1891.03.05
2.255 στίχοι · 18.060 λέξεις · 26 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
Τῆς 5 Μαρτίου 1891.
(Τρίτη)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἀπεστάλησαν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς ἔν τισι δήμοις τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Παρακαλοῦνται οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Γʹ τμῆμα κκ. Βουλευταὶ νὰ συνέλθωσιν ἐγκαίρως καὶ προβῶσιν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῆς. Ὁ Παναγιώτης Κυρκίνης, πρώην δημόσιος εἰσπράκτωρ, ἐξαιτεῖται νὰ τῷ ἐπιστραφῶσι 1300 δραχμαί, αἵτινες ἀδίκως, λέγει, τῷ κατελογίσθησαν δι’ ἔλλειμμα ἐκ ταινιῶν καπνοῦ. Οἱ Φ. Φῶτος, Γ. Λυκιαρδόπουλος καὶ Γ. Φῶτος ἐξαιτοῦνται τὴν παρέμβασιν τῆς ἐξουσίας κατὰ τῶν κατοίκων τῆς Μανωλάδος, οἵτινες ἔνοπλοι ἐπετέθησαν κατὰ τῶν ὑλοτομούντων ἐν τῷ δάσει Στροφυλιᾷ τῆς Μονῆς Μεγάλου Σπηλαίου. Ὁ Δήμαρχος Κορωνίδος διαβιβάζει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου του, εὐχομένου νὰ διατηρηθῶσι τὰ πρὸ πεντηκονταετίας κεκτημένα δικαιώματα τῶν σμυριδορυκτῶν Κορωνίδος καὶ Ἀπειρανθίας. Διάφοροι κάτοικοι καὶ ἐμποροπλοίαρχοι ἐκ Σπετσῶν ἐξαιτοῦνται τὴν ἀνασύστασιν τῶν ναυτικῶν σχολῶν καὶ τὸν ἀναδιορισμὸν τῶν ναυτοδιδασκάλων. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
§2ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν ἐμπόρων Τρικκάλων, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσι τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἐπὶ τῶν καλεμκεριῶν εἰσαγωγικοῦ φόρου, διότι διὰ τοῦ μέτρου τούτου καὶ ἡ λαθραία εἰσαγωγὴ αὐτῶν θέλει περισταλῆ, καὶ τὸ Δημόσιον συνεπῶς θέλει ὠφεληθῆ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1891.
§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας συνεκροτήθη ἡ παροῦσα Βουλή, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπαυσεν εἰσάγουσα διάφορα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων καταργοῦνται ἢ τροποποιοῦνται νομοθετήματα ψηφισθέντα ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· ἐν τούτοις εὑρέθη καὶ ἓν νομοθέτημα τῶν προκατόχων, τὸ ὁποῖον ἔκριναν οἱ διάδοχοι, ὅτι δὲν χρήζει τροποποιήσεως, τοῦτο δὲ εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890. Ἐπειδὴ δὲ πᾶς προϋπολογισμὸς δὲν ἰσχύει, εἰμὴ μόνον διὰ τὸ ὁμώνυμον ἔτος, ἀντέγραψαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον καὶ τὸν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ψηφισθεὶς παρ’ αὐτῆς ἰσχύῃ καὶ διὰ τὸ ἔτος 1891. Οὕτω, ἐνῷ αἱ δύο Κυβερνήσεις διαφωνοῦσιν εἰς πλεῖστα ὅσα, εὑρέθησαν σύμφωνοι εἰς τὸ οὐσιωδέστατον πάντων τῶν νομοθετημάτων, τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος, διὰ τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτοῦ σπουδαιότητα, καλεῖται ὁ νόμος τῶν νόμων, καὶ περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὴν πολιτικὴν πάσης Κυβερνήσεως. Ὁ προϋπολογισμὸς λοιπὸν τοῦ 1891 δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔργον κοινὸν ἀμφοτέρων τῶν Κυβερνήσεων. Διὰ τοῦτο οὔτε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένοντο πολλαὶ συζητήσεις, ἀφορῶσαι εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ἡ συζήτησις περιεστράφη κυρίως περὶ τὸν καθορισμὸν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν, τοῦ μὲν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμένοντος, ὅτι τὰ ἔτη ταῦτα θέλουσι καταλίπει ἔλλειμμα ὑπερβαῖνον τὰ 45, 000,000, τῶν δὲ περὶ τὴν πρώην Κυβέρνησιν ἰσχυριζομένων, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα. Περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τούτων καὶ περὶ τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐγένοντο καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη μακραὶ συζητήσεις ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐστάθη δυνατὸν νὰ διευκρινισθῶσι τὰ πράγματα, διότι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔστεργε νὰ ἐκθέσῃ αὐτὰ καθ’ ὃν τρόπον ἐζήτει ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ καθ’ ὃν καὶ μόνον ἠδύναντο νὰ κατασταθῶσι καταληπτά. Ἀφοῦ ἔπεσεν ἐκεῖνος καὶ ἦλθεν ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀνέλαβε δὲ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀνὴρ ἐντριβὴς περὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ χρηματιστικὰ, ἐπιστεύομεν ὅτι ἠθέλομεν λάβει ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ματαίως ἐπὶ τόσα ἔτη ἐζητοῦμεν ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, προβάλλων τὴν ἀνωμαλίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὗρε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητουμένας καταστάσεις, ἠρκέσθη δὲ μόνον νὰ εἴπῃ, ὅτι, καθὰ προχείρως ἠδυνήθη νὰ πληροφορηθῇ, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889 καὶ 1890 θέλει ὑπερβῆ τὰ 45,000,000. Ὅ,τι παρέλειψεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπιστεύομεν ὅτι ἤθελεν ἀναπληρώσει ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Ζωγράφος, ἀλλὰ καὶ οὗτος ἐπροτίμησε νὰ πραγματευθῇ τὰ ζητήματα χονδρικῶς, διεχειρίσθη δὲ τὰ ἑκατομμύρια μὲ τοσαύτην εὐκολίαν, ὥστε ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀντίπαλόν του νὰ τὸν εἰρωνευθῇ. Ἕν μόνον ἀγαθὸν ἐνδέχεται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ζωγράφου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀγαθοῦ τούτου ἡ ἀπόκτησις δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς κεφαλαιούχους. Ἐὰν οἱ εὐλογημένοι αὐτοὶ ἄνθρωποι παραδεχθῶσι τὴν θεωρίαν, ὅτι, ὅσῳ χρεούμεθα, τόσῳ πρέπει νὰ μᾶς ἐμπιστεύωνται, τότε δυνάμεθα νὰ μένωμεν ἥσυχοι, καὶ νὰ περιμείνωμεν τὴν ἀποκατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν μας ἀπὸ τὸ σύμπλεγμα τῶν σιδηροδρόμων, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς παρέπεμψεν ὁ κ. Σιμόπουλος, καὶ ἀπὸ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα, κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου, τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔχει ὑπὸ μελέτην ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ναυτιλίας, τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας. Τὴν θεωρίαν ταύτην ὑπεστήριξεν ἐμμέσως καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, διότι κατ’ αὐτὸν ἡ ἐνίσχυσις τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως ὀφείλεται εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζομεν, βάσιν εἶχε τὴν αὔξησιν τῶν φόρων καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἐνδέχεται καὶ ἡ θεωρία αὕτη νὰ περιλαμβάνηται εἰς τὰ δόγματα τῆς νέας σχολῆς, τῆς ὁποίας ἐνασμενίζονταί τινες νὰ παρίστανται ὡς θιασῶται· ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ πρεσβύτεροι, οἱ ἀκολουθοῦντες τὰ δόγματα τῆς παλαιᾶς σχολῆς, φρονοῦμεν, ὅτι, ἐὰν ἡ φορολογία ἡμῶν ἦτο μετριωτέρα καὶ τὸ χρέος μας ὀλιγώτερον, ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἤθελεν εἶσθαι ἀκμαιοτέρα, καὶ μὲ μεγαλειτέραν εὐκολίαν ἠθέλομεν εὑρίσκει δάνεια, τῶν ὁποίων ἑκάστοτε ἔχομεν ἀνάγκην. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἐξετέλεσε τεχνικώτερον τὸ μέρος του, καὶ προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδὲν ἔλλειμμα κατέλιπον αἱ χρήσεις, τὰς ὁποίας διεχειρίσθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ ὅτι οὐδὲ λεπτὸν ἐκ τῶν πολλῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολόγησεν, ἐχρησίμευσεν εἰς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων. Ἀλλ’ ἂς μὲ συγχωρήσῃ καὶ ὁ φίλος μου κ. Σιμόπουλος νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ματαίως ἐκοπίασε, διότι ἀμφιβάλλω ἐάν τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἠδυνήθη ν’ ἀντιληφθῇ καὶ νὰ συγκρατήσῃ εἰς τὴν μνήμην του τὴν σωρείαν τῶν ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἓξ ὥρας ἐπήδων ἀπὸ τὰ χείλη του. Οἱ ἀριθμοὶ ἔχουσιν ἰδίαν γλῶσσαν, ὅπως καλῶς γνωρίζει ὁ κ. εἰσηγητής, καὶ ὁ θέλων νὰ κατασταθῇ καταληπτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ καταφεύγῃ εἰς πολυσελίδους διατριβὰς καὶ πολυώρους ἀγορεύσεις, ἀλλὰ νὰ καταστρώνῃ τοὺς ἀριθμοὺς εἰς ἓν φύλλον χάρτου, καὶ νὰ τοὺς θέτῃ ὑπὸ τὰς ὄψεις τῶν ἄλλων. Ἐὰν τοῦτο ἔπραττεν ὁ κ. Σιμόπουλος, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἤθελε φέρει εἰς ἀμηχανίαν τὸν ἔντιμον φίλον μου κ. Μπούμπουλην, ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν ἦναι οἰκονομολόγος, εἶμαι ὅμως καλὸς μαθηματικός, καὶ ἠδύνατο κάλλιστα νὰ τὸν ἐννοήσῃ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων δὲν ἠδυνήθη ἡ Βουλὴ νὰ φωτισθῇ, καὶ ὅτι τὰ περὶ ἐλλειμμάτων καὶ δανείων οὐδόλως διευκρινίσθησαν. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν ἀναγκαίων στοιχείων δὲν εἶμαι οὔτε ἐγὼ εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω τι θετικόν, νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν θέλετε δυσανασχετήσει, ἐὰν προσθέσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Καὶ καθόσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889, πιστεύω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι κατώτερον τῶν 14,000,000, διότι μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως ταύτης, καὶ τῶν τακτικῶν ἐξόδων ὑπάρχει διαφορὰ 4,300,000, εἰς ταῦτα δὲ πρέπει νὰ προστεθῶσι 3,000,000 διὰ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ τοὺς δήμους καὶ προσέτι 6,500,000 διὰ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος. Περὶ δὲ τῆς χρήσεως τοῦ 1890 δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ τις ἀπὸ τοῦδε θετικῶς, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι καὶ αὕτη θὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα ἀνώτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ χρῆσις τοῦ 1889. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι ματαιοπονία τὸ νὰ καταλογίζηται εἰς τὰ ἔξοδα ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος, καθόσον ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων γίνεται ἀπὸ χρήματα, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν πορίζεται τὸ Κράτος εἰς χρυσὸν καὶ ἑπομένως δὲν πληρόνει διαφορὰν συναλλάγματος. Ἐγὼ ὅμως δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ταύτην· καὶ ἰδοὺ διατί. Ὑποθέσατε, ὅτι τὸ Κράτος δανείζεται 30,000,000 εἰς χρυσὸν, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ ἔργον τι, καὶ ὅτι, ἀντὶ νὰ καταθέσῃ τὰ χρήματα ταῦτα εἴς τινα Τράπεζαν καὶ νὰ τὰ μεταχειρισθῇ διὰ τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον προωρίσθησαν, πληρόνει δι’ αὐτῶν τὰ τοκομερίδια ἢ ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ καταβάλλῃ ἐκ τῶν ἰδίων εἰσπράξεων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ἔργον θέλει ἐκτελεσθῆ διὰ τῶν τακτικῶν εἰσπράξεων, πρὸς τοῦτο δὲ πρέπει νὰ διατεθῶσιν οὐχὶ πλέον 30,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι ταῦτα δὲν ἀρκοῦσιν, ὅπως ἐκτελεσθῇ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ὑπελογίσθη ὅτι θέλουν χρειασθῆ 30,000,000 εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ πρέπει νὰ διατεθῶσι 36,000,000 ἢ 37,000,000. Ἑπομένως, ὁσάκις τὸ Κράτος μεταχειρίζεται χρυσὸν διὰ νὰ ἐνεργήσῃ πληρωμὰς ἀναγομένας εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα, πρέπει νὰ ὑπολογίζῃ διὰ τὸ ἀντίκρυσμα αὐτοῦ ὄχι ἴσον ποσὸν γραμματίων, ἀλλὰ καὶ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐγένετο χρῆσις δανείων πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων, κατέστρωσα ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα κατ’ αἴτησίν μου προσήγαγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πίνακα, τὸν ὁποῖον δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ θεωρήσω καθ’ ὅλα τέλειον, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου τὰς τυχὸν ἐλλείψεις δύνανται νὰ συμπληρώσωσιν, ἐὰν εὐαρεστῶνται, οἱ κ. εἰσηγηταὶ τῆς ἐπιτροπῆς. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, εἰς 570,354,000 συμποσοῦνται τὰ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890 ὀφειλόμενα ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν μετὰ τὸ 1882, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων εἰσεπράχθη πραγματικὸν κεφάλαιον δρ. 450,374,000· ἀπὸ τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἐδαπανήθησαν εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885 καὶ 1886, 325,315,000, ὥστε περισσεύουσιν 125,000,000, τὰ ὁποῖα ἀπεῤῥόφησαν τὰ ἐλλείμματα τῶν χρήσεων ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1889 καὶ ἡ διαχείρισις τοῦ 1890. Διὰ νὰ ἦναι δὲ πλήρης ὁ λογαριασμὸς οὗτος, πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος διὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν εἰς χρυσὸν καὶ τὰ ὁποῖα μεταχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις εἰς δαπάνας πληρωτέας διὰ τραπεζικῶν γραμματίων ὥστε δὲν ἀληθεύει, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθημεν, ἐχρησίμευσαν ὅλα εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας· διότι, ἀφοῦ ἀφαιρέσητε τὰ δαπανηθέντα εἰς πληρωμὴν χρεῶν, διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ 1880, τοὺς σιδηροδρόμους, τὰ πλοῖα, τὰ κτίρια κλπ., περισσεύουσιν 125,000,000, τὰ ὁποῖα, ἐὰν προστεθῇ καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος, θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 175,000,000, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπεῤῥόφησαν τὰ ἐλλείμματα τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸν πίνακα τοῦτον.
§5ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως θὰ τυπωθῇ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 258).
§8ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1891 ὀλίγα ἔχω νὰ εἴπω, διότι εἶναι ὅμοιος μὲ τοὺς προϋπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους κατεσκεύαζεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ περὶ τῶν κατασκευασμάτων τούτων γνωστὸν εἶναι ποίαν ἔχω γνώμην. Ἀλλὰ πρὸ τούτου θέλω ὑποβάλει γενικάς τινας παρατηρήσεις, ἀφορώσας τὴν πορείαν ἀμφοτέρων τῶν Κυβερνήσεων. Ὅσοι ἐξ ἡμῶν εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἤμεθα μέλη τῆς προλαβούσης Βουλῆς, καὶ ἀντεπολιτευόμεθα τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἠτιώμεθα αὐτὴν διὰ πολλὰ καὶ διάφορα. Καθ’ ἡμᾶς, πᾶσα ἡ πολιτικὴ αὐτῆς, ἥ τε ἐξωτερικὴ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ, ἦτο πλημμελὴς καὶ ἀπάδουσα εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἡ μὲν ἐξωτερικὴ αὐτῆς πολιτικὴ ὑπῆρξε τοσοῦτον ἄστοχος, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ τὴν ἀποκηρύξῃ· ἐλεγχόμενος ἐπὶ τῇ πορείᾳ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὡς πρὸς τὸ Κρητικὸν ζήτημα, ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐπλανᾶτο ὡς πρὸς τὰς διαθέσεις τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, καὶ διὰ τοῦτο παρέβλεψε πολλὰς περιστάσεις σπουδαίας, παρεχούσας ἀφορμὰς ῥήξεων. Ἕνεκα τῆς πλάνης ταύτης ἐξηυτελίσθη ὁ Ἑλληνισμὸς, κατέπεσε τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος, ἐδεινώθη ἡ θέσις τῶν ὑποδούλων ἐπαρχιῶν, κατεπατήθησαν θρησκευτικὰ καὶ πολιτικὰ προνόμια διὰ πολυχρονίων ἀγώνων καὶ θυσιῶν ἀποκτηθέντα, καὶ ἐμείναμεν ἔρημοι συμμάχων· δὲν κατενοήθη δὲ ἡ πλάνη, εἰμὴ ὅτε ὁ Σακὴρ πασσᾶς, καταλαβὼν ἄνευ ἀντιστάσεως καὶ τῇ βοηθείᾳ τοῦ προξένου τῆς Ἑλλάδος τὰς στρατηγικὰς θέσεις τῆς πολυπαθοῦς Κρήτης, τοὺς μὲν προκρίτους παρέδωκεν εἰς τὰ στρατοδικεῖα, τὸν δὲ λαὸν ἀφῆκεν ἐκτεθειμένον εἰς τὰς βιαιοπραγίας τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Τότε δὲ ἀφωρίσθη ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, καὶ ἀνεκηρύχθη ἄλλη, ἡ ὁποία, καταδικάζουσα τὰ μεμονωμένα κινήματα, θέτει ὡς βάσιν τὴν ἑνιαίαν ἐνέργειαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρὸς ἀπελευθέρωσιν ὅλων ὁμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ καὶ ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἐὰν ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ, θέλει ἀποδειχθῆ μᾶλλον πεπλανημένη, καὶ ἔσται ἀληθῶς ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. Τὰ μεμονωμένα κινήματα διετήρησαν ἄσβεστον τὸν ἔρωτα τῆς ἐλευθερίας εἰς τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων, καὶ παρεσκεύασαν τὸν μέγαν ἀγῶνα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξῆλθεν ὡς φοῖνιξ ἐκ τῆς τέφρας αὐτοῦ τὸ μικρὸν τοῦτο βασίλειον· εἰς τὰ μεμονωμένα κινήματα ὀφείλεται ἡ προσάρτησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ ἄνευ τῶν μεμονωμένων κινημάτων δὲν ἤθελον λάβει ἀνακούφισιν πολλὰ ἑλληνικὰ διαμερίσματα ἐκ τῶν διατελούντων ἔτι ὑπὸ τὴν τουρκικὴν δεσποτείαν. Ἡ δὲ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ εἰς ἕνα καὶ μόνον ἔτεινε σκοπόν, εἰς τὸ νὰ συγκεντρώσῃ πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ἢ μᾶλλον τοῦ Πρωθυπουργοῦ,—διότι κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους Κυβέρνησις καὶ Πρωθυπουργὸς κατήντησαν συνώνυμα,—καὶ νὰ τὴν διαθέτῃ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κόμματος. Ἕνεκα τῆς συγκεντρώσεως ταύτης παρέλυσεν ἡ διοίκησις, ἐξέλιπεν ὁ σεβασμὸς πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς νόμους, ἐπολλαπλασιάσθησαν τὰ ἐγκλήματα, ἐκορυφώθη ὁ φατριασμός, ἀνυψώθη εἰς σύστημα ἡ συναλλαγή, ἐχαλαρώθη ἡ δικαιοσύνη καὶ πολλὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς κατήντησαν ταπεινοὶ θεράποντες τῆς πολιτικῆς, ἐταπεινώθη ἡ Ἐκκλησία, καὶ ἐγεννήθησαν σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα ἄδηλον εἶναι πῶς θέλουν καταπαύσει, παρέλυσεν ὁ στρατὸς καὶ ἐν γένει ἐδημιουργήθη ἐσωτερικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτοὶ οἱ στενότεροι φίλοι τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ καταδικάζουσι σήμερον ἀπροκαλύπτως, θέλοντες δὲ νὰ δικαιολογήσωσιν αὐτόν, λέγουσιν, ὅτι κατεγίνετο ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν, καὶ δὲν εἶχε καιρὸν νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν ἄλλων κλάδων τῆς διοικήσεως, καὶ βεβαιοῦσιν, ὅτι, ἀφοῦ ἐξέπεσε τῆς ἀρχῆς, ἐνόησεν, ὅτι αἰτία τοῦ κακοῦ ἦτο ἡ συγκέντρωσις, καὶ ἂν ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, θέλει ἐφαρμόσει σύστημα τελείας ἀποκεντρώσεως, χωρίζων ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τὴν δικαιοσύνην, τὴν ἐκπαίδευσιν, τὸν στρατὸν καὶ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως· ὥστε, ἐὰν ἀληθεύουν τὰ λεγόμενα, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπλανᾶτο καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν, ὅπως καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικήν. Διὰ νὰ ἐξέλθῃ τῆς πλάνης ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἐδέησε νὰ συμβῶσιν ὅσα συνέβησαν ἐν Κρήτῃ, διὰ νὰ παύσῃ δὲ ἡ πλάνη ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικήν, ἦτο ἀνάγκη νὰ φθάσῃ τὸ κακὸν εἰς τὸ ἀπροχώρητον, ὥστε νὰ ἐγερθῇ ὁ λαὸς καὶ νὰ τὴν καταῤῥίψῃ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν. Ὅπως δήποτε, ἐὰν ἀληθεύωσι τὰ γραφόμενα ἀπὸ τοὺς φίλους τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, τὸν συγχαίρω διὰ τὴν μεταβολὴν ταύτην τῶν φρονημάτων του, φοβοῦμαι ὅμως μήπως, ἐάν ποτε ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, λησμονήσῃ καὶ τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην, ὅπως ἐλησμόνησεν ἐπὶ τῆς ὀκταετοῦς πρωθυπουργίας του ὅσα ὑπέσχετο ἄλλοτε περὶ διοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, περὶ ἐλαττώσεως τῶν φόρων καὶ περὶ οἰκονομίας τῶν ἐξόδων. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι κατὰ τοὺς φίλους του ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε καιρὸν νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ἄλλων κλάδων τῆς διοικήσεως, διότι εἶχε συγκεντρωμένην ὅλην αὐτοῦ τὴν προσοχὴν εἰς τὰ οἰκονομικά. Ἀλλὰ καθ’ ἡμᾶς ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ πολιτικὴ ἦτο ἡ μᾶλλον ἡμαρτημένη, καὶ ταύτης αἱ συνέπειαι θέλουσι βαρύνει ἐπὶ πολὺν χρόνον τόπον. Ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν, ὁ μὲν Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιβαρύνεται μὲ δυσβάστακτον καὶ πᾶν λογικὸν ὅριον ὑπερβαίνουσαν φορολογίαν, τὸ δὲ Κράτος ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις, τῶν ὁποίων ἡ τακτικὴ ἐκπλήρωσις θέλει μᾶς ἐμβάλλει πάντοτε εἰς δυσκολίας. Δύνανται οἱ φίλοι τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ νὰ ἐκθειάζωσιν ὅσον θέλουσι τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ πολιτικήν· δύνανται νὰ λέγωσι καὶ νὰ γράφωσιν, ὅτι οὐδὲν ἔλλειμμα κατέλιπον αἱ προηγούμεναι χρήσεις, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἀποκατεστάθη καὶ ὅτι τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς χώρας ἐξησφαλίσθη. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος νοσοῦσι, καὶ νοσοῦσι βαρέως. Ἄλλως ὅμως θὰ εἶχον τὰ πράγματα, ἐὰν ἐφηρμόζετο ἄλλη οἰκονομικὴ πολιτική, μᾶλλον μεμετρημένη καὶ ἀνάλογος πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. 58 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐπλήρωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὸ ἔτος 1882, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πρῶτον ἔτος μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ τὸ πρῶτον, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὑποστηριζόμενος ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ πρώην Πρωθυπουργός. Κατὰ δὲ τὸν ὑπ’ ὄψει μας προϋπολογισμὸν, ζητεῖται νὰ εἰσφέρῃ διὰ τὸ 1891 96,000,000, τουτέστι 38,000,000 περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1882. Ἡ τεραστία δὲ αὕτη αὔξησις δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς προόδου τοῦ τόπου καὶ τῆς ἐκ ταύτης ἐπελθούσης κανονικῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων προσόδων, ἀλλ’ εἶναι προϊὸν τῆς βαρυτέρας φορολογίας, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη εἰς τὴν χώραν, διότι ὅλοι οἱ φόροι ηὐξήθησαν, νέοι φόροι ἐπεβλήθησαν καὶ μονοπώλια συνεστήθησαν. Πρέπει δὲ νὰ μὴ κατοικῇ τις ἐν Ἑλλάδι, διὰ νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τοσούτων ἑκατομμυρίων δὲν κατεπόνησε τὴν παραγωγὴν καὶ δὲν περιήγαγεν εἰς στενοχωρίας τοὺς κατοίκους. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ὁ λαὸς ἠνέχθη ὁπωςδήποτε τὴν βαρυτάτην ταύτην φορολογίαν, καὶ ἀφοῦ ὅλαι αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας, ἄλλαι μὲν δι’ ἐλαττώσεως τῶν παραγωγικῶν αὑτῶν δαπανῶν, ἄλλαι δὲ διὰ περικοπῆς τῶν μέσων τῆς εὐζωΐας, καὶ ἄλλαι διὰ στερήσεως καὶ αὐτῶν τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων πρὸς συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν των, ἐπλήρωσαν καὶ πληρόνουν κατ’ ἔτος τοσαῦτα ἑκατομμύρια, πόσα πράγματα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐὰν ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν ἐγίνετο μὲ τὴν ἀπαιτουμένην περίσκεψιν; 10 ἢ 15 ἑκατομμύρια, προστιθέμενα κατ’ ἔτος εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἠδύναντο νὰ ἐπιφέρωσι πᾶσαν δυνατὴν βελτίωσιν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, τὰ δὲ λοιπὰ ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς συνομολόγησιν μεγάλου ποσοῦ δανείων, διὰ τῶν ὁποίων ἠδυνάμεθα νὰ κατασκευάσωμεν τοὺς σιδηροδρόμους, νὰ συμπληρώσωμεν τὸ σύμπλεγμα τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν, νὰ προμηθευθῶμεν πλοῖα, νὰ ὑπερπληρώσωμεν τὰς ἀποθήκας ἡμῶν ἀπὸ ὑλικὰ, νὰ ἀποξηράνωμεν τὰ ἕλη καὶ τὰς λίμνας καὶ ἐν γένει νὰ ἐκτελέσωμεν πάντα τὰ ἀναγκαῖα ἔργα. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἔλειπεν ἡ ἀπαιτουμένη περίσκεψις καὶ πρόνοια. Ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων δὲν συνεβάδιζε μὲ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ τὰ ἔξοδα ἦσαν ἀνώτερα κατ’ ἔτος ἀπὸ τὰ εἰσπραττόμενα ἔσοδα. Ἐκ τούτου δὲ παρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη νὰ συνομολογῶνται δάνεια, καὶ οὕτως ἔχομεν ἀνάγκην σήμερον, ὡς βλέπετε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, 36,000,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Εἰς ταῦτα δὲ θέλουσι προστεθῆ λίαν προσεχῶς ἄλλα 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια διὰ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ὡς καὶ διὰ τὸ ἕτερον δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, διότι καὶ δι’ αὐτὰ οἱ μεσολαβοῦντες τόκοι ἐκλείπουσι. Χρειαζόμεθα λοιπὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἐπέκεινα τῶν 40 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ κατὰ τὸ 1882 ἐδαπανήθησαν 18,000,000 μόνον, καὶ εἰς ταῦτα περιελαμβάνοντο καὶ 3,000,000 διὰ χρεωλύσια· τὸ δὲ χειρότερον εἶναι, ὅτι τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ ἄλλα τινὰ ὀφείλομεν νὰ πληρώνωμεν εἰς χρυσόν· ἐπειδὴ δὲ ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, εἶναι ἀνάγκη τὰ χρήματα ταῦτα νὰ προμηθευώμεθα δι’ ἐξωτερικῶν δανείων· διότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ τὰ προμηθευθῶμεν διὰ συναλλάγματος, θὰ ὑπερτιμηθῇ ὁ χρυσὸς, θὰ ὑποτιμηθῇ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, καὶ θὰ ἐπέλθῃ φοβερὰ διατάραξις εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς συναλλαγάς. Ἀλλ’ ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ εὕρεσις δανείων δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ μόνους ἡμᾶς· ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς περιστάσεις τῆς Εὐρώπης καὶ ἀπὸ τὴν πεποίθησιν, ἣν δυνάμεθα νὰ ἐμπνέωμεν εἰς τοὺς ξένους κεφαλαιούχους περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος τῆς χώρας ἡμῶν. Ἀλλοίμονον δ’ εἰς ἡμᾶς, ἐὰν ἔλθῃ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εὕρωμεν ἐξωτερικὸν δάνειον! Εἶναι τῷ ὄντι, Κύριοι, λυπηρὸν καὶ ἀπελπιστικὸν δι’ ἔθνος μικρὸν καὶ πτωχόν, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε μὲ 25, 40 μέχρι 50 ἑκατομμυρίων προϋπολογισμὸν ὄχι μόνον ἐπήρκει εἰς τὰς ἰδίας του ἀνάγκας, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ δαπανᾷ καὶ πολλὰ ἑκατομμύρια πρὸς συνδρομὴν τῶν ὁμογενῶν καὶ ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων, εἶναι λέγω λυπηρὸν, τὸ ἔθνος τοῦτο, μὲ ἔσοδα 100,000,000 περίπου, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ οὐδ’ εἰς τὰ τακτικὰ αὑτοῦ ἔξοδα, καὶ νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῶν ξένων κεφαλαίων. Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν, πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς ὁποίας κατεγίνετο ἀποκλειστικῶς, ὡς λέγουσιν, ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας ἀφῆκε νὰ παραλύσωσιν οἱ ἄλλοι κλάδοι τῆς δημοσίας διοικήσεως· κατάστασις ἀληθῶς ἀξιοθρήνητος! διότι δὲν ἀρκεῖ, ὅτι φορολογεῖται ἀνηλεῶς ὁ λαὸς, καὶ ἡ φορολογικὴ ψαλὶς ἀφαιρεῖ ἀπὸ πολλοὺς τῶν φορολογουμένων μετὰ τοῦ ἐρίου καὶ μέρος τοῦ δέρματος, ἀλλὰ τρέχομεν ἀκόμη καὶ τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῶμεν τὴν ἀτίμωσιν τῆς χρεωκοπίας. Ἡ κατάστασις αὕτη τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς ἐν γένει διοικήσεως ἐξετίθετο κατὰ πάσας τὰς συνόδους τῆς παρελθούσης Βουλῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία ὑπεστήριζε τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, εἶχεν ἑρμητικῶς κεκλεισμένα τὰ ὦτα αὑτῆς εἰς πᾶν ὅ,τι ἔλεγεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ δὲν προσεῖχεν, εἰμὴ μόνον εἰς τοὺς λόγους τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἠρέσκετο νὰ παριστᾷ, ὅτι πάντα ὅσα ἐλέγομεν ἡμεῖς ἦσαν δημοκοπίαι, ἀποβλέπουσαι εἰς τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας, καὶ ὅτι ἄλλα φρονήματα καὶ ἄλλας ἰδέας ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅπως θὰ ἀποδείξῃ, ἔλεγε, κατὰ τὰς ἐπικειμένας ἐκλογὰς, κατὰ τὰς ὁποίας ἐβεβαίου, ὅτι πάντες οἱ φίλοι αὐτοῦ ἤθελον ἐπιτύχει πανηγυρικῶς. Ἦλθεν ὅμως ἡ 14 Ὀκτωβρίου, καὶ ἐνόησεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδὲν ἄλλο ἐπεθύμει ἢ τὴν κατάπαυσιν τῆς καταστάσεως ἐκείνης, διὰ τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἐκαυχῶντο. Προϊὸν τῆς ψηφοφορίας ταύτης εἶναι ἡ πλειονοψηφία τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ ἡ ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως σχηματισθεῖσα Κυβέρνησις. Πάντες δ’ ἡμεῖς, οἱ πολεμήσαντες τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν καὶ ἐξεγείραντες τὸν λαὸν κατ’ αὐτῆς, ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἐνδιαφερόμεθα, ὅπως ἡ νέα Κυβέρνησις διατηρηθῇ καὶ εὐδοκιμήσῃ. Ἀλλ’ ὅπως ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ἦναι ἀνάγκη καὶ αὐτὴ καὶ ἡμεῖς νὰ ἀκολουθήσωμεν πορείαν ὅλως ἀντίθετον τῆς πορείας, ἡ ὁποία ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἡ μὲν Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καταπαύσῃ τὸν φατριασμὸν καὶ τὴν συναλλαγὴν, νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸν τόπον χρηστὴν καὶ ἀμερόληπτον διοίκησιν, καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ ἐν γένει τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡμεῖς δ’ ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ καθήμεθα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ὡς ἰχθεῖς ἄφωνοι, ἀλλὰ νὰ λέγωμεν ἐλευθέρως τὴν γνώμην μας ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως προτάσεων, καὶ νὰ συντρέχωμεν, ἕκαστος κατὰ λόγον τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς πείρας αὑτοῦ, εἰς τὸ νὰ καθίστανται ὅσον ἔνεστι τελειότεροι οἱ ψηφιζόμενοι νόμοι. Ἓν ἀπὸ τὰ μεγάλα ἐλαττώματα τῆς προηγουμένης ἐποχῆς, τὸ μεγαλείτερον ἴσως, ἦτο καὶ τοῦτο· ὅτι ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ ψηφίζωνται αἱ προτάσεις του ὅπως ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν ἐδέχετο κἀμμίαν γνώμην, ἀποῤῥέουσαν ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῶν Βουλευτῶν. Ἕνεκα τούτου, ἂν καὶ ὑπῆρχον ἐν τῇ Συμπολιτεύσει πολλοὶ ἱκανοὶ καὶ πεπειραμένοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο διὰ τῶν φώτων των καὶ τῆς πείρας των νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν νομοσχεδίων, οὐδὲν μέρος ἐλάμβανον εἰς τὰς συζητήσεις, καὶ οὕτω κατὰ πᾶσαν σύνοδον ἐξεφουρνίζετο ἡ σωρεία ἐκείνη τῶν ἀτελῶν καὶ ἀσυναρτήτων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον μετεβάλλοντο ἢ καὶ κατηργοῦντο. Πᾶσα πρότασις τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε σπουδαία εἴτε μὴ, ἐχαρακτηρίζετο ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ ἐδεσμεύετο ἡ γνώμη καὶ ἡ ψῆφος τῶν Βουλευτῶν, ἐνῷ, ὡς γνωρίζετε, εἰς ἄλλα Κοινοβούλια ὀλίγιστα νομοθετήματα συνδέονται μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὰ δὲ ἄλλα τίθενται ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ὡς ἁπλᾶ νομοθετικὰ μέτρα, καὶ ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν μένει ἐλεύθερος καὶ νὰ λαλήσῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὴν πεποίθησίν του. Καὶ παράδειγμα ἔχομεν, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ὑποβαλοῦσα εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα τὴν μετὰ τῆς Ἑλλάδος σύμβασιν, καὶ ὑποστηρίξασα αὐτὴν πάσῃ δυνάμει, ἀπέφυγε νὰ τὴν θέσῃ καὶ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ διὰ τοῦτο ἡ σύμβασις αὕτη ἀπεῤῥίφθη δι’ ὀλίγων ψήφων. Πιστεύω, ὅτι οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκάκιζον ἄλλοτε μεθ’ ἡμῶν τὴν τακτικὴν ταύτην τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι τοιαύτας ἀξιώσεις· ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν διανοηθῶσι τοῦτο, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὀλίγοι ἐκ τῶν τῆς πλειονοψηφίας θὰ εὑρεθῶσιν εὐδιάθετοι νὰ τοὺς εὐχαριστήσωσι. Περὶ τῶν μελῶν τῆς σημερινῆς πλειονοψηφίας δὲν δύναται νὰ λεχθῇ τὸ λεγόμενον περὶ τῆς προκατόχου, ὅτι δηλ. ὤφειλον τὴν ἐκλογήν των εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως· τὰ μέλη τῆς σημερινῆς πλειονοψηφίας ὀφείλουσι τὴν ἐκλογήν των ἕκαστος εἰς τὴν ἐπιῤῥοήν του καὶ εἰς τὸ ῥεῦμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδὲν δὲ ἄλλο τοὺς συνδέει μὲ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, εἰμὴ μόνη ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ συνεργασθῶσι μετ’ αὐτῆς πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προγράμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τοιαύτας ἔχων ἰδέας περὶ τῆς τακτικῆς, ἣν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν ἡμεῖς οἱ πρώην ἀντιπολιτευόμενοι, θέλω ὑποβάλει παρατηρήσεις τινὰς περὶ τῆς πορείας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικὴν αὐτῆς πολιτικὴν, ἀπέχω νὰ εἴπω τι· διότι ναὶ μὲν ἔλαβον χώραν γεγονότα τινὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπῆρξε κατὰ πάντα σύμφωνος μὲ τὰς ἰδέας τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὅπως δυνηθῇ τις νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς σήμερον, ὅπως ζητηθῇ ἡ κατάθεσις ἐγγράφων, ἀναγομένων εἰς ἐξωτερικὰ ζητήματα· περιορίζομαι ἑπομένως εἰς τὰ ἐσωτερικά. Ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα καθῆκον νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων καταργοῦνται περιορισμοί τινες, οἱ ὁποῖοι εἶχον ψηφισθῆ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὴν παῦσιν, τὴν μετάθεσιν, καὶ τὸν διορισμὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐψήφισε προθύμως ἡ Βουλή, διότι οἱ περιορισμοὶ, τῶν ὁποίων ἐζητήθη ἡ κατάργησις, ἦσαν ἀσθενεῖς, καὶ διότι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν δὲν εἶχεν ἐκτελεσθῆ μὲ τὴν ἀπαιτουμένην εἰλικρίνειαν. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐπῆλθε πληθὺς μεταθέσεων καὶ παύσεων ὑπαλλήλων, ὁ χρόνος δὲ θέλει ἀποδείξει κατὰ πόσον αἱ μετακινήσεις αὗται ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, καὶ κατὰ πόσον θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως. Τὸ κατ’ ἐμὲ, οὐδέποτε ἐπίστευσα, ὅτι ἡ ἀπόλυτος ἐξουσία τῶν Ὑπουργῶν ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν, τὴν μετάθεσιν καὶ τὴν παῦσιν τῶν ὑπαλλήλων συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως. Ἀπ’ ἐναντίας ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ μεγάλη ἐλευθερία τῶν Ὑπουργῶν περὶ τὰ προσωπικὰ ζητήματα εἶναι ἡ μεγαλειτέρα πληγὴ τοῦ τόπου, καὶ ὅτι, ἐὰν ἡ ἐξουσία αὕτη δὲν περισταλῇ, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποκτήσωμεν δημοσίους λειτουργοὺς ἀξίους τοῦ ὀνόματος καὶ ἀφωσιωμένους εἰς τὸ καθῆκον αὑτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔγραφεν εἴς τινα τῶν πολλῶν ἐκθέσεών του, ὅτι εἶναι περιττοὶ οἱ περιορισμοί, διότι ἡ στοργὴ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν δύναται νὰ τοὺς ἀναπληρώσῃ. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι πάντες οἱ Ὑπουργοὶ, καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἦλθον εἰς συνάφειαν μὲ τὴν ὑπηρεσίαν, ἔχουσι καὶ τὴν προαίρεσιν καὶ τὴν φιλοτιμίαν νὰ βελτιώσωσι τὰ τοῦ κλάδου των· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι καὶ οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἄνθρωποι, ἔχοντες συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας, ὅτι εἶναι πολιτικὰ πρόσωπα, ὀφείλοντα νὰ φροντίσωσι περὶ τῆς πολιτικῆς θέσεως ἑαυτῶν καὶ τῶν φίλων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ὑποστηρίζουσι, εἶναι δὲ ἀδύνατον κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας των νὰ μὴ ἐπηρεασθῶσιν ἀπὸ τὰς ἀνθρωπίνας ἀδυναμίας, ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοσυντηρησίας καὶ ἀπὸ τὸ πολιτικὸν συμφέρον. Ὅσον δὲ μεγαλειτέρα εἶναι ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, τόσον περισσότερον εἶναι ὑποκείμενοι εἰς παρεκτροπὰς, ἕνεκα τοῦ ἀπεριορίστου τῆς ἐξουσίας. Μεταβάλλεται καθ’ ἑκάστην, ὡς βλέπετε, τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων, μὴ δυνάμενοι δὲ ἕνεκα τούτου νὰ ἔχωμεν πρόσωπα ἱκανὰ, ἀναγκαζόμεθα νὰ αὐξάνωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων, νομίζοντες ὅτι διὰ τοῦ ποσοῦ θὰ ἀναπληρώσωμεν τὸ ποιόν· οὕτω δὲ, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1880 ἐδαπανῶμεν διὰ τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν ὅλων τῶν Ὑπουργείων καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας 28,600,000 παλαιῶν δραχμῶν, διὰ τὸ 1891 ζητοῦνται 51,000,000 νέων. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη ὀλίγον ὠφέλησε τὴν ὑπηρεσίαν.
§9ΔΑΓΡΕΣ. Ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ἦσαν 28,000,000;
§10ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα ὁμοῦ. Ἡ ἀπεριόριστος αὕτη ἐξουσία γεννᾷ τὴν θεσιθηρίαν, ἐξ ἧς μαστίζεται ἐλεεινῶς ὁ τόπος, διότι πολλοὶ ἄνθρωποι ἀφίνουσι τὰς ἐργασίας των καὶ ἀναγκάζουν τοὺς Βουλευτὰς νὰ ἀποβάλλωσι μέρος τῆς ἀνεξαρτησίας των, διὰ νὰ τοὺς διορίζωσιν εἰς θέσεις. Καὶ πολλὰ ἄλλα κακὰ γίνονται, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐκλίπει κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ εἶχον μᾶλλον περιωρισμένην ἐξουσίαν. Ὅταν δὲ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ ἐξουσία τῶν Ὑπουργῶν, δὲν ἐννοῶ νὰ τὴν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τὴν χορηγήσωμεν εἰς ἐπιτροπὰς ἢ ἄλλα πρόσωπα· διότι, προκειμένου περὶ προσώπων, οὐδένα ἄλλον ἐμπιστεύομαι περισσότερον ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς. Ἐννοῶ, ὅπως τὰ περὶ διορισμῶν, μεταθέσεων καὶ παύσεων ὑπαχθῶσιν εἰς γενικούς τινας κανόνας, ὥστε νὰ ἀποκλείηται ὅσον ἔνεστιν ἡ μεσολάβησις τῶν προσώπων. Αἱ ἰδέαι αὗται ὡρίμασαν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλομεν βραδύνει νὰ τὰς ἴδωμεν πραγματοποιουμένας. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι, ὅτι τὰς υἱοθέτησε καὶ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἦναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, γνωρίζει νὰ ἐκλέγῃ τὰ ὥριμα καὶ ἀρεστὰ εἰς τὴν κοινωνίαν ζητήματα· ἀλλ’ ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον τὰς ἰδέας ταύτας διατετυπωμένας εἰς ὑπουργικὰ νομοσχέδια καὶ οὐχὶ ἀναγραφομένας εἰς προγράμματα ἀντιπολιτευομένων, τὰ ὁποῖα εὐκόλως λησμονοῦνται, καὶ χωρὶς πολλὴν συστολὴν ἀθετοῦνται. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ κύριον θέμα τῆς παρούσης συζητήσεως. Ὡς πρὸς τοῦτο ὁμολογῶ μετὰ λύπης, ὅτι οὔτε ὁ προϋπολογισμὸς, οὔτε ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἱκανοποιοῦσι τὰς προσδοκίας τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπειδή, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν ἔλαβε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ μελετήσῃ, ἠναγκάσθη νὰ παραδεχθῇ τὰς αὐτὰς βάσεις τῶν ὑφισταμένων πόρων καὶ τῶν λειτουργουσῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ νὰ μὴ ἐπιφέρῃ οὐδεμίαν μεταβολὴν εἴς τε τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα· ἑπομένως ὁ μὲν προϋπολογισμὸς εἶναι ἀντίγραφον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, τὸν ὁποῖον τοσοῦτον ἐπιμόνως κατέκρινεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου βεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θὰ καταλήξῃ εἰς ἔλλειμμα ἀνώτερον τῶν 25,000,000, ἡ δὲ ἀγόρευσις αὐτοῦ εἶναι κατὰ μέγα μέρος ἐπανάληψις τῶν αὐτῶν ἐκείνων ἐπιχειρημάτων, διὰ τῶν ὁποίων ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς προσεπάθει νὰ πείσῃ τὸ κοινὸν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 ἔμελλε νὰ καταλήξῃ εἰς περίσσευμα, καὶ διὰ τῶν ὁποίων καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς ζητεῖ ἐπίσης νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 δὲν θέλει ἀφήσει, εἰμὴ μόνον 3,000,000 ἔλλειμμα.
§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδέποτε εἶπον αὐτό. Δὲν ἐπροσέξατε εἰς τὴν ἔκθεσίν μου.
§12ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε δυόμισυ ἑκατομμύρια.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ κἄτι τι πλειότερον. Θὰ ἀπαντήσωμεν.
§14ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν προστεθῶσι καὶ ἄλλα, τότε θὰ ἤμεθα σύμφωνοι. Εἶπον, ὅτι μέρος μόνον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀφιερώθη εἰς τὴν δικαιολόγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὸ πρῶτον μέρος αὐτῆς ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ καθορίσῃ τὰ ἐλλείμματα τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο, ὡς εἶπον καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀγορεύσεώς μου, δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ κατορθώσῃ. Καὶ οὕτω βλέπομεν ἐπαναλαμβανόμενον καὶ ἐφέτος τὸ ἄτοπον, ὅτι, καθ’ ὅν χρόνον ἐπιλαμβανόμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ληξάσης χρήσεως. Καὶ τοῦτο, διότι ὁ μὲν πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἤθελε νὰ τὰ δηλώσῃ, ὁ δὲ νῦν δὲν δύναται ἀκόμη, ἕνεκα τῆς ἀνωμαλίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, νὰ τὰ ἐξακριβώσῃ. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι αἱ προηγούμεναι χρήσεις ἀφίνουσιν ἔλλειμμα· καὶ τὸ μὲν 1889 ἔχει βέβαιον ἔλλειμμα οὐχὶ κατώτερον τῶν 14,000,000, ἡ δὲ χρῆσις τοῦ 1890 θὰ παρουσιάσῃ ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ τούτου. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς καθιστᾷ προβληματικοὺς καὶ ἀμφιβόλους τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 θὰ καταλήξῃ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἰς ἔλλειμμα 25,000,000, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 στηρίζεται εἰς τὰς ἰδίας βάσεις, καὶ ἀφοῦ προστίθενται εἰς αὐτὸν τὰ ἔξοδα τῶν θωρηκτῶν καὶ ἡ δαπάνη τῶν ἐπαρχείων, δύσκολον εἶναι νὰ παραδεχθῇ τις, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος θέλει καταλήξει εἰς ἔλλειμμα 2 ἢ 3 ἑκατομμυρίων μόνον. Καὶ ἂν ἀκόμη παραδεχθῶμεν, ὅτι θὰ ἐπαληθεύσωσι πάντες οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, πάλιν θὰ ἔχωμεν ἀνώτερον ἔλλειμμα, διότι θὰ χρειασθῶσιν αἱ συνήθεις ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, διότι οὐδὲν ποσὸν ἀνεγράφη δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, ἐνῷ γνωρίζομεν, ὅτι μόνον τὰ ὀφειλόμενα εἰς τοὺς δήμους καὶ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐκ τῶν χρήσεων τοῦ 1888 καὶ 1889 ἀνέρχονται εἰς 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια καὶ διότι παρελείφθησαν οἱ τόκοι τοῦ πραγματοποιηθέντος δανείου διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης, ἐνῷ τοῦτο διετέθη ἤδη εἰς ἄλλας ἀνάγκας, καὶ ἑπομένως οἱ τόκοι αὐτοῦ δὲν δύνανται νὰ καταλογίζωνται ὡς μεσολαβοῦντες, καθόσον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου θὰ χρειασθῇ νέον δάνειον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, οὐδένα ἔχω λόγον, ὅπως μεταβάλω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀνέκαθεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ τὴν ὁποίαν ἔλαβον πολλάκις ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐνόσῳ οἱ προϋπολογισμοὶ συντάσσονται ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, καὶ ἐνόσῳ δὲν δυνηθῶμεν νὰ ἐπενέγκωμεν ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὰ ἔξοδα καὶ ἔσοδα, τὸ ἔλλειμμα ἡμῶν θ’ αὐξάνῃ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καὶ θὰ ἔλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν θέλομεν εὑρεθῆ εἰς λίαν δύσκολον θέσιν. Διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην εἶναι κυρίως ὑπεύθυνος ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὡς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ ἐντεῦθεν ἄρχεται καὶ τῆς νέας Κυβερνήσεως ἡ εὐθύνη, θέλει δὲ ζητηθῆ παρ’ αὐτῆς λόγος, ἐὰν τὰ πράγματα χειροτερεύσουν, ἀφοῦ οὐδεμίαν μεταβολὴν εἰς τὴν πολιτικὴν ταύτην ἔκρινεν εὔλογον νὰ ἐπιφέρῃ. Ἐὰν ἔσφαλαν οἱ προκάτοχοι, τὸ ἔθνος δὲν εἶναι καταδικασμένον ν’ ἀποθάνῃ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἐννοήσας τὸ βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον ὤθει αὐτὸν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῶν προκατόχων, ἠγέρθη καὶ κατέῤῥιψεν αὐτοὺς, ἔφερε δὲ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὡμολόγουν τὸ κακὸν καὶ ὑπέσχοντο τὴν θεραπείαν. Οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἰατροῦ ἐκείνου, εἰς τοῦ ὁποίου τὰς ἐπαγγελίας πειθόμενος ὁ ἀσθενὴς, τὸν προσλαμβάνει, ἀποβάλλων τὸν ἰατρὸν, ὁ ὁποῖος τὸν ἐθεράπευε, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ θεραπεία ἐχειροτέρευεν ὁσημέραι τὴν κατάστασίν του. Ἀλλὰ συλλογισθῆτε, πῶς θέλει σκεφθῆ ὁ ἀσθενὴς, ἐὰν ὁ νέος ἰατρὸς τῷ εἴπῃ, ὅτι ἡ θεραπεία, τὴν ὁποίαν ἔκαμνεν ὁ προκάτοχος, ἤθελε τὸν φέρει ταχέως εἰς τὸν τάφον, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ αὐτὸς ν’ ἀκολουθήσῃ διά τινα καιρὸν τὴν αὐτὴν θεραπείαν, διότι τῷ χρειάζονται μῆνές τινες, διὰ νὰ μελετήσῃ τοὺς συγγραφεῖς καὶ σκεφθῆ ποίαν ἄλλην θεραπείαν δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔχουν τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἀκολουθοῦντες τὴν αὐτὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, θέλουσι βελτιώσει τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ὅτι, ἐνῷ ἐπὶ τῶν προκατόχων, τὸ ἔλλειμμα ηὔξανε κατὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ἤδη θέλει ὀπισθοδρομήσει, καὶ ἀπὸ 25 ἑκατομμυρίων θέλει περιορισθῆ εἰς δύο ἢ τρία. Θαυμάζω δὲ πρὸ πάντων τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἦτο ὁ μᾶλλον ἀπαισιόδοξος πάντων ἡμῶν, ἅμα ἐπάτησε τὸν πόδα του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐβεβαιώθη, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν εἶναι πολὺ χειροτέρα ἀφ’ ὅσον τὴν ἐφανταζόμεθα, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐπίστευσεν, ὅτι διὰ μόνης τῆς καλῆς διαχειρίσεως θέλει ἀναχαιτίσει τὸ κακὸν καὶ θέλει μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ μεγάλα ἐλλείμματα τῶν προκατόχων. Ἔχω μεγάλην πεποίθησιν εἰς τὴν διαχειριστικὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Καραπάνου, καὶ πολλὰ προσδοκῶ ἐκ τῆς πολλῆς προσοχῆς, τὴν ὁποίαν θέλει καταβάλει εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ προσωπικοῦ, ἀλλ’ ἐπεθύμουν ὁμοῦ μὲ ταῦτα νὰ ἴδω ἐφαρμοζομένας καὶ εἰσαγομένας ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς μεταβολῆς τῆς Κυβερνήσεως ὅλας ἐκείνας τὰς μεταῤῥυθμίσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐθεώρει ὅτι ἦτο εὔκολον νὰ ἐπενεχθοῦν, ὥστε καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ λάβῃ ἀνακούφισίν τινα, καὶ ἡ πίστις τοῦ Κράτους νὰ στερεωθῇ, διὰ νὰ μὴ στειρεύσῃ ἡ πηγὴ τῶν δανείων, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην. Ἐνθυμούμενος μάλιστα ὅσα ἐλέγοντο ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀπορῶ διατὶ δὲν ἐπελήφθη ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις τῶν μεταῤῥυθμίσεων, πιστεύω δὲ, ὅτι καὶ πάντες ὑμεῖς, ὅσοι ἐνθυμεῖσθε τὰ τότε λεγόμενα καὶ ὅσοι τὰ ἠκούσατε προχθὲς ἐπαναλαμβανόμενα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴν, εὑρίσκεσθε εἰς τὴν αὐτὴν μὲ ἐμὲ ἀπορίαν· ὅταν μάλιστα ἀναγινώσκω τὸ χωρίον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, κατακρίνων, λίαν εὐλόγως, τὸν προκάτοχον αὑτοῦ, ἔλεγεν: «ὁ Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ 96 ἑκατομμύρια, οὐδὲ φροντίζει, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο ἦναι ὑπέρτερον τῶν δυνάμεων τῶν πολιτῶν, οὐδὲ μεριμνᾷ, ἐὰν ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἰσπράττεται, καταπονῇ τοὺς ἐργαζομένους καὶ ἐξαντλῇ τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς», ὅταν, λέγω, ἀναγινώσκω τὸ χωρίον τοῦτο, ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέχεται νὰ κάμῃ καὶ αὐτὸς ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον τοσοῦτον κατέκρινε τὸν προκάτοχόν του, διότι καὶ αὐτὸς ζητεῖ ἀπὸ τοὺς πολίτας 96,000,000, οὐδόλως φροντίζων, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο ἦναι ὑπέρτερον τῶν δυνάμεών των, οὐδὲ μεριμνῶν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν μέλλει νὰ εἰσπραχθῇ. Ἄλλοτε δὲ πάλιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε: «2,136 ὑπάλληλοι ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ κλάδῳ τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως ὑπὸ διαφόρους μορφὰς καὶ κατηγορίας, καὶ 1733 ἐν τῷ κλάδῳ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Πάντες οὗτοι δὲν εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, διότι ὀλίγοι ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των ὡς λειτουργοὶ τῆς ὑπηρεσίας· οἱ πλεῖστοι λαμβάνουσι τὸν μισθὸν, καὶ εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου τὰς διαταγὰς ἐκτελοῦσιν.» Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκ τῶν 4,000 ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται ἐκ τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων, ὀλίγοι ἐργάζονται διὰ τὸ Κράτος, οἱ δ’ ἄλλοι ὑπηρετοῦσι τὸ κόμμα, διατὶ νὰ μὴ καταργηθῶσιν αἱ θέσεις τούτων, ὡς περιτταί; Περὶ δὲ τοῦ στρατοῦ πόσα δὲν ἐλέγοντο ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ποσάκις δὲν διεκηρύξαμεν, ὅτι, ἐνῷ τὸ ἔθνος δαπανᾷ πέραν τῶν δυνάμεών του, στρατὸν δὲν ἔχομεν! ἰδίως μάλιστα ἔγκριτον μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον διηρμήνευε συνήθως τὰς γνώμας αὐτῆς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων Βουλευτής, ἔλεγε ῥητῶς: «Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι διὰ δαπάνης μείζονος τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης πρέπει ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν ἀξιόμαχον· εἶπον μάλιστα, ὅτι διὰ δαπάνης ἐλάσσονος δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοιοῦτον, καὶ ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου δύναται νὰ ἐπέλθῃ μεγάλη οἰκονομία εἰς τὸν στρατὸν, καὶ οἱ ὑπολειπόμενοι ἄνδρες νὰ ὦσιν ἱκανοὶ, ὅπως καὶ χωροφυλακὴν ἀποκτήσωμεν καὶ στρατὸν ἐπίσης ἔχωμεν ἀξιόμαχον». Τοιαύτη ἦτο ἡ ἐπικρατοῦσα παρὰ τῇ Ἀντιπολιτεύσει γνώμη περὶ τοῦ διοργανισμοῦ καὶ τῆς συντάξεως τοῦ στρατοῦ, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν δὲν εἶχε καιρὸν νὰ συμπληρώσῃ τὰς μελέτας του, ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἡμῶν συναδέλφου, ὅστις εἶχε μελετήσει τὰ περὶ τούτου. Ὁ δὲ κ. Καραπᾶνος, ὅστις εἰργάζετο οἰκειότερον μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἦτο προωρισμένος διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε συμπληρώσει ὅλας αὐτοῦ τὰς μελέτας περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἀγορεύσεών του, καὶ εἶχεν ἀνακαλύψει, καθὼς ἔλεγεν, ὅτι «πλεῖστοι ἐκ τῶν λειτουργούντων φόρων εἶναι βαρεῖς καὶ ἄδικοι ἐν τῇ ἐπιβολῇ αὐτῶν, τινὲς δ’ ἐξ αὐτῶν ἀποβαίνουσιν ἀδικώτεροι καὶ βαρύτεροι κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν, αἵτινες ἐκτελοῦνται κατὰ τρόπον ἐπιβάλλοντα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν βάρη καὶ θυσίας πολὺ ἀνωτέρας τῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσερχομένων χρηματικῶν ποσῶν, ἡ δὲ ἐξέτασις τῶν δαπανῶν ἤθελε δείξει τὴν ὕπαρξιν πολλῶν περιττῶν κτλ.» Τοσοῦτον δὲ ἦτο προκεχωρημένος εἰς τὰς μελέτας του, ὥστε ἄλλοτε ἔλεγεν: «ἔχοντες ὡς βάσιν τὴν πραγματικὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἄλλως ἠθέλομεν συντάξει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890· δὲν θὰ ἐδίσταζον δὲ νὰ ἐκθέσω τὰς περὶ τοιαύτης συντάξεως γνώμας μου, ἐὰν δὲν ἐγνώριζον ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ ἀκολουθοῦσα αὐτὸν πλειοψηφία θεωροῦσι τυπικὴν τὴν παροῦσαν συζήτησιν, καὶ οὐδεμίαν αἰσθάνονται διάθεσιν πρὸς μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν». Βλέπετε, ὅτι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἦτο ἕτοιμος ὁ κ. Καραπᾶνος νὰ συντάξῃ προϋπολογισμὸν στηριζόμενον εἰς τὴν πραγματικὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἐκωλύετο δὲ, διότι ἔβλεπεν ἐνώπιόν του Βουλὴν οὐδεμίαν ἔχουσαν διάθεσιν νὰ μελετήσῃ. Εὐτυχῶς ἡ 14 Ὀκτωβρίου ἔφερε Βουλὴν, ἡ ὁποία ὄχι μόνον εἶναι διατεθειμένη νὰ μελετήσῃ μετ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἀποφασισμένη νὰ παραδεχθῇ καὶ ἄνευ μελέτης πάσας αὐτοῦ τὰς προτάσεις.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί εἴπετε ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου;
§16ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν μελέτην βεβαίως ἠθέλομεν εὑρεθῆ σύμφωνοι, ἀρκεῖ αἱ προτάσεις σας νὰ ἦσαν ὅμοιαι μὲ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς εἴχομεν. Δὲν ἥρμοζε φρονῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον προϋπολογισμὸν, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸν ψηφίσῃ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ εἰς ἄλλας βάσεις, τὰς βάσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας τοσοῦτον χρόνον διεκήρυττεν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ εἰκὼν τῆς πολιτικῆς ἑκάστου Ὑπουργείου, καὶ τὸ κάτοπτρον τῆς ἱκανότητος τῶν συγκροτούντων αὐτὸ προσώπων· διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὰς ὁμαλωτέρας περιστάσεις οὐδεμία Κυβέρνησις ἀντιγράφει τὸν προϋπολογισμὸν τῆς προκατόχου, ἀλλὰ τὸν μεταῤῥυθμίζει κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῆς γνώμας καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς πολιτικήν. Καὶ ἐὰν τοῦτο γίνηται ἐν ὁμαλοῖς καιροῖς, κατὰ μείζονα λόγον ἔδει γενέσθαι μετὰ μίαν μεταβολὴν, ἐκ τῆς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περιέμενε ῥιζικὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία κατεπόνησε τὴν παραγωγὴν καὶ ἐδυσχέρανε τὴν θέσιν τῶν κατοίκων. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἠδίκησαν καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὸ Ἔθνος, μὴ ἐνασχοληθέντες εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς τὸ οὐσιωδέστατον τοῦτο καθῆκον, οὐδὲ δύναται νὰ δικαιολογήσῃ αὐτοὺς ἡ ἔλλειψις τοῦ καιροῦ καὶ ἡ ὑπόσχεσις, ὅτι τὸ ἐρχόμενον ἔτος θέλουσι πράξει ὅ,τι ἤδη παρέλειψαν. Ἡ ἔλλειψις χρόνου δύναται νὰ ἦναι δικαιολόγημα διὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἢ τὰ ὁποῖα δὲν περιέμενον νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἡ δὲ ὑπόσχεσις περὶ τοῦ μέλλοντος οὐδένα ἐπαναπαύει, διότι τίς οἶδεν, ἐὰν μετὰ ἓν ἔτος θὰ ἦναι εἰς τὴν θέσιν των οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἢ ἐὰν αἱ περιστάσεις θὰ ἦναι ὁποῖαι καὶ σήμερον. Τὸ ἀβέβαιον μάλιστα τῶν περιστάσεων ἔχων ὑπ’ ὄψιν, θεωρῶ ὡς ἔγκλημα, ὅτι δὲν ἐλήφθη πρόνοια ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ διοργανωθῇ ἐπὶ καλλιτέρων βάσεων καὶ κατασταθῇ ἀξιόμαχος ὁ στρατὸς, ἀφοῦ τοῦτο ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄνευ αὐξήσεως δαπάνης, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κυκλάδων, εἰς τὴν γνώμην τοῦ ὁποίου ἔχω πᾶσαν πεποίθησιν. Δυστυχῶς κατέλαβε τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ἅμα ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν, μεγίστη αἰσιοδοξία· καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι μόνον νὰ βεβαιώνῃ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα δὲν θέλει ὑπερβῆ τὰ 3 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν πτοεῖται καὶ ἂν διπλασιασθῇ καὶ τριπλασιασθῇ, διότι ὁ τόπος ἔχει πολλοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ἡ ἐνεργητικότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δύναται νὰ ἀναπτύξῃ. Εἶναι τῳόντι ἀξιοθαύμαστος ἡ ἐνεργητικότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ θαυμάζῃ τις τὴν καρτερίαν τῶν ὤμων αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι ὑποφέρουσιν ἀγογγύστως πᾶν φορολογικὸν βάρος· διὰ τοῦτο, ἐνῷ τυρβάζει καὶ μεριμνᾷ περὶ πολλὰ, οὐδέποτε ἐξεδήλωσε δεόντως τὸ φρόνημα αὐτοῦ ὡς πρὸς τὰ φορολογικὰ βάρη, ἡ δὲ ἑκάστοτε ἀντιπροσωπεύουσα αὐτὸν πλειονοψηφία ἐν τῇ Βουλῇ ἀρκεῖται νὰ ἀναβιβάζῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸν ἐκλεκτὸν αὐτῆς, καὶ ἀκολούθως νὰ παραδέχηται πάνθ’ ὅσα οὗτος παρουσιάζει· ἕνεκα τούτου ἐν μὲν τῇ προηγουμένῃ Βουλῇ εἴδομεν Βουλευτὴν, ἀξιότιμον καὶ κατὰ πάντα ἀνεξάρτητον, καταψηφίσαντα τὴν ἰδίαν τροπολογίαν, ἐν δὲ τῇ παρούσῃ ἠκούσαμεν ἄλλον Βουλευτὴν, διακρινόμενον διὰ τὴν πολυμάθειάν του καὶ τὴν εὐγλωττίαν του, νὰ λέγῃ, ὅτι εἶναι κύριος μόνον τῆς γλώσσης του, οὐχὶ δὲ καὶ τῆς ψήφου του, καὶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἐπολέμησε δι’ ἰσχυροτάτων ἐπιχειρημάτων τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπὶ τέλους εἶπεν, ὅτι, ἂν αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ, θέλει ψηφίσει καὶ αὐτὸς ὑπὲρ τῆς διατηρήσεώς του. Τὸν κ. Καραπάνον ἓν μόνον ἀνησυχεῖ, ἡ νομισματικὴ κατάστασις τοῦ τόπου. Ἐπειδὴ, ὡς εἴπομεν, μᾶς χρειάζονται 30,000,000 κατ’ ἔτος διὰ τὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πληρωμὰς, καὶ ἐπειδὴ ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, φοβεῖται, καὶ εὐλόγως, ὅτι, ἐὰν δὲν εὕρωμεν δάνειον καὶ ζητήσωμεν νὰ προμηθευθῶμεν τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ συναλλάγματος, θέλει ἐπέλθει ἀναστάτωσις εἰς τὴν ἀγοράν. Ἀλλ’ ἐὰν πραγματοποιηθῶσιν αἱ προβλέψεις αὐτοῦ καὶ ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ 1891 δὲν θέλει ἔχει ἔλλειμμα, καὶ ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων τακτικῶν δαπανῶν ἔχομεν εἰς γραμμάτια ὅσα ἀρκοῦσι διὰ τὰς πληρωμὰς ταύτας καὶ προσέτι τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, φρονῶ ὅτι ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι προσεχὴς, οὐδὲ ἐπικείμενος· διότι ὄχι μόνον εὐκόλως θέλομεν εὑρίσκει δάνειον, ἀλλ’ ἐπιστρέφοντες εἰς τὰς Τραπέζας τὸ ἀντίκρυσμα καὶ ἐλαττόνοντες οὕτω τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων, θέλομεν καταστήσει βαθμηδὸν ἀνεπαίσθητον τὴν μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου διαφοράν. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, ν’ ἀφήσω τὸ βῆμα, χωρὶς νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ τὴν ἐπιμονὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως μὴ μεταῤῥυθμίσῃ δύο πρὸ πάντων φόρους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν κοινὴν ὁμολογίαν εἶναι λίαν καταθλιπτικοὶ διὰ τὸν λαὸν καὶ κατὰ τῶν ὁποίων ἐξηγέρθη ὁλόκληρος ἡ κοινωνία· ἐννοῶ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὸν φόρον τοῦ οἴνου. Οἱ φόροι οὗτοι δὲν εἶναι μεγάλοι, ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις αὐτῶν συνεπάγεται πολλὰς ἀδικίας καὶ καταθλίψεις. Ὁ φόρος μάλιστα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἔχει καὶ τοῦτο τὸ ἐλάττωμα, ὅτι, ἐνῷ σκοπεῖ νὰ φορολογήσῃ τὴν πρόσοδον τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐπιβάλλεται εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι παραγωγοὶ τοιούτων καρπῶν, καὶ ἀφίνει ἀφορολόγητα ἄλλα, τὰ ὁποῖα μεγάλην ἐκ τούτων ἀπολαμβάνουσι πρόσοδον. Ἡ προταθεῖσα γνώμη περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ ἐσόδου διὰ τῆς ἐπιβολῆς μετριωτάτου τινὸς εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν δέν μοι φαίνεται ἀποῤῥιπτέα, διότι μὲ τὴν ἐπιβολὴν ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα σιτηρὰ ἤθελεν εἰσπραχθῆ τὸ ἥμισυ καὶ ἐπέκεινα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων, ἠδύνατο δὲ νὰ ἐπιβληθῇ καὶ φόρος τις ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνουσιν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν διὰ κολλίγων καλλιεργουμένων γαιῶν. Ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὡς ἄμεσος, δὲν δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ φόρου ἐμμέσου, δέν μοι φαίνεται σπουδαία. Ἠδύνατο μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι πρὸ ἑνὸς ἔτους ὁ προκάτοχός του ἠλάττωσε τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ κατήργησε τὸ 20% εἰς τινας τῶν ἀμέσων φόρων, ἀνεπλήρωσε δὲ ταῦτα δι’ ἐμμέσου φορολογίας ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Καὶ περὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ σκεφθῇ πρακτικώτερον. Ὁ καπνὸς εἶναι ὕλη κατ’ ἐξοχὴν φορολογήσιμος, δὲν χρησιμεύει εἰς κἀμμίαν βιομηχανίαν, οὐδὲ θεραπεύει χρείαν τινὰ τοῦ ἀνθρώπου, ὑπηρετεῖ δὲ μόνον μίαν κακὴν ἕξιν. Διὰ τοῦτο ὅλα τὰ Κράτη ἐπιβάλλουσι μεγάλην φορολογίαν εἰς τὸν καπνὸν, καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν ταύτης προβαίνουσιν εἰς περιορισμοὺς, προβάλλοντας καὶ αὐτὸ τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Πολλὰ μέσα ἐπενοήθησαν διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι δύο εἶναι τὰ ἀποτελεσματικώτερα· ἡ παρεμπόδισις τῆς καλλιεργείας εἰς τὸν τόπον, συνδεομένη μὲ τὴν ἐν τοῖς τελωνείοις φορολογίαν τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων καπνῶν, καὶ τὸ μονοπώλιον. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ πρῶτον, διότι ὁ τόπος παράγει καπνὸν, δυνάμεθα ὅμως νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ δεύτερον. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ θέλει βλάψει τὴν παραγωγὴν, ἢ ὅτι θέλει ἀφαιρέσει τὸν ἄρτον ἀπὸ τοὺς πωλητὰς αὐτοῦ. Ὅτι ἡ παραγωγὴ δὲν βλάπτεται ἐκ τοῦ μονοπωλίου, παράδειγμα ἔχομεν τὴν Ἰταλίαν, τὴν Ῥουμανίαν, τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Γαλλίαν, ὅπου ὑπάρχουν μονοπώλια καπνοῦ, καὶ ὅμως ἡ παραγωγὴ δὲν ἐβλάφθη, οἱ δὲ πωληταὶ δύνανται νὰ μὴ ζημιωθῶσιν, ἐὰν χορηγηθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς πωλήσεως τοῦ καπνοῦ, τὸν ὁποῖον θέλουσι λαμβάνει ἀπὸ τὰ ἐργοστάσια τοῦ Κράτους μὲ ἀνάλογον ἔκπτωσιν. Ἕνεκα τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ δημοσία ὑπηρεσία, μονοπώλιον διοικούμενον ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ Κράτος δύναται νὰ μὴ εὐδοκιμήσῃ, ἀλλὰ τὸ Κράτος δύναται νὰ λάβῃ ὡς σύντροφον ἑταιρίαν, ὅπως ἔπραξεν ἡ Ἰταλία, συνεταιρισθεῖσα μετὰ τὴν Società cointeressata. Καὶ περὶ τῶν εἰσπράξεων ἔπρεπε νὰ ληφθῇ κἄποια πρόνοια, διότι οὐδέποτε ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὑπῆρξεν αὐστηροτέρα καὶ ἀγριωτέρα, οὐδέποτε τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησε περισσότερα ἀφ’ ὅσα δαπανᾷ σήμερον, καὶ οὐδέποτε εἰσέπραξεν ὀλιγώτερα. Εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας εἶναι ἐγκατεστημένη πληθὺς ταμιῶν, ὑποταμιῶν καὶ εἰσπρακτόρων, σμήνη κατασχετῶν καὶ φυλάκων πλημμυροῦσι τοὺς ἀγροὺς καὶ τὰς φυτείας ἐν καιρῷ τῆς συγκομιδῆς τῶν προϊόντων. Ὁλόκληρος ἡ χωροφυλακὴ καὶ μέγα μέρος τῆς δημοσίας δυνάμεως ἀσχολεῖται εἰς τὴν σύλληψιν τῶν ὀφειλετῶν καὶ εἰς τὴν συνοδείαν τῶν εἰσπρακτόρων· 1,000,000 δαπανᾷ τὸ Δημόσιον εἰς ποσοστὰ καὶ 600,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταμείων, ἀνυπολόγιστα δὲ εἶναι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα πληρόνουν οἱ ὀφειλέται διὰ σύλληπτρα, ἔξοδα κατασχέσεως καὶ τὰ τοιαῦτα. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ὅλης αὐτῆς τῆς φοβερᾶς κινήσεως; Κατὰ τὸ 1889 ἀνετέθησαν εἰσπρακτέα εἰς τοὺς ταμίας καὶ ὑποταμίας 20,000,000, ἐκ τούτων δὲ ἔμειναν καθυστερούμενα 7,500,000, ἤτοι 36%, ἐκ δὲ τῶν εἰσπραχθέντων 12,500,000 τὰ περισσότερα ἐπληρώθησαν οἰκειοθελῶς παρὰ τῶν φορολογουμένων, ἕνεκα τῆς ἀπειλῆς τοῦ προσθέτου τέλους τῶν 20%. Ἐὰν ἔλειπε καὶ ἡ ἀπειλὴ αὕτη, καὶ ἀφίνοντο τὰ πάντα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ὀργάνων τῆς εἰσπράξεως, τὰ καθυστεροῦντα θὰ ἔφθανον ἴσως τὰ 50%. Ὤφειλε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι εἶναι λυπηρὸν νὰ δαπανᾷ τὸ Δημόσιον 1,500,000, νὰ ὑποφέρωσιν οἱ πολῖται τόσας καταδιώξεις, καὶ ἄλλοι νὰ πληρόνουν καὶ ἄλλοι νὰ μὴ πληρόνουν· διότι δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα μένουν καθυστεροῦντα, προέρχονται ἐξ ἀνεχείας τῶν φορολογουμένων· εἶναι καὶ πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν πληρόνουν ἕνεκα τῆς μεροληπτικῆς ἐνεργείας τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν εἴσπραξιν· διότι, ἂν καὶ ἐψηφίσθη νόμος δρακόντειος διὰ τοὺς ταμίας καὶ εἰσπράκτορας, οὐδόλως μέχρι τοῦδε ἐφηρμόσθη. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν εὔλογον νὰ διατηρήσῃ καὶ κατὰ τὸ 1891 τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εὔχομαι ὅπως τὸ ἔλλειμμα ἀποδειχθῇ ὅπως τὸ παρουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ συγχρόνως νὰ εὑρίσκωμεν μὲ εὐκολίαν δάνεια καὶ διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις μας καὶ μὴ ὀπισθοδρομήσωσι τὰ δημόσια ἡμῶν ἔργα. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἅμα ἀπέλθῃ ἡ Βουλή, ἡ Κυβέρνησις, συμφώνως μὲ τὰς ἐπαγγελίας τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, θέλει ἀσχοληθῆ ἀνενδότως εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν μελετῶν αὐτῆς, καὶ θέλει σπεύσει ἐντὸς ὀλίγου νὰ διατυπώσῃ καὶ νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐννοεῖ νὰ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ, ὅπως ἐνθαῤῥυνθῇ καὶ ὁ λαὸς καὶ οἱ δανεισταὶ ἡμῶν.
§17ΣΕΧΟΣ. Παράδοξος μοὶ φαίνεται ὁ τρόπος τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ἐνῷ ἐξαίρετον παράδειγμα προϋπολογισμοῦ εἶναι ὁ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ. Τὸ παράδοξον εἶναι κληρονομία τοῦ παρελθόντος· ἀποδοθήτω δὲ εἰς τοὺς ἐντεταλμένους τὴν σύνταξιν, ἤ, κάλλιον εἰπεῖν, τὴν κατάστρωσιν τῶν λογαριασμῶν, οἵτινες, μὴ γνωρίζοντες τί πρέπει νὰ πράξωσιν, ἵνα συμμορφωθῶσι μὲ ὡρισμένας ὁδηγίας, πράττουσιν ὅ,τι γνωρίζουσιν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 ἐνδιαλαμβάνει δαπάνην 18,437,100 δραχμῶν, ἄτομα 26,134 καὶ κτήνη 3,724· ὁ δὲ τοῦ 1891 δαπάνην 17,634,065 δραχμῶν, ἄτομα 28,226 καὶ κτήνη 3.784. Παρουσιάζει δηλ. οἰκονομίαν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 803,035 δραχμῶν, ἅτινα ἐπὶ πλέον 2,092 καὶ κτήνη 60. Ἡ οἰκονομία αὕτη προέρχεται ἰδίως, πρῶτον ἀπὸ τὴν ἐξάλειψιν τοῦ ποσοῦ διὰ τὴν ἱππωνείαν ἐκ 200,000 δραχμῶν καὶ δεύτερον ἀπὸ τὴν ἐξάλειψιν τοῦ ποσοῦ δι’ ἀσκήσεις ἐφεδρείας ἐκ δραχμῶν 800,000· ἀλλ’ ἕνεκα ἑτέρων αὐξομειώσεων ἡ ἐλάττωσις περιορίζεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 803,035 δραχμῶν. Ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπάρχουσιν ἐλαττώσεις καὶ αὐξήσεις· ἀναφέρει δὲ ἡ ἔκθεσις ἐλάττωσιν δαπάνης διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν 40,000 δραχμῶν. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη· διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἐνδιαλαμβάνει εἰς τὸ στρατιωτικὸν σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων δαπάνην διὰ 120 μαθητὰς, εἰς τὴν στήλην τῶν μαθητῶν σημειοῖ 160, εἰς δὲ τὸν γενικὸν πίνακα 180· πιθανὸν νὰ ἦναι γραφικὸν λάθος. Σήμερον ὑπάρχουσι μαθηταὶ 110, καὶ θὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὸν στρατὸν 22· ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι διὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος οἱ μαθηταὶ θὰ ὦσι περισσότεροι τῶν 110. Εἰς τὸ σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν εἶναι μαθηταὶ 44, καὶ θὰ ἐξέλθωσιν 20, δὲν πιστεύω δὲ περισσότεροι νὰ εἰσέλθωσιν. Ἐκ τῆς οἰκονομίας τῆς ἐλλείψεως μαθητῶν ὑπάρχει ἐλάττωσις δαπάνης περὶ τὰς 60,000 δραχμῶν καὶ ἐπέκεινα, καὶ οὐχὶ 40,000. Ὡσαύτως εἰς τὰς ἐλαττώσεις ὑπολογίζεται ἡ ἐκ δραχμῶν 3,451 ἐλάττωσις διὰ μισθὸν διαθεσίμων ἀξιωματικῶν. Κατ’ ἐμὲ, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τοὺς ἤδη διαθεσίμους Βουλευτὰς, καὶ τοὺς ἀνακληθέντας ἐξ ἀργίας, θὰ ὑπάρξῃ αὔξησις ἐκ 3,000 περίπου. Εἶπον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἐν γένει τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ συντάσσεται μὲ τρόπον παράδοξον, διότι οἱ καταστρόνοντες τοὺς λογαριασμοὺς εἰς ἕκαστον φύλλον λεπτομερείας διαγράφουσιν ἀκριβῶς τὸ προσωπικόν, τοὺς μισθοὺς αὐτοῦ καὶ τὰς κατ’ ἔτος δαπάνας, ἀλλὰ κατόπιν τῆς λεπτομερείας ταύτης ἀφαιροῦσι κατὰ τὸ δοκοῦν, λόγῳ μεταβολῶν ἐνδεχομένων καὶ κενῶν θέσεων, οἷον ἂν θέλωσι ποσόν· καὶ ἂν μὲν θέλωσι νὰ περιορίσωσι τὸν προϋπολογισμόν, αὐξάνουσι τὸ ἀφαιρούμενον τοῦτο ποσόν, ἢ πράττουσι τὸ ἀντίθετον· ὡς ἐν παραδείγματι, κατὰ τὸ 1890 διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὸ 1891, ὑπελογίσθη δαπάνη 206,880 δραχμῶν, ἀφαιρεῖται δὲ δι’ ἐνδεχομένας μεταβολὰς ἀδειῶν καὶ κενῶν θέσεων ποσὸν ἐκ δραχμῶν 21,880, καὶ μένει ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν 185,000. Διὰ τὸ 1891 ὑπελογίσθη δαπάνη δραχμῶν 207,840, ἀφαιροῦνται δὲ δι’ ἐνδεχομένας μεταβολὰς δραχ. 7,840, καὶ μένει ὑπόλοιπον 200,000 δραχμῶν. Μεταξὺ λοιπὸν τῶν δύο ἐτῶν ὑπάρχει διαφορὰ δαπάνης ἐκ δραχμῶν 15,000. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν εἶναι ἀληθής· ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται, διότι κατὰ μὲν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 ἀφῃρέθησαν δραχμαὶ 21,840, κατὰ δὲ τὸν τοῦ ἔτους 1891 ἀφῃρέθησαν δραχμαὶ 7,840. Ἡ διαφορὰ λοιπὸν αὕτη εἶναι διαφορὰ φαινομενικὴ καὶ οὐχὶ πραγματικὴ αὔξησις. Εἶναι δὲ παράδοξον, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐνδιαλαμβάνονται γραφεῖς, ἰχνογράφοι, κλητῆρες, καὶ ἡ ἀντιμισθία αὐτῶν δὲν ἐνδιαλαμβάνεται εἰς τὸ σχετικὸν φύλλον τῶν λεπτομερειῶν. Ἀλλ’ εἰς τὸ κεφάλαιον 19 διαγράφονται μερικὰ κονδύλια διὰ κλητῆρας, γραφεῖς καὶ τυπογράφους, μὲ τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσιν οἱ 75 ἰδιῶται, τοὺς ὁποίους σημειοῖ τὸ κεφάλαιον 1ον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν περίεργον, εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Εἰς τὸ κεφάλαιον 2ον,—καὶ ἀρχίζω ἀπὸ τὸ μηχανικόν, διότι αὐτὴν τὴν σειρὰν ἀκολουθεῖ καὶ ὁ προϋπολογισμός.—ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι θὰ ἔχωμεν αὔξησιν δαπάνης κατὰ τὸ 1891 ἐκ 50,000 δραχμῶν. Τοῦτο δ’ ἐξάγεται ἕνεκα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖται «δι’ ἐνδεχομένας μεταβολὰς ἀδειῶν καὶ κενῶν θέσεων». Ἀλλ’ οὐδεμία θέσις εἶναι κενή, εἰμὴ ἐννέα μόνον λοχαγῶν εἰς τὸ μηχανικόν. Διὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑφισταμένων δύνανται νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ θέσεις τοῦ σώματος τοῦ μηχανικοῦ, καὶ πλεονάζουσι τρεῖς συνταγματάρχαι, ἑπτὰ ἀντισυνταγματάρχαι, ἐννέα ταγματάρχαι καὶ δέκα ἀνθυπολοχαγοί, ἐν ὅλῳ 29· ἐπειδὴ δὲ ἐλλείπουσιν ἐννέα λοχαγοί, περισσεύουσιν εἴκοσι ἀξιωματικοί. Ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ κανὲν ποσὸν ἀπὸ τὰ ἔξοδα τὰ χρήσιμα διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ σώματος τοῦ μηχανικοῦ, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ πλεονάζουσι. Τὸ αὐτὸ δὲ συμβαίνει καὶ διὰ τὸ πυροβολικὸν καὶ ἱππικὸν καὶ διὰ τὸ πεζικόν· διότι εἰς μὲν τὸ πυροβολικὸν πλεονάζουσι 32 ἀξιωματικοί, οὐδεὶς δὲ ἐλλείπει· ἑπομένως ὅ,τι τὸ φύλλον τῆς λεπτομερείας ἐνδιαλαμβάνει ἐκεῖνο πρέπει καὶ νὰ δαπανηθῇ. Δὲν γνωρίζω δὲ διὰ ποῖον λόγον οἱ ἐπιτετραμμένοι, φαίνεται κατὰ συνήθειαν, ἀφοῦ συντάσσουσι τὸ φύλλον τῆς λεπτομερείας, ἐπὶ τέλους ἀφαιροῦσι δι’ ἐνδεχομένας κενὰς θέσεις, ἐνῷ ὄχι μόνον κεναὶ θέσεις δὲν ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ καὶ πλεονάζουσιν. Εἰς τὸ ἱππικὸν πλεονάζουν ὡσαύτως 32, εἰς δὲ τὸ πεζικὸν 121 καὶ εἰς τὴν χωροφυλακὴν 8.
§18ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνος βαθμοῦ;
§19ΣΕΧΟΣ. Εἰς τὸ πεζικὸν ἓξ συνταγματάρχαι, δύο ἀντισυνταγματάρχαι, δεκαὲξ λοχαγοί, εἴκοσι πέντε ὑπολοχαγοί, ἑβδομήκοντα τέσσαρες ἀνθυπολοχαγοί· ἐλλείπουσι δὲ θέσεις δύο ταγματαρχῶν· ἤτοι πλεονάζουσιν 123, ἐλλείπουσι δύο, συνεπῶς περισσεύουσιν 121.
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ πλεονάζουσι;
§21ΣΕΧΟΣ. Θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ πλεονασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις, ὅτι θὰ γείνῃ ὑπέρβασις συγκριτικῶς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 ἐκ 45,000 δραχμῶν· τὸ ἀληθὲς δὲ εἶναι, ὅτι περὶ τὰς 69,000 περίπου θὰ ὑπερβῶμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν χωροφυλακήν. Τὰ ἀφαιρούμενα λοιπὸν κονδύλια ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 εἶναι: διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 7,840, διὰ τὸ μηχανικὸν 18,760, διὰ τὸ πυροβολικὸν 35,640, διὰ τὸ ἱππικὸν 2,960, διὰ τὸ πεζικὸν 37,280, διὰ τὰ γενικὰς ὑπηρεσίας 80,460, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθοῦν, ἀλλὰ πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν ἓν ποσὸν ἐξ 180,000 δραχμῶν περίπου. Μὲ ἠρωτήσατε, πῶς περισσεύουν οἱ ἀξιωματικοί. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοποθετοῦνται εἰς τὰ σώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκουν· βεβαίως μένει περίσσευμα ἀξιωματικῶν διὰ τὰς γενικὰς λεγομένας θέσεις, τὰς ὁποίας κατέχουσιν οὗτοι. Αἱ γενικαὶ δὲ θέσεις εἶναι τὰ φρουραρχεῖα, τὰ δικαστήρια, τὰ σχολεῖα καὶ τὰ παρόμοια. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τὸν πόλεμον ἡ ἐκλογὴ τῶν θέσεων καὶ ἡ κατάληψις αὐτῶν εἶναι σπουδαῖον ἀντικείμενον· ἡμεῖς φροντίζομεν νὰ ἐκλέγωμεν καὶ καταλαμβάνωμεν θέσεις ὑπηρεσίας πρὸς τὸ συμφέρον ἡμῶν καὶ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, καὶ αὐταὶ εἶναι αἱ γενικαὶ θέσεις, τὰς ὁποίας καταλαμβάνουσιν οἱ περισσεύοντες ἀξιωματικοὶ, ἀναλόγως δὲ τῶν συμπαθειῶν, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει, διορίζει εἰς τὰς γενικὰς θέσεις ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ προάξῃ. Εἰς τοῦτο βεβαίως πρέπει νὰ τεθῇ εἷς φραγμὸς, καὶ ἐπιφυλάσσομαι ἐν δέοντι νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ τούτου. Σήμερον π. χ. βλέπομεν ἐν τῷ στρατιωτικῷ σχολείῳ τῶν Εὐελπίδων νὰ διδάσκῃ τὴν ὀχυρωτικὴν ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ, ἐνῷ ἡ ὀχυρωτικὴ εἶναι εἰδικότης, ἀναγομένη εἰς τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ. Οὕτω τὸ πυροβολικὸν κατέχει μίαν θέσιν ταγματάρχου εἰς τὸ σχολεῖον, διὰ νὰ προαχθῇ εἷς ἕτερος εἰς τὸ πυροβολικόν. Τοῦτο ἀφηγούμενος, δὲν ἔχω τὴν πρόθεσιν νὰ ψέξω τὸ πυροβολικὸν, διότι τὸ αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ καὶ τὸ μηχανικὸν καὶ τὸ πεζικὸν καὶ τὸ ἱππικόν. Ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει, ὅτι ὑπάρχει αὔξησις δαπάνης 500 δραχμῶν διὰ μισθὸν ὑπαξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ· παρατηρῶ δὲ, ὅτι κατὰ τὸ 1890 οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι εἶναι 2,620, οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὸ κεφάλ. 5, καὶ κατὰ τὸ 1891 2,620 ὡσαύτως. Πόθεν δὲ προέρχεται τοῦτο; Ἐκ τοῦ ὅτι κατὰ μὲν τὸ 1890 ἀφῄρεσαν δι’ ἐνδεχομένας μεταβολὰς ποσὸν ἀλλοῖον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀφῄρεσαν κατὰ τὸ 1891, ἐνῷ ἡ ἀρχικὴ δαπάνη τοῦ σχετικοῦ φύλλου τῆς λεπτομερείας πρέπει νὰ ᾖναι ἡ αὐτή, καὶ ἐπειδὴ ἐκ ταύτης ἀφῄρεσαν ὀλιγώτερον ποσὸν κατὰ τὸ ἔτος 1891 δι’ ἐνδεχομένας μεταβολὰς, ἐξήχθη μεγαλειτέρα δαπάνη. Εἶναι μία συνήθεια κακή, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ὑπηρεσία ἡ οἰκονομική, ἀκολουθοῦσα τὸ σύστημα τοῦτο εἰς τὴν κατάστρωσιν τῶν λογαριασμῶν διότι βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι καὶ ἦτο πάντοτε ἀνακριβής. Εἰς τὸ κεφάλαιον 14 ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις «διὰ τὴν συντήρησιν τῶν κτηνῶν», ὅτι ἐγένετο αὔξησις δι’ ἱπποφορβὴν 50,000 δραχμῶν, ἐνῷ τὰ κτήνη τὰ ὑπολογιζόμενα εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο εἶναι περισσότερα τῶν τοῦ 1890 μόνον κατὰ 30. Ἂν λάβωμεν αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν ὑπ’ ὄψιν, εὑρίσκομεν ὅτι ἡ οἰκονομία εἶναι μόνον 13,687, καὶ οὐχὶ 50,000· ἂν δὲ θελήσωμεν νὰ ἀκριβολογήσωμεν, ἡ οἰκονομία εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, διότι κατὰ τὸν καταστατικὸν πίνακα τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, τὴν 1 Ὀκτωβρίου 1890 ἔχομεν ἵππους 2129 καὶ ἡμιόνους 413, τὸ ὅλον κτήνη 2542, καὶ οὐχὶ 3403. Ποσὸν δι’ ἱππωνείαν δὲν ἔχομεν· λοιπὸν πόθεν θὰ ἔχωμεν τοὺς περιπλέον ἵππους ἢ ἡμιόνους; Ὁ προϋπολογισμὸς λοιπὸν ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ εἰς τὰ ὑπάρχοντα κτήνη 2542, τὰ ὁποῖα θὰ φέρουν δαπάνην 1,159,787, καὶ ὄχι 1,300,000, ὅπως διαλαμβάνει ὁ προϋπολογισμός. Ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τὴν γνώμην μου ὑπολογίζει δαπάνην ἐπὶ πλέον 140,213 δραχμῶν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν συντήρησιν τῶν κτηνῶν. Ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον εἷς στρατιώτης δαπανᾷ ἐτησίως χιλίας δραχμάς. Ἠθέλησα νὰ πεισθῶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν μου ὅσους εἶχον ἀνὰ χεῖρας προϋπολογισμούς. Ἔλαβον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1845, ἐποχῆς, καθ’ ἣν τὸ μὲν Κράτος ἐδαπάνα 17,295,063 δραχμάς, ὁ δὲ στρατὸς 4,052,817· κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἔζων οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος, εἴχομεν δὲ 30 στρατηγούς, 35 συνταγματάρχας, 48 ἀντισυνταγματάρχας καὶ 89 ταγματάρχας, ἀξιωματικοὺς ἐν ὅλῳ 1054, ὑπαξιωματικοὺς 1102 καὶ στρατιώτας 5,501· τὸ ὅλον 7,657. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τούτου καὶ τῶν τότε δαπανωμένων, ἡ κατ’ ἄτομον δαπάνη ἀνήρχετο εἰς 530 δραχμὰς μόνον. Τὸν αὐτὸν ὑπολογισμὸν ἔκαμα διὰ τὸ 1877, καὶ ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 630 δραχμὰς κατ’ ἄτομον, τὸ 1879 εἰς 696 δραχμάς, τὸ 1880 εἰς 898, τὸ 1881 εἰς 861, τὸ 1884 εἰς 660, τὸ 1887 εἰς 753, τὸ 1888 εἰς 641, τὸ 1890 εἰς 705 καὶ τὸ 1891 εἰς 625 δραχμάς. Κατὰ μέσον ὅρον δαπανῶμεν κατ’ ἄτομον καὶ κατ’ ἔτος 718 δραχμὰς περίπου. Ἐν τούτοις μὴ νομίσητε ὅτι, ἂν προστεθῇ εἷς ἔτι στρατιώτης, θὰ προσθέσωμεν 718 δραχμῶν εἰσέτι δαπάνην, ἢ ἂν προστεθοῦν χίλιοι, θὰ προσθέσωμεν 718,000. Ἂν προσθέσωμεν χιλίους στρατιώτας, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν κατ’ ἄτομον δαπάνην οὐχὶ περισσότερον τῶν 400 δραχμῶν, διότι ὅλα τὰ ἄλλα ἔξοδα, ἅτινα ἐπιβαρύνουν τὴν κατ’ ἄτομον δαπάνην, ὑπάρχουσι. Περίπου δὲ ὁ στρατὸς δαπανᾷ τὸ ἓν τέταρτον ἢ τὸ ἓν πέμπτον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἠθέλησα νὰ ἴδω τί δαπανῶσι τὰ ἄλλα Κράτη. Ἀτυχῶς δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου προϋπολογισμοὺς μικρῶν Κρατῶν. Κατὰ τὸν Bronsart Schellendorff, ἐν Γερμανίᾳ κατ’ ἄτομον ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 1217 δραχμὰς, ἐν Ρωσσίᾳ εἰς 1200, ἐν Αὐστρίᾳ εἰς 1209, ἐν Ἰταλίᾳ εἰς 1242, ἐν Γαλλίᾳ εἰς 1487, ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς 1743, δηλ. κατὰ μέσον ὅρον ἡ κατ’ ἄτομον δαπάνη ἀνέρχεται εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ ταῦτα Κράτη εἰς δραχμὰς 1350 περίπου, ἤτοι τὸ διπλάσιον τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν καταβάλλομεν διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ. Διατρέχων τὸν αὐτὸν συγγραφέα, εὗρον ὅτι διὰ χιλίους ἄνδρας ἡ Πρωσσία ἔχει ἰατροὺς 4, 17, ἡμεῖς δὲ 5, 31, — καὶ εἴθε νὰ εἴχομεν καὶ περισσοτέρους, — καὶ ἕνα στρατηγὸν ἐπὶ 1385 ἀνδρῶν, ἡμεῖς δὲ ἕνα στρατηγὸν ἐπὶ 4334. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπρότεινα μερικὰς ἐλαττώσεις καὶ μερικὰς αὐξήσεις. Πρῶτον ἐπρότεινα τὴν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀφαίρεσιν ἵππων ἀπό τινας τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους δὲν ἀναφέρω, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι εἶναι διαγεγραμμένοι εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐν ὅλῳ οἱ ἀφαιρεθησόμενοι διὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἵπποι εἶναι 145, ἡ δὲ προερχομένη ὠφέλεια εἶναι 87,000 δραχμῶν. Κατόπιν προτείνω τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ διὰ τοὺς ὑπασπιστὰς τοῦ Βασιλέως κονδυλίου, — διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν οἱ περὶ ὧν ἀναφέρω ὑπασπισταὶ τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος, τοῦ μακαρίτου ὑποστρατήγου Μεταξᾶ ἀποβιώσαντος, — καὶ ἑνὸς ἀντισυνταγματάρχου, καὶ ἑνὸς ταγματάρχου, οὓς ἐνδιαλαμβάνει ὁ προϋπολογισμὸς ἐπὶ πλέον τῶν ἤδη διατελούντων ἐν τῇ Αὐλῇ. Ἐξ αὐτῆς δὲ τῆς ἐλαττώσεως προέρχεται ὠφέλεια 18,000 δραχμῶν περίπου. Ἐπρότεινα καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ φρουραρχείου Πειραιῶς. Δὲν λέγω ὅτι τὸ φρουραρχεῖον τοῦτο δὲν εἶναι χρήσιμον, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ οἰκονομιῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι διὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος δυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν δαπάνην ταύτην, καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ φρουράρχου δύναται ἐπαρκῶς νὰ ἐκτελῇ ὁ διοικῶν τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον ἑδρεύει ἐν Πειραιεῖ. Ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως ταύτης προέρχεται οἰκονομία 11,409 δραχμῶν. Ἐπρότεινα σὺν τούτοις καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δεκανέων σιτιστῶν, νομίζω δὲ, ὅτι διὰ τὴν ἐν εἰρήνῃ δύναμιν τῶν λόχων δύνανται κάλλιστα νὰ ἐπαρκῶσιν οἱ λοχίαι σιτισταί. Ἀφαιροῦντες τοὺς δεκανεῖς σιτιστὰς, ἔχομεν οἰκονομίαν περίπου 120,000 δραχμῶν. Ἐπρότεινα τὴν ἀφαίρεσιν σχεδιαστῶν τινων, καὶ ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως ταύτης προέρχεται οἰκονομία 5,400 δραχμῶν. Ἂν δὲ ὑπολογίσω ὅλας τὰς ἀφαιρέσεις, τὰς ὁποίας προτείνω, θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν 315,000 δραχμῶν περίπου. Ἀντὶ δὲ τῆς οἰκονομίας ταύτης νομίζω ὅτι εἶναι ἐπάναγκες νὰ προσθέσωμεν εἰς ἕκαστον λόχον ἕνα ἀνθυπασπιστήν. Ἡ τάξις τῶν ὑπαξιωματικῶν μαραίνεται, βλέπουσα ὅτι δὲν προάγεται. Ὁμιλῶ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔχουν τὰς ἀναγκαίας γραμματικὰς γνώσεις, ἵνα εἰσέλθωσιν εἰς τὸ σχολεῖον, διὰ νὰ ἐκπαιδευθῶσιν, ἀλλ’ ἔχουσιν ὅλα τὰ προσόντα τοῦ καλοῦ στρατιώτου, τοῦ δυναμένου νὰ διοικῇ μίαν διμοιρίαν. Νομίζω ὅτι, διὰ νὰ ἀναζωπυρήσωμεν τὰς ἐλπίδας αὐτῶν πρὸς τὸ στάδιον, τὸ ὁποῖον ἐξελέξαντο, πρέπει νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν θυσίαν, ἡ ὁποία εἶναι συμφέρουσα οὐ μόνον εἰς τὰ ἄτομα, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν στρατόν. Ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας καὶ ἐν ὥρᾳ κινητοποιήσεως δὲν ἔχομεν στελέχη. Ἐν Γαλλίᾳ εἷς λόχος ἔχει ὡς ἀξιωματικοὺς ἕνα λοχαγὸν, ἕνα ὑπολοχαγὸν, ἕνα ἀνθυπολοχαγὸν καὶ ἕνα ἀνθυπασπιστὴν, καὶ ἐν ἐπιστρατείᾳ ἔχει τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικούς· ἡμεῖς ἀτυχῶς δὲν ἔχομεν τοιούτους. Εἴδομεν κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν εἰς ποίαν ἀθλίαν κατάστασιν εὑρέθημεν, μὴ ἔχοντες ἀξιωματικούς. Προσθέτοντες ἕνα ἀνθυπασπιστὴν, δὲν θὰ ἔχωμεν δαπάνην μικροτέραν τῶν 200,000 δραχμῶν. Ποιοῦντες δὲ αὐτὴν τὴν δαπάνην, θὰ ἐλαττώσωμεν τὴν οἰκονομίαν τῶν 315,000 εἰς 115,000. Ὁ ὅλος ἀριθμὸς τῶν λόχων τῶν διαφόρων σωμάτων ἀνέρχεται εἰς 199· ὥστε ἀκριβῶς θὰ προσθέσωμεν 199 ἀνθυπασπιστάς. Σήμερον ἔχομεν ἀνθυπασπιστὰς 187, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ἐνδιαλαμβάνει 157. Ἂν μὲ ἐρωτήσητε, πῶς θὰ πληρωθῶσιν οἱ ἐπὶ πλέον 30 ὑπάρχοντες ἀνθυπασπισταὶ, δὲν γνωρίζω. Τόσον ἀνακριβῆ εὑρίσκω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Νομίζω προσέτι, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν καὶ μίαν εἰσέτι μικρὰν δαπάνην. Ὅλοι οἱ διοικηταὶ τῶν συνταγμάτων σήμερον δὲν ἔχουν ὑπασπιστὰς, ὡς ἄλλοτε ὠνόμαζον αὐτοὺς, ἀλλὰ ἕνα γραμματέα. Ὁ γραμματεὺς αὐτὸς σημειοῦται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἀνθυπολοχαγός. Αὐτὸς πρέπει νὰ ἔχῃ κἄποιαν δεξιότητα καὶ πεῖραν, διὰ νὰ ἦναι γραμματεύς. Ἑπομένως πρέπει νὰ κανονισθῇ, ὥστε οἱ γραμματεῖς νὰ ἦναι ὑπολοχαγοί, ἡ δὲ ἐπὶ πλέον δαπάνη δὲν εἶναι παρὰ 20 δραχμαὶ κατὰ μῆνα, καὶ ἡ ὁλικὴ δαπάνη κατ’ ἔτος εἶναι 2,640 δραχμῶν· ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ δαπάνη δὲν εἶναι πολὺ μεγάλη. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχομεν στρατὸν καὶ δὲν ἔχομεν στρατόν. Ἔχομεν στρατὸν, διότι τὸν βλέπομεν ἐξεικονιζόμενον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ μιᾶς δαπάνης 18 ἑκατομμυρίων. Ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶναι ἀρκετὰ μέγας, διὰ νὰ πείσῃ οἱονδήποτε, ὅτι ὑπάρχει στρατός. Ἔχομεν στρατόν, διότι ἔχομεν ἀξιωματικοὺς ἐν ὅλῳ 1931, ἀφαιρέσει τῶν ἀρχιτεχνιτῶν. Ἐὰν ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, τοὺς ἰατροὺς καὶ λοιπούς, ἔχομεν μαχίμους ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ, πυροβολικοῦ, ἱππικοῦ καὶ μηχανικοῦ 1328. Ἔχομεν λοιπὸν 1328 ἀξιωματικοὺς μαχίμους. Ἐξ αὐτῶν ἀρκετοὶ εἶναι εὐπαίδευτοι, δηλ. ἐξῆλθον ἐκ σχολείων στρατιωτικῶν, οἱ δὲ ἔχουσι ὅλα τὰ προσόντα καλοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ πεῖραν διακεκριμένην. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν στρατόν, διότι ἔχομεν, ἐπαναλαμβάνω, 1328 ἀξιωματικούς· ἐξ αὐτῶν οἱ 583 ἐξεπαιδεύθησαν εἰς τὸ σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων, εἰς τὸ σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ εἰς τὰ σχολεῖα τῆς ἀλλοδαπῆς, μένουσι δὲ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ προαχθέντες 745. Ἐκ τοῦ σχολείου τῶν Εὐελπίδων, οἱ ὑπάρχοντες ἐν τῷ στρατῷ σήμερον εἶναι 296, καὶ εἷς εἰς τὴν χωροφυλακήν, ἐν ὅλῳ 297, καὶ τοῦτο δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι τὸ ὠφέλιμον ἀποτέλεσμα τοῦ σχολείου τῶν Εὐελπίδων εἰς ἔτη περίπου 60· ὥστε τὸ ὠφέλιμον ἀποτέλεσμα τοῦ σχολείου τῶν Εὐελπίδων εἶναι 4 ἀξιωματικοὶ κατ’ ἔτος· βεβαίως εἶναι πολὺ περισσότεροι, ἀλλ’ οἱ μὲν ἀπεστρατεύθησαν, οἱ δὲ ἀπεβίωσαν. Ἀπὸ δὲ τοῦ σχολείου τῶν ὑπαξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἐπὶ 8 ἤδη ἔτη, ἐξῆλθον 361, δηλ. τὸ ὠφέλιμον ἀποτέλεσμα τοῦ σχολείου αὐτοῦ εἶναι 45 μαθηταὶ κατ’ ἔτος. Κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸ σχολεῖον αὐτὸ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἔδωκεν ἐξαίρετα ἀποτελέσματα καὶ ἀρκετὸν ἀριθμόν· τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν πρέπῃ νὰ λειτουργήσῃ εἰσέτι. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι σήμερον δι’ ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ ἡ ἐκπαίδευσις ἡ στρατιωτικὴ εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή· τὴν αὐτὴν ἐκπαίδευσιν, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ, καὶ ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ, καὶ ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ ἱππικοῦ· εἰς ἄλλην ἐποχὴν πιθανὸν — καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἦτο ἀλλοία, — ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ δὲν ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὰς γνώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶχε τότε εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ πυροβολικοῦ ἢ τοῦ μηχανικοῦ, ἀλλὰ σήμερον ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι μία, καὶ νομίζω, ὅτι ἓν πρέπει νὰ ἦναι καὶ τὸ σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκπαιδεύωνται ἅπαντες οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ. Ἔχομεν στρατὸν, διότι ἔχομεν ὑπαξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ζηλευτοὶ, ἴσως καὶ ἀπὸ στρατοὺς καλῶς κατηρτισμένους, ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς καταστήσωμεν τελειοτέρους, πρέπει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀναζωπυρήσωμεν τὰς ἐλπίδας αὐτῶν. Οὗτοι εἶναι οἱ κρίκοι, οἱ συνδέοντες τὰς μικρὰς ὀργανικὰς μονάδας, ἤ, διὰ νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερον, οὗτοι εἶναι οἱ λογόδεσμοι, δι’ ὧν σχηματίζονται αἱ στρατιωτικαὶ δεσμίδες· ἄνευ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ στρατός. Ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, τῆς προσθήκης ἑνὸς ἀνθυπασπιστοῦ εἰς ἕκαστον λόχον, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνθυπασπιστῶν ἐν ὅλῳ θὰ ἀνέλθῃ εἰς 356, ἂν δὲ ἀφαιρέσωμεν τοὺς ὑπάρχοντας 187, θὰ προσθέσωμεν δαπάνην ἀνθυπασπιστῶν δι’ 169 μόνον, καὶ ἡ δαπάνη αὕτη δὲν θὰ ἦναι μεγάλη, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν θὰ παρέξωμεν εἰς τὸν στρατὸν, θὰ ἦναι μεγίστη. Ἔχομεν στρατὸν, διότι ἔχομεν ἐξαίρετον ζύμην πρὸς διάπλασιν ἐξαιρέτων στρατιωτῶν· ἀλλ’ ὅπως ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα, ὁ στρατιώτης, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς θητείας του, μεταβαίνων οἴκοι, φρίττει διὰ τὴν τυραννίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέφερε. Μόλις καταταχθῇ ὁ πολίτης εἰς τὸν στρατὸν, μετὰ ἄσκησιν ἑνὸς μηνὸς καί τι περισσότερον, ἀρχίζει τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, δὲν δύναται δὲ ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος νὰ κοιμηθῇ ἀνυπόδυτος, διότι ἀπὸ φρουρὸς μεταβαίνει νυκτοφύλαξ, καὶ ἀπὸ νυκτοφύλαξ φρουρός. Τοιαύτη εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασις, καὶ ἀντὶ νὰ ἑλκύσωμεν τὸν λαὸν πρὸς τὸ ἱερὸν αὐτὸ καθῆκον, τὸν ἀπωθοῦμεν. Τὸ στρατιωτικὸν, οὕτως εἰπεῖν, ἔτος, ἀρχόμενον ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, εἶχε μέχρι τοῦδε τρεῖς περιόδους· μίαν περίοδον τρίμηνον, ἡ ὁποία ἤρχιζεν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου καὶ ἔληγε τὸν μῆνα Ἰανουάριον. Κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἦσαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ οἱ τοῦ παρελθόντος ἔτους στρατιῶται, οἱ διετεῖς τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ οἱ διαθέσιμοι, καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα ὁ ἡμέτερος στρατὸς ἦτο πολυπληθέστερος. Ἡ δευτέρα περίοδος ἤρχιζεν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου καὶ ἔληγε τὸν μῆνα Ἰούνιον, διήρκει δὲ ἐπὶ 5 μῆνας, καὶ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, οἱ διαθέσιμοι ἀνεχώρουν, καὶ ἔμενον μόνον οἱ διετεῖς. Ἡ τρίτη δὲ περίοδος ἦτο τετράμηνος, ἀρχομένη ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουνίου καὶ λήγουσα τὸν μῆνα Ὀκτώβριον· κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίοδον δὲν ἔμενον, παρὰ μόνον οἱ διετεῖς στρατιῶται τοῦ τρέχοντος ἔτους. Διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου τὸ στρατιωτικὸν ἔτος διαιρεῖται ὡσαύτως εἰς τρεῖς περιόδους, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἀντεστράφησαν οἱ ὅροι τῶν χρονικῶν διαστημάτων, καὶ ἡ μὲν πρώτη περίοδος ἔχει πέντε μηνῶν διάρκειαν, ἡ δευτέρα τριῶν μηνῶν καὶ ἡ τρίτη τεσσάρων. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐν συνειδήσει δὲν παραδέχομαι τὸ σύστημα τῶν διαθεσίμων, τῶν τριμήνων, διότι ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, νομίζοντες ὅτι φέρομεν πολίτας, διὰ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσωμεν εἰς τὰ στρατιωτικὰ καθήκοντα, ἐνῷ εἰς οὐδὲν ἐξασκοῦνται· τοὐναντίον ἀποκτῶσιν ἕξεις κακὰς, ἕνεκα τῆς βίας τῆς ἐκπαιδεύσεως, κατόπιν δὲ ὑπολογίζομεν, ὅτι ἔχομεν ἀριθμὸν ἐφέδρων στρατιωτῶν, οἵτινες δὲν εἶναι στρατιῶται πράγματι, εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν ἕξεις κακὰς. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς διαθεσίμους διάρκειαν ὑπηρεσίας ἑξαμήνου, ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, προτιμῶ κάλλιον νὰ τοὺς ἐξαιρέσωμεν. Ὁ ὑφιστάμενος στρατολογικὸς νόμος ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1887, ἡ ἀπογραφὴ δὲ κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888, 1889 καὶ 1890 περιέχει 36,226 ἐν ὅλῳ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα διετεῖς στρατιώτας, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον κατ’ ἔτος 9,056 διετεῖς καὶ 4,854 διαθεσίμους. Ἐξ αὐτῶν προσῆλθον 7,434 διετεῖς καὶ 3,929 διαθέσιμοι· καθυστεροῦσι δὲ 1622 διετεῖς καὶ 924 διαθέσιμοι. Τὸ δὲ περίεργον εἶναι, ὅτι οἱ μὲν διετεῖς καθυστεροῦσι κατὰ 18%, οἱ δὲ διαθέσιμοι κατὰ 19%, δηλ. ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ διανύσουν ὀλίγον χρόνον ὑπηρεσίας εἰς τὸν στρατὸν, καθυστεροῦσι περισσότερον ἀπὸ τοὺς διετεῖς. Ποῖος δ’ εἶναι ὁ λόγος; ὁ λόγος εἶναι, ὅτι οὗτοι καταβάλλουν ἓν ποσὸν, διὰ νὰ μείνωσι διαθέσιμοι, κατόπιν φοβοῦνται ὅτι θέλει παραταθῆ ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν εἰς δύο ἔτη καὶ θὰ δυσκολευθῶσι πολὺ νὰ λάβωσιν ὅσα κατέβαλον· εἰς ἀμφίβολον δὲ θέσιν τιθέμενοι, εὑρίσκονται εἰς πολὺ πλέον δύσκολον θέσιν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διετῆ ὑποχρέωσιν, καὶ τούτου ἕνεκα καθυστεροῦσι περισσότεροι. Ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει τοὺς καθυστεροῦντας καὶ ὑπολογίσῃ τοὺς προσερχομένους διαθεσίμους καὶ διετεῖς, ὁ ὅλος ἀριθμὸς αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς 11,500 περίπου ἄνδρας κατὰ μέσον ὅρον, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν καθυστερούντων. Τὸ ζήτημα ἤδη εἶναι, ἐὰν δυνάμεθα νὰ διατηρήσωμεν τοσοῦτον πολυάριθμον στρατόν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν γείνῃ εἷς προϋπολογισμὸς ἀκριβής, δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν τοῦτο, ἐὰν μεταβάλωμεν καὶ τὸν ὑφιστάμενον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ· διότι νομίζω, ὅτι ὁ ὑφιστάμενος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἔχει πολυτέλειαν. Εἶναι λυπηρὸν δι’ ἐμὲ τὸν στρατιωτικὸν νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ἀλλ’ εἶναι ἀλήθεια. Ἡμεῖς λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει τὸν ὀργανισμὸν, ὅστις μᾶς συμφέρει· ἄλλοτε μὲν τὸν γερμανικὸν, ἄλλοτε δὲ τὸν γαλλικόν. Κατὰ τὸν γαλλικὸν ὀργανισμὸν, ἓν σύνταγμα πεζικοῦ ἔχει 4 τάγματα, κατὰ δὲ τὸν γερμανικὸν 3. Ἡμεῖς λαμβάνομεν τὸν γερμανικὸν ὀργανισμὸν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν ταγμάτων τῶν ἀπαρτιζόντων ἓν σύνταγμα, λαμβάνομεν δὲ ὑπ’ ὄψει τὸν γαλλικὸν ὀργανισμὸν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς βαθμοφόρους. Ἐὰν τὸ ὑπάρχον πεζικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει λόχους 152 καὶ ἀπαρτίζεται ἀπὸ 10 συντάγματα, ἐκ τριῶν ταγμάτων ἕκαστον, καὶ ἀπὸ 8 τάγματα εὐζώνων, ἐκ τεσσάρων λόχων ἕκαστον, ἐὰν τὸ πεζικὸν αὐτὸ τὸ σχηματίσωμεν ἐξ 8 συνταγμάτων, ὧν ἕκαστον ἐκ τεσσάρων ταγμάτων, καὶ ἐκ τεσσάρων ταγμάτων εὐζώνων, ὧν ἕκαστον ἐξ 6 λόχων, θὰ ἔχωμεν ὡσαύτως 152 λόχους, καὶ θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν ἀπὸ 2 συνταγματάρχας, 6 ἀντισυνταγματάρχας, 6 ταγματάρχας, 4 λοχαγοὺς, 4 ἀνθυπολοχαγοὺς, 4 ἰατροὺς, 2 λοχαγοὺς οἰκονομίας, 6 ὑπολοχαγοὺς οἰκονομίας καὶ 8 ἀνθυπολοχαγοὺς οἰκονομίας· τὸ ὅλον 42. Ἀλλ’ ἐννοῶ νὰ καταρτίσωμεν τὸν στρατόν μας ὅπως εἶναι κατηρτισμένοι ὅλοι οἱ εὐρωπαϊκοὶ στρατοί. Ἐννοῶ εἰς 2 συντάγματα οὕτω συντεταγμένα νὰ τεθῇ ὡς διοικητὴς αὐτῶν εἷς ὑποστράτηγος ταξίαρχος, διότι σήμερον, ὅπως εἶναι συντεταγμένος ὁ στρατός μας, εἶναι τρία μεγάλα καπετανάτα, ἄνευ συνδέσμου ἀνωτέρας στρατηγικῆς διοικήσεως. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σκεφθῇ τις νὰ ὀργανώσῃ καὶ τὸ ἱππικὸν καὶ τὸ μηχανικὸν καὶ τὸ πυροβολικὸν, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μίαν οἰκονομίαν, ἀρκετὴν διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὰ ὑπάρχοντα κενὰ τῆς στρατηγικῆς διοικήσεως. Δὲν θέλω νὰ βαρύνω περισσότερον τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ περαίνων τὸν λόγον μου, θὰ προσθέσω δύο λέξεις ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν, Νομίζω ὅτι εἶναι συμφέρον εἰς τὸν στρατὸν νὰ δοθῇ μία ἐλπὶς προαγωγῆς εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐκείνου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀρκετὰς γραμματικὰς γνώσεις διὰ νὰ ἐκπαιδευθῶσιν ἐν τοῖς σχολείοις, ἀλλ’ ἔχουσιν ὅλα τὰ στρατιωτικὰ προσόντα, διὰ νὰ ὦσιν ἐξαίρετοι ἀξιωματικοί· νομίζω δ’ ὅτι εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς καὶ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, νομίζω ὅτι καὶ διὰ τούτους καὶ διὰ τοὺς ἐκ τῶν σχολείων ἐξερχομένους εἰς οἱονδήποτε ὅπλον πρέπει νὰ γείνῃ διάταξις, ὁρίζουσα ὅτι οὐδεὶς ὑπολοχαγὸς δύναται νὰ προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ ἄνευ ἐξετάσεων. Ἡ διάταξις αὕτη ὑφίστατο, μοὶ φαίνεται, κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1833 ἢ τοῦ 1836, ἀλλ’ ἀτυχῶς οὐδέποτε ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν· νομίζω δὲ τὴν διάταξιν ταύτην ἀναγκαίαν, διότι οἱ νέοι ἀξιωματικοί μας, οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν σχολείων, ἐκτὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι φύσει φιλομαθεῖς, καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν βεβαίως δὲν εἶναι μέγας, εἰς οὐδεμίαν μελέτην καταγίνονται, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσι τὴν τακτικήν τῶν ὑπηρεσίαν, περιμένοντες τὴν παρέλευσιν τοῦ χρόνου, διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς προαγωγῆς των. Νομίζω λοιπὸν ἐπάναγκες, διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταγίνωνται, ὅτι πρέπει νὰ τοῖς ἐπιβάλωμεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δίδωσιν ἐξετάσεις διὰ τὴν προαγωγὴν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ· κατόπιν δὲ, ἀφοῦ ὁ ἀξιωματικὸς τοιουτοτρόπως φθάσῃ εἰς τὴν βαθμίδα ταύτην τοῦ λοχαγοῦ, ἀποκτᾷ πλέον τὴν ἕξιν τῆς μελέτης καὶ τῆς ἐνασχολήσεως.
§22ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἠκούσθη ἡ μείζων, ἠκούσθη καὶ ἡ ἐλάσσων Ἀντιπολίτευσις. Ἀμφότεραι συμφωνοῦσι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίκρισιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διαφωνοῦσιν ὅμως ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ πεπτωκότος συστήματος. «Ἡ τέως Ἀντιπολίτευσις, ἀναλαβοῦσα τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, παρουσιάσθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ κενὰς τὰς χεῖρας, ἀνεδείχθη ἀσυνεπὴς εἰς τὰς ἐπαγγελίας της, προσεχώρησεν εἰς τὸ σύστημα τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐνόησεν αὐτό.» Τοιαῦταί εἰσιν αἱ μομφαὶ, αἱ κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐπιῤῥιπτόμεναι, μομφαὶ ὅμως, αἵτινες δὲν ἀφορῶσι μόνον τὰ μέλη τὰ ἀποτελοῦντα τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ πάντας ἐκείνους, οἵτινες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν εὑρισκόμενοι ἠγωνίσθησαν κατὰ τοῦ πεπτωκότος συστήματος. Μεταξὺ ἐκείνων καταλογιζόμενος καὶ ἐγὼ, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ μὴ σιωπήσω, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον παρέσχον καὶ παρέχω τὴν ὑποστήριξίν μου εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν αὕτη ἦναι ἀσυνεπὴς πρὸς ὅσα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εὑρισκομένη ἐπηγγείλατο, ἀσυνεπεῖς εἴμεθα καὶ ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ τέως Ἀντιπολιτεύσει ἀνήκοντες καὶ σήμερον ὑποστηρίζοντες αὐτήν. Ἐσχάτως ἀναγινώσκων ἐφημερίδα τινὰ, ἀνέγνων ὅτι ὁ διάσημος Βράϊτ, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς ἀκροατάς του καὶ ἐνθυμούμενος τὸν θεῖον Πλάτωνα, ἀνέφερε τὸ ὑπὸ τούτου γραφὲν, ὅτι «αἱ Ἑλληνικαὶ πολιτεῖαι ἤθελον πρὸ πολλοῦ καταστραφῆ, ἐὰν ἐξήρτηντο ἐκ τῆς σοφίας τῶν ἰθυνόντων αὐτάς.» Καθῆκον ἔχομεν ὅθεν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁμιλήσωμεν πρὸς αὐτὴν, νὰ ἐκθέσωμεν τὰς ἰδέας μας, καὶ ἀπροκαλύπτως νὰ εἴπωμεν, τί φρονοῦμεν ἐπὶ τῆς προκειμένης καταστάσεως, ἰδίως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου· ὀφείλομεν νὰ τὸ πράξωμεν, ἔχοντες μόνον τὴν ἀξίωσιν νὰ θέσωμεν ταύτας ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῆς καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ νὰ προκαλέσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ τὴν σκέψιν· τοσούτῳ μᾶλλον δὲ ὀφείλομεν νὰ μὴ παραλείψωμεν τὸ τοιοῦτον, ἀναλογιζόμενοι τί συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅτε τὸ Κοινοβούλιον, ἀναθέσαν εἰς τὴν διάνοιαν ἑνὸς καὶ μόνου ἀνδρὸς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, ἔφερε τὸ Κράτος εἰς τοιοῦτο σημεῖον ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ὑπό τε τὴν οἰκονομικὴν, ὑπό τε τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, καὶ ὑπὸ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τοῦ τόπου. Δὲν θὰ παρακολουθήσω, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891, τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας. Οὗτος εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπολογηθῇ, καὶ ἡ ὁμιλία του περιεστράφη εἰς τὴν ἀνακεφαλαίωσιν τῶν ὅσων ἐῤῥήθησαν καὶ ἐγράφησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς παρελθούσης τετραετίας, ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπολογηθῇ, καὶ τὸ κύριον αὐτοῦ ἐπιχείρημα, τὸ μᾶλλον παρήγορον, ἦτο νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἀποτυχίαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ τὴν καταδίκην τοῦ συστήματος τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀποπλάνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οὐδόλως παράδοξον, Κύριοι, ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας εὑρέθη εἰς αὐτὴν ἐκείνην τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται πᾶς κατηγορούμενος, ἐξερχόμενος τοῦ Κακουργοδικείου καὶ ἀποδίδων πάντοτε τὴν καταδίκην του εἰς τὴν ἀποπλάνησιν τοῦ δικαστηρίου, τοῦ καταδικάσαντος αὐτόν. Ὁ κ. Σιμόπουλος, ἔξοχος χειριστὴς τῶν ἀριθμῶν, ἐζήτησε νὰ παραστήσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὑπὸ διαφόρους ὅλως ἐπόψεις τὰ ἀποτελέσματα τῆς παρελθούσης οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως· ἦτο εὔκολον εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον, ἐκτοπίζοντα τοὺς ἀριθμοὺς, μεταβάλλοντα τὰς πιστώσεις ἀπὸ τακτικῶν εἰς ἐκτάκτους, καὶ ἐπικαλούμενον πάντα ἐκεῖνα τὰ σοφίσματα, ἅπερ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐπεδαψίλευεν, ὁσάκις ἀπελογεῖτο πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, νὰ παραστήσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς παρελθούσης διαχειρίσεως παραπλήσια τῶν ὅσων ἐπηγγέλθη ἑκάστοτε ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἐὰν τότε τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα εἶχον ἀξίαν τινὰ, διότι ἐσφραγίζοντο διὰ τοῦ κύρους τῆς ἀποφάσεως τοῦ Κοινοβουλίου, ἤδη ἀπώλεσαν πᾶσαν αὐτῶν τὴν ἀξίαν, διότι πρὸς ἀνασκευήν των δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς ὑποβαλλομένας καὶ καταρτιζομένας σημειώσεις κατὰ τὰς ὑποδείξεις καὶ ἀπαιτήσεις τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἔχομεν τοὺς παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς καταρτισθέντας πίνακας, ἔχομεν τοὺς ἀπολογισμοὺς, ἔχομεν τὴν διαχείρισιν τῶν δανείων, καὶ ἐξ ὅλων αὐτῶν προκύπτει ποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐτῶν 1888 καὶ 1889, καὶ ποῖον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἔσται τὸ τοῦ 1890, καὶ τί ποσὸν ἐκ τῶν δανείων ἐδαπανήθη εἰς τακτικὰς δαπάνας. Ἐὰν ὑπάρχῃ δὲ διαφορά τις μεταξὺ τῶν γενομένων λογαριασμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔστω καὶ ἑνὸς ἢ δύο ἑκατομμυρίων, — διότι, ὡς ἠκούσατε, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας καταβιβάζει κατά τι τὸ ἔλλειμμα, ἕτεροι δὲ τὸ ἀναβιβάζουσι,— δὲν ἔχει σημασίαν τὸ τοιοῦτον, διότι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ διαχείρισις τοῦ ἔτους 1888 ἢ τοῦ ἔτους 1889 ἀφῆκαν ἔλλειμμα ἑνὸς ἢ δύο ἑκατομμυρίων πλέον ἢ ἧττον τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζετο τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ἔφερεν ὡς ἀποτελέσματα τὰ παρ’ αὐτῆς ἐπαγγελθέντα, καὶ ἂν δὲν τὰ ἔφερεν, εἰς τί ὀφείλομεν ν’ ἀποδώσωμεν τὴν ἀποτυχίαν, καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν σήμερον τὸ ἐπελθὸν ἐκ τῆς διαχειρίσεως ἐκείνης κακόν. Ἐξετάζοντες δὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀναγκαίως συνδυάζομεν τὴν ἐξέτασιν ταύτην πρὸς τὴν μομφὴν, ἣν ἀπέδωκεν ἥ τε μείζων καὶ ἡ ἐλάσσων Ἀντιπολίτευσις πρὸς τὰ μέλη τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ὁ προϋπολογισμὸς βεβαίως εἶναι ἡ εἰκὼν τῆς πολιτικῆς πάσης Κυβερνήσεως, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναφαίνεται καὶ ἡ ἐξωτερικὴ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ αὐτῆς, διότι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρέχονται τὰ μέσα, ὅπως ἐκπληρωθῶσι πανθ’ ὅσα Κυβέρνησίς τις διανοεῖται νὰ ἐκτελέσῃ. Μέμφονται δὲ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς οὐδόλως δεικνύει τὸ τοιοῦτον, διότι εἶναι ὅμοιος μὲ τοὺς προηγουμένους προϋπολογισμούς· ὅπερ καταδεικνύει, ὅτι ἡ πολιτικὴ, ἣν διεξήγαγεν οὖσα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἦτο πολιτικὴ ἀρνητικὴ, πολιτικὴ προσωπικὴ, ὅτι δὲν εἶχέ τι ἐν τῷ νῷ, καὶ ἑπομένως οὐδὲν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐρχομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ εἶναι ἡ μομφὴ αὕτη βάσιμος; Εἶναι πράγματι ὁ ὑποβαλλόμενος προϋπολογισμὸς παντάπασι κενός; Ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ χρόνου καὶ ὡς ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὑπεχρεώθη νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον σχεδὸν εὗρεν ἕτοιμον, ἀλλὰ συνδυάζων τις τὸν προϋπολογισμὸν μετὰ τῆς εἰσηγήσεως τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ ὑποβαλόντος αὐτὸν, δύναται νὰ διἴδῃ τὴν ὅλην πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι μὲν σχεδὸν ἔργον τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλ’ ἔργον, ὅπερ δὲν ὁμιλεῖ διὰ τῶν χειλέων τοῦ κ. Τρικούπη, ἔργον, ὅπερ δὲν περικαλύπτεται διὰ τοῦ πέπλου, δι’ οὗ εἰσήγετο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὑπὸ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. Εἰσήχθη ἐν τῇ Βουλῇ γυμνὸν καὶ ἐκφράζον τὴν πλήρη ἀλήθειαν. Ἐκφράζει κατ’ ἐμὲ τὴν πλήρη ἀποτυχίαν τοῦ παρελθόντος συστήματος, ἐκφράζει τὴν ἀδυναμίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ τόπος, ὅπως ἀνορθώσῃ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ κατάστασιν, ἐκφράζει τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων εὐελπίζεται ἡ Κυβέρνησις καὶ διανοεῖται νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ δαπανῶν καὶ ἐσόδων, ἀλλὰ συνάμα ἐκφράζει καὶ τὴν πραγματικὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἐν γένει ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Ἀδυνάτου οὔσης πάσης θεραπείας διὰ τῶν συνήθων μέσων, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ ἐντὸς τοῦ βραχέος διαστήματος τὸ ὁποῖον ἐμεσολάβησε μεταξὺ τῆς ἀναῤῥήσεως αὐτῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ καὶ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται τὸ ἰσοζύγιον, εἰσὶ συνήθως δύο: αὔξησις ἐσόδων, καὶ ἐλάττωσις δαπανῶν. Ἀλλὰ τὸ μὲν πρῶτον ἐξηντλήθη ὑπὸ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, διότι ἡ φορολογία ἔλαβεν ὑπ’ αὐτὴν τοιαύτην ἔντασιν, ὥστε εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ προσθήκη καὶ λεπτοῦ εἰς τὰ ὑπάρχοντα βάρη. Καὶ κατὰ τοῦτο ἐφάνη συνεπής, ἐκπληρώσασα ὅ,τι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐκήρυξε. Τοῦτο δὲ ἰσχυρίσθη καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι δηλ. τὰ ἐπιβληθέντα διὰ τῶν φόρων βάρη εἰς τὸν τόπον εἶναι δυσανάλογα πρὸς τὰς δυνάμεις αὐτοῦ, καὶ δὲν ἀπέκρουεν ἐν γένει τοὺς φόρους, ὡς ἀνακριβῶς ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας καὶ κύριος συνήγορος τοῦ πεσόντος συστήματος ἰσχυρίσθη, καθὼς δὲν ἐδίστασε καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβῃ ὅ,τι καὶ ὁ ἀρχηγὸς αὐτοῦ πολλάκις ἐπανέλαβε περὶ τῶν ἐπιβληθέντων φόρων, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς αὐτοῦ ἀπεδέχθη ὅ,τι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἰσχυρίζετο, καὶ ὑπεσχέθη κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον, ὅτι, ἐὰν μείνῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, θὰ ἐλαττώσῃ καὶ ἄλλους φόρους, οὓς ἀνεγνώρισε τοσοῦτον βαρεῖς καὶ προσβάλλοντας καὶ αὐτὴν τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου. Καὶ πράγματι, Κύριοι, πάντα τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει ἡ ἀδυναμία ἑνὸς τόπου νὰ βαστάσῃ τὰ φορολογικὰ βάρη, ἐξεδηλώθησαν περιφανέστατα. Τὰ τέλη τὰ πληρονόμενα εἰς τὰ τελωνεῖα, καὶ ἰδίως τὰ τέλη τὰ εἰσαγωγικά, εἶναι, δύναταί τις εἰπεῖν, ἡ Λυδία λίθος, διὰ τῆς ὁποίας κρίνεται κατὰ πόσον ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται τόπος τις, εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς δυνάμεις αὐτοῦ. Εἶναι ἀξίωμα ἐν τῇ δημοσιονομικῇ ἐπιστήμῃ, ὅτι, ὅπου ἡ φορολογία δὲν εἶναι δυσανάλογος, ἡ πρόσοδος ἡ τελωνειακὴ οὐ μόνον δὲν ἐλαττοῦται, ἀλλὰ καὶ ἐτησίως αὐξάνει· ἐπέρχεται «ἡ προϊοῦσα αὔξησις». Τί δὲ παρατηρεῖται εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος; Ἐὰν ἐρευνήσωμεν τὰς προσόδους τῶν τελωνείων ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι τοῦ 1890, εὑρίσκομεν, ὅτι βαθμηδὸν ἐλαττοῦται ἡ πρόσοδος, καὶ ἕκαστον ἔτος παρουσιάζει ἐλάσσονα ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν στατιστικὴν ἐὰν ἐξετάσωμεν, ἀπαντῶμεν κατ’ ἔτος ἐλάττωσιν τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν. Παραλείπω νὰ ἀναφέρω τοὺς ἀριθμούς, καίτοι ἔχω πρόχειρον σημείωσιν, ὡς εἰς πάντας γνωστούς· ἀλλὰ ὅ,τι δὲν πρέπει νὰ ἐκφύγῃ τῶν παρατηρήσεών σας, εἶναι ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν τοῦτο παρατηρεῖται. Κατὰ τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη ἡ εἰσαγωγὴ χρήματος ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ὑπῆρξεν ἔκτακτος, διότι ἀφ’ ἑνὸς τὰ δάνεια, ἀφ’ ἑτέρου ἡ εἰς τὴν ἡμεδαπὴν ἐγκατάστασις πολλῶν πλουσίων ὁμογενῶν, καὶ ἐκ τρίτου τὰ ἐπασχολήσαντα τὰ δημόσια ἔργα κεφάλαια καὶ ἐργασία ἔδωσαν ὤθησιν ἔκτακτον, ἥτις μετὰ τῆς ἐπιτυχίας σχεδὸν τῶν ἐσοδειῶν μας καὶ τῆς ζητήσεως τοῦ οἴνου μας ἔδει νὰ παρουσιάζῃ ὅλως ἔκτακτον καὶ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, καὶ ὅμως παρατηρεῖται ἐλάττωσις εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν εἰδῶν ἐν τῷ τόπῳ, ἐλάττωσις τῆς προσόδου τῶν τελωνείων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἔχομεν καὶ ἑτέραν παρατήρησιν ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσιν ἐν γένει τῶν φόρων. Κατὰ κανόνα, ὁσάκις κατὰ πρῶτον φόρος ἐπιβάλλεται, δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ τὴν ὑπολογιζομένην ὑπὸ τῶν ἐπιβαλλόντων τὸν φόρον πρόσοδον· ὁ φόρος, διὰ νὰ εὐδοκιμήσῃ, δέον νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ διὰ τῆς βαθμιαίας διορθώσεως καὶ τῆς ἕξεως τῶν φορολογουμένων μετά τινα ἔτη δίδει τὰ πλήρη αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Ἀπ’ ἐναντίας δὲ παρατηρεῖται εἰς τοὺς φόρους τοὺς ἐπιβληθέντας, ὅτι ἀντὶ νὰ ἔχωμεν βαθμιαίαν τὴν αὔξησιν εἰς τὰς προσόδους τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἐλάττωσιν, ἔχομεν ὅμως στασιμότητα. Ἡ θύρα λοιπὸν τῆς αὐξήσεως τῆς προσόδου τοῦ Κράτους διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας ἐκλείσθη, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ περὶ τοιούτων μέσων. Ἔμενεν ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν, ἀλλὰ ἐὰν λάβῃ τις ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν, παρατηρεῖ ὅτι διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἀπαιτεῖται δαπάνη 35,988,587, εἰς συντάξεις 4,756,150, εἰς βασιλικὰς χορηγίας 1,325,000, εἰς χορηγήματα 129,144, εἰς ἀποδόσεις ὁδοποιΐας δήμων, τηλεγράφων κλπ. 6,150,000 εἰς νομοθετικὸν σῶμα 129,144, τὸ ὅλον 48,750,459· ἐὰν ὑπολογίσωμεν, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους θέλουσιν ἀποδώσει πραγματικὸν ἔσοδον 84,000,000, ἀφαιρουμένων τῶν 48,750,000, ἔχομεν τὸ πολὺ 35,250,000, ἐὰν δὲ ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν πρὸς ἀγορὰν τῶν διαφόρων εἰδῶν τῶν ἀναγκαίων εἰς τὰ μονοπώλια, ἤτοι 4,000,000 περίπου, μένουσι 31,250, 000· ἐξ αὐτῶν ἀφαιρουμένων 17,634,665 διὰ τὸν στρατὸν καὶ 5,986,698 διὰ τὸ ναυτικὸν, τὸ ὅλον 23,620,763, μένουσιν δραχμαὶ 7,628,637, ἃς ἔχει ἡ Κυβέρνησις διαθεσίμους δι’ ὅλην τὴν λοιπὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ διαφορᾶς ἑνὸς ἢ δύο ἑκατομμυρίων, καὶ περὶ σκέψεως τίνι τρόπῳ νὰ ἰσοζυγίσωμεν τοιαύτην διαφορὰν, εἴτε προσθέτοντες προσόδους τινὰς, εἴτε μειοῦντες τὰς δαπάνας, ἠδυνάμεθα βεβαίως ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς οἰκονομίας, ἅς τινες ἐπεκαλέσθησαν καὶ ὑπέδειξαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ περὶ τούτου πρόκειται; Πρόκειται περὶ ἑνὸς ἢ δύο ἑκατομμυρίων νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις; Ἡ Κυβέρνησις, εἰσάγουσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, εἶπεν ὅλην τὴν ἀλήθειαν· εἶπε μὲν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς εἰσάγεται, ἀφίνει διαφορὰν 2,500,000 ἢ 3,000,000, ἀλλὰ πάντες γνωρίζομεν, καὶ αὕτη δὲν τὸ ἀπέκρυψε, τὴν διαφορὰν τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ προϋπολογιζομένων καὶ βεβαιωμένων, καὶ μεταξὺ βεβαιωμένων καὶ εἰσπραττομένων. Ἐὰν εἰς τὴν διαφορὰν ταύτην προσθέσητε καὶ τὰ 2,500,000 ἢ 3,000,000, θὰ ἔχωμεν περὶ τὰ 11,000,000 ἢ 12,000,000 ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀνήγγειλεν ὁ Ὑπουργὸς, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν, χωρὶς νὰ σημειοῖ τοὺς ἀριθμούς· ἐὰν δὲν τὸ λέγωσιν οἱ ἀριθμοὶ, τὸ λέγουσι τὰ πράγματα. Ἐὰν δὲ προσθέσωμεν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, τὸ ἔλλειμμα ἀναβιβάζεται εἰς τοσούτῳ σπουδαῖον ποσὸν, ὥστε δὲν ἠδύνατο βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, σπουδαίως σκεπτομένη καὶ σπουδαίως ἐργαζομένη, νὰ ἐμφανισθῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ: ἰδοὺ τὸ ἔργον μου, δι’ ἑνὸς ἢ 2 ἑκατομμυρίων οἰκονομιῶν ἐπέτυχον πλῆρες ἰσοζύγιον, ἐξεπλήρωσα τὰς ἐπαγγελίας μου. Ἡ Κυβέρνησις ὡμίλησεν εἰλικρινῶς πρὸς τὸ Κοινοβούλιον· εἶπεν ὅτι τοσοῦτον ἔσεται τὸ ἔλλειμμα, εἶπεν ὅτι δὲν δύναται ν’ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα διὰ φόρων· δὲν ἐστηρίχθη εἰς ψευδεῖς οἰκονομίας· εἰς ἓν μέσον κυρίως ἐλπίζει, εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς φορολογίας, καὶ εἰς τὴν καλὴν διαχείρισιν. Ἀλλ’ ἡ διαῤῥύθμισις τῆς φορολογίας δὲν εἶναι ἐργασία δυναμένη νὰ γείνῃ ἐντὸς βραχέος διαστήματος. Εἶναι ὅθεν σπουδαία ἡ κατηγορία, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἰργάσθη ἐπιπολαίως, καὶ δὲν ἐνεφανίσθη ἐπιπολαίως, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθη νὰ ἐργασθῇ; Τοῦτο πράττουσα ἡ Κυβέρνησις, φρονεῖ, ὅτι ἐφάνη συνεπὴς πρὸς ὅ,τι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ἐπηγγείλατο, καὶ ὅτι, ἂν τὸ ἐναντίον ἤθελε πράξει, βεβαίως ἡ μομφὴ θὰ ἦτο δικαία. Ἰσχυρίσθησάν τινες, ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς ῥιζικὰς οἰκονομίας, καὶ πρὸς τοῦτο κατάλληλά εἰσι τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις; Καὶ ἂν δύναται, δικαιοῦται νὰ τὸ πράξῃ; Δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· ἀλλ’ ἐὰν πράξῃ τοῦτο, πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἀπὸ τοῦδε νὰ πωλήσῃ τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύθημεν! Ἐὰν τὰ πλοῖα ἐγκαταλειφθῶσιν, ἐὰν πρὸς συντήρησιν αὐτῶν δὲν καταβάλλωνται ὅσαι δαπάναι ἀπαιτοῦνται, δὲν θὰ παρήρχετο πολὺς καιρὸς, καὶ ἤθελον καταστῆ ἐντελῶς ἄχρηστα. Ὑποχρεοῦται πᾶσα Κυβέρνησις, καὶ τὰ πλοῖα νὰ συντηρῇ, καὶ ἑκάστοτε ν’ ἀποστέλλῃ αὐτὰ πρὸς καθαρισμόν. Ἀλλὰ καὶ τὸν στρατὸν ἔτι δὲν δύναται νὰ ἐγγίσῃ, διότι, ὡς παρετήρει ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, καὶ ὡς ἄλλοι πρὸ αὐτοῦ παρετήρησαν, ἐὰν ἅπας ὁ στρατὸς ἐτίθετο ἐν ἐνεργείᾳ, βεβαίως τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν θὰ ἤρκει πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ. Ἡ δαπάνη ἡ καταβαλλομένη ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἔφθασε νομίζω εἰς τὸν ἐλάχιστον ὅρον, καὶ οὐδὲν δύναται νὰ γείνῃ, ἐὰν δὲν μεταβληθῇ ῥιζικῶς τὸ ὑπάρχον σύστημα. Πολλὰ ἐῤῥήθησαν περὶ τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, καὶ πάντες ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι θέλοντες νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον ἐν Γαλλίᾳ καὶ Πρωσσίᾳ, οὐδὲν ἄλλο κατωρθώσαμεν ἢ ν’ ἀποκτήσωμεν ὁπλοφόρους τινὰς, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἀπεκτήσαμεν στρατιώτην Γάλλον ἢ Πρῶσσον. Ἔλεγεν ὁ προλαλήσας, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνατροφὴν στρατιωτικήν. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ στρατιώτης νὰ λάβῃ στρατιωτικὴν ἀνατροφὴν, ὅταν ἀποσπᾶται ἀμέσως, ἅμα τῇ κατατάξει του, ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ εἰς ἡλικίαν 21 ἔτους στέλλεται νὰ γείνῃ ἀκόλουθος τοῦ εἰσπράκτορος, τὸ δὲ παρεχόμενον εἰς αὐτὸν σιτηρέσιον ἦναι τοσούτῳ γλίσχρον, ὥστε ἀδυνατεῖ νὰ πορίζηται τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἐὰν δὲν πιέζῃ τοὺς πολίτας; Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δὲν δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ οἰκονομιῶν τῶν Ὑπουργείων τοῦ πολέμου, καθόσον αἱ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν, εἶναι τοιαῦται, ὥστε πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, πρὶν ἀποφασίσωμεν νὰ περικόψωμεν τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, ἐὰν τὸ ἐπιτρέπουν αἱ πρὸς τοὺς δούλους ἀδελφοὺς καὶ αἱ πρὸς ἡμᾶς καὶ τὰ τέκνα μας ὑποχρεώσεις. Ἐμέμφθησαν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, ὅτι δὲν προέβη εἰς οἰκονομίας, καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς τοιαύτης μομφῆς ἐπεκαλέσθησαν τί ἔπραξεν ἐσχάτως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας, ὅστις, ἀνελθὼν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κράτους ἐκείνου, συνέταξεν ἀμέσως προϋπολογισμὸν μὲ 40,000,000 περίπου οἰκονομίας. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ τῆς Ἰταλίας καὶ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῆς παρέχει ἄφθονα τὰ μέσα τοιούτων οἰκονομιῶν, διότι αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τὸ Ἰταλικὸν Κράτος δαπάναι ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ἀποικιακῆς αὐτοῦ πολιτικῆς καὶ ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀνέλαβε πρὸς τὴν τριπλῆν συμμαχίαν. Οἱονδήποτε ἐκ τούτων μετριάση, δύναται βεβαίως νὰ ἐπιτύχῃ τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα. Καὶ ὅμως ὑπεχρεώθη πρὸς τοῦτο νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου ἀνεφύη σπουδαῖον ἐπεισόδιον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι ὁ βουλευτὴς Ἰμβριάνης, προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως ἐκείνης, ὑπέβαλε παρατηρήσεις ἀφορώσας τὴν βασιλικὴν χορηγίαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ θίξωμεν αὐτὸ τὸ κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ; Τί ἀκούετε καθ’ ἑκάστην ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ; Προτάσεις περὶ αὐξήσεως μισθῶν. Πάντα τὰ Ὑπουρργεῖα στρέφονται πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀπαιτοῦσι δαπάνας πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐχαρίστως θὰ παρεῖχε τὰ ἀπαιτούμενα παρὰ τῶν συναδέλφων του πρὸς βελτίωσιν τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ χεῖρές του εἰσὶ δεδεμέναι· δὲν δύναται, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς, νὰ φανῇ πρόθυμος εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν συναδέλφων του. Ἄλλως τε ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων ἠλαττώθη σπουδαίως· ἠλαττώθη ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἠλαττώθη ὡς ἐκ τῆς φορολογίας. Ναὶ μὲν ηὔξησε κατὰ 10%, ἀλλ’ ἠλαττώθη ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ 25%· δὲν δίδομεν πλέον 100 δραχμὰς εἰς τὸν ὑπάλληλον, δίδομεν μόνον 75 δραχμάς· ἠλαττώθη καὶ ἐκ τῆς ἐπιβληθείσης φορολογίας, διότι διὰ τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα προηγουμένως, πρὸ τῆς φορολογίας, ἐπρομηθεύετο καταβάλλων 10 δραχμὰς π. χ., σήμερον ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ 15, 20 ἢ καὶ 25 δραχμάς. Διὰ τοιαύτας λοιπὸν ἐκ τῆς ἀνάγκης ἠλαττωμένας μισθοδοσίας δὲν δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοιούτων οἰκονομιῶν, ἤτοι περὶ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας παρατήρησε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ὑπέρογκος, ἰδίως εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅτι καθῆκον εἶχεν, ἐλθοῦσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ διαγράψῃ ἐκ τῶν πινάκων τῆς ὑπαλληλίας τὸ πλεονάζον τῶν ὑπαλλήλων, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους τοὺς ἐθεώρει ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς ὑπαλλήλους τοῦ κόμματος. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι ἦσαν ὑπάλληλοι τοῦ κόμματος, καὶ ἐὰν τὴν σήμερον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔπαυσε τοιούτους ὑπαλλήλους, τοῦτο δεικνύει οὐχὶ βεβαίως ἔλλειψιν προθυμίας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην οἰκονομίαν· διότι, ἐὰν ἠδύνατο τοὺς ὑπαλλήλους τούτους νὰ παύσῃ ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας, εὐχαρίστως θὰ τὸ ἔπραττε. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ πολιτικὴ, ἡ ὁποία ἐμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν παῦσιν τῶν ὑπαλλήλων τούτων, ἡ πολιτικὴ μάλιστα ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ τοιοῦτον. Ἐὰν δὲν τὸ ἔπραξε, θὰ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστῇ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων μέχρις ὅτου σκεφθῇ ὡρίμως καὶ ἐφαρμόσῃ σύστημα γενικὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῆς ὑπαλληλίας. Ἀφ’ ἑνὸς λοιπὸν κεκλεισμένη ἡ θύρα τῆς αὐξήσεως τῆς προσόδου διὰ τῆς φορολογίας· κεκλεισμένη ἀφ’ ἑτέρου ἡ θύρα τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν, τοὐλάχιστον σπουδαίας ἐλαττώσεως. Δὲν μένει ἢ ἓν μόνον μέσον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ἀνήγγειλε πρὸς τὸ Κοινοβούλιον: ἡ διαῤῥύθμισις τῆς φορολογίας. Ἀλλ’ ἔχετε πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι διὰ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῆς φορολογίας θὰ κατορθώσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ἔχετε πεποίθησιν, ὅτι ἡ διαῤῥύθμισις αὕτη δύναται νὰ ἀποφέρῃ τοσοῦτον κέρδος εἰς τὸ Κράτος, ὥστε νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ μέγα ἔλλειμα, τὸ ὁποῖον προβλέπεται ὅτι θ’ ἀφήσῃ ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς, τὸ τέκνον τοῦ κ. Τρικούπη; Δὲν ἔχω κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, Κύριοι, ὅτι ἡ διαῤῥύθμισις τῆς φορολογίας θὰ φέρῃ σπουδαίαν ἀνακούφισιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς φορολογουμένους· ἡ εὔστοχος διαῤῥύθμισις τῆς φορολογίας δύναται νὰ ἐπιφέρῃ καὶ αὔξησίν τινα εἰς τὴν πρόσοδον, ἀλλ’ οὐδέποτε φρονῶ, ὅτι θὰ δυνηθῇ διὰ τῆς διαῤῥυθμίσεως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον. Δὲν δύναται νὰ τὸ ἐπιτύχῃ, διότι ἡ φορολογία, πάντοτε βαρεῖα οὖσα, δὲν ὑπόσχεται σπουδαίαν αὔξησιν προσόδου. Τοιαύτη φορολογία πάντοτε θὰ δίδῃ τροφὴν εἰς τὸ λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον οὐκ ὀλίγον συντείνει καὶ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν ζημίαν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας. Ἡ διαχείρισις βεβαίως ὑπὸ Κυβέρνησιν, ὡς τὴν παροῦσαν, εὐελπίζεται ὅτι βελτιουμένη θὰ δώσῃ κρείττονα ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ θὰ διοικήσῃ κοινοβουλευτικῶς, καὶ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ διαχειριζόμενοι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, εἶναι ὑπάλληλοι κοινοβουλευτικοί. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι εἶναι ὑπάλληλοι, οἵτινες δὲν ἔρχονται κατὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· εἶναι ὑπάλληλοι, οἵτινες δυστυχῶς ἀπέκτησαν κακὰς ἕξεις, καὶ δυσκόλως τὰς κακὰς ἕξεις δυνάμεθα διὰ μιᾶς νὰ ἐξαλείψωμεν· εἶναι ὑπάλληλοι ἐπὶ τέλους, οἱ ὁποῖοι, μισθοδοτούμενοι τοσοῦτον γλίσχρως, ἀναγκαίως καταφεύγουσιν εἰς μέσα οὐχὶ νόμιμα πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ὅσων στεροῦνται. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσαμεν περὶ μὴ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, ὑποχρεούμεθα νὰ στέλλωμεν ὑπαλλήλους μὲ 80 καὶ 90 δραχμὰς ἐκτὸς τῆς κατοικίας των, καὶ τοὺς στέλλομεν ἐπιβάλλοντες εἰς αὐτοὺς νὰ ζήσωσι καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Καὶ ἀποδέχονται τοιαύτας θέσεις, καὶ μεταβαίνουσι μετὰ τῆς οἰκογενείας των, καὶ ἐπιζητοῦσιν αὐτὰς, καίτοι πιστεύουσιν, ὅτι δὲν θὰ συντηρήσωσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των διὰ τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον προσφέρει αὐτοῖς τὸ Κράτος, ἀλλὰ ἐλπίζουσιν ἐπὶ τῶν τυχηρῶν των, ἅπερ ἐπιτυγχάνονται πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἔστω, Κύριοι, διὰ τῆς διαῤῥυθμίσεως, τῆς καλῆς διαχειρίσεως, καὶ τῶν οἰκονομιῶν ἐπιτυγχάνομεν τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ἔχομεν τὰς ἀναγκαίας προσόδους διὰ τὰς δαπάνας μας. Ἐλύθη τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα; Καὶ ἕνεκα τούτου φρονῶ, ὅτι καθίσταται—ἐπιτρέψατε τὴν ἔκφρασιν—σχολαστικὴ ἡ συζήτησις, ὅταν περιστρέφηται περὶ τοὺς κοινοὺς ἐκείνους τύπους, περὶ τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ περιστρέφηται ἡ συζήτησις, ὁσάκις πρόκηται νὰ ἐξεύρωμεν τὰ μέσα, ἵνα ἰσοζυγίσωμεν μόνον τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἢ ὑπάρχει μεταξὺ ἐξόδων καὶ ἐσόδων διαφορὰ ἐλαχίστη. Ἀλλ’ ὅταν, καὶ ἂν ἔτι ἐπετυγχάνετο τὸ ἰσοζύγιον, εὑρισκώμεθα πάντοτε ἀπέναντι τοῦ οἰκονομικοῦ χάους, τὸ ὁποῖον διήνοιξεν ἡ διαχείρισις τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, εἶναι θεραπεία αὐτὴ, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμενοι εὐελπιζώμεθα τὴν θεραπείαν τῶν οἰκονομικῶν μας; Ἡ Κυβέρνησις καὶ κατὰ τοῦτο ἐστάθη εἰλικρινεστάτη. Ἡ Κυβέρνησις καὶ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ πρὸς τοὺς δανειστάς της εἶπε τὴν ὅλην ἀλήθειαν, ὡς ἔλεγε τὴν ὅλην ἀλήθειαν εὑρισκομένη ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Καὶ τότε προσεπάθει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν καλὴν πίστιν, νὰ προλάβῃ πᾶσαν, εἰ δυνατὸν, μομφὴν ἐκ μέρους τῶν ξένων, τῶν χορηγούντων πρὸς ἡμᾶς τὰ δάνεια. Καὶ σήμερον ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδίστασε νὰ ἀποκαλύψῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ εἴπῃ πρὸς αὐτούς: «Αὕτη εἶναι ἡ θέσις μας· μοιραίως εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δανειζώμεθα, διὰ νὰ ζῶμεν· ἄνευ δανείων, δὲν δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν. Διατί; διότι, καὶ ἂν ἀκόμη ἔχωμεν εἰς χαρτίον νὰ πληρώσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, διότι ἔχομεν τὸ ζήτημα τὸ σπουδαιότερον, τὴν ἀληθῆ γάγγραιναν τῶν οἰκονομικῶν μας, ἔχομεν τὸ ζήτημα τὸ νομισματικὸν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν. Ἐὰν ζητήσωμεν νὰ μετατρέψωμεν τὸν χάρτην εἰς μεταλλικὸν, καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Κράτους καὶ τὰ ἰσοζύγια τῶν ἀτόμων μεταβάλλονται εἰς ἔλλειμμα τοσοῦτον, ὅση ἔσεται ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος. Ἄνευ λοιπὸν δανείου δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσαμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας». Καὶ ἠθέλετε πλείονα νὰ σᾶς εἴπῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου; Μὴ τυχὸν τὸ δάνειον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν; Οὐχί· ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς κεφαλαιούχους. Ἀλλὰ καὶ οὗτοι, καὶ ἂν ἔτι ἔχωσι τὴν διάθεσιν, ἐξαρτῶνται ἀπὸ παντοίας περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται ἑκάστοτε νὰ ἐμφανισθῶσι καὶ ἀνακόψωσι τὴν διάθεσιν. Δυσπιστία ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικά μας, κρίσις, ἥτις δύναται νὰ ἀναφανῇ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν εἰς τὰ εὐρωπαϊκὰ χρηματιστήρια, τέλος πάντων, Κύριοι, διατάραξις τῆς εἰρήνης ἡ ὁποία βεβαίως δύναται αἴφνης νὰ ἐπέλθῃ. Ταῦτα πάντα, καὶ ἂν οἱ κεφαλαιοῦχοι ὦσι πρόθυμοι, καὶ ἂν τὰ οἰκονομικά μας καὶ ἡ πίστις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τοῖς παρέχωσιν ἐλπίδας εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἐπιχειρήσεως, θὰ τοὺς ἀποτρέψωσι. Καὶ ὅταν φθάσωμεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ἕκαστος ἐννοεῖ τὰς συνεπείας. Καὶ τοιαῦτα ἐκθέσας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦλθε μὲ κενὰς τὰς χεῖρας; ἐνεφανίσθη μὴ ἀναλογιζόμενος τί ὑπεστήριξεν, εὑρισκόμενος εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Δὲν εἶναι συνεπὴς πρὸς ὅσα καὶ τότε ὑπεστήριξε; Ποία ἦτο ἡ πάλη, ἡ διεξαγομένη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως; Ὑπεστηρίζομεν τότε, ὅτι τὸ ἐγκαινιζόμενον σύστημα καὶ τὸν τόπον ἤθελε ζημιώσει καὶ τὸ Κράτος ἤθελε φέρει εἰς πλήρη ἀδυναμίαν. Καὶ ἐκ τοῦ ὑποβαλλομένου προϋπολογισμοῦ τοῦτο προκύπτει. Δὲν δυνάμεθα οὐδὲ λεπτὸν νὰ προσθέσωμεν εἰς τοὺς φόρους. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτούς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν· καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸν λόγον παρακατιών. Ὁ διάσημος Τουργώ, πρωθυπουργὸς τοῦ Λουδοβίκου ΙΔʹ, ἀπαντῶν πρὸς τὸν ἡγεμόνα του, ὁ ὁποῖος, ἔχων ἀνάγκην χρημάτων, τῷ ἐπέβαλλε νὰ προσθέσῃ φόρους, ἢ νὰ προστρέξῃ εἰς δάνειον, τῷ εἶπε: «Μεγαλειότατε· φόρους δὲν δύναμαι νὰ προσθέσω, διότι οἱ ἐπιβληθέντες ἤδη εἶναι τοσοῦτον βαρεῖς, ὥστε πᾶν ὅ,τι προσθέσωμεν θὰ στειρεύῃ τὰς πηγὰς, ἐξ ὧν ἀρυόμεθα τὴν πρόσοδον τοῦ Κράτους. Δὲν θὰ ζητήσω δάνειον, διότι τὸ πρῶτον τηλεβόλον, τὸ ὁποῖον θὰ πέσῃ, θὰ ἀναγγείλῃ τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους.» Δὲν εἴμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, Κύριοι; Καὶ πρέπει νὰ περιμένωμεν ἡμεῖς τὸ τηλεβόλον, ἵνα ἀναγγείλῃ τὴν χρεωκοπίαν μας; Πρέπει δηλαδὴ νὰ περιμένωμεν τὴν στιγμὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἴχομεν ἀνάγκην καὶ τῆς ὑλικῆς καὶ τῆς ἠθικῆς ὑποστηρίξεως τῆς Εὐρώπης, ἢ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐγκαίρως, ἐὰν ὀφείλωμεν νὰ προλάβωμεν αὐτήν, καὶ νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἄλλα ἔθνη, περιελθόντα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ἔπραξαν; Φαντασθῆτε, Κύριοι, στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔχει ἀνάγκην ἐνεργείας, στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν ἐνεργήσῃ, θὰ ἀπολέσῃ πᾶν ὅ,τι φρονεῖ ὅτι δικαιοῦται νὰ διεκδικήσῃ· καὶ ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ ἡμεῖς νὰ κηρύττωμεν τὴν ἄρνησιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, καὶ οὐχὶ μὲ δανειστὰς Ἄγγλους ἢ Γάλλους, οἵτινες ἐφάνησαν πάντοτε ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς ὀφειλέτας, των, ἀλλὰ μὲ δανειστὰς Γερμανούς! Καὶ ὅμως, ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, οἱ ἐργάται αὐτῆς, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ πεσόντος συστήματος, καὶ ἐνῷ ἀκόμη ὁμολογοῦσιν, ὅτι ἄνευ δανείου κατέστη ἀδύνατος ὁ οἰκονομικὸς βίος τοῦ Κράτους, λαμβάνουσι τὴν τόλμην καὶ μέμφονται τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, λέγοντες πρὸς αὐτήν: «προσεχώρησες εἰς τὸ σύστημά μου τὸ οἰκονομικὸν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐνόησες». Δὲν σᾶς ἐνοήσαμεν, Κύριοι! Καὶ τί ἄλλο ἐπράξαμεν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἠγωνιζόμεθα, ἢ νὰ σᾶς καταδείξωμεν, ὅτι ἡ διαγωγὴ, ἣν ἐτηρεῖτε, δὲν ἄγει εἰς τὴν πτώχευσιν, ἀλλ’ ἄγει εἰς τὴν χρεωκοπίαν; Καὶ ἀπαιτεῖτε αὐτὴν ταύτην τὴν διαγωγὴν νὰ τηρήσῃ καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις! Ἐπιθυμεῖτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀναγγείλῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους φέρει οὐ μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐλλείμματα, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἀνθοῦσι, διὰ νὰ πείσῃ διὰ τῶν μέσων τούτων τοὺς κεφαλαιούχους, νὰ δώσωσι τὰ ἀναγκαῖα χρήματα! Ἀλλὰ τοιαύτη πορεία δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, διότι καὶ αὐτὴ καὶ ἡ τότε Βουλὴ δικαιοῦνται νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν καλὴν πίστιν, διότι ἐστηρίχθησαν εἰς τὴν πεποίθησιν, ἣν εἶχεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δύναται νὰ ὑποστῇ φορολογίαν καὶ ἄνω ἀκόμη τῶν 150,000,000, ὅτι οἱ φόροι οἱ ἐπιβαλλόμενοι ὤφειλον κατὰ κανόνα ν’ ἀποφέρωσι καὶ πλέον τῶν ἀριθμητικῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων μακρὰ συζήτησις διεξήχθη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ἐκείνου, ὅτε ὑπεστήριζον, ὅτι ἡ κοινὴ ἀριθμητικὴ διαφέρει τῆς δημοσιονομικῆς ἀριθμητικῆς, διότι κατὰ ταύτην τὰ 2 καὶ 2 δὲν κάμνουν 4, ἀλλ’ ἐνίοτε 3, καὶ ἐνίοτε 2, ὡς ἀπεδείχθη ἰδίως εἰς τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ διὰ τῆς προσθήκης τῆς μιᾶς δραχμῆς, ὅτι κάμνουσι καὶ 1 καὶ ¾. Δύναται λοιπὸν νὰ δικαιολογηθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὅτι στηριζομένη εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ οἰκονομικοῦ αὑτῆς συστήματος, στηριζομένη εἰς τὴν πεποίθησιν, ἣν εἶχεν ὡς πρὸς τὴν δύναμιν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, στηριζομένη ἐπὶ τῶν φόρων, προέβη μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτου συστήματος, ἔχουσα τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποδώσῃ τὰ δανειζόμενα. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δύναται, ταῦτα λέγουσα, νὰ δικαιολογηθῇ, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις βεβαίως τοιαύτην δικαιολογίαν δὲν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ· διότι ὡς Ἀντιπολίτευσις προεῖδε καὶ κατήγγειλε τὸ σύστημα ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματά του. Καὶ ἐὰν τὸ ἔπραττεν ὡς Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἐπισύρῃ διὰ τοιούτου τρόπου τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν κεφαλαιούχων, βεβαίως θὰ ἐπεζήτει τὸν τίτλον τοῦ δολίου χρεωκόπου. Καὶ ἐὰν, Κύριοι, αἱ χρεωκοπίαι εἰς πάντα τὰ Κράτη ἔχωσιν ἐπιζημίους συνεπείας, διὰ τὰ μικρὰ Κράτη ἔχουσιν ἀληθῶς ὀλεθρίας, διότι οἱ δανεισταὶ δύνανται νὰ συγχωρήσωσι τὸν πτωχεύσαντα, οὐδέποτε ὅμως συγχωροῦσι τὸν χρεωκόπον. Ἐμέμφθησαν τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ δὲν προτείνει τὴν ἐλάττωσιν ἢ τὴν κατάργησιν φόρων τινῶν, τοὺς ὁποίους ὡς Ἀντιπολίτευσις ἐθεώρησε βαρεῖς καὶ ἀδίκους. Ἀλλὰ, Κύριοι, ποῖος ἐξ ἡμῶν εὐσυνειδήτως ἤθελε προτρέψει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐλαττώσῃ καὶ κατὰ λεπτὸν τοὺς ὑπάρχοντας φόρους ἀπέναντι τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ ἀπέναντι τῆς θέσεως, εἰς ἣν θὰ εὑρεθῶμεν, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν θὰ ἀδυνατῶμεν νὰ πληρώσωμεν, ἢ θὰ μᾶς ἐπιβληθῇ ἡ ἄρνησις διὰ τῆς ἀρνήσεως τοῦ δανείου; Ἐὰν ἐνώπιον τῶν δανειστῶν μας παρουσιασθῶμεν ὡς τίμιοι ὀφειλέται, ὡς προσπαθήσαντες μὲ πάντα τρόπον καὶ ὑποβληθέντες εἰς πᾶσαν θυσίαν διὰ νὰ πληρώσωμεν ἀνελλιπῶς τὸ χρέος μας, ἀλλὰ μὴ κατορθώσαντες νὰ τὸ πράξωμεν, δυνάμεθα τουλάχιστον τιμίως νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν θὰ εὑρεθῶμεν. Ἀλλ’ ἐὰν προβῶμεν εἰς κατάργησιν φόρων, δικαιοῦνται νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ἔχομεν τὰ μέσα, ἀλλὰ μὴ θέλοντες νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαόν μας, ἐπροτιμήσαμεν νὰ λείψωμεν τῶν ὑποχρεώσεών μας. Δυστυχῶς εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις, δεδεμένη τὰς χεῖρας πανταχόθεν. Καὶ ὅμως δὲν διστάζουσι νὰ τὴν μεμφθῶσιν, ὅτι δὲν ἦλθε τὴν ἐπαύριον τῶν ἐκλογῶν μὲ πρόγραμμα οἰκονομικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀνορθώσῃ τὴν οἰκονομικὴν καταστροφήν, ἐνῷ πρωτίστως ὤφειλε νὰ σκεφθῇ περὶ πληρωμῆς 30 σχεδὸν ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας δὲν περιωρίσθη εἰς μομφὰς κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε πλήρη ἀπολογίαν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὸ Κοινοβούλιον τοῦ πεσόντος συστήματος. Καὶ ἠκούσαμεν παρ’ αὐτοῦ ὅσα ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν ἐλέχθησαν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ συστήματος ἐκείνου. Ἀνύψωσεν, ἔλεγε, τὴν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ὁ κ. Τρικούπης. Παρατηρεῖται δὲ ὡς πρὸς ταῦτα ἡ ἑξῆς περίεργος σύμπτωσις. Ὅτε κατῆλθε τὴν προτελευταίαν φορὰν ἐκ τῆς ἐξουσίας, ἤτοι κατὰ τὸ 1885, κατῆλθε μὲ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἣν ἀπεκάλεσε μετὰ τῆς παῤῥησίας, ἥτις τὸν διακρίνει καὶ ὁσάκις ἰσχυρίζεται τὰ πλέον παράδοξα, ἐπιτυχίαν. «Ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ τοῦ δανείου ἔγκειται ἡ ἐπιτυχία» ἔλεγεν. Ἀλλὰ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας δὲν ἀπέκρυψεν, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ἀποτυχίαν ἐκείνην. Ὅτε ὁ κ. Τρικούπης ἀνῆλθε τὸ 1886 εἰς τὴν ἐξουσίαν, διεπραγματεύθη τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων· ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ δάνειον ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, καὶ ὑπὸ καλλιτέρους ἔτι, εἶχε προσφερθῆ πρὸς τὸν προκάτοχον αὐτοῦ καὶ νῦν Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ εἶχεν ἀποκρουσθῆ, διότι οὗτος δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐπιζητήσῃ δάνειον διὰ τῆς ἐνεχυριάσεως τῶν δημοσίων προσόδων. Ὅ,τι δὲ ἀπέκρουσεν ὁ προκάτοχος αὐτοῦ εἰς ἐποχὴν τοσοῦτον δύσκολον καὶ ἀνώμαλον, ὡς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ὁ κ. Τρικούπης τὸ συνωμολόγησε. Καὶ τοιοῦτο δάνειον ἐπικαλοῦνται ὡς ἀνύψωσιν τῆς δημοσίας πίστεως, διὰ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ κ. Τρικούπη ἐν τῇ ἐξουσίᾳ! Κατέρχεται νῦν ἐκ τῆς ἐξουσίας, διὰ τῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, παραβλάψας διττῶς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑνὸς διὰ τῆς ἀποτυχίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου, διότι τὸ ληφθὲν χρῆμα ἐδαπάνησεν, οὐχὶ εἰς τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν προωρίζετο τὸ δάνειον, ἀλλ’ εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ὡσαύτως ἀνέφερε τὴν ὑπερτίμησιν τῶν δανείων. Ἀλλὰ μία καὶ μόνη παρατήρησις ἀρκεῖ, ἵνα καταδείξῃ πόσον σαθρὸν εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τοῦ κ. εἰσηγητοῦ. Ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, μετεβλήθη ἡ ἀξία τῶν δανείων ἡμῶν; Ποσῶς. Τὰ δάνεια ἐξακολουθοῦσιν ἔχοντα τὴν αὐτὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ πρὶν καὶ ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας ἀπεκάλυψε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Εἰς τί λοιπὸν ὀφείλεται ἡ ὑπερτίμησις, ἐνῷ μάλιστα δὲν ἀποκρύπτεται ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, ἐνῷ δὲν τίθενται εἰς ἐνέργειαν τὰ μέσα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Εἰς τὴν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ διατήρησιν τοῦ κ. Τρικούπη, ὡς ἰσχυρίζετο αὐτὸς καὶ οἱ ὀπαδοί του; Οὐχί. Ἀλλαχοῦ ὀφείλεται ἡ ὑπερτίμησις τῶν χρεωγράφων. Καὶ ἡ τροπὴ τῶν δανείων, διὰ τὴν ὁποίαν τοσοῦτον θόρυβον ἐποίησαν οἱ ὀπαδοὶ πρὸς ἔπαινον τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, ἡ τροπὴ, ἥτις παρήγαγε κέρδη μυθώδη εἰς ἐκείνους, οἵτινες τὴν ἀνέλαβον καὶ τὴν διεχειρίσθησαν, ἡ τροπὴ, ἥτις ἀπαγορεύεται ὁσάκις τὰ χρεώγραφα ἑνὸς Κράτους εὑρίσκονται εἰς τιμὴν, εἰς ἣν τὰ ἰδικά μας, ὅτε ἀπεφασίσθη, — διότι τότε μόνον διενεργεῖται, ὅταν τὰ χρεώγραφα ἑνὸς Κράτους φθάσωσιν εἰς τὸ ἄρτιον ἢ ὑπὸ τὸ ἄρτιον, — συνέτεινεν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν χρεωγράφων μας, καὶ οὐχὶ ἡ παρουσία τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ἡ ἀνορθωθεῖσα παρ’ αὐτοῦ πίστις· διότι, ἐὰν π. χ. ὁ κ. Μπούμπουλης γνωρίζῃ, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ὅπερ τιμᾶται 420 δραχμὰς, μετ’ ὀλίγον θὰ ἐξοφληθῇ διὰ πεντακοσίων, βεβαίως θὰ τὸ ἀγοράσῃ καὶ μέχρι τῶν 499. Καὶ πράγματι, ὅτε μετετράπη τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ἠγοράσθη καὶ μέχρι τῶν 500, διὰ νὰ ὠφεληθῶσι τὸν τόκον. Ὅταν δὲ αἱ τροπαὶ ἐκτελῶνται ὑπ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρέχουσι καὶ τὸ πρὸς τροπὴν δάνειον, καὶ μάλιστα μὲ τὴν ὑποχρέωσιν ἀντὶ χρημάτων νὰ δίδωσι χρεώγραφα, ἡ ὑπερτίμησις θὰ προβαίνῃ ἐφ’ ὅσον ἡ βεβαιότης τῆς τροπῆς. Δὲν ὁμιλῶ, Κύριοι, περὶ τῶν δημοσίων ἔργων. Περὶ τῶν δημοσίων ἔργων ὡμίλησεν ἀρκούντως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλίας κ. Σχινᾶς. Κατὰ πόσον τὰ δημόσια ἔργα ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους, καὶ κατὰ πόσον ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς δαπάνας, σεῖς πάντες γνωρίζετε. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη ὁ κ. εἰσηγητὴς εἰς τὴν ἀπολογίαν τοῦ παρελθόντος· ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τί διενοεῖτο νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελεν ἀφήσει εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸν κ. Τρικούπην· καὶ σᾶς ἀνέφερε τὸ κτηματολόγιον, καὶ τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν καὶ πολλὰ ἄλλα. Πλὴν τὸ κτηματολόγιον ἀφώρα εἰς τὴν ἐπιτυχίαν δανείου 6,000,000, καὶ διὰ τοῦτο ἐπολεμήθη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ καταρτισμὸς αὐτοῦ ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1807, καὶ μόλις ἐπερατώθη μετὰ 50 ἐτῶν ἐργασίαν καὶ μὲ δαπάνην 150,000,000, σήμερον δὲ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ θεωρῶσιν ὡς ἄχρηστον, καὶ δὲν ἐπιλαμβάνονται τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ, διότι, ὡς Βουλευτής τις εἶπε λίαν εὐφυῶς, ἡ τοιαύτη ἐργασία ὁμοιάζει τὸν ἱστὸν τῆς Πηνελόπης. Ἄνευ κτηματολογίου, φρονοῦσί τινες, δὲν δύναται νὰ γείνῃ Κτηματικὴ Τράπεζα ἐν Ἑλλάδι, ὅπου τὸ χρῆμα εἶναι τόσον ἄφθονον, ὥστε αἱ μὲν Τράπεζαι δέχονται καταθέσεις πρὸς 2 καὶ 3%, εἰς δὲ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπῆρχον πρό τινος 18,000,000 καταθέσεις ἄτοκοι. Ἄν τὸ χρῆμα λείπῃ ἀπὸ τὸ ἐμπόριον, ἀπὸ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν γεωργίαν, ἀλλαχοῦ πρέπει νὰ ἀναζητήσητε τὰς αἰτίας. Δώσατε ἀσφάλειαν, δώσατε δικαιοσύνην, καὶ ἀμέσως τὸ χρῆμα θὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ θυλάκια καὶ θὰ κυκλοφορήσῃ, διότι ζητεῖ τὸ κέρδος. «Ὅπου ἡ ἀσφάλεια λείπει (λέγει ὁ Σέϋ) τὰ κεφάλαια παύουσιν ἀπὸ τοῦ νὰ ὦσι παραγωγὰ, μένουσιν ἀργὰ καὶ φθείρονται, ὡς οἱ ἀγροὶ καὶ ἡ βιομηχανία». Ὁ δὲ Σμίθ: «Ἔνθα ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἐλαττωματικὴ, οἱ ἄνθρωποι ἀποφεύγουσι τὴν ἐργασίαν, φοβούμενοι ὅτι δὲν θὰ ἐργασθῶσι δι’ ἑαυτοὺς, ἀλλὰ δι’ ἄλλους.» Ἀλλ’ ἕνεκεν τῶν λόγων τούτων ὀφείλομεν νὰ προλάβωμεν τὴν καταστροφὴν, ἥτις μᾶς ἀπειλεῖ· διότι μόνον προλαμβάνοντες ταύτην δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν ἀποτελεσματικῶς περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Δὲν παρακολουθῶ κατὰ τὰ λοιπὰ τὸν εἰσηγητὴν, διότι θὰ παρέτεινον τὸν λόγον μου, καὶ ἡ Βουλὴ, ἂν εὐμενῶς μέχρι τοῦδε μὲ ἤκουσε, δὲν ἤθελεν ἴσως ἐξακολουθεῖ νὰ μοὶ χαρίζῃ τὴν προσοχήν της. Ὡς Βουλευτὴς, Κύριοι, ἐλευθέρως θὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὡς πρὸς τὰ μέσα τῆς θεραπείας. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ πρῶτοι, οἵτινες εὑρέθημεν εἰς τοιαύτην θέσιν οἰκονομικήν· ἄλλα ἔθνη πρὸ ἡμῶν, μεγάλα, εὐημεροῦντα, εὑρέθησαν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, καὶ ἐσκέφθησαν, ἂν πρέπῃ νὰ περιμένωσι νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Τουρκία, νὰ περιμένωσι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἀναγκαίως θὰ παύσωσι τὰς πληρωμάς των, ἢ νὰ προλάβωσι τὴν τοιαύτην λύσιν. Καὶ πρῶτον ἠγέρθη τὸ ζήτημα, ἐὰν δύνανται νὰ ἀρυσθῶσι προσόδους ἐκ τῆς φορολογίας τῶν τοκομεριδίων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει διαφορά τις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τινων Κρατῶν, διότι ἡμεῖς εἰς τὰ δάνειά μας παρεδέχθημεν τὸν ὅρον, ὅτι οἱ τόκοι ἐξαιροῦνται πάσης φορολογίας. Ἀλλ’ εἴτε ὑπάρχει, εἴτε μὴ, ὁ ὅρος οὗτος, εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν θέσιν εὑρίσκεται ὁ ὀφειλέτης καὶ ὁ δανειστής· ἀθέτησις τῆς ὑποχρεώσεως ἐθεωρήθη τοῦ Κράτους, ὅταν ἀνέλαβε νὰ πληρόνῃ ὡρισμένον τόκον ἀντὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδανείσθη, ἄν τὸν τόκον τοῦτον ἐλαττώσῃ, ἐνεργοῦν μονομερῶς, ἤτοι διὰ φορολογίας. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς οἱ μὲν ὑποστηρίζουσιν, ὅτι τοιαύτη ἐπιβαλλομένη φορολογία εἰς τοὺς τόκους θεωρεῖται ὡς ἀθέτησις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἄλλοι ἀφ’ ἑτέρου ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ἡ φορολογία ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος δυνάμει τῆς ἀρχῆς, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐξ ἴσου ὅλους τοὺς φορολογουμένους, δὲν εἶναι δὲ δίκαιον νὰ ἐπιβάλληται εἰς τοὺς μὲν, καὶ ὄχι εἰς τοὺς δὲ, δὲν εἶναι δίκαιον ἡ πρόσοδος ἡ ἀπὸ χρεωγράφων νὰ μὴ ἐπιβαρύνηται, ἐνῷ πᾶσα ἄλλη πρόσοδος φορολογεῖται. Καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ τοιοῦτον διακρίνουσι τὴν Κυβέρνησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατ’ αὐτοὺς ἐπιβάλλει τοὺς φόρους, στηριζομένη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ ἐκτελῇ τὰς νομοθετικὰς ἀποφάσεις. Οἱ Ἄγγλοι, οἱ λεπτότεροι εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα, δὲν ἐδίστασαν νὰ δεχθῶσι τοιαύτην ἀρχὴν, καὶ φορολογοῦσι τοὺς τόκους τῶν δημοσίων χρεῶν. Ἡ Ἰταλία τὸ αὐτὸ ἔπραξεν· ἐδίστασε πρὸς στιγμὴν, ὅταν ὅμως αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τὴν ἐστενοχώρησαν, ἐπέβαλε κατ’ ἀρχὰς μικρὸν φόρον, ὅστις ἔφθασε σήμερον μέχρι 14 καὶ 15%. Ἡ Αὐστρία ὡσαύτως. Ἂν λοιπὸν ἄλλα Κράτη πρὸ ἡμῶν ἔπραξαν ὅ,τι ἐθεωρεῖτο καὶ θεωρεῖται ἔτι παρὰ πολλῶν ὡς ἀθέτησις τῶν ὑποχρεώσεών των, πρέπει νὰ διστάσωμεν ἡμεῖς νὰ τὸ πράξωμεν, ἐὰν κρίνωμεν ὅτι διὰ τοῦ μέσου τούτου δινάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν θέσιν; Δεύτερον ζήτημα ἀνεφύη, ἐὰν τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐπιβάλῃ συμβιβασμὸν πρὸς τοὺς δανειστάς του, καὶ ἐὰν οὗτοι ἔχωσι τὸ συμφέρον νὰ τὸν ἀποδεχθῶσι. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ὅταν τὸ Κράτος ᾖναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβεν ἀπέναντι τῶν τρίτων, ὀφείλει νὰ τὰς ἐκπληροῖ μέχρι λεπτοῦ· ὅταν ὅμως φθάσῃ εἰς ὃ σημεῖον ἐφθάσαμεν ἡμεῖς, ὅταν δὲν δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψῃ πᾶσαν ἰδέαν καὶ πᾶν δικαίωμα πρὸς διεκδίκησιν τῶν ἐθνικῶν αὐτοῦ συμφερόντων, ὅταν ἡ ἐμμονὴ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων παραλύῃ ἐσωτερικῶς τὸ Κράτος, ἐπιβάλλεται ὁ τοιοῦτος συμβιβασμὸς, διότι ἄλλως ὡς ἀποτέλεσμα ἔσεται ἡ παῦσις πάσης πληρωμῆς, εἰς δὲ τοὺς δανειστὰς συμφέρει νὰ ἀπολέσωσι μέρος τοῦ ὅ,τι ἐδικαιοῦντο νὰ ἀπολαμβάνωσι, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος νὰ προβάλῃ τοιαύτην λύσιν καὶ πρὸς ἑαυτὸ καὶ πρὸς τοὺς δανειστάς. Τοιοῦτοι συμβιβασμοὶ ἐπεβλήθησαν κατὰ διαφόρους τρόπους, πρῶτον διὰ τῆς ἀναστολῆς τοῦ χρεωλυσίου. Ἡ ἀναστολὴ ἄλλως εἶναι πρᾶξις μὴ καταφανὴς, διότι καταφαίνεται μόνον ὀσάκις ἐκτελεῖται κλήρωσις ὁμολογιῶν, ἀνηκουσῶν εἰς ὡρισμένον δανειστὴν, ὡς πρὸς τὸν δανειστὴν ἐκεῖνον. Βεβαίως καὶ ἡ ἀναστολὴ τοῦ χρεωλυσίου καὶ ἡ φορολογία τῶν τόκων θὰ κλονίσῃ τὴν δημοσίαν πίστιν, ἀλλ’ εἶναι στιγμιαῖος ὁ κλονισμὸς, καὶ ἡ τακτικὴ πληρωμὴ ταχέως ἐπαναφέρει τὴν δημοσίαν πίστιν. Ἄλλως συνομολόγησις δανείων μεγάλων, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ τελευταίου δανείου εἰς τοσοῦτον εὐνοϊκὰς περιστάσεις καὶ μὲ τοιαύτην ἀσφάλειαν, θεωρεῖται ἀδύνατος, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν γενομένην χρῆσιν αὐτοῦ. Ἀληθῶς καὶ ἄλλοτε ἐπροτάθη, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς προτάσεως ταύτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ τότε Κυβέρνησις, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῇ ὡς ὅπλον, καὶ διεσάλπισεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ὕψωσεν ὡς σημαίαν τὴν χρεωκοπίαν, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκείνη, ἥτις προσεπάθησε νὰ προλάβῃ τὴν χρεωκοπίαν. Ὁπωσδήποτε, καὶ νῦν πληρόνομεν 4 ἑκατομμύρια εἰς χρεωλύσιον, καὶ δὴ εἰς χρυσόν, ὅπερ ἀποτελεῖ σπουδαίαν διαφοράν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν δυνηθῶμεν νὰ θεραπεύσωμεν καὶ οὕτω τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἰδίως τὸ περὶ νομίσματος ζήτημα, βεβαίως εἰς τοὺς δανειστὰς συμφέρει ἡ πληρωμὴ διὰ τοῦ νομίσματος, ὅπερ κυκλοφορεῖ ἐν τῷ τόπῳ, διότι ἡ ζημία ἔσεται πάντοτε μικροτέρα.
§23ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι 30%.
§24ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ δὲν εἶχεν εὑρεθῆ τὸ χαρτονόμισμα, τὰ Κράτη, εἰς τοιαύτας περιστάσεις εὑρισκόμενα, ἀνεμίγνυον τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ νόμισμα μετὰ μετάλλου κατωτέρας ἀξίας, τὸ ἐπολλαπλασίαζον καὶ ἐξεπλήρουν τὰς ὑποχρεώσεις των διὰ νομίσματος ἔχοντος τὴν αὐτὴν ὀνομασίαν καὶ μέγεθος, ἀλλὰ πραγματικὴν ἀξίαν κατωτέραν. Κύριοι, ἤκουσα τοὺς προλαλήσαντας μετὰ προσοχῆς, καὶ εἶδον ποῦ στηρίζουσι τὰς ἐλπίδας των ὡς πρὸς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν μας. Ἐπεθύμουν νὰ ἤμην αἰσιόδοξος ὡς αὐτοὶ, ἐπεθύμουν νὰ πιστεύσω, ὅτι διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς ναυτιλίας θὰ λύσωμεν πάντα τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, θὰ κατορθώσωμεν καὶ τὸ ἰσοζύγιον καὶ τὴν νομισματικὴν ἐξίσωσιν ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω, καὶ τὸ συμφέρον νὰ ᾖμαι αἰσιόδοξος, δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὴν γνώμην των, διότι τὰ τοιαῦτα ἀπαιτοῦσι χρόνον μακρὸν, καὶ ἐν τούτοις, εὐθὺς ὡς λείψῃ τὸ δάνειον, ἐκλείπει καὶ πᾶσα ἐλπίς· δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος, εἰς τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἀποβλέπουσι διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ μεταλλικοῦ, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν κανόνα τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως· ἂν ἀνατρέξωμεν δὲ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ σταφιδοκάρπου, θὰ εὕρωμεν, ὅτι οὗτος, τοῦ ὁποίου ἡ παραγωγὴ ἤρξατο ἀπὸ 15 ἑκατομμυρίων καὶ ἔφθασε μέχρι 350 ἑκατομμυρίων, ὑπέκυψεν ὡς πρὸς τὴν τιμὴν αὐτοῦ εἰς ἁπάσας τὰς συνεπείας τοῦ κανόνος τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως. Τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ παράσχωμεν πρὸς αὐτὴν τὰ μέσα, ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐσωτερικῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας, καὶ τὰ οἰκονομικά μας οὐδόλως εἰς ταύτην συντείνουσιν. Εἶπον ὅτι θὰ ἐκθέσω πᾶν ὅ,τι ἐφρόνουν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀνεπιφυλάκτως. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν ἐπὶ τῶν γνωμῶν μου νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς· τὰς γνώμας μου ἔθεσα ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἐπεφυλάχθη νὰ μελετήσῃ καὶ μετὰ ὥριμον σκέψιν νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὸ Κοινοβούλιον μὲ πρόγραμμα οἰκονομικὸν πλῆρες, ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποκρύψω, τί ἐφρόνουν ὡς πρὸς τὴν θέσιν μας, καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα νομίζω ἐπιβαλλόμενα πρὸς θεραπείαν τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἐννοῶ τοὺς δισταγμοὺς, τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ ἔχῃ πᾶσα Κυβέρνησις, ὁσάκις πρόκηται νὰ σκεφθῇ περὶ τοιούτων μέτρων, δισταγμοὺς δικαίους, οἱ ὁποῖοι ἀφορῶσιν εἰς τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κράτους, δισταγμοὺς διότι τὰ ἀποτελέσματα τῶν τοιούτων μέτρων εἰσὶ σπουδαῖα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἄτομα καὶ ὡς πρὸς τὰ πράγματα. Ἀλλὰ τὰ μέλη τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδίστασαν, εὑρισκόμενα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, μὲ ὅλην τὴν ἀντιδημοτικότητα, τὴν ὁποίαν ἐπρόβλεπον, ὅτι θὰ ἐξεγείρωσι καθ’ ἑαυτῶν, νὰ εἴπωσι τὴν ἀλήθειαν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, δὲν πρέπει νὰ διστάσωσιν οὐδὲ καὶ νῦν νὰ πράξωσι τὸ αὐτό, ἐὰν πεισθῶσιν, ὅτι ἄλλο μέσον θεραπείας δὲν παρέχεται εἰς τὸ Κράτος. Καὶ τότε ἐσυκοφαντήθημεν, καὶ τότε παρεστάθημεν ὡς κατεργαζόμενοι τὴν χρεωκοπίαν, καὶ προεκλήθη μεγίστη δυσμένεια καθ’ ἡμῶν, καὶ ἐκλονίσθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ ἔξω Ἕλληνες, πιστεύσαντες εἰς τὰς διαδόσεις, ἔμειναν καὶ ἴσως μένουσιν ἔτι εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡ συκοφαντία ἐνέσπειρεν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἐπισκοπῶν τὰ πράγματα, ἐστράφη ταχέως κατὰ τῆς ἀποπλανησάσης Κυβερνήσεως καὶ οὔτε διὰ τῶν συκοφαντιῶν, οὔτε διὰ τῶν ὑποσχέσεων περὶ τοῦ μέλλοντος ἀπεπλανήθη, καὶ ἐδικαίωσε τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν· καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἐὰν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις πράξῃ ὅ,τι καὶ τότε ἔπραξε, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, βεβαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θ’ ἀδικήσῃ τὴν νοημοσύνην του, καὶ δὲν θὰ βραβεύσῃ τὴν συκοφαντίαν.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγειρόμενοι). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.