1891.02.27
1,687 rows · 13,033 words · 49 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53
Τῆς 27 Φεβρουαρίου 1891.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Βώλῳ καπνέμποροι καὶ καπνοπῶλαι ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα, ἀφορῶν εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ. Ἐπίσης οἱ καπνοπαραγωγοὶ καὶ καπνέμποροι Ἀγρινίου προτείνουσι μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ὁ Σπυρίδων Καρύδης, ἔμπορος ἐν Πρεβέζῃ, διὰ τηλεγραφήματός του ἐξαιτεῖται νὰ μεσολαβήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως διασώσῃ τὴν περιουσίαν του, ἀπειλουμένην ὑπὸ τοῦ Ἀβερδὴν πασᾶ Ντίνου, γενικοῦ διοικητοῦ τῆς Ἀγκύρας. Οἱ καπνοπῶλαι Λαρίσσης διὰ τηλεγραφήματός των ἐξαιτοῦνται τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, θεωροῦντες αὐτὸ καταθλιπτικόν. Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες ἐξαιτοῦνται αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν.
§2ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη πρέπει νὰ συστηθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, παρακαλούμενον νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ἐγένετο γνωστὸς ὁ θάνατος διαπρεποῦς νομοδιδασκάλου ἐν Ἑλλάδι, τοῦ Πέτρου Παπαῤῥηγοπούλου, ἑνὸς τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν προαγωγὴν τῆς ἐπιστήμης τοῦ δικαίου ἐν Ἑλλάδι. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται, καθ’ ὃν ἂν ἐγκρίνῃ τρόπον, νὰ μετάσχῃ εἰς ἐκδήλωσιν τῆς λύπης της ἐπὶ τῷ γεγονότι, προκειμένου περὶ ἀνδρὸς τοσοῦτον ἐπιδράσαντος ἐπὶ τῶν νομικῶν γραμμάτων τῆς Ἑλλάδος.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πάντες ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ὁ ἀποβιώσας καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου προσήνεγκε πρὸς διάδοσιν καὶ διδασκαλίαν τῆς νομικῆς ἐπιστήμης ἐν Ἑλλάδι. Πρὸς ἔνδειξιν τῆς τιμῆς, τῆς ὀφειλομένης εἰς τὸν νεκρὸν τοῦ ἀνδρὸς τούτου, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ θέλουσι παρακολουθήσει τὴν ἐκφορὰν τοῦ νεκροῦ αὐτοῦ.
§6ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὄχι μόνον πρέπει οἱ Βουλευταὶ νὰ συνοδεύσωσι τὴν ἐκφορὰν τοῦ ἀνδρὸς, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ Προεδρείου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§8Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ὑποβάλω μίαν γνώμην. Ὑπάρχουσι νομοσχέδια, συνδεόμενα μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν ἄνευ συζητήσεως. Βεβαίως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ προκαλέσωσι συζήτησιν, δὲν δύνανται νὰ προταχθῶσι τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεμία συζήτησις θέλει γείνῃ, δύνανται ν’ ἀναγνωσθῶσι πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§9ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι οὐδὲν μᾶς κωλύει νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
§10ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης δὲν στέργει νὰ παραχωρήσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅ,τι ἡ Βουλὴ παρεχώρησεν εἰς τιμὴν αὐτοῦ. Ὁ κ. Φιλάρετος εἶχεν ὑποβάλει πρότασιν νόμου περὶ δικηγορικῶν συλλόγων, ἡ πρότασις αὐτοῦ ἐτέθη ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ ἤρξατο ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, τὴν δὲ Δευτέραν τὸ ἑσπέρας διεκόπη· χθὲς πρῶτος ἐγὼ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας νὰ συνεχίσῃ τὴν διακοπεῖσαν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτοῦ, ἡ δὲ Βουλὴ, ἀποδεχθεῖσα τὴν ἐμὴν γνώμην, συνεζήτησε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου, καὶ ἐψηφίσθη αὕτη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Χθὲς ἐν τούτοις ἤρξατο ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ῥήτωρ διέκοψε τὸν λόγον του· ἠθέλομεν τάχα παρεμβάλει δυσχέρειαν;
§11Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶμαι σύμφωνος. Μόνον διότι ὁ κ. Σιμόπουλος διέκοψε τὴν ὁμιλίαν του, βεβαίως πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον, ἵνα συνεχίσῃ τὴν διακοπεῖσαν ὁμιλίαν του ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα, κύριοι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διεκόπη ἡ χθεσινή μου ἀγόρευσις, ἀφεώρα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἰς τὴν ἀναγραφεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891 πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 6,700,000 δι’ ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Παρετήρησα καὶ χθὲς, ὅτι δυοῖν θάτερον σκέπτεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν: ἢ σκέπτεται νὰ προμηθευθῇ τὸ ἀναγκαιοῦν αὐτῷ μεταλλικὸν νόμισμα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τοῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εἰς χρυσὸν πληρονομένου, ἐκ τῆς ἡμετέρας χρηματικῆς ἀγορᾶς, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἡ ἀναγραφομένη πίστωσις εἶναι βεβαίως ἀνεπαρκὴς, ἢ σκέπτεται νὰ προμηθευθῇ τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, ὅπερ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶναι ἀναγκαῖον, διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους ἐπενόησε καὶ ἐπιτυχέστατα ἐφήρμοσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἤτοι νὰ προμηθευθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ μεταλλικὸν ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν δανείων τῶν συνομολογηθησομένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εἰς μεταλλικὸν νόμισμα· ἐν τῇ δευτέρᾳ δὲ ταύτῃ περιπτώσει ἡ ἀναγραφὴ πιστώσεως δι’ ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἀποβαίνει, κατ’ ἐμὲ, ἄσκοπος, ἢ μᾶλλον ἔχει ἕνα σκοπὸν, τὸν σκοπὸν νὰ δειχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνεπὴς πρὸς ὅσα ἐπηγγέλλετο ὡς μέλος τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως, μεμφόμενος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτι κακῶς ποιοῦσα δὲν ἀνέγραφε πίστωσιν δι’ ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, ἢ ἀναγραφεῖσαν δὲν ἐχρησιμοποίησεν. Ὡς εἶπον ὑμῖν καὶ χθὲς, Κύριοι, τὸ θέμα τοῦτο ἐξηντλήθη ἐν ταῖς συνόδοις τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου. Οὐ μόνον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ πᾶσαι αἱ πρὸ αὐτῆς Κυβερνήσεις τὴν αὐτὴν ἠκολούθησαν ἀρχὴν ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸ δημόσιον χρέος· οὐδεμία ἐκ τῶν προκατόχων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως Κυβέρνησις, χρησιμοποιήσασα μέρος τοῦ προϊόντος τῶν ἐξωτερικῶν δανείων εἰς πληρωμὴν δημοσίου χρέους, ἀνέγραψεν ὑπερτίμησιν συναλλαγματικὴν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ. Ἐπειδὴ ὅμως νομίζω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐπίκλησις τῶν λογιστικῶν κανόνων, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν τοιαύτην τακτικὴν ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πιστώσεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ συζητήσω καὶ πρακτικώτερον τὸ θέμα τοῦτο. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι διὰ τὴν προμήθειαν 28 ἑκατομμυρίων φράγκων ἡ Κυβέρνησις συνωμολόγησεν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δάνειον εἰς μεταλλικὸν, ἐχρησιμοποίησε δὲ τοῦτο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Κατὰ τὴν ἀρχὴν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγορεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλει νὰ καταλογίσῃ μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ Κράτους τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, λογιζομένην ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τιμῶν, αἵτινες ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ ἡμῶν κρατοῦσιν· ἐὰν, ἐπὶ παραδείγματι, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἤτοι τοῦ χρυσοῦ, εἶναι 25%, ἐπὶ 28 ἑκατομμυρίων ἤθελεν ἔχει διαφορὰν ἐπὶ πλέον 7 ἑκατομμυρίων. Κατὰ τὴν ἀρχὴν λοιπὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δέον νὰ καταλογισθῶσιν ὡς ἔκτακτον ἔσοδον τὰ 7 ταῦτα ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 28 ἑκατομμυρίων εἶναι ὑπόχρεων τὸ Κράτος νὰ πληρόνῃ ἀνὰ πᾶν ἔτος δι’ ὑπηρεσίαν αὐτοῦ τὸν τόκον καὶ τὸ ὡρισμένον πρὸς τοῦτο χρεωλύσιον· ἐπὶ μακρὰν δὲ σειρὰν ἐτῶν τὸ Δημόσιον θὰ πληρόνῃ, ἐὰν πρὸς 5% συνομολογηθῇ τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 28 ἑκατομμυρίων, ἐτησίως 1,400,000 φράγκα, πρὸς προμήθειαν δὲ αὐτοῦ πάλιν ὀφείλει νὰ καταλογίζῃ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπρότεινε τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 7 ἑκατομμυρίων νὰ κατατίθηται εἰς τινα Τράπεζαν ἢ εἰς τι ταμεῖον εἰδικὸν τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ταμείου νὰ λαμβάνηται ἡ ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ὅταν πρόκηται νὰ πληρόνηται ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, πάλιν ἡ τοιαύτη τακτικὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς στηριζομένη εἴς τινα ἀρχὴν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἠδύνατο ὁπωσδήποτε νὰ ἰσχυρισθῇ τις εὐλόγως, ὅτι τὴν ὑπερτίμησιν ταύτην κρατεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατατεθειμένην, ἵνα χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, τὴν ὑπερτίμησιν τὴν ἀναγκαίαν διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδανείσθη πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλ’ ἐὰν ἁπλῶς περιορισθῇ νὰ ἀναγράψῃ μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τὴν ὑπερτίμησιν ταύτην, εἰς τίνα πρακτικὸν σκοπὸν θέλει ὁδηγήσει τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά; Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν ἀρχὴν, ἣν παρεδέχθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἣν ἐπεδοκίμασεν ἡ Βουλὴ τῆς ληξάσης περιόδου, δὲν δύναται δὲ ἢ νὰ ἐπιδοκιμάζῃ καὶ ἡ παροῦσα Βουλὴ, ὀφείλωμεν νὰ ἐπιδιώξωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ τακτικοῦ ἡμῶν προϋπολογισμοῦ, δέον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἀναζητήσωμεν 7 ἑκατομμύρια δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἢ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων τοιούτων, διότι οὕτω καὶ μόνον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἰσοζύγιον, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, νὰ ἀναγράφωμεν ὡς ἔκτακτον ἔσοδον τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος. Ἀλλ’ ἐὰν προσέξητε βαθύτερον εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτῆς ταύτης τῆς τακτικῆς, τί θέλετε παρατηρήσει; Ὅτι ἠθέλομεν ἐπὶ τῇ ὑπερτιμήσει ταύτῃ ὑποβληθῆ εἰς πολλαπλᾶ βάρη· θέλομεν ἐπιβαρυνθῆ μὲ τὴν ὑπερτίμησιν, εἰσάγοντες ὡς ἔκτακτον ἔσοδον τὴν ὑπερτίμησιν τὴν ἐφετεινὴν, θέλομεν δὲ πληρόνει κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη τὴν ὑπερτίμησιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τοῦ συνομολογηθέντος ἐπὶ τούτῳ, ἀναγράφοντες αὐτὴν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ποία δὲ ἀρχὴ κρατεῖ ὡς πρὸς τὰ δημόσια ἔσοδα τὰ ἔκτακτα; Δημόσια ἔσοδα ἔκτακτα εἶναι ἐκεῖνα, ἅτινα, χρησιμοποιούμενα εἰς ἐκτάκτους τοῦ Κράτους δαπάνας, ἀποδίδονται οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλ’ εἰς σειρὰν ἑπομένων ἐτῶν, διότι αἱ ἔκτακτοι δαπάναι ὑποτίθεται γενόμεναι δι’ ἔργα χρήσιμα καὶ εἰς τὰς μελλούσας γενεάς· ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἡ ὑπερτίμησις αὕτη, καταλογιζομένη εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, θέλει ἀποδοθῆ; καὶ εἰς τίνα θέλει ἀποδοθῆ;
§14ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ θ’ ἀναγραφῇ ἡ ὑπερτίμησις αὕτη;
§15ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, κατὰ τὴν ἀρχὴν, ὑπὲρ ἧς συνηγορεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§16ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ νὰ μὴ ἀναγραφῇ εἰς τὰ τακτικά;
§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὴν ἀναγράψητε εἰς τὰ τακτικὰ, συμφωνεῖτε πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν· διότι τί ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη; δὲν ἐχρησιμοποίει τὴν λόγῳ τοιαύτης ὑπερτιμήσεως ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσιν, ἢ δὲν φανερώνει τοιαύτην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅτε μετεχειρίζετο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους μέρος τοῦ προϊόντος τῶν εἰς χρυσὸν συνομολογουμένων δανείων. Τοῦτο δὲ τὸ παράπαν δὲν διαφέρει τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀναγραφῆ μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων ἡ συναλλαγματικὴ διαφορά, διότι εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἰσοζυγίου ἤθελεν ὁδηγηθῆ, ἐὰν ηὔξανε τὰ τακτικὰ ἔσοδα κατὰ ἑπτά, ἐπὶ παραδείγματι, ἑκατομμύρια καὶ συνάμα ηὔξανε κατ’ ἴσον ποσὸν τὰ τακτικὰ ἔξοδα, χρησιμοποιοῦσα τὴν λόγῳ ὑπερτιμήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος πίστωσιν. Διατελῶ δὲ λίαν εὐχαριστημένος, διότι συμφωνεῖ μετ’ ἐμοῦ, καὶ ἑπομένως μετὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τοῦτο, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτής. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν γνώμην, διότι ἔκτοτε ἠθέλομεν συμφωνήσει καὶ μετ’ αὐτοῦ καὶ δὲν ἠθέλομεν πάντοτε ἐπαναφέρει αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ τάπητος. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδεμίαν πρακτικὴν ἀξίαν ἔχει ἡ συζήτησις περὶ τοῦ θέματος τούτου, οὕτω παρουσιαζομένου, διότι τυπικὴ ἐντελῶς εἶναι ἡ σημασία αὐτοῦ, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην, ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγορεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθόσον καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἐφαρμόζοντες, θέλομεν ἐπιβαρύνει τὸν ἀπολογισμὸν οὐχὶ μὲ τὸ ποσὸν τῆς ὅλης ὑπερτιμήσεως ἐπὶ τῷ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους χρησιμοποιηθέντι δανείῳ, ἀλλὰ μὲ τὸ τοκοχρεώλυτρον τοῦ διὰ τὴν ὑπερτίμησιν συνομολογηθέντος δανείου. Καὶ ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δὲν ἀλλοιοῦνται. Ἀλλαχοῦ, κατ’ ἐμὲ, ἔγκειται ὁ κίνδυνος, ἀλλαχοῦ προκύπτει τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ πᾶς τις, μελετῶν τὰ οἰκονομικὰ, ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Προεβλήθη εὐλόγως τὸ ἐρώτημα, ἐὰν, τὸ σύστημα τοῦτο ἀκολουθοῦντες ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, δὲν διατρέχωμεν τὸν κίνδυνον νὰ εὑρεθῶμεν ἐν δεδομένῃ στιγμῇ πρὸ τῆς ἀρνήσεως ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους θέλομεν ἀποταθῆ, ζητοῦντες δάνεια πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν διατρέχει τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις; Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ συζήτησις παρ’ ἡμῖν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τοῦ οἰκονομικοῦ, ὅπερ ἠκολούθει, ἠθέλομεν μετὰ ἔτη φθάσει εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἐφρόνει, ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν ἠθέλομεν ἐπιτύχει τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἠθέλομεν ἐπιτύχει ἄλλο τι, ἠθέλομεν ἐπιτύχει τὴν ἐλάττωσιν τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ποσοῦ τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μεταλλικοῦ ἀποταμιεύματος τῆς χώρας ἡμῶν. Ὅταν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἔχητε σταθερὸν τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν οὐδεμία ἐπέλθῃ διακοπὴ εἰς τὰ δημόσια ἐκεῖνα ἔργα, διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ προαχθῇ ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν πλοῦτος, ὅταν ἐξασφαλίσητε τὴν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς ἀλλοδαπῆς κατανάλωσιν τῶν ἡμετέρων προϊόντων, καὶ δὴ τοῦ σπουδαιοτέρου τούτων, τῆς σταφίδος, ὅταν ἐνισχυθῇ καὶ προαχθῇ ἡ ἐγχώριος ἡμῶν βιομηχανία κατὰ τὸ ἐφικτὸν, διὰ τούτων συντελεῖτε εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ μεταλλικοῦ ἀποταμιεύματος τῆς χώρας. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν ἐπάγεται ζημίαν τινὰ ὡς πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἄρσεως δὲν ἀπαιτεῖται ἢ ἡ συνομολόγησις ἑνὸς δανείου 100 ἑκατομμυρίων ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἐπιβαρύνοντος τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων κατὰ 5 μόνον ἑκατομμύρια, ἐνῷ, καὶ ὡς ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ὡς τὴν ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὡς ἐκ τῶν ἐπιβαρύνσεων τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τὰς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς προμηθείας χάριν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ὑφίσταται διπλασίαν ζημίαν τὸ Δημόσιον· ἀνεξαρτήτως δὲ τούτου, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι, ὡς πάντες ὑμεῖς γινώσκετε, φορολογία ἐκ τῶν βαρυτάτων, δὲν δύναμαι δὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, ἐπειδὴ μία ἴσως τάξις κοινωνικὴ ἐκ τῶν ἡμετέρων ὠφελεῖται ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅτι τὸ κέρδος τῆς τάξεως ταύτης εἶναι ἐπαρκὲς, ἵνα ἀντισηκώσῃ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἅπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἄρσις ἄρα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν κωλύεται ἐξ ὑπολογισμοῦ ζημίας τοῦ δημοσίου ταμείου. Φοβοῦνται, καὶ εὐλόγως, οἱ τὸ θέμα τοῦτο συζητήσαντες, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ διατάραξις ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν συναλλαγῶν καὶ τῶν χρηματιστικῶν ἐν γένει σχέσεων τῆς χώρας ἡμῶν. Φοβοῦνται, μὴ ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἅπαν τὸ παρ’ ἡμῖν μεταλλικὸν ἀποταμίευμα ἐξαχθῇ τοῦ Κράτους καὶ οὕτω γεννηθῇ παρ’ ἡμῖν χρηματιστικὴ κρίσις, δυναμένη νὰ ἐπιδράσῃ καὶ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος τῆς χώρας. Ἐβάδιζε λοιπὸν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι, ὅταν οἱ προϋπολογισμοὶ ἡμῶν ἐπανειλημμένως βεβαιώσωσι τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὅταν περατωθῶσι τὰ ἐκτελούμενα νῦν παρ’ ἡμῖν δημόσια ἔργα, ὅταν τὸ σύμπλεγμα τῶν σιδηροδρόμων ἐν Πελοποννήσῳ συμπληρωθῇ, ὅταν ἡ διεθνὴς σιδηροδρομικὴ γραμμὴ τεθῇ ἐν κυκλοφορίᾳ καὶ συντελέσῃ εἰς τὴν μεταγωγὴν πολλοῦ ἐξ Εὐρώπης κόσμου, ἐπιθυμοῦντος νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ μὴ ἀρεσκομένου εἰς τὴν διὰ θαλάσσης μετάβασιν, ὅταν ἡ σταφὶς καὶ τὰ ἄλλα ἡμῶν προϊόντα κατορθωθῇ νὰ εὑρίσκωσιν ἐπαρκῆ καὶ συμφέρουσαν κατανάλωσιν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς ἀλλοδαπῆς, ὅταν ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ δημητριακῶν καρπῶν αὐξήσῃ σπουδαίως διὰ τῆς ἐκτελέσεως καταλλήλων ὑδραυλικῶν ἔργων, οὕτω δὲ ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐλαττωθῇ, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἤτοι ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, θὰ ἦναι τοσούτῳ μικρὰ, ὥστε ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νὰ δύνηται νὰ ἐπιβληθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς. Πολλοὶ προετάθησαν τρόποι, ἀφορῶντες εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, τοῦ εἰς χρυσὸν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πληρονομένου. Προετάθη πρό τινος ὑπὸ ἐμπειροτάτου ἀνδρὸς ἡ ἰδέα, ὅτι ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν πληρωμὴν φόρων τινῶν εἰς χρυσὸν, καὶ ἰδίως τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις πληρονομένων ἐγγείων φόρων καὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, κατ’ ἀπομίμησιν συστήματος, τὸ ὁποῖον ἑτέρα Κυβέρνησις παρεδέχθη. Ἀλλὰ τὴν ἰδέαν ταύτην εὐλόγως ἀπέκρουσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διότι ἐσκέφθη ὅτι, ἐὰν σήμερον, ὅτε οἱ ζητοῦντες τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα εἶναι ὀλιγώτεροι, ἔχωμεν τὰς διακυμάνσεις, αἵτινες παραβλάπτουσι τὰς συναλλαγὰς ἡμῶν, τὰς διὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος διεξαγομένας, βεβαίως, ὅταν πρόκηται πάντες οἱ ὑφιστάμενοι τὴν πληρωμὴν ἐξαγωγικῶν ἢ εἰσαγωγικῶν τελῶν νὰ ἐπιζητῶσιν ἑκάστοτε ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα πρὸς πληρωμὴν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεων αὐτῶν, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἤθελεν εἶσθαι μείζων. Καὶ ἕτερος τρόπος προεβλήθη, σκοπῶν εἰς τὴν πρόληψιν τοῦ κινδύνου, ὃν δύναται νὰ διατρέξῃ ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ κεφαλαιοῦχοι ἤθελον ἀρνηθῆ τὴν χορηγίαν δανείου χρησιμοποιηθησομένου ἐν μέρει εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, νὰ συνομολογηθῇ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δάνειον ποσότητος ἴσης πρὸς τὰ τοκοχρεωλύσια τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους 2 ἢ καὶ 3 ἐτῶν, τὸ προϊόν δὲ τοῦ δανείου τούτου νὰ κατατεθῇ εἰς μίαν μεγάλην εὐρωπαϊκὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ μικρῷ, ἢ νὰ ἐνδυθῇ εἰς χρεώγραφα μεγάλου Κράτους, καὶ νὰ χρησιμοποιῆται ἀνάλογον αὐτοῦ μέρος εἰς πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων τοῦ δημοσίου χρέους. Δὲν εἶναι ἴσως τὸ σύστημα τοῦτο ἀδόκιμον, ἐνέχει ὅμως ἐν ἑαυτῷ ἓν μειονέκτημα, ὅτι αὐξάνει τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, διότι ἡ πίστις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους δὲν ὑψώθη εἰσέτι εἰς ὃ σημεῖον ὑψώθη ἡ πίστις ἄλλων μεγάλων Κρατῶν· κατωρθώθη μὲν παρ’ ἡμῖν ὁ τόκος ἀπὸ 8% νὰ κατέλθῃ εἰς 5%, ἀλλ’, ὡς γνωστὸν, τὰ μεγάλα Κράτη, ὡς πρὸς τὰ πάγια αὐτῶν δάνεια, ὑφίστανται τόκον ἐκ 3%, μεταξὺ δὲ 3% καὶ 5 ἢ καὶ 5½%, ἐφ’ ᾧ τόκῳ δύναται νὰ δανεισθῇ τὸ ἡμέτερον Κράτος, ὑπάρχει διαφορὰ, τὴν διαφορὰν δὲ ταύτην ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων. Ἀφοῦ δ’ εἰσέτι δὲν κατωρθώθη, ὥστε νὰ ἀνορθωθῇ πλήρης ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις, ἀφοῦ ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ Κοινοβουλίῳ ἡμῶν ὑπῆρχεν Ἀντιπολίτευσις, ἀρνουμένη τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εὐλόγως εὕρισκεν, ὅτι ἔπρεπεν ἐπί τινα ἀκόμη ἔτη ν’ ἀκολουθήσῃ ὅπερ ἠκολούθησε σύστημα, ἀφοῦ μάλιστα εἶχε πρὸς τοῦτο στάδιον ἐνεργείας καὶ δὲν ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ συνομολογήσῃ δάνειον εἰδικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀφοῦ εἶχε πρὸ αὐτῆς στάδιον νὰ τρέπῃ δάνεια συνωμολογημένα, εἴτε ἐπὶ τόκῳ ἀνωτέρῳ, εἴτε ἐπὶ χρεωλυσίῳ βαρυτάτῳ, ἀφοῦ ἦτο ὑπόχρεως νὰ συνομολογῇ δάνεια, χρησιμοποιούμενα εἰς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων, ἀπαραιτήτων πρὸς προαγωγὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, εὕρισκεν, ὅτι ἠδύνατο τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο λόγος, νὰ ἀκολουθήσῃ ἐπί τινα εἰσέτι ἔτη· ἐφρόνει δὲ, ὅτι τὰ παρ’ ἡμῖν μετά τινα ἔτη ἤθελον ἔχει ὄψιν διάφορον ὑπὸ ὑλικὴν ἄποψιν· ἐφρόνει, καὶ εὐλόγως, ὅτι τὸ μεταλλικὸν ἀποταμίευμα τοῦ τόπου ἤθελεν εἶσθαι ηὐξημένον ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καὶ ἐν αὐτῇ τῇ χρηματιστικῇ ἡμῶν ἀγορᾷ ἠδύνατο νὰ προμηθεύηται εἴτε μέρος εἴτε τὸ ὅλον τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, χωρὶς οὐδεμία νὰ ἐπέλθῃ διατάραξις εἰς τὰς χρηματιστικὰς τῆς χώρας συναλλαγάς. Εἶναι μάλιστα γνωστὸν, ὅτι εὑρίσκετο εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τροπὴν τῶν δύο δανείων τῶν 120 καὶ τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Τὸ τῶν 170 ἑκατομμυρίων σήμερον φέρει μόνον τὸ ὄνομα αὐτὸ, διότι ὑπὸ τοιοῦτο ποσὸν συνωμολογήθη ἀρχικῶς, ἀλλὰ σήμερον κατῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 100 ἑκατομμυρίων, καθόσον τὰ ὑπόλοιπα 70 ἑκατομμύρια ἐξωφλήθησαν ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ἐφρόνει, καὶ εὐλόγως, ὅτι διὰ τῆς τροπῆς τῶν δανείων τούτων ἤθελεν ἐπιτύχει δύο μεγάλα πλεονεκτήματα: αʹ) τὴν ἐλάφρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ἐκ τῆς πληρωμῆς τοῦ χρεωλυσίου, ἀνερχομένου εἰς τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000, καὶ βʹ) τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰς μεταλλικὸν νόμισμα ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Ἐὰν σήμερον ἡ ὑποχρέωσις ἡμῶν, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ τοκοχρεώλυτρα τὰ εἰς χρυσὸν πληρονόμενα, ἀνέρχηται εἰς 28 ἑκατομμύρια, ἡ τροπὴ τῶν εἰρημένων δανείων ἤθελε καταβιβάσει ταῦτα εἰς 25 ἑκατομμύρια, ἡ τοιαύτη δ’ ἐλάττωσις ἐπάγεται πολύτιμον ὑπηρεσίαν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ. Ἡ κατάργησις δὲ τοῦ χρεωλύτρου τῶν δύο τούτων δανείων ἤθελεν, ὡς ἐννοεῖτε πάντες, συντελέσει εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ διαρκοῦς ἰσοζυγίου τοῦ ἡμετέρου προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι πάντες οἱ συνδυασμοὶ οὗτοι ἐνέχουσί τι τὸ ἐλαττωματικὸν, ἐπὶ τέσσαρα καὶ πλέον ἔτη ἀναμένομεν ν’ ἀκούσωμεν, ὁποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Καὶ ἐνόσῳ μὲν διετελεῖτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, δὲν ἠκούσαμεν τὴν γνώμην σας, καίτοι ἀμειλίκτως κατεκρίνετε τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνήλθετε ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ὁμολογεῖτε ὑμεῖς αὐτοὶ, ὅτι εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ καταφύγητε εἰς τοὺς αὐτοὺς συνδυασμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐχλευάζετε. Κατεκρίνετε καὶ ἐχλευάζετε, ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, τὸ service de la trésorerie, ἐν τούτοις νῦν ὁμολογεῖτε, ὅτι εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ χρησιμοποιῆτε. Ὅσοι ἠκούομεν ὑμῶν, ὡς μελῶν τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπιτιθεμένων κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐπὶ τῷ συστήματι, ὅπερ ἠκολούθει, ἀνεμένομεν, εὐθὺς ὡς ἠθέλετε ἀνέλθει ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, νὰ ἴδωμεν τὸ ὑμέτερον σύστημα, καὶ τὸν διάφορον τρόπον, τὸν ὁποῖον ἠθέλετε ἐφαρμόσει πρὸς προμήθειαν τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀνελθόντες ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ὑπελάβετε, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν νὰ προμηθευθῆτε τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλύτρων τῆς ληξάσης ἑξαμηνίας· ἐπειδὴ ἀνεύρετε ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης ἐκ φράγκων 7,500,000, δὲν ἀπῃτεῖτο δὲ, εἰμὴ ποσὸν φρ. 3,500,000 πρὸς συμπλήρωσιν τῆς δόσεως, ἐζητήσατε τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ προμηθευθῆτε ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν, καὶ δὲν κατωρθώσατε νὰ τὸ προμηθευθῆτε ὁλόκληρον· ἐπρομηθεύθητε μόνον διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ποσὸν φρ. 2,000,000, καὶ διὰ μόνης τῆς προμηθείας τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ἐπηνέγκατε ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου κατὰ 3 καὶ 4%.
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλησμονήσατε τὴν κρίσιν τοῦ Λονδίνου;
§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμολόγησεν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ὅτι, ὅτε ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ ζητήσῃ ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα, διετέλει ἡ ἀγορὰ ὑπὸ τὰς κρείσσονας συνθήκας, ἔλεγε δὲ, ὅτι συνάλλαγμα ἐξωτερικὸν προσεφέρετο εἰς ποσὸν ὑπερβαῖνον τὴν ζήτησιν ἐκ Πατρῶν καὶ ἐντεῦθεν. Τὰ πάντα, κατ’ αὐτὸν, συνηγόρουν ὑπὲρ τῆς προμηθείας ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ὑπὸ τοὺς καλλιτέρους ὅρους. Καὶ ὅμως ἐπήνεγκε τὴν ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ ἐσταμάτησε πρὸ τῆς προμηθείας τοῦ ὑπολοίπου ποσοῦ, τοῦ ἀναγκαιοῦντος αὐτῷ. Μοὶ ὑπέμνησε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐλησμόνησα τὴν χρηματικὴν κρίσιν τὴν ἐν Λονδίνῳ· ἀλλ’ αὐτὸ οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος· ἄλλως τε ἡ κρίσις αὕτη ἐπῆλθε βραδύτερον, δύναμαι δὲ νὰ ἀναγνώσω περικοπὴν τοῦ λόγου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις τὴν κρίσιν τὴν ἐν Λονδίνῳ ἀνέφερεν ὡς πρὸς τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης καὶ οὐχὶ ὡς πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος· ὁπωσδήποτε ὁμολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι αὕτη ἡ ἀπόπειρα, ἣν ἐπειράθη, ὑπεχρέωσεν αὐτὸν ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ σύστημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἀλλ’ οὕτω πράξας, ὑπέλαβεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν μιᾶς προφάσεως. Εἶναι ὑποχρεωμένος, εἶπε, καὶ οὗτος καὶ πᾶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ αὐτὸ σύστημα, διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τὸ ἠκολούθησε, διότι τὸ φάρμακον, τὸ ὁποῖον ἐπενόησεν αὕτη πρὸς θεραπείαν τῆς νόσου, κατέστησεν αὐτὴν χρονίαν. Ὁ συλλογισμὸς οὗτος ἴσως ἔχει ἰατρικὴν ἔννοιαν, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχει ἔννοιαν οἰκονομολογικὴν, καθόσον εἰς τὴν οἰκονομολογικὴν ἐπιστήμην οὐδεμία ὑφίσταται διάκρισις μεταξὺ θεραπείας συμπτωματικῆς καὶ θεραπείας ὀργανικῆς. Ὅπως κρίνωμεν ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὀφείλομεν νὰ ἀνέλθωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν συνεζητήθη τὸ θέμα τοῦτο ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ, εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἀνῆλθεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπὶ τὴν ἀρχήν· ἐρωτῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐρωτῶ πάντας, οἵτινες ἠκολούθησαν τὰ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, νὰ μοὶ εἴπωσιν, ἂν ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν νῦν, ἦναι κρείσσων ἢ χείρων ἐκείνης, ἐν ᾗ διετέλουν καθ’ ὃν χρόνον ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ προκάτοχος. Τίς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, δὲν ἐνθυμεῖται, εἰς ποίαν τιμὴν ἐπωλοῦντο τότε τὰ χρεώγραφα ἡμῶν; Τίς δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ 1886 ἐπωλοῦντο πρὸς 320–330, ἐνῷ σήμερον ἔχουσι 460; Τίς δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι τότε ἡ Κυβέρνησις πρὸς πληρωμὴν ὀφειλῆς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διὰ προμήθειαν πολεμικοῦ ὑλικοῦ ὑπεχρεώθη νὰ δανεισθῇ ἐπὶ τόκῳ 8%; Τίς δὲν ἐνθυμεῖται, ὁποία ἦτο τότε ἡ ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἤτοι τοῦ χρυσοῦ; Τὸ φράγκον ἐτιμᾶτο ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ μεταξὺ 128–130 λεπτῶν, ἐνῷ βραδύτερον κατωρθώθη νὰ κατέλθῃ καὶ νὰ κυμαίνηται μεταξὺ 120–122 λεπτῶν, ἐν τοιαύτῃ δὲ τιμῇ κατέλιπε τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καθ’ ὃν χρόνον ἀπεχώρησε τῆς ἐξουσίας. Ἡ κατάστασις τοῦ ἐμπορίου καὶ πασῶν τῶν κοινωνικῶν τάξεων βεβαίως ἦτο ἀσυγκρίτως χείρων, ὅτε ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἢ οἵα εἶναι σήμερον. Ἐρωτῶ δὲ, μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, πάντας ὑμᾶς, ἂν ἠδύνατο σύστημα, τὸ ὁποῖον τυχὸν εἶχεν ἐν τῷ νῷ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐφαρμοσθῇ τότε ἐπιτυχέστερον ἢ σήμερον, καὶ ἂν ὑπάρχῃ λόγος τις, καθιστῶν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον οὗτος ἐνόμιζεν ἐφαρμόσιμον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δυσεφάρμοστον σήμερον. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἰς οὐδὲν ἄγουσι πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἐὰν νομίζῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δύναται, λόγῳ ὑπερτιμήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, νὰ ἐπιβαρύνῃ τὰς χρήσεις τῶν προηγουμένων ἐτῶν καὶ ὑποδηλώσῃ ἐλλείμματα μὴ ὑπάρχοντα ἢ διὰ τῆς ἐγγραφῆς τοιαύτης πιστώσεως ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ μέλλοντος, ἵνα ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἠκολούθησε σύστημα ἐλαττωματικὸν, δὲν δικαιολογεῖ ἑαυτὸν ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου. Ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ, ἐὰν ἔχῃ ἴδιον σύστημα, ὀφείλει νὰ ὑποδείξῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν νομίζει, ὅτι δυνατὸν εἶναι ν’ ἀποφύγωμεν τὴν τοιαύτην τοῦ νομίσματος προμήθειαν· ἂν δὲ οὗτος ὁ τρόπος ἐλεγχθῇ καταλληλότερος καὶ προσφορώτερος, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον θέλει ἐπιδοκιμάσει αὐτόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων ἔκλεισαν ἐπὶ ταῖς βάσεσι τοῦ λογιστικοῦ ἡμῶν συστήματος ἄνευ ἐλλείμματος,— διότι δὲν κατελογίσθησαν εἰς τὰ πληρωθέντα ἔξοδα πιστώσεις μὴ χρησιμοποιηθεῖσαι καὶ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος,—τίνα λόγον δύναται νὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καταλογίζων ἐκ τῶν ὑστέρων εἰς βάρος τῶν χρήσεων ἐκείνων ἐλλείμματα; τίνα λόγον ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἀναγράφων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891 πίστωσιν, ἧς δὲν σκοπεῖ νὰ ποιήσηται χρῆσιν, εἰμὴ μόνον τὴν πρόθεσιν νὰ παραστήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα, καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ δι’ αὐτοῦ, ὅτι εἶχε δίκαιον, ἀξιῶν ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ὅτι καὶ οἱ προηγούμενοι προϋπολογισμοὶ ἔδει νὰ ὑποβάλλωνται μὲ ἔλλειμμα; Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἐπιτρέπηται εἰς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ποιῆται δημοσίᾳ δηλώσεις ἀντιπολιτευομένου Βουλευτοῦ, μηδεμίαν ἔχοντος ἐλπίδα νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀντιγραφῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ ἔπρεπε νὰ τροποποιήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἐνόμισεν, ὅτι τὴν ἀναγραφομένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 εἰσφορὰν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐκ δραχμῶν 1,000,000 ὤφειλε νὰ διαγράψῃ ἐκ τῶν ἐσόδων. Ὡς δικαιολογητικὸν δὲ τούτου λόγον ἔφερεν, ὅτι τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἔχει εἰδικὰς ὑποχρεώσεις. Τὸ ταμεῖον τοῦτο συνέστη πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κατασκευὴν ὁδῶν νέων, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ συμπληρώσῃ τὸ σύστημα τῶν ἁπλῶν ὁδῶν τῆς χώρας, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συντηρήσεως τῶν ὑπαρχουσῶν. Ἀλλὰ μήπως τὸ σύστημα, ὅπερ ἐζήτησε νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὁδηγεῖ εἰς ἕτερόν τι ἢ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῶν σκοπῶν τούτων; Τί ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις; Τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα ἐκ τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ δαπανωμένου πρὸς συντήρησιν τῶν ὁδῶν, κατασκευασθῶσιν αἱ ὑπόλοιποι ὁδοί. Εἶναι λοιπὸν ἐπιβεβλημένον ἡμῖν νὰ συνομολογήσωμεν ἕτερον δάνειον ἐξ 20,000,000, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας μὲ 1,000,000. Διὰ τῶν 20 τούτων ἑκατομμυρίων θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συμπληρώσωμεν τὸ σύμπλεγμα τῶν ἁπλῶν ὁδῶν ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι.
§20ΣΧΙΝΑΣ. Ἔχομεν τοὺς πίνακας.
§21ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι μὲ ποσὸν 20 ἑκατομμυρίων θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῶσι πᾶσαι αἱ λοιπαὶ ὁδοί. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσσης συνάδελφος παρατηρεῖ, ὅτι ἔχομεν τοὺς πίνακας. Ἀγνοῶ, τί θέλει νὰ ἐνδείξῃ διὰ τῆς διακοπῆς ταύτης. Ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι δὲν ἐγένετο ἡ προσήκουσα χρῆσις τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, τοῦτο θὰ ἐξετασθῇ βεβαίως ἐν ἁρμοδίᾳ ὥρᾳ· ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ προϊὸν τοῦ προειρημένου δανείου δὲν ἐχρησιμοποιήθη προσηκόντως, τοῦτο δὲν προδικάζει, ὅτι καὶ τοῦ δανείου τοῦ συνομολογηθησομένου πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὁδῶν δὲν θέλει γείνῃ ἡ πρέπουσα χρῆσις.
§22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δύνασθε νὰ μοὶ δώσητε μίαν ἐξήγησιν, τῆς ὁποίας ἔχω ἀνάγκην; Ἐλάβετε γνῶσιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας κατέθηκεν ὁ κύριος Ὑπουργός. Ἐξ αὐτῶν βεβαιοῦται, ὅτι ἡ ἐπαρχία Βώλου ἀπὸ τοῦ 1882 ἕως τοῦ 1890 συνεισέφερεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 1,300,000, ἀλλὰ δὲν ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βώλου πλέον τῶν 40,000 δραχμῶν. Τὸ ὑπόλοιπον τί ἐγένετο;
§23ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας οἱ πόροι διαιροῦνται εἰς κατηγορίας, εἰς ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν, εἰς ἐπαρχιακὴν καὶ εἰς δημοτικήν. Αἱ εἰσπράξεις, περὶ τῶν ὁποίων ποιεῖσθε μνείαν, ἀνάγονται κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς εἰσπράξεις προερχομένας ἀπὸ τὸ τελωνεῖον Βώλου, ἑπομένως εἰσὶν εἰσπράξεις τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Δὲν δύναται δὲ ἡ ἐπαρχία Βώλου νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὥστε τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ δαπανηθῇ εἰδικῶς εἰς ὁδοποιΐαν τῆς ἐπαρχίας Βώλου. Τὸ σύστημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ καταμερισθῇ οὕτω, δηλαδὴ τὸ ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας προερχόμενον νὰ δαπανᾶται εἰς αὐτὴν τὴν ἐπαρχίαν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτε συνωμολόγησε τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων, εἶχε τὸ σχέδιον νὰ γένωνται αἱ μελέται καὶ νὰ κατασκευασθῇ ἅπαν τὸ σύμπλεγμα τῶν ἁπλῶν ὁδῶν. Ἐφρόνει δὲ, καὶ εὐλόγως, ὅτι, ἂν τὸ προϊόν τοῦ δανείου δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσει, θὰ ἠδύνατο νὰ συνομολογήσῃ καὶ ἕτερον δάνειον. Μετὰ τὰς γενομένας μελέτας, ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶχε καθῆκον νὰ διακρίνῃ τὰς ὁδοὺς, αἵτινες ἔπρεπε νὰ κατασκευασθῶσι, προτιμώμεναι ἄλλων κατασκευασθησομένων βραδύτερον. Ἐνόμιζε δὲ, ὅτι εἰς διάστημα ὀλίγων ἐτῶν θὰ ἦτο δυνατὸν ὅλαι αἱ ὁδοὶ νὰ κατασκευασθῶσιν. Ἑπομένως, ἂν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βώλου παρεκωλύθη ἡ κατασκευὴ ὁδῶν τινων, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἤθελον ἢ δὲν θέλουσι κατασκευασθῆ, ὅταν πλῆρες τὸ σχέδιον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τεθῇ εἰς ἐνέργειαν μετὰ τὴν συνομολόγησιν νεωτέρου δανείου. Δι’ ὅσων εἶπον ὑμῖν, ἢ μᾶλλον δι’ ὅσων εἶχεν ἡ τῆς ληξάσης περιόδου Βουλὴ ἐπισήμων ἐνδείξεων, ἐνοήσατε ποῦ ἐνέκειτο τὸ σύστημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σταθεροῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν ἐκ τῆς τροπῆς τῶν δανείων τῶν 120 καὶ 170 ἑκατομμυρίων ἔχητε οἰκονομίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 3 ἑκατομμύρια, ὅταν διαγράψητε ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τὴν ἀναγραφεῖσαν λόγῳ συναλλαγματικῆς διαφορᾶς πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 6,200,000, ὅταν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας λάβητε ὑπὲρ τοῦ Κράτους εἰσφορὰν 2,500,000, ἔχετε περίπου τὸ ποσὸν, ὅπερ εἶναι ἀναγκαῖον, ἵν’ ἀσφαλίσητε τὸ σταθερὸν ἰσοζύγιον διὰ πολλὰ ἔτη. Ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, τὸν εἰσαχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θέλω ἐπαναλάβει πάσας τὰς παρατηρήσεις, ὅσας περιλαμβάνει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς μειοψηφίας. Θέλω μόνον προσθέσει παρατηρήσεις τινὰς, ἵνα ἡ Βουλὴ λάβῃ ἰδέαν τινὰ περὶ τοῦ ἐλαττωματικοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος συνετάχθη. Θέλω πρὸ πάντων συζητήσει ἐπὶ τῶν σκέψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφ’ ὧν οὗτος ἐστηρίχθη, ὅπως καταρτίσῃ τὸν περὶ οὗ πρόκειται προϋπολογισμόν. Πρὸ ἑνὸς ἔτους ἀκριβῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁμιλῶν ἐντεῦθεν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἔλεγεν, ὅτι κατεπονήθη ὁ τόπος ἐκ τῆς καθεστηκυίας φορολογίας, ἠλαττώθη ἡ κατανάλωσις ἐκ τῶν ὑπερβολικῶν δασμῶν, καὶ ἐξηντλήθησαν αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας. Δὲν ἐδικαιολογεῖτο δὲ, κατ’ αὐτὸν, ἡ ἀναγραφὴ τῶν ἐσόδων ἐκ τελωνειακῶν τελῶν ἐξ 22,872,000 δραχμῶν, διὸ καὶ προέτεινε τότε νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ἔσοδον κατὰ 2 ἑκατομμύρια, διότι ἐφρόνει, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ἀναγραφόμενον ποσόν. Ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891 αὐτὸς οὗτος ἀνέγραψε περίπου τὸ αὐτὸ ἔσοδον, ὅπερ εἶχεν ἀναγράψει ὁ προκάτοχός του ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἐμεσολάβησε γεγονός τι, ὅπερ δικαιολογεῖ τὸν ἐπὶ ἔλασσον ὑπολογισμὸν τοῦ ἐσόδου· ἐμεσολάβησεν ἡ μετὰ τῆς Ἀγγλίας σύμβασις, ἧς ἕνεκεν τὰ εἰσαγωγικὰ ἡμῶν τέλη ὑφίστανται μείωσιν κατὰ 1,000,000 περίπου. Οὕτω δὲ, ἐνῷ πρὸ ἑνὸς ἔτους εὕρισκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δικαιολογουμένην τὴν ἐλάττωσιν κατὰ δύο ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἔκτοτε ἐμεσολάβησε γεγονὸς ἐπαγόμενον τὴν ἐλάττωσιν ἑνὸς ἔτι ἑκατομμυρίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς παραβλέπει ταῦτα πάντα, καὶ ἀναγράφει ἔσοδον ἐκ τελωνειακῶν τελῶν ὅμοιον πρὸς τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸ 1889 καὶ καθ’ ὅλας τὰς συνόδους τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς περιόδου πάντοτε διεκήρυττε καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οἱ ἄλλοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥήτορες, ὅτι ἐκ τῆς φορολογίας, ἥτις ἐπεψηφίσθη τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐξηντλήθησαν αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας, σήμερον ἀνεστράφησαν οἱ ὅροι· εὐθὺς ὡς ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν τοῦ 1891 προϋπολογισμὸν, διακηρύττει τὰ ἀντίθετα. Κατὰ τὴν 19 παρελθόντος Δεκεμβρίου ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ μόνον εὐχάριστον, τὸ ὁποῖον βλέπει εἶναι, ὅτι «ἡ οἰκονομικὴ ἐνεργητικότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν συνετρίβη εἰς βαθμὸν καθιστῶντα ἀδύνατον πᾶσαν βελτίωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἡ ἐνεργητικότης δ’ αὕτη παρέχει πλήρη τὴν ἐλπίδα, ὅτι, τυγχάνουσα τῆς δεούσης ὑποστηρίξεως, δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου.» Ἐν τούτοις πρὸ ἑνὸς ἀκριβῶς ἔτους ἔλεγεν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἐξάντλησις τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ὥστε ἔπρεπε καὶ αὐτὰ τὰ τελωνειακὰ τέλη νὰ ὑπολογισθῶσιν ὀλιγώτερα. Καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν, ὅτε συνεζητοῦντο οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ ἀπολογισμοὶ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἡγέτης τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς μέλος τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἔλεγον, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, νὰ ἀφίνῃ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀδιαθέτους πιστώσεις, ἵνα ἐπιτυγχάνῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἦτο ἐπίμεμπτον· προέβαινον μάλιστα μέχρι τοῦ νὰ τὸ ὀνομάζωσιν ἀντισυνταγματικόν, διότι εὕρισκον, ὅτι ἐν τῇ ἐκτελέσει δὲν ἐπληροῦντο αἱ ἀνάγκαι, εἰς τὰς ὁποίας ἀφεώρα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅτε τὰς πιστώσεις ταύτας ἐψήφιζεν. Ἀλλ’ ἔπρεπεν ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, ἵνα ὁμολογήσῃ τὴν πλάνην αὐτῆς· οὕτω δὲ βλέπομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ῥητῶς λέγοντα πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἔλλειμμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891, εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν πιστώσεων, ἤτοι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ φροντίσῃ νὰ ἀφήσῃ ἀδιαθέτους πιστώσεις. Ὁμολογεῖ τουτέστιν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι διὰ τοῦ ἰδίου συστήματος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅπερ τόσον πικρῶς κατέκρινε, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐξεπροσώπει τὸ φρόνημα τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς περιόδου ὡς ἄρθρον πολιτικοῦ προγράμματος αὐτῆς ἀνεκηρύσσετο ἡ δι’ ὀργανικῶν μεταῤῥυθμίσεων ἐν τοῖς κλάδοις τῆς δημοσίας διοικήσεως ἐπίτευξις σπουδαίων οἰκονομιῶν· τοῦτο ἐπανελάμβανεν εἰς πάσας τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν παρελθουσῶν χρήσεων. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν ὡς ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν 9 Φεβρουαρίου 1890 καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος, ἔλεγεν, ὅτι μετ’ ἐπιπλήξεως βλέπει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1891 ὑπαλλήλους 3874 ἐν τοῖς κλάδοις τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Ὅσοι ἠκούσαμεν τὰς γενομένας τότε συζητήσεις πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ προγράμματος τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως ἐφρονοῦμεν, ὅτι τὸ πρῶτον ἔργον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἤθελεν εἶσθαι ἡ περικοπὴ δαπανῶν μεγάλης ποσότητος κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891.
§24ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔκαμε.
§25ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, διότι διὰ τῆς διακοπῆς ἀνεκάλεσεν εἰς τὴν μνήμην μου ἓν ἐπεισόδιον τῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 συζητήσεων, ἐπεισόδιον, ὅπερ εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν συνάδελφον καὶ ὅπερ δὲν ἐδικαιοῦτο μὲν μνείας ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει, ἀλλ’ εἶναι ἐνδεικτικὸν τοῦ πρυτανεύοντος εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 κυβερνητικοῦ πνεύματος. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἐν τῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τεύχει παρετηρήθη, ὅτι κατὰ τὸ 1890 ὑπῆρχον ἐπιστάται ἐν τοῖς Γυμνασίοις δέκα, οὗτοι δὲ ηὔξησαν κατὰ τὸ 1891 εἰς δεκαεννέα, ὑπῆρχον ὑπηρέται 13 κατὰ τὸ 1890, οὗτοι δὲ ηὐξήθησαν κατὰ τὸ 1891 εἰς 19. Εἰς τὴν ἐρώτησιν δὲ μέλους τῆς ἐπιτροπῆς, διατὶ ἡ αὔξησις αὕτη, εὐφυής τις συνάδελφος ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Συμπολίτευσιν ἀπήντησεν ἀμέσως, προκαλέσας τὴν ἱλαρότητα πάντων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς: «λησμονεῖτε, Κύριε, ὅτι ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας;» Ἀλλ’ ὡς λόγον φέρει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν χρόνον, ἵνα μελετήσῃ τὰς μεταῤῥυθμίσεις τῶν ὀργανικῶν νόμων, ἵνα ἐπιφέρῃ ἐπὶ τῶν δημοσίων δαπανῶν ἁπάσας τὰς οἰκονομίας, αἵτινες ἦσαν ἐφικταί. Εὑρίσκει, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὰς οἰκονομίας καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐξεύρεσιν μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ ἐν γένει ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τετραετὴς ἐργασία ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ τετράμηνος διαμονὴ ἐν τῇ ἐξουσία δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς, ὅπως δυνηθῶσιν οἱ σήμερον κυβερνῶντες ἡμᾶς νὰ γνωρίσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐννοοῦσι νὰ διοικήσωσι τὴν χώραν. Ἀλλὰ μήπως ὡς πρὸς τὸ μέλλον ἐξηνέχθησαν βάσιμοι ἐλπίδες; Ἐμνήσθην ἐν τῇ χθεσινῇ μου ἀγορεύσει τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1880, τὸ ὁποῖον ἐν διαστήματι 5 ἡμερῶν ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ μὲ προϋπολογισμὸν νέον, καὶ μὲ οἰκονομίας ἑπτὰ καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίων περίπου, καὶ μὲ δέκα πέντε ἢ εἴκοσι νομοσχέδια, ἐν τοῖς ὁποίοις ἐγκατωπτρίζετο πλῆρες τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνόει νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Ἀλλὰ τελευταίως καὶ ἕτερόν τι σχετικὸν συνέπεσε νὰ ἀναγνώσω εἰς ἐφημερίδας, ὑποθέτω δὲ, ὅτι καὶ ἕτεροι συνάδελφοι ἀνέγνωσαν αὐτό. Ὡς γινώσκετε, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ἐπῆλθε τελευταίως ὑπουργικὴ μεταβολὴ, τουτέστιν ἀπεχώρησε τὸ Ὑπουργεῖον Κρίσπη, ὅπερ προσφάτως περιεβλήθη δι’ ἐκτάκτου ἐμπιστοσύνης ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἀνῆλθε δὲ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τὸ Ὑπουργεῖον Ρουμπίνη. Ἐν τῇ πρώτῃ ἐμφανίσει του ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ νέος Πρωθυπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Ἀρχόμεθα τῆς ἐκτελέσεως τῶν οἰκονομιῶν, ἃς εἴχομεν προεκθέσει εἰς τὴν Βουλήν· θέλομεν ἐργασθῆ ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν αὐτῶν· θὰ νικήσωμεν, ἢ θὰ πέσωμεν. Ἀναλαμβάνομεν ἀπέναντι ὑμῶν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ κοινὸν διὰ νέων φόρων. Θὰ διεξέλθωμεν ἕνα πρὸς ἕνα συνετῶς, ἀλλὰ τελεσφόρως, ὅλους τοὺς προϋπολογισμούς, καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, ἵνα ἐπενέγκωμεν πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν». Καὶ τῷ ὄντι πάντες ἀνεγνώσαμεν ἐν ταῖς ἐφημερίσι ταῖς ἰταλικαῖς, ὅτι ἐν διαστήματι ὀλίγων ἡμερῶν ἡ νέα Κυβέρνησις κατώρθωσε νὰ πραγματοποιήσῃ οἰκονομίας ἀνερχομένας εἰς 36,000,000, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Οὕτως αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἀνερχόμεναι ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν ἐργάζονται.
§26ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 36 ἑκατομμύρια ἐπὶ 1500 εἶναι ὀλιγώτεραι οἰκονομίαι τῶν ὅσων ἡμεῖς ἐφέραμεν.
§27ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 παρουσιάζει δαπάνας ἀνωτέρας τῶν τοῦ 1890· ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν γινώσκει οἰκονομίαν ὑφ’ ὑμῶν πραγματοποιηθεῖσαν. Ὅταν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀντιπολιτεύηταί τις τὸ καθεστὸς, καὶ τὸ ἀντιπολιτεύηται ἐπὶ σκοπῷ νὰ τὸ διαδεχθῇ, ὀφείλει νὰ ᾖναι παρεσκευασμένος· ὀφείλει τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἀναῤῥήσεώς του νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὑποβάλῃ πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἐνδεικνύοντα τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ. Οὐδεὶς πολιτικὸς ἀνὴρ δικαιοῦται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐλλείπει αὐτῷ ὁ ὑλικὸς χρόνος· διότι διὰ τῆς πολιτικῆς μεταβολῆς, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἡ πλειοψηφία τοῦ ἔθνους ἐξεδήλωσεν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς τὴν ἐτυμηγορίαν της, δὲν ἐπιδιώκεται ἡ μεταβολὴ τῶν προσώπων τῶν καθημένων ἐν τοῖς ἑδωλίοις τῶν Ὑπουργῶν. Πᾶσα πολιτικὴ μεταβολὴ ἔχει μίαν τινὰ ἔννοιαν. Ἡ πραγματοποίησις δὲ τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως ἀποτελεῖ τὴν ὑπόστασιν καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς πολιτικῆς μεταβολῆς, τῆς προκληθείσης ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν τῆς 14ης Ὀκτωβρίου. Ἐν τοσούτῳ ἀντὶ τῶν οἰκονομιῶν, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτος πάταγος ἐγένετο ἐν τῷ παρελθόντι, τί εἴδομεν ἐν τῇ παρούσῃ Βουλευτικῇ συνόδῳ; Ἀνεξαρτήτως τῶν νομοθετημάτων, διὰ τῶν ὁποίων κυρίως ἐπιδιώκεται ἡ ἄρσις παντὸς περιορισμοῦ, τιθεμένου εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ τῶν προηγουμένων νόμων ὡς πρὸς τὰς προσωπικὰς μεταβολὰς, εἴδομεν καί τινα νομοσχέδια πᾶν ἄλλο ἐπαγόμενα ἢ οἰκονομίας εἰς τὰς δημοσίας δαπάνας· εἴδομεν νομοσχέδιον περὶ διοργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, τοῦ ὁποίου κύριος σκοπὸς εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τοῦ Διευθυντοῦ....
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτυγχάνεται ἐλάττωσις δαπανῶν 5 χιλιάδων δραχμῶν.
§29ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ διακόπτει, παρατηρῶν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιτυγχάνεται ἐλάττωσις δαπάνης 5,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς αὐτὸν,—προκαλῶ δὲ καὶ πάντας τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἔχοντας ἣν καὶ ἐγὼ γνώμην,— ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδὲν ἄλλο ἐπιτυγχάνεται ἢ ἡ αὔξησις τοῦ μηνιαίου μισθοῦ τοῦ Διευθυντοῦ ἀπὸ 320 εἰς 400 δραχμὰς, διότι ἡ οἰκονομία, ἣν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναγράφει, ὡς ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐργατῶν, δὲν εἶναι πραγματική· οὐδεὶς ἄλλως τε ἀγνοεῖ, ὅτι, ἐὰν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ χρειασθῶσι πλείονες τῶν ἀναγραφομένων ἐργατῶν, οὗτοι θὰ προσληφθῶσι καὶ θὰ πληρωθῶσιν ἐκ ταύτης ἢ ἐκείνης τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων πιστώσεων διὰ δαπάνας τῶν Ὑπουργείων ἢ καὶ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, καθόσον τοῦ τυπογραφείου ἡ ἐργασία δὲν δύναται νὰ μειωθῇ ἢ ν’ ἀναβληθῇ, διότι ὁ ὀργανικὸς νόμος ἀναγράφει ἠλαττωμένον τὸν ἀριθμὸν τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ. Δύναται ὅμως νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία εἰς τοὺς μισθοὺς τοὺς πληρονομένους εἰς τοὺς ἀνωτέρους αὐτοῦ ὑπαλλήλους.... Ἐκτὸς τούτου, εἴδομεν νομοσχέδιον περὶ προσθήκης οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν. Τῷ ὄντι, ὅτε ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ἐπραγματεύετο τὸ θέμα τῶν ἐλλειμμάτων, τῶν σταθερῶν ἐλλειμμάτων τῶν προϋπολογισμῶν, καὶ τὸ θέμα τῶν καταλλήλων μέσων, διὰ τῶν ὁποίων τὰ ἐλλείμματα ταῦτα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλείψωσιν ἐν τῷ μέλλοντι, ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ διασκεφθῶμεν περὶ διοργανισμοῦ τῶν ὑπηρεσιῶν, πρέπει πρὸ πάντων διὰ τοῦ συστήματος τῶν ἐπιθεωρήσεων νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε τὰ δημόσια ἔσοδα ἡμῶν ν’ αὐξήσωσι. Ταῦτα ἀκούοντες ἢ ἀναγινώσκοντες, ἐδικαιούμεθα νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἀληθῶς ἐπρόκειτο νέον τι καὶ ἄγνωστον ἡμῖν σύστημα ἐπιθεωρήσεων νὰ προταθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ νέου τούτου εἴδομεν ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ δημιουργουμένας μόνον νέας θέσεις ἐπιθεωρητῶν μὲ μισθὸν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ὅμοιον ἢ καὶ κατώτερον τῶν προηγουμένων. Εἴδομεν ἐπιθεωρητὰς ἔχοντας βαθμὸν ὑπουργικῶν γραμματέων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἐπιθεωρεῖ οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, ἔχοντας βαθμὸν ἀνώτερον. Εἴδομεν πρὸ πάντων καθιερούμενον τὸ σύστημα τῶν ἐπιθεωρήσεων δι’ ὑπαλλήλων μὴ προσηκόντως κατηρτισμένων. Ὡς πάντες γινώσκετε, Κύριοι, ἵνα τις ἐπιτυχῶς ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα ἐπιθεωρητοῦ, ὀφείλει νὰ ἦναι ἐξησκημένος καὶ τέλειος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, ὀφείλει νὰ γινώσκῃ πάντα τὰ εἴδη τῆς ὑπηρεσίας τῆς οἰκονομικῆς, ὀφείλει νὰ ἦναι παρεσκευασμένος οὕτως, ὥστε καὶ καθήκοντα οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ καθήκοντα ταμίου καὶ καθήκοντα τελωνειακοῦ ὑπαλλήλου νὰ δύνηται νὰ ἐκπληρώσῃ ἀπροσκόπως καὶ εὐδοκίμως. Ὅπως ὅμως ἦναι τοιοῦτος, βεβαίως δὲν θὰ δεχθῇ νὰ μισθοδοτῆται μὲ μισθὸν 240 δραχμῶν μηνιαίως, ἤτοι μὲ μισθὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἐπιθεωρητής. Ἄρα ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τι; Νὰ μεταχειρισθῇ νέους ὑπαλλήλους, ὑπὸ δοκιμασίαν ἔτι διατελοῦντας, ὡς ὄργανα πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, καὶ νὰ συστήσῃ, ὡς εἶπε, καὶ γραφεῖον οἰκονομικῶν ἐπιθεωρήσεων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, δηλαδὴ νὰ δημιουργήσῃ θέσεις, ἄνευ πρακτικοῦ τινος σκοποῦ. Εἴδομεν ἕτερον νομοσχέδιον περὶ διοργανισμοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προβιβάζεται ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἰς Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους· δημιουργεῖται συνάμα μία θέσις ὑποδιευθυντοῦ, ἡ ὁποία εἶχε καταργηθῆ, ἀνοίγεται δὲ καὶ εὐρὺ τὸ στάδιον, ὅπως ἰδιῶται, ἄνευ προσόντων, εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν οἰκονομικήν. Εἴδομεν ἕτερον νομοσχέδιον, εἰσαχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ οὗ δημιουργοῦνται νέαι θέσεις τελωνειακαί. Αἱ θέσεις αὗται ἴσως ἐνδείκνυονται ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παριστᾷ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ὡς ἐν τοιαύτῃ δυσχερείᾳ εὑρισκόμενα, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν συγχρόνως νὰ ὑποβάλλῃ νομοσχέδια ἐπαυξάνοντα τὰς δημοσίας δαπάνας; Καθ’ ὃν χρόνον ἦτο ὑποχρεωμένος, ὡς ἐκ τῶν προτέρων ἐπαγγελιῶν αὐτοῦ, νὰ προβάλῃ οἰκονομίας καὶ οἰκονομίας σπουδαιοτάτας, περικοπὰς δαπανῶν, μέχρις ἴσως καὶ τοῦ ἀδικαιολογήτου ἀφικνουμένας, ἵνα φανῇ συνεπὴς πρὸς τὰς ἑαυτοῦ ἐπαγγελίας, ὑπέλαβεν, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ προβάλῃ νομοσχέδια ἐπαυξάνοντα τὰς δημοσίας δαπάνας. Ἐὰν διὰ τοῦ τοιούτου συστήματος ἦναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῶσι καὶ ἀνορθωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κρίνῃ. Ἀλλ’ οἱ ῥήτορες τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως εἶχον καὶ ἄλλας ἰδέας ὑποστηρίξει καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων. Εἶχον κατακρίνει πολλοὺς ἐκ τῶν λειτουργούντων φόρων. Ἐπὶ παραδείγματι, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἡγέτης τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως, εἶχεν ἐντεῦθεν εἴπει πρὸ ἑνὸς ἔτους πολλὰ κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Εἶχε παραστήσει, ὅτι ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐπιβαλλόμενος ἐπάγεται τὴν καταστροφὴν τῆς ἀμπελοφυτείας, ἐπάγεται τὴν καταστροφὴν ἑνὸς τῶν μεγίστων ἡμῶν ἐθνικῶν πόρων. Δὲν εἶχε δὲ ἄδικον ὁμολογουμένως νὰ κατακρίνῃ τὸν φόρον τοῦτον ὡς βαρύτατον, διότι τῷ ὄντι ὁ οἶνος παρ’ ἡμῖν δὲν παρουσιάζει παραγωγικὸν χαρακτῆρα, ὃν ἔχει εἰς ἄλλα ἔθνη. Ὁ οἶνος παρ’ ἡμῖν θεραπεύει πρωτίστην ἀνάγκην τῶν παραγωγικῶν παρ’ ἡμῖν κοινωνικῶν τάξεων, καὶ ἰδίως τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ. Εἶναι ὄντως ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ οἴνου βαρύτατος καὶ καταθλιπτικώτατος. Τίς ἐξ ἡμῶν καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ πρὸ αὐτῶν καὶ μετ’ αὐτὰς δὲν ἀκούει πάντοτε παράπονα παρὰ τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ κατὰ τοῦ συστήματος, καθ’ ὃ ἐπιβάλλεται καὶ εἰσπράττεται; Κατωρθώθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος οὗτος κατὰ τὰ δύο πρόσθετα δεκατημόρια, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι βαρύτατος. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἡ ὁμολογία, ὅτι ὁ φόοος οὗτος εἶναι βαρύς, δὲν συνωδεύθη δι’ ὑποσχέσεως περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τούτου ἢ καθ’ ἣν περίπτωσιν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπιτρέψωσι τοῦτο. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς παρελθούσης Βουλῆς ἐφρόνουν, ὅτι, ὡς ἐβάδιζον τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν, εἴτε κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, εἴτε κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, καὶ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν νὰ καταργηθῇ, καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἂν ὄχι νὰ καταργηθῇ, νὰ ἐλαττωθῇ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται πλέον περὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· πρόκειται περὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὡς Ἀντιπολίτευσις καὶ κατέκρινε δριμέως τοὺς φόρους τούτους, καὶ ἐπηγγέλθη τὴν κατάργησιν ἢ τροποποίησιν αὐτῶν, καὶ ἡ ὁποία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οὐδὲν ὡς πρὸς τοὺς φόρους τούτους ἀναγράφει. Οἱ φόροι οὗτοι πρόκειται νὰ λειτουργήσωσι καὶ κατὰ τὸ 1891, ὡς καὶ κατὰ τὸ 1890. Οὐδὲ λέξις τις ὡς πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων τούτων ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891. Ἀλλὰ δὲν κατεκρίθη μόνον ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου· κατεκρίθη καὶ ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, κατεκρίθη δὲ ἰδίως τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ὁ φόρος οὗτος. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι μάλιστα, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεμίμνησκε πάντοτε εἰς τὴν Βουλὴν ὡς κρεῖσσον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τῇ πρωτοβουλίᾳ αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐψηφίσθη καὶ ἐλειτούργησε κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886, καὶ τὸ ὁποῖον, κατ’ αὐτὸν, ἀπήνεγκεν ἀποτελέσματα κρείσσονα τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιτυγχάνονται διὰ τοῦ νῦν ἐφαρμοζομένου συστήματος. Καὶ ἀπεδείχθη μὲν ἐκ τῶν παρατηρήσεων τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ τέως ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἦτο ἀκριβής· ἀλλ’ οὐχ ἧττον πᾶς τις ἐδικαιοῦτο ν’ ἀναμένῃ παρὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως τὴν εἰσαγωγὴν νομοσχεδίου προβάλλοντος τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ κρατοῦντος συστήματος. Ἀντὶ ὅμως τούτου εἴδομεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰσαχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τὴν εἰσαγωγὴν δὲ αὐτοῦ ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ῥητῶς δηλώσας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εὑρίσκει μὲν τὸ κρατοῦν σύστημα ὡς τὸ κατάλληλον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ὡς ἔχουσιν, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τὸ ἀκολουθήσῃ, βελτιοῦσα αὐτὸ διὰ τοῦ ὁποίου εἰσήγαγε νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε, πάντες ἤδη γινώσκομεν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει ἅπαντα τὰ ἐλαττώματα τοῦ συστήματος τοῦ μονοπωλίου, διότι τὴν παραγωγὴν ἀκολουθεῖ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, διότι τὸν παραγωγέα ὑποβάλλει εἰς ἀπείρους διατυπώσεις καὶ καταπιέσεις, βεβαίως δὲ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς· οὐχ ἧττον πιεστικὸν καὶ καταθλιπτικὸν εἶναι προφανῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ. Ἐνῷ δὲ ἔχει πάντα τὰ ἐλαττώματα τοῦ συστήματος τοῦ μονοπωλίου, δὲν ἔχει οὐδὲν πλεονέκτημα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπάγεται τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Ἐὰν τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ νῦν λειτουργοῦν, ἦναι ἀνεπαρκὲς, ἐὰν δι’ αὐτοῦ δὲν ἐπιτυγχάνηται ἡ φορολογία ἅπαντος τοῦ καπνοῦ τοῦ ἐν Ἑλλάδι καταναλισκομένου, τοῦτο δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ἐκ δύο λόγων. Ἐν τῷ λειτουργοῦντι νῦν συστήματι ἐπεκράτησεν ἡ σκέψις, ὅτι δὲν πρέπει, ἐπιζητοῦντες τὴν αὔξησιν τῆς προσόδου ταύτης, νὰ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς παραγωγοὺς διὰ τοιούτων περιορισμῶν καὶ πιέσεων, ὥστε νὰ καταστήσωμεν τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ παρ’ ἡμῖν ἐλάσσονα, διότι οὕτω παραβλάπτομεν τὰ συμφέροντα μιᾶς ἐκ τῶν παραγωγικωτέρων παρ’ ἡμῖν τάξεων, καὶ καταστρέφομεν ἕνα τῶν πόρων τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου. Ἀλλ’ ἄνευ περιορισμοῦ τῆς παραγωγῆς, παρατηροῦσί τινες, λαμβάνουσι χώραν καταχρήσεις καὶ δὲν φορολογεῖται ἅπας ὁ καταναλισκόμενος καπνός. Ἀλλὰ τοῦτο θεραπεύεται διὰ τῆς ἐκλογῆς καταλλήλων ὀργάνων καὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως αὐτῶν. Γνωστὸν δὲ καὶ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι, ἀφ’ ἧς διαχειρίζεται τὰ κοινὰ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, αἱ καταχρήσεις ηὔξησαν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ζωηρῶν παραστάσεων τῶν ἐντίμων καπνοπωλῶν, διότι τὰ ἁρμόδια ὄργανα τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας ἐξελέχθησαν ἀκαταλλήλως καὶ πρὸς θεραπείαν προσωπικῶν ἀπαιτήσεων. Ἀλλ’ ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν ἡ Βουλὴ ἀνέθηκε τὴν μελέτην καὶ προεξέτασιν τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, θὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν γνώμας περὶ ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως αὐτοῦ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ προληφθῶσιν οἱ ἀπειλοῦντες τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ κίνδυνοι, οὕτω δὲ διασωθῇ μία τῶν πηγῶν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς μία τῶν πρωτίστων σκέψεων καὶ φροντίδων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἦν ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν σύστασιν Κτηματικῆς καὶ Γεωργικῆς Τραπέζης. Πρὸς τὴν σκόπιμον ὅμως σύστασιν καὶ λειτουργίαν τοιαύτης Τραπέζης ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἓν σπουδαιότατον πρόσκομμα, ἡ ἔλλειψις κτηματολογίου. Πρὸς πλήρωσιν τῆς ἐλλείψεως ταύτης ἦτο ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ, ἐὰν κατὰ τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα τελευταίως ἐφηρμόσθησαν ἐν Εὐρώπῃ, ἰδίως δὲ ἐν Βοσνίᾳ καὶ Ἑρζεγοβίνῃ, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ κατάρτισις κτηματολογίου ἐντὸς βραχέως σχετικῶς χρόνου καὶ ἄνευ μεγάλων δαπανῶν. Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, δυνάμει νόμου ἀφορῶντος εἰς τὴν πρόσληψιν ξένων ἀξιωματικῶν, μετεκαλέσατο ἐξ Αὐστρίας εἰδικοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν ὁποίων ὠργανώθη τακτικὴ ὑπηρεσία, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν γεωδαιτικῶν ἐργασιῶν καὶ εἰς τὴν κατάρτισιν κτηματολογίου. Ἀλλὰ πρὸς τὴν λειτουργίαν τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας ἀπῃτεῖτο δαπάνη, ὑπεβλήθη δὲ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὴν δαπάνην ταύτην. Τίς ἐκ τῶν παρακαθημένων εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Βουλευτῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον δὲν ἐνθυμεῖται τὸν γενόμενον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου πόλεμον; Ὡς ἐνθυμοῦμαι, τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς πιστώσεως δὲν ἐψηφίσθη, καταλεχθὲν μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, ὧν ἡ ἐπιψήφισις ἐματαιώθη ὡς ἐκ τῆς κωλυσιεργίας τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ δὲ προκάτοχος Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον δυνάμει πιστώσεων, χορηγηθεισῶν διὰ Β. διαταγμάτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Καὶ ὅμως πρὸ ὀλίγου εἴδομεν, ὅτι ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὴν πίστωσιν ταύτην, ἢ μᾶλλον εἰς τὴν κύρωσιν τῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προκληθέντων Β. διαταγμάτων διὰ τοιαύτας πιστώσεις. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, εὔχομαι ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ὀργανώσῃ ὅσον οἷόν τε κρεῖσσον τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ παράσχῃ πάντα τὰ μέσα εἰς τοὺς ἀξιεπαίνως διεξάγοντας τὰς γεωδαιτικὰς ἐργασίας ἀλλοδαπούς τε καὶ ἡμετέρους, ὅπως κατορθωθῇ ἐπὶ τέλους καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ κατάρτισις κτηματολογίου. Τὸ κτηματολόγιον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τῆς γεωργικῆς καὶ κτηματικῆς τάξεως. Διὰ τοῦ κτηματολογίου ὄχι μόνον θὰ διευκολυνθῇ ἡ σύστασις Κτηματικῆς καὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ θὰ κατορθωθῇ ὥστε ἡ ἀκίνητος κτῆσις νὰ χρησιμοποιῆται, ὅπως καὶ ἡ κινητή. Εἶναι δὲ δυστυχῶς ἀναμφισβήτητον, ὅτι τῆς ἀκινήτου κτήσεως γίνεται παρ’ ἡμῖν ἐλαχίστη καὶ μετὰ πολλῆς δυσκολίας χρῆσις καὶ ἐν τῇ πρὸς ἄλλους μεταβιβάσει καὶ ἐν τῇ παροχῇ δανείων ἐνυποθήκων ἢ γεωργικῶν. Ἡ παρ’ ἡμῖν ἀκίνητος κτῆσις δὲν χρησιμοποιεῖται ὅπως εἰς ἄλλα ἔθνη, μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα, ὅπου κατώρθωσαν νὰ ἔχωσι κτηματολόγια τέλεια, καὶ δι’ αὐτῶν ἤρθησαν πᾶσαι αἱ περὶ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας ἀτελεύτητοι ἀμφισβητήσεις, καὶ ὅπου ὁ ἔχων ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν δύναται νὰ διαπράξῃ πᾶσαν συναλλαγὴν, μὴ καθυστερῶν τοῦ ἔχοντος κινητὴν τοιαύτην. Καταλήγων τὸν λόγον, Κύριοι, αἰσθάνομαι ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ ἐπαναλάβω διὰ βραχέων, ὑπὸ τίνας συνθήκας διετελοῦμεν, ὅτε ἀντεμετωπίσαμεν τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν κατὰ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου 1890, καὶ ὑπὸ τίνας νῦν διατελοῦμεν, ἤτοι μετὰ τέσσαρας ἔκτοτε μῆνας. Ὅτε παρεστάθημεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἡμῶν κατὰ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου, εἴχομεν ἐξησφαλισμένον τὸ διαρκὲς, τὸ σταθερὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἰσοζύγιον, εἴχομεν ἠνωρθωμένην τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν. Διετελοῦμεν ἐν οἰκονομικῇ καταστάσει, ἐπιτρεπούσῃ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐπιβαρύνσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἰδίως τῶν ἐπιβαρύνσεων τῆς γεωργικῆς τάξεως. Εἴχομεν ἐν πληρεστάτῃ ἐκτελέσει τὴν συμπλήρωσιν τοῦ συμπλέγματος τῶν ἐν Ἑλλάδι σιδηροδρόμων καὶ τῆς διεθνοῦς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Διὰ τῆς συνομολογήσεως ἑνὸς δανείου ἐξ 20 ἑκατομμυρίων, ἠθέλομεν συμπληρώσει τὰς ἁπλᾶς ὁδοὺς καὶ ἰδίως τὰς ἀναγκαιοτάτας βατὰς ὁδοὺς τῶν μεσογειοτέρων μερῶν καὶ τὴν γεφύρωσιν τῶν ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων. Εἶχον ἤδη ἀρχίσει, μετὰ προηγηθείσας μακρὰς ἀλλ’ ἀναγκαίας μελέτας, τὰ ἀπαραίτητα πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τῆς Θεσσαλίας ὑδραυλικὰ ἔργα, εἶχε δὲ ἀρχίσει μελέτη τοιούτων ἔργων ἐν Φθιώτιδι καὶ ἀλλαχοῦ, εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἐκτέλεσις ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Μεσσηνίᾳ. Ἦτο ἤδη ὑπογεγραμμένη ἐν σχεδίῳ—δὲν ὑπελείπετο δὲ ἢ ἡ κύρωσις ἡ νομοθετικὴ—ἡ σύμβασις περὶ συστάσεως μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ματαιωθεῖσα ἐκ τῆς ἀντιδράσεως τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐξησφαλίσθη ἤδη ἡ κατανάλωσις τοῦ κυριωτέρου τῆς Ἑλλάδος προϊόντος, τῆς σταφίδος, διὰ τῆς συμβάσεως τῆς συνομολογηθείσης μετὰ τῆς Ἀγγλίας, καὶ διὰ τῶν ἐνεργειῶν, αἵτινες κατεβλήθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐν Ἀμερικῇ, ὅπου κατηργήθη ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς, ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τὴν ἡμετέραν σταφίδα. Ὡς ἐκ τῆς ἐμπεδώσεως τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως κατωρθώθη ἤδη νὰ δύνηται τὸ Κράτος ἡμῶν νὰ δανείζηται ἐπὶ τόκῳ 5% ἄνευ ἐκχωρήσεως ὡρισμένων δημοσίων προσόδων, ὡς ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν βελτιώσεως, κατωρθώθη νὰ ἐλαττωθῇ καὶ ὁ ἰδιωτικὸς τόκος, καὶ νὰ προσφέρωνται ἐπαρκῆ κεφάλαια πρὸς σύστασιν Κτηματικῆς καὶ Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ ἰδίως νὰ ἐκλείψῃ ὁ κίνδυνος μεγάλων διακυμάνσεων ἐν τῇ ὑπερτιμήσει τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, διακυμάνσεων, αἵτινες παραβλάπτουσι τὸ ἡμέτερον ἐσωτερικὸν ἐμπόριον. Οὐδέποτε ἠξιώσαμεν ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν τέως κοινοβουλευτικὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι τὰ πάντα εἶχον παρ’ ἡμῖν ὡς ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν. Οὐδέποτε ἠξιώσαμεν, ὅτι οὐδὲν εἴχομεν ἔτι νὰ πράξωμεν πρὸς βελτίωσιν καὶ προαγωγὴν τῶν καθ’ ἡμᾶς. Τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι τὰ θεμέλια μόνον τοῦ οἰκοδομήματος εἶχον τεθῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν, πολλὰ δὲ ὑπελείποντο τὰ πρακτέα καὶ ὡς πρὸς τοὺς λοιποὺς κλάδους τῆς δημοσίας διοικήσεως καὶ ὡς πρὸς τὸν στρατὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ ναυτικὸν ἡμῶν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων Βουλευτὴς, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, εἶχεν εἰπεῖ ἐντεῦθεν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ χωροφυλακὴ καὶ τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων νὰ συγκροτῶνται ἐξ ἐθελοντῶν καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς ἀπογραφῆς. Ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυκλάδων Βουλευτὴν ἰσχυρισθέντα ὅτι ἔπρεπε νὰ δίδωνται βραβεῖα ἐν τῇ ἀνακατατάξει τῶν ὑπαξιωματικῶν. Πάντα ταῦτα βεβαίως ἤθελον συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Πῶς ὅμως ἠδύναντο πάντα ταῦτα νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ὅτε ἡ πρὸς τοῦτο δαπάνη δὲν ἐπετρέπετο ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν; Τίς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ὑπελείπετό τι νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ ὡς πρὸς τὰς ναυτικὰς ἡμῶν δυνάμεις; Ἦτο μάλιστα, ὡς πολλοὶ ἐξ ἡμῶν γινώσκομεν, ἐν διαπραγματεύσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις πρὸς προμήθειαν καταδρομικῶν πλοίων, συμπληρούντων τὸν στόλον ἡμῶν. Ἡ προμήθεια ὅμως νέων πλοίων, ἡ προμήθεια νέου πολεμικοῦ ὑλικοῦ, ἡ συμπλήρωσις τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεων ἡμῶν, κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ μεγίστου σκοποῦ, εἰς ὃν ἀφορᾷ ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν πολιτικὴ, ἀπαιτοῦσιν εὐρωστίαν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἡ εὐρωστία δ’ αὕτη τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ θυσίας ὑλικὰς καὶ δεξιότητα τῶν κυβερνητῶν τῆς χώρας, ἀπαιτεῖ δὲ πρωτίστως τὴν εἰς τὸ καθῆκον προσήλωσιν, ἥτις διέκρινε τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς ληξάσης Βουλευτικῆς περιόδου. Οὕτως εἶχον τὰ παρ’ ἡμῖν, ὅτε ἀντεμετωπίσαμεν τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν κατὰ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων κατεδίκασεν ἡμᾶς. Εἶπον, ποῦ κατ’ ἐμὲ ὀφείλεται ἡ ἐτυμηγορία ἡ ἐκδηλωθεῖσα ἐν ταῖς ἐκλογαῖς τῆς 14 Ὀκτωβρίου· ὀφείλεται προδήλως εἰς τὴν παραπλάνησιν τῶν ἐκλογέων ὡς ἐκ τῆς ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα ἀντιδράσεως τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδίως ὡς ἐκ τῶν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὑποσχέσεων καὶ ἐπαγγελιῶν αὐτῆς, αἵτινες πᾶσαι ἐλέγχονται ἀνέφικτοι καὶ δυσπραγματοποίητοι μετὰ τετράμηνον διαχείρισιν τῶν κοινῶν ὑπὸ τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ὅμως ἐπρόκειτο νῦν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τοὺς ἐκλογεῖς, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι πάντες ὁμοφώνως ἤθελον ἀποφανθῆ, ὅτι ἡ τέως Ἀντιπολίτευσις, ἀνελθοῦσα ἐπὶ τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὴς καὶ ἀπολύτως καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰς προηγουμένας αὐτῆς ἐπαγγελίας καὶ ὑποσχέσεις.
§30ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. «Δὲν ἐτήρησε, Κύριοι, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὰς ἐπαγγελίας καὶ ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅπως ἀποπλανήσῃ αὐτὸν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 14 Ὀκτωβρίου καὶ καταψηφίσῃ τοὺς τότε κυβερνητικοὺς ὑποψηφίους.» Αὐτὰ ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος κ. Σιμόπουλος. Ἔλεγε ταῦτα ἀποβλέπων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς καὶ ὅστις δὲν εἶναι, εἰμὴ ἀντιγραφὴ τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑποβληθέντος τοιούτου. Ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἐφέτος ἡ Κυβέρνησις, ὑπεβλήθη μὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καραπάνου, ἀλλ’ ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως. Ὅταν διὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης αἱ μὲν δαπάναι τοῦ Κράτους ἀνῆλθον εἰς 100,000,000, μὴ δυνάμεναι ἐκ τοῦ προχείρου, εἰμὴ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ τροποποιηθῶσιν, οἱ δὲ φόροι, ὅσον βαρεῖς καὶ ἂν ἦναι, δὲν ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς δαπάνας ἐκείνας, πῶς θέλετε ἐντὸς τοῦ βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, τὸ ὁποῖον διέῤῥευσεν ἀπὸ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀνῆλθεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ πράγματα, καὶ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἦτο ὑποχρεωμένη, ὡς ἐκ τοῦ κανονισμοῦ, νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν, πῶς θέλετε, λέγω, νὰ ὑποβάλῃ ἄλλον προϋπολογισμὸν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλατε σεῖς κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς ληξάσης Βουλευτικῆς περιόδου; Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος εἶναι ἐπιβεβλημένος ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, δὲν ἐμφαίνει τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἰδέας, κύριε Σιμόπουλε, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐμφορεῖται ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν μέλλουσαν αὐτῆς οἰκονομικὴν ἐνέργειαν· ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος εἶναι τὸ θλιβερὸν ἀποτέλεσμα τῆς πολυετοῦς οἰκονομικῆς ἐνεργείας τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως. Καὶ τὸ ἀποκαλῶ θλιβερὸν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, κύριε Σιμόπουλε, διότι, ἐνῷ ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ὑπερεδιπλασιάσαμεν τὰ ἔσοδα ἡμῶν, ἐνῷ ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ηὐξήσαμεν κατὰ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος, οὐδεμία ἐν τούτοις ἐκ τῶν πραγματικῶν καὶ κατεπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους ἐξυπηρετήθη ἐκ τοῦ κολοσσιαίου αὐτοῦ ποσοῦ. Ἀφῃρέθη κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἀφῃρέθη ἀπὸ τὰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς φόρους καὶ δάνεια ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ποῖον εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπέναντι τοῦ κολοσσιαίου τούτου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὰ θυλάκια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Μήπως ἐπλήρωσε τὰς ἀποθήκας ἡμῶν πολεμεφοδίων καὶ ὅπλων καὶ ἱματισμοῦ; ἢ μήπως ὠχύρωσε τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν μεθόρια; ἢ μήπως συνεπλήρωσε τὰς ναυτικὰς ἡμῶν δυνάμεις; Οὐδὲν τούτων, Κύριοι· διότι, ἂν ἐξαιρέσητε τὰ 24 ἢ 26 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν διὰ τὰ τρία θωρηκτά μας, τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν καὶ ναυτικὰ πράγματα εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν καὶ χείρονα κατάστασιν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο ὅταν ἦλθεν ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὰ πράγματα. Ἢ μήπως, Κύριοι, ἀνήγειρεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις δημόσια κτίρια καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ᾠκοδόμησε φυλακὰς, καὶ ἐγεφύρωσε τοὺς ποταμούς μας, καὶ ἀπεξήρανε τὰ ἕλη μας, καὶ συνέδεσε τὰς πόλεις μας, τὰ χωρία τῶν ἐπαρχιῶν δι’ ὁδῶν βατῶν; Οὔτε τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἀληθές· διότι καὶ σήμερον ὡς δημόσια καταστήματα χρησιμεύουσιν ἑτοιμόῤῥοποι οἰκίαι, τὰς ὁποίας ἑκάστοτε προσφέρουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ῥουσφέτιον καὶ ἡ συναλλαγή· καὶ σήμερον ἔτι οἱ κατάδικοι καὶ ὑπόδικοι ἡμῶν στενάζουσιν ἐντὸς στενῶν καὶ βρωμερῶν τρωγλῶν, αἱ ὁποῖαι καλοῦνται φυλακαὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ τῶν ὁποίων αἱ πλεῖσται εἶναι λείψανα παρελθούσης τυραννικῆς καὶ βαρβάρου ἐποχῆς· καὶ σήμερον ἔτι τὰ ἕλη, τὰ ἐγκατεσπαρμένα ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, ἀποπνέουσι τὴν ἀσθένειαν καὶ τὸν θάνατον εἰς τοὺς περιοίκους· καὶ σήμερον ἔτι ἡ συγκοινωνία μεταξὺ τῶν διαφόρων χωρίων καὶ πόλεων τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰς πλείστας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους εὑρίσκεται εἰς τὴν πρωτόγονον ἐκείνην κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο κατὰ τὸ 1882. Ἢ μήπως, Κύριοι, ἀνεβίβασε τὸν μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων ἡμῶν, καὶ κατέστησε τὸν βίον αὐτῶν ἀνετώτερον; Οὐδὲ τοῦτο εἶναι, Κύριοι, ἀληθές· διότι καὶ σήμερον λαμβάνουσιν οἱ ὑπάλληλοι τὸ αὐτὸ εὐτελὲς μισθάριον, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον κατὰ τὸ 1833, μολονότι ἐδιπλασιάσθησαν καὶ ἐτριπλασιάσθησαν αἱ δαπάναι τῆς διατροφῆς. Ἢ μήπως τέλος συνεπλήρωσε τὸ σιδηροδρομικὸν σύμπλεγμα τοῦ ὅλου βασιλείου; οὐδὲ τοῦτο εἶναι ἀληθές· διότι ναὶ μὲν ἐδανείσθη ἑκατὸν τριάντα πέντε ἑκατομμύρια διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, ἀλλ’ ἂν ἐξαιρέσητε 30 μόνον, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, καὶ οὐχὶ 40, ὡς εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος,—διότι 10,000,000 ὀφείλονται εἰσέτι διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν,— ἂν ἀφαιρέσητε αὐτὰ τὰ 30,000,000, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δανεισθῶμεν νέας δεκάδας ἑκατομμυρίων, καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους καὶ νέας θυσίας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὸ σιδηροδρομικὸν ἡμῶν δίκτυον. Ἀλλὰ ἴσως μᾶς εἴπουν οἱ φίλοι τῆς τέως Κυβερνήσεως: ναὶ μὲν πάντα ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη ἀπέβλεπεν εἰς ἄλλο, ἀπέβλεπεν ὅπως φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὅπως ἀνορθώσῃ τὴν οἰκονομικὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον τὸν ἐπέτυχεν, ὡς μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, καταβαίνων τώρα ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπετρέπετο εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὑποβάλλοντα τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1882, 1883, 1884, 1885, 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, ἄν, λέγω ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν τότε νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν μὲ ἰσοζύγιον καὶ μὲ περίσσευμα, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα ὅμως σήμερον, ὅτε ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν ἀπεδείχθη ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἐν συνόλῳ οἱ προϋπολογισμοὶ ἐκεῖνοι παρεῖχον 100,000,000 ἔλλειμμα, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα σήμερον νὰ ὁμιλῇ περὶ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ ἠνώρθωσε τὴν οἰκονομικὴν πίστιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ὅτε τὸ τελευταῖον δάνειον τῶν 89,000,000, τὸ ἐπονομασθὲν δάνειον σιδηροδρομικόν, διότι ἦτο ἠγγυημένον ὑπὸ τοῦ μέλλοντος νὰ κατασκευασθῇ δι’ αὐτοῦ σιδηροδρόμου, ὅτε τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἀπέτυχεν οἰκτρότατα, πῶς τολμᾶτε πλέον νὰ λέγητε ὅτι ἠνωρθώθη ἡ οἰκονομικὴ πίστις τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ; Οὔτε τὴν πίστιν λοιπὸν ἠνωρθώσατε, οὔτε τὸ ἰσοζύγιον ἐφέρατε, οὔτε τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἐξυπηρετήσατε· συνετελέσατε μόνον διὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς σας, ὅπως ἐμβάλητε τὸ ἔθνος εἰς τὰς στενοχωρίας, ἐντὸς τῶν ὁποίων εὑρίσκεται, καὶ ὅπως καταστήσητε ἀναγκαῖον τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος εἶναι τὸ δριμύτερον κατηγορητήριον, ὅπερ ἤγειρε κατὰ τῆς ἑαυτοῦ οἰκονομικῆς πολιτικῆς ὁ πρώην Πρωθυπουργός. Προϋπολογισμὸς, ἐν ᾧ ὑπερδιπλασιάζονται τὰ ἔσοδα, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν αὔξησιν ταύτην δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς δαπάνας, ἐν δὲ ταῖς δαπάναις ταύταις δὲν ἀναγράφεται οὐδὲ ἓν λεπτὸν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς παραγωγῆς καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ πλούτου τῆς χώρας, εἶναι ἡ ζωηροτέρα καταδίκη τῆς οἰκονομικῆς ἐνεργείας ἥτις, τὸν παρήγαγε. Καὶ ἀντεστρατεύθη μὲν ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις καὶ νῦν Κυβέρνησις ἐναντίον τοῦ οἰκονομικοῦ σας συστήματος δι’ ὅλων τῶν μέσων αὑτῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθη τίποτε νὰ κατορθώσῃ, καθόσον ἡ πλειοψηφία τῆς ληξάσης Βουλευτικῆς περιόδου διετέλει ἐν διαρκεῖ ὑπνωτισμῷ, καὶ ἔλεγεν ὅ,τι ὑπηγόρευε καὶ ἐψήφιζεν ὅ,τι ἤθελεν ὁ μέγας ὑπνωτιστὴς αὐτῆς κ. Χαρ. Τρικούπης. Ἀλλὰ εὑρεθεῖσα ἐνώπιον τῶν ἀναγκῶν τούτων ἡ νῦν Κυβέρνησις, δὲν θέλει σταυρώσει τὰς χεῖρας αὐτῆς, ἀλλὰ θέλει προσπαθήσει, ὅπως ἐξαγάγῃ τὸ ἔθνος ἐκ τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐνεβλήθη. Εἶναι σήμερον βαρεῖα μὲν, βαρυτάτη, ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις, ἀλλὰ δὲν εἶναι διόλου ἀπελπιστική· διότι χώρα, ὅπως ἡ πατρὶς ἡμῶν, ἡ ὁποία κεῖται εἰς τὸ εὐκραέστερον κλίμα τῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία παράγει παντοδαπὰ καὶ ποικιλώτατα προϊόντα, ἡ ὁποία περικλύζεται πανταχόθεν ὑπὸ τῆς θαλάσσης καὶ κεῖται εὐθέτως πρὸς ἐμπορίαν καὶ ναυτιλίαν, ἡ χώρα αὕτη δὲν ἔχει οὐδέποτε ν’ ἀπελπισθῇ περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς μέλλοντος, λαὸς δὲ φίλεργος καὶ αὐτάρκης, ὡς ὁ Ἑλληνικός, ὅστις ἠδυνήθη ἐκ τοῦ μηδενὸς νὰ σχηματίσῃ δισεκατομμυρίων δραχμῶν περιουσίαν εἰς διάστημα πεντήκοντα ἐτῶν, ὁ λαὸς οὗτος θὰ ἐξεύρῃ βεβαίως τὰ μέσα, διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸν ἐνέῤῥιψεν ἄστοργος κυβερνητικὴ ἐνέργεια, φθάνει μόνον εἰς τὴν φιλοπονίαν καὶ τὴν δραστηριότητα αὐτοῦ νὰ ἔλθωσιν ἐπίκουροι καὶ συναντιλήπτορες οἱ σήμερον τὸ ἔθνος κυβερνῶντες· διότι ὅ,τι ἔλειψε κυρίως ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἶναι ἡ κυβερνητικὴ μέριμνα καὶ πρόνοια ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, πάντοτε μὲν, ἰδίως δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν πρωθυπουργίαν τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐξεναντίας, ὅπου ἐπεφαίνετο ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ὡς ἐπιβάλλουσα φόρους, εἴτε ὡς εἰσπράττουσα αὐτούς, εἴτε ὡς ἀπονέμουσα τὴν δικαιοσύνην, εἴτε ὡς διοίκησις, εἴτε ὡς δημοσία ἀσφάλεια, παντοῦ παρενέβαινεν, ὅπως φέρῃ πρόσκομμα, ὅπως φέρῃ ἐμπόδιον εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐνέργειαν καὶ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν. Ἐψηφίσθησαν, Κύριοι, χιλιάδες νόμων ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι σήμερον· δείξατέ μοι ἕνα μόνον νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ προνοῇ περὶ ἐξυπηρετήσεως καὶ περὶ θεραπείας οἱασδήποτε ἀνάγκης ἐπαρχίας τινὸς τοῦ Κράτους· φυλλομετρήσατε ὅλους τοὺς νόμους τούτους· τί θέλετε εὕρει; φόρους, αὐξήσεις φόρων, μετατροπὰς φόρων, δάνεια, μετατροπὰς δανείων, φόρους καὶ δάνεια, δάνεια καὶ φόρους· ἰδοὺ αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξε τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς σύστημα ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι προωρισμένον, ὅπως φέρῃ τὴν εὐδαιμονίαν τῶν ἐθνῶν, τὸ σύστημα τοῦτο προσιδιάζει εἰς τοὺς ἀπηνεῖς καὶ ἀπανθρώπους ἐκείνους δορυκτήτορας, οἱ ὁποῖοι ὡς μόνην ἐνέργειαν οἰκονομικὴν θεωροῦσι τὴν ἀφαίρεσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων χρημάτων ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ λαοῦ, ἀδιαφοροῦντες, ἂν διὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν ταύτην θραύηται ἐπὶ τέλους ἡ φορολογικὴ δύναμις καὶ καταστρέφηται ἡ οἰκονομικὴ ἀντίστασις τοῦ φορολογουμένου λαοῦ. Τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν εὐδαιμονίαν τῶν εὐημερούντων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, ἐβασίσθη ἐπὶ βάσεων ὅλως ἀλλοίων ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐβάσισε τὸ ἴδιόν του οἰκονομικὸν σύστημα ὁ πρώην Πρωθυπουργός. Τὸ οἰκονομικὸν ἐκεῖνο σύστημα ἐστηρίχθη ἐπὶ ἀγαθῆς διοικήσεως καὶ ἀμερολήπτου ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης διὰ τῶν φόρων τῶν τελωνειακῶν κατέστρεψεν, ἀντικαταστήσας αὐτὸ διὰ τοῦ λαθρεμπορίου, ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης ἐμάρανεν εἰς τὴν πρώτην αὐτῆς βλάστησιν διὰ τῶν στρεβλῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ναυτιλίας, περὶ τῆς ὁποίας οὐδεμίαν οὐδέποτε μέριμναν ἔλαβεν ἡ πρώην Κυβέρνησις, ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ἐπὶ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς γεωργικῆς τάξεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης τὸ κατ’ αὐτὸν ἐγκατέλειψεν ἕρμαιον εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀγριωτέρων τοκογλύφων, ἐστηρίχθη τέλος, Κύριοι, ἐπὶ δικαίας, ἐπὶ ἴσης καὶ ἀναλόγου πρὸς τὰς περιουσίας τῶν φορολογουμένων φορολογίας. Ἀλλὰ εἶναι ἴση, εἶναι δικαία, εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς περιουσίας τῶν φορολογουμένων ἡ ἐπιβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κυβερνήτου ἐκείνου φορολογία εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Εἶναι ἴση καὶ δικαία ἡ φορολογία Κύριοι, ὅταν οἱ μὲν γαιοκτήμονες καὶ ἀμπελοκτήμονες πληρώνωσι 10% ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου αὐτῶν προσόδου, οἱ δὲ μεγάλοι ἰδιοκτῆται τῆς Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι ἀποκομίζουσιν 20, 30, 50 χιλιάδας φράγκων εἰσόδημα, δὲν καταβάλλωσιν οὐδένα φόρον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; εἶναι ἴση καὶ δικαία, ὅταν οἱ μὲν δυστυχεῖς καλλιεργηταὶ, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι εἶναι ἐπίμορτοι, μὴ ἔχοντες οὐδεμίαν ἄλλην περιουσίαν, εἰμὴ ἰσχνοτάτους καὶ κατεσκληκότας βόας, διὰ τῶν ὁποίων καλλιεργοῦσι γαίας μὴ ἀνηκούσας εἰς αὐτοὺς, ὅταν αὐτοὶ πληρώνωσι τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, οἱ δὲ μεγαλοτραπεζῖταί μας, οἱ μεγαλέμποροί μας, οἱ τοκογλύφοι, οἱ ὁποῖοι κερδίζουσιν ἀφθόνως καὶ ἄνευ ἱδρῶτος, δὲν πληρώνωσι παρὰ μόνον μικρὸν φόρον ἐπιτηδεύματος; Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, πῶς διενέμετο ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων κυβερνῶντος τοῦ κ. Τρικούπη; Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι τὰ ⅔ τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ καπνίζουσι καπνὸν ἀφορολόγητον, καὶ καταναλίσκουσιν ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα δὲν πληρόνουσι τελωνειακοὺς δασμοὺς, διότι εἶναι προϊόντα τοῦ καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα ἐπιπολάσαντος λαθρεμπορίου; Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὰς ἀδικίας καὶ πιέσεις, τὰς ὁποίας οἱ δυστυχεῖς φορολογούμενοι ὑπέφερον ἀπὸ τοὺς εἰσπράκτορας καὶ τοὺς ἄλλους ἐπιφορτισμένους τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων; Τοιαύτη, Κύριοι, ἦτο ἡ φορολογία, ἡ πιέσασα καὶ πιέζουσα δυστυχῶς καὶ τὴν σήμερον τὸν δυστυχῆ Ἑλληνικὸν λαόν. Τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς φορολογίας ταύτης ἔχει σκοπὸν ἡ νῦν Κυβέρνησις νὰ ἐπιχειρήσῃ ὡς πρῶτον ἔργον αὑτῆς, νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν φορολογίαν, ἐπαναφέρουσα αὐτὴν ἐπὶ βάσεων ἴσων, δικαίων καὶ ἀναλόγων, οὐχὶ διὰ νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ἐξ αὐτῆς εἰσπραττόμενον ποσὸν, ἀλλὰ ὅπως κατανεμηθῇ δικαιότερον καὶ ἀναλογώτερον εἰς ὅλους τοὺς πληθυσμοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Διὰ τῆς δικαίας ταύτης κατανομῆς, Κύριοι, θέλουσι λείψει τὰ παράπονα τῶν φορολογουμένων,—διότι οὐδὲν διεγείρει τόσον τὰ παράπονα τοῦ λαοῦ, ὅσον τὸ ἄνισον καὶ τὸ ἄδικον τῶν φόρων,— θέλει δὲ συγχρόνως καταστῆ εὐκολωτέρα ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων, καὶ θέλουσι λείψει τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ἀναγραφόμενα μὲν ἑκάστοτε ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, ἀλλὰ καθυστεροῦντα ἐν τῇ εἰσπράξει 8, 10 καὶ 12 ἑκατομμύρια. Θὰ δυνηθῶμεν διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς φορολογίας, διὰ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, νὰ ἐπιτύχωμεν ἀληθὲς ἰσοζύγιον, οὐχὶ δὲ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα, δύναμαι νὰ εἴπω, ἂν ἡ εἴσπραξις αὐτῶν γείνῃ ἀνάλογος, εἰλικρινὴς καὶ δικαία. Ἀλλὰ δὲν αἴρεται τὸ δεινὸν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως διὰ τοῦ ἰσοζυγίου. Ἀλλοῦ ἔγκειται τὸ κακὸν, ὡς σᾶς εἶπε καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς, ἄρτι καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος· τὸ κακὸν καὶ τὸ ὑπέρδεινον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως ἔγκειται ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ ἡμῶν ν’ ἀποστέλλωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὸ μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ πληρόνωμεν διὰ τοὺς τόκους τῶν ἐξωτερικῶν δανείων. Καὶ ὅταν ὁ κ. Τρικούπης ηὔξανε τὰ τοιαῦτα ἡμῶν δάνεια, ὤφειλε πρῶτον νὰ σκεφθῇ ἀπὸ ποίους πόρους θὰ ἠρύετο τὸ μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον ἐχρειάζετο, διὰ νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους τῶν ἐξωτερικῶν δανείων· ὅτε δὲ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, κατέφυγεν εἰς τοὺς περιωνύμους οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, ἐδανείζετο δηλ. νέα χρήματα, διὰ νὰ πληρόνῃ τοὺς τόκους τῶν προϋπαρχόντων, καὶ οὕτως οὐδὲν ἄλλο ἔπραττε, παρὰ νὰ ἐπαυξάνῃ καὶ νὰ ἐπιδεινοῖ τὸ κακὸν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Δυστυχῶς, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, εἶναι ἠναγκασμένη καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, καὶ θὰ τὸ ἐξακολουθῇ ἕως οὗ δυνηθῇ νὰ ἐξεύρῃ τὸ ἀναγκαιοῦν αὐτῇ μεταλλικὸν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς χώρας. Ἀλλὰ πόθεν θὰ δυνηθῶμεν νὰ πορισθῶμεν τὸ μεταλλικὸν τοῦτο; Ὁ προλαλήσας Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος μᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ διὰ τῆς προϊούσης ὁσημέραι ἐργασίας τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν. Ἀλλὰ τί μεταλλικὸν θὰ φέρῃ εἰς τὸν τόπον ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; καὶ τί μεταλλικὸν θὰ φέρῃ ἡ αὔξουσα σιδηροδρομικὴ κίνησις ἐντὸς τοῦ Κράτους; Τρεῖς πόροι εἶναι, Κύριοι, ἐκεῖνοι, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν τὸ μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον μᾶς χρειάζεται πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους. Οἱ πόροι οὗτοι εἶναι ἡ βιομηχανία, ἡ ναυτιλία καὶ ἡ γεωργία, οἱ τρεῖς ἀκριβῶς κλάδοι, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν πρόνοιαν, οὐδεμίαν μέριμναν ἔλαβέ ποτε ὁ κ. Τρικούπης. Εὐχαρίστως δὲ μανθάνω, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει σκοπὸν νὰ ἐκμεταλλευθῇ καὶ τοὺς τρεῖς τούτους πόρους, ἔχει σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, ἐνδύουσα καὶ ὑποδύουσα τουλάχιστον τὸν στρατὸν καὶ τοὺς ναύτας ἡμῶν διὰ τῶν προϊόντων τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, καὶ οὕτως ἐμποδίζουσα νὰ ἐξάγηται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἀποστέλλομεν ἐκεῖ πρὸς ἱματισμὸν καὶ ὑπόδυσιν τῶν ναυτῶν καὶ στρατιωτῶν. Διαπραγματεύεται τὴν ἵδρυσιν ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, καὶ ἂν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς παρετείνοντο ἐπί τινα εἰσέτι χρόνον, ἤθελεν εἶναι ἴσως εἰς κατάστασιν νὰ φέρῃ τὴν σύμβασιν περὶ ἱδρύσεως ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διὰ ταύτης θὰ δυνηθῶμεν, ὄχι μόνον νὰ κρατῶμεν τὸ χρῆμα τὸ ὁποῖον εἴμεθα ἠναγκασμένοι σήμερον νὰ πληρώνωμεν, εἰς ξένας ἑταιρίας διὰ ναῦλον ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα φέρομεν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἀλλὰ καὶ χρῆμα ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς νὰ εἰσκομίζωμεν εἰς τὴν ἡμετέρα πατρίδα. Καὶ τρίτον διὰ τῆς ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης, τῆς ὁποίας τὴν σύμβασιν θὰ φέρῃ πιθανώτατα ἐντὸς ὀλίγου, διαρκούσης τῆς παρούσης συνόδου. Μόνον, Κύριοι, ὅταν δυνηθῶμεν νὰ προβιβάσωμεν τὰ προϊόντα τῆς χώρας μας κατὰ εἴκοσι τοῖς ἑκατὸν, μόνον τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἴμεθα οἰκονομικῶς ἀνεξάρτητοι· δὲν εἶναι δὲ οὐδεμία δυσκολία νὰ προβιβασθῶσι τὰ προϊόντα τῆς χώρας μας κατὰ 15 καὶ 20%, διότι ὁ λαὸς ἡμῶν εἶναι τόσον φίλεργος, τόσον οἰκονόμος καὶ τόσον αὐτάρκης. Τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι, τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ στηρίξῃ τὴν μέλλουσαν αὐτῆς οἰκονομικὴν ἐνέργειαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ὅταν δὲ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τούτου, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ τοὺς ἀγλαωτέρους καρποὺς, εἶμαι βέβαιος, παρουσιασθῶμεν ἐκ νέου ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μας, ὡς εἶπεν ὁ ἄρτι καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁ ἐκ Παρνασσίδος συνάδελφος, τότε θέλει ἀποβάλει, πιστεύω τὴν πλάνην, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι οὐχὶ ἀποπλάνησις, ἀλλὰ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ἀρύεται ἐκ τῶν πραγμάτων, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τὸν λαὸν, ὅταν παρουσιάζηται ἐνώπιον τῶν καλπῶν, νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του. Ἐν τέλει δὲ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προνοήσῃ, ὅπως φέρῃ πάσας τὰς δυνατὰς οἰκονομίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἑκατομμυρίων τινῶν οἰκονομίας· εἶναι δὲ μεγίστη ἀνάγκη νὰ ἐνεργήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὰς οἰκονομίας ταύτας, καθόσον, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς, Κύριοι, θὰ εὑρεθῶμεν ἴσως συντόμως ἐνώπιον περιπετειῶν, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀπαιτήσωσι νέα βάρη, νέους φόρους καὶ νέας θυσίας ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὀφείλομεν δὲ κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην περίστασιν νὰ φανῶμεν ἄξιοι τοῦ παρελθόντος ἡμῶν, καὶ νὰ μὴ ὑστερήσωμεν οὐδόλως τῶν λοιπῶν λαῶν τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου.
§31ΣΧΙΝΑΣ. Μετὰ τὴν εὔγλωττον ἀγόρευσιν τοῦ συναδέλφου κ. Γεωργιάδου ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, ἵνα θίξω καὶ ἐγὼ ἄκρῳ δακτύλῳ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὗρεν ἔκθετον, καὶ εὐσπλαγχνισθεὶς αὐτὸ, ἐπαρουσίασεν ἐνώπιον ἡμῶν, διὰ νὰ τὸ βαπτίσωμεν. Τὸ ἔκθετον τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως. Εἶναι δ’ ἔκθετον, Κύριοι, διότι δὲν ἐβασίσθη ἐπὶ τῶν τύπων τοῦ νόμου. Ἂν τὰς πρώτας σελίδας τοῦ λογιστικοῦ νόμου ἀνοίξητε, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ κάτοπτρον καὶ τὸ ἀπαύγασμα τῆς ὑλικῆς καὶ ἠθικῆς καταστάσεως ἑνὸς ἔθνους, ὀφείλει νὰ περιέχῃ ἅπαντα τὰ διὰ νόμων νομοθετημένα. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναδιφήσητε τὰς σελίδας τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τεχνηέντως λίαν διεγράφησαν οὐκ εὐκαταφρόνητα ποσὰ, ἵνα τὰ ποσὰ ταῦτα μεταφερθῶσιν εἰς χρεώσεις ἄλλων, καὶ οὕτως ἐπετεύχθη τὸ λεγόμενον ἰσοζύγιον. Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ἐτέθη βέβηλος χεὶρ ἐπὶ τῶν ἱερῶν ἐκείνων κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἐπροστάτευσεν εἰδικὸς νόμος, τὰ ὁποῖα ὁ ἐργάτης κυρίως λαὸς συνεισέφερε, διὰ νὰ καταρτίσωμεν τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἥτις θέλει δώσει σθένος εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἥτις θέλει δώσει εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τοὺς ξένους τὴν εὐκολίαν νὰ διατρέχωμεν καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις τὴν χώραν ἡμῶν, καὶ νὰ προσπαθῶμεν ὅλαις δυνάμεσιν νὰ διορθῶμεν τὰς ἐλλείψεις τοῦ τόπου ἡμῶν καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν χωρικῶν. Εἰδικὸς νόμος τῆς ὁδοποιΐας ὥρισε ῥητῶς διὰ τοῦ πρώτου αὐτοῦ ἄρθρου, ὅτι τὰ κεφάλαια τῆς ὁδοποιΐας διατίθενται ἀποκλειστικῶς εἰς κατασκευὴν, συντήρησιν καὶ ἀνακαίνισιν τῶν ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν. Οὐδεμία ἄλλη χρῆσις τῶν κεφαλαίων τούτων εἶναι ἐπιτετραμμένη. Ἐν τοσούτῳ, Κύριοι, ἐπῆλθε νόμος, δολιευόμενος τὸν ἀρχικὸν ἱερὸν νόμον τῆς ὁδοποιΐας, διὰ νὰ ἀφαρπάσῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν φορολογουμένων τὰς παρακαταθήκας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν κατατεθειμέναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ νὰ τὰς διαθέσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ. Διάταγμα εἰδικὸν ὁρίζει τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν κεφαλαίων τῆς ὁδοποιΐας. Τὰ κεφάλαια δὲ ταῦτα θὰ ἀναγνώσω. Γνωρίζω, ὅτι ὁ προκαλέσας με ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συνάδελφος ἐκ Παρνασίδος ἑτοιμάζεται νὰ ἀναχωρήσῃ, ἀλλὰ θὰ τῷ δώσω τὴν ἀπάντησιν. Ἀνεχώρησε καὶ ἄλλοτε, ὅταν μὲ εἶδεν ἐπὶ τοῦ βήματος, διότι ἔμελλε νὰ μὲ ἀκούσῃ ὑπερασπίζοντα τὰ ἱερὰ χρήματα τῆς ὁδοποιΐας, ὡς μετ’ ὀλίγον θέλω καταδείξει, ὅτι δὲν συνετέλεσαν τὸ σύμπλεγμα τῶν ὁδῶν, καὶ θέλω τοῖς παρουσιάσει ἐπισήμους καταλόγους ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου, διὰ νὰ ἴδωσι ποίας ὁδοὺς ὑπεσχέθησαν, καὶ ποίας οὐδόλως ἐξετέλεσαν, καὶ πόσας ἐγκατέλειψαν εἰς τὴν τύχην των, διὰ νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ τὸ σύμπλεγμα. Ἀδιαφορῶ καθ’ ὁλοκληρίαν διὰ τοὺς ἀναχωροῦντας· ἐγὼ θὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ θὰ στηλιτεύσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπεσχέθησαν τὰ πάντα καὶ ἐζήτησαν καὶ ἔλαβον τοὺς ἱδρῶτας τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐξετέλεσαν τίποτε. Ἐπανέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Διὰ Β. διατάγματος ὡρίσθη, πῶς πρέπει νὰ διατίθηνται τὰ τῆς ὁδοποιΐας χρήματα. Τὰ τῆς διαθέσεως τούτων διαιροῦνται εἰς κεφάλαια καὶ ἄρθρα· καὶ τὸ μὲν κεφάλαιον Αʹ περιλαμβάνει κατασκευὴν ἐθνικῶν ὁδῶν, ἔργα τεχνικὰ, ἐπιστασίαν καὶ ἐπιθεώρησιν καὶ ἀποζημιώσεις κτημάτων· τὸ δὲ κεφάλαιον Βʹ συντήρησιν ἐθνικῶν ὁδῶν, ἔργα τεχνικὰ, ἐπιστασίαν καὶ ἐπιθεώρησιν κλπ., ὁμοίως δὲ καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια Γʹ καὶ Δʹ. Οὐδὲν δὲ ἄλλο ἐκτὸς τῶν ἄνω ἐπιτρέπεται ν’ ἀναγραφῇ. Κατὰ τὸ 1887 ἐψηφίσθη λίαν τεχνηέντως νόμος τις, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας νὰ συντάσσῃ κατ’ ἔτος προϋπολογισμὸν τῶν ἐκτελεσθησομένων ἔργων κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος. Δυστυχῶς ἡ διάταξις αὕτη, καίπερ ψηφισθεῖσα, οὐδέποτε, οὐδὲ τὸ πρῶτον ἔτος ἐξετελέσθη. Κατώρθωσε δὲ μόνον ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τούτοις νὰ ἀναγραφῶσι ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ποῖα δὲ εἶναι αὐτὰ τὰ ποσὰ, θὰ σᾶς εἴπω μετ’ ὀλίγον, καὶ θέλετε ἀπορήσει, τίνι τρόπῳ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται τοῖς Ὑπουργοῖς ν’ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἀνέγραψαν εἰς προϋπολογισμὸν ἄλλον, χρήματος ἱεροῦ, ἵνα οὕτω δικαιολογήσωσι τὰ ὑπέρογκα ἐκεῖνα ποσὰ, τῶν ὁποίων τοὺς ἀριθμοὺς ἠκούσατε, καὶ ἐφρίξατε. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ὁδοποιΐας, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1887, πρέπει νὰ δημοσιεύηται πρὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου, ἐγκρινόμενος ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, ὡς καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ ἐνεργῶνται ἅπασαι αἱ πληρωμαί. Δυστυχῶς εἰς χεῖράς μου δὲν ἔχω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, διότι καὶ αὐτὸς ἠκολούθησε τὴν τύχην τῶν προηγουμένων, ἔχω ὅμως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ πότε, Κύριοι, ἐπεκυρώθη ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος; Ὄχι εἰς τὰς 28, ὄχι εἰς τὰς 27 Φεβρουαρίου, ἀλλὰ εἰς τὰς 8 Μαρτίου τοῦ 1890. Ἐκ τούτου, Κύριοι, τί πληροφορούμεθα; Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος περιέχει ποσὰ, ὡς προεῖπον, ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους· ποῖα δ’ εἶναι τὰ ποσὰ ταῦτα; Ἐκτὸς τῆς ἐπιστασίας καὶ τῶν ἀποζημιώσεων καὶ τῶν δαπανῶν διὰ τὰς διαφόρους ὁδοὺς, οὐδεμίαν ἄλλην δαπάνην πρέπει νὰ ἀναγράψῃ· ἐν τούτοις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ ἀναγράφονται δαπάναι οὐ μόνον μισθῶν, ἀλλὰ καὶ ἐνοικίων. Ἀλλ’ ἐνοικίων τίνος, Κύριοι; θὰ φρίξητε! ἐνοικίων τῶν Νομομηχανικῶν! Ἐνοίκια τῶν Νομομηχανικῶν καταλογίζονται εἰς βάρος τοῦ ταμείου ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ προλαλήσας ἐκ Παρνασσίδος κ. Βουλευτὴς εἶπεν ὅτι συνεπληρώθησαν ὅλαι αἱ ὁδοί. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς πιστοποιήσω κονδύλιον πρὸς κονδύλιον, ἀλλὰ θὰ σᾶς πιστοποιήσω, ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον Δʹ, ἄρθρον 3, μέρος 1ον, καταλογίζονται δι’ ἐνοίκια τῶν Νομομηχανικῶν 29,080 δραχμαί. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἠρκέσθησαν εἰς αὐτό; Ἀφοῦ δι’ ἑνὸς διατάγματος ἐκανόνισαν τὰ ἐνοίκια τῶν Νομομηχανικῶν εἰς 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ εἰς ὀλιγώτερον αὐτῶν, ἀνέγραψαν κατ’ ἐξαίρεσιν, ἄνευ διατάγματος, ἄνευ νόμου, ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος, δι’ ἐνοίκιον τοῦ Νομομηχανικοῦ Ἀττικῆς ἀντὶ 100 δραχμὰς 200· ἀλλὰ νομίζετε ὅτι εἶναι αὐτὸ μόνον; Ὑπάρχει καὶ κεφάλαιον διὰ τὴν συντήρησιν ἁμάξης τοῦ Νομομηχανικοῦ Ἀττικῆς δραχ. 840 κατ’ ἔτος. Βεβαίως αὐτὸ εἶναι μηδαμινὸν ἀπέναντι ἄλλων δαπανῶν· ἀλλ’ ἔχω καθῆκον ν’ ἀναφέρω καὶ αὐτό. Τὸν σχοινοτενῆ κατάλογον, τὸν ὁποῖον σᾶς ἔδωσα περὶ τῶν μηχανικῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, περὶ ὑπομηχανικῶν καὶ μηχανικῶν, ὅπως τιτλοφοροῦσιν αὐτοὺς, καὶ ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν, ὅλας τὰς μισθοδοσίας ταύτας, αἵτινες ἐπιβαρύνουσι καὶ ὤφειλον νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, τὰς μετέφερεν ἡ πρώην Κυβέρνησις, ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος καὶ παρανόμως, εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Τοιουτοτρόπως δὲ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ὁδοποιΐας ἐπιβαρύνεται μὲ τὰ οὐχὶ εὐκαταφρόνητα ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸ μέρος 1ον, κεφ. Εʹ, ἄρθρον 2, διὰ τοὺς ἀλλοδαποὺς μηχανικούς, δραχ. 63,280· ἔχομεν δὲ κατωτέρω διὰ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν τὸ ποσὸν 231,180. Ἀλλὰ τί σκοπὸν ἔχει ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ, Κύριοι; Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ· ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὰς συμβάσεις αὐτὰς καὶ ἀναγνώσητε ταύτας, θέλετε ἰδεῖ ποῖα εἶναι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ ἐκτελέσωσιν. Ἰδοὺ ποία εἶναι, κατὰ τὸ διάταγμα τῆς 10 Ἰανουαρίου 1886, τὸ ὁποῖον ἐπανελήφθη καὶ ἐπ’ ἐσχάτων. «Γενικαὶ μελέται ἔργων, ἐξέλεγξις δημοσίων ἔργων, παραλαβὴ δημοσίων ἔργων, ἐξέτασις κλπ.» Ἤτοι εἶχον νὰ ἐκτελέσωσιν ἔργα καθ’ ὁλοκληρίαν ἀφορῶντα τὸ Δημόσιον· καὶ ἐν τοσούτῳ ἡ μισθοδοσία αὐτῶν, κατελογίσθη εἰς βάρος τοῦ ἀτυχοῦς ταμείου τῆς ὁδοποιΐας! Ὁ κ. πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἑνὸς σχοινοτενοῦς καταλόγου καὶ ἑνὸς διατάγματος, δημοσιευθέντος εἰς ἁπάσας τὰς ἐφημερίδας, διετυμπάνιζεν, ὅτι ἤθελε κατασκευάσει ὅλας τὰς ἁμαξιτὰς ὁδοὺς καθ’ ὅλην τὴν Στερεὰν καὶ τὴν Πελοπόννησον. Ὁ σχοινοτενὴς κατάλογος περιέχει 76 ὅλας ὁδοὺς, ἐδημοσιεύετο δὲ τότε δι’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων, καὶ ἅπαντες ἀνέγνων τὴν συμπλήρωσιν τοῦ δικτύου αὐτοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἐπιτευχθῆ πλήρης ἡ συγκοινωνία τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν, Κύριοι, ῥίψητε τὸ βλέμμα σας ἐπὶ τοῦ φυλλαδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἐκ τῶν ὁδῶν, τὰς ὁποίας ὑπεσχέθη ὅτι θέλει κατασκευάσει καὶ αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς 76, εἴκοσιν ἓξ οὔτε κἂν ἤρχισαν, οὔτε κἂν ἐμελετήθησαν, 35 δὲ ἐξ αὐτῶν ἡμιτελῶς ἐξετελέσθησαν, μόνον δὲ 15 ὁδοὶ ἐπερατώθησαν. Καὶ ποῖαι αὗται; Ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς τὴν Εὔβοιαν, περὶ ὧν καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, ἢ εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδαπανήθησαν 6½ ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐπὶ πλέον τῆς ἀναλογούσης ποσότητος.
§32ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ εἰς τὰ Βύλλια ἔκαμε.
§33ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ σᾶς εἴπω καὶ περισσότερα, σᾶς λέγω, ὅτι κατεσκεύασαν τὴν διακλάδωσιν ἀπὸ Κάζας εἰς Βύλλια καὶ Κριεκοῦκι, δηλ. τὸν δρόμον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον διέρχονται, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν χωρικῶν μας, «τραγιὰ φορτωμένα τραγόμαλα», καὶ τὴν ὁδὸν ἀπὸ Βιτρινίτσης εἰς Λιδωρίκιον, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, ὡς παρετήρησεν ἄλλοτε ἔντιμος συνάδελφος, οὔτε γίδια δὲν διέρχονται. Δὲν θ’ ἀναφέρω τὴν περιφερικὴν ὁδὸν τοῦ Μεσολογγίου, ἡ ὁποία ἀπέκλεισε τὸ Μεσολόγγιον καὶ τὸ κατέστησε λίμνην, οὔτε τὴν ὁδὸν ἀπὸ Λιδωρικίου εἰς Ἀγρίνιον, οὔτε τὴν ὁδὸν ἀπὸ Ναυπάκτου εἰς Ἀγρίνιον.
§34ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἰς τὴν Εὐρυτανίαν δὲν ἐπεξετάθη τὸ δίκτυον;
§35ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὴν Εὐρυτανίαν δὲν κατεσκευάσθη οὐδεμία ὁδός· μόνον κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1880 κατεσκευάσθη ἡ ἁμαξιτὸς ἀπὸ Λαμίας εἰς Καρπενήσιον. Ἔπρεπε, Κύριοι, τὰ σχετικὰ τμήματα νὰ ὑποβάλωσιν ἡμῖν ὅσα ἐζήτησα δυνάμει τῶν ἄρθρων τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ἵνα ἴδητε ἐκεῖ τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφεραν τὰ πράγματα διὰ τῆς κατασπαταλήσεως τοῦ δημοσίου πλούτου. Τὰ αὐτὰ δὲ μέσα ἐκληροδοτήθησαν δυστυχῶς καὶ εἰς τὴν νῦν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶναι δεσμευμένη καὶ δὲν δύναται νὰ ἐκφύγῃ τῆς οἰκτρᾶς αὐτῆς καταστάσεως. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ 1880 μέχρι τέλους τοῦ 1888 εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας ἐν ὅλῳ 60,366,795, εἰς τὸ κεφάλαιον δὲ τοῦτο πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1880, ἀνερχόμενον εἰς 5,740,196. Καὶ ἔχομεν οὕτω ὁλικὸν ποσὸν 66,106,991. Ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ὅσα ἀναλογοῦσι, κατὰ τὸν νόμον, εἰς τὴν μερίδα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, ἤτοι δρ. 3,007,444, οὕτω δὲ μένει καθαρὸν ὑπόλοιπον, ἀνῆκον εἰς τὴν ἐθνικὴν καὶ ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν, ἐκ δραχμῶν 63,099,547. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθαρὸν ἀπαύγασμα τῶν μέχρι τοῦ 1888 δημοσιευθέντων ἀπολογισμῶν τῆς ὁδοποιΐας. Ἐκ τούτων θ’ ἀφαιρέσητε ἔτι τὸ ποσὸν τὸ δαπανηθὲν κατὰ τὸ ἄνω χρονικὸν διάστημα, 1880 μέχρι τέλους 1888, εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ ἐθνικὰς ὁδοὺς, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 43,236,878 δραχμάς. Οὕτω δὲ μένει ὑπόλοιπον 19,862,669. Ἐκ τοῦ κεφαλαίου δὲ τούτου πρέπει προσέτι ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ κατὰ τὸν περὶ ὁδοποιΐας νόμον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν, καὶ τότε μένει ὑπόλοιπον 16,898,069 δραχμῶν, ποσὸν διατεθὲν ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων. Τὴν ἐπὶ ὅλων τούτων ἀπάντησιν ἐζήτησα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐνταῦθα προσελεύσεώς μου, καὶ ἐπειδὴ ἔβλεπον, ὅτι δὲν θὰ μοὶ ἐδίδετο μετὰ προθυμίας, διὰ τοῦτο εἰργάσθην μόνος μου καὶ συνέταξα αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἀπολογισμῶν.
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἡ πρόθεσις νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε ταχύτερον τὴν συνεδρίασιν, καὶ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ὁ κ. Σχινᾶς πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ἀκόμη ἐπὶ πολὺ, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν.
§37ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θ’ ἀργήσητε πολὺ, κύριε συνάδελφε;
§38ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα.
§39ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δυνάμεθα νὰ παραμείνωμεν ἀκόμη· δὲν εἶναι οὔτε 8 ἡ ὥρα.
§40ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶναι δὲ καὶ ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος; φέρετε ἔνστασιν ἀπαρτίας;
§42ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Δὲν φέρω ἔνστασιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§43ΡΟΒ. ΡΩΜΑΣ. Κύριε Σχινᾶ, αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε, εἶναι πράγματα σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀκουσθῶσι.
§44ΣΧΙΝΑΣ. Αὐτὰ ὀφείλει νὰ τ’ ἀκούσῃ, κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία ἐδραπέτευσε καὶ τὴν πρώτην φορὰν καὶ σήμερον.
§45ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐδραπέτευσε.
§46ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι παροῦσα, οἱ Ὑπουργοὶ ἀπεσύρθησαν.
§47ΣΧΙΝΑΣ. Ἔχετε τὰς εὐθύνας, πρέπει νὰ ἔχητε καὶ τὸ θάῤῥος νὰ τὰ ἀκούσητε, διότι ἐγὼ ὅ,τι ἔλεγον πρότερον τὸ λέγω καὶ τώρα, θὰ τὸ λέγω καὶ πάντοτε.
§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγειρόμενοι). Ἂς ἀναβάλωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.