| 2080 | Λεων. Δεληγεώργης | Ο | Εὐθ. Σπυράκης | Ο | |
| 2081 | Δ. Χατζόπουλος | Ν | Κ. Κατσικόπουλος | Ο | |
| 2082 | Ν. Δ. Μακρῆς | Ο | Ἰω. Ἀντωνόπουλος | Ο | |
| 2083 | Χ. Τρικούπης | Ν | Κ. Καραπάνος | Ο | |
| 2084 | Δ. Σ. Βουλπιώτης | Γ. Παχὺς | |||
| 2085 | Γ. Σισμάνης | Α. Ζυγομαλᾶς | Ν | ||
| 2086 | Ἀθ. Ἴσκος | Ν. Λεβίδης | Ν | ||
| 2087 | Μ. Ἰατρίδης | Ο | Δ. Ράλλης | Ν | |
| 2088 | Ν. Ζῶτος | Ο | Δ. Ν. Καλλιφρονᾶς | ||
| 2089 | Ν. Φαρμάκης | ||||
| 2090 | Δ. Πετρίδης | ||||
| 2091 | Σπ. Νοταρᾶς | ||||
| 2092 | Γ. Φαρμακόπουλος | Ο | |||
| 2093 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | |||
| 2094 | Δ. Οἰκονόμου | Ν | |||
| 2095 | Ἰω. Δηλιγιάννης | ||||
| 2096 | Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | ||||
| 2097 | Ἠλ. Ποταμιάνος | ||||
| 2098 | Εὐστ. Τουρνάκης | Ἀχ. Χοϊδᾶς | Ο | ||
| 2099 | Θ. Π. Δηλιγιάννης | Ο | Ἀν. Παπαγιαννακόπουλος | Ο | |
| 2100 | Θ. Β. Δηλιγιάννης | Ο | Ἰω. Κρεστενίτης | ||
| 2101 | Π. Μανέτας | Ν | Ἄγ. Πετραλιᾶς | Ο | |
| 2102 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ν. Πετιμεζᾶς | |||
| 2103 | Χρῆστος Χρηστόπουλος | Ο | Λ. Σταμάτης | Ο | |
| 2104 | Φίλιππος Βάρβογλης | Ο | Α. Παναγιωτόπουλος | Ο | |
| 2105 | Κ. Κωνσταντόπουλος | Ο | Α. Γεροκωστόπουλος | Ο | |
| 2106 | Θ. Πέῤῥος | Ο | Ν. Κουμανιώτης | Ο | |
| 2107 | Ἠλ. Φλέσσας | Ο | Δ. Παυλόπουλος | ||
| 2108 | Α. Κοντογούρης | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | Ν | |
| 2109 | Α. Σπηλιάδης | Ο | Στέφ. Κοπανίτσας | Ν | |
| 2110 | Α. Ζαΐμης | Ο | Ν. Βαρβιτσιώτης | ||
| 2111 | Ι. Ζωγράφος | Ο | Γ. Φιλάρετος | Ν | |
| 2112 | Α. Κοντόσταυλος | Ν. Σχινᾶς | Ν | ||
| 2113 | Α. Πετσάλης | Ο | Ι. Φίλιος | Ο | |
| 2114 | Η. Γαζέπης | Ι. Παπαδόπουλος | Ο | ||
| 2115 | Π. Λεβέντης | Ο | Ν. Ριζόπουλος | ||
| 2116 | Θ. Φλογαΐτης | Ν | Ν. Γεωργιάδης | Ο | |
| 2117 | Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς | Ο | Ν. Κωκωσλῆς | ||
| 2118 | Γ. Καραβᾶς | Δ. Οἰκονομίδης | Ο | ||
| 2119 | Λ. Ρώμας | Ο | Μ. Δάλλας | Ο | |
| 2120 | Ρ. Ρώμας | Π. Ζαρίμπας | Ο | ||
| 2121 | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ν | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ο | |
| 2122 | Δ. Στεφάνου | Ν | Α. Χρηστόπουλος | Ο | |
| 2123 | Ι. Σέχος | Π. Σάκκης | |||
| 2124 | Γ. Θεοτόκης | Ν | Κ. Φλέσσας | ||
| 2125 | Ε. Τσαρλαμπᾶς | Ο | Π. Καπετανάκης | Ο | |
| 2126 | Α. Καποδίστριας | Κ. Δαγρὲς | Ο | ||
| 2127 | Π. Κωνσταντᾶς | Ο | Ε. Κοκκέβης | ||
| 2128 | Π. Βαλαωρίτης | Ν. Μισυρλῆς | |||
| 2129 | Α. Ζερβὸς | Ν | Π. Πεῤῥωτὴς | ||
| 2130 | Ἀχ. Ἀγάθος | Ο | Δ. Λυμπερόπουλος | Ο | |
| 2131 | Ε. Μπασιᾶς | Σ. Σωτηρόπουλος | Ν | ||
| 2132 | Σ. Φορέστης | Ο | Χ. Κανελλόπουλος | Ο | |
| 2133 | Ν. Βαλσαμάκης | Δ. Π. Γουδῆς | |||
| 2134 | Ι. Βρυώνης | Ν | Σ. Χατζηγάκης | Ο | |
| 2135 | Ἀν. Ζερβὸς | Ο | Δ. Τερτίπης | Ο | |
| 2136 | Π. Μαυροκέφαλος | Β. Ἀζᾶς | Ο | ||
| 2137 | Γ. Μπούμπουλης | Ο | Α. Βασιαρδάνης | Ο | |
| 2138 | Α. Μαυροκορδάτος | Σ. Γεωργόπουλος | |||
| 2139 | Γ. Κόρπας | Ο | Γιαννούσιος Τάκης | Ο | |
| 2140 | Ν. Συνοδινὸς | Ο | Ν. Ταρμπάζης | Ο | |
| 2141 | Κ. Ἀργυρόπουλος | Ο | Ἰω. Παλάσκας | Ο | |
| 2142 | Π. Ταταράκης | Ο | Ν. Τσαμαδὸς | Ν | |
| 2143 | Γ. Μαυρομαρᾶς | Ο | Θ. Γκίκας | ||
| 2144 | Ο. Μαῦρος | Ο | Ε. Σιμόπουλος | Ν | |
| 2145 | Κ. Νεγρεπόντης | Κ. Χατζῖσκος | |||
| 2146 | Μ. Δαμιράλης | Α. Εὐταξίας | Ο | ||
| 2147 | Δ. Γαββαλᾶς | Ο | Κ. Τράκας | ||
| 2148 | Σ. Παγανέλης | Ο | |||
| 2149 | Κ. Μαυρομιχάλης | ||||
| 2150 | Γ. Πετροπουλάκης | Ο | Α. Μαρλᾶς | Ο | |
| 2151 | Γεώρ. Μαυρομιχάλης | Ο | |||
| 2152 | Κ. Κοσσονάκος | Ν | |||
| 2153 | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | Α. Μ. Κανάρης | Ο | |
| 2154 | Κ. Σαλταφέρος | Ο |
1891.02.19
3,835 rows · 28,938 words · 1 table · 201 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
Τῆς 19 Φεβρουαρίου 1891.
(Τρίτη)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Α. Παπαγιαννακοπούλου). (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Τριάκοντα περίπου Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι δι’ ἐμοῦ νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τοὺς νόμους περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τῆς ὑπηρεσίας τῶν βοηθῶν τῆς ἄλλοτε ἐπιτροπῆς τοῦ ταμείου τῆς συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 211.) Ὁ ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ναξίας σμύριδος παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς 1) νὰ ὑποβάλῃ τὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τῆς συμβάσεως σημειούμενον κανονισμὸν τῆς 6 Μαΐου 1877, καὶ 2) νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁποῖον ποσὸν σμύριδος παρεδόθη πρὸς πώλησιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μονοπωλίων, πόσον ἐξ αὐτοῦ ἐπωλήθη, εἰς ποίας τιμὰς καὶ ὁποῖον ἀπέφερε καθαρὸν ἔσοδον, ἔτι δὲ ποῦ εὑρίσκεται τὸ ὑπόλοιπον, καταθέτων συνάμα τὴν μετὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων σχετικὴν σύμβασιν.» Ὡσαύτως ὁ ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς κ. Κωνσταντᾶς ὑποβάλλει ἑτέραν ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: Αʹ) Διὰ ποῖον λόγον ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Μοντσενιγείου κληροδοτήματος Κερκύρας δὲν ἐκλέγεται ἐξ ὑποψηφίων ὅλων τῶν δήμων Κερκύρας, εἰς οὓς ἀνήκει τὸ κληροδότημα. Βʹ) Εἰς ποίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ κληροδότημα Πετρίδου. Νὰ προσαγάγῃ δὲ τὸν κατάλογον τῶν ἀγορασθέντων παρὰ τῆς κληρονομίας Μουστοξύδων χειρογράφων, καὶ πόσον τὸ ποσὸν τῆς δοθείσης ἀποζημιώσεως. Γʹ) Διατὶ δὲν διετάχθη ἀνάκρισις κατὰ τῶν παραλαβόντων ὁδοὺς ἐν Κερκύρᾳ, μὴ κατασκευασθείσας κατὰ τοὺς ὅρους τῆς ἐπιστήμης, ἐνῷ μετ’ ὀλίγους μῆνας ἀπὸ τῆς κατασκευῆς των ἔμειναν μόνον τὰ ἴχνη αὐτῶν. Δʹ) Ἐὰν ἡ δαπάνη 24 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς μελέτην τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, τελμάτων καὶ λιμνῶν τῆς Κερκύρας ἐκ τοῦ ἐπικοίνου δημοτικοῦ ταμείου ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ ἐργασία αὕτη.» Διάφοροι Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 212). Πολλοὶ πολῖται ἐκ Κορίνθου, ἐν οἷς ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅτι ἐγένετο χθὲς λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ συστάσεως Πρωτοδικείου ἐν Κορινθίᾳ, ἐκφράζουσι τηλεγραφικῶς τὸν πόθον αὐτῶν καὶ τὴν εὐχὴν, ὅπως ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως αὐτόθι τοιούτου Πρωτοδικείου.
§3ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑποστηρίζων τὴν εὐχὴν τῶν συμπολιτῶν μου ὡς δικαιοτάτην, ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ψηφισθῇ νόμος πρὸς σύστασιν Πρωτοδικείου· πίστωσις μόνον ἀπαιτεῖται, διότι ὑπάρχει περὶ τούτου ὁ νόμος τοῦ 1867, ὅστις ἐπέτρεψε τὴν σύστασιν δέκα Πρωτοδικείων. Ἐὰν εὐαρεστῆται ἡ Κυβέρνησις, ἂς ἀναγράψῃ πίστωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν μεταθέτουσα δὲ καὶ δύο ἢ τρεῖς δικαστὰς ἐξ ἄλλων Πρωτοδικείων, καταρτίζει τὸ Πρωτοδικεῖον Κορινθίας, καὶ τοιουτρόπως θὰ οἰκονομήσῃ σημαντικὸν ποσὸν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς προσελεύσεως καὶ ἐπανόδου τῶν διαδίκων καὶ τῶν μαρτύρων, τῆς περιοδείας τῶν ἀνακριτῶν κλπ. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν, θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα μιᾶς ἐπαρχίας, καὶ θὰ εὐκολύνῃ τὴν ταχεῖαν καὶ ἀκριβῆ ἀπονομὴν τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης πρὸς ὄφελος αὐτῆς τῆς πολιτείας.
§4ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως Πρωτοδικείου ἀναμφισβητήτως τὴν προτεραιότητα ἔχουσι τὰ Καλάβρυτα καὶ ἡ Εὐρυτανία.
§5ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν προτεραιότητα, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἔχει τὸ Ξηροχώριον.
§6ΣΧΙΝΑΣ. Αἱ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τελευταῖαι λέξεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ἀνέλθω καὶ αὖθις τὸ βῆμα, ἵνα καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπικυρώσω ὅσα χθὲς εἶπον, συμπληρῶν τὰ λεχθέντα. Ἐπίστευον ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ αἰτηθεῖσαι πληροφορίαι περὶ σιδηροδρόμων καὶ περὶ ὁδοποιΐας ἤθελον κατατεθῆ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς τοῦ παρελθόντος χρονικοῦ διαστήματος. Δυστυχῶς φαίνεται, ὅτι οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι δὲν εὐαρεστοῦνται νὰ προσφέρωσι ταχέως τὰς ὑπηρεσίας των ταύτας, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ γνωρίζουσι. Τὸ ταπεινὸν γραφεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζεται ἀπὸ μόνον ἐμὲ, θέλει νὰ προσφέρῃ εἰς τοὺς ἀγαπητούς μοι συναδέλφους καὶ εἰς ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν τὰ ἀπαυγάσματα τῶν ἐργασιῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἀφαιρεῖται τὸ χρῆμα τὸ ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ λαοῦ εἰσπραχθὲν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων καὶ μόνων ἔργων. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τῆς ἀναμορφώσεως τῶν πάντων, ἠθέλησε νὰ μᾶς προικίσῃ διὰ σμήνους ξένων μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ μεταφέρωσιν ἐκ τῆς Ἑσπερίας τὰ φῶτα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ σμῆνος αὐτὸ ἐγκατέστη δυστυχῶς πρὸ δεκαετίας ἐνταῦθα. Εἴχομεν ὅμως τὴν ἐλπίδα, ἀναμένοντες τὴν 1ην Σεπτεμβρίου 1888, καθ’ ἣν, ὡς ἅπαντες σχεδὸν οἱ ἐν Ἀθήναις ἀλλάσσουσι κατοικίαν, νὰ ἀλλάξωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ προσωπικὸν αὐτὸ, ἀποστέλλοντες εἰς τὰς ἰδίας αὐτῶν κατοικίας. Δυστυχῶς ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις εὐηρεστήθη νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ τῆς σωτηρίας τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, συνυπογράψασα μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως σύμβασιν περὶ διατηρήσεως αὐτῶν ἐπὶ δύο ἀκόμη ἔτη. Οὐδεὶς Ἕλλην πιστεύω ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος δὲν ἀγαπᾷ τὴν Γαλλίαν· ἅπαντες εἴμεθα λίαν εὐγνώμονες καὶ τρέφομεν ζωηρὰς συμπαθείας διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερεν ἑκάστοτε εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἰδίως κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ Γαλλίας, πρόκειται περὶ τοῦ σμήνους αὐτοῦ τῶν μηχανικῶν. Ἡ Γαλλικὴ αὕτη ἀποστολὴ ἐπέδραμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ κατώρθωσε διὰ τῆς πρώτης συμβάσεως, ὅτε ἐγκατέστη, δι’ εὐάριθμα ἄτομα νὰ λάβῃ τὸ ποσὸν 133,200 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Αὐτὸ εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λαμβάνωσι τὰ μέλη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τούτου, δι’ ἑνὸς ἑτέρου διατάγματος,—καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, καθόσον ἐκ τῶν ἀριθμῶν θὰ συναγάγητε τὰ ἀποτελέσματα,—ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, ἐδόθησαν ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς δύο πρώτους ἐκ τῶν κυρίων τούτων, τοὺς κκ. Κελλενὲκ καὶ Γκοτλὰν, δραχμαὶ 300 κατὰ μῆνα ἑκάστῳ δι’ ἐνοίκιον, δραχμαὶ 50 διὰ γραφικὰ ἔξοδα καὶ δραχμαὶ 120 διὰ μισθοδοσίαν ἰδιαιτέρου κλητῆρος, ἅπαντα δὲ ταῦτα εἰς χρυσόν. Οἱ κύριοι οὗτοι, ἐπελθόντες κατὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ παραμένοντες ἐνταῦθα, ἐφρόντιζον πάντοτε περὶ τῆς ἐνισχύσεώς των διὰ τῆς προσκλήσεως καὶ ἑτέρων συναδέλφων των, ἐπαυξάνοντες οὕτω τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἦλθεν ἡ λῆξις τῆς συμβάσεως κατὰ τὴν 1 Σεπτεμβρίου τοῦ 1890, καὶ ἐπιστεύομεν, ὅτι ἠθέλομεν ἀπαλλαγῆ τῶν ἀνθρώπων τούτων. Δυστυχῶς ὅμως ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις κληροδοτεῖ ἡμῖν ἑτέραν σύμβασιν, δι’ ἧς τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐλάμβανον τὰ μέλη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἀπὸ 133,200 χρυσῶν φράγκων ἀναβιβάζεται εἰς 219,000.
§7ΠΕΡΡΟΣ. Τὰ αὐτὰ πρόσωπα εἶναι;
§8ΣΧΙΝΑΣ. Τὰ αὐτὰ πρόσωπα, μὲ ηὐξημένον μισθὸν τὰ περισσότερα, τῇ προσθήκῃ καὶ ἑτέρων τινῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν 219,000 φρ. αὐξάνει τὸ ἐνοίκιον ἑκάστου ἀπὸ 300 δραχμῶν τὸν μῆνα εἰς 350, τὰ γραφικὰ ἀπὸ 50 δρ. εἰς 100, ἀντὶ δ’ ἑνὸς κλητῆρος, ὁ ὁποῖος ἐλάμβανεν 120 δραχμὰς, ὁρίζονται δύο κλητῆρες μὲ 240 δραχμάς. Ἑπομένως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνουσι διὰ τῆς δευτέρας συμβάσεως, εἶναι σχετικῶς πολὺ μεγαλείτερον τοῦ τῆς πρώτης κατὰ 86 καὶ πλέον χιλιάδας χρ. φράγκων κατ’ ἔτος. Ἐκτὸς δὲ τοῦ ὅρου τούτου, ἐὰν παραβάλῃ τις τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν τῆς 27 Σεπτεμβρίου 1886 πρὸς τὴν δευτέραν σύμβασιν, ἥτις, δυστυχῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐπεκυρώθη διὰ βασ. διατάγματος καὶ ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20 φύλλου τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τοῦ 1891, θέλει παρατηρήσει εἰς ταύτην ὅρον τινὰ ἰδιαίτερον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιος ἰδιαιτέρας μνείας, ὅτι «ἐπιτρέπεται εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς προσωρινὴ καὶ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας προσκόλλησις προσωπικοῦ βοηθητικοῦ ἐκ Γάλλων ἢ μὴ, οἵτινες θὰ διορίζωνται ἑκάστοτε δι’ εἰδικῆς δι’ ἕκαστον ἀποφάσεως καὶ ὧν ἡ ἀντιμισθία θέλει πληρόνεσθαι εἰς δραχμάς». Τίνων ἀποφάσεως; τῶν μελῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς; Ἀλλ’ οὕτω θέλομεν ἔχει κράτος ἐν κράτει. Ὅ,τι θέλουσιν ἀποφασίζει, θέλουσι διατάσσει καὶ θὰ πληρόνηται. Βεβαίως, Κύριοι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν πρώτην σύμβασιν καὶ τὴν δευτέραν, ἀπομένει ὑμῖν νὰ κρίνητε κατὰ πόσον εἶναι χρήσιμον τὸ δεύτερον προσωπικὸν καὶ δικαιολογημένη ἡ ἐπαύξησις αὐτοῦ, ἀφοῦ μάλιστα τὰ ἔργα, ἐλλείψει τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας, μειοῦνται. Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἄλλο ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Οἱ κύριοι οὗτοι παρέμενον ἐνταῦθα ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη, 133,200 δραχμὰς εἰς χρυσὸν λαμβάνοντες ἐτησίως, κατὰ συνέπειαν ἡ ὅλη αὐτῶν μισθοδοσία ἀνέρχεται εἰς 1,065,600. Τοῦτο βεβαίως τὸ ποσὸν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν συμπεραίνει καὶ θεωρεῖ ὡς πληρωθέν. Τὸ ταπεινὸν ὅμως καὶ εὐάριθμον προσωπικὸν ἔχον γραφεῖόν μου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐμὲ καὶ μόνον, θὰ προσφέρῃ ὑμῖν πίνακα, δηλοῦντα τὸ τί ἔλαβον. Ἐκ τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον ἔχω ἤδη εἰς χεῖράς μου, ἐμφαίνεται ὅτι: αʹ) Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883, Κεφ. Ζʹ. ἄρθρ. 2, σελ. 6, ἔλαβον 423,262. βʹ) Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1884, Κεφ. Θʹ, σελ. 7, ἔλαβον 717,590...
§9ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τίνα λόγον;
§10ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω. Ἔχω τοὺς ἀπολογισμούς, καὶ καταθέτω αὐτούς...γʹ) Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1885, Κεφ. Θʹ, σελ. 8, ἔλαβον δραχμὰς 670,878. δʹ) Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1886, Κεφ, Θʹ, δρ. 329,260. εʹ) Κατὰ τὸν τοῦ 1887, Κεφ. Ιʹ, σελ. 13, δρ. 180,766. Ϛʹ) Κατὰ τὸν τοῦ 1888, Κεφ. ΙΑʹ, δρ. 214,743. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ταύτης τὰ ἐξαγόμενα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, ἐλήφθησαν ἐξ ἀπολογισμῶν τῆς ὁδοποιΐας. Τῶν ἑπομένων ἐτῶν, τοῦ 1889 καὶ 1890, οἱ ἀπολογισμοὶ δὲν ἐδημοσιεύθησαν. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1887 ὑπάρχουσι προϋπολογισμοὶ τῆς ὁδοποιΐας συντεταγμένοι. Κατ’ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς προϋπολογισμούς, εἰς μὲν τὸν τοῦ 1889, Κεφ. ΙΑʹ, σελ. 40, καταλογίζονται διὰ τοὺς κυρίους αὐτοὺς δρ. 217,180, εἰς δὲ τὸν τοῦ 1890, Κεφ. ΙΑʹ, ἄρθρ. 1 καὶ 2, σελ. 56, δρ. 235,980. Τοιουτοτρόπως ἀπὸ τοῦ 1883 ἕως τοῦ 1890, ἤτοι κατὰ τὸ ὀκταετὲς διάστημα, τί ἄθροισμα νομίζετε ὅτι ἔχομεν, Κύριοι; Ἔχομεν ἄθροισμα, καίτοι ἀγνοοῦντες τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἐπὶ πλέον εἰς τὰ 1889 καὶ 1890, ἐκ δραχμῶν 3,719,128 εἰς χρυσὸν, ἐξαιρέσει τῶν λεπτῶν, διότι δὲν θέλω, ὡς αὐτοὶ οἱ κύριοι, τοσαύτην ἀκρίβειαν. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι τὸ ποσὸν, ὑπὸ ἀτομικήν μου εὐθύνην, τὸ ὁποῖον ἔλαβον οἱ κύριοι τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν ταμεῖον κατὰ τὰ ὀκτὼ ταῦτα ἔτη. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τούτου ἔχουσι λάβει καὶ οἱ ἀλλοδαποὶ μηχανικοὶ ἀπὸ τοῦ 1887, δυνάμει τῶν Κεφαλ. Βʹ, Γʹ, Δʹ, σελ. 13, δρ. 97,754· ἄλλο σμῆνος αὐτοί! Εἰς τὰ 1888, Κεφ. Γʹ, Δʹ καὶ Εʹ, δρ. 64,700. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, Κεφ. Εʹ, ἄρθρ. 2, σελ. 32, δρ. 63,000. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890, Κεφ. Εʹ, σελ. 50, δρ. 63,208. Ἤτοι θὰ προσθέσωμεν ἀκόμη εἰς τὰ 3,179,128 καὶ τὸ ποσὸν 288,734. Αὐτὰ εἶναι ἄνευ τῶν ἀπολογισμῶν. Οἱ ἀπολογισμοὶ ἴσως προσθέσουσι καὶ ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. Οὗτοι, Κύριοι, εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ προσφέρωσι τὰς ἐργασίας των καὶ διὰ νὰ μᾶς ἀναπτύξωσι. Δυστυχῶς δύναμαι νὰ βεβαιώσω παῤῥησίᾳ καὶ ὑμᾶς καὶ ἅπαντα τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι τὰ ἔργα των περιωρίσθησαν εἰς τὰ ἁπλούστατα ἔργα, τὰ ὁποῖα ὁ τελευταῖος τῶν μηχανικῶν, οὐχὶ τῶν ἐξελθόντων ἐκ τοῦ Στρατιωτικοῦ Σχολείου, οὐχὶ τῶν σπουδασάντων ἐν Εὐρώπῃ, ἀλλὰ τῶν ἐξερχομένων ἐξ αὐτοῦ τοῦ Πολυτεχνείου, δύναται νὰ ἐκτελέσῃ. Οὐδὲν ἔργον αὐτῶν, οὐδὲν εἶναι μεγάλης ἀξίας· ἅπασαι αἱ γενόμεναι ὑπ’ αὐτῶν μελέται ἐτέθησαν ἐκποδών· καὶ αὐτὴ ἡ μελέτη τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ἐῤῥίφθη κατὰ μέρος, διότι ἐθεωρήθη ὡς μελέτη οὐχὶ πρέπουσα καὶ ἁρμόζουσα καὶ συμφέρουσα, καὶ ἐῤῥίφθη παρὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν κατὰ μέρος. Ἐκ τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας μου περὶ τῆς διευθετήσεως τῶν χειμάῤῥων Βώλου παρετηρήσατε ὑμεῖς αὐτοὶ, ὅτι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐμελέτων καὶ τὰ ὁποῖα συνεζήτουν εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων, ἐνῷ προϋπελόγιζον εἰς 339,000 δραχμὰς, ἀνεβίβαζον μετέπειτα εἰς ποσὸν 800,000 καὶ πλέον. Ἀλλὰ μὴ θεωρουμένης φαίνεται ἐπαρκοῦς τῆς ὑπερβάσεως ταύτης, προσέθετεν ὁ κ. Κελλενὲκ ἰδιοχείρως εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι οὐδόλως ἐγγυᾶται περὶ τοῦ ἀποτελέσματος, καθόσον τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα εἶναι τὸ ἐλάχιστον, le minimum! ὡς γράφει αὐτὸς ὁ κ. Κελλενέκ. Ὑπάρχει ἡ ἔκθεσίς του. Θὰ παρακαλέσω δὲ ὑμᾶς, Κύριοι, νὰ ῥίψητε τὸ βλέμμα σας ἐπ’ αὐτῆς, διὰ νὰ ἴδητε πόσον μᾶς φενακίζουσι. Μοῦ πονεῖ ἡ καρδία, διότι ἠξεύρω πῶς συνάζεται τὸ χρῆμα τῆς ὁδοποιΐας καὶ πῶς διασπείρεται.
§11ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε ὅτι ἐπληρώθησαν ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, δὲν στηρίζονται ἐπὶ ἄρθρου τινὸς τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐδόθησαν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε;
§12ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπεθύμουν, κύριε συνάδελφε, νὰ εἶχον ἁπάσας τὰς πληροφορίας, νὰ τὰς εἶχον ἐν λεπτομερείᾳ, διὰ νὰ σᾶς ἀναπτύξω ἐκτενέστερον τὸ ζήτημα. Τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας συνήγαγον, τὰς συνήγαγον ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἀπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι ῥητῶς ἀναφέρουσιν, ὅτι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐμνημόνευσα ἀνωτέρω, εἶναι ποσὰ πληρωθέντα εἰς τὰ μέλη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἄλλα μὲν εἰς μισθοὺς, ἄλλα εἰς ὁδοιπορικὰ καὶ ἄλλα εἰς ἀποζημιώσεις· διότι σὺν τοῖς ἄλλοις ἐλάμβανον οἱ κ.κ. Κελλενὲκ καὶ Γκοτλὰν ἐκτὸς τῶν ὁδοιπορικῶν καὶ ἄλλων καὶ 15 χρυσᾶ φράγκα ἕκαστος καθ’ ἑκάστην, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι οὐκ ὀλίγα.
§13ΔΑΓΡΕΣ. Ποῦ στηρίζεται ἡ σπατάλη αὕτη;
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ σύμβασις ἀναγράφει ὅλα ταῦτα ἀκριβῶς.
§15ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν, κύριοι συνάδελφοι, τὴν πληροφορίαν, ἣν εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, οἱ κύριοι αὐτοὶ μηχανικοὶ μετὰ τῶν ὑπερόγκων μισθῶν ἔλαβον διπλάσιον μισθὸν καὶ πλέον. Ὁ κ. Κελλενὲκ, ὡς δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, λαμβάνει 30,000 φρ. χρυσᾶ κατ’ ἔτος, προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν 15 δραχμῶν καθ’ ἑκάστην, ἤτοι 6,000 δραχ. τουλάχιστον κατ’ ἔτος, ἀνέρχεται τὸ ποσὸν εἰς 36,000. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι ν’ ἀναβιβάσω τὸ ὅλον ποσὸν ἀπὸ 133 χιλιάδων εἰς 200 χιλιάδας κατ’ ἔτος. Εἰς ὀκτὼ ἔτη ἔχομεν 1,600,000, καὶ οὐχὶ 3,179,000, ὅσαι εἶναι αἱ πληρωθεῖσαι. Ὥστε καὶ τὰ ὁδοιπορικὰ αὐτὰ ἐὰν προσθέσητε, δὲν δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς τὸ μέγα ἐκεῖνο ποσόν. Προσθέτω ὑμῖν, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν εἶχον προσαχθῆ αἱ σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ κατεδείκνυτο ἐξ αὐτῶν, ὅτι ἔχουσι Πολίνην τινὰ, Ἀλέξανδρον τοὔνομα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μὴ ἀνήκοντα οὐδ’ εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, οὐδ’ εἰς τὸ σμῆνος τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη δῆθεν εἰς τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας καὶ συνάμα εἰς τὸν σιδηρόδρομον Πύργου – Ὀλυμπίας – Καρυταίνης, καὶ πληρόνεται διὰ τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν, διὰ μίαν τοπογραφικὴν ἁπλουστάτην ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν οἱ τελευταῖοι ἀξιωματικοὶ, οἱ ἐργασθέντες ἐσχάτως εἰς τὴν γεωδαιτικὴν ἀποστολὴν, οἱ τελευταῖοι καὶ ὄχι οἱ καλλίτεροι, δύνανται νὰ τὰ ἐκτελέσωσι λαμπρότατα. Τί δὲ νομίζετε ὅτι ἔλαβεν; 825 φράγκα τὸ χιλιόμετρον!
§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποίας ἀποστολῆς εἶναι οὗτος; Ἔχομεν δύο ἀποστολάς.
§17ΣΧΙΝΑΣ. Οὐδεμιᾶς. Εἶπον ὅτι δὲν ἀνήκει οὐδ’ εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, οὐδ’ εἰς τὸ σμῆνος τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν, οὐδὲ εἰς τοὺς 317, τοὺς ὁποίους ἔχουσι τὰ δημόσια ἔργα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀγνοεῖ ταῦτα. Γνωρίζω πόσα ἔχουσι πληρωθῆ, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ἀνέμενον τὴν κατάθεσιν τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, διὰ νὰ σᾶς καταδείξω καὶ διὰ ποίου ἄρθρου τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ τοῦ πραγματικοῦ, ἀλλὰ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, ἐλήφθησαν ταῦτα. Δι’ αὐτὸ δὲ ἀπηύθυνα τὰς ἐπερωτήσεις ἐκείνας· ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ τμῆμα δὲν θέλει, φαίνεται, νὰ χορηγήσῃ αὐτάς. Τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἀποφεύγει νὰ τὰς δώσῃ· καὶ καταγγέλλω τὸ τμῆμα, διότι δύναται νὰ τὰς δώσῃ. Σᾶς παρουσιάζω ἰδικήν μου ἐργασίαν, κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ὁποίαν καὶ θέλω καταθέσει.
§18ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ τυπωθῶσιν ὅλα αὐτά.
§19ΣΧΙΝΑΣ. Ἀλλὰ δὲν ἔχω τὰ στοιχεῖα. Ἐὰν ἤθελε τὸ τμῆμα νὰ τὰ παράσχῃ, θὰ τὰ παρεῖχεν· ἀλλ’ ἀποφεύγει νὰ τὰ παράσχῃ, διότι ταῦτα θὰ ἦναι τὸ μουντζούρωμα!
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ τμῆμα, δηλαδὴ οἱ πολιτικοὶ μηχανικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐν τῷ γραφείῳ τῶν δημοσίων ἔργων, αὐτοὶ ἀποκρύπτουσι τὰ ἔγγραφα, ἀρνοῦνται νὰ τὰ καταθέσωσι, διότι διάκεινται εὐμενῶς καὶ φιλίως πρὸς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν;
§21ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θέλω νὰ ἐννοήσω τὸ τοιοῦτον, ἀλλ’ ὅτι δὲν προσφέρουσι μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης ζέσεως τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Ἡ Βουλὴ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἴσως δὲν θὰ ἐργάζηται. Μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἡμερῶν, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθητε νὰ μοὶ ἀναγγείλητε, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, ἡ Βουλὴ πλέον δὲν θὰ συνεδριάζῃ, καὶ αἱ πληροφορίαι, αἱ κατατεθησόμεναι παρ’ ὑμῶν, θὰ ἦναι ἄχρηστοι. Σᾶς πληροφορῶ δὲ, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἣν γνωρίζω καὶ ἐγώ, ὅτι ὁ μακαρίτης συνάδελφός μου Νικόλαος Λύσιππος, ἀναπληρώσας τὸν κ. Daniel, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐλθεῖ ἐδῶ διὰ τὰ πεζοδρόμια καὶ τὴν χωροστάθμησιν τῆς πόλεως, εἶχεν ἐργασθῆ αὐθορμήτως διὰ τὴν κατάρτισιν πίνακος, ἐν ᾧ καταδείκνυται πότε κατεσκευάσθη ἑκάστη ὁδὸς, πόσον μῆκος ἔχει, πόσον πλάτος, καὶ τὸν πίνακα τοῦτον ἐκληροδότησεν εἰς τὸ τμῆμα· εἶναι δὲ ἐργασία φιλοπονωτάτου ἀνδρὸς, ἐργασία, ἡ ὁποία βεβαίως ἀπήτει χρόνον. Ἀλλ’ οἱ Κύριοι τοῦ τμήματος, μολονότι ἀπὸ τοῦ 1885, ἀπὸ τῆς πρώτης πρωθυπουργίας τοῦ καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐζητήθη ὁ πίναξ οὗτος ἐπιμόνως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ πέντε ἔγγραφα ἐγὼ αὐτὸς ἐπὶ τούτῳ συνέταξα, εὑρισκόμενος τότε εἰς τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, οἱ Κύριοι λέγω τοῦ τμήματος ἢ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέσχεν, ἀπέχει καὶ θὰ ἀπέχῃ νὰ τὸν δώσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα, διότι ὁ πίναξ οὗτος εἶναι τὸ κάτοπτρον καὶ ὁ ἔλεγχος ὅλων τῶν δαπανωμένων ποσῶν. Ὅταν ἔχωμεν τὸν πίνακα τοῦτον, θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ αἰτούμενα ποσὰ διὰ τὴν ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν μιᾶς ὁδοῦ. Ἐφ’ ὅσον ἐλλείπουσι τὰ ἐν τῷ πίνακι ἐκείνῳ ποσὰ, βαίνομεν ἄνευ ὁδηγοῦ. Ἐὰν δύο ὑπάλληλοι, κύριε Πρόεδρε, ἠσχολοῦντο ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας μόνον, τὰς πληροφορίας, τὰς αἰτηθείσας δι’ ἐπερωτήσεών μου, ἤθελον ἐγχειρίσει εἰς ὑμᾶς. Πιστεύω ὅμως, ὅτι, ἐὰν ἐρευνήσητε, θὰ μάθητε, ὅτι σχετικά τινα τμήματα ἔδωκαν τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι δὲν περιῆλθον εἰς ὑμᾶς.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τίνα ἔδωκαν τὰς πληροφορίας;
§23ΣΧΙΝΑΣ. Τὰς ἔδωκαν εἴς τινα γραφεῖα.
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως δὲν περιῆλθον ἔτι εἰς ἐμὲ, διότι ὁ προϊστάμενος συγκεντρόνει ὅλας, διὰ νὰ μοὶ τὰς ἐγχειρίσῃ.
§25ΣΧΙΝΑΣ. Ἐζήτησά τινας πληροφορίας, αἵτινες εὑρίσκονται ἐν τοῖς γραφείοις, καὶ ἠδύνατο νὰ τὰς δώσῃ ἀμέσως ὁ προϊστάμενος. Ἐὰν δὲ εἶχον μίαν ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων, ἤτοι τὰς διαφόρους πιστοποιήσεις, ὡς καὶ τὴν ταξινόμησιν (barem) τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, θὰ ἠδυνάμην νὰ δώσω εἰς τοὺς κκ. Βουλευτὰς νὰ ἐννοήσωσι περὶ τίνος πρόκειται· ἔχω δὲ τὸ θάῤῥος νὰ ἔλθω καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς ὑμᾶς καὶ νὰ σᾶς εἴπω περὶ τίνος πρόκειται. Διὰ νὰ μὲ βλέπητε νὰ ὁμιλῶ μὲ τοσαύτην ἀγανάκτησιν κατ’ ἀνθρώπων μηχανικῶν, ξένων καὶ ἀνηκόντων εἰς φίλον ἔθνος, πρέπει νὰ ἐννοήσητε μέχρι τίνος σημείου φθάνουσι τὰ ὑπ’ αὐτῶν τῶν κυρίων πραττόμενα, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀρκοῦνται νὰ πράττωσιν ὅσα πράττουσιν, ἀλλ’ ἔχουσι τὸ θάῤῥος καὶ ν’ ἀποκαλῶσιν ἅπαντας τοὺς Ἕλληνας μηχανικοὺς ἀμαθεῖς! Βεβαίως ἅπαντες οἱ κύριοι συνάδελφοι θά μοι εἴπωσι σήμερον: «τί νὰ κάμωμεν, κύριε Σχινᾶ; ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κρατήσῃ αὐτοὺς τοὺς κυρίους μηχανικούς.» Καὶ ἐγὼ τὸ λέγω, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἔχομεν δύο ὅρους, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως διέφυγον τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· διὰ τῆς πρώτης συμβάσεως αὐτοὶ ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσι δύο μηνῶν ἀπουσίας ἄδειαν, ἐὰν τὸ ἐπέτρεπον αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας. Εἰς τὴν δευτέραν ὅμως σύμβασιν ἐτέθη ῥητῶς εἰς τὸ 5ον ἄρθρον ὁ ὅρος, ὅτι ὑποχρεωτικῶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι κατ’ ἔτος μηνιαίαν ἄδειαν· ἤτοι εἰς τὸ διάστημα τῆς διετίας θὰ πληρώσωμεν 438,000 φράγκα χρυσᾶ, χωρὶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ μᾶς προσφέρωσιν ἐργασίαν· διότι, ἀφοῦ ἕκαστος δύναται νὰ λείψῃ ἐπὶ ἕνα μῆνα κατ’ ἔτος, σημαίνει ὅτι ὅλοι δύνανται νὰ λείψωσιν ἐπὶ δύο μῆνας εἰς τὸ διετὲς διάστημα. Εὐτυχῶς ὑπάρχει μία λαμπρὰ διάταξις εἰς τὴν σύμβασιν τῆς 13 Δεκεμβρίου 1890, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 8, τὴν ὁποίαν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρ. 8. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θεωρήσει περιττὴν τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν πρὸ τῆς λήξεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας της, θέλει χορηγήσει εἰς ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτῆς, ἐκτὸς τῶν ὀφειλομένων μισθῶν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐξοφλήσεως τῶν λογαριασμῶν, ἀποζημίωσιν ἴσην πρὸς τριῶν μηνῶν μισθοὺς καὶ τὰ τῆς εἰς Γαλλίαν ἐπανόδου των ἔξοδα, ὁριζόμενα εἰς δραχμὰς 500 εἰς χρυσόν. «Τὰ αὐτὰ ἔξοδα ἐπανόδου εἰς Γαλλίαν θέλουσι χορηγεῖσθαι ἐπίσης εἰς τὰ μέλη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς κατὰ τὴν λῆξιν τῆς διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως ὁριζομένης προθεσμίας, ἐπίσης εἰς ἐκεῖνα ἐξ αὐτῶν, ἅτινα ἕνεκεν ἀσθενείας προσηκόντως βεβαιουμένης ἀδυνατοῦσι νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὑπηρετοῦντα ἐν Ἑλλάδι.» Τί θέλομεν ζημιωθῆ, Κύριοι, ἐὰν σήμερον λύσωμεν τὴν σύμβασιν; Μόνον τὰς 219,000 δραχμὰς, διότι κατὰ τὸ διετὲς διάστημα τοὺς ἄλλους δύο μῆνας αὐτοὶ θέλουσιν ἀποχωρήσει οὕτως ἢ ἄλλως, ἐκτὸς ἐὰν ἄλλοι λόγοι, μᾶλλον συμφεροντολογικοί, ἤθελον τοὺς κρατήσει. Ἑπομένως ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν θέλει ὑποστῆ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, εἶναι ἡ τῶν 219,000 δραχμῶν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπανόδου τῶν Κυρίων τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς εἰς τὴν πατρίδα των. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ἁπάσας τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, τίνα ἐτεκταίνοντο καὶ ἀτυχῶς ἐξακολουθοῦσι τεκταινόμενα κατὰ τοῦ δυστυχοῦς δημοσίου ταμείου. Ἓν μόνον σᾶς λέγω καὶ πάλιν, ὅτι αἱ χιλιάδες δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδαπανήθησαν ἐν αὐτῇ τῇ Θεσσαλίᾳ, δὲν ἐχρησίμευσαν εἰς ἄλλο τι, παρὰ διὰ νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἁπλούστατα τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ὁ τελευταῖος ἐργοδηγὸς, ὁ ἐξερχόμενος τοῦ Πολυτεχνείου, δύναται νὰ ἐκτελέσῃ. Ὁμιλῶ πρὸς ἄνδρας εἰδότας, καὶ μάλιστα εὐτυχῶς πρὸς συναδέλφους ἐν τῇ Βουλῇ, οἱ ὁποῖοι δύνανται κάλλιστα νὰ μὲ ἐννοήσωσι καὶ ἐκτιμήσωσι τὴν ἀξίαν τῶν λόγων μου. Προστίθημι δὲ, ὅτι οἱ τοσοῦτον ἁδρῶς μισθοδοτούμενοι μηχανικοὶ οὗτοι ἀπέσχον καὶ ἀπέχουσι πάντοτε νὰ ἐκτελέσωσιν ἔργα ἀπαιτοῦντα εἰδικὰς μελέτας. Δὲν ἔχουσι κατασκευάσει οὔτε ἕνα δρόμον ὅμοιον τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν, πάντες γνωρίζετε, ἀπὸ Μεσολογγίου εἰς Ἀγρίνιον, οὐδεμίαν τοιαύτην ὁδὸν ἐχάραξαν, καὶ ἐν τούτοις πρὸ 20 ὅλων ἐτῶν συνάδελφος, παρακαθήμενος ἐν τῇ Βουλῇ σήμερον, ἐξετέλεσε τὴν ὁδὸν ταύτην. Πρὸ 40 ἐτῶν, Κύριοι, ὑπῆρξαν ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὴν ὁδὸν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Θήβας, καὶ τὴν ὁδὸν ἀπὸ Θηβῶν εἰς Χαλκίδα, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ δυσκολώτεραι ὁδοί, διότι διαβαίνουσι τὸν Κιθαιρῶνα καὶ ἄλλα ὄρη. Ἐν τοσούτῳ ῥαπίζονται σήμερον ἅπαντες οἱ Ἕλληνες μηχανικοὶ ὑπὸ τῶν ξένων τούτων, μολονότι ηὐτύχησαν νὰ σπουδάσωσιν ἐν Εὐρώπῃ. Ἡμεῖς μετεβαίνομεν τότε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μας μὲ δύο μόνον δραχμῶν ἐπιμίσθιον τὴν ἡμέραν, ἄνευ τοῦ σμήνους τῶν βοηθῶν καὶ ἐπιστατῶν καὶ ἐργοδηγῶν, μὲ 2 μόνον ὑπαξιωματικοὺς καὶ 2 στρατιώτας, μὲ ὅλους τοὺς καύσωνας καὶ τὰ ψύχη· ἐγὼ δὲ αὐτὸς εὑρέθην μέχρι τῆς μέσης εἰς τὰ ὕδατα τοῦ Ἀχελῴου, αὐτοὶ δὲ περιφέρονται μὲ σμῆνος βοηθῶν, μὲ ὅλα τὰ μέσα, καὶ δὲν ἐκτελοῦσι τίποτε. Γνωρίζων πόσον πολύτιμος εἶναι ἡ ὥρα, δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω πλειότερον τοὺς κ.κ. συναδέλφους, ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἐὰν τὸ οἰκεῖον τμῆμα εὐαρεστηθῇ νὰ ἐγχειρίσῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, νὰ συμπληρώσω τὰ λεχθέντα, διὰ νὰ καταδείξω τὸ μέγεθος τῶν διαπραττομένων εἰς τὸν τόπον μας ἀδικημάτων. Καταθέτω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν πάσας τὰς σχετικὰς σημειώσεις μου, καὶ ἐὰν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐπιτρέψωσιν, ἂς τυπωθῶσιν ὑπὸ ἀτομικήν μου εὐθύνην.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῶσι.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 213). Ἐκ τῶν χθὲς κατατεθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πληροφοριῶν ζητεῖ ὁ ἐκ Λαρίσσης βουλευτὴς κ. Φιλάρετος νὰ τυπωθῇ μόνον ὁ πίναξ ὁ ἀφορῶν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους κρατουμένων ἕνεκα ποινικῶν ἐξόδων.
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 214).
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 35,814:10 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Πρόκειται, ὅπως εὐκόλως ἐννοεῖτε, περὶ τῶν σιδηροδρόμων καὶ ἄλλων δημοσίων ἔργων. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 70,000, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν μέρος ἤδη ἐδαπανήθη, ἓν ἕτερον δὲ μέρος θὰ δαπανηθῇ πρὸς βοήθειαν καὶ περίθαλψιν τῶν ἐκ τῆς ἐπικρατούσης κακοκαιρίας παθόντων καὶ πασχόντων εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἡ αὐτὴ κακοκαιρία ἐπέφερε δυσκολίαν εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἀδηλώτου οἴνου. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία τῆς καταμετρήσεως τῶν οἴνων πέραν τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένης, ὑποβάλλω νομοσχέδιον, ὅπως παραταθῇ ἡ προθεσμία καὶ πέραν ταύτης. Ἐζητήθησαν διάφοροι πληροφορίαι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορῶσαι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Ἐκ τούτων τὰς μὲν ἐζήτησε νομίζω ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, καὶ αὗται ἀφορῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων κατὰ τὰ 1888, 1889 καὶ 1890. Ταύτας ὑποβάλλω. Τὰς δὲ ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ζητήσας πίνακα διὰ τὰ ποσὰ τὰ ἀνερχόμενα εἰς 2,800,000 δραχμῶν, ἅτινα προέρχονται ἐκ πληρωμῶν γενομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, καὶ δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1889, διότι δὲν ἐξεδόθησαν τὰ ἐντάλματα ἐγκαίρως. Ὑποβάλλω τὸν πίνακα τοῦτον, ὅστις περιλαμβάνει τὰ ποσὰ τῶν διαφόρων δανείων, καὶ συνάμα τὸ ποσὸν τὸ μὴ ἐγγραφὲν ἐκεῖ ἐκ διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Ὁ ἐκ Καλαμῶν συνάδελφος κ. Δαγρὲς ἐζήτησε πίνακα περιλαμβάνοντα τὸ σύνολον τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου. Ὑποβάλλω τὸν πίνακα τοῦτον.
§31ΔΑΓΡΕΣ. Εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχονται;
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀνέρχονται εἰς 627,565,615 εἰς χρυσὸν καὶ εἰς 135,906.000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἐζήτησεν ὡσαύτως νὰ κατατεθῶσι διάφοροι ἀναλυτικοὶ πίνακες, ἀφορῶντες τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τῶν δανείων, τὴν κίνησιν τῶν κεφαλαίων καὶ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Μολονότι ἅπασαι αἱ πληροφορίαι αὗται περιλαμβάνονται εἰς τὰς κατατεθείσας καταστάσεις περὶ τῶν δανείων, οὐχ ἧττον, ἐὰν θέλῃ εἰδικωτέρας ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματός του πληροφορίας, καταθέτω αὐτάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι δύσκολον νὰ τυπωθῶσι, μετὰ σημειώματος ἐκ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ τακτικὸς Πρόεδρος κ. Κωνσταντόπουλος).
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δι’ ἐπερωτήσεως εἶχον κληθῆ νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ πραγματευόμενα περὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς Κούτρας. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα καταθέτω καὶ τοὺς φακέλλους τούτους, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διατάξῃ νὰ παραληφθῶσι, νὰ ἐπιστηθῇ δὲ ἡ δέουσα προσοχὴ, ὅπως μὴ ἀπολεσθῶσιν ἢ ἀναμιχθῶσιν ἐν τοῖς γραφείοις. Δίδω προσέτι εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, τὰς ὁποίας εἶχον ὑποσχεθῆ χθές. Τὴν 11 Φεβρουαρίου ἐν Λαρίσσῃ ἐνοσηλεύοντο ἐν τῷ αὐτόθι νοσοκομείῳ 65 ἄῤῥωστοι, ἐξ ὧν 47 ἔπασχον ἐκ νοσημάτων τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργάνων. Ἡ δύναμις τῆς φρουρᾶς ἀνέρχεται περίπου εἰς 1000 ἄνδρας. Πρὸς τούτοις περὶ τῆς ἱλαρᾶς δίδονται αἱ ἑξῆς πληροφορίαι. Ὅτι τὸ νόσημα περιωρίσθη εἰς μίαν μόνον φρουρὰν τοῦ νομοῦ Λαρίσσης, τοῦ Βʹ Ἀρχηγείου, εἰς τὴν φρουρὰν τῆς Ἄρτης, ὑφίσταται δὲ τὸ νόσημα καὶ εἰς τὴν φρουρὰν τῶν Ἀθηνῶν.
§34ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ δημοσιότης τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς καθιερώθη ὡς θεσμὸς ἀναπόφευκτος ὑπὸ τοῦ Συνταγματικοῦ χάρτου, διότι ἡ κοινωνία θέλει νὰ γνωρίζῃ τί πράττουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οἱ δὲ δημοσιογράφοι, οἱ ὁποῖοι ἐπαγγέλλονται νὰ διδάσκωσι τὴν κοινωνίαν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ αὐτοὶ, ὡς μέλη τῆς κοινωνίας, νὰ παρίστανται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ ἀκούωσι τὰ ἐν αὐτοῖς τελούμενα καὶ νὰ γίνωνται πιστοὶ διερμηνεῖς τούτων πρὸς τὴν κοινωνίαν. Δὲν ἔχουσιν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ πλάττωσιν ἀνύπαρκτα γεγονότα, νὰ μεταβάλλωσι τὰ γινόμενα, διὰ νὰ σκώπτωσιν ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους πολλάκις ἀγνοοῦσι. Χθὲς εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων ἐπηρώτησε τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἔκαμε διορισμοὺς εἰς τὰς ἐν Λευκάδι Μονάς· ἐγὼ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἰργαζόμην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῇ εἰδικῇ, τῇ ἀφορώσῃ τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δημοτικοῦ νόμου, καὶ δὲν ἤμην ἐντὸς τῆς αἰθούσης· μολαταῦτα σήμερον ἡ λεγομένη μεγάλη «Ἐφημερὶς», διατυμπανίζουσα τὰ γεγονότα τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως καὶ τὰ ἐν τῇ Βουλῇ γενόμενα, παρεισάγει ἐμὲ ἐν τῷ μέσῳ, καὶ πλάττει ἀνύπαρκτα γεγονότα, ὡς δῆθεν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, καὶ κακοήθεις πράξεις καὶ φράσεις, αἵτινες ἀνήκουσιν ὡς ἴδιον κτῆμα καὶ προσὸν μόνον εἰς τὸν πλαστουργήσαντα αὐτὰς δημοσιογράφον. Λέγω λοιπὸν, ὅτι οἱ δημοσιογράφοι ἐκεῖνοι δὲν εἶναι δημοσιογράφοι, ἀλλ’ εἶναι ἐκβράσματα τῆς κοινωνίας καὶ προϊόν τῆς τελευταίας κοινωνικῆς ὑποστάθμης.
§35ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπασχολήσω, κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς τὴν Βουλὴν, ποιούμενος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δήλωσιν ἐπὶ ζητήματος μεγίστης σημαντικότητος διὰ τὴν πόλιν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω ἀπὸ τοῦ 1873 σχεδὸν διαρκῶς. Γνωρίζετε πάντες, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν τοῖς πρώτοις, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἐν Πάτραις δημοτικὴ κατάστασις ἀθλιεστέρα τῆς ὑπαρχούσης. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους· πιστοποιῶ μόνον τὸ γεγονὸς, καὶ τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι δημοτικαὶ καὶ ἀστυνομικαὶ ἀρχαὶ ὑφίστανται μόνον κατ’ ὄνομα. Βεβαίως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρέλειψε τὸ πρὸς τὸν τόπον ἐκεῖνον καθῆκόν της, καὶ τὸ παρέλειψε διὰ λόγους, οὓς ἐκείνη γνωρίζει. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη παρέλειψε τὸ καθῆκόν της, πέποιθα ὅτι δὲν θὰ παραλείψῃ αὐτὸ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἐν τούτοις πρό τινων ἡμερῶν ἐδημοσιεύθη ἐν Πάτραις παράρτημα ἀνώνυμον, ἐν ᾧ κατηγοροῦσι καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς τοῦ τόπου ἐπὶ ἐνόχῳ ἀδιαφορίᾳ, καὶ ἀποδίδουσιν εἰς ἡμᾶς τὴν μομφὴν, ὅτι θέλομεν νὰ κερδοσκοπήσωμεν ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ τόπου. Καὶ τὸ μὲν παράρτημα ἐκεῖνο, τὸ ἀνώνυμον, ὡς εἶπον, δὲν ἔκρινα ἄξιον πολλῆς προσοχῆς, ἀφοῦ ἐγνώριζον τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς ἀδικουμένης πόλεως. Ἀλλὰ παρ’ ἐλπίδα ἀνέγνων προχθὲς ἐν τοῖς «Καιροῖς», ἐφημερίδι σοβαρᾷ καὶ ὑποστηριζούσῃ τὴν Κυβέρνησιν, διάφορον, ἐν ᾧ ἐπικρίνονται καὶ οἱ Βουλευταὶ καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἔνοχον αὐτῶν ἀδιαφορίαν· τὸ διάφορον τοῦτο τελειώνει ὡς ἑξῆς: «Καὶ ὅμως ἔπαυσεν ἡ περαιτέρω ἐξέλεγξις καὶ διοικητικὴ καταδίωξις, χάρις εἰς τὴν πεπωρωμένην ἀδιαφορίαν τῶν Πατρέων Βουλευτῶν». Ἐὰν ὁ τύπος ἦναι ὁ κήρυξ τῆς ἀληθείας, ἐὰν ἦναι ὁ προστάτης τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ὀφείλει νὰ ἐξετάζῃ μετὰ προσοχῆς, νὰ λαμβάνῃ πληροφορίας περὶ τε τῶν πραγμάτων καὶ περὶ τῶν προσώπων, καὶ νὰ μὴ δίδῃ πίστιν εἰς δημοσιεύματα ἀγνώστου προελεύσεως. Ἐὰν ἐνησχολεῖτο ἐπ’ ὀλίγον ὁ φίλος συντάκτης, θὰ ἐμάνθανεν, ὅτι ἡ ἐξέλεγξις τοῦ δημοτικοῦ ταμείου Πατρῶν δὲν ἔπαυσεν, ὅτι ὁ Νομάρχης Πατρῶν ἐπανειλημμένως ἐζήτησε τὴν ἐπικουρίαν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἀποστολῆς εἰδικοῦ ἐλεγκτοῦ, ὅτι μακρὰ ἀλληλογραφία ἀντηλλάγη μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅτι τέλος, ἀρθείσης τῆς δυσχερείας πρὸς τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ καταλλήλου προσώπου, διετάχθη ὑπάλληλος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου νὰ μεταβῇ ταχέως εἰς Πάτρας. Μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν ἄρχεται τὸ στάδιον τῆς δικαιοσύνης. Πέποιθα ὅτι ἀμφότερα θὰ ἐκτελεσθῶσι σοβαρῶς, ἐν αὐστηρότητι καὶ ἐν ἀμεροληψίᾳ. Οὐδένα ζητοῦμεν νὰ συκοφαντήσωμεν. Θέλομεν μόνον νὰ ἀνευρεθῇ ἡ ἀλήθεια. Μετὰ δὲ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ παραλείψῃ οὐδὲν τῶν καθηκόντων αὐτῆς. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ νὰ τὴν ἐμποδίσω, —διότι οὔτε δύναμαι, οὐδὲ τὸ θέλω, —νὰ προβῇ ἐν πάσῃ στιγμῇ εἰς πᾶν ὅ,τι ἤθελεν ἐγκρίνει πρὸς διαφύλαξιν τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου Πατρέων. Αὕτη ἐστὶν ἡ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δήλωσίς μου. Οὐδέποτε, κύριε Πρόεδρε, ἐκερδοσκόπησα ἐπὶ τῆς ἀτυχίας τοῦ τόπου μου. Ἔχω νὰ ἐκπληρώσω καθήκοντα πρὸς αὐτὸν, καὶ θὰ τὰ ἐκπληρώσω μετὰ πόνου καὶ στοργῆς, καὶ νομίζω, ὅτι εὐτυχὴς λογίζεται ἐκεῖνος, ὅστις δυνηθῇ νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὸν τόπον του, ἐν ᾗ στιγμῇ συναισθάνεται ἐν ἑαυτῷ τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν νὰ διαπράξῃ τὸ καλόν.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ μὴ σιωπήσω πρὸς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐποιήσατο. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἦτο συνάδελφός μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886, τυγχάνει πολιτικὸς φίλος μου, τιμῶ δὲ ἰδίως αὐτὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω νὰ παρέλθωσιν οἱ λόγοι αὐτοῦ ἄνευ τῆς προσοχῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ διατρανώσω, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ δήλωσις αὐτοῦ ἀντικείμενον εἶχε τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν, ἥτις, ὡς δευτέρα πόλις τοῦ Κράτους, προσήκει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εἰσφέρῃ ὑπὲρ τοιαύτης πόλεως καὶ ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ κοινωνικῇ ἐνισχύσει καὶ προκοπῇ πᾶν ὅ,τι ἡ δημοσία διοίκησις ὀφείλει. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἰδίως ὀφείλομεν προσοχὴν μείζονα εἰς τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν, ὅταν δὲ λέγω ἡμεῖς, ἐννοῶ ἡμᾶς τοὺς ἐπὶ τὴν λήξασαν ἑπταετίαν ἀντιταχθέντας καὶ ἀντιπολιτευθέντας τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις κατὰ τὴν εἰρημένην ἑπταετίαν ἐκυβέρνα, διότι τὰ φρονήματα καὶ τὰς γνώμας ἡμῶν ἡ πόλις τῶν Πατρῶν καὶ ὁ νομὸς ἐκεῖνος ἀπεδέξατο, καὶ πλήρη καὶ θερμὴν παρέσχεν ἡμῖν συνδρομήν. Ποία εἶναι ἡ γνώμη ἡμῶν περὶ τῆς τύχης, ἥτις ἐπεκλώσθη εἰς τὸν δῆμον τῶν Πατρῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν, δὲν προσήκει νὰ δηλώσωμεν σήμερον· ἐπειδὴ ὅμως ἡ διάρκεια τοῦ δημαρχικοῦ ἀξιώματος εἶναι τετραετὴς, ὁποιανδήποτε καὶ ἂν εἴχομεν γνώμην, ὑπελάβομεν ὅτι, ἀφοῦ 44 μῆνας ἡ πόλις τῶν Πατρῶν καὶ ὁ δῆμος ἐκεῖνος ὑπέσχε τὸ εἶδος τῆς διοικήσεως, ὑπὸ τὸ ὁποῖον διατελεῖ, ὑπελάβομεν ὅτι ἠθέλομεν κριθῆ ἀνευλαβεῖς πρὸς τοὺς δημοτικοὺς θεσμοὺς, πρὸς τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων τοῦ δήμου Πατρῶν, ἐὰν ἐσπεύδομεν, τέσσαρας μῆνας πρὸ τῶν νέων ἐκλογῶν, νὰ ἀναιρέσωμεν τὴν ἐκδηλωθεῖσαν γνώμην τῶν ἐκλογέων τοῦ δήμου ἐκείνου. Τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν ἐνδιαφέρουσι πολλὰ ζητήματα. Καὶ ἐπ’ ἐκείνων μὲν, τὰ ὁποῖα συνέχονται μετὰ τῆς τοπικῆς διοικήσεως, συμβουλεύω τοὺς συμπολίτας μου δημότας Πατρέων νὰ περιμείνωσιν, ἵνα ἀποφανθῶσι μετὰ τέσσαρας μῆνας περὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων τοῦ τόπου. Ὅταν κατασταθῇ διοίκησις δημοτικὴ, ὁποίαν κρίνουσιν αὐτοὶ προσήκουσαν, τότε τὰ ζητήματα τῆς δημοτικῆς διοικήσεως θέλουσι κανονισθῆ, βεβαίως ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ δήμου καὶ τῆς πόλεως. Ἀλλ’ εἰσὶ καὶ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῆς δημοσίας διοικήσεως, καὶ τῶν ὁποίων ὁ κανονισμὸς περιμένεται ἀπὸ τὴν δημοσίαν διοίκησιν. Περὶ τούτων τὸ Ὑπουργεῖον ἑτοίμως θέλει προσφέρει πᾶσαν συνδρομὴν καὶ πᾶσαν ὑποστήριξιν, ὅπως τὰ ζητήμητα ταῦτα λυθῶσιν ἐν τῷ κοινῷ συμφέροντι τοῦ δήμου καὶ τῆς πόλεως ἄνευ ἀθετήσεώς τινος τῶν συμφερόντων τῶν ἄλλων πόλεων τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἐμνημόνευσεν ἰδίως καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ δημοτικοῦ ταμείου Πατρέων, ὀφείλω νὰ βεβαιώσω ὅσα εἶπεν. Ὁμολογῶ ὅτι καὶ ὁ προαγορεύσας κύριος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν καὶ πάντες οἱ τῶν μερῶν ἐκείνων ἀντιπρόσωποι μοὶ ὡμίλησαν ἐπανειλημμένως περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ δημοτικοῦ ταμείου, περὶ τῆς ἀνάγκης αὐστηροῦ ἐλέγχου, καὶ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ἐν τῷ τόπῳ διεξαγόντων τὸν ἔλεγχον τοῦτον, καὶ ἐζήτησαν παρ’ ἡμῶν, ἵνα στείλωμεν λογιστὰς καὶ ἐλεγκτὰς, ὅπως συμπληρώσωσι τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀρχίσει ἐν τῷ τόπῳ. Καὶ ἡ δραπέτευσις δὲ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος καὶ ἡ μέχρι τοῦδε ἀνακάλυψις μεγάλου ποσοῦ ἐλλείμματος ἐνεδείκνυον ὡς ἐπείγουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποστολῆς τοιούτων. Πρὸς τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔλλειψα νὰ γράψω ἐπανειλημμένως, συνιστῶν αὐτῷ, ἵνα ἀνεύρῃ καὶ ἀποστείλῃ ἐκεῖσε τοὺς ζητουμένους λογιστὰς, κατώρθωσε δὲ, ὡς ἔμαθον, νὰ ἀνεύρῃ τοιούτους Λέγω δὲ, ὅτι κατώρθωσε, διότι ἡ ὑπηρεσία στερεῖται λογιστῶν, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ ποριζώμεθα τοιούτους εὐκόλως, πολὺ δὲ μᾶλλον νὰ ἀποστέλλωμεν ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν. Γνωρίζουσιν οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν τὴν κατάστασιν διαφόρων ταμείων, προκαλούντων εὐλόγως τοιοῦτον ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ὅμως ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀναβάλλωμεν δι’ ἔλλειψιν ἐπιτηδείων καὶ δοκίμων ἐλεγκτῶν.
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔν τινι ἐφημερίδι, τὴν ὁποίαν προανέφερε καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς: «Τὸ Πρωτοδικεῖον Κυπαρισσίας, ὡς γράφουσιν ἡμῖν ἐκεῖθεν, διατελεῖ ἀπὸ δύο περίπου μηνῶν εἰς ἀκαταστασίαν. Ἔκτοτε μέχρι τῆς σήμερον οὐδεμία συνεκροτήθη συνεδρίασις, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τριῶν δικαστῶν, οἵτινες, πρὸ πολλοῦ μετατεθέντες, δὲν ἀνεπληρώθησαν. Ἀλλὰ καὶ οἱ μένοντες ἐν Κυπαρισσίᾳ δικασταὶ δεικνύουσι πολλὴν ῥᾳθυμίαν ἐν τῇ ἐπιτελέσει τοῦ καθήκοντος, προσβάλλουσι δὲ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν δικηγόρων. Ἐκτὸς τούτου τὸ κατάστημα τοῦ Πρωτοδικείου εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλον, μετασχηματιζόμενον ἐν ἡμέραις ὄμβρων εἰς λίμνην, ἰδίως τὰ ἰσόγεια, ὅπου κεῖται τὸ ἀρχεῖον τοῦ δικαστηρίου.» Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἂν ἔχωνται ἀληθείας ταῦτα, νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀνήκουσαν θεραπείαν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἔκαμα, σχετικῶς μὲ τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀρχῶν εἰς τὸ παράλιον τῆς Κυπαρισσίας.
§38ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θέλω ἐξετάσει καὶ θέλω σᾶς φέρει ἀπάντησιν.
§39ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Κυβέρνησις εἶχε διατάξει τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας, καὶ μελετήσῃ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν λιμνῶν. Συνέταξε δὲ καὶ σχέδια ἡ ἀποστολὴ αὕτη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰ σχέδια ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός, ὅτε θὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμπεριλάβῃ πίστωσιν πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν λιμνῶν Μαντινείας. Ἡ πίστωσις θὰ ἦναι λίαν μικρὰ, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ συγκατατεθῇ νὰ παραδεχθῇ αὐτήν.
§40Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ζητήσει τὰ σχέδια ταῦτα, ἐὰν ὑπάρχωσι, καὶ θέλω προσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχωσι, πρέπει νὰ ἦναι καὶ πλήρη, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἔργων, νὰ ἀναγράφηται ἡ δαπανηθησομένη ποσότης. Ἐὰν ταῦτα πάντα ἦναι ἕτοιμα, οὐδεμία δυσκολία νὰ περιληφθῇ ἡ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας τινὰς τὴν 6ην Φεβρουαρίου περὶ τῶν ὁδῶν τῆς ἐπαρχίας Βώλου, καὶ παρακαλῶ νὰ ἔχω ἀπάντησιν.
§42ΔΑΓΡΕΣ. Μετ’ ἄλλων συναδέλφων Βουλευτῶν ἐκ Μεσσηνίας ὑπεβάλομεν πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΩΝΕʹ περὶ κατασκευῆς ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῷ ποταμῷ Νέδοντι. Ἡ πρότασις αὕτη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀνεβοκατεβαίνει. Χθὲς εἶχε τὸν 16ον ἀριθμὸν, σήμερον ἔχει 26ον. Ἐπειδὴ ἡ πρότασις αὕτη δὲν θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, διότι, ἐφ’ ὅσον ἀναβάλλεται, ἐπὶ τοσοῦτον προκαλεῖ δυσχερείας εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, διὰ τὸ ὁποῖον προτείνεται.
§43Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔλαβε τὴν μεταβολὴν ταύτην, διότι προετάχθησαν 9 νομοσχέδια πιστώσεων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν. Ἡ πρότασίς σας θέλει συζητηθῆ, διότι δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἔχομεν μόνον τρεῖς συνεδριάσεις μέχρι τοῦ πέρατος τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, ἵνα σπεύσωμεν νὰ ἀναγνωσθῇ σήμερον.
§44ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνας λόγους κρατεῖ παρ’ ἑαυτῷ ἐκκρεμεῖς ἐπὶ δίμηνον ἤδη τὰς προτάσεις τῆς ἐπὶ τοῦ Γιαγτζείου κληροδοτήματος Ἐπιτροπῆς, τὰς ἀφορώσας εἰς τὸν διορισμὸν δύο καθηγητῶν εἰς τὸ Γυμνάσιον Ἀμφίσσης, ἑνὸς τῶν Μαθηματικῶν καὶ ἑνὸς τῶν Ἑλληνικῶν. Τὸ Γυμνάσιον, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης, διατελεῖ εἰς κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε οἱ μαθηταὶ νὰ ὦσιν ἠναγκασμένοι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ Γυμνάσιον αὐτὸ καὶ μεταβῶσιν εἰς ἄλλα Γυμνάσια, ὅμως μὴ ἀπολέσωσιν ἓν σχολικὸν ἔτος. Νομίζω ὅτι ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι ἐν τῷ τεύχει τοῦ διὰ τὸ 1891 προϋπολογισμοῦ, τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναγράφεται ἔκπτωσις 3,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐχορηγεῖτο εἰς τὸ Γυμνάσιον Ἀμφίσσης ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐτέλει χορηγίαν ὑπὲρ τοῦ Γυμνασίου Ἀμφίσσης. Ἀλλὰ τὸ Γυμνάσιον αὐτὸ δὲν διατελεῖ εἰς τὰς αὐτὰς συνθήκας πρὸς ἕτερά τινα Γυμνάσια, πρὸς ἃ παρέχεται χορηγία ὑπὸ τοῦ Δημοσίου λόγῳ καθαρᾶς συνδρομῆς. Τὸ κληροδότημα Γιαγτζῆ ἀνέλαβε τὴν δαπάνην τοῦ ἐν Ἀμφίσσῃ Σχολαρχείου, ὅπερ πρότερον συνετηρεῖτο δαπάναις τοῦ Δημοσίου, ὅπως καὶ τὰ λοιπὰ τοῦ Κράτους Σχολαρχεῖα. Διὰ τὸ ἐν Ἀμφίσσῃ Σχολαρχεῖον, ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, τὸ Δημόσιον ἤθελεν εἶσθαι ὑποχρεωμένον νὰ καταβάλλῃ 8,000 δραχμάς. Ἑπομένως τὸ Δημόσιον, πληρόνον ἐνιαυσίως μόνον δραχ. 6,000, ἔχει καὶ οἰκονομίαν 2,000 δραχμῶν. Ἄλλοτε ἡ χορηγία ἀνήρχετο εἰς 9,000 δραχμῶν. Κατὰ δὲ τὸ παρελθὸν, λόγῳ οἰκονομίας, ἠλαττώθη εἰς 6000· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἠλάττωσε τὴν χορηγίαν κατὰ 3,000. Ὅταν ἐπιστῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλω ἐπανέλθει ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ· διατελῶ δὲ πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀναγνωρίζων ὅπερ διέπραξε λάθος, θέλει συναινέσει, ὥστε ἡ δαπάνη νὰ ἀναγραφῇ πλήρης. Σήμερον ἀρκοῦμαι παρακαλῶν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ἀφίνει τὰς δύο θέσεις καθηγητῶν κενάς.
§45ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ καταθέσω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα· ἀλλὰ δύναμαι καὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι κατὰ τοὺς σχετικοὺς νόμους τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐξασκεῖ ἔλεγχον ἐπὶ τῶν προτάσεων τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν τῇ ἐνασκήσει δὲ τοῦ ἐλέγχου τούτου ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε περὶ τῶν διοριστέων καθηγητῶν, διότι ἀμφότεροι οὗτοι, διατελοῦντες ἐν δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, εἶχον ἀπολυθῆ παρ’ ἐμοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Οἱ λόγοι δὲ, οἱ προκαλέσαντες τὴν ἀπόλυσίν των, αὐτοὶ οὗτοι δέν μοι ἐπέτρεψαν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἔσπευσα δὲ τὴν ἀπόφασίν μου ταύτην νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν, ἣν παρεκάλεσα νὰ προβῇ εἰς πρότασιν διορισμοῦ ἄλλων προσώπων· ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ μοὶ ὑποβάλῃ ταύτην, ὥστε νὰ δυνηθῶ νὰ προκαλέσω τάχιστα τὸ περὶ διορισμοῦ τῶν προταθησομένων Β. Διάταγμα.
§46ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐχορηγήθη αὐτῷ διὰ τοῦ διατάγματος, νὰ μὴ ἀποδέχηται τὰς προτάσεις τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅταν βεβαίως ἔχῃ λόγον, ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἀποῤῥέοντα· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχει ἓν καθῆκον, νὰ γνωρίσῃ ἀμέσως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας τῶν εἴκοσι ἡμερῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοὺς λόγους, οἵτινες, ἐκ τῶν νόμων προερχόμενοι, ἐκώλυσαν αὐτὸν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι τοὺς λόγους ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν· ἀλλ’ ἐγὼ εἶχον σήμερον γράμμα ἐκ μέρους διακεκριμένου μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀγγέλλοντός μοι, ὅτι ἐπὶ δίμηνον ἡ Ἐπιτροπὴ περιμένει ἀπάντησιν, ἠναγκάσθη δὲ καὶ τηλεγραφικῶς νὰ ὑπομνήσῃ. Πιθανῶς, ἕνεκα τοῦ χειμῶνος, καθυστέρησεν ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁπωσδήποτε παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§47ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκαν οἱ συμπολῖται ὑμῶν, ὅτι δῆθεν τὸ Ὑπουργεῖον ἐβράδυνε, δὲν εἶναι ἀκριβής· διότι ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι ἐντὸς 20 ἡμερῶν τὸ Ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ ἢ μὴ τὰς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐντὸς δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης ἀπήντησα τῇ Ἐπιτροπῇ, καὶ ἐξέθηκα αὐτῇ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐγκρίνω τὰς προτάσεις της· δὲν ὑπερέβην τὴν προθεσμίαν οὐδ’ ἐπὶ μίαν ἡμέραν.
§48ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐπιστολῆς. (Ἀναγινώσκει ἐπιστολήν).
§49ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπέδωκα τὴν ἀνακρίβειαν εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας σᾶς μετέδωκαν, οὐχὶ δὲ, ὅτι ὑμεῖς δὲν ἐξεθέσατε ἀκριβῶς τὰς μεταδοθείσας πληροφορίας. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι ὁ νόμος ὁρίζει εἰκοσαήμερον προθεσμίαν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς περὶ διορισμοῦ ἢ ἀπολύσεως προτάσεως τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προκαλέσῃ τὸ διάταγμα τοῦ διορισμοῦ τῶν προτεινομένων καθηγητῶν, ἢ, ἂν ἔχῃ περὶ τοῦ ἐναντίου λόγους, νὰ γνωστοποιήσῃ τούτους εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν εἰς ἐμὲ, ἔχοντα ὑπ’ ὄψιν κείμενον νόμου, ὁρίζοντος προθεσμίαν σαφῆ, νὰ ὑπερβῶ ταύτην· ἐντὸς λοιπὸν αὐτῆς ἀνεκοίνωσα τῇ Ἐπιτροπῇ τοὺς λόγους, ἀποῤῥέοντας ἐκ τῶν κειμένων νόμων, δι’ οὓς δὲν ἠδυνάμην νὰ προβῶ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν προταθέντων. Τοὐναντίον, ἂν ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἐγὼ ἐδικαιούμην νὰ ἐπερωτήσω τὴν Ἐπιτροπήν, διατὶ αὕτη δὲν ὑπέβαλεν ἐντὸς τοῦ κατὰ νόμον δεκαημέρου τὴν νέαν πρότασίν της. Ἐν τούτοις ἐπιφυλάσσομαι νὰ συζητήσωμεν εὐρύτερον, ὅταν προσκομίσω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Τότε θέλω ἀναπτύξει τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ΠΚΗʹ τῆς 16 Μαρτίου 1881 νόμου ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 39 τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1836 Β. διατάγματος.
§50ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπευθύνω ἐρώτησιν, οὐχὶ βεβαίως ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διατὶ δὲν ἀπήντησεν. Ἐν τούτοις θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐντὸς τῆς αὔριον νὰ μᾶς ὑποβάλῃ μίαν ἀπάντησιν, διότι τὸ θέμα ἀφορᾷ σπουδαῖα συμφέροντα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τῶν δήμων Φαρκαδῶνος, Γόμφων, Κοθωνίων, Ἰθώμης, Παραληθαίων καὶ Αἰγινίου τοῦ νομοῦ Τρικκάλων. Τὸ Αʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς, προεξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν ταύτην, προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμων βουλευτῶν τῶν σχετικῶς πλεονοψηφησάντων μετὰ τὴν προσθήκην τῶν νέων ἀποτελεσμάτων εἰς τὰ γενικὰ κεκυρωμένα τοῦ νομοῦ Τρικκάλων ἐν τῷ νομῷ τούτῳ τῶν κ. κ. Γιαννούση Τάκη, Ν. Ταρμπάζη καὶ Ἰωάννου Παπαδαίου ἢ Παλάσκα. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νομίμους βουλευτὰς τοῦ νομοῦ Τρικκάλων τοὺς εἰρημένους Τάκην, Ταρμπάζην καὶ Παλάσκαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐνταῦθα προσελθόντες ὀμνύουσιν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον οἱ ὡς ἄνω ἀνακηρυχθέντες βουλευταὶ τοῦ νομοῦ Τρικκάλων κ. κ. Τάκης, Ταρμπάζης καὶ Παλάσκας).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1883 νόμου περὶ δήμων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.) Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται.)
§55ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος, ἐσκέφθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ περὶ τῶν προσθέτων ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐννοεῖ νὰ διατάξῃ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταβολὴν τοῦ διοργανισμοῦ τῶν δήμων· αἱ πρόσθετοι αὗται ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως εἶναι πολὺ πρακτικαὶ, συνίστανται εἰς τὰς δημοσιεύσεις, τὰς ὁποίας τὸ ἄρθρον τοῦτο διαγράφει. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐγένοντο καὶ σκέψεις περὶ πληρεστέρων ἐγγυήσεων, αἵτινες ἐξασφαλίζουσιν ἀπὸ πάσης παρεκτροπῆς. Πολλὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως δεικνύεται καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει, ἐσκέφθησαν ὅτι ἡ σπουδαιότης τοῦ θέματος, ἡ μεταβολὴ δηλ. τοῦ διοργανισμοῦ δήμων, ἀπαιτεῖ, ὅπως ἡ μεταβολὴ μὴ μὴ ἐνεργῆται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὅπως πρὸς πλήρη ἀσφάλειαν τελῆται αὕτη διὰ νόμου. Βεβαίως θεωρητικῶς, οὕτως εἰπεῖν, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐγγύησις ἁρμόζει εἰς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀντικειμένου, καὶ ὅπως προκειμένου περὶ μεταβολῆς ἐπαρχιακῆς ἀπαιτεῖται νόμος, οὕτω καὶ κατὰ μείζονα λόγον ἠδύνατο νὰ ἀπαιτῆται νόμος, ὅταν πρόκηται περὶ μεταβολῆς διοργανισμοῦ δήμου. Ὁ δῆμος εἶναι καὶ αὐτὸς διοικητικὴ περιφέρεια, ὅπως εἶναι καὶ ἡ ἐπαρχία, εἶναι ἡ μονὰς τῆς διοικητικῆς περιφερείας, ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι πρόσωπον αὐτοτελὲς, νομικὸν, λειτουργοῦν παρ’ ἡμῖν ἀνέκαθεν, ἔχον δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις. Ἡ δευτέρα αὕτη ἰδιότης τοῦ δήμου βεβαίως δὲν δύναται νὰ καθιστᾷ ὀλιγωτέρας τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις προκειμένου περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ του, ἀπεναντίας εἶναι λόγος, συντελῶν ἔτι μᾶλλον, ὅπως αἱ ἐγγυήσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται περὶ ἐπαρχιῶν, αἱ αὐταὶ καὶ μείζονες ἐγγυήσεις λαμβάνωνται προκειμένου περὶ δήμων. Ὑπὸ ἔποψιν λοιπὸν τοιαύτην γενικὴν καὶ οὕτως εἰπεῖν θεωρητικὴν, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αἱ αὐταὶ καὶ μείζονες ἐγγυήσεις ἀπαιτοῦνται προκειμένου περὶ μεταβολῆς δήμου. Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ ἡ γνώμη αὕτη ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν, καὶ ἐφάνην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συντασσόμενος αὐτῇ. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι, ὅσον ἐκ πρώτης ὄψεως ὑποτίθεται πλήρης ἡ ἐγγύησις αὕτη τῆς διὰ νόμου μεταβολῆς τοῦ διοργανισμοῦ δήμου, δέν μοι φαίνεται καθ’ ὅλας τὰς περιπτώσεις οὔτε ἀπαραίτητος, οὔτε παρέχουσα πραγματικὴν ἐγγύησιν· τοῦτο δὲ, ὄχι βέβαια, ὄχι διότι ὁ νόμος δὲν εἶναι πάντοτε μία ἐγγύησις ἀνωτέρα ἑνὸς διατάγματος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, πάντοτε εἶναι ἀνωτέρα ἐγγύησις, ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ Βουλευταὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμῶσι τὰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ὑπαγορεύωσι τὸν τοιόνδε ἢ τοιόνδε διοργανισμὸν ἑνὸς δήμου, διότι εἴμεθα πολὺ ἀπησχολημένοι ἐκ τῶν ἄλλων ἡμῶν καθηκόντων, δὲν δίδομεν πολλάκις τὴν ἀπαιτουμένην προσοχὴν, ὅταν συνάδελφός τις εἰσάγῃ νομοσχέδιόν τι περὶ τῆς μεταβολῆς διοργανισμοῦ δήμου τινὸς, ὁμολογῶ ὅτι ἀμφιβάλλω, ἂν αἱ ἐγγυήσεις αὗται αἱ ἀνώτεραι θέλουν κατασταθῆ πραγματικαὶ παρ’ ἡμῖν. Τοῦ χρόνου προϊόντος καὶ βελτιουμένης ἐν γένει τῆς πολιτικῆς ἡμῶν καταστάσεως, βεβαίως ἡ ἐγγύησις τοῦ νόμου θέλει εἶσθαι μεγάλη καὶ σημαντικὴ, ἀλλὰ πρὸς τὸ παρὸν δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πραγματικὴ, ἀλλὰ πρὸ πάντων δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος. Οὐχ ἧττον ὅμως γνωρίζω, ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ γνώμη μεγάλου ἀριθμοῦ μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δύναται νὰ τροποποιηθῇ, καὶ πρὸς τὴν τροποποίησιν ταύτην ἔχω ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν θὰ προτείνω, τὴν γνώμην καὶ τὸ κῦρος ἀοιδίμου ἀνδρὸς καὶ περιφανοῦς καθηγητοῦ, τοῦ ἀοιδίμου Ἀργυροπούλου. Ἂν ὑπάρχῃ συμφωνία Δημοτικοῦ καὶ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, τῷ ὄντι ἡ διὰ διατάγματος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐκτέλεσις τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης παρέχει ἀποχρώσας ἐγγυήσεις· ἐν περιπτώσει ὅμως, καθ’ ἣν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον διαφωνεῖ πρὸς τὸ Ἐπαρχιακὸν, τότε πρέπει νομίζω νὰ εἰσαγάγωμεν ἐν τῷ νόμῳ καὶ τὴν ἐγγύησιν τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως τῆς γνώμης τῆς προτιμητέας. Τὴν τροποποίησιν ταύτην ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν διατυπῶ ὡς τροπολογίαν, περιμένων νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις βεβαίως εἶναι εἰς κρείσσονα ἐμοῦ θέσιν νὰ γνωμοδοτήσῃ καὶ ἀποφανθῇ ἀποτελεσματικώτερον ἐπὶ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπυργός). Ἐπὶ τῆς γνώμης, ἣν κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ πολλὰ μέλη ἐδήλωσαν, καὶ ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν οὗτος ἐπρότεινε, στηριζόμενος εἰς τὴν γνώμην τοῦ μακαρίτου καθηγητοῦ Ἀργυροπούλου, δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω, ὅτι δυστυχῶς διαφωνῶ καὶ πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀοιδίμου ἀνδρός. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐλάττωμα τοῦ πολιτειακοῦ ὀργανισμοῦ, ἂν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀποδίδωνται ἔργα ἄλλα, καὶ ὄχι μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἁρμόζουσιν εἰς αὐτήν. Ἡ διαίρεσις τῶν δήμων εἶναι πρᾶξις καθαρῶς διοικητικὴ, μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι θὰ ἦναι σφάλμα, ἐὰν θελήσωμεν νὰ μεταφέρωμεν αὐτὴν ἀπὸ τῆς διοικήσεως εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§57ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ γνωμοδότησις βεβαίως δὲν εἶναί ποτε ὑποχρεωτικὴ, καὶ ἂν τὸ Δημοτικὸν καὶ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον ἐκ συμφώνου γνωμοδοτήσουν ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς. Ἂν ὅμως ἦναι ἀντίθετος, ἂν τὸ Δημοτικὸν καὶ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον διαμαρτυρηθῶσιν ἐκ συμφώνου κατὰ τῆς συγχωνεύσεως λ. χ. δήμων ἢ τῆς μεταθέσεως τῆς ἕδρας τοῦ δήμου ἢ περὶ οἱασδήποτε ἄλλης μεταβολῆς τοῦ διοργανισμοῦ τοῦ δήμου, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θὰ δύναται κατὰ τὸν νόμον νὰ ἐκτελέσῃ τὸν προσβαλλόμενον, τὸν ἀποκρουόμενον ὀργανισμόν; Βεβαίως θὰ δύναται, ἀλλὰ δὲν φρονεῖ ἆρα ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τοὐλάχιστον ἐν τοιαύτῃ ὁμοφωνίᾳ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπόκηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς μεταβολῆς;
§58ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν πράττῃ ὅ,τι πρέπει νὰ πράξῃ, θέλει φωραθῆ διὰ τῆς δημοσιεύσεως. Ἡ δημοσίευσις θέλει φέρει εἰς φῶς καὶ εἰς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ πάσας τὰς τοπικὰς περιστάσεις, αἵτινες ὑπαγορεύουσι ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐξελέξατο τὴν γνώμην τὴν κακὴν, θέλει δώσει ἀφορμὰς εἰς κατακρίσεις ἐν τῷ τύπῳ, καὶ εἰς ἐπερωτήσεις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς παραβιάσεως.
§59ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἐκ τῆς μεταβολῆς δήμου τινὸς, ἐκ τῆς προσθήκης χωρίου τινὸς εἰς αὐτὸν λ. χ. ἐπέρχηται καὶ μεταβολὴ τῆς ἐπαρχιακῆς περιφερείας;
§60ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπαιτεῖται νόμος.
§61ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως ὁ ἀοίδιμος Ἀργυρόπουλος θεωρεῖ, ὅτι δὲν ἐξυπακούεται τοῦτο.
§62ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολλάκις αἱ γνῶμαι τῶν συγγραφέων δὲν εἶναι ὀρθαὶ, ὅσον κῦρος καὶ ἂν ἔχωσι τὰ ὀνόματά των.
§63ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἔθεσα ὑπὸ συζήτησιν καὶ ἐξέτασιν τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, τὰ πραγματευόμενα περὶ τῆς συγχωνεύσεως, διαιρέσεως ἢ μεταῤῥυθμίσεως δήμων· δὲν ἔκαμα δὲ τοῦτο διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι χρήζει τὸ ζήτημα μελέτης καὶ σκέψεως, διότι πολλοὶ δῆμοι δὲν ἔχουσι καλῶς, ὡς νῦν εἶναι. Οἱ δῆμοι συνεκροτήθησαν τὸ 1834–1835, ὅτε ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία δὲν ἦτο τακτοποιημένη. Κατόπιν ἐπῆλθον ἄλλα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμεγάλωσαν τοὺς δήμους, συνεχώνευσαν πολλούς, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἐθεράπευσε τὸ κακὸν, διότι αἱ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον τότε, ἠλλοιώθησαν. Ἤδη πολλοὶ δῆμοι μετῴκησαν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος εἰς ἄλλο, πολλοὶ δῆμοι, ἔχοντες τότε τὰ συμφέροντά των εἰς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη ὡς κατοικία αὐτῶν, ἐξέλιπον. Διὰ τοῦτο, ὡς καὶ προχθὲς εἶπον, τὸ θεωρῶ ἀπαραίτητον, ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἓν μέτρον εἰδικὸν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀναδιοργανισμὸν τῶν δήμων καὶ τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν. Ἠξεύρω πολλῶν κατοίκων μιᾶς ἐπαρχίας τὸν διακαῆ πόθον τοῦ νὰ ἀποχωρισθῶσιν ἀπὸ τὴν μίαν ἐπαρχίαν καὶ νὰ προσκολληθῶσιν εἰς ἄλλην. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀναγνωρίζω τὸ πλημμελὲς τοῦ διοργανισμοῦ τῶν δήμων, δὲν μοι ἐπιτρέπεται νὰ δεσμεύσω τὰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οὔτε δέχομαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἐπαρχιακοῦ καὶ Δημοτικοῦ Συμβουλίου συμφωνοῦν εἰς μεταῤῥύθμισίν τινα, νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ γνώμη των· αὐτὸ εἶναι ζήτημα, ὡς πολὺ καλὰ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καθαρῶς διοικητικόν. Βεβαίως πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ γνώμη τῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ περαίνων τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν ὅλοι ἐκ νέου οἱ δῆμοι, δηλαδὴ ὅπου τὰ συμφέροντα αὐτῶν τὸ ἐπιβάλλουν.
§64ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω ὅτι πολλαὶ αἰτήσεις ὑπάρχουν περὶ μετασχηματισμοῦ δήμων καὶ πολλαὶ πράξεις Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θεωρεῖ ἀναγκαίαν καὶ τὴν γνωμοδότησιν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Τοιαῦτα ὅμως δὲν ὑπάρχουσι. Λοιπὸν θὰ μείνουν ἀνικανοποίητα τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων; ἢ φρονεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων δύναται νὰ μετασχηματίσῃ δήμους μὲ μόνην τὴν γνωμοδότησιν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων;
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐντὸς τῆς αὔριον θέλω δυνηθῆ νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ Ἐπαρχείων, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω νὰ ψηφισθῇ καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μέχρι τοῦ χρόνου τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων θέλει παρέλθει χρονικὸν διάστημα, θέλει ἴσως ἕνεκα τούτου κατασταθῆ μὴ δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι μεταβολαὶ εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν δήμων πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπέμειναν τόσα ἔτη, δὲν θέλει εἶσθαι μεγάλη ἀπώλεια νὰ περιμείνωσιν ἔτι, ἕως ἂν λειτουργήσῃ ὅλη ἡ δημοτικὴ νομοθεσία.
§66ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρεῖτε ἀναγκαίαν τὴν συγκρότησιν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων;
§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§68ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου τροπολογίαν μου ἐγγράφως (ἀναγινώσκει): «Δὲν γίνεται μεταβολὴ τοῦ διοργανισμοῦ τῶν δήμων ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑπὸ τοῦ Ἐπαρχιακοῦ καὶ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀποκρούεται.»
§69ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Τὸ ἰσχύον διάταγμα περὶ δήμων δὲν προβλέπει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τό τε Δημοτικὸν καὶ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον τὸν μετασχηματισμὸν ἑνὸς δήμου. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐπίσης δὲν προβλέπει αὐτὴν τὴν περίπτωσιν. Ἐρωτῶ λοιπὸν, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ μὲν Κυβέρνησις κρίνῃ ἀναγκαῖον τὸν μετασχηματισμὸν, τὰ δὲ Συμβούλια, Δημοτικὸν καὶ Ἐπαρχιακὸν, ἀρνοῦνται νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ τοῦ μετασχηματισμοῦ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί θέλει γίνεσθαι;
§70ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τῶν δήμων· ἑπομένως, ἂν αὐτοὶ δὲν θέλουν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τίποτε.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἀνεγνώσθη. Ἀναγινώσκονται τώρα καὶ αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι. αʹ) Ἡ τοῦ κ. Χατζοπούλου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς αʹ παραγράφου: «Δὲν γίνεται μεταβολὴ τοῦ διοργανισμοῦ τῶν δήμων, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑπὸ τοῦ Ἐπαρχιακοῦ καὶ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀποκρούεται». βʹ) Ἡ τροπολογία τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ διαίρεσις, συγχώνευσις καὶ μετασχηματισμὸς τοῦ δήμου γίνεται δι’ εἰδικοῦ νόμου». Καὶ γʹ) ἡ τροπολογία τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχουσα οὕτω: «Ἡ διαίρεσις, ἡ συγχώνευσις καὶ ὁ μετασχηματισμὸς δήμου γίνεται μετὰ προτέραν ῥητὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ καὶ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου».
§72ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς εἶναι παράδοξον, ὅτι, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον, ἐπὶ 58 ὅλα ἔτη, ἐλειτούργει ὁ περὶ δήμων νόμος, εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ συζητῶμεν, ἂν πρέπῃ καὶ τὰ τῆς συγχωνεύσεως ἢ τὰ τῆς διαιρέσεως τῶν δήμων νὰ ἀφήσωμεν εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· διότι δίδοντες τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι δίδομεν, τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι δίδουσι καὶ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας καὶ ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ περὶ δήμων νόμου, οὐδὲν ἕτερον πράττομεν ἢ νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν καὶ πρὸ αὐτοῦ τοῦ 1833. Συζητεῖται ἤδη, ἂν ἡ δημοσίευσις ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τῶν δεῖνα καὶ δεῖνα στατιστικῶν πληροφοριῶν ἦναι ἐπαρκὴς ἐγγύησις, καὶ ὅτι ἐκ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῆς θέλει ἐντραπῆ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τοῦ νὰ πράξῃ μίαν διαίρεσιν ἢ συγχώνευσιν δήμου ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ δήμου καὶ τῶν δημοτῶν. Ἔχομεν ἀληθῶς μακρὰν ἱστορίαν τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ὑπομνήσητε μίαν μόνην περίστασιν, καθ’ ἣν ἐθεσπίσθη ἡ διαίρεσις δήμου ἢ ἡ συγχώνευσις δήμων, χωρὶς νὰ πρόκηται περὶ συμφέροντος εὐτελοῦς, περὶ συμφέροντος προσωπικοῦ, περὶ συμφέροντος ἀντικειμένου εἰς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τῶν δήμων τῶν συγχωνευομένων ἢ τοῦ δήμου τοῦ διαιρουμένου. Εἶναι μακρὰ ἡ ἱστορία τῶν 58 ὅλων ἐτῶν, καὶ ὑπῆρξαν Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐσεβάσθησαν τὸ 8ον ἄρθρον τοῦ περὶ δήμων νόμου, αἱ ὁποῖαι ἀπέδωκαν εἰς αὐτὸ τὴν ἀληθῆ του ἔννοιαν, αἱ ὁποῖαι ἠθέλησαν ὄχι ἁπλῶς τυπικὴν γνωμοδότησιν, ἔστω καὶ ἐναντίαν τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ γνωμοδότησιν σύμφωνον. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν ἄλλαι Κυβερνήσεις, αἵτινες ἀγόμεναι ἐκ μόνου τοῦ εὐτελοῦς συμφέροντος τοῦ προσωπικοῦ καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ, οὐδ’ ἔλαβον κἄν ὑπ’ ὄψιν τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 8, ἐθεώρησαν δὲ, ὅτι ἱκανοποιεῖτο ὁ νόμος ἐντελῶς ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν προκαλούμενα τὰ Ἐπαρχιακὰ καὶ Δημοτικὰ Συμβούλια, ἀπήντων ἐναντίον τῆς διαιρέσεως ταύτης, ἐὰν ἐθεσπίζετο διὰ Β. διατάγματος ἡ διαίρεσις. Ἀκριβῶς σήμερον πρόκειται, ἀναθεωροῦντες τὸν περὶ δήμων νόμον, νὰ καθιερώσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τὴν ἀντιστρατευομένην εἰς πᾶσαν ἰδέαν ἀποκεντρώσεως, ἀρχὴν, ἡ ὁποία πλέον καθιστᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐντελῶς αὐθαίρετον, κυρίαρχον τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ ὑπάρξεως τῶν δήμων. Τέλος ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον δὲν ἀνεψηλαφήθησαν αἱ διατάξεις περὶ δήμων ἱκανῶς; Δὲν κατηρτίσθη τέλος πάντων ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως τὸ στέλεχος αὐτὸ τῶν δήμων; πρέπει καθ’ ἡμέραν νὰ διαιρῶνται καὶ νὰ συγχωνεύωνται; Καὶ εὑρίσκομεν ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ σύμφωνος γνωμοδότησις τοῦ Δημοτικοῦ καὶ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, θεωροῦμεν δὲ, ὅτι εἶναι ἐπαρκὲς τὸ νὰ ἐρωτηθῇ τὸ Δημοτικὸν καὶ Διοικητικὸν συμβούλιον, ἀδιάφορον ὅμως, ἂν ἐκφέρῃ γνώμην ἐναντίαν, διότι τὴν ὑπερτέραν κρίσιν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς συγχωνεύσεως ἢ τῆς διαιρέσεως τῶν δήμων τὴν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν, καὶ λέγομεν, ὅτι πρόκειται νὰ βελτιώσωμεν τὰ τῶν δήμων! Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν αὐθαίρετον ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ δώσῃ εἰς τὸ ἄρθρον 8, σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐκ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐκ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν θέλει προέλθει τὸ φῶς, καὶ θέλει συζητηθῆ ἐν τῇ δημοσιότητι, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο· καὶ κατόπιν; ποίου εἴδους κρίσις εἶναι αὐτή; κατὰ τί θὰ ὠφεληθῇ, καὶ κατὰ τί ὠφελήθη λ.χ. ὁ δῆμος Λαυρίου, ὁ ὁποῖος διῃρέθη προχθὲς κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον; καὶ κατὰ τί θὰ ὠφεληθοῦν αὐτοὶ οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ διαιρεθοῦν ἢ νὰ συγχωνευθοῦν ἀκριβῶς κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, τοῦ εὐτελοῦς ἐκλογικοῦ συμφέροντος; Πρόκειται, εἶπον, τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ὡς ἄτοπον αἱ Κυβερνήσεις ἔπραττον, παρερμηνεύουσαι τὸ ἄρθρον 8, διὰ τῶν διδομένων σήμερον ἐξηγήσεων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ὡς ὑποχρεωτικῶς δημοσιευομένας μετὰ τοῦ διατάγματος τῆς διαιρέσεως ἢ συγχωνεύσεις τῶν δήμων τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται λέγω διὰ τῶν τοιούτων πληροφοριῶν καὶ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας ἀκριβῶς νὰ στρεβλώσωμεν τὸν περὶ δήμων νόμον. Ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 8 τοῦ περὶ δήμων νόμου, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἀλλοίαν γνώμην περὶ αὐτοῦ, παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 8; (ἀναγινώσκει): «Ὁ σχηματισμὸς καὶ ἡ διαίρεσις τῶν δήμων διατάσσεται παρὰ τοῦ Βασιλέως· ἀλλὰ διὰ νὰ γένῃ εἰς τὸ μέλλον μεταβολὴ τοῦ ἅπαξ προσδιωρισμένου διοργανισμοῦ αὐτῶν, ἀπαιτεῖται προηγουμένως ἡ γνωμοδότησις τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου καθὼς καὶ τοῦ Ἐπαρχικοῦ καὶ τοῦ Νομαρχικοῦ Συμβουλίου». Τί εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ νομοθέτης τοῦ 1833; εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ὁπωσδήποτε ὡρίσθησαν καὶ κατηρτίσθησαν οἱ δῆμοι, ὅτι οἱ δῆμοι οὗτοι ἀνέδειξαν δημοτικοὺς ἄρχοντας, Δημοτικὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζουν καλλίτερον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου ἢ τῶν δήμων, ὅτι ὑπῆρξαν Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἐλειτούργουν καὶ τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς θέσιν ἐπίσης νὰ γνωρίζουν τὰ συμφέροντα τῶν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν των δήμων, καὶ ἐζήτησε καὶ τὴν γνωμοδότησιν καὶ τοῦ Ἐπαρχιακοῦ καὶ τοῦ Δημοτικοῦ καὶ τοῦ Νομαρχιακοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ γνωμοδότησιν σύμφωνον ἐννοεῖται, διότι ἄλλως ἡ γνωμοδότησις θὰ ἦτο περιττή· εἰς τί θὰ ἐχρησίμευεν ἡ γνωμοδότησις, ἐὰν ὅλα τὰ ἄνω συμβούλια ἀπήντων ἐναντίον, καὶ ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς καὶ διὰ διατάγματος διαιρεῖ τοὺς δήμους; Ὁ νομοθέτης τοῦ 1833 δὲν ἐσκόπει μήτε προετίθετο νὰ καταστήσῃ κωμικὰς τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τῶν δήμων, ὁ νομοθέτης τοῦ 1833 εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ τὰ Ἐπαρχιακὰ καὶ τὰ Νομαρχιακὰ ἐγνώριζον τὰ συμφέροντα τῶν ὑπ’ αὐτὰ δήμων, ὅτι ἦσαν εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθοῦν περὶ τῶν συμφερόντων αὐτῶν· ἀναχωρῶν δὲ ἐκ τοῦ πνεύματος τῆς ἀποκεντρώσεως τῶν δήμων, τὸ ὁποῖον διήκει καθ’ ὅλον τὸν δημοτικὸν ἡμῶν νόμον, ἐπεζήτησε τὰς κρίσεις καὶ συμφώνους γνωμοδοτήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἁρμόδιοι ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τοῦ συμφέροντος τῶν δήμων. Σήμερον πρόκειται ἀκριβῶς νὰ τὸ καταργήσωμεν. Ἐννοῶ τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι σύμφωνον πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8 ἑρμηνείαν, σύμφωνον γνώμην ἐκ μέρους τῶν Δημοτικῶν καὶ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα νομίζουσιν, ὅτι εἶναι ἐγγύησις τὸ νὰ ὑπαγάγουν τὴν διαίρεσιν ἢ τὴν συγχώνευσιν τῶν δήμων εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα· αἱ ἀποφάσεις τοῦ νομοθετικοῦ σώματος διέπονται ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειοψηφίας, τῆς πλειοψηφίας δὲ ἡγεῖται μία Κυβέρνησις. Τίνα ἐγγύησιν εὑρίσκετε περὶ τῶν συμφερόντων τῶν δήμων; Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τοὺς 146 ἐκ τῶν 150 Βουλευτῶν, τί γνωρίζουν περὶ τῆς διαιρέσεως τοῦ δήμου Λαυρίου, καὶ εἰς τί θὰ ἐχρησίμευεν, ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ διαίρεσις τοῦ δήμου νὰ κυρωθῇ διὰ νομοθετήματος; Εἰς τίποτε· καὶ ἡ φωνὴ τῶν ἐνδιαφερομένων Βουλευτῶν θὰ ἦτο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· θὰ ἤρχετο κατόπιν ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία θὰ ἠκύρου τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον τῆς πλειοψηφίας ἡγεῖται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ καθιερώσῃ ἀκριβῶς τὴν στρεβλὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 8, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ Δημοτικὰ καὶ τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτῶσι περὶ τῶν ἰδίων των ὑποθέσεων καὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ τῆς μὴ ὑπάρξεως τῶν δήμων. Ἂς τὸ πράξῃ ἡ πλειοψηφία, ἂς τὸ πράξῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· βεβαίως αὐτὴ ἡ διάταξις δὲν θὰ ἦναι αἰωνία.
§73ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη εἰδικοῦ νόμου εἴτε πρὸς μετάθεσιν ἕδρας εἴτε πρὸς διαίρεσιν ἢ καὶ συγχώνευσιν καὶ μετασχηματισμὸν δήμου, διὰ τοῦτο νομίζω πρέπον νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Ράλλην, ὅστις ἐχαρακτήρισε τὴν ἰδέαν αὐτὴν ὡς ἰδέαν μὴ ἀποῤῥέουσαν ἐξ ἐλευθερίου πνεύματος. Ἀκριβῶς ἀείποτε ἐθεωρήθη, ὅτι ἐγγύησιν ἀνωτέραν πάσης ἄλλης ἐγγυήσεως εἰς ὅ,τι δήποτε παρέχει ἡ ἀνάθεσις τοῦ κανονισμοῦ τῶν κατ’ αὐτὸ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν παραδεχθῇ τις, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι ἀπεῤῥοφημένη ὑπὸ τοῦ ἡγουμένου τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τετέλεσται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἴχνος ἐλευθερίας, ἴχνος ἀνεξαρτησίας. Ὅταν ἦναι δυνατὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κύπτῃ εἰς τὰς θελήσεις τοῦ ἡγουμένου τῆς Κυβερνήσεως, τότε βεβαίως δὲν ὑπάρχει πολίτευμα κοινοβουλευτικὸν, δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία. Ὑποτίθεται ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι δυνατὸν μὲν νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς Κυβέρνησίν τινα, ἀλλὰ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ κύπτῃ εἰς τὰς κρίσεις καὶ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐκφέρει ὁ Πρωθυπουργὸς ἢ ἄλλος τις τῶν Ὑπουργῶν ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ ὑπ’ αὐτοῦ νομοσχεδίῳ. Τὰ Γαλλικὰ Συντάγματα τοῦ 1791 καὶ τοῦ 1795, ἤτοι ἀκριβῶς τὰ φιλελευθερώτερα τῶν Συνταγμάτων τοῦ κόσμου, καθιέρωσαν ὡς τὴν μεγίστην τῶν ἐγγυήσεων τὴν δι’ εἰδικοῦ νόμου μετάθεσιν τῶν ἑδρῶν τῶν δήμων, ἢ τὴν διαίρεσιν ἢ τὸν μετασχηματισμὸν αὐτῶν. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι κατὰ τοῦτο δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ράλλης, φρονῶν ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ἰδέα συγκεντρωτικὴ ἢ ὀπισθοδρομικὴ καὶ δεσμωτικὴ τῆς ἐλευθερίας τῶν δήμων. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου, καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία, ἥν, ἀποδεξαμένη τὴν γνώμην μου, ὑπέβαλεν ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ ἡ τροπολογία ἐκείνη, παραδέχομαι τὴν τροπολογίαν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὴ διαίρεσις ἢ συγχώνευσις δήμου ἢ μετὰ σύμφωνον περὶ τούτου ἀπόφασιν τῶν ἁρμοδίων Δημοτικῶν καὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ῥητῶς ἀποφαινομένων περὶ τοῦ πρέποντος αὐτῆς.
§74ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ, ὅτε κατ’ ἀρχὰς ἤκουσα τοῦ συμπολίτου μου, ἐνόμισα ὅτι θὰ εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εὐχαριστήσω αὐτὸν διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι, προκειμένου νὰ γείνῃ μεταβολὴ δήμου τινὸς, πρέπει νὰ ἀπαιτῆται νόμος· διότι μεγαλειτέραν ἐγγύησιν ἀπὸ τὴν γνώμην τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οὐδέποτε Κυβέρνησις θέλει ἀποφασίσει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον πρότασιν περὶ μεταῤῥυθμίσεως νόμου, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦναι σύμφωνος πράγματι μὲ τὰ συμφέροντα τῶν δήμων, διότι ἡ Βουλὴ ἀμέσως θέλει κατίδει τὸ ἄδικον τὸ γινόμενον, ἀμέσως ὁ λαὸς, ὅστις ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν μεταβολὴν, θέλει ἀναφερθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, δυνάμει τοῦ δικαιώματος τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἔχει τοῦ ἀναφέρεσθαι. Διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι μεγαλειτέρα ἐγγύησις δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀπὸ τὴν δημοσίαν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν περὶ μεταῤῥυθμίσεως δήμου· ἀλλὰ διότι ὁμολογουμένως, ὡς ὁ ἴδιος εἶπεν, ἐνδέχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητῇ τὴν μεταβολὴν δήμου τινὸς εἴτε πρὸς ἕνωσιν, εἴτε πρὸς διαίρεσιν, εἴτε πρὸς προσθήκην χωρίων, εἴτε πρὸς ἀφαίρεσιν τοιούτων ἀπ’ αὐτοῦ, μόνον καὶ μόνον χάριν κομματικῶν συμφερόντων καὶ ὄχι χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου, τούτου ἕνεκα ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι δέον νὰ ὑποβάλληται νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἔγκρισιν μεταῤῥυθμίσεως δήμου τινός. Βεβαίως ἡ γνώμη τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι τοὐλάχιστον πρέπει ν’ ἀπαιτῆται ἀπόφασις τῶν Συμβουλίων, βεβαίως εἶναι πολὺ καλὴ, καὶ εἰς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι πάντες, διότι αἱ Κυβερνήσεις ἑκάστοτε ἐνόμισαν, ὅτι ὁ νόμος, λέγων γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἐπαρχιακοῦ καὶ τοῦ Δημοτικοῦ, ἐνόει, ὅτι ἁπλῶς νὰ ὑπάρχῃ μία γνωμοδότησις, ἤτοι ἔγγραφον γνωμοδοτικὸν, ἐὰν δὲ παμψηφεὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπεφαίνετο κατὰ τῆς ἑνώσεως ἢ τῆς διαιρέσεως, καὶ ἂν παμψηφεὶ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον ἀπεφαίνετο κατὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ δήμου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν, ὡς λέγει εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν γνωμοδότησιν τῶν δύο αὐτῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα παμψηφεὶ καταδικάζουν τὴν πρᾶξιν τῆς διαιρέσεως ἢ τῆς ἑνώσεως, ἔπραττεν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παμψηφεὶ ἐγνωμοδότουν τὰ Συμβούλια. Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, βεβαίως, συνεπεῖς φαινόμενοι πρὸς τὰς γνώμας ἡμῶν, θὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ὁ κ. Φλογαΐτης ὡς τροποποίησιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, βεβαίως δὲ δὲν ἀποκρούομεν καὶ τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀποφάσεις τῶν Συμβουλίων, διότι καὶ εἰς ἄλλο ἄρθρον τοῦ νόμου ἐπροτείναμεν τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι συγχαρητηρίων ἄξιος ἐκ μέρους ἡμῶν, διότι ὑπέβαλε νομοσχέδιον ἐλευθεριάζον εἰς πολλὰ, πράγματι ἀφῄρεσεν ἀπὸ τῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Νομάρχου πολλὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε εἶχον, καὶ τὴν ὁποίαν κατάχρησιν ἐποιοῦντο καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ Νομάρχαι, καὶ πρὸ πάντων διὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ διορίζῃ αὐτὸς, βεβαίως ὡς ὑπεύθυνος, διὰ Β. διατάγματος τὸν ἀστυνόμον. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὴ πρόοδος διὰ νὰ συγχαρῶμεν αὐτὸν, καὶ νὰ εὐχηθῶμεν, ὅπως ὡς τάχιστα ὑποβληθῇ ῥιζικὴ καὶ γενικὴ μεταῤῥύθμισις τοῦ νόμου περὶ δήμων, σύμφωνος πρὸς τὰς ἀποκεντρωτικὰς ἰδέας τοῦ κόμματος ἡμῶν.
§75ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἀνήκω εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὑπεστήριξεν, ὅτι διὰ νόμου πρέπει νὰ γίνεται οἱαδήποτε μεταβολὴ τῶν δήμων. Ἐγὼ δὲ, ὅπως καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἐστηρίχθην ὄχι μόνον εἰς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀνέφερον προηγουμένως, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλην ἰδέαν. Ἐὰν, Κύριοι, διὰ τὴν διαίρεσιν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν νομῶν ἀπαιτῆται νόμος, κατὰ πολὺ πλειότερον πρέπει νὰ ἀπαιτῆται νόμος διὰ τὴν διαίρεσιν καὶ τὸν μετασχηματισμὸν ἢ τὴν συγχώνευσιν δήμου τινός· διότι ἡ ἐπαρχία καὶ ὁ νομὸς δὲν εἶναι ἢ πλάσμα τοῦ νόμου καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐνῷ ὁ δῆμος δὲν ἔχει οὕτω, ὁ δῆμος, ὅπως λέγει ὁ Πουκεβὶλ, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν χεῖρα τοῦ Θεοῦ, ἑπομένως αὐτὸς σχηματίζει ἴδιον ἠθικὸν πρόσωπον, εἶναι ὑποκείμενον δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων, ἐνῷ ἡ ἐπαρχία καὶ ὁ νομὸς δὲν ἔχουσι τοιαύτην προσωπικότητα, δὲν εἶναι ὑποκείμενα δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων, δὲν ἔχουσιν ἰδίαν περιουσίαν. Αἱ ἐγγυήσεις λοιπὸν, τὰς ὁποίας παρέχει ὁ νόμος, εἶναι πολὺ ὑπέρτεραι τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρέχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία· διότι ἡ ἰδέα τοῦ κ. Ράλλη, ὅτι ὁ ἡγούμενος μιᾶς πλειοψηφίας δύναται εὐκόλως διὰ νόμου νὰ μεταβάλῃ πάντας τοὺς δήμους, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν, καθόσον, ὅταν εἷς Πρωθυπουργὸς ἔχῃ τὸ δικαίωμα δι’ ἁπλοῦ Β. διατάγματος νὰ μετασχηματίζῃ καὶ μεταβάλλῃ ὅλους τοὺς δήμους, πολὺ εὐκολώτερον οὕτω θὰ τὸ πράξῃ, παρὰ διὰ νόμου, διότι ὁ νόμος θὰ ἦναι προϊὸν τῶν προηγουμένων εὐχῶν, ψηφισμάτων καὶ ἐκφράσεων τῆς κοινωνίας, τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, καὶ δὲν θὰ ψηφίζηται νόμος εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε πρὸς μεταβολὴν δήμου τινός. Διὰ τοῦτο συνετάχθην μὲ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαιτῆται νόμος.
§76ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος, ὅπως ἔχει. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἶπον, ὅτι ἡ γνώμη τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων πρέπει νὰ ἦναι ὑποχρεωτική· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι ὁ μετασχηματισμὸς δήμου τινὸς ἀπαιτεῖ γνωμοδότησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ ἑνὸς δήμου καὶ τοῦ ἄλλου. Ἐγὼ γνωρίζω εἰς τὸν δῆμον Τεγέας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατάγομαι, ὅτι ἐζήτησαν οἱ κάτοικοι Μαυρικίου δι’ ἐπανειλημμένων αἰτήσεών των νὰ προστεθῇ τὸ χωρίον των Μαυρίκι εἰς τὸν δῆμον Βερβαίνων, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπέχει ¼ τῆς ὥρας· προσεκλήθησαν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ γνωμοδοτήσωσι, καὶ τὸ μὲν Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Βερβαίνων, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ προστεθῇ τὸ χωρίον Μαυρίκι, ἐγνωμοδότησεν, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ, τὸ δὲ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ ἄλλου δήμου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ χωρίον, εἶπεν ὄχι. Πῶς λοιπὸν θὰ ἦναι σύμφωνα τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια; Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§77ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται εἰς τὴν περίστασιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Χρηστόπουλος, περὶ δύο δήμων, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς θέλει νὰ γείνῃ ὁ ἅρπαξ καὶ ὁ ἄλλος ὁ ἁρπαχθεὶς, καὶ οὕτως ἔχομεν τὸν δικαιολογητικὸν λόγον τοῦ νόμου· τοῦτο δ’ ἔρχεται εἰς κύρωσιν τῶν λόγων μου περὶ τῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀνευρεθοῦν. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οἱ τρεῖς προαγορεύσαντες συνάδελφοι δὲν εἶδον τὴν τελευταίαν πλειοψηφίαν λειτουργοῦσαν, καὶ διὰ τοῦτο μένουν μὲ τὰς θεωρίας, ὁ δὲ πρῶτος ἀγορεύσας ἐκ τῶν τριῶν ἀνέρχεται ἐπὶ τῆς θεωρίας τοῦ 1789, 1790 καὶ 1791. Ἐγὼ εἶδον λειτουργοῦσαν τὴν πλειοψηφίαν ἐκείνην, καὶ γνωρίζω, ἐὰν μέλος τῆς πλειοψηφίας ἐκείνης, ὅσην δήποτε ἰσχὺν χαρακτῆρος καὶ ἂν εἶχεν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὴν μεγάλην ἐκείνην μηχανὴν, τὴν ὁποίαν ἔτρεμεν ἡ πλειοψηφία. Εὔχομαι, ἀλλὰ μόνον εὔχομαι, ἡ πλειοψηφία ἡ νῦν νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα τῆς πλειοψηφίας ἐκείνης, φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι ἐκ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ τὸ πολίτευμά μας, ἡ εὐχή μου θὰ μείνῃ ἁπλῆ εὐχή. Κύριοι, ἔλεγον καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου καὶ ἐπαναλέγω καὶ πάλιν, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ὄπισθεν αὐτῶν τῶν ἀξιολόγων προθέσεων τοῦ νὰ σωθοῦν οἱ δημόται τοῦ δεῖνος δήμου, ὑπαγόμενοι εἰς τὸν ἄλλον δῆμον, κρύπτεται ἓν εὐτελὲς ἐκλογικὸν συμφέρον, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς λειτουργεῖ πρὸ 58 ἐτῶν, εἶναι δὲ ἀδύνατον ἐπ’ ἄπειρον οἱ δῆμοι τοῦ Κράτους ἡμῶν διαρκῶς νὰ ἀναστατόνωνται, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τέλος πάντων μετὰ ἐργασίαν 58 ἐτῶν δὲν εὑρέθη ἐκ τίνων χωρίων πρέπει νὰ συνίσταται εἷς ἕκαστος τῶν δήμων τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος.
§78ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι καὶ αἱ νέαι ἐπαρχίαι.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν, καὶ μὴ ἔχετε κἀμμίαν ἀμφιβολίαν· καὶ θὰ τὸ ἴδητε μεθαύριον, θὰ τὸ ἴδητε δημοσιευμένον· ἀλλ’ ἡ δημοσίευσις ὅλων ἐκείνων τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν εἰς οὐδὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ. Παραδείγματος χάριν, εἰς τί δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἡ δημοσίευσις τῆς πληροφορίας πόσα εἶναι τὰ χωρία ἑκάστου δήμου καὶ ποῖα ἐξ αὐτῶν τῶν χωρίων εἶναι πολυπληθέστερα; δύναται ἓν χωρίον νὰ ἦναι πολυπληθέστερον καὶ νὰ κῆται μακρὰν, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρωτεύουσα δήμου. Ὅλαι αὐταὶ αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἀναγράφει σήμερον τὸ νομοσχέδιον, οὐδένα ἕτερον ἔχουσι σκοπὸν, εἰμὴ νὰ καθιερώσουν αὐθεντικῶς τὴν ἐσφαλμένην ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ περὶ δήμων νόμου. Καὶ ἤκουσα συναδέλφου, εὐχαριστοῦντος τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι εὐηρεστήθη τέλος πάντων νὰ καταστήσῃ ἀκόμη ἐλευθεριώτερον τὸν δημοτικὸν ἡμῶν νόμον· καθίσταται ἐλευθεριώτερος ὁ δημοτικὸς ἡμῶν νόμος, διότι πλέον ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὰ Δημοτικὰ καὶ τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτῶσι περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ δήμου.
§80ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἀφαιρεῖται, μένει τὸ ἄρθρον ὡς εἶχε.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀφαιρεῖται, διότι, ὅταν ἡ γνωμοδότησις δὲν ἦναι ὑποχρεωτική, εἰς οὐδὲν χρησιμεύει.
§82ΔΑΓΡΕΣ. Εἴπετε ὅτι πολλοὶ δῆμοι διῃρέθησαν, συνεχωνεύθησαν ἢ μετεσχηματίσθησαν ἐκ λόγων πολιτικοῦ συμφέροντος. Σᾶς ἐρωτῶ, θὰ διαιωνίσητε τὴν κατάστασιν αὐτήν;
§83ΡΑΛΛΗΣ. Διόλου· θὰ προσκληθῶσι τὰ Δημοτικὰ καὶ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια καὶ θ’ ἀποφανθῶσι· καὶ ἐὰν ἀποφανθῶσιν, ὅτι ἡ γενομένη μεταβολὴ βεβαίως οὐδένα εἶχε σκοπὸν ἠθικόν, ἀλλὰ μόνον ἀπέβλεπεν εἰς ἓν συμφέρον ἐκλογικόν, τότε θὰ προκαλέσητε τὴν κατάργησιν τοῦ διατάγματος ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου διῃρέθη ἢ συνεχωνεύθη ἢ μετεσχηματίσθη ὁ δῆμος.
§84ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἠξεύρετε ὁποίας δυσχερείας θ’ ἀπαντήσητε.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμίαν δυσχέρειαν, μόνον τὰς προθέσεις κερδοσκοπικῆς μεταβολῆς δήμων, καὶ κατὰ τοιούτων προθέσεων ἡ ἑρμηνεία, ἡ μόνη ἀληθής, τοῦ ἄρθρου 8 βεβαίως θὰ φέρῃ πρόσκομμα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου, διότι ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ τὰ Ἐπαρχιακά, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς θέσιν μόνον αὐτὰ νὰ γνωρίζωσι τὰ συμφέροντα τῶν δήμων, ἀφαιροῦμεν τὸ δικαίωμα τῆς τελεσφόρου γνωμοδοτήσεως, παραδίδομεν δὲ εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ δικαίωμα τῆς διαιρέσεως τῶν δήμων, τῆς συγχωνεύσεως καὶ τῆς ἀποσπάσεως χωρίων καὶ τῆς προσθήκης αὐτῶν εἰς ἄλλους δήμους.
§86ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν μέριμναν τοῦ συμπολίτου μου περὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς παρούσης, νομίζω ὅτι ἡ πλειοψηφία δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς μερίμνης του, διότι βεβαίως ἡ πλειοψηφία ἡ παροῦσα, ἁγνὸν ἀπαύγασμα τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θέλει ἀποδειχθῆ ἀξία τῆς θελήσεως ταύτης. Οὔτε θέλει μεταβληθῆ εἰς τυφλὸν ὑπήκοον ἑνὸς καὶ μόνου ἀνθρώπου, οὔτε θέλει ὅμως παρασυρθῆ παρ’ οἱουδήποτε, ὅστις νομίζει, ὅτι θέλει δυνηθῆ νὰ παρασύρῃ αὐτὴν εἰς ἄτοπα. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου δὲν ηὐχαριστήθη διὰ τὰ συγχαρητήρια, τὰ ὁποῖα ἀπέτεινα εἰς τὸν Πρωθυπουργόν· ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, ὦμεν δίκαιοι· μολονότι ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε, αὐτὸς δηλαδὴ ὁ Πρωθυπουργός, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μολονότι εἶχε τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ διορίζῃ διὰ Β. διατάγματος τὸν ἀστυνόμον, μολονότι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ διὰ Β. διατάγματος τοὺς εἰσπράκτορας τοὺς δημοτικούς, καὶ νὰ ἐκλέγῃ μάλιστα μεταξὺ τριῶν, παραιτεῖται μόνος σήμερον τῶν δικαιωμάτων τούτων, προτείνας τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἄξιος συγχαρητηρίων διὰ τὰς ἀποκεντρωτικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἰσάγει εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει ἀποκεντρωτικαὶ ἰδέαι σήμερον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν Ἑλλάδι, βεβαίως πρέπει νὰ συγχαρῶμεν αὐτόν. Ἢ μήπως ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἤθελε νὰ τῷ ἀποτείνω συγχαρητήρια διὰ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν δημοσίᾳ ἐνταῦθα ἀνεκήρυξεν, ὅτι ἔχει μείζονα ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Περαχώρας, ἢ τοῦ δήμου Ὠρωπίων, ἢ τοῦ δήμου Μαραθῶνος, ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν Συμβούλιον τῆς Ἑλλάδος ὁλόκληρον; Βεβαίως τοιαῦτα συγχαρητήρια δὲν δύναμαι ν’ ἀπευθύνω αὐτῷ· μάλιστα βεβαιῶ αὐτόν, ὅτι τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν, εἶναι λίαν σφαλερόν· διότι, ἐὰν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὤφειλε κατὰ τὸν νόμον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν μετασχηματισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον προέβη, τοῦ δήμου Λαυρίου, βεβαίως δὲν ἤθελεν ὑποβάλει νομοσχέδιον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, διότι ἐν τῇ Βουλῇ θὰ ἀνεπτύσσοντο ἀμέσως ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐν τοῖς παρασκηνίοις, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγένοντο γνωστὰ, καὶ διὰ τοῦτο ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ διάταγμα περὶ μετασχηματισμοῦ τοῦ δήμου ἐκείνου· ἐὰν δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐγνώριζε τὰς λεπτομερείας, θὰ ἐμάνθανεν, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον βασίζεται, ἐγνωμοδότησε νὰ γείνῃ ἡ μεταῤῥύθμισις, καὶ τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον βασίζεται, ἐγνωμοδότησεν ὡσαύτως νὰ γείνῃ αὕτη, ἀλλὰ τὸ Κοινοβούλιον οὐδέποτε θὰ ἐγνωμοδότει, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε θὰ ὑπέβαλλε νομοσχέδιον περὶ διαιρέσεως τοῦ δήμου αὐτοῦ, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸν δῆμον ἡ διαίρεσις, ἥτις ἐγένετο. Ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει ἤδη, ὅτι ἐπίκειται δημιουργία δήμου, τῶν Σουνιέων ἐπικληθέντος, ὅστις θ’ ἀποτελῆται ἐκ δύο βιομηχανικῶν καταστημάτων. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ παράδειγμα ἔπρεπε νὰ τὸν πείσῃ περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς δημοσίας συζητήσεως ἐπὶ τοιούτων θεμάτων. Ἑπομένως εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τοῦ διὰ νόμου μετασχηματισμοῦ τῶν δήμων καὶ ὄχι διὰ γνωμοδοτήσεως τῶν Συμβουλίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀτυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μεγάλην ἐμπιστοσύνην. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως δέον νὰ μὴ περιφρονῶνται αἱ ὁμόφωνοι γνῶμαι τῶν Συμβουλίων, ἐφ’ ὅσον ἰσχύει τὸ σύστημα τῶν γνωμοδοτήσεων τῶν Συμβουλίων.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν ἤθελον εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, πῶς ἤθελον διαπράττεσθαι αἱ μεταβολαὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δήμων, οἱ μετασχηματισμοὶ αὐτῶν, ὑπάρχοντος ἐν ἰσχύϊ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου περὶ δήμων; Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου περὶ δήμων διατάσσει, ὅτι, διὰ νὰ γείνῃ εἰς τὸ ἑξῆς μεταβολὴ τοῦ ἅπαξ γενομένου ὀργανισμοῦ τῶν δήμων ἢ μετασχηματισμὸς αὐτοῦ, ἀπαιτεῖται νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὡς καὶ τοῦ Ἐπαρχιακοῦ καὶ τοῦ Νομαρχιακοῦ, ἀπὸ τῆς ἡμέρας δὲ, καθ’ ἣν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος περὶ δήμων, μέχρι τῆς 19 Φεβρουαρίου 1891, οὐδείς ποτε παρέστη ἰσχυρισθεὶς, ὅτι κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου πρέπει τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια νὰ ἀποφασίζωσι περὶ τοῦ μετασχηματισμοῦ τοῦ δήμου, ὁ δὲ Βασιλεὺς, ὁ διατάσσων τὸν μετασχηματισμὸν καὶ τὴν μεταβολὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δήμων, δὲν εἶναι εἰμὴ ἁπλοῦς διεκπεραιωτὴς τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ Ἐπαρχιακοῦ, ἀλλὰ πάντες ἐφρόνησαν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ μετασχηματίζειν τοὺς δήμους ἀνήκει εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ἥτις ὅμως ὀφείλει νὰ ἀκούσῃ τὰς γνώμας τοῦ τόπου, ἤτοι ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ γνωμοδότησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐὰν συμφέρῃ, ἐὰν πρέπῃ νὰ γένηται ἡ μεταβολὴ, ἥτις ζητεῖται. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον γνωμοδοτοῦν δὲν ἤθελε περιορισθῆ νὰ δηλώσῃ μόνον τὸ Ναὶ ἢ τὸ Ὄχι, ἀλλ’ ἤθελεν ἐξηγήσει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζει συμφέρουσαν ἢ πρέπουσαν τὴν μεταβολὴν, ἢ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζει, ὅτι ἡ μεταβολὴ δὲν πρέπει νὰ γένηται. Οὕτως ἡ διοίκησις ἤθελε φωτισθῆ ἀπὸ τὰς γνώμας τοῦ τόπου, καὶ φωτιζομένη, ἐὰν ἦτο καλῆς πίστεως, ἤθελε πράξει ὅ,τι τὸ συμφέρον τοῦ τόπου ἀπῄτει. Ἀλλ’ οὐδείς ποτε ἰσχυρίσθη, ὅτι ἄλλην εἶχεν ἔννοιαν τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου περὶ δήμων. Καὶ ἠκούσατε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν 58 ἔτη εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου περὶ δήμων, ἦτο ἑρμηνεία κακοήθης! Ἐγὼ, ἐὰν εἶχέ τινα προσοχὴν εἰς τὴν γνώμην μου ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐχαρακτήρισεν ὡς κακοήθη τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, ἤθελον εἰπεῖ αὐτῷ νὰ κλίνῃ τὴν κεφαλὴν πρὸ τῆς ἱστορίας 58 ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκυβέρνησε τὴν Ἑλλάδα πᾶν ὅ,τι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἔκλαμπρον καὶ ἐκλεκτὸν, καὶ μετὰ μείζονος δισταγμοῦ νὰ ἀποτείνῃ χαρακτηρισμὸν τοσούτῳ βαρὺν, κακοήθους ἑρμηνείας ἐφ’ ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του· ἔπρεπε μάλιστα νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι αὐτὸς οὗτος ἦτο μέλος τῆς Κυβερνήσεως εἰς δύο περιόδους, ἡ ὁποία Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἐπρότεινε τὴν μεταβολὴν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου περὶ δήμων, οὔτε ἔπραξε πρᾶξιν ἐκδηλοῦσαν ὅτι ἑρμηνεύει αὐτὸ ἄλλως, καὶ οὐχὶ ὡς ἡρμήνευσαν αὐτὸ πάντες οἱ κατὰ τὰ 58 ἔτη τοῦ δημοσίου βίου τῆς Ἑλλάδος κυβερνήσαντες αὐτήν. Ὁμολογῶ, ὅτι ὡς Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα διατάξω μετασχηματισμὸν δήμων, διότι οὐδέποτε διετέλεσα Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπηρετήσας ὡς Ὑπουργὸς ἄλλων Ὑπουργείων. Κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1885 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος ἑνὸς μόνου δήμου προὐκάλεσε διὰ διατάγματος τὴν διαίρεσιν, ἣν ἐξετάσας καὶ ἐγὼ, εὗρον προκληθὲν εὐλόγως καὶ δικαίως τὸ περὶ ταύτης διάταγμα. Ἐν ᾧ λοιπὸν τοιαύτην εὑρίσκω ἑρμηνείαν κρατήσασαν κατὰ τοσούτῳ μακρὰν περίοδον χρόνου ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως, μηδέποτε προκυψάσης οὐδὲ πράξεως ἀποδεικνυούσης, ὅτι ἀπεδόθη ἄλλη ἔννοια εἰς τὸν νόμον, οὐδὲ γνώμης ἐν τῷ τύπῳ ἢ ἐν ἰδιαιτέραις συναναστροφαῖς, εὔκολον ἦτο νὰ μὴ ἐγγίσω τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 8, καὶ νὰ μὴ ἐπιλάβωμαι παντάπασιν αὐτοῦ, οὐδὲ νὰ προκαλέσω ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ μάλιστα οὐδέ τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν παρέστη ἐν τῷ μέσῳ, προτείνων τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 8 κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δίδωσιν εἰς αὐτὸ, οὐδ’ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἐμέμφθη τῆς κακοήθους αὐτῆς ἑρμηνείας τῶν 58 ἐτῶν, ὅστις κατὰ τὸ διάστημα τῶν 15 ἢ 20 ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα τυγχάνει μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν διενοήθη ποτὲ νὰ προβάλῃ πρότασιν νόμου, ἵνα ἐγκαταστήσῃ τὴν χρηστοήθη ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, ἀντὶ τῆς κακοήθους διαστρεφομένης ὑπὸ τῶν ἐκτελούντων αὐτόν. Ἔκρινα ὅμως τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8 κατὰ τοὺς κανόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους κρίνουσι τὰ τῶν νόμων καὶ τῶν θεσμῶν πάντες ὅσοι ἀσχολοῦνται περὶ τούτους· ἔκρινα, ὅτι ὑπάρχουσι παραδείγματα καταχρήσεως τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 8 ἀπεδόθη εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἠκούσατε τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος, μνημονεύσαντος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1791 ἢ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1795, ἐν οἷς περιελήφθη διάταξις περὶ τῆς διὰ νόμου μεταβολῆς τῶν δήμων. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐκείνῃ χώρᾳ, τῇ Γαλλίᾳ, ἐπανῆλθε τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, καὶ ἐπανῆλθε δὶς καὶ κρατεῖ ἀκόμη· ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὗται δὲν εἰσήχθησαν ἐν τοῖς θεσμοῖς τῆς Γαλλίας, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ προταθῇ ὑπό τινος σοβαρῶς, ὅτι τὸ μετασχηματίζειν τοὺς δήμους, τὸ διατάσσειν μεταβολὰς τοῦ γενομένου ἅπαξ ὀργανισμοῦ αὐτῶν, ἀνήκει εἰς ἄλλον τινὰ καὶ οὐχὶ εἰς τὴν διοίκησιν. Διατί; Διότι, ἐὰν διὰ διατάξεως νόμου ἐπετάσσετο, ἵνα μὴ ἐπιτρέπηται ἡ μεταβολὴ τοῦ δήμου ἢ διὰ νόμου, τὰ μέλη τῶν Βουλῶν, ἅτινα ἤθελον κληθῆ νὰ ἐξετάσωσι τὰ πραγματικὰ ζητήματα τοῦ μετασχηματισμοῦ τῶν δήμων, καὶ νὰ λύσωσιν αὐτὰ, ἦσαν τὰ ὀλιγώτερον πρὸς τοῦτο κατάλληλα. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἐμπιστεύηταί τις περισσότερον, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Ζυγομαλᾶς, τὸ Συμβούλιον τὸ Δημοτικὸν τῆς Περαχώρας ἢ τὸ Συμβούλιον τοῦ δήμου Ὠρωπίων, ἢ ὅσον πρέπει νὰ ἐμπιστεύηται τὸ Κοινοβούλιον. Τοιαύτην γνώμην ἐγὼ δὲν ἐξέφερον, οὐδὲ δύναμαι νὰ ἐκφέρω. Συνέβη πολλάκις ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ ἀδικῇ. Συνέβη, ὑπάρχοντος καὶ ἐμοῦ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ δίδῃ ψῆφον, ἥτις ἐπηρέαζεν οὐσιωδῶς τὰς διατάξεις τοῦ θεμελιώδους νόμου. Συνέβη οὐχὶ σπανίως, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ ψῆφον πρὸς ἀθέτησιν τῶν συμφερόντων εἴτε τοῦ δημοσίου ταμείου εἴτε τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ἵνα ἐκφέρῃ τις γνώμην τοσούτῳ ἀπόλυτον, ὅτι αἱ Βουλαί εἰσιν ἀνίκανοι, ὅτι εἰσὶν ἀνάξιοι πίστεως, ἵνα λύωσι ζητήματα τοιαῦτα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν ἀπωθῶ τὴν ἀνάμιξιν τῆς Βουλῆς ὡς ἀνικάνου ἢ ὡς ἀναξίας, ἀπωθῶ ὅμως αὐτὴν ὡς ἥκιστα ἐπιτηδείαν πρὸς τὸ ἔργον, οὐδὲ συμφωνῶ πρὸς τοὺς προτείνοντας νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰμὴ διὰ νόμου ὁ μετασχηματισμὸς τῶν δήμων. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτήδειαι, διότι, ἵνα ἐκδώσῃ τις ἀπόφασιν περὶ μετασχηματισμοῦ δήμων, ὀφείλει νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἐσχάτων λεπτομερειῶν τῶν τοπικῶν περιστάσεων, διὰ τὰς ὁποίας βεβαίως τὸ Κοινοβούλιον, εἴτε ὑπὸ 150 ἀπαρτίζεται, ὡς σήμερον, εἴτε ὑπὸ 220, ὡς θέλει ἀπαρτισθῆ μετ’ ὀλίγον, εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανον νὰ ἐκπληρώσῃ ἐν συνειδήσει καὶ ἐν ἐπιγνώσει τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Ἂν ἤθελον προτεθῆ πρὸ τῆς Βουλῆς ζητήματα ἀποστάσεως χωρίων ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου, ἢ ζητήματα πληθυσμοῦ μονίμου καὶ διαρκοῦς, ἢ πλάνητος καὶ μεταναστεύοντος, ἢ ζητήματα ἐσόδων καὶ ἐξόδων, δημοτικῶν ἀναγκῶν ἢ δημοτικῶν ὑποχρεώσεων, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ καταβιβάσητε τὰ πολιτικὰ σώματα ἀπὸ τοῦ ὕψους τῶν συμφερόντων, περὶ τὰ ὁποῖα ἀσχολοῦνται, καὶ νὰ ἀναγκάσητε αὐτὰ νὰ ἐγκύψωσιν εἰς ζητήματα τοσοῦτον μικρὰ καὶ εἰς συμφέροντα τοσοῦτον ἐπουσιώδη. Ὁ διοργανισμὸς τῶν δήμων καὶ ὁ μετασχηματισμὸς αὐτῶν ἐν τῷ τόπῳ ἔχει ἱστορίαν, ἡ δὲ ἱστορία, ἡ ἀξία μνείας, ἐρευνᾷ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὠργανώθησαν οἱ δῆμοι, ὅτε τὸ πρῶτον διῃρέθη ἡ ἐπικράτεια εἰς δημοτικὰς περιφερείας τὴν πρώτην φορὰν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξετελέσθη ὁ νόμος περὶ δήμων, καὶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ οὕτω γενόμενος τὸ πρῶτον ὀργανισμὸς μετεβλήθη κατόπιν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν πρώτην διαίρεσιν τοῦ Κράτους εἰς δήμους, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν μεταβολὴν ἐπεκράτησαν ἀντίθετοι ἰδέαι ὡς ἰδέαι διοικήσεως. Κατὰ τὸν πρῶτον σχηματισμὸν τῶν δήμων ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα, ὅτι οἱ δῆμοι πρέπει νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν μικρότεροι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγκάσῃ τις νὰ κοινωνήσωσι πρὸς ἄλληλα πολλὰ χωρία, διότι θέλει ἀναιρέσει τὴν αὐθυπαρξίαν, τὴν αὐτοτέλειαν, τοὺς ἰδίους σκοποὺς, τὰς ἰδίας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει ἕκαστον χωρίον, εἶναι δὲ δύσκολος, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀδύνατος, ὁ συμβιβασμὸς τῶν συμφερόντων δύο χωρίων, ἢ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, ἢ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν, ἢ τῶν συνηθειῶν αὐτῶν. Οἱ ἐκτελέσαντες λοιπὸν τότε τὸν νόμον περὶ δήμων κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν ἐτήρησαν ἀκριβῶς τὸ γράμμα τοῦ νόμου περὶ δήμων, κατὰ τὸ ὁποῖον 300 ψυχαὶ ἤρκουν ἵνα συστηθῇ εἷς δῆμος. Ἡ θεωρία, ἡ τὴν διάταξιν ταύτην ὑπαγορεύσασα, δὲν εἶναι ἀξία λόγου, ἐξ ἐναντίας δύναμαι, κρίνων ἐπὶ ταύτης ἀφῃρημένως καὶ θεωρητικῶς, νὰ ἀποφανθῶ, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ὀρθὴ, καὶ ὅτι διὰ τοῦ σχηματισμοῦ δήμων μεγαλοσώμων, ἤτοι ἐκ πολλῶν χωρίων, διαπράττεται ἀδίκημα· εἰσφέρουσι τὰ δημοτικὰ βάρη, τοὺς δημοτικοὺς φόρους, πάντες οἱ δημόται, καὶ οἱ κάτοικοι τῆς πρωτευούσης καὶ οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων· ἀλλ’ ὅταν ὁ δῆμος ἀποτελῆται ἐκ πολλῶν χωρίων, τὰ ἐκ τῶν δημοτικῶν φόρων ἀγαθὰ δὲν νέμονται πάντες οἱ εἰσενεγκόντες τοὺς φόρους, ἀλλὰ μόνοι οἱ κάτοικοι τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου, ἴσως καὶ τῶν παρακειμένων εἰς αὐτὴν χωρίων, διότι τὰ ἀπώτερα χωρία, τὰ ἄκρα, μένουσιν ἐν πλήρει ἀτροφίᾳ, οὐδὲ φθάνει μέχρις αὐτῶν ἡ τροφή. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δύναμαι νὰ ἀποφανθῶ, ὅτι ἡ γνώμη, ἥτις ἐκράτησε κατὰ τὸν πρῶτον σχηματισμὸν τῶν δήμων, ἦτο ὀρθή, δὲν ἦτο ὅμως πρακτική, διότι οἱ ὀργανώσαντες τότε τὸ Κράτος δὲν ἐγνώριζον τὸν τόπον, οὐδ’ ἐνεθυμήθησαν, ὅτι πρὸ ὀλίγου εἶχεν ἐξέλθει μακρᾶς δουλείας καὶ μακροῦ καὶ καταστρεπτικοῦ ἀγῶνος, ἵνα ἀπὸ ταύτης ἀπαλλαγῇ. Ἠγνόουν ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων ἦταν ἀκόμη ἄστεγοι, ὅτι αἱ ἐλαῖαι καὶ τὰ δένδρα εἶχον δενδροκοπηθῆ ἢ ἐμπρησθῆ ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὅτι τὰ κτήματά των ἦσαν ἀκαλλιέργητα καὶ ἐγκαταλελειμμένα, καὶ ὅτι ἑπομένως αἱ πρόσοδοι, τὰς ὁποίας ἤθελον εἰσφέρει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἐξ ἀναλογίας εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, ἦσαν ἐλάχισται. Διὰ τοῦτο οἱ δῆμοι, τοὺς ὁποίους ἐσχημάτισαν κατὰ τὴν πρώτην διαίρεσιν τοῦ Κράτους, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζήσωσι, διότι δὲν εἶχον τὰ μέσα νὰ συντηρήσωσιν οὔτε δημοτικὸν σχολεῖον, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ἵνα ἐκπληρώσωσιν ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ Κράτος, πληρόνοντες ἐνοίκια στρατώνων χωροφυλάκων ἢ ἐνοίκια Εἰρηνοδικείων, ἢ νὰ διοικηθῶσι πληρόνοντες ἀντιμισθίαν τινὰ εἰς τὸν Δήμαρχον, ἢ δαπανῶντες διὰ δημοτικὰ ταχυδρομεῖα. Οὕτως οἱ τότε κυβερνῶντες ἐπείσθησαν περὶ τῆς ἀνάγκης καὶ ἐτράπησαν ἄλλην ὁδόν. Κατὰ τὸ 1840 ἐπελάβοντο νέας διαιρέσεως τοῦ Κράτους εἰς δήμους, καὶ κατὰ τὴν διαίρεσιν ταύτην ἐγκατέλιπον τὰς πρώτας ἰδέας, αἵτινες ἐπηρέασαν αὐτοὺς κατὰ τὴν πρώτην διαίρεσιν τοῦ Κράτους, καὶ ἐπηρεάσθησαν ἀπὸ μίαν ἰδέαν, πῶς οἱ δῆμοι νὰ δύνανται νὰ ἔχωσι περισσότερα ἔσοδα· ἑπομένως μετέπεσαν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον. Καὶ σήμερον σώζονται ἀκόμη δῆμοι, οἵτινες ἀποτελοῦνται ἀπὸ 35 χωρία. Ἐννοεῖται ὅτι πάντες οἱ κάτοικοι τῶν 35 τούτων χωρίων εἰσφέρουσιν εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον ἐκ τῶν προσόδων αὐτῶν, ἀλλὰ πάντες δὲν καρποῦνται, δὲν ἀπολαμβάνουσιν ἀντάλλαγμα τῆς εἰσφορᾶς αὐτῶν. Μετὰ τὰς δύο ταύτας μεταβολὰς ἐγένετο κατόπιν ἐνιαχοῦ μετασχηματισμὸς δήμων, διετάχθη μετασχηματισμὸς δήμου τινὸς φερ’ εἰπεῖν ἐπὶ ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἄλλου ἐπὶ ἄλλης Κυβερνήσεως. Οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω ἐπὶ τῶν μεταβολῶν τούτων· πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ συμφέρον πολιτικόν, ἀπὸ ἐπιθυμίαν κερδοσκοπίας, ἢ ἀπὸ ὑπολογισμοὺς ἐκλογικούς. Τὰ ἀνθρώπινα πράγματά εἰσι τοιαῦτα, δὲν δύναται δέ τις ν’ ἀπαιτήσῃ νὰ ἦναι πάντοτε τέλεια, ὅταν διαπράττωσιν αὐτὰ ἄνθρωποι. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι ἐπὶ τῇ γνώμῃ μου, μὴ ὄντος ἔτι ὑπευθύνου δι’ αὐτὴν ἢ μόνον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, διῃρέθησαν δύο δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Θήρας, ὁ δῆμος Θήρας καὶ ὁ δῆμος Οἴας, καὶ διὰ τῆς διαιρέσεως ἐσχηματίσθησαν ἐξ αὐτῶν τέσσαρες δῆμοι, οἱ δῆμοι Θήρας, Οἴας, Καλλίστης καὶ Ἐμπορίου, καὶ ἔκτοτε παρῆλθον 36 ἔτη, οὐδεὶς δ’ ἠμφισβήτησε τὴν ἀνάγκην τῆς διαιρέσεως αὐτῆς. Ὅταν δὲ μετέβην ἐπὶ τόπου περιηγούμενος, καὶ ἐζήτουν περὶ τούτου πληροφορίας, πάντες ἀνεγνώριζον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἤμην μέλος Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου ὁ προϊστάμενος εἶχε τόσον σθένος ψυχῆς, ὥστε ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα ἐπὶ τῶν δήμων τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐπαρχίας, καὶ μετεσχημάτισε δήμους τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν πολιτικῶν του συμφερόντων, ἀλλὰ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι τοῦτο ἀπῄτουν τὰ συμφέροντα τῶν περιφερειῶν ἐκείνων. Δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἐθαύμασα τὸ σθένος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνδρός. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ μετασχηματισμοὶ δήμων γενόμενοι μετὰ προαιρέσεως ἄλλης, μετὰ προαιρέσεως ταπεινῆς. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι. Ὅ,τι ὅμως βεβαιῶ εἶναι, ὅτι οὐδέποτε οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου περὶ δήμων παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ εἰς τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια νὰ ἀποφασίζωσι περὶ μετασχηματισμοῦ τῶν δήμων, ὅτι δὲ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ἁπλῶς διεκπεραιωτὴς τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν. Ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ μεταβιβασθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ μετασχηματισμοῦ τῶν δήμων εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, οὐδ’ ἐτόλμησα διὰ τοῦτο νὰ προβάλω νόμον εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα μεταβάλω οὕτω τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8, ἀφαιρῶν ἀπὸ τὴν διοίκησιν τὸ δικαίωμα τοῦ μετασχηματισμοῦ τῶν δήμων καὶ ἀνατιθεὶς αὐτὸ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶχον καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν μέλη τῆς Βουλῆς ἐδήλωσαν, ὅτι πρέπει τὰ Δημοτικὰ καὶ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια ν’ ἀποφασίζωσιν αὐτὰ, καὶ ὅταν ταῦτα συμφωνήσωσιν, ἡ ἀπόφασις αὐτῶν νὰ ἦναι ὁριστική. Τὸ σύστημα μάλιστα τοῦτο κρίνω ἐπιτήδειον, ἵνα οὐδέποτε γένηται μεταβολὴ δήμου τινὸς, καὶ ὅταν αὕτη ἐπιβάλληται ὑπὸ ἀναγκῶν καταφανεστάτων, καὶ ὑπὸ συμφερόντων τῶν δήμων ἐπικειμένων καὶ ἐπειγόντων. Διὰ τοῦτο ἐπέμεινα εἰς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ ἄρθρον 8, τὴν ὁποίαν προσδιώρισεν ἡ πεντηκονταοκταετὴς ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου τούτου ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ἠπείλει τὰ συμφέροντα τῆς διοικήσεως ἐνδεχομένη αὐθαιρεσία τῶν Ὑπουργῶν, ἐπειδὴ δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ συμβῇ νὰ μὴ κανονίζωνται, ἀλλὰ νὰ συνταράσσωνται τὰ τοπικὰ συμφέροντα διά τινος μετασχηματισμοῦ, νὰ μὴ συναρμολογῶνται, ἀλλὰ νὰ καταστρέφωνται νόμιμοι ὑποχρεώσεις διὰ μετασχηματισμοῦ τινος, ὑπέλαβον ὅτι ὤφειλον νὰ ἐμποδίσω τοιαύτην τοῦ δικαιώματος κατάχρησιν, ἵνα μὴ πλάγιοι σκοποὶ, ἵνα μὴ θεραπεία ἐκλογικῶν συμφερόντων κινῇ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος. Τοῦτο ἐπεθύμησα νὰ πολεμήσω, δὲν εἶχον δ’ ἄλλον τρόπον νὰ πολεμήσω τοῦτο, εἰμὴ τὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον. Ἀφοῦ ὤφειλον νὰ ἀφήσω εἰς τὴν διοίκησιν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τῆς φύσεως τῶν καθηκόντων αὐτῆς, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναθέσω τὸ δικαίωμα τοῦ ἀποφασίζειν περὶ τούτου εἰς τὰ Δημοτικὰ καὶ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια, ἠρκέσθην νὰ ζητήσω νὰ περιστείλω τὴν αὐθαιρεσίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ ἐνασκήσωσι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἀνέθηκεν εἰς αὐτούς. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον δύναταί τις νὰ περιστείλῃ ἐν Κράτει κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένῳ τὴν αὐθαιρεσίαν ἢ διὰ τῆς δημοσιότητος; Εἰς ταύτην προσέφυγον. Ἐζήτησα λοιπὸν νὰ δημοσιεύωνται πᾶσαι αἱ αἰτίαι, πᾶσαι αἱ σκέψεις, αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως οὕτω προκαλῆται ὁ ἔλεγχος αὐτῶν. Ἐὰν ἡ ἐγγύησις αὕτη δὲν ἦναι σπουδαία, ἐὰν ἦναι κωμικὴ, πρέπει ἢ νὰ θρηνήσω διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου ἡμῶν, ἢ νὰ δεχθῶ τὸν χαρακτηρισμὸν μετ’ ἀδιαφορίας, ἀφοῦ τοιοῦτοι χαρακτηρισμοὶ δίδονται κατὰ πᾶσαν ἡμέραν καὶ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς πολλὰς πράξεις, καὶ εἰς διαφόρους τάξεις ἀνθρώπων, καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἡμιλλήθη νὰ ἀνεύρῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον προέβαλον, τὸν δικαιολογητικὸν οὕτως εἰπεῖν λόγον τοῦ νομοσχεδίου· καὶ ἐζήτησε νὰ πορισθῇ αὐτὸν ἐκ τῆς γνώμης τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας κ. Χρηστοπούλου. Δέν μοι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξηγήσω, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας σκοπῇ νὰ ὑποστηρίξῃ συμφέροντα πολιτικὰ ἐκ τῆς προτάσεως, ἣν προέβαλεν· ἀλλ’ ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐσκόπει, ἡ ἀπάντησις, ἣν ἔδωκα αὐτῷ, ἦτο ἀρνητική. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂς χρησιμεύσῃ εἰς τὸν ἐφελκύσαντα τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χρηστοπούλου κ. Βουλευτὴν ἡ ἄρνησις, ἣν ἀντέταξα, ὡς διδασκαλία, ἵνα προσπαθήσῃ καὶ αὐτὸς νὰ δυνηθῇ ποτε νὰ ἀντιτάσσῃ ἄρνησιν εἰς ἐπιθυμίας τριάκοντα ἐτῶν πολιτικοῦ φίλου, ἂν ἤθελεν εὐτυχήσει νὰ ἀποκτήσῃ τοιοῦτον.
§88ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου τοῦ δημοτικοῦ, λέγον ὅτι ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἐπαρχιακοῦ καὶ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀπαιτεῖται πρὸς μεταβολὴν τοῦ διοργανισμοῦ δήμου τινὸς, ἐνόησε νὰ καταστήσῃ τὴν γνωμοδότησιν ἀπόφασιν ὑποχρεωτικήν· τοῦτο καὶ ἐναντίον τῆς λέξεως εἶναι καὶ ἤθελε καταστήσει ἀληθῶς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐντελῶς περιττήν. Τότε ἠδύνατο ὁ νόμος νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ καταρτισμὸς τῶν δήμων γίνεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Δημοτικοῦ καὶ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ μολονότι δὲν εἶναι βεβαίως τοιαύτη ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου, καθ’ ὃν τρόπον ὅμως ἐκφράζεται, σχεδὸν ὑποδεικνύει, ὅτι ἡ μεταβολὴ δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως καὶ ἐναντίον τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν Δημοτικῶν καὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Διὰ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκφράζεται τὸ ἄρθρον τοῦτο, φαίνεται ὅτι δὲν φαντάζεται οὕτως εἰπεῖν ὁ νομοθέτης, ὅτι μία Κυβέρνησις θ’ ἀποφασίσῃ μεταβολὴν, τὴν ὁποίαν καὶ τὸ Δημοτικὸν καὶ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον ἀποκρούει. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου τούτου ἐπιτρέπει βεβαίως, ἀλλὰ δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, φοβοῦμαι ὅτι θὰ διαπράττηται θαῤῥαλεώτερον, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἤθελε περιστείλει μίαν Κυβέρνησιν ὁ φόβος μὴ τυχὸν ᾖναι ἀπαραίτητος ἡ σύμφωνος γνωμοδότησις τῶν Συμβουλίων, ἀφοῦ ἀπεφασίσαμεν πλέον, ἑρμηνεύοντες τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀποφαίνεται περὶ διαιρέσεως, περὶ συγχωνεύσεως δήμων, περὶ μεταβολῆς οἱασδήποτε, καὶ ὅταν ἡ ἰδέα αὕτη ἀποκρούηται καὶ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, φοβοῦμαι, λέγω, μὴ ἀφίνωμεν στάδιον εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἐὰν τὸ Συμβούλιον τὸ Δημοτικὸν καὶ τὸ Ἐπαρχιακὸν προτείνωσι μίαν μεταβολὴν, βεβαίως αὕτη δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ μεταβολὴ δύναται σπανίως νὰ γίνεται, διότι καὶ ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ πρέπει νὰ παραδέχηταί τις τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν, καὶ ἑπομένως, ὅταν καὶ τὸ Δημοτικὸν καὶ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον συνιστῶσι μίαν μεταβολὴν, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δύναται, ἐναντίον τῆς συστάσεως ταύτης, νὰ μὴ ἐπιχειρήσῃ τὴν μεταβολὴν, καθόσον, μὴ ἐπιχειροῦσα τὴν μεταβολὴν, παραδέχεται τὴν κατάστασιν τὴν ὑφισταμένην, τὴν λειτουργοῦσαν, καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς κίνδυνος, ἐὰν ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἐπὶ ἔτη ἴσως, ἐπὶ δεκαετηρίδας, ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη ὑπάρχουσα. Ἀλλ’ ὅταν καὶ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον ἀποκρούωσι μίαν μεταβολὴν, νομίζω ὅτι εἶναι ἐναντίον τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας σήμερον νομοθετοῦμεν, εἶναι ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου νὰ εἴπωμεν, ὅτι καὶ εἰς τοιαύτην περίστασιν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται, ἐναντίον τῆς γνωμοδοτήσεως καὶ τοῦ Δημοτικοῦ καὶ τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, ν’ ἀποφασίσῃ μεταβολὴν δήμου. Ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ; τί διατάσσει τὸ νομοσχέδιον, προκειμένου περὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα εἶναι ζήτημα, ἂν ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, προκειμένου περὶ διορισμοῦ ἀστυνόμων, προκειμένου περὶ διορισμοῦ εἰσπρακτόρων; Λέγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο: Σὲ, τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, σὲ ἀπομακρύνω ἐντελῶς, δὲν σὲ ἐμπιστεύομαι παντάπασι, προκειμένου περὶ τοιούτων λεπτομερειῶν, διὰ τὰς ὁποίας λεπτομερείας δὲν θὰ ὑπῆρχε καὶ κίνδυνος πολλῶν καταχρήσεων ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Πρόκειται περὶ ἐκλογῆς ἑνὸς δημοτικοῦ εἰσπράκτορος μεταξὺ τριῶν ὑποψηφίων, προτεινομένων ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐδυσπιστήσαμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν μέχρι τοῦδε πικρὰν πεῖραν· εἴπομεν ὅτι δὲν ἐμπιστευόμεθα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ διορίσῃ μεταξὺ τῶν τριῶν προτεινομένων ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τὸν εἰσπράκτορα ἑνὸς δήμου· δὲν τὴν ἐμπιστευόμεθα νὰ διορίσῃ κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Δημάρχου τὸν ὑπὸ τοῦ Δημάρχου προτεινόμενον ἀστυνόμον. Τοσοῦτον δυσπιστοῦμεν, ὥστε ὑπωπτεύσαμεν, ὅτι ἠδύνατο αὐθαιρέτως ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἀπρακτῇ καὶ νὰ μὴ ἐκτελῇ τὴν πρότασιν τοῦ Δημάρχου περὶ διορισμοῦ ἀστυνόμων. Ἐφθάσαμεν λοιπὸν εἰς τοσοῦτον δυσπιστίας πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὥστε νὰ θέλωμεν νὰ προλάβωμεν καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπεν ἴσως σπουδαίως νὰ φοβώμεθα. Ἀφαιροῦμεν λοιπὸν τὰς λεπτομερείας πλέον ταύτας· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ὅλου δήμου καὶ οὐχὶ περὶ λεπτομερειῶν μεμονωμένων τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, οὐχὶ περὶ ἐπουσιωδῶν, ἀλλὰ περὶ αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως, περὶ ζωῆς καὶ θανάτου τοῦ δήμου, τότε ἀφινόμεθα ἐντελῶς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ὁποίου ἐπεκρότησα καὶ ἐγώ, ὅπως ἐπεκρότησαν καὶ ἄλλοι, καὶ συνεχάρην καὶ ἐγὼ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ καὶ διὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παρέχει, ὡς καὶ διὰ τὴν πρόσκλησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, παρακαλέσας αὐτοὺς, ὅπως συνεισφέρωσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ἀντικειμένου. Καὶ ἐθεώρησα τὴν πρόσκλησιν ταύτην προοιωνιζομένην μίαν μεταβολὴν καταστάσεως, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν τῆς Βουλῆς ἔχει ἐκπέσει μέχρις ἐκμηδενισμοῦ· ὁ Βουλευτὴς κατὰ τύπους μόνον νομοθετεῖ, ἀλλὰ πράγματι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπεῤῥοφήθη ἐντελῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§89Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ γράφει καὶ ἡ «Παλιγγενεσία» σήμερον.
§90ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἴσως ἠδύνατο ὁ τόπος νὰ σωθῇ, ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐγίνετο πραγματικὸν, καὶ ἐὰν ἡ γνώμη τοῦ Βουλευτοῦ καὶ αἱ προτάσεις τῶν Βουλευτῶν ἀπολαύωσι πάντοτε τῆς αὐτῆς προσοχῆς ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, τῆς ὁποίας ἀπολαμβάνουσι καὶ αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδὲ ἔπρεπε νὰ θεωρῆται ζήτημα ἀλαθήτου καὶ φιλοτιμίας τῶν Κυβερνήσεων ἡ ψήφισις τῶν ὑπουργικῶν νομοσχεδίων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐδέχετο τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι δὲν ἐθεώρει ἑαυτὸν ἀλάθητον. Ἀλλὰ δὲν ἐγείρεται ἐνταῦθα ζήτημα ἀλαθήτου ἢ μή. Τὸ νομοθετεῖν εἶναι σχετικὸν πρὸς τοπικὰς περιστάσεις, καὶ δύναται ὁ σοφώτερος ἐν τῇ νομοθεσίᾳ νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν καὶ τῶν φώτων προσώπων, τὰ ὁποῖα λεπτομερεῖς παρατηρήσεις ἐποιήσαντο ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐπὶ τὸ προκείμενον. Δὲν πίπτομεν ἆρά γε εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, ἐνῷ τόσα ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐνῷ τοσαύτην δυσπιστίαν σχεδὸν ἐπιδεικνύομεν εἰς αὐτὴν δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου, νὰ δεχώμεθα κατόπιν, ὅτι αἱ γνωμοτήσεις τῶν Δημοτικῶν καὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, προκειμένου περὶ μεταβολῆς τῶν δήμων, προκειμένου περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν, δύνανται νὰ ἀποῤῥίπτωνται, ὡς παλιόχαρτα ἄχρηστα; Ἐννοῶ τὸ νὰ μὴ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ γνώμη τῶν Δημοτικῶν καὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ὅταν ταῦτα συνιστῶσι τὴν μεταβολήν· διότι, μολονότι φρονῶ καὶ ἐγὼ τὰ τῆς πληρεστέρας αὐτοδιοικήσεως, ἀλλὰ φρονῶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν πρέπει ὑπὸ τῶν θεωριῶν νὰ παρασυρώμεθα, καὶ ἤθελον βλάψει τὴν ἰδέαν τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πανταχοῦ θέλουσι φανῆ παρασυρόμενοι ὑπὸ τῶν θεωριῶν τούτων καὶ φθάνοντες εἰς τὰ ἄκρα. Πρὸ παντὸς, ὅταν νομοθετῇ τις, πρέπει νὰ ἀκολουθῇ τὴν πεῖραν καὶ τὴν παρατήρησιν ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα. Εἶναι ὀλέθριον ἰδίως ἐπὶ τῆς νομοθεσίας τὸ πνεῦμα τοῦ συστήματος καὶ ἡ θεωρία. Ὑπάρχουσιν ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα ἀκινδύνως ἐν Ἑλλάδι, συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς αὐτοδιοικήσεως, νὰ προβῶμεν, ἀφίνοντες δικαιώματα εἰς τοὺς δήμους ἱκανά· λόγου χάριν, νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς δημοδιδασκάλους καὶ γραμματοδιδασκάλους, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἐκλογὴν τῶν τοιούτων εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους γονεῖς· δὲν θὰ εἶχον νὰ φοβηθῶ τὴν ἐλευθερίαν ταύτην ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Ἀλλ’ ὑπάρχουν ἄλλα ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα φοβοῦμαι τὴν ἐλευθερίαν ταύτην, ἵνα τὴν παράσχωμεν διὰ μιᾶς. Προκειμένου λοιπὸν νὰ συστήσουν τὸ Ἐπαρχιακὸν καὶ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὴν μετάθεσιν τῆς πρωτευούσης ἢ ἄλλας τοιαύτας μεταβολὰς, ὁποίας προνοεῖ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ περὶ δήμων νόμου καὶ τὰ σχετικὰ, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ ἡ γνωμοδότησις, καὶ νὰ λείψῃ πλέον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀπὸ τοῦ μέσου ἐντελῶς. Τὸ τοιοῦτον, πρακτικῶς τις σκεπτόμενος, δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ θαῤῥαλέως. Ὅταν λοιπὸν προτείνηται, ἔστω καὶ ὁμοθυμαδὸν, παρὰ Ἐπαρχιακοῦ καὶ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἡ μεταβολὴ, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρούσῃ τὴν μεταβολὴν, καὶ νὰ διατηρήσῃ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν. Ἀλλ’ ὅταν καὶ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ Ἐπαρχιακὸν διαμαρτύρωνται ἀμφότερα κατὰ τῆς ἰδέας τῆς μεταβολῆς τοῦ δήμου, διαμαρτύρονται ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς ὑπαρχούσης καταστάσεως, φωνάζοντα ὅτι φονεύεται ὁ δῆμος, ἀπόλλυται ὁ δῆμος, ἂν γείνῃ ἡ μεταβολὴ, τότε λέγομεν πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐνθαῤῥύνοντες αὐτὴν, ὅτι ἡ πρᾶξις τῶν Συμβουλίων ὑπάρχει ἁπλῶς διὰ νὰ σᾶς δώσῃ μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν σεῖς δύνασθε νὰ μὴ ἀκολουθήσητε. Τοῦτο δὲν εἶναι ἄκρα ἀντίφασις πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν παραδεχθῶμεν τὸ αὐθαίρετον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Καὶ ἂς μοὶ εἴπουν, ποία θὰ ἦναι αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν μεταβολὴν ἐναντίον τῆς γνώμης τῶν Συμβουλίων; Καὶ θὰ ἦναι κατεπεῖγον τοῦτο; Ὑποτεθείσθω, ὅτι κακῶς ἐννοοῦν τὴν μεταβολὴν καὶ θέλουν τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν, καὶ ἂν διατηρηθῇ ἡ ὑπάρχουσα αὕτη κατάστασις, θὰ ἦναι ἐπικίνδυνος, μέχρις ὅτου ἓν ἄλλο Ἐπαρχιακὸν καὶ Δημοτικὸν Συμβούλιον προτείνῃ τὰ ἐναντία; Λοιπὸν ἐπικαλοῦμαι αὐτὰς τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι προεδρεύουν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ λέγω, ὅτι τὴν ἰδέαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διετύπωσα ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου, πρέπει νὰ τὴν ἀποδεχθῶμεν, ἵνα ἤμεθα συνεπεῖς πρὸς ἑαυτούς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δικαίως βεβαίως παρατηρεῖ, ὅτι ὑπάρχουν ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει πλέον ἄλλη ἐγγύησις, παρὰ ἡ εὐθύνη τῶν κυβερνώντων· καὶ βεβαίως, ὅταν ὑπάρχουν διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων δημοσιεύονται αἱ πράξεις καὶ αἱ λεπτομέρειαι, προκειμένου κατὰ τὸ ἄρθρον 1 περὶ μεταβολῶν δήμων, ἡ εὐθύνη αὕτη γίνεται πλέον ἐπαισθητή. Ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνεπὴς βεβαίως πρὸς ἑαυτὸν, δὲν δύναται νὰ μὴ ἀνομολογῇ, ὅτι αἱ τοιαῦται εὐθύναι τῶν κυβερνώντων καθίστανται πολλάκις ἐν τῇ πράξει ἰδανικαὶ, καὶ ὅταν μὲν πρακτικῶς δὲν δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὰς παρεκτροπὰς, πρέπει νὰ ἀφιέμεθα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν, ἀλλ’ ὅταν καλούμεθα καὶ δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν, νὰ διορθώσωμεν δηλαδὴ δι’ ἁπλουστάτης διατάξεως τὰ ἀτελῆ, ἂν καὶ τότε τὸ παραλείψωμεν, τότε δὲν μᾶς πταίει κἀνεὶς, ἀλλὰ ἡ ὀλιγωρία, τὴν ὁποίαν δεικνύομεν πρὸς τὴν νομοθεσίαν καὶ ὅταν πρόκηται περὶ ὀργανικῶν νόμων.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει σήμερον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἶναι ἡ μόνη ἀληθὴς, δὲν ἤρκει νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰ ἔτη, τὰ ὁποῖα παρῆλθον ἀπὸ τοῦ 1833, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως δηλ. τοῦ περὶ δήμων νόμου μέχρι σήμερον· ὤφειλε νὰ φέρῃ παραδείγματα μετασχηματισμοῦ, διαιρέσεως ἢ συγχωνεύσεως δήμων, ἐναντίον προηγουμένων γνωμοδοτήσεων τῶν Δημοτικῶν καὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων· εὗρεν ὅμως τόσῳ ἄτοπον, — τὸ ὁποῖον ἀληθῶς καθιστᾷ τὴν ἐξαίρεσιν ἐν τῇ μακρᾷ ταύτῃ χρονικῇ περιόδῳ,—εὗρε τόσῳ ἄτοπον τὸ πρᾶγμα, ὥστε ἠθέλησε τὴν εὐθύνην τοιαύτης διαιρέσεως δήμου, τοιαύτης συγχωνεύσεως δήμων, ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων καὶ γνωμοδοτήσεων τῶν Δημοτικῶν καὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔπραξε, τὸ ἔπραξαν τὰ 9/10 τῶν παρελθουσῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον, διότι πᾶσαι ἀνεγνώρισαν, ὅτι μόνα τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια κατὰ τόπους εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κρίνουν περὶ τῶν συμφερόντων τῶν δήμων. Ἠρώτα πρὸ ὀλίγου: ἂν συμφέρον ἀπαραίτητον ἐπιβάλῃ τὴν διαίρεσιν, πρέπει νὰ σταματήσωμεν; Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· τὸ ζήτημα εἶναι, τίς εἶναι ὁ μᾶλλον ἱκανὸς νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ συμφέρον τὸ ἀπαραίτητον, καὶ ἐπὶ τὴν κρίσιν τίνος δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν περὶ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ ἀπαραιτήτου· καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὸν παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσῃ. Νομίζει, ὅτι ἀπὸ τῆς ἕδρας του, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι εἰς θέσιν καλλίτερον νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς ἀνάγκας τῶν δήμων, παρὰ τὰ Δημοτικὰ καὶ τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια;
§92ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ φατριαστικὸν πνεῦμα....
§93ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ φατριαστικὸν πνεῦμα ἔγκειται ἐν τῇ συγκεντρώσει, καὶ ὁσάκις ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον ἐπεκράτησε τὸ φατριαστικὸν πνεῦμα, πᾶσαι αἱ πράξεις τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὑπὸ τοῦ πνεύματος ἐκείνου ὁδηγούμεναι, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποβλέπουσαι μόνον εἰς κερδοσκοπίαν πολιτικήν. Εὐτυχῶς δι’ ἡμᾶς, τὴν κατηγορίαν ταύτην δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιῤῥίψωμεν, παρὰ εἰς ἐξαιρέσεις τῶν Κυβερνήσεων, τῶν ὑπαρξασῶν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον· μόνη ἐξαίρεσις εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον θέλει νὰ καθιερώσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μόνη ἐξαίρεσις εἶναι ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν παρελθόντων ἐτῶν· ἴσως ἐπὶ τῶν δακτύλων τῶν δύο χειρῶν δυνάμεθα νὰ ἀριθμήσωμεν τὰ παραδείγματα τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ περὶ δήμων νόμου, καὶ τοιαύτης ἐπιδιωχθείσης κερδοσκοπίας ἐκ τῆς ἑρμηνείας. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν πρόκειται ἀκριβῶς νὰ ἀποπτύσωμεν τὸν χαλινὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ ἄρθρον 8 τοῦ περὶ δήμων νόμου, πρόκειται τὸ ἄτοπον νὰ τὸ καθιερώσωμεν ὡς κανόνα. Εὔχομαι ἀληθῶς, ὅπως μὴ γένηται κατάχρησις τοῦ νομοθετήματος τοῦ ἤδη ψηφιζομένου, εὔχομαι μετὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κυρουμένου καὶ δημοσιευομένου, νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβάλωμεν τὴν διάταξιν, ἣν ἤδη συζητοῦμεν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐλπίζω, διότι γνωρίζω πρὸς τίνας πειρασμοὺς ἔχει νὰ παλαίσῃ ἡ κεντρικὴ ἐξουσία, ἐκεῖνος δὲ, ὁ ὁποῖος δωρεὰν συγκεντρόνει εἰς χεῖράς του δύναμιν ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους σήμερον ἡ πολιτεία διέπεται, ἢ δὲν ἔχει πεῖραν τῶν πειρασμῶν αὐτῶν, ἢ, ἔχων τὴν πεῖραν, νομίζει ὅτι πρέπει τοὺς πειρασμοὺς τούτους νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ πρὸς διεύθυνσιν τῶν τῆς πολιτείας. Ὁ ἄνθρωπος δύο πείρας ἔχει, φοβοῦμαι δὲ, μήπως τὸ τοῦ μύθου τὸ ἐννοήσῃ κατόπιν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ψηφισθῇ καὶ λειτουργήσῃ ὁ νόμος.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Ὡς ἠκούσατε, τρεῖς εἶναι αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι: ἡ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ τῆς μειοψηφίας καὶ ἡ τοῦ κ. Χατζοπούλου. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ διαίρεσις, συγχώνευσις ἢ μετασχηματισμὸς τῶν δήμων γίνεται δι’ εἰδικοῦ νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπολείπεται ἡ τροπολογία τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν συνεχωνεύθη καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Χατζοπούλου καὶ ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ διαίρεσις, συγχώνευσις ἢ μετασχηματισμὸς τῶν δήμων γίνεται μετὰ προτέραν ῥητὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν τῶν ἁρμοδίων Δημοτικῶν καὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων.»
§95ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολεκτῶν τῶν βουλευτῶν κκ. Πέῤῥου καὶ Ἀργασάρη Λομβάρδου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Λεων. Δεληγεώργης | Ο | Εὐθ. Σπυράκης | Ο |
| Δ. Χατζόπουλος | Ν | Κ. Κατσικόπουλος | Ο |
| Ν. Δ. Μακρῆς | Ο | Ἰω. Ἀντωνόπουλος | Ο |
| Χ. Τρικούπης | Ν | Κ. Καραπάνος | Ο |
| Δ. Σ. Βουλπιώτης | Γ. Παχὺς | ||
| Γ. Σισμάνης | Α. Ζυγομαλᾶς | Ν | |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ν. Λεβίδης | Ν | |
| Μ. Ἰατρίδης | Ο | Δ. Ράλλης | Ν |
| Ν. Ζῶτος | Ο | Δ. Ν. Καλλιφρονᾶς | |
| Ν. Φαρμάκης | |||
| Δ. Πετρίδης | |||
| Σπ. Νοταρᾶς | |||
| Γ. Φαρμακόπουλος | Ο | ||
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | ||
| Δ. Οἰκονόμου | Ν | ||
| Ἰω. Δηλιγιάννης | |||
| Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | |||
| Ἠλ. Ποταμιάνος | |||
| Εὐστ. Τουρνάκης | Ἀχ. Χοϊδᾶς | Ο | |
| Θ. Π. Δηλιγιάννης | Ο | Ἀν. Παπαγιαννακόπουλος | Ο |
| Θ. Β. Δηλιγιάννης | Ο | Ἰω. Κρεστενίτης | |
| Π. Μανέτας | Ν | Ἄγ. Πετραλιᾶς | Ο |
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ν. Πετιμεζᾶς | ||
| Χρῆστος Χρηστόπουλος | Ο | Λ. Σταμάτης | Ο |
| Φίλιππος Βάρβογλης | Ο | Α. Παναγιωτόπουλος | Ο |
| Κ. Κωνσταντόπουλος | Ο | Α. Γεροκωστόπουλος | Ο |
| Θ. Πέῤῥος | Ο | Ν. Κουμανιώτης | Ο |
| Ἠλ. Φλέσσας | Ο | Δ. Παυλόπουλος | |
| Α. Κοντογούρης | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | Ν |
| Α. Σπηλιάδης | Ο | Στέφ. Κοπανίτσας | Ν |
| Α. Ζαΐμης | Ο | Ν. Βαρβιτσιώτης | |
| Ι. Ζωγράφος | Ο | Γ. Φιλάρετος | Ν |
| Α. Κοντόσταυλος | Ν. Σχινᾶς | Ν | |
| Α. Πετσάλης | Ο | Ι. Φίλιος | Ο |
| Η. Γαζέπης | Ι. Παπαδόπουλος | Ο | |
| Π. Λεβέντης | Ο | Ν. Ριζόπουλος | |
| Θ. Φλογαΐτης | Ν | Ν. Γεωργιάδης | Ο |
| Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς | Ο | Ν. Κωκωσλῆς | |
| Γ. Καραβᾶς | Δ. Οἰκονομίδης | Ο | |
| Λ. Ρώμας | Ο | Μ. Δάλλας | Ο |
| Ρ. Ρώμας | Π. Ζαρίμπας | Ο | |
| Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ν | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ο |
| Δ. Στεφάνου | Ν | Α. Χρηστόπουλος | Ο |
| Ι. Σέχος | Π. Σάκκης | ||
| Γ. Θεοτόκης | Ν | Κ. Φλέσσας | |
| Ε. Τσαρλαμπᾶς | Ο | Π. Καπετανάκης | Ο |
| Α. Καποδίστριας | Κ. Δαγρὲς | Ο | |
| Π. Κωνσταντᾶς | Ο | Ε. Κοκκέβης | |
| Π. Βαλαωρίτης | Ν. Μισυρλῆς | ||
| Α. Ζερβὸς | Ν | Π. Πεῤῥωτὴς | |
| Ἀχ. Ἀγάθος | Ο | Δ. Λυμπερόπουλος | Ο |
| Ε. Μπασιᾶς | Σ. Σωτηρόπουλος | Ν | |
| Σ. Φορέστης | Ο | Χ. Κανελλόπουλος | Ο |
| Ν. Βαλσαμάκης | Δ. Π. Γουδῆς | ||
| Ι. Βρυώνης | Ν | Σ. Χατζηγάκης | Ο |
| Ἀν. Ζερβὸς | Ο | Δ. Τερτίπης | Ο |
| Π. Μαυροκέφαλος | Β. Ἀζᾶς | Ο | |
| Γ. Μπούμπουλης | Ο | Α. Βασιαρδάνης | Ο |
| Α. Μαυροκορδάτος | Σ. Γεωργόπουλος | ||
| Γ. Κόρπας | Ο | Γιαννούσιος Τάκης | Ο |
| Ν. Συνοδινὸς | Ο | Ν. Ταρμπάζης | Ο |
| Κ. Ἀργυρόπουλος | Ο | Ἰω. Παλάσκας | Ο |
| Π. Ταταράκης | Ο | Ν. Τσαμαδὸς | Ν |
| Γ. Μαυρομαρᾶς | Ο | Θ. Γκίκας | |
| Ο. Μαῦρος | Ο | Ε. Σιμόπουλος | Ν |
| Κ. Νεγρεπόντης | Κ. Χατζῖσκος | ||
| Μ. Δαμιράλης | Α. Εὐταξίας | Ο | |
| Δ. Γαββαλᾶς | Ο | Κ. Τράκας | |
| Σ. Παγανέλης | Ο | ||
| Κ. Μαυρομιχάλης | |||
| Γ. Πετροπουλάκης | Ο | Α. Μαρλᾶς | Ο |
| Γεώρ. Μαυρομιχάλης | Ο | ||
| Κ. Κοσσονάκος | Ν | ||
| Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | Α. Μ. Κανάρης | Ο |
| Κ. Σαλταφέρος | Ο |
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 93. Ἐκ τούτων 23 εἶπον Ναὶ καὶ 70 εἶπον Ὄχι. Ἑπομένως ἡ τροπολογία ἀπεῤῥίφθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει προσθήκη τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν πρῶτον τὸ ἄρθρον καὶ κατόπιν τὴν προσθήκην.
§99ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὴν ὑποβαλλομένην ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀστυνομίας, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα πρέπει νὰ ἀνήκουν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ οὐχὶ εἰς τὸν λαὸν, διότι διὰ τῆς ἐκλογῆς τίποτε δὲν γίνεται, ἢ ὅτι δίδεται ἡ ἐξουσία εἰς τὸν Δήμαρχον νὰ πιέζῃ τὸ ἥμισυ τῶν πολιτῶν, διότι ὅσοι μὲν θὰ ψηφίσουν τὸν Δήμαρχον θὰ ἦναι οἱ εὐνοούμενοι, ἀλλ’ οἱ ἐναντίοι θὰ πιέζωνται. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ ἀστυνόμοι πρέπει νὰ διορίζωνται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀντὶ ἀστυνόμων δύναται νὰ ἦναι εἰς ἕκαστον δῆμον ἀνὰ εἷς Εἰρηνοδίκης, ὁ ὁποῖος νὰ δικάζῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἐκπληροῖ καὶ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Φρονῶ ὅτι τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα πρέπει νὰ ἀνήκουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τῆς ἰδέας αὐτῆς εἶναι ὀλίγοι, καὶ παρατηρῶ, ὅτι πάντες τείνομεν εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν, ἀλλ’ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, φρονῶ, ὅτι δὲν ἀσπάζεται τὴν καθαρὰν ἀποκέντρωσιν. Ἐὰν θέλωμεν τὴν καθαρὰν ἀποκέντρωσιν, ἂς ἀνατεθῇ ἡ ἐκλογὴ εἰς τὸν λαὸν, ἀντὶ νὰ τὴν ἀναθέσητε εἰς τοὺς δώδεκα δημοτικοὺς συμβούλους. Ἐπὶ τούτου ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει.
§100ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι πάντες αἰσθανόμεθα καὶ ἀναγνωρίζομεν, ὅτι περὶ σπουδαιοτάτου πράγματος καλούμεθα νὰ νομοθετήσωμεν.
§101Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον τοιοῦτον νομοθέτημα;
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλητε νὰ ἐργασθῶμεν ἕως τὸ Πάσχα, ἂς ἀναβάλωμεν.
§103ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁπτόμεθα σπουδαιοτάτου ζητήματος, διότι πρόκειται περὶ μεταβολῆς ἐν τοῖς δημοτικοῖς θεσμοῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα ἔτη ἐλειτούργησαν καὶ τοὺς ὁποίους ἡ Μοναρχία ἐθεώρησεν ἀπαραιτήτους εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ καὶ χρησίμους, ὅπως ὁ τόπος ποδηγετηθῇ βαθμηδὸν πρὸς τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας. Βεβαίως πρὸς νομοθεσίαν τόσον ἀρχαίαν παρ’ ἡμῖν, συνδεομένην μὲ τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, δὲν δυνάμεθα, εἰμὴ νὰ ἱστάμεθα εὐλαβῶς. Καὶ ἂν αὕτη δεικνύηται ἀξία μεταβολῆς, πρέπει νὰ ἀξιῶμεν πᾶσαν μεταβολὴν τῆς εὐρυτέρας συζητήσεως καὶ μελέτης. Καὶ ἀφοῦ παρίσταται ἀνάγκη, ὅπως προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, βεβαίως δὲν δύναταί τις, χωρὶς νὰ ἀσεβήσῃ πρὸς τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, νὰ αἰσθανθῇ ὄκνον, ὅπως παραταθῇ ἡ συζήτησις.
§104Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ὅταν δὲν ἐπαρκοῦν αἱ σωματικαὶ δυνάμεις;
§105ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πρέπει νὰ συναισθάνηται ἡ Βουλή, ὅτι δὲν καλεῖται νὰ ἐκτελέσῃ τυπικὸν καθῆκον. Βεβαίως καὶ διακοπαὶ ἔπρεπε νὰ γίνωνται· δὲν θεωρῶ δὲ σπουδαῖον καὶ χρήσιμον, καθήμενοι ἐνταῦθα ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους, συζητοῦντες καὶ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου ἄνευ προσοχῆς, νὰ ἐκτελῶμεν μηχανικῶς μόνον τὸ καθῆκόν μας. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ὥρα δὲν εἶναι λίαν προκεχωρημένη. Κατὰ τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἐπρόκειτο νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν δήμων καὶ κατὰ τῶν αὐθαιρέτων μεταβολῶν τοῦ διοργανισμοῦ ἑκάστου αὐτῶν, κατὰ τῶν ὁποίων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προσέθηκεν ἐγγυήσεις εἰς τὰ μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντα, τὰς ἐγγυήσεις τῶν διατασσομένων δημοσιεύσεων. Διὰ δὲ τῶν ἄρθρων, εἰς τὰ ὁποῖα εἰσερχόμεθα, τοῦ 2ου καὶ 3ου, πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν οὐχὶ περὶ δημοτικῶν μόνον δικαίων, ἀλλὰ περὶ αὐτῆς τῆς δημοσίας τάξεως ἐν Ἑλλάδι. Ἐπιχειροῦμεν μεταβολὴν κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ ὁποία ἴσως ἐν τῇ πρακτικῇ δὲν παρίσταται ἔχουσα μεγάλην σημασίαν ἐκ πρώτης ὄψεως. Κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα, ἡ Κυβέρνησις διορίζει τὸν ἀστυνόμον κατὰ πρότασιν τοῦ Δημάρχου. Βεβαίως ἐν τῇ πρακτικῇ ὁ κανὼν ἦτο νὰ διορίζηται πάντοτε ὁ προτεινόμενος ὑπὸ τοῦ Δημάρχου ἐγκαίρως, καὶ νὰ μὴ παραβιάζηται, ἀναβαλλομένη ἐπ’ ἀόριστον, ἡ πραγματοποίησις τῆς προτάσεως. Σπάνιαι ὑπῆρξαν αἱ ἐξαιρέσεις ἐν τῇ πρακτικῇ. Λοιπὸν ἐν τῇ πράξει ἔχομεν μέχρι τοῦδε τὸν Δήμαρχον, ἢ αὐτοπροσώπως ἐκτελοῦντα τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἢ προτείνοντα τὸν εἰδικὸν ἀστυνόμον. Ἐκ τῆς πράξεως λοιπὸν ὁ Δήμαρχος διώριζε τὸν ἀστυνόμον, καὶ δὲν παρίστατο ἐπείγουσα ἀνάγκη, ὅπως μεταβάλωμεν τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα, μόνον διὰ νὰ παύσῃ ὁ τύπος τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διορισμοῦ. Ἀλλὰ κατ’ ἔννοιαν καὶ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει θεμελιώδη μεταβολὴν μεγάλην τοῦ ἀστυνομικοῦ νόμου, μεταβολὴν ῥιζικὴν ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τὸ ἀστυνομεῖν ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, καὶ δίδεται εἰς τὴν δημοτικήν. Δὲν θὰ συζητήσω ὑπὸ ἔποψιν ἐπιστημονικήν, οὕτως εἰπεῖν, ἂν τὸ ἀστυνομεῖν ἦναι δικαίωμα τοῦ Κράτους ἢ δικαίωμα τῶν δήμων. Ἴσως ὑπάρχει ἐπιστημονική τις διαφωνία ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀλλὰ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα κανονίζονται κατὰ τὰς νομοθεσίας, οὕτως ἢ ἄλλως. Ἐπιστημονικὸν λοιπὸν δύναται νὰ ἦναι καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο. Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ γράμμα δὲν γίνηται θεωρητικὴ ἀμφισβήτησις ἐπὶ τούτου, πάντοτε δύναται νὰ ὑπάρξῃ διάκρισίς τις, ἐὰν δηλαδὴ, ὅπου ὑπάρχει δημοτικὴ αὐτοδιοίκησις, τὸ ἀστυνομεῖν, ἀναγνωριζόμενον ὑπὲρ τῶν δήμων, πηγάζῃ ἐξ ἰδίου δικαιώματος, οὕτως εἰπεῖν, τῶν δήμων, ἢ κατὰ παραχώρησιν ἐκ τοῦ Κράτους. Ἀναγνωρίζω τὴν ὑπὲρ τῶν δήμων ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ βεβαίως μέ τινα διάκρισιν, ἡ ὁποία ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ. Τὸ ἀστυνομεῖν ἀπολύτως καὶ γενικῶς δὲν δύναται νὰ ἦναι δικαίωμα ἀνῆκον εἰς τοὺς δήμους, ἀφοῦ σχετίζεται ὑπὸ γενικωτέραν ἔννοιαν μὲ αὐτὰ τὰ συμφέροντα τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους· διότι, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὴν ἰδέαν τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν, ὁποῖον ἔχετε Κράτος; δὲν ἔχετε, εἰμὴ ὁμοσπονδιακὴν πολιτείαν δήμων. Τὸ ἀστυνομεῖν λοιπὸν ἐν τῇ γενικότητι αὐτοῦ, ὡς σχετιζόμενον μὲ τὴν δημοσίαν τάξιν, εἶναι ἐξουσία ἀνήκουσα εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ τὸ ἀστυνομεῖν ὑπὸ περιωρισμένην ἔννοιαν, ὑπὸ ἔννοιαν τοπικὴν, ἀποβαίνει τῳόντι ἐξουσία συμφυὴς πρὸς τὴν δημοτικὴν αὐτοδιοίκησιν· οἱ δῆμοι, ἔχοντες ἀνεγνωρισμένα δικαιώματα, ἔχοντες αὐθυπαρξίαν, ἀποτελοῦσι πάντοτε εἶδος μικροῦ Κράτους, καὶ βεβαίως δὲν δύνανται, εἰμὴ νὰ ἔχωσι καί τινα ἀστυνομικὴν αὐθυπαρξίαν. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἰδιαιτέρων σκοπῶν αὐτῶν καὶ τοῦ προορισμοῦ των ἤθελε μένει γράμμα νεκρὸν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον συγχρόνως καὶ τὰ μέσα, ὅπως ἡ θέλησις τῶν δημοτῶν μὴ εὑρίσκῃ πρόσκομμα εἰς πᾶσαν παραβίασιν τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἰδιαιτέρων τοπικῶν συμφερόντων τοῦ δήμου. Ἡ τοπικὴ, ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἐκδηλοῦται δυνάμει ἰδίως τῶν καλουμένων ἀστυνομικῶν διατάξεων· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, ἐν τοῖς νόμοις ἡμῶν, τοπικὴ ἀστυνομία καὶ γενικὴ ἀστυνομία εἶναι συγκεχυμέναι, δὲν ὑπάρχει διάκρισις· τὰ καθήκοντα τῆς γενικῆς ἀστυνομίας καὶ τῆς τοπικῆς ἑνοῦνται εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον. Τὸ τοιοῦτον δὲν παρεῖχε κἀνένα κίνδυνον, μάλιστα ὑπὸ τὴν Μοναρχίαν, διότι πολλαχῶς πάντοτε ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς κεντρικῆς ἀρχῆς ὁ ἀστυνόμος. Καὶ ὁ νόμος, ὁ ἰσχύων ἔτι παρ’ ἡμῖν, ὁ ἀστυνομικὸς, διὰ ῥητῆς διατάξεως ἠθέλησε νὰ λύσῃ πᾶσαν ἀμφιβολίαν σχετικὴν, καὶ διατάττει εἰς τὸ 1ον ἄρθρον, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἐνασκεῖται παρὰ τῶν δήμων ἐν ὀνόματι, κατ’ ἐπιταγὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως· οὔτε ἴχνος δικαιώματος ἰδίου, αὐθυποστάτου, οὕτως εἰπεῖν, φαίνεται ἀνεγνωρισμένον ὑπὲρ τῶν δήμων. Ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοῇ, ὅτι ἐκ παραχωρήσεως ἁπλῶς ἔχουσιν οἱ δῆμοι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ὅλως τοπικῆς ἀστυνομίας, καὶ ἂν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐκφρασθῇ, θὰ ἐξεφράζετο πιστεύω, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχουσιν ὡς συναφὲς πρὸς τὴν δημοτικὴν αὐτοδιοίκησιν· ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ γενικὴ ἀστυνομία, καὶ ταύτην ἐκ παραχωρήσεως ἔχουσιν οἱ δῆμοι, καθὰ σαφέστατα ἐξεφράσθη ἐν αὐτῷ τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ὁ ἀστυνομικὸς νόμος, καθ’ ὃ ἡ ἀστυνομία ἐνασκεῖται ὑπὸ τῶν δήμων ἐν ὀνόματι καὶ κατ’ ἐπιταγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν καλούμεθα σήμερον νὰ ἐπιχειρήσωμεν θεμελιώδη μεταβολὴν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ σχέσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ διορισμῷ τοῦ ἀστυνόμου. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, εἰμὴ καὶ πάλιν νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων τούτων, 2 καὶ 3, τείνει νὰ πραγματοποιήσῃ ἀρχὴν αὐτοδιοικήσεως ἢ ἀποκεντρώσεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ περιστρεφώμεθα εἰς γενικὰς καὶ θεωρητικὰς συζητήσεις, ἃς ἔλθωμεν εἰς πρακτικωτέραν τοῦ πράγματος ἐξέτασιν. Ἀφαιροῦμεν τὸ ἀστυνομεῖν, τουλάχιστον ἐν τῷ διορισμῷ τοῦ ἀστυνόμου, ἐντελῶς ἀπὸ τοῦ Κράτους, καὶ ποῦ τὸ δίδομεν; τὸ δίδομεν εἰς τὰς καθεστηκυίας ἀρχὰς τοῦ δήμου. Ἀμέσως Κύριοι, ἐγείρεται ἡ ἰδέα καὶ ἡ ἀπορία: Ἄν τὸ ἀστυνομεῖν τὸ ἀφίνωμεν εἰς τὸν δῆμον, καὶ δὲν δεχώμεθα νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ἀστυνόμου ἡ κεντρικὴ ἀρχὴ, διατὶ ἆρά γε ἀμβλυωποῦμεν πρὸς τὴν πηγὴν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀποῤῥέει καὶ ὁ Δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον; διατὶ δυσπιστοῦμεν πρὸς αὐτήν; διατὶ τὴν πηγὴν τὴν θεωροῦμεν τόσον βορβορώδη, ὥστε θέλομεν τὴν ἐξάγνισιν τῶν ἐξ αὐτῆς ἀποῤῥεουσῶν συνεπειῶν διὰ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου; Λέγετε πρὸς τὸν λαόν: «ἀφαιρῶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐμπιστεύομαι καὶ εἰς σὲ, τὸ ἐμπιστεύομαι ὅμως εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐκλέγεις ὡς δημάρχους καὶ δημοτικοὺς συμβούλους». Δὲν τὸ ἐμπιστεύεσθε λοιπὸν εἰς ἄμεσον ἐκλογὴν ἀλλ’ εἰς ἔμμεσον ἐκλογὴν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου λαοῦ. Ἀλλὰ τούτου οὕτως ἔχοντος, ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τις, διατὶ αὐτὴ ἡ δυσπιστία πρὸς τὸν λαὸν, τὸν ἐκλέγοντα καὶ τὸν Δήμαρχόν του καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον; καὶ διατὶ, ἀφοῦ ἐφθάσαμεν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, δὲν προβαίνομεν περαιτέρω; Μᾶς πτοεῖ ἆρά γε ἡ ἰδέα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐκλογῶν; ἀλλ’ ἐκλογὰς δημοτικῶν ἀρχῶν ἔχομεν· γίνεται ἐκλογὴ Δημάρχου, ἐκλογὴ παρέδρων, ἐκλογὴ δημοτικῶν συμβούλων· διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ γίνηται συγχρόνως καὶ ἐκλογὴ ἀστυνόμου; ὁ Δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τί ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ἀπόῤῥοια τῆς πανδήμου ψηφοφορίας; ποῖος εἶναι ὁ εἴτε θεωρητικὸς, εἴτε πρακτικὸς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δυσπιστοῦμεν πρὸς τὸν λαὸν διὰ τὴν ἐκλογὴν ἀστυνόμων, ἀλλὰ ἐμπιστευόμεθα τὰ προϊόντα τῆς ψήφου καὶ τῆς γνώμης αὐτοῦ; ἐμπιστευόμεθα εἰς τὸν λαὸν, ὅταν πρόκηται περὶ ἀντικειμένων, τῶν ὁποίων ἡ πλήρης ἐπίγνωσις ἴσως δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν διάνοιάν του· ὁ Δήμαρχος εἶναι ἡ ἀνωτάτη ἀρχὴ τοῦ δήμου, πρόκειται πολλὰ καὶ ποικίλα συμφέροντα τοῦ δήμου νὰ διαχειρίζηται, πολλὰ τούτων δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἁπλοῦ πολίτου· ὁ ἁπλοῦς ψηφοφόρος, καλούμενος νὰ ἐκλέξῃ Δήμαρχον, εἶναι εἰς ἄγνοιαν τοῦ τί πρόκειται νὰ πράττῃ ὁ Δήμαρχος, καὶ ὅμως θεωρεῖται τοσοῦτον ἀνεπτυγμένος, ὥστε ἀπόκειται εἰς αὐτὸν νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἄρχοντα τοῦ δήμου, ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πολλὰ καὶ ποικίλα πρόκειται νὰ διαχειρίζηται. Ἐμπιστεύεσθε λοιπὸν τὸν λαὸν, προκειμένου νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἄρχοντα αὐτοῦ καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον· ἀλλὰ τί δὲν ἐμπιστεύεσθε; Δὲν ἐμπιστεύεσθε τὴν ἐκλογὴν τῆς ἀρχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἔλθῃ εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν πρὸς αὐτὸν, τὴν ἀρχὴν τὴν τοπικὴν, ἥτις πρόκειται νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς περιουσίας, τῆς τιμῆς καὶ τῆς ζωῆς αὐτοῦ. Λοιπὸν, ἐνῷ πρόκειται νὰ καλέσητε αὐτὸν νὰ κρίνῃ περὶ ψηλαφητῶν πραγμάτων, νὰ κρίνῃ ποῖον θεωρεῖ ἄξιον, ὅπως ἐπαγρυπνῇ διὰ τὴν ἀσφάλειάν του, εἰς τοῦτο δυσπιστεῖτε, δυσπιστεῖτε πρὸς τὸν ἐνδιαφερόμενον περὶ αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν, καὶ ἐμπιστεύεσθε πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πιθανὸν νὰ μὴ ἐνδιαφερθῶσι πολὺ περὶ αὐτῶν. Καὶ ὅταν λέγωμεν, Κύριοι, ὅτι θέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν συγκέντρωσιν, πῶς δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι τὴν ἀρχὴν ταύτην πρέπει νὰ τὴν ἔχωμεν γενικήν; Δὲν θέλομεν τὴν συγκέντρωσιν εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δύναται ἴσως πᾶσα Κυβέρνησις νὰ ἀξιοῖ ὑπὲρ ἑαυτῆς, διότι πρόκειται περὶ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας, διότι πρόκειται περὶ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου πολλοὶ, κατὰ τὰ ἄλλα ἐλευθεριάζοντες, θεωροῦσιν ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον ν’ ἀφαιρῆται τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ὅταν καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ συγκεντρωμένη ἐξουσία, ἀφαιρῶμεν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πολλοὶ θεωροῦσιν, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσας, ὡς δυνάμενον νὰ παραμείνῃ εἰς αὐτὴν, μεταπίπτομεν ποῦ; Εἰς συγκέντρωσιν ὑπὲρ τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὑποπίπτομεν δηλαδὴ τοιουτοτρόπως εἰς ἄλλο κατ’ ἐμὲ κακόν. Ἀλλ’ ἐκείνη ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐν τῇ ἀποφυγῇ τῆς συγκεντρώσεως πρὸ πάντων δεσπόζει, εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ καταμερισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν, καὶ πλανῶνται ὅσοι φρονοῦσιν, ὅτι ἐνεργοῦσιν ἀποκέντρωσιν, ἐὰν μόνον ἀφαιρέσωσιν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν, συγκεντρώσωσι δὲ πολλὰς τοιαύτας εἰς ἄλλας ἀρχάς. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι κατὰ τῆς συγκεντρώσεως, πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρὸ πάντων ἐν τῷ καταμερισμῷ τῆς ἐξουσίας ἐνυπάρχει ἡ ἀποκέντρωσις, διότι τοιουτοτρόπως δημιουργεῖται ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἀποφεύγεται ἡ τυραννία οἱασδήποτε ἀρχῆς. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν τῷ νομοθετεῖν ἀρκετὰ ὥριμοι, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνομεν παιδικῶς πολλάκις μίαν θεωρίαν καὶ τρέχομεν κατόπιν αὐτῆς, καὶ τοιουτοτρόπως ὑποπίπτομεν εἰς τὸ ὀλέθριον κακὸν, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, εἰς τὸ κακὸν τοῦ πνεύματος, τοῦ συστήματος δηλονότι τῶν συστηματικῶν θεωριῶν, κατὰ τῶν ὁποίων ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πολλὰ σχετικὰ καὶ πρακτικώτατα ἀνεγίνωσκον ποτὲ ἐν συγγράμματι τοῦ Charles Compte περὶ νομοθεσίας. Οὐδὲν τῳόντι τοῦ τοιούτου συστήματος ἐν τῇ νομοθεσίᾳ χειρότερον. Ἐν Ἀγγλίᾳ λειτουργεῖ εὐδοκίμως ἡ αὐτοδιοίκησις, ὡς λειτουργεῖ εὐδοκίμως ἐν γένει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα· ἀλλὰ τοῦτο ὀφείλεται μὲν ἴσως καὶ εἰς τὸν χαρακτῆρα τὸν ἰδιάζοντα τῶν Ἄγγλων, ἀλλ’ ὀφείλεται καὶ ἐν αὐτῷ τῷ πολυπλόκῳ καὶ κατὰ τὸ φαινόμενον ἀσυναρτήτῳ μηχανισμῷ τῶν ὀργανικῶν νόμων. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει δεσπόζουσαν τὴν ἰδέαν τῆς αὐτοδιοικήσεως, τὴν ἔχει, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, μονομερῶς. Ἐμπιστεύεσθε εἰς τὴν ἀφαίρεσιν ἐξουσιῶν ἀπὸ τοῦ κέντρου, ἀλλ’ ἐμπιστεύεσθε εἰς τὴν συγκέντρωσιν ἐν τῷ δήμῳ· ἀλλ’ ἐνῷ εἶμαι ἐκ τῶν μᾶλλον ἐνθέρμων θιασωτῶν τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἀναγκάζομαι μετὰ λύπης νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν ἀνεπιφύλακτον ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς κυρίους Δημάρχους καὶ τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους, μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, ἣν ἔχω πρὸς τοῦτο. Καὶ ἡ πεῖρα, Κύριοι, ἀποδεικνύει, ὅτι, ἐὰν ηὐτύχησαν πολλοὶ τῶν δήμων τοῦ Κράτους νὰ ἀπολαύσωσι Δημάρχων ἀληθῶς καλῶν, οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων δυστυχῶς ἔχουσι Δημάρχους, ἵνα ἔχωσι τυραννίσκους. Εἰς τοῦτο πολλὰ βεβαίως συντελοῦσιν, ἀλλὰ προπάντων συντελεῖ τὸ κρατοῦν παρ’ ἡμῖν σύστημα. Ὁ Δήμαρχος εὑρίσκεται καὶ αὐτὸς ἐν τῇ ἀτμοσφαίρᾳ τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ· ὁ Δήμαρχος εἶναι πολιτικὸν ὄργανον, ὑποστηρίζων πολιτικὴν καὶ ὑποστηριζόμενον ὑπὸ τῆς πολιτικῆς. Ἀντλεῖ λοιπὸν πολλὰ συμφέροντα ἐκ τῆς ἐξουσίας τῆς πολιτικῆς, καὶ ἄλλα προσπαθεῖ νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τῆς δημοτικῆς αὑτοῦ δυνάμεως. Καὶ εὑρισκόμενος ἐν αὐτῇ τῇ ἀτμοσφαίρᾳ, γίνεται κακὸς, ἐὰν ἔχῃ πολλὰς ἐξουσίας, ὅπως δύναται παρ’ ἡμῖν νὰ γείνῃ κακὸς καὶ ὁ δικαστής, διότι ἔχει μὲν αὐτὸς προσωπικὴν ἀνεξαρτησίαν ἐκ τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλὰ περιστοιχίζεται καὶ ὑπὸ τῆς ὅλης ἀτμοσφαίρας· παρίσταται ἐλεύθερος καὶ ἀνεξάρτητος, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἐλευθερία δὲν εἶναι πλήρης καὶ συνηρμολογημένη μετ’ ἄλλων συμφερόντων ἑαυτοῦ καὶ τῶν οἰκείων του, ἐξαρτωμένων ἐκ τῆς πολιτικῆς. Σᾶς ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι μοὶ φαίνεται ἄπορον τὸ νὰ φανταζώμεθα, ὅτι, ἀφαιροῦντες ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸν διορισμὸν τοῦ ἀστυνόμου, καὶ δίδοντες αὐτὸν εἰς τὸν Δήμαρχον καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐπιχειροῦμέν τι ἐν τοῖς πράγμασιν ἐλεύθερον. Ὅταν πρόκηται νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς μικρᾶς ἐκείνης πολιτείας τοῦ δήμου, δὲν πράττομέν τι ἐλεύθερον, πράττομέν τι δεσποτικόν. Βεβαίως πρέπει νὰ δώσωμεν ἱκανάς τινας ἐξουσίας πρὸς τὸν Δήμαρχον καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ πλείονας τῶν χρησίμων, ἀναλογιζόμενοι, ὅτι οἱ Δήμαρχοι δυστυχῶς καταντῶσιν ἐνίοτε τύραννοι τῶν δήμων. Ὅταν ἔχωσιν ὑπέρμετρον ἐξουσίαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑποκύψωσιν εἰς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὑποπίπτει πᾶσα ἀρχὴ, περιβαλλομένη πολλὰς ἐξουσίας, εἰς τὴν δύναμιν τῆς διαφθορᾶς. Ὁ ἔχων πολλὴν ἐξουσίαν, κατ’ ἀνάγκην ῥέπει πρὸς τὴν φυσικὴν ἀδυναμίαν τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ νὰ αὐξάνῃ αὐτὴν, τρέπεται πρὸς τὰ προχειρότερα, καὶ τὰ προχειρότερα καταντῶσιν εἰς τὴν κατάχρησιν καὶ τὴν διαφθοράν. Ἂς μὴ θεωρῶμεν, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ, μόνον διὰ τὴν ἰδιοφυΐαν τοῦ ἀγγλικοῦ χαρακτῆρος, δὲν ὑφίστανται ὅσα ὑφιστάμεθα ὑμεῖς· δὲν εἶναι μόνον ζήτημα χαρακτῆρος, εἶναι καὶ ὁ πολιτικὸς ὀργανισμὸς, ὁ ὁποῖος μᾶς διαφθείρει. Βεβαίως ὁ Ἄγγλος Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ διαφθείρηται, διότι δὲν ἔχει πολλὰ μέσα, ἵνα εὐαρεστήσῃ πολλοὺς χαριζόμενος, καὶ σκέπτεται, ἵνα τῆς ὀλίγης ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει, ποιήσηται καλὴν χρῆσιν, ἵνα οὕτω κατωρθώσῃ νὰ εὐαρεστήσῃ πρὸς τοὺς πλείονας. Ἀλλ’ ὁ Ἕλλην Ὑπουργὸς, εὑρισκόμενος ἐν τῇ μικροσκοπικῇ ἡμῶν πολιτείᾳ, ἔχει μίαν δύναμιν κολοσσιαίαν, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἡ κοινωνία δὲν ἀντέχει. Τὰ πάντα ὑπὸ τῆς ἐξουσίας ταύτης ἐκτελοῦνται, καὶ ὁ πολίτης δὲν ἔχει ἢ νὰ ἀτενίζῃ εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, ἐν ᾗ κυρίως συγκεντροῦται πᾶσα δύναμις. Ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζονται ταῦτα ἐπίσης, προκειμένου περὶ δημοτικῆς ἀρχῆς; Ἐνθυμοῦμαι τί ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Στεφάνου, ὅτε κατὰ τὸ 1873 μετέβη ὡς ἐπόπτης εἰς Μεσολόγγιον, καὶ τὰ ἐνθυμοῦμαι τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἀνέγραψα τὴν ἰδέαν ἐκείνην εἰς ἄρθρον ἐφημερίδος μὲ τὴν ὑπογραφήν μου. Ἤμεθα συνηγμένοι πολλοὶ δικηγόροι, καὶ ὁ κ. Στεφάνου ἔλεγεν, ὅτι ὁ Δήμαρχος εὑρίσκεται εἰς μίαν ἐμπόλεμον κατάστασιν, ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ, εἰμὴ παραβιάζων διαρκῶς τὸ καθῆκόν του· διότι, ἐὰν δὲν παραβιάσῃ τὸ καθῆκόν του, δὲν γίνεται Δήμαρχος. Καὶ μᾶς διηγεῖτο τὴν ἐξομολόγησιν ἑνὸς Δημάρχου. Εἶχον μεταβῆ οἱ ἐπόπται εἴς τινα δῆμον καὶ ἠρώτων τὸν Δήμαρχον, πῶς ἔχουσι τὰ τοῦ δήμου. «Κάκιστα»! τοῖς ἀπήντησεν ὁ Δήμαρχος.—«Πῶς! δὲν ἐκπληροῦτε τὰ καθήκοντά σας»; ἠρώτησαν οἱ ἐπόπται. «Ὄχι», ἀπήντησε.—Διατί;— Διότι, ἂν ἐκπληρώσω τὰ καθήκοντά μου, χάνω τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, καὶ πρέπει τότε νὰ μεταβῶ εἰς τὸ τουρκικὸν, διότι ὁ ἀντίπαλός μου εἶναι χειρότερος ἐμοῦ». Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Λοιπὸν, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι λόγος, ἵνα, ἀφαιροῦντες τὸν διορισμὸν τοῦ ἀστυνόμου ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν, δώσωμεν αὐτὸν εἰς τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας, δὲν ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν τοιούτων σκέψεων, τί δημιουργοῦμεν κατὰ τὸ νομοσχέδιον, νομοθετοῦντες οὕτως εἰπεῖν ἀποκεντρωτικῶς, ἀλλὰ κατ’ ἐμὴν γνώμην οὐχὶ πρακτικῶς; Ἀναθέτομεν ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸν Δήμαρχον τὸν διορισμὸν τοῦ ἀστυνόμου, ἀλλὰ λέγομεν πρὸς αὐτόν: «δέν σοι ἐμπιστευόμεθα· θὰ ἐνεργήσῃς ἐν τῷ περιορισμῷ, τὸν ὁποῖον σοὶ ἐπιβάλλει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον.» Κατὰ ποίαν θεωρίαν; Ποῖον ἐμπιστευόμεθα; Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον; Ὄχι. Τὸν Δήμαρχον; Ὄχι· οὔτε τὸν ἕνα οὔτε τὸν ἕτερον. Περιορίζομεν ἁπλῶς τὴν μίαν ἀρχὴν διὰ τῆς ἄλλης, φέροντες μόνον σύγχυσιν καὶ ἐκμηδένισιν τῆς εὐθύνης, διότι θὰ προκύπτωσι πολλάκις διαφωνίαι μεταξὺ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ Δημάρχου. Ἐὰν ὁ Δήμαρχος ἔχῃ σύμφωνον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θὰ προτείνῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλει ὁ Δήμαρχος, καὶ τότε ἔχομεν πραγματικὴν συγκέντρωσιν ἐξουσιῶν. Ἐὰν ἦναι εἰς διαφωνίαν, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον θὰ προτείνῃ ἴσως τοὺς χειρίστους, θὰ προτείνῃ ἐκείνους, τῶν ὁποίων ὁστιςδήποτε γινόμενος ἀστυνόμος θὰ ἦναι τύραννος τοῦ Δημάρχου. Ἐν πράγματι λοιπὸν θὰ ἔχωμεν ἢ συγκέντρωσιν ἢ παραλυσίαν. Νομίζω λοιπὸν, ἂν καὶ ἀναγνωρίζω τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ἀρχὴν, τὴν ἐν τοῖς ἄρθροις τούτοις ἐπικρατοῦσαν, τῆς ἀφαιρέσεως ἐξουσιῶν ἀπὸ τοῦ κέντρου, νομίζω λέγω, ὅτι πλήρης ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς ταύτης θὰ ἦναι, ν’ ἀπευθυνθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν πηγὴν, ἐξ ἧς πηγάζει ὁ Δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καὶ ὅτι, ἂν τὴν ἀστυνομίαν τὴν ἀναθέσωμεν οὐχὶ εἰς ἔμμεσον ἐκλογὴν, ἀλλ’ εἰς ἐκλογὴν ἄμεσον αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, θὰ ὑπάρξωμεν καὶ συνεπέστεροι καὶ πρακτικώτεροι. Ἂς ἐμπιστευθῶμεν εἰς τοὺς πολίτας, ὅπως τὴν ἐκλογὴν τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν συμβούλων, οὕτω καὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀστυνόμου. Ἀλλὰ χρεωστῶ, Κύριοι, νὰ ἐκφράσω τὰς σχετικὰς ὑπονοίας μου προκειμένου περὶ καθολικῆς ψηφοφορίας. Βεβαίως θεωρῶ προτιμοτέραν τὴν πάνδημον ἐκλογὴν τοῦ ἀστυνόμου, προτιμοτέραν καὶ τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἐπικρατοῦντος ἤδη συστήματος. Ἠδυνάμην νὰ ἐμπιστευθῶ εἰς πάνδημον ἐκλογὴν, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ στοιχεῖον τῆς τάξεως δύναται ἐπὶ τέλους παρ’ ἡμῖν πάντοτε νὰ σύρῃ καὶ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τοῦ λαοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι καὶ οἱ μὴ ἐμπνέοντες ἐμπιστοσύνην, προκειμένου περὶ ἀστυνομικῆς τάξεως. Ἀλλὰ καταλληλότερον θεωρῶ τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἀστυνόμου διὰ ψηφοφορίας περιωρισμένης. Τὴν ἰδέαν ταύτην πρὸ ἐτῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν δημοσιότητα δι’ ἄρθρων ἐνυπογράφων, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1873 καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1874. Ἐνθυμοῦμαι, —καὶ ἀπόδειξις αἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης,— ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν δημοσιογράφων ἐθεώρησαν τὴν ἰδέαν ταύτην πρακτικήν. Καὶ τὸ πρᾶγμα τοῦτο νομίζω εἶναι ἁπλούστατον, καὶ δὲν καινοτομῶ ὅλως διόλου, διὰ νὰ μὴ ἦναι εὐχερὲς νὰ συζητηθῇ ἡ ἰδέα μου ἐκείνη. Περὶ ἐκλογῆς πάντοτε πρόκειται, ἀλλὰ περὶ ἐκλογῆς, τὴν ὁποίαν ἐμπιστευόμεθα ἐμμέσως εἰς τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, ἀφοῦ τὴν ἀφίνομεν εἰς τὸν Δήμαρχον καὶ τοὺς Συμβούλους. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, προκειμένου περὶ βουλευτικῆς ἐκλογῆς, προκειμένου περὶ δημοτικῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ δὲν εἶμαι πρόθυμος ὑπὲρ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας προκειμένου περὶ ἐκλογῆς ἀστυνόμων, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἀστυνόμος ἐκεῖνος, ὅστις θὰ καταδιώξῃ τὸν ζωοκλέπτην, ὅστις θὰ συλλάβῃ τὸν παραβιάζοντα τὴν τάξιν, εἶναι αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον αὐτῶν τῶν ἰδίων στοιχείων. Οὐδὲ θεωρῶ, ὅτι ὑπάρχει τις σπουδαία δυσχέρεια εἰς τὸ νὰ εὕρῃ τις τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως. Ὡς προσόντα τῶν ἐκλογέων πρέπει νὰ ὑπάρχωσι περιουσία τις, μόρφωσίς τις· δὲν καταδικάζω τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι δὲν συνέπεσε νὰ ἔχωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τεκμήριά τινα τοῦ ὑπὲρ τῆς ἀστυνομικῆς τάξεως ἐνδιαφέροντός των· ἁπλούστατοι ἐργάται δύνανται νὰ ἦναι φιλησυχώτατοι πολῖται, ἀλλὰ δύνανται οἱ τοιοῦτοι νὰ ἐμπιστεύωνται εἰς τὴν συνταύτισιν τοῦ συμφέροντός των πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα. Αὐτὴ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς εἶναι ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα ἐν τῷ τύπῳ καὶ τὴν ὁποίαν ἄλλοι κατόπιν ἐμοῦ υἱοθέτησαν καὶ ὑπεστήριξαν. Δὲν ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἂν καὶ ἔχω πλῆρες τὸ σχέδιον καὶ τὰ τῆς διαδικασίας διὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ καταλόγου καὶ πάντα τὰ σχετικά, διότι βεβαίως θὰ ἦτο ματαιοπονία, ἐὰν δὲν ἔβλεπον προηγουμένως, ὅτι τοιοῦτον σύστημα εὑρίσκει τινὰ ὑποδοχήν, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω πλειότερον. Καὶ ἄλλοτε μὲν ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἐντελῶς ξένη εἰς τὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀστυνόμου, καὶ ἑπομένως προέτεινον, ἵνα μεταξὺ τριῶν ὑποψηφίων, ἐκλεγομένων ὑπὸ τοιούτου ἐκλογικοῦ συλλόγου, διορίζῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν ἕνα· ἀλλ’ εὐχαρίστως ἠδυνάμην νὰ παραιτήσω τὴν ἀνάμιξιν τῆς κεντρικῆς ἀρχῆς, καὶ εἰς ἕνα τοιοῦτον σύλλογον ἐκλογικὸν, ἀντιπροσωπεύοντα τὸ στοιχεῖον τῆς ἀστυνομικῆς τάξεως, νὰ ἐμπιστευθῶ τὴν ἐκλογήν. Ἀλλ’ ἴσως θεωρεῖται, ὅτι ἀντιβαίνει ἓν τοιοῦτο σύστημα πρὸς τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι βεβαίως ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ὅμως εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἐκλογὴν τοῦ Δημάρχου, τῶν παρέδρων καὶ τῶν συμβούλων, καὶ ταύτην ὑποβάλλει εἰς τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν· σήμερον ὅμως καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἔχομεν ἐκλογὴν καὶ ἀστυνόμου, ἀλλ’ ἐκλογὴν ἔμμεσον διὰ τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν Συμβούλων· ὥστε, ἐὰν παρεβιάζετο ἡ ἀρχή, ἡ ἐν τῷ Συντάγματι καθιερουμένη, διὰ τῆς τροπολογίας μου, θὰ παρεβιάζετο καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελε γείνει δεκτὴ ἡ ἰδέα αὕτη τῆς περιωρισμένης ψηφοφορίας, συμφωνῶ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι τὴν πάνδημον ψηφοφορίαν καὶ ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀστυνόμου, θεωρῶν καὶ τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν προτιμοτέραν τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοῶ, εἶναι, ποία ἐγγύησις ἐπραγματοποιήθη διὰ τῆς μεταβολῆς αὐτῆς, ὅτι, ἀντὶ νὰ διορίζηται ὁ ἀστυνόμος δι’ ἀποφάσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τῇ προτάσει τοῦ Δημάρχου, νὰ διορίζηται ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, οὐχὶ μένοντα τοὐλάχιστον ὑπεύθυνον καὶ ἑπομένως ἐλεύθερον ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ προσώπου τῆς ἐμπιστοσύνης του, ἀλλὰ δεσμευόμενον ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου. Βεβαίως εἶναι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, μία πρόοδος πρὸς τὴν αὐτοδιοίκησιν, ἀλλὰ προκειμένου νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν πρόοδον αὐτήν, δὲν ἐννοῶ διατὶ τὸν ἀστυνόμον, ἀντὶ νὰ ἐμπιστευώμεθα εἰς τὸν Δήμαρχον ἐν μέρει· καὶ ἐν μέρει εἰς τὸ Συμβούλιον, δηλαδὴ εἰς οὐδένα, διατί νὰ μὴ ἐμπιστευώμεθα τὴν ἐκλογὴν καὶ αὐτοῦ εἰς τὸν λαὸν, ὅπως καὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἄλλων δημοτικῶν ἀρχῶν.
§106ΡΑΛΛΗΣ. Ἀγνοῶ, ἂν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἀποδίδῃ ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ ἂν ἀποδίδῃ τὸ πνεῦμα καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ εἰσηγησαμένου αὐτὸ, τὰ δύο ἄρθρα αὐτοῦ, τὸ 2ον καὶ 3ον, ἅτινα θεωρῶ συναφῆ, ὀφείλονται κατὰ τὴν ἔκθεσιν εἰς τὸ ὅτι «ἐθεωρήθη προσῆκον ὁ παντελὴς χωρισμὸς τῆς ἀστυνομίας ἀπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἀνάδειξις τῶν ἀστυνόμων δι’ ἐκλογῆς πανδήμου ἢ περιωρισμένης, ἀμέσου ἢ ἐμμέσου, καθόσον ὑπελήφθη, ὅτι ἡ συγκέντρωσις τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας εἰς χεῖρας τῶν Δημάρχων μεγαλοποιεῖ πολὺ τὴν ἐξουσίαν των ἐπὶ βλάβῃ τῆς πολιτείας». Ἐὰν αὕτη ἦναι ἡ ἔννοια τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὁ σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἀκριβῶς ἀντίθετος ἐκείνου, ὃν τῷ ἀπέδωκαν, δὲν εἶναι ἡ ἀποκέντρωσις· σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι νὰ καταῤῥίψῃ τὴν προσωπικότητα τοῦ Δημάρχου, ἥτις ἐθεωρήθη παρὰ πολὺ μεγάλη ἀπέναντι τῆς πολιτείας, ἐν ὅσῳ περιλαμβάνει ἐν ἑαυτῇ καὶ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Τοῦτο λέγει ἀκριβῶς ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς βλέπετε. Δὲν γνωρίζω, εἶπον, ἂν ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἰδέας ἀνεχώρησεν ὁ εἰσηγησάμενος τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ αἱ διατάξεις αὐτοῦ ἀκριβῶς καὶ ἀμέσως καὶ εὐθὺ εἰς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου φέρουσι, καὶ ὀρθῶς ἡρμηνεύθησαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3, καὶ ἐκτιμήσωμεν ἐπακριβῶς τίνα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα καὶ αἱ συνέπειαι αὐτῶν, πρέπει νὰ καθορίσωμεν τὴν θέσιν τοῦ Δημάρχου ὑπὸ τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν, καὶ ν’ ἀναζητήσωμεν καὶ ἀνεύρωμεν, τί ἐπεδίωξεν ὁ δημοτικὸς ἡμῶν νόμος ἐν τοῖς ἄρθροις 40 καὶ ἑπομένοις, ὡς καὶ ποῖος ὑπῆρξεν ὁ ἐν γένει καταρτισμὸς τῶν διαφόρων βαθμίδων τῆς διοικήσεως ἡμῶν, ὧν μίαν, τὴν κατωτάτην, ἀποτελεῖ ἡ δημοτικὴ ἀρχή. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἱστορία τῶν διοικητικῶν καὶ τῶν δημοτικῶν ἡμῶν νόμων. Ἡ ἰδέα τοῦ ἑνιαίου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, συγκεντρουμένης ἐν τῷ προσώπῳ ἑνὸς προϊσταμένου, εἴτε ἐκλεγομένου εἴτε διοριζομένου, καὶ ἡ ἰδέα τοῦ παρ’ ἑκάστῳ αὐτῶν πολυμελοῦς Συμβουλίου, ὀφείλεται εἰς τὸν πρῶτον Ναπολέοντα. Ἐκεῖνος ἐν τῇ μεγαλοφυΐᾳ του συνέλαβε καὶ διετύπωσε πρῶτος τὴν τοιαύτην διαίρεσιν τῆς διοικήσεως, ἥτις βλέπομεν ὅτι καθ’ ὅλας τὰς βαθμίδας τὰς διοικητικὰς ἔχει καθιερωθῆ ὑπὸ τῶν νόμων ἡμῶν, οἵτινες ἀντεγράφησαν ἐκ τῶν νόμων ἐκείνου, τῶν ἀποτυπωσάντων τὸ σύστημά του. Ἐν τοῖς δήμοις εἷς Δήμαρχος, ἐκπροσωπῶν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· παρ’ αὐτῷ ἓν πολυμελὲς συμβουλευτικὸν καὶ ἐξελεγκτικὸν σῶμα, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ εἷς Ἔπαρχος, ἐκπροσωπῶν καὶ συγκεντρώνων τὴν διοίκησιν· παρ’ αὐτῷ ἕτερον πολυμελὲς συμβουλευτικὸν σῶμα, τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον. Ἐν τῷ νομῷ εἷς Νομάρχης, ἐκπροσωπῶν πάλιν τὴν διοίκησιν· παρ’ αὐτῷ πολυμελὲς Νομαρχιακὸν Συμβούλιον. Ποῖα τὰ δικαιώματα καὶ ποῖα τὰ καθήκοντα ἀφ’ ἑνὸς τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐν ἑκάστῃ τῶν βαθμίδων τούτων, ἀφ’ ἑτέρου τοῦ παρ’ αὐτῷ Συμβουλίου; Ὁ πρῶτος ἐκπροσωπεῖ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ τοῦτο μόνον ἀρκεῖ νὰ καταδείξῃ τίνα τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐπίσης ἀπαιτεῖ τὸ ἑνιαῖον, τὸ γοργόν. Ἐν τῇ ἐκτελέσει πᾶς ἐνδοιασμὸς ζημιοῖ, ἂν δὲ κατ’ αὐτὴν συμπράττωσι πολλοί, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ προκύψωσιν ἐνδοιασμοὶ καὶ διχογνωμίαι. Ἡ γνώμη τῶν πολλῶν εἶναι ἀναγκαία, πρὶν ἢ ληφθῇ ἀπόφασίς τις, καὶ ὅπως ἐξελεγχθῇ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξετελέσθη ἡ ἅπαξ ληφθεῖσα. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ πολυμελῆ Συμβούλια ἔχουσιν ἀφ’ ἑνὸς καθήκοντα συμβουλευτικά, ἀφ’ ἑτέρου καθήκοντα ἐλεγκτικά. Οὕτως ἐχωρίσθησαν τελέως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἀφ’ ἑτέρου ἡ συμβουλευτικὴ καὶ ἡ ἐξελεγκτική. Τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις, ἣν ἔταξεν ὁ ὀργανισμὸς ἡμῶν, ὁ διοικητικὸς καὶ ὁ δημοτικός, εἰς τὸν Δήμαρχον, τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις, ἣν ἔταξεν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Καὶ ὅταν γνωρίζωμεν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀμοιβαία θέσις αὐτῶν, ἀμέσως προκύπτει τὸ καίριον, τὸ κορυφαῖον ἐλάττωμα τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἔχομεν ἐν αὐτοῖς πλήρη σύγχυσιν ἐξουσιῶν· διορίζει πλέον.—διότι ἡ πρότασις εἶναι διορισμὸς,—καὶ ἀναμιγνύεται ἐντεῦθεν εἰς τὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἐὰν λάβητε δ’ ὑπ’ ὄψει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, καὶ ἴδητε μετὰ πόσης τέχνης προβάλλει τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ μερίζεσθαι μετὰ τοῦ Δημάρχου τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, θέλετε ἐννοήσει, τίνα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα τοὐλάχιστον, ἂν δὲν ἦτο ὁ σκοπός, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Θέλετε κατίδει, ὅτι πράγματι σκοπός, ἢ τοὐλάχιστον πράγματι ἀποτέλεσμα θέλει εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνέγραψεν ἐν τῇ ἐκθέσει της ἡ ἐπιτροπή. Θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογίσῃ τις ἀκόμη τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ν’ ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ διορισμοῦ εἰδικοῦ ἀστυνόμου, καὶ τῆς ἀφαιρέσεως ἑπομένως ἀπὸ τοῦ Δημάρχου τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων, ἐὰν τοῦτο ἐπεβάλλετο ἐν ἀρχῇ ἑκάστης δημοτικῆς περιόδου, ἔστω καὶ ἑκάστου δημοτικοῦ ἔτους· ἀλλὰ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5 δύναται καὶ δι’ εἰδικοῦ ψηφίσματος, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν Δήμαρχον νὰ ἀπεκδυθῇ τῶν ἀστυνομικῶν αὐτοῦ καθηκόντων· τοῦτο ῥητῶς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου. Δηλαδή, ἡ προσωπικότης τοῦ Δημάρχου καθίσταται ἐπικίνδυνος; ἔχομεν τὸ μέσον, δι’ οὗ δυνάμεθα νὰ τὴν μειώσωμεν’ τῷ ἀφαιροῦμεν τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους. Καὶ δύναται κατὰ τὴν ἕναρξιν τοῦ δημοτικοῦ ἔτους ν’ ἀποφανθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, μὴ περιλαμβάνον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ σύστασις εἰδικῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἀλλ’ οὐδόλως ἐντεῦθεν ἐμποδίζεται ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ σύστασις τοιαύτης ἀστυνομίας· δὲν ἔχει ἢ νὰ προβῇ εἰς ψήφισιν εἰδικῆς πιστώσεως περὶ τούτου. Καὶ τότε εἰς τί ἀποβλέπει ἡ διάταξις αὕτη; Ἀποβλέπει πραγματικῶς εἰς ἀποκέντρωσιν, ἢ ἀποβλέπει εἰς ἐκμηδένισιν τῆς προσωπικότητος τοῦ Δημάρχου, ἥτις ἀποῤῥέει ἐκ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας; Ὁ Δήμαρχος ἐψηφίσθη παρὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 40 τοῦ δημοτικοῦ νόμου, καὶ ἐνεκρίθη ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία. Ἀλλὰ διὰ μιᾶς δευτέρας ψηφοφορίας, ψηφοφορίας ἐμμέσου, εἰς δεύτερον βαθμὸν, ἐξελέγχεται ὡς σφαλερὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ἀφαιροῦνται δ’ οὕτω τὰ σπουδαιότερα τῶν καθηκόντων, ἅτινα ἡ καθολικὴ ψηφοφορία ἀπέδωκεν εἰς τὸν Δήμαρχον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ σπουδαιότατον τῶν καθηκόντων, εἶναι τὸ κύριον καθῆκον τοῦ Δημάρχου, τὸ τῆς ἀστυνομίας· «ὁ Δήμαρχος εἶναι ἡ πρώτη ἐκτελεστικὴ τοῦ δήμου ἀρχή, ἐνεργοῦσα καὶ διεκπεραιοῦσα ὅλας τὰς δημοτικὰς ὑποθέσεις. Αὐτὸς ἐνεργεῖ τὰ τῆς ἐπιτοπίου ἀστυνομίας καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου»· διοίκησις δὲ τοῦ δήμου δὲν ἐννοεῖται ἄνευ ἀστυνομικῶν καθηκόντων. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀκριβῶς ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ Δημάρχου τὸ κυριώτατον τῶν καθηκόντων αὐτοῦ καὶ τὸ σπουδαιότερον, ἀποδίδεται δὲ ποῦ; ἀποδίδεται εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκλήθη ἐκ τοῦ νόμου εἰς τὸ νὰ διοικήσῃ, ἐκλήθη εἰς τὸ νὰ συμβουλεύσῃ, εἰς τὸ νὰ ἐλέγξῃ. Ἡ σύγχυσις, βλέπετε, εἶναι πλήρης. Καὶ θὰ ἐρωτήσω, τί δύναται νὰ πράξῃ πλέον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπέναντι τοῦ παρ’ αὐτοῦ ἐμμέσως διοριζομένου ἀστυνόμου; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνασκήσῃ τὸν ἔλεγχον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξε διὰ τῆς τοιαύτης κατατμήσεως τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων ὁ νομοθέτης ἡμῶν; Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐμμέσως συνέπραξεν εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ἀστυνόμου, θὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἐξελέγξῃ τὰς πράξεις αὐτοῦ, ὧν ἐμμέσως φέρει τὴν εὐθύνην, ἐκ τοῦ ὅτι συμπράττει εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ; Σύγχυσις λοιπὸν πλήρης, σύγχυσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν συμβουλευτικὴν καὶ τὴν ἐξελεγκτικὴν ἐξουσίαν. Καὶ μετὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς συγχύσεως ταύτης, ἔρχομαι νὰ ἐρωτήσω, τί ὑπολείπεται πλέον εἰς τὸν Δήμαρχον; τί εἶναι πλέον αὐτὸς ὁ Δήμαρχος; Ὁ νόμος περὶ ὑποταμείων ἀφήρεσεν ἀπ’ αὐτοῦ τὴν διαχείρισιν τῆς δημοτικῆς περιουσίας, καὶ διατηρεῖ τὸ νομοσχέδιον τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1, ἀκριβῶς τὸ ἐδάφιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τόσον ἐπολεμήθη παρ’ ἡμῶν. Καὶ λέγει ἀληθῶς τὸ 21 ἄρθρον, ὅτι «τὸ ἄρθρον 1 § βʹ τοῦ περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων νόμου θέλει ἰσχύει ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτροποποιήθη διὰ τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου»· ἀλλ’ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου τροποποιοῦσι τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 1, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν δὲ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παύσῃ τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα, καὶ ν’ ἀποδώσῃ, συμφώνως μὲ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων, τὰ τῆς εἰσπράξεως καὶ τὰ τῶν δαπανῶν τῶν δήμων εἰς τὸν ἐπαρχιακὸν ὑποταμίαν, ὅτε ἡ διαχείρισις τῆς δημοτικῆς περιουσίας ἐκφεύγει ὁριστικῶς ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Δημάρχου. Σήμερον ἐκφεύγει τῶν χειρῶν του καὶ ἡ ἀστυνομία. Καὶ τί ὑπολείπεται εἰς τὸν Δήμαρχον; Ἄλλοτε, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων, εἶπον, ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ δήμου καθίστατο διὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης ἐπαίτης πρὸ τῆς θύρας τοῦ ὑποταμίου· σήμερον προσθέτω, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς ὁ ἄρχων τοῦ δήμου κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ ἀστυνόμου θὰ ἐγκλείηται εἰς τὸ κρατητήριον. Διότι ὁ ἀστυνόμος δὲν ἐξαρτᾶται πλέον ἐκ τοῦ Δημάρχου, δὲν εἶναι πλέον ὑπάλληλος τοῦ Δημάρχου, δὲν εἶναι ἀπόσπασμα τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Πρὸς ἐμπαιγμὸν δύναται νὰ τὸν ἀπολύσῃ, ὅταν δὲν ψηφισθῇ πίστωσις! Ἐθεώρησαν ὅτι ὑπάρχει σκοπὸς ἀποκεντρώσεως ἐνταῦθα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν τὸν ἀστυνόμον ἀφῃρέθη ἐκ τῶν χειρῶν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας ἐπήγαζεν ἀκριβῶς ἐκ τοῦ διφυοῦς χαρακτῆρος τοῦ ἀστυνόμου. Ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς ἀστυνομίας καὶ περὶ τῆς πηγῆς τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς εἶναι ὅλως ἐσφαλμένα, καὶ σφάλλουσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποδίδουσιν εἰς τὸν λαὸν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν, ὡς σφάλλουσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποδίδουσιν εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὅταν πρόκηται περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας. Βεβαίως οἱ δημόται ἔχουν συμφέροντα ἐν τῷ δήμῳ των, καὶ ἔπρεπεν ἐντεῦθεν νὰ μετέχωσιν εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ἀστυνόμου, διότι ὁ ἀστυνόμος ἀσκεῖ τὴν ἀστυνομίαν ἐν τῷ δήμῳ καὶ τὴν ἀστυνομίαν ἐν τοῖς ἀγροῖς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ συμφέροντος τῶν δημοτῶν, ὑπάρχει ἕτερον συμφέρον ὑπέρτατον, ἐκπροσωπούμενον παρὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, καὶ τὸ συμφέρον τοῦτο προστατεύεται διὰ τῆς συμμετοχῆς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου. Τοιαῦτα διέταξεν ὁ νομοθέτης τοῦ 1833. Ἀντὶ τούτων σήμερον μὲ κενὰς θεωρίας, ἀφ’ ἑνὸς μὲν φέρομεν τὴν σύγχυσιν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τῆς διοικήσεως τὸ δικαίωμα νὰ μετέχῃ εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ὀργάνου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἦναι ὁ φύλαξ τῆς δημοσίας τάξεως. Καὶ κατὰ πόσον ἐξυπηρετεῖται ἡ δημοσία τάξις ἐκ τῆς μεταθέσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ προτείνειν τὸν ἀστυνόμον ἀπὸ τοῦ Δημάρχου εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον; Βεβαίως οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον. Ὑπέρτατος ἐπόπτης τῆς δημοσίας τάξεως εἶναι τὸ Κράτος, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ παραδώσωμεν ταύτην εἰς χεῖρας μιᾶς πλειοψηφίας Δημοτικοῦ Συμβουλίου τόσον εὐαλώτου, ὡς γνωρίζομεν. Ἐν συμπεράσματι· βεβαίως αἱ διατάξεις αὗται, καὶ ἐὰν ὁ συντάκτης αὐτῶν προετίθετο νὰ βελτιώσῃ τὰ τοῦ δημοτικοῦ ἡμῶν νόμου, δὲν φέρουσιν εἰς βελτίωσιν αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς ἀποκέντρωσιν, διότι ἐκμηδενίζουσι τὴν προσωπικότητα τοῦ Δημάρχου, οὗτινος τέλεον θρυμματίζεται ἡ ἐξουσία, ἀφοῦ ἀφαιροῦνται ἀπ’ αὐτοῦ καὶ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἀλλὰ περιπλέον φέρουσιν εἰς πλήρη σύγχυσιν ἐξουσιῶν ἐν τῷ δήμῳ, διότι ἀρχὴ συμβουλευτικὴ καὶ ἐξελεγκτικὴ μετέχει εἰς τὸν διορισμὸν τῆς πρώτης ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καταῤῥίπτομεν οὕτως ἀληθῶς τὴν προσωπικότητα τοῦ Δημάρχου ἀπέναντι τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἀποσπῶντες ἀπ’ αὐτοῦ τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου εἶναι εὐάλωτος, ὡς εἶπον, ἡ πλειοψηφία. Θέλετε ἤδη ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν νὰ ἐξετάσητε τὰς διατάξεις ταύτας; Ὑποθέσατε ἐν πρώτοις, ὅτι πρόκειται περὶ Δημάρχου φίλου τῆς κρατούσης μερίδος, τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸς οὐδὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ, διότι δύναται τὸ παρ’ αὐτῷ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ψηφίζῃ ὅσας θέλει πιστώσεις, ὁ Ἔπαρχος ἢ ὁ Νομάρχης εἶναι ἐκεῖ, διὰ νὰ τὰς ἀκυροῖ. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι πρόκειται περὶ Δημάρχου, ὅστις εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν κρατοῦσαν μερίδα, τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι εὔκολον ν’ ἁλωθῶσι 3 ἢ 4 δημοτικοὶ σύμβουλοι, ἵνα κατορθωθῇ μία πλειοψηφία ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ. Καὶ ἅμα ὡς κατορθωθῇ αὕτη, ἀφαιρεῖται ἀμέσως ἀπὸ τοῦ Δημάρχου ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία, ῥίπτεται δ’ αὐτὸς εἰς τὸ κρατητήριον. Τοιαῦτα εἶναι, Κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα θέλομεν φθάσει διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοιαύτη δ’ ἡ ἀποκέντρωσις, εἰς ἣν ἀφορᾷ. Ἀντὶ ἀποκεντρώσεως ἔχομεν ἐνίσχυσιν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας διὰ τῆς ἐκμηδενίσεως τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν.
§107ΔΑΓΡΕΣ. Ἤκουσα, Κύριοι, ὅλας τὰς θεωρίας. Δυστυχῶς αἱ θεωρίαι αὗται, αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς ἐξεταζόμεναι, δέν με πείθουσιν. Οἱ μὲν θέλουσι τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀστυνόμου ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ λαοῦ, οἱ δὲ διὰ περιωρισμένου ἀριθμοῦ ἐκλογέων, ἕτεροι θέλουσιν ἄλλως· ἡμεῖς, οἱ ὑποστηρίζοντες τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐνόησαμεν καὶ ἐννοοῦμεν νὰ ἀνυψώσωμεν τὸν δῆμον. Ἐπειδὴ ἐῤῥέθη παρὰ πολλῶν, ὅτι ὁ δῆμος ἀποτελεῖ ἐν μικρογραφίᾳ μικρὰν πολιτείαν, ἀνάγκη νὰ τῷ δώσωμεν δικαιώματα καὶ ζωήν, πρέπει ἑπομένως νὰ τὸν καταστήσωμεν πράγματι μικροπολιτείαν, ἔχουσαν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὰ καθ’ ἑαυτήν· εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ δὲν φθάνει ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον, ἵνα δὲ φθάσῃ, δέον νὰ ψηφισθῇ μετὰ ὥριμον μελέτην καὶ σκέψιν. Θέλομεν λοιπὸν νὰ ἀνυψώσωμεν τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, καὶ ἔχω πεποίθησιν πλήρη, ὅτι θὰ τὴν ἀνυψώσωμεν, ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, δι’ οὗ δίδονται δικαιώματα εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ τὸν Δήμαρχον. Ὁ λαὸς, καλούμενος νὰ ἐκλέξῃ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἐννοεῖται ὅτι θὰ ψηφίσῃ ὡς Δήμαρχον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει πλήρη πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην· ἐκλέγων δὲ ὁ λαὸς τὸν Δήμαρχον τῆς ἐμπιστοσύνης του, ὀφείλει νὰ τῷ χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀστυνόμου, ἵνα ὁ Δήμαρχος μεριμνήσῃ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου, φέρῃ δὲ ἄλλως καὶ τὴν εὐθύνην ἐνώπιον τῶν συνδημοτῶν του. Ὁμιλῶν, Κύριοι, ἐννοῶ τοὺς μικροὺς δήμους· περὶ τῶν μεγάλων κέντρων ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ ἄλλη σκέψις, ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα αὐτὸ θὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς μικροὺς δήμους τοὺς ἀγροτικούς. Ὁ Δήμαρχος, ἐκλεγόμενος διὰ τῆς πλειοψηφίας τῶν δημοτῶν, καὶ ἀπολαμβάνων τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα χορηγοῦνται εἰς αὐτὸν, βεβαίως θὰ φιλοτιμηθῇ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς δικαίας ἀξιώσεις τοῦ λαοῦ, ἵνα ἐπιτύχῃ ἐκ νέου. Δὲν δύναμαι δὲ κατ’ οὐδένα λόγον ν’ ἀποδεχθῶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀστυνόμου διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας, διότι ἄλλα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Δημάρχου καὶ ἄλλα τὰ τοῦ ἀστυνόμου. Ὁ ἀστυνόμος, προτεινόμενος κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ διοριζόμενος ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν τραμπούκων καὶ ζωοκλεπτῶν, δύναται νὰ καταδιώξῃ πᾶν κακοποιὸν στοιχεῖον ἀπολύτως, ἐνῷ, ἐκλεγόμενος διὰ ψηφοφορίας τοῦ λαοῦ, εἴτε καθολικῆς, εἴτε περιωρισμένης, δὲν δύναται νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του ἀνεπηρεάστως· καὶ αὐτοὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν διὰ ψηφοφορίας τοῦ λαοῦ ἐκλογὴν τοῦ ἀστυνόμου κατέκριναν τοὺς Δημάρχους ὡς μὴ ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των, ἵνα μὴ δυσαρεστήσουν τοὺς φίλους των, ἀλλ’ ὅταν διὰ τοὺς Δημάρχους ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ λόγος, πολὺ περισσότερον θὰ ἦναι διὰ τὸν ἀστυνόμον. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπεν, ὅτι ἐξευτελίζομεν διὰ τοῦ νόμου τούτου τὴν ὀντότητα τοῦ Δημάρχου· ἀφίνω ὅτι ἄλλοι εἶπον τὰ ἐναντία, ὅτι δίδομεν πολλὰ δικαιώματα εἰς τὸν Δήμαρχον, καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸν κ. Ράλλην, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι καὶ τὰ δικαιώματα ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὸν Δήμαρχον καὶ ἐξευτελίζομεν αὐτόν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ράλλην, μήπως ἕως τώρα ὁ Δήμαρχος δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τοῦ ἀστυνόμου; Ἢ ἐγένετο ποτὲ ἀστυνόμος ἄνευ προτάσεως τοῦ Δημάρχου; Τί κάμνομεν ἤδη; Δίδομεν ἐπισημότερον ἓν δικαίωμα, ὅπερ ἐνασκεῖ ὁ Δήμαρχος ἐμμέσως, ἵνα τὸ ἐνασκῇ ἀμέσως, φέρων οὕτω καὶ ἄμεσον τὴν εὐθύνην.
§108ΡΑΛΛΗΣ. Διατηρεῖ ὅμως τὰ καθήκοντα τοῦ ἀστυνόμου.
§109ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ὅμως τὸ 9/10 τῶν Δημάρχων, ὅταν οἱ δῆμοί των εὐποροῦν, δὲν ἐνασκοῦσιν αὐτοὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀστυνόμου, ἀλλὰ τὰ ἀναθέτουσιν εἰς πρόσωπον ἄλλο, ἐκτὸς ἐὰν ὁ δῆμος δὲν ἔχῃ τὰ μέσα νὰ συντηρήσῃ ἰδιαίτερον ἀστυνόμον. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, εἶναι, ὅτι ἓν Δημοτικὸν Συμβούλιον, διακείμενον ἐχθρικῶς πρὸς τὸν Δήμαρχον, δύναται νὰ προτείνῃ τρία πρόσωπα ἐχθρικῶς διακείμενα πρὸς τὸν Δήμαρχον, ἢ ἀνίκανα, καὶ νὰ ἐπέλθῃ μία σύγχυσις. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκλέξητε τοὺς ἀστυνόμους διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας, ἀποφεύγετε τὸ ἄτοπον αὐτό; Ὄχι. Πρὸς δὲ ἕκαστος θὰ προσέχῃ νὰ περιποιῆται τοὺς φίλους του, καὶ θὰ ἐγκαθιδρυθῇ τοιουτοτρόπως εἰς τὸ Βασίλειον αὐτὸ τὸ δημοτικὸν δεύτερος τυραννίσκος, καὶ θὰ διαιρῆται τοῦτο εἰς δύο ἐχθρικὰ στρατόπεδα. Ἡ γνώμη μου λοιπὸν εἶναι, ὅτι εἰς τοὺς δήμους πρέπει νὰ δοθῶσι δικαιώματα, καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ἄλλας παραχωρήσεις. Ἡ δημοτικὴ διοίκησις, Κύριοι, εἶναι καὶ μία σχολὴ πολιτικῆς· ἐκ τῶν δημοτικῶν συμβούλων καὶ τῶν Δημάρχων πολλοὶ ἐπιφανεῖς ἄνθρωποι εἰσῆλθον εἰς τὴν πολιτικήν. Ἀφοῦ λοιπὸν σήμερον παρουσιάζεται μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀφαιρεῖ ἀπὸ ἑαυτὴν δικαιώματα καὶ τὰ παραχωρεῖ εἰς τοὺς δήμους, νὰ ἐρχώμεθα ἡμεῖς ἐδῶ, νὰ πολεμῶμεν τὴν παραχώρησιν αὐτὴν, δὲν εἶναι οὔτε συμφέρον οὔτε ὀρθόν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Ὁ κ. Χ. Χρηστόπουλος ἔχει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου· ἐπιμένει νὰ τεθῇ αὕτη εἰς ψηφοφορίαν;
§111Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν εὗρεν ὑποδοχὴν, τὴν ἀποσύρω.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος προτείνει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὴν βʹ παράγραφον αἱ λέξεις «καὶ μισθοῦ» μετὰ τὴν λέξιν «ἀριθμοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§113ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς· δὲν εἶναι διατετυπωμένη, ἀλλ’ εἶναι εὔκολον νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς, προστιθεμένη εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Ὁ Νομάρχης δὲν δικαιοῦται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς περὶ διορισμοῦ ἀστυνόμου πιστώσεως».
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φλογαΐτου, ἡ ὁποία εἶναι πόρισμα τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ τροπολογία ἀπεῤῥίφθη. Οὐδεμία ἄλλη τροπολογία ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. (Γίνεναι δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου, προτείνοντος νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν αʹ παράγραφον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐκλογῆς τῶν τριῶν ὑποψηφίων ὁ Δήμαρχος δὲν προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν, τιμωρεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 487 τοῦ Ποιν. Νόμου, τὸ δὲ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τῇ προσκλήσει τοῦ Προέδρου, συνερχόμενον ἐκ νέου ἐντὸς ἑτέρων δέκα πέντε ἡμερῶν, ἐκλέγει ὁριστικῶς μεταξὺ τῶν ὑποψηφίων τὸν δημοτικὸν ἀστυνόμον καὶ τοὺς ὑπαστυνόμους».
§116Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι ἐγὼ ἐδείπνησα καὶ δὲν βιάζομαι διόλου· καὶ τοῦτο, διότι ὑπήκουσα εἰς τὴν πρόσκλησιν ἑνὸς συναδέλφου, εἰπόντος πρὸς ὑμᾶς, ὅτι πρέπει καὶ νὰ ἐξημερωθῶμεν ἐδῶ, συζητοῦντες τὸν νόμον....
§117ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κωλυσιεργία.
§118Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδέποτε ἐκωλυσιέργησα, ἐννοῶ ὅμως νὰ συζητῶ τοὺς νόμους. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, Κύριοι, ὅτι οἱ νόμοι πρέπει νὰ συζητῶνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐν οὕτω προκεχωρημένῃ ὥρᾳ καὶ πρὸς ἀκροατὰς κενὸν ἔχοντες τὸν στόμαχον, ἀλλ’ ὑπείκω εἰς τὴν ἀνάγκην. Ὡμίλησαν ἐν τούτοις τόσοι, ὥστε δὲν ἔχω νὰ προσθέσω πολλά. Ἀλλ’ ὑποβάλλων τροπολογίαν ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου νομοθετήματος, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ λιποτακτήσω ἐκ τοῦ καθήκοντος· ὀφείλω δι’ ὀλίγων τοὐλάχιστον νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἐγὼ εἶμαι—ἴσως δὲν τὸ ὑποθέτετε—κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, θεωρῶ δὲ, ὅτι πρωθυστέρως ἐργαζόμεθα. Ὅτι συνταγματικὸν πολίτευμα ἄνευ ἀποκεντρώσεως καὶ πρόοδος δήμων ἄνευ αὐτοδιοικήσεως δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι, δὲν θὰ τὸ ἀκούσητε πρώτην φορὰν ἀπὸ ἐμέ· τὸ γνωρίζετε ὅλοι. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον ταῦτα νὰ γείνωσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ κυβερνηθῇ ἓν Κράτος διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ εἷς δῆμος διὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως ἄνευ βάσεως· βάσις δὲ κατ’ ἐμὲ εἶναι μία καὶ μόνη, ἡ δικαιοσύνη. Ἔχετε δικαιοσύνην; μὴ φοβεῖσθε τίποτε· εἰς ἕκαστον δημότην ἔχετε ἕνα εἰσαγγελέα. Δὲν ἔχετε δικαιοσύνην; δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε αὐτοδιοίκησιν. Εἶναι πράγματά τινα, τὰ ὁποῖα ἢ θὰ ἀπολαύσητε καθ’ ὁλοκληρίαν, ἢ ἐν μέρει δὲν δύνασθε. Ἢ θὰ ἔχητε αὐτοδιοίκησιν, ἢ δὲν θὰ ἔχητε. Τὸ νὰ ἔχητε καὶ τὸ νὰ μὴ ἔχητε, δὲν δύνασθε νὰ τὰ συμβιβάσητε. Πάντοτε συνέδεσα τὴν ἰδέαν τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν δήμων καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως ἐν ταῖς ἐξουσίαις μὲ τὴν καλὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Τρὶς ἐζήτησα τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων μου, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀπέστειλαν ἐνταῦθα, καὶ εἰς τὰ τρία ἐκλογικά μου προγράμματα ἀνέγραψα παραλλήλως τῶν δύο πρώτων ἀρχῶν ὡς βάσιν τὴν καλὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Πιστεύσατε εἰς τὸ φρόνημά μου τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀποῤῥέει ἀπὸ μακρᾶς μελέτης καὶ πείρας τῶν πραγμάτων. Ὅτε συνεζητεῖτο ἐντεῦθεν ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἥτις εἶχε προσχεδιασθῆ ὅλως τυπικὴ, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἴσως τινὲς ἐξ ὑμῶν ἐνθυμοῦνται. Τὸ νόημα ὅμως τῶν τριῶν πρώτων παραγράφων, αἵτινες ἀνεφέροντο εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν, ἦτο τοῦτο, ὅτι ἄνευ δικαιοσύνης οὐδὲν (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτακτικῶς ὁ τόπος ἀναμένει ἐκ τῆς ἐπελθούσης πολιτικῆς μεταβολῆς τὴν διὰ τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων ἐκκαθάρισιν τῶν λειτουργῶν τῆς Θέμιδος καὶ τὴν διὰ τῆς αὐστηρᾶς ἐποπτείας καὶ τῶν ἀναγκαίων νομοθετικῶν μεταῤῥυθμίσεων, — μὴ παραλειπομένης τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν, — ἀνύψωσιν τοῦ γοήτρου τῆς δικαιοσύνης, ἧς ἄνευ οὐδεμία ὑπόσχεσις περὶ κανονικῆς λειτουργίας τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου, οὐδὲ περὶ διοικητικῆς καὶ δημοτικῆς ἀποκεντρώσεως, οὐδὲ ... οὐδὲ... δύναται νὰ θεωρηθῇ σπουδαία.....» Εἰς τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις ὑπάρχει ὅλη ἡ ἰδέα μου Θέλετε πράγματι καὶ σπουδαίως τὴν μεταβολὴν τῶν πραγμάτων πρὸς τὰ κρείττω; Ὀφείλετε ν’ ἀρχίσητε ἐκ θεμελίων καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς στέγης. Ἔχετε καθῆκον νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν πολιτείαν, τὰ δημοτικὰ συμφέροντα, τοὺς φιλησύχους πολίτας καὶ δημότας διὰ τῆς ἐγγυήσεως τῆς μόνης, εἰς ἣν δύναταί τις νὰ στηριχθῇ, διὰ τῆς δικαιοσύνης. Τίνα φόβον εἴχετε, ἐὰν ἡ δικαιοσύνη ἐλειτούργει καλῶς, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐγίνετο κατάχρησίς τις; Μία καὶ μόνη καταγγελία ἤρκει. Καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν ἤθελε λείψει ὁ μηνυτής· διότι κατὰ τὸ σύστημα τῆς αὐτοδιοικήσεως φυσικώτατα θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀντιπολίτευσις, ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲ, καὶ αὐτῆς τῆς χειροτέρας ἀκόμη, ἠθέλετε ἔχει τὴν ἐγγύησιν· διότι, γενομένης τῆς καταγγελίας, εἴχετε τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα, τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δημοτικῶν συμφερόντων. Βεβαίως πρέπει νὰ ἦσθε πολὺ προσεκτικοὶ, ὅταν μὲ τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων, τὴν νῦν ὑπάρχουσαν, ζητῆτε νὰ μεταβάλητε τὰ πράγματα. Δίδομεν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς δήμους, καὶ πρέπει νὰ τοῖς δώσωμεν· ἀλλὰ τὸν παρεκτρεπόμενον τίς θέλει τιμωρήσει; Ὁ Ἔπαρχος, δηλαδὴ ὁ Ἔπαρχος ὁ ἄνευ προσόντων· ὁ Νομάρχης, δηλαδὴ ὁ ἀποτυχὼν Βουλευτὴς ἐκ τοῦ κόμματος τούτου ἢ ἐκείνου (δεικνύει ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας).... Ἀλλὰ λησμονῶ, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης εἶναι ἤδη ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀπουσιάζει· ἄλλοτε ὅμως ἔμενε μέχρι πρωΐας, ἀλλ’ εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν πάλιν ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεχώρει ἀπὸ τῆς 8ης καὶ 9ης ὥρας, θέλων νὰ γευθῇ. Ταῦτα εἶναι ἀμοιβαῖα.......
§119ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔτρωγε καὶ ἤρχετο.
§120Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἤρχετο. Εἶμαι λοιπὸν, Κύριοι, κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς προεῖπον, διότι δὲν ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις, δὲν ὑπάρχει ἡ αἰγὶς τῆς δικαιοσύνης, ἥτις καὶ μόνη δύναται νὰ προστατεύσῃ τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων. Προκειμένου ὅμως νὰ ψηφισθῇ νόμος δημοτικὸς, ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἐμελετήθη ἐπαρκῶς, ἡ δὲ μετὰ σπουδῆς ὑποβολὴ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἐμελετήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ἵνα μεταβάλωμεν τὰ ἀπὸ τοῦ 1833 ἰσχύοντα. Προχείρως ἐν τούτοις ἐγὼ, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπουργικὸν, ἐνόμισα ὅτι, προκειμένου νὰ συζητηθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἠδυνάμην νὰ ὑποβάλω τροποποιήσεις τινὰς, καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, ἐδέχθην τινὰ, ὄχι μετὰ πολλὴν βάσανον. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἠδυνάμην νὰ συζητήσω τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου 3, τὴν ἀνέγραψα. Ἀλλ’ εὗρον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἓν μέγα χάσμα, διότι δὲν προβλέπεται διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, τί θὰ ἐγίνετο, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Δήμαρχος δὲν θὰ διώριζέ τινα. Καὶ ἡ μὲν τροποποίησίς μου αὕτη ἔχει τὸν πρακτικὸν σκοπὸν τοῦ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3. Ἀλλὰ πρὸς ἀποφυγὴν μακρηγορίας, μὴ ἐπιλαμβανόμενος τῆς ἀναλύσεως τῶν τροπολογιῶν μου κατ’ ἄρθρον, θέλω διὰ γενικῶν γραμμῶν νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, πῶς σκεπτόμενος τὰς ὑπέβαλον. Ὁμολογουμένως, ὡς συνετάχθη τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, πολὺ ἀμφιβάλλω, ἐὰν θὰ βελτιώσῃ τὴν οἰκτρὰν τῶν δήμων κατάστασιν· πολὺ ἀμφιβάλλω μάλιστα, μὴ δὲν θὰ χειροτερεύσῃ αὐτὰ, φοβοῦμαι δὲ, ὅτι θὰ τὰ χειροτερεύσῃ. Ἀφ’ ἑνὸς ἔρχεται μὲ τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἀποστολὴν τῆς ἀποκεντρώσεως, ἀφ’ ἑτέρου μένει πάντοτε μία ἀνοικτὴ θύρα, ἐξ ἧς προβάλλει ὁ φατριασμὸς διὰ τῆς μορφῆς τοῦ Ἐπάρχου ἢ τοῦ Νομάρχου σχεδὸν εἰς πᾶν ἄρθρον. Ὁ Ἔπαρχος ἐπιβάλλει πρόστιμον, ὁ Νομάρχης ἔχει τὴν γνώμην του διὰ τὴν μικροτέραν πίστωσιν. Τοιουτοτρόπως ὅ,τι φαίνεται διδόμενον διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς, βεβαίως ἀφαιρεῖται διὰ τῆς ἄλλης, καὶ μένει πάντοτε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ πράξῃ ἢ νὰ μὴ πράξῃ τὸ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου ἀποφασιζόμενον. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τῆς ἀναμίξεως τοῦ Ἐπάρχου, ὁ ὁποῖος κυρίως ἀναφέρεται εἰς τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τιμωρήσῃ εἴτε τὸν ἀστυνόμον εἴτε τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα, ἐνίοτε δὲ καὶ διὰ νὰ προτείνῃ τὴν παῦσιν τοῦ ἀστυνόμου. Ὁ Ἔπαρχος, ὡς κατήντησε σήμερον, δηλ. νὰ διορίζηται ἄνευ οὐδενὸς προσόντος, νὰ ἔχῃ τοιαῦτα δικαιώματα, καὶ ὕστερον νὰ λέγωμεν, ὅτι βαδίζομεν πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν! Ἐγὼ δὲν τὸ ἐννοῶ. Εἶπον πρότερον γενικῶς τὰς περὶ δικαιοσύνης ἰδέας μου· ἀλλὰ προκειμένου λόγου νὰ ἐκλέξω μεταξὺ ἑνὸς Ἐπάρχου τοιούτου καὶ τοῦ Πταισματοδίκου, ἐγὼ θὰ προτιμήσω τὸν Πταισματοδίκην· ἐὰν δ’ ὁ Πταισματοδίκης δὲν θεωρῆται ἐπαρκὴς, καταφεύγω εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι λαμπρὰ ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἶναι μία ἐγγύησις σχετική. Ὅπου ἀποδεικνύεται πάλιν, ὅτι, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωμεν κατὰ τῆς δικαιοσύνης, ἐκεῖ καταφεύγομεν, διότι εἶναι ὁ μόνος κλάδος, εἰς τὸν ὁποῖον κἄτι τι εὑρίσκομεν ἀκόμη. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, ὅπου παρουσιάζεται τὸ φατριαστικὸν πρόσωπον τοῦ Ἐπάρχου, προτιμῶ νὰ τὸ ἀντικαταστήσω μὲ τὴν μάστιγα τῆς Θέμιδος· προτιμῶ τῆς διοικήσεως τὴν δικαιοσύνην, ποῦ μὲν τὸ Πταισματοδικεῖον, ποῦ δὲ τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Εὑρίσκω δὲ καί τι τὸ ἀνόμοιον ἐν τῇ ὑπουργικῇ προτάσει, διότι τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον διὰ τὸν εἰσπράκτορα παρεκτρεπόμενον ζητεῖ τὴν προστασίαν ἀπὸ τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον (ἀναγινώσκει): «Οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες παύονται διὰ Β. διατάγματος, αʹ) ἐὰν ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν, βʹ) ἐὰν παρεπέμφθησαν εἰς δίκην δι’ ὁριστικοῦ δικαστικοῦ βουλεύματος ἐπὶ παραβάσεσι περὶ τὴν ὑπηρεσίαν των». Προκειμένου λόγου περὶ εἰσπράκτορος, ζητεῖ βούλευμα διὰ νὰ παυθῇ· προκειμένου δὲ λόγου περὶ ἀστυνόμου, ἀρκεῖται εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ Ἐπάρχου καὶ τοῦ Νομάρχου, ὅτι ὀλιγωρεῖ τῶν καθηκόντων του, ἢ ὅτι καταχρᾶται τὴν ἀνατεθειμένην εἰς αὐτὸν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν. Ὥστε, μὲ ὅλην τὴν ἀποκέντρωσιν, ἣν πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν διὰ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, ἔρχεται εἷς Ἔπαρχος καὶ λέγει: «Ὠλιγώρησας, κύριε ἀστυνόμε!»,—τώρα ἡ ἐκτίμησις τῆς ὀλιγωρίας φαντασθῆτε πόσον ἐλαστικὴ εἶναι,— «ὠλιγώρησας, διότι διῆλθες ἀπὸ τὸν ἀρτοποιὸν ἐκεῖνον καὶ εἶδες τὴν παράβασιν ἐκείνην, ἧς τὴν τιμωρίαν δὲν ἐζήτησας.» Ἐννοεῖται, ὅτι θὰ πρόκηται περὶ φρονημάτων τοῦ ἀρτοποιοῦ, ἀντιθέτων εἰς τὸ ἰσχύον κόμμα, τὸ ὑπὸ τοῦ Ἐπάρχου διοικούμενον. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ζητῶ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα ὁμιλήσω δι’ ὀλίγων καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων, διὰ νὰ μὴ ζητῶ τὸν λόγον ἑκάστοτε καὶ τὴν ἀπασχολῶ ἐπὶ ματαίῳ. Προτείνω τροποποίησιν εἰς τὸ ἄρθρον 4ον, καὶ ἐζήτησα βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν μετ’ ἀπολογίας τοῦ ἀστυνόμου, τὸ ὁποῖον, οὕτως εἰπεῖν, δὲν ἀπομακρύνεται καὶ ἀπὸ τῶν ἰδεῶν τοῦ 8ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, προκειμένου περὶ δημοτικῶν ἀστυνόμων. Ἐπὶ τοῦ 6ου ἄρθρου δὲν προβλέπεται τὸ εἶδος τῆς ἐγγυήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ὁρίζω αὐτὸ ἐγὼ διὰ τῆς τροπολογίας μου. Δὲν λεπτολογῶ πολὺ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἄρθρων. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ 13ου ἄρθρου ἀναφαίνεται πάλιν τὸ πρόσωπον τοῦ Ἐπάρχου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ περιττὸν, καθόσον, ἐὰν γείνῃ παράβασίς τις, ὑπάρχει νόμος πρὸς τιμωρίαν. Ἐν γένει ὅμως δίδω τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκλήσεως εἰς πάντα δημότην, κατὰ τὸ Ἀττικὸν δίκαιον. Θέλετε νὰ ἔχητε ἄγρυπνον ἐπόπτην τῶν δημοτικῶν συμφερόντων; καταστήσατε τὸν δημότην ἱκανὸν, ὥστε νὰ ἐπαγρυπνῇ. Εἶναι ὁ καλλίτερος εἰσαγγελεύς. Ὅσοι τῶν κκ. Βουλευτῶν παρακολουθοῦσι τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἔχουσι ἢ δύνανται νὰ ζητήσωσι τὴν τροπολογίαν μου, διὰ νὰ ἴδωσι τὰς λεπτομερείας· διότι βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν μὴ οὐσιωδῶν διατάξεων· ἀρκοῦμαι εἰς τὰς γενικωτέρας γραμμάς. Ἀλλὰ μετὰ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας φέρω ἐπὶ τῶν ἄρθρων, μέχρι τοῦ ἄρθρου 19, ἐπὶ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, ἐθεώρησα καλὸν νὰ προσθέσω καὶ ἄλλας τινὰς διατάξεις. Καὶ ἐν πρώτοις τὸ ἄρθρον 20 τῆς τροπολογίας μου ἀναγράφει τὴν δημοσιότητα τῶν συνεδριάσεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· διότι πάντοτε ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ καλλιτέρα ἐγγύησις εἶναι ἡ ἐποπτεία τοῦ δημότου. Διατὶ νὰ γίνωνται μυστικαὶ αἱ συνεδριάσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, καὶ νὰ μὴ γίνωνται δημόσιαι; Ἀλλὰ βεβαίως ἔχω καὶ διάταξιν, δι’ ἧς τιμωρεῖται πᾶς διαταράττων τὴν τάξιν, κατὰ τὸ ἄρθρον 189 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ῥητῶς δὲν ἀνέγραφον τοῦτο, ὁ ποινικὸς νόμος τὸ προβλέπει. Διὰ τοῦ 21ου ἄρθρου τάσσω προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμός.
§121ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου;
§122Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τοῦ δήμου, μάλιστα.
§123ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει προθεσμία ἐν τῷ νόμῳ.
§124Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπάρχει προθεσμία καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σας, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω καὶ διάταξιν, δι’ ἧς καθίσταται ὑποχρεωτικὴ ἡ τύπωσις καὶ ἡ τοιχοκόλλησις αὐτοῦ εἰς τὰ δημόσια τοῦ δήμου μέρη· διότι ἐγὼ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὡς βάσιν τῶν σκέψεών μου ἔχω τοῦτο, ἐκ τῶν προτέρων θέλω ἐν τῇ κοινότητι καὶ ἐν τῷ δήμῳ πλήρη ἐλευθερίαν τῶν κινήσεων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων θέλω μεγάλην αὐστηρότητα, θέλω νὰ ἔχω ὅλους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν δημοτῶν ἐπὶ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ἐπὶ τοῦ ἀστυνόμου, ἐπὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, ἐπιβλέποντας τὰς πράξεις αὐτῶν, καὶ τὴν δικαιοσύνην ἑτοίμην νὰ τιμωρήσῃ πᾶσαν παρανομίαν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἀνέγραψα καὶ τὴν τύπωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία θὰ προσθέσῃ δαπάνην τινὰ, ἀλλ’ ἡ δαπάνη αὕτη δὲν εἶναι τίποτε ἀπέναντι τῆς ὠφελείας, καὶ τὴν τοιχοκόλλησιν αὐτοῦ εἰς τὰ δημόσια μέρη. Τοῦτο δύναται νὰ διατυπωθῇ, ἐννοεῖται, ἀκριβέστερον, ὥστε ἡ ἐγγύησις αὕτη νὰ ὑπάρξῃ πληρεστέρα. Ἀλλὰ, βλέπετε, ἐγὼ δὲν ἠρκέσθην εἰς τοῦτο. Ἐγὼ εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ἄκρας αὐτοδιοικήσεως· ἔχω τὸν δισταγμὸν μὲ τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης· ἀλλὰ προκειμένου λόγου νὰ νομοθετηθῇ ἡ αὐτοδιοίκησις, πρέπει νὰ τὴν νομοθετήσωμεν ἀκεραίαν, ἵνα ἐξαναγκασθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ τῆς αἰγίδος ἐκείνης, ἡ ὁποία θὰ προστατεύσῃ τὴν αὐτοδιοίκησιν. Εἶμαι ὀπαδὸς—καὶ ζητῶ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖ παρὰ πολὺ τοὺς θεωρητικοὺς, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶμαι πολὺ θεωρητικὸς, διότι καὶ ἐγὼ γνωρίζω τὸν τόπον,—εἶμαι ὀπαδὸς τοῦ Τοκεβὶλ, ὁ ὁποῖος θαυμάζει τοὺς Ἀμερικανικοὺς δήμους. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλὴ, θὰ ἀναγνώσω περικοπήν τινα ἐκ τοῦ συγγράμματός του, τὸ ὁποῖον εἶναι μεταπεφρασμένον καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν (ἀναγινώσκει): «Οἱ δῆμοι δὲν παρίστανται ἐν γένει ὑποτεταγμένοι εἰς τὸ Κράτος, εἰμὴ ὁσάκις πρόκηται περὶ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον θέλομεν ὀνομάσει κοινωνικὸν, ἤτοι ὁσάκις συμμερίζωνται αὐτὸ μὲ ἄλλους δήμους. Καθ’ ὅσον ὅμως εἰς αὐτοὺς μόνον ἀναφέρεται, οἱ δῆμοι διέμειναν σώματα ἀνεξάρτητα, καὶ μεταξὺ τῶν κατοίκων τῆς Νέας Ἀγγλίας δὲν ἀπαντᾷ τις, φρονῶ, οὐδένα ἀναγνωρίζοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπεμβαίνειν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοτικῶν ἁπλῶς συμφερόντων. «Ὅθεν καὶ βλέπομεν τοὺς δήμους τῆς Νέας Ἀγγλίας πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας, ἐνάγοντας καὶ διεκδικοῦντας ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὰ δίκαιά των, ἐπιβαρύνοντας ἢ ἐλαττόνοντας τὸν προϋπολογισμόν των, χωρὶς νὰ παρενοχλῶνται ἀπὸ διοικητικήν τινα ἄλλην ἀρχήν. «Ὑποχρεοῦνται ὅμως νὰ ἐκπληρῶσιν ὅλα τὰ κοινωνικὰ καθήκοντα. Ἔχει ὅθεν τὸ Κράτος ἀνάγκην χρημάτων; ὁ δῆμος δὲν εἶναι ἐλεύθερος νὰ χορηγήσῃ ἢ νὰ ἀποποιηθῇ τὴν συνδρομήν του. Θέλει ν’ ἀνοίξῃ ὁδόν τινα; ὁ δῆμος χρεωστεῖ νὰ παραχωρήσῃ τὸ ἔδαφός του. Ἐκδίδει ἀστυνομικόν τινα κανονισμόν; ὁ δῆμος πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ αὐτόν Θέλει νὰ διοργανίσῃ τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν δι’ ὁμοιομόρφου καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ὀργανισμοῦ; ὁ δῆμος ὀφείλει νὰ συστήσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα σχολεῖα». Καὶ κατωτέρω ὀλίγας ἀκόμη λέξεις (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν Γαλλίαν ὁ εἰσπράκτωρ τοῦ Κράτους συλλέγει τοὺς δημοτικοὺς φόρους· εἰς δὲ τὴν Ἀμερικὴν ὁ δῆμος χορηγεῖ τοὺς ἰδικούς του εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο μόνον ἀρκεῖ ν’ ἀποδείξῃ πόσον αἱ δύο κοινωνίαι διαφέρουσιν ἀλλήλων.» Καὶ τοῦτο, Κύριοι, μοὶ ἐνθυμίζει τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν κοινοτήτων ἐν Πηλίῳ, αἵτινες πράγματι ἐπὶ τουρκοκρατίας ἐδάνειζον τοὺς εἰσπράκτοράς των εἰς τὴν τουρκικὴν διοίκησιν, εἰσέπραττον δηλ. οἱ εἰσπράκτορες τῆς κοινότητος τοὺς φόρους τοῦ Δημοσίου καὶ τοὺς παρέδιδον εἰς αὐτό. Συνεπὴς λοιπὸν πρὸς τὰς ἰδέας μου, ἀφοῦ ἐκ τοῦ προχείρου διετύπωσα πλήρη ἐλευθερίαν περὶ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνέγραψα τὴν διάταξιν, ὅτι οὐδεμία τῶν ἀποφάσεων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων χρήζει ἐγκρίσεως οἱασδήποτε ἀρχῆς. Διὰ τοῦ ἄρθρου 28 ὁρίζεται, ὅτι «οὐδεὶς δημοδιδάσκαλος διορίζεται ἢ παύεται ἄνευ ἠτιολογημένης προτάσεως τοῦ Δημάρχου καὶ ἐγκρίσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου». Δὲν ἐννοῶ, τί αὐτοδιοίκησις εἶναι αὐτή, ὅταν δι’ ἕνα γραμματοδιδάσκαλον, τὸν ὁποῖον πληρόνει ὁ δῆμος, πρέπει νὰ ὑπάγῃ ὁ κομματάρχης νὰ παρακαλέσῃ τὸν Βουλευτήν, καὶ ὁ Βουλευτὴς τὸν Ὑπουργόν, ἵνα τὸν διορίσῃ. Δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν αὐτοδιοίκησιν. Πρὸς κανονισμὸν λοιπὸν τῶν περὶ τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς παύσεως τῶν δημοδιδασκάλων ἀνεγράφησαν τὰ δέοντα ἐν ἄρθρῳ 28. Ἔχω καὶ ἄλλην διάταξιν ἐν ἄρθρῳ 24, πρὸς ἐξασφάλισιν ὅλων τῶν δημοτικῶν δικαιωμάτων, καθ’ ἣν «πᾶς δημότης ἔχει δικαίωμα ἐγκλήσεως κατὰ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ σφετερισμῷ δημοτικῆς περιουσίας κινητῆς ἢ ἀκινήτου, δικαιούμενος καὶ διὰ πολιτικῆς ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν ἢ ποινικῶν δικαστηρίων νὰ ζητήσῃ τὴν ὑπὲρ τοῦ δήμου ἀποζημίωσιν». Ἀφ’ ἑτέρου δὲ, διὰ νὰ προλάβω τὴν κατάχρησιν τῶν καταγγελιῶν, ἔχω ἄλλην διάταξιν ἐν ἄρθρῳ 25, καθ’ ἣν «ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως τοῦ μηνυομένου, ὁ μηνυτὴς καταδικάζεται διὰ τῆς ἰδίας ἀποφάσεως εἴς τε τὰ ἔξοδα τῆς δίκης καὶ εἰς χρηματικὴν ποινὴν μέχρις ἑκατὸν πεντήκοντα δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ δήμου». Καὶ εἰς ἀποζημίωσιν δὲ ὑπὲρ τοῦ συκοφαντηθέντος καταδικάζεται, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐν γνώσει τῆς ἀθωότητος ἐγένετο ἡ μήνυσις. Ἐννοεῖτε ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ὅσα καὶ ἂν εἴπῃ τις, ποτὲ δὲν θὰ ᾖναι ἀρκετά. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω συστηματικῶς περὶ δημοτικῆς αὐτοδιοικήσεως, οὐδὲ νὰ ἀναπτύξω ἐν πλάτει τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω· ἐθεώρησα ὅμως, ὅτι εἶχον ἓν καθῆκον πρὸς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἅπαξ ὑπέβαλον αὐτὰς, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς νῦν εὐαρίθμου τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ἐπὶ τῶν δακτύλων μετρουμένης Βουλῆς...
§125ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι εἰς τὰ δωμάτια οἱ Βουλευταί.
§126Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .. καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καταλήγων, Κύριοι, λέγω ὅτι ἐγὼ ἤθελον προτιμήσει νὰ μὴ ψηφισθῇ ποσῶς τὸ νομοσχέδιον· διότι, ἀφοῦ ἀνεβλήθησαν νομοσχέδια πολὺ μᾶλλον ἐπείγοντα, ἠδύνατο καὶ αὐτὸ νὰ ἀναβληθῇ. Βεβαίως ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία δὲν ἤθελεν ἀπολεσθῆ· διότι ὅλοι ὠφελήθημεν ἐκ τῆς συζητήσεως, καὶ ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκομεν, προώδευσεν ἀρκετά. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἡγουμένη τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἡ Βουλὴ ἐν γένει προχωρήσῃ εἰς τὴν ψήφισιν, ἤθελον προτείνει νὰ καταστῇ πολὺ προσεκτικὴ εἰς τὸ φατριαστικὸν πρόσωπον τοῦ Ἐπάρχου καὶ τοῦ Νομάρχου, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον, ὄχι μόνον νὰ μὴ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ βεβαίως νὰ τὴν χειροτερεύσῃ. Καταλήγω δ’ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἐὰν σπουδαίως θέλωμεν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων, πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς βελτιώσεως τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ τότε μὲ πολὺ θάῤῥος δυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν οἱανδήποτε αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων, οὐδόλως φοβούμενοι.
§127ΔΑΛΛΑΣ. Βεβαίως, μετὰ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἄλλοι εἰδικώτεροί μου ἐξήνεγκον, δὲν ἔχω ἐγὼ νὰ προσθέσω τίποτε. Μετὰ δειλίας ὅμως παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν προσεθέτομεν εἰς τὸ ἄρθρον 3 διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀστυνόμος, ὁ ὑποδεικνυόμενος ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, νὰ ἦναι ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, νομίζω, ὅτι ἠθέλομεν συμβιβάσει καὶ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος πρέπει ν’ ἀποῤῥέῃ ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, καὶ τὸ πνεῦμα ἐν μέρει τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν ἡ γνώμη αὕτη θεωρῆται ἐντελῶς ἀποκρουστέα, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦναι διόλου ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰ προσόντα τοῦ ἀστυνόμου, πρὸς τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ προσόντα τινὰ, ἀφοῦ ἔχει δικαστικὴν καὶ διοικητικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἀφοῦ παρὰ τοῦ εἰσπράκτορος, ὁ ὁποῖος ἔχει μόνον διαχείρισιν, ζητοῦμεν τοιαῦτα προσόντα.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§129Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐρωτῶ τώρα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τί θὰ γείνῃ, ἐὰν ὁ Δήμαρχος δὲν διορίσῃ ἀστυνόμον;
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος, διατάσσων, ὅτι διορίζεται ὁ ἀστυνόμος ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον εἰς τὸν Δήμαρχον νὰ διορίσῃ, καὶ ἐὰν δὲν διορίσῃ, παραγγέλλεται ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ ἂν δὲν τὸ ἐκτελέσῃ, τιμωρεῖται πειθαρχικῶς, καὶ ἂν πάλιν δὲν προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του, τότε ἐκτελεῖται τὸ ἄρθρον 487 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἡ καταδίκη δὲ εἰς χρηματικὴν ποινὴν ἐπὶ παραβάσει τῶν καθηκόντων τῆς ὑπηρεσίας συνεπάγεται τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη θὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Οἰκονόμου.
§132ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 3 νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὁ δημοτικὸς ἀστυνόμος διορίζεται ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου διὰ μυστικῆς διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορίας καὶ δι’ ἀποφάσεως καταρτιζομένης κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ περὶ δήμων νόμου, οἱ δὲ ὑπαστυνόμοι, οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἀστυνομίας καὶ οἱ κλητῆρες ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ δημαστυνόμου».
§133ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἰς τὴν τροπολογίαν μου ταύτην μὲ ὡδήγησαν αἱ ἑξῆς σκέψεις. Παρατηρῶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 καταδικαζομένην τὴν ἀρχὴν τοῦ κατ’ ἐκλογὴν διορισμοῦ τῶν εἰσπρακτόρων ἐκ τριῶν ὑποψηφίων προτεινομένων παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ δικαίως· διότι ἐν τῇ πράξει, ὅπως κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς τροπολογίας μου ἐξέθεσα, ἡ ἀρχὴ αὕτη ἀπεδείχθη ὅλως ἐσφαλμένη· καθόσον ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἐκ τῶν τριῶν παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου προτεινομένων ὑποψηφίων διορίζει συνήθως τὸν πρῶτον ἐκ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ δημοτικῷ ψηφίσματι. Ἀφοῦ δὲ, προκειμένου περὶ εἰσπρακτόρων, καταδικάζεται ἡ ἀρχὴ αὕτη, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ τηρηθῇ ὡς πρὸς τὸν ἀστυνόμον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένα πολὺ σπουδαιότερα καθήκοντα. Παρετήρησα ὅμως κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς τροπολογίας μου μὴ εὔνουν τὴν Βουλὴν πρὸς ταύτην, ὅπερ ἐπίσης παρετήρησα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, εἰς ἣν παρεπέμφθη πρὸς μελέτην τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ δι’ αὐτὸ ἀποσύρω αὐτήν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐξετασάσης τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θεωρεῖ τὴν μὲν δευτέραν παράγραφον τοῦ 3 ἄρθρου τροποποιητέαν ὡς ἑξῆς: «Περὶ τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς, ἐὰν ὑποβληθῶσιν ἐνστάσεις ὑπὸ μελῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐκλογῆς τῶν ὑποψηφίων ἀστυνόμων, ἀποφαίνεται ὁ Νομάρχης ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν ὑποβολῆς τῶν ἐγγράφων»· προσθετέας δὲ τὰς ἑξῆς παραγράφους: «Ἐὰν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, προκληθὲν δὶς ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, δὲν συνέλθῃ, ἢ συνελθὸν δὲν προβῇ εἰς ἐκλογὴν τῶν ὑποψηφίων ἀστυνόμων, διορίζει ὁ Δήμαρχος τὸν ἀστυνόμον. Ἐὰν δὲ ἐκλέξῃ μὲν τοὺς ὑποψηφίους ἀστυνόμους τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὁ δὲ Δήμαρχος δὲν προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἑνὸς ἐξ αὐτῶν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν ὑποψηφίων, ἤ, ἂν ἐγένετο ἔνστασις, ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, παύεται διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ παντὸς δημότου. Χηρευσάσης τυχὸν τῆς θέσεως τοῦ ἀστυνόμου, ὁ Δήμαρχος καλεῖ εἰς ὑπόδειξιν ὑποψηφίων τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐντὸς μηνός. Ἄν δὲν προσκληθῇ ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης, συνέρχεται οἴκοθεν ἄνευ προσκλήσεως». Ὡσαύτως ἡ ἐπιτροπὴ θεωρεῖ, ὅτι μετὰ τὰς λέξεις «Οἱ ὑπάλληλοι ὅμως τῆς ἀστυνομίας καὶ οἱ κλητῆρες αὐτῆς διορίζονται» πρέπει νὰ προστεθῶσιν ἐν τῇ τρίτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου καὶ αἱ λέξεις «καὶ παύονται». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἔχει παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου, καθ’ ἣν ἡ μετὰ τὴν φράσιν «ἢ πρὸς ἀντιμισθίαν καὶ ὑπαστυνόμων ἀναγκαία πίστωσις» περίοδος ἀντικαθίσταται διὰ τῆς ἑξῆς: «Δι’ ὀλιγωρίαν δὲ τῶν καθηκόντων των ἢ διὰ κατάχρησιν τῆς ἀνατεθειμένης αὐτοῖς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῇ ἐγκλήσει παντὸς δημότου παύονται μετὰ προηγουμένην ἔγγραφον ἀπολογίαν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 249 τῆς Ποιν. Δικονομίας, διὰ βουλεύματος, μὴ ὑποκειμένου εἰς ἀνακοπήν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἔχει παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκεται).
§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλέχθη ὅτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν συνάγεται ἀναντιῤῥήτως, ὅτι τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ περὶ ὑποταμείων νόμου, ἐφ’ ὅσον παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀφαιρῇ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοτικῶν χρημάτων ἀπὸ τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων καὶ ἀναθέτῃ αὐτὴν εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ ὑποταμεῖα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐκδηλοῦται ὑπὸ τοῦ νόμου, ἐπειδὴ ὅμως τινὲς διστάζουσι, συναινῶ νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς αʹ ἐδάφιον, τὰ ἑξῆς: «Τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου διοικεῖται ὑπὸ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος».
§136ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο ἁπλούστερον ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι καταργεῖται τὸ ἄρθρον 1 § βʹ τοῦ περὶ ὑποταμείων νόμου;
§137ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πραγματεύεται μόνον περὶ τούτου. Μοὶ ἐγένετο προσέτι ἡ παρατήρησις, ὅτι ἔν τισι δήμοις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ εὑρεθῶσι δημόται, ἔχοντες ἅπαντα τὰ προσόντα, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ἵνα προταθῶσιν ὡς δημοτικοὶ εἰσπράκτορες· διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν λέξιν «καὶ» διὰ τῆς λέξεως «ἢ»· ἤτοι, ἀντὶ «καὶ ἂν δὲν διετέλεσε», νὰ τεθῇ «ἢ ἂν δὲν διετέλεσε».
§138ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ συνάμα ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ νὰ προστεθῇ ὡς προσὸν καὶ ἡ ὑπηρεσία ἐν ταμείῳ καταστήματος ἀνεγνωρισμένης Τραπέζης· τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὴν ἀρχὴν αὐτὴν καθιερώσατε καὶ εἰς τὸν νόμον τὸν λογιστικὸν, εἰς τὸν ὁποῖον δίδεται σημασία πολὺ μεγαλειτέρα.
§139ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Καὶ οἱ διατελέσαντες εἰς ὑπηρεσίαν ταμείου σιδηροδρόμων.
§140ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Καὶ οἱ διατελέσαντες δημοτικοὶ εἰσπράκτορες ἐπὶ δύο ἔτη, καίτοι ἐστερημένοι ἄλλου προσόντος.
§141ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τροποποιηθῇ λοιπὸν τὸ ὅλον ἄρθρον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ ταμεῖον τοῦ δήμου διοικεῖται ὑπὸ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. «Οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες διορίζονται ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου διὰ μυστικῆς διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορίας καὶ δι’ ἀποφάσεως καταρτιζομένης κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ περὶ δήμων νόμου. «Ἐν τοῖς δήμοις ὅμως, τῶν ὁποίων τὰ διὰ τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ προσδιορισθέντα ἔσοδα ὑπερβαίνουσι τὰς ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν, οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, ἂν δὲν ἔχῃ ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ἢ ἂν δὲν διετέλεσε τοιοῦτος πρότερον ἐπὶ δύο ἔτη, ἢ ἐπὶ ἓν τουλάχιστον ἔτος ὑπάλληλος εἴτε ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, εἴτε ἐν τῷ Λογιστηρίῳ τινὸς τῶν Ὑπουργείων, εἴτε ἐν ὑπηρεσίᾳ ἐπαρχιακοῦ ταμείου ἢ ἀνεγνωρισμένης Τραπέζης, ἢ ἐπὶ διετίαν ὑπάλληλος εἴτε ἐν τῇ διοικητικῇ εἴτε ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ».
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, ὡς τροποποιηθὲν ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6ον (ἀναγινώσκεται).
§143ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπροτάθη ὑπό τινος ὁ δισταγμὸς, τίνος εἴδους ἐγγύησιν θὰ καταθέσῃ ὁ εἰσπράκτωρ. Προσθέσατε «χρηματικήν»
§144Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τούτου ἔχω τροπολογίαν.
§145ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δέχομαι τὴν τροπολογίαν σας, ἐξαιρουμένων ὅμως τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν.
§146Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συναινῶ εἰς τὴν ἀπάλειψιν ταύτην.
§147ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ προστεθῇ: «δανείων ἐκδοθέντων μετὰ τὸ 1862 καὶ ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν».
§148ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Τὸ ἄρθρον νὰ διατυπωθῇ οὕτω (ἀναγινώσκει): «Οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες ὑποχρεοῦνται, πρὶν ἢ ἀναλάβωσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, νὰ προσφέρωσιν ἐγγύησιν, ἀνάλογον τῶν ποσῶν τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν, προσδιοριζομένην δὲ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει χρηματικὴν ἢ εἰς χρεώγραφα ἐθνικῶν δανείων ἐκδοθέντων μετὰ τὸ 1862 καὶ ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς διατυπωθὲν ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7ον (ἀναγινώσκεται).
§150ΡΑΛΛΗΣ. Δέον νὰ ἀπαλειφθῶσι, νομίζω, αἱ τελευταῖαι λέξεις: «ἐὰν ἤθελον προβληθῆ κατ’ αὐτῶν ἀντιῤῥήσεις». Παρὰ τίνος δύνανται νὰ προβληθῶσι;
§151ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρ’ οἱουδήποτε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἔχει).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8ον (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου, προτείνοντος ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8ον ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 9–12 καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13ον (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Γ. Φιλαρέτος προτείνει διὰ τῆς τροπολογίας του, ἵνα μετὰ τὰς ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχῳ τοῦ αʹ ἐδαφίου λέξεις «ἧς ἕνεκα ἐπιβάλλεται» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Πταισματοδικείου», τὰ δ’ ἕτερα δύο ἐδάφια ἀπαλειφθῶσιν. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§154ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰς κατὰ τῶν λογιστικῶν ἀταξιῶν πειθαρχικὰς ποινὰς ἐπιβάλλει ὁ ἁρμόδιος Ἔπαρχος ἢ ὁ Νομάρχης δι’ ἀποφάσεώς του, καθ’ ἧς ἐπιτρέπεται ἔκκλησις ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐντὸς ἑβδομάδος ἀπὸ τῆς εἰς τὸν ὑπόλογον κοινοποιήσεώς της».
§155Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον ἀντὶ «ὁριστικῶς» καλὸν εἶναι νὰ τεθῇ «ἀμετάκλητοι».
§156ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ γʹ ἐδάφιον εἶναι ἤδη ἐντελῶς περιττόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀπαλειφθέντος καὶ τοῦ γʹ ἐδαφίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 14 καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§158ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ...
§159ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Φλογαΐτης ζητεῖ νὰ προστεθῇ, ὅτι τὸ πρόστιμον δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῆς ὑπὸ τοῦ εἰσπράκτορος χορηγουμένης ἐγγυήσεως. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη νομίζω ὅτι δὲν θὰ λάβῃ ποτὲ ἐφαρμογήν.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου, καθ’ ἣν ἡ μετὰ τὴν ἐν στίχ. ζʹ λέξιν «ἐκβιάζεται» περίοδος μέχρι τέλους ἀντικαθίσταται διὰ τῆς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «ἐπὶ τῇ ἐγκλήσει παντὸς δημότου ὑπὸ τοῦ Πταισματοδικείου διὰ προστίμου ἡμερησίου, τὸ ὁποῖον διὰ τὴν πρώτην ἡμέραν δὲν δύναται νὰ ἦναι ὀλιγώτερον τῶν δύο δραχμῶν καὶ τὸ ὁποῖον διπλασιάζεται ἑκάστην μετὰ τὴν πρώτην παρερχομένην ἡμέραν». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὡσαύτως ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καθ’ ἣν ἀπαλείφονται αἱ λέξεις: «τιμωρεῖται πειθαρχικῶς δι’ ἐπιπλήξεως. Ἐὰν δὲ καὶ μετὰ τοῦτο δὲν παραδώσῃ αὑτὸν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ πειθαρχικῆς ποινῆς», προστίθενται δὲ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν δὲ δὲν ἐκπληρώσῃ ὁ εἰσπράκτωρ τὸ καθῆκον τοῦτο ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, τιμωρεῖται μὲ χρηματικὴν ποινὴν 100 μέχρι 500 δραχμῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§161ΔΑΛΛΑΣ. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου τούτου μοὶ ὑπενθυμίζει περίπτωσιν, ἡ ὁποία πολλάκις ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ δημοτικοῦ νόμου, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας διάφοροι ἐγκύκλιοι τοῦ Ὑπουργείου ἐξέφρασαν τὴν ἀπορίαν των, πρόκειται τουτέστι, ἂν ὁ εἰσπράκτωρ ἀπολυθῇ τῆς ὑπηρεσίας πρὶν ἢ ἐπιστῇ ὁ χρόνος ὁ ὁριζόμενος ὑπὸ τοῦ νόμου διὰ τὴν λογοδοσίαν αὐτοῦ, δύναται νὰ ὑποστῇ παρὰ τοῦ Νομάρχου, πολίτης αὐτὸς ὤν, τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν;
§162Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὁ εἰσπράκτωρ παυθῇ, πρὶν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ὑποβολῆς τοῦ ἀπολογισμοῦ, θὰ διορισθῇ ἄλλος ἀντ’ αὐτοῦ· ὁ διάδοχός του θὰ συντάξῃ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους καὶ θὰ συντάξῃ τὸν ἀπολογισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ περιέχῃ δύο διαχειρίσεις, τὴν διαχείρισιν τοῦ προκατόχου καὶ τὴν ἰδικήν του. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15 ὡς ἔχει).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου, καθ’ ἣν μετὰ τὴν ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχῳ λέξιν «τιμωρεῖται» προστίθενται αἱ λέξεις: «ἐπὶ τῇ ἐγκλήσει παντὸς δημότου ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου».
§164ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατ’ οὐδὲν διαφέρει τοῦ νομοσχεδίου, εἰμὴ ὅτι περιέλαβε....
§165ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι σαφέστερον τὸ ἄρθρον κατὰ τὴν τροπολογίαν μου.
§166ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς προστεθῇ λοιπὸν, ὅτι τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου διὰ χρηματικῆς ποινῆς.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καθ’ ἣν μετὰ τὰς ἐν τῇ ἕκτῃ γραμμῇ λέξεις «τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου» τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου ἀντικαθίσταται διὰ τῶν ἑξῆς: «ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν ἀφ’ ἧς παρεδόθη αὐτῷ ὁ ἀπολογισμὸς, ἐφαρμόζονται κατ’ αὐτοῦ τὰ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ διαλαμβανόμενα». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16 ὡς διωρθώθη, ἤτοι διὰ τῆς προσθήκης μετὰ τὴν λέξιν «τιμωρεῖται» τῶν λέξεων «ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου τῶν Πλημμελειοδικῶν». Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 17 καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται). Καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου, καθ’ ἣν τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν αἱ περὶ τὴν ἐξέτασιν καὶ ψήφισιν τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ ἐργασίαι τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου δὲν περατωθῶσιν ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 22 τεταγμένης προθεσμίας, τὸ Πταισματοδικεῖον, ἐπὶ τῇ ἐγκλήσει παντὸς δημότου, καταναγκάζει τὰ παρόντα μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς σκόπιμον ἐργασίαν, ἐπιβάλλον δι’ ἀποφάσεως ἑκάστῳ αὐτῶν τὴν πληρωμὴν προστίμου δραχμῶν εἴκοσι καὶ πέντε καθ’ ἑκάστην ὑπὲρ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον παρερχομένην ἡμέραν μέχρι τῆς ὁριστικῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§169ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τῶν ἄρθρων 18 καὶ 19. Φυσικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ἄρθρων τούτων εἶναι, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν Δημοτικὰ Συμβούλια, διότι οὐδεὶς θὰ θελήσῃ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὰς φοβερὰς διατάξεις τῶν δύο ἄρθρων. Τοῦτο λέγω, ἵνα ἐκφράσω ἁπλῶς τὴν γνώμην μου.
§170Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησα καὶ ἐγὼ νὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν Ἔπαρχον, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Δικαιοσύνην. Ἄν τὸν Πταισματοδίκην θεωρῆτε μικρὸν, ἂς ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν Πρωτοδίκην.
§171ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς προστεθῶσι μετὰ τὴν λέξιν ὁ «Ἔπαρχος» αἱ λέξεις «ἢ ὁ Νομάρχης» ἐπίσης καὶ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον μετὰ τὰς λέξεις «Ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Ἐπάρχου» αἱ λέξεις «ἢ τοῦ Νομάρχου».
§172ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄτοπον, ὅτι τόσον ἐσπεύσαμεν ψηφίζοντες τοιαύτας διατάξεις. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Ἔπαρχος καταναγκάζει τὰ παρόντα μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς σκόπιμον ἐργασίαν, ἐπιβάλλων δι’ ἀποφάσεως ἑκάστῳ αὐτῶν τὴν πληρωμὴν προστίμου δραχμῶν 25 καθ’ ἑκάστην». Ἐγὼ ἐννοῶ νὰ κάμω σκόπιμον ἐργασίαν, ἀλλ’ εἰς συνάδελφός μου δὲν ἐννοεῖ· διατὶ εἰς ὅλα τὰ μέλη θὰ ἐπιβληθῇ τὸ πρόστιμον; γεννᾶται ἀλληλεγγύη μεταξὺ πάντων τῶν μελῶν, διότι δὲν ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμός. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀλληλεγγύη φέρει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι, ἐάν τις τῶν δημοτικῶν συμβούλων ἤθελε διὰ μὴ σκοπίμου ἐργασίας νὰ παρατείνῃ ὑπὲρ τὸν μῆνα τὰς ἐργασίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τότε ὅλοι οἱ λαβόντες μέρος θὰ πληρόνωσι πρόστιμον 25 δραχμῶν καθ’ ἑκάστην.
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἵνα εὐχαριστήσω τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, προτείνω τὴν μεταβολὴν τῆς περιόδου ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Ἔπαρχος ἢ ὁ Νομάρχης καταναγκάζουσι τὰ παρόντα μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς σκόπιμον ἐργασίαν κλπ.»
§174ΡΑΛΛΗΣ. Τότε θὰ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ἔπαρχον ἢ τὸν Νομάρχην νὰ εἰσέρχωνται ἐντὸς τῆς αἰθούσης τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
§175ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι 10 μῆνας ἦτο ἐκκρεμὴς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου Ἀθηναίων.
§176ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ θέσητε φίμωτρον εἰς τὸ στόμα τῶν δημοτικῶν συμβούλων, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι Σῶμα προερχόμενον ἐκ καθολικῆς ψηφοφορίας δύναται νὰ φιμωθῇ. Ταῦτα λέγω, ἵνα ἐπιφυλάξω τὴν γνώμην μου.
§177Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προστεθῇ λέξις, θὰ ἦτο καταλληλότερον νὰ προστεθῇ «ἑκάστῳ τῶν ἀπουσιαζόντων».
§178ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι ἀπουσιαζόντων, διότι συνέρχονται, ἀλλὰ δὲν ἐπιλαμβάνονται τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§179ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου· καὶ τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ αʹ ἐδαφίου, ὁρίζοντος ὅτι: «Ἐὰν αἱ περὶ τὴν ἐξέτασιν καὶ ψήφισιν τοῦ ἐτησίου προϋπολογισμοῦ ἐργασίαι τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου δὲν περατωθῶσιν ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 κλπ., δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως καὶ νὰ παραταθῶσιν ὑπὲρ τὸν μῆνα». Τὸ ἐδάφιον τοῦτο ὑποθέτει, ὅτι πρόκειται περὶ ἐργασίας, ἡ ὁποία γίνεται ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ ὁποία παρατείνεται ὑπὲρ τὸν μῆνα. Τότε κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὑφίσταται τιμωρία, ὅταν ἡ ἐργασία δὲν ᾖναι σκόπιμος· τότε ἐπέρχεται τὸ μαστίγιον τοῦ Ἐπάρχου ἢ τοῦ Νομάρχου, καὶ ἐπιβάλλει εἰς τὰ μέλη σκόπιμον ἐργασίαν. Τοιοῦτον φίμωτρον δὲν πρέπει νὰ τεθῇ.
§180ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἀποστέλλεται εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καὶ αὐτὸ συνέρχεται καὶ ἀρχίζει τὴν ἐργασίαν. Τὴν ἐπιοῦσαν συνέρχεται καὶ περιπλανᾶται περὶ ἄλλα ζητήματα, καὶ παρέρχεται κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν μὴν, χωρὶς νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Δὲν ἐννοῶ νὰ θέσω τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὑπὸ τὴν μάστιγα, ἀλλὰ πρὶν ἐπιβληθῇ τὸ πρόστιμον, ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα θέλουσιν ἐξετασθῆ. Θὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ μαρτυρήσωσι περὶ τῆς ἀληθείας.
§181ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμίαν διαδικασίαν ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 18· πρέπει μόνον νὰ παρέλθῃ ὁ μὴν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Ἔπαρχος καταναγκάζει τὰ μέλη εἰς σκόπιμον ἐργασίαν. Πῶς θὰ γνωρίζῃ ὁ Ἔπαρχος ἢ ὁ Νομάρχης, ὅτι ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ ἡ ἐργασία δὲν εἶναι σκόπιμος; Ὁ ἴδιος δὲν παρίσταται, οὔτε δύναται νὰ παρασταθῇ· παρὰ τίνος θὰ πληροφορηθῇ; θὰ πληροφορηθῇ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐναντίαν γνώμην, ἢ παρὰ τοῦ Δημάρχου· καὶ τότε πῶς θὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἀπόφασιν εἰς αὐτὸν, ἀφοῦ ἐκ τοιαύτης πηγῆς θὰ ἀντλήσῃ τὰ φῶτά του; Σημειώσατε δὲ, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποφάσεως ἀνεκκλήτου, ἡ ὁποία ἐκτελεῖται ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν. Διαδικασία οὐδεμία ὑπάρχει, οὐδ’ ἐπιτρέπεται ἀπολογία· μόνον ἡ παρέλευσις τῶν 30 ἡμερῶν συνεπάγεται τὸ τίμημα.
§182ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ τιμωρία αὕτη πρὸς ἀπόδειξιν, ὅταν 30 συνεδριάσεις διῆλθον χωρὶς νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός;
§183ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχουν δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπαιτεῖ μακρὰν ἐργασίαν, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ δῆμοι Ἀθηνῶν, Πατρῶν, Σύρου. Δὲν βλέπω διατὶ νὰ ἐπιβάλωμεν φίμωτρον εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἅμα ὡς παρέλθῃ ὁ μὴν. Ἤθελον ἐννοήσει μίαν ἐπίβλεψιν ἐκ μέρους τῆς ἀρχῆς, ἵνα μὴ γίνηται κωλυσιεργία καὶ παρατείνηται ἐπ’ ἄπειρον ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἵνα κατορθωθῇ νὰ ἐπιβάλωμεν τὸ τοιοῦτον, πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν μίαν διαδικασίαν, πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολογίας· ἄλλως δὲν ἐπιτυγχάνομεν τίποτε. Ἐκτὸς τούτου, ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ ἤθελον τοὐλάχιστον, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ περιληφθῇ δικαίωμα ἐκκλήσεως καὶ ὡς πρὸς τὰς ποινὰς τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς γίνεται καὶ ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ 19, νὰ μὴ ἐξαρτᾶται δὲ ἀπὸ τὸν Ἔπαρχον ἡ ἐπιβολὴ προστίμου ἀμετακλήτου εἰς τὰ μέλη τὰ μὴ σκοπίμως ἐργαζόμενα.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον διωρθώθη ὡς ἑξῆς, συμφώνως τοῖς ὑποδειχθεῖσιν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μετὰ τὴν ἐν τῇ ἑβδόμῃ γραμμῇ λέξιν «Ἔπαρχος» προσετέθησαν αἱ λέξεις «ἢ ὁ Νομάρχης», ἀπηλείφθη δὲ ἡ λέξις «παρόντα» καὶ προσετέθησαν ἐν μὲν τῇ ἐννάτῃ γραμμῇ μετὰ τὴν λέξιν «ἑκάστῳ» αἱ λέξεις «τῶν δυστροπούντων», ἀντὶ τῆς λέξεως «αὐτῶν», ἐν δὲ τῇ πρώτῃ γραμμῇ τοῦ βʹ ἐδαφίου μετὰ τὴν λέξιν «Ἐπάρχου» αἱ λέξεις «ἢ τοῦ Νομάρχου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 18, οὕτω διωρθωμένον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου, καθ’ ἣν ἀντὶ τῶν ἐν τῇ γʹ — δʹ γραμμῇ λέξεων «τιμωρεῖται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἐπάρχου» τίθενται αἱ λέξεις «τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ Πταισματοδικείου ἐπὶ τῇ ἐγκλήσει παντὸς δημότου», τὸ δὲ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πταισματοδικείου ἐπιτρέπεται ἔφεσις, συζητουμένη τὴν πρώτην δικάσιμον τοῦ Πλημμελειοδικείου μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συντάξεως, καὶ ἀναίρεσις, συζητουμένη ἐπίσης τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 19 ὡς ἔχει παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).
§185Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπροτάθη ὑπὸ συναδέλφων, ἡ κοινοποίησις νὰ μὴ γίνεται μόνον εἰς τὸν Δήμαρχον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἡ πρότασις αὕτη ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῆς ὑποψίας, ὅτι ἐνδεχόμενον εἴς τινα δῆμον ὁ Δήμαρχος νὰ ἀποκρύψῃ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τὴν κοινοποίησιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου. Στέργω εἰς τὴν προσθήκην ταύτην. Οὕτω δὲ ἡ τελευταία περίοδος τοῦ ἄρθρου διορθοῦται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «... ἀπὸ τῆς εἰς τὸν Δήμαρχον καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κοινοποιήσεως τῆς νομαρχιακῆς ἀποφάσεως».
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἡ ἑξῆς τροπολογία τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου (ἀναγινώσκει): «Αἱ συνεδριάσεις τῶν δημοτικῶν Συμβουλίων εἶναι δημόσιαι. Οἱ ὁπωσδήποτε παρεμποδίζοντες ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τιμωροῦνται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 189 τοῦ ποινικοῦ νόμου».
§187Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· πρόκειται νὰ ἀναγραφῇ ἡ δημοσιότης τῶν συζητήσεων.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλαρέτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἤδη ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ βουλευτοῦ Κεφαλληνίας κ. Βρυώνη, καθ’ ἣν ἡ λέξις «Δήμαρχον» ἀντικαθίσταται διὰ τῶν λέξεων «Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 20, ὡς διωρθώθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Σωτηροπούλου, καθ’ ἣν προτείνονται πρόσθετα ἄρθρα 21, 22 καὶ 23 (ἀναγινώσκονται). Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ὡσαύτως ἀναγνωσθέντα ἀποῤῥίπτονται δι’ ἀναστάσεως τὰ κατὰ προσθήκην ὑπὸ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου προτεινόμενα ἄρθρα 21–30).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται). Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου προτείνει ὡς ἄρθρον 21 τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐτήσιος προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, συντασσόμενος ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, τὸ βραδύτερον μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους, τυποῦται καὶ τοιχοκολλᾶται εἰς τὰ δημοσιώτερα τοῦ δήμου μέρη». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὡσαύτως ὁ κ. Σωτηρόπουλος προτείνει διὰ τῆς τροπολογίας του, ἵνα «τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νομοσχεδίου, λαμβάνον θέσιν ἄρθρου 24, διατυπωθῇ οὕτω: «Ἡ βʹ § τοῦ ἄρθρου 17 καὶ τὰ ἄρθρα 95 καὶ 98 τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1833 περὶ δήμων νόμου, ὡς καὶ ἡ βʹ § τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ περὶ ὑποταμείων νόμου καὶ πᾶσα ἄλλη διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον, καταργεῖται». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§190ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1887 περὶ ὑποταμείων ἐν παραγράφῳ βʹ τοῦ ἄρθρου 1 οὐδὲν ἕτερον περιλαμβάνει ἢ τὴν σχετικὴν διάταξιν περὶ ὑπαγωγῆς τῶν εἰσπράξεων τῶν δήμων εἰς τοὺς ὑποταμίας. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει, συμφώνως μὲ τὴν τροπολογίαν, ἣν ἐπήνεγκεν ὁ ἴδιος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, νὰ ἀναγραφῇ, ὅτι καταργεῖται ἡ παράγραφος βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1887, νὰ διαγραφῶσι δηλαδὴ αἱ λέξεις «ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1 § 2 τοῦ ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1887 περὶ ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων νόμου», καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὸ τέλος: «καταργεῖται ἡ § βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου περὶ ὑποταμείων τῆς 1 Ἀπριλίου 1887».
§191ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Περιέχεται ἡ ἀκύρωσις τοῦ ἐδαφίου.
§192ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ τροπολογία εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὁ νόμος περὶ ὑποταμείων ἐν § βʹ τοῦ ἄρθρου 1 οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναθέτῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοτικῶν ἐσόδων εἰς τοὺς ὑποταμίας. Ἤδη ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 περιελήφθη μία διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν μόνον εἰς τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατεθῇ ἡ εἴσπραξις καὶ διαχείρισις τῶν δημοτικῶν χρημάτων. Συνεπῶς πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι καταργεῖται ἡ παράγραφος βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 1 Ἀπριλίου 1887 νόμου περὶ ὑποταμείων.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι τοιαύτη πρόνοια ἐλήφθη ἀνωτέρω.
§194ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκριβῶς διὰ νὰ θέσωμεν εἰς ἁρμονίαν τὸ ἄρθρον 5, ἐν τῷ ὁποίῳ περιελήφθη ἡ διάταξις ἐκείνη κατὰ πρότασιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι καταργεῖται ἡ § βʹ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ περὶ ὑποταμείων νόμου τοῦ 1887.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, προτείνοντος νὰ προστεθῇ παράγραφος, δι’ ἧς καταργεῖται ὁ σχετικὸς νόμος περὶ ὑποταμείων, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Οὐδεὶς ἐγείρεται)....
§196ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεὶς ἠγέρθη, διότι ὅλοι εἶναι ἀπόντες.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 21 ὡς ἔχει παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τῶν βουλευτῶν Κεφαλληνίας κ. κ. Φορέστη καὶ Μπασιᾶ, προτεινόντων τὴν προσθήκην ἄρθρου 22ου, καθ’ ὃ «ὁ παρὼν νόμος ἐκτελεσθήσεται μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν».
§198ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δυσκολεύομαι νὰ τὴν παραδεχθῶ, διατυπουμένην ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 22. Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου τίθενται ἐν ἰσχύει ἀπὸ τῆς 10 τοῦ προσεχοῦς Ἰουλίου».
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 22ον ἄρθρον, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§200ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ αὔριον, διότι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὧρα 12 καὶ 15′ μ. μ.