχθὲς, οὐχὶ βεβαίως καθ’ ὁλοκληρίαν, «δὲν ἔχομεν στρατὸν», ἀλλὰ «ἔχομεν καὶ δὲν ἔχομεν»· ἀπέδειξε δὲ διὰ τῆς πεφωτισμένης ἀγορεύσεώς του τὰς μεγάλας ἐλλείψεις, ὑπὸ τῶν ὁποίων πάσχει ὁ στρατὸς, καὶ βεβαίως ἀπέδειξεν αὐτὸν εὑρισκόμενον εἰς θέσιν οὐχὶ τὴν ἐμπρέπουσαν. Ἡ νῦν Κυβέρνησις, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἐν οἷς μιμεῖται τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἐξακολουθεῖ τὴν αὐτὴν καὶ ἐκείνη πορείαν, ἔπραξε τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὸν στρατόν. Ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὁ ἀντιληφθεὶς ἄλλοτε τῶν παραπόνων τοῦ στρατοῦ ἐκ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ παρὰ πολίτου, δὲν ἔπρεπε, κατ’ ἐμὲ νὰ περιπέσῃ εἰς τὸ αὐτὸ σφάλμα καὶ νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐάν μοι δοθῇ εὐκαιρία, ὡς ἐλπίζω, εὐρύτερον περὶ τοῦ στρατοῦ θέλω ὁμιλήσει εἰς ἄλλην συνεδρίασιν· ἀλλ’ ἐνταῦθα θὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς λόγους ἑνὸς τῶν κκ. Ὑπουργῶν, τοὺς λόγους τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅστις, ἀγορεύων ἄλλοτε ἐντεῦθεν, ἀπεφάνθη ὅτι—θὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ φράσιν—«τὸ ’ψηλὸ καπέλο δὲν στέκεται εἰς τὸ κεφάλι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν». Ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω καὶ νῦν παρὰ τοῦ αὐτοῦ κ. συναδέλφου καὶ εὐτυχῶς Ὑπουργοῦ, ἂν πηγαίνῃ καλλίτερον τὸ ’ψηλὸ καπέλλο ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἢ τοῦ κ. Τρικούπη. Μὴ θέλων, ὡς εἶπον, νὰ ὁμιλήσω νῦν εἰδικῶς περὶ τοῦ στρατοῦ, θὰ ἐπαναλάβω μόνον ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον: «Χωρίσατε τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, καὶ ἄφετε τὸν στρατὸν νὰ διευθύνηται διὰ τοῦ στρατοῦ, δηλ. παρὰ στρατιωτικοῦ». Ἂν ὅμως τοῦτο ἀποδειχθῇ ὑμῖν ἀδύνατον, ἂν δὲν δύνασθε, ὑπείκοντες εἰς τὰς ποικίλας κομματικὰς ἀξιώσεις, νὰ χωρίσητε τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, ὑπάρχει κατ’ ἐμὲ ἄλλη διέξοδος, τῆς ὁποίας τὴν ἐνέργειαν πρέπει νὰ πειραθῶμεν. Παραδώσατε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν Βασιλέα, τὸν ἁρμοδιώτατον πρὸς τοῦτο, τὸν ἔχοντα δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἀναλάβῃ τὴν μέριμναν περὶ αὐτοῦ.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Συνταγματικὴ εἶναι αὐτὴ ἡ θεωρία;
§68ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Αὐτὸ εἶναι συνταγματικὸς σολοικισμός.
§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ θορυβεῖσθε. Ἐννοῶ οὐχὶ νὰ γείνῃ ὁ Βασιλεὺς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ νὰ βαρύνῃ ἀποκλειστικῶς ἡ γνώμη αὐτοῦ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ τοιούτου Ὑπουργοῦ. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει θὰ καταστῇ εὐκολωτέρα ἡ ἀποσόβησις ὅλων ἐκείνων τῶν ἀπαιτήσεων τῆς πολιτικῆς, ἐκ τῶν ὁποίων πάσχει νῦν ὁ στρατὸς καὶ ἔγεινεν οἷος ἔγεινε, καὶ δὲν ἔχομεν στρατόν. Ὡς πρὸς τὰ ναυτικὰ, βεβαίως ἐκ τῆς νέας καταστάσεως τῶν πραγμάτων ὀλιγώτερον ἐνισχύθημεν καὶ ἀνεθαῤῥήσαμεν. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὴν ἔκθεσιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐν ᾗ ἐκτίθεται πρὸς τὴν Βουλὴν ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εὗρε τὰ ναυτικά· ἀλλὰ τὰς ἐλλείψεις, περὶ ὧν ποιεῖται λόγον ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ, δὲν εἶδον νὰ προσπαθήσῃ νὰ διορθώσῃ. Πιθανὸν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ προβάλῃ αὖθις τὸ αἰώνιον ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλὰ πρὸς τί ἡ δαπάνη τῶν 5 ἑκατομμυρίων διὰ τὸ ναυτικὸν, ἂν δὲν πρόκηται νὰ εὑρίσκηται εἰς οἵαν περιωπὴν ἀξιοῦμεν ὅλοι; Ἕνεκα οἰκονομίας ὀλιγίστων ἔτι χρημάτων; Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἠδύνατο νὰ προβῇ καὶ αὐτὸς εἰς ἕνα οἰκονομικὸν συνδυασμὸν, πρακτικώτατον ὅμως καὶ λίαν ἐπιτυχῆ· τὰς 600 χιλιάδας δραχμὰς, περὶ ὧν εἶπεν ἡμῖν, ὅτι ἀπαιτοῦνται κατ’ ἔτος διὰ τὸν καθαρισμὸν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, ἂν ἐπιθυμῶμεν νὰ ἔχωμεν αὐτὰ εἰς ἑτοιμοπόλεμον κατάστασιν, νὰ διαθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δανείου, συνομολογουμένου ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς, οὕτω δὲ θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ποθητῆς πρὸς αὐτὸν, ὡς γνωρίζω, μονάδος. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου ἐπὶ ὀλίγιστον ἔτι χρόνον θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Ἐντὸς ὀλίγου τὰ γεγονότα θέλουσιν ἐπέλθει γοργὰ, καὶ τὸ ζήτημα τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου θὰ λυθῇ ἐντὸς 5 καὶ βεβαίως πρὸ τῆς παρελεύσεως 10 ἐτῶν. Συνομολογήσατε ἓν δάνειον διὰ τὸν στόλον, ἑτοιμάσθητε διὰ τὴν ἐπίσημον στιγμὴν, ἥτις δὲν θὰ βραδύνῃ· μετὰ ταῦτα ἔχετε νὰ ἐνασχοληθῆτε εἰς ὅλα τὰ λοιπὰ ζητήματα. Διότι ἄλλως δὲν θὰ εὑρεθῆτε παρεσκευασμένοι, καὶ μετὰ τὴν ἀνιαρὰν λύσιν, κεκλεισμένοι ἑκόντες ἄκοντες ἐν τῷ κλωβῷ τούτῳ, θὰ συζητῆτε περὶ ἰσοζυγίου καὶ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν! Ἂν λοιπὸν περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος οὐδὲν ἔχωμεν νεώτερον, ἂν περὶ τοῦ στρατοῦ οὐδὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παραπέμπει ἡμᾶς «εἰς τὸ προσεχὲς», ἂν διὰ τὸ ναυτικὸν ἀπολύτως οὐδὲν ἐγένετο πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων καὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐλλείψεων, ποῖος εἶναι ὁ προορισμὸς καὶ ποία ἡ θέσις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν ὑπὸ δουλείαν ἑκατομμυρίων ἡμετέρων ἀδελφῶν;—διότι, ἐλπίζω, δι’ ἐκείνους μόνον ἔχομεν τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ παρὰ τούτων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐλάχιστα θὰ ἴδῃ πραγματοποιουμένας τὰς ἐλπίδας αὐτοῦ, καὶ θὰ πεισθῇ, ὅτι ἐγένετο ἀλλαγὴ προσώπων, οὐδεμία δὲ μεταβολὴ πραγμάτων καὶ συστήματος, οὐδ’ ἔχει νὰ ἐλπίσῃ πλειότερον, ὡς φαίνεται, ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς 14ης Ὀκτωβρίου. Ἂν δ’ ἐπισκοπήσῃ καὶ τοὺς ἄλλους κλάδους, βεβαίως ἥκιστα θὰ ἐνθαῤῥυνθῇ. Δύο ἐκ τῶν προαγορευσάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ ἀπολογητῶν τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς καὶ κατηγόρων τοῦ τέως κ. Πρωθυπουργοῦ, οἱ κ. κ. Γεωργιάδης καὶ Σπηλιάδης, ἐπηγγέλθησαν ἡμῖν, καθ’ ἣν βεβαίως εἶχον πεποίθησιν καὶ ὄχι κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, πολλὰ καὶ ὡραῖα περὶ σχεδίων καὶ μελετῶν αὐτῆς πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν καὶ βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου· ἀλλ’ ἀνελπίστως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διέψευσεν αὐτοὺς χθὲς, διότι ἐπληροφόρησεν ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἔγεινε μελέτη· ἡ μελέτη, εἰς ἣν καταγίνεται νῦν, θ’ ἀποδείξῃ εἰς τὸ μέλλον τὴν θέσιν, εἰς ἣν θὰ εὑρεθῶμεν, ἵνα ἐκτιμήσωμεν τὴν κατάστασιν τῶν ἡμετέρων οἰκονομικῶν, καὶ κατὰ πόσον πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν εἰς τὸ μέλλον! Ἀπαιτεῖται λοιπὸν μελέτη, διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸ μέλλον. Ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται ὀλιγώτερον προχωρημένος εἰς τὰς μελέτας αὐτοῦ, παρὰ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐκ ζήλου πολλοῦ ἔσπευσαν νὰ ποιήσωσι τοιαύτας ἐκδηλώσεις. Ἀλλ’ ἐπισκοπήσωμέν τινας τούτων λεπτομερέστερον περαιτέρω. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω, οὐδὲ ἔχει πλέον ἡ Βουλὴ διάθεσιν νὰ ἀκούῃ ἀριθμοὺς ἐπὶ ἀριθμῶν συσσωρευομένους· πρέπει ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν βλέπω οὐδεμίαν τάσιν πρὸς μεταβολὴν, ἔστω καὶ διὰ προσωρινῶν καὶ προχείρων μέτρων, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὡς πρὸς τὴν διανομὴν τῆς φορολογίας, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, πρὸς ἀπαλλαγὴν ἔκ τινων τῶν βαρῶν, ἰδίως τῶν ἐκ τῆς εἰσπράξεως, ὅσα ὑπέχει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀπ’ ἐναντίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔσπευσε νὰ ἐκδώσῃ ἐγκύκλιον, δι’ ἧς παραγγέλλει τοὺς ταμίας καὶ ὑποταμίας τοῦ Κράτους νὰ ζητήσωσι παρὰ τῶν κατὰ τόπους μοιραρχιῶν καὶ ὑπομοιραρχιῶν τὴν ἐνίσχυσιν τῶν εἰσπρακτόρων, ὅπως «ἐκτελεσθῶσι καὶ τὰ ἐκδοθέντα καὶ τὰ ἐκδοθησόμενα ἐντάλματα προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου». Οὐδεμία λοιπὸν ἀνακούφισις, οὐχὶ βεβαίως ἐλάττωσις βαρῶν καὶ κατάργησις φόρων, ἀλλ’ ἀνακούφισις ἁπλῆ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως, ὃν ὅλοι ὑπεδείξαμεν καὶ θεωροῦμεν διορθωτέον ἐν τοῖς πρώτοις. Ἀλλὰ τουλάχιστον ἡ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν εἶχε στάδιον προχειροτέρας ἐνεργείας διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ λαθρεμπόριον κατέκλυσεν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, οἱ τίμιοι δὲ ἔμποροι ἀδυνατοῦσι νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τοὺς λαθρεμπόρους, καὶ ὅμως φορολογοῦνται βαρέως. Περὶ δὲ τῆς διοικήσεως τί νὰ εἴπῃ τις; Βεβαίως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὁ ἐγκληματικὸς ἀπολογισμὸς θὰ παρουσιασθῇ ἡμῖν ἐξωγκωμένος. Εἴχομεν καὶ κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον, ὅστις βαρύνει τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, τὸν αὐτὸν καὶ κατά τι μείζονα ἀριθμὸν ἐγκλημάτων ἢ κατὰ τὸν προηγούμενον· ἀλλὰ βεβαίως θὰ ῥιφθῇ ἡ εὐθύνη εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν καὶ ὡς πρὸς τὸν μῆνα τοῦτον, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ἐπερώτησιν περὶ τῶν διαπραχθέντων φόνων καὶ ἀναιρέσεων κατὰ τοὺς μῆνας Δεκέμβριον τοῦ 1890 καὶ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1891, διὰ νὰ κρίνωμεν κατὰ πόσον ἡ διοίκησις ἐβελτιώθη καὶ κατὰ πόσον ἡ ζωὴ τοῦ πολίτου εἶναι ἐξησφαλισμένη ὑπὸ τὸ νέον σύστημα. Εἰς τὰς στήλας τῶν ἐφημερίδων βλέπομεν μείζονα σειρὰν ἐγκλημάτων ἢ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι εὐρὺ, καὶ δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ· ἀναφέρω μόνον γεγονὸς, ἄξιον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ. Βεβαίως οὐδένα ὑμῶν, ἐλπίζω δὲ οὐδὲ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς διέφυγον τὰ εἰς δύο φύλλα τῶν «Καιρῶν» γραφέντα περὶ τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ὑποθάλπεται ἐν Ἀθήναις σχετικῶς πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Θὰ ἐθεώρουν παράλειψιν, ἂν μὴ ἐποίουν λόγον περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης ἐν Ἀθήναις, ὡς περιγράφεται ἐν ἐφημερίδι, ἥτις βεβαίως δὲν εἶναι ἐχθρικὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τοὐναντίον δὲ πρωτηγωνίστησεν ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς τῆς 14ης Ὀκτωβρίου. Ἔχω ἐνταῦθα τὰ φύλλα τῆς 4ης καὶ 5ης Μαρτίου 1891. Ἂν εἰς πρωτευούσας ἄλλων Κρατῶν ἐγίνοντο τοιαῦται ἀποκαλύψεις, βεβαίως θὰ συνεταράσσετο καὶ ἡ κοινωνία καὶ ἡ πολιτεία. Ἐγὼ ὤφειλον νὰ ἀναφέρω τὸ γεγονὸς καὶ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἐλπίζω, εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι ὅλα ἀκριβῆ. Ἐντεῦθεν περιάγομαι εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ παραδεχθῶ εὐφυολογίαν τινὰ, ἣν ἤκουσα ὡς πρὸς τὴν μεταβολὴν ἢ μὴ τῆς καταστάσεως, ὅτι δηλαδὴ «οἱ βιολιτζῆδες ἤλλαξαν, τὰ βιολιὰ εἶναι τὰ ἴδια, καὶ παίζουν τὸν ἴδιον σκοπόν». Δὲν βλέπω οὐδεμίαν μεταβολὴν ὡς πρὸς τὰ δημόσια πράγματα. Ὁ λαὸς ἐστέναξε διὰ διοίκησιν, ὡς ἀντελήφθητε βεβαίως καὶ ὑμεῖς, ἡ δ’ ἔλλειψις διοικήσεως καὶ δικαιοσύνης ὑπῆρξεν εἷς τῶν κυριωτάτων παραγόντων τῆς μεταβολῆς τῆς 14 Ὀκτωβρίου. Οἴκοθεν δὲ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιστήσῃ εἰς τοῦτο τὴν προσοχήν της, καὶ νὰ παρέξῃ εἰς τοὺς πολίτας ἀσφάλειαν ζωῆς καὶ περιουσίας. Παρῆλθεν ἤδη ἀρκετὸς χρόνος, ὥστε νὰ μὴ ἐπιῤῥίπτηται πλέον ἡ εὐθύνη εἰς τὸν πρώην κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ πρέπει νὰ ἐγκαταλείψητε αὐτὸ τὸ σύστημα, τῆς αἰωνίας ξυλεύσεως ἀπὸ τῆς πεσούσης δρυός. Ὡς πρὸς τὴν δικαιοσύνην, ἐγένετο ἀρκετὸς λόγος ὑπὸ τῶν συναδέλφων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης υἱοθέτησε τὸ ζήτημα μετὰ ζήλου καὶ θέρμης ἀξιοθαυμάστου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ὡμίλησε σπουδαίως, καὶ ἄλλοι τῶν συναδέλφων ὡσαύτως, καὶ δὲν θὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς διὰ τούτου. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς δικαιοσύνης ἔδειξεν ὁ λαὸς δυσαρέσκειαν κατὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι ὀλίγον συνετέλεσε καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἐπίτευξιν τῆς μεταβολῆς τῆς 14ης Ὀκτωβρίου. Λοιπὸν, ἂν οἱ ἐθνικοὶ πόθοι δὲν πληρῶνται, ἂν ὁ στρατὸς διατελῇ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν γνωρίζομεν ὅτι διατελεῖ, ἐὰν τὸ ναυτικὸν ἐπίσης, ἐὰν εἰς τὰ οἰκονομικὰ δὲν ἐπέρχηται βελτίωσις, ἂν ὁ λαὸς στερῆται διοικήσεως καὶ δὲν ἀπολαμβάνῃ τῆς πρεπούσης δικαιοσύνης, δὲν βλέπω, Κύριοι, ἄλλον σκοπὸν ἀπομένοντα διὰ τὰ 100,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν λαὸν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, οὐδὲ πληροῦταί τις ἐκ τῶν πόθων καὶ τῶν προσδοκιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἀπολείπεται δὲ διὰ τὴν Κυβέρνησιν ὡς μόνος σκοπὸς ἡ διατήρησις τῆς ἐξουσίας. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς, ἀφοῦ ἡ μεταβολὴ ἐπετεύχθη. Δὲν θὰ διατηρηθῇ ὅμως ἐπὶ πολὺ, διότι τοιαύτη ἐξουσία, οὕτω πῶς κρατουμένη, ἐπὶ τοιούτων βάσεων στηριζομένη, ταχέως θὰ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῶν χειρῶν τῶν διαχειριζομένων αὐτήν· βεβαίως θὰ ἐκφύγῃ ἀπὸ τοιούτων χειρῶν, ἀπὸ τοιούτου συστήματος, τὸ ὁποῖον καθιδρύθη, ἵνα διοικήσῃ τὸν τόπον μετὰ τὴν κατάπτωσιν τοῦ πρώην συστήματος. Ὁ λαός, πιστεύω, θὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, θὰ ἐρωτήσῃ, ἂν ἐξεπληρώθησαν αἱ ἐντολαί, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου ἀνέθηκεν εἰς αὐτοὺς, καὶ δὲν θὰ ἀνεχθῇ τοιαύτην κατάστασιν, ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κατεδίκασε τόσῳ πανηγυρικῶς. Ὑπολείπεται ἡμῖν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἐλήφθη πρόνοιά τις περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς παιδείας. Ἡ κατάπτωσις τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος εἶναι γνωστή, ἡ δὲ κατάπτωσις αὕτη εἶναι ἡ πηγὴ τῶν ἐγκλημάτων, εἶναι ἡ αἰτία μείζονος κακοῦ, διότι θρησκεία καὶ πατρὶς διὰ τὸν Ἕλληνα εἶναι ἓν, εἶναι τόσον ἀδιαῤῥήκτως ἐν σειρᾷ ὁλοκλήρων αἰώνων συνδεδεμένα, ὥστε τῆς πρώτης κλονιζομένης συμπαρασύρεται καὶ κλονίζεται καὶ ἡ ἄλλη. Τὸ ζήτημα τῆς καταπτώσεως τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ εἶναι ζήτημα ἐθνικόν. Βεβαίως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οὐδὲν ἐγένετο ἐπὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶδον οὐδὲν μέτρον οὔτε διὰ τὴν μόρφωσιν τοῦ κατωτέρου κλήρου, οὔτε διὰ τὴν διδασκαλίαν τῶν θρησκευτικῶν μαθημάτων ἐν τοῖς σχολείοις, οὔτε διὰ τὴν διάδοσιν καὶ καλλιέργειαν παρὰ τῷ λαῷ τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος, ὅπερ διατελεῖ ἐν ἄκρᾳ χαλαρότητι. Ἄγνωστον διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν προβαίνει εἰς τὸν κανονισμὸν σπουδαιοτάτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ δύο ἐτῶν ὑπάρχει ἐκκρεμές. Ἐννοῶ τὸ ζήτημα τὸ μητροπολιτικόν. Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει καλῶς λειτουργοῦσα ἡ Μητροπολιτικὴ ἀρχὴ, ἡ ἀνωτάτη ἀρχὴ τῆς Ἐκκλησίας ἐν Ἑλλάδι; Δὲν ἐκφέρω ἐγὼ γνώμην περὶ αὐτῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα, καθόσον μάλιστα καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς ἀνόδου τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐλέχθη ὅτι θὰ ἐλαμβάνετο ἀπόφασις πρὸς λύσιν τῶν ζητημάτων τούτων. Ὡς πρὸς τὴν παιδείαν παρατηρῶ, ὅτι τόσον ὀλίγη ἐλήφθη πρόνοια παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὥστε καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς ἐλησμονήθη νὰ τεθῇ ἐπὶ τῆς κεφαλίδος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ οὐδὲν ἕτερον εἴδομεν, δεικνύον ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τάσιν τινά.
§70ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχει 40 νομοσχέδια, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καιρὸς νὰ τὰ ὑποβάλῃ. Ὅταν θὰ τὰ ὑποβάλῃ, θὰ λάβητε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὰ συζητήσητε.
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶδον τίποτε· γνωρίζω μόνον, ὅτι ἀντὶ τῶν 40 νομοσχεδίων ἐπῆλθεν ἀναστάτωσις ἐπὶ ἀναστατώσεως τοῦ διδασκαλικοῦ προσωπικοῦ μεσοῦντος τοῦ ἔτους. Γνωρίζω ἀναστατώσεις καθηγητῶν, γνωρίζω πυρπολήσεις Γυμνασίων.
§72ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὰ ἔγειναν εἰς τὴν ἀρχήν, ὅτε οἱ μαθηταὶ ἐπιέζοντο ἀπὸ τὸ παλαιὸν σύστημα.
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ φράσις «τὸ παλαιὸν σύστημα» πρέπει νὰ λείψῃ πλέον, κύριε συνάδελφε.
§74ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σεῖς δίδετε ἀμνηστείαν.
§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς προκαλοῦμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ πρᾶξις ἀξιόποινος καὶ τιμωρητέα, νὰ τὴν φέρητε πρὸς τιμωρίαν· ἄλλως νὰ παύσητε ἀνατρέχοντες εἰς τὸ παρελθὸν πρὸς δικαιολογίαν. Ἐγώ, ὡς εἶπον, δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ ἀξιόποινος πρᾶξις· ζητήσατε, ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη, ὑπαγομένη εἰς ποινὴν κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, καὶ προκαλέσατε τὴν τιμωρίαν. Ἀλλὰ παρῆλθον ἤδη 5 μῆνες, καὶ δὲν πρέπει νὰ μεταφέρωμεν τὴν εὐθύνην ἀλλαχοῦ, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὸν ὑπεύθυνον. Τοιαύτας γνώμας εἴχομεν πρὶν χωρισθῶμεν ἀφ’ ἡμῶν· ἡ θέσις μας εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθημεν πρὸ τῆς 14ης Ὀκτωβρίου. Ἡμεῖς τηροῦμεν τὴν σημαίαν τοῦ προγράμματος τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, ὑμεῖς δὲ ἀνεμίξατε αὐτὴν πρὸς τὴν τοῦ παρελθόντος, καὶ ἀνηρτήσατε αὐτὴν εἰς τὸν αὐτὸν ἱστόν, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται καὶ ἡ σημαία τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§76Ρ. ΡΩΜΑΣ. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐξετάζει τὸ παρελθόν· ἀπ’ ἐναντίας ἐξετάζει τὸ παρελθὸν μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ ἀποφασίζει, ἂν πρέπῃ νὰ δώσῃ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς αὐτὴν ἢ ὄχι. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι μάντις νὰ ἐξετάσῃ τὸ μέλλον· καὶ σεῖς θέλετε νὰ προδικάσῃ τὸ μέλλον; Ἡ Βουλὴ ἀκριβῶς ἐξετάζει τὸ παρελθόν. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω.
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ παρελθὸν ἤλεγξα διὰ τῶν πρεπόντων χρωμάτων· ἀλλὰ πρέπει νὰ εὕρωμεν ἓν χρονικὸν σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ παύσωμεν ἐλέγχοντες τὸ παρελθὸν, καὶ νὰ παύσωσιν αἱ πράξεις τῆς νῦν Κυβερνήσεως ἀναμιγνυόμεναι μετὰ τῶν πράξεων τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως καὶ καθιστάμεναι δυσδιάκριτοι. Δὲν προδικάζω δὲ τὸ μέλλον, ἀλλὰ βλέπω αὐτὸ μετὰ μεγίστης πιθανότητος ἐκ τῆς πείρας τῆς μέχρι τοῦδε. Εἴχετε δὲ τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσητε καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐξωτερικὰ, ὡς πρὸς τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον, ὡς πρὸς τὰ ἐκκλησιαστικὰ, καὶ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ, ἐξ ὧν οὐδὲν ἐνθαῤῥυντικὸν προκύπτει διὰ τὸ μέλλον. Ἐπανέρχομαι ὅπου διεκόπην, ἐλέγχων τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§78ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἔφερε τεῦχος ὁλόκληρον νόμων.
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ὑποβληθέντα πέρυσιν εἰς τεῦχος ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια δὲν συνεζητήθησαν εὐτυχῶς καὶ δὲν ἐψηφίσθησαν, διότι ἐθεωροῦντο ἐν τοῖς πλείστοις ἐπιβλαβῆ· εἶχον δὲ, κατ’ ἐμὲ, δύο κύρια ἐλαττώματα· πρῶτον περιώριζον τὴν διδασκαλίαν τῶν ἱερῶν μαθημάτων,—ἐγὼ δὲ εἶμαι ὀπαδὸς τῆς εὐρυτάτης διαδόσεως τῶν θρησκευτικῶν μαθημάτων,—δεύτερον διέκρινον εἰς δύο τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν γλῶσσαν, εἰς ἑλληνικὴν καὶ εἰς μητρικὴν, ὡσανεὶ αἱ μητέρες ἡμῶν μὴ ἦσαν Ἑλληνίδες! Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς καθαρωτάτης ἑλληνομαθείας, διότι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι διαπλαστική, καὶ διαμορφοῖ καὶ ἐξυψοῖ τὸν ἄνθρωπον· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι εὐτυχῶς δὲν ἐψηφίσθησαν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα. Γνωρίζετε ὅτι κατ’ αὐτὰς ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος συνταράσσεται ἕνεκα τῆς ἀνακαλύψεως τοῦ συγγράμματος τῆς «Ἀθηναίων πολιτείας» τοῦ Ἀριστοτέλους· καὶ τὸ σύγγραμμα ἀνεκαλύφθη εἰς κρισιμωτάτην στιγμήν, καθ’ ἣν ἐγίνετο εὐρεῖα συζήτησις περὶ διατηρήσεως τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐν ταῖς ἐγκυκλοπαιδικαῖς σπουδαῖς· ἡ δὲ ἀνεύρεσις τοῦ συγγράμματος τοῦ Ἀριστοτέλους ἀνεζωπύρησε τὸ ζήτημα τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, καὶ ἡ διατήρησις αὐτῆς ἀπεφασίσθη. Ἡμεῖς δὲ, οἱ κλεινοὶ ἀπόγονοι, ὡς λέγομεν, τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἐδέχθημεν γλῶσσαν ἄλλην, πλὴν τῆς Ἑλληνικῆς, τὴν ὁποίαν ὀνομάζομεν μητρικήν.
§80ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἐννοοῦμεν τὴν ὁμιλουμένην.
§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς μανθάνω παρὰ τοῦ κ. Πετσάλη, θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια. Δὲν γνωρίζω τοῦτο, καὶ δὲν θὰ εἴπω τι περὶ αὐτῶν, μέχρις ὅτου τὰ ἴδω· γνωρίζω μόνον, ὅτι δὲν προσεκόμισε τὰς πληροφορίας περὶ τῶν Ἰταλικῶν σχολῶν, καὶ ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ παραπονεθῶ διὰ τοῦτο. Ἀλλ’ εὑρίσκω καὶ ἑτέραν μεγίστην ἀδιαφορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἣν θὰ ψέξω διανύομεν τὸν τρίτον μῆνα τοῦ ἔτους, καὶ ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ταμείου τῆς Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐγένετο. Τουλάχιστον ἐγὼ δὲν εἶδον αὐτὸν δημοσιευόμενον εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». Διὰ τοῦτο καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληροφορήσῃ, ἂν κατεβλήθησαν οἱ μισθοὶ τῶν δημοδιδασκάλων διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ ἔτους 1891. Ἐπίσης δὲ, ἐπειδὴ πληροφοροῦμαι, ὅτι οὐ σμικραὶ ἐγένοντο ἀναστατώσεις καὶ ἀταξίαι καὶ συσσωρεύσεις ἐν τῷ προσωπικῷ τῶν σχολείων τῆς πρωτευούσης, ὑποβάλλω καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας παρακαλῶ νὰ ἔχω ἀπάντησιν αὔριον καὶ ἥτις ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῆς αὔριον ἀκριβῆ πίνακα: αʹ) τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ λειτουργούντων δημοτικῶν σχολείων ἀῤῥένων καὶ θηλέων. βʹ) τῶν ἐν ἑκάστῳ τούτων ὡρισμένων θέσεων δημοδιδασκάλων κατὰ φῦλον. γʹ) τῶν ἐν ἑκάστῳ τούτων διωρισμένων δημοδιδασκάλων κατ’ ἀριθμὸν καὶ φύλον. δʹ) τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ προσκεκολλημένων ἐπιβοηθητικῶς διδασκάλων.» Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, εὐγνωμονῶν ὑμῖν διὰ τὴν ἀνοχὴν, ἣν ἐπεδείξατε, ἀκούοντές με. Ἀλλὰ καὶ γενικώτερον ἔτι εὑρίσκω, ὅτι ἐπὶ οὐδενὸς τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως ὑπῆρξεν ἡ μέχρι τοῦδε ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτη, ὥστε νὰ προδικάσῃ αἴσια περὶ τοῦ μέλλοντος. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤθελον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω· εἶναι δὲ ταῦτα τὸ ζήτημα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, περὶ τῆς ὁποίας καὶ ἄλλοτε διὰ μακρῶν ἐλάλησα, τὸ ζήτημα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς γεωργίας, περὶ ὧν ἐλπίζει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βώλου συνάδελφος κ. Γεωργιάδης, ὅτι ταχέως θὰ ληφθῇ πρόνοια ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ταῦτα ἀνήρεσεν, ὡς παρετήρησα, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, διότι εἶπεν, ὅτι ἡ μελέτη, εἰς τὴν ὁποίαν καταγίνεται, θὰ δείξῃ μόνον τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῶμεν ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἡ βιομηχανία ἐλπίζει ὁ κ. Γεωργιάδης ὅτι θ’ ἀναῤῥώσῃ διὰ τῆς παραγγελίας εἰς τὰ ἑλληνικὰ ἐργοστάσια τῶν στρατιωτικῶν εἰδῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι σταγὼν ἐν αὐχμῷ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι ἀποτελεσματικώτερα μέτρα. Ἄλλοτε ὑπεστήριξα ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ τὴν σύστασιν Ὑπουργείου Ἐμπορίας, Βιομηχανίας καὶ Γεωργίας· τὴν γνώμην ταύτην ὑποβάλλω καὶ ἤδη εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ τοιοῦτό τι. Ἡ διοίκησις τῶν τοιούτων κλάδων σήμερον εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς διάφορα Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι τοῦτον καὶ μόνον τὸν προορισμόν· ἀπ’ ἐναντίας θεωροῦσι τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐπουσιώδη. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, κατ’ ἐμέ· τοιαύτη ὑπῆρξεν ἐπὶ τοῦ προκατόχου συστήματος, τοιαύτη ὑπάρχει καὶ νῦν, κληρονομηθεῖσα παρὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως· καὶ ἐπὶ τοῦ νῦν συστήματος οὐδεμίαν βλέπω διαφοράν. Φαίνεται δὲ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μοιραίως θὰ κυλινδῆται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἐπικρατούσης τῆς διαμάχης τῶν προσωπικῶν κομμάτων, ἅτινα ἀγωνίζονται μόνον πρὸς κατάληψιν τῆς ἀρχῆς. Τοιαύτη θὰ ἦναι ἡ κατάστασις ἐπί τινα καιρόν. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ἡ μαρασμώδης αὕτη κατάστασις ταχέως θὰ κατανοηθῇ παρὰ τοῦ τόπου, ὅστις ταχέως θὰ ζητήσῃ νὰ διοικηθῇ διὰ συστήματος ἄλλου ἢ τοῦ μέχρι τοῦδε ἐπικρατήσαντος, τοῦ περιβεβλημένου διὰ τῶν προσωπικῶν κομμάτων· θὰ ζητήσῃ νὰ διοικηθῇ παρὰ συστήματος, ὅπερ κύριον μέλημα θὰ ἔχῃ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ καὶ τὴν πλήρωσιν εὐγενῶν ἐθνικῶν πόθων, οὓς οἱ μέχρι τοῦδε κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα ἀστόργως παρημέλησαν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 6ον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς ἐν τοῖς δήμοις Σαλαμῖνος καὶ Αἰγίνης. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 267). Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§83ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπή.
§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι· νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παράδοξος μοὶ φαίνεται ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ὅπως, προκειμένου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, παύσῃ ἡ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἀπέδειξεν ἐξ ὅσων εἶπεν, ὅτι ἀνέγνωσε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὅτι ἦτο παρὼν, ὅτε ὡμίλησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, καὶ ὅμως ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν λέγων: παύσατε συζητοῦντες περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ παύσητε συζητοῦντες περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, δὲν θὰ συζητήσητε περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔχει προϋπολογισμὸν, δὲν ἔχει πολιτικήν. Εἶπε τοῦτο διαῤῥήδην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ λέγει διαῤῥήδην ὁ προϋπολογισμὸς, τὸ εἶπε διαῤῥήδην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπανειλημμένως διαβεβαιώσας τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ προβαλλόμενος δὲν εἶναι ἰδικός του, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔχει προϋπολογισμὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν προκατόχων, ἑπομένως ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ παρίσταται ὑπὲρ αὐτοῦ ἀγωνιζομένη. Καὶ δικαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου πρὸ ὀλίγου, διακόψας τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας, εἶπε: «πῶς ἀξιοῖς, ὅπως μὴ συζητῶμεν περὶ τῶν προκατόχων, ἀφοῦ πρόκειται περὶ τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς αὐτῶν;» Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν συζητήσει προϋπολογισμοῦ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα, ἵνα ἀξιοῖ, ὅπως τὸν προϋπολογισμὸν ὑποστηρίξῃ ἡ Κυβέρνησις ἀσπαζομένη αὐτὸν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς εἶπε χθὲς καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, δὲν εἶναι ἁπλοῦν νομοθέτημα, οὐδὲ εἶναι αὐτοτελὲς νομοθέτημα, ἀλλ’ εἶναι συμπλήρωμα ὁλοκλήρου τῆς νομοθεσίας καὶ ὁλοκλήρου τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Κυβέρνησις, μὴ ἔχουσα προϋπολογισμὸν, δὲν ἔχει πολιτικὴν, δὲν εἶναι Κυβέρνησις, καὶ ἄνευ Κυβερνήσεως συζητοῦμεν ἐν τῷ παρόντι, καὶ διὰ τοῦτο παραπαίομεν. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ταύτης παρετήρησεν ἡ Βουλὴ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διεύθυνσις, διότι συζήτησις περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι συζήτησις πολιτικὴ πρὸ πάντων, καὶ ὅμως οὐδένα ἔχομεν τὸν ὑπεύθυνον ἐπὶ τοῖς προτεινομένοις, ἅμα δὲ καὶ κατανοοῦντα καὶ ἐνστερνιζόμενον αὐτὰ, οὐδένα ἔχομεν τὸν ὑπεύθυνον ἐπὶ τοῖς ἐπικρινομένοις. Ὑπεύθυνοι ἐπὶ τοῖς ἐπικρινομένοις εἶναι μόνοι οἱ ἄρτι καταδικασθέντες ὑπὸ τῆς ψήφου, ἥτις ἀπέστειλεν ὑμᾶς ἐνταῦθα πλειοψηφοῦντας, οἱ πεσόντες ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἰδίαν δ’ ἔχοντες ἐνταῦθα ἐντολὴν, ὅπως ἐλέγχωσι τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενα· τίνα προτεινόμενα; τὰ ἴδια αὐτῶν ἔργα. Βεβαίως τοιαύτη συζήτησις στερεῖται σπουδαιότητος, τούτου δ’ ἕνεκεν οὐ μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἐκ τῆς πλειονοψηφίας ὡμίλησαν, μηδὲν δυνηθέντες νὰ διευκρινήσωσιν ἐκ τῶν διευκρινιστέων. Ἀφοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας ἐπελήφθη τῶν καθηκόντων τῶν εἰς αὐτὴν ἀναγομένων, οὐχὶ ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς ὡς τῆς ὑπευθύνου ἐπὶ τῇ πολιτικῇ τῇ προτεινομένῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας διὰ θαυμασίας τῷ ὄντι ἀναπτύξεως παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν τὴν ἔννοιαν τῆς πολιτικῆς ταύτης, διευκρινήσας τὰ πάντα, παρέστημεν εἰς συζήτησιν μακρὰν, ἀλλ’ οὐδὲν ἠκούσαμεν εἰς ἀνασκευὴν τῶν λόγων τοῦ κ. εἰσηγητοῦ. Ἠκούσαμεν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσσης, ὅστις μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι ἡ γεωργία, ἡ βιομηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον εἶναι οἱ παράγοντες, δι’ ὧν ἡ νέα Κυβέρνησις, ἡ ἐπινοήσασα αὐτοὺς, θέλει δυνηθῆ νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὰ τῆς χώρας, ἀλλ’ ὅμως οὐδὲν εὗρον ἐγὼ ἐν τῇ ἀγορεύσει τὸ οὐδὲ πόῤῥωθεν ἐνδεικνύον τὸν τρόπον τῆς διαῤῥυθμίσεως, οὐδὲ τὸ τεῖνον κἂν εἰς ἀνασκευὴν τῶν ῥηθέντων ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας περὶ τῆς ἐπιτευχθείσης ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως διαῤῥυθμίσεως. Ἦλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἄλλος Βουλευτὴς ἐκ τῶν ὑποστηριζόντων ἢ μὴ τὴν Κυβέρνησιν, —περὶ τούτου αὐτὸς εἶναι ἁρμόδιος, ἵνα ἀποφανθῇ, —ἀλλὰ πάντως ἐκ τῶν ἀποσταλέντων ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὴν νέαν πολιτικήν· καὶ παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ τούτου ἠκούσαμέν τι, κλονίζον κατ’ ἐλάχιστον τὰ ῥηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κατέθηκε μάλιστα καὶ πίνακα ὑπολογισμῶν, ἵνα δείξῃ δι’ ἀριθμῶν, πῶς αὐτὸς, ὁ πολύπειρος περὶ τὰ λογιστικὰ, ἀντιλαμβάνεται τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος, οἷα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως παρεστήθησαν. Ἐνόμιζεν, ὡς καταφαίνεται ἐκ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ὑποβαλὼν τοὺς ὑπολογισμοὺς, ὅτι ἀνεσκεύαζε δι’ αὐτῶν τὰ συμπεράσματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Ἀνέγνων τὸν πίνακα, καὶ πᾶν ἄλλο εὗρον ἐν αὐτῷ ἢ ἀνασκευὴν τῶν ῥηθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος· τοὐναντίον εὗρον ὑπερβολὴν ἐν τῇ διευθύνσει, πρὸς ἣν ἔτεινεν ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἠθέλησε νὰ δείξῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ἀναντίῤῥητον, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 καὶ 1889 ὁμοῦ ὑπερέβαινον κατὰ ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων τὰ 4,000,000, ὁ δὲ πίναξ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, ἐν ᾧ ἀναλύονται τὰ προκύπτοντα ἐκ τῶν καταστάσεων τοῦ Ὑπουργείου περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δαπανῶν, δεικνύει ὅτι 125,059,000 εἶναι τὸ διατεθὲν πλεόνασμα εἰς πληρωμὴν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν χρήσεων τῶν ἀπὸ τοῦ 1882 ἕως τοῦ 1889 καὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1890. Ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τοῦτον, ἐπὶ τῶν 125,000,000 αἱ χρήσεις τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886 ἐπιβαρύνονται δι’ 78,000,000, ὥστε εἰς τὰς ἄλλας χρήσεις, τὰς ἀπὸ τοῦ 1882 ἕως τοῦ 1889, ἐξαιρέσει τῶν χρήσεων τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886, καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 1890 ἀνάγονται κατὰ τὸν πίνακα μόνον 47,059,000· ταῦτα δὲ, διατεθέντα εἰς ἀναπλήρωσιν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐλλειμμάτων, πῶς διανέμονται; Αὐταὶ αἱ καταστάσεις ἀναγράφουσι τὰ τῆς διαθέσεως εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν χρήσεων τοῦ 1882, 1883 καὶ 1884. Κατὰ τὰς καταστάσεις ἐπληρώθησαν ἐλλείματα τοῦ 1882 τακτικὰ 4,230,250, καὶ ἔκτακτα 888,020, τοῦ 1883 τακτικὰ 9,258,256, καὶ τοῦ 1884 τακτικὰ 20,857,581, καὶ ἔκτακτα 9,744,728· τουτέστιν ἐν ὅλῳ 44,988,835, ὧν ἀφαιρουμένων ἀπὸ τῶν 47,059,000, ὑπολείπονται 2,070,165, ἀρκέσαντα εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν χρήσεων 1888 καὶ 1889. Ταῦτα κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας, στηριζόμενον εἰς τὰς καταστάσεις, τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἑπόμενος εἰς τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ ἰδίους πίνακας, δεικνύοντας ἀκριβῶς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταστάσεων τοῦ Ὑπουργείου, τ’ ἀποτελέσματα τῶν χρήσεων καὶ τῶν διαχειρίσεων τοῦ 1888 καὶ τοῦ 1889, ἐν τοῖς πίναξι δὲ τούτοις μόνη ἀμφισβήτησις χωρεῖ περὶ τὴν κατάταξιν ὡρισμένων δαπανῶν, ὡς τακτικῶν ἢ ἐκτάκτων, διότι τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν, ὡς ἀναγεγραμμένον ἐν καταστάσεσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου δεδημοσιευμέναις, ἔχει πλῆρες τὸ κῦρος. Ἀλλὰ καὶ περὶ τὴν κατάταξιν αἱ ἀμφισβητήσεις δὲν δύνανται νὰ ἦναι πολὺ σπουδαῖαι· ἀφορῶσιν εἰς ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν, ἢ ἔστω καὶ εἰς ἑκατομμύριον, ἢ καὶ εἰς δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια, πρὸς τὴν ἐξέλεγξιν δὲ τῶν ἀμφισβητουμένων πρόχειρα εἶναι πάντα τὰ στοιχεῖα ἐν ἐπισήμοις δημοσιεύμασιν. Οὕτως ἐξελεγχομένη ἡ ταξινόμησις, δεικνύει ἀμφοτέρας μὲν τὰς χρήσεις τοῦ 1888 καὶ 1889 καταλιπούσας περισσεύματα ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων, τὸ δ’ ὁλικὸν ἔλλειμμα τῶν τακτικῶν ἐσόδων τῶν δύο χρήσεων ὑπέρτερον μὲν τῶν δύο ἑκατομμυρίων, εἰς ἃ καταλήγει ὁ πίναξ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, ἀλλὰ κατώτερον τῶν 5,000,000. Ἔχω, ὡς εἶπον, ἐνταῦθα πίνακας ἐπὶ τῶν αὐτῶν στοιχείων στηριζομένους, ἐφ’ ὧν καὶ ὁ πίναξ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, τουτέστιν ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν καταστάσεων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῶν πινάκων δὲ τούτων προκύπτει, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1888 ἀφῆκε περισσεύματα ἐκτάκτων ἐσόδων, μετενεχθέντα εἰς τὴν ἑπομένην χρῆσιν, ἐκ δραχμῶν 2,205,015:42, ἡ δὲ χρῆσις τοῦ 1889 περισσεύματα ἐπίσης ἐκτάκτων ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 5,512,197:58, τακτικῶν δὲ ἐσόδων ἀφῆκαν ἐλλείμματα, ἡ μὲν χρῆσις τοῦ 1888 δραχμὰς 2,726,267:35, ἡ δὲ χρῆσις τοῦ 1889 δραχμὰς 1,897,834, ἤτοι ἀμφότεραι ὁμοῦ αἱ χρήσεις τοῦ 1888 καὶ 1889, τῆς χρήσεως τοῦ 1887 καταλιπούσης περίσσευμα, κατέλιπον ἔλλειμμα τακτικῶν ἐσόδων ἐκ 4,624,000 δραχμῶν. Εἰς τὰ περὶ τούτων δὲν προτίθεμαι νὰ ἐνδιατρίψω, διότι ταῦτα ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας διὰ τρόπου, καθιστῶντος περιττὴν πᾶσαν παρ’ ἐμοῦ ἐπασχόλησιν εἰς τὰ αὐτὰ, εἴτε περὶ τ’ ἀφορῶντα εἰς τὰ ἐλλείμματα, τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, εἴτε περὶ τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δανείων, διότι καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δανείων, ὡς ἐκ τῆς γενομένης διαθέσεως τῶν κεφαλαίων νέων δανείων εἰς τροπὰς παλαιοτέρων δανείων, ἀπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ὅτι σήμερον δαπανᾷ τὸ Κράτος ὀλιγώτερα εἰς ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων χρεῶν τῶν δαπανωμένων ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων χρεῶν κατὰ τὸ 1886. Τὰ περὶ τούτου ἐν τῇ δημοσιευθησομένῃ ἀγορεύσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος θὰ ἦναι οἱ ἀψευδεῖς πίνακες πρὸς μελέτην τῆς διαχειρίσεως τοῦ παρελθόντος, ἑπομένως δὲ καὶ ἡ βάσις τῆς μελέτης τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ. Πρόκεινται εἰς ἐξέτασιν σήμερον τ’ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος, ἵνα ἐξ αὐτῶν ἀρυσθῶμεν τὰ στοιχεῖα πρὸς μόρφωσιν γνώμης, ἂν ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑποβαλλόμενος, θέλῃ καταλήξει εἰς ἔλλειμμα, ἢ θέλῃ καταλήξει εἰς ἰσοζύγιον ἢ εἰς περίσσευμα, πρέπει δὲ ἡ ἐξέτασις αὕτη νὰ διεξαχθῇ μετὰ πάσης προσοχῆς, διότι, καίτοι ὡμίλησάν τινες περιφρονητικῶς περὶ τῶν τοῦ ἰσοζυγίου, νομίσαντες μάλιστα, ὅτι ἐπιδέχονται ἀναβολῆς τὰ περὶ τούτου μέχρι τῆς πλήρους οἰκονομικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς χώρας, ἐγὼ φρονῶ, ἀξιῶ δὲ ὅτι ἔχει καθῆκον καὶ ἡ Βουλὴ νὰ φρονῇ καὶ νὰ βουλεύηται ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι ἄνευ οἰκονομικοῦ καθεστῶτος ἐμπέδου οὐδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμεν σπουδαῖον. Ἡ μελέτη περὶ τοῦ ἰσοζυγίου εἶναι ἐκ τῶν οὐσιωδεστέρων, ἔλαβον δὲ τὸν λόγον ἀναγκαζόμενος εἰς τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δηλώσαντος, ὅτι αὐτὸς θὰ ποιήσηται τὰς μελέτας βραδύτερον, ἐνῷ ἐγὼ πρεσβεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ποιήσηται τὰς μελέτας νῦν, ψηφιζομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἂν πείθηται, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς παρουσιάζεται, δὲν καταλήγει εἰς ἰσοζύγιον, ὀφείλει ν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς συμπληρωθῇ, ἵνα κλείσῃ ἐν ἰσοζυγίῳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγε χθὲς, ὅτι τὸ νὰ κλείωσιν οἱ προϋπολογισμοὶ ἐν ἐλλείμμασιν εἶναί τι σύνηθες, ἐξαίρεσις εἶναι τὸ νὰ κλείωσιν ἐν ἰσοζυγίῳ, καὶ ὅ,τι δύνανται νὰ πράττωσι Κράτη πολὺ ὑμῶν μεγαλείτερα καὶ ἰσχυρότερα, πολὺ ἡμῶν οἰκονομικῶς εὐρωστότερα, πολλῷ μᾶλλον δυνάμεθα νὰ πράττωμεν τοῦτο ἡμεῖς. Ἀγνοῶ, ποῦ ἀνεσκάλευσε τὴν θεωρίαν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ βεβαίως, τοῦτο μόνον ἀκούοντες παρ’ αὐτοῦ, πειθόμεθα, ὅτι εἰσέτι δὲν ἐποιήσατο τὰς μελέτας. Ἡμεῖς, ἁπλῶς τὰς ἐφημερίδας ἀναγινώσκοντες τῆς τελευταίας ταύτης ἑβδομάδος, τί πληροφορούμεθα περὶ τῶν ἐλλειμμάτων ἐν Γαλλίᾳ, τί πληροφορούμεθα περὶ τῶν ἐλλειμμάτων ἐν Ἰταλίᾳ; Αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν χθὲς εἰς ἐπικρίσεις περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἡμετέρου προϋπολογισμοῦ, ἐκ παραβολῆς πρὸς τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἰταλικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔλεγεν, ὅτι τὸ ἰταλικὸν ἔλλειμμα εἶναι μηδαμινὸν ἀπέναντι τῶν ἡμετέρων. Ἴσως δὲν εἶναι μηδαμινὸν, ὅσον ἔλεγε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἴσως αἱ ἀναλογίαι εἶναι διάφοροι τῶν παρ’ αὐτοῦ παραστηθεισῶν πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ὁπωςδήποτε εἶναι ἀναλόγως κατώτερον τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἰταλικοῦ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἑλληνικοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον θέλω μετ’ ὀλίγον ἐξετάσει μεθ’ ὑμῶν. Ἀλλ’ ἡ Ἰταλία ἠνέχθη τὸ ἔλλειμμα τοῦτο; Ἐπὶ τοσοῦτον δὲν ἠνέχθη αὐτὸ, ἐπὶ τοσοῦτον δὲν ἐθεώρησεν, ὅτι εἶναι σύνηθές τι τὸ ἔλλειμμα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, ὥστε 36,000,000 διαφορὰ ἐπὶ πλέον τῶν δαπανῶν πρὸς τὰ ἔσοδα μετὰ προηγουμένους πολλοὺς περιορισμοὺς τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐθεωρήθη ὡς ἀποχρῶν λόγος ἀνατροπῆς Ὑπουργείου, ὑπὲρ οὗ πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων εἶχεν ἀποφανθῆ ὁ λαὸς σχεδὸν διὰ παμψηφίας ἐν ταῖς βουλευτικαῖς ἐκλογαῖς.
§86ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἀνετράπη.
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν προῆλθεν ἐκ τοῦ ἐλλείμματος ἡ πτῶσις τοῦ Ἰταλικοῦ Ὑπουργείου.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς εἶπον ἐξ ἀφορμῆς ἄλλης παρατηρήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, πείθομαι καὶ ἐκ τῆς παρατηρήσεως αὐτοῦ ταύτης, ὅτι ἀκριβὲς εἶναι ὅ,τι ἔλεγε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἐμελέτησε τὰ περὶ ἰσοζυγίου· διότι, ἂν εἶχε μελετήσει αὐτὰ, θὰ ἐγίνωσκεν, ὅτι προεκάλεσε τὴν πτῶσιν τοῦ Ὑπουργείου Κρίσπη τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, ἡ μὴ ἀναπλήρωσις τοῦ ἐλλείμματος, τούτου δ’ ἕνεκα τὸ νέον Ὑπουργεῖον ἦλθεν ἐφαρμόζον πρόγραμμα ἀναπληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος. Ἐκ τοιούτου λόγου προεκλήθη ἡ πτῶσις τοῦ κ. Κρίσπη, τοῦ πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων στερεωθέντος ἐκ τῶν ἐκλογῶν παντοδυνάμου ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Καὶ ὅμως 36,000,000 ἔλλειμμα ἐν Ἰταλίᾳ, ἀντιστοιχοῦν τὸ πολὺ πρὸς 2,000,000 ἔλλειμμα ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῶν προϋπολογισμῶν, ἐθεωρήθη ἐκεῖ ἱκανὸς λόγος, ἵνα ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τῶν πραγμάτων ὁ Ὑπουργὸς, ὁ πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων προκύψας ἐκ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ὡς ὁ μόνος ἀνὴρ, εἰς ὃν ἡ Ἰταλία ἤθελε νὰ ἐμπιστευθῇ τὰς τύχας αὐτῆς. Τὸ ζήτημα τοῦ ἐλλείμματος εἶναι τὸ ζωτικώτερον τῶν ζητημάτων ἐν πάσῃ χώρᾳ· δὲν δύναται δὲ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχον ὕπαρξιν καὶ ἐν τῷ παρόντι, ἀλλὰ πάντως ἐν τῷ μέλλοντι, τὸ Κράτος τὸ μὴ κατορθοῦν νὰ κατακτήσῃ τὸ ἰσοζύγιον· τὴν δὲ συζήτησιν περὶ τοῦ ἰσοζυγίου θεωρῶ πρωτίστου ἐνδιαφέροντος, διότι, ἐὰν δὲν δυνηθῶμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ ἰσοζυγίου, μάτην συζητοῦμεν περὶ τῶν λεπτομερειῶν, μάτην οὗτος ὁ Βουλευτὴς συζητεῖ περὶ δικαστικῶν, καὶ ἐκεῖνος ὁ Βουλευτὴς περὶ στρατιωτικῶν ἢ ναυτικῶν, καὶ ἄλλος περὶ ἐκπαιδευτικῶν· πάντα ταῦτα στηρίζονται ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ καθεστῶτος τῆς χώρας, καὶ ἂν τὸ οἰκονομικὸν καθεστὸς τῆς χώρας δὲν ἦναι ἔμπεδον, εἰς οὐδένα τῶν κλάδων τῆς ὑπηρεσίας παρέχεται στάδιον ἀναπτύξεως. Τὰ ἰσοζύγια ἔχουσι καὶ ταῦτα ἔννοιαν σχετικὴν, ἡ δὲ Ἑλλὰς, ἐν ᾗ καταστάσει διατελεῖ ἀπὸ ἐτῶν τινων, δὲν δύναται νὰ ἀξιοῖ, ὅπως ἔχῃ ἰσοζύγιον προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἀγγλικοῦ ἰσοζυγίου. Τὸ ἀγγλικὸν ἰσοζύγιον περιλαμβάνει ὡς καλυπτόμενα ὑπὸ τῶν τακτικῶν ἐτησίων ἐσόδων πάντα τοῦ ἔτους τὰ ἔξοδα, τά τε τακτικὰ καὶ τὰ ἀλλαχοῦ χαρακτηριζόμενα ὡς ἔκτακτα. Ἐπιστρατεύσεις καὶ δημόσια ἔργα καὶ πᾶσα δαπάνη οἱαδήποτε περιλαμβάνεται ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ ἔτους, ἐν οἷς οὐδεμία χωρεῖ διάκρισις τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων. Αὐτὸν τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον ἡ Ἀγγλία ἐπεχείρησε νὰ διεξαγάγῃ διὰ τῶν ἐτησίων τακτικῶν ἐσόδων, συμπληρουμένων διὰ προσθήκης καὶ αὐξήσεως φόρων, καὶ μόλις πρὸς τὸ τέλος ἐδέησε νὰ συμπληρώσῃ διὰ δανείου κενά τινα. Ἐπὶ ἄλλου πολέμου, μὴ ἐπιτευχθείσης τῆς ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ αὐτοῦ ἔτους πληρωμῆς ἁπάντων τῶν ἐξόδων, ἐγένετο δεκτὴ ἡ κατανομὴ αὐτῶν εἰς δύο ἔτη. Τοιοῦτον ἰσοζύγιον δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἀξιῶμεν, ὅτι θ’ ἀποκτήσωμεν. Ἡ Γαλλία παρέχει ἕτερον παράδειγμα τῆς σχετικῆς ἐννοίας τῶν ἰσοζυγίων, διότι καὶ αὕτη, ἐξερχομένη ἀπὸ τοῦ ἀγῶνος τοῦ μεγάλου, ἐν ᾧ καὶ οἰκονομικῶς πολλὰ ἔπαθεν, εἰς πᾶσαν ὑπεβλήθη θυσίαν πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ περιώρισε τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς, καὶ, μὴ δυναμένη νὰ φθάσῃ εὐθὺς μέχρι τοῦ πλήρους ἰσοζυγίου κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀγγλικοῦ προϋπολογισμοῦ, διήρεσε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὸν στηριζόμενον ἐπὶ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὸν στηριζόμενον ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων πόρων τοῦ Κράτους, ἀφοῦ δὲ ἤρξαντο τὰ οἰκονομικὰ βελτιούμενα βαθμηδὸν, μετέφερεν ἀπὸ τοῦ ἐκτάκτου αὐτῆς προϋπολογισμοῦ εἰς τὸν τακτικὸν τὸ πρῶτον μὲν μικροτέρας πιστώσεις, εἶτα δὲ μεγαλειτέρας, καὶ οὕτω βαθμηδὸν ὁ ἔκτακτος προϋπολογισμὸς ἐξέλιπε σχεδὸν ἤδη ἐν Γαλλίᾳ. Τοιαῦτα βλέπομεν καὶ ἐν Ἰταλίᾳ. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπαιτῶμεν, εἰμὴ τὸ ἰσοζύγιον τὸ μᾶλλον περιωρισμένον, μόνον ἰσοζύγιον τακτικῶν πόρων πρὸς τακτικὰς δαπάνας· τὰς ἐκτάκτους δαπάνας εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσωμεν διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πολλάκις ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ὡς Βουλευτὴς Ἄρτης ἐπέκρινε τὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, λέγοντος, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπιτρέπει τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς μόνου προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἶναι τοῦτο ζήτημα τύπων, δὲν εἶναι ζήτημα καταγραφῆς τῶν πιστώσεων ἐν ἑνὶ τεύχει ἢ ἐν πλείοσι τεύχεσιν, εἶναι τὸ ζήτημα οὐσιαστικὸν, καὶ ὁ ἀξιῶν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται διὰ τῶν τακτικῶν τοῦ ἔτους πόρων νὰ ἐπαρκέσῃ οὐ μόνον εἰς τὰς κανονικὰς καὶ ἐτησίους δαπάνας, ἀλλ’ ὅτι δύναται δι’ αὐτῶν νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὰς δαπάνας τὰς ἐντὸς τοῦ ἔτους γινομένας χάριν ὠφελείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ἐκεῖνος δὲν σπουδαιολογεῖ περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀρκεῖ νὰ ἐπιτυγχάνωμεν τὸ ἰσοζύγιον, ὡς εἶπον, τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ τῶν τακτικῶν ἐξόδων, νὰ ἀπαντῶμεν δὲ μόνα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα διὰ δανείων, ἀρκεῖ ταῦτα νὰ ἐπιτυγχάνωμεν, καὶ δὲν εἶναι ἴδιον Ἀντιπολιτεύσεως εἰλικρινῶς ἐργαζομένης, ἵνα ζητῇ νὰ στενοχωρῇ τὴν Κυβέρνησιν, παριστῶσα, ὅτι ἔξοδά τινα, ἀναγραφόμενα ἐν τοῖς ἐκτάκτοις, ἔπρεπε νὰ ἀναγράφωνται ἐν τοῖς τακτικοῖς, ὅτε τὰ περὶ τούτου εἶναι ἀμφισβητήσιμα. Τὰ παρ’ ἡμῖν οἰκονομικὰ εἶναι εἰσέτι ἱκανῶς ἀνώμαλα, ὥστε νὰ ἀρκώμεθα εἰς ἰσοζύγιον, περιλαμβάνον μόνον τὰς προδήλως τακτικὰς, τὰς ἀναμφηρίστως ἐτησίους δαπάνας· ἀλλ’ ἆρα ἀποκτῶμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦτο; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο καθῆκον εἶχον ἐγὼ ν’ ἀναπτύξω, διότι ὁ προϋπολογισμὸς, περὶ οὗ συζητοῦμεν, εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως παρηλλαγμένος ἐν λεπτομερείαις, παρηλλαγμένος ἐν τῷ τελικῷ συμπεράσματι, ἀλλ’ εἶναι ἐν ταῖς βάσεσιν ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος, καὶ καθῆκον ἔχομεν ἡμεῖς, οἱ ἐντεταλμένοι νὰ ἐλέγχωμεν τὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐφ’ οὗ ταῖς βάσεσιν εὐθυνόμεθα, καθῆκον ἔχομεν ἡμεῖς νὰ ἐξετάσωμεν ὡς ὑπεύθυνοι, ὅσον καὶ ὡς ἐλέγχοντες, ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ ἰσοζύγιον, καὶ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι καθῆκον ἔχει καὶ αὐτὴ, ἵνα ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἀποκαταστῇ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ· ἔχει δὲ τὸ καθῆκον τοῦτο ἡ Βουλὴ, ἑπομένη εἰς τὴν παρακέλευσιν ἡμῶν, ἀφοῦ ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ στερεῖται τῆς κανονικῆς ὁδηγίας ὑπευθύνου ἐπὶ τοῖς συζητουμένοις Κυβερνήσεως. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει, αὐτὴ κατανοοῦσα τὸ ἀναπόδραστον τῆς ἀνάγκης, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ, ὅπως ψηφισθῇ προϋπολογισμὸς ἄνευ ἰσοζυγίου, στενοῦ ἰσοζυγίου, ὅσον ἐνδέχεται, ἀλλὰ πάντως ἰσοζυγίου τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ τῶν τακτικῶν δαπανῶν. Μετὰ πολλῆς ἄρα προσοχῆς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἤκουσα, ἀνέγνων τὰς ἀγορεύσεις τῶν Βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, τῶν ἐκ τῆς εἰδικότητος αὐτῶν δυναμένων ἴσως νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ ἐπιδιωκόμενον, διότι τὰς γνώμας τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἀλλ’ αἱ γνῶμαι αὗται οὐδὲν μαρτυροῦσι περὶ τῶν προθέσεων τῆς Βουλῆς· τὰς προθέσεις τῆς Βουλῆς ἐζήτουν νὰ ἀνεύρω ἐν τοῖς λόγοις τῶν Ὑπουργῶν, ἐζήτουν νὰ ἀνεύρω ἐν τοῖς λόγοις τῶν Βουλευτῶν, τῶν ὅπως δήποτε ἀποσταλέντων ἐνταῦθα ὑπὸ τῆς νικηφόρου ψήφου, οὐχὶ δὲ τῶν λαβόντων τὴν ἐντολὴν ἐκ τῆς ψήφου τῆς ἡττηθείσης. Ἐξήτασα πάντα τὰ ῥηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἴδω, ἐὰν ἐκεῖ ὑπάρχῃ, ἐὰν ἐκεῖ ὑποφώσκῃ ἐλπὶς τις ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐν τοῖς λόγοις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲν ἄλλο εἶδον, εἰμὴ ὅ,τι διέγνων καὶ ἐν τοῖς λόγοις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρότερον, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις πολιτικὴν, ὅτι κρύπτεται ὑπὸ τὰς πτέρυγας τῶν προκατόχων αὐτῆς, ὅτι ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, φέρουσα τὰ ἔργα τῶν προκατόχων, ἀλλὰ μὴ υἱοθετοῦσα αὐτά. Βεβαίως τὰ ἔργα τῶν προκατόχων ἐν συνεχείᾳ Κυβερνήσεως εἶναι κτῆμα τῶν διαδόχων, ἀλλ’ ἐὰν οἱ διάδοχοι τὰ ἀποδέχωνται, ὀφείλουσι νὰ ἀποδέχωνται συνάμα καὶ τὴν ἐπ’ αὐτοῖς εὐθύνην. Καὶ ἐπὶ προηγουμένης ὅμως προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μόνον ἐξ ἀπογραφῆς παρεδέχετο τὰ ἔργα τῶν προκατόχων· ἀλλ’ ἡ ἀποδοχὴ ἐξ ἀπογραφῆς μαρτυρεῖ τὴν ἀνεπάρκειαν. Ἀρτία Κυβέρνησις φέρει εὐθύνην ἀκεραίαν, καὶ ἂν δὲν τολμᾷ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ἔργων πρωτοβουλίας ἄλλων, ὀφείλει νὰ μὴ ἀναλαμβάνῃ τὴν εἰσήγησιν αὐτῶν, οὐδ’ ἔχει θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ Κυβέρνησις παρουσιαζομένη ὡς ἐξ ἀπογραφῆς κληρονόμος. Ἡ 14η Ὀκτωβρίου δὲν ἐπεζήτησεν ἐξ ἀπογραφῆς κληρονόμον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· ἡ 14η Ὀκτωβρίου κατεδίκασε τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, καὶ σήμερον ὁ λαὸς, ὁ θριαμβεύσας κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου ἐν τῇ γνώμῃ, ὅτι κατεδικάσθη καὶ ἐξηφανίσθη ἡ πολιτικὴ ἡ προηγουμένη, ἀκούει, ὅτι οἱ ἐκλεκτοὶ αὐτοῦ ἀπονέμουσι τὸ γέρας εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν προκατόχων. Δύνασθε νὰ διαμαρτύρησθε περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ψήφου ὑμῶν, ἡ ψῆφος ὑμῶν ὑπὲρ τοῦ προβληθέντος προϋπολογισμοῦ εἶναι ψῆφος ὑπὲρ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· ἀφοῦ ὅμως δίδετε ψῆφον ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὀφείλετε νὰ δώσητε αὐτὴν ἀρτίαν. Διαθέσατε ὡς θέλετε ὅ,τι ἀποδεικνύεται ἤδη ὅτι ἐπεζητεῖτε· τὸ προσωπικὸν γέρας ἀνήκει εἰς ὑμᾶς· τηρήσατε αὐτὸ ὁλόκληρον, καὶ διαθέσατε αὐτὸ κατὰ τὸ δοκοῦν· ἀλλ’ ἀφοῦ τίθεσθε ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, κρατήσατε αὐτὴν ὑψηλά· ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῶμεν, ὅπως οἱ λαμβάνοντες ἀπὸ τῶν χειρῶν ἡμῶν τὴν σημαίαν μὴ ἀφίνωσι ταύτην νὰ κυλίηται ἐν τῷ βορβόρῳ. Ὁ προϋπολογισμὸς ὑμῶν δύναται νὰ συμπληρωθῇ, ὅπως ἀπολήξῃ εἰς ἰσοζύγιον· τοῦτο ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἀνέπτυξεν εὐστόχως, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθω εἰς τοὺς ὑπολογισμούς, δι’ ὧν ἀπέδειξε τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμιζε χθὲς, ὅτι συλλαμβάνει ἀντιφάσκοντα τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας, διότι, ἐνῷ περὶ τοῦ ἔργου τοῦ κόμματος, μεθ’ οὗ συμπράττει, συνεζήτει, προσεπάθει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἦτο μεγαλείτερον τοῦ ὁμολογουμένου· βεβαίως εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας οὐδὲν ὑπῆρχε τὸ ὑπαγορεῦον, ὅπως συγκαλύψῃ τὰς δυσχερείας περὶ τὸν καταρτισμὸν προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῶν ἐνδεδειγμένων ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως βάσεων· οἱ προϋπολογισμοὶ ἡμῶν ὑπῆρξαν ἄρτιοι, καὶ τὴν ἀρτιότητα αὐτῶν δεικνύει αὐτὴ ἡ ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ μελέτῃ προϋπολογισμοῦ καταρτιζομένου ἐπὶ τῶν βάσεων τῶν προϋπολογισμῶν ἡμῶν τεθεῖσα πρώτη βάσις τῆς ἐξακριβώσεως, ἐν ἁπάσῃ αὐτῆς τῇ ἐκτάσει, τῆς δυσχερείας περὶ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἐξακρίβωσις ἀποδεικνύῃ τὴν δυσχέρειαν μεγαλειτέραν τῆς ἀναγνωριζομένης ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ἀντιπροσωπεύσας τὴν μειονοψηφίαν ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπέδειξεν, ὅτι ἐν τοῖς ἐσόδοις εἶχον ἀναγραφῆ πολλὰ ἐπὶ πλέον τοῦ πρέποντος, καὶ ἀφήρεσε ταῦτα, ὅτι ἐν τοῖς ἐξόδοις εἶχον παραλειφθῆ ἄλλα, καὶ προσέθηκε ταῦτα, ἀποτέλεσμα δὲ τῆς διπλῆς ταύτης ἐργασίας ὑπῆρξεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ ἀνεγράφετο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἀνερχόμενον εἰς 2,500,000 δραχμῶν, ἀποδεικνύεται ἀνερχόμενον εἰς 17 ἑκατομμύρια, τοῦτο δὲ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ἐκ 17 ἑκατομμυρίων, ἐξήγησεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας διὰ τίνος τρόπου ἐθεώρει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀναπληρωθῇ. Παρέστησεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἐν πρώτοις, ὅτι, ὅπως εἰς ἀπαρτισμὸν τοῦ ἐκ 17 ἑκατομμυρίων ἐλλείμματος εἶχε ληφθῆ ὑπ’ ὄψει ἡ ἀπόστασις ἐπὶ ἔλαττον τῶν εἰσπράξεων ἀπὸ τῶν βεβαιώσεων, ὑπολογισθεῖσα εἰς 8 ἑκατομμύρια, οὕτω καὶ ἡ ἀπόστασις ἐπὶ ἔλαττον τῶν διατιθεμένων πιστώσεων ἀπὸ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔδει ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ἐκπιπτομένων 5 ἑκατομμυρίων ἀπὸ τῶν 17, καὶ περιοριζομένου οὕτω τοῦ ἐλλείμματος εἰς 12 ἑκατομμύρια. Ἡ ἔκπτωσις τῶν 5 ἑκατομμυρίων ἐνδείκνυται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος. Ἔχω ἐνταῦθα πίνακα τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων ἑπτὰ ἐτῶν πρὸ τοῦ 1890, διότι τὸ ἔτος 1890 δὲν ἀπήνεγκεν ἔτι τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ, βλέπομεν δ’ ἐν αὐτῷ καθ’ ἅπασαν τὴν σειρὰν τῶν ἐτῶν τούτων πιστώσεις μὴ διατεθειμένας ἐπὶ ποσῷ ἀνωτέρω κατὰ μέσον ὅρον τοῦ ἐκπεσθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, βλέπομεν κατὰ τὸ 1885 ἀδιαθέτους πιστώσεις 6,638,000 δραχμῶν, κατὰ τὸ 1886 4,017,000, κατὰ τὸ 1887 15,082,000, κατὰ τὸ 1888 9,722,000, κατὰ τὸ 1889 15,028,000· ἐπὶ ταῖς ἀναλογίαις δὲ ταύταις νομίζω, ὅτι μετρίως ὑπολόγισεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, περιορίσας κατὰ πέντε ἑκατομμύρια τὸ ἔλλειμμα, καὶ ἑπομένως ἀναγνωρίσας αὐτὸ ὡς ἀνερχόμενον εἰς 12 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν 12 ἑκατομμυρίων εἶπε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: «περιλαμβάνεις ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ 6,200,000 δραχμῶν ἔξοδα λόγῳ διαφορᾶς τοῦ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων συναλλάγματος, καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δαπανήσῃς εἰς ἀπόκτησιν συναλλάγματος, κατὰ τοῦτο ὁ προϋπολογισμός σου θὰ διέφερε τοῦ τῶν προκατόχων, καὶ ἑπομένως εἰς ἡμᾶς δὲν θ’ ἀνῆκε νὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου ὡς περὶ ἰδίου ἡμῶν ἔργου· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πανδήμως ἀνεγνώρισεν, ὅτι δὲν δύναται δι’ ἀγορᾶς συναλλάγματος νὰ ἐπιτελέσῃ τὰς ἐκ τῶν δανείων ὑποχρεώσεις, ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐξόδου λόγῳ διαφορᾶς ἐκ συναλλάγματος εἶναι ἀστήρικτος.» Ὅτε ἐκ τῶν τάξεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνεζήτει περὶ τούτου, ἤμεθα ὑπόχρεοι σπουδαίως ν’ ἀντιτασσώμεθα πρὸς τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, διότι εὐλόγως ἠδύνατο τότε νὰ ἀξιοῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅτι σπουδάζων ταῦτα ἔλεγεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἔλεγε τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν: «Ἀτόπως πράττεις, μὴ ἀγοράζουσα συνάλλαγμα. Ἀφοῦ θὰ καταβάλῃς τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους εἰς μεταλλικὸν, τὸ δὲ ἐν χερσί σου χρῆμα δὲν εἶναι μεταλλικὸν, ὀφείλεις τὸ χρῆμα τοῦτο νὰ μετατρέψῃς εἰς μεταλλικὸν ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐπιτυγχάνεται ἡ μετατροπὴ ἐν ἐλευθέρᾳ συναλλαγῇ, ὀφείλεις ἄρα νὰ ἀναγράψῃς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πᾶν ἔξοδον, ἀναγκαῖον εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν περὶ τούτου.» Ἀλλ’ ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ θέλω ἀναπτύξει κατόπιν, ὅταν προέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα, διατὶ ἡμεῖς δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο, καὶ ἑπομένως διατὶ δὲν ἠδύναντο καὶ οἱ ἐπὶ τὰ ἴχνη ἡμῶν βαίνοντες σήμερον Ὑπουργοὶ νὰ πράξωσιν αὐτό. Ἐνόμισε τὸ πρῶτον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐν τούτῳ ἠδύνατο νὰ δείξῃ αὐτοτέλειαν, καὶ ἐπελήφθη τοῦ ἔργου τῆς ἀγορᾶς συναλλάγματος. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ ἐντελῶς ἀδύνατον τὴν ἀγορὰν συναλλάγματος, ἀλλ’ οὕτως ἀνεπιτυχῶς ἐπελήφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ ἔργου, ὥστε ἐδέησε ν’ ἀνακόψῃ τὴν ἐνέργειαν ταύτην, μόλις ἀποκτήσας 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια διὰ τρόπου, πολλαπλασιάσαντος τὰς ἐγκειμένας εἰς τὴν ἐπιχείρησιν δυσχερείας καὶ ὃν εἶναι ἴσως περιττὸν ν’ ἀναπτύξω τώρα.
§89ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δύνασθε νὰ τὸν ἀναπτύξητε, ἐὰν θέλητε.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἑπόμενος εἰς τὴν παρακέλευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρατηρῶ, ὅτι δὲν περιωρίζετο τὸ Δημόσιον εἰς τὴν διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος, ἀνατιθεμένης ταύτης εἰς ἓν καὶ μόνον κατάστημα, ἀλλ’ ἐνῷ ἀνετίθετο ἡ ἀγορὰ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἥτις εἶναι ἡ καταλληλοτέρα, ἐγίνοντο καὶ πληρωμαὶ εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσης οὐχὶ εἰς μεταλλικὸν, ἀλλ’ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἡ δ’ ἑταιρία....
§91ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀνακριβές· διότι, ὅταν ἀνέθηκα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα, μήτε μίαν δραχμὴν ἐπλήρωσα εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπλήρωσα τὴν ἑταιρίαν πρὸ ὀλιγίστου χρόνου. Αἱ πληροφορίαι σας λοιπὸν εἶναι ἀνακριβεῖς.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πληροφορία μου εἶναι ἀκριβὴς, καὶ συμφωνεῖ πρὸς ὅσα λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ἔμαθον τὰ τῆς συμφωνίας, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐγένετο, καὶ εὐθὺς τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἶπον πρός τινα,— ἤλπιζον δὲ, ὅτι θ’ ἀνεκοίνου οὗτος τὴν κρίσιν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δὲν ἐπεθύμουν τὴν ἀποτυχίαν αὐτοῦ ἐν τούτῳ,—εἶπον ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου προεκαλεῖτο ὑπερτίμησις συναλλάγματος ἀνεκδιήγητος. Εἶπον πρὸς τὸν μεθ’ οὗ συνδιελέχθην περὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἔχει ἀνάγκην μεταλλικοῦ καὶ δὲν θέλει ν’ ἀποκτήσῃ αὐτὸ δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, δέον διὰ μόνης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ προμηθευθῇ αὐτὸ, οὐχὶ δὲ διὰ δύο συνάμα Τραπεζῶν, προκαλῶν οὕτω τὸν συναγωνισμὸν αὐτῶν ἐν τῇ ἀγορᾷ πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐκχωρηθέντος συναλλάγματος, πάντως δὲ μεταλλικὸν νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐργολάβους τοῦ σιδηροδρόμου, διότι, ἂν πληρώσῃ αὐτοὺς διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις εἶχε καταβάλει πρὸς τὸ Δημόσιον τὸ συνάλλαγμα τὸ δι’ αὐτῆς προμηθευθέν, κατερχομένη εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν καταβληθέντων, θ’ ἀπήντα ἀνταγωνιστὰς τοὺς ἐργολάβους τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης, τουτέστιν ἄλλον ἐντολοδόχον τοῦ Δημοσίου, καὶ οὕτως ἐξ ἀφορμῆς τοῦ συναλλάγματος τοῦ Δημοσίου θὰ προεκαλεῖτο ὁ πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν καταβληθέντων ἀνταγωνισμὸς, οὗτινος ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ σπουδαία.
§93ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδέποτε συνέβη τοῦτο.
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννεακοσίας χιλιάδας δραχμῶν, νομίζω, εἶχον λάβει οἱ ἐργολάβοι τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης, ἀλλὰ διὰ τῶν 900,000 δραχμῶν, ἃς ἔσπευδον ν’ ἀποστείλωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐζήτουν ἐν τῇ ἀγορᾷ συνάλλαγμα, ἐκεῖ δὲ εὕρισκον ἀντιμετώπους τοὺς ἀγοράζοντας συνάλλαγμα εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ εἰς τὸ Δημόσιον καταβληθέντος ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν.
§95ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὰς ἔλαβεν εἰς χρυσὸν ὁ ἐργολάβος, δὲν ἔλαβεν οὐδὲ λεπτὸν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἔλαβε τοιαῦτα πρὸ ἑνὸς μηνὸς μόνον, ὅτε δ’ ἐγένετο ἡ ἀγορὰ συναλλάγματος διὰ τῆς Τραπέζης, δὲν ἔλαβεν οὔτε μίαν δραχμὴν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ὥστε κακῶς ἐπληροφορήθητε.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἐν τῇ ἀγορᾷ συναγωνισμὸς προεκλήθη τὸ πρῶτον ἐκ τῆς ἀγορᾶς συναλλάγματος πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐργολάβων δι’ εἰδικῆς συμφωνίας πρὸς Τράπεζάν τινα, ἐνῷ συγχρόνως ἠγόραζε συνάλλαγμα, ἕνεκα γενικωτέρας πρὸς τὸ Δημόσιον προμηθείας, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα· ὅτε δ’ ἐγένετο ἡ πληρωμὴ πρὸς τοὺς ἐργολάβους εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ἀγοράζουσα συνάλλαγμα εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον προμηθευθέντος, ὡς καὶ ἡ Τράπεζα, ἥτις εἶχε προμηθεύσει τὸ τῆς προηγουμένης πρὸς τοὺς ἐργολάβους πληρωμῆς συνάλλαγμα καὶ ἥτις ἐπίσης ἀνεπλήρου ἐν τῇ ἀγορᾷ τὸ προμηθευθὲν, εὗρον ἐν αὐτῇ ἀντιμετώπους τοὺς ἐργολάβους τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης, καὶ οὕτω τρεῖς ἦσαν οἱ ἀνταγωνιζόμενοι περὶ συναλλάγματος, ἀνατρέχοντος εἰς τὸ Δημόσιον.
§97ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠγόραζε τότε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα συνάλλαγμα.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πότε καὶ πῶς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀνεπλήρου τὸ προμηθευθὲν παρ’ αὐτῆς συνάλλαγμα, δὲν δύνασθε νὰ γινώσκητε. Ἀπεδείχθη σήμερον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν συνέφερε διὰ συναλλάγματος νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἀπότισιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
§99ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι πάντοτε.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ 1891 τοὐλάχιστον· συζητοῦμεν δὲ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891. Εἰς τοῦτο βεβαίως ἐγὼ δὲν θὰ ἀντείπω, διότι τοῦτο ἐφρόνουν πάντοτε καὶ τοῦτο φρονῶ, οὐχί, ὡς ὑποθέτουσί τινες, ἕνεκα λόγων κυρίως ταμιευτικῶν ἢ ἕνεκα λόγων σχετιζομένων ἀμέσως πρὸς τὸν προϋπολογισμόν· τοὺς λόγους θέλετε ἀκούσει βραδύτερον, καὶ πιστεύω, ὅτι θέλετε τοὺς ἐκτιμήσει· ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἐξ οἱωνδήποτε λόγων, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγνωρίζει σήμερον, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα εἰς ἀπότισιν τῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν μεταλλικῶν δανείων, καὶ ὅτι πρέπει τὰς πληρωμὰς ταύτας νὰ πραγματοποιῇ κατὰ τρόπον ἄλλον. Ὁ τρόπος οὗτος ἐπάγεται ἀναγραφὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Οὐχί. Ἡ ἀγορὰ τοῦ συναλλάγματος ἐπάγεται ἀναγραφήν. Δύναταί τις νὰ ἐπικρίνῃ τὴν ἀγορὰν συναλλάγματος πρὸς πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου, ἀλλὰ, γινομένης τῆς ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ πλέον πληρωθέντος πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος εἶναι ἀναμφήριστος. Μὴ γινομένης ὅμως ἀγορᾶς συναλλάγματος, πῶς δύνασθε ν’ ἀναγράψητε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἑπομένως δὲ καὶ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, τὰ ἰδανικὰ, τὰ μὴ πληρωτέα καὶ τὰ μὴ πληρωθέντα; Ὁποῖον ἐξάμβλωμα εἶναι ἀπολογισμὸς ἀναγράφων θεωρίας, καταβολὰς λόγῳ ὑπερτιμήσεως 25%, ἢ 23%, ἢ 22% νομίσματος μὴ ἀγορασθέντος, ἀναγράφων ἰδανικὰς καταβολὰς, παραλλασσούσας ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, κατὰ τὰ δελτία τοῦ Χρηματιστηρίου; Καὶ ἂν μάλιστα ἦτο ὀρθὴ ἡ θεωρία, ἣν χθὲς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἀφοῦ χρῆμα τοῦ Δημοσίου εἶναι ἡ τραπεζικὴ δραχμὴ καὶ οὐχὶ ἡ μεταλλική, πᾶσαι αἱ ἐγγραφαὶ τοῦ Δημοσίου πρέπει νὰ τηρῶνται ἐνήμεροι εἰς τραπεζικὰς δραχμὰς, ἂν δὲ τὸ ἀναγραφόμενον ἦναι νόμισμα μεταλλικὸν, πρέπει ν’ ἀναγράφηται συνάμα καὶ ἡ διαφορὰ πρὸς ἀναγωγὴν εἰς τὸ ἐθνικὸν νόμισμα, πρέπει νὰ τηρῆται ὡρισμένῃ ὑπηρεσία ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ καὶ ἐν τῷ τμήματι τῶν δημοσίων χρεῶν, ἀναγράφουσα καθ’ ἑκάστην, κατὰ λόγον τῶν διακυμάνσεων τοῦ Χρηματιστηρίου, τὰ τῆς ἀναγωγῆς ἐν τῷ δημοσίῳ χρέει. Τοιαῦτα δύνανται νὰ ιερευνῶνται ἐν συγγράμμασι θεωρητικοῖς, ὡς ἀθύρματα λογιστικὰ, ἀλλ’ ἐν προϋπολογισμῷ, ὅστις εἶναι ἀναγραφὴ πράξεων τελεσθησομένων, ἐν προϋπολογισμῷ, ὅστις οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ἡ προεικασία περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ, πῶς δύνασθε ν’ ἀναγράψητε ὅ,τι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ὡς πληρωθέν; Ἐνδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἄλλοι, τὴν αὐτὴν ἔχοντες γνώμην, νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι ἡ δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν πληρωμὴ τοῦ μεταλλικοῦ καθιστᾷ τὸ δι’ αὐτῶν ἐπιτυγχανόμενον ἰσοζύγιον στενότερον ἔτι τοῦ ὑποτιθεμένου. Ὡμολόγησα ἐξυπαρχῆς, ὅτι ἐν τῷ παρόντι μόνον τὸ στενότατον ἰσοζύγιον δυνάμεθα νὰ ἐπιδιώκωμεν, ἀλλὰ τὸ στενότατον τοῦτο ἰσοζύγιον, εὐθὺς ὡς περιλαμβάνει πᾶσαν δαπάνην τακτικὴν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ πληροῦν τοὺς διὰ τοῦ ἰσοζυγίου ἐπιζητουμένους στοιχειώδεις ὅρους. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος παρέστησε καὶ τοὺς ἄλλους τρόπους, δι’ ὧν θ’ ἀνεπληροῦτο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἡ διαφορὰ ἡ ἀπὸ τῶν 6,200,000, τῶν ἀναγραφομένων διὰ διαφορὰν συναλλάγματος, μέχρι τοῦ ἐκ 12 ἑκατομμυρίων ὁλικοῦ ποσοῦ τοῦ ἐλλείμματος. Εἶπον ἀπὸ 6,200,000, διότι τόσα ηὐδόκησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀναγράψῃ ὡς ἔξοδα τοῦ πρὸς ἀπότισιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους συναλλάγματος. Βεβαίως, ἂν ἠγόραζε τὸ Δημόσιον συνάλλαγμα, καθ’ ὃν μάλιστα τρόπον πρὸ ὀλίγου περιέγραψα, οὐχὶ 6,200,000, ἀλλ’ οὐδὲ 16 ἑκατομμύρια θὰ ἤρκουν εἰς τὴν ἀναγραφήν. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται μόνον περὶ διαγραφῆς τῶν ἀναγεγραμμένων, μετ’ αὐτὴν δὲ ὑπολείπεται ἀναπληρωτέον ἔλλειμμα 5,800,000. Ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας εἶπεν, ὅτι αἱ ἰδέαι τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἦσαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνωσι θυσίαι, ὅτι, ἀφοῦ ἐδαπανῶμεν τοσαῦτα ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας διὰ τῶν σιδηροδρόμων, ἠδυνάμεθα ν’ ἀνακόψωμεν κατά τι τὰς δαπάνας τῆς ὁδοποιίας, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀνακοπὴν θὰ ἠδύνατο νὰ γίνηται ἐργασία ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας σπουδαία, καταλείπουσα ὅμως ἐκ τῶν προσόδων τῆς ὁδοποιΐας 2,500,000 πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ ἐδαπανῶντο καὶ αὗται ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸν ἀρχικὸν αὐτῶν προορισμὸν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀναγκαζόμεθα, ὡς ἐκ τῶν δυσχερειῶν πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, νὰ περικόψωμεν δαπάνας, ἐνδείκνυται ἡ περικοπὴ ἐν ταῖς δαπάναις τῆς συγκοινωνίας, ὑπὲρ ἧς τὸ Δημόσιον ἐκτάκτως ἐπιβαρύνεται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει ὡς ἐπιτρεπομένην εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περικοπὴν δαπανῶν ὁδοποιΐας ἐκ τῶν πόρων αὐτῆς· εἰς ταῦτα ἀπαντῶ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ψήφισις προϋπολογισμοῦ ἄνευ ἰσοζυγίου, ἐὰν δὲ χάριν τοῦ ἰσοζυγίου πρέπει νὰ περικοπῇ δαπάνη ὁδοποιΐας, ὡς μὴ ὑπαρχούσης ἄλλης δαπάνης, ἣν νὰ δυνάμεθα προτιμότερον νὰ περικόψωμεν, εἰς ταύτην τὴν περικοπὴν τῶν δαπανῶν τῆς ὁδοποιΐας πρέπει νὰ προσφύγωμεν. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα οἰκονομία, ἣν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀνέγραφεν, ἣν ὅμως φρονῶ, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ. Ἀνέγραφεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τὴν κατάργησιν τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων τῶν 100 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἀνέγραφε δὲ αὐτὴν, ἔχουσα σχεδὸν συμπεπληρωμένας τὰς συμφωνίας τὰς περὶ τούτου, ὅπως εἶχε συμπεπληρωμένην καὶ συμφωνίαν περὶ τοῦ δανείου τῆς ἀνεξαρτησίας, ὅπερ ἐξώφλησε διὰ προσωρινοῦ δανείου, προωρισμένου ἵνα συγχωνευθῇ ἐν τῷ παγίῳ. Ἀμφιβάλλω, ἐὰν δύνηται νὰ πράξῃ τοῦτο σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ἔστω καὶ ἐπὶ ὅροις ἀσυμφόροις, διότι, ἐξ ὅσων εἶπε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, φαίνεται ἐννοῶν τὴν τροπὴν τῶν δανείων τούτων ὡς ἐπαγομένην τὴν αὔξησιν τοῦ τόκου. Οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ἡμεῖς ἠθέλομεν τρέψει τὰ δάνεια ταῦτα, ἦσαν οἱ τοῦ παγίου δανείου, ἀλλ’ ἐπὶ τόκῳ πραγματικῷ, ὅσος καὶ ὁ τοῦ προσωρινοῦ δανείου, δι’ οὗ ἐξηγοράσθη τὸ δάνειον τῆς ἀνεξαρτησίας, ἤτοι 5%. Καταργουμένων τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων τῶν 100 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἡμεῖς ἠθέλομεν φέρει αὐτὸν τοῦτον τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἄρτιον, βεβαίως οὐχὶ ἐν ἰσοζυγίῳ, οἷον τὸ τῶν ἀγγλικῶν προϋπολογισμῶν ἢ καὶ τοῦ γαλλικοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως σήμερον μετὰ παρέλευσιν τοσούτων ἐτῶν ἀπὸ τοῦ γαλλογερμανικοῦ πολέμου ἀποκατέστη, ἀλλὰ περιέχοντα ὁπωσδήποτε ἰσοζύγιον τακτικῶν ἐσόδων καὶ τακτικῶν ἐξόδων. Ἤδη ὅμως τί περὶ τούτων βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν ποιουμένην; Ἡμεῖς δὲν ἀξιοῦμεν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν αὐτῶν μέτρων προβῇ εἰς τὴν συντέλεσιν τοῦ ἔργου· τοὐναντίον ἔχομεν ἐπαγγελίας τῶν νῦν κυβερνώντων ὡς ἀντιπολιτευομένων, δεικνυούσας ὅτι ἄλλα παρ’ αὐτῆς ἔπρεπε ν’ ἀπεκδεχώμεθα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολλάκις ἔλεγεν, ὅτι χιλιάδες ὑπαλλήλων ὑπάρχουσι πληρονόμενοι ματαίως· διατὶ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους δὲν ἀπολύει, περικόπτων οὕτω τὰ ἔξοδα; Διὰ τῆς περικοπῆς τῶν ἐξόδων καὶ μάλιστα τῶν εἰς μισθοὺς περιττῶν ὑπαλλήλων ἐπιτυγχάνεται πολὺ κάλλιον ἢ διὰ τοῦ συστήματος τοῦ παρ’ ἡμῶν σχεδιαζομένου ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἰσοζυγίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μηδόλως συμμεριζόμενος τὴν γνώμην τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,— δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἦναι καὶ γνώμη αὐτοῦ νῦν ὡς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο γνώμη αὐτοῦ ὡς Βουλευτοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, — μηδόλως συμμεριζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν γνώμην ταύτην, ἐμυκτήριζε χθὲς τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας περὶ οἰκονομιῶν ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ἔρχομαι ἐπίκουρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναπτύξαντος τὰς ἰδέας ἡμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέκρινε χθὲς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας, εἰρωνευόμενος αὐτόν. Ἐν τῇ ἐπικρίσει τῶν προτεινομένων προβάλλομεν συμπράκτορες, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐν τῇ εἰρωνείᾳ, ἥτις εἶναι προσωπικὴ, ἐνῷ ἡμεῖς οὐδὲν ἔχομεν τὸ προσωπικὸν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας, ἀλλὰ θαυμάζομεν τῶν προτάσεων αὐτοῦ τὴν ἀνεπάρκειαν πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐλλείμματος, ὁποῖον τὸ ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὡς ἐνόησα ἐκ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, ἧς ἀνέγνων περίληψιν, εἶναι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ ἄρα πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος, ἔχομεν 12 ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, προτείνων οἰκονομίας πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, βεβαίως πολὺ ἀπέχει τοιούτου ποσοῦ. Ὑποθέτω, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, καλῶς γινώσκων τὰ περὶ αὐτοῦ, δὲν ἐλπίζει νὰ ἐπιτύχῃ οἰκονομίας ἐκ περικοπῆς προσωπικοῦ ἀνωτέρας δεκάδων χιλιάδων, ἴσως ἑκατοστύος χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀναγνωρίζει ὡσαύτως, ὅτι αἱ περικοπαὶ αὗται θέλουσιν ἀποκτηθῆ δι’ ἀμέσου ζημίας χρηματικῆς τοῦ Δημοσίου· δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ζημίας τῆς ἐκ τῶν γενικωτέρων ὑποχρεώσεων τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἀφορῶ εἰς τὰς ἀμέσους συνεπείας τῆς περικοπῆς, αἵτινες νομίζω, ὅτι θὰ ἦσαν αἱ ἀντίθετοι τῶν ἐπιδιωκομένων, καίτοι, καὶ ἂν μὴ ἦσαν ἀντίθετοι, τὸ ποσὸν τῶν οἰκονομιῶν εἶναι τοσοῦτον εὐτελές, ὥστε βεβαίως ἐξ αὐτοῦ δὲν ἀπεκδέχεται οὐδὲ βῆμα ἐπαισθητὸν πρὸς τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ἰσοζυγίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἠδύνατο νὰ ᾖναι αὐτὸς σήμερον Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας εἶναι ἐκ τῶν ἐντεταλμένων τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, ἑπομένως ἐν τῇ ἐρεύνη περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ ἰσοζυγίου καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀνορθώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων,—διότι ἡ ἀνόρθωσις τῶν κακῶς ἐχόντων εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ψήφου τῆς 14ης Ὀκτωβρίου καὶ οὐδαμῶς τὸ προσωπικὸν ζήτημα,—ἐν τῇ ἐρεύνη ταύτη ἱκανὴν ἔχει σημασίαν ἡ ἐξακρίβωσις, τί ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ἐὰν ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τούτου ἤθελε πράξει. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἐξέθεσε προχθὲς τὰ τῆς πολιτικῆς του, ἀφοῦ δ’ ἐπέρανε τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν κατ’ αὐτὸν ἐκτελεστέων, ἀντιπαρέθεσε τὴν ἰδίαν αὐτοῦ παῤῥησίαν, ἀναπτύσσοντος ἀρτίαν πολιτικήν, πρὸς τὴν δειλίαν ἄλλων, ἀπεχόντων. Ἀλλ’ ἐν ταῖς προτάσεσιν, εἰς ἃς ἀπολήγει ἡ ἀρτία πολιτικὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τί ἀνευρίσκομεν τὸ συντελοῦν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου; Ἔστω τὰς 100 χιλιάδας δραχμῶν ἐκ περικοπῆς προσωπικοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἄλλο, τί; ἐν τῷ στρατῷ, τί; ἐν τῷ ναυτικῷ, τί; ἐν τῇ δικαιοσύνη, ὅπου ἄλλοι ἐπίσης ἀπεσταλμένοι τῆς 14 Ὀκτωβρίου ζητοῦσιν αὔξησιν δαπανῶν, καὶ δικαίως, τίνας οἰκονομίας εἰσηγεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ ἀντιθέτου; Τίνας οἰκονομίας θὰ εἰσηγεῖτο εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπου ἄλλοι εὐλογώτερον μεριμνῶσι περὶ προσθέτου εἰσφορᾶς τοῦ Δημοσίου, ὅπως τὸ ταμεῖον τῆς Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μὴ ναυαγήσῃ; Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι θὰ ἔφερε πρότασιν περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ περὶ ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ διὰ δασμοῦ ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὸ Κράτος ξενικοῦ σίτου, τουτέστι δι’ ἐλαττώσεως ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἢ 1,200,000 δραχμῶν, διότι τοσαύτη εἶναι ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορά· ἔχει τὸ καθῆκον, ἵνα ζητῇ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐν τῷ προβαλλομένῳ προϋπολογισμῷ ἐλλείμματος, καὶ εἰς ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος λέγει πρὸς ἡμᾶς: «περικόψατε»—τὰς δαπάνας; οὐχί· «τὰ ἔσοδα», — «περικόψατε τὰ ἔσοδα κατὰ 1,200,000 δραχμῶν». Δὲν ἐξετάζω ἤδη τὸ ζήτημα, ἐὰν αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ τὴν περικοπὴν ἐπαγομένη φορολογικὴ διαῤῥύθμισις καλῶς ἐπενοήθη· ἀρκεῖ μοι ἐν τῷ προκειμένῳ, ὅτι διὰ περικοπῆς τῶν ἐσόδων ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα. Τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἤκουσα πολλῶν λεγόντων, ὅτι καταδικάζουσι καὶ οἱ εἰσηγησάμενοι αὐτόν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπανέλαβε τοῦτο χθές. Ναί, καταδικάζομεν ἐν τῷ φόρῳ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τὴν φορολογίαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον θὰ ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν φορολογία ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐμμένομεν εἰς ἣν ἀνέκαθεν ἐπρεσβεύομεν περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν γνώμην. Τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ τοῦ φόρου τούτου ἀπεδέχθητε καὶ ὅσοι κατὰ τὸ φαινόμενον πολεμεῖτε αὐτήν· ἀπόδειξις δὲ τούτου, ὅτι οὐδεὶς προτείνει ἄλλο σύστημα φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν, οἱ δὲ ζητοῦντες τὴν κατάργησιν αὐτοῦ ζητοῦσι συνάμα, ὡς καὶ ἡμεῖς, τὴν κατάργησιν τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἡ φορολογία τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐν Ἑλλάδι εἶναι καταργητέα, ὡς μὴ παρέχουσα φορολογικὴν βάσιν· φορολογικὴν βάσιν παρέχει τὸ καθαρὸν ἔσοδον, ἐν Ἑλλάδι δὲ ἡ καλλιέργεια τῶν δημητριακῶν καρπῶν δὲν ἀποφέρει καθαρὸν ἔσοδον, μόνον ἔσοδον ἀποφέρει τὸ ἐκ τῆς ἐργασίας τοῦ καλλιεργητοῦ. Δὲν ἐπιτρέπεται φορολογία ἐπὶ ἐγγείου παραγωγῆς, ὅταν αὕτη δὲν βαρύνῃ τὴν πρόσοδον τοῦ ἀγροῦ, ἀλλὰ βαρύνει τὴν ἄμεσον πρὸς τὴν παραγωγὴν ἐργασίαν. Ταύτην συνήθως παρ’ ἡμῖν καταβάλλει, ἐν μέρει τοὐλάχιστον, ὁ ἰδιοκτήτης, ἀλλ’ ἂν τὴν ἰδίαν ἐργασίαν ἀνεπλήρου ὁ ἰδιοκτήτης διὰ μισθώσεως καλλιεργητοῦ, οὐ μόνον, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, οὐδὲν θ’ ἀπελάμβανεν ἐκ τῆς παραγωγῆς δημητριακῶν καρπῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ διετέλει ἐν ζημίᾳ, ἡ δὲ ζημία δὲν εἶναι ἔδαφος φορολογικόν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, οὗ ἕνεκεν ἡμεῖς πάντοτε εἴμεθα γνώμης, ὅτι οἱ δημητριακοὶ καρποὶ δὲν πρέπει νὰ φορολογῶνται, διότι κατὰ γενικὸν κανόνα, —ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ ἐξαιρέσεις, — ἀλλὰ κατὰ γενικὸν κανόνα ἐν Ἑλλάδι οἱ δημητριακοὶ καρποὶ καλλιεργοῦνται ἐπὶ ζημίᾳ, μόνον δὲ τὸ κέρδος ἐπιτρέπεται νὰ φορολογῶμεν. Ἡμεῖς ἐν προηγουμένῃ συνόδῳ τῆς Βουλῆς, εἰσαγαγόντες μεταῤῥυθμίσεις τινὰς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅσας ἐπέτρεπε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ καταρτισθέντος τότε προϋπολογισμοῦ, ἐζητήσαμεν, ἵνα θεωρηθῇ ἡ μικρὰ ἐκείνη ἀνακούφισις τοῦ παραγωγοῦ ὡς ἀπαρχὴ περαιτέρω ἐλαττώσεων τοῦ φόρου καὶ τῆς τελικῆς αὐτοῦ καταργήσεως, ὅταν αἱ ἐλαττώσεις καὶ ἡ κατάργησις θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἄνευ ἀνατροπῆς τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἤδη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, θεωρῶν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προβαλλομένου προϋπολογισμοῦ ἀνώτερον τοῦ παρ’ ἡμῶν ἀναγνωριζομένου, κρίνει τὴν ὥραν πρόσφορον, ἵνα δι’ ἐπαυξήσεως τοῦ ἐλλείμματος κατὰ 1, 200, 000 δραχμῶν ψηφισθῇ φορολογικὴ διαῤῥύθμισις, ἐπαγομένη τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Πλὴν τούτου εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι θέλει ἀναζητήσει τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἐν μεταῤῥυθμίσει τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου δι’ ἐπαναφορᾶς τοῦ συστήματος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἥτις εἶχεν ἐπιβάλει ἀρχικῶς τὸν φόρον τοῦτον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1885 κατήργησε τὸν οὕτω κανονίζοντα τὰ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου νόμον, καὶ ἀντικατέστησε τὸν νῦν κείμενον, ὅν, ἐπανελθόντες ἡμεῖς εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν κατηργήσαμεν. Ἡ προτεινομένη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας ἐκ νέου ψήφισις τοῦ ἀρχικοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ἐπαγομένη ἐλάττωσιν τῆς προσόδου, ἥκιστα συντελεῖ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, τοὐναντίον τὸ ἔλλειμμα τῶν 12 ἑκατομμυρίων, ἅτινα θὰ ἐγίνοντο 13, καταργουμένου καὶ ἀνεπαρκῶς ἀντικαθισταμένου τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, θὰ ηὔξανε τοὐλάχιστον εἰς 14 ἑκατομμύρια, ἐπιπροστιθεμένης καὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Εἶτα προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ· καὶ ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πιστὸς διερμηνεὺς τῶν φρονημάτων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀπέκρουσεν ἐῤῥωμένως τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, καίπερ ἀπεκδεχόμενος ἴσως ν’ ἀκούσῃ τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ ἀνασκευαζόμενα οὐ μόνον παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῦ συναδέλφου αὐτοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμίλησεν ἐν τῇ Βουλῇ λίαν εὐγλώττως ἄλλοτε ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, θεωρήσας τὴν φορολογικὴν ταύτην μεταῤῥύθμισιν ὡς θεμελιώδη ἐν τῇ οἰκονομικῇ πολιτικῇ τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν χθὲς ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη τοῦ συναδέλφου του ἦτο ὀλεθρία εἰς τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ὅτι διὰ τοιαύτης μεταῤῥυθμίσεως θὰ ἀνεκόπτετο ἡ ἀνάπτυξις πόρου, ἥτις ἐν τῇ πολιτικῇ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἑπομένης εἰς τὴν ὤθησιν, τὴν παρ’ ἡμῶν δοθεῖσαν, εἶναι ἀπαραίτητος, ὡς συνδεομένη πρὸς τὴν ἐν τῇ χώρᾳ εἰσαγωγὴν χρυσοῦ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἐὰν σύστημά τι φορολογικὸν τοῦ καπνοῦ, μονοπώλιον ἢ ἄλλο, ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν περιστολὴν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ καπνοῦ ἐκ τοῦ Κράτους ἐπὶ ἀνταλλάγματι χρυσοῦ, διότι πᾶν τὸ ἐξαγόμενον φέρει ὡς ἀντάλλαγμα τὸν χρυσὸν, εἶναι συμφερώτερον νὰ στερηθῇ τὸ Δημόσιον πάσης τῆς ἐκ τῆς φορολογίας προσόδου μᾶλλον ἢ νὰ στερηθῇ ἡ χώρα τῆς προσόδου τοῦ χρυσοῦ· διότι ἡ εἰσαγωγὴ χρυσοῦ εἰς τὴν χώραν, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Δημόσιον εἶναι χρησιμωτέρα τῆς ἀμέσου ἀπολαυῆς ἐκ τῆς τοιαύτης διαῤῥυθμίσεως τοῦ φόρου. Ταῦτα ἀπήντησε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι τόσον πολὺ χρωματισμένα.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀλιγώτερον χρωματισμένα (ἱλαρότης). Ἴσως τὸν χρωματισμὸν ἐκόλασεν ἡ ἁβρότης πρὸς συνάδελφον. Ἀλλὰ τὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, ἐνῷ βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, δι’ οὓς εἶπον λόγους, δὲν δύνανται καὶ νὰ ἐπενέγκωσιν ἀποτελέσματα πολὺ σπουδαῖα. Δύναται ἴσως διὰ τοῦ μονοπωλίου ἡ ἐκ τοῦ καπνοῦ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου νὰ ἦναι κατά τι μεγαλειτέρα τῆς σημερινῆς, ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἦναι μεγαλειτέρα, μόλις θ’ ἀρκέσῃ, ἵνα ἐπανορθώσῃ τὰς ζημίας τὰς ἐν τῷ συστήματι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας ἐπερχομένας ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ὥστε πάλιν εὑρισκόμεθα πρὸ ἐλλείμματος 12 ἑκατομμυρίων καὶ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ. Εἰς τί λοιπὸν θέλομεν προστρέξει πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῇ γνώμῃ τῶν σήμερον διεπόντων τὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς; Τὴν ἡμετέραν γνώμην ἀνεπτύξαμεν, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις δὲν θὰ προέλθῃ ἐξ ἡμῶν· ἀναζητοῦμεν ἄρα ἐν ταῖς ἐκ τῆς πλειονοψηφίας ἐνδείξεσι τὰ στοιχεῖα, ὅπως ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸς, ὅστις κατὰ τὰς βάσεις εἶναι προϋπολογισμὸς ἡμέτερος, καταστῇ προϋπολογισμὸς ἐν ἰσοζυγίῳ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε δὲν ἦτο Ὑπουργὸς, εἶπεν, ὅτι αὐτὸς εὐκόλως ἠδύνατο ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅτι αὐτὸς δὲν θὰ ἐπέτρεπεν, ὅπως τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ἐπιβάλλωσιν ὁμοῦ δαπάνην εἰς τὸ Δημόσιον ἀνωτέραν τῶν 15,000,000 δραχμῶν. Ἐκόμισα ἐνταῦθα καὶ τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, ἵνα ἀναγνώσω τὴν περικοπὴν, ἂν παραστῇ ἀνάγκη. Ἀναζητῶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν διατύπωσιν τῶν ἰδεῶν τούτων, ἃς ὅμως μετὰ λύπης πολλῆς θ’ ἀνεύρισκον ἐν αὐτῷ· διότι κατ’ ἐμὲ ἀδύνατον τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ νὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης δαπάνης, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἀναζητῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅ,τι ἐκ τῶν ἰδεῶν τούτων ἀπέμεινε σήμερον παρὰ τῷ ἄλλοτε ἐπαγγελλομένῳ αὐτὰς, εὑρίσκω ὅτι, ἐνῷ, ὅτε ταῦτα ἐπηγγέλλετο ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δαπάναι τοῦ ναυτικοῦ ἀνεγράφοντο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 3 ἑκατομμυρίων καὶ 500 χιλιάδων, σήμερον ἐν τῷ ὑποβεβλημένῳ προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται ναυτικαὶ δαπάναι 5 ἑκατομμυρίων καὶ 986 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐπαινῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οὕτω μετέβαλεν ἰδέας, καὶ ὅτι δὲν ἐδίστασε νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν λέγων: «Ἥμαρτον ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐπηγγέλθην ἄλλοτε, ὅτι θὰ περιώριζον τὰς δαπάνας τοῦ ναυτικοῦ; καὶ μάλιστα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε διὰ στρατὸν καὶ ναυτικὸν ὁμοῦ νὰ δαπανῶνται τέσσαρα καὶ πλέον ἑκατομμύρια ἐπὶ ἔλασσον τῶν τότε ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ μόνον τὸν στρατόν.» Ἐπαινῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμολογοῦντα πρὸς τὴν Βουλὴν τρανῶς, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπλανᾶτο, ὅτι τὸν ἐπλάνα τότε τὸ κομματικὸν πάθος, ὅτι τὸν ἐπλάνα ἴσως ἡ ὑπουργικὴ βουλιμία (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε σήμερον, ὅτε ἐκορέσθη, δὲν νομίζει ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν διαῤῥύθμισιν τῶν τοῦ ναυτικοῦ ἐπὶ προϋπολογισμῷ, ὁποῖον ἄλλοτε ἐθεώρει ἐπαρκῆ. Τοὐναντίον, ἐνῷ τότε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀνέγραφεν ἔξοδα 3,500,000 δραχμῶν, ἐνῷ πέρυσιν ἀνεγράφοντο ἔξοδα 4,900,000, ἤδη προτείνει αὔξησιν τῶν ἐτησίων ἐξόδων εἰς 5,980,000, καὶ δικαίως· κατὰ τὸ προσεχὲς δὲ ἔτος, ἂν ἦναι ἔτι Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ αὐτὸς, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ προτείνῃ περαιτέρω αὔξησιν, διότι τὰ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν δὲν δυνάμεθα νὰ παραμελήσωμεν. Τὰ τοῦ ναυτικοῦ εἶναι τὸ κυριωδέστερον ἐν τῇ ἐθνικῇ πολιτικῇ, περὶ ἧς ἐγένετο πρὸ ὀλίγου λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀπὸ τοῦ βήματος ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐκτὸς τῶν συνόρων. Περὶ τούτων δὲν ὁμιλῶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις· ἀλλ’ ἐν τῇ γενικῇ ἀρχῇ βλέπω τὴν Κυβέρνησιν ἀποδεχθεῖσαν ὁλοσχερῶς τὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου. Ἴσως ὑπερέβαλεν ἔν τισιν. Ἴσως ἔν τισιν ἄνευ ἀνάγκης ἐποιήσατο ὑποχωρήσεις. Ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν θὰ ὁμιλήσω, καὶ ἀπέχω συστηματικῶς τοιούτων συζητήσεων. Ὅ,τι ὅμως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ῥηθῇ ἐν συζητήσει οἰκονομικῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτε πρόκειται νὰ θέσωμεν τὰς βάσεις τοῦ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας καὶ νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ τοῦ ναυτικοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν δυνάμεις, ὅ,τι πρέπει νὰ ῥηθῇ εἶναι, ὅτι αἱ ἐπικρίσεις περὶ ἀποτυχούσης ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, εἴτε ἐν Κρήτῃ, εἴτε ἐν Μακεδονίᾳ, εἴτε ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐν τῷ ζητήματι τῷ ἐκκλησιαστικῷ, ἐπικρίσεις τοιαῦται, μὴ σχετιζόμεναι πρὸς τὰ μέσα τῆς ἐνεργείας τῆς Ἑλλάδος, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἔννοιαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὡς εἶδον ἐν περιλήψει τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, ἠθέλησε νὰ ἀναγάγῃ εἰς σύστημα ἰδέας τινὰς, καὶ εἶπεν, ὅτι αὐτὸς ἐπικρίνει τὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἴσως δὲ καὶ τῆς νῦν, ἀλλὰ, νομίζω, εἰς τὴν προκάτοχον ἰδίως ἀφεώρων αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ, διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις θεωρεῖ τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικὸν ὡς ἑνιαῖον, ἐνῷ κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ δὲν πρέπει τὸ ζήτημα τὸ ἐθνικὸν νὰ θεωρῆται ἑνιαῖον, πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπωφελῆται ἐκ τῶν τυχαίων περιστάσεων, εἴτε ἐν τούτῳ, εἴτε ἐν ἐκείνῳ τῷ τμήματι, καὶ νὰ λύῃ τμηματικῶς τὰ ζητήματα παρουσιαζόμενα. Ἐὰν τοιαύτην πολιτικὴν ἀκολουθήσωμεν, θὰ ἔχωμεν τὰς αὐτὰς καὶ μέχρι τοῦδε ἀποτυχίας, θὰ ἔχωμεν μεγαλειτέρας ἀποτυχίας, θὰ ἔχωμεν καὶ πλήρη καταστροφὴν τῆς ὑποθέσεως· διότι ἡ μόνη τελεσφόρος ὑποστήριξις τῆς ὑποθέσεως εἶναι ἡ ἐν εἰρήνῃ παρασκευὴ πρὸς ἐνέργειαν ἐν τῷ καταλλήλῳ χρόνῳ, εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῶν ναυτικῶν κυρίως, ἀλλὰ καὶ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, ὅπως καὶ ἐν εἰρήνῃ χρησιμεύωσιν αὗται περὶ τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν διπλωματικῶν ζητημάτων. Ἐν ὅσῳ τὰς δυνάμεις ταύτας δὲν ἔχωμεν ἐπαρκῶς συντεταγμένας, αἱ συζητήσεις περὶ τῶν ἀποτυχιῶν ἐν τούτῳ ἢ ἐν ἐκείνῳ τῷ τμήματι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐν τούτῳ ἢ ἐν ἐκείνῳ τῷ ζητήματι, αἱ περὶ ἑνιαίας ἢ περὶ μερικῶν διαῤῥυθμίσεων τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως, δύνανται νὰ χρησιμεύωσιν εἰς κομματικὰς διαμάχας, ἀλλὰ δὲν ἀποῤῥέουσιν ἐκ σπουδαίας ἐκτιμήσεως τῶν δυσχερειῶν τοῦ προβλήματος. Ἠξεύρω, ὅτι, ὅτε ἡμεῖς διηυθύνομεν τὰ κοινὰ, ὑπῆρχον οἱ λέγοντες: ἐχειρώθη ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν Κρήτῃ, διότι εἰσήγαγε τὸν Σακὴρ εἰς τὴν νῆσον ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνική. Εἰσήγαγε τὸν Σακὴρ εἰς τὴν Κρήτην ὁ τουρκικὸς στρατὸς καὶ ἡ ἔλλειψις δυνάμεως ἑλληνικῆς ἐπαρκοῦς, ἵνα ἀντιταχθῇ πρὸς τὸν τουρκικὸν στρατόν. Ταῦτα εἰσήγαγον τὸν Σακὴρ εἰς τὴν Κρήτην, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ εἰσέλθῃ ὁ Σακὴρ εἰς τὴν Κρήτην, ἐνόσῳ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο ἑτοίμη, ἵνα τὸν ἐμποδίσῃ. Ἐάν τις νομίζῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἑτοίμη, ἵνα ἐμποδίσῃ τότε τὴν ἐπιδρομὴν τοῦ Σακὴρ, δύναται νὰ συζητῇ καὶ νὰ ἐπικρίνῃ, ἐὰν ὅμως δὲν νομίζῃ τις τοῦτο, ἀναπόδραστον συμπέρασμα τῆς τοιαύτης αὐτοῦ γνώμης εἶναι ἡ ἀναγνώρισις, ὅτι ὀρθῶς ἐπολιτεύετο ἡ Κυβέρνησις ἡ πεσοῦσα, παρασκευάζουσα τὴν χώραν, παραγγέλλουσα, καὶ ὅτε ἀκόμη δὲν εἶχε τὰ χρήματα διαθέσιμα, παραγγέλλουσα τὰ τρία θωρηκτὰ, παραγγέλλουσα πρὸς τοῖς τρισὶ θωρηκτοῖς καὶ τὰ πλοῖα τὰ ἐπιβοηθητικά. Καὶ ὡς πρὸς ταῦτα ἀγνοοῦμεν τί πράττει ἡ Κυβέρνησις. Ὅτε ἡμεῖς ἀπεχωρήσαμεν ἀπὸ τῶν κοινῶν, ἐλαμβάνομεν τὰς ἐνσφραγίστους προσφορὰς διαφόρων ναυπηγικῶν καταστημάτων εἰς τὰς πρὸς αὐτὰ προκλήσεις ἡμῶν περὶ κατασκευῆς ἀνιχνευτικῶν. Ἐλπίζω, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ ἐνέργεια αὕτη, διότι τὰ ἀνιχνευτικά εἰσιν ἀναγκαῖα ὡς συμπληρώματα τῶν θωρηκτῶν. Εἶχεν ἀναβληθῆ ἡ παραγγελία, διότι, ὅτε ἐσχεδιάζοντο τὰ θωρηκτὰ, ὁ μηχανικὸς τοῦ ναυτικοῦ, ὁ διευθύνων τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἐθεώρησεν, ὅτι, προκειμένου περὶ πλοίων, ἅτινα ἠδύναντο νὰ κατασκευασθῶσιν ἐν διαστήματι 9 μηνῶν, νομίζω, δὲν ἔπρεπεν ἔκτοτε νὰ παραγγελθῶσι ταῦτα, παρακολουθήματα ὄντα τῶν ἄλλων, ὧν ἡ κατασκευὴ ἀπῄτει πολλαπλάσιον χρόνον, ἀλλὰ μόνον, συμπληρουμένης ἢ πλησιαζούσης τῆς συμπληρώσεως τῆς ναυπηγήσεως τῶν θωρηκτῶν, ἔπρεπε νὰ παραγγελθῶσι τὰ ἀνιχνευτικά. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ μηχανικοῦ, 2 ἢ 3 ἔτη ἐν ταῖς σημεριναῖς προόδοις τῆς ναυπηγικῆς τέχνης εἶναι διάλειμμα τοσοῦτο σπουδαῖον, ὥστε ἐνδέχετο κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς χρησιμότητος αὐτῶν νὰ ἦναι ἀπηρχαιωμένα τὰ πλοῖα, ἂν παρηγγέλλοντο προώρως. Ἐφροντίσαμεν ἄρα, ὅτε ἐπλησίαζεν ὁ χρόνος τῆς παραδόσεως τῶν θωρηκτῶν, ὅπως παρασκευασθῶσι τὰ τῆς δημοπρασίας περὶ κατασκευῆς τῶν ἀνιχνευτικῶν. Καὶ ἐγένετό τις δημοπρασία, ἥτις ὅμως δὲν ἐθεωρήθη ἐπαρκὴς, μεταξὺ γαλλικῶν καταστημάτων. Προεκλήθη κατόπιν δημοπρασία μεταξὺ γαλλικῶν, ἀγγλικῶν καὶ γερμανικῶν καταστημάτων, καὶ ταύτης τῆς δημοπρασίας τὰ ἐσφραγισμένα δελτία ἔφθανον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτε ἡμεῖς παρεδίδομεν τὴν ἀρχήν. Καὶ τί μὲν τὸ Ὑπουργεῖον πράττει περὶ τούτου, δὲν ἐξετάζω· ἀλλὰ δὲν βλέπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρότασίν τινα περὶ τούτου, ἐνῷ νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ, πρὶν ἢ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα πάντα, ὅπως τὰ τῶν ἀνιχνευτικῶν τούτων πλοίων μὴ ἀναβληθῶσι· διότι δὲν εἶναι ἀπαραίτητα ἴσως πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῶν θωρηκτῶν, ἀλλ’ εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον χρήσιμα εἰς ταῦτα, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται ἀναβολὴ, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε τὰ θωρηκτὰ ἐντὸς ὀλίγου συγκεντροῦνται ἐνταῦθα. Τὴν ναυτικὴν ἄρα παρασκευὴν, ἐπαγομένην αὔξησιν δαπάνης καὶ υἱοθετηθεῖσαν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀσπάζομαι πλήρως, ἀναγνωρίζων ἣν ἐπ’ αὐτῇ φέρει εὐθύνην ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, βεβαίως δ’ ἐκεῖ δὲν θὰ ζητήσωμεν ἡμεῖς περικοπὴν ἐξόδων πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Οὐδὲ θὰ ζητήσωμεν ἡμεῖς αὐτὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, Ἐκεῖ ἐξ ἀνάγκης ἐπράξαμεν ὅ,τι ἠδυνάμεθα εἰς περιστολὴν τῶν δαπανῶν. Χάριν τοῦ ἰσοζυγίου, ὡς ἀνέπτυξα κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, ἐπὶ ὀργανισμοῦ στρατοῦ ἐπαγομένου ἐτήσιον ἔξοδον 28,000,000, περιωρίσαμεν τὰς ἀναγραφομένας δαπάνας εἰς 17,500,000, τὴν πραγματικὴν δὲ δαπάνην εἰς 16,000,000. Ἀλλὰ κάτω τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι ἀδύνατον νὰ κατέλθωμεν, καὶ οὐ μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατέλθωμεν κάτω τοῦ ποσοῦ τούτου, ἀλλ’ ἔκτακτοι δαπάναι θ’ ἀπαιτηθῶσι τάχιστα. Εἴμεθα τὸ μόνον ἔθνος σήμερον, τὸ μὴ προνοοῦν περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ὁπλισμοῦ αὑτοῦ κατόπιν τῶν ἐφευρέσεων τῆς ἀκάπνου πυρίτιδος καὶ τοῦ ὅπλου τοῦ στενοτέραν ἔχοντος τὴν ὁλκὴν μετὰ τοῦ ἁρμόζοντος αὐτῷ φυσιγγίου καὶ τοῦ ὅπλου τοῦ ἐπαναληπτικοῦ. Αἱ τρεῖς αὗται ἐφευρέσεις ἐπήνεγκον πλήρη ἐπανάστασιν εἰς τὰ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ· καὶ οὐ μόνον τὰ μεγάλα Κράτη, ἀλλὰ καὶ τὰ Κράτη τὰ περὶ ἡμᾶς, ἡ Ῥουμανία, ἡ Βουλγαρία, ἡ Σερβία καὶ ἡ Τουρκία, ὅλα τὰ Κράτη ταῦτα προμηθεύονται ἤδη τὸν νέον ὁπλισμὸν, Ὁ ὁπλισμὸς ἄρα οὗτος θὰ ἐπιβληθῇ προσεχῶς καὶ εἰς ἡμᾶς, ἂν μὴ ἐπιβάλληται καὶ ἀπὸ τοῦδε. Ἐπίσης καὶ ὁ ὁπλισμὸς τοῦ πυροβολικοῦ χρήζει συμπληρώσεως καὶ διὰ δαπάνης οὐχὶ ἐπίσης μεγάλης, ὅσον ἡ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ πεζικοῦ, ἀλλὰ διὰ δαπάνης ἱκανῶς σπουδαίας. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως οὐδ’ ἐν τῷ στρατῷ ν’ ἀπεκδεχώμεθα ἐλάττωσιν δαπάνης. Ἐν τῷ προβαλλομένῳ προϋπολογισμῷ βλέπομεν ἀσήμαντον ἐλάττωσιν ἐπὶ τῶν ἀναγεγραμμένων κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος στρατιωτικῶν ἐξόδων, αὔξησιν δὲ μᾶλλον ἐπὶ τῶν τοῦ προτελευταίου· ἀλλ’ ὡς εἶπον, τὸ ἀναγεγραμμένον ἦτο πάντοτε ἀνώτερον τοῦ πραγματοποιουμένου· κατὰ τὸ ἔτος 1890 νομίζω ὅτι ἡ διαφορὰ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὑπερβαίνει τὴν συνήθη ἐξ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἀναγραφὴ τῶν αὐτῶν περίπου καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν στρατιωτικῶν ἐξόδων πῶς ἐπετεύχθη; Ἐπετεύχθη διὰ τῆς διαγραφῆς τῆς πιστώσεως τῶν ἐαρινῶν γυμνασίων, ἅτινα ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐκτελεσθῶσι, καίτοι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ἀναγράφονται. Ὥστε καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν αὔξησιν μᾶλλον ἢ ἐλάττωσιν τῶν ἀναγραφομένων δαπανῶν πρέπει ν’ ἀπεκδεχώμεθα. Ὅταν δὲ ἐξαιρέσητε ἐκ τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τίνα σημασίαν ἔχουσιν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας χθὲς περὶ 58,000,000, πληρωθέντων ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τὸ 1882, ἅτινα ἡ πολιτικὴ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐπηύξησεν εἰς 90,000,000, πληρονόμενα νῦν; Ὅταν ἐπὶ τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ἦσθε ἠναγκασμένοι ν’ αὐξήσητε τὰς δαπάνας, ὅταν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν βλέπωμεν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ὑποβάλλουσαν προτάσεις περὶ αὐξήσεως δαπάνης, καίτοι ταύτας δὲν ἐγκρίνω, διότι οὐδεμία τῶν αὐξήσεων ἦτο ἀναγκαία, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀπαιτεῖ πρόσθετον τοῦ Δημοσίου εἰσφορὰν εἰς πρόληψιν τῆς πτωχεύσεως τοῦ ταμείου τῆς Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅταν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ βλέπωμεν εἰσαγόμενα νομοσχέδια περὶ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τῆς δικαιοσύνης, ἐκ περικοπῶν τίνος ὑπηρεσίας ἐπαγγέλλεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν ἀπὸ 90,000,000 εἰς 58,000,000, ὅσα ἐπλήρονεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὸ 1882; Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας, ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμιλοῦντα, δὲν προσέχομεν, ἵνα ἀκούσωμεν θεωρίας, διότι, καίτοι λίαν εὐπαίδευτος, διακρίνεται μᾶλλον ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς ἀνὴρ πρακτικός· πῶς ὅμως συμβαίνει, Βουλευτής, κεκτημένος αὐθεντίαν ἐν συζητήσεσι περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, νὰ ἔρχηται λέγων πρὸς ἡμᾶς: «Εἰσεπράξαμεν 58,000,000 κατὰ τὸ 1882, δαπανῶμεν δὲ ἤδη 90 ἑκατομμύρια, καταλογίζω ἄρα εἰς εὐθύνην ὑμῶν τὴν διαφορὰν τῶν 22 ἑκατομμυρίων, καὶ ἀποφαίνομαι, ὅτι κακῶς διεῤῥυθμίσατε τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας»; Εἰς ὑποστήριξιν τοιαύτης πρὸς ἡμᾶς ἀποστροφῆς ὤφειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ δείξῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν αὐτὸς φρονεῖ, ὅτι ἠδύναντο τὰ 90 ἑκατομμύρια νὰ περισταλῶσιν εἰς 58 ἑκατομμύρια. Κατὰ τίνα τρόπον θέλετε κατορθώσει, ὅπως ἄνευ ἐλαττώσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἄνευ ἐλαττώσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, οὐδ’ ἐν τοῖς Ὑπουργείοις τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιτύχητε ἔστω καὶ ἑνὸς ἢ δύο ἑκατομμυρίων οἰκονομίας; Ὅταν τοιαῦτα δὲν δύνησθε νὰ ἐπιτύχητε, διὰ τίνος λογικοῦ εἱρμοῦ προσδοκᾶτε ἐκ περικοπῆς τῶν ἐξόδων τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐν τῷ ὑποβεβλημένῳ προϋπολογισμῷ ἐλλείμματος; Ἐννοεῖται, ὅτι ἐν τοιαύτῃ καταστάσει πραγμάτων ἀλλαχοῦ πρέπει νὰ ζητήσητε τὴν θεραπείαν. Ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα, ἀφοῦ ἀπεδέχθη τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν, ἀφοῦ ἀπεδέχθη τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, πρὸς ἧς τὴν ἐξυπηρέτησιν κατηρτίσθη οὕτως ὁ προϋπολογισμὸς, διατὶ δὲν παραλαμβάνει ἐκ τῶν σχεδίων ἡμῶν καὶ τὰ συμπληρώματα, δι’ ὧν ὁ προϋπολογισμὸς θὰ καθίστατο ἄρτιος; Ἴσως τὰ τῆς καταργήσεως τῶν χρεωλυσίων δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, διότι διὰ τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον βεβαίως δὲν ἔχουσι τὰ πράγματα σήμερον ὡς εἶχον ὅτε ἡμεῖς περὶ τούτων διεπραγματευόμεθα· ἀλλὰ τ’ ἄλλα παρ’ ἡμῶν προταθέντα ἠδύνατο νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγῃ εἰς αὐτὸν, θὰ ὑπελείπετο δὲ τότε ἡ ἐξεύρεσις τρόπου ἀναπληρώσεως τῆς οἰκονομίας, ἣν παρασκευάσαντες ἡμεῖς διὰ τῆς καταργήσεως τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 100 ἑκατομμυρίων, ἀπεκαθιστῶμεν τὸ ἰσοζύγιον. Περὶ τῆς ἀναπληρώσεως ἄρα τῆς οἰκονομίας ταύτης, ἀνεφίκτου ἤδη, δέον πάντως νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς κατὰ τ’ ἄλλα ἀναπληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος, ἂν μὴ γείνωσι δεκτὰ τὰ παρ’ ἡμῶν πρὸς τοῦτο προταθέντα. Τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρέστησεν ὡς ἔργον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ παράστασις αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀναπληροῦται ἐπίσης ἐπαρκῶς, ὡς θ’ ἀνεπληροῦτο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τὸ ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ ἔλλειμμα, τό τε ὁμολογούμενον καὶ τὸ ἀποκρυπτόμενον. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πιστεύῃ εἰς ὅσα ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τῶν τριῶν τελευταίων χρήσεων τὰ ἐλλείμματα ἀνέρχονται εἰς 45,000,000 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως, ὅτι μιᾶς ἑκάστης τῶν χρήσεων τούτων τὰ ἐλλείμματα ἀνέρχονται εἰς 15,000,000 δραχμῶν, πῶς ἰσχυρίζεται νῦν, ὅτι ὁ συζητούμενος προϋπολογισμὸς δὲν παρουσιάζει τὸ αὐτὸ ἔλλειμμα, ἀφοῦ οὗτος εἶναι ἀποτύπωμα τῶν προηγουμένων προϋπολογισμῶν, τῇ προσθήκῃ ἐξόδων ἐξ ἑκατομμυρίων πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος, ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἰς τὰ τοῦ ναυτικοῦ, τριακοσίων χιλιάδων ἐν τῇ ἐσωτερικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὡς ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ συστήματος τῆς διοικήσεως; Πῶς, ἀφοῦ αὐξήσεις μόνον ἔχομεν ἐξόδων ἐπὶ τοῦ προκειμένου συστήματος, τὸ δὲ προηγούμενον σύστημα κατέλιπε κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ ἔλλειμμα 15,000,000, πῶς σήμερον ἀξιοῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ ἄνευ ἀναπληρώσεως προϋπολογισμὸς κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτῆς ἑτεροσκελής; Ὡς εἶπον, τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἔχουσιν ὡς προκύπτουσιν ἐκ τῶν παραστάσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν τῆς παρελθούσης τριετίας δὲν εἶναι 45,000,000. Τὸ 1887 δὲν κατέλιπεν ἔλλειμμα, τοὐναντίον κατέλιπε περίσσευμα· τὸ 1888 κατέλιπεν ἔλλειμμα 2,700,000 δραχμῶν περίπου, τὸ 1889 1,900,000 δραχμῶν περίπου. Ταῦτα εἶναι τὰ ἀληθῆ· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ καταρτιζόμενος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891, πάλιν καταλείπει ἔλλειμμα, ὡς ἐκ τῆς ἀναγραφῆς προσθέτων ἐξόδων ἱκανῶν ἑκατομμυρίων· τοῦ ἐλλείμματος ἄρα τούτου ἔχομεν καθῆκον νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναπλήρωσιν. Δὲν ὑπάρχουσι δὲ δυσχέρειαι σπουδαῖαι περὶ τὴν ἀναπλήρωσιν, ὡς νομίζω ὅτι ἀπέδειξα, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχον δυσχέρειαι, μόνον ἐὰν ἦσαν αὗται ἀνυπέρβλητοι, θὰ ἐπετρέπετο ἡ ψήφισις προϋπολογισμοῦ ἑτεροσκελοῦς, οὐδεὶς ὅμως ὑπάρχει λόγος, ἵνα παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ βάσεις, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ὁ προϋπολογισμός, δὲν ἐπιτρέπουσι τὸν καταρτισμὸν αὐτοῦ ἀρτίου. Ὅπως ἐπετεύχθη τὸ ἄρτιον τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, ὑπολειφθέντος ἐλαχίστου ἐλλείμματος κατὰ τὰς χρήσεις τοῦ 1888 καὶ 1889, περισσεύματος δὲ κατὰ τὴν τοῦ 1887, οὕτω δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἄρτιον τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ παρόντος ἔτους καὶ τῶν μετέπειτα ἐτῶν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἀντιλέγουσιν αὐτοὶ οἱ εἰσαγαγόντες τὸν προϋπολογισμὸ τοῦ 1890 ὡς προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, αὐτοὶ οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, ῥηγνύοντες οἰμωγὰς περὶ τῆς περιστολῆς τῆς παραγωγῆς, ἣν ἐπάγεται τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἐξ οὗ τὰ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον ἔσοδα. Κατ’ αὐτοὺς, οἱ ἐπιβληθέντες φόροι ηὔξησαν μὲν τὸ ἔσοδον τοῦ Κράτους ἀπὸ 58,000,000 εἰς 90,000,000, ἀλλ’ ἐπέτυχον τὴν αὔξησιν καταπονήσαντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε βαίνομεν εὐθὺ πρὸς τὸν ὄλεθρον καὶ πρέπει περὶ σωτηρίας νὰ προνοήσωμεν, πρὶν ἢ ἐπέλθῃ ἡ ὥρα, μεθ’ ἣν εἰς οὐδὲν θὰ χρησιμεύῃ οἱαδήποτε πρόνοια. Μοὶ ἐῤῥέθη μάλιστα, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ἀγορεύσας ὅτε δὲν ἤμην ἐνταῦθα, παρέστησεν, —ὅτι δὲ ταῦτα παρέστησε, μαρτυρεῖται καὶ ἐξ ὅσων χθὲς εἶπεν ἁπαντῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, —ὅτι συνετὸν θὰ ἦτο ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Κράτους, ὧν οἱ τίτλοι διὰ συμφωνίας δὲν εἶναι δεκτικοὶ φορολογίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν χθὲς, ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἀσπάζεται ταῦτα ὡς ἐφαρμοστέα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1891, τὰ ἀσπάζεται ὅμως ὡς ἁρμόζοντα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887. Τότε, εἶπεν, εἴχομεν χρεωλύσια 7,000,000, πράγματι ἕξ ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἠδυνάμεθα διὰ τοῦ συστήματος νὰ καταργήσωμεν, ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ἄλλας τινὰς πράξεις ἐπὶ τῶν δανείων, ἀλλὰ σήμερον δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ὅ,τι ἠδύνατο νὰ ἐνεργηθῇ τότε. Καὶ διατὶ σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῶσι ταῦτα, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῶσι τότε; Διότι, εἶπεν, ἐν τῷ μεταξὺ κατηργήθησαν τὰ χρεωλύσια, τουτέστι διότι ἐγένετο διὰ τρόπου ἠθικοῦ ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τότε, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας τώρα, προτείνουσιν, ὅπως γένηται διὰ τρόπου, ἂς εἴπω, ἐκρύθμου. Ἡμεῖς ἐπετύχομεν, ὅπως καταργήσωμεν χρεωλύσια, καὶ ἐλαττώσωμεν διὰ τροπῶν τοὺς τόκους τοῦ δημοσίου χρέους, περιορίσαντες τοῦτο κατὰ 6,555,000 δραχμῶν....
§103ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτησίως;
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐτησίως.... Τούτου τοῦ ποσοῦ ἐπετεύχθη ἡ διαγραφὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων. Ἀλλὰ μήπως δὲν μένει στάδιον πρὸς αὐθαιρεσίας, ἐὰν δι’ αὐθαιρεσίας θέλωσι νὰ περιορίσωσι τὰ ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους βάρη οἱ κύριοι Ὑπουργοί; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι τὸ 1887 ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε διὰ τοιούτου συστήματος νὰ ἐργασθῶμεν, φρονεῖ δὲ καὶ σήμερον, ὅτι αὕτη θὰ ἦτο ἡ πρέπουσα ἐνέργεια τότε, διότι τότε εἴχομεν ὑλικὸν δημοσίου χρέους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠδυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν. Ἀλλὰ τώρα ἔχομεν ἀφθονώτερον ὑλικὸν, διότι ηὔξησε τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους, ἐφ’ οὗ δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν. Νομίζω, ὅτι συνετώτερον θὰ ἦτο νὰ μὴ ἀπήντα ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, ἀφοῦ αἱ ἴδιαι αὐτοῦ ἐπαγγελίαι ἐν τῷ παρελθόντι δὲν τῷ ἐπέτρεπον ν’ ἀποκρούσῃ, ὡς προσῆκεν εἰς Ὑπουργὸν, τοιαύτας εἰσηγήσεις. Τοιαῦτα, λεγόμενα ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτε ἦτο μόνον Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἦσαν ἐπιζήμια βεβαίως, ἀλλὰ δὲν ἦσαν καὶ ὀλέθρια· ὅταν ὅμως ἰδέαι, ὁποίας χθὲς ἠκούσαμεν, ἀντηχοῦσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκ στόματος Ὑπουργοῦ, βαρεῖαν ἐπάγονται τὴν εὐθύνην.
§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀποκρουόμεναι.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀποκρουόμεναι πρὸς τὸ 1891, ἐγκρινόμεναι πρὸς τὸ 1887. Τὸ ὀλέθριον τῆς ἀρχῆς εἶναι τὸ αὐτὸ, εἴτε σχετίζεται αὕτη πρὸς ἐφαρμογὴν κατὰ τὸ 1887, εἴτε σχετίζεται πρὸς ἐφαρμογὴν κατὰ τὸ 1891. Τίς δὲ ἀνάγκη, ὅπως ἐκστομίσῃ Ὑπουργὸς τοιαύτας διακρίσεις; Ὁ πληροφορούμενος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸ 1891, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ δημοσίου χρέους, δὲν παραδέχεται τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς, θὰ τὴν παρεδέχετο ὅμως, ἂν τὰ πράγματα εἶχον ὡς τὸ 1887, ἂν ἐνδιαφέρηται εἰς τὰ τῆς πίστεως ἡμῶν, εὐλόγως θ’ ἀνησυχῇ· ἂν μάλιστα αὐτὸς σκέπτηται, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν τοῦ δημοσίου χρέους, ὅπως μὴ ἐφαρμοσθῇ ἐπ’ αὐτῶν σήμερον ὅ,τι θὰ ἐφηρμόζετο ἐπωφελῶς κατὰ τὸ 1887, ἀφοῦ ἠξεύρει ἐξ ὁμολογίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν κωλύει τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς ἠθικὸς φραγμὸς, ἔτι μᾶλλον θ’ ἀνησυχῇ περὶ τῆς ἀξίας τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων καὶ περὶ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη, πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν ῥηθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας καὶ εἰς ἀνασκευὴν τῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν λεχθέντων, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν τῷ ὄντι ἦναι κακὴ ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἂν αἱ φράσεις, ἃς συνειθίσαμεν νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν συνεχῶς καὶ οἱονεὶ στερεοτύπως, ὅτι βαίνει τὸ Κράτος εἰς οἰκονομικὸν βάραθρον, ὅτι μόνη ἐλπὶς σωτηρίας εἶναι ἡ τοῦ δημοσίου χρέους αὐθαίρετος περιστολὴ, ἂν ταῦτα ἔχωσί τινα ὑπόστασιν. Ἰσχυριζόμενος ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι ἐστερημένα βάσεως, καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ προβλέπωμεν εἰς τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν μέλλον πλήρεις ἐλπίδων, ἐννοῶ ἐλπίδας τὰς ἐκ τῶν πραγμάτων, περὶ ἐλπίδων ἐκ τῶν προσώπων δὲν ὁμιλῶ. Βεβαίως, ἂν διευθυνόμεθα διὰ τρόπου φέροντος τὸ Κράτος εἰς τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον, ἐγὼ οὐδεμίαν δύναμαι νὰ ἀντιτάξω ἀντίστασιν ἀποτελεσματικὴν, ἤδη μάλιστα, ὅτε ἡ δύναμις τῶν μεθ’ ὧν συμπράττω ἐν τῇ Βουλῇ ὀλίγον δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς διευθύνσεως, ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγμάτων ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις δὲν παρουσιάζει δυσχερείας ἀνυπερβλήτους, ἔχω δὲ καθῆκον νὰ ἐξετάσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἂν παρουσιάζῃ τι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τὸ ἄπελπι, ἂν προσκόπτῃ εἰς δυσχερείας ἀνυπερβλήτους ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Κράτους ἀνάπτυξις. Ὅτι ὑπάρχουσι δυσχέρειαι οἰκονομικαὶ, τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, καὶ τίς ἠδύνατο νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι μεταβολὴ, οἵα ἐπῆλθεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, δι’ αὐξήσεως ἐσόδων ἀπὸ 45 ἑκατομμυρίων εἰς 90 ἑκατομμύρια ἐντὸς δεκαετίας, τίς ἠδύνατο νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι τοιαύτη μεταβολὴ θὰ ἐπετελεῖτο ἄνευ δυσχερειῶν; ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν αἱ δυσχέρειαι ἦναι ἀνυπέρβλητοι ἢ οὔ. Λέγω δὲ, ὅτι πάντα τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχομεν πρὸ ἡμῶν ἀνυπέρβλητον δυσχέρειαν. Αἱ δυσχέρειαι αἱ οἰκονομικαὶ εἶναι διτταὶ, εἶναι ἡ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου καὶ ἡ τῆς πληρωμῆς τοῦ μεταλλικοῦ, εἰς οὗ τὴν καταβολὴν εἴμεθα ἐτησίως ὑπόχρεοι. Εἰς τὸ ἔῤῥυθρον τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἰσοζυγίου, διότι εἶναι τοῦτο ἰσοζύγιον τραπεζικῶν γραμματίων, πᾶσαι αἱ πρόσολοι τοῦ Κράτους εἰσπράττονται ἐν τραπεζικῷ γραμματίῳ, ἐκ προσόδων δὲ τοιούτων, καὶ ἂν ἔχωμεν προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ, δὲν ἐπιτυγχάνομεν τὴν πλήρωσιν ἁπασῶν τῶν χρηματικῶν τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεων, διότι αἱ ὑποχρεώσεις ἡμῶν δὲν ἀποτίνονται πᾶσαι διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, μέχρι ποσοῦ τινος αἱ ὑποχρεώσεις ἡμῶν ἐπιβάλλουσι τὴν πληρωμὴν μεταλλικοῦ. Ἔχομεν ἄρα, πλὴν τῆς δυσχερείας τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου, καὶ τὴν δυσχέρειαν τῆς προμηθείας τοῦ ἀναγκαίου μεταλλικοῦ νομίσματος πρὸς τὴν ἀπότισιν τῶν εἰς μεταλλικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου, εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἰσοζυγίου παρ’ ἡμῖν εἶναι προβληματική; ἐκ τῶν πραγμάτων πάντοτε λέγω, οὐχὶ ἐκ τῶν προσώπων. Ὅτε ἠδυνήθημεν ἐντὸς δεκαετίας νὰ φθάσωμεν ἀπὸ ἀπολογισμοῦ ἐσόδων 45 ἑκατομμυρίων εἰς ἀπολογισμὸν ἐσόδων 88 ἑκατομμυρίων, δύναται σήμερον ἡ ἀναπλήρωσις ἐλλείμματος τριῶν ἢ τεσσάρων ἑκατομμυρίων νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνυπέρβλητος δυσχέρεια; Βεβαίως ἔλλειμμα, ὁποῖον παρουσιάζει ὁ ὑποβεβλημένος προϋπολογισμὸς μετὰ τὰς ὑποδειχθείσας παρ’ ἡμῶν συμπληρώσεις, ἀφοῦ ἐπετεύχθη ἐν δεκαετίᾳ διπλασιασμὸς σχεδὸν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἀνυπέρβλητον κώλυμα πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου. Θὰ ἦτο ἀνυπέρβλητον κώλυμα, ἂν τὰ μέχρι τοῦδε εἶχον ἀποδείξει, ὅτι ἀποκτηθεὶς ὁ διπλασιασμὸς τῶν ἐσόδων κατεπόνησε τὴν χώραν,—δὲν λέγω ἐστενοχώρησε τὴν χώραν, διότι βεβαίως στενοχωρίαν ἐπάγεται εἰς χώραν τέως πληρόνουσαν 45 ἑκατομμύρια ἢ πληρωμὴ 88 ἑκατομμυρίων, — ἀλλ’ ἐὰν, πληρόνουσα ἡ χώρα τὰ διπλάσια, ἀπεδεικνύετο καταπονηθεῖσα, ἂν ἡ παραγωγὴ αὐτῆς ἠλαττοῦτο, ἡ ἐπιτευχθεῖσα ἀναπλήρωσις τῶν ἐλλειμμάτων θὰ ἦτο ἀνωφελὴς, διότι μικρὸν κατὰ μικρὸν αἱ δυνάμεις αὐτῆς θὰ ἐμειοῦντο, καὶ τὸ ἀποκατασταθὲν ἰσοζύγιον δὲν θὰ ἦτο διαρκές. Ἀλλὰ κατεπονήθη ἡ χώρα; ποῦ δ’ ἐξετάζεται τοῦτο; Τοῦτο ἐξετάζεται ἐν τῇ καταναλώσει τῆς χώρας, διότι αὕτη μαρτυρεῖ περὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων αὐτῆς, τοῦτο ἐξετάζεται ἐν τῇ κινήσει τῇ ἐμπορικῇ τῆς χώρας, μαρτυρούσῃ περὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων αὐτῆς. Προστρέχω ἄρα εἰς τοὺς στατιστικοὺς πίνακας, καὶ τί εὑρίσκω ἐν αὐτοῖς; Εὑρίσκομεν ὅτι κατὰ τὸ 1890 ἔχομεν ἐξ ἀντιπαραβολῆς πρὸς τὸ 1889 αὔξησιν προσόδου ἐκ δασμῶν εἰσαγωγῆς ἐπὶ πάντων, πλὴν τῶν σιτηρῶν, — διότι ταῦτα οὐδὲν μαρτυροῦσιν ἐν τῷ ζητήματι, εἶναι κατανάλωσις ἀναγκαία, — ἔχομεν αὔξησιν ἑκατομμυρίου, καὶ τοῦτο, ἐνῷ, ὡς ἐκ τῆς δασμολογικῆς συμφωνίας μετὰ τῆς Ἀγγλίας, ἐγένοντο μειώσεις καὶ καταργήσεις δασμῶν τινων. Τὴν δασμολογικὴν ταύτην μεταῤῥύθμισιν, εἶπε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν θεωρεῖ ἐπενεγκοῦσαν μείωσιν τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου, διότι κατ’ αὐτὸν ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου συνετέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς εἰσαγωγῆς, καὶ τοῦτο παραδέχομαι, ἀλλ’ ἐν τῷ μέτρῳ τῶν γενικῶς παραδεδεγμένων ἀναλογιῶν. Παραλειπομένης ὅμως καὶ τῆς ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ τούτου ἐπὶ πλέον διαφορᾶς τῆς εἰσαγωγῆς κατὰ τὸ 1890, ἔχομεν πάντως ἐν ἔτει 1890 εἴσπραξιν ἑκατομμυρίου ἐπὶ πλέον τῶν κατὰ τὸ 1889 εἰσπραχθέντων ἐπὶ εἰδῶν ἄλλων, πλὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Καὶ ἐν πάσαις ταῖς ἄλλαις ἐκδηλώσεσι τῆς καταναλώσεως ὁμοίαν εὑρίσκομεν πρόοδον· ἐν τῇ προσόδῳ τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ πετρελαίου, ἐν τῇ προσόδῳ ἐκ τῶν πυρείων, ἐν τῇ προσόδῳ ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων πανταχοῦ ἔχομεν αὔξησιν. Τί ταῦτα μαρτυροῦσιν; ὅτι αἱ δυνάμεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν κατεπονήθησαν, ὅτι τοὐναντίον ἀναπτύσσονται, καὶ μάλιστα ἐν ἀναλογίᾳ κατωτέρᾳ τῆς μέσης. Ἔχομεν ἄρα αὔξησιν τῶν δημοσίων προσόδων μέχρι διπλασιασμοῦ τῶν πρὸ δεκαετίας ἀποδιδομένων, ἔχομεν δὲ συνάμα καὶ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ λαὸς δύναται νὰ βαστάσῃ τοιαύτην φορολογίαν, διότι μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐπιβολῆς αὐτῆς βλέπομεν προϊοῦσαν τὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως. Ὑπολείπεται ἄρα εἰς ἐξέτασιν τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ τῆς ἀποκτήσεως τοῦ ἀναγκαίου συναλλάγματος πρὸς τὴν ἀπότισιν τῶν ἐτησίων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου εἰς μεταλλικόν. Ἔστω, λέγουσιν οἱ ἀπαισιοδοξοῦντες, ἀποκαθίσταται τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ εἶναι εἰκονικὸν τὸ χρῆμα τοῦ ἰσοζυγίου, συνίσταται εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐνῷ ὑποχρεώσεις τινὲς τοῦ Δημοσίου εἶναι μεταλλικαί, τὸ ἐσοδευόμενον ἄρα τραπεζικὸν γραμμάτιον πρέπει νὰ παράσχῃ τὸ μέταλλον, ὁμολογεῖτε δ’ ὑμεῖς αὐτοί, ὅτι δὲν δύνασθε ν’ ἀποκτήσητε τὸ μέταλλον ἀντὶ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἔστω καὶ ἐπὶ ὑπερτιμήσει, διότι ἡ χώρα δὲν παρέχει αὐτὸ ἐν ἱκανῇ ἀφθονίᾳ, καὶ ἀναγκάζεσθε νὰ προβαίνητε εἰς οἰκονομικὰ μέτρα, ἅτινα, ἐφ’ ὅσον ἐπαναλαμβάνονται, λύουσι τὸ ζήτημα, αἴρουσι τὴν δυσχέρειαν, ἀλλ’ ἀφίνουσι χαῖνον τὸ βάραθρον, ἐν ᾧ θὰ βυθισθῶμεν, ὁπόταν οἱ οἰκονομικοὶ οὗτοι συνδυασμοὶ δὲν θὰ δύνωνται νὰ ἐπαναληφθῶσιν. Εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ διευκρινήσῃ διὰ πλήρους ἀναλύσεως τῶν στοιχείων αὐτοῦ· διότι, ἐὰν εἶχον ἀληθῶς τὰ κατ’ αὐτὸ ὡς ἐξετέθησαν, βεβαίως ἡ κατάστασις θὰ ἦτο ἀσφαλής. Εἶναι ἀναμφίλεκτον, ὅτι τὸ σύστημα τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἐξ οὗ ἀποῤῥέει ἡ δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν πληρωμὴ τῶν ὀφειλομένων εἰς ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους εἰς μεταλλικὸν, περιλαμβάνει καὶ ἐνέργειαν τείνουσαν εἰς τὴν βαθμιαίαν μείωσιν τῆς ἀνάγκης τῶν οἰκονομικῶν τούτων συνδυασμῶν, διότι μετὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀναγράψασα αὐτοὺς ἐν τῷ οἰκονομικῷ της προγράμματι, ἀνέγραψε συνάμα καὶ ὁλόκληρον σύστημα δημοσίων ἔργων, συντελοῦν εἰς πλουτισμὸν τῆς χώρας, οὐ μόνον διὰ τῶν σιδηροδρόμων, τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν καὶ τῶν διωρύγων, διὰ τῆς ἀποξηράνσεως καὶ ἀρδεύσεως τῶν Θεσσαλικῶν πεδίων καὶ ἄλλων, διὰ τῶν λιμενικῶν ἔργων, διὰ τῆς περιποιήσεως τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ὠθήσεως, ἣν ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τούτων διὰ ξενικοῦ χρήματος δίδει εἰς τὴν δρᾶσιν τῆς χώρας. Τὴν ἐκ τῆς ἀναπτύξεως ὅμως τοῦ πλούτου τῆς χώρας διὰ τοιούτων μέσων ἐπιδιωκομένην μείωσιν καὶ βαθμιαίαν ἐξαφάνισιν τῆς ἀνάγκης τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ μεταλλικοῦ τῶν ἐτησίων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους δὲν θὰ ἐθεωροῦμεν ἐπαρκῆ ἐγγύησιν τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος τοῦ Κράτους, ἂν μὴ ἐπειθόμεθα, ὅτι ἡ μεταλλικὴ πρόσοδος τῆς χώρας, καὶ ὡς νῦν ἔχει, καὶ ἂν ἔτι μηδεμίαν προσπορισθῇ ὠφέλειαν ἐκ τῶν ἐκτελουμένων δημοσίων ἔργων καὶ ἐκ τῆς κανονικῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς, εἶναι ἐπαρκὴς εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν εἰς μεταλλικὸν ἐτησίων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Ἡ συστηματικὴ ἐνέργεια τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ἀναγκαιοῦντος αὐτῇ μεταλλικοῦ δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, καὶ ἡ ἀποτυχία τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀποπείρᾳ πρὸς ἀπόκτησιν 3 καὶ ½ ἑκατομμυρίων νομίζω δραχμῶν εἰς μεταλλικὸν, ἐγέννησε καὶ ἠμπέδωσε παρὰ πολλοῖς τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτηθῇ τὸ ἀναγκαῖον εἰς τὸ Δημόσιον συνάλλαγμα, ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν δὲν παρέχει τὸ ποσὸν τοῦ ἀποτινομένου ἐτησίως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου μεταλλικοῦ χρήματος. Καὶ βεβαίως πεπλανημένη εἶναι ἡ γνώμη, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἢ οἱαδήποτε Κυβέρνησις, θὰ ἐπορίζετο δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τὸ ἀναγκαῖον εἰς αὐτὴν μεταλλικὸν, ἵν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς ἐπὶ πλέον δαπάνης πρὸς ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος ὡς ὑπερτετιμημένου, οὐδὲ θὰ ἦτο ἡ δαπάνη τῆς ἀγορᾶς συναλλάγματος ὅσον συνήθως ὑποτίθεται σπουδαία. Ἡ δαπάνη ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος ἀνεγράφη ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐπὶ ποσῷ 6,200,000, καὶ, ὡς εἶπον, ἐὰν προέβαινεν εἰς τὴν διὰ συναλλάγματος πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, πιθανώτατον εἶναι, ὅτι, καθ’ ὃν μάλιστα τρόπον ἐπελήφθη τοῦ ἔργου, θὰ ὑπεβάλλετο τὸ Δημόσιον εἰς δαπάνην 10,000,000 ἢ καὶ 16,000,000. Ἀλλ’ ἡ δαπάνη ἡ ἀναγκαία πρὸς πληρωμὴν τοῦ συναλλάγματος, ἐὰν κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου πρεπόντως, δὲν εἶναι οὔτε 10,000,000, οὔτε 16,000,000, οὔτε 6,000,000· ἡ ἀπόκτησις τοῦ συναλλάγματος θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἠδύνατο δὲ αὕτη νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ θυσίας τοῦ Δημοσίου ἐτησίας περίπου 4,000,000, ἣν θὰ ἐπήγετο ἡ τροπὴ τοῦ πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν συνδεομένου δανείου εἰς δάνειον αὐτοτελές. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἄρα τοῦ Δημοσίου, ζήτημα 4,000,000 δραχμῶν εἶναι τὸ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐτησίων μεταλλικῶν ὀφειλῶν διὰ συναλλάγματος ἀντὶ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ἀλλὰ διατὶ δὲν προτιμῶμεν τὴν διαῤῥύθμισιν ταύτην; Δὲν προτιμῶμεν αὐτὴν οὐχὶ διότι δὲν θέλομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ἔξοδον τῶν 4,000,000, οὐδὲ διότι φρονοῦμεν, ὡς πολλάκις ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ ἀπότομος ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπάγεται ὀλέθρια ἀποτελέσματα, διότι οὐδὲν ἐπάγεται ὀλεθριώτερα ἀποτελέσματα τῆς ἀβεβαιότητος ἐν ταῖς συναλλαγαῖς, ἐπικρατούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἂν ἡ ἀπότομος ἄρσις ἐπάγηται κακὰ, ἀλλὰ τὰ ἀγαθὰ τὰ ἐκ τῆς ἀποκαταστάσεως μεταλλικῆς κυκλοφορίας ἐν τῇ χώρᾳ καὶ τῆς παρεπομένης παύσεως τῆς ἀβεβαιότητος, ἣν παράγει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐξαγοράζουσι πᾶν τὸ ἐκ τῆς ἀποτόμου ἄρσεως κακόν. Ὑποθέτουσί τινες, ὅτι εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν προέβημεν ἐκ λόγων σχετιζομένων πρὸς τὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐκ λόγων σχετιζομένων πρὸς τὰς συναλλαγὰς, αἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην προειδοποιήσεως. Οὐδὲν τούτων ἀνακριβέστερον, διότι τὸ Δημόσιον ζημιοῦται ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πλείονα τῶν πρὸς τὴν ἄρσιν αὐτῆς καταβλητέων ἐτησίως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τεσσάρων ἑκατομμυρίων, ἡ δὲ ἀβεβαιότης ἐν ταῖς συναλλαγαῖς, ἥτις ὑφίσταται ἐνόσῳ ὑφίσταται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, παρεμποδίζει πᾶσαν ἐνέργειαν. Τί ἐπιζημιώτερον ἐν ταῖς συναλλαγαῖς ἢ ἀναλαμβάνων τις ὑποχρέωσιν πληρωμῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅτε τὸ συνάλλαγμα διατιμᾶται εἰς τὰ 22, νὰ κινδυνεύῃ, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅταν τὸ συνάλλαγμα διατιμᾶται 28 καὶ 30; Καὶ πότε ἔχει τις τὴν βεβαιότητα, ὑφισταμένης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ὑπερτίμησις ἢ ὑποτίμησις, ὥστε νὰ δύνηται νὰ προβῇ εἰς συναλλαγὴν ἐπὶ ὑπολογισμῷ ἀσφαλεῖ περὶ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς συναλλάττεται; Ἀπὸ ἑβδομάδος εἰς ἑβδομάδα, ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν βλέπομεν διακυμάνσεις ἐν τῷ συναλλάγματι, ὑπερβαινούσας τοὺς συνήθεις ὅρους τοῦ ἐπιδιωκομένου κέρδους ἐν ταῖς ἐπιχειρήσεσι. Τοιαῦται διακυμάνσεις εἶναι πολὺ μεγαλείτερον κακὸν τοῦ ἀποτόμου τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ διατὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐδίσταζε περὶ τῆς ἄρσεως; διατὶ δὲν προέβη εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Διότι, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ Δημόσιον, εἰσπράττον μεταλλικὸν χρῆμα ἀντὶ χαρτίνου, ὡς σήμερον συμβαίνει, θὰ ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ αὐτὸ πρὸς ἀπότισιν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὀφειλῶν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ χρήματος τούτου θὰ περιῆγεν εἰς στενοχωρίαν τὴν ἀγοράν. Ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ Κυβέρνησις, καλουμένη ἐτησίως, ἵνα πληρόνῃ εἰς μεταλλικὸν 26,000,000 ἢ 27,000,000, εἰδοποιεῖται διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ὅτι τὰ εἴκοσι ἑπτὰ ταῦτα ἑκατομμύρια δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῆς χώρας ἄνευ σπουδαίας στενοχωρίας τῆς ἀγορᾶς, διότι ἡ ὑπερτίμησις τῶν 25% εἶναι ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ χώρα δὲν ἔχει ἄφθονα τὰ μέσα πρὸς τὴν τοιαύτην λειτουργίαν. Αἰρομένης ὅμως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ Δημόσιον, εἰσπράττον μέταλλον, κίνδυνος εἶναι μὴ παύσῃ προώρως τοὺς πρὸς προμήθειαν τοῦ ἀποστελλομένου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν χρήματος οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς καὶ ἐπιληφθῇ τῆς ἀποτίσεως τῶν τοκομεριδίων διὰ τοῦ ἰδίου χρήματος, μὴ ἐννοοῦν, ὅτι ἡ ἀγορὰ δὲν εἶναι ἔτι παρεσκευασμένη, ὅπως ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς ἄνευ ἀνταλλάγματος ἐξαγωγῆς ἐκ τῆς χώρας τοσούτου χρήματος. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι τὸ σήμαντρον, ὑφ’ οὗ τὸ Δημόσιον, ὑπόχρεον εἰς ἀποστολὴν χρήματος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἰδοποιεῖται, ὅτι δὲν πρέπει τὸ χρῆμα τοῦτο νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῆς χώρας, ὅτι πρέπει, ἐὰν δύνηται, νὰ πορισθῇ τὸ χρῆμα τοῦτο δι’ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, ὅπως μὴ στενοχωρήσῃ τὴν χώραν. Ἀλλ’ ἡ στενοχωρία, ἣν θὰ ἐπήγετο ἡ ἀποστολὴ τοῦ χρήματος τῆς χώρας, εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ἡ χώρα δὲν ἔχει τὰς δυνάμεις, ἵνα ἀνθέξῃ εἰς τὴν ἀποστολὴν τοῦ χρήματος, ἂν αὕτη ὑπὸ τῶν περιστάσεων ἐπεβάλλετο; Τὰ δύο ταῦτα εἶναι ἐντελῶς διακεκριμένα ἀπ’ ἀλλήλων, καὶ ἡ σύγχυσις αὐτῶν εἶναι ἡ προκαλοῦσα παρά τισι τὴν ἀπελπισίαν ἐν τοῖς ἀφορῶσιν εἰς τὴν κανονικὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀπότισιν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Ἡ χώρα βεβαίως θὰ στενοχωρηθῇ, ἂν τὸ πρὸς ἀπότισιν τοῦ τοκομεριδίου χρῆμα ἐξάγηται ἐντεῦθεν εἴτε δι’ ἀγοραζομένου ὑπὸ τοῦ Δημοσίου συναλλάγματος, εἴτε διὰ τοῦ εἰσπραττομένου ὑπὸ τοῦ Δημοσίου χρήματος μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἡ χώρα στενοχωρουμένη δύναται ν’ ἀποστέλλῃ τὸ χρῆμα· ὅπως δὲ πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀποδίδει 88 ἑκατομμύρια ἐτησίως, στενοχωρουμένη, ἀλλὰ μὴ καταπονουμένη, οὕτω θὰ ἠδύνατο νὰ στερηθῇ τοῦ ἐξαγομένου χρήματος, ὑφισταμένη ἐκ τούτου οἰκονομικὴν διατάραξιν, ἀλλὰ μὴ κύπτουσα ὑπὸ τὸ βάρος. Καὶ πόθεν ἔχομεν τὰς ἐνδείξεις περὶ τούτου; Εἶναι αὗται πρόχειροι· ἐξετάσωμεν τὰς πηγὰς τοῦ πλούτου τῆς Ἑλλάδος, ἐξετάσωμεν τὰς μεταλλικὰς προσόδους τῆς Ἑλλάδος, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν αὗται ἦναι κατώτεραι τῆς ἀνάγκης ταύτης. Μεταλλικαὶ πρόσοδοι τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχουσι καταφανεῖς, αἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τῇ στατιστικῇ τῆς ἐξαγωγῆς, ἀλλὰ πλὴν τούτων ὑπάρχουσι καὶ ἀφανεῖς, πολλὴν καὶ αὗται ἔχουσαι τὴν ἀξίαν. Παραλειπομένων ὅμως τῶν ἀφανῶν, καὶ περιοριζομένης τῆς ἐξετάσεως εἰς μόνας τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῇ στατιστικῇ τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου τῆς χώρας, ἔχομεν ἐν συνόλῳ ἐξαγωγὴν καὶ εἰσαγωγὴν 250 περίπου ἑκατομμυρίων. Ταῦτα εἶναι πάντα μεταλλικά. Ἐπὶ κινήσεως 250 ἑκατομμυρίων ἀφαίρεσις 26 ἢ 27 ἑκατομμυρίων εἶναι ποσὸν τοσοῦτο δυσανάλογον, ὥστε νὰ ἀπειλῇ ἐξάντλησιν; Ἐξεταζομένης διακεκριμένως τῆς ἐξαγωγῆς, ἔχομεν τρανώτερα τὰ μαρτύρια, ὅτι ἡ χώρα δύναται ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τῶν τοῦ τοκομεριδίου. Ἔχομεν ἐν τοῖς πίναξιν ἐξαγόμενα ἀξίας περὶ τὰ 100,000,000, ἄλλοτε 110,000,000, ἄλλοτε 95,000,000, ἐν τούτοις δὲ ἡ σταφὶς εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐπὶ 50 περίπου ἑκατομμυρίοις. Εἰς μόνην τὴν σταφίδα ἂν ἀποβλέψωμεν, τὸν ἐκ ταύτης πορισμὸν μεταλλικοῦ εὑρίσκομεν σπουδαίως διακυμαινόμενον καὶ ὡς ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς καὶ ὡς ἐκ τῆς παραλλασσούσης τιμῆς, ἥτις κατὰ τὸν ἐπίσημον πίνακα τῶν ἀξιῶν εἶναι 150 δραχμαὶ κατὰ χιλιάδα, ἀλλ’ ἤδη κατὰ μέσον ὅρον εἶναι 210 δραχμαί, καὶ ἄλλοτε ὑπῆρξε κατωτέρα τῶν 150 δραχμῶν· τί δὲ συνέβαινε κατὰ τὰ ἔτη, καθ’ ἃ ἡ σταφὶς ἐπωλεῖτο εἰς τιμὰς κατωτέρας τῶν ἐφετεινῶν, ἤτοι τῶν 210 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα, τί συνέβαινε πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ ἡ μετὰ τῆς Ἀγγλίας συνθήκη; Ἡ μετὰ τῆς Ἀγγλίας συνθήκη ἐπήνεγκεν ἐλάττωσιν τοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ δασμοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐκ 59 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα, ταύτην δὲ πᾶσαν ἐκέρδησεν ἡ παραγωγή, καὶ οὐ μόνον ἐπὶ τῆς εἰς Ἀγγλίαν εἰσαγομένης σταφίδος, ἀλλὰ ἐκέρδησεν αὐτὴν ἐπὶ ἁπάσης τῆς σταφίδος, διότι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀγγλικοῦ δασμοῦ καὶ ἡ κατάργησις τοῦ ἀμερικανικοῦ ἐπήνεγκον τὴν αὔξησιν τιμῆς τοῦ προϊόντος ἁπανταχοῦ.
§107ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἔχομεν αὔξησιν ἐξαγωγῆς;
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν βεβαιότητα, ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἐφετεινὴ παραγωγὴ θέλει καταναλωθῆ, οὐχὶ βεβαίως ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀφοῦ μάλιστα καὶ μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι σήμερον ἀνωτέρα τῆς πρὸ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ. Διαφορὰ τιμῆς 60 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα ἐπὶ τῶν 300,000,000, ἅτινα ἐξάγει ἡ Ἑλλάς, ἰδοὺ 18 ἑκατομμύρια. Ἂν ἡ ἑλληνικὴ σταφὶς δὲν ἐπωλεῖτο ἐπὶ τῇ μέσῃ τιμῇ τῶν 210 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἐπισήμῳ τιμῇ τῶν 150 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα, θὰ ἐσώδευεν ἡ χώρα 18 ἑκατομμύρια ἐπὶ ἔλαττον, τουτέστι θὰ εὑρισκόμεθα ἐν ᾗ θέσει θὰ διετελοῦμεν, ἄν, ἀντὶ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ἠγόραζεν ἐφέτος τὸ Δημόσιον τὰ 18 ταῦτα ἑκατομμύρια καὶ ἀπέτινε δι’ αὐτῶν τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὀφειλάς του. Ἐκ τῶν 18 τούτων ἑκατομμυρίων καὶ ἐξ ἄλλων καταφανῶς ἢ ἀφανῶς προσοδευομένων θὰ ἠδύνατο τὸ Δημόσιον νὰ πορισθῇ τὰ 26 ἢ 27 ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ, ἅτινα εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ χρεῶν. Εἶναι δὲ ἡ ἀφαίρεσις μεταλλικοῦ ἐκ τῆς χώρας κατωτέρα τῶν 27 ἑκατομμυρίων, διότι μέρος τῶν τοκομεριδίων κατέχεται ἐνταῦθα. Ὁπωσδήποτε θὰ ἠδύνατο ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ νὰ παράσχῃ ἡ χώρα τὸ συνάλλαγμα πρὸς πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου, στενοχωρουμένη μέν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ καταπονουμένη. Ἐὰν ἄρα οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ ἤθελον προσκόψει, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἦτο ὁ οἰκονομικὸς ὄλεθρος, ὅν τινες προλέγουσιν, ὑπαγορεύοντες μάλιστα ἀπὸ τοῦδε σκέψεις περὶ πτωχεύσεως ἢ περὶ ἄλλων ἐκρύθμων μέτρων, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠναγκάζετο τὸ Δημόσιον ν’ ἀγοράζῃ τὸ συνάλλαγμα, ὅπερ ἐπαρκὲς θὰ προσεφέρετο. Ἡμεῖς ὅμως φρονοῦμεν, ὅτι ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον δὲν πρέπει νὰ ζητῆται ἐν τῇ χώρᾳ τὸ συνάλλαγμα· πρέπει ν’ ἀναβάλλωμεν ἕως οὗ τὰ μέτρα, ἅτινα ἐφηρμόζοντο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ἅτινα βεβαίως θὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐφαρμοζόμενα ὑπὸ τῆς παρούσης, ἐπενέγκωσι πλήρεις τοὺς καρποὺς αὐτῶν.
§109ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, δόσατέ μοι μίαν ἐξήγησιν. Ἀφοῦ εὑρίσκετε τοσαύτην πληθώραν χρήματος μεταλλικοῦ ἐν τῷ τόπῳ, πῶς δὲν κατωρθώσατε εἰς τὸ διάστημα τῆς τετραετίας, καίτοι τὸ χρέος τὸ δημόσιον ἐπληρώνετο διὰ μεταλλικοῦ, ἀγοραζομένου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ δανείων, νὰ ἐλαττώσητε τὸ συνάλλαγμα, μ’ ὅλας τὰς ὑποσχέσεις, ἃς εἴχετε δώσει πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ τὸ συνάλλαγμα ἔμενεν 24 καὶ 25%; Αὐτὴ ἡ πληθώρα τοῦ χρήματος τί ἔγεινε;
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἀμφιβάλλω, ἂν παρηκολούθησε τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου.
§111ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν ἤμην ἐνταῦθα ἀπ’ ἀρχῆς.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτής, ἂν παρηκολούθει τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, θὰ ἤξευρεν, ὅτι ἐγὼ ἰσχυρίσθην, ὅτι πληθώρα μεταλλικοῦ δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ὑπῆρχε στενοχωρία, ἂν τὸ Δημόσιον κατήρχετο εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς προμήθειαν συναλλάγματος· ἰσχυρίσθην ὅμως, ὅτι ἡ στενοχωρία δὲν θὰ ἦτο τοσαύτη, ὥστε, ἂν δὲν ἠδυνάμεθα δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ ζητήματος, νὰ ὦμεν ἠναγκασμένοι, ὅπως προσφύγωμεν εἰς τὰ μέτρα, ἅτινα συνέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς προχθὲς εἰς πρόληψιν κινδύνων ἀνυπάρκτων. Ἡ χώρα παρέχει τὸ χρῆμα, ἀλλ’ ἡ προμήθεια τοῦ χρήματος ἐν τῇ χώρᾳ ἐπάγεται στενοχωρίαν χρηματικήν, εἰς ἣν ἡμεῖς ἀφορῶντες, ἐγκαίρως παρεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν τῆς μὴ προμηθείας τοῦ συναλλάγματος ἐνταῦθα. Ἐπὶ τούτῳ ἐξηγέρθησαν πολλοί, ἐξηγέρθησαν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, λέγοντες, ὅτι δὲν εἶναι προσήκουσα ἡ διὰ τοιούτου τρόπου πληρωμὴ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου, ἀντὶ τῆς πληρωμῆς δι’ ἀγορᾶς συναλλάγματος, καὶ ὅτι, ἀνεφίκτου οὔσης τῆς ἀγορᾶς συναλλάγματος, ἔδει διὰ πτωχεύσεως νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν, ἐμμένει καὶ ἤδη εἰς ἃς τότε διετράνωσεν ἀρχὰς, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, γενόμενος Ὑπουργὸς, ἀπαρνεῖται τὸν συνάδελφόν του, λέγων πρὸς αὐτόν: «Αἱ θεωρίαι αὗται ἦσαν καλαὶ, ὅτε ἤμην ἁπλοῦς συνάδελφος ὑμῶν Βουλευτής· κατὰ τὸ 1887 ἦσαν αἱ ἰδέαι αὗται ὑγιεῖς, σήμερον ὅμως αἱ ἰδέαι αὗται δύνανται νὰ ἦναι καλαὶ δι’ ὑμᾶς, καθημένους ἐκεῖ ἐπάνω, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ, κατελθόντα ἐδῶ, δὲν εἶναι συμφέρουσαι» (ἱλαρότης). Δύο δυσχέρειαι οἰκονομικαί, εἶπον, ἐπαρουσιάζοντο, ἡ δυσχέρεια περὶ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ δυσχέρεια περὶ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἐτησίως ἀναγκαίου τῷ Δημοσίῳ μεταλλικοῦ νομίσματος· αἱ παρατηρήσεις ἄρα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας ἦσαν ἄσχετοι πρὸς τὰ παρ’ ἐμοῦ ἀναπτυσσόμενα. Ἐν σχέσει πρὸς ταῦτα ἐξεταστέον εἶναι, ἐὰν αἱ δυσχέρειαι ἦναι ἀκατανίκητοι, ἐὰν καὶ πῶς δυνάμεθα ταύτας νὰ παρακάμψωμεν. Εἶπον ὅτι αἱ δυσχέρειαι τοῦ ἰσοζυγίου, τετραετὴς ἐφαρμογὴ τοῦ ἡμετέρου συστήματος ἀπέδειξεν, ὅτι δύνανται νὰ παρακαμφθῶσι. Τινὲς τῶν ἀγορευσάντων κυρίων Βουλευτῶν εἶπον, ὅτι τὸ ἐπιτευχθὲν κατὰ τὴν τετραετίαν ἰσοζύγιον εἶναι εἰκονικὸν, ὅτι δὲν εἶναι τὸ πλῆρες, τὸ τέλειον ἐκεῖνο, πρὸς ὃ πρέπει τὰ Κράτη νὰ ἀφορῶσι, τὸ περιλαμβάνον καὶ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, καλυπτομένας ὑπὸ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἀλλ’ εἶναι στενοχωρημένον ἰσοζύγιον τακτικῶν δαπανῶν καὶ τακτικῶν ἐσόδων· ἀλλὰ καὶ τοιούτου στενοῦ ἰσοζυγίου τὴν ἐπίτευξιν ἠθέλησαν νὰ ἀρνηθῶσι, καὶ προσεκόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καταστάσεις εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ παρ’ ἡμῶν συνομολογηθέντα δάνεια δὲν διετέθησαν ἀποκλειστικῶς πρὸς τοὺς ὁμολογουμένους σκοποὺς, ἀλλὰ θὰ διετέθησαν καὶ πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐλλειμμάτων τῶν τακτικῶν ἐσόδων, διότι αἱ καταστάσεις δὲν δεικνύουσιν εἰς τί ἄλλο διετέθησαν. Τὰ εἰσπραχθέντα κεφάλαια τῶν δανείων ἐν λεπτομερείᾳ κατέδειξεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας εἰς τί ἐδαπανήθησαν, ἐν συμπεράσματι ἀποδείξας, ὅτι διετέθησαν ἀποκλειστικῶς πρὸς τοὺς σκοποὺς, πρὸς οὓς συνωμολογήθησαν, καὶ ὅτι ὑπελείφθησαν μὲν ἀσήμαντα ἐλλείμματα τῶν τακτικῶν ἐσόδων δύο χρήσεων, ἀλλ’ ὅτι ταῦτα εἶναι τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς καὶ ταῖς ἐπισήμοις καταστάσεσι· τὴν δὲ ἀπόπειραν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως παραστήσῃ ὡς ἐνδεχομένην τὴν διάθεσιν κεφαλαίων ἐκ δανείων εἰς σκοποὺς ἄλλους τῶν διὰ νόμων ἐπιτρεπομένων, ἤτοι εἰς κάλυψιν ἐλλειμμάτων, ἀνεσκεύασεν ὁ κ. εἰσηγητὴς οὐ μόνον ἀρνητικῶς, διὰ τὸ ἀνύπαρκτον τῶν ἀναπληρωτέων δῆθεν ἐλλειμμάτων, ἀλλὰ καὶ θετικῶς, διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν δανείων. Οὐ μόνον δὲ παρέστησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τῶν κεφαλαίων τῶν δανείων ἐγένετο χρῆσις εἰς ἀναπλήρωσιν ἐλλειμμάτων τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἐνῷ ἐλλείμματα δὲν ὑπῆρχον, ἀλλ’ εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης παρέστησεν ἡμᾶς ὡς ἐργασθέντας ὡς εἰργάσθη μόνος αὐτός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι συνεβλήθη περὶ ἐκχωρήσεως μέρους τοῦ μήπω ἐκχωρηθέντος ἡμίσεως τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διαθέσεως τοῦ ἀντιτίμου οὐχὶ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ σιδηροδρόμου, ἀλλ’ εἰς πληρωμὰς ἀναγομένας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν τακτικῶν ἐξόδων, καὶ εἶπεν, ὅτι τοῦτο αὐτὸς ἔπραττεν ἐξαναγκαζόμενος, ἀλλὰ καὶ ἑπόμενος εἰς τὸ παράδειγμα τῶν προκατόχων. Οἱ προκάτοχοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ οὐδὲν ἔπραξαν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τὸ ἔκρυθμον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνήργησεν ἐκρύθμως. Ἡμεῖς εἴχομεν συμβληθῆ περὶ ἐκχωρήσεως τοῦ ἡμίσεως τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου ἐκ 40 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ ἀνάγκη χρήματος διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ σιδηροδρόμου ὑπῆρχε μόνον, ἐπιστᾶσα μὲν 1,800,000 δραχμῶν, προσεχὴς δὲ 7 ἢ 8 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ συμβληθῶμεν μόνον περὶ τῶν 9 ἢ 10 ἑκατομμυρίων, βεβαίως τοῦτο ἠθέλομεν πράξει, ἵνα μὴ βαρύνωμεν τὸ Δημόσιον διὰ χρήματος πλεονάζοντος, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρωμεν τραπεζίτας, διατεθειμένους ἵνα συμβληθῶσι περὶ τοῦ δανείου ἐπὶ μικρῷ κεφαλαίῳ· ἀπήτουν μάλιστα οὗτοι, ἵνα συμβληθῶσι περὶ τοῦ δανείου ὁλοκλήρου, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως αἱρέσεως περὶ τοῦ ἡμίσεως, ὃν ἀπεδέχθημεν, προτιμῶντες τὴν μὴ πραγματοποίησιν τοῦ ὅλου. Σημειωτέον, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο ἐπὶ κεφαλαίῳ 80,000,000 φράγκων πραγματικῶν ἐν συνόλῳ εἶναι ἀνώτερον τῶν ὑπολογιζομένων ἐξόδων τοῦ σιδηροδρόμου, ἐθεωρήσαμεν ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ συνομολογήσωμεν αὐτὸ ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ κεφαλαίῳ, ἵνα ἐπωφεληθῶμεν ἐκ τῶν εὐχερειῶν, ἃς παρεῖχεν εἰς τὸν δανεισμὸν τοῦ πλεονάζοντος ποσοῦ ἡ συμπερίληψις αὐτοῦ ἐν δανείῳ, οὗτινος αἱ δαπάναι τῆς ἐκδόσεως δὲν θὰ ἐπεβαρύνοντο, ἂν τὸ κεφάλαιον ἦτο μεγαλείτερον καὶ εἰς ὃ ἐξησφάλιζεν ὁ χαρακτηρισμὸς ὡς δανείου σιδηροδρόμου ὑποδοχὴν ἐν τῇ ἀγορᾷ βελτίονα τῆς τῶν ἐστερημένων εἰδικῆς ἐγγυήσεως. Εἴχομεν ἄρα ἐπὶ τῶν 80,000,000 ποσὸν ἱκανῶν ἑκατομμυρίων μὴ σχετιζομένων πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ σιδηροδρόμου· ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ ταῦτα ἡ ἐγγύησις τοῦ σιδηροδρόμου, πλέον ὅμως τούτου οὐδέν. Ἀλλὰ καὶ τὰ εἰσπραχθέντα κεφάλαια τοῦ δανείου, τὰ μὴ περιλαμβανόμενα ἐν τῷ πλεονάσματι καὶ σχετιζόμενα πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ σιδηροδρόμου, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἦτο προσεχὴς ἡ δι’ αὐτῶν πληρωμὴ ἀπαιτητῶν δόσεων τῶν ἐργολάβων τοῦ σιδηροδρόμου, ὠφείλομεν νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἄτοκα. Ἀφοῦ ἀπαιτηταὶ δόσεις τῶν ἐργολάβων ὑπῆρχον τότε μόνον 1,800,000 ἅτινα ἐχρειαζόμεθα εὐθὺς, προσεχῶς δὲ θὰ ἐχρειαζόμεθα μόνον 7,000,000, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἐν στοιχειώδει προνοίᾳ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ν’ ἀφήσωμεν τὰ ἐπὶ πλέον ἐκ τοῦ δανείου εἰσπραχθέντα 30,000,000 ἀργὰ, πληρόνοντες τὰ τοκομερίδια καὶ μηδένα ἐκ τῶν διαθεσίμων τούτων κεφαλαίων ἀπολαμβάνοντες τόκον; Διαθέσαμεν ἄρα τὸ χρῆμα τοῦτο εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, οὗτινος ἄλλως αἱ οὕτως ἐκπληρωθεῖσαι ὑποχρεώσεις περὶ παροχῆς μεταλλικοῦ θὰ ἐξεπληροῦντο δι’ ἄλλων συνδυασμῶν κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα· τοῦ συστήματος δὲ τούτου ἡ λειτουργία ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως οὐδὲν ἀπήντα πρόσκομμα, ὑπαγορεῦον τὴν χρῆσιν τοῦ χρήματος τοῦ σιδηροδρόμου, ἂν μὴ ἐπεζήτει τὸ Δημόσιον εὐκαιρίαν χρησιμοποιήσεως αὐτοῦ, ἧς βελτίων ταύτης δὲν ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἄλλη. Οὕτω διατεθέντος τοῦ μεταλλικοῦ, αἱ ἀντίστοιχοι τροπαὶ δανείων ἐξοικονομοῦσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὸν τόκον τῶν εἰσπραχθέντων, ὧν ἀναβάλλεται ἡ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ σιδηροδρόμου διάθεσις, ἕως οὗ καταστῶσιν ἀπαιτηταὶ αἱ δόσεις. Ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ Μύλων καὶ Καλαμῶν τὴν φροντίδα καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐντόκου ἀπασχολήσεως τοῦ διαθεσίμου χρήματος ἀνέθηκεν ἡ σύμβασις εἰς τοὺς ἀναδόχους. Οἱ ἀνάδοχοι τοῦ σιδηροδρόμου τρέπουσι τὸ κατατεθειμένον παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ διαθέσιμον κεφάλαιον τοῦ σιδηροδρόμου εἰς χρεώγραφα, ἀλλ’ αὐτοὶ, εὐθυνόμενοι εἰς πληρωμὴν τόκου πρὸς τὸ Δημόσιον ἐξ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ διαθεσίμου κεφαλαίου, λαμβάνουσιν εἰς ἀντισήκωμα τὰ τοκομερίδια τῶν ἀγορασθέντων διὰ τῶν διαθεσίμων κεφαλαίων χρεωγράφων. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου ἐκείνου εἴχομεν περιλάβει τοὺς τόκους τοὺς βαρύνοντας τὸ Δημόσιον, ἤτοι τοὺς ἀπὸ τῆς εἰς τοὺς ἀναδόχους ὀφειλομένης καταβολῆς ἑκάστης δόσεως ὑπολογισθέντας εἰς 1,900,000, οἱ δὲ ἐπὶ πλέον τόκοι, τουτέστιν οἱ τόκοι τῶν κεφαλαίων τῶν μὴ ὀφειλομένων εἰς ἀπότισιν ἀπαιτητῶν δόσεων, βαρύνουσι τὸν ἀνάδοχον, καταβάλλοντα αὐτοὺς εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς 6%, εἴτε ἀπολαμβάνει τοσαῦτα, εἴτε δὲν ἀπολαμβάνει τοσαῦτα ἐκ τῆς ἀπασχολήσεως τῶν διαθεσίμων κεφαλαίων εἰς ἀγορὰν χρεωγράφων. Αὗται αἱ πράξεις, αἵτινες ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ Μύλων καὶ Καλαμῶν κατὰ τὴν σύμβασιν ἐπιβάλλονται εἰς τὸν ἐργολάβον, ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης ἐνεργοῦνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις φροντίζει περὶ ἐντόκου διαθέσεως τοῦ μήπω ἀπαιτητοῦ εἰς πληρωμὴν δόσεων χρήματος, ἵνα μὴ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον ἡ πληρωμὴ τοῦ τόκου. Τὴν ἐργασίαν ταύτην δὲν ἠδύνατο νὰ παραλίπῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος, ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν εὗρε κεφάλαιον διαθέσιμον, δεόμενον ἐντόκου ἀπασχολήσεως, ἐνῷ δὲ εἶχε χρῆμα προωρισμένον εἰς τὰς προσεχεῖς δόσεις τοῦ σιδηροδρόμου, συνεβλήθη περὶ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου, οὐχὶ χάριν τῶν ἐξόδων τοῦ σιδηροδρόμου, ἀλλὰ χάριν τῆς πληρωμῆς τοῦ τοκομεριδίου, ὡς μὴ δυναμένη ν’ ἀναπληρώσῃ τὴν ἀνάγκην διὰ τῶν συνήθων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ἡμεῖς εἴχομεν πλεονάζον χρῆμα 30,000,000, καὶ ὅπως ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ Μύλων καὶ Καλαμῶν τὸ πλεονάζον χρῆμα διαθέτει ὁ ἀνάδοχος τοῦ σιδηροδρόμου, οὕτως ἡμεῖς ἐν τούτῳ, μὴ ἔχοντες ἀνάδοχον ὑπόχρεων εἰς ἀπόδοσιν τόκου 6% καὶ φροντίζοντα περὶ τῆς ἀγορᾶς χρεωγράφων, ἔπρεπεν ἡμεῖς νὰ καταστήσωμεν τὸ χρῆμα τοκοφόρον δι’ ἐξοφλήσεως χρεωγράφων τοῦ Δημοσίου ἢ ἄλλως. Τοῦτο ἡμεῖς ἐπράττομεν, ἵνα οἰκονομήσωμεν τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου, τοῦτο δὲ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ εἰς δικαιολογίαν τῆς ἐκρύθμου αὑτοῦ πράξεως, καὶ οὐ μόνον πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ἵνα παραστήσῃ καὶ ἡμᾶς ὡς ποιουμένους χρῆσιν τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου εἰς ἀναπλήρωσιν ἐλλειμμάτων τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅσα εἶπον μέχρι τοῦδε δεικνύουσιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δύναται εὐχερῶς νὰ καταστῇ ἄρτιος, πρέπει δὲ ἡ Βουλὴ νὰ φροντίσῃ, ὅπως καταστήσῃ αὐτὸν ἄρτιον, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπαναπαύηται εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἐφάπαξ μόνον ὑποβάλλεται ἐπὶ βάσεων τοιούτων, καὶ ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι νέον σύστημα θέλει προνοήσει περὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Τὸ γενόμενον ἤδη ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ προϋπολογισμός, ὁ ψηφιζόμενος διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἔσται ὁ σταθερὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι Κυβέρνησις προελθοῦσα ἐκ ψήφου τοῦ λαοῦ, ὡρισμένην ἐχούσης ἔννοιαν, ἣν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις πανδήμως ἐξαγγέλλει ὅτι ἀπεκδέχεται, τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος, καὶ ἰδίᾳ τοῦ οἰκονομικοῦ, τοῦ διέποντος τὰ τῆς χώρας ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι Κυβέρνησις, ἐπὶ τοιαύταις ἐπαγγελίαις καὶ ἐπὶ τοιαύτῃ ἐντολῇ παρουσιασθεῖσα εἰς τὴν Βουλήν, ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ἐὰν δὲν τῇ ἐπέβαλλεν αὐτὸν ἀνωτέρα ἀνάγκη. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλον προϋπολογισμόν, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἤθελεν ὑποβάλει ἴδιον ἑαυτῆς ἔργον, ἔστω καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τινὶ τῶν τοῦ Δημοσίου, διότι ἡ φιλοτιμία τῇ ὑπηγόρευεν ἐπιτακτικῶς νὰ μὴ παρουσιασθῇ διερμηνεὺς συστημάτων, ὧν ἐπηγγέλλετο τὴν ἀνατροπήν. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὐδὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σκληρότερον τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν περιήχθη, ὅπως προσέλθῃ ἐνταῦθα μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς 14 Ὀκτωβρίου, ζητοῦσα, ἵνα κυρώσῃ ἡ Βουλὴ τὸν προϋπολογισμόν, τουτέστι τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τουτέστι πλήρη τὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διότι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐμφάνισις τῆς πολιτικῆς. Διατί δὲν εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις ἴδιον προϋπολογισμόν; Δὲν εἰσήγαγεν ἴδιον προϋπολογισμὸν, δι’ ὃν λόγον καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὅστις ἐπέκρινε τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, ἐὰν ἐκάθητο ἐπὶ τῶν ἑδρῶν τούτων, δὲν ἤθελεν εἰσαγάγει ἴδιον προϋπολογισμόν· διότι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν προκατόχων, ὃν εἰσήγαγεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, καίτοι δὲν υἱοθετεῖ αὐτόν, εἶναι προϋπολογισμὸς ἐπιβαλλόμενος εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ὁ μόνος, δι’ οὗ δύνανται τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν νὰ ὀρθοποδήσωσι. Εἴδομεν τὴν Κυβέρνησιν ἐν τοῖς μέτροις τοῖς αὐτοτελέσι τί σκέπτεται καὶ τίνων πολιτικῶν ἰδεῶν ἐμφορεῖται. Ἡ ἡμερησία διάταξις βρίθει νομοσχεδίων, ἀλλ’ ἐν τούτοις εὑρίσκομέν τι τὸ ἐνδεικνύον, ὁποία ἔσται ἡ βάσις τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ, τοῦ ἀντικαταστήσοντος τὸν νῦν προσωρινῶς καὶ ἀνευθύνως εἰσαγόμενον; Τί εὑρίσκομεν ἐν τοῖς μέχρι τοῦδε ψηφισθεῖσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχεδίοις, ἢ τοῖς ἀναμένουσι τὴν ψῆφον αὐτῆς; Εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις μέτρον οἱονδήποτε, ἐπιτρέπον, ὅπως ἀπεκδεχώμεθα παρ’ αὐτῆς τὴν ἐμπέδωσιν τῶν οἰκονομικῶν, ἢ παρασκευάζον τὴν ἐπίλυσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος; Τίνα εἶναι τὰ μέτρα τὰ μέχρι τοῦδε ψηφισθέντα; Κατάργησις τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος τῶν δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν λειτουργῶν· καὶ κατὰ τί συντελεῖ ὁ νόμος οὗτος εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν του Κράτους; Διατάξεις διάφοροι περὶ ἀνορθώσεως τῶν δῆθεν ἀντισυνταγματικῶς γενομένων ὑπὸ τῶν προκατόχων κατὰ τοῦ πολιτεύεσθαι τοὺς στρατιωτικούς· καὶ κατὰ τί θέλει συντελέσει εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἡ παρεπομένη εἰς τὰς διατάξεις ταύτας παράλυσις τοῦ στρατοῦ, ὃν εὐθὺς, ὡς κηρύττονται ἐκλογαὶ, θὰ βλέπωμεν καταλειπόμενον ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν, σπευδόντων εἰς τὰς περιφερείας τῆς πολιτικῆς αὐτῶν δράσεως, καὶ ἀποπτυόντων τὴν ἐποπτείαν τῶν προϊσταμένων αὐτῶν; Ἀναμένει τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἡ σύμβασις περὶ σμύριδος, ἀναμένει αὐτὴν ἡ πρότασις περὶ βαρυτίνης, ἐψηφίσθησαν ἄδειαι ἀπονομῆς ὑποτροφιῶν ἐν ὡρισμένῃ ἐπαρχίᾳ, ἐψηφίσθησαν συντάξεις εἰς Βουλευτὰς καὶ βοηθήματα.
§113Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἰς ποῖον Βουλευτήν;
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν δὲν ὑπάρχωσι Βουλευταὶ ὑπαγόμενοι εἰς τὸν ψηφισθέντα περὶ συντάξεων τῶν ὑπουργησάντων στρατιωτικῶν νόμον, περὶ τούτου ἂς ἀποφανθῶσιν οἱ εἰσαγαγόντες αὐτόν.
§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος;
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ προσμετρήσεως εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ χρόνου τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν διατελεσάντων Ὑπουργῶν· ἐπολέμησα τὸ νομοσχέδιον, μηδεμίαν ποιησάμενος νύξιν περὶ προσωπικῶν, ἀλλ’ ὡς εἰκὸς, δὲν εἰσηκούσθην. Ἐψηφίσθη δωρεὰ εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου 2 περίπου ἑκατομμυρίων. Ἐκ τῶν μήπω ψηφισθέντων τινὰ παρεπέμφθησαν εἰς ἐπιτροπὰς, ἀγνοοῦμεν δὲ, ἂν θέλωσιν ἐπανέλθει εἰς τὴν Βουλὴν, τουλάχιστον κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην· εὔχομαι, ὅπως μὴ ἐπανέλθωσι, διότι βεβαίως διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων δὲν θέλομεν ἐπιτύχει τὴν ἐμπέδωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων εἶναι καὶ τὸ περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπαγόμενον περιστολὴν τῆς παραγωγῆς διὰ τῶν ὑποχρεώσεων, εἰς ἃς ὑποβάλλονται οἱ καλλιεργηταὶ, καὶ ἐλάττωσιν τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου, ζημιουμένου καὶ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ δευτέρας ποιότητος, ὅστις, ὡς γνωστὸν, ἁπανταχοῦ, ὅπου ἐφηρμόσθη τοιοῦτο σύστημα, περιλαμβάνει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ πάντα σχεδὸν τὸν ὑποβαλλόμενον εἰς φορολογίαν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀνεξαιρέτως, ἢ προδίδουσι τάσιν εἰς παροχὴν προσωπικῶν ὠφελειῶν, ἢ μαρτυροῦσιν ἔλλειψιν παντελῆ συνειδήσεως τῶν δυσχερειῶν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Ἐν οὐδενὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ψηφισθέντων ἢ τῶν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν ὑποφώσκει κἂν ἰδέα περὶ συστήματος ἄλλου παρασκευαζομένου εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ λειτουργοῦντος συστήματος. Ὅπως ἡ Κυβέρνησις, ἀπαρνουμένη ἑαυτὴν, εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, μὴ ἀναδεχθεῖσα τὴν εὐθύνην, ὡς ἂν εἰ ὑπάρχῃ Κυβέρνησις, ὅταν συζητῆται καὶ ψηφίζηται ὁ προϋπολογισμὸς ἄνευ εὐθυνομένης ἐπ’ αὐτῷ Κυβερνήσεως, οὕτω μοιραίως καὶ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος θέλει ἐργασθῆ. Ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐργασθεὶς ὅπως ἐπέλθῃ ἡ μεταβολὴ, ἐξ ἧς εἰς αὐτὸν ἀνετέθη ἡ διαῤῥύθμισις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἠκούσθη λέγων, ὅτι ἔχει ἀνάγκην διορίας, ὅπως ποιήσηται μελέτας περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὅπως καταρτίσῃ οἰκονομικὸν σύστημα, ἔχομεν Κυβέρνησιν ὁμολογοῦσαν, ὅτι διέπει τὰ τοῦ Κράτους ἄνευ πυξίδος, ἔχομεν Κυβέρνησιν ὁμολογοῦσαν, ὅτι ἡ ψῆφος, ἡ ἀναδείξασα αὐτὴν ἐπὶ τῇ ἐπαγγελίᾳ, ὅτι ἔχει σύστημα, ἦτο ψῆφος πεπληνημένη. Καὶ τοιαύτη οὖσα, κῦρος ἔχει πλῆρες ἡ ψῆφος ἐκείνη, ἀλλὰ τῆς ψήφου τὸ κῦρος σκέπει μόνον τὰ πρόσωπα τῶν κυβερνώντων. Τὸ προσωπικὸν ζήτημα διὰ τῆς ψήφου τῆς 14ης Ὀκτωβρίου ἐλύθη· ἀνῆλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν οἱ ἀπολαύοντες τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ 14η Ὀκτωβρίου ἐν ταῖς ἐλπίσιν αὐτῆς περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν πραγμάτων ἐψεύσθη, τὸ ἔργον αὐτῆς ἀπέτυχεν, ἡ ἀποτυχία δὲ αὕτη εἶναι ὁ θρίαμβος ἡμῶν.
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ἐπέτυχεν ἢ ἀπέτυχεν ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ἐκλογὴ τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, θέλει τὸ ἀποδείξει ὁ χρόνος. Ἀλλ’ εἴτε ἀπέτυχεν εἴτε δὲν ἀπέτυχεν ἡ ψῆφος τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, ὁμολογοῦσιν ὅμως, ὅτι εἶχεν ἔννοιαν. Δὲν εἶχεν ὅμως ἔννοιαν οὐδεμίαν ἡ ψῆφος τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τοῦ 1886, ἡ ὁποία σᾶς περιέβαλε διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἡ ψῆφος τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1886 ἦτο ψῆφος διεφθαρμένη, τῆς ὁποίας τὴν διαφθορὰν κατειργάσασθε ὑμεῖς, οἱ τότε Ὑπουργοί, ἐνῷ ἡ ψῆφος τῆς 14ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1890 εἶναι ψῆφος ἁγνὴ, διερμηνεύουσα τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἡ ψῆφος αὐτοῦ ἀπέτυχεν, ὁ Ἑληνικὸς λαὸς ζῇ, διὰ νὰ τιμωρήσῃ ἐκείνους, οἵτινες θέλουσιν ἀποδειχθῆ καταχρασθέντες τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐνῷ ζῇ, δὲν ἠξεύρω ἂν ᾖναι διατεθειμένος νὰ τιμωρήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξεμεταλλεύθησαν τὰ ἱερώτερα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ αὐτὴν τὴν ἰδέαν τῆς Βασιλείας, ἀφελόντες ἀπὸ τῶν χειρῶν αὐτῆς τὰς βασιλικὰς προνομίας, διὰ νὰ κατορθώσωσι δι’ αὐτῶν νὰ παρασκευάσωσιν εἰκονικὰς ἐκλογὰς καὶ ψευδῆ ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίαν. Ἀληθῶς ἡ ψῆφος τῆς 14 Ὀκτωβρίου εἶχεν ἔννοιαν, καὶ ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν εἶχεν, εἶναι ὅτι ἐζήτει ἀπὸ ἐκείνους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐδίδετο, νὰ ἀνορθώσωσι τὰ κακῶς ἔχοντα. Καὶ ἦσαν τοσαῦτα τὰ κακῶς ἔχοντα, ὥστε ἦτο ἀδύνατον λαὸς, ὅστις εἶχε συνείδησιν τῆς πολιτικῆς αὑτοῦ ὑπάρξεως, ὅστις εἶχε συνείδησιν τῶν ὑποχρεώσεων αὑτοῦ πρὸς τοὺς ὁμοφύλους, ἦτο ἀδύνατον, λέγω, τοιοῦτος λαὸς νὰ ἀνεχθῇ ἐπὶ πλέον κατάστασιν, ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ προκατόχου μου ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη παρεσκεύασεν ἐν τῇ χώρᾳ. Ὁμιλεῖ ὁ ἐμὸς προκάτοχος περὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς, καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν πολιτικὴν, καὶ ὅτι ἀντεγράψαμεν τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, καὶ λέγει, ὅτι ἐκλίναμεν τὰς κεφαλὰς ἡμῶν ὑπὸ τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἐκράτει. Ἀληθῶς ἐκλίναμεν τὰς κεφαλὰς ἡμῶν ὑπὸ τὴν σημαίαν ἐκείνην, ἂν καὶ ἐπ’ αὐτῆς εἶχεν ἀναγραφῆ διὰ τῆς χειρὸς τοῦ προκατόχου μου ἡ οἰκονομικὴ ἀτονία τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐκλίναμεν τὴν κεφαλὴν ἡμῶν ἐν γνώσει, διότι δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἡ ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπέβαλεν εἰς ἡμᾶς· ἐὰν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὸ καθῆκον τοῦτο, ἠθέλομεν τὸ πράξει, διότι ἐτυγχάνομεν ἐν πλήρει γνώσει τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν παρεσκευάσατε καὶ διὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ διὰ τῆς ἄλλης κυβερνητικῆς ἐνεργείας σας. Ἐκύψαμεν τὰς κεφαλὰς ἡμῶν ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ προκατόχου μου, ἀλλ’ ἄκοντες, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ κύψωμεν, ἀφοῦ ἡ ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μᾶς ἀνήγαγεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς πατρίδος. Τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, ὅπως μεταβάλωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς σας; Ἠδυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν πληθὺν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήσατε; Ἠδυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν νὰ πληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν πρὸς τοὺς δανειστάς; Ἠδυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὴν πολιτικὴν τῶν μονοπωλίων; Ἠδυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὸ φορολογικὸν σύστημα, καθ’ ὃν χρόνον ἡ ἐλαχίστη μεταβολὴ, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἤθελε χρησιμεύσει ὡς ὅπλον εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς, ἵνα δυσφημήσητε τὴν Κυβέρνησιν, ὡς παρασκευάζουσαν τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων, καὶ καθιστῶσαν τὸ Κράτος ἀφερέγγυον ὅπως πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του; Κατὰ τὴν ἑβδόμην Ἀπριλίου 1885, ὅτε τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶχον ἐκπέσει ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον ἐξέπεσαν νῦν, μετὰ τὴν τελευταίαν τετραετῆ κυβέρνησιν τοῦ προκατόχου μου, εἴχομεν κληθῆ εἰς τὴν κυβέρνησιν συνεπείᾳ τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρῶτον δὲ καθῆκον ἡμῶν ὑπελάβομεν νὰ ζητήσωμεν νὰ μεταβάλωμεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐγκαταστήσει ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅστις καὶ τότε, ὡς καὶ νῦν, ἦτο ὁ ἐμὸς προκάτοχος. Δὲν ἐπροτείναμεν τότε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήσαμεν τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ; Δὲν εἰσηγάγομεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήσαμεν τὸ σύστημα τῆς ἀποκλειστικῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου; Δὲν ἐπροτείναμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήσαμεν τὸ μονοπώλιον τῶν πυρείων; Δὲν ἐπροτείναμεν νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων προσεπαθήσαμεν νὰ ἀνατρέψωμεν τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἐστηρίζετο ἐπὶ βάσεων σεσαθρωμένων καὶ ψευδῶν; Ἐφηρμόσαμεν τότε δύο οἰκονομικὰς μεταβολάς· πρῶτον μὲν ἠλαττώσαμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, εἰσαγαγόντες προϋπολογισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμειώσαμεν τὰ ἔξοδα τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου τοῦ 1885 κατὰ ἓξ καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ὅπερ ἐστὶν ἠλαττώσαμεν τὰ ἐτήσια ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ δώδεκα ἑκατομμύρια. Ἠλπίζομεν τότε, ὅτι ἐλατοῦντες τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ὅσον ἦτο δυνατὸν, μεταβάλλοντες δὲ καὶ τὰς βάσεις τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ προκατόχου μου, ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ φθάσωμεν τάχιστα εἰς τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα, ἀνακουφίζοντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τὰς πιέσεις, τὰς ὁποίας τὸ φορολογικὸν σύστημα τοῦ προκατόχου μου εἶχεν ἐπιθέσει ἐπὶ τὴν ῥάχιν αὐτοῦ. Τοῦτο ἦτο τὸ δεύτερον μέτρον ἡμῶν. Καὶ δὲν προσήλθομεν τότε, εἰσαγαγόντες ἐσπευσμένως νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου μετεβάλομεν τὸν ἀπηνῆ καὶ σκληρὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων; Ἀλλὰ τότε ὁ διαρκὴς κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, τοῦ ὁποίου τὴν ἀγόρευσιν ἀνεκήρυττε πρὸ μικροῦ ὡς θαυμασίαν ὁ πολιτικὸς ἀρχηγός του, κατήγγελλεν ἡμᾶς, ὅτι ἐξετελοῦμεν τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 7ης Ἀπριλίου εἴχομεν δώσει πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ὅτι αἱ ὑποσχέσεις ἡμῶν ἐκεῖναι ἀπετέλουν δωροδοκίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν εἴχομεν διαπράξει, ὑποσχεθέντες αὐτῷ τὰς ἐλαττώσεις ταύτας, καὶ περιβληθέντες ἕνεκα τούτου διὰ τῆς πλειοψηφίας, ἣν μᾶς παρέσχε. Καὶ κατήγγελλεν ἡμᾶς, ὅτι διεφθείραμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ὑπεκλέψαμεν τὴν ψῆφον αὐτοῦ, ἀποπλανήσαντες δι’ ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας τότε ἐξετελοῦμεν. Καὶ δὲν ἔλεγον ταῦτα καθ’ ἡμῶν τότε ἐν μόνῃ τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκτὸς αὐτῆς πανταχοῦ διέδιδον, ὅτι ἡμεῖς ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα, διασαλεύσαντες τὰς βάσεις τῆς οἰκονομικῆς ἰσοῤῥοπίας τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι οὕτω παρεσκευάζομεν χρεωκοπίαν, διότι οἱ δανεισταὶ ἡμῶν δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι πλέον τὰς ἐγγυήσεις καὶ τὴν ἀσφάλειαν, ἃς ὁ ἐμὸς προκάτοχος εἶχε χορηγήσει εἰς αὐτούς. Ἐδυσφήμουν λοιπὸν ἡμᾶς ὡς ὀφειλέτας κακῆς πίστεως, καὶ ἠγωνίζοντο νὰ ἐγείρωσι καθ’ ἡμῶν τὴν γνώμην τῶν ἐν Εὐρώπῃ κεφαλαίων, ἀφοῦ εἶχον καταστήσει διὰ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων εὔνουν τὴν γνώμην τῶν ἐν Ἀθήναις χρηματιστῶν. Ἦσαν βεβαίως ἀνάξια ἀνταγωνισμοῦ πολιτικῶν ἀνδρῶν τὰ εἰρημένα συκοφαντήματα, ἁρμόζοντα εἰς ἐκείνους, οἵτινες διὰ τῆς πυγμῆς παλαίουσι νὰ ἁρπάσωσι τὸ ἀργύριον τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1891 δὲν ἐπετρέπετο ἡμῖν νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς τοιαῦτα συκοφαντήματα, διότι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν δὲν εἶναι πλέον εἰς ἣν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1885 ἐτύγχανον κατάστασιν, οὐδὲ δυνάμεθα σήμερον νὰ ἀδιαφορῶμεν περὶ τῆς γνώμης, ἣν παραπλήσιαι δυσφημίαι ἢ συκοφαντίαι ἠδύναντο νὰ μεταδώσωσιν εἰς τὰ κεφάλαια. Πρὸ μικροῦ ἠκούσατε τοῦ προκατόχου μου, ποιησαμένου ἐπιφύλαξιν πονηροτάτην, ἀξίαν τῷ ὄντι τῆς εὐσυνειδησίας αὐτοῦ. Τί ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς πρὸ μικροῦ; «Σφάλλουσιν, ἔλεγεν, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἰσχυρίζονται, ὅτι εἴμεθα πρὸ βαράθρου· ἀλλ’ ἐὰν προκύψῃ βάραθρον, δὲν θέλει προκύψει ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ θέλει προκύψει ἐκ τῶν προσώπων καὶ τῆς ἀνικανότητος ὑμῶν». Μὴ νομίζετε ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου, καὶ πολλοὶ ἐκ τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἄλλοι προσέτι, οἵτινες συνέπραττον πρότερον μετὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οἵτινες δὲν ἀνήκουσι νῦν εἰς τὴν πλειοψηφίαν, μὴ νομίζετε ὅτι ἠγνοοῦμεν τὴν εὐσυνειδησίαν τοῦ προκατόχου μου. Πολλάκις ἐλέγομεν, ὅτι, ἂν ἤθελε συμβῆ δυστύχημά τι εἰς τὸν τόπον, ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ ἐμοῦ προκατόχου, ὅτι αὐτὸς ἦτο ἱκανός, οὐδ’ ἤθελε διστάσει νὰ ἐγκαλέσῃ ἡμᾶς ὡς ὑπαιτίους τοῦ δυστυχήματος τούτου. Ὁ ἐμὸς προκάτοχος ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, ἣν εἶχεν αὐτός. Ἀλλὰ πότε ἡμεῖς εἴχομεν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, ἣν ἐφήρμοσεν αὐτὸς ἐπὶ ὀκταετίαν ὅλην; Πότε ἐπηγγέλθημεν ἡμεῖς τοιαύτην πολιτικήν; Πότε ἡμεῖς δὲν ἐψέξαμεν, δὲν ἐκαυτηριάσαμεν, δὲν ἐστιγματίσαμεν πολιτικὴν παράφρονα, ἥτις, ἐμπεφορημένη ὑπὸ τοῦ πόθου τῆς μεγαλομανίας, ὑπέλαβεν ὅτι ἠδύνατο ἐν αὐτῷ τῷ μικρῷ Κράτει νὰ διπλασιάσῃ τὰ ἔσοδα αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀναβιβάσῃ εἰς τὸ τριπλάσιον τὰ ἔξοδα αὐτοῦ; Ἡμεῖς εἴχομεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ τόπου, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσαν οἱ πατέρας ἡμῶν, οἵτινες ἀποθνήσκοντες ἀφῆκαν τὴν χώραν ταύτην ἐν οἰκονομικῇ ἀκμῇ. Ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἡμῶν ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὸν κανόνα, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἐξοδεύῃ τόσα, ὅσα δύναται νὰ προσοδεύηται ἐκ τῶν ἐσόδων αὐτοῦ, καὶ ὅτι τὰ ἔσοδα αὐτοῦ πρέπει νὰ ὑπολογίζῃ οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐξαντλῇ τὰ ἀποταμιεύματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως χρησιμεύσωσι ταῦτα αὐτῷ πρὸς ἐπέκτασιν τῶν παραγωγικῶν ἐργασιῶν του. Τὴν γνώμην τῶν δανείων ἐθεωροῦμεν ἀναγκαίαν μόνον ἂν ἔκτακτοι περιστάσεις ἠδύναντο νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ἀνάγκην αὐτῶν. Καὶ ἐὰν δὲν συνεμεριζόμεθα τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ ἀειμνήστου βασιλέως Ὄθωνος, ἀπέσπα ὅμως τὸ αἴσθημα τῆς πρὸς αὐτὸν εὐγνωμοσύνης ἡμῶν ἡ ἀνάμνησις, ὅτι εἰς τὰς παραμονὰς στρατιωτικῶν κινημάτων, σκοπούντων τὴν ἀπελευθέρωσιν δούλων ἐπαρχιῶν, δὲν εἶχεν ἐκεῖνος τὴν τόλμην νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν ἵνα συνομολογήσῃ δάνειον ἀνώτερον τῶν πέντε ἑκατομμυρίων. Ἴσως ἦτο ἀληθὴς ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἐκείνων, ἡ μόνη ἁρμόζουσα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον. Οἱ μαθηταὶ τοῦ Φίνλεϋ ἠδύναντο νὰ δυσφορῶσι, διότι δὲν εἰσήγομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸν πλοῦτον ὅλον τὸν χρυσὸν τῶν κεφαλαιούχων τῆς Εὐρώπης, ἵνα στρώσωμεν τὸ Κράτος πανταχοῦ διὰ δρόμων καὶ διὰ σιδηροδρόμων, καὶ κατασκευάσωμεν ποικίλα ἄλλα ἔργα, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι ἀναγκαῖα καὶ ὠφέλιμα, ἀλλὰ πρὸς κατασκευὴν τῶν ὁποίων ἀπῃτοῦντο δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐν τοῖς μικροῖς Κράτεσιν ἐξαντλοῦσι τοὺς οἰκονομικοὺς πόρους αὐτῶν. Οὐδ’ ἐπιτρέπεται τοῦτο εἰς τὰ μικρὰ Κράτη, ὅταν ταῦτα διατελῶσι κεκυρτωμένα ὑπὸ τὸ βάρος καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἡ ἱστορία ἀνέθηκεν εἰς αὐτά. Ποία θέλει εἶσθαι ἡ θέσις τοῦ βασιλείου τούτου, ἐὰν αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τῆς Εὐρώπης ἐνεδείκνυον ὡς ἀναγκαῖον νὰ ζητήσῃ δάνειον, διὰ νὰ παρουσιασθῇ μίαν ἔτι φορὰν διεκδικοῦν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Καὶ ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτῆς καθιστᾷ δυσχερῆ ἢ ἀπίθανον τὴν ἐπιτυχίαν δανείων, τί θέλομεν τότε πράξει ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος τοῦ ἔθνους, ὑπὲρ οὗ ἐκόπτετο προχθὲς ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης, ὅστις τὴν ὥραν ταύτην δὲν εἶναι ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἀπελθὼν ἴσως ἵνα ἀναπαυθῇ; Καὶ δὲν ὠχριᾶτε πρὸ τοιαύτης εὐθύνης, ἀλλ’ ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἰσοζυγίων, προσπαθοῦντες νὰ ἀποκρύψητε τὰ ἐλλείμματα, τῶν ὁποίων τὸ μέγεθος ὑπερβαίνει τὸ μέγεθος τῶν κεφαλῶν ὑμῶν, ἢ ἀγωνιζόμενοι νὰ παρηστήσητε ταῦτα ὡς πλεονάζοντα ἢ ὡς ἰσοζύγια! Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ οἰκονομικῇ καταστάσει καλούμενοι εἰς τὴν κυβέρνησιν, τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Καὶ τίς ἐκ τῶν ἐκλογέων τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου, διδοὺς ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ψῆφόν του, προσεδόκα ὅτι ἀποστέλλει ἡμᾶς εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἵνα ἀμφισβητήσωμεν τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὑποχρεώσεις μας, ἢ ἵνα ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους, ἢ ἵνα πράξωμεν πράξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλομεν κλονίσει τὴν πεποίθησιν τῶν κεφαλαιούχων τῆς Εὐρώπης ἐπὶ τὴν φερεγγυότητα ἡμῶν; Δὲν γνωρίζω ἐὰν διατελῶσιν εἰς συνάφειαν μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ οἱ ἀποτελοῦντες τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον. Βεβαίως ἡ ψῆφος ἐκείνου δὲν εἶχε περιβάλει αὐτοὺς διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνης ἠδύναντο νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν κυβέρνησιν· γνωρίζω δὲ, ὅτι οὐδέποτε ἐσκέφθησαν, ἵνα στηριχθῶσιν ἐπὶ τῶν πεποιθήσεων ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐὰν εὑρίσκοντο εἰς σχέσεις μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἤθελον ἀκούσει παρὰ τοῦ στόματος τῶν ἁπλοϊκῶν χωρικῶν, ὅτι γνωρίζουσιν, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐλαττώσῃ ἢ νὰ καταργήσῃ τοὺς φόρους, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ μεγαλομανία τῶν προκατόχων εἶχεν ὑποβάλει αὐτόν. Καὶ δὲν εἴχομεν μόνην τὴν ἀτυχίαν νὰ κύψωμεν τὰς κεφαλὰς ἡμῶν ὑπὸ τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὅτι ἐκυλίσαμεν εἰς τὸν βόρβορον, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὴν ὑπομονὴν νὰ στέργωμεν, ἀνελθόντες ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, νὰ διατηρῶμεν ἐν ἰσχύϊ καὶ νὰ μὴ μεταβάλωμεν τὸ παράπαν τὸν περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμον, ὀφειλέται δὲ δικαστικῶν ἐξόδων, μὴ δυνάμενοι ἕνεκα τῆς πενίας των ν’ ἀποτίσωσιν αὐτὰ, νὰ ἐξακολουθῶσι κρατούμενοι ἐν τοῖς εἱρκταῖς ἐπὶ δύο καὶ τρία ἔτη μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ποινῆς των, ὅπως οὕτως ἐκβιασθῶσι νὰ πληρώσωσι τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, ἐνῷ εἰσιν, ὡς πένητες, ἐν πλήρει ἀδυναμίᾳ νὰ τὸ πράξωσι. Καὶ ὅταν προχθὲς ἤκουσα τὰς οἰμωγὰς ἀπόντος τινὸς κατὰ τὴν ὥραν ταύτην Βουλευτοῦ περὶ τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ὅταν ἀφηγοῦντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ὀφειλέτης τις, κρατούμενος ἐν ταῖς φυλακαῖς ἵνα ἀποτίσῃ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, εὐθὺς ὡς ἀπελύθη τῶν φυλακῶν μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν δύο ἐτῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, συνελήφθη ἐκ νέου καὶ ἀπήχθη εἰς τὰς φυλακὰς, ἵνα πληρώσῃ ἕτερον χρέος αὐτοῦ, τὰ τῶν τροφείων του κατὰ τὰ δύο ἔτη, καθ’ ἃ ἐκρατεῖτο ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἠσθάνθην ἐρύθημα ἐπὶ τὰς παρειάς μου, διότι ἠνέχθην νὰ ἐκτελῶνται ἔτι τοιαῦται ἄγριαι διατάξεις νόμων, τυγχάνων προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τί ὤφειλον νὰ πράξω; Ποίαν ἐλευθερίαν ἀφῆκεν εἰς ἡμᾶς ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἵνα μεριμνήσωμεν περὶ τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἢ ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐπιθέσωμεν βάλσαμον ἐπὶ τῶν πληγῶν αὐτοῦ; Πρὶν ἢ ἀναμνησθῶμεν τῶν ἀδικημάτων καὶ τῶν καταπιέσεων, τὰς ὁποίας ἐκεῖνος ὑπέχει, ὀφείλομεν νὰ ἀναμνησθῶμεν, ὅτι ἐγγίζει ὁ χρόνος, καθ’ ὃν πρέπει νὰ πληρώσωμεν τοὺς τόκους εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ πράξωμέν τι, δυνάμενον νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς διαδόσεις μειούσας τὴν πίστιν ἡμῶν, πρέπει δὲ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ κρατύνωμεν ἐν πᾶσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἴμεθα ἀξιόχρεοι καὶ φερέγγυοι. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν ἄλλῳ τινὶ Κοινοβουλίῳ τοσαύτην ἐδήλωσέ ποτε τόλμην πολιτικός τις ἀνὴρ, ὥστε νὰ θαῤῥήσῃ νὰ εἴπῃ ὅσα τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ προκατόχου μου. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἠδυνήθη τις, συνομολογήσας δάνειον πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν, πρὸς κατασκευὴν φερ’ εἰπεῖν σιδηροδρόμου, διαθέσας δ’ ἐκ τοῦ δανείου τούτου ποσὸν ἴσον πρὸς τὰ ¾ ἢ τὰ ⅘ αὐτοῦ εἰς ἄλλας ἀνάγκας καὶ ὄχι εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ἐὰν λέγω ἠδυνήθη νὰ προβάλῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς δικαιολογίαν του, ὅτι διέθηκε μὲν εἰς ἄλλα τὰ χρήματα τοῦ πρὸς εἰδικὸν σκοπὸν συνομολογηθέντος δανείου, ἀλλ’ ὅτι ἔπραξε τοῦτο, ἵνα μὴ ἀφήσῃ νεκρὰ τὰ κεφάλαια ταῦτα. Ὑπολαμβάνουσι βεβαίως τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐν νηπιώδει καταστάσει, εἴτε ἀβέλτερον καὶ βλάκα, οὐδ’ ἐδιδάχθησαν δύο ἤδη φορὰς, ὅτι ἐκεῖνος γνωρίζει ν’ ἀποδεικνύῃ εἰς τοὺς τοιαύτην πρὸς αὐτὸν μετερχομένους ὑβριστικὴν πολιτείαν, ὅτι καὶ ὑπερηφάνειαν ἔχει, καὶ τὰ δικαιώματα αὑτοῦ γνωρίζει, καὶ συνετώτερος αὐτῶν τυγχάνει. Ἡμεῖς ἢ οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τῶν μονοπωλίων. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσέ ποτε γνώμην, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς συστάσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, γνωρίζω ὅμως, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἡμῶν δὲν ἐγκρίνομεν τὴν σύστασιν τῶν μονοπωλίων. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα, ἀνελθόντες ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ταύτην. Πῶς νὰ καταργήσωμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου ἢ τῶν πυρείων, τῶν παιγνιοχάρτων ἢ ἄλλου τινὸς ἀντικειμένου; Τὰ μονοπώλια ταῦτα ἱδρύθησαν κατὰ τὸ 1883, ἡμεῖς δὲ τότε, οἵτινες ἀπετελοῦμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀντετάχθημεν καὶ ἐπολεμήσαμεν τὴν σύστασιν αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία τοῦ χρόνου ἐκείνου, ἥτις ἰσχυρίζετο ὅτι διερμηνεύει τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν ὅμως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέπεμψε κακὴν κακῶς ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου, ἡ πλειοψηφία λέγω τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐπεψήφισε τὰ μονοπώλια. Καὶ μέχρι μὲν τοῦ 1886 εἴχομεν ἁπλῶς μονοπώλια, κατὰ τὸ 1886 ὅμως ἀπωλέσαμεν καὶ ἄλλο τι, ἀπωλέσαμεν τὸ δικαίωμα τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων, διότι παρεχωρήσαμεν τὸ δικαίωμα τοῦ διαχειρίζεσθαι, τὰ μονοπώλια, καὶ εἰσπράττειν τὰ ἐξ αὐτῶν ἔσοδα εἰς ἑταιρίαν, ἥτις εἰσέτι διοικεῖ τὰ μονοπώλια καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν διοίκησιν αὐτῶν, εἰμὴ ἐὰν πληρώσωμεν 135 ἑκατομμύρια, ὅσα ἀποτελοῦσι τὸ δάνειον, διὰ τὸ ὁποῖον παρεχωρήσαμεν τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων. Ἂς μὴ μοῦ κατηγορήσῃ τις, ὅτι ἐγὼ ἔστερξα κατὰ τὸ 1886, ἵνα εἰσαχθῇ ἐν τῷ τότε ψηφισθέντι νόμῳ περὶ τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων ἡ ἄδεια πρὸς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν τῆς παραχωρήσεως εἰς τοὺς δανειστὰς οὐ μόνον τῶν ἐσόδων τῶν μονοπωλίων δι’ ἐγγύησιν τοῦ δανείου, ἀλλὰ καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν· διότι ἀληθῶς ἔστερξα καὶ ἀπεδέχθην τὴν παραχώρησιν ταύτην, προταθεῖσαν τότε ὑπ’ ἄλλων, ἀλλ’ ἔστερξα πρὸ τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν μοὶ ὑπεδείκνυε μακρόθεν ἡ ἐπιστρατεία καὶ ὁ σκοπὸς, ὃν αὕτη προετίθετο. Δὲν εἶναι ἀπίθανον, τινὲς νὰ ὁμιλῶσι περὶ τῆς ἐπιστρατείας ἐκείνης, σκώπτοντες καὶ ἐμπαίζοντες αὐτήν, κατειρωνευόμενοι εἴτε ἡμᾶς, τοὺς τότε Ὑπουργοὺς, εἴτε τὸν σκοπὸν δι’ ὃν ἐπεστρατεύθημεν τότε. Πρὸς τούτους οὐδαμῶς προσέχομεν, εὐλαβούμενοι τὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην, ἥτις ὑπηγόρευσε τὴν ἐπιστρατείαν. Ἂν δὲ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ δράσῃ τὸ Κράτος, ἂν οἱ συγκληθέντες ὑπὸ τῆς σημαίας νέοι Ἕλληνες δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των πρὸς τὴν πατρίδα δρῶντες, ὑπάρχουσί τινες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ κύπτωσι τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ κάτω, καὶ νὰ βλέπωσι τὸν τάπητα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐστρωμένος ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς αἰθούσης. Ἔστερξα ἀληθῶς κατὰ τὸ 1886 νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ περὶ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων ἡ διάταξις, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ πρὸς τοὺς δανειστὰς καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων, ἀλλ’ ἔστερξα διὰ νὰ εὐκολύνω τὴν συνομολόγησιν δανείου, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν ἱερώτερον τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ποτὲ τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον ἠδυνήθη νὰ προτάξῃ. Πρὸ τῆς ἱερότητος τοῦ τοιούτου σκοποῦ ὑπέτασσον πᾶσαν σκέψιν, καὶ αὐτὴν τὴν ἐκχώρησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους νὰ διαχειρίζηται τοὺς φόρους, οὓς ἐπιβάλλει. Ἀλλ’ ἀφοῦ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν προωρίζετο τὸ δάνειον ἐκεῖνο, δὲν ἔσπευσα νὰ συνομολογήσω αὐτὸ, ἂν καὶ μοὶ προσεφέρθησαν δανεισταὶ, προβάλλοντες ὅρους πολλῷ κρείττονας τῶν ὅρων τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἠρνήθην νὰ συνομολογήσω τὸ δάνειον, διότι ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶ μέχρις ἐκχωρήσεως τοιούτου δικαιώματος τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲν ἤμην πεπεισμένος, ὅτι ἤθελον βεβαίως ἐπέλθει αἱ ἀνάγκαι, δι’ ἃς εἶχε προορισθῆ. Ἠκούσατε πρὸ μικροῦ μεγαλαυχίας περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν τριῶν θωρηκτῶν, καὶ περὶ σχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶχον, ὅπως ἀγοράσωσιν ἢ κατασκευάσωσι καὶ ἀνιχνευτικὰ ἄλλα πλοῖα. Δυστυχῶς δέν μοι εἶναι ἐπιτετραμμένον, κατὰ τὴν ὥραν ἰδίως ταύτην, νὰ εἴπω πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν περὶ τοῦ πράγματος γνώμην μου, δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο εἶναι ἐκδήλωσις εἰλικρινὴς τῆς ἐμῆς γνώμης. Ἐὰν ἐγὼ ἐκυβέρνων κατὰ τὸ 1886, δὲν ἤθελον συνομολογήσει τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων μετὰ τοῦ ὅρου, ἵνα 28 ἐξ αὐτοῦ ἑκατομμύρια διατεθῶσι πρὸς κατασκευὴν τριῶν θωρηκτῶν. Αὐτοὶ, οἱ μεγάλοι πατριῶται, αὐτοὶ, τῶν ὁποίων καὶ τὴν νύκτα ταράσσει τὸν ὕπνον ἡ ἀνάμνησις τῶν δούλων Ἑλλήνων, αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, ὁ κατ’ ἐξοχὴν Μακεδονικὸς, ὅστις ἐλάμβανεν ὑπὸ σημείωσιν, ὡς ἔλεγε τότε εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν διαπόμπευσιν τῶν αἰχμαλώτων τῆς Κούτρας ἀνὰ τὴν Μακεδονίαν, αὐτὸς βεβαίως δὲν δύναται νὰ κοιμᾶται, ἕως ἂν ἴδῃ τὴν Ἑλλάδα ἔχουσαν πολυπληθῆ στόλον, ἵνα ζητήσῃ καὶ λάβῃ ἱκανοποίησιν διὰ τὴν ὕβριν τοῦ 1886. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐπαίρωμαι πρὸ τῶν συμπολιτῶν μου, ὅτι τοιαῦτα ἔχω αἰσθήματα, δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω πρὸς αὐτοὺς, ὅτι οὐδὲ συνετέλεσα καθ’ ἅπαντα τὸν βίον μου, οὐδὲ θέλω συντελέσει κατὰ τὸ ὑπόλοιπον βραχὺ διάστημα αὐτοῦ νὰ ὑβρισθῇ ἡ πατρίς μου (εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Τοιοῦτος δὲ τυγχάνων, δὲν ἤθελον στέρξει κατὰ τὸ 1886 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων νὰ διατεθῶσιν 28 ἑκατομμύρια εἰς ἀγορὰν τριῶν θωρηκτῶν, κατὰ τὸ 1886, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ προκάτοχός μου δὲν ἐδίσταζε νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν εὗρε τὴν πατρίδα του, ὥστε οὐδ’ ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ νὰ δανεισθῇ. Καὶ ἐνῷ εὗρεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν τὴν πατρίδα, δὲν ἐδίστασε νὰ διαθέσῃ 28 ἑκατομμύρια, ὅπως ἄλλοι κατασκευάσωσι διὰ τὴν Ἑλλάδα τρία θωρηκτὰ πλοῖα. Ποῦ λοιπὸν νὰ εὕρωμεν νὰ δανεισθῶμεν σήμερον ἄλλα 135 ἑκατομμύρια, διὰ ν’ ἀνακτήσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων καὶ διὰ νὰ καταργήσωμεν τὰ μονοπώλια ταῦτα, τὰ ὁποῖα, καθ’ ὃν τρόπον συνεστήθησαν καὶ διετέθησαν, παρέστησαν τὴν ἀστοργίαν τῶν διαθέντων ταῦτα οὕτω; Καὶ ἦλθεν ὁ προκάτοχός μου πρὸ μικροῦ, ἐπαιρόμενος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ σπεύσας νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων, ἐλησμόνησεν ὅσα αὐτὸς ἔλεγεν, οὕτω δὲ, ἀπαρνούμενος τὰς ἑαυτοῦ γνώμας, προσχωρεῖ εἰς τὰς γνώμας τοῦ προκατόχου μου. Διὰ μέσων δὲ, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἄξια χαρακτηρισμοῦ τινος, ὁ ἐλαφρότερος δὲ χαρακτηρισμὸς, τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ δώσω εἰς ταῦτα, εἶναι, ὅτι εἰσὶ μέσα μικρὰ, προσπαθεῖ νὰ παραστήσῃ, ὅτι διαφωνίαι κρύπτονται μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ἄλλα φρονεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἄλλα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖα φρονοῦσι τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων εἶναι σύστημα πλημμελέστατον, διότι πλημμελὲς εἶναι τὸ σύστημα φορολογίας, διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ δαπανῶντα 25 καὶ 30 τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου αὐτῆς. Ἐὰν ἔμελλέ ποτε νὰ παρασχεθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρόσοδος 4,000,000, τὸ ἓν ἑκατομμύριον ἤθελε δαπανηθῆ εἰς ἔξοδα καπνοκοπτηρίων, καὶ, ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ καταναλίσκων τὸν καπνὸν, ἤθελε πληρώσει τέσσαρας δραχμὰς τὴν ὀκᾶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐκ τῶν τεσσάρων τούτων δραχμῶν μόνον αἱ τρεῖς ἤθελον εἰσέρχεσθαι ἐν αὐτῷ, ἡ δὲ μία ἤθελε μένει εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον μεσολαβεῖ μεταξὺ τοῦ καταναλωτοῦ καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Τοιούτους φόρους οἱ ἀσχολούμενοι περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀποδοκιμάζουσι καὶ ἀποφεύγουσιν· ἀλλ’ ἂν οἱ φόροι οὗτοι ἐπάγωσι καὶ ἄλλα ἐλαττώματα, βεβαίως δὲν προσήκει νὰ ἦναι ἀσπαστοὶ, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ νομοθετῆται τοιοῦτον φορολογικὸν σύστημα. Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν ἐπάγει καὶ ἄλλα ἐλαττώματα τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων; Ἐν πρώτοις συντελεῖ εἰς διαφθορὰν τῶν πολιτῶν διὰ τῆς προσλήψεως τῶν ἐργαζομένων ἐν τοῖς κοπτηρίοις, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς εἶναι δεκτικὸς τοσούτων διακυμάνσεων, ὅσαι εἶναι αἱ μικραὶ πολιτικαὶ ἀνάγκαι τῶν κυβερνώντων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ὁ ἐμὸς προκάτοχος προσῆγεν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς καταλόγους τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ τοῦ καπνοκοπτηρίου Ἀθηνῶν, καὶ ἐν αὐτοῖς εὑρίσκομεν ἀνεψιοὺς Βουλευτῶν, καὶ υἱοὺς εὐνοουμένων, καὶ φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου ὡς ἐργάτας ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις, βεβαίως δὲν ἐνεθαῤῥυνόμεθα, ἵνα ἐγκολπωθῶμεν τοιοῦτον σύστημα φόρου, χρησιμεῦον ὡς ὄργανον διαφθορᾶς τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ, μόλις κληθέντες ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν, ἐτολμῶμεν νὰ μεταβάλωμεν φόρον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀνέμενε τὸ δημόσιον ταμεῖον δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια; Ἐὰν προχθὲς οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν μετήρχοντο τοιαῦτα μέσα, ἵνα ὑψώσωσι τὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν προχθὲς διὰ τηλεγραφημάτων διέδιδον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπεκίνησαν ἐπανάστασιν ἐν Κρήτῃ, διὰ νὰ ἐμπνεύσωσι τὸν φόβον εἰς τὰ κεφάλαια, ἤθελον διστάσει νὰ ἐγκαλέσωσιν ἡμᾶς, ὅτι ἐμειώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια, ἐὰν ἐτολμῶμεν νὰ προτείνωμεν την μεταβολὴν τοῦ ἀπαισίου τούτου φορολογικοῦ συστήματος; Καὶ ἠκούσατε τὴν ἑσπέραν ταύτην θεωρίας περὶ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος περὶ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ γραμμάτιον, περὶ ἀνισοῤῥοπίας νομισματικῆς, καὶ προσέτι ἠκούσατε καὶ ἐλπίδας περὶ προσεχοῦς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τοιαύτας ἔδιδον ἐλπίδας καὶ ὅταν ἐκυβέρνων κατὰ τὸ 1887, ἀγορεύοντες ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔλεγον τότε, ὅτι ἐντὸς πέντε ἐτῶν βεβαίως ἔμελλον νὰ ἄρωσι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ὑπελόγιζον, ὅτι ἐντὸς τῶν πέντε ἐτῶν ἤθελον δυνηθῆ νὰ ἐξοικονομήσωσι τὸ χρηματικὸν ποσὸν, τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἀνάγκη, ἵνα δι’ αὐτοῦ ἐξευρεθῇ δάνειον καὶ πληρωθῶσι τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας ὀφειλόμενα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑφίσταται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἴσως εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ποίαν ἔχω γνώμην περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὅσοι ἀναγινώσκουσιν ἐν συγγράμμασι περὶ δημοσιονομίας ἀνέγνων βεβαίως θεωρίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία παριστᾶται ὡς νόσος οἰκονομικὴ, ἥτις ἐπιπίπτει ἐπὶ τὰ Κράτη. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι ἡ νόσος αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ οὔτε διὰ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὔτε διὰ περισσεύματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοσούτου, ὅσον ἤθελε κριθῆ ἐπαρκοῦν πρὸς ἐξυπηρέτησιν δανείου συνομολογουμένου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει ἀνισοῤῥοπία, τὴν ὁποίαν ἔχει δημιουργήσει πρὸ παντὸς ἡ νεαρότης τῆς χώρας. Ἕνεκα τοῦ νεαροῦ τῆς χώρας δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ σχηματισθῶσιν ἀκόμη ἐν αὐτῇ μεγάλα κεφάλαια, οὐδὲ νὰ ἀναπτυχθῶσιν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν κεφαλαίων, πάντες οἱ πόροι αὐτῆς· ἀφ’ ἑτέρου δὲν κατωρθώθη νὰ πληρῶνται πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου διὰ τῶν ἐν τῇ χώρᾳ παραγομένων. Οὕτω λοιπὸν ἐξάγομεν ἐκ τοῦ Κράτους προϊόντα ὀλιγωτέρας ἀξίας ἢ ὅσην ἔχουσι τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα εἰσάγομεν εἰς αὐτό· ἡ ἔλλειψις ἑπομένως νομίσματος ὑφίσταται ἀναγκαίως, ἀφοῦ τὰ ἐξαγόμενα χρήματα πρὸς ἀγορὰν τῶν εἰσαγομένων προϊόντων εἰσὶν ὀλιγώτερα τῶν εἰσαγομένων ποσῶν πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀξίας τῶν ἐξαγομένων προϊόντων. Τὴν διαφορὰν ὅμως ταύτην ὑπερεπολλαπλασίασεν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν ὁ ἐμὸς προκάτοχος. Ἡ σύγχρονος κατασκευὴ τοσούτων δημοσίων ἔργων, καὶ ἡ ἕνεκα ταύτης καὶ προσέτι ἕνεκα τῆς ἰσοζυγήσεως τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα συνομολόγησις τοσούτων δανείων ἐπηύξησε πολλαπλασίως τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξαγωγῆς νομίσματος, τοῦτο δὲ κατέστησε διαρκῆ καὶ τὰ μάλιστα αἰσθητὴν τὴν ἀνισοῤῥοπίαν μεταξὺ τοῦ νομίσματος καὶ τῶν γραμματίων, ὥστε ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἤθελεν ἐπιφέρει οἰκονομικὸν κλονισμὸν, καὶ ἂν τὸ Κράτος ἤθελε δυνηθῆ ν’ ἀποκαταστήσῃ ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα αὐτοῦ, καὶ ἂν προσέτι ἠδύνατο νὰ οἰκονομήσῃ τὰ πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ ἀπαιτουμένου δανείου χρηματικὰ ποσά. Λέγω οἰκονομικὸν κλονισμὸν, διότι ὁ κλονισμὸς οὗτος παριστᾶται μὲν τὸ πρῶτον ὡς νομισματικὸς, ἀλλὰ μεταβάλλεται καὶ καταλήγει εἰς οἰκονομικόν. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1885, τυγχάνων ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, παρεκάλεσα τὸν Ἡγεμόνα νὰ ἐγκρίνῃ πρότασίν μου, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεβάλλετο αὖθις ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Καὶ εἶχε μὲν ἡ πρότασίς μου ἐκείνη ὡς αἰτίαν τὴν ἐπιστράτευσιν, καὶ τὴν ἀνάγκην δανείων, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος εἶχε διὰ τὰ ἔξοδα αὐτῆς, βεβαιῶ ὅμως τὴν Βουλὴν, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἐπήρχετο ἐπιστράτευσις, καὶ ἂν δὲν ἐπαρουσιάζοντο αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιστράτευσις παρήγαγεν, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ, ἵνα προλάβῃ οἰκονομικὰς καταστροφὰς, αἵτινες ἐπεφαίνοντο ἐπερχόμεναι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Ἀλλὰ τὸ πλεῖστον τοῦ λόγου τοῦ ἐμοῦ προκατόχου ἀντικείμενον εἶχε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἐλέχθησαν περὶ ταύτης πολλὰ, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς κοινοτέρους τῶν ἀνθρώπων δὲν τυγχάνουσι πλέον ἄγνωστα. Ἴσως ἐπεθύμει ν’ ἀφήσῃ εἰς τινας ἐκ τῶν ἀκροωμένων αὑτοῦ τὴν ἰδέαν, ὅτι σπουδαίως ἔβαινε πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ εἰς τοὺς ἀκροωμένους αὑτοῦ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ καταργήσῃ καὶ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἂν ἡ 14 Ὀκτωβρίου δὲν ἀνέτρεπεν αὐτόν. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν δὲν εἶναι ἐν τῇ βάσει ἀδικαιολόγητος. Δύνανται νὰ ἰσχυρίζωνταί τινες, ὅτι ἡ δυσκολία πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ καθαροῦ ἐσόδου καθιστᾷ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἄδικον, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἰσχυρίζονται ταῦτα, δὲν πιστεύουσιν ὅσα λέγουσι, λέγουσι δὲ ταῦτα διὰ νὰ πλανῶσι τοὺς ἁπλουστέρους. Καὶ ἀληθῶς, μήπως ἐν πάσῃ παραγωγῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ παραγόμενα παράγονται οὐ μόνον διὰ κεφαλαίων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐργασίας τοῦ παράγοντος, ἡ ἀνεύρεσις τοῦ καθαροῦ ἐσόδου δὲν ἀποβαίνει δυσχερής; Ἀλλ’ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου εἰς ὅρους ἥσσονας τῶν κοινῶς θεωρουμένων ὡς εὐλόγων, καλύπτει πᾶσαν τοῦ φορολογουμένου ζημίαν, προερχομένην ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Οὕτως, ἐὰν ἐπιβάλητε φόρον ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου ἐσόδου, ἐλαττώσατε αὐτὸν εἰς τρία ἢ τέσσαρα ἢ πέντε ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν αὐτοῦ, διὰ ν’ ἀποζημιώσητε τὸν φορολογούμενον διὰ τὴν ζημίαν, ἥν ὑπέχει, διότι δὲν δύνασθε νὰ ἠξεύρητε τὸ καθαρὸν ἔσοδον, καὶ νὰ ἐπιβάλλητε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου. Διὰ τοιούτου προσδιορισμοῦ τοῦ φορολογικοῦ ὅρου ἀποφεύγετε πᾶσαν ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν ἡ δυσκολία περὶ τὴν εὕρεσιν τοῦ καθαροῦ ἐσόδου δύναται νὰ δημιουργήσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐπείθοντο ἀληθῶς, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διατὶ τοσαῦτα κατὰ συνέχειαν ἔτη κυβερνῶντες, ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦδε, δὲν κατήργησαν τὸν φόρον τοῦτον; Κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐτῶν τούτων πόσα εἰσέπραξαν χρήματα ἔκ τε τῆς δημιουργίας νέων φόρων, ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων καὶ ἐκ δανείων πρὸ πάντων; Ἐδιπλασίασαν τὰ ἔσοδα, καὶ ἐδίστασαν νὰ μειώσωσιν αὐτὰ κατὰ δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια, καταργοῦντες τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ αἴροντες ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζονται ὅτι περιέχει ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτοῦ ὁ φόρος οὗτος! Καὶ ἐπερίμενον νὰ ἀνατραπῶσιν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, διὰ νὰ μᾶς ἀναγγείλωσι τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι ἔκρινον ἄδικον τὴν φορολογίαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ ὅτι ἐσκόπουν νὰ καταργήσωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων! Ἴσως ὑπέλαβον, ὅτι ἠδύναντο νὰ μετέλθωσι καὶ σήμερον τὴν τακτικὴν, ἥν μετῆλθον κατὰ τὸ 1880! Δύσκολον τὸ πρᾶγμα· προωδεύσαμεν ἐπὶ ἕνδεκα ἀπὸ τότε ἔτη, καὶ κατ’ αὐτὰ καλῶς ἔγνωμεν τὸν ἄνδρα. Κατὰ τὸ 1880 αὐτὰ ἔλεγεν. Ἠγόρευε κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἀφώριζε τὴν δεκάτην ὡς βάρβαρον καὶ ἀνοσίαν φορολογίαν, καὶ ἀντικαθίστα αὐτὴν διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων. Ἠγόρευε κατὰ τῶν ἐλλειμμάτων, παρίστα τὴν ἀνάγκην τοῦ ἰσοζυγίου ὡς ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, ἀπετροπιάζετο τοὺς τότε συντασσομένους προϋπολογισμούς, οἵτινες κατέληγον εἰς ἔλλειμα δύο ἢ τριῶν ἑκατομμυρίων ἄνευ τοσούτων φόρων καὶ ἄνευ δανείων, καὶ ἐπεκαλεῖτο τοὺς ἐν Μαραθῶνι πεσόντας, ἵνα καταταρταρώσωσι τοὺς τότε κυβερνῶντας, μὴ παρασκευάσαντας οἰκονομικὸν καθεστὸς, δυνάμενον, ἄν ποτε ἐπαρουσιάζετο ἐθνικὴ ἀνάγκη, ἵνα τὸ ἔθνος διεκδικήσῃ τοὺς πόθους αὐτοῦ, νὰ παράσχῃ τ’ ἀπαιτηθησόμενα μέσα. Ἐπίστευεν αὐτοὺς τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ἀνέτρεπεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἄνδρα, ὁ ὁποῖος δεκάδας ἐνιαυτῶν ἠσχολήθη εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, καὶ ὁ ὁποῖος ἀρτίως τότε εἶχε συντελέσει, ὅσον ἠδύνατο, ἵνα ἀπελευθερώσῃ ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων Ἑλλήνων, προσαρτήσας εἰς τὸ Κράτος ταινίαν γῆς ἑλληνικῆς. Οἱ συμπολῖται τοῦ βουλευτοῦ κ. Παυλοπούλου ὑπεδέχοντο τότε ἐν Δερβητσελεπῇ περιηγούμενον τὸν ἐμὸν προκάτοχον ὡς σωτῆρα, καὶ προσέφερον τότε εἰς αὐτὸν στεφάνους ἀπὸ στάχεις, ὡς μαρτύριον τῆς εὐγνωμοσύνης αὐτῶν ἐπὶ τῇ καταργήσει τῆς δεκάτης. Δὲν γνωρίζω ὅμως ποῖά τινα ἤθελον προσφέρει αὐτῷ, ἂν περιήρχετο νῦν τὴν Ἠλείαν, καὶ προσήρχοντο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ οἱ κατοικοῦντες τὴν εὐτυχῆ καὶ ὡραίαν ἐκείνην χώραν. Ἐπλανήθη λοιπὸν, ὑπολαμβάνων ὅτι ἦσαν εἰς αὐτὸν πλέον χρήσιμοι αἱ ἐλπίδες τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ αἱ ἐλπίδες τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Πῶς ἦτο δυνατὸν ἀληθῶς νὰ ἀσπασθῶμεν ἡμεῖς καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν ὡς οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἡμῶν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ προκατόχου μου; Ἂν παρέστη λέγων, ὅτι ἠλάττωσε τοὺς τόκους τῶν δημοσίων χρεῶν, ἡμεῖς δὲν ἀγνοοῦμεν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων κατώρθου νὰ παρουσιάζῃ ἠλαττωμένους τοὺς τόκους. Ὅταν ἐκεῖνοι, οἵτινες συνηλλάσσοντο μετ’ αὐτοῦ καὶ διέπραττον τὰς μετατροπὰς τῶν δανείων, δὲν ἀπέδιδον αὐτῷ χρήματα, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀγοράσῃ καὶ ἐξοφλήσῃ τὰ ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ ἐθνικὰ χρεώγραφα, ἀλλ’ ἀπέδιδον αὐτῷ χρεώγραφα ἐθνικὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀγοράσει πρὸ μικροῦ εἰς εὐτελεστάτας τιμὰς, αὐτὰ ταῦτα τὰ χρεώγραφα τοῦ μετατρεπομένου δανείου, διότι εἶχον κατορθώσει νὰ μάθωσιν, ὅτι ἔμελλε νὰ γένηται ἡ μετατροπὴ αὐτοῦ, οὗτοι, οἱ δανεισταὶ ἡμῶν, ἐδάνειζον ἐπὶ τόκῳ 5 καὶ ¾% ἢ ἐπὶ τόκῳ 6%, ἢ ἐδάνειζον ἐπὶ τόκῳ 10 καὶ 12%; Αὐτοὶ ἐκέρδησαν τόσα, ὅση ὑπῆρξεν ἡ αὔξησις τοῦ κεφαλαίου τῶν δημοσίων χρεῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἐμείωσαν τὰ ἔξοδα διὰ τῆς καταργήσεως χρεωλυσίων τινῶν, δὲν προσεπόρισαν ὅμως πλοῦτον εἰς τὸ Κράτος. Ἡ κατάργησις τῶν χρεωλυσίων συνετέλει εἰς τὴν μείωσιν τῶν ἐτησίων ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ ἀφήρει ἀπ’ αὐτοῦ τὸ ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία τῶν χρεωλυσίων παρεῖχε, τὸ ἀγαθὸν τῆς μειώσεως τοῦ κεφαλαίου τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους, καὶ καθίστα τὰ χρέη αὐτοῦ μόνιμα καὶ πάγια. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀνέλαμψεν ἡ ἐθνικὴ πίστις, ὡς τοσάκις ἠγόρευσαν ἐπαιρόμενοι, καὶ ὡς καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐμνημόνευσαν, ἀφίνοντες ὑπαινιγμοὺς, ὅτι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ μετατρέψωμεν τὰ δάνεια, ὡς ἠδύναντο αὐτοὶ νὰ τὸ πράξωσι. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετατρέψωμεν τὰ δάνεια, διότι δὲν ἔμειναν δάνεια μὴ μετατραπέντα, πλὴν τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη κατὰ τὸ 1881, καὶ τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων τοῦ 1887, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς ἦτο δάνειον 170 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον ἠναγκάσθη νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν, ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, δὲν ἐκδηλοῦται διὰ τούτου, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν αὐτὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν πρὸς τοὺς προκατόχους ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκδηλοῦται ἡ σιδηρᾶ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐδημιούργησαν, εἰσαγαγόντες καὶ ἐφαρμόσαντες καὶ ἐπιμείναντες νὰ ἐφαρμόζωσιν ὀκτὼ κατὰ συνέχειαν ἔτη τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν πλημμελῆ καὶ ἄστοργον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀπεκρούομεν τότε, δὲν δυνάμεθα δὲ νῦν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν ν’ ἀνατρέψωμεν. Εἰς ἡμᾶς δὲν ὑπελήφθη, εἰμὴ νὰ ποιήσωμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δύο μόνον μελέτας, ἤτοι πρῶτον νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ὅσον δυνάμεθα, εἶτα δὲ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν λειτουργοῦσαν φορολογίαν. Αὐτὰ μόνον τὰ δύο ἔργα εἴχομεν ἐλευθερίαν νὰ διαπράξωμεν. Ὁ ἐμὸς προκάτοχος ἐμνημόνευσε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον. Ἔλεγον τότε πρὸς τὴν Βουλήν: «σταμάτα· μὴ ἀναγράφῃς πλείονας δαπάνας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους διὰ προσθήκης πληθύος ὑπαλλήλων.» Καὶ ἀληθῶς μόνον εἰς προσθήκην ὑπαλλήλων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ καὶ ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ ἀνέγραψε δαπάνην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων δραχμῶν 250 χιλιάδων κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι, ἀφοῦ ἀναγράφεται δαπάνη τις, ὅτι, ἀφοῦ ἐκδίδοται νόμος, δι’ οὗ συνιστᾶται ὑπηρεσία τις, ἀφοῦ διὰ τοῦ νόμου ῥυθμίζεται ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ λάβητε τὴν γραφίδα καὶ διαγράψητε ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ τὴν ἀναγραφεῖσαν δαπάνην; Ὀφείλετε νὰ μελετήσητε τὸν ὀργανισμὸν τῆς ὑπηρεσίας, τὸν ὁποῖον κατέστησεν ὁ νόμος ἐκεῖνος, ν’ ἀσχοληθῆτε νὰ ἀνεύρητε τρόπον, ἵνα ἀντικαταστήσητε τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον δι’ ἄλλου ὀργανισμοῦ οἰκονομικωτέρου, μὴ παριστῶντος τὴν ἀνάγκην τοσαύτης ὑπαλληλίας, ὅσην ἐπέβαλλεν ὁ ὀργανισμός, τὸν ὁποῖον ὁ ἐπιψηφισθεὶς νόμος εἶχεν εἰσαγάγει. Εἰσὶ ταῦτα ἔργα μιᾶς ἡμέρας; Ἔργον βραχέως χρόνου εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς φορολογίας; Ἔργον βραχέως χρόνου εἶναι νὰ ἀνεύρητε τὰς ἀνισότητας καὶ τὰς ἀδικίας, τὰς ὁποίας οἱ λειτουργοῦντες φορολογικοὶ νόμοι παράγουσιν εἴτε ἐν τῇ βεβαιώσει τοῦ φόρου, εἴτε ἐν τῷ προσδιορισμῷ τοῦ ποσοστοῦ αὐτοῦ, εἴτε ἐν τῷ τρόπῳ τῆς εἰσπράξεως αὐτοῦ; Τί εὐκολώτερον ἢ εἰς δύο στίχους νὰ ἀναγράψῃ τις ἐν νομοσχεδίῳ, ὅτι καταργοῦνται τὰ δύο δεκατημόρια τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου; Ἀλλ’ ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς ὑμῶν καταλήγῃ εἰς ἔλλειμμα 14 ἢ 15 ἑκατομμυρίων, σᾶς ἐπιτρέπει ἡ συνείδησις νὰ διαγράψητε ἔσοδόν τι, χωρὶς προηγουμένως νὰ φροντίσητε ν’ ἀντικαταστήσητε αὐτὸ δι’ ἄλλου τινὸς δικαιώματος ἢ φόρου; Καὶ ἐμνημόνευσεν ὁ προκάτοχός μου ἀγορεύων, μετὰ κακίας ἀναρμόστου εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας, ἐμνημόνευσε τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους εἰσηγάγομεν καὶ τοὺς ὁποίους ἐπεψήφισεν ἤδη ἡ Βουλή. Καὶ ἐμνημόνευσε αὐτῶν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰσηγήσατο νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγράφετο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Δημάρχου ὡς ὑπηρεσία συντάξιμος, ἤτοι παράγουσα καὶ αὐτὴ δικαίωμα πρὸς σύνταξιν.
§118ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θ’ ἀπαντήσω ἐγὼ εἰς τὴν μοχθηρίαν του.
§119ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἐπιψηφισθὲν νομοσχέδιον ἀπονέμει ἀληθῆ δικαιοσύνην εἰς τοὺς ὑπηρέτας τοῦ Κράτους, οὐδ’ ὑπάρχει ἀδικία μείζων ἢ ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀρθεῖσα, καθ’ ἣν στρατιωτικός, ἀποκτήσας τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ καὶ τεθεὶς ἐν ἀποστρατείᾳ, ἐὰν ἐκαλεῖτο μετέπειτα νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ Κράτος ἐν πολιτικῇ ὑπηρεσίᾳ, δὲν ἐπετρέπετο νὰ προστεθῇ ὁ χρόνος των πολιτικῶν αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν εἰς τὸν χρόνον τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι παρήγαγον ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Τοιαύτην ἠνορθώσαμεν ἀδικίαν. Καὶ ἐὰν ἐκ τοῦ νόμου τούτου δύναται νὰ ὠφεληθῇ τις, ἐὰν ἐκ τοῦ νόμου τούτου παρήχθη δικαίωμα ὑπέρ τινος, αὐτὸς ὁ τὶς ἴσως τυγχάνει ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ὑπηρέτησαν τὸ Κράτος ἐντίμως, καὶ οἵτινες δὲν γνωρίζω ἐὰν πένωνται ἢ ἐὰν εὐπορῶσιν. Ὀφείλουσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὀφείλουσιν οἱ δημόσιοι ἄνδρες, εἰς οἱανδήποτε βαθμίδα καὶ ἂν ἀνήχθησαν, νὰ εὐλαβῶνται τὰ δικαιώματα τῶν ὑπηρετούντων τὴν πατρίδα, νὰ μὴ ἀρέσκωνται δὲ εἰς τὰ πάθη αὑτῶν, καὶ ἐὰν ταῦτα κοχλάζωσιν ἐν τοῖς στέρνοις αὑτῶν. Καὶ αὐτοὶ, οἵτινες ἐμέμφθησαν ἡμῶν, ὡς εἰσαγαγόντων νόμον ὑπὲρ προσώπου, χαρακτηρίζοντες τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος νόμον ὡς νόμον προσωπικὸν, αὐτοὶ ἐξηυτέλισαν καὶ ἐξύβρισαν τὸ Κοινοβούλιον, κρατοῦντες αὐτὸ τρεῖς νύκτας μέχρι πρωΐας, ἵνα ἐκβιάσωσιν αὐτὸ καὶ δυνηθῶσι νὰ ἁρπάσωσι νόμον, ὅπως δωρήσωσι τριακοσίας καὶ πλέον χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὸν Σπάρταλην. Θαυμάζω πῶς δὲν ἀνέρχεται τὸ αἷμα ἐπὶ τῶν παρειῶν αὐτῶν, ὅταν τοιαῦτα διαπράττωσι τολμήματα κατὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ κατὰ τῆς εὐπρεπείας! Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν διαφωνοῦμεν πρὸς τοὺς προκατόχους ἡμῶν μόνον διὰ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, διαφωνοῦμεν καὶ ἐν γένει διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐκυβέρνων καὶ καθ’ ὃν διεχειρίζοντο πάσας τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους.
§120ΣΑΚΚΗΣ. Καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐθνικότητα.
§121ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὅταν, χρώμενοι πάντοτε τοῖς μέσοις ἐκείνοις, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουσι πάντες ὡς μέσα μικρὰ, ὑπελάμβανον ὅτι ἤθελον καταγάγει νίκην κατὰ τὰς πολιτικὰς συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, προκαλοῦντες ἐμὲ καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ζητοῦντες παρ’ ἡμῶν νὰ εἴπωμεν ποῖον ἔχομεν πρόγραμμα, καὶ τότε ἔλεγον πρὸς αὐτοὺς, ὅτι ὡς πρόγραμμα ἔχομεν νὰ πράξωμεν τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, ὅπερ οὗτοι ἔπραττον. Ἀληθῶς, εὐτυχεῖς ἐσόμεθα, ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ πράξωμεν τὸ ἀντίθετον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἔπραξαν. Λέγω ὅτι εὐτυχεῖς ἐσόμεθα, διότι θέλομεν οὕτως ἐκπληρώσει δυσχερεστάτην ἐντολὴν, ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀνέθηκεν εἰς ἡμᾶς διὰ τῆς ψήφου του κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου. Καὶ ἀληθῶς, ὅσην καὶ ἂν διὰ τῆς αὐτεξετάσεως δύναμαι νὰ ἀνευρίσκω ἐν ἐμαυτῷ καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι προθυμίαν καὶ θέλησιν, ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον τοῦτο ἡμῶν, ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὴν ψῆφον τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, δειλιῶμεν, καὶ διστάζομεν μὴ ὑπολειφθῶμεν κατὰ τὸν ἀγῶνα τοῦτον. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι εὐτυχεῖς ἐσόμεθα. Ἀλλὰ βεβαίως θέλομεν προσπαθήσει νὰ πράξωμεν ἐν πᾶσι τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἔπραξαν. Θέλετε νὰ ἐξετάσωμεν ποίας συνετήρησαν σχέσεις πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, ἢ κατὰ τίνα τρόπον ὑπέλαβον, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν λειτουργίαν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν; Διατὶ μὲ ἀναγκάζουσι νὰ μεταβληθῶ ἐγὼ, Ὑπουργὸς ὤν, ἀπὸ ἀπολογουμένου εἰς κατήγορον; Δὲν προσήκει βεβαίως εἰς Ὑπουργοὺς νὰ μεταβάλλωνται εἰς κατηγόρους, ἀλλὰ δὲν ἁρμόζει εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἰσέτι δὲν δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἐξώφλησαν πάντας τοὺς λογαριασμούς των μὲ τὸ Κράτος, νὰ τολμῶσι ν’ ἀπαγγέλλωσιν ἐννοίας καὶ γνώμας, οἵας καθ’ ἡμῶν ἀπήγγειλαν πρὸ μικροῦ. Καθῆκον ἡμῶν πρώτιστον πρὸ παντὸς ἄλλου ἦτο νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἦτο προσωπικὸν τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθησαν τρεῖς νόμοι, κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν προσεμετρεῖτο εἰς τὸν χρόνον τῆς πρὸς προβιβασμὸν ὑπηρεσίας ὁ χρόνος τῆς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ διαμονῆς τῶν ἀξιωματικῶν, ἢ ὁ χρόνος τῆς συνταγματικῆς τῶν 5½ μηνῶν ἀδείας. Δὲν ἦτο προσωπικόν, ἀλλὰ συνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον, διότι δι’ αὐτοῦ ἠνωρθώθη δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Συντάγματι ἀπόλυτον καὶ ἀκέραιον, ἠκρωτηρίασαν δὲ διὰ νόμου. Καὶ ἤκουσα οἰμωγὰς πρὸ μικροῦ ἐπὶ τῇ καταστροφῇ, ἥτις ἀπειλεῖ τὸν στρατόν, ἕνεκα τῆς ἀνορθώσεως τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ ἐθρήνουν ἐπὶ τῇ ζημίᾳ ταύτῃ τοῦ στρατοῦ ἐκεῖνοι, οἵτινες, ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη κυβερνήσαντες αὐτόν, —δὲν σκοπῶ νὰ προσθέσω ἐγώ τι, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω τὸ ὑπὸ πάντων βεβαιούμενον, —ἀφῆκαν ἀναμνήσεις, αἵτινες βεβαίως δὲν θέλουσι προκαλέσει τὴν ἐκδήλωσιν χάριτος τοῦ Κράτους πρὸς αὐτούς. Ἤκουσα στερεοτύπως ἐπαναλαμβανομένην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν γνώμην, ὅτι δὲν προσήκει εἰς ἄνδρας μὴ ἀξιωματικοὺς νὰ ἀναλαμβάνωσι τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἕκαστος βεβαίως εἶναι κύριος νὰ ἐξετάζῃ τὰ πράγματα καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸς συνειθίζει νὰ ἐξετάζῃ αὐτά, νὰ ἐκτιμᾷ αὐτὰ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ κρίσιν, καὶ νὰ συναγάγῃ οἷα ἡ ἔρευνα τῶν πραγμάτων καὶ ἡ ἐκτίμησις αὐτῶν ἐνδεικνύει εἰς αὐτὸν πορίσματα. Ἀλλὰ τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα συνεκόμισα ἐκ τῆς ἐξετάσεως, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην, τῶν πραγμάτων, δέν με ἔπεισαν, ὅτι μόνον ὅταν ὑπὸ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ διευθύνηται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τότε μόνον ἐξασφαλίζεται ἡ ἁγνότης τοῦ στρατοῦ, καὶ περιθάλπονται τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Ὅσοι ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ ὑπολαμβάνωσιν, ὅτι ὁ στρατὸς δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον πρὸς θεραπείαν τῶν ἰδίων αὐτῶν κομματικῶν συμφερόντων, ἢ πρὸς πλήρωσιν τῶν πολιτικῶν ἀναγκῶν των, αὐτοὶ γελῶσιν, ὅταν ἀκούωσι νὰ γίγνηται λόγος περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πιστεύουσιν εἰς τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ συγκρότησις στρατοῦ εἶναι ἀναπόσπαστος ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, αὐτοὶ εὐλαβοῦνται τὸν στρατὸν ὡς κτῆμα πολύτιμον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὑπὸ τοιαύτης εὐλαβείας ἐμπεφορημένοι, ἔχουσι τὴν προαίρεσιν νὰ προνοήσωσι καὶ ἐπιμεληθῶσι τοῦ στρατοῦ, ὡς ἂν ἔφερον τὰ σήματα αὐτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω ν’ ἀναμνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν σκοπῶ νὰ γένωμαι κατήγορος· δὲν διστάζω ὅμως νὰ προκαλέσω ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι μὲ διαδεχθῆ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐξετάσωσι τὰς πράξεις μου τότε, διότι τότε μόνον θέλουσι δυνηθῆ νὰ κρίνωσι ποίας περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς πατρίδος ἔχω ἰδέας, καὶ ποίας στηρίζω ἐπ’ αὐτοῦ ἐλπίδας. Ἀλλὰ τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν περὶ τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο; Ἦτο ἔργον τοσούτῳ ἀνάξιον μελέτης καὶ ἐμβριθείας, νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἢ περὶ μεταβολῆς τῶν στρατολογικῶν νόμων; Ἴσως κατέστησαν ἔθος νὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ κατὰ πᾶσαν σύνοδον μὲ νομοσχέδια περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι δὲν γνωρίζω πόσοι ὀργανισμοὶ τοῦ στρατοῦ ἐπεψηφίσθησαν μέχρι τοῦδε.
§122ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀκτώ.
§123ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ μελέτη περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ χρήζει μεγίστης ἐμβριθείας, καὶ ὅτι πρέπει τέλος πάντων ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, εἴτε τὸ Ἑλληνικὸν Στέμμα, εἴτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ λάβῃ τὴν ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν, ὅτι πρέπει νὰ καταστήσῃ ὀργανισμὸν μόνιμον αὐτοῦ, ὅπως λειτουργήσῃ ἐπί τινα ἔτη. Βεβαίως δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ συῤῥάψητε καὶ καταρτίσητε ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσιν, ἵνα σκεφθῆτε περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ κεχωρισμένως ἀπὸ πάσης ἄλλης μελέτης. Πρέπει νὰ σχετίσητε τὰς μελέτας ταύτας πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον ταμεῖον δύναται νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσίν σας πρὸς ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Οὕτω δὲ τὸ ζήτημα ἐξεταζόμενον, δὲν εἶναι τοσοῦτον εὔλυτον, χρήζει δὲ μεγάλης μελέτης, καὶ τοιαύτη τις μελέτη ἐκράτησεν ἐν τῇ συντάξει τοῦ λειτουργοῦντος ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου ἐξέθηκεν ὑμῖν πρό τινων ἡμερῶν διακεκριμένος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, ὁ συνταγματάρχης κ. Μακρῆς. Ἔχω μάλιστα τὴν γνώμην, ὅτι ἡ σύνταξις ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἔργον ἑνὸς μόνον ἀνθρώπου, καὶ ὅτι πρέπει ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνδρῶν πεπειραμένων καὶ εἰδημόνων νὰ ἐργασθῇ ἀκαμάτως, ὅπως δυνηθῇ νὰ καταλήξῃ εἰς ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα νὰ ἀποβῶσι χρήσιμα εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ. Καὶ κατεκρίθημεν ὑπό τινος τῶν ἀγορευσάντων, διότι δὲν ἐκομίσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν οὐδὲ νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, οὐδὲ νόμον περὶ στρατολογίας. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες μᾶς ἐπέκρινον, ἀνευρίσκουσι καὶ αὐτοί, ὅτι ἦτο ἄδικος ἡ ἐπίκρισις. Ἤθελεν εἶσθαι δικαία ἡ ἐπίκρισις αὐτῶν, ἂν κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον ἔβλεπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀφήσει τὰ πράγματα νὰ διαῤῥέωσιν ὡς διέῤῥευσαν μέχρι τοῦδε· ἀλλὰ νῦν ἠθέλομεν πράξει ἔργον ἄξιον μομφῆς καὶ κατακρίσεως, ἐὰν προσηρχόμεθα νὰ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλὴν διὰ μελετημάτων ἀώρων καὶ ἐπιπολαίως γενομένων. Ἂν δὲ τὸ πρώτιστον ἡμῶν καθῆκον ἦτο νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ κειμένου πολιτεύματος, νὰ ἄρωμεν τοὺς περιορισμοὺς ἢ τὰς ἐπιδράσεις, τὰς ὁποίας διὰ νόμων εἶχον δημιουργήσει, καὶ αἵτινες ἐπεφάνησαν ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ πολιτεύματος κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν, τὸ καθῆκον τοῦτο πρὸ παντὸς ἄλλου ἐσπεύσαμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν, προτείναντες τὴν κατάργησιν τῶν νόμων, οἵτινες ἐπραγματεύοντο περὶ τοῦ τρόπου τῆς καταρτίσεως τῆς Βουλῆς, τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι περιώριζον τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν νόμων, οἵτινες καθίστων προώρως ἐν τῷ τόπῳ σύστημα διοικήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξυπηρετήσῃ οὐδὲ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς δραστηριότητος τῶν ἀτόμων, οὐδὲ τὴν ἐνέργειαν τῆς προληπτικῆς ἀστυνομίας, οὐδὲ τὴν ἀνίχνευσιν τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, οὐδὲ τὴν διοίκησιν τῶν μικρῶν κοινωνιῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὰ θεμέλια τῆς μεγάλης πολιτικῆς κοινωνίας. Ἔλεγεν ἰσχυρὸς μονάρχης ἄλλοτε ὡς δόγμα, ὅτι οἱ λαοὶ πρέπει νὰ κυβερνῶνται μακρόθεν, νὰ διοικῶνται δὲ ἐκ τοῦ πλησίον. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἵσταται μακρὰν τοῦ λαοῦ, ἵνα μὴ πιέζῃ αὐτὸν διὰ τοῦ ὄγκου αὐτῆς, οὐδὲ διὰ τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς, διότι ἡ πνοὴ αὐτῆς δύναται νὰ ἀποβῇ δηλητηριώδης πρὸς τὴν εὐεξίαν τοῦ λαοῦ· ἡ διοίκησις ὅμως πρέπει νὰ παράκηται, ἵνα παρέχῃ εἰς αὐτὸν τὴν συνδρομήν της, ἵνα χειραγωγῇ αὐτὸν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἐργασιῶν του, ἵνα ὑποστηρίζῃ αὐτὸν εἰς τὰς ἀνάγκας του, ἵνα ἐξασφαλίζῃ αὐτὸν ἐν τῇ οἰκογενειακῇ, τῇ ἀτομικῇ καὶ τῇ κοινωνικῇ κινήσει αὐτοῦ. Τὸ σύστημα ἄλλως τῆς κατ’ ἐπαρχίας διοικήσεως εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀναμιμνήσκει καὶ συντηρεῖ τὴν ἐπαρχιακὴν πολιτικήν, ἡ δὲ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος δὲν πρέπει ποτὲ νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ᾖναι ἐπαρχιακὴ πολιτική. Ὁμιλοῦσι περὶ προσωπικῶν κομμάτων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν γνωρίζουσι τί θέλουσι, ἢ γνωρίζουσι τί θέλουσι, ἀποκρύπτουσιν ὅμως τοὺς σκοποὺς αὐτῶν, καὶ ποιοῦνται χρῆσιν κοινῶν τόπων, θρηνοῦντες διότι ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξαν προσωπικὰ τὰ κόμματα. Δὲν γνωρίζω οὐδένα τόπον, ἐν τῷ ὁποίῳ τὰ κόμματα εἶναι ἀπρόσωπα, γνωρίζω ὅμως, ὅτι οὐδὲ πολιτικαὶ ἐλευθερίαι, οὐδὲ θεσμοὶ φιλελεύθεροι δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν ἐκεῖ, ἔνθα δὲν ὑπάρχουσι πολιτικὰ κόμματα. Τὰ πολιτικὰ κόμματα εἶναι οἱ μεγάλοι κίονες, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζονται οἱ φιλελεύθεροι θεσμοί. Ἀλλοίμονον εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἐν οἷς δὲν ἤθελον σχηματισθῆ πολιτικὰ κόμματα, ἢ σχηματισθέντα ἤθελον ἐκλίπει καὶ διαλυθῆ! Γνωρίζω ἢ ἤκουσα ἄλλοτε τὸ δόγμα «Βασιλεὺς, Κυβέρνησις καὶ λαός», ἀλλὰ τὸ δόγμα τοῦτο δὲν εἶναι δόγμα φιλελεύθερον, εἶναι δόγμα αὐτοκρατορικόν. Βασιλεὺς, Κυβέρνησις καὶ λαός! Δὲν ὑπολείπεται, εἰμὴ τὸ δημοψήφισμα, καὶ τὸ δημοψήφισμα θέλει ἀναδείξει τὸν Δικτάτορα ἢ τὸν Αὐτοκράτορα. Κατὰ τὸ παρελθὸν, φιλοδοξίαι, τὰς ὁποίας δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ψέξω, ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, στερούμεναι δ’ ἐπιχειρημάτων, ἵνα πείσωσιν αὐτὸν περὶ τῆς χρησιμότητος, τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ παράσχωσιν, ἂν ὁ λαὸς μετέδιδεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐμπιστοσύνην του, ἠσχολοῦντο νὰ διαβάλλωσι τοὺς ὑπάρχοντας πρὸ αὐτῶν πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ τὰ πρὸ αὐτῶν ὑφεστῶτα πολιτικὰ κόμματα. Προσωπικὰ κόμματα ὠνόμαζε τὰ λειτουργοῦντα κατὰ τὸ 1875 καὶ μετέπειτα μέχρι τοῦ 1882, καὶ κατήγγελλε τὸ κόμμα τοῦ Κουμουνδούρου, καὶ τὸ κόμμα τοῦ Ζαΐμη καὶ τοῦ Δεληγιώργη ὁ ἐμὸς προκάτοχος, ὅταν δὲν εἶχε κόμμα, καὶ ὅταν ἐζήτει νὰ εὕρῃ θέσιν, διὰ νὰ βάλῃ τοὺς πόδας του καὶ νὰ ὑπάρξῃ. Ἀλλ’ ἀφοῦ εὗρε χῶρον καὶ ἔβαλε τοὺς πόδας του καὶ ὑπῆρξεν, εἴδετε τίνος κόμματος ἐγένετο ἡγέτης! Τὸν ἐνθυμεῖσθε ὅσοι ἦσθε μέλη τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον. Δυσπιστεῖτε πρὸς τοιαύτας θεωρίας, τὰς ὁποίας μεταδίδωσι. Τί εἶναι προσωπικὸν κόμμα, ἢ τί εἶναι κόμμα μὴ προσωπικόν; Ἂν ὑπάρχωσιν ἰδέαι περὶ τοῦ κυβερνᾷν ἢ περὶ τοῦ διοικεῖν, τὰς ἰδέας ταύτας ἔχουσι τὰ πρόσωπα, ὅσοι δ’ ἔχουσι τὰς αὐτὰς ἰδέας συμπράττουσι μετ’ ἀλλήλων, καὶ ἀνταγωνιζόμενοι ἢ συναγωνιζόμενοι ἐν τῇ πολιτικῇ παλαίστρᾳ, ἐπαγγέλλονται τὰς ἰδέας ταύτας εἰς τὸν λαὸν, ἵνα ἀξιωθῶσι τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Εἶναι οὗτοι προσωπικὸν κόμμα; Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐτήρησαν τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκαν εἰς τὸν λαὸν, ἀλλ’ ἐὰν ὑποκρίνωνται ὅτι ἔχουσιν ἰδέας περὶ τοῦ κυβερνᾷν ἢ τοῦ διοικεῖν, ἐνῷ δὲν ἔχουσι, νομίζετε ὅτι θέλουσιν ἀξιωθῆ τῆς προσηκούσης ἐκτιμήσεως διὰ τὴν πλάνην ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν περιήγαγον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Σᾶς ἔδωκε τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ἡ 7η Ἀπριλίου καὶ ἡ 14η Ὀκτωβρίου. Τὰ πολιτικὰ κόμματα ἀποτελοῦνται ἀπὸ ὁμάδα πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἔχουσι τὰς αὐτὰς γνώμας τοῦ κυβερνᾷν καὶ διοικεῖν. Ἡ ὁμὰς δ’ αὕτη τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν διερμηνεύει τὰς ἰδίας αὑτῆς γνώμας δι’ ἑνὸς, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ μέλη τῆς ὁμάδος καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθησαν τὴν ἐντολὴν νὰ ὁμιλῇ ἐν ὀνόματι αὐτῶν, καὶ νὰ διερμηνεύῃ τὰς γνώμας αὐτῶν. Τοιαῦτά εἰσι τὰ κόμματα ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ· αὐτὰ ἀγωνίζονται ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, αὐτὰ διατηροῦσι τὴν ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ τοῦ ἡγεμόνος καὶ τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς ἐξουσίας, μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς διοικήσεως, μεταξὺ τῆς διοικήσεως καὶ τοῦ διοικουμένου λαοῦ. Ἀλλὰ τινὲς καὶ ἄλλας ἐξήνεγκον θεωρίας περὶ τῆς ἀναμίξεως τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τὴν διοίκησιν, ὁ δ’ ἐμὸς προκάτοχος ἀνέγραψε προχθὲς ὡς κεφάλαιον κατηγορίας καθ’ ἡμῶν, ὅτι διὰ νόμου ἐζητήσαμεν τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων, ἕτεροι δὲ ἔσπευδον, μικροῦ δεῖν, νὰ προκαλέσωσι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οὗτος δὲν διετήρησεν ἐν τῇ ὑπηρεσίας ὑπάλληλόν τινα, ὅστις ἐτύγχανε διευθύνων τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Ταῦτα πάντα εἰσὶ κενὰ ἐννοίας. Θέλετε ν’ ἀποκλείσητε τὴν εὔλογον δρᾶσιν, τὴν ὁποίαν τὸ Κοινοβούλιον ἀσκεῖ ἐπὶ τῆς διοικήσεως; Ἀλλὰ τότε θέλετε ἐγκαταστήσει τὴν γραφειοκρατίαν ἢ τὸν νεπωτισμὸν τῶν Ὑπουργῶν. Γνωρίζω ἐγὼ, εἰς τὸν ὁποῖον οἱ νόμοι ἀνέθηκαν τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν τοὺς γραφεῖς τοῦ Ἐπαρχείου, γνωρίζω τίνες πρέπει νὰ διορισθῶσι; Προσωπικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω γνώμην περὶ αὐτῶν, ἀναγκαίως δὲ θέλω ζητήσει τὴν γνώμην ταύτην παρὰ τῶν τμηματαρχῶν, ἢ παρὰ τῶν νομαρχῶν ἢ τῶν ἐπάρχων· ἐὰν δὲ οὗτοι ὑποκύπτωσιν εἰς ἐπηρείας κομματικὰς ἢ εἰς πειρασμοὺς ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν, δὲν ἐγκαθιστᾶται γραφειοκρατία, ἁρμόζουσα εἰς Κράτη ὑπὸ ἀπόλυτον κυβερνώμενα σύστημα; Καὶ ἂν δὲν ἀκούσω τὰς γνώμας τῶν ὑπαλλήλων τούτων, θέλω ἀναγκασθῆ νὰ ἀκούσω τὰς γνώμας τῶν οἰκείων μου, τὴν γνώμην τῆς τροφοῦ τῶν τέκνων μου, ἢ ἐκείνων, οἵτινες μὲ πλησιάζουσι, καὶ ἰδοὺ ὁ νεπωτισμός. Ἀλλ’ ἄν τείνω τὸ οὖς καὶ ἀκούω γνώμας μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἔχω τοὐλάχιστον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὀλιγώτερον θέλω σφάλει, διότι κομίζουσι πιστοποιητικὸν, ὅτι εἶναι ἄνθρωποι πονοῦντες τὸν τόπον, καὶ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο ἔδωκαν αὐτοῖς οἱ συμπολῖταί των, ἐκλέξαντες αὐτοὺς Βουλευτάς. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων, νομίζετε ὅτι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ παραδοθῇ ἡ διοίκησις εἰς τοὺς Βουλευτάς; Παντάπασιν. Οὐδόλως στέργω νὰ ἀκούω τὰς γνώμας τῶν Βουλευτῶν, ὅταν πρόκηται νὰ προκαλέσω τὸν διορισμὸν τῶν ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν ἢ γραφείων, ἢ ἐκείνων τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ζωὴν τῶν γραφείων τούτων. Ὀφείλω νὰ ἀκούω τὰ παράπονα αὐτῶν, ἂν αὐτοὶ καταγγέλλωσιν αὐτοὺς, εἴτε ὡς φατριάζοντας εἴτε ὡς παραβιάζοντας νόμους, εἴτε ὡς περιπίπτοντας εἰς ἀδικήματα, ἀλλὰ δὲν ἔχω καθῆκον νὰ ἀφίνω αὐτοὺς νὰ διοικῶσιν ἀντ’ ἐμοῦ, διότι ἐγὼ ὑπέχω τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ τόπου διὰ τὴν διοίκησιν, Ὁ ἐμὸς προκάτοχος, ὁ ὁποῖος, δι’ ὧν αὐτὸς ἐγνώρισε μέσων, ἔμεινεν ὀκτὼ ἔτη κυβερνῶν, διενοήθη νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἴδιον αὐτοῦ μέλλον, καὶ ᾠκοδόμησε σιδηροῦν κλωβὸν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔθηκε τὴν διοίκησιν, προσδοκῶν, ὅτι, ἂν αὐτὸς ἡμέραν τινὰ, ἕνεκεν παραπλανήσεως τοῦ λαοῦ, ὡς εἶπεν, ἤθελεν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ἤθελεν ἐξακολουθεῖ καὶ τότε νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν διοίκησιν, καὶ ἤθελε δύνασθαι νὰ κατέχῃ ὅσα ἔγγραφα ἤθελε, διὰ νὰ καταγγέλλῃ τοὺς διαδόχους αὐτοῦ Ὑπουργούς. Καὶ ἀληθῶς κατώρθωσεν ὅ,τι ἦτο δύσκολον εἰς ἄλλον τινὰ ἐξ ἡμῶν, δηλαδὴ ν’ ἀποκαταστήσῃ τοιαύτην διοίκησιν, ἥτις ἐφρόνει ὅτι δὲν ὑπηρετεῖ τὸ Κράτος, ἀλλὰ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, καὶ ὅτι πρὸ αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ κύπτωσι καὶ οἱ νόμοι καὶ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Τὸ συμφέρον τοῦτο ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ παραστῇ ἐκπλησσόμενος, πῶς ἐτολμήσαμεν νὰ μεταβάλωμεν τὸν νόμον περὶ προσόντων, καὶ νὰ κατηγορῇ ἡμῶν, διότι ἀπεμακρύναμεν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δὲν ἐνεπιστευόμεθα, ἀξιῶν ἴσως νὰ συνεργαζώμεθα μετ’ αὐτῶν καὶ νὰ ἔχωμεν αὐτοὺς κοινωνοὺς τῶν διανοημάτων ἡμῶν καὶ τῶν μελετῶν ἡμῶν. Ἡ ἀξίωσις ἦτο βεβαίως τολμηρὰ, καὶ τοιαύτην τόλμην ἐξεδήλωσεν ἡ ἐπίκρισις αὐτῶν πρὸς ἡμᾶς, διότι ἐζητήσαμεν τοιαύτην ἄδειαν, μεταβαλόντες κατὰ τοῦτο τὸν νόμον περὶ προσόντων, ἰδίως δὲ ἡ ἐπίκρισις αὐτῶν διότι ἀπεμακρύναμεν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Λογιστηρίου τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον. Καὶ ὁ διευθύνων τὸ Λογιστήριον, περὶ οὗ ὁ λόγος, δὲν ἦτο μόνον διευθυντὴς αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ δημοσιογράφος, ἀνταγωνιζόμενος πρὸς τὰς ἐφημερίδας τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ παλαίων κατ’ αὐτῆς βῆμα πρὸς βῆμα, καθ’ ὃν χρόνον ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος. Εἶχεν ὅμως ἐκεῖνος συνείδησιν τῆς θέσεως, ἣν εἶχε λάβει, διότι μόλις εἶδεν, ὅτι ἐνίκησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐτράπη εἰς φυγήν, δὲν ἔδωκε δὲ τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σκεφθῇ, ἂν πρέπῃ νὰ διατηρήσῃ αὐτὸν ἢ νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ. Ἀλλά, καὶ ἂν ἔμενεν εἰς τὴν θέσιν του, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ διατηρήσῃ ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος συνεχώνευσε τὸ ἔργον τοῦ ὑπαλλήλου μὲ τὸ ἔργον τοῦ ὀπαδοῦ κόμματος· εἶναι δὲ ἀσυμβίβαστα τὰ δύο ταῦτα, καὶ τὸ λέγω καθ’ ὃν χρόνον τυγχάνω ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἵνα ἀκούσωσι πάντες οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅτι ἕνα καὶ μόνον ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ὁδηγὸν, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, καὶ περὶ ἑνὸς μόνον νὰ μεριμνῶσι, περὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους καὶ τῶν νομίμων καὶ εὐλόγων συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου. Καὶ ἄν τις ἀναμνησθῇ, κατὰ τίνα τρόπον ἐτέθησαν ἐν ἐνεργείᾳ οἱ νόμοι περὶ προσόντων, θέλει ἀπορήσει, πῶς ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τοσαύτης νὰ περιβληθῶσι τόλμης οἱ τοὺς νόμους αὐτοὺς ἐκτελέσαντες. Τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων ἀνετράπη πᾶσα ἡ ὑπαλληλία, εἰς τέσσαρας δ’ ἢ πέντε χιλιάδας ἀνέβη ὁ ἀριθμὸς τῶν μετακινηθέντων, ὅπως εἰσαχθῶσιν ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι πρὶν ἢ δημοσιευθῇ ὁ νόμος. Εἰσήχθησαν πάντες οἱ οἰκεῖοι καὶ πιστοὶ, ἵνα ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑπηρετῶσιν αὐτοὶ ἀποκλειστικῶς τὸ Κράτος, καὶ οὐχὶ ἄλλος τις, ὡς ἂν οἱ ἄλλοι ἔπρεπε νὰ στερηθῶσι διὰ βίου τοῦ δικαιώματος νὰ προσληφθῶσιν ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ. Ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, καὶ περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς πραγματευόμενος, ἐπεθύμησε νὰ ἴδῃ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν κατόπτρῳ, ἵνα αἰσθανθῇ τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι αὐτὸς ἐνεκαινίασεν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν. Ἰσχυρίσθη μάλιστα, ὅτι οὐ μόνον ἀκολουθοῦμεν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι ὑπερέβημεν αὐτὸν ἔν τισιν ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ ἀνάγκης. Καὶ ὡμίλησε περὶ Κρήτης καὶ περὶ ἄλλων χωρῶν. Ἐὰν συνέπιπτε νὰ μὴ ζῶ καὶ νὰ κῆται τὸ σῶμά μου νεκρὸν ἐν τῷ τάφῳ, ἠδύνατο δὲ ν’ ἀκούσῃ ὁ νεκρός μου ὅ,τι ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀκολουθῶ τὴν αὐτὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοζεν ὁ προκάτοχός μου, τὰ παγωμένα μέλη τοῦ νεκροῦ σώματός μου ἤθελον κινηθῆ καὶ σπαράξει, ἀποκρούοντα τοιαύτην συκοφαντίαν. Οὐδέποτε ἐφρόνουν περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ὅ,τι αἱ πράξεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἐδήλωσαν καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν, ὅτι αὐτὸς ἐφρόνει. Δὲν προσήκει δὲ εἰς ἐμὲ, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα, ἣν φέρω, ὁμιλῶν τὴν ἑσπέραν ταύτην, νὰ ἐρευνήσω τὸ παρελθὸν, καὶ καταδείξω τὰς διαφορὰς τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐφήρμοσε, καὶ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ κρίνω χρήσιμον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος μου. Δὲν γνωρίζω ἂν περιῆλθε τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο εἰς τὸ κράτος τῆς ἱστορίας, ἢ ἐάν που ζῇ καὶ ὑφίσταται κινούμενον, γνωρίζω ὅμως, ὅτι κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθὸν, τοῦ ὁποίου δύναμαι νὰ μνημονεύσω, χωρὶς νὰ ἐπικριθῶ, διάφορον ἐντελῶς μετήλθομεν πολιτικὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν μετήρχετο, ὅταν ἐκυβέρνα τὴν Ἑλλάδα, ὁ ἐμὸς προκάτοχος κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἄνθρωποι ἀγαθοὶ εἶχον φροντίσει νὰ διαδώσωσι καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, ὅτι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ὡς ἡγούμενος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔκυψε τὴν κεφαλὴν εἰς τὰ προστάγματα τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ὅτι δ’ αὐτὸς εἶναι ἄνθρωπος, ὅστις περὶ οὐδενὸς ἑτέρου μεριμνᾷ, εἰμὴ μόνον, πῶς νὰ θέσῃ τὸ πῦρ εἰς τὴν πυρίτιδα καὶ ἀνατρέψῃ τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ μήπως ταῦτα μόνον εἶχον διαδώσει περὶ ἡμῶν; Εἶχον πληρώσει πάσας τὰς ἀγορὰς τῶν μεγαλοπόλεων τῆς Εὐρώπης διὰ τῆς φήμης, ὅτι ἡμεῖς, εὐθὺς ὡς ἀνέλθωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θέλομεν προκηρύξει τὴν χρεωκοπίαν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι εἴμεθα διῶκται τῶν κεφαλαίων, ὅτι ἐσμὲν ὡς οἱ ἀνθρωποφάγοι τῆς μέσης Ἀφρικῆς, ἢ οἱ ἄγριοι τοῦ Μεξικοῦ. Καὶ ὅταν ἠκούσθη, ὅτι σχηματίζεται Ὑπουργεῖον ἐξ ἡμῶν, ὅσοι δὲν ἐγνώριζον τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ ἑλληνικὰ πράγματα ἤρχισαν νὰ ἀνησυχῶσι, μήπως ἐπέλθωσι ταραχαὶ ἐν τῇ ἐσχατιᾷ ταύτῃ τῆς Εὐρώπης. Ἀφοῦ δυστυχῶς τοιαῦτα ἐκρίθησαν μέσα ὡς χρήσιμα εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, ἐγὼ βεβαίως δὲν καλοῦμαι νὰ φέρω ἐπ’ αὐτῶν κρίσιν, ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθῶ καὶ ἐπαναλάβω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπέκυψα εἰς τὰ προστάγματα τοῦ ἀποκλεισμοῦ, τὸ ἔπραξα πρὸς τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, καὶ πρὸς διάσωσιν τοὐλάχιστον θεωρητικὴν τῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων τῆς φυλῆς ἡμῶν. Δέν μοι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἴδω μετ’ ἀδιαφορίας τὴν ἀθέτησιν τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, διαπρασσομένην ὑπὸ τῆς τόλμης Κράτους τινὸς τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου, ἀναιρουμένην δὲ οὕτω τὴν ἰσοῤῥοπίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη διὰ πράξεως διεθνοῦς προσεπάθησε νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐπὶ τῇ ὠφελείᾳ τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Μεταξὺ τῶν φυλῶν τῶν κατοικουσῶν τὴν χερσόνησον τοῦ Αἵμου πρωτεύει ἡ Ἑλληνική, ἡ δὲ ἰσοῤῥοπία ἀνετρέπετο ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων αὐτῆς· ὅταν δ’ ὁ λόρδος Βήκονσφιλδ, ὁ πρῶτος ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας, Πρωθυπουργὸς τότε τυγχάνων, συγκατετέθη, ἵνα μὴ ἀντιταχθῇ ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου κατὰ τοῦ πρωτοκόλλου 13ου, τὸ ὁποῖον εἶχον προτείνει οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας, ἔλεγε πρὸς ἐμὲ, ὅτι τὸ πρωτόκολλον 13ον ἐξασφαλίζει ἡμᾶς κατὰ τῶν λαῶν τῶν κατοικούντων τὸν Αἷμον. Καὶ τότε μὲν παρίστων ὡς ἀσφαλίζουσαν ἡμᾶς τὴν ἀνακήρυξιν τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας ὡς αὐτονόμου ἐπαρχίας, παρίστων ἡμῖν αὐτὴν ὡς ὀχύρωμα κατὰ τῶν Βουλγάρων· ἔλεγον τότε εἰς ἡμᾶς, ὅτι καὶ ἄλλην μᾶς δίδουσιν ἀσφάλειαν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκτείνωμεν τὰ ὅρια ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ λόρδος Βήκονσφιλδ ἐπίστευεν ὅσα μοὶ ἔλεγε. Πιθανῶς δὲ νὰ μὴ ἐπίστευεν αὐτὰ, διότι κατὰ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον, καθ’ ὃν ἐκυβέρνησεν, ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου μέχρι τῆς παραιτήσεώς του, δὲν ἔστερξε νὰ δώσῃ συνδρομήν τινα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ἐκτελέσῃ τὸ πρωτόκολλον 13ον τοῦ Βερολίνου, ἂν καὶ ἀνέφερε τὸ πρωτόκολλον τοῦτο, ἵνα πείσῃ ἡμᾶς περὶ τῆς μερίμνης πρὸς διατήρησιν τῆς ἰσοῤῥοπίας τῶν κατοικουσῶν τὴν χερσόνησον τοῦ Αἵμου φυλῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ πρωτόκολλον 13ον ἐχρησίμευεν αὐτῷ, ἵνα παραστήσῃ αὐτὸ ὑπὸ τοιούτους σκοποὺς ὑπαγορευθὲν, ὁ σχηματισμὸς τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας ἦτο τὸ δημιούργημα τοῦ λόρδου Βήκονσφιλδ, καὶ ἐν τῷ σχηματισμῷ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης εὕρισκε τὸν μέγαν προμαχῶνα, τὸν ὁποῖον καὶ τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος καὶ αἱ ἄλλαι φυλαὶ τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου ἤθελον ἔχει κατὰ πάσης πλεονεξίας τῶν Βουλγάρων. Ἀλλὰ τὸ Βουλγαρικὸν Κράτος ἔτυχε νὰ εὐνοηθῇ ὑπὸ ἀπροσδοκήτων πολιτικῶν συνδυασμῶν, ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ Ἀλέξανδρος, ὁ ἡγεμὼν τῆς Βουλγαρίας, ἐὰν ἔπραττε κυβερνήτης ἄλλου Κράτους, ἤθελεν ἐξεγείρει τὴν Εὐρώπην καθ’ ἑαυτοῦ, ἐπικαλουμένην τὸ διεθνὲς δίκαιον κατὰ τοῦ συνταράσσοντος τὴν Εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην καὶ τάξιν. Αὐτὰ ὅμως, πραττόμενα ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, δὲν ἐκίνησαν τὴν ἀγανάκτησιν οὐδενὸς, πάντες δὲ σχεδὸν ἐκ τοῦ ἐναντίου ἠγανάκτησαν κατὰ τοῦ μικροῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διότι τοῦ ἐπῆλθεν οὐχὶ ὅπως ἀνατρέψῃ τὸ διεθνὲς δίκαιον τῆς Εὐρώπης, ἀλλ’ ὅπως ἀναμνήσῃ εἰς πάντας τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου καὶ ζητήσῃ νὰ ἐπικρατήσωσιν αἱ διατάξεις αὐτῆς; νὰ προσκληθῶσι δὲ νὰ ὑπακούσωσιν εἰς τοῦτο οἱ ἀνατρέποντες αὐτό. Τοιαύτας δυσχερείας ἐπέφερεν εἰς τοὺς λαοὺς τοῦ Αἵμου ὁ Βουλγαρικὸς λαὸς, ὅστις ἠξιώθη τοιαύτης τύχης, διότι ἡ Εὐρώπη ἠνέχθη τὰς πράξεις αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασεν αὐτὸν διὰ τὸ θάῤῥος, καὶ πολλάκις ἐδείχθη ἐνδιαφερομένη καὶ μειδιῶσα πρὸς αὐτὸν, καθ’ ὃν χρόνον σύνοφρυς καὶ σκυθρωπὴ ἠτένιζε πρὸς τοὺς ἄλλους λαούς. Συνέπεσε νὰ ἦμαι τότε ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ νὰ καλέσω κατὰ τὸ ἐμὸν καθῆκον εἰς ἐπιστράτευσιν τὴν νεολαίαν, καὶ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Εὐρώπην νὰ φροντίσῃ νὰ μὴ διαταραχθῇ ἡ ἰσοῤῥοπία ἐν τῇ χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου. Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης ἤκουσα ἀπειλὰς, καὶ προσεκλήθην ἵνα ὑποταχθῶ εἰς τὰ κελεύσματα ἄλλων. Ἐὰν αἱ περιστάσεις κατεστάθησαν τότε τοσοῦτον πολύπλοκοι, μὴ ἐπιτρέψασαι εἰς τὸν ἐν ἐπιστρατείᾳ στρατὸν νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματα τῆς πατρίδος του, δέν μοι ἦτο ὅμως συγκεχωρημένον ὑπὸ τῆς συνειδήσεως τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος νὰ ἀναγκάσω ἐμαυτὸν νὰ γένωμαι ἐκτελεστής τῶν ἀποφάσεων ἄλλων. Ἀπεσύρθην ὅπως ἐκτελέσωσιν ἄλλοι ταῦτα. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ συμβεβηκότα ἐχρησίμευσαν καθ’ ὅλον τὸν μετὰ ταῦτα χρόνον, ὅπως παραστήσωσι πόσον τὸ πολιτικὸν κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, ἦτο ἐπικίνδυνον εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην. Ἀλλὰ τὸ κόμμα τοῦτο δὲν ἦτο ἀληθῶς ἐπικίνδυνον εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην, διότι τοῦ κόμματος τὰ μέλη γνωρίζουσι τὰς περιστάσεις, ἐν αἷς εὑρίσκεται ἡ Εὐρώπη κατὰ τὸ ἐνεστὸς, ὡς γνωρίζουσι καὶ τὰς περιστάσεις, ἐν αἷς εὑρίσκετο κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἡ χώρα, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὸ κόμμα τοῦτο λειτουργεῖ. Τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον μᾶς ἐπέβαλλε νὰ ἐπικρίνωμεν τοὺς προκατόχους ἡμῶν, διότι, μὴ ὄντες ἠναγκασμένοι ὑπὸ ὑποχρεώσεώς τινος, ἔδραμον αὐτόκλητοι νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίας εἰς τὴν ὅμορον χώραν, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν ἐν Κρήτῃ, καθ’ ὃν συνειθίζουσι τρόπον ν’ ἀποκαθιστῶσι τὴν τάξιν ἐν τῇ μεγαλονήσῳ ἐκείνῃ οἱ εἰς τὴν φρουρὰν αὐτῆς τεταγμένοι ὁπλῖται. Καθῆκον εἶχον νὰ ἐπικρίνω τοὺς προκατόχους, οἵτινες ἔπρεπε νὰ μένωσιν ἁπλοῖ θεωροὶ, ἂν δὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσιν ἄλλο τι ὑπὲρ τῆς δυστυχοῦς μεγαλονήσου, οὐδέποτε δ’ ἔπρεπε νὰ ἀναμιχθῶσι καὶ ἔλθωσιν ἐπίκουροι, πλὴν ἐὰν ἐξησφάλιζον ἀντισήκωμα τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἐζητοῦντο νὰ προσφέρωσιν εἰς τὸ ὅμορον Κράτος. Ἀλλὰ τοιοῦτον ἀντισήκωμα δὲν ἐζήτησαν, ἔσπευσαν δὲ αὐτόκλητοι νὰ προσέλθωσιν ἐπίκουροι, ὅπως συντελέσωσιν, ἵνα ὁ Σακὴρ καταλάβῃ στρατιωτικῶς τὴν νῆσον. Ὅσοι δὲ γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τῆς δυστυχοῦς μεγαλονήσου, γνωρίζετε ποίαν ἔννοιαν ἔχει τὸ νὰ καταληφθῇ ἡ νῆσος στρατιωτικῶς ὑπὸ τοῦ Σακήρ. Εἶχον λοιπὸν καθῆκον νὰ ἐπικρίνω τὴν πρᾶξιν ταύτην, καὶ οἱ διαπράξαντες αὐτὴν ἔσπευσαν τότε πρὸς δικαιολογίαν των νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι τοὺς ἠπάτησαν ἐκεῖνοι, μεθ’ ὧν ἦλθον εἰς συνεννόησιν, ὅπως ταῦτα διαπράξωσιν. Ἀλλὰ, ἐπικρίνων τοὺς προκατόχους μου, δὲν ἐσυμβούλευσα τὴν Κρήτην νὰ λάβῃ τὰ ὅπλα, οὐδὲ ἐνεθάῤῥυνα τοὺς ἐν Ἑλλάδι πρόσφυγας Κρῆτας, ὑποσχεθεὶς εἰς αὐτούς, ὅτι, ἂν ἠθέλομεν ἀνέλθει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἠθέλομεν παράσχει τὰ μέσα, ἵνα κινηθῇ ἐπανάστασις ἐν Κρήτῃ, οὐδ’ ἀγορεύων πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, εἴτε ἐν τῇ πρωτευούσῃ, εἴτε ἐν ἄλλαις πρωτευούσαις, ὅπου ἐκλήθην νὰ λάβω τὸν λόγον, ἔδωκα τοιαύτην ἐλπίδα. Ἐξ ἐναντίας, ὅταν Βουλευτής, ἐκ Κρήτης καταγόμενος, ὑπέβαλε πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν, ης ἐκαλεῖτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποσχεθῇ, ὅτι θέλει προβῆ εἰς κίνημα, ἐπειδὴ ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος παρίστα ἑαυτὸν ὡς συνδεόμενον δῆθεν μετὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ πολιτικῆς φιλίας, διότι συνέπιπτε νὰ κάθηται ἀκόμη εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, ἔσπευσα ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα μὴ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀποδοθῇ τοιαύτη ἰδέα, καὶ διεβεβαίωσα τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος διηρμήνευε τὴν ἑαυτοῦ γνώμην καὶ οὐχὶ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν εἶχον λοιπὸν τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνθαῤῥυνθῶσιν οἱ ὑπερήφανοι ἄνδρες, οἱ κατοικοῦντες τὴν μεγαλόνησον, ἵνα προβῶσιν εἰς ἐπαναστατικὰ κινήματα, οὐδ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ τραπῇ ὁ κατοικῶν τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον πληθυσμὸς εἰς τοιαύτας μελέτας, οὐδ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ διενεργήσῃ τι. Ἐξ ἐναντίας εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι πάντα τὰ τοιαῦτα ἐγχειρήματα δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποβῶσιν ὠφέλιμα εἰς τὴν μεγαλομάρτυρα νῆσον, οὐδὲ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν. Ἤρκεσε τὸ δυστύχημα, τὸ ὁποῖον ἔπαθεν ὁ Κρητικὸς λαὸς, ἀναγκασθεὶς νὰ φεύγῃ τὸν στρατὸν τοῦ Σακήρ. Τὸ δυστύχημα ἦτο μέγα, διότι συνδέεται μετὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν πανταχοῦ ἔχουσι σχηματίσει περὶ τοῦ ἡρωϊσμοῦ καὶ τῆς φιλοπατρίας τῶν Κρητῶν. Ἔπρεπεν ὁ Κρητικὸς λαὸς νὰ ἀποφύγῃ δευτέραν τοιαύτην δοκιμασίαν, καὶ διὰ τοῦτο, ὅπου ἠδυνάμην νὰ ὁμιλήσω, συνεβούλευον αὐτοὺς, καὶ δὲν συνεβούλευσα μόνον, ἀλλὰ καὶ παρεκάλεσα πολλοὺς αὐτῶν νὰ μείνωσιν ἀπρακτοῦντες, καὶ νὰ πράξωσιν ὅ,τι εἷς πολιτικὸς ἀνὴρ ἔλεγεν ἄλλοτε, μετὰ μίαν μεγάλην ἧτταν, ἣν ὑπέστη ἡ πατρὶς αὐτοῦ, ἥτις ὅμως ἦτο μέγα καὶ ἰσχυρὸν Κράτος. Εὔχομαι ἵνα ἡ κυρίαρχος Δύναμις δίδῃ ἐν τῇ πολιτικῇ καταστάσει τῆς νήσου ἐκείνης τὸ ἀληθὲς συμφέρον αὐτῆς καὶ δυνηθῇ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν ἐν Κρήτῃ. Τὸ εὔχομαι ὡς Ἕλλην, ἀλλὰ τὸ εὔχομαι καὶ ὡς Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐπιθυμῶ αἱ σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἀγαθαὶ πρὸς τὴν ὅμορον χώραν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ καγκελλάριος τῆς Αὐστρουγγαρίας, ὁ ἀποθανὼν κόμης Ἀνδράσυ, ἐζήτησε παρὰ τῆς Εὐρώπης τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐνασκῇ προστασίαν τινὰ ἐπὶ τῆς Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης, καὶ ἔλεγεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο πορίζει αὐτῷ ἡ γειτονεία τῆς Αὐστρουγγαρίας μετὰ τῆς χώρας ἐκείνης. Ὁσάκις ἐν Βοσνίᾳ καὶ Ἑρζεγοβίνῃ συνέβαινον πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, οἱ πρόσφυγες κάτοικοι ἤρχοντο εἰς τὴν Αὐστρίαν, καὶ ἡ Αὐτοκρατορία ὑπεβάλλετο εἰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡ φιλανθρωπία ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὴν, πρὸς περίθαλψιν τῶν προσφύγων. Τί νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς, οἱ κάτοικοι τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου, οἵτινες δὲν ἔχομεν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν πρόσφυγας, καταφυγόντας ἐνταῦθα ἵνα εὕρωσιν ἄσυλον καταδιωκόμενοι ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ἢ ὑπὸ τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν, δὲν ἐκτελοῦμεν καθῆκον, ὑπὸ τῆς φιλανθρωπίας ἐπιβαλλόμενον, πρὸς χριστιανοὺς καταδιωκομένους ὑπὸ ἀλλοφύλων, ἀλλὰ προσβλέπομεν πρὸς αὐτοὺς, τοὺς ἐν τοιαύτῃ ἐλεεινότητι περιελθόντας, ὡς πρὸς ἀδελφοὺς, διότι δὲν ἐσβέσθη ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν ἡ εὐγνωμοσύνη, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πρὸς τὸν Κρητικὸν λαὸν, διὰ τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὑπὲρ τῆς ἐλευθερώσεως τῆς χώρας ταύτης, καὶ δι’ ὅσα δεινὰ μεθ’ ὑπομονῆς καὶ καρτερίας ὑπέφερεν, ἀγωνιζόμενος διαρκῶς ἔκτοτε ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων; Καὶ μᾶς εἶπον, ὅτι ἡμεῖς ὑπερέβημεν αὐτοὺς ἔν τισιν, αὐτοὺς, οἵτινες, ὅταν κατωρθοῦτο, ἀγνοῶ διὰ τίνων μέσων καὶ παροχῶν, νὰ ἀπονεμηθῶσι παράσημά τινα εἰς αὐτοὺς, ἐνεφανίζοντο ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀγαλλόμενοι ὅτι τῶν παρασήμων ἡ ἀπονομὴ ἐδήλου, ὅτι ἀπεκατεστάθησαν τέλος πάντων εἰλικρινεῖς φιλικαὶ σχέσεις μετὰ τῆς ὁμόρου χώρας, αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἐλησμόνησαν ἐν τῷ πόθῳ τούτω καὶ αὐτὴν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Στέμματος, τοῦ ὁποίου ἦσαν σύμβουλοι. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν εἴμεθα ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ποθοῦσι τὴν διατήρησιν τῆς εἰρήνης, πολλῷ δ’ ἧσσον δὲν ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἀνατροπὴν τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, ἐξ ἐναντίας συμφέρον ἔχομεν, ἵνα τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος διασώζηται, ἀλλ’ ἔχομεν συγχρόνως καὶ μέγα συμφέρον νὰ διασώζωνται τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἐν τῷ Κράτει τούτῳ κατοικούντων Ἑλλήνων. Τὸ συμφέρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, δὲν θέλομεν λησμονήσει ὡς κυβερνῆται, ἀλλὰ θέλομεν προσπαθήσει νὰ τὸ διασώζωμεν, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ ἡμᾶς ἐξαρτᾶται, ποιοῦντες κατάδηλον εἰς ἐκείνους, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα συμπίπτουσι μὲ τὰ ἡμέτερα, ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῶν κεῖται ἡ διάσωσις τῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εὔχομαι ν’ ἀποκατασταθῶσι σχέσεις εἰλικρινεῖς μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν, ἀλλ’ ὁ ἀπολύτως ἀπαιτούμενος πρὸς ἀποκατάστασιν τοιούτων σχέσεων ὅρος εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ γείτονος Κράτους προστασία καὶ διατήρησις ἀκεραίων τῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν κατοικούντων ἐκεῖ ὁμοφύλων. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαῦτα φρονῶ, ὀφείλω νὰ ἀμυνθῶ ὑπὲρ τῆς ἱστορίας τῆς πατρίδος μου, καὶ ἀμυνόμενος ὀφείλω οὐχὶ νὰ ψέξω, ἀλλὰ νὰ κατακρίνω γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἐπιπολαίως ἐξηνέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, περὶ συμβεβηκότων, λαβόντων χώραν πρὸ δωδεκαετίας. Ἐμνημόνευσέ τις τῆς ἐξόδου τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς Δομοκὸν, καὶ ἐμνημόνευσε τοῦ γεγονότος τούτου μετ’ εἰρωνείας καὶ ἐμπαικτικῶς, ἀσεβῶν πρὸς τὴν ἱστορίαν. Ἡ ἔξοδος τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ μέχρι Δομοκοῦ ἦτο τὸ πρῶτον νῆμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξυφάνθη ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς ταινίας τῆς Ἠπειρωτικῆς, ἥτις προσηρτήθη εἰς τὸ Κράτος. Ὅταν ἐν Ἑλλάδι πάντες σχεδὸν, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, μὲ συνεβούλευον, ἀπερχόμενον εἰς Βερολῖνον, νὰ ἀκούσω ἐντελῶς τὴν γνώμην ἢ τὴν συμβουλὴν μιᾶς τῶν Δυνάμεων, ὑπελάμβανον δὲ, ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ προσδοκῶσι τὴν προστασίαν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων παρὰ τῆς Δυνάμεως ἐκείνης, συνεπείᾳ διαβεβαιώσεων, τὰς ὁποίας εἶχε δώσει πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐγὼ μετὰ πλήρους πεποιθήσεως καὶ καρδίας προσέφευγον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Δυνάμεως ἐκείνης, καὶ ἐζήτουν τὴν συνδρομὴν αὐτῶν, ὑπομιμνήσκων εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα, ἵνα ἀγορεύσωσιν εὐνοϊκῶς καὶ πλήρως ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἡμῶν. Ἀληθῶς τοῦτον τὸν τίτλον ἐκόμιζα, τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ μαρκήσιος Σώλσβαρυ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὸ 1878 ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς, οἵτινες τότε ἀπετελοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι θέλουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Μεγάλης Βρεττανίας συνηγορήσει ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν πόθων εὐνοϊκῶς καὶ πλήρως. Ἀλλὰ πῶς ἔδωκαν ἡμῖν τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην; Διότι ὑπεσχέθημεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅτι θέλομεν συντελέσει εἰς τὴν κατάπαυσιν τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Θεσσαλίας, εἰς τὴν εἰρηνοποίησιν τῆς Θεσσαλίας. Καὶ τί μὲν ἦτο ἡ ἐπανάστασις τῆς Θεσσαλίας, δὲν γνωρίζω· ἡ ἱστορία βεβαίως θέλει ποιήσει μνείαν τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς ἐκδρομῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς Δομοκόν· γνωρίζω ὅμως ὅτι, ἂν καὶ εἶχον τὸν τίτλον τοῦτον, μοὶ εἶπον εἰς τὸ Βερολῖνον, ὅτι ἡ Ρωσσία ἐπολέμησε καὶ ἐνίκησε τὴν Τουρκίαν, καὶ ἔλαβε παρ’ αὐτῆς χώρας, ἀλλ’ ὅτι ἡμεῖς οὐδεμίαν νίκην κατηγάγομεν, οὐδ’ ἐπολεμήσαμεν. «Τίνι τίτλῳ, ἔλεγον πρὸς με, ἐνοχλεῖς τὴν Εὐρώπην, ζητῶν παρ’ αὐτῆς νὰ ἀφαιρέσωμεν χώρας ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, ἡ ὁποία, ἡττηθεῖσα ὑπὸ τῆς Ρωσσίας, ὑπέστη τοιαύτην ὀδυνηρὰν ἐγχείρησιν;» Ὅθεν συμβουλεύω τοὺς νεωτέρους νὰ μὴ σπεύδωσι νὰ ἀποφαίνωνται γνώμας, τοτὲ μὲν, ὅτι τὰ μερικὰ κινήματά εἰσι ὀλέθρια καὶ ἀλυσιτελῆ, τοτὲ δὲ, ὅτι ἡ ἐκδρομὴ τοῦ στρατοῦ εἰς Δομοκὸν ἦτο πρᾶξις ἐπονείδιστος, καὶ ἄλλοτε δὲν γνωρίζω ποῖα ἄλλα προβάλλοντες θεωρήματα. Οὐδεὶς πρέπει, τὰ ὀρθὰ συμβουλεύων, νὰ ἀναγράφῃ γενικοὺς κανόνας· τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος μένουσι πάντοτε ἐκκρεμῆ καὶ δεόμενα προστασίας καὶ συνδρομῆς, πόθεν δὲ ἡ Ἑλλὰς θέλει λάβει ταύτην, κατὰ τίνα τρόπον καὶ διὰ τίνων μέσων, ἄφετε τὸν χρόνον νὰ ὁδηγήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι τότε κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα, μὴ σπεύδετε δ’ ὑμεῖς ἀποφαινόμενοι δόγματα καὶ κανόνας ἀπὸ τοῦδε, διότι θὰ σφάλητε....
§124ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε;
§125ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δέχομαι.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 2 καὶ 15′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.