1891.02.20
1,490 rows · 11,758 words · 59 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
τῆς 20 Φεβρουαρίου 1891.
(Τετάρτη)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Α. Παπαγιαννακοπούλου). (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Μαριγίτσα Σερουΐου, θυγάτηρ τοῦ διδασκάλου τοῦ γένους καὶ ἀγωνιστοῦ Γεωργίου Σερουΐου, ζητεῖ νὰ τῇ ἀπονεμηθῇ μηνιαία σύνταξις.
§2ΛΕΒΙΔΗΣ. Δικαιοτάτη ἡ αἴτησις, κύριε Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ αἴτησις αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ σύζυγος τοῦ Ἰωάννου Χ. Μήτρου Σωτήρη, ἐκ τοῦ χωρίου Μαρκοπούλου τοῦ δήμου Κρωπίας, ὑποβάλλει ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν, δι’ ἧς ἐξαιτεῖται τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ὡς πρώτου ὀρφανοῦ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Ἀναστάσιος Ζερβὸς ὑποβάλλει τὰς ἑπομένας δύο ἐπερωτήσεις.
§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). 1. «Ἀνηγγέλθη πρό τινος χρόνου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ἐν Πειραιεῖ ἑταιρία «Οἰκονομίδης καὶ Σα» παρεβίασε διατάξεις τοῦ τελωνειακοῦ νόμου’ κατ’ ἀκολουθίαν διετάχθησαν καὶ διεξήχθησαν διοικητικαὶ ἀνακρίσεις, ὧν τὸ ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα ὑπέβαλεν ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς κ. Λεωνίδας Σταυράκης κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον. «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὸν φάκελλον τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, ὅστις εὑρίσκεται παρὰ τῷ τελωνειακῷ τμήματι». 2. «Παρακαλεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐν Ἄρτῃ ἐνῳκιάσθη οἰκία πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς στρατὼν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἂν τὸ ἐνοίκιον συνεφωνήθη νὰ πληρόνηται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου». (Ἐνταῦθα προσελθὼν ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Καραβᾶς).
§5ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, κυροῦν τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας σύμβασιν περὶ τῶν ἐν Δελφοῖς ἀνασκαφῶν. Εἶναι ἡ αὐτή, ἡ ὁποία καὶ ἄλλοτε κατὰ τὸ 1887 δὶς ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἡ αὐτὴ σύμβασις ἐψηφίσθη καὶ παρὰ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας καὶ παρὰ τῆς Γερουσίας.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 219).
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸ 1890 συνωμολογήθησαν διάφορα προσωρινὰ δάνεια, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν τόκοι. Τὸ κεφάλαιον καὶ οἱ τόκοι τῶν δανείων τούτων ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν δανείων τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, ἀλλὰ διὰ τοὺς τόκους τοὺς πληρωθέντας διὰ τὰ προσωρινὰ ταῦτα δάνεια δὲν ὑπῆρχεν ἐγγεγραμμένη πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῶσι τακτικὰ ἐντάλματα ἄνευ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως. Τὸ ποσὸν τῶν τόκων ἀνέρχεται εἰς 417,500 δραχμάς. Νομοσχέδιον χορηγοῦν τὴν πίστωσιν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ δέ, τόσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς καὶ τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα πιστώσεις, νὰ παραπεμφθῶσιν ἐγκαίρως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 220). Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1833 νόμου περὶ δήμων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς ά. συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως 1889 ἐκ δραχ. 1,085,500. Περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δρ. 224,531. Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 16,563,270. Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχ. 2,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1889. Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 304, 830:07 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1889. Περὶ παροχῆς ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 422,928 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891. Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 189,110 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 206,100 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1890 τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου. Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 287,100 πρὸς διαπλάτυνσιν καὶ ἐπιβάθυνσιν τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ μὲν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἐνδεχομένῃ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ ἔτος 1891, εἰς βʹ δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1891).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου Λαυρίου καὶ Ἀθηνῶν συμβάσεως.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ κατασκευὴ τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς ἔχει ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἵνα ἀναμνήσω εἰς αὐτήν. Ἔνεκα σχέσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Σερπιέρης, ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σκωριῶν ἐν Λαυρίῳ, εἶχε συνάψει, ἐγεννήθη δίκη τοῦ Δημοσίου κατ’ αὐτοῦ· ἐνῷ δὲ ἡ δίκη ἦτο ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐκκρεμὴς, ὁ κ. Σερπιέρης παρεχώρησε τὴν ἐν Λαυρίῳ περιουσίαν αὑτοῦ εἰς ἑταιρίαν, ἡ ὁποία συνεστήθη ἕνεκα τούτου. Ἡ ἑταιρία αὕτη, ἀναλαβοῦσα τὴν ἐπιχείρησιν, δὲν ἐφρόντισε ν’ ἀπαλλάξῃ ἑαυτὴν ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῆς δίκης, ἥτις εἶχεν ἐγερθῆ κατὰ τοῦ δικαιοπαρόχου αὑτῆς καὶ ἥτις ἦτο ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων. Καὶ ἡ μὲν ἑταιρία ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν της, ἀσχολουμένη νὰ λύσῃ δύσκολον πρόβλημα, τὸ τῆς τήξεως τῶν ἐκβολάδων, οὐ μόνον ἐπιστημονικῶς, ἀλλὰ καὶ βιομηχανικῶς, ἤτοι οὐ μόνον νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῶν ἐκβολάδων τὸν ἄργυρον καὶ τὸν μόλυβδον, ὅσος περιείχετο εἰς αὐτὰς, ἀλλὰ καὶ νὰ καταστήσῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐπικερδῆ εἰς τὴν ἑταιρίαν· ἀλλ’ ὅταν προώδευσεν ἡ ἑταιρία εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς καὶ ἔλυσε τὸ εἰρημένον πρόβλημα, ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις δικαστικαὶ, καταδικάσασαι αὐτὴν εἰς πληρωμὴν ποσοῦ 5 ἕως 6 ἑκατομμυρίων εἰς τὸ Δημόσιον, ὧν ἡ ἐκτέλεσις κατὰ τῆς ἑταιρίας, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἐπέσπευδε νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὰς, ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν πτώχευσιν τῆς ἑταιρίας. Οὕτως ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀρχίσει νὰ φαίνηται ὡς μέλλον νὰ ἐπιδώσῃ, ἤθελε παραλύσει. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1878 μέχρι τοῦ 1882 διάφοροι ἐγένοντο μελέται, κατὰ τίνα τρόπον ἤθελε προληφθῆ τοιαύτη καταστροφὴ τῆς συσταθείσης ἑταιρίας, ἥτις μάλιστα, μετὰ τὰς μελέτας καὶ τὰς ἐπιτυχίας αὐτῆς πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς τήξεως τῶν ἐκβολάδων, παρεῖχε προσδοκίας προόδου καὶ προκοπῆς. Αἱ μελέται αὗται κατέληξαν εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη κατὰ τὸ 1882, κυρωθείσης διὰ νόμου συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1882 συνωμολόγησε μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, καὶ δι’ ἧς ἡ μὲν Κυβέρνησις παρῄτησε τὴν ἀξίωσιν αὐτῆς νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ παρὰ τῆς ἑταιρίας τὰ χρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία εἶχε καταδικασθῆ, ἡ δὲ ἑταιρία ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κατασκευάσῃ τοὺς σιδηροδρόμους τοὺς λεγομένους τῆς Ἀττικῆς. Εἶναι δὲ οἱ σιδηρόδρομοι Ἀττικῆς γραμμὴ σιδηροδρομικὴ ἀπ’ Ἀθηνῶν, διαβαίνουσα διὰ τῶν χωρίων τοῦ δήμου Κρωπίας καὶ καταλήγουσα εἰς τὰ Ἐργαστήρια, κωμόπολιν τοῦ δήμου Λαυρίου, ἐν ᾗ εἶναι τὸ κέντρον τῶν βιομηχανικῶν ἐργασιῶν τῆς ἑταιρίας. Ἡ σιδηροδρομικὴ αὕτη γραμμὴ ἔχει διακλάδωσιν, ἀρχομένην ἀπὸ τοῦ χωρίου Ἡρακλείου καὶ διερχομένην τοῦ Ἀμαρουσίου, λήγουσαν δὲ εἰς Κηφισσίαν. Εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης τῆς σιδηροδρομικῆς μετὰ τῆς διακλαδώσεως, κατὰ τὰς ὑπ’ ὄψιν μοι πληροφορίας, ἡ ἑταιρία ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1885 δραχ. 4,700,000, διαρκοῦντος δὲ τοῦ 1885 ἐδαπάνησε 448,428 καὶ 85/00, ἑπομένως τὸ ὅλον ἀνέβη εἰς δραχ. 5,148,428 καὶ 85/00· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1886, διαρκοῦντος τοῦ ἔτους τούτου, ἡ ἑταιρία ἠναγκάσθη νὰ δαπανήσῃ δραχμὰς 143,292 διὰ τὴν γραμμὴν, καὶ ἀνεβιβάσθησαν αἱ διὰ τὴν γραμμὴν ταύτην δαπάναι εἰς 5,291,721. Διαρκοῦντος τοῦ 1887 ἡ ἑταιρία ὡσαύτως ἐδαπάνησε δρ. 116,661 πρὸς ἀνακαίνισιν, ἐπισκευὴν καὶ διόρθωσιν τῆς γραμμῆς, ἀνεβιβάσθη δὲ οὕτω ἡ ἀξία τῆς γραμμῆς εἰς 5,408,383 δραχμάς. Κατὰ τὸ 1888 ἠναγκάσθη καὶ αὖθις νὰ δαπανήσῃ ἡ ἑταιρία πρὸς σύστασιν τῆς γραμμῆς καὶ βελτίωσιν αὐτῆς 17,773 δραχμὰς, ἡ δὲ ἀξία τῆς γραμμῆς ἀνεβιβάσθη εἰς 5,426,156. Κατὰ τὸ 1888 ὡσαύτως ἠναγκάσθη νὰ δαπανήσῃ 11,534 δραχμὰς, καὶ ἡ ἀξία τῆς γραμμῆς ἀνεβιβάσθη εἰς 5,437,690. Κατὰ τὸ 1889 ὡσαύτως ἠναγκάσθη νὰ δαπανήσῃ δραχμὰς 61,650, ἀναβιβασθείσης τῆς πρὸς κατασκευὴν καὶ συντήρησιν τῆς γραμμῆς δαπάνης εἰς δραχμὰς 5,499,340. Σημειώσατε ὅτι δι’ ἀποσβέσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τῆς καθολικῆς δαπάνης τῆς ἑταιρίας πρὸς κατασκευὴν τῆς γραμμῆς, ἐπῆλθε μείωσις τῶν δαπανῶν κατὰ 144,300 δραχμὰς, ἑπομένως ὑπελείφθη ἡ ἀξία τῆς γραμμῆς εἰς 5,355,040. Ἡ γραμμὴ ἐπερατώθη κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1885, ἀλλὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ 1886 δὲν ἠδυνήθη νὰ λειτουργήσῃ, διὰ τοῦτο κατὰ μὲν τὸ 1885 οὐδὲν εἰσεπράχθη ἐκ τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς, διότι δὲν ἐλειτούργησε παντάπασιν ἡ γραμμὴ, κατὰ δὲ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν δραχ. 62,672, δηλ. ὑπόλοιπον καθαρὸν ἔσοδον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων. Κατὰ τὸ 1887 τὸ ὑπόλοιπον καθαρὸν ἔσοδον ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 143,215, ἡ διαφορὰ δὲ τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τοῦ 1886 πρὸς τὸ τοῦ 1887 εἶναι μεγάλη, διότι κατὰ τὸ 1886 ἐλειτούργησε μόνον τὸ δεύτερον ἑξάμηνον ὁ σιδηρόδρομος. Κατὰ τὸ 1888 τὸ καθαρὸν ἔσοδον τοῦ σιδηροδρόμου ἠλαττώθη κατὰ 10,000 καὶ πλέον δραχμὰς, διότι περιωρίσθη ἀπὸ 143,215, ὅσον ἦτο κατὰ τὸ 1887, εἰς 132,500. Κατὰ τὸ 1889 τὸ καθαρὸν ἔσοδον ὡσαύτως ἠλαττώθη, διότι ἀπὸ 132,500 ἐμειώθη εἰς 130,950 δραχ. Κατὰ δὲ τὸ 1890 ἀνεβιβάσθη εἰς 181,390 δραχμάς. Ἡ διαφορὰ αὕτη τοῦ ὑπολειφθέντος καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν καθαροῦ ἐσόδου δὲν προέρχεται μόνον ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῆς κυκλοφορίας, τὴν ἐπιγενομένην διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, τοῦ χρόνου προϊόντος, ἀλλὰ προέρχεται καὶ ἐκ τῆς αὐξομειώσεως τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν κατεβλήθησαν· διότι, ἐὰν κατὰ τὸ 1886 κατεβλήθησαν ἔξοδα συντηρήσεως, κινήσεως καὶ διοικήσεως περίπου 380,000 δραχμῶν, τὸ 1887 τὰ ἔξοδα περιωρίσθησαν εἰς 300,000 μόνον, τὸ δὲ 1888 περιωρίσθησαν εἰς 280 καί τινας χιλιάδας, ὡς καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1889· ὅσον δὲ τὰ ἔξοδα ἠλαττοῦντο, τοσοῦτον ηὔξανε φυσικῶς τὸ ὑπόλοιπον τοῦ καθαροῦ ἐσόδου. Οὕτως ἐδαπανήθησαν εἰς ἔξοδα κινήσεως κατὰ τὸ 1886 δραχμαὶ 256,094, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1887 ἐδαπανήθησαν μόνον 198,000, κατὰ τὸ 1888 ἐδαπανήθησαν 162,591, κατὰ τὸ 1889 τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀνῆλθον εἰς 178,000, καὶ κατὰ τὸ 1890 εἰς 196,000. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία συνομολογήθη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, ἡ ἑταιρία εἶχε δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἐκ τῶν καθαρῶν κερδῶν 3% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ καταβληθέντος, ἂν δ’ ἔμενεν ὑπόλοιπον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ 3%, τοῦτο ἤθελε διανέμεσθαι ἐξ ἴσου μετὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἐπειδὴ δὲ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ὡς βάσις πρὸς προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς ἑταιρίας διὰ τὴν γραμμὴν ταύτην, προσδιωρίσθη εἰς 5,400,000, τὸ 3% ἀνήρχετο εἰς δρ. 162,000 κατ’ ἔτος, ἑπομένως ἡ ἑταιρία, ἐὰν εἶχε καθαρὸν κέρδος 162,000, ἤθελε διανείμει αὐτὸ εἰς τὰ ἴδια αὐτῆς μέλη, ἂν δ’ ἐπερίσσευε πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν 162,000, τοῦτο ἔπρεπε νὰ διανέμηται ἐξ ἴσου μετὰ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλὰ τὸ ἔσοδον τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου ἐκ τῆς γραμμῆς τῆς σιδηροδρομικῆς κατὰ μὲν τὸ 1886 ἦτο δραχ. 62,692, ἤτοι κατὰ 100,000 ὀλιγώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ 3%, κατὰ τὸ 1887 ἦτο 143,215, ἤτοι κατὰ 18,000 ὀλιγώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ 3%, κατὰ τὸ 1888 δραχ. 132,500, κατὰ τὸ 1889 δραχ. 130,950, καὶ κατὰ τὸ 1890 δραχ. 181,000· ὥστε μόνον κατὰ τὸ 1890 τὸ ἐτήσιον ἔσοδον τῆς ἑταιρίας ἀπέδωκεν εἰς αὐτὴν πλῆρες τὸ 3%, καὶ ὑπελείφθη καὶ ποσὸν 19,000 πρὸς διανομὴν μετὰ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὴν σύμβασιν ἔπρεπεν, ὅταν ἤθελε συμβῆ νὰ ὑπολείπηταί τι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ 3%, τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο ἔπρεπε νὰ διατεθῇ, ἵνα συμπληρωθῇ εἰς 3% τὸ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη πληρωθὲν εἰς τοὺς μετόχους ἀτελὲς μέρισμα, διὰ τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν 19,000 δραχμῶν δὲν διενεμήθη μετὰ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ κατελογίσθη πρὸς ὄφελος τῆς ἑταιρίας, ἵνα ἀποδοθῇ εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς. Ἡ πρόοδος, τὴν ὁποίαν αἱ στατιστικαὶ αὗται πληροφορίαι μαρτυροῦσιν ὅτι ἐποιήσατο ἡ ἑταιρία τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, ἐφάνη εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου λίαν ἐνθαῤῥυντικὴ, διότι, ὡς εἶπε, πάντες οἱ σιδηρόδρομοι τῶν περιχώρων θέλουσιν ἀναγκαίως προοδεύει κατ’ ἔτος, διότι κατ’ ἔτος αὐξάνει ἡ κίνησις αὐτῶν· καὶ ὡς παράδειγμα ἔφερε τὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου: ὅ,τι συνέβη ἢ ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, τὸ αὐτὸ θέλει συμβαίνει καὶ εἰς τὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν– Λαυρίου καὶ Ἀθηνῶν–Κηφισσίας. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ὁ συλλογισμὸς αὐτοῦ οὗτος εἶναι πλημμελής. Ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ἑνώνει δύο κέντρα, ἑκάτερον τῶν ὁποίων ἔχει, ἂν ὄχι ἴσην, ἀλλὰ βεβαίαν καὶ ἀναντίῤῥητον μεγάλην κατὰ πᾶν ἔτος παρερχόμενον προκοπήν. Ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς εἶναι τὸ ἐπίνειον τῶν Ἀθηνῶν· οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ θαλάσσης, ἂν δὲν διαβῇ διὰ τοῦ Πειραιῶς, οὐδὲν δὲ ἐκ τῶν ἀναγκαίων εἰς τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἀθήναις, ἢ πρὸς ἱματισμοῦ ἢ πρὸς τροφὴν, δύναται νὰ φθάσῃ εἰς Ἀθήνας, ἐὰν πρόκηται νὰ φθάσῃ διὰ θαλάσσης, εἰμὴ διὰ τοῦ Πειραιῶς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἑκατέρα τῶν δύο πόλεων ἔχει ἰδίαν ζωὴν καὶ ἴδιον μέλλον, ἡ δὲ ζωὴ ἑκατέρας αὐτῶν εἶναι εὐτυχῶς ἀκμαία. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν γενομένην κατὰ τὸ 1884, ἐπῆλθε μεγάλη καὶ σημαντικὴ ἀναστολὴ τῆς πρὸς τὰ πρόσω προκοπῆς τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς. Ἀλλ’ ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς δὲν εἶναι μόνον ἐμπορικὴ, ὡς ἀποτελοῦσα τὸ ταμεῖον, τὴν ἀποθήκην, ἐκ τῆς ὁποίας προμηθεύονται τὰ ἐμπορεύματα αὐτῶν πολλαὶ πόλεις τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι καὶ πόλις βιομηχανική. Ἀναντίῤῥητος δ’ ἀπόδειξις τῆς προκοπῆς ἑκατέρας τῶν πόλεων τούτων εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν. Ἐὰν παραβάλητε τὴν αὔξησιν ταύτην τοῦ πληθυσμοῦ, τὴν γενομένην ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, θέλετε πεισθῆ περὶ τῆς ζωτικότητος καὶ τῆς προκοπῆς τῶν δύο τούτων πόλεων. Ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν εἶχε κατὰ τὸ ἔτος 1879 κατοίκους 63,374, κατὰ δὲ τὸ 1889 εἶχεν 107,251, δηλ. αὔξησιν κατὰ 44 χιλιάδας. Ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς κατὰ τὸ 1879 εἶχεν 21,618 κατοίκους, κατὰ δὲ τὸ 1889 εἶχε 34,327, δηλ. κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεκαετίας ὁ πληθυσμὸς ηὔξησε κατὰ 13 χιλιάδας ψυχῶν ἐν τῇ πόλει τοῦ Πειραιῶς. Ἀλλὰ τοσαύτην ζωτικότητα ἔχουσι καὶ τοσαύτην προκοπὴν προορίζονται νὰ κάμωσι τὰ χωρία, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν διὰ τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς; Ἂς ἐξετάσωμεν τοὺς πληθυσμοὺς αὐτῶν. Ἡ κωμόπολις τοῦ Ἀμαρουσίου, τὸ ὁποῖον συνδέεται διὰ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς μετὰ τῶν Ἀθηνῶν, κατὰ τὸ 1879 εἶχε 1216 ψυχὰς, κατὰ δὲ τὸ 1889, ἤτοι μετὰ δεκαετίαν, εἶχε 1393, δηλ. ηὔξησε κατὰ 170 ψυχὰς μόνον. Ἡ κωμόπολις Κηφισσίας κατὰ τὸ 1879 εἶχεν 652 ψυχὰς, κατὰ δὲ τὸ 1889 εἶχεν 932, δηλ. ηὔξησε κατὰ 280 ψυχάς. Ἡ αὔξησις αὕτη τοῦ πληθυσμοῦ ἐνδεικνύει τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία συντελεῖται ἐν ταῖς κωμοπόλεσι ταύταις. Καὶ ὄντως, ποία εἶναι ἡ ζωὴ τῆς κωμοπόλεως Ἀμαρουσίου; εἶναι ζωὴ καθαρῶς ἀγροτική. Ἀγρόται κατοικοῦσι καί τινες πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κτήματα. Ἡ μόνη μεταβολὴ, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸ Ἀμαρούσιον, εἶναι, νὰ μεταβαίνωσι κατὰ τὸ θέρος τινὲς ἐκεῖ πρὸς ἀναψυχὴν, διὰ νὰ ἀποφύγωσι τὸν καύσωνα τῶν Ἀθηνῶν. Ποία εἶναι ἡ ζωή, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ κωμόπολις Κηφισσίας; Ἡ αὐτή. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ κάτοικος Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ καταβῇ μίαν φορὰν κατ’ ἔτος εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἢ κάτοικος Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀναβῇ μίαν φορὰν κατ’ ἔτος εἰς τὰς Ἀθήνας, βεβαίως αὐτὸ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε καὶ διὰ τὴν Κηφισσίαν ἢ τὸ Ἀμαρούσιον, διότι οὔτε πᾶς Ἀθηναῖος μεταβαίνει εἰς τὴν Κηφισσίαν, οὔτε πᾶς Ἀθηναῖος μεταβαίνει εἰς τὸ Ἀμαρούσιον. Τὸ παράδειγμα λοιπὸν, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἦτο τὰ μάλιστα ἐπιτήδειον, διὰ νὰ ἀποπλανήσῃ τὴν κρίσιν τοῦ ἀκροατοῦ, ἀλλ’ ὄχι διὰ νὰ τὸν φωτίσῃ περὶ τῆς ἀληθείας· διότι εἶναι ἥκιστα ἀκριβὲς νὰ κρίνῃ τις, ὅτι, ἐπειδὴ μεγάλην ἐποιήσατο πρόοδον ἡ μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς συγκοινωνία, καὶ ἕνεκα τῆς προόδου ταύτης μεγάλως ηὔξησαν τὰ ἔσοδα τῆς ἑταιρίας τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν Πειραιῶς, καὶ ἑπομένως τὰ καθαρὰ αὐτῆς κέρδη, διὰ τοῦτο μεγάλη πρόοδος θέλει συντελεσθῆ εἰς τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ Ἀθηνῶν, Κηφισσίας καὶ Ἀμαρουσίου, καὶ ἐντεῦθεν μεγαλειτέρα ἡ κίνησις τοῦ σιδηροδρόμου καὶ μεγαλείτερα τὰ κέρδη αὐτοῦ. Ἤθελον σᾶς ἀναφέρει καὶ ἄλλας στατιστικὰς πληροφορίας πρὸς ἐπίῤῥωσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου. Κατὰ τὸ 1886 ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς μετεβίβασε 2,131,851 ἀνθρώπους, κατὰ δὲ τὸ 1890, ἤτοι μετὰ παρέλευσιν τεσσάρων ἐτῶν, μετεβίβασε 2,480,737, δηλ. μετὰ 4 ἔτη ὁ ἀριθμὸς τῶν ψυχῶν, αἵτινες ἐταξείδευσαν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ὑπερέβη τὸν ἀριθμὸν τῶν πρὸ τεσσάρων ἐτῶν κινηθέντων διὰ τοῦ σιδηροδρόμου κατὰ 350,000 ψυχῶν. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὰ τῆς κινήσεως τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Λαυρίου καὶ Ἀθηνῶν–Κηφισσίας. Κατὰ τὸ 1887—δὲν πρέπει νὰ λάβω τὸ 1886, διότι μόνον κατὰ τὸ ἓν ἑξάμηνον ἐλειτούργησεν ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν,—κατὰ τὸ 1887 ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν–Λαυρίου μετέφερεν 136,906 ψυχὰς, κατὰ δὲ τὸ 1890 μετέφερε 243,000, δηλ. ηὔξησαν κατὰ 100,000 μόνον· σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ πόλις Λαυρίου εἶναι πόλις βιομηχανικὴ, ἑπομένως ἔχει τινὰ ζωτικότητα. Ἀλλὰ μὲ τὴν Κηφισσίαν κατὰ τὸ 1887 ὁ σιδηρόδρομος τῆς Ἀττικῆς μετέφερεν 128,714 ψυχὰς, κατὰ δὲ τὸ 1890 μετέφερεν 150,234, δηλ. ηὔξησαν κατὰ 22,000 ψυχῶν. Ταῦτα ἐχρησίμευον διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ἀφομοίωσις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου μεταξὺ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Λαυρίου καὶ Ἀθηνῶν–Κηφισσίας, δὲν ἦτο προσήκουσα.
§11ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἠξεύρωμεν ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς;
§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀξία τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν– Πειραιῶς εἶναι πολλαπλῆ· δὲν εἶναι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ, διὰ νὰ κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, διότι διῆλθε διὰ πολλῶν χειρῶν, καὶ τώρα εἶναι ἐπιβεβαρυμένος δι’ ὅλων τῶν προσθηκῶν, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἑκάστη τῶν μεταβιβάσεων αὐτοῦ ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα. Διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὰ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τῆς Ἀττικῆς πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν ἐντελῶς κεχωρισμένως ἀπὸ τὰ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς βεβαίως ἔχει μεγάλην προκοπὴν, καὶ ἡ πρόοδος αὐτοῦ θέλει εἶσθαι ἀνάλογος τῆς ζωτικότητος τῶν δύο πληθυσμῶν, τοὺς ὁποίους συνδέει διὰ συγκοινωνίας, καὶ ὁ σιδηρόδρομος τῆς Ἀττικῆς θὰ ἔχῃ τοσαύτην πρόοδον, ὅση εἶναι ἡ ζωτικότης τῶν τριῶν πληθυσμῶν, τοὺς ὁποίους συνδέει, ὁ δὲ πληθυσμὸς τοῦ Λαυρίου καὶ τῆς Κηφισσίας δὲν εἶναι πληθυσμὸς τοιοῦτος, οὔτε ἡ κωμόπολις Κηφισσίας οὔτε ἡ κωμόπολις Λαυρίου εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ συντελέσῃ εἰς τοσαύτην αὔξησιν συγκοινωνίας, ὅσην ἐπάγει ἡ ζωτικότης τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου παρέστησε προσέτι, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, καὶ δύο συμβεβηκότα· πρῶτον, ὅτι ἐν τῇ κινήσει τοῦ σιδηροδρόμου τῆς Ἀττικῆς κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη 1889 καὶ 1890 ὑπῆρξε μεγάλη διαφορὰ, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1889 ἀπέφερε καθαρὸν ἔσοδον δραχμῶν 130,950, κατὰ τὸ 1890 ἀπέφερε καθαρὸν ἔσοδον δραχ. 181,390, συνεπέρανε δὲ, ὅτι ἡ αὔξησις εἶναι τοσαύτη, ὥστε τὰ καθαρὰ ἔσοδα τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς ὑπερέβησαν κατὰ 50,000 τὸ ἓν ἔτος ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ ὁ συλλογισμὸς οὗτος δὲν εἶναι ὀρθὸς, πρῶτον διότι τὸ 1890 ἐπῆλθε μετὰ τὸ 1889, ἐπειδὴ δὲ ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν–Κηφισσίας δὲν μεταφέρει εἰς Κηφισσίαν, εἰμὴ μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φεύγουν τὴν θερμότητα τῶν Ἀθηνῶν, κατὰ τὸ 1889 μετεβίβασε πολὺ ὀλιγωτέρους ἀνθρώπους ἢ ὅσους εἶχε μεταβιβάσει τὰ παρελθόντα ἔτη, διότι κατὰ τὸ 1889 οἱ εὐπορώτεροι κάτοικοι τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἴσως καὶ πολλοὶ μὴ εὔποροι, μετέβησαν εἰς τὴν Ἔκθεσιν ἐν Παρισίοις· διὰ τοῦτο, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 ὁ σιδηρόδρομος τῆς Ἀττικῆς ἀπέφερε καθαρὸν κέρδος 143 χιλιάδας, κατὰ τὸ 1889 ἀπέφερεν 130 χιλιάδας, ἤτοι, ἀντὶ νὰ προβῇ μετὰ δύο ἔτη εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, ἠλαττώθησαν τὰ ἔσοδα ταῦτα κατὰ 13 χιλιάδας. Τὴν αὔξησιν λοιπὸν τῶν 181 χιλιάδων δύναται νὰ θεωρήσῃ αὔξησιν, ἀλλ’ ὄχι τοσαύτην, ὅση εἶναι ἡ παραβολὴ αὐτῆς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐν τούτοις ἡ αὔξησις αὕτη τοῦ 1890 ἔδωκεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τοσοῦτον καθαρὸν κέρδος, ὥστε ὄχι μόνον ἐπληρώθη τὸ 3% εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς, ἀλλ’ ὑπελείφθη καὶ ποσὸν 19,000, τὸ ὁποῖον ἀπέδωκεν εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἐάν τις ἐξετάσῃ πόσον ἔπρεπε νὰ ἦναι τὸ καθαρὸν ἔσοδον τῆς ἑταιρίας κατὰ τὰ 5 ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα λειτουργεῖ, ἵνα ἀποτίνῃ κατ’ ἔτος τὸ ποσὸν τῶν 162,000, θέλει ἀνεύρει, ὅτι ἔπρεπε κατὰ τὰ 5 ἔτη ἡ ἑταιρία νὰ εἰσπράξῃ 972,000, ἐνῷ εἰσέπραξε μόνον 650,749· ἑπομένως ὑπελείφθη κατὰ δραχμὰς 321,000, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἀποτίσῃ εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς. Ἐὰν δὲ ἡ αὔξησις, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μεταξὺ τοῦ 1879 καὶ 1880, ἡ κατὰ 19,000 ἐπὶ ποσοῦ 162,000, ἐξετασθῇ, θέλομεν ἴδει, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τελευταίων τεσσάρων ἐτῶν, συλλήβδην λαμβανομένων, θέλει ἐν ὅλῳ ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν 162,000 κατὰ δραχμὰς 13,014· διότι ναὶ μὲν κατὰ τὸ 1890 ηὔξησαν τὰ ἔσοδα κατὰ 19,000, ἀλλὰ ἡ αὔξησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῇ μόνον ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου, ἀλλ’ ἀπὸ τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν, διότι, τοῦ χρόνου προϊόντος, τὰ ἔξοδα τῆς ἐπισκευῆς καὶ συντηρήσεως τῆς ὁδοῦ θέλουσιν εἶσθαι πάντοτε μεγαλείτερα, ἑπομένως ὀλιγώτερον θέλει μένει τὸ καθαρὸν ἔσοδον. Καὶ ἄν τις λάβῃ ὡς γνώμονα τὴν ἐτησίαν αὔξησιν τῶν 14,000 δραχμῶν, καὶ διπλασιάσῃ αὐτὴν, ἡ ἑταιρία, ἵνα πληρώσῃ ὅσα ὀφείλει εἰς τοὺς μετόχους αὑτῆς, ὅπως ἐξοφλήσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ὑπελείφθη τοῦ 3%, ὅπερ ὤφειλε ν’ ἀποδίδῃ αὐτοῖς κατ’ ἔτος, πρέπει νὰ ἔχῃ κέρδος ὑπερβαῖνον τὰς 162,000 δραχμὰς κατὰ 321,000, ταύτας δὲ, ἐὰν αὐξάνῃ κατὰ 26 χιλιάδας τὸ ἐτήσιον καθαρὸν ἔσοδον, θέλει δυνηθῆ νὰ ἀποτίσῃ μόλις μετὰ 25 ἔτη. Εἴκοσι πέντε λοιπὸν ἔτη πρέπει νὰ παρέλθωσι, καθ’ ἃ δὲν προσήκει νὰ προσδοκῶμεν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ μερισθῶμεν μετὰ τῆς ἑταιρίας ἐκ τοῦ καθαροῦ ἐσόδου αὐτῆς ὑπὲρ τὸ 3%, διότι πάντα τὰ ὑπὲρ τὸ ποσὸν τῶν 162,000 εἰσπραχθησόμενα παρ’ αὑτῆς καθαρὰ ἔσοδα θέλουσι διατίθεσθαι, ὅπως ἐξοφλήσῃ ἡ ἑταιρία τὰ πρὸς τοὺς μετόχους αὐτῆς χρέη διὰ τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἀπέδωκεν αὐτοῖς τὸ μέρισμα τὸ 3%. Μετὰ ἔτη 25 θέλομεν ἐλπίσει νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς μερίδα ἐκ τοῦ μερίσματος τῆς ἑταιρίας, πόση δὲ θὰ ἦναι ἡ μερὶς αὕτη, δὲν δύναται νὰ προσδιορισθῇ, ἀλλ’ ὁσηδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ μερὶς αὕτη, ἐὰν τὴν συγκεφαλαιώσητε, δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ σχηματίσητε κεφάλαιον τοσοῦτον, ὅσον πρὸς καλλωπισμὸν τῶν μερῶν αὐτῶν θέλει δαπανήσει ἡ ἑταιρία. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἑταιρία εἶχε συνεννοηθῆ μετὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὑπεσχέθη εἰς αὐτήν, ὅτι ἦτο διατεθειμένη....
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις οὐδὲν ὑπεσχέθη.
§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ ἑταιρία τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς μοὶ ἔδωκεν, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἦτο διατεθειμένη νὰ μεταβάλῃ τὴν σύμβασιν, παραιτοῦσα τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε, νὰ μερίζηται τὸ καθαρὸν ἔσοδον τῆς ἑταιρίας, ἀφοῦ ὑπερβῇ τὸ 3%, ἐπὶ ἀνταλλάγματι ὡρισμένῳ. Τὸ δὲ ἀντάλλαγμα τὸ ὡρισμένον ἦτο, ὅτι ἐζήτει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ν’ ἀναλάβῃ ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου τὴν διεύρυνσιν τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, καὶ ἀφοῦ βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, πρέπει νὰ στηρίζησθε ἐπὶ ἐγγράφου, ἵνα ἐπιμένητε. Τὸ ἀληθὲς ἦναι τοῦτο· ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου συνεχῶς ἐπανήρχετο εἰς τὸ θέμα τῆς ἀνάγκης δι’ αὐτὴν, ὅπως παραιτήσῃ τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα αὐτοῦ ἐπὶ τὴν διανομὴν τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τοῦ ὑπὲρ τὰ 3%, εἰς ταύτην τὴν ἀπαίτησιν τῆς ἑταιρίας ἀπηντήσαμεν, ὅτι, μόνον ἂν ἀνελάμβανέ τι λίαν σπουδαῖον ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας τῆς χώρας, θὰ ἠδυνάμεθα εἰς τοιαύτην διαπραγμάτευσιν νὰ προέλθωμεν. Ὅ,τι δὲ τῇ προέτεινα ἐγὼ ἦτο, νὰ προεκτείνῃ τοὺς σιδηροδρόμους Ἀττικῆς μέχρι Χαλκίδος. Οὐδέποτε ἐγὼ ἐσχέτισα τὰ τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου πρὸς τὴν μείωσιν τῆς μετοχῆς τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ καθαρῷ ἐσόδῳ τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, διότι εἶχον ἰδέαν περὶ τῆς ἀξίας τῆς κατὰ τὴν ὑφισταμένην σύμβασιν κεκανονισμένης διανομῆς τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τῶν σιδηροδρόμων τούτων, ἥτις δὲν ἐπέτρεπε τοιαύτην συσχέτισιν.
§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν τοῦτο ἐγὼ δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔγγραφον οὐδὲν ἔχω, οὔτε ἐπίσημον οὔτε ἰδιωτικόν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ βεβαιῶται, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου ἢ τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀττικῆς, ἔχω ὅμως τὴν πληροφορίαν ἀνθρώπου ἐγκειμένου ἐν ταῖς ἑταιρίαις ταύταις, ἑπομένως μετέχοντος τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, ὅστις μ’ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ μὲν ἰδέα τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου εἰς Χαλκίδα ὡς ἀντάλλαγμα τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ διανέμῃ τὸ ἔσοδον ὑπὲρ τὸ 3% ἦτο ἰδέα πολὺ παλαιὰ, ἥτις ὄχι μόνον ἐγκατελείφθη, ἀλλ’ οὔτε ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ προταθῇ ἀφ’ ἧς ἐπαρουσιάσθη ἑταιρία περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης μετὰ διακλαδώσεως εἰς Χαλκίδα, ὅτε πλέον δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπεκτάσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐπαρουσιάσθη ἄλλη ὑπόθεσις, ἡ εὔρυνσις τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, καὶ προὐτάθη εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύρυνσιν τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, ὑπέσχετο δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἐφαίνετο διατεθειμένη νὰ δεχθῇ, νὰ ἐγγυηθῇ δι’ ἓν δάνειον τεσσάρων ἑκατομμυρίων ἐπὶ τόκῳ 4%.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φαντασιώδη.
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲ ἡ διαπραγμάτευσις αὕτη κατέληγεν εἰς ἀποτέλεσμα, ἡ παραχώρησις τῆς ἑταιρίας ἤθελεν εἶσθαι ὁ κίνδυνος νὰ πληρώσῃ διὰ τὸ δάνειον τὴν διαφορὰν μεταξὺ 4% καὶ 6%, ἤτοι μεταξὺ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἐγγυηθῆ ἡ Κυβέρνησις, καὶ τοῦ τόκου, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ ἤθελε συνομολογήσει τὸ δάνειον ἐπὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἥτις διαφορὰ συνίσταται εἰς 20,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Λοιπὸν παροχὴ τῆς ἑταιρίας 20,000 δραχ. κατ’ ἔτος ἐν τῷ συνδυασμῷ, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα, ἐκρίνετο ἀρκοῦσα κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὅπως τὸ Δημόσιον παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐπὶ τοῦ μερίσματος. Ἡ καταβολὴ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων Λαυρίου νὰ κάμῃ πρὸς ἐξωραϊσμὸν τῶν περιχώρων τῆς πρωτευούσης, θέλει εἶσθαι ποσὸν 500,000 δραχμῶν· ἂν δὲ ὑπολογισθῇ ὁ τόκος τῶν 500,000 δραχμῶν, οὗτος ἀνέρχεται εἰς 30,000 δραχμὰς, ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον τότε ἐτίθετο ὡς βάσις ἢ ὡς ἀντάλλαγμα τῆς διαπραγματεύσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀρνεῖται πάντα ταῦτα, καὶ λέγει, ὅτι ταῦτα εἶναι φαντασιώδη, ὅτι οὐδέποτε διενοήθη νὰ ἔλθῃ εἰς τοιαύτην συνεννόησιν μετὰ τῆς ἑταιρίας, ὅτι οὐδέποτε ἐγένετο λόγος νὰ ἀναλάβῃ ἡ ἑταιρία τὴν διεύρυνσιν τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, ὅτι οὐδέποτε ἐγένετο λόγος νὰ ἐγγυηθῇ τὸ Δημόσιον. Ὁ κ. Βουλευτὴς βεβαίως εἶναι ἄνθρωπος, εἰς τοῦ ὁποίου τοὺς λόγους δύναταί τις νὰ στηριχθῇ, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκε τὰς πληροφορίας ταύτας, εἶναι ἄνθρωπος ἔντιμος καὶ χρηστὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἠδύνατο νὰ ψευσθῇ πρός με. Ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἁρμόδιος νὰ τὴν διαλύσω. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ συνεννόησις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου δὲν ἦτο ἓν θέμα, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος τῶν συμβαλλομένων ἀπέκρουε μετ’ ὀργῆς, ἀλλὰ καὶ οἱ δύο ἐμειδίων, προσβλέποντες πρὸς ἀλλήλους. Ὅ,τι ἦτο ἡ αἰτία νὰ μὴ συμφωνήσωσιν, ἦτο ἴσως ἡ διαφορὰ, τὴν ὁποίαν ἔβλεπον μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τῶν 20,000 ἢ ἀνωτέρου. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἦλθον συνεννόησιν μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων Λαυρίου. Κύριός τις, ἐγκειμένος εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἑταιρίας, μοὶ εἶπεν ἡμέραν τινὰ, ὅτι ἡ ἑταιρία ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς δαπάνην 500,000 δραχμῶν πρὸς ἐξωραϊσμὸν τῶν περιχώρων, ἐὰν ἀπηλλάσσετο αὕτη ἀπὸ τὸν ἐφιάλτην, ὁ ὁποῖος πιέζει αὐτὴν, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μοιράζηται τὸ καθαρὸν ἔσοδόν της μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 3% μετὰ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὅταν ἤκουσα τοῦτο, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἦλθον εἰς οὐδεμίαν μετ’ οὐδενὸς διαπραγμάτευσιν, ἀλλ’ ἠρώτησα, ἐὰν ἦναι σπουδαῖον αὐτὸ, καὶ μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι εἶναι σπουδαῖον. Τότε προέβην, ἵνα λάβω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως, καὶ δι’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως προενόησα περὶ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου, τὸν ὁποῖον ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ. Δὲν προέβην δὲ εἰς διαπραγμάτευσιν περαιτέρω, διότι ἐνδέχεται νὰ ἔχω ἄλλας ἰδέας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πάντα τὰ ἰδιαίτερα ταμεῖα, ἑπομένως καὶ αὐτὰ τῶν τὰ ἀνωνύμων ἑταιριῶν, πρέπει νὰ μὴ παρακωλύωνται εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν, ἰδίως τὰ ταμεῖα τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, διότι ταῦτα τὰ ταμεῖα συνδέονται μὲ ἐπιχειρήσεις βιομηχανικὰς ἢ ἐμπορικὰς, τῶν ὁποίων ἡ προκοπὴ καὶ πρόοδος ἐνδιαφέρει τὰ μάλιστα τὴν κοινωνίαν, διότι συντελεῖ εἰς τὴν εὐημερίαν αὐτῆς. Ἐνόμισα ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ 1887 ἀποτελεῖ τῷ ὄντι ἐφιάλτην, ἐπικαθήμενον εἰς τὰ στήθη τῆς ἑταιρίας, διότι, ἐν ὅσῳ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 3%, νὰ διανέμῃ μετὰ τοῦ Δημοσίου τὸ καθαρὸν ἔσοδον αὐτῆς, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς περαιτέρω. Οὐδ’ ἐὰν τὰ ἴδια αὐτῆς κεφάλαια δὲν ἐπαρκῶσιν εἰς ἐπέκτασιν τῶν ἐργασιῶν, καὶ εἶχεν ἀνάγκην πρὸς τοῦτο δανείων, οἱ δανεισταὶ ἤθελον εἶσθαι πρόθυμοι, ἕνεκα τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ἥτις ἀποτελεῖ πρόσκομμα, ὅπως τῇ ἐμπιστευθῶσι τὰ κεφάλαιά των. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἄρσις τοῦ προσκόμματος τούτου καὶ ἡ ἀποδιδομένη διὰ τῆς παραιτήσεως τοῦ Δημοσίου ἄνεσις εἰς τὴν ἑταιρίαν, αὐτὴν μὲν εὐεργετεῖ, ἡ δ’ εὐεργεσία αὕτη, ἡ ὁποία ἐνισχύει τὴν πρόοδόν της, ἀντανακλᾶται εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Λέγων ταῦτα, δὲν ἐννοῶ βεβαίως, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας τὴν ἀθέτησιν τῶν συμφωνιῶν των, ἢ νὰ ὑποβάλωμεν τὸ ἄλλο Κράτος εἰς ζημίαν χάριν αὐτῶν, ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους μὲ τὴν ἄνεσιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ δώσῃ εἰς ἑταιρίαν τινὰ, ἤθελον συμβουλεύσει τὴν Βουλὴν νὰ τὸ πράξῃ, χωρὶς νὰ διστάσῃ. Νομίζω μάλιστα, ὅτι, ἐὰν ἐτίθετο εἰς τὴν ἑταιρίαν τὸ πρόβλημα, ἂν ᾖναι διατεθειμένη νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 500,000 δραχμῶν, διὰ ν’ ἀποσβέσῃ τὴν ὑποχρέωσίν της τοῦ νὰ διανέμῃ μετὰ τοῦ Δημοσίου τὸ καθαρὸν αὐτῆς ἔσοδον, τὸ ὑπὲρ τὸ 3%, ἀμφιβάλλω, ἂν ἡ ἑταιρία ἤθελε συναινέσει εἰς τοιαύτην συμφωνίαν. Διότι ἐκ τῶν 500,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἤθελεν αὕτη δώσει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν ἤθελεν ὠφεληθῆ, ἐνῷ ἐκ τῶν 500,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θέλει δαπανήσει πρὸς ἐξωραϊσμὸν τῶν περιχώρων, προσδοκᾷ ὅτι θέλει ὠφεληθῆ, διότι ὁ ἐξωραϊσμὸς τῶν περιχώρων θέλει αὐξήσει τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν, οἵτινες θέλουσι μεταβαίνει τὸ θέρος εἰς τὴν Κηφισσίαν, τὸ Λαύριον ἢ τὰ ἄλλα χωρία τοῦ δήμου Κρωπίας, τοιουτοτρόπως δὲ θέλει αὐξήσει ἡ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου συγκοινωνία καὶ ἑπομένως τὰ ἔσοδα, τὰ ἐξ αὐτοῦ παραγόμενα. Εὗρον δὲ ἐν τῷ συμβιβασμῷ τούτῳ, ὅτι τὸ μὲν δημόσιον ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος θέλει ἐλάχιστα ζημιωθῆ, θέλει δηλαδὴ ζημιωθῆ μικρὸν χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει δυνηθῆ νὰ πορίζηται ἐκ τῶν ἐτησίων κερδῶν τῆς ἑταιρίας οὐχὶ τώρα, οὐχὶ μετὰ 5 ἔτη, οὐχὶ μετὰ 10 ἔτη, ἀλλὰ μετὰ 20 ἔτη καὶ πλέον, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος θέλει ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη βεβαίως μένει θεωροῦν τὴν κίνησιν τῆς ἑταιρίας, μηδὲν προσποριζόμενον, ὑπέλαβον δὲ, ὅτι τὸ ὄφελος, τὸ ὁποῖον θέλει λάβει μετὰ πάροδον τοσούτου χρόνου, θέλει εἶσθαι τοσοῦτον ἀσήμαντον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ὠφέλειαν, ἥτις θέλει προσγείνει εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ τὰ περίχωρα αὐτῆς, καὶ δὲν ἐδίστασα νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅπως προβῶ εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν ταύτην. Δὲν εἶναι δὲ, νομίζω, ὅλως κενὸς λόγος τὸ ὄφελος, τὸ ὁποῖον θέλει ἐπέλθει εἰς τὴν χώραν, ἐὰν ἐκτελεσθῇ ἡ βελτίωσις καὶ ὁ ἐξωραϊσμὸς εἰς τὰ περίχωρα τῆς πρωτευούσης. Ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους, ἤθελε δὲ εἶσθαι κέρδος, ἐὰν ἠδύνατο νὰ καταστῇ εὐάρεστον ἢ ἀνεκτὸν ἐνδιαίτημα εἰς τοὺς ξένους κατὰ τὰς διαφόρους ὥρας τοῦ ἐνιαυτοῦ. Βεβαίως κατὰ τὴν θερινὴν ὥραν εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ὡς εὐάρεστον ἐνδιαίτημα, διώκει μάλιστα καὶ αὐτοὺς τοὺς κατ’ ἀνάγκην μένοντας εἰς αὐτὴν ξένους. Ἡ βελτίωσις τῶν περιχώρων αὐτῆς, ὁ ἐξωραϊσμὸς αὐτῶν, θέλει ἀπαλλάξει αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἀνάγκης νὰ ἀπέρχωνται εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ θέλουσι προτιμᾷ νὰ ἀπέρχωνται εἰς τὰς ἐξοχὰς τῶν Ἀθηνῶν. Τοῦτο βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ τὸ καταλογίσω ὡς μεγάλην ὠφέλειαν ἐθνικὴν, καταλογίζω ὅμως ὡς κέρδος τῆς κοινωνίας τῆς πρωτευούσης, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει καὶ τοῦτο νὰ παρίδῃ ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἠρνήθη τὰ τῶν συνεννοήσεων, εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐξύφανα τὸν μῦθον τοῦτον, ὅπως ὠνόμασεν αὐτόν. Ἔχω ἐν χερσὶ χάρτην, γεγραμμένον ὑπ’ ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος συνδέεται στενῶς μετὰ τῆς διοικήσεως τῆς ἑταιρίας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, ἐν δὲ τῷ χάρτῃ τούτῳ ὑπάρχουσι γεγραμμένα τάδε: «Ἡ Ἑταιρία τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς εἶχε συνεννοηθῆ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀπαλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ διανέμῃ μετὰ τοῦ Δημοσίου τὸ ὑπερβάλλον τῶν καθαρῶν ἐσόδων αὑτῆς μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ 3% εἰς τοὺς μετόχους της».
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ὑποσχεθῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν, ὅτι ἤθελε δικαιολογήσει ὅσα τότε εἶπεν, ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρός με, περὶ τῶν ὑπολογισμῶν, οὓς ἀνεκοίνωσα τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ περὶ τοῦ ἐσφαλμένου αὐτῶν. Εἶχεν εἰπεῖ τότε, ὅτι ἐγὼ παρέστησα, ὅτι ἡ ζημία τοῦ Κράτους θὰ ἦτο ἐννέα ἑκατομμυρίων· ὅτε δὲ τῷ ἀντέταξα, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ, οὓς ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἐνεδείκνυον ζημίαν ἐννέα ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἐνεδείκνυον ζημίαν ἐπὶ τόκῳ μὲν 7% ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, ἐπὶ τόκῳ δὲ 5% 2,125,000 δραχμῶν, εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι τὰ περὶ τούτου εἶχον ὡς αὐτὸς ἐβεβαίου. Φαίνεται ὅτι ἐν τῷ διαλείμματι τῶν συνεδριάσεων συνεβουλεύθη τὰ βιβλία, τὰ διευκολύνοντα τὴν περὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς ἐργασίαν, καὶ ἅτινα ἐὰν εἶχε συμβουλευθῆ ἐξ ὑπαρχῆς, δὲν ἤθελε σπεύσει εἰς ἐπαγγελίαν περὶ ἀνασκευῆς τῶν ὑπολογισμῶν μου.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τί ἄλλο ἔκαμα ὁμιλῶν, εἰμὴ ὅτι ἀπέδειξα, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν εἶναι 84,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει μοιράζεσθαι τὸ δημόσιον ταμεῖον μετὰ τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ μετὰ εἴκοσιν ἔτη θέλει παρασχεθῆ τοσοῦτον καθαρὸν ἔσοδον, ὅσον παρέχει τὴν εὐκαιρίαν τοῦ μερισμοῦ μετὰ τοῦ Δημοσίου;
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν δὲν ὡμιλήσατε περὶ τῆς γνώμης τῆς ὑμετέρας, ἀλλὰ περὶ τῆς γνώμης ἐμοῦ, καὶ εἴπετε, ὅτι ὅσα ἐπαρουσίασα εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀποτελοῦντα τὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου ἠθροίζοντο εἰς 9 ἑκατομμύρια, καὶ ἐπεκαλεῖσθε εἰς κύρωσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ ὑμῶν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις παρακαθήμενος εἶχε παρακολουθήσει ἐπὶ τοῦ χάρτου τὸν τρόπον, δι’ οὗ κατελήξατε εἰς τὸ ἄθροισμα.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦτο ἀκριβὴς ὁ ὑπολογισμός.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἦτο ἐσφαλμένος ὁ ὑπολογισμὸς καὶ ἐπὶ πλέον καὶ ἐπὶ ἔλαττον· διότι ὑμεῖς ὑπελογίσατε, ὅτι κατὰ τὰ παρ’ ἐμοῦ δεδομένα ἠθροίζετο ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου εἰς 9 ἑκατομμύρια μετὰ 84 ἔτη· ἀλλ’ ἐλησμονήσατε τὸν τόκον καὶ τὸν ἀνατοκισμὸν, θὰ ἦτο δὲ ἡ ζημία μετὰ 84 ἔτη 134 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τόκῳ καὶ ἀνατοκισμῷ 5%, καὶ 480 ἑκατομμυρίων, ἂν ὅρον τοῦ τόκου παρεδεχόμεθα τὸν ἐν τῇ συμβάσει ἀναγραφόμενον πρὸς τὸν ἐκτοκισμὸν ἐν περιπτώσει ἐξαγορᾶς.
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χαρὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα!
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυστυχῶς ὅμως τὰ τοσαῦτα ἑκατομμύρια τοῦ ἐπὶ 84 ἔτη ἀνατοκισμοῦ, ὑπολογιζόμενα ἐπὶ τῇ σημερινῇ αὐτῶν ἀξίᾳ, εἰς ἀντίστροφα καταλήγουσι ποσά. Οἱ πίνακες τῆς συνθέτου χρεωλυσίας, ἐνῷ δεικνύουσιν, ὅτι 108,000 δραχμαί, ἐτησίως καταβαλλόμεναι, ἐπὶ 84 ἔτη ἀποφέρουσιν ἐπὶ τόκῳ 5% μετὰ παρέλευσιν τῶν 84 ἐτῶν 134 ἑκατομμύρια, σήμερον ὅμως ἀξίζουσι μόνον 2,125,000, ἐπὶ δὲ τόκῳ 7% ἀξίζουσι σήμερον 1,527,000. Ταῦτα φαίνονται σήμερον κυρούμενα καὶ ὑπὸ τῆς αὐθεντείας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ἐπανερχομένου κατὰ τὰ ἐπηγγελμένα ἐπὶ τὸ θέμα. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἀνέπτυξεν ἕτερον θέμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ἀνεκοίνωσε τὸ ἱστορικὸν τῆς παραπλανήσεως αὐτοῦ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, διηγηθεὶς πρὸς τὴν Βουλήν, πῶς ἐδόθη εἰς αὐτὸν σημείωμα πρὸς ἀνάγνωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ παριστῶν, ὅτι οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ ἦσαν ἕτοιμοι νὰ διαπράξωσιν ἔτι χείρονα ὅσων αὐτὸς διέπραξε, —διότι, ἐὰν εὑρίσκετό τις, ἵνα διαπράξῃ τὰ ἐν τῷ σημειώματι, πολὺ ἀνεπαρκὴς θὰ ἦτο οὗτος εἰς διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, —σημείωμα βεβαιοῦν, ὅτι ὑπῆρξε Κυβέρνησις, ἥτις θὰ ἐθυσίαζε ποσὰ, ἅτινα, ὡς ἀνέπτυξα κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ἀνήρχοντο εἰς ἓν καὶ ἥμισυ ἢ εἰς δύο ἑκατομμύρια, ἵνα λάβῃ δάνειον ἑνὸς ἑκατομμυρίου πρὸς 4% δι’ ἐντόκων γραμματίων, ἐνῷ ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις ἔκλειε τὰς πύλας πρὸς τοὺς προσερχομένους καὶ ζητοῦντας ἐπὶ καταβολῇ τοῦ χρήματος πολλῶν ἑκατομμυρίων ἔντοκα γραμμάτια πρὸς 4%. Ἐνῷ λοιπὸν τὸ χρῆμα προσεφέρετο εἰς τὸ Δημόσιον ἄφθονον ἐπὶ τόκῳ 4% ἄνευ ἄλλης θυσίας, διατὶ ἤθελε προτείνει ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἑταιρίαν τοῦ Λαυρίου τὸν περιορισμὸν ἢ τὴν παραίτησιν τῶν ἐπὶ τὴν διανομὴν τῶν καθαρῶν κερδῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου χάριν δανείου ἐπὶ τῷ τόκῳ, ἐφ’ ᾧ συγχρόνως ἠρνεῖτο νὰ δεχθῇ πολλαπλάσιον χρῆμα, παρ’ ἄλλων προσφερόμενον ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀξιώσεως περὶ παραιτήσεως δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἢ ἄλλης οἱασδήποτε θυσίας αὐτοῦ; Ἀπέδειξα ὅτι ἠρνούμεθα νὰ δεχθῶμεν δάνεια ἐπὶ τοιούτῳ τόκῳ διὰ τοῦ πίνακος τῶν διατιθεμένων ἐντόκων γραμματίων, δεικνύοντος ὅτι, ἐνῷ τὰ ἐκδιδόμενα πρότερον ὑπερέβαινον τὰ 13,500,000 δραχμῶν, ὅτε παρῃτήσαμεν τὴν ἀρχὴν εἶχον περιορισθῆ τὰ ἔντοκα γραμμάτια εἰς 6,000,000, τουτέστιν εἴχομεν ἀρνηθῆ ἐν τῷ μεταξὺ τὴν ἀνανέωσιν γραμματίων 7,500,000. Καὶ ὅμως παρέστησεν ἡμᾶς ὁ συντάξας τὸ σημείωμα ὡς ζητοῦντας δάνειον 1,000,000 ἐπὶ τῷ αὐτῷ τόκῳ καὶ θυσιάζοντας δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἐν τοῖς σιδηροδρόμοις Ἀττικῆς ἀξίας 2,000,000, ἵνα ἀποκτήσωμεν τὸ δάνειον τοῦτο. Πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἤμεθα διατεθειμένοι καὶ ἡμεῖς, ἵνα παράσχωμεν εὐκολίας· ὅτι δὲ εἴχομεν εὐνοϊκὰς πρὸς τὴν ἑταιρίαν διαθέσεις ὡς Κυβέρνησις καὶ κατὰ καθῆκον, τοῦτο ἀπεδείξαμεν δι’ ὧν εἴχομεν πράξει ἐν τῇ ὑποθέσει, ἣν ἀφηγήθη, ἀρχόμενος τῆς ὁμιλίας, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· διηγήθη, πῶς εἶχον τὰ τοῦ χρέους τῆς ἑταιρίας πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ πῶς, ἀφορῶντες εἰς τὴν καταστροφὴν, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἐὰν ὑπεχρεοῦτο εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ χρέους, ἐζητήσαμεν παρ’ αὐτῆς, ὅπως πρὸς συμβιβασμὸν κατασκευάσῃ σιδηρόδρομον, παρέχουσα εἰς τὸ Δημόσιον πλεονέκτημα, ὅπερ δὲν παρεῖχον οἱ σιδηρόδρομοι οἱ τυγχάνοντες ἐπιχορηγήσεως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ πλεονέκτημα, ὅπως ἄρχεται ἡ πρὸς τὸ Δημόσιον διανομὴ τοῦ κέρδους ἐξ ἀφετηρίας 3% καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ ὅρου 7%, ὡς συμβαίνει ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ Πειραιῶς καὶ Πελοποννήσου. Τοῦτο εἶναι τὸ μόνον ἀντάλλαγμα, ὅπερ ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς ἑταιρίας, ἀναλαμβανούσης ἄνευ ἐπιχορηγήσεως τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους, τοῦ μετενεχθέντος εἰς αὐτὴν συνάμα μετὰ τῆς ἐπιχειρήσεως τῆς λαυρεωτικῆς· ἀλλὰ ποιούμενοι εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν εὐκολίαν ταύτην, ὑπελογίσαμεν πάντα τὰ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἀναγόμενα, καὶ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι αἱ θυσίαι τοῦ Δημοσίου ἦσαν ἀποχρῶν ἀντισήκωμα τῶν ἐπιφυλαχθέντων ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου δικαιωμάτων, ὡς τότε ἐκανονίσθησαν, οὐδένα δὲ βλέπομεν λόγον εἰς ἐπαύξησιν τῶν θυσιῶν ἐκείνων διὰ μειώσεως ἢ καταργήσεως τοῦ βάρους τοῦ ἀντισηκώματος, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως οὐδένα βλέπομεν λόγον, ἵνα μὴ παρασχεθῶσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν εὐκολίαι, μὴ συνεπαγόμεναι πραγματικὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο, ὡς ἐξέθηκα, ἀναπτύξας τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, δὲν θ’ ἀπέκρουον κατ’ ἀρχὴν οὐδὲ καὶ τὴν ἐπὶ ἐξωραϊσμῷ τῆς Κηφισσίας δαπάνην, ἂν ἀντάλλαγμα τῆς δαπάνης δὲν ἐζητεῖτο ὑπέρογκον, μετεῖχε δὲ τῶν ἐξόδων τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐξωραϊστικῶν ἔργων καὶ ἡ ἑταιρία. Εἶπον κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι, ἂν ἡ ἑταιρία ἐδέχετο, ὅπως τὰς 500,000 δραχμῶν δαπανήσῃ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅπως ἀντὶ τῆς ὀφειλῆς λόγῳ τῶν παρ’ αὐτῆς προκαταβληθησομένων εἰς λογαριασμὸν τῆς μετοχῆς τοῦ Δημοσίου ἐν τῇ δαπάνῃ γένηται περιορισμὸς τῶν κατὰ τὴν σύμβασιν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἀνάλογος τὴν ἀξίαν πρὸς τὴν ὀφειλὴν, θὰ ἐθεώρουν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀποδεκτὴν, ἀλλὰ δὲν ἐθεώρουν ὡς ἀποδεκτὴν δαπάνην 500,000 δραχ. πρὸς ἐξωραϊσμοὺς, ἐπιῤῥιπτομένην ὁλόκληρον εἰς τὸ Δημόσιον, ἀποτινομένην δὲ διὰ καταργήσεως δικαιωμάτων ἀξίας πολλαπλασίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σήμερον, ἀναπτύξας τὰ τῶν κατὰ τὸ νομοσχέδιον παραχωρήσεων, ὑπεστήριξε ταύτας, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ ἑταιρία, ἧς τὰ καθαρὰ ἔσοδα κατὰ τὸ ἔτος 1890 ἔφθασαν εἰς τὸν σταθμὸν, μεθ’ ὃν ἄρχεται τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν διανομὴν, οὐδαμῶς ἐπηρεάζεται ἐκ τούτου, διότι δὲν θέλει εἰσέρχεσθαι τὸ ἀνῆκον τῷ Δημοσίῳ μέρισμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ θέλει τηρεῖσθαι ὑπὸ τῆς ἑταιρίας, καταλογιζόμενον ἀπέναντι τῆς χρεώσεως τοῦ Δημοσίου λόγῳ τῆς ἐν τῷ παρελθόντι ἀνεπαρκείας τῶν καθαρῶν προσόδων τῆς ἑταιρίας, εἰς συμπλήρωσιν τοῦ ὅρου τῶν 3%. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησεν, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1890 ἔφθασαν αἱ καθαραὶ πρόσοδοι εἰς τὸν σταθμὸν, δὲν εἶναι πιθανὸν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ὑπερβῶσιν αἱ καθαραὶ πρόσοδοι τὸν σταθμὸν τοῦτον, ἀλλὰ, καὶ ἂν τὸν ὑπερβῶσιν, ἡ ὑπέρβασις ἔσται τοσοῦτον ἀσήμαντος, ὥστε ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν οὐδὲν ἐκ ταύτης θὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον, ὡς καταλογιζομένης εἰς ἐξόφλησιν τῆς ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος χρεώσεως αὐτοῦ· παρέστησεν ἄρα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κατάργησις τῶν κατὰ τὴν σύμβασιν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου οὐδεμίαν ἐπάγεται θυσίαν αὐτοῦ, μηδὲν καὶ κατὰ τὴν ὑφισταμένην σύμβασιν ἀπολαμβάνοντος ἢ ἀποληψομένου. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ παράτασις τῆς ἀφετηρίας τῆς διανομῆς δὲν ζημιοῖ τὸ Δημόσιον, διατί ἡ ἑταιρία τοσοῦτον παθαίνεται, ὅπως ὑψώσῃ τὸν ὅρον, ἐξ οὗ ἄρχεται ἡ διανομή; διατί ἡ ἑταιρία, ὡς αὐτὴ ὡμολόγησε πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ διετίαν ἐτύρβαζε περὶ τούτου; Ἡ ἑταιρία δὲν διεπραγματεύθη πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ἐπὶ τῶν βάσεων τῶν κατὰ τὸ σημείωμα, διότι, ἀφοῦ συνδιεσκέφθησαν οἱ τοῦ Συμβουλίου καὶ διετύπωσαν τὰς προτάσεις, θὰ ἐνόησαν, ὅτι τοιαῦται προτάσεις θὰ προεκάλουν μειδιάματα· ἀλλὰ καίτοι δὲν διεπραγματεύθη ἐπὶ τοιούτων βάσεων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἑταιρία, καταφαίνεται ὅμως ἐκ τῶν ῥηθέντων, εἶναι δὲ καὶ ἄλλως γνωστὸν, ὅτι ἔβλεπε μετὰ δέους ἐγγίζουσαν τὴν περίοδον τῆς διανομῆς τῶν κερδῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως· εἶπον δὲ καὶ πρότερον, διακόψας τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀγορεύοντα, ὅτι θετικῶς ἐγινώσκομεν, ὅτι ἡ ἑταιρία ἐθεώρει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς διανομῆς ἐξ ἀφετηρίας κέρδους 3% ὡς ὀλεθρίαν εἰς αὐτὴν, καὶ ἐπεζήτει διὰ παντὸς τρόπου, ἵνα ἀπαλλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. Θὰ ἐπεζήτει αὕτη οὕτως ἐπιμόνως τὴν κατάργησιν τῆς ὑποχρεώσεως, ἂν αὕτη ἦτο οὕτως ἀνώδυνος, ὡς παρέστησεν αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ἐπεζήτει αὐτὴν προδήλως, διότι προέβλεπεν, ὅτι θὰ ὑπῆρχον κέρδη ὑπὲρ τὰ 3%, καὶ ὅτι ἡ διαμονὴ πρὸς τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ἦτο ἰδανικὴ, ἀλλὰ θ’ ἀπέληγεν εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ μερίσματος ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ θὰ κατωπτρίζετο καὶ ἐν τοῖς προσόδοις τῆς ἑταιρίας καὶ ἐν τῇ τιμῇ τῶν λαυρεωτικῶν μετοχῶν· ὅτι δὲ θὰ κατωπτρίζετο ἐν τῇ τιμῇ τῶν λαυρεωτικῶν μετοχῶν, τοῦτο γινώσκετε, διότι ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς συμβάσεως εἰς τὴν Βουλὴν σπουδαία ἐπῆλθε διακύμανσις τῶν λαυρεωτικῶν μετοχῶν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ. Ἂν δ’ ἐπῆλθεν ὑπερτίμησις τῶν λαυρεωτικῶν μετοχῶν ἔστω καὶ 6 δραχμῶν, ἐνδεικνύουσα, ὅτι εἰς 600,000 ὑπελόγισε τὸ Χρηματιστήριον τὴν ἀξίαν τοῦ ἀποκτήματος, ὡς ἁπλῶς πιθανοῦ διὰ τὴν μήπω ψήφισιν τῆς συμβάσεως, ἡ ἐπελευσομένη ὑπερτίμησις ἐπὶ τῷ ὁριστικῷ καταρτισμῷ τῆς νέας συμβάσεως βεβαίως θέλει ἀποδείξει πολλαπλασίαν ἐν τῇ γνώμῃ τοῦ Χρηματιστηρίου τὴν ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς ὑφισταμένης συμβάσεως ὠφέλειαν τῆς ἑταιρίας καὶ τὴν ἀντίστοιχον ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Ἐπιμαρτυροῦσι ταῦτα, ὅτι δὲν σκέπτονται οἱ ἰδίως ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως ἐσκέπτετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν ταῖς παραστάσεσιν, ἃς ἐποιήσατο πρὸς ὑμᾶς. Ἐγὼ σκέπτομαι ἀντιθέτως ὅλως ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι οὐδαμοῦ σιδηρόδρομοι περιχώρων, οὐχὶ ἀπολύτως, ἀλλὰ περιχώρων πρωτευούσης, θεωροῦνται ὡς κτῆμα μικρᾶς ἀξίας, πανταχοῦ θεωροῦνται ὡς παρέχοντες πρόσοδον ἐπὶ ἀναλογίᾳ ἀσυγκρίτως ἀνωτέρᾳ τῆς συνήθους. Τὰ τέως συμβαίνοντα ἐν τοῖς σιδηροδρόμοις Ἀττικῆς, οἵτινες εἶναι σιδηρόδρομοι περιχώρων πρωτευούσης καὶ προσέτι σιδηρόδρομοι συνδέοντες τὴν πρωτεύουσαν μετὰ μεγάλου λιμένος, οὐδὲν κατ’ ἐμὴν γνώμην δεικνύουσι, διότι οἱ σιδηρόδρομοι οὗτοι διατελοῦσιν ἔτι ἐν ἐμβρυώδει καταστάσει, δὲν ἀνέπτυξαν ἔτι τὰς δυνάμεις αὐτῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ ἐστηρίχθην ἐν ταῖς ἐλπίσιν, ἃς ἐξέφρασα, περὶ προσόδων μελλουσῶν τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, εἰς τὴν ἀναλογίαν τῶν προσόδων τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Δὲν ἐστηρίχθην εἰς τοῦτο, ἀλλ’ εἰς τὸν γενικὸν χαρακτῆρα τῶν σιδηροδρόμων τῶν περιχώρων τῶν πρωτευουσῶν. Δὲν ἐξετάζω τὰ τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, πόλεως ἐχούσης ἐγκατεστημένους κατοίκους, ἀλλ’ ἀφορῶ μᾶλλον εἰς τὰ τῆς συγκοινωνίας Ἀθηνῶν καὶ Φαλήρου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιεῖτο πρὸ ὀλίγου παραβολὰς, στηριζομένας ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Πειραιῶς, καὶ παρίστα ὅτι τοιαύτη αὔξησις δὲν προσδοκᾶται ἐν Ἀμαρουσίῳ ἢ ἐν Κηφισσίᾳ· ἀλλὰ τοιαύτη αὔξησις δὲν προσεδοκᾶτο οὐδὲ προσδοκᾶται καὶ ἐν Φαλήρῳ, καὶ ὅμως ὁ σιδηρόδρομος τοῦ Φαλήρου λειτουργεῖ ἐν πλήρει ἐπιτυχίᾳ, ἂν δὲ ἦτο αὐτοτελὴς, θ’ ἀπέφερε σπουδαῖα κέρδη. Ἡ Κηφισσία καὶ τὸ Ἀμαρούσιον, ὡς σήμερον ἔχουσι, δὲν παρουσιάζουσι σπουδαιότητα ἐν τῇ σιδηροδρομικῇ συγκοινωνίᾳ ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων· ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι θὰ παρουσιάσωσι τοῦ χρόνου προϊόντος τοιαύτην σπουδαιότητα κατὰ τὸ φθινόπωρον καὶ τὸν χειμῶνα, ἀλλ’ ἤδη, ὅτε εἰσέτι δὲν ἀνεπτύχθησαν, παρουσιάζουσι τὴν κυρίαν αὐτῶν σπουδαιότητα ἐν ταῖς ἐκεῖσε χάριν ἀναψυχῆς ἐκδρομαῖς τῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ κατοικούντων· ἡ ἐκ τοιαύτης συγκοινωνίας πρόσοδος εἶναι σήμερον ἡ μόνη, ἣν παριστῶσιν οἱ ἰσολογισμοί, αὕτη δὲ θὰ αὐξάνῃ κατὰ λόγον τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς εὐπορίας τῶν κατοίκων οὐχὶ τῶν χωρίων, ἀλλὰ τῆς πρωτευούσης· πλὴν τούτου, αἱ ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου εὐκολίαι θέλουσι μεταβάλει καὶ τὴν κατάστασιν τῶν σταθμῶν, εἰς οὓς ἐξικνεῖται, διανοίγουσαι νέους πόρους, ἀλλὰ ταῦτα οὐχὶ εὐθύς· οὐδὲ πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τοῦ εὐθὺς, διότι τὸ νομοσχέδιον κανονίζει τὰ μετὰ 15 ἔτη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ σιδηροδρόμου συμβησόμενα, τότε δὲ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς θὰ ἔχωσι τὰ τοῦ σιδηροδρόμου. Πᾶσα πιθανότης ὑπάρχει, ὅτι μετὰ τὴν δεκαπενταετίαν οἱ σιδηρόδρομοι οὗτοι, οἱ σήμερον ἀποδίδοντες καθαρὸν κέρδος 3%, θέλουσιν ἀποδίδει 7%, ἂν δὲ ἀποδίδουσιν 7%, οἱ ὑπολογισμοὶ πάντες, οὓς ἀνέπτυξα κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὡς πιθανοὺς, ἀποδεικνύονται ἀκριβεῖς. Ἂν μετὰ δεκαπενταετίαν ὁ σιδηρόδρομος ἀποδίδῃ κέρδος 7%, ἡ ἐκ τῆς ψηφιζομένης μεταῤῥυθμίσεως ζημία τοῦ Δημοσίου θὰ ἦναι 108,000 δραχ. κατ’ ἔτος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τοῦ 99ου ἔτους· λέγω δὲ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῆς σήμερον, διότι ἀπὸ τῆς σήμερον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θέλει κατὰ πολὺ καταλογισθῆ τὸ μέρισμα τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος. Ὁ ὑπολογισμὸς, ὃν ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπαναλαμβάνω ἤδη, κατὰ τοσοῦτον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ἀπολύτως βέβαιος,—διότι κατὰ τὰ ἄλλα εἶναι ἀπολύτως καὶ μαθηματικῶς ἀσφαλὴς,—καθ’ ὅσον δύναταί τις νὰ εἴπῃ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι μετὰ 15 ἔτη θέλουσιν ἀποφέρει οἱ σιδηρόδρομοι Ἀττικῆς καθαρὰν πρόσοδον 7%. Τοῦτο εἶναι τὸ κύριον ζήτημα. Ἂν δὲ ὁ σιδηρόδρομος ἀποφέρῃ 7%, ἡ ἐκ τούτου ζημία τοῦ Δημοσίου θέλει εἶσθαι ἐπὶ ὑπολογισμοῦ τόκου 5% 2,150,000, πλὴν τῶν ζημιῶν τῶν ἕως τῆς παρελεύσεως τῆς δεκαπενταετίας, αἵτινες θ’ ἀποδειχθῶσι νομίζω ἀνώτεραι τῶν ὑπολογιζομένων ὡς ἐκ τῆς ἐπανορθώσεως ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς τῆς ἑταιρίας ἀναγραφῶν, ἐν τοῖς ἐτησίοις ἐξόδοις, ποσῶν, ἅτινα, ὡς καὶ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἠκούσαμεν σήμερον, οὐχὶ δεδικαιολογημένως ἐκπίπτονται ἐκ τοῦ καθαροῦ κέρδους. Ἀλλὰ τοῦτο ἀφίνω κατὰ μέρος, ὡς οὔσης ὑποχρέου πάσης Κυβερνήσεως, ἵνα ἐξελέγχῃ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς ἑταιρίας καὶ μεταφέρῃ εἰς τὰ καθαρὰ κέρδη τὰ μὴ δεδικαιολογημένως ἐκπιπτόμενα. Περιώρισα πρὸς τὸ παρὸν τὰς παρατηρήσεις μου εἰς τὰ ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ προκύπτοντα, ἅτινα καταλήγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν ἐποχὴν, ἀφ’ ἧς ἄρχεται λειτουργοῦσα ἡ διανομὴ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἦναι τὸ καθαρὸν ἔσοδον τῶν σιδηροδρόμων 7%, βεβαίως θὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον τὴν ζημίαν, ἣν κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν παρέστησα, καὶ προσέτι τὴν ζημίαν, ἣν ἐπάγεται ἡ ἐπὶ συμψηφισμῷ χρέωσις τοῦ Δημοσίου κατὰ λόγον 7% ἀντὶ 3%. Τὸ βέβαιον, ὅτι σήμερον 3% καὶ πλέον εἶναι ἀναγεγραμμένα ὡς καθαρὰ ἔσοδα ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς, πλὴν ἱκανῶν χιλιάδων δραχμῶν, ἀτόπως ἀφαιρουμένων ἀπὸ τῶν καθαρῶν κερδῶν, νομίζω δὲ, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι, ἐὰν οἱ σιδηρόδρομοι Ἀττικῆς ἀποφέρωσι σήμερον καθαρὸν ἔσοδον 3%, δὲν θέλουσιν ἀποφέρει πλείονα μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν 15 ἐτῶν. Ἡ αὔξησις τοῦ καθαροῦ ἐσόδου μέχρι τῶν 7% δύναται ἴσως ν’ ἀμφισβητηθῇ, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται δύσκολον νὰ πιστευθῇ, ὅτι, ἂν μὴ ὑπερβῇ τὸ καθαρὸν ἔσοδον τὸ 7% μετὰ 15 ἔτη, δὲν θέλει ἀποδοθῇ τοιοῦτον ἔσοδον μετὰ τὴν συμπλήρωσιν εἰκοσαετίας. Ὑπολογίζοντες τὴν πιθανὴν ἀνάπτυξιν τῶν καθαρῶν ἐσόδων τῆς ἑταιρίας, δέον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ τῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεων ἀνάπτυξις δὲν παρακολουθεῖ κατὰ λόγον εὐθὺν τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τὴν ἀνάπτυξιν. Μέχρις εἰσπράξεων τεσσάρων χιλιάδων δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, τὸ ὅλον καταλογίζεται εἰς τὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἐπὶ πλέον τὸ καθαρὸν ἔσοδον θὰ ἀντιστοιχῇ περίπου πρὸς τὰ δύο τρίτα τῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεων, τοῦ ἑτέρου τρίτου καταλογιζομένου μετὰ τεσσάρων χιλιάδων δρ. ἐπὶ ἑκάστου χιλιομέτρου εἰς τὰ ἔξοδα. Τοιαύτη ἡ παραδεδεγμένη κατὰ μέσον ὅρον ἀναλογία τοῦ καθαροῦ ἐσόδου πρὸς τὰ ἔξοδα. Ἐπὶ ἀκαθαρίστων τετρακισχιλίων κατὰ χιλιόμετρον δραχμῶν οὐδὲν βεβαιοῦται καθαρὸν κέρδος, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος 1890 ἐβεβαιώθη 181 χιλιάδων δραχμῶν καθαρὸν ἔσοδον, ἤτοι ἐπὶ χιλιομέτρων 75 δραχμῶν 2,400 κατὰ χιλιόμετρον, τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων κατὰ χιλιόμετρον ἀναγραφέντων ἐν τῷ ἰσολογισμῷ εἰς δραχμὰς 7,450· εἶναι ἄρα κατὰ τὸ ἔτος 1890 τὰ καθαρὰ ἔσοδα κατώτερα τοῦ τρίτου τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων, ἐπὶ πάσης ὅμως προσαυξήσεως θὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὰ καθαρὰ ἔσοδα τὰ δύο τρίτα περίπου, ἤτοι ὁ καταλογισμὸς θὰ γείνῃ ἐπὶ ἀναλογίᾳ διπλασίᾳ τῆς τοῦ 1890. Εἰς ταῦτα ἀφορῶντες, τὴν ἐν τῷ μέλλοντι αὔξησιν τοῦ καθαροῦ ἐσόδου, βεβαίαν καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ θεωρήσωμεν ὡς καθιστῶσαν τὴν ἐν τοῖς σιδηροδρόμοις τούτοις συνιδιοκτησίαν τοῦ Δημοσίου σπουδαίαν περιουσίαν τοῦ Κράτους. Αἱ εἰσπράξεις τῶν σιδηροδρόμων τούτων συμπληροῦσιν ἤδη τὴν καθαρὰν πρόσοδον, ἀφ’ ἧς ἡ συνιδιοκτησία τοῦ Δημοσίου ἄρχεται καθισταμένη ἐνεργὸς, τὴν ὥραν δὲ ταύτην παρουσιάζεται νομοσχέδιον, σκοποῦν ἵνα καταστήσῃ τὴν συνιδιοκτησίαν ταύτην ἐπὶ πολλὰ μὲν ἔτη ἀπὸ ἐνεργοῦ παθητικὴν, εἶτα δὲ σπουδαίως περιωρισμένην. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἦτο ἡ συνιδιοκτησία ἐνεργὸς, διότι τὸ ποσόν, ἐφ’ οὗ θὰ ἐνησκεῖτο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἡ διανομὴ, αὐταὶ αἱ 19,000 ἤθελον καταλογισθῆ εἰς τὴν χρέωσιν τοῦ Δημοσίου, τὴν ἐκ τοῦ ἐλλείμματος ἐν τῷ παρελθόντι, καὶ οὐδαμῶς εἰς τὸ Δημόσιον θὰ ἐχρησίμευε. Πολὺ θὰ ἐχρησίμευε, διότι θὰ κατελογίζετο εἰς ἀπότισιν χρέους τοῦ Δημοσίου· κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅμως δὲν θὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν ἀπότισιν τοῦ χρέους, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον μετατρέπεται εἰς ἔλλειμμα, βαρύνον τὸ Δημόσιον, τὸ κατὰ τὴν μεταῤῥυθμιζομένην σύμβασιν περίσσευμα, ἐφ’ οὗ θὰ ἐνήσκει τὸ Δημόσιον δικαίωμα συνιδιοκτησίας. Κατὰ τὴν σύμβασιν, θὰ ὑπάρχῃ περίσσευμα πρὸς διανομὴν, ἀφοῦ εἰς τὸ ἤδη παρουσιαζόμενον καθαρὸν ἔσοδον 3% προστεθῶσιν ἕτερα 4%, καὶ μόνον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς συμπληρώσεως τῶν 7% θέλει ἀρχίσει τὸ ἐπὶ πλέον καθαρὸν ἔσοδον καταλογιζόμενον εἰς τὸ ἐξ ἐλλειμμάτων χρέους τοῦ Δημοσίου, πολλαπλασιαζόμενον καὶ τοῦτο κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναπληρώσεως καθαροῦ ἐσόδου 4% ἐπὶ δεκαπενταετίαν, ἤτοι δραχ. 3,240,000. Ἀφοῦ λοιπὸν σήμερον ἀρχόμεθα ἐξοφλοῦντες τὸ χρέος, οὗτινος ἐκλιπόντος, τὸ ἐνεργὸν τῆς συμμετοχῆς τοῦ Κράτους θὰ γείνῃ ἐπαισθητὸν καὶ διὰ τῆς τοῦ χρήματος καταθέσεως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καλεῖσθε νὰ δώσητε ψῆφον, ὅπως τὸ χρῆμα τοῦτο μὴ διατίθηται πρὸς τὴν ἐξόφλησιν τοῦ χρέους, ἀλλ’ ἀποδίδωται εἰς τὴν ἑταιρίαν ὡς κτῆμα αὐτῆς, καὶ μόνον ὅταν τὸ καθαρὸν ἔσοδον τῆς ἑταιρίας ὑπερβῇ τὸ 7%, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι οὐδέποτε θὰ συμβῇ, μόνον τότε θὰ ἀρχίσῃ ἐξοφλούμενον τὸ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τρία καὶ πλέον ἑκατομμύρια αὐξανόμενον χρέος.
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ ἕνα αἰῶνα θὰ φθάσῃ.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μόνον μετὰ ἕνα αἰῶνα θ’ ἀρχίσῃ ἀποδιδόμενον τὸ χρέος, ὅπερ ἤρξατο ἤδη ἀποδιδόμενον. Αἱ 19,000 δραχμαί, αἵτινες ἐφέτος θὰ ἀπεδίδοντο εἰς λογαριασμὸν τοῦ χρέους, δὲν θὰ ἀποδοθῶσιν, ἀλλὰ θὰ ἀρχίσῃ ὁ καταλογισμὸς μετὰ ἕνα αἰῶνα ἀπὸ τῆς σήμερον· καὶ τοῦτο διατί; Τί τὸ ὑποχρεοῦν ὑμᾶς εἰς τοῦτο; Μήπως πρόκηται κἄν ἡ ἑταιρία νὰ πάθῃ καὶ προσκαλῆται τὸ Δημόσιον εἰς θυσίας, ἵνα μὴ διακοπῇ ἡ λειτουργία τῶν σιδηροδρόμων; Ὑπὲρ ἑταιρίας συντελούσης εἰς τὴν συγκοινωνίαν τῆς πρωτευούσης μετὰ τῶν πέριξ δεδικαιολογημένη θὰ ἦτο παραχώρησις ἀναγκαία πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς, ἀλλὰ μήπως παρίσταται ἑταιρία ἐν μαρασμῷ, ἀγωνιῶσα καὶ δεομένη παρὰ τοῦ Δημοσίου, ὅπως ποιήσηται τὴν θυσίαν τῶν μερισμάτων αὐτοῦ, ὅπως καταστήσῃ τὴν ἑταιρίαν ἀπὸ μαρασμώδους ζωηρὰν καὶ προοδευτικήν; Δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἑταιρία ὡς ἐν καταστάσει μαρασμοῦ, ἥτις εὐθὺς ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῆς ἀποδίδει 3% καθαρὸν ἔσοδον; Ἡ ἑταιρία εὐδοκιμοῦσα βαίνει ταχεῖ βήματι ἐν ὁδῷ ἐπιτυχίας, οὐδεμίαν δ’ ἔχει ἀνάγκην συνδρομῆς· καὶ τὴν συνδρομὴν δὲν πρόκειται νὰ δώσωμεν πρὸς ταύτην, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἑταιρίαν τὴν Λαυρεωτικὴν, ἥτις εἶναι κυρία ὅλων τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρίας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς. Αὕτη ἔχει 27,000 μετοχὰς, ἀλλὰ δὲν ἔχει 27,000 μετόχους, ἂν ὅμως εἶχε μετόχους καὶ δὲν ἦτο μόνη μέτοχος ἡ ἑταιρία τοῦ Λαυρίου, οἱ μέτοχοι θὰ ἐθεωροῦντο κύριοι περιουσίας ἀξιοζηλεύτου, καίτοι τὸ Δημόσιον διανέμεται μετὰ τῶν μετόχων τὰ κέρδη ἀπὸ τοῦ ὅρου τῶν 3%, διότι σήμερον ἀπολαμβάνουσι 3%, ἐφ’ ὅσον δ’ ἀναπτύσσεται ἡ ἑταιρία, θ’ ἀπολαμβάνωσι καὶ 50% ἐπὶ τῶν ἐπέκεινα τοῦ ὅρου τούτου καθαρῶν εἰσπράξεων. Τί τούτου βέλτιον; ποία ἄλλη ἑταιρία ἐν Ἑλλάδι ἐπαρουσίασε τοιαῦτα ἀποτελέσματα; Ἐπαρουσίασαν τοιαῦτα ἀποτελέσματα οἱ σιδηρόδρομοι τῆς Θεσσαλίας; Βεβαίως ὄχι· ἐκεῖ μόλις ἐκαλύπτοντο τὸ πρῶτον τὰ ἔξοδα, ἔπειτα ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ἤδη ἤρχισε παρουσιαζόμενον καὶ μικρὸν περίσσευμα, πολὺ ὅμως ὑπολειπόμενον τοῦ 3%. Ἄν ἡ ἑταιρία τῶν Σιδηροδρόμων τῆς Ἀττικῆς δὲν ἐκάλυπτε τὰ ἔξοδα αὐτῆς, θὰ ἐνόουν τὸ Δημόσιον παραιτούμενον τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, ὅπως διὰ τῆς προσφερομένης εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐλπίδος ἀμερίστου ἐν τῷ μέλλοντι κέρδους ἐμψυχώσῃ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς· ἀλλ’ ἑταιρία, ὡς ἡ τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, καλύπτουσα τὰ ἔξοδα αὐτῆς, ἀπολαμβάνουσα δὲ 3% καθαρὸν ἔσοδον μετὰ καταλογισμούς, ὁποίους βλέπομεν ἐν τῷ ἰσολογισμῷ τούτῳ, καταλογισμοὺς περιλαμβάνοντας ἐν τοῖς ἐξόδοις 7,400 δραχμὰς πρὸς ἀπόσβεσιν ἀξίας τῆς γραμμῆς, 14,800 δραχμὰς πρὸς ἀπόσβεσιν κινητοῦ ὑλικοῦ, 3,700 δραχμὰς πρὸς ἀπόσβεσιν κεφαλαίου κατὰ τὸ καταστατικὸν, καὶ οὕτω καθεξῆς, ἑταιρία τοιοῦτον παρουσιάζουσα ἰσολογισμὸν διατελεῖ ἐν πλήρει ἐπιτυχίᾳ, ἐν πλήρει ἀναπτύξει. Ἑταιρία τοιαύτη οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχει συνδρομῆς. Πιθανὸν νὰ ἔχῃ ἀνάγκην συνδρομῆς ἡ ἑταιρία τοῦ Λαυρίου, ἀλλ’ ἐκείνην, φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει τὸ δημόσιον ὑποχρέωσιν, ὅπως συντρέξῃ, θεωρῶ δὲ, ὅτι πολὺ πρέπει νὰ προσέχωμεν, προτείνοντες εἰς τὴν Βουλὴν τὰ δυνάμενα ὁπωσδήποτε νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς ἐπαυξάνοντα τὴν ἀξίαν τοῦ κεφαλαίου αὐτῆς· διότι δυστυχῶς τὰ ἐπιδρῶντα εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐκείνην ἀπολήγουσι σχεδὸν πάντοτε εἰς διακυμάνσεις ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, αἵτινες εἶναι λίαν ἐπιβλαβεῖς καὶ εἰς ἃς ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ συντελῇ. Δὲν θὰ ἦτο τοῦτο λόγος, ἵνα μὴ πράξωμεν ὑπὲρ τῶν σιδηροδρόμων ὅ,τι δίκαιον καὶ ἐπιεικὲς, ἂν ἐπαρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη· μὴ παρουσιαζομένης ὅμως ἀνάγκης, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ συνδρομὴ δὲν δίδεται εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, ἀλλὰ δίδεται εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ Λαυρίου, καὶ ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης συνδρομῆς, τὸ ἀποτέλεσμα καὶ αὐτῆς τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἐπιζήμιον εἰς τὴν κοινωνίαν ἡμῶν, ὡς συντελοῦν εἰς τὰς διακυμάνσεις τῶν τιμῶν τῆς ἐπιχειρήσεως ἐκείνης ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, οὗτινος τ’ ἀνωμάλως ἔχοντα κυρίως ἐκπηγάζουσιν ἐκ τῶν μετοχῶν τοῦ Λαυρίου. Αἱ μετοχαὶ τοῦ Λαυρίου εἶναι αἱ δίδουσαι εἰς τὰς διακυμάνσεις τὰς κερδοσκοπικὰς ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τὴν συνήθη ὤθησιν. Ὅτε προχθὲς ἐποιούμην τὰς παρατηρήσεις, ἃς καὶ σήμερον ἐπανέλαβον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἤκουσα ἐκ τῶν ὑπουργικῶν ἑδρῶν τὴν παρατήρησιν, νομίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὁ εἰπὼν, ὅτι εἰς τοιούτους ὑπολογισμούς, φαίνεται, ἐστηριζόμην ἐν τοῖς σχεδίοις περὶ δανείων. Βεβαίως εἰς τοιούτους ὑπολογισμοὺς ἐστηριζόμην, καὶ ἂν μὴ στηρίζησθε ὑμεῖς εἰς τοιούτους ὑπολογισμούς, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ διεξαγάγητε τὸ οἰκονομικὸν ὑμῶν ἔργον ἐπιτυχῶς. Ὅταν ἀντιληφθῶσι τὰ κεφάλαια ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅτι τοιουτοτρόπως διασπαθίζεται ἐθνικὸς πλοῦτος, ὅτι περιουσία, ἥτις ἀποδεικνύεται μαθηματικῶς ἔχουσα τοὐλάχιστον ἀξίαν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἢ δύο ἑκατομμυρίων, θυσιάζεται χάριν ἔργων ἐξωραϊσμοῦ ἀξίας 500,000 δραχμῶν, βεβαίως πολὺ θέλουσι διστάσει νὰ ἐμπιστευθῶσιν εἰς ἡμᾶς, βεβαίως δὲν θέλουσι θεωρήσει, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν διευθύνονται μετὰ τῆς προνοίας τῆς παρεχούσης τὴν ἐγγύησιν εἰς τὰ κεφάλαια. Δὲν θὰ χρησιμεύσῃ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, ἵνα πραγματοποιήσωμεν τὰ δάνεια, ὡς παρατηρεῖ εἰρωνικῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τὸ διέπον τὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ὑπαγορεῦον, ὅπως οὕτως ἀναλγήτως πρὸς τὸ Δημόσιον θυσιάζηται ποσὸν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου, τοῦτο δὲν θέλει ἐπιτρέψει, ἵνα πραγματοποιήσωμεν τὰ δάνεια, τοῦτο δὲν θέλει ἐπιτρέψει, ἵνα ἐμπεδώσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἔκ τινος θεωρείου).
§28ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ κενωθῇ ἐκεῖνο τὸ ἀκροατήριον, κύριε πρόεδρε.
§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κενωθῇ ἀμέσως.
§30ΣΧΙΝΑΣ. Νὰ κενωθῇ καὶ νὰ κλεισθῇ. (Κατὰ διαταγὴν τοῦ Προέδρου κενοῦται τὸ ἀτακτῆσαν ἀκροατήριον).
§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν ἀσχάλλει τοσοῦτον διότι πρόκειται νὰ ἀπολεσθῶσιν 1,800,000 δραχ. τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅσον ἀσχάλλει διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ διορᾷ τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἡ νέα διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν ἐκτυπόνει ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν συντελεῖται, εἰμὴ διασπάθησις τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἂν τοῦτο δυνηθῶσι νὰ ἐννοήσωσιν ἐν Εὐρώπῃ, βεβαίως τὰ κεφάλαια θέλουσι διστάσει πλέον νὰ προσέρχωνται εἰς ἡμᾶς, καὶ βεβαίως δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ διεξαγάγωμεν τὸ οἰκονομικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος τοσοῦτον αἰσίως εἶχε διευθετήσει (ἱλαρότης). Βλέπετε ὅτι ἀνετράπησαν ἐντελῶς οἱ ὅροι τῶν πολιτικῶν συζητήσεων. Μέχρι τῆς 14ης Ὀκτωβρίου οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἰμὴ νὰ ἐλέγχῃ τὴν σπατάλην, τὴν διασπάθησιν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, καὶ δὲν παρῆλθον τέσσαρες μῆνες ἀπὸ τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, καὶ ὁ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἐγκαλῇ τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν ἐπὶ διασπαθήσει καὶ σπατάλῃ τοῦ δημοσίου πλούτου! Βεβαίως μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν ὑπάρχει μέγα χάσμα καὶ μεγάλη ἀντίθεσις πολιτικῶν ἰδεῶν. Ἐνταῦθα συζητοῦμεν, ἕκαστος προβάλλει τὰς γνώμας, ἃς ἔχει ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ λέγῃ ὅ,τι ἂν θέλῃ, δύναταί τις νὰ παριστᾷ ἑαυτὸν σώφρονα καὶ ἐγκρατέστατον περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν, ἢ δύναται νὰ ἐλέγχῃ τὸν ἄλλον ἐπὶ διασπαθήσει τοῦ δημοσίου πλούτου· ἀλλὰ τὰ λεγόμενα παρ’ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπόκεινται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ποίαν δὲ ἔχει γνώμην περὶ τῆς ἐγκρατείας περὶ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, τὴν γνώμην ταύτην ἐξεδήλωσε κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, καὶ ἐνόσῳ δὲν ἀποκατασταθῇ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κοινοῦ ὁ προϊστάμενος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καταδηλοῖ μέγα θάῤῥος, ἐγκαλῶν τοὺς διαδόχους αὐτοῦ ἐπὶ σπατάλῃ καὶ διασπαθήσει τῶν δημοσίων χρημάτων. Καὶ ποῦ στηριζόμενος ἐδημιούργησεν αὐτὴν τὴν διασπάθησιν τῶν δημοσίων χρημάτων; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπαναφέρει τὴν λέξιν αὐτὴν, τὸν ὅρον τῆς διασπαθήσεως, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μετὰ δεκαετίαν πλήρη· πρὸ δεκαετίας κατήγγελλε τοὺς κυβερνῶντας τότε ἐπὶ διασπαθήσει, καὶ ἀφοῦ τοὺς ἀνέτρεψε καὶ τοῦ διεδέχθη, ἐδίδαξε τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν, ὅτι ἐκεῖνοι ἦσαν φειδωλότατοι περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἐπανέλαβε τὸν ὅρον τοῦτον καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἵνα μᾶς ἀναμνήσῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς, τοὺς ὁποίους προέβαλλε τότε εἰς τὸ κοινόν. Καὶ ποία εἶναι ἡ διασπάθησις, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ ἐγκαλεῖ ἡμᾶς; εἶναι ὅτι ἡμεῖς δὲν πιστεύομεν τοὺς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐποιήσατο καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν πιστεύομεν ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς θέλει ἔχει ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰ 3%, 108,000 δραχ. κατ’ ἔτος μετὰ τὴν δεκαπενταετίαν, ἐξ ἐναντίας πιστεύομεν καὶ φρονοῦμεν, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὰς μέχρι τοῦδε προόδους τῆς ἑταιρίας, ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς θέλει ἔχει καθαρὸν κέρδος τοσοῦτον, ὥστε δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἀποτίσῃ τὴν πρὸς τοὺς μετόχους αὑτῆς ὀφειλήν της πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ 3%, εἰμὴ μετὰ 15 ἔτη, ἂν ὄχι μετὰ 20. Καὶ διατὶ σκεπτόμεθα οὕτω; Τὸ πρῶτον ἔτος, καθ’ ὃ ἡ ἑταιρία ἠδυνήθη νὰ παρουσιάσῃ 19,000 δραχμῶν πλεόνασμα μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ 3%, εἶναι τὸ 1890. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι τὸ πλεόνασμα τοῦτο θὰ προβῇ βαθμιαίως, ἀλλὰ ποία θέλει εἶσθαι ἡ πρόοδος αὐτοῦ κατ’ ἔτος; Θέλει εἶσθαι ὅση ἦτο κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1890 ἔτη; Κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1890 ἔτη δὲν εἶδον πρόοδον, ἀλλ’ ὀπισθοδρόμησιν. Εἰς τὰ 1887 εἶχεν ὡς καθαρὸν ἔσοδον, προωρισμένον εἰς διανομὴν εἰς μέρισμα, 143 χιλιάδας, ἐνῷ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, τὸ 1888, εἶχε μόνον 132 χιλιάδας, κατὰ δὲ τὸ 1889 ὀλιγώτερον ἔτι, ἤτοι 130 χιλιάδας. Λοιπὸν τρία κατὰ συνέχειαν ἔτη αἱ πρόσοδοι τῆς ἑταιρίας ἔβαινον πρὸς μείωσιν. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ 1890 εἶναι τὸ πρῶτον ἔτος, καθ’ ὃ προώδευσεν ἡ πρόσοδος τῆς ἑταιρίας, καὶ ἠδυνήθη διὰ τοῦ καθαροῦ ὑπολειφθέντος ἐσόδου νὰ ἀποτίσῃ τὸ 3%, τὸ ὁποῖον ὤφειλεν εἰς τοὺς μετόχους της, καὶ νὰ ἀφήσῃ περίσσευμα 19,000 δραχμῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου λογαριάζει, ὅτι μετὰ 15 ἔτη θέλει ἔχει 108,000 περιπλέον τοῦ 3%, καὶ ἤλεγξεν ἐμὲ, διότι προετίμησα τὸν κοινὸν πολλαπλασιασμὸν, καὶ δὲν προσέφυγα εἰς τὸ σύστημα τοῦ συνθέτου χρεωλυσίου, διὰ νὰ μὴ εὕρω, ὅτι μετὰ 15 ἔτη θὰ ἔχῃ 108,000. Ἐγὼ λαμβάνω ὡς σταθερὰν αὔξησιν τὰς 19,000 καὶ προβαίνω εἰς τὰ πρόσω, καὶ ὑποθέτω, ὅτι θέλει αὐξήσει ἀναλόγως. Τί χρεωστεῖ ἡ ἑταιρία πρὸς τοὺς μετόχους αὐτῆς, ὅπως συμπληρώσῃ τὸ 3%, τὸ ὁποῖον ὤφειλε καθ’ ἕκαστον ἔτος νὰ ἀποδίδῃ εἰς αὐτούς; 321 χιλιάδας. Πῶς θ’ ἀποδώσῃ αὐτάς; Ἐξ αὐτῶν τῶν περισσευμάτων. Ἂν τὸ περίσσευμα ἦναι 19,000, ἂς ὑπολογίσωμεν, εἰς τὸ 1891, καὶ μεγαλείτερον εἰς τὸ 1892, ἀλλ’ ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι καθ’ ἕκαστον ἔτος μετὰ τὸ 1890 θὰ ἔχῃ περίσσευμα 26,000, πόσα ἔτη ἀπαιτοῦνται; ἀπαιτοῦνται 13 ἔτη, διὰ νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος της πρὸς τοὺς μετόχους. Ἐπὶ 13 ἔτη λοιπὸν δὲν προσδοκῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν οὐδὲ λεπτὸν, μετὰ 13 ἔτη θὰ ἐλπίσωμεν νὰ λάβωμεν μερίδα ἐκ τοῦ μερίσματος. Ποία θὰ ᾖναι ἡ μερὶς αὕτη; θὰ ᾖναι 10,000 κατ’ ἔτος; θὰ ᾖναι 12,000, 15,000; Βεβαίως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὰ προσδιορίσω, διότι ταῦτα διὰ νὰ προσδιορίσῃ τις, θέλει ἀποπειραθῇ ἔργον δύσκολον καὶ ἐπισφαλές. Ἀλλ’ ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἔσηται τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσπράττει ἐκ τοῦ καθαροῦ κέρδους, τὸ κέρδος τοῦτο δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ τὸ εἰσπράττωμεν, εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν 13 ἐτῶν. Ἂν δὲ ἡ ἑταιρία ἤθελε, διαπραγματευομένη μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, συνομολογήσει σύμβασιν ὑπὸ ὅρους εἴτε τούτους, τοὺς περιλαμβανομένους ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς ἀνωτάτους ὅρους, εἴτε ὑπὸ ὅρους ὑποδεεστέρους, ἂν ἤθελε δαπανήσει τὰς 500,000 δραχμὰς, δὲν ἤθελε πληρόνει ἡ ἑταιρία 65,000 δραχ. διὰ τόκους τοῦ κεφαλαίου τούτου, οἱ ὁποῖοι τόκοι ἤθελον ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰ ἔσοδα αὐτῆς καὶ ἤθελον μειώσει τὸ ποσοστὸν τοῦ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον εἶναι προσδιωρισμένον διὰ μερίσματα; Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὡμίλησε περὶ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων Λαυρίου, εἰπὼν ὅτι, οἱονδήποτ’ ἂν ἤθελεν ἀποδοθῇ βοήθημα εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, τοῦτο ἤθελεν ἀποβῆ πρὸς ὄφελος τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου. Ἑπομένως ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ συμφωνία, ἥτις ἤθελε συνομολογηθῆ δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου τούτου μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, θέλει περιποιήσει ὠφέλειαν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου. Πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου ἀπό τινος καιροῦ οὐδεμίαν αἰσθάνομαι συμπάθειαν. Μοὶ ἐδόθησαν μάλιστα ἀφορμαὶ, ἵνα ὡς πολιτικὸς ἄνθρωπος διατελῶ δυσμενῶς πρὸς αὐτήν. Ἑπομένως δὲν ὑπῆρξε μέλημα ἐμοῦ ἡ ἐξεύρεσις καὶ ἡ παροχὴ ὠφελημάτων εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρία τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, ἂν ἤθελε φθάσει εἰς τὴν κατάστασιν νὰ μὴ δύναται νὰ παρέχῃ οὐδὲ τὰ ἔξοδα πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ, βεβαίως ἡ ἑταιρία αὕτη ἤθελε παραλύσει. Ἐπειδὴ δὲ κατορθώνει νὰ καλύπτῃ τὰ ἔξοδα αὐτοῦ, καὶ παρήγαγε μέρισμα ἴσον πρὸς ἥμισυ, ἓν ἥμισυ, δύο, δύο ἥμισυ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον κατέβαλε πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐθεώρησεν, ὅτι εἶναι ἐν μεγάλῃ ἀκμῇ καὶ προόδῳ, καὶ ἐθεώρησεν αὐτὴν, ὅτι εἶναι ἐν μεγάλῃ ἀκμῇ, διότι εὗρεν, ὅτι ἡ ἑταιρία τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀττικῆς εἰργάσθη πλέον ἐπικερδῶς ἢ ὅσον εἰργάσθη ὁ Σιδηρόδρομος Θεσσαλίας. Καὶ τίς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλλῃ περὶ τούτου; Ἡ κατασκευὴ τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας εἶναι ἐπιχείρησις, τῆς ὁποίας ἡ ἐπιτυχία ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς τύχης καὶ τῶν καιρικῶν περιστάσεων· οἱ σιδηρόδρομοι Θεσσαλίας δὲν ἦσαν προωρισμένοι διὰ νὰ μεταφέρωσιν ἄτομα. Βεβαίως ἤθελον μεταφέρει τοὺς κατοίκους τῆς Θεσσαλίας, ὁσάκις οὗτοι ἤθελον νὰ μεταβῶσιν εἰς ἄλλας χώρας, ἀλλὰ κυρίως ἦσαν προωρισμένοι νὰ μεταφέρωσι προϊόντα, καὶ ἰδίως τὰ σιτηρὰ, τὰ ὁποῖα παρῆγεν ἡ εὔφορος ἐκείνη καὶ γόνιμος γῆ. Ἐπῆλθε δυστυχὴς σειρὰ ἐτῶν 4, 5, 8, ἡ Θεσσαλία νὰ ἔχῃ ἀφορίας, πότε μὲν ξηρασία, πότε δὲ κατακλυσμὸς ὑδάτων νὰ καταστρέψῃ τὴν συγκομιδὴν τῶν σιτηρῶν αὐτῆς, καὶ ἑπομένως ὁ Σιδηρόδρομος Θεσσαλίας, φυσικὸν ἦτο, ὅτι δὲν ἤθελεν εἰσπράξει οὐδ’ ὅσων εἶχεν ἀνάγκην πρὸς ἰδίαν αὑτοῦ συντήρησιν. Ἀλλ’ οἱ σιδηρόδρομοι τῆς Θεσσαλίας πρὶν ἢ κατασκευασθῶσιν, ὅταν προὐτάθη ἡ κατασκευὴ αὐτῶν, δὲν ἀπεδίδετο εἰς αὐτοὺς ἄλλη ἐλπίς, εἰμὴ αὕτη. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐλπὶς αὕτη συνεδέετο μετὰ καιρικῶν περιστάσεων, οἱ ἀνάδοχοι τῶν σιδηροδρόμων αὐτῶν ἦσαν διατεθειμένοι, ὅτι εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ζημιωθῶσιν, ἢ νὰ μὴ παραγάγωσι τόσα κέρδη, ὅσα παρέχουσι τὰ κεφάλαια, διατιθέμενα ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ὁ σιδηρόδρομος Ἀττικῆς ἦτο προωρισμένος νὰ μεταφέρῃ ἀνθρώπους καὶ ἐλάχιστα προϊόντα, οἷον τὸ γλεῦκος τῶν ἀμπέλων τοῦ δήμου Κρωπίας. Ἂν λοιπὸν δὲν ἐδυστύχησε τοσοῦτον, ὅσον ὁ σιδηρόδρομος Θεσσαλίας, εἶναι διότι εὑρίσκεται εἰς ἄλλας περιστάσεις. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχῃ πρόοδον; Βεβαίως, ἐφ’ ὅσον ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν προοδεύει καὶ αὐξάνει, κατὰ τοσοῦτον ἡ πρόοδος τοῦ σιδηροδρόμου Ἀττικῆς θέλει εἶσθαι βεβαία, ἀλλὰ δὲν πρέπει διὰ τοῦτο νὰ ὑπερβάλωμεν τὰς περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἰδέας ἡμῶν, ὑποτιθέντες, ὅτι οἱ σιδηρόδρομοι Ἀττικῆς θὰ ἐργάζωνται ὅσον οἱ σιδηρόδρομοι τῶν περιχώρων τῶν Παρισίων καὶ τοῦ Βερολίνου,—διότι ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁμιλῶν περὶ τῆς μεγάλης προόδου τῶν σιδηροδρόμων τῶν περιχώρων, ἠθέλησε νὰ μᾶς παρασύρῃ ἴσως καὶ εἰς τοιαύτην γνώμην περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀττικῆς.—Ἡ πρόοδος τοῦ σιδηροδρόμου τούτου θέλει εἶσθαι μεμετρημένη, διότι μεμετρημένη εἶναι ἡ πρόοδος τῆς χώρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐμνήσθη ἐμμέσως καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην τοῦ λιμένος τοῦ Λαυρίου, καὶ ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ πρόοδος τοῦ σιδηροδρόμου Ἀττικῆς θέλει ὠφεληθῆ τὰ μάλα ἐκ τοῦ λιμένος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὠνόμασε μέγαν λιμένα τῆς Ἀττικῆς. Ὁ λιμὴν τῶν Ἐργαστηρίων καὶ ὁ λιμὴν τοῦ Θορικοῦ βεβαίως εἶναι ἄξιοι μεγάλης προσοχῆς. Δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἔχωσι μέλλον ἐμπορικῆς κινήσεως, τό γε νῦν ἔχον ὅμως, ἡ κίνησις αὕτη εἶναι μετριωτάτη. Πρό τινων ἐτῶν πολλοὶ ἐφαντάσθησαν, ὅτι ὁ λιμὴν τῶν Ἐργαστηρίων ἤθελε χρησιμεύσει ὡς λιμὴν τῆς πρωτευούσης διὰ τὴν συγκοινωνίαν αὐτῆς μετὰ τοῦ Εὐβοϊκοῦ κόλπου, τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Μακεδονίας, ἀλλὰ πᾶσαι αὗται αἱ ἐλπίδες ἀπεδείχθησαν τὰ μάλα πρόωροι. Ἐνδεχόμενον εἶναι ἐν μέλλοντι ἀπωτέρῳ νὰ ἐπιφανῶσι συμβεβηκότα τοιαῦτα, ἀλλ’ ἐν ἐκείνῳ τῷ μέλλοντι ὀλίγον θέλει ὠφεληθῆ ὁ σιδηρόδρομος Ἀττικῆς, διότι θέλει ὑπάρχει ὁ σιδηρόδρομος ὁ ἑνόνων τὸν Πειραιᾶ μὲ τὴν Λάρισσαν, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ νόμου περὶ κατασκευῆς αὐτοῦ ἔταξε μὲν λιμένα, κεφαλήν, τὸν Πειραιᾶ, ἐνδέχεται ὅμως νὰ ζητήσῃ νὰ κατασκευάσῃ γραμμὴν ἰδίαν πρὸς τὸ Θορικὸν ἢ πρὸς τὸ Πορτοράφτι. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου ὑπαγορεύσει τοιαύτην ἐπιχείρησιν εἰς τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης, βεβαίως δὲν θὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὸν στενὸν σιδηρόδρομον Ἀττικῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ἂν ἤθελεν ἀγοράσει, ἤθελεν εὐρύνει αὐτόν, ἤθελε δώσει εἰς αὐτὸν τὸ αὐτὸ εὖρος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἄλλη σιδηροδρομικὴ γραμμή, ἢ, ἀντὶ νὰ ἀγοράσῃ αὐτόν, ἤθελε κατασκευάσει ἰδίαν γραμμὴν εὐρεῖαν, ἵνα εὐκολύνῃ τὴν μεταφορὰν τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν ἐπιβατῶν εἰς τὸν λιμένα τοῦ Θορικοῦ ἢ τοῦ Πορτοραφτίου. Διὰ τοῦτο ἡ ἐλπὶς τῆς μεγάλης κινήσεως τοῦ μεγάλου αὑτοῦ λιμένος τῆς Ἀττικῆς, τῶν Ἐργαστηρίων, δέν μοι φαίνεται τόσον ζωηρά, ὅσον δέν μοι φαίνονται ζωηραὶ αἱ ἄλλαι ἐλπίδες, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐξήγησεν. Ὑποθέτω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ βεβαίως πρόοδος εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ σιδηροδρόμου Ἀττικῆς, ἀλλ’ ἡ πρόοδος αὕτη θέλει εἶσθαι μετρία, μετριωτάτη, θέλει δὲ πραγματοποιηθῆ βαθμηδὸν, καὶ θέλουσι παρέλθει 13 καὶ 15 ἔτη, πρὶν ἢ δυνηθῇ νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ ἑταιρία πρὸς τοὺς μετόχους αὑτῆς.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θαυμάζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ ἔλεγχος, ὅστις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ἀπηυθύνετο ἐξ ἀριστερῶν πρὸς τὰ δεξιὰ, ἤδη ἀπευθύνεται ἐκ δεξιῶν πρὸς τ’ ἀριστερὰ, καὶ θαυμάζει ἔτι μᾶλλον, ὅτι τέσσαρες μόνοι μῆνες ἤρκεσαν, ἵνα καταστήσωσι τὸν ἔλεγχον τοῦτον ἐπίσης ζωηρὸν, ὅσον ὅτε οἱ δεξιόθεν καθήμενοι εἶχον ἐξελεγκτέον παρελθὸν τεσσάρων ἐτῶν, ἤτοι τοὐλάχιστον ὅσον σήμερον μηνῶν παρουσιάζουσι παρελθὸν οἱ πρὸς τὰ ἀριστερὰ καθήμενοι. Καὶ ἐγὼ θαυμάζω ἐπὶ τούτῳ· θαυμάζω, πῶς κατώρθωσαν οἱ ἀριστερόθεν καθήμενοι, ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν οὕτω νὰ παρασκευάσωσι τὸ ἔδαφος τοῦ ἐλέγχου, ὥστε νὰ δυνάμεθα σήμερον καὶ νὰ ὀφείλωμεν νὰ ἐπιλαμβανώμεθα αὐτῶν μετὰ ζωηρότητος πολλαπλασίας τῆς παρ’ ἐκείνων ἀναπτυσσομένης ἐν τῷ ἐλέγχῳ ἄνευ ἐδάφους, ὃν ἐνόμιζον ὅτι τοῖς ἐπετρέπετο νὰ μετέρχωνται καθ’ ἡμῶν.
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀποτέλεσμα ἰδιοσυγκρασίας.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲ ἐλάβομεν ποτὲ ἡμεῖς ὑπ’ ὄψει τὴν ψῆφον τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, ὡς δοῦσαν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐντολὴν νὰ ἀπέχωμεν τοιούτου ἐλέγχου. Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἀπεφασίσθη κατὰ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου, ἡμεῖς εἴμεθα ἐνταῦθα Βουλευταί. Εἴχετε τὴν δύναμιν, ἵνα ἀποβάλητε καὶ ἡμᾶς, ὅπως ἀπεβάλετε τοὺς συναδέλφους ἡμῶν....
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πλειοψηφία ἀπέβαλεν αὐτοὺς νομίμως.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. ... καὶ ἐπὶ τῷ αὐτῷ μέτρῳ τῆς νομιμότητος. Οὐδεὶς ὑπῆρξεν οὐδὲ ὑπάρχει μεταξὺ ὑμῶν, ὅστις νὰ μὴ ἀνεγνώριζε καὶ νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ, ὅτι, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἀποβληθῶσιν ὁ Μαυρομμάτης καὶ ὁ Ράγκος, ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἀποβληθῶ ἐγώ. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἄλλως ἐκρίνατε, καὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ ἀποβάλητε ἐμέ. Ἀφοῦ δέν με ἀπεβάλετε, ἀκούετε τώρα (γέλωτες).
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τίς σᾶς ἐμποδίζει νὰ λέγητε;
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θ’ ἀποβλέψω εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, ὅταν συζητῶμεν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ὅταν συζητῶμεν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἀποβλέπω εἰς ἀριθμοὺς, καὶ ζητῶ, ὅπως οἱ ἀριθμοὶ ὦσιν ἀκριβεῖς. Ὅταν ἀκούω τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, λέγοντος ὅτι ἐν τῇ ὑποθέσει, περὶ ἧς πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ἀφορῶντι εἰς τὰς παραχωρήσεις πρὸς τὸν σιδηρόδρομον Λαυρίου, ἀποδέχεται ὡς πιθανὴν τὴν αὔξησιν ἐν τῷ μέλλοντι τῶν προσόδων καὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν ἐπὶ τῷ αὐτῷ λόγῳ, τῷ παρουσιασθέντι κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, ὃν μάλιστα ὥρισεν εἰς 26,000 δραχμὰς, ἐπὶ τοιαύτῃ δὲ ἀναλογίᾳ αὐξήσεως παριστῶντα ὡς ἀπαραίτητον τὴν παρέλευσιν 15 ἐτῶν εἰς ἐξόφλησιν χρέους 321,000 δραχμῶν, ἐξελέγχω τοὺς ἀριθμοὺς, ἐν τῷ ἐλέγχῳ δὲ τούτῳ δὲν δύναται νὰ βοηθήσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἡ ψῆφος τῆς 14ης Ὀκτωβρίου. Ἀφίνων ἄρα κατὰ μέρος τὴν 14ην Ὀκτωβρίου, ἐρωτῶ, τί λέγουσιν οἱ ἀριθμοί; 26,000 δραχ. ἐτησία αὔξησις ....
§39ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸ ἥμισυ πρέπει νὰ λογίζητε, κύριε Βουλευτά.
§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§41ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀπόσβεσις, θὰ ἦναι τὸ ὅλον.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπου πρέπει νὰ ἀριθμήσωμεν ἐπὶ τῷ ἡμίσει, θὰ ἀριθμήσω ἐπὶ τῷ ἡμίσει, καὶ ὅπου ἐπὶ τῷ ὅλῳ, θὰ ἀριθμήσω ἐπὶ τῷ ὅλῳ. Τριακοσίας εἴκοσι μίαν χιλιάδας δραχμῶν πρόκειται νὰ ἐξοφλήσωμεν δι’ ἐτησίας αὐξήσεως ἐσόδου 26,000 δραχ. Ἔχω ἐνταῦθα σημείωμα, ἐξ οὗ προκύπτει, ὅτι, καταλογιζομένου τοῦ ὅλου καθαροῦ ἐσόδου εἰς τὸ χρέος, ἐξοφλεῖται τοῦτο μεταξὺ τοῦ τετάρτου καὶ τοῦ πέμπτου ἔτους ἀπὸ τῆς σήμερον. Πρέπει δὲ νὰ καταλογίσωμεν τὸ ὅλον εἰς τὸ χρέος, διότι τὸ ὑπολογιζόμενον πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους δὲν εἶναι μόνον τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον ἥμισυ, εἶναι καὶ τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν ἑταιρίαν ἕτερον ἥμισυ, ἀφοῦ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ διανομῆς τοῦ κέρδους, ἀλλὰ περὶ πληρώσεως τοῦ ὑστερήματος τῶν ἐσόδων.
§43ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Τὸ ὅλον πρέπει νὰ λογισθῇ.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὕτως ἔχει. Ἀφοῦ δὲ πρὸ τῆς παρελεύσεως πέντε ἐτῶν θὰ ἦναι ἐξωφλημένον τὸ χρέος, μετὰ πέντε ἔτη τὸ μέρισμα τοῦ Δημοσίου θὰ εἰσήρχετο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐὰν ἔμενον τὰ τῆς συμβάσεως ὡς ἔχουσι, δὲν θὰ εἰσήρχετο δὲ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ θὰ ἐκρατεῖτο ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τοῦ Λαυρίου, ἂν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ θὰ παρετείνετο ἡ κράτησις οὐ μόνον μέχρι τῆς δεκαπενταετίας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη μετὰ ταῦτα, ἤτοι ἕως τῆς ἐξοφλήσεως τῆς δημιουργουμένης ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου χρεώσεως τοῦ Δημοσίου ἐκ δραχμῶν 3,240,000. Ἡ ἐτησία αὔξησις τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τῆς ἑταιρίας κατὰ λόγον 26,000 δραχμῶν ἐξασφαλίζει κέρδος 7% πρὸ τοῦ 15ου ἔτους, καὶ τοῦτο ἄνευ συνθέτου χρεωλυσίας, διὰ τῆς ἁπλῆς ἀθροίσεως, ἤτοι ἡ αὔξησις τοῦ καθαροῦ ἐσόδου, ἥτις τὸ πρῶτον ἔτος εἶναι 26,000, ἔσται τὸ δεύτερον 52,000, τὸ τρίτον 78,000, τὸ τέταρτον 104,000...
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν σύνθετον πρόοδον.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει σύνθετος πρόοδος. Προσθέτω μόνον 26,000 κατ’ ἔτος.
§47ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος σᾶς εἶπε νὰ προσθέσητε 26, 000; Ἑρμηνεύετε τὸν λογισμὸν τὸν ἰδικόν μου;
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὕτως ἐγὼ ἐνόησα· ἐνόησα, ὅτι κατ’ ἔτος ἡ αὔξησις θὰ ἦναι 26,000.
§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παντάπασιν. Ἐγὼ ἐνόησα, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ 1890 ἦτο 19,000. Θὰ ἦναι σταθερὰ καὶ θὰ βῇ προβαίνουσα. Ποία εἶναι ἡ πρόοδος αὐτῆς. Ὅση ἦτο ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 132,500 καὶ τῶν 136,000, ἤτοι 3,500. Ἑπομένως ἡ πρόοδος αὕτη θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 126,000. Διὰ νὰ ἦμαι δὲ large, εὐρὺς, ὑπολογίζω, ὅτι κατὰ πᾶν ἔτος θὰ ἔχωμεν 26,000. Τότε ἀπαιτοῦνται 13 ἔτη, ἵνα πληρωθῇ τὸ χρέος.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς ἐννοῶ τώρα τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἱ 26,000, ἃς ἔχομεν κατ’ αὐτὸν ἐπὶ πλέον κατὰ τὸ 1890, αὗται θὰ μείνωσιν ἀπροσαύξητοι.
§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ 1890 αἱ 26,000 δραχμαὶ, εἶναι 19,000.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τουτέστιν ὑπεθέσατε, ὅτι ὁ πληθυσμὸς καὶ ὁ πλοῦτος τῆς πρωτευούσης θὰ μείνωσιν ἀπροσαύξητοι. Εἶχον ἀκούσει 26,000, ἀλλὰ θέλετε 19,000· δέχομαι καὶ τοῦτο, καίτοι τὸ καθαρὸν ἔσοδον τοῦ 1890 ὑπερτερεῖ τὸ τοῦ 1889 κατὰ 51,000· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ δεχθῶ ἐν ὑπολογισμῷ πιθανοτήτων τὰς 19,000 ἢ τὰς 26,000, ἢ ἔστω καὶ τὰς 51 χιλιάδας, ὡς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς προόδου τῶν καθαρῶν κερδῶν, οὐδὲ τὸ ἐφετεινὸν πλεόνασμα ὡς μὴ προσαυξηθησόμενον. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐφθάσαμεν κατὰ τὸ ἔτος 1890 εἰς τὸν τελικὸν σταθμὸν τῆς προόδου τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς· ἡ πρωτεύουσα ἄρα, ἐξ ἧς ἤρτηται ἡ κίνησις τῶν σιδηροδρόμων τούτων καὶ τὰ ἐκ ταύτης ἀποῤῥέοντα καθαρὰ ἔσοδα, διότι, ὡς εἶπον, ἡ κίνησις τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς ἀποῤῥέει ἐκ τῆς πρωτευούσης, ἡ πρωτεύουσα, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θ’ ἀνακόψῃ ἀπὸ τοῦ 1890 τὴν ἐπὶ τὰ πρόσω πορείαν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀναπολῶν τὰς Ἀθήνας κατὰ τὴν ἀπωτέραν ἐποχὴν, εἰς ἣν ἀνατρέχει ἡ μνήμη μου περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν, ἐνθυμοῦμαι τὸν πληθυσμὸν τῆς πόλεως μόλις ἀθροιζόμενον εἰς 16,000. Ὅσοι δὲν ἐνθυμεῖσθε τὴν πρωτεύουσαν οὕτω περιωρισμένην δὲν ἔχετε τὴν ἐμὴν ἡλικίαν· ἀλλ’ ὅσῳ καὶ ἂν ἀπέχῃ ἀφ’ ἡμῶν ἡ ἀφετηρία αὕτη τῶν 16,000 ψυχῶν, μέγα ὅμως εἶναι τὸ ἅλμα μέχρι τοῦ σημερινοῦ τῆς πρωτευούσης πληθυσμοῦ, ὡς καθώριζεν αὐτὸν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). 107,000 κατὰ τὴν στατιστικήν.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ 16,000 ψυχαὶ ἐγένοντο 107,000, ἀλλ’ αἱ 107,000 διὰ τίνος ἀριθμοῦ θ’ ἀντικατασταθῶσι μετὰ παρέλευσιν τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον δεκαπενταετίας; Οἱαδήποτε δὲ καὶ ἂν ᾖ ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ, παρακολούθημα αὐτῆς ἀναπόδραστον ἔσται ἀνάλογος αὔξησις τῆς κινήσεως τοῦ πληθυσμοῦ διὰ τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, ἑπομένως καὶ ἀνάλογος αὔξησις τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τῶν σιδηροδρόμων τούτων.
§55ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ὅριον αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πρωτευούσης. Δὲν εἶναι δυνατόν....
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ἡ ἀναλογία τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ βαίνει ἐλαττουμένη, ἐφ’ ὅσον ἡ πόλις γίνεσαι πολυπληθεστέρα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε τὸ ἀντίθετον· ἔλεγεν ὅτι ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος θὰ αὐξάνῃ τὸν πληθυσμὸν κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῶν καθεστηκυιῶν πρωτευουσῶν τῆς Εὐρώπης. Ἐγὼ συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην ὑμῶν, ὅτι, ὅσον ὀλιγοπληθεστέρα ἡ πρωτεύουσα, ὅσον νεαρωτέρα, τοσοῦτον αὐξάνει ταχύτερον· εἶμαι γνώμης, ὅτι ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος ἀναπτύσσεται ταχύτερον τῶν ἄλλων πρωτευουσῶν τῆς Εὐρώπης, διότι εἶναι εἰσέτι τὸ Κράτος ἡμῶν ἀκατάρτιστον, διότι διατελεῖ ἤδη ἐν τῷ σταδίῳ τῆς διαμορφώσεως αὐτοῦ. Ἐὰν βλέπωμεν ἐν ταῖς πρωτευούσαις ἄλλων Κρατῶν φαινόμενα ἀναπτύξεως τοῦ πληθυσμοῦ, οἷα περιέγραψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεκδέχομαι πολλαπλασίαν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν Ἀθηνῶν, συμμεριζόμενος τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσσης, ὅτι, ὅσῳ νεαρώτερον τὸ Κράτος, ὅσῳ μᾶλλον ἀκατάρτιστον, τοσοῦτον ταχυτέρα εἶναι ἡ πρόοδος τῆς πρωτευούσης. Ἐφ’ ὅσον ὅμως θὰ ἦναι γοργοτέρα ἡ πρόοδος τῆς πρωτευούσης, ἐπὶ τοσοῦτον θὰ ἦναι μεγαλείτερον τὸ ὑπὲρ τὰ 3% ἐτήσιον πλεόνασμα τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τῆς ἑταιρίας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, ἀφοῦ δὲ ἤδη οἱ σιδηρόδρομοι οὗτοι παρέχουσι πλεόνασμα καθαροῦ ἐσόδου, ὑπερέβη δὲ τὸ καθαρὸν ἔσοδον τὸν ὅρον, ἐξ οὗ ἄρχεται ἡ συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου, νομίζω ὅτι θὰ ἦναι ὅλως ἀδικαιολόγητος ἡ Βουλή, ἐὰν παραιτήσῃ ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, μὴ διατελούσης ἐν ἀνάγκῃ τοιαύτης παροχῆς, διότι ὑφίσταται ἄνευ αὐτῆς καὶ λειτουργεῖ ἄριστα, δὲν θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ Βουλή, παραιτοῦσα ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας τὴν ἐν ταῖς προσόδοις τῆς ἐπιχειρήσεως συμμετοχὴν τοῦ Δημοσίου.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.