| 414 | R. Chauvin μισθὸς | φρ. χρ. | 900 | ||
| 415 | L. Gignian » | » » | 350 | 1250 | |
| 416 | Δι’ ὁδοιπορικὰ κλπ. ἀμφοτέρων | 1500 | |||
| 417 | τὸ ὅλον | φρ. | 2750 |
1891.02.28
3,085 rows · 23,808 words · 1 table · 183 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54
Τῆς 28 Φεβρουαρίου 1891.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητριάδης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὰ μέσα Ἰανουαρίου καὶ κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Φεβρουαρίου ὑπέβαλον δύο ἐπερωτήσεις εἰς τὴν Βουλὴν· καὶ διὰ μὲν τῆς πρώτης παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα εὐαρεστηθεὶς ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1ον) Ἐὰν τῷ ὄντι ἡ Νομαρχία Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ὑπ’ αὐτὴν δήμων ἐξετίμησε μὲ δύο μέτρα τοὺς προϋπολογισμοὺς αὐτῶν, καὶ τοὺς μὲν προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων ἐκείνων, οἱ Δήμαρχοι τῶν ὁποίων ἀνήκουσιν εἰς τὴν κρατοῦσαν πολιτικὴν, ἐκανόνισε συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τῶν Δημάρχων καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, τοὺς δὲ προϋπολογισμοὺς τῶν ἄλλων δήμων, οἱ Δήμαρχοι τῶν ὁποίων ἐκρίθησαν τῆς ἀντιθέτου μερίδος, ἤτοι ἀντιπολιτευόμενοι, τοὺς περιώρισεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε κατέστησεν ἀνεπαρκῆ τὴν λειτουργίαν τῆς τε δημοτικῆς ἀρχῆς καὶ τῆς ἀστυνομίας. Παρέστησα τότε, ὅτι ἐγένετο ἔφεσις κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Νομαρχίας, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί ἀπεφάσισε κατ’ ἔφεσιν, προσάγων πίνακα τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, διὰ νὰ κριθῇ ἡ διαφορὰ τῶν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1890 προϋπολογισμῶν πρὸς τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς Νομαρχίας διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1891. 2ον) Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι κατήργησεν ἡ Νομαρχία ὅλας τὰς ἐκλογὰς τῶν ἀγροφυλάκων ὅλων τῶν κοινοτήτων, καὶ ἀντικατέστησε διὰ διαταγῆς τὴν θέλησιν τῶν τε κτηματιῶν καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Δημάρχων, καὶ παρεκάλεσα νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ περὶ τούτων. 3ον) Ἐπηρώτησα, ἐὰν ᾖναι ἀληθές, ὅτι ἡ Νομαρχία Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κατήργησε παρανόμως τὴν νομίμως ὑφισταμένην μίσθωσιν τοῦ καταστήματος τοῦ τηλεγραφείου Νεμέας, καὶ ἀντικατέστησε τοῦτο διὰ μισθώσεως ἄλλου, πρὸς ὄφελος προσώπων, ἐκτελοῦσα τὰς γνώμας τῆς μικροσκοπικῆς μειοψηφίας τοῦ δήμου Νεμέας. Διὰ δὲ τῆς δευτέρας ἐπερωτήσεώς μου παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ᾖναι ἐν γνώσει τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως τῆς δημοσίας τάξεως, τῆς ὑφισταμένης ἐν Νεμέᾳ. Ἀνεκοίνωσα τότε, ὅτι 20 χωροφύλακες, ὁδηγούμενοι ὑπό τινος, φέροντος σήματα ὑπενωμοτάρχου τῆς Β. χωροφυλακῆς, καί τινων ἀμφισβητουμένης ὑπολήψεως πολιτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων 3 ἢ 4 ἐσχάτως ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν, ἐστερημένοι χρηστότητος καὶ ἠθικῆς, καταλύουσιν εἰς τὰς οἰκίας τῶν δημοτῶν, παρενοχλοῦσι τοὺς οἰκοδεσπότας, τρέφονται βιαίως παρ’ αὐτῶν, δέρουσιν, ἀπειλοῦσιν, ὑβρίζουσι τοὺς ἀντιθέτους, συλλαμβάνουσι τοὺς δημαρχικοὺς καὶ τοὺς περιάγουσιν εἰς τὴν ἀγοράν· καὶ ὠνόμασα τὰ πρόσωπα, καὶ παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ διὰ νὰ ἐλέγξω αὐτήν, ἀλλὰ διὰ νὰ περιγράψω τὰς ἀσχημίας, αἱ ὁποῖαι τελοῦνται ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτήν, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν, πρὸς ἀποτροπὴν ἐπικειμένων δυστυχημάτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐηρεστήθη προχθὲς νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφα, ἀφορῶντα δύο τινά: αʹ) τὰ περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ καταστήματος τοῦ τηλεγραφείου καὶ βʹ) τὰ περὶ τοῦ ἀποσπάσματος, τὸ ὁποῖον τελεῖ ὅσα κατήγγειλα. Σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Ναυπλίου ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει, ὅτι ἀγροφύλακες, παρανόμως ἀναδειχθέντες, μετέβησαν εἰς τὸ χωρίον Μπότσικα, καὶ ἐπεβλήθησαν εἰς τοὺς κατοίκους, προκαλέσαντες καὶ συμπλοκήν, καθ’ ἣν ἐφονεύθη ἡ δυστυχὴς σύζυγος τοῦ γραμματοδιδασκάλου Ἀποστόλου Χαραλάμπους, καὶ ἐτραυματίσθη ἐπικινδύνως ὁ σύζυγός της καὶ ὁ γαμβρός της. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, πρὸς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργός, δύο τινὰ ἀναφέρονται: αʹ) ὅτι ὁ Δήμαρχος εἶχεν ἐκτραπῆ, καὶ ὅτι ἐστάλη τὸ ἀπόσπασμα, διὰ νὰ περιορίσῃ τὴν ἐκτροπὴν τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν κλητήρων αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου ἐκείνου ἐνεστώσης χρήσεως ἀποδεικνύεται, ὅτι κλητῆρας δὲν ἔχει ὁ Δήμαρχος, διότι, ἀντὶ τριῶν κλητήρων, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀναγνωρίσει ἡ Διοίκησις ἀπὸ τοῦ 1873 καὶ ἐφεξῆς διὰ τῶν κατὰ καιροὺς πάσης πολιτικῆς ἀποχρώσεως Νομαρχῶν καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἀπέμεινεν εἷς καὶ μόνος, μὲ μισθὸν 30 δραχμῶν μηνιαίως· ὥστε ἀστυνομικὴ ἐξουσία ἐπαύσατο νὰ λειτουργῇ πρὸ πολλοῦ, ἕνεκα τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐξόδων δι’ ἀντιμισθίαν αὐτῆς· τὰ κτήματα δέ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ φυλάττουν οἱ ἀγροφύλακες, ἔμειναν εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ τυχόντος καὶ καταστρέφονται, διότι οἱ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου διορισθέντες ἀγροφύλακες ἐν Νεμέᾳ οὐδὲν προσὸν ἀγροφυλάκων ἔχουσιν, ὡς στερούμενοι ἱκανότητος καὶ ἐγγυήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τοὺς διώρισαν οὔτε οἱ κτηματίαι, οὔτε ἡ δημοτικὴ ἀρχή, ἀλλὰ εἰρηνοδίκης τις, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκεῖ, ἐπίτηδες ἀποσταλείς, ἵνα ἐκδικηθῇ τοὺς δήμους, ἐκδικούμενος πρόσωπα, καὶ ὁ ὁποῖος περιεμάζευσεν ἀπὸ διάφορα χωρία μερικούς, μὴ ἔχοντας οὔτε κτήματα οὔτε τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου, καὶ διώρισε μετ’ αὐτῶν τοὺς ἀγροφύλακας, καὶ διαπράττουσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀδεῶς ὄργια. Εἷς ἐκ τῶν δαρέντων ὑπὸ τοῦ ἀποσπάσματος μοὶ ἔστειλεν ἀναφορὰν, ἐν ᾗ λέγει, ὅτι συνελήφθη ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς, προσήχθη ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ κατηναγκάσθη νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν μήνυσιν, ἐνῷ τὰ τραύματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του, διέψευδον τρανῶς τὴν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ Μιχαλάκου ἀνάκλησιν. Μοὶ ἀναγγέλλει δὲ διὰ τοῦ τηλεγραφήματος, ὅτι μετέβη εἰς Ναύπλιον, μὴ τολμῶν νὰ τηλεγραφήσῃ ἐκ τοῦ δήμου Νεμέας, καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀντίτυπον τοῦ τηλεγραφήματος, ἀναφέρων τὰ γενόμενα, καὶ ἱκετεύων ἀποστολὴν ἀνακριτοῦ εἰς Νεμέαν· ἀπευθύνεται δὲ καὶ εἰς ἐμὲ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, καὶ τὸ καταθέτω ἤδη πρὸς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπίσης μοὶ ἐστάλη ἀναφορὰ, ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία περιγράφει τὰ γενόμενα κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην τῶν ἀγροφυλάκων τοῦ χωρίου Μπότσικα, ἀλλὰ μοὶ λέγει ὁ ἀναφερόμενος, ὅτι δὲν τολμᾷ νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του, διότι κινδυνεύει ἡ ζωή του, προτείνει ὅμως μάρτυρας πρὸς βεβαίωσιν τῶν λεγομένων του, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διατάξῃ τὴν ἀποστολὴν ἀνακριτοῦ, πρὸς ἐξέτασιν καὶ βεβαίωσιν τῶν καταγγελλομένων. Αὐτὰ ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὰ ἀναφέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρὸς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ παρακαλέσω αὐτὸ, ἵνα λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Ἐγὼ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ ἐξετάσῃ περὶ ὅσων κατήγγειλα, θὰ πεισθῇ καὶ θὰ σπεύσῃ ἐκθύμως νὰ περιστείλῃ τὸ ἔκρυθμον τῆς ἐκεῖ καταστάσεως, διότι δὲν φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ ἀνεχθῇ, ὄχι ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ ὁποῖος ὡς διοικητικὸς διεκρίθη πάντοτε, ἀλλ’ οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς, νὰ ἀνεχθῇ κατάστασιν τοιαύτην, χωρὶς νὰ ἐξευτελίσῃ τὸ ἀξίωμά του, καὶ νὰ γεννήσῃ τὴν ἀντίθετον ἰδέαν περὶ καλῆς διοικήσεως. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὸν παρακαλῶ, καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς πολίτης, νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν κατάστασιν αὐτὴν εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται σήμερον.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τῶν γενομένων ἐν Νεμέᾳ, τὰ ὁποῖα ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας, ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω μέχρι τῆς ὥρας ταύτης πληροφορίαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐκ τοῦ τηλεγραφείου μοὶ ἀνεκοινώθησαν αἱ εἰδήσεις, αἱ μεταβιβασθεῖσαι ἀπὸ τὸ τηλεγράφημα τὸ ἀποσταλὲν πρὸς τὸν κ. Δημητριάδην, πρός με ὅμως οὔτε ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ ἀνέφερε,—καὶ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ εἶναι ὁ Δήμαρχος Νεμέας,—οὔτε ἡ Νομαρχία, ἡ ὁποία βεβαίως καὶ αὐτὴ ἤθελε μάθει ταῦτα βραδύτερον, διότι ἑδρεύει ἐν Ναυπλίῳ. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἔλαβον τὰς πληροφορίας ἐκ τοῦ τηλεγραφείου, ἔσπευσα ἀμέσως νὰ παραγγείλω εἰς τὸν Νομάρχην Ἀργολιδοκορινθίας νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἀποστείλωσιν ἐκεῖ ἐν ἀνάγκῃ ἀνακριτὴν, καὶ προβῶσι ταχέως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν γενομένων, ἵνα ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος κατὰ παντὸς παραβάντος αὐτὸν, νὰ λάβῃ δὲ τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα πρὸς πρόληψιν ἀπειλουμένων συγκρούσεων.
§4ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὰ περὶ τῶν προϋπολογισμῶν ὅμως τῶν δήμων δὲν κατετέθησαν.
§5ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀκόμη δὲν συνεκεντρώθησαν αἱ πληροφορίαι.
§6ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Περὶ τοῦ καταστήματος τοῦ τηλεγραφείου;
§7ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἴκημα, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς κατάστημα τηλεγραφείου ἐν τῷ δήμῳ Νεμέας, κατέθηκα ἤδη πληροφορίας εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§8ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Περὶ αὐτοῦ θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας τινάς. Εἰς τὴν Νεμέαν δὲν ὑπῆρχε τηλεγραφεῖον· ἡ Δημοτικὴ ἀρχὴ καὶ οἱ κάτοικοι ἐζήτησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων νὰ συστηθῇ καὶ ἐκεῖ ἓν γραφεῖον τηλεγραφικὸν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἀλληλογραφίας, καὶ ἡ Δημοτικὴ ἀρχὴ ὑπεσχέθη νὰ χορηγήσῃ δωρεὰν τὸ οἴκημα· ὁ ὑποδιευθυντὴς τοῦ τηλεγραφείου ἐν Ναυπλίῳ μετέβη εἰς Νεμέαν, ἐπεθεώρησε τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἦτο τελειότατον, χρησιμώτατον καὶ εὐρυχωρότατον, καὶ τὸ παρεδέχθη, ὑπεβλήθη δὲ εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἡ πρότασις περὶ τοῦ ἐνοικίου, καὶ ἐνεκρίθη διὰ δύο ἔτη. Τὸ κατάστημα αὐτὸ ἐλητούργει, καὶ τώρα τελευταῖον ὁ τηλεγραφητής, εἷς βοηθὸς τηλεγραφείου, ἐζήτησε νὰ τῷ δοθῶσι καὶ δύο δωμάτια, τὰ ὁποῖα καὶ τῷ παρεχωρήθησαν. Ἄλλοι ὅμως ἐκεῖ τοῦ τόπου παρέστησαν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξυπηρετηθῇ πρόσωπον ἀνῆκον εἰς τὴν μειοψηφίαν τοῦ τόπου ἐκεῖ, καὶ ὁ Νομάρχης, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ διαλύῃ μισθώσεις καταστημάτων τηλεγραφείου ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ Ὑπουργείου ἢ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν τηλεγράφων, ἐμίσθωσεν ἄλλο οἴκημα. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ Νομάρχου εἶναι παράνομος, καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, ἐξετάζον τὰ περὶ τούτου, θέλει ἐκδώσει τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς τὸν Νομάρχην, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκύψῃ ὁ δῆμος εἰς πληρωμὴν ἐνοικίου τηλεγραφικοῦ καταστήματος ἄλλου ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποφασισθῆ πρότερον, θὰ γεννηθῇ δὲ ζήτημα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ θὰ καταδικασθῇ τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ τὸ ἐνοίκιον τοῦ ἄλλου καταστήματος. Ὁ Νομάρχης, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, διέταξεν ἀπειλητικῶς τὸν Δήμαρχον νὰ συντάξῃ τὸ συμβόλαιον, ὁ Δήμαρχος ἠρνήθη τοῦτο, ὁ Νομάρχης ὅμως δίδει ἐντολὴν εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην, ὁ ὁποῖος παραιτεῖ τὴν θέσιν του ὡς συμβολαιογραφοῦντος εἰς τὸν γραμματέα του, καὶ συντάσσει τὸ συμβόλαιον· κατόπιν τούτου ὁ ὑπαξιωματικός, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὸ ἀπόσπασμα, καταλαμβάνει τὸ κατάστημα τοῦ τηλεγραφείου, οἰκίαν τοῦ Δημάρχου, καὶ κατοικεῖ ἐν αὐτῇ ἐπὶ σκοπῷ καταστροφῆς. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι τερατώδη ἐγκλήματα τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστηθεὶς μὴ ἀδιαφορήσῃ, ἀλλὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου ὁπωσδήποτε, καὶ ἐπιφέρῃ τὴν νόμιμον θεραπείαν. Φρονῶ ὅτι εἶναι λυσιτελέστατον νὰ διαταχθῇ ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς, ἵνα ἀποστείλῃ ἀνακριτὴν ἐκεῖ, ὅστις νὰ ἐξετάσῃ περὶ ὅλων αὐτῶν, διότι ἡ ἐξέτασις παρ’ ἄλλου δὲν δύναται νὰ δώσῃ φῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι δὲ ἐπικίνδυνος ἡ ἐργασία τοῦ φατριάζοντος σκανδαλωδῶς Εἰρηνοδίκου Νεμέας! Ἐπειδὴ εἶμαι εἰς τὸ βῆμα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ γνωστοποιήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι διώρισεν εἰς τὸν δῆμον Στυμφαλίας ἀρχαιοφύλακα. Μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν νὰ ἐρωτήσω, ποῦ κεῖνται αἱ ἀρχαιότητες, τὰς ὁποίας ἐπεφορτίσθη εἷς κἄποιος παντοπώλης ἀπὸ ἓν χωρίον μακρόθεν νὰ φυλάττῃ. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι οὐσιῶδες, διότι ὁ μισθὸς εἶναι ὀλίγος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ πληρώνωμεν μισθὸν διὰ φύλαξιν ἀρχαιοτήτων εἰς τόπον, ὅπου τοιαῦται δὲν ὑπάρχουσι.
§9ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ προσκομίσω τὰς σχετικὰς πρὸς τὸ ἐρώτημά του πληροφορίας· ἀπὸ τοῦδε ὅμως δύναμαι ἀσφαλῶς νὰ διαβεβαιώσω αὐτὸν, ὅτι, ἂν τῷ ὄντι διωρίσθη φύλαξ ἀρχαιοτήτων εἰς τὸ μέρος, ἔνθα λέγει ὁ κ. συνάδελφος, φύλαξ δὲ πάντοτε μηνιαίου δεκαπενταδράχμου, βεβαίως θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ διορισθῇ, τὴν δὲ ἀνάγκην ταύτην ὑποδεικνύει ἑκάστοτε ἡ Ἐφορεία τῶν ἀρχαιοτήτων, ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς ὁποίας, γνωριζούσης τὰς ἀνάγκας, γίνονται οἱ τοιοῦτοι διορισμοὶ, πρὸς προφύλαξιν τῶν πανταχόθεν ἁρπαζομένων ἢ ἀκρωτηριαζομένων ἀρχαιοτήτων, ἃς καθῆκον καὶ συμφέρον ἔχομεν νὰ προφυλάσσωμεν ἀπὸ τῶν παντοίων ἐπιδρομῶν. Τοιοῦτοι ἀναντιῤῥήτως λόγοι θὰ ὑπηγόρευσαν τὸν διορισμὸν τοῦ φύλακος, καὶ οὐχὶ, ὡς ἐφάνη ὑπαινιχθεὶς ὁ κ. συνάδελφος, λόγοι πολιτικοί, διότι ὁ διορισμὸς οὗτος δὲν εἶναι ἄξιος νὰ ἐξασθενήσῃ τὴν ἐπαρχιακήν του δύναμιν, οὔτε νὰ συνταράξῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπὲρ ἧς οὗτος διὰ τῆς ψήφου του συνετέλεσεν ἐπὶ τῶν προκατόχων ἡμῶν.
§10ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν φρουρὰν Νεμέας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνεβίβασεν εἰς 20 ἄνδρας, τοῦτο εἶναι ἀνακριβὲς, ἀνακριβέστατον· ἡ φρουρὰ σύγκειται ἐξ ἀνδρῶν 6 ὑπὸ ἕνα ὑπαξιωματικὸν, 2 δ’ ἐκ τούτων ἀνεχώρησαν ἐσχάτως, ὥστε ἔμειναν 4 καὶ εἷς ὑπαξιωματικός· ἐστάλη δὲ φρουρὰ ἐκεῖ, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν διασαλευθεῖσαν τάξιν καὶ ἡσυχίαν ἐν Νεμέᾳ ἐκ μέρους τοῦ λέοντος αὐτῆς. Φαίνεται ἤδη, ὅτι ὁ λέων ἀπέβαλε τὴν λεοντὴν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν, ἅμα τῇ πρώτῃ ἐμφανίσει τῆς ἐξουσίας, καὶ ὅλα τοῦ φαίνονται μαῦρα. Ὅλα λοιπὸν, ὅσα τηλεγραφοῦσιν εἰς τὸν συνάδελφον, εἶναι ἀνακριβῆ· ἡ φρουρὰ σύγκειται ἤδη ἐκ 5 μόνον ἀνδρῶν, καὶ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της· ἀλλὰ τοῦτο πράττουσα, παραβλάπτει τὰ ἐθισμένα σχέδια τοῦ λέοντος τῆς Νεμέας — οὕτως ὠνόμασαν τὸν Δήμαρχον τῆς Νεμέας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ οἱ ὀπαδοὶ αὐτῆς. Λέγει ὅτι διὰ τῆς δυνάμεως τῆς στρατιωτικῆς ἐγκατεστάθη τὸ νέον τηλεγραφεῖον. Τοῦτο εἶναι ψευδές· ἀπεναντίας ὁ Δήμαρχος ὄχι μόνον δὲν ὑπήκουεν εἰς τὰς διαταγὰς τῶν προϊσταμένων του, ἀλλὰ καὶ ἔπραττε κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ, ὁ δὲ κ. Δημητριάδης ἔχει ἀφορμὰς νὰ πιστεύῃ, ὅτι πολλάκις εἰσήχθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ὑπὸ τῆς Νομαρχίας ὁ λέων, ἤδη ὅμως, ἀπολέσας τὴν λεοντὴν, παρουσιάζεται ὡς ἀλώπηξ παραπονουμένη.
§11ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ὁ εἷς λέγῃ τι καὶ ὁ ἄλλος ἀρνῆται, συμπέρασμα δὲν ἐξάγεται. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἀποστείλωσιν ἀνακριτὴν, ὅστις νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ τότε θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ κ. συνάδελφος νὰ λέγῃ περὶ λέοντος Νεμέας καὶ περὶ 6 στρατιωτῶν καὶ ὅσα ἄλλα εἶπε. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐγὼ ἔχω πληροφορίας ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν λογίων, εἶναι νοικοκύρης καὶ ἐπιστήμων, ἰατρὸς, δὲν καταδέχεται δὲ ποτὲ νὰ ἀδικήσῃ τινά· ἓν μόνον κακὸν ἔχει ὁ Δήμαρχος αὐτὸς, ὅτι ἔχει τὰ ¾ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου φίλους καὶ συγγενεῖς, καὶ βαρέως φέρουσι τοῦτο οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ ἔχωσι τὴν ὑποστήριξίν του· οὐδέποτε κατεδικάσθη ἐπὶ ἀπιστίᾳ, οὐδέποτε εἰσήχθη εἰς δίκην κλπ. Τὸ βέβαιον λέγω εἶναι, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας τάξεως ἐκεῖ εἶναι χειρίστη, καὶ πρέπει νὰ μεταβῇ ἀνακριτὴς, ὅπως ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν, τιμωρηθῶσιν οἱ αἴτιοι, καὶ ἐπανέλθῃ ἡ ἡσυχία καὶ ἡ τάξις.
§12ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐὰν ὁ Δήμαρχος Νεμέας ἔχῃ τὰ ¾ τῶν κατοίκων ἰδικούς του, παραπέμπω τὸν συνάδελφον εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογάς· ἀριθμοὺς γνωρίζει, καὶ ἂς παρατηρήσῃ τοὺς ἀριθμούς. Εἶναι λυπηρὰ, κύριε Δημητριάδη, ἡ τοιαύτη κατάστασις, καὶ θὰ πάθῃ ὁ Δήμαρχος αὐτὸς ὅ,τι καὶ οἱ προκάτοχοί του.
§13ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐνδιαφέρουν τὴν Βουλὴν αὐτά.
§14ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ τελειώσω, διαμαρτύρομαι, καὶ βεβαιῶ, ὅτι ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Δημητριάδης εἶναι ἀνακριβῆ, ἀνακριβέστατα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§16ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀλληλογραφίαν τὴν ἀφορῶσαν τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀρχῶν Κυπαρισσίας εἰς τὸ παράλιον, καὶ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποίαν γνώμην ἐσχημάτισεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκκρεμότης παραβλάπτει μεγάλα συμφέροντα. Συγχρόνως δὲ παρεκάλεσα καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπὸ τριῶν ἤδη ἐτῶν δὲν συνέστη εἰς τὴν πόλιν Κυπαρισσίας Κακουργοδικεῖον. Ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε δέν μοι ἐδόθη κἀμμία ἀπάντησις, ἀναγκάζομαι νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τὰς αἰτήσεις μου, καὶ νὰ τοὺς παρακαλέσω, ὅπως εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν εὐαρεστηθῶσι νὰ ὑποβάλωσι τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, καὶ δώσωσι τὰς δεούσας πληροφορίας.
§17ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Περὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἐπηρώτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς, ἔχω ἀπάντησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος πρὶν ἦτο Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν. Ἐπειδὴ δὲ οὗτος εἶχε γνωμοδοτήσει περὶ τῆς μὴ συστάσεως Κακουργοδικείου ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἠναγκάσθην νὰ ἀποταθῶ πρὸς αὐτόν· ἀπήντησε δὲ διὰ τοῦ ἐγγράφου του τούτου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκτίθενται οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνόμισεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ συστηθῇ Κακουργοδικεῖον ἐν Κυπαρισσίᾳ. Τὸ ἔγγραφον καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ ἔγγραφα τὰ πραγματευόμενα περὶ τῆς μεταθέσεως τῶν ἀρχῶν ἐκ τῆς πόλεως Κυπαρισσίας εἰς τὴν παραλίαν θέλω καταθέσει κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§19ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῶν δήμων Ἐχίνου καὶ Ἀστακοῦ τῆς Ἀκαρνανίας ὑποβάλλουσιν ἐπανειλημμένως παράπονα περὶ τοῦ ὅτι κερδοσκόποι τινὲς, λαβόντες ἄδειαν πρὸς ξύλευσιν ἐντὸς ὡρισμένων δασῶν, καὶ μὴ ποιούμενοι χρῆσιν, ἀλλὰ κατάχρησιν τῆς ἀδείας ταύτης, ἀπειλοῦσι τελείαν ἐξαφάνισιν καὶ καταστροφὴν τῶν δασῶν. Περὶ τούτου καὶ τηλεγραφικῶς καὶ δι’ ἀναφορᾶς ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν δύναται, νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ποῖα μέτρα ἔλαβεν, ὅπως προληφθῇ ἡ ἀπειλουμένη καταστροφὴ τῶν δασῶν τῶν μερῶν ἐκείνων.
§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρήγγειλα εἰς τὰς ἀρχὰς, ὅπως προλάβωσι πᾶσαν τοιαύτην κατάχρησιν ἀδείας ξυλεύσεως. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἐπιθυμῇ νὰ δώσωμεν πληροφορίας λεπτομερεστέρας, θέλω τὸ πράξει εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν συνιστᾶται Κακουργοδικεῖον ἐν Κυπαρισσίᾳ, εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα καὶ ἐγὼ ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, καὶ τοὺς ὁποίους παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε ἐπαναλαμβανομένους ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος ἦτο πρότερον ἐν Ναυπλίῳ. Ἰδοὺ κατὰ τὸν κ. Εἰσαγγελέα διὰ ποῖον λόγον δὲν δύναται νὰ σχηματισθῇ ἐν Κυπαρισσίᾳ Κακουργοδικεῖον (ἀναγινώσκει): «αʹ) Τῶν κατοίκων οἰκούντων ἐν τῇ πόλει Κυπαρισσίας, ἀπεχούσῃ τῆς παραλίας περὶ τὴν ὥραν σχεδόν, ἡ συγκρότησις δικαστηρίου ἐνόρκων ἤθελεν ἀποβαίνει λίαν δυσχερὴς, πολλάκις δὲ καὶ ἀδύνατος, καὶ οὕτω αἱ συνεδριάσεις θὰ ἐματαιοῦντο, πρὸς βλάβην τῶν τε κατηγορουμένων καὶ τοῦ Δημοσίου. βʹ) Καθ’ ἃ ἐγὼ αὐτὸς (ὁ Εἰσαγγελεὺς) ἀντελήφθην, μεταβὰς εἰς Κυπαρισσίαν, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων, τὸ δικαστικὸν κατάστημα εἶναι ὅλως ἀκατάλληλον, οὐχὶ ἴσως διότι δὲν ἔχει ἀρκοῦσαν εὐρυχωρίαν, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ὅλως ἀτέχνου καὶ ἀνεπιτηδείου πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν δικαστηρίων διαιρέσεως αὐτοῦ, εἰς τρόπον ὥστε ἀδύνατος καθίσταται ἡ σύγχρονος συνεδρίασις τοῦ Κακουργοδικείου καὶ τῶν λοιπῶν δικαστηρίων. «Ἐὰν εἰς ταῦτα προσθέσητε τὴν παντελῆ σχεδὸν ἔλλειψιν οἰκημάτων διὰ τοὺς τακτικοὺς ἐνόρκους, καὶ τὸν κίνδυνον, ὃν ἤθελον διατρέχει οἱ δικασταὶ καὶ λοιποί, μεταβαίνοντες ἐν ὥρᾳ νυκτὸς καὶ ἐν κακοκαιρίᾳ εἰς τὰς οἰκίας των, κατὰ μακρὰς ἀποστάσεις ἀπεχούσας ἀπ’ ἀλλήλων, ἀφοῦ οὔτε ὁδὸς ὑπάρχει, οὔτε φωτισμὸς, θέλετε φρονῶ ἐπιδοκιμάσει τὸ μέτρον, ὅπερ ἐλάμβανον, τῆς μὴ συστάσεως Κακουργοδικείου ἐν τῇ παραλίᾳ Κυπαρισσίας.» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν συνιστᾶται Κακουργοδικεῖον, εἶναι, ὅτι τὸ δικαστήριον ἐτοποθετήθη μακρὰν τῆς πόλεως, ὅπου δὲν κατοικοῦσιν ἄνθρωποι, δὲν ὑπάρχουσιν οἰκήματα διὰ τοὺς ἐνόρκους καὶ ὅπου ἀκόμη, διὰ τὸ ἀνώμαλον τοῦ τόπου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκοινωνῶσι μεταξύ των. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ ᾖναι τοποθετημένον τὸ δικαστήριον καὶ αἱ ἄλλαι ἀρχαὶ εἰς τὸ παράλιον, παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ὅπως μὴ συνιστᾶται ἐκεῖ Κακουργοδικεῖον· διότι, ἀφοῦ τὸ παράλιον καὶ ἡ πόλις ἐθεωρήθησαν ὡς μία πόλις, δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐνοικιάσῃ ἰδιαίτερον οἴκημα ἐν τῇ νέᾳ πόλει διὰ τὸ Κακουργοδικεῖον. Ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου νὰ ἀνέρχηται εἰς τὴν πόλιν, διὰ νὰ συνεδριάζῃ εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον, δύναται νὰ ἀποσταλῇ εἷς Ἐφέτης, διὰ νὰ προεδρεύῃ, ὅπως συνήθως γίνεται. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἀνεχθῇ, ὅπως ἡ πόλις αὕτη στερῆται τοῦ Κακουργοδικείου, καὶ ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ συστήσῃ κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον τὰ Κακουργοδικεῖα, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὴν πόλιν ταύτην.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Πληροφορίας τινὰς ἐπὶ ἐπερωτήσεων προσέρχομαι νὰ καταθέσω. Ἐζητήθη, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας κατέθηκα περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων, νὰ καταθέσω: «1) ἀντίγραφον τοῦ σχετικοῦ προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ ἡ ἐργασία αὕτη ἐξετέθη εἰς μειοδοσίαν· 2) ἀντίγραφον τοῦ συμπληρωματικοῦ ὑπολογισμοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων προσθέτων ἐργασιῶν· 3) κατάστασιν τῶν πληρωθέντων ποσῶν εἰς μισθοὺς, ἐπιμίσθια, ὁδοιπορικὰ καὶ ἄλλα ἔξοδα διὰ τὴν ὅλως ἐπιπολαίως γενομένην διὰ ταχειομέτρου προμελέτην· 4) κατάστασιν τῶν γενομένων δαπανῶν εἰς μισθοὺς, ἐπιμίσθια, ὁδοιπορικὰ καὶ λοιπὰ ἔξοδα τῶν τριῶν ὁμάδων μηχανικῶν, τῶν ἐνασχοληθεισῶν εἰς τὴν χάραξιν τῆς ἄνω γραμμῆς καὶ ἐπὶ 16 ὅλους μῆνας (κατὰ τὸν Γκοτλάν)· 5) εἰ δυνατὸν, ἅπαντα τὰ σχετικά.» Πρὸς συμπλήρωσιν τῆς περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων ἐκθέσεως τοῦ κ. Γκοτλὰν τῆς 3 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. κατατίθενται καὶ τὰ ἑξῆς ἔγγραφα: αʹ) Τὸ ἀντίγραφον τοῦ ἀρχικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐξετέθη τὸ ἔργον εἰς μειοδοσίαν. βʹ) Τὸ πρωτότυπον τοῦ συμπληρωτικοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων προσθέτων ἐργασιῶν, μὴ προβλεφθεισῶν ἐν τῷ ἀρχικῷ προϋπολογισμῷ. γʹ) Εἰς μισθοὺς καὶ ὁδοιπορικὰ διὰ τὴν ταχύμετρον προμελέτην ἐδαπανήθησαν τὰ ἑξῆς ποσά:
| R. Chauvin μισθὸς | φρ. χρ. | 900 | |
| L. Gignian » | » » | 350 | 1250 |
| Δι’ ὁδοιπορικὰ κλπ. ἀμφοτέρων | 1500 | ||
| τὸ ὅλον | φρ. | 2750 |
Ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 18 Φεβρουαρίου ἐζητήθην νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν: αʹ) Ἂν ἀρχικῶς παρεχωρήθη εἰς τὸν ἐργολάβον τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων ἡ προμήθεια τῶν σιδηρῶν ἐλασμάτων, ἢ μετέπειτα, καὶ πότε ὡρισμένως. βʹ) Ποία ἦτο ἡ τότε τιμὴ τοῦ σιδήρου, κατατιθεμένων καὶ τῶν σχετικῶν τῆς ἐποχῆς τιμολογίων, ἤτοι κατὰ τὴν ἐκχώρησιν. γʹ) Νὰ καταθέσω πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν ἐπὶ τῆς ἐκχωρήσεως ταύτης. Κατατίθημι τὰ περὶ τούτων ἔγγραφα. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 12 Φεβρουαρίου ἐπηρωτήθην, ἵνα πληροφορήσω τὴν Βουλήν, «ποῖον ποσὸν συνεφωνήθη ἢ καὶ ἐπληρώθη τῷ μηχανικῷ κ. Πολίνῃ, (μὴ ἀνήκοντι εἰς τὸ σμῆνος τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν ἢ τῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς) ἢ ἄλλῳ τινὶ, διὰ τοπογραφικὰς ἐργασίας, γενομένας ἐν Θεσσαλίᾳ χάριν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ὡς καὶ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πύργου–Ὀλυμπίων–Καρυταίνης, ἔτι δὲ καὶ ἐκ ποίων πιστώσεων.» Αἱ μελέται τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Ὀλυμπίων–Καρυταίνης ἐδόθησαν ἐργολαβικῶς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς τὸν μηχανικὸν Πολίνην ἀντὶ δραχμῶν 320 κατὰ χιλιόμετρον, ἤτοι δι’ 60 χιλιόμετρα ἐπληρώθησαν αὐτῷ δραχμαὶ 19,200. Ἡ πίστωσις αὕτη ἐλήφθη ἐκ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ ἔτους 1890, Κεφ. 24, ἄρθρ. 2: «Μελέται καὶ ἔξοδα ἐν γένει». Καὶ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ἐπηρωτήθην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, «ἐὰν ὑπεβλήθησαν αἱ μελέται περὶ τῆς προεκτάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πειραιῶς– Λαρίσσης εἰς Ἰτέαν, καὶ ἂν τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβεν ἀπόφασίν τινα περὶ τοῦ σημείου, ὅθεν θέλει διέλθῃ ἡ γραμμὴ αὕτη παρὰ τὴν Λαμίαν». Ἡ γραμμὴ αὕτη ἐμελετήθη, καὶ ἰδοὺ τίνας πληροφορίας παρέχει ἡ ὑπηρεσία περὶ τούτου (ἀναγινώσκει): «Ἡ γραμμὴ Μπράλου–Ἰτέας ἐμελετήθη καθ’ ὁλοκληρίαν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους. Ἡ ὁριζοντιογραφία καὶ ἡ κατὰ μῆκος τομὴ κατηρτίσθησαν ἤδη δι’ ὅλην τὴν γραμμήν, ἥτις ἔχει μῆκος 38 χιλιομέτρων, ἀπὸ Ἰτέας μέχρι τῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς κυρίας γραμμῆς ἐν τῷ σταθμῷ Μπράλου. Ἐκ τούτων 13 χιλιόμετρα θὰ κατασκευασθῶσι δι’ ὀδοντωτῆς ῥάβδου. «Τὰ σχέδια τῆς ἐκτελέσεως κατηρτίσθησαν ἀπὸ Ἰτέας μέχρι Γραβιᾶς, ἤτοι ἐπὶ μήκους 14 χιλιομέτρων, ὑπολείπεται δὲ ἡ προκαταμέτρησις τῶν χωματισμῶν καὶ τῶν τεχνικῶν ἔργων διὰ τὰ ἕτερα 24 χιλιόμετρα. «Διάβασις Λαμίας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐκτελεῖται δαπάνη τοῦ Δημοσίου ἡ πασσάλωσις τῆς χαράξεως διὰ τῆς Λαμίας. Ἕνεκα τῆς δριμύτητος τοῦ χειμῶνος ἐβράδυναν αἱ ἐργασίαι. Μ’ ὅλα ταῦτα τὸ ἥμισυ τῆς ἐργασίας ἐξετελέσθη ἤδη. «Μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐργασίας ταύτης θέλει λάβει τὸ Ὑπουργεῖον ἀπόφασιν περὶ τοῦ σημείου, ὅθεν θέλει διέλθῃ ἡ γραμμή.»
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ καθυστέρησις τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν μὲν ἐπιτηδευμάτων διὰ τὸ 1890, τῶν δὲ οἰκοδομῶν διὰ τὸ 1889 καὶ 1890, ἔφερεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν θὰ ὀφείλῃ νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἐντὸς τοῦ 1891 ἐκ τῶν δύο τούτων καθυστερούντων φόρων περίπου 7 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἡ πληρωμὴ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐντὸς ἑξαμήνου, διότι μόλις περὶ τὸν Ἰούνιον θὰ περατωθῇ ἡ ὁριστικὴ βεβαίωσις τῶν φόρων τούτων, ἔσεται βεβαίως βαρυτάτη. Δὲν εἶναι δὲ δίκαιον ν’ ἀπαιτήσωμεν τὴν πληρωμὴν τοῦ ὅλου ποσοῦ τούτου ἐντὸς τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1891. Ἕνεκα τούτων ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὐκολύνει τὴν πληρωμὴν τῶν δύο τούτων φόρων, χωρὶς νὰ παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§24ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Διατὶ δὲν ἐγένετο ἡ ἔγκαιρος βεβαίωσις;
§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἦτο βεβαίως ἔλλειψις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν καὶ τῶν ἐπιτροπῶν. Ἐν τῇ νήσῳ Κέᾳ ὑπάρχει πηγὴ, ἥτις μέχρι σήμερον δὲν χρησιμεύει εἰς τὴν ἄρδευσιν γαιῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ πηγὴ αὕτη, μεταφερομένη εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, δύναται ν’ ἀποβῇ χρησιμωτάτη εἰς τὸν τόπον. Ἀνήκει εἰς μίαν τῶν διαλελυμένων Μονῶν, ὁ δῆμος δὲ Κέας ἔχει ἤδη τὸ ἀπαιτούμενον κεφάλαιον πρὸς διοχέτευσιν τοῦ ὕδατος τούτου, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ ἄδεια διὰ νόμου, οὗτινος τὸ σχέδιον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὴν ψηφισθεῖσαν σύμβασιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας διὰ τὰς ἀνασκαφὰς τῶν Δελφῶν, τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ὀφείλει νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ χωρίου Δελφῶν 60,000 φράγκων· ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπαιτεῖται καὶ ποσόν τι, ὅπως εὐκολυνθῇ ὁ συνοικισμὸς τῶν κατοίκων, πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ἐνομίσαμεν καλὸν νὰ προσθέσωμεν 10,000 δραχμῶν. Ὑποβάλλω δ’ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, δι’ οὗ χορηγεῖται ἡ ἀναγκαία πίστωσις. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Βώλου κ. Σχινᾶς ἐζήτησε πίνακα, ἐμφαίνοντα κατ’ ἁλυκὴν τὴν ἐτησίαν παραγωγὴν ἑκάστης καὶ τὰς δαπάνας διὰ τὰ ἔτη 1886 ἕως 1890. Καταθέτω τοὺς πίνακας τούτους. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄργους κ. Γεωργαντᾶς ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἀγωγὴν τῶν κληρονόμων τοῦ Νικήτα Σταματελοπούλου καὶ Χατζηχρήστου. Καταθέτω ταῦτα. Ὁ ἐκ Ζακύνθου ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Ροβέρτος Ρώμας ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ ἡ ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας κατεδικάσθη τὸ Δημόσιον εἰς τὴν πληρωμὴν ποσοῦ πρὸς τὸ κληροδότημα τῆς μακαρίτιδος Ἀθηναΐδος Ψυμάρη. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην καταθέτω. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Νάξου κ. Δαμιράλης ἐζήτησε διαφόρους πληροφορίας, σχετικὰς πρὸς τὴν σμύριδα. Ἐζήτησε πρῶτον, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον γνωρίζῃ, ὅτι ὑφίσταται ἐκκρεμὴς δίκη περὶ τῆς Ναξίας σμύριδος, ἐγερθεῖσα ἀπὸ τῶν ἐτῶν 1850 καὶ 1851, μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν σμυριδούχων γαιῶν καὶ τοῦ Χαραλάμπους Κορωνέλου, ὑπηκόου Ἄγγλου, ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τοῦ Δημοσίου ἀφ’ ἑτέρου, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ δίκη αὕτη. Τὸ Ὑπουργεῖον βεβαίως γνωρίζει τὴν δίκην ταύτην, ὑποβάλλω δὲ καὶ τὴν ἐκδοθεῖσαν ἐπ’ αὐτῆς πρωτόδικον ἀπόφασιν. Ἡ δίκη αὕτη δὲν εἶναι πολὺ ἐπίφοβος διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐζήτησε συγχρόνως ὁ ἴδιος κ. Βουλευτὴς τὰς μελέτας καὶ τὰ σχεδιογράμματα τοῦ Γάλλου μηχανικοῦ Δ’ Ἴστρια, τοῦ ἐργασθέντος ἐπὶ δίμηνον ἐν Νάξῳ, κατὰ παραγγελίαν τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς σμύριδος. Ὑποβάλλω καὶ ταῦτα. Συνάμα ὁ κ. συνάδελφος ἐζήτησε, ἂν ἐγένοντο μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως ἄλλαι προτάσεις εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐγένοντο πράγματι τοιαῦται, καὶ ἐπειδὴ ἡ μελέτη τῶν νέων τούτων προτάσεων εἶναι ἔργον μᾶλλον τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, ἂν ἡ Βουλὴ ἐδέχετο νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς τὴν ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, τώρα μάλιστα, ὅτε θὰ ἔχωμεν δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ἀργίας, καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις της ἐπί τε τῆς συμβάσεως καὶ τῶν γενομένων προτάσεων.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐζήτησε διαφόρους πληροφορίας, σχετικὰς πρὸς τὴν βαρυτίνην, καὶ τὴν κατάθεσιν διαφόρων ἐγγράφων. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, ὡς εἶπον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, τὰ πλεῖστα δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἐζήτησα ταῦτα παρὰ τῆς ἑταιρίας Σίφνου–Εὐβοίας, καὶ τὰ καταθέτω. Ἐκ τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπαρχόντων ἐν πρωτοτύπῳ σχεδίων ὑπάρχει καὶ ἡ τελευταία δοθεῖσα διαταγὴ κατὰ τὴν 15 Μαΐου 1889, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ λάβῃ καὶ ἑτέρας ἓξ χιλιάδας τόννων, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸν φόρον, ὅστις ἀκολούθως ἤθελεν ὁρισθῆ. Οὐδεμίαν ἠδυνήθην νὰ εὕρω πληροφορίαν περὶ παροχῆς ἀπὸ μέρους τῆς ἑταιρίας πληροφοριῶν, εἴτε λογαριασμὸν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ μεταλλεύματος τούτου. Ἀπ’ ἐναντίας τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου δεικνύουσιν, ὅτι ὑπῆρχε κἄπως ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον πολὺ ἡ ἐπίσπευσις τῆς ἐξετάσεως ταύτης, διότι ὑπάρχουσιν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουσι τὰ τῆς βαρυτίνης ὡς μὴ πολλοῦ λόγου ἄξια. Ἡ τοιαύτη περὶ αὐτῆς κρίσις φαίνεται καθαρῶς ἐν τῇ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Νομάρχου Κυκλάδων ἀνταποκρίσει. Οὐδεμίαν πληροφορίαν εὗρον περὶ καταθέσεως ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας πληροφοριῶν σχετικῶν πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Μετὰ τῶν ἐγγράφων τούτων ὑποβάλλω καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ αὐτὸς ἐξέδωκα ἀπὸ 20 Δεκεμβρίου, προσκαλῶν τὴν ἑταιρίαν, ὅπως δώσῃ τὸν λογαριασμὸν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν 19,000 τόννων, οὓς εἶχε λάβει, καὶ τῆς ἀπαγορεύσεως ὅπως μὴ λάβῃ περιπλέον ἐκ τοῦ μεταλλεύματος τούτου. Ἐπειδὴ δὲ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς βαρυτίνης παρουσιάζει τι ἔτι ἀόριστον καὶ ἀβέβαιον ἀφ’ ὅ,τι τὸ τῆς σμύριδος, νομίζω, ὅτι καὶ τοῦτο θὰ ἦναι καλὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς κοινοβουλευτικὴν πληρεστέραν μελέτην, τόσον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ τεχνικὸν αὐτοῦ μέρος, ὡς καὶ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ κύριος σκοπὸς ἡμῶν εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει τὸ μετάλλευμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρέχει ἐλπίδας σπουδαίου δημοσίου ἐσόδου, νὰ μείνῃ νεκρὸν, πρέπει νὰ ἄρξηται καθ’ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον ἡ χρησιμοποίησις αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι καλὸν νὰ μελετηθῇ παρ’ ἐπιτροπῆς εἰδικῆς, ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος ἐκλέξῃ καὶ μίαν ἑτέραν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου, παρακαλῶ νὰ γείνῃ τοῦτο.
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§29ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐκλεχθῇ μία καὶ διὰ τὰ δύο νομοσχέδια.
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, δὲν ἀρκεῖ· ὑπάρχουσι καὶ ἕτεροι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους καλὸν εἶναι νὰ ἐκλεχθῶσι δύο ἐπιτροπαί, ἀλλ’ ἀρκεῖ καὶ ὁ λόγος, ὅτι αἱ δύο θὰ περατώσωσι ταχύτερον τὸ ἔργον, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν ἐντὸς τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος νὰ ἔχωμεν ἓν ἀποτέλεσμα.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχουσι πρόσωπα, χρήσιμα εἰς ἀμφοτέρας τὰς ἐπιτροπάς· ἂν ἄρα συστηθῇ μία ἐπιτροπή, περιλαμβάνουσα αὐτὰ, θὰ μελετηθῶσιν ἀμφότερα τὰ θέματα ὑπὸ πάντων τῶν ἁρμοδίων.
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ πρόσωπα ταῦτα εἰς ἀμφοτέρας τὰς ἐπιτροπάς.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια μετὰ τοῦ πίνακος θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 249–251).
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὰ τῆς σμύριδος, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ ἀφεύκτως ὁ κανονισμὸς τῶν ἐργατῶν τῆς σμύριδος, ὁ ῥητῶς ἀναφερόμενος ἐν τῷ ὑποβληθέντι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχεδίῳ. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ὄχι μόνον νὰ τυπωθῇ ὁ κανονισμὸς οὗτος, ἀλλὰ, καὶ ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ δημοσιευθῇ μετ’ αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἀναφέρεται ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἀποτελῇ τρόπον τινὰ μέρος αὐτοῦ.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀντίγραφον τοῦ κανονισμοῦ κατετέθη εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς πρὸ ἓξ ἡμερῶν, ἡ Βουλὴ δὲ ἀπεφάσισε τὴν τύπωσιν αὐτοῦ· ὥστε ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἦναι ἐν τῷ τυποῦσθαι. Δὲν εἶμαι δὲ σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ὁ κανονισμὸς αὐτὸς πρέπει νὰ λάβῃ τὴν κύρωσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§36ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέθηκε τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἀπήντησεν εἰς ὅ,τι ἀφεώρα τὴν προέκτασιν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης μέχρι τοῦ λιμένος Ἰτέας, καὶ τὴν διέλευσιν τῆς γραμμῆς διὰ Λαμίας. Ἀλλ’ ἐν τῇ αὐτῇ ἐπερωτήσει μου εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τοῦ δανείου τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ καταστήματος τῶν Λουτρῶν Ὑπάτης, καθόσον πᾶσα ἀναβολὴ ἀποβαίνει εἰς βλάβην τῆς δημοσίας ὑγείας.
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως σκοπὸν ἔχει τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων ἢ τῶν παραλείψεων τῆς διοικήσεως. Νομίζω ὅτι δὲν ἐπῆλθεν ἔτι ἡ ὥρα, ὅπως ἀπευθυνθῇ ἐπερώτησις πρὸς ἔλεγχον εἴτε πράξεων εἴτε παραλείψεων.
§38ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν: αʹ) Νὰ καταθέσῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ κ. Νομάρχου Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων τῶν διαφόρων κτηματικῶν περιφερειῶν τῶν χωρίων Κατσιγκρίου καὶ Κουτσίου τοῦ δήμου Ναυπλιέων, τὰς ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τούτων γενομένας ἐφέσεις, τὰς ἐπ’ αὐτῶν ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ πάντα τὰ πρὸς αὐτὰς σχετιζόμενα ἔγγραφα (πρωτόκολλα ἐκλογῆς, ἀναφορὰς, πράξεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κλπ.) βʹ) Νὰ καταθέσῃ ἐπίσης τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Νομάρχου Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου Ναυπλιέων μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου (τοῦ ἔτους 1891), ὡς καὶ πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸ ὑπὸ τοῦ δήμου Ναυπλιέων συνομολογηθὲν δάνειον διὰ μετοχῶν ἐγκρίσει τῆς νομίμου ἀρχῆς, καὶ ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπεφάνθη ἐπὶ τῆς ἐφέσεως τοῦ δήμου κατὰ τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου, καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου. Γʹ) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγένετο αὐτῷ γνωστὸν, ὅτι ὁ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Νομάρχου Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἀποσταλεὶς ὑπάλληλος τῆς Νομαρχίας μετὰ χωροφυλάκων τῇ 31 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. εἰς τὸ χωρίον Κατσίγκρι τοῦ δήμου Ναυπλιέων, ἵνα παρασταθῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων, βλέπων ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἀπέβαινε παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν του, ἐξεδίωξε διὰ τῶν χωροφυλάκων τὸν γραμματέα τῆς Δημαρχίας, ὅστις εἶχε προσκληθῆ παρὰ τοῦ εἰδικοῦ παρέδρου τοῦ χωρίου ἐκείνου, ἵνα συντάξῃ τὸ πρωτόκολλον, ἐξεδίωξε τὸν πάρεδρον τοῦτον, ἔκλεισε τὰς θύρας τοῦ οἰκήματος, ἐν ᾧ ἐγένετο ἡ ἐκλογή, καὶ μὴ ἀφίνων διὰ τῶν χωροφυλάκων νὰ εἰσέλθωσιν, εἰμὴ οἱ ἀρεστοὶ αὐτῷ ἐκλογεῖς κτηματίαι, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ φίλοι τοῦ Δημάρχου Ναυπλιέων, ἐνήργησεν εἰκονικὴν ἐκλογὴν, παρόντος καὶ τοῦ ἐκ τοῦ αὐτοῦ χωρίου καταγομένου ἱερέως Κορδοπάτη, ὅστις εἶναι ἱερεὺς ἐν τῷ ἐν Ναυπλίῳ ναῷ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος· μετὰ δὲ τὴν τοιαύτην ἐκλογὴν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Νομαρχίας, ὁ ἱερεὺς, οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ φίλοι αὐτῶν συνεγευμάτισαν καὶ διεσκέδασαν διὰ τυμπάνων, πανηγυρίζοντες τὴν νίκην. Ἂν ἐγένοντο ταῦτα γνωστὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ, τί περὶ αὐτῶν ἐνήργησε, καὶ ἂν διέταξε περὶ τούτου ἀνάκρισιν. Ἂν δὲν ἐγένοντο ταῦτα γνωστὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, καὶ διατάξῃ ἀνάκρισιν, πρὸς τιμωρίαν τῶν οὕτως ἐνεργησάντων ὑπαλλήλων.
§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρέλιπον νὰ καταθέσω ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχε ζητήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, περὶ τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ δήμῳ Πλαταμώδους. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶχον καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ, φαίνεται, κατὰ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔμενον εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἐγένετο χρῆσις αὐτῶν, καὶ ἐζητήθη αὖθις ἡ κατάθεσίς των. Διὰ τοῦτο καταθέτω αὖθις αὐτά.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν εἰπεῖ κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐζήτουν παρ’ αὐτοῦ — ἦσαν δὲ ταῦτα τὸν ἀριθμὸν τρία, — διότι δὲν εὑρίσκοντο ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ἤδη ἐν τῷ κατατεθέντι ἐγγράφῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Ἑταιρίαν βλέπω, ὅτι τὰς διαταγὰς ταύτας εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτε ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ εὑρίσκοντο, διότι τὸ ἔγγραφον αὐτοῦ λέγει (ἀναγινώσκει): «Δυνάμει διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου ὑπ’ ἀριθ. 83,848 τοῦ ἔτους 1886 καὶ 50,816 καὶ 93,285 τοῦ ἔτους 1889 ἐχορηγήθη ὑμῖν προσωρινὰ ἄδεια», καὶ οὕτω καθεξῆς. Ταῦτα δὲ εἶναι τὰ ἔγγραφα τὰ παρ’ ἐμοῦ ζητηθέντα, πλὴν τοῦ πρώτου.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ὅλα τὰ ἔγγραφα.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μόνον τὸ πρῶτον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ σημειώματι τῶν παρ’ ἐμοῦ ζητηθέντων, ἀλλ’ ἐπιπροσθέτως τὸ παρέχετε. Ἐκ τῶν ζητουμένων παρ’ ἐμοῦ κατεθέσατε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 50.816 καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 43,185, ὅπερ εἶναι τὸ ἐν τῷ ὑμετέρῳ ἐγγράφῳ σημειούμενον ὑπ’ ἀριθ. 93,285 τοῦ 1889. Ὥστε ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ ὑμετέρου ἐγγράφου, μνημονεύοντος αὐτῶν.
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠδύνατο πᾶς ἄλλος νὰ κάμῃ τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, νομίζω, δὲν ἐδικαιοῦτο, διότι τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐγγράφων δὲν ἠξεύρω, ἂν, ὅτε διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τοὺς ἐξήλεγχεν ἐν ἀκριβείᾳ. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψα, ἀναφέρει ἀριθμοὺς ἐπαναλαμβανομένους εἰς ἕτερον ἔγγραφον, ὑπάρχον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, δὲν ἀποδεικνύει ὅμως, ὅτι καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ φέροντα τοὺς ἀριθμοὺς τούτους ὑπῆρχον ὡσαύτως.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τούτου. Εἶπον ὅτι φέρω τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ὑπῆρχον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ τμῆμα ἐξέδωκε τοιαῦτα ἔγγραφα.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πόθεν ἐγινώσκετε τοὺς ἀριθμούς; πόθεν ἐγινώσκετε τὸ περιεχόμενον; Ἀναντιῤῥήτως εἴχετε τὰ πρωτόγραφα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου.
§48ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου εἶναι ἐστερημένος πάσης βάσεως. Ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τοὺς ἀριθμοὺς, νὰ μὴ κατέχῃ ὅμως τὰ σώματα τῶν ἐγγράφων. Οἱ ἀριθμοὶ ὑπῆρχον. Ποιεῖται χρῆσιν τῶν ἀριθμῶν τούτων ὁ Ὑπουργὸς, ὅταν πεισθῇ, ὅτι γίνεται εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τούτους παραπομπὴ, καὶ ὅτι ταῦτα τὰ ἔγγραφα πραγματεύονται περὶ παραχωρήσεως εἰς ἐξόρυξιν ὀρυκτοῦ. Ἐπίσης δύναται νὰ πορισθῇ τοὺς ἀριθμοὺς ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου τῶν ἐξερχομένων καὶ εἰσερχομένων ἐγγράφων, εἰ καὶ τὰ ἔγγραφα δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ἀρχείοις.
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἡ περίληψις αὐτῶν ἐντὸς τοῦ πρωτοκόλλου. Ἐκτὸς δὲ τούτου, διατὶ ἠθέλομεν θέσει εἰς κίνησιν ἕνα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, διὰ νὰ ζητήσῃ ταῦτα ἀπὸ τῆς ἑταιρίας Σίφνου–Εὐβοίας; Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔχει τὰ ἀντίγραφα, δὲν θὰ ἐζήτουν αὐτὰ, ἐὰν τὰ πρωτότυπα ὑπῆρχον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Δὲν ὑπῆρχον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, διότι ὅσα πρωτότυπα ὑπῆρχον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὰ κατέθηκα, δεικνύουσι δὲ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθηκα, ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ ἰσχυρίσθην προχθὲς, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐδόθη κἀνεὶς λογαριασμὸς παρὰ τῆς ἑταιρίας, ὄχι μόνον δὲν ἐζητήθη κἀνεὶς λογαριασμὸς παρ’ αὐτῆς, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἡ σειρὰ τῶν ἐγγράφων δεικνύει, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐθεώρει τὸ ζήτημα τοῦτο ἀσήμαντον καὶ ἐπουσιῶδες· ὁ δὲ ἁρμόδιος Νομάρχης Κυκλάδων ἐφρόνει, ὅτι ἐν Μήλῳ οὐδεμία γίνεται κατεργασία, ἐκτὸς μόνον ἐπὶ τῆς μετονομασθείσης βαρυτίνης, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ δὲν ἀξίζει τίποτε.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Φαρμακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμολογίας τῶν λογιστῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 252). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν....
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχει νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθ. 8 πιστώσεως 400,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου. Ὁ κ. συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν μοὶ λέγει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐπεῖγον, διότι ἀπαιτεῖται ἡ πληρωμὴ τῶν ἀσφαλίστρων τῶν ἐν Γαλλίᾳ κατασκευασθέντων θωρηκτῶν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως συγκατατεθῇ νὰ ψηφισθῇ κατὰ προτίμησιν ἡ πίστωσις αὕτη.
§52Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα χθὲς νὰ προτιμηθῶσι τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Πταίει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδέχθη.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1891.
§58ΣΧΙΝΑΣ. Μετὰ προσοχῆς, κύριοι Βουλευταὶ, παρηκολούθησα τὴν μακρὰν καὶ σχοινοτενῆ ἀγόρευσιν τοῦ ἐκ Παρνασσίδος κ. Βουλευτοῦ, ἵνα πεισθῶ καὶ ἐγὼ, κατὰ πόσον ἀληθεύουσι τὰ διαδιδόμενα περὶ ἑκατομμυρίων δανείων καὶ τῆς παρανόμου χρησιμοποιήσεως αὐτῶν. Ὁμολογῶ τῇ ἀληθείᾳ, ὅτι, μὲ ὅλους τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς παρέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ μὲ ὅλην τὴν λεπτομέρειαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν ἠδυνήθη νὰ πείσῃ, τοὐλάχιστον ἐμὲ, πῶς ἐδαπανήθησαν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα. Δὲν ἠδυνήθη δὲ οὔτε νὰ δώσῃ τοὐλάχιστον εἰς ἡμᾶς πραγματικὴν κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τῶν δανείων αὐτῶν, ἵνα μηδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχῃ τὸ δικαίωμα οὐδὲ νὰ εἴπῃ τι, οὐδὲ νὰ ὑποθέτῃ τὸ παραμικρόν. Τὸ μόνον βέβαιον καὶ πραγματικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον συνήγαγον ἐξ ὅλων τῶν μελετῶν μου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τὸν ὁποῖον ἐτόλμησα καὶ ἐγώ, καίτοι μὴ ὢν οἰκονομολόγος, νὰ θέσω τὴν χεῖρα, εἶναι, ὅτι κατὰ μὲν τὸ 1880 τὸ ποσὸν τῶν τόκων, τὸ ὁποῖον ἐπληρόνετο παρὰ τοῦ ἔθνους διὰ τὰ διάφορα δάνεια, ἀνήρχετο εἰς 14 περίπου ἑκατομμύρια, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο σήμερον ἀνεβιβάσθη, ὡς μὴ ὤφειλεν, εἰς 35 ἑκατομμύρια καὶ πλέον. Ποσὸν δὲ 35 ὅλων ἑκατομμυρίων διὰ τόκους ἀνταποκρίνεται βεβαίως,—ἵνα ἔλθωμεν εἰς στρογγύλους ἀριθμοὺς,—εἰς κεφάλαιον 700 ὅλων ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ὡς ἔγγιστα τὸ ποσὸν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1882, καὶ τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐκυμαίνετο μεταξὺ 190 καὶ 200 ἑκατομμυρίων. Ἑπομένως μένουσι σήμερον 450 ἕως 500 ἑκατομμύρια, διατεθέντα παρὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Τὰ ἑκατομμύρια βεβαίως ταῦτα πιστεύει τις, ὅτι ἔμελλον νὰ χρησιμοποιηθῶσι καὶ ὅτι ἴσως ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς ἐπωφελεῖς τοῦ Κράτους ἀνάγκας. Λέγω δ’ ἐπωφελεῖς τοῦ Κράτους ἀνάγκας, διότι περὶ παντὸς ἔθνους καὶ παντὸς Κράτους λαμβάνει τις ἰδέαν, ἐπισκεπτόμενος τὰ δημόσια αὐτοῦ καταστήματα. Ἀτυχῶς, μὲ ὅλην τὴν ἐπιβάρυνσιν ταύτην, δὲν δύναμαι νὰ μνημονεύσω οὔτε ἓν κατάστημα, οὐδὲ ἕν, πρὸς εὐχαρίστησιν τοὐλάχιστον τοῦ συναδέλφου μου κ. Γ. Φιλαρέτου, ἐν ᾧ νὰ συνεδριάζῃ καὶ τὸ μικρότερον δικαστήριον εἰς πόλιν τινὰ τῆς Ἑλλάδος, ἵνα ἐν αὐτῷ εὕρῃ σκιὰν ἡ θεὰ, τὴν ὁποίαν λατρεύει, οὐδὲ ἓν σχολεῖον. Ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων πρώτιστον καθῆκον ἦτο νὰ ἀνεγερθῶσι στρατῶνες, νοσοκομεῖα στρατιωτικὰ, ὡς καὶ τὰ παρομαρτοῦντα κυρίως εἰς τὸν στρατὸν, διὰ τὸν ὁποῖον οὐκ ὀλίγα δαπανῶμεν κατ’ ἔτος. Λέγω δὲ κυρίως, διότι ὁ στρατὸς σήμερον ἐγκλείει τὰ τέκνα πάσης τάξεως πολιτῶν· ἐφ’ ὅσον δὲ τὰ τέκνα ταῦτα εὑρίσκωσι στρατωνισμὸν καλὸν καὶ πάντα τὰ παρομαρτοῦντα εἰς ἀνθρώπους ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνηγμένους, ἐπανέρχονται εἰς τὰς οἰκίας των πλήρεις ὑγείας καὶ σθένους. Δυστυχῶς σήμερον διὰ τῶν ἐνεργουμένων ἐνοικιάσεων καὶ διὰ τῆς σωρεύσεως τῶν ἀνδρῶν εἰς θαλάμους κακῶς ἀεριζομένους καὶ βρωμερούς, ἀντὶ τῆς ὑγείας, λαμβάνουσι τὴν ἀσθένειαν, καὶ μὲ αὐτὴν ἐπανέρχονται εἰς τὰς οἰκίας των. Ἐὰν εἴχομεν, Κύριοι, ὑπ’ ὄψει μας στατιστικὰς πληροφορίας, ἠθέλατε παρατηρήσει ὁποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Διῆλθον ἐπ’ ἐσχάτων τὴν Βουλγαρίαν καὶ Ρουμανίαν, καὶ δὲν δύναμαι ἢ μετὰ λύπης νὰ μνημονεύσω, ὅτι ἡ μὲν Βουλγαρία ἀπέκτησε στρατῶνας, ἡ δὲ Ρουμανία ἔχει λαμπροὺς στρατῶνας καὶ τὸ ἄριστον ἴσως τῶν νοσοκομείων, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἁμιλλᾶται πρὸς τὰ ὡραιότερα νοσοκομεῖα ὅλης τῆς Εὐρώπης, εὑρίσκεται δὲ ἐν Βουκουρεστίῳ, ὑφ’ ὅλας τὰς συνθήκας τῆς ὑγιεινῆς ἄριστα λειτουργοῦν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἡμεῖς δυστυχῶς ἐμμένομεν εἰς τὰ κτίρια, τὰ ὁποῖα ἐκληροδότησεν ἡμῖν ἡ πενιχρὰ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τῶν πρώτων ἐτῶν τῆς πρώτης Βασιλείας ἡμῶν. Δὲν θέλω ἐπὶ πολὺ ἐνδιατρίψει ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου κεφαλαίου, καθόσον τοῦτο ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἑτέρας σπουδαιοτάτης συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἔθιξεν ἄλλοτε ἕτερος συνάδελφος ἡμῶν, μὴ εὑρισκόμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον, ὁ ἐκ Κεφαλληνίας πρώην βουλευτὴς κ. Κοζάκης Τυπάλδος. Παρηκολούθησα ὅλας αὐτοῦ τὰς μακρὰς ἀγορεύσεις, καὶ ἐθαύμασα τὸν ἄνδρα, μετὰ πόσου πόνου ἠσθάνετο τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὴν ἑλληνικὴν νεολαίαν καὶ τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Μεταβαίνω ἤδη καὶ αὖθις εἰς τὸ τρυφερὸν ζήτημα τῆς συγκοινωνίας. Εἶχον γνωρίσει ὑμῖν, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τὸ ἐννεαετὲς, ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τέλους τοῦ 1888, εἰσεπράχθη ἐν ὅλῳ μετὰ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον εὑρέθη τότε, ποσὸν 63,099,547 δραχμῶν, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐδαπανήθησαν 43,236,878 εἰς ἔργα ἐθνικῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐπαρχιακῆς. Ἐπληρώθησαν δὲ κατὰ τὸ ἐννεατὲς αὐτὸ διάστημα, συμφώνως μὲ τὸν νόμον, εἰς ἀποζημίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας 2,963,700. Ἑπομένως ἐδαπανήθη, ἐναντίον τοῦ κειμένου νόμου περὶ ὁδοποιΐας καὶ τοῦ δευτέρου αὐτοῦ ἄρθρου, ἐπὶ πλέον ποσὸν 16,898,969. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπανήθη, Κύριοι, διὰ νὰ μὴ λεπτολογῶ, εἰς μισθοὺς Γαλλικῆς ἀποστολῆς καὶ ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν, εἰς ἐνοίκια, εἰς ἐπαύξησιν δαπάνης τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τῆς ὁδοποιΐας, ἡ ὁποία, ἐνῷ κατὰ τὸ 1875 ὑπελόγιζε δαπάνην 4,436 δραχμῶν, ἀνεβίβασε ταύτην κατὰ τὸ 1880 εἰς 9,890, καὶ ἡ δαπάνη αὕτη κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1890 λογίζεται εἰς δρ. 26,820, ἤτοι τὰ ἔξοδα τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὑπερέβησαν τὸ ἑξαπλάσιον. Κατὰ τὸ 1883, Κύριοι, δυνάμει ἑνὸς διατάγματος λίαν σχοινοτενοῦς, ἡ πρώην Κυβέρνησις ὑπεσχέθη, καὶ διεβεβαίου ἅπαντα τὸν ἑλληνικὸν κόσμον, τὴν κατασκευὴν διαφόρων ἁμαξιτῶν κατά τε τὴν Στερεὰν καὶ τὴν Πελοπόννησον. Ὁ δὲ σχοινοτενὴς οὗτος κατάλογος περιλαμβάνει 76 ὅλας ὁδοὺς, ἐξαιρέσει μερικῶν ἄλλων, περὶ τῶν ὁποίων εἶχε προεκδοθῆ ὅμοιον διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾶτο ἡ κατὰ προτίμησιν κατασκευὴ αὐτῶν. Ἐκ τῶν 76 αὐτῶν ἁμαξιτῶν διὰ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα ὑμῖν, ἤτοι τῶν 43,000,000, ἐξετελέσθησαν μόνον 15 ὁδοὶ, 26 οὐδὲ κἂν ἐμελετήθησαν, καὶ 35 ἐξετελέσθησαν ἐν μέρει, ἤτοι μόλις τὸ πέμπτον τῶν ὑποσχεθεισῶν ὁδῶν ἐξετελέσθη, μολονότι κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἐπραγματοποιήθη, πρὸς ταχυτέραν κατασκευὴν, καὶ δάνειον 20 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Μεταξὺ τῶν σπουδαίων ὁδῶν, περὶ τῶν ὁποίων εἶχε προβλέψει προηγούμενον τούτου διάταγμα, ἦτο καὶ μία ὁδὸς, τῆς ὁποίας ἡ κατασκευὴ ἐνεκρίθη, δυνάμει τοῦ νόμου ΨΠΓʹ, διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 9 Δεκεμβρίου 1881, ἤτοι ἡ ὁδὸς ἀπὸ Λαρίσσης εἰς Βῶλον. Ἐνῷ δὲ κατὰ προτίμησιν ἀνεφέρετο, οὐδὲ μέχρι τῆς σήμερον κατεσκευάσθη. Ἡ κυριωτέρα ὁδὸς τῆς Θεσσαλίας, ἡ κυριωτέρα ὁδὸς, ἣν θὰ ἀκολουθήσωσιν οἱ στρατοὶ ἡμῶν, δὲν κατεσκευάσθη! Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ σχοινοτενὴς ἐκεῖνος κατάλογος τῶν ὁδῶν, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα· εἶναι καὶ ἄλλος κατάλογος, τὸν ὁποῖον ἐθεώρησε λίαν ἀναγκαῖον ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς καὶ Πρωθυπουργὸς νὰ ζητήσῃ. Συνέστησεν ἐπιτροπὴν πολυμελῆ, ἡ ὁποία μελετήσασα ὑπέδειξε δι’ ἐκθέσεώς της τὰς ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν κατὰ προτίμησιν κατασκευαστέας ἁμαξιτοὺς, καὶ πρὸς τοῦτο κατέταξε τὰς ἁμαξιτοὺς ταύτας εἰς κατηγορίας, ὡς τελευταίαν δὲ κατηγορίαν ἔθετο ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι συντρέχουσιν εἰς τὰ μᾶλλον ἀπέχοντα καὶ τὰ μᾶλλον κατάλληλα σημεῖα πρὸς ἐπιτήρησιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς. Ἐνῷ δὲ μετὰ πολύμοχθον ἐργασίαν κατήρτισε τὸν πίνακα, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μελετῶν αὐτῆς ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν ἔκτοτε, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω σήμερον ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι οὐδεμία ὁδὸς ἐκ τῶν ὑποδειχθεισῶν κατεσκευάσθη. Λέγω δὲ τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος, καθόσον ἐλεύσεται ἡμέρα, καὶ δὲν εἶναι μακρὰν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μείνωμεν πάλιν ἄνευ ὁδῶν, ἄνευ γεφυρῶν, ἄνευ συγκοινωνίας εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Φενακίζονται καὶ ἀπατῶνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι μόνον ὁ σιδηρόδρομος εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς μετακίνησιν τοῦ στρατοῦ, διότι ἡ Γαλλία ὡς καὶ ἅπαντα τὰ ἔθνη τῆς Εὐρώπης, τὰ ὁποῖα διασταυροῦνται καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις διὰ σιδηροδρόμων, τοὺς ὁποίους πάντες οἱ ἐξ ὑμῶν περιηγηθέντες γνωρίζετε καλῶς, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἔθνη ἐπιμελοῦνται ἰδιαιτέρως τῆς δι’ ἁμαξιτῶν συγκοινωνίας. Ἑπομένως θεωρῶ πρώτιστον καθῆκον πάσης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ μεριμνήσῃ περὶ κατασκευῆς τῶν κυριωτέρων στρατιωτικῶν ὁδῶν, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται τὸ μέλλον τῆς πατρίδος ἡμῶν ἐν πάσῃ ἐνδεχομένῃ περιπτώσει. Περιττὸν κρίνω, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω μέρος τῆς ἐκθέσεως ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐπισήμου ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, μνημονεύω μόνον, ὅτι ἐνεκρίθησαν πρὸ τοῦ 1883 διὰ Β. διατάγματος κατὰ προτίμησιν κατασκευαστέαι ὁδοὶ 4 μόνον, οὐδεμία δ’ ἐξ αὐτῶν κατεσκευάσθη. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ἔσχον τὴν εὐτυχίαν ἢ τὴν δυστυχίαν, καὶ ἰδίως οἱ ἀναμιγνυόμενοι εἰς τὰς ἐκλογικὰς διαμάχας, νὰ διασχίσωσι κατὰ διαφόρους διευθύνσεις τὰς ἐπαρχίας αὑτῶν, καὶ νὰ τρέξωσι πρὸς τοὺς ἀπωτέρους αὑτῶν δήμους. Ὅλοι γνωρίζετε, τί ὑποφέρει ὁ δυστυχὴς χωρικός, ὁ δυστυχὴς ἀγρότης, ὁ ὁποῖος, ἐργαζόμενος καὶ μεταβαίνων εἰς τὴν πόλιν, ἵνα πωλήσῃ τὰ προϊόντα αὑτοῦ, ἢ ἐπιστρέφων ἐκ τῆς πόλεως εἰς τὸ χωρίον του, παρεμποδίζεται, ἀπὸ τί νομίζετε; Ἀπὸ μικρόν τινα χείμαῤῥον, ἕνεκα ἐλλείψεως ἁπλοῦ τινος γεφυριδίου. Δυστυχῶς τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὀρεινὸν, καὶ διασχίζεται ὑπὸ πολλῶν χειμάῤῥων, οἱ δὲ χείμαῤῥοι οὗτοι διακόπτουσι μεγάλως τὴν συγκοινωνίαν, καὶ παραβλάπτουσιν αὐτήν. Ὁ ἀγρότης, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν, καὶ νὰ μεριμνήσωμεν ἰδιαιτέρως, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἁμαξιτῶν. Αὐτὸς, ἐπὶ τοῦ ἡμιόνου του ἢ καὶ ἐπὶ τῆς ῥάχεώς του πολλάκις φέρων τὸν σάκκον αὑτοῦ, μεταβαίνει ἵνα πωλήσῃ τὰ προϊόντα του καὶ παρεμποδίζεται, ὡς εἶπον, μόνον ἐκ τῆς ἐλλείψεως μικροῦ τινος γεφυριδίου. Ποία μέριμνα, Κύριοι, ἐλήφθη ὑπὲρ ἐκείνου τοῦ ἀγρότου ἐκ τῶν τόσων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐῤῥίφθησαν τῇδε κἀκεῖσε; Προκαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν διατρέξας τὴν Εὐρυτανίαν εὗρε δημόσιόν τι ἔργον ἐν αὐτῇ. Οὐδαμοῦ! Καὶ ἐν τούτοις ἂς μάθῃ, ὅτι εἰς τὸν νομόν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἐδαπανήθη ποσὸν ἐπὶ πλέον τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία ἀναλογεῖ εἰς τὸν νομὸν τοῦτον, ἤτοι ποσὸν 6,485,805.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ πόσα ἔτη;
§60ΣΧΙΝΑΣ. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἤτοι ἀφ’ ὅτου συνέστη τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸ 1867. Καὶ ἐν τοσούτῳ αἱ κύριαι ἀνάγκαι τοῦ τόπου δὲν ἐξετελέσθησαν. Ἡ Εὐρυτανία π. χ. εἶναι ἀποκεκλεισμένη....
§61ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Μήπως ὑπελογίσατε τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος;
§62ΣΧΙΝΑΣ. Τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἡ μὲν πίστωσις ἀνέρχεται μέχρι τέλους τοῦ 1887 εἰς 8,246,282, αἱ δὲ δαπάναι διὰ τὴν ὁδοποιΐαν εἰς 5,337,349.
§63ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὥστε ὀφείλονται 3 ἑκατομμύρια.
§64ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα. Οἱ κυρίως ὑπερβάντες τὰς πιστώσεις των νομοὶ εἶναι ὁ νομὸς τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, ὁ νομὸς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πλέον τῆς ἀναλογούσης αὐτῷ μερίδος δραχμαὶ 4,776,052, καὶ δύο ἄλλοι.
§65ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἐδαπανήθησαν τόσα εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, καὶ ἐν τούτοις ἡ σπουδαιοτάτη ἐθνικὴ ὁδὸς, ἡ ἄγουσα ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν καὶ διερχομένη διὰ τοῦ νομοῦ ἐκείνου, εἶναι ἀκόμη ἀτελής. Ἐδαπανήθησαν τὰ ἑκατομμύρια εἰς ὁδοὺς καὶ γεφύρας ἐπουσιώδεις ὅλως καὶ ἐξυπηρετούσας ἐνιαχοῦ ἰδιωτικὰ μόνον συμφέροντα, ὡς μία ὁδὸς λ. χ. κατασκευασθεῖσα ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τὸν μύλον ἑνὸς πρώην Βουλευτοῦ. Ἰδοὺ τὸ σύμπλεγμα τῶν ὁδῶν, τὸ ὁποῖον χθὲς ἐξύμνησεν ὁ κ. Σιμόπουλος ὡς γενόμενον κατὰ σχέδιον προδιαγεγραμμένον, κατὰ σχέδιον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τοῦ τόπου!
§66Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ Δωρὶς δὲν εἶναι παραπονεμένη· δικαίως ὡμίλει ὁ κ. Σιμόπουλος χθές.
§67ΣΧΙΝΑΣ. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ διάθεσις τῶν κεφαλαίων δὲν ἐγένετο ἀναλόγως τῶν πραγματικῶν τῆς χώρας ἀναγκῶν· δὲν ἐγένετο δὲ οὐχὶ ἐκ κακῆς θελήσεως, πιστεύω, τοῦ πρώην Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι τὴν συγκοινωνίαν τῆς χώρας ἐνεπιστεύθη εἰς ξένους, ἀγνοοῦντας τὴν χώραν, καὶ παρὰ τῶν ξένων δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλα ἀποτελέσματα, παρὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καὶ διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ αὐτὸς δυστυχῶς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχω ἄλλην ἀφορμὴν κατὰ τοῦ πρώην κ. Προέδρου, εὑρίσκομαι εἰς τὴν θέσιν νὰ τὸν κακίσω διὰ τὴν σπουδαίαν ταύτην παράλειψιν, προκειμένου περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν ἅπαντες νὰ μεριμνῶμεν ἰδιαιτέρως· λέγω δὲ ἰδιαιτέρως, διότι, ἐὰν εὐημερῇ ὁ χωρικὸς, θὰ εὐημερήσῃ καὶ ἡ Πολιτεία, ὅταν ὁ δ’ χωρικὸς ἦναι πτωχὸς, θὰ ἦναι καὶ ἡ Πολιτεία πτωχή. Μὴ λησμονῆτε δὲ, Κύριοι, τὴν ἀρχὴν τοῦ μεγάλου ἐκείνου τῆς Γαλλίας οἰκονομολόγου, τοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ Ἐῤῥίκου IV, τοῦ M. Sully, ὁ ὁποῖος ὡς ἀρχὴν τῆς εὐτυχίας τῆς χώρας ἔθετο τὴν εὐτυχίαν τοῦ ἀγρότου, διότι ἔλεγεν ὅτι, ὅταν ὁ χωρικὸς ἔχῃ εἰς τὴν χύτραν του κατὰ Κυριακὴν ἀνὰ μίαν ὄρνιθα, τότε θέλει εὐτυχήσει καὶ ἡ χώρα· ἐπανελάμβανε δέ: «Labourage et pâturage sont les deux mamelles dont la France est alimentée». Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν ἰδιαζόντως περὶ τοῦ χωρικοῦ, διότι ὁ λαὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀνέδειξεν ἡμᾶς Βουλευτὰς καὶ ὁ ὁποῖος ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ καθήμεθα ἐδῶ, καὶ μόνην μας μέριμναν καὶ φροντίδα πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ εἶχον εἰς χεῖράς μου, μετὰ τῶν ὑποβληθέντων πινάκων καὶ καταστάσεων τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, καὶ τοὺς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ αὐτῶν ἐπιτρέψατέ μοι, ἵνα ἐν συντόμῳ καὶ δι’ ὀλίγων καταστήσω καὶ ὑμᾶς ἐνημέρους ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου κεφαλαίου. Ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, ἀρχόμενος ἐκ Μύλων καὶ διερχόμενος διὰ Τριπόλεως, Λεονταρίου, Μελιγαλᾶ, καταλήγει εἰς Καλάμας. Κατὰ τὴν προκαταρκτικὴν μελέτην τοῦ κ. Γκοτλὰν, τὸ μῆκος τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἀνέρχεται εἰς 185 χιλιόμετρα, κατὰ τὴν γενομένην δὲ ἐκχώρησιν, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, ὡρίσθη εἰς 180 χιλιόμετρα. Κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Γκοτλὰν, ἐπὶ 180 χιλιομέτρων ἡ δαπάνη τοῦ σιδηροδρόμου ἀνεβιβάσθη εἰς 20 ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὸν ἐξελέγξαντα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον κ. Ρονδὲλ, ἡ δαπάνη κατεβιβάσθη εἰς 19,440,000, ὑπολογιζομένου τοῦ χιλιομέτρου πρὸς 108,000 φράγκα, ἀντὶ τῶν 113,000, τὰ ὁποῖα ὥριζεν ὁ κ. Γκοτλάν. Ὁ κ. Ρονδὲλ γράφει ἐν τῇ ἐκθέσει του περὶ τοῦ κ. Γκοτλὰν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Μεμφόμεθα μόνον αὐτοῦ, διότι ἐξώγκωσε κἄπως τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ περιορισθῶσι σημαντικῶς....» Ὁ κ. Ρονδὲλ καταβιβάζει τὴν δαπάνην λίαν τεχνηέντως· ὁρίζει δι’ ἐκχώματα καὶ μεταφορὰν 500,000, πρὸς 3,50 χρυσᾶ φράγκα τὸ μέτρον, τὸν δὲ ἐκβραχισμὸν πρὸς 5,50. Λέγω τοῦτο, διότι ἐδῶ διὰ τὰς πέτρας μόνον πληρόνομεν 3 δραχμὰς χαρτίνας τὸ κυβικὸν μέτρον. Ἑπομένως καὶ τὴν δαπάνην ταύτην θεωρῶ λίαν ὑπερβολικήν. Ἐν τούτοις ἡ ἐργασία αὕτη ἐξεδόθη εἰς ἐργολαβίαν ἀντὶ ποσοῦ 24 ἑκατομμυρίων, ἀπὸ τῶν ὁποίων, ἵνα ἦμαι ἀκριβὴς, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐκτελέσεως θὰ πληρωθῶσιν οἱ τόκοι τοῦ δανείου, ἀνερχόμενοι εἰς 1,900,000, ἤτοι μένουσιν 22,100,000, ἀντὶ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ρονδὲλ λίαν ἐπιεικῶς προϋπολογισθέντων 19,340,000. Ἀλλ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀκολούθου. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἔκθεσιν, ἐκ τῶν κατατεθεισῶν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς: «Τὰ διαγράμματα τοῦ ὑπολειπομένου μέρους ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Μελιγαλᾶ (80 χιλιόμετρα) συνετελέσθησαν καὶ ἤδη ὑπεβλήθησαν». Ἡ ἀδιάκοπος ἐπιμονή μου νὰ ζητῶ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν κατάστασιν τῆς ταξινομήσεως τῶν ἔργων, τὴν ὁποίαν οἱ Γάλλοι ὀνομάζουσι barem, ἦτο ὅπως ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον καθιέρωσαν οἱ Γάλλοι, ὁ ἐργολάβος, ἐκτελέσας τὰ ἁπλούστατα τῶν ἔργων, μέχρι σήμερον ἔλαβε 16 ἢ 18 ἑκατομμύρια, καὶ ὑπολείπονται μόνον 6. Ἀλλὰ διὰ τῶν 6 τούτων ἑκατομμυρίων λέγω ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ ὅλος ὁ σιδηρόδρομος. Ἀλλὰ τὸ μᾶλλον σπουδαῖον εἶναι, ὅτι τὴν 21 Μαΐου τοῦ 1891, δυνάμει τῆς συμβάσεως, ὁ ἐργολάβος ἢ ὁ ἀνάδοχος τοῦ σιδηροδρόμου τούτου εἶναι ὑπόχρεως νὰ παραδώσῃ τὸν σιδηρόδρομον. Ἐὰν δὲ δὲν τὸν παραδώσῃ, ἔχει ὡς ποινικὴν ῥήτραν, τί νομίζετε; τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ πρὸς 6% ἀναβιβάζεται εἰς 1,500,000, ἡ δὲ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν κατέθεσεν, εἶναι μόνον 450,000. Τί ἐχέγγυον θέλομεν ἔχει αὔριον, δίδοντες εἰς αὐτὸν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ἐργασίας; Οὐδέν! Ὅ,τι λέγω, Κύριοι, εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπιπόνου ἐρεύνης καὶ προσωπικῆς μου ἐργασίας, καὶ δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων. Ὁ κ. Γκοτλὰν ἐν τῇ ἐκθέσει του λέγει (ἀναγινώσκει): «... Δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ ἐργασίαι ἐξακολουθήσωσι μετὰ τῆς αὐτῆς δραστηριότητος, ὡς σήμερον, τὰ τμήματα ἀπὸ Καλαμῶν εἰς Μελιγαλᾶ καὶ ἀπὸ Μύλων εἰς Ἀχλαδόκαμπον θὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ κοινοῦ τὴν 1 Μαρτίου, ἡ δὲ γραμμὴ ἀπὸ Μύλων εἰς Τρίπολιν τὴν 1 Μαΐου τρ. ἔ».
§68ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν ἔχει;
§69ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἔχει χρονολογίαν. Ὀφείλω δὲ νὰ ἀναφέρω καὶ ἓν παράπονον. Ὑπέβαλον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν λεπτομερῆ κατάστασιν περὶ τῆς ὁδοποιΐας, — καὶ τοῦτο ἔπραξα οὐχὶ ἐκ κακῆς θελήσεως, ἀλλὰ ὡς θέλων νὰ καταστήσω κοινωνοὺς τῆς ἐργασίας μου καὶ τοὺς συναδέλφους μου,—ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶχον θέσει τὴν ὑπογραφήν μου, οἱ «Καιροὶ» τῆς σήμερον ἀναγράφουσι τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, τῶν ὁποίων ἐγὼ φέρω τὴν εὐθύνην, ὡς κατατεθέντα ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§70Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τοῦ πράγματος.
§71ΣΧΙΝΑΣ. Βεβαίως! Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι προῆλθεν ἐκ παραδρομῆς. Ἐπανέρχομαι. Τὰ δυσκολώτερα μέρη τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν εἶναι τὸ μεταξὺ τοῦ 6ου καὶ 7ου χιλιομέτρου, τὸ μεταξὺ 17ου καὶ 33ου, τὸ μεταξὺ 70οῦ καὶ 80οῦ, τὸ μεταξὺ 90οῦ καὶ 97ου, καὶ τέλος τὸ μεταξὺ 119ου καὶ 138ου χιλιομέτρου. Τὰ τρία τελευταῖα τμήματα κεῖνται μεταξὺ Τριπόλεως καὶ Μελιγαλᾶ· ἀπὸ τοῦ Μελιγαλᾶ δὲ μέχρι Καλαμῶν εἶναι πεδιὰς, τὰ δὲ πεδινὰ μέρη τὰ ἐξετέλεσαν. Τί δὲ νομίζετε ὅτι πληρόνομεν διὰ τὴν ἁπλῆν ἐκείνην ἐργασίαν τῆς ὑποδομῆς; Θὰ σᾶς εἴπω καὶ θὰ φρίξητε! 35,000 φράγκα χρυσᾶ τὸ χιλιόμετρον, δι’ ἐργασίαν, ἡ ὁποία, ἐὰν ἀκριβῶς τὴν ἐκτιμήσητε, δὲν ἀξίζει περισσότερον τῶν 5 ἢ 6 χιλιάδων δραχμῶν. Ὅποταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, τότε ἐκ νέου θέλω ἐπιληφθῆ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ἤδη θεωρῶ καθῆκόν μου ἰδιαιτέρως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν σιδηρῶν ῥάβδων, διότι αὗται πρέπει νὰ ἦναι, κατὰ τὴν σύμβασιν, ἐκ χάλυβος Bessemer, καὶ νὰ ἕλκωσι βάρος 25 χιλιογρ. καὶ 56/00. Ἄς μὴ ἀπατηθῇ δὲ οὐδὲν μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ῥάβδοι τινὲς ἔχωσι βάρος μεγαλύτερον. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς, ὅτι τεκταίνονται μυρία ὅσα εἰς τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§72ΔΑΓΡΕΣ. Οὔτε τὸν ἐρχόμενον χειμῶνα δὲν θὰ ἔχωμεν ἕτοιμον τὸν σιδηρόδρομον.
§73ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ὑπῆρξα ἐπιθεωρητὴς δυστυχῶς· ἐκφέρω γνώμην μόνον. Ὁ κ. πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ παρέσχεν εὐκολίας τινὰς εἰς τὸ νὰ διατρέξω τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα· τὴν Πελοπόννησον δὲν γνωρίζω καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι τὰ δύσκολα ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου τούτου οὐδὲ κἂν ἤρχισαν. Ἐπίσης καὶ ὅτι αἱ σιδηραῖ ῥάβδοι δὲν εἶναι κατὰ τὴν σύμβασιν, ἡ ἐπιτήρησις δὲν γίνεται ὡς πρέπει, καὶ αἱ κλίσεις μετεβλήθησαν. Θὰ ἔλθῃ δὲ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δυνηθῶμεν νὰ μεταβῶμεν ἐπὶ τόπου, καὶ τότε καὶ ἐγὼ ὑπὸ προσωπικήν μου εὐθύνην θέλω ἐξηγήσει τὰ τοῦ πράγματος Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἤδη νὰ μεταβῶ εἰς ἕτερον ἀντικείμενον ἐπίσης σπουδαῖον καὶ ἐνδιαφέρον. Δι’ εἰδικοῦ νόμου ἐξεχωρήθησαν τὰ μονοπώλια τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν πυρείων καὶ ἄλλων. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ τούτῳ ἐξεχωρήθη ἰδιαιτέρως καὶ ἄνευ ὑποχρεωτικοῦ λόγου ἡ πώλησις τῶν ἁλάτων, διὰ συμβάσεως ὑπογραφείσης τὴν 3 Ἰανουαρίου τοῦ 1888. Διὰ τῆς πωλήσεως τῶν ἁλάτων λαμβάνει ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλίων τὸ οὐκ εὐκαταφρόνητον ποσὸν τῶν 700,000 δραχμῶν, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσθέσῃ 34 ἁλαταποθήκας, τὰς ὁποίας καὶ κατέστησεν ἡ ἑταιρία αὕτη. Πρὸς τοῦτο δὲ τὸ ἅλας ὑπερετιμήθη, καὶ ἀπὸ 10 διετιμήθη εἰς 15 λεπτά. Ἡ γενομένη δὲ ἐκχώρησις εἰς τὰ Μονοπώλια ἐγένετο δι’ οὐδένα ἕτερον λόγον ἢ ὅπως παρασχεθῶσιν εὐκολίαι εἰς τοὺς κατοίκους ὅλων τῶν μερῶν. Ἐν τούτοις δύο κακὰ συνέβησαν· ἀφ’ ἑνὸς μὲν αἱ ἁλαταποθῆκαι δὲν ἐτοποθετήθησαν ὡς ἔδει ἀπ’ ἀρχῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν ἐμπεριεῖχον τὸ ὡρισμένον πραγματικὸν ἀπόθεμα. Τούτου δ’ ἕνεκα οἱ ἄνθρωποι, εἰς πλεῖστα μέρη,—καὶ ἔχω περὶ τούτου πολλὰς ἐπιστολὰς ἐκ τῆς πατρίδος μου,—τὸ ἅλας ἀγοράζουσι πρὸς 60 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο εἰς τοῦτο νὰ καταλήξουν, καλλίτερον ἦτο ν’ ἀφήσουν τὰ ἅλατα εἰς τὰς ἁλυκὰς τοῦ Βώλου, καὶ νὰ δώσουν τὴν ὠφέλειαν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελε τὰ μεταφέρει. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ ἐρευνήσῃ, ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὸ ἔθνος, ἀντὶ τῶν 700,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας προσφέρει σήμερον εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὴν κατάρτισιν καὶ συντήρησιν τῶν ἀποθηκῶν καὶ τὴν χορήγησιν τοῦ ἅλατος εἰς τὸ κοινὸν πρὸς 15 λεπτά. Ἐκάκισα ἐν πολλοῖς τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν οὐχὶ ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἐκ καθήκοντος· ἐκ καθήκοντος δ’ ἐπίσης ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω χάριτας εἰς αὐτὴν διὰ τὴν μετάκλησιν τῆς γεωδαιτικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς καταρτισμὸν γεωδαιτικοῦ χάρτου τῆς Ἑλλάδος, ἀποτελουμένης ἀπὸ τὸν ἔξοχον γεωδαίτην κ. Χὰρτλ καὶ δύο παρ’ αὐτῷ ἀξιωματικοὺς Αὐστριακούς. Οἱ κύριοι οὗτοι, ἐλθόντες ἐνταῦθα, ἐπελήφθησαν τῆς ἐργασίας των μετὰ τῆς δεούσης δραστηριότητος· καίτοι δὲ ἐγὼ κακίζω τοὺς ξένους, ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν καλὸν συνταγματάρχην διὰ τὴν ἔξοχον διδασκαλίαν του, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν τεθέντας Ἕλληνας ἀξιωματικούς. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ τρεῖς οὗτοι ἀνέδειξαν νέους ἀξιωματικούς, πρὸ ὀλίγων μόνον ἐτῶν ἐξελθόντας τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου τῶν Εὐελπίδων, ἀρίστους γεωδαίτας, ἐργαζομένους μεμονωμένως καὶ δυναμένους νὰ ἐκτελέσωσι γεωδαιτικὰς ἐργασίας. Ἐὰν τὸ αὐτὸ ἔκαμνεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ὡς πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν, ἤτοι νὰ μετακαλέσῃ ἐξ Εὐρώπης ἕνα ἀρχιτέκτονα καὶ ἕνα γεφυροποιὸν, καὶ νὰ θέσῃ ὑπ’ αὐτοὺς Ἕλληνας μηχανικούς, ἤθελεν εἶσθαι βέβαιος, ὅτι νῦν ἠθέλομεν ἔχει ἀρίστους ἄνδρας, δυναμένους νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα οὐχὶ ἀντὶ ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἀντὶ ἑκατοντάδων ἢ χιλιάδων τινῶν δραχμῶν μόνον. Διὰ τοῦτο καταφέρομαι κατὰ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, διότι αὕτη ἀφήρπασεν ἀφ’ ἡμῶν τὰ ἔργα, καὶ οὐδόλως συνετέλεσεν εἰς καθοδήγησιν τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου κατάστασιν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ Λ. Πολίνη, ὁ ὁποῖος ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους, τοῦ 1889, ἔλαβεν ὑπέρογκα ποσὰ, οὐχὶ διὰ γεωδαιτικὰς ἐργασίας, ἀλλὰ δι’ ἁπλᾶς τοπογραφικὰς, τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν οὐχὶ μαθηταὶ τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ τελευταῖοι μαθηταὶ, οἱ ἐξελθόντες ἐκ τοῦ σχολείου τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι συνεργασθέντες ἐν Θεσσαλίᾳ ἀνεδείχθησαν ἄριστοι. Ἐν τούτοις εἰς τὸν κ. Πολίνην ἐπληρώθησαν 60 χιλιάδες δραχμαί. Προσθέτω δὲ, ὅτι διὰ τοπογραφικὰς ἐργασίας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅταν συνδέωνται ἁπλῶς μὲ χωροστάθμησιν, πληρόνει 8 λεπτὰ κατὰ στρέμμα.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ πόσα ἐπληρόνετο ὁ Πολίνης;
§75ΣΧΙΝΑΣ. 50 λεπτὰ κατὰ στρέμμα.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 50 λεπτὰ τὰ 10 στρέμματα, δηλαδὴ 5 λεπτὰ τὸ στρέμμα.
§77ΣΧΙΝΑΣ. Ἠξεύρετε τί θὰ εἴπῃ ἐκτέλεσις τοιαύτης ἐργασίας ἐπὶ ὁμαλοῦ ἐδάφους; Ἐρωτήσατέ με ὡς μηχανικόν. Εἰς αὐτὸν ἔμεινε καθαρὸν κέρδος, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δηλ. τῶν δαπανῶν, πλέον τῶν 40,000 δραχμῶν, ἐκτὸς τῶν 18,000, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐργολαβικῶς διὰ τὰ σχέδια τοῦ σιδηροδρόμου Ὀλυμπίων–Καρυταίνης. Ἔπρεπε, φαίνεται, εἰς τὸ σμῆνος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν εἰς τὸ σμῆνος τῶν μηχανικῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, εἰς τὸ ὁποῖον προστίθενται σήμερον καὶ ἄλλοι δύο, ὡς καὶ τὸ τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν, ἔπρεπε νὰ δώσωμεν καὶ δι’ ἐργολαβίας εἰς ἄλλους ἐκτέλεσιν ἁπλῶν τοπογραφικῶν ἐργασιῶν. Καὶ τί ἔργα ἐξετελέσθησαν; Ἐζήτησα, συμφώνως μὲ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τὸν πίνακα τῶν ἐν ἐκτελέσει ἔργων, ἵνα κρίνω ἐξ αὐτοῦ πόσων μηχανικῶν ἀνάγκην ἔχομεν,—διότι βεβαίως σοφὸς ἦτο ὁ νομοθέτης, ἐκ τοῦ ὁποίου μετεφράσαμεν τὰς διατάξεις αὐτοῦ,— ἀλλὰ δέν μοι ἐδόθη εἰσέτι. Ὁ κ. πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξετέλεσε καὶ δύο ἄλλα ἔργα καλὰ, καὶ ὀφείλω νὰ τὰ μνημονεύσω. Τὸ ἓν τούτων εἶναι ἡ σύστασις τοῦ σχολείου τῶν ὑπαξιωματικῶν, τοῦ σχολείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔδωκε καὶ θέλει δίδει τοὺς καλλιτέρους ἀξιωματικοὺς εἰς τὸ σῶμα τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ ἱππικοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. πρώην Πρόεδρος ἠδίκησε μεγάλως τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, διότι ἐξελθόντες ἀπὸ τοῦ 1884 ἀπὸ τοῦ σχολείου καὶ λαβόντες τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ἐξακολουθοῦσι μένοντες μὲ τὸν βαθμὸν τοῦτον, ἐνῷ οἱ ἀποῤῥιφθέντες κατὰ τὴν πρώτην ἐξέτασιν, ὡς ἀνίκανοι, κατετάχθησαν εἰς τὸ σῶμα τοῦ οἰκονομικοῦ, καὶ φέρουσι σήμερον τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ. Τοῦτο εἶναι ἄδικον διὰ νέους, οἱ ὁποῖοι ἡμέραν τινὰ θέλουσιν ἀναδειχθῆ ἀνώτεροι τῶν προσδοκιῶν μας. Λέγω δὲ τοῦτο μετὰ παῤῥησίας, διότι ηὐτύχησα νὰ ἦμαι διευθυντὴς τῶν σπουδῶν των ἐπὶ τετραετίαν· ἠξεύρω δὲ, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων εἶναι ἄριστα κατηρτισμένοι, πολλοὶ δ’ ἐξ αὐτῶν ἐξακολουθοῦσι καταγινόμενοι. Ταῦτα εἶπον, ἵνα παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐφαρμόσῃ, εἰ δυνατὸν, καὶ ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν ὅ,τι ἐφηρμόσθη ἐν Γαλλίᾳ, ἐν ᾗ δι’ εἰδικοῦ νόμου οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ὑπολοχαγοὶ ἐτάχθησαν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ. Ἄλλως τε δὲ οἱ ἄνω βαθμοφόροι ἔχουσι καὶ τὰ αὐτὰ καθήκοντα, διαφορὰ δὲ μικρὰ εἶναι μόνον ὡς πρὸς τὸν μισθὸν, διαφορὰ μόνον 19 ἢ 20 δραχμῶν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως μισθοῦ, ἀλλὰ περὶ τῆς ἠθικῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξεπαιδεύθησαν, καὶ μετὰ ἑπταετίαν πρέπει νὰ τύχωσιν ἠθικῆς ἱκανοποιήσεως. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς στρατιωτικοὺς συναδέλφους νὰ ὑψώσωσι φωνὴν καὶ ἔλθωσι πρὸς ἐνίσχυσίν μου.
§78ΚΟΡΠΑΣ. Πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ὁ πίναξ.
§79ΣΧΙΝΑΣ. Ἔχω καὶ σχετικοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους, ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὑποβάλω.
§80ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρέπει νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδιον, διότι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν εἴμεθα τῆς ἰδέας σας.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί νὰ γείνῃ;
§82ΣΧΙΝΑΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ, κύριε συνάδελφε, δηλ. ὁ βαθμὸς τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ νὰ ἐξισωθῇ πρὸς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ.
§83ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Διατὶ νὰ μὴ τοὺς κάμωμεν ὅλους ὑπολοχαγούς;
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὄχι ὅλους· τὰ δύο τρίτα.
§85ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπάρχει νομίζω σημείωσις, καθ’ ἣν ἡ δαπάνη δὲν εἶναι πολὺ μεγάλη.
§86ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θὰ προστεθῇ, εἶναι 30 χιλ. δραχμῶν. Οὕτω θὰ ἱκανοποιηθῶσιν οἱ ἄνδρες πληρέστατα, οὐχὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ἀλλ’ ἠθικῶς, διότι δὲν θὰ ἦναι κατώτεροι ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἄλλοτε εἶχον ὑπαξιωματικοὺς καὶ οἱ ὁποῖοι νῦν εἶναι ὑπολοχαγοί. Ἐπὶ ἑτέρου, Κύριοι, ἀντικειμένου σπουδαιοτάτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἀναγράφονται οὐκ εὐκαταφρόνητα ποσὰ δι’ ἐνοίκια διαφόρων οἰκημάτων, ὅλως ἀχρήστων εἰς τὸν προορισμὸν, δι’ ὃν εἰσι προωρισμένα· π. χ. ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης διὰ φυλακὰς δραχ. 81,000, διὰ διάφορα ἐνοίκια 205,756, ἐν τῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 9,800, τῆς Παιδείας 197,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐνοίκια 200,000, κλπ. Ἤτοι τὸ ὅλον 703,103, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα τὸ 1891. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐπέστη ὁ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ζήτημα πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ διατηρῶμεν ὡς δημόσια καταστήματα οἰκήματα ἢ κτίρια, τὰ ὁποῖα διὰ πᾶν ἄλλο εἶναι προωρισμένα.
§87ΛΕΒΙΔΗΣ. Καλλίτερα νὰ ἔχωμεν τοιαῦτα καταστήματα, παρὰ τὸ νέον κατάστημα τοῦ Στρατοδικείου.
§88ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἐννοῶ καταστήματα πολυτελείας, ἀλλὰ καταστήματα ἀνταποκρινόμενα εἰς τὸν προορισμόν των. Αἱ 703 χιλιάδες δραχμαὶ δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσι δάνειον 14 ἑκατομμυρίων, πρὸς 4% καὶ 1% χρεωλύσιον. Τοιαῦτα καταστήματα δυνάμεθα νὰ κατασκευάσωμεν διὰ τῶν 1¼ αὐτῶν ἑκατομμυρίων, καταλλήλως διατιθεμένων, οὐχὶ διὰ ξένων καὶ ἀλλοδαπῶν, ἐπιβαλλόντων δαπάνας ἐπὶ δαπανῶν, ἀλλὰ δι’ ἀνθρώπων τὸν τόπον γνωριζόντων καὶ πονούντων τὴν χώραν, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν, ὡς ὑπέμνησεν ὁ κ. Λεβίδης, ἓν Στρατοδικεῖον τραγελαφικὸν, ἐξάμβλωμα ἀρχιτεκτονικῆς καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐντρέπεται ὄχι καλλιτέχνης, ὄχι ἀρχιτέκτων, ἀλλ’ οἱοσδήποτε νὰ εἰσέλθῃ. Πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος ὀφείλω ν’ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: πόθεν θέλει πληρώσει τοὺς μισθοὺς τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν; πόθεν θέλει πληρώσει τοὺς μισθοὺς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, καὶ πόθεν τὰ ἐνοίκια τῶν νομομηχανικῶν; Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὀφείλει καὶ ἔχει καθῆκον νὰ μὴ θέσῃ βέβηλον χεῖρα ἐπὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ὡς ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔπραξεν, ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας ἐν ἄρθρῳ 2 ὁρίζει ῥητῶς περὶ τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας, ὅτι «δαπανῶνται δι’ ἐπιταγῆς τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἀποκλειστικῶς πρὸς κατασκευὴν καὶ συντήρησιν ἐθνικῶν ὁδῶν, πρὸς συντήρησιν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, καὶ πρὸς συνδρομὴν τῆς διὰ θαλάσσης ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας». Εἰς ἔργα τοιαῦτα ἀποκλειστικῶς πρέπει νὰ διατίθηνται τὰ χρήματα τῆς ὁδοποιΐας· διάταγμα δὲ τοῦ 1880, τὸ ὁποῖον καὶ χθὲς ἀνέγνωσα, ὁρίζει τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κατατέμνηται τὸ κατ’ ἔτος δαπανώμενον ποσὸν διὰ τὴν διάθεσιν εἰς αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν ἐργασίαν. Δυστυχῶς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπεισῆλθον εἰς τὰ κεφάλαια τῆς ὁδοποιΐας, καὶ εἰς τὰς δαπάνας αὐτῆς λίαν τεχνηέντως προσετέθησαν αἱ δαπάναι τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν καὶ ἐπὶ πλέον τὰ ἐνοίκια τῶν νομομηχανικῶν. Οἱονδήποτε προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἐρευνήσητε, θέλετε ἴδει τὰ ἐνοίκια τῶν νομομηχανικῶν ἀναγραφόμενα, καὶ ἐν τοσούτῳ χάριν τοῦ ἰσοζυγίου τὰ ἐνοίκια αὐτὰ μετεφέρθησαν εἰς βάρος τῆς ὁδοποιΐας, χάριν τοῦ ἰσοζυγίου αἱ δαπάναι τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς μετεφέρθησαν ἐπίσης εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, τὰ τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν ἐπίσης εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, χάριν τοῦ ἰσοζυγίου. Διάταξις ῥητὴ τῆς συμβάσεως ὁρίζει ἐπακριβῶς τὰς ἐργασίας τῶν μελῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Ἰδοὺ ὁ προορισμὸς αὐτῆς (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 1 § αʹ) Γενικαὶ μελέται ἔργων. § βʹ) Ἐξέλεγξις δημοσίων ἔργων. § γʹ) Παραλαβὴ δημοσίων ἔργων. § δʹ) Ἐξέτασις μελετῶν ὑποβαλλομένων πρὸς ἐξέλεγξιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων. § εʹ) Προκαταρκτικαὶ μελέται παντὸς σπουδαίου ζητήματος ἀναγομένου εἰς τὰ δημόσια ἔργα». Ἀλλὰ αἱ γενικαὶ μελέται, τὰ ὑδραυλικὰ, οἱ σιδηρόδρομοι εἶναι τῆς ὁδοποιΐας ὑποχρεώσεις; Αὐτὰ ὑπάγονται εἰς ἄλλα κεφάλαια καὶ εἰς ἄλλα ἄρθρα· καὶ ἐν τούτοις τὸ δυστυχὲς αὐτὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον συντηρεῖται ἀπὸ τὸν ἀγρότην καὶ τὸ ὁποῖον δι’ αὐτὸν προωρίσθη, αὐτὸ κατεδικάσθη καὶ ἐπλήρωσε τὰ 4 ἑκατομμύρια εἰς τὰ μέλη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς καὶ εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς μηχανικούς. Ἤδη παρακαλῶ τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ εἴπῃ, τί παρέσχεν ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ἀπέναντι τῶν 4 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν; Οὐδὲν, Κύριοι! Αὐτοὶ οἱ κύριοι παραμένουσιν ἐν Ἀθήναις, ταξειδεύουσιν ὡς λόρδοι, λαμβάνοντες ἁδρὰς ἀποζημιώσεις καθ’ ἑκάστην, καὶ 15 χρυσᾶ φρ. ὡς ἐπιμίσθιον. Μᾶς φενακίζουσι δὲ καὶ μᾶς ὑβρίζουσι! Μᾶς θεωροῦσιν ἀναξίους νὰ ἐκτελέσωμεν καὶ τὸ τελευταῖον ἔργον, καὶ προχθὲς ἀκόμη δυστυχῶς ἤκουσα, ὅτι ὑπεδείχθη δι’ ἁπλοῦν σχέδιον τοπογραφικὸν ὡς κατάλληλος Ματόν τις· δὲν εὑρέθη εἷς Ἕλλην!! Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ τὴν πεσοῦσαν καὶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, πῶς ἐτελοῦντο μέχρι τοῦ 1883 τὰ ἔργα τῆς Ἑλλάδος; Αὐταὶ αἱ ὡραῖαι οἰκοδομαὶ, αἱ ὁποῖαι στολίζουσι τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ ποίων ἐξετελέσθησαν;
§89ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αἱ ὡραιότεραι οἰκοδομαὶ τῆς πρωτευούσης ἐσχεδιάσθησαν καὶ ἐξετελέσθησαν ὑπὸ τοῦ Χάνσεν.
§90ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ ἦτο εὐτύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ ἤρχετο εἷς ἀρχιτέκτων, παρὰ τῷ ὁποίῳ νὰ ἐργασθῶσι καὶ ἄλλοι καὶ σπουδάσωσι τὴν ἀρχιτεκτονικὴν, νὰ ἔλθῃ εἷς τοπογράφος καὶ εἷς γεφυροποιὸς, οἱ ὁποῖοι ὡς ἀληθεῖς πατέρες νὰ μᾶς καθοδηγήσωσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Δὲν τὸ ἠρνήθην· θὰ ἦτο εὐτυχία μας, ἂν εἴχομεν τὸν κ. Χάνσεν· ἂν δὲ σήμερον τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ ἔργα, τὰ πρῶτα μαθήματά του ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Χάνσεν τὸν μακαρίτην· ἐκεῖνος ὑπῆρξεν ὁ διδάσκαλος· καὶ τὸ ὑπενθυμίζω εἰς πάντα, ὅστις τὸ ἐλησμόνησε. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: αἱ οἰκοδομαὶ, τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα στολίζουσιν ὅλας τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐξετελέσθησαν ὑπὸ Ἑλλήνων μηχανικῶν; Αἱ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι κατεσκευάσθησαν ἀπὸ τοῦ 1883 καὶ ἐντεῦθεν, εἶναι καλλίτεραι ἀπὸ τὰς πρὸ τοῦ 1883 κατασκευασθείσας; Ποίας ὁδοὺς ἔκαμαν ἐπὶ δυσβάτων μερῶν; Οὐδεμίαν, Κύριοι! Ἀπέφυγον ἐπιμελῶς τοῦτο, καὶ κατώρθωσαν νὰ ἀναλάβωσι, ποῖα ἔργα νομίζετε; Τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ· ἐν πεδιάδι δηλαδὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ δύνανται νὰ ἐργάζωνται ἡσύχως, καὶ ἔργα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ὁ τελειόφοιτος τοῦ σχολείου τῶν τεχνῶν. Οὐδεμίαν δυσκολίαν παρουσιάζουν καὶ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ κατὰ τὴν προμέτρησιν· εἶναι ἁπλαῖ, ἁπλούσταται ἐργασίαι, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἠδυνάμην νὰ ἐκτελέσω κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐκ τοῦ σχολείου ἐξόδου μου. Δι’ αὐτὰ δὲ ἐφέραμεν τοὺς Γάλλους; ὅπως μᾶς ἀφαρπάσωσι τὰ ἑκατομμύρια! Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ ἀνοίξω καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 τῆς ὁδοποιΐας, ἀφοῦ, παρὰ τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1887 νόμον, δὲν ἔχομεν εἰσέτι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891. Διὰ νὰ σᾶς καταδείξω, κύριοι συνάδελφοι, τὸ μέγεθος τῆς βεβηλώσεως ἢ τῆς ἱεροσυλίας, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ ταμείου, (καὶ τὸ ὀνομάζω ἱερὸν ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ του) σᾶς ἀναφέρω τὸ κεφάλαιον 4, ἄρθρον 1ον δὶς, διὰ τοῦ ὁποίου τίνα κατελογίζοντο εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας; Τόκος τοῦ δανείου τῶν 20 ἑκατομμυρίων (διὰ τὸ 1889, Κύριοι,) 967,000, τόκος δανείου συνομολογηθησομένου 200,000, καὶ εἰσφορὰ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου μὴ ψηφισθεῖσα 1,000,000. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπεβλήθη νόμος τις κατὰ τὴν 4 Νοεμβρίου 1890, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη καὶ ἔμεινε χάρτης ἄγραφος. Ἐν τοσούτῳ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου καὶ συμφώνως τῷ νόμῳ ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐντολὴ πληρωμῶν καὶ τὸ χρῆμα αὐτὸ νὰ ληφθῇ.
§91ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν ἐψηφίσθη ὁ νόμος, δὲν ἔγεινε κἀμμία ἐντολή.
§92ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς αὐτός, κύριε συνάδελφε, εἶπον καὶ χθές, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐπικυρωθῇ πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1890, ἐπεκυρώθη, παρὰ τὸν νόμον καὶ ὡς μὴ ὤφειλε, τὴν 8 Μαρτίου 1890.
§93ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος. Ἦτο ἀκόμη ἡ Βουλὴ ἐδῶ, εἰργάζετο, καὶ ἐνόμιζεν, ὅτε συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν, ὅτι ἤθελε ψηφισθῆ τὸ ἐκκρεμὲς τοῦτο νομοσχέδιον, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἀνεγράφη καὶ ἡ πίστωσις, τῆς ὁποίας δὲν ἐγένετο χρῆσις, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη.
§94ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ εὑρεθῶ καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπεβλήθη εἰς τὰ 1889 τὸν Νοέμβριον· ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1889 μέχρι τῆς 8 Μαρτίου 1890, ὁπότε ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ὁδοποιΐας, ἐξηκολούθει ἡ Βουλή; ἐγὼ δὲν γνωρίζω.
§95ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἦτο ἡ ἔκτακτος σύνοδος.
§96ΣΧΙΝΑΣ. Παραδέχομαι ὡς πρὸς αὐτό. Καὶ διατὶ δὲν ἐψηφίσθη; Ποῦ εἶναι ἡ δαπάνη τοῦ τόκου τῶν 20 ἑκατομμυρίων; καὶ διατὶ ἡ ἀναγραφὴ τῆς δαπάνης τοῦ τόκου τῶν 20 ἑκατομμυρίων;
§97ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔλεγε τὸ ἴδιον νομοσχέδιον, καὶ δι’ αὐτὸ ὑπεβλήθη.
§98ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας, μὲ τοὺς συμψηφισμούς, οἱ ὁποῖοι γίνονται, δὲν γνωρίζω τί ἐγένετο. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω ἐγώ, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, εἶναι ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1890 ἀνήρχετο εἰς 2,111,545.
§99ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὴν 1 Ἰανουαρίου.
§100ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890, καὶ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1891 ἔμεινεν ὑπόλοιπον 1,758,856.
§101ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Πόθεν ἠρύσθητε αὐτὴν τὴν πληροφορίαν;
§102ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ ἔχετε εἰς χεῖράς σας καὶ τὸ κατέθεσα.
§103ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, πόθεν τὸ ἐξηγάγετε, διότι ἐγὼ γινώσκω ἐκ τῆς ἐπισήμου καταστάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 τὸ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας ὑπόλοιπον ὀφειλῆς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑπερέβαινε τὸ ποσὸν τῶν 8,000,000 φράγκων.
§104ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ τὸ κηρύττω δημοσίᾳ, μεθ’ ὅλης τῆς βεβαιότητος, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 ἀνέρχεται εἰς 2,111,545.
§105ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐσφαλμένη ἡ πληροφορία σας.
§106ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ διαψεύσητε, καὶ θὰ φροντίσω καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς τὸ ἐλαττώσω. Τὴν 1 ὅμως Ἰανουαρίου 1891 τὸ ὑπόλοιπον ἀνήρχετο εἰς 1,758,856 δραχμὰς καὶ 90 λεπτά, διὰ τὴν ἀκρίβειαν.
§107ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν· διότι ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου, τοῦ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσης γενομένου, ἐλήφθη ποσόν τι, ὅπερ ἐχρησιμοποιήθη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ δὲ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων, αἵτινες ἦσαν προωρισμέναι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἐχρησιμοποιήθη πρὸς τροπὴν τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιίας.
§108ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅ,τι ἐκ τῶν ἐπισήμων βιβλίων ἐξάγετε....
§109ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐπίσημα βιβλία ποῖα εἶναι;
§110ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἠξεύρω· εὑρετέ τα.... ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ τῆς ὁδοποιίας δανείου εἶναι ὅσον προηγουμένως ἀνέφερα. Ἂν ἡμεῖς δὲν γνωρίζητε τὰ ποσὰ, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ τὰ ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ μὴ κουράζω τοὺς συναδέλφους. Εἶναι τυπωμένα καὶ τὰ ἔχετε εἰς χεῖράς σας· ζητήσατέ τα καὶ θέλετε εὕρει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μολονότι δὲν ἔδωκεν οὐδεὶς ἐν τούτοις τὰ εὗρον ἐγὼ, ὁ πονῶν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας. Ἤδη ἀπευθύνω καὶ τελευταίαν τινὰ ἐρώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐρωτῶ αὐτὴν, ποῦ σκοπεῖ νὰ ἀναγράψῃ τὰς δαπάνας τῶν ἐνοικίων τῶν νομομηχανικῶν καὶ λοιπῶν, τὰς μισθοδοσίας τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν ὡς καὶ τῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς; Ἂν ἐννοῇ νὰ ἀναγράψῃ ταύτας καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ δι’ αὐτῶν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ὁδοποιίας, βεβαίως θέλει παρανομήσει· διότι οὐδὲν δικαίωμα ἔχομεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν, ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, τὰ κεφάλαια τῆς ὁδοποιίας. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐννοῇ νὰ κρατήσῃ τούτους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν της, θὰ τοὺς πληρώσῃ ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν δημοσίων ἔργων τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι τὸ κεφάλαιον 8. Αὐτὰ, Κύριοι, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἐκφέρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑμῖν δ’ ἐναπόκειται νὰ κρίνητε. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ δώσω τὰς δεούσας πληροφορίας περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, ὅταν τύχω τῆς δεούσης ἀπαντήσεως, ὡς καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Κελλενὲκ, νὰ γίνηται ἱδρυτὴς σιδηροδρόμου, διὰ τὸν ὁποῖον αὐτὸς εἰργάσθη καὶ τὸν ὁποῖον αὐτὸς ἐπιτηρεῖ ἀπὸ μέρους τοῦ Δημοσίου.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς κατέθεσε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ διαφόρων πιστώσεων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 253–257). Συμφώνως πρὸς τὴν πρὸ ὀλίγου ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, κατήρτισα τὰς δύο ἐπιτροπὰς, αἵτινες θὰ μελετήσωσι τὰ νομοσχέδια περὶ Ναξίας σμύριδος καὶ περὶ βαρυτίνης. Καὶ τῆς μὲν ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ναξίας σμύριδος ὥρισα μέλη τοὺς κ.κ. Δαμιράλην, Μπούμπουλην, Σωτηρόπουλον, Βαλσαμάκην, Κοντογούρην, Συνοδινὸν, Σιμόπουλον καὶ Στεφάνου, τῆς δὲ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαρυτίνης τοὺς κ.κ. Μπούμπουλην, Συνοδινὸν, Σχινᾶν, Ζωγράφον, Παπαγιαννακόπουλον, Σιμόπουλον καὶ Στεφάνου. Παρακαλῶ δὲ ἀμφοτέρας τὰς ἐπιτροπὰς νὰ συνέλθωσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ αὔριον, ἡ μὲν πρώτη τὴν 10ην ὥραν π. μ., ἡ δὲ δευτέρα τὴν 3ην μ. μ., ὅπως προβῶσιν εἰς τὰς ἐργασίας των.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὰς ἑνοῦτε εἰς μίαν;
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καὶ ὤφειλον νὰ συμμορφωθῶ πρὸς αὐτήν. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ συγχωνευθῶσι...
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τὴν εὐκολίαν, ἐπειδὴ δι’ ἑκατέραν ὑπάρχουσιν εἰδικὰ πρόσωπα.
§115ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ἀνέθηκεν εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ καταρτίσῃ τὰς δύο ἐπιτροπὰς, οὗτος δὲ ἐξελέξατο ἤδη τὰ εἰδικὰ δι’ ἑκατέραν πρόσωπα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Φιλάρετος.
§117Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι κεκμηκὼς καὶ τὰς τάξεις τῆς Βουλῆς βλέπω ἀραιάς. Ἐπειδὴ δὲ ἔχω ἀρκετὰ νὰ εἴπω, καλὸν εἶναι νὰ ἀναβάλωμεν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Φιλάρετον ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Σέχος.
§119ΣΕΧΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ, διότι καὶ ἐγὼ ἀρκετὰ θὰ ὁμιλήσω.
§120ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διατὶ ὄχι;
§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ ὁμιλήσητε, νὰ ὁμιλήσητε.
§122Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ (ἐγειρόμενος). Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κουράσω τὴν Βουλήν· ἀλλὰ προκειμένου νὰ προχωρήσωμεν, θὰ ὁμιλήσω (ἀνέρχεται τὸ βῆμα).
§123ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σύντομα.
§124ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν εὐρύτητι, ἐν εὐρύτητι.
§125ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἐν εὐρύτητι, ἐλεύθερα.
§126Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, ὁμολογουμένως, ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ ἐν εὐρύτητι, καὶ χαίρω πολύ, διότι ἐνισχύομαι ὑπό τε τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγὼ ὁ ὁμιλήσων, καὶ χαίρω τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐφοβήθησαν μὴ τυχὸν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ὅλως τυπικὴ ἡ συζήτησις· εἰς τοῦτο δὲ μ’ ἔκαμε νὰ ὑποπτεύσω πρῶτον ἡ ἀντιγραφὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, δεύτερον ὁ τρόπος τῆς συντάξεως τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειοψηφίας καὶ τελευταῖον ὁ τρόπος τῆς ὑποστηρίξεως τῆς γνώμης τῆς πλειοψηφίας ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς. Βεβαίως ὅμως ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ γείνῃ, ὡς εἶπον, εὐρεῖα, διότι, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ κυριώτερος τῶν νόμων, διότι νόμος εἶναι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, ἂν καὶ συζητῆται ἅπαξ. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ κυριώτερον ἔργον τῆς τακτικῆς συνόδου. Λυπηρὸν, διότι ἐπεκράτησε κακὸν ἔθος νὰ συζητῆται κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τῆς συνόδου· τὸ σύστημα τοῦτο εἰσήγαγεν ἀτυχῶς ἡ τέως Κυβέρνησις καὶ πιστῶς ἐφήρμοσε καθ’ ὅλην τὴν ὀκταετίαν.
§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι εἰσηγάγομεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐν ἀρχῇ.
§128Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, θέλων νὰ μὲ διαψεύσῃ, λέγει ὅτι ἡ τέως Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὴν τακτικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρῶτον. Λησμονεῖ ὅτι εἶχε τὴν τιμήν....
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς, ὅτε ἤμεθα Κυβέρνησις, εἴχομεν τὸν προϋπολογισμὸν ἕτοιμον καὶ ὑπεβάλλομεν αὐτὸν ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συνόδου.
§130Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν μάλιστα.
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἡ βάσις.
§132Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν μάλιστα, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς διαψεύσω, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως. Ὀφείλω νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι ἐπαίζετο μία κωμῳδία, ἡ ὁποία ἀντέβαινεν, οὐχὶ εἰς τὸ Σύνταγμα μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος· περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐγίνετο μία ταχεῖα ἀνάγνωσις τῆς πρώτης καὶ τῆς τελευταίας γραμμῆς ἑκάστης σελίδος. Κύριοι, ὁ πρῶτος ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ὁμιλησάντων, ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ μὲ γοργὸν λόγον, δι’ ἐλαχίστων λέξεων, ἀνεζήτησε καὶ ἀνεῦρε τὸν ἔνοχον τῆς οἰκτρᾶς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἔῤῥιψεν εἰς τὴν ῥάχιν αὐτοῦ 120,000,000 ἐλλείμματος κατὰ τὴν πρωθυπουργικὴν του περίοδον, ὑπερήσπισεν, ἀσθενῶς κατὰ τὴν γνώμην μου, τὴν νέαν Κυβέρνησιν, ἥτις ἀντέγραψε τὸν προϋπολογισμόν, καὶ κατῆλθε ταχέως τοῦ βήματος. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας ἀνῆλθε καὶ ἐκεῖνος εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀναπτύξῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς μειοψηφίας, ἀλλὰ πρὶν ἢ εἴπω, τί ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνέπτυξεν, ὀφείλω νὰ προτείνω μίαν ἔνστασιν, εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν γλῶσσαν, ἀπαραδέκτου τῆς προτάσεώς του, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειοψηφίας, τὴν ὁποίαν ὑποθέτω ὅτι συνέταξεν ἐκεῖνος, βεβαιοῖ, ὅτι ἡ μειοψηφία ἀσπάζεται ὅσα ἐν τῇ ἐκθέσει σημειοῦνται, ὡς ἡ ἐν τῇ Βουλῇ Ἀντιπολίτευσις. Ἐπὶ λέξει ἡ μειοψηφία λέγει ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐκπροσωπεῖ τὸ φρόνημα τῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν διεφώνησε πρὸς τὴν πλειοψηφίαν ὡς πρὸς τὴν ἐπιεικῆ ὑπ’ αὐτῆς ἐκτίμησιν τοῦ θεμελιώδους ἔργου, ἐν ᾧ κατοπτρίζεται κλπ.» Νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ διορθώσῃ τὴν φράσιν «τῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ Ἀντιπολιτεύσεως» ὡς ἑξῆς: «τῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως». Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ τίτλος οὗτος εἰρωνικῶς ἀπεδίδετο εἰς τὸν νῦν Πρωθυπουργόν· νομίζω ὅτι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ θὰ ἤμεθα καὶ σήμερον, ἐὰν βαπτίσωμεν τὸν κ. Τρικούπην ἀρχηγὸν τῆς μείζονος μερίδος τῆς νῦν Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ὡμίλησεν ἐπὶ 6 ὥρας· κατὰ τὸ μακρότατον δὲ τοῦτο διάστημα ἀπήγγειλεν, ὡς ἐγὼ ἀντελήφθην, τὸν ἐπικήδειον πολιτικὸν βίον τοῦ ἀρχηγοῦ του εἰς ὕφος πένθιμον καὶ συγκινητικόν· ᾤκτειρε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὡς παραπλανηθέντα καὶ ἀχαρίστως προσενεχθέντα πρὸς τὸν εὐεργέτην του, μὴ ἀναγνωρίσαντα τὰς μακρὰς ὑπηρεσίας τοῦ ἀρχηγοῦ του καὶ τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκει καὶ ἥτις τὸν βοηθεῖ, κατέδειξε τέλος τὰς μακρὰς ταύτας καὶ ἐξόχους ὑπηρεσίας του πρὸς τὴν πατρίδα. Ὡμολόγησε μὲν ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, νῦν βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ ἄλλοτε κραταιότατος καὶ πανίσχυρος Πρωθυπουργός, περὶ μεγάλα ἀσχολούμενος καὶ προπάντων εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν, ἐγκατέλειψεν εἰς τὴν τύχην των τὴν διοίκησιν καὶ τὴν δικαιοσύνην, τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ πάντα τὰ ἄλλα,—διότι περὶ αὐτῶν ἐπρόκειτο νὰ φροντίσῃ καὶ νὰ μεριμνήσῃ βραδύτερον,—ἀλλ’ ὁ ἀχάριστος Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀφοῦ ἀνέκοψε τὴν πορείαν τοῦ ἀρχηγοῦ του κατὰ τὴν 7ην Ἀπριλίου 1885, ἐν ὑποτροπῇ κατὰ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου ἐπανέλαβε τὸ ἔγκλημα τοῦτο. Στραφεὶς δὲ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας πρὸς τὴν νῦν Κυβέρνησιν, κατηγόρησεν αὐτὴν ἐπὶ ἀσυνεπείᾳ, καὶ δριμέως ἐπετέθη κατ’ αὐτῆς, διότι, προφασιζομένη ἀνεπάρκειαν χρόνου, δὲν προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τῆς 14ης Ὀκτωβρίου 1890. Ἀνῆλθεν εἶτα εἰς τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐκ Βώλου καὶ πρόεδρος τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, δι’ ἀγορεύσεως δὲ ὄντως εὐγλώττου ἐξέπεμψε μύδρους κατὰ τῆς τέως Κυβερνήσεως, καὶ ἐκεραυνοβόλησεν ἐντεῦθεν τὸν τέως Πρωθυπουργὸν, ὅστις, ὑπνωτίζων τὴν Βουλὴν, ἐψήφισε νόμους πρὸς ζημίαν τοῦ τόπου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ συνάδελφός μου ἐπλανᾶτο μέχρι τοῦ 1885, ὑποστηρίζων τὸν τέως Πρωθυπουργὸν, ἀλλ’ εἶναι πολὺ εὐχάριστον, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1885, ἀναγνωρίσας τὴν πλάνην του, ἔπαυσεν ὑποστηρίζων αὐτόν· μέχρις ὅμως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦτο ἐν τῇ ὑπνωτιζομένῃ τότε Βουλῇ. Ὁ συνάδελφός μου ἐφαίνετο ὁμιλῶν ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως, πρώτην δὲ φορὰν ἠκούσαμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπόσχεται πολλὰ διὰ τὸ μέλλον καὶ πάντα διὰ τὸ μέλλον: μεγάλη ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, Κτηματικὴν Τράπεζαν, ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας... Εἶναι ἀληθές, ὅτι πολὺ δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ χρονικοῦ διαστήματος ἀπὸ τῆς 14ης Ὀκτωβρίου 1890, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ νῦν Κυβέρνησις, μέχρι τῆς σήμερον, δὲν ἐξήτασε τί ἐγένετο, καὶ ἐὰν ἐγένετό τι διαφέρον· ἀλλὰ καὶ ὁ πρόεδρος τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, συμφώνως μὲ τὸν εἰσηγητὴν, εὗρεν ἱκανοὺς λόγους, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀντιγράψασαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890. Τοὺς συναδέλφους τούτους ἠκολούθησεν ἕτερος ἐκ Βώλου συνάδελφός μου, ὁ κ. Σχινᾶς, ὅστις κατὰ τὴν γνώμην μου ἐφάνη εὐτυχέστερος, διότι καὶ ζήτημα σπουδαιότατον ἐπελήφθη ν’ ἀναλύσῃ, στηριζόμενος εἰς ἀριθμοὺς καὶ εἰς πράγματα, τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας· δηλ. ὁ μόνος τίτλος τῆς νέας Κυβερνήσεως, ὁ τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν δημοσίων ἔργων, περὶ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ γείνῃ συζήτησίς τις σπουδαία περὶ τῶν ἔργων τῆς τέως Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ δὲ καὶ τὰ συμπεράσματα τῶν τριῶν πρώτων ὁμιλησάντων; διότι ὁ τέταρτος δὲν κατέληξεν εἰς συμπεράσματα. Γνώμη τῆς πλειοψηφίας: μόνος ἔνοχος ὁ κ. Τρικούπης· ζήτω ὁ κ. Δηλιγιάννης! Γνώμη τῆς μειοψηφίας: μόνος ἔνοχος ὁ κ. Δηλιγιάννης· ζήτω ὁ κ. Τρικούπης! Εἶναι ἆρά γε ταῦτα ἀκριβῆ; Διαφωνῶ, Κύριοι, πρὸς ἀμφότερα τὰ συμπεράσματα, καὶ διότι διαφωνῶ, ἐζήτησα τὸν λόγον· διότι, ἐὰν συνεφώνουν, ἦτο περιττὸν νὰ ὁμιλήσω· μὴ ἔχων δὲ ἄλλον νὰ ὁμιλήσῃ ἀντ’ ἐμοῦ, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἡ ἐμὴ γνώμη, Κύριοι, εἶναι ἁπλῆ, ἁπλουστάτη, τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων διὰ τὸ ἔτος 1891, ὡς μὴ σύμφωνον πρὸς τὴν ἐντολὴν, ἥτις ἐδόθη εἰς ἡμᾶς κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου 1890. Ἀλλ’ ὅπως ἀποδείξω τὴν πρότασίν μου, ἔχω καὶ ἐγὼ ἀνάγκην νὰ ἐπισκοπήσω τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ἀπὸ ἄλλης τινὸς ἀπόψεως. Μή με κατηγορήσητε, ὅτι, ἐν ᾧ δὲν ἔχω εἰδικότητα εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, τολμῶ ἐν τούτοις νὰ ἐπιλαμβάνωμαι τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι καλῶς γνωρίζετε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐξετάζεται λογιστικῶς μόνον· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ μόνον λογιστικῶς, ἴσως μόνος ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἢ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου θὰ ἦσαν οἱ ἁρμοδιώτεροι νὰ ἐννοῶσι τοὺς ὁμιλήσαντας ἐντεῦθεν περὶ ὅλου ἐκείνου τοῦ κυκεῶνος τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω πόσοι ἀντιλαμβάνονται, περὶ ἐκείνου τοῦ κυκεῶνος, εἰς τὸν ὁποῖον γίνεται, δύναμαι νὰ εἴπω, τόση λαθροχειρία καὶ προσθαφαίρεσις αὐθαίρετος χρεοπιστώσεων. Ἐγὼ, Κύριοι, θ’ ἀκολουθήσω ἄλλην μέθοδον· ἐν πρώτοις θὰ δοκιμάσω νὰ ἐξετάσω, τίς ἡ ἀληθὴς κατάστασις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, οὐ μόνον μέχρι τῆς 14 Ὀκτωβρίου, ὡς ἠρκέσθησαν νὰ ἐξετάσωσιν οἱ προλαλήσαντες, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς 14 Ὀκτωβρίου μέχρι σήμερον· ἐν συνόλῳ θὰ προσπαθήσω νὰ ἴδω, ἐὰν ἐπῆλθε μεταβολή τις, καὶ ὁποία· ἐὰν δὲ πεισθῶ, ὅτι εἶναι κακὴ πραγματικῶς ἡ κατάστασις, τότε θὰ προσπαθήσω ν’ ἀποδώσω ἑκάστῳ τὸ προσῆκον, ἀλλ’ ἀναλόγως καὶ ὅσον δυνηθῶ δικαίως. Τελευταῖον ὅμως, τὸ ὁποῖον νομίζω καὶ σπουδαιότερον ὅλων, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐλέγξω τὸ παρελθόν· ἔχω καθῆκον νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τί φρονῶ περὶ θεραπείας. Πρὸς τοῦτο, Κύριοι, δὲν θ’ ἀνατρέξω μέχρι τοῦ 1833, ἀλλὰ θὰ ἀνατρέξω συντόμως εἰς τὸ 1865, ἢ μᾶλλον θὰ παραβάλω τέσσαρας ἐποχὰς, ἐξετάζων ἀριθμητικῶς τὸ ζήτημα τῆς κατὰ τὰς ἐποχὰς ταύτας καταστάσεως. Θὰ ἐξετάσω τὸ 1865 πρῶτον, διότι εἶναι ἡ ἐποχὴ, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἤρξατο λειτουργοῦν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, εἶναι ἡ ἐποχὴ, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἄρχεται ἡ προσάρτησις τῆς Ἑπτανήσου· θὰ ἐξετάσω ὡς δεύτερον σταθμὸν τὸ 1882, διότι εἶναι τὸ πρῶτον ἔτος μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπειρωτικῆς λωρίδος· θὰ συγκρίνω εἶτα τὸ ἔτος 1890, διότι ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπεχώρησεν ἡ τέως Κυβέρνησις, ἡ καταδικασθεῖσα, καὶ τέλος θὰ συγκρίνω τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ ἔτους 1890 πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ ἔτους 1891, διότι τὸ ἔτος 1891 ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀφετηρία τῆς ἐνάρξεως τῆς νῦν Κυβερνήσεως, τῆς ἐντολοδόχου τῆς 14ης Ὀκτωβρίου· μὴ φοβηθῆτε ὅμως ἐκ τῆς παρατάξεως τῶν ἀριθμῶν, δὲν ἔχετε ν’ ἀκούσητε πολλοὺς ἀριθμούς· ὀλιγίστους θ’ ἀκούσητε, ἀλλ’ ἐπαρκεῖς, κατὰ τὴν γνώμην μου. Ἐν ἔτει, Κύριοι, 1865 τὰ ἔσοδα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀνήρχοντο εἰς 26,973,000, — ὁμιλῶ εἰς στρογγύλους ἀριθμοὺς, — τῷ 1882 ἦσαν 68,621,000, τῷ 1890 ἦσαν 93,543,000, τῷ 1891 εἶναι 96,521,000. Κύριοι, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ἐνταῦθα, ὅτι περὶ μὲν τῶν ἐτῶν 1865, 1882 καὶ 1890 ἔχομεν ψηφισθέντας προϋπολογισμοὺς, περὶ δὲ τοῦ 1891 ἔχομεν νομοσχέδιον. Περιττὸν νὰ εἴπω τώρα, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀκριβῆ, διότι πρόκειται περὶ ἐξαγομένων ἐκ προϋπολογισμῶν, δὲν πρόκειται περὶ ἀπολογισμῶν, καὶ διότι αἱ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις καταστρέφουσι τὸ οἰκοδόμημα τῶν προϋπολογισμῶν· ἀλλὰ λαμβάνω ὁπωσδήποτε, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συζητήσεως προϋπολογισμοῦ κατὰ τὴν μέθοδον ταύτην, τὰς ἀναγκαίας διὰ τὰ συμπεράσματά μου πληροφορίας. Ἀνέφερα τὰ ἔσοδα κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα χρονικὰ σημεῖα· ἤδη ἔρχομαι εἰς τὰ ἔξοδα. Ἐν ἔτει 1865 ἦσαν 27,559,000, ἐν ἔτει 1882 80,436,000, ἐν ἔτει 1890 91,264,000, ἐν ἔτει 1891 99,256,000. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους, Κύριοι, ἐν ἔτει 1865 ἦτο 2,887,000, ἐν ἔτει 1882 23,197,000, ἐν ἔτει 1890 29,587,000, ἐν ἔτει 1891 36,000,000. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐν ἔτει 1865 ἀπῄτει 6,240,000, ἐν ἔτει 1882 19,600,000, ἐν ἔτει 1890 18,437,000, ἐν ἔτει 1891 17,634,000. Τέλος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐν ἔτει 1865 ἀπῄτει 1,647,000, ἐν ἔτει 1882 4,308,000, ἐν ἔτει 1890 4,831,000, ἐν ἔτει 1891 5,986,000. Ἀφίνω τοὺς ἀριθμοὺς νὰ λαλήσουν, οἵτινες βεβαίως εἶναι εὐγλωττότεροι ἐμοῦ, ἁπλῶς δ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν τεραστίων αὐξήσεων μεταξὺ τῶν ἐτῶν τοῦ 1865 καὶ 1882 καὶ τῶν αὐξήσεων ἰδίως τοῦ 1890 καὶ τῶν ἔτι μεγαλειτέρων αὐξήσεων τοῦ 1891, ὡς πρὸς τοὺς φόρους, τὰ δάνεια, τὰς παρασκευὰς κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν· τοῦτο λαμβάνω μόνον ὡς πόρισμα, ὅτι ἐδαπάνησε τὸ Κράτος ἱκανὰ, ὅτι ἐφορολογήθη ὑπὲρ τὰς δυνάμεις του, καὶ ὅτι παρεσκευάζετο καθ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔτη κατά τε ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, παρημέλησε δὲ πάντα τὰ λοιπὰ, — διοίκησιν, δικαιοσύνην, ἐκπαίδευσιν, κλῆρον, — χάριν τῶν παρασκευῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν. Ἀναλυτικώτερον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 ἔχει ὡς ἑξῆς, εἰς στρογγύλους πάντοτε ἀριθμούς· 99,256,000 εἶναι τὰ ἔξοδα, ἀφαιρέσει τοῦ κεφαλαίου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τῶν κεφαλαίων διὰ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, προσέτι δὲ τῶν δαπανωμένων εἰς ἔξοδα εἰσπράξεως καὶ διαφόρων πληρωμῶν, ἀνερχομένων εἰς 15,349,000. Ἤτοι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἐν ὅλῳ 75 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν ὑπολείπονται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἄλλην, ἤτοι διὰ τὰ 5 ἄλλα Ὑπουργεῖα, 17,684,000. Θέλω νὰ παραστήσω διὰ τούτου, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν σειρὰν τῶν ἐτῶν προέβημεν εἰς τόσῳ μεγάλας θυσίας χάριν τῶν παρασκευῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν. Κύριοι, μετὰ τὴν ἀπαρίθμησιν ταύτην ἔχω ἀνάγκην, ὄχι νὰ παραδώσω μάθημα πολιτικῆς οἰκονομίας περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ὑποβάλω γενικάς τινας παρατηρήσεις, ἵνα ἐννοήσωμεν κατὰ πόσον εἶναι δεδικαιολογημένοι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοί. Ὁ οἰκογενειάρχης ὀφείλει νὰ κανονίσῃ τὰ ἔξοδά του ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἡ πολιτεία τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐξόδων· ὁ λόγος δὲ εἶναι ὁ ἑξῆς: διὰ νὰ μὴ φορολογήσῃ πλέον τοῦ δέοντος, καθόσον ἡ κυριωτέρα πηγὴ τῶν ἐσόδων εἶναι ἡ φορολογία. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ, προκειμένου περὶ φορολογίας, νὰ ἀναγνώσω τί εἷς δημοσιολόγος παραδέχεται ὡς δικαιολογητικὸν λόγον τῆς φορολογίας (ἀναγινώσκει): «Τὸ δικαίωμα τῆς πολιτείας εἰς τὸ φορολογεῖν τοὺς πολίτας ὡς μόνον δικαιολογητικὸν λόγον ἔχει, ὅτι τὸ Κράτος, ὡς τις μεγάλη ἀσφαλιστικὴ ἑταιρία, ἐγγυᾶται τοῖς πᾶσι τὸ εὐδαιμόνως καὶ καλῶς συζεῖν, ἀναδεχομένη προμηθεῦσαι αὐταῖς τὰ ἀγαθὰ ταῦτα ἐπὶ καταβολῇ ἀσφαλίστρων, ἀναλόγων πρὸς τὰ χορηγηθησόμενα ὠφελήματα.» Καὶ ὀλίγας ἀκόμη λέξεις θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναγνώσω, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ προτείνωσι καὶ εἰς τὰς Βουλὰς νὰ ψηφίζωσι φόρους ἐπ’ ἄπειρον, μὴ λαμβάνουσαι ὑπ’ ὄψιν τὴν φορολογικὴν ἀντοχὴν τοῦ τόπου· νὰ μὴ ζητῶσι δηλ. νὰ φορολογήσωσιν ὅ,τι ὁ λαὸς δύναται νὰ δώσῃ ἐφ’ ἅπαξ, ἀλλ’ ὅ,τι διαρκῶς δύναται νὰ δίδῃ. Ἰδοὺ τί ὁ πολὺς Montesquieu λέγει (ἀναγινώσκει): «Οἱ φόροι δὲν πρέπει νὰ ὁρίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὁ λαὸς δύναται ἐφάπαξ νὰ πληρώσῃ, ἀλλ’ ἐπὶ ἐκείνου, εἰς ὃ δύναται διαρκῶς νὰ ἀνθέξῃ· διότι ὁ λαὸς δὲν πρέπει νὰ στερῆται τῶν ἀναγκαίων, ἵνα θεραπεύωσιν οἱ ἄρχοντες τὰς φαντασιώδεις αὑτῶν ὀρέξεις.» Ἐκτὸς ὅμως τῆς πηγῆς τῶν φόρων, ἐδημιουργήθη καὶ ἡ πηγὴ τῶν δανείων. Ὑπάρχουσι δημοσιολόγοι ἀμείλικτοι κατὰ τῶν δανείων τῶν ἐθνικῶν καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ Ἀδὰμ Σμίθ, ὅστις ἐν τῷ συγγράμματί του περὶ τοῦ πλούτου τῶν ἐθνῶν κατακρίνει μεγάλως τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, αἵτινες καταφεύγουσιν εἰς δάνεια, διότι ἀποδεικνύει, ὅτι ὅσοι κατέφυγον εἰς δάνεια ἐξησθένησαν τὰ Κράτη των· ἀλλ’ ἐν τούτοις, μὲ ὅλην τὴν γνώμην τοῦ Ἀδὰμ Σμίθ, αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπέβαλον εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη τὰ δάνεια, εἰς ἡμᾶς δὲ, οἵτινες εἴχομεν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν προγράμματος πολὺ περισσότερον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐκτὸς τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκτελέσεως τοῦ τοιούτου προγράμματος, οὐκ ὀλίγον συνετέλεσε καὶ ἡ κομματικὴ συναλλαγή. Ἰδοὺ αἱ δύο καταβόθραι, κατὰ τὴν γνώμην μου, αἵτινες ἐδημιούργησαν καὶ ηὔξησαν τὰ δάνεια. Τὸ φαινόμενον ὅμως, Κύριοι, τοῦ μὴ ἰσοσκελοῦς προϋπολογισμοῦ δὲν παρουσιάζεται μόνον παρ’ ἡμῖν, παρουσιάζεται εἰς πολλὰ Κράτη. Ὁμολογουμένως ὁ αἰὼν, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε τὰ Κράτη νὰ δαπανῶσι δυσαναλόγως πρὸς τὰς οἰκονομικὰς αὑτῶν δυνάμεις· εἰς τοῦτο ἀποδίδει ὁ Γάλλος δημοσιολόγος Cauwès τὴν ἐπιβάρυνσιν τῶν προϋπολογισμῶν, ὁ δὲ Beaulieu προσθέτει, ὅτι ὑπάρχει καὶ εἷς ἄλλος λόγος ἀκόμη, ὅτι οἱ φορολογούμενοι ἔγειναν ἀπαιτητικώτεροι ἢ ὅσον ἄλλοτε, ἐντεῦθεν δ’ ἐπολλαπλασιάσθησαν αἱ ἀνάγκαι. Μετὰ τὰς γενικὰς ταύτας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερα ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξετάσω, ἐὰν παρ’ ἡμῖν ἐδόθη ἢ δίδεται τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ ἀσφαλίστρου, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω διὰ μακρῶν τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν. Ὁ ἐκ Βώλου συνάδελφός μου ἔφερεν ἐνώπιον ὑμῶν ζωηρὰν τὴν μέχρι τῆς 14 Ὀκτωβρίου εἰκόνα, καὶ διὰ τοῦ χρωστῆρός του συνεπλήρωσε τὸ πᾶν, ὥστε ἴσως ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε. Καὶ τί ἔχω νὰ εἴπω ἐγὼ ἄλλως τε περὶ πραγμάτων τόσῳ γνωστῶν; Περιμένετε ἀπὸ ἐμὲ νὰ εἴπω εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ἐκπαίδευσις; Θέλετε καὶ μίαν φορὰν ἀκόμη νὰ ὁμιλήσω περὶ δικαιοσύνης; Θέλετε ν’ ἀναπτύξω εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου; Θέλετε ν’ ἀναπτύξω εἰς ποῖον σημεῖον καταπτώσεως εὑρίσκεται ὁ κλῆρος; Ἐγὼ μόνον θὰ εἴπω, ὅτι εἰς οἱονδήποτε κλάδον καὶ ἂν εἰσέλθητε πρὸς ἐξέτασιν, παντοῦ θέλετε εὕρει τὴν εἰδεχθῆ μορφὴν τοῦ κόμματος, τοῦ φατριασμοῦ, τοῦ φατριασμοῦ, ὅστις καταβιβρώσκει τὰ πάντα, δηλ. καταβιβρώσκει ὅ,τι ἀπέμεινεν. Ἕκαστον τῶν θεμάτων τούτων ἠδύνατο νὰ μὲ κρατήσῃ ἐπὶ ὥρας ἐπὶ τοῦ βήματος· ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην ἐγώ, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, τοὺς ἀποῤῥέοντας ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ καὶ ζῶντας μετὰ τῶν ἐκλογέων των συνεχῶς, νὰ ἀναπτύξω ὅ,τι καθ’ ἑκάστην διατυποῦται παρ’ ὅλων καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν; (δεικνύει ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας). Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ ἀντάλλαγμα· τὸ ἀντάλλαγμα δύναται νὰ συναφισθῇ εἰς ὀλίγας λέξεις: ἐσωτερικῶς μακελλεῖον καὶ ἀλληλοκτονία, φατριασμὸς ἀκατάσχετος, δύο στρατόπεδα τυραννούντων καὶ τυραννουμένων, φορολογούντων καὶ φορολογουμένων, καταπιεζόντων καὶ καταπιεζομένων’ ἰδοὺ τὸ ἀντάλλαγμα, Κύριοι. Ἐξωτερικῶς; Θὰ ἦτο μακρότατον νὰ ἐκτυλίξω τὴν πολιτικὴν τὴν ἐξωτερικήν. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ τότε, ἐὰν ἐνθυμῆται ἡ Βουλή, ἔθιξα πολλὰ τῶν ζητημάτων τούτων. Ἐὰν δὲν ἦτο προκεχωρημένη ἡ ὥρα, καὶ ἐὰν δὲν ἤθελον νὰ γείνω φορτικὸς εἰς τὴν Βουλήν, πολλὰ ἠδυνάμην νὰ ὑπομνήσω· ἴσως θὰ ἐλυποῦντό τινες τῶν ἀκροατῶν μου. Ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω πολλά· ἁπλῶς μόνον ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἐνθυμήσω τὸν Νίκολσων, τὴν Κούτραν, τὸν περίπατον εἰς Δομοκὸν καὶ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐντὸς 24 ὡρῶν, τὴν κατάστασιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος....Θέλετε νὰ προχωρήσω καὶ πέραν τῆς 14 Ὀκτωβρίου; Ἡ Τουρκικὴ Πρεσβεία ἀπαγορεύει τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ὀνόματος τῆς Κρήτης εἰς τὰ θεατρικὰ προγράμματα, ἡ ἐν Ἀθήναις Τουρκικὴ Πρεσβεία, βοηθουμένη ἴσως καὶ ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς, δὲν ἐπιτρέπει ὑπὸ τὴν Ἀκρόπολιν τὴν παράστασιν τοῦ «Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου»....
§133ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐδόθησαν τότε ἐξηγήσεις, ὅτι εἶναι ἀνακριβεῖς αἱ διαδόσεις αὗται.
§134Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χαίρω πολὺ, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς μὲ διακόπτει· διότι δὲν ἤθελον μὲν ἐγὼ νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον, ἵνα μὴ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἀφοῦ θέλετε καὶ λεπτομερέστερον, δὲν δυσκολεύομαι.
§135ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ ἐγὼ νὰ χρησιμεύσω ὡς αἰτία.
§136Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Χαίρω πολύ, ὅτι μὲ συμπληροῖ. Ἐδόθησαν κύριε Ὑπουργὲ, ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν ἀναγνώσατε τὴν διάψευσιν ὅλων τῶν ἐν Ἀθήναις Κρητῶν κατὰ τοῦ ἐγγράφου τῆς Ἀστυνομίας σας· Ὅλοι οἱ ἐν Ἀθήναις Κρῆτες, μηδὲ τῶν προσωπικῶν ἐχθρῶν τοῦ Λιάπη ἐξαιρουμένων, διέψευσαν καὶ τὴν Ἀστυνομίαν σας καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις υἱοθέτησε τὸ ἔργον τῆς Ἀστυνομίας. Ὅλα ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὅστις ἦλθε κατόπιν τοῦ λαϊκοῦ ἀγῶνος τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, κατεβίβασε τὸ ἐθνικὸν γόητρον μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβάλληται πλέον εἰς τοὺς Κρῆτας τὸ διαζύγιον μετὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν ἤθελον νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἤρξατο ἡ τέως Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἀποτελειώνει, βεβαίως πρὸς ἐθνικὴν ζημίαν, ἡ νῦν Κυβέρνησις. Ἐκείνη τὸ ἤρχισε μὲ τὸν Σακὴρ, καὶ αὐτὴ τὸ τελειώνει μὲ τὸν ἐν Ἀθήναις Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας. Οἱ Κρῆτες, Κύριοι, οἱ πολυπαθεῖς αὐτοὶ ἀδελφοὶ ἡμῶν, ἠγωνίσθησαν, ὡς πάντες γνωρίζομεν, πλειότερον πάντων τῶν ὑποδούλων, εὑρίσκονται συνεχῶς εἰς τὰ ὅπλα· πολλοὶ μεταξὺ τῶν προσφύγων, διαφυγόντες ἀπὸ τῆς φυλακῆς τοῦ Ἀϊδινίου καὶ ἄλλων μερῶν ἐξορίας, ἐλάμβανον τὰ μέσα πρὸς διατροφὴν μέχρι τῆς 14 Ὀκτωβρίου καὶ ὀλίγας ἡμέρας μετὰ, καὶ ἤδη ἐγένοντο ἐπαῖται. Ἐνταῦθα οἱ ὁπλαρχηγοὶ πρέπει νὰ ἐπαιτήσωσι, διὰ νὰ ζήσωσιν· εἰς τὴν πατρίδα των δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσι. Ταῦτα ἐπὶ τοῦ παρόντος· ἀναβάλλω δὲ δι’ ὀλίγας στιγμὰς, διότι θέλω ἀναγκασθῆ νὰ ὁμιλήσω διεξοδικώτερον περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Εἶπον, Κύριοι, πρὸ μικροῦ, ὅτι τὸ μόνον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο εὐπροσώπως πως νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν ἡ τέως Κυβέρνησις, ἦτο τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν δημοσίων κτιρίων· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, εἰδικὸς περὶ τὰ θέματα ταῦτα, σᾶς ὡμίλησεν· ἐγὼ ὀλιγίστας λέξεις θὰ εἴπω, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Βώλου. Καθ’ ὅλον τὸ ὀκταετὲς διάστημα ἀπὸ τῆς ἐλευθερώσεώς των οἱ συμπολῖταί μου ἐπλήρωσαν 1,308,000 δραχμὰς, καὶ δὲν ἔχουσιν οὔτε τεσσάρων χιλιομέτρων ἁμαξιτὴν ὁδόν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὰς παραμονὰς ἐκλογῶν τὰ μπαϊράκια, κατὰ τοὺς Τούρκους, ἐκουράζοντο κινούμενα, ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐκλογὰς οὔτε μπαϊράκια ἐφαίνοντο. Θὰ μοὶ δοθῇ καὶ ἄλλοτε ἡ εὐκαιρία, καὶ θέλω βεβαίως ὁμιλήσει ἀναλυτικώτερον ἐπὶ τῆς ὁδοποιΐας, ἐπὶ τῶν δημοσίων κτιρίων· ἀλλὰ σήμερον ἓν πρόχειρον παράδειγμα. Ἠκούσατε πόσα ἐσπαταλήθησαν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ τὰ δημόσια κτίρια· ἀλλ’ ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς, ἀγνοῶ διατὶ, οὐδέποτε ἔδειξε τὴν ἐλαχίστην στοργὴν πρὸς τὴν δικαιοσύνην, καὶ δὲν ἐφρόντισε περὶ δικαστικῶν καταστημάτων. Ἡ θεὰ Θέμις εὑρίσκεται ἐντὸς κτιρίων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐξωτερικῶς καὶ ἐσωτερικῶς ἄλλην δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀποστολήν· ηὐχήθην μάλιστα ἡμέραν τινὰ εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὅτε ἦλθεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Πρωτοδικείου, ἵνα δώσῃ ὅρκον, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου, νὰ κρημνισθῇ τὸ κατάστημα τοῦ Πρωτοδικείου, τὸ ὁποῖον ἦτο ἑτοιμόῤῥοπον, ἵνα ἐνταφιασθῇ, ὡς ὑπαίτιος τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς προὐνόησε μόνον περὶ Στρατοδικείου. Ἀκούσατε, Κύριοι. Κατὰ τὰς πληροφορίας μου,—δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦναι ἀκριβεῖς,— ἡ οἰκοδομὴ τοῦ Στρατοδικείου ἐστοίχισε πλέον τῶν 400,000 δραχμῶν, ἡ ἀξία τοῦ οἰκοπέδου ὑπολογίζεται εἰς 250,000, ὥστε πρόκειται περὶ ἑνὸς κτιρίου 650,000 ἢ 700,000 δραχμῶν. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἐπισκεφθῆτε τὸ Στρατοδικεῖον καὶ ζητήσητε πληροφορίας ἀπὸ οἱονδήποτε εὕρητε ἐκεῖ, νὰ σᾶς δείξῃ τὰς περιστερεῶνας, νὰ σᾶς δείξῃ οἰκοδομὴν ἐναντίον ὅλων τῶν κανόνων τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, παρὰ τὰ Ἀνάκτορα, παρὰ τὸν Παρθενῶνα, παρὰ τὴν Ἀκαδημίαν, κτίριον ἄχρηστον. Παρακαλῶ μάλιστα νὰ μὲ διαψεύσῃ ὁ κ. τέως Πρωθυπουργός.
§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲν ἐξ ὅσων εἴπετε παραδέχομαι.
§138Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν τὸ παραδέχεται ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς, παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ θεωρήσωσι ἑαυτοὺς ὡς μέλη ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ μεταβῶσι νὰ ἴδωσι καὶ ἰδίαις αἰσθήσεσιν ἀντιληφθῶσιν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα δὲν παραδέχεται ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου συνάδελφος. Περιττὸν δὲ νὰ προσθέσω, διότι καὶ ὑμεῖς τὸ ἐννοεῖτε, ὅτι ἠδύνατο νὰ οἰκοδομηθῇ διὰ Στρατοδικεῖον ἓν παράπηγμα πλησίον τῶν στρατιωτικῶν παραπηγμάτων, οὕτω δὲ νὰ εὐκολύνηται καὶ ἡ ὑπηρεσία, νὰ χρησιμεύῃ δὲ καὶ ὡς σχολεῖον τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς στιγμὰς τῆς ἀναπαύσεως τῶν ὁπλιτῶν. Ταῦτα ἐν συνόψει ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξέτασιν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ μέχρι τῆς 14 Ὀκτωβρίου· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἄλλο τι, διότι ἐγὼ νομίζω, ὡς εἶπον καὶ πρίν, ὅτι συνοψίζονται καὶ τὰ μετὰ ταῦτα εἰς τὴν ἐσωτερικὴν παραλυσίαν καὶ τὴν γενικὴν ἀποσύνθεσιν, ἐξωτερικῶς δὲ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἐξουθένωσιν. Ἡ αὐτὴ μετὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου ἐξηκολούθησεν εἰκών. Ἰδοὺ τὸ ἀντάλλαγμα τῶν φόρων καὶ τῶν δανείων. Καὶ ἤδη, Κύριοι, ἐπέστη ἡ ὥρα, ὅπως ἐξετάσω τὴν ἀναλογίαν τῆς εὐθύνης. Καὶ ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ὅτι ἔχομεν δύο κεφαλὰς, ἀφοῦ πρόκειται περὶ δύο στρατοπέδων, τὸν τέως Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν νῦν Πρωθυπουργόν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε λοιπὸν νὰ προβῶ εἰς βιογραφικὰς, οὕτως εἰπεῖν, παρατηρήσεις, διὰ νὰ εὕρω τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας των, διὰ νὰ εὕρω τὴν ἀναλογίαν τῆς εὐθύνης των καὶ ν’ ἀποδώσω ἑκάστῳ τὸ προσῆκον. Ἀρχίζω ἀπὸ τὸν πρῶτον ἐμφανισθέντα μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν, ἀπὸ τὸν νῦν Πρωθυπουργόν. Εἶναι περίεργος στατιστικὴ αὕτη, καὶ ἴσως ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀκούσῃ· ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ συμβουλευθῶ, χάριν τῆς ἀκριβείας τῶν χρονολογιῶν, τὰς σημειώσεις μου. Ὁ κ. Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης, νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ τέως ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐμφανίζεται ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ ὑπὸ τὸν Δ. Κυριακὸν Ὑπουργεῖον τῆς 27 Μαρτίου 1863 διὰ 39 ἡμέρας, καὶ εἰς τὸ ὑπὸ τὸν Βενιζέλον Ροῦφον τῆς 29 Ἀπριλίου 1863 διὰ 34 ἡμέρας, εἰς τὸ ὑπὸ τὸν Κ. Κανάρην τῆς 5 Μαρτίου 1864 διὰ 41 ἡμέρας, καὶ ἀπὸ τῆς 26 Ἰουλίου 1864 ἕως 28 Νοεμβρίου 1864, διὰ 122 ἡμέρας, εἰς τὸ ὑπὸ τὸν Θ. Ζαΐμην ἀπὸ 25 Ἰανουαρίου 1869 ἕως 27 Δεκεμβρίου 1870 διὰ 337 ἡμέρας· ὡς Ὑπουργὸς δὲ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ ὑπὸ τὸν Θ. Ζαΐμην Ὑπουργεῖον ἀπὸ 28 Ὀκτωβρίου 1871 ἕως 25 Δεκεμβρίου 1871 διὰ 57 ἡμέρας, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ ὑπὸ τὸν Ἐπαμ. Δεληγεώργην Ὑπουργεῖον ἀπὸ τῆς 26 Νοεμβρίου 1876 μέχρι τῆς 1 Δεκεμβρίου 1876 διὰ 4 ἡμέρας, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν κληθεῖσαν ὑπὸ τὸν τὸν Κ. Κανάρην Κυβέρνησιν τῆς 26 Μαΐου 1877 διὰ 165 ἡμέρας, καὶ εἰς τὸ ὑπὸ τὸν Α. Κουμουνδοῦρον Ὑπουργεῖον τῆς 11 Ἰανουαρίου 1878 μέχρι τῆς 21 Ὀκτωβρίου 1878, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ 280 ἡμέρας. Ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, ἀφοῦ πρὶν ἦτο ἀρχηγὸς τῆς μείζονος μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως νῦν εἶναι ὁ κ. Τρικούπης, ἐγένετο ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν δὲ 7 Ἀπριλίου 1885 ὁ λαὸς τὸν ἀπέστειλε διὰ τυμπάνων εἰς τὰ Ἀνάκτορα ὡς Πρωθυπουργὸν, οὐδεὶς δὲ ἄλλος Πρωθυπουργὸς ἐκτὸς αὐτοῦ ὁμολογουμένως εἶχε βαθυτέρας ἐν τῷ λαῷ ῥίζας. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπὶ 375 ἡμέρας ἔμεινε Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ἐξωτερικαὶ περιπλοκαὶ γνωσταὶ ἐπέφερον τὸν ἀποκλεισμόν, ὀφειλόμενον — ἐκ τοῦ προχείρου λέγομεν τώρα — ἐν μέρει εἰς τὴν ἀδεξιότητα τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἐν πολλοῖς ὅμως καὶ εἰς τὴν ἀρχομανίαν τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπανῆλθε τότε ὁ κ. Τρικούπης κραταιὸς καὶ κραταιότατος, καὶ τόσῳ κραταιός, ὥστε ἡ Βουλὴ ἔκοψε μόνη τοὺς πόδας της, περιορισθεῖσα εἰς 150 Βουλευτὰς δι’ ἀντισυνταγματικοῦ νόμου. Δὲν ἠρκέσθη ὅμως εἰς τὴν ἐπιτυχίαν ἐκείνην, καὶ μετὰ τὸ νέον σύστημα προσεταιρίσθη ὁ κ. Τρικούπης τοὺς Δημάρχους, ἔκαμε τὰς ἑορτὰς, τοὺς Βασιλικοὺς νόμους καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὰ μετέπειτα συμβάντα καὶ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Τέλος πάντων ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπανέρχεται ὡς Πρωθυπουργὸς τὴν 24 Ὀκτωβρίου 1890, ἐν ὅλῳ ὡς Ὑπουργὸς ἐννεάκις, καὶ δὶς ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὑρίσκεται ὁ κ. Δηλιγιάννης εἰς τὸ βιβλίον μου ἐδῶ, ἐν ὅλῳ μέχρι σήμερον 4 ἔτη, 3 μῆνας καὶ 26 ἡμέρας, ἐὰν οἱ ὑπολογισμοί μου ἦναι ἀκριβεῖς. Ἀρχίζει ἡ μερὶς τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Τρικούπης ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ ὑπὸ τὸν Α. Κουμουνδοῦρον Ὑπουργεῖον ἀπὸ 18 Δεκεμβρίου 1866 ἕως 20 Δεκεμβρίου 1867, διὰ 367 ἡμέρας. Χάρις εἰς τὸ ἱστορικὸν ἄρθρον «Τίς πταίει», ἐκλήθη ὡς Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τῆς 27 Ἀπριλίου 1875 μέχρι τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1875 δι’ ἡμέρας 169, διότι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἄλλους ὑπέδειξεν ὡς διαδόχους νομίμους τοῦ Ὑπουργείου Βούλγαρη μετὰ τὰ στηλιτικά. Εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἔχων τὸν τίτλον τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ἐκλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, συνεργασθεὶς μετὰ τοῦ νῦν ἀσπόνδου ἀντιπάλου του κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη ἀπὸ τῆς 26 Μαΐου 1877 μέχρι τῆς 11 Ἰανουαρίου 1878, δι’ ἡμέρας 165. Βραδύτερον κληθεὶς ὡς Πρωθυπουργὸς τῇ 10 Μαρτίου 1880, διηύθυνε καὶ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν μέχρι τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1880 διὰ 213 ἡμέρας. Χάρις εἰς τὰ σφάλματα τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου, ἢ ἀκριβέστερον χάρις εἰς τὴν ἐπιτηδείαν ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, καὶ τῇ βοηθείᾳ κυρίως τῶν ἀντιπροσώπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ὁ κ. Τρικούπης ἐκλήθη ὡς Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, βραδύτερον δὲ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ἀπὸ τῆς 3 Μαρτίου 1882 μέχρι τῆς 19 Ἀπριλίου 1885, ἤτοι διὰ τρία ἔτη καὶ ἡμέρας 40. Πόσον ἰσχυρὸς ἦτο κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, τὸ γνωρίζετε· ἡ λέξις του ἦτο νόμος· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης χρονολογοῦνται καὶ αἱ ἀγγλικαὶ ἀγρυπνίαι, αἱ ὁποῖαι πολλοὺς ἀπὸ ἡμᾶς θὰ φέρωσιν εἰς τὸν τάφον, διότι δὲν ἔχομεν τὴν σιδηρᾶν ὑγείαν τοῦ κ. Τρικούπη· ὥστε καὶ ἐκ πνεύματος ἐκδικήσεως ὀφείλω νὰ ἦμαι ἐναντίον του. Ἀλλ’ ἐμέθυσεν ὁ κ. Τρικούπης, ἐμέθυσεν ἀπὸ τὴν ἰσχὺν, καὶ διέλυσε τὴν Βουλήν· ἡ διάλυσις ὅμως δὲν τὸν ὠφέλησεν, ἐγένετο τὸ λαϊκὸν σφάλμα τῆς 7ης Ἀπριλίου 1885, διὰ τὸ ὁποῖον στενάζει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, συνέβησαν τὰ πρὸ μικροῦ ῥηθέντα καὶ σχετιζόμενα μὲ τὴν πρωθυπουργίαν τοῦ κ. Δηλιγιάννη· χάρις εἰς τὸν ἀποκλεισμόν, εἰς τοὺς νυκτερινοὺς φανοὺς καὶ τὰς διαφόρους συνεννοήσεις, ἐπανέρχεται ὁ κ. Τρικούπης μετ’ ὀλίγους μῆνας κραταιότερος. Τότε πλέον ἔγειναν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, καὶ τὰ γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ· διελύθη ἡ Βουλή, καὶ ἐγὼ δὲν ἐπανῆλθον, ἀσθενήσας κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα τῆς Κούτρας, τὰ ὁποῖα οὔτε τότε οὔτε νῦν κατετέθησαν, ἂν καὶ τότε εἶχον τὸν ἀξιότιμον νῦν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν ζητοῦντα ἐπιμόνως τὴν κατάθεσίν των. Τὸ ὁλικὸν διάστημα, Κύριοι, τοῦ πρωθυπουργικοῦ βίου τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι δέκα ἐτῶν, ἐὰν δὲν παρεισέφρησε λάθος τι εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου, ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπὸ 8 ἢ 9 ἐτῶν, ἰδίως δὲ ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, εἶναι Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν πλεῖστον χρόνον, κατὰ δὲ τὸν ὑπόλοιπον ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶχον ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ προβῶ εἰς αὐτὴν τὴν μελέτην, διὰ νὰ εὕρω τὴν ἀναλογίαν τῆς εὐθύνης. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ παρὰ τῶν εἰσηγητῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ λεχθὲν, ὅτι μόνος ὑπεύθυνος εἶναι ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος. Πρόκειται περὶ τῆς δεκαετίας τῆς τελευταίας· κατὰ τὰ 8/10 ὁ μέγας ὑπεύθυνος εἶναι ὁ κ. Τρικούπης, κατὰ τὸ ὑπόλοιπον ὁ κ. Δηλιγιάννης. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐπιῤῥίψωμεν μεγάλην εὐθύνην εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ἀλλ’ ὄχι ὅλην, ἔχει ἀτυχῶς καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης τὸ μέρος του εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν. Κύριοι, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ὅ,τι λέγω περὶ τοῦ κ. Τρικούπη τὸ λέγω μὲ θλίψιν μου, διότι ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἐξ οἰκογενειακῶν παραδόσεων καὶ ἐκ φυσικῶν χαρισμάτων ἦτο ὁ ἄνθρωπος, ὁ προωρισμένος νὰ μεταβάλῃ τὸν τόπον πραγματικῶς ἐπὶ τὰ κρείττω, ἦτο ὁ μόνος ἄνθρωπος, ὅστις ἕνεκα τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, τῶν προσωπικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν, εἶχεν ὅλην τὴν δύναμιν καὶ ὅλα τὰ μέσα νὰ προβῇ εἰς ῥιζικὰ μέτρα, καὶ νὰ δώσῃ οὐ μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν σύμπαντα ὅ,τι ἀνέμενεν. Ἔκτακτος δραστηριότης, μεγάλη φιλεργία, ἰσχυρὰ θέλησις, σχέσεις προσωπικαὶ, τὰ πάντα ἐπίκουρα εἰς τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ἔργον· ὁ κ. Τρικούπης ὅμως ἐναυάγησε, καὶ ἐναυάγησε κατὰ τὴν γνώμην μου ἕνεκα δύο ἐλλείψεων οὐσιωδῶν, ἕνεκα δύο ἐλαττωμάτων δεινῶν: τοῦ μεγάλου ἐγωϊσμοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου παραφυάδες ἄλλων ἐλαττωμάτων τρέφονται, καὶ τῆς ἀγνοίας τοῦ τόπου. Διότι δὲν γνωρίζει τὴν Ἑλλάδα ὁ κ. Τρικούπης, τὴν γνωρίζει ὡς φιλέλλην. Ἐσχηματίσθη λοιπὸν αὐλὴ κολάκων, οἱ ὁποῖοι χάριν συμφερόντων τὰ πάντα κατέστρεψαν. Ἠκούσατε τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τί εἶπεν· ἠσχολεῖτο περὶ τὰ μεγάλα, de minimis non curat praetor. Ἡ δικαιοσύνη τί σημαίνει; ἡ δικαιοσύνη, ἡ διοίκησις ἂς ἀφεθῇ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ δεῖνα τμηματάρχου, τοῦ δεῖνα γραμματέως, τοῦ δεῖνα παρασίτου· ὁ κ. Τρικούπης ἠσχολεῖτο εἰς μεγάλα πράγματα. Εἶναι δυστύχημα, Κύριοι, ὄχι διὰ τὸν κ. Τρικούπην,—διότι μικρὸν τὸ κακὸν ἡ ἀποτυχία ἑνὸς πολιτικοῦ,—ἀλλ’ εἶναι δυστύχημα διὰ τὸν τόπον μας ἡ ἀποτυχία τοῦ κ. Τρικούπη, διότι τὰ ἔτη παρῆλθον ἀνεπιστρεπτεί, τὰ ἑκατομμύρια ἐδαπανήθησαν ἀνεπιστρεπτεί. Ἐν τῇ συγκρίσει τῶν χαρακτήρων ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω καὶ περὶ τοῦ κ. Δηλιγιάννη ὀλίγα. Ἂς μὴ μοῦ ἀποδοθῇ ὅτι εἶμαι τιμητὴς, ὅτι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω παράσημον ἱκανότητος ἢ μή· ἀλλ’ ἐξετάζων τὸν προϋπολογισμὸν, ἔχω δικαίωμα νὰ ἐξετάσω ἀμφοτέρους αὐτούς. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, Κύριοι, γνωρίζει τὸν τόπον, ἀγαπᾷ ἐπίσης ἢ καὶ πλειότερον τὸν τόπον, ἀποῤῥέει πραγματικῶς ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ λαοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. Δηλιγιάννης στερεῖται τοῦ σθένους, δὲν φαίνεται ἔχων ὡρισμένον πρόγραμμα, ῥυμουλκεῖται· λέγει ἡ Κυβέρνησις λευκόν; ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αὐτὸς λέγει μαῦρον· λέγει μαῦρον ἡ Ἀντιπολίτευσις; αὐτὸς ὡς Πρωθυπουργὸς λέγει λευκόν. Ἐσχημάτισε τὴν ἰδέαν περὶ τῶν σφαλμάτων τοῦ ἀντιπάλου του, καὶ νομίζει, ὅτι τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Τρικούπης, εἶναι τὸ ἀκριβές. Κύριοι, θὰ ἐπικαλεσθῶ κἄπως αὐθεντικὰς ἀποδείξεις περὶ τῆς ἀποτυχίας τοῦ κ. Τρικούπη. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἐγκατέλειψε τὸ παλαιόν του πρόγραμμα· τοὐλάχιστον ἡ δημοσιογραφία, ἡ φίλα φρονοῦσα τῷ κ. Τρικούπη, τὸ διετυμπάνισεν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἡττήθη εἰς τὸ παλαιόν του πρόγραμμα, ὅτι τὰ πειράματα, τὰ ὁποῖα ἤρχισε πρὸ 24 ἐτῶν καὶ τὰ ὁποῖα ἐκόστισαν οὐκ ὀλίγα εἰς τὸν τόπον, τὰ πειράματα αὐτὰ ἀπέτυχον εἰς τὴν φαλακρὰν ἡμῶν κεφαλήν. Τώρα ἐνόησεν, ὅτι διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως ἐν τῇ δικαιοσύνῃ, ἐν τῇ διοικήσει, ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει, διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως πανταχοῦ, θέλει ἐπιτύχει τὴν ὀρθοπόδησιν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς· ἀλλὰ χρειάζονται ἄλλα 24 ἔτη διὰ νέα πειράματα, δὲν γνωρίζω δὲ, ἐὰν ἔχωμεν τὴν προθεσμίαν αὐτὴν νὰ τῷ δώσωμεν, δὲν γνωρίζω δὲ, ἐὰν καὶ ἡ ὑγεία του τῷ ἐπιτρέπῃ ἄλλα 24 ἔτη νὰ ἐργασθῇ ὡς εἰργάσθη. Θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐξ εἰλικρινείας ἀπεκήρυξε τὸ παλαιὸν πρόγραμμα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐγὼ ἔχω δισταγμὸν καὶ περὶ τούτου καὶ περὶ τῆς ἐκτελέσεως νέου προγράμματος· διότι, ἐὰν μετὰ τοιαύτην παντοδυναμίαν εἴχομεν τοιαῦτα ἀποτελέσματα, δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν τῷ μέλλοντι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἄλλα· ἄλλως τε οἱ καιροὶ δὲν μᾶς περιμένουσιν, οὔτε ἄλλα ἑκατομμύρια ἔχομεν, διότι ἤρξαντο στειρεύουσαι αἱ πηγαὶ τῶν δανείων, ἠκούσατε ὅτι κρούει ὁ κώδων τῆς πτωχεύσεως. Κύριοι, ἔρχομαι νὰ συμφωνήσω εἰς ἕν μέρος μὲ τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κατόπιν ἑνὸς τοιούτου ἀγῶνος, οἷος ὁ τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, τὸν ὁποῖον ὅλοι καλῶς γνωρίζομεν, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς διακωμωδήσεις τὰς ὁποίας ἠθέλησαν δημοσιογραφικά τινα ὄργανα νὰ κάμωσιν, ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀντιγράψῃ τὸν προϋπολογισμὸν, δηλαδὴ τὴν εἰκόνα ὁλόκληρον τῆς τέως Κυβερνήσεως; Δὲν γνωρίζω ποίαν ἰδέαν ἔχετε ὑμεῖς· ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀσυγχώρητον. Ὁ κ. Δηλιγιάννης πολιτευτὴς ἀπὸ εἴκοσι καὶ ἑπτὰ ἐτῶν, χρηματίσας ἐννεάκις Ὑπουργὸς, ἐπὶ ὀκτὼ δὲ ἤδη ἔτη ἐν μέρει μὲν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καλεῖται εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἵνα ἐκτελέσῃ τὸ πρόγραμμά του, καὶ λέγει «εἶμαι ἀνέτοιμος». Ἀλλὰ δικαιοῦταί τις νὰ τῷ εἴπῃ: τότε διατὶ νὰ μὴ μείνῃ ὁ κ. Τρικούπης ἀκόμη, ἵνα ἑτοιμασθῆτε; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μερικοὶ συνάδελφοι μᾶς παρηγοροῦσι διὰ τὴν ἄλλην σύνοδον· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ διὰ τὸ μέλλον· πρόκειται περὶ τοῦ ἐνεστῶτος· οὐδεὶς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ διὰ τὸ μέλλον· τὰ μέλλοντα ἄδηλα. Καὶ ἐὰν λόγος τις, οἱοσδήποτε, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀπεύχομαι, φέρῃ μίαν πρόωρον ὑπουργικὴν μεταβολὴν καὶ ἔλθῃ ἄλλος τις Πρωθυπουργὸς καὶ εἴπῃ «ἐγὼ δὲν εἶμαι ἕτοιμος», ἡμεῖς πρέπει νὰ περιμένωμεν νὰ ἑτοιμασθῇ καὶ ἐκεῖνος, νὰ ἀρχίσῃ νέας μελέτας! Τῇ ἀληθείᾳ ἐγὼ δὲν τὸ εὑρίσκω αὐτὸ δεδικαιολογημένον. Ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ οἱ συνάδελφοί του ἔπρεπε νὰ ἦναι καθ’ ὅλα ἕτοιμοι. Ἀλλὰ διατὶ εὑρέθησαν ἀνέτοιμοι; διότι ὁ ἀγὼν ἦτο προσωπικός· ἐπρόκειτο περὶ προσωπικοῦ κόμματος· ἐσχηματίσθη Ὑπουργεῖον ἀνέτοιμον· δὲν ἐκλήθησαν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους ἄνδρες εἰδικοί. Ἄρχομαι ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις πολλὰ εἶπεν ἐντεῦθεν, κατηγορῶν, καὶ δικαίως, τὸν κ. πρώην Πρωθυπουργὸν, ὅστις συνεκέντρου ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα καὶ εἶχε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· γνωρίζετε δὲ τί ἕνεκεν τούτου συνέβη ἐν Λαρίσσῃ. Ἐν τούτοις ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶναι ἤδη Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Βεβαίως ἔχω μεγάλην ὑπόληψιν εἰς τὰς διοικητικὰς γνώσει του καὶ εἰς τὰς διπλωματικὰς ἀκόμη· ἀλλὰ διὰ τὰς στρατιωτικὰς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν, παρὰ νὰ εὑρεθῇ ἀνέτοιμος. Δὲν θέλω νὰ προχωρήσω, οὐδὲ σκοπῶ βεβαίως νὰ ἀδικήσω τινά· θέλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι τὸ κρατοῦν σύστημα εἶναι τοσοῦτον πλημμελὲς, ὥστε νὰ μὴ γίνηται πάλη περὶ ἀρχῶν καὶ νὰ ἦναι ἕτοιμον τὸ πρόγραμμα, καὶ εἰς νομοσχέδια ἀκόμη, καὶ ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸν, ὥστε αὐθημερὸν νὰ διαδέχηται ἡ μία Κυβέρνησις τὴν προκάτοχον πρὸς ἐκτέλεσιν νέου προγράμματος· εἶναι προϊὸν προσωπικῶν κομμάτων, προϊὸν ἀγῶνος προσωπικοῦ. Ἐπικρατεῖ ὅμως καὶ σύγχυσις γλωσσῶν. Δὲν ἤμην ἐδῶ, διότι ἠσθένουν, ἵνα ἀκούσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, ὡς ἔμαθον, ὡμίλησεν ἐξαίρετα ἐπὶ τοῦ δημοτικοῦ νόμου, ἀναπτύξας τὴν ἰδέαν τῆς ἀποκεντρώσεως, τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν δήμων· καὶ χαίρω πολὺ μάλιστα, ὅτι τοιαύτας ἔχει ἰδέας, τὰς ὁποίας διωχέτευσεν, οὕτως εἰπεῖν, καὶ εἰς νόμον, διότι ὅλαι ἐκεῖναι αἱ περὶ ἀστυνομίας διατάξεις καὶ ἄλλαι τοῦτο σημαίνουσι. Πῶς συμβιβάζονται ὅμως ταῦτα μὲ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι λίαν συγκεντρωτικός; Ἀλλ’ ἐλησμόνησα· καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι συγκεντρωτικός· κατηργήθησαν νόμοι ἀνεπαρκεῖς, περὶ τῶν ὁποίων βραδύτερον θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἐφαρμοσθέντες κομματικῶς καὶ φατριαστικῶς, οἱ ὁποῖοι ὅμως, καλῶς ἐφαρμοζόμενοι, θὰ ἐξυπηρέτουν τὸ πρόγραμμα τὸ ἀποκεντρωτικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Παρετήρησα καὶ πολλὰς ἄλλας ἀσυμφωνίας, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω ἀναλυτικῶς ἐφ’ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν σημείων, ἅτινα ἐν τούτοις εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ θίξω, ἠδυνάμην νὰ ὑποδείξω καὶ ἄλλας. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ προχείρου ἔρχεται ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζει, ὅτι εἶναι δικαιοτάτη ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου δηλ. 35–40% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνεπὴς ὡς πρὸς τοῦτο πρὸς ἑαυτὸν, διεφώνησεν· ἀλλ’ εἶπε νὰ ἀναβάλωμεν. Τί ἐπρόκειτο νὰ μελετήσῃ περὶ τούτου; Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐμελέτησεν ἐπαρκῶς, εἶναι εὐκολώτατον, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ποσοῦ οὐδεὶς κλονισμὸς ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι πρόκειται περὶ μεγαλειτέρου φόρου, ὡς ἐπροτάθη ὑπ’ ἐμοῦ. Καὶ ἂν δὲν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ὅπως ἐγὼ ἐπρότεινα, ἠδύνατο νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ὑπ’ αὐτοῦ προταθέντα κατὰ τὸ 1885 νόμον. Τώρα τί μένει ἀπὸ ὅλα αὐτά; Ὑποσχέσεις καὶ μελέται. Δύνασθε σεῖς νὰ ἀρκῆσθε ὅσον θέλετε εἰς αὐτάς· ἐγὼ δὲν ἀρκοῦμαι οὔτε εἰς τὰς ὑποσχέσεις, οὔτε εἰς τὰς μελέτας, διότι ἔλαβον ἐντολὴν ὡρισμένην τὴν 14ην Ὀκτωβρίου νὰ ζητήσω τὴν μεταβολὴν τῶν πραγμάτων, οὐχὶ τῶν προσώπων. Κύριοι, διὰ νὰ καταλήξω, — διότι εἶναι καιρὸς, — μεταβαίνω εἰς τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ὁμιλίας μου, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐλέγχωμεν καὶ ἀρνητικῶς νὰ ἀντιπολιτευώμεθα. Ὀφείλομεν νὰ ὑποδείξωμεν καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία. Ἐξακολουθῶ, Κύριοι, νὰ ἔχω τὴν ἀδυναμίαν ἐγὼ νὰ φρονῶ, ὅτι τὸ Α πάσης βελτιώσεως εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Δύνασθε νὰ μὲ κατατάξητε, ἐὰν εὐαρεστῆσθε, μεταξὺ τῶν μονομανῶν· τοῦτο δὲν θὰ μεταβάλῃ τὰς πεποιθήσεις μου, διότι εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ἰδέας, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ βάσις τῶν πάντων. Βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀρχίσω νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης, ὁποία εἶναι καὶ ὁποία πρέπει νὰ ἦναι, δὲν θὰ μοὶ ἤρκουν ὁλόκληροι ὧραι. Ἀναφέρομαι λοιπὸν εἰς ὅσα εἶπον καὶ ἔγραψα, ἀναφέρομαι εἰς ὅσα γνωρίζετε ὑμεῖς αὐτοὶ, καὶ περιορίζομαι ἐν εἴδει συμπερασμάτων διὰ γενικῶν γραμμῶν νὰ εἴπω, τί φρονῶ καὶ πόθεν πρέπει νὰ ἀρχίσῃ μία Κυβέρνησις διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης. Ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, δὲν ἀρκεῖ νὰ αὐξάνωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν νόμων, ἀλλὰ πρέπει πρὸ πάντων νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Διὰ τοῦτο ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων εἶναι ὁ πρώτιστος τῶν νόμων. Ἐξακολουθοῦμεν δ’ ἔχοντες τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων τοῦ 1835, ὅστις ἐνομοθετήθη ὑπὸ ὅλως διόλου ἀλλοίας περιστάσεις, αἵτινες βεβαίως μετεβλήθησαν ἐκ τῆς πολιτικῆς μεταβολῆς τοῦ 1843 καὶ τῆς τοῦ 1862. Ἡ γνώμη μου ἐν ἄκρᾳ συντομίᾳ διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων εἶναι αὕτη. Κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων καὶ τῆς ἀναπληρώσεως τῶν τακτικῶν δικαστῶν διὰ δικηγόρων· θεσμὸς περὶ τάξεως δοκίμων δικαστῶν, ἀνάλογος δηλαδὴ νόμος τοῦ Πρωσσικοῦ καὶ τοῦ Ἰταλικοῦ. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ν’ ἀποφασισθῇ ἀπὸ τοῦδε, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ γείνῃ βεβαίως συζήτησις· ὁ περιορισμὸς τῶν πλημμελειοδικῶν ἀπὸ 5 εἰς 3, καὶ τῶν ἐφετῶν ἀπὸ 5 εἰς 3, ἴσως καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπὸ 7 μελῶν εἰς 5. Εἶμαι ὑπὲρ τῶν πλειόνων, ἀλλὰ μᾶς παρουσιάζουσιν ἑκάστοτε πρόσκομμα οἰκονομικὸν, μολονότι ἐγὼ εἶμαι πάντοτε τῆς ἰδέας, ὅτι τὰ ζητήματα τῆς δικαιοσύνης οὐδέποτε πρέπει νὰ λύωνται οἰκονομικῶς, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, Κύριοι, σᾶς δίδω τόσην δικαιοσύνην, ὅσα χρήματα ἔχω· οὐδέποτε δύναται νὰ λεχθῇ τοῦτο· σᾶς δίδω τόσην δικαιοσύνην, ὅσα μέσα ἔχω. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι κατάλληλος νομοθεσία ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς, τοῦ διορισμοῦ τῶν δικαστῶν διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς τάξεως δοκίμων δικαστῶν, εἶναι ἀναγκαιοτάτη καὶ κατεπείγουσα. Ἀλλὰ μᾶλλον κατεπείγουσα εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων καὶ τῆς ἀναπληρώσεως τῶν τακτικῶν δικαστῶν διὰ δικηγόρων, ὡς καὶ τῆς ἀναπληρώσεως Εἰσαγγελέων. Τοῦτο δὲ θεωρῶ κατεπεῖγον, διότι καὶ ἀντισυνταγματικὸν εἶναι τὸ γιγνόμενον καὶ ὀλεθριώτατον. Ἤμην πάντοτε τῆς γνώμης, ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν πρέπει νὰ δικηγορῶσιν, ἰδίως ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Βεβαίως, ἐν ὅσῳ ὑφίσταται ὁ θεσμὸς, δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ ὁ Βουλευτὴς διότι δικηγορεῖ· διότι τὸ ἐπιτρέπουσιν οἱ νόμοι. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι μία σύγχυσις ἐξουσιῶν ἐπέρχεται. Τοὐλάχιστον ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, ἢ τοὐλάχιστον ἐν τῇ περιφερείᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνασκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα ὁ Βουλευτὴς, πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ τὸ δικηγορεῖν. Μέγας πάταγος γίνεται διὰ τὴν ἰσοβιότητα· ἀλλ’ ἡ ἰσοβιότης εἶναι ἑτεροσκελὴς, διότι πρόκειται περὶ μὴ παύσεως· δὲν ὑπάρχει ὅμως ἀνεξαρτησία δικαστικὴ, διότι τὸ ξίφος τῆς μεταθέσεως καὶ ὁ φόβος ὑφίσταται, ἡ ἐλπὶς δὲ τῆς προαγωγῆς ἐπίσης. Δόσατε λοιπὸν πλήρη ἠθικὴν ἀνεξαρτησίαν, δόσατε ἐπίσης ὑλικὴν ἀνεξαρτησίαν ἀνάλογον, καὶ ἐὰν οἱ δικασταὶ δὲν ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἀποστολήν των, τότε προβῆτε εἰς τὰ ἔσχατα, καὶ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἰσοβιότητος, καὶ ἂν ἀκόμη τοῦτο ἦναι ἀντισυνταγματικὸν, ἔστω διὰ πραξικοπήματος Ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων σᾶς λέγω, ὅτι, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ἀκεραία ἡ γνώμη μου, δὲν ἔχετε νὰ φοβηθῆτε τίποτε· πότε; Ἐὰν ὑπάρξῃ ὑπουργικὴ ἐποπτεία καὶ εἰσαγγελικὴ, ἐὰν λειτουργήσωσι τὰ πειθαρχικὰ συμβούλια. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσι τὰ πειθαρχικὰ συμβούλια, ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ ἐγείρων τὴν καταδίωξιν, ἦναι εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ τελευταίου ἐκλογέως, μάλιστα δὲ μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν νόμων τοῦ 1887, τὴν γενομένην πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν; Ἔχομεν ἀνάγκην, Κύριοι, τῆς ψηφίσεως τοῦ ἀστικοῦ κώδικος. Αὐτὸ καὶ μόνον τὸ θέμα ἠδύνατο νὰ μὲ κρατήσῃ εἰς τὸ βῆμα ἐπὶ πολλὰς ὥρας. Ἔχομεν, Κύριοι, τὸ corpus juris civilis τῶν Ῥωμαίων εἰς λατινικὴν γλῶσσαν, τὸ ὁποῖον, ἐκτὸς εὐαρίθμων καὶ ἐπὶ τῶν δακτύλων μετρουμένων, οὐδεὶς ἐννοεῖ. Ἐν τούτοις δὲν ἐπιτρέπεται ἄγνοια νόμου. Γίνονται συζητήσεις μακραὶ, ἵνα εὑρεθῇ ἡ ἰσχύουσα διάταξις· διότι ναὶ μὲν ἰσχύει ὁ Ἀρμενόπουλος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς πηγὰς, εἰς τοὺς πανδέκτας καὶ τέλος μέχρι τοῦ corpus juris. Γνωστὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ ἀστικοῦ κώδικος· τὴν παρατρέχω καὶ αὐτὴν τροχάδην. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς μοὶ ἔδωκε τὴν ἐλπίδα—θὰ εἴπω τὴν χρονολογίαν—κατὰ τὸ 1886, ὅτι ἀφεύκτως θὰ φροντίσῃ περὶ τούτου, διότι εἶχον φέρει πρότασιν· παρῆλθον ὅμως ἔκτοτε τόσα ἔτη, καὶ ἔκτοτε πολλαὶ ἑκατοντάδες ἄλλων νόμων ἐψηφίσθησαν, ὧν ἡ χρησιμότης ἀμφισβητεῖται, ἀλλ’ οὐδεμία κίνησις, οὐδὲ λόγος περὶ ἀστικοῦ κώδικος ἐγένετο πλέον. Ἠδυνάμην νὰ ἀναγνώσω τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλπιώτου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλ’ ὅστις ἐπιθυμεῖ δύνανται νὰ τὴν εὕρῃ εἰς σελίδα 253 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς 7ης Ἰουνίου 1886. Ἔχομεν λίαν κατεπείγουσαν ἀνάγκην, Κύριοι, τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν δύο ἡμῶν δικονομιῶν καὶ ἰδίως τῆς ποινικῆς, ὡς ἐπίσης ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου καὶ τοῦ ποινικοῦ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶχε διάθεσιν εἰς ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν νὰ ἀναπτύξω εἰς αὐτὴν τὴν νομοθετικὴν κίνησιν ἐπὶ τῶν δικαστικῶν αὐτῶν νόμων, τὴν γενομένην εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη, ἔπρεπε νὰ ἐντραπῶμεν, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὸ Μαυροβούνιον ἀπέκτησεν ἀστικὸν κώδικα. Ἄπειρα ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ περὶ τῶν δικαστικῶν καταστημάτων, καὶ ἰδίως περὶ τῶν ἐν Ἀθήναις, περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, καὶ περὶ ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἠδύναντο νὰ εὑρίσκωνται, χωρὶς νὰ ζημιῶται τὸ Δημόσιον. Ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, τί δαπανᾷ τὸ Κράτος καὶ μὲ πόσα χρήματα δύναται διὰ τόκων καὶ χρεωλυσίων νὰ ἔχῃ ἰδικά του καταστήματα.... Τί ἐφροντίσατε, κύριε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὲ, καὶ κύριε πρώην Πρωθυπουργὲ, περὶ ὅλων αὐτῶν; σᾶς ἐρωτῶ.... Θὰ μὲ παραπέμψῃ ὁ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἰς τοὺς νόμους τοῦ 1887. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐφρόντισε καὶ ἐψηφίσθησαν νόμοι τινὲς καλοὶ, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον. Ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος, ὅταν τοὺς ἐφήρμοσε κακῶς, ὅταν τοὺς ἐφήρμοσε κομματικῶς; τί τὸ ὄφελος, ὅταν εἰς τὴν ἄρνησιν οἱουδήποτε Βουλευτοῦ ἐτράπη εἰς φυγὴν κατὰ τὴν στιγμὴν, τὴν ὁποίαν ἐζήτει, τὴν στιγμὴν τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποβάλει, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίζοντο σωρεῖαι νόμων ἀχρήστων; Περὶ δικαιοσύνης ἡ νῦν Κυβέρνησις, καὶ ὅταν τινὲς τῶν ἀξιοτίμων Ὑπουργῶν ἦσαν εἰς τὴν ἄλλην Κυβέρνησιν, οὐδὲν ἔπραξεν. Πάντοτε εὑρίσκονται εἰς τὰς μελέτας· διότι καὶ εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον τοῦ Μαΐου τοῦ 1885 μελέτας ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς τὴν 22 Ἰανουαρίου 1885, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἄλλας εἶχεν ἰδέας. Ἔλεγε τότε ὁ κ. Δηλιγιάννης, συνεπεία ἐπερωτήσεώς μού τινος κατὰ τοῦ τότε ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, προκειμένου λόγου περὶ Εἰσαγγελέων (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ δὲ τὸ ὄργανον τοῦτο, ὁ Εἰσαγγελεὺς, διατελεῖ ὑπὸ τὴν δρᾶσιν τῆς πολιτικῆς, ἡ ἐκλογὴ τῶν μηνύσεων ἢ καταγγελιῶν, αἵτινες ἐνεργοῦνται, γίνεται ὑπὸ συμφέρον τῆς δράσεως τῆς πολιτικῆς. Δὲν συμβαίνει δὲ μόνον τοῦτο τὸ κακὸν, ὅτι ἕνεκα τούτου μένουσιν ἀτιμώρητα τὰ ἐγκλήματα, ἀλλὰ τοῦτο συντελεῖ, ἵνα σχηματισθῇ πεποίθησις εἰς τὸν λαὸν, ὅτι καὶ ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πολιτικῆς, διδάσκουσι δὲ τὸν λαὸν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ δικαιοσύνην, εἰμὴ ἂν προστατεύηται ὑπὸ τῆς πολιτικῆς. Τοῦτο δὲ τυγχάνει ὁ χείριστος πολέμιος τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἐπὶ τοῦτο ἔχω δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ποῖα μέχρι τοῦδε μετῆλθε μέσα, ἵνα μειώσῃ τὸ κακὸν, ἂν οὐχὶ νὰ ἐκριζώσῃ αὐτὸ, καὶ νὰ κρατύνῃ τὴν πεποίθησιν τοῦ λαοῦ ἐπὶ τὴν εὐθύτητα τῶν δικαστῶν καὶ τὴν ἀμερόληπτον ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης.» Ὑπεστήριξε τότε ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς δὲν πρέπει νὰ ἦναι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πολιτικῆς. Ἐν τούτοις ἐψηφίσθη πρὸ μικροῦ, εἰσηγουμένης τῆς Κυβερνήσεως τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1890, νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ μικρὰ ἐγγύησις, καὶ ἀνεπαρκὴς κατ’ ἐμὲ, ὑπὲρ τῶν Εἰσαγγελέων ἐξέλιπεν· ἐξέλιπε, διότι ὁ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔκαμε κακὴν χρῆσιν αὐτῆς! Ὥστε οὐδεμίαν εὑρίσκω πρόνοιαν περὶ δικαιοσύνης καὶ παρὰ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του. Εἶναι καιρὸς, Κύριοι, νὰ σπεύσω νὰ τελειώσω· διὰ τοῦτο, μετὰ τὴν πρόνοιαν περὶ δικαιοσύνης, ἁπλῶς ὑποδεικνύω ἐκείνην τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι κατὰ διαφόρους περιστάσεις ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ὑποδεικνύομεν· ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη πολέμου κατὰ τῆς συναλλαγῆς, τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τοὺς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τοῦτο, τῆς ἐπιβαλλομένης ἕνεκα τῆς συγκεντρώσεως, διότι τὰ πάντα ἀνήκουσιν εἰς τὸν Πρωθυπουργόν. Πολλάκις ἀνεπτύξαμεν αὐτὰ τὰ ζητήματα. Ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάγκη ἁρμονίας τῶν ὀργανικῶν νόμων πρὸς τὸ Σύνταγμα· Τὸ θέμα τοῦτο διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὴν ὁμιλίαν μου ἐκείνην καὶ εἰς τὰς ἀγορεύσεις τόσων ἄλλων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι διὰ μακρῶν ὡμίλησαν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν δήμων. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη, Κύριοι, ἐπίσης μιᾶς προπαρασκευαστικῆς τῶν νόμων ἐπιτροπῆς. Εἶναι μακρὰ ἡ ἱστορία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐὰν ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ καὶ διατὶ κατηργήθη, ἐὰν ὠφέλησεν ἢ ἔβλαψεν ἡ κατάργησις. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἀπέδειξε τὴν ἀνάγκην μιᾶς ἐπιτροπῆς προπαρασκευαστικῆς τῶν νόμων. Ἡ γνώμη αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπαγορεύει νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν μᾶλλον ὥριμα τὰ νομοσχέδια. Τὰ συνήθως συμβαίνοντα γνωρίζετε καὶ ὅταν ἦτο ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἤδη. Εἶναι δὲ καὶ πολὺ φυσικὸν αὐτό· εἶναι πολὺ φυσικὸν, διότι μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τόσα, καὶ μάλιστα μὲ τὸ κρατοῦν σύστημα, καὶ περὶ προσωπικὰ ἀτυχῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μελετᾷ προσηκόντως τὰ νομοσχέδια. Καὶ ἐν τούτοις, Κύριοι, αὐτὰ μὲ τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ ἐνίοτε πολὺ βιαστικὰ γίνονται νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ βραδύτερον δρέπομεν τοὺς καρποὺς τῆς κυβερνητικῆς ἀπρονοησίας καὶ σπουδῆς· ἀλλὰ καὶ πρὶν ἢ διὰ νόμου ὀργανωθῶσι τὰ περὶ τούτου, αἱ Κυβερνήσεις δύνανται νὰ μετριάσωσι τὸ κακὸν, ὑποβάλλουσαι εἰς προεξεργασίαν εἰδικὴν δημοσίων εἰδικῶν ἐπιτροπῶν τὰ νομοσχέδια. Ἕτερον ζήτημα, ἐξόχως σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ κανονισθῶσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐὰν δὲν λυθῇ πρῶτον, ὡς εἶπον, τὸ ζήτημα τῆς συναλλαγῆς, ἡ ὁποία εἶναι καταβόθρα· ἀλλ’ ἡ μεγαλειτέρα καταβόθρα εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική, ἢ ἀκριβέστερον ἡ εἰρηνοπολεμική. Τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν μαρτυροῦσι περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου καὶ οἱ περὶ αὐτῶν ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσα. Ἔπρεπε νὰ ἀνατρέξω βεβαίως μακρότερον, ν’ ἀρχίσω ἀπὸ τοῦ 1864, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι μέχρι σήμερον μία καὶ μόνη πολιτικὴ κρατεῖ, οἱαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἂν ἦναι εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει εἰς τὸ φαινόμενον πολεμικὴ πρὸς ἐκτέλεσιν δῆθεν τοῦ ἐθνικοῦ προγράμματος, πράγματι δὲ εἰρηνικωτάτη. Ποῖα τὰ ἀποτελέσματα; Εἴμεθα πάντοτε εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, ἢ εἰς παραμονὰς πολέμου, τὸν ὁποῖον οὐδέποτε σπουδαίως διανοούμεθα ν’ ἀναλάβωμεν. Ἀνακαλέσατε, Κύριοι, εἰς τὴν μνήμην σας τὸ 1867 καὶ 1868, 1877 καὶ 1878, 1880, 1885 καὶ 1886. Ἀνακαλέσατε εἰς τὴν μνήμην σας τὰ γεγονότα τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, καὶ θέλετε πεισθῆ ἀδιστάκτως, ὅτι οὐδεμία τῶν ἐξουσιῶν ἐν Ἑλλάδι ἔχει ἐχθρικὰς διαθέσεις πρὸς τὴν γείτονα χώραν. Ὁ λαὸς συγκινεῖται πάντοτε εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, καὶ ἐπειδὴ αἱ Κυβερνήσεις, δὲν δύνανται νὰ ἀντισταθῶσιν, ἐκ φόβου ἀπωλείας τῆς δημοτικότητός των, γίνονται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐπιδείξεις τινὲς, αἱ ὁποῖαι ἄρχονται ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἵππων πρὸς χιλίας δραχμὰς, καὶ ἀπολήγουσιν εἰς ἐκποίησιν αὐτῶν μετ’ ὀλίγους μῆνας πρὸς δραχμὰς ἑκατὸν, ἐνίοτε δὲ καὶ εἰς αὐτοπροβιβασμὸν τῶν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργῶν. Αὐτὴ ἡ ἱστορία πρέπει νὰ τελειώσῃ, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην. Δὲν εἶναι βεβαίως, ὅτι πρέπει νὰ κηρύξωμεν, ὅτι εἴμεθα εἰρηνικοί· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν πολιτικὴν σύμφωνον, ἀρτίαν. Τί φρονῶ ἐγὼ, πολλάκις τὸ εἶπον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, μὴ δυναμένη ποτὲ νὰ κάμῃ τακτικὸν πόλεμον, ὡς τὸν ὑπολογίζει ἡ Γαλλία καὶ ἡ Γερμανία, ἀλλὰ μίαν συνέχειαν τοῦ διακοπέντος ἀγῶνος τοῦ 1821, ἀνάλογον ὅμως μὲ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ἠδύνατο νὰ ἐπωφεληθῇ μιᾶς ἐκ τῶν καθ’ ἑκάστην ἀτυχῶς παρουσιαζομένων εὐκαιριῶν, ὅπως ῥίψῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων κῦβον καὶ ῥιφθῇ εἰς τὸν ἀγῶνα ἄνευ ὑπολογισμῶν. Ἀλλὰ πρὸς τοιοῦτον ἐγχείρημα ἀπαιτεῖται εἰλικρινὴς πρόθεσις καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βασιλείας, ἡ ὁποία πάντοτε ἔχει τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, διότι ὁ Βασιλεὺς εἶναι καὶ ἀρχηγὸς τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων. Πρὸς τοιοῦτον ἐγχείρημα βεβαίως πρέπει ν’ ἀναμετρήσωμεν τὰς δυνάμεις μας, καὶ νὰ μὴ ὑπολογίσωμεν, ὅτι δύναται τυχὸν νὰ καταστραφῇ καὶ μία παραλία πόλις, ὅτι δύναται νὰ χυθῇ καὶ αἷμα· διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ διὰ ποινικῆς ῥήτρας τὸ Ἑλληνικὸν αἷμα, τότε δὲν ἠξεύρω διατὶ γίνονται ἐπὶ δεκαετηρίαν τόσαι μάταιαι δαπάναι. Ἀπωλέσαμεν πολλὰς εὐκαιρίας, βεβαίως δὲ δὲν σκοποῦμεν νὰ ἐπωφεληθῶμεν ἀπὸ τὰς μελλούσας, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν ὡς ἐξακολουθοῦμεν. Δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν· αἱ εὐκαιρίαι οὐδὲ ἔλειψαν, οὐδὲ θὰ λείψουν, ἀλλὰ μὲ μικρὰν προθεσμίαν, διότι δὲν ἀντέχομεν εἰς παρατεταμένον ἀκήρυκτον πόλεμον, ἕνεκεν τῆς ἤδη ὑπαρχούσης ἐξαντλήσεως. Ἄλλως, ἐὰν εἰλικρινῶς δὲν σκεπτώμεθα περὶ τοιούτου ἀγῶνος, μία χωροφυλακὴ ἐκ 5,000 ἀνδρῶν, στελέχη κατὰ ξηρὰν κατὰ τὸ Ἑλβετικὸν σύστημα, ἐκγύμνασις τοῦ λαοῦ εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἰδοὺ τί ἐγὼ ἤθελον συμβουλεύσει. Ἀλλὰ κατὰ ξηρὰν οὐδέποτε ἐλπίζομεν νὰ φέρωμεν ἐν τυχούσῃ εὐκαιρίᾳ τὰ ἐπιδιωκόμενα ἀποτελέσματα· βεβαίως εἰς τὴν θάλασσαν πάντοτε ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τὴν προσοχήν. Ἐὰν πρόκηται ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν δευτέραν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ὑπέδειξα, ἔχομεν ἀνάγκην μιᾶς μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία νὰ κυριεύσῃ τὸ ἐμπόριον τῆς Μεσογείου, τῆς Ἀδριατικῆς καὶ τοῦ Εὐξείνου, καὶ εἰς τὰ πλοῖα τῆς ὁποίας νὰ ἐκγυμνάζωνται οἱ ναῦται ἡμῶν τὸν ἀγῶνα τῶν κυμάτων, ἀφοῦ προηγηθῇ ἡ ἐπί τινα χρόνον τῆς θητείας των ἐκγύμνασις εἰς τὰ πλοῖα τῆς γραμμῆς, ἐξ ὧν νὰ διατηρήσωμεν τόσα, δι’ ὅσα ἀντέχει ὁ προϋπολογισμός μας. Βάσις τῆς τοιαύτης πολιτικῆς ἔσεται ἡ ὕπαρξις δυνάμεων στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν μόνον ἀναλόγως μὲ τὰς οἰκονομικάς μας δυνάμεις. Τί τὸ ὄφελος, Κύριοι, ἐὰν ἐξαντληθῶμεν οἰκονομικῶς καὶ ἠθικῶς, εὑρεθῶμεν δὲ τὴν τελευταίαν στιγμὴν πράγματι ἀνέτοιμοι; Σᾶς ἐρωτῶ: ὅσα ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε, καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀνέλθωσιν εἰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, εἰς τί ἐχρησίμευσαν; Ἐννοῶ νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἐκ 5–10 χιλιάδων ἀνδρῶν καὶ πλοῖα ἀνάλογα τῶν δυνάμεών μας, ἀλλὰ ταῦτα νὰ δύνανται νὰ ἐνεργῶσιν ὡς περίστροφα ἐν ἀνάγκῃ. Σᾶς ἐρωτῶ: αὔριον παρουσιάζεται μία ἔκτακτος ἀνάγκη· ἓν τηλεγράφημα, μᾶς ἀναγγέλλει, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡμῖν πολεμικὴ ἐνέργεια. Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ στρατός; εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ στόλος; Τὸ ἠκούσαμεν καὶ τὸ γνωρίζομεν. Ἔμαθε νὰ ἐνεργῇ ἐκλογὰς, διότι καὶ τοῦτο τὸν ἐδίδαξαν, καὶ βεβαίως τὸ κακὸν προηγούμενον τῆς τέως Κυβερνήσεως μετωχετεύθη καὶ εἰς τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα. Ἔχομεν ἀνάγκην προσέτι, Κύριοι, ῥιζικῆς μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Μὲ μισὰ μέτρα βεβαίως οὐδὲν θὰ ἐπιτύχωμεν. Ἔχομεν ἀνάγκην φορολογικοῦ συστήματος κατὰ τὸ δυνατὸν ἴσου καὶ ἀναλόγου πρὸς τὴν φορολογικὴν ἀντοχὴν τοῦ τόπου. Τίς δὲν παρατηρεῖ, ὅτι ἐξηντλήθη ὁ τόπος; Ὅσοι ἐπεσκέφθησαν τὰς ἐπαρχίας, καὶ εὑρίσκονται εἰς στενὰς σχέσεις μετ’ αὐτῶν, ἐκεῖνοι καλῶς γνωρίζουσιν, ὅτι οἱ φορολογούμενοι δικαίως στενάζουσιν ἕνεκεν τοῦ ἀνίσου καὶ ἀκαταλλήλου καὶ ὑπὲρ τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου φορολογικοῦ συστήματος. Ἔχομεν ἀνάγκην τῆς καλλιεργείας τῶν ἐθνικῶν πόρων, οἱ ὁποῖοι μεγάλως παρημελήθησαν. Τὸ ζήτημα τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν πόρων τῆς Θεσσαλίας εἶναι τόσον μέγα, ὥστε οὔτε τὸ ἐπιχειρῶ σήμερον. Τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βώλου κ. Γεωργιάδης πολὺ ἔσπευσε νὰ καταδικάσῃ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, καὶ μάλιστα ἐκ μέρους ὅλων τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν, διότι τοιαύτη ἀπόφασις οὐδέποτε ἐγένετο. Τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα εἶναι ἀπαραίτητα, ἐν τούτοις οὐδὲν ἐγένετο· τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ καὶ ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα. Χρειάζεται ἔτι ὁ κανονισμὸς τῶν σχέσεων τῶν καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν κατὰ τρόπον μὴ παραβλάπτοντα τὰ κεκτημένα δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν. Παρέλειψα πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἤθελα νὰ εἴπω διὰ τὴν ἀφομοίωσιν τῆς Θεσσαλίας· διότι μεταξὺ τῶν σφαλμάτων τῆς τέως Κυβερνήσεως εἶναι καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ ἀφομοίωσις, ἡ δὲ Ἑλλὰς ὡς ἐκ τούτου ἐζημιώθη ἐθνικῶς, ὡς ἐκ τῆς γειτνιάσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν μετὰ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μακεδονίας. Καταλήγων εἰς τὸ συμπέρασμά μου, λυποῦμαι διὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν φίλων του, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν τὸν ἀδικῶ, ἐὰν εἴπω, ὅτι ἀπέτυχεν. Ἐδόθη αὐτῷ μακρὰ προθεσμία 24 ἐτῶν, καὶ ἐπὶ δεκαετίαν περίπου παντοδυναμία βουλευτική. Ἐὰν τὰ πειράματα ἀπέτυχον, ἀγνοῶ ἐὰν ἔχωμεν νέαν προθεσμίαν νὰ δώσωμεν, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἄλλα πειράματα. Ἀλλ’ εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν—τὸ λέγω εἰλικρινῶς—νὰ κατηγορήσω καὶ τὴν νῦν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἀσυνεπείᾳ.
§139ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀφήσατε νὰ διοικήσῃ καὶ αὐτὴ 2 ἢ 3 ἔτη, καὶ βλέπομεν.
§140Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξήγησα τὸν λόγον καὶ δὲν ἐπανέρχομαι. Νομίζω ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα συνταγματικῆς διατάξεως, ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ὑποβάλῃ προϋπολογισμὸν οἱονδήποτε, ἀτελῆ, λόγῳ τοῦ μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, δὲν εἶναι λόγος αὐτὸς νὰ τὸν ψηφίσῃ καὶ ἡ Βουλή. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει δύο ἐλαφρυντικοὺς λόγους, ὅτι εὗρεν ἓν προηγούμενον καθεστὸς, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀρκετὰ δύσκολον νὰ ἐκριζώσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας· ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἀρχίσῃ τὰ μέτρα τῆς βελτιώσεως, ἔπρεπε νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι ἐργάζεται πρὸς ῥιζικὰ μέτρα· ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον ὑπέδειξε. Τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως ἐψήφισεν ἡ βουλευτικὴ πλειονοψηφία νόμους, οἱ ὁποῖοι ἂν ἀνεβάλλοντο, κατ’ οὐδὲν θὰ παρεβλάπτετο ἡ Πολιτεία, ἐνῷ παρέλειψεν ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐὰν ἤθελον ψηφισθῆ, μεγάλως θὰ ὠφελεῖτο. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὡς δεδικαιολογημένον τὸν λόγον, ὅτι ἐστερεῖτο γνώμης ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἐργαζομένη ἐπὶ δεκαετίαν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἕτοιμα νομοσχέδια. Συμφωνῶ, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρέπει νὰ δώσωμεν προθεσμίαν, ἀλλὰ πρέπει καὶ αὐτὴ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐλπίδα τῶν ῥιζικῶν μέτρων, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε δὲν μᾶς ἔδωκε. Μέχρι τοῦδε δὲν βλέπω, παρὰ μεταβολὴν προσώπων· ἀλλ’ οἱ ἐκλογεῖς ἡμῶν μᾶς ἔστειλαν διὰ νὰ μεταβάλωμεν τὰ πράγματα. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ὑποβάλω ὡς συμπέρασμα τὴν ἀτομικήν μου γνώμην. Ἀγνοῶ, ἂν καὶ ἄλλοι θὰ ἦναι σύμφωνοι. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ ἀντίγραφον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς τέως Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὸν λόγον τοῦ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀρκετὸς χρόνος, δύναται νὰ ἐπιστρέψῃ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα συμμορφωθῇ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἐντολέων μας. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασίν μου, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ θεωρεῖ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ὑποβληθέντα νομοσχέδια περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1891 ὡς μὴ συνταχθέντα συμφώνως μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δοθεῖσαν ἐντολὴν τὴν 14 Ὀκτωβρίου 1890.»
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον.
§142ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι νὰ ὁμιλήσουν, ἀλλ’ εἶναι ἤδη ἀργὰ, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἀπαρτία.
§143ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολέκτου τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Χατζίσκου.)
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 79. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὁ κ. Σέχος ἔχει τὸν λόγον.
§145ΣΕΧΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος. Κηρύσσεται παρατωμένη....
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς ἔγκυροι, καὶ δικαίωμα ἔχει νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν προσήκει αὐτῇ νὰ τὸ πράξῃ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διατελοῦμεν κατὰ τὸ τέλος σχεδὸν τῆς συνόδου, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς εἰσέτι οὐδὲ ἐξητάσθη, οὐδὲ ἐψηφίσθη. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ συνάδελφοι ἡμῶν, οἱ πλεῖστοι, κατοικοῦσιν ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης, καὶ ἐπείγονται, ἵνα ἐγκαταλείψωσι τὴν πρωτεύουσαν, ἑπομένως ἐπιθυμητὸν ἦτο νὰ ἐτελείονεν ἡ ἔρευνα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ ψήφισις αὐτοῦ, καὶ νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς πατρίδας των. Διά τοῦτο μοὶ ἐφάνη, ὅτι δὲν προσῆκεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ζητῇ νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ ἡμέρας. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν πρέπει ἡ πλειοψηφία νὰ ποιήσηται οὐχὶ κατάχρησιν, ἀλλὰ χρῆσιν ἐσπευσμένην τῆς δυνάμεως αὐτῆς, τὴν παρακαλῶ νὰ ἀναβάλωμεν τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, νὰ προβῶμεν δὲ νῦν εἰς τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων.
§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν κατωτέρω. Δεύτερον ἀντικείμενον εἶναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 205,840:50 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891, εἰς γʹ συζήτησιν.
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ. (Ἀναβληθείσης τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν παρὰ τῇ Διευθύνσει τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἀστυνομικῶν κλητήρων. 2) Περὶ συντάξεων τῶν οἰκογενειῶν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων.)
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 35,814,100 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891.
§152ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ κατατεθῶσιν ἅπαντα τὰ σχετικά, διὰ νὰ ἠξεύρωμεν τί ψηφίζομεν. Ἔλαβον ἀφορμὴν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως νὰ κάμω λόγον περὶ τῶν σιδηροδρόμων, ὡς καὶ περὶ τῶν χιλιομετρικῶν ἀποζημιώσεων, ἵνα γνωρίζωμεν τί θὰ πληρώσωμεν· ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι θὰ πληρώσῃ χρήματα δι’ ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι ἐπληρώθησαν πλέον τοῦ δέοντος μέχρι τῆς σήμερον, καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ καταθέσωσιν ἅπαντα τὰ σχετικὰ καὶ δικαιολογητικά.
§153ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ποῖα δικαιολογητικά;
§154ΣΧΙΝΑΣ. Εἶναι αἱ πιστοποιήσεις δι’ ὅσα ἐπληρώθησαν, καὶ τίνες ἐργασίαι ὑπολείπονται, συμφώνως μὲ τὸν προϋπολογισμόν. Ἐξ αὐτῶν θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ ἐργολάβος τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἔχει λάβει περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ, διὰ δὲ τοῦ ὑπολειπομένου χρήματος εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπομένουσαν ἐργασίαν, ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι καὶ ἐν καθυστερήσει τῶν ἔργων· μεθαύριον δὲ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσωμεν νέα ἑκατομμύρια, διὰ νὰ τελειώσωμεν τὸ ἔργον. Εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δηλῶ, ὅτι ἐκεῖ εἶναι ἱδρυμένον λησταρχεῖον, καὶ διὰ τρόπου, διὰ λέξεων καὶ διὰ καλλιγραφίας μᾶς ἀφαιροῦν τὸ χρῆμα οἱ ξένοι. Κάμετε ὅ,τι θέλετε· ἐγὼ δὲν θὰ ψηφίσω τὴν πίστωσιν.
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁ συνάδελφος προτείνει δύο γνώμας· ἡ μὲν μία εἶναι ἀπόλυτος ἄρνησις πρὸς ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τῶν σιδηροδρόμων, ἡ δὲ ἑτέρα εἶναι πρότασις ἐπιβοηθητικὴ, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, πρέπει νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ ἢ δικαιολογητικὰ τῆς δαπάνης. Ὅτι ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, εἶναι δῆλον· ἐπιθυμοῦμεν δὲ νὰ ψηφισθῇ, ὄχι διότι ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι πᾶσαι αἱ δαπάναι ἐγένοντο ἐν δέοντι καὶ προσηκόντως, ἀλλὰ διότι νομίζομεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀρνηθῇ τὴν πίστωσιν, θέλει δώσει ἀφορμὴν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἴσως διατεθειμένοι εἰς τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβον, νὰ ἐγκαταλείψωσιν αὐτὰς ἀπὸ τοῦδε. Ἐγὼ θέλω προσπαθήσει νὰ ἀνεύρω ὅσα ἂν δυνηθῶ σχετικὰ καὶ δικαιολογητικὰ, ἵνα καταθέσω αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν, δίδω ὅμως τὴν γνώμην εἰς τὸν συνάδελφον, ὁ ὁποῖος μετ’ ἀξιεπαίνου ζήλου ἀκολουθεῖ τὰς ὑποθέσεις τῶν σιδηροδρόμων, καὶ μετὰ προσοχῆς καὶ κόπου ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἔρευναν αὐτῶν, δίδω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν μετέρχεται, δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θέλει ἀγάγει εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖ. Ὁ ἔλεγχος τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νομίζω ὅτι εἶναι ματαιοπονία, καὶ ὄχι μόνον ἀπώλεια τοῦ κόπου, τὸν ὁποῖον καταβάλλει, ἀλλὰ προσέτι εἶναι ὡς νὰ βυθίζῃ τὰς ἰδέας αὑτοῦ ἐν τῷ πελάγει. Ἡ ὑπόθεσις τῶν σιδηροδρόμων νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἀνακείμενον ἰδίας ἐρεύνης. Ὁ συνάδελφος ἔχει ὑποβάλει τοσαύτας ἐπερωτήσεις, ἐγὼ δὲ θέλω σπεύσει νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ τότε ἂς προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν γενομένων, καὶ ἂς ζητήσῃ τότε τὸν πεφωτισμένον ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωμεν τὴν ἔρευναν λεπτομερειῶν εἰς γενικὴν συζήτησιν, διότι θέλομεν ἀπολέσει οὕτω τὰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀξίαν. Ἡ πίστωσις δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὰς ζημίας τοῦ Κράτους, ἑκάστη δαπάνη ἔχει ἴδιον ἔλεγχον, ὁ δὲ κ. συνάδελφος εἶναι κύριος νὰ προκαλέσῃ τὴν ἰδιάζουσαν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου ἑκάστης δαπάνης.
§156ΣΧΙΝΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν συμβουλὴν, ἥν μοι ἔδωκε, δυστυχῶς ὅμως δὲν θέλω τὴν ἀκολουθήσει, ἐφ’ ὅσον ἔχω τύπον καὶ ὑπογραμμὸν τῆς ἐρεύνης μου τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ὁ θεμελιώδης νόμος ἀπαιτεῖ, ἵνα ὁ Βουλευτὴς γνωρίζῃ τὰ πάντα. Πρὸς τούτοις δὲ ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ κεφαλαίου 10 νὰ καταθέτῃ συγχρόνως πάσας τὰς παρὰ Βουλευτῶν αἰτουμένας πληροφορίας. Ἡ Κυβέρνησις, μετὰ λύπης τὸ λέγω, ἀπέσχε νὰ καταθέσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἔπρεπε νὰ περιμένῃ νὰ τῇ ὑπομιμνήσκω ἐγώ. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὡς πρὸς τοῦτο ἠκολούθησε τὴν ὁδὸν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν προσεκόμιζε τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐλέγχου, παρέχει δὲ πράγματα εἰς πάντα ζητοῦντα καὶ τὸ παραμικρόν. Εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις τῶν γραφείων, ὥστε μετὰ μεγάλης δυσκολίας δύναται νὰ προσκομίσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ φέρωσι μετὰ μεγάλης εὐκολίας. Καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ζωγράφου γενομένην, ἠρώτησα αὐτὸν, τί εἶναι χιλιομετρικὴ ἀποζημίωσις, ὁ δὲ κ. Ζωγράφος ἀπήντησε μετὰ λύπης, ὅτι δὲν γνωρίζει, καθόσον ἐζήτησε πληροφορίας καὶ δὲν τῷ ἐδόθησαν. Εἶναι περιττὸν νὰ ὑποβάλλητε πιστώσεις τόσον ἑκατομμυρίων, καὶ νὰ ζητῆτε τὴν ψήφισιν αὐτῶν, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποῦ τὰς δίδομεν καὶ ἐκ τίνων χρημάτων. Ὑπάρχει λογιστικὴ διάταξις, καθ’ ἣν οὐδεμία πίστωσις δίδεται, ἂν δὲν ὑποδειχθῇ ὁ πόρος, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλει ληφθῆ. Τὸν λογιστικὸν νόμον γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καλλίτερον ἐμοῦ. Ἐπίσης γνωρίζει, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ παρακολουθῇ βῆμα πρὸς βῆμα πάσας τὰς ἐνεργείας. Ἄν ἀκολουθήσωμεν τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἤτοι νὰ ψηφίζωμεν νόμους καὶ συμπληρωτικὰς πιστώσεις, θέλομεν φθάσει εἰς τὸν τραγέλαφον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔφθασεν ἐκείνη. Δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ἐλέγξωμεν, διότι εὑρισκόμεθα πρὸ τραγελάφου διὰ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, ἤτοι τῆς παρανομίας, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται ἐναντίον τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Εἶναι ὁ τραγέλαφος τοιοῦτος, ὥστε οὐδέποτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐνεργήσωμεν ἔλεγχον, καὶ νὰ συντάξωμεν ἀπολογισμόν. Ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἑστία καταχρήσεων, καὶ σήμερον ἂν διατάξῃ ἡ Βουλὴ νὰ μεταβῇ ἐπιτοπίως ἐπιτροπή, ἧς εὐχαρίστως δύναμαι νὰ λάβω μέρος, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θέλει σᾶς εἴπει, ὅτι τὰ πάντα ἐκεῖ γίνονται παρὰ τὰ συμπεφωνημένα, θέλει εἴπει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι σιδηρᾶς ῥάβδους μετέφερεν ὁ ἐργολάβος ἀπὸ σιδηρόδρομόν τινα τῆς Ἱσπανίας, καὶ ἐν τούτοις ἐπληρώθη! Ἰδοὺ διατὶ δὲν ψηφίζω τὴν πίστωσιν. Ἐκεῖ, δηλῶ ἐπανειλημμένως, εἶναι λησταρχεῖον, καὶ δὲν δειλιῶ νὰ τὸ εἴπω, καθόσον ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς καλλιγραφίας κρύπτονται ὅλαι αἱ ἀσχημίαι. Ἄν ἀποφασίσῃ σήμερον ἡ Βουλὴ ν’ ἀποστείλῃ ἐκεῖ ἐπιτροπήν, θέλει μάθει, ὅτι προσεκομίσθησαν δύο εἰδῶν σιδηραῖ ῥάβδοι, ῥάβδοι φέρουσαι τὸν τύπον τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐδόθη, καὶ τὴν σφραγῖδα τοῦ καταστήματος, ἐκ τοῦ ὁποίου προέρχονται, καὶ ἕτεραι ῥάβδοι, βαρύτεραι κατὰ δύο χιλιόγραμμα. Ἐρωτῶ δ’ ὑμᾶς, εἶναι δυνατὸν νὰ προσφέρῃ ὁ ἐργολάβος ῥάβδους βαρυτέρας κατὰ δύο χιλιόγραμμα; Αὗται ἀπεῤῥίφθησαν ὑπὸ τῆς Ἱσπανίας, καὶ ταύτας μᾶς ἔφερον ἐδῶ. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἤθελε τοὺς στρατιωτικοὺς ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ δὲν ἠγάπα τοὺς Ἕλληνας μηχανικούς, διότι δὲν ἤθελεν ἔλεγχον τῶν πράξεών του, ἤθελε δὲ νὰ διαπράττῃ διὰ τῶν ξένων ὅ,τι διέπραξεν. Ἡ μεταξὺ τῶν ῥάβδων διαφορὰ εἶναι, ὅτι αἱ μὲν τῶν ῥάβδων εἶναι χαλύβδινοι, αἱ δὲ σιδηραῖ. Εἶναι δὲ μεγίστη ἡ διαφορὰ μεταξὺ χαλύβδου καὶ σιδήρου. Δὲν λέγω περισσότερα· προστίθημι μόνον, ὅτι οὔτε τὸν κ. Γκοτλὰν γνωρίζω, ὡς οὔτε οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, οὔτε οὐδὲν τῶν μελῶν τῶν Γάλλων μηχανικῶν, οὔτε τῶν ἀλλοδαπῶν. Λέγω δὲ τοῦτο, ἵνα μή τις νομίσῃ, ὅτι προσωπικὴ ἔχθρα μὲ κινεῖ· ποσῶς, ἀλλὰ πόνος πατριωτικὸς διὰ τὰς μεγάλας δαπάνας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ πατρίς μου, καὶ διὰ τὴν ἁρπαγὴν τοῦ χρήματος, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τίποτε! Αὐτὸ μὲ κινεῖ. Δὲν πρόκειται δὲ νὰ δέσωμεν τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ἧς εἶμαι φίλος, ἀλλὰ φίλος εἰλικρινὴς καὶ ὄχι κόλαξ, διότι θέλω νὰ ἦμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουν τὴν ἀλήθειαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκόν μου· ὑμεῖς δὲ κάμετε ὅτι θέλετε.
§157ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ συνάδελφος φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει εὐκρινεῖς ἰδέας. Πρὸ μικροῦ ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ πίστωσις, διότι ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ· καὶ ὡς παράβασιν τοῦ νόμου τούτου ἀνέφερεν, ὅτι ζητεῖται πίστωσις 35 ἑκατομμυρίων, χωρὶς συγχρόνως νὰ προτείνηται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ προσδιορισμοῦ πόρου χρηματικοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλουσι ληφθῆ τὰ 35 ἑκατομμύρια, διὰ νὰ δαπανηθῶσιν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους. Ἄν ὁ λόγος αὐτὸς ἀναγκάζῃ τὸν συνάδελφον νὰ ἀρνῆται τὴν ψῆφόν του, βεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι ἔχει ἄδικον, διότι οἱ σιδηρόδρομοι οὗτοι κατεσκευάσθησαν δυνάμει τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δι’ ἕκαστον τῶν σιδηροδρόμων ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνεια. Ὑπάρχει δάνειον διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς– Λαρίσσης ἐξ 80 ἑκατομμυρίων. Συνωμολογήθη τὸ ἥμισυ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ ὁ πόρος. Ἂν τὰ χρήματα αὐτὰ λαμβάνῃ εἴτε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, εἴτε καὶ ἡμεῖς, καὶ δαπανῶμεν αὐτὰ εἰς τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, ὁ συνάδελφος ὀφείλει νὰ ἐλέγξῃ ἡμᾶς ἢ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, καὶ ἡμεῖς θέλομεν δώσει λόγον. Λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ προσδιορίσωμεν σήμερον τοὺς πόρους. Ἂν καλῶς ἐγένοντο τὰ μέχρι τοῦδε, ἐπήρκει ἡ διοίκησις τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ ἐπιτηρῇ τὴν κατασκευὴν τοσούτων σιδηροδρόμων, καὶ ἡ ἐπιτήρησις ἦτο πλήρης; Παρεῖχε τὰ ἐχέγγυα πάντα, τὰ ἐξασφαλίζοντα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους; Ὅλα ταῦτα εἶναι ζητήματα ἀλλότρια τῆς πιστώσεως, καὶ ἀπορῶ, πῶς συγχέει τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἐγὼ οὐδὲν ἔχω συμφέρον, ἵνα συντελέσω, ὅπως καλυφθῇ ἡ εὐθύνη τῶν προκατόχων μου, οἵτινες διέπραξαν ταῦτα. Ἴσως ἡ πολιτικὴ ἀντίθεσις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι, μοὶ ὑπαγορεύει τὸ συμφέρον νὰ συντελέσω, ἵνα μὴ καλυφθῇ ἡ εὐθύνη αὕτη· ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπάρχει σύμβασις, δι’ ἧς ὑποχρεοῦται τὸ Κράτος, ζητεῖτε νὰ γείνωμεν ὑπερήμεροι; Ζητεῖτε νὰ δημιουργήσητε δικαιώματα εἰς τοὺς ἀναλαβόντας ἐργολάβους; Οὕτω ζημιοῦτε τὸ Κράτος, ἀντὶ νὰ τὸ ὑπηρετήσητε, διότι δημιουργεῖτε δικαιώματα κατὰ τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Δὲν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν οὔτε νὰ κολακεύσῃ τις ἡμᾶς, οὐδὲ νὰ ἦναί τις ἐπιεικὴς πρὸς ἡμᾶς. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι, ἄν τις ἀρνηθῇ τὴν πίστωσιν ταύτην, θέλει ζημιώσει τὸ δημόσιον ταμεῖον, θέλει ὠθήσει τὴν Βουλὴν εἰς πρᾶξιν ἀντικειμένην εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ διδομένης τῆς πιστώσεως ταύτης, καλύπτεται ἡ εὐθύνη τινός; Ἐὰν ὁ κ. Γκοτλὰν δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὑτοῦ, τὸν ἐκάλυψεν ἡ ψήφισις τῆς πιστώσεως ταύτης; Ἂν ἐγένετο χρῆσις ὑλικοῦ κακοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων– Καλαμῶν, ἡ ἐπιψήφισις τῆς πιστώσεως ἐκάλυψε τὸ ἐλάττωμα τοῦτο; Αὔριον θέλει διορισθῆ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θέλει ἐξετάσῃ τὸ ὑλικὸν, τοῦ ὁποίου ἐγένετο χρῆσις, καὶ τὸν τρόπον τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ ἂν ὁ σιδηρόδρομος δὲν κατεσκευάσθη καλῶς, δὲν θέλει ἐπιτρέψει τὴν παραλαβὴν αὐτοῦ, ἢ θέλει ζητήσει τὴν συμπλήρωσιν. Ἀλλ’ ἂν ὁ ἐργολάβος ἦναι κακῆς πίστεως, ἂν ἐξεδόθησαν καταστάσεις βεβαιοῦσαι πράγματα μὴ ἀληθῆ,—ὑποθέσατε ὅτι ἐβεβαιώθη διὰ τῶν καταστάσεων, ὅτι κατεσκευάσθη σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ὡρισμένου τμήματος, ἐνῷ δὲν κατεσκευάσθη, ἢ ὅτι ὁ ἐργολάβος ἀπεταμίευσεν ὑλικὰ τοιαύτης ποιότητος, ἐνῷ δὲν ἔχει ἐναποταμιεύσει τοιαύτης ποιότητος ὑλικὰ,—αὐτὰ εἶναι ψευδεῖς βεβαιώσεις, πάντα ταῦτά εἰσιν ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως, καὶ ὁ βεβαιώσας ψευδῆ γεγονότα θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὸ δικαστήριον. Σήμερον θέλει ψηφισθῆ πίστωσις, ἡ ὁποία ἔχει σημασίαν, ὅτι ἐπιτρέπει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐντέλληται πληρωμὰς πρὸς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους νομίζει ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ χρήματα· ἂν ἐντείληται πληρωμὴν πρὸς ἀνθρώπους, πρὸς τοὺς ὁποίους δὲν ὀφείλει τι, θέλει παραβῇ τὸ καθῆκόν της, καὶ δύναται διὰ κατηγορίας νὰ καταδιωχθῇ. Ἂν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐντείληται πληρωμὴν δι’ ἀντικείμενα κατωτέρας ποιότητος, παραβαίνει τοὺς νόμους, ἑπομένως διὰ τοῦτο εἶναι ὑπεύθυνος, καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐγὼ ἐκτιμῶ τὰ αἰσθήματα τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσσης, καὶ σέβομαι τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσσης ἔχει πεποίθησιν, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἐπιχειρήσασα συγχρόνως τὴν κατασκευὴν πολλῶν σιδηροδρόμων. Δὲν πρόκειται νὰ ἐκφέρω ἐγὼ γνώμην σήμερον, καὶ ἴσως πρέπει νὰ ἦμαι φειδωλὸς περὶ τὸ ἐκφέρειν γνώμας, διότι πλέον δὲν εἶμαι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ σέβομαι, καὶ χρεωστῶ νὰ προσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα περικλείουσι τὰ ἀρχεῖα τῆς ὑπηρεσίας, ὅπως πεισθῇ, ἂν ἡ πεποίθησις αὐτοῦ ἦναι ἀληθὴς ἢ ὄχι. Ἂν ὁ συνάδελφος νομίζῃ, ὅτι ἠθέτησαν τὰς ὑποχρεώσεις των οἱ ἐργολάβοι τοῦ σιδηροδρόμου, ἐγὼ σέβομαι τὴν πεποίθησίν του, καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ ἦναι τοῦτο ἀληθές· ἀλλ’ ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν τῇ συζητήσει περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς πιστώσεως τῶν 35 ἑκατομμυρίων, αὐταὶ αἱ ἐπιφωνήσεις δὲν συντελοῦσιν εἰς οὐδὲν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην ταύτην, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ πολλοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἦναι πρόθυμοι πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς ἀληθείας ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλ’ ἡ ὥρα αὕτη δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα.
§158ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ παρεξήγησε· μὲ παρεξήγησε δὲ, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς πιστώσεως. Ἀνέφερα περὶ καθυστερήσεως ἀπαντήσεων εἰς ἐπερωτήσεις μου, τὰς ὁποίας πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐζήτησα, ἵνα κατατεθῶσιν, ὡς π. χ. τὰ σχετικὰ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν κλπ. Ἐμμένω, βλέπετε, εἰς τὴν αὐτὴν ἰδέαν. Ὑπέδειξα δὲ καὶ ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν θέλει εὕρῃ προθύμως τὰ αἰτηθέντα, καὶ ὅτι προφάσεις θέλουσι τῷ παρουσιάσει. Τὸ ἐγνώριζον δὲ, καὶ ἔχω πεποίθησιν εἰς τοῦτο, διότι τὰ ζητηθέντα παρ’ ἐμοῦ δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ ἡ ἀπομάκρυνσις ἢ μᾶλλον ἡ ἀποχώρησις τεσσάρων ἢ πέντε φύλλων ἐκ τοῦ γενικοῦ γραφείου, καὶ οὐδὲν πλέον· διὰ τὸ ὁποῖον οὔτε ἐργασία ἀπῃτεῖτο, οὔτε τίποτε. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως ἔχει δίκαιον νὰ ὑποθέτῃ, ὅτι αἱ διάφοροι πληρωμαὶ ἐγένοντο κατὰ τύπους. Ἀλλὰ θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔχει μέγα συμφέρον νὰ μὴ ὑποπέσῃ εἰς τὴν πλεκτάνην, εἰς ἣν ὑπέπεσαν οἱ πρὸ αὐτοῦ, καὶ θὰ ὑποδείξω, ὅτι μετὰ μεγάλης τέχνης, διὰ λίαν τεχνήεντος τρόπου, οἱ Κύριοι τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ὑπερετίμησαν ἀντὶ μεγάλης ἀξίας κατὰ χιλιόμετρον τὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μικρὰν ἐργασίαν, ὑπετίμησαν δὲ μεγάλως τὰ τμήματα τὰ ἔχοντα μεγάλην ἐργασίαν. Τούτου δ’ ἕνεκα ἐξετέλεσαν ἐκεῖνα μόνον οἱ ἐργολάβοι· εἶναι δ’ ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι τῶν σχετικῶν ἐπαρχιῶν, δι’ ὧν ἡ γραμμὴ Μύλων–Καλαμῶν διέρχεται, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ βεβαιώσωσι πρὸς ἅπαντας τοὺς Βουλευτὰς, ὅτι τὰ ἐκτελεσθέντα παρὰ τοῦ ἐργολάβου μέρη εἶναι μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἐργασίαν πολλήν. Εἶναι δὲ τοιουτοτρόπως προετοιμασμένη ἡ δικαιολόγησις αὕτη, ὥστε ἐπληρώθησαν ποσὰ παμμέγιστα. Πόσα δὲ ποσὰ κατέχουν εἰς χεῖράς των, ἀγνοῶ, ἀλλ’ ἐπ’ αὐτῶν γνωρίζω, ὅτι τὸ Δημόσιον πληρόνει τόκους, τοὺς ὁποίους κερδαίνουσιν αὐτοί. Ὁπόταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα, θέλομεν τὰ εὕρει. Ὅσα δ’ εἶπον τὰ γνωρίζω, τὰ ὑπέμνησα δὲ καὶ πρότερον. Γνωρίζω ἐπίσης, ὅτι συνωμολογήθη δάνειον 24 ἑκατομμυρίων, ἀντὶ τῶν 19 μάλιστα, τὸ ὁποῖον εἶχε προϋπολογισθῆ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν· ἠξεύρω πολὺ καλὰ ὅλην τὴν ἱστορίαν τῶν σιδηροδρόμων, καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ. Περαίνων δὲ, ἐφιστῶ καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἐκτελουμένων ἔργων, καθόσον πολλὰ τεκταίνονται.
§159ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω μίαν ἐκτίμησιν, ἡ ὁποία γίνεται πρὸς τὴν Βουλήν. Μέχρι τῆς ὥρας ταύτης οὐδεὶς εἶχεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν προσπαθοῦσι νὰ παρακωλύσωσι τὴν ἀνεύρεσιν τῶν αἰτουμένων πληροφοριῶν, ὅπως μὴ δυνηθῶ νὰ καταθέσω ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ εἶμαι προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας, ὀφείλω νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων ἐν αὐτῷ, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὗτοι παραμελοῦσι τὸ καθῆκόν των· ὀφείλω μάλιστα νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τοσαῦται εἶναι αἱ κατὰ πᾶσαν συνεδρίασιν ζητούμεναι παρ’ ἡμῶν πληροφορίαι, ὥστε ἀπασχολοῦνται τὰ γραφεῖα ἡμῶν τὸ τέταρτον ἴσως ἢ τὸ τρίτον τῶν ἐργασίμων ὡρῶν εἰς ἀνεύρεσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων. Καὶ ἡμεῖς μὲν προθύμως, ὡς ὑπόχρεοι Ὑπουργοί, σπεύδομεν καὶ ἐπιτηροῦμεν καὶ ὠθοῦμεν τοὺς ὑπαλλήλους πρὸς συλλογὴν τῶν πληροφοριῶν τούτων, ἀλλ’ ἐὰν βραδύνῃ ἡ συλλογὴ καὶ ἡ κατάθεσις αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ παρακωλύηται ἡ ἐργασία καὶ ν’ ἀποδίδηται εἰς δολίαν αὐτῶν πρόθεσιν.
§160ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ κατέθεσα, κύριε Πρόεδρε, διπλασίαν ἐργασίαν τῆς κατατεθείσης ἐκ μέρους τοῦ τμήματος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 70,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891.
§162ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν ἐκ Βυλλίων ἔλαβεν εἰδήσεις· διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἤρθησαν αἱ διὰ τὸ χωρίον τοῦτο ὁρισθεῖσαι παραχωρήσεις.
§163ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔλαβον ἀκόμη, νομίζω, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ λάβω τοιαύτας, παρεκάλεσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔδωκεν ἐντολήν, ἵνα τὸ ταμεῖον διαθέσῃ ὡρισμένον ποσὸν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως βοηθήσῃ· οὕτω π. χ., διὰ νὰ δώσω πληροφορίας λεπτομερεῖς περὶ τῶν Βυλλίων, εἰς τὰ Βύλλια ἐστάλησαν χίλιοι ἄρτοι τὴν μίαν ἡμέραν, χίλιοι τὴν ἄλλην, ὀλίγη ποσότης φασολίων κλπ., καὶ τοιουτοτρόπως οἱ ἄνθρωποι διετηρήθησαν. Τώρα, ἐπειδὴ ὁ καιρὸς ἐπῆλθεν εὔδιος, ὑποθέτω ὅτι καὶ αὐτὸ θέλει συντελέσει κατὰ πρώτιστον λόγον εἰς τὴν ἄρσιν τῆς παρακωλύσεως ταύτης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς αʹ μὲν συζήτησιν τὰ νομοσχέδια «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 417,500 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν» καὶ «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῶν νόμων περὶ προξενικῶν ἀρχῶν», εἰς βʹ δὲ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τοὺς νόμους περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἄλλοτε ἐπιτροπῆς τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμολογίας τῶν λογιστῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ.
§165ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§166ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΑΡΝϚʹ νόμου τῆς 27 Μαρτίου 1884 περὶ συστάσεως σχολῆς ναυτικῶν δοκίμων).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ ἑδρεύειν τοὺς δήμους ἐν ἰδιοκτήτοις χωρίοις.
§168ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι νὰ κατασταθῶσιν αἱ ἕδραι τῶν δήμων ἀνεξάρτητοι τῆς πιέσεως τοῦ ἰδιοκτήτου· ἀλλὰ τοῦτο θὰ προσκόψῃ εἰς ἄλλο κακὸν, ὅτι εἰς πολλοὺς δήμους τὰ λοιπὰ χωρία, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἕδραι δήμων, καθὸ κεφαλοχώρια ἀνεξάρτητα, δὲν ἔχουν τὰ συστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἰδιόκτητά τινα χωρία, τὸ μὲν ὡς ἐκ τοῦ ἀκαταλλήλου τῆς θέσεως αὐτῶν, τὸ δὲ ὡς ἐκ τῆς σμικρότητός των. Λοιπὸν τὸ κακὸν, τοῦ ὁποίου ἡ θεραπεία ζητεῖται, προσκόπτει εἰς ἄλλο κακόν. Ἄλλως τε νομίζω, ὅτι ἡ ὕπαρξις ἕδρας δήμου ἐντὸς ἰδιοκτήτου χωρίου δὲν δύναται νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα οἱ ὑποβαλόντες τὸ νομοσχέδιον ὑποθέτουσιν ὅτι δύνανται νὰ λάβωσι χώραν, νὰ μὴ δύνανται νὰ προληφθῶσι. Παρατηρῶ δὲ καὶ μίαν ἀντίθεσιν μεταξὺ τοῦ 1ου ἄρθρου καὶ τοῦ 2ου, ἢ μᾶλλον μίαν ἐξαίρεσιν ὅσον ἀφορᾷ τὰ χωρία τῆς Θεσσαλίας. Διατί νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις; Ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ κακὸν αὐτὸ εἶναι κακὸν, πρέπει ἡ θεραπεία νὰ ἐπεκταθῇ ἐφ’ ὅλων τῶν δήμων τοῦ Κράτους· δὲν ἐννοῶ πρὸς τί νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις. Κατὰ καθῆκον λοιπὸν ὑποβάλλω τὰς βραχείας ταύτας παρατηρήσεις.
§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§170ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Δὲν ἦσθε, φαίνεται, ἐνταῦθα προχθὲς, καὶ δὲν ἠκούσατε τὴν ἀπάντησιν.
§171ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν ἤμην παρὼν, μάλιστα.
§172ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§174ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἐν τῇ δευτέρᾳ γραμμῇ λέξιν «Θεσσαλικαὶ» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ Ἠπειρωτικαὶ», διότι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγονται καὶ αὗται.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§176ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ 2ον ἄρθρον μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων).
§177ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκεῖ, κύριε Πρόεδρε.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συνεδριάσωμεν πρὸ τῆς προσεχοῦς Τρίτης.
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αἱ συνεδριάσεις θὰ ἐπαναληφθῶσι τὴν προσεχῆ Τρίτην, 5 Μαρτίου.
§181ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ὅμως τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶσι τῶν Ἀθηνῶν.
§182ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 11 μ. μ.