1891.02.23
3,810 rows · 28,970 words · 293 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
Τῆς 23 Φεβρουαρίου 1891.
(Σάββατον)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλήφθη τηλεγράφημα ἐκ Νάξου, δι’ οὗ ἑβδομήκοντα περίπου ἐργάται τῆς Ναξίας σμύριδος διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ὑποβληθείσης εἰς τὴν Βουλὴν συμβάσεως περὶ Ναξίας σμύριδος, καταστρεφούσης, ὡς λέγουσι, «πρὸ πεντηκονταετίας κεκτημένα δικαιώματα αὐτῶν, ἀποφασισμένων νὰ διεκδικήσωσι ταῦτα παντοίοις μέσοις.»
§2ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Λεβαδείας, μοὶ ἐκοινοποιήθη δὲ καὶ ἕτερον, ἀποσταλὲν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου κατὰ τὰς ἐκλογὰς κ. Ἰωάννην Λάππαν, διὰ τοῦ ὁποίου καταγγέλλεται ἡ ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος, ὅτι προβαίνει εἰς αὐθαιρέτους καταπατήσεις κτημάτων, ἔχουσα ἀρωγὸν καὶ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν. Νομίζω ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἡ στρατιωτικὴ δύναμις νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς καθαρῶς δικαστικὰς διαφοράς. Ἡ ζώνη τῆς Κωπαΐδος, ἡ παραχωρηθεῖσα πρὸς ἀποξήρανσιν, εἶναι ὡρισμένη, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑφίστανται διαφοραὶ μεταξὺ τῶν κατοίκων, οἵτινες ἔχουσιν ἀναμφισβητήτους ἰδιοκτησίας παρὰ τὴν λίμνην καὶ τὴν ζώνην τῆς ἑταιρείας, ἥτις δύναται νομίμως νὰ ἐνεργήσῃ τὰ ἀποξηραντικὰ αὑτῆς ἔργα μόνον ἐν τῇ παραχωρηθείσῃ ἐκτάσει. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαμβάνων γνῶσιν τῶν παραπόνων αὐτῶν, θὰ διατάξῃ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν νὰ ἀπέχῃ πάσης παρανόμου ἐνεργείας, θὰ προβῇ δὲ διοικητικῶς εἰς καθορισμὸν τέλος πάντων τῶν ὁρίων τῆς ἐκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τῆς ἑταιρίας ταύτης· διότι τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν ἄλλοτε ἐναντίον τῶν κατοίκων τῶν διαφόρων αὐτῶν χωρίων, εἶναι ἀνεκδιήγητα· σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁλόκληρα χωρία κατεστράφησαν συνεπείᾳ τῶν παρανόμων ἐνεργειῶν τῆς διοικήσεως, θελησάσης νὰ βοηθήσῃ τὴν ἑταιρίαν εἰς παρανόμους ἐνεργείας. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως παύσῃ ἡ καταστροφὴ, ἥτις γίνεται εἰς τὰ κτήματα ἄλλων χωρίων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε δὲν περιελαμβάνοντο εἰς τὰς καταστροφὰς, τὰς ἐκ τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος προερχομένας. Ἡ ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος, ὅπως κατορθώσῃ τὴν ἀποξήρανσιν, ἣν πρὸ ἐτῶν ἐξακολουθεῖ καὶ μέχρι τοῦδε κατέστη ἀδύνατον νὰ περαιώσῃ, ὤρυξε χάνδακα μέγαν περιφερικὸν, ὁ ὁποῖος ἀτυχῶς, ἐὰν συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, εἶναι ζήτημα ἐπιστημονικὸν τοῦ μέλλοντος, βεβαίως ὅμως ἤδη συνετέλεσεν εἰς τὴν δημιουργίαν νέας λίμνης, ἡ ὁποία καταστρέφει κτήματα, ἄλλοτε μὴ κατακλυζόμενα ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Δύο ὁλόκληρα χωρία τοῦ δήμου Λεβαδείας, τὸ χωρίον Ρωμαίϊκο καὶ τὸ χωρίον Ἀραποχώρι, ἐζημιώθησαν μεγάλως, καὶ ἀπειλοῦνται διὰ πλήρους καταστροφῆς, συνεπείᾳ δημιουργίας νέας λίμνης, ὡς ἐκ τοῦ χάνδακος καὶ τοῦ προχώματος, τὸ ὁποῖον κατεσκεύασεν ἡ ἑταιρία πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς μεγάλης λίμνης. Νομίζω, ὅτι εἶναι τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, ὅπως ληφθῇ πρόνοια νὰ ἀνοιχθῶσι μέρη πρὸς ῥοὴν τῶν ὑδάτων, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ μὴ καταστρέφωνται κτήματα πολὺ ἀπέχοντα τῆς ζώνης τῆς Κωπαΐδος· διότι, καθ’ ἃς δι’ ἐπιστολῶν ἔχω πληροφορίας παρ’ ἑνὸς ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων πολιτῶν τῆς Λεβαδείας, τοῦ κ. Μιχαὴλ Καλῆ, τὰ δύο ταῦτα χωρία ἐζημιώθησαν μεγάλως, θὰ ὑποστῶσι δὲ πλήρη καταστροφὴν, ἐὰν ἐπέλθῃ βροχερὸς καιρὸς ἢ βελτίωσις τῆς θερμοκρασίας ἀπότομος, ἡ ὁποία θὰ ἐπιφέρῃ ταχεῖαν τὴν τῆξιν τῶν ἀφθόνων χιόνων. Καὶ ἐπὶ τούτου συνιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ἰδίως τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καθόσον ἐνδιαφέρεται εἰς τὸ ζήτημα, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν εἰσέπραξε παρὰ τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος τὰ παρ’ αὐτῆς ὀφειλόμενα ἐκ προστίμων συνεπείᾳ τοῦ ἐκπροθέσμου αὐτῆς. Κατὰ τὸν νόμον, Κύριοι, ἡ ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος, ἀναλαμβάνουσα τὸ προνόμιον τῆς ἀποξηράνσεως αὐτῆς, ὤφειλεν ἐντὸς πέντε ἐτῶν νὰ περαιώσῃ τὸ ἔργον. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπεραίου τὸ ἔργον ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος, ἕκαστον ἔτος παρερχόμενον ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὴν πρόστιμον ἐκ δραχμῶν 50,000, τὸ ὁποῖον ἀνὰ πᾶν ἔτος ἐδιπλασιάζετο. Ὤφειλε λοιπὸν κατὰ τὸ ἔτος 1886 δραχ. 50,000, κατὰ τὸ 1887 δραχ. 100,000, κατὰ τὸ 1888 δραχ. 200,000 καὶ οὕτω καθεξῆς. Μέχρι τοῦδε ὀφείλει ἡ ἑταιρία δραχμὰς 1,550,000, τὴν δὲ 1ην Ἰουνίου 1891 θὰ ὀφείλῃ ἐπὶ πλέον 1,600,000 δραχ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐφρόντισε μέχρι τοῦδε περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων τούτων ποσῶν, τῶν εἰσπραττομένων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὡς λέγει ὁ νόμος, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σχετικὰς πληροφορίας. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται σήμερον αἱ ἐργασίαι τῆς ἑταιρίας ταύτης, καὶ τί ἔτι ὑπολείπεται πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης· διότι βεβαίως δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν νοῦν οἱουδήποτε, ὅτι, ἐπειδὴ ἐτελέσθησαν ἐγκαίνια κατά τινα ἐποχὴν, ἡ Κωπαΐς λίμνη ἔπαυσε τοῦ νὰ ἦναι λίμνη· ἀπεναντίας ἡ Κωπαΐς εἰσέτι ὄχι μόνον δὲν ἀπεξηράνθη, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἔτι ὑπολείπονται, ὅπως συντελεσθῇ τὸ ἔργον. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ἔργου· βεβαίως πρέπει νὰ γείνῃ καὶ συμφέρουσα εἶναι ὑπὸ πλείστας ἐπόψεις ἡ ἀποξήρανσις, ἀλλὰ χάριν αὐτῆς δὲν πρέπει νὰ παραβλέπωμεν καθ’ ὁλοκληρίαν ἄλλα δημόσια συμφέροντα, καὶ ἰδίως τὴν τύχην τῶν περιοίκων χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀριθμοῦνται εἰς πολλὰς χιλιάδας καὶ ἀνήκουσιν εἰς πολλοὺς δήμους. Παρακαλῶ ὅθεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ ἑξῆς σοβαρότατον ζήτημα: ποία δηλαδὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ζώνη τῆς Κωπαΐδος.
§3ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ κάμωμεν μίαν ἐπιτροπήν.
§4ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅ,τι θέλει ἡ Κυβέρνησις ἂς πράξῃ. Ἀλλ’ εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι κατήντησεν ἡ ζώνη τῆς Κωπαΐδος νὰ ἦναι τοσοῦτον ἐλαστικὴ, ὅσον οὐδὲν πρᾶγμα ἐν τῷ κόσμῳ· ἐπεκτείνεται καθ’ ἑκάστην, καὶ ἐπειδὴ δὲν δύναται νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὸ μὴ παραγωγικὸν μέρος, τὸ κατακλυζόμενον δηλαδὴ ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἐπεκτείνεται εἰς τὰ ἤδη παραγωγικὰ, ἀπ’ αἰώνων ἐξηραμένα, καὶ καταλαμβάνει αὕτη τὰ κτήματα τῶν ἀτυχῶν κατοίκων. Ὁλόκληρα χωρία, Κύριοι, εἴδομεν ἰδίοις ὄμμασιν, ὅτε περιωδεύσαμεν πρό τινων μηνῶν τὴν ἐπαρχίαν Λεβαδείας, ὅτι κατελήφθησαν παρὰ τῆς ἑταιρίας Κωπαΐδος, ὡς ἀνήκοντα εἰς τὴν ζώνην τῆς Κωπαΐδος, ἰδίως ἐν τῷ δήμῳ Ὀρχομενοῦ.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διάγραμμα;
§6ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πολλάκις ἐζητήθησαν περὶ τούτου πληροφορίαι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἐδόθησαν ποτέ. Ἔχω σημείωσιν τῶν χωρίων, τῶν ὁποίων αἱ γαῖαι καταλαμβάνονται. Αἱ γαῖαι αὗται καλλιεργοῦνται ἤδη ἀπὸ αἰώνων, καὶ οὐδέποτε ἔσχον ἀνάγκην ἀποξηράνσεως. Εἶναι δὲ αἱ τῶν ἑξῆς χωρίων: Κοκκίνου, Τοπόλιας καὶ Καρδίτσης τοῦ δήμου Ἀκραιφνίου, Βαγίων, Κασνεσίου καὶ Μαυρομματίου τοῦ δήμου Θεσπιῶν τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν, Μουλκίου καὶ ἄλλων, ὧν τὰ ὀνόματα μοὶ διαφεύγουσιν ἤδη, τοῦ δήμου Πέτρας, Ἁγίου Δημητρίου, Καρυῶν, καὶ Πετρομαγούλας τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, καὶ Μαρτινίου καὶ Παύλου τοῦ δήμου Λαρύμνης τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος. Ὅλα τὰ χωρία ταῦτα, κατοικούμενα ὑπὸ χιλιάδων οἰκοκυραίων, κατελήφθησαν ἐν μέρει ἄλλοτε, καὶ σήμερον ἡ ἑταιρία αὕτη, ἀρωγῇ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, προσπαθεῖ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον, καὶ νὰ τὰ ἐκμεταλλεύηται διὰ πάντοτε. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ ἡ Κυβέρνησις νὰ λύσῃ καὶ τὸ ζήτημα τέλος πάντων, ἂν ἡ ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ δικαίωμα ἐπικαρπίας, νὰ ἐκμεταλλεύηται δηλ. τὰς γαίας τὰς ἀπεξηραμένας καὶ τὴν περιοχὴν ὁλόκληρον, τὴν παραχωρηθεῖσαν αὐτῇ πρὸ τῆς ἀποξηράνσεως, ἢ μετ’ αὐτήν. Φρονῶ ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐδόθη εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος ὡς ἀμοιβὴ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τὴν συντελεσθησομένην, ἀφοῦ δὲ συντελεσθῇ ἡ ἀποξήρανσις, τότε καὶ μόνον ἄρχεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας διὰ τὴν ἑταιρίαν. Ἐὰν ἡ ἑταιρία, συνεπείᾳ τῆς γνώμης ταύτης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μόνον ἐμή, ἀλλ’ εἶναι αὐθεντικὴ γνώμη, ὡς θὰ σᾶς ἐξηγήσω, δὲν δικαιοῦται νὰ εἰπράττῃ δικαίωμα ἐπικαρπίας καὶ νὰ νέμηται καὶ τὰ κτήματα, τὰ ἤδη ὑπάρχοντα ἐν τῇ ζώνῃ, τίνι δικαιώματι ἐνεργεῖ ἀπὸ τόσων ἐτῶν εἰσπράξεις δικαιωμάτων ἐπικαρπίας, καὶ ἐνοικιάζει δικαιώματα ἁλιείας; ἐνῷ εἶναι ἀποξηραντικὴ ἑταιρία, τῇ ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ ἁλιεύῃ καὶ νὰ λαμβάνῃ τοὺς ἐγχέλεις καὶ τοὺς ἰχθῦς τῶν διαφόρων ποταμῶν καὶ τῆς λίμνης, καὶ νὰ τοὺς πωλῇ, ἔχει δὲ εἰσοδήματα μεγάλα ἐκ πάντων τούτων. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, ἂν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ ἑταιρία νὰ καρποῦται τὰς γαίας τῆς Κωπαΐδος, δὲν ἔμεινε ἀσαφὲς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκείου νόμου. Ὅτε ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις τοῦ 1867 καὶ ἐγένετο νόμος, — καὶ ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ ἰσχύων, διότι δυνάμει αὐτοῦ παρεχωρήθη εἰς τὴν νέαν ἑταιρίαν ἡ ἀποξήρανσις, — τὸ ζήτημα τοῦτο ἐθεωρήθη ὡς μέσον ὀλίγον ἐκκρεμὲς καὶ ἀμφίβολον. Τότε εἷς τῶν Βουλευτῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐκ τῶν μᾶλλον νομομαθῶν τῆς Βουλῆς καὶ συνδεόμενος μετ’ ἐμοῦ διὰ συγγενείας, ὁ μακαρίτης Πλατῆς, ὁ βουλευτὴς Σύρου, — ἦτο τότε Πρωθυπουργὸς ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, — ἠρώτησε τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, πότε ἄρχεται τὸ δικαίωμα τῆς ἑταιρίας, νὰ καρποῦται τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα παρεχωροῦντο αὐτῇ. Ἦτο ἐρώτησις λίαν σοβαρὰ καὶ σπουδαιοτάτη· ἀπὸ ποίας ἐποχῆς ἄρχονται τὰ δικαιώματα τῆς ἐπικαρπίας, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς παραχωρήσεως ἢ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἀποξηράνσεως; Τότε ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, μὲ τὸν πρακτικὸν νοῦν, ὁ ὁποῖος τὸν διέκρινε, καὶ τὸ δίκαιον περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναμφισβητήτως, ὡς εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπεφάνθη ῥητῶς, καὶ τὰ πρακτικὰ μαρτυροῦσιν, ὅτι βεβαίως, ἀναμφισβητήτως ἀπὸ τῆς ἀποξηράνσεως. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ παραχωρήσωμεν εἰς μίαν οἱανδήποτε ἑταιρίαν ἐκτάσεις ἀπείρους, μόνον καὶ μόνον μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ νὰ τὰς ἀποξηράνῃ, καὶ νὰ δύναται ἐπὶ δεκαετίαν νὰ καρποῦται κτήματα ἀπέραντα, καὶ νὰ εἰσπράττῃ 200 καὶ 300 χιλιάδας δραχμῶν ἐνιαυσίως, καὶ κατόπιν, ἐὰν δὲν δύναται ἢ δὲν θέλῃ νὰ τὰς ἀποξηράνῃ, νὰ δύναται νὰ ἀπέλθῃ, ἀφοῦ ἔλαβε ἀρκετὰ ἑκατομμύρια ἐκ τῶν εἰσοδημάτων ἐπὶ τόσα ἔτη. Λοιπὸν, ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λελυμένον, ἡ ἑταιρία οὐδὲν δικαίωμα ἔχει τοῦ λοιποῦ νὰ εἰσπράττῃ τὰ εἰσοδήματα καὶ νὰ καταπιέζῃ τοὺς περιοίκους, καὶ ὅσα εἰσέπραξεν ὀφείλει νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ, ἢ νὰ λογαριασθῶσιν ὑπὲρ τῶν περιοίκων, ἐν περιπτώσει συμβιβαστικῆς λύσεως τῶν διαφορῶν των, διότι τὰ εἰσέπραξε παρανόμως. Πάντα ταῦτα νομίζω ὅτι χρήζουσι μελέτης καὶ ἐργασίας συντόνου. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ ὑποβάλωσι τὰς πληροφορίας, ὅπως δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασίν τινα δικαίαν καὶ φιλάνθρωπον, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ ζητοῦνται ἐντεῦθεν· πρὸ πάντων δὲ νὰ διατάξωσι τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, διοικητικάς τε καὶ στρατιωτικὰς, νὰ ἀπέχωσι πάσης παρανόμου ἐπεμβάσεως εἰς καθαρῶς δικαστικὰς διαφοράς.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο, εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου, καὶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν νὰ πορισθῇ διαφόρους πληροφορίας, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ σπεύσω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸ πρῶτον μέρος. Κατ’ αὐτὸ, στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα, σταθμεῦον ἢ ἀποσταλὲν εἰς τὴν Κωπαΐδα, ἀνεμίχθη εἰς τὰς διαφορὰς μεταξὺ τῆς ἑταιρίας Κωπαΐδος καὶ τῶν κατοίκων, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἑτέρου τῶν δύο μερῶν. Ἐπὶ τούτῳ ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι, ἂν τὸ ἀπόσπασμα ἔπραξεν ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξέθηκε, παρέβη τὸ καθῆκόν του καὶ τὰς ὁδηγίας μου. Ἐγὼ εἶχον δώσει ὁδηγίας, ὅτε ἀπέστειλα τὸ πρῶτον ἀπόσπασμα εἰς τὴν Κωπαΐδα, συνεπείᾳ τῆς γενομένης μοι ὑπὸ τῆς ἑταιρίας καταγγελίας ἐπικειμένων συγκρούσεων. Αἱ ὁδηγίαι, τὰς ὁποίας εἶχον δώσει εἰς αὐτὸ, συνίσταντο εἰς τὸ νὰ κατανοήσῃ, ὅτι ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἀποστέλλεται, εἶναι νὰ προλάβῃ συγκρούσεις καὶ διατηρήσῃ τὴν τάξιν, ἑπομένως νὰ μὴ ἀναμιχθῇ παντάπασιν εἰς τὰς διαφορὰς μεταξὺ ἑταιρίας καὶ κατοίκων. Ἐὰν ἡ ἑταιρία κατέχῃ, οἱ δὲ κάτοικοι θέλωσι νὰ διώξωσι τὴν ἑταιρίαν ἀπὸ τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα κατέχει, οἱ στρατιῶται νὰ προλάβωσι συγκρούσεις, ἐμποδίζοντες τοὺς κατοίκους ἀπὸ τοῦ νὰ διώξωσι τὴν ἑταιρίαν. Ἐὰν δ’ οἱ κάτοικοι κατέχωσιν, ἡ δὲ ἑταιρία θέλῃ νὰ διώξῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κατοχὴν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, τὸ ἀπόσπασμα νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἑταιρίαν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποδιώξῃ τοὺς κατοίκους. Ἑπομένως ἀπέκειτο ἑκάστῳ νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπως διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα νομίζει, ὅτι ἔχει. Δὲν ἔχω δυσκολίαν αὔριον νὰ καταθέσω τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, διότι σήμερον δὲν ἐγνώριζον ὅτι ἤθελε προταθῆ τοιαύτη ἐπερώτησις, ἵνα λάβω καὶ καταθέσω καὶ σήμερον αὐτό. Ἐν τοσούτῳ, μανθάνων ἀπὸ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα ἐνήργησεν ἄλλως, καὶ οὐχὶ ὅπως ἐξέθηκα, θέλω ἀμέσως προβῆ εἰς ἐξετάσεις, καὶ, ἂν ἐνήργησε κατὰ τὰ τηλεγραφικῶς διαβιβασθέντα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, θέλω διώξει αὐτὸ ἐκεῖθεν καὶ τιμωρήσει αὐστηρῶς. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ ἐλέγχου, ὃν ἐσκόπει ἡ ἐπερώτησις. Περὶ τοῦ ἑτέρου δὲ μέρους γνωρίζω μόνον τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα εἶχον μάθει, ὅτε ἀνῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων ἐνδέχεται ἔν τισι νὰ ἔχω τὰς αὐτὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πρὸ ὀλίγου ἐξήνεγκεν. Ἀλλ’ ὡς Ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξετάσω μέχρι τοῦδε τίποτε. Ἑπομένως δὲν γνωρίζω οὐδὲ τὰ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς διορύξεως τάφρου, ὅπως διαῤῥεύσωσι τὰ ὕδατα καὶ μὴ κατακλύσωσι τοὺς περιοίκους, οὐδὲ τὰ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς διαχαράξεως τῆς ζώνης τῶν συνήθων κατακλυσμῶν, ὡς δὲν γνωρίζω, ἂν ἀπεξηράνθη ἢ δὲν ἀπεξηράνθη ἡ λίμνη Κωπαΐς. Εὐθὺς ὡς λάβω μικρὰν εὐκαιρίαν, θέλω ἐξοδεύσει τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον εἰς μελέτην πάντων τῶν ζητημάτων καὶ θέλω πράξει τὸ καθῆκόν μου. Τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος συμπράττει μετ’ ἐμοῦ, ἐπί τινων τῶν ἐκτεθέντων θεμάτων. Ὠφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας, ἵνα δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, εἶχεν ἐπερωτήσει κατὰ τὴν 18 Φεβρουαρίου τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, «συνεπείᾳ τίνος διαταγῆς μετέβη εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ἐν Λευκάδι ὁ κ. ὑπομοίραρχος, ἀκολουθούμενος ὑπὸ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ καὶ ἀποσπάσματος εὐζώνων καὶ χωροφυλάκων, ἵνα παραστῇ εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ διορισθέντος παρανόμως Ἡγουμένου». Ἐζήτησα πάραυτα πληροφορίας παρὰ τοῦ προϊσταμένου τῆς Ὑπομοιραρχίας Λευκάδος, ὁ ὁποῖος τηλεγραφικῶς μοι ἀνέφερεν, ὅτι δὲν μετέβη εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, καὶ ἑπομένως, ὅτι οὐδεμιᾶς ἔχονται ἀκριβείας τὰ ὑπὸ τοῦ ἐπερωτήσαντος ἐκτεθέντα εἰς τὴν Βουλήν.
§8ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ποῖος ὑπομοίραρχος εἶναι, κύριε Πρόεδρε;
§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπομοίραρχος Ζηλήμων.
§10ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἄγνωστος εἰς τὸν κ. Θεοτόκην ὁ κ. Ζηλήμων.
§11ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τὸν γνωρίζω.
§12ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐξετέλεσε διαταγὴν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν μετέβη.
§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸς βεβαιοῖ, ὅτι δὲν μετέβη, καὶ ὅτι τὸ μεταβὰν ἀπόσπασμα ἀπεστάλη συνεπείᾳ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως. Κατὰ τὰ πρακτικὰ τῆς 9 Φεβρουαρίου, εἷς τῶν Βουλευτῶν Μεσσηνίας ἀπηύθυνε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου Μεσσηνίας, διαλαμβάνουσαν, ἂν πάντες οἱ κατὰ τὸν νόμον οἰκεῖοι Δήμαρχοι καὶ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες ὑπέβαλον εἰς τὴν Νομαρχίαν τοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ λογαριασμοὺς τῶν πρὸ τοῦ 1890 χρήσεων, ἐὰν δὲ καθυστερῶσί τινες, τίνες εἶναι οἱ καθυστεροῦντες καὶ εἰς ποίαν ἐποχὴν ἀνάγεται ἡ καθυστέρησις.» Τὰς πληροφορίας ταύτας ἐξέθηκεν ὁ κ. Νομάρχης Μεσσηνίας ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ζητηθεὶς παρ’ ἐμοῦ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην καταθέτω, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἀναγινώσκων αὐτήν. Κατὰ τὰ πρακτικὰ τῆς 18 Φεβρουαρίου, εἷς ἐκ τῶν Βουλευτῶν Κερκύρας, ἀπηύθυνε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόσα ἐδαπανήθησαν πρὸς ἵδρυσιν τοῦ στρατιωτικοῦ δαμαλιδοκομείου, πόσα ἐξοδεύει κατ’ ἔτος πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ, ποῖαι αἱ πρόσοδοι αὐτοῦ ἐτησίως ἐκ τῆς πωλήσεως δαμαλίδος, ποία ἡ κατ’ ἔτος δαπάνη πρὸς προμήθειαν δαμαλίδος πρὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ δαμαλιδοκομείου, καὶ πόσα δαπανᾷ ἤδη διὰ προμήθειαν δαμαλίδος.» Πᾶσαι αὗται αἱ πληροφορίαι περιέχονται ἐν ἐκθέσει πολυφύλλῳ, ἡ ὁποία συνετάχθη ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ περιελήφθησαν καὶ πίνακες, περιέχοντες πάσας τὰς περὶ ἐξόδων καὶ ἐσόδων πληροφορίας. Καταθέτω λοιπὸν τὴν ἔκθεσιν ταύτην καὶ τοὺς πίνακας. Καταθέτω πρὸς τούτοις καὶ νομοσχέδιον, κανονίζον τὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων καὶ τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 229).
§15ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ ἔλαβον ἐκ Λεβαδείας τηλεγράφημα πολλῶν κατοίκων, παραπονουμένων, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἐκεῖ ὑποστηρίζει τὴν ἑταιρίαν Κωπαΐδος ἐναντίον τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ἀξιώσεων τῶν χωρικῶν. Μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις, ἃς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκεν, οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλουσι ληφθῆ τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως μὴ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἐπεμβαίνῃ εἰς δικαιώματα, ἅπερ ἔχει καθαρῶς ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἐνθυμούμενος δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς μακρὰς ἐπερωτήσεις, ἃς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ἀπηυθύναμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς τελευταίας περιόδου τῆς Βουλῆς, οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι μετὰ πολλῆς δραστηριότητος θέλει ἐκτελέσει τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Ἐκεῖνο, ὅπερ σήμερον δύναμαι νὰ προσθέσω, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡμεῖς κατὰ τὰς ἐπερωτήσεις ἐκείνας καὶ τὰς μακρὰς συζητήσεις ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἡ ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος δὲν περιορίζεται εἰς τὸ νὰ καταλαμβάνῃ τὰς γαίας, τὰς καλυπτομένας ὑπὸ τῶν συνήθων πλημμυρῶν, ἀλλ’ ὅτι ῥίπτει, οὕτως εἰπεῖν, τὰ δίκτυα αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῶν ἰδιοκτησιῶν ἐκείνων, ἃς καταλαμβάνουσιν αἱ ἔκτακτοι πλήμμυραι τῆς Κωπαΐδος. Ὅτε δὲ περιηρχόμην τὴν ἐπαρχίαν Λεβαδείας μετὰ τῶν λοιπῶν κ.κ. συναδέλφων κατὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ἐφθάσαμεν εἰς τοὺς τόπους ἐκείνους καὶ ἐχάρημεν, διότι εἴδομεν, ὅτι ἐκεῖνα, ἅπερ ἰσχυριζόμεθα ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον, ἦσαν ἀναμφισβήτητα καὶ πραγματικά. Τῳόντι ἡ ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος δὲν εἶχε καταλάβει μόνον τὰς γαίας, ἃς καταλαμβάνουσιν αἱ συνήθεις πλήμμυραι, ἀλλ’ εἶχε φθάσει εἰς τοσαύτην ἀπόστασιν, ὥστε εἶχε καταλάβει αὐτὰς τὰς αὐλὰς, αὐτὰς τὰς οἰκίας τῶν χωρικῶν καὶ αὐτὰ τὰ φρέατα καὶ τὰς ἐκκλησίας τῶν χωρίων. Νομίζω ὅτι, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἑρμηνευθῶσιν οἱ νόμοι καὶ αἱ συμβάσεις, αἱ σχέσιν ἔχουσαι πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος, βεβαίως δὲν δύνανται ποτὲ νὰ ἑρμηνευθῶσιν οὕτως, ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ τοιαύτη ἐξουσία εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτήν. Μεθ’ ὅσα ὅμως διεβαίωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλουσι κανονισθῆ αἱ σχέσεις τῆς ἑταιρίας πρὸς τοὺς χωρικοὺς οὕτως, ὥστε νὰ μὴ συμβαίνωσιν αὐτὰ τὰ ἄτοπα.
§16ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι συμβαίνει παρεξήγησίς τις. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔδωκεν εἰς τὸ ἀποσταλὲν εἰς Κωπαΐδα στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα τὰς ὁδηγίας, ἃς ἀνέφερε σήμερον, μὲ τὴν εἰλικρινεστέραν πρόθεσιν, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω. Δυστυχῶς ὅμως αἱ ὁδηγίαι αὗται στρέφονται, παρὰ τὴν θέλησίν του, κατὰ τῶν περιοίκων τῆς Κωπαΐδος. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὡς γνωστὸν, ἐπεμβαίνουσα εἰς τὰς δικαστικὰς διαφορὰς μεταξὺ τῶν περιοίκων καὶ τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος, εἶχεν ἐγκαταστήσει διὰ στρατιωτικῆς βίας τὴν τελευταίαν εἰς τὰς κτήσεις ἐκείνων, ἐντεῦθεν δ’ εἶχον ἀναφυῆ μεγάλα παράπονα τῶν περιοίκων κατὰ τῆς ἑταιρίας, ἅτινα πολλάκις διηρμήνευσε καὶ ἡ τέως Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον τῆς Βουλῆς. Μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν κυβερνητικὴν μεταβολὴν ἐνόμισαν οἱ περίοικοι, ὅτι ἀποκατέστη νόμιμος κατάστασις πραγμάτων, καθ’ ἣν ἠδύναντο καὶ αὐτοὶ νὰ λάβωσιν αὖθις ὑπὸ τὴν κατοχήν των τὰς κτήσεις των· ἀλλ’ αἴφνης εὑρέθησαν πρὸ νέας στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἥτις ὑπὸ τὸ πρόσχημα διατηρήσεως τῆς τάξεως οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ ἐξασφαλίζει τὴν ἑταιρίαν εἰς τὴν παράνομον κατοχὴν τῶν κτήσεων τῶν περιοίκων, οὓς ἀδικεῖ τοιουτοτρόπως μεγάλως. Τὰ τηλεγραφήματα λοιπὸν, ἅτινα ἔλαβον οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ἀττικῆς Βουλευταὶ, δὲν ἀναφέρονται, ὡς νομίζω, εἰς τὴν κατάληψιν ἄλλων κτήσεων τῶν περιοίκων τῆς Κωπαΐδος ὑπὸ τῆς ἑταιρίας, ὑποβοηθουμένης εἰς τοῦτο ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἀλλὰ εἰς τὴν συνδρομὴν, ἣν αὕτη παρέχει εἰς τὴν ἑταιρίαν, ὅπως ἐξακολουθῇ κατέχουσα παρανόμως τὰς κτήσεις τῶν περιοίκων, ἃς αὕτη κατέλαβε διὰ τῆς βίας. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος ζητήσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ ἂν τὸ πρᾶγμα ἔχῃ ὅπως ἐγὼ ἐξέθεσα αὐτὸ, μεταῤῥυθμίσῃ τὰς δοθείσας πρὸς τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα ὁδηγίας ἀναλόγως πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἀδικουμένων περιοίκων.
§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κρίνετε ὀρθὰς τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καθ’ ἃ ὑμεῖς λέγετε, εἶχε δώσει;
§18ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ὄχι· διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε μεταβάλει τοὺς εἰς τὴν Κωπαΐδα ἀποσταλέντας στρατιώτας οὐχὶ μόνον εἰς ἀγροφύλακας, ἀλλὰ καὶ εἰς ὄργανα τῆς ἑταιρίας, ὅπως ἐκβάλῃ αὕτη τοὺς περιοίκους ἐκ τῶν κτήσεών των καὶ ἐγκαταστῇ εἰς αὐτὰς παρανόμως ἡ ἰδία.
§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν νομίζετε, ἂν δώσω ὁδηγίας, ὁποίας πρὸ ὀλίγου μοὶ ὑπεδείξατε, ὅτι θέλω πράξει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἴπατε, ὅτι ἔπραξε κακῶς ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις;
§20ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δηλαδὴ ἐγὼ νομίζω κυρίως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσητε ἄλλην τινὰ ὁδηγίαν εἰς τὸ ἐν Κωπαΐδι στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα ἢ ὅτι πρέπει αὐτὸ ν’ ἀπομακρυνθῇ ἐκεῖθεν καὶ ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν ὁδὸν καὶ εἰς τὴν ἑταιρίαν καὶ εἰς τοὺς περιοίκους, ὅπως δικαστικῶς διεκδικήσωσι τὰ δικαιώματά των. Δυστυχῶς ἡ ἐν Κωπαΐδι στρατιωτικὴ δύναμις, καθ’ ἃς ἐγὼ ἔχω πληροφορίας, δὲν συντελεῖ εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως. Οἱ ἀγροφύλακες τῆς ἑταιρίας, συνεταιριζόμενοι πρὸς τοὺς στρατιώτας, ἀποβαίνουσιν ἀληθὴς μάστιξ τῶν περιοίκων, οὐ μόνον σφετεριζόμενοι αὐτοὶ δικαιώματα δικαστικῆς ἐξουσίας, ὡς πρὸς ζητήματα κυριότητος καὶ κατοχῆς, ἅτινα λύουσι πάντοτε πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ καὶ φορολογοῦντες ἀπηνῶς τοὺς περιοίκους, κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Φροντίζουσι συνήθως ἀπὸ κοινοῦ νὰ συλλαμβάνωσι τὰ ζῶα αὐτῶν οὐ μόνον ἐντὸς, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς ζώνης τῶν συνήθων πλημμυρῶν τῆς λίμνης, καὶ ἀπολύουσιν αὐτὰ εἶτα ἀπέναντι βαρυτίμων λύτρων, ἅτινα τελοῦσιν εἰς αὐτοὺς οἱ περίοικοι ἐκ τοῦ πενιχροῦ των βαλαντίου. Τοιαύτας αὐθαιρεσίας δὲν θ’ ἀπετόλμων βεβαίως οἱ ἀγροφύλακες τῆς ἑταιρίας, ἐὰν δὲν ὑπελόγιζον πάντοτε εἰς τὴν σύμπραξιν τῆς στρατιωτικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἂν ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, διὰ τοῦτον τοὐλάχιστον πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῇ ἐκεῖθεν τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀδύνατον νὰ ἀρθῇ ἄλλως πᾶσα ἀφορμὴ συγκρούσεως μεταξὺ τῶν περιοίκων καὶ τῆς ἑταιρίας, ἂν μὴ ἐξευρεθῇ τρόπος τις συμβιβασμοῦ μεταξὺ αὐτῶν. Ὁ τρόπος οὗτος εἶναι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ ἐξασφάλισις τῶν περιοίκων ἐν τῇ καλλιεργίᾳ τῶν ἀγρῶν, οὓς ἀνέκαθεν κατεῖχον, ἀπέναντι δικαιώματος ἐπικαρπίας, ὅπερ καὶ πρὶν ἐτέλουν εἰς τὸ Δημόσιον, ἐνόσῳ τοῦτο δὲν εἶχεν ἐκχωρήσει τὰ ἐπὶ τῆς Κωπαΐδος δικαιώματά του εἰς τὴν ἑταιρίαν, πρὸς δὲ ἡ παραχώρησις εἰς αὐτοὺς ὡρισμένης περιφερείας πρὸς βοσκὴν τῶν ζώων των ἐντὸς τῆς ζώνης τῶν συνήθων πλημμυρῶν τῆς λίμνης. Τοιοῦτόν τινα συμβιβασμὸν, ὑπαγορευόμενον, κατ’ ἐμὲ, εἰς τὴν ἑταιρίαν καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν καλῶς ἐννοουμένων συμφερόντων της, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὴν, δυστροποῦσαν, ἡ Κυβέρνησις, ἐπαπειλοῦσα ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τῶν προστίμων, ἅτινα ὑπηνίχθη ὁ ἕτερος τῶν προαγορευσάντων ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτῶν. Ὁπωσδήποτε καλὸν νομίζω νὰ λάβῃ ἡ νέα Κυβέρνησις ὑπὸ ἔποψιν σπουδαίαν τὸ Κωπαϊδικὸν ζήτημα, καὶ νὰ ἐξεύρῃ λύσιν τινὰ αὐτοῦ κατὰ τρόπον δικαιοῦντα τὰς προσδοκίας, ἃς οἱ περίοικοι τῆς λίμνης ἐξήρτησαν ἐξ αὐτῆς, τὰ πάνδεινα ὑποστάντες ὑπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν.
§21ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ χωρικοὶ καὶ ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ποτὲ δὲν παρεπονήθησαν διὰ τὴν παράστασιν ἐκεῖ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως· ἴσως μάλιστα ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἐὰν δὲν ἀνεμιγνύετο εἰς δικαστικὴν δικαιοδοσίαν, εἰς τὸ νὰ κατανέμῃ τὴν κατοχὴν, ἤθελεν εἶσθαι χρήσιμος αὐτόθι. Διότι ἡ ἑταιρία δὲν στερεῖται ὁπλοφόρων, ἑπομένως ἡ παράστασις ἐκεῖ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως εἶναι ἀναγκαία πρὸς πρόληψιν δυσαρέστων σκηνῶν, αἵτινες βεβαίως δύνανται νὰ στραφῶσι κατὰ τῶν χωρικῶν. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐζήτουν καὶ τότε οἱ χωρικοὶ καὶ σήμερον ζητοῦσιν, εἶναι νὰ μὴ ἐπεμβαίνῃ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις εἰς ὑποθέσεις τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ περὶ τούτου νομίζω, ὅτι ἀρκοῦσαι εἶναι αἱ διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα, τὸ ἀποσταλὲν ἐκεῖ, ἐκτελεῖ ἁπλῶς ἔργα ἀστυνομικὰ, ἤτοι φροντίζει νὰ προλαμβάνῃ τὰς ῥήξεις, καὶ ἂν συμβῇ πρᾶξις ἀξιόποινος, νὰ συλλαμβάνῃ τὸν πράξαντα. Οὐδόλως δ’ ἐπεμβαίνει εἰς τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ κατάστασις τῆς χώρας δὲν πρέπει νὰ καθίσταται δημοσίᾳ, ὄχι μόνον ὅταν ἦναι κακὴ, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἦναι καλλίστη, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν ὁ ἐκ Λακωνίας ἔντιμος συνάδελφος μοὶ ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν, ἵνα ἐκθέσω τὰ τῆς καταστάσεως τοῦ ναυτικοῦ, παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ. Δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ τὸν παρακαλέσω, διότι εὗρον αὐτὸν ἕτοιμον εἰς τοῦτο, τὸν παρεκάλεσα ὅμως νὰ μὲ συνοδεύσῃ εἰς τὸν Ναύσταθμον, καὶ ἴδῃ ὁ ἴδιος τὰ ἐκεῖ. Καὶ ἔμενα ἔκτοτε ἥσυχος. Μετὰ τὴν στάσιν ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὗρον τὸ ναυτικόν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγνώσῃ αὐτήν· ἀλλ’ ἐὰν ἦναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην μου, νὰ μὴ ἀπαιτήσῃ νὰ καταστῇ δημοσίᾳ. Ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκη πληροφοριῶν τινων διὰ τινας λεπτομερείας, εἶμαι ἕτοιμος νὰ καταθέσω πᾶσαν πληροφορίαν, πρὸς πληρεστέραν ἐξήγησιν τῶν πραγμάτων. Κατηγόρησεν ἐμοῦ ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, ὅτι κρατῶ προσκεκολλημένον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τὸν πλωτάρχην κ. Θεοχάρην, καὶ οὕτω κρατῶ δεσμευμένον ἐν τῷ Ναυστάθμῳ τὸν «Ἄρην», ἐνῷ ἔπρεπεν ἤδη τὸ πλοῖον τοῦτο νὰ ἦναι εἰς τὴν χρῆσιν τῆς Σχολῆς τῆς ἐκπαιδευτικῆς. Εἶπον τότε πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὡς Ὑπουργὸς, διέταξε νὰ καταπλεύσῃ ὁ «Ἄρης» εἰς τὸν Ναύσταθμον καὶ ἐπισκευασθῇ καὶ καθαρισθῇ, συμφώνως μὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυβερνήτου αὐτοῦ καὶ τῆς ἐπὶ τούτῳ συστάσης ἐπιτροπῆς. Εἰς τοῦτο ἔδειξεν ἀμφιβολίαν τινὰ ὁ ἔντιμος συνάδελφος· εἶμαι ἠναγκασμένος ἑπομένως νὰ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ πλωτάρχου κυβερνήτου τοῦ «Ἄρεως» καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν θέλω καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ αὐτὸς ὁ κ. συνάδελφος καὶ πᾶς Βουλευτής. Φέρει χρονολογίαν 19 Σεπτεμβρίου 1890 καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει μέρος τῆς ἐκθέσεως). Δὲν ἐπιμένω νὰ ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὴν ἔκθεσιν, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ καταναλώσω πολὺν χρόνον τῆς Βουλῆς ἐν περιλήψει ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ συστηθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Κερκύρας, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀναγνωρίζει τὰς ἀνάγκας τοῦ πλοίου, καὶ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐπισκευὴν καὶ τὸν καθαρισμὸν αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο εὔκολον εἰς μικρὸν χρονικὸν διάστημα τὸ πλοῖον νὰ ἐπισκευασθῇ καὶ καθαρισθῇ, διὰ τοῦτο μένει εἰσέτι ἠγκυροβολημένον ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Μένοντος τοῦ πλοίου τούτου ἠγκυροβολημένου ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ὁ κυβερνήτης αὐτοῦ, ὡς εἶπον προχθές, δὲν εἶχε νὰ ἐκτελέσῃ κἀμμίαν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ προσκεκολλημένος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐκπληροῖ ὑπηρεσίαν τὴν πρωτίστην διὰ τὸ Κράτος. Ὥστε, ἂν ὁ πλωτάρχης Θεοχάρης ἐξετέλει ὑπηρεσίαν ἐν τῷ πλοίῳ, θὰ ἐλάμβανε περιπλέον δραχμὰς 80 κατὰ μῆνα, ἐπειδὴ δὲ θὰ λαμβάνῃ, πρὸς ζημίαν τοῦ Κράτους, τὸ ποσὸν τοῦτο ὁ πλωτάρχης προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου κ. Θεοχάρης, καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν ἐπιμισθίων τοῦ κ. Κονιάλη καὶ λοιπῶν σχετικῶν, καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὴν καλωσύνην νὰ ἐξετάσωσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, νὰ παραβάλωσι τὸ ἐπίδομα τὸ περιπλέον τοῦ μισθοῦ, τὸ λαμβανόμενον παρὰ τοῦ πλωτάρχου κ. Θεοχάρη, πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανεν ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ, καὶ κρίνωσιν, ἐὰν ἐγὼ, καταδολιευόμενος τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μου, ἔχω παρ’ ἐμοὶ τὸν κ. Θεοχάρην. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τούτου, θὰ ἐρωτήσω τὸν ἔντιμον ἐκ Κερκύρας συνάδελφον, πῶς θεωρεῖ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Κουτσούκου, διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου, ὡς διοικητοῦ μοίρας; Δύο διορισμοὺς διὰ δύο διαταγμάτων, Κύριοι, εἰς δύο διακεκριμένας θέσεις! Ἀλλ’ ἐὰν ἦτο μόνη αὕτη ἡ πρᾶξις, θὰ συνεχώρουν τὸν κ. πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργόν. Εἰς ποῖον στόλον ἔθεσε μοίραρχον τὸν κ. Κουτσοῦκον; εἰς πλοῖα παρωπλισμένα!
§24ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ κάμῃ ἐκεῖ;
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ λαμβάνῃ ἐπιμίσθιον 200 δραχμῶν κατὰ μῆνα, νομίζω, ἢ νὰ λαμβάνῃ τὸν μισθὸν τοῦ ὑποναυάρχου. Τὰ παρωπλισμένα πλοῖα, Κύριοι, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσιν, ἄλλα 14 ναύτας, ἄλλα 7 καὶ ἄλλα 3, τὰ μετέθεσεν εἰς τὰ ἔφεδρα, ἐνῷ δὲν ἦσαν ἀναγεγραμμένα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς τοιαῦτα, καὶ διώρισεν ἐπ’ αὐτῶν μοίραρχον τὸν κ. Κουτσοῦκον, ὑπηρετοῦντα οὕτω εἰς δύο διακεκριμένας θέσεις, διὰ δύο διαταγμάτων. Ἀλλ’ ἀφοῦ μετέθεσεν εἰς τὰ ἔφεδρα τὰ πλοῖα ταῦτα, παρεχώρησε τοὐλάχιστον εἰς αὐτὰ τὴν δύναμιν τὴν πρέπουσαν, ἵνα ἦναι ἔφεδρα; προσέθεσεν ὀλιγίστους μόνον ναύτας, καὶ ἐτοποθέτησε κυβερνήτην καὶ ὕπαρχον, δύο ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, μὲ 17 ἢ 20 ναύτας, διὰ ν’ ἀποκτήσωσι θαλασσίαν ὑπηρεσίαν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι. Τοῦτο ἔκαμεν ὁ κ. Θεοτόκης, καὶ οὕτω, στρεβλόνων τὰ πάντα, ἔθεσε μοίραρχον τὸν κ. Κουτσοῦκον. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, τίς εἰργάσθη εἰλικρινέστερον, ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλω νόμον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξηγῶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία μοὶ ἐπιβάλλει νὰ προβῶ εἰς τοῦτο, νόμον, ὁ ὁποῖος προσκαίρως ἐπιβάλλει τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἢ ὁ κ. Θεοτόκης; Ἀλλὰ μήπως ἔχω μόνον αὐτά, Κύριοι; Ἔχω καὶ ἄλλα νὰ σᾶς ἀναφέρω. Ὑπάρχουσι πλοῖα, τορπιλλοθέται λεγόμενα· τὰ πλοῖα αὐτὰ ἔχουσι κυβερνήτας μόνον ἐν ὥρᾳ πολέμου, διότι ἐπιβαίνοντες αὐτῶν οἱ κυβερνῆται μετὰ τῶν ναυτῶν, βυθίζουσι τὰς τορπίλλας ἐν τῇ θαλάσσῃ. Τὰ πλοῖα ταῦτα σήμερον δὲν εἶναι, εἰμὴ πλοῖα μεταγωγικά, μεταφέροντα ἀπὸ τὸν Ναύσταθμον εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ εἰς τὸν Ναύσταθμον τοὺς ἐργάτας καὶ ἀξιωματικοὺς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυστάθμου· κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι ὡρισμένα ἐν τοῖς ὀργανισμοῖς νὰ ἐκτελῶσι θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν διώρισε κυβερνήτην τοιούτου πλοίου, τὸ ὁποῖον ἐκπληροῖ ὑπηρεσίαν τοιαύτην, ἰδιωτικήν, δύναμαι νὰ εἴπω, διὰ νὰ λαμβάνῃ ἀποδοχὰς θαλασσίας, ἐπειδὴ εἰς τὴν Σχολὴν τῶν τορπιλλοβόλων ἡ ὑπηρεσία δὲν μετρᾶται ὡς θαλάσσιος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. συνάδελφος μὲ κατηγόρησεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι προσωπικός, ἐπεθύμουν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ποίαν ὑπηρεσίαν θαλασσίαν ἐκπληροῦσιν οἱ ἀξιωματικοί, οἱ διωρισμένοι εἰς τὴν ἐκπαιδευτικὴν Σχολὴν τοῦ Πόρου, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη καὶ ἐψηφίσθη καὶ λειτουργεῖ νόμος, ὁ ὁποῖος προσμετρεῖ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς χρόνον ὑπηρεσίας θαλασσίας, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀποδοχὰς θαλασσίας; Αὐτοί, Κύριοι, ἐνδιαιτῶνται ἐν τῇ ξηρᾷ, καθὼς καὶ οἱ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν δοκίμων· διότι ἡ Σχολὴ ἡ ναυτικὴ τῶν δοκίμων εἶναι ἐν τῇ ξηρᾷ, ἐναντίον μὲν τῆς γνώμης μου, ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Θεοτόκη, ὁ ὁποῖος φρονεῖ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς θαλάσσης θὰ σπουδάζωσι καλλίτερον ἐν τῇ ξηρᾷ ἢ ἐν τῷ πλοίῳ. Λοιπὸν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Σχολῆς ταύτης ἐνδιαιτῶνται ἐν τῇ ξηρᾷ, καὶ ὅμως ὁ κ. Θεοτόκης ἔφερε νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη, καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον ἀναγράφεται θαλασσία ὑπηρεσία διὰ τοὺς διδάσκοντας ἢ τοὺς διευθυντὰς αὐτῆς. Καὶ τότε ὑπῆρχον ἀξιωματικοὶ προσμετροῦντες θαλασσίαν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ σήμερον δὲν ὑπάρχουσι, καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ πράξω. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρόκειται περὶ τοῦ προσωπάρχου, τοῦ κ. Θεοχάρη, τὸν ὁποῖον καὶ ὁ Θεοτόκης ἐκτιμᾷ· καὶ τὸ εἶπεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Καὶ ἐὰν ἤθελεν εἴπει ὁ κ. Θεοτόκης, ὅτι δὲν ἐκτιμᾷ τὸν πλωτάρχην Θεοχάρην, ἤθελον ἐκθέσει ἐν τῇ Βουλῇ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ ἐν σμικρῷ, διὰ νὰ γνωρίσῃ τὸ Κοινοβούλιον, τίς ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι προσωπάρχης, καὶ ἂν ἦτο ἄξιος νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι χάριν αὐτοῦ ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ προσμετρήσεως χρόνου θαλασσίας ὑπηρεσίας. Καὶ πόσον, νομίζετε, χρόνον ἔχει ἀνάγκην νὰ προσμετρήσῃ ὁ προσωπάρχης κ. Θεοχάρης, ὅπως ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα πρὸς προβιβασμόν; 5½ μῆνας. Ἐρωτῶ λοιπόν, τίς πρέπει ἐκ τῶν δύο νὰ κατηγορηθῇ ὡς καταδολιευθεὶς τὸν νόμον, ὕστερον ἀπὸ τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἐν περιλήψει ἐξέθεσα ἐνώπιον ὑμῶν; Κύριοι, ὁμιλῶν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, εἶπον ὅτι τὸ πλήρωμα, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη καὶ ἐτοποθετήθη ἐν τῷ «Ἄρει», ὅπως ἐκτελέσῃ τὸν πλοῦν, ὁ ὁποῖος γίνεται πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν τε ναυτῶν καὶ τῶν δοκίμων, τὸ πλήρωμα λέγει ἐκεῖνο κατηρτίσθη ἐξ ἀνδρῶν ἀνικάνων πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἐπειδὴ δὲ ἠμφισβήτησε τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου τότε ὁ κ. Θεοτόκης, ἀναγινώσκω τὴν ἔκθεσιν τοῦ πλωτάρχου Θεοχάρη, τοῦ κυβερνήτου τοῦ πλοίου ἐκείνου, ἔκθεσιν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἔχω σήμερον ἓν ἐπιχείρημα ἐγὼ, διότι δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ. Θεοχάρης, ὅτι ἤθελε γείνει ποτὲ τοιαύτη συζήτησις. Ὁ κ. Θεοχάρης, ὡς κυβερνήτης τοῦ πλοίου, εἶχε καθῆκον νὰ ἀναφέρῃ πῶς παρελάμβανε τὸ πλοῖον, προκειμένου νὰ ταξειδεύσῃ· καὶ ποῖον πλοῖον; Ἀκούσατε, διὰ νὰ μάθητε ποῖοι ἀπετέλουν τὸ πλήρωμα τοῦ «Ἄρεως» κατὰ τὸν πλοῦν τότε. (Ἀναγινώσκει).... Καταθέτω καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία τις. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι, ἐπιστρέφων ἐκ τοῦ ταξειδίου ὁ κ. Θεοχάρης, ἐπῄνεσε τὸ πλήρωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐν τῷ «Ἄρει» ὑπὸ τὴν διοίκησίν του· καὶ οὕτως ἐγὼ παρεξηγήθην, ὅτι δὲν ἔλεγον τὰ ἀληθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἔχω τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Θεοχάρη, ἥτις λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὅσον ἀφορᾶ τὸ πλήρωμα, τὸ πλεῖστον δὲν ἔπασχεν ἐκ ναυτίας, ἀλλὰ κατεδείχθη ἀνίκανον εἰς τὸν χειρισμὸν τῶν ἀρμένων κλπ.» Ἐὰν καὶ περὶ τούτου ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, καταθέτω καὶ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἵνα λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν ὅστις θέλει τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Δὲν καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Κανελλοπούλου περὶ τῆς «Ἑλλάδος»· ἐὰν ὅμως νομίζῃ ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ὅτι ἔχει ἀνάγκην καὶ ταύτης, καταθέτω καὶ ταύτην.
§26ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τὴν καταθέσητε.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατηγόρησεν ἐμοῦ ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, ὅτι, ἐνῷ συνεκρότησα ἐπιτροπὰς, δὲν ἔσπευσα νὰ ὑποβάλω τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν εἰς νομοθετήματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Φρονεῖ, φαίνεται, ὁ κ. Θεοτόκης, ὅτι ὤφειλον νὰ μιμηθῶ τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἀμελετήτως ὑπέβαλε κατὰ τὸ διάστημα τῆς τετραετίας σειρὰν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, οὔτε ἦτο δυνατὸν κἂν νὰ ἀναγνώσῃ τις, οὐχὶ καὶ νὰ ἐκφράσῃ ἰδίαν γνώμην. Πρώτην φορὰν εἰσέρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· δὲν εἶναι τοῦ κλάδου μου, συγγενεύει ὅμως πρὸς αὐτὸν, καὶ δύναμαι νὰ ἀντιλαμβάνωμαι τῶν πραγμάτων εὐχερέστερον καὶ ταχύτερον ἑνὸς πολίτου. Ἀλλὰ δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἥρμοζεν εἰς ἐμὲ νὰ ὑποβάλω περὶ σοβαρωτάτων ζητημάτων νομοσχέδια ἀμελέτητα· ὑπέβαλον ὅσα ἦτο δυνατὸν νὰ μελετηθῶσι, περὶ ὅσων ἠδυνάμην νὰ ἔχω γνώμην, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἤμην ἕτοιμος οὔτε ἐγὼ οὔτε αἱ ἐπιτροπαὶ εἰς ὅλα, διότι δὲν εἶχον χρονικὸν διάστημα, ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς ἅμα τῇ ἀναῤῥήσει μου. Φρονῶ ὅτι δέν μοι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ βιασθῶ, καθόσον ὀλίγαι μένουσι συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβάλω νομοσχέδια συντεταγμένα ἐν βίᾳ. Κατέκρινα ὅμως τὸ νομοσχέδιον περὶ ναυτολογίας, καὶ εἶπον τότε, ὅτι οἱ ναῦται, τοὺς ὁποίους δίδει ἡ ἐκπαιδευτικὴ μοῖρα, δὲν εἶναι ναῦται, οἱ ὁποῖοι δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ναυτικῆς τέχνης, καὶ ἐπειδὴ ἐπεθύμουν τὰς σκέψεις μου ταύτας νὰ ἐπισημοποιήσω διὰ τῆς γνώμης ἀνδρῶν ἐχόντων εἰς χεῖράς των καὶ διοίκησιν καὶ γνωριζόντων τοὺς ναύτας τῆς ἐκπαιδευτικῆς μοίρας, ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ μοιράρχου τῆς Μαύρης Μοίρας, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ ἔντιμος συνάδελφος. Εἶχον ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω τὴν ἔκθεσιν καὶ νὰ εἴπω ὅσα εἶπον, διότι ὁ κ. Θεοτόκης ἐμέμφθη ἐμοῦ, ὀλίγον χρόνον εὑρισκομένου ἐν τῇ Κυβερνήσει· ἀλλὰ καὶ αἱ φίλαι πρὸς αὐτὸν ἐφημερίδες, ἀναστρέφουσαι τοὺς ὅρους, ἀποσιωπῶσι τὴν ἀλήθειαν, διαστρέφουσι τὰ πράγματα, καὶ μὲ παριστῶσιν ἄλλον παρ’ ὅ,τι εἶμαι. Χθὲς ἀνέγνωσα ἐφημερίδα φίλην τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἐπιτεθεμένην κατ’ ἐμοῦ· ἀπαξιῶ νὰ ἀναφέρω αὐτὴν, διότι ὁ ἀρχισυντάκτης αὐτῆς ἀγνωμονῶν συμπαραφέρεται οὕτω, ἐνῷ ὀφείλει εἰς ἐμὲ τὴν ζωὴν, τὴν ὁποίαν ἤθελαν νὰ τῷ ἀφαιρέσωσιν οἱ πάτρωνες, τοὺς ὁποίους ὑπερασπίζεται σήμερον· ἐπολιορκήθη ἐν τῷ γραφείῳ αὐτοῦ παρὰ τῶν δορυφόρων τῆς πτέρυγος ταύτης, καὶ οἱ ἐμοὶ συγγενεῖς ἀντιμετωπίσθησαν πρὸς αὐτοὺς, διὰ νὰ τὸν σώσωσι. Δὲν θὰ μὲ ἔμελλεν, ἐὰν ὁ συντάκτης αὐτὸς ἐπετίθετο κατ’ ἐμοῦ, ἔχων ὡς ὅπλον τὴν ἀλήθειαν· ἀλλὰ συκοφαντεῖ καὶ ἀδίκως ἐπιτίθεται κατ’ ἐμοῦ· εἶναι δὲ δυστυχῶς ἀξίωμα, ὅτι ὁ ὀφείλων εὐγνωμοσύνην δὲν δύναται νὰ ἴδῃ εὐχαρίστως τὸν εὐεργέτην του, ὡς δὲν ἠδύνατο νὰ ἴδῃ εὐχαρίστως καὶ ὁ Χαρίλαος Τρικούπης τὸν εὐεργέτην αὐτοῦ Ἀλέξανδρον Κουμουνδοῦρον.
§28ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Πρῶτον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπελήφθη διὰ μακρῶν τοῦ ζητήματος τοῦ προσωπάρχου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐγὼ περιωρίσθην ἁπλῶς ἀμυνόμενος ἐναντίον ἐπιθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐντελῶς ἀδίκου, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀξιωματικοῦ ἀπεσπασμένου, καὶ ἠρκέσθην νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι παράδοξος μοὶ φαίνεται ἡ κατηγορία, ἡ παρ’ αὐτοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐκτοξευθεῖσα, ὅταν βλέπω τὸν προσωπάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἀπολαμβάνοντα θαλασσίας ἀποδοχάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι διώρισε τὸν κυβερνήτην τοῦ «Ἄρεως» τμηματάρχην τοῦ προσωπικοῦ, διότι ὁ Ἄρης εἶναι εἰς τὸν Ναύσταθμον, διότι ὁ «Ἄρης» ἐπισκευάζεται ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ὅπου εὑρίσκεται συνεπεία διαταγῆς παρ’ ἡμῶν δοθείσης. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ πλοῖον διετάχθη νὰ ἐκπλεύσῃ εἰς Ναύσταθμον, ὅπως ὑποστῇ τὰς ἀναγκαίας ἐπισκευὰς, δὲν ἕπεται ὅτι, περατωθεισῶν τῶν ἐπισκευῶν, τὸ πλοῖον δὲν πρέπει νὰ ἀπέλθῃ, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς ἣν προώρισται.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐπερατώθησαν αἱ ἐπισκευαί.
§30ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἠδύναντο νὰ περατωθῶσιν ἐντὸς τοσούτου παρελθόντος χρονικοῦ διαστήματος· ἂν ἀποδείξητε, ὅτι αἱ ἐπισκευαὶ ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ καταστήσωσιν ἀναγκαίαν τὴν παραμονὴν τοῦ πλοίου ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἐπὶ πέντε ὅλους μῆνας, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι· καὶ πάλιν ὅμως ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τακτικὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρεσίαν, ἐπιβάλλουσαν αὐτῷ, ἵνα δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας εἰς ταύτην ἀσχολῆται. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰ τοῦ ταξειδίου τοῦ «Ἄρεως», βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς περιπίπτει εἰς σύγχυσιν, συγγνωστὴν ἄλλως τε, ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον διευθύνει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· ἐὰν διηύθυνεν αὐτὸ ἐπὶ μακρότερον χρόνον, θὰ ἐγνώριζεν, ὅτι τὸ πλήρωμα τοῦ «Ἄρεως» δὲν ἀποτελεῖται ὑπὸ 27 ἀνδρῶν, ὅτι οὗτοι εἶναι ἄνδρες στελλόμενοι εἰς τὸν «Ἄρην», ὅπως γυμνασθῶσι, καὶ ὅτι ἐκτὸς αὐτῶν ὑπάρχει τὸ μόνιμον πλήρωμα τοῦ «Ἄρεως», καὶ τοῦτο τὸ πλήρωμα ἦτο τέλειον εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ὁ κυβερνήτης αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν ἱκανότητα δικαίως ἀπὸ τοῦ βήματος ἔρχεται νὰ ἐξάρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἦλθε καὶ μὲ παρεκάλεσεν, ἵνα τὸ πλοῖον, φέρον τοὺς δοκίμους, κάμῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ταξείδιον· ἀντέτεινα πολὺ, ἐπέμενεν ὁ κυβερνήτης, καὶ τὸ ταξείδιον ἐκεῖνο ἐγένετο εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἀξιωματικὸς τοσοῦτον ἱκανὸς, ὅπως ἀναγνωρίζει, καὶ δικαίως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἤθελε μὲ προτρέψει εἰς τὸ νὰ διατάξω ταξείδιον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μὲ πλήρωμα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε πληρεστάτην πεποίθησιν. Πείθομαι λοιπὸν ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ πλήρωμα τοῦ «Ἄρεως» ἦτο τοιοῦτον, ὥστε ἠδύνατο, ἐπ’ αὐτοῦ στηριζόμενος ὁ κυβερνήτης, νὰ κάμῃ ἀσφαλῶς μακρὸν ταξείδιον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τοῦ διατάγματος, τοῦ ἀφορῶντος τὸν κ. Κουτσοῦκον, ἐμέμφθη ἐμοῦ, ὅτι ἀπετέλεσα μοῖραν ἐκ πλοίων ἐν παροπλισμῷ εὑρισκομένων, καὶ ἔθεσα ἐπὶ κεφαλῆς τῆς μοίρας ταύτης τὸν κ. Κουτσοῦκον. Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα ἐπῆλθε μικρὰ σύγχυσις. Ὁ νόμος ἀναγνωρίζει τρεῖς κατηγορίας πλοίων, τὴν κατηγορίαν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ, τὴν κατηγορίαν τῶν ἐν ἐφεδρείᾳ καὶ τὴν κατηγορίαν τῶν ἐν παροπλισμῷ. Τὰ πλοῖα τὰ ἀποτελέσαντα τὴν ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ πλοιάρχου κ. Κουτσούκου μοῖραν ἦσαν ἐν ἐφεδρείᾳ καὶ οὐχὶ ἐν παροπλισμῷ· δὲν πιστεύω δὲ νὰ δικαιοῦται νὰ μὲ κατηγορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ πλοῖα ταῦτα εἶναι ἐν ἐφεδρείᾳ· διότι δυνάμει τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅλα ἀδιακρίτως τὰ πλοῖα τίθενται ἐν ἐφεδρείᾳ, καταργουμένης τῆς τοῦ παροπλισμοῦ κατηγορίας. Πῶς ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετε καλὸν, ἵνα θέσητε ὅλα τὰ πλοῖα ἐν ἐφεδρείᾳ, κατηγορεῖτε ἐμοῦ, ὅτι ἔθεσά τινα ἐν ἐφεδρείᾳ; Καλὸν εἶναι νὰ ἐγκαταλειφθῇ αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς τοιαύτης τοῦ παρελθόντος ἐξιχνιάσεως, καὶ μεγαλειτέρα νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὸ τοῦ παρόντος. Ἐγὼ δὲν ἠκολούθησα τὴν ὁδὸν ταύτην, ὅτε παρέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἠθέλησα νὰ ἐργασθῶ ὅσον τὸ δυνατὸν πρὸς βελτίωσιν αὐτοῦ. Δι’ ἐμὲ τὸ παρελθὸν ἦτο ὡς νὰ μὴ ὑπῆρχε· τὸ ἐξήταζον μόνον, ἵνα ἀρυσθῶ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ὅπως ἐπωφελέστερον περὶ τοῦ παρόντος ἀσχοληθῶ. Ἑτέραν κατηγορίαν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ ὑπασπιστής μου ἐλάμβανεν ἐπιμίσθιον. Ἐὰν ἐλάμβανε τοιοῦτον, τὸ ἐλάμβανε διότι ἦτο νόμιμον· ἐὰν δὲ δὲν ἦτο νόμιμον, δὲν θὰ ὑπεγράφοντο τὰ πρὸς τοῦτο σχετικὰ ἐντάλματα. Ἀλλ’ ἐπανῆλθε καὶ πάλιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ναυτολογίας, καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν περὶ τούτου. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς ἐκθέσεώς του, ὅπως φωτισθῶ· διότι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναδιφήσει τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, θὰ εὕρῃ σειρὰν ἐκθέσεων, ἐν αἷς ἐκτίθενται τὰ καλὰ τοῦ νόμου, καὶ ἀναφέρονται τὰ τρωτὰ αὐτοῦ μέρη. Ἀλλὰ μήπως ἐγὼ ἰσχυρίσθην ποτὲ, ὅτι ὁ νόμος εἶναι τέλειος; Ἰσχυρίσθην καὶ ἰσχυρίζομαι, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι αἱ παρατηρούμεναι ἐλλείψεις προέρχονται ἐξ ἀτελείας τοῦ νόμου, καὶ δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ἀτυχῶς ὁ νόμος δὲν ἐλειτούργησεν εἰσέτι ὡς πρέπει, καὶ ὅπως βεβαίως θὰ λειτουργήσῃ, ἂν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ σκέπτωνται νὰ ἄρωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὰς δυσκολίας, αἵτινες ἠμπόδισαν μέχρι τοῦδε τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ νόμου ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς διατάξεσιν. Ὅταν ὁ νόμος αὐτὸς ἐνομοθετήθη καὶ ἤρχισεν ἡ λειτουργία αὐτοῦ, ἐπῆλθεν ἀνάγκη μεγάλης τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου αὐξήσεως. Κατὰ τὸν νόμον, ἐπὶ 4 μῆνας οἱ προσερχόμενοι κληρωτοὶ πρέπει νὰ μείνωσιν εἰς τὸ Προγυμναστήριον, μετὰ τὴν παρέλευσιν δὲ τῶν μηνῶν αὐτῶν, οἱ μὲν πρέπει νὰ ἐπιβιβασθῶσιν ἐπὶ τοῦ «Ἄρεως», ἵνα γυμνασθῶσιν ὡς θωρακῖται, ἕτεροι δὲ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς διαφόρους εἰδικὰς Σχολάς. Αἱ περιστάσεις ὅμως ἦσαν τοιαῦται, ὥστε δὲν ἠδυνήθημεν μέχρι τοῦδε νὰ ἐφαρμόσωμεν κατὰ πάντα τὸν νόμον. Ἠναγκασμένοι νὰ συντάξωμεν τὰ διὰ τὰ νέα πλοῖα πληρώματα, ὑπεχρεώθημεν νὰ μὴ ἀφήσωμεν ὅλους τοὺς κληρωτοὺς, ἵνα δαπανήσωσιν ὅλον τὸν ἐν ταῖς Σχολαῖς ἀπαιτούμενον χρόνον. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσητε, ὅτι πταίει ὁ νόμος διὰ τὴν μὴ τελείαν ἐκγύμνασιν τῶν ἀνδρῶν, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε ἀπέβη ἀδύνατος ἡ πλήρης τοῦ νόμου ἐφαρμογή; Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἀνικάνων, λησμονεῖτε ὅτι ὁμιλεῖτε περὶ ναυτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπέστησαν ὅλας τὰς δοκιμασίας καὶ τὴν ἐκγύμνασιν, τὰς παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένας. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς ἡμᾶς καὶ θὰ τεθῇ εἰς τὰς πολυειδεῖς ἐπιτροπὰς, τὰς παρ’ ὑμῶν συσταθείσας, εἶναι τὸ ἑξῆς: μὲ θητείαν διετῆ εἶναι δυνατὸν νὰ συνταχθῇ νόμος, ἐξασφαλίζων ἀποτελέσματα καλλίτερα ἐκείνων, ἅτινα διὰ τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς τοῦ παρ’ ἡμῶν προταθέντος δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι; Δὲν πρόκειται ἀπολύτως νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα. Εἰς πολλὰ τῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ἡ θητεία εἶναι ἑξαετὴς, εἰς ἄλλα πενταετὴς, εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι τετραετὴς, παρ’ ἡμῖν εἶναι διετής. Πρέπει δὲ νὰ πεισθῆτε, ὅτι, διετοῦς οὔσης τῆς θητείας, διὰ τοῦ ὑφισταμένου νόμου κατορθώνεται ἡ ὅσον οἷόν τε τελειοτέρα ἐκγύμνασις τῶν ἀνδρῶν. Ἀπόδειξις δὲ τούτου ἐναργὴς εἶναι ὅτι διὰ τῆς ἀτελοῦς ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου κατωρθώσαμεν ἵνα σχηματίσωμεν τὰ πληρώματα τῶν τριῶν θωρηκτῶν, καὶ ὅτι τὰ πληρώματα ταῦτα μεγάλως παρὰ τῶν εἰδότων ἐπηνέθησαν. Ἑπομένως ὅλαι αἱ ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας φέρετε, δὲν ἔχουσι λόγον ὑπάρξεως. Τοσαύτην δ’ ἔχω πεποίθησιν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν παρ’ ἐμοῦ λεγομένων, ὥστε σᾶς περιμένω εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι, ἀφ’ οὗ συμπληρώσητε τὰς μελέτας σας, ἂν δὲν θέλητε νὰ καταστρέψητε τὰ πάντα, πολὺ ὀλίγα μέρη τοῦ νόμου θὰ μεταβάλητε. Θέλομεν δὲ ἐπαναλάβει τὴν συζήτησιν τοῦ σπουδαίου τούτου θέματος κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1891.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Θεοτόκης ἀνέβη νὰ ἀναιρέσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Λυποῦμαι δι’ ὅσα εἶπεν. Ὅταν ἀναγνώσῃ τὰς ἐκθέσεις, θέλει πεισθῆ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ὅσων ἐγὼ εἶπον.
§32ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Καραγιάννης ἐκθέτει δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἵδρυσε σύλλογον μελοδραματικὸν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ συγκροτήσῃ ἑλληνικὸν μελοδραματικὸν θίασον πρὸς διδασκαλίαν ἑλληνικῶν μελοδραμάτων. Ἐδίδαξε δὲ πολλὰ τοιαῦτα μέχρι σήμερον δι’ Ἑλλήνων καὶ Ἑλληνίδων ἠθοποιῶν λίαν εὐδοκίμως. Ἡ ἀναφορὰ θ’ ἀποσταλῇ βεβαίως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τῷ κ. Ὑπουργῷ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς πρὸς τοιοῦτον ἐθνικὸν σκοπὸν, ἀναγράφων ἀνάλογον πίστωσιν εἰς τὸ οἰκεῖον μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
§35ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§36ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ συνάδελφος, εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν διοικητικὸν, καθόσον εἰδικὸς νόμος διέπει τὰ τῆς συστάσεως τῶν φαρμακείων. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ὁρίζεται ὅ τε ἀριθμὸς τῶν φαρμακείων, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ἡ ἀπόστασις, εἰς ἣν τὸ ἓν ἀπὸ τοῦ ἄλλου πρέπει νὰ τοποθετῆται. Ἐὰν ἔλλειψίς τις ὑπάρχῃ σήμερον, βεβαίως θὰ ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ ὀκταετὲς διάστημα, τὸ ἀπὸ ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας. Γνωρίζω πολὺ καλῶς, ὅτι πολλοὶ φαρμακοποιοὶ ζητοῦσι δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ θέσεις καὶ ἐγκατάστασιν, καὶ προχθὲς ἀκόμη ἤκουσα διαμαρτυρομένους φαρμακοποιούς, ἀδυνατοῦντας νὰ ἀνοίξωσι φαρμακεῖα εἰδικά. Ἑπομένως, ἂν εἰς τὸν Τύρναβον δὲν εὑρίσκετο φαρμακεῖον, βεβαίως ἤθελον τρέξει ἐκεῖ, καὶ θὰ ἐζήτουν πολλοὶ τὴν θέσιν ταύτην. Διαβεβαιῶ δὲ τὸν συνάδελφον διὰ τοῦ θετικωτέρου τρόπου, ὅτι εἰς Τύρναβον εὑρίσκοντο δύο φαρμακεῖα· γνωρίζω δὲ τοῦτο ὄχι μόνον διότι εἶμαι ἀντιπρόσωπος τοῦ νομοῦ ἐκείνου, ἀλλὰ διότι ηὐτύχησα πολλάκις νὰ ἐπισκεφθῶ τὰς παραμεθορίους πόλεις καὶ νὰ παραμείνω πολὺ εἰς Τύρναβον.
§37ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἂς ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 26 Μαρτίου 1887 ΑΥΙʹ νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 230).
§39ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. Προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν διασαφήσεις τινὰς καὶ πληροφορίας περὶ τῶν τιμῶν τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πωλουμένων ποιοτήτων τῆς σμύριδος. Καὶ καλαὶ μὲν αἱ πληροφορίαι αὗται, ἀλλ’ οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι ἔδει νὰ δώσῃ περισσοτέρας καὶ σπουδαιοτέρας πληροφορίας, ἵνα δι’ αὐτῶν δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐννοήσῃ, τί ἐστὶ σμύρις, ποία ἡ ἀξία αὐτῆς, καὶ οὕτω ἐν γνώσει τῆς ὑποθέσεως ταύτης νὰ συζητήσῃ τὰ περὶ σμύριδος. Αἱ πληροφορίαι, ἃς πρέπει νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, συνοψίζονται ἐν τοῖς ἑξῆς. Πρῶτον, ἂν γινώσκῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὑφίσταται εἰσέτι ἐκκρεμὴς δίκη περὶ κυριότητος σμύριδος, ἐγερθεῖσα κατὰ τὸ 1850 καὶ 1851 μεταξὺ τῶν κυρίων τῶν σμυριδούχων γαιῶν καὶ τοῦ Χαραλάμπους Κορυανέλου, Ἄγγλου ὑπηκόου, ἀφ’ ἑνός, καὶ τοῦ Δημοσίου ἀφ’ ἑτέρου· νὰ προσαγάγῃ δὲ καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ τὴν δίκην ταύτην ἀφορῶντα, καὶ ἰδίως τὴν ἐκδοθεῖσαν πρωτόδικον ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας κανονίζονται αἵ τε σχέσεις καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐργατῶν. Ὡσαύτως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν κατ’ αὐτὰς ἐδόθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον προσφοραὶ περὶ διαθέσεως τῆς σμύριδος, συμφερώτεραι διὰ τὸ Δημόσιον τῶν διὰ τῆς ὑποβληθείσης συμβάσεως συμπεφωνηθέντων ὅρων. Ὡσαύτως, ἂν ἐδόθη καὶ αἴτησίς τις περὶ παραχωρήσεως τῶν ἀποῤῥιμάτων ἢ ἐκβολάδων, τῶν εὑρισκομένων ἐν τοῖς ὀρυχείοις καὶ πέριξ τῶν σμυριδούχων γαιῶν. Τὰ δὲ ἀποῤῥίματα ταῦτα εἶναι τῆς καλλίστης ποιότητος σμύριδος, ὑπερτεροῦντα καὶ τὴν λεγομένην πρώτης ποιότητος σμύριδα. Τὸ ποσὸν δὲ, τὸ εὑρισκόμενον εἰς αὐτὰς τὰς θέσεις, ἀνέρχεται, κατὰ τὰς ἐκτιμήσεις τῶν ὑπαλλήλων, τῶν εὑρισκομένων ἐν Νάξῳ, εἰς τὸ οὐχὶ εὐκαταφρόνητον ποσὸν τῶν 300 χιλιάδων στατήρων. Ἔχουν δὲ καὶ τὸ πλεονέκτημα τὰ κερμάτια ταῦτα νὰ προτιμῶνται, διότι εὑρίσκονται εἰς μικρότατα τεμάχια, καὶ ἡ λειοτρίβησις αὐτῶν εἶναι εὐκολωτέρα. Ὡσαύτως παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μελέτας καὶ τὰ σχεδιαγράμματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ δύο μῆνας ἐξεπόνει ἐν Νάξῳ ὁ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἀποσταλεὶς μηχανικὸς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς κ. D’ Istria, ὡς καὶ τὰς ἐκθέσεις τοῦ εἰδικοῦ ὀρυκτολόγου περὶ τῆς καταστάσεως τῆς σμύριδος καὶ τῶν σμυριδωρυχείων.
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε ἐγγράφως τὰς αἰτήσεις σας.
§41ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§42ΣΧΙΝΑΣ. Τὰ διαγράμματα τὰ ἐζήτησα καὶ ἐγὼ, μοὶ εἶπον δὲ, ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§43ΔΑΜΙΡΑΛΗΣ. Αἱ πληροφορίαι αὗται πρέπει νὰ προηγηθοῦν τῆς συζητήσεως τοῦ ἐπισπευδομένου ἤδη νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς σμύριδος.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔρχομαι, ἵνα ζητήσω κατάθεσιν ἐγγράφων. Παρατηρῶ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ βαρυτίνης τάσσεται πολὺ χαμηλότερον.....
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ νὰ ὡριμάσουν ὅλα συγχρόνως.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ὑπάρξῃ ἄρα καιρὸς, ἵνα ὑποβληθῶσιν ἐγκαίρως τὰ ζητηθησόμενα. Δὲν ἔχω ἐγὼ ἀνάγκην τῶν ἐγγράφων,—διότι ἔχω τὰ ἀντίγραφα αὐτῶν,—ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ αὐτὰ ἡ Βουλή· τοῦτο δὲ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ μέτρον αὐτοῦ, διαστρέφων τὰς τῶν προκατόχων ἐνεργείας. Παρέστησε χθὲς, ὅτι ὁ προκάτοχος αὐτοῦ εἶχε παραχωρήσει εἰς τὴν ἑταιρίαν, τὴν νεμομένην τὸ μεταλλεῖον τοῦ γαληνίτου ἐν Μήλῳ, ἄδειαν, ὅπως ἐξαγάγῃ πρὸς δοκιμασίας ποσὸν 20 χιλιάδων τόννων βαρυτίνης, καὶ ὅτι ἐκ τούτων ἡ ἑταιρία ἐξήγαγε 19 χιλιάδας τόννους. Ταῦτα νομίζω εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶπον ὅτι εἶχε παραχωρηθῆ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγωγῆς χάριν δοκιμῆς ποσοῦ, δὲν ἠξεύρω καλῶς πόσων τόννων, βαρυτίνης, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐξήγαγε 19,000 τόννους.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπετε ὅτι εἶχε παραχωρηθῆ ἄδεια ἐξαγωγῆς τῶν 19 τούτων χιλιάδων τόννων· εἴπετε προσέτι, ὅτι ἡ ἄδεια αὕτη ἐδόθη ἀπὸ ἑξαετίας, καὶ ὅτι ἔκτοτε τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν, ὅπως κανονίσῃ τὰ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἐπὶ τῇ ἀδείᾳ ταύτῃ ἐξαγωγῆς τοῦ μεταλλεύματος. Ἀμφότερα ταῦτα εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβῆ. Δὲν ἐδόθη ἄδεια ἐξαγωγῆς πρὸς δοκιμὴν 20 χιλιάδων τόννων, ἐφ’ ᾗ ἀδείᾳ ἐξήχθησαν 19½ χιλιάδων τόννοι, ἐδόθη ἄδεια ἐξαγωγῆς 10 χιλιάδων τόννων, ἐφ’ ᾗ ἐξήχθησαν 9½ χιλιάδες τόννοι. Δὲν ἐδόθη ἡ ἄδεια πρὸ ἑξαετίας, ἀλλὰ τὸ πρῶτον ἐδόθη κατὰ τὸ 1887, διὰ διαταγῆς ἀπὸ 25 Ἰουνίου, ἄδεια ἐξαγωγῆς 4 χιλιάδων τόννων ἐντὸς ἓξ μηνῶν. Ἐπὶ ἓξ μῆνας ἐδίδετο τῇ ἑταιρίᾳ τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως τῆς ἀδείας ταύτης, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐξήγαγεν ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος τὸ ποσὸν, ἐδόθη κατὰ τὸ 1888 παράτασις ἐπὶ ἑτέρους ἓξ μῆνας ἀδείας ἐξαγωγῆς τῶν αὐτῶν 4 χιλιάδων τόννων. Κατόπιν δὲ τούτου ἐδόθη ἑτέρα ἄδεια κατὰ Μάϊον τοῦ 1889 δι’ ἑτέρας 6 χιλιάδας τόννων. Ἑπομένως ἐν συνόλῳ αἱ δοθεῖσαι ἄδειαι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἀφορῶσιν εἰς 10 χιλιάδας τόννους, ἐφ’ ὧν ἐγένετο ἐξαγωγὴ 9,541 τόννων. Ὥστε ἡ ἐντύπωσις, ἣν ἠθέλησε νὰ προκαλέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπὲρ τοῦ ἰδίου αὑτοῦ μέτρου, παριστῶν τὸν προκάτοχον αὑτοῦ ὡς ἀμελήσαντα νὰ τακτοποιήσῃ τὰ τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἑταιρίας ἐπὶ ἓξ ἔτη, στερεῖται στοιχείων, διότι ἤρξατο ἡ ἐξαγωγὴ ἀπὸ τοῦ 1888, καὶ δὲν εἶχε τελειώσει, ὅτε ἀπεχωρήσαμεν τῶν πραγμάτων. Δὲν προέκειτο ἄρα περὶ 20 χιλιάδων τόννων ἐξαχθέντων πρὸ ἓξ ἐτῶν, ἀλλὰ προέκειτο περὶ ἐξαγωγῆς τεσσάρων μὲν χιλιάδων τόννων πρὸ δύο ἐτῶν καὶ ἓξ χιλιάδων τόννων βραδύτερον ἐνεργηθείσης. Πῶς δὲ ἐδόθησαν αἱ ἄδειαι αὗται;—καὶ εἰς τοῦτο ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησίς μου, εἰς τὰ ἔγγραφα τὰ ἀποδεικνύοντα ὅσα θέλω εἰπεῖ πρὸς ὑμᾶς.— Ἡ ἄδεια περὶ 4 χιλιάδων τόννων ἐδόθη ὡς ἑξῆς. Ἡ ἑταιρία εἶχε παραχώρησιν μεταλλείου ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου, τουτέστι γαληνίτου, καὶ ἐποιήσατο ἔναρξιν ἐργασιῶν κατὰ τὸ 1883, ἐξῆγε δὲ μετάλλευμα, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα ἐκ τῆς παραχωρήσεως. Μετὰ χρόνον ὅμως τινὰ, κατὰ τὸ 1886 περίπου, ἐγένετο αἴτησις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ παραχωρήσεως ἀργυρούχου μεταλλείου ἐν Μήλῳ, ἐκ τούτου δὲ ἔλαβεν ἀφορμὴν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐξετάσῃ περὶ τοιούτων μεταλλείων, καὶ ἐκ τῶν ἐξετάσεων συνέλαβεν ὑπονοίας, μὴ τὸ ἐξαγόμενον ὑπὸ τῆς ἑταιρίας Σίφνου καὶ Εὐβοίας—οὕτως ὀνομάζεται ἡ ἐν λόγῳ ἑταιρία — μὴ τὸ ἐξαγόμενον ἢ μέρος αὐτοῦ δὲν ἦτο γαληνίτης. Ἡ ἐξέτασις περὶ ἀργυρούχων μεταλλείων ἐν Μήλῳ εἶχε βεβαιώσει τὴν ὕπαρξιν μεταλλεύματος, ὅπερ δὲν ἦτο ὁ παρακεχωρημένος εἰς τὴν ἑταιρίαν ἀργυροῦχος μόλυβδος, ἀλλὰ μολυβδοῦχος ἄργυρος, ἐκ τούτου δὲ τὸ Ὑπουργεῖον συνέλαβεν ὑπόνοιαν, μὴ ἀντὶ τοῦ παρακεχωρημένου μεταλλεύματος εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐξῆγεν αὕτη ἄλλο ὀρυκτὸν, δηλ. τὸν μολυβδοῦχον ἄργυρον· ἐπὶ τούτοις δ’ ἐποιήσατο παραστάσεις πρὸς τὴν ἑταιρίαν. Τῆς ἑταιρίας ἰσχυριζομένης, ὅτι εἶχε δικαίωμα, ὅπως ἐξάγῃ τὸ ὑπὸ ἐξέτασιν μετάλλευμα ὡς μόλυβδον ἀργυροῦχον, ἠγέρθη ἀμφισβήτησις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπολήξασα μετὰ ἐπανειλημμένην ἐξέτασιν τοῦ μεταλλεύματος εἰς τὴν κατὰ τὸ 1886 ἔκδοσιν διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, ἀπαγορεύσαντος τὴν ἐξαγωγήν. Ἐπὶ τούτοις διαμαρτυρήσεις τῆς ἑταιρίας, ἀπειλαὶ, ὅτι θὰ προέβαινεν εἰς δικαστικὰ μέτρα, καὶ ὅτι θὰ ἐζήτει ἀποζημιώσεις. Παρεστήσαμεν πρὸς αὐτὴν, ὅτι δικαίως τὸ Ὑπουργεῖον ἐθεώρει, ὅτι τὸ ἐξαγόμενον παρ’ αὐτῆς μετάλλευμα δὲν εἶναι ἀργυροῦχος μόλυβδος, ἀλλὰ μολυβδοῦχος ἄργυρος· ἀναγνωρισθέντος δὲ, ὅτι ἦτο ἀναγκαία πληρεστέρα ἐξέτασις τῶν συστατικῶν τοῦ μεταλλεύματος, προετάθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ ποιήσηται αὕτη δοκιμασίας, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον συνῄνεσεν, ὅπως ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν ἐξαγωγὴν τεσσάρων χιλιάδων τόννων πρὸς δοκιμασίας, διεξαχθησομένας εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἴτε ἐν τοῖς ἰδίοις αὐτῆς καταστήμασι κατὰ τὸ Λαύριον. Ἡ λύσις αὕτη, ἥτις ἦτο καὶ ἡ συμφερωτέρα, ἐνεδείκνυτο καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου, ἐπιτρέποντος τὰς μεταλλομαστεύσεις καὶ τὴν πρὸς δοκιμασίας χρησιμοποίησιν τοῦ προϊόντος τῶν μεταλλομαστεύσεων. Ἡ ἑταιρία μετὰ διαφόρους δοκιμαστικὰς ἐργασίας, ἐν αἷς ἐξήντλησε τὸ ἐξαχθὲν ποσὸν, ἀνεκοίνωσε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ ἀποτελέσματα, παραστήσασα συνάμα, ὅτι ταῦτα δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ εἰς ἐντελῆ διάγνωσιν τῆς σημασίας τῶν μεταλλευμάτων καὶ ἰδίως εἰς ἐξεύρεσιν τῆς ἀκαθαρίστου καὶ τῆς καθαρᾶς ἀποδόσεως κατὰ λόγον τοῦ μέσου ὅρου τῆς περιεκτικότητος τοῦ ἀργύρου ἐν τῷ μεταλλεύματι. Ἐπὶ τούτῳ, εἰσακουσθείσης τῆς αἰτήσεως ταύτης, ἐπετράπη ἡ πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν ἐξαγωγὴ ἓξ ἔτι χιλιάδων τόννων, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὰς τέσσαρας χιλιάδας, τὰς πρότερον ἐξαχθείσας, ἀπετέλεσαν τὸ ποσὸν τῶν 10 χιλιάδων τόννων, αἱ ἐργασίαι δ’ ἐξηκολούθουν, ὅτε παρῃτήσαμεν τὴν ἀρχήν· κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1887, περὶ τὸν Ἰούνιον, ἐστάλη εἰς Μῆλον ὁ τμηματάρχης ἐπὶ τῶν ὀρυκτολογικῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐπιτοπίως ποιήσηται ἐξετάσεις, παρακολουθῶν τὰ ἔργα τῆς ἑταιρίας, ἥτις ἐν ταῖς συνεννοήσεσιν, εἰς ἃς εἶχε προέλθει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, οὐ μόνον νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν φορολογίαν, ἥτις ἤθελε κανονισθῆ νομοθετικῶς περὶ τοῦ νέου τούτου μεταλλεύματος, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἡ φορολογία αὕτη ἦτο ἀνωτέρα τῆς κατὰ τὸν κείμενον νόμον περὶ μεταλλείων, ἀλλὰ καὶ νὰ παραδώσῃ εἰς ἐξέτασιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πάντα αὐτῆς τὰ βιβλία καὶ πᾶν τὸ δυνάμενον νὰ συντελέσῃ πρὸς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀξίας τοῦ μεταλλεύματος. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδεμίαν πληροφορίαν ἠρνήθη, καὶ πάντα αὐτῆς τὰ βιβλία ἐπέτρεψεν, ἵνα ἐξετασθῶσιν ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ τμήματος.
§49ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἴπατε προηγουμένως, ὅτι τὴν ἄδειαν τῆς μεταφορᾶς ἐν Λαυρίῳ τῶν μεταλλευμάτων τούτων τῆς Μήλου ἔλαβεν, ὅπως ἐνεργήσῃ δοκιμαστικὰς ἐργασίας. Ὑπῆρχεν ἐπίβλεψις τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἂν τὰ μεταλλεύματα τῆς Μήλου ἐδοκιμάζοντο μόνα, ἢ ἂν ἐτίθεντο εἰς τὰ μεταλλεύματα τῆς Γαλλικῆς ἑταιρίας καὶ ἀνεμιγνύοντο εἰς τὰ μεταλλεύματα ἐκεῖνα;
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν συνεκαμινεύοντο τὰ μεταλλεύματα τῆς ἑταιρίας, δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις λόγον ἵνα πολυπραγμονῇ· διότι, ἂν ἀνεμιγνύοντο τὰ μεταλλεύμματα, τὸ Δημόσιον ἤθελε πληρωθῇ δύο φόρους, καὶ τὸν φόρον τὸν ἐπὶ τῇ ἐξαγωγῇ ἐκ Μήλου καὶ τὸν φόρον τὸν ἐκ τοῦ ἐμπλουτισμοῦ τῆς παραγωγῆς ἐν Λαυρίῳ, ὁ δὲ φόρος οὗτος μετὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου, ὡς ἰδιοκτήτου τῆς ἐπιφανείας, εἶναι 10%, ἐνῷ κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τοῦ προϊόντος τούτου, ἂν δὲν μετεβάλλετο, θὰ ἦτο 5%, τοῦτο δὲ τὸ 5% ἢ 10 ἢ 20%, ἢ ὁσονδήποτε ἤθελεν ἀποφασισθῇ, τοῦτο ἤθελε πάντως πληρωθῇ· ἂν ἄρα ἐγένετο τοιαύτη χρῆσις, τὸ Δημόσιον ἀπήλαυσεν ἐπιπροσθέτως 10% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς ἀποδόσεως, καὶ οὐδὲν εἶχε συμφέρον, ἵνα ἀπαγορεύσῃ τὸ γενόμενον. Ἡ ἀνάμιξις ἄλλως ἠδύνατο νὰ ἦναι χρήσιμος εἰς τὰς δοκιμασίας, ἵνα βεβαιωθῶσι τὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ ἐν τοιαύτῃ ἀναμίξει. Ὁπωσδήποτε ἡ ἑταιρία τὴν ἄδειαν ἔλαβε πολὺν χρόνον μετὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐξαγωγῆς κατὰ τὸ 1887, ἐξετέλεσεν αὐτήν, ἐπαναληφθεῖσαν κατὰ τὸ 1888 ἐπὶ 4 χιλιάδων τόννων ἐν συνόλῳ, κατὰ δὲ τὸ 1889 ἤρχισεν ἐκτελοῦσα τὴν δοκιμασίαν ἐπὶ ἑτέρων 6 χιλιάδων τόννων, ὧν δὲν συνεπληρώθη ἡ ἐξαγωγή· ὥστε ταῦτα εἶναι τὰ ποσὰ ἐκ δέκα χιλιάδων τόννων ἐν συνόλῳ, ἅπερ ὤφειλε νὰ παρακολουθῇ ἡ Κυβέρνησις, καὶ πᾶν ἔπραξε τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ, ἵνα γινώσκῃ ἀκριβῶς, τί συμβαίνει. Παρηκολούθει δὲ τὴν ἐξαγωγὴν δυνάμει συμφωνίας πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ἀναλαβοῦσαν οὐ μόνον νὰ πληρώσῃ πάντα φόρον, ὅστις ἤθελε κατόπιν κανονισθῆ, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν πληροφορίαν, καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους τὴν ἐξέτασιν τῶν βιβλίων αὐτῆς. Ἀπεστάλη δὲ, ὡς εἶπον, ὁ τμηματάρχης τοῦ ὀρυκτολογικοῦ τμήματος, καὶ ἰδοὺ μία τῶν διαταγῶν, ὧν ζητῶ τὴν προσκόμισιν, ἀναγράφουσα τάδε (ἀναγινώσκει): «Ἐξ ἑκάστου φορτίου μεταλλεύματος παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νὰ πέμπητε ἑκάστοτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δεῖγμα ἐντὸς ἐσφραγισμένου σακκιδίου καὶ συνημμένως ἔγγραφον χημικὴν ἀνάλυσιν τῆς μέσης περιεκτικότητος εἰς ἄργυρον καὶ μόλυβδον ἑκάστου φορτίου.» Ὥστε οὐ μόνον ἡμεῖς ἐστείλαμεν πρὸς τὴν ἑταιρίαν ὑπάλληλον, ἵνα ἐξετάσωμεν δι’ αὐτοῦ τὰ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν καὶ τὰς δοκιμασίας, ἀλλὰ καὶ ἐκείνη ὑπεχρεοῦτο ν’ ἀποστέλλῃ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον δείγματα τοῦ ἐξαγομένου μεταλλεύματος καὶ ἀναλύσεις περὶ τῆς ἀναλογίας τοῦ περιεχομένου ἀργύρου. Καὶ ἐπὶ μὲν τοῦ ποσοῦ τῶν 10 χιλιάδων τόννων, ἐφ’ ὧν ἐγένετο ἐκμετάλλευσις 9,541 τόννων, τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας δεικνύουσι καθαρὸν κέρδος 89 χιλιάδων καὶ ἑκατοστύων τινων δραχμῶν, ἤτοι 90 χιλιάδων εἰς στρογγυλὸν ἀριθμόν. Τοῦτο ἐξελεγχόμενον εἶναι τὸ ποσὸν, ἐφ’ οὗ τὸ Δημόσιον ἀποκτᾷ ἤδη τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβολῆς φόρου. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ὁ φόρος οὗτος θέλει κανονισθῆ διὰ νόμου, διότι ὁ γενικὸς νόμος περὶ μεταλλείων δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸ μετάλλευμα τοῦτο, ἂν μὴ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὡς ἐκ τοῦ νόμου, τοῦ ἀπαγορεύοντος τὴν ὁριστικὴν παραχώρησιν δικαιώματος ἐκμεταλλεύσεως ἄνευ εἰδικῆς νομοθετικῆς ἀποφάσεως. Εἰς τὸ μέτρον ἄρα, ὅπερ θέλει ληφθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, περὶ φορολογίας τῆς βαρυτίνης, θέλει ὑπαχθῆ καὶ ἡ τέως ἐξαχθεῖσα· ἂν ἄρα κανονισθῇ φόρος, ὅσος ὁ κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, θ’ ἀποδώσῃ ἡ ἑταιρία εἰς τὸ Δημόσιον 5% λόγῳ φόρου καὶ ἕτερα 5% λόγῳ τῆς κυριότητος τῆς ἐπιφανείας ἐπὶ τῶν 90,000 δραχμῶν· ἂν ὅμως ἐπιβληθῇ φόρος ἀνώτερος, 10, 20, 30%, θὰ ἦναι ἀναλόγως ἀνωτέρα καὶ ἡ ὀφειλὴ τῆς ἑταιρίας εἰς τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ τὰ βιβλία αὐτῆς ἐξελεγχόμενα θ’ ἀποδείξωσιν εἰσπραχθὲν καθόλου ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ὅ,τι εἶχον τὸ συμφέρον, ἵνα ἀποδείξω, κατόπιν τῶν ἀνακριβῶν παραστάσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρξε χρονοτριβὴ περὶ τὴν ἀπόδοσιν τῆς ὀφειλῆς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς παρίστα, ἀποθαυμάζων ἐπὶ τῇ ἀκηδίᾳ τῶν προκατόχων του, ὅτι ἐπὶ ἓξ ἔτη δὲν προενόησαν οὗτοι περὶ τῆς ἀποτίσεως τῆς ὀφειλῆς, ἐνῷ οὐχὶ πρὸ ἓξ ἐτῶν, ἀλλὰ μόλις πρὸ τριῶν ἐτῶν ἐγένετο ἔναρξις τῆς ἐπ’ ἀδείᾳ ἐξαγωγῆς τοῦ ὀρυκτοῦ, ὅτε δ’ ἡμεῖς ἀπεχωρήσαμεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου, δὲν εἶχεν ἔτι ψηφισθῆ νόμος περὶ τοῦ φόρου, οὐδ’ εἶχεν ἔτι ἐξαντληθῆ τὸ ποσὸν, εἰς ὃ ἀφώρα ἡ ἄδεια τῶν 10 χιλιάδων τόννων καὶ οὐχὶ 20 χιλιάδων, ὡς ἐσφαλμένως παρέστησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐξήχθησαν τῷ ὄντι, ὡς φαίνεται, πρὸ τῆς παροχῆς ὑπουργικῆς ἀδείας 9,800 τόννοι ὡς μετάλλευμα ὑπαγόμενον εἰς τὴν παραχώρησιν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτων τὸ Δημόσιον θέλει ἀσκήσει τὰ δικαιώματα αὑτοῦ, ὅπως καὶ ἐπὶ τῶν κατόπιν ἀδείας ἐξαχθέντων, δυνάμει τοῦ ἐπελθόντος συμβιβασμοῦ πρὸς τὴν ἑταιρίαν. Οὗτοι οἱ 9,800 τόννοι εἶναι οἱ ἐξαχθέντες ὑπὸ τῆς ἑταιρίας πρὶν ἢ ἐξακριβωθῇ, ὅτι τὸ ὀρυκτὸν, τὸ ἐξαγόμενον ὡς ἀργυροῦχος μόλυβδος, ἦτο μολυβδοῦχος ἄργυρος. Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως, ὡς ἐκ τῶν συμφωνιῶν τῶν ἐπὶ τῇ ἐκδόσει ἀδειῶν ἐξαγωγῆς πρῶτον μὲν 4 χιλιάδων τόννων, εἶτα δ’ ἑτέρων 6 χιλιάδων, ἐκτήσατο τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας, ἐν αὐτοῖς δὲ ἀνεῦρεν, ὅτι ἤρξατο ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ὀρυκτοῦ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1884, οὐχὶ ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὡς ὑπαγομένου εἰς τὸ παρακεχωρημένον μεταλλεῖον.
§51ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ ἓξ ἐτῶν ἐγίνετο ἡ ἐκμετάλλευσις;
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου, εἰς ὃ νομίζω ἀνήκει ἡ ἀξία τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ ἐκρύθμου τῆς ὑπὸ τῆς ἑταιρίας διενεργουμένης ἐξαγωγῆς. Τυχαῖαι περιστάσεις προὐκάλεσαν τὴν ἀποκάλυψιν, ἀλλὰ συνήθως οὕτως ἀναγνωρίζονται τ’ ἀποκρυπτόμενα· παρακολουθήσαντες δὲ τὰ κατ’ αὐτὰ, ἐπείσθημεν, ὅτι τὸ ἐξαγόμενον ὀρυκτὸν δὲν ὑπήγετο εἰς τὴν κατηγορίαν, ἐφ’ ἣν ἐπεξετείνετο ἡ παραχώρησις· ἀπαγορεύσαντες δὲ κατὰ τὸ 1886 τὴν ἐξαγωγὴν, ἐπετρέψαμεν δοκιμαστικὰς μεταλλομαστεύσεις κατὰ τὸ 1887, ἐκτελεσθείσας τὸ 1888 ἐπὶ τεσσάρων χιλιάδων τόννων, καὶ τὸ 1889 καὶ 1890 ἐπὶ 5,900 τόννων· ὥστε πρόσφατος σχετικῶς εἶναι ἡ ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργείου γενομένη ἐξαγωγὴ, εἰς ἑξαετίαν δὲ ἀνατρέχει ἡ ἄνευ ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὡς ὀρυκτοῦ περιλαμβανομένου ἐν τῇ παραχωρήσει τοῦ μεταλλείου γενομένη ὑπὸ τῆς ἑταιρίας προηγουμένη ἐξαγωγή. Περὶ ταύτης τῆς ἐξαγωγῆς ἡ ἑταιρία ἰσχυρίζετο, ὅτι ἐνασκοῦσα ἴδιον δικαίωμα ἐποιεῖτο αὐτήν, χρεουμένη πρὸς τὸ Δημόσιον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, ὡς περιλαμβανομένου τοῦ ὀρυκτοῦ ἐν τῇ πρὸς αὐτὴν παραχωρήσει· ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη, κατόπιν τῶν γενομένων δοκιμασιῶν, ἀναγνωρίζει, ὅτι τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο εἶναι ἰδιοφυὲς, ὅτι ἐλάχιστον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ μολύβδου τοῦ συνυπάρχοντος μετὰ τοῦ ἀργύρου καὶ τοσοῦτον ἀσήμαντον, ὥστε παρακολούθημα τοῦ ἀργύρου δέον νὰ θεωρηθῇ ὁ μόλυβδος, καὶ οὐχὶ ὁ ἄργυρος παρακολούθημα τοῦ μολύβδου, ἀναγκαίως κατόπιν τούτων ἡ ἑταιρία δὲν ἀμφισβητεῖ πλέον, ὅτι τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο οὐχὶ κανονικῶς ἐξήγετο παρ’ αὐτῆς, καὶ ἑπομένως, ὅτι καὶ ἐπὶ τῷ ποσῷ τῷ ἀπὸ τοῦ 1884 μέχρι τοῦ 1886 ἐξαχθέντι ὀφείλει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν φορολογίαν, ἣν ἡ Βουλὴ ἤθελε κανονίσει περὶ τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου. Περὶ ἄλλων θεμάτων, σχετιζομένων πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐδὲν λέγω ἤδη, ἐπιφυλαττόμενος νὰ ὁμιλήσω ὅταν κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς διακοπείσης συζητήσεως αὐτοῦ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν’ τὰ ζητούμενα δ’ ἔγγραφα εἶναι τὰ ἐν τῷ σημειώματι τούτῳ.
§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δύναμαι νὰ βεβαιώσω καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδεμίαν μομφὴν ἠθέλησα ν’ ἀπευθύνω πρός τινα, εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον περὶ βαρυτίνης. Ὁ μόνος σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι ἡ χρησιμοποίησις ἑνὸς προϊόντος, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται οὐσιῶδες ἔσοδον εἰς τὸ Δημόσιον, ἡ ἔκθεσις δὲ ἡ ἐκτεταμένη τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ πείσῃ πάντα, ὅτι δὲν ἐπεδίωξα ἄλλο τι. Ἐὰν δ’ ἠναγκάσθην νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, εἰσῆλθον, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἠθέλησε νὰ εἴπῃ πράγματα μὴ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀκριβῆ, καὶ νὰ ἐπιῤῥίψῃ μομφὴν ἐπ’ ἐμοῦ, ὅτι ζητῶ ἔστω καὶ δι’ ἀτελοῦς τρόπου τὴν χρησιμοποίησιν τῆς περιουσίας ταύτης τοῦ Δημοσίου, καίτοι γνωρίζω ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν διὰ τελειοτέρου τρόπου νὰ ἐπιδιωχθῇ ἀμέσως ἡ χρησιμοποίησις τῆς περιουσίας ταύτης. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐζήτησε πληροφορίας ἐνταῦθα, τὰς ὁποίας θέλω τὸν παρακαλέσει ἐγὼ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Παρὰ τοῦ τμήματος τοῦ ἁρμοδίου ἐζήτησα ἀκριβῶς νὰ μοὶ δοθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἠδυνήθη τὸ τμῆμα νὰ ἀνεύρῃ.
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ τμῆμα.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀντίγραφα.
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύνασθε νὰ ἔχητε σεῖς ἀντίγραφα, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι καὶ ἄλλος τις ἐλησμόνησε καὶ ἔλαβε μαζῆ του τὰ πρωτότυπα. Τὰ μόνα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τὸ τμῆμα μοὶ ἔφερεν ἐν τῷ φακέλλῳ τῆς βαρυτίνης, ἦσαν ἐπιστολαὶ, δύο νομίζω, τοῦ κ. Σερπιέρη, εἰς τὰς ὁποίας ἐπισυνάπτεται καὶ ἔκθεσις τοῦ κ. Σερπιέρη τοῦ 1887, δι’ ἧς ὁ κ. Σερπιέρη ἔδιδε πληροφορίας ὑποθετικὰς περὶ τοῦ τί ἐνδέχεται νὰ δώσῃ ὡς ἔσοδον καθαρὸν καὶ ἀκαθάριστον ἡ βαρυτίνη. Μετὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο οὐδεμίαν ἄλλην εὗρον ἐνέργειαν, εἰμὴ σχέδια δύο νομίζω συντάξεως συμβάσεως, τὸ μὲν ἀναφέρον τὸ ὄνομα τοῦ κ. Σερπιέρη, τὸ δὲ ἀναφέρον τὸ ὄνομα τοῦ κ. Μάτσα.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἴτησιν.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· αἴτησιν τοῦ κ. Σερπιέρη εὗρον, τοῦ κ. Μάτσα ὄχι.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ κ. Μάτσα ἡ αἴτησις ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ εὗρον σχέδια συμβάσεως. Ἐν ταῖς συμβάσεσι δὲ ταύταις καὶ εἰς δύο σχέδια νόμων ὡρίζετο, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ λαμβάνῃ 4% ἐπὶ τῆς βαρυτίνης τῆς ἐχούσης 500 γραμμάρια ἀργύρου κατὰ τόνον, φθάνει δὲ ἡ ἀναλογία μέχρι 16% διὰ τὴν πλουσιωτέραν βαρυτίνην.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπογραφήν τινα δὲν εἶχον;
§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· σχέδια μόνον. Μετὰ τὴν ἔκθεσιν, ὡς εἶπον, τοῦ κ. Σερπιέρη τοῦ 1887, οὐδεμίαν ἄλλην ἐνέργειαν εὗρον· ἐπέμεινα νὰ ζητηθῶσιν αἱ διάφοροι λεπτομέρειαι, καὶ τὸ τμῆμα μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει ἄλλο τι. Δὲν ἐπέμεινα νὰ γείνῃ πληρεστέρα ἐπεξεργασία, διότι ἡ ἑταιρία, κατόπιν ἀλλεπαλλήλων αἰτήσεών μου, ἔστειλε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτουν· ἔχω δ’ ἐνταῦθα ἀντίγραφα τῶν λογαριασμῶν, τοὺς ὁποίους ἔστειλεν ἡ ἑταιρία. Οἱ λογαριασμοὶ αὐτοὶ ἄρχονται ἀπὸ τοῦ 1886 καὶ λήγουσιν εἰς τὸ 1890, τὸ ποσὸν δὲ, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ ἑταιρία, ἀνέρχεται, κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς, εἰς 19 χιλιάδας τόννων. Δὲν εἶχε δίκαιον ἑπομένως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσολογγίου νὰ νομίζῃ, ὅτι ἐγὼ ἦλθον ἐδῶ, διὰ νὰ τὸν μεμφθῶ, διότι ἔδωκεν ἄδειαν 20,000 τόννων· ὑπέθετον ὅτι εἶχε δώσει τὴν ἄδειαν ταύτην, καὶ ὑπέθετον τοῦτο, χωρὶς νὰ θέλω νὰ τὸν μεμφθῶ· διότι, ἐὰν ὑπέθετον, ὅτι ἐπέτρεψεν εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ ἐξαγάγῃ 9,000 τόννων ἄνευ ἀδείας, καὶ διὰ τὰς 9 ταύτας χιλιάδας τόννων, τὰς ὁποίας ἐξήγαγεν ἄνευ ἀδείας, δὲν ἐζήτησε πληροφορίας, λογαριασμοὺς, βεβαίως ἤθελον θεωρήσει αὐτὸν πολὺ πλέον ὑπεύθυνον καὶ πολὺ πλέον ἄξιον μομφῆς, παρὰ ἐὰν εἶχε δώσει τὴν ἄδειαν, ἡ ὁποία ἐδίδετο καὶ δι’ ἄλλα μεταλλεύματα. Ἰσχυρίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι ἐγένετο τακτικὴ ἐξέλεγξις, καὶ ὅτι ἐδίδοντο τακτικαὶ πληροφορίαι παρὰ τῆς ἑταιρίας. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἠρύσθην ἐγὼ παρὰ τοῦ τμήματος καὶ τὰς ὁποίας ἐπαναλαμβάνω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐβεβαιώθην, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς βεβαιώσεως ταύτης βεβαιῶ καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπολύτως οὐδεμία ποτὲ ἐγένετο ἐξέλεγξις τῶν βιβλίων τῆς ἑταιρίας, ἀπολύτως οὐδεμία πληροφορία ἐδόθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἥτις πληροφορία νὰ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα τὸν ἐπίσημον καὶ νὰ μείνῃ ὡς πληροφορία τοῦ Ὑπουργείου· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐδόθη εἰς ἄτομον ἢ ἰδιώτην, ἢ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσσολογγίου ὡς ἄτομον καὶ ὄχι ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἔχει πληροφορίαν. Ὅτι δὲ οὐδεμία ἐδόθη πληροφορία, ἀποδεικνύουσι καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας δίδει ἡ ἑταιρία, αἵτινες εἶναι γενικαὶ πληροφορίαι, ἀφορῶσαι τὸ ὅλον τῆς ἐργασίας. Τὸ τμῆμα εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἄγνοιαν τῶν ἐργασιῶν τούτων, ὥστε ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, ὁ ὀρυκτολόγος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν εἶναι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, μοὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐξελέγχει τὸ σύνολον τῶν πληροφοριῶν τούτων, καὶ τὸ ἐξελέγχει ὄχι στηριζόμενος ἐπὶ προηγουμένης τινὸς πληροφορίας τῆς ἑταιρίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἰδίου κ. Σερπιέρη, ἥτις ἐδόθη εἰς τὰ 1887 καὶ ἥτις εἶναι ἡ μόνη πληροφορία, ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας σήμερον δίδει ἡ ἑταιρία· ἐν τῇ ἐκτιμήσει δὲ, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ὁ ὀρυκτολόγος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπάρχει διαφορὰ κατὰ 700% ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ἡ ἑταιρία· διότι, ἐνῷ ἡ ἑταιρία διὰ μὲν τοὺς 9,539 τόννους, τοὺς ὁποίους κατειργάσθη ἐν Ἑλλάδι, παρουσιάζει καθαρὸν κέρδος 89,573 δραχμῶν, διὰ δὲ τοὺς 9,846 τόννους, τοὺς ὁποίους κατειργάσθη ἐν Εὐρώπῃ, παρουσιάζει καθαρὸν κέρδος μόνον 35,880 δραχμῶν, ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, στηριζόμενος ἐπὶ ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει του, ἀναβιβάζει τὸ ἔσοδον τὸ καθαρὸν τῶν 19 τούτων χιλιάδων τόννων, κατὰ μὲν ἕνα ὑπολογισμὸν εἰς 890,000 δραχμὰς, κατὰ δὲ ἄλλον, εἰς 823,000· ὁ τελευταῖος δ’ οὗτος ὑπολογισμὸς δὲν εἶναι θεωρητικὸς, διότι ἀναφέρει καταστήματα ἐν Εὐρώπῃ, τὰ ὁποῖα ἀνάλογα μεταλλεύματα κατωτέρας ποιότητος τοῦ ἰδικοῦ μας μεταλλεύματος ἀγοράζουσιν εἰς τιμήν, ἥτις ἤθελεν ἀφήσει τὸ κέρδος τοῦτο, ἐὰν ἤθελε πωληθῆ τὸ μετάλλευμα εἰς τὰ καταστήματα αὐτά.
§63ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἔκαμε τὴν ἔκθεσιν αὐτήν;
§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μοὶ τὴν ἔδωκε σήμερον τὴν πρωΐαν. Ὁ τελευταῖος λογαριασμὸς, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ἡ ἑταιρία Σίφνου καὶ Εὐβοίας, φέρει χρονολογίαν τῆς 19 Φεβρουαρίου.
§65ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ὀρυκτολόγος;
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Λύβας.
§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ ἐστηρίχθη ὁ ὀρυκτολόγος; εἰς τὸν λογαριασμὸν τοῦ κ. Σερπιέρη;
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ἰδίας του μελέτας.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τίνα ἡμερομηνίαν ἔχει ἡ ἔκθεσις;
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῆς 23 Φεβρουαρίου 1891, δηλ. σημερινήν.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ πῶς σᾶς ὑπέβαλεν αὐτήν;
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ὑπέβαλε διότι τῷ ἔδωσα νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς ἑταιρίας, καὶ νὰ μοὶ εἴπῃ ποῖον εἶναι τὸ καθαρὸν ἔσοδον τῆς βαρυτίνης.
§73ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Εἶναι ἐπίσημος ἀνάλυσις τοῦ Ὑπουργείου;
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀνάλυσις τῆς βαρυτίνης εἶναι ἡ ἐπεξεργασία τῶν 19,000 τόννων. Ὁ κ. Λύβας ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸ περιεχόμενον ἐξ ἀργύρου ἐν ἑκάστῳ τόννῳ, καὶ εὑρίσκει, ὅτι τόσοι τόννοι, περιέχοντες περίπου τόσα γραμμάρια ἀργύρου, ἀφίνουσι τόσον κέρδος· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ποιήσηται ἀνάλυσιν, ἀφοῦ ἡ ἀνάλυσις αὕτη δύναται νὰ δείξῃ εἰς τεμάχιά τινα 10 ἢ καὶ 20 γραμμάρια ἀργύρου κατὰ τόννον, εἰς ἄλλα δὲ τεμάχια ἄνω τῶν χιλίων γραμμαρίων κατὰ τόννον. Θὰ παρακαλέσω δὲ συνάμα τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀντίγραφον τῆς συνεννοήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἦλθε μετὰ τῆς ἑταιρίας Σίφνου καὶ Εὐβοίας, καὶ διὰ τῆς ὁποίας αὕτη παρεδέχθη νὰ ὑποβληθῇ εἰς πάντα φόρον. Ἐπίσης τὸν παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἐκ τῶν διαφόρων ἐξετάσεων, ἃς ἐποιήσατο τὸ Ὑπουργεῖον, διότι τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα θέλουσι χρησιμεύσει διὰ νὰ ἴδῃ τὸ Ὑπουργεῖον, κατὰ πόσον εἶναι ἀκριβεῖς οἱ λογαριασμοὶ τῆς ἑταιρίας, ἢ οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, ὁρμώμενος, ἐμελέτησα τὸ ζήτημα διαφοροτρόπως, καὶ εἶδον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς συμπέρασμα ἄλλο, θετικὸν καὶ βάσιμον, εἰμὴ εἰς ὅ,τι ἤλθομεν. Ἀλλ’ ὅπως ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον, τὸ ζήτημα τῆς βαρυτίνης δι’ ἐμὲ δὲν ἦτο ἄλλο τι, εἰμὴ ἁπλούστατον ζήτημα περιουσίας τοῦ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ χρησιμοποιήσω, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ αὕτη, οὐδὲν δ’ ἄλλο ἐπεδίωκον δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Καταθέτω ἀντίγραφα τῶν λογαριασμῶν τῆς ἑταιρίας καὶ ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου.
§75ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῶσι.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 231.)
§77ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Γινώσκω ὅτι ὁ κ. Δαμβέργης, μεταβὰς ἐπὶ τόπου, ἐποιήσατο πολλὰς δοκιμασίας καὶ πολλὰς ἐξελέγξεις, ἐπανελθὼν δὲ, συνέταξε τὴν δέουσαν ἔκθεσιν, μακρὰν καὶ ἐπιστημονικήν. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, ὡς εἶμαι πληροφορημένος, δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ τὸ βεβαιώσω, ὁ κ. Δαμβέργης δὲν εὗρε τὰ μεταλλεύματα ταῦτα τόσον πλούσια καὶ τόσον σπουδαῖα, ὅπως παρίστανται σήμερον διὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Λύβα, καὶ ἔρχομαι νὰ πιστεύσω περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ γεγονότος ἐκείνου, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγου μᾶς εἶπεν, ὅτι εὗρε σχέδια νόμου, παρεσκευασμένα δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποῖον, εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τοῦ ὁποίου νομοσχεδίου ἐκανονίζετο ἡ φορολογία εἰς 4%. Ἐὰν λοιπὸν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, τότε πιστεύω, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Δαμβέργη παρίστα τὰ μεταλλεύματα ταῦτα ὡς ἀνωτέρω εἶπον. Ἐν τούτοις βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ κ. Δαμβέργης ἔκαμεν ἔκθεσιν μακρὰν καὶ σπουδαίαν.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄπως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ νομοσχέδιον ὑπέβαλεν, ὡς λέγει, ἵνα ἐκθέσῃ τὰ περὶ σπουδαίας περιουσίας τοῦ Δημοσίου, οὕτω καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον τὰς παρατηρήσεις, ἃς χθὲς ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλήν, διότι ἐθεώρησα, ὅτι περὶ τοσοῦτον σπουδαίας περιουσίας δὲν ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τοσαύτην ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἔπρεπεν ἐπὶ περιουσίας, περὶ ἧς παρουσιάζεται διαφορὰ ἐκτιμήσεως μεταξὺ ἑταιρίας καὶ τοῦ ὀρυκτολόγου τοῦ Ὑπουργείου, ὁποία ἡ πρὸ μικροῦ ἀνακοινωθεῖσα, δὲν ἔπρεπεν ἐπὶ τοιαύτης περιουσίας ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς ὁριστικὰς ἀποφάσεις, πρὶν ἢ λάβῃ ἀκριβεστέρας πληροφορίας· τυγχάνων δ’ ἐγὼ ἐν κατοχῇ πληροφοριῶν πληρεστέρων, ὅσων οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι περὶ τοῦ θέματος, ἐνόμισα ἐπιβαλλόμενόν μοι νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν σπουδαιότητα αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐκφράσω γνώμην, ὅτι τοιαύτη ἐξουσία, ὁποία ζητεῖται, προκειμένου περὶ τοιαύτης περιουσίας, δὲν ἔπρεπε νὰ χορηγηθῇ, τοὐλάχιστον πρὶν ἢ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει πάντα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπέ τινα, προδήλως τείνοντα εἰς ἔνδειξιν, ὅτι δὲν εἶχεν ἀσχοληθῆ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον μετὰ τῆς δεούσης ἐπιμελείας εἰς τὸ θέμα, ἐνᾧ ἐγὼ ἠξίουν, ὅτι ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἐδείχθημεν τὰ μάλα ἄγρυπνοι, δυνηθέντες νὰ ἐννοήσωμεν ἀρκετὰ ταχέως, ὅτι ἰδιοφυές τι ὀρυκτὸν ἐξήγετο ἐκ τοῦ μεταλλείου Σίφνου καὶ Εὐβοίας, ὁμοιάζον κατὰ πολὺ πρὸς τὸ ὀρυκτόν, περὶ οὗ εἶχε λάβει παραχώρησιν ἡ ἑταιρία, ἀλλὰ μὴ ὑπαγόμενον εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ παρακεχωρημένου, ἐφ’ ᾧ καὶ ἀπηγορεύσαμεν τὴν ἐξαγωγήν. Κατόπιν ἐδώσαμεν ἄδειαν ἐξαγωγῆς πρὸς δοκιμαστικὴν κατεργασίαν, ἥτις βεβαίως ἀπεδείχθη χρησιμωτάτη, ἀφοῦ σήμερον, ὁδηγούμενοι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δοκιμασιῶν, θέλομεν κανονίσει τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ μεταλλεύματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν εὑρίσκει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τὰ ἔγγραφα περὶ τῶν πρὸς τὴν ἑταιρίαν συνεννοήσεων τῆς Κυβερνήσεως· τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ἀφοῦ τὰ παρ’ ἐμοῦ προσκομιζόμενα ἀντίγραφα φέρουσι πάντα τ’ ἀποδεικνύοντα, ὅτι εἶναι πρωτοκεκολλημένα ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Ὑπουργείου· ἐνέδειξε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἀμφιβολίας, ἂν ἦναί που ἀναγεγραμμένη ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἑταιρίας, ἵνα καταβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον ὅ,τιδήποτε ἤθελε κανονισθῆ ὡς φόρος, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν ἀποδειχθῇ τὸ κανονισθησόμενον ἀνώτερον τοῦ ποσοστοῦ, τοῦ κατὰ τὸν κείμενον νόμον περὶ μεταλλείων ἐπιβαλλομένου. Ἡ ὑποχρέωσις εὕρηται ἀναγεγραμμένη ἐν ταῖς διαταγαῖς, ὧν αἰτοῦμαι τὴν προσκόμισιν καὶ ὧν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ παρ’ αὐτῆς τῆς ἑταιρίας τὰ πρωτότυπα, τὰ φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι τὰ αἰτούμενα εἶναι ἔγγραφα ἀποσταλέντα πρὸς τὴν ἑταιρίαν.
§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἐντρέπομαι νὰ ζητήσω τὰ ἔγγραφα τὰ ἐξελθόντα τοῦ Ὑπουργείου.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τί συμβαίνει ἤδη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω· ἠξεύρω ὅμως, ὅτι, ὅταν ἐγὼ προϊστάμην αὐτοῦ, τὰ τμήματα πάντα, ἀλλ’ ὡρισμένως τὸ τμῆμα τὸ ὀρυκτολογικὸν διηυθύνετο τοσοῦτον ἐπιτυχῶς ὑπὸ τοῦ κ. Δαμβέργη, ὥστε ἐθαύμαζα τὴν κανονικότητα τῆς λειτουργίας αὐτοῦ.
§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Λύβας διευθύνει τὸ τμῆμα· ὁ κ. Δαμβέργης διηύθυνεν ὁλόκληρον τὸ τμῆμα τῶν μονοπωλίων.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Δαμβέργης διηύθυνε καὶ τὸ τμῆμα τοῦτο, ὁ δὲ κ. Λύβας ἦτο βοηθὸς ἐν τῷ τμήματι. Ὁ κ. Δαμβέργης εἶναι ἔξοχος ἐπιστήμων, ὡς διευθυντὴς δὲ τοῦ τμήματος ἀνέπτυξεν εἰδικότητα διοικητικὴν οὐ τὴν τυχοῦσαν, ὅπως καὶ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ κ. Ἐμμανουὴλ Δραγούμης. Καὶ οὗτος ἀπεδείχθη λίαν διακεκριμένος ὑπάλληλος· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι, ὅτε ἀπεχώρει ὁ κ. Δραγούμης ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ἤμην στενοχωρημένος, βλέπων σπουδαῖον κλάδον τῆς ὑπηρεσίας κινδυνεύοντα νὰ μείνῃ ἐστερημένος ἐπαρκοῦς διευθύνσεως, μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν ὅμως τοῦ κ. Δαμβέργη ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ τμήματος δὲν ἐβράδυνα νὰ πεισθῶ, ὅτι εἶχεν ἀναπληρωθῆ τὸ κενὸν καὶ ὅτι ὁ κ. Δαμβέργης ἦτο ἱκανὸς, ὅσον καὶ ὁ κ. Ἐμμανουὴλ Δραγούμης.
§83ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι ὡς διευθυντὴς τμήματος, ὡς ὀρυκτολόγος.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ εἰδικότης τοῦ κ. Δαμβέργη ὡς ὀρυκτολόγου εἶναι ἀναμφήριστος, ἀπεριόριστος δὲ ὁ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ζῆλος αὐτοῦ, οὐ μόνον ἐκτελοῦντος πᾶσαν ἐργασίαν ἀνατεθειμένην αὐτῷ, ἀλλ’ ἀσκοῦντος καὶ τὴν ἀνήκουσαν εἰς διευθυντὴν τμήματος πρωτοβουλίαν.
§85ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ ἐτράπη εἰς φυγήν;
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ παρεκάλεσα καὶ τὸν κ. Δαμβέργην καὶ τὸν κ. Φλῶρον νὰ μὴ ἀποχωρήσωσιν, ἀλλ’ οὗτοι ἐπέμεινον εἰς τὴν αἴτησιν αὐτῶν, ἵνα, ὥς μοι εἶπον, προλάβωσι τὴν βεβαίαν, κατὰ τὴν γνώμην των, ἀπομάκρυσιν αὐτῶν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας διὰ τρόπου, ὅστις θὰ τοῖς ἦτο δυσάρεστος. Παρέστησα εἰς αὐτοὺς τὴν ὑπὸ τῶν διαδόχων Ὑπουργῶν ἀπόλυσιν ὡς ἀπίθανον, πάντως δὲ ὡς μηδεμίαν ἐπαγομένην εἰς αὐτοὺς προσβολήν· ταὐτὰ ἐπανειλημμένως παρέστησα καὶ πρὸς τὸν γενικὸν γραμματέα κ. Νικολόπουλον, καὶ ὁ κ. Νικολόπουλος ἐπείσθη εἰς τοὺς λόγους μου, ἀλλ’ ἀπεδείχθη τὴν ἐπαύριον τῆς ἀναῤῥήσεως τοῦ νέου Ὑπουργείου, ὅτι ἀσφαλέστερον ἔκρινον οἱ ἄλλοι καὶ οὐχὶ ὁ κ. Νικολόπουλος.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς ἤθελε μείνει, ἀφοῦ ἡ θέσις του εἶναι θέσις ἐμπιστοσύνης; Ἐὰν θέλητε νὰ ἐλέγξητε τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀπολυσάσης ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὑπάλληλον, τότε προκαλέσατε ἰδίαν συζήτησιν, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν σκέπτεσθε ὀρθῶς. Ὁ κ. Νικολόπουλος ἦτο γενικὸς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς γενικὸς γραμματεὺς δ’ ἐξετέλει καθήκοντα οὐχὶ ἀλλότρια τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ἦτο δυνατὸν ἑπομένως νὰ μείνῃ ἐργαζόμενος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ· ἐὰν δὲ ὁ κ. Δαμβέργης ἢ ὁ κ. Φλῶρος ἀπῆλθον, ἐνήσκησαν δικαίωμα. Πολλοὶ ὅμως ὑπάλληλοι τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου περιέπεσαν εἰς παρεκτροπὴν ἀξίαν μνείας, ὡς πολλοὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, σπεύσαντες ἅμα τῇ παραιτήσει τοῦ Ὑπουργείου νὰ ζητήσωσι καὶ λάβωσι παρ’ αὐτοῦ ἀδείας ἀπουσίας· ἄπορον μάλιστα, πῶς οἱ προκάτοχοι, ἀφοῦ εἶχον δώσει τὰς παραιτήσεις των, προέβησαν εἰς πράξεις, διότι πρᾶξις εἶναι ἡ χορηγία ἀδείας ἀπουσίας.
§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Φλῶρος δὲν ἀπεσύρθη, δὲν ἔδωκε τὴν παραίτησίν του, διὰ νὰ λεχθῇ, ὅτι ἤθελε νὰ μὴ ὑποβληθῇ εἰς παῦσιν· ὁ κ. Φλῶρος ἐπαύθη παρ’ ὑμῶν, ἐπαύθη δὲ παρ’ ὑμῶν, διότι βεβαίως δὲν ἤθελε νὰ μείνῃ ἐν τῷ Λογιστηρίῳ καὶ ζητηθῶσι παρ’ αὐτοῦ λογαριασμοὶ, τοὺς ὁποίους δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἀπηυθύνεσθε καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. Φλῶρον διὰ τρόπου περιποιητικοῦ, ὡς προσῆκεν εἰς τοιοῦτον ὑπάλληλον, ὁ κ. Φλῶρος δὲν θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπείθετο, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν· ἀλλ’ ὁ κ. Φλῶρος προέβλεπεν, ὅτι ἤθελεν ἀπολυθῆ διὰ τρόπου, ὅστις θὰ τῷ ἦτο δυσάρεστος· τοῦτο προέβλεπον καὶ ὁ κ. Δαμβέργης καὶ ὁ κ. Νικολόπουλος· μόνος δ’ ὁ κ. Νικολόπουλος, ἐπὶ πολὺ ἐπιμείνας εἰς τὴν αἴτησιν περὶ ἀποχωρήσεως, ὑπέκυψε τέλος εἰς τὴν γνώμην μου, ἧς ὅμως τὸ ἀβάσιμον ἀπεδείχθη ἀκαριαίως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ἤδη, ὅτι τοῦτο ἔπρεπε νὰ γείνῃ, διότι ὁ κ. Νικολόπουλος ἦτο γενικὸς γραμματεύς, καὶ ἡ θέσις τοῦ γενικοῦ γραμματέως εἶναι θέσις ἐμπιστοσύνης· ἐγὼ εἶχον γνώμην διάφορον, ὅτι ἡ θέσις τοῦ γενικοῦ γραμματέως δύναται νὰ ἦναι θέσις ἐμπιστοσύνης, δύναται καὶ νὰ μὴ ἦναι θέσις ἐμπιστοσύνης. Ὁ κ. Νικολόπουλος δὲν διωρίσθη ὑπὸ τῆς πολιτικῆς εἰς ἣν κατεῖχε θέσιν, ὁ κ. Νικολόπουλος ἦτο ἀρχαιότατος καὶ δοκιμώτατος ὑπάλληλος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, προήχθη δὲ ἀπὸ τμηματάρχου εἰς γενικὸν γραμματέα, κενῆς οὔσης τῆς θέσεως, ὅτε, γενομένων ἄλλων προβιβασμῶν ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ εἰς θέσεις ἀνωτέρας τῆς τοῦ τμηματάρχου, θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ παραλειφθῇ οὗτος ἐν τοῖς προβιβασμοῖς. Εἰς τὰς ἐξηγήσεις ταύτας προῆλθον οὐχὶ ἐξ ἐμῆς πρωτοβουλίας, ἀλλὰ προκληθεὶς ὑπὸ παρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος περὶ τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ κ. Δαμβέργη, εἰς ἣν ἐπεβάλλετό μοι ν’ ἀπαντήσω, ὅτι, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, ὁ κ. Δαμβέργης δὲν θ’ ἀπεχώρει ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι ὁ διάδοχός μου Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἐθεώρει τὴν διατήρησιν αὐτοῦ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὡς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ἤδη ἀναγινώσκω μίαν τῶν διαταγῶν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν συμφωνιῶν (ἀναγινώσκει): «Ἀρ. Πρωτ. 2591 Τμῆμα Ηʹ. «Ἐν Ἀθήναις τὴν 8 Φεβρουαρίου 1888.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
«Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν «Πρὸς τὸν ἐντεταλμένον διαχειριστὴν τῆς μεταλλευτικῆς ἑταιρίας Σίφνου καὶ Εὐβοίας Φ. Σερπιέρην «Ἐνταῦθα. «Εἰς ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀπὸ 4 λήξαντος μηνὸς ἀναφοράν σας ἐπιτρέπομεν εἰς τὴν παρ’ ὑμῶν ἀντιπροσωπευομένην ἑταιρίαν, ὅπως παρατείνῃ ἐπὶ ἓξ ἔτι μῆνας ἀπὸ σήμερον τὰς ἐνεργουμένας δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 50,816 ἀπὸ 2 Ἰουνίου 1887 ἐν Μήλῳ μεταλλομαστευτικὰς ἐργασίας ἐν τῷ χώρῳ τοῦ παρακεχωρημένου τῷ κ. Α. Ρικάκῃ διὰ τοῦ ἀπὸ 25 Φεβρουαρίου 1880 Β. διατάγματος πρὸς μετάλλευσιν ἀργυρούχου μολύβδου, ἐφ’ ὅσον ὁ χῶρος οὗτος ἀνήκῃ εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ νὰ ἐξορύξῃ μέχρι τεσσάρων χιλιάδων τόννων ἀργυρούχου βαρυτίνης, ἐπιτρέπομεν δ’ ἐπίσης νὰ μεταφέρῃ αὐτὴν εἰς Λαύριον, χάριν δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν, πρὸς ἐξαγωγὴν τοῦ ἀργύρου, ἢ νὰ ἐπιχειρήσῃ τὰς δοκιμαστικὰς ταύτας ἐργασίας ἐν Μήλῳ, ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους. «Κατὰ πᾶσαν φόρτωσιν μεταλλευμάτων ἀργυρούχου βαρυτίνης ἐν Μήλῳ πρὸς μεταφορὰν εἰς Λαύριον ὀφείλει ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρίας Σίφνου καὶ Εὐβοίας νὰ καταθέτῃ ἐγγύησιν, ὅτι τὸ μετάλλευμα θέλει μετενεχθῆ εἰς Λαύριον ἀποκλειστικῶς χάριν δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν πρὸς ἐξαγωγὴν τοῦ ἀργύρου. Ἐπίσης δέον νὰ δηλῶται ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἀντιπροσώπου εἰς τὸν Οἰκονομ. Ἔφορον Μήλου τὸ ποσὸν μεταλλεύματος ἀργυρούχου βαρυτίνης, τὸ μεταφερόμενον ἐκ τοῦ μεταλλείου πρὸς ἐκτέλεσιν δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν ἐν Μήλῳ. «Διὰ τὰ μεταφερόμενα εἰς Λαύριον ποσὰ καὶ τὰ ἐν Μήλῳ κατεργαζόμενα, ὀφείλει ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρίας Σίφνου καὶ Εὐβοίας νὰ καταθέτῃ ἐγγύησιν, διὰ μὲν τὰ πρῶτα παρὰ τῷ τελώνῃ, διὰ δὲ τὰ δεύτερα παρὰ τῷ Οἰκονομικῷ Ἐφόρῳ Μήλου, ὅτι διὰ τὰ ποσὰ ταῦτα θέλει πληρωθῆ οἱοσδήποτε φόρος ὁρισθῇ ὁπωσδήποτε, εἴτε συμφώνως πρὸς τὸν περὶ μεταλλείων νόμον, εἴτε δι’ ἑτέρου νόμου. «Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θέλει κανονίσει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἐξελέγχηται τὸ μεταφερόμενον χάριν δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν ἐν Λαυρίῳ ἢ Μήλῳ ποσὸν, δύναται δὲ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν παροῦσαν ἄδειαν, ἂν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρίας Σίφνου καὶ Εὐβοίας δὲν συμμορφῶται πρὸς τὸν κανονισμὸν τοῦτον, ἢ δὲν δηλώσῃ ἀκριβῶς τὰ μεταφερόμενα ποσά. Ἐπίσης δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν παροῦσαν καὶ διὰ πάντα ἄλλον λόγον. «Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δικαιοῦται πρὸς τούτοις νὰ ἐνεργῇ οἱονδήποτε ἔλεγχον κρίνῃ πρόσφορον πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ἐξορυσσομένου καὶ κατεργαζομένου ποσοῦ ἀργυρούχου βαρυτίνης καὶ τῆς ἀξίας τοῦ παραγομένου προϊόντος· πρὸς τοῦτο δὲ ἡ παρ’ ὑμῶν ἀντιπροσωπευομένη ἑταιρία ὀφείλει νὰ δέχηται πάντα ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου, ὅπως ἐξετάζῃ τὰ βιβλία αὐτῆς, τὰς μεταλλομαστευτικὰς ἐργασίας, τὰς ἀποθήκας καὶ τὰ ἐργοστάσια, ἐν οἷς ἐκτελοῦνται αἱ ἐπὶ τῆς ἀργυρούχου βαρυτίνης δοκιμαστικαὶ ἐργασίαι. Ὁ Ὑπουργός». Ἀπεστάλη δὲ, ὡς εἶπον, εἰς Μῆλον ὁ κ. Δαμβέργης, ὅστις ἐπανελθὼν ἀνήνεγκε πρός με προφορικῶς περὶ τῆς ἀποστολῆς, μοὶ παρέσχε δὲ καὶ σημειώματα, ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου, ἀναγκαῖα εἰς τὸ καταρτιζόμενον νομοθετικὸν μέτρον.
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγένετο καὶ ἐξέλεγξις τῶν βιβλίων τῶν ἐργασιῶν;
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπισήμως καὶ καθ’ ὅλους τοὺς τύπους ἐξέλεγξις θὰ ἦτο ἔτι πρόωρος. Ὁ κ. Δαμβέργης ἐστάλη εἰς Μῆλον, ἵνα μὲ φωτίσῃ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ ἐξετάσῃ τὰ βιβλία, δὲν ἐστάλη ὅμως ἐπὶ ἐπισήμῳ ἐντολῇ, ὅπως ἡ ἐξέτασις τῶν βιβλίων ἀπολήξῃ εἰς πρᾶξιν καὶ πρωτόκολλον.
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξηλέγχθησαν τὰ βιβλία;
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εὐθὺς κατόπιν τῆς πρὸς τὴν ἑταιρίαν συμφωνίας εἶχε σταλῆ ὁ κ. Δαμβέργης εἰς Μῆλον, ὅστις καὶ τὰ βιβλία καὶ τὰ τοῦ μεταλλεύματος γενικώτερον ἐξήτασεν· ἡ ὁριστικὴ ὅμως τῶν βιβλίων ἐξέτασις μόνον μετὰ τὸ πέρας τῶν δοκιμαστικῶν ἐργασιῶν ἠδύνατο νὰ γενῇ. Τὰ δὲ σχέδια, ἅτινα τυχὸν εὑρίσκονται ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ οἰκείου τμήματος, ταῦτα οὔτε παρὰ τοῦ κ. Δαμβέργη οὔτε παρὰ τοῦ κ. Λύβα ἀνεκοινώθησαν πρός με, ἵνα τύχωσι τῆς ἐγκρίσεώς μου, εἶναι δὲ, ὡς φαίνεται, ἀδέσποτοι μελέται, οὐδεμίαν ἔχουσαι σχέσιν πρὸς τὸν παρ’ ἐμοῦ παρασκευαζόμενον κανονισμὸν τοῦ θέματος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων παρετήρησε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ φόρος ὁ καθοριζόμενος ἐν τοῖς σχεδίοις, ὧν ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεικνύει ὅτι ὁ κ. Δαμβέργης εἶχε γνώμην, ὅτι τὰ μεταλλεῖα ταῦτα δὲν εἶχον μεγάλην ἀπόδοσιν. Δὲν θ’ ἀπεδείκνυε τοῦτο τὸ ἀνακοινωθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ σχέδια ἐκεῖνα ἦσαν τοῦ κ. Δαμβέργη· διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ φόρος 4% θὰ ἐπεβάλλετο ἐπὶ τῆς βαρυτίνης τῆς περιεχούσης κατὰ τόννον 200 γραμμάρια ἀργύρου.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. 500.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 200 γραμμαρίων κατὰ τόννον εἶναι ἡ κατωτάτη περιεκτικότης.
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν εἶσθε ἐν γνώσει τοῦ σχεδίου.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδαμῶς.
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς ἐξάγετε τοῦτο;
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς εἴπετε, ὅτι ἄρχεται ὁ φόρος ἀπὸ τῆς κατωτάτης βαθμίδος, τὸ παρ’ ὑμῶν δὲ ῥηθὲν σχολιάζω, λέγων ὅτι τὴν κατωτάτην βαθμίδα κατέχει ἡ βαρυτίνη, ἡ περιέχουσα 200 γραμμάρια κατὰ τόννον, διότι ἀπὸ τοῦ ὅρου τούτου τῆς περιεκτικότητος ἄρχεται τὸ βιομηχανικῶς ἐκμεταλλεύσιμον τοῦ ὀρυκτοῦ, οἱ δὲ πίνακες, οὓς ἀνέγνωσα πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν περιελαμβάνουσι διαβάθμισιν κατωτέραν τῆς περιεκτικότητος 200 γραμμαρίων ἀργύρου. Ἡ φορολογία τοῦ ὀρυκτοῦ τοιαύτης περιεκτικότητος ἔσται, ὡς εἰκός, ἐλαχίστη, ἀφοῦ τὸ ἐκ τῆς κατεργασίας κέρδος ἔσται ἐλάχιστον. Μέτρον τῆς σημασίας τοῦ φόρου παρέχει ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τὸ ὀρυκτόν, τὸ κατὰ λόγον τοῦ περιεχομένου ἀργύρου κατέχον τὴν τοῦ μέσου ὅρου διαβάθμισιν, κατὰ δὲ τὰ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου σημειώματα, κατὰ μέσον ὅρον περιέχει γραμμάρια ἀργύρου 410 ὁ τόννος τῆς βαρυτίνης, ὁποία παρουσιάζεται ἐν τῇ νήσῳ Σίφνῳ.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόθεν τὸ γνωρίζετε;
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τοῦ πίνακος, ὃν εἰς ἐπήκοον ὑμῶν ἀνέγνωσα χθές.
§102ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πότε;
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἐπαναλάβω τὸ περιεχόμενον.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ ἑταιρία Σίφνου.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πιθανῶς· διότι ἐν τοῖς καταστήμασιν αὐτῆς ἐξήλεγξεν ὁ κ. Δαμβέργης τὰ τῆς περιεκτικότητος. Κατὰ τὸν πίνακα λοιπὸν τοῦτον, ἐπὶ 100 τόννων βαρυτίνης 28 τόννοι περιέχουσιν ἄργυρον 200 γραμμαρίων, 25 τόννοι περιέχουσιν ἄργυρον 300 γραμμαρίων, 13 τόννοι περιέχουσιν ἄργυρον 400 γραμμαρίων, 18 πεντακοσίων, 8 ἑπτακοσίων, 7 χιλίων καὶ 1 δύο χιλιάδων.
§106ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι σημείωσις τῆς ἑταιρίας τῆς Σίφνου.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς σημειώσεις τῆς ἑταιρίας, ἀφοῦ κατόπιν τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἔλαβεν, ἐξετάσας τὰ βιβλία, ὁ κ. Δαμβέργης, μοὶ ἔδωκε τὸν πίνακα, ἐξ οὗ προκύπτει, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἑταιρίας καὶ τὸ συμπέρασμα τὸ ἐκ τῶν ἐν τοῖς βιβλίοις ἀναγραφῶν μέσος ὅρος περιεκτικότητος ἀργύρου κατὰ τόννον εἶναι τὰ 410 γραμμάρια. Ὁ τοιοῦτος προσδιορισμὸς τοῦ μέσου ὅρου ἐξηγεῖ κατὰ πολὺ καὶ τὴν διαφορὰν τῶν ἐκτιμήσεων τοῦ κέρδους ὑπὸ τῆς ἑταιρίας καὶ ὑπὸ τοῦ ὀρυκτολόγου τοῦ Ὑπουργείου. Ἐὰν, ἀντὶ νὰ ὑπολογισθῇ ὁ μέσος ὅρος τῆς περιεκτικότητος εἰς τὰ 410 γραμμάρια, ὑπολογισθῇ εἰς τὰ 500, γραμμάρια ἢ εἰς τὰ 600, τ’ ἀποτελέσματα μεταβάλλονται οὐσιωδῶς, οὐ μόνον διὰ τὴν μεγαλειτέραν ἀπόδοσιν τοῦ ἀργύρου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν μικροτέραν σχετικῶς δαπάνην, καὶ διότι, ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ ἀναλογία τοῦ περιεχομένου ἐν τῷ ὀρυκτῷ ἀργύρου, τοσούτῳ ὀλιγώτερος ἄργυρος καταστρέφεται ἐν τῇ πρὸς τὸν ἀποχωρισμὸν αὐτοῦ κατεργασίᾳ. Ἀλλ’ ὅπως ποτ’ ἂν ἔχωσι ταῦτα, ἐκ πάντων τῶν λεχθέντων καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως τοῦ νῦν διευθύνοντος τὸ τμῆμα ἐξάγεται ἀριδήλως ὅ,τι ἐπεχείρησα νὰ ἀποδείξω περὶ τῆς βαρυτίνης χθές, ὅτι πρόκειται περὶ περιουσίας σπουδαίας. Ἐὰν ἦναι τοσοῦτον σπουδαία ἡ περιουσία, ὡς τὴν παριστᾷ ὁ νῦν διευθύνων τὸ τμῆμα, ἢ ἂν ἦναι ὀλιγώτερον σπουδαία, πάντως ἡ δημοσία αὕτη περιουσία ἔχει ἱκανὴν σπουδαιότητα, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν αἴτησιν, ἣν χθὲς ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν προσιτὴν αὐτῷ πληροφορίαν καὶ μὴ ζητήσῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, πρὶν ἢ διὰ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἐπιχυθῇ πλῆρες φῶς ἐπὶ τὰ ψηφισθησόμενα.
§108ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδέποτε ἐζητήσαμεν οὐδὲ ἐσκέφθημεν νὰ ζητήσωμεν, ἵνα ψηφισθῇ νομοσχέδιον, χωρὶς ἡ Βουλή νὰ φωτισθῇ, οὐχὶ περὶ τοιούτου θέματος, ἀγνώστου τῇ Βουλῇ, προκειμένου, ἀλλὰ καὶ περὶ παντὸς ἄλλου.
§109ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν. Ἀναβάλλω τὴν ὁμιλίαν μου, μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· ὑποβάλλω δὲ μόνον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν συζήτησιν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 237).
§111ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς μομφῆς, ἣν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ γενικοῦ γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς, εὐθὺς ὡς ἔπεσεν ἐκ τῆς ἐξουσίας, ἐκάλεσε πάντας τοὺς φίλους του ὑπαλλήλους, καὶ εἶπεν αὐτοῖς, ὅτι, διὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ ἐπανέλθωσι ταχέως εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἶναι ἀνάγκη νὰ φροντίσωσι διὰ παντὸς μέσου νὰ κατορθώσωσι τοῦτο, νὰ μεταχειρισθῶσι πάντα τὰ μέσα, νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς ἡμᾶς καὶ ν’ ἀποτάξωσι μεθ’ ὅρκου τὸν ἀρχηγόν των κ. Τρικούπην, νὰ ὑποσχεθῶσιν ἡμῖν πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν, νὰ κολακεύσωσι, νὰ ἐξευτελισθῶσι, νὰ ταπεινωθῶσι· καὶ ἔδωσεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε τῆς οἰκογενειακῆς των τιμῆς νὰ φεισθῶσιν, ἵνα μείνωσιν εἰς τὰς θέσεις, ὅπως προδίδωσιν εἰς αὐτὸν τὰ ἀπόῤῥητα τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅπως δι’ αὐτῶν διαχειρίζηται αὐτὸς τὴν διοίκησιν καὶ πᾶσαν τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν.
§112ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ποῖοι ἔπραξαν τοῦτο; δὲν τοὺς ὀνομάζετε;
§113ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὀνομάσω, διότι ἔπραξαν οὕτω πάντες οἱ φίλοι σας ὑπάλληλοι.
§114ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Τινὲς ἀσυνείδητοι ἴσως.
§115ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιοῦτοι εἶναι ὅλοι οἱ φίλοι σας ὑπάλληλοι, καὶ ὅλοι διὰ ταπεινῶν μέσων κατώρθωσαν νὰ μείνωσιν εἰς τὰς θέσεις. Ὡμολόγησε δὲ ὁ ἴδιος κ. Τρικούπης πρὸ μικροῦ, ὅτι προέτρεψε τοὺς τμηματάρχας καὶ τοὺς γενικοὺς γραμματεῖς νὰ μὴ παραιτηθῶσιν, ἀλλὰ νὰ φροντίσωσι νὰ μείνωσιν, ὡς εἰδήμονες δῆθεν τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ σχέδιον ὑπῆρξε καταχθόνιον, ἀλλ’ εὐφυὲς καὶ ἐπιτυχὲς διὰ τὸν κ. Τρικούπην· οἱ φίλοι του ὑπάλληλοι προσῆλθον ἀμέσως εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς Βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως, ἔπεσαν εἰς τοὺς πόδας αὐτῶν, ὕβρισαν καὶ ἀπηρνήθησαν ψευδῶς τὸν ἀρχηγόν των κ. Τρικούπην, ὡρκίσθησαν πίστιν εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν, ἐκολάκευσαν πάσας τὰς ἀδυναμίας τῶν ἰσχυρῶν, μετεχειρίσθησαν ὅλα τὰ μέσα, ἐξηυτελίσθησαν, ἐταπεινώθησαν, καὶ ἐπέτυχεν οὕτω τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ἐπινοηθὲν σχέδιον, διότι μεταξὺ ἡμῶν εὗρον δυστυχῶς πολλοὺς ἀσθενεῖς χαρακτῆρας, μὴ ἐννοοῦντας τὴν διὰ τοῦ σχεδίου γιγνομένην προδοσίαν τοῦ ἐθνικοῦ κόμματος, καὶ κατώρθωσαν νὰ μείνωσιν εἰς τὰς θέσεις τὰ ἐννέα δέκατα τῶν ὀργάνων τοῦ κ. Τρικούπη δι’ ὧν οὗτος ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἔλαβε τὸ θάῤῥος νὰ ἐπιτεθῇ σήμερον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀπολυσάσης τὸν πρώην γενικὸν γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Οἷος παραλογισμός! Ποῦ ἠκούσθη, Κυβέρνησις νὰ διατηρήσῃ τοὺς γενικοὺς γραμματεῖς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Ἀλλ’ ἔχει δίκαιον νὰ λέγῃ τοιαῦτα καὶ ἀκόμη πλειότερα, ἀφοῦ ἡ ἰδική μας Κυβέρνησις ἐδείχθη τοσοῦτον δειλὴ, τοσοῦτον ἄτολμος, τοσοῦτον χλιαρὰ, ὥστε ἀφῆκε τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου εἰς χεῖρας τῶν ὀργάνων τοῦ κ. Τρικούπη, αὐτὴ δὲ ἀρκεῖται νὰ ᾖναι κατ’ ὄνομα μόνον Κυβέρνησις.
§116ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν κατέχει, κατήγγειλε σοβαρὸν ἔγκλημα, ὅτι ἀφῃρέθησαν ἔγγραφα σπουδαῖα, ἀφορῶντα εἰς μεγάλα συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν εὗρεν ἐν τῷ ἀρχείῳ, εἶναι χρήσιμα, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; Ἐὰν ναί, ὅπερ βέβαιον, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, δι’ ἀποφάσεώς της νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν τέως Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφῃρέθησαν.
§117ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ἐκφράζω τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἐὰν σᾶς παρακαλέσω νὰ τυπώσητε τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν βαρυτίνην, συγχρόνως δὲ νὰ συγκατατεθῇ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ καταθέσῃ πάσας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχει, ὅπως καὶ αὗται τυπωθῶσιν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή.
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα εἶναι ἔγγραφα, ὑπάρχοντα ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν τὰ εὑρίσκῃ ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου, δύναται νὰ ζητήσῃ αὐτὰ παρὰ τῆς ἑταιρίας, εἰς ἣν ἀπηυθύνθησαν. Σημείωσιν τῶν ἐγγράφων κατέθηκα.
§119ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα τὰ κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσίς των. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέχει ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μέχρις ὅταν γείνῃ γνωστὸν ποῖα εἶναι...
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατέθηκα σημείωσιν.
§121ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ κατὰ τὴν σημείωσιν λοιπὸν ἐκείνην ἔγγραφα νὰ ζητηθῶσι.
§122ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δυνηθῶ νὰ εὕρω τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θὰ τὰ καταθέσω, ἄλλως, θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ποῦ εὑρίσκονται.
§123ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, συμπληροῦν τὸν νόμον ᾼΡΚΑʹ περὶ συντάξεως τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 238).
§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω μετὰ τοῦ κ. συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 135,391 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως 1890. Μετὰ δὲ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1100 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1890. Κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ 30 περίπου συναδέλφων, περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τοὺς νόμους περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἄλλοτε ἐπιτροπῆς τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ ἐκ πρωτοβουλίας τῶν Βουλευτῶν καὶ ὅτι ἔδει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ αὐτό. Συμφώνως πρὸς τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκφρασθεῖσαν γνώμην, ἥτις εἶναι σύμφωνος καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα, ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ὑποβάλλω ὡσαύτως δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως προστεθῇ εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τούτου ποσὸν ἐπὶ πλέον τοῦ ἤδη ἀναγεγραμμένου ποσοῦ, τὸ μὲν ὑπὲρ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ δὲ δι’ ἀποζημίωσιν κτημάτων καταληφθέντων ὑπὸ τῆς διώρυγος τῆς Κορίνθου καὶ δι’ ἐκτέλεσιν συμπληρωτικῶν ἔργων τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου.
§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ παραπεμφθῇ λοιπὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ Ταμείου Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων δι’ ἀποζημίωσιν κτημάτων. Καταθέτω τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τηλεγραφικῶς παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ταμία, σχετικῶς πρὸς τὴν ζητηθεῖσαν πληροφορίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ ἔγγραφον τοῦ 1881 τοῦ τελώνου Ζακύνθου καὶ νῦν ἐπιθεωρητοῦ τῶν τελωνείων Λ. Σταυράκη περὶ τελουμένου ἐν Ζακύνθῳ λαθρεμπορίου. Καταθέτω τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐν πρωτοτύπῳ.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια καὶ δηλώσεις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 232–236).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἐξαγωγῆς ἰδιοκτήτων ἁλάτων Κερκύρας.
§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.). Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνδέεται μὲ ἕνα πόρον σπουδαῖον τοῦ Δημοσίου, συνδέεται μεθ’ ὅλης τῆς λειτουργίας τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν καὶ κατὰ πόσον δύναται νὰ ψηφισθῇ.
§131ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν· εἶναι μόνον ἓν ἄρθρον.
§132ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἀποκρούω τὸ νομοσχέδιον ἐκ τῶν προτέρων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἂν ἐπιτρέπῃ τὴν ψήφισίν του ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία.
§133ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, νὰ ἐξηγηθῶ.
§134ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν θὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀναβολὴ, τότε βεβαίως δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε· ἐὰν ὅμως δὲν ἐπιμείνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασίν του καὶ πρόκηται νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς ἕτερον, παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον πρῶτος.
§135ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν βλάπτει, ἂν συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§136ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις νόμου, περὶ ἧς πρόκειται, προετάχθη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀκριβῶς διότι δὲν ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, τῆς Κυβερνήσεως· διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἤθελεν ἀναγνώσει τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἤθελε ποτὲ συναινέσει νὰ προταχθῇ, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, νὰ ζητήσῃ ἐκ Κερκύρας παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τοῦ Νομάρχου, πληροφορίας περὶ τῆς σκανδαλωδεστάτης ταύτης ὑποθέσεως, οὐδέποτε ἤθελεν ἐπιτρέψει νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις νόμου αὕτη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἐὰν λοιπὸν πρόκηται νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις καὶ νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω. Ἐὰν ὅμως παρ’ ἐλπίδα ἐπιμείνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν θέσιν του καὶ γείνῃ συζήτησις, παρακαλῶ ὅπως λάβω τὸν λόγον. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐπιμένω, ὅπως ἡ ἀναβολὴ γείνῃ δεκτή, ἵνα ἀποφύγω τὴν συζήτησιν ταύτην, ἥτις ἔσεται λίαν σκανδαλώδης.
§137ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν.
§138ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον περιέχῃ διατάξεις, αἵτινες εἴτε ζημιοῦσι συμφέροντα τοῦ Κράτους, εἴτε ζημιοῦσι συμφέροντα δημοτικὰ ἢ κοινοτικά, ἢ ἀντιβαίνουσιν εἰς ἄλλους νόμους, τῶν ὁποίων αἱ διατάξεις θεωροῦνται ἐπιτακτικώτεραι, πάντα ταῦτα θέλουσιν ἀποδειχθῆ ἐν τῇ συζητήσει. Ἐὰν δὲ συζητηθῇ ἐν αὐτῇ τῇ πρώτῃ ἀναγνώσει, οὐδεμία ζημία ἐπέρχεται εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐξ ἐναντίας θέλει φωτισθῆ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν δ’ ἡμεῖς ἠθέλομεν ἀποκλείσει ἀπὸ τῆς συζητήσεως τὸ νομοσχέδιον, ἠθέλομεν πράξει πρᾶξιν ἄτοπον, διότι ἄτοπον εἶναι νὰ ἐπιθυμήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ἰδίαν ἡμῶν κρίσιν ἐπὶ τὴν γνώμην καὶ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προβῇ εἰς πρώτην συζήτησιν, ὅπως σχηματίσῃ ἀπὸ τοῦδε γνώμην.
§139ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λοιπὸν τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Λυποῦμαι πολύ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔγεινε δεκτὴ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι εὑρίσκομαι ἠναγκασμένος νὰ συζητήσω περὶ θέματος, τὸν ὁποῖον βεβαίως ἐπεθύμουν νὰ ἀποφύγω. Ἡ πρότασις νόμου, Κύριοι, ἐπιγράφεται «περὶ ἐξαγωγῆς ἰδιοκτήτων ἁλάτων Κερκύρας». Ἡ ἐπιγραφὴ εἶναι ἐσφαλμένη· ἡ πραγματικὴ ἐπιγραφή, ἡ πρὸς τὰ πράγματα σύμφωνος, ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ ἑξῆς: «Πρότασις νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Πολυχρόνην Κωτσαντᾶν, ἵνα μετέρχηται ἀκωλύτως τὸ λαθρεμπόριον τοῦ ἅλατος».... (Θόρυβος).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι τρόπος αὐτὸς, κύριε Βουλευτά.
§141ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ..... Δὲν ἔχω παρὰ μίαν ὑποχρέωσιν, κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδείξω ὅ,τι λέγω.
§142ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι δά!
§143ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ μοῦ κάμῃ παρατήρησιν.
§144ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὑβρίζητε, κύριε Βουλευτά.
§145ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, σᾶς εἶπον, ὅτι μετὰ λύπης ἐπιχειρῶ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§146ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μὴ λυπεῖσθε.
§147ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, οἱανδήποτε γλῶσσαν καὶ ἂν μεταχειρισθῶ, τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀτυχῶς ἠθέλετε φθάσει, ἀφοῦ λάβητε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἔσεται πολὺ χειρότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διετύπωσα διὰ τῶν λέξεων, τὰς ὁποίας εἶπον. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη, Κύριοι, ἀνατρέχει εἰς πολὺ προγενεστέραν ἐποχὴν, ἀνατρέχει εἰς τὰ 1869. Τότε τὴν ἐγχώριον περιουσίαν Κερκύρας διεχειρίζετο πενταμελὴς ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ Νομάρχου Κερκύρας, τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἑνὸς ἀντιπροσώπου ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας Κερκύρας.
§148ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἷς τῶν ὁποίων ἤμην ἐγώ.
§149ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, διότι δὲν ἔχω διάθεσιν νὰ δεχθῶ παρ’ ὑμῶν διακοπήν.
§150ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Αἱ σχέσεις μας εἶναι γνωσταί.
§151ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σχέσεις μὲ σᾶς ἐγὼ ποτὲ δὲν εἶχον.
§152ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Οὐδ’ ἐγώ.
§153ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶσθε ἐξ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἐκτὸς τῆς Βουλῆς δὲν χαιρετᾷ τις ποτὲ (θόρυβος). Κατὰ τὸ 1869 λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέρος ὁ κ. Κωνσταντᾶς, προέβη εἰς ἀπόφασιν, ἣν εὑρίσκω διατετυπωμένην ὡς ἑξῆς ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς (ἀναγινώσκει): «Ἡ διὰ τοῦ ΣΟΕʹ νόμου Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ, συγκειμένη ὑπὸ τῶν κ. κ. Νομάρχου, ὡς προέδρου αὐτῆς, τοῦ προϊσταμένου τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, τῶν ἐπιτρόπων τῶν ἐπαρχιῶν, Κερκύρας Σπ. Γορύλλα, Ὄρους Π. Β. Κωνσταντᾶ, καὶ Μέσης Ἰω. Θ. Ζερβοῦ, παρόντων ὅλων τῶν μελῶν, συνῆλθεν ἐν τῷ Νομαρχείῳ καὶ ἐπελήφθη τῶν ἑξῆς ἀντικειμένων.... Ὡς ἐκ τῶν ἐπανειλημμένων καὶ σπουδαίων παραπόνων ἐκ μέρους τῶν πέριξ τῶν ἁλυκῶν οἰκούντων, οἵτινες τὰ μέγιστα ὑποφέρουσιν ἕνεκα τῶν πυρετῶν, ἀναπτυσσομένων ἐκ τῶν ἐν αὐτοῖς ἑλῶν».... Θὰ παρακαλέσω ἰδίως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του (ἀναγινώσκει): «.... ἡ ἐπιτροπὴ, ὅπως συμβιβάσῃ τὸ ἐγχώριον συμφέρον μὲ τὴν ὑγιεινὴν βελτίωσιν τῶν περιοίκων, καὶ ἱκανοποιήσῃ τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις αὐτῶν, ἀποφαίνεται, ἵνα παραχωρηθῶσιν αἱ ἑλώδεις αὗται γαῖαι εἰς διηνεκῆ ἐμφύτευσιν εἰς τὸν ἀναδεχόμενον νὰ μεταβάλῃ αὐτὰς εἰς προσοδοφόρον κτῆμα, ἀποξηραίνων ἰδίᾳ δαπάνῃ τὰ ἑλώδη μέρη, καὶ ἐμποδίζων τὰς πλημμύρας τῆς θαλάσσης καὶ τοῦ ποταμοῦ διὰ προχωμάτων.» Ὡς βλέπετε, ἡ Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ εἰς διηνεκῆ ἐμφύτευσιν τὰ ἑλώδη ταῦτα μέρη, ὅπως ἀποξηρανθῶσι καὶ μεταβληθῶσιν εἰς προσοδοφόρον κτῆμα, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐμποδισθῶσιν αἱ πλημμύραι τῆς θαλάσσης καὶ τοῦ ποταμοῦ διὰ προχωμάτων. Προφανέστατα δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ παραχωρήσεως ἁλυκῶν πρὸς κατασκευὴν ἅλατος. Συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένετο ἡ ἀπὸ 7 Ἀπριλίου 1869 προκήρυξις πλειστηριασμοῦ, ἐν ᾗ ἀκριβῶς ἀνεγράφησαν οἱ ἐν τῇ ἀποφάσει περιεχόμενοι ὅροι. Κατὰ τὴν δημοπρασίαν παρουσιάσθη μειοδότης Κόντης τὶς, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κωτσαντᾶ, μέλους τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ λαβόντος μέρος εἰς τὴν παρ’ αὐτῆς ληφθεῖσαν ἀπόφασιν, καὶ ἐπρότεινεν, ἵνα λάβωσι τὸ κτῆμα αὐτὸ εἰς διηνεκῆ ἐμφύτευσιν ἀντὶ 406 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἡ ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει τὴν προσφορὰν ταύτην τοῦ Κόντη ὡς ἐμφυτευτοῦ, τοῦ Κωτσαντᾶ ὡς ἐγγυητοῦ, ἐν συνεδριάσει αὐτῆς τῆς 1ης Μαΐου 1869, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ πάλιν ἔλαβε μέρος αὐτὸς ὁ Κωτσαντᾶς, ἐνέκρινε τὴν δημοπρασίαν, ἀποφασίσασα ἐν προκειμένῳ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὑποβάλλονται τὰ πρακτικὰ τοῦ ἐκτελεσθέντος τὴν 26ην Ἀπριλίου 1869 πλειστηριασμοῦ πρὸς διηνεκῆ ἐμφύτευσιν τῶν ἁλυκῶν Ποταμοῦ, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι πλειοδότης ἀνεδείχθη ὁ Ἀντώνιος Κόντης, ποτὲ Κωνσταντίνου, προσενεγκὼν δραχμὰς 406 κατ’ ἔτος, τῇ ἐγγυήσει τοῦ Π. Β. Κωνσταντᾶ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐγκρίνει τὴν ἐπὶ ἐδαφονομῇ τῶν εἰρημένων ἁλυκῶν γενομένην ὑπὲρ τοῦ Κόντη κατακύρωσιν, τῇ ἐγγυήσει τοῦ Π. Β. Κωνσταντᾶ, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ καταχωρηθῇ ἐν τῷ σχετικῷ συμβολαίῳ ἡ ῥήτρα, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελεν ἀκυρώσει τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Ἐπιτροπῆς, θέλει θεωρεῖσθαι ὡς ἄκυρον καὶ το τὸ ῥηθὲν συμβόλαιον». Κατὰ τὸν νόμον ΡΝʹ, καὶ ἀκριβῶς κατὰ τὸ 15ον ἄρθρον τοῦ νόμου τούτου, αἱ ἀποφάσεις τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἢ μετὰ παρέλευσιν τῶν προθεσμιῶν, τῶν ἀπαιτουμένων, ὅπως τὰ διάφορα Δημοτικὰ Συμβούλια ὑποβάλλωσι τὰς ἐφέσεις αὐτῶν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τούτων, ἐὰν τυχὸν εἶχον λόγους πρὸς τοῦτο, καὶ ἀφ’ οὗ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελεν ἐκδώσει τὴν ἐπὶ τῶν ἐφέσεων τούτων ἀπόφασίν του. Τί συμβαίνει, Κύριοι, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης; Ὁ Νομάρχης Κερκύρας, χωρὶς οὐδόλως νὰ περιμείνῃ τὴν παρέλευσιν τῶν προθεσμιῶν, τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένων, προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου μετὰ τοῦ ἐν τῇ δημοπρασίᾳ ἀναδειχθέντος μειοδότου Κόντη καὶ τοῦ ἐγγυητοῦ Κωτσαντᾶ. Προβαίνει λοιπὸν εἰς τὴν διομολόγησιν τοῦ συμβολαίου τούτου ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου Κερκύρας Δημητρίου τῆς Ἄρχοντος, ἀλλὰ τίθενται εὐτυχῶς ἐν τῷ συμβολαίῳ, τῷ συνταχθέντι τῇ 31 Μαΐου 1869 καὶ φέροντι τὸν ἀριθμὸν 977, οἱ ἑξῆς ὅροι (ἀναγινώσκει): «1ον. Ὁ ἐμφυτευτὴς ὀφείλει: αʹ) Ν’ ἀποξηράνῃ δι’ ἰδίων ἐξόδων καὶ ἐντὸς τετραετίας ἅπαντα τὰ ἕλη. βʹ) Νὰ ἐγείρῃ προχώματα ἰσχυρὰ, ἵνα ἐμποδίζωσι τὸν κατακλυσμὸν τῆς θαλάσσης καὶ τοῦ ποταμοῦ. γʹ) Νὰ ἦναι τὰ ἐγερθησόμενα προχώματα παράλληλα τῶν πρὸς τὸν ποταμὸν καὶ τὴν ὁδὸν πλευρῶν.» «2ον. Ὁ διὰ τὰς ἁλυκὰς ταύτας προταθεὶς κανὼν συνίσταται κατὰ τὴν σχετικὴν κατακύρωσιν, 26 Ἀπριλίου 1869, εἰς δραχμὰς 406. «3ον. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ εἰρημένος ἐμφυτευτὴς καὶ ἐγγυητὴς δὲν ἀποπεράτωσιν ἐντὸς τῆς διὰ τοῦ ἄρθρου 1ου τεταγμένης τετραετοῦς προθεσμίας τὰς ἐπιβαλλομένας αὐτοῖς ὑποχρεώσεις, τὸ παρὸν συμβόλαιον θέλει ἐννοεῖται ἄκυρον καὶ διαλελυμένον, ἐπανερχομένων τῶν γαιῶν τούτων εἰς τὴν κυριότητα τῆς Ἐγχωρίου Διαχειρίσεως, εἰς ἣν ἐπιφυλάττεται ἡ ἐξάσκησις παντὸς δικαιώματος διὰ τὰς τυχὸν ζημίας, ἃς ἤθελεν ὑποστῆ τὸ ἐν λόγῳ κτῆμα. «4ον. Καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ πρὸς τὸ συμβόλαιον τοῦτο σχετικὴ ἀπόφασις τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς ἤθελεν ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας ἀκυρωθῆ, κατὰ συνέπειαν ἐφέσεως Δημοτικοῦ τινος Συμβουλίου, τὸ παρὸν συμβόλαιον θέλει θεωρεῖσθαι ἄκυρον καὶ ἀνίσχυρον.» Τοιαῦται αἱ ῥῆτραι τοῦ συνταχθέντος συμβολαίου, εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου ὁ Νομάρχης προέβη, ἐναντίον τῶν ῥητῶν τοῦ νόμου διατάξεων, διότι ὤφειλε νὰ περιμένῃ τὴν παρέλευσιν τῶν προθεσμιῶν, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ εὐτυχῶς ἡ παρανομία δὲν ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ συνταχθῇ ὁριστικὸν συμβόλαιον, ἀλλ’ ἐτέθη ἡ ῥήτρα, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον ἀκυρώσῃ τὴν πρᾶξιν τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ συμβόλαιον αὐτὸ νὰ θεωρῆται ἄκυρον. Παρέρχονται ὀλίγαι ἡμέραι, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, Ὑπουργοῦ ὄντος τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη, λαβὸν ὑπ’ ὄψει τὴν ἔφεσιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Κερκυραίων, ἣν ἐμπροθέσμως ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ δι’ ἧς ἐζητεῖτο τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀπὸ 3 Ἀπριλίου 1869 ἀποφάσεως τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς παρανόμως ληφθείσης, ἐξέδωκε τὴν ἀπὸ 24 Νοεμβρίου 1869 ἀπόφασίν του, δι’ ἧς ἠκύρωσε τὴν ἀπὸ 3 Ἀπριλίου ἀπόφασιν τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν εἶχεν ἐξουσίαν διαθέσεως τῶν ἐγχωρίων γαιῶν, ἀλλὰ μόνον ἐξουσίαν διαχειρίσεως καὶ ἐπιμελείας τῆς κοινῆς περιουσίας. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, δὲν ἐπετεύχθη τίποτε διὰ τοῦ παρανόμως συνταχθέντος συμβολαίου, διότι ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης, λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὴν ἔφεσιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Κερκυραίων, διὰ τῆς ὁποίας παρίστατο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχεν ἐνεργήσει καθ’ ὑπέρβασιν τῶν καθηκόντων της, διότι εἶχε προβῆ εἰς διάθεσιν περιουσίας τῶν δήμων, ἐνῷ δὲν εἶχε δικαίωμα πρὸς τοῦτο, ἠκύρωσε τὴν ἀπόφασιν τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἂν δὲ ὁ κ. Νομάρχης δὲν εἶχε προβῆ ἐσπευσμένως εἰς τὴν σύναψιν τοῦ συμβολαίου αὐτοῦ καὶ εἶχε περιμείνει, ὡς ὤφειλε, τὴν παρέλευσιν τῶν πρὸς ἔφεσιν προθεσμιῶν καὶ τὴν ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν τοιούτων ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου, δὲν θὰ εἶχεν ἡ ἀτυχὴς Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ τὰς ἀτελευτήτους δίκας μετὰ τοῦ Κωτσαντᾶ καὶ τῶν ἄλλων, τοὺς ὁποίους θέλω ἀναφέρει, ἀναπτύσσων τὴν ὑπόθεσιν, καὶ δὲν θὰ εἶχον τὸ καθῆκον, ἵνα ἐνοχλήσω ὑμᾶς σήμερον διὰ τῆς ἐξιστορήσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Μαθὼν ὁ Κωτσαντᾶς τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, ἥτις ἐπέφερεν ἀναγκαίως τὴν διάλυσιν τοῦ συναφθέντος συμβολαίου, ὡς ἐκ τῆς ἐν αὐτῷ ῥήτρας, καθ’ ἣν, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον προέβαινεν εἰς ἀκύρωσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς συνεπείᾳ ἐφέσεως Δημοτικοῦ τινος Συμβουλίου, τὸ συμβόλαιον θέλει θεωρεῖσθαι ἄκυρον καὶ ἀνίσχυρον, προέβη ἀμέσως εἰς τὴν σύνταξιν νέου συμβολαίου μὲ τὸν Κόντην.
§154ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει τοῦτο μὲ τὸ ζήτημα;
§155ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχει στενωτάτην σχέσιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἀκριβῶς ἡ Βουλή, τί ὑπὸ τὴν πρότασιν νόμου, ἣν συζητῶ, κρύπτεται, ἵνα μὴ περιέλθῃ εἰς πλάνην. Ἄλλοτε κατωρθώσατε νὰ παραπλανήσητε τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψηφισθῇ νόμος, περὶ οὗ ἀργότερον θέλω ἀσχοληθῆ· ἤδη βεβαιῶ, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ψηφισθῇ ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις νόμου, βεβαίως δὲν θὰ ψηφισθῇ τῆς Βουλῆς ἐν πλάνῃ διατελούσης περὶ τοῦ περιεχομένου αὐτῆς.
§156ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τίνα ἐποχὴν ἐψηφίσθη τοιοῦτος νόμος;
§157ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατὰ ἐποχὴν παλαιὰν, τὸ 1877. Ἀλλὰ θὰ ἀναφέρω καὶ τὰ περὶ τούτου.
§158ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Θὰ σὲ διαψεύσω εἰς ὅλα.
§159ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν θὰ μὲ διαψεύσητε εἰς τίποτε, διότι ἐγὼ βασίζομαι εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα. Τί κάμνει λοιπὸν ὁ Κωτσαντᾶς, βλέπων τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν διαλύσασαν καὶ τὰ ὄνειρά του καὶ τὸ παρὰ τοῦ Νομάρχου παρανόμως συναφθὲν συμβόλαιον; Προσπαθεῖ νὰ περιπλέξῃ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ συνάπτει νέον συμβόλαιον μετὰ τοῦ Κόντη, καὶ διὰ τοῦ συμβολαίου τούτου τίθεται ἐκτὸς τῆς σκηνῆς ὁ κατὰ τὰ φαινόμενα ἀρχικὸς ἐμφυτευτὴς, καὶ ὁ πράγματι συναλλαχθεὶς μετὰ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ δῆθεν ἐγγυητὴς, ἀγοράζει ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ Κόντη ἀντὶ 860 δραχμῶν, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ μὲν ὑπὲρ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς συνομολογηθεῖσα ἐγγύησις τοῦ Κωτσαντᾶ ἀπεσβέσθη διὰ τῆς εἰς τὸ πρόσωπόν του συνενώσεως τῶν ἰδιοτήτων ἐμφυτευτοῦ καὶ ἐγγυητοῦ, ὁ δὲ Κωτσαντᾶς ἤρχισεν ἀποκαλῶν ἑαυτὸν κύριον τῶν ἐμφυτευτικῶν γαιῶν. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι τὰς 860 δραχμὰς, ἃς τὸ συμβόλαιον ἀπὸ 2 Ἰανουαρίου 1870 ὑπ’ ἀριθ. 1158 τοῦ συμβολαιογράφου Δημητρίου τῆς Ἄρχοντος λέγει ὅτι ἀποτελοῦσι τὸ τίμημα τῆς παραχωρήσεως, δὲν τὰς ἐπλήρωσε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου, πράγματι δ’ ἐν τῷ συμβολαίῳ ἀναφέρεται, ὅτι ταύτας εἶχε λάβει πρὸ πολλοῦ ὁ Κόντης παρὰ τοῦ Κωτσαντᾶ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι αὐτὸ τὸ μέλος τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει μέρος εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ ἐμφυτεύσεως τῶν γαιῶν, εἰς τὴν προκήρυξιν τῆς δημοπρασίας καὶ τὴν ἔγκρισιν ταύτης, καθίσταται σήμερον ὁ ἐκδοθεὺς ἁπάντων τῶν δικαιωμάτων μὲ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 860. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ ἐκδοχεὺς αὐτὸς, ὡς σᾶς εἶπον, γινώσκει κάλλιστα, ὅτι εἶχεν ὡς ἐγγυητὴς ὑπογράψει ἓν συμβόλαιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ῥητῶς ἐλέγετο, ὅτι, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ συμβόλαιον αὐτὸ ἦτο αὐτοδικαίως ἄκυρον. Τί τοῦτο διὰ τὸν Κωτσαντᾶ; Μήπως ὁ Κωτσαντᾶς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ σκέπτηται ὡς οἱοσδήποτε τίμιος ἄνθρωπος ἤθελε σκεφθῆ; μήπως ἡ ῥήτρα, ἡ παρ’ αὐτοῦ συνομολογηθεῖσα, δύναται νὰ τὸν ἐμποδίσῃ νὰ γείνῃ ἐκδοχεὺς δικαιωμάτων μὴ ὑπαρχόντων; Οὐδὲν τοιοῦτον, Κύριοι· ἀπεναντίας ὁ Κωτσαντᾶς παρουσιάζεται εἰς Κέρκυραν καὶ ἀπευθύνεται μὲ μίαν πρόκλησιν εἰς ἀγωγὴν πρὸς τὸν Νομάρχην, ἐν ᾗ λέγει: Ἀκούω ὅτι διατείνεσαι, ὅτι ἡ ἐμφύτευσις εἶναι ἄκυρος· ἀλλ’ ἐγὼ, καίτοι γινώσκω, ὅτι πράγματι εἶναι ἄκυρος, ἐγενόμην κάτοχος τῶν γαιῶν, ἀγοράσας, ἄνευ χρημάτων ἐννοεῖται, τὰ δικαιώματα τοῦ Κόντη, καὶ δυνάμει τοῦ συμβολαίου τῆς παραχωρήσεως τῶν δικαιωμάτων, τῶν μὴ ὑπαρχόντων, σὲ προκαλῶ νὰ κινήσῃς τὴν περὶ ἀκυρότητος ἀγωγήν. Ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ σεβόμενος αὐτὴν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποφύγω, ἵνα δεόντως στιγματίσω τὴν πρᾶξιν ταύτην. Αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑπογράψει ὡς ἐγγυητὴς τὸ συμβόλαιον, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγεται, ὅτι, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἀκυρώσῃ τὴν πρᾶξιν τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ συμβόλαιον αὐτὸ εἶναι ἄκυρον, αὐτὸς ὁ ἴδιος, ἐν γνώσει ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἠκύρωσεν αὐτὸ, λέγει ὅτι τὸ κτῆμα ἀνήκει εἰς αὐτὸν, διότι τὸ ἠγόρασεν ἀπὸ τὸν Κόντην, καὶ προσκαλεῖ τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν, ἵνα κινήσῃ ἀγωγὴν περὶ ἀκυρότητος τοῦ συμβολαίου. Καὶ ὑποχρεοῦται ὁ Νομάρχης νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν, δι’ ἧς ἐζήτει νὰ κηρυχθῇ ἄκυρος ἡ ἐμφύτευσις καὶ ὑποχρεωθῇ ὁ Κωτσαντᾶς νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ κτῆμα. Ἡ ἐπὶ τῆς ἀγωγῆς ταύτης δίκη περιπλέκεται, διότι ὁ Κωτσαντᾶς, μὴ δυνάμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ δίκαιον αὐτῆς ἐν οὐσίᾳ, προτείνει ἔνστασιν περὶ ἐλλείψεως νομιμοποιήσεως, διότι δῆθεν ἡ Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε δώσει ῥητὴν ἐντολὴν εἰς τὸν Νομάρχην νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀγωγὴν ταύτην. Τὸ Πρωτοδικεῖον Κερκύρας ἐδέχθη τὴν ἔνστασιν ταύτην, ἀλλ’ ἐπὶ ἐφέσει τοῦ Νομάρχου τὸ Δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν δι’ ἀποφάσεώς του ἀπέῤῥιψε τὴν ἔνστασιν καὶ ἐδέχθη τὴν ἀγωγὴν, καὶ ὑπεχρέωσε τὸν Κωτσαντᾶν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὰς γαίας, εἰς τὴν κατοχὴν τῶν ὁποίων ἀδίκως καὶ παρανόμως εὑρίσκετο. Ἀλλὰ τί συμβαίνει, Κύριοι, μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Ἐφετείου; Δὲν ἔχομεν πλέον ἐγγυητὴν Κωτσαντᾶν, δὲν ἔχομεν πλέον Κωτσαντᾶν ἐγγυητὴν γενόμενον ἐκδοχέα τοῦ ἐμφυτευτοῦ, ἀλλ’ ἔχομεν ἑταιρίαν ἐν Ἀθήναις ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Κωτσαντᾶς, Νάκης, Ἀραβαντινὸς καὶ Σα»....
§160ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἑταιρίαν ἀναγνωρισθεῖσαν διὰ νόμου τοῦ Δεληγεώργη.
§161ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡσυχάσατε· θὰ ἀναπτύξω τὰ τοῦ νόμου τούτου, τοῦ ψηφισθέντος παρὰ Βουλῆς ἐν πλάνῃ διατελούσης. Συνεστήθη λοιπὸν μία ἀνώνυμος ἑταιρία Νάκη καὶ Ἀραβαντινοῦ· καὶ ποία ἑταιρία; Τῶν Νατρουργείων τῆς Κερκύρας. Περὶ τῆς ἑταιρίας ταύτης συνωμολογήθησαν δύο συμβόλαια ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Ι. Ἀνδρουλάκη, Καταστατικὸν ὑπὸ τῶν συμβαλλομένων ὀνομασθέντα, τὸ μὲν ἀπὸ 18 Μαΐου 1873, τὸ δὲ ἀπὸ 11 Ἰουνίου ἰδίου ἔτους, τὰ ὁποῖα ἐνεκρίθησαν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 5ης Ἰουλίου 1873. Εἰς τὰ συμβόλαια αὐτὰ εὐτυχῶς δὲν γίνεται μνεία περὶ τῶν ἐπιδίκων γαιῶν, ἀλλὰ λέγεται, ὅτι συνιστᾶται ἑταιρία «πρὸς κατασκευὴν νατρίου καὶ τῶν συνθέτων αὐτοῦ, ὑδροχλωρικοῦ ὀξέος καὶ ἄλλων μηχανικῶν προϊόντων, ἐκ τῶν θαλασσίων ὑδάτων καὶ τῶν φυσικῶν οὐσιῶν, πρὸς χρῆσιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας», προστίθεται δὲ, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον μέρος τῶν μετοχῶν θέλει διατεθῆ πρὸς ἀπόκτησιν καταλλήλου κτήματος, καὶ ὅτι τὰ κεφάλαια τῆς ἑταιρίας ὁρίζονται εἰς 300,000 δραχμῶν. Ἐν τούτοις διὰ συμβολαίου τῆς 10 Αὐγούστου 1873 τοῦ αὐτοῦ συμβολαιογράφου Ἀνδρουλάκη ὁ Κωτσαντᾶς τάχα μετεβίβασε πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Νατρουργείων τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἐν Κερκύρᾳ γαίας, ὡς ἰδικάς του· αὐτὰς τὰς γαίας δηλ. περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου, ἡ ἀκυροῦσα τὸ συμβόλαιον τῆς ἐμφυτεύσεως, αὐτὰς μεταβιβάζει ὁ Κωτσαντᾶς ὡς ἰδικάς του. Ὁ δὲ Νάκης καὶ Σα τῷ δίδει εἰς ἀντίτιμον τὰ ¾ τῆς ὅλης ἑταιρικῆς περιουσίας· δηλ. διακοσίας εἴκοσι πέντε χιλιάδας δραχμῶν λαμβάνει ὁ Κωτσαντᾶς διὰ τὰς γαίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀγοράσει ἀντὶ 860 δραχμῶν. Κύριος δὲ τῶν ¾ τῆς ἑταιρικῆς περιουσίας καὶ ἑπομένως μεγαλείτερος αὐτῆς μέτοχος, κηρύσσεται ὁ Κωτσαντᾶς καὶ πρόεδρος τῆς ἑταιρίας. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα δὲν ἀρκοῦσι. Παραχωρεῖται αὐτῷ καὶ ἕτερόν τι..... Προσέξατε παρακαλῶ εἰς τὸ ἕτερον τοῦτο· θὰ ἴδητέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω εἰς οὐδὲν Καταστατικὸν τοῦ κόσμου νὰ ἀπαντᾷ τις..... Τῷ παρεχώρησαν ἅπαντα τὰ δικαιώματα, τὰ προκύπτοντα ἐκ τοῦ Καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας, τοῦ περὶ ἐγκρίσεως αὐτοῦ Β. διατάγματος τῆς 5 Ἰουλίου 1873 καὶ παντὸς περὶ τῆς ἑταιρίας ταύτης ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐκδοθησομένου ἐξασφαλιστικοῦ νόμου!!! Κρίνατε σεῖς, Κύριοι, τοιαύτην παραχώρησιν δικαιωμάτων, προκυπτόντων εἴτε ἐμμέσως εἴτε ἀμέσως ἐκ παντὸς ἐκδοθησομένου ἐξασφαλιστικοῦ νόμου. Ὅταν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τῶν Κερκυραίων, ὅτι ἐν τῷ συμβολαίῳ μεταξὺ ἑταιρίας καὶ Κωτσαντᾶ ὑπῆρχε παραχώρησις δικαιωμάτων προκυπτόντων ἐκ παντὸς περὶ τῆς ἑταιρίας ταύτης ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐκδοθησομένου ἐξασφαλιστικοῦ νόμου, ἔμειναν ἐμβρόντητοι. Ἐλησμόνησαν, ὅτι ἦτο βουλευτὴς τότε ὁ κ. Κωτσαντᾶς· τὸ ἐνεθυμήθησαν ὅτε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμος, ἐν ᾧ προσετέθη, πλανηθείσης τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διάταξις, ἥτις οὐδεμίαν σχέσιν εἶχε πρὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον. Παρεσύρθη εἰς πλάνην ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὡς λίαν πιθανῶς θὰ παρεσύροντο καὶ σήμερον εἰς πλάνην, ἐὰν δὲν ἤμην ἐδῶ, ἵνα ἀποκαλύψω ὅλα τὰ αἴσχη ταῦτα, περὶ ὧν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ διετέλουν ἐν ἀπολύτῳ ἀγνοίᾳ. Ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος Πρωθυπουργοῦ ὄντος τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη ἐψηφίσθη, διὰ τῆς πρώτης διατάξεώς του ἐγκρίνει προνόμιόν τι ὑπὲρ ἑταιρίας τινὸς, τὴν ὁποίαν ἀποκαλεῖ «Ἐργαστήριον τῶν φυσικῶν προϊόντων τῆς Ἑλλάδος,» διὰ δὲ τῆς δευτέρας διατάξεώς του θεσπίζει, ὅτι τὸ προνόμιον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ βλάβην εἰς τὴν ἀνώνυμον Ἑταιρίαν τῶν Νατρουργείων Κερκύρας πρὸς παραγωγὴν τῶν ὑπὸ τοῦ Καταστατικοῦ ὁριζομένων προϊόντων. Ἰδοὺ λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῷ σκότει, ὅτι ἀνέρχεται εἰς τὸ φῶς δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ ἰδοὺ ὁ ἐξασφαλιστικὸς νόμος, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος ἐν τῷ συμβολαίῳ. Ἐν τούτοις, Κύριοι, δικάζεται ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐκδίδεται ἀπόφασις αὐτοῦ, ἀναιροῦσα τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας.....
§162ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἰσηγουμένου τοῦ κ. Στεφάνου.
§163ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μείνατε ἥσυχος· τίποτε δὲν θ’ ἀφήσω ἀπὸ τὴν ὡραίαν αὐτὴν ἱστορίαν. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἀνῄρεσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας, λόγῳ ἐλλείψεως ἐνεργητικῆς νομιμοποιήσεως, καὶ παρέπεμψε τὴν ἔφεσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν. Τότε τί συμβαίνει, Κύριοι; Μετὰ τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ὡς ἀπαρχὴν εἶχε γαίας, τὰς ὁποίας ἠγόρασε δῆθεν ὁ Κωτσαντᾶς ἀντὶ ὀκτακοσίων δραχμῶν, καὶ αἱ ὁποῖαι παρεχωρήθησαν αὐτῇ ἀντὶ 225,000 δραχμῶν, ἔχομεν νέαν φάσιν τῆς κωμῳδίας· παρουσιάζεται ὁ Νάκης — ἀκούσατε καὶ αὐτὸ, Κύριοι, διότι εἶναι περίεργον, περιεργότερον ἴσως τοῦ ἐξασφαλιστικοῦ νόμου,—παρουσιάζεται λέγω ὁ Νάκης ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καὶ εἰσάγει ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Κωτσαντᾶ, διὰ τῆς ὁποίας τοῦ ζητεῖ τέσσαρα ἑκατομμύρια! Καὶ δικάζεται, Κύριοι, ὁ Κωτσαντᾶς καὶ καταδικάζεται εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων (ἱλαρότης), καὶ δὲν εὑρίσκει ἀναγκαῖον ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος τόσον μεριμνᾷ περὶ τῶν ὑποθέσεών του, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν χρεωστεῖ τέσσαρα ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἀφίνει καὶ καταδικάζεται ἐρήμην εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τεσσάρων αὐτῶν ἑκατομμυρίων (ἱλαρότης), καὶ παρέρχεται ἡ πρὸς ἀνακοπὴν προθεσμία, καὶ ἡ ἀπόφασις γίνεται ὁριστική. Καὶ ἰδοὺ ὁ Κωτσαντᾶς, ὁ πρόεδρος τῆς ἑταιρίας, λαμβάνων αἴφνης ὅλως ἐξαιρετικὴν θέσιν· χρεωστεῖ τέσσαρα ἑκατομμύρια! Τί λέγω ἐξαιρετικήν; μοναδικὴν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, ἐν ᾗ ὑπάρχουσιν ἴσως ἄνθρωποι κατέχοντες τέσσαρα ἑκατομμύρια, ἀλλ’ οὐδεὶς βεβαίως χρεωστῶν τέσσαρα ἑκατομμύρια. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἡ ὀφειλὴ αὕτη δὲν θὰ ἠνώχλησε πολὺ τὸν Κωτσαντᾶν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι, πρὶν ἢ ὁ σύντροφός του ἐπιτύχῃ τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, θὰ ἐφρόντισε νὰ λάβῃ ἐξοφλητικὴν παραλαβήν. Ἄλλος ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς ἀποφάσεως. Ἰδοὺ αὐτός. Δυνάμει τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς,—καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ κωμικώτερον πάντων,— δυνάμει τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὁ Νάκης ἔρχεται εἰς Κέρκυραν καὶ κοινοποιεῖ κατασχετήριον εἰς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τῇ λέγει: Χρεωστεῖς τέσσαρα ἑκατομμύρια εἰς τὸν Κωτσαντᾶ· ἐγὼ ἔχω νὰ λάβω τέσσαρα ἑκατομμύρια, κάμνω κατάσχεσιν εἰς χεῖράς σου τῶν παρὰ σοῦ ὀφειλομένων τῷ Κωτσαντᾷ....
§164ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ποῦ εἶναι τὸ κατασχετήριον; Δὲν ἔγεινε τοιοῦτο κατασχετήριον.
§165ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχει τὸ κατασχετήριον· φέρει ἡμερομηνίαν 23 Νοεμβρίου 1875. Παρηκολούθησε δὲ αὐτὸ καὶ ἡ πρὸς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν περὶ κύρους κατασχέσεως ἀγωγὴ τῆς 25 τοῦ αὐτοῦ μηνός. Τί προέθεντο διὰ τοῦ κατασχετηρίου ἐκείνου, εἶναι φανερόν. Τίς οἶδε; ὁ Νομάρχης ἠδύνατο, πολυάσχολος ὤν, νὰ μὴ ποιήσῃ ἐγκαίρως τὴν δήλωσίν του! Καὶ τότε τὰ χρυσᾶ ὄνειρα ἐπραγματοποιοῦντο! Εὐτυχῶς Κύριοι, ἐδήλωσεν ὁ Νομάρχης, ὅτι δὲν ὤφειλε τίποτε ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸν Κωτσαντᾶν, ὅτι μετ’ αὐτοῦ ἄλλην δοσοληψίαν δὲν ἔχει ἢ ὅτι προσπαθεῖ νὰ ἀναλάβῃ κτήματα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς παρανόμως κατέχει, μηδὲν μηδέποτε πληρώσας, ἀλλ’ ἐπιβαλὼν αὐτῇ οὐκ ὀλίγας δαπάνας δικαστικὰς, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν κατοχὴν τῶν ἀναμφισβητήτως ἀνηκουσῶν αὐτῇ γαιῶν. Τὸ ὄνειρον τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων διέλυσε, Κύριοι, ἡ διττὴ ἀρνητικὴ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐμπροθέσμως ἔκαμε κατὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου 1875 ἐνώπιον τοῦ Γραμματέως τῶν ἐν Κερκύρᾳ Πρωτοδικῶν καὶ ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου Κερκύρας. Ἀλλὰ μήπως περιωρίσθησαν εἰς ταῦτα αἱ κατὰ τῆς ἐπικοίνου περιουσίας τῆς νήσου Κερκύρας ἐπιδρομαὶ τοῦ Κωτσαντᾶ; Ὀλίγος παρέρχεται χρόνος καὶ ἡ ἑταιρία ἀνακοινοῖ δι’ ἀναφορᾶς της εἰς τὸν Νομάρχην, «ὅτι ἐπαναλαμβάνει τὰς ἐργασίας της καὶ ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1876 ἡ ἑταιρία ἤθελεν ἀσχοληθῆ πρὸς παραγωγὴν ἐκ τῶν θαλασσίων ὑδάτων χλωριούχου νατρίου,—ὅπερ εἶναι ἡ πρώτη ὕλη, ἀφ’ ἧς ἐξάγεται τὸ νάτρον, τὸ χλώριον καὶ τὸ ὑδροχλωρικὸν ὀξύ,—ἤθελε παρασκευάσει τὰς μηχανὰς καὶ τὸ ἐργοστάσιον τῆς νατρουργίας, περὶ ὧν ἐγένοντο ἤδη αἱ δέουσαι παραγγελίαι ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι τὸ ἐπιὸν ἔτος ἤθελε γείνει ἔναρξις καὶ τῶν χημικῶν ἐργασιῶν, καὶ ὅτι ἁρμόδιος εἰδικὸς ὑπάλληλος πέμπεται ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Μασσαλίαν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐργοστασίων καὶ τῶν πρακτικῶν γνώσεών του, καὶ πρὸς πρόσληψιν ἑνὸς ἀρχιτεχνίτου μετὰ τῶν εἰδικῶν ἐργατῶν»!! Τώρα ὅσοι κατοικοῦμεν ἐν Κερκύρᾳ,— καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κυρίων συναδέλφων,— δὲν εἴδομεν οὔτε αὐτὰ τὰ ἐργοστάσια, οὔτε τοὺς τεχνίτας, οὔτε τὰ ἐργαλεῖα, εἰς τὰς ἁλυκὰς τοῦ Ποταμοῦ· δὲν βλέπομεν ἢ ἓν ἐρειπωμένον σπῆτι, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐκεῖ ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς Προστασίας. Μόνον ὁ οἰκίσκος αὐτὸς ὑπάρχει εἰς τὰς ἁλυκάς. Ποία χρῆσις γίνεται τοῦ οἰκίσκου αὐτοῦ, ἐγὼ δὲν θὰ εἴπω· ἐγὼ σταματῶ πρὸ τῆς θύρας τοῦ οἰκίσκου, καὶ δὲν εἰσέρχομαι ἐν αὐτῷ· ὁμιλῶ περὶ τοῦ Κωτσαντᾶ ὡς δημοσίου ἀνδρὸς καὶ ὡς ἀνθρώπου προσπαθοῦντος νὰ καταστρέψῃ τὸ σπουδαιότερον εἰσόδημα τῆς νήσου Κερκύρας. Κατὰ τὸ ἔτος 1876, οὐδὲν ἄλλο εἴδομεν νὰ γίνηται ἐν Κερκύρᾳ....
§166ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Νὰ εἴπῃς ποία χρῆσις γίνεται τοῦ οἰκίσκου.
§167ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδὲν ἄλλο εἴδομεν νὰ γείνῃ....
§168ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πρέπει νὰ εἴπῃς ποία χρῆσις γίνεται τοῦ οἰκίσκου.
§169ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1876 οὐδὲν ἄλλο εἴδομεν νὰ γείνῃ ἐν Κερκύρᾳ ἢ τέσσαρας ἢ πέντε ἐργάται νὰ κάμνωσι τηγάνια, ὅπως ἐν τῷ τόπῳ λέγονται, πρὸς κατασκευὴν ἅλατος, καὶ τὸν Κωτσαντᾶν ἐπιστατοῦντα τὰ τηγάνια ἐκεῖνα....
§170ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ Ἐφετεῖον, τὸ κατὰ παραπομπὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου δικάσαν, ἐξέδωκεν ἀπόφασιν;
§171ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ περὶ ταύτης ἀργότερον. Λοιπὸν, εἰργάζετο ὁ Κωτσαντᾶς, ἐπιστατῶν τὰ τηγάνια καὶ κατασκευάζων ἅλας· καὶ τῆς ἐργασίας ταύτης ἠσθάνθη εὐθὺς ἡ περιουσία ἡ δημοτικὴ τὴν ζημίαν· τὸ ἁλατοπηγεῖον τοῦ Κωτσαντᾶ ἦτο ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ, ἐν ἐνεργείᾳ ἐπίσης καὶ ἡ ἁλατεμπορία καὶ ἡ λαθραία παρ’ αὐτοῦ πώλησις τοῦ κατασκευαζομένου ἅλατος· διότι, ὡς ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων ἐξάγεται, ἡ κατανάλωσις τοῦ ἅλατος, τοῦ παρὰ τοῦ μονοπωλίου πωλουμένου, κατὰ τὰ τρία τέταρτα ἠλαττώθη. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἐν Κερκύρᾳ ὑπάρχει μονοπώλιον τοῦ ἅλατος, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατασκευάζῃ ἅλας,—ὁ κ. Σπυράκης, διατελέσας ἐπὶ πολὺ γραμματεὺς Νομαρχίας ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ὅστις μὲ ἀκούει, γνωρίζει τοῦτο καλῶς,—ἀλλ’ ὁ Κωτσαντᾶς ἀδιαφορεῖ διὰ τοὺς νόμους, καὶ ἀρυόμενος ἐκ τῆς θέσεως, ἣν ἀτυχῶς κατέχει, τὸ δικαίωμα τῆς καταδολιεύσεως τῶν νόμων, ἐπώλησε, κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τῆς περιοχῆς, ἐν ᾗ κεῖνται αἱ εἰς ἐμφύτευσιν δοθεῖσαι γαῖαι, ἐπώλησε λέγω ἐν ἔτει 1878 μόνον πρὸς χρῆσιν τῶν ἰχθυοτροφείων πεντακοσίας ὀγδοήκοντα χιλιάδας ὀκάδων μαγειρικοῦ ἅλατος. Φαντασθῆτε λοιπὸν ποίαν ποσότητα ἐπώλησε πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Μέχρι τοῦδε εἴδομεν τὸν Κωτσαντᾶν ἀρνούμενον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς παρανόμως κατεχομένας γαίας, περιπλέκοντα τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν εἰς ἀτελευτήτους δίκας, συνιστῶντα ἑταιρίας νατρουργείων καὶ οὐδὲν ἕτερον πράττοντα ἢ κατασκευάζοντα ἅλας καὶ πωλοῦντα αὐτὸ λαθραίως. Ἀλλ’ εὐτυχῶς συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἐν ᾧ μετήρχετο τὴν λαθραίαν πώλησιν τοῦ ἅλατος· ἀλλὰ τότε ἀνεμνήσθη τοῦ ἐξασφαλιστικοῦ νόμου ΥϞΑʹ τῆς 18 Αὐγούστου 1873, ἐπεκαλέσθη αὐτόν, καὶ ὁ πταισματοδίκης Κερκύρας τὸν ἠθώωσε, λόγῳ ὅτι ὡς Διευθυντὴς τῆς Ἑταιρίας τῶν Νατρουργείων ἐδικαιοῦτο πωλεῖν μαγειρικὸν ἅλας. Ἀλλὰ γίνεται ἀναίρεσις εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ οὗτος ἀνῄρεσε τὴν ἀπόφασιν...
§172ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κατὰ τύπους, ὄχι κατ’ οὐσίαν.
§173ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶπεν ὅτι κακῶς ὁ πταισματοδίκης ἔκαμε νὰ μὴ τὸν καταδικάσῃ, διότι ὁ νόμος ΥϞΑʹ δὲν μετέβαλε τοὺς περὶ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος θεσμούς... ἀνῄρεσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πταισματοδικείου Κερκύρας, καὶ τὸν παρέπεμψε νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου Ἀργοστολίου. Τί συνέβη ἐκεῖ, δὲν γνωρίζω. Αὐτὰ θὰ τὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου τοῦ 1877. Ἐν ᾧ δὲ ταῦτα ἐλάμβανον χώραν, ὁ Κωτσαντᾶς ἐπέδωκε τὴν 10 Ὀκτωβρίου 1877 διὰ κλητῆρος δικαστικοῦ πρὸς τὸν Νομάρχην Κερκύρας ἔκθεσιν, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπευθυνομένην, ἐν ᾗ ἐκθέτει, ἐν τῇ ἰδιότητι διαχειριστοῦ τῆς ἑταιρίας, ὅτι πρὸς ἀγορὰν τοῦ διὰ τὰ νατρουργεῖα καταλλήλου κτήματος διετέθησαν τὰ ¾ τοῦ ὅλου κεφαλαίου, δηλ. 225,000 δραχμαί, καὶ ὅτι τὸ ἔτος 1877 ἡ ἑταιρία παρήγαγεν ἐν τοῖς ἐργοστασίοις της χλωροῦχον νάτριον σάκκους δέκα χιλιάδας ἢ ὀκάδας ἑξακοσίας χιλιάδας, καὶ ὅτι τὴν μετατροπὴν τοῦ προϊόντος τούτου εἰς νάτρον καὶ ὑδροχλωρικὸν ὀξὺ ἐμπόδισεν αὐθαιρέτως ἡ Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπή. Περιττὸν νὰ προσθέσω, ὅτι ταῦτα πάντα εἶναι ψευδῆ· οὔτε ἐργοστάσια ὑπῆρξάν ποτε, οὔτε χλωροῦχον νάτριον. Γελοῖαι ἐπινοήσεις πάντα ταῦτα· οὐδὲν ἕτερον παρήγαγεν ὁ Κωτσαντᾶς ἐν τῷ ἐγχωρίῳ κτήματι, διὰ τὸ ὁποῖον οὐδὲ λεπτόν ποτε ἐπλήρωσεν, ἢ μαγειρικὸν ἅλας, τὸ ὁποῖον προσεπάθει λαθραίως νὰ πωλήσῃ. Ἐν τούτοις ὁ Κωτσαντᾶς δὲν ἐλησμόνει τὴν ἐκκρεμῆ μετὰ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς δίκην, ἀλλ’ ἐπέσπευσε τὴν ὑπόθεσιν, ἐκρεμῆ οὖσαν ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, ὅπου, ὡς εἶπον, ὁ Ἄρειος Πάγος τὴν εἶχε παραπέμψει, καὶ ἐπέτυχεν ἀπόφασιν, ἥτις ἀπέῤῥιψε τὴν ἔφεσιν καὶ ἐπεκύρωσε τὴν πρωτόδικον ἀπόφασιν. Ἡ Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ ἀνέκοψε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, τὴν ἐρήμην ἐκδοθεῖσαν· ἀλλ’ ἐδῶ παρουσιάζεται ὁ Νάκης καὶ ἐπεμβαίνει, ἀντιποιούμενος τὴν ἰδιότητα τοῦ προέδρου τῆς ἑταιρίας, καὶ περιπλέκεται ἐκ νέου ἡ δίκη. Ἐπὶ τέλους τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν ἀπέῤῥιψεν, ὡς ἀβάσιμον, τὴν ἀνακοπὴν τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐπεκύρωσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πρωτοδικείου Κερκύρας, δι’ ἧς ἀπεῤῥίπτετο ἡ ἀγωγή, ὡς ἀνομιμοποιήτως ὑπὸ τοῦ Νομάρχου εἰσαχθεῖσα. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τί νὰ κάμῃ ἡ Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπή; νὰ κινήσῃ ἀγωγήν; Δὲν ὑπῆρχεν ἕτερον μέσον, καὶ ἀποφασίζει διὰ τῆς ἀπὸ 14 Ὀκτωβρίου 1877 πράξεώς της τὴν κατὰ τῶν ἀντιδίκων εἰσαγωγὴν νέας ἀγωγῆς. Ἀλλὰ νέα πάλιν ἀντενέργεια τοῦ Κωτσαντᾶ· παρουσιάζονται μερικὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ ἐφεσιβάλλουσι τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ λέγουσιν, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ προκληθῇ συμβούλιον νομομαθῶν, ἵνα γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ πρακτέου. Τὰ Συμβούλια ταῦτα ἦσαν 4 τὸν ἀριθμόν, ἦσαν δὲ τὰ φιλίως πρὸς τὸν Κωτσαντᾶν διακείμενα. Λέγω τοῦτο, διότι ἔχομεν ἔγγραφον ἐπίσημον, πιστοποιοῦν τὸ γεγονὸς, ἔχομεν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, διὰ τῆς ὁποίας ἀποῤῥίπτει τὰς ἐφέσεις ταύτας διὰ τρόπου καλῶς χαρακτηρίζοντος τὴν ἐνέργειαν τῶν Συμβουλίων. Τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου περιέχει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «.... Ἡ ἀπόφασις τῆς Διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς ἐκοινοποιήθη πρὸς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τῶν δήμων τῆς νήσου, ἐξ ὧν τὰ μὲν τῶν δήμων Κερκυραίων, Διαποντίων, Μελιτιαίων, Παρελείων, Λευκιμμαίων, Ἐπιζεφυρίων, Ἀμφιπαγιτῶν, Ἀκρολοφιτῶν καὶ Κασσωπαίων ἀπεδέχθησαν ταύτην, τὰ δὲ Δημοτικὰ Συμβούλια τῶν δήμων Μεσοχωριτῶν, Ἰστωναίων, Ἀπηλιωτῶν καὶ Ποταμογειτόνων ἐφεσίβαλον αὐτήν....... Ὅτι τὸ Συμβούλιον τοῦ δήμου Ποταμογειτόνων, ἐπιλῆσμον, ὡς μὴ ὤφειλε, καταστὰν τοῦ κυριωτάτου τῶν καθηκόντων του, ὅπερ εἶναι νὰ κήδηται καὶ προστατεύῃ τὰ νόμιμα συμφέροντα τῆς κοινῆς περιουσίας, ἧς ὁ δῆμος, ὃν ἀντιπροσωπεύει, εἶναι συγκύριος, μετεβλήθη εἰς δικηγόρον τῶν ἀξιώσεων τοῦ ἐνδιαφερομένου (δηλαδὴ τοῦ Κωτσαντᾶ), καθόσον, κατὰ τὰ διὰ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Δημάρχου Ποταμογειτόνων ἐκτιθέμενα, αἱ ἐφέσεις αὐτοῦ εἰσιν ἀντίγραφα σχεδίων, ἅτινα ἔφερεν εἰς τὴν συνεδρίασιν ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τούτου, γεγραμμένα ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους διὰ χειρὸς τοῦ ἐνδιαφερομένου...... Ἀποῤῥίπτομεν τὰς διαληφθήσας ἐφέσεις.» Παρατηρεῖτε, Κύριοι, τὸ ἑξῆς γεγονὸς, ἄξιον περιεργείας, ὅτι καὶ τὰ τέσσαρα Συμβούλια ἐφεσιβάλλουσι διὰ τῆς αὐτῆς κατὰ γράμμα ἐφέσεως, καὶ ὅτι ἡ ἔφεσις εἶναι ἀντίγραφον σχεδίου γεγραμμένου ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους διὰ χειρὸς Κωτσαντᾶ, ὁ ὁποῖος ἦτο, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῶν Ποταμογειτόνων.
§174ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι.
§175ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔστω. Ἔχομεν ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου, πιστοποιοῦν ὅτι ὁ Κωτσαντᾶς εἶναι ὁ συντάκτης τῶν ἐφέσεων...
§176ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἶναι τοῦ Εὐκλείδου.
§177ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἦναι τοῦ Εὐκλείδη· ἠξεύρω ὅτι ἐδῶ φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ μακαρίτου Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου ἡ Διαχειστικὴ Ἐπιτροπὴ τὴν 20 Ἀπριλίου 1878 ἐκίνησε νέαν ἀγωγήν. Πολὺς, Κύριοι, ἔκτοτε παρῆλθε χρόνος, καὶ ἡ δίκη αὕτη δὲν ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμα ὁριστικὸν, μ’ ὅλον τὸ περίφημον ἐκεῖνο ἀρχικὸν συμβόλαιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ῥητῶς λέγεται, ὅτι, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἀκυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Διαχ. Ἐπιτροπῆς περὶ ἐμφυτεύσεως, τὰ κτήματα ἐπανέρχονται εἰς τὴν κυριότητα αὐτῆς, καὶ τὸ συμβόλαιον θεωρεῖται ὡς ἄκυρον. Διὰ τῶν στρεψοδικιῶν ὁτὲ τῆς ἑταιρίας τοῦ Νάκη, ὁτὲ τοῦ Κωτσαντᾶ, εἴμεθα εἰς τὸ 1890 καὶ δὲν κατώρθωσεν εἰσέτι ἡ Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ λάβῃ τὴν κατοχὴν τῶν κτημάτων τῶν εἰς αὐτὴν ἀνηκόντων. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Ἀτελεύτητοι δίκαι, καὶ εἰς τὸ πεῖσμα συμβολαίων καὶ νόμων ἐξακολουθεῖ ὁ Κωτσαντᾶς νὰ κατασκευάζῃ ἅλας, καὶ καθ’ ὅσον κατορθοῖ νὰ ἀποφεύγῃ τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας παρεμβάλλουσιν αἱ ἀρχαί, πωλεῖ τὸ ἅλας αὐτό.
§178ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Οὐδέποτε ἐπώλησα.
§179ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχομεν ἐπίσημα ἔγγραφα, ἀποδεικνύοντα ὅτι ἕνεκα τοῦ ἁλατοπηγείου ἐκείνου,—διότι ἄλλο δὲν ὑπάρχει ἐν Κερκύρᾳ,—τὰ ἔσοδα τοῦ Μονοπωλίου κατὰ τὰ ¾ ἠλαττώθησαν. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη ὁ Κωτσαντᾶς εἰς τὴν κατασκευὴν ἅλατος καὶ εἰς τὴν λαθραίαν πώλησιν αὐτοῦ. Ἡμέραν τινὰ, διατεινόμενος ὅτι ἔχει δύο ἑκατομμύρια λίτρας ἅλατος, ὅπερ ἔλεγεν ὅτι ἠγόρασεν ἐκ τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἁλατοπηγείων, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον πράγματι παρήγαγεν ἐν ταῖς περιφήμοις ἁλυκαῖς, ἐζήτει παρὰ τοῦ τελώνου ἄδειαν, ἵνα τὸ ἐξαγάγῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§180ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἰς τὴν Βραΐλαν.
§181ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ τελώνης ἀνεφέρθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον διέταξεν, ὅπως μὴ δοθῇ ἡ αἰτουμένη ἄδεια, προκειμένου περὶ ἅλατος κατασκευασθέντος ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων περὶ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, ἰσχυόντων ἐν Κερκύρᾳ, καὶ προοριζομένου ἵνα λαθραίως ἐπανέλθῃ· ἀλλ’ ἡ ὑποκίνησις τοῦ ζητήματος καὶ ἡ ἀναίδεια, μεθ’ ἧς ὁ Κωτσαντᾶς ὡμολόγει ἑαυτὸν κάτοχον δύο ἑκατομμυρίων λιτρῶν, ἠνάγκασε τὸ Ὑπουργεῖον ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, δι’ οὗ εἶχεν ἐπιτραπῆ ἡ σύστασις τῆς Ἑταιρίας τῶν Νατρουργείων, καὶ ἀνέθηκε τὴν ἐξέτασιν ταύτην εἰς τὸν κ. Ταταράκην, τοῦ ὁποίου ἔχω ἐνταῦθα τὴν ἔκθεσιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Προσκληθέντες ἀπὸ τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ὅπως γνωμοδοτήσωμεν ἐπὶ τῆς γνωστῆς σκανδαλώδους ὑποθέσεως τῆς Ἑταιρίας τῶν Νατρουργείων, ὑποστηρίζομεν, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνεκρίθη ἡ σύστασις τῆς ἑταιρίας ταύτης, τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον δικαιοῦται καὶ καθῆκον ἔχει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάκλησιν τῆς διὰ τοῦ προμνησθέντος διατάγματος δοθείσης ἐγκρίσεως.... Ἡ Ἑταιρία τῶν Νατρουργείων, ἀναγνωρισθεῖσα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νόμου ὡς ἀποτελοῦσα ἰδίαν προσωπικότητα, προστατευομένην διὰ τῶν διατάξεών του, ὀφείλει νὰ τηρῇ τοὺς ὅρους ἐκείνους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους τῇ ἐπετράπη τοιαύτη προσωπικότης· ἀλλὰ προφανεστάτη παραβίασις τούτων εἶναι, ὅταν τὸ πωλούμενον ἅλας δὲν μεταχειρίζηται ὡς βάσιν πρὸς παραγωγὴν ἐξ αὐτοῦ ἄλλων χημικῶν οὐσιῶν, ἀλλ’ ὡς κερδοσκοπικὴν ἐπιχείρησιν πρὸς πώλησιν τούτου αὐτουσίου, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν ἡ τοιαύτη παράβασις τῶν ὅρων τούτων ἀποτελῇ καὶ ποινικῶς καταδιωκτέαν πρᾶξιν.» Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης ἐξεδόθη τὸ ἀπὸ 20 Σεπτεμβρίου 1878 διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀνεκάλεσε τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο ἡ σύστασις τῆς Ἑταιρίας τῶν Νατρουργείων, καὶ οὕτως ἐξέλιπε τὸ σκάνδαλον τῆς ὑπάρξεως δυνάμει διατάγματος τῆς ἑταιρίας ταύτης, ἥτις οὐδὲν ἕτερον ἔπραττεν ἢ τὴν παραγωγὴν ἅλατος, τὸ ὁποῖον ἐπώλει λαθραίως πρὸς πορισμὸν ὠφελείας. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τοῦ 1878 ὁ Κωτσαντᾶς ἐζήτει ἄδειαν ἐξαγωγῆς ἅλατος, καὶ ἔλεγεν: «Ἔχω 2,000,000 νὰ ἐξαγάγω εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ζητῶ ἄδειαν ἐξαγωγῆς»· ὁ δὲ τελώνης ἠρνεῖτο, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπηγόρευε ῥητῶς διὰ διαταγῆς τῆς 16 Μαρτίου 1878 τὴν ἐξαγωγήν. Ὁ Κωτσαντᾶς ἀμέσως ἤγειρεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ζητῶν 220,000 δραχμῶν, αἵτινες κατ’ αὐτὸν ἀντιπροσωπεύουσι τὴν ἀξίαν τῶν δύο ἑκατομμυρίων λιτρῶν ἅλατος καὶ τὸ πρὸς 10% κέρδος, ὅπερ ἐξάγων τὸ ἅλας ἤθελε πραγματοποιήσει. Ὥστε ἔχομεν, ὡς βλέπετε, ἀρχικὸν ἐμφυτευτικὸν κανόνα δραχμῶν 480, ἀξίαν τοῦ κτήματος δραχμὰς 860, παραγωγὴν αὐτοῦ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους δραχμὰς 220,000. Ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ μυθιστόρημα λαμβάνει κολοσσιαίας διαστάσεις. Τί ἔγεινεν ἡ ἀπαίτησις αὕτη; Διῆλθε καὶ αὕτη ὅλα τὰ στάδια, καὶ ἔφθασεν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος εὐτυχῶς ἀπέῤῥιψε τὴν ἀναίρεσιν κατὰ τῆς ἀποφάσεως ἀριθ. 799(1881) τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἥτις ἀπέῤῥιψε τὴν ἀγωγὴν τοῦ Π. Κωτσαντᾶ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ἐκ τοῦ ἄρθρου 5 τῆς ὑπ’ ἀριθ. Νʹ Πράξεως τῆς Βʹ Ἰουνίου Γερουσίας τοῦ 1825, φέροντος «εἶναι αὐστηρὰ ἐμποδισμένον εἰς ὁποιονδήποτε ὑποκείμενον, ἔξω μόνον ἀπὸ τοὺς ἐπιφορτισμένους ἀπὸ τὴν Διοίκησιν νὰ πωλοῦν ἅλας εἰς αὐτὸ τὸ Κράτος κτλ.» καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου 4 τῆς ὑπ’ ἀριθ. Ξʹ Πράξεως τῆς ἰδίας Γερουσίας τοῦ 1827, λέγοντος, «ὅλα τὰ ἀπηγορευμένα εἴδη ἢ δοσμένα εἰς μονοπωλεῖον παρὰ τῆς Διοικήσεως, ἤγουν ἁλάτι κλπ.» ἀδιστάκτως προκύπτει, ὅτι τὸ ἅλας καὶ ἐν Κερκύρᾳ καταλογίζεται μεταξὺ τῶν δημοσίων νομημάτων, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς δύναται νὰ πωλῇ τοιοῦτον, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τῆς Διοικήσεως ἐπιτετραμμένων· ὅτι δὲ τὸ ἅλας εἶναι μονοπώλιον, ἀναγράφεται ῥητῶς εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Αʹ νόμου τῆς ὀγδόης Γερουσίας, ὁρίζον ὅτι τὸ ἐπιχώριον ταμεῖον σχηματίζεται (§ ιά) ἀπὸ τὰ κέρδη τὰ πηγάζοντα ἐκ τῶν ἁλυκῶν καὶ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος. Ἄρα τὸ Ἐφετεῖον, εἰπὸν ὅτι ἐν Κερκύρᾳ ἀπαγορεύεται ἡ πρὸς πώλησιν κατασκευὴ ἅλατος παρ’ ἰδιωτῶν καὶ ὅταν ἀκόμη τοῦτο πρόκηται νὰ ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς πώλησιν, συνεμορφώθη πληρέστατα τοῖς ἀνωτέρω νόμοις.» Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῶν ἁλυκῶν Κερκύρας, τὰς ὁποίας νομίζει ὁ κ. Κωσταντᾶς ὡς ἀνηκούσας εἰς αὐτόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ ἅλατος, τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ ἐναντίον ῥητῶν νόμων καὶ συμβολαίων κατεσκεύασε, προσπαθεῖ νὰ πωλήσῃ. Τί δὲ ζητεῖ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν κατοχὴν κτήματος, τὸ ὁποῖον παρανόμως κατέχει, καὶ νὰ τῷ ἐπιτραπῇ ἡ κατασκευὴ ἅλατος καὶ ἡ ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν τῷ λοιπῷ βασιλείῳ πώλησις τοῦ ἅλατος τούτου. Διότι ποῖον σκοπὸν ἔχει ἡ ἄδεια ἡ ζητουμένη;—ἀνεξαρτήτως τῆς σκανδαλώδους ἱστορίας, τὴν ὁποίαν παρὰ τὴν θέλησίν μου ἠναγκάσθην νὰ κάμω, καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ οὐσιώδους γεγονότος, ὅτι οὐδεὶς ἐν Κερκύρᾳ δικαιοῦται νὰ κατασκευάσῃ ἅλας,—ποῖον σκοπὸν, λέγω, ἔχει αὕτη; Οὐχὶ βεβαίως μεταφορὰν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Εἰς ποῖον τῷ ὄντι μέρος δύναται νὰ τὸ μεταφέρῃ; Πανταχόθεν περικυκλούμεθα ἀπὸ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουν μονοπώλιον τοῦ ἅλατος, γινώσκομεν δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πολλάκις ἠσχολήθη, ἵνα εὕρῃ μέσον νὰ πωλήσῃ ἅλας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ἐπρότεινε νὰ πωλήσῃ τοῦτο πρὸς ἓν καὶ ἥμισυ λεπτὸν τὴν ὀκᾶν, καὶ οὐδεὶς εὑρέθη ἀγοραστής. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ μεταφορᾶς ἅλατος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἄλλος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ πραγματικὸς σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι τὸ λαθρεμπόριον. Ἀφοῦ ὁ Κωτσαντᾶς παρανόμως παρήγαγεν ἅλας, διότι ἡ κατασκευὴ τούτου ἐν Κερκύρᾳ ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν διαχειριστικὴν ἐπιτροπὴν, ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα νομίμως τὸ ἐξαγάγῃ, ἵνα τὸ ἅλας νομίμως ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ τελωνείου, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς Κέρκυραν καὶ εἰς τὰς ἄλλας νήσους καὶ εἰς τὸ λοιπὸν βασίλειον καὶ λαθραίως πωληθῇ. Αὐτὸς εἶναι ὁ προφανὴς σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται, ἵνα ἀποφασίσῃ, ἂν τοιαῦτα νομοσχέδια, σκοποῦντα νὰ νομιμοποιήσωσι σκανδαλώδη ἱστορίαν καὶ προωρισμένα νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἐγκληματικοὺς σκοπούς, δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν ἦναι δυνατὸν τοιοῦτο νομοσχέδιον νὰ συζητηθῇ.
§182ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὅπως, Κύριοι, ἀνασκευάσω τὰς συκοφαντίας τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐπιτρέψατέ μοι πρῶτον νὰ ἀναλύσω τὸ περιεχόμενον τῆς συζητουμένης προτάσεώς μου. Ἡ πρότασίς μου σύγκειται ἐκ δύο μερῶν. Τὸ μὲν πρῶτον ὁρίζει, ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται ὑπὸ τῶν Ἰονίων νόμων ἡ ἐξαγωγὴ ἰδιοκτήτων ἁλάτων ἐκ Κερκύρας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἤτοι ἐκτὸς τοῦ Κράτους, δηλαδὴ ἑρμηνεύει αὐθεντικῶς τοὺς περὶ ἁλάτων Ἰονίους νόμους, οἵτινες δυνάμει τοῦ 9ου ἄρθρου τοῦ ΡΝʹ νόμου τοῦ 1866 καὶ τοῦ ᾼΦΙʹ νόμου τοῦ 1887 ἰσχύουσιν ἐν Κερκύρᾳ. Τὸ δὲ δεύτερον μέρος αὐτῆς ἐπεκτείνει τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 20 Δεκεμβρίου 1835 Β. διατάγματος περὶ ἐξαγωγῆς ἐγχωρίου ἅλατος καὶ ἐν Κερκύρᾳ, ὅπου οὔτε ἰσχύει, οὔτε ἐφαρμόζεται. Δηλαδὴ διὰ τοῦ δευτέρου τούτου μέρους τῆς προτάσεώς μου ἐπιβάλλονται πᾶσαι αἱ ποιναὶ εἰς τοὺς λαθρεμποροῦντας κατὰ τὴν διαπόρθμευσιν τοῦ ἅλατός μου πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου, ὅσαι ἐπιβάλλονται καὶ ἐπὶ τῶν λαθρεμπορούντων ἅλατα ξενικὰ ἢ ἅλατα ἐγχώρια τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, προωρισμένα διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον. Ὤφειλε λοιπὸν οὗτος νὰ ἀντικρούσῃ τὴν πρότασίν μου, πρῶτον ὡς ἀβασίμως καὶ ψευδῶς ἑρμηνεύουσαν δῆθεν τοὺς περὶ ἁλάτων Ἰονίους νόμους, ἵνα διὰ τοῦ μέσου τούτου ἀποκτήσω δικαιώματα, ἅτινα δὲν ἔχω, καὶ δεύτερον νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ ἀπὸ 20 Δεκεμβρίου 1835 Β. διάταγμα περὶ ἐξαγωγῆς ἐγχωρίου ἅλατος δὲν προστατεύει ἐπαρκῶς τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου Κερκύρας καὶ τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν διαπόρθμευσιν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ ζητήσῃ δὲ νὰ ψηφισθῶσιν ἕτεραι διατάξεις ἐπαρκέστεραι κατὰ τοῦ ἐνδεχομένου λαθρεμπορίου τῶν ἁλάτων μου. Ἀλλὰ τὸ πάθος ἐτύφλωσεν αὐτὸν, καὶ ἡ γνωστὴ τάσις αὐτοῦ εἰς τὸ ὑβρεολογεῖν παρέσυρεν αὐτὸν εἰς ἀδιέξοδον λαβύρινθον ψευδολογιῶν καὶ παρερμηνεύσεων τῶν γεγονότων. Δυστυχῶς δὲν δύναμαι ἐπαρκῶς νὰ τὸν ἀκολουθήσω ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὸ ζήτημα πῶς ἀπέκτησα τὴν κυριότητα τῶν ἁλυκῶν Ποταμοῦ, διότι στεροῦμαι ἐπὶ τοῦ παρόντος παντὸς νόμου καὶ ἐγγράφου, ἀνατρέποντος καὶ διαψεύδοντος ὅσα περὶ τοῦ θέματος τούτου εἶπεν, ἀντιγράψας τὰς συκοφαντίας καὶ διαβολὰς τοῦ Νομάρχου Κερκύρας Μίχου, μεθ’ οὗ συνεδεόμην δι’ ἀσπονδοτάτου μίσους, διότι κατηγόρησα αὐτὸν ὡς αἴτιον εἰσβολῆς τῆς νόσου εὐλογίας ἐν Κερκύρᾳ καὶ ὡς δολοφόνον πλέον τῶν χιλίων Κερκυραίων, οἵτινες ἔπαθον ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Θέλω πράξει ὅμως τοῦτο μεταγενεστέρως, ἵνα ἀποδείξω τὴν ἠθικὴν ποιότητα τοῦ ἀντιπάλου μου. Παρατηρῶ ὅμως ἐν παρόδῳ, ὅτι τὴν προκειμένην πρότασιν δὲν προεκάλεσε τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἁλυκῶν Ποταμοῦ, ἀλλ’ ἡ περὶ ἁλάτων διαφορὰ τῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ Ἑπτανήσῳ νόμων· διότι, ἐνῷ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι δύνανται οἱ ἰδιῶται νὰ ἐξάγωσιν ἅλατα ἰδιόκτητα, ἀγοράζοντες αὐτὰ εἰς εὐτελῆ τιμὴν, ἴσην μὲ τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐπιστασίας, ἐκ τῶν ἁλαταποθηκῶν τοῦ Δημοσίου, ἐν Κερκύρᾳ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐξαγωγὴν ἁλάτων ἰδιοκτήτων, νομίμως κατασκευαζομένων ἐν ἰδιωτικαῖς ἁλυκαῖς, λόγῳ δῆθεν μὴ λαθρεμπορευθῶσιν εἰς τὰς ἀκτὰς τοῦ Κράτους πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν διὰ θαλάσσης διαπόρθμευσιν. Ἤτοι τὴν προκειμένην πρότασιν προεκάλεσεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀφομοιώσεως κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἰδιοκτήτων ἁλάτων Κερκύρας μετὰ τῶν ἰδιοκτήτων ἁλάτων τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Τώρα δὲ τὸ ζήτημα, πῶς ἀπέκτησα ἐγὼ ἢ ἄλλοι τὰς ἁλυκὰς, διὰ τὸ Κράτος εἶναι ἀδιάφορον, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ εἰς δικαστήριον, ἵνα δικάσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἁλυκῶν τούτων, καὶ νὰ θεωρηθῇ ἡ πρότασίς μου ὡς ἐπισπεύδουσα κυρίως τὴν ἐπικύρωσιν παρανόμως κτηθείσης κυριότητος, ὡς λίαν ἐμπαθῶς καὶ δολίως ἰσχυρίσθη ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Πλὴν συνέφερε τῷ κυρίῳ τούτῳ ν’ ἀρχήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του διὰ μυκτηρισμῶν καὶ μυθολογίας συκοφαντικῆς, ἵνα ῥίψῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸν βόρβορον, εἰς τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ συγκυλισθῇ, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τῶν ἁλυκῶν εἶναι κλοπὴ, καὶ ὅτι ἐγὼ ἐπιδιώκω τὴν καταδολίευσιν τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ἔπραξε δὲ τοῦτο, γνωρίζων ὅτι δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν σήμερον νὰ ἀποκρούσω τὴν δολοφονικὴν ταύτην ἐπίθεσιν, ὡς στερούμενος ὅλων τῶν νομίμων μέσων, συνεπείᾳ τῆς καλῆς μου πίστεως, ἥτις δὲν προεῖδεν, ὅτι ἦσαν ἀναγκαῖα ἔγγραφα, ἀφορῶντα τὴν νόμιμον ἀπόκτησιν τῶν ἁλυκῶν κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ ἑρμηνείας τῶν περὶ ἐξαγωγῆς ἁλάτων Ἰονίων νόμων. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν ἐν Κερκύρᾳ νὰ δολιευθῶμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, δὲν μᾶς τὸ ἔκαμε καταληπτόν. Ἐν Κερκύρᾳ τὸ Δημόσιον οὔτε ἁλυκὰς οὔτε ἅλατα ἔχει. Αἱ ἁλυκαὶ Κερκύρας ἢ παρεχωρήθησαν εἰς ἰδιώτας ἐπὶ ἐδαφονομῇ ἢ ἐμφυτεύσει, ὡς ἡ προκειμένη ἁλυκὴ Ποταμοῦ, ἥτις παρεχωρήθη εἰς τὸν κύριον Κόντην, καὶ μετεβιβάσθη εἰς ἐμὲ, ἢ ἐδόθησαν εἰς φιλανθρωπικὰ Καταστήματα, ὡς ἡ ἁλυκὴ Γαρίτσης, παραχωρηθεῖσα εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, ἢ ἀνήκουσιν εἰς τοὺς δήμους, ὡς ἡ ἁλυκὴ Λευκίμμης, ἥτις δι’ ἀποφάσεως τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ δήμου πρόκειται νὰ παραχωρηθῇ εἰς ἐννεαετῆ μίσθωσιν πρὸς ἰδιώτας, ὅπως κατασκευάζωσιν ἅλατα. Οὐδαμοῦ λοιπὸν τῆς Κερκύρας ὑπάρχουσιν ἁλυκαὶ ἢ ἅλατα δημόσια, ἀπεναντίας καὶ αἱ τρεῖς ἁλυκαὶ Κερκύρας καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν ἅλατα εἶναι ἰδιόκτητα. Οὔτε καθ’ ὁδὸν, ἤτοι κατὰ τὸν διάπλουν, εἶναι δυνατὸν νὰ πάθωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι αἱ ἀποθῆκαι τῶν πλοίων σφραγίζονται, καὶ ἀποσφραγίζονται ἐν τῷ λιμένι τῆς ἀφίξεως ὑπὸ τῶν ἑλληνικῶν προξενικῶν ἢ τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, καὶ ἐὰν αἱ σφραγῖδες εὑρεθῶσιν ἀλύμαντοι καὶ τὸ ποσὸν τοῦ ἅλατος ἀμετάβλητον, ἀποδίδεται ἡ δοθεῖσα χρηματικὴ ἐγγύησις, ἄλλως αὕτη δημεύεται, καὶ ἐφαρμόζονται κατὰ τοῦ πλοιάρχου βαρύταται ποιναί. Ἐγὼ οὐδεμίαν ζημίαν βλέπω προερχομένην εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεώς μου, ἥτις, ἐπαναλαμβάνω, ἀφορᾷ εἰς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς ἐκτελέσεως κειμένων νόμων διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἀπὸ 20 Δεκεμβρίου 1835 Β. διατάγματος καὶ εἰς τὴν Κέρκυραν. Ἐν τούτοις ἔρχεται ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ παρεμβάλλει μυθώδη ἱστορίαν περὶ κτήσεως τῶν ἁλυκῶν Ποταμοῦ, ἵνα ἐμβάλῃ φόβους καταχρήσεως καὶ ἐπιφέρῃ σύγχυσιν εἰς ζήτημα ἁπλούστατον, ἤτοι εἰς ζήτημα λυθὲν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, διότι ἀφορᾷ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ πολίτου, ἣν οἱ Ἰόνιοι περὶ ἁλάτων νόμοι προστατεύουσι, καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἐλευθέραν διάθεσιν δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ ἀπαγορεύσῃ ἄνευ νομίμου καὶ δικαίας ἀποζημιώσεως καὶ ἐξαιρετικῶς δι’ ἀνάγκην δημοσίαν.
§183ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ἅλατα ἰδιωτικά;
§184ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι. Ὡς ἀποδεικνύει ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἣν ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου, ἡ Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι κυρία τῶν ἁλυκῶν· οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατασκευάζῃ ἅλας ἐκτὸς αὐτῆς. Ὅτε δ’ ἐγένετο ἡ διανομὴ τῆς ἐπικοίνου περιουσίας μεταξὺ τῶν διαφόρων δήμων, ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ ῥητὴ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας, ὅπως μὴ γείνῃ ἡ διανομὴ τῶν ἁλυκῶν μεταξὺ τῶν δήμων, ἐδηλοῦτο ὅτι αὗται ἐξηκολούθουν ἀνήκουσαι εἰς ὅλους τοὺς δήμους, διαχειριζόμεναι παρ’ ἐπιτροπῆς συγκειμένης παρὰ τοῦ Νομάρχου, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ταμίου, τὸ δὲ προϊὸν τῶν ἁλάτων διενέμετο μεταξὺ τῶν διαφόρων δήμων.
§185ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὅτι αἱ ἁλυκαὶ Κερκύρας ἀνῆκον εἰς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν τῶν δήμων, εἶπον καὶ ἐγὼ ἀνωτέρω, καὶ οὐδεμία πρὸς τοῦτο διαφωνία. Ὅτι δὲ ἀπηλλοτριώθησάν τινες ἁλυκαὶ τῶν διαχειριστικῶν ἐπιτροπῶν πρὸ καὶ μετὰ τὸν ΑΦΙʹ νόμον τοῦ 1887 περὶ διανομῆς, εἶναι ἐπίσης ἀκριβέστατον, καὶ ὁ προαγορεύσας δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἁλυκὰς καὶ νὰ κατασκευάζῃ ἅλας, πλὴν τῶν διαχειριστικῶν ἐπιτροπῶν τῶν δήμων. Νόμοι τῆς Ἰονίου Πολιτείας διέταξαν τὴν παραχώρησιν ἁλυκῶν, μεταβληθεισῶν εἰς ἕλη, πρὸς ἰδιώτας, ἀναλαμβάνοντας τὴν ἀποξήρανσιν αὐτῶν λόγῳ δημοσίας ὑγείας. Ἀπόφασις δὲ τῶν διαχειριστικῶν ἐπιτροπῶν παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν κατὰ τὸ 1866 τὴν παραχώρησιν τῆς ἁλυκῆς Ποταμοῦ εἰς ἰδιώτας κερδοσκόπους, ὅπως καλλιεργήσωσιν αὐτήν. Ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐξετελέσθη μόνον ἐν ἔτει 1869 δι’ ἑτέρας ἀποφάσεως, παραδεχομένης τὰ περὶ ἀποξηράνσεως τῆς ἁλυκῆς ταύτης παράπονα τῶν περιοίκων. Τὴν ἁλυκὴν ταύτην, τεθεῖσαν εἰς δημοπρασίαν κατὰ τοὺς νομίμους τύπους, ἔλαβεν εἰς ἐδαφονομὴν ὁ Ἀντώνιος Κόντης, μὲ τὴν ἐγγύησιν τὴν ἰδικήν μου ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς ἀποξηράνσεως καὶ τῆς καλλιεργείας τῆς ἁλυκῆς ταύτης. Ἐτέθη δὲ ἐν τῷ συμβολαίῳ, κατὰ παραγγελίαν τῆς περὶ συντάξεως αὐτοῦ ἀποφάσεως τῶν διαχειριστικῶν ἐπιτροπῶν, ὁ ὅρος, ὅτι τὸ συμβόλαιον καθίσταται ἄκυρον, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κατ’ ἀπόφασιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῶν νήσων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΡΝʹ νόμου τοῦ 1866 δὲν ἐγκρίνῃ τὴν δημοπρασίαν, δι’ οὓς λόγους ὁ περὶ δημοπρασιῶν νόμος ὁρίζει. Ὁ Κόντης μετὰ ἓν ἔτος, ἀσθενήσας βαρέως καὶ ὢν γέρων, παρεχώρησε τὰς ἁλυκὰς εἰς ἐμὲ ἀντὶ δραχμῶν 800, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἀναλάβω εἰς βάρος μου ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις του, τὸ δὲ συμβόλαιον ἀμέσως ἐκοινοποιήθη εἰς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΣΜΔʹ νόμου, ἥτις μὲ ἀνεγνώρισε καὶ παρεδέχθη ὡς ἐμφυτευτήν της. Ἅμα ἐγένετο ἡ μεταβίβασις εἰς ἐμὲ, ἀμέσως οἱ πολιτικοὶ ἀντίπαλοί μου ὑπεκίνησαν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κερκυραίων νὰ ζητήσῃ δι’ ἐφέσεως τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφ’ ἧς τὸ συμβόλαιον ἐστηρίζετο, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διευθυνόμενον ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη, ἠκύρωσε τὴν ἀπόφασιν ταύτην, καίτοι θεωρῆσαν συμφέρουσαν εἰς τοὺς δήμους τὴν διάθεσιν ταύτην τῶν ἁλυκῶν Ποταμοῦ, διὰ τὸν λόγον ὅ Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε δῆθεν δικαίωμα νὰ διαθέτῃ, ἀλλὰ νὰ διαχειρίζηται ἁπλῶς. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην οὐδέποτε ἐκοινοποίησε μέχρι τοῦδε οὔτε εἰς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν, οὔτε εἰς ἐμὲ, οὔτε εἰς τὸν Κόντην. Ἡ φήμη ὅμως μετέδωκε τὸ γεγονὸς, ἡ δὲ τετραετὴς προθεσμία πρὸς ἀποξήρανσιν καὶ καλλιέργειαν ἐπέβαλεν εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ ἐκκαθαρίσω τὴν θέσιν μου δικαστικῶς, ἵνα μὴ ἀφ’ ἑνὸς ἀπολέσω τὴν δαπάνην μου, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ὑποπέσω εἰς ἀποζημιώσεις, συνεπείᾳ παρελεύσεως τῆς προθεσμίας ἄνευ ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών μου. Ἠναγκάσθην λοιπὸν νὰ ἐγείρω καὶ νὰ κοινοποιήσω πρὸς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν πρόκλησιν εἰς ἀγωγὴν, ἵνα ἀναγκάσω αὐτὴν νὰ ἐγείρῃ κατ’ ἐμοῦ ἀγωγὴν περὶ ἀκυρώσεως τοῦ συμβολαίου καὶ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα δικαστικῶς, ἐὰν πράγματι εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ διαθέτειν ἀκίνητα κτήματα, καὶ ἐὰν ἡ ἀκύρωσις ἀνηγγέλθη ἐμπροθέσμως καὶ καθ’ ἃς περιπτώσεις συνεφωνήθη, ἤτοι μόνον ὡς πρὸς τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας. Ἡ ἀγωγὴ ἠγέρθη ὑπὸ τοῦ Νομάρχου ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἄνευ ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἑπομένως κατόπιν μακρᾶς διαδικασίας ἐνώπιον τῶν πρωτοδικῶν ἢ ἐφετῶν Κερκύρας, τῶν ἐφετῶν Πατρῶν κατὰ παραπομπὴν, ἢ τοῦ Ἀρείου Πάγου δι’ αἰτήσεως ἀναιρέσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐφετείων Κερκύρας καὶ Πατρῶν, ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀγωγὴ αὕτη ὑφ’ ὅλων τῶν Δικαστηρίων, λόγῳ ἐλλείψεως νομιμοποιήσεως, καὶ ἠγέρθη ἄλλη ἐν ἔτει 1878, ἤτοι μετὰ ἑπτὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ἐγέρσεως τῆς προκλήσεως εἰς ἀγωγήν. Κατὰ τῆς νέας ἀγωγῆς ἀντέταξα τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πρὸς ἔγερσιν ἀγωγῆς δικαιώματος τῶν ἀντιδίκων συνεπείᾳ τῆς προκλήσεώς μου, τὸ ἀπαράδεκτον καὶ ἄκυρον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου, ὡς ἐκδοθείσης ἐκπροθέσμως, οὐδέποτε κοινοποιηθείσης πρὸς ἐκτέλεσιν, ὡς ἀρνουμένης εἰς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν δικαίωμα διαθέσεως ἀκινήτων, ὅπερ χορηγεῖ αὐτῇ ἡ διάταξις τοῦ Κώδικος περὶ τῶν δυναμένων νὰ διαθέτωσιν ἀκίνητα καὶ κινητὰ, ὡς μὴ προκληθείσης τῆς ἀπολογίας μου κατὰ τὴν συζήτησίν της καὶ μὴ ἀφορώσης τὴν δημοπρασίαν, ἣν ἐπικυροῖ, κατὰ τὰ συμπεφωνημένα. Παρῆλθον ἔκτοτε δέκα ὅλα ἔτη, καὶ οὐδεμία ἀπόφασις ὁριστικὴ ἐξεδόθη, καταγινομένων τῶν Δικαστηρίων πάντοτε εἰς τὴν λύσιν προδικαστικῶν ζητημάτων. Ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ νῦν κατακρίνων με ἐπὶ νοσφισμῷ τῶν ἁλυκῶν διὰ στρεψοδικιῶν, προεκάλεσεν ἐν ἔτει 1887 τὸν νόμον ᾼΦΙʹ περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας εἰς τοὺς δήμους, καὶ διὰ τοῦ δεκάτου ἄρθρου κατήργησε τὴν δίκην ταύτην, διότι κατηργήθησαν αἱ ὑπὸ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐγερθεῖσαι ἀγωγαὶ περὶ διαλύσεως ἢ ἀκυρώσεως κτηματοδοτικῶν σχέσεων, οὐδεμία δὲ τοιαύτη ἀγωγὴ ἦτο ἐκκρεμὴς κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, εἰμὴ ἡ κατ’ ἐμοῦ, ἀφορῶσα τὴν διάλυσιν καὶ ἀκύρωσιν τῆς ἐδαφονομῆς τῶν ἁλυκῶν Ποταμοῦ. Ὥστε τὸ ῥηθὲν, ὅτι ἡ πρότασίς μου σκοπεῖ νὰ νομιμοποιήσῃ παράνομον κυριότητα, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι αὐτὸς ὁ ἀντειπὼν ἐνομιμοποίησε τὴν κυριότητά μου ἐπὶ τῶν ἁλυκῶν Ποταμοῦ διὰ τοῦ δεκάτου ἄρθρου τοῦ ΑΦΙʹ νόμου τοῦ 1887, ὃν αὐτὸς προεκάλεσεν ἐπὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς παντοδυναμίας τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, ἧς ἦτο μέλος, ἐγὼ δὲ ἀνῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπιβάλω διάταξιν τοιαύτην, ὅπως σφετερισθῶ τὰς ἁλυκὰς, καταργῶν τὰς ἐναντίον μου δίκας. Δευτέρα κατηγορία εἶναι, ὅτι κατεδικάσθην ὅλως ἐναντίον τῶν νόμων πρὸς βλάβην τῶν δήμων Κερκύρας. Κατὰ τὰς περὶ κυριότητος διατάξεις τοῦ Ἰονίου Κώδικος, ὁ κύριος ἑνὸς κτήματος δύναται νὰ κατασκευάσῃ καὶ νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει ἐν αὐτῷ, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἀπαγορεύηται ὑπὸ εἰδικῶν νόμων. Νόμοι εἰδικοὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι οἱ περὶ ἁλάτων ἐν Ἑπτανήσῳ, οὓς ἐτήρησεν ἐν ἰσχύϊ ὁ ΡΝʹ νόμος τοῦ 1866. Πρῶτος τῶν νόμων τούτων εἶναι ὁ εἰκοστὸς ἕκτος τοῦ πρώτου Κοινοβουλίου, ῥητῶς καταργηθεὶς ὑπὸ τοῦ ἑξηκοστοῦ ἕκτου ἄρθρου τοῦ εἰκοστοῦ ἐννάτου νόμου τοῦ τρίτου Κοινοβουλίου. Δεύτερος νόμος εἶναι ὁ πεντηκοστὸς νόμος τοῦ δευτέρου Κοινοβουλίου, ὅστις τὴν λιανικὴν πώλησιν τοῦ ἅλατος ἐντὸς τοῦ Κράτους καθιστᾷ μονοπώλιον τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος κατηργήθη ὑπὸ τοῦ δεκάτου νόμου τοῦ ὀγδόου Κοινοβουλίου, δι’ οὗ αἱ ἁλυκαὶ ἐγένοντο ἰδιοκτησία τῶν κοινοτήτων, καὶ ἡ λιανικὴ πώλησις τοῦ ἅλατος μετεβιβάσθη εἰς τοὺς ἰδιώτας διὰ μισθώσεως, καλουμένης «ἀππάττο». Δι’ οὐδενὸς δὲ τῶν νόμων τούτων ἀπηγορεύθη εἰς τοὺς ἰδιώτας ἡ κατασκευὴ ἅλατος καὶ ἡ ἐξαγωγὴ χονδρικῶς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἑπομένως κατὰ τὸ ἄρθρον 1399 τοῦ Ἰονίου Κώδικος, καθ’ ὃ δύναται νὰ πωληθῇ πᾶν ἀπαλλοτριώσιμον, ἐὰν δὲν ἀπαγορεύηται ὑπὸ νόμου εἰδικοῦ, καὶ νὰ κατασκευάσω καὶ νὰ ἐξαγάγω ἅλας δύναμαι ἐν Κερκύρᾳ, πᾶσα δὲ περὶ τούτου ἀντίῤῥησις εἶναι καταστρατήγησις καὶ ἀπαγόρευσις νομίμου ἰδιοκτησίας. Δὲν εἶχα λοιπὸν ἀνάγκην οὔτε ἑταιρίαν νὰ σχηματίσω, οὔτε τὸν περὶ χημικῶν προϊόντων τῆς Ἑλλάδος νόμον νὰ προκαλέσω, ὅπως δολίως σφετερισθῶ τὸ δικαίωμα τῆς κατασκευῆς τοῦ ἅλατος, διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶχον καὶ ἔχω ἐκ τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἰσχυόντων Ἰονίων νόμων. Ἄλλοι λόγοι, ξένοι ἐντελῶς τοῦ δικαιώματος κατασκευῆς ἁλάτων, προεκάλεσαν τὸν σχηματισμὸν τῆς Ἑταιρίας τῶν Νατρουργείων Κερκύρας, καὶ τὸν νόμον περὶ «Ἐργαστηρίου τῶν χημικῶν προϊόντων τῆς Ἑλλάδος». Ἡ χρησιμοποίησις τῶν ἁλυκῶν Ποταμοῦ εἰς κατασκευὴν σόδας ἢ νίτρου ἀπῄτει κεφάλαιον τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν εἶχον. Προεκάλεσα λοιπὸν συνεταιρισμὸν διὰ τῆς ἱδρύσεως ἀνωνύμου ἑταιρίας, ὧν ἱδρυταὶ ἐγένοντο οἱ κ.κ. Νάκης, Ἀραβαντινὸς καὶ ἐγώ. Ἐγὼ μὲν κατέβαλον τὸ κτῆμα, οἱ ἄλλοι δὲ ὑπεχρεώθησαν διὰ μετοχῶν νὰ καταβάλωσι τὸ χρῆμα. Ἱδρύσαμεν τὴν ἑταιρίαν, τῇ συναινέσει τῆς Κυβερνήσεως, προεδρευομένης κατὰ μὲν τὴν ἔκδοσιν τοῦ πρώτου διατάγματος ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, κατὰ δὲ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δευτέρου διατάγματος περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Καταστατικοῦ, ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐν ἔτει δὲ 1873 ὁ κ. Χρηστομάνος ἐσχημάτισεν ἐν Πειραιεῖ ἑτέραν ἑταιρίαν, ἣν ἐκάλεσεν «Ἐργαστήριον χημικῶν προϊόντων τῆς Ἑλλάδος», σκοπὸν ἔχουσαν νὰ κατασκευάζῃ μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ νίτρον ἐκ θαλασσίου ἅλατος. Πολλοὶ δὲ Βουλευταὶ, ὧν εἰσηγητὴς ἦτο ὁ ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας βουλευτὴς κ. Ἀναστ. Δημητριάδης, εἰσήγαγον πρότασιν νόμου κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1873, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, περὶ χορηγήσεως προνομίου εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ «Ἐργαστηρίου χημικῶν προϊόντων τῆς Ἑλλάδος». Ἀλλὰ τὸ προνόμιον τοῦτο κατέστρεφε τὸν σκοπὸν τῆς ἱδρύσεως ἐν Κερκύρᾳ τῆς Ἑταιρίας τῶν Νατρουργείων Κερκύρας. Συνεννοηθεὶς λοιπὸν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τῶν ὑποβαλόντων τὴν ἀνωτέρω πρότασιν Βουλευτῶν, συνέταξα τροπολογίαν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νόμου τούτου, τὸ ἀφορῶν τὰ Νατρουργεῖα Κερκύρας, ἅτινα ἀποκτῶσι τὸ αὐτὸ προνόμιον ἐπὶ μίαν πενταετίαν. Σημειωτέον, ὅτι ἐγὼ ἀνῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὥστε ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἐχαρίσθη εἰς ἐμὲ, ἦσαν δὲ βουλευταὶ ἐκ Κερκύρας οἱ κ.κ. Τρύφωνας, Παραμυθιώτης καὶ ἄλλοι πολιτικοὶ καὶ προσωπικοὶ ἐχθροί μου, οἵτινες καὶ ἱκανοὶ ἦσαν καὶ συμφέρον εἶχον νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ πάσης ἐπιβλαβοῦς νομοθετικῆς λαθροχειρίας, ἣν ἤθελον ἐπιχειρήσει διὰ τοῦ νόμου τούτου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθῆ τὰ πολλάκις κατὰ κόρον ῥηθέντα καὶ ἐπαναληφθέντα, ὅτι ἐγὼ συνέστησα ψευδῆ ἑταιρίαν, καὶ ἐξηπάτησα τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσωσι νόμον, χορηγοῦντα λάθρα εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ κατασκευάζω καὶ πωλῶ ἅλας ἐν τῷ τόπῳ, ἀφοῦ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχω δυνάμει προγενεστέρων Ἰονίων νόμων. Τρίτη κατηγορία εἶναι, ὅτι ἤγειρα ἀγωγὴν περὶ ἀποδόσεως ἑκατομμυρίων δραχμῶν λόγῳ ἀποζημιώσεως. Κατὰ τὸν ἀντειπόντα, φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι τιμία πρᾶξις, ὅταν δικαστικῶς καταδιωκόμενος ὁ πολίτης καὶ παρακωλυόμενος εἰς τὴν ἐργασίαν του, ζητῇ ἀποζημίωσιν δικαστικῶς παρὰ τοῦ ἀντιδίκου του. Ἔχει δίκαιον νὰ σκέπτηται οὕτω, ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ διακρίνῃ τὰς τιμίας ἀπὸ τὰς μὴ τιμίας πράξεις. Ἅμα, Κύριοι, ἤρξατο τὰς ἐργασίας της ἡ ἑταιρία, ἤρξατο κατ’ αὐτῆς λυσσαλέα δικαστικὴ ἐπίθεσις. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐγερθείσης ἀγωγῆς περὶ ἀκυρώσεως καὶ διαλύσεως τοῦ συμβολαίου ἐδαφονομῆς τῆς ἁλυκῆς, ἐζήτησαν οἱ ἀντίπαλοι παρεμπιπτόντως νὰ ἐπιτραπῇ συντηρητικὴ κατάσχεσις τοῦ κτήματος, καὶ ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ ἅλατος, ἀντετάχθημεν δ’ ἡμεῖς δικαίως κατὰ τῆς αἰτήσεως ταύτης, ζητήσαντες ἀνταγωγικῶς καὶ ἀποζημίωσιν διὰ τὴν παρενόχλησιν τῶν παραγωγικῶν ἐργασιῶν μας. Βλέποντες δὲ οἱ ἀντίπαλοι, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ καταβάλωσι τὴν ἑταιρίαν, συνώμοσαν νὰ διαλύσωσιν αὐτὴν δι’ ἀνακλήσεως τοῦ περὶ ἱδρύσεως αὐτῆς Β. διατάγματος. Ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ 1877 διὰ τοῦ κ. Τρικούπη ἔκαμον ἐπερώτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προεδρευομένην ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, διατὶ ἐπιτρέπει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Νατρουργείων Κερκύρας νὰ ζημιοῖ τὰς προσόδους τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τῆς πωλήσεως τῶν ἁλάτων της. Ἡ ἐπερώτησις ἐγένετο τὸ ἀπόγευμα τῆς τελευταίας συνεδριάσεως τῆς συνόδου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ ἤμην ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀθηνῶν διὰ δικαστικὴν ὑπόθεσίν μου. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μὲ ἀνεζήτησεν ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα δώσω πληροφορίας περὶ τούτου, ἀλλὰ μὴ ἀνευρών με, ἠναγκάσθη νὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, θέλει λάβει τὰ προσήκοντα μέτρα κατὰ τῆς ἑταιρίας. Μετ’ οὐ πολὺ πολλὰς συκοφαντικὰς ἐπιθέσεις ὑπέβαλεν, ἐν ἀγνοίᾳ καὶ ἐμοῦ καὶ τῆς ἑταιρίας, ὁ Νομάρχης Κερκύρας Μῖχος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δῆθεν πωλοῦμεν ἅλας, ὅτι ἡ ἑταιρία εἶναι εἰκονικὴ, κύριον σκοπὸν ἔχουσα τὸ λαθρεμπόριον τοῦ ἅλατος, καὶ τὰ λοιπὰ, καὶ ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, χωρὶς νὰ μᾶς καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν, ἀνεκάλεσε τὸ διάταγμα τῆς ἱδρύσεως τῆς ἑταιρίας ὡς ἀνωνύμου. Μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς ἑταιρίας τὸ παραχθὲν ἅλας ἐπωλήθη εἰς ἐμὲ ὑπὸ τῶν συνεταίρων, ἐγὼ δὲ ἐζήτησα τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς νὰ τὸ ἀποστείλω εἰς τὰς παραδουναβείους χώρας, εἴς τινα Κοματᾶν, ὡς παραλήπτην, διὰ νὰ ἐκποιηθῇ ἐκεῖ. Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον δέν μοι ἐπέτρεψε τοῦτο, καὶ ἐντεῦθεν ἐκινήθη ἀγωγὴ ὑπ’ ἐμοῦ κατ’ αὐτοῦ, ὡς ζημιοῦντός με, παρὰ τοὺς Ἰονίους νόμους. Τὴν ἀγωγὴν τὸ Πρωτοδικεῖον παρεδέχθη, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, θεωρήσαντες ὡς ἰσχύοντας καὶ ἐν Κερκύρᾳ τοὺς περὶ ἁλάτων νόμους τοῦ Κράτους, ἀπέῤῥιψαν αὐτήν. Ὥστε οὐδεμία ἀγωγὴ εἶναι ἐκκρεμὴς περὶ ἑκατομμυρίων ἀποζημιώσεως, ἧς τὴν νομιμοποίησιν ζητῶ διὰ τῆς προτάσεώς μου, ὡς ἠθέλησε νὰ σᾶς φοβίσῃ ὁ προαγορεύσας.
§186ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρόκειται περὶ νέας ἄλλης ἀγωγῆς ἑνὸς Νάκη.
§187ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πρόκειται περὶ νέας συκοφαντίας, οὐχὶ περὶ νέας ἀγωγῆς, διότι ὁ Νάκης, οὐδεμίαν ἀγωγὴν ἔχει οὔτε κατὰ τοῦ Δημοσίου, οὔτε κατὰ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸν Νάκην κατεστρέψατε πρὸ πολλοῦ. Τελευταία κατηγορία εἶναι, ὅτι ἐδολιεύθην τὰ συμφέροντα τῶν δήμων Κερκύρας, πωλήσας τὰ κατασκευασθέντα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἅλατα. Εὐτυχῶς ὑφίστανται δικαστικαὶ ἀποφάσεις, βεβαιοῦσαι τὸ ἐναντίον. Εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐκτελέσω πειράματα ἐν σμικρῷ μετατροπῆς μαγειρικοῦ ἅλατος τῶν ἁλυκῶν Ποταμοῦ εἰς νίτρον διὰ τοῦ θειϊκοῦ ὀξέος ἐν τῷ χημικῷ ἐργαστηρίῳ τοῦ κ. Ζαβιτσάνου. Μετέβην δὲ εἰς τὴν Νομαρχίαν, ὅπως λάβω τὴν ἄδειαν μεταφορᾶς τοῦ ἅλατος τούτου. Ἀλλ’ ὁ Νομάρχης, ἐκ φατριαστικῆς διαθέσεως φερόμενος, δὲν ἐδέχθη τὴν αἴτησίν μου. Ἀμέσως μετέβην παρὰ τῷ εἰσαγγελεῖ κ. Λουκάκῳ, εἰς ὃν ἐξέθηκα τὰ ἐκ τοῦ νόμου δικαιώματα μεταφορᾶς ἐντὸς τῆς νήσου καὶ ἐξαγωγῆς ἐκτὸς τοῦ Κράτους, καὶ ἐζήτησα τὴν γνώμην του, ἐν περιπτώσει κατασχέσεως τοῦ ἅλατος κατὰ τὴν εἰς τὴν πόλιν μεταφοράν. Ὁ κ. Λουκάκος μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἔχω πλῆρες δικαίωμα κατὰ τοὺς Ἰονίους νόμους, καὶ ὅτι τὸ δικαστήριον δὲν δύναται νὰ ἐγκρίνῃ τοιαύτας πράξεις τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀμέσως διέταξα τὴν μεταφορὰν ἑνὸς ἱπποφορτίου ἅλατος, γνωστοποιήσας τὴν πρᾶξιν ταύτην καὶ εἰς τὸν Νομάρχην. Οὗτος διέταξε τὴν κατάσχεσιν τοῦ ἅλατος καὶ τὴν καταμήνυσίν μου εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον διὰ τῆς Ἀστυνομίας. Τὸ Δικαστήριον ὅμως ἀπέῤῥιψε τὴν καταμήνυσιν, καὶ διέταξε τὴν ἀπόδοσιν εἰς ἐμὲ τοῦ ἅλατος. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἠκύρωσεν ὁ Ἄρειος Πάγος, λόγῳ παρατυπίας, καὶ παρέπεμψε τὴν κατ’ οὐσίαν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον τοῦ Ἀργοστολίου, ὅπερ ἀπέῤῥιψεν ἐπίσης τὴν καταγγελίαν, καὶ διέταξε τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἅλατος. Τετράκις εἰσήγαγον εἰς τὴν πόλιν μικρὰ ποσὰ ἅλατος διὰ τοιαύτης ἐργασίας, καὶ τετράκις κατέσχε τὸ ἅλας καὶ μὲ κατεμήνυσεν, ἀλλὰ τὸ δικαστήριον στερεοτύπως ἀπέῤῥιπτε τὰς μηνύσεις, καὶ μοὶ ἀπέδιδε τὸ ἅλας. Εἰς ἁπάσας δὲ τὰς συζητήσεις αὐτὸς ὁ κατηγορήσας με ἀστυνόμος τῶν ἀντιπάλων μου ἐζήτησε νὰ κηρυχθῶ ἀθῶος.
§188ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κακὰ ἔκαμε.
§189ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποίας ἐποχῆς εἶναι;
§190ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1884. Ἐγὼ τότε ἤμην ἀντιπολιτευόμενος, καὶ ὁ κύριος ἐδῶ (δεικνύει τὸν κ. Θεοτόκην) ἦτο κυβερνητικός, ἐμαγείρευε δὲ τὰς κατηγορίας ταύτας κατ’ ἐμοῦ. Οὐδέποτε δὲ κατηγγέλθην, οὔτε ἀπεδείχθη, ὅτι ἐπώλησα λαθραίως ἅλας. Εἶχεν ἡ Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ τοποθετημένους πλείστους φύλακας ἐν ταῖς ἁλυκαῖς Ποταμοῦ καὶ ἐν διαφόροις σημείοις τῆς νήσου, πρὸς ἐπιτήρησιν τοῦ ἐξ Ἰταλίας καὶ Λευκάδος λαθραίως εἰσαγομένου ἅλατος, ἀλλ’ οὐδεὶς οὐδέποτε μὲ κατήγγειλεν, ὅτι ἐπώλησα λαθραίως ἅλας ἐκ τοῦ ἰδικοῦ μου. Καὶ τὴν ἐσωτερικὴν πώλησιν τοῦ ἅλατος δὲν ἐπεχείρησα, ὄχι διότι δὲν ἔχω δικαίωμα, ἀλλὰ διότι δὲν εἶχον συμφέρον, καὶ ὤφειλον νὰ μὴ συντελέσω εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τῶν φιλανθρωπικῶν Καταστημάτων τῆς πατρίδος μου. Δὲν εἶχον δὲ συμφέρον, διὰ τὸν λόγον, ὅτι μεγαλύτεραι ἤθελον εἶσθαι αἱ πρὸς βλάβην μου κλοπαὶ τοῦ ἅλατός μου ἢ αἱ προσδοκώμεναι εἰσπράξεις μου. Ἀπεναντίας εἶχον τὸ συμφέρον νὰ φυλάττῃ διὰ τῶν φυλάκων της ἡ Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ τὸ ἅλας μου, διὰ νὰ μὴ κλέπτηται ὑπὸ τῶν ἐργατῶν μου. Ζητήσας δὲ, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, τὴν ἐξαγωγὴν, εἶχον μέγιστον συμφέρον, διότι ἐν Βουλγαρίᾳ τὸ θαλάσσιον ἅλας πωλεῖται πρὸς εἰκοσιτέσσαρα λεπτὰ τὴν ὀκᾶν ἀντὶ φόρου εἰσαγωγῆς δώδεκα λεπτῶν, δι’ ὃν λόγον οἱ Ἰταλοὶ, κατά τινα ἔκθεσιν τοῦ ἐν Βάρνῃ προξένου τῆς Ἑλλάδος, εἰσάγουσιν ἐξ Ἰταλίας μέγα ποσὸν ἅλατος θαλασσίου. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐγκρίσεως παρανόμου κατοχῆς ἁλυκῶν, δὲν πρόκειται περὶ ἀδείας νομοθετικῆς πρὸς λαθρεμπόρευσιν ἁλάτων πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δήμων Κερκύρας, ὡς ὁ ἀντειπὼν ἐπεχείρησε νὰ ἐκφοβίσῃ τὴν Βουλήν. Ἡ πρότασίς μου ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ διακωλύῃ τὴν ἐλευθέραν χρῆσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν νομίμου ἰδιοκτησίας μου.
§191ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ προλαλήσας ὑπεστήριξεν, ὅτι τὰ δικαστήρια πάντα συνεφώνησαν πρὸς τὰς ἰδέας του καὶ τοῦ ἔδωκαν δίκαιον, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι περιττὸν νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀφοῦ διὰ μιᾶς ἀποφάσεως παρέπεμψεν αὐτὸν, ἵνα δικασθῇ ἐπὶ λαθραίᾳ πωλήσει ἅλατος, δι’ ἄλλης ῥητῶς ἀπεφάνθη, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πωλῇ ἅλας, ἀλλ’ ὅτι δὲν κέκτηται τὸ δικαίωμα καὶ νὰ κατασκευάζῃ ἅλας. Ἰδοὺ πῶς τὰ δικαστήρια ἐδικαίωσαν τὰς ἀπαιτήσεις του. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐν τέλει ἀνέφερεν, ὅτι ἐγένετο διακήρυξις παρὰ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐκμισθωθῶσιν αἱ ἁλυκαί, καὶ διὰ ταύτης παρεχωρεῖτο τὸ δικαίωμα εἰς τὸν μισθωτὴν, ἵνα ἐξάγῃ ἅλας, τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω. Ἐγένοντο προτάσεις εἰς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία σήμερον ἀπολαμβάνει καθαρὸν ἔσοδον 70,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος ἐκ τῶν ἁλυκῶν, ἐγένοντο προτάσεις εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν πολὺ ἀνωτέρου ποσοῦ, ἂν ἐπέτρεπε τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξαγωγὴν τοῦ ἅλατος. Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως τότε, καίτοι αἱ προτάσεις αὗται ἦσαν συμφέρουσαι εἰς τὴν Διαχειριστικὴν Ἐπιτροπὴν, διότι τὸ ἔσοδον αὐτῆς ἐπρόκειτο ν’ αὐξήσῃ, τὸ Ὑπουργεῖον, λέγω, ἐνόησεν ἀμέσως, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ μεταφορᾶς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀλλὰ περὶ εἰσαγωγῆς ἐν τῷ Κράτει, καὶ ἀπηγόρευσε νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια· μετὰ δὲ τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην οὐδεὶς προσεφέρθη νὰ δώσῃ ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει νῦν ἡ Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπή.
§192Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας κ. Κωνσταντᾶς, ἐσκόπει νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐξάγωνται ἅλατα ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν ἁλυκῶν τῆς Κερκύρας ἐκτὸς τοῦ Κράτους. Ἡ ἄδεια αὕτη δὲν εἶχε δοθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν, ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἡ διοίκησις εἶχεν ἀπαγορεύσει τὴν ἐξαγωγὴν ἁλάτων, καὶ εἶχεν ἀρνηθῆ ἄδειαν ζητηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Κωνσταντᾶ. Τοῦ νομοσχεδίου οὕτως ἔχοντος, ἓν προσῆκεν εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου νὰ συζητήσωσιν, ἂν συμφέρῃ νὰ γένηται δεκτὴ ἡ πρότασις, ἤτοι νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ ἁλάτων ἐκ Κερκύρας ἐξ ἰδιοκτήτων ἁλυκῶν ἐκτὸς τοῦ Κράτους, ἢ ἢ ἂν δὲν συμφέρῃ· ἂν συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος, ἂν ἡ ζητουμένη ἄδεια ἐξαγωγῆς δύναται νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὰ δικαιώματα τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῷ Κράτει, καὶ ἂν τὰ συμφέροντα ταῦτα δύνανται νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς τοῦ ἅλατος. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ συζήτησις ἐξετράπη, καὶ ἐγενόμεθα ἀκροαταὶ ἱστορίας μακρᾶς, ἀρχομένης ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν προετάθη ὑπὸ τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ παραχωρηθῇ παραλία τις τελματώδης πρὸς ἐπίχωσιν. Ἂν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὁ ἀντειπὼν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡρμήθη ἀπὸ τοῦ φόβου μήπως τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶναι συντεταγμένον, ἀναγνωρίσῃ ἰδιοκτησίαν ἁλυκῶν μὴ ὑπαρχουσῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι δυνατὸν νὰ ἔχῃ δικαιολογίαν τινά. Λέγω, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ δικαιολογίαν τινὰ διὰ τὴν ἐκτροπὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ἀπομακρυνθεὶς τοῦ θέματος καὶ ἀσχοληθεὶς νὰ διηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἱστορίας, τῶν ὁποίων τὴν ἀκρίβειαν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐξετάσῃ, οὐδὲ νὰ βεβαιώσῃ, καὶ τῶν ὁποίων αἱ λεπτομέρειαι ἀφίενται εἰς τὴν σφοδρότητα τῶν παθῶν, τὴν ὁποίαν ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἐν Κερκύρᾳ συνεπάγεται. Ἂν ὅμως δὲν τὸ ἔκαμεν ἐκ λόγου τοιούτου, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραπονεθῶμεν κατ’ αὐτοῦ, διότι ἐγένετο ἀφορμὴ ἄνευ ἀνάγκης νὰ παρέλθῃ ὁ χρόνος ἐπὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία δὲν συνδέεται μὲ τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Ἀλλὰ, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπηγόρευσε τὸν Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, τὸν ἀντιλέγοντα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, φόβος, ὅτι ἐνδέχεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ κρύπτηται πονηρία τις, σκοπὸς, ἵνα ἀναγνωρισθῇ δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ ἁλυκῶν ἀμφισβητουμένων μὴ ὑπάρχον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἐξετάσῃ τὰ πράγματα μετὰ ψυχρότητος, θέλει πεισθῇ, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον νὰ ἐκτρέψῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλα θέματα, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀδύνατον εἶναι οὔτε νὰ ἀναγνωρισθῇ δικαίωμα, οὔτε νὰ δημιουργηθῇ τοιοῦτον. Ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ προτάξω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ὁ ἀντειπὼν, ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνήγγειλεν ὡς ἀντικείμενον συζητήσεως τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, μετὰ τρόπου ἐκπλήξεως ἐξεδήλωσεν, ὅτι δὲν προσεδόκα νὰ ἀξιωθῇ τοιοῦτο νὰ ἐγγραφῇ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν τὸ αἴσθημα τῆς ἐκπλήξεως, τὸ ὁποῖον ᾐσθάνετο ὁ Βουλευτὴς Κερκύρας, ὅταν ἔβλεπεν ἐρχόμενον εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν τὸ αἴσθημα τοῦτο συμβιβάζηται μὲ τὰς συνταγματικὰς ὑποχρεώσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν φύλακες καὶ ἐκτελεσταὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ποιοῦμαι ὅμως τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν ὅτι ᾐσθάνθη, καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ κατασιγάσω τὴν ἔκπληξιν ταύτην. Καὶ ταῦτα μὲν λέγω ἐπὶ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν. Ἐπανερχόμενος δὲ εἰς τὸ κύριον θέμα, εὑρίσκω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄξιον μελέτης, καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον βεβαίως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ γνώμην ὡρισμένην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ καὶ νὰ συστήσῃ ἢ ὄχι αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ πρῶτον ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα νὰ ἐξάγωνται ἅλατα ἐκ Κερκύρας ἐξ ἰδιωτικῶν ἁλυκῶν, ἐξεταστέον, ἂν ὑπάρχωσιν ἰδιωτικαὶ ἁλυκαὶ ἢ ὄχι· ἂν δὲ δὲν ὑπάρχωσι, μήπως τὰ ἐξαγόμενα ἅλατα ἦναι προϊὸν λαθρεμπορίου τινός. Ἂν ὑπάρχωσιν ἰδιωτικαὶ ἁλυκαί, εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἐνασκῇ ἀστυνομίαν, ὅπως τὰ ἅλατα ἐξάγωνται πραγματικῶς ἐκτὸς τοῦ Κράτους καὶ μὴ ἐκφορτώνωνται ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος εἰς ἄλλο μέρος; Τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἐπιβάλλουσι καθῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰ ἐρευνήσῃ, καθόσον καὶ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος τὸ ἐξεχωρήσαμεν, καὶ αἱ ἐξ αὐτοῦ πρόσοδοι εἰσπράττονται πρὸς ὄφελος καὶ λογαριασμὸν τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων. Διὰ τοῦτο κρίνω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πρότασις ἐπιβληθεῖσα εἰς αὐτὸν ὑπὸ ἀληθοῦς ἀνάγκης, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ μελετηθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ δυνηθῶμεν νὰ δώσωμεν γνώμην ὡρισμένην.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ πρότασις νόμου περὶ ἐξαγωγῆς ἰδιοκτήτων ἁλάτων Κερκύρας ἀναβάλλεται· προβαίνομεν δὲ εἰς τὰ ἀμέσως ἑπόμενα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ παροχῆς ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 422,928 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1891. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ μὲν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ Λιθογραφείου, εἰς βʹ δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 16,563,270 καὶ τὸ περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τῶν παγίων φορολογικῶν νόμων).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας περὶ ἀρχαιολογικῆς ἀνασκαφῆς ἐν Δελφοῖς.
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, παρέστησεν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προταθῇ εἰς τὴν Βουλήν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κανονισθῶσι τὰ κατὰ τὸν ἀναγκαίως συσταθησόμενον συνοικισμὸν μετὰ τὴν κατάληψιν τοῦ χωρίου Δελφῶν, ἐπληροφόρησε δὲ συγχρόνως τὴν Βουλήν, ὅτι αὐτὸς γνωρίζει, ὅτι ἐν τοῖς Ὑπουργείοις ὑπῆρχε παρεσκευασμένη πᾶσα αὕτη ἡ μελέτη, καὶ ὅτι ὑπῆρχον καὶ διαγράμματα ἐν τοῖς Ὑπουργείοις, καὶ σχέδια νόμων, καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἐργασίαι, αἵτινες ἀπητοῦντο, ὅπως παρασκευασθῶσι τὰ τῆς πραγματοποιήσεως συνοικισμοῦ τοιούτου. Δὲν γνωρίζω πόθεν ἔχει τὴν πληροφορίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ἐλπίζω δ’ ὅτι δὲν ἐπειράθη νὰ μιμηθῇ τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργείου ἀκολουθοῦσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύοντα. Καὶ ὄντως δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον προβάλλεται εἰς συζήτησιν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν παρέρχεται εἰς τὸ βῆμα εἷς τῶν Ὑπουργῶν τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργείου, λέγων εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν συζητουμένην ὑπόθεσιν εἶχεν ἐκεῖνος μελετήσει, καὶ εἶχεν ἕτοιμα σχέδια, καὶ εἶχεν οὕτω διατάξει τὰ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς, ὥστε ......ἕπεται τὸ συμπέρασμα εἰς τὴν Βουλήν, τὸ δὲ συμπέρασμα θέλει εἶσθαι, ὅτι προσήκει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λυπηθῇ, διότι τὰ μέλη τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργείου ἠναγκάσθησαν νὰ ἀπέλθωσι τῆς διοικήσεως, καὶ νὰ μείνωσιν ἔρημα ὅλα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχον παρασκευασθῆ. Πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδεμία ἐργασία εἶχε γενῆ πρὸς παρασκευὴν συνοικισμοῦ τῶν κατοίκων Δελφῶν. Ἔχω ἐπιστολὴν τοῦ διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων, ὁ ὁποῖος μοὶ δίδει δι’ αὐτῆς τὴν βεβαίωσιν ταύτην. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν). Ἑπομένως ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔδιδεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἦτο ἀκριβής· ἐὰν δὲ μετεδόθη εἰς αὐτὸν ὑπό τινος τῶν πρώην Ὑπουργῶν, ἡ δοθεῖσα αὐτῷ πληροφορία ἀπεπλάνησεν αὐτόν. Ἐν τούτοις πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προταθῇ εἰς αὐτὴν νομοσχέδιον, ὅπως κανονισθῶσι τὰ τοῦ πραγματοποιηθησομένου συνοικισμοῦ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Δελφῶν εἰς ἄλλην θέσιν. Κατὰ τὸ 1866 ἐξεδόθη νόμος τῆς 5 Ἰανουαρίου, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ τῶν συνοικισμῶν, διὰ τοῦ νόμου δὲ τούτου μετεβιβάσθη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ τὰς θέσεις, ἐφ’ ὧν θέλουσι γίνεσθαι οἱ συνοικισμοί, νὰ διαθέτῃ γήπεδα τοῦ Δημοσίου, ὅπως χρησιμεύωσιν εἰς συνοικισμούς, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, καὶ νὰ ἐκτελῇ τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἰδιοκτησιῶν ἐν ταῖς θέσεσιν ἐκείναις, ἄν ὑπάρχωσι’ προσδιορίζεται μάλιστα πρὸς τοῦτο καὶ ἡ διαδικασία, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἐκτελεῖσθαι τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν ἰδιοκτησιῶν τῶν πολιτῶν, καὶ ὁ τρόπος τῆς πληρωμῆς τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν. Ὁ νόμος τοῦ 1866 οὗτος μοὶ φαίνεται πλήρης, καὶ νομίζω, ὅτι θέλει ἐπαρκέσει εἰς πάσας τὰς ἀνάγκας, αἵτινες θέλουσι προκύψει κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἡ διοίκησις καλεῖται νὰ διαπράξῃ, ὅπως εὐκολύνῃ τοὺς κατοίκους Δελφῶν, τοὺς ἀναγκαζομένους νὰ ἐγκαταλίπωσι τὰς κατοικίας αὐτῶν καὶ νὰ μεταναστεύσωσι εἰς ἄλλο μέρος. Περὶ ἑνὸς μόνου πράγματος ὑπολείπεται νὰ ἐξετάσωμεν, περὶ τοῦ ἂν τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ προσδιορισθῇ ὡς τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον θέλουσι συνοικισθῆ οἱ κάτοικοι τῶν Δελφῶν, ἔχῃ τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα, ὅπως χρησιμεύσῃ ἐπαρκῶς διὰ τὸν συνοικισμόν, καὶ αἱ μελέται αἱ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὴν διοίκησιν· π. χ. ἐὰν ὁ τόπος ᾖναι ὑγιεινός, ἐὰν ᾖναι ἡ ἔκτασις ἀρκοῦσα, ἐὰν ᾖναι ἔκτασις ἀνήκουσα εἰς τὸ Κράτος. Πάντα δὲ ταῦτα δύναται νὰ διαπράξῃ ἡ διοίκησις ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τῇ χορηγηθείσῃ αὐτῇ ἐξουσίᾳ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1866. Ἀλλ’ ἐὰν προκύψωσι δαπάναι διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ συνοικισμοῦ, εἴτε π. χ. διὰ τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων, ἐὰν ταῦτα ὑπάρχωσιν εἰς ἀπώτερον μέρος, ἢ καὶ ἄλλη τις δαπάνη, περὶ τούτου μόνον θὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ προβλέψῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Διὰ τοῦτο ἐπιφυλασσόμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ νὰ ζητήσωμεν μικράν τινα πίστωσιν περὶ τούτων. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως 60,000 δραχμῶν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς δαπάνης, τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου πιθανῶς θέλει ζητηθῆ καὶ μικρά τις ἄλλη πίστωσις διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εὑρέθη ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου φάκελλος ὀγκώδης, πραγματευόμενος περὶ συνοικισμοῦ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Δελφῶν, ἀλλὰ κατὰ ἐποχὴν ἀρχαιοτέραν, μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον συνέβησαν οἱ σεισμοὶ ἐν Παρνασσίδι, ὅτε κατεστράφη τὸ χωρίον τῶν Δελφῶν. Τότε προὐτάθη ἡ γνώμη, νὰ συνοικισθῶσιν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καστρίου εἰς θέσιν Ἅγιος Νικόλαος,—δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ θέσις Ἅγιος Νικόλαος ἦναι ὁ συνοικισμὸς....
§196ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι πλησίον ἐκεῖ.
§197ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. ... καὶ ἐξεδόθη διάταγμα τῆς 3 Ἰουλίου 1872, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψε τὰ τοῦ συνοικισμοῦ εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον. (Ἀναγινώσκει τὸ κείμενον τοῦ διατάγματος). Τὸ διάταγμα τοῦτο τοῦ 1872 ἐξεδόθη δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1866, ἀλλ’ ὁ συνοικισμὸς οὗτος δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ ἐπειδὴ ἐδόθη προθεσμία τις εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Καστρίου καὶ τοῦ χωρίου Ξηροπηγάδι, ἡ δὲ προθεσμία παρῆλθεν ἀνωφελὴς, ἠναγκάσθησαν νὰ ζητήσωσι παράτασιν προθεσμίας. Ἤρξαντο λοιπὸν αἱ παρατάσεις τῶν προθεσμιῶν, καὶ αἱ προθεσμίαι παρετάθησαν ἀπὸ τοῦ 1872 μέχρι τοῦ 1876. Κατὰ τὸ 1876—εὗρον καὶ σημειώματα καὶ ἔγγραφα ἀνταλλαγέντα περὶ ἀνασκαφῶν ἐν Δελφοῖς—ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, προεδρευομένη τότε ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Φιλίππου Ἰωάννου, ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπρότεινεν εἰς αὐτὸ νὰ πληρώσῃ 90 χιλιάδας δραχμῶν πρὸς ἐξαγορὰν τῶν οἰκιῶν καὶ τῶν κτημάτων τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Δελφῶν, τῶν ἐντὸς τοῦ περιβόλου, ἐν ᾧ πρόκειται νὰ γείνωσιν αἱ ἀνασκαφαὶ, καὶ τῶν ἐκτὸς τοῦ περιβόλου, ἐὰν καὶ αὗται κρίνωνται ὡς καλύπτουσαι μνημεῖα τῆς ἀρχαίας τέχνης· ἐζήτει δὲ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀναλάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδώσῃ αὐτὰς τὰς 90 χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν μετὰ τόκου 8% μέχρι τοῦ χρόνου τῆς ἐξοφλήσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον συνῆλθεν ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, καὶ ἀπεφασίσθη νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον πιστώσεως κατὰ ταῦτα, καὶ ν’ ἀναλάβῃ τοιαύτην ὑποχρέωσιν τὸ Δημόσιον πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα δὲν ἔλαβον κἀμμίαν ἐφαρμογὴν, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἀνασκαφῶν ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐν Δελφοῖς δὲν ἐπραγματοποιήθη παντελῶς. Ἐὰν ἤδη ἤθελε προταθῆ ἡ πραγματοποίησις τοῦ συνοικισμοῦ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Δελφῶν, οἵτινες θέλουσιν ἐγκαταλείψει τὸ χωρίον των, ὑπάρχουσι πολλαὶ παρασκευαί, ὑπάρχει π. χ. διάταγμα, σχέδιον τοῦ συνοικισμοῦ, πάντα δὲ ταῦτα εἶχον χαραχθῆ ὑπὸ τοῦ τότε ἀποσταλέντος εἰς Παρνασσίδα νῦν συνταγματάρχου τοῦ μηχανικοῦ κ. Παπαγεωργίου. Ἐὰν δὲ πρόκηται νὰ ἐκλεγῇ ἄλλη θέσις διὰ τὸν συνοικισμὸν τῶν κατοίκων τῶν Δελφῶν, θέλουσι πᾶσαι αὗται αἱ ἐργασίαι....
§198ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ θέσις τοῦ Ἁγίου Νικολάου δὲν εἶναι κατάλληλος διὰ συνοικισμόν· ἐὰν θὰ γείνῃ, πρέπει νὰ γείνῃ πλησίον τῶν Δελφῶν ὁ συνοικισμός.
§199ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν Καστριώτικη Λάκκα.
§200ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§201ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ μέρος ὅμως αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἔκτασίν τινα, ἔχει ἔλλειψιν ὕδατος.
§202ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μετενεχθῇ ἐκεῖ ὕδωρ διὰ δαπάνης τινὸς, τῆς ὁποίας θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ φεισθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου).
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§204ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μετὰ τὴν ἐν τῇ προτελευταίᾳ γραμμῇ λέξιν «νόμων» παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ΑΧΜΒʹ τοῦ 1888 καὶ ΑΩϞΖʹ τοῦ 1891.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐξαγορᾶς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας τοῦ ἀτμοπλοίου «Σφακτηρίας»).
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀτελείας πρώτων ὑλῶν πρὸς παραγωγὴν στεατίνης καὶ στεατικῶν κηρίων.
§206ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρετηρήθη καὶ προχθὲς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι καλλίτερον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ὑπέβαλλεν ἓν γενικὸν νομοσχέδιον πρὸς ἐμψύχωσιν πάσης ἐγχωρίου βιομηχανίας.
§207ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴπομεν ὅτι θὰ ὑποβληθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ.
§209ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον νομίζω, ὅτι εἶναι σπουδαιότατον.
§210ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ συζήτησις, δυνάμεθα νὰ τὸ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§211ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ἀναβληθῇ.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται.
§213ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω, ὅτι νομοσχέδιον τοιοῦτον πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
§214ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, ὅπως τὴν Δευτέραν ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι κατηρτισμένη, καὶ ζητοῦνται πράγματα ἀδύνατα.
§216ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ σχηματισθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ὑπὸ τὸν ὅρον τὴν προσεχῆ Δευτέραν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§217ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει σχηματισθῆ λοιπὸν εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτόν.
§219Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι παρὼν, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῶσι τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 10 καὶ 11 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγραφόμενα νομοσχέδια, ὅπως συζητηθῶσιν αὔριον, ὁπότε θὰ ἦναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργός.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὰ ἑπόμενα. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§222ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας κ. Χρηστόπουλος προβάλλει τροπολογίαν, ζητῶν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ τὴν παράγραφον δʹ παράγραφος εʹ, ἔχουσα οὕτω: «Οἱ παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς διοριζόμενοι ὡς τακτικοὶ ὑπάλληλοι εἰς θέσεις διαρκεῖς παρὰ τῇ Βουλῇ, ὑπὸ τοῦ ἐτησίου αὐτῆς προϋπολογισμοῦ προβλεπομένας». Τὴν ἀρχὴν τῆς τροπολογίας ταύτης δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή, ἀλλὰ λέγω τὴν ἀρχήν, διότι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ οὕτως ἡ τροπολογία: «εʹ) Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, οἱ ἔχοντες δικαίωμα εἰς σύνταξιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου».
§223Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶναι περιττὴ ἡ τροπολογία, διότι οὐδεὶς σχεδὸν ἔχει σύνταξιν.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον ὁ συντάκτης τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ὁ διευθυντὴς τοῦ Γραφείου καὶ ὁ διεκπεραιωτὴς ἔχουσι δικαίωμα συντάξεως ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.
§225ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσέθεσα τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐνόουν νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως εἰς ἐκείνους τοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες ἔχουσι μόνιμον θέσιν, ὄχι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι διαβατικοί.
§226Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§227ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πάντες οἱ ἔχοντες μόνιμον θέσιν, ὑπέλαβον, ὅτι εἶναι οἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀναγνωρισθέντες διὰ νὰ ἔχωσι δικαίωμα συντάξεως, διότι ἄλλως θὰ εἰσέρχωνται ὑπάλληλοι μὴ ἔχοντες μόνιμον θέσιν.
§228Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα’ νὰ θέσωμεν τοὺς μονίμους, τοὺς τακτικοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς.
§229ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖοι εἶναι;
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, ὁ συντάκτης τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, οἱ στενογράφοι καί τινες ἄλλοι.
§231ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ἂς προσθέσωμεν λοιπὸν «τοὺς δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τακτικοὺς ὑπαλλήλους».
§232ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μεταβληθῇ λοιπὸν οὕτως ἡ τροπολογία: «καὶ τοὺς δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τακτικοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς».
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ οἱ κλητῆρες.
§234ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλοῦμεν περὶ ὑπαλλήλων, ὄχι περὶ ὑπηρετῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 2).
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§236ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὴν πληροφορίαν, ἐὰν ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ περιέχηται ἡ ἔννοια περὶ τοῦ ἐὰν δύνανται ὅσοι πολιτικοὶ ὑπάλληλοι θέλουσι νὰ καταβάλλωσι μείζονα μηνιαίαν δόσιν τῆς ἀντιστοιχούσης πρὸς τὸν μισθόν των. Ἐὰν ἡ ἔννοια αὕτη δὲν ὑπάρχῃ, τότε παρακαλῶ νὰ διαῤῥυθμισθῇ τὸ ἄρθρον, ἀφοῦ τὸ ταμεῖον ὠφέλειαν ἐκ τούτου θὰ πορισθῇ.
§237ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πλέον τῶν 14 δραχμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἡ μηνιαία καταβολή.
§238ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ τοῦτο. Αἱ διατάξεις τοῦ καταστατικοῦ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τοὺς ὑποχρεοῦσι νὰ καταθέσουν τόσην καταβολὴν, ὅση ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν μισθοδοσίαν των.
§239ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§240ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§241ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδῶ τοὺς ἀφίνει ἐλευθέρους.
§242ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν τροποποιεῖται, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ γείνῃ ῥητὴ μνεία εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ἢ νὰ διασκευασθῇ οὕτω πως τὸ ἄρθρον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἀπηγορευμένον εἰς τοὺς θέλοντας νὰ καταβάλλωσι μείζονα δόσιν τῆς ἀντιστοιχούσης πρὸς τὴν μισθοδοσίαν των. Τοῦτο δὲν ζημιοῖ τὸ ταμεῖον· ἐξεναντίας τὸ ὠφελεῖ.
§243ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγραφῇ, διότι αὐτὸ ἔγκειται ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῶν διατάξεων.
§244ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ διατί. Τὸ καταστατικὸν τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἀπαγορεύει τὸ δικαίωμα τοῦτο.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀπαγορεύει, διότι δύνανται νὰ λαμβάνωσι μισθὸν 30 δραχμῶν καὶ νὰ καταβάλλωσι διὰ τὴν σύνταξιν 140 δραχμὰς, παραιτούμενοι τοῦ μισθοῦ τῶν ὅλου· δι’ αὐτὸ μετεβλήθη τὸ καταστατικόν.
§246ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα ὅσοι θέλουν νὰ καταβάλλουν μείζονα μηνιαίαν δόσιν, ἀσχέτως πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ μισθοῦ των, μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῶν δραχμῶν 14.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὸ καταστατικὸν θὰ ἦναι πάντοτε ἡ καταβολή.
§248ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἤθελον νὰ μάθω, ποῖος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὴν ἀναγκαστικὴν συμμετοχὴν παντὸς ὑπαλλήλου εἰς τὸ ἰδιαίτερον αὐτὸ ταμεῖον, τὸ ὁποῖον λογικῶς δὲν δύναται νὰ καταρτισθῇ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, παρὰ τὴν θέλησιν ἑνὸς ἑκάστου, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου γίνεται ἀδικία, εἶναι δηλονότι φορολογία διὰ τοὺς πολλοὺς, εὐεργέτημα δὲ μόνον διά τινας ἀρχαίους ὑπαλλήλους. Διὰ τοῦ νόμου τούτου θὰ φορολογῆται τάξις ὑπαλλήλων, ἐρχομένη διὰ 2 καὶ 3 μόνον μῆνας, πρὸς ὄφελος ἄλλων. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ταύτην διὰ νὰ ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι δὲν παρεῖδον τὸ ἄτοπον, ὅπερ γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§249ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ὑπέβαλεν ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον βεβαίως πρέπει νὰ τύχῃ ἀπαντήσεως. Ἡ σύστασις τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἦτο φρόνιμος, λυσιτελεστάτη καὶ χρήσιμος, διὰ σκοποὺς ὄχι μόνον ἀφορῶντας εἰς τὸ συμφέρον τῶν μετόχων τῆς ἑταιρίας ταύτης, ἀλλὰ καταλήγοντας καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ὁ κλάδος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν Ἑλλάδι εἶναι τῷ ὄντι ἐκτεθειμένος εἰς μεγάλας περιπετείας. Καὶ κατωρθώθη μὲν νὰ ἐξασφαλισθῇ διὰ διαφόρων νομοθετικῶν περιπετειῶν δικαίωμα ὑπὲρ αὐτῶν πρὸς σύνταξιν, ὡς πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπέτρεπον, ἵνα ληφθῇ εὐρυτέρα ὑπὸ τοῦ Κράτους μέριμνα. Ἦσαν δὲ ἄξιοι μερίμνης τοιαύτης οἱ ἐντίμως ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἀφιερώσαντες τὸν βίον αὑτῶν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου. Ὅτε συνεστήθη τὸ ταμεῖον τοῦτο κατὰ τὸ ἔτος 1867, Πρωθυπουργοῦ ὄντος τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, πάντες ἔσπευσαν, ἵνα ἐγγραφῶσιν, οἱ τότε ὑπάλληλοι. Εἶχον δὲ πάντες ἐλπίδα, ὅτι τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἤθελε προκόψει, διότι ὑπελάμβανον, κρίνοντες ἐκ τῆς τότε ἐπικρατούσης οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ὅτι ἐκ τῶν τόκων τῶν κεφαλαίων θὰ προέκυπτεν ἔσοδον, ἀρκοῦν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου. Ὑπῆρχον ἐλπίδες, ὅτι ἐν τῷ κύκλῳ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων αἱ μεταβολαὶ ἤθελον εἶσθαι μικρότεραι, ἑπομένως ἡ διάρκεια ἑκάστου μετόχου ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ μακροτέρα, καὶ ἑπομένως ἐπὶ περισσότερα ἔτη ἤθελον συνεισφέρει ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἡμέραν τινὰ ἤθελον ὠφεληθῆ ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου. Ἀμφότεραι ὅμως αἱ ἐλπίδες αὗται τῶν μετόχων τοῦ ταμείου τούτου διεψεύσθησαν. Διεψεύσθη ἡ ἐλπίς, ὅτι τὰ κεφάλαια τὰ κατατεθησόμενα ἤθελον ἀποφέρει τόκους, ἱκανοὺς νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, διότι ἡ μείωσις τῶν τόκων μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν πολλαπλῶν δανείων τοῦ Κράτους ἐπέφερε τὴν μείωσιν κατὰ φυσικὸν λόγον καὶ τῶν τόκων τῶν κεφαλαίων τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου. Διεψεύσθη καὶ ἡ δευτέρα ἐλπίς, διότι ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἐπέφερε τοιαύτας πολιτικὰς μεταβολὰς, καὶ ἐπιφέρει ἔτι ἐν τῷ κύκλῳ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ὥστε αὐξάνει ἑκάστοτε ὁ ἀριθμὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι περίθαλψιν ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν, ὄχι μόνον τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου νὰ μειωθῶσιν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξοδα νὰ αὐξηθῶσιν· ἐὰν δὲ ἤθελε προβῆ ἐξακολουθοῦσα ἡ κατάστασις αὕτη, ἤθελεν ἐπέλθει ἡ πτώχευσις τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, ἥτις ἤθελεν εἶσθαι ἐπίσης ἐπιζημία εἰς τὴν διοίκησιν. Δὲν ἤθελεν εἶσθαι ζημία μόνον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοί εἰσι μέτοχοι αὐτοῦ, διότι τέλος πάντων δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχῇ τις, ἐὰν ἄτομα ζημιῶνται, ἀλλὰ θέλει εἶσθαι καὶ ζημία τοῦ Κράτους, διότι θέλει μειωθῆ ὁ ζῆλος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰ δημόσια, καὶ μάλιστα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ διοικήσει, ἐντίμως καὶ εὐσυνειδήτως ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκόν των, θέλουσι δ’ ἐνθαῤῥυνθῆ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι, ἐὰν μείνωσι χρόνον τινὰ ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, ὁ χρόνος οὗτος πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ εἰς αὐτοὺς πρὸς σχηματισμὸν ἑνὸς κεφαλαίου, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἐξασφαλίσει τὸ μέλλον τοῦ βίου αὐτῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, τοὺς μήπω στέρξαντας νὰ γένωνται μέλη τοῦ ταμείου τούτου, εἶναι ἐπιβαλλομένη πρὸς τὸ συμφέρον τῆς διοικήσεως καὶ τοῦ τόπου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4).
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκεται).
§251Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἔχουσιν ὑποβάλει τροπολογίαν. Παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας ταύτης, διότι δι’ αὐτῆς θέλει συντελεσθῆ ἀδικία. Τὰ ὑπὸ τῶν νεωστὶ ἐγγραφησομένων δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου τούτου μετόχων καταβαλλόμενα χρήματα θέλουσι διατεθῆ περισσότερον ὑπὲρ τῶν παλαιῶν μετόχων ἢ ὑπὲρ τῶν νέων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας ταύτης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7).
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8ον (ἀναγινώσκεται).
§253ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ διαγραφῶσιν αἱ τελευταῖαι λέξεις «αἵτινες ἰσχύουσι καὶ ἐὰν δὲν ἐξεδόθη ἐπ’ αὐτῶν δικαστικὴ ἀπόφασις»· δηλ. νὰ σταματήσῃ τὸ ἄρθρον εἰς τὰς λέξεις «ἐπιβληθείσας κατασχέσεις».
§254ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ μὴ διαγραφῶσιν αἱ τελευταῖαι λέξεις, ἀλλὰ ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν ἑξῆς: «αἵτινες κατασχέσεις κριθήσονται διὰ τῶν ἐκδοθησομένων δικαστικῶν ἀποφάσεων», διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία τις, ὅτι ὑποβάλλεται ἡ ἰσχὺς αὐτῶν εἰς τὴν ἔγκρισιν τῶν δικαστηρίων.
§255ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ κατασχέσεις θὰ ἐξετασθῶσι καὶ ἐκδικασθῶσι κατὰ τοὺς νόμους.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§257ΡΑΛΛΗΣ. Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐξήγησις τῆς διαγραφῆς τῶν δύο τελευταίων λέξεων, ὅτι αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὸ ὅτι κρίνουσι τὸ κῦρος τῶν κατασχέσεων τὰ δικαστήρια. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§258ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀνεβλήθησαν τὰ ὑπ’ ἀριθ. 10 καὶ 11 νομοσχέδια· τώρα εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐὰν θέλωσιν οἱ κύριοι Βουλευταί, δυνάμεθα νὰ τὰ συζητήσωμεν.
§259ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§260ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ὄχι διὰ τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ διότι ἐγένετο μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· ἀνεβλήθησαν.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ συμμορφωθῶμεν πρὸς πρὸς τὴν πρὸ ὀλίγου ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς προέβην εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ὡρίσθησαν οἱ κ. κ. Εὐταξίας, Γεωργαντᾶς, Ἴσκος, Οἰκονομίδης, Πετρίδης, Οἰκονόμου, Βασιαρδάνης, Ταρμπάζης, Τερτίπης καὶ Φαρμακόπουλος.
§262ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐμὲ, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ ἀντικαταστήσητε.
§263ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Καὶ ἐμὲ, κύριε Πρόεδρε.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἀντὶ τοῦ κ. Πετρίδου προσλαμβάνεται ὁ κ. Ζῶτος, καὶ ἀντὶ τοῦ κ. Οἰκονόμου ὁ κ. Μακρῆς. Θὰ εἰδοποιηθῶσι καὶ ἰδιαιτέρως τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ δὲ καὶ ἀπὸ τοῦδε αὐτὰ, ὅπως συνέλθωσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ὥρᾳ μ. μ. καὶ ἐπιληφθῶσι τῶν ἐργασιῶν των. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν).
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικοῦ Λογιστηρίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ). Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§266ΠΕΡΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 § βʹ βλέπω μίαν ἀσάφειαν· δὲν ἐξάγεται σαφῶς, ἐὰν ἡ περίπτωσις τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως τῆς γενικῆς διευθύνσεως τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους θέλει ἐφαρμοσθῆ μετὰ παρέλευσιν διετίας ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ τοῦ διευθυντοῦ ἢ καὶ πρότερον. Θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ ἐξήγησις περὶ τούτου.
§267ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ πρὸ τῆς διετίας, ἐὰν καταργηθῇ ἡ θέσις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ διαῤῥυθμίσεως πιστώσεων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1891).
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 83 τοῦ ΑΦΚΗʹ νόμου περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.
§269Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου προὐτάθη τροπολογία. Ἀφοῦ οἱ διαθέσιμοι δὲν θέλουσι κληθῆ κατὰ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, ἵνα διανύσωσι τὴν τριμηνίαν, ἀλλὰ κατὰ τὴν 1 Μαρτίου, θέλει συμβῆ τὸ ἑξῆς· οἱ καταταχθέντες κατὰ τὴν 1 Ὀκτωβρίου θέλουσι διανύσει τοὺς τρεῖς μῆνας τῆς ὑπηρεσίας των, καὶ τὴν 1 Δεκεμβρίου θέλει λήξει ἡ τρίμηνος ὑπηρεσία αὐτῶν, τὴν δὲ 1 Ἰανουαρίου θέλουσιν ἀπέλθει· ἑπομένως κατὰ μῆνα Ἰανουάριον ἢ κατὰ μῆνα Φεβρουάριον μέχρι τῆς 1 Μαρτίου, ὅτε καλοῦνται οἱ διαθέσιμοι, θέλουσι μείνει κενά, τὰ δὲ κενὰ ταῦτα πόθεν θέλουσιν ἀναπληρωθῆ; Ἀληθῶς ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν, ἔχει τὸ ἄτοπον τοῦτο, ὅτι καταλείπει κατὰ δύο μῆνας τὰ κενά, τὰ ὁποῖα ἐπλήρουν οἱ διαθέσιμοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ μέσον ὅρον θέλουσιν ἀναβῆ εἰς 12,000, δὲν πληροῦνται δὲ τὰ κενὰ ταῦτα. Ἀλλὰ κενὰ μεγαλείτερα καταλείπει ἡ λειτουργία τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας κατὰ τὸν Ἰούνιον μῆνα, ὅτε ἀπέρχεται πᾶσα ἡ ἀπογραφή, καὶ ἡ ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον διατήρησις τῶν κενῶν τούτων δὲν φέρει ἐπαισθητὴν ζημίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἴσως φέρει εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ, ὄχι ὅμως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ τὰ κενὰ ταῦτα δὲν μένουσιν ἐπιζημίως ἀναπλήρωτα κατὰ τὸ διάστημα τοῦ Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, διότι οἱ καταταχθέντες κατὰ τὴν 1 Ὀκτωβρίου δὲν ἐτελείωσαν ἀκόμη τὴν ὑπηρεσίαν των, ἐξακολουθοῦσι τὰς ἀσκήσεις, οὐδὲ δύνανται νὰ ἀποσπασθῶσιν ἐκ τῶν σωμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀσκοῦνται· ἑπομένως, καὶ ἂν ἦσαν παρόντες οἱ διαθέσιμοι, δὲν εἶναι χρήσιμοι εἰς τὴν συνήθη ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ τὸ μικρὸν τοῦτο ἄτοπον τὸ νομοσχέδιον, ἔχει ἄλλα ἀγαθά. Πρῶτον, ὅτι, καθ’ ἃ καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἐξετέθη, καλοῦνται εἰς ἄσκησιν, εἰς ἐκπαίδευσιν τρίμηνον, οἱ διαθέσιμοι κατὰ ὥραν ἐνιαυτοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουσι κωλύματα, ἐνῷ κατὰ τὸ τρίμηνον, κατὰ τὸ ὁποῖον καλοῦνται κατὰ τὸν νόμον, δηλαδὴ κατὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον, καὶ Δεκέμβριον, δὲν δύνανται νὰ ἀσκηθῶσι καὶ εἰς τὴν σκοποβολὴν καὶ εἰς ἄλλας ἀσκήσεις, διότι καὶ τὸ ἔδαφος εἶναι ψυχρὸν καὶ ἡ ἡμέρα βραχεῖα, ἐνῷ κατὰ Μάρτιον καὶ Μάϊον αἱ ἀσκήσεις δύνανται νὰ γείνωσιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου κατατάσσονται καὶ οἱ κληρωτοί, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἀπολύονται τὴν 1ην Ἰανουαρίου, ἐξακολουθοῦσι δὲ μένοντες ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, καὶ ἑπομένως συμπληροῦσι τὴν ἐξάσκησιν κατὰ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον. Ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλο τι προτέρημα τὸ νομοσχέδιον, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ διαθέσιμοι δὲν καλοῦνται συγχρόνως, δὲν συμπληροῦσιν ἀμέσως τὰ κενὰ κατὰ μῆνα Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσιν οἱ ἀνυπότακτοι· ἀλλ’ ἐὰν ἤθελον, ὅπως γίνεται τώρα, συγκατατάσσεσθαι κατὰ τὴν 1 Ὀκτωβρίου, εὐθὺς ὡς παρουσιάζονται κενὰ ἀνυποτάκτων, ἤθελον παρουσιάζεσθαι καὶ πληροῖ τὰ κενὰ ταῦτα· καὶ ἐὰν ὁ ἀνυπότακτος δὲν παρουσιάζηται, δὲν πληροῦται τὸ κενόν. Οὕτω δὲ οἱ διαθέσιμοι οὗτοι περιέρχονται ἐπανειλημμένως εἰς διαφόρους καταστάσεις, εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ διαθεσίμου, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ ὑπηρετήσῃ τρεῖς μῆνας ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πρώτου μηνὸς, εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ διαθεσίμου, τοῦ καλουμένου νὰ πληρώσῃ κενὸν ἀνυποτάκτου, καὶ ἐὰν κατόπιν ὁ ἀνυπότακτος συλληφθῇ, εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ διαθεσίμου, ὅστις ἀπέρχεται μετὰ τὴν σύλληψιν τοῦ ἀνυποτάκτου. Ἐντεῦθεν δὲ καὶ καταχρήσεις πολλαὶ συμβαίνουσι καὶ ζημίαι εἰς τὸν τόπον. Τώρα δὲ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θέλει ἐπέλθει τὸ ἑξῆς ἀγαθόν· ὅτι κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον πολλοὶ ἐκ τῶν ἀνυποτάκτων, τῶν καταταχθέντων κατὰ Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον, δύνανται νὰ προσέλθωσι, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι προσέλθει, θέλουσιν ἀμέσως πληρώσει τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα κατελείφθησαν ὑπὸ ἀνυποτάκτων, χωρὶς νὰ πληρωθῶσι ταῦτα ὑπὸ διαθεσίμων. Ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς τῶν διαθεσίμων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι κληθῆ εἰς πλήρωσιν κενῶν ἀνυποτάκτων, θέλει εἶσθαι μικρότερος ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν διαθεσίμων, οἱ ὁποῖοι νῦν καλοῦνται εἰς πλήρωσιν κενῶν ἀνυποτάκτων. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ πιθανότης, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνυποτάκτων θέλει μειοῦσθαι, διότι θέλει κατορθοῦσθαι ἡ σύλληψις αὐτῶν ἐγκαίρως, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ διαθέσιμοι, οἱ μένοντες εἰς τὰς πατρίδας των, καὶ οἱ συγγενεῖς αὐτῶν ἔχουσι συμφέρον νὰ ἀνευρίσκωσι τοὺς λιποτάκτας, νὰ καταγγέλλωσιν αὐτοὺς καὶ νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν σύλληψιν αὐτῶν, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν λιποτακτῶν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναστείλῃ τὴν Βουλὴν ἡ ἰδέα, ὅτι θέλουσι μείνει κενὰ ἐν τῷ στρατῷ, κατατασσομένων τῶν διαθεσίμων κατὰ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου. Παρακαλῶ δὲ αὐτὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον.
§270ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καλῇ τοὺς διαθεσίμους μέχρι τῆς 1ης Μαρτίου. Ἑπομένως ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ προσκαλέσητε τοὺς διαθεσίμους καθ’ ὅλον τὸ διάστημα αὐτὸ, ἀπὸ τῆς 20 Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς 1ης Μαρτίου. Δὲν εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ τοὺς καλέσητε τὴν 1ην Ὀκτωβρίου.
§271ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§272ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι τὰ κενὰ θὰ ὑπάρχωσι μόνον κατὰ τοὺς δύο μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον· τὰ κενὰ θὰ ὑπάρχωσιν ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὀφείλουσι νὰ καταταχθῶσιν οἱ ἀνυπότακτοι καὶ δὲν ἤθελον προσέλθει εἰς κατάταξιν, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου. Ἐὰν τὰ κενὰ δὲν καθίστανται κατάδηλα μέχρι σήμερον, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι προσέρχονται συγχρόνως οἱ διετεῖς ὑπόχρεοι καὶ οἱ διαθέσιμοι. Ἐν περιπτώσει ὅμως, καθ’ ἣν πραγματοποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, οἱ διαθέσιμοι δὲν θὰ προσέλθωσιν ἢ τὴν 1ην Μαρτίου, ἢ τὴν 1ην Ἰουνίου, ἀναλόγως τοῦ σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσιν· ἑπομένως ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου θὰ ὑπάρχωσι τὰ κενὰ ἐν τῷ στρατῷ. Ἑπομένως τὸ ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι πολὺ μεγαλείτερον, παρ’ ὅσον ὑπέθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· διότι τὰ κενὰ θὰ ὑπάρξωσι κατὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον, Δεκέμβριον, Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον.
§273ΜΑΚΡΗΣ. Φρονῶ ὅτι τὰ κενὰ δὲν θὰ ἦναι ὅσα ὑποθέτει ὁ κ. συνάδελφος, διότι θὰ συμπληρῶνται ἀμέσως.
§274ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ τῶν κενῶν ἡ μὴ πλήρωσις οὐδὲν μέγα φέρει πρόσκομμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§275ΜΑΚΡΗΣ. Ἀλλὰ ἕως ὅτου τὰ γραφεῖα καταρτίσωσι τοὺς καταλόγους των, ἕως ὅτου γράψωσιν εἰς τὰ συντάγματα, εἰς τὰ τάγματα, παρέρχεται χρόνος· ἐπέρχεται ὅμως καὶ μία ἀνωμαλία ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, ὅτι οἱ διαθέσιμοι καταβάλλουσιν, ἵνα ἀπέλθωσι, καὶ ἐν τούτοις εἶναι ἀπέραντος μεταξὺ τῶν σωμάτων ἡ συνεννόησις ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ διαθέσιμοι καταβάλλουσι.
§276ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο πολλάκις λόγος περὶ τούτου.
§277ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία, ὅτι καθ’ ὅσον ἤθελον καταβάλει οἱ διαθέσιμοι καὶ δὲν ἤθελον ἀπολυθῆ, θὰ ἐπέρχηται ἡ ἀνωμαλία, ἣν ὑπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι κἄν πραγματικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντετάχθη ὡς ἀντισήκωμα τῆς ἀνωμαλίας ταύτης, δηλαδὴ ὅτι ὁ χρόνος ὁ ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς 1ης Μαρτίου καὶ ἡ κατ’ αὐτὸν ἀναβολὴ κατατάξεως τῶν διαθεσίμων θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς καταδίωξιν τῶν ἀνυποτάκτων. Ἀληθῶς ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀνυπότακτοι ἀνεπληροῦντο διὰ τῶν διαθεσίμων, εἶχεν ὡς δικαιολογητικὸν λόγον τὸ νὰ ὑποχρεώσῃ καὶ τοὺς συγγενεῖς των καὶ αὐτοὺς τοὺς διαθεσίμους νὰ προσπαθήσωσι νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ σύλληψις τῶν ἀνυποτάκτων. Ἀλλ’ ὁ δικαιολογητικὸς αὐτὸς λόγος δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ὁ διαθέσιμος εὑρίσκεται ἐν ταῖς τάξεσι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωσιν οἱ κάτοικοι εἴτε τῶν πόλεων εἴτε τῶν χωρίων, τίνες εἶναι ἐκ τῶν ὑποχρέων, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον, καὶ ἀντὶ τῶν ὁποίων εἰς τὸ μέλλον θέλουσι προσκληθῆ νὰ ὑπηρετήσωσι.
§278ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον γνωρίζουσι.
§279ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ γνωρίζουσι σήμερον ἕνεκα τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ ἄρθρου 82, δηλαδὴ ὅταν λήξῃ ὁ χρόνος τῆς τριμήνου ὑποχρεώσεώς των καὶ οὗτοι κρατοῦνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.
§280ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντὶ νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ψηφίσωμεν ἄλλο νομοσχέδιον. Καὶ διὰ νὰ πεισθῇ εἰς τοῦτο, τὸν ἐρωτῶ, διατὶ καλοῦνται οἱ διαθέσιμοι αὐτοί; διὰ νὰ γυμνασθῶσι; Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος τριῶν μηνῶν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ νόμος ἐγένετο διὰ νὰ εἰσπράττωμεν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους χρήματα. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ τὰ εἰσπράττωμεν καὶ χωρὶς νὰ φέρωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 205,840:50.
§282ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐζητήθησαν πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θέλω φέρει προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς καταμέτρησιν τοῦ ἀδηλώτου οἴνου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§284ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, ἵνα ἡ ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ λέξις «ἑπομένης» ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «ἡμέρας». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης).
§285ΡΑΛΛΗΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἐνοικιαστὴς, ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε ἡ καταμέτρησις λαμβάνει χώραν μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς καταναλώσεως τῆς ἐσοδείας, νὰ καταμετρήσῃ ὅλα τὰ βυτία, τὰ ὁποῖα ἦσαν πεπληρωμένα κατὰ τὴν γνώμην του καὶ ἐκενώθησαν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ μέτρον τοῦτο ἦναι νόμιμον, ἀλλὰ βεβαίως δίδει χώραν εἰς καταχρήσεις ἐκ μέρους τῶν ἐνοικιαστῶν.
§286ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πρωτοκόλων δύναμαι νὰ ἐμποδίσω· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω, εἶναι ἡ ἀγωγή, τὴν ὁποίαν οἱ ἐνοικιασταὶ δύνανται νὰ ἐγείρωσι κατὰ τοῦ κατόχου τοῦ ἀδηλώτου οἴνου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δυσκόλως θ’ ἀποφασίσῃ ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ἐγείρῃ ἀγωγήν, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὰς ἀποδείξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηρίξῃ τὴν ἀγωγήν του.
§287ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὴν τὴν βεβαίωσιν θέλομεν νὰ ἔχωμεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι τὰ πρωτόκολλα τῶν ἐνοικιαστῶν δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι.
§288ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι διὰ τῆς διοικητικῆς ὁδοῦ δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Νέδοντι. (Γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν ἡ πρότασις νόμου αὕτη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον αὐτῆς).
§290ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ δεύτερον ἄρθρον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ἐκδοθησομένου προτάσει τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν, ὁρισθήσεται ἡ ἡμέρα τῆς ἐνάρξεως τοῦ παρόντος νόμου».
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην 2ου ἄρθρου, ὡς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 287,100 πρὸς διαπλάτυνσιν καὶ ἐπιβάθυνσιν τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§293ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως ἀπὸ 287,100 νὰ αὐξηθῇ εἰς 400,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 11 μ. μ.