1891.03.06
2.624 στίχοι · 20.183 λέξεις · 92 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56
Τῆς 6 Μαρτίου 1891.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ πρακτικὰ τῆς ἄρτι ἐνεργηθείσης ἐκλογῆς ἐν τοῖς δήμοις Αἰγίνης καὶ Σαλαμῖνος τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Παρακαλοῦνται οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ϛʹ τμῆμα κύριοι Βουλευταὶ νὰ συνέλθωσιν ἐγκαίρως καὶ προβῶσιν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῆς. Αἴτησις τῶν κτηματιῶν τοῦ χωρίου Λιόντι, αἰτουμένων τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐνεργηθείσης ἐκλογῆς τῶν ἀγροφυλάκων τοῦ αὐτοῦ χωρίου. Αἴτησις διαφόρων κατοίκων Νεμέας, καταγγελλόντων διαφόρους ἀξιοποίνους πράξεις τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν. Αἴτησις Γ. Ν. Σκλήρη, κατοίκου Οἰνοῦντος, ὑπενθυμίζοντος, τῇ παραγγελίᾳ πολλῶν συμπολιτῶν του, αἴτησιν αὐτῶν περὶ συστάσεως τηλεγραφείου, Ἑλληνικοῦ σχολείου καὶ Σχολαρχείου ἐν Βρεσθαίνῃ. Αἴτησις Ἀθανασίου Χρηστίδου, πρώην εἰρηνοδίκου Λαρίσσης, παραπονουμένου διὰ τὴν ἀπόλυσίν του. Ἀναφορὰ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν κατὰ τὴν Σχιστὴν Πέτραν οἰκοπέδων, αἰτουμένων, ὅπως περιληφθῶσι ταῦτα ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν.
§2ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ ἰδιοκτῆται τῶν οἰκοπέδων τῶν κειμένων κατὰ τὴν θέσιν Σχιστὴν Πέτραν, παρὰ τὸν Λυκαβητὸν, πολλάκις δι’ ἀναφορῶν αὐτῶν ἀνηνέχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Παρακαλῶ ὅπως ἡ ἀναφορὰ αὕτη συστηθῇ δεόντως πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Οἱ ἰδιοκτῆται οὗτοι ἔχουσι δίκαιον, διότι δὲν δύνανται νὰ οἰκοδομήσωσι, ἂν καὶ εἶναι ἰδιοκτῆται οἰκοπέδων μεγάλης ἀξίας εἰς τὴν θέσιν ταύτην.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς. Ἀναφορὰ πολλῶν κοινοτήτων τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, αἰτουμένων τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Θεριανοῦ καὶ γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ εἰς Ρουμπιέκα.
§4ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν τοῦ ὅλου ποσοῦ τῆς εἰσαχθείσης καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1890 ζακχάρεως. Ὡσαύτως σημείωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσαχθέντος καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1890 πετρελαίου καὶ καταναλωθέντος διὰ τοῦ μονοπωλίου. Ὡσαύτως παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ σημείωσιν τοῦ καταναλωθέντος καφὲ κατὰ τὸ ἔτος 1890 καὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος.
§5ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λαμβάνω, Κύριοι, τὴν τιμὴν ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου καπνοῦ, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι εἰσηγητής, νὰ ὑποβάλω τὸ σχέδιον τοῦ νόμου, μετεῤῥυθμισμένον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, μετὰ τῆς σχετικῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 259). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1891. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ζωγράφος καὶ εἶτα ὁ κ. Σπηλιάδης.
§7ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὀφείλω ἀπάντησίν τινα εἰς τοὺς προλαλήσαντας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, καὶ κατὰ πρῶτον πρὸς τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας, ὁ ὁποῖος, καθὼς ἐνθυμεῖσθε, ἂν καὶ πολλοὺς ἀριθμοὺς ἀνέφερεν, ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὑτοῦ ἀπὸ τοῦ 1880· καὶ ὡς λόγον τῆς τοιαύτης ὑπεκφυγῆς ἔδιδεν, ὅτι ναὶ μὲν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλὰ μόλις ἐπὶ ἓξ ἢ ἑπτὰ μῆνας ἔμεινε τότε οὗτος εἰς τὴν ἐξουσίαν. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος εἶχεν ὑποβληθῆ μετά τινος προσοχῆς καὶ αὐστηρότητος ὡς πρὸς τὴν οἰκονομίαν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀμέσως κατόπιν ὁ κ. Τρικούπης κατέλιπε τὸ σύστημα ἐκεῖνο, καὶ αὐτὸς συνεκάλεσε μετά τινας μῆνας τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1880, τὴν ὁποίαν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος ἐξηκολούθησεν, ἁπλῶς διότι εὗρε ταύτην ἑτοίμην· καὶ ἐνῷ λογικὸν ἦτο τότε ἐκ τῶν περιστάσεων νὰ μὴ διαλυθῇ ὁ ὑπάρχων στρατὸς, τὸν ὁποῖον ὁ Κουμουνδοῦρος εἶχε καλῶς ἑτοιμάσει, ὁ κ. Τρικούπης διέλυσε πρῶτον τὸν ὑπάρχοντα ἄριστον καὶ ἐπαρκῆ στρατὸν, μετ’ ὀλίγον δ’ ἐκάλεσε τὴν ἐπιστρατείαν. Κατὰ συνέπειαν ἡ δαπάνη τῆς ἐπιστρατείας ἐκείνης εὐθύνει πρὸ πάντων τὸν κ. Τρικούπην. Ἀλλὰ σκοπὸς τῆς ὑπεκφυγῆς ταύτης, τοῦ νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ 1880, δὲν ἦτο μόνον νὰ ἀποφύγῃ τὸ φυσικὸν ἔλλειμμα τῆς ἐπιστρατείας ἐκείνης, ἀλλ’ εἶχε καὶ ἄλλον σκοπὸν ὁ κ. εἰσηγητὴς, διότι, ὡς παρετήρησαν ἐκεῖνοι τῶν κ.κ. συναδέλφων, ὅσοι ἦσαν Βουλευταὶ καὶ εἰς προηγουμένας περιόδους τῆς Βουλῆς, πολλάκις ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη καὶ οἱ φίλοι αὐτῆς ἠθέλησαν ν’ ἀποδώσωσιν εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1881, ὅτι ἀφῆκε πολὺ μεγάλα ἐλλείμματα, καὶ ὅτι ἔλαβον κακὴν κληρονομίαν, ὡς ἔλεγον, ἐνῷ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἐπεβάρυνον δὲ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διὰ νὰ παριστῶσι κρείττονας τὰς ἑαυτῶν μετὰ ταῦτα δυσχερείας. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔκρινεν ὀρθὸν νὰ ἐρευνηθῇ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν ἡ κατάστασις τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐξευρεθῇ ἡ ἀλήθεια. Εἶχον παρατηρήσει, ὅτι ὁ ἐκ Λαρίσσης συνάδελφος κ. Φιλάρετος ἤρχισε προχθὲς νὰ ποιῆται σύγκρισίν τινα μεταξὺ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας περιελάμβανον οἱ προϋπολογισμοὶ κατὰ τὸ 1862, 1863 καὶ 1864, πρὸς τὰς δαπάνας, εἰς τὰς ὁποίας ἀνῆλθεν ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τὸ 1880, καὶ πρὸς τὰς δαπάνας, εἰς τὰς ὁποίας ἔφθασεν ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τὸ 1890. Ἤλπιζον δὲ, ὅτι διὰ τῆς συγκρίσεως ταύτης ὁ κ. Φιλάρετος ἤθελε φθάσει εἰς τὸ πραγματικὸν πόρισμα, τὸ ἐνδεικνύμενον ἐκ τῆς συγκρίσεως, δηλαδὴ ἤλπιζον, ὅτι, ἀφοῦ εὗρεν ὁ κ. Φιλάρετος, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ κατὰ τὸ 1863 καὶ 1864 μόλις ἀνήρχοντο εἰς 23 ἢ 24 ἑκατομμύρια, ἐνῷ κατὰ τὸ 1880 ἔφθασαν εἰς τὸ διπλάσιον ποσὸν, περὶ τὰ 48 ἢ 50 ἑκατομμύρια, καὶ κατὰ τὸ 1890 μόνη ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἔφθασεν εἰς τὸ τριπλάσιον ποσὸν τοῦ κατὰ τὸ 1880, ἤλπιζον ὅτι ἤθελε συναγάγει τὸ φυσικὸν συμπέρασμα, ὅτι οἱ ἐπὶ εἰκοσαετίαν διοικήσαντες τὸν τόπον πολιτικοὶ ἄνδρες μέχρι τοῦ 1880 εἶχον διοικήσει λίαν σωφρόνως καὶ λίαν συνετῶς, καθότι ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη μόλις κατωρθώθη, καὶ μεσολαβησασῶν ἐπίσης ἐκτάκτων περιστάσεων, νὰ διπλασιασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, καθὼς γνωρίζομεν, καὶ τὸ Κρητικὸν ζήτημα εἶχεν ἀναγκάσει τὸ Κράτος νὰ ὑποστῇ θυσίας, ἐκτὸς δὲ τούτου ἐπῆλθεν ἡ ἐποχὴ τῶν ἐτῶν 1877 καὶ 1878 τοῦ ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὸ Κράτος ὡσαύτως εἰς μεγάλας θυσίας χάριν τῶν τότε γενομένων στρατιωτικῶν παρασκευῶν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οἱ προϋπολογισμοὶ ἐπὶ εἴκοσιν ὅλα ἔτη μόλις ἐδιπλασιάσθησαν, ἐνῷ εἰς διάστημα 10 μόλις ἐτῶν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη ἐτριπλασίασε τὸ ἐκ τῶν χρεῶν βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Καὶ τούτων φυσικὴ συνέπεια εἶναι, ὅτι εἰς μόνον τὸν κ. Τρικούπην πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν οὐ μόνον τὰ ἐλλείμματα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν γένει κρίσιμος θέσις, εἰς ἣν περιῆλθον ἐπ’ ἐσχάτων τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας, θέλοντες δὲ νὰ ἀνασκευάσωσι τὰ ἐλλείμματα, ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔχουσι κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἐλλείμματα, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνῆψε καταλλήλως ὁ κ. Τρικούπης, ὕψωσε τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, δὲν θ’ ἀπαντήσω, διότι ἡ Βουλὴ, κατ’ ἐμὲ, δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς Λογιστήριον, δὲν δύναται νὰ ἐξετάσῃ ἅπαντας τοὺς ἀριθμούς· διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ἀπέφυγα νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ἀριθμῶν· διὰ τὸ ὁποῖον καὶ μὲ κατέκριναν, ἀδίκως ὅλως, ὅτι χονδρικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ἐξήτασα τὸ ζήτημα. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι αἱ συζητήσεις αὗται περὶ τὰς λεπτομερείας τῶν ἀριθμῶν εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα δύνανται νὰ φέρωσι, καὶ περὶ τούτου ἔχομεν πρόχειρον παράδειγμα ὅλας τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας κατὰ τὰ τελευταῖα δέκα ἔτη, καθ’ ἃς οἱ μὲν τότε ἀντιπολιτευόμενοι ἔλεγον, ὅτι ὑπῆρχον μεγάλα ἐλλείματα, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἀποκρύπτουσα τοὺς ἀριθμοὺς, ἔλεγεν ὅτι δὲν ὑπῆρχον παντάπασιν ἐλλείμματα. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι πρέπει διὰ καταλλήλων προσώπων νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ παύσῃ πλέον αὐτὴ ἡ συζήτησις περὶ τῶν ἀριθμῶν καὶ τῶν ἐλλειμμάτων. Ἡμεῖς ὅλοι παραδεχόμεθα, ὅτι τὰ ἐλλείματα εἶναι μέγιστα, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ προσδιορισθῶσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὰ καθέκαστα. Προέβησαν ὅμως καὶ περαιτέρω· δὲν ἠρκέσθησαν νὰ ἀρνῶνται τὰ ἐλλείμματα, ἀλλὰ προσέθηκαν, ὅτι ὑψόνει τὴν πίστιν τοῦ Κράτους ἡ σύναψις δανείων ἐπωφελῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ θέλω καὶ ἐγὼ ἐκφέρει τὴν γνώμην μου πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι τῷ ὄντι ὁ μηχανισμὸς αὐτὸς τῶν δανείων ἀπαιτεῖ εἰδικάς τινας ἐξηγήσεις. Ἡ μακρὰ πίστις, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην ἀπὸ τοῦ ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν, ἐπέτρεψε νὰ ἐλαττωθῶσιν οἱ τόκοι καὶ νὰ ζητηθῶσι τὰ δάνεια διαφόρων Κρατῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων γίνεται ἡ τοποθέτησις κεφαλαίων· διὰ τοῦτο παρατηροῦμεν, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐζητήθησαν καὶ συνήφθησαν πολλὰ δάνεια ἑλληνικὰ μεγάλα, καὶ ἰδίως μετατροπαὶ πολλῶν Κρατῶν, ὡς καὶ δάνεια ἑλληνικὰ μεγάλα· δὲν ἤρκει ὅμως εἰς τοὺς κεφαλαιούχους νὰ ἀγοράσωσι τὰ δάνεια ἡμῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον συναφθῆ ὑπὸ βαρεῖς ὅρους· ἦτο ἀνάγκη καὶ νὰ μετατρέπωσιν, ἐξοφλοῦντες ταῦτα διὰ μεταγενεστέρων ἐπωφελῶν δανείων, ὅπως πραγματοποιήσωσι μεγάλα κέρδη· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, ὅσον ἐπαχθέστερα ἦσαν τὰ παλαιότερα ἡμῶν δάνεια, καὶ ὅσον ἐλαφρότεροι οἱ ὅροι τῶν δανείων τῶν συναπτομένων διὰ τὴν τροπὴν, τόσον μεγαλείτερα εἶναι τὰ κέρδη τῶν κεφαλαιούχων, τῶν ἐπιχειρούντων τὰς μετατροπάς. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι ἐζήτησαν νὰ μετατρέψωσι τὰ δάνεια ἡμῶν. Νὰ σᾶς δώσω ἓν ἁπλοῦν παράδειγμα περὶ τούτου. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τοῦ συνομολογηθέντος διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν εἰς τραπεζίτης, ὁ Γκὶψ, ἠγόρασε πρὸς 72½% μέρος τοῦ δανείου. Μετ’ ὀλίγους μῆνας συνῆψε νεώτερον δάνειον ὑπὸ ἐλαφροτέρους ὅρους, τὸ δάνειον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 200 χιλιάδων λιρῶν στερλινῶν, ἤτοι 30 ἑκατομμυρίων φράγκων, καὶ ἐξώφλησε τὸ προγενέστερον δάνειον διὰ τοῦ μεταγενεστέρου, οὕτω δὲ ὠφελεῖτο 27%. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐξωφλήθησαν τὰ προγενέστερα ἡμῶν δάνεια ὁπωσοῦν ἐπωφελῶς, καὶ οὐχὶ ἡ κατάστασις ἡμῶν ἡ οἰκονομική. Ἐγὼ δὲ εἶπον, ὅτι, μολονότι ἐπεβλήθησαν μεγάλοι φόροι καὶ συνήφθησαν μεγάλα δάνεια ὑπὸ τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως, ὑπελείφθη καὶ στάδιόν τι βελτιώσεως τούτων· καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν φορολογίαν τὴν ἐπαχθῆ, εἶπον ὅτι ὑπολείπεται στάδιον μεταῤῥυθμίσεων εὐρέων, πρὸς ἀληθῆ βελτίωσιν τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος, ὡς πρὸς δὲ τὰ δάνεια, εἶπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προὐκάλεσε τὸν ἀστεϊσμὸν τοῦ κ. Μπούμπουλη, ὅτι οἱ μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι, οἱ νῦν κάτοχοι τῶν ἡμετέρων δανείων, ἔχουσι μέγα συμφέρον νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς ἀξίας αὐτάς. Ἐπὶ τούτῳ μὲ εἰρωνεύθη καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, εἰπὼν, ὅτι, ἂν ἐτριπλασιάζοντο τὰ δάνεια τοῦ Κράτους, ἑπόμενον ἦτο νὰ αὐξήσῃ καὶ ἡ ἡμετέρα πίστις. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτὸ, παντάπασιν· ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἀνὴρ πεπειραμένος, ἠθέλησε νὰ ἐπαναλάβῃ τοιοῦτον ἀστεϊσμὸν, καὶ δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἡ διατήρησις τῆς ἀξίας τῶν ἡμετέρων δανείων ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τοὺς κατέχοντας αὐτὰ κεφαλαιούχους. Νομίζω, ὅτι πρὸ ἐτῶν ἔχει ῥηθῆ ἐντεῦθεν, ὅτι μέγα ποσὸν κατεβλήθη πρὸς ἀγορὰν καὶ ὑποστήριξιν τῶν Ἑλληνικῶν δανείων, περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον λιρῶν στερλινῶν· καὶ τοῦτο παραδέχομαι, διότι οὕτω γίγνεται παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ὑποστηρίζουν ἀξίας ὡρισμένας. Θὰ ἦτο μέγα λάθος, ἐὰν παρέβλεπέ τις τοῦτο· καὶ ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀξίας τῶν δανείων, ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν καὶ διότι ὄχι μόνον οἱ κεφαλαιοῦχοι, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀγοραὶ τῶν χρηματιστηρίων τῆς Εὐρώπης ἐνδιαφέρονται εἰς τὰ ἡμέτερα δάνεια, καὶ πᾶσα μεταβολὴ ἐνδιαφέρει αὐτάς· ἴσως καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν ὀφείλουσι νὰ παρακολουθῶσιν ἡμᾶς, ἡμεῖς δὲ πρέπει νὰ ἤμεθα ὑπέρ ποτε λίαν προσεκτικοὶ περὶ τὰ τῶν ἡμετέρων δανείων. Φθάνω λοιπὸν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν δύνανται νὰ καυχῶνται οἱ προκάτοχοι, ὅτι αὐτοὶ συνῆψαν ἐπιτυχῆ δάνεια, διότι τοῦτο ὀφείλεται μᾶλλον εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι νῦν ἐνδιαφέρονται καὶ διὰ τὴν πίστιν ἡμῶν. Τοῦτο μόνον ὀφείλεται εἰς αὐτοὺς, ὅτι εἶχον πάντοτε τὴν γενναιότητα νὰ ἐπιβάλλωσι φόρους, καὶ δεύτερον, ὅτι παρουσίαζον προϋπολογισμοὺς ἐν ἰσοζυγίοις εἰκονικοῖς. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θὰ ἀκολουθήσῃ τὸ ἴδιον σύστημα, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παρουσιάζηται ὡς ἀπατεὼν τὸ Κράτος· εἶναι προτιμότερον νὰ στηρίζῃ τὴν πίστιν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας προέβη καὶ περαιτέρω· μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε σχέδιον ὡρισμένον οἰκονομικὸν, τοῦ ὁποίου στερεῖται ἡ σημερινή. Σᾶς ὁμολογῶ ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἴδω αὐτὰ τὰ μεγάλα σχέδια. Βεβαίως, ἐὰν ἡ δανειστικὴ πολιτικὴ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἦτο ἐπιτυχὴς, τοῦτο ὀφείλεται, ὡς εἶπον, εἰς τοὺς δανειστὰς μᾶλλον καὶ ὄχι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οἱ ὁποῖοι δανεισταὶ θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ὑποστηρίζουν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς δανειστικὰς αὐτῆς ἐπιχειρήσεις. Κατὰ τὰ ἄλλα δὲν εὑρίσκω οἰκονομικὴν πολιτικήν· μάλιστα ὁ ἡγέτης τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἶχεν ἰδέας ἄλλας, παρὰ τὰς τῆς σημερινῆς καὶ τῶν πλείστων Βουλευτῶν· ἦτο, νομίζω, μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν καὶ τοῦ ἐμπορίου· λέγω τοῦτο, διότι εἶχον ἀκούσει, ὅτι εἰς βιομηχάνους προσελθόντας εἰς αὐτὸν, ὅπως ζητήσωσι προστασίαν τινὰ, εἶπεν, ὅτι ἐκεῖναι αἱ βιομηχανίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ εὐδοκιμήσωσιν ἐν τῷ τόπῳ, ὀφείλουσι ν’ ἀποθάνωσιν, ἐπανέλαβε δηλ. μετ’ ἀδιαφορίας ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σοφός τις οἰκονομολόγος εἶπε ποτὲ, ὅτι ἡ γῆ καταπίνει τὰ τέκνα αὐτῆς, ὅταν δὲν δύναται νὰ διαθρέψῃ αὐτὰ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ πράττωσι τὰ μικρὰ Κράτη, ἀφοῦ οὐδὲ τὰ μεγάλα ἀκολουθοῦσι τοιαύτας ἀρχάς· ἡ Γαλλία εἶναι προστατευτικὴ ἀπ’ αἰώνων, καὶ παρεσκεύασε τὴν σημερινὴν αὐτῆς εὐδαιμονίαν· ἐπίσης ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις εἶναι προστατευτική, ἀφ’ ὅτου ἐπραγματοποίησε τὴν ἑαυτῆς ἕνωσιν, καὶ ἡ μεγάλη Ἀμερικανικὴ Συμπολιτεία εἶναι ἐπίσης λίαν προστατευτική· εἶναι δὲ πολὺ τολμηρὸν νὰ παρουσιάζηται ἓν μικρὸν Κράτος μὲ τοιαύτας ῥιψοκινδύνους ἰδέας. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι τοιαῦτα φρονεῖ ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ τοῦτο ἁπλῶς καὶ μόνον δὲν θὰ εἰπῇ οἰκονομικὴ πολιτική· τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν καὶ εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, ὅπως προαγάγῃ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας· πῶς ὑπεστήριξε τὴν γεωργίαν, τὴν κτηνοτροφίαν; τί ἔπραξε διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν ναυτιλίαν, ἥτις μεγάλως ἐνδιαφέρει τὸν Ἕλληνα, ὁ ὁποῖος εἶναι φύσει ναυτικός; Δὲν γνωρίζω τοιαῦτα μέτρα, οὔτε τάσιν τινὰ πρὸς ταῦτα παρετήρησά που, οὔτε ἐκ τῶν μεγάλων ποσοτήτων τῶν δανείων, εἰς τὰ ὁποῖα προέβη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διέθεσε ποσόν τι, ἔστω καὶ ἐλάχιστον, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς βιομηχανίας· διότι μόνον ἐξ αὐτῶν τῶν πόρων δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ἂν μᾶς δοθῇ καιρὸς ἐπαρκὴς, ὅτι θὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὸ οἰκονομικὸν ναυάγιον. Κατὰ συνέπειαν δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον καυχᾶται ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτι εἶχε πολιτικὴν καὶ συστήματα. Τὰ δάνεια τὰ βαρύτατα, τὰ ὁποῖα συνῆψε, ὀφείλονται εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, διὰ δὲ τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβεν· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι εἰς ὅλα ταῦτα θέλει φροντίσει νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ μὴ ἐπασχολήσω πολὺ τὴν Βουλὴν, ἀναγγέλλω ἁπλῶς, ὅτι εἰσάγω νομοσχέδιον περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων. Κατὰ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν θέλω δώσει ὅλας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Εἰσάγω ἐπίσης νομοσχέδιον παρέχον εὐκολίας τινὰς εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἐντύπων δελτίων.
§9ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ΧΜΖʹ νόμου περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 260–262). Ὁ κ. Σπηλιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§11ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἄν ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις ἦτο ἀποκλειστικῶς οἰκονομική, καθ’ ἣν ἐπετρέπετο μόνον ἡ ἐξέτασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου πραγμάτων, καθ’ ἣν ἀνεζητοῦντο μόνον οἱ παραίτιοι τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας δυσχερειῶν, καθ’ ἣν ἀνεπτύσσοντο μόνον τὰ πρὸς θεραπείαν τῆς καταστάσεως ταύτης προτεινόμενα μέσα, βεβαίως δὲν θὰ ἔφερον τὸν πόδα εἰς τὸ βῆμα εἰς τοιαύτην συζήτησιν, ἐγὼ, ὅστις οὐδὲ τὰ ἄλφα τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης καλῶς γνωρίζω. Θὰ περιωριζόμην μόνον ἀκούων τοὺς διακρινομένους ἐπὶ τοιαύταις γνώσεσι, προσπαθῶν νὰ κατανοήσω καὶ διακρίνω ἐν τοῖς λόγοις αὐτῶν τὴν ἀλήθειαν τοῦ ψεύδους, τὴν εἰλικρίνειαν τῆς φενάκης, τὸ ἐμβριθὲς τοῦ ἐπιπολαίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις εἶναι γενικωτέρα, ἐπειδὴ ἐν ὅλοις τοῖς Κοινοβουλίοις τοῦ κόσμου ἐθεωρήθη ἡ συζήτησις αὕτη ὡς δίδουσα ἀφετηρίαν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐν γένει τοῦ ἔθνους κατάστασιν, ἐτόλμησα νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα, ἵνα ἐκθέσω ἐν δυνατῇ συντομίᾳ τὰς σκέψεις μου περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους ἐν τῷ παρελθόντι, καὶ περὶ τῶν ἐλπίδων αὐτοῦ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀφοῦ δὲ ὁ πρϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐφάπτεται ὅλων τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως, δικαίως θεωρεῖται ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις ὡς συζήτησις πολιτική, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐρευνήσῃ τὸ παρελθὸν, νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἐνεστῶτος, καὶ συνδυάζουσα τὰς ἐπὶ τοῦ παρελθόντος ἐρεύνας της πρὸς τὰς ἐπὶ τοῦ ἐνεστῶτος κρίσεις της, νὰ πεισθῇ, ἂν δύναται νὰ ἐλπίσῃ εἰς τὸ μέλλον. Ὅσῳ δὲ εὐρύτερον εἶναι τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἐπὶ τοσούτῳ εὐρύτερα ἀνοίγεται συζήτησις, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ὀφείλει τῶν πάντων νὰ ἀναμνησθῇ, τὰ πάντα νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐπὶ πάντων νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἑαυτῆς γνώμην. Καὶ δὲν θ’ ἀμφισβητήσῃ οὐδεὶς, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη, ἥτις εἶναι τὸ ἀληθὲς τέκνον τοῦ γνησίου, τοῦ ἀκραιφνοῦς, τοῦ ἀπαραβιάστου φρονήματος τοῦ λαοῦ, δύναται νὰ ἐξετάσῃ τὸ παρελθὸν, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν ὀλεθρία ξενικὴ βία ἀνεβίβασεν ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὸν ἄνδρα, τὸν ὁποῖον τὸ ἔθνος εἶχε διαῤῥήδην ἀποδοκιμάσει κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 7 Ἀπριλίου, καὶ ὅστις, ἐπωφελούμενος ἐκ τῆς παραζάλης καὶ τῆς ἠθικῆς συγκινήσεως, εἰς ἣν διετέλει τὸ ἔθνος ὁλόκληρον ἐξ ἀτυχῶν περιστάσεων, εἰς ἃς οὐκ ὀλίγον ὁ ἴδιος συνετέλεσεν, ἐπεκάθησεν ἐπὶ τὸν τράχηλον τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ σειρᾶς νομοθετημάτων ἀντισυνταγματικῶν καὶ ἀνηκούστων ἀθεμιτουργιῶν διετήρησεν ἑαυτὸν, νοθεύων τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, ἐπὶ τετραετίαν ὁλόκληρον, μίαν φροντίδα ἔχων, πῶς νὰ μὴ ἀφήσῃ νόμον τινὰ ἀπαραβίαστον, ἕνα σκοπὸν ἐπιδιώκων, πῶς νὰ κατορθώσῃ τὴν παράλυσιν παντὸς τῆς διοικήσεως κλάδου. Καὶ ἐλέχθησαν πολλὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, καὶ κατεδείχθησαν αἱ ἀσχημίαι τοῦ τρόπου τῆς καταλήψεως τῆς ἀρχῆς, καὶ τὰ πρὸς διατήρησιν τοῦ χαρτοφυλακίου καταβαλλόμενα μέσα, καὶ ἐξετυλίχθησαν πάντα τὰ ὄργια, τὰ καθ’ ἑκάστην τελούμενα κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο διάστημα, ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἀπετέλουν μόνον διαμαρτυρίαν τῶν ἐνταῦθα ἀγωνιζομένων, προετοιμάζουσαν μὲν τὴν ἐξέγερσιν τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, κινοῦσαν ὅμως τότε μόνον τῆς χλεύης τὸ μειδίαμα εἰς τὰ χείλη τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἐνόμιζον ὅτι εἶχον κατορθώσει νὰ διαφθείρωσι τὸ ἔθνος ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταστήσωσιν αὐτὸ ἄξιον τῆς διοικήσεώς των ἂν ἔβλεπον πέριξ αὐτῶν κυοφορούμενον ἡφαίστιον, ἐπίστευον ὅτι ἤρκει νὰ κατασβέσῃ αὐτὸ ὁ καμπανίτης τὸν ὁποῖον εἰς ἑορτὰς καὶ πανηγύρεις κατηνάλισκον. Εἶχον συστηματοποιήσει σχέδιον διαφθορᾶς, μελετήσαντες αὐτὸ εἰς τὰς μᾶλλον διεφθαρμένας ἐποχὰς τῶν διαφόρων ἐθνῶν, καὶ προσεπάθουν διὰ μυρίων ἀρτηριῶν νὰ διοχετεύωσι τὸ φοβερὸν αὐτῆς δηλητήριον εἰς τὴν καρδίαν τοῦ λαοῦ. Ἂν ἀπέτυχον τοῦ σχεδίου των, ἂν δὲν κατώρθωσαν νὰ διαφθείρωσι τὸν λαὸν μέχρι τοῦ βαθμοῦ νὰ μὴ αἰσθάνηται τὸν ὄλεθρον, εἰς ὃν ἔφερον τὴν πατρίδα, τοῦτο δὲν εἶναι σφάλμα των. Ἕν μόνον λάθος διέπραξαν· ἐλησμόνησαν τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος των, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ κατορθώσωσιν αὐτοὶ ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν κατώρθωσεν ἡ διαφθορὰ τῶν κατακτητῶν τῆς δύσεως, καὶ τῆς Ἀσίας ὁ δεσποτισμός. Ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ τῶν διαμαρτυριῶν παρῆλθεν· ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς, ὁ τόσον ἀγαθὸς καὶ ἀνεξίκακος, νομίζων ἑαυτὸν φενακισθέντα καὶ ἐξευτελισθέντα, ζητεῖ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων του νὰ ἐκτελέσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸς αὐτὸν ὑπεσχέθησαν, τουτέστι ν’ ἀνορθώσωσι τὰ ποδοπατηθέντα αὑτοῦ δικαιώματα, καὶ νὰ ζητήσωσιν εὐθύνας ἀπὸ τοὺς ἐργάτας τῆς κακοδαιμονίας του. Εἰς οὐδένα κυβερνήτην ἐπίστευσε τόσον ὁ λαὸς, εἰς οὐδένα πολιτευτὴν ἤλπισε τόσον, καὶ οὐδένα ἄλλον μὲ τόσην δύναμιν περιέβαλεν, ὅσον ἐπίστευσεν εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὅσον ἤλπισεν εἰς αὐτὸν, καὶ διὰ τοῦτο διὰ τοσαύτης δυνάμεως τὸν περιέβαλεν. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἤρξατο ἀποκαλυπτομένη ἡ φενάκη, ἀφ’ ὅτου ἤρξατο καταπίπτον τὸ προσωπεῖον, καὶ εἶδεν ὁ λαὸς εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἐκλεκτοῦ κυβερνήτου του ἄνθρωπον ἁπλῶς φιλόδοξον, μὴ ὀπισθοχωροῦντα οὐδ’ ἀπέναντι τῆς συκοφαντίας κατὰ σεβαστῶν ἀντιπάλων του, διὰ νὰ ἀνέλθῃ ταχύτερον ἐκεῖ, ὅπου καὶ διὰ τῆς εὐθείας ὁδοῦ ὁμολογουμένως ἠδύνατο νὰ ἀνέλθῃ, ἀφ’ ὅτου εἶδε τὸν λαβόντα ὡς σημαίαν του τὴν ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ νὰ σπαταλᾷ ἐκ τοῦ βαλαντίου τοῦ πενομένου ἐργάτου, ἵνα αὐξάνῃ τὸ βαλάντιον τῶν πλουσίων, ἀπέστρεψεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ πρόσωπον, καὶ πανδήμως τὸν ἀπεδοκίμασε κατὰ τὴν 7ην Ἀπριλίου. Ἀλλ’ ἀντὶ τὸ μάθημα τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς διδαχὴ διὰ τὸ μέλλον εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους τόσον ἐπαξίως ἐδόθη, συνετέλεσε μόνον εἰς τὸ νὰ καταφύγωσιν εἰς ἄλλα μέσα, χείρονα ἐκείνων, ὧν ἐποιήσαντο χρῆσιν, πρὸς τὸν αὐτὸν ὅμως σκοπὸν τείνοντα, τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας. Ἐζήτησαν τὴν συνδρομὴν τῶν ξένων, καὶ διὰ ταύτης ἐπεβλήθησαν εἰς τὸν λαὸν, ἀδιαφοροῦντες ἂν ἡ κατὰ τρόπον τοιοῦτον ἄνοδος αὐτῶν ἐξευτέλιζε τὸ ἔθνος. Μὴ δυνάμενοι πλέον νὰ ἐλπίζωσί τι ἐκ τῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ, ὅστις εἶχε γνωρίσει αὐτοὺς, κατέγειναν νὰ τὸν ἐξευτελίσωσι καὶ συγχρόνως νὰ τῷ ἐπιβληθῶσιν. Ἤρξαντο λοιπὸν καλλιεργοῦντες τὸ ἔδαφος, βοηθούμενοι ἐκ τῆς συγκινήσεως, εἰς ἣν διετέλει ἡ Βουλὴ τῆς 7ης Ἀπριλίου ἐκ τῆς ὄψεως τῶν πυροβόλων τῶν ξένων θωρηκτῶν. Ἐνομοθέτησαν τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, περιώρισαν τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, ἐστέρησαν τοὺς Ἕλληνας ἀξιωματικοὺς δικαιωμάτων, ἅτινα ἀνεγνώρισεν αὐτοῖς τὸ Σύνταγμα, καὶ Κύριος οἶδε τίνα νομοθετήματα θὰ ἐπεδίωκον, ἂν ἡ ἐκ τοῦ στιγμιαίου ληθάργου ἐξέγερσις τῆς Βουλῆς δὲν τοὺς ἠνάγκαζε νὰ τὴν διαλύσωσιν. Ἤρχισε τότε τὸ στάδιον τῶν χαρίτων, τῶν παρασήμων, τῶν ἐνηλικιώσεων· ὅ,τι δὲ τὰ μέσα ταῦτα ἄφινον ἡμιτελές, τὸ συνεπλήρου ἡ βία καὶ ἡ νόθευσις. Πολεμικὰ πλοῖα μετέφερον ἐκλογεῖς, τὸ δημόσιον χρῆμα ἠγόραζε τοιούτους, αἱ φυλακαὶ τῶν καταδίκων ἠνοίχθησαν, προϊστάμεναι ἀρχαὶ ἐκοινοποίουν εἰς καταδίκους ψευδῆ τηλεγραφήματα, καὶ πᾶν ὅ,τι ἄλλο μέσον ἐπενόησεν ἡ φιλοδοξία καὶ ἐφιλοτέχνησεν ἡ νοθεία ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν, καὶ οὕτω παρήχθη ἡ πλειονοψηφία τοῦ 1887, ἥτις, γεννηθεῖσα διὰ τοῦ ἐγκλήματος, ὤφειλε νὰ ἐνισχύῃ τὸν γεννήτορα αὐτῆς, σιωπῶσα καί ἐπιδοκιμάζουσα πᾶσαν κατὰ τῶν νόμων ἀσέβειαν. Εἶναι ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τὰ ὄργανα τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν τελευταίων ἐκλογῶν ἐξύβριζον πομπωδῶς, ὁμολογοῦντα ὅτι ὁ ἡγέτης αὐτῆς παρέλυσεν ἀληθῶς τὴν διοίκησιν, ἵνα ὑποστηριχθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἰσοζύγιον καὶ τὴν συγκοινωνίαν. Ἠναγκάσθη, ἔλεγον, νὰ παραδώσῃ τὴν διοίκησιν εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀφώνων ὀπαδῶν του, καὶ οὕτω παρέλυσαν πάντες οἱ κλάδοι αὐτῆς. Ἤρκει εἰς τὸν κ. Τρικούπην ὁ θρίαμβος τοῦ ἰσοζυγίου καὶ τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, καὶ ἠδιαφόρει περὶ τῆς δικαιοσύνης, περὶ τῆς διοικήσεως καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐξυβρίζετο οὕτω ἡ ἐπὶ τετραετίαν ὑποστηρίξασα αὐτὸν πλειονοψηφία, ἀλλ’ ἐξυβρίζετο εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν ὑπέρ ποτε ἄλλοτε εἶχεν ἀνάγκην τῆς βίας καὶ τῆς νοθεύσεως. Καὶ ἔχομεν ἀνάγκην, κύριοι Βουλευταί, νὰ καταγινώμεθα νὰ πιστώσωμεν τὴν ἀξιοθρήνητον τοῦ τόπου κατάστασιν, ὅταν περὶ τῆς παραλύσεως τῆς διοικήσεως ἔχωμεν τὴν ὁμολογίαν αὐτῶν τῶν ἐργατῶν αὐτῆς; Οὐχὶ βεβαίως, ἂν ἡ λέξις παράλυσις ἦτο ἀρκετὴ νὰ ἐκφράσῃ τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης διαπραχθέντα. Ἀλλ’ οἱωνδήποτε λέξεων, οἱασδήποτε γλώσσης, νεκρᾶς ἢ ζώσης, ποιήσηταί τις χρῆσιν, πάντοτε ὠχρῶς θὰ εἰκονίσῃ τὴν πραγματικότητα. Ἂς ῥίψωμεν ἓν βλέμμα, ἐξετάζοντες τὴν διοίκησιν ἐν γένει τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀρχόμενοι ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς μέχρις ἐσχάτων κυβερνώσης τὸ ἔθνος πολιτικῆς μερίδος. Ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς μᾶς προεκάλει πρό τινων ἡμερῶν, ἵνα συγκρίνωμεν τὸ ποιὸν τῶν νομοθετημάτων τῆς παρούσης Βουλῆς πρὸς τὸ ποιὸν τῶν τῆς παρελθούσης· ἀλλὰ ποῖον ἔργον τέλειον πλῆρες, καλύπτον τόσας ἐλλείψεις, πληροῦν τόσας ἀνάγκας, τόσα κενὰ, δύναται νὰ παρουσιάσῃ τετραετὴς νομοθετικὴ ἐργασία πλειονοψηφίας παγίας, ἰσχυρᾶς, ἀκλονήτου; Ἀναγνώσατε τὰ νομοθετήματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· θὰ εὕρητε συμβάσεις δανείων, μετατροπὰς δανείων. Ἂν δέ που ἀνακαλύψητε νόμον ἀφορῶντα κλάδον τινὰ τῆς διοικήσεως, ἐξετάσατε τὴν αἰτίαν τῆς νομοθετήσεως, καὶ θὰ εὕρητε ὄπισθεν ἱστάμενον πρόσωπον ἢ πρόσωπα, μέλλοντα νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐκ τοῦ νόμου τούτου. Ἰδοὺ ἓν παράδειγμα. Ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν νόμος, ἐξ ἑνὸς μοναδικοῦ ἄρθρου ἀποτελούμενος, ἀφορῶν τὸν κλάδον τῶν δημοσίων ἔργων, καθ’ ὃν ἀπαγορεύεται ἡ κατάσχεσις καὶ ἡ ἐκχώρησις πάσης κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεως τῶν ἐργολάβων τῶν δημοσίων ἔργων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς κατασχέσεως, καίτοι ἀντικειμένην εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοῦ δικαίου, δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ ὡς λόγον, δικαιολογοῦντα αὐτὴν, τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπροσκόπτου περατώσεως τῶν δημοσίων ἔργων· ἀλλὰ τίνα λόγον δύναται νὰ εὕρῃ τις διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐκχωρήσεως; Ποῖος δικαιολογητικὸς λόγος ἠδύνατο νὰ ὑπαγορεύσῃ τὸν περιορισμὸν τοῦ κυρίου ἀπὸ τοῦ νὰ διαθέτῃ ἐλευθέρως τὴν περιουσίαν του; Ποία ἀνάγκη τοῦ Δημοσίου θεραπεύεται, ἢ ποῖος κίνδυνος προλαμβάνεται διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης; Κατὰ τί θὰ ἐβλάπτοντο τὰ δημόσια ἔργα, ἂν ἠδύνατο ὁ ἐργολάβος νὰ ἐκχωρῇ τὰς μελλούσας ἀπαιτήσεις του; Γνωρίζετε ποία κοινῶς πιστεύεται ὡς αἰτία τοῦ νόμου τούτου; Λέγεται, καὶ τὸ πιστεύω, διότι οὐδένα ἀνευρίσκω λόγον τοῦ τερατώδους τούτου νομοθετήματος, ὅτι ἑταιρία τις, ἔχουσα μεγάλα κεφάλαια καὶ περιλαμβάνουσα ὡς μέλη φίλα πρόσωπα, συνέστη ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἀναλάβῃ ἐργολαβικῶς τὰ πλεῖστα δημόσια ἔργα. Ἐσκέφθη νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὸν συναγωνισμὸν εἰς τοὺς μικροὺς ἐργολάβους· συνήθως οὗτοι εὕρισκον κεφάλαια, ἐκχωροῦντες τὰς μελλούσας κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεις των· ἐχαλκεύθη ὁ νόμος οὗτος, καὶ οὕτω κατέστη μονοπώλιον ἡ ἐργολαβία τῶν πλείστων δημοσίων ἔργων. Μελετήσατε, κύριοι Βουλευταὶ τοὺς νόμους τῆς παρελθούσης περιόδου. Θὰ εὕρητε αὐτοὺς σολοίκους κατά τε τὸ γράμμα καὶ τὴν ἔννοιαν. Πρό τινος χρόνου ἔτυχον παρὼν εἰς συζήτησίν τινα, γενομένην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τῆς ἑρμηνείας νόμου τινὸς τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, οὗτινος ἡ ἐν τῷ παρελθόντι ἐφαρμογὴ οὐδόλως συνεφώνει μὲ τὴν λογικὴν αὐτοῦ ἑρμηνείαν. Κατὰ σύμπτωσιν παρευρίσκετο ἐκεῖ εἷς τμηματάρχης τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, ὁ συντάξας τὸν νόμον τοῦτον. Παρεκαλέσαμεν αὐτὸν ὅλοι νὰ ἀνεύρῃ λόγον τινὰ ἐν τῷ νόμῳ, δικαιολογοῦντα τὴν τοιαύτην ἐφαρμογήν του. Κατέγεινεν ἀληθῶς ἐπιμελῶς, ἐσκέφθη ἐπ’ ἀρκετὸν, ἀλλὰ μὴ δυνηθεὶς νὰ εὕρῃ τὸν λόγον, εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο, εἶχε κατὰ νοῦν, ὅτε συνέθετε τὸν νόμον τοῦτον. Ἂν οἱ Βουλευταὶ, αἱ μεταγενέστεραι γενεαὶ θελήσωσί ποτε νὰ κρίνωσι τὴν ἐποχήν μας ἐκ τῶν νομοθετημάτων τῆς παρελθούσης περιόδου, βεβαίως θὰ ἐκλάβωσιν αὐτὴν ὡς μυθικὴν, διότι οἱ νόμοι οὗτοι δὲν εἶναι ἔργα Βουλῆς, ἀλλὰ παιδικὰ ἀθύρματα. Κυβερνώμεθα ἀκόμη ἀπὸ νόμους ἐποχῶν λησμονηθεισῶν, ἔχομεν νομοθεσίαν ξένην, ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰ ἤθη μας, ἐγκαταλειφθεῖσαν πρὸ πολλοῦ ἀπὸ τὰ ἔθνη, παρ’ ὧν παρελάβομεν αὐτήν· ἀνατρέχομεν εἰς γλῶσσαν νεκρὰν, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἤμεθα κληρονόμοι τοῦ πατρός μας. Καὶ ἐκυβερνήσατε ἐπὶ δεκαετίαν, οὐδὲν διορθώσαντες, οὐδενὸς ἐπιμεληθέντες· καὶ ἄν ποτε ἐπεχειρήσατε νὰ μεταβάλλητέ τι, παρηγάγετε πάντοτε σόλοικα καὶ κακόζηλα. Τοιαύτη ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς παρελθούσης κυβερνητικῆς πλειονοψηφίας. Ἡ δὲ διοίκησις ποία; Ἔσυρον εἰς τὰς τριόδους τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, διαφθείραντες αὐτὴν ὅσον ἠδύναντο· ἐγέννησαν τόσα δικαστικὰ σκάνδαλα κατὰ τὴν ἐποχήν των, ὅσα δὲν ἐγεννήθησαν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου. Κατέστησαν τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν ὄργανον τῆς πολιτικῆς αὐτῶν ἰσχύος, μεταχειρισθέντες αὐτὴν, ἵνα ἁρπάσωσι τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν ἀντιπάλων των. Διέφθειραν ἀνωτέρους δικαστικοὺς λειτουργοὺς, καὶ κατέστησαν αὐτοὺς ἐγκληματίας. Ἐξηυτέλισαν δ’ αὐτοὺς καὶ σὺν αὐτοῖς ὁλόκληρον τὸν δικαστικὸν νόμον, μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ νὰ τοὺς καταστήσωσι κατασκόπους των. Ὅπου δὲ δὲν ἠδύναντο νὰ διαφθείρωσιν, ἐκεῖ ἐποδοπάτησαν τὰ δικαστήρια, μὴ σεβασθέντες τὰς ἀποφάσεις των, καὶ ὡς πρόφασιν εὗρον ἓν ἄρθρον τοῦ περὶ ἀπογραφῆς νόμου. Βεβαίως, ἀφοῦ ἐνομοθέτησαν νόμους ἀντισυνταγματικοὺς, εἶχον δικαίωμα νὰ μὴ ἀναγνωρίσωσι τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, μίαν τῶν θεμελιωδῶν τοῦ Κράτους ἀρχῶν, καὶ ν’ ἀρνηθῶσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεών της, προχωροῦντες οὕτω εἰς τὴν τελείαν τοῦ Συντάγματος κατάργησιν. Παραλλήλως πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης, ἔβαινεν ἡ τοῦ στρατοῦ κατάστασις. Ἐπηγγέλθησαν εἰς ὅλα τὸν ἀναμορφωτὴν, τὸν ἀναδιοργανωτήν. Ἡ γενικότης τῶν γνώσεών των, ἡ εἰς τὰς χεῖράς των τῶν πάντων συγκέντρωσις, δὲν εἶχε βάσιν τὸν ἀνθρώπινον ἐγωϊσμὸν μόνον, εἶχε βάσιν τὸν σκοπὸν τῆς ἐν μιᾷ χειρὶ τῶν πάντων συγκεντρώσεως, ἵνα ἐκ παραλλήλου εἰς πάντα εἰσχωρῇ ἡ διαφθορά, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς φατρίας, καὶ ἀπόκτησιν πλειοτέρων ὀργάνων βίας καὶ διαφθορᾶς. Ἓν τῶν συνήθων αὐτῶν πυροτεχνημάτων ὑπῆρξεν ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Βοσὲρ, ἥτις, μὴ ὁμοιάζουσα τὴν τῶν μηχανικῶν ἀποστολήν των, ἀνεχώρησε τῆς Ἑλλάδος, ἅμα καλῶς τοὺς ἐγνώρισεν. «Εἶναι ἀδύνατον νὰ μορφωθῇ στρατὸς, εἶπεν ὁ ἔντιμος Βοσὲρ, ὑπὸ τοιαύτην διοίκησιν.» Μετέβαλλον κατ’ ἔτος νόμους περὶ ἀπογραφῆς· ὅ,τι χθὲς κατεδίκαζον, παρεδέχοντο σήμερον. Ἄφησαν τὰ τάγματα ἄνευ ἀνδρῶν· εὗρον τὰς ἀποθήκας πλήρεις ἀρίστων πολεμοφοδίων, καὶ ἂν σήμερον, Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς εὑρεθῇ εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην νὰ συντρέξῃ σφαζομένους ἀδελφοὺς της, δὲν θὰ ἔχῃ οὐδὲ ἓν τάγμα πλῆρες, δὲν θὰ ἔχῃ οὐδὲ ἓν φυσίγγιον, διὰ νὰ σώσῃ μίαν κἄν ἑλληνικὴν ὕπαρξιν. Εἴχομεν πολὺν χρόνον νὰ ἴδωμεν Ἕλληνας ἀξιωματικοὺς νὰ κατηγορηθῶσιν ἐπὶ ἐκλογικοῖς ἐγκλήμασι, καὶ σήμερον πολλαὶ κατὰ πολλῶν ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις. Ἡ προσαπτομένη αὕτη κηλὶς εἰς τὸν στρατὸν ὀφείλεται εἰς αὐτοὺς, οἵτινες τὰ πάντα εἶχον θέσει εἰς ἐνέργειαν, ὅπως τὸν διαφθείρωσι. Διέκρινον αὐτὸν εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ, ἀμείβοντες τοὺς μὲν διὰ προβιβασμῶν, ἐκδικούμενοι τοὺς δὲ δι’ ἀδίκων τιμωριῶν. Καὶ ἀφοῦ τοιοῦτον στρατὸν προετοίμαζον, εἶχον τὴν τόλμην κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν νὰ ὁμιλήσωσι περὶ φοβεροῦ κατὰ τῆς Τουρκίας σχεδίου των! καὶ ἐτόλμησέ τις τῶν ῥητόρων τῆς πτέρυγος ταύτης, κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, νὰ ἀπειλήσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὀφείλει νὰ σκεφθῇ πολὺ, διὰ νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις κατέστησε τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν κυρίαρχον τῆς Μεσογείου! Ἀλλὰ καὶ τῶν δύο τούτων κλάδων τὴν παράλυσιν ὑπερέβαινεν ἡ τῆς διοικήσεως διαφθορά. Ἂν ἀνεδεικνύετό τις πρῶτος εἰς τὴν διαφθοράν, πρόθυμος εἰς πᾶν ἔγκλημα, εὐπειθὴς εἰς πᾶν νεῦμα, ἀμέσως ἐλαμβάνετο καὶ ἐτοποθετεῖτο ὡς ἀνώτερος διοικητικὸς ὑπάλληλος. Ἂν δέ τις ἀνεφαίνετο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὡς ἔχων καὶ ἁπλῆν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ συναίσθησιν, αὐθωρεὶ ἐτιμωρεῖτο διὰ παύσεως. Καὶ ἐγενόμεθα μάρτυρες πρωτακούστου ἀληθῶς διοικητικοῦ ἀνεκδότου, νὰ καθήσωσιν ἐπὶ τοῦ ἑδωλίου τοῦ Κακουργιοδικείου οἱ κατηγορούμενοι ἀνώτεροι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ ἐκεῖθεν νὰ μεταβῶσι πάλιν εἰς τὰς θέσεις των!...
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§13ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ὁ Στεφάνου...Καὶ ἀφοῦ τοιαύτη ὑπῆρχεν ἡ κατάστασις τῶν κλάδων τούτων, φαντάζεσθε ὁποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς δημοσίου ἀσφαλείας· καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ καταφύγητε εἰς συλλογισμοὺς, ὅταν ἔχητε τὰ ἀποδεικνύοντα πράγματα. Λάβετε τὸν κόπον νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὸ ἀποσταλὲν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ρούκη φυλλάδιον, καὶ εὕρετε, ἂν δύνασθε, ἓν ἔτος ἐκ τῆς ἱστορίας ὅλης τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγκλημάτων νὰ ἐξισοῦται πρὸς τὸ ἥμισυ μόνον τῶν ἐγκλημάτων τοῦ 1889. Οἱ ὑπὸ ἐγκληματικῆς χειρὸς πεσόντες κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν, οἱ ὑπὸ τῶν καταδίκων, τοὺς ὁποίους ἔσπειραν εἰς τὴν κοινωνίαν ἡ ἀναμορφωτικὴ Κυβέρνησις διὰ τῶν χαρίτων, φονευθέντες καὶ τραυματισθέντες, φοβοῦμαι ὅτι θὰ ὑπερέβαινον κατ’ ἀριθμὸν ἐκείνους, οἵτινες θὰ ἔπιπτον, ἂν ἐμετρεῖτο ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὴν Τουρκίαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ὠνόμαζεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν στρατὸν ἀγέλην, ὃν ἔσωσεν αὐτὸς ἀπὸ τῆς σφαγῆς, προκαλέσας τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν παραλίων τῆς πατρίδος του. Τῆς διαχειρίσεως δὲ τῆς ἐσωτερικῆς τοῦ Κράτους διοικήσεως οὐδόλως καθυστέρει καὶ ἡ διαχείρισις τῶν ἐξωτερικῶν τῆς χώρας ζητημάτων. Εἶναι ἀληθῶς πρωτοτύπως παράδοξος ὁ τρόπος τῆς διαχειρίσεως τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Καὶ διεχειρίσθη αὐτὸ ὁ κ. Τρικούπης, ὁ διατεινόμενος ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἀτενίσῃ κατὰ τὴν διπλωματικὴν δεξιότητα, ὁ τοὺς πάντας εἰρωνευόμενος ὁ ἐν τοῖς διπλωματικοῖς κύκλοις τοῦ Λονδίνου ἀνατραφείς. Ποία ἡ δεξιότης του; ποῖαι αἱ μετὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων σχέσεις που, ἃς ἐτυμπάνιζον τὰ ὄργανά του, καὶ εἰς ἃς ἀτυχῶς πολλάκις ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπίστευσεν; Ἔβλεπεν ἀπαθῶς πνιγομένην ἐν τῷ αἵματι τὴν μεγαλομάρτυρα νῆσον, ἔβλεπε τοὺς ἀδελφοὺς μας συρομένους εἰς τὴν ἀγχόνην, ἀτιμαζομένους τοὺς οἴκους αὐτῶν, χωρὶς νὰ αἰσθάνηται ἕνα παλμὸν, χωρὶς νὰ ὠχριᾷ ἐκ συγκινήσεως, καὶ τοῦτο ὠνόμαζε διπλωματικὴν δεξιότητα! Ἀλλ’ ἐλησμόνησα τὴν περίφημον ἐκείνην διακοίνωσιν, καὶ ὁμολογῶ ὅτι διέπραξα λάθος, διότι τὸ περίπυστον ἐκεῖνο ἀριστούργημα, δι’ οὗ ἠπείλει τὰς Δυνάμεις, ὅτι, ἂν δὲν ἐπέμβωσιν αὐταὶ πρὸς κατάπαυσιν τῶν ταραχῶν, θὰ ἐπέμβῃ οὗτος καὶ θὰ τὰς καταπαύσῃ, εἶναι ἀληθὴς ἔνδειξις ἄκρας διπλωματικῆς δεξιότητος. Καὶ ὁμολογουμένως διετήρησε τὴν ὑπόσχεσίν του· κατέπαυσε τὰς ταραχὰς, παρασχὼν πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τὸν Σακὴρ, ἵνα κατασφάξῃ πάντας τοὺς χριστιανοὺς ἐπαναστάτας. Καὶ ἀφοῦ μὲ τόσην δεξιότητα ἔλυσε τόσον αἰσίως καὶ ταχέως τὸ Κρητικὸν ζήτημα, ἐπελήφθη δραστηρίως τοῦ Πατριαρχικοῦ. Τῇ ἀληθείᾳ ἡ κακὴ μοῖρα τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀφῆκεν αὐτὸν νὰ ἐπιλύσῃ καὶ τοῦτο, ὡς ἐκεῖνο, τώρα μάλιστα, ὅτε κατέφθασεν αἱ «Σπέτσαι», ἄλλως ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὐδὲ κώδων ἐκκλησίας καθ’ ὅλην τὴν Ἀνατολήν. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἐγένοντο χάριν τοῦ ἰσοζυγίου, χάριν τῆς συγκοινωνίας. Ἡ συγκοινωνία, κύριοι Βουλευταὶ εἶναι ἀληθῶς πηγὴ σπουδαίως συντελοῦσα εἰς τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν ἀνάπτυξιν τῆς εὐημερίας τοῦ τόπου. Ἀλλὰ τὰ ἔθνη ὀφείλουσι ν’ ἀναπτύσσωσιν αὐτὴν βαθμηδὸν, ἀναλόγως τῶν πόρων των, διότι ἄλλως ἀντὶ εὐημερίας συντελεῖ εἰς τὴν ὑλικὴν αὐτῶν ἐξάντλησιν. Εἶναι νομίζω ἀδύνατον, ἔθνος, τοῦ ὁποίου τὰ οἰκονομικὰ φθίνουσι καὶ ἀναγκάζεται ν’ αὐξήσῃ τοὺς φόρους του μέχρις ἀληθοῦς τοῦ λαοῦ ἐξαντλήσεως, εἶναι ἀδύνατον, ἔθνος, ὅπερ ὁμολογεῖ ὅτι ἔχει ἐλλείμματα καὶ ἀναγκάζεται διὰ δυσβαστάκτων φόρων νὰ καλύψῃ αὐτὰ, ὅπως ἀνακτήσηται τὴν κλονιζομένην πίστιν του, εἶναι ἀδύνατον, λέγω, νὰ ἐχεφρονῇ, διατάσσον τὴν σύγχρονον ἐκτέλεσιν τοσούτων πολυδαπάνων καί τινων πολυτελῶν μόνων δημοσίων ἔργων. Μὴ ἆρά γε ἑκάστη σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἦτο ἁπλῶς πρόφασις πρὸς εὕρεσιν μικροῦ τινος δανείου, ἵνα καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα; Μὴ τὸ σύμπλεγμα τῶν δημοσίων ἔργων ἦτο ἁπλοῦς οἰκονομικὸς συνδυασμὸς, ἵνα μὴ γίνωνται κατάφωρα καὶ ἡμῖν τοῖς ἁπλουστέροις τὰ ἐλλείματα, καὶ καθίσταται οὕτω δυνατὸν νὰ παρουσιάζηται τεχνητόν τι ἰσοζύγιον; Τοῦτο ἄλλοις δέδοται, καὶ οὗτοι τὸ ἐξήτασαν. Ἐγὼ ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, καταγινόμενος εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας, καὶ εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου, ηὔξησε τὸ δημόσιον χρέος κατὰ ἑκατοστύας τινὰς ἑκατομμυρίων, καὶ ἀντὶ τούτου ἔδωκεν ἡμῖν σιδηροδρομικάς τινας γραμμὰς, πρωτοτύπους διὰ τὰς καμπύλας των καὶ διὰ τὴν στερεότητά των, ἀφοῦ κατὰ πᾶσαν δευτέραν ἑβδομάδα καταστρέφονται. Ἐὰν δὲ ἐξετάσητε τὰ δημόσια ἔργα, ἓν ἕκαστον ἰδιαιτέρως, θὰ ἴδητε, ὅτι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν εἶναι ὑγιὲς, καὶ ὅτι ἕκαστον καλύπτει μυρίας καταχρήσεις. Ἰδοὺ τίνα εἰκόνα παρουσιάζει ἡ ἐξέτασις τῆς πολιτείας τοῦ κ. Τρικούπη. Τοιοῦτον χάος ἐγκαταλείπει ὄπισθεν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις τῆς βίας καὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ· τοιαύτην τὴν πολιτείαν της ἀνεγνώρισεν ὁλόκληρος ὁ λαός. Διήρεσε τὴν Ἑλλάδα εἰς δυνάστας καὶ δυναστευομένους, εἰς πλουτίζοντας καὶ ληστευομένους. Κατέστρεψε πᾶν ὅ,τι ἀπέμενεν εἰς τὸ ἔθνος ὑγιὲς, καὶ κατέστησεν αὐτὸ καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς ἑτοιμοθάνατον. Καὶ ἐν τούτοις οἱ ἐργάται πάντων τούτων τολμῶσι νὰ ὑψῶσι τὴν φωνὴν, ὡς νὰ ἠδύνατο ἡ φωνή των αὕτη νὰ καταπνίξῃ τὴν κραυγὴν, τὴν ὁποίαν ἀφῆκεν ὁ λαὸς κατὰ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου. Τολμῶσι νὰ ζητῶσι λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ ἐν διαστήματι ἑνὸς μηνὸς μόνον δὲν μετέβαλε τὸ οἰκονομικὸν σύστημα. Τολμῶσι νὰ ὑψῶσι φωνὴν κατηγόρου, ἀφοῦ καθ’ ἑκάστην μετ’ ἀσυγγνώστου ἐπιεικείας καλύπτομεν διὰ νομοθετημάτων παραβάσεις τῶν νόμων, παρ’ αὐτῶν διαπραχθείσας, καὶ κυροῦμεν ἀδικαιολογήτους πιστώσεις των. Τολμῶσι νὰ ἐμφανίζωνται ὡς ἐλέγχοντες, ἀφοῦ ἀπέναντι οὐδενὸς εἴδους παρανομίας ὠπισθοχώρησαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν με ἐκπλήσσει οὐδόλως. Ὁ πόθος τῆς ἐξουσίας εἴς τινας ἀνθρώπους καταντᾷ νόσος. Καὶ ἡ νόσος αὕτη τοὺς παρασύρει νὰ πιστεύωσιν, ὅτι δύνανται νέα ν’ ἀνακαλύψωσι πυροτεχνήματα, δι’ ὧν νὰ ἐξαπατήσωσι τὸν λαόν. Καὶ δὴ πρὶν ἀσφαλίσωσι ἑαυτοὺς ἀπὸ τὰ ἑδώλια τῶν κατηγορουμένων, πρὶν ἐξιλεώσωσι τὸν λαὸν διὰ τὰς πικρίας, τὰς ὁποίας ἐξ αἰτίας των ἐδοκίμασε, μετὰ τόλμης ἀνηκούστου, εἰς ἣν ἐμπρέπει βαρύτερον ὄνομα, νέαν ἀναπεταννύουσι σημαίαν, νέαν φενάκην παρουσιάζουσι. Καὶ δὲν ἐτόλμησαν μὲν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ν’ ἀναπτύξωσι τὸ νέον αὐτὸ πρόγραμμα, διεσάλπισαν ὅμως αὐτὸ διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν των ὀργάνων. Εἴδομεν, λέγουσιν, ὅτι ὁ λαὸς θέλει νέαν ἐποχὴν, καὶ ταύτην ἡμεῖς ἐγκαινιάζομεν, ὡς ἔχοντες στιβαρὰς τὰς χεῖρας. Ἀπὸ τοῦδε σημαία μας ἔστω ἡ ἀποκέντρωσις καὶ ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν. Ἀποχωρήσατε σεῖς, οἵτινες οὔτε ἄρθρα περὶ τοῦ «Τίς πταίει» γνωρίζετε νὰ γράφητε, οὔτε τὴν δεκάτην νὰ καταργῆτε, οὔτε ἰσοζύγια νὰ ἐπαγγέλλησθε, οὔτε μετὰ τῶν πρέσβεων νὰ συνεννοῆσθε, οὔτε τὴν δεδηλωμένην ὡς δόγμα ν’ ἀναδεικνύητε, οὔτε ψευδοενηλικιώσεις νὰ παρασκευάζητε, οὔτε Μανωλάδας νὰ χαρίζητε, οὔτε τὸν Σακὴρ νὰ συντρέχητε, οὔτε τὸν Σπάρταλην νὰ ἀποζημιοῦτε, ἀποχωρήσατε, λέγω, σεῖς, ἵνα ἀνέλθωσιν οἱ ἄνθρωποι τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν! Καὶ ὁμολογεῖτε λοιπὸν, ὅτι μέχρι τῆς χθὲς ἐκυβερνᾶτε ἀγνοοῦντες ἢ λησμονοῦντες τὸ δόγμα τοῦτο, ὅπερ εἶναι ἡ βάσις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος; Ὁμολογεῖτε λοιπὸν, ὅτι μέχρι τῆς χθὲς ἐκυβερνᾶτε, μὴ ἀναγνωρίζοντες οὐδεμίαν ἄλλην ἐν τῷ Κράτει ἐξουσίαν, ἐκτὸς τῆς ἰδικῆς σας; Οὐδὲν παράδοξον ἀληθῶς δι’ ἀνθρώπους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀλλαγὴ τῶν φρονημάτων κατέστη πολιτικὸν πρόγραμμα. Μεθ’ ὅσης εὐκολίας δύνασθε ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἡμέρας νὰ γίνητε πολεμικοὶ καὶ εἰρηνικοὶ, συντηρητικοὶ καὶ φιλελεύθεροι, βασιλικοὶ καὶ δημοκράται, συγκεντρωτικοὶ καὶ ἀποκεντρωτικοὶ, μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας ὁμολογεῖτε, ὅτι μέχρι τῆς χθὲς ὡς σημαίαν σας εἴχετε τὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος· διότι τί ἄλλο ὁμολογεῖτε, λέγοντες ὅτι ἀπὸ τοῦδε ἔχετε σημαίαν τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν; Καὶ θὰ ἴδωμεν, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν τόλμην αὐτῶν αὐξάνουσαν, καὶ θὰ τοὺς ἴδωμεν λαμβάνοντας ὡς σημαίαν τὴν κατάργησιν τῶν βασιλικῶν δωρεῶν, ἐνόσῳ τὰς παρανομίας καὶ τὰς παραβάσεις τῶν καθηκόντων των ἀκούωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀπὸ ἁπλοῦς μόνον Βουλευτάς. Ἵνα τεθῇ χαλινὸς εἰς τὰς πρὸς τὴν ἐξουσίαν ὁρμάς των, ἵνα ἐκ τῆς μονομανίας τῶν προγραμμάτων σωθῶσι καὶ αὐτοὶ καὶ ὁ τόπος, πρέπει νὰ ἀκούσωσι τὰ ἄθλά των ἀπὸ ἄλλου τινὸς βήματος καὶ ἀπὸ Βουλευτὰς περιβεβλημένους δι’ εἰδικῆς τινος ἰδιότητος. Καὶ δέν με ἐκπλήσσει οὐδόλως ἡ στάσις τῆς πτέρυγος ταύτης· μὲ ἐκπλήσσει μόνον ἡ στάσις συναδέλφων τινῶν, παρὰ τῶν ὁποίων ἠξίουν πλήρη εἰλικρίνειαν κατὰ τὰς συζητήσεις των. Οἱ συνάδελφοι οὗτοι, ἀφοῦ ὁμολογοῦσι μεθ’ ὅλης τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους σύμπαντος, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ἔθνους εἶναι ἀξιοθρήνητος, ὅτι δὲν ὑπάρχει κλάδος διοικήσεως, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ παραλυσία νὰ μὴ ἔφθασεν εἰς τὸ ὕπατον σημεῖον, ὅτι τὰ πάντα ἔχουσι καταστραφῆ, ἀφοῦ ταῦτα πάντα ἀναγνωρίζουσι, κατηγοροῦσιν ἐν τούτοις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπιτίθενται κατ’ αὐτῆς, διότι ἐν τῷ διαστήματι τριῶν μηνῶν δὲν ἠνόρθωσε τὰ πάντα, ὡς νὰ ἠγνόουν, ὅτι τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς εἶναι τάχιστον, ἐνῷ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως τῶν καταστραφέντων εἶναι βραδὺ καὶ κοπιῶδες. Ὅσῳ δὲ μεγαλειτέρα ἡ καταστροφὴ συνετελέσθη, ἐπὶ τοσοῦτον ὀφείλει βραδέως νὰ προχωρῇ ὁ ἐπιχειρῶν τὴν ἀνόρθωσιν. Κατηγοροῦσι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπεδίωξε τὴν κατάργησιν περιοριστικῶν τινων νόμων, ἀφορώντων εἰς τὴν παῦσιν καὶ μετάθεσιν δικαστικῶν τινων ὑπαλλήλων. Παράδοξος ἀντίφασις! Ἀφοῦ ὁμολογοῦσιν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων τούτων ἐγένετο κακίστη, καὶ ὅτι διὰ τῶν νόμων τούτων ἠσφάλισεν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ἐκεῖνα κυρίως τὰ ὄργανα, ἅτινα μετεχειρίσθη πρὸς τελείαν τῆς δικαιοσύνης παράλυσιν, μέμφονται τὴν Κυβέρνησιν, διότι καταργεῖ τοὺς νόμους τούτους, ἵνα ἐπιχειρήσῃ τὴν τῆς δικαιοσύνης ἀνόρθωσιν. Ἀλλὰ πῶς ἠθέλατε νὰ ἐπανορθωθῇ ἡ ἀθλία αὕτη κατάστασις; Ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν διόρθωσιν, συνεννοουμένη μὲ τὰ ὄργανα τῆς φατρίας, ἐκμαυλίζουσα αὐτά; Θὰ ἦτο ἀναξιοπρεπὲς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἥτις ὑποστηρίζει αὐτήν. Μέμφονται τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν κατεδολιεύθη τῶν νόμων, ἀλλὰ μετ’ εἰλικρινείας εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν: «Γνωρίζετε τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης· θέλω ν’ ἀνορθώσω αὐτὴν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, ἔστω καὶ διὰ ν’ ἀπομακρύνω τὰ ὄργανα τῶν πρώην ἐγκλημάτων, νὰ καταδολιευθῶ τῶν νόμων. Καταργήσατε αὐτούς· ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μου· ἔχετε πλήρη τὸν ἔλεγχον.» Καὶ δὲν ἐκτιμῶσιν ἀληθῶς τὴν παῤῥησίαν ταύτην, καὶ δὲν ἀναγνωρίζουσιν ἐν τῇ τοιαύτῃ παῤῥησίᾳ τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος! Καὶ μήπως τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἤρχισαν νὰ φαίνωνται; Μήπως τὸ ἔθνος δὲν ἤρξατο ἀναπνέον; Παραβάλετε τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης σήμερον μὲ τὴν κατάστασιν αὐτῆς εἰς τὰ παρελθόντα τέσσαρα ἔτη. Πεντάμηνον ὁλόκληρον διάστημα παρῆλθε, καὶ οὐδὲν δικαστικὸν σκάνδαλον, οὐδεμία ἐκτροχίασις. Καὶ δὲν ἀρκεῖ ὑμῖν, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ἵσταται μακρὰν τῆς δικαιοσύνης, ἡ ἀθώωσις τῶν Δημάρχων Ἀθηναίων καὶ Αἰγίνης παρὰ τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν; δὲν εἶναι εὐκρινὴς ἀπόδειξις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς 14 Ὀκτωβρίου ἵσταται ὑψηλὰ, καὶ τὴν δικαιοσύνην τὴν ἐννοεῖ ἔτι ὑψηλότερον; Πῶς ἠθέλατε, εἰς τὸ χάος ἐκεῖνο τῆς καταστροφῆς, εἰς τὸν κυκεῶνα ἐκεῖνον τῆς ἀταξίας καὶ παραλύσεως, μὲ ἓν μόνον βλέμμα νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις πλήρη ἀνόρθωσιν; Καλὸν θὰ ἦτο, ἂν μετεβάλλετο ἡ Κυβέρνησις εἰς Ἰησοῦν Χριστὸν, καὶ ἔλεγεν εἰς τὸ ἔθνος τὸ ἑτοιμοθάνατον «ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει»· ἀλλ’ ἀδύνατον. Ἀναγνωρίζοντες ἐν τούτοις τὸ στενὸν τοῦ χρόνου, ἀναγνωρίζοντες τὴν πανθομολογουμένην ἀνωμαλίαν καὶ παράλυσιν παντὸς κλάδου καὶ γραφείου, ἄλλου ὅπλου ἐπιλαμβάνονται, ἵνα τὴν ἐπίθεσιν ἐξακολουθήσωσιν. Ἐπὶ πέντε ἔτη, λέγουσιν, ἦσθε ἀντιπολιτευόμενοι καὶ εἴχετε ἓν σύστημα, ἢ ὀφείλατε νὰ εἴχετε τοιοῦτον, ὅπερ νὰ ἐφαρμόσητε μόλις ἀνήλθετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ διαφωνήσω ῥιζικῶς πρὸς τὴν ἰδέαν των αὐτήν· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐὰν ἔβλεπον τὴν Κυβέρνησιν τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν, ν’ ἀναπτύξῃ νέον σύστημα, καὶ ἐν τούτοις ἕνεκα τῆς ἀταξίας, εἰς ἣν εὗρε πάντα τὰ γραφεῖα, νὰ μὴ ἦναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ λεπτομερεῖς πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὗρε τὸ ἔθνος οἰκονομικῶς, θὰ ἐνόμιζον, ὅτι εὑρισκόμην πρὸ νέου πυροτεχνήματος. Θὰ ἐπίστευον, ὅτι νέα φενάκη παρασκευάζεται, θὰ ἤρχιζον δυσπιστῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς 14 Ὀκτωβρίου. Δὲν θὰ ἠδυνάμην ποτὲ νὰ δεχθῶ, ὅτι Κυβέρνησις συνετὴ, Κυβέρνησις πονοῦσα τὸ ἔθνος, μὴ θέλουσα νὰ φενακίσῃ, ἀλλὰ εἰλικρινὴς, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ οἰκονομικὸν σύστημα, πρὶν μελετήσῃ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους, πρὶν γνωρίσῃ καλῶς τὰς δυνάμεις, ἃς ἀφῆκεν αὐτῷ ἡ προκάτοχος, πρὶν τῇ ἐπιτρέψῃ ἡ φοβερὰ ἀταξία, ἡ ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Λογιστηρίου ἐπικρατοῦσα, νὰ γνωρίσῃ κατὰ πόσον ἐξήντλησεν αὐτὸ ἡ σπατάλη τῆς προκατόχου. Καὶ μήπως ἡ Κυβέρνησις ἠσπάσθη τὸ οἰκονομικὸν τοῦ Τρικούπη σύστημα; Δὲν ὡμολόγησεν, ὅτι τοῦτο θεωρεῖ, ὡς ἐθεώρει πάντοτε, ἄνισον, ἐπαχθὲς, ἄδικον; Μήπως δὲν ὡμολόγησεν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἐναυάγησε τὸ ἔθνος, καὶ μήπως δὲν ἐξακολουθεῖ ὁμολογοῦσα τοῦτο; Βεβαίως θὰ μεταβάλῃ σύστημα, ἀλλ’ ἀφοῦ μελετήσῃ καλῶς αὐτὸ καὶ τὴν ἐν γένει τοῦ ἔθνους κατάστασιν. Καὶ πῶς ἠθέλατε, μόνον διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ κατηγορηθῇ ὡς μὴ μεταβαλοῦσα σύστημα, νὰ ἐφαρμόσῃ ἓν ὁποιονδήποτε, ἀδιαφοροῦσα περὶ τοῦ κρισίμου τῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους, καὶ νὰ πειραματισθῇ, οὕτως εἰπεῖν, ὅπως ἐπειραματίζοντο ἄλλοι, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Λαρίσσης συνάδελφος, ἐπὶ τῆς φαλακρᾶς κεφαλῆς μας; Δὲν ἐβαρύνθημεν λοιπὸν τὰ πειράματα; Καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ γνωρίσῃ ἐπακριβῶς ἑκάστην λεπτομέρειαν τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς τοῦ ἔθνους, νὰ γνωρίσῃ καλῶς τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, νὰ μελετήσῃ ἐμβριθῶς, σπουδαίως, καὶ τότε νὰ παρουσιάσῃ πλῆρες σύστημα. Καὶ βεβαίως ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο ὅσον οἷόν τε συντομώτερον. Ὁ ἔντιμος καὶ σεβαστὸς ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος, θέλων νὰ ἐξεικονίσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὸ ἔθνος ἐκ τῆς διατηρήσεως τοῦ συστήματος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐπὶ ἓν ἀκόμη ἔτος, μετεχειρίσθη εὐφυᾶ τινα παρομοίωσιν. Εἶπεν ὅτι ἡ περίστασις αὕτη ὁμοιάζει ὡς ἂν εἶχέ τις ἀσθενῆ θεραπευόμενον κακῶς ἀπό τινα ἰατρὸν, καὶ παρασυρόμενος ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν ἄλλου τινὸς ἰατροῦ, ἐκάλει αὐτὸν καὶ παρῄτει τὸν πρῶτον. Ὁποία θὰ ἦτο ἡ ἔκπληξίς του, ἔλεγεν, ἂν ἤκουε τὸν νέον ἰατρὸν νὰ λέγῃ: «δὲν δύναμαι νὰ μεταβάλω σύστημα θεραπείας, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω ἐπί τινα καιρὸν τὴν αὐτὴν μέθολον»; Ἐὰν, κύριοι Βουλευταί, ὁ χρόνος ὁ ἀπαιτούμενος ὅπως καταστραφῇ ἢ σωθῇ τὸ ἔθνος, ἦναι ἀκριβῶς ὁ αὐτὸς, ὅστις ἀπαιτεῖται ἵνα ἀποθάνῃ ἢ σωθῇ ἓν ἄτομον, καὶ ἐὰν ὁ χρόνος, τοῦ ὁποίου δεῖταί τις ἵνα ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν ἀσθενοῦς ἀτόμου, ἦναι ὁ αὐτὸς μὲ ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου δεῖται, ἵνα ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν ἑνὸς ἔθνους, τότε ἡ παρομοίωσις τοῦ κ. Σωτηροπούλου θὰ ἦτο ὅσῳ εὐφυὴς, τόσῳ καὶ ὀρθή. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἂν ἀρκῇ ὥρα ἢ ἡμέρα ἵνα σωθῇ ἢ ἀποθάνῃ ἓν ἄτομον, δὲν εἶναι ἀρκετὸς ὁ αὐτὸς χρόνος, ἵνα καταστραφῇ ἢ σωθῇ ἓν ἔθνος, καὶ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι, ἂν ἀρκῇ μία ὥρα, ἵνα ἐξετάσῃ τις ἕνα ἀσθενῆ, δὲν δύναται ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ χρόνου νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν ἑνὸς ἔθνους, νομίζω ὅτι ἡ παρομοίωσις δὲν εἶναι πολὺ ὀρθή. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἂν ἔβλεπον ἰατρόν τινα ἐπιστήμονα, ἐξ ἀποστάσεως θεώμενον ἀσθενοῦς τινος κακῶς θεραπευομένου, καὶ τὸ κακὸν τῆς θεραπείας διακρίνοντα ἐκ τῆς ὁσημέραι ἐξαντλήσεως τοῦ ἀσθενοῦς, ἐκ τῶν ἑλκῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἔβλεπε γέμον τὸ σῶμά του, ἐκ τῶν πληγῶν, αἵτινες ἠνοίγοντο εἰς τὰ μέλη του, ὅστις, καλούμενος αἴφνης, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὸν κακὸν θεραπευτὴν, πρὶν ἐξετάσῃ τὸ βάθος τῶν πληγῶν τοῦ ἀσθενοῦς, πρὶν ἢ μετρήσῃ τὰς δυνάμεις καὶ τὴν κατάστασιν αὐτοῦ ἐκ τοῦ σύνεγγυς, ἐπειρᾶτο ἅμα τῇ εἰσόδῳ του νὰ ἐφαρμόσῃ ἐπὶ τοῦ ἀσθενοῦς σύστημα θεραπείας, ὅπερ εἶχε συλλάβει ἐν τῷ νῷ, ὅτε ἐξ ἀποστάσεως ἐθεᾶτο τοῦ ἀσθενοῦς, μὰ τὴν ἀλήθειαν θὰ ἐπίστευον τὸν ἰατρὸν αὐτὸν ὡς ἀγύρτην, ἐφάμιλλον τοῦ προκατόχου του. Πρὶν κατέλθω τὸ βῆμα, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω μίαν συμβουλὴν εἰς τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπετεινόμην εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου μου. Ἐννοῶ ὅτι θὰ κινῶ τὸ μειδίαμα εἰς τὰ χείλη τῶν συναδέλφων, ἐπιχειρῶν ἐγὼ, ἀρχάριος καὶ πρώτην φορὰν εἰσερχόμενος εἰς τὸ Κοινοβούλιον, νὰ δώσω συμβουλὰς εἰς ἀνθρώπους πεπειραμένους, εἰς ἀνθρώπους ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων βεβαίως τοῦ Κοινοβουλίου· ἐν τούτοις θὰ τολμήσω, καὶ ἂς ὀνομασθῶ θρασύς. Δὲν πρέπει νὰ σπεύδωσιν εἰς τὰς κρίσεις των· ἂς ἀφήσωσι τὸν χρόνον καὶ τὰ πράγματα νὰ λαλήσωσιν, ἂν ἡ 14η Ὀκτωβρίου παρήγαγεν ἀποτελέσματα. Ἐνόσῳ πολιτεύονται ὅπως πολιτεύονται, θὰ ἀναγκάσωσι τὴν Βουλὴν καὶ τὸν λαὸν νὰ ἀναμνησθῇ ἑνὸς γεγονότος. Ἐκτὸς τῆς συνδρομῆς τῶν ξένων, ἐκτὸς τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν παραλίων τῆς πατρίδος μας, συνετέλεσαν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἀνάῤῥησιν ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐκείνου, εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ὁποίου ἀποδίδομεν ὅλοι τὴν γενικὴν τοῦ ἔθνους παραλυσίαν. Τὸ ἔθνος δικαίως ἐλησμόνησε τὸ γεγονὸς αὐτὸ, διότι ἐπὶ τετραετίαν καὶ οὗτοι εἰργάζοντο μετ’ αὐτοῦ, ἵνα ἀνορθώσωσι τὸ λάθος των καὶ καταῤῥίψωσι τὸν Πρωθυπουργὸν ἐκεῖνον. Οὕτω πολιτευόμενοι, ὡς πολιτεύονται, θὰ ἀναγκάσωσι τὸν λαὸν νὰ μετανοήσῃ διότι ἐλησμόνησε. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, κύριοι Βουλευταί, κρίνων ἐκ τῆς συγχρόνου ἱστορίας τῆς πατρίδος μου, κρίνων ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν παρ’ ἡμῖν πολιτευομένων, μελετήσας, ὅσον ἠδυνάμην βεβαίως, ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτῶν, ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως περικοσμεῖται ὑπὸ τριῶν προσόντων: γνώσεως τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου ὑπὲρ πάντα ἄλλον πολιτευτὴν, σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους ἀναμφισβητήτου καὶ καρδίας ἀληθοῦς Ἕλληνος. Κυβέρνησις λοιπὸν, τῆς ὁποίας ἡ πορεία διευθύνεται ὑπ’ ἀνδρὸς κεκοσμημένου ὑπὸ τοιούτων προσόντων, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἦναι πάντοτε τοιαύτη, ὥστε ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ὅσον ἐκθύμως καὶ ἂν ὑποστηρίξῃ αὐτὴν, οὐδέποτε θέλει φανῆ ἐκτρεπομένη τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τῶν ἐντολέων της κατὰ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων. Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§14ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀληθῶς, κύριοι, Βουλευταὶ, ὡς προσφυέστατα εἶπεν ὁ χθὲς ἀγορεύσας ἐκ Μεσσηνίας ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σωτηρόπουλος, ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον κατοπτρίζεται ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως· διὰ τοῦτο ἐπιτρέπεται εἰς πάντα Βουλευτὴν, καίπερ μὴ μεμυημένον τὰ οἰκονομολογικὰ, νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον, προκειμένης συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ εἰσφέρῃ τὰς ἰδέας του ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τῆς γενικῆς, εἴτε τῆς κατὰ μέρος· διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἐτόλμησα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀκολουθήσας τὸ παράδειγμα τοῦ καταβάντος ἀπὸ τοῦ βήματος κ. συναδέλφου, διότι καὶ ἐγὼ, ὡς ἐκεῖνος, νέηλυς εἶμαι καὶ κατὰ πρῶτον εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλὰ τὸ δόγμα, ὅπερ ὁ ἐκ Μεσσηνίας κ. Βουλευτὴς ἐξήνεγκε χθὲς μετὰ τοῦ κύρους τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ γνώμη αὐτοῦ, δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, Κύριοι, διατελῶ ἐν ἀπορίᾳ καὶ ἐκπλήξει, διότι, ἐνῷ συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, τοῦ ὁποίου εἰσηγητὴς εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸς, οὐδὲ κἂν λόγος γίνεται περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅλη ἡ συζήτησις στρέφεται πρὸς τὸ παρελθὸν, καὶ κινδυνεύομεν ἑκάστοτε νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἀνετρέξαμεν ἓν ἔτος πρὸς τὰ ὀπίσω, καὶ ὅτι συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890· διότι πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ λαβόντες τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐστράφησαν πρὸς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Παριστάμεθα λοιπὸν, Κύριοι, ἐνώπιον τοῦ ἐξαιρετικοῦ τούτου φαινομένου, ὅτι, ἐνῷ συζητεῖται τὸ ἔργον τὸ κύριον τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ ὁποίῳ πρέπει νὰ κατοπτρίζηται ἡ πολιτικὴ αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις πάσχει ἐντελῆ ἀφάνειαν, καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀνακύπτει καὶ ἀναφαίνεται ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ πρὸς ἐκεῖνον γίνονται αἱ συζητήσεις, καὶ ἐκείνου ἡ πολιτικὴ συζητεῖται. Τί σημαίνει τοῦτο; Διότι, ἐὰν τοιοῦτον ἦναι τὸ φαινόμενον, πρέπει νὰ εὕρωμεν μίαν ἐξήγησιν αὐτοῦ, καὶ πρέπει νὰ εὕρωμεν τὴν ἐξήγησιν, διότι εἶναι φαινόμενον τὸ ὁποῖον παρεκβαίνει τῶν κοινοβουλευτικῶν νομίμων. Ἐγὼ, Κύριοι, μίαν καὶ μόνην λογικὴν ἐξήγησιν εὑρίσκω, καὶ θὰ τὴν ἐκφέρω ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ καὶ τῇ παῤῥησίᾳ, τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διατί; θὰ μὲ ἐρωτήσητε. Ἡ Κυβέρνησις, εἰσάγουσα τὸν προϋπολογισμὸν, εἶπε καὶ ἐδικαιολογήθη, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον διὰ νὰ παρασκευάσῃ τὸ ἔργον αὐτὸ, τὸ πρόγραμμά της αὐτὸ τὸ πολιτικὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη νὰ συῤῥάψῃ, νὰ περιμαζεύσῃ τὰ ράκη, ὅσα εὗρεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ τὸ παρουσιάσῃ ὡς ἔργον, φέρον μὲν τὴν ὑπογραφὴν αὐτῆς, ἀλλ’ ὡς ἔργον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· καὶ τοῦτο ἐγένετο, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, συνεπείᾳ συζητήσεως καὶ ἀποφάσεως αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦτο ἐχρησίμευσε καὶ ὡς ἐπιχείρημα εἰς πάντας τοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ζητήσαντας νὰ ὑπερασπισθῶσι τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν παράβασιν, τὴν ῥητὴν παράβασιν συνταγματικοῦ καθήκοντος. Ἀλλὰ, λέγω ἐγὼ, εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ Κυβέρνησις, τοιαῦτα ἰσχυριζομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἡ χθὲς Ἀντιπολίτευσις; καὶ Ἀντιπολίτευσις μάλιστα κατὰ τὴν ἰδίαν της ὁμολογίαν, ἐπὶ τέσσαρα συνεχῆ ἔτη παλαίσασα, ἵνα καταῤῥίψῃ τὴν πρώην Κυβέρνησιν; Καὶ δὲν γνωρίζει, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις; ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις σκοπὸν δὲν ἔχει οὔτε προορισμὸν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ νὰ καταῤῥίπτῃ καὶ ν’ ἀφίνῃ ἐρείπια, ἀλλὰ νὰ ῥίπτῃ καὶ νὰ ἀνεγείρῃ; Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι παρεσκευασμένη ὡς Κυβέρνησις, δὲν ἐκτελεῖ τὸν προορισμόν της, εἶναι ἀνεπαρκής· διὰ τοῦτο καὶ ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις, ὡς Κυβέρνησις ἐλθοῦσα, ἐφάνη ἀνεπαρκής. Ποῦ εἶναι τὸ πρόγραμμά της; ποῦ εἶναι τὸ ἔργον της, τὸ παρεσκευασμένον κατὰ τὴν τετραετίαν; Διότι, ἂν εἶχε τοιοῦτον, ὤφειλε νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ τὸ παρουσιάσῃ εὐθὺς ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς καταρτίσεως τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν λοιπὸν δὲν εἰργάζετο ἐπὶ προγράμματος, ἐὰν δὲν ἦτο παρεσκευασμένη διὰ νὰ διαχειρισθῇ τὴν ἐξουσίαν ὡς Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, πρὸς τί ἀντεπολιτεύετο; Καὶ ἦλθε, Κύριοι, μὲ ἐντολὴν μεγάλην λέγει αὕτη, τὸ λέγει δὲ καὶ ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτὴν πλειοψηφία, ἦλθε μὲ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐκλογὴ τῆς 14ης Ὀκτωβρίου τῇ ἀνέθεσεν, ἦλθεν ἐδῶ ὑποστηριζομένη ἀπὸ τὰ τέκνα τῆς 14ης Ὀκτωβρίου! Ἐὰν λοιπὸν τοσοῦτον μεγάλη ἦναι ἡ ἐντολή σου, ποῦ εἶναι τὸ ἔργον σου, καὶ πῶς ἀνταποκρίνεσαι εἰς τὴν ἐντολὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν λέγεις σὺ, ὅτι ἔλαβες παρὰ τοῦ λαοῦ; Ὑποθέτω, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς τῆς 14ης Ὀκτωβρίου μένουσιν ἔτι κεχηνότες, περιμένοντες τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν ὤμων των καὶ ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων ἔφεραν, ἀλλὰ μένουσι κεχηνότες, καὶ ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι θὰ μένωσιν ἐπὶ πολύ· διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, παρισταμένη ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν ἦλθε παρεσκευασμένη, δύναται σήμερον νὰ παρασκευασθῇ; Ἄλλως, Κύριοι, ὡς Ἀντιπολίτευσις ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰργάσθη καὶ ἐπολέμησε, καὶ εἰργάσθη καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας διοικήσεως· διότι δὲν λησμονεῖτε βεβαίως, οὔτε παρ’ ἐμοῦ περιμένετε ν’ ἀκούσητε, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις συνεργάζεται ἐν τῇ Βουλῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συνεργάζεται καὶ πολιτικῶς καὶ νομοθετικῶς· συνεργάζεται πολιτικῶς, ἀντιτάσσουσα τὰς ἰδίας γνώμας καὶ ἰδέας ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, συνεργάζεται νομοθετικῶς, ἀντιτάσσουσα τὰς ἰδίας γνώμας ἐπὶ τῶν κατὰ μέρος νομοθετημάτων. Ὤφειλε λοιπὸν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ μεμορφωμένας ἰδέας, μεμορφωμένας γνώμας περὶ ἑκάστου κλάδου τῆς δημοσίας διοικήσεως, καὶ ὤφειλε νὰ ἔλθῃ παρεσκευασμένη· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν μόνην ἀποστολὴν εἶχε νὰ καταῤῥίψῃ, ὄχι δὲ ν’ ἀνεγείρῃ, δὲν ἐκπληροῖ τὴν ἀποστολήν της, εἶναι ἀνεπαρκής. Μὴ δυνάμενοι λοιπὸν ἐκ τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν αὐτῆς ἐργασίαν, καὶ ἐντεῦθεν νὰ κρίνωμεν, ἐὰν ἦναι ἡ Κυβέρνησις ἐπαρκὴς, καὶ ἐὰν ἀνταποκρίνηται τῷ ὄντι εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν λέγει ὅτι ἔλαβε παρὰ τοῦ λαοῦ. Μέχρι τοῦδε, Κύριοι, πολλὰ νομοθετήματα ἐψηφίσαμεν, πολλὰ δὲ εἶναι καὶ εἰσηγμένα, καὶ θὰ ψηφισθῶσι βεβαίως καὶ θὰ μεταβληθῶσιν εἰς νόμους τοῦ Κράτους. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως ἐπισκοπῶν πάντα τὰ νομοθετήματα ταῦτα, ἐξαίρεσιν μόνον εὑρίσκω τινὰ, ἔχοντα ἀμυδρῶς πως ὑπ’ ὄψει τὸ γενικὸν συμφέρον· ὁ κρατῶν νοῦς ἐν τοῖς πλείστοις εἶναι ὁ προσωπικὸς καὶ ὁ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διότι, ἐὰν θελήσητε, Κύριοι, νὰ ἐγκύψητε καὶ νὰ κάμητε τὴν ἀπογραφὴν τῆς μέχρι τοῦδε νομοθετικῆς ἐργασίας, θὰ εὕρητε μεταξὺ αὐτῆς π. χ. τὴν μεταῤῥύθμισιν πρῶτον τῶν περὶ προσόντων νόμων, νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον εἶχε καθαρῶς προσωπικὸν χαρακτῆρα, διότι εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀπέβλεπε, παρὰ εἰς τὸ νὰ διευκολύνῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀπολύσῃ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ὑπαλλήλων τοὺς κατ’ αὐτὴν ἀνήκοντας εἰς τὴν πρώην Κυβέρνησιν, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τοὺς ἰδικούς της. Ἔχομεν τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ περὶ ἀστυνομίας νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προστίθενται θέσεις ἀστυϊάτρων. Ἔχομεν τὸν κυρωθέντα ἤδη νόμον περὶ Ὀφθαλμιατρείου, περὶ τοῦ ὁποίου πολλὰ ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἑπομένως περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω. Ἔχομεν τὸν περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διατελούντων ἐν διαθεσιμότητι ὡς Βουλευτῶν καὶ ἐν συνταγματικῇ λεγομένῃ ἀδείᾳ, νόμον ἐπίσης κατ’ ἐμὲ προσωπικόν. Ἔχομεν τὸν νόμον περὶ Γενικοῦ Λογιστηρίου, περὶ τοῦ ὁποίου πολλὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλέχθησαν καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ ἐκ Μεσσηνίας ἀξιοτίμου συναδέλφου· παρεμπιπτόντως δὲ καὶ ἐγὼ προστίθημι τοῦτο, ὅτι λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκεν εἰς τὸν ἐκ Μεσσηνίας ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι καὶ παρ’ ἄλλοις Κράτεσι τὸ αὐτὸ γίνεται, προσέφυγα εἰς τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν, διὰ νὰ ἴδω πῶς ἐκανονίσθησαν τὰ περὶ τούτου· ἐκεῖ δὲ πράγματι εἶδον, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1862 ἡ Γαλλία μετέβαλε τὸν λογιστικόν της νόμον, μετέβαλε τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ἠρύσθημεν τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου ἡμῶν, καὶ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς σημερινῆς ὑπηρεσίας ἐψήφισε τὸν νόμον αὐτὸν ἐξ 882 ἄρθρων, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 82 κανονίζουσι τὰ τῆς λειτουργίας τῆς νέας αὐτῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὡς διαμορφοῦται καὶ κανονίζεται κατὰ τὸν νέον νόμον, κατόπιν δὲ ἀνεγνώρισε,—καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτιολογία τοῦ μεταγενεστέρου νόμου, ὅτι ὁ τίτλος τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δὲν ἁρμόζει πλέον εἰς τὸν ἀνώτερον αὐτὸν ὑπάλληλον, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ὑπηρεσίαν προσετέθησαν πλεῖστα ἄλλα καθήκοντα, καὶ διὰ τοῦτο τότε διὰ διατάγματος μεταγενεστέρου, τοῦ 1863, τῷ ἀπέδωκε τὸν τίτλον τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς ἐκάμαμεν πρωθύστερον· ἐδημιουργήσαμεν πρῶτον τὴν θέσιν, ἐπιφυλασσόμενοι κατόπιν νὰ κανονίσωμεν τὰ καθήκοντα. Ἔχομεν κατόπιν τὸν νόμον περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν, ὅστις οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ πολλαπλασιάσῃ θέσεις, θέσεις ἐντελῶς περιττὰς καὶ μὴ δυναμένας νὰ χρησιμεύσωσιν, ὡς ὀργανίζονται, αὐξανούσας δὲ τὸν σχετικὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τοῦτο. Ἔχομεν τὸν περὶ προσμετρήσεως χρόνου πολιτικῆς ὑπηρεσίας εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, νόμον ἐπίσης καθαρῶς προσωπικόν· ἔχομεν τὸν περὶ ἀναγνωρίσεως δικαιώματος συντάξεως εἰς τοὺς πρώην βοηθοὺς τῆς ἐπιτροπῆς τῶν συντάξεων, ἐπίσης νόμον καθαρῶς προσωπικόν· ἔχομεν ἐν τῷ ψηφίζεσθαι τὸ περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου νομοσχέδιον, καθαρῶς προσωπικὸν, καὶ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ μεταῤῥυθμίζοντος τὸν προξενικὸν νόμον νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον μεταῤῥυθμίζονται αἱ περὶ παύσεως τῶν γενικῶν προξένων διατάξεις, αἱ ἐξασφαλίζουσαι τοὺς γενικοὺς προξένους ἐν τῇ μονιμότητι τῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν λοιπὸν ἐξαιρέσωμεν, Κύριοι, τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα κρατοῦσα ἰδέα εἶναι τὸ προσωπικὸν συμφέρον καὶ ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν, ἡ λοιπὴ ἐργασία ἡ νομοθετική, ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλήν, τί εἶναι; τὸ πλεῖστον αὐτῆς εἶναι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνήθως οἱ τῶν Ὑπουργείων τμηματάρχαι, ἀναγνωρίζοντες τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἢ εὑρίσκοντες νόμους τινὰς χωλαίνοντας κατά τι, προπαρασκευάζουσι καὶ παρουσιάζουσι διὰ τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ πᾶσαν σύνοδον. Ποῦ εἶναι οἱ ὀργανικοὶ νόμοι; ποῦ εἶναι οἱ νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων θὰ προλάβητε καὶ θὰ θεραπεύσητε τὰς κακίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας κατὰ πᾶσαν στιγμὴν διεκτραγῳδεῖτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς διαπραχθείσας ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως; πότε περιμένετε νὰ θέσητε χεῖρα θεραπείας ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν τῆς πολιτείας καὶ ἐπὶ τῶν πασχόντων καθ’ ὑμᾶς κλάδων τῆς ὑπηρεσίας; Καὶ πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀγορεύσας ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφος ἐξετραγῴδει διὰ χρωμάτων ζωηρῶν τὴν κατάπτωσιν τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν μονονοὺ παρουσιάζει ἐνώπιον ὑμῶν εἰδεχθεστέραν καὶ αὐτοῦ τοῦ δεσποτικωτέρου, τοῦ ἀναδιοργανώτου Κράτους. Ἀλλ’ ἂς μὴ λησμονῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὡς καὶ πάντες οἱ τὰς αὐτὰς ἰδέας ἐξηνεγκόντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι προσβάλλει τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος του, διότι θέλει ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν μομφὴν, κυλίων εἰς τὸν βόρβορον ὅ,τι τιμιώτερον ἔχει, Κύριοι, ἡ πατρὶς, τὴν δικαιοσύνην. Καὶ ἂν τοιαύτη ἦναι ἡ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης, Κύριοι, διατὶ ἑκάστοτε προσφεύγομεν εἰς αὐτὴν, ὡς εἰς ἄγκυραν σωτηρίας, καὶ ὁσάκις θέλωμεν νὰ ἐξουδετερώσωμεν τὴν πολιτικὴν, προσφεύγομεν εἰς τὴν δικαιοσύνην; Ἐὰν λοιπὸν ἡ δικαιοσύνη δὲν παρέχῃ τοιαῦτα ἐχέγγυα, καταργήσατέ την. Ἢ ἆρά γε τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εὐθὺς τὸ πρῶτον ὑπέβαλεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ δικαστικὰ λεγόμενα νομοσχέδια, αὐτὰ θὰ φέρωσι τὴν ἀναμόρφωσιν τῆς δικαιοσύνης; Μὴ ἆρά γε ὁ δικαστὴς, μεταφερόμενος ἀπὸ δικαστηρίου εἰς δικαστήριον, θὰ γείνῃ καλλίτερος, θὰ γείνῃ ἠθικώτερος; Καὶ δὲν ἐννοεῖτε, ποῦ ἔγκειται ἡ ἀναμόρφωσις τῆς δικαιοσύνης; Τὴν δικαιοσύνην, Κύριοι, αὐτοὶ οἱ κατὰ καιροὺς πολιτευόμενοι ἐξ ἀνάγκης ἐξώθησαν ἐκτὸς τῆς τροχιᾶς της, διότι τὴν ἔθεσαν εἰς ἐπαφὴν πρὸς τὴν πολιτικήν. Ἀφ’ ἧς εἰς τὴν δικαιοσύνην ἀνετέθη ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογῶν, ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ἀπὸ τότε ἡ δικαιοσύνη ἔπαυσεν οὖσα ἄσπιλος, διότι ἠναγκάσθη νὰ ἐκπληροῖ καθήκοντα ἀλλότρια. Ἀλλὰ τέλος πάντων, καὶ τοιαύτη οὖσα, ἠδύνατο νὰ ἦναι πολὺ χειροτέρα, ἐνῷ, ἐὰν ἔχωμεν σήμερον σῶμα, τὸ ὁποῖον ἡ πολιτικὴ δὲν κατώρθωσε νὰ διαφθείρῃ, εἶναι ὁ δικαστικὸς κλάδος. Μὴ ἀποβλέπετε εἰς τὰς ἐξαιρέσεις· λάβετε ὑπ’ ὄψει τὸ σύνολον, λάβετε ὑπ’ ὄψει τὴν πενίαν, τὴν ὁποίαν οὐδεμία τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει. Καὶ ὅταν ἀπὸ εἰκοσαπενταετίας ἐκραυγάζομεν καὶ ἐζητοῦμεν ἀπὸ τοὺς κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης νὰ στρέψωσι τὸ βλέμμα καὶ πρὸς τὴν δικαιοσύνην, προλέγοντες τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν τάχιον ἢ βράδιον ἡ δικαιοσύνη θὰ ἔφθανεν, ἄλλαι σκέψεις, ἄλλαι φροντίδες ἀπησχόλουν τοὺς κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν θέλητε, Κύριοι, ν’ ἀνυψώσητε τὴν θέσιν τὴν δικαστικὴν, ὀφείλετε κατὰ πρῶτον νὰ καταστήσητε ἀνεξάρτητον τὸν δικαστὴν, νὰ τὸν μισθοδοτήσητε καλῶς. Εἴδετε, τί πράττουσιν οἱ πρακτικοὶ Ἄγγλοι· μισθοδοτοῦσιν ἱκανῶς τοὺς δικαστὰς, διὰ νὰ ἔχωσι δικαιοσύνην. Καὶ πῶς δύνασθε νὰ ἔχητε πρωτοδίκην ἄξιον, μισθοδοτοῦντες αὐτὸν ὡς τὸν τελευταῖον ἐμποροϋπάλληλον; Πῶς θέλετε νὰ ἔχητε ἐφέτας καλοὺς καὶ ἱκανοὺς, μισθοδοτοῦντες αὐτοὺς ὡς τοὺς μισθοδοτεῖτε; Ἐκεῖ λοιπὸν κατὰ πρῶτον ὀφείλετε ν’ ἀποβλέψητε, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε ν’ ἀναμορφώσῃ τὴν διοίκησιν, ἐκεῖ κατὰ πρῶτον ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψῃ. Ἀλλὰ ποῖον νομοσχέδιον, ποῖον ἔργον νομοθετικὸν ἔφερεν ἐνώπιον ὑμῶν πρὸς τοῦτο; Δὲν γνωρίζω τὸ πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατατεθὲν νομοσχέδιον, ἐὰν ἀφορᾷ εἰς ὅλον τὸν δικαστικὸν κλάδον, νομίζω ὅμως, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ἐπιγραφῆς ἤκουσα, ἀφορᾷ εἰς μόνον τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἀφοῦ τὸ μελετήσω, νὰ ἐκφέρω τὴν περὶ τούτου γνώμην μου, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε λέγω, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ ληφθῇ μέτρον τι, βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ περὶ ὅλων τῶν δικαστηρίων, καὶ οὐχὶ ἐξαιρετικῶς μόνον περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι θὰ ἦναι περιφρόνησις πρὸς τὰ λοιπὰ δικαστήρια νὰ φροντίζωμεν περὶ τοῦ ἀνωτάτου καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὰ κατώτερα, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ ἀπὸ τῶν κατωτέρων ἔπρεπε ν’ ἀρχίσωμεν, ἢ τοὐλάχιστον διὰ μιᾶς νὰ προβῶμεν περὶ ὅλων. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς διοικήσεως, Κύριοι, τίνα μέριμναν καὶ φροντίδα ἐπέδειξεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις; Εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν κυρίως ἀπεδίδετο ἡ μομφή, ὅτι παρέβλεψεν ἐντελῶς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν κυρίως λεγομένην διοίκησιν· ἐὰν δ’ ἡ μομφὴ αὕτη ἦτο ἀληθής, βεβαίως τὴν προσοχὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὤφειλον νὰ προκαλέσωσιν εὐθὺς τὸ πρῶτον οἱ δύο οὗτοι κλάδοι. Τί ἔπραξε περὶ τῆς διοικήσεως; Περὶ μὲν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας οὐδὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν, διότι ἐξαιρέσει τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου τοῦ μεταῤῥυθμιστικοῦ τοῦ περὶ δήμων νόμου, οὐδὲν ἄλλο ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶδον ἀναφερόμενον εἰς τὴν καθαρὰν διοίκησιν, ἐκτὸς τοῦ περὶ ἐπαρχείων καὶ περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων, ὅπερ σήμερον κατετέθη· ἀλλ’ ἐκ τῶν συμβαινόντων, ἐξ ὅσων δηλ. πάντες ἀναγινώσκομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, βλέπομεν, ὅτι αἱ κατὰ νομοὺς διοικήσεις ἦλθον εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὰς δημοτικὰς ἀρχάς. Καὶ ἔχομεν ἀπεργίας Δημοτικῶν Συμβουλίων· ἔχομεν συγκρούσεις Δημάρχων πρὸς ἀστυνόμους· ἔχομεν διαμάχας ἀστυνόμων πρὸς διοικητικὰς ἀρχάς. Τί πράττει εἰς πάντα ταῦτα ἡ Διοίκησις; Ταῦτα πάντα δηλοῦσι κατάστασιν νοσηράν. Ἐὰν κρίνωμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἤδη μετεβλήθη εἰς νόμον, τοῦ μεταῤῥυθμίζοντος τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δήμων νόμου, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀνέπτυξα, ἀντὶ ἀποκεντρώσεως, ὡς ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὸ μέτρον τοῦτο, βλέπω φοβερὰν συγκέντρωσιν, διότι βλέπω δημιουργουμένην παράλληλον τῷ Δημάρχῳ ἀρχὴν, τὴν ἀστυνομικήν. Καὶ ναὶ μὲν κατὰ τὸ φαινόμενον αὕτη ἀποῤῥέει ἀπὸ τοῦ Δημάρχου, διότι κατὰ πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ὑπὸ τοῦ Δημάρχου γίνεται ὁ διορισμὸς τοῦ ἀστυνόμου· ἀλλ’ οὗτος, ἅπαξ λαβὼν τὸν διορισμόν του, δὲν θὰ ἐξαρτᾶται πλέον ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, διότι ἀρκεῖ μία ἔκθεσις τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀρκεῖ μία ἔκθεσις τοῦ Νομάρχου ἢ τοῦ Ἐπάρχου, διὰ νὰ παυθῇ· ἑπομένως αὐτὸς θὰ ἦναι ὑποτελὲς ὄργανον τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Διὰ τῆς ἀστυνομίας δὲ ἡ Κυβέρνησις θὰ κατισχύσῃ τοῦ Δημάρχου. Ὥστε οὐσιωδῶς ὁ νόμος παραδίδει εἰς τὰς διαθέσεις τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ Νομάρχου τὴν δημοτικὴν ἀρχήν. Ἐὰν λοιπὸν, λέγω, ἐξαιρέσωμεν τοῦτο τὸ νομοθέτημα, οὐδὲν ἄλλο βλέπω. Ποίαν λοιπὸν ἰδέαν, ποίαν γνώμην ἔχει περὶ θεραπείας τῆς καταστάσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παριστᾷ ὡς ἀθλίαν, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις; Οὐδὲν σχετικῶς πρὸς τὰ θέματα ταῦτα εἶδον μέχρι τοῦδε εἰσαχθὲν σπουδαῖον θεσμοθέτημα. Ἐν τῇ ἐκθέσει, Κύριοι, τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἀπήντησα περικοπήν τινα, ἀναφερομένην εἰς τὴν διατήρησιν ἢ μὴ τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν Νομικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦ μέρους δὲ τούτου τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς προτείνεται κατὰ μειοψηφίαν ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἐπειδὴ πολλάκις, Κύριοι, ἐγένετο λόγος καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐν τῷ τύπῳ καὶ παρ’ Ὑπουργοῦ ἐξηνέχθη βαρεῖά τις φράσις κατὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὡς μὴ παρέχοντος δῆθεν ἐμπιστοσύνην, (ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν πολιτικῶν πεποιθήσεων, ὑποθέτω,) αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, ἐπειδὴ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Συμβουλίου τούτου ὑπῆρξα μέλος αὐτοῦ καὶ κατόπιν διηύθυνα τὰς ἐργασίας του, νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θὰ ἦτο ἔργον ἀνόσιον ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῶν νομικῶν συμβούλων. Ἴσως εἰς τοῦτο ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἤχθη, φρονοῦσα ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι δημιούργημα τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἐπειδὴ πᾶν τὸ ἀπ’ αὐτοῦ προερχόμενον ἐμπνέει ὀῤῥωδίαν εἰς τὴν παροῦσαν πλειοψηφίαν, προτείνεται καὶ τούτου τοῦ θεσμοῦ ἡ κατάργησις, ἴσως διότι μεταδίδεται καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ὁρμὴ ἐκείνη τῆς καταστροφῆς, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς τῆς 14ης Ὀκτωβρίου. Ἀλλ’ ἀπατῶνται, Κύριοι, ὅσοι φρονοῦσιν ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ὑπῆρξε δημιούργημα τοῦ κ. Τρικούπη. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς, ὁ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην πρὸς ἐμὲ στρέφων τὸ βλέμμα, ὁ ἐπὶ μακρὸν καὶ ἐπανειλημμένως διευθύνας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνθυμεῖται ἴσως, ὅτι πολλάκις ἐγένετο σκέψις, ἀφ’ ἧς τὸ τμῆμα τὸ δικαστικὸν τοῦ Ὑπουργείου διηύθυνεν ὁ κ. Οἰκονομίδης, πολλάκις ἐγένετο σκέψις περὶ καλλιτέρας διεξαγωγῆς τῆς ὑπερασπίσεως τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἵνα μὴ ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι διηγοῦμαι πρὸς αὐτὴν μύθους, ἔχω ἐνταῦθα ἀψευδῆ μάρτυρα, ἔχω αὐτὸν τὸν κ. Οἰκονομίδην, γράψαντα περὶ τῶν δικῶν τοῦ Δημοσίου ἐν ἔτει 1873, καὶ ἔκτοτε λίαν ἀπασχολούμενον ὑπὸ τῆς ἰδέας, πῶς νὰ ἐξευρεθῇ μέσον, ἵνα ἡ ὑπεράσπισις τῶν δικῶν τοῦ Δημοσίου γίνηται, λυσιτελέστερον καὶ εὐωνότερον συγχρόνως, διότι ἡ δαπάνη ἡ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου γινομένη χάριν τῆς ὑπερασπίσεως τῶν δικῶν αὐτοῦ ἐν μόνῃ τῇ πρωτευούσῃ ἔφθανε πολλάκις καὶ εἰς 130,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ἡ ἐργασία δὲ αὕτη ἦτο διανεμημένη εἰς 100 δικηγόρους τῆς πρωτευούσης. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν διὰ λεπτομερειῶν, αἱ ὁποῖαι ἴσως θὰ φανῶσι φορτικαί· ἀλλὰ βεβαίως οὐδεὶς μέχρι τοῦδε εὑρέθη, ἵνα ἀμφισβητήσῃ σπουδαίως τὴν χρησιμότητα τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ πολεμοῦντες αὐτὸν δὲν τὸν πολεμοῦσιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ κατ’ ἀρχὴν, ἀλλὰ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν προσώπων. Καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συνοψίζονται ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ καιροὺς μετεχειρίσθησαν κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Προκειμένου περὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν νομικῶν συμβούλων, προὐτάθη ἡ κατάργησις τοῦ Συμβουλίου τούτου, διότι ναὶ μὲν αἱ ὑποθέσεις τοῦ Δημοσίου διεξάγονται σήμερον μετὰ μείζονος προσοχῆς ὑπὸ δικηγόρων, ἀλλὰ τὰ ἀποτελοῦντα τὸ Συμβούλιον τοῦτο πρόσωπα, ἐκλεχθέντα κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν ἐγγυτέρων ὀπαδῶν τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως....» Κύριοι, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω τί νὰ θαυμάσω καὶ κατὰ πόσον νὰ ἀπορήσω, ὅτι εἰς ἔγγραφον τοιοῦτο, φέρον τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ῥίπτεται κατὰ πρόσωπον προσώπων, τὰ ὁποῖα μέχρι πρὸ ὀλίγου ἀνῆκον εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, τὸν ὁποῖον βεβαίως δὲν ἠτίμασαν, ῥίπτεται ἡ μομφὴ, ὅτι εἶναι ὀπαδοὶ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, ὡς ἂν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις διὰ τοῦ φανοῦ τοῦ Διογένους ἐζήτει μεταξὺ τῶν δικαστικῶν προσώπων νὰ εὕρῃ τοὺς ὀπαδούς της, ἵνα τοὺς διορίσῃ νομικοὺς συμβούλους. Εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ἀπετάθη ἄνευ διακρίσεως πολιτικῆς χροιᾶς, ἂν τοιαύτη δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς δικαστικὰ πρόσωπα, εἰς πάντας τοὺς δυναμένους νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς νομικοὶ Σύμβουλοι τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω πρόσωπα· ἄλλως, ἐὰν κατέφευγον εἰς τὸ μέσον τοῦτο, θὰ ἐπείθεσθε, ὅτι οὐδεμία διάκρισις μεταξὺ τῶν προσώπων ἢ τῶν ὑποτιθεμένων πολιτικῶν αὐτῶν φρονημάτων ἐγένετο. Εἰς ἓν μόνον ἀπέβλεπεν ἡ ὑπηρεσία, εἰς τὸ νὰ ἐκλέξῃ τὰ κατάλληλα καὶ ἱκανὰ πρόσωπα. Λοιπὸν «ἐκλεχθέντες ἐκ τῶν ἐγγυτέρων ὀπαδῶν τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως», τί ἔπραξαν; Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, «ἐνόμισαν ἑαυτῶν καθῆκον, ὅπου δὲν ἀνεχαιτίζοντο ὑπὸ ἰδιαιτέρων λόγων, νὰ ἐπιδιώκωσιν ἐξ ὑπερμέτρου ζήλου διὰ παντὸς τρόπου τὸ συμφέρον δῆθεν τοῦ Δημοσίου....» Καταμαρτυροῦσι λοιπὸν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διότι διὰ παντὸς τρόπου ἐζήτει τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ὑποθέτω διὰ τρόπου θεμιτοῦ, δὲν ὑποθέτω ὅτι εἰς τὴν διάνοιαν τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ὑπῆρξεν, ὅτι καὶ δι’ ἀθεμίτου τρόπου ζητοῦσι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου οἱ νομικοὶ σύμβουλοι.
§15ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε. Ὁμιλεῖτε περὶ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἀνέφερον αὐτὸ· δὲν εἶναι γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς.
§16ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἶναι τοῦ εἰσηγητοῦ ἰδέα.
§17ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι· εἶναι κατὰ πλειοψηφίαν.
§18ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἡ αἰτιολογία δὲν εἶναι τῆς πλειοψηφίας· προετάθη ὑπό τινος μέλους.
§19ΣΤΕΦΑΝΟΥ. (ἀναγινώσκει). «ἐπηρεάζοντες ἔστιν ὅτε διὰ τοῦ ὄγκου τῆς ἐξουσίας καὶ αὐτὰ τὰ δικαστήρια, πρὸς βλάβην τῶν δικαιουμένων πολιτῶν....»
§20ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἰδέα τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§21ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἡ ἔκθεσις τὸ λέγει. Βεβαίως, ἐὰν ἤμην μέλος αὐτῆς ἐγὼ, θὰ ἀπηξίουν νὰ βάλω τὴν ὑπογραφήν μου εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην· ἢ τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ λεχθῇ, ὅτι εἶναι γνώμη ἑνὸς μέλους.
§22ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ· ἐννοεῖτε, ὅτι εἶπον καὶ τὰς ἐλλείψεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ τοιαύτην γνώμην δὲν ἐξηνέγκομεν ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς· εἰς μόνον ἐξήνεγκε τοιαύτην γνώμην.
§23ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τότε μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγὼ δὲν πταίω· διότι ἐδῶ ἐκτίθεται ὡς γνώμη ἀναπτυχθεῖσα οὐχὶ ὑπὸ ἑνὸς καὶ μόνου μέλους. Χαίρω, κύριε συνάδελφε, ἀκούων ὅτι οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, καὶ ὅτι αὕτη δὲν εἶναι, παρὰ μοναδικὴ γνώμη.
§24ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔγεινε λόγος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ περὶ ἑνὸς σκανδαλώδους συμβιβασμοῦ ὑποθέσεώς τινος ἐν Ὀλυμπίᾳ.
§25ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μοὶ δίδετε ἀφορμὴν νὰ ἀναπτύξω τὰ τοῦ συμβιβασμοῦ αὐτοῦ, ἵνα σᾶς πείσω.
§26ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ πείσητε ἐμὲ, ἀλλὰ τὴν κοινωνίαν. Δυστυχῶς δὲν εἴμεθα ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου δικάζει καὶ ἡ Βουλή.
§27ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ὅσα λέγονται ἐδῶ τὰ ἀκούει καὶ ἡ κοινωνία. Θὰ σᾶς εἴπω λοιπὸν τὰ περὶ συμβιβασμοῦ τοῦ Παπαλέξη, διότι περὶ αὐτοῦ ἐγένετο λόγος καὶ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μοὶ τὸ ὑπεμνήσατε. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐλαττωμάτων τοῦ θεσμοῦ θεωρεῖται ὑπὸ τῆς ἐκθέσεως, ἣν πρὸ μικροῦ ἀνεγίνωσκον, ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἀπαιτουμένης παμψηφίας δὲν κατορθοῦται συμβιβασμός. Τώρα βεβαίως δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω τὸν ἐξενεγκόντα τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι ἐκ κακῆς πίστεως ὑποστηρίζει αὐτήν· διότι ἴσα ἴσα ὁ κανονισμὸς τοῦ τρόπου τῶν συμβιβασμῶν τοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν ἀντιδίκων του εἶναι ἓν ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὸν θεσμὸν τῶν νομικῶν συμβούλων χρησιμώτατον, διότι πρὸ τοῦ θεσμοῦ τῶν νομικῶν συμβούλων σπανιώτατα ἠδύνατο δίκη νὰ συμβιβασθῇ· διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἠμφισβητεῖτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τοῦ συμβιβάζεσθαι, ἀλλ’ οὗτος δὲν εἶχε καὶ ποῦ νὰ στηριχθῇ, διὰ νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ὠφελίμου τοῦ συμβιβασμοῦ, διότι πρὸς τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ πραγματικοῦ μέρους τῆς δίκης· καὶ βεβαίως οὐδεὶς ἐκ τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὸν καιρὸν, ἢ καί τινες ἐξ αὐτῶν δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ μελετήσωσι δικογραφίας, καὶ νὰ λύσωσι νομικὰ ζητήματα, ἔστω καὶ τῇ βοηθείᾳ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ὁ ὁποῖος ἄλλως τε μόνον ἀπὸ τοῦ 1867 ὑπάρχει παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν. Εὐθὺς δὲ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τῶν νομικῶν συμβούλων οἱ συμβιβασμοὶ τοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν ἀντιδίκων αὐτοῦ κατέστησαν εὐχερέστεροι. Ἀλλ’ ἐτέθη ὁ ὅρος τῆς παμψηφίας τοῦ Συμβουλίου· καὶ ὀρθῶς καὶ δικαίως· διότι δὲν ἦτο ὀρθὸν, ἀφοῦ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἠδύνατο καὶ ἐκ τριῶν μελῶν νὰ καταρτισθῇ, δύο ψῆφοι ν’ ἀποφασίζωσι περὶ συμβιβασμοῦ πολλάκις σπουδαιοτάτων συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Καὶ διὰ τοῦτο, ὁσάκις καὶ ὁ προκάτοχός μου καὶ ἐγὼ αὐτὸς διηυθύναμεν τὰς ἐργασίας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ σπουδαίων συμβιβασμῶν ἀπῃτοῦμεν τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Συμβουλίου. Οὐδέποτε τὸ Συμβούλιον κατηρτίσθη ὑπὸ ἔλασσον τῶν 5 μελῶν. Καὶ ἐνταῦθα ἔρχομαι νὰ λαλήσω περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ τῆς Ὀλυμπίας, εἰς τὸν ὁποῖον, φαίνεται, ἐδόθη σκανδαλώδης χαρακτήρ.
§28ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πόσων ἐτῶν ἦτο ἐκκρεμὴς ἡ δίκη αὕτη; δύνασθε νὰ μᾶς διαβεβαιώσητε;
§29ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω ἀπὸ τὸ 1838 ἢ 1840.
§30ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐθεωρήθη εὔθετος ὁ χρόνος τοῦ συμβιβασμοῦ πρὸ τῶν ἐκλογῶν!
§31ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν εἶχον νὰ κάμουν αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὰ 1888.
§32ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν ἠξεύρει ὁ ἄνθρωπος. Νομίζει ὅτι δύναται νὰ τὸ σχετίσῃ καὶ αὐτὸ μὲ τὰς ἐκλογάς.
§33ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι, τὰ τῆς ὑποθέσεως ἰδοὺ πῶς ἔχουσιν ἐν συνόψει: Καὶ ταῦτα πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ἐκτεθῶσι, διὰ νὰ ἐκλείψωσιν αἱ ὑπόνοιαι αὗται, αἱ ἀτόπως ἐγειρόμεναι. Δι’ ἑνὸς τίτλου ἠγόρασαν παρ’ Ὀθωμανῶν τρία τσιφλίκια ὁ Ζαφειρόπουλος, ὁ Ἀναγνώστης Δεληγιάννης καὶ ὁ πατὴρ ἢ πάππος ἢ θεῖος τοῦ Παπαλέξη, ὅτε ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1836 ἐπὶ τῆς Ἀντιβασιλείας ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκηρύσσοντο ὅλα τὰ δάση ἐθνικὰ, πλὴν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ἤθελον προσαχθῆ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους τίτλοι ἰδιοκτησίας νομίμως συντεταγμένοι. Ἡ προθεσμία αὕτη παρετάθη ἐπὶ ἕτερον ἔτος, ἔληγε δὲ κατὰ τὸ 1838. Καὶ ὁ Ἀναγνώστης Δεληγιάννης καὶ ὁ Ζαφειρόπουλος καὶ ὁ Παπαλέξης προσήγαγον τοὺς τίτλους των ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου. Οἱ τίτλοι δὲ οὗτοι περιήρχοντο ἀπὸ τοῦ δασονόμου Μεσσηνίας εἰς τὸ δασονομικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸν ἔπαρχον καὶ τὸ δασονομικὸν τμῆμα ἐπὶ πολύ. Ἐθεωρήθησαν δὲ ὡς ἀνεπαρκεῖς οἱ τίτλοι οὗτοι. Μακρὰ ἀλληλογραφία διημείφθη μετὰ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν καὶ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, μεθ’ ὅλης ἐκείνης τῆς ἀκριβολογίας, ἡ ὁποία διέκρινε τὴν Βαυαρικὴν διοίκησιν, ὅτε κατὰ τὸ ἔτος 1845 ὁ Ἀναγνώστης Δεληγιάννης κατορθώνει νὰ ἀναγνωρισθῶσιν οἱ τίτλοι του ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ νὰ ἀναλάβῃ εἰς τὴν κατοχήν του τὸ τσιφλίκιον αὐτό. Σημειώσατε ὅτι τὰ τσιφλίκια αὐτὰ εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον δάση. Τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ ἔτος 1845. Ὁ ἕτερος; ὁ Ζαφειρόπουλος, ὁ ἐπὶ τοῦ ἰδίου τίτλου, ἐπὶ τοῦ ἰδίου χοτζετίου ἢ ταπίου στηρίζων τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, διότι ἀπὸ κοινοῦ ἠγόρασαν καὶ διένειμαν μετὰ ταῦτα, προσέφυγεν εἰς τὴν διοίκησιν καὶ λέγει: «ἀφοῦ ἀνεγνώρισες τοῦ Δεληγιάννη τὰ δικαιώματα, διατὶ δὲν ἀναγνωρίζεις καὶ τὰ ἰδικά μου; Ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ τίτλου ἀποῤῥέουσι καὶ τῶν δύο.» Μετὰ μακρὸν ἀγῶνα, κατὰ τὸ 1867, ἀναγνωρίζονται καὶ τὰ δικαιώματα τῶν Ζαφειροπούλων, καὶ τίθενται οὗτοι εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ ἀνήκοντος εἰς αὐτοὺς μέρους ἐκ τοῦ τσιφλικίου αὐτοῦ. Ἔμενεν ὁ Παπαλέξης, ὁ ὁποῖος, ὅπως καὶ ὁ Ζαφειρόπουλος,—διότι ὁ Δεληγιάννης δὲν εἶχε κινήσει ἀγωγὴν,—εἶχε κινήσει ἀγωγὴν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἡ ἀγωγὴ αὕτη περιῆλθεν ὅλα τὰ στάδια μέχρι καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀναιρεθείσης νομίζω τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, καὶ παραπεμφθείσης εἰς τὸ ἐδῶ Ἐφετεῖον. Ὅλον δὲ τὸ ζήτημα ἦτο οὐχὶ περὶ τῆς κυριότητος, ἀλλ’ ἐὰν ἐγκαίρως εἶχον προσαχθῆ οἱ τίτλοι ἐνώπιον τῆς δασονομικῆς ἀρχῆς, καὶ ἑπομένως ἂν ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ἰδιόκτητα τὰ δάση αὐτὰ, ἢ ὤφειλον νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐθνικὰ, αὐτὸς δὲ, ὡς μὴ προσαγαγὼν ἐγκαίρως τοὺς τίτλους του, ἔκπτωτος παντὸς δικαιώματος. Εἰς τοῦτο καὶ μόνον συνίστατο ὅλη ἡ δίκη, διότι, λυομένου τοῦ ζητήματος τῆς μὴ ἐκπτώσεως, ὅτι δηλαδὴ ἐγκαίρως εἶχον προσαχθῆ οἱ τίτλοι, τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας ἦτο ἀναμφισβήτητον, προκῦπτον ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Ἀναγνωρισθείσης δὲ τῆς ἰδιοκτησίας ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους δύο, τὸν Ἀναγνώστην Δεληγιάννην καὶ τὸν Ζαφειρόπουλον, διατὶ νὰ μὴ ἀναγνωρισθῇ οὗτος καὶ διὰ τὸν Παπαλέξην; Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἦτο ἀνατεθειμένη, Κύριοι, εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον κ. Μιλτιάδην Ράλλην. Οὗτος, ἐλθὼν πρὸς ἐμὲ, διευθύνοντα τὸ δικαστικὸν τμῆμα, κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς συζητήσεως ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου, μοὶ ἐκθέτει τὰ τῆς ὑποθέσεως καὶ μοὶ λέγει: «οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις· νομίζω ὅτι θὰ τὴν χάσωμεν εἰς τὸ Ἐφετεῖον· ἑπομένως, ἐὰν νομίζῃς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διατρέξωμεν τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα, νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον τὴν ὑπόθεσιν, ἵνα συμβιβασθῶμεν.» Ἐπειδὴ ἦτο παραμονὴ τῆς συζητήσεως, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τῷ εἶπον: «ἂς συζητηθῇ, καὶ βλέπομεν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως.» Ἐκδίδεται ἡ ἀπόφασις, καὶ ἐπιβάλλει ἀποδείξεις εἰς τὸ Δημόσιον, νομίζω, ἢ εἰς τὸν ἀντίδικον, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς. Ἀλλ’ αἱ ἀποδείξεις αὗται ἦσαν ἐντὸς τῆς δικογραφίας, διότι τὰ Βαυαρικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἦσαν γερμανιστὶ καὶ γαλλιστὶ γεγραμμένα ἀπὸ τὸ Δασαρχεῖον τὸ τότε καὶ τὸ δασονομικὸν τμῆμα, ἀπεδείκνυον, ὅτι οἱ τίτλοι αὐτοὶ εἶχον παρουσιασθῆ ἔκτοτε, μόνον δὲ ἀνεπαρκεῖς ἐθεωρήθησαν, διότι ἦτο ζήτημα πραγματικόν. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐγὼ αὐτὸς εἰσήγαγον ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐπὶ τρεῖς συνεδριάσεις συνεζητοῦμεν, καὶ διήλθομεν ὅλα τὰ ἔγγραφα. Κατ’ ἐξαίρεσιν δὲ, Κύριοι, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, διότι ἀνεμιγνύετο τὸ ὄνομα Βουλευτοῦ, ἔκαμα μακρὰν εἰσήγησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναλύσας ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως, καὶ ὑποβαλὼν εἰς αὐτὸν τὰ ἔγγραφα αὐτῆς, ἐκ τῶν ὁποίων ἐζήτησα καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος νὰ πεισθῇ, ὅτι οὕτως εἶχε καὶ ὀρθῶς εἶχε τὸ πρᾶγμα. Καὶ μετὰ τοιαύτην συζήτησιν καὶ μετὰ τοιαύτην λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, Κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνέκρινε τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου. Τί δικαιότερον λοιπὸν τούτου, Κύριοι; καὶ διατὶ ἠθέλατε οἱ Ζαφειρόπουλοι νὰ νέμωνται καὶ νὰ ἦναι ἐν τῇ κατοχῇ τοῦ αὐτοῦ τσιφλικίου, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ αὐτοῦ τίτλου ἠγόρασαν παρὰ τῶν Ὀθωμανῶν; καὶ διατὶ ἠθέλατε ὁ Ἀναγνώστης Δεληγιάννης καὶ οἱ κληρονόμοι του νὰ νέμωνται τὸ μέρος, τὸ ἐκ τοῦ αὐτοῦ τίτλου προερχόμενον, καὶ ὁ Παπαλέξης νὰ μὴ τὸ ἔχῃ, καὶ τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιμένῃ ὅπως τὸν θεωρήσῃ ἔκπτωτον, ἐνῷ ἐν τῇ δικογραφίᾳ αὐτῇ ὑπῆρχον αἱ ἀποδείξεις, ὅτι ἐγκαίρως προέβαλε τοὺς τίτλους του, ὅπως καὶ οἱ ὁμόδικοί του; Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόθεσις τῆς Ὀλυμπίας, περὶ τῆς ὁποίας οὕτως ἔκριναν οἱ μὴ γνωρίζοντες βεβαίως τὰς λεπτομερείας αὐτῆς. Προκειμένου δὲ περὶ συμβιβασμῶν, Κύριοι, προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ ὑποδείξῃ ἕνα συμβιβασμὸν, ἕνα καὶ μόνον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ μόνον τοῦτο, οὐδὲν δὲ ἄλλο. Καὶ τί ἀνάγκην εἶχον, Κύριοι, οἱ σύμβουλοι, νὰ προσδεθῶσιν εἰς τὸ ἅρμα τῆς Κυβερνήσεως τῆς πεσούσης; Τί περιέμενον ἀπὸ αὐτήν; τιμήν; δόξαν; τί περιέμενον; Ὅλοι ἦσαν εἰς τὸ τέλος τοῦ σταδίου των, ὅλοι εἶχον κεκτημένον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Τί περιέμενον περισσότερον; Νὰ προβιβασθῶσι; Τί νὰ γείνωσι; Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας; Δὲν ὑπῆρχε Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Πρέσβεις; Ἄλλως τε, Κύριοι, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατέτριψαν τὴν ζωὴν αὐτῶν, τὰ ὡραιότερα ἔτη τῆς ζωῆς των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος των, θεραπεύοντες τὴν δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἠτίμασαν, ἐν τῷ τέλει τοῦ σταδίου των θὰ ἐπωλοῦντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν;
§34ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δύνανται καὶ νὰ χαρίζωνται.
§35ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Συνείθισαν, κύριε Πετσάλη, οἱ ἄνδρες οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὡς δικασταὶ, νὰ μὴ χαρίζωνται εἰς κανένα· καὶ αἱ καλαὶ ἕξεις δυσκόλως ἀποβάλλονται.
§36ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περὶ τοῦ πλοιάρχου Κασσίου;
§37ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τίνος Κασσίου;
§38ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕν λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον ἔγεινεν εἰς τὸ Τσάγεζι.
§39ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σᾶς προκαλῶ, κύριε συνάδελφε, νὰ φέρητε... μάλιστα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ ἐδῶ τὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Καὶ ὅταν εὕρητε παράβασιν μέσα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἢ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ὑπόθεσιν, ὅταν εὕρητε παράβασιν, σᾶς δίδω ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἀποκαλέσητε διεφθαρμένον, ἐὰν καὶ ἐγὼ εἶχον μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Προκαλῶ οἱονδήποτε, Κύριοι, νὰ ἀναδιφήσῃ ὅλας τὰς πράξεις καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὅταν εὕρῃ μίαν παράβασιν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἀποδώσῃ οἱανδήποτε μομφήν. Δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ πλάνη· οἱ δικασταὶ σφάλλουσιν ἐνίοτε εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἰς τὸ πραγματικὸν ζήτημα σπανίως χωρεῖ πλάνη. Καὶ ἀφοῦ τὸ λέγω μετὰ τόσης πεποιθήσεως, εἶμαι βέβαιος περὶ τοῦ πράγματος, διότι οὐδέποτε συνησθάνθην τὴν συνείδησιν ἐλέγχουσάν με. Ἴσως ἡ συζήτησις αὕτη παρετάθη ὑπὲρ τὸ δέον· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐξεπλήρωσα καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἠσθάνθην καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς ἀποτελέσας ἄλλοτε μέλος τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου.
§40ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ Τσάγεζι;
§41ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐπειδὴ ὁ συνάδελφος ἐπιμένει, παρὰ τὸ πρέπον, ἐπαναλαμβάνων τὴν λέξιν, νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα. Δὲν γνωρίζω τίποτε πλειότερον διὰ τὸ Τσάγεζι.
§42ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε καλὸν θὰ ἦτο νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καί τινας ἀποφάσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου περὶ λαθρεμπόρων.
§43ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὰ παράπονά σας τὰ γνωρίζω περὶ τοῦ δημάρχου Σκλαβοῦνου.
§44ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ ὁποῖος εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος λαθρέμπορος, καὶ ἐν τούτοις πολλάκις ἠθωώθη, καὶ ἄλλοτε ἐμετριάσθη ἡ ποινή του.
§45ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ τί ἠθέλατε νὰ τὸν κάμωμεν; νὰ τὸν φουρκίσωμεν;
§46ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ τῷ ἐπιβάλητε τὰς ποινὰς τοῦ νόμου.
§47ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ ἐξ ἕξεως δικαστικῆς δὲν ἀποκλίνω εἰς τὰς ἰδέας τοῦ Νέρωνος· ἐγὼ ἐξ ἐπιεικείας πάντοτε ὁρμῶμαι. Ὁ νόμος ἴσα ἴσα δι’ αὐτὸ θέτει διαβάθμησιν ποινῆς, ἀφίνει δὲ ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὸν δικαστὴν, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ὑπαγορεύσεων τῆς συνειδήσεώς του, νὰ ἐπιβάλλῃ πρόστιμον.
§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄλλος τις, πρώτην φορὰν καταγγελθεὶς, ἐτιμωρήθη ἀμειλίκτως· αὐτὸς δὲ, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐπανάληψιν ἐτιμωρήθη ὡς ἐξ ἐπαγγέλματος λαθρέμπορος, δὲν ὑπέστη τὴν προσήκουσαν ποινὴν, ἀλλ’ εὗρε πάντοτε ἐπιείκειαν ἐν τῷ Νομικῷ Συμβουλίῳ.
§49ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ τὸν Σκλαβοῦνον δὲν γνωρίζω· τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα κατετέθησαν ἄλλοτε, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως Βουλευτοῦ, ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐγένετο.
§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατετέθη ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁμολογεῖ, ὅτι ἐπανειλημμένως κατεδικάσθη, καὶ πάντοτε ἐπιεικῶς.
§51ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸν κηρύξωμεν ἔκπτωτον τῆς δημαρχίας. Ποινὴν προστίμου τῷ ἐπεβάλαμεν, κατὰ συνείδησιν.
§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑποβιβάζετε τὰς ποινὰς τῶν ἐφόρων.
§53ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Οἱ ἔφοροι εἶναι ἐντελῶς ἀδαεῖς, καὶ διὰ μικροτάτας παραβάσεις ἐπιβάλλουσι πολλάκις πρόστιμα ὑπέρογκα. Ὅταν διὰ μίαν ὀκᾶν καπνοῦ ἐπιβάλητε 500 δραχμὰς, διὰ λαθρεμπόριον 30 ὀκάδων τί θὰ ἐπιβάλητε; Ἐξηντλήσατε πλέον τὴν κλίμακα τῆς ποινῆς.
§54ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἦτο κομματάρχης τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ διὰ τοῦτο συνέβαινον αὐτά.
§55ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριε Εὐταξία, ἐὰν ὁ Σκλαβοῦνος εἶχε κατορθώσει νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, τί πταίει τὸ Συμβούλιον;
§56ΣΑΚΚΗΣ. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπέδειξε πολλάκις, ὅτι κατεδολιεύθη τὸν νόμον, καὶ ὁ κ. Στεφάνου ἔδειξε τοιοῦτον δεῖγμα, διότι διωρίσθη Νομάρχης, ἵνα καταδολιευθῇ τὸν νόμον.
§57ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὸ εἶναι προσωπικὸν, κύριε Σάκκη, καὶ δὲν θὰ τὸ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον οὐδόλως ἐπεμβαίνει. Μοὶ ἀπεδόθη, ὅτι ἐγὼ ἐγνωμοδότησα περὶ ἀνωτέρου λειτουργοῦ δικαστικοῦ, ὁ ὁποῖος παρῃτήθη, καὶ διὰ νὰ λάβῃ τὴν σύνταξίν του, προεκάλεσε τὸν διορισμόν του ὡς ὑπογραμματέως Πρωτοδικείου. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ ἐγνωμοδότησα περὶ μὴ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς αὐτὸν, τοὐναντίον εἶχον ἀντίθετον γνώμην. Ἀλλὰ τὰ τῆς ἀπονομῆς τῶν συντάξεων δὲν ἀνῆκον εἰς τὸ δικαστικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ 4ον τμῆμα, ἤτοι τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον. Ὁ δὲ τμηματάρχης εὑρέθη διαφωνῶν πρὸς ἐμὲ, μολονότι τοῦ ὑπέδειξα, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων θὰ χάσῃ τὴν δίκην, ὅπως καὶ συνέβη. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία ἦτο ἐναντία, δὲν ἠδυνάμην ἐγὼ, ἐπεμβαίνων εἰς ξένα καθήκοντα, νὰ τὴν ἀναγκάσω νὰ ὑποχωρήσῃ, καὶ νὰ προκαλέσῃ διάταγμα περὶ ἀπονομῆς συντάξεως. Πράγματι τὸ Δημόσιον ἡττήθη κατὰ κράτος, ἐνώπιον ὅλων τῶν βαθμῶν τῶν δικαστηρίων. Ἐγὼ εἶχον τὴν ἱκανοποίησιν νὰ εἴπω εἰς τὸν τμηματάρχην, ὅταν τῷ διεβίβασα πρὸς ἐκτέλεσιν τὴν τελεσίδικον ἀπόφασιν, ὅτι προεῖπον ὅ,τι συνέβη. Ὥστε ἀδίκως ἀποδίδεται εἰς ἐμὲ ἡ μομφὴ, ὅτι ἐγὼ ἐγνωμοδότησα ἐναντίον, καὶ ὅτι ἐφήρμοσα εἰς τὸν ἑαυτόν μου τὴν παροιμίαν «δάσκαλε ’ποῦ ’δίδασκες καὶ νόμον δὲν ἐκράτεις». Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ὁσάκις οἱοσδήποτε δημόσιος ὑπάλληλος προτιμᾷ νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἡ θέσις αὕτη προτιμᾶται πάσης ἄλλης, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, δὲν λέγω ὅτι ἔχει καθῆκον ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἔχει ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ βοηθήσῃ αὐτὸν, καὶ νὰ καταστήσῃ εὔκολον τὴν εἰς τὸ Κοινοβούλιον εἴσοδόν του, ἐννοεῖται ἂν ἐπιτύχῃ εἰς τὰς ἐκλογάς. Οὕτω πως ὁ ἀξιότιμος ἡμῶν συνάδελφος καὶ Πρόεδρος ἐπαύθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἅμα ὡς ἐδήλωσεν ὅτι ἐπεθύμει νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἀπὸ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ παραιτηθῇ διότι δὲν εἶχε τὴν νόμιμον ἡλικίαν, ἵνα ἀπολαύσῃ σύνταξιν.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπαύθη ἀπὸ τὸν μακαρίτην Κουμουνδοῦρον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Κωνσταντόπουλος). Ἀπὸ τὸν κ. Ρικάκην.
§60ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἴσως καλά. Εἰς τὴν θέσιν ταύτην εἶναι καὶ πολλοὶ ἄλλοι· δὲν ἐνθυμοῦμαι προχείρως τὰ ὀνόματά των. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Πολιτεία θὰ ἐφαίνετο ἄσπλαγχνος πρὸς ὑπάλληλον, ὅστις τὴν ὑπηρέτησεν ἐπὶ σειρὰν 27 ἐτῶν, νὰ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως.
§61ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν ἀρνεῖταί τις τὸ δικαίωμά σας, ἀλλὰ σᾶς ἀδικεῖ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδιώξατε αὐτό.
§62ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος. Δὲν ἠμποροῦσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μοῦ εἴπῃ, καλὰ καὶ σώνει, «θέλω νὰ μὲ ὑπηρετήσης». Ἐγὼ εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἠδυνάμην νὰ παυθῶ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατεῖχον. Ἡ Κυβέρνησις ἀμφέβαλλεν· ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι ἠδυνάμην νὰ παυθῶ, ἀφοῦ ἐδήλωσα, ὅτι προετίμων νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ Κοινοβούλιον· τὴν γνώμην δὲ ταύτην ἠσπάσθη ἡ Κυβέρνησις.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ διακοπὴ 10 λεπτῶν;
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα, νὰ γείνῃ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 70,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891 δι’ ἀπαλλοτρίωσιν κτημάτων καὶ ἔξοδα ἐκτελέσεως καὶ καταμετρήσεως λόγῳ ἀρχαιολογικῆς ἀνασκαφῆς ἐν Δελφοῖς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 263). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ γενικωτέρα ἐπίκρισις τοῦ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, ἡ παρ’ ὅλων τῶν ἀποχρώσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπαναληφθεῖσα, εἶναι, ὅτι οὗτος δὲν εἶναι ἴδιος ἡμῶν προϋπολογισμὸς, ἀλλὰ στηρίζεται ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπίκρισις αὕτη, γιγνομένη παρ’ ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν, μὴ ἀναγνωριζόντων ὡς ἀρχηγὸν αὐτῶν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ἔχει ἴσως τυπικήν τινα δικαιολογίαν, ἀλλὰ μόνον τυπικήν. Ἐπαναλαμβανομένη ὅμως καὶ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀναγνωρίζουσιν ὡς ἀρχηγὸν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, στερεῖται καὶ τῆς τυπικῆς ταύτης δικαιολογίας. Εὑρίσκεται δ’ ἐν πλήρει ἀντιφάσει πρὸς τὴν ἐπίκρισιν, ἣν ποιοῦνται οἱ αὐτοὶ Βουλευταὶ, τῶν λεπτομεριῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου. Οἱ καλῶς ἀντιλαμβανόμενοι τῆς ἐν γένει σημασίας τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δύνανται νὰ ἐπικρίνωσιν ἡμᾶς, διότι δὲν ἀνετρέψαμεν ἀμέσως ἐκ θεμελίων τὴν ἀπὸ ἐτῶν παρ’ ἡμῖν λειτουργοῦσαν οἰκονομικὴν νομοθεσίαν, ὅπως ὑποβάλωμεν ὅλως νέον προϋπολογισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἡ νομοθεσία ἡ καθορίζουσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν τρόπον τῆς ἐπιβολῆς τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, πρὸς λειτουργίαν τῶν ὁποίων δαπανῶνται τὰ ἐκ τῶν φόρων εἰσπραττόμενα χρήματα. Ἕκαστος φόρος στηρίζεται ἐπὶ ἰδίας νομοθεσίας, ὁριζούσης τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, ἑκάστη δὲ τῶν ὑπηρεσιῶν, διὰ τὰς ὁποίας δαπανῶνται τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ δυνάμει ἰδίων ὀργανισμῶν καὶ νόμων. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲ εἶναι ἡ λογιστικὴ, οὕτως εἰπεῖν, ἀπόῤῥοια καὶ συγκέντρωσις τῶν διαφόρων τούτων νομοθεσιῶν, ἐφ’ ὧν στηρίζεται καὶ ὧν ἀναγράφει τὰ χρηματικὰ ἀποτελέσματα, χρησιμεύει δὲ, ὅπως δι’ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ οὐχὶ τὴν μόρφωσιν τῶν πόρων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ τὴν ἄδειαν πρὸς λειτουργίαν τῶν ὑφισταμένων τοιούτων. Οὐδεὶς ἑπομένως, ὀρθῶς σκεπτόμενος, δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐλεύσεώς της ἀνατρέψῃ πάσας τὰς νομοθεσίας, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ εἰσαγάγῃ τοιοῦτον ἐπὶ ὅλως νέων βάσεων. Τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἔργον μηδενιστικόν, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον βεβαία μὲν ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀνατροπὴ τῶν ἰσχυουσῶν νομοθεσιῶν, ἀβεβαία δὲ ἡ τῶν νέων θεσμῶν, οἵτινες ἤθελον ἀντικαταστήσει αὐτὰς, ἀποτελεσματικὴ λειτουργία. Ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐθεωρήσαμεν ὡς πρῶτον ἡμῶν καθῆκον νὰ φροντίσωμεν, ὅπως πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους ἐξακολουθήσωσι λειτουργοῦσαι· δεύτερον δὲ καθῆκον θεωροῦμεν τὴν φροντίδα, ἵνα βελτιώσωμεν τὰς ὑπηρεσίας ταύτας καὶ διορθώσωμεν τὰ ἐν αὐταῖς κακῶς ἔχοντα. Τὰ παραδείγματα δὲ, ἅτινα οἱ ἐπικρίνοντες ἡμᾶς ἔφερον πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρισμῶν των, ἀρκοῦσιν, αὐτὰ καὶ μόνα, ν’ ἀνατρέψωσι τοὺς ἰσχυρισμούς των τούτους. Εἶπον ὅτι ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἐλθὼν εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸ 1880, συνέταξεν ἐντὸς πέντε ἡμερῶν προϋπολογισμόν, στηριζόμενον ἐπὶ βάσεων ὅλως ἀλλοίων ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζοντο οἱ προηγούμενοι προϋπολογισμοί. Ἀλλὰ τίνα ἔφερεν ἀποτελέσματα τὸ τοιοῦτον αὐτοῦ ἔργον; συνταχθεὶς προϋπολογισμὸς ἀπεδείχθη ἀπραγματοποίητος καὶ ἐγκατελείφθη ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν· ἀφῆκε δὲ μόνον πάγιον ἀποτέλεσμα τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ἂν καὶ ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ δὲν μετεμελήθη ἤδη. Ἕτερον παράδειγμα ἔφερον τὰς ὑπὸ τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἰταλίας εἰσαχθείσας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτῆς οἰκονομίας ἐκ 36 ἑκατομμυρίων, καὶ μᾶς ἐπέκριναν, διότι δὲν ἠκολουθήσαμεν καὶ ἡμεῖς τὴν αὐτὴν ὁδόν. Ἂν οἱ τὸ παράδειγμα τοῦτο μνημονεύσαντες ἐγνώριζον τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Ἰταλίας, βεβαίως ἤθελον ἐννοήσει, ὅτι αἱ οἰκονομίαι τοῦ Ἰταλικοῦ Ὑπουργείου δὲν εἶναι σχετικῶς ἀνώτεραι ἐκείνων, ἃς ἡμεῖς εἰσηγάγομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἰταλίας ἀνέρχεται εἰς ἓν δισεκατομμύριον καὶ ὀκτακόσια ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν πλέον τῶν 400,000,000 διατίθενται εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δαπάνας καὶ 200,000,000 περίπου εἰς δημόσια ἔργα. Ἐπὶ τῶν δύο τούτων κεφαλαίων τὸ Ἰταλικὸν Ὑπουργεῖον ἔφερεν οἰκονομίας 23 ἑκατομμυρίων περίπου, 13 δὲ ἑκατομμυρίων περίπου ἐπὶ ὅλων τῶν ἄλλων κλάδων τῆς διοικήσεως. Ἡ ἀναλογία τῶν οἰκονομιῶν τούτων δὲν ὑπερβαίνει τὰς παρ’ ἡμῶν ἀναγραφείσας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891. Δὲν θὰ ἀκολουθήσω τοὺς προλαλήσαντας εἰς τὰς διαφόρους ἐπικρίσεις, ἃς ἐποιήσαντο, τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους, ἧς ἡ κατάστασις δὲν εὐθύνει ἡμᾶς. Μετ’ ἀπορίας δὲ ἤκουσα τὰς ἐπικρίσεις τοῦ τελευταίου ἀγορεύσαντος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ὅστις, νομίζων ὅτι ἐπικρίνει ἡμᾶς, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ καταδικάσῃ τὴν φίλην αὐτοῦ προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἧς ἔργον εἶναι ἡ παροῦσα τῶν πραγμάτων κατάστασις. Θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν ἰδίως τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἐφηρμόσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, διότι τὴν ἐξέτασιν ταύτην θεωρῶ οὐ μόνον ὡς τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι νομίζω ὅτι αὕτη δύναται νὰ ἔχῃ καὶ πρακτικόν τινα σκοπόν. Ἡ ἀκριβὴς ἀντίληψις τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων ἔχει σπουδαιότητα, διότι οὕτω μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ γνωρίσωμεν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου κατάστασιν καὶ ἀντιμετωπίζοντες αὐτὴν νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς εὑρέσεως τῶν ἀναγκαίων μέσων πρὸς διόρθωσιν τῶν ἐν αὐτῇ κακῶς ἐχόντων. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν διαφόρων πληροφοριῶν, ἃς ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας εἴτε κατ’ αἴτησιν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἐπίστευον ὅτι ὑπὸ λογιστικὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τελευταίων ἐτῶν ἦτο λελυμένον. Αἱ δοθεῖσαι πληροφορίαι, αἱ στηριζόμεναι ἐπὶ ἐπισήμων στοιχείων, εἰσὶν ἀρκεταί, ὅπως πείσωσι πάντα ἀμερολήπτως ἐξετάζοντα τὸ ζήτημα καὶ θέσωσι τέρμα εἰς τὴν λογιστικὴν ἀμφισβήτησιν, τὴν τοσάκις ἐν τῇ Βουλῇ ἐπαναληφθεῖσαν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς ἐπείσθη ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων καὶ παραδέχεται, ὅτι τὰ παρελθόντα ἔτη ἀφῆκαν ἔλλειμμα ἐτήσιον 14 περίπου ἑκατομμυρίων. Τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅμως, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, νομίζουσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρήσωσι καὶ ἀπέναντι τῆς ἀναμφισβητήτου ἀληθείας, καὶ ἐξακολουθοῦσιν ὑποστηρίζοντα ἰδέας ἀντικειμένας εἰς τὰ πράγματα. Πρὸ ἡμερῶν κατετέθη καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς φυλλάδιον, περιέχον περιληπτικὰς καταστάσεις τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν χρήσεων καὶ διαχειρίσεων τοῦ 1888, 1889 καὶ 1890 ἄχρι 30 Ὀκτωβρίου. Αἱ καταστάσεις αὗται συνετάχθησαν ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, σχηματισθείσης παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως μελετήσῃ τὰ δημόσια λογιστικὰ βιβλία, καὶ ἁπλοποιοῦσα καὶ ἀναλύουσα τὰς ἐν αὐτοῖς λογιστικὰς πράξεις, εὕρῃ τὰ θετικὰ ἀποτελέσματα τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη πραγματοποιηθεισῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν, τῶν τε τακτικῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων. Ἡ τοιαύτη ἐργασία, ἥτις φθάνει εἰς ἁπλοποιημένα καὶ καταληπτὰ συμπεράσματα περὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν τελευταίων ἐτῶν, δὲν ἀρέσκει εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτήν, ὅστις ἐπροτίμησε νὰ ἐπαναλάβῃ ἀπὸ τοῦ βήματος ὁλοκλήρους τὰς δύο στήλας τῶν ἀριθμῶν, ἃς περιέχουσιν οἱ λογαριασμοὶ τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους. Ἡ τοιαύτη ἐπανάληψις τῶν ἀριθμῶν, ἀντὶ νὰ εὐκολύνῃ, δυσχεραίνει τὴν καθαρὰν καὶ θετικὴν ἀντίληψιν τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα δεικνύουσιν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀριθμοί, ἁπλοποιούμενοι καὶ ἀναλυόμενοι. Ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τῆς γενικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους ὑπάρχουσι μερίδες τάξεως, ἐν αἷς ἐγγράφονται πολλαὶ κινήσεις κεφαλαίων, μὴ ἐμπεριέχουσαι πραγματικὰς εἰσπράξεις καὶ πληρωμάς. Ὅπως δὲ ἀντιληφθῇ τις τῶν πραγματικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ συνόλου ἑκάστης διαχειρίσεως, ὀφείλει ν’ ἀναλύσῃ καὶ συνδυάσῃ τὰς ἐν αὐτῇ διαφόρους μερίδας καὶ τὰ θετικὰ ἑκάστης αὐτῶν ὑπόλοιπα. Τοιαύτην ἁπλοποίησιν καὶ ἀνάλυσιν τῶν διαφόρων μερίδων ἐποιήσατο ἡ διορισθεῖσα ἐπιτροπή, συνδυάσασα τὰ θετικὰ ἀποτελέσματα τῶν διαφόρων μερίδων. Ἐχρέωσε τὸ Δημόσιον μὲ τὰ ὑπόλοιπα τῶν μερίδων, ἐξ ὧν εἰσέπραξε πλειότερα τῶν ὅσα κατέβαλε δι’ αὐτὰς, ἐπίστωσε δ’ αὐτὸ μὲ τὰ ὑπόλοιπα ἐκείνων, δι’ ἃς κατέβαλε πλειότερα τῶν ὅσα εἰσέπραξεν ἐξ αὐτῶν. Μετὰ τοιαύτην δὲ ἐργασίαν κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα διὰ τὰς χρήσεις τοῦ μὲν 1888 ἐπὶ τῇ βάσει ὁριστικοῦ ἀπολογισμοῦ, τοῦ δὲ 1889 ἐπὶ τῇ βάσει προσωρινοῦ τοιούτου, καὶ τοῦ 1890 ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταστάσεως ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου μέχρις τέλους Ὀκτωβρίου, ὅτι αὗται καταλήγουσιν εἰς τὰ ἐν ταῖς περιληπτικαῖς καταστάσεσιν ἀναγραφόμενα ἐλλείμματα, ἤτοι τοῦ μὲν 1888 ἐκ δραχ. 7,396,000, τοῦ δὲ 1889 ἐκ δρ. 8,572,000, καὶ τοῦ 1890 ἐκ δρ. 8,591,000. Εἰς τὰ ἐλλείμματα δὲ ταῦτα καταλήγουσι χωρὶς νὰ συνυπολογισθῇ ἐν τοῖς δαπάναις αὐτῶν καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος. Συνυπολογιζομένης δὲ καὶ ταύτης, τὰ ἐλλείμματα ἀνέρχονται διὰ μὲν τὸ 1888 εἰς δρ. 8,880,000, διὰ δὲ τὸ 1889 εἰς δρ. 16,046,000 καὶ διὰ τὸ 1890 εἰς τὸ αὐτὸ περίπου ποσὸν, ἤτοι διὰ τὰς τρεῖς χρήσεις εἰς δραχμὰς 41,000,000 περίπου. Μετὰ τὴν ἔρευναν ταύτην ἔδει νὰ ἐξετασθῇ πόθεν ἐλήφθησαν τὰ χρήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπληρώθησαν τὰ ἐλλείμματα ταῦτα. Τοῦτο ἐζητήθη ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τῶν διαχειρίσεων τῶν ἰδίων ἐτῶν, ἐν οἷς ἀναγράφονται οὐ μόνον τὰ ἐκ τακτικῶν πόρων τοῦ Δημοσίου εἰσπραττόμενα καὶ εἰς τακτικὰ ἔξοδα δαπανώμενα χρήματα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐκ τῶν δανείων καὶ ἄλλων ἐκτάκτων πόρων προερχόμενα καὶ εἰς ἐκτάκτους πληρωμὰς καταβαλλόμενα. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τῆς ἐρεύνης, ἣν ἐποιήσατο ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἀναλύσεως καὶ ἁπλοποιήσεως τῶν διαφόρων μερίδων τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους δι’ ἑκάστην τῶν διαχειρίσεων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, εἶναι, ὅτι ἐντὸς τῶν ἐτῶν τούτων εἰσῆλθον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων δραχ. 250,921,813, ἐξῆλθον δὲ πρὸς πληρωμὴν ἐκτάκτων δαπανῶν δραχ. 190,888,446, καὶ ἔμενον ὑπόλοιπα εἰς μετρητὰ δραχ. 35,576,514· τὸ ἐλλεῖπον δὲ ποσὸν ἐκ δρ. 24,462,853 κατεβλήθη εἰς θεραπείαν ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου, μὴ ἀνηκουσῶν εἰς ἐκείνας, χάριν τῶν ὁποίων εἰσεπράχθησαν οἱ ἔκτακτοι πόροι. Καὶ ἐκ τῶν ὑπολοίπων δὲ μετρητῶν κατὰ τὴν 20 Ὀκτωβρίου 1890 ἐπληρώθησαν διὰ τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, ἤτοι διὰ τοκομερίδια τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890, δρ. 15,000,000 περίπου’ ὥστε τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ ἐξ ἐκτάκτων πόρων εἰς τακτικὰς δαπάνας πληρωθὲν, ἀνέρχεται εἰς 39,900,000, ἤτοι εἰς ποσὸν ἴσον περίπου μὲ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχονται τὰ ἐκ τῶν ὁριστικῶν καὶ προσωρινῶν ἀπολογισμῶν ἐξαγόμενα ἐλλείμματα τῶν τριῶν χρήσεων, σὺν τῇ νομισματικῇ διαφορᾷ. Οἱ μὴ ἀρεσκόμενοι εἰς τὴν τοιαύτην ἁπλοποίησιν καὶ ἀνάλυσιν τῶν διαφόρων λογαριασμῶν εὑρίσκουσιν ἀντίφασιν μεταξὺ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων καὶ ἐκείνων, ἅτινα ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Οὐδεμία τοιαύτη ἀντίφασις ὑπάρχει. Εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν, εἶπον ὅτι διὰ τὰ ἔτη 1889 καὶ 1890 ἡ μὲν ἀνάλυσις τῶν καταστάσεων τῶν χρήσεων αὐτῶν ἀποδεικνύει ἔλλειμμα ἀνερχόμενον εἰς 14½ ἑκατομμύρια περίπου κατ’ ἔτος, ἡ δὲ ἐξέτασις τῆς διαθέσεως τῶν ἐκ δανείων καὶ ἄλλων ἐκτάκτων πόρων εἰσπραχθέντων ποσῶν δεικνύει ὑπόλοιπον διὰ τὰ δύο ἔτη ἐκ δρ. 40 περίπου ἑκατομμυρίων, δαπανηθὲν εἰς ἀνάγκας ἀλλοίας ἐκείνων, χάριν τῶν ὁποίων εἰσεπράχθησαν οἱ ἔκτακτοι οὗτοι πόροι, καὶ ὅτι ἑπομένως τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα τῶν ἐτῶν τούτων εὑρίσκεται μεταξὺ τῶν 14½ καὶ 20 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ συντάξασα τὰς προσωρινὰς καταστάσεις, ἀποδεικνύει διὰ τὰ 3 τελευταῖα ἔτη ἔλλειμμα 40 ἑκατομμυρίων περίπου. Μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ τοῦ παρ’ ἐμοῦ ὑπολογισθέντος κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπάρχει διαφορά τις, προερχομένη ἐκ διαφόρου ἀναγραφῆς καὶ κατατάξεως πολλῶν πληρωμῶν, ἃς ἡ ἐπιτροπὴ κατέταξε μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων, αἵτινες ὅμως, ἐπαναλαμβανόμεναι κατ’ ἔτος, ἔχουσι χαρακτῆρα μᾶλλον τακτικόν. Τοιαῦταί εἰσι π. χ. αἱ κατ’ ἔτος γινόμεναι παρὰ τοῦ Δημοσίου πληρωμαὶ πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ταμείων τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἢ διαφόρων μερίδων, ὡς τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν, τῶν ἰδιοσυντηρήτων Γυμνασίων κλπ. Αἱ πληρωμαὶ αὗται ἐκτελοῦνται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, οὐδέποτε δὲ ἐπιστρέφονται εἰς αὐτό. Ἂν δὲ προσθέσωμεν καὶ αὐτὰς εἰς τὰς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὑπολογιζομένας τακτικὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου, θέλομεν εὕρει περίπου τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπέδειξα κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς πιθανὸν ἔλλειμμα τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ὁ ἀκριβὴς χαρακτηρισμὸς καὶ ἡ κατάταξις τῶν διαφόρων ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν δαπανῶν ἀποβαίνει δυσχερὴς, ἕνεκα τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀπολογισμοῦ ἡμῶν. Τὸ ἑνιαῖον αὐτῶν συνεπιφέρει τὴν ἀναμὶξ κατάταξιν τῶν ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν δαπανῶν. Ἡ κατάστασις δὲ τῶν διαφόρων δημοσίων λογιστικῶν ὑπηρεσιῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀποβαίνει ἀδύνατος ἡ ταχεῖα διάκρισις πασῶν τῶν χαρακτηριζομένων μὲν ὡς ἐκτάκτων, τακτικὸν ὅμως ἐχουσῶν χαρακτῆρα δαπανῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἀναλύσεως καὶ ἁπλοποιήσεως τῶν διαφόρων λογαριασμῶν, εἶναι τὸ αὐτὸ περίπου μὲ τὸ ἐξαγόμενον τῆς διαχειρίσεως τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα πέντη ἔτη συνομολογηθέντων παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων, ὅπερ ἐνδεικνύουσιν οἱ πρὸ ἡμερῶν ὑποβληθέντες καὶ διανεμηθέντες πίνακες. Κατὰ τοὺς πίνακας τούτους, τοὺς συνταχθέντας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπαρχόντων στοιχείων τῆς διαχειρίσεως τῶν δανείων, τὸ Κράτος συνωμολόγησεν ἀπὸ τὸ 1886 μέχρι τέλους τοῦ 1890 δάνεια πάγια καὶ χρεωλυτικὰ ἀνερχόμενα εἰς φρ. χρυσᾶ 350 ἑκατομμύρια ὀνομαστικὰ καὶ δραχμὰς 15,000,000· εἰσέπραξε δὲ ἐξ αὐτῶν 256,953,250 φράγκα εἰς χρυσὸν καὶ 9,990,000 δρ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Διὰ τῶν χρημάτων δὲ τούτων ἐξώφλησε προηγούμενα δάνεια πάγια καὶ χρεωλυτικὰ, ἀνερχόμενα εἰς 114,888,627, ἐξ ὧν 69,630,099 φρ. εἰς χρυσὸν καὶ 45,258,528 δρ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· ἐπλήρωσε δὲ προσέτι καὶ προηγούμενα κυμαινόμενα χρέη ἐκ φράγκων χρυσῶν 45,510,952, ἤτοι προκαταβολὰς ἐπὶ ἐνεχυριάσει ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων καὶ ἔντοκα γραμμάτια εἰς χρυσόν. Διὰ τὰ χρέη ταῦτα ἐπληρώθη ποσὸν κατὰ 6 ἑκατομμύρια περίπου ἀνώτερον· ἀλλὰ τὸ περιπλέον τοῦτο ἀντιπροσωπεύει τοὺς τόκους τῶν προκαταβολῶν καὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξόφλησις χρέους, ἀνήκουσα εἰς τὰς ἐκτάκτους πληρωμὰς, ἀλλ’ ὡς ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, ἀνήκουσα εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Τοῦτο δύναται νὰ βεβαιωθῇ πᾶς ὁ βουλόμενος, ἀναγινώσκων τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἐν σελ. ιβʹ, ιγʹ καὶ ιδʹ, καὶ τὴν τοῦ 1888 ἐν σελ. λαʹ. Κατὰ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, τὸ ὑπόλοιπον τῶν προκαταβολῶν ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1887 εἰς φρ. 36,793,452, ἐπληρώθησαν δ’ ἐξ αὐτῶν πρὸ τοῦ 1888 διὰ πωλήσεως γενομένης διὰ τῆς ἐνασκήσεως ὑπὸ τῶν δανειστῶν τοῦ δικαιώματος τῆς αἱρέσεως ἐπὶ 41,500 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 φράγκων 12,782,500, καὶ ἔμεινεν ὑπόλοιπον πρὸς ἐξόφλησιν ἐκ φρ. 24,010,952. Τὸ ὅλον δὲ κεφάλαιον τῶν εἰς χρυσὸν ἐντόκων γραμματίων ἀνέρχεται εἰς φρ. 21,500,000. Τὸ ἐκ τῶν γραμματίων τούτων, ὡς καὶ τὸ ἐκ προκαταβολῶν κατὰ τὸ 1886 καὶ 1887 εἰσπραχθὲν ποσὸν δὲν ὑπολογίζω μεταξὺ τῶν ἐκ δανείων εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου, διότι τοῦτο ἐχρησίμευσε δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς ἐπιστρατείας καὶ διὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 καὶ τῶν πρὸ αὐτοῦ ἐτῶν. Διὰ τὸν αὐτὸν δὲ λόγον δὲν ὑπελόγισα ὡσαύτως μεταξὺ τῶν ἐκ δανείων ἐσόδων καὶ τὰ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰσπραχθέντα ποσὰ, διὰ τῶν ὁποίων ἐκαλύφθησαν αἱ μέχρι τέλους τοῦ 1886 ἔκτακτοι ἀνάγκαι τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν δανείων ἐχρησιμοποιήθησαν προσέτι διὰ δαπάνας ἀναμφισβητήτως ἐκτάκτους καὶ πληρωτέας διὰ τοιούτου πόρου 27,756,695 φράγκα χρυσᾶ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων Μύλων–Καλαμῶν καὶ Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, φράγκα 26,000,000 διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, φράγκα 1,832,587 ἀπέναντι τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίτσης, καὶ δραχμαὶ 5,377,067 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δι’ ἐπιχορηγήσεις, ἀποζημιώσεις καὶ λοιπὰ τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου καὶ Θεσσαλίας. Οὕτω δὲ ἐκ τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ ἐκ τῶν συνομολογηθέντων παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς ἐξόφλησιν προηγουμένων χρεῶν καὶ εἰς ἐκτάκτους καὶ διὰ δανείων πληρωτέας δαπάνας φράγκα μὲν χρυσᾶ 170,730,334, δραχμαὶ δὲ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 50,635,595, αἵτινες, μετατρεπόμεναι εἰς χρυσὸν, πρὸς δραχ. 1,25 τὸ φράγκον, ἀνέρχονται εἰς φράγκα 40,508,476. Ἑπομένως τὸ εἰς ἐκτάκτους πληρωμὰς χρησιμοποιηθὲν ποσὸν συμποσοῦται εἰς φράγκα χρυσᾶ 211,238,810. Μένει δὲ ὑπόλοιπον ἐκ 55,709,440, ἐκ τῶν ὁποίων εἰς τραπεζικὰ μὲν γραμμάτια 9,990,000, προϊὸν τοῦ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνομολογηθέντος χρεωλυτικοῦ δανείου τῶν 15,000,000 δραχμῶν, εἰς χρυσὸν δὲ 45,719,440, ὑπόλειμμα τῶν ἄλλων δανείων τῶν εἰς χρυσὸν συνομολογηθέντων. Πλὴν ὅμως τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 55,709,440 τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν ἐξ ἐκτάκτων πόρων καὶ ἕτερον ποσὸν, ἀνερχόμενον εἰς 12 ἑκατομμύρια περίπου καὶ προερχόμενον ἐκ προσωρινῶν δανείων, ὀφειλομένων καὶ σήμερον, ἐκ τῶν διαφόρων λογαριασμῶν τῶν τελευταίων διαχειρίσεων καὶ ἐκ τῶν κερματικῶν γραμματίων, ἅτινα ἔλαβε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν μὴ πραγματοποιηθεῖσαν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐφθαρμένων τοιούτων. Ἐκ τῶν ἄνω ὑπολοίπων ἐπληρώθησαν διάφορα ποσὰ δι’ ἀνάγκας, αἵτινες πρέπει νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἔκτακτοι, ἂν καὶ δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλουν τὸν σκοπὸν τῆς συνομολογήσεως τῶν δανείων. Τοιαῦταί εἰσιν π. χ. ἡ συνδρομὴ ὑπὲρ τῶν προσφύγων Κρητῶν, ἡ προίκισις τῆς βασιλόπαιδος Ἀλεξάνδρας, αἱ στρατιωτικαὶ οἰκοδομαὶ, ἡ ἐπιτήρησις τῆς κατασκευῆς καὶ ἡ παραλαβὴ τῶν θωρηκτῶν καί τινες ἄλλαι δευτερεύουσαι. Τὸ σύνολον δὲ τῶν διὰ τὰς τοιαύτας ἀνάγκας δαπανηθέντων ποσῶν δὲν ὑπερβαίνει τὰ 5½ ἑκατομμύρια δραχμῶν.
§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι αὗται διὰ τὰ πλοῖα;
§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰσὶ διάφοροι, π. χ. ἡ μισθοδοσία τῶν ἐπιτηρούντων τὴν κατασκευὴν, τὰ ὁδοιπορικὰ καὶ λοιπὰ ἔξοδα τῶν πληρωμάτων, ἅτινα ἐστάλησαν πρὸς παραλαβὴν τῶν πλοίων. Αἱ δαπάναι αὗται δὲν πληρόνονται ἐκ τῶν χρημάτων, ἅτινά εἰσι κατατεθειμένα ἐν Παρισίοις καὶ χρησιμεύουσι διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ καθαροῦ τιμήματος τῶν θωρηκτῶν, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων πόρων τοῦ Δημοσίου. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν διαφόρων τούτων δαπανῶν. Παραδεχόμενος δ’ αὐτὰς πρὸς στιγμὴν ὡς ἐκτάκτους καὶ πληρωτέας ἐξ ἐκτάκτων πόρων, εὑρίσκω ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαχειρίσεως τῶν δανείων δὲν ἀπομακρύνεται ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον λήγει ἡ μελέτη τῶν ὁριστικῶν καὶ προσωρινῶν ἀπολογισμῶν τῶν χρήσεων τῶν στηριζομένων ἐπὶ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν διαχειρίσεων τῆς γενικῆς τοῦ Κράτους ληψοδοσίας. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τοῦτο εἶναι ἡ ὕπαρξις ἐλλειμμάτων, ἅτινα σὺν τῇ νομισματικῇ διαφορᾷ ἀνέρχονται εἰς 15 περίπου ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, εἰς τὸ αὐτὸ φθάνομεν ἀποτέλεσμα. Διὰ τὰ ἐξοφληθέντα πάγια καὶ χρεωλυτικὰ δάνεια ἐπληρώναμεν τόκους εἰς χρυσὸν μὲν 4,024,000 φράγκα, εἰς τραπεζικὰ δὲ γραμμάτια δραχμὰς 3,261,000, αἵτινες ἰσοδυναμοῦσι μὲ φράγκα χρυσᾶ 2,609,000, ἤτοι ἐπληρώναμεν ἐν ὅλῳ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς χρυσὸν φράγκα 6,633,000. Διὰ τὰ πάγια δὲ καὶ χρεωλυτικὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολογήσαμεν, πληρώνομεν τόκους εἰς χρυσὸν μὲν φράγκα 14,554,000, εἰς τραπεζικὰ δὲ γραμμάτια δραχμὰς 596,000, δηλ. φρ. 476,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ φρ. 15,030,000 πληρώνομεν ἑπομένως σήμερον φρ. 8,400,000 πλειότερον τῶν ὅσα ἐπληρώναμεν πρὸ πενταετίας διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν εἰς φράγκα 6,000,000 τοὺς τόκους τῶν χρησιμοποιηθέντων ποσῶν εἰς τὴν ἐξόφλησιν τῶν προκαταβολῶν καὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν θωρηκτῶν, ὑπολείπονται 2,400,000 φρ. ὡς τόκοι τῶν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους τοῦ Δημοσίου δαπανηθέντων ποσῶν κατὰ τὰ τελευταῖα τέσσαρα ἔτη· οἱ τόκοι δὲ οὗτοι, ὑπολογιζόμενοι πρὸς 5¾%, ἀντιπροσωπεύουσι κεφάλαιον περίπου 45 ἑκατομμυρίων φρ. εἰς χρυσὸν, ἤτοι δρ. 55 ἑκατομμυρίων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἅτινα ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς ἄλλας ταύτας ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ἐδαπανήθησαν καὶ τὰ ἐκ τῶν ἄλλων ἐκτάκτων πόρων, οὓς ἀνέφερα ἤδη, εἰσπραχθέντα ποσά.
§70ΜΑΝΕΤΑΣ. Διὰ τὰς προκαταβολὰς τίνες τόκοι ἐπληρόνοντο;
§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 7 καὶ 8%.
§72ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὑπελογίσατε πρὸς 5¾%.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπελόγισα περίπου 5¾% διὰ τὰ συνομολογηθέντα πάγια καὶ χρεωλυτικὰ δάνεια, διότι ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον πληρόνομεν δι’ αὐτά, εἶναι κατώτερος ἐκείνου, ὃν ἐπληρόναμεν διὰ τὰς προκαταβολάς.
§74ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἠριθμήσατε πρὸ ὀλίγου τὰ ποσὰ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήσαμεν, τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ αὐτῶν, καθὼς καὶ τὰ ἐξοφληθέντα, εὕρετε δὲ ἓν ὑπόλοιπον 55 νομίζω ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ ὁποῖα προσεθέσατε καὶ ἄλλα ποσὰ, ἅτινα παρεστήσατε, ὅτι διετέθησαν εἰς ἄλλας ἀνάγκας· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τῶν εἰσπραχθέντων δανείων δὲν ὑπελείφθη τίποτε, καὶ ταῦτα τὰ ὑπολειφθέντα δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς πίστωσιν;
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ταῦτα ὑπελογίσθησαν εἰς τὴν γενικὴν ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους.
§76ΜΑΝΕΤΑΣ. Εἰς τὸ ταμεῖον δὲν ὑπελείφθησαν χρήματα;
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ὑπόλοιπα τῶν ταμείων κατὰ τὸ τέλος τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ ὑπόλοιπα, ἅτινα ὑπῆρχον ἐν αὐτοῖς πρὸ 5 ἐτῶν· ἂν δ’ ὑπολογίσωμεν εἰς πίστιν τῶν ἐκτάκτων πόρων τὰ ὑπάρχοντα ὑπόλοιπα, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς χρέος αὐτῶν ἐκεῖνα, ἅτινα ὑπῆρχον πρὸ πέντε ἐτῶν· θὰ φθάσωμεν δ’ οὕτω περίπου εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Τοιαῦτά εἰσι τὰ ἐξαγόμενα ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν περιληπτικῶν καταστάσεων καὶ τῶν πινάκων τῆς διαχειρίσεως τῶν παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων. Ἂν ταῦτα δὲν ἀρκῶσι νὰ πείσωσι πάντας περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν ἐλλειμμάτων, ἅτινα ὑπέδειξα, πιστεύω ὅτι παρ’ οὐδενὶ δύναται νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου ἀμφιβολία, ὅταν τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ὁμολογῶνται παρ’ ἀξιοπίστων μελῶν τῆς Βουλῆς, ἀνηκόντων εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Ἡ τοιαύτη ὁμολογία ἀρκεῖ, ἵνα λύσῃ ὁριστικῶς τὸ λογιστικὸν τοῦτο ζήτημα καὶ θέσῃ τέρμα εἰς συζήτησιν, ἥτις τείνει νὰ μεταβάλῃ τὴν Βουλὴν εἰς Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Τὴν ὁμολογίαν ταύτην εὑρίσκετε ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής· ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι ὑπογεγραμμένη παρὰ δύο μελῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, παρὰ τοῦ παγίου εἰσηγητοῦ τῶν προϋπολογισμῶν αὐτῆς, καὶ παρὰ τριῶν ἄλλων συναδέλφων, φίλων τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἡ μειοψηφία αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκτελοῦσα ἔργον ἀντιπολιτεύσεως, ἐπέκρινεν ἡμᾶς, διότι δὲν συνετάξαμεν ἴδιον προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ὑπεβάλαμεν τὸν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Μὴ ἀρκεσθεῖσα ὅμως εἰς τοῦτο, προέβη καὶ εἰς τὴν ἐπίκρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλαμεν. Ἐν τῷ δευτέρῳ δὲ τούτῳ σταδίῳ τῶν ἐπικρίσεων αὐτῆς εὑρέθη καὶ αὕτη ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων, καὶ ἄκουσα ἴσως ὁμολογεῖ τὴν ἀλήθειαν. Εὑρίσκει ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς τοῦ 1891, ὁ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζετο καὶ ὁ τοῦ 1890, ἀναγράφει ἔσοδα μὲν κατὰ 3,478,368 ἀνώτερα ἐκείνων, ἅτινα δύνανται νὰ φέρωσιν οἱ φόροι οἱ ἰσχύσαντες κατὰ τὸ 1890 καὶ οἵτινες θὰ ἰσχύωσι καὶ κατὰ τὸ 1891, ἔξοδα δὲ κατὰ 3,022,000 ὀλιγώτερα ἐκείνων, ἅτινα θ’ ἀπαιτήσῃ ἡ λειτουργία τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, αἵτινες καὶ κατὰ τὸ 1891 εἰσὶν αἱ αὐταὶ σχεδὸν, οἷαι καὶ κατὰ τὸ 1890. Οὕτω δὲ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1891 ἀντὶ τῶν δρ. 2,735,000, ὡς ἀναγράφει ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς, θέλει ἀνέλθει εἰς δρ. 9,235,000. Προσθέτει δὲ προσέτι ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀκριβολογοῦσα, ὅτι τοσοῦτον ἔσται τὸ ἔλλειμμα μεταξὺ προϋπολογιζομένων ἐξόδων καὶ βεβαιωθησομένων ἐσόδων. Ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις τῶν ἐσόδων δὲν εἶναι καὶ εἴσπραξις αὐτῶν. Τὰ 93 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα αὕτη ὑπολογίζει ὡς ἔσοδα, τὰ παραδέχεται ὡς βεβαιωθησόμενα. Μεταξὺ ὅμως τῶν βεβαιώσεων καὶ τῶν εἰσπράξεων ὑπάρχει πάντοτε διαφορά, ἣν ὑπολογίζει ὡς δυναμένην νὰ ἀνέλθῃ εἰς ὀκτὼ ἑκατομμύρια. Δὲν παραδέχεται δὲ, ὅτι διὰ τῶν ἐνδεχομένων ἀδιαθέτων πιστώσεων δύναται νὰ καλυφθῇ ἡ διαφορὰ αὕτη, διότι τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις θὰ ἐξουδετερώσωσιν αἱ ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωματικαὶ, ὧν τὴν ἀνάγκην θὰ παρουσιάσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Οὕτω δὲ κατ’ αὐτὴν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἀνέλθῃ εἰς 17,235,000. Ἡ γνώμη αὕτη τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῆς συγκειμένης ἐκ δύο πρώην Ὑπουργῶν, τῶν κκ. Θεοτόκη καὶ Βουλπιώτη, ἐκ τοῦ τακτικοῦ εἰσηγητοῦ τῶν τελευταίων προϋπολογισμῶν, τοῦ κ. Σιμοπούλου, καὶ ἐκ τριῶν ἑτέρων φίλων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τῶν κκ. Κοσσονάκου, Παχῆ καὶ Δημητριάδου, ἀρκεῖ νὰ πείσῃ πάντα ἀμφιβάλλοντα περὶ τῶν ἀληθῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τελευταίων προϋπολογισμῶν, ὧν συνέχεια εἶναι ὁ τοῦ 1891. Πράγματι δὲ τοιοῦτον θέλει εἶσθαι τὸ ἔλλειμμα καὶ τούτου, ἂν ἐκτελεσθῇ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν ἰδεῶν, αἵτινες ἐπεκράτουν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Οἱαδήποτε Κυβέρνησις ἤθελεν ἐκτελέσει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, ἐὰν ἐκτελέσῃ αὐτὸν ἐπηρεαζομένη ὑπὸ τῆς ἰδέας ὅτι ἔχομεν ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, καὶ ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιζητήσωμεν διὰ παντὸς τρόπου, ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἰκονομίαν εἰς τὰς δαπάνας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἀνάπτυξιν παντὸς καὶ τοῦ μικροτέρου πόρου τοῦ Δημοσίου, τὸ ἔλλειμμα ἔσται περίπου ὅσον ὑπολογίζει αὐτὸ ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μετ’ ἀπορίας δὲ ἤκουσα χθὲς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας ἐπικρίνοντα ἡμᾶς, ὡς δῆθεν αἰσιοδοξοῦντας καὶ ὡς ἐπιδεικνύοντας ἰσοζύγιον, ἢ ἀσήμαντον ἔλλειμμα. Τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμὸν αὐτοῦ βεβαίως δὲν δύναται νὰ στηρίξῃ εἰς ὅσα εἶπον, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ὅτε καθαρῶς ἐξήγησα, ὅτι τὸ ἐν αὐτῷ ὑπολογιζόμενον ἔλλειμμα θὰ αὐξήσῃ μᾶλλον, ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ, ἕνεκα τῆς καθυστερήσεως μεταξὺ τῶν βεβαιώσεων καὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐσόδων. Δύναται δὲ νὰ πλησιάσῃ τὸ ὑπὸ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ὑποδεικνυόμενον ποσὸν, ἂν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ γείνῃ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν ἰδεῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Διάφορον ὅμως ἔχοντες ἰδέαν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, καὶ ἀντιμετωπίζοντες αὐτὴν μετὰ θάῤῥους καὶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, θὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου, καὶ πρὸς περιστολὴν τῶν δαπανῶν αὐτοῦ διὰ πασῶν τῶν δυνατῶν μεταῤῥυθμίσεων τῆς τε φορολογικῆς νομοθεσίας καὶ τῶν διαφόρων δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Διὰ τοιαύτης δὲ οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἐλπίζομεν νὰ περιορίσωμεν τὸ ἔλλειμμα κάτω καὶ τῶν ὑποδεικνυομένων ὑπὸ τῆς μειοψηφίας 17 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν ὁμολογουμένων ὑπ’ αὐτῆς 12 ἑκατομμυρίων. Ὑπὸ τοιούτων δ’ ἐμφορούμενοι ἰδεῶν, ὑπεβάλαμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, καὶ θὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Τὴν ἀπόδοσιν πάντων σχεδὸν τῶν ἀμέσων φόρων προϋπελογίσαμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέσων ὅρων τῶν τελευταίων ἐτῶν. Τὴν ἀπόδοσιν ὅμως τῶν τελῶν ἐξαγωγῆς ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἐστηρίξαμεν ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς γνωστῆς μεγάλης ἐσοδείας τοῦ ἐλαίου κατὰ τὸ 1890, οὗτινος ἡ ἐξαγωγὴ γενήσεται ἐντὸς τοῦ 1891. Ἡ μέχρι σήμερον δὲ πορεία αὐτῆς δικαιοῖ τὴν κατὰ 2,415,000 δρ. αὔξησιν ἐσόδου, ἣν ὑπελογίσαμεν. Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν, ἀπαριθμῶν ἕνα ἕκαστον τῶν φόρων καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὑπελογίσθη ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένη ἀπόδοσις αὐτοῦ. Νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῶν τελωνειακῶν τελῶν, εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ὅστις, ἀτελῶς ἀναγνώσας περικοπὴν τῆς κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 ἀγορεύσεώς μου, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ἡμᾶς ὡς μὴ συνεπεῖς εἰς ὅσα ἐλέγομεν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη περὶ τῆς πιέσεως, ἣν ἐξασκοῦσιν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου διάφοροι διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος τελωνειακοῦ δασμολογίου. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω πλήρη τὴν περικοπὴν, ἣν ἀτελῶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος καὶ ἐξ ἧς καταφαίνεται, ὅτι δὲν ἐγκαταλιμπάνομεν τὴν γνώμην, ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦται πιεστικαὶ διατάξεις καὶ τέλη, ἅτινα εὐτυχῶς δὲν συνέτριψαν τὴν παραγωγὴν καὶ τὸ ἐμπόριον, ἅτινα ὅμως χρήζουσι διορθώσεως. Ἰδοὺ δὲ τί εἶπον εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἔνδειξις δ’ αὕτη τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποδόσεως διαφόρων φόρων εἶναι τὸ μόνον παρήγορον καὶ εὐχάριστον σημεῖον, ὅπερ εὑρίσκομεν ἐν τῇ καταστάσει τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀρκετὴ ἡ ἔνδειξις αὕτη, ὅπως μεταβάλῃ τὴν γνώμην ἡμῶν, ὅτι τὸ λειτουργοῦν φορολογικὸν σύστημα εἶναι ἐν πολλοῖς ἄδικον καὶ πιεστικὸν διὰ τὸν τόπον. Δεικνύει ὅμως, ὅτι, μολονότι, καθ’ ἃ πανταχόθεν ἀντιλαμβανόμεθα, κατεπονήθη ἐκ τῆς τοιαύτης φορολογίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, οὐχ ἧττον ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ ἐνεργητικότης δὲν συνετρίβη εἰς βαθμὸν καθιστῶντα ἀδύνατον πᾶσαν βελτίωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων». Τοιουτοτρόπως σκεπτόμενοι, δὲν ὑπελογίσαμεν ἐλάττωσιν τελωνειακῶν δασμῶν εἰσαγωγῆς ὅσην προτείνει ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς· αἱ εἰσπράξεις δὲ κατὰ τὸν Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, αἵτινες ὑπερτεροῦσι τὰς τῶν ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ 1890 κατὰ 716,000 δραχμὰς, δικαιοῦσι τὰς προβλέψεις ἡμῶν. Ὀλίγας λέξεις ὀφείλω νὰ προσθέσω εἰς ἀπάντησιν τῶν γενομένων παρατηρήσεων ἐπί τινων ἐκ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐξόδων. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους δὲν ἀνεγράφη ἡ ὑπηρεσία τῶν τόκων τοῦ συνομολογηθέντος δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, διότι οὗτοι, κατὰ τοὺς οἰκείους νόμους, θεωροῦνται ὡς μεσολαβοῦντες τόκοι, βαρύνοντες τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, εἰς βάρος δ’ αὐτῆς ἐψηφίσθησαν καὶ αἱ σχετικαὶ πιστώσεις.
§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος ἔχει τοιαύτην διάταξιν;
§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐχορηγήθη πίστωσις πρὸς πληρωμὴν τόκων τοῦ δανείου τούτου, χαρακτηρίζει αὐτὴν ὡς ἔκτακτον καὶ εἰς βάρος τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Εἶναι ὅμως γνωστὸν, ὅτι ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου ἐχρησιμοποιήθησαν σπουδαῖα ποσὰ εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Τὰ ποσὰ ταῦτα πρέπει ν’ ἀντικατασταθῶσιν ἐξ ἄλλων πόρων τοῦ Δημοσίου· ἐπειδὴ δὲ πολλὰ ἐξ αὐτῶν ἐχρησίμευσαν πρὸς ἐξόφλησιν ἑτέρων δανείων, θ’ ἀντικατασταθῶσι φυσικῶς διὰ συνομολογήσεως νέου δανείου, οἱ τόκοι δὲ τοῦ νέου τούτου δανείου θὰ βαρύνωσι τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀνεγράφησαν ὡσαύτως οἱ τόκοι τοῦ μὴ ἐξοφληθέντος μικροῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, διότι νομίζομεν, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο, κατὰ τὰ προαποφασισθέντα, πρέπει νὰ ἐξοφληθῇ. Ἂν δι’ ἔξοδα κοπῆς καὶ συσκευῆς τοῦ καπνοῦ ὑπελογίσαμεν 40 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐπράξαμεν τοῦτο ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τὸ εἰς αὐτὴν περὶ καπνοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον· ἂν ὅμως δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τότε θὰ προσπαθήσωμεν μὲν νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ βάσεων οἰκονομικωτέρων τὸν ἰσχύοντα νόμον, δὲν εἶναι ὅμως ἀπίθανον νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν καὶ ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Ὡς συνδρομὴν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνεγράψαμεν τὸ ποσὸν τῶν 300,000 δραχμῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ταμείου τούτου, ἄνευ τῆς ὁποίας μήτε αἱ ἀναγραφεῖσαι 300,000 μήτε ἡ προσθήκη τῶν 200,000, ἣν προτείνει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἤθελεν εἶσθαι ἀρκετὴ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, αἵτινες, ὡς ἔχει σήμερον τὸ ταμεῖον, ἀπαιτοῦσι συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου ὑπερβαίνουσαν τὸ ἑκατομμύριον. Οἱανδήποτε ὅμως σημασίαν καὶ ἂν ἔχωσιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρατηρήσεις, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ὡς καὶ οἱ τῶν προηγουμένων ἐτῶν, καταλήγει εἰς ἔλλειμμα, ὅπερ κατὰ τὰς ἐν αὐτῷ ἐγγραφὰς ἀνέρχεται εἰς 2,735,000, καὶ τὸ ὁποῖον οἱ φίλοι τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀναβιβάζουσι μετὰ βεβαιότητος μὲν εἰς 12 ἑκατομμύρια, μετὰ πιθανότητος δὲ εἰς 17 ἑκατομμύρια. Καὶ ἡμεῖς, ὡς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, καὶ ὡς ἀνέπτυξα εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμόν, οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν βεβαίωσιν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν 2,735,000 δραχμῶν, τὸ ἐν αὐτῷ ἀναγραφόμενον, δὲν θέλει αὐξήσει. Ἀπ’ ἐναντίας μᾶλλον αὔξησιν αὐτοῦ προβλέπομεν, ἐλπίζομεν ὅμως νὰ μὴ φθάσῃ μήτε τὸ ποσὸν τῶν 17,000,000, ἅτινα ἡ Ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ ὡς πιθανά, μήτε τὸ τῶν 12,000,000, ἅτινα θεωρεῖ ὡς βέβαια. Οἱ ἐπικρίναντες τὴν Κυβέρνησιν δὲν ἐνόησαν ἢ ὑποκρίνονται ὅτι δὲν ἐνόησαν τὴν θεμελιώδη ταύτην βάσιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἧς τὴν ἐφαρμογὴν ἀπαιτοῦσι τὰ πραγματικὰ τοῦ τόπου συμφέροντα. Δὲν εἴμεθα μόνοι ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες ἔλλειμμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν. Ἂν ἐξαιρέσωμεν 2 ἢ 3 Κράτη, πάντα τὰ ἄλλα ἔχουσιν ἐλλείμματα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς αὐτῶν. Ἀντιμετωπίζουσι δὲ ταῦτα μετὰ θάῤῥους, καὶ φροντίζουσι νὰ καλύψωσιν αὐτά. Τοῦτο ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἡμᾶς. Ἡ λογιστικὴ σοφιστεία, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιδιώκεται ἡ ἀπόκρυψις τοῦ ὑπάρχοντος ἐλλείμματος, εἶναι ἡ ἐφαρμοσθεῖσα πολιτική, ἣν ἀποκρούομεν, θεωροῦντες αὐτὴν ἐπιβλαβῆ διὰ τὸν τόπον. Ἡ εἰλικρινὴς δὲ φροντὶς πρὸς κάλυψιν τοῦ ὑπάρχοντος ἐλλείμματος εἶναι ἡ πολιτική, ἣν ἐπιβάλλουσι τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ ἣν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θέλει καλυφθῆ τὸ ὑπάρχον ἔλλειμμα; Τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς τὸ ζήτημα, ὅπερ πρέπει νὰ ἐπασχολήσῃ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔθιξαν ἤδη διάφοροι ἐκ τῶν προλαλησάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων· τὸ ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτής, ὅπως ἐπικρίνῃ ἡμᾶς, διότι, πολεμήσαντες ὡς ἀντιπολιτευόμενοι τὸ σύστημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, δὲν ἐσπεύσαμεν, ἅμα ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ καταργήσωμεν αὐτό, καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν προϋπολογισμὸν ἐπὶ νέων ὅλως βάσεων. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνέπτυξα ἤδη καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ σήμερον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, διαψεύδων τὰς συντηρητικὰς αὐτοῦ ἰδέας καὶ τὴν πεῖραν, ἣν ἀναμφισβητήτως κέκτηται, ἀπαιτεῖ, ὅπως κατὰ τρόπον μηδενιστικὸν ἀνατρέψωμεν ἐντὸς δύο μηνῶν τὴν ἰσχύουσαν οἰκονομικὴν νομοθεσίαν καὶ τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, καὶ κλονίζοντες οὕτω τὰς βάσεις τῆς λειτουργίας τῆς ἐν γένει διοικήσεως, νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅλως νέον προϋπολογισμόν. Κατελθὼν δὲ καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς τῆς τοιαύτης οἰκονομικῆς πολιτικῆς, μᾶς συνεβούλευσε νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ προσωπικὸν τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταργήσωμεν τοὺς ἰσχύοντας φόρους ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὸν μὲν πρῶτον δι’ ἐπιβολῆς προσθέτου τέλους ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων δημητριακῶν καρπῶν, τὸν δὲ δεύτερον διὰ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου. Μᾶς συνεβούλευσεν ὡσαύτως νὰ καταργήσωμεν τὴν ἰσχύουσαν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὴν διὰ μονοπωλίου. Αἱ συμβουλαὶ αὗται τοῦ ἐντριβοῦς περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, τοῦ μεθ’ ἡμῶν πολεμήσαντος τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἶναι ἐπιπρόσθετος ἀπόδειξις τοῦ ὀρθοῦ τῆς γνώμης ἡμῶν, ὅτι ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων δὲν πρέπει τις νὰ βαδίζῃ μετὰ σπουδῆς καὶ βίας, ἀλλὰ μετὰ μελέτης καὶ περισκέψεως. Ἐν τῇ σημερινῇ καταστάσει τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας, οἰκονομίας δι’ ἐλαττώσεως προσωπικοῦ εἰς ἄλλους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας ὀφείλομεν κατὰ πρῶτον νὰ ἐπιζητήσωμεν, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τελειοτέραν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένη πρὸς τῇ διοικήσει καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν δημοσίων ἔργων. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὅστις πολλάκις διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, πιστεύῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, δύναται, καθ’ ὃν τρόπον συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, νὰ συντάξῃ καὶ κατάλογον τῶν καταργητέων θέσεων. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐπιχειρῶν τὴν σύνταξιν τοιούτου καταλόγου, θὰ πεισθῇ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι βεβιασμένη ἦτο ἡ γνώμη αὐτοῦ νὰ ζητηθῶσι σπουδαῖαι οἰκονομίαι ἐν τῇ ἐλαττώσει τοῦ προσωπικοῦ τῶν δύο Ὑπουργείων, ἅτινα ἀνέφερε. Βεβιασμένη εἶναι ὡσαύτως καὶ ἡ γνώμη, ἣν ἐξέφρασε, περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ἀμφότεροι οἱ φόροι οὗτοι ἐμπεριέχουσιν ἀδικίας, καθισταμένας ἐπαχθεστέρας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, καὶ ὅτι χρήζουσι ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν, μήτε ὑπὸ πρακτικὴν μήτε ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀντικατάστασιν ἀμέσων φόρων, οἷοί εἰσιν οἱ ἰσχύοντες ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τοῦ παραγομένου οἴνου, δι’ ἐμμέσων, οἷοί εἰσι τὸ πρόσθετον εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ὁ φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου. Εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον κατάστασιν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀφήσωμεν ἀφορολογήτους ὁλοκλήρους τάξεις τῆς κοινωνίας. Πάντες οἱ πολῖται ὀφείλουσιν ἐν μέτρῳ δικαίῳ καὶ ἴσῳ νὰ συνεισφέρωσιν ὑπὲρ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν συνεισφέρουσιν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τούτων οἱ ἀγροτικοὶ ἰδιοκτῆται καὶ οἱ καλλιεργηταί.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ μεγάλοι κτηματίαι δὲν φορολογοῦνται.
§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Φορολογοῦνται καὶ οὗτοι. Ἐὰν δέ που συμβαίνῃ τὸ ἐναντίον, τοῦτο εἶναι ἔλλειψις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἥτις πρέπει νὰ διορθωθῇ. Διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ παραγομένου οἴνου συνεισφέρουσιν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἀμπέλων καὶ οἱ καλλιεργηταί. Διὰ τοῦ προσθέτου ὅμως τέλους ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ διὰ τοῦ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου δὲν θὰ φορολογῶνται οὔτε οἱ ἰδιοκτῆται ἀγρῶν καὶ ἀμπέλων, οὔτε οἱ καλλιεργηταὶ αὐτῶν. Οὗτοι θὰ μένωσιν ἀφορολόγητοι, θὰ ἐπιβληθῇ δὲ τὸ βάρος τῶν νέων φόρων ἐπὶ τῶν καταναλωτῶν. Ἡ τοιαύτη ἀντικατάστασις φόρων μήτε ὀρθὴ μήτε σύμφωνος μὲ τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν ἀνάγκας δύναται νὰ θεωρηθῇ. Δυνάμεθα, καὶ ἕνεκα ταμιευτικῶν καὶ ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων, ν’ αὐξήσωμεν τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων δημητριακῶν καρπῶν, καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἂν τοῦτο θεωρηθῇ ἀναγκαῖον. Δυνάμεθα νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν καὶ βελτιώσωμεν τοὺς ἀμέσους φόρους, τοὺς ἐπιβαλλομένους ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῆς γῆς διὰ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τοῦ παραγομένου οἴνου, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντικαταστήσωμεν τοὺς μὲν διὰ τῶν δὲ, διότι διαφέρουσι πρὸς ἀλλήλους καὶ διότι ἕκαστος αὐτῶν διάφορον ἔχει λόγον καὶ σκοπόν. Διὰ τοιαύτης ἀντικαταστάσεως ἠθέλαμεν παραβλάψει θεμελιώδη βάσιν τῆς φορολογίας, ἥτις εἶναι ἡ μετὰ δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος συνεισφορὰ πάντων τῶν πολιτῶν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐπρότεινε τὴν διὰ τοῦ μονοπωλίου ἀντικατάστασιν τῆς σήμερον ἰσχυούσης φορολογίας ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἡ ἀντικατάστασις αὕτη δὲν παρουσιάζει τὰ ἄτοπα τῶν δύο προηγουμένων, δύναται ὅμως νὰ ἐμπεριέχῃ ἑτέρας συνεπείας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ὁ καπνὸς εἶναι ἓν ἐκ τῶν μᾶλλον φορολογητέων εἰδῶν, καὶ ὅτι ὁ τελειότερος τρόπος τῆς φορολογίας αὐτοῦ εἶναι ὁ διὰ τοῦ μονοπωλίου. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὅμως τοῦ καπνοῦ δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεαζώμεθα ἐκ μόνων ταμιευτικῶν σκέψεων, ἀλλὰ καὶ ἐξ οἰκονομικῶν. Ἐκ τοιούτων δὲ σκέψεων ὁρμώμενοι, ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν φορολογίαν παντὸς τοῦ παρ’ ἡμῖν καταναλισκομένου καπνοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐξαγωγῆς αὐτοῦ. Ὑπὸ τοὺς ὅρους δὲ, ὑφ’ οὓς λειτουργοῦσι τὰ μονοπώλια τοῦ καπνοῦ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ὅπου οὐδεὶς δύναται νὰ φυτεύσῃ, νὰ συλλέξῃ καὶ νὰ ἐμπορευθῇ καπνὸν ἄνευ τῆς ἀδείας καὶ τοῦ αὐστηροῦ ἐλέγχου τοῦ μονοπωλίου, φαίνεται ἡμῖν δύσκολος ἡ ἀνάπτυξις τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ἐγχωρίου τούτου προϊόντος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δοκιμάζεται σήμερον ἔν τισι Κράτεσι, καὶ ἰδίως παρὰ τῇ γείτονι αὐτοκρατορίᾳ, ἡ λειτουργία τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἐπὶ βάσεσι καὶ ὑπὸ ὅρους τείνοντας εἰς τὴν μὴ παρακώλυσιν τῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἡ ὑπὸ τοιούτους ὅρους λειτουργία αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ εἰσέτι ὡς ἐπενεγκοῦσα πλήρεις τὰς συνεπείας αὐτῆς καὶ ὡς ὁριστικὴ δοκιμασία, ἐφ’ ἧς νὰ δύναταί τις νὰ στηριχθῇ. Τοιαύτας βεβιασμένας μεταῤῥυθμίσεις τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος; δὲν ἤθελεν εἶσθαι δύσκολον νὰ φέρωμεν. Ἐπροτιμήσαμεν ὅμως νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ μετὰ μελέτην τῶν θετικῶν καὶ ἐπισήμων δεδομένων ἑκάστου νομοθετήματος. Διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν νεανικὴν ὁρμὴν, τὴν ὁποίαν μετ’ ἀπορίας βλέπω ὑποστηριζομένην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας.
§82ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἰδικά σας ἐγὼ ἐσυζήτησα, ὄχι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινα ἐγώ. Ζητεῖτε ἀπὸ ἐμὲ νὰ σᾶς παρουσιάσω πίνακα τῶν καταργητέων θέσεων· νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι ὑπάρχουσι θέσεις περιτταὶ, καὶ ἀπὸ τὸν κ. Καραπάνον.
§83ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ συζητῶ ἐπὶ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀνεπτύξατε ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ συζητῶν ἐπ’ αὐτῶν, ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος (δὲν θέλω νὰ εἴπω τι δυσάρεστον δι’ ὑμᾶς) εἶσθε πρεσβύτερος ἐμοῦ, ἐπιδεικνύετε πλειοτέραν νεανικὴν ὁρμήν.
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἰδικός μου λογαριασμός. Φέρετε τὰ ἰδικά σας, καὶ φέρω καὶ ἐγὼ τὰ ἰδικά μου.
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διαφωνοῦμεν ὡσαύτως καὶ μὲ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου, τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κεφαλληνίας, ὅστις, πιστεύων, ὅτι τὸ ἐφαρμοσθὲν οἰκονομικὸν σύστημα ἐπέφερε πλήρη τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, νομίζει ὅτι πρὸς θεραπείαν αὐτῶν ὀφείλομεν νὰ καταφύγωμεν εἰς ῥιζικώτερα μέτρα καὶ ἐπὶ τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους. Ὑπῆρξεν ἴσως ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄνευ βλάβης τῆς δημοσίας πίστεως ἦσαν δυνατὰ τοιαῦτα μέτρα, καὶ ἠδύναντο νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Σήμερον ὅμως δὲν νομίζομεν δυνατὴν διὰ τοιούτων μέτρων τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἣν δι’ ἄλλων μέσων ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν. Τὸ ζήτημα τῆς καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος ἀπησχόλησε καὶ τὴν μειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν συγκειμένην ἐκ φίλων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ καὶ πρώην Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἧς τὰς γνώμας ἀνέπτυξε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτής. Λύουσι δὲ οὗτοι τὸ ζήτημα, συμφώνως μὲ τὸ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐφαρμοσθὲν σύστημα, διὰ δύο εἰκονικῶν ἀναγραφῶν καὶ διὰ μιᾶς ἐπιζημίου χρηματιστικῆς πράξεως. Ἐπειδὴ δὲ τὰ μέτρα ταῦτα καλύπτουσιν ἔλλειμμα 12 μόνον ἑκατομμυρίων, περιώρισαν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ ὑπ’ αὐτῶν ὑποδεικνυόμενον ἔλλειμμα τῶν 17,000,000. Τὸ πρῶτον τῶν παρ’ αὐτῶν προτεινομένων μέτρων εἶναι ἡ μὴ ἀναγραφὴ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος μεταξὺ τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη πολλάκις ἐν τῇ Βουλῇ. Νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ἐπ’ αὐτοῦ ὀλίγας λέξεις, ὅπως τεθῇ ἓν τέρμα καὶ εἰς τὴν περὶ αὐτοῦ συζήτησιν. Τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος πληρόνομεν πάντοτε ὡς τακτικὸν ἔξοδον τοῦ Κράτους, εἴτε ἀγοράζοντες νόμισμα ἢ συνάλλαγμα ἐν τῷ τόπῳ πρὸς πληρωμὴν τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν παρὰ τοῦ Δημοσίου ὀφειλομένων, εἴτε δανειζόμενοι αὐτό. Καὶ ὅταν μὲν ἀγοράζωμεν τὸ μεταλλικὸν νόμισμα ἐν τῷ τόπῳ, πληρόνομεν αὐτὴν διὰ τραπεζικῶν γραμματίων πραγματικῶν, ὅταν δὲ προμηθευώμεθα αὐτὸ διὰ δανείων, ὑφιστάμεθα τὸ ἐκ τῆς πληρωμῆς αὐτῆς βάρος πληρόνοντες τακτικῶς εἰς μεταλλικὸν τοὺς ἐτησίους τόκους τοῦ συνομολογηθέντος δανείου. Ἡ ἀλλεπάλληλος δὲ προσθήκη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τῶν τοιούτων τόκων εἶναι ἡ κυριωτέρα ἀφορμὴ τῆς σπουδαίας αὐξήσεως τῶν εἰς μεταλλικὸν ἐπαχθῶν τοῦ Δημοσίου ὑποχρεώσεων, περὶ ἧς ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν δύναται εὐκόλως νὰ κρίνῃ, τίς ἐκ τῶν δύο τρόπων τῆς πληρωμῆς τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος εἶναι ὁ ἐπαχθέστερος. Πᾶς, γνωρίζων τὴν οἰκονομικὴν καὶ νομισματικὴν ἡμῶν κατάστασιν, καὶ ἐκτιμῶν αὐτὴν δεόντως, θέλει βεβαίως ὁμολογήσει, ὅτι ὁ διὰ τῶν δανείων εἶναι ἐπαχθέστερος τοῦ δι’ ἀγορᾶς συναλλάγματος. Πᾶσα αὔξησις τῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου πληρονομένων εἰς χρυσὸν τόκων ἐμπεριέχει ἐν ἑαυτῇ βάρος ἀνώτερον ἐκείνου, ὅπερ ὑφίσταται τὸ Δημόσιον, πληρόνον διὰ τραπεζικῶν γραμματίων τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, ὅπερ ἤθελεν ἀγοράσει ἐν τῷ τόπῳ. Τὸ ἐπιχείρημα δὲ, ὅτι θὰ ἀρθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ θὰ ἰσοτιμηθῇ τότε τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον μὲ τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, δὲν εἶναι ἰσχυρὸν, διότι, αὐξάνοντες τὰ εἰς μεταλλικὸν χρέη τοῦ Δημοσίου, καθιστῶμεν προβληματικὴν τὴν ἄρσιν αὐτῆς, καὶ διότι, ἄν ποτε ἄρωμεν αὐτὴν, θὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους μὲ τοὺς τόκους τοῦ πρὸς ἄρσιν αὐτῆς ἀναγκαίου δανείου ἐκ δραχμῶν τοὐλάχιστον 100 ἑκατομυρίων. Οἱ τόκοι δὲ οὗτοι ἔσονται ἴσοι περίπου μὲ τὸ ποσὸν, τὸ σήμερον καταβαλλόμενον διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος. Ἂν δὲ τότε θ’ ἀναγράφωμεν ὡς τακτικὸν ἔξοδον τοὺς τόκους τούτους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν σήμερον τὸ ἀντίστοιχον τοῦ ἐξόδου τούτου, ὅπερ εἶναι ἡ νομισματικὴ διαφορά, ἣν πληρόνομεν κατὰ ἕνα ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον, ὑποβαλλόμενοι εἰς μεγαλειτέρας θυσίας; Ἡ μὴ ἀναγραφὴ δὲ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν εἶναι μόνον λογιστικὴ ἀταξία, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὴ ἔλλειψις. Ὅπως καὶ τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, οὕτω καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν του τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ διὰ τῶν πόρων, οὓς κέκτηται, καὶ διὰ τοῦ νομίσματος, ὅπερ εἰσπράττει καὶ διαθέτει. Εἰς τοῦτο ὀφείλομεν πάντοτε νὰ τείνωμεν καὶ διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, τοῦ ἀναγκαίου πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν χρεῶν. Οὗτος εἶναι ὁ κανὼν, συμφώνως μὲ τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος, ἥτις ἔσται ἀναγκαία πρὸς προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν πόρων. Εἰς τὸν κανόνα δὲ τοῦτον βεβαίως πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἐξαίρεσιν, ὅταν ἡ ἀγορὰ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ἢ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος αὐτὸ συναλλάγματος ἐν τῷ τόπῳ, δύναται ἕνεκα ἄλλων λόγων νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα ἐπιβλαβέστερα τῆς διὰ δανείων προμηθείας αὐτοῦ. Ἡ ἐξαίρεσις ὅμως δὲν ἀναιρεῖ τὸν κανόνα, συμφώνως μὲ τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ συντάξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Καὶ ὅταν δὲν ἐφαρμόζωμεν τὴν ἐξαίρεσιν καὶ προμηθευώμεθα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ δανείου τὸ εἰς τὸ Δημόσιον ἀναγκαῖον μεταλλικὸν, τί ἄλλο πράττομεν, παρὰ εἴσπραξιν ἐκτάκτου πόρου; Ἐὰν δὲ τὰ ἐκ τοῦ πόρου τούτου εἰσπραττόμενα, ἐκτὸς τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἐμπεριέχωσι καὶ νομισματικὴν διαφοράν, ὀφείλομεν καὶ τὴν διαφορὰν ταύτην ν’ ἀναγράψωμεν ὡσαύτως ὡς ἔκτακτον ἔσοδον. Διὰ τοῦ πρώτου τούτου μέτρου τῆς εἰκονικῆς διαγραφῆς τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καλύπτει μέρος τοῦ ἐλλείμματος, ἤτοι 6,200,000 δραχμῶν. Ἑτέραν δὲ εἰκονικὴν ἀναγραφὴν, τὴν τῆς μεταφορᾶς ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Δημοσίου ποσοῦ δραχμῶν 2,500,000, προτείνει ἡ αὐτὴ μειοψηφία πρὸς κάλυψιν ἴσου ποσοῦ ἐκ τοῦ ἐλλείμματος. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὡς πάντες γνωρίζομεν, εἶναι κλάδος τῆς γενικῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ἔχων ἰδίαν διεύθυνσιν καὶ ἐκτελῶν ὡρισμένα ἔργα, ποριζόμενος δὲ τὰ ἔσοδα αὑτοῦ ἐκ τῶν ἰδίων σχεδὸν πηγῶν, ἐξ ὧν καὶ τὸ Δημόσιον. Ἐὰν τὸ ταμεῖον τοῦτο μετὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ εἶχε περισσεύματα, θὰ ἠδυνάμεθα τὰ περισσεύματα ταῦτα νὰ μεταβιβάσωμεν εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς κάλυψιν μέρους τοῦ ἐλλείμματος τῶν προϋπολογισμῶν αὐτοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας τοῦ 1890 τὰ τακτικὰ αὐτοῦ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 4,386,000 καὶ τὰ τακτικὰ ἔξοδά του εἰς δραχ. 5,802,000, ἔχει ἑπομένως ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 1,416,000. Τοιοῦτον ἔχον ἔλλειμμα τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, πῶς θὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον 2,500,000 δραχμῶν; Βεβαίως διὰ δανείου, τὸ ὁποῖον, εἴτε παρ’ αὐτοῦ συνομολογηθῇ, εἴτε παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἔσται πάντοτε χρέος τοῦ ἔθνους, βαρύνον τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ. Ἡ χρηματιστικὴ πρᾶξις, ἡ προτεινομένη παρὰ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς κάλυψιν τοῦ ὑπολοίπου τοῦ ἐλλείμματος, εἶναι ἡ τροπὴ τῶν δανείων τῶν 100 καὶ 120 ἑκατομμυρίων. Διὰ τῆς τροπῆς ταύτης ὑπολογίζει, ὅτι θὰ διαγραφῇ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ διὰ χρεωλύσιον τῶν δανείων τούτων πληρονόμενον ποσὸν 2,915,000 φράγκων χρυσῶν. Ἀλλ’ ὅπως τρέψωμεν τὰ δύο ταῦτα δάνεια, πρέπει νὰ πληρώσωμεν εἰς τὸ ἄρτιον τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ ὁμολογιῶν αὐτῶν, ὅπερ ἀνέρχεται εἰς 203,000,000 φράγκων περίπου. Ἀνάγκη ἑπομένως νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, ἀποφέρον πραγματικὸν κεφάλαιον 203,000,000 φράγκων. Διὰ τὸ δάνειον δὲ τοῦτο, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τρεχουσῶν τιμῶν τῶν δανείων ἡμῶν κατὰ τοὺς τελευταίους δέκα μῆνας, θὰ πληρώσωμεν τόκον πρὸς 5¾ περίπου ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, ἤτοι 11,675,000 φράγκων περίπου κατ’ ἔτος. Διὰ τὰ δάνεια δὲ, τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ τροπὴ, πληρόνομεν 5% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ αὐτῶν κεφαλαίου, ἤτοι φράγκα 10,150,000. Ὥστε διὰ τὸ νέον δάνειον, τὸ χάριν τῆς τροπῆς συνομολογηθησόμενον, θὰ πληρόνωμεν διὰ τόκους φρ. 1,525,000 ἐπὶ πλέον. Διὰ τῆς πράξεως ταύτης θὰ διαγράψωμεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ χρήσιμον δαπάνην φράγκων 2,915,000, ἥτις καταβάλλεται διὰ χρεωλύσια, δηλ. δι’ ἐξόφλησιν δημοσίων χρεῶν, καὶ θὰ προσθέσωμεν ἐν αὐτῷ φράγκα 1,525,000, πληρωθησόμενα δι’ ἄγονον δαπάνην, δηλ. διὰ πληρωμὴν τόκων. Τὸ τελικὸν δ’ ἀποτέλεσμα τῆς πράξεως ταύτης ἔσεται φαινομενικὴ μὲν ἐλάττωσις τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ φρ. 1,390,000, πραγματικὴ δὲ ζημία τοῦ Δημοσίου ἐκ φρ. 1,525,000. Διὰ τοιούτων ἀναγραφῶν καὶ πράξεων δὲν εἶναι δύσκολον νὰ πλάσσῃ τις τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τοιοῦτον ἰσοζύγιον ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν; Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιαύτην γνώμην. Ἐνταῦθα δὲ κεῖται μία ἐκ τῶν οὐσιωδῶν διαφορῶν μεταξὺ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἧς τὴν ἐφαρμογὴν ἡμεῖς θεωροῦμεν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν πραγματικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, καὶ ἐκείνης, ἥτις ἐφηρμόσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἡ μὲν προκάτοχος Κυβέρνησις παρεδέχετο ὡς κύριον στήριγμα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν τὴν δημοσίαν πίστιν. Ἡμεῖς δὲ ἐννοοῦμεν, ὅτι στήριγμα τῆς δημοσίας πίστεως πρέπει νὰ ὦσιν ὑγιῆ οἰκονομικὰ καὶ καλὴ διαχείρισις αὐτῶν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, θέτουσα ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ τὰ ἐν τῷ μέλλοντι ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς πολιτικῆς, καὶ ἐπηρεαζομένη ἰδίως ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ εὐκολύνῃ τὴν συνομολόγησιν δανείων, δὲν ἐδίσταζε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον νὰ παρουσιάζῃ ἰσοζύγιον στηριζόμενον ἐπὶ εἰκονικῶν ὑπολογισμῶν καὶ ἀναγραφῶν· οὕτω πολιτευομένη, ἐλησμόνει ὅτι ἡ δημοσία πίστις εἶναί τι λίαν εὔθραυστον, καὶ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς στήριγμα τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, μηδὲ νὰ παράσχῃ ὠφελείας, ἂν αὕτη δὲν ἔχῃ τὸ δι’ αὐτὴν ἀπολύτως ἀναγκαῖον στήριγμα, ὅπερ εἶναι ἡ ὑγιὴς κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τούτων. Ἄνευ τοιούτου στηρίγματος ἡ δημοσία πίστις δύναται ἐπί τινα χρόνον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς ἐπὶ εἰκονικοῦ ἐρείσματος στηρίζοντας αὐτὴν, καὶ χρησιμεύσῃ πρὸς συνομολόγησιν δανείων ὑπὸ ὅρους κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐπαχθεῖς. Ταχέως ὅμως ἡ οὕτω λειτουργοῦσα δημοσία πίστις δύναται νὰ συντριβῇ, συντριβομένη δὲ, νὰ κατερειπώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ταφῇ αὕτη ὑπὸ τὰ ἐρείπια αὐτῶν. Ἄλλως σκεπτόμενοι περὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ περὶ τῆς ὑποστηρίξεως καὶ χρησιμοποιήσεως τῆς δημοσίας πίστεως, νομίζομεν ὅτι ὀφείλομεν νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς εἰλικρινοῦς καὶ καθαρᾶς, καὶ ἀντιμετωπίζοντες μετὰ θάῤῥους τὰς ὑφισταμένας δυσκολίας, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν διόρθωσιν αὐτῶν. Τὴν διόρθωσιν δὲ τούτων μόνον δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, ὅταν σπεύδοντες βραδέως ἀναπτύξωμεν τοὺς ὑπάρχοντας πόρους τῆς χώρας, μὴ παραβλέποντες οὐδὲ τὸν ἐλάχιστον αὐτῶν, καὶ καταστήσωμεν χρησίμους τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου, διαγράφοντες πᾶσαν τοιαύτην μὴ ἀναγκαίαν διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Διὰ τοιαύτης οἰκονομικῆς πολιτικῆς εἶναι δυνατὴ ἡ ἀπόκτησις ὑγιῶν οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ ἀληθὴς πρόοδος τῆς χώρας, ἡ θετικὴ δημοσία πίστις καὶ ἡ προάσπισις τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Τῆς τοιαύτης δὲ πολιτικῆς τὴν ὑποστήριξιν ζητοῦμεν καὶ παρὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ παρὰ παντὸς ἐνδιαφερομένου ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§87ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, δι’ αὔριον.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τις νὰ ὁμιλήσῃ, θὰ κηρύξω περατωμένην τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπάρχωσι ῥήτορες, δηλοῦντες ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀναβληθῇ πρὸς τοῦτο ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον, δὲν ἀντιλέγομεν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχωσι συνάδελφοι, σκοποῦντες νὰ ὁμιλήσωσι, δηλοῦντες τοῦτο καὶ δηλοῦντες τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ὁμιλήσωσιν αὔριον.
§90ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν πρόθεσιν νὰ ὁμιλήσω ἐδήλωσα, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον ἐδήλωσα ἐπίσης καὶ ἰδιαιτέρως πρότερον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον.
§91ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ καλά.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.