1891.02.18
3,135 rows · 24,773 words · 157 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45
τῆς 18 Φεβρουαρίου 1891.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΑΩΝΒʹ τῆς 30 Μαΐου 1890. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 200). Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Ταταράκης ὑποβάλλει δύο ἐπερωτήσεις, ἐχούσας ὡς ἑξῆς: «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον πρὸ τεσσάρων περίπου ἐτῶν, ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὸ ὑποτελωνεῖον Σίφνου μετηνέχθη ἐκ τοῦ παραλίου χωρίου Κάστρου εἰς τὸ μεσόγειον χωρίον τῆς Σίφνου Ἀπολλωνία, τὸ ἀπέχον ὑπὲρ τὰς δύο ὥρας τῶν ὅρμων Κάστρου καὶ Καμαρῶν, ἔνθα προσορμίζονται τὰ καταπλέοντα εἰς Σίφνον ἀτμόπλοια καὶ ἱστιοφόρα πλοῖα. Ἐὰν δὲ ἡ μετάθεσις αὕτη τῆς ἕδρας τοῦ ὑποτελωνείου τούτου ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι ἐγένετο χάριν κομματικῶν λόγων, καὶ τὸ χείριστον, αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως, ἄνευ διαταγῆς τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, παρακαλῶ τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν, ὅπως διατάξῃ, χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν, τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ εἰρημένου ὑποτελωνείου εἰς τὸ παράλιον χωρίον Κάστρον, ὅπου ἀνέκαθεν ἦτο. «Ἀπὸ τῆς 4 Δεκεμβρίου π. ἔ. ἡ Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπὴ Κυκλάδων διώρισε νέας ἐφορευτικὰς ἐπιτροπὰς τῶν σχολείων Σίφνου, ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος Σιφνίων, πρὸς ὃν ἀπεστάλησαν ὑπὸ τῆς Νομαρχίας πρὸς κοινοποίησιν οἱ διορισμοὶ τῶν μελῶν τῶν νέων τούτων ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν, καθ’ ἃς ἔσχον πληροφορίας, ἀρνεῖται νὰ κοινοποιήσῃ αὐτούς. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως διατάξῃ τὸν εἰρημένον Δήμαρχον νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν κοινοποίησιν τῶν διορισμῶν τούτων.» Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Τριπόλεως διὰ τηλεγραφήματός του ἐξαιτεῖται νὰ συστηθῇ ἐν Τριπόλει Ἐφετεῖον, ἕνεκα διαφόρων λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐκτίθενται εἰς τὸ τηλεγράφημα.
§2ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αἴτησις τοῦ ἐν Τριπόλει Δικηγορικοῦ Συλλόγου εἶναι λίαν λογικὴ καὶ δικαία. Ἡ σύστασις τοῦ Ἐφετείου, τοῦ ἑδρεύοντος ἤδη ἐν Ναυπλίῳ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ὡρίσθη ἐν Ναυπλίῳ τὸ πρῶτον· μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος μας ὡρίσθη ὡς ἕδρα τοῦ Ἐφετείου ἡ Τρίπολις ἐν ἔτει 1835· εἶτα μετετέθη προσωρινῶς ἐκ Τριπόλεως εἰς Ναύπλιον, λόγῳ ἐλλείψεως καταλλήλων οἰκημάτων, διότι τότε ἡ Τρίπολις, μετὰ καταστροφὴν ἐπελθοῦσαν ὑπὸ τοῦ κατακτητοῦ, δὲν εἶχε κατάλληλα οἰκήματα διὰ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὸ γραφεῖον τοῦ Ἐφετείου· ἤδη ὅμως ἡ Τρίπολις ἔχει οἰκήματα λίαν κατάλληλα πρὸς τοῦτο, ὥστε δικαίως αὕτη ἀξιοῖ τὴν ἐπάνοδον τῆς ἕδρας τοῦ Ἐφετείου. Πρὸ πολλοῦ, ὡς ἐνθυμοῦμαι,—διότι ἔχω τὸ εὐτύχημα, ἢ τὸ ἀτύχημα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νὰ εὑρίσκωμαι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ,—οἱ ἀντιπρόσωποι, οἱ καταγόμενοι ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, κατὰ διαφόρους περιόδους, ὡς κύριον μέλημά των εἶχον τὴν ἐπιδίωξιν τῆς ἐπανόδου τῆς ἕδρας τοῦ Ἐφετείου, διότι ἐφρόνουν, καὶ δικαίως, ὅτι ἠδικήθη ἡ Τρίπολις, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεψαν τὸ τοιοῦτον, προφασιζομένων τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ὅτι δὲν ὑπῆρχε συγκοινωνία, ὅπως οἱ κάτοικοι τοῦ ὁμόρου νομοῦ τῆς Μεσηνίας καὶ οἱ τοῦ δυτικοῦ μέρους τοῦ νομοῦ Λακωνίας μεταβαίνωσιν εὐκόλως εἰς Τρίπολιν· ἤδη καὶ ὁ λόγος οὗτος ἐξέλιπε, διότι καὶ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ γίνονται καὶ ἁμαξιταὶ ὁδοὶ ἐγένοντο καὶ γίνονται. Ὅθεν συνιστῶ τὴν αἴτησιν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Τριπόλεως καὶ τῶν κατοίκων αὐτῆς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ λάβῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν καὶ ἀποφασίσῃ τὴν εἰς Τρίπολιν μετάθεσιν, ἂν ὄχι ὁλοκλήρου τοῦ Ἐφετείου, τοῦ ἤδη ἑδρεύοντος ἐν Ναυπλίῳ, τοὐλάχιστον ἑνὸς τμήματος αὐτοῦ, καθόσον τοῦτο θέλει διευκολύνει τὴν διεξαγωγὴν καὶ περαίωσιν τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες, ὡς γνωρίζουσι πάντες, διαιωνίζονται. Ὑπάρχουσι, κύριε Πρόεδρε, ὑποθέσεις προτετιμημέναι εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου πρὸ δύο καὶ πλέον ἐτῶν, καὶ ἀκόμη δὲν ἦλθεν ἡ σειρά των, διὰ νὰ ἐκδικασθῶσι· καὶ ὅταν μία ὑπόθεσις ἐπὶ 50 ἔτη διαιωνίζεται εἰς τὰ δικαστήρια, φρονῶ ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν προορισμὸν εὐνομουμένης Πολιτείας. Διὰ νὰ ἦμαι εἰλικρινὴς, ὁμολογῶ, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων, εἰς ἃς εὑρίσκεται, δικαιοῦται νὰ ἐξετάσῃ ὡρίμως τὸ προκείμενον ζήτημα· ἀλλὰ τούτου γενομένου, οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι θέλει πεισθῆ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς συστάσεως ἰδιαιτέρου Ἐφετείου ἐν Τριπόλει διότι μετὰ ἀκριβῆ ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων θέλει ἀνεύρει, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει δαπανηθῆ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, δὲν θὰ ἦναι μέγα, ἀπέναντι τῆς εὐκολίας, ἥτις θέλει προσγίνει εἰς τοὺς ἰδιώτας καὶ τὸ Δημόσιον ἀκόμη, καὶ οὕτως ἐλπίζω, ὅτι θὰ εὐδοκήσῃ νὰ δικαιώσῃ τὰς εὐλόγους καὶ δικαίας ἀξιώσεις τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Τριπόλεως καὶ τῶν κατοίκων αὐτῆς.
§3ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς θυσίας καὶ τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους κατέβαλον ἡ Τρίπολις καὶ αἱ περὶ τὴν Τρίπολιν κωμοπόλεις, ὑπάρχουσιν ἄλλα μέσα, δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰ δικαιώματα αὐτῶν ταῦτα· προκειμένου ὅμως λόγου περὶ συστάσεως Ἐφετείου, οὐδεμία ἀνάγκη θεραπεύεται· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ συστάσεως Πρωτοδικείου, πρὸς εὐχερῆ καὶ ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν τῶν ποινικῶν καὶ πολιτικῶν δικῶν, ἡ θυσία τῆς Πολιτείας θὰ ἦτο ἀναπόφευκτος· ἀλλὰ πρόκειται περὶ συστάσεως Ἐφετείου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου δὲν εἰσάγονται νέαι δίκαι, αὐτοπρόσωπον ἐμφάνισιν ἀπαιτοῦσαι τῶν διαδίκων, ἀλλ’ εἰσάγονται κατ’ ἔφεσιν ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδικάσθησαν καὶ ἐπεραιώθησαν εἰς τὸ δικαστήριον τοῦ πρώτου βαθμοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ αὐξήσωμεν τὰ Ἐφετεῖα· ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ ἔλλειψις προσώπων πρὸς ταχεῖαν καὶ εὐχερῆ ἐκδίκασιν τῶν κατ’ ἔφεσιν ὑποθέσεων, τοῦτο θεραπεύεται διὰ τῆς προσθήκης δικαστῶν, οὐδέποτε ὅμως διὰ τῆς διαιρέσεως τοῦ Ἐφετείου εἰς δύο τμήματα, ἡ ὁποία, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ, μεγάλως θὰ ζημιώσῃ καὶ τὸ δικαστήριον καὶ τοὺς διαδίκους καὶ τοὺς δικηγόρους. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος προβάλλεται ἤδη, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις προὐκάλεσε τὴν μετάθεσιν τοῦ Ἐφετείου ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Ναύπλιον· τὸ Ἐφετεῖον συνέστη τότε εἰς Τρίπολιν διότι ὑπήγοντο εἰς αὐτὸ καὶ αἱ ὑποθέσεις τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, καὶ δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ἔρχωνται εἰς Τρίπολιν· ἐκτὸς τούτου οἱ δικασταὶ, τῶν ὁποίων προήδρευεν ὁ ἀείμνηστος Πιτσιπιὸς, παρέστησαν ἐπανειλημμένως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἐν Τριπόλει νὰ λειτουργήσῃ ἡ δικαιοσύνη εἰς δεύτερον βαθμὸν, προσέθηκε μάλιστα ὁ Πιτσιπιὸς, ὅτι ἐπάγωσεν ὁ νοῦς του ἕνεκα τοῦ ὑπερβολικωτάτου χειμῶνος· καὶ οἱ λόγοι αὐτοὶ προὐκάλεσαν τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας τοῦ Ἐφετείου εἰς Ναύπλιον. Οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν ἐξέλιπον καὶ σήμερον· ἐὰν ἔγειναν εἰς Τρίπολιν μέχρι τοῦδε οἰκήματα πολλὰ, ἐλλείπει ὅμως ἡ καύσιμος ὕλη, διότι ἠραιώθησαν τὰ δάση, εἶναι δύσκολα δὲ τὰ μέσα τῆς διατηρήσεως τοῦ Ἐφετείου ἐκεῖ, καὶ ὁ ἐφετεινὸς χειμὼν μᾶς διδάσκει, ὅτι, ἐὰν διαιρέσωμεν τὸ Ἐφετεῖον, θὰ ἦναι ἀδύνατον νὰ ζήσουν εἰς Τρίπολιν οἱ ἐφέται μετὰ Πρωτοδικείου, Κακουργιοδικείου κλπ. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη ἀπαίτησις σήμερον, ἡ ἀπαίτησις ἵνα μετατεθῇ τὸ Ἐφετεῖον εἰς τὸ Ἄργος· πῶς θὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν ἀπαίτησιν ταύτην; Δύνανται οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ προτείνουν καὶ ὑποστηρίζουν τὴν σύστασιν τοῦ Ἐφετείου εἰς Τρίπολιν, δύναται καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διαμελίζωμεν τὰ Ἐφετεῖα, διότι δὲν ἐννοῶ τότε, διατὶ νὰ μὴ διαμελίσωμεν καὶ τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ νὰ στείλωμεν τὸ ἥμισυ μέρος εἰς τὴν Πελοπόννησον· δὲν βλέπω ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς διαιρέσεως τοῦ Ἐφετείου καὶ τῆς διαιρέσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§4ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντα, ὅτι ἐπαρκεῖ τὸ ὑπάρχον Ἐφετεῖον ἐν Ναυπλίῳ, ἵνα συζητῇ ὑποθέσεις τεσσάρων νομῶν, ὁποία εἶναι ἡ περιφέρεια τοῦ Ἐφετείου τούτου. Δυστυχῶς ἔχω καὶ σημειώσεις ἀκόμη, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου χωλαίνει, καὶ χωλαίνει πολύ· ὑποθέσεις πλεῖσται μένουσιν ἐκκρεμεῖς, ὑπόθεσις πολιτικὴ δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἄνευ προτιμήσεως, καὶ ἡ προτίμησις γίνεται ἐπὶ τῶν προτιμήσεων, αὐταὶ δὲ αἱ ποινικαὶ ὑποθέσεις μένουσιν ἐκκρεμεῖς. Ἐὰν τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐφετείου τούτου ἦναι ἀνεπαρκὲς ἢ δὲν καταβάλλῃ τὴν δέουσαν φιλοπονίαν, τοῦτο δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ἐγὼ νὰ ἐξετάσω· εἶναι ὅμως ἀληθὲς καὶ βεβαιότατον, χωρὶς νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὰ καθέκαστα τῆς λειτουργίας τοῦ ὡς εἴρηται Ἐφετείου Ναυπλίου, τὸ ὁποῖον ἴσως ἄλλην ὥραν θὰ πράξω, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου χωλαίνει, καὶ χωλαίνει, διότι νομίζω ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ, καθόσον περιλαμβάνει εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του τέσσαρας νομούς, λίαν σπουδαίους, διότι ἔχουσι πολιτικὰς καὶ ποινικὰς ὑποθέσεις πολλάς. Θεωρῶ καὶ ἐγὼ ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν ἑτέρου Ἐφετείου, ἀπαραίτητον ὅπως ἀπονέμηται ἡ δικαιοσύνη ἐγκαίρως, ἀλλ’ ἡ ἐγκαθίδρυσις Ἐφετείου εἰς Τρίπολιν δὲν θὰ ἦναι ἐπιτυχὴς, διὰ πολλοὺς λόγους. Καὶ πρῶτον διὰ τὸ κλίμα τοῦ τόπου, δεύτερον διότι ἡ Τρίπολις ἀπὸ Ναυπλίου δὲν ἀπέχει σήμερον, παρὰ τρεῖς μόνον ὥρας μὲ τὸν σιδηρόδρομον. Ἡ σύστασις τοῦ Ἐφετείου πρέπει νὰ γείνῃ εἰς ἄλλον νομὸν, ὅπου καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου καὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐπιβάλλεται. Πρέπει νὰ γείνῃ εἰς τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν, ἥτις, δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι προσφέρει τὸ κατάστημα τοῦ Δικαστηρίου καὶ τὸ ἀναλαμβάνει εἰς βάρος της. Ἡ σύστασις Ἐφετείου ἐν Καλάμαις, περιλαμβάνοντος τὸν νομὸν Λακωνίας καὶ Μεσσηνίας, εἶναι ἀρκετὴ, ὥστε νὰ παρέχῃ ἐργασίαν ἱκανὴν εἰς ἓν Ἐφετεῖον ἐπιμελῶς ἐργαζόμενον. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, Κύριοι, τὰς βασάνους καὶ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχουσιν οἱ θέλοντες νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου διὰ Τριπόλεως ἐν καιρῷ χειμῶνος, διερχόμενοι ἀπὸ τὸ Κάβο–Ταίναρον, ἀκρωτήριον Πυλίας, ἀπὸ τὸν ποταμὸν Ἀλφειὸν καὶ διὰ τῶν χιονωδῶν ὀρέων. Ἡ ἰδική μου γνώμη εἶναι, νὰ συστηθῇ τὸ Ἐφετεῖον ἐν Καλάμαις, πιστεύω δὲ, ὅτι τὴν γνώμην ταύτην συμμερίζονται καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοί μου, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ τὴν ὑποστηρίξωσιν ἐκθύμως.
§5ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγὼ τὴν αἴτησιν τῶν συμπολιτῶν μου, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυναν πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος πρὸ μικροῦ ἀνεκοίνωσε· θεωρῶ δὲ καθῆκόν μου νὰ ὑποστηρίξω τὴν αἴτησιν ταύτην, ὄχι διότι συνεδρεύω ἐνταῦθα κατ’ ἐντολὴν καὶ τῶν ἀναφερομένων, ἀλλὰ διότι θεωρῶ τὴν αἴτησιν αὐτῶν εὐλογωτάτην καὶ νομιμωτάτην. Καὶ ὅτι μὲν ἡ αἴτησις εἶναι εὔλογος, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρὸν, ἐκθέτων τοὺς λόγους, οἵτινες ἀποδεικνύουσι τοῦτο, ἀρκεῖ νὰ ὑπομνήσω μόνον, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην σύστασιν τῶν δικαστηρίων ἐν Ἑλλάδι ἡ Τρίπολις ἐθεωρήθη ὁ καταλληλότερος τόπος, ἵνα ἑδρεύῃ τὸ Ἐφετεῖον τῆς Πελοποννήσου· ἡ τοιαύτη γνώμη τῆς τότε Κυβερνήσεως ἀποδεικνύει ἀναμφισβητήτως τὸ εὔλογον τῆς αἰτήσεως τῶν συμπολιτῶν μου, διότι ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ἦτο μὲν κοινοβουλευτικὴ, ἔχουσα ὀπαδοὺς καὶ φίλους, ὧν αἱ συστάσεις νὰ ἐπηρεάζωσι τὰς ἐνεργείας της, ἀλλ’ ἦτο Κυβέρνησις ἀπόλυτος, δυναμένη νὰ ῥυθμίζῃ τὰς ἐνεργείας της ἐκ τῆς ἐμβριθοῦς καὶ ἀμερολήπτου κρίσεως περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ συμφέροντος. Ἐκ τοιούτων σκέψεων ἀγομένη ἡ τότε Κυβέρνησις, ὥρισε τὴν Τρίπολιν ὡς ἕδραν τοῦ Ἐφετείου τῆς Πελοποννήσου, αἱ σκέψεις δὲ, αἱ ὑπαγορεύσασαι τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς τότε Κυβερνήσεως, δικαιολογοῦσι καὶ τὴν αἴτησιν τῶν συμπολιτῶν μου, ἣν ἀπευθύνουσι πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ἀνακοινωθέντος ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου τηλεγραφήματος. Ἐνῷ δὲ κατὰ ταῦτα ἡ αἴτησις τῶν συμπολιτῶν μου εἶναι εὔλογος, εἶναι συγχρόνως καὶ νομιμωτάτη, διότι ἡ Τρίπολις οὐ μόνον κατὰ τὴν ἀρχικὴν σύστασιν τῶν δικαστηρίων ἐν Ἑλλάδι ὡρίσθη ὡς ἕδρα τοῦ Ἐφετείου τῆς Πελοποννήσου, ἀλλὰ καὶ ἤδη ἐξακολουθεῖ οὖσα τοιαύτη, διότι ναὶ μὲν ἡ ἕδρα τοῦ Ἐφετείου τούτου πρὸ πολλοῦ μετετέθη εἰς Ναύπλιον, ἀλλ’ ἡ μετάθεσις αὕτη, προκληθεῖσα ἐκ λόγων ὅλως ἐκτάκτων, ἐγένετο προσωρινῶς, ὡς φέρεται ἐν τῷ σχετικῷ Β. διατάγματι· μὴ ὑφισταμένων δὲ πλέον τῶν ἐκτάκτων λόγων, τῶν προκαλεσάντων τὴν προσωρινὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας τοῦ Ἐφετείου τῆς Πελοποννήσου, αὕτη νόμιμον εἶναι νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν φυσικὴν αὐτῆς ἕδραν, ἀφ’ ἧς προσωρινῶς μετετέθη. Οἱ λόγοι οὗτοι, ἀποδεικνύοντες τὸ εὔλογον καὶ τὸ νόμιμον τῆς αἰτήσεως τῶν συμπολιτῶν μου, θὰ ἐφελκύσωσι, δὲν ἀμφιβάλλω, καὶ τὴν εὐνοϊκὴν αὐτῆς ἐκτίμησιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ προϊσταμένου αὐτῆς.
§6ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πρῶτος μετ’ ἐμὲ λαλήσας κ. Δημητριάδης ἀνέφερε δύο λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων μετετέθη ἡ ἕδρα τοῦ Ἐφετείου ἐκ Τριπόλεως εἰς Ναύπλιον, καὶ συνεπῶς, ὑφισταμένων τούτων, ὡς εἶπε, δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἕδρα αὐτοῦ εἰς Τρίπολιν, οὔτε καὶ δεύτερον τοιοῦτον νὰ συστηθῇ· καὶ ὡς πρῶτον λόγον ἔφερεν, ὅτι ὁ νομός Ἀχαϊοήλιδος ἀπεῖχεν ἐκ Τριπόλεως πολύ, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ εὔκολος συγκοινωνία, ὡς δεύτερον δὲ τὸν ἐνσκήψαντα κατὰ τὸ ἔτος 1836 χειμῶνα· καὶ ἐξωμοίωσε τὸν χειμῶνα ἐκεῖνον μὲ τὸν σημερινὸν, εἰπὼν ὅτι, ἂν συστηθῇ ἐκεῖ Ἐφετεῖον, θὰ παγώσουν οἱ ὑπάλληλοι. Ἀμφότεροι οἱ λόγοι τοῦ κ. συναδέλφου ἤδη δὲν ἔχουσιν ὑπόστασιν, τοὐναντίον συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς μεταθέσεως πλέον καὶ ὄχι τῆς συστάσεως δευτέρου Ἐφετείου· διότι ὁ νομός Ἀχαϊοήλιδος ὑπάγεται πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, καὶ οὕτως ἐκλείπει ὁ πρῶτος λόγος· ὁ δὲ δεύτερος λόγος τοῦ προλαλήσαντος δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐπίσης, διότι ὁ χειμὼν εἶναι ἔκτακτος καὶ πανταχοῦ ὑπάρχει τοιοῦτος, ἀλλ’ ἐν Τριπόλει οὐχὶ εἰς οἷον βαθμὸν τὸν ἀνεβίβασεν ὁ συνάδελφος. Ἐνόμισεν ὁ κ. Δημητριάδης, ὅτι ἡμεῖς, ἀντὶ νὰ παρακαθήμεθα ἐνταῦθα, θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ἤμεθα ἐν Τριπόλει παρὰ ταῖς οἰκογενείαις μας. Νομίζω ὅτι ἐξέφυγε τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων του ἡ φράσις αὕτη. Δὲν ἐπάγωσαν αἱ οἰκογένειαί μας· τὸν βεβαιῶ, ὅτι ἔχουν ὅλα τὰ μέσα τῆς εὐζωΐας, οἱ δὲ πλεῖστοι τῶν συναδέλφων γνωρίζουν ὁποία εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς Τριπόλεως. Περαίνων τὸν λόγον μου, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἕδραν τοῦ Ἐφετείου εἰς Τρίπολιν, ἢ νὰ συστήσῃ νέον Ἐφετεῖον, διὰ τὴν σύστασιν τοῦ ὁποίου, ὡς προεῖπον, δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλη δαπάνη.
§7Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ἀστεῖος ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν ἀντιφρονούντων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς Τρίπολιν ἡ ἕδρα τοῦ Ἐφετείου, διότι εἶναι χειμών, καὶ φοβεῖται ὁ κ. Δημητριάδης μήπως παγώσῃ τὸ μυαλὸ κἀνενὸς ἐφέτου, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ κλίμα τῆς Τριπόλεως εἶναι τὸ ὑγιέστατον πάντων, ἀφοῦ καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀκόμη ἐξέλεξε τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπως ἀναγείρῃ ἀνάκτορον. Ἡ τοποθεσία, Κύριοι, τῆς Τριπόλεως συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἰδέας νὰ ἦναι ἐκεῖ ἡ ἕδρα τοῦ Ἐφετείου. Πανταχοῦ, Κύριοι, καὶ διὰ τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων ἐκλέγουν τὸ κεντρικώτερον χωρίον ὡς πρωτεύουσαν, πολὺ περισσότερον διὰ τὰ Ἐφετεῖα ἡ ἕδρα πρέπει νὰ ἦναι τὸ μέσον τοῦ τόπου, καὶ τὸ μέσον εἶναι ἡ Τρίπολις. Ἑπομένως δίκαιον εἶναι νὰ ἐπανέλθῃ τὸ Ἐφετεῖον ἐκεῖ, ὅπου κατ’ ἀρχὰς συνεστήθη, εἰς τὴν Τρίπολιν.
§8ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ ἱστορικὴν ἔποψιν, βεβαίως αἱ Καλάμαι κατέχουν τὴν πρώτην θέσιν, διότι ἐν Καλάμαις Λάκωνες καὶ Μεσσήνιοι ὕψωσαν πρῶτοι τὸ 1821 τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας· ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλου, πρόκειται περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συστάσεως Ἐφετείου ἐν Καλάμαις. Αἱ Καλάμαι ἔχουσιν ἀνάγκην προφανῆ καὶ κατάδηλον τῆς συστάσεως Ἐφετείου, διὰ πολλοὺς λόγους, ὧν πρῶτος, ὅτι ἡ ἀπόστασις ἀπὸ Καλαμῶν μέχρι Ναυπλίου εἶναι δύο ἡμέραι διὰ θαλάσσης καὶ τρεῖς διὰ ξηρᾶς. Ὥστε πρόδηλος ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως λόγῳ ἀποστάσεως. Δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς, ἂν καὶ εἰς Τρίπολιν ἢ εἰς Ναύπλιον θὰ ἦναι ἕδρα Ἐφετείου, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι οἱ δύο νομοὶ Μεσσηνίας καὶ Λακωνίας ἔχουν δίκαιον νὰ ζητοῦν ἰδίαν ἕδραν Ἐφετείου ἐν Καλάμαις, ὅπου καὶ ὑποθέσεις πολιτικαὶ εἶναι πολλαὶ, λόγῳ τῆς ἐμπορίας, καὶ ποινικαὶ, ὅσαι εἰς οὐδὲν ἄλλο Πρωτοδικεῖον παρουσιάζονται. Λοιπὸν φρονοῦμεν, ἀφοῦ μάλιστα ὁ δῆμος Καλαμῶν προσφέρει πολλὰς εὐκολίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ συστηθῇ ἕδρα Ἐφετείου καὶ ἐν Καλάμαις, περιλαμβάνοντος εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του τοὺς δύο νομοὺς, εἰ δυνατὸν δὲ, καὶ τὰ Κύθηρα, μὲ τὰ ὁποῖα γειτνιάζομεν πολύ. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως Ἐφετείου ἐν Καλάμαις καὶ ὑποβάλῃ ταχέως εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐπὶ τούτῳ νομοσχέδιον, καὶ ἂς ἦναι βεβαία, ὅτι μεγάλως θέλει συντελέσει εἰς τὴν εὐημερίαν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν κατοίκων ἀμφοτέρων τῶν νομῶν Μεσσηνίας, καὶ Λακωνίας.
§9ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι ἡ δικαιοσύνη, ἵνα ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν της, πρέπει νὰ ἀπονέμηται οὐ μόνον ὀρθῶς, ἀλλὰ καὶ ταχέως. Ἑπομένως δὲν ἀποκρούω τὴν αἴτησιν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Τριπόλεως περὶ συστάσεως ἑτέρου Ἐφετείου ἐν Τριπόλει, ἐὰν τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου δὲν ἐπαρκῇ, καὶ συνεπῶς αἱ ὑποθέσεις ἐκδικάζωνται βραδέως. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ σεβαστὴ Κυβέρνησις λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν εὐχὴν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Τριπόλεως, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν εὐχὴν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Σύρου, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐπανάληψιν ἔχει ἐκφράσει ὁμοίαν εὐχήν· καθόσον, ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, τὸ Πρωτοδικεῖον Σύρου ὑπάγεται εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ὅπερ περιλαμβάνει εἰς τὴν περιφέρειάν του οὐ μόνον τὰ Πρωτοδικεῖα Σύρου καὶ Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς Χαλκίδος, Ἀμφίσσης καὶ Λαμίας. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν ἐκκαλοῦνται καὶ πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις τῶν προξενικῶν δικαστηρίων. Ἑπομένως, ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μέσα ἐπιτρέπωσι τὴν σύστασιν καὶ ἑτέρου Ἐφετείου, τοιοῦτον πρέπει κατὰ προτίμησιν νὰ συστηθῇ ἐν Σύρῳ, καὶ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ νὰ ὑπαχθῶσιν αἱ ἐφέσεις τοῦ Πρωτοδικείου Σύρου καὶ αἱ τῶν προξενικῶν δικαστηρίων.
§10ΔΑΓΡΕΣ. Ἂν πρόκηται νὰ ἐξετάσωμεν ἀγῶνας, θυσίας καὶ καταστροφὰς, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν αἱ κατὰ τόπους ἐπαρχίαι κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἄλλος νομὸς, ὅστις νὰ ὑπέστη τοιαύτας, ἀπὸ τὸν τῆς Μεσσηνίας, τὸν ὁποῖον ὁ Ἰμβραΐμ πασᾶς, ὡς ἔχων τὸ κέντρον τῶν ἐνεργειῶν του ἐν τῷ νομῷ τούτῳ, ἠρήμωσεν, ᾐχμαλώτισε καὶ κατέστρεψε πᾶν τὸ προστυχὸν, πρὸς δὲ καὶ αὐτὰ τὰ δένδρα ἔκοψεν, ἵνα καταπονήσῃ τοὺς ἀνθισταμένους κατοίκους. Ἀλλ’ αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι ξένα τοῦ ζητήματος· σήμερον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὑφίσταται ἀνάγκη συστάσεως ἑτέρου Ἐφετείου, ναὶ ἢ οὔ. Ἡ σύστασις τοῦ Ἐφετείου πρέπει νὰ ἐξετασθῇ σχετικῶς ὡς πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἐν τίνι τόπῳ δύναται αὕτη ν’ ἀπονεμηθῇ ταχύτερον. Ὡς ἔχει σήμερον τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, περιλαμβάνον τέσσαρας νομοὺς, δὲν ἐπαρκεῖ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐπαρκεῖ, πρέπει νὰ μετατεθῇ ἀπὸ Ναυπλίου εἰς Τρίπολιν; Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τοῦτο οὐδεμίαν βελτίωσιν θέλει φέρει εἰς τὴν ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν εὐκολίαν τῶν κατοίκων. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἰδέαν ταύτην αἰσθάνονται ἐνδομύχως τὸ ἄδικον αὐτῆς, ἀλλ’ ἄλλα ἐλατήρια τοὺς ὠθοῦν νὰ ἐπιμένουν. Ἀλλὰ τοιοῦτον δὲν πρέπει νὰ γείνῃ, χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀπαιτήσεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων. Ἡ πόλις τῶν Καλαμῶν εἶναι ἐμπορικωτάτη, ἐν αὐτῇ κινεῖται ἐμπόριον λίαν σημαντικὸν, ἐπὶ τοσοῦτον δὲ ἐθεωρήθη πρὸ πολλοῦ ἀναγκαία ὡς ἕδρα δικαστηρίων διὰ τὸν νομόν τοῦτον καὶ τὴν Λακωνίαν, ὥστε καὶ μία ἐπαρχία τοῦ νομοῦ Λακωνίας, τὸ Οἴτυλον, προσετέθη ἔκτοτε εἰς τὸ δικαστήριον Καλαμῶν, ἅμα τῇ συστάσει τῶν δικαστηρίων, χωρὶς νὰ ἐγερθῇ τὸ ἐλάχιστον παράπονον. Ἡ ἐπαρχία αὕτη ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν Καλαμῶν δικαστικῶς, ἐνῷ διοικητικῶς ὑπάγεται εἰς τὴν Λακωνίαν. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι ὁλόκληρος ὁ νομὸς τῆς Λακωνίας θὰ εὐχαριστηθῇ διὰ τοῦτο. Ἐν τῇ ἕδρᾳ τῶν δικαστηρίων τῶν Καλαμῶν ὑπάρχει σοβαρὸς καὶ σπουδαῖος δικηγορικὸς σύλλογος, ὅστις καὶ εἰς αὐτὴν τὴν μεταβολὴν τοῦ 1862 συνετέλεσεν· ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ὑπάρχει κοινὴ γνώμη ἀνεπτυγμένη, ἥτις συντελεῖ τὰ μάλα ὑπὲρ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλουσι δεχθῆ τὴν γνώμην ταύτην, δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσα.
§11Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ σπουδαιολογῇ ὁ κ. Δαγρὲς, ὑποστηρίζων ἵνα μετατεθῇ τὸ Ἐφετεῖον ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον εἰς τὸ ἄλλο. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ ἐπανέλθῃ τὸ Ἐφετεῖον ἐκεῖ, ὅπου ἦτο· τίποτε περισσότερον.
§12ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὀλίγα ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπε περὶ τῆς ἀνάγκης συστάσεως Ἐφετείου ἐν Σύρῳ ὁ κ. Ταταράκης. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν εὐχὴν, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως ἐξέφρασεν ὁλόκληρος ὁ νομὸς Κυκλάδων περὶ τούτου, καὶ νὰ φροντίσῃ ὑπὲρ τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῆς· διότι ἡ σύστασις Ἐφετείου ἐν Σύρῳ εἶναι δικαιοτάτη καὶ ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις ἀναγκαιοτάτη.
§13ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἂν ὅλαι αἱ συστάσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων περὶ ἱδρύσεως Ἐφετείων εἰς τὰς διαφόρους πρωτευούσας τῶν νομῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερον, ἔχουσι τὸ δίκαιόν των, βεβαίως τὸ δίκαιον τοῦτο ἔχει πλέον πάσης ἄλλης πρωτευούσης νομοῦ καὶ πάσης πόλεως ἡ Σπάρτη, ἥτις εἶναι ὁ ἕτερος ὀφθαλμὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἂν λοιπὸν σπουδαίως συζητῶμεν τὰ περὶ τούτου, βεβαίως εἶναι πρέπον καὶ δίκαιον ἡ Σπάρτη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν πρὸ πάσης ἄλλης πόλεως καὶ πρωτευούσης. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω, ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ Ναυπλίου ὀφείλομεν πάντες νὰ σεβασθῶμεν, διότι τὸ Ναύπλιον εἶναι ἡ πρώτη πρωτεύουσα τοῦ Κράτους, διότι ἔχει μακρὰν καὶ ἔνδοξον ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν λησμονοῦμεν, βλέπω, καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν ἀσεβοῦμεν, θέλοντες ν’ ἀπομακρύνωμεν ἢ νὰ διαιρέσωμεν τὸ Ἐφετεῖον ἐκεῖνο. Διὰ τοῦτο κρίνω καλὸν, ἵνα τὰ πράγματα μείνωσιν ὡς ἔχουσιν, ἄλλως πρὸ πάσης ἄλλης πόλεως πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἡ Σπάρτη.
§14ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀποφεύγων νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν συζήτησιν τὴν μεταξὺ τῶν συναδέλφων ἐξ Ἀρκαδίας καὶ Μεσσηνίας περὶ τῆς ἕδρας τοῦ Ἐφετείου, δύο λέξεις θέλω ἁπλῶς προσθέσει, εἰς ἀναίρεσιν τῶν παρ’ αὐτῶν λεχθέντων. Αἱ ἕδραι τῶν δευτεροβαθμίων Δικαστηρίων δὲν ὁρίζονται συνήθως, οὐδὲ κανονίζονται ἐκ τῶν τοπικῶν ἀποστάσεων τῆς περιφερείας αὐτῶν· λαμβάνονται καὶ αὗται ὁπωσδήποτε ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ δευτερευόντως. Τὰ κυριώτατα αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐπιδρῶσιν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἕδρας δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εἶναι ἡ κοινωνικὴ ἀνάπτυξις καὶ αἱ ἀναγκαῖαι σχέσεις αἱ ἐμπορικαὶ καὶ βιομηχανικαί· διότι, ὡς γνωστόν, εἰς τὰ δευτεροβάθμια δικαστήρια δὲν εἶναι καὶ ὑποχρεωμένοι νὰ παρουσιάζωνται αὐτοπροσώπως οἱ δικαζόμενοι. Λοιπὸν αἱ κοινωνικαὶ σχέσεις καὶ ἡ πληθὺς τῶν ὑποθέσεων λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, ὡς πρὸς τὸν ὁρισμὸν τῶν ἑδρῶν τῶν Ἐφετείων· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ ἐπιστημονικὴ γνώμη, ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται ἐν τούτῳ ἢ ἐκείνῳ τῷ τόπῳ, ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὴν ὀρθὴν καὶ πρέπουσαν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων· προσέτι δὲ καὶ ἐξ ἱστορικῶν λόγων ἔχουσιν αἱ πόλεις πολλάκις δικαίωμα νὰ στηρίξωσιν ἐπὶ τούτῳ τὰς ἀξιώσεις των. Τὸ Ναύπλιον, φέρ’ εἰπεῖν, ἡ ἀρχαία πρωτεύουσα τοῦ Βασιλείου, τὸ στρατιωτικὸν κέντρον τῆς Πελοποννήσου, ἔχει εὐλόγους ἀξιώσεις ἐπὶ τὴν ἕδραν Ἐφετείου καὶ τὴν ἕδραν τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως τῆς Πελοποννήσου. Χωρὶς ν’ ἀδικήσω τὰς ἀξιώσεις τῶν Βουλευτῶν Ἀρκαδίας, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ Ἐφετεῖον ἐν Τριπόλει, τοῖς λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένωσιν, ὅπως μετατεθῇ ἐκ τοῦ Ναυπλίου ἡ ἕδρα τοῦ Ἐφετείου, διότι εἶναι ἄδικον νὰ ἐρημωθῇ μία πόλις καὶ καταδικασθῇ εἰς θάνατον, ἵνα ἀναζήσῃ ἑτέρα πόλις. Καὶ ἐκ τούτου λαμβάνων ἀφορμὴν, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἄλλου θέματος, ἁπτομένου τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων μεγάλου διαμερίσματος τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου, καὶ ἀφορῶντος εἰς τὴν πρωτοβάθμιον δικαιοσύνην. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἐπεκράτησεν ἀτυχῶς ἡ ἀρχὴ, ἵνα χορηγῶνται αἱ πολιτειακαὶ παροχαὶ, οὐχὶ κατὰ λόγον συνήθως τῶν δικαιωμάτων ἢ τῶν ἀναγκῶν τῶν κοινωνικῶν, ἀλλὰ ἀναλόγως τῆς πολιτικῆς ἐπιῤῥοῆς, ἣν ἑκάστοτε διὰ πολιτικῶν προσώπων ἰσχυόντων ἀπολαμβάνουσι διάφοροι ἐπαρχίαι. Ὡς ἐκ τούτου συνέπεσε νὰ συστηθῶσι δικαστήρια ὄχι πλέον κατὰ νομοὺς, ἀλλ’ ἐν ἐπαρχίαις, αἵτινες ἔσχον τὴν εὐτυχίαν διὰ ἀντιπροσώπων ἰσχυρῶν ν’ ἀποκτήσωσι πολιτικὴν δύναμιν ἐφήμερον. Οὕτω πως συνεστήθη τὸ δικαστήριον τῆς Κυπαρισσίας, τῆς Ἀμφίσσης, τῆς Λευκάδος, τῆς Ἠλείας. Ἀλλὰ, Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπηρέασαν τὰς Κυβερνήσεις, τὰς συστησάσας τὰ πρωτοβάθμια ἐκεῖνα δικαστήρια, ἂν ἦναι ἰσχυροὶ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἀνάγκας διατελούσας, καὶ ὡς εἶναι πασίγνωστον, ἠναγκασμένοι νὰ προσέρχωνται προσωπικῶς εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα, ὑφίστανται μυρίους κόπους οἱ πολῖται, καὶ ὑφίσταται δαπάνας ὁλόκληρος ἡ κοινωνία, διὰ νὰ προσέρχηται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου. Σᾶς ἐρωτῶ, ἂν σήμερον ἐν ὥρᾳ χειμῶνος προσδιορίζωνται καὶ δικάζωνται ἐν Μεσολογγίῳ πλημμελήματα ὡρισμένα, πῶς θὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ οἱ Εὐρυτᾶνες; Εἰς Πάτρας πῶς θὰ μεταβῶσιν οἱ ἐκ Καλαβρύτων; Τοιαῦται εὔλογοι ἀξιώσεις πρὸς σύστασιν Πρωτοδικείων ὑπάρχουν τέσσαρες ἢ πέντε, καὶ ὁμιλῶ, χωρὶς νὰ ἐπηρεάζωμαι ἀπὸ συμφέρον, ὅτι ἡ Κορινθία, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ἔχει πρὸς τοῦτο δικαίωμα εἴπερ τις καὶ ἄλλη μεγάλη ἐπαρχία τοῦ Κράτους. Ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας ἐπίσης κατῳκημένη ὑπὸ λαοῦ ὑπερβαίνοντος κατὰ τὸν πληθυσμὸν τὰς 50 χιλιάδας. Ἡ ἐπαρχία τῆς Κορινθίας κατοικεῖται ἀπὸ 60,000 κατοίκους, καὶ συνορεύει, Κύριοι, πρὸς βοῤῥᾶν μὲ τὴν ἐπαρχίαν Θηβῶν, πρὸς μεσημβρίαν δὲ ποῦ νομίζετε; μὲ τὰς ἐπαρχίας Γορτυνίας καὶ Μαντινείας· ὥστε ἀπέχει ὁ ἀπώτερος δῆμος τῆς Κορίνθου ἀπὸ τὴν ἕδραν τοῦ Πρωτοδικείου 16 ὥρας ὁλοκλήρους· ἐπίσης οἱ ἀπώτεροι δῆμοι τῶν Καλαβρύτων, ἀπέχουσι τῶν Πατρῶν 24 ὥρας. Εἶναι λοιπὸν ἄδικον νὰ στερῶνται Πρωτοδικείου αἱ ἐπαρχίαι αὗται.
§15ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ τὸ Γύθειον;
§16ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν γενικός τις κανὼν, καθ’ ὃν νὰ κανονισθῶσι τὰ τῶν Πρωτοδικείων ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, δὲν ἀμφιβάλλω, ἐμπνέεται ἀπὸ φιλοδίκαια αἰσθήματα, εὐελπιστῶ δὲ, ὅτι θὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς γνώμης καὶ ἀποφάσεως αὐτῆς οἱ κοινωνικοὶ λόγοι καὶ αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι γνωσταὶ, καὶ δὲν θέλω νὰ βαρύνω διὰ πλειόνων τὴν Βουλὴν, διότι πάντες εἴμεθα Ἕλληνες, καὶ γνωρίζομεν πόσον αἱ ἐπαρχίαι Κορινθίας, Καλαβρύτων καὶ Εὐρυτανίας κατατρύχονται καὶ καταδαπανῶνται ἐκ τῆς ἐλλείψεως Πρωτοδικείων, διὰ τὴν εὐρεῖαν ἔκτασιν αὐτῶν, καὶ τὴν ἔλλειψιν μέσων συγκοινωνίας. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἐπαρχίας τὴν εὐεργετικὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, ὅπως συστηθῶσι Πρωτοδικεῖα.
§17ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει νόμος περὶ συστάσεως Πρωτοδικείου ἐν Κορίνθῳ.
§18ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀφοῦ μάλιστα τὰ συστηθησόμενα δικαστήρια δὲν θὰ ἀπαιτήσωσι δαπάνην ὁλοκλήρου προσωπικοῦ, διότι εἶναι ἀρκετὸν ἓν τμῆμα τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν, ἢ Ναυπλίου, ἢ Μεσολογγίου, ἐκ τριῶν ἢ τεσσάρων δικαστῶν, ὅπως ἀποτελέσῃ τὸ συσταθησόμενον ἐν Καρπενησίῳ ἢ ἐν Καλαβρύτοις, ἢ ἐν Κορινθίᾳ· ἐλάχιστά εἰσι τὰ προστεθησόμενα ἔξοδα διὰ τὴν μισθοδοσίαν ἑνὸς Προέδρου καὶ τὸ ἐνοίκιον τοῦ δικαστηρίου, ὅπερ δύνανται προθύμως νὰ ἀναλάβωσιν οἱ δῆμοι τῆς ἐπαρχίας.
§19ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συντομώτερα.
§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπείσθημεν.
§21ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἐπαρχίαι τινὲς, εἰς τὰς ὁποίας ἀναπτύσσονται ἰδιαίτεροι λόγοι, δι’ οὓς ἐπιβάλλεται ἡ σύστασις δικαστηρίων.
§22ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἰδίως ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας τάξεως.
§23ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κρίνουσα μᾶλλον προσῆκον νὰ συστήσῃ τοιαῦτα δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀπονέμωσι τὴν δικαιοσύνην ἐνωρίτερον καὶ ἐντιμότερον, θὰ ὑπηρετήσῃ τὰ ἐμπορικὰ συμφέροντα μᾶλλον, παρὰ συνιστῶσα ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ ἀνὰ ἕν.
§24Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω καθῆκον νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀναφερομένων. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅλως διάφορος τῆς γνώμης τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐγὼ οὐδέποτε θὰ συμβουλεύσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐρήμωσιν τῆς πρώην Πρωτευούσης τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος· δὲν θὰ συμβουλεύσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς δαπάνας πρὸς σύστασιν νέου Ἐφετείου, ὅτε αἱ περιστάσεις ἴσως αἱ οἰκονομικαὶ ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτὴν τὴν δαπάνην ταύτην. Ἀλλ’ ἔχω ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον μετὰ θάῤῥους δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω καὶ τὸ ὁποῖον, ἐὰν τὸ ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εὐόδωσιν τῆς ἰδέας. Νομίζω ὅτι, ἐὰν τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, τὸ ὁποῖον ἔχει 12 ἢ 13 ἐφέτας, διαιρεθῇ εἰς δύο τμήματα, ἑδρεύοντα τὸ μὲν ἐν Ναυπλίῳ, τὸ δὲ ἐν Τριπόλει, μὲ τὴν προσθήκην ἑνὸς ἢ δύο ἐφετῶν, θέλει θεραπεύσει ὅλας τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας. Ὅπως ἔχουσι τὰ τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, τοῦτο οὐ μόνον δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς περιφερείας, ἀλλὰ εἶναι καὶ τυραννία, ὡς ἐκ τῆς ἀποστάσεως τοῦ ἀπωτέρου χωρίου τῆς Γορτυνίας, ἀποστάσεως 22 καὶ 25 ὡρῶν. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τις, ὅτι ἡ Τρίπολις εἶναι τὸ κέντρον τῆς Πελοποννήσου, ὁ ὀμφαλὸς τῆς Πελοποννήσου· τοῦτο εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσι. Τοῦτο δὲν εἶναι βεβαίως τὸ μόνον, ὅπερ συνιστᾷ τὰς ἕδρας τῶν Ἐφετείων· εἶναι καὶ ἡ κοινωνικὴ ἀνάπτυξις. Καὶ εἰς ἄλλην μὲν ἐποχὴν, ὅτε συνέστη τὸ πρῶτον ἐν Ναυπλίῳ τὸ Ἐφετεῖον, αἱ νομικαὶ γνώσεις ἦσαν ὀλίγαι, οἱ ἐξοχώτεροι τῶν ἐχόντων νομικὰς γνώσεις κατῴκουν ἐν Ναυπλίῳ, καὶ ἔπρεπεν ἀναγκαίως τὸ Ἐφετεῖον νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ Ναύπλιον. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε τὰ φῶτα εἶναι ἐπίσης διαδεδομένα καὶ ἐν Τριπόλει, ὅτε καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουσι δικηγόροι διακεκριμένοι, ὡς ἐν Ναυπλίῳ, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ὁ λόγος, ὅστις κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐπεκράτησε. Καὶ διὰ τοῦτο αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν οἱ προαγορεύσαντες, νομίζω ὅτι δὲν ἔχουσι βάσιν. Ἐπιμένω λοιπὸν, λέγων ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ σκεφθῇ περὶ διαιρέσεως τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, μὲ τὴν προσθήκην μόνον δύο ἐφετῶν, θέλει θεραπεύσει πάσας τὰς ἀνάγκας καὶ θέλει τὸ ἔργον αὐτῆς στεφθῇ ὑπὸ ἐπιτυχίας· διότι ὁμολογουμένως ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως Ἐφετείου ἐν Τριπόλει κατέστη ἀπαραίτητος.
§25ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ δώσω, κύριε Πρόεδρε. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Πετρίδης, συνιστῶν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύστασιν Πρωτοδικείων, νομίζει ὅτι πρὸς τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νόμου. Ὄχι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νόμου, διότι κατὰ τὸ 1867 ἐψηφίσθη νόμος, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται, περὶ συστάσεως δέκα Πρωτοδικείων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς τότε, ἐπροτίμησε τὸ τῆς ἐπαρχίας του καὶ ἄλλοι τὰ τῶν ἰδικῶν των ἐπαρχιῶν, ἐνῷ κυρίως ὁ νόμος τότε ἐψηφίσθη διὰ τὴν σύστασιν Πρωτοδικείων ἐν Εὐρυτανίᾳ καὶ Κορινθίᾳ. Λοιπὸν δὲν χρειάζεται τίποτε ἄλλο σήμερον, παρὰ πίστωσις. Ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ πίστωσιν, εἶναι εὐκολώτατον νὰ συστηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Κορινθίας· εἶναι δὲ καὶ οἰκονομικώτατον τὸ μέτρον τῆς συστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου, διότι θὰ οἰκονομήσῃ τὸ Δημόσιον τὰ ἔξοδα τῆς προσελεύσεως τῶν μαρτύρων, τὰ ὁποῖα πληρόνει ἤδη μέχρι Ναυπλίου, καὶ ἐὰν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίου τοὺς ἡμίσεις πρωτοδίκας, δὲν θὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον οὐσιώδεις δαπάνας. Ἑπομένως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ εὐχερῆ ἀπονομὴν τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς κοινωνίας.
§26Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Αʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τῶν δήμων Φαρκαδῶνος, Γόμφων, Κοθωνίων, Ἰθώμης, Παραληθαίων καὶ Αἰγινίου τοῦ νομοῦ Τρικκάλων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 201). Ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1833 νόμου περὶ δήμων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 202).
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τυπωθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὥστε αὔριον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Συνοδινὸς ὑπέβαλε τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομομηχανικοῦ Κυκλάδων κ. Τζουρᾶ περὶ Θηραϊκῆς γῆς, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐκ μηχανικῶν ἐπιτροπῆς, τῆς σταλείσης εἰς Σῦρον πρὸς ἐπιθεώρησιν ἔργου ἐκ Θηραϊκῆς γῆς κατασκευασθέντος αὐτόθι. «Παρακαλῶ ἐπίσης, ὅπως διατάξῃ καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς ἀποστολὴν εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν Θήρας, ἡ μελέτη περὶ τοῦ λιμένος Θήρας τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, δι’ ἣν τὸ λιμενικὸν ταμεῖον ἐδαπάνησεν ὑπὲρ τὰς 10 χιλιάδας δραχμῶν. «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσα ἐδαπανήθησαν πρὸς ἵδρυσιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Δαμαλιδοκομείου, πόσα ἐξοδεύει κατ’ ἔτος πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ, ποῖαι αἱ πρόσοδοι αὐτοῦ ἐτησίως ἐκ τῆς πωλήσεως δαμαλίδος, ποία ἡ κατ’ ἔτος δαπάνη πρὸς προμήθειαν δαμαλίδος πρὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Στρατιωτικοῦ Δαμαλιδοκομείου, καὶ πόσα δαπανᾷ ἤδη διὰ προμήθειαν δαμαλίδος.» Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Βαλαωρίτης κατέθεσε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος ἐξετάσῃ ἁρμοδίως καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, καταθέτων τὸν σχετικὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων, τίνος ἕνεκα λόγου ἐπαύθησαν πάντες οἱ Ἡγούμενοι τῶν ἐν Λευκάδι Μονῶν, ἀντικατασταθέντες ἀντικανονικῶς καὶ ἐναντίον τοῦ περὶ κανονισμοῦ τῶν Μονῶν διατάγματος τοῦ 1858 δι’ ἄλλων μὴ κεκτημένων τὰ νόμιμα προσόντα, ἤτοι μὴ μοναχῶν ἢ μὴ ἀνηκόντων εἰς τὴν Μονήν, ἧς ἐτάχθησαν Ἡγούμενοι, τοῦ ἑνὸς μάλιστα τούτων ὄντος ἐγγάμου καὶ πατρὸς ἐξ τέκνων. «Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, συνεπείᾳ τίνος διαταγῆς μετέβη εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ὁ κ. Ὑπομοίραρχος, ἀκολουθούμενος ὑφ’ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ καὶ ἀποσπάσματος εὐζώνων καὶ χωροφυλάκων, διὰ νὰ παραστῇ εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ νεοδιορισθέντος παρανόμως Ἡγουμένου.» Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Φίλιος, Δάλλας, Πετσάλης, Γεωργιάδης, Παπαδόπουλος καὶ Οἰκονομίδης ὑπέβαλον πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ περὶ κοινοτήτων νόμου τῆς 24 Ἀπριλίου 1884. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 203).
§30ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ τῶν κοινοτήτων τῶν νομῶν Λαρίσσης καὶ Ἄρτης κλπ. τὸ ὁποῖον καὶ διενεμήθη, νομοσχέδιον σπουδαιότατον καὶ λίαν κατεπεῖγον. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον ν’ ἀναγράψῃ αὐτὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως θ’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως πιστεύω ὅτι θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι πρόκειται περὶ πληρώσεως σπουδαιοτάτης ἀνάγκης.
§33Ι. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, Κύριοι, εἶχον κάμει μερικὰς ἐπερωτήσεις εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἔλθῃ καὶ ἀπαντήσῃ ἐπ’ αὐτῶν. Ἐπίστευον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως εἶχον ἐκπληρώσει τὰ καθήκοντά των. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ἐκ τῶν λόγων καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀποδείκνυται τὸ ἐναντίον. Καὶ πρῶτον ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν διὰ τοὺς δηχθέντας ἀπὸ τὸν λυσσῶντα κῦνα. Ὁ Δήμαρχος Κορινθίων τὴν 31 Δεκεμβρίου, ὅτε ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς αὐτὸ, διὰ τηλεγραφήματός του εἰδοποίησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ συνάμα εἰδοποίησε καὶ τὴν Νομαρχίαν. Ἡ Νομαρχία δὲ τὴν αὐτὴν ἡμέραν καὶ ὑπ’ ἀριθμὸν 1138 τηλεγραφικῶς εἰδοποίησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὴν ἐπιοῦσαν ὁ Δήμαρχος συνεκάλεσε τοὺς ἰατροὺς, διὰ νὰ βεβαιώσωσιν, ἐὰν ὁ φονευθεὶς ἐκεῖνος κύων ἦτο λυσσῶν. Οἱ ἰατροὶ τῆς Κορίνθου ἀπήντησαν, ὅτι δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ ἀποφανθῶσι, διότι δὲν ἦσαν κτηνίατροι. Τότε ὁ Δήμαρχος ἔθεσεν ἐντὸς κιβωτίου τὸ πτῶμα τοῦ κυνὸς καὶ τὸ ἔστειλεν εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ὅστις τὸ παρέλαβε καὶ ἐκάλεσεν ἕνα κτηνίατρον, οὗτος δὲ ἔκοψε τὴν κεφαλὴν καὶ κατέθεσεν ταύτην εἰς τὸ Ἀνατομεῖον, διὰ νὰ κάμῃ πειράματα ἐπ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι τῆς 10ης Ἰανουαρίου δὲν ἐγένετό τι. Τὴν 10ην Ἰανουαρίου τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἑνὸς ἐγγράφου πρὸς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας τὸν ἐρωτᾷ, τί γίνεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Οὐδεμία ἀπάντησις. Τὴν 22 Ἰανουαρίου, μετὰ ἐπανειλημμένην διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας δι’ ἐγγράφου του ὑποβάλλει μίαν ἔκθεσιν τοῦ ἰατροῦ κ. Παμπούκη, διὰ τῆς ὁποίας βεβαιοῖ οὗτος, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν, ὡς ἐκ τῶν πολλῶν ἡμερῶν, αἵτινες εἶχον παρέλθει ἀπὸ τοῦ φόνου τοῦ κυνὸς, νὰ κάμῃ ἀπόπειραν ἐμβολιασμοῦ καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν ὁ κύων αὐτὸς ἦτο λυσσῶν. Ὁ δὲ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐπρότεινεν, ὅτι ἔπρεπε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα περὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν δηχθέντων εἰς Παρισίους. Οἱ δηχθέντες δὲ εἶναι ὁ Γ. Παπαγιαννόπουλος, ὁ Δροσόπουλος καὶ ἡ τετραέτις θυγάτηρ Βενέτη ἐκ Κορίνθου. Ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδεμία πληροφορία ἐδόθη οὐδ’ εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, οὐδ’ εἰς τοὺς δηχθέντας, ἐὰν τῷ ὄντι ὁ κύων αὐτὸς ἦτο λυσσῶν καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔπαθον ἐκ τούτου, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ φροντίσωσι περὶ θεραπείας. Ὥστε μέχρι σήμερον δὲν γνωρίζουσιν οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ εὑρεθῶσι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Ἐκ τῶν ἐγγράφων λοιπὸν τούτων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἀστυνομίας δὲν ἐνήργησε τὸ καθῆκόν της, ἂν καὶ ὁ κ. Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου δι’ ἐγγράφου του λέγει πρὸς τὸν κύριον Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἀντικείμενα δὲν ἐπιτρέπουσι χρονοτριβήν. Καὶ μολονότι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἔλαβε τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν τὴν 2 Ἰανουαρίου, εἰς τὰς 19 Ἰανουαρίου, ὅτε χρονολογεῖται τὸ ἔγγραφον τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι εἶχε λάβει κἀμμίαν φροντίδα. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἀντικειμένου, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ κληροδοτήματος, τὸ ὁποῖον ἀφῆκεν ὁ Θεόδωρος Παπαπέτρυς, ὅπως γείνῃ εἰς τὴν Κόρινθον νοσοκομεῖον, ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν γνωρίζει, λέγει, τὰ περὶ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ. Ἐγὼ θὰ τῷ παράσχω σήμερον μερικὰς πληροφορίας, ὅπως μεριμνήσῃ καὶ ἀνεύρῃ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ὡς Δήμαρχος πρὸ τεσσάρων ἐτῶν, ἅμα ἔλαβον τὴν πληροφορίαν αὐτὴν, ἔστειλα εἰς Κύθηρα καὶ ἔλαβον ἀπὸ τὸ Συμβολαιογραφεῖον ἀντίγραφον τῆς διαθήκης, τὸ ὁποῖον ἔστειλα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον παρεκάλεσα νὰ μεριμνήσῃ. Ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔχει ὁ δῆμος τῆς Κορίνθου, ἐὰν τὰ χρήματα αὐτὰ τοῦ κληροδοτήματος, αἱ 20,000 δραχμαὶ, κατετέθησαν εἴτε εἰς τὴν Τράπεζαν, εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἴτε εἰς ἄλλο μέρος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔστειλεν ἓν τηλεγράφημα εἰς τὸν Νομάρχην καὶ ἐζήτει ἐξηγήσεις, ἀλλ’ ὁ κ. Νομάρχης δὲν ἀπήντησεν, ἴσως οὔτε γνωρίζει τι. Κατόπιν εἶναι τὸ κληροδότημα ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μεριμνήσωσι, τὸ κληροδότημα τῆς Σοφίας Νήρου. Τὴν διαθήκην αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερεν, ἐγὼ τὴν ἔστειλα τότε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ μεταφρασθῇ. Τὸ Ὑπουργεῖον μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἔχει μεταφραστὴν καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν μεταφράσῃ, συνάμα ὅμως ἐντὸς τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἦτο καὶ μία ἐπιστολὴ ἑνὸς ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου, τὸν ὁποῖον τώρα δὲν ἐνθυμοῦμαι, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔγραφεν, ὅτι αὐτὸς δύναται νὰ τὴν μεταφράσῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ τῷ στείλω 150 δραχμὰς, διὰ νὰ κάμῃ αὐτὸς τὴν μετάφρασιν. Δὲν τῷ ἔδωκα ἀπάντησιν, διότι εὗρον εἰς τὴν Κόρινθον ἕνα νέον, ὅστις ἐγνώριζε τὴν Ρωσσικὴν καὶ τὴν Γαλλικὴν, καὶ τὴν μετέφρασε.
§34Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν σᾶς ἐζήτησεν 150 δραχμάς;
§35Ι. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ποίαν ἐποχήν;
§37Ι. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν Ἰούνιον. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔλαβον μίαν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὴν Μαρίαν Ἰβάνωφ, ἡ ὁποία εἶχε διορισθῆ ἐκτελεστὴς τῆς διαθήκης, καὶ ἡ ὁποία ἐζήτει μερικὰς πληροφορίας καὶ ἔγραφεν ὅτι ἦτο ἕτοιμος νὰ καταθέσῃ τὰ χρήματα, ἀλλὰ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἔπρεπε νὰ χορηγήσῃ τὸ ἀναγκαῖον οἰκόπεδον πρὸς κατασκευήν. Καὶ τῷ ὄντι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον συνελθὸν ἔκαμε πρᾶξιν καὶ ὥρισεν ἓν τετράγωνον οἰκόπεδον τῆς πόλεως, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ γείνῃ τὸ κατάστημα αὐτὸ τῶν ὀρφανῶν κορασίων· ἀπήντησα δὲ εἰς τὴν κυρίαν αὐτὴν καὶ ηὐχαρίστησα αὐτὴν ἐκ μέρους τοῦ δήμου, καὶ τῇ ἔστειλα καὶ τὰς διαστάσεις τοῦ οἰκοπέδου καὶ πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ κατόπιν, ὡς ἐπληροφορήθην προχθὲς, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διέταξε τὸν Δήμαρχον, ἐπειδὴ ἡ Μαρία Ἰβάνωφ ἀρνεῖται σήμερον νὰ καταθέσῃ τὰ χρήματα, νὰ διορίσῃ πληρεξούσιον. Ἐγὼ, ἐὰν ἤμην Δήμαρχος, δὲν θὰ ἔκαμνα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διέταξε τὸ Ὑπουργεῖον, διότι 2 ἔτη ὁ ἐκεῖ πρόξενος ἔχει τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ δὲν ἐμερίμνησε περὶ αὐτῆς καθόλου. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἔμαθον ὅτι διώρισεν αὐτὸν πληρεξούσιον, καὶ μένει πλέον εἰς τὴν φροντίδα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, πῶς θὰ λυθῇ ἡ ὑπόθεσις. Μετὰ τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν εἰς ἑτέραν ἐρώτησίν μου περὶ μὴ διορισμοῦ ἀστυνόμου ἐν τῷ δήμῳ Σικυῶνος, ὅτι δὲν διωρίσθη οὗτος, διότι κατὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα προσήγαγε, πρῶτον ὁ Δήμαρχος ἔκαμε τὴν πρότασιν ὄχι ἱεραρχικῶς, ἐνῷ ἀπὸ τὰ ἔγγραφα ἐδῶ παρουσιάζεται τὸ ἑξῆς· ὅτι ὁ Δήμαρχος κατὰ τὴν 17 8βρίου διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1160 ἐγγράφου του καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1161 ἀπηύθυνε πρός τε τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸν Νομάρχην Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας πρότασιν περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀστυνόμου, δι’ οὓς λόγους ἀναφέρει ἐν αὐτοῖς, καὶ συνάμα ἀπέστειλε πίνακα ποιότητος τοῦ προτεινομένου. Μετὰ ταῦτα, κατὰ τὰς 20 Νοεμβρίου, ὅταν εἶδεν ὅτι δὲν ἐγένετο τίποτε, ἔκαμεν ἐπαναληπτικὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρότασιν, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς ἀπάντησιν διέταξε τὸν Νομάρχην Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας νὰ τιμωρήσῃ πειθαρχικῶς τὸν ἀναφέροντα Δήμαρχον διὰ τὴν παράβασιν τοῦ περὶ ἱεραρχίας κανονισμοῦ, δι’ ὑποβολὴν τῆς προτάσεως ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἄνευ δικαιολογήσεώς τινος. Ὁ Δήμαρχος οὗτος διὰ τοῦ ἐγγράφου ὑπ’ ἀριθ. 1271 ἀναφέρει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῆς προῤῥηθείσης ἀναφορᾶς μου εἰς τὸ Σ. Ὑπουργεῖον ἀπὸ 15 παρελ. ἔτους ὑπ’ ἀριθ. 1161 ἐπρότεινα τὴν ἀπόλυσιν τοῦ παρ’ αὐτῷ δημαστυνόμου καὶ τὴν ἀντικατάστασίν του δι’ ἑτέρου.» Ὥστε δὲν ἦτο ἄξιος τιμωρίας πειθαρχικῆς· διότι, ἐνῷ ὑπέβαλε τὴν πρότασιν εἰς τὸν Νομάρχην, ἀπέστειλε καὶ ἀντίγραφον αὐτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τὸ Ὑπουργεῖον διέτασσε τὸν Νομάρχην ἀκόμη νὰ τῷ δώσῃ πληροφορίας περί τε τοῦ ὑπάρχοντος ἀστυνόμου καὶ περὶ τοῦ ἀντικαθιστῶντος αὐτόν. Ὁ Νομάρχης, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ γνωρίζω οὐδ’ ἐξ ὄψεως, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν διαταγὴν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου καὶ δίδῃ πληροφορίας τινάς. Ὁμολογεῖ ὅτι εἶχε γείνει μία ἀναφορὰ ἐναντίον τοῦ προτεινομένου ὡς ὑποψηφίου ἀστυνόμου, κατηγορουμένου ὅτι ὑπῆρχον βουλεύματα κατ’ αὐτοῦ. Καὶ ἔφερε τῷ ὄντι ὁ κύριος Ὑπουργὸς δύο βουλεύματα, ἓν τοῦ 1879 καὶ ἕτερον τοῦ 1885. Καὶ διὰ μὲν τοῦ βουλεύματος τοῦ 1879 τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ναυπλίῳ πλημμελειοδικῶν ἔπαυε πρὸς καιρὸν τὴν παραιτέρω καταδίωξιν αὐτοῦ, διότι δὲν εἶχε βασίμους λόγους. Ἀνεκινήθη δὲ κατόπιν ἡ ὑπόθεσις, καὶ τὸ Συμβούλιον ἐπίσης τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πλημμελειοδικῶν διὰ τοῦ ἑτέρου βουλεύματός του παύει πᾶσαν παραιτέρω καταδίωξιν κατ’ αὐτοῦ, μὴ ἀποδειχθείσης τῆς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας. Καὶ εἶναι δικαιολογίαι αὗται, δυνάμεναι νὰ ἐμποδίσωσι τὸν διορισμόν του, διότι εὑρέθη εἷς νὰ συκοφαντήσῃ αὐτόν; Ἀλλ’ ὑπάρχουσι δικαστικὰ βουλεύματα, τὰ ὁποῖα τὸν ἀπαλλάττουσι πάσης καταδιώξεως· καὶ ὁ λόγος αὐτὸς δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παράτασιν τῆς ὑποθέσεως αὐτοῦ μέχρι τοῦδε; Καὶ τὰ βουλεύματα αὐτὰ, τὰ ἀθωοῦντα τὸν προτεινόμενον, δὲν ἔφερον ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐγνώριζε προσωπικῶς τὸν προτεινόμενον, γνωρίζει ὅμως τὸν πατέρα αὐτοῦ, ὅστις ὑπῆρξε δὶς Δήμαρχος τοῦ δήμου Σικυῶνος, ὅτι εἶναι εὐκατάστατος, ὅτι εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος, ὅτι αὐτὸς ὑπηρέτησεν ὡς δημοτικὸς εἰσπράκτωρ καὶ δὲν ἀφῆκεν οὐδὲ μιᾶς δραχμῆς ἔλλειμμα, ἀλλὰ παρέδωκε τὴν διαχείρισίν του σώαν καὶ ἀνελλιπῆ, οὐδὲ κἀνὲν παράπονον ἠγέρθη ἐναντίον του, ἐνῷ, ὡς γνωρίζετε, οἱ εἰσπράκτορες, οἵ τε δημοτικοὶ καὶ οἱ δημόσιοι, δὲν κάμνουσι τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐκβιάζουν καὶ πιέζουν τὸν κόσμον. Ἤλπιζον λοιπὸν, ὅτι ὕστερον ἀπὸ τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνέπτυξε τὴν προπαρελθοῦσαν ἑσπέραν εἰς τὸ ζήτημα ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νόμου τοῦ δημοτικοῦ, ὑποστηρίξας τὴν ἀποκέντρωσιν, τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων, ἤλπιζον ὅτι δὲν θὰ ἤρχετο ὁ ἴδιος κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὴν πρότασιν τοῦ Δημάρχου, διότι ἔχει πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Νομάρχην, ὅτι ὁ νῦν ἀστυνόμος εἶναι ἀφωσιωμένος εἰς τὸ καθῆκόν του, ὅταν ὁ Δήμαρχος Σικυῶνος, παριστῶν τὴν ἔλλειψιν τάξεως καὶ ἀσφαλείας εἰς τὸν δῆμόν του, ἀποδίδῃ ταύτην εἰς τὴν ἀδράνειαν καὶ ἀχρηστίαν τοῦ ἀστυνόμου. Καὶ ποῖος εἶναι μᾶλλον κατάλληλος ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, ἵνα κρίνῃ περὶ τοῦ ἀστυνόμου; Πρόκειται δὲ περὶ Δημάρχου, ὁ ὁποῖος ἐνθυμοῦμαι ὅτι πέρυσιν, ἐν ἄλλῃ περιστάσει, ἐν αὐτῇ τῇ αἰθούσῃ ἐχαρακτηρίσθη ἀπὸ ἔντιμον συνάδελφον ἡμῶν ὡς ὁ βασιλεὺς τῶν Δημάρχων· καὶ πῶς, κύριε Πρωθυπουργέ, αὐτὸς, ὁ Βασιλεὺς τῶν Δημάρχων, κατέπεσεν ἀπὸ πέρυσι καὶ κατέστη ῥάκος, καὶ δὲν λαμβάνεται πλέον ὑπ’ ὄψιν! Λοιπὸν ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶμαι πεπεισμένος ὅτι δὲν ἐμελέτησε, διότι πάντα ταῦτα ἐγένοντο καθ’ ἣν ἐποχὴν ἠσθένει, καὶ νὰ διορίσῃ τὸν ἀστυνόμον, τὸν ὁποῖον προτείνει ὁ Δήμαρχος. Δὲν ὁμιλῶ περὶ παύσεως, διότι ὁ κ. Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔπαυσε τὸν ἀστυνόμον Κορίνθου, ὅπως δὲν ἠδυνάμην ποτὲ νὰ πιστεύσω, καὶ ἔπαυσε τοῦτον οὐχὶ δυνάμει προτάσεως τοῦ Δημάρχου, ἀλλὰ συνεπεία μιᾶς ἐκθέσεως τοῦ κ. Νομάρχου, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπεν αὐτὸς ὁ Νομάρχης πρό τινων ἡμερῶν ἐν Κορίνθῳ, προεκλήθη ἐντεῦθεν ν’ ἀποστείλῃ.
§38Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ εἶπεν αὐτὸ ὁ κ. Νομάρχης;
§39Ι. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἤμην παρών, διὰ νὰ σᾶς τὸ βεβαιώσω. Ἐγὼ οὔτε γνωρίζω τὸν Νομάρχην.
§40ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡμεῖς τὸν γνωρίζομεν· εἶναι ὁ κ. Τζανετάκης, καὶ εἴμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν πεπεισμένοι, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ τοιαῦτα πράγματα.
§41Ι. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπιμένω νὰ τὸ βεβαιώσω, μὴ γνωρίζων τοῦτο ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως.
§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Νομάρχου δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν παύσῃ;
§43Ι. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ἠδύνατο. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην τὸ τοιοῦτο δικαίωμα· ἀπ’ ἐναντίας λέγω, ὅτι, ἀφοῦ ἔπαυσεν ἐκεῖνον ἄνευ προτάσεως, διατὶ δὲν παύει τὸν ἀστυνόμον Σικυῶνος, ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου ζητεῖ ὁ Δήμαρχος διὰ προτάσεως τὴν ἀντικατάστασιν; Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀστυνόμον τοῦ δήμου Πελλήνης, δὲν ἀπήντησεν· οὔτε διὰ τὸν ἀστυνόμον Πόρου κατέθηκε τὰ ἔγγραφα, καὶ παρακαλῶ νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός.
§44ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὁ ὑπάρχων δημαστυνόμος Σικυῶνος τυγχάνει ἐκ τῶν ἱκανωτέρων δημαστυνόμων τοῦ Κράτους, ἔχει ὅμως τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ εἰσακούῃ τὰς φιλεκδίκους καὶ αὐθαιρέτους διαταγὰς τοῦ Δημάρχου Σικυῶνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο εὐχαριστημένος νὰ περάσῃ ἐν στόματι μαχαίρας ὅλους τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς αὐτόν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κορινθίας ζητῇ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτῳ, νομίζω, ὅτι δὲν πράττει ἔργον δικαιοσύνης. Κατὰ τοῦ ὑπάρχοντος δημαστυνόμου δὲν ὑπάρχει οὐδὲν παράπονον ἐν τῇ κοινωνίᾳ τοῦ δήμου ἐκείνου, ἥτις ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ εὑρίσκει ἐξασφαλιζόμενα τὰ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν τῶν ἀποτελούντων αὐτήν. Ὑποβάλλεται ὁ διορισμὸς προσώπου, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἐκκρεμὴς κατηγορία, καὶ ἀπαιτεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἐνδώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀπαίτησίν του ταύτην. Δὲν ἐννοῶ νὰ βεβαιώσω τὰ ἐν τῇ κατηγορίᾳ ἀναφερόμενα κατὰ τοῦ προτεινομένου ἀστυνόμου, νομίζω ὅμως, ὅτι ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, ἣν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δηλιγιάννης, δικαιούμεθα ἡμεῖς νὰ ἐξαιτήσωμεν τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα προασπισθῶσι τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς κοινωνίας ἐκείνης.
§45Ι. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πιστεύω νὰ μὴ ἦναι ἀληθῆ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, διότι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει κάμει τὴν καταγγελίαν κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, εἶναι ὁ ἐπιστάτης τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐνταῦθα ἔχετε τὰ βουλεύματα τῶν πλημμελειοδικῶν, τὰ ὁποῖα προσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ βλέπετε, τί λέγουσι, καὶ γνωρίζετε, ὅτι ταῦτα εἶναι ἐπίσημα, ὑποβληθέντα παρὰ τοῦ Νομάρχου, καὶ ὄχι παρ’ ἡμῶν, τὸν προτεινόμενον δὲ ἀστυνόμον Θεοδοσιάδην τὸν γνωρίζει ὅλη ἡ ἐπαρχία.
§46ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἐξέφρασα οὐδεμίαν μομφὴν κατὰ τοῦ προτεινομένου προσώπου· ἠθέλησα μόνον νὰ παραστήσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ ὑπάρχων ἀστυνόμος εἶναι ἐκ τῶν ἱκανωτέρων ἀστυνόμων τοῦ Κράτους. Τώρα, ἐὰν ὑπάρχῃ κατηγορία, ὅπως ὑπάρχει, κατὰ τοῦ προτεινομένου προσώπου, καὶ ἐὰν αὕτη ἦναι ἀληθής, δὲν ἐνδιαφέρει ἐμὲ νὰ τὸ ἐξετάσω, ἐὰν δὲ ἦναι ἐπιστάτης μου ὁ καταγγείλας αὐτὸν, τοῦτο τὸ ἀγνοῶ καθ’ ὁλοκληρίαν· τὰς πληροφορίας μου ἔλαβον ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§47ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κορινθίας συνάδελφον, χωρὶς νὰ παρέμβω εἰς τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ, ὅτι παρήνειρε τὸ ὄνομα τοῦ Νομάρχου Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἐν οὐ δέοντι καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως. Ἵνα δὲ μὴ μείνῃ οὐδεμία ἀμφιβολία καὶ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήγαγε τὴν ὑπόθεσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὸν ἀστυνόμον Κορίνθου, τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1890, εἴτε ἀπὸ τὸν Δήμαρχον Κορινθίων, εἴτε ἀπὸ τὸν Νομάρχην Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἵνα κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν κακῶς καὶ φατριαστικῶς ἀπελύθη ὁ ἀστυνόμος. Ἐπειδὴ δὲ παρεμπιπτόντως ἀνεπτύχθη καὶ ἰδέα τις περὶ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ἀστυνόμου, ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ὑψώσω φωνὴν διαμαρτυρίας. Ἐπειδὴ εἶμαι ἴσως ἐκ τῶν θερμοτέρων ἐραστῶν τῶν δικαιωμάτων τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων, καὶ ἄλλοτε ἀγορεύων ὁμολογῶ, ὅτι ἀπεκάλεσα τοὺς Δημάρχους «βασιλεῖς τῶν κοινοτήτων, αἱ ὁποῖαι τοὺς ἐκλέγουσι», διότι τοιούτους καὶ ὁ Νόμος, ὁ ὁποῖος καθώρισεν αὐτοὺς, ἠθέλησε νὰ τοὺς καταστήσῃ. Ἐγὼ δὲ θεωρῶ, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἀπόλυτον ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀπολύῃ τοὺς δημαστυνόμους, τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχει ὁ Δήμαρχος, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Δημάρχου ἀποῤῥέει ἀπὸ τῆς θελήσεως τῶν ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι ἀναδεικνύουσιν αὐτούς. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστός μοι φίλος κ. Πρωθυπουργὸς οὐδέποτε ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἀστυνόμου Κορίνθου, ἐὰν δὲν ἐπείθετο, ὅτι δικαίως καὶ εὐλόγως ἔπρεπε νὰ τὸν ἀπολύσῃ, διὸ καὶ μετὰ μῆνας πολλοὺς προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν ταύτην.
§48Ι. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν κατηγόρησα τὸν Ὑπουργόν, ὅτι ἀπέλυσε τὸν δημαστυνόμον Κορίνθου· ἁπλῶς ἐπερώτησιν ἔφερα ὡς πρὸς τὴν παῦσιν τοῦ κ. Καμπεροπούλου ἐκ μέρους τοῦ κ. Θεοδώρου Π. Δηλιγιάννη ἄνευ προτάσεως τοῦ Δημάρχου· ἐγὼ μάλιστα εἶπον, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀπολύσῃ καὶ τὸν ἀστυνόμον Σικυῶνος, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει καὶ πρότασις τοῦ Δημάρχου. Ἐγὼ γνωρίζω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν πολὺ καλλίτερον ἀφ’ ὅ,τι γνωρίζει αὐτὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτήν, ἂν μὴ ἐπιέζετο, ἐκ δὲ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα θὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῇ αἰτήσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, θὰ πεισθῶμεν διὰ τίνας λόγους ἐπαύθη.
§49ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν μιᾷ προγενεστέρᾳ ἐπερωτήσει μου ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν φάκελλον ἀφορῶντα τὴν διαῤῥύθμισιν δύο χειμάῤῥων, οἱ ὁποῖοι ῥέουσιν ἑκατέρωθεν τῆς πόλεως Βώλου καὶ φέρουσι τὰ ὀνόματα Ἄναυρος καὶ Κραυσίνδων. Αἱ ἐργασίαι αὗται, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ μᾶς ὑποβοηθήσωσι νὰ ἐννοήσωμεν κάλλιστα, ὁποία ἡ ἀξία, ἡ τέχνη, ἡ ἀκρίβεια καὶ ἡ τιμιότης τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπαρτίζουσι τοὺς ἀλλοδαποὺς μηχανικοὺς ἢ ἐκείνους τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, οἱ ὁποῖοι ἐπεκάθησαν ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἡμῶν καὶ μᾶς ἐκβυζαίνουσι καθ’ ἑκάστην. Δὲν θὰ θελήσω τὸ παράπαν νὰ μεταβάλω τὰ πράγματα, ἀλλὰ θὰ σᾶς καταδείξω διὰ τῶν ἀριθμῶν καὶ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐκθέσεων, τίνες εἶναι οἱ ἐπελθόντες, καὶ οὐ μόνον οἱ κατώτεροι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀνώτεροι. Καὶ ἄρχομαι. Τὸ ἀτυχὲς λιμενικὸν ταμεῖον Βώλου εἰσπράττει κατ’ ἔτος ἐκ τῶν λιμενικῶν λεγομένων δικαιωμάτων μικρόν τι ποσὸν, ἐπειδὴ δὲ οἱ δύο αὐτοὶ χείμαῤῥοι δὲν εἶχον σταθερὰν κοίτην, ὅπως σχεδὸν εἰς πολλὰ τῆς Ἑλλάδος μέρη, καὶ ἐνίοτε, εἰς μεγάλας πολυομβρίας, ἐξεχείλιζον καὶ προὐξένουν ζημίας εἰς τὴν πόλιν τοῦ Βώλου, ἐθεωρήθη καλὸν νὰ γείνῃ ἡ διευθέτησις τῆς κοίτης αὐτῶν. Ἐθεωρήθη δὲ καλὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς τοῦτο τὰ χρήματα τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, ὡς ἂν ἡ πόλις καὶ ὁ λιμὴν τοῦ Βώλου εἶχε περατώσει ὅλα τὰ ἔργα αὐτοῦ καὶ ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ περισσεύοντα κεφάλαια εἰς ἐκτέλεσιν ἑτέρων ἔργων. Ἐν τοσούτῳ ἡ Βουλὴ τὸ 1887 ἐθεώρησε καλὸν νὰ ψηφίσῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου παρείχετο τὸ δικαίωμα νὰ χρησιμοποιηθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα πρὸς διευθέτησιν τῶν ἄνω χειμάῤῥων. Ἡ ἐργασία τῶν μελετῶν κτλ. ἀνετέθη εἰς τὸν κ. Γκοτλὰν, ὁ ὁποῖος προθύμως ἀνεδέχθη νὰ μεταβῇ ἐκεῖσε. Προέβη λοιπὸν εἰς μελέτας τινὰς, ἀλλ’ ἐθεώρησεν ἐπαρκὲς, ἵνα τὰς διὰ τοὺς χειμάῤῥους μελέτας του ἐκτείνῃ μέχρι τῶν προπόδων τοῦ Πηλίου, οὐδόλως δὲ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰ ὑψηλότερα αὐτοῦ μέρη, τὰς πρώτας πηγάς. Ἐπειδὴ δὲ ἔχω τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχω ἀκροατὰς μηχανικοὺς, δύναμαι νὰ εἴπω ἐλευθέρως ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τυφλότερον πρᾶγμα, ἀμαθέστερον πρᾶγμα ἢ τὸ νὰ μελετήσῃ τις τὸν χείμαῤῥον εἰς τὴν πεδιάδα καὶ νὰ μὴ ἀνέλθῃ εἰς τὰς πηγάς. Ἐὰν ἁπλῶς τὰ στοιχεῖα περὶ διευθετήσεως τῶν χειμάῤῥων ἐγνώριζεν, οὐδέποτε ἤθελε πράξει—ἐπιτρέψατε τὴν λέξιν—τὴν στραβομάραν αὐτήν. Οἱονδήποτε ἄνθρωπον καλέσωμεν ἐξ Εὐρώπης, ἵνα ἐπισκεφθῇ τὰ ἔργα ταῦτα, θέλει μᾶς εἶπει, ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι μηδὲν γινώσκοντες καὶ ἄξιοι τῆς τύχης μας. Ἡ ἐργασία ἐν τούτοις ἤρξατο, καὶ ὁ κ. Γκοτλὰν προϋπελόγισε τὸ ἔργον εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 404,584 καὶ 18 λεπτῶν, διὰ τὴν ἀκρίβειαν. Μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν τὸ ἔργον ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν, καὶ παρουσιάσθη μειοδότης, προσενεγκὼν 16%, οὕτω δὲ κατῆλθε τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης εἰς 339,850 δραχμάς. Ἡ ἐργασία ἐξετελέσθη κατὰ τὰ σχέδια τοῦ κ. Γκοτλὰν καὶ κατὰ τὴν ὁδηγίαν τοῦ κ. Trebouville. Δῆλον δὲ εἶναι, ὅτι εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς δὲν ἀρκεῖ οὔτε ὁ ἀριθμὸς τῶν μηχανικῶν τῶν ἰδικῶν μας, ἤτοι τῶν 307, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, οὔτε τὸ σμῆνος τῶν 40 ἀλλοδαπῶν, οὔτε ὁ ἀριθμὸς τῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἀλλὰ προσλαμβάνουσι καὶ ἐκτάκτους, περὶ τῶν ὁποίων ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς ὁμιλήσω ἐν καιρῷ τὰ δέοντα. Μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων τούτων εἶναι καὶ ὁ κ. Trebouville. Τί λαμβάνει καὶ πόσα, δὲν γνωρίζω, δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ διορισμὸς αὐτοῦ ἐζητήθη ἐπιμόνως παρὰ τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου δι’ ἐγγράφου τοῦ κ. Γκοτλὰν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν δὲν προσληφθῇ αὐτὸς, δὲν ἀνεδέχετο οὐδεμίαν εὐθύνην διὰ τὸ ἔργον. Ὁ δὲ μακαρίτης Λομβάρδος, καλῶς ποιῶν, ἵνα μὴ ἔχῃ τὰς εὐθύνας, καὶ ἵνα μὴ δύνανται σήμερον οὗτοι νὰ δικαιολογηθῶσι, ἐδέχθη καὶ τὸν διώρισε. Ἐν τῷ φακέλλῳ τούτῳ εὑρίσκονται ἅπαντα τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα. Ἐν τοσούτῳ ἤρχισεν ἡ ἐργασία τὸ 1888, μικρὸν μετὰ τὴν 4 Φεβρουαρίου, τὴν δὲ 24 Μαρτίου 1888 ἐγκρίνεται συμπληρωτικὸς προϋπολογισμὸς δραχμῶν 25,000. Τὴν 21 Ἀπριλίου 1892 ἐγκρίνεται ἕτερος συμπληρωτικὸς προϋπολογισμὸς ἐκ δραχμῶν 101,294. Τὴν 16 Σεπτεμβρίου 1889 ἐγκρίνεται τρίτος συμπληρωτικὸς προϋπολογισμὸς ἐκ δραχ. 47,776. Τὴν 30 Νοεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους τέταρτος συμπληρωτικὸς προϋπολογισμὸς ἐκ δραχμῶν 25,916. Τέλος δὲ τὴν 10 Ἰανουαρίου 1889 καὶ ἄλλος συμπληρωτικὸς προϋπολογισμὸς ἐκ δραχ. 5,593. Σταματῶ ἐδῶ, ἵνα σᾶς ἀνακουφίσω ὀλίγον, διότι τούτων ἕπεται ἄλλη τις ἐργασία, ἡ ὁποία ἀξίζει τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Τὴν 7 Μαΐου 1889, ἤτοι εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὰ ἔργα εἶχον συντελεσθῆ, ἐγένετο πολυομβρία, οὐχὶ μεγάλη, ἀλλ’ ἐκ τῶν μετρίων πολυομβριῶν τοῦ Πηλίου. Μόλις τὰ ὕδατα κατῆλθον, διασπῶνται τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα, καὶ ἐπέρχονται καταστροφαὶ, καὶ οἱ κύριοι μένουσιν ἐνεοί. Ἀρχίζουσι λοιπὸν νὰ ἐπισκευάζωσιν αὐθαιρέτως ὅλως τὰς γενομένας ζημίας, ὁπότε διατάσσεται ὁ κ. Κελλενὲκ νὰ μεταβῇ πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν ἔργων. Ὁ κ. Κελλενὲκ μεταβαίνει, καὶ ἔχω τὴν ἐπίσημον ἔκθεσίν του εἰς χεῖράς μου, ἀπὸ δὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ Σεπτεμβρίου, ὁπότε ἐπὶ τόπου μετέβη, μέχρι τοῦ Νοεμβρίου, ὁπότε ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμόν, ἀφίνει τοὺς κυρίους Γκοτλὰν καὶ Trebouville νὰ ἐκτελῶσι τὰ ἔργα κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς καὶ ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ των σχεδίου. Ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ πρώην Πρωθυπουργὸς μετ’ ἐκπλήξεώς του ἀκούει τὰ λεγόμενα, ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὁ κ. Κελλεκὲκ μεταβαίνει ἐπὶ τόπου, ἐπιθεωρεῖ τὰ ἔργα τὸν Σεπτέμβριον, ἀφίνει δὲ τοὺς ἐργαζομένους νὰ ἐξακολουθῶσι τὰ ἔργα μέχρι τοῦ Νοεμβρίου κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς. Τὸν Νοέμβριον ὅμως ὑποβάλλει συμπληρωτικὸν προϋπολογισμόν, ἐκ τίνος ποσοῦ νομίζετε; Ἐξ 199,241 δραχμῶν καὶ 54 λεπτῶν, διὰ τὴν ἀκρίβειαν. Ἐνταῦθα (ἐπιδεικνύει τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὴν ἔκθεσιν) εἶναι ὡραῖα γεγραμμένα καὶ μὲ γοτθικὰ στοιχεῖα αἱ ἐπικεφαλίδες. Τί δὲ νομίζετε ὅτι γνωμοδοτεῖ; Ὅλα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχε χαράξει ὁ κ. Γκοτλὰν μετὰ τοῦ κ. Trebouville, τὰ ἐθεώρησεν ἀνωφελῆ, μετέθεσε τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς πρώτης κοίτης τοῦ Ἀναύρου ὡς καὶ τὴν τοῦ δευτέρου ποταμοῦ Κραυσίνδωνος, ἐν μέρει ἐννοεῖται. Τοιουτρόπως τὸ ποσὸν διὰ τῶν συμπληρωτικῶν προϋπολογισμῶν μετὰ τὴν ἀποζημίωσιν ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν 682,860 δραχμῶν καὶ 80 λεπτῶν. Ἀλλά, Κύριοι, διὰ νὰ ἴδητε, διὰ νὰ λάβητε γνῶσιν τίνες εἰσὶν οἱ κύριοι μηχανικοί, πῶς προϋπολογίζουν καὶ πόσην ἔχουσιν ἀκρίβειαν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δώσητε προσοχὴν μόνον εἰς δύο ἐκφράσεις τοῦ κ. Κελλενὲκ, γράφοντος ὡς ἀκολούθως περὶ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα προϋπελόγισεν ὁ κ. Γκοτλὰν μετὰ τοῦ κ. Trebouville, ἐνέκρινε δὲ τὸ μέγα ἐκεῖνο σῶμα, τὸ καλούμενον Συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων. Ἰδοὺ τί ἐκτίθησιν ὁ κ. Κελλενὲκ περὶ ἔργου τὸ ὁποῖον, μελετήσας βεβαίως, ἐνέκρινεν (ἀναγινώσκει): «.... Ἅπαντες οἱ λόγοι οὗτοι συνετέλεσαν πρὸς ἐπαύξησιν τῶν βλαβῶν, ἀλλ’ ὑποχρεούμεθα νὰ ἀναφέρωμεν, ὅτι ἡ χάραξις τῶν ἔργων καὶ αἱ τῶν τοίχων διαστάσεις, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, εἰσὶ μειονεκτικαὶ (defectueuses)». Ὀλίγον δὲ κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «.... Τὸ ἀρχικὸν σχέδιον εἶναι ἀνεπαρκὲς (insuffisant)». «Ἔτι δὲ κατωτέρω, ὅπερ καὶ σπουδαιότερον (ἀναγινώσκει): «.... Ἐν τούτοις τὰ συμπληρωματικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα προτείνομεν, παριστῶσι τὸ ἐλάχιστον (minimum) τῶν ληπτέων προφυλάξεων.» Δηλαδὴ μετὰ δαπάνην 800 ὅλων χιλιάδων δραχμῶν ὁ κ. Κελλενὲκ εὑρίσκετο εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ λιμένος συνέταξε τὴν ἔκθεσίν της· ἀπορῶ δὲ, πῶς οἱ Γάλλοι, οἱ τόσας χιλιάδας ἐκμυζήσαντες ἐκ τοῦ ταμείου, δὲν ἔπραξάν τι. Μολονότι δὲ ἐδιπλασίασαν τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης, μ’ ὅλα ταῦτα καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ἤτοι τῆς διευθετήσεως τῶν δύο χειμάῤῥων. Ταῦτα ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου, ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἵνα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποδείξω πόσα μικρὰ κονδυλάκια μᾶς ἔχουν ἁρπάσει. Ἐν τέλει καταθέτω ἐπερώτησιν περὶ τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, ἔχουσαν ὡς ἀκολούθως (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: αʹ) Ἄν ἀρχικῶς παρεχωρήθη εἰς τὸν ἐργολάβον τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων ἡ προμήθεια τῶν σιδηρῶν ἐλασμάτων, ἢ μετέπειτα, καὶ πότε ὡρισμένως. βʹ) Ποία ἦτο ἡ τότε τιμὴ τοῦ σιδήρου, καὶ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ τῆς ἐποχῆς τιμολόγια, ἤτοι τὰ κατὰ τὴν ἐκχώρησιν. γʹ) Νὰ καταθέσῃ πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν ἐπὶ τῆς ἐκχωρήσεως ταύτης.»
§50ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ διευθέτησις τῶν χειμάῤῥων ἐγένετο.
§51ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι, ἀγαπητὲ συνάδελφε! Εἰς πρώτην πολυομβρίαν ὅλαι αἱ ἐργασίαι θὰ καταστραφῶσι δι’ ἐπιχωματώσεως, ὡς κατεστράφησαν καὶ αἱ τοῦ Νέδοντος καὶ Σπερχειοῦ. Οὕτω δὲ θέλομεν ἔχει χιλιάδας δραχμῶν πεταμένας, καὶ τὴν πόλιν τοῦ Βώλου εἰς ἐπικίνδυνον κατάστασιν. Σᾶς εὐχαριστῶ δὲ διότι μοὶ ἐδώσατε ἀφορμὴν νὰ εἴπω τοῦτο, καὶ νὰ ἀκουσθῇ, ὅτι ὑπῆρξεν Ἕλλην μηχανικὸς, ὁ ὁποῖος προεῖδε τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ συμβῶσιν ἐκ τῶν ὡραίων ἔργων τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς.
§52Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀναγινώσκω ὡς ἀναγεγραμμένον θέμα συζητήσεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸν προϋπολογισμόν. Ἐγκαίρως προενόησα ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔτους νὰ ζητήσω πληροφορίας διαφόρους ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλ’ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐνίοτε εἶναι πολὺ πρόθυμοι νὰ παράσχωσι πληροφορίας· ἐν τούτοις ἐνίοτε φαίνονται ἀπρόθυμοι. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσω τί συμβαίνει· ἢ ἡ ὑπηρεσία χωλαίνει, ἢ τὸ εἶδος τῶν ἐπερωτήσεων ἢ τὸ ποιὸν τῶν ἐπερωτώντων εἶναι τὰ αἴτια. Ὅ,τι δύναμαι νὰ βεβαιώσω εἶναι, ὅτι ἐκτὸς ἐλαχίστων ἀπαντήσεων, δὲν ηὐτύχησα νὰ φωτισθῶ ἐκ τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὤφειλον νὰ συζητήσω ὡς ἀντιπρόσωπος, καὶ δὴ ὡς ἀγωνισθεὶς κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν πραγμάτων. Εὐτυχῶς αἱ ἐπερωτήσεις μου εἶναι ἀναγεγραμμέναι εἰς τὰ πρακτικὰ, καὶ πρό τινων ἡμερῶν ὑπέμνησά τινας λησμονηθείσας. Δὲν ἔχω καὶ ἀπαραίτητον ἀνάγκην πληροφοριῶν, ἀλλ’ ἐπεθύμουν ὁμιλῶν νὰ ἔχω καὶ τὰ ἔγγραφα, ἵνα μὴ διαψεύδωμαι ἀδικαιολογήτως. Εἶναι ὅμως καί τινες ἐξ αὐτῶν ἀπαραίτητοι· παραλείπων τὰς ἄλλας, ὑπενθυμίζω τὴν περὶ δικαστικοῦ καταστήματος ἐν Ἀθήναις. Εἶναι εὔκολον νὰ ψηφίζωμεν τὰ ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς καθήκοντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐνασκήσωμεν. Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκην νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, οὐ μόνον περὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις δικαστικοῦ καταστήματος, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δικαστικῶν καταστημάτων. Ἐζήτησα μόνον τὰς πληροφορίας διὰ τὴν πρωτεύουσαν, διότι αὗται μοὶ ἤρκουν διὰ γενικὴν συζήτησιν. Περὶ τῶν ἄλλων θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπανέλθω σήμερον. Ἀλλὰ περὶ τούτων παρακαλῶ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ μὴ ὀκνήσωσι, διότι θὰ ἐδικαιούμην ἄλλως νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πρὸ μικροῦ παρέστην εἰς συζήτησιν ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἐπαναλαμβάνονται εἰς ἑκάστην σύνοδον, δηλαδὴ τὴν ἐκδήλωσιν τῶν παραπόνων τῶν ἀντιπροσώπων διαφόρων ἐπαρχιῶν διὰ τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκῶν κατὰ τὴν κρίσιν των δικαστηρίων· δὲν παρέρχεται δὲ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον νὰ μὴ γίνεται παράπονον κατὰ τῆς δικαιοσύνης. Ἐν τούτοις οὐδέποτε ἐγένετο σπουδαία συζήτησις περὶ τῆς δικαιοσύνης. Ἴσως μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι θέλομεν ὁμιλήσει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ, προλαμβάνω νὰ εἴπω, ἀγνοῶ ἂν ἤθελε συζητηθῆ τὴν 11ην ἢ τὴν 12ην τῆς νυκτὸς καὶ πόσοι θὰ ἦναι παρόντες, ἐγρηγορότες ἢ κοιμώμενοι. Ἐξακολουθεῖ ἐδῶ μέσα ἡ αὐτὴ πάντοτε κατάστασις. Μετ’ οὐ πολὺ γίνεται ὁ ἰσολογισμὸς καὶ τῆς συνόδου ταύτης, ἥτις ἦλθε κατόπιν μιᾶς ἠθικῆς ἐπαναστάσεως, τῆς δευτέρας κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ λαὸς ζητεῖ ῥιζικὰ μέτρα. Εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τοῦτον, ἂν ἀφαιρέσητε τὸν ἐκλογικὸν νόμον, τὸν κακῶς συντεταγμένον, τὸν ἐπαναφέροντα τὸ πρώην καθεστὼς, ἐν ᾧ ἠδύνατο νὰ φέρῃ καὶ βελτίωσιν, ἐὰν ἐξαιρέσητε τὴν μελέτην περὶ δημοτικοῦ νόμου, δὲν ἔχετε τίποτε ἄλλο, παρὰ νομοσχέδιά τινα, τῶν ὁποίων ἡ χρησιμότης καὶ τὸ κατεπεῖγον ἠμφισβητήθη. Περιεμένοντο ῥιζικὰ μέτρα, ὡς περιμένονται ἀπὸ πᾶσαν ὑπουργικὴν μεταβολὴν, διότι ὁ λαὸς πάσχει. Ἀλλὰ τοιαῦτα δὲν βλέπω. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁσάκις περὶ τούτου γίνεται συζήτησις, δὲν τὰ ἀρνεῖται, τὰ ἀναγνωρίζει, ἀλλὰ πάντοτε ὑποστηρίζει, ὅτι δὲν συνεπλήρωσε τὰς μελέτας του. Ἐνθυμοῦμαι τὸν Βασιλικὸν λόγον κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέγραφεν, ὅτι θὰ γείνῃ μελέτη περὶ τῆς δικαιοσύνης· ἀλλὰ παρῆλθον 5 ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐν μέρει ὑπῆρξε Πρωθυπουργὸς, ἐν μέρει ἀρχηγὸς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ αὐταὶ αἱ μελέται δὲν εἶδον τὸ φῶς. Εἶχον μεγάλην διάθεσιν νὰ ἐργασθῶ καὶ ἐγὼ, ὡς ἔσχατος μεταξὺ ὑμῶν, ὑπὲρ τοῦ πρωτίστου ζητήματος τῆς δικαιοσύνης· ἀλλ’ ὡς πόρισμα τῶν μελετῶν τοῦ Ὑπουργείου γνωρίζετε τί ἦλθε: τὸ λύσιμον τῶν χειρῶν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, καὶ ἀποτέλεσμα νὰ σταματήσῃ ἡ δικαιοσύνη. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἀκόμη νὰ συζητήσω ἐπαρκῶς περὶ τούτου, διότι δὲν ἔχω τεῦχος στατιστικῆς.
§53ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἔχετε τίποτε, πῶς ὁμιλεῖτε;
§54Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βλέπω ὅτι ἔρχεσθε νὰ κυρώσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅταν ἐζήτησα ἔγγραφα, ἵνα μὴ διαψεύδωμαι, ἀλλὰ ταῦτα μοὶ ἀρνοῦνται. Δὲν ἐγνώριζον, ὅτι θὰ μοὶ γείνῃ ἡ ἐρώτησις αὕτη, ἵνα φέρω τοὺς σημερινοὺς «Καιροὺς», ἐφημερίδα ἀγωνισθεῖσαν εἰλικρινῶς ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος τῆς 14 Ὀκτωβρίου, ἡ ὁποία ἀναγράφει τὴν λυπηροτάτην κατάστασιν τοῦ Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, ὀφειλομένην εἰς τὰς μεταθέσεις. Καὶ ἐπειδὴ μὲ διακόπτετε, ἀξιότιμε συνάδελφε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀποταθῆτε ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς συναδέλφους σας, εἴτε ἐντεῦθεν, εἴτε ἐκεῖθεν, ἵνα μάθητε, ἂν ἐσταμάτησεν ἢ ὄχι ἡ δικαιοσύνη. Ὁ λόγος δὲ εἶναι, ὅτι οἱ μὲν παρεσκεύασαν τοὺς σάκκους των διὰ τὸ ταξείδιον, οἱ δὲ τοὺς παρασκευάζουσι· δὲν συνεπληρώθη ἔτι ἡ κίνησις. Περὶ ποιοῦ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω ἔτι, ἐὰν ἦναι χειροτέρα νῦν ἡ δικαιοσύνη ἢ πρὸ τῆς 14 Ὀκτωβρίου· περὶ ποσοῦ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω· τὰ πινάκια δύνανται νὰ μαρτυρήσωσι περὶ τούτου, καὶ ἂν εἶχεν ὑποβληθῆ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ λογικὴ τῶν ἀριθμῶν θὰ σᾶς ἀπεδείκνυεν, ὅτι δὲν λέγω πράγματα μὴ στηριζόμενα εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ὡς δοκιμὴν τῶν διαθέσεων τῆς Βουλῆς περὶ ῥιζικῶν μέτρων ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ νομοσχέδιά τινα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησα ὡριμώτατα, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἔχω ἐντολὴν, οὐχὶ ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς μου, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς ὅλων. Ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον περὶ δικηγορικῶν συλλόγων· τίνα καὶ κατὰ τί θὰ βλάψῃ, ἐὰν τὸ ψηφίσητε, νὰ ἀφήσητε καὶ ἓν ἔργον ὄπισθεν ὑμῶν; — διότι ὅλα τὰ ἄλλα θὰ παρέλθωσιν ἄνευ ἴχνους βελτιώσεως. Τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ ὅλος ὁ δικηγορικὸς κόσμος, μηδενὸς ἐξαιρουμένου. Πρόκειται νὰ ἀπειληθῇ ἡ τάξις; πρόκειται νὰ ἐνισχυθῇ τὸ ἔγκλημα; ἐπιβάλλεται φόρος τις; ὄχι. Ἐῤῥίφθη ἐν τούτοις ὡς ἄχρηστος χάρτης. Ὑπέβαλον πρότασιν περὶ τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατηρτίσθη ἡ Βουλή· ἐῤῥίφθη καὶ αὕτη εἰς τὰ ἄχρηστα χαρτιά. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ Ὀφθαλμιατρείου, καὶ ἄλλοι καὶ ἄλλοι. Ἐν τούτοις ποῖον θὰ ἦτο καλλίτερον; Ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ κοινωνία ἅπασα. Ἀλλ’ οὐκ ἦν φωνή, οὐκ ἦν ἀκρόασις! Πάσχουσιν ἐν τούτοις οἱ ἐντολεῖς ἡμῶν, πάσχει ἡ κοινωνία· διότι, ὅταν ἡ Πολιτεία πάσχῃ, ὅλοι πάσχομεν. Ὑπεβάλομεν μετ’ ἄλλων συναδέλφων νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων, ὅταν δὲ γείνῃ ἡ συζήτησις, θέλω ἀποδείξει τὴν σπουδαιότητα αὐτοῦ. Ἐν τούτοις, Κύριοι, δὲν ἀπελπίζομαι· ὀπαδὸς τοῦ Ὁμηρικοῦ «καδ’ δύναμιν ἕρδειν», ἔρχομαι νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ ὑποβάλλω προτάσεις νέας. Ἴσως τινὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἢ ἐκτὸς μὲ θεωρήσωσι μὴ σπουδάζοντα, διότι ὑποβάλλω προτάσεις νόμων μὴ ψηφιζομένων· πιθανὸν νὰ ἔχωσι δίκαιον· ἐγὼ διαφωνῶ. Ὑποβάλλω ἐνώπιον ὑμῶν σήμερον τρεῖς προτάσεις νόμων. Εἰς τὴν Βουλὴν ἐναπόκειται καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἡγεῖται ἀτυχῶς ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων τῆς πλειοψηφίας, καὶ αὕτη κανονίζει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὑποβάλλω τρία νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων διὰ μακρῶν ἠδυνάμην νὰ ὁμιλήσω, εἰσηγούμενος αὐτά, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐπασχολήσω τὴν Βουλήν· ἁπλῶς τὰ ἀνακοινῶ, προτάσσων ὀλίγας ἐξηγήσεις. Διὰ τοῦ ἑνὸς προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῶν παρέδρων εἰς τὰ πολυμελῆ δικαστήρια καὶ τῆς δι’ αὐτῶν ἢ δικηγόρων ἀναπληρώσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν ἢ εἰσαγγελέων, διότι ἐπιθυμῶ νὰ παύσῃ τὸ συμβαῖνον ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν ὀργανικῶν νόμων.
§55ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγένετο εἰς τὴν Γαλλίαν.
§56Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μόνον πρότασις ὑπεβλήθη. Ἐγὼ ὑπέβαλον πρότασιν καὶ κατὰ τὸ 1884 καὶ κατὰ τὸ 1885. Ὑποβάλλω ἄλλην πρότασιν περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ δικηγορεῖν εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Τρίτην πρότασιν ὑποβάλλω περὶ ἀσυμβιβάστου τῶν δημοσίων θέσεων πρὸς τὴν τῶν ὑπαλλήλων ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἐμπορικῶν. Τὸ τελευταῖον τοῦτο εἶναι ἁπλούστατον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δείξῃ διάθεσιν, θέλω ἀναπτύξει τὴν πρότασίν μου. Τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι δὲν εἶναι πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησα. Τὴν εὗρον καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς τὴν Γερμανικὴν νομοθεσίαν· εὑρίσκω δὲ αὐτὴν ἀναγκαιοτάτην καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἐπίσης ἡ πρότασίς μου περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν Βουλευτῶν εἰς τὸ δικηγορεῖν ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων εἶναι ἁπλῆ.
§57ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ποία εἶναι ἡ δικαιολογητικὴ βάσις;
§58Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Περὶ τούτου ἔχω καὶ ἄλλοτε ὁμιλήσει, καὶ παραπέμπω ὑμᾶς εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά· ἀλλὰ τότε δὲν ὑπέβαλον κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὴν πρότασίν μου, κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886· τότε τὴν ὑπέβαλον ἀπόλυτον δι’ ὅλα τὰ δικαστήρια. Ἡ πρότασίς μου ἦλθε καὶ εἰς συζήτησιν, καὶ εἷς τῶν συναδέλφων ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο καὶ ἀπαράδεκτος. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὸ ἀπαράδεκτον· ἐρωτηθεῖσα δὲ περὶ τῆς ἀρχῆς, ἀπέῤῥιψε τὴν ἀρχήν. Εἶναι ἡ μόνη πρότασίς μου, ἡ ὁποία ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς πρώην Κυβερνήσεως ἦλθεν εἰς συζήτησιν. Ὁ δὲ νόμος περὶ κοινοτήτων ἐψηφίσθη καὶ αὐτὸς, ἀλλὰ τροποποιημένος, καὶ εἶμαι εὐχαριστημένος.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὁ Γλάδστων δύο μόνον προτάσεις του κατώρθωσε νὰ ψηφισθῶσι.
§60Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, εἰρωνευόμενός με, λέγει ὅτι καὶ ὁ κ. Γλάδστων δύο μόνον προτάσεις του κατώρθωσεν ὡς βουλευτὴς νὰ ἴδῃ ψηφιζομένας, ὅτε ἦτο εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀφίνω νὰ κρίνητε, ἂν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Τρικούπης, τοιαῦτα λέγων. Ἡ δικαιολογητικὴ βάσις, περὶ ἧς ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, εἶναι ἁπλουστάτη, εἶναι ἡ σύγκρουσις τῶν ἐξουσιῶν· τὸ μέλος τοῦ νομοθετικοῦ σώματος δὲν πρέπει νὰ ᾖναι καὶ μέλος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἢ τῆς ἐκτελεστικῆς. Τώρα θέλετε ν’ ἀναπτύξω τὴν πρότασίν μου;
§61ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν ἐδοκίμασα εἰς τὰ ἄλλα νομοσχέδια. Ἐν τούτοις, διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, ἀρκοῦμαι εἰς ταῦτα διὰ τὰς δύο πρώτας προτάσεις. Ἐπὶ τοῦ τρίτου ὅμως νομοσχεδίου δίδω μεγίστην πρακτικὴν σημασίαν καὶ δὲν ἐφαρμόζω τὴν συνταγὴν τῆς τυπώσεως μόνον, διότι θὰ παύσωσι συμπληρούμενα τὰ δικαστήρια ὑπὸ παρέδρων καὶ δικηγόρων εἴτε εἰς τὴν θέσιν τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, εἴτε εἰς τὴν θέσιν εἰσαγγελέων.
§63ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐγγύησις οἱ δικηγόροι.
§64Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος διαμαρτύρεται. Ἐγὼ δὲν ἐξέφρασα παράπονον κατὰ τῶν δικηγόρων, καὶ καυχῶμαι ὅτι ἀνήκω εἰς τὸ σῶμα αὐτῶν. Εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσίν μου θὰ εὕρητε καὶ τὴν φράσιν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των καὶ τῶν ἰσοβίων κάλλιον· τὸ συνήθως ὅμως συμβαῖνον δὲν εἶναι τοῦτο, οὐδὲ συνταγματικὴ δὲ, οὐδὲ νόμιμος εἶναι ἡ τοιαύτη ἀναπλήρωσις· κατὰ τὸ ἄρθρον 278 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ὁ δικηγόρος δὲν δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ δικαστὴν, παρὰ μόνον ὁσάκις δὲν ὑπάρχῃ πάρεδρος ἢ ἐὰν δὲν ᾖναι παρὼν εἰς τὴν καθέδραν τοῦ δικαστηρίου. Ἐν τούτοις ἐπεκράτησεν ἡ πεπλανημένη ἑρμηνεία, ὅτι ὁ δικηγόρος δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν δικαστὴν πάντοτε καὶ ἀνεξετάστως· τοῦτο δ’ εὑρέθη εὔκολον καὶ χρήσιμον πρᾶγμα. Καὶ ἡ μὲν ἀληθὴς ἑρμηνεία τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων δὲν ἀφίνει ἀμφιβολίαν, ἐν τούτοις τὰ δικαστήρια ἐδέχθησαν τὴν ἐναντίαν ἑρμηνείαν. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψεν ὡς εὐεργέτημα καὶ ἐγγύησιν τῆς δικαιοσύνης, ἕνεκα τῶν γνωστῶν λόγων, τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος.
§65ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὁμοίαν πρότασιν εἶχεν εἰσαγάγει ὁ Σκαλτσούνης εἰς τὴν Κρήτην.
§66Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπειδὴ μὲ διακόπτετε, παρατηρῶ ὅτι εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν, τινὰς τῶν προτάσεών μου περὶ δικαστικῶν νόμων νὰ ἴδω ψηφισθείσας εἰς Σάμον, ἔνθα φαίνεται ὅτι ἀσχολοῦνται εἰς πράγματα μὴ περιττὰ, ὡς ἡ ἡμετέρα Βουλή. Εἰς τὸ Σύνταγμα ἀνεγράφη ἡ ἰσοβιότης. Κατὰ τὸ ἄρθρον 103 τοῦ Συντάγματος κατηργήθησαν ὅλα τὰ διατάγματα καὶ οἱ νόμοι οἱ ἀντιβαίνοντες εἰς τὸ Σύνταγμα. Κατὰ τὸ 1877, ὑπουργοῦντος τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη, ἐψηφίσθη ὁ περὶ Ἀρείου Πάγου νόμος· διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, καθὼς γνωρίζετε, κατηργήθη ὁ θεσμὸς τῶν παρέδρων διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον.
§67ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κατὰ πρότασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§68Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1877, ὑπουργοῦντος τοῦ ἰδίου Ὑπουργοῦ, ὁ βουλευτὴς Σωτήριος Πετιμεζᾶς ἠρώτησε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πῶς συμβαίνει νὰ δέχηται, ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, τοὺς παρέδρους, καὶ μάλιστα τοὺς Βουλευτὰς, ὅσοι ἦσαν δικηγόροι. Ἀκούσατε δὲ τί εἶπε τότε ὁ Ζαΐμης (ἀναγινώσκει): «Τὸ ζήτημα τῶν παρέδρων παρὰ τοῖς δικαστηρίοις εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον, συναπτόμενον μὲ τὴν καλὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἄλλοτε ἐξεδηλώθη καὶ ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως ἐφάνη, νὰ καταργηθῶσιν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, οἱ πάρεδροι καὶ διορισθῶσι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καθ’ ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς δικαιοσύνης. Ἡ Βουλὴ δ’ ἀπεδέχθη τὴν κατάργησιν παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Τὴν ἀρχὴν ταύτην πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν, νομίζω, καὶ εἰς τὰ λοιπὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἐφαρμογὴ τοιαύτη δύναται νὰ φέρῃ αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σήμερον δὲν εἶναι καιρὸς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους.» Ὁ τότε λοιπὸν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνεγνώρισεν αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ἀλλ’ ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ τότε εἰς ἐκεῖνον τὸν νόμον, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἴσως εἶχε δίκαιον ἐκείνας τὰς ἡμέρας, ἤτοι κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ τότε ἀναμενομένου πολέμου, νὰ μὴ αὐξήσῃ τὸν προϋπολογισμόν· ἐν τούτοις παρῆλθον ἔκτοτε 13 ἔτη καὶ τίποτε δὲν ἐξετελέσθη παρὰ τῶν διαδόχων του. Ἡ ἀναπλήρωσις δικαστῶν διὰ παρέδρων καὶ δικηγόρων ἀντιβαίνει καὶ εἰς ἄλλας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, π. χ. εἰς τὸ ἄρθρον 28 τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου λέγεται, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν δικαστῶν, ἰδίως ὅμως εἰς τὸ ἄρθρον 87, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ὑπὸ δικαστῶν διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸν νόμον, ὁ νόμος δὲ εἶναι ὁ νόμος περὶ προσόντων· οὗτος, καθὼς γνωρίζετε, διὰ τοῦ ἄρθρου 6 ἄλλα προσόντα ἀπαιτεῖ διὰ τὸν δικηγόρον, ἄλλην ἡλικίαν, διὰ τοῦ ἄρθρου 7 ἄλλα προσόντα διὰ τὸν πάρεδρον, διὰ τοῦ ἄρθρου 8 ἄλλα προσόντα διὰ τὸν δικαστὴν, ἄλλα διὰ τὸν ἀντεισαγγελέα καὶ οὕτω καθεξῆς. Λοιπὸν ὁ δικηγόρος, ὁ ὁποῖος ἀναπληροῖ τὸν δικαστὴν, ἔχει διορισμὸν ἀπὸ τὸν Βασιλέα κατὰ τὸν νόμον ὡς δικαστής; Ἀλλὰ συμβαίνει ἓν ἄτοπον πολὺ μεγαλείτερον· ὁ δικηγόρος, ὅστις ἀπεῤῥίφθη κατὰ τὰς ἐξετάσεις ὡς ὑποψήφιος δικαστὴς ἢ ἀντεισαγγελεὺς, γίνεται εἰσαγγελεὺς, γίνεται δικαστής. Πάντα ταῦτα ἀντιβαίνουσι καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον θέλει ἰσότητα ἐνώπιον τῶν νόμων· διότι, ὅταν πρόκηται νὰ δικασθῇ ὁ κ. Φιλήμων ἢ ὁ κ. Σοῦτσος, ὁ τέως ἢ ὁ νῦν Δήμαρχος, τότε πρέπει νὰ δικάσωσι τακτικοὶ δικασταὶ, διότι πρόκειται περὶ ἐπισημοτήτων, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ λαοῦ, τότε δύναται νὰ τὸν δικάσῃ καὶ δικηγόρος, ὁ Βουλευτὴς ὁ φίλος του ἢ ὁ ἀντίπαλός του. Εἶναι προφανὴς παράβασις τοῦ Συντάγματος αὐτὴ ἡ ἀνισότης, ὁ εἷς νὰ δικάζηται μὲ τὰ 5|5 τῆς ἰσοβιότητος, ὁ ἀριστοκράτης, ὁ δὲ σκορδοφάγος πολίτης μὲ τὰ ⅖ ἢ μὲ τὰ ⅗. Ἀλλ’ ἀντιβαίνει, Κύριοι, καὶ εἰς εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Εἰς τὰ πρακτικὰ εὗρον τὴν ἑξῆς περικοπὴν τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, ὡς αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι ἦτο τότε Πρωθυπουργὸς (ἀναγινώσκει): «Ἐλεύθερον πολίτευμα δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἐνόσῳ ἡ διοίκησις, ἡ διαχείρισις τῆς ἐξουσίας καὶ καθ’ ὑποψίαν ἀκόμη προσκόπτει.» Δὲν ἀρκεῖ ἡ γυνὴ τοῦ Καίσαρος νὰ ἦναι τιμία, ἀλλὰ καὶ νὰ φαίνηται, καὶ ὅταν θέσητε εἰς ἀμφισβήτησιν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, δὲν ἔχετε τὴν ἐγγύησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχητε προκειμένου περὶ δικαστηρίων. Εἶχε δίκαιον λοιπὸν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ὅταν ἔλεγεν, ὅτι οὐδὲ ἀμφιβολία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ὅτι ὁ δικαστὴς εἶναι ἀκέραιος. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἦναι κατὰ κανόνα ἀνώτερος πάσης ὑποψίας ὁ νῦν καὶ ὁ μέλλων Βουλευτής, ὅταν δικάζηται παρ’ αὐτοῦ ὁ κομματάρχης ἐν τῷ τόπῳ, ἐκ τοῦ ὁποίου κατάγεται. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δύναται καὶ δι’ ἐγκυκλίου νὰ θεραπεύσῃ τινὰ ἐξ αὐτῶν, ἂν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶχε καί τινα χρόνον νὰ θυσιάσῃ διὰ τοιαῦτα ζητήματα, διότι διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου ἢ διὰ μιᾶς γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ τοὐλάχιστον τὸ ἄρθρον 278 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων κατὰ τὴν ἀκριβῆ αὐτοῦ ἔννοιαν ἄνευ νέου νόμου.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσσης ὑποβληθεῖσαι προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 204–206).
§70ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δύναμαι νὰ δώσω σήμερον τινὰς ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κύριος ἐκ Λαρίσσης Βουλευτής. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠρώτησε κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ἂν τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ἀπὸ 28 Μαΐου νόμου περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων ἐφηρμόσθη, πόσα τεύχη τριμηνιῶν ἐξεδόθησαν, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἀντίτυπα ἱκανὰ πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς Βουλευτάς. Τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου μνημονεύει ἡ ἐπερώτησις, ὁρίζει, ὅτι κατὰ τριμηνίαν δημοσιεύονται αἱ ἐκθέσεις αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπὸ τῶν ὑφισταμένων ἀρχῶν. Ἀλλὰ μόνον ἓν τεῦχος ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ἐτυπώθη, τὸ τεῦχος δὲ τοῦτο καταθέτω.
§71Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τίνος ἔτους εἶναι;
§72ΖΑΙΜΗΣ. Τῆς τετάρτης τριμηνίας τοῦ 1887. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως ὑπάρχει ὕλη πρὸς ἀπαρτισμὸν ἴσως δύο ἢ τριῶν τευχῶν. Ἠρώτησα τὴν ὑπηρεσίαν, διατὶ δὲν ἐδημοσιεύθησαν τὰ τεύχη ταῦτα, καθὼς διατάσσει ὁ νόμος· μοὶ εἶπον δὲ, ὅτι τοῦτο συνέβη ἕνεκεν ἐλλείψεως ἱκανοῦ προσωπικοῦ. Θὰ προσπαθήσω νὰ ἀναπληρώσω τὴν ἔλλειψιν ταύτην διὰ μεταθέσεως ἐξ ἄλλου τμήματος εἰς τὸ τμῆμα τῆς στατιστικῆς, διότι πράγματι τοῦτο εἶναι εἰς ἄκρον ἐλλιπές. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς πίναξ, ἐμφαίνων τὴν σύστασιν ὅλων τῶν Εἰρηνοδικείων χρονολογικῶς, μετὰ σημειώσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῆς δικαστικῆς περιφερείας, καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν κατὰ τὸ 1890 ἐκδοθεισῶν ὑπ’ αὐτῶν πολιτικῶν καὶ ποινικῶν ἀποφάσεων, γιγνομένης καὶ τῆς παρατηρήσεως, εἰς τίνας τῶν εἰρηνοδικῶν ἔχουσιν ἀνατεθῆ τὰ συμβολαιογραφικὰ ἢ τὰ ὑποθηκικὰ καθήκοντα, ἢ ἀμφότερα ταῦτα. Ἔδωσα διαταγὴν νὰ καταρτισθῇ ὁ πίναξ οὗτος, ἀλλὰ θὰ ἦναι δύσκολον νὰ δώσω κατάλογον τῆς συστάσεως τῶν Εἰρηνοδικείων τοῦ Κράτους χρονολογικῶς· ἐπίσης θὰ ἦναι δύσκολον νὰ δώσω σημείωσιν περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς περιφερείας ἑκάστου τῶν Εἰρηνοδικείων. Νομίζω, ὅτι θὰ χρειασθῇ πολὺς χρόνος. Περὶ τῶν λοιπῶν ἐζήτησα πληροφορίας, ἰδίως δὲ περὶ τῶν κατὰ τὸ 1890 ἐκδοθεισῶν ὑπ’ αὐτῶν πολιτικῶν καὶ ποινικῶν ἀποφάσεων, καθὼς καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συμβολαιογραφικῶν ἐγγράφων. Ὡς πρὸς τὴν ἐρώτησιν εἰς τίνας τῶν εἰρηνοδικῶν ἔχουσιν ἀνατεθῆ συμβολαιογραφικὰ καθήκοντα ἢ καθήκοντα ὑποθηκοφύλακος, ὁ πίναξ εἶναι ἕτοιμος, διότι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάρχει εἰδικὸν βιβλίον· ἂν θέλητε, δύναμαι νὰ τὸν καταθέσω. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠρώτησεν ἐπίσης κατὰ τὴν 20 Δεκεμβρίου, πόσοι ἦσαν οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατούμενοι κατὰ τὴν 15 Νοεμβρίου 1890 ἕνεκα μὴ ἀποτίσεως ποινικῶν ἐξόδων, καὶ ἀπὸ τίνος ἐποχῆς κρατοῦνται. Περὶ τούτου εἶχον ἀποστείλει ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς εἰσαγγελεῖς, παρακαλῶν νὰ μοὶ ἀποστείλωσι τὰς ζητηθείσας πληροφορίας· ἔχω δέ τινας τῶν ἀπαντήσεων, τὰς ὁποίας καταθέτω. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως παρετήρησα, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς μετέβαλε τὴν ἐπερώτησίν του καὶ ζητεῖ νὰ μάθῃ, τίνες ὀνομαστὶ καί, εἰ δυνατόν, τίνος ἐπαγγέλματος καθ’ ὅλον τὸ Κράτος κρατοῦνται διὰ χρέη κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890. Ἠναγκάσθην λοιπὸν ν’ ἀποστείλω νέαν ἐγκύκλιον, ἀλλ’ ἀπαντήσεις δὲν ἔλαβον μέχρι τοῦδε. Ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ἠρώτησε, πόσα ἐδαπανήθησαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀστικοῦ κώδικος. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δὲν εὑρέθη σημείωσις τῶν δαπανηθέντων πρὸς καταρτισμὸν τοῦ ἀστικοῦ κώδικος ἐν γένει, εὑρέθησαν ὅμως ἐντάλματά τινα τοῦ ἔτους 1870, καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας καταθέτω. Ἐπίσης ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης, διατὶ δικαστήριά τινα, ὡρισμένως δὲ τὸ Πρωτοδικεῖον Βώλου πρὸ δύο μηνῶν, καὶ τὸ τῆς Χαλκίδος πρὸ τριῶν μηνῶν, δὲν συνεζήτησαν ἄλλας ὑποθέσεις πολιτικάς, ἐκτὸς αἰτήσεων. Ὡς πρὸς τὸ Πρωτοδικεῖον Βώλου ἀπαντᾷ ὁ εἰσαγγελεύς, ὅτι ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Βώλου κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον συνεζητήθησαν πολιτικαὶ ὑποθέσεις 198, ἤτοι 125 συνοπτικαί, 62 ἐμπορικαὶ καὶ 11 συνήθεις, ἐξεδόθησαν δὲ ἀποφάσεις 221, μενουσῶν τριῶν ἐκκρεμῶν καὶ ἑτέρων 14 πολιτικῶν ἐν τοῖς πινακίοις. Τὸ αὐτὸ Πρωτοδικεῖον κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον συνεζήτησε 49 πολιτικὰς ὑποθέσεις, ἐξέδοτο δὲ ἀποφάσεις 38, μενουσῶν κατὰ τὸ τέλος τοῦ μηνὸς ἐκκρεμῶν 14 ὑποθέσεων, καὶ ἑτέρων 125 πολιτικῶν καὶ 20 ἐμπορικῶν ἐν τοῖς πινακίοις. Ὡς πρὸς τὸ Πρωτοδικεῖον Χαλκίδος ἀπαντᾷ ὁ προεδρεύων, ὅτι ἀπὸ τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου 1890 μέχρι σήμερον τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦτο συνῆλθεν εἰς 10 τακτικὰς συνεδριάσεις· κατὰ τὰς συνεδριάσεις ταύτας συνεζητήθησαν ἐνώπιόν του 145 ἐν ὅλῳ πολιτικαὶ ὑποθέσεις, ἐξ ὧν 10 μόνον ἀναφέρονται εἰς αἰτήσεις τῆς ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίας· ὥστε δὲν ἔχεται ἀληθείας, ὅτι συνεζητήθησαν μόνον αἰτήσεις κατὰ τὸ τρίμηνον τοῦτο διάστημα. Ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ἐζήτησε πληροφορίας, ἂν ἦναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ Ἀλέκος Μυλωνᾶς, ὡς ἀρχιφύλαξ, ἐξύβρισε καὶ ἐκτύπησε πολίτας τινάς, κρατουμένους διὰ χρέη, ὡς ἐπίσης, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ καταγγελίαι κατὰ τοῦ Βλαχώνη δι’ ἐκλογικὰ παραπτώματα. Ὡς πρὸς ταῦτα ἀπαντᾷ ὁ εἰσαγγελεὺς Βώλου, ὅτι εἶναι ἀκριβές, ὅτι ὁ Μυλωνᾶς τῇ 17 Δεκεμβρίου 1890 ἐκτύπησε διὰ τοῦ ξίφους του τινὰς κρατουμένους διὰ πολιτικὰ χρέη· διὰ τὴν πρᾶξίν του ταύτην ἐπέδωκαν τακτικὴν μήνυσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ εἶναι ἁρμόδιον, ἐπίσης καὶ εἰς τὸ ἐκεῖ Φρουραρχεῖον. Διὰ δὲ τὴν ἑτέραν ὑπόθεσιν τοῦ Βλαχώνη ἀπαντᾷ, ὅτι μία μόνον μήνυσις ἐπὶ παραβάσει ἐκλογικοῦ νόμου ὑπάρχει, δι’ ἧς συγκατηγορεῖται οὗτος μετὰ τοῦ Ἀθ. Βασιλείου ταγματάρχου καὶ Τεφὶκ λοχαγοῦ. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐλπίζω δὲ νὰ ἔχω ταχέως καὶ τὰς ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλω ὡσαύτως καταθέσει.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Σεβαστὴ χήρα τοῦ ἀποστράτου ἐπιλοχίου Ἀθανασίου Κουκούλη ἐξαιτεῖται νὰ τῇ ἀπονεμηθῇ σύνταξις. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§74ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Βεβαίως, Κύριοι, εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἂν εἴχομεν τὸν καιρὸν νὰ ἐνασχολώμεθα οἱ Βουλευταὶ ἐπὶ ἐκείνων εἰδικῶς τῶν ἀντικειμένων, εἰς τὰ ὁποῖα πρὸ παντὸς καλούμεθα νὰ ἐνασχολώμεθα, ὡς εἶναι τὰ ἀντικείμενα, περὶ ὧν πρὸ ὀλίγου συνεζήτει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἀντικείμενα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν διοίκησιν, βεβαίως ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα φειδωλότεροι εἰς τοὺς λόγους καὶ νὰ ἀρκούμεθα εἰς ὑπομνήσεις, ἐκτὸς ὅταν πρόκηται περὶ ἐλέγχου. Τώρα τοιοῦτόν τι δύναται νὰ ἦναι καὶ τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου ἀνέφερον ὀλίγα τινὰ εἰς τὴν Βουλήν. Πρόκειται περὶ φιλανθρωπικῆς μερίμνης καὶ ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ μιᾶς ὁλοκλήρου ἐπαρχίας. Ἄν ἐπὶ τούτου τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γνωρίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἤδη μέτρα τινὰ, δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα εἰς ἐμὲ, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα προχθὲς, ὅτι πρέπει ν’ ἀποφύγῃ ἡ Κυβέρνησις πᾶσαν παρεξήγησιν, ὅτι τὴν ὀλίγην μέριμναν, ἣν δύναται νὰ διαθέσῃ, δὲν τὴν διαθέτει ἀναλόγως τῆς θέσεως ἑκάστου, ἂν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἰδέα, δὲν θὰ ἐλάμβανον διόλου τὸν λόγον, ἀλλὰ θέλω καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἡ ὀρεινοτέρα τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἡ Εὐρυτανία, εὑρίσκεται εἰς τόσον ἔκτακτον θέσιν, ὥστε δικαίως ἡ Κυβέρνησις δύναται ἔκτακτα μέτρα περὶ αὐτῆς νὰ λάβῃ.
§75ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησε καὶ διέταξε τὰς ἀρχὰς τοῦ Καρπενησίου ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας τῶν ἀπόρων.
§76ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι καὶ ὁ συνάδελφος δὲν ἔχει τὴν ὀλιγάρκειαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ δείξῃ τὴν στιγμὴν ταύτην διακόπτων με. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις διέταξε, τὸ γνωρίζω ἐκ πληροφορίας αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ πληροφορίας αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπίσης πρὸς αὐτὸν τοῦτον τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς παρετήρησα, ὅτι τὰ διαταχθέντα, ἀναλόγως τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ἐπαρχία μας, κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, καὶ πρέπει νὰ ληφθῶσι πλέον ἔκτακτα μέτρα. Τώρα ὑμεῖς θέλετε νὰ παραστήσητε καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὰ διαταχθέντα μέτρα εἶναι ἐπαρκῆ;
§77ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Εἶπον ὅτι ἐκ τῶν ἐνόντων διέταξεν. Ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ στείλῃ περισσότερα.
§78ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοῦτο ἀκριβῶς διαφωνοῦμεν. Τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ἐκ τῶν ἐνόντων, τὰ ὁποῖα καὶ σεῖς καὶ ἐγὼ γνωρίζομεν, τὰ θεωρῶ ἀνεπαρκῆ, καὶ ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις τὰ θεωρεῖ ἀνεπαρκῆ. Διέταξε τῷ ὄντι ἡ Κυβέρνησις τὸν ταμίαν νὰ παράσχῃ προχείρως βοηθήματα, ἀλλὰ φρονῶ,—καὶ λέγω τοῦτο καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀνέφερον δὲ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δι’ ὃν λόγον εἶπον προηγουμένως, διότι δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι εἰς τὸ δεῖνα μέρος λαμβάνεται ἔκτακτόν τι μέτρον, καὶ ἀλλαχοῦ δὲν λαμβάνεται. Ἄν ἀλλαχοῦ πρόκηται περὶ ὀλίγων ἀτόμων, ἐκεῖ πρόκειται νὰ σωθῇ ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς μιᾶς ἐπαρχίας· ἐκεῖ ἡ φιλανθρωπία πρέπει νὰ λάβῃ μεγαλειτέρας διαστάσεις, νὰ σταλῇ δύναμις, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν συγκοινωνίαν. Ἐν Καρπενησίῳ δὲν ὑπάρχει συγκοινωνία. Ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ παράθυρον ὁ εἷς καὶ ἐρωτᾷ τὸν ἄλλον, διὰ νὰ μάθῃ τί γίνεται ὁ συγγενής του, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς μικρὰν ἀπόστασιν ἀπ’ αὐτοῦ.—Λοιπὸν πρέπει νὰ σταλῇ δύναμις στρατιωτικὴ, διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν συγκοινωνίαν, καὶ τὰ βοηθήματα νὰ ὑπάρξουν γενναιότερα.
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι τὸ ζηλότυπον αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας, πρὸς ἐξαιρετικόν τι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη κατ’ ἐξαίρεσιν διὰ τὴν Εἰδυλλίαν τῆς Ἀττικῆς, νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικον. Εἰς τὴν Εἰδυλλίαν τῆς Ἀττικῆς, ὅπου ἐπῆλθε καὶ ἐκεῖ αὐστηρὸς χειμὼν, καὶ ὅπου ἔπαυσεν ἕνεκα τούτου ἡ συγκοινωνία, ἠναγκάσθημεν νὰ πέμψωμεν στρατιωτικὴν δύναμιν ἐκ τοῦ σώματος τοῦ Μηχανικοῦ, διότι τὸ σῶμα τοῦτο φρουρεῖ ἐν Ἀθήναις· ἀλλ’ εἰς τὴν Εὐρυτανίαν πῶς νὰ στείλωμεν ἄνδρας ἐκ τοῦ Μηχανικοῦ; Καὶ ὅμως, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐλάβομεν, καὶ τὸ ἀπόσπασμα, ὅπερ ἐστάλη, δὲν ἔφθασεν εἰς Εἰδυλλίαν, καὶ ἔμεινεν ἔν τινι ξενοδοχείῳ τῆς ὁδοῦ, χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ προβῇ περαιτέρω, ἠναγκάσθημεν δὲ νὰ στείλωμεν ἕνα ἐργοδηγὸν, ἐντειλάμενοι αὐτῷ νὰ μισθώσῃ 30 ἐργάτας, διὰ νὰ ἀνοίξωσι τὰς ὁδούς. Ἀλλ’ ἂν ἠνέῳξαν τὴν ὁδὸν τὴν ἡμέραν, ἀπέκλειεν ὅμως αὐτὴν αὖθις τὴν νύκτα ἡ πίπτουσα ἀδιακόπως χιών. Γράφει ὁ ἀποσπασματάρχης, ὅτι ἡ χιὼν ἀνῆλθεν εἰς ὕψος 13 μέτρων! Ὁ ἀποσπασματάρχης ἐμέτρησε τὸ ὕψος μιᾶς πεύκης ἡ ὁποία ἐκαλύφθη ὅλη ἀπὸ τὴν χιόνα, καὶ ἐκαλύφθη ὄχι μόνον ἡ πεύκη, ἀλλὰ καὶ ὅλον τὸ κοίλωμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἡ πεύκη. Ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει τὸ παραλείψει, καὶ πράττει τοῦτο πρὸς ὅλους ἐξ ἴσου, διότι εἶναι Κυβέρνησις ὅλου τοῦ Κράτους καὶ ὄχι μιᾶς τινος ἐπαρχίας· π.χ. παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ, ἵνα διατεθῶσι χρήματα εἰς τοὺς ὀρεινοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, εἰς δύο δήμους τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης, τὸν τῆς Τετραφυλίας καὶ ἄλλον τινὰ, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τρικκάλων, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Δωρίδος, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ξηροχωρίου, εἰς τὸν δῆμον Διρφύων τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καρυστίας. Ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πραχθῇ ἐπράχθη. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐψηφίσθη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἐπαναχθῇ ἐν ἰσχύϊ τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως κατ’ ἐπαρχίας· ἑπομένως, ἀντὶ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1887, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθησαν τὰ Ἐπαρχεῖα, καὶ ἀνετέθη ἡ διοίκησις πᾶσα εἰς τὸν Νομάρχην, προτείνεται νὰ ἐπαναχθῇ ἐν ἰσχύϊ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρὸ τοῦ νόμου τούτου ἐκράτει. Τὸν νόμον τοῦτον, καίτοι ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἠναγκάσθην νὰ μὴ ὑποβάλω εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν, διότι, ὅταν πρόκηται νὰ μεταβληθῇ σύστημα διοικητικὸν, προσήκει νὰ παρασκευασθῇ ἡ ἐκτέλεσις ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερίαις, αἱ ὁποῖαι προκύπτουσιν, ὅπως τὸ σύστημα τεθῇ ἀμέσως ἐν ἐνεργείᾳ. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν παρῆλθε καὶ ὁ Ἰανουάριος καὶ παρέρχεται καὶ ὁ Φεβρουάριος, κρατοῦντος εἰσέτι καὶ λειτουργοῦντος τοῦ συστήματος τῆς διὰ τῶν Νομαρχῶν διοικήσεως. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ εἰσαχθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν, περιέλαβε πιστώσεις διὰ τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἐπαρχίας διοικήσεως, αἱ δὲ πιστώσεις αὗται θέλει εἶσθαι δύσκολον νὰ διατεθῶσι πρὸς πληρωμὴν τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ συστήματος, ὅπερ νῦν λειτουργεῖ. Διὰ τοῦτο εἰσάγω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλῶ νὰ ἐπιτραπῇ, ἵνα αἱ πιστώσεις διατεθῶσι πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως κατὰ τὸ λειτουργοῦν σύστημα, καθόσον τοῦτο κρατεῖ ἕως οὗ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ τὸ ἄλλο σύστημα. Ἐπίσης προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τροποποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 83 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ στρατολογικὸς νόμος χρήζει μελέτης, καὶ εἶναι δεκτικὸς μεταβολῶν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπὶ ἄρσει ζημιῶν καὶ ἀτόπων, τὰ ὁποῖα τοῦ νόμου ἡ ἐφαρμογὴ παράγει. Τὴν μελέτην ταύτην κατ’ ἀνάγκην ὀφείλομεν νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὸ διάλειμμα, τὸ ὁποῖον θέλει μεσολαβήσει μεταξὺ τῆς Αʹ καὶ Βʹ Συνόδου τῆς Βουλῆς, ὅπως κατὰ τὴν Βʹ Σύνοδον δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας. Ἡ τροποποίησις ὅμως τοῦ ἄρθρου 83, κεχωρισμένη ἀπὸ τῆς μελέτης ταύτης τῆς γενικῆς, μοὶ ἐφάνη ὅτι ἦτο ἀναγκαία, καὶ ὅτι ὑπαγορεύεται καὶ ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ καὶ ἀπὸ τὸ συμφέρον τῶν ὑποκειμένων εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν. Διὰ τοῦτο ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ συντάξω εἰδικὸν περὶ τούτου νομοσχέδιον, καὶ τοῦτο κατατίθημι εἰς τὴν Βουλήν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 207–208).
§81ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὑποβάλλω μίαν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ἡ ἐπιψήφισις πιστώσεως 205,000 δραχμῶν, αἵτινες θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἐξόφλησιν μιᾶς ἀποφάσεως ἐκδοθείσης κατὰ τοῦ Δημοσίου. Τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει κατατεθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι εἶναι ἡ ὑπόθεσις ἀκόμη ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ὥστε, ἐὰν μεταβληθῇ ἡ ἀπόφασις, νὰ δύναται τὸ Δημόσιον νὰ τὰς ἀναλάβῃ, χωρὶς ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἐπιβαρύνηται μὲ τόκον. Εἶπον προχθὲς ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς ἀνάγκης συστάσεως ἑταιρίας τινὸς ἢ Τραπέζης, ἡ ὁποία θὰ καταβάλλῃ ἐπὶ μετρίῳ τόκῳ τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας εἰς τοὺς παραγωγοὺς τοῦ σταφιδοκάρπου, προσέτι δὲ θὰ χορηγῇ δάνεια ἀπὸ τοῦ ἀποτεταμιευμένου σταφιδοκάρπου, ὥστε νὰ μὴ ἀναγκάζωνται οὔτε οἱ σταφιδοκτήμονες οὔτε οἱ ἔμποροι νὰ προσφέρωσιν ἀθρόον τὸν καρπὸν πρὸς πώλησιν καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ ἐπέρχηται ὑποτίμησις τοῦ προϊόντος, καὶ τελευταῖον ἡ ἰδία ἑταιρία θὰ ἔχῃ τὸν προορισμὸν νὰ στέλλῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν σταφιδόκαρπον, εἴτε πρὸς αὐτούσιον κατανάλωσιν, εἴτε διὰ τὴν κατασκευὴν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων. Τὴν ἰδέαν μου ταύτην διατύπωσα εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ὑποβάλλω.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἥ τε ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 209–210).
§83ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συμπολῖταί μοι στρατιῶται, ὑπηρετοῦντες ἐν Ἄρτῃ, δι’ ἐπιστολῶν των, ληφθεισῶν χθές, μὲ πληροφοροῦσιν, ὅτι ἡ ὑγιεινὴ κατάστασις τοῦ ἐκεῖ στρατοῦ εὑρίσκεται εἰς δυσάρεστον σημεῖον, διότι, ὡς γράφουσι, καθ’ ἑκάστην εἰσέρχονται εἰς τὸ Νοσοκομεῖον 25 ἕως 30 ἀσθενεῖς, ἀπὸ ἑνὸς δὲ ἤδη μηνὸς ἀποθνήσκουσι 2 καὶ 3 καθ’ ἡμέραν μόνον ἐξ ἰλαρᾶς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν αἱ πληροφορίαι αὗται ἦναι ἀκριβεῖς, καὶ ἐὰν ἔλαβε μέτρα τινὰ ἐπὶ τούτου. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος τις, διὰ τὸν ὁποῖον ἔμεινεν ἀνεκτέλεστος ἡ ἀπὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου π. ἔ. ἀπόφασις τοῦ Ἰατροσυνεδρίου περὶ χορηγίας ἀδείας συστάσεως φαρμακείου ἐν Ζακύνθῳ εἰς τοὺς πτυχιούχους φαρμακοποιοὺς Κυριάκον Κυριακόπουλον καὶ Διον. Ἰθακήσιον, ἐνῷ ἄλλαι μεταγενέστεραι ὅμοιαι προτάσεις τοῦ Ἰατροσυνεδρίου ἐξετελέσθησαν ἀμέσως.
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τῆς προτάσεως ταύτης, τῆς πραγματευομένης περὶ γνώμης τοῦ Ἰατροσυνεδρίου πρὸς σύστασιν δύο φαρμακείων ἐν Ζακύνθῳ, οὐδὲν γνωρίζω, θέλω δ’ ἐξετάσει καὶ θέλω δώσει πληροφορίας ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπὶ τῆς πρώτης ὅμως ἐπερωτήσεως δύναμαι νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν, ὅτι γνωρίζω, ὅτι ἡ ἰλαρὰ ἐπέσκηψεν εἰς ὅλας τὰς φρουρὰς, τὰς ὑπαγομένας εἰς τὸ Βʹ Ἀρχηγεῖον τοῦ στρατοῦ, ἑπομένως καὶ ἐν Ἄρτῃ καὶ ἐν Καρβασαρᾷ καὶ ἐν Βονίτσῃ καὶ ἐν Μεσολογγίῳ ἔχομεν ἰλαράν. Ποία εἶναι ἡ ἄλλη ὑγιεινὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, δὲν ἔχω ἀναφορὰς ἰδίας, τοῦτο δὲ μοὶ ἐνδεικνύει, ὅτι δὲν παρουσιάζεται ἐξαιρετικόν τι, πλὴν τοῦ ἐξαιρετικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπάγει ὁ βαρὺς χειμών, ὁ ὁποῖος ἐπῆλθε καὶ ὁ ὁποῖος βεβαίως προκαλεῖ ἀσθενείας καὶ τῶν στρατιωτῶν ὡς καὶ τῶν πολιτῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἔντιμος συνάδελφος πρό τινων ἡμερῶν μοὶ ἐζήτησε στατιστικὰς πληροφορίας περὶ τῆς ὑγιεινῆς τοῦ στρατοῦ ἐν γένει, ἀναφέρω, ὅτι λαβὼν ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ὑγείαν τῆς φρουρᾶς Λαρίσσης, εἶχον δώσει παραγγελίαν, ἵνα μοὶ ἀνακοινωθῶσιν αἱ στατιστικαὶ αὗται πληροφορίαι, ἀφοῦ συλλεχθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα. Ὁ διευθύνων τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ μοὶ εἶπεν, ὅτι σήμερον ἔλαβε πάντα τὰ στοιχεῖα, ἐσκόπει μάλιστα νὰ μοὶ στείλῃ τὸ πόρισμα τῶν πληροφοριῶν τούτων διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκεντρώσῃ πάσας τὰς πληροφορίας, ἐλπίζω ὅμως, ὅτι αὔριον θέλω καταθέσει αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν.
§85ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου ἐκείνην περὶ τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ ἐξ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῆς ὑγείας αὐτοῦ καὶ πρὸς καθησύχασιν τῆς κοινῆς γνώμης, εἶχον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως κατά τι τῆς ἐνδυμασίας τῶν στρατιωτῶν ἐκείνων τῶν σωμάτων, ὅσα δὲν εἶναι ἐπαρκῶς ἐνδεδυμένα διὰ χειμῶνα τοσοῦτον βαρὺν, ὁποῖος εἶναι ὁ ἐφετεινός. Τὴν σύστασιν ταύτην ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον μετὰ τῆς προσθήκης νὰ διαταχθῇ νὰ δίδηται εἰς ἕκαστον τῶν στρατιωτῶν, τῶν φρουρούντων εἰς τὰ διάφορα φυλακεῖα ἔν τε τῇ Πρωτευούσῃ καὶ ἀλλαχοῦ, ἓν ἐπὶ πλέον κλινοσκέπασμα, διότι εἶναι φοβερὸν καὶ νὰ ἀναλογισθῇ τις, ὅτι ἕκαστος στρατιώτης διανυκτερεύει ἐν φυλακείοις, τὰ ὁποῖα ἐνιαχοῦ μὲν καὶ ἐνίοτε θερμαίνονται ἐπαρκῶς, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ ἐνίοτε ὄχι, ὅτι διανυκτερεύει μὲ ἓν καὶ μόνον κλινοσκέπασμα, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει αὐτῷ καὶ ὡς στρωμνὴ καὶ ὡς κλινοσκέπασμα καὶ ἐν μέρει καὶ ὡς προσκεφάλαιον· ὁ χειμὼν ἐξακολουθεῖ, φαίνεται δὲ, ὅτι βαίνει εἰς ἐπίτασιν· διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἔργον φιλανθρωπίας καὶ ἔργον προνοίας ὑπὲρ τῆς ὑγιεινῆς τοῦ στρατοῦ θὰ πράξῃ, ἐὰν διατάξῃ νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τὸ μέτρον τοῦ νὰ δοθῇ εἰς ἕκαστον τῶν στρατιωτῶν καὶ ἀνὰ ἓν περιπλέον κλινοσκέπασμα.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον αὐτῆς ἀντικείμενον εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως νόμων περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἀπαιτουμένου χρόνου καὶ περὶ προσμετρήσεως εἰς τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ διανυομένου χρόνου ἐν ἀδείᾳ 5½ μηνῶν καὶ ἐν ὡρισμένῃ διαθεσιμότητι. Ὁ κ. Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§87ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἵνα συζητήσω ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ. Ἡ ἀντίθετος ἀρχὴ ἐκείνης, ἣν σήμερον ἔρχεται νὰ καθιερώσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀρκούντως καὶ ἐν πλάτει συνεζητήθη ἄλλοτε, κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον σήμερον ζητεῖ νὰ καταργήσῃ, κατὰ τὴν συζήτησιν δὲ ἐκείνην ἀνεπτύχθησαν αἱ ἑκατέρωθεν γνῶμαι καὶ ὑπερίσχυσεν ἡ γνώμη, ἡ διὰ τῶν νόμων ἐκείνων, οὓς σήμερον ζητεῖ νὰ καταργήσῃ τὸ νομοσχέδιον, καθιερωθεῖσα. Κατὰ τὴν γνώμην δὲ ἐκείνην, οἱ νόμοι οὗτοι ἐτίθεντο πρὸς τὸ συμφέρον αὐτὸ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως σήμερον, ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν διατελεῖ ἡ Βουλή, βεβαίως δὲν ὑπάρχει πιθανὸν, ὅτι ἡ γνώμη ἐκείνη, εἰς νέαν συζήτησιν ὑποβαλλομένη, δύναται καὶ πάλιν νὰ ὑπερισχύσῃ, διὰ τοῦτο, λέγω, δὲν σκοπεύω νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν προσοχήν μου ὅμως ἐφείλκυσεν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2, καὶ ἐπὶ τούτου ἰδίως θέλω νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 καθιεροῖ τὴν ἀναδρομικὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς πάντας, καὶ τοὺς μὴ νομικοὺς ἀκόμη, ὅτι ὁ κανὼν, ὁ κρατῶν ὡς πρὸς τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων, εἶναι, ὅτι οὗτοι δὲν ἐνεργοῦσιν, εἰμὴ ἐπὶ τὸ μέλλον· ἐξαίρεσις εἶναι ἡ ἀναδρομικὴ αὐτῶν ἰσχὺς, καὶ διὰ τοῦτο οἱ νόμοι, οἱ θέλοντες νὰ ἐπενεργήσωσι καὶ ἐπὶ τὸ παρελθὸν, τὸ ὁρίζουσι ῥητῶς, τοιαύτη δὲ εἶναι καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ αἱ ἐξαιρετικαὶ αὗται περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ νόμος δὲν σέβεται τὰ κεκτημένα δικαιώματα, ἀλλὰ θέλει ἀναδρομικῶς νὰ θέση χεῖρα καὶ ἐπ’ αὐτῶν, βεβαίως πρέπει μετὰ προσοχῆς νὰ ἐξετάζωνται, ἵνα μὴ ὁ νόμος, καίτοι νόμιμος, ἀποβῇ ἄδικος. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν τὸ συζητούμενον παρατηρῶ, ὅτι δὲν περιορίζεται νὰ καταργήσῃ τοὺς νόμους, οὓς ἀπαριθμεῖ ἐν τῷ 1ῳ ἄρθρῳ καὶ διὰ τῶν ὁποίων ὁ χρόνος τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ὁ διανυόμενος εἴτε ἐν τῇ συνταγματικῇ λεγομένῃ ἀδείᾳ τῶν 5½ μηνῶν, εἴτε κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης διατελοῦσι Βουλευταὶ καὶ ἑπομένως ἐν διαθεσιμότητι, δὲν προσμετρεῖται εἰς τὸν χρόνον τῆς ἀρχαιότητος· ὁ χρόνος λέγω οὗτος σήμερον, καταργουμένων τῶν νόμων ἐκείνων, θέλει προσμετρηθῆ ἀναδρομικῶς, καὶ ἑπομένως ἔχομεν, οὕτως εἰπεῖν, μίαν ἀποκατάστασιν εἰς ἀκέραιον, ἀποκατάστασιν εἰς ἀκέραιον, ἡ ὁποία, καθ’ ὅσον μὲν ἀποδίδει δικαιώματα εἰς τοὺς ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων ἐκείνων στερηθέντας τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, δύναται νὰ ἦναι ὁμαλὴ, ἀλλὰ καθίσταται δυσχερὴς, προσκόπτει, ὅταν ἀναλογισθῶμεν, ὅτι δὲν θέλει περιορισθῆ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο μόνον ἡ ἐνέργεια τοῦ νόμου, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ οὕτως εἰπεῖν εἰς σύγκρουσιν πρὸς δικαιώματα κτηθέντα, ἐνόσῳ οἱ νόμοι οἱ καταργούμενοι ἦσαν ἐν ἰσχύϊ. Καὶ δὲν λέγω βεβαίως, ὅτι ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλ’ ὁ νομοθέτης, ὁ μέλλων νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον αὐτὸν, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ἦναι ἐν γνώσει τοῦ τί πράττει καὶ ποίαν κατάστασιν διὰ τοῦ ψηφιζομένου νόμου δημιουργεῖ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως· ἴσως οἱ εἰσαγαγόντες αὐτὸ Ὑπουργοὶ δὲν ἐνόμισαν ὅτι ἦτο ἀναγκαία ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, καὶ ἴσως ἐλλόγως, διότι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ νόμος φέρεται, εἶναι γνωστὸν καὶ, ὡς ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, συνεζητήθη ἐν πλάτει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὸ 2ον ἄρθρον, ἦτο ἀνάγκη ἐπεξηγήσεώς τινος, ἵνα ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα τὸ ἄρθρον τοῦτο, διατελῇ ἐν γνώσει τοῦ τί πράττει καὶ ψηφίσῃ ἐν ἐπιγνώσει· διότι σήμερον, ψηφίζοντες τὸ ἄρθρον τοῦτο, διατελοῦμεν ἐντελῶς ἐν ἀγνοίᾳ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ δημιουργήσωμεν. Καὶ δὲν πρόκειται μόνον, Κύριοι, περὶ κακοῦ, οὕτως εἰπεῖν, ἠθικοῦ, τὸν ὁποῖον πιθανὸν ἡ κατάστασις αὕτη νὰ συνεπαγάγῃ, ἀλλὰ πρόκειται βεβαίως καὶ περὶ κακοῦ εἰς χρήματα ἀποτιμηθησομένου· ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ γεννήσῃ βεβαίως παράπονα καὶ δίκας, αἱ ὁποῖαι θὰ στραφῶσι, φυσικῷ τῷ λόγῳ, κατὰ τοῦ Δημοσίου, πιθανὸν δὲ τὸ Δημόσιον νὰ καταδικασθῇ νὰ πληρώσῃ, τίς οἶδε ποῖα ποσά. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τοὺς εἰσαγαγόντας τὸ νομοσχέδιον κυρίους Ὑπουργοὺς, οἵτινες δύνανται διὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ὑπουργείων ἐν συγκεκριμένῳ,— διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ γνωστῶν προσώπων,—καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸν ἔλεγχον τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, νὰ καταρτίσωσι πίνακα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ἐμφαίνηται, ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 2, τῆς μεταβατικῆς αὐτοῦ, οὕτως εἰπεῖν, διατάξεως, ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα· διότι, ὅπως τὸ ἄρθρον ἔχει, φαίνεται μὲν κἄπως ἀόριστον, ἀλλ’ ὅταν ἐφαρμοσθῇ ἐν τῇ πρακτικῇ, νομίζω ὅτι θέλει παραγάγει δυσχερείας, σήμερον δὲ, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τουλάχιστον, θὰ ψηφίσωμεν ἐντελῶς ἐν ἀγνοίᾳ καὶ οὕτως εἰπεῖν ἀσυνειδήτως τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας τὸ ἄρθρον τοῦτο θέλει συνεπαγάγει. Καταλήγω λοιπὸν, παρακαλῶν τοὺς εἰσαγαγόντας τὸ νομοσχέδιον κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ συναινέσωσιν, ὥστε νὰ ἀναβληθῇ ἡ τρίτη συζήτησις αὐτοῦ, ἵνα καταρτισθῇ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ πίναξ οὗτος, ὥστε ἡ Βουλὴ ἐν ἐπιγνώσει νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον.
§88ΚΟΡΠΑΣ. Ἀφοῦ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου δὲν κατέκρινε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου....
§89ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν συνεζήτησα τὴν ἀρχὴν, διότι τὸ ἐθεώρησα ματαιοπονίαν· διὰ τοῦτο καὶ μόνον.
§90ΚΟΡΠΑΣ. Ἀδιάφορον.... Ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ τὴν ἀρχὴν, ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις περὶ τῆς ἀρχῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνίσταται εἰς τὸ ἑξῆς· καταργοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τρεῖς νόμοι, ὁ νόμος τοῦ 1882, ὁ νόμος τοῦ 1866, ὁ τροποποιῶν τὸν νόμον τοῦ 1882, καὶ ὁ τελευταῖον ψηφισθεὶς νόμος ἐπίσης κατὰ τὸ 1886, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ διατελοῦντες ἐν συνταγματικῇ ἀδείᾳ ἢ ἐν βουλευτικῇ διαθεσιμότητι ἀξιωματικοὶ δὲν δύνανται νὰ προσμετρήσωσι τὸν χρόνον τοῦτον εἰς τὴν ἀρχαιότητα αὐτῶν. Οὗτοι εἶναι οἱ τρεῖς νόμοι, οἱ ὁποῖοι καταργοῦνται. Ὁ πρῶτος νόμος, ὁ τοῦ 1882, ἐκανόνιζε μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν, τουτέστιν ὥριζεν, ὅτι αἱ θέσεις Α, Β, Γ κλπ. δὲν παράγουσι δικαιώματα προσμετρήσεως εἰς τὸν πρὸς προβιβασμὸν ἀπαιτούμενον χρόνον· ἐὰν δηλ. εἷς ἀξιωματικὸς διέμενε, πρὶν ἢ διανύσῃ ἐν τῷ στρατεύματι τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ τὸν προβιβασμὸν ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν, εἰς ὡρισμένην θέσιν, δὲν ἠδύνατο νὰ προαχθῇ, εἰ μὴ ἂν τὸν ἀπαιτούμενον ὑπὸ τοῦ νόμου πρὸς προβιβασμὸν χρόνον διήνυεν ἐν τῷ στρατεύματι· ἐν τῇ διατάξει δὲ περιελαμβάνοντο καὶ οἱ ἐν διαθεσιμότητι βουλευτικῇ διατελοῦντες ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ προσμετρήσωσι καὶ κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον τοῦ 1882 τὸν χρόνον πρὸς προβιβασμόν. Ἀλλὰ ἐπῆλθεν ὁ νέος νόμος τοῦ 1886, ὁ ὁποῖος σχεδὸν ἐξεμηδένισε τὸν νόμον τοῦτον, διότι ἀφῄρεσε τὰς θέσεις τῶν ὑπασπιστῶν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, τὰς θέσεις τῶν φρουραρχείων, τῶν διευθυντῶν τῶν στρατολογικῶν γραφείων, τῶν Ὑπουργείων καὶ τόσας ἄλλας θέσεις, ὥστε ὁ νόμος ἐκεῖνος τοῦ 1882 ἦτο ὡς ἂν μὴ ὑπῆρχε, σχεδὸν ἦτο ἀφ’ ἑαυτοῦ κατηργημένος. Οἱ δύο λοιπὸν αὐτοὶ νόμοι σχεδὸν δὲν ὑπῆρχον, οἱ δύο δὲ οὗτοι σήμερόν εἰσιν οἱ καταργούμενοι... Καταργεῖται δὲ καὶ ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς τελευταῖον κατὰ τὸ 1886, περὶ οὗ, ὡς ἐνθυμοῦνται ὅσοι διετέλεσαν τότε Βουλευταὶ, τόσος ἐγένετο πάταγος, διότι ὁ νόμος οὗτος συνεδέετο πρὸς δύο ἄλλους νόμους, τὸν νόμον περὶ εὐρείας περιφερείας καὶ τὸν νόμον περὶ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Τότε μακρὰ ἐγένετο συζήτησις· ὁ εἰσαγαγὼν τὸν νόμον ἐκεῖνον πρώην Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος, δι’ οὗ δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι δικαίωμα οἱ λαμβάνοντες συνταγματικὴν ἄδειαν 5½ μηνῶν ἢ οἱ ἐκλεγόμενοι Βουλευταὶ καὶ ἕνεκα τούτου ἐν διαθεσιμότητι διατελοῦντες νὰ προσμετρῶσι χρόνον διὰ τὸν προβιβασμὸν αὐτῶν καὶ διὰ τὴν ἀρχαιότητα, ψηφιζόμενος θέλει καταστήσει τὸν στρατὸν ἡμῶν ἱκανόν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ὁμολογίαν πάντων ἡμῶν, ἐὰν ὁ στρατὸς ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου ἐγένετο ἱκανός, ὅπως δὲν ἐγένετο ἱκανὴ οὔτε ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ εὐρείας περιφερείας. Δὲν εἶναι νομίζω τοῦ παρόντος νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ μας, ἐὰν ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἦτο κρείττων πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου ἢ μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ· δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἐπίσης ἡ κατάλληλος νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ὁ ὑποβαλὼν καὶ προκαλέσας τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν κατεπάτησεν αὐτὸν τὸν νόμον,—διότι αὐτὸς οὗτος ἐξώθησε τοὺς στρατιωτικοὺς εἰς τὸ νὰ πολιτεύωνται,— δὲν εἶναι λέγω τοῦ παρόντος χρόνου, καὶ διὰ τοῦτο περιορίζομαι εἰς μόνον τὸ θέμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Λοιπὸν τὸ 1ον ἄρθρον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν νόμων τούτων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἀντίκεινται ἄντικρυς εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἀνέπτυξεν ἱκανῶς τότε ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ράλλης καὶ ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἀπέδειξαν. Ἀπέδειξε μάλιστα τότε, ἐνθυμοῦμαι, ὁ κ. Ράλλης ἐξ αὐτῶν τῶν πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως, ὅτι ἡ χορήγησις τῆς ἀδείας τῶν 5½ μηνῶν καὶ ἡ βουλευτικὴ διαθεσιμότης εἶναι ἐνέργεια, ἑπομένως δὲν δύναται εἷς νόμος νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῶν ἀξιωματικῶν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προσμετρῶσι χρόνον ὑπηρεσίας. Ἀκριβῶς τοῦτο πράττει τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, παρέχει τουτέστι τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἠδύναντο δυνάμει τοῦ Συντάγματος νὰ προσμετρῶσι χρόνον ὑπηρεσίας, τὸν χρόνον, καθ’ ὃν διετέλεσαν ἐπ’ ἀδείᾳ συνταγματικῇ ἢ ἐν βουλευτικῇ διαθεσιμότητι, ἀποδίδει ἐν ἄλλαις λέξεσι τὸ δικαίωμα νὰ προσμετρήσωσι τὸν χρόνον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπώλεσαν, ἀλλὰ δὲν ἀφαιρεῖ ἀπὸ κἀνένα ἀξιωματικὸν τὸ κεκτημένον δικαίωμα, διότι οἱ προβιβασμένοι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν οἱ νόμοι ἐφηρμόσθησαν, μένουσι προβιβασμένοι, οἱ λαβόντες τὰς ἀποδοχάς των θὰ ἔχωσι τὰς ἀποδοχὰς ταύτας· ποῦ λοιπὸν εἶναι τὰ κεκτημένα δικαιώματα, ἅτινα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, θὰ ἀφαιρέσῃ; Ἀλλὰ τί γίνεται ἐνταῦθα; Παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς 3 ἢ 5 ἀξιωματικοὺς νομίζω ἢ καὶ 15 ἄλλους, διατελέσαντας εἰς συνταγματικὴν ἄδειαν, νὰ προσμετρήσωσι τὸν χρόνον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπώλεσαν διὰ νόμων ἐντελῶς ἀντισυνταγματικῶν. Τί ἔχουσι νὰ λάβωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι; οὐδὲ λεπτόν. Ποῦ εὗρεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου; εἰς ποῖον θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον, διότι θὰ προσμετρήσωσι χρόνον ὑπηρεσίας, τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον διετέλεσαν ἐν διαθεσιμότητι; θὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῶν προβιβασθέντων τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν, ἢ θὰ δώσῃ βαθμόν; οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο· θὰ δώσῃ μόνον τὸ δικαίωμα νὰ προσμετρήσωσι τὸν χρόνον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπώλεσαν διὰ νόμων ἀντισυνταγματικῶν. Εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἀφορᾷ τὸ 2ον ἄρθρον. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι πλὴν τῆς προσμετρήσεως εἰς τὸν χρόνον πρὸ προβιβασμόν, δίδει εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν ἀρχαιότητα. Βεβαίως εἶναι ἀρχαιότεροι τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ γενόμενοι ἀρχαιότεροι, λαμβάνουσι χρήματα παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, θὰ λάβωσι χρήματα παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ αὐτῶν ἐν τῷ σώματι, εἰς ὃ ἀνήκουσι, νὰ προαχθῶσιν· ἀλλ’ ὁπουδήποτε καὶ ἂν εὑρίσκωνται, ὅταν προαχθῶσι, βεβαίως θὰ λάβωσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. Μὴ φοβεῖσθε, Κύριοι, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν τριῶν τούτων νόμων καὶ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τῶν ὑποχρεωτικῶς ἐπιβαλλομένων ἡμῖν, θὰ παραλύσῃ ὁ στρατός· διότι ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν καταργεῖται, ὁ νόμος ἐκεῖνος τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῦνται οἱ λαμβάνοντες συνταγματικὴν ἄδειαν νὰ θέτωσι κάλπην, ἄλλως ἀνακαλοῦνται ἐκ τῆς ἀδείας αὐτῆς, ὁ νόμος ἐκεῖνος, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τοποθετῶνται ἢ νὰ μεταβαίνωσι λόγῳ ὑπηρεσίας εἰς τὰς ἐπαρχίας, — ἢ εἰς τοὺς νομοὺς, ὅταν ἦτο ἡ ἐκλογὴ κατὰ νομοὺς,— εἰς τὰς ὁποίας ἔθεσάν ποτε κάλπην ἢ ἐξελέγησαν Βουλευταί. Ὑπάρχει καὶ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δύνανται ἀκόμη νὰ τεθῶσιν ἀπαγορεύσεις, ἀλλ’ ἀπαγορεύσεις ἐπιτρεπόμεναι ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, οὐχὶ ἀπαγορευόμεναι ὑπὸ τοῦ Συντάγματος.
§91ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦτο θὰ γείνῃ.
§92ΚΟΡΠΑΣ. Ὡς λ. χ. ἡ χορηγία τῆς ἀδείας τῶν 5½ μηνῶν, ὅπως εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν νόμον τὸν ὑφιστάμενον σήμερον ὡς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὴ καὶ διὰ τὸν ἀξιωματικόν· ἐὰν ἀποτυγχάνῃ, νὰ παραμένῃ ἐν τῷ τόπῳ ἐπὶ 5½ μῆνας. Ἑπομένως θέλει προέλθει ζημία, τὴν ὁποίαν ὀλίγοι θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ ὑποστῶσι· διότι, ὅταν πρόκηται περὶ ἀπωλείας μισθοδοσίας 5½ μηνῶν, βεβαίως θὰ τὸ συλλογισθῶσιν οἱ ἀπορώτεροι. Ὑπάρχουσι λοιπὸν περιορισμοὶ, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νὰ θέσωμεν, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ....
§93ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ᾖναι συνταγματικὸν δικαίωμα....
§94ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν εἶναι συνταγματικὸν δικαίωμα, κύριε συνάδελφε τοῦτο. Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 71, λέγον ὅτι χορηγεῖται εἰς τὸν ἀξιωματικὸν ἄδεια ὑποχρεωτικῶς, ἐνόει ὅτι ὑποχρεοῖ τὸν Ὑπουργὸν νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν· ἑπομένως δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ἀξιωματικὸς νὰ παραμένῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, διότι τὴν ἄδειαν τὴν λαμβάνει ἀκριβῶς διὰ τὴν ἐπαρχίαν, δὲν τὴν λαμβάνει διὰ τὰς Ἀθήνας. Λοιπὸν δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἡ κατάχρησις, τὴν ὁποίαν φοβοῦνταί τινες· διότι ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ λαμβάνων ἄδειαν λ. χ. διὰ τὴν Εὐρυτανίαν, θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ διανύσῃ τὴν ἄδειαν αὐτοῦ ἐν Εὐρυτανίᾳ· ὅταν δ’ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας, δὲν θὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν καὶ δὲν θὰ ἐκτεθῇ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει τι, τὸ ὁποῖον νὰ τρομάζῃ ἢ νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς ἀπὸ τοῦ νὰ τὸ ψηφίσωσι.
§95ΜΑΚΡΗΣ. Ὀλίγα τινὰ ἔχω πρὸς συμπλήρωσιν. Ἐλησμονήσατε, κύριε συνάδελφε, νὰ εἴπητε, ὅτι οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ οὐδὲν ἔχουσι ν’ ἀποκτήσωσιν ἐξ αὐτοῦ, διότι οἱ προβιβασμοὶ γίνονται κατ’ ἐκλογήν. Μένει τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως. Φέρω παράδειγμα τὸν ἑαυτόν μου. Ἤμην δέκατος τέταρτος εἰς τὴν γενικὴν ἀρχαιότητα, καὶ ἔφθασα νὰ ᾖμαι τεσσαρακοστὸς δεύτερος. Εἰς μίαν συνάθροισιν στρατοῦ, ἐνῷ θὰ εἶχον διοίκησιν, ἤδη δὲν δύναμαι νὰ διοικήσω, θὰ μὲ διοικῶσιν οἱ νεώτεροί μου. Καὶ ὅμως τὴν ἀρχαιότητα δὲν δύναται ν’ ἀπολέσῃ τις, παρὰ μόνον ἐὰν ὑποστῇ ποινήν· οἱ ἀπολέσαντες αὐτὴν ὡς ἐκτεθέντες εἰς τὰς ἐκλογὰς δὲν ὑπέστησαν οὐδεμίαν ποινήν· μόνον διότι ἐξετέθημεν εἰς τὸ στάδιον τοῦ Βουλευτοῦ καὶ ἐξελέγημεν Βουλευταὶ, ἀπωλέσαμεν τὴν ἀρχαιότητά μας! Τὴν ἀρχαιότητα δὲν δύναται ποτὲ νὰ τὴν ἀπολέσῃ ὁ ἀξιωματικὸς, παρὰ διὰ ποινῆς. Λοιπὸν σήμερον εἶναι σπουδαιότατον τὸ ζήτημα, καθόσον τὸ δικαίωμα τοῦτο καθιερώθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ διὰ τοὺς ταγματάρχας καὶ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς. Διὸ φρονῶ, ὅτι αὐτὸ εἶναι δικαιότατον πρᾶγμα, ὡς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος χορηγηθέν.
§96ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος περὶ μὲν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν εἶπεν, ὡμίλησε μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ 2ον ἄρθρον, δι’ οὗ δίδεται ἀναδρομικὴ δύναμις εἰς τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον· φρονεῖ δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ ἀναδρομικὴ δύναμις εἰς τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον, καθόσον τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Ἐγὼ φρονῶ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, ὅτι ἠδύνατο νὰ παραλειφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἄρθρον...
§97ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε. Μοὶ ἀποδίδετε ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἐξέφρασα.
§98ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Εἴπετε ὅτι δὲν πρέπει κατ’ ἀρχὴν νὰ χορηγῆται ἀναδρομικὴ δύναμις εἴς τι νομοσχέδιον.
§99ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θεὸς φυλάξοι! Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ.
§100ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν τεθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὁ νόμος οὗτος ἀναγκαίως θέλει ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν· διότι αἱ καταργούμεναι διατάξεις εἶναι ποινικαὶ, καὶ διὰ τῶν διατάξεων τούτων τιμωροῦνται οἱ στρατιωτικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐκτεθῇ εἰς τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογάς· ἑπομένως πρόκειται περὶ ποινικῶν διατάξεων. Καταργουμένων λοιπὸν αὐτῶν τῶν ποινικῶν διατάξεων, πρέπει ὁ νόμος κατ’ ἀνάγκην νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ὥστε, καὶ ἐὰν ἔλειπε καθ’ ὁλοκληρίαν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὁ ψηφιζόμενος νόμος θὰ εἶχεν ἀναδρομικὴν δύναμιν.
§101ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πρὸς δικαιολογίαν μου θὰ εἴπω δύο λέξεις. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων μοὶ ἀποδίδει, ἐγὼ δὲν τὰ εἶπον, οὐδ’ ἠδυνάμην νὰ τὰ εἴπω. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἰς ἕκαστον νόμον ψηφιζόμενον δύναται νὰ προστεθῇ καὶ διάταξις καθιστῶσα αὐτὸν ἀναδρομικῶς ἰσχύοντα. Οὐδὲν τὸ κωλύον. Ἀλλὰ μετὰ περισκέψεως βεβαίως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὁσάκις πρόκηται νὰ δώσῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς νόμον τινὰ, πρέπει νὰ προβαίνῃ. Ἐπὶ τούτου δ’ ἐστηρίχθην κυρίως, ἵνα εἴπω, ὅτι πρέπει τὴν ἀναδρομικὴν δύναμιν νὰ τὴν ψηφίσωμεν ἐν ἐπιγνώσει τῶν συνεπειῶν. Τώρα ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἑτέρου ἀξιοτίμου ἐκ Κυκλάδων βουλευτοῦ κ. Κόρπα. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι εὐθὺς, ὡς ἐκ τῆς ἀνακτήσεως τῆς ἀρχαιότητος τῶν μὴ προσμετρησάντων τὸν χρόνον τῆς διαθεσιμότητος ἢ τῆς συνταγματικῆς ἀδείας ἀξιωματικῶν, θὰ ἐπέλθωσιν ἐπιζήμιοι συνέπειαι διὰ τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς ἀνακτήσεως τῆς ἀρχαιότητος τῶν μὴ προσμετρησάντων τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας των ταύτης ἀξιωματικῶν βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ διατάραξις ἐν τῇ ἀρχαιότητι τῶν ἄλλων, οἵτινες ἤδη ἀπέκτησαν αὐτὴν, καὶ ἑπομένως κατὰ τοὺς μέλλοντας προβιβασμοὺς θὰ γεννηθῶσι παράπονα. Καὶ γνωρίζω κάλλιστα τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτὴς κ. Μακρῆς ἔκαμεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου καὶ ἄνω οἱ προβιβασμοὶ γίνονται κατ’ ἐκλογὴν, καὶ ἡ ἀρχαιότης δὲν λαμβάνεται ἐκεῖ πλέον ὑπ’ ὄψιν, ὅπως εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμούς· ἑπομένως, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀξιωματικοὶ κατωτέρου βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου, βεβαίως θὰ τεθῶσιν ἄνω τῶν ἤδη ἄνωθεν αὐτῶν κειμένων ἐν τῷ γενικῷ ἐλέγχῳ τοῦ στρατοῦ.
§102ΚΟΡΠΑΣ. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ οὗτοι δύνανται νὰ προαχθῶσι κατ’ ἐκλογὴν, δὲν ἐμποδίζονται νὰ προαχθῶσι κατ’ ἐκλογήν.
§103ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ναὶ, ἀλλ’ ἔχουσι πλέον σειρὰν δεξιᾷ ἢ ἀριστερᾷ κατὰ τάξιν.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δύο λέξεις θὰ εἴπω, Κύριοι. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ μακρὸν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει χωνεύσει ἤδη ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κόσμος ὅλος. Ὁ κόσμος ὅλος ἔχει παραδεχθῆ, ὅτι οἱ νόμοι, τῶν ὁποίων ζητοῦμεν τὴν κατάργησιν, εἶναι ἀντισυνταγματικοί· τοῦτο δὲ ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε δι’ ἀλλεπαλλήλων νόμων νὰ τρέψῃ τοὺς μὲν ἢ τοὺς δὲ, διὰ νὰ δυνηθῇ ν’ ἀποκλείσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀποκλείσῃ· διότι τὸν νόμον τοῦτον ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ μόνον εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκλέγονται Βουλευταί, ἀλλ’ ἐκείνους ἤθελε νὰ τοὺς σώσῃ, διότι ἤθελε ν’ ἀποκλείσῃ ἡμᾶς. Εἶναι νόμοι ἐντελῶς προσωπικοὶ ἐκεῖνοι. Καὶ γνωρίζω τὴν ἐντιμότητα τοῦ ἐντίμου κ. συναδέλφου ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ φθάσῃ ὅπου ἐπιθυμεῖ, διὰ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ σκέπτεται. Λοιπὸν δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πείσω τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι πρέπει νὰ κατηργηθῶσι. Θ’ ἀπαντήσω μόνον εἰς τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προκαλεῖ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφος. Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο ὁ νόμος, ἐνεργῶν ὀπισθοδρομικῶς, νὰ φέρῃ τὴν ἀνατροπὴν, ἣν φοβεῖται ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ἔπρεπε νὰ τὸ κάμῃ κατὰ τὴν γνώμην μου· διότι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐψηφίσθησαν καθ’ ἡμῶν, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ κἀνεὶς χεῖρα, καθόσον ὑπαγόμεθα εἰς μίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ ἀνατρέψῃ· τὸ Σύνταγμα μᾶς ἔθεσεν εἰς μίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν εὗρε τότε τοιαύτην, τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος. Ὡς πρὸς ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἰσχὺν ὁ νόμος, δὲν δύναται ὅμως νὰ φθάσῃ μέχρις ἡμῶν, δὲν δύναται νὰ καταργήσῃ ὡς πρὸς ἡμᾶς τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῶν ἀξιωματικῶν. Λοιπὸν, ἐὰν ὁ νόμος, ἐνεργῶν ὀπισθοδρομικῶς, ἠδίκει τοὺς προβιβασθέντας, δικαίως ἔπρεπε νὰ τοὺς ἀδικήσῃ· ἀλλ’ ἡμᾶς ἠδίκησε νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσῃ μέχρις ἡμῶν, καὶ δικαίως ἠγανακτήσαμεν, ὅταν μᾶς ἀφῄρεσε κεκτημένα δικαιώματα εἷς νόμος ἀντισυνταγματικὸς, εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ἡμῶν. Ὥστε, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ νόμος ὀπισθοδρομῶν μᾶς δίδει θέσιν, ἣν εἴχομεν πρότερον, οὐδένα ἀδικοῦμεν, καὶ ὀφείλει νὰ μᾶς ἀποδώσῃ δικαιοσύνην ὁ νόμος, ὁ νῦν καταργῶν τοὺς νόμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, μᾶς ἀφῄρεσαν κεκτημένα ἐκ τοῦ Συντάγματος δικαιώματα. Ἀλλὰ γίνεται ἤδη κανὲν ἀδίκημα; κλονίζεται καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ νόμος, ὁ κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ψηφισθεὶς καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τεθεὶς εἰς ἐφαρμογήν; Οὐδόλως· διότι ἡμεῖς, ἀνακτῶντες τὴν ἀρχαιότητα ἡμῶν καὶ προσμετρῶντες τὸν χρόνον, θ’ ἀνακτήσωμεν τὴν θέσιν μας τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν θὰ προβιβασθῶμεν. Ὡς πρὸς ἐμὲ, ὡς πρὸς τοὺς λοχαγοὺς, τοὺς ὁποίους φοβεῖται ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, δύνανται καὶ αὐτοὶ οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοὶ νὰ προβιβασθῶσι κατ’ ἐκλογὴν, κατὰ τὸν νόμον τὸν περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ νόμος ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν λέγει, ὅτι οὗτοι προβιβάζονται κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλογήν. Δύναται λοιπὸν καὶ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς νὰ τοὺς προβιβάζῃ κατ’ ἐκλογὴν τὸ Ὑπουργεῖον. Ὥστε, ὅπως ὡς πρὸς τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς εἶναι ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὡς πρὸς τοὺς κατωτέρους ἔχει δικαίωμα ἐκλογῆς ὁ Ὑπουργός. Κατὰ συνέπειαν δὲν βλέπω διατὶ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ δὲν ἔχει νὰ ἀδικήσῃ κἀνένα.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀρχὴ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου συνδέεται μετὰ θεωρίας πολιτειακῆς, ἵνα μὴ εἴπω μετ’ ἀρχῆς πολιτειακῆς, καὶ μετὰ θεωρίας διοικητικῆς. Ὑπῆρξε θεωρία διοικητικὴ, καθ’ ἣν οἱ πιστεύοντες αὐτὴν ἐφρόνουν, ὅτι ὁ στρατὸς τὰ μάλιστα ζημιοῦται, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ περιορισμὸς εἰς τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα διὰ τοῦ ἄρθρου 71 ἀπένειμεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ἀπ’ εὐθείας περιορισμὸς εἰς τὸ ἀπόλυτον τοῦτο δικαίωμα, ἐνομοθετήθησαν ἔμμεσοι περιορισμοί, οἵτινες ἠνάγκαζον τοὺς ἔχοντας τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα, νὰ μὴ ποιῶνται χρῆσιν αὐτοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία ἡ διοικητική. Ἀλλ’ ἦτο καὶ θεωρία πολιτειακή, ἥτις κατεδηλώθη συγχρόνως διὰ πολλῶν νόμων. Ὑπελήφθη ὅτι τὸ πολίτευμα ἤθελε λειτουργεῖ σκοπιμώτερον καὶ ἀνετώτερον, ἐὰν ἤθελον ἐπενεχθῆ μεταβολαί τινες εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Πρώτη δὲ μεταβολὴ ἐπηνέχθη διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν κατὰ νομοὺς καὶ οὐχὶ κατ’ ἐπαρχίας. Ἐπηνέχθη δὲ καὶ δευτέρα μεταβολὴ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Ἀλλὰ καὶ τρίτη μεταβολὴ ἐπηνέχθη, καὶ αἱ θύραι τῆς αἰθούσης τοῦ Βουλευτηρίου ἐκλείσθησαν κατὰ τὰ ⅘ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Καὶ ταῦτα πάντα ἐγένοντο διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ πόθος, τὸν ὁποῖον ἐν ἐφημερίδι ἡμιεπισήμῳ ὑπουργικῇ κατὰ τὸ 1887 ἀνέγνων. Ἐδημοσιεύετο τότε, ὅτι πάντες ἐφρόνουν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἐν τῷ τόπῳ τὸ πολίτευμα, ἀλλὰ κατωρθώθη διὰ τῶν νόμων τούτων νὰ λειτουργήσῃ αἰσίως καὶ σκοπίμως. Αὐτὰς τὰς θεωρίας ὁμολογῶ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ κατὰ τὸ 1882 μέχρι τοῦ 1885 καὶ ἡ κατὰ τὸ 1886 μέχρι τοῦ χρόνου τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς Περιόδου ἐκείνης, καὶ ἡ κατὰ τὸ 1887 μέχρι τοῦ 1890, ἀπέκρουσε, καὶ ἀπεκήρυξε μάλιστα αὐτὰς ὡς ἀντισυνταγματικάς. Ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν δὲν ὑπάρχει ἀρχή, λύουσα τὰ ζητήματα τὰ συνταγματικά. Ἀλλαχοῦ ἀνετέθη εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, ἐὰν νόμος τις ἦναι ἀντισυνταγματικὸς ἢ ἂν ἀντιβαίνῃ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τρίτης αὐτοκρατορίας ἐν Γαλλίᾳ εἶχε τοῦτο ἀνατεθῆ εἰς τὴν Γερουσίαν. Παρ’ ἡμῖν οὐδεὶς θεσμὸς ὥρισε τὰ περὶ τούτου. Ἐὰν δ’ ἐκδοθῇ νόμος τις ἀντισυνταγματικός, ἢ νομοσχέδιόν τι, περιέχον ἀντισυνταγματικὰς διατάξεις, ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι πλειονοψηφία τις ἠθέλησε νὰ ψηφίσῃ αὐτό, καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ δημοσιευθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, γίγνεται νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐκτελεῖται ὡς οἱ ἄλλοι νόμοι, ἂν καὶ οἱ φρονοῦντες ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ἐπιμένουσιν ἰσχυριζόμενοι, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικός, μὴ ἔχοντες ὅμως ποῦ νὰ προσφύγωσιν, ἵνα καταγγείλωσι τοῦτον ὡς ἀντισυνταγματικόν. Τοῦτο συνέβη καὶ ἐπὶ τῶν νόμων τούτων. Κατηγγέλθησαν ἐν τῇ Βουλῇ ὡς ἀντισυνταγματικοὶ ὁ νόμος περὶ ἐκλογικῆς περιφερείας, ὁ νόμος περὶ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, ὁ νόμος περὶ δικαστηρίων σχηματισθέντων, ἵνα δικάζωσι τὰς ἀξιώσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ νόμος ὁ περιορίζων τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα, τὸ χορηγηθὲν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ οἱ χαρακτηρίζοντες τοὺς εἰρημένους νόμους ὡς νόμους ἀντισυνταγματικούς, οὐδὲν ἄλλο εἶχον νὰ πράξωσιν. Ἡ πλειοψηφία ἐψήφισε τὰ νομοσχέδια, καὶ ταῦτα ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους. Ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἦτο τοιαύτη, ἤτοι διέφερεν ὅλως τῆς καταστάσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις συνεκροτήθη διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 14 Ὀκτωβρίου, οὗ ἕνεκα καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου μὲ κἄποιον παράπονον ἀνέφερεν, ὅτι δὲν προσεδόκα νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη αὐτοῦ ὑπ’ αὐτῆς. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τοῦ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας ταύτης, διότι ἡ πλειοψηφία αὕτη φρονεῖ, ὅτι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι εἶναι ἀντισυνταγματικοί. Καὶ ἐὰν ἡ πλειοψηφία αὕτη συνεδρίαζεν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Βουλευτηρίου κατὰ τὸ 1886, βεβαίως δὲν ἤθελον ἐπιτρέψει νὰ ψηφισθῶσιν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 2 εἶναι συνέπεια τῆς ἀρχῆς τοῦ νόμου. Κανονίζει τὸ μεσολαβῆσαν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν νόμων μέχρι τοῦδε διάστημα, καὶ ἐπειδὴ τὸ διάστημα τοῦτο εἶναι προγενέστερον τοῦ ἐκδοθησομένου νόμου, ἡ περὶ τούτου διάταξις φαίνεται ἀναδρομική. Ἀλλὰ τὴν ἀναδρομικὴν ταύτην διάταξιν κατέστησεν ἀναγκαίαν αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ αὐτὴ ἡ αἰτία, δι’ ἣν ζητεῖται ἡ κατάργησις τῶν νόμων ἐκείνων. Διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς τις περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ψηφισθῇ τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου.
§106ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρίσῃ τις τὸν νόμον τοῦ 1886 ἄλλως, παρὰ ὡς καθόλου ἀντισυνταγματικόν. Διὰ τοῦ 71 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος εἶχε καθορισθῆ ἡ θέσις τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον ὑποχρεωτικῶς τὴν 5½ μηνῶν ἄδειαν καὶ ἐξετίθεντο εἰς τὰς ἐκλογάς· εἶχεν ἐπίσης καθορισθῆ ἡ θέσις αὐτῶν μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν των ὡς Βουλευτῶν. Ἡ θέσις τῶν τοιούτων ἀξιωματικῶν ἦτο θέσις ἀξιωματικῶν ἐν διαθεσιμότητι τιθεμένων. Καὶ ὅταν τὸ Σύνταγμα ὁρίζῃ ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐκτιθεμένων εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐπιτυγχανόντων, καὶ ὁρίζῃ αὐτὴν ὡς κατάστασιν διαθεσιμότητος, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὸ Σύνταγμα τὴν διαθεσιμότητα, τὴν κατάστασιν δηλ. ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑφίστατο κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίζετο τὸ Σύνταγμα. Ἡ διαθεσιμότης εἶναι κατάστασις ἐν ἀδείᾳ, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς δύναται, ἢ ἀντισυνταγματικῶς νομοθετῶν, νὰ μὴ προσμετρήσῃ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς τιθεμένους εἰς διαθεσιμότητα ὡς ἐκ τῆς ἐκλογῆς των ὡς Βουλευτῶν, νὰ μὴ προσμετρήσῃ εἰς αὐτοὺς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ λίαν ὀρθῶς τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καταργεῖ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὡς ἀντισυνταγματικόν. Λίαν ὀρθῶς δὲ τὸ 2ον ἄρθρον συνεπάγεται τὰς συνεπείας τῆς καταργήσεως. Μάλιστα ἐγὼ φρονῶ ἐναντία ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἦτο κἂν ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ ἡ ψήφισις τοῦ 2ου ἄρθρου, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ εἰς ἀκέραιον ἀποκατάστασις τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δι’ ἀντισυνταγματικῆς διατάξεως ἐστερήθησαν τῶν προνομιῶν, τὰς ὁποίας ἐχορήγησεν αὐτοῖς τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἀσπάζομαι δὲ ποσῶς οὐδὲ τὴν θεωρίαν, ἣν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἀκριβῶς ἵνα ἀποκρούσω τὴν θεωρίαν ταύτην ἔλαβον τὸν λόγον. Δὲν εἶναι πραγματικὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀρχὴ, ἐνώπιον τῆς ὁποίας νὰ δυνάμεθα νὰ καταγγείλωμεν νόμον τινὰ ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἡ ἀρχὴ ὑφίσταται· εἶναι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ὅταν ἔχωμεν δύο διατάξεις κοινῶν νόμων ἀντιφασκούσας, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ δικαστήριον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εἰσάγεται ὑπόθεσίς τις, σχέσιν ἔχουσα μὲ τὰς διατάξεις αὐτὰς, νὰ κρίνῃ, τίς εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος δέον νὰ κατισχύσῃ; Καὶ ὅταν ἔχωμεν ἀφ’ ἑνὸς μίαν διάταξιν ῥητὴν τοῦ Συντάγματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἕνα νόμον ἀντίθετον πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, δὲν ὀφείλει τὸ δικαστήριον νὰ κρίνῃ, τίς ἐκ τῶν δύο διατάξεων εἶναι ἡ κατισχύουσα; ἀναγκαίως θὰ κρίνῃ, ὅτι ἡ κατισχύουσα εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Θαυμάζω δ’ ἐκείνους, τῶν ὁποίων εἶχον προσβληθῆ τὰ δικαιώματα συνεπείᾳ τῆς διατάξεως ἐκείνης τῆς ἀντισυνταγματικῆς τοῦ νόμου τοῦ 1886, πῶς δὲν προσέφυγον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ πρώην Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν πρόνοιαν, ἀμέσως ὡς ἐψήφισε τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸν ἀντισυνταγματικὸν, νὰ ψηφίσῃ καὶ ἴδιον καταρτισμὸν δικαστηρίων, διὰ νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῶν κοινῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ἀσπασθῶσι τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ θεωρήσωσιν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ προσφυγὴ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων διὰ διάταξιν ἀντισυνταγματικήν. Ἀλλὰ καὶ ἐκείνους τοὺς νόμους ὤφειλον νὰ προσβάλωσιν οἱ ἀδικηθέντες. Μίαν ὅμως παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 2 λίαν ὀρθῶς ἀποκαθιστᾷ εἰς ἀκέραιον τοὺς ἀδικηθέντας δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1886. Ἀλλ’ ἐὰν ἔπρεπε,—καὶ φαίνεται ὅτι οὕτω πως θέτει τὸ ζήτημα ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ὁ εἰσηγησάμενος τὸ νομοσχέδιον,— ἐὰν ἔπρεπε νὰ τεθῶσιν εἰς ἴσην μοῖραν οἱ νόμοι τοῦ 1882 καὶ 1883 μὲ τὸν νόμον τοῦ 1886, τότε ἔπρεπε τὰς αὐτὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἐξάγομεν ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου τοῦ 1886, νὰ τὰς ἐξαγάγωμεν καὶ ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν νόμων τοῦ 1882 καὶ 1883. Ἐὰν κακῶς δὲν προσεμετρήθη ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ στρατῷ ὡς ὑπηρεσία ἐνεργὸς, ἐκεῖνοι, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἐγένετο τὸ ἀδίκημα τοῦτο, τῆς μὴ προσμετρήσεως τῆς ὑπηρεσίας των ταύτης, εἶχον ἴσον δικαίωμα μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ζητήσωσι τὴν εἰς ἀκέραιον ἀποκατάστασιν. Ἐὰν δὲ, ὡς εἶπον, τιθέμεθα εἰς τὴν αὐτὴν ἴσην μοῖραν τοὺς νόμους τοῦ 1882 καὶ 1883 μὲ τὸν νόμον τοῦ 1886, ἀναγκαία συνέπεια εἶναι, ὅτι πρέπει, ἀφοῦ ἐλάβομεν τὸν κόπον ἐν τῷ 2ῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου νὰ εἰσαγάγωμεν τὰς συνεπείας τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου τοῦ 1886, νὰ εἰσαγάγωμεν τὰς συνεπείας τῆς καταργήσεως καὶ τῶν νόμων τοῦ 1882 καὶ 1883 ὡς πρὸς τοὺς ἀδικηθέντας ἐκ τῶν νόμων ἐκείνων.
§107ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τοὺς Βουλευτάς.
§108ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως.
§109ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διὰ τοὺς μὴ Βουλευτὰς δὲν ἦτο ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις.
§110ΡΑΛΛΗΣ. Τότε πρέπει νὰ χωρίσωμεν τὸ ζήτημα. Ποία εἶναι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων Βουλευτής; Εἶπεν ὅτι παρανόμως καὶ ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἐχωρίσθησαν αἱ ὑπηρεσίαι ἐν τῷ στρατῷ· ἡ ὑπηρεσία ἡ ἐνεργὸς ἐθεωρήθη μὴ προσμετρουμένη εἰς τὴν ἀρχαιότητα καὶ μὴ δίδουσα δικαίωμα εἰς προαγωγήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία. Λοιπὸν, ἐὰν ἡ θεωρία αὕτη ἦναι ἀληθὴς, ἐὰν τὴν θεωρίαν ταύτην καθιεροῖ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τὰς συνεπείας τῆς θεωρίας ταύτης.
§111ΚΟΡΠΑΣ. Ἡ θεωρία, ἣν ἀνέπτυξεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, εἶναι ὀρθή. Ἑπομένως καὶ ἡ ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1886, τροποποιήσαντος τὸν νόμον τοῦ 1882, ἐπανόρθωσις τῆς ἀδικίας, δι’ ἧς θ’ ἀνακτήσωσι τὰ δικαιώματα αὑτῶν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοὶ, περιλαμβάνεται ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ. Ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ πάθωσι, διότι ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐπροστατεύοντο, ἐκεῖνοι διὰ τοῦ 2ου ἄρθρου ἀνακτῶσι τὰ δικαιώματα αὑτῶν. Ποῖοι εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι; εἶναι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ διατελέσαντες ἐν βουλευτικῇ διαθεσιμότητι· διότι ὁ νόμος τοῦ 1882 ἔλεγεν, ὅτι πᾶς ὅστις δὲν ὑπηρετεῖ ἐν τῷ σώματι, ἐν τῷ ὅπλῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνήκει, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τῷ προσμετρηθῇ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας· ἑπομένως Βουλευτὴς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1882 δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς προσμετρήσεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ τὸ 2ον ἄρθρον ἀφορᾷ εἰς τὴν διαθεσιμότητα ταύτην. Ἑπομένως διὰ τῆς τῶν τριῶν τούτων νόμων καταργήσεως παρέχονται διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀνακτήσωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ Βουλευταί.
§112ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν λέγει αὐτὸ τὸ ἄρθρον 2.
§113ΚΟΡΠΑΣ. Ἡ βουλευτικὴ διαθεσιμότης, λέγει τὸ ἄρθρον ἀφορᾷ εἰς ὅλους τοὺς καταργουμένους νόμους.
§114ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 2 λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον διήνυσαν ἀξιωματικοὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἰσχύος τῶν διὰ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου καταργουμένων νόμων ἐν ἀδείᾳ 5½ μηνῶν ἢ ἐν διαθεσιμότητι, προβλεπομέναις ὑπὸ τοῦ 71 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, θέλει προσμετρηθῆ εἰς τὸν πρὸς προβιβασμὸν ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν ἀπαιτούμενον χρόνον καὶ εἰς τὴν ἀρχαιότητα αὐτῶν μεταξὺ τῶν ὁμοιοβάθμων των, μετὰ δὲ τὸν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν προβιβασμόν των καὶ μεταξὺ τῶν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διὰ τοῦ παρόντος καταργουμένων νόμων νεωτέρων μὲν αὐτῶν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ τυχὸν προβιβασθέντων εἰς ἀνώτερον βαθμόν.» Λοιπὸν ἀκριβῶς αἱ συνέπεια τοῦ ἄρθρου 2 ἀφορῶσιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἔλαβον 5½ μηνῶν ἄδειαν, ἵνα ἐκτεθῶσιν εἰς τὰς ἐκλογὰς, εἴτε λαβόντες ἄδειαν ἐπέτυχον καὶ ἑπομένως ἐτέθησαν ἐν διαθεσιμότητι. Ἀλλὰ δὲν ἀφορῶσιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεῖχον θέσιν.
§115ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος μετὰ τῶν συναδέλφων, ὅσοι ὑπεστήριξαν, ὅτι ἀντισυνταγματικῶς ἐστερήθησάν τινες τῶν δικαιωμάτων των, οἵτινες νῦν διὰ τοῦ νόμου ἐπανακτῶσιν αὐτά. Ἀλλ’ εὑρίσκω, ὅτι ἐλαφρά τις ἀντίφασις ἐπικρατεῖ ἐν ταῖς σκέψεσιν αὐτῶν. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορίζηται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ἀντισυνταγματικῶν διατάξεων, διότι τοῦτο ἠμπορεῖ μὲν ν’ ἀποκαταστήσῃ εἰς ἀκέραιον τὰ καταπατηθέντα δικαιώματα, ἀλλὰ διατηρεῖ καὶ τὰ δικαιώματα τὰ ἐξ ἀντισυνταγματικῶν διατάξεων κτηθέντα. Ἀλλ’ ὅταν ἐκτὸς τῆς ἐργασίας ἐκείνης ἔρχηται ἡ Βουλὴ καὶ ἐπιλαμβάνηται τοῦ ζητήματος, ἂν νόμος τις ἦναι ἀντισυνταγματικός, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ διστάζῃ, ἵνα ἀκυροῖ τοὺς νόμους. Ἴσως ἐπέρχεται ἀνατροπή, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὀπισθοχωρῇ ἡ Βουλὴ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, ἂν μία Κυβέρνησις, εἰσηγουμένη νόμον ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἐπιτυγχάνουσα τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, βλέπῃ ὅτι κατόπιν ἄλλη Βουλὴ περιορίζεται εἰς μόνην τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, δὲν ἔχει, παρὰ νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ, ἂν πάλιν ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ἂν ἐκ τῶν συνταγματικῶν νόμων ἐκτήθησαν δικαιώματα καὶ ἂν τὰ δικαιώματα αὐτὰ διατηροῦνται· ἀλλ’ ἂν πραγματικῶς ἐκτήθησαν δικαιώματα καὶ διατηροῦνται ταῦτα, ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ σεβασθῶμεν αὐτὰ, ἀλλὰ προβαίνοντες εἰς τὴν ἀκύρωσιν, ν’ ἀποκαταστήσωμεν εἰς τὸ ἀκέραιον τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρεμερίσθησαν, νὰ μὴ λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δῆθεν ἀπεκτήθησαν ἐκ τῆς ἀντισυνταγματικῆς διατάξεως.
§116Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω παρατήρησιν περὶ τοῦ ἂν ἀκυροῦνται οἱ νόμοι ὡς ἀντισυνταγματικοί, ἢ ἂν καταργοῦνται διότι ἡ Βουλὴ νομίζει ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῶσι· τοῦτο δὲ ἔχει σημασίαν. Ἀλλ’ ἐὰν, ὡς γνωρίζετε, τὰ λεγόμενα ἐν τῇ Βουλῇ ἔχωσι μεγάλην σημασίαν, διότι συντελοῦσιν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν ψηφιζομένων νόμων, δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ τοιαύτη συζήτησις χωρὶς νὰ καθαρισθῶσι τὰ πράγματα. Ὁ νόμος δύναται νὰ ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ σήμερον δὲν ἀκυροῦται ὡς ἀντισυνταγματικός, διότι τότε ἔπρεπε ῥητῶς νὰ τὸ εἴπωμεν ἐν τῷ ψηφιζομένῳ νόμῳ. Εἶμαι βεβαίως κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, εἶμαι δι’ ὅσους λόγους εἶπον ὅτε συνεζητοῦντο οἱ νόμοι ἐκεῖνοι κατὰ τὸ 1886, διότι ἐθεώρησα αὐτοὺς οὐχὶ συμφώνους πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἔστω καὶ ἐμμέσως. Τοῦτο δὲ ἔχει μεγάλην σηματίαν· διότι εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν εἶναι ἁρμοδία ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ νόμον ἀντισυνταγματικὸν, ἐνῷ εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ὅταν δηλ. δι’ ἑρμηνείας ἀμφισβητουμένης ὁπωσδήποτε ὁ νόμος δὲν θεωρῆται καθ’ ὅλα σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα, νομίζω, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα. Περὶ τοῦ νομικοῦ τούτου ζητήματος ὡραίαν μελέτην ἐδημοσίευσεν ὁ κ. Οἰκονομίδης ἐν τῇ «Θέμιδι». Εἰς ἀπόδειξιν τῶν λόγων μου φέρω τοὺς στηλιτικοὺς νόμους, οἵτινες ἠκυρώθησαν ὡς ἀντισυνταγματικοί· ὅταν δὲ νόμος τις ἀκυροῦται ὡς ἀντισυνταγματικὸς, θεωρεῖται ὡς μὴ ὑπάρξας, πάντα δὲ τὰ ἐν τῷ μεταξὺ γενόμενα θεωροῦνται ὡς ἐξειλημμένα καθ’ ὁλοκληρίαν. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἐπίσης τοῦ 1886 κατηργήθη, δὲν ἠκυρώθη· ἐνθυμεῖσθε μάλιστα, ὅτι ἐγένετο συζήτησις περὶ τούτου, ἂν καταργοῦνται ὡς ἀντισυνταγματικοὶ, καὶ τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν ἦσαν συντεταγμένοι συνταγματικῶς, ἐγένετο ἡ παρατήρησις παρ’ ἄλλων, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικοί, καὶ ἄλλοι εἶπον, ὅτι δὲν καταργοῦνται ὡς ἀντισυνταγματικοί, ἀλλὰ καταργοῦνται ἁπλῶς. Δι’ ὅλων αὐτῶν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ νόμος ὁ συζητούμενος καταργεῖται ὡς μὴ καλός. Βεβαίως συντελεῖ εἰς τὴν γνώμην ἡμῶν τὸ ὅτι δὲν στηρίζεται ἐντελῶς εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ Συντάγματος, καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη ῥητῆς μνείας, ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ δύναμιν ὀπισθοδρομικήν. Εἶμαι ἐναντίος τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως, μακρὰν τοῦ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ, συνετέλεσεν οὐκ ὀλίγον εἰς τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ, συνετέλεσε δὲ καὶ εἰς τὸ νὰ γείνῃ ἐκδίκησις καθ’ ἑνὸς πρώην Βουλευτοῦ, ὅστις λίαν ἐπαξίως ἔφερε τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, καὶ χάριν δῆθεν τοῦ νόμου τούτου, διότι δὲν εἶχε προσμετρηθῆ ὁ χρόνος τῆς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας, ἐγένετο κυρίως ὑποβιβασμὸς ἀξιωματικοῦ, ἂς τὸ εἴπωμεν, τοῦ κ. Τερτίπη, ἐγένετο λέγω ἐκδίκησις· διότι οὐδαμῶς ἄλλως δυνάμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, καθόσον εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ὑποβιβάσῃ βαθμὸν ἀπονεμηθέντα ὁπωςδήποτε.
§117ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἂν ἀκυρωθῶσιν ὡς ἀντισυνταγματικοὶ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, συνέπεια δὲν θὰ ἦναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἐξ Ἀχαϊοήλιδος Βουλευτής· διότι, ἂν οὕτως εἶχεν, ἀκριβῶς θὰ ὑπεπίπτομεν εἰς τὸ ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ συναδέλφου κ. Τερτίπη. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφαιρῆται βαθμὸς, ὁ ὁποῖος ἀπενεμήθη ἅπαξ,— διότι ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει τοὺς βαθμοὺς ἰσοβίως,— καὶ διὰ τοῦτο ἐπολεμήσαμεν τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Δύναται μὲν ὁ νόμος ν’ ἀποκαταστήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐνοσφίσθησαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1886, ἀλλὰ δὲν δύνανται ν’ ἀφαιρεθῶσιν οἱ βαθμοὶ οἱ ἅπαξ ἀπονεμηθέντες, καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν, μήπως, θέλοντες νὰ ἐπανορθώσωμεν ἓν ἀδίκημα, περιπέσωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ εἰς ἄλλην ἀντισυνταγματικότητα.
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰ διατάγματα περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ Τερτίπη εἶναι ζήτημα ἀλλότριον, καὶ δὲν ἔχει συνάφειάν τινα μὲ τὸ νομοσχέδιον. Εἶναί τινες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν γνώμην, ἣν πρὸ μικροῦ ἐξήνεγκεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, εἶναι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν γνώμην ταύτην, φρονοῦντες ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει τοὺς βαθμοὺς, ἀλλ’ ἀπονέμει αὐτοὺς κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀλλότριον. Τώρα καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ προτείνεται νὰ καταργηθῶσιν οἱ νόμοι τοῦ 1882 καὶ 1886, καὶ οὐχὶ νὰ ἀκυρωθῶσιν. Ἡ διαφορὰ τῶν ὅρων ἔχει διαφορὰν ἐννοίας καὶ διάφορα ἀποτελέσματα. Ἂν τὸ νομοσχέδιον ἐπρότεινε τὴν ἀκύρωσιν τῶν νόμων, τότε πάντα τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν διὰ τῶν νόμων, ἤθελον καταστραφῆ, οὐδὲ θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον προτείνει τὴν κατάργησιν τῶν νόμων, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀναγκαία ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2, ἵνα κανονίσῃ τὰς κατὰ τὸ μεσολαβῆσαν διάστημα δημιουργηθείσας σχέσεις.
§119Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ συναδέλφου Τερτίπη δὲν εἶναι ξένον ἐντελῶς.
§120ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν θέλετε, κάμετε ἐπερώτησιν.
§121ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ Βουλευτὴς Ἀχαϊοήλιδος, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ τοὺς βαθμοὺς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἔλαβον διὰ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ νόμου τοῦ 1886, καὶ τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται ὁ κ. Πρωθυπουργός, διαμαρτύρομαι στεντορείᾳ τῇ φωνῇ.
§122ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἀποδίδεται εἰς ἐμὲ τὴν γνώμην ταύτην; αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμιλῆτε πάντοτε, καὶ δημιουργεῖτε ἐπιχειρήματα ἐπὶ βάσεων ἀνυπάρκτων.
§123ΡΑΛΛΗΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ν’ ἀντικρούω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγετε· διότι ἐγὼ ἀπήντων πρὸς τὸν Βουλευτὴν Ἀχαϊοήλιδος, ἀλλὰ σεῖς παρενέβητε εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἐκάμετε μίαν ἐπιφύλαξιν.
§124ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔδωκα τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ἐζήτει νὰ μάθῃ, ἂν πρόκηται περὶ καταργήσεως ἢ ἀκυρότητος.
§125ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν βαθμοὺς κεκτημένους. Ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι ἅμα ἡ Βουλὴ παραδέχεται ὅτι νόμος τις εἶναι ἀντισυνταγματικός, ὀφείλει νὰ ἀκυρῇ τὸν νόμον αὐτὸν, ἀδιαφοροῦσα ποῖα θὰ ἦναι τ’ ἀποτελέσματα, ἂν μεταξὺ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀκυρώσεως ἑνὸς νόμου ὡς ἀντισυνταγματικοῦ θὰ ἦναι καὶ ἡ ἀφαίρεσις βαθμῶν. Ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ ὑποστηρίξω τοιαύτην ἀρχὴν, διότι, ὡς ἄριστα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει τοὺς βαθμοὺς κατὰ τὸν νόμον, ἂν δὲ τοὺς ἀπονέμῃ ἐναντίον τοῦ νόμου, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ πολιτεία ν’ ἀφαιρέσῃ τοὺς βαθμοὺς αὐτούς.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Στεφάνου ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τῆς ὑποβολῆς πληροφοριῶν. Ὑποστηρίζεται ἡ ἀναβολὴ ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν; (Δὲν ἐγείρονται δέκα). Λοιπὸν προβαίνομεν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ συζήτησιν).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου Λαυρίου καὶ Ἀθηνῶν συμβάσεως.
§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν προβῶσιν εἰς μεταῤῥύθμισιν τῆς συμβάσεως τῆς πολιτείας πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς. Ζητεῖται δὲ, ὅπως ἡ ἄδεια αὕτη ὑποβληθῇ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν, τοῦτο μὲν, ἵνα ἡ ἑταιρία ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν ὡρισμένων ἔργων ἐν τοῖς περιχώροις τῶν Ἀθηνῶν, τοῦτο δὲ, ἵνα παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς προνόμια ὑπέρτερα ὧν κέκτηται δυνάμει τῆς κειμένης συμβάσεως. Πρὶν ἢ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν αἱ προτεινόμεναι μεταῤῥυθμίσεις ἦναι ὠφέλιμοι εἰς τὴν πολιτείαν, ἂν τουτέστι τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ παρεχόμενα παρὰ τῆς ἑταιρίας πρὸς τὴν πολιτείαν, ἦναι ἴσης τουλάχιστον ἀξίας πρὸς τὰς παραχωρήσεις, ἃς θὰ ποιήσηται πρὸς αὐτὴν ἡ πολιτεία. Ποῖον εἶναι τὸ πλεονέκτημα ὅπερ ἐκ τῆς προνοουμένης ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου συμβάσεως ἀποκτᾷ ἡ πολιτεία; Ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης ἀποκτᾷ ἡ πολιτεία τὸ πλεονέκτημα, ὅπως καλλωπισθῶσι καὶ ἀναπτυχθῶσι τὰ περίχωρα τῶν Ἀθηνῶν δαπάνῃ 500,000 δραχμῶν. Ἂν θεωρηθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὸν ἐπὶ τοιαύτῃ δαπάνῃ καλλωπισμὸν τῶν πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ νὰ μὴ ἐπιζητήσωμεν, ὅπως τὸ χρῆμα τοῦτο κατατεθῇ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, ἐξεταστέον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δεύτερον ζήτημα, ἂν τὰ πλεονεκτήματα, ἅπερ παραχωροῦνται εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἦναι ἴσης ἀξίας πρὸς τὴν δαπάνην, ἥτις γενήσεται παρ’ αὐτῆς, ἢ μὴ ἦναι ὑπέρτερα ἢ καὶ πολλῷ ὑπέρτερα· διότι κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι πολλῷ ὑπέρτερα, καὶ νομίζω, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἀποδεικνύουσι τοῦτο. Ὁ σιδηρόδρομος Ἀττικῆς εἶναι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὁ ἄριστος τῶν ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν, τουτέστιν ὁ σιδηρόδρομος ὁ ὑποσχόμενος τὰ μεγαλείτερα κέρδη. Διότι δὲν ἀνήκει εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν συνήθων τοπικῶν σιδηροδρόμων, οὐδὲ κἂν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν διεθνῶν σιδηροδρόμων· εἶναι ὑπέρτερος καὶ τοπικῶν σιδηροδρόμων συνήθων καὶ αὐτοῦ τοῦ διεθνοῦς ἡμῶν σιδηροδρόμου, διότι εἶναι σιδηρόδρομος τῶν περιχώρων τῆς πρωτευούσης, καὶ προσέτι σιδηρόδρομος συνδέων τὴν πρωτεύουσαν καὶ μέγαν λιμένα, λιμένα ἐκ τῶν μεγίστων καὶ ἀρίστων τῆς Ἑλλάδος, πρὸς τὰ ἀνατολικὰ αὐτῆς παράλια. Οἱ σιδηρόδρομοι τῶν περιχώρων τῶν πρωτευουσῶν πάντοτε κατατάσσονται εἰς ἰδίαν κατηγορίαν· δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς αὐτοὺς αἱ συνήθεις ἀναλογίαι τῶν κερδῶν· ἐλάβομεν δὲ ἐνταῦθα πεῖραν τούτου ἐπὶ τῇ συστάσει τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς· τότε ἐγένοντο ὑπολογισμοὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κινήσεως τῆς ὑπαρχούσης πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ εἰς καθορισμὸν τῆς πιθανῆς προσόδου τοῦ σιδηροδρόμου ἐπολλαπλασιάσθη τὸ ποσὸν τῆς τότε κινήσεως κατὰ τὰς συνήθεις ἀναλογίας. Τὰ πράγματα ὅμως ἀπέδειξαν τὰς ἀναλογίας ταύτας πολὺ κατωτέρας τῶν πραγματικῶν· τὰ κέρδη τὰ ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς εἶναι πολὺ ὑπέρτερα τῶν κατὰ μέσον ὅρον κερδῶν τῶν τοπικῶν σιδηροδρόμων, δὲν εἶναι ὅμως ὑπέρτερα τῶν κερδῶν τῶν σιδηροδρόμων τῶν περιχώρων τῶν πρωτευουσῶν· ἀνήκει ὁ σιδηρόδρομος οὗτος εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν σιδηροδρόμων τούτων καὶ ἀποφέρει προσόδους κατὰ τὰς ἀναλογίας τῶν σιδηροδρόμων τούτων. Τοιοῦτος εἶναι καὶ ὁ σιδηρόδρομος Λαυρίου. Ὁ σιδηρόδρομος Λαυρίου εἶναι προωρισμένος, ἵνα ἀποδίδῃ μέγιστα κέρδη, ἔχει δὲ τὸ εὐτύχημα ἡ πολιτεία, ὅτι ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ τούτῳ μετέχει τῶν κερδῶν ἐπὶ ἀναλογίᾳ μεγαλειτέρᾳ ἢ ἐν τοῖς ἄλλοις σιδηροδρόμοις. Μετέχει ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ τούτῳ τῶν προσόδων εὐθὺς ὡς τὰ καθαρὰ κέρδη αὐτοῦ ὑπερβαίνουσι τὸ 3% τοῦ μετοχικοῦ τῆς ἑταιρίας κεφαλαίου, ἐνῷ ἡ συνήθης ἀναλογία, ἡ ἀναλογία ἡ συμφωνηθεῖσα ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, εἶναι ἡ τῆς διανομῆς τῶν κερδῶν ὅταν ταῦτα ὑπερβαίνωσι τὸ 7%. Τὸ 3% ἀποδίδει ἤδη ὁ σιδηρόδρομος Ἀττικῆς. Ἐῤῥήθη, ὅτε εἰσήγετο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ μεταῤῥυθμίσεις αἱ προτεινόμεναι ἀπέῤῥεον καὶ ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ ὑπερβῶσι τὸν ὅρον τοῦ 3% ἐπὶ πολὺν Χρόνον τὰ κέρδη τῆς ἑταιρίας, ἀλλ’ ἤδη ἀπὸ τοῦ 1890, ὡς θέλω ἀποδείξει μετ’ ὀλίγον, τὰ κέρδη ὑπερέβησαν τὸ 3%. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν περὶ τούτου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, τί ἀποκτᾷ ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τὸ Δημόσιον. Τὸ ὑπὸ τῆς ἑταιρίας καταβληθησόμενον ποσὸν καθορίζεται εἰς 500,000 δραχμὰς, ἀλλὰ δὲν ἀποκτᾷ ταύτας τὸ Δημόσιον· αἱ 500 αὗται χιλιάδες δραχμαὶ θὰ δαπανηθῶσιν εἰς ἔργα ὠφέλιμα εἰς τὸν σιδηρόδρομον, ἅτινα θέλουσιν ἐπαυξήσει τὰ κέρδη τοῦ σιδηροδρόμου, εἶναι δὲ ὠφέλιμα καὶ εἰς τὴν πολιτείαν, καὶ διότι ἡ πολιτεία εἶναι μέτοχος τοῦ σιδηροδρόμου διὰ τὰ ἐπὶ πλέον τῶν 3% κέρδη, καὶ διότι ἐνδιαφέρεται ἡ πολιτεία εἰς τὸν ἐξωραϊσμὸν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν περιχώρων τῆς πρωτευούσης. Νομίζω ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, ὡς καὶ ἐγὼ, ἀντιπροσωπεύοντες ἐπαρχίας καὶ οὐχὶ τὴν πρωτεύουσαν, δὲν ἀγόμεθα ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν ἔχει συμφέρον τὸ ὅλον Κράτος ἐν τῷ ἐξωραϊσμῷ καὶ τῇ προόδῳ τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν περιχώρων αὐτῆς· νομίζω ἄρα, ὅτι οὐδεὶς ἤθελε χαρακτηρίσει δαπάνην γινομένην πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ ἐξωραϊσμὸν τῶν περιχώρων, ὡς δαπάνην ἄχρηστον πρὸς τὴν πολιτείαν· ἀλλὰ νομίζω συνάμα, ὅτι ὀλίγοι θὰ ἦναι, οἵτινες δὲν ἤθελον θεωρήσει τὴν δαπάνην 500,000 δραχμῶν, ἀνηκουσῶν εἰς τὸ Δημόσιον, εἰς ἐξωραϊσμοὺς τῶν περιχώρων τῆς πρωτευούσης ὡς τι ὑπερβολικὸν, τὸ μόνον δὲ, ὅπερ ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου δαπάνην οὐχὶ τοῦ ὅλου, ἀλλὰ μέρους τοῦ ποσοῦ τούτου, θὰ ἦτο ἡ προσδοκία, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν προσόδων τοῦ σιδηροδρόμου καὶ συνεπῶς εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου ἐν τῇ διανομῇ τῶν ἐπὶ πλέον τοῦ 3% κερδῶν τῆς ἑταιρίας. Ἐὰν ἄρα ἐγίνετο πρότασις παρὰ τῆς ἑταιρίας, ὅπως δαπανηθῶσι 500,000 δραχμῶν διὰ τὸν ἐξωραϊσμὸν τῆς Κηφισσίας, ὅστις ἐλπίζεται ὅτι θέλει ἐπαυξήσει τὴν κίνησιν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ βεβαίως θέλει τὴν ἐπαυξήσει, ἐπειδὴ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς λειτουργίας τοῦ σιδηροδρόμου θέλει ὠφεληθῆ καὶ τὸ Δημόσιον, θὰ ἦτο δίκαιον νὰ μετάσχῃ τῆς προτεινομένης δαπάνης καὶ τὸ Δημόσιον· ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι τὸ μέτρον, ἐν ᾧ τὸ Δημόσιον θὰ ἐκαλεῖτο ἵνα μετάσχῃ, δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀνώτερον τοῦ μέτρου, ἐν ᾧ μετέχει τῶν κερδῶν τῆς ἐπιχειρήσεως· μετέχει δὲ τῶν κερδῶν τῆς ἐπιχειρήσεως κατὰ τὸ ἥμισυ τῶν ἄνω τοῦ 3%, τουτέστι ἐπὶ ὀλιγωτέρῳ τοῦ ἡμίσεως· ἐὰν ἄρα ἐπὶ τοιαύτῃ ἀναλογίᾳ ἐγίνετο πρότασις, ὅπως ἡ ἑταιρία καταβάλῃ ὑπὲρ τῶν ἐξωραϊσμῶν 500,000 δραχμῶν, μετέχοντος τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ τελικῷ καταλογισμῷ τῆς δαπάνης ἐπὶ τῷ τρίτῳ ἢ ἔστω καὶ τῷ ἡμίσει, ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν πρότασιν, ἀλλὰ βεβαίως ἠθέλομεν ἀπαιτήσει, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅπως τὰ ἀνταλλάγματα τὰ ἐκ τῶν μεταῤῥυθμίσεων, εἰς ἃς ἤθελε συναινέσει ἡ πολιτεία ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, μὴ ὦσιν ὑπέρτερα τοῦ ἀναλογοῦντος τῷ Δημοσίῳ ποσοῦ ἐν τοῖς καταβληθησομένοις ὑπὸ τῆς ἑταιρίας ὑπὲρ τῶν ἐξωραϊσμῶν. Ἐὰν εἰς 250,000 δραχμῶν ὑπολογισθῶσι τ’ ἀναλογοῦντα εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν διατεθησομένων ὑπὸ τῆς ἑταιρίας, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει πρότασιν τῆς ἑταιρίας, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι ἀξίας τοσαύτης θυσιάσῃ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ μερίσματος αὐτῆς ἐν τοῖς κέρδεσι τοῦ σιδηροδρόμου. Προβαίνω καὶ ἔτι περαιτέρω, καίτοι ἐγὼ οὐδέποτε θὰ συνήνουν εἰς τοῦτο, ὅτι καὶ αὐτὰς τὰς 500,000 δραχμῶν ἂν ἐδεχόμεθα ἐν τῇ διαπραγματεύσει ὡς καταλογιστέας εἰς τὸ Δημόσιον, ἔδει πάντως νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰς 500,000 δραχμ. ἢ ἐκ τῶν προτεινομένων μεταῤῥυθμίσεων προκύπτουσα θυσία τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ ἀντίστοιχος ὠφέλεια τῆς ἑταιρίας. Ἐγὼ δὲν θὰ ἐθεώρουν τοῦτο πρέπον, θὰ ἐθεώρουν, ὅτι ἐν πολιτείᾳ, ἧς τὰ οἰκονομικὰ διατελοῦσιν ἐν ᾗ καταστάσει τὰ ἡμέτερα, δὲν δικαιολογεῖται τοιαύτη θυσία, ἀλλ’ ὅπως δήποτε, καίπερ ἀποδοκιμάζων, θὰ ἐνόουν διαπραγμάτευσιν ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει. Οὐδέποτε ὅμως νομίζω, ὅτι δύναταί τις νὰ κρίνῃ ἀποδεκτὴν συμφωνίαν περὶ δαπάνης ὑπὸ τῆς ἑταιρίας 500,000 δραχμῶν πρὸς καλλωπισμὸν τῆς Κηφισσίας ἐπὶ ἀποδόσει ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ποσοῦ πολλῷ ὑπερτέρου τῶν 500,000 δραχμῶν. Ἔρχομαι ἄρα νὰ ἐξετάσω τώρα, ἐὰν ἡ ἀξία τῶν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας προσκτωμένων διὰ τῶν προτεινομένων μεταῤῥυθμίσεων ᾖναι κατωτέρα τῶν 500,000 δραχμῶν, ἐὰν ᾖναι 200,000 δραχμῶν, ὅσην θὰ ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἠδύνατο εὐλόγως ν’ ἀπαιτήσῃ, ἐὰν ᾖναι ἴση πρὸς τὰς 500,000 δραχμῶν ἢ ἀνωτέρα καὶ περίπου κατὰ πόσον ἀνωτέρα. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα περίπου νὰ ἐξεύρωμεν τὴν κατὰ πιθανότητα ἀξίαν τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα πρόκειται τὸ Δημόσιον νὰ θυσιάσῃ ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας διὰ τῶν προτεινομένων μεταῤῥυθμίσεων τῆς ὑφισταμένης συμβάσεως. Ποία εἶναι ἡ μεταῤῥύθμισις ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας; Εἶπον ὅτι ἡ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου μεταῤῥύθμισις εἶναι, ὅτι θὰ ὑποχρεωθῇ ἡ ἑταιρία νὰ δαπανήσῃ 500,000 δραχμῶν ὑπὲρ καλλωπισμῶν ἐν Κηφισσίᾳ· τὸ δὲ Δημόσιον θὰ παραιτηθῇ τῶν ἐκ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως ἀποῤῥεόντων δικαιωμάτων αὐτοῦ ἐπὶ τὴν διανομὴν τῶν κερδῶν τῶν ἐπὶ πλέον τοῦ 3%, ἀντικαθισταμένης τῆς διατάξεως ταύτης δι’ ἄλλης, καθ’ ἣν ἡ διανομὴ θ’ ἄρχηται μετὰ τὴν συμπλήρωσιν κερδῶν 7%, καὶ ταύτην οὐ μόνον ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν κερδῶν ἐπὶ τῷ αὐτῷ μέτρῳ ἐν τῷ παρελθόντι, ἤτοι ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας. Ἤδη, ὡς εἶπον, οἱ ἰσολογισμοὶ τῆς ἑταιρίας ἀποδεικνύουσιν, ὅτι αὕτη ἀποδίδει κέρδος ἀνώτερον τοῦ 3% καὶ ἑπομένως, ὅτι τὸ Δημόσιον δικαιοῦται εἰς καταλογισμὸν μερίσματος ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ διανομὴ τοῦ μερίσματος ἀναβάλλεται κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6, οὗτινος προτείνεται ἡ κατάργησις, διότι, ὡς παρετήρησα πρὸ ὀλίγου περὶ τῆς εἰς ἀντικατάστασιν προτεινομένης διατάξεως, ὅτι τὸ 7% θὰ λογίζηται ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας, οὕτω καὶ ἐν τῇ κειμένῃ συμβάσει τὸ 3% λογίζεται ἔκτοτε· ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας δὲν ἀπέδιδεν ἡ ἐπιχείρησις τὸ 3%, ἀλλ’ ἤρχισε κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἀποδίδουσα αὐτὸ πλῆρες, —κατὰ τὸ περυσινὸν ἔτος σχεδὸν ἀπέδωκεν αὐτὸ, κατὰ τὸ προηγούμενον δὲ ἀπέδωκεν ἔλλειμμα ὀλίγον τι μεγαλείτερον, ἐν συνόλῳ ὅμως ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ σιδηροδρόμου μέχρι τῆς σήμερον ὑπάρχει ἔλλειμμα σημαντικὸν ἐν τῷ ἀπαιτουμένῳ ποσῷ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ 3%,— πρέπει τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ν’ ἀναπληρωθῇ πρὶν ἢ ἄρξηται τὸ Δημόσιον ἀπολαμβάνον τὸ μέρισμα αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τοῦ ἀνωτέρου τοῦ 3%. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ μὴ διανέμῃ ἡ ἑταιρία τὸ κέρδος πρὸς τὸ Δημόσιον μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 3%, πρόκειται νὰ διανέμῃ αὐτὸ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 7%, ποία δὲ εἶναι ἡ διαφορὰ ἐκ τούτου; Ἡ διαφορὰ ἐκ τούτου εἶναι αὕτη. Τὸ 3% λογίζεται ἐπὶ τῶν δαπανηθέντων ὑπὸ τῆς ἑταιρίας εἰς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ἢ μᾶλλον ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς ἑταιρίας ἐκ 5,400,000 δραχμῶν· ἑπομένως ἀνέρχεται εἰς 162,000 δραχμῶν· 162,000 δραχμῶν εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ καθαροῦ ἐσόδου, τὸ ἀνῆκον ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἑταιρίαν, τὰ ἐπὶ πλέον ἀνήκουσιν ἀπὸ κοινοῦ εἰς τὴν ἑταιρίαν καὶ τὸ Δημόσιον. Κατὰ τὸ ἔτος δὲ 1890 τὸ ποσὸν, ἐφ’ οὗ θὰ γείνῃ ὁ καταλογισμὸς, τουτέστι τὸ κέρδος τὸ εἰς μερίσματα διατεθὲν, ἀνέρχεται εἰς 181,390 δραχμάς. Ἔχομεν ἄρα πλεόνασμα 19,390 δραχμῶν, ὧν αἱ ἡμίσεις, ἤτοι 9,695 δραχμαὶ, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καταλογίζονται μετὰ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεως εἰς ἀπόσβεσιν τοῦ χρέους τοῦ καταρτισθέντος ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων ἐπὶ τοῦ 3% ἐν τῷ παρελθόντι. Κατὰ τὸ 1890 εἶπον ὅτι ἔχομεν βεβαιωμένον κατὰ τὸν ἐπίσημον ἰσολογισμὸν τῆς ἑταιρίας ἔσοδον καθαρὸν, τουτέστιν ἀποδιδόμενον εἰς μερίσματα, 181,390 δραχμῶν· ἀλλ’ ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ προσθέσω χάριν ἀκριβείας, ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὸ ἔσοδον τὸ καταλογιστέον κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως εἶναι ἀνώτερον, διότι ναὶ μὲν τὰ μερίσματα τὰ ἀποδιδόμενα εἶναι ἡ βάσις τοῦ καταλογισμοῦ, ἀλλὰ τὰ μερίσματα δέον νὰ καταρτίζωνται συμφώνως πρὸς τὰ ἐν τῇ συμβάσει, ἀμφιβάλλω δὲ, ἂν ἀφαιρέσεις τινὲς ἀπὸ τῶν ἐσόδων, γιγνόμεναι ἐν τῷ ἰσολογισμῷ, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς καλῶς γιγνόμεναι· παραδείγματος χάριν, ἀφαίρεσις ποσοῦ 7,300 δραχμῶν εἰς ἀπόσβεσιν ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς γραμμῆς, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ οὕτω, συμφώνως πρὸς τὰ ἐν τῇ συμβάσει. Ἐπίσης ποσὸν ἐκ δραχμῶν 14,800 εἰς ἀπόσβεσιν ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ κινητοῦ ὑλικοῦ καὶ ἄλλα. Ἀλλὰ περιορίζομαι ἐν τῷ παρόντι εἰς αὐτὰ τὰ ἐν τῷ ἰσολογισμῷ ἀναγραφόμενα, καὶ λέγω, ὅτι τὰς σκέψεις μου θέλω στηρίξει ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, οἷα παρὰ τῆς ἑταιρίας ἀναγράφονται, μηδόλως ἐκ τούτου παραβλαπτομένων τῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐξελέγξῃ τὰ τοῦ ἰσολογισμοῦ καὶ ἀποκαταστήσῃ εἰς ἀκέραιον τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου. Ἤδη λοιπὸν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἔχομεν συμμετοχὴν τοῦ Δημοσίου ἐξ 9,695 δραχμῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἴχομεν ἔλλειμμα 32,000 δραχμῶν. Βλέπετε ἐκ τούτου, ὁποία εἶναι ἡ πρόοδος τῆς ἐπιχειρήσεως, πρόοδος σύμφωνος πρὸς ὅσα παρατηροῦνται ἐν τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήσεσι, δηλ. ἐν σιδηροδρόμοις περιχώρων πρωτευούσης. Πέρυσι τὸ καθαρὸν ἔσοδον τῆς ἑταιρίας ἦτο 130,000 δραχμῶν, ἐφέτος τὸ καθαρὸν ἔσοδον εἶναι 181,390· ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν τὸν ὅρον τοῦτον τῆς προόδου ὡς τὸν διαρκῆ, τοιοῦτον δὲ περίπου ὅρον παρατηροῦμεν καὶ ἐν τῷ σιδηροδρόμῳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, βλέπετε εὐκόλως, πόσον ταχέως θέλομεν φθάσει εἰς τὴν ἀπότισιν τῆς χρεώσεως τοῦ Δημοσίου διὰ τὰ ἐν τῷ παρελθόντι ἐλλείμματα, καὶ πόσον ταχέως θέλει ἐπιστῆ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ θὰ ἄρξηται ἡ εἴσπραξις τοῦ μερίσματος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, οὓς θεωρῶ πιθανοὺς, ἡ ἀπότισις τοῦ χρέους θὰ γείνῃ περὶ τὸ 12ον ἢ 13ον ἔτος· ἀλλὰ καὶ ἐὰν θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ ἀπότισις τοῦ χρέους δὲν θὰ συμπληρωθῇ, εἰμὴ κατὰ τὸ 15ον ἔτος, ἐξ οὗ καὶ μόνου κατὰ τὴν προτεινομένην μεταῤῥύθμισιν ἐπιτρέπεται διανομὴ πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι μόνον τότε ἀποσβέννυται τὸ χρέος καὶ ἄρχεται ἡ διανομὴ, ποία θὰ ἦναι ἡ μεταβολὴ, ἣν ἐπάγεται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὴν σύμβασιν μὴ μεταῤῥυθμιζομένην, ἀπὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ 15ου ἔτους τὸ Δημόσιον θὰ εἰσέπραττε τὸ ἥμισυ τοῦ περισσεύοντος καθαροῦ κέρδους μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ 3%, ἐφαρμοζομένης τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον μεταῤῥυθμίσεως, οὐδὲν θὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον, οὐδὲ θὰ καταλογίζηταί τι πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ χρέους, ἕως οὗ παρουσιασθῇ περίσσευμα καθαροῦ κέρδους ὑπὲρ τὸ 7%. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ποσὸν, οὗτινος θὰ στερηθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς μεταβολῆς; Εἶναι τὸ ἥμισυ τῆς διαφορᾶς τοῦ 3% ἐπὶ 5,400,000 δραχμῶν καὶ τοῦ 7% ἐπὶ 5,400,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Καὶ τὸ μὲν 3% ἐπὶ 5,400,000 εἶναι 162,000 δραχμῶν, τὸ δὲ 7% εἶναι 378,000· διαφορὰ ἄρα 216,000 δραχμῶν, ὧν τοῦ ἡμίσεως, ἤτοι 108,000 δραχμῶν, θὰ στερῆται ἐτησίως τὸ Δημόσιον. Τούτου δὲ τοῦ ποσοῦ θὰ στερῆται τὸ Δημόσιον ἐτησίως μέχρι τῆς συντελείας τῆς ἐπιχειρήσεως, τουτέστιν ἐπὶ 99 ἔτη, μεῖον 15, ἤτοι ἐπὶ 84 ἔτη. Ἀλλὰ πλὴν τούτων θὰ ζημιωθῇ καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐπὶ συμψηφισμῷ χρέους τοῦ πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ δημιουργουμένου ὑπὸ τῆς μεταῤῥυθμίσεως ἐλλείμματος κατὰ τὴν δεκαπενταετίαν· διότι ὑπεθέσαμεν τὸ χρέος τὸ πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος μέχρι 3% συμψηφισθὲν ἐπὶ τῇ παρελεύσει τῆς δεκαπενταετίας, ἀλλὰ τὸ χρέος τὸ πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐλλείμματος μέχρις 7%, ὅπερ θὰ ᾖναι πολλαπλάσιον, ἐννοεῖται ὅτι θ’ ἀπαιτήσῃ πολλὰ ἀκόμη ἔτη, ὅπως συμψηφισθῇ, κατὰ τὰ ἔτη δὲ ταῦτα δὲν θὰ ζημιῶται τὸ Δημόσιον μόνον τὰς 108,000 δραχμῶν, ἤτοι τὸ ἥμισυ τῆς διαφορᾶς τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τῶν 3% καὶ 7%, ἀλλὰ θὰ ζημιῶται καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ ἐπὶ πλέον τῶν 7% καθαροῦ ἐσόδου, διότι οὐδὲν θὰ λαμβάνῃ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο παρὰ τῆς ἑταιρίας. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ἄρα, ὅτι μετὰ 15 ἔτη ἄρχεται λειτουργοῦσα ἡ διάταξις περὶ διανομῆς τοῦ ὑπὲρ τὸ 7% καθαροῦ ἐσόδου, θὰ ὑπάρχῃ ἐτησία ζημία τοῦ Δημοσίου 108 χιλιάδων δραχμῶν, ἃς θὰ εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον, ἂν ἡ διανομὴ ἀφετηρίαν εἶχεν ἀντὶ τοῦ 7% τὸ 3%· ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐπειδὴ ἡ μεταῤῥύθμισις δημιουργεῖ νέον χρέος, ἐξοφλητέον πρὸ τῆς εἰσπράξεως μερίσματος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, θὰ ὑφίσταται τὸ Δημόσιον πρόσθετον ζημίαν ἐφ’ ὅσον τὸ χρέος εἶναι ἀνεξόφλητον, ὡς μηδὲν εἰσπράττον ἐπὶ τοῦ ἀνήκοντος αὐτῷ ἡμίσεως τοῦ ἐπὶ πλέον τῶν 7% καθαροῦ ἐσόδου. Ἐὰν τώρα ἀναγάγωμεν τὴν ὑποχρέωσιν καταβολῆς 108,000 δραχμῶν ἐτησίως ἐπὶ 84 ἔτη εἰς ἀξίαν κεφαλαίου ἐφάπαξ σήμερον καταβαλλομένου, ὑπολογίζοντες τὸν τόκον πρὸς 5%, ἔχομεν 2,125,000 δραχμῶν, ὑπολογίζοντες δὲ τὸν τόκον πρὸς 7%, ἔχομεν 1,527,000 δραχμῶν ζημίαν, ἣν θέλει ὑποστῆ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον μεταῤῥυθμίσεως, ἂν μετὰ τὴν δεκαπενταετίαν γένηται ἔναρξις εἰσπράξεως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τοῦ ἀνήκοντος αὐτῷ μερίσματος ἐκ πλεονάσματος καθαρῶν ἐσόδων ἄνω τοῦ 7%· ἀλλ’ οὐδὲν ἐπὶ τοῦ πλεονάσματος τῶν 7%, ὡς εἶπον, θὰ ᾖναι δυνατὸν ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ εἰσπραχθῇ, διότι αὐξάνει ἡ κατὰ τὸ νομοσχέδιον μεταῤῥύθμισις τὸ χρέος διὰ ποσοῦ σπουδαίου· δέον ἄρα εἰς τὴν ζημίαν τῶν 1,500,000 ἢ τῶν 2,000,000 νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῆς εἰσπράξεως παντὸς μερίσματος ἕως τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ ἀποῤῥέοντος ἐκ τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον χρέους τοῦ Δημοσίου λόγῳ τῆς μὴ συμπληρώσεως καθαροῦ ἐσόδου 7% κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς πενταετίας, ἤτοι δραχμῶν 3,240,000. Ἀλλὰ προβαίνω εἰς ἄλλον λογαριασμὸν, ὅστις θέλει ἀποδείξει περίπου τὰ αὐτά. Κατὰ τὴν σύμβασιν, μετὰ 15 ἔτη ὑπάρχει δικαίωμα, ἐπιφυλαχθὲν ὑπὲρ τῆς πολιτείας, πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ σιδηροδρόμου· καὶ νομίζω ὅτι δύναμαι ἀσφαλῶς νὰ προείπω, ὅτι τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον θέλει ἀναγκασθῆ τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ νὰ ἐξαγοράσῃ, διότι ὁ σιδηρόδρομος θέλει ἀποδειχθῆ ἐπικερδέστατος, καὶ τοῦτο ἐπὶ προϊούσῃ κλίμακι, — δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἧς αἱ πρόοδοι ὑποπίπτουσιν εἰς τὰς αἰσθήσεις ἡμῶν, δὲν θὰ ἐξακολουθῇ προοδεύουσα κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν, πᾶσα δὲ πρόοδος τῆς πρωτευούσης ἐν πληθυσμῷ καὶ ἐν πλούτῳ θὰ κατοπτρίζηται ἐν ταῖς εἰσπράξεσι τοῦ σιδηροδρόμου,— ὀφείλει ἄρα νὰ σπεύσῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἐξαγορὰν τοῦ σιδηροδρόμου, διότι κανονιζομένης τῆς ἀποζημιώσεως ἐπὶ τῇ ἐξαγορᾷ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κερδῶν τῆς ἑταιρίας κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν αὕτη γίνεται, ἡ ἀποζημίωσις θὰ κανονισθῇ ἐπὶ ὅρῳ τοσοῦτον βαρυτέρῳ, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐξαγορὰ ἤθελε βραδύνει μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς δεκαπενταετίας· θὰ ἐξαναγκασθῇ ὅμως καὶ ἐξ ἄλλου λόγου τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἐξαγορὰν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ διεθνὴς σιδηρόδρομος δὲν θὰ θελήσῃ νὰ προσκτήσηται καὶ τοὺς σιδηροδρόμους Ἀττικῆς, οἵτινες δίδουσιν εἰς αὐτὸν διέξοδον εἰς τὸν μέγαν πρὸς τὴν ἀνατολικὴν ἀκτὴν λιμένα τοῦ Θορικοῦ. Ταῦτα πάντα πείθουσιν, ὅτι ἡ ἐξαγορὰ θὰ γείνῃ. Ἐπὶ τίσι δὲ ὅροις θὰ κανονισθῇ κατὰ τὴν σύμβασιν, ὡς πρόκειται νὰ τροποποιηθῇ; Τὸ ἄρθρον 5 κανονίζει τὰ τῆς ἐξαγορᾶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐτησίων κερδῶν τῆς ἑταιρίας, λογιζομένων ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ τῶν μᾶλλον προσοδοφόρων πέντε ἐτῶν τῆς τελευταίας ἑπταετίας, ἀλλὰ πάντως ἐπὶ ὅρῳ οὐχὶ κατωτέρῳ τῆς προσόδου τοῦ τελευταίου ἔτους. Ἡ πρόσοδος τῆς ἑταιρίας κατὰ τὴν σύμβασιν, ὡς νῦν ἔχει, θὰ ἦναι κατωτέρα τῆς προσόδου τῆς ἑταιρίας κατὰ τὴν σύμβασιν, ὡς πρόκειται κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ τροποποιηθῇ, διότι κατὰ τὴν σύμβασιν, ὡς πρόκειται νὰ τροποποιηθῇ, ἡ πρόσοδος τῆς ἑταιρίας αὐξάνει κατὰ λόγον τῆς διαφορᾶς τοῦ καθαροῦ ἐσόδου τοῦ 7% πρὸς τὸ καθαρὸν ἔσοδον τοῦ 3%, τουτέστιν, ἐνῷ πρὸς ὑπολογισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης συμβάσεως τὰ ὑπερβαίνοντα τὸ 3% καθαρὰ ἔσοδα θὰ λογίζωνται ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας μόνον κατὰ τὸ ἥμισυ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον συμβάσεως θὰ λογίζωνται ὑπὲρ αὐτῆς κατὰ τὸ ὅλον, μέχρι καθαροῦ ἐσόδου 7%, καὶ μόνον τὸ ὑπερβάλλον τὰ 7% θέλει λογίζεσθαι ὑπὲρ αὐτῆς κατὰ τὸ ἥμισυ. Ἐὰν μετὰ 15 ἔτη ὑπάρχῃ κέρδος ἀνώτερον τῶν 7%, τοῦτο οὐδαμῶς μεταβάλλει τὴν ἐπιβάρυνσιν τῆς ἀποζημιώσεως ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας τοῦ ὅλου ἀντὶ τοῦ ἡμίσεως τῶν καθαρῶν ἐσόδων τῶν ἀνωτέρω μὲν τοῦ 3 τοῖς ἑκατὸν, κατωτέρω δὲ τοῦ 7 τοῖς ἑκατόν· δύο ἄρα τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ κεφαλαίου 5,400,000, ἤτοι δραχμαὶ 108,000, θέλουσιν ἀποδίδοσθαι εἰς τὴν ἑταιρίαν ὡς πρόσθετος συνεπείᾳ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀποζημίωσις ἐξαγορᾶς ἐπὶ τῷ ὑπολοίπῳ τῶν 99 ἐτῶν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 15, ἤτοι ἐπὶ 84 ἔτη. Ἡ ἐτησία αὕτη δόσις προεξοφλουμένη δεικνύει τὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ζημίαν τοῦ Δημοσίου ἐν τῇ ἀγορᾷ. Τὴν προεξόφλησιν κανονίζει αὐτὴ ἡ κειμένη σύμβασις, ὑπὲρ τῆς πολιτείας προνοοῦσα, ἐπὶ ἐκτοκισμῷ πρὸς 7%, διότι ὁ μεγαλείτερος τόκος ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῆς προεξοφλήσεως συμφέρει εἰς τὸν προεξοφλοῦντα· προδήλως ἄρα ἡ πολιτεία θὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, ἵνα προεξοφλήσῃ τοῖς μετρητοῖς τὰς ἐτησίας δόσεις κατὰ τὸ σύστημα τῆς συνθέτου χρεωλυσίας ἐπὶ τόκῳ 7%, ἀντὶ τοῦ συνήθους τῶν 5%· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τόκῳ 7%, περὶ οὗ προενόησεν ἡ σύμβασις, προεξοφλουμένων τῶν δόσεων, πρέπει νὰ μετρήσῃ τὸ Δημόσιον 1,500,000 δραχμῶν, ἵνα ἀπαλλαχθῇ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἀποτίσεως τῶν 108,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος ἐπὶ τὰ 84 ἔτη, ἃς πάντως συνεπείᾳ τῶν μεταῤῥυθμίσεων τοῦ νομοσχεδίου θέλει πληρόνει εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐπὶ πλέον ὅσων ἤθελε πληρόνει εἰς αὐτὴν ἐὰν ἡ σύμβασις ἔμενεν ὡς νῦν ἔχει. Ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος δὲν εἶναι δεκτικὸς ἀμφισβητήσεως. Δὲν πρόκειται περὶ πιθανοτήτων· μόνον δύναται νὰ ὑπάρχῃ διαφορά τις, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι μετὰ 15 ἔτη δὲν θὰ ἐξικνῆται τὸ καθαρὸν ἔσοδον τῆς ἑταιρίας μέχρι τοῦ 7%. Ἂν ἡ πρόσοδος τῆς ἑταιρίας μὴ ἐξικνῆται μέχρι τοῦ 7%, ἐφ’ ὅσον ὑπολείπεται τοῦ 7%, θὰ μειωθῇ ὁ ὅρος τῆς ἐπιπροσθέτου ἐτησίας ἀποζημιώσεως τῶν 108,000 δραχμῶν, ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὸ 15ον ἔτος, θὰ ἐξικνῆται ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῆς ἑταιρίας εἰς τὸ 7%, εὐθὺς δὲ ὡς τὸ κέρδος ὑπάρχῃ τοσοῦτον, ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον ἐτησίας ἀποζημιώσεως 108,000 δραχμῶν, ἔχομεν δὲ τὴν διαφορὰν ἐπὶ τῷ ποσῷ τούτῳ, εἴτε τὸ καθαρὸν φθάσῃ ἁπλῶς εἰς τὸ 7%, εἴτε καὶ τὸ ὑπερβῇ, διότι τὸ ἐπὶ πλέον τοῦ 7% καθαρὸν ἔσοδον διανέμεται μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἑταιρίας κατὰ τὴν σύμβασιν ὡς ἔχει, καὶ κατ’ αὐτὴν μεταῤῥυθμιζομένην. Πλὴν ὅμως τούτου, καὶ ἐν περιπτώσει ἔτι ἐξαγορᾶς εὐθὺς ἐπὶ τῇ συμπληρώσει τῆς δεκαπενταετίας, τὴν ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νομοσχεδίου ζημίαν τοῦ Δημοσίου δύναται νὰ ἐπαυξήσῃ καὶ ἡ στέρησις μερισμάτων, ἅπερ θὰ εἰσέπραττε τυχὸν δυνάμει τῆς κειμένης συμβάσεως ἐπὶ τῶν καθαρῶν ἐσόδων τῆς δεκαπενταετίας, δὲν θὰ ἔχῃ δὲ δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ κατόπιν τῶν μεταῤῥυθμίσεων· διότι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξοφληθῇ τὸ χρέος τὸ ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τῶν μέχρι 3% καθαρῶν ἐσόδων πρὸ τῆς συμπληρώσεως τῶν ἐτῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Δημόσιον θέλει εἰσπράττει τὸ μέρισμα ἐκ τῶν καθαρῶν ἐσόδων τῆς ἑταιρίας, τῶν ὑπερβαινόντων τὰ 3%, ἐνῷ διὰ τῶν προτεινομένων μεταῤῥυθμίσεων θέλει στερηθῆ καὶ τῆς προσόδου ταύτης, διότι ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ 7% τὰ ἔσοδα ταῦτα δὲν θ’ ἀποτελῶσι πλεόνασμα διανεμητέον ὑπὸ τῆς ἑταιρίας μετὰ τοῦ Δημοσίου. Τούτων οὕτως ἐχόντων, φρονῶ ὅτι τὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσι, δὲν δύνανται νὰ κριθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς ὡς παραδεκτά. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐξετάσῃ ὅσα περὶ ἀριθμῶν εἶπον, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς ἑταιρίας, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῶν ὑπολογισμῶν, καὶ ἐξακριβοῦσα διὰ τῆς ἀντιπαραβολῆς αὐτῶν πρὸς ἀλλήλους τὰ τῆς τέως προόδου τῶν προσόδων τῆς ἑταιρίας καὶ τὰς ἐνδείξεις τῆς μελλούσης προόδου. Συζήτησις περὶ ἀριθμῶν δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ τελεσφόρως ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος. Ἀπὸ τοῦ βήματος δύναται νὰ γείνῃ παράστασις περὶ τῶν ἀριθμῶν, ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος μόνον ἐν ἐπιτροπῇ δύναται νὰ διεξαχθῇ σκοπίμως.
§129ΣΧΙΝΑΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, διότι δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ δαπανᾷ εἰς τὸν στολισμὸν τῆς πρωτευούσης....
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐναντίον εἶπον· ὅτι πρέπει νὰ δαπανᾷ.
§131ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἤκουσα καλῶς φαίνεται. Ἀλλὰ προσθέτω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνεισφέρῃ καὶ εἰς ὡρισμένα μόνον μέρη τῆς Ἑλλάδος. Ὁ προλαλήσας ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐν τῷ νομῷ τῆς Αἰτωλοακαρνανίας ἐδαπανήθησαν 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον....
§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ δαπάνη ἐγένετο κατ’ ἀναλογίαν.
§133ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ θίξω τὸ θέμα τῶν σιδηροδρόμων εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τὰ εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ 2ου ἄρθρου ἀναφερόμενα σχέδια.
§134ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐγένοντο.
§135ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ λέγετε «ἐγκεκριμένα». Πῶς δὲν ἐγένοντο;
§136ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐγένοντο ὅλα.
§137ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὸ 2ον ἄρθρον διαλαμβάνεται, ὅτι θὰ καταλογισθῶσιν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου δραχμαὶ 500,000.
§138ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ 9,072,000. Τὸ Δημόσιον θὰ ζημιωθῇ τόσα.
§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἑκατὸν ὀκτὼ χιλιάδες δραχμαὶ ἐπὶ 84 ἔτη προεξοφλοῦνται, ὡς ἡ σύμβασις κανονίζει, δι’ 1,527,000. Τούτων καταβαλλομένων τοῖς μετρητοῖς, τὸ Δημόσιον ἀπαλλάσσεται τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐτησίας πληρωμῆς. Ὁ ἐκτοκισμὸς πρὸς 7% οὕτω καθορίζει τὸ κεφάλαιον τῆς προεξοφλήσεως. Οὐδαμῶς πρόκειται περὶ 9,000,000. Αἱ μετὰ 84 ἔτη πληρωτέαι εἶναι πολλαπλάσιοι· κατὰ δὲ τὸ σύστημα τῆς συνθέτου χρεωλυσίας καὶ ἐπὶ τόκῳ 7%, ὡς κανονίζει ἡ σύμβασις, 108,000, πληρωτέαι ἐπὶ 84 ἔτη, ἀντιστοιχοῦσι πρὸς παροῦσαν καταβολὴν 1,527,340:10.
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου λέγει, ὅτι ἔπρεπεν ἀναγκαίως τὸ νομοσχέδιον νὰ ἀποσταλῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν τῆς ἑταιρίας, τὰς λογοδοσίας καὶ τοὺς ἰσολογισμοὺς αὐτῆς, καὶ νὰ βασανίσῃ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε, δὲν κρίνει δ’ ἀρκοῦσαν τὴν γενομένην παράστασιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὄντως νομίζω, ὅτι πρὸ μικροῦ εὑρέθημεν πρὸ παραστάσεως, ἐλπίζω δ’ ὅτι θέλω ἀποδείξει, ὅτι ἦτο παράστασις πᾶν ὅ,τι ἐλέχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, προσάγων τὴν ἀνάλυσιν ὅλων τῶν λογαριασμῶν τῆς ἑταιρίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁμιλῶν περὶ τῆς συγκεφαλαιώσεως τῶν ἐσόδων τῆς ἑταιρίας, εἶπεν ὅτι ταῦτα θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 1,000,000 καί τινας χιλιάδας, ἀλλ’ ἰσχυρίσθη, ὅτι μετὰ τὸ 15ον ἔτος τὸ Δημόσιον θέλει ἔχει 108 χιλιάδας κατ’ ἔτος καὶ τὰς ὁποίας δωρεῖ σήμερον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἑταιρία ζῇ 99 ἔτη, ἡ δὲ δωρεὰ γίνεται μετὰ τὸ 15ον ἔτος, ἕπεται ὅτι γίνεται μετὰ 84 ἔτη· πολλαπλασιάσατε τὸ ποσὸν ἐπὶ 84, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι τὸ Δημόσιον θέλει χάσει 9,000,000. Ἀλλὰ μήπως οἱ ὑπολογισμοί, τοὺς ὁποίους ἔκαμε, δὲν ἦσαν χρησιμώτατοι εἰς παράστασιν; Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα θέλουσιν ἀποδειχθῆ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠξεύρω τί θέλει ἀποδειχθῆ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ἤδη διεξάγομεν τὴν πρώτην, καθ’ ἣν ἀνεκοίνωσα ἀριθμοὺς ἀσφαλεῖς, ἵνα βοηθήσω τὰς μελέτας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§142ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην.
§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συνιστῶ ἄρα, ὅπως ἀντὶ τῶν ἐμῶν ἀνακοινώσεων συμβουλευθῆτε πίνακα λογαρίθμων, ἵνα πληροφορηθῆτε, ὅτι ἐπὶ συνθέτῳ χρεωλυσίᾳ πρὸς 7% ἐπὶ 84 ἔτη 108,000 δραχμαὶ, ἐτησίως καταβαλλόμεναι, ἀντιστοιχοῦσι πρὸς παροῦσαν ἐφάπαξ καταβολὴν 1,527,000 δραχμῶν.
§144Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σύνθετος χρεωλυσία χρησιμεύει ἐπὶ ἄλλου ὑπολογισμοῦ. Ὑποθέσατε ὅτι δὲν γίνεται ἡ ἐξαγορὰ καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ ἑταιρία νὰ νέμηται ἐπὶ 84 ἔτη τὸν σιδηρόδρομον. Καθ’ ἕκαστον ἔτος τὸ Δημόσιον ἕνεκα τῆς συμβάσεως θέλει ζημιοῦσθαι 108,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, θέλομεν λαμβάνει, ἑπομένως θέλει ἀπολέσει τὸ Δημόσιον 108,000 δραχμὰς ἐπὶ 84 ἔτη, αἵτινες θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 9,072,000. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐλπίζει, ὅτι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, θὰ δυνηθῇ ἴσως διὰ τοῦ εἰρημένου ποσοῦ μίαν ἡμέραν νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§145ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτε συνωμολογοῦμεν τὰ δάνεια, ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψει τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, ὑπολογίσαντες ὅτι 108,000 δραχμαὶ ἐπὶ 84 ἔτη διὰ συνθέτου χρεωλυσίας πρὸς 7% προεξοφλοῦνται δι’ 1,500,000. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπολογίζει τὸ ποσὸν, εἰς ὃ ἀθροίζονται 108,000 δραχμαὶ, ἐτησίως καταβαλλόμεναι, μετὰ 84 ἔτη. Βεβαίως μετὰ 84 ἔτη θὰ ἀπετέλουν, ἐὰν ἦσαν ἄτοκοι, τὸ ῥηθὲν ποσὸν τῶν 9,000,000. Ἀλλ’ εἴτε ἐτησίως ὑπολογίσωμεν αὐτὰ εἰς 9,000,000 μετὰ 84 ἔτη, εἴτε ἐντόκως εἰς ποσὸν πολλαπλάσιον, αἱ 84 ἐτήσιοι δόσεις ἐξ 108,000 ἑκάστη ἀξίζουσι σήμερον, προεξοφλούμεναι κατὰ τὴν σύμβασιν, 1,500,000. Τὰ δὲ κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πληρωτέα 9,000,000 μετὰ 84 ἔτη, ἢ καὶ τὰ πολλαπλάσια τούτων, τὰ ἐκ τοῦ τόκου καὶ τοῦ ἀνατοκισμοῦ παραγόμενα μετὰ 84 ἔτη, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἦσαν πολλοὶ ἐξ ὑμῶν διατεθειμένοι, ὅπως ἐξαγοράσωσι διὰ παρούσης καταβολῆς ἐπὶ τοιαύτῃ ἀναλογίᾳ ἢ ἔστω καὶ ἐπὶ οἱᾳδήποτε ἀναλογίᾳ.
§146ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ πεισθῶμεν περὶ τοῦ κατὰ πόσον οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους προέβαλεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἀκριβεῖς. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς θέλει καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα ἀποδείξῃ αὐτοὺς ὡς ἐντελῶς ἐσφαλμένους, ὅτι θέλει ἀποδείξει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι καὶ τὸ 3%, τὸ περιλαμβανόμενον ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τῆς ἀπὸ 4 Μαΐου 1882 συμβάσεως, τῷ τροποποιουμένῳ διὰ τῆς παρούσης ἀδείας, τῆς χορηγουμένης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θέλει ἐπιτευχθῆ. Ὑποθέτω ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους περιλαμβάνει ἡ κατάστασις, ἡ ἀναγνωσθεῖσα πρὸ ὀλίγου, δὲν εἶναι πλαστογραφημένοι· αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ, ὁρίζουσι τὸ 3%, ὅτι ἀπεδόθη κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ἀριθμοὶ, καὶ ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγων ὅτι ποτὲ δὲν θὰ φθάσῃ ν’ ἀποδώσῃ ὁ σιδηρόδρομος τοῦ Λαυρίου τὸ 3%, τότε ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ, εἰς τί χρησιμεύει τὸ 7%, καὶ τότε ὑπάρχει ἁπλουστέρα διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου. Καταργεῖται τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως τοῦ 1882· τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ οἱονδήποτε μέρισμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁπλουστέρα διατύπωσις τῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους κάμνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Κατ’ ἐμὲ, ἡ διατύπωσις αὕτη θὰ ἦτο καὶ συμφέρουσα καὶ ἐπιζήμιος εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, πῶς ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς κατεσκευάσθη· δὲν κατεσκευάσθη διὰ τῶν κεφαλαίων τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων, ἀλλὰ διὰ κεφαλαίων τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία ὤφειλε πρὸς αὐτό. Ἀφ’ ἑνὸς ἵνα μὴ στενοχωρηθῇ ἡ ἑταιρία εἰς ἀπόδοσιν τῶν κεφαλαίων, ἀφ’ ἑτέρου ὅπως ἐπιτευχθῇ ἓν δημόσιον ἔργον, κατηρτίσθη ἡ σύμβασις τοῦ 1882. Τὸν λόγον τοῦτον τοῦ καταρτισμοῦ τῆς συμβάσεως δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε σήμερον, ὅτε πρόκειται ν’ ἀποξενωθῆτε τῶν ὠφελημάτων τοῦ σιδηροδρόμου τούτου· δὲν πρέπει δὲ τόσον εὐκόλως νὰ θεωρῶμεν, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀπεκδυώμεθα δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον ἀπέκτησε. Δύναται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ δικαιώματα ταῦτα νὰ μὴ τὰ ἐκτιμᾷ εἰς χρήματα, δύναται νὰ κάμνῃ ὑπολογισμοὺς, διὰ τῶν ὁποίων νὰ θέλῃ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἰσὶν ἐσφαλμένοι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἡ κοινωνία τὴν σύμβασιν ἐκτιμᾷ εἰς χρήματα, καὶ τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε ἡ ἀξία τῶν μετοχῶν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου ηὔξησε κατὰ 6 δραχμὰς ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Σεῖς δὲ τίνα σημασίαν ἀπεδώσατε; Ἀνεγράψατε εἰς τὸ 2ον ἄρθρον, ὅτι ὑπάρχουν σχέδια ἐγκεκριμένα, καὶ διεψεύσατε εὐθὺς κατόπιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράψατε· διότι, ὅτε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσσης σᾶς παρεκάλεσε νὰ καταθέσητε τὰ σχέδια, ἀπηντήσατε ὅτι δὲν ἔχετε σχέδια ἐγκεκριμένα, ἔπειτα δὲ, ὅτι ἔχετέ τινα. Παρακαλῶ νὰ τὰ φέρετε. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ κατορθώσητε νὰ τὰ φέρητε, καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι οὐδὲν ἐνηργήσατε ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν συνωμολόγησα σύμβασιν μετὰ τῆς ἑταιρίας, ἀλλ’ ἐζήτησα τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσω σύμβασιν. Γνωρίζω ὅτι σχέδια ὑπάρχουσι συντεταγμένα, τὰ ὁποῖα μοὶ βεβαιοῖ ὁ κ. Βλαχόπουλος ὅτι ἔχει, ἀλλὰ μοὶ ἐφάνησαν ἀνεπαρκῆ, καὶ εἶπον, ὅτι, ἐὰν συνομολογηθῇ σύμβασις, πρέπει νὰ προσκληθῇ ὁ κ. Ματὼν, ἵνα συντάξῃ νέα σχέδια, διότι τὰ διαγεγραμμένα δὲν εἶναι διὰ δαπάνην 500,000 δραχμῶν, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν πρότερον.
§148ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ παύσῃ ἀναθέτων τὰ ἔργα εἰς τοὺς Γάλλους μηχανικοὺς (θόρυβος).
§149ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βλαχόπουλος μοὶ ἐσύστησε τὸν κ. Ματών. Τί νὰ παύσω καὶ νὰ μὴ παύσω;
§150ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Βλαχόπουλος ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του ἀσθενῆ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτων ἔργων. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὑπάρχουσι νέοι Ἕλληνες, δυνάμενοι νὰ ἐκτελέσωσι τοιαῦτα ἔργα καὶ τοὺς ὁποίους προσλαμβάνουσι ξέναι ἑταιρίαι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κάμῃ ἡ ἑταιρία αὕτη, ὡς ἔχει καθῆκον· διότι ἄλλως ἐργάζονται οἱ Γάλλοι μηχανικοὶ πληρονόμενοι ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ δίδωσι σχέδια εἰς τὴν ἑταιρίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§152ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Προτείνω, ἵνα εἰς τὸ 2ον τῶν δύο ἄρθρων, τῶν ἀντικαθιστώντων τὸ 6ον ἄρθρον τῆς συμβάσεως τοῦ 1882, τεθῇ «τοὐλάχιστον μέχρι δραχμῶν πεντακοσίων χιλιάδων».
§153ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς προσθήκης τῆς λέξεως «τοὐλάχιστον». Εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς τῶν δημοσίων λειτουργῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1 καὶ 2). Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§155ΣΧΙΝΑΣ. Ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου καλὸν εἶναι νὰ ἐξαιρεθῶσιν αἱ διδασκάλισσαι, ἤτοι νὰ μὴ ἦναι δι’ αὐτὰς ὑποχρεωτικὴ ἡ καταβολή· διότι αὗται, ὑπανδρευόμεναι, σπανίως συμπληροῦσι τὰ ἔτη τῆς συντάξεως.
§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἐνδεχομένῃ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ ἔτος 1891, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.