1891.02.21
3.268 στίχοι · 25.181 λέξεις · 258 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
Τῆς 21 Φεβρουαρίου 1891.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀνεγράφησαν πρὸ ἡμερῶν δέκα νομοσχέδια περὶ χορηγίας διαφόρων πιστώσεων ἐξ εἴκοσι περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1889 καὶ 1890. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὅλα, ἐψηφίσθησαν χθὲς εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως, πιθανῶς δ’ ἄνευ συζητήσεως θὰ ψηφισθῶσι καὶ εἰς βʹ καὶ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν. Δὲν ἔχω κἀμμίαν εἰδικότητα εἰς τὰ οἰκονομολογικὰ, ἀλλὰ νομίζων, ὅτι χορήγησις πιστώσεων ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν σημαίνει ἔγκρισιν δαπανῶν γενομένων καθ’ ὑπέρβασιν τῶν προϋπολογισμῶν, ἤτοι γενομένων ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, ἢ τοὐλάχιστον ἐν σκοπίμῳ λογιστικῇ ἀταξίᾳ, φρονῶ, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δὲν εἶναι τοσοῦτον ἐπουσιῶδες, ὥστε νὰ παρέλθῃ ὅλως ἀσυζητητεὶ, προκειμένου μάλιστα περὶ τοσούτων ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις τινὰς περὶ τῶν νομοσχεδίων, ὧν τινα πιστεύω, ὅτι περιέχουσι περιστάσεις ἐκτιμήσεως τῆς πεφημισμένης οἰκονομολογικῆς δεινότητος τῆς πρώην Κυβερνήσεως καὶ τῆς καλῆς πίστεως αὐτῆς ὡς πρὸς τὰ ἀναγγελθέντα ἑκάστοτε ἀποτελέσματα τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τὰ περίφημα περισσεύματα. Νομίζω, ὅτι οἱ περὶ τὰ οἰκονομολογικὰ ἀσχολούμενοι συνάδελφοι, καὶ ἰδίως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει, γιὰ ψύλλου πήδημα πολυλογῶσιν ἀκατασχέτως, ἀσκόπως καὶ ἀνωφελῶς, πρὸς βλάβην μάλιστα, διότι καταναλίσκουσι τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς, δὲν ἔπρεπε νὰ σιωπήσωσιν ἐντελῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλ’ ἔπρεπεν αὐτοὶ νὰ ζητήσωσι τὰς ἐξηγήσεις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ νομοσχεδίων. Τὰς ἐξηγήσεις ταύτας παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰς δώσῃ, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων. Παρατηρῶ δ’ ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ διὰ τῆς ἀπαθείας των καὶ τῆς ἀδιαφορίας των ἐν σοβαροῖς ἀντικειμένοις ἔκαμον τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ἐνταῦθα θέσιν, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς εἴδομεν. Ἀφοῦ κατέστρεψε τὰ πάντα, ἀφοῦ διέπραξεν ὅλα σχεδὸν τὰ ἐγκλήματα, τὰ ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ ἀναγραφόμενα, πρὸς βλάβην τῆς πατρίδος, ἤδη, ὅτε ἐκλήθη κατ’ ἐντολὴν τοῦ λαοῦ νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του, ἐπαρουσιάσθη, ἀστείως ἀληθῶς, κατήγορος ἡμῶν, τῶν ὑπὸ τοῦ λαοῦ διορισθέντων δικαστῶν, καὶ μᾶς ἐγκαλεῖ μετὰ θάῤῥους, ὅπερ αὐτὸς μόνον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, ἐπὶ ἀσεβείᾳ πρὸς τοὺς νόμους καὶ ἐπὶ διασπαθήσει τῶν δημοσίων χρημάτων! Καὶ καμαρόνομεν αὐτὸν σιωπῶντες, ὑβρίζοντα καὶ σκώπτοντα τὸν ἐθνικώτατον καὶ ἱερὸν ὄντως ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἐπὶ δεκαετίαν διεξηγάγομεν, ὅπως λυτρώσωμεν τὴν πατρίδα ἀπὸ τῶν ὀνύχων αὐτοῦ! Καὶ ἔχει δίκαιον νὰ πράττῃ οὕτω, καὶ ἔχουσι δίκαιον τὰ ὄργανά του νὰ λέγωσιν, ὅτι μᾶς ἐπῆρε τὸν ἀέρα διὰ τῆς θαῤῥαλέας στάσεώς του, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἄλλο ἐπράξαμεν ἢ νὰ μηδενίσωμεν τὸν δεκαετῆ ἀγῶνά μας, ἀφήσαντες ἀνεκτελέστους πάσας τὰς ἐπαγγελίας μας, διὰ τὰς ὁποίας ὁ λαὸς μᾶς ἐξέλεξεν. Ἂς ἀναμνησθῶμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, κύριοι συνάδελφοι, ἂς λάβωμεν ζωὴν, καὶ ἂς μεταδώσωμεν ταύτην εἰς τοὺς ἐκ χαρακτῆρος ἀτόλμους Ὑπουργοὺς, ἵνα σώσωμεν τὴν πατρίδα ἀπὸ συμφορῶν μεγάλων.
§3ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τυγχάνω καὶ ἐγὼ μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν ἐν σχέσει πρὸς ὅσα ὁ προλαλήσας συνάδελφος εἶπεν. Ὑπέγραψα τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ ῥητὴν ἐπιφύλαξιν, σκοπῶν ἵνα φέρω τὸν λόγον ἅμα ὡς ἤρχετο ἡ συζήτησις τῶν ζητουμένων πιστώσεων· δυστυχῶς χθὲς, ὁπότε ἦτο ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, ἀνεπλήρουν τὸν κ. Πρόεδρον, καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον αὐτὸ, ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι οὐδέποτε παρητήθην, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ παραιτηθῶ τῆς ἰδέας τοῦ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, καίτοι ἦτο ὑπόχρεως ἐκ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νὰ εἰσαγάγῃ πρὸς ἐπιψήφισιν τὰς πιστώσεις, ὅσας εἶχε λάβει ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις διὰ Β. διαταγμάτων, οὐχ ἧττον ἔχει καθῆκον νὰ δώσῃ πληροφορίας σαφεῖς καὶ ἐπαρκεῖς περὶ τοῦ ἂν αἱ δαπάναι αὗται, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκτάκτως, ἔπρεπε νὰ γείνουν καὶ εἶχον λόγους δικαιολογητικούς· διότι παρετήρησα, ὅτι εἰς διάστημα ἑνὸς μόνον μηνὸς ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἔλαβε πίστωσιν ἔκτακτον 400,000 δραχμῶν πρὸς περίθαλψιν τῶν Κρητῶν. Δὲν θέλει νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδεται περίθαλψις εἰς τοὺς πρόσφυγας Κρῆτας· τοὐναντίον νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον λόγοι φιλανθρωπίας, ἀλλὰ καὶ λόγοι ἐθνικοὶ, λόγοι ὑψίστου καθήκοντος ἐπιβάλλουν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ παρέχῃ πρόθυμον ἀρωγὴν πρὸς τοὺς Κρῆτας, ἀλλ’ ὀφείλω οὐχ ἧττον νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εὑρίσκω ὕποπτον τὴν πίστωσιν ταύτην τῶν 400,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔλαβεν εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Ἔχω δὲ πολλοὺς φόβους, μήπως καὶ ἡ πίστωσις αὕτη ἐσχετίσθη μὲ ἐκλογικὴν ἐνέργειαν. Παρόμοιαι πιστώσεις ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι, ὡς λ. χ. ἡ πίστωσις περὶ ἐπιστροφῆς χρημάτων, ἡ ὁποία οὐδὲν εἶχε τὸ κατεπεῖγον, διὰ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ λάβῃ ταύτην διὰ Β. διατάγματος ἀπούσης τῆς Βουλῆς. Ὅταν λοιπὸν ἔλθουν εἰς δευτέραν συζήτησιν αἱ πιστώσεις, τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου.
§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ ὑποβληθεῖσαι πιστώσεις εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως διὰ Β. διαταγμάτων ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἀνήκουσιν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1889 καὶ 1890· ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πιστώσεις ταύτας, εἶναι δὲν ἑτοίμη νὰ παρέξῃ ὅσας αὕτη δύναται πληροφορίας, αἵτινες εἰδικῶς ἐπὶ ἑκάστης πιστώσεως ἤθελον ζητηθῆ, ἀλλὰ τὴν εὐθύνην τῶν γενομένων ἐξόδων, ἐννοεῖται εὐκόλως, δὲν φέρει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις.
§5ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὀρθὸν εἶναι, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως ὅλων αὐτῶν τῶν πιστώσεων νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ σχετικά.
§6ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ σχετικὰ ὅλα εἶναι ὄχι μόνον κατατεθειμένα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ τυπωμένα ἐν ἰδίῳ φυλλαδίῳ.
§7ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὂχι ἐκεῖνα· εἶναι πολλαὶ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετελέσθησαν, καὶ δὲν εἴχομεν γνῶσιν τῶν λεπτομερειῶν, καὶ αὐτὰς ἐννοοῦσιν οἱ ἐρωτῶντες ποῦ διετέθησαν τὰ χρήματα. Βεβαίως, ὅπως ζητοῦνται αἱ πιστώσεις, περιέχουσιν ὅλους τοὺς τύπους τοῦ νόμου.
§8ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀπολογισμοῦ.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὅταν ζητῆται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις καὶ ὑποβάλληται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὰ μέλη τῶν Κοινοβουλίων ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν ἀπολογισμὸν τῆς διαχειρίσεως τῆς πιστώσεως, ἥτις εἶχε χορηγηθῆ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐπήρκεσε δὲ, καὶ ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας ταύτης ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Λοιπὸν τοῦτο εἶναι δικαίωμα ὑμῶν, ὑμεῖς δὲ, ὅταν νομίσητε ὅτι ἔχετε ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν τούτων, ζητήσατε αὐτὰς, ἡμεῖς δὲ καθῆκον ἔχομεν νὰ δώσωμεν ὑμῖν ταύτας.
§10ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ προχθὲς παρετήρησα πρός τε τὸν εἰσηγητὴν καὶ τὸν πρόεδρον, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ μᾶς παρουσιάζωνται πιστώσεις ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων πρὸς ὑπογραφὴν, χωρὶς νὰ γίνεται ἰδιαιτέρα πρόσκλησις εἰς ἅπαντα τὰ μέλη, ἵνα διὰ τῆς συζητήσεως καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἀποφαινώμεθα ἐσκεμμένως· ἄλλως δικαίως δύνανται νὰ μᾶς κατηγορήσωσιν, ὅτι ὅλα ταῦτα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν, ὡς καὶ ἡ ἄγνοια, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ, συμβαίνουσιν ἕνεκα τῆς φυγοπονίας ἡμῶν καὶ πρὸ πάντων τοῦ εἰσηγητοῦ· διότι καθῆκον τοῦ εἰσηγητοῦ ἦτο νὰ ζητήσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, νὰ τὰ φέρῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἀφοῦ ἴδῃ τὰ διάφορα ἔγγραφα, νὰ συντάξῃ τὴν ἀναγκαίαν ἔκθεσιν. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ἠρνήθην νὰ ὑπογράψω τὴν παρουσιασθεῖσαν ἔκθεσιν περὶ τῆς πιστώσεως, ἀπαιτήσας παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ νὰ προσκληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ ἡ μειοψηφία καὶ ἡ πλειοψηφία αὐτῆς, καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ πασῶν τῶν πιστώσεων.
§11ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἁπλοῦν μέλος αὐτῆς. Ὅταν οἱ κύριοι ἔχουν τὴν διάθεσιν, ὀφείλουν καλούμενοι νὰ προσέρχωνται τακτικῶς εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§12ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Οὐδέποτε ἐκλήθημεν· γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι εἶμαι πάντοτε τακτικὸς εἰς τὸ καθῆκόν μου.
§13ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια πρὸς ἐπικύρωσιν τῶν διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων οἱ προκάτοχοι ἔλαβον ἀναπληρωματικὰς ἢ καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴν, διότι, κατ’ ἐξαίρεσιν ὅλων τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσι, χωρὶς νὰ τὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπή· ἐὰν δὲ αὕτη εἶχε δυσπιστίαν τινὰ, ἢ ἀπήντα πρόσκομμά τι, ὤφειλε, καθὼς εἶπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ ζητήσῃ τὸν ἀπολογισμὸν τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγηθεισῶν πιστώσεων, διὰ νὰ ἴδῃ εἰς τί ἐδαπανήθη αὕτη καὶ διατὶ δὲν ἐπήρκεσεν, ὥστε νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πᾶσαν πίστωσιν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος. Ἀφοῦ ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ ἐσιώπησεν, ἡμεῖς ὑποθέτομεν, ὅτι ἐθεώρησεν ἐντελῶς δεδικαιολογημένας τὰς πιστώσεις ταύτας, καὶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ οὐδεμία ἀφορμὴ ἐδίδετο, ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλὴν, ζητοῦντες ἡμεῖς συμπληρωτικὰς πληροφορίας καὶ λαμβάνοντες τὸν λόγον πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν πιστώσεων τούτων. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον σιωπῶμεν καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς Κυκλάδων ἤλεγξεν ἐμμέσως τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὰ οἰκονομολογικὰ, μεταξὺ τῶν ὁποίων συμβαίνει νὰ ᾖμαι καὶ ἐγώ.
§14ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Αἱ ζητούμεναι πιστώσεις φέρουσιν ὅλους τοὺς τύπους τοῦ νόμου, καὶ ἔπρεπε νὰ χορηγηθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι ζήτημα οὐσιαστικὸν, ἐάν τινες τῶν πιστώσεων τούτων διετέθησαν κακῶς ἢ ὄχι, καὶ τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀπολογισμοῦ μᾶλλον· δι’ αὐτὸ δὲν ἐπέμεινεν ἡ ἐπιτροπή. Οὐχ ἧττον ὑπενθυμίζω, ὅτι περὶ μιᾶς πιστώσεως, τῶν 15,000 δραχμῶν, διὰ δαπάνας δημοσίας ἀσφαλείας, ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αὐτὰ τὰ ἔγγραφα πρέπει νὰ τὰ λάβωμεν.
§15ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μοὶ ἀπηυθύνθη τηλεγράφημα παρὰ διαφόρων ἐγκρίτων πολιτῶν τοῦ δήμου Τρικκαίων τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, διαμαρτυρομένων ἐπὶ τῇ παρανόμῳ ἐγγραφῇ εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων, εἰς τὸν δημοτικὸν κατάλογον καὶ συνεπῶς εἰς τὸν ἐκλογικὸν, χιλίων καὶ πλέον ἀλλοδαπῶν ὡς πολιτῶν Ἑλλήνων. Ἡ ἀγανάκτησις, μεθ’ ἧς τὸ τηλεγράφημα ἐγράφη, ἐλέγχει ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτῶν καταγγελλόμενα δὲν εἶναι ψευδῆ. Διημείφθη, ὡς ἔμαθον, καὶ ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ νομαρχεύοντος Τρικκάλων καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐν ᾗ ὑπάρχει καὶ ἡ κατὰ τῆς γενομένης ἐγγραφῆς ἔφεσις τοῦ οἰκείου Δημάρχου, ἀποδεικνύοντος τὸ παράνομον τῆς τοιαύτης ἐγγραφῆς. Κατὰ τοὺς διαμαρτυρομένους ἐγκρίτους αὐτοὺς πολίτας, ἐνεγράφησαν χίλιοι καὶ πλέον ξένοι, μὴ εὑρεθέντες κατὰ τὴν κατάληψιν ἐν Θεσσαλίᾳ, ὡς διαλαμβάνει ἡ συνθήκη τῆς 20 Ἰουνίου 1881, οὐδ’ ἀπολαύοντες τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, καὶ ὅμως ἐνεγράφησαν ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ξένοι ὅλως, ἐκ τῶν ὁποίων τινὲς παραχειμάζουν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐπιστρέφοντες τὸ θέρος εἰς Μακεδονίαν. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ περὶ τούτου ἔγγραφα. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ ἀντείπῃ τις τῶν ἐνδιαφερομένων, ὅτι τὸ ζήτημα εἰσέτι εἶναι ἐκκρεμὲς καὶ δύναται νὰ λυθῇ ὁριστικῶς ὑπὸ τοῦ μέλλοντος νὰ δικάσῃ τὰς ἐνστάσεις ἁρμοδίου Πρωτοδικείου· δυστυχῶς ὅμως, κατὰ τοὺς διαμαρτυρομένους ἐγκρίτους πολίτας, οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐπέτυχον τὴν εἰς Τρίκκαλα μετάθεσιν δικαστοῦ ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, τοῦ κ. Παπανικολάου, πεποιθότες ὅτι ὁ δικαστὴς οὗτος, εἰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἀκεραιότητος αὐτοῦ, θὰ χρησιμεύσῃ αὐτοῖς ὡς ὄργανον πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς τοιαύτης ἐγγραφῆς· νομίζω ὅμως, ὅτι ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ὑπονοίᾳ κατὰ δικαστικοῦ προσώπου, ἢ μᾶλλον καταγγελίᾳ, καθῆκον ἔχει ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν εὕρῃ τὰς τοιαύτας αἰτιάσεις εὐλόγους, νὰ προβῇ εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ δικαστοῦ τούτου, καθόσον δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ ζητήματος, πρόκειται περὶ ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους χιλίων καὶ πλέον ἀτόμων, μὴ κεκτημένων τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καταστρέφεται τὸ μέγα ἐκλογικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς πολίτης καὶ ὅπερ συνεπάγεται τόσας ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Κατὰ καθῆκον, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, πρὸς ὃν ἀνεκοινώθη τὸ τοιοῦτον τηλεγράφημα, ὤφειλον νὰ παραστήσω ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ τε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμιλήσατε περὶ μεταθέσεως δικαστοῦ. Πῶς ἐσχετίσθη τοῦτο μὲ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἐπραγματεύθητε;
§17ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διότι οἱ διαμαρτυρόμενοι αὐτοὶ πολῖται λέγουσιν, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι προὐκάλεσαν τὴν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Τρικκάλων μετάθεσιν τοῦ δικαστοῦ κ. Παπανικολάου, μένοντος ἐπὶ τρεῖς μῆνας εἰς Λάρισσαν, ἐν ᾧ ἦτο τοποθετημένος εἰς Τρίπολιν, καὶ ἐγένετο αὕτη. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ ταύτῃ καὶ τῇ καταγγελίᾳ, νομίζω ὅτι πρὸς ἄρσιν παντὸς σκανδάλου καὶ πρὸς ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθείας, ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου.
§18ΠΕΡΡΟΣ. Εἷς δικαστὴς δικάζει μόνον;
§19ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ὑπάρχει ὑπόνοια περὶ αὐτοῦ τοῦ προσώπου, ὅπερ ἄλλως δύναται νὰ ἦναι ἀνώτερον πάσης ὑπονοίας, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο τοιαύτη καταγγελία, εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ μὲν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, δὲν θέλω λείψει νὰ κομίσω καὶ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, εὑρίσκομαι ὅμως εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ ἀνακοινώσω εἰς αὐτὸν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον διαφωνεῖ πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καταλήγων τὸν λόγον ἐδήλωσε, διότι ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβαίνωμεν εἰς μετακινήσεις δικαστῶν, οὔτε ἐπὶ τῇ γνώμει ἢ τῇ προτάσει τῶν φίλων ἡμῶν, οὔτε ἐπὶ τῇ διαδόσει ὑπονοιῶν τῶν διαδίκων, ὅτι ἐνδέχεται οἱ δικασταὶ αὐτοὶ νὰ ἦναι διατεθειμένοι κατ’ αὐτῶν. Ἐὰν ἤθελε πράξει ἄλλως τὸ Ὑπουργεῖον, ἤθελε βεβαίως ἐκθέσει εἰς παραλυσίαν τὴν δικαιοσύνην, ἤθελε δὲ ἐξυβρίσει τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι λειτουργοὶ αὐτῆς.
§21ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶ, ὅτι συμφωνῶ πληρέστατα μετ’ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν πάσης γινομένης μεταθέσεως δικαστῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου καταγγέλλεται, ὅτι ἡ μετάθεσις αὕτη ἐγένετο τῇ ἐνεργείᾳ τῶν ἐνδιαφερομένων ἐκεῖ πολιτευτῶν, ὑπάρχουσι δὲ ὑπόνοιαι καὶ ὡρισμέναι καταγγελίαι κατὰ τοῦ εἰρημένου προσώπου, ὅπερ ἐν τούτοις θεωρῶ ἀνώτερον πάσης τοιαύτης μομφῆς, πρόκειται δὲ περὶ ζητήματος λίαν σπουδαίου, νομίζω ὅτι ἔργον δικαιοσύνης ἤθελεν ἐπιτελέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς ἄρσιν παντὸς σκανδάλου, προβαίνων εἰς μετάθεσιν αὐτοῦ.
§22ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸν δικαστήν, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, εἰσήγαγον ἐγὼ ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ κατὰ μῆνα Νοέμβριον, ἐτοποθέτησα δὲ αὐτὸν εἰς Τρίπολιν. Ὁ δικαστὴς οὗτος κατῴκει ἐν Λαρίσσῃ· διῆλθε λοιπὸν ἐντεῦθεν, μεταβαίνων εἰς τὴν θέσιν του, καὶ παρουσιάσθη πρὸς ἐμὲ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ· μὲ παρεκάλεσε δὲ, ἐπειδὴ ἡ σύζυγός του καὶ ἡ οἰκογένειά του διαμένουσιν ἐν Λαρίσσῃ, δὲν δύναται δὲ νὰ μεταφέρῃ αὐτὰς εἰς Τρίπολιν, νὰ τὸν τοποθετήσω εἰς Τρίκκαλα τῆς Θεσσαλίας, διὰ νὰ μὴ ἦναι πολὺ ἀπομεμακρυσμένος τῆς οἰκογενείας του. Οὐδεὶς ἕτερος μοὶ ὡμίλησε περὶ τῆς μεταθέσεως ἐκεῖ τοῦ δικαστοῦ κ. Παπανικολάου· νομίζω δὲ, ὅτι ἁπλαῖ ὑπόνοιαι δὲν ἀρκοῦσιν, ὅπως δικαιολογήσωσι μετάθεσιν δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπραξέ τι, ἀλλὰ καταγγέλλεται ὅτι θὰ πράξῃ. Ἐὰν ὁ δικαστὴς δὲν προσενεχθῇ καλῶς, τότε δυνάμεθα νὰ λάβωμεν κατ’ αὐτοῦ μέτρα, καὶ βεβαίως θὰ τὸν τιμωρήσωμεν· νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον ἐπὶ ἁπλαῖς ὑπονοίαις νὰ προσβάλλωμεν ἔντιμον λειτουργὸν τῆς Θέμιδος.
§23Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἀπηυθύνθη καὶ εἰς ἐμέ· εὐτυχῶς ὅμως συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θὰ ἦτο ὄχι μόνον ἄδικον, ἀλλὰ καὶ ἀτοπώτατον, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ὑπονοίᾳ, ὅτι εἷς δικαστὴς κατὰ τὴν γνώμην τῶν τηλεγραφούντων δὲν θέλει ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν του, ὅτι πρέπει νὰ μετατεθῇ, ὄχι μόνον διότι συμπίπτει νὰ γνωρίζω καὶ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον πάσης ὑπονοίας, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἐκτίμησιν, καὶ τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν εἰσέρχεται εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἀποφασίσῃ νὰ κηλιδωθῇ, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τοῦ Α ἢ τοῦ Β, ἀλλὰ καὶ διότι νομίζω, ὅτι πᾶς δικαστὴς δικαιοῦται εἰς σεβασμόν τινα. Εἶναι ὅμως ἀληθές, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη ἐγένοντο ὁμολογουμένως πολλὰ ἀτοπήματα κατὰ τὴν κατάρτισιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Δὲν εἶμαι βεβαίως εἰς θέσιν οὔτε νὰ βεβαιώσω τὰ ἐκ Τρικκάλων καταγγελλόμενα, οὔτε νὰ τὰ ἀναιρέσω· διὰ τοῦτο ἤθελον συστήσει εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸν, ἵνα δι’ ἐγκυκλίου του γενικῆς ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν Εἰσαγγελέων εἰς τὰς ἐκδικάσεις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Συμφωνῶ δὲ πληρέστατα εἰς ὅ,τι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδήλωσε πρὸ μικροῦ, ὅτι, ὅταν δικαστής τις δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, εἶναι γελοῖον τὸ νὰ ζητῇ τις τὴν μετάθεσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν τιμωρίαν του, διότι μετατιθέμενος πρόκειται νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ αὐτά.
§24ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ μὴ σᾶς ἀπησχόλουν οὐδόλως, δυστυχῶς ὅμως ἐπὶ ἐπερωτήσεώς τινος, γενομένης παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Φιλαρέτου, παρὰ τοῦ κ. Γεωργιάδου καὶ ἐμοῦ, δὲν ἐτύχομεν εἰσέτι τῆς δεούσης ἀπαντήσεως, καίπερ λαβόντες ὑπόσχεσιν περὶ τῆς ταχείας διεκπεραιώσεως ὑποθέσεως σπουδαίας. Λυποῦμαι, καὶ λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι ζήτημα ἀνώτερον τοῦ κλήρου παρουσιάζεται ἑκάστοτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· καὶ ἕτερος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἔθιξε τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος τούτου· ἤδη δὲ, ὑπενθυμίζων ὑμῖν μόνον τὴν ἀξίαν τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκείνου, ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι πρὸ καιροῦ ἡ ἕδρα τοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος εἶναι κενή. Ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος ἀπέσχε τῶν καθηκόντων του ἕνεκα λόγων ὑγείας, ἐζήτησε δὲ τὴν ἀπομάκρυνσίν του, καὶ ἠναγκάσθη ἀποσυρόμενος νὰ ἀφήσῃ τὴν ἕδραν κενήν....
§25ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρῃτήθη;
§26ΣΧΙΝΑΣ. Λόγῳ ὑγείας ἀπεμακρύνθη, παρῃτήθη μάλιστα. Ἤδη ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ, ἐξέλιπε καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ἤδη ἀνέκτησε τὴν ὑγείαν του καὶ δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του πρὸς τὸ ποίμνιον μετὰ τῆς μεγαλειτέρας εὐλαβείας. Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ νόμοι ἐπιτρέπουσι τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἀρχιεπισκόπου εἰς τὴν ἕδραν αὐτοῦ, ὅταν οἱ λόγοι τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἐκλίπωσιν. Ἤδη οἱ κάτοικοι ὅλων σχεδὸν τῶν χωρίων τοῦ Πηλίου ὑπέβαλον ἀναφορὰν πρὸς τὸν Μητροπολίτην, καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Σύνοδον, δυστυχῶς ὅμως ὁ Μητροπολίτης, ὁρμώμενος ἐκ λόγων, τοὺς ὁποίους ἀπέχω ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἀναφέρω ἐνταῦθα, οὐ μόνον δὲν θέλει νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ σεβαστοῦ αὐτοῦ ἀρχιερέως εἰς συζήτησιν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐμμένει εἰς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς γνωρίζει καὶ τοὺς ὁποίους δέν μοι ἐπιτρέπεται νὰ ἀναφέρω εἰσέτι ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἑπομένως ἐπαναλαμβάνω ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν συμπολιτῶν μου νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διὰ τῆς καταλλήλου ὁδοῦ νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι εἶναι μέγα ἀδίκημα πρὸς μίαν ὁλόκληρον ἐπαρχίαν νὰ στερῆται τοῦ φυσικοῦ αὐτῆς διδασκάλου, τοῦ φυσικοῦ ποιμένος, καὶ νὰ μένῃ ἡ Ἐκκλησία εἰς χεῖρας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ἐπιφυλάσσομαι ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἐπανέλθω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε πίνακα συνδρομῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουσι πληρωθῆ εἰς πολλοὺς παθόντας ἐκ τῶν τελευταίων χιόνων. Ἐκ τούτου ὁρμώμενος, παρακαλῶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἔμαθέ τι περὶ τοῦ Πηλίου. Οἱ συνάδελφοι μου καὶ ἐγὼ εἴχομεν πληροφορίας, ὅτι τὰ χωρία τοῦ Πηλίου κατεκλύσθησαν ὑπὸ τῶν χιόνων καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην ταχείας καὶ ἐπειγούσης βοηθείας.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προχείρως δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω. Εἷς τῶν συναδέλφων σας, ὁ ἀξιότιμος κ. Γεωργιάδης, προσελθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, παρέστησε τὴν ἀνάγκην νὰ δοθῶσι βοηθήματα εἰς τοὺς κατοίκους τῶν δήμων Πηλίου. Ἐζήτησα πληροφορίας, καὶ οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι οὔτε ἡ Νομαρχία Λαρίσσης οὔτε οἱ Δήμαρχοι τῶν δήμων ἐκείνων ἔστειλαν πληροφορίαν τινὰ περὶ τούτου. Ἐτηλεγράφησα ἑπομένως ἀμέσως εἰς Βῶλον, καὶ ἀναμένω ἀπάντησιν.
§28ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ζημίαι ἐγένοντο, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἠμέλησαν οἱ Δήμαρχοι νὰ πληροφορήσωσι τὴν Νομαρχίαν.
§29ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δυστυχῶς εὑρίσκομαι εἰς θέσιν νὰ μὴ δύναμαι νὰ δώσω ἀλλοίαν ἀπάντησιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔδωκα πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Εἶπον τουτέστι τότε, καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν, ὅτι τὸν πόθον τῶν κατοίκων τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιφερείας Πενταπόλεως τὸν γνωρίζω. Ἐπὶ τῆς σχετικῆς δὲ πρὸς τὸν πόθον τοῦτον αἰτήσεως τῶν κατοίκων δὲν εἶχον ἕτερον δικαίωμα, παρὰ νὰ τὴν ἀποστείλω πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Δὲν ἀγνοεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζει σύμπασα ἡ Βουλὴ, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας εἰσὶ διακεκριμένα ἀπ’ ἀλλήλων· ἡ Ἐκκλησία, ἐκπροσωπουμένη ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ἡ Πολιτεία ἐκπροσωπουμένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσιν ἴδια δικαιώματα, ἁρμονικῶς συμβιοῦντα, ἀλλὰ μὴ συγχεόμενα. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦ Ἁγίου Πενταπόλεως ἀνάγεται εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ καθήκοντα τῆς Συνόδου, τὸ Ὑπουργεῖον οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ πράξῃ, ἢ νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῇ ἐπισκοπῇ Πενταπόλεως, καὶ τοῦ πόθου τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς ἐκείνης. Εἰσέτι δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν, παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δὲν θέλω ὅμως ὀκνήσει, ὅπως διὰ τοῦ προσήκοντος τρόπου παρακαλέσω καὶ πάλιν αὐτὴν, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν τῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ὁ Ἅγιος Δημητριάδος, δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος νὰ ἀποφανθῶ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ τοὺς κυρίους συναδέλφους καὶ τοὺς κατοίκους τῆς Δημητριάδος διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν, νὰ μὴ ἀνησυχῶσι, μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν εὐχὴν, νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὅπως ἐκπληρωθῇ ὁ πόθος αὐτῶν.
§30ΣΧΙΝΑΣ. Εὐελπιστοῦμεν, ὅτι θέλει εὑρεθῆ ὁ τρόπος αὐτός· διότι ἄλλως θέλομεν εὑρεθῆ καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν θέσιν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐπερώτησιν ἑνὸς καλοῦ συναδέλφου.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Καλαμῶν διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον ἕνεκα ποινικῶν ἐξόδων κρατουμένων, ἐξαιτουμένων τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατηγγέλθησαν πράξεις τινὲς, ἄξιαι τῆς προσοχῆς σας. Ὑπάρχουν τινὲς κρατούμενοι διὰ ποινικὰ ἔξοδα 30 δραχμῶν, διότι δὲν εἶχον νὰ τὰς πληρώσωσι, καὶ ἀφοῦ ἐκρατήθησαν ἐπὶ δύο ἔτη, ἀπελύθησαν κατὰ τὴν πολιτικὴν δικονομίαν. Ἀλλὰ μόλις ἐξῆλθον, συνελήφθησαν συνεπείᾳ νέου ἐντάλματος τοῦ ταμίου, διὰ νὰ πληρώσωσι τὰς 30 δραχμὰς καὶ τὰ τῆς διατροφῆς ἔξοδα· εὑρίσκονται δ’ οὕτω ἐκ νέου εἰς τὰς φυλακὰς διὰ τὸ αὐτὸ χρέος. Δὲν γνωρίζω οὐδένα ἐκ τῶν κρατουμένων ἐκεῖ, ἀλλὰ μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ ἀναφορὰ αὕτη, διότι δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ἠδύνατο τοιαῦτα νὰ συμβαίνωσι.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιβάλλει τοῦτο ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων.
§34Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπάρχει ὅμως ἡ πολιτικὴ δικονομία, ἡ ὁποία ἔχει τὴν αὐτὴν ἰσχύν. Ἀφοῦ ἀπολύονται μετὰ δύο ἔτη, πῶς δύνανται νὰ συλληφθῶσιν ἐκ νέου;
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν πρόκηται περὶ ἑνὸς φυλακισθέντος ἐν Καλάμαις, τοῦτο περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν, καὶ διετάχθη ὁ ταμίας νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν φυλάκισιν.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν). Εἶχον ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν προχθὲς πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ταύτας ὅμως παρέλιπον νὰ καταθέσω εἰς τὸ γραφεῖον, ἵνα ποιήσωνται χρῆσιν οἱ βουλόμενοι. Καταθέτω αὐτὰς σήμερον, τὸ δὲ γραφεῖον δύναται, ἂν ἐγκρίνῃ, νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν αὐτῶν. Εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐκ Λακωνίας ἐζήτησε κατάλογον τῶν ἐκδοθέντων χρηματικῶν ἐνταλμάτων πρὸς πληρωμὴν ἀποζημιώσεων κτηματιῶν, ὧν αἱ γαῖαι κατελήφθησαν. Τὸν κατάλογον τοῦτον καταθέτω. Ἡ ἐπερώτησις περιέχει καὶ δύο ἄλλα ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν: «Πόσα τῶν ἀνωτέρω ἐνταλμάτων ἐξωφλήθησαν παρὰ τοῦ ταμείου τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, πόσα δὲ μένουσιν ἀνεξόφλητα». Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει δώσει τὰς πληροφορίας ταύτας.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔδωσα διαταγὰς, ὅπως καταρτισθῶσιν αἱ πληροφορίαι.
§38ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συνάδελφος ἐκ τοῦ νομοῦ Λαρίσσης ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, ζητῶν νὰ δοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πληροφορία, πόσα κατέθηκεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1890 ἡ ἐπαρχία Βώλου. Τὰς πληροφορίας ταύτας, περιεχομένας ἐν τῷ τεύχει τούτῳ, καταθέτω· ἐὰν δὲ τυχὸν ὁ κ. Βουλευτὴς εὕρῃ αὐτὰς κατὰ τι ἐλλιπεῖς, θέλω σπεύσει νὰ τὰς συμπληρώσω. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῶν προσθέτω, ὅτι, ἐπειδὴ εἷς τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν, ὁ φίλος κ. Γεωργιάδης, μοὶ παρέστησε τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας κατασκευῆς ὁδοῦ μέχρι Λεχωνίων τῆς ἐπαρχίας Βώλου, ἐξέδωκα ἤδη περὶ τούτου διαταγήν. Ἡ ἐπερώτησις, περὶ τῆς ὁποίας θέλω πραγματευθῆ, ἐγένετο ὑπὸ ἑνὸς τῶν κυρίων Βουλευτῶν Κυκλάδων· ἐὰν δ’ ᾖναι ἀκριβὴς ἡ σημείωσις, ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη, αὕτη ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὁ διορισθεὶς διερμηνεὺς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς κατὰ τὸ 1888 ἐπληρώθη πρὸς δραχμὰς 80 κατὰ μῆνα, ὡς ὁ προϋπολογισμὸς ὁρίζει, ἢ πρὸς δραχμὰς 120, καὶ διὰ τίνα λόγον;» Τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης καταθέτω ἐνταῦθα. Κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς τῆς 9 καὶ τῆς 29 Ἰανουαρίου ἐζητήθησαν πληροφορίαι διάφοροι. Τινὰς τῶν πληροφοριῶν τούτων, περιεχομένας ἐν τούτοις τοῖς ἐγγράφοις, καταθέτω. Ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις συνήφθη καὶ σειρὰ ἀπολογισμῶν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τέλους τοῦ 1888· ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1889 ὑπάρχει ἤδη ὑπὸ τὰ πιεστήρια. Ὑπάρχει προσέτι πίναξ τῶν ἐξόδων τῶν ἐτῶν 1888 ἕως 1890, προϋπολογισθέντων καὶ ἐνταλθέντων πρὸς πληρωμήν. Ὑπάρχει προσέτι σειρὰ προϋπολογισμῶν τοῦ 1888–1890, ἐν οἷς περιλαμβάνονται τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ ταμείου, ὡς καὶ αἱ διατεθεῖσαι ἀπέναντι τούτων πιστώσεις. Προσέτι ὑπάρχει πίναξ τῶν πρὸς τοὺς μηχανικοὺς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς πληρωθέντων μισθῶν, ὁδοιπορικῶν καὶ ἐξόδων ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1890.
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχονται ταῦτα;
§40ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ πληρωθέντα εἰς τὰ μέλη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς διαιροῦνται εἰς τρεῖς κατηγορίας· εἰς μισθοὺς προσωπικοῦ, εἰς ἐνοίκια καὶ γραφικὰ, εἰς ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις. Καὶ εἰς μισθοὺς μὲν ἐπληρώθησαν ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1890 δραχμαὶ 2,457,239:23, εἰς ἐνοίκια καὶ ἔξοδα γραφείων αὐτῶν δραχ. 75,499:60, καὶ εἰς ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις δραχ. 458,723:86, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 2,988,426:69. Κατατίθεται προσέτι πίναξ συγκριτικὸς τῶν δυνάμει βασιλικῶν διαταγμάτων, ὡς π. χ. τοῦ διατάγματος τῆς 9 Σεπτεμβρίου 1881 καὶ τοῦ τῆς 3 Αὐγούστου 1883, κατασκευασθεισῶν κατὰ προτίμησιν ὁδῶν πρὸς τὰς προκατασκευασθείσας. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα περὶ οἰκίας τινὸς, ἥτις εἶχε μισθωθῆ ὡς τηλεγραφικὸν κατάστημα ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Νεμέας τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς εἶχεν ἀπευθύνει ἐπερώτησιν περὶ τούτου, καὶ σπεύδω ν’ ἀπαντήσω πρὸς αὐτὸν, κατατιθεὶς τὰ πρὸς τοῦτο ἔγγραφα. Ἐξ αὐτῶν συνάγεται, ὅτι ὁ Δήμαρχος Νεμέας εἶχε προτείνει νὰ μισθωθῇ ὡς τηλεγραφικὸν κατάστημα μία οἰκία, ἧς ἰδιοκτήτης ἦτο αὐτὸς καὶ ἥτις ἐμισθώθη εἰς βάρος τοῦ δημοτικοῦ ταμείου ἀντὶ δραχμῶν 300 ἐνοικίου ἐτησίου. Ἀλλ’ ὅταν παρεδόθη ἡ οἰκία αὕτη εἰς τὸν τηλεγραφητὴν, δὲν παρεδόθη φαίνεται ὅλη, ἀλλὰ δωμάτια μόνον τινὰ αὐτῆς. Ἐπειδὴ δὲ ὁ τηλεγραφητὴς παρέστησεν, ὅτι δὲν ἐπήρκουν μόνον τὰ παραδοθέντα δωμάτια, ἐδέησε νὰ παραχωρηθῶσι καί τινα ἄλλα δωμάτια ἐκ τῆς αὐτῆς οἰκίας, ἀλλ’ ἐπὶ αὐξήσει τοῦ ἐνοικίου εἰς 540 δραχμάς. Ὁ τηλεγραφητὴς παρέστησε τότε, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἐν τῷ καταστήματι τούτῳ, διότι ἦτο ἐγκαταλελειμμένον, οὐδὲ παρεῖχε τὰς δεούσας εὐκολίας, ἐπειδὴ δὲ ἐπέμενε ν’ ἀποσυρθῇ, ἐὰν δὲν τῷ ἐδίδετο ἄλλο κατάστημα, ὁ Νομάρχης διέταξε νὰ ἐνοικιασθῇ ἄλλη οἰκία. Καὶ ἄλλη ἐπερώτησις ἐγένετο, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐν τῷ δήμῳ Νεμέας δὲν ἔχει καλῶς, καὶ ὅτι κίνδυνοι ἐπίκεινται περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν· ἐζητήθη δὲ νὰ καταθέσω καὶ τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα καταθέτω. Κατὰ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν εἶχε πληροφορίαν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῷ δήμῳ Νεμέας, ὅταν ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς ἐπερωτήσεως λαβὸν ἀφορμὴν, ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Νομάρχου, ὅστις ἀναφέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ Δήμαρχος Νεμέας διὰ δύο ἀναφορῶν αὐτοῦ ὑπέβαλεν ἡμῖν παράπονα κατὰ τοῦ ὑπενωμοτάρχου Νικολάου Μιχαλακάκου, ἐπὶ διαφόροις ἐγκληματικαῖς πράξεσι.... λαμβάνομεν ἀφορμὴν νὰ προσθέσωμεν, ὅτι, καθ’ ἃς ἔχομεν θετικὰς πληροφορίας, οὐδόλως διεταράχθη ἡ ἐν τῷ δήμῳ Νεμέας τάξις, ὅτι δὲ ἡ μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ ὑπενωμοτάρχου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν ὀργάνων των ἔρις, προῆλθεν ἐκ τῆς ὑπαιτιότητος τοῦ τελευταίου, ὅστις διὰ τῆς ἀχαλινώτου καὶ θρασείας συμπεριφορᾶς του καὶ τοῦ τυραννικοῦ χαρακτῆρός του προκαλεῖ τὰς τοιαύτας σκηνὰς, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου ἐστάλη ἡμῖν καταγγελία παρὰ πολλῶν συνδημοτῶν του, ἣν παρέπεμψα πρὸς ἐνέργειαν εἰς τὸν παρὰ Πλημμελειοδίκαις κύριον Εἰσαγγελέα διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 661 ἐγγράφου μου.» Τὰ ἕτερα ταῦτα ἔγγραφα περιέχουσι τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας κ. Δηλιγιάννης, περὶ κληροδοτήματος ἀγαθοῦ ἀνδρὸς, Παπαπέτρου ὀνομαζομένου, τὸ ὁποῖον προωρίζετο διὰ τὴν ἐπαρχίαν Κορινθίας (ἀναγινώσκει): «Ὁ Παπαπέτρου ἀπεβίωσεν ἐν Κυθήροις, ἐκληροδότησε δὲ δραχμὰς 20,000 πρὸς ἵδρυσιν νοσοκομείου ἐν Κορίνθῳ. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἰσεπράχθη ἤδη, καὶ κατετέθη ἐν τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ δι’ ἐντόκου γραμματίου, ἀνῆλθε δὲ νῦν μετὰ τῶν τόκων εἰς δραχμὰς 22,179:30. Ταῦτα δ’ ἀνεκοινώθησαν ἤδη εἰς τὸν κ. Νομάρχην Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἵνα ληφθῇ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἡ ὀφειλομένη πρόνοια πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ διαθέτου.»
§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ τυπωθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, τὰς ὁποίας κατέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός;
§42ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τινὲς ἐξ αὐτῶν δύνανται νὰ τυπωθῶσιν ἄνευ πολλῆς δαπάνης καὶ ἄνευ πολλοῦ κόπου, εἶναι ὅμως καί τινες, αἱ ὁποῖαι εἶναι δύσκολον νὰ τυπωθῶσιν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 221).
§44ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἴς τινα μέρη τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας ἐπικρατεῖ ἔτι καὶ νῦν ἀρχαία τις λύμη καὶ πληγὴ κοινωνικὴ, ἥτις λυμαίνεται καὶ μαστίζει αὐτὸν τὸν τόπον καὶ σήμερον. Ἰδίως ἐν τῷ δήμῳ Μυρτουντίων καὶ τοῖς Λεχαινοῖς ἡ ζωοκλοπὴ φαίνεται, ὅτι ἐσχάτως ἔλαβε καὶ ἐπίτασίν τινα. Ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ ἐλλείπει ἐντελῶς ἡ ἁρμοδία πρὸς καταδίωξιν τοῦ κακοῦ ἀρχή, ἡ ἀστυνομική. Ἀστυνομία δὲν ὑπάρχει· ἑπομένως διάφοροι κάτοικοι τοῦ δήμου καὶ τῆς κωμοπόλεως Λεχαινῶν παραπονοῦνται, ὅτι δὲν διωρίσθη ἀστυνόμος, καίτοι ἡ ἁρμοδία δημοτικὴ ἀρχὴ τοῦ εἰρημένου δήμου ἐπρότεινε τὸ κατάλληλον πρόσωπον, ἵνα διορισθῇ, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ἀστυνομία, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, νὰ λειτουργῇ καὶ καταδιώκῃ τοὺς ζωοκλέπτας, οἵτινες ἰδίως κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Πελοποννήσου ἐκτείνονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς μεγάλα ζῶα. Ἐπροτάθη ἵνα διορισθῇ δημαστυνόμος τοῦ δήμου Μυρτουντίων ὁ κ. Ἐπαμεινώνδας Στεργιόπουλος, χρηστὸς, υἱὸς τοῦ πρώην συναδέλφου μας Στεργιοπούλου, κεκτημένος ὅλα τὰ πρὸς τοῦτο προσόντα. Ἡ πρότασις τοῦ Δημάρχου ἐγένετο κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, ἀλλ’ εἰσέτι ὁ διορισμὸς δὲν ἐγένετο. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν, ὅστις τοσοῦτον συνεχῶς ἐπαγγέλλεται εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλει ἐπανορθώσει τὴν κακοδιοίκησιν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς τὸ παρελθόν, ὅπως σπεύσῃ καὶ συμπληρώσῃ τὸ κενὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνεπάγεται πολλὰ κοινωνικὰ κακά. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει ἐνθυμηθῆ τὴν σύστασιν ταύτην. Ἐπωφελούμενος τῆς στιγμῆς, καὶ ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, θέλω προσθέσει καὶ ἄλλο τι ἐπί τινος ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον χθὲς διεδραματίσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Χθὲς μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Τρικούπη, καὶ ἀφοῦ ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Δηλιγιάννης, αἰφνίδιος κρότος ποδοκροτημάτων ἠκούσθη ἐκ τοῦ θεωρείου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου διετάχθη ἡ ἐκκένωσις καὶ ἐξετελέσθη. Βεβαίως τὰ φιλοφρονήματα ταῦτα τοῦ ἀκροατηρίου ἐκείνου δὲν ἀπηυθύνοντο κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἵστατο κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπὶ τοῦ βήματος.....
§45ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀνήρχετο.
§46ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἵστατο. Ἐγὼ ἐνόμισα μάλιστα, ὅτι ἐποδοκροτοῦσαν τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§47ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἀνάξιον μνείας τὸ γεγονός.
§48ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάξιον μνείας διὰ τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξω.... Τὸ σημεῖον τοῦ νὰ γείνουν τὰ ποδοκροτήματα ἐδόθη ἐκ τῆς πλατείας τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ ἢ δὲν ἀντελήφθησαν οἱ προορισθέντες νὰ καταλάβωσι τὸ θεωρεῖον ἐκεῖνο, ἢ ἐδόθη βραδέως τὸ σημεῖον τοῦ ποδοκροτήματος, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη τὸ ποδοκρότημα ὡς ἀποδοθὲν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἱστάμενον ἐπὶ τοῦ βήματος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀληθῶς ἀπουσίαζε, νὰ εὕρῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιτετραμμένος νὰ δίδῃ τὰ συνθήματα ταῦτα, καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ δι’ ἄλλου, ὅστις νὰ ἠμπορῇ νὰ δίδῃ ἐγκαίρως τὰ συνθήματα ταῦτα. Ἐγὼ τὸν γνωρίζω, ἀλλὰ δὲν καταδέχομαι νὰ τὸν εἴπω.
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δρ. 400,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1891, διὰ τὴν παραλαβὴν καὶ μεταφορὰν τῶν δύο θωρηκτῶν καὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῶν. Ὑποβάλλω ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ ἀτελείας πρώτων ὑλῶν πρὸς παραγωγὴν στεατίνης καὶ στεατικῶν κηρίων, προωρισμένον νὰ διορθώσῃ ὑφισταμένην ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἀδικίαν.
§50ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ λάβητε ἓν γενικὸν μέτρον καὶ δι’ ἄλλας ὕλας. Ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει πρότασιν καὶ διὰ τὴν ζάκχαριν τῶν ῥοσολίων, καὶ διὰ τὴν βαφὴν, ἥτις χρησιμεύει διὰ σύστασιν βιομηχανικοῦ καταστήματος.
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ χορηγίας ἀτελείας μὴ ὑφισταμένης, ἀλλὰ περὶ ἐπανορθώσεως ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἕνεκα ἐλλείψεως τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Διὰ τοῦ τελωνειακοῦ νόμου κατηργήθη εἷς προηγούμενος νόμος, χορηγῶν ἀτέλειαν εἰς τὸ βόειον λίπος καὶ εἰς τὸ θειϊκὸν ὀξὺ, τὸ χρησιμεῦον πρὸς κατασκευὴν τῶν στεατικῶν κηρίων. Ἡ κατάργησις ἀφῆκεν ἐν ἰσχύϊ προηγούμενα διατάγματα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταργηθέντος νόμου ἐκδοθέντα, καὶ θεωρούμενα ὅτι ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγεῖτο προνόμιον εἰς δύο καταστήματα παράγοντα στεατικὰ κηρία, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα καταστήματα ἐστεροῦντο τοῦ προνομίου τούτου. Ὑφίστατο λοιπὸν ἀδικία, ἥτις ἄνευ προηγουμένης μελέτης καὶ ἄνευ προηγουμένης ἐν γνώσει ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐλειτούργει. Τὴν ἀδικίαν ταύτην προτίθεται τὸ νομοσχέδιον νὰ θεραπεύσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενικωτέραν μελέτην περὶ ἀτελείας χορηγηθησομένης εἰς βιομηχανίας τοῦ τόπου, δὲν ἀποκρούομεν ταύτην, ἀλλὰ θεωροῦμεν αὐτὴν συνδεομένην μὲ τὴν μελέτην τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν μεμονωμένον μέτρον, ἀλλὰ γενικὸν ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου θέματος. Ἡ ὑφισταμένη νομοθεσία περὶ τοῦ καπνοῦ, ὅπως γνωρίζομεν, παρουσιάζει σπουδαίας ἐλλείψεις, καὶ ἐμπεριέχει, ὡς ἐφαρμόζεται, ἀδικίας, αἵτινες ἤγειραν τὰς κραυγὰς παντὸς τοῦ ἔθνους. Αἱ ἀδικίαι αὗται εἶναι πρῶτον, ὅτι μόνον μέρος τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ φορολογεῖται, ἕτερον δὲ μέρος, τὸ καὶ μέγιστον, μένει ἀφορολόγητον καὶ καταναλίσκεται λαθραίως. Περιέχει ἔτι ἄλλας ἐλλείψεις, τὰς μεγάλας δαπάνας πρὸς διατήρησιν καπνοκοπτηρίων μὴ παραγωγικῶν. Αἱ ἐλλείψεις αὗται ἤγειραν πρῶτον σκέψεις πρὸ ῥιζικὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς νομοθεσίας· ἀλλ’ ἡ ἀντικατάστασις νομοθεσίας, ἀφορώσης ἕνα τῶν σπουδαίων πόρων τοῦ Δημοσίου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ κατεσπευσμένως, καὶ νὰ φέρῃ ἀμέσως ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου· οὐχ ἧττον ἐθεώρησα κατεπείγουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπανορθώσεως τῶν σπουδαιοτέρων ἐλλείψεων, νομίζων ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἐπωφελῶς, ἔστω καὶ προσωρινῶς, τὸ ἰσχύον σύστημα ἄνευ τῶν τοιούτων διορθώσεων, διορθώσεων, αἵτινες σκοποῦσι καὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου ποσοῦ καὶ τὴν παρεμπόδισιν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, τοῦ λαθρεμπορίου, καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἀναλογίας τοῦ σιγαροχάρτου, τὸ ὁποῖον χορηγεῖται εἰς τοὺς καπνοπώλας. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως πρὸς διόρθωσιν τῶν ἀτελειῶν τούτων.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 222–224).
§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐζήτησε κατὰ τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν διαφόρους πληροφορίας ὡς πρὸς τὴν Ναξίαν σμύριδα, καὶ τὴν ὑποβολὴν τῆς σχετικῆς συμβάσεως μετὰ τῶν μονοπωλίων, τὴν ὑποβολὴν τοῦ κανονισμοῦ τοῦ 1877 καὶ ἄλλας τινὰς πληροφορίας. Καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐζήτησαν νὰ δοθῶσι πλειότεραι ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης συμβάσεως περὶ σμύριδος. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὸν ζητηθέντα κανονισμὸν χειρόγραφον, ἀλλ’ εἶναι τετυπωμένος εἰς ὅλας τὰς συλλογὰς τῶν νόμων.
§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ ἐκ νέου.
§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα, νὰ τυπωθῇ· δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Ὑποβάλλω ὡσαύτως ἀντίγραφον τῆς συνομολογηθείσης συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς ἑταιρίας τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων πρὸς πώλησιν τῆς σμύριδος καὶ ἥτις ἐσχηματίσθη δι’ ἀνταλλαγῆς ἐπιστολῶν. Ἠρωτήθην ὁποῖον ποσὸν σμύριδος παρεδόθη εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, πόσον ἐπωλήθη καὶ εἰς τίνας τιμάς. Εἰς τὴν ἑταιρίαν παρεδόθησαν 20,000 στατήρων κατὰ τὴν 29 Ὀκτωβρίου καὶ 27 Δεκεμβρίου· ἡ δὲ ἑταιρία ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης, ἥτις ἤθελεν ἐπιβαρύνει τὴν παραδοθεῖσαν σμύριδα. Κατὰ τοῦτον ἡ δαπάνη τῆς μεταφορᾶς, ἀποθηκεύσεως καὶ πωλήσεως ἀνέρχεται εἰς 51,593 φράγκα χρυσᾶ, ἤτοι πρὸς φρ. 2.50 κατὰ στατῆρα. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ καὶ κατὰ τὸν ψηφισθέντα πέρυσι νόμον, ὁρίζοντα ὡς κατώτατον ὅρον τιμῆς 8 φράγκα χρυσᾶ, ὡρίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ πωληθῇ ἡ σμύρις πρὸς 10.50 φράγκα χρυσᾶ, ἵνα ἤμεθα ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ νόμου, τοῦ ἀπαιτοῦντος 8 φράγκα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἐζητήσαμεν πληροφορίας περὶ τῆς σμύριδος, ἥτις ἐδόθη αὐτῇ τὴν εἰκοστὴν ἐννάτην Ὀκτωβρίου, δηλαδὴ πρὸ τεσσάρων μηνῶν, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἐλάβομεν. Ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ, ὠθούμενοι ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὸ Δημόσιον ἄνευ προσόδου ἐκ τῆς σμύριδος, ἐζητήσαμεν πολλαχόθεν διαφόρους πληροφορίας, ἃς ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς ἱκανοποίησιν ἐκείνων, οἵτινες ἐζήτησαν πληρεστέρας ἐξηγήσεις. Αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐλάβομεν ἐκ Λονδίνου, συνεχίζονται ἀπὸ 8 ἢ 10 μηνῶν περίπου, διότι τὸ Ὑπουργεῖον εὑρίσκεται εἰς συχνὴν ἀνταπόκρισιν μὲ τὴν ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείαν· ἡ τελευταία πληροφορία εἶναι τῆς 11 Φεβρουαρίου 1891, ἤτοι πρὸ 12 περίπου ἡμερῶν, περιέχει δὲ τὸ ἑξῆς συμπέρασμα: «Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι οἱ κυριώτεροι ἐν Ἀγγλίᾳ ὑαλοποιοὶ εἰσήγαγον νέας μηχανάς, δυνάμει τῶν ὁποίων ἡ χρῆσις τῆς σμύριδος καθίσταται περιττὴ εἰς τὴν ὑαλοποιΐαν». Ἡ πληροφορία αὕτη προέρχεται ἐκ τοῦ οἴκου τῶν ἀδελφῶν Ῥάλλη, τῶν ὁποίων τὴν σημασίαν πάντες γνωρίζετε. Ἐκ Παρισίων ὑπὸ χρονολογίαν 7/19 Φεβρουαρίου αἱ πληροφορίαι ἔχουσιν ὡς ἑξῆς· ὅτι τὰ ὑαλοποιεῖα μετέβαλον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας τῆς στιλπνώσεως, σκοποῦσι δὲ νὰ χρησιμοποιήσωσι τὴν ἄμμον καὶ νὰ παύσωσι τὴν χρῆσιν τῆς σμύριδος. Ἔχομεν καὶ ἐπίσημον σημείωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γαλλίας, τὸ ὁποῖον δίδει πληροφορίας, μόνον πόσην κατηνάλωσαν σμύριδα, ἀλλὰ σμύριδα τεχνητὴν μᾶλλον, παρὰ φυσικήν. Ὁ συνδυασμὸς τῶν πληροφοριῶν τούτων μετὰ τῆς ἐλλείψεως πάσης πωλήσεως ἀπὸ μέρους τῆς ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων μὲ ἔκαμε νὰ σκεφθῶ, ὅτι ὠφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν δραστηριώτερον τρόπον καταναλώσεως τῆς σμύριδος ἡμῶν. Ἐζήτησα παρὰ πολλῶν εἰδικῶν πληροφορίας ἐνταῦθα, καὶ προεκάλεσα παρ’ εἰδημόνων τοιαύτας ἐκθέσεις· ἐζήτησα παρ’ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο καὶ μοὶ ἔκαμνον προτάσεις περὶ σμύριδος, νὰ μοὶ κάμωσι προτάσεις θετικάς· ἀλλ’ ἅπαντες οἱ δεικνύοντες ὑπὲρ τῆς σμύριδος ἐνδιαφέρον, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, μοὶ ἐπώλουν γνώσεις, καὶ κἀνεὶς δὲν ἤρχετο εἰς θετικὴν διαπραγμάτευσιν πρὸς ἐξασφάλισιν ἐσόδου ὡρισμένου ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ὑπελόγισα, τί ἠθέλομεν εἰσπράξει, ἂν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς πέρυσιν, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πώλησιν 25,000 στατήρων πρώτης ποιότητος πρὸς 8 φράγκα, καὶ 35,000 στατήρων δευτέρας ποιότητος πρὸς 3½ φράγκα. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους, εὗρον ὅτι τὸ ἔσοδον τὸ καθαρὸν τοῦ Δημοσίου ἤθελεν ἀνέλθει εἰς 178,500 φράγκα χρυσᾶ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἐννοεῖται τῶν δαπανῶν τῆς ἐξορύξεως καὶ μεταφορᾶς. Ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἀπέβη ἀδύνατος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ ἀγοραστήν, καὶ ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μὲ τὴν ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, ὅπως αὕτη ἐπὶ προμηθείᾳ 1½ τοῖς ἑκατὸν φροντίσῃ περὶ τῆς πωλήσεως· ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ πωλήσῃ ποσόν τι. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐπισήμως παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις καὶ Λονδίνῳ, εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ ἐνθαῤῥυντικαὶ περὶ τῆς πωλήσεως σμύριδος. Ἐσκέφθην ὅτι ὁ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἀποβῆ δυνατὴ ἡ κατανάλωσις Ναξίας σμύριδος, ἤθελεν εἶσθαι ὁ συνδυασμὸς ἰδιωτικοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιδιώξῃ πανταχοῦ, ὅπου ἦτο δυνατὸν νὰ καταναλωθῇ σμύρις εἰς τιμὰς συμφερούσας εἰς τοὺς καταναλωτὰς καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, καὶ νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὴν σμύριδα καὶ μὲ τὰς νέας μηχανὰς, αἵτινες σήμερον ἐφαρμόζονται πρὸς στίλβωσιν τῶν ὑάλων καὶ τῶν μετάλλων, ἥτις εἶναι ἡ κυριωτέρα ἐργασία, ἡ καταναλίσκουσα σμύριδα. Οὕτω σκεπτόμενος, ὑπέβαλον τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε. Νομίζω ὅτι ἡ μὴ ψήφισις ταύτης, ἢ ἡ μὴ εὕρεσις ἄλλου τρόπου, ἰσοδυναμοῦντος πρὸς τὴν σύμβασιν καὶ ἀσφαλίζοντος τὸ εἰσόδημα τοῦ Δημοσίου, μᾶς παρέχει φόβον βάσιμον, ὅτι ἐλάχιστα ποσὰ θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐντὸς τοῦ 1891 καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἴσως ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς σμύριδος. Εὔχομαι νὰ ὑποβληθῇ καλλίτερος τρόπος μετὰ τῆς συμβάσεως, καὶ προκειμένου λόγου περὶ συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, θὰ ἦμαι ὁ πρῶτος, ὅστις θὰ ἀσπασθῶ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ πᾶσαν ἄλλην πρότασιν, ἥτις θὰ ὑποβληθῇ· ἀλλ’ εὔχομαι νὰ γείνῃ πρότασις θετικὴ καὶ ὄχι πρὸς πώλησιν γνώσεων, διότι πρόκειται περὶ χρημάτων, αἱ δὲ γνώσεις αἱ ἁπλαῖ δὲν φέρουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρήματα. Ταῦτα νομίζω ἀρκετὰ ἐπὶ τοῦ παρόντος πρὸς φωτισμὸν τῶν ἐκφρασάντων τὴν περιέργειαν νὰ λάβωσι πληρεστέρας πληροφορίας περὶ τῆς σμύριδος.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Ἀποθεματικὸν προηγούμενον δὲν ὑπάρχει εἰς χεῖρας τοῦ πρώην μισθωτοῦ;
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε πληροφορίας;
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πληροφορίας θετικὰς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, διότι πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως, ἀλλὰ τὰ ἀποθεματικὰ, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν Εὐρώπῃ, δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ παρεμποδίσωσι τὴν κατανάλωσιν τῆς σμύριδος. Ἐκ Λονδίνου ὑπῆρξεν αἴτησις διὰ 40 ἢ 50 τόννους, ἀλλ’ ἐπὶ ὅροις, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσι παραδεκτοί. Μικρὰ ποσὰ διὰ τὴν συνήθη κατανάλωσιν δὲν ὑπάρχουσιν, ὥστε νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα προηγούμενα ἀποθέματα παρεμποδίζουσι πᾶσαν αἴτησιν, καὶ θεραπεύουσι πᾶσαν ἀνάγκην, καὶ παρεμποδίζουσι τὴν πώλησιν τῆς Ναξίας σμύριδος. Ὅταν τὸ Δημόσιον θέλῃ νὰ πωλήσῃ εἰς εὐθηνοτέρας τιμὰς, δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο· εἶναι ἡ σμύρις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἡ ὁποία προσελκύει τοὺς καταναλωτάς. Ὑπάρχουσι δέ τινες ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, θεωροῦσι τὴν σμύριδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας διά τινας ἐργασίας προτιμοτέραν τῆς Ναξίας σμύριδος, ὡς μαλακωτέραν.
§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγε πέρυσιν, ὅτι ὁ πρώην ἐνοικιαστὴς ἔχει 120,000 καντάρια ἀπόθεμα εἰς τὴν Εὐρώπην. Αὐτὸ ὑπάρχει, ἢ κατηναλώθη;
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω πληροφορίας.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλας πληροφορίας, ἂν ὁ πρώην μισθωτὴς δὲν ἔχῃ συμβληθῆ μὲ τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κάμνουν χρῆσιν τῆς σμύριδος.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ γνωρίζωμεν.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ βαθμολογίας τῶν λογιστῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ, καὶ ἕτερον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΑΡΝϚʹ τῆς 27 Μαρτίου 1884 ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μαθητὰς τοὺς μὴ ἐπιτυχόντας καὶ κατατασσομένους εἰς τὸ ναυτικὸν ὡς κελευστὰς, ἀρχικελευστὰς καὶ διόπους. Θέλω δὲ ἐκθέσει τοὺς λόγους δι’ οὓς εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς καθηγητὰς τοὺς πληρονομένους μὲ θαλασσίους ἀποδοχὰς δυνάμει τοῦ νόμου, τοὺς μὴ πληρονομένους ὅμως ἀπὸ σήμερον καὶ πέραν δυνάμει τοῦ νόμου ἐπίσης. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε κάμει νόμον, δι’ οὗ εἰς τοὺς καθηγητὰς καὶ τὸν διευθυντὴν τῶν σπουδῶν ἀνεγνώριζε θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, δὲν ἀνεγνώριζεν ὅμως θαλάσσιον ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐπιτηρητάς. Ὁ προκάτοχός μου ἐνέκρινε νὰ λαμβάνουν οἱ ἐπιτηρητικοὶ ἀξιωματικοὶ μισθὸν θαλασσίου ὑπηρεσίας· ἐγὼ, ἐπειδὴ τοῦτο ἀντέκειτο εἰς τὸν νόμον, ἔπαυσα νὰ δίδω εἰς αὐτοὺς μισθὸν θαλασσίου ὑπηρεσίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ ἐζήτησε προσέτι νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ποῖοι τῶν καθηγητῶν τῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων ἐλάμβανον ἐπιμίσθιον, ἐνῷ δὲν παρέδιδον μαθήματα. Ὑπάρχει τις ἐκ τῶν καθηγητῶν, ὁ ὁποῖος δὲν παρέδιδε καὶ ἐν τούτοις ἐλάμβανε ἐπιμίσθιον, οὗτος δὲ εἶναι ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Πάτροκλος Κονιάλης. Τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα καταθέτω.
§65ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῖοι δὲν παρέδιδον, τὸ ἐξηκριβώσατε ἐξ ἐγγράφων εὑρισκομένων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ;
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸν φάκελλον, τὸν ὁποῖον καταθέτω, θὰ εὕρητε ἀπάντησιν εἰς ἔγγραφον διαταγὴν, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλα πρὸς τὸν Διευθυντὴν τῆς Σχολῆς. Ἐκεῖ θὰ εὕρητε, ὅτι ὁ Π. Κονιάλης δὲν παρέδιδε τακτικῶς εἰς τὴν Σχολὴν, παρέδιδε δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀτάκτως, ὥστε δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ, ὅτι δὲν παρέδιδε διόλου. Δυστυχῶς δὲν ἐτηρήθησαν εἰς τὴν Σχολὴν τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος διατάσσει, ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον σεῖς ὑπεβάλατε εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα καταδηλωθῇ, ἂν ὁ Κονιάλης παρέδιδεν ἢ οὔ, καὶ πόσον παρέδιδε. Ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ὅμως τῶν καθηγητῶν καταφαίνεται, ὅτι ὁ Κονιάλης δὲν παρέδιδε. Ἐπίσης κατὰ παράκλησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Πετροπουλάκη καταθέτω τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὸν ἀρχικελευστὴν Πάρην.
§67ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν παρέδιδεν ὁ Κονιάλης, εἴπετε· τότε πῶς ἐγίνοντο αἱ καταστάσεις;
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ ἄλλην ὑπηρεσίαν. Τὰ ἐπιμίσθια δὲ, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανεν ὡς ἐκ τῶν παραδόσεων τούτων καὶ τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, εἶναι 7631 δραχμαὶ ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τοῦ 1890.
§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς ἠρώτησα, ἐὰν εὕρατε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἔγγραφον, ἐξ οὗ καταφαίνεται, ὅτι δὲν ἐδίδασκεν ὁ Κονιάλης, καὶ δὲν ἀνεφέρατε τοιοῦτον ἔγγραφον. Τώρα ἐννοεῖτε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκδίδει τὰ ἐντάλματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰς αὐτὸ ὑποβαλλομένων καταστάσεων, καὶ οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχει ὁ Ὑπουργὸς, ὁσάκις τὰ ἐντάλματα ἦναι σύμφωνα πρὸς τὰς καταστάσεις.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν κατηγόρησα ὑμᾶς, ὅτι κακῶς ἐνεκρίνατε τὴν κατάστασιν. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ σημειῶ, εἶναι, ὅτι ἐπληρόνατε παρὰ τὸν νόμον τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐπιτηρητὰς τῆς Σχολῆς, διότι κατὰ τὸν νόμον οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπιτηρηταὶ δὲν λαμβάνουν θαλασσίους ἀποδοχάς. Τὸ ἔνταλμα τοῦτο ἔστειλα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἐζήτησα νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπληρόνοντο κατὰ νόμον οἱ ἐπιτηρητικοὶ ἀξιωματικοί. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, τοῦ ἂν ὁ Κανιάλης ἐπληρόνετο τακτικῶς ἢ ὄχι, καὶ ἂν εὐθύνεται ὁ πρώην Ὑπουργὸς, ὁμολογῶ ὅτι δὲν εὐθύνεται· ἔρχεται δὲ εἰς ἀντίφασιν ἡ Σχολὴ, ἡ ὁποία ὑπέβαλε καταστάσεις μὴ ἀληθεῖς.
§71ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἴσως εἶναι ἀπεσπασμένοι εἰς τὴν Σχολὴν ὡς ἐπιτηρηταί. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν ὁ τμηματάρχης τοῦ προσωπικοῦ, ὁ δυνάμει διατάγματος διορισθεὶς παρ’ αὐτοῦ, λαμβάνῃ θαλασσίους ἀποδοχὰς ὡς κυβερνήτης τοῦ «Ἄρεως», καὶ νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου νὰ διατελῇ κυβερνήτης τοῦ «Ἄρεως»· πῶς ἐπιτρέπεται νὰ διατελῇ τμηματάρχης τοῦ προσωπικοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, δηλ. νὰ κατέχῃ θέσιν, ἡ ὁποία ὑποχρεοῖ αὐτὸν ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας νὰ μένῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὁ κυβερνήτης τοῦ «Ἄρεως», τοῦ πλοίου ἐκείνου, τοῦ προωρισμένου νὰ μορφώσῃ τούς ναύτας καὶ νὰ ἦναι εἰς ἀέναον κίνησιν.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην, ὁ ὁποῖος μοὶ δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ δώσω ἓν ῥάπισμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐσυκοφάντησαν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν παῤῥησίαν νὰ κατηγορήσωσι τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ κρύφα, ὄπισθέν μου καὶ ὑπούλως μὲ ἐσυκοφάντουν, ὅτι ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια προσωπικὰ, ὅτε ὑπέβαλον νομοσχέδιον, δι’ οὗ καταλογίζεται χρόνος θαλασσίου ὑπηρεσίας εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Κύριοι, ὅπως θὰ ἴδητε ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἅπαντες οἱ ἀξιωματικοί, ἐκτὸς τοῦ πλοιάρχου Κουτσούκου, ὡς ἐκ τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας καὶ ὡς ἐκ τῆς ναυπηγήσεως τῶν θωρηκτῶν, δὲν μετροῦσιν ἤδη θαλασσίαν ὑπηρεσίαν, διότι κατ’ ἀνάγκην προεβιβάσθησαν ἀθρόοι. Λοιπὸν θὰ εὕρητε ἅπαντας σχεδὸν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, πλὴν τοῦ κ. Κουτσούκου, μὴ προσμετροῦντας ἤδη θαλασσίαν ὑπηρεσίαν· εἶναι ἠναγκασμένοι κατὰ συνέπειαν νὰ ἀκολουθήσωσιν ἐν τοῖς πλοίοις ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ προσμετρήσωσι τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον. Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως ἔχει ἀνάγκην ἀξιωματικῶν ἀνωτέρων, καταλλήλων διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας τῶν διαφόρων τμημάτων. Συνεπῶς δύναται νὰ διατάξῃ τοὺς ὑπ’ αὐτὸ ἀξιωματικοὺς νὰ προσέλθωσι καὶ ἀναλάβωσιν εἰδικῶς οἱ καταλληλότεροι τὴν διεύθυνσιν ἑκάστου τῶν τμημάτων. Ἀλλὰ τὸ Κράτος ἔχει μίαν συνθήκην πρὸς τὰ ἄτομα, τὸ Κράτος εἶπε πρὸς τὰ ἄτομα: σεῖς θὰ μὲ ὑπηρετῆτε, ἀλλὰ ὑπὸ τοιούτους ὅρους· θὰ ὑπηρετῆτε τόσον εἰς τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ ἀποκτᾶτε τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τότε θ’ ἀναλαμβάνητε ἄλλην ὑπηρεσίαν. Ἂν τὸ Κράτος διατάξῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς, τοὺς μὴ ἔχοντας προσμετρήσει τὸν χρόνον, νὰ ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν τῶν διαφόρων τμημάτων, εἴτε ἀξιωματικοὺς ἐξ ἐμπιστοσύνης εἴτε ἀξιωματικοὺς ἐξ εἰδικότητος, θὰ ἀδικήσῃ τὰ ἄτομα. Τὸ Δημόσιον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ μὴ ἀδικῇ τὰ ἄτομα, καὶ εἰς τοῦτο ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον. Ἤδη ἔχω ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἀξιωματικοὺς ἀνωτέρους, διευθύνοντας τὰ διάφορα τμήματα, ἀξιωματικοὺς, τῆς εἰδικότητος τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ ὑπηρεσία, καὶ ἀξιωματικοὺς ἐμπιστοσύνης, διότι ἄλλως, Κύριοι, εἶναι ἀδύνατον ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπαρκέσῃ, εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅλων τῶν λεπτομερειῶν ὁ ἴδιος· καὶ αὐτοὶ οἱ τμηματάρχαι δὲν ἐπαρκοῦν. Ἄλλως τε, Κύριοι, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῶ εἰς τὴν μελέτην τοιούτου νόμου, διότι μόλις ἀνῆλθον εἰς τὴν ἀρχὴν, μοὶ ἐπετέθησαν ἀμέσως, κατασυκοφαντοῦντές με, ὅτι διασπαθίζω τὸν δημόσιον πλοῦτον· ἤμην ἠναγκασμένος νὰ σκεφθῶ, πῶς ἠδυνάμην νὰ ἀμυνθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης ἐπιθέσεως, καὶ νὰ σώσω τὴν τιμὴν μου, διότι ἦτο ἐνδεχόμενον κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας νὰ λυθῇ ζήτημά τι κατὰ ἕνα ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον ὑπὸ μὴ καταλλήλου τμηματάρχου, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ὑπογράψω πρᾶξιν, ἥτις καὶ τὸ Δημόσιον νὰ ζημιοῖ καὶ τὴν ὑπόληψίν μου νὰ βλάψῃ. Ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης ταύτης, εἰς ἣν περιῆλθον ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ προσμετρήσεως, ἐπαναλαμβάνω, ἠναγκάσθην νὰ ἔχω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀξιωματικοὺς, οἵτινες ἀποτελοῦσι μέρος πλοίου ὡς κυβερνῆται ἢ ὡς ἀξιωματικοὶ αὐτοῦ, νὰ προσμετρῶσι κατὰ συνέπειαν τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας των καὶ νὰ διεξάγουν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Δὲν ἠδυνάμην νὰ κάμω ἄλλως, Κύριοι, δέν μοι ἐπετρέπετο, ὡς Ὑπουργὸς, συμβληθεὶς μετὰ τοῦ ἀτόμου, νὰ μὴ ὑπερασπίσω καὶ τὸ ἄτομον, καὶ νὰ μὴ ὑποβληθῶ εἰς τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Δημόσιον μετὰ τοῦ ἀτόμου. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε σήμερον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας νὰ μοὶ ζητῇ λόγον, διατὶ ἔχω ὡς τμηματάρχην προσκεκολλημένον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀξιωματικὸν λαμβάνοντα μέρος εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ πλοίου «Ἄρεως». Ἐπειδὴ εἰδικῶς ἀπηύθυνε τὸ ἐρώτημά του ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὡς πρὸς τὸν προσωπάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀπαντῶ πρὸς αὐτὸν, ὁ ὁποῖος πρὸ μικροῦ ἀπεμακρύνθη τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐνθυμεῖται τὴν διαταγὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκδόσει ὅσον ἀφορᾷ τὸν «Ἄρην». Τὸ πλοῖον τοῦτο εἶχεν ἀνάγκην ἐπισκευῆς τινος, καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διέταξε νὰ καταπλεύσῃ εἰς τὸν Ναύσταθμον καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς ἀπαιτουμένας ἐπιδιορθώσεις· κατὰ συνέπειαν ὁ κυβερνήτης, οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ τὸ πλήρωμα μετὰ τοῦ πλοίου μένουσιν ἠγκυροβολημένοι ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Ἄν λοιπὸν ὁ προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὁ καὶ κυβερνήτης τοῦ «Ἄρεως» ἦναι ἤδη διευθυντὴς τοῦ τμήματος τοῦ προσωπικοῦ, ἐκτελεῖ ὑπηρεσίαν οὕτω, ἐνῷ, ἐὰν ἔμενεν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, δὲν θὰ ἔκαμνε τίποτε. Ἄλλως ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶχε δίκαιον νὰ ἀπευθύνῃ τοιαύτην μομφὴν κατὰ τοῦ Θεοχάρη, ὅτι δῆθεν ὁ προσωπάρχης, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὴν ἐδέχθη μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποφύγῃ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν.
§73ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπηνίχθην τοῦτο. Ἄν ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο, θὰ τὸ ἔλεγον καθαρά.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοτόκης κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος προσεκάλεσε τὸν κ. Θεοχάρην νὰ παραλάβῃ τὸν «Ἄρην», ὡς κυβερνήτης αὐτοῦ, καὶ τοὺς δοκίμους, καὶ νὰ κάμῃ τοὺς πλόας τοὺς ἐκπαιδευτικούς· ὁ δὲ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, κατήρτισε τὸ πλήρωμα ἐξ ἀνδρῶν, τῶν ὁποίων τὴν κατάστασιν θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξ ἀνδρῶν μὴ ἐργατῶν θαλάσσης.
§75ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀλλά;
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλ’ ἐξ ἀνδρῶν χερσαίων, οἱ ὁποῖοι μετήρχοντο ἄλλας ἐργασίας, ὑποδηματοποιῶν, ποιμένων καὶ ὁμοίων, ἢ φοιτητῶν τῆς νομικῆς, ἐξ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶδόν ποτε οὔτε λέμβον, ἐξ ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι πρὸ μηνὸς εἶχον καταταχθῆ ὡς ναῦται. Μὲ τοιοῦτον πλήρωμα διέταξεν ὁ κ. Θεοτόκης τὸν Θεοχάρην νὰ ἀποπλεύσῃ τοῦ λιμένος Πειραιῶς, ἔχων ἐν τῷ πλοίῳ τὰς χρηστὰς ἐλπίδας τῆς πατρίδος, τὰ τέκνα τοσούτων οἰκογενειῶν, οἱ ὁποῖοι ἔμελλον μετὰ μικρὸν νὰ διοικήσωσι τὰ σκάφη τὰ Ἑλληνικά. Μὲ τοιοῦτον πλήρωμα ἔστειλεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὸν πλωτάρχην Θεοχάρην νὰ κάμῃ πλόας εἰς ἀνοικτὰ πελάγη! Δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἂν συνέβαινέ τι ἀπρόοπτον ὡς ἐκ τῶν καιρῶν καὶ τῆς καταστάσεως τῶν στοιχείων· καὶ ὅμως ὁ πλωτάρχης Θεοχάρης—τὸ λέγω πρὸς τιμήν του εἰς τὸ ἐθνικὸν τοῦτο τέμενος,—ἔλαβε τὴν διαταγὴν, ηὐχαρίστησε τὸν Ὑπουργὸν ἐκ καρδίας, διὰ τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν τῷ ἔκαμε, καὶ ἀπέπλευσε· καὶ ἠναγκάσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐκφράσῃ πρὸς τὸν πλωτάρχην ἐκεῖνον εὐχαριστήρια. Τοιοῦτος εἶναι ὁ πλωτάρχης, τὸν ὁποῖον ὑπαινίσσεται ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἠθέλησε νὰ ὑπεκφύγῃ τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἵνα ἔχῃ ἀναπαύσεις.
§77ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν ἦσαν οἱ κληρωτοὶ ἐργάται τῆς θαλάσσης αὐτοί; Οἱ ἄπειροι ναῦται ἴσα ἴσα ἔπρεπε νὰ ἐξασκηθοῦν εἰς τὸν «Ἄρην». Καλῶς ἔπραξεν ὁ Ὑπουργός.
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ κάμῃ τις πλόας τοιούτους, δὲν πρέπει νὰ παραλάβῃ ναύτας τῆς χθὲς, ἀλλὰ δεδοκιμασμένους καὶ κατηρτισμένους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι κατηρτισμένοι οἱ ναῦται, τοὺς ὁποίους χθὲς κατετάξατε, ἀλλ’ οὔτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται τῆς ἐκπαιδευτικῆς Σχολῆς τοῦ Πόρου, καὶ ἂν ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελεν ὁ συνάδελφος μοὶ κάμει τοιαύτην παρατήρησιν, ἤθελον προσαγάγει ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ εἶχεν ὑποβάλει ὁ Κανελλόπουλος, ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου «Ἑλλάδος», ἐξ ἧς θὰ ἐμανθάνετε, ὅτι οἱ ναῦται, οἱ ἐκπαιδευόμενοι ἐν Πόρῳ, δὲν μανθάνουσι τίποτε, καὶ οὔτε εἶναι ἱκανοὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν εἶναι ὄργανον τῆς ἐκλογῆς μου ὁ κυβερνήτης τῆς «Ἑλλάδος», οὐδὲ φίλα φρονεῖ πρὸς ἐμέ· ὁ κυβερνήτης τῆς «Ἑλλάδος», μοὶ ἀνέφερεν ἐπισήμως, ὅτε μετέβην νὰ ἐπιθεωρήσω τὸ πλοῖον τοῦτο, καταπλεῦσαν εἰς Πειραιᾶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ κινήσεις μὲ τοὺς ναύτας αὐτοὺς ἐπὶ τῶν ἱστίων, διότι εἶναι ἐντελῶς ἀδαεῖς, δὲν δύνανται νὰ ἀναβῶσιν εἰς τὰ ἱστία κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ναυτικῆς. Διέταξα τὸν μοίραρχον τῆς ἐκπαιδευτικῆς μοίρας τῶν ποταμῶν, νὰ ἐξέλθῃ τοῦ λιμένος μὲ τοὺς ναύτας, τοὺς ὁποίους ἐκ τοῦ Πόρου κατατάσσομεν, καὶ νὰ κάμῃ γυμνάσια ἱστίων, καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐὰν μὴ προηγουμένως ἐξετέλουν τοιαῦτα ἐπὶ ἠγκυροβολημένων πλοίων, καὶ μετὰ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἤθελε κρίνει ἐπαρκὲς, νὰ τὸν διατάξωμεν νὰ ἐξέλθῃ τοῦ λιμένας. Τοιοῦτοι οἱ ναῦται, οἵτινες ἐξέρχονται ἐκ τῆς Σχολῆς τῆς ἐκπαιδευτικῆς τοῦ Πόρου. Μὲ τοιούτους λοιπὸν ναύτας διετάχθη καὶ ἀπῆλθε, καὶ ἐξεπλήρωσε μετὰ προθυμίας καὶ ζήλου ὁ Θεοχάρης τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τοιοῦτον ἀξιωματικὸν μεθ’ ὑπερηφανείας ἔχω προσωπάρχην, μεθ’ ὅλας τὰς ἐναντίον αὐτοῦ συκοφαντίας καὶ ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν καὶ μέχρις ἐμοῦ, καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, οὐδεὶς τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ δύναται νὰ φέρῃ παράδειγμα κακοδιοικήσεως. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχῃ νὰ εἴπῃ τι καὶ θεωρήσω ἀναγκαῖον νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν, θὰ ἦμαι ἕτοιμος.
§79ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μὲ ποῖα πληρώματα ἀπέπλευσεν ὁ «Ναύαρχος Μιαούλης» εἰς Στυλίδα;
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ τὸ πλήρωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ.
§81ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἦτο εἰς τὴν «Ἑλλάδα» τὸ πλήρωμα, περὶ τοῦ ὁποίου εἴπετε, ὅτι ἦτο ἄχρηστον.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ «Μιαούλης» δὲν ταξειδεύει μὲ ἱστία.
§83ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ταξειδεύει καὶ μὲ ἱστία, ὅπως καὶ ἡ «Ἑλλάς».
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὕτη εἶναι ἡ πραγματική του κατάστασις.
§85ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἴπετε, ὅτι τὸ πλήρωμα τῆς «Ἑλλάδος» ἦτο ἀνίκανον νὰ ἐκτελέσῃ πλόας δι’ ἱστίων.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ κάμῃ γυμνάσια δι’ ἱστίων. Ὑπάρχει ἡ Μαύρη Μοῖρα....
§87ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ πληρώματος τοῦ «Ναυάρχου Μιαούλη».
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε. Ὑπάρχει μία μοῖρα, «Μαύρη» ὀνομαζομένη· δὲν εἶναι μαύρη ἡ μοῖρα, ἀλλ’ οὕτως ὠνομάσθη. Ἡ μοῖρα αὕτη ἔχει προορισμὸν νὰ ἐκπαιδεύῃ τοὺς ναύτας ἐπὶ τῶν ἱστίων καὶ ἐπὶ τοῦ πυροβολικοῦ. Ὁ «Ναύαρχος Μιαούλης» δὲν ἔχει αὐτὸν τὸν προορισμόν· ὁ «Ν. Μιαούλης» εἶναι πλοῖον, τὸ ὁποῖον διατάσσομεν νὰ ἐκτελέσῃ μίαν ὑπηρεσίαν· ἡ ὑπηρεσία, ἣν θὰ ἐκτελέσῃ, εἶναι νὰ ἀποπλεύσῃ ἀπὸ τοῦ λιμένος Α καὶ καταπλεύσῃ εἰς τὸν λιμένα Β, κατὰ συνέπειαν θὰ ὑπάγῃ μὲ ἀτμόν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν τὸ πλήρωμα νὰ πλεύσῃ δι’ ἱστίων, ἐνῷ ὁ «Ἄρης» δὲν ἔχει ἀτμόν· ὅταν ἐξέλθῃ τοῦ λιμένος, θὰ ταξειδεύσῃ μὲ πανιά.
§89ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πλοῖον, τὸ ὁποῖον φέρει ἱστία μεγάλα, ὡς τὰ ἱστιοφόρα, ταξειδεῦον ἐν τῷ πελάγει καὶ εὑρίσκον ἄνεμον ἰσχυρὸν, δὲν δύναται, παρὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ τὰ ἱστία, διότι ἄλλως δυσκολεύεται εἰς τὸν διάπλουν. Κατὰ συνέπειαν πρέπει τὸ πλήρωμα, τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ εἰς τὸ σκάφος τοῦτο, νὰ ἦναι γεγυμνασμένον, ὥστε νὰ δύναται νὰ καταβιβάζῃ καὶ τοὺς ἱστούς, καὶ δεύτερον νὰ κάμνωσι χρῆσιν τῶν ἱστίων, ἵνα βοηθῶσι τὰς ἀνάγκας τοῦ πλοῦ. Αὗται εἶναι αἱ λεπτομέρειαι, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζετε σεῖς.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶσθε ἐκ τῆς νήσου Ὕδρας καὶ κατὰ συνέπειαν εἰδικώτερος ἐμοῦ περὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι δύναται, δὲν ὑποχρεοῦται νὰ τὸ κάμῃ.
§91ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὑποχρεοῦται.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, δὲν ὀφείλει νὰ τὸ κάμῃ· τότε μόνον δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὀφείλει, ὅταν οἱ λέβητες — καὶ σᾶς παρακαλῶ, μή με ἀναγκάζετε νὰ προχωρήσω, ἀρκεσθῆτε εἰς τοῦτο, — ὅταν οἱ λέβητες τοῦ πλοίου δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ δώσωσι τὴν ταχύτητα, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται.
§93ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προχωρήσατε, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν, ἂν καὶ δὲν ἦτο κατάλληλον τὸ πλήρωμα, διότι ἡ ἐκπαιδευτικὴ Σχολὴ δὲν ἀποκαθιστᾷ τοῦτο τοιοῦτον, ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ στείλωμεν τὸ πλοῖον μὲ τοιοῦτο πλήρωμα, διότι δὲν εἴχομεν δυστυχῶς ἄλλο· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἔπρεπε νὰ τὸ ἔχωμεν εἰς τὰ «Ψαρὰ», νὰ τὸ ἔχωμεν εἰς τὰς «Σπέτσας», νὰ τὸ ἔχωμεν εἰς τὴν «Ὕδραν». Τοῦτο δ’ ἔκαμον ἐγώ· τοὺς ἀπογεγυμνασμένους ναύτας, Κύριοι, τοὺς διένειμα εἰς τὰ πλοῖα τῆς πρώτης γραμμῆς, τὰ «Ψαρὰ» καὶ τὰς «Σπέτσας», τοὺς δὲ νέους τοὺς κατέταξα εἰς τὴν Μοῖραν πρὸς ἐκπαίδευσιν, καὶ ἐτοποθέτησα καί τινας εἰς τὸν «Μιαούλην» διὰ τὴν ὑπόθεσιν, ἥτις προεκλήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§95ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν, Κύριοι, τοιαύτας ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἰδέας περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, τί χάνει τὸν καιρὸν, ὑποβάλλων νομοσχέδια περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Ὑπουργείου, περὶ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου εἰς τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖα ἄλλα προσωπικὰ καὶ ἀσήμαντα νομοσχέδια, καὶ δὲν φέρει νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ ναυτολογίας; Ἐὰν τοιαύτας ἔχητε πεποιθήσεις, πῶς, ἐν ᾧ τέσσαρες ὅλοι μῆνες παρῆλθον, ἀφ’ ἧς ἀνελάβετε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, περιωρίσθητε νὰ σχηματίσητε ἐπιτροπὰς ἐξ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν, καὶ ἐζητήσατε γνώμας καὶ συμβουλάς; Ποῦ εἶναι τὰ πορίσματα τῶν γνωμῶν αὐτῶν; Ἑκάστη ἡμέρα, ἡ ὁποία παρέρχεται, παρέρχεται ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐὰν ἔχητε τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἔχομεν ναύτας δυναμένους νὰ χειρισθῶσι τὰ πλοῖα, ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὸ Προγυμναστήριον τοῦ Πόρου δὲν ὠφελεῖ εἰς τίποτε, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ ναυτολογία σᾶς δίδει ὑποδηματοποιοὺς καὶ ποιμένας, τί ἀργεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ δὲν ὑποβάλλετε νομοσχέδιον, μεταῤῥυθμίζον τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν; Ἢ νομίζετε, ὅτι ὁ χρόνος σας θὰ παρέλθῃ αἰωνίως μὲ τὰς ἐπικρίσεις τοῦ παρελθόντος. Ἢ νομίζετε ὅτι ἀπαλλάττεσθε τῆς ἐπὶ ἀπραξίᾳ εὐθύνης, ὁμιλοῦντες καθ’ ἑκάστην περὶ τῆς εὐθύνης τῶν προκατόχων σας; Τὴν εὐθύνην αὐτὴν τὴν φέρουσιν, ἀλλ’ ἔχουσιν ἐναντίαν ἰδέαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλετε εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχουσι τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ νόμος περὶ ναυτολογίας ἔδωκε λαμπρὰ ἀποτελέσματα. Ἐὰν δὲ κρίνωμεν ἐκ τῶν ὑστέρων, Κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα εἶναι καταφανῆ. Κατωρθώσαμεν εἰς διάστημα ὀλίγων ἐτῶν νὰ σχηματίσωμεν τοιαῦτα πληρώματα, ὥστε ἄνευ δυσκολίας ἠδυνήθη τὸ Κράτος νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν. Μήπως διὰ τοῦ νόμου τούτου δὲν ἐσχηματίσαμεν τὸ πλήρωμα τῶν «Σπετσῶν», τὸ πλήρωμα τῆς «Ὕδρας», καὶ σήμερον διὰ τοῦ νόμου τούτου δὲν ἠδυνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ σχηματίσῃ τὸ πλήρωμα τῶν «Ψαρῶν»; Μήπως ὑπάρχῃ ἐκ μέρους κυβερνήτου τινὸς παράπονον διὰ τοὺς ναύτας τοὺς ἐκ τῆς ἀπογραφῆς πηγάζοντας; Ἀλλὰ μᾶς ὁμιλεῖ περὶ ναυτῶν καταταχθέντων χθὲς, μᾶς ὁμιλεῖ περὶ ναυτῶν ἐξελθόντων προχθὲς ἐκ τοῦ Γυμναστηρίου, καὶ λέγει, ὅτι οἱ ναῦται οὗτοι δὲν εἶναι τέλειοι ναῦται, ὅτι δὲν εἶναι καλοὶ ἀρμενισταί. Καὶ τίς εἶπεν, ὅτι οἱ ναῦται αὐτοὶ εἶναι τέλειοι; καὶ τίς ὑπεστήριξεν αὐτό; καὶ ποῦ ἐν τῷ νόμῳ εὗρε ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐὰν ἐμελέτα τὸν νόμον, θὰ ἔβλεπεν ἐν αὐτῷ, ὅτι ναῦται ἀρμένων γίνονται ἀφοῦ ἐξέλθωσιν ἐκ τοῦ Προγυμναστηρίου, ὅτι τέσσαρας μῆνας διαμένουσιν ἐκεῖ, καὶ ἐξερχόμενοι ἐκ τοῦ Προγυμναστηρίου, πρέπει ἐν τῷ «Ἄρει» ν’ ἀποκτήσωσιν ἐκείνας τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ἀρμενισταί. Καὶ τοῦτον τὸν προορισμὸν ἔχει ὁ «Ἄρης». Καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ «Ἄρης» μένει ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ἐν ᾧ ὁ προορισμός του εἶναι ἄλλος, εἶναι νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς μόρφωσιν ἀρμενιστῶν. Ἐὰν λοιπὸν θέλητε νὰ ὁμιλήσητε περὶ πληρωμάτων καὶ περὶ τοῦ ποιοῦ αὐτῶν, καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας, πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὰ πληρώματα ἀφοῦ τελειώσωσι τὴν ἐκγύμνασίν των, καὶ ἐὰν τὰ πληρώματα ταῦτα δὲν ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Κράτους, τότε ἔλθετε καὶ ἐπικρίνατε τὸ σύστημα. Ἀλλὰ καὶ τότε ἀκόμη μὴ περιορισθῆτε, κύριε Ὑπουργὲ, εἰς ἐπικρίσεις, ἀλλὰ σπεύσατε νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν νέον σύστημα ναυτολογίας. Εἰς ὑμᾶς δὲν ἐπιτρέπετε ἡ ἐπίκρισις ἢ καθόσον δράττοντες ἀποδεικνύετε ὅτι ἡ ἐπίκρισις εἶναι σπουδαία. Μᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τοῦ κ. Θεοχάρους, δῆθεν ἵνα ἀπαντήσῃ εἰς ἐπίκρισιν, ἣν διετύπωσα, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν οὔτε ἔκαμον, οὐδὲ διενοήθην κἂν νὰ κάμω.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι σεῖς.
§97ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδέποτε ὑπέθεσα, ὅτι ὁ κ. Θεοχάρης, διὰ νὰ ἀποφύγῃ θαλασσίαν ὑπηρεσίαν, ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Πάντοτε ἐφρόνουν, ὅτι ὁ κ. Θεοχάρης εἶναι ἀξιωματικὸς ἐκ τῶν καλλίστων, ἀξιωματικὸς τιμῶν τὸ ἑλληνικὸν ναυτικὸν, καὶ διὰ τοῦτο εἰς αὐτὸν ἀνέθεσα τὸ ταξείδιον τῶν δοκίμων. Ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ταξείδιον τοῦτο, δὲν ἐδίστασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μεμφθῇ ἐμοῦ, ὅτι κακῶς ἐσχημάτισα τὸ πλήρωμα τοῦ «Ἄρεως» καὶ ὅτι ἔθεσα ἐκ τούτου εἰς κίνδυνον τὴν ζωὴν τῶν δοκίμων. Καὶ μήπως, Κύριοι, ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, καὶ μήπως ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου παρέστησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι τὸ πλήρωμα αὐτὸ ἦτο κατηρτισμένον κατὰ τρόπον γεννῶντα, δὲν ἠξεύρω ποίους κινδύνους; Καὶ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, ἐὰν τοιαῦται παραστάσεις ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἤθελον λάβει τὰς παραστάσεις αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν; Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ κατάστασις τοῦ πληρώματος δὲν ἦτο οἵαν παρέστησεν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργός.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν, ἵνα μὴ προχωρήσητε; —διότι βλέπω, ὅτι ἔχετε σκοπὸν νὰ ἐξακολουθήσητε ἐπικρίνοντες αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπον.—Ὁ κ. Θεοχάρης, ἐλθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ λαβὼν τὴν κυβέρνησιν τοῦ πλοίου «Ἄρεως», σᾶς ἔδωκε τὸν κατάλογον, καὶ σᾶς εἶπεν: «Ἰδοὺ ποίους μοὶ δίδετε νὰ ἔχω εἰς τὸ πλήρωμα τοῦ πλοίου, καὶ ἰδοὺ μὲ ποίους μὲ διατάσσετε νὰ κυβερνήσω τὸν «Ἄρην». Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργὲ», σᾶς εἶπε, «Θὰ ἐκτελέσω τὰς διαταγάς σας, καὶ τὸ θεωρῶ μάλιστα τιμήν μου, καὶ σᾶς εὐγνωμονῶ».
§99ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Θεοχάρης δὲν σᾶς ἔδωκε πλήρη τὴν πληροφορίαν, κύριε Ὑπουργέ. Ὁ κ. Θεοχάρης ἦλθε καὶ μοὶ εἶπε, πῶς κατηρτίσθη τὸ πλήρωμα, ἀλλὰ μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐν τῷ πληρώματι αὐτῷ ὑπῆρχεν ἐπαρκὴς ἀριθμὸς ἀνδρῶν καὶ ἀξιωματικῶν, ἵνα ἐν οἱᾳδήποτε περιστάσει, ὁσονδήποτε ἐπικινδύνῳ, ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς παρουσιασθησομένας ἀνάγκας, καὶ ῥητῶς ἐβεβαίωσεν ἐμὲ, ὅτι οὐδένα κίνδυνον ἤθελε διατρέξει τὸ πλοῖον, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ πληρώματος, καὶ ὅτι οὐδόλως ἐκενδύνευον οἱ δόκιμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαινον τοῦ πλοίου. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια, κύριε Ὑπουργέ. Ἐπανελθὼν δὲ ὁ κ. Θεοχάρης, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἐπαινετικὴν λίαν καὶ διὰ τὸ πλήρωμα καὶ διὰ τὰς ὠφελείας, αἱ ὁποῖαι ἐκ τοῦ ταξειδίου προέκυψαν διὰ τοὺς δοκίμους. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων προκύπτουσα. Ὅταν δὲ ὡμιλήσατε, κύριε Ὑπουργὲ, περὶ σχηματισμοῦ δῆθεν τοῦ πληρώματος τῶν «Ψαρῶν», μᾶς εἴπετε: «ἔθεσα τοὺς γεγυμνασμένους ναύτας εἰς τὸ θωρηκτὸν τοῦτο». Σεῖς τοὺς ἐθέσατε, κύριε Ὑπουργέ; Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὡς πρὸς τὰ θωρηκτὰ, ἡ ἐνέργεια ὑμῶν περιορίζεται εἰς τὸ ἑξῆς. Εὕρατε τὰ δύο πληρώματα τῆς «Ὕδρας» καὶ τῶν «Σπετσῶν» ἕτοιμα καὶ ἐν Γαλλίᾳ πρὸ πολλοῦ εὑρισκόμενα, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲ ὑμεῖς εἰσήρχεσθε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, αἱ «Σπέτσαι» εἰσήρχοντο εἰς τὸν λιμένα τοῦ Πειραιῶς· παρελάβετε δὲ καὶ τρίτον πλήρωμα, κατηρτισμένον ἐντελῶς, τὸ πλήρωμα τῶν «Ψαρῶν», τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἴχομεν τοποθετήσει εἰς τὴν μοῖραν τῶν γυμνασίων, ἵνα οἱ ναῦται ἐντελῶς γυμνασθῶσι. Σεῖς δὲ μέχρι τοῦδε τί ἐκάματε; Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς τὸ εἴπω· παρημελήσατε τὰς «Σπέτσας»... τὰς παρημελήσατε, μάλιστα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἐπράξατε αὐτὸ δι’ ἄλλον λόγον ἢ διότι αἱ «Σπέτσαι» εἶχον τὸ ἀτύχημα νὰ παραγγελθῶσι παρ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀναιρέσητε, ὅτι αἱ «Σπέτσαι», ἐνῷ εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, δὲν ἔχουσι τὸ πλήρωμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσιν ὡς πλοῖον ἐν ἐνεργείᾳ.
§100ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ νὰ τὸ εὕρῃ;
§101ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂς παύσωσι νὰ γίνωνται τὰ ταξείδια αὐτά, τὰ ὁποῖα γίνονται ἀπὸ τοῦ Πειραιῶς μέχρι Σουνίου, καὶ τῶν ὁποίων ὁ σκοπὸς δέν μοι φαίνεται ὑπαγορευόμενος ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, καὶ τότε θὰ εὕρητε τὸ πλήρωμα τὸ διὰ τὰς «Σπέτσας» ἀναγκαῖον, καὶ τότε θὰ ἔχητε θερμαστάς, καὶ θὰ ἔχητε τὸν ἀριθμὸν θερμαστῶν, τὸν ὑπὸ τῶν ὀργανισμῶν θεωρούμενον ἀναγκαῖον διὰ τὸ θωρηκτὸν, καὶ τότε θὰ ἔχητε τὸ πλήρωμα, τὸ ὑπὸ τῶν ὀργανισμῶν τούτων ἀπαιτούμενον, καὶ οὗτινος ὁ ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς 350 ἄνδρας, ἐνῷ σήμερον ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἀνέρχεται εἰς 216· τοσοῦτον τουλάχιστον ἀριθμὸν ἀνδρῶν εἶχον αἱ «Σπέτσαι» πρὸ 15 ἡμερῶν. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει, Κύριοι, ὅτι ἡ δύναμις, ὡς καὶ σεῖς τὸ ἐδηλώσατε ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἡ δύναμις τοῦ ναυτικοῦ μας ἡ σπουδαιοτέρα ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ τρία θωρηκτά. Χάριν αὐτῶν τὰ πάντα πρέπει νὰ θυσιάσωμεν. Ὅταν δὲ βλέπω τὰς «Σπέτσαι», αἱ ὁποῖαι εἶναι πρὸ τεσσάρων μηνῶν εἰς τὸν Πειραιᾶ, νὰ μένωσιν ἐλλιμενισμέναι, χωρὶς νὰ κάμωσιν εἰς τὸ διάστημα τῶν μηνῶν τούτων οὔτε ἓν ταξεῖδι, λησμονοῦντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὑπάρχει ὅρος ἐν τῇ συμβάσει, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπὶ 6 μῆνας ἡ ἑταιρία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐγγυηθῇ πᾶσαν βλάβην τῆς μηχανῆς, ἀπελπίζομαι. Παρῆλθον τέσσαρες μῆνες καὶ ἴσως παρέλθωσι καὶ ἕξ μῆνες, χωρὶς αἱ «Σπέτσαι» νὰ κινηθῶσι...
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μή με προκαλεῖτε εἰς ἐξηγήσεις.
§103ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς προκαλῶ εἰς οἱανδήποτε ἐξήγησιν, κύριε Ὑπουργέ.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοιούτων ἐξηγήσεων, πρέπει νὰ κλεισθῶσιν αἱ θύραι.
§105ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ, ἵνα οἱαδήποτε ἐξήγησις δοθῇ ἀναπεπταμένων τῶν θυρῶν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ παραγγελία τῶν πλοίων ἀποτελεῖ ἔργον ὑψίστης τιμῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἀναδιφήσητε τὰ ἔγγραφα, τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εὑρισκόμενα καὶ τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν, δὲν θὰ ἴδητε ἐν αὐτοῖς ἢ ἐργασίαν ὑπαγορευομένην ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου καὶ πόθον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ὅσον καὶ ἂν ἀναδιφήσητε ὅλην τὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν ἐν τοῖς ἀρχείοις εὑρισκομένην, ὁσαςδήποτε πληροφορίας δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν καὶ ἂν λάβητε, θὰ πεισθῆτε, ὅτι αἴσθημα ὑψίστης τιμῆς, αἴσθημα μεγάλου πατριωτισμοῦ ὡδήγησεν ἡμᾶς καθ’ ὅλην τὴν διαπραγμάτευσιν πρὸς παραγγελίαν τῶν πλοίων καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἐκτέλεσιν τῆς παραγγελίας τῶν πλοίων. Δὲν φοβοῦμαι λοιπὸν τὰς ἐξηγήσεις, δὲν τὰς φοβοῦμαι, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ζητῶ, ὅταν ἀποφασίσητε νὰ δώσητε ταύτας, νὰ τὰς δώσητε ἀναπεπταμένων τῶν θυρῶν.
§106ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν.
§107ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεχώρησεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Γνωστοί εἰσιν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι παρώτρυναν τὸν κ. Βουλευτὴν, ἵνα τὰς πληροφορίας ταύτας ζητήσῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκε τὰς πληροφορίας ταύτας. Εἶπεν ὅτι ὁ προκάτοχός του ἔδιδεν εἰς τοὺς ἐπιτηρητὰς τῆς Σχολῆς τῶν δοκίμων μισθὸν θαλασσίου ὑπηρεσίας. Τὸν ἠρώτησα, μήπως οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ εἶναι ἀπεσπασμένοι, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν, καὶ ἐπιφυλάσσεται. Τὸν παρεκάλεσα τότε νὰ δώσῃ καὶ τὴν πληροφορίαν, πῶς διωρίσθη τμηματάρχης ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὁ κυβερνήτης τοῦ «Ἄρεως». Οὐδεμίαν ἰδέαν εἶχον ἐπικρίσεως. Ἐὰν δ’ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ταύτην, τὴν ἔκαμα διότι ὑπέθετον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐγίνωσκεν, ὅτι πολλοὺς ἀξιωματικοὺς ἔχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, εἰς τοὺς ὁποίους δίδει θαλασσίας ἀποδοχὰς, δὲν ἤθελεν εὕρει ὀρθὸν, ἵνα ἐπικρίνῃ ἐπὶ τούτῳ τὸν προκάτοχόν του. Ἀλλὰ δὲν συμμερίζομαι ποσῶς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι καθῆκον εἶχε νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμε· δὲν συμμερίζομαι διόλου τὴν γνώμην του, ὅτι, ἐπειδὴ μετὰ τοὺς γενομένους προβιβασμοὺς ἐτέθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ ὅλοι ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, θὰ ἦτο ἄδικον, ἐὰν οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δὲν ἐλάμβανον θαλασσίας ἀποδοχὰς, καὶ ἂν ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρεσία των δὲν ἐθεωρεῖτο ὡς θαλασσία. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Κατὰ νόμον ἀπαιτεῖται θαλασσία ὑπηρεσία, ὅπως τις προβιβασθῇ εἰς ἀνώτερον βαθμόν· ἐὰν δὲ ἐξετάσητε τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, λάβητε δ’ ὑπ’ ὄψει καὶ τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, δὲν δύνασθε διόλου νὰ φθάσητε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἐτῶν θέλομεν προβῆ εἰς προβιβασμούς· ἑπομένως θὰ ἔχωσι καιρὸν οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ διανύσωσι τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν. Ἀρχὴ δὲ κακίστη, καταστρεπτικὴ λέγω ἐγὼ, διὰ τὸ ναυτικὸν θὰ ἦναι ἐκείνη, καθ’ ἣν δύνανται νὰ προβιβασθῶσιν ἀξιωματικοὶ ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν, χωρὶς νὰ ἐκτελέσωσι τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν· διότι τότε εἰς ποῖον συμπέρασμα θὰ φθάσωμεν; ὅτι θ’ ἀναθέσωμεν ἔργα κυβερνήτου ἑνὸς πλοίου εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ὡς ὕπαρχος οὐδέποτε ὑπηρέτησεν. Ἑπομένως δὲν συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο, καθόσον, ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις μου. Λέγω ὅμως σήμερον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν· πῶς εὕρετε λόγον ἐπικρίσεως δι’ ἐμὲ, ὁ ὁποῖος δύο ἀξιωματικοὺς ἀπέσπασα εἰς τὰς Σχολὰς πρὸς ἐπιτήρησιν, σεῖς, ὁ ὁποῖος καθιστᾶτε τμηματάρχην τοῦ προσωπικοῦ, ἀνώτερον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου, τὸν κυβερνήτην τοῦ «Ἄρεως;» Καὶ δὲν εἶναι ὀρθὰ, Κύριοι, ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε περὶ τοῦ «Ἄρεως». Ναὶ, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἔδωκα διαταγὴν περὶ ἐπισκευῆς τοῦ «Ἄρεως», ἀλλὰ ἀφ’ ἧς ἔδωκα τὴν διαταγὴν ταύτην πέντε ὅλοι μῆνες παρῆλθον· οὐδεὶς δ’ ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ ἐπισκευὴ, ἧς εἶχεν ἀνάγκην ὁ «Ἄρης», ἠδύνατο ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, τὸ πολὺ ἐντὸς δύο μηνῶν, νὰ τελειώσῃ. Ἀλλὰ ἐπὶ πέντε μῆνας ὁ «Ἄρης» ἀργεῖ, καὶ ἀργεῖ διότι δὲν ἔχει κυβερνήτην. Ἠδύνατο ἴσως νὰ παραλάβῃ τὸν κυβερνήτην ἑνὸς τῶν ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ πλοίων καὶ νὰ τῷ ἀναθέσῃ ὑπηρεσίαν, ἐὰν τὸ ἐθεώρει νόμιμον· ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ ἀναθέσῃ ταύτην εἰς τὸν κυβερνήτην τοῦ «Ἄρεως», διότι ὁ «Ἄρης» εἶναι προωρισμένος νὰ μορφόνῃ ναύτας, καὶ ἐνόσῳ μένει εἰς τὸν Ναύσταθμον, ναύτας δὲν θὰ ἔχητε, καὶ ἐὰν δὲν ἔχητε ναύτας γεγυμνασμένους, δὲν πταίει ὁ περὶ ναυτολογίας νόμος, ἀλλὰ ἡ ὑφ’ ὑμῶν κακὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου.
§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγνώριζον τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, ὅτι, ὅταν βλέπῃ δύσκολον τὴν διεξαγωγὴν τῶν ζητημάτων, ἕνεκα ἐθνικῶν τινων περιστάσεων, γίνεται ἀρειμάνιος καὶ ἐπιτίθεται κατὰ τῶν ἀντιπάλων του, ὡς ὁ Ἡρακλῆς ἀπέναντι τῶν ἐχθρῶν του, καὶ ζητεῖ νὰ σωθῇ μὲ τὸ ὕφος ἐκεῖνο τοῦ ἀγρίου μαχητοῦ ἀπὸ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὑπέχει ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Τιμήν, εἶπε, κάμνει εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ἡ ναυπήγησις τῶν θωρηκτῶν. Καὶ ἐσκέφθη ποτὲ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη περὶ θωρηκτῶν; ἐσκέφθη περὶ συμπληρώσεως τοῦ στόλου τῆς Ἑλλάδος ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος; Καὶ ἂν ἐσκέφθητε ἀληθῶς περὶ θωρηκτῶν, ἀφοῦ ἐγνωρίζετε, ὅτι τὰ θωρηκτά σας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ χωρέσῃ ἡ δεξαμενὴ, διατὶ δὲν ἐσκέφθητε περὶ δεξαμενῆς; Ἐσκέφθητε νὰ κατασκευάσητε τρία θωρηκτὰ, νὰ ἀποδώσητε μεγάλην δύναμιν θαλασσίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν ἐσκέφθητε πῶς δύνασθε νὰ συντηρήσητε τὰ θωρηκτὰ ταῦτα! Καὶ ἐγνωρίζετε, ὅτι ἄνευ δεξαμενῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ συντηρηθῶσι τοιαῦτα πλοῖα, ὡς τὰ θωρηκτὰ, ἐγνωρίζετε, κύριε Βουλευτὰ, διότι παρηκολουθήσατε ὅλην τὴν ἐνέργειαν τῆς ναυπηγήσεως τῶν θωρηκτῶν, ὅτι δὶς τοῦ ἔτους τὰ θωρηκτὰ πρέπει νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν δεξαμενὴν, ἵνα καθαρίζωνται, καὶ ἦσθε ἠναγκασμένοι δὶς τοῦ ἔτους νὰ τὰ στέλλητε εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ δὶς τοῦ ἔτους ἀποστολὴ τῶν θωρηκτῶν εἰς Εὐρώπην ἀπαιτεῖ 200,000 δραχμῶν δι’ ἕκαστον, τουτέστιν 600,000 διὰ τὰ τρία θωρηκτά. Ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθητε ἀληθῶς διὰ θωρηκτά. Καὶ ἂν δὲν σᾶς ἐπέβαλλε τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν τὸ Comptoir d’ Escompte, διατὶ δὲν ἐσκέφθητε περὶ μηχανικῶν καὶ περὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, τῶν θερμαστῶν, τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὸν χειρισμὸν τῶν μηχανῶν, τοιούτων μηχανῶν, ὡς αἱ τῶν θωρηκτῶν; Εἴχετε τρία ἔτη καιρὸν, κύριε πρώην Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν· διατὶ δὲν ἐσκέφθητε περὶ τῶν τοιούτων; Καὶ ζητεῖτε νὰ καυχηθῆτε σήμερον, ὅτι ἐσκέφθητε νὰ συμπληρώσητε καὶ ἀποκαταστήσητε κατὰ θάλασσαν τὴν Ἑλλάδα μεγάλην καὶ ἰσχυράν! καὶ νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ πείσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι περὶ τοιούτων σοβαρῶν καὶ ὑψίστων ἐθνικῶν ζητημάτων ἐσκέφθητε σοβαρῶς! Δέν μοι εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριοι συνάδελφοι, ὡς ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, νὰ ἐκταθῶ περισσότερον.
§109ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οἱ ὑπαινιγμοὶ εἶναι περιττοὶ, κύριε Ὑπουργέ.
§110ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπαινίσσομαι τίποτε. Ὁμιλοῦν τὰ πράγματα. Ἐρωτῶ τὸν κ. πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, πόσους χρειάζεται μηχανικοὺς καὶ πόσους θερμαστὰς ἓν θωρηκτὸν, ὡς τὸ ἰδικόν μας; Διατὶ δὲν ἐσκέφθησαν,—ἂν ἐσκέφθησαν ἀληθῶς περὶ καταρτισμοῦ ἀξίας θαλασσίας δυνάμεως,— διατὶ δὲν ἐσκέφθησαν νὰ καταρτίσωσι τὸ μόνον, τὸ ἀναγκαιότατον δι’ ἓν θωρηκτὸν, τοὺς μηχανικοὺς καὶ τοὺς θερμαστάς; Ἐσκέφθητε ν’ ἀποκαταστήσητε τὴν Ἑλλάδα θαλασσίως! Ἢ νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωσθῶσι τὰ ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ γενόμενα, χωρὶς οὐδεὶς τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Ἑλλάδος, χωρὶς οὐδεὶς τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν νὰ γνωρίζῃ τὴν σύνταξιν συμβολαίου πρὸς ναυπήγησιν θωρηκτῶν; Διατὶ, κύριε πρώην Ὑπουργὲ, ἀφοῦ ἠθέλετε νὰ ναυπηγήσητε πλοῖον ἀξιόμαχον, διατὶ δὲν ἠκούσατε τὰς συμβουλὰς ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἐζητήσατε τὰς συμβουλὰς, ἀλλ’ ἐζητήσατε νὰ δημιουργήσητε δημιουργὸν καὶ νὰ ἀκολουθήσητε τύπον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀνεγνωρισμένος ὑπ’ οὐδενὸς τῶν Κρατῶν; Διατὶ δὲν ἐμιμήθητε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἀγγλίας, Κράτους μεγάλου καὶ θαλασσίας δυνάμεως τῆς πρωτίστης καθ’ ὅλην τὴν ὑφήλιον; Προεχώρησα περισσότερον τοῦ δέοντος, κύριοι συνάδελφοι. Δέν μοι ἐπιτρέπεται, καὶ ἂν ἀκόμη λάβρος ἐπιτεθῇ κατ’ ἐμοῦ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἂν μὲ καταγγείλῃ ἐπὶ συκοφαντίᾳ, δέν μοι ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω οὐδὲ λέξιν περισσότερον ὅσων εἶπον. Θὰ ὑποταχθῶ εἰς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ θὰ δεχθῶ τὴν ἀμείλικτον ἐπίθεσιν τοῦ ἀντιπάλου μου μετὰ τοῦ πόνου, τὸν ὁποῖον μοὶ ἐπιβάλλει ἡ πρὸς τὴν πατρίδα λατρεία καὶ τὸ καθῆκον. Ταῦτα εἶχον μόνον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν. Μὲ ἤλεγξεν ὁ προκάτοχός μου, διατὶ, ἀφοῦ φρονῶ, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ναυτολογίας δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ ναυτικὴ τέχνη, διατὶ δὲν ἔσπευσα ἀμέσως νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, ἀνατρέπον τὸ ἤδη λειτουργοῦν. Ἀλλὰ, νομίζετε, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι θὰ ἔχω τὴν ἐπιπολαιότητα τῶν προκατόχων μου, νὰ προβῶ εἰς τοιοῦτο ῥιζικὸν καὶ μέγα ἔργον μὲ τὰς μελέτας τεσσάρων μηνῶν καὶ μόνον, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι πλήρεις, ὕστερον ἀπὸ τὴν μεγάλην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὡς πρὸς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος πρώτην φορὰν εἰσέρχομαι εἰς τὴν διοίκησιν τοιούτου κλάδου; Καὶ νομίζετε ὅτι ἀγνοῶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὴν πατρίδα μου, ἵνα ὑποκύψω καὶ εἰς νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλον, χάριν τῆς ὑπερτάτης ἀνάγκης, τοῦ νὰ μὴ ὑποβάλω νομοθέτημα χεῖρον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον σεῖς ὑπεβάλετε; Ἢ δὲν νομίζετε, ὅτι ἔχω τὴν γενναιοφροσύνην νὰ ὑποτάσσω τὰς ἰδίας μου γνώμας, ὅταν δὲν δύναμαι ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν περιστάσεων νὰ μεταβάλω τὸ κακῶς λειτουργοῦν νομοθέτημά σας; Καὶ αὐτὴν τὴν δύναμιν ἔχω διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πατρίδος μου ἐκ τῆς οἰκογενείας, τῆς ὁποίας ἕλκω τὸ γένος ἔκ τε πατρὸς καὶ μητρός. Πολλοὶ ἐτάφησαν, καὶ πολὺ αἷμα ἔπιεν ἡ γῆ τῆς πατρίδος μου, διὰ νὰ γείνῃ αὐτὸ τὸ Κράτος. Εἰς πᾶν μου βῆμα δὲν λησμονῶ τοῦτο, καὶ δὲν θὰ ἀφήσω ἐκ ποταποῦ ἐγωϊσμοῦ ἐμαυτὸν νὰ πράξῃ πρᾶξιν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ βλάψῃ τὴν πατρίδα μου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔσπευσα νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου ἐν νομοθετήματι, οἷον τὸ περὶ οὗ ἐκάμετε λόγον. Μὲ κατήγγειλεν ἐνώπιον ὑμῶν ὁ προκάτοχός μου, διατὶ ἠγκυροβολημένον εἶναι ἀκόμη τὸ θωρηκτὸν «Σπέτσαι» ἐν τῷ λιμένι τοῦ Πειραιῶς. Διότι ταύτην τὴν στιγμὴν πολλὰ τῆς μηχανῆς ἐν τῷ Ναυστάθμῳ κατεργάζονται.... Κύριε Βουλευτὰ Λακωνίας, μὲ συνωδεύσατε ἐν τῷ Ναυστάθμῳ· σᾶς προκαλῶ μάρτυρα.
§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§112ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς εἴδετε, ἐὰν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἀκόμη δὲν ἐργάζωνται διὰ μηχανήματα θωρηκτοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ προκάτοχοι ἔφεραν. Συγχωρήσατε τὴν παραφοράν μου, κύριοι συνάδελφοι· εἶναι δικαία ἀγανάκτησις ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰ πάντα· ἐπειδὴ δὲ τὰ γνωρίζω, λέγω ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν σκέψιν νὰ ναυπηγήσῃ πλοῖα, ἀλλὰ τὴν σκέψιν νὰ συνάψῃ δάνεια. Ταῦτα εἶχον ν’ ἀπαντήσω· θέλω δὲ ἐπανέλθει, ἐφ’ ὅσον καὶ καθ’ ὅσον νομίσω πρέπον, καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς Ἕλλην πολίτης, ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον, ἐὰν δὲν κρίνῃ ἀρκετὰ ὅσα εἶπον, διὰ νὰ πείσωσι καὶ αὐτὸν καὶ ὑμᾶς περὶ τῶν ὅσων πρὸ μικροῦ ὡμίλησα, καὶ περὶ ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ προκάτοχός μου, ἀντεπεξερχόμενος κατ’ ἐμοῦ μετὰ τρόπου ἀρειμανίου, ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀποδώσῃ κατηγορίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§113ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶχον ζητήσει τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, ἀφορώντων εἰς πρότασιν ἐκκρεμῆ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐν Ἀμφίσσῃ Γυμνασίου Γιαγτζῆ. Παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ ταῦτα, ἐὰν δὲν τὰ κατέθηκε.
§114ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἦσαν κατατεθειμένα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, τὰ καταθέτω ἤδη εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐλησμόνησα, Κύριοι, ἐν τῇ ἀγορεύσει μου νὰ εἴπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ «Ἄρης» μένει ἀκόμη ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Αὔριον ἢ μεθαύριον ὑπόσχομαι νὰ προσαγάγω ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποδείξω, διὰ τίνα λόγον ἐπὶ τόσον μακρὸν χρόνον ὁ «Ἄρης» εὑρίσκεται ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἠγκυροβολημένος, διὰ νὰ μάθῃ καὶ μίαν φορὰν ἀκόμη ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι λησμονεῖ τί διέταξε.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς περὶ ἀνασκαφῆς ἐν Δελφοῖς συμβάσεως. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§117ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲ κατὰ τῆς συμβάσεως, διότι πρόκειται περὶ ἔργου, ὑπὲρ οὗ κἀγὼ, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, ζωηρῶς ἐνδιαφέρομαι. Προτίθεμαι μόνον ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν δὲ ἦναι ἀναγκαῖον, καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως, περιληφθῇ διάταξις, δυναμένη νὰ διευκολύνῃ τὴν μετοίκησιν τῆς κωμοπόλεως Δελφῶν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διὰ τοῦ ὁποίου νῦν προτείνεται ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως, προβλέπεται τῷ ὄντι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν χῶρον τῶν ἀνασκαφῶν, αἵτινες, κατὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις, ἔσονται βεβαίως γενικαί, περιλαμβάνουσαι πάσας τὰς οἰκίας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ· εἶναι ἀπαραίτητον νὰ νομοθετηθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν αὐτῶν διατάξεων τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ ὡς πρὸς τὸν χῶρον, εἰς τὸν ὁποῖον πρόκειται ἡ κωμόπολις τῶν Δελφῶν νὰ μετοικισθῇ Εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἐργασθῆ· νομίζω δὲ, ὅτι ἐπὶ τούτῳ συνετάχθη σχεδιαγράφημα ὑπὸ μηχανικοῦ, ἀποσταλέντος ἐπὶ τόπου καὶ μελετήσαντος ἐπιτοπίως τὰ τοῦ νέου συνοικισμοῦ τῶν νῦν ἐν Δελφοῖς οἰκούντων, οἵτινες ἐξεδήλωσαν τὴν προτίμησιν αὑτῶν ὑπὲρ θέσεως μὴ μεμακρυσμένης τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον κεῖται ἡ κωμόπολις Δελφῶν. Ὁ ἐκλεχθεὶς διὰ τὸν νέον συνοικισμὸν χῶρος, ἔχων ἔκτασιν πρὸς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον, πληροῖ πάντας τοὺς ὅρους τῆς ὑγιεινῆς, καὶ συμβιβάζεται πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων Δελφῶν, ἐπιθυμούντων νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶσι τῶν κτημάτων των. Ἀλλ’ αἱ γαῖαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται ἡ κωμόπολις τῶν Δελφῶν νὰ μετοικισθῇ, ἀνήκουν ἐν μέρει μὲν εἰς τὸ τὸ Δημόσιον, ἐν μέρει δὲ εἰς ἰδιώτας· ἐὰν δὲ δὲν προνοήσῃ ὁ νόμος νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, θέλει καταστῆ δύσκολος, ἂν ὄχι ἀδύνατος, ἡ μετοίκησις τῶν κατοίκων Δελφῶν. Φρονῶ δὲ προσέτι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκταθῶσιν αἱ διατάξεις αὗται καὶ ὡς πρὸς τὴν διοχέτευσιν τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὸν νέον συνοικισμὸν ὕδατος, διότι ἄλλως οἱαδήποτε δυσκολία μικρὰ ἤθελε παρεμβληθῆ, θέλει καταστῆ ἀδύνατος ἡ ἐγκατάστασις τοῦ συνοικισμοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ περιληφθῇ διάταξις, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ ὡς πρὸς τὰς δύο μνημονευθείσας ἀνωτέρω περιπτώσεις.
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὴν Κυβέρνησιν, ἐννοεῖται, ἀπησχόλησε τὸ ζήτημα τοῦ συνοικισμοῦ τῶν κατοίκων τῶν Δελφῶν, τῶν ὁποίων τὸ χωρίον πρόκειται νὰ ἀπαλλοτριωθῇ, καὶ προδήλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προτείνῃ διάταξιν περὶ ἀπαλλοτριώσεως τοῦ χωρίου τῶν Δελφῶν, χωρὶς νὰ σκεφθῇ συνάμα καὶ περὶ τῶν μέσων τῶν προσφορωτέρων πρὸς ταχυτέραν ἐγκατάστασιν τῶν κατοίκων ἐν τῷ χώρῳ, ὅστις θέλει ὁρισθῆ πρὸς συνοικισμὸν αὐτῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἡ διάταξις αὕτη περὶ ἀπαλλοτριώσεως τοῦ χώρου τοῦ καταληφθησομένου πρὸς νέον συνοικισμὸν τῶν κατοίκων τῶν Δελφῶν νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, τῷ κυροῦντι τὴν σύμβασιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν βεβαίως δὲν θέλει παραλίπει μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς παρούσης συμβάσεως καὶ πρὸς τοῦ πέρατος τῆς Συνόδου νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον νομοσχέδιον. Ἐὰν ἡ σύμβασις κυρωθῇ, ἐὰν ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἀρχίσῃ πρὸ τοῦ προσεχοῦς χειμῶνος, ἀνάγκη ὅπως οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τῶν Δελφῶν δύνανται νὰ μετοικίσωσιν ἐγκαίρως ἀλλαχοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχῃ λάβει πάντα τὰ μέσα, ὅπως ἐν τῷ χώρῳ, ὅστις ἤθελε κριθῆ ὁ κατάλληλος πρὸς συνοικισμὸν τῶν κατοίκων τῶν Δελφῶν, διευκολυνθῇ διὰ τῶν διατάξεων περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἡ ταχεῖα ἐγκατάστασις αὐτῶν, καὶ μὴ εὑρεθῶσιν οἱ κάτοικοι τὸν προσεχῆ χειμῶνα ἐκτεθειμένοι ἐν ὑπαίθρῳ. Ἄν ὅμως ἐγένετο ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἂν δηλονότι συνέστη ἐπιτροπὴ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅπως ἀναζητήσῃ καὶ προσδιορίσῃ τὸν χῶρον, ἐν ᾧ δέον νὰ συνοικισθῶσιν οἱ κάτοικοι τῶν Δελφῶν, ἂν εὗρεν αὐτὸν τὸν χῶρον, ἂν συνετάχθη σχέδιον ὑπάρχον ἐν τῷ ἁρμοδίῳ Ὑπουργείῳ, ταῦτα δὲν γνωρίζω. Πιθανὸν νὰ ἐγένετο τοιαύτη ἐργασία, ἀλλὰ περὶ αὐτῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει δυνηθῆ νὰ δώσῃ πληροφορίας. Ὅ,τι γνωρίζω εἶναι τοῦτο, ὅτι ὡρίσθη ἄλλοτε ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν μετέσχον καὶ δύο μέλη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἥτις ἐντολὴν εἶχε λάβει, ὅπως προβῇ εἰς ἐκτίμησιν κατὰ προσέγγισιν τῶν οἰκοδομημάτων καὶ τῶν γηπέδων ἢ ἄλλων κτημάτων, τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ χώρῳ τῶν ἀνασκαφῶν· ἂν ὅμως προέβη καὶ εἰς τὴν προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν διὰ συνοικισμὸν, δὲν γνωρίζω. Ἐπίσης δὲν εἶμαι εἰς θέσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ βεβαιώσω τὸν κ. συνάδελφον, ἂν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν γαιῶν χάριν τοῦ συνοικισμοῦ θὰ περιληφθῶσι καὶ διατάξεις περὶ ἀποζημιώσεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου.
§119ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδένα ἔχω λόγον νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὡς πρὸς τὴν διαίρεσιν τοῦ θέματος ἐν δυσὶ νομοσχεδίοις, ἤτοι ὡς πρὸς τὴν ὑποβολὴν εἰδικοῦ νομοσχεδίου διὰ τὸν νέον συνοικισμόν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ σήμερον συζητοῦμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, ἐὰν συγχρόνως δὲν ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ συνοικισμοῦ τῶν κατοίκων, διότι ἡ πρώτη πρᾶξις τῶν ἀνασκαφῶν θὰ ἄρξηται ἀκριβῶς ἀπὸ τῆς μετοικήσεως τῶν κατοικούντων σήμερον ἐν Δελφοῖς. Ἐὰν ὁ χῶρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ μεταστῇ ἡ κωμόπολις τῶν Δελφῶν, δὲν ἦναι παρακεχωρημένος, δὲν εἶναι ἐλεύθερος, πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ κάτοικοι νὰ συνοικισθῶσι; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προνοήσωσι περὶ κατασκευῆς οἰκημάτων; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ἴδιον περὶ τούτου νομοσχέδιον νὰ ὑποβάλῃ, παρακαλῶ, ὅπως σπεύσῃ εἰς τὴν ὑποβολήν του, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν σήμερον κυροῦμεν.
§120ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισεν, ὑποβάλλουσα νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ καὶ διάταξιν περὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τοῦ χώρου τοῦ καταληφθησομένου ὑπὸ τῶν κατοίκων τῶν Δελφῶν, οἵτινες θὰ συνοικισθῶσιν ἐν αὐτῷ. Εἶπον ὅμως, ὅτι θὰ φροντίσῃ περὶ τούτου πρὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, ἵνα μὴ εὑρεθῶσιν οἱ κάτοικοι ἐκτεθειμένοι ἄνευ τόπου καὶ κατοικίας μετὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ κατάληψιν τῶν οἰκιῶν αὐτῶν.
§121ΜΑΡΛΑΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει πρόνοιαν περὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅπως, ἀφοῦ διατάσσεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν κατεχομένων ἤδη ὑπὸ τῶν κατοίκων τῶν Δελφῶν οἰκημάτων καὶ ἄλλων κτημάτων, ἐξευρεθῇ ἓν μέρος, διὰ νὰ γείνῃ ὁ συνοικισμός· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐν πρώτοις νὰ ἐρωτήσῃ καὶ τοὺς κατοίκους διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ μέρους, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ συνοικισθῶσι, καὶ δεύτερον νὰ χορηγήσῃ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, διὰ νὰ μετοικήσωσι· διότι μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἀνασκαφὴν ἴσως ἐπιληφθῶσιν ἀμέσως τῶν ἐργασιῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ γεννηθῶσι περιπλοκαί. Δὲν ἀμφιβάλλω λοιπὸν, ὅτι περὶ τούτων θέλει λάβει πρόνοιαν, προσέτι δὲ, ὅτι θέλει ἀποζημιώσει καὶ ὅλους αὐτοὺς, τῶν ὁποίων τὰς ἰδιοκτησίας θέλουσι καταλάβει οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἀνασκαφὴν τῶν Δελφῶν.
§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νὰ ἀποβληθῶσι τοῦ χώρου, τὸν ὁποῖον κατέχουσι σήμερον κάτοικοι τῶν Δελφῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως συνοικισθῶσιν ἀλλαχοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ῥητῶς λέγεται, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλλοτριωθῶσι πάντα τὰ οἰκοδομήματα καὶ πάντα τὰ κτήματα, τὰ περιλαμβανόμενα ἐν τῷ χωρίῳ τῶν Δελφῶν· δὲν δύναται δηλονότι ν’ ἀρχίσῃ πρᾶξις ἀνασκαφῆς ἐν τῷ χωρίῳ τῶν Δελφῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀπαλλοτριωθῇ τὸ σύνολον τῶν κτημάτων, τὸ ἀποτελοῦν τὸ χωρίον. Αὐτὰ δὲ πάντα ἵνα γείνωσιν, ἐννοεῖται ὅτι θὰ παρέλθῃ τοσοῦτος χρόνος, ὥστε ἐντὸς αὐτοῦ νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι πάντα τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς συνοικισμόν.
§123ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω ὅτι μία διασάφησις εἶναι ἀναγκαία. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ὑποχρέωσιν ἔχει ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας ἐκείνους οἵτινες ἔχουσι κτήματα ἐν τῷ χώρῳ τῷ ἀνασκαπτέῳ, ὅστις θέλει ὁρισθῇ. Ἀνασκαπτέος δὲ χῶρος ἴσως ὁρισθῇ καὶ ὁλόκληρον τὸ χωρίον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχουσι καὶ οἰκήματα καὶ κτήματα τῶν χωρικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν κεῖνται ἐν τῷ ἀνασκαπτέῳ χώρῳ, βεβαίως ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε δίκαιον νὰ ὑποχρεωθῇ ν’ ἀποζημιώσῃ οἰκήματα καὶ κτήματα μὴ περιλαμβανόμενα ἐν τῷ ἀνασκαπτέῳ χώρῳ· ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσῃ πλέον τῶν 60,000 δραχμῶν δι’ ἀποζημιώσεις, φρονῶ ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ἐλάχιστον, καὶ καλὸν εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ καὶ μεῖζον ποσὸν, καθ’ ὅσον εἰς αὐτὴν ἐπιβάλλεται ἡ ἀποζημίωσις τῶν κτημάτων τῶν περιοίκων. Διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ μείνουν οἰκήματα εἰς χωρίον, τὸ ὁποῖον κατὰ μεῖζον μέρος θέλει ἐρημωθῇ καὶ θέλει μετοικίσει, καὶ θὰ εὑρεθοῦν κάτοικοι, οἱ κύριοι τῶν κτημάτων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἀδικηθῇ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μία πρόνοια περὶ τούτου.
§124ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ τυχὸν θὰ ὑποβληθῇ, περὶ συνοικισμοῦ τῶν κατοίκων τῶν Δελφῶν, ἂν τοιοῦτον ἐγκρίνῃ νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ δεχθῇ ἡ Βουλή, θὰ ὁρίσῃ, ἂν θὰ πληρώσῃ τὰς δαπάνας τῶν ἀπαλλοτριωθησομένων γαιῶν ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἂν ἡ δαπάνη θὰ βαρύνῃ τοὺς ἀποζημιωθέντας διὰ τὴν ἀνασκαφὴν κατοίκους. Ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι ἀναμφισβήτητον, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχωσι κατὰ τὸ νομοσχέδιον κτήματα περιλαμβανόμενα ἐντὸς τοῦ χωρίου τῶν Δελφῶν, καὶ εἴτε περιλαμβάνονται εἴτε δὲν περιλαμβάνονται ἐντὸς τοῦ ἀνασκαπτέου χώρου, τὰ ὁποῖα δὲν θ’ ἀπαλλοτριωθῶσι καὶ τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι δὲν θὰ λάβωσι τὴν προσδιορισθησομένην τιμήν. Αὕτη ἢ θὰ προσδιορισθῇ συμβιβαστικῶς, ἐκτὸς ὅταν πρόκηται περὶ ὀρφανῶν ἢ ἄλλων περιπτώσεων, καθ’ ἃς ὁ νόμος ἀπαιτεῖ δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἢ ἂν συμβιβαστικὸς προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς δὲν κατορθοῦται, θὰ ὁρισθῇ διὰ τοῦ Δικαστηρίου. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ κτήματα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ περιλαμβάνωνται μὲν ἐν τῷ χωρίῳ τῶν Δελφῶν, νὰ περιλαμβάνωνται ὅμως ἐν τῷ ἀνασκαπτέῳ χώρῳ, ἑπομένως καὶ ταῦτα νὰ ᾖναι ἀνάγκη νὰ ἀπαλλοτριωθῶσι, διὰ τοῦτο, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ταῦτα ἰδιαιτέρως κατονομάζονται ὡς ἀπαλλοτριωτέα. Τοῦτο ἐπιβάλλει ἡμῖν ἡ ἄγνοια, εἰς ἣν ταύτην τὴν στιγμὴν διατελοῦμεν περὶ τοῦ ἀνασκαπτέου χώρου. Ἡ σύμβασις γενικῶς ὁρίζει τὰ περὶ τοῦ χώρου τούτου, ἀφίνουσα εἰς τὸν Ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τὸν Διευθυντὴν τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς ἐν Ἀθήναις ἀπὸ κοινοῦ νὰ καθορίσωσιν αὐτὸν ἐπὶ τόπου. Τοῦτο θὰ γείνῃ βεβαίως βραδύτερον, ἤδη ὅμως δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς, τίς ἡ ἔκτασις καὶ διεύθυνσις τοῦ ἀνασκαφθησομένου μέρους. Διὰ τοῦτο ὁρίζομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁλόκληρον τὸ χωρίον τῶν Δελφῶν θέλει ἀπαλλοτριωθῆ, εἴτε ὅλον θ’ ἀνασκαφῇ, εἴτε μέρος αὐτοῦ. Ὡς εἶπον, τὸ χωρίον δὲν πρέπει νὰ κατατμηθῇ, καὶ μέρος μὲν ν’ ἀπαλλοτριωθῇ, μέρος δ’ οὐχί. Ἀφ’ ἑτέρου, ἐπειδὴ καὶ ἐκτὸς τοῦ χωρίου τῶν Δελφῶν δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἀνασκαφῆς, ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι καὶ κτήματα ἐκτὸς αὐτοῦ δύνανται ν’ ἀπαλλοτριωθῶσι.
§125ΜΑΡΛΑΣ. Ὅλα τὰ οἰκήματα τῶν Δελφῶν εἰς ἡμᾶς, τοὺς ἐπισκεφθέντας τοὺς Δελφοὺς, εἶναι γνωστὸν, ὅτι συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸν χῶρον, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνασκαφῇ· ὥστε δὲν θὰ ὑπάρξῃ οἴκημα, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀπαλλοτριωθῇ· μάλιστα διὰ τῆς συμβάσεως ἐπεκτείνεται τοῦτο καὶ εἰς ἄλλα κτήματα. Ὥστε φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ζυγομαλᾶς δὲν ἔχει δίκαιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§127ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μίαν ἁπλῆν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω χάριν ἀκριβολογίας, ἵνα μὴ προσκόψῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συζητουμένου νόμου, ὅταν θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Τὸ ἄρθρον 2ον παραπέμπει εἰς τὸν νόμον ΣΞΓʹ τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν νόμων περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν ὑπὸ σιδηροδρόμων καταλαμβανομένων γαιῶν καὶ κτημάτων. Λάβετε ὅμως ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐν τοῖς διαφόροις νόμοις, οἱ ὁποῖοι ἐκύρωσαν κατὰ καιροὺς συμβάσεις περὶ σιδηροδρόμων, ὡς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου, τὴν σύμβασιν περὶ τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων καὶ ἄλλας, ἐτροποποιήθη πράγματι ἡ διαδικασία τοῦ τότε ἰσχύοντος ΣΞΓʹ νόμου τοῦ 1867, ἀλλ’ ὁ νόμος, ὁ γενικῶς τροποποιήσας κατὰ τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὰς ἀπαλλοτριώσεις τὸν νόμον τοῦ 1867, εἶναι ὁ νόμος ΑΧΜΒʹ τοῦ 1888 νομίζω, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγένετο μία προσθήκη διὰ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, αὐτὸ δὲ τὸ νομοθέτημα, ὅπως καὶ ὁ νόμος ΑΧΜΒʹ, σκοπὸν εἶχον τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας ἐν γένει, ὄχι περὶ σιδηροδρόμων εἰδικῶς, ὡς πρὸς τὰς καταλαμβανομένας δηλαδὴ ὑπὸ σιδηροδρόμων γαίας ἢ κτήματα, ἀλλ’ ἐν γένει ὡς πρὸς τὰ καταλαμβανόμενα χάριν τῆς ὁδοποιΐας, ἐν ᾗ συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ σιδηρόδρομοι. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ἂν μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει, πιθανὸν νὰ γεννηθῶσιν ἀμφιβολίαι, καὶ νὰ ἀνατρέξωσιν οἱ ἐφαρμόσαντες τὸν προκείμενον νόμον εἰς νόμους ἐπικυροῦντας συμβάσεις περὶ σιδηροδρόμων, ὅπου ἐτροποποιήθη πράγματι ὁ ΣΞΓʹ νόμος, ἀλλ’ ἐτροποποιήθη εἰδικῶς δι’ ἕκαστον τῶν σιδηροδρόμων τούτων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν φρονῇ, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου εἶναι ὀρθὴ, ὑπόσχομαι, κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ φέρω τοὺς νόμους, τοὺς κυροῦντας τὰς συμβάσεις περὶ σιδηροδρόμων, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω.
§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶχεν ὑποβληθῆ οὕτω πως καὶ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι, νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ΑΧΜΒʹ νόμος, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ τελευταίου, τοῦ προχθὲς δηλονότι ψηφισθέντος, νομοθετήματος περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν ὑπὸ σιδηροδρόμων καταλαμβανομένων κτημάτων· ἀλλὰ δυνάμεθα κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ καθορίσωμεν ἀκριβέστερον τὰ νομοθετήματα ταῦτα, ἂν ᾖναι ἀνάγκη.
§129ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα τὰ κτήματα τὰ ἀκίνητα, καὶ ἀγροὶ καὶ ἀμπελῶνες τοῦ χωρίου περιλαμβάνονται εἰς τὸν χῶρον τὸν ἀνασκαπτέον;
§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐντὸς τοῦ χωρίου τῶν Δελφῶν καὶ ἄμπελοι καὶ ἄλλα κτήματα, βεβαίως θ’ ἀπαλλοτριωθῶσιν, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν ν’ ἀπαλλοτριωθῶσιν ὅλα τὰ κτήματα τοῦ χωρίου, τὰ ἐκτὸς αὐτοῦ κείμενα. Ταῦτα ἀπαλλοτριωθήσονται μόνον ἂν περιλαμβάνωνται ἐντὸς τοῦ ἀνασκαπτέου χώρου.
§131ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε καλλίτερον νὰ εἴπητε «ἐν τῷ χωρίῳ»· διότι, ὅταν λέγητε τὰ ἀκίνητα μιᾶς πόλεως, ἑνὸς χωρίου, ἐννοοῦνται καὶ οἱ ἀμπελῶνες καὶ οἱ ἀγροί.
§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τῷ χωρίῳ δύναται νὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς. Τὸ χωρίον τῶν Δελφῶν, καθὼς παρατηρῶ ἔν τινι σχεδίῳ, ἔχει δύο ἀπώτατα ἄκρα, μεταξὺ τῶν ὁποίων δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἀγροτικὰ κτήματα τοῦ χωρίου. Δὲν εἶμαι βέβαιος, διότι οὐδέποτε τὸ ἐπεσκέφθην, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦτα. Ταῦτα ἀπαλλοτριωθήσονται μεθ’ ὅλου τοῦ χωρίου, καὶ ἂν δὲν πρόκηται ν’ ἀνασκαφῶσι, διότι ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ χωρίου. Τὰ ἐκτὸς ὅμως τοῦ χωρίου κτήματα τῶν κατοίκων, ταῦτα δὲν ἀπαλλοτριοῦνται, ἐκτὸς ἐὰν περιληφθῶσι καὶ καθ’ ὅσον περιληφθῶσιν εἰς τὸν ἀνασκαπτέον χῶρον.
§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα προνοῶμεν ὑπὲρ τῶν κατοίκων, μὴ τυχὸν γένηται ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις γαιῶν, εἰς αὐτοὺς ἀνηκουσῶν, διότι νομίζω ὅτι οἱ κάτοικοι προτιμῶσι νὰ γένηται ἡ ἀπαλλοτρίωσις, ἀφοῦ θ’ ἀποζημιωθῶσι. Καθ’ ἃς δ’ ἔχομεν πληροφορίας, πιθανὸν εἶναι, ὅτι θὰ γείνωσιν ἀναγκαστικαὶ ἀπαλλοτριώσεις καὶ ἐκτὸς τοῦ χωρίου, διότι ὑποτίθεται, ὅτι πολλὰ ἀρχαῖα θὰ εὑρίσκωνται ἐπὶ τῆς κλιτύος τῆς ἀπὸ τοῦ χωρίου καὶ ἕως τῆς χαράδρας· τινὲς μάλιστα φρονοῦσιν, ὅτι κατὰ τὴν χαράδραν θὰ εὑρεθῶσι τὰ πλεῖστα, διότι θὰ κατεκυλίοντο σὺν τῷ χρόνῳ καὶ θὰ εὑρίσκωνται πρὸς τὴν μισγάγγειαν. Δὲν πρέπει ἄρα νὰ συνταχθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ φράσεως ἀποκλειούσης τὴν ἀπαλλοτρίωσιν γαιῶν, αἵτινες ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀναγκαῖαι πρὸς τὰς ἀνασκαφὰς, καίτοι δὲν εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ χωρίου. Ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, ἔχει κατὰ τοῦτο καλῶς.
§134ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο τι δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, μήπως οἱ κάτοικοι Δελφῶν ἔχωσι δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν δι’ ὅλα τὰ κτήματα.
§135ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.)
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1891. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐν τῇ τετάρτῃ καὶ πέμπτῃ γραμμῇ ἀριθμὸς «11,500» νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ «10,000». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς βʹ μὲν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1891, εἰς αʹ δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαῤῥυθμίσεως πιστώσεων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1891).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 83 τοῦ ΑΦΚΗʹ νόμου περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§140ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, τοὺς ὁποίους ὑπολαμβάνει ἡ ἐπιτροπὴ ὡς ὑπαγορεύσαντας τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἶναι καὶ ὁ λόγος τῆς οἰκονομίας, διότι τοιουτοτρόπως θέλομεν ἔχει μίαν ἀπογραφὴν ὀλιγώτερον. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἕνεκα τῆς διαφόρου ἐποχῆς τῆς κατατάξεως τῶν εἰς τὸ πεζικὸν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν εἰς τὸ πυροβολικὸν ἀφ’ ἑτέρου κατατασσομένων θέλει ἐπέλθει σύγχυσις μεταξὺ τῶν διαθεσίμων τούτων, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνυποτάκτων.
§141ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τῶν εἰς τὸ πυροβολικὸν κατατασσομένων, ἡ διάταξις αὕτη καὶ ἡ δι’ αὐτῆς τασσομένη προθεσμία εἶναι παλαιὰ, τυπικῶς δὲ μόνον ἀναγράφεται εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Αὐτὴν τὴν εὐκολίαν εἶχε καὶ πρότερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὸ πυροβολικὸν, καὶ ἤδη τὴν ἐπεκτείνει καὶ εἰς τὸ πεζικόν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ εὐκολία αὕτη εἶναι ἀναγκαία, διότι εὐκολύνει ὄχι μόνον τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ προσέλθωσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι, νὰ δεχθῇ ἑτέραν τροπολογίαν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, τῆς ὁποίας ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ἡ κοινωνία. Βεβαίως δὲν ζητῶ γενικὴν τροπολογίαν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, διότι ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θέλει ὑποβάλει τοιαύτην μετὰ χρόνον τινὰ, ἀφοῦ προηγουμένως μελετήσῃ τὸ ζήτημα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀπολύτως ἀναγκαῖον εἶναι νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις, οὕτως ὥστε οἱ διαθέσιμοι, οἵτινες ὁρίζονται διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ἐνιαυσίου νομοσχεδίου διὰ τρίμηνον ὑπηρεσίαν, νὰ μὴ ὑποχρεοῦνται, συνεπείᾳ τῶν κενῶν τῶν παρουσιαζομένων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τριμήνου ὑπηρεσίας των, νὰ ὑπηρετῶσιν ἀντὶ τῶν ἀνυποτάκτων. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ ὅταν ἄλλοτε ἦλθε τὸ ζήτημα, ἅπασα ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη, καὶ ἡ κοινωνία ἀναγνωρίζει, ὅτι ὁ στρατεύσιμος, ἀναλόγως τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέχει, προετοιμάζει τὰ τοῦ οἴκου καὶ τὰ τοῦ ἐμπορίου του καὶ ἐν γένει τὰ τῆς παραγωγικῆς ἐργασίας του, οὕτως ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας του. Ὁ εἰς τρίμηνον ὑπηρεσίαν ὑπόχρεως κανονίζει αὐτὰ διὰ τρεῖς μῆνας. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κανονίσει διὰ τρεῖς μῆνας τὰ ἔργα αὐτῶν, αἴφνης τοὺς ὑποχρεοῖ ὁ νόμος νὰ παραμείνωσιν ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ πολλοὺς ἔτι μῆνας, διότι ἕτεροι συμπολῖταί των εἶναι ἀνυπότακτοι καὶ παραβαίνουσι τὸν νόμον, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον. Δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν διάταξιν ἄλλην, ἥτις νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν προσέλευσιν τῶν ἀνυποτάκτων. Διότι νομίζω, ὅτι ὁ μόνος λόγος τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι τὸ νὰ καθίστανται ἐνδιαφερόμενοι οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι τοῦ διαθεσίμου, καὶ νὰ φροντίζωσι νὰ ὑποδεικνύωσι τὸν ἀνυπότακτον, ἕνεκα τῆς μὴ προσελεύσεως τοῦ ὁποίου θὰ ὑποχρεωθῇ ὁ συγγενής των νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ στρατῷ. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, παρέχει δὲ καὶ ἀφορμὰς, ὅπως γεννῶνται ἔριδες καὶ μίση μεταξὺ τῶν κατοίκων τοῦ αὐτοῦ χωρίου, καὶ πολλάκις νὰ ἐπέρχωνται καὶ δυστυχήματα. Πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν ἀνεγνώσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι τὸν ἀτυχῆ Στενὸν, ἕνα ἄριστον Δήμαρχον τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν, ἐφόνευσεν ἐν τῷ καφενείῳ εἷς τοιοῦτος ἀνυπότακτος, ὅστις συνελήφθη, ὅπως ἀπολυθῇ ἄλλος διαθέσιμος, ὁ ὁποῖος ἐκρατεῖτο ἀντ’ αὐτοῦ. Βλέπετε ὅτι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐπέρχονται ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, εἶναι μείζονα τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα αὕτη ἀποφέρει. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀποδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§142Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εὐαρεστήθητε νὰ καταθέσητε τὴν τροπολογίαν σας ἐγγράφως, καὶ θέλω τὴν μελετήσει.
§143ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου.
§144ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὴν ἀναβολὴν τῆς κατατάξεως τῶν διαθεσίμων διὰ τὸ πυροβολικὸν, ἐγὼ δὲ εἶπον, ὅτι, ἐπιτρεπομένης σήμερον διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τῆς ἀναβολῆς κατατάξεως καὶ τῶν πεζῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολυπληθέστεροι, μὴ ὁριζομένου δὲ τοῦ αὐτοῦ χρόνου διὰ τὴν προσέλευσιν καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ, θέλει ἐπέλθει σύγχυσις, καὶ θέλει αὐξήσει ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνυποτάκτων οὐχὶ ἐξ αἰτίας αὐτῶν, διότι πολλοὶ οὔτε γνωρίζουσιν, ἐὰν ὡρίσθησαν νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸ πεζικὸν ἢ τὸ πυροβολικόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἓν κοινὸν μέτρον δι’ ὅλους τοὺς διαθεσίμους, καὶ νὰ μὴ καλῶνται οὗτοι κλιμακηδὸν καὶ ἀναλόγως τοῦ σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσιν, οἱ μὲν εἰς τὸ πεζικὸν μέχρι τῆς 1ης Μαρτίου, οἱ δὲ εἰς τὸ πυροβολικὸν μέχρι τῆς 1ης Ἰουνίου τοῦ ἐπιόντος τῆς κληρώσεώς των ἔτους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἱδρύσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης.
§146ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι θέλομεν πράξει ἀσφαλέστερον καὶ ἴσως θέλομεν δυνηθῆ νὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον πάντες προτιθέμεθα, ἐὰν παρακαλέσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ λάβῃ τὸ νομοσχέδιόν σας ὑπ’ ὄψιν, καὶ συζητήσῃ καὶ ἐπὶ πάσης ἄλλης γνώμης, καταρτίσῃ δ’ οὕτω πλῆρες νομοσχέδιον.
§148ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἐγὼ εὐγνωμόνως ἀποδέχομαι τὴν γνώμην σας.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀποδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποσταλῇ ἡ πρότασις αὕτη εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν;
§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§151ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὰ Ἐπιμελητήρια συνέστησαν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάντες οἱ ἐκ σταφιδοπαραγωγικῶν ἐπαρχιῶν καταγόμενοι γνωρίζουσιν ὡς ἐπιθυμίαν τῶν σταφιδοκτημόνων, εἶναι ὅλως διάφορον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος προτείνει. Εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει, οὐχὶ ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν προερχόμενος, ἀλλ’ ἐκ πάσης ἐπαρχίας συνάδελφος, θέλων νὰ παρεμποδίσῃ σκοπὸν τοιοῦτον. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ζωγράφου, ἀντὶ νὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκομεν, θέλει τοὐναντίον ἀναβάλει αὐτὸν ἐπ’ ἄπειρον. Ὁ κ. Ζωγράφος ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει λέγει, ὅτι ἡ συστηθησομένη Τράπεζα θέλει προνοήσει περὶ ὅλων! θέλει παράσχει τὰ μέσα τῆς ἐτησίας καλλιεργίας, θέλει φροντίσει περὶ τῆς παραλαβῆς τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ τῆς ἐκποιήσεως αὐτοῦ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ, ἰδίως δὲ θέλει ἀπαλλάξει τοὺς παραγωγοὺς ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῆς τοκογλυφίας. Ἐὰν μελετήσῃ ὅμως τὸ νομοσχέδιόν του, θέλει ἴδει, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ μεταβιβάζει ἁπλῶς τοὺς παραγωγοὺς τούτους εἰς τοὺς ὄνυχας ἑτέρων τοκογλύφων, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς διὰ νόμου θὰ καθιερώσωμεν· τὴν δὲ τοκογλυφίαν, ἥτις σήμερον καταδικάζεται ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως, θέλομεν περιβάλει διὰ τοῦ ἠθικοῦ κύρους τοῦ ἐθνικοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ κ. συνάδελφος, ἀκούσας βεβαίως τὰ παράπονα τῶν σταφιδοκτημόνων, συνεκινήθη, καὶ ἠθέλησε φιλοτίμως νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας των, ἀλλ’ ἐν τῇ σπουδῇ αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἡ συγκίνησις ἐπέφερε, δὲν ἐμελέτησε καλῶς τὸ ζήτημα. Βεβαίως ἐμελέτησεν αὐτὸ ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν, ὅπως ἁρμόζῃ εἰς τὰς μελέτας καὶ τὰς γνώσεις αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐμελέτησε τοῦτο ὑπὸ τὴν πρακτικὴν αὐτοῦ ἔποψιν. Ἕκαστος τόπος ἔχει τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἀνάγκας, ἔχει ἰδίας συνηθείας καὶ ἴδιον τρόπον περὶ τὰς πράξεις τὰς παρομαρτούσας εἰς τὸ προϊὸν τοῦτο, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου ἐκ τεσσάρων ἄρθρων, ὅσον καλὸν καὶ ἂν ἦναι τοῦτο θεωρητικῶς, νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἁπάσας τὰς διαφόρους ταύτας ἀνάγκας. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ εἰς τὸ στάδιον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ζωγράφος εἶναι δεινὸς, εἰς τὸ οἰκονομολογικὸν, εἰσάγει νέας τινὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας δὲν πιστεύω νὰ ἐπιδοκιμάζῃ ἡ Βουλή· προτείνει νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι, τοὺς ὁποίους θὰ πληρώνωσιν ἅπαντες ἀνεξαιρέτως οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ σταφιδοκάρπου πρὸς τὴν Τράπεζαν αὐτὴν, χωρὶς νὰ ἦναι βέβαιον, ὅτι ὅλοι, ὅσοι θὰ πληρώνωσι τοὺς φόρους αὐτούς, θὰ δανείζωνται· διότι τὰ 10,000,000, ἅτινα προτείνονται ὡς κεφάλαια τῆς Τραπέζης, ἀμφιβάλλω ἐὰν ἦναι ἀρκετὰ, ἵνα δανεισθῶσιν ὅλοι οἱ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ δανεισθῶσιν, εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι ἐκεῖνοι θὰ δύνανται νὰ δανείζωνται μόνον, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὰς μεγαλειτέρας ἀσφαλείας, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὴν μεγαλειτέραν ἀνάγκην, ἡ πάσχουσα τάξις τῶν κτηματιῶν δὲν θὰ δύναται νὰ δανείζηται, διότι αὕτη ἔχει βεβαρυμένα τὰ κτήματά της δι’ ὑποθηκῶν. Αὕτη δὲ κυρίως ἡ τάξις ἔχει ἀνάγκην ἀρωγῆς καὶ προστασίας, καὶ περὶ ταύτης τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, δὲν προνοεῖ. Τὸ μόνον, ὅπερ θὰ προκύψῃ ἀσφαλῶς ἐκ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, εἶναι, ὅτι θὰ ἀφαιρεθῶσι 300,000 δραχμῶν ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, καὶ ὅτι θὰ ἐξασφαλισθῇ ἓν κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι ἀνώτερον τῶν 10%, ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὴν γεναιότητα νὰ προσφέρωσι τὰ κεφάλαιά των. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν προβαλλόμενον, ὄχι μόνον δὲν συντελεῖ εἰς τὸ νὰ προαγάγῃ τὴν ἰδέαν τῆς συστάσεως σπουδαίας Τραπέζης σταφιδικῆς, ἀλλὰ θέλει καταστρέψει καὶ πᾶσαν ἐλπίδα συστάσεως τοιαύτης καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Πᾶσα πρόωρος εἰσαγωγὴ τοιούτου νομοσχεδίου δύναται νὰ παραβλάψῃ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ μόνον τὴν φιλοτιμίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νὰ προβάλωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Διὰ τοῦτο ὀρθῶς προτείνεται ν’ ἀποσταλῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐμβριθῶς μελετηθῇ, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ κατ’ ἐπαρχίας πρέπει νὰ προκληθῇ ἡ σύστασις ἐπιτροπῶν, καὶ ἡ γνωμοδότησις αὐτῶν ἐπὶ ζητήματος τόσον σοβαροῦ.
§152ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω τίποτε πρὸς ἀπάντησιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου λεχθέντων, διότι ἐγὼ ἔθεσα ἀνωτάτους ὅρους, μέχρι τῶν ὁποίων δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ συνάψῃ σύμβασιν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ πρότασις νόμου περὶ ἱδρύσεως Σταφιδικῆς Τραπέζης θέλει παραπεμφθῆ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 205,840:50 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1891.
§154ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλάκις κατεκρίναμεν τὸ μέτρον τοῦ νὰ εἰσάγωνται πιστώσεις διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἐνῷ ἀκόμη ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἐκκρεμής. Νομίζω ὅτι τακτικώτερον εἶναι νὰ προστίθηνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αἱ τοιαῦται πιστώσεις. Τοῦτο δὲ ἔπραξεν ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ μίαν ἄλλην πίστωσιν ἐξ 150,000 δραχμῶν.
§155ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν διαφωνοῦμεν πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ πιστώσεως ἐχούσης σχέσιν μὲ τὰς δαπάνας τοῦ 1891, πρόκειται περὶ πιστώσεως ἀναφερομένης εἰς κεκλεισμένας χρήσεις καὶ παρελθούσας, διότι πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου πρὸς πληρωμὴν ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατεδικάσθη νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ ὁποῖον μετὰ τῶν τόκων αὐτοῦ μέχρι τέλους τοῦ παρόντος μηνὸς ὑπελογίσθη εἰς τὸ διὰ τῆς πιστώσεως αἰτούμενον ποσόν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀπόφασις αὕτη, ἡ δικαιοῦσα τὸ ἐν Ζακύνθῳ φιλανθρωπικὸν ἵδρυμα τῆς Ἀθηναΐδος Ψιμάρα, προσεβλήθη διὰ τριτανακοπῆς καὶ οὕτω παρεκωλύθη ἡ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καταβολὴ, ὑποχρεοῦται δὲ τοῦτο εἰς πληρωμὴν τόκων, ἐφ’ ὅσον κρατεῖ τὰ χρήματα ταῦτα, πρὸς 8% κατ’ ἔτος, ὡς ὁρίζει ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις, διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὴν πίστωσιν ταύτην, ὅπως κατατεθῇ τὸ ποσὸν εἰς μίαν Τράπεζαν, καὶ οὕτω παύσῃ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου πρὸς πληρωμὴν τόκων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν δαπάνη, ἥτις οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς αὐτὸν, ἀλλ’ ἀνάγεται εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὴν περιλάβω.
§156ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θεωρῶ κανονικώτερον νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τοὺς νόμους περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τῆς ὑπηρεσίας τῶν βοηθῶν τῆς ἄλλοτε ἐπιτροπῆς τοῦ ταμείου τῆς συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων.
§158ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν φρονεῖτε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ἐκ τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ, πρέπει νὰ προταθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Πρόκειται περὶ συντάξεως ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων. Ἀφοῦ ψηφίζεται, φαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ παραδέχεται· ἑπομένως εἶναι ὀρθότερον, αὐτὴ νὰ τὸ προτείνῃ.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδήλωσε γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· τὸ νομοσχέδιον ἐπροτάθη ὑπὸ 27 Βουλευτῶν, τῶν ὁποίων τὰς ὑπογραφὰς ἀναγινώσκομεν ὑπ’ αὐτό. Ἡ Κυβέρνησις, εὐλαβουμένη τοιαύτην νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἀνέγραψεν αὐτὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ τὸ προέταξεν ἐν ᾗ θέσει εὑρίσκεται, ἡ δὲ Βουλή, ἐλευθέρα ἐν τῇ κρίσει αὐτῆς, ψηφίζει ἤδη ἐπ’ αὐτοῦ. Μετὰ τὴν ψήφισίν του ἡ Κυβέρνησις θέλει σκεφθῇ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς κύρωσιν ἢ ὄχι.
§160ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἡ πρότασις τοιούτου νομοσχεδίου ὑπὸ Βουλευτῶν.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται λοιπὸν ἔνστασις ἀπαραδέκτου τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§162ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει ἄδικον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε δέχεται ἡ Βουλή, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον;
§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὰ ἑπόμενα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς ά συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς καταμέτρησιν τοῦ ἀδηλώτου οἴνου. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς αʹ συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Νέδοντι).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ ΧΞΔʹ νόμου τῆς 27 Δεκεμβρίου 1877 καὶ περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύει τοῦ ἄρθρου 87 τοῦ ΧΜΗʹ νόμου τῆς 17 Σεπτεμβρίου 1877 περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσσης κ. Γ. Φιλαρέτου (ἀναγινώσκεται).
§168Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου παρατηρεῖτε, ὅτι πρόκειται νὰ ἀναβιώσῃ ἡ διάταξις τοῦ 87ου ἄρθρου τοῦ νόμου. Ἐπιμένω προτείνων, ὅτι δὲν πρέπει κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ γείνῃ ἡ ἀναβίωσις, πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ κείμενον· καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔπρεπε νὰ σημειωθῇ τὸ ἄρθρον, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους καὶ ἄλλοτε εἶπον. Τὸ νομοσχέδιον ἐπαναφέρει τὴν διάταξιν τοῦ παλαιοῦ νόμου, ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη σπουδαία πρὸς τροποποίησιν τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, διότι, ὡς ἦτο διατετυπωμένος, ἀορίστως, ἦσαν ἐκτεθειμμένοι οἱ ὑπάλληλοι εἰς καταδιώξεις κομματικάς· διότι τὸ ἄρθρον 87 λέγει (ἀναγινώσκει): «Δημόσιοι ἢ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ δικαστικοὶ λειτουργοί, οἵτινες ἤθελον ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐκ προθέσεως ἐνήργησαν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον πρὸ ἢ ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας ὑπὲρ ἢ κατά τινος τῶν ὑποψηφίων, τιμωροῦνται διὰ χρηματικῆς ποινῆς 500 δραχμῶν καὶ διμήνου φυλακίσεως, συνεπαγομένης πενταετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων». Δηλαδὴ «καθ’ οἱονδήποτε τρόπον». Διὰ τοῦτο ἦλθεν ὁ μεταγενέστερος νόμος, καὶ προσέθηκε τὰς λέξεις «καταχρώμενοι τὴν ἑαυτῶν ἐξουσίαν». Ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου 87 εἶναι καὶ τὸ 88, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν αὐτὴν ἀοριστίαν, ἀλλ’ ἐκεῖνο ἀφορᾷ εἰς τοὺς στρατιωτικούς. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι, προκειμένου λόγου νὰ βελτιωθῇ ὁ νόμος, ἔπρεπε νὰ ὁδηγηθῶμεν ἐκ τῆς πείρας· διὰ τοῦτο ὑπέβαλον τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας δέχομαι τὴν ἀναβίωσιν μὲ τὴν ἑξῆς τροποποίησιν (ἀναγινώσκει): «Δημόσιοι ἢ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ δικαστικοὶ λειτουργοί, οἵτινες ἤθελον ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐκ προθέσεως ἐνήργησαν, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καταχρώμενοι τὴν ἑαυτῶν ἐξουσίαν, ἀπὸ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 28 δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου περὶ ἀνακηρύξεως τῶν ὑποψηφίων μέχρι τοῦ πέρατος τῆς διαλογῆς ὅλων τῶν καλπῶν ὑπὲρ ἢ κατά τινος τῶν ὑποψηφίων, τιμωροῦνται διὰ χρηματικῆς ποινῆς πεντακοσίων δραχμῶν καὶ διμήνου φυλακίσεως, συνεπαγομένης πενταετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων». Ἐγὼ προσθέτω τὰς λέξεις «καταχρώμενοι τὴν ἑαυτῶν ἐξουσίαν». Ἐπειδὴ ὅμως ἀκριβῶς ὑφίσταται ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος τοῦ ἀδικήματος, διότι ἐνταῦθα ἀνεφάνησαν πολλὰ ζητήματα, καθόσον τινὲς εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διαπράξεως τοῦ ἐγκλήματος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, διότι δύναται νὰ γείνῃ τὸ Σάββατον καὶ νὰ μὴ θεωρηθῇ ἐκλογικὸν ἀδίκημα, διὰ τοῦτο ὥρισα τὸν χρόνον, διότι τὸ «πρὸ» ἐκεῖνο τοῦ νόμου εἶναι ἀόριστον, εἰς ὁρισμὸν δὲ τοῦ χρόνου ἀνέτρεξα εἰς τὸ ἄρθρον 28ον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν ἀνακήρυξιν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει παραδεχθῆ τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι αὕτη οὐδὲν ἀφαιρεῖ ἐκ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μόνον ὁρίζει τὸν χρόνον. Ἐνόμισα καλὸν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν καὶ ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 88, διότι ἡ αὐτὴ ἀοριστία ὑπάρχει, ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάσισεν, ὅτι καὶ 10 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἂν γείνῃ ἡ πρᾶξις, δὲν θεωρεῖται ἐκλογικὸν ἀδίκημα.
§169ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «καταχρώμενοι τῆς ἑαυτῶν ἐξουσίας», νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, στενεύει τὸ ἄρθρον· διότι νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐνέργεια τοῦ ὑπαλλήλου σκανδαλώδης ἄνευ καταχρήσεως τῆς ὑπηρεσίας. Π. χ. τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς ὁ Εἰσαγγελεὺς μεταβαίνει εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ ὑποψηφίου καὶ παρακάθηται καὶ δέχεται τοὺς ἐκλογεῖς καὶ συνιστᾷ τὸν ὑποψήφιον· εἰς τοῦτο βεβαίως οὐδεμία ὑπάρχει κατάχρησις τῆς ἐξουσίας, διότι οὐδένα ἐπίεσε· νομίζετε ὅμως, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἔγκλημα καὶ δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθῇ; Δύναται τὸ «καταχρώμενοι» νὰ τεθῇ ὡς ἐπιβαρυντικὴ περίπτωσις· νὰ διαιρεθῇ τὸ ἄρθρον εἰς δύο ἐδάφια, καὶ εἰς μὲν τὸ πρῶτον νὰ ὁρισθῇ μικροτέρα ποινή, εἰς δὲ τὸ δεύτερον βαρυτέρα, ὡς ἐπιβαρυντικὴ περίπτωσις τῶν καταχρωμένων τὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν ἀπολύτως ἀποκτῶμεν κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας εἰς πᾶσαν ἐκλογικὴν ἐνέργειαν τῶν ὑπαλλήλων, θὰ ἀφήσωμεν πλείστας πράξεις ἀτιμωρήτους ἐντελῶς, διότι τὴν κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποδείξωμεν. Ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν πόσαι παραβιάσεις κατηγγέλθησαν, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς γενόμεναι ἐπὶ καταχρήσει τῆς ἐξουσίας.
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διακρίνωμεν τὰς ἀξιοποίνους πράξεις εἰς ἐλαφροτέρας καὶ εἰς βαρυτέρας, καὶ προσθέσωμεν ἀναλόγους ποινάς. Λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη, διότι αἱ ποιναὶ, αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, καὶ αὐταὶ αἱ ἀναγραφεῖσαι ἐν τῇ τροποποιήσει, εἶναι βαρεῖαι. Τιμωροῦνται οἱ παραβάται διὰ χρηματικῆς ποινῆς 500 δραχμῶν, διὰ διμήνου φυλακίσεως, διὰ πενταετοῦς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Αἱ ποιναὶ αὐταί εἰσιν ἱκαναὶ νὰ τιμωρήσωσιν ἕκαστον ὑπάλληλον, παραβαίνοντα τὸ καθῆκόν του. Ἄλλαι ἀντιῤῥήσεις ἐπροτάθησαν, μία μὲν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐλλιπὲς, διότι δὲν περιέλαβε τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ὁ νεώτερος νόμος εἶχε περιλάβει, τὸν ὅρον «καταχρώμενοι τῆς ἑαυτῶν ἐξουσίας». Δευτέρα παρατήρησις προετάθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσδιορισθῇ ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ πράξεις καθίστανται κολάσιμοι, διότι ὁ παλαιὸς νόμος εἶχε τοιοῦτον προσδιορισμὸν, περιλαβὼν τὰς λέξεις «πρὸ» καὶ «μετὰ», ἐνῷ ὁ νέος νόμος κατήργησε ταύτας. Ἐπὶ τοῦ πρώτου παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ νομοθέτου δὲν ἦτο νὰ μὴ τιμωρῇ ἄλλην πρᾶξιν τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐὰν ἐγένετο ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ὠφελήσωσιν ἕνα τῶν ἀνταγωνιζομένων κατὰ τὰς ἐκλογάς, νὰ τιμωρῇ δὲ μόνον ἐκείνας αἱ ὁποῖαι διεπράχθησαν διὰ καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας, διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἐπιεικεστάτη γνώμη πρὸς τοὺς παραβάντας τὸ καθῆκόν των. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 87 εἶναι πλήρης, δὲν ἀπαιτεῖ, ἵνα χαρακτηρίσῃ τις τὴν πρᾶξιν, ἢ τὴν πρόθεσιν τοῦ διαπράξαντος ὑπαλλήλου, ἂν εἶχε σκοπὸν νὰ ὠφελήσῃ ἢ ζημιώσῃ τινὰ ἐκ τῶν ἀνταγωνιζομένων, καὶ ἂν μετὰ τοῦ σκοποῦ τούτου ἐνήργησεν. Ὁ νόμος ἐκήρυξεν αὐτὴν πρᾶξιν κολάσιμον. Ὑποθέσατε ὅτι εἶσθε ἐν ἀγροτικῷ τινι δήμῳ, καὶ ὁ δημοτικὸς ἀστυνόμος ἐξέδωκε διάταξιν ἀστυνομικὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγόρευε νὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ τὴν οἰκίαν των οἱ κάτοικοι· αὐτὸς ἐν τῇ ἁρμοδιότητί του ἔπραξε πρᾶξιν νόμιμον, εἶχεν ὅμως πρόθεσιν διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης νὰ ὠφελήσῃ ἕνα τῶν ἀνταγωνιζομένων καὶ βλάψῃ ἄλλους. Ἡ πρᾶξις εἶναι κολάσιμος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἄρθρου 87 ἐκ προθέσεως μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ ἐνεργήσῃ ὑπὲρ ἢ κατὰ τῶν ὑποψηφίων εἶναι ὀρθὸς, θέλει δ’ εἶσθαι ἐξασθένησις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἐὰν θελήσητε νὰ προσθέσητε περισσοτέρους περιορισμοὺς, διότι ἐν τοῖς μείζοσι προσδιορισμοῖς ἤθελον κηρυχθῆ μὴ κολάσιμοι πράξεις καὶ ἂν διεπράχθησαν πρὸς ἀλλοίωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος. Ὁ Ἄρειος Πάγος, ὁ ὁποῖος διὰ δύο ἀποφάσεων ἡρμήνευσε τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου τοῦ 1877, ὡδηγήθη ἀπὸ γραμματικὴν ἀληθῶς ἑρμηνείαν· ἡ λέξις «τῶν ψηφοφορουμένων» νομίζω ὅτι ἀπεπλάνησεν αὐτὸν, θεωρήσαντα ὅτι ὁ νόμος δὲν τιμωρεῖ ἄλλας πράξεις ἢ τὰς τελουμένας τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἂν ὀρθῶς ἢ κακῶς ἡρμήνευσε τὸν νόμον. Πρέπει ὅμως νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη τοῦ νόμου εἶναι πλήρης ἐξασθένησις τῆς νομιμότητος τῶν ἐκλογῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέλαβον, ὅτι ὤφειλον νὰ προτείνω τὴν τροποποίησιν ταύτην. Μεταξὺ τῶν ἄλλων παρετηρήθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἐλλείψεις, διότι ἐπαναφέρει ἐν ἰσχύϊ τὸ ἄρθρον 87 τοῦ νόμου τοῦ 1877, παρέλιπε δὲ νὰ προσδιορίσῃ τὸ χρονικὸν σημεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἄρχεται ὁ ἐγκληματικὸς χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν προταθεῖσαν συμπλήρωσιν, ἤτοι τὸν προσδιορισμὸν «ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεως», ἀλλὰ χρεωστῶ νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ ὁ τοιοῦτος προσδιορισμὸς εἶναι περιορισμός. Πολλάκις συμβαίνει, πρόσωπα ἐκτιθέμενα εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ ἦναι γνωστὰ πολὺ πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως. Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πυλίας θέλει ἐκτεθῆ ὁ κ. Μισυρλῆς, καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τριφυλίας ὁ κ. Σωτηρόπουλος; Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν πλήρη εὐρύτητα εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ δικαστηρίου καθὼς ἐπίσης καὶ τὸν προσδιορισμὸν τῆς ποινῆς.
§171ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον 87 ὡς ἔχει, θὰ περιαγάγωμεν εἰς προφανῆ κίνδυνον ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους· ἂν εἷς ὑπάλληλος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς ψηφοφορήσῃ, — καὶ τοῦτο εἶναι δικαίωμά του, — ἰδοὺ εἷς τῶν τρόπων, διὰ τῶν ὁποίων ἐνεργεῖ ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ὑποψηφίου. Ἐρωτῶ: ἠμπορεῖ οὗτος νὰ μὴ ὑπαχθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 87, ἐὰν μείνῃ ὡς ἔχει; Θ’ ἀπαντήσητε ἴσως, ὅτι ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ· ἀλλ’ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ εἶχεν ἀφεθῆ καὶ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καταργεῖται, καὶ ὅμως εὑρέθησαν δικασταί, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ λέξις «ψηφοφορίας», τότε μόνον οἱ ὑπάλληλοι τιμωροῦνται, ὅταν ἐνεργήσωσι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται νὰ εὑρεθῇ δικαστὴς νὰ εἴπῃ ὅτι, ἐπειδὴ ὁ δεῖνα ὑπάλληλος ἔλαβεν ἄδειαν καὶ μετέβη εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας καὶ ἐψηφοφόρησεν ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου δεῖνος, τιμωρεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 87. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φανῶμεν ὀλίγον αὐστηρότεροι περὶ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, διότι διατρέχομεν σπουδαῖον κίνδυνον. Νομίζω ὅτι, ἀντὶ τῶν λέξεων «ποιούμενοι κατάχρησιν τῆς ἑαυτῶν ἐξουσίας», δυνάμεθα προσφυέστερον νὰ εἴπωμεν: «ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ἑαυτῶν ἐξουσίας». Εἷς ὑποταμίας λ. χ. ἐκδίδει χίλια ἐντάλματα εἰς διάστημα 10 ἡμερῶν κατὰ τῶν ἀντιπάλων ἑνὸς ὑποψηφίου, τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζει. Αὐτὸς ἐνεργεῖ ἐντὸς τῆς ἐξουσίας του, καὶ δὲν κάμνει κατάχρησιν αὐτῆς· ὥστε κατὰ τὸ ἄρθρον μένει ἀτιμώρητος. Καὶ ὅμως ἡ ἐπέμβασις εἶναι κατάδηλος. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ διατυπώσωμεν τὸ οἰκεῖον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου μέρος ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν ἐκ προθέσεως ἐνήργησεν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ἑαυτοῦ ἐξουσίας κλπ.»
§172ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Περὶ τῶν ὑπαλλήλων ἐν καιρῷ τῆς ψηφοφορίας προὐνόησεν ἕτερον ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ἄρθρον 62, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ δημοτικοὶ ἐπιτρέπεται νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, ὅταν καλῶνται, ὅπως ψηφοφορήσωσιν. Ὥστε τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου εἶναι σαφές· ὁ ὑπάλληλος δύναται νὰ βλάψῃ ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, χωρὶς νὰ ἦναι ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ὑπηρεσίας του. Ἐὰν μεταβάλητε τὸ ἄρθρον, θ’ ἀφήσητε πολλὰ ἐγκλήματα ἀτιμώρητα.
§173Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐκ πολλοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς αὐτὴν ὅλην τὴν ἐλευθερίαν νὰ κρίνῃ τὴν παράβασιν τῶν νόμων. Ἐὰν εἴχομεν δικαιοσύνην ἀληθῆ, ἦτο περιττὸς ὁ νόμος. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὀπαδὸς ἐκείνου, ὅστις εἶπεν, ὅτι μὲ καλοὺς δικαστὰς καὶ οἱ κακοὶ νόμοι καλῶς ἐφαρμόζονται, ἀλλὰ μὲ κακοὺς δικαστὰς καὶ οἱ καλοὶ νόμοι εἰς οὐδὲν χρησιμεύουσιν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅπως καὶ ἂν κάμωμεν τὸν νόμον, δὲν εἴμεθα ἐξησφαλισμένοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θρηνῳδῶ ματαίως καὶ αὖθις περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης· ἀλλὰ προκειμένου νὰ νομοθετήσωμεν, ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ἐθεώρησα καλὸν νὰ περιορίσω τὰ ὅρια τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ὅσον οἷόν τε ἀκριβῶς. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι τὴν αὐστηροτάτην τιμωρίαν τῶν ἐκλογικῶν ἐγκλημάτων· ὁ πόθος μου δὲν ἐξεπληρώθη ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῆς δικαιοσύνης διὰ τὰ κατὰ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου ἐκλογικὰ ἀδικήματα, ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ τρέξωμεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, καὶ νὰ ψηφίσωμεν νόμον, μὴ δυνάμενον νὰ ἐφαρμοσθῇ· διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ ἀπεριόριστον ὡς τὸ ἀναγράφει ὁ νόμος, εἶναι τόσῳ ἐλαστικόν, ὥστε ἡ ἐλαχίστη κακὴ πρόθεσις δύναται νὰ ἐκθέσῃ εἰς κίνδυνον ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους. Νομίζω ὅτι, ὅσῳ καλλίτερος εἶναι ὁ νόμος, τόσον ἀσφαλέστερον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐκ προθέσεως ἐνήργησε· διότι, ἐνόσῳ δὲν γίνεται κατάχρησις ἐξουσίας, πῶς δύνασθε νὰ τιμωρήσητε; Ἀλλὰ περὶ τούτου εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ τὴν γνώμην μου. Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θέλομεν ἐξασθενήσει τὴν διάταξιν, ἂν ὁρίσωμεν τὴν ἀνακήρυξιν τῶν Βουλευτῶν ὡς σημεῖον χρονικὸν ἐνάρξεως· ἀλλὰ νομίζει, ὅτι, ἐὰν δὲν τὸ ὁρίσωμεν, ἡ δικαιοσύνη θέλει χαρακτηρίσει ὡς ἐκλογικὸν ἀδίκημα καὶ πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως τῶν Βουλευτῶν, ἀφοῦ μὲ τὰς ὑπαρχούσας διατάξεις ὁ Ἄρειος Πάγος διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 443 τοῦ 1882 ἀποφάσεώς του παραδέχεται, ὅτι ἡ πρὸ 10 ἡμερῶν ἐκτελεσθεῖσα παραβίασις δὲν θεωρεῖται ὡς ἐκλογικὸν παράπτωμα, καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 191 τοῦ 1880 βούλευμα τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν τὰ αὐτὰ παρεδέχθη; Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεως.
§174ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάσισεν οὕτω, διότι δὲν ἴσχυε τότε τὸ ἄρθρον 87 τοῦ ΧΜΗʹ νόμου, ἴσχυεν ὁ νέος νόμος ΧΞΑʹ, τὸ ἄρθρον 8 αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ τοῦτο ἐκαινοτόμησε, ῥητῶς ἀποκλεῖσαν τὸ «πρὸ τῆς ψηφοφορίας», ὅπερ καθιέρου τὸ ἄρθρον 87. Πῶς λοιπὸν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν προηγούμενον νόμον ὁ Ἄρειος Πάγος; Πολὺ ὀρθῶς ἄρα οὗτος ἀπεφάσισε κατὰ τὸν νεώτερον νόμον, τὸν ἰσχύοντα σήμερον, δεχθεὶς ὅπως μόνον αἱ ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας γενόμεναι ἐπεμβάσεις κολάζωνται. Ἀκριβῶς δὲ τὸ ἄτοπον τοῦτο τοῦ νέου νόμου προτίθεται νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, βεβαίως, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γένηται ἀνακήρυξις ὅπως γνωσθῶσι: τὰ συναγωνισθησόμενα πρόσωπα ἐν ταῖς ἐκλογαῖς· ταῦτα καὶ πολὺ πρὸ ταύτης εἰσὶ γνωστά, καὶ ἑπομένως δυνατὸν νὰ γένηται ἐπέμβασις καὶ πολὺ πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως, καὶ σπουδαίως νὰ ἐπιδράσῃ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ διαίρεσις δέον νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν κρίσιν τῶν δικαστηρίων, καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
§175ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§176ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα. Ὑποθέτω ὅτι ἡμεῖς δὲν προέβημεν ἀκόμη εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἐκλογικῶν ἐλευθεριῶν περισσότερον τῶν Ἄγγλων· οἱ Ἄγγλοι εἶναι πολὺ αὐστηρότεροι· καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ἔχουσι θεσμὸν, καθ’ ὃν ἀπαγορεύεται εἰς ὅλους τοὺς ἀστυνομικοὺς ὑπαλλήλους νὰ ψηφίζωσι κατὰ τὰς ἐκλογάς. Βλέπετε ὅτι τοσοῦτον σέβονται τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, ὥστε τοὺς ἄρχοντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῶν προσώπων, ὡς ἐκ τῆς ἀμέσου ἐπαφῆς πρὸς αὐτὰ, τοὺς ἀπεστέρησαν διὰ νόμου ἀπὸ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν μείζονα ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν, διότι τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τὴν χορηγοῦμεν πρὸς πάντας τοὺς πολίτας, καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς δημοσίους καὶ δημοτικοὺς ὑπαλλήλους. Ἔρχεται ὅμως ἡ ἀμφιβολία, τί εἶναι προτιμότερον· τὴν λέξιν «ἐκ προθέσεως» νὰ ἀφήσωμεν, ἢ τὴν λέξιν «κατάχρησιν»; Εἴτε τὸ ἓν, εἴτε τὸ ἄλλο πράξητε, δὲν δύνασθε ποτὲ νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸν δικαστὴν τὴν ἐλευθερίαν τῆς κρίσεως· ἂν ἐπὶ ὡρισμένης κατηγορίας παρέβη τὸν νόμον ὁ ὑπάλληλος, ἢ ὄχι, ἂν ἔκαμε κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας του ἢ ὄχι, πάντοτε ὁ δικαστὴς θὰ κρίνῃ, ἂν εἶχε πρόθεσιν ὁ κατηγορούμενος νὰ καταχρασθῇ τὴν δημοσίαν αὐτοῦ ἐξουσίαν. Εἶναι ζήτημα πραγματικόν, τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε ποτὲ νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαστοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ διαφωνία μας δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν· μοὶ φαίνεται μάλιστα, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ ἀρχαιοτέρου νόμου εἶναι προτιμότερον. Ὁ κ. Ράλλης νομίζει, ὅτι, ἐὰν ἐπαναφέρωμεν τὸ κείμενον ἐκεῖνο τοῦ ἀρχαιοτέρου ἐκλογικοῦ νόμου, θὰ δημεύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ τὸν εὐχαριστῶ, διότι ἀνέγνωσε κείμενον νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπὸ οὐδένα ὑπάλληλον ἀφαιρεῖται ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος νὰ ψηφίσῃ οἱονδήποτε θέλῃ. Ὁ νόμος δὲν θέλει νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας του ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ἀλλὰ τὴν κατάχρησιν ποῦ θὰ τὴν εὕρητε; εἰς τὰς καταγγελλομένας πράξεις· αὐτὸ δὲ εἶναι πάντοτε ἀντικείμενον ἀποδείξεως· ἑπομένως ὁ δικαστὴς θὰ εὕρῃ, ἂν ἐπὶ ὡρισμένης περιστάσεως ἔκαμε κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας του ὁ ὑπάλληλος, εἴτε δημόσιος εἴτε δημοτικὸς εἴτε δικαστικὸς εἶναι οὗτος. Ἐκεῖ, ὅπου προβαίνετε, ζητεῖτε νὰ καθιερώσητε κανόνας περὶ νομικῶν ἀποδείξεων, τὸ ὁποῖον καταστρέφει τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐπὶ τῆς παρ’ ἡμῖν ποινικῆς δικαιοσύνης ἢ διαδικασίας, ὅπου ὁ δικαστὴς ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν πρὸς καταρτισμὸν τῆς πεποιθήσεώς του. Λοιπὸν δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ράλλης ἀπελπιζόμενος, λόγῳ ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ δημευθῇ ἡ ἐλευθερία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων περὶ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ αὐτῶν δικαιώματος. Δύο γεγονότα δύνανται νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν· ἂν ἔχητε Κυβέρνησιν μὴ παρανομοῦσαν καὶ μὴ ἐπεμβαίνουσαν εἰς τὰς ἐκλογάς, καὶ δημοσίους ὑπαλλήλους μὴ καταχρωμένους τῆς ἐξουσίας των, ἀλλὰ σεβομένους τὸν νόμον καὶ ἑαυτούς.
§177ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ οὐδεμία τροπολογία ἐγένετο δεκτή, βεβαίως θὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει· ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ μίαν ἄλλην πρόνοιαν περὶ τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ΑΥΙΓʹ τοῦ 1887, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὅστις ἁρπάσῃ ἢ καταστρέψῃ ὁπωσδήποτε κάλπην τινὰ ἢ τὰ πρακτικὰ τῆς ψηφοφορίας ἢ τῆς διαλογῆς τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον δύο ἐτῶν καὶ μὲ πενταετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων. «Μὲ τὴν αὐτὴν ποινὴν τιμωρεῖται καὶ ὅστις ῥίψῃ ἐν κάλπῃ σφαιρίδια, εἴτε ψηφοφορῶν, πλείονα τοῦ ἑνός, εἴτε καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον». Ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου προέκυψεν ἡ ἑξῆς ἀμφιβολία, καὶ αἱ γνῶμαι τῶν δικαστηρίων ἐδιχάσθησαν. Ἐὰν δηλαδὴ ῥίψῃ τις περισσότερα σφαιρίδια ψηφοφορῶν, βεβαίως τιμωρεῖται κατὰ τὸ ἐδάφιον αὐτό· ἐὰν ἐπίσης κατ’ ἄλλον τρόπον ῥίψῃ σφαιρίδια ἐντὸς τῆς αὐτῆς κάλπης καὶ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος, τιμωρεῖται. Ἀλλ’ ἐὰν ψηφοφορήσῃ τὴν αὐτὴν ἡμέραν εἰς διάφορα ἐκλογικὰ τμήματα;
§178ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις περὶ τούτου.
§179ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει μία γενικὴ διάταξις, ἐπιβάλλουσα χρηματικὴν ποινήν.
§180ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Εἶναι εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον.
§181ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπήλλαξεν ἐκλογεῖς, οἵτινες ἐψηφοφόρησαν ὡς δημόται δύο διαφόρων δήμων, διότι πρόκειται περὶ δημοτικῆς ἐκλογῆς δύο διαφόρων προσώπων.
§182ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς, διότι ἀπηλλάγησάν τινες, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν εἰς δύο δήμους, λέγω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια. Ὅσοι ἐτιμωρήθησαν μέχρι τοῦδε ὡς ψηφοφορήσαντες εἰς δύο διάφορα ἐκλογικὰ τμήματα, εἰς δύο δήμους, ἐτιμωρήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦμαι, ἀλλὰ ζητηθείσης ἀναιρέσεως κατ’ ἀποφάσεως καταδικαστικῆς, ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον αὐτό. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ συμπληρώσεως τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὸ μέρος τοῦτο.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Θὰ ψηφοφορηθῇ πρῶτον ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Γ. Φιλάρετος ἔχει καὶ ἑτέραν τροπολογίαν, δι’ ἧς προτείνει τὴν προσθήκην δύο εἰσέτι ἄρθρων, τροποποιούντων ἄλλα ἄρθρα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. (Ἀναγινώσκεται).
§184Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 88 ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω. Βλέπετε ὅτι τὸ ἄρθρον 88 παρουσιάζει τὰς αὐτὰς ἀνωμαλίας, ἃς παρουσιάζει καὶ τὸ ἄρθρον 87, διότι λέγει: (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 88 τοῦ ΧΜΗʹ νόμου). Ἐδῶ δὲ εἶναι μεγαλειτέρα ἡ ἀνωμαλία, καὶ ἐνταῦθα τὰ δικαστήρια εἶπον ὅ,τι καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 87. Ἀφοῦ λοιπὸν πρόκηται νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὸ ἄρθρον 87, ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ μὴ λησμονηθῇ καὶ ἡ ἀτέλεια τοῦ ἄρθρου 88, ἐφ’ ᾧ καὶ ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν μου, ἣν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν δευτέραν ταύτην τροπολογίαν τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ μὲν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως καὶ ἐπικυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ ἑδρευούσης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «Trident-Line, εἰς αʹ δὲ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐξαγορᾶς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοίας τοῦ ἀτμοπλοίου «Σφακτηρίας»).
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου Λαυρίου καὶ Ἀθηνῶν συμβάσεως. Ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§187ΣΧΙΝΑΣ. Κατὰ τὰς γενομένας συζητήσεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ 6ου ἄρθρου τῆς συμβάσεως τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς παρηκολούθησα τόν τε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι πρέπει νὰ συνεισφέρωσι πρὸς καλλωπισμὸν τῆς πρωτευούσης, διαφωνῶ ὅμως κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μόνον εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ γείνῃ αὐτὸ, ὄχι ὅμως καὶ εἰς ἄλλον νομὸν, ὡς τὸν τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, εἰς τὸν ὁποῖον δυστυχῶς ἐδαπανήθησαν ἐπὶ πλέον τῆς ἀναλογούσης πιστώσεως 6,485,705 δραχμαί· ἀναφέρω δὲ τοῦτο, διότι εἰς συνεδρίασίν τινα ἠθέλησε νὰ μὲ διαψεύσῃ. Κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ἀπολογισμὸν τῆς ὁδοποιΐας τοῦ 1867–1887, ὁ νομὸς Αἰτωλοακαρνανίας εἶχε πίστωσιν δρ. 2,241,131, καὶ χρέωσιν 7,526,564. Εἰς τὴν ὑπέρβασιν ταύτην βεβαίως διαφωνῶ μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ θὰ συμφωνήσω εἰς ἄλλο. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁμιλῶν χθές, εἶχεν εἰς χεῖράς του ἰσολογισμὸν τῆς ἑταιρίας τοῦ Λαυρίου, ἴσως τὸν τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1990, καὶ ὑπέδειξεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἰσολογισμὸς αὐτὸς ἀναγράφει ποσά, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναγράψῃ, ἤτοι ἀποσβέσεις· ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα ἀνεγράφησαν ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς τῆς ἑταιρίας ἀπὸ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1887, ἑπομένως, ἐὰν ἦτο ἀταξία τις, ἔπρεπε, κατ’ ἐμὴν γνώμην τοὐλάχιστον, νὰ γείνῃ παρατήρησις ἐκ μέρους τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶχε τοιαύτην ὑποχρέωσιν καὶ ἐκ συμφέροντος καὶ ὡς ἔχουσα τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν, καὶ ὤφειλε νὰ διατάξῃ, ὅπως ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὰ ποσὰ ταῦτα. Ὁ τελευταῖος ἰσολογισμὸς τῆς ἑταιρίας φέρει ὡς ἀξίαν τοῦ σιδηροδρόμου τὸ ποσὸν τῶν 5,400,000. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς γενομένης συμβάσεως μετὰ τῆς ἑταιρίας τοῦ Λαυρίου κατὰ τὴν 22 Ἰουνίου 1882, παρητήθη τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε δυνάμει ἀποφάσεως δικαστικῆς κατὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ κατασκευάσῃ ἡ ἑταιρία τὸν σιδηρόδρομον, καὶ νὰ διανέμηται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας ἐξ ἴσου τὸ πλέον τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου, ἀφαιρέσει 3% ἐπὶ τοῦ καταβληθησομένου διὰ τὴν κατασκευὴν κεφαλαίου, ἀνήκοντος εἰς τοὺς μετόχους. Ἑπομένως ἄμεσον συμφέρον καὶ καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξερευνήσῃ ποία δαπάνη ἐγένετο πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ. Τοῦτο δὲ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀποτελεῖ τὸ κύριον μέλημα τῆς παρούσης συζητήσεως, καὶ ἔπειτα θέλομεν προβῆ εἰς τὰ ἄλλα. Ὀφείλω, Κύριοι, καὶ θεωρῶ καθῆκόν μου, νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ποῖον ποσὸν ἐδαπανήθη διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀττικῆς, καὶ ποῖον ποσὸν κατελογίσθη. Ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς εἶναι ἐκ τῶν ἁπλουστέρων σιδηροδρόμων· δύναμαι δὲ νὰ δώσω ὑμῖν δι’ ὅλης τῆς ἐπισημότητος τὰς τιμὰς τῶν διαφόρων μονάδων τῆς κατασκευῆς τοιούτου σιδηροδρόμου, τὰς ὁποίας θέλω ἀναγάγει εἰς 8 μόνον ποσά. Καὶ ά) κατὰ χιλιόμετρον, οἱ χωματισμοὶ δὲν δύνανται ν’ ἀπαιτήσωσι δαπάνην πλέον τῶν 10,000 δραχμῶν· βʹ) τὰ τεχνικὰ ἔργα, τὰ ἐν τῷ αὐτῷ χιλιομέτρῳ, ὄχι πλέον τῶν 4,000· γʹ) ἡ στρῶσις τῆς γραμμῆς, καλῶς τετελεσμένης καὶ συμπεπληρωμένης, 21,000· δʹ) αἱ οἰκοδομαὶ, σταθμοὶ, φυλακεῖα, στάσεις κτλ. 4,000· εʹ) τὸ μόνιμον ὑλικὸν, ἤτοι σήματα, φραγμοὶ καί τινα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἔχουν οἱ σιδηρόδρομοι, 500 δραχμὰς κατὰ χιλιόμετρον· Ϛʹ) κινητὸν ὑλικὸν καλῆς ποιότητος, ὄχι ὅμοιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἑταιρία αὕτη, ἀλλὰ πολὺ καλλίτερον, ἀναλογεῖ 3,500 δραχ. κατὰ χιλιόμετρον· ζʹ) γενικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς δὲν εἶχε, διότι γενικὰ ἔξοδα λέγονται τὰ ἔξοδα τῆς ἐγκαταστάσεως, γραφεῖον προμετρήσεων, χωροσταθμήσεων, μυρίων ἄλλων μελετῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται δι’ ἕνα μέγαν σιδηρόδρομον· τὰ ἔξοδα αὐτὰ δὲν τὰ εἶχε, ἐν τούτοις θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ θέσω 2,500 δραχ. κατὰ χιλιόμετρον, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ πολύ. Οὕτω δὲ ἀναβιβάζεται ἡ κατὰ χιλιόμετρον δαπάνη τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ εἰς 45,000 δραχ. Εἰς τὴν δαπάνην ταύτην πρέπει νὰ προσθέσητε καὶ τὰς ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας, ὅσον καὶ ἂν τὰς ὑπολογίσητε, δὲν δύνασθε νὰ τὰς ἀναβιβάσητε πλέον τῶν 5,000 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως θέλετε φθάσει τὸ ποσὸν τῶν 50,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον. Ποία δὲ εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀνάπτυξις ὅλου τοῦ σιδηροδρόμου; ἀκριβῶς, ἀκριβέστατα, 72 χιλιόμετρα καὶ 870 μέτρα, συμπεριλαμβανομένης τῆς ὅλης γραμμῆς, ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ Ὁμονοίας μέχρι τοῦ σταθμοῦ Λαυρίου, καὶ τῆς διακλαδώσεως ἀπὸ Ἡρακλείου εἰς Κηρισσίαν. Ἐὰν ἤδη πολλαπλασιάσωμεν τὰ 72 ἢ τὰ 73 χιλιόμετρα ἐπὶ τὰς 50,000, ἔχομεν 3,650,000 ἢ ἔστω 4,000,000 δραχμάς. Ἡ ἑταιρία εἰς τοὺς ἰσολογισμούς της καταλογίζει ὡς δαπάνην 5,400,000, ἀναγράφει δηλ. ὑπέρβασιν δαπάνης πλέον τοῦ 1½ ἑκατομμυρίου, πρὸς προφανῆ ζημίαν τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον παρεχώρησεν εἰς τὴν ἑταιρίαν ταύτην οὐ σμικρὰ δικαιώματα, ἅτινα εἶχεν ἀποκτήσει κατ’ αὐτῆς δυνάμει ὁριστικῆς ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ἤδη μεταβαίνω εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Ἡ ἑταιρία ἤρξατο λειτουργοῦσα ἀπὸ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1885· καὶ κατὰ μὲν τὴν ἑξαμηνίαν ἐκείνην δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰ ἔξοδά της, καὶ εὑρέθη εἰς ἔλλειμμα 5,035 δραχμῶν, ἤδη ὅμως ἤρχισε προβαίνουσα, καὶ, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὅλον ποσὸν τῶν εἰσπράξεών της ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν μέχρι σήμερον ἀνῆλθεν εἰς 650,746 δραχμάς. Καταλογίζοντες δὲ ἐπὶ τῶν 5,400,000 δραχμῶν τὸ 3%, τὸ ὁποῖον δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν οἱ μέτοχοι, ἔχομεν ποσὸν ἐτησίως 162,000 δραχμῶν. Ἑπομένως, ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν 162,000 πολλαπλασιάσωμεν ἐπὶ τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ὁ σιδηρόδρομος, ἤτοι τὸ τῶν 5½ ἐτῶν, θέλομεν ἔχει ποσὸν 891,000. Ἐξ αὐτοῦ δὲ τοῦ ποσοῦ ἀφαιρουμένων τῶν 650,746 δραχμῶν, θέλομεν ἔχει ὑπόλοιπον 240,254 δραχμῶν, τὰς ὁποίας δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν οἱ μέτοχοι, συμψηφίζοντες ἀπὸ τὰς μελλούσας εἰσπράξεις μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ 3%· δικαιοῦνται δὲ εἰς τοῦτο, ὡς προανέφερον, ἐκ τῆς ὑπεροχῆς ἡ ὁποία θ’ ἀπομείνῃ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ 3%, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «Ὁπόταν τὰ καθαρὰ κέρδη τῆς ἐπὶ τούτῳ συσταθησομένης ἀνωνύμου ἑταιρίας, τὰ τοῖς μετόχοις διανεμητέα, ὑπερβαίνωσι τὰ 3% ἐπὶ τοῦ καταβεβλημένου κεφαλαίου, οἱ δὲ μέτοχοι τῆς ἑταιρίας ἔλαβον ἤδη 3% ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας, τὸ τυχὸν ὑπόλοιπον τῶν καθαρῶν κερδῶν θὰ διανέμηται ἐξίσου μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας.» Ἤτοι, ἐφ’ ὅσον δὲν λάβουν οἱ μέτοχοι τὰς ὀφειλομένας αὐτοῖς 240,254 δραχμάς, τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ τίποτε, καθόσον, κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς τελευταίας ἑξαμηνίας, ἤτοι τῆς βʹ, τοῦ 1890, ὑπάρχει μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ 3% ἔν περίσσευμα ὡς ἔγγιστα 19,000 δραχμῶν.
§188ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἐλέχθησαν αὐτὰ χθές.
§189ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ἐναντίον ἐλέχθη.
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὰ ἀκριβῶς.
§191ΣΧΙΝΑΣ. Μοὶ ἐφάνη ὅτι ἐλέχθη ὑπὸ ἄλλην μορφήν. Ἤδη διὰ τοῦ ὑπ’ ὄψει ὑμῶν νομοσχεδίου προτείνεται νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ παρεχομένου εἰς τὸ Δημόσιον δικαιώματος δυνάμει τοῦ ἄρθρου 6 καὶ ἡ ἑταιρία ν’ ἀναλάβῃ δι’ ἰδίων αὐτῆς ἐξόδων νὰ ἐκτελέσῃ καλλωπισμοὺς ἐν τοῖς περιχώροις, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζομεν. Ἀλλ’ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 500,000 δραχμῶν θὰ τὸ δαπανήσῃ ἡ ἑταιρία, καὶ ὅτι ἡ Κηφισσία, τὸ Ἀμαρούσιον καὶ τὸ Χαλάνδρι θὰ γείνουν τὸ τρυφερὸν ἐνδιαίτημα ὅλων τῶν κατοίκων τῆς Παλλάδος. Ἀλλὰ ποῖον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωμεν; Θὰ δαπανήσῃ ἡ ἑταιρία τὰς 500,000 δραχμάς, ἀλλὰ διὰ τῆς δαπάνης αὐτῆς ἡ ἑταιρία ἀναμένει ἐπ’ αὐτῶν οὐχὶ τὸ 5 ἢ 6%, τὸ ὁποῖον θὰ πληρόνῃ εἰς τόκους δανείου, ὅπερ θὰ συνάψῃ διὰ τὴν δαπάνην τῶν 500,000 δραχμῶν, ἀλλὰ πολὺ πλειότερον ἐπὶ τοῦ ὅλου. Ἀλλὰ τοιαύτη τις ἐπιχείρησις δὲν εἶναι σκόπιμος καὶ ἐπωφελὴς, ἂν μόνον τοὺς τόκους τῶν 500,000 ἀποδώσῃ. Βεβαίως λοιπὸν ἡ ἑταιρία διὰ τῆς δαπάνης ταύτης ἀναμένει ν’ αὐξήσουν αἱ εἰσπράξεις της κατὰ πολύ. Συμφέρει ὅμως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νὰ ποιήσηται τὴν ἐκχώρησιν ταύτην; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Καὶ διατί; Διότι τὸ Δημόσιον ἔχει ἓν μέγιστον δικαίωμα ἀπέναντι τῆς ἑταιρίας, ἤτοι νὰ γείνῃ κύριον τοῦ σιδηροδρόμου κατὰ τὸ 5ον ἄρθρον τῆς συμβάσεως μετὰ τὴν ἔκπνευσιν τῶν 15 ἐτῶν. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἄμεσον συμφέρον νὰ μὴ αὐξήσουν μεγάλως τὰ εἰσοδήματα τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, διότι, ἐφ’ ὅσον αὐξάνουν τὰ εἰσοδήματα, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀποζημιώσῃ διὰ πλειοτέρου ποσοῦ τὸν σιδηρόδρομον.
§192ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ αὔξησις τοῦ τόκου ἐλαττόνει τὸ κεφάλαιον τῆς ἀγορᾶς.
§193ΣΧΙΝΑΣ. Ἐφ’ ὅσον τὸ καθαρὸν εἰσόδημα τῆς ἑταιρίας αὐξάνει ἐτησίως, κατὰ τοσοῦτον καὶ ἡ ἀποζημίωσις ἔσεται μεγαλειτέρα, μένοντος σταθεροῦ τοῦ συντελεστοῦ 7%. Οὕτω μ’ ἐδίδαξεν ὁ σεβαστός μοι διδάσκαλος τὴν ἀριθμητικὴν, καὶ οὕτω τὴν ἐδίδαξα καὶ ἐγὼ ἐπὶ σειρὰν ὅλην ἐτῶν.
§194ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὅρος ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας.
§195ΣΧΙΝΑΣ. Τί θέλομεν ἔχει λοιπὸν, Κύριοι, σήμερον; Ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς τὴν δαπάνην τῆς ἑταιρίας διὰ τὸν σιδηρόδρομον 5,400,0000, ἀλλὰ τὰ κεφάλαια τῆς ἑταιρίας διὰ τῆς δαπάνης τῶν 500,000 θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 5,900,000, καὶ ἑπομένως θὰ λαμβάνῃ ἡ ἑταιρία καὶ ἐπὶ τῶν 500,000 δραχμῶν τὸ 3%, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἑπομένως τὸ Δημόσιον θέλει δωρεῖ ἐτησίως, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ 15,000 δραχμὰς, ἀνηκούσας αὐτῷ καθ’ ὁλοκληρίαν. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν θ’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν’ εἶπον πολλὰ, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἐμελετῶντο καλλίτερον καὶ παρὰ τῆς ἑταιρίας καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν σήμερον, ἄλλα ἠθέλομεν ἔχει ἐνώπιόν μας καὶ ὄχι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Παραβλέπω ὅ,τι τὸ πρῶτον εἶπον περὶ τῆς ἀξίας τοῦ σιδηροδρόμου, παραλείπω αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπον, καὶ ἀνατρέχω εἰς τὴν σύμβασιν. Ποῖον εἶναι τὸ 1ον ἄρθρον τῆς συμβάσεως; τὸ ἐμελετήσατε, Κύριοι; Σᾶς τὸ ἀναγινώσκω ἐγὼ, καὶ σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε μετὰ τὴν ἀνάγνωσίν του, ἐὰν δικαιούμεθα νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν ἑταιρίαν νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν δαπάνην τῶν 500,000. Ἐγὼ ἐκ τῶν προτέρων λέγω ὑμῖν, ὅτι ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρία νὰ δαπανήσῃ τὰς χιλιάδας αὐτὰς, καὶ θὰ τὰς δαπανήσῃ (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1ον. Τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς ἑταιρίας ταύτης ἔσεται ἐκ δραχμῶν ἓξ ἑκατομμυρίων· καταβληθησόμενον δὲ ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τῶν διαγραμμάτων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ χρησιμεύσῃ εἰς κατασκευὴν καὶ χρῆσιν σιδηροδρόμων κατὰ τὴν κατασκευήν». Αὐτὸ λέγει ἡ σύμβασις: 6 ἑκατομμυρίων· ὁ ἰσολογισμὸς ἔχει 5,400,000, ἑπομένως ἔχομεν καὶ 600,000 ἔτι πρὸς ὄφελος τῆς ἑταιρίας.
§196ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δαπανήσῃ ὅσον λέγει;
§197ΣΧΙΝΑΣ. Ἕξ ἑκατομμύρια ὡρισμένως.
§198ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κεφάλαιον.
§199ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν λέγει ὅτι ὀφείλει νὰ δαπανήσῃ 6 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον θὰ ᾖναι 6 ἑκατομμύρια.
§200ΣΧΙΝΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε. Ἂν ἀναγνώσετε αὐτὴν τὴν σύμβασιν, θὰ εὕρητε ἓν ἄλλο ἄρθρον.... Βλέπετε ὁ διάβολος ἔτυχε νὰ ἦναι εἰς τὰ βιβλία τῶν μηχανικῶν αὐτά. Δὲν πταίω ἐγώ.
§201ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν διαβάσῃ, ὅλος ὁ κόσμος εἶναι μηχανικός.
§202ΣΧΙΝΑΣ. Πταίει καὶ τὸ κόκκινο μελάνι, τὸ ὁποῖον μὲ βοηθεῖ νὰ τὰ εὑρίσκω. Εἶναι τὸ ἄρθρον 11, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Καταργοῦνται ἅπασαι αἱ κατὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου περὶ τῶν σκωριῶν τῶν ἐξαχθεισῶν ἐκ τῶν ἀναγνωρισθεισῶν ἐθνικῶν θέσεων καὶ τοῦ ἐκ τούτων παραχθέντος μολύβου καὶ αἱ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεις τῆς ἑταιρίας ὡς ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων διὰ τοῦ ἀπὸ 17 Ἰανουαρίου 1887 νόμου». Ἀπέναντι τοῦ ἐπιδικασθέντος ποσοῦ καὶ ἴσου ποσοῦ μὲ τὸ ἐπιδικασθὲν ἀνέλαβε τὸ ποσὸν ἐκεῖνο ἡ ἑταιρία, ἀντὶ νὰ τὸ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἴδιον κτῆμα, καὶ τὸ χρησιμοποιήσῃ, ἵνα μὴ ἀδικηθῇ ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία ἠδικήθη τοσοῦτον διὰ τῆς γενομένης ἐξαγορᾶς παρὰ τοῦ Σερπιέρη καὶ Ροῦ καὶ τῆς μετέπειτα διαθέσεως· τὰ ὁποῖα γνωρίζω τόσον καλὰ, καὶ τὰ ἔχω δημοσιεύσει· ἔχω καὶ τὰ συμβόλαια, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν εἰς τοῦ κ. Ἀγγελίδου, πῶς ἐγένετο ἡ ἀγορὰ, πῶς ἐγένετο ἡ πώλησις καὶ πῶς ἐγένοντο ἄλλα. Εἶναι δημοσιευμένα παρ’ ἐμοῦ κατὰ τὸ 1882.
§203ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Πόσον εἶναι τὸ ἐπιδικασθὲν ποσόν;
§204ΣΧΙΝΑΣ. Ἕξ ἑκατομμύρια.
§205ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Τὸ λέγει ῥητῶς;
§206ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν τὸ λέγει ἐδῶ, ἀλλὰ διὰ τῶν ἀποφάσεων, αἵτινες ἐπεδίκασαν.
§207ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Τρικούπης δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ.
§208ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπιδικασμένον. Προχθὲς δὲν ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω εἰς τοῦτο τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Εἶχε ῥηθῇ, ὅτι ἦτο ἐπιδεδικασμένον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιδεδικασμένον· ἦτο ἐκκρεμὲς, καὶ προῆλθον εἰς συμβιβασμὸν, οὗτινος ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου.
§209ΣΧΙΝΑΣ. Δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε τὸ ποσόν;
§210ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§211ΣΧΙΝΑΣ. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας θετικὰς, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπεχρεοῦτο νὰ πληρώσῃ ἡ ἑταιρία, ὑπερβαίνει καὶ τὸ ποσὸν τῶν 6,000,000.
§212ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ τῆς ὑπουργείας τοῦ ἀοιδίμου Κουμουνδούρου, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν νόμον, θέλετε ἴδει, ὅτι δὲν εἶναι, παρὰ 4,000,000.
§213ΣΧΙΝΑΣ. Ποῖος ἔκαμε τὸν νόμον;
§214ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸν νόμον ἔφερεν ὁ Κουμουνδοῦρος.
§215ΣΧΙΝΑΣ. Τῆς καταργήσεως;
§216ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τοῦ συμβιβασμοῦ.
§217ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ τοῦ συμβιβασμοῦ ἀνήκει εἰς τὸν κ. Τρικούπην.
§218ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κατόπιν τὸν ἔκαμεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος.
§219ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ συμβιβασμὸς, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐποιησάμεθα, δὲν ἀναφέρει ἀριθμὸν, διότι ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἐπεβάλομεν διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἦτο ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους πρόκειται τώρα νὰ τροποποιήσωμεν.
§220ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας παρείχετο τὸ δικαίωμα τῷ Δημοσίῳ, δὲν ἦτο ὁριστικῶς δεδικασμένη, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἀποδειχθῇ, ἐὰν ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκοντο αἱ σκωρίαι καὶ αἱ ἐκβολάδες, ἦτο ἐθνικὸς ἢ δὲν ἦτο, καὶ διὰ νὰ ἦναι ἐθνικὸς, ἔπρεπε ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἦτο δάσος. Περὶ τούτου ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς δίκη ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Ὅταν δὲ τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων ἀνεκινήθη, τυγχάνων Ὑπουργὸς, ἐπεσκέφθην τὸ Λαύριον καὶ εἶδον ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο αὐταπόδεικτον, διότι ἐσώζοντο ἀκόμη οἱ κορμοὶ τῶν δένδρων, ἐξ ὧν ἀπετελεῖτο τὸ δάσος. Ἐπανελθὼν ἐνταῦθα, ἐζήτησα ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον ν’ ἀνακαλέσῃ τὰς προδικαστικὰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐκδοθῇ καὶ διὰ τῶν ὁποίων διετάσσοντο ἀποδείξεις καὶ πραγματογνωμοσύναι, τῶν ὁποίων ἡ διεξαγωγὴ δὲν ἦτο εὔκολος, καὶ νὰ μεταβῇ τὸ Ἐφετεῖον ἐπιτοπίως νὰ δικάσῃ. Ἡ αἴτησίς μου ἐγένετο δεκτή. Μετέβη ἐπιτοπίως τὸ Ἐφετεῖον, καὶ στηριζόμενον εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἀντίληψιν, ἀνεκήρυξε τὸν τόπον ἐκεῖνον ἐθνικόν. Ἀφοῦ ὁ τόπος ἐκηρύχθη ἐθνικὸς, ἦτο λογιστικὸν ζήτημα, πόσα ὤφειλεν ἡ ἑταιρία νὰ πληρώσῃ· ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ διάδοχός μου, ὁ μακαρίτης Χρηστίδης, ἔλεγε μίαν ἡμέραν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχει κεκλεισμένα εἰς ἓν ἑρμάριον 3,000,000. Ἀφοῦ ἦσαν τότε 3,000,000, ἔγειναν βεβαίως 6,000,000, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1882 ὁ περὶ σιδηροδρόμου τοῦ Λαυρίου νόμος.
§221Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, εἶναι ἀκριβές. Εἶχε μὲν ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου, ἀλλ’ ἔμενεν ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τῆς ἀναιρέσεως ἐπ’ αὐτῆς.
§222ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἦτο ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις.
§223ΣΧΙΝΑΣ. Δύο τινὰ ἀπομένουσιν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Ἢ ὅτι ὁ σιδηρόδρομος θὰ βαίνῃ ἐν προκοπῇ καὶ αὐξήσει εἰσοδημάτων, ἢ ὅτι θὰ μείνῃ στάσιμος. Βεβαίως τὸ δεύτερον δὲν θὰ παραδεχθῶ. Θὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁ σιδηρόδρομος, ἰδίως μετὰ τὴν συντέλεσιν ἔργων τινῶν καλλωπισμοῦ κλπ., θέλει ἐπαυξήσει τὸ καθαρόν του εἰσόδημα. Τὸ ἄρθρον 5 τῆς συμβάσεως δὲν θίγεται. Ἤδη θέλομεν ἐξετάσει, ἐὰν μετὰ 15 ἔτη ἦναι δυνατὸν νὰ προσκτήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον τὸν σιδηρόδρομον αὐτόν. Τί λέγει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συμβάσεως; (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 5. Κατὰ πᾶσαν ἐποχὴν, μετὰ τὴν ἔκπνευσιν τῆς πρώτης δεκαπενταετίας, λογιζομένης ἀπὸ τῆς εἰς δημόσιον χρῆσιν παραδόσεως τοῦ σιδηροδρόμου, ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξαγοράσῃ ὁλόκληρον τὴν παραχώρησιν τοῦ σιδηροδρόμου. Τὸ Δημόσιον δύναται ἐντὸς τοῦ ἔτους τῆς ἐξαγορᾶς νὰ ἐξοφλήσῃ τοῖς μετρητοῖς τὴν εἰρημένην ὀφειλήν του κατὰ τὸ σύστημα τῆς συνθέτου χρεωλυσίας καὶ ἐπὶ τόκῳ 7%.» Τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαῖον, Κύριοι, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ποῖον εἶναι τὸ κεφάλαιον τῆς ἑταιρίας; 5,400,000· ἀφίνω τὰς 500,000. Γνωρίζετε πόσον τόκον ἀποδίδουσι 5,400,000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος, πρὸς 4%; 216,000 δραχμάς. Ὥστε ἐπὶ 15 ἔτη φέρουσι 3,240,000, τὰς ὁποίας διὰ τῆς γενομένης τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 6 οἱ μέτοχοι πρέπει νὰ λάβωσιν, ἐκτὸς τοῦ 7%, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν, ἤτοι νὰ δώσῃ εἴσπραξιν καθ’ ὅλην τὴν δεκαετίαν ὁ σιδηρόδρομος δρ. 3,240,000.
§224ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ πλέον 3%.
§225ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπὶ πλέον 3%, ἤτοι τὸ ἥμισυ τῶν 3,240,000 ἀνήκει πράγματι εἰς τὸ Δημόσιον, δηλ. 162,000· αὐτὰς δὲ τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παραχωρεῖ. Πόσα δὲ ἔτη παρῆλθον, Κύριοι; Πέντε καὶ ἥμισυ, καὶ δύο, τὰ ὁποῖα θέλουσι, παρέλθει διὰ νὰ δαπανήσῃ τὰς 500,000 δραχμάς, 7½. Καὶ εἰς 7½ ἔτη θὰ παραχωρήσωμεν τόσα, ὥστε θὰ ἔχουν αὐτοὶ αἰωνίως τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ὅπως λάβουν τὰ 3,240,000. Ἑπομένως, ἐπειδὴ τὰ εἰσοδήματα οὐδέποτε θέλουσι φθάσει εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, αἰωνίως θὰ ἔχωσι νὰ λάβωσιν οἱ μέτοχοι, καὶ τὸ Δημόσιον οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξαγοράσῃ τὸν σιδηρόδρομον αὐτόν· ἤτοι χαρίζομεν καθ’ ὁλοκληρίαν ἓν εἰσόδημα ἐτήσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Δημόσιον, ἤτοι 20 χιλιάδας, 40 χιλιάδας, 50 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ χάνομεν τὸ μέγιστον δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ σιδηροδρόμου δυνάμει τοῦ 5 ἄρθρου τῆς συμβάσεως. Ταῦτα ὤφειλον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῶν συναδέλφων καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂς προβῶσιν εἰς ὅ,τι ἐγκρίνωσι.
§226ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐπηρεάζεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς.
§227ΣΧΙΝΑΣ. Διατὶ, κύριε Ὑπουργέ; Ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου λέγετε (ἀναγινώσκει): «Ὁπόταν μετὰ τὴν ἔκπνευσιν τῆς πρώτης δεκαπενταετίας τὰ καθαρὰ κέρδη τῆς ἑταιρίας, τὰ τοῖς μετόχοις διανεμητέα, ὑπερβαίνωσι τὰ 7% ἐπὶ τοῦ καταβεβλημένου ἑταιρικοῦ κεφαλαίου, οἱ δὲ μέτοχοι τῆς ἑταιρίας ἔλαβον ἤδη 7% ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας, τὸ τυχὸν ὑπόλοιπον διανέμεται ἐξ ἴσου μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας.»
§228ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν ἐξαγοράν. Τὸ ἄρθρον τῆς ἐξαγορᾶς ἔμεινεν ἄθικτον, καὶ ἡ ἐξαγορὰ δὲν συνδέεται πρὸς τὴν χρέωσιν τοῦ Δημοσίου ἐπὶ συμψηφισμῷ. Ἡ χρέωσις αὕτη ἐπὶ συμψηφισμῷ τοῦ Δημοσίου ἀφορᾷ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ ἐξαγορᾶς.
§229ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι διὰ νὰ μὴ μοιράσῃ τὸ Δημόσιον· διότι δὲν δύναται νὰ μοιράσῃ οὔτε μετὰ 30 οὔτε μετὰ 40 ἔτη τὸ Δημόσιον τίποτε. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἐξαγορὰν εἶπον πρότερον, ὅτι διὰ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα θὰ συντελέσῃ ὁ σιδηρόδρομος, θ’ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδά του. Καὶ διὰ νὰ τὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς ἑαυτὸν τὰ εἰσοδήματα ὅλα, ἐτέθη ὁ ὅρος αὐτός. Ἑπομένως τὸ Δημόσιον δὲν θὰ λάβῃ τίποτε. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὰ εἰσοδήματα αὐξάνουσι, κατὰ τοσοῦτον καὶ τὸ ποσὸν τὸ δοθησόμενον πρὸς ἐξαγορὰν συναυξάνει.
§230ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὰς δύο πρώτας συζητήσεις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν ἤκουσα τοὺς ἀγορεύσαντας· ἀλλ’ ἐκ τῶν περιλήψεων, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, εἶδον, ὅτι σφοδρὰ λογομαχία ἐγένετο μεταξὺ τῶν δύο Πρωθυπουργῶν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τοῦ μὲν πρώην Πρωθυπουργοῦ ἐπιμένοντος, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ζημία ἀρκετὰ μεγάλη εἰς τὸ Δημόσιον, τοῦ δὲ νῦν Πρωθυπουργοῦ ἰσχυριζομένου, ὅτι οὐδεμία ζημία ἐπέρχεται. Τίς ἐκ τῶν δύο εἶναι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, δὲν δύναται κἀνεὶς ν’ ἀποφανθῇ, διότι ἀμφότεροι ἐστηρίχθησαν ἐπὶ εἰκασιῶν περὶ τοῦ μέλλοντος, ἐνῷ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε δὲν δυνάμεθα οὔτε περὶ τοῦ παρελθόντος νὰ ἔχωμεν θετικὰ ἀποτελέσματα. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ παραχώρησίς τις ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου· πρόκειται δηλ. νὰ ἀπολέσῃ τὸ Κράτος ὅπερ εἶχεν ἐκ τῆς συμβάσεως δικαίωμα, νὰ εἰσπράττῃ μίαν πρόσοδον. Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην δικαιοῦται τὸ Δημόσιον νὰ λαμβάνῃ τὸ ἥμισυ τῶν καθαρῶν κερδῶν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 3%. Διὰ τῆς προτεινομένης συμβάσεως θὰ λαμβάνῃ τὸ ἥμισυ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 7%. Περιπλέον, ἐνῷ κατὰ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν συμμετοχὴν τῶν κερδῶν ἄρχεται ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἤθελον προκύψει κέρδη, κατὰ τὴν νέαν, καὶ ἐὰν παρουσιασθῶσι κέρδη ἀνώτερα τῶν 7%, τὸ Δημόσιον δὲν θέλει ἔχει συμμετοχὴν ἢ μετὰ παρέλευσιν 15 ἐτῶν.
§231ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παλαιὰ σύμβασις διὰ τὸ 3% εἶχε τὴν αὐτὴν διάταξιν.
§232ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§233ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὴν εἶχε.
§234ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ λάβῃ τὸ 3%. Περὶ τούτου ὁμιλῶ.
§235ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παλαιὰ σύμβασις διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁπόταν τὰ καθαρὰ κέρδη τῆς ἐπὶ τούτῳ συσταθησομένης ἀνωνύμου ἑταιρίας, τὰ τοῖς μετόχοις διανεμητέα, ὑπερβαίνωσι τὰ 3% ἐπὶ τοῦ καταβεβλημένου κεφαλαίου, οἱ δὲ μέτοχοι τῆς ἑταιρίας ἔλαβον ἤδη 3% ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας, τὸ τυχὸν ὑπόλοιπον τῶν καθαρῶν κερδῶν θὰ διανέμηται ἐξίσου μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας.»
§236ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§237ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβεν ἤδη.
§238ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο ὁμιλῶ. Εἰς τὰ 1890, ὅτε ὑπῆρξε τὸ περίσσευμα τῶν 9,000 δραχμῶν, δὲν τὸ διένειμε, τὸ ἀπέδωκεν ἵνα συμπληρωθῇ τὸ 3%.
§239ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφέρει τὸ ἰδικόν σας, κύριε Πρωθυπουργέ. Σεῖς λέγετε «μετὰ τὴν ἔκπνευσιν τῆς πρώτης δεκαπενταετίας». Ἡ φράσις αὕτη δὲν περιέχεται εἰς τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν. «Ἐὰν τὰ καθαρὰ κέρδη ὑπερβαίνωσι τὰ 7% καὶ ἔλαβον ἤδη οἱ μέτοχοι.....» Ὥστε πρέπει νὰ ὑπερβῇ τὸ 7% πρέπει νὰ ἔλαβον ἤδη οἱ μέτοχοι δι’ ὅλα τὰ ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας τὸ 7% καὶ προσέτι πρέπει νὰ παρέλθωσι 15 ἔτη· ἐνῷ ἡ ἀρχικὴ σύμβασις δὲν διελάμβανε τοῦτο. Εἶναι καὶ τοῦτο μία προσθήκη, μία παραχώρησις. Ὁπωσδήποτε, τὸ Δημόσιον πρόκειται νὰ παραιτηθῇ ἑνὸς δικαιώματος, καὶ παραιτούμενον τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, χάνει, χάνει μίαν τινὰ πρόσοδον, τὴν ὁποίαν εἶχε δικαίωμα ν’ ἀπολαύσῃ. Διὸ ἐξετάζω τώρα, ἐὰν ἡ πρόσοδος αὕτη ἦναι μεγάλη ἢ μικρά· ἀλλ’ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, νομίζω ὅτι μετὰ μεγάλης προσοχῆς πρέπει νὰ προβαίνωμεν εἰς παραχωρήσεις, ὅσῳ μικραὶ καὶ ἂν ἦναι αὗται. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, πρὸς ποῖον γίνεται ἡ παραχώρησις αὕτη, καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὸ Δημόσιον. Ἡ παραχώρησις γίνεται πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων· ἀλλ’ εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν ἔκαμε πολλὰς καὶ εὐρείας παραχωρήσεις μέχρι τοῦδε τὸ Δημόσιον. Ἡ ἑταιρία αὕτη ὤφειλε, κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐκβολάδων, ν’ ἀποδίδῃ εἰς τὸ Δημόσιον 60% ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν, καὶ σήμερον κατήντησε νὰ μὴ ἀποδίδῃ οὐδὲ 10%. Τὸ Δημόσιον ἀρκεῖται εἰς τὸ ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη ὑφίσταται καὶ ἐργαζομένη συντελεῖ ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς μεταλλουργείας. Ἀλλ’ ἵνα κατορθωθῇ τοῦτο, τὸ Δημόσιον παρητήθη δικαιώματος, ὅπερ εἶχε. Πλὴν τούτου, τὸ Δημόσιον, καθὼς ἠκούσατε, εἶχε νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν μέγα ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρία δὲν ἐπλήρονε, διότι συνέπεσε νὰ ἔχῃ τὴν κατοχὴν τοῦ τόπου, ἐν ᾧ εὑρίσκονται αἱ σκωρίαι καὶ αἱ ἐκβολάδες, ὁ δῆμος τοῦ Λαυρίου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὁ Σερπιέρης καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ εἶχον ἀγοράσει τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκκαμινεύωσι τὰς σκωρίας. Ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὡς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ τόπος αὐτὸς ἦτο ἐθνικὸς, ἀπετέλει δάσος, καὶ τὸ Δημόσιον ἀπέκτησε δικαίωμα τοῦ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν μέγα ποσὸν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦ 1882, ἐὰν καλῶς ὑπελογίζετο, ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἀναβαίνει εἰς 6,000,000 δραχμῶν. Συνεφώνησε δὲ ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἵνα κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον. Ὥστε ὁ σιδηρόδρομος κατεσκευάσθη δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου. Καὶ ὅμως ἡ συμφωνία, ἡ ὁποία ἐγένετο μὲ τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, εἶναι πολὺ εὐνοϊκωτέρα ἀπὸ ὅλας τὰς γενομένας μὲ ἑταιρίας περὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμων, τοὺς ὁποίους κατεσκεύασε τὸ Δημόσιον. Διότι διὰ τοὺς ἄλλους σιδηροδρόμους ἐπεφυλάχθη τὸ δικαίωμα ν’ ἀπολαμβάνῃ 50% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 4,000 δραχμῶν, αἵτινες δὲν ἐπαρκοῦσι διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἐνταῦθα δὲ ἀφίνει εἰς τὴν ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ὅλα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἤθελε κάμει, νὰ κρατῇ δὲ καὶ 3%, καὶ μετὰ ταῦτα τὸ Δημόσιον νὰ λαμβάνῃ τὸ ἥμισυ. Ἡ συμφωνία αὕτη εἶπον ὅτι εἶναι πολὺ εὐνοϊκὴ διὰ τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, διότι παρετήρησα ἀπὸ τὸν ἰσολογισμὸν τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1890 ἐπραγματοποίησαν εἴσπραξιν δρ. 2,000,000, δὲν ἔμεινε νὰ διανεμηθῶσιν οἱ μέτοχοι, παρὰ μόνον 330,000 δραχμάς· ὅλα τὰ ἄλλα τὰ ἀπεῤῥόφησαν τὰ ἔξοδα εἰς μίαν ἑξαμηνίαν. Οἱ σιδηρόδρομοι δὲ τῆς Πελοποννήσου εἶναι 400 χιλιομέτρων, καὶ διὰ τὰ 400 χιλιόμετρα ἐδαπανήθησαν, βλέπετε, 1,600,000 διὰ μίαν ἑξαμηνίαν, τουτέστι πρὸς 4,000 τὸ χιλιόμετρον. Βλέπετε λοιπὸν, πόσον εὐνοϊκὴ εἶναι ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία ἐγένετο μὲ τὴν ἑταιρίαν τοῦ Λαυρίου, διότι ἀπὸ τὴν ἀκαθάριστον παραγωγὴν ἀφαιρεῖ ὅλα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία ἤθελε κάμει, καὶ ἀφίνει περιπλέον καὶ 3%. Ἐνῷ λοιπὸν ἐγένοντο τοσαῦται παραχωρήσεις εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον νὰ κάμωμεν τώρα νέαν παραχώρησιν. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρία αὕτη θὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον; Θὰ ἐξωραΐσῃ τὰ περίχωρα, ἰδίως τὴν Κηρισσίαν. Ἀλλ’ ἡ ἐξωράϊσις τῆς Κηφισσίας εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν δῆμον καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ τόπου. Δὲν ἐννοῶ, τί ὀφείλει τὸ Κράτος, νὰ στερῆται μιᾶς προσόδου, διὰ νὰ ἐξωραϊσθῇ ἡ Κηφισσία. Ἐὰν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, θ’ ἀπαιτήσουν αὔριον καὶ αἱ Πάτραι νὰ γείνῃ ἄλλη παραχώρησις εἰς ἑταιρίαν τινὰ, διὰ νὰ ἐξωραϊσθῇ ὁ Ψαθόπυργος, ἄλλοι δὲ θ’ ἀπαιτήσουν ἐπίσης τὸ αὐτὸ διὰ τὸν Πύργον, τὸ Κατάκωλον ἢ ἄλλο τι μέρος. Αὐτὰ εἶναι ἔξοδα τοπικά· πρόκειται περὶ τοπικῆς βελτιώσεως, καὶ χάριν τοπικῶν βελτιώσεων νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ κάμῃ τὸ Κράτος θυσίας. Ἡ Κηφισσία εἶναι τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχουσι κτήματα πολλοὶ πλούσιοι, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων, ἔνθα κατοικοῦσι τόσοι ἄνθρωποι, καὶ ἐὰν ἦναι ἀνάγκη νὰ γείνωσιν ἔξοδα, ἠμποροῦν νὰ τὰ κάμουν. Περιπλέον, ἐὰν γείνουν ἐξωραϊσμοὶ, τὰ εἰσοδήματα τῆς ἑταιρίας θ’ αὐξήσουν, καὶ δίκαιον εἶναι ἡ ἑταιρία νὰ ὑποστῇ τὸ βάρος αὐτῶν. Τέλος πάντων, ἐὰν πρόκηται καὶ τὸ Δημόσιον νὰ εἰσφέρῃ κἄτι τι, ἐπειδὴ θὰ ἐξοδευθῶσι 500,000 δραχμαὶ, καὶ διὰ τὰς 500,000 πρὸς 6% ἀπαιτοῦνται ἐτησίως 30,000, ἠδύνατο νὰ σημειωθῇ εἰς τὴν σύμβασιν, ὅτι τὸ Δημόσιον δύναται μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 3% νὰ ἀφαιρῇ 5 ἢ 10 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ νὰ μοιράζωνται τὰ ὑπόλοιπα. Τοῦτο τὸ ἐννοῶ· ὄχι ὅμως νὰ κάμῃ νέαν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀφίνει εἰς τὴν ἑταιρίαν 7% ἐπὶ τῶν κερδῶν, καὶ ταῦτα μετὰ παρέλευσιν 15 ἐτῶν. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον νὰ κάμω, καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ.
§240ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχουσι δύο ζητήματα διακεκριμένα· τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤγειρεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἀπόψε, καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπραγματεύθη προχθὲς ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Τὸ πρῶτον ζήτημα εἶναι, ἐὰν τὸ Δημόσιον πρέπῃ νὰ ὑποστῇ θυσίαν τινὰ πρὸς καθωράϊσιν τῶν περιχώρων τῆς πρωτευούσης, ἢ ἂν δὲν πρέπῃ νὰ ὑποστῇ ταύτην. Νομίζω, ὅτι δυσκόλως δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἐπιβαλλομένην ὑποχρέωσιν εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως χάριν τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους ὑποστῇ θυσίας τινάς. Τοῦτο δὲν ἠμφισβητήθη παρ’ ἄλλου τινός· μόνον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας τὸ ἠμφίσβησε· καὶ τὸ ἠμφισβήτησεν, ὄχι καθ’ ὁλοκληρίαν, οὐχὶ κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ κατὰ ποσόν. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μακρύνωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τούτου, διότι νομίζω, ὅτι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ μόνον περὶ ποσοῦ πρόκειται. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ὅπως συνεζητήθη κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν χθές, παρουσιάζει πλειοτέραν σπουδαιότητα, καὶ αὕτη πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν πράγματι πρόκηται νὰ θυσιάσωμεν δύο ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἰσχυρίσθη χθές, καὶ θυσιάζοντες τὰ δύο ταῦτα ἑκατομμύρια, νὰ ἀπολέσωμεν μόνον 500,000, τότε βεβαίως τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχήν μας. Θυσιάζοντες δύο ἑκατομμύρια, ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν ἀντάλλαγμα δύο ἑκατομμύρια. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν ὑφίσταται τοιαύτην θυσίαν τὸ Δημόσιον. Ἀπεναντίας ὑφίσταται θυσίας ἡ ἑταιρία τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς. Ὑφίσταται δὲ τὰς θυσίας ταύτας οὐχὶ χάριν πλατωνικῆς ἀπολαύσεως, ἀλλὰ χάριν βελτιώσεως τῶν ἰδίων αὑτῆς συμφερόντων. Οὐδεμίαν βλέπω θυσίαν ἐπιβαλλομένην εἰς τὸ Δημόσιον, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν πράττει τι ἐναντίον τῶν ὑποχρεώσεών του, συντελοῦν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν περιχώρων τῆς πρωτευούσης. Ἐλήφθη ὡς βάσις χθές, ὅτι ἔσοδον σημερινὸν τῆς ἑταιρίας, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀναλλοίωτον καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν καὶ αὔξησιν, εἶναι τὸ ἔσοδον τοῦ 1890. Νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ λάβωμεν τοῦτο ὡς βάσιν ἀναλλοίωτον. Οἱ πόροι τῆς ἑταιρίας κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, καθ’ ἃ ἐλειτούργησεν ἀκριβῶς, μᾶς δεικνύουσιν ἀπεναντίας ἐλάττωσιν ἐσόδων. Κατὰ τὸ 1887 ἡ ἑταιρία εἶχε καθαρὸν ἔσοδον 143,000 δραχμῶν, κατὰ τὸ 1888 εἶχεν 132,000 μόνον, κατὰ δὲ τὸ 1889 εἶχεν 130,000. Ὥστε βλέπομεν ἐλάττωσιν εἰς τὰ τρία ταῦτα ἔτη· ἀμέσως δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1890 βλέπομεν αὔξησιν κατὰ 51,000 δραχμάς. Ἡ τοιαύτη ἀπότομος ὕψωσις τῶν καθαρῶν ἐσόδων τῆς ἑταιρίας νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχήν μας, ὅπως μὴ ἐκ μόνου τοῦ ἁπλοῦ τούτου γεγονότος θεωρήσωμεν ὅτι εἶναι πάγιον τὸ ἔσοδον τοῦτο τῆς ἑταιρίας. Δυνάμεθα δέ, ἐρευνῶντες τὸ ζήτημα λεπτομερέστερον, νὰ εὕρωμεν καὶ λόγον τινὰ, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπῆλθεν ἡ ἀπότομος αὕτη αὔξησις· ὁ λόγος δ’ οὗτος εἶναι γεγονότα εἰς πάντας γνωστά. Κατὰ τὸ 1890, τὸ θέρος, ὅτε ἰδίως ἐργάζεται ἡ ἑταιρία αὕτη, ἦτο ἐκ τῶν μᾶλλον θερμῶν τῆς Ἀττικῆς· ὑπῆρχεν ἑπομένως λόγος μεγαλειτέρας τινὸς κινήσεως μεταξὺ τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν περιχώρων. Ἀλλ’ ἐνδέχεται τοῦτο νὰ ἦναι ὑπερβολικόν. Ἕπονται αἱ ἐκλογαί. Αἱ ἐκλογαὶ ἔφερον σπουδαίαν κίνησιν μεταξὺ τῆς πρωτευούσης καὶ ὅλων τῶν χωρίων, δι’ ὧν διέρχεται ὁ σιδηρόδρομος. Δὲν νομίζω ἑπομένως, ὅτι εἶναι ἀσφαλὴς ἡ βάσις τῶν 180,000 ὡς καθαροῦ εἰσοδήματος τῆς ἑταιρίας. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς ἀσφαλές, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τοιαύτη ἔσεται πάντοτε ἡ ἐτησία αὔξησις τοῦ εἰσοδήματος τῆς ἑταιρίας ταύτης; τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι πλέον παραλογισμός.
§241ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ λοιπὸν ζητεῖτε τὸ 3% νὰ γείνῃ 7%;
§242ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν λάβωμεν ὡς βάσιν, ὅτι 180,000 δραχμαὶ εἶναι ἡ πρώτη παγία βάσις τῶν ἐσόδων τῆς ἑταιρίας, καὶ ὅτι θὰ ἐπέρχηται ἀνάλογος, λογικὴ πλέον αὔξησις, οὐχὶ δ’ ἁλμάτων, ὅπως βλέπομεν μεταξὺ τοῦ 1889 καὶ τοῦ 1890, ἔχομεν 19,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος περιπλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ κρατήσῃ ἡ ἑταιρία, ὅπως πληρόνῃ εἰς τοὺς μετόχους τὸ 3 τοῖς ἑκατόν· ἂν δὲ παραδεχθῶμεν καὶ λογικήν τινα αὔξησιν τοῦ περιπλέον τούτου, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι μετὰ 15 ἔτη αἱ 19,000 δραχμαὶ δύνανται νὰ γείνωσι καὶ 25,000 καὶ 30,000. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς δὲ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμφισβητήθησαν χθὲς, ὑπετέθη ὅτι πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον 15 ἔτη. Μετὰ 15 ἔτη δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι τὸ Δημόσιον θέλει συμμεθέξει εἰς τὰ κέρδη τῆς ἑταιρίας, θέλει συμμεθέξει, παραδέχομαι, ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον παρουσιάζεται ὡς περίσσευμα τῶν 19,000 ἢ 20,000. Ἀλλὰ, Κύριοι, μετὰ 15 ἔτη ποσὸν 20,000 γνωρίζετε τί ἀξίζει σήμερον; ἀξίζει μόνον 7,920 δραχμάς· ἀνατοκιζόμενον πρὸς 6 τοῖς ἑκατὸ κατ’ ἔτος τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 7,920, μετὰ 15 ἔτη ἀνέρχεται εἰς τὰς 20,000. Ποία εἶναι ἑπομένως ἡ θυσία, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως; Ἡ θυσία, ὑπολογιζομένη ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι θέλει ἐξακολουθήσει ἡ αὔξησις αὕτη, καὶ θέλει διπλασιασθῇ ἢ τριπλασιασθῇ ἐντὸς τῆς δεκαπενταετίας, εἶναι 7,920 δραχμῶν, ἢ τὸ διπλάσιον ἢ τριπλάσιον αὐτῶν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων τὸ Δημόσιον λαμβάνει τὴν ἀπόλαυσιν τῶν 500,000 δραχμῶν, αἵτινες δαπανῶνται παρὰ τῆς ἑταιρίας πρὸς ἐξωράϊσιν τῶν περιχώρων τῆς πρωτευούσης· 500,000 δραχμαὶ δὲ πρὸς 6% ἀντιπροσωπεύουσιν εἰσόδημα 30,000 δραχμῶν. Τριάκοντα λοιπὸν χιλιάδας δραχμῶν λαμβάνει ἀπὸ σήμερον τὸ Δημόσιον, καὶ ἀπέναντι τῶν τριάκοντα τούτων χιλιάδων, τὰς ὁποίας λαμβάνει, χαρίζει εἰς τὴν ἑταιρίαν τὰς 20,000 ἢ 25,000, δραχμῶν, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ λάβῃ μετὰ 15 ἔτη.
§243ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἔχει κέρδος τὸ Δημόσιον.
§244ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἅμα ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ Δημόσιον καλῶς πράττει, δαπανῶν 50,000 δραχμῶν πρὸς ἐξωράϊσιν τῶν περιχώρων τῆς πρωτευούσης, βεβαίως ἔχει κέρδος.
§245ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε θὰ βλάψητε τὴν ἑταιρίαν.
§246ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ βλάψωμεν τὴν ἑταιρίαν, πρόκειται περὶ ὑπολογισμῶν. Ἀπέναντι τοιαύτης ἀνταλλαγῆς ὠφελειῶν, νομίζω ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ ἀνυψώσῃ τὸ ζήτημα μέχρι τοῦ βαθμοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡμεῖς διασπαθίζομεν τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι ἡμεῖς δὲν κηδόμεθα τῆς πίστεως τοῦ Δημοσίου. Εἰς πάντα ἄλλον ἴσως θὰ ἐπετρέπετο καὶ ἐσφαλμένως νὰ εἴπῃ τὸ τοιοῦτον, ἀλλ’ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, τὸν κατασκευάσαντα τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, τὸν δόντα τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, δύναμαι νὰ εἴπω, δωρεὰν εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἥτις διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου καὶ διὰ χρημάτων ἁδροτάτων κατεσκεύασε τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον, δὲν ἐπετρέπετο. Εἰς πάντα ἄλλον ἐπετρέπετο νὰ ἀνυψώσῃ τὸ ζήτημα καὶ ν’ ἀπευθύνῃ μομφὴν κατὰ τῶν διαδόχων αὐτοῦ, οἵτινες ἐπὶ 4 ἤδη μῆνας δὲν κάμνουσιν ἄλλην ἐργασίαν, παρὰ νὰ φράττωσι τὰς τρύπας τῶν δημοσίων δαπανῶν διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἀναγκαζόμεθα νὰ φέρωμεν ἐνταῦθα διὰ τὰς χρήσεις τοῦ 1889 καὶ 1891. Ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ τὴν φράσιν, ὅτι, ἐπειδὴ ἔμεινεν ἐνταῦθα, θέλομεν τὸν ἀκούει, καὶ παρεπονεῖτο ὁ κ. Βουλευτὴς κατὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀδίκως ἐφέρθη πρὸς αὐτὸν, καὶ ὅτι ἀδίκως φερθεῖσα, ὀφείλει νὰ τὸν ἀκούῃ. Ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον διότι ἡ Βουλὴ τὸν ἤκουσε, διότι δὲν τῷ εἶπεν, ὅτι ἀρκετὰ σὲ ἠκούσαμεν μέχρι τοῦδε, δὲν ἐννοεῖ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἄδικος, ἀλλ’ εἶναι ἀρκετὰ ἐπιεικὴς πρὸς αὐτόν; Ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγορᾶς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ κατὰ τί θίγεται ἐκ τῆς παρούσης συμβάσεως τὸ δικαίωμα τοῦτο; Μοὶ φαίνεται περίεργος ἡ γνώμη, ἡ ἐκφραζομένη παρὰ συναδέλφου, ὅστις βεβαίως ἔχει ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς προόδου τῶν δημοσίων ἔργων. Ὅμοιος τρόπος, καθ’ ὃν θίγεται, εἶναι, ὅτι ἡ παροῦσα σύμβασις δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς αὔξησιν τῶν εἰσοδημάτων τῆς ἑταιρίας, καὶ ἑπομένως νὰ αὐξήσῃ τὴν ἐτησίαν χορήγησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ὀφείλῃ νὰ δώσῃ τὸ Δημόσιον, ὅπως ἐπαναλάβῃ τὸν σιδηρόδρομον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ μεγαλείτερον εὐτύχημα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν· ἐὰν πρόκηται νὰ κατασκευάσωμεν σιδηροδρόμους, ἵνα ἀφήσωμεν αὐτοὺς νὰ μαραίνωνται, ὅπως δι’ εὐτελῶν ἐτησίων χορηγημάτων ἐπαναλάβωμεν αὐτοὺς ὡς περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ τοὺς κατασκευάσωμεν· διότι, ἐὰν ἐπὶ 15 ἔτη συντηρῶνται, ἵνα μαραίνωνται, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ ἐπὶ 50 καὶ 60 ἔτη θὰ ἐξακολουθῶσι μαραινόμενοι. Τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ δίδῃ πάντοτε εὐκολίας, ὅπως πάντα τὰ δημόσια ἔργα ἀναπτύσσωνται καὶ προοδεύωσι.
§247ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεστήριξα πάντοτε, καὶ θέλω ἐξακολουθεῖ ὑποστηρίζων, ὅτι εἰς ζητήματα δευτερευούσης ἀξίας, ζητήματα, ὧν ἡ ἔκβασις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν ἄρσιν ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, οἱ φίλοι αὐτῆς ἔχουν καὶ ὀφείλουν νὰ ἔχουν ἐλευθερίαν πλήρη εἰς τὴν γνώμην των. Παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου συζήτησιν, καὶ δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς ὅπερ πρὸ μικροῦ κατέληξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ἐξεναντίας ἐπείσθην ὅτι τὸ Δημόσιον ὑφίσταται θυσίαν χρηματικὴν ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, ἐὰν δὲ ἡ θυσία αὕτη ᾖναι μικρὰ ἢ μεγάλη, τοῦτο δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον, διότι, προκειμένου περὶ θυσίας οἱασδήποτε, φρονῶ ὅτι δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνωμεν εἰς αὐτὴν χάριν ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς κοινότητος ἢ πολίχνης. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι πρὸς ἐξωραϊσμὸν τῶν περιχώρων τῆς πρωτευούσης πρέπει νὰ ἤμεθα ὅλοι σύμφωνοι, διότι αὕτη εἶναι δι’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἐγὼ αὐτὰ δὲν τὰ ἐννοῶ. Θὰ δουλεύωμεν λοιπὸν ὅλοι διὰ τὴν πρωτεύουσαν καὶ διὰ τὰς ἐξοχάς της; Καὶ ποῦ εὕρετε τὴν θεωρίαν αὐτήν; Βλέπομεν κατ’ ἔτος ἀναγραφομένας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἄλλοτε μὲν ἑξήκοντα χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ἄλλοτε πεντήκοντα χιλιάδας, ὑπὲρ ἐξωραϊσμοῦ τῆς πρωτευούσης. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: πότε εἴδατε ἀναγραφόμενον, ἔστω καὶ ἐλάχιστον ποσὸν, ὑπὲρ ἀναγκῶν ἄλλης τινὸς πόλεως; Διατὶ αὐτὴ ἡ διάκρισις; Ἀλλ’ ἔστω. Δίδομεν ἐτησίως 60,000 δραχμῶν. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο; Πρέπει τώρα νὰ δαπανήσωμεν καὶ πρὸς ἐξωραϊσμὸν τῆς Κηφισσίας. Καὶ πόσα δίδομεν; Ἐγὼ δὲν παραδέχομαι τὰ δύο ἑκατομμύρια τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν παραιτούμεθα δικαιώματος ἀντιστοιχοῦντος πρὸς τὸν ἐλάχιστον ὅρον, ἤτοι τὰς πεντακοσίας χιλιάδας δραχμῶν. Ἐρωτῶ: εἶναι μικρὸν τὸ ποσὸν αὐτό; Καὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν περιστάσεις νὰ κάμνωμεν τοιαύτας θυσίας; Ἐγὼ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι θὰ ἐπίεζον πολὺ, παραπολὺ, τὴν συνείδησίν μου, ἂν ἔστεργον τοιαύτην θυσίαν. Διὰ τοῦτο θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον.
§248ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἔχω ὅλως ἐναντίαν γνώμην τῆς γνώμης τοῦ προσαγορεύσαντος, καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει χάριν τῆς πρωτευούσης καὶ νὰ δαπανᾷ καὶ νὰ ὑποβάλληται εἰς θυσίας· διότι ἡ πρωτεύουσα δὲν ἀνήκει εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἀνήκει εἰς τὸ πανελλήνιον.
§249ΣΧΙΝΑΣ. Δι’ ὀλίγων θέλω ἀπαντήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπραγματεύθη, ἤτοι τὸ τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ σιδηροδρόμου μετὰ δεκαπενταετίαν. Ὡς μέτρον τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἐτησίων εἰσοδημάτων τοῦ σιδηροδρόμου λαμβάνονται τὰ τελευταῖα 7 ἔτη· ἑπομένως, ἂν λάβωμεν ὡς μέτρον, ὅτι τὰ εἰσοδήματα τοῦ σιδηροδρόμου ἀνέρχονται εἰς 200,000, καὶ ὑπολογίσωμεν αὐτὰ πρὸς ἑπτὰ τοῖς ἑκατὸν, θέλομεν πληρώσει εἰς τὴν ἑταιρίαν 2,857,142 δραχμάς· ἂν ταῦτα ἀνέλθωσιν εἰς 220,000, θέλομεν πληρώσει 3,142,857, καὶ ἂν ἀνέλθωσιν εἰς 250,000, θέλομεν πληρώσει πλέον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων καὶ πεντακοσίων χιλιάδων, ἤτοι 3,571,428. Ἑπομένως παρατηροῦμεν, ὅτι, ἐὰν τὰ εἰσοδήματα ἀνέλθωσιν εἰς 250,000, ὅπως ἐγὼ τὰ ὑπολογίζω, θέλομεν πληρώσει ἀκριβῶς 1 ἑκατομμύριον ἐπὶ πλέον, ἤτοι θέλομεν πληρώσει διὰ διπλασίου ποσοῦ τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν θέλει κάμει ὁ σιδηρόδρομος, δὲν γνωρίζω εἰς τίνος εἴδους ἔργα. Ἑπομένως φρονῶ καὶ συμμερίζομαι πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ὅτι εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ Δημόσιον ἡ τοιαύτη σύμβασις, καὶ δηλῶ, ὡς ἀκολουθῶν τὴν αὐτὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἀνέπτυξεν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς πρέπει νὰ ἔχῃ ἐλευθέραν τὴν ψῆφον αὐτοῦ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, δηλῶ, ὅτι θέλω καταψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου.
§250ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς, ὅτι δηλαδὴ πρὸ 2 ἐτῶν προὐτάθη εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου νὰ δαπανήσῃ 1,200,000 περίπου δραχ. διὰ τὴν εὔρυνσιν τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, ἵνα παραιτηθῇ τὸ Δημόσιον τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ἐπὶ συμμετοχῇ ἐπὶ τῶν κερδῶν μετὰ τὸ 3%, ἡ δὲ ἑταιρία δὲν ἀπεδέχθη τοῦτο, εἶναι ἀκριβέστατον. Ὡς μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρίας ταύτης, ἔλαβον γνῶσιν τῆς γενομένης προτάσεως, ἀλλ’ ἐθεωρήθη ἀσύμφορον εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ ὑποστῇ θυσίαν τοιαύτην πρὸς ἀνταλλαγὴν τοῦ ἐπὶ τῶν κερδῶν αὐτῆς δικαιώματος τοῦ Δημοσίου.
§251ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐβεβαίωσα ἐγὼ, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη πρότασις ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ προσαγάγῃ ἀπόδειξίν τινα, ὅτι ἐγὼ ὑπέβαλον τοιαύτην πρότασιν, τὸν παρακαλῶ νὰ τὴν προσαγάγῃ. Ἐὰν ὅμως εἰς βεβαίωσιν φέρῃ μόνον τὸν λόγον του, βεβαιῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαρκές.
§252ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἀπὸ φίλον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου προὐτάθη ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὸ Συμβούλιον, καὶ ὁ φίλος του ἐκεῖνος μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδέχετο τὴν γνώμην ἐκείνην.
§253ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν φίλοι μου, ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὰ τῆς ἑταιρίας, ἰδιοποιοῦνται τοιαύτην πρότασιν, ἢ εἶπον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ δεχθῇ αὐτὴν, τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς ἐμέ. Ἐγὼ διεπραγματεύθην μετὰ τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν ἑταιρίαν τὴν προέκτασιν τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς μέχρι Χαλκίδος. Ἐπὶ ταύτῃ τῇ βάσει ἤμην ἕτοιμος νὰ δεχθῶ τροποποίησιν τοῦ ὅρου τῶν 3 τοῖς ἑκατὸν· ἐζήτουν ὅμως ἐγὼ καὶ ἄλλην τροποποίησιν, ἐζήτουν ὅπως κατὰ σύστημα προδιαγεγραμμένον, ἤτοι διὰ τύπου καὶ ἐν σταθερᾷ ἀναλογίᾳ πρὸς τὰς ἀκαθαρίστους εἰσπράξεις, καθορίζωνται τὰ καθαρὰ ἔσοδα, οὐχὶ δὲ διὰ τοῦ ἰσολογισμοῦ. Ἐπὶ τούτων τῶν θεμάτων εἴχομεν ἀνταλλάξει ἰδέας.
§254ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἐγένετο καὶ τοιαύτη σκέψις περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Χαλκίδος, ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο μετὰ ταῦτα.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§256ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ ἀρχὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Λυμπεροπούλου καὶ Κοπανίτσα, ὡς ψηφολεκτῶν, καὶ εἶτα ἡ διαλογή.)
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 64. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11 καὶ 30′ μ. μ.