1891.02.16
3.295 στίχοι · 25.958 λέξεις · 216 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44
τῆς 16 Φεβρουαρίου 1891.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Ταταράκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 186). Διάφοροι πολῖται Λαρίσσης διὰ τηλεγραφήματός των ἀναφέρουσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Νομάρχης Λαρίσης, ἐπὶ τῇ βάσει ψευδῶν πληροφοριῶν, χορηγηθεισῶν ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Τυρνάβου, ἐνέγραψεν ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων περὶ τοὺς 150 ὑπηκόους Ὀθωμανούς. Οἱ Μ. Ἀθανασόπουλος καὶ Α. Βεῤῥοιόπουλος διὰ τηλεγραφήματός των ἐκ Τριπόλεως παραπονοῦνται κατὰ τῆς δημοπρασίας τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τοῦ δήμου Τριπόλεως. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Φορέστης ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ μέριμναν καὶ προαχθῇ τὸ ὑποτελωνεῖον Ληξουρίου τῆς ἐπαρχίας Πάλης εἰς τελωνεῖον, καθόσον οἱ ἔμποροι ζημιοῦνται, ὑπόχρεοι ὄντες νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Ἀργοστόλιον, ὅπως τελωνίζωσι τὰ ἐμπορεύματά των, ὡς μέχρι τοῦδε γίνεται· ἄλλως τε ὑποτελωνεῖον εἰσπράττον ἄνω τῶν 500 χιλιάδων δραχμῶν ὤφειλε νὰ ἦναι τελωνεῖον, ἀφοῦ εἶναι τελωνεῖα ἄλλων ἐπαρχιῶν εἰσπράττοντα πολὺ ὀλιγώτερα».
§2ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Τὸ ὑποτελωνεῖον Ληξουρίου εἰσπράττει ἄνω τῶν 500,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος καὶ ἑπομένως εἶναι πολὺ ἄδικον νὰ ἐξακολουθῇ μένον ὑποτελωνεῖον.
§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψει τὴν αἴτησίν σας.
§4ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, εἰ δυνατόν, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν πετσωμάτων, ἤτοι τῶν δερμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι διὰ πάτους τῶν στρατιωτικῶν ὑποδημάτων· δηλ. πόσα ζεύγη τοιούτων προσάγονται κατ’ ἔτος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ποία ἡ ἀξία αὐτῶν. Προσέτι δὲ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν δεῖγμα ἐξ ἐκείνων τῶν ἀρβυλῶν, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὡς ἀχρήστους· διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι αὗται εἶναι λίαν κατάλληλοι εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἄλλοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν ἀνάγκην νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἄχρηστοι· οἱ λόγοι δὲ οὗτοι ἐπιφέρουσι ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον 200 χιλιάδων δραχμῶν.
§5Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Οἰνοῦντος τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διατάξῃ τὴν κατασκευὴν βραχίονος ἐκ τοῦ Κάμπου Ἀμπέλια Βρούλια ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σπάρτης Τριπόλεως, ἵνα ἑνωθῇ μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου καὶ αὐτὴ ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ἐγνωμοδότησε, συστήσασα τὴν ἀνάγκην ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Φιλάρετος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ ΧΞΑʹ νόμου καὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύει τοῦ ἄρθρου 87 τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 187).
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 205,840.50, ὀφειλομένων εἰς τὸ φιλανθρωπικὸν ἵδρυμα τῆς Ἀθηναΐδος Ψιμούρη ἐν Ζακύνθῳ, ἡ πληρωμὴ τῶν ὁποίων ἐπεβλήθη εἰς τὸ Δημόσιον συνεπείᾳ δικαστικῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως. Κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁμιλῶν περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 καὶ τῶν ἐξόδων, εἶπον ὅτι περίπου 2,000,000 δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἔκτακτα ἔξοδα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐζήτησε σημείωσιν τούτων. Τὴν σημείωσιν ταύτην καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν. Ἤμην πολὺ μέτριος, χαρακτηρίσας τοσοῦτον ποσὸν ὡς δαπανηθὲν εἰς ἐκτάκτους χρείας, διότι ἐκ τοῦ καταλόγου θέλει φανῆ, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἐν αὐτῷ δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς τακτικὰ ἔξοδα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τό τε νομοσχέδιον καὶ ἡ σημείωσις θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 188–189).
§9ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ, ὡς ἁρμόδιος, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ παρουσιασθέντος νομοσχεδίου περὶ ἀδείας πληρωμῆς δραχ. 270,000 εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, καθόσον σπουδαῖα καὶ μεγάλα συμφέροντα τῶν συνδημοτῶν μου ἀπειλοῦνται ὡς ἐκ τῆς καθυστερήσεως τῆς συγκοινωνίας μεταξὺ τῆς Στερεᾶς καὶ τῆς Εὐβοίας. Καὶ χθὲς εἶχον τηλεγραφήματα, δι’ ὧν ἅπαντες οἱ Χαλκιδεῖς, ὡς καὶ οἱ ἐκεῖθεν ἐρχόμενοι, μοὶ ἀπευθύνουσι πολλὰ παράπονα, διότι ἡ ἑταιρία πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἔπαυσε τὰς ἐργασίας ταύτας, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἑτοιμάζεται νὰ λάβῃ ἐκεῖθεν ἅπαντα τὰ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα εἶχε διὰ τὰ ἔργα ταῦτα, καὶ νὰ ἀπέλθῃ. Τὸ νομοσχέδιον ἐνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ φρονῶ ὅτι, ἀφοῦ καὶ ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς κατέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως, δι’ ἧς πρόκειται νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ, καλὸν θὰ ἦτο νὰ προταχθῇ ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ, ἵνα οὕτως ἐμποδισθῇ ἡ ἑταιρία τοῦ νὰ ἀπέλθῃ. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν.
§10ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον πράγματι πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὴν μέχρι τοῦδε θέσιν τῆς ἐργολαβίας τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ προταχθῇ ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ, ἅμα εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐὰν ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη ἡ ἐπὶ τούτου ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§11ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν εἶναι ἑτοίμη, εἶναι ὅμως ἄλλαι τινὲς, τὰς ὁποίας καὶ ὑποβάλλω. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἄλλοτε, προκειμένου περὶ τοιούτων πιστώσεων ποσῶν δαπανηθέντων εἰς τὸ παρελθὸν, διαταχθῶσι τὰ γραφεῖα νὰ ἦναι λεπτομερέστερα ἐν ταῖς εἰσαγωγικαῖς αὐτῶν ἐκθέσεσιν, ἢ νὰ ὑποβάλλωσι τὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ δύναται νὰ γνωρίζῃ ἡ ἐπιτροπὴ περὶ τίνος πρόκειται.
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πᾶσαν πληροφορίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐζητεῖτο, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ πέμπωνται καὶ νὰ παρακατατίθηνται εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα μὲ ἑκάστην πίστωσιν.
§13ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἐννοῶ ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων πιστώσεων δαπανηθέντων εἰς τὸ παρελθόν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ὑποβληθεῖσαι ἐκθέσεις ἐπὶ διαφόρων ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 190–198.)
§15ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἀνὰ χεῖράς μου ἔχω, Κύριοι, ἓν φυλλάδιον, δημοσιευθὲν πρό τινων ἡμερῶν ἐν Πάτραις, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ ἵδρυσις Σταφιδικῆς Τραπέζης. Πολλάκις ἐγένετο λόγος καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἐγένετο πλατωνική, καὶ οὐδέποτε προέβη ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ Βουλὴ εἰς ἀπόφασίν τινα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐν τῷ φυλλαδίῳ τούτῳ προτείνεται ἡ ἐπιβολὴ φόρου προσθέτου μιᾶς δραχμῆς κατὰ χιλιάδα, ἡ ὁποία ἤθελε χρησιμεύσει πρὸς ἵδρυσιν τῆς Τραπέζης ταύτης· δηλαδὴ διὰ τῆς μιᾶς δραχμῆς θέλει προκύψει ἐτήσιον ἔσοδον 300 ἕως 350 χιλιάδων δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ δοθῶσιν εἰς μίαν Τράπεζαν, ἡ ὁποία, ἔχουσα αὐτὸ τὸ κέρδος, θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ ἐπωφελῶς τὰ κεφάλαιά της ὑπὲρ τῶν σταφιδοκτημόνων, καὶ θὰ παρεῖχεν εἰς αὐτοὺς μεγάλας εὐκολίας, διότι σήμερον οἱ ἀπορώτεροι πορίζονται τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων ποσὰ ἐπὶ τόκῳ βαρυτάτῳ, ἐνίοτε καὶ 20 καὶ ἕως 30%. Ἐκτὸς ὅμως τῆς προμηθείας πρὸς τοὺς σταφιδοκτήμονας τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας, ἡ Τράπεζα θὰ ἠδύνατο νὰ ὠφελῇ καὶ ἄλλως τοὺς σταφιδοκτήμονας, συλλέγουσα ἅπαν τὸ προϊόν, ἵνα μὴ οἱ πωληταὶ προσφέρωσι τοῦτο ἀθρόον πρὸς πώλησιν καὶ ὑποτιμᾶται μετὰ τὴν συγκομιδήν. Ἐκτὸς δὲ τούτου θέλει φροντίζει ἡ Τράπεζα αὕτη, ὅπως διαθέτῃ εἰς τὴν Εὐρώπην τὸν σταφιδόκαρπον ἐπωφελέστερον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐπειδὴ, ὡς μᾶς εἶπε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν πρόκειται νὰ διαρκέσωσιν ἐπὶ πολὺ, νὰ φροντίσῃ, ὅπως λάβῃ ἀπὸ τοῦδε ἄδειαν, μετὰ δὲ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιβάλῃ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος τὴν μίαν δραχμὴν ταύτην.
§16ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικόν.
§17ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Θὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἄδειαν.
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυβέρνησις μετὰ πάσης προθυμίας θέλει παράσχει πᾶσαν ὑποστήριξιν εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, οἵτινες ἤθελον παρουσιασθῆ καὶ ζητήσει τὴν σύστασιν Τραπέζης, σκοπούσης τὴν ὑποστήριξιν τῶν σταφιδοκτημόνων καὶ σταφιδοπαραγωγῶν. Ἐὰν δὲ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἡ ὑφισταμένη νομοθεσία παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἀρκοῦσι πρὸς ὑποστήριξιν τοιαύτης Τραπέζης, ἡ Κυβέρνησις μετὰ προθυμίας θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἤθελε νομίσει δίκαιον καὶ συντελεστικὸν πρὸς ἐπιτυχίαν μιᾶς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν παρουσιάζονται κεφαλαιοῦχοι, προτείνοντες τὴν σύστασιν μιᾶς τοιαύτης Τραπέζης, νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἴσως πρόωρον νὰ προτείνῃ τὴν λῆψιν νομοθετικοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ μὴ ᾖ σύμφωνον μὲ τὰς ἰδέας τῶν κεφαλαιούχων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον παρουσιασθῆ, ὅπως ἀναδεχθῶσι τὴν σύστασιν τοιαύτης Τραπέζης.
§19ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, διότι οἱ Βουλευταὶ πρόκειται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των.
§20ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Ζωγράφος εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον, ἀνταποκρινόμεθα δὲ εἰς μεγίστην ἀνάγκην τοῦ ἔθνους, ἐὰν κατορθώσωμεν τὴν σύστασιν τοιαύτης Τραπέζης. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ στερούμενοι μετρητῶν σταφιδοκτήμονες — καὶ οὗτοι εἶναι οἱ περισσότεροι — πληρόνουσιν, ὅπως πορισθῶσι τὰ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων ἀπαιτούμενα ποσὰ, τόκους τοκογλυφικοὺς μέχρι τριάκοντα καὶ τεσσαράκοντα ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἐὰν καταστῇ λοιπὸν δυνατὸν διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ μικροῦ τούτου βάρους νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ σύστασις Τραπέζης, ἥτις θὰ διευκολύνῃ τὸν πορισμὸν εὐθηνῶν κεφαλαίων καὶ θ’ ἀνοίξῃ νέας ἀγορὰς εἰς τὸ πολύτιμον προϊόν μας, οὐδεμία νομίζω πρέπει νὰ ἐπέλθῃ δυσκολία, οὐδὲ βραδύτης.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ τοῦ νομοῦ Λαρίσσης κκ. Φιλάρετος, Δάλλας, Φίλιος, Ζαρίμπας, Σχινᾶς, Γεωργιάδης καὶ Παπαδόπουλος μετὰ τῶν τοῦ νομοῦ Εὐβοίας κκ. Φλογαΐτου καὶ Πετσάλη ὑποβάλλουσιν ἀπὸ κοινοῦ πρότασιν νόμου περὶ κοινοτήτων τῶν νομῶν Λαρίσσης καὶ Ἄρτης, τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμπάκας καὶ Ξηροχωρίου καὶ τῆς κοινότητος Λίμνης τοῦ δήμου Αἰγαίων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 199).
§22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ὅτι εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων εἶχον ὑποβάλει τὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διατὶ παρημποδίσθη ἡ παράστασις τοῦ «Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου». Ὑπέθετον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσῃ τὴν ἰδίαν στιγμήν, διότι τὸ γεγονὸς ἔλαβε χώραν ἐν Ἀθήναις, καὶ ὑπέθετον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ τὸ ἠγνόει· ἀλλὰ δὲν ἀπήντησε. Χθὲς ἔμαθον ἐκ τῶν ἐφημερίδων,—διότι ἕνεκεν ἀσθενείας ἀπουσίαζον— ὅτι ἀπήντησεν ἢ μᾶλλον ἀνέγνωσεν ἔγγραφόν τι. Ἐγὼ ἀκριβῶς, μὴ θέλων νὰ προκαλέσω συζήτησιν, εἶχον ὑποβάλει ἐρώτησιν, καὶ ἐκ τῆς ἀπαντήσεως θὰ ἔκρινον, ἐὰν ἔπρεπε νὰ τρέψω τὴν ἐρώτησίν μου εἰς ἐπερώτησιν. Ἐζήτησα λοιπὸν τὸ ἔγγραφον ἐκ τοῦ Προεδρείου, ἀλλὰ περίεργον μοὶ ἐφάνη, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ δὲν κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως κατετέθη· δὲν πιστεύω κατὰ λάθος νὰ ἔμεινεν ἐνταῦθα. Ἐὰν δὲν κατετέθη, πεισθῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει προαίρεσις νὰ μὴ κατατεθῇ. Ὅθεν ἐρευνῶ, καὶ ἐὰν περιελήφθη κατὰ λάθος μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων, θὰ εὑρεθῇ, ἂν δὲ τυχὸν ἤθελε συμβῆ νὰ μὴ ἦναι μήτε ἐνταῦθα, μήτε ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς καὶ ἀπωλέσθη, βεβαίως τότε δύνασθε νὰ ἔχητε ἀντίγραφον αὐτοῦ, καὶ μὴ ἀνησυχεῖτε.
§24ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνησυχῶ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ποτὲ, διότι δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀνησυχῶ· ἐκπληρῶ ἕν καθῆκον.
§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ αὐτό. Κατὰ λάθος ἔμεινεν ἐνταῦθα.
§26ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ἔγγραφον εἶναι συντομώτατον, περιέχει ὀλίγας λέξεις (ἀναγινώσκει): «.... Προκειμένου νὰ διδαχθῇ ἐν τῷ δημοτικῷ θεάτρῳ ὁ «Ἀνδροῦτσος», ἡ δὲ ἐντεῦθεν χρηματικὴ εἴσπραξις νὰ διατεθῇ διὰ τὸν ἐν Κρήτῃ εὑρισκόμενον Λιάπην, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θ’ ἀπηγγέλλετο καὶ ποίημα, ἐπειδὴ μοὶ ἐγένοντο παραστάσεις προσώπων ἀντιφρονούντων πρὸς τοὺς διοργανώσαντας τὴν θεατρικὴν ταύτην παράστασιν, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ ἐλάμβανον χώραν ἀτακτήματα, ἔκρινα δέον νὰ μὴ χορηγήσω τὴν ἄδειαν τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς· οὐχ ἧττον τὴν ἑπομένην ἑσπέραν, τροποποιηθέντος τοῦ προγράμματος, ἐπέτρεψα νὰ ἐκτελεσθῇ αὕτη.» Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὰς πληροφορίας ταύτας. Μοὶ φαίνεται τὸ ἔγγραφον συντεταγμένον κατά τινα τουρκικὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος σκοτίζει, ἀντὶ νὰ διαφωτίζῃ. Ἐπρόκειτο νὰ διδαχθῇ δράμα ἐθνικὸν, ὁ «Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσος», καὶ τὸ κοινὸν τῶν Ἀθηνῶν νὰ ἀκούσῃ κἄτι τι ἄλλο, ἐκτὸς τῆς «Jolie Parfumeuse» καὶ τῆς «Mamselle Nitouche», καὶ κατὰ τὰς ἀκριβεῖς πληροφορίας, εἰς τὰς ὁποίας δύνασθε νὰ βασισθῆτε, ἐν τῷ προγράμματι ὑπῆρχον αἱ λέξεις «ὑπὲρ τῆς Κρήτης», «ποίημα εἰς τὸν Λιάπην» Ἐτοιχοκολλήθη τὸ πρόγραμμα, οὐδεὶς ἐταράχθη, —ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐταράχθη διὰ τὰ παθήματα τῆς Κρήτης,— καὶ πολλοὶ περιέμενον μετ’ ἀνυπομονησίας τὴν παράστασιν, διὰ νὰ ἀκούσωσι καὶ ἓν ποίημα δι’ ἕνα ἀρματωλὸν τῆς Κρήτης. Οὐδὲν γεγονὸς ἔλαβε χώραν, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ ὑποψίαν τῆς Ἀστυνομίας περὶ τῆς θεατρικῆς εἰρήνης, ὥστε νὰ παρεμποδισθῇ ἡ παράστασις, ἐκτὸς ἐὰν αἱ λέξεις περὶ τῆς Κρήτης καὶ τοῦ ἀρματωλοῦ ἐκείνου ἦσαν ἱκαναὶ νὰ ἐμβάλωσιν αὐτὴν εἰς ἀνυσηχίαν, ἀδικαιολόγητον ὅμως. Δὲν γνωρίζω μέχρι τοῦδε, ἐγὼ τοὐλάχιστον, περίπτωσιν, καθ’ ἣν παρεμποδίσθη ἐκ τῶν προτέρων παράστασις δράματος, ἔστω καὶ ἀσέμνου, ἐν Ἀθήναις, εἰς τὴν πατρίδα τοῦ Σοφοκλέους, τοῦ Αἰσχύλου καὶ τοῦ Ἀριστοφάνους. Ἐν τούτοις ἡ Ἀστυνομία Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἡ ὁποία εἶχεν ἐκτελέσει ὅλην τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν της, ὅπως προλάβῃ τὰς νυκτοκλοπὰς, ἐμποδίσῃ τὰ χαρτοπαίγνια καὶ τὰς συμπλοκὰς, ἐφρόντισε περὶ τὴν δεκάτην ὥραν τῆς πρωΐας νὰ καλέσῃ τοὺς διοργανώσαντας τὴν παράστασιν ὑπὲρ τῆς ἀτυχοῦς Κρήτης καὶ ἐμποδίσῃ αὐτήν. Ἐὰν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἤθελεν ὑποβάλει ἔγγραφον ἀντάξιον μιᾶς τοιαύτης ὑψηλῆς καὶ μεγάλης Ἀρχῆς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐξηγῇ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὴν Ἀστυνομίαν νὰ προβῇ εἰς τόσον σπουδαίαν παρεμπόδισιν, δὲν ἤθελον τολμήσει νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τί λέγει; «ἔλαβον γνῶσιν παρά τινων προσώπων». Ἄς ὠνόμαζεν ἕνα· ἐγὼ θὰ ἠρκούμην εἰς τὸν ἕνα, διότι οὗτος θὰ ἦτο γνωστὸς εἰς τοὺς συναδέλφους του. Ἐγὼ σήμερον, ἀσθενὴς ὤν, ἦλθον ἐνταῦθα πρὸς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος, καὶ ἀνεζήτησα εἰς τὸ ἔγγραφον, ἐὰν ὑπῆρχον ὀνόματα. Ἤθελον νὰ μάθω τὴν ἀκρίβειαν, διότι ἐπεθύμουν νὰ βεβαιωθῶ, ἂν ἀκριβῶς λέγετε, ὅτι ὑπῆρξαν Κρῆτες εἰς τοιοῦτον ἀντεθνικὸν προβάντες ἔργον, καὶ ὅταν γείνῃ συζήτησις περὶ Κρήτης, θὰ ἀποδείξω διατὶ τὸ λέγω ἀντεθνικόν. Ἐν τούτοις εἰς τὸ ἔγγραφον δὲν ὑπάρχουν ὀνόματα. Οὕτω δὲ διασαλπίζεται εἰς τοὺς ἐν Κρήτῃ ἀγωνιζομένους ἀρματωλοὺς τοιαύτη ἀόριστος εἴδησις, ὅτι ἐν Ἀθήναις ὑπάρχουν συμπατριῶταί των, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦσι τὸν ἀγῶνα αὐτῶν. Ἀλλὰ τίνες εἶναι οὗτοι; δικαιούμεθα νὰ τοὺς μάθωμεν: Τίνες αἱ πράξεις αὐτῶν, ὥστε ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν νὰ γείνῃ ἀνωτέρα καὶ τῶν νόμων καὶ τῶν ἐθνικῶν αἰσθημάτων, καὶ νὰ κλείσῃ τὸ ἐθνικὸν θέατρον, προκειμένης τῆς παραστάσεως τοῦ «Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου»; Εἶναι μεμετρημέναι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ὡς ὑποθέτω, ἀτυχῶς, καὶ δὲν θέλω νὰ φέρω ἐνώπιον αὐτῆς ἀκέραιον τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Ἄλλως τε ἔρχεται κατ’ ἀνάγκην ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν θὰ γείνῃ λόγος περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ Κρήτη. Ἀλλὰ λυποῦμαι διότι ἡ Κρήτη ἐχρησίμευσε πάντοτε ὡς μέσον ἐκμεταλλεύσεως ἀπὸ τὰς ἑκάστοτε Ἀντιπολιτεύσεις. Εἶναι ἀτυχὴς καὶ τάλαινα ἡ Κρήτη, διότι αἱ Κυβερνήσεις δὲν φροντίζουσι περὶ αὐτῆς· ἀλλ’ εἶναι ἀτυχὴς καὶ τάλαινα καὶ ἀπὸ τὰς Ἀντιπολιτεύσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται Κυβερνήσεις. Ἐν τούτοις ἐν τῷ μέσῳ ὅλων αὐτῶν τῶν κομματικῶν ἐκμεταλλεύσεων ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης μένει ἀκέραιος. Ἐὰν δὲν κατέστημεν ἱκανοὶ, μετὰ ἑξήκοντα ἐτῶν ἐλεύθερον βίον, νὰ βοηθῶμεν τοὺς ἀγωνιζομένους ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας των, ἐὰν δὲν κατέστημεν ἱκανοὶ, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ τείνωμεν χεῖρα βοηθείας, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς, εἰς τὴν ἐλευθέραν ταύτην γωνίαν, νὰ μὴ ἀκούηται οὔτε τὸ ὄνομα τῆς Κρήτης, καὶ νὰ τρέπωνται εἰς φυγὴν αἱ κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις, φοβούμεναι τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον συμβουλεύσει παρακεκινδυνευμένα κινήματα ἐπίσημα τῆς Κυβερνήσεως, ὅμοια μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφῆκαν ἴχνη ἀνεξάλειπτα,—καὶ ὑπὸ τοιοῦτο πνεῦμα ὡμίλησα εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου,—δὲν γνωρίζω ὅμως ἐν τίνι δικαιώματι δυνάμεθα, ἡμεῖς οἱ ἀπελευθερωθέντες Ἕλληνες, νὰ διαγράφωμεν ἐκ τῶν θεατρικῶν προγραμμάτων καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα τῆς Κρήτης. Δὲν νομίζω ὅτι ματαίως ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν, καταγγέλλων τὴν πρᾶξιν τῆς Ἀστυνομίας, καὶ ἀτυχῶς καὶ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐπέτρεψε ταύτην, καὶ ἠρκέσθη εἰς τοιοῦτον ἔγγραφον. Τὸν ἐνθυμοῦμαι πολὺ ἀνώτερον ὡς ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν διὰ πράξεις ἐπίσης ἀτόπους προεκάλει ἐπερωτήσεις καὶ προσεκομίζοντο τοιαῦται τεχνηταὶ δικαιολογίαι, ἵνα καλύψωσι πράξεις ἀτόπους καὶ παρανόμους. Καλούμεθα μετ’ οὐ πολὺ νὰ ψηφίσωμεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ 36 ἑκατομμύρια διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ὧν τὰ πλεῖστα ἐγένοντο χάριν αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, ἡ ὁποία ἤρχισε ἀπὸ μεγάλη καὶ κατήντησε μηκίστη. Μετ’ οὐ πολὺ καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν 17 ἑκατομμύρια διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ 5–6 περίπου διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ ὅλα αὐτὰ ἀπολήγουσιν εἰς τὴν ἰδέαν αὐτήν. Ἐν τούτοις ἐγείναμεν τόσον νάνοι, ὥστε καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα τῆς Κρήτης δὲν ἐπιτρέπομεν νὰ ἀναγράφηται εἰς τὰ προγράμματα τῶν ἐθνικῶν δραμάτων! Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐπείσθετε σεῖς εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὴν ἐπίστευσα. Ἀπορῶ, πῶς ἐνόμισεν ὁ κ. Διευθυντὴς, ὅτι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποσταλῇ τοιοῦτον ἔγγραφον, καὶ ἐπίστευσεν ὅτι ἠδύνατο νὰ πιστευθῇ. Τὴν σιωπήν σας, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τὴν ἀποδίδω εἰς τὴν ἄγνοιαν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξέθηκα πρὸ μικροῦ. Ἐφοβήθη ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ὅτι ἤθελε διαταραχθῆ ἡ τάξις καὶ παρεμπόδισε τὴν παράστασιν’ καὶ πῶς ἐφοβήθη; Ποῦ ζῶμεν; Ἐδημοσίευσεν ἐφημερίς τίς τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἐνισχύῃ τὰς ὑπονοίας τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας; Ἐὰν ἐγίνετο παράστασίς τις, ἐὰν ἤρχιζεν ἐκδήλωσίς τις καὶ ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας μὲ ὅλον τὸ σμῆνος τῶν κλητήρων καὶ μὲ τὸν στρατὸν δὲν ἠδύνατο νὰ καταστείλῃ τὰ πλήθη τῶν Κρητῶν, τότε ἐννοῶ αὐτόν· ἀλλὰ μόνον ἐπὶ ἁπλῇ ἀνακοινώσει, ὅτι ἔμελλε νὰ ἀπαγγελθῇ ποίημα εἰς τὸν Λιάπην, δὲν ἔπρεπε νὰ παρεμποδισθῇ ἡ παράστασις. Δὲν πιστεύω ἐγὼ, μὲ ὅλην τὴν ἐπισημότητα τῆς ἀρχῆς, ὅτι ὅσα βεβαιοῖ εἶναι καθ’ ὅλα ἀκριβῆ, διότι, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τῷ ἐγένετο παράστασις, αὕτη θὰ εἶχε μᾶλλον παιδικὸν χαρακτῆρα· οὐδὲ δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι Κρῆτες ὑπάρχουσιν ἐν Ἀθήναις, οἱ ὁποῖοι δύνανται ν’ ἀποδοκιμάσωσι τὴν παράστασιν τοῦ «Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου», διδομένην ὑπὲρ τῆς Κρήτης.
§27ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχετε ἄδικον.
§28Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἔχω τὸ μονοπώλιον οὔτε τοῦ ἐνθουσιασμοῦ οὔτε τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος· ἐξηγῶ τὰς ἰδέας μου καὶ τὰ φρονήματά μου. Ἐὰν σφάλλω, ἔλθετε νὰ μὲ ἀναιρέσητε· ἐπιθυμῶ μάλιστα νὰ μὲ διαψεύσητε. Ὡς ἀποτέλεσμα καὶ συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας μου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας καὶ ὑποβάλῃ ὡρισμένα γεγονότα καὶ ὡρισμένας πράξεις, ἵνα κρίνωμεν ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, οὗτινος τὰς πράξεις υἱοθετεῖ ἀτυχῶς ἡ Κυβέρνησις.
§29ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Προχθὲς, ὅτε ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ἤθελον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι κάλλιον ἤθελον εἶσθαι ν’ ἀφήσω νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐπίστευον, ὅτι ἤθελον ἀρκεσθῆ ὁ ἔντιμος συνάδελφος εἰς τὰ ἐπισήμως λεχθέντα. Ἐπειδὴ ὡς Πρόεδρος τοῦ Δραματικοῦ Συλλόγου γνωρίζω τὰ πράγματα κάλλιον, θέλω ἀφηγηθῆ λεπτομερῶς τὰ λαβόντα χώραν. Ὁ σύλλογος οὗτος πρὸ 15 ἐτῶν ἔχει σχολὴν ἐκ φοιτητῶν καὶ μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου, ὡς καὶ ὑποτρόφους, οἱ ὁποῖοι μανθάνουσι τὴν ἀπαγγελίαν τῶν δραμάτων, γυμναζόμενοι καθ’ ἑκάστην. Κατὰ περιόδους, ἴσως τετράκις τοῦ ἔτους, καὶ ἐνίοτε πλειότερον, ὅπως ἐπιδείξωσι τὰς σπουδάς των οἱ μαθηταὶ οὗτοι καὶ τὰς προόδους των, κάμνουσι καὶ παραστάσεις τινὰς, ἀλλὰ πάντοτε πρὸς φιλανθρωπικὸν σκοπὸν, καὶ ἄλλοτε μὲν διὰ τοὺς ἀπόρους παῖδας, ἄλλοτε δὲ δι’ ἄλλους σκοπούς. Τὸ Συμβούλιον τοῦ συλλόγου τελευταῖον ἐσκέφθη, ἀφοῦ ὁ ἔγκριτος ποιητὴς καὶ ὁ ἱδρυτὴς τοῦ συλλόγου τούτου, ὁ σύγχρονος Βερανζὲ τῆς Ἑλλάδος, ἦτο Κρὴς, —ὁ κύριος Α. Ἀντωνιάδης, ἄλλοτε Γυμνασιάρχης— νὰ βοηθήσῃ διὰ παραστάσεώς τινος, ἀλλὰ πάντοτε τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ κ. Ἀντωνιάδου, δηλαδὴ ἰδιωτικῶς καὶ διὰ τῶν ἔργων του καὶ τοῦ χρήματός του, τὸν σύλλογον. Ἐγὼ ἐδέχθην τὴν πρότασιν, ὅπως δοθῇ παράστασις τις ὑπὲρ τῶν Κρητῶν, ἀναγνωσθῇ δὲ καὶ ποίημά τι ὑπὲρ τοῦ Λιάπη. Ἀλλὰ τοῦτο ἐκίνησε τὴν ζηλοτυπίαν ἄλλων, πράγματι δὲ τοιαῦται ζηλοτυπίαι ἐθνικαὶ συμβαίνουσιν εἰς ἔθνος, τὸ ὁποῖον ῥέπει πρὸς τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν δόξαν, ὡς ἡ Κρήτη. Τότε ὁ Διευθυντὴς, τὸ βέβαιον εἶναι, ἐκάλεσε τὸν κ. Ἀντωνιάδην καὶ τοῦ εἶπεν, ὅτι, ὡς μανθάνει, ψιθυρίζεται ὅτι θὰ λάβωσι χώραν ἀταξίαι κατὰ τὴν παράστασιν· ὁ κ. Ἀντωνιάδης εἶπεν: «ἐγὼ ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην, καὶ διὰ τοῦτο θέλομεν ἀναβάλει τὴν ἡμέραν τῆς παραστάσεως». Καὶ ἀμέσως συνεκάλεσα τὸ Συμβούλιον, καὶ ἀπεφασίσαμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς παραστάσεως διὰ δύο ἡμέρας. Ἐγὼ μάλιστα ἐπρότεινα νὰ σβεσθῇ ἀπὸ τὸ πρόγραμμα, ὅτι τὴν παράστασιν δίδομεν ἐπισήμως ὑπὲρ τῆς Κρήτης καὶ τοῦ Λιάπη, διότι εἶπον, ὅτι δυνάμεθα ἰδιαιτέρως νὰ πράξωμεν ὅ,τι θέλομεν, χωρὶς νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ κατακριθῇ καὶ ἡ παράστασις νὰ ἐμποδισθῇ· οὕτω δὲ τὴν δευτέραν ἡμέραν ἐγένετο ἡ παράστασις τοῦ δράματος, προσῆλθον δὲ πολλοὶ, καὶ οὐδεὶς λόγος ἐγένετο πλέον. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Φιλάρετος ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν οὐχὶ ἐκ λόγου ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ ἐκ λόγου κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων.
§30Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Διευθυντὴς διὰ τοῦ ἐγγράφου του λέγει, ὅτι αὐτὸς δὲν ἔδωκε τὴν ἄδειαν.
§31ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο.
§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ πῶς τὸν διαψεύδετε;
§33ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Ἀντωνιάδης μοὶ εἶπεν, ὅτι ἁπλῶς τὸν κατέστησε προσεκτικὸν ὁ κ. Διευθυντής. Ἐὰν ὁ κύριος οὗτος θέλῃ ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, ὅτι αὐτὸς προέλαβε δῆθεν ἀταξίας, ἀδιαφορῶ.
§34ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὁ κ. Ἀντωνιάδης εὑρίσκετο ἐνώπιον τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ὁμιλῶν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἤμην παρών. Ὁ κ. Διευθυντὴς εἶπεν εἰς αὐτόν: «Κύριε Ἀντωνιάδη, μανθάνω ὅτι θὰ λάβωσι χώραν ἀταξίαι τινές»· ὁ Ἀντωνιάδης ἀπήντησε: «πιθανὸν, καὶ καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῇ ἡ παράστασις.»
§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ Ἀντωνιάδης αὐτὸς ἄλλα εἶπεν εἰς ἐμέ.
§36ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὁ Ἀντωνιάδης ὡσαύτως ἦλθεν εἰς ἐμὲ καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸν προσεκάλεσεν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ τοῦ εἶπεν, ὅτι θὰ γείνωσι ταραχαὶ, καθ’ ἃς ἔχει πληροφορίας, ἐκ μέρους τῶν ἄλλων Κρητῶν, ἐκ ζηλοτυπίας, καὶ ὁ Ἀντωνιάδης ἀπέσυρε τότε τὸ ποίημά του ὑπὲρ τοῦ Λιάπη.
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἐξετάσω, ἐὰν ὁ κ. Ἀντωνιάδης διεβεβαίωσε τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τῶν κυρίων συναδέλφων περὶ τοῦ πῶς ἀπηγορεύθη εἰς αὐτὸν ἡ παράστασις τοῦ ἐθνικοῦ δράματος «Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου», οὔτε θὰ ἐκθέσω τί καὶ πρὸς ἐμὲ αὐτὸν εἶπεν, οὐδὲ θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσθη, ὡς μὴ ὤφειλεν, ὡς ἀπάντησις ἐπαρκὴς δῆθεν εἰς ἐρώτησιν τοιαύτης σπουδαιότητος, γενομένην ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ περὶ τῆς Κρήτης,—ἀπάντησις προσαχθεῖσα παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους καὶ θεωρηθεῖσα ὑπ’ αὐτῆς ὡς ἐπαρκής· καὶ βεβαίως ἐπαρκῆ εὗρεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπάντησιν ταύτην, διότι οὐδὲν προσέθηκε περιπλέον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.— Ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὡς διατελῶν εἰς ἄμεσον ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν σχέσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὢν τὸ ἀμεσώτατον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως, ἐξέδωκε τὸ ἔγγραφον τοῦτο, διότι οὕτω παρηγγέλθη νὰ πράξῃ, καὶ ἀπηγόρευε τὴν παράστασιν ἐκείνην, διότι τοιαύτην εἶχε παραγγελίαν. Οὐδ’ ἔχομεν ἀνάγκην περαιτέρω διαβεβαιώσεων ἢ ἐπεξηγήσεων. Ἀκολουθήσωμεν ἐπὶ μικρὸν τὴν πορείαν τῶν πραγμάτων καὶ θὰ εὕρωμεν ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις τῆς παραστάσεως τοῦ «Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου» ὑπὲρ τῆς Κρήτης εἶναι ἓν τῶν ἐλαχίστων ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, τῇ ἐθνικῇ. Δυστυχῶς γνωρίζει ἤδη τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν, γνωρίζουσιν οἱ Κρῆτες, οἱ μαχόμενοι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας των, γνωρίζουσιν οἱ λοιποὶ Ἕλληνες, οἱ πέραν τῶν συνόρων ὑπόδουλοι ἀδελφοὶ ἡμῶν, πῶς σήμερον σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις περὶ αὐτῶν, πῶς ἐσκέπτετο ἀκόμη καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἐνεργειῶν τῆς νῦν Κυβερνήσεως, τῆς ὑπεχούσης μείζονα εὐθύνην, ὑπεχούσης εὐθύνην ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔτι αὐτῆς ὡς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοσάκις, μετὰ τοσαύτης θέρμης ὑπὲρ τῆς Κρήτης καὶ κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς πρώην Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας ὑπέθετεν ἀσυμφόρους πρὸς τὸ ἐθνικὸν πνεῦμα, ἐξήνεγκεν. Ἀκολουθήσωμεν τὴν ἐνέργειαν τῆς νῦν Κυβερνήσεως, καὶ δὲν θὰ κοπιάσωμεν νὰ ἀνεύρωμεν, οὐχὶ μακρὰν ἐντεῦθεν, ἐκεῖ παρὰ τὸ Σούνιον, περιπλέοντα τὸν Ἑλληνικὸν στόλον, ἵνα παρακωλύσῃ τὴν εἰς Κρήτην μεταγωγὴν φυσιγγίων, προωρισμένων οὐχὶ ἵνα συντελέσωσιν εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν προαιωνίων πόθων τῶν Κρητῶν, ὡς καὶ ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἵνα σώσωσιν αὐτοὺς ἀπὸ σφαγὴν ἄδικον καὶ ἐμποδίσωσι τὴν ἀτίμωσιν τῶν θυγατέρων τῆς ἡρωϊκῆς νήσου παρὰ τῶν βαρβάρων! Ἐδῶ, ὀλίγα βήματα μακρὰν τῆς πρωτευούσης, εἰς τὸν Πειραιᾶ, θὰ ἴδητε κατασχόμενα τὰ ἱερὰ φυσίγγια, τὰ δι’ ἱερῶν χρημάτων ἀγορασθέντα, τὰ ὁποῖα ἐπισήμως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διὰ δημοσίας δυνάμεως, ἀφήρεσεν ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν προμηθευθέντων αὐτὰ, καὶ ἔκλεισεν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου! Θὰ ἴδητε ὀλίγον παρέκει, εἰς τὴν νοτίαν ἀκτὴν τῆς Ἑλλάδος, παρὰ τὸν Μαλέαν, ἐπίσημον πλοῖον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως συλλαμβάνον πλοιάριον, διότι μετῆγε πολεμιστάς τινας εἰς Κρήτην, καὶ ῥυμουλκοῦν αὐτὸ εἰς Πειραιᾶ! Αἴ, Κύριοι! πρέπει νὰ λάβωμεν τὸ θάῤῥος νὰ τὸ εἴπωμεν! Ἄφετε τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας. Ζητήσατε τὴν αἰτίαν ἐκεῖ, ὅπου κεῖται. Ἀναγνωρίσατε ὅτι ἐγείναμεν τόσον νάνοι, ὥστε νὰ μὴ τολμῶμεν οὔτε τὰ ἱερώτατα ὀνόματα τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, ὡς εἶναι τὸ τῆς Κρήτης, νὰ προφέρωμεν Ναί! Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, οὐδὲ θέλω κἀμμίαν πληροφορίαν, ἵνα πεισθῶ,—διότι τὸ αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ, ὡς τὸ αἰσθάνεται καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία,—ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῇ ἀπαιτήσει τοῦ πρέσβεως τῆς Τουρκίας ἐξέσχισε τὸ ὄνομα τῆς Κρήτης ἀπὸ τῶν τοίχων, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀναγραφῆ. Μὴ ζητεῖτε λοιπὸν τὴν δικαιολόγησιν εἰς τὸ ἐγγραφίδιον τοῦτο, τὸ ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Ζητήσατέ την ἐκεῖ, εἰς ὅλην τὴν πορείαν τῆς Κυβέρνησιν· ζητήσατέ την ἐκεῖ, εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε, νὰ ἀποκόψῃ καὶ αὐτὸ τὸ ἡμερήσιον σιτηρέσιον, τὸ ὁποῖον ἔδιδεν εἰς τοὺς Κρῆτας, ἵνα τοὺς ἐξαναγκάσῃ κακῶς ἔχοντας ἀλλ’ ἄνευ ὅπλων καὶ φυσιγγίων, νὰ ἐπανακάμψωσιν εἰς Κρήτην καὶ ὑποταχθῶσιν ἐκεῖ, ἵνα ἐξοβελισθῇ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ταράσσει τὴν ἡσυχίαν της καὶ τὰ οἰκονομικά της! Ἐκεῖ ζητήσατε τὴν αἰτίαν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς παραστάσεως τοῦ παρελθόντος Σαββάτου. Θὰ ἤμεθα πλειότερον ἱκανοποιημένοι, ἂν μᾶς ἔλεγεν ἡ Κυβέρνησις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε μετὰ θάῤῥους ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις: «Δὲν δύναμαι νὰ θίξω τίποτε, δὲν εἶναι καιρὸς, καὶ συμβουλεύω τοὺς Κρῆτας νὰ μὴ κινηθῶσι, διότι πᾶσα ἀνακίνησις τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἦτο ζημία τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων». Ἀλλ’ εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ τὸ εἴπῃ; Δὲν εἶναι δὲ καιρὸς νὰ ἐξετάσω, ἂν ἦτο δίκαιον ἢ ὄχι, διότι ἤθελε νὰ συνδέσῃ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, ὡς ἔλεγε, μὲ τὸ Πανελλήνιον ζήτημα. Ἂν τοιαύτην ἀπάντησιν εἴχομεν καὶ παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἠθέλομεν κινήσει ἐξ οἴκτου τὴν κεφαλὴν διὰ τὴν μικρότητα, εἰς ἣν παρέστησαν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, ἀλλ’ ἠθέλομεν εὕρει τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν εὐλογωτέραν. Εἶναι πράγματά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν λέγονται τόσον δημοσίᾳ, οὐδὲ φθάνουσι τόσον μακρὰν, ὅσον φθάνουσιν οἱ λόγοι οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς λεγόμενοι. Δυστυχῶς ὅμως καὶ ψιθυρίζονται καὶ λέγονται καὶ φθάνουσι πανταχοῦ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἀνεπισήμως. Ναί! Εἶναι πλέον ἢ βέβαιον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδέχθη τὴν παρακέλευσιν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλην βαρυτέραν λέξιν, τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Τουρκίας, νὰ καταβιβάσῃ τὸ ὄνομα τῆς Κρήτης ἀπὸ τὰς ὁδοὺς τῆς πρωτευούσης τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Εἶναι γνωστὸν καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ τὸ εἴπω ἐνταῦθα, διότι δέν μοι εἶναι ἐπιτετραμμένον, καὶ καταπαύω τὸν λόγον.
§38Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐμπόδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀστυνομία παρενέβαλεν εἰς τὴν ἐκτέλεσεν τῆς παραστάσεως, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζω. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι οἱ Κρῆτες εἶναι διῃρημένοι εἰς δύο στρατόπεδα, ἀντίθετα καὶ ζηλότυπα ἀλλήλων. Ἐπειδὴ ἐτέθη τὸ ὄνομα τοῦ Λιάπη εἰς τὸ μέσον, ἡ ἀντίθετος τοῦ Λιάπη οἰκογένεια, τῆς ὁποίας πολλὰ μέλη ἔχει φονεύσει αὐτὸς, διατρίβουσα ἐνταῦθα, ἐξανέστη καὶ ἐζήτει νὰ παρεμποδίσῃ τὴν παράστασιν· ἡ Ἀστυνομία λοιπὸν, ἰδοῦσα αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ τὸν κίνδυνον νὰ πέσωσι πτώματα, ἐκάλεσεν ἀληθῶς τὸν κ. Ἀντωνιάδην καὶ παρέστησεν εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρηται εἰς τὸ πρόγραμμα τὸ ὄνομα τοῦ Λιάπη, ὁ δὲ Ἀντωνιάδης ἐπείσθη καὶ ἀφῄρεσε τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως ἀνεμίχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Εἰς ἀπάντησιν δὲ ὅσων ὁ προλαλήσας εἶπεν, ἔχω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς, διότι συνέπεσε νὰ ἦμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀμύνης ἐπὶ δύο περίπου ἔτη, καὶ νὰ συλλέξω ἐράνους δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν, δὲν εἶδον δὲ οὐδένα ἐκ τῶν λεγομένων φιλοπατρίδων νὰ καταθέσῃ τὸν ὀβολόν του, οὔτε νὰ προτάξῃ τὸ στῆθός του χάριν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Κατωρθώθη νὰ συλλέξωμεν ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος 7,000 δραχμῶν, καὶ παρηγγείλαμεν φυσίγκια, καὶ ἀπεφασίσαμεν νὰ ἀποστείλωμεν εἰς Κρήτην τακτικὰ σώματα, ἵνα κεντήσωμεν τὴν χορδήν. Τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἦτο πολὺ σοβαρόν, διότι ἔπρεπε νὰ ἀναλάβῃ τις εὐθύνην πολὺ βαρεῖαν, καὶ διὰ τοῦτο ἔκρινα καθῆκόν μου νὰ ἐρωτήσω τὸν τότε ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἂν πρέπῃ νὰ σταλῶσιν· οὗτος δὲ μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι Κυβέρνησις, καὶ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ὑψηλὸν, καὶ δὲν δύναται νὰ δώσῃ συμβουλὴν, οὔτε λόγῳ ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε διότι νομίζει, ὅτι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι τοιαῦτα σώματα εἰς τὴν Κρήτην. Καὶ ἀληθῶς δὲν ἀπεστείλαμεν. Ἀληθῶς, Κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος τοῦ Κρητικοῦ, καὶ ἂν αὔριον παρουσιασθῇ ἀληθὴς ἐπανάστασις, βεβαίως δὲν θὰ δυσκολευθῶ νὰ μεταβῶ καὶ πάλιν εἰς Κρήτην, ἀλλ’ ἐννοῶ ἐπανάστασιν ὑποστηριζομένην ἀπὸ τὸ ἔθνος, καὶ τοῦτο εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, πότε πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην, διότι ἐξετάζει καὶ τὰς δυνάμεις του καὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν· ἀλλ’ ὅταν παρουσιάζηται μία ὁμὰς ἐξ ὀλίγων ἀνθρώπων, καὶ λέγῃ ὅτι «ἀγοράζω 5 φυσέκια καὶ πηγαίνω εἰς Κρήτην νὰ πολεμήσω,» ποῖος εἶναι ὁ πόλεμος; Ἠξεύρετε τί γίνεται; Ὁ Λιάπης ἢ ἄλλος τις μὲ 4–5 συντρόφους τρυπόνουν εἰς τὰς χαράδρας τῆς Κρήτης, καὶ αἰφνιδίως μὲ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἐπιπίπτουν καὶ φονεύουν ἕνα Τουρκοκρητικόν· τὴν ἐπιοῦσαν δὲ ἐξέρχονται τὰ Τουρκικὰ στρατεύματα καὶ ἀτιμάζουσι καὶ καταστρέφουσι τὰ χωρία! Αὐτὸ εἶναι ἐπικίνδυνον καὶ ἐπιβλαβέστατον, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει μετὰ μεγάλης περισκέψεως καὶ μετὰ πολλοῦ πόνου νὰ ὁμιλῇ τις περὶ ἐπαναστάσεως ἐν Κρήτῃ, ἢ περὶ ἀτάκτων κινημάτων.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λήξῃ εἰσέτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τῆς Ἀστυνομίας. Καὶ χωρὶς νὰ προσβάλω τοὺς συναδέλφους, οἵτινες ἐνόμισαν ὅτι ἦτο κατάλληλος ἡ ὥρα, ὅπως ἐπιδοθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἀνάκρισιν, μεταβαλλομένη εἰς ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι προτιμῶ νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔγγραφον, ὅπερ προσεκομίσατο ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν τῆς ἐρωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσσης Βουλευτοῦ, παρὰ τὰς πληροφορίας των. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο προέρχεται ἐκ δημοσίας ἀρχῆς, ἐκ τοῦ ὅτι δὲ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἕπεται ἀναγκαίως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται τὰς ἐν αὐτῷ πληροφορίας ὡς ἀληθεῖς, καὶ ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην τῆς ἀποφάσεως, εἰς ἣν βεβαιοῖ ὅτι προέβη ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας. Ὑπεύθυνος ἑπομένως τῆς ὅλης διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Ἴσως, ὅπως δικαιολογηθῶ ἀπέναντι τῶν συναδέλφων, διότι δὲν θέλω νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς παρ’ αὐτῶν ἀνακοινωθείσας πληροφορίας, ὀφείλω νὰ προσθέσω τι πλέον, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας γνωρίζω, τὸν γνωρίζω ὡς τίμιον ἀξιωματικὸν καὶ τίμιον ἄνθρωπον, ἂν δὲ καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἔλθῃ νὰ καταμαρτυρήσῃ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, καὶ νὰ διαψεύσῃ αὐτὸ, ἐγὼ δὲν θέλω διστάσει νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῷ ὑπογεγραμμένῳ παρ’ αὐτοῦ, τῷ προσκομισθέντι παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεγράφησαν τ’ ἀληθῆ. Ὑπολείπεται ἐντεῦθεν νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ πόσον αἱ ἀποφάσεις, εἰς ἃς προῆλθεν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ ἃς ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις, μόνη ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ τόπου, κατὰ πόσον, λέγω αἱ ἀποφάσεις αὗται δύνανται νὰ συμβιβασθῶσι πρὸς τὸν Συνταγματικὸν ἡμῶν χάρτην, καὶ ἂν δὲν ἀποτελῶσι προφανῆ παράβασιν ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης, οὐδὲ περὶ τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλ’ οὔτε περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Κρήτης. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ὅλως πρόωρον, καὶ οὐδὲ ὀφείλομεν ἀπὸ τοῦδε νὰ τὸ θίξωμεν. Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, καθ’ ἣν θὰ ἐκτιμηθῇ δεόντως ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως, κατόπιν τῶν ἐπαγγελιῶν, αἵτινες ἐδόθησαν. Σήμερον ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν ἰδίων ἡμῶν ὑποθέσεων, διότι φαίνεται, ὅτι ἐπικρατεῖ ἤδη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ ἰδέα, ὅτι αἱ ὑποθέσεις τῶν δούλων ἀδελφῶν δὲν εἶναι ἴδιαι ἡμῶν ὑποθέσεις. Πρόκειται νὰ ἴδωμεν, ἂν ἀρχὴ, διὰ τὰς πράξεις τῆς ὁποίας εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, ἐνήργησε συμφώνως μὲ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει αὐτῇ ὁ Συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης. Ἐπρόκειτο περὶ δημοσίας παραστάσεως οὐχὶ ἐν ὑπαίθρῳ, καὶ περὶ τῆς παραστάσεως ταύτης ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας λέγει, ὅτι τῷ ἐγένοντο παρατηρήσεις ἀντιφρονούντων, καὶ ἐπειδὴ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ λάβουν χώραν ἀτακτήματα, ἔκρινε δέον νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς παραστάσεως. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ποῦ ἤντλησεν αὐτὴ ἢ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέπῃ ἢ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ ἀδείας περὶ παραστάσεως; Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει ἐπὶ λέξει: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία. Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται ν’ ἀπαγορευθῶσιν, ἂν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκηται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν». Λοιπὸν, μόνον ὅταν πρόκηται περὶ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεων, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἀστυνομία νὰ ἐπιτρέπῃ ἢ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ αὐτὰς, ἐὰν ἤθελε κρίνει, ὅτι ἐξ αὐτῶν ἠδύνατο νὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ὑπαίθρου συναθροίσεως, πρόκειται περὶ παραστάσεως, ἥτις ἤθελε λάβει χώραν ἐντὸς αἰθούσης θεάτρου. Ὅταν δὲ τὸ ἔγγραφον τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας ἀναγράφῃ, ὅτι ἔκρινεν οὗτος ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκτέλεσιν παραστάσεως, τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἀπέναντι οἱασδήποτε προθέσεως καὶ οἱουδήποτε σκοποῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ῥητὸν αὐτὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ τις, ὅστις θὰ ἑρμηνεύσῃ διαφόρως τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Συντάγματος, ἐλπίζω ὅτι δὲν θ’ ἀρνηθῇ τις εἰς τοὺς Ἕλληνας τὸ δικαίωμα νὰ συνέρχωνται ἀόπλως καὶ ἡσύχως, ὅτι δὲν θ’ ἀρνηθῇ τις, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν πρόκειται περὶ συναθροίσεως οὐχὶ ἐν ὑπαίθρῳ, ἡ Ἀστυνομία ἓν μόνον ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον, νὰ παρίσταται μόνον, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ προληπτικὸν τοῦ ν’ ἀπαγορεύῃ οἱανδήποτε παράστασιν. Ἴσως ἐσκανδάλισε τὸ ποίημα πρὸς τὸν Λιάπην, ἀλλ’ ὑπάρχει ἕτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, μὴ ἐπιτρέπον νὰ παρεμβαίνῃ ἡ Ἀστυνομία εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν θεατρικῶν προγραμμάτων, διότι ῥητῶς τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει: «Ἡ λογοκρισία ὡς καὶ πᾶν ἄλλο προληπτικὸν μέτρον ἀπαγορεύεται». Εἶπον ὅτι δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὡς τίμιος ὑπάλληλος, ὡμολόγησεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν, ἀντίκειται πρὸς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὑπὸ τίνα πρόφασιν παρεβιάσθησαν αἱ ῥηταὶ αὗται διατάξεις τοῦ Συντάγματος; ὑπὸ τὴν πρόφασιν ὅτι ὑπῆρχον ἀντιφρονοῦντες, καὶ ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπέλθουν ἀτακτήματα. Τοῦτο ἀποτελεῖ νέαν καταδίκην τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα καὶ ὑπὸ τῆς ὁποίας σήμερον διεπόμεθα. Λοιπὸν εὑρισκόμεθα ἐν πλήρει ἀναρχίᾳ; Καὶ ἀντιφρονοῦντες ἐὰν ὑπῆρχον, — καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι ἀντιφρονῶν κατὰ τοιαύτης παραστάσεως, πλὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ,— ἀλλὰ καὶ ἀντιφρονοῦντες ἐὰν ὑπῆρχον, δὲν εἶχε τὴν δύναμιν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς τὴν τάξιν καὶ ὅπως τοὺς ἀποτρέψῃ νὰ διαταράξωσι τὴν δημοσίαν τάξιν; Ἀλλ’ ἔπρεπεν οἱ ἀτακτοῦντες ἢ οἱ μέλλοντες ν’ ἀτακτήσωσι νὰ τύχωσι τῆς προστασίας τῆς ἐξουσίας, ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες οὐδὲν ἄλλο ἔπραττον ἢ νὰ ἀσκήσωσι δικαίωμα πηγάζον ἐκ ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, νὰ ὑποχωρήσωσιν ἀπέναντι τῶν ἀτακτούντων! Τοιαύτη εἶναι ἡ εἰκὼν, ἣν ἀναπαριστᾷ τὸ ἔγγραφον τῆς Ἀστυνομίας. Τὰ περιπλέον εἶναι περιττά.
§40ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ διαψεύσω αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ἔγγραφον τῆς Ἀστυνομίας. Ἴσως ἡ πρόσκλησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας πρὸς τὸν κ. Ἀντωνιάδην, ἐνομίσθη παρ’ αὐτοῦ καὶ παρ’ ὑμῶν ὡς παρεμπόδισις τῆς παραστάσεως· τοῦτο δὲ σᾶς βεβαιῶ καὶ ἐπισήμως καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου. Βεβαιῶ λοιπὸν, ὅτι, προσκληθεὶς ἁπλῶς παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, μετέβη πρὸς αὐτὸν ὁ κ. Ἀντωνιάδης, καὶ ὅτι ὁ κύριος Διευθυντὴς ἁπλῶς παρατήρησιν ἔκαμεν, ἐνδώσαντος δὲ τοῦ κ. Ἀντωνιάδου, ἀνεβάλομεν τὴν παράστασιν διὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης καὶ τῶν φρονημάτων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς νὰ συζητήσωμεν. Ἄλλως τε εἶναι εἰς θέσιν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ γνωρίζῃ ποῖα τὰ φρονήματα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως καὶ πῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠθέλησε νὰ ἐμποδίσῃ δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών της τὴν ἐπανάστασιν, ἐνῷ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ μέσα, δηλαδὴ ἡ πρώην Κυβέρνησις, ὄχι μόνον δὲν ἠμπόδισαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπεκίνησαν, νομίζοντες ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἐξ αὐτῆς. Δὲν εἶναι λοιπὸν τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Λυπούμεθα, Κύριοι, καὶ πάντες συμμεριζόμεθα ὡς Ἕλληνες τὰ δεινὰ τῶν ἀδελφῶν Κρητῶν· δὲν ὑπάρχει νομίζω στῆθος Ἑλληνικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ πάλλῃ διὰ τὴν τυραννουμένην νῆσον καὶ δι’ ὅσα ἀγωνιζομένη ὑποφέρει· ἂς μὴ λαμβάνουν δὲ ὡς μονοπώλιον τὴν πρὸς τοὺς Κρῆτας ἀγάπην καὶ τὸν πατριωτισμόν τινες. Καὶ ἡμεῖς θέλομεν τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διακυβεύσωμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐν οὐ δέοντι, ἀλλὰ δέον πᾶν ὅ,τι θὰ πράξωμεν νὰ τὸ πράξωμεν μετὰ περισκέψεως καὶ ἀφοῦ προηγουμένως ἑτοιμάσωμεν πᾶν ὅ,τι πρέπει νὰ ἑτοιμάσῃ πᾶν ἔθνος, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἱστορικὰ δικαιώματά του. Ἂς καταπαύσωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν, διότι ὅσον μεγάλη εἶναι ἡ ὑπόθεσις, τόσον μεγάλη σιωπὴ πρέπει νὰ τηρῆται.
§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη πρέπει νὰ παύσῃ, ἀλλ’ οὐχὶ ἄνευ πορίσματος. Συμφωνῶ μεθ’ ὅλων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου, οἵτινες ἐδήλωσαν, ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ περὶ τῆς Κρήτης συζήτησις, ἀλλ’ ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις ἅμα ἠκούσθη τὸ ὄνομα τῆς Κρήτης. Ἂν λοιπὸν πρέπῃ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἦναι ξένον ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἐκάμαμεν ἔγκλημα, διότι συνεζητήσαμεν περὶ Κρήτης. Ἤκουσα πολλοὺς τῶν συναδέλφων μου, οἵτινες ἐπετίμησαν ἐκείνους, οἵτινες καὶ ἐμνημόνευσαν τὸ ὄνομα τοῦ Λιάπη καὶ ἐνόμισαν ὅτι καθῆκον ἐξεπλήρουν, δηλοῦντες ὅτι δὲν ἠθέλησάν ποτε νὰ ὑποθάλψωσι τοιαῦτα ἄτακτα κινήματα. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ προβῶ καὶ ἐγὼ εἰς ὁμοίαν δήλωσιν· ἀκριβῶς δὲ φαίνεται, ὅτι παρεξηγήθη ἡ ἐρώτησίς μου. Καὶ ἐγὼ παρεκλήθην νὰ γείνω μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι, εἰς ὃ σημεῖον ἔχουσι φθάσει τὰ καθ’ ἡμᾶς, μόνη ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ τὴν στιγμὴν τῆς ἐνεργείας· πρὸ δύο ἐτῶν τὴν αὐτὴν γλῶσσαν ἐτήρησα καὶ ὅτε ἦτο ἡ τέως Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ πολεμήσωμεν καὶ τὸν ἀγῶνα τῶν ἀρματωλῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὰ ὄρη τῆς Κρήτης, ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῆς πατρίδος των; Συμφωνῶ ὅμως μεθ’ ὑμῶν, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ συζητήσω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτε ἡ Κυβέρνησις θέλει ζητήσει παρὰ τῶν φορολογουμένων τὰ χρήματα, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ 36 ἑκατομμύρια, τοὺς τόκους δηλ. καὶ τὰ χρεωλύσια, τὰ ὁποῖα ὀφείλει κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τοὺς ἀγῶνας τοὺς πρὸ δεκαετηρίδων ὑπὲρ ἀπελευθερώσεως τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς πόρισμα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς νὰ ἀπαγορεύῃ τὴν παράστασιν οἱωνδήποτε δραμάτων, καθὼς καὶ ἐκεῖνο, περὶ οὗ πρόκειται. Ἂν δὲ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας δὲν ἐγνώριζεν ἀκριβῶς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἡ Κυβέρνησις, ἥτις βεβαίως θὰ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ γεγονότος ἐν καιρῷ, ἠδύνατο νὰ προλάβῃ τὸ κακόν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον τοῦτο δὲν ἔπραξεν, ἀλλὰ καὶ υἱοθέτησε τὴν πρᾶξιν. Ἀλλὰ τὴν παρεμπόδισιν δὲν ἠδύνατο νὰ διαπράξῃ οὔτε ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, οὔτε ἡ Κυβέρνησις. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, ἂς δηλώσῃ ταύτην πρὸς ἡμᾶς, διὰ νὰ μὴ ματαιοπονῶμεν.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡ ἄποψις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξητάσθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη, εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ εἰσήχθη, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσσης, ὅστις ἐπηρώτησε τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν ἀληθῶς δὲν ἐπετράπη νὰ δοθῇ παράστασίς τις ἐν τῷ θεάτρῳ. Ἑπομένως ἡ γενομένη ἐπερώτησις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐγένετο ἐπὶ παραβάσεως ἀστυνομικῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης καὶ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνέμειναν εἰς τὴν τοιαύτην ἔρευναν τοῦ ζητήματος, μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἀπώλεσαν μάτην τὸν χρόνον καὶ ἐνέτειναν ἐν οὐ δέοντι τὴν φωνὴν αὐτῶν, συζητοῦντες περὶ ζητήματος, τοῦ ὁποίου ταπεινοτέρα ἄποψις εἶναι ἡ ἔρευνα τῆς ἀστυνομικῆς ἐνεργείας. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐξετάσεως τῆς διαγωγῆς τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιδοκιμασθῇ ἢ νὰ κατακριθῇ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, διότι ἔδωκεν ἢ ἠρνήθη τὴν ἄδειαν εἰς παράστασίν τινα, νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχρῃζεν οὐδεμιᾶς προσοχῆς, καὶ μάλιστα διὰ φωνῆς τοσοῦτον ἐνταθείσης· διότι, καὶ ἂν ὑπῆρξε παράβασις, ἡ παράβασις αὕτη οὐδὲν εἶχε κοινὸν μὲ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτής· ἀπορῶ δέ, ποῦ εὗρεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Συντάγματος κανονίζει τὰς παραστάσεις τὰς θεατρικάς, ἢ ποῦ εὗρεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει τὴν λογοκρισίαν, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκῇ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν χρηστῶν ἠθῶν ἢ ὑπὲρ τῆς τάξεως ἐν παραστάσεσι θεατρικαῖς. Ἀπηγορεύθη βεβαίως ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος ἡ λογοκρισία. Ἐὰν πρόκηται περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐπεθύμουν οἱ πολῖται νὰ ἐκθέσωσι τὰς ἰδέας των, εἴτε διὰ τοῦ προφορικοῦ λόγου, εἴτε διὰ τῆς δημοσιογραφίας, ἀπηγορεύθη ὄντως εἰς τὴν Ἀστυνομίαν νὰ ζητῇ προηγουμένως νὰ ἀναγινώσκῃ τὰ γραφέντα καὶ πρὸς δημοσίευσιν προωρισμένα, καὶ νὰ ἐνασκῇ οἱανδήποτε ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς δημοσιογραφίας, ἢ νὰ ἐνασκῇ ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῶν ῥητόρων, οἵτινες ἐσκόπουν νὰ ἀγορεύσωσι πρὸς τὸ κοινὸν ἐν δημοσίαις συναθροίσεσι. Λογοκρισία λέγεται πᾶσα ἀνάμιξις εἴτε εἰς τὰ γεγραμμένα καὶ προοριζόμενα πρὸς δημοσίευσιν διὰ τοῦ τύπου, εἴτε εἰς τὰ μελετώμενα καὶ προοριζόμενα ἵνα ἀποτελέσωσι τὸ κείμενον λόγου ῥήτορος, σκοποῦντος νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς τὸ κοινὸν ἐν δημοσίαις συναθροίσεσιν. Ἀλλ’ ἡ ἔρευνα τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ἐὰν παράστασίς τις δύναται νὰ προκαλέσῃ διαπληκτισμοὺς καὶ θορύβους, ἡ ἔρευνα αὕτη οὐδόλως εἶναι λογοκρισία, οὐδὲ περὶ ταύτης πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀγορεύσας κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπέμεινε νὰ ἐρευνήσῃ τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ταπεινὴν ταύτην ἄποψιν, τὴν ἀστυνομικὴν, ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν εἶχον λάβει γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως, οὔτε πρὶν τελεσθῇ, οὔτε ἀφοῦ ἐτελέσθη, οὐδ’ ἔμαθον τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκαν οἱ συνάδελφοι, οἵτινες ὡς μέλη τῆς ἑταιρίας τοῦ Δραματικοῦ Συλλόγου, εἴτε κατ’ ἄλλον τρόπον, ἔλαβον γνῶσιν τῶν διατρεξάντων ἢ πρὸ ἢ μετὰ τὴν παράστασιν ταύτην. Ὅταν ἔμαθον, ὅτι ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, —διότι ἡ ἐπερώτησις ἐγένετο ἐν ἡμέρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἤμην παρὼν ἐν τῇ Βουλῇ,—ἔσπευσα ἀμέσως νὰ προσκαλέσω τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας, αἱ πληροφορίαι δὲ, τὰς ὁποίας οὗτος μοὶ ἔδωκε, μοὶ ἐφάνησαν ἐπαρκεῖς, οὐδαμῶς δ’ ἐξ αὐτῶν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐπικρίνω τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας διὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν. Ἤθελον μάλιστα θλιβῆ, ἐὰν ἠδιαφόρει, καὶ δὲν παρενέβαλλε πρόσκομμα, καὶ ἐδίδετο παράστασις θεατρικὴ, μετέχουσα ὁπωσδήποτε ἢ ἐφαπτομένη εἴτε πράγματι ἐθνικῶν σκοπῶν, εἴτε κατὰ φαινομενικὸν τρόπον ἐπιχειρήσεων ἐκλαμβανομένων ὑπό τινων ὡς ἐθνικῶν σκοπῶν, καὶ συνέβαινον κατὰ τὴν παράστασιν χασμῳδίαι ἢ διαφωνίαι ἢ διαπληκτισμοί. Ἤθελον κρίνει, ὅτι ὄντως παρέβη τὸ καθῆκόν του, μὴ προλαβὼν παραπλήσια ἄτοπα, καὶ ἀφεὶς νὰ παραστῇ τὸ κοινὸν φρόνημα διχογνωμοῦν καὶ ἐν μέσῳ διαφωνιῶν καὶ διαπληκτισμῶν κλυδωνιζόμενον. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, αὕτη εἶναι ἡ ταπεινὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος, διότι τὸ ζήτημα ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐκεῖ, ὅπου ἔθηκεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς. Αὐτὴ ἡ ἄποψις τοῦ ζητήματος εἶναι ἀξία τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Ἐάν τις ἐνεπήγνυε σκηνὴν ἐν Πειραιεῖ ἢ ἐν Ἀθήναις, καὶ ἀνήγγελλεν εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι ἔμελλε νὰ δώσῃ παραστάσεις, ὁμοίας πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας δίδουσιν ἐν ταῖς πόλεσι τῆς Ἀνατολῆς, ἤθελον ἐπικρίνει τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἐὰν ἐπέτρεπε τὰς παραστάσεις ταύτας τὰς ἀσέμνους καὶ σκανδαλιζούσας καὶ τὸ φρόνημα καὶ τὰ ὄμματα τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἀστυνομικῆς παραβάσεως, ἀλλὰ περὶ πολιτικῆς, δὲν πρέπει δὲ νὰ παραλίπω τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα δηλώσω ποίαν ἔχω πολιτικὴν γνώμην περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἤτοι περὶ τοῦ ζητήματος ὡς ἔθηκεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς. Χρεωστῶ μάλιστα νὰ εἴπω δημοσίᾳ τὴν γνώμην ἡμῶν, διότι, ἐὰν ἀποτελῶ μέρος Κυβερνήσεως ἐν Κράτει κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένῳ, ἡ πολιτεία ἡμῶν πρέπει νὰ ᾖναι σαφὴς καὶ δήλη, οὐδὲ πρέπει νὰ ἀποκρύπτωμεν, πῶς σκεπτόμεθα καὶ ποῖά τινα φρονοῦμεν ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Εὐτυχῶς καὶ ὡς Κυβέρνησις ἔχομεν τὰς αὐτὰς γνώμας, τὰς ὁποίας εἴχομεν ὡς Ἀντιπολίτευσις. Ὅταν ὡς Ἀντιπολίτευσις ἐπηρωτῶμεν τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, οὐδέποτε ἠλέγξαμεν αὐτὴν διατὶ δὲν ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς γείτονος χώρας διὰ τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑφίστατο ὁ λαὸς τῆς Κρήτης, οὐδέποτε ἠλέγξαμεν αὐτὴν, διατί δὲν ἐπελάβετο τοῦ ἔργου, ἵνα θέσῃ τὴν Κρήτην ἐν ἐπαναστάσει· καὶ ὅταν εἷς Βουλευτὴς, καθήμενος εἰς τὰ ὑψηλότερα θρανία τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ θεωρούμενος ἔτι ὑπό τινων ὡς ἀνήκων εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνδεδυμένος λέγω ἀκόμη μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἠθέλησε νὰ θέσῃ τοιοῦτον ζήτημα καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔτεινον πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, ἔσπευσα ἀμέσως νὰ καταλάβω τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος ἀντεπροσώπευσε τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην, καὶ ὄχι τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως (πολὺ καλά!). Ἐπέκρινα τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν διότι, ἐνῷ δὲν ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ συνδρομὴν, οἵαν ἔδωκε πρὸς τοὺς κυβερνῶντας τὴν Κρήτην, ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ οἵαν ἔδωκε συνδρομὴν, παραλιποῦσα νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τύχην τοῦ λαοῦ τῆς Κρήτης, λαοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν. Καὶ ἠρώτων τότε τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, «ποίας ἐλάβετε ἐγγυήσεις, ὅταν ἐλάβετε τὸν Σακὴρ διὰ τῆς χειρὸς, καὶ ἐγκατεστήσατε αὐτὸν εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Κρήτης, ποίας ἐλάβετε ἐγγυήσεις, ὅτι οἱ κυβερνῶντες αὐτὴν δὲν ἤθελον καταχρασθῆ τῆς δυνάμεως αὐτῶν καὶ δὲν ἤθελον ἐκτραπῆ εἰς ἀδικήματα εἴτε πρὸς τὰ πρόσωπα, εἴτε πρὸς τὰ ἀγαθὰ τῶν Κρητῶν;» Καὶ ὅταν προσῆλθεν εἰς ἐμὲ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἀμύνης καὶ ἐζήτει νὰ μάθῃ τὴν ἐμὴν γνώμην, ὅταν προσῆλθον τὰ μέλη αὐτῆς, ὁ κ. Θεοφιλάτος, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος κ. Πετροπουλάκης, ὁ κ. Μ. Κατσίμπαλης καὶ ὁ κ. Ἀντωνιάδης, πρώην Γυμνασιάρχης, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ὁ τότε Πρωθυπουργὸς συνεβούλευεν αὐτοὺς νὰ μὴ παρασκευάσωσιν οὐδὲ νὰ ὑποστηρίξωσι κινήματα ἐν τῇ Κρήτῃ, ἀλλ’ ὅτι οὗτοι δὲν ἐνεπιστεύοντο εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπετείνοντο πρός με, τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἠρώτων ποίαν ἔχω γνώμην, ἂν νομίζω ὅτι τὰ κινήματα ταῦτα θέλουσι ἐξυπηρετήσει τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἢ ἂν θέλωσιν ἀποβῆ χρήσιμα εἰς τὸ Κράτος, ἀπήντησα εἰς αὐτοὺς μετὰ τῆς αὐτῆς παῤῥησίας, μεθ’ ἧς καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐξηγῶ τὸ πολιτικὸν φρόνημά μου. Εἶπον αὐτοῖς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει περισσότερα φῶτα ἢ ὅσα ἐγὼ, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δύναμαι νὰ ἔχω, διότι ἐκείνη ἔχει ἀντιπροσώπους ἐν πάσαις ταῖς Αὐλαῖς τῆς Εὐρώπης, καὶ δι’ αὐτῶν δύναται νὰ γνωρίζῃ ποῖα τὰ διανοήματα τῆς Εὐρώπης. Ἡ Κυβέρνησις ἀληθῶς γνωρίζει τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ πράγματα, καὶ διατελεῖ εἰς πολλῷ κρείττονα ἐμοῦ θέσιν, ἵνα δώσῃ γνώμην. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, εἶπον αὐτοῖς, ἀπετάθητε πρὸς ἐμὲ, σᾶς λέγω, ὅτι τὰ ὠχρὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ἔχω καὶ τὰ ὁποῖα συνάγω ἐκ τῶν δημοσιευομένων ἐν ταῖς ἐφημερίσι, δέν μοι ἐπιτρέπουσι νὰ συμβουλεύσω, ἵνα προβῆτε εἰς κινήματα τοιαῦτα, σᾶς προτρέπω δὲ νὰ ἀναλογισθῆτε, ὅτι παραπλήσια κινήματα δύνανται νὰ βλάψωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, δύνανται δὲ καὶ νὰ καταστρέψωσι τὸ ἐνεστὸς ἢ τὸ μέλλον τοῦ εὐγενοῦς ἐκείνου λαοῦ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πᾶσα ἑλληνικὴ καρδία ὀφείλει νὰ πάλλῃ. Λέγουσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡμεῖς δι’ ὑποσχέσεων ἀντιθέτων ἠδυνήθημεν νὰ ἀποπλανήσωμεν τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ καὶ ἀνέλθωμεν εἰς τὴν ἀρχήν. Οὐδέποτε οὐδεμίαν εἰς οὐδένα ἐδώκαμεν ἡμεῖς ὑπόσχεσιν, ὅτι θέλομεν εἴτε ὑποκινήσει ἐπαναστατικὰ κινήματα, εἴτε ὑποθάλψει ἢ συντηρήσει τοιαῦτα. Καὶ ἂν τοιαῦτα κινήματα ἠδύναντο, καθ’ ὃν χρόνον ἤμεθα ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, νὰ διαθρύψωσιν ἐλπίδας ἡμῶν, καὶ νὰ ὑποληφθῶσιν ὡς δυνάμενα νὰ δημιουργήσωσι περιπλοκὰς καὶ νὰ ἐνισχύσωσι τὸν πολιτικὸν πρὸς τοὺς κυβερνῶντας τότε τὴν χώραν ἀνταγωνισμὸν, ἀλλ’ οὐδὲ τοιαύτη σκέψις μᾶς ἀπεπλάνησε. Καὶ ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἀμύνης, μετὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον πρὸς αὐτὸν, οὓς ἐξέθηκα ὑμῖν πρὸ μικροῦ, ἠγέρθη καὶ ἀποταθεὶς πρὸς ἐμὲ, ἐζήτησε τὴν χεῖρά μου, ὀνομάζων με διὰ τοῦτο ἐνάρετον, εἶπον πρὸς τὸν κ. Θεοφιλάτον, ὅτι κακὴν ἔχει γνώμην περὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, νομίζων, ὅτι δύνανται νὰ ἐμπορεύωνται τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα χάριν τῆς ἀρχῆς. Ἀφοῦ δὲ τοιαύτην εἶχον γνώμην ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐλθὼν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδεμίαν ἔλαβον ἀφορμὴν, ἵνα μεταβάλω τὴν γνώμην ἐκείνην· τὰ φῶτα μάλιστα, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθην νὰ πορισθῶ ἐκ τῶν ἀρχείων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδόλως μοὶ ἔδιδον τὸ δικαίωμα νὰ ἀλλάξω γνώμην, καὶ διὰ τοῦτο τὴν αὐτὴν ἐξακολουθῶ ἔχων γνώμην, φρονῶν ὅτι κινήματα τοιαῦτα, ὁποῖά τινες διανοοῦνται νὰ παρασκευάσωσι, θέλουσιν ἀποβῆ ὀλέθρια εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Κρήτης, μόνη δὲ ἡ ζημία αὕτη ἀρκεῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα περιβάλῃ αὐτὴν διὰ θλίψεως καὶ ὀδύνης. Διὰ τοῦτο, ὅταν ἡμέραν τινὰ ἔμαθον, ὅτι παρασκευάζονται ἀποστολαὶ Κρητῶν εἰς τὴν Κρήτην, ἐφωδιασμένων μὲ ὅπλα καὶ πολεμεφόδια, ἐκάλεσα τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἀμύνης, αὐτὸν, ὅστις ἐθαύμαζε τὴν ἐμὴν ἀρετὴν, ὅταν συνεβούλευον αὐτὸν νὰ ἀπέχῃ παρασκευῆς κινημάτων ἐν Κρήτῃ, καὶ εἶπον πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἐλπίζω, ὅτι, ἐὰν γίνωνται ἐνέργειαι πρὸς ἀποστολὰς τοιαύτας, προοριζομένας πρὸς τοιούτους σκοποὺς, ὅτι ταῦτα γίνονται ἐν ἀγνοίᾳ του, διότι δέν μοι εἶναι συγκεχωρημένον νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐν γνώσει αὐτοῦ γίνονται ταῦτα, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ἔμαθον ὅτι τὰ ἀποστελλόμενα ἐδόθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἀμύνης, ἐκάλεσα αὐτὸν, ὡς πρόεδρον αὐτῆς, ὅπως ἀναμνήσω αὐτῷ τὰς γνώμας, ἃς εἶπον αὐτῷ ὅτε ἤμην ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Παρεκάλεσα δ’ αὐτὸν νὰ συντρέξῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος, ἥτις καὶ ὡς Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ ἔχουσα τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας εἶπεν αὐτῷ ὅτι εἶχε καὶ ὅταν ἐτύγχανεν Ἀντιπολίτευσις. Καὶ ἀπέτεινα τὸν λόγον τοῦτον πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἀμύνης, διότι δὲν κρίνω ὡς ἀπόδειξιν φιλοπατρίας νὰ πειρᾶταί τις, ἢ νὰ ἐμμείνῃ πειρώμενος, ἵνα ἐπιβάλῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην πρὸς τοὺς ἄλλους· ὅταν δὲ ἐπὶ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος δὲν διστάζῃ ν’ ἀποκαλύπτῃ ποίαν ἔχει γνώμην, ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἄλλους νὰ προσπαθῶσι νὰ συναρμολογῶσι τὰς γνώμας αὐτῶν πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἐπιμένοντες ἵνα καταστήσωσιν ἀποδεκτὰς τὰς ἑαυτῶν γνώμας, δημιουργοῦσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα μόνοι αὐτοί, ὡς ἄτομα, δὲν θέλουσι δυνηθῆ νὰ ὑποστηρίξωσιν. Οὕτω δὲ θέλει συμβῆ, ἢ νὰ μὴ δυνηθῶσι νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα οὕτω πολιτευόμενοι θέλουσι δημιουργήσει, ἢ θέλουσι παρασύρει τὴν Κυβέρνησιν, καίτοι μὴ ἔχουσαν τὸ αὐτὸ φρόνημα, ἀλλ’ ἐπὶ μεγάλῃ ζημίᾳ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐπὶ ζημίᾳ, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ φαντασθῶσι καθ’ ἣν στιγμὴν ἤθελον ἐγκαταλίπει τὴν ὑπόθεσιν, ἣν πειρῶνται νὰ δημιουργήσωσιν, ἀνίκανοι νὰ προστατεύσωσιν ἢ νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἀμύνης, ἀπαντῶν εἰς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον πρὸς αὐτὸν, μοὶ ἐφάνη ὅτι ἤθελε ν’ ἀποφύγῃ νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ ἀπεστέλλοντο τὰ ὅπλα. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτιμήσω αὐτὸν καὶ νὰ εἴπω αὐτῷ, ὅτι προσεδόκων ὅτι εἶχε μεγαλειτέραν φιλοπατρίαν, διότι, ἐὰν ἐπείθετο εἰς τοὺς λόγους μου, ὅτε ἤμην ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ ἀπεδέχετο αὐτοὺς, πιστεύων ὅτι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ ὑποθάλψῃ παραπλησίας ἐπιχειρήσεις, ἐκπλήσσεταί τις βλέπων αὐτὸν σήμερον νὰ σκέπτηται, ἵνα ὑποθάλψῃ τὰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, καὶ μάλιστα ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν, διότι ὀλίγοι μῆνες διέῤῥευσαν ἀφ’ ἧς ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡμίλουν πρὸς αὐτὸν μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον διελεγόμην μετ’ αὐτοῦ ὡς ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Θεοφιλάτος συγκεχυμένως μοὶ εἶπεν, ὅτι διατελεῖ ὑπὸ πιέσεις καὶ στενοχωρίαν, ἐνδεικνύων μοι, ὅτι ἐπεθύμει νὰ ἀπαλλάξω αὐτὸν ἀπὸ τῶν πιέσεων, φροντίζων νὰ ἐξασφαλίσω τὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ. Ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὁμιλῶ δημοσίᾳ καὶ προκαλῶ πάντα, ὅστις συνωμίλησε μετ’ ἐμοῦ, νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅσα λέγω, ἐὰν εὕρῃ αὐτὰ διαφέροντα τῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκείνους προσέτι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ὑπάρχει καὶ συντελεῖται κίνημα ἐν Κρήτῃ, καὶ ὅτι τὸ κίνημα τοῦτο προορίζεται εἴτε νὰ μεγεθυνθῇ εἴτε νὰ κατασταθῇ τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Εὐρώπης, καὶ πρὸς ἐκείνους παρατηρῶ, ὅτι αὐτοὶ πρὸ πάντων πρέπει νὰ εὐχαριστήσωσι τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, διότι δὲν ἔδωκε τὴν ἄδειαν, ὡς ἐξέθηκεν ἐν τῷ ἐγγράφῳ αὐτοῦ, ἵνα δοθῇ παράστασις, ἐὰν ὑπῆρχεν ὑπόνοια, ἔστω καὶ ἐλαφρὰ, ὅτι διαρκούσης τῆς παραστάσεως ἤθελον ἐκδηλωθῆ φρονήματα ἀντίθετα πρὸς τὰ φρονήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διωργάνωσαν τὴν παράστασιν. Ἐὰν ἀληθῶς πιστεύωσιν εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν φαίνονται ὑποστηρίζοντες, ἔπρεπε νὰ ἐπιθυμῶσιν εἰλικρινῶς καὶ ἐκθύμως, ἵνα τὸ φρόνημα αὐτῶν θεωρῆται, ὅτι ἐγκρίνεται ὑπὸ πάντων, ἤθελε δὲ κατασταθῆ πλέον ἀμφίβολον, ὅτι τὸ φρόνημα αὐτῶν ἐπιδοκιμάζεται οὕτω, ἐὰν ἐπὶ τῆς σκηνῆς τοῦ θεάτρου ἢ ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ θεάτρου παρίσταντο σκώπτοντες τὴν ὑπόθεσιν ἢ ἐρίζοντες ἢ διαπληκτιζόμενοι διὰ τὴν ὑπόθεσιν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας εἰργάζοντο, διοργανώσαντες τὴν παράστασιν. Ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ μὴ ἀποκρύψω ἀπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Λέγοντες δὲ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἐλπίζομεν, ὅτι οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδρεύοντες καὶ οἱ ἐκτὸς αὐτῆς συμπολῖται ἡμῶν θέλουσιν ἔχει τὴν ἐπιεικῆ γνώμην, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐσμεν Ἕλληνες. (Εὖγε! εὖγε!).
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν δύναται τώρα, νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐὰν ἔχῃ ἀναφοράν τινα τῶν καθηγητῶν τοῦ δημοσυντηρήτου Γυμνασίου Καρδίτσης, παραπονουμένων ὅτι ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ἀρνεῖται εἰς αὐτοὺς τὴν πληρωμὴν τῆς μισθοδοσίας των.
§44ΡΑΛΛΗΣ. Πάλιν θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς κώμης Βιλίων, διότι μήτε ἡ συγκοινωνία ἀποκατέστη, μήτε τρόφιμα ἀπεστάλησαν. Ἡ Κυβέρνησις εὐηρεστήθη ν’ ἀποστείλῃ ἓν ποσὸν χρηματικὸν πρὸς βοήθειαν τῶν κατοίκων, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ χρημάτων, πρόκειται περὶ τροφῶν, διότι χρήματα δύνανται νὰ ἔχωσιν, ἀλλὰ τροφὰς εἶναι ἀδύνατον, ἕνεκα τοῦ ἀποκλεισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκονται.
§45ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅπως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ράλλης ἔλαβε πληροφορίας, καὶ ἐγὼ ἔχω τοιαύτας περὶ τοῦ χωρίου Βίλλα, ὅτι εἶναι ἀποκεκλεισμένον ὑπὸ τῶν χιόνων, καὶ εἶναι ἀδύνατος ἡ συγκοινωνία, ὑπάρχει δὲ μεγάλη ἔλλειψις τροφῶν. Αἱ αὐταὶ πληροφορίαι ἐστάλησαν εἰς ἐμὲ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Τανάγρας, ἰδίως εἰς τὰ ὀρεινὰ μέρη. Ἀπηυθύνθημεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐζητήσαμεν νὰ σταλῶσιν ὡς τάχιστα βοήθειαι· ἀτυχῶς κατ’ ἀρχὰς ἐνομίσθη ὅτι ποσόν τι χρηματικὸν ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς ἀρωγὴν τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ οἱ χωροφύλακες δὲν ἠδυνήθησαν κἂν νὰ συγκοινωνήσωσι μὲ τὸ χωρίον τῆς Εἰδυλλίας Βίλλα. Ἕνεκα τούτου παρεκαλέσαμεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως συνεννοηθῇ καὶ μετὰ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων καὶ ἀποστείλῃ καὶ ἓν μέρος στρατοῦ καὶ μηχανικούς, ὅπως ἀνοίξωσι τὴν συγκοινωνίαν καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῆς ἀποστείλωσι καὶ τρόφιμα, ἐὰν ἦναι δυνατόν, ἄρτους καὶ καύσιμον ὕλην· ἐλπίζω δὲ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἐνήργησε δεόντως.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀληθῶς ὁ διαταχθεὶς μηχανικὸς, ἵνα μεταβῇ καὶ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ νὰ ἀνοίξῃ τὰς ὁδοὺς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀποκλείσει ἡ χιὼν, δὲν ἠδυνήθη νὰ προχωρήσῃ παντάπασι, διότι ἡ χιὼν ἦτο τόσον ἄφθονος καὶ τόσον πεπηγμένη, ὥστε ἦτο ἀδύνατον νὰ διαβῇ τις μέχρι τοῦ χωρίου Βίλλα. Μαθὼν τοῦτο, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διέταξα νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ἀπόσπασμα πυροσβεστῶν μὲ τὰ ἀναγκαιοῦντα ἐργαλεῖα, ἵνα ἀνοίξωσιν ὁδὸν, αἴροντες τὴν χιόνα· ὑπέλαβον δὲ, ὅτι, ὅταν ἀνοιχθῇ ἡ ὁδὸς, εὐκόλως, ἠδύναντο νὰ πορισθῶσι τρόφιμα, ἐὰν εἶχον τὸ χρῆμα, διότι ἡ χορηγία βοηθείας εἰς εἴδη εἶναι πάντοτε δύσκολος. Ἐὰν ὅμως νομίζητε ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχετε περισσοτέραν γνῶσιν τοῦ τόπου, ὅτι πρέπει νὰ ἀποσταλῶσι βοηθήματα εἰς εἴδη, θέλομεν διατάξει καὶ τοῦτο.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ τρόφιμα ἐξηντλήθησαν. Ἐντὸς τῆς κώμης Βίλλα βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι τρόφιμα δι’ 6 μῆνας· ὅλα τὰ ἐκεῖ ἐναποτεθειμένα ἐξηντλήθησαν εἰς τὸ διάστημα τῶν ὀλίγων ἡμερῶν, καθ’ ἃς ἀπεκλείσθη τὸ χωρίον. Σήμερον λοιπὸν τὸ μᾶλλον ἐπεῖγον,—διότι φαίνεται ὅτι ἔλαβον χώραν καὶ θάνατοι ἐξ ἀσιτίας,—εἶναι ἡ ἀποστολὴ τροφίμων· τὰ χρήματά των δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὰ δαπανήσωσιν, ἀφοῦ δὲν ἠδύναντο ν’ ἀγοράσωσι τρόφιμα.
§48Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχετε πληροφορίας ἐκ Πηλίου;
§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§50Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας μου πληροφορίας ἡ αὐτὴ κατάστασις εἶναι καὶ ἐκεῖ· ὑπάρχουσι κωμοπόλεις ἀποκεκλεισμέναι, οὕτως ὥστε οὔτε ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν ἐντὸς τῆς αὐτῆς κωμοπόλεως δὲν δύνανται νὰ συγκοινωνήσουν.
§51ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παντοῦ ἡ αὐτὴ κατάστασις εἶναι.
§52Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν ν’ ἀποσταλῶσι χρηματικὰ βοηθήματα, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ ἀνοιχθῶσιν αἱ ὁδοί.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ παρήγγειλα νὰ μοὶ συντάξωσι πίνακα τῶν ἀναφορῶν τῶν Νομαρχῶν, οἱ ὁποῖοι δι’ αὐτῶν παρέστησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι συνέβησαν τοιοῦτοι ἀποκλεισμοὶ ὑπὸ χιόνος εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος τούτου θέλω δώσει ὁδηγίας εἰς τὰς ἀρχὰς, θέλω δὲ παρακαλέσει τὸν συνάδελφόν μου τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα παράσχῃ τὰ χρηματικὰ μέσα, καθ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη. Ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ Βιλίων ὁ λόγος, ἤκουσα ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἑξαμήνου ἀποκλεισμοῦ καὶ ὅτι τὰ τρόφιμα δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσι δι’ ἕξ μῆνας· καὶ τοῦτο μὲν δὲν βεβαιῶ, ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἐνόμιζα ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβῶσιν εἰς Βίλια ἀπὸ τὰ παρακείμενα χωρία κάτοικοι, ἔχοντες τρόφιμα ἄφθονα, ἵνα πωλήσωσιν αὐτὰ, διότι ἤθελον εὑρεῖ ἀγοραστάς. Τοῦτο μάλιστα ἐφήρμοσα εἰς ἕνα δῆμον τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου μοὶ ἐζήτησαν νὰ στείλω 30,000 ὀκάδας ἀλεύρου, ἐγὼ δ’ ἀπέστειλα χρήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδυνήθησαν νὰ πορισθῶσι τὰ ἄλευρα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς πρὸ μικροῦ εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μεταβῶσιν ἐκ τῶν παρακειμένων χωρίων, θέλω παραγγείλει ν’ ἀποσταλῶσιν ἐντεῦθεν τρόφιμα.
§54Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι τηλεγραφικῶς καὶ ἀπὸ τὸ Πήλιον.
§55ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βλέπετε τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν τηρεῖται ἡσυχία. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀπὸ 6 μηνῶν διετέλει ἀποκεκλεισμένον τὸ χωρίον, ἐνῷ ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ κώμη τῆς Εἰδυλλίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὰς ἀναγκαίας τροφὰς δι’ ἕξ μῆνας, οὐδὲ διὰ τὰς 15 ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας διατελεῖ ἀποκεκλεισμένη. Τώρα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει, ὅτι αἱ τροφαὶ αὗται δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν ἐκ παρακειμένων ἄλλων χωρίων, διότι ὑποθέτει, ὅτι τὰ παρακείμενα χωρία ἔχουσιν ἐναποταμίευμα τροφῶν. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἡ Εἰδύλλια κεῖται ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ Κιθαιρῶνος· πρὸς δυσμὰς εἶναι τὸ χωρίον Κριεκοῦκι, καὶ ἐντεῦθεν εἶναι μόνον αἱ Ἀθῆναι. Λοιπὸν ἐντεῦθεν ἐπρόκειτο νὰ προμηθευθῶσι τὰς τροφάς· ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἔπρεπεν, ἵνα κατορθωθῇ νὰ εἰσαχθῶσι τὰ τρόφιμα ἐντεῦθεν, ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ συγκοινωνία. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφρόντισε ν’ ἀποστείλῃ χρήματα πρὸς αὐτοὺς, ἵνα προμηθευθῶσι τὰς τροφὰς, διότι ἤθελον συῤῥεύσει αἱ τροφαὶ ἐκεῖ ἐκ τῶν ἄλλων χωρίων· μᾶς ἐπληροφόρησεν ἐν τούτοις, ὅτι δὲν κατώρθωσε τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα νὰ φθάσῃ ἐκεῖ.
§56ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο τοὐλάχιστον ἀντελήφθην ἐγώ.
§58ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κακῶς ἀντελήφθητε. Εἶπον ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ ὁ ἐργοδηγὸς, ὁ ἀποσταλεὶς ἐκεῖ, ἵνα ἀνοίξῃ τὸν δρόμον, καὶ διέταξα ἀπόσπασμα πυροσβεστῶν, ἵνα μεταβῇ μετὰ σκαπανῶν καὶ ἀνοίξῃ τοὺς δρόμους.
§59ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχετε πληροφορίας ὅμως, ἂν τοὺς ἤνοιξε.
§60ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§61ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν εἴμεθα σύμφωνοι.
§62ΣΧΙΝΑΣ. Πάντες ἴσως γνωρίζουσι, τί θὰ εἴπῃ ἀποκλεισμὸς τῆς συγκοινωνίας ἕνεκα χιόνων, ἀλλὰ μόνον οἱ ὑποστάντες τοῦτο δύνανται νὰ συζητήσωσι περὶ ἀποκλεισμοῦ. Ὅλα τὰ ὀρεινὰ χωρία διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν χωρικῶν φροντίζουσι ν’ ἀποκαταστήσωσι τὴν συγκοινωνίαν, δὲν περιμένουσι δὲ τοῦτο ἀπὸ τοὺς στρατιώτας. Οἱ στρατιῶται δὲν ἔχουσιν ἀνάλογον ἐνδυμασίαν, οὐδὲ βοηθητικὰ μέσα, ὅπως ἐκτελέσωσι τὸ δυσχερὲς τοῦτο ἔργον. Οἱ Τοῦρκοι αὐτοὶ μετεχειρίζοντο καὶ μεταχειρίζονται καὶ σήμερον ἔτι εἰς τοὺς ἐκ χιόνων ἀποκλεισμοὺς ἰδίους ἀνθρώπους, ὅπως ἀποκαταστήσωσι τὴν συγκοινωνίαν τῆς μεσημβρινοδυτικῆς Μακεδονίας πρὸς τὴν Ἤπειρον, προσλαμβάνοντες ἐκ Μετσόβου εἰδικοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ὀνομάζουσι «χαμάλιδες». Οἱοσδήποτε δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον αὐτὸ, δύναται νὰ ἦναι ὁδοιπόρος, δύναται νὰ ἦναι στρατιώτης, δύναται νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐκτελῇ τὸ ἔργον τοῦτο, καθόσον εἶναι καὶ τέχνη νὰ βαδίζῃ τις ἐπὶ τῆς χιόνος. Ζητοῦσι βοηθείας δι’ ἕν μόνον χωρίον, ἐν ᾧ 400 ἴσως ἢ καὶ 1000 ἄλλα χωρία εἶναι ἀποκεκλεισμένα. Ἄς ἐργασθῶσιν οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ, ἵνα ἀποκαταστήσωσι τὴν συγκοινωνίαν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἂς δώσῃ εἰς τοὺς Νομάρχας ἐντολὴν, ὅπως παράσχωσι τὰ ἀναγκαῖα μέσα.
§63ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Καὶ οἱ ὀρεινοὶ τῆς Κορινθίας δῆμοι ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα ἐφέτος ἕνεκα τῆς ἐκτάκτου δριμύτητος τοῦ χειμῶνος· καὶ τὴν μὲν συγκοινωνίαν ἴσως αὐτοὶ δυνηθῶσι ν’ ἀποκαταστήσωσιν, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἀποκλεισμοῦ θὰ ἐξακολουθῶσιν ὑφιστάμενα, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, πτωχοὶ τὸ πλεῖστον καὶ στερηθέντες τῆς ἐργασίας των ἐπὶ τόσον χρόνον, μένουσιν ἤδη ἄνευ τροφῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα τυχὸν θὰ παρασχεθῶσι, νὰ ἔχωσι γενικώτερον χαρακτῆρα, ὅπως ἱκανοποιήσωσι τὰς ἀπολύτους τοὐλάχιστον ἀνάγκας ὅλων τῶν δήμων καὶ τῶν χωρίων τῶν ἐκ τοῦ χειμῶνος παθόντων.
§64ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται, ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις καὶ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων οὐδὲν εἶναι σκανδαλωδέστερον ἢ νὰ ὑποπτευθῇ κατὰ παρεξήγησιν, ὅτι γίνονται προτιμήσεις. Συμφωνῶ πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ πανταχόθεν πληροφορίας, διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμιλοῦμεν, τίς οἶδε πόσα χωρία ἐν Ἑλλάδι, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, εἶναι κατεστραμμένα. Δὲν εἶναι ζήτημα ἑπομένως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα καὶ τὸ ἠθικὸν συμφέρον, ὅπως πάσῃ δυνάμει μεριμνήσῃ καὶ ἐπικουρίας διανείμῃ πανταχοῦ, θέλει σπεύσει νὰ λάβῃ πληροφορίας πανταχόθεν καὶ ἐπιφέρῃ δυνατήν τινα θεραπείαν. Τοὐλάχιστον εἰς τὴν Εὐρυτανίαν δὲν ἠξεύρομεν καλὰ καλὰ, τί γίνεται ἐκεῖνος ὁ κόσμος, καὶ πόσοι εἶναι ζῶντες.
§65ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅτι εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος εἰσὶν ἀποκεκλεισμένα χωρία, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐγένετο λόγος περὶ τῶν πλησίον τῆς πρωτευούσης ἀποκεκλεισμένων καὶ εἰς εἰδικὴν θέσιν εὑρισκομένων, διότι τὸ χωρίον Βίλια εἶναι ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ Κιθαιρῶνος, ἐκτάκτως δὲ, ἕνεκα τῆς δριμύτητος τοῦ χειμῶνος, εἶναι ἐντελῶς ἀποκεκλεισμένον, ὡς καὶ τὰ χωρία Δερβενοσάλεσι, Κρῶρα, Κακονιοχώρι, Σκοῦρτα τῆς Τανάγρας, ὥς μοι παρέστησεν ἄνθρωπος ἐλθὼν ἐκεῖθεν, ὄχι ἐκ τοῦ χωρίου, ἀλλ’ ἐκ πλησίον χωρίου. Χωρία ὁλόκληρα εἶναι κεκαλυμμένα ὑπὸ τῆς χιόνος, εἶναι δὲ ἄγνωστον, ἄν οἱ ἄνθρωποι ζῶσιν ἀκόμη ὑπὸ τὰς χιόνας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ πέμψῃ, ἂν ἦναι δυνατὸν, ποσὸν ἀρκετῶν ἄρτων, διότι, κύριε Πρόεδρε, μᾶς ἐβεβαίωσαν, ὅτι δὲν ἔχουσι κἂν τὴν καύσιμον ὕλην, ὅπως μεταβάλωσι τὸ ἄλευρον εἰς ἄρτον.
§66ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁλόκληρος ἡ Εὐρυτανία εἶναι κατακεχωσμένη.
§67ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ, οὐχὶ διὰ τῶν διοικητικῶν, ἀλλὰ διὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν, νὰ μάθῃ τίνα μέρη τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἶναι ἀποκεκλεισμένα ὑπὸ τῶν χιόνων· διότι αἱ διοικητικαὶ ἀρχαί, οἱ Νομάρχαι ἕνεκα τῶν ἀποστάσεων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωσι γνῶσιν ἀκριβῆ περὶ τούτου. Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Ζυγομαλᾶς ἐπικαλεῖται τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀποστείλῃ στρατιώτας κτλ. εἰς Εἰδύλλειαν, διότι ἐγγύτατα τῆς πρωτευούσης ἐπληροφορήθη, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀποκεκλεισμένοι ἄνθρωποι. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἀργολίδος, καὶ οἱ τῆς Εὐρυτανίας, τῶν ὁποίων αἱ ἐπαρχίαι ἀπέχουσι τοσοῦτον τῆς πρωτευούσης καὶ κεῖνται 1000 μέτρα ὑπεράνω τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης, δὲν ἔχομεν κἂν πληροφορίας, ἂν οἱ συμπολῖταί μας, οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰ ὑψηλότερα μέρη, ὑπάρχωσι ζῶντες. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀνάγκη, καὶ διὰ τῶν σταθμαρχῶν καὶ διὰ τῶν ἐνωμοταρχῶν νὰ μάθῃ, τίνες κωμοπόλεις, καὶ τίνα χωρία εἶναι ἀποκεκλεισμένα ὑπὸ τῶν χιόνων, καὶ δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ νὰ μὴ περιορίσῃ τὴν ἀρωγήν της εἰς τοὺς Κριεκουκιώτας καὶ τοὺς Εἰδυλλίους, τοὺς ἐγγύτατα τῆς πρωτευούσης.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς πρέπει νὰ εὐχαριστήσῃ τις τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Λαρίσσης κ. Σχινᾶν, διὰ τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν ἔπεσεν ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ χωρίου Εἰδυλλίας ἡ χιών· καὶ ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι πολύτιμος, ἦλθον δὲ διάφοροι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι προεσεπεμαρτύρησαν τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσσης Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἐκινήθη ἡ ζηλοτυπία· ἢ ὅλοι νὰ σωθῶσιν ἢ ὅλοι ν’ ἀποθάνωσιν! Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει ὅλοι νὰ σωθῶσιν. Ἐὰν δὲ ἔκαμον λόγον ὑπὲρ τῆς κώμης Εἰδυλλίας, δὲν ἕπεται ὅτι εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ σωθῇ μόνον ἡ κώμη αὕτη· ἐξ ἐναντίας νομίζω, ὅτι εἶναι στοιχειῶδες καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἀποκαταστῇ ἡ συγκοινωνία εἰς ὅλα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα διεκόπη. Τώρα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκτεθῇ ὁ στρατὸς, ἵνα μὴ κρυολογήσῃ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἀντίθετον ἰδέαν, ὅτι ὁ στρατὸς ἔχει καθῆκον νὰ ἐκτελέσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου· εἶμαι δὲ πεπεισμένος ὅτι θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο μετὰ πάσης αὐταπαρνήσεως. Θαυμάζω δὲ, ὅτι ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, οἷος εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσσης, εἶπεν ὅσα εἶπε περὶ τοῦ πράγματος αὐτοῦ. Ἐὰν οἱ κάτοικοι ἦσαν εἰς θέσιν ν’ ἀποκαταστήσωσι τὴν συγκοινωνίαν, βεβαίως ἤθελον τὴν ἀποκαταστήσει. Δυστυχῶς δὲν ἔχουσι μήτε τὰ μέσα, μήτε κἂν τὰ ἐργαλεῖα τὰ ἀναγκαῖα, καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκω, ὅτι οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἀποστείλασα ἓν ἀπόσπασμα πυροσβεστῶν, ἵνα κατορθώσῃ νὰ ἀνοίξῃ τὸν δρόμον.
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά.
§70ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω δύο λέξεις. Εἶναι μακρὰν δυστυχῶς πάντοτε τοῦ στρατοῦ, καθόσον ὅτε ἦγεν ἡλικίαν, καθ’ ἣν ἤθελεν εἶσθαι στρατεύσιμος, δὲν ὑπηρέτησε· διότι δὲν ἴσχυε τότε ὁ νόμος τῆς γενικῆς στρατολογίας. Ὑπῆρξα εὐτυχῶς εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, καὶ εἰς ἐποχὰς χιόνων καὶ εἰς ἐποχὰς πλημμυρῶν, ἐν Λαρίσσῃ. Οἱ στρατιῶται ἅπαντες, ἰδίᾳ δὲ οἱ τοῦ Μηχανικοῦ, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸν ποταμὸν, καὶ ἐν χειμῶνι μάλιστα, δεδεμένοι διὰ σχοινίων πρὸς ἀλλήλους καὶ ἀπὸ τῶν ὀχθῶν, ἵνα μὴ παρασυρθῶσιν, ὅπως συντελέσωσι τὸ φράγμα. Ἀλλ’ οὐδεὶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐν τῇ δυσχερεστάτῃ ἐκείνῃ ὥρᾳ εὑρέθη νὰ τοῖς δώσῃ οὐδὲ ἓν ποτήριον ῥωμίου, οὐδεὶς εὑρέθη νὰ σκεφθῇ περὶ ἐνδυμασίας ἢ περὶ θερμάνσεως, εἰμὴ μόνον οἱ προϊστάμενοί των καὶ ἐξ ἰδίων.
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι σχετικὰ αὐτά.
§72ΣΧΙΝΑΣ. Πολὺ σχετικά· διότι, ὅταν ἔχητε ὑπὸ τὰς διαταγάς σας ἀνθρώπους, τότε θὰ σκεφθῆτε, ἂν πρέπῃ νὰ ἀνοίξητε τὸ βαλάντιον τὸ ἰδικόν σας, καὶ ἂν ἔχητε ἐν τῷ βαλαντίῳ, διότι ἔχετε εὐθύνας καὶ ὑποχρεώσεις. Ἡ ὑπάρχουσα δὲ ἐνδυμασία τοῦ στρατοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται ὁ στρατιώτης νὰ ἀνθέξῃ εἰς ψῦχος καὶ εἰς χιόνας. Καὶ ἂν ἀνατρέξητε εἰς τὸ πάθημα τῶν Σέρβων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οἱ Σέρβοι ἐνικήθησαν ὑπὸ τῶν Βουλγάρων διὰ τὸ ὅλως ἀκατάλληλον τῆς ἐνδυμασίας εἰς τόπον καλυπτόμενον ὑπὸ χιόνων. Ἐὰν πρόκηται, Κύριοι, νὰ ἐκτελέσῃ τις τὸ καλὸν, λέγω ὅτι οὐδέποτε ὁ στρατὸς ὠπισθοχώρησεν, ὅτι ὁ στρατὸς πάντοτε προθύμως προσφέρει τὴν συνδρομήν του, ἐπ’ αὐτῆς δὲ τῆς μεθορίου γραμμῆς ἅπαντες οἱ στρατιῶται τρέχουσι δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ, ὅπως ἀποκαταστήσωσι τὴν συγκοινωνίαν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει, κρίνοντες ἐκ τούτου, νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ὁ στρατὸς ἔχει καθῆκον νὰ ἐκτελῇ τοιαύτας ἐργασίας. Ὁ στρατιώτης, ὅταν διατάσσηται ν’ ἀποθάνῃ, ἔχει καθῆκον, μὴ ὀπισθοχωρῶν, ν’ ἀποθάνῃ. Ἐννοῶ διὰ τούτου, ὅτι, ὅταν ἀποστέλλητε στρατιώτας, πρέπει νὰ λαμβάνητε μέριμναν νὰ τοῖς δίδητε καὶ ἐνδυμασίας καταλλήλους καὶ πάντα τὰ χρειώδη, ὥστε νὰ δύναται ὁ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του. Πιστεύω δὲ ἀδιστάκτως, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐδόθησαν αἱ ἀναγκαῖαι παραγγελίαι, ὅπως οἱ στρατιῶται καὶ οἱ λοιποὶ ἀποστελλόμενοι ἔχωσι τὰ μέσα τῆς ἰδίας συντηρήσεως· διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει χάριν τῶν ἄλλων θυσιάζομεν ἀνθρώπους, οὓς οἱ γονεῖς μᾶς ἐνεπιστεύθησαν ὡς στρατιώτας, καὶ καθιστῶμεν τὸ ἔργον των λίαν δυσχερές.
§73ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως, καθ’ ὃν χρόνον διαρκεῖ ὁ χειμὼν καὶ ταχυδρομικῶς εἶναι ἀποκεκλεισμένα πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, λάβῃ πρόνοιαν, ὅπου εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ν’ ἀποκαταστήσῃ ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν διὰ θαλάσσης. Εἰς τὴν Λαμίαν τοὐλάχιστον θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκαταστῇ τοιαύτη συγκοινωνία, ἐὰν ἡ ἐν Στυλίδι ταχυδρομικὴ ἐπιστασία ἐφρόντιζε ν’ ἀποστέλλῃ τακτικῶς τὸν ταχυδρομικὸν φάκελλον εἰς Λαμίαν, ἔπραττε δὲ τὸ αὐτὸ καὶ τὸ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ταχυδρομεῖον.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως νόμων περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἀπαιτουμένου χρόνου ἐν ἀδείᾳ 5½ μηνῶν καὶ ἐν ὡρισμένῃ διαθεσιμότητι).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§76ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Συμφωνῶ, Κύριοι, πληρέστατα πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ἣν ἀδύνατον ἀπολύτως νὰ προβῶμεν εἰς οἱανδήποτε ἐλάττωσιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, ἐν ᾗ θέσει διατελοῦσι τὴν σήμερον τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Συνομολογῶ δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ Βουλὴ εἶχον μέχρι τοῦδε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὅπως ἀσχοληθῶσι περὶ τὴν μελέτην ῥιζικωτέρας μεταῤῥυθμίσεως τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος, τοιαύτης, καθ’ ἣν, χωρὶς νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δημόσιαι πρόσοδοι, θὰ ἀνεκουφίζοντο ὁπωσδήποτε αἱ καταθλιπτικώτερον φορολογούμεναι παρ’ ἡμῖν τάξεις. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι βεβαίως λόγος, ἵνα μὴ ἐπιληφθῶμεν ἀπὸ τοῦ νῦν τῆς μᾶλλον ἐπειγούσης φορολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Ἤδη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ παντοῖαι ἐγένοντο πρὸς τοῦτο προτάσεις, ἀναγόμεναι εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Τὰς προτάσεις ταύτας ὤφειλε βεβαίως πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς Βουλῆς ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις καὶ ἀνέγραψεν αὐτὰς ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ ἐκθέσει περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀφοῦ ὅμως αὐτὸς ἔκρινε περιττὸν νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀναγκάζομαι ἐγὼ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ὑποστηρίξω δύο ἰδίᾳ προτάσεις, ἃς θεωρῶ ἀνεπιδέκτους ἀναβολῆς. Αἱ προτάσεις αὗται εἶναι αἱ περὶ καταργήσεως τῶν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῆς ῥητίνης. Καὶ οἱ δύο οὗτοι φόροι εἶναι ἄμεσοι καὶ ὑπάγονται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Οἱ ἄμεσοι φόροι εἶναι πανταχοῦ ἐπαχθεῖς καὶ δυσβάστακτοι, ὡς ἀναγκάζοντες τοὺς πολίτας νὰ εἰσφέρωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὡρισμένα ποσὰ, ἅτινα ἐνίοτε λαμβάνονται οὐ μόνον ἐκ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ παραγωγικοῦ κεφαλαίου καὶ ἅτινα δὲν ἔχουσι πάντοτε πρόχειρα οἱ φορολογούμενοι. Ἀλλ’ ἐὰν τοιοῦτοι ἦναι οἱ ἄμεσοι φόροι ἀλλαχοῦ, ἔνθα πᾶσα δυνατὴ προσπάθεια κατεβλήθη, ὅπως διὰ καταλλήλων μεταῤῥυθμίσεων καταστῶσιν αὐτοὶ ὅσον οἷόν τε δικαιότεροι καὶ ἧττον ἐπαχθεῖς, ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα οὐδεμία σχεδὸν τοιαύτη πρόνοια ἐλήφθη μέχρι τοῦδε, οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος φόροι ἀποβαίνουσιν αὐτόχρημα ἀφόρητοι, ὡς ἀπηρχαιωμένοι, ὡς ἄνισοι ἐν πολλοῖς καὶ ἄδικοι. Δὲν εἶναι βεβαίως τοῦ παρόντος νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ πλέον ἐν τῇ ἐξετάσει τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφοῦ ἄλλως τε πρόκειται περὶ πράγματος κοινῶς ἀνομολογουμένου παρ’ ἡμῖν. Διό, ἐπιφυλαττόμενος νὰ πράξω τοῦτο ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ, ὅτε θὰ ὑποδείξω καὶ τὰς ἐπενεκτέας, ὡς ἐγὼ νομίζω, μεταῤῥυθμίσεις εἰς τοὺς ἀμέσους ἡμῶν φόρους, τό γε νῦν ἔχον, ἀρκοῦμαι νὰ ἐκθέσω εἰς ἡμᾶς ἣν ἔχω γνώμην περὶ τῆς ἀμέσου καταργήσεως τῶν δύο προμνημονευθέντων φόρων. Κρίνω περιττὸν, Κύριοι, νὰ ἐπαναλάβω νῦν ὅσα πολλάκις ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Πάντες σχεδὸν ἔχουσι καταδικάσει αὐτὸν, ὡς ἀπάδοντα πρὸς τὰς ὑγιεῖς ἀρχὰς τῆς νεωτέρας φορολογίας, ὡς ἄδικον καὶ ἄνισον. Οὐδαμοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἀπαντᾷ αὐτὸς τὴν σήμερον. Καὶ παρ’ ἡμῖν δὲ εἴς τινας ἐπαρχίας κρατεῖ, ἐνῷ εἰς ἄλλας, ὡς ἐν Ἑπτανήσῳ, εἶναι ἄγνωστος ὅλως. Καὶ ὅπου δὲ ἰσχύει, καίτοι θεωρούμενος ἔγγειος, οὐδὲν ἧττον ἐπιβαρύνει μᾶλλον τὴν ἐργασίαν, ἀφοῦ ἐπὶ τῶν μεγάλων κτημάτων λ. χ. ἀποτίνουσιν αὐτὸν οἱ καλλιεργηταὶ συνήθως καὶ οὐχὶ οἱ ἰδιοκτῆται. Ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι καὶ ἄλλως ἐπαχθὴς τὰ μάλιστα· οἱ γεωργοί μας δὲν εἶναι πάντοτε εἰς θέσιν νὰ ἀποτίσωσιν αὐτόν· ἐν ἐποχῇ εὐφορίας εἶναι βεβαίως ἐμπρόθεσμοι εἰς τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ, ἐν ἐποχῇ ὅμως ἀφορίας, ὅπερ εἶναι τὸ συνηθέστερον παρ’ ἡμῖν, στερούμενοι χρημάτων, εἶναι ἠναγκασμένοι ἓν ἐκ τῶν δύο νὰ πράξωσιν, ἢ νὰ δανεισθῶσι χρήματα ἐπὶ τόκῳ ὑπερόγκῳ πρὸς 18, 24 καὶ ἐνίοτε 30 τοῖς ἑκατὸν, ἢ, κηρυττόμενοι ἐκπρόθεσμοι τῆς πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλῆς, νὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τοῦ περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων νόμου καὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πρόστιμον 20%, εἰς τόκους ὑπερημερίας, εἰς ἔξοδα ἐξακριβώσεως καὶ εἰς τόσα ἄλλα, ἅτινα ὁμοῦ ἀνέρχονται εἰς 40–50% ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ φόρου. Οὐδὲν θαῦμα λοιπὸν, ἐὰν ὑπὸ τοιούτους ὅρους οἱ γεωργοί μας καθίστανται ὁσημέραι κατάχρεοι καὶ ἡ καλλιεργία ὁλονὲν ἐκπίπτῃ καὶ περιορίζηται. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐν Ἑλλάδι ἠλαττώθη κατὰ τὸ ἓν πέμπτον περίπου. Καὶ νομίζετε ὅτι φόρος, τόσον ὀλεθρίως ἐπενεργῶν ἐπὶ τὴν παραγωγὴν, πρέπει νὰ παραμείνῃ ἐπὶ πολὺ ἔτι ἐν ἰσχύϊ παρ’ ἡμῖν; Δὲν ἀγνοῶ ὅτι πρὸ πολλοῦ ἤδη ἔχει προταθῆ ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ διὰ τοῦ ἐγγείου στρεμματικοῦ φόρου, ὃν καὶ ἐγὼ θεωρῶ κατ’ ἀρχὴν ὀρθὸν καὶ δίκαιον. Ἀλλὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου τούτου ὑπολαμβάνω ἀκατόρθωτον ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ μακρὸν, ἐφ’ ὅσον δηλαδὴ στερούμεθα κτηματολογίου, ἡ δὲ ἀγροτικὴ ἡμῶν πίστις εὑρίσκεται εἰς ἣν θέσιν διατελεῖ αὕτη τὴν σήμερον. Ἀφοῦ δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἔτι ὁ ἔγγειος φόρος παρ’ ἡμῖν, πρέπει ἡ γεωργία μας νὰ κατατρύχηται, ὡς μέχρι τοῦδε, ὑπὸ τοῦ τόσον οἰκτρῶς ἀποτυχόντος φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν; Οὐδεὶς, νομίζω, κηδόμενος τῶν γεωργῶν ἡμῶν καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς, θὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς περαιτέρω αὐτοῦ ἰσχύος. Οὐχ ἧττον ἄξιον ἀμέσου καταργήσεως θεωρῶ καὶ τὸν φόρον τῆς ῥητίνης, ἥτις, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι ὁ καταθλιπτικώτατος τῶν ἐν Ἑλλάδι φόρων. Πολλοὶ τῶν προαγορευσάντων ἐνόμισαν, ὅτι τὸ κυρίως ἐλαττωματικὸν αὐτοῦ ἔγκειται ἐν τῇ ὑπερόγκῳ τιμῇ, ἣν ὀφείλει ν’ ἀποτίνῃ πρὸς τὸ Δημόσιον ὁ ῥητινοσυλλέκτης ἀπέναντι τοῦ πρὸς αὐτὸ ὀφειλομένου φόρου. Ἐγὼ ὅμως θεωρῶ ἐπαχθέστατον αὐτὸν τοῦτον τὸν φόρον. Οὐδεὶς ἄλλος φόρος παρ’ ἡμῖν ἀνέρχεται εἰς ὅσα αὐτὸς ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν. Ὁ καλλιεργητὴς τῆς ῥητίνης ὑποβάλλεται ἔτι εἰς τὴν δεκάτην, ἥτις ἐπὶ παντὸς ἄλλου φόρου παρ’ ἡμῖν ἔχει καταργηθῆ, ἐπ’ αὐτῆς δὲ ὁμοῦ μετὰ τοῦ προσθέτου φόρου ἀνέρχεται εἰς 12%. Πλὴν τούτου οἱ πλεῖστοι τῶν ῥητινοσυλλεκτῶν τελοῦσιν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἐπικαρπίαν ἐκ 15%. Δυστυχῶς ἐλάχισται τῶν κοινοτήτων ἔσπευσαν νὰ συμμορφωθῶσιν ἐμπροθέσμως πρὸς τὸ Β. διάταγμα τῆς 17 Νοεμβρίου 1836, τὸ ἐπέχον θέσιν νόμου. Κατὰ τὸ 3ον αὐτοῦ ἄρθρον ὤφειλον πάντες οἱ ἰδιοκτῆται δασῶν νὰ ὑποβάλωσιν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του τοὺς οἰκείους τίτλους, ἐπὶ ἀπειλῇ τοῦ νὰ κηρυχθῶσιν ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἔκπτωτοι παντὸς δικαιώματός των. Καὶ ἰδιῶται πολλοὶ παρέλιπον τότε νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν τοιαύτην διάταξιν τοῦ διατάγματος, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὀλιγώρησαν τούτου αἱ διάφοροι κοινότητες καὶ δι’ ἄλλους λόγους, καὶ διότι πολλὰ δάση, καταστραφέντα ἐν καιρῷ τῆς ἐπαναστάσεως, δὲν εἶχον ἀναπτυχθῆ τότε ἀκόμη, οὐδὲ ᾐσθάνοντο αἱ κοινότητες τὴν χρησιμότητα αὐτῶν, ὑπὸ ἔποψιν ἰδίᾳ τῆς καλλιεργίας τῆς ῥητίνης. Οὕτως ὅμως ἠναγκάσθησαν αὐταὶ, κατὰ προφανῆ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν νομικὸν κανόνα, καθ’ ὅν τὰ ἐπικείμενα ὑπόκεινται τοῖς ὑποκειμένοις, νὰ στερηθῶσι τῆς ἰδιοκτησίας τῶν δασῶν των, καίτοι τούτων κειμένων ἐντὸς περιφερειῶν, ἐφ’ ὧν αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος κοινότητες εἶχον ἀναμφισβήτητον ἰδιοκτησίαν. Ἐπακόλουθον τούτου ὑπῆρξεν, ὅτι, ἅμα θελήσασαι βραδύτερον νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὰ ἴδια δάση ἰδίᾳ διὰ τῆς καλλιεργίας τῆς ῥητίνης, εὑρέθησαν αἴφνης πρὸ τῆς ἀνωτέρας βίας τοῦ Δημοσίου, ὅπερ δι’ ὅλου τοῦ ὄγκου του ἐπεβλήθη εἰς αὐτὰς καὶ τὰς ἠνάγκασεν ὁμοῦ μετὰ τοῦ νενομισμένου φόρου νὰ τελῶσι καὶ ἐπικαρπίαν πρὸς αὐτό. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν οἱ πλεῖστοι τῶν ῥητινοσυλλεκτῶν ἀποτίνουσι νῦν πρὸς τῇ δεκάτῃ καὶ τῷ προσθέτῳ φόρῳ καὶ ἐπικαρπίαν, ἤτοι ἐν συνόλῳ 27% ἐπὶ τοῦ προϊόντος των. Τί δὲ συμβαίνει οὕτω; Λαμβάνω ἓν παράδειγμα, Κύριοι, ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας, ὅπως καταστήσω τὸ πρᾶγμα εἰς ὑμᾶς ἔτι μᾶλλον καταληπτόν. Ἐκεῖ μία οἰκογένεια, ἀπαρτιζομένη ἐκ πέντε μελῶν, δύναται, ἐργαζομένη ἐπὶ 4–5 μῆνας, νὰ συλλέξῃ ἕως 1000 ὀκάδας ῥητίνης. Ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι ἥκιστα προσοδοφόρος, δι’ ὃ ἐπιδίδονται εἰς αὐτὴν συνήθως οἱ ἀπορώτατοι, οἵτινες διὰ τοῦτο δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πωλήσωσι τὸ προϊόντων ἀπ’ εὐθείας εἰς τοὺς καταναλωτὰς μετὰ τὴν συλλογήν του, ἀλλὰ τὸ προπωλοῦσι συνήθως πολὺ πρὸ ταύτης εἰς ἀσυνειδήτους ἐμπόρους, οἵτινες δίδουσι συνήθως τιμὴν εὐτελεστάτην εἰς αὐτοὺς, ἤτοι 15–20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἂν ὡς μέσον ὅρον λάβωμεν τὰ 18 λεπτὰ, θὰ ἴδωμεν, ὅτι μία οἰκογένεια εἰσπράττει ἐκ τῶν 1000 ὀκάδων ῥητίνης μόλις 180 δραχμὰς, εὐτελέστατον ποσὸν, ἀναλογοῦν πρὸς 7 δραχμὰς περίπου διὰ τὴν μηνιαίαν ἐργασίαν ἑνὸς ἑκάστου τῶν μελῶν της. Καὶ πῶς φορολογεῖται τὸ ποσὸν τοῦτο; Ἐπὶ 1000 ὀκάδων ἔχει ν’ ἀποδώσῃ τὰς 270 εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπερ ὅμως δὲν δέχεται αὐτὰς εἰς εἶδος, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ νὰ πληρωθῇ παρὰ τοῦ ῥητινοσυλλέκτου τὴν ἀγοραίαν τιμήν. Ἐπειδὴ δὲ αὕτη ἀνήρχετο κατὰ μέσον ὅρον εἰς 30 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, οἱ ἐκεῖ καλλιεργηταὶ τῆς ῥητίνης ὤφειλον μέχρι τοῦδε ἐπὶ 1000 ὀκάδων, ἐξ ὧν αὐτοὶ εἰσέπραττον μόλις 180 δραχμὰς, ν’ ἀποδίδωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰς 81 δραχμὰς, ἤτοι 47%. Σᾶς ἐρωτῶ νῦν, Κύριοι, πρὸς Θεοῦ, ἠκούσθη ποτὲ τόσον βαρεῖα, τόσον ἄδικος καὶ καταθλιπτικὴ φορολογία; Καὶ δύναταί τις, ἔχων καρδίαν, ἔχων ἴχνος συνειδήσεως, νὰ ἀνεχθῇ αὐτὴν ἐπὶ πλέον; Μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι προτείνω ἁπλῶς κατάργησιν φόρων, ἐξ ἧς θὰ ἐπήρχετο μείωσις τῶν προσόδων τοῦ Κράτους ἐν ἐποχῇ τόσον κρισίμῳ διὰ τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Ὑποδεικνύω συγχρόνως ἕτερόν τινα πόρον, ἐξ οὗ τὸ Δημόσιον θὰ εἰσέπραττε πλείονα καὶ ἀσφαλέστερον ἢ ἐκ τῶν φόρων, ὧν προτείνω τὴν κατάργησιν. Ἡ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν πρόσοδος ἀνέρχεται εἰς δύο περίπου ἑκατομμύρια....
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι περισσότερα.
§78ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὃν ὑμεῖς ὑπεβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναγράφετε 2,000,000 δρ. Ἀλλ’ ἐκ τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ἥτις ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ὑμῶν ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» καὶ ἥτις μόνη δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ τοιούτων ὑπολογισμῶν, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος πρόσοδος ἀνῆλθε τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἰς 1,923,000 δραχμάς. Ἐγὼ ἐν τούτοις, ὅπως ὀνομάσω ἕνα στρογγύλον ἀριθμόν, ὑπελόγισα αὐτὰς εἰς 2,000,000 δραχμάς.
§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πειράζει.
§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς ῥητίνης δέχομαι, ἂν θέλετε, ὡς βάσιν αὐτὴν τὴν πρόσοδον, ἣν ὑμεῖς ἀναγράφετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891 ὡς ἀνερχομένην εἰς 160,000 δραχμάς. Οὕτω, Κύριοι, ἔχομεν ἔκπτωσιν ἐκ τῶν δημοσίων προσόδων, διὰ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ προτεινομένης καταργήσεως τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῆς ῥητίνης μὴ ὑπερβαίνουσαν ἐν ὅλῳ τὰ 2,160,000 δραχμάς. Ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου προτείνω ν’ αὐξήσῃ ὁ δασμὸς τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰς τὴν χώραν ἡμῶν δασμῶν κατὰ 2 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν.
§81ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπελογίσατε πόσα εἰσάγονται;
§82ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα. Εἰσάγονται ἐτησίως εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν 2,500,000–2,900,000 στατήρων, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον 2,700,000 στατῆρες.
§83ΦΙΛΙΟΣ. Εἶναι πολὺ περισσότερον.
§84ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τόσον τοὐλάχιστον ἀναφέρει ἡ ἐπίσημος στατιστικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ἣν ἐπὶ παραδείγματι τὸ 1888 εἰσήχθησαν στατῆρες 2,505,000, ἀξίας 30,804,000 δραχμῶν, τὸ 1889 στατῆρες 2,914,000, ἀξίας 35,360,000 δραχμῶν, καὶ τὸ 1890 στατῆρας 2,429,316, ἀξίας 29,183,000 δραχμῶν. Ὥστε ὁ μέσος ὅρος τῆς ἔξωθεν εἰσαγωγῆς σιτηρῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι 2,700,000 στατῆρες, ἀνερχόμενοι εἰς 118,800,000 ὀκάδας, αἵτινες πρὸς 2 λεπτὰ θὰ ἀπέφερον 2,376,000 δραχμάς, αἵτινες καλύπτουσι τὴν ἔκπτωσιν τῶν 2,160,000 δραχμῶν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῆς ῥητίνης, καὶ καταλείπουσι μάλιστα καὶ πλεόνασμα 200,000 δραχμῶν περίπου.
§85ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχετε λάθος. Τὰ 118 ἑκατομμύρια ὀκάδων πρὸς 2 λεπτὰ μᾶς δίδουν 237,000 δραχμὰς μόνον.
§86ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σκεφθῆτε κάλλιον, καὶ θὰ ἴδητε, ὁπόσον ὑμεῖς σφάλλεσθε.
§87ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, σεῖς κάνετε τὸ σφάλμα.
§88ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ κατάλληλος τόπος, ὅπως διδαχθῆτε τὰς πρώτας πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Δημητριάδην). Ἔχει δίκαιον· τόσον εἶναι τὸ ποσόν.
§90ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, διὰ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ προτεινομένης φορολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως θὰ ἐπέλθῃ οὐχὶ μείωσις, ἀλλὰ τοὐναντίον αὔξησις τῶν δημοσίων προσόδων, ἣν θὰ εὕρητε πολλῷ μείζονα, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν πρὸς 2 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, τὸ Κράτος θὰ εἰσπράττῃ σχεδὸν ἀνεξόδως καὶ ἀσφαλῶς τὰ 2,376,000 δραχμὰς, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ βεβαιῶται καὶ εἰσπράττηται ἀμέσως ἐν τοῖς τελωνείοις, ἐνῷ τοὐναντίον διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῆς ἐκ τῶν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῆς ῥητίνης προσόδου ὑποβάλλεται αὐτὸ καὶ εἰς ἐνοχλήσεις πολλὰς καὶ εἰς δαπάνας, ἀνερχομένας εἰς ἑκατοστύας ὅλας χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ αὔξησις δὲ τοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν κατὰ 2 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν δὲν θὰ ἦναι ἐπαισθητὴ εἰς τὸν καταναλωτὴν, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι αὐτὴ θὰ ἐπιβαρύνῃ τοῦτον καὶ μόνον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσθανθῇ τις ἐπὶ παραδείγματι 1 λεπτὸν, ὅπερ θὰ πληρόνῃ καθ’ ἡμέραν ἐπὶ πλέον διὰ τὸν ὑπ’ αὐτοῦ καταναλισκόμενον ἄρτον μετὰ τὴν ἐφαρμοσθησομένην αὔξησιν τοῦ δασμοῦ κατὰ 2 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν; Εἶναι ὅμως τὰ μάλιστα ἐπαισθητοὶ οἱ φόροι τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῆς ῥητίνης. Κατ’ αὐτοὺς ὁ φορολογούμενος δὲν πληρόνει 1 λεπτὸν μόνον καθ’ ἡμέραν, ἀλλὰ δεκάδας πολλὰς δραχμῶν ὁμοῦ, καὶ καθ’ ὃν χρόνον μάλιστα στερεῖται αὐτῶν συνήθως, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀναγκάζεται νὰ καταφεύγῃ εἰς τοκογλυφικὰ δάνεια, ἅτινα ἄγουσιν αὐτὸν ἀσφαλῶς εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ἢ ὑφίσταται τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, καθ’ ἃς ὀφείλει ν’ ἀποτίσῃ πρόστιμα, τόκους ὑπερημερίας καὶ τόσα ἄλλα, καὶ τέλος ῥίπτεται εἰς τὰς φυλακὰς, ἀποστερῶν ἴσως οὕτω τὴν οἰκογένειάν του τοῦ μόνου στηρίγματός της. Ἄν ἡ γεωργία, Κύριοι, δὲν τύχῃ τῆς προτεινομένης ἀνακουφίσεως, θὰ καταστραφῇ τέλεον, τοιουτοτρόπως δὲ θὰ στειρεύσῃ μὲν μία τῶν σπουδαιοτάτων πηγῶν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, θὰ καταστῇ δὲ ἡ χώρα ἡμῶν ὑποτελὴς ἄλλων σιτοφόρων χωρῶν, ἐξ ὧν θὰ προμηθεύηται ὅλον τὸν ἀναγκαῖον ἄρτον, ἀποτίνουσα δι’ αὐτὸν ἐτησίως οὐχὶ πλέον 30–35, ἀλλὰ 60–70 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐτησίως εἰς χρυσόν. Καὶ ἐκ τῆς καλλιεργίας τῆς ῥητίνης ἐπαπειλεῖται εἰς ἡμᾶς ἕτερός τις κίνδυνος, ἂν καὶ αὐτὴ δὲν ἀνακουφισθῇ ταχέως ἐκ τοῦ νῦν ἐπιβαρύνοντος αὐτὴν ἀδίκου καὶ καταθλιπτικοῦ φόρου. Ἡ διατήρησις τῶν ὡραίων ἡμῶν πευκώνων, οἵτινες τόσον εὐεργετικοὶ εἶναι σὺν ἄλλοις καὶ εἰς τὴν ὑγείαν τῶν ἀνθρώπων, ὀφείλεται νῦν κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν καλλιεργίαν τῆς ῥητίνης. Οἱ ἔχοντες συμφέρον ἐξ αὐτῶν περιποιοῦνται τὰ πεῦκα ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ καὶ φροντίζουσι πάντοτε ν’ ἀντικαθιστῶσι τὰ γηράσκοντα δένδρα διὰ νέων τοιούτων. Ἂν τὸ συμφέρον ἐκλίπῃ, θὰ ἴδητε καὶ τοὺς ὡραίους πευκῶνάς μας καταδικαζομένους εἰς τὴν αὐτὴν τύχην πρὸς τὰ λοιπὰ δάση μας καὶ μεταβαλλομένους καὶ αὐτοὺς σὺν τῷ χρόνῳ, ὡς ταῦτα, εἰς βοσκὰς διὰ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου. Ψηφίζοντες λοιπὸν, Κύριοι, τὴν ὑπ’ ἐμοῦ προτεινομένην κατάργησιν τῶν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῆς ῥητίνης, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οὕτω πῶς οὐ μόνον τάξεις ὁλοκλήρους συμπολιτῶν μας, τὰς τῶν ῥητινοσυλλεκτῶν καὶ γεωργῶν, εὐεργετεῖτε, ἀλλὰ καὶ σώζετε ἐκ βεβαίας καταστροφῆς τοὺς λαμπροὺς πευκῶνάς μας καὶ τὴν γεωργίαν καθόλου τῆς χώρας.
§91Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως, ὅτι ὁ συζητούμενος νόμος εἶναι ὁ σπουδαιότερος ὅλων, δὲν περιμένετε νὰ τὸ μάθητε ἀπὸ ἐμὲ, καὶ ὁμολογουμένως ἡ συζήτησις του γίνεται οὐχὶ ὡς ἠδύνατό τις νὰ περιμένῃ. Εἰς τοῦτο συντελεῖ, ἐκτὸς πολλῶν ἄλλων, ἴσως καὶ ἡ διατύπωσις τοῦ ἑκάστοτε ἐπαναλαμβανομένου νόμου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων. Βεβαίως οὐδεὶς γινώσκει τὴν στιγμὴν ταύτην τί ψηφίζει· καθὼς γνωρίζετε, ἐτησίως ἐπαναλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἰσχύουσιν οἱ φορολογικοὶ νόμοι τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀλλ’ ἐὰν ἠθέλατε ἔχει τὴν περιέργειαν νὰ μάθητε τὸν νόμον τοῦ προηγουμένου ἔτους, δὲν θὰ τὸν ἀνεύρητε εἰς τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀλλὰ θὰ ἀνατρέξητε ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἀλληλοδιαδόχως μέχρι τοῦ ἔτους 1874. Εἰς ἄλλην συνεδρίασιν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις συνήνεσε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν παράκλησιν μου ἐκείνην, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν εἶδον νὰ τὴν ἐκτελέσῃ.
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατετέθησαν ἅπασαι αἱ πληροφορίαι καί τινα τεύχη, ἀρκετὰ ὀγκώδη· κατετέθησαν δὲ εἰς τρία ἢ τέσσαρα ἀντίτυπα, διότι δὲν ἠδύναντο ἐγκαίρως νὰ τυπωθῶσι πάντα.
§93Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ εἶχον ζητήσει ἓν πρόχειρον σημείωμα τῶν νόμων αὐτῶν μὲ τὰς παραπομπὰς καὶ κυρίως τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προστίθενται ἐτησίως· ἠδύνατο τοιοῦτο σημείωμα νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ αὐτὸ κατετέθη.
§95Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἓν μόνον ὅμως.
§96ΣΧΙΝΑΣ. Νομίζω, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἀγνοεῖτε—διότι χθὲς ἀπουσιάζετε—ὅτι εἰς τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων περιλαμβάνεται καὶ ἡ φορολογία τῶν ὑπαλλήλων (ἱλαρότης).
§97Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν. Κύριοι, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ δανείσῃ μικρὰν ἀκρόασιν. Ἀσθενὴς, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἦλθον εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἔχω νὰ ὑποστηρίξω δι’ ὀλίγων λέξεων μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Πρὸ τούτου ὅμως ὀλιγίστας λέξεις θὰ προτάξω γενικῶς περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου οὕτως εἰπεῖν τῶν νόμων. Βεβαίως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἄπειρα δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ ποτὲ νὰ μὴ τελειώσῃ, ἀλλὰ πρωτίστως πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων. Δὲν γνωρίζω, τίς θὰ ἦναι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε πρέπει νὰ ληφθῇ ἡ πρόνοια αὕτη. Βεβαίως, ἂν δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ἤδη αὐτὸς ὁ νόμος, ὅπως ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, τοὐλάχιστον νὰ βοηθήσωμεν αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς φορολογουμένους καὶ νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις ἑνὸς τεύχους εἰς πολλὰς χιλιάδας ἀντιτύπων, τὰ ὁποῖα νὰ διανεμηθῶσι, νὰ διασπαρῶσι πανταχοῦ.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοιοῦτον τεῦχος ἐδημοσιεύθη.
§99Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρέπει νὰ δημοσιευθῇ εἰς πολλὰς χιλιάδας ἀντιτύπων καὶ νὰ πωλῆται εἰς ἐλαχίστην τιμὴν, διότι ἄλλως λαμβάνουσι μόνον ὅσοι προλάβωσιν ἢ ἔχωσι τὰ μέσα. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσω περὶ τούτου κυρίως. Ἐν τοῖς φορολογικοῖς νόμοις ὑπάρχουσι τόσῳ τερατώδεις ἀνισότητες, ὥστε βεβαίως ἐγείρουσι τὴν ἀγανάκτησιν τῶν φορολογουμένων. Δὲν ἐνασχολοῦμαι εἰς τὰ οἰκονομικὰ, καὶ δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῶν, ἁπλῶς μόνον διαβιβάζω τὰ παράπονα τῶν φορολογουμένων διά τινας τῶν φόρων καὶ ἰδίως διὰ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι φόροι ἐπαχθεῖς, ἀλλ’ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων εἶναι καὶ κακοῦργος, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι χρησιμεύει ὡς ἓν κομματικὸν ὅπλον. Δὲν ἔχω ὡρισμένην πρότασιν πρὸς μεταβολὴν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἀλλὰ προσθέτω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου εἰς τὸ γενικὸν παράπονον, ὅτι ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ κακῶς ἔχει διατυπωθῆ καὶ κάκιστα ἐφαρμόζεται. Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ἡ ὑγεία μου τὸ ἐπιτρέψῃ, θέλω ὁμιλήσει ἐν γένει ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν κατὰ τὰς μικράς μου δυνάμεις. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συνάδελφος πολλὰ εἶπε περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι ὁ εἷς στύλος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀναβιβασθῆ ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, ὁ ἄλλος εἶναι ἡ μονοετὴς θητεία, ἡ ὁποία ὅμως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐγένετο μακρά· ἀλλ’ ἐὰν ἀφήσωμεν ὅλα τ’ ἄλλα καὶ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ ἐσχάτως συμβάντα ἐν τῷ νομῷ Λαρίσσης, θέλομεν ἰδεῖ ψηλαφητῶς, ὅτι τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα ἐναυάγησε, καὶ ἐναυάγησεν οἰκτρῶς. Γνωρίζετε ὅτι ὁλόκληρος ὁ νομὸς κατεστράφη ὑπὸ πανωλεθρίας, διότι ἐπὶ ἓξ ἕως ἑπτὰ μῆνας δὲν ἔβρεξεν, εἶναι δὲ ἀληθὲς καὶ ἐπισήμως βεβαιωμένον, ὅτι οἱ γεωργοὶ ἐκεῖ ἔσπειραν καὶ δὲν ἐθέρισαν, δηλαδὴ δὲν ἐδοκίμασαν νὰ θερίσωσιν, ἀπώλεσαν καὶ τὸν σπόρον. Ἐν τούτοις ὁ νόμος τοῖς ἐπιβάλλει νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον.
§100ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Θέλετε τὴν δεκάτην;
§101Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὴν δεκάτην δὲν τὴν θέλω.
§102ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀφομοίωσις μετὰ τῆς Ἑπτανήσου.
§103Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ γνώμη αὕτη τοῦ κ. συναδέλφου μοὶ ὑπενθυμίζει ἀκριβῶς ἓν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου μοὶ ἐπέστησεν ἄλλοτε τὴν προσοχὴν ὁ μακαρίτης Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς. Τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῆς Ἑπτανήσου εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον· ἡ ἀνομοιότης, ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ ὑμῶν καὶ τῆς Ἑπτανήσου, δὲν εὐχαριστεῖ βεβαίως οὔτε ἡμᾶς οὔτε ἐκείνους.
§104ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοὺς εὐχαριστεῖ.
§105Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν τοὺς εὐχαριστῇ, σημαίνει ὅτι εἶναι καλλίτερον τὸ σύστημά των, καὶ τότε δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀνομοιότης, ἥτις εἶναι ἐναντία τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι εἴμεθα ὅλοι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ ὀφείλομεν νὰ συνεισφέρωμεν ἐξ ἴσου. Ἢ τὸ ἡμέτερον σύστημα εἶναι καλὸν, καὶ τότε πρέπει ἡ Ἑπτάνησος νὰ τὸ ἀσπασθῇ, ἢ τὸ σύστημα τῆς Ἑπτανήσου εἶναι καλὸν, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀσπασθῶμεν ἡμεῖς. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Φθιώτιδος συναδέλφου, λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, καταργουμένου τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Κυρίως ὅμως ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἀναπτύξω τὰς δύο ὑποβληθείσας τροπολογίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν, δὲν ἔχω ἀνάγκην ἴσως νὰ εἴπω περὶ αὐτῆς τίποτε. Πρόκειται περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ νομοῦ Λαρίσσης ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὸ λῆξαν ἔτος 1890, καὶ τοῦτο, διότι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἔχει ἀναγράψει ὑποχρέωσιν πληρωμῆς. Ἐπὶ τούτου βεβαίως δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀντίῤῥησις οὔτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε ἡ τέως Κυβέρνησις εἶχεν εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἤτοι περὶ ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς, ὁ τότε βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ρικάκης ὑπέβαλε πρότασιν περὶ ἀπαλλαγῆς καθ’ ὁλοκληρίαν τῶν παθόντων κατοίκων ἀπὸ τοῦ φόρου τούτου, ὁ δὲ ἀξιότιμος τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, μὴ ἀρκεσθεὶς εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἐπρότεινεν ὄχι μόνον τὴν ἀπαλλαγὴν, ἀλλὰ καὶ τὴν χορήγησιν σπόρου, καὶ πολὺ δικαίως· καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ φανῇ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ὑποδεεστέρα τῆς Τουρκικῆς, ἥτις καὶ ἀπὸ τοῦ φόρου ἀπήλλαξε τοὺς κατοίκους της καὶ τὸν σπόρον ἐχορήγησεν· ἀλλὰ σκληροτράχηλος ἡ τότε Κυβέρνησις, ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν ταύτην· ἴσως ὅμως ἠγνόει τὴν κατάστασιν τῶν παθόντων χωρίων. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ἐγὼ ἤδη τὴν πρότασιν ἐκείνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μὲ μίαν μεγάλην ἀβαρίαν, ζητῶν μόνον τὴν ἀπαλλαγὴν, διότι οἱ ἄνθρωποι ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα πρὸς ἐξοικονόμησιν ὅπως δήποτε μέρους τοῦ σπόρου.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ζητεῖτε τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου καὶ τῶν πλουσίων ἰδιοκτητῶν;
§107Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα. Νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις πλουσίων ἰδιοκτητῶν ἐν Θεσσαλίᾳ;
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἰδιοκτῆται μεγάλων ἐκτάσεων.
§109ΦΙΛΙΟΣ. Ν’ ἀπαλλαχθῶσι μόνον οἱ καλλιεργηταί.
§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῇ ποῖοι εἶναι οἱ καλλιεργηταί· ἄλλως τε, ἐπειδὴ εἶναι τις πλούσιος, πρέπει νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον; Δὲν θέλω νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν πλουσίων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν θέλομεν νὰ τοῖς ἐπιβάλωμεν ποινὴν διότι εἶναι πλούσιοι· πρέπει νὰ τοῖς ἐπιβάλωμεν νὰ δωρήσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον; Ὄχι· δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτοὺς ἰδιαιτέρως φόρον.
§111ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Οὐδεὶς ἰδιοκτήτης εἴτε ἐν Θεσσαλίᾳ, εἴτε ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, πληρόνει φόρον, διότι ἀφ’ ὅτου ἔπαυσεν ἡ δεκάτη, ἐκάμαμεν συμφωνίας μὲ τοὺς χωρικούς, ὅπως ἀντὶ τῆς δεκάτης, ἥτις τόσον τοὺς ἐπεβάρυνε, πληρόνωσι τὸν ἀντικαταστήσαντα αὐτὴν ἐλάχιστον φόρον.
§112ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Θεσσαλίαν, νομίζω ὅτι ῥητῶς ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ πληρόνωσι τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, τὸ δὲ ἥμισυ οἱ χωρικοί.
§113ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές.
§114ΦΙΛΙΟΣ. Δικαστικῶς δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ τὸ ἥμισυ ὁ χωρικὸς ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ πληρωμὴ τοῦ ἡμίσεως τοῦ φόρου ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας γίνεται μόνον ἀπὸ ἐκείνους τῶν ἰδιοκτητῶν, ὅσοι ἔχουσι τὴν καλὴν θέλησιν. Διὰ τοῦτο θέλω προτείνει κατόπιν νὰ χωρισθῇ ἡ πρὸς πληρωμὴν ὑποχρέωσις τοῦ χωρικοῦ ἀπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου, ὥστε τὸ ἥμισυ νὰ τὸ πληρόνῃ ἀπ’ εὐθείας ὁ ἰδιοκτήτης πρὸς τὸ Δημόσιον.
§115ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὁ νόμος ἐπιτάσσει νὰ πληρόνῃ τὸ ἥμισυ ὁ χωρικὸς καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ ὁ ἰδιοκτήτης. Ἐὰν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων δὲν ἀπαιτῶσιν ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην τὸ ἥμισυ τοῦτο καὶ λαμβάνωσι τὸ ὅλον ἀπὸ τοὺς χωρικούς, τότε πταίουσιν αὐτοί.
§116ΦΙΛΙΟΣ. Ὁ νόμος δὲν ἐπιτάσσει τοῦτο, οἱ δὲ χωρικοί, ἀναλογιζόμενοι τὰς δικαστικὰς δαπάνας, ἀποφεύγουσι νὰ ζητῶσιν ἀπὸ τοὺς ἀρνουμένους ἰδιοκτήτας τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεώς των δικαστικῶς.
§117Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ματαία ἡ συζήτησις αὕτη· προεκλήθη ἀπὸ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου συναδέλφου....
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας.
§119Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα· μὲ συγχωρεῖτε.... καὶ πρώην Πρωθυπουργοῦ, διότι νομίζει, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν. Ποῦ στηρίζει, παρακαλῶ, τὴν γνώμην ταύτην; Διότι εἶναι πλούσιοι; Βεβαίως δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς πλουτοκρατίας, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ψηφίσω πᾶσαν πρότασιν τείνουσαν εἰς τὴν φορολογικὴν ἰσότητα, ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁ φόρος, ὅτι οὗτος καταβάλλεται ἐξ ὅσων τις εἰσπράττει, τί εἰσέπραξαν καὶ οἱ καλλιεργηταὶ καὶ οἱ ἰδιοκτῆται τῆς Θεσσαλίας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἵνα καταβάλωσι τὸν φόρον;
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος εἰς τοῦτο. Πιθανὸν νὰ ἦμαι σύμφωνος πρὸς τὴν πρότασιν ὑμῶν καθ’ ἑαυτὴν, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπὶ τοιαύτης βάσεως, διότι θεωρῶ τὸν γεωκτήμονα ὑπόχρεων εἰς πληρωμὴν τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ὅταν οὐδὲν παράγῃ ἡ γῆ· τοῦτο εἶναι παρεπόμενον εἰς τὴν φορολογίαν ἐπὶ ὅρῳ παγίῳ. Ὁ στρεμματικὸς φόρος, ὁ ἐπιβεβλημένος ἁπανταχοῦ, ἐκτὸς ἡμῶν, πληρόνεται καὶ ὅταν παράγῃ τὸ στρέμμα καὶ ὅταν δὲν παράγῃ, τὴν αὐτὴν δὲ βάσιν ἔχει καὶ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ ὅρῳ παγίῳ, ὅπως καὶ ὁ στρεμματικός. Σήμερον δὲν προτείνεται μεταβολὴ τῆς βάσεως τοῦ φόρου προτείνεται ὅπως εἰς τοὺς πάσχοντας ὡς ἐκ τῆς περισυνῆς θεομηνίας ἀγρότας τῆς Θεσσαλίας δοθῇ τις ἀνακούφισις· εἰς τὴν πρότασιν ταύτην νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀνταποκριθῶμεν, περιορίζοντες ὅμως τὴν εὐεργετικὴν ἐνέργειαν τοῦ νόμου εἰς τὸν ἄξιον ἀνακουφίσεως καλλιεργητὴν, οὐχὶ δὲ εἰς τοὺς κυρίους τῶν γαιῶν, διότι δὲν προσήκει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπεκτείνῃ τὴν ἀνακούφισιν εἰς τοὺς εὐπόρους ἰδιοκτήτας, οἵτινες κατὰ τὴν ἐνσκήψασαν γεωργικὴν καταστροφὴν αὐτοὶ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παράσχωσι τοιαύτην ἀνακούφισιν εἰς τοὺς καλλιεργητάς. Εἰς τοῦτο ἀφορῶν, διέκοψα διὰ μιᾶς λέξεως ὑμᾶς ὁμιλοῦντα, ἵνα ἐνδείξω, ὅτι ἡ πρότασις ὑμῶν δέον νὰ περιλάβῃ διάκρισιν καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν.
§121Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνέφερε τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν καὶ εἶπεν, ὅτι πάντοτε κατὰ ταύτην ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλλωσιν οἱ ἰδιοκτῆται, εἴτε παραγάγῃ τὸ στρέμμα, εἴτε ὄχι. Τοῦτο τὸ ἐννοῶ ὅταν ὑπάρξῃ διαφορὰ εἰσοδήματος, ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ πανωλεθρίας καὶ ὡς ἐκ ταύτης πρόκηται νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον δικαιοσύνης καὶ ἀνακουφίσεως, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει τὰ δεχθῆ. Ἀλλ’ ἔχω ἓν σπουδαιότατον ζήτημα, τὴν πρότασίν μου περὶ φορολογίας τοῦ ἐλαίου, καὶ περὶ αὐτῆς ἐφρόντισα διὰ μακρᾶς αἰτιολογίας νὰ εἰσαγάγω τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας, τυπωθεῖσαν, καὶ δὲν θὰ καταχρασθῶ τὴν ὑπομονὴν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἀναπτύξω ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς πολλὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ διὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων ὑποστηρίζουσι τὴν πρότασίν μου. Ἐγὼ κατ’ οὐσίαν ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον τοῦ ἐλαίου θέλω τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, διότι ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ φορολογικοῦ ὅρου δὲν πιστεύω νὰ διαφωνήσω μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐξηγῶ τὴν πρότασίν μου, καὶ ὡς θέλω ἐξηγήσει, καθόσον ἡ Κυβέρνησις καὶ τέως Ἀντιπολίτευσις προεμάχησεν ὑπὲρ τῆς ἰδέας αὐτῆς, τοῦ νὰ μὴ φορολογῆται τὸ ἔλαιον πλέον τῶν 7%. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, ἀφ’ ὅτου τὸν ἐγνώρισα ἐν τῇ Βουλῇ, διηνεκῶς ἐπολέμησεν ἐναντίον τῆς ἐλαττώσεως ταύτης, ἀπηνῶς δὲ κατεδίωξε τοὺς ἐλαιοκτήμονας, ἐπιμένων εἰς τὸ 10%, τὸν διαβεβαιῶ δὲ, ὅτι—καὶ τοῦτο εἶναι ἴσως πρὸς τιμήν του— ἀπὸ τὸ Πήλιον πολλὰς μελαίνας ψήφους ἔλαβεν ἕνεκα τῆς καταδιωκομένης παρ’ αὐτοῦ ἐλαίας. Ἐπεθύμουν ν’ ἀναπτύξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου,—διότι, σημειώσατε, οὐδέποτε ἀνέπτυξε,—ποῦ στηρίζει τοὺς ὑπολογισμούς του καὶ ἐπιμένει τόσον σκληρῶς εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ ἐλαιοκτήμονες πρέπει νὰ πληρόνωσι 10%, καὶ κυρίως ὄχι μόνον 10%, ἀλλὰ 10% δημόσιο φόρον, 2% δημοτικόν, ½% ὁδικόν, ἐν ὅλῳ 12½%. Σημειώσατε ὅτι ἐν τῷ Πηλίῳ σήμερον πληρόνουσι περισσότερα, παρὰ ἐπὶ τουρκοκρατίας, διότι ἐπὶ πλέον τοῦ 10% ἔχουσι σήμερον τὸν δημοτικὸν καὶ τὸν ὁδικὸν φόρον, ἐνῷ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἐκ τοῦ 10% ἀφῃρεῖτο ἡ δαπάνη τῆς παραγωγῆς. Πόσον ἀναλογεῖ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ; 40 τοῖς ἑκατόν. Τί ἀπολαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης; 3 ἕως 5%. Ἀλλ’ αὐτὸ, Κύριοι, ὑπερβαίνει καὶ τὸν κοινωνισμόν! Ἡ ἐλαία ἡ ὁποία καταδιώκεται ἀπὸ τὸ πετρέλαιον, ἀπὸ τὸ φωταέριον, ἀπὸ τὸ ἠλεκτρικὸν φῶς, ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῶν ἡμερομισθίων, ἀπὸ τὰ διάφορα ἔλαια, ἀπὸ τὰς χημικὰς οὐσίας, αὐτὴ μένει εἰς τὰ 10%, καὶ ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς θαυμάζεται διὰ τὰς οἰκονομικάς του γνώσεις· ἀλλ’ ἐὰν κρίνω ἐξ αὐτῆς, θέλω διστάσει περὶ τῆς ἀξίας τῶν οἰκονομικῶν του γνώσεων. Τὰ πάντα ἀνεβίβαζεν εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὥστε δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του τὴν ἐλαχίστην ἐλάφρυνσιν.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τὴν ἐπιτύχητε τώρα.
§123ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς τὴν ἄλλην σύνοδον βεβαίως, διότι τώρα δὲν ὑπάρχει πλέον καιρός.
§124Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ἐπετύχαμεν, διότι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐφάνη τὸ 1885 συνεπής. Ἐνθυμεῖσθε τὴν συνεδρίασιν τῆς 6ης Μαρτίου 1884, εἰς τὴν ὁποίαν πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τῆς ὑποθέσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατόπιν τοῦ τριετοῦς ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον διεξηγάγομεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐλαιοφόρων ἐπαρχιῶν, κατεδίκασε καὶ τὸν τρόπον τῆς φορολογίας καὶ τὸ ὑπερβολικὸν τοῦ φόρου, καὶ ὑπεστήριξε τὴν τροπολογίαν ἐκείνην, ἥτις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 105 κατὰ 53. Ἐξεδηλώθη ὅμως ἡ ἐπιθυμία καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς πτέρυγος (δεικνύει τὴν δεξιὰν) περὶ αὐτῆς τῆς προτάσεως, καὶ ἤθελε γείνῃ δεκτή, ἂν δὲν διετέλει ἡ ὑπουργικὴ φάλαγξ ὑπὸ τὴν σιδηρὰν πειθαρχίαν, διότι ἡ τροπολογία ἐστηρίζετο εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ εἰς τὸ δίκαιον. Ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐγένετο Πρωθυπουργὸς, τῇ βοηθείᾳ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐλαιοφόρων ἐπαρχιῶν, διότι δὲν ἐννοῶ, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὸν τὸν τρόπον τοῦ νὰ θεωρῆται κατόρθωμα τὸ νὰ ἦναί τις ἄκαμπτος εἰς τὰς ἰδέας του καὶ μάλιστα εἰς τὰς ἀδίκους ἰδέας περὶ φορολογίας· διὰ τοῦτο πολὺ ὀρθῶς ἀπεφάνθη ὁ λαὸς κατὰ τῆς τέως Κυβερνήσεως καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν τοῦ 1885, συνεπὴς πρὸς τὸ πρόγραμμά της, κατεβίβασε τότε τὸν φόρον εἰς 7%, τῆς Βουλῆς ψηφισάσης τὴν πρότασιν, ἀλλὰ δὲν ἀντικατέστησε τὸ φορολογικὸν σύστημα, τοῦ ὁποίου τὸ ἐπαχθὲς γνωρίζετε ὅσοι ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἔχετε ἰδέαν τινὰ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐξαγωγῆς καὶ τῆς φορολογίας τοῦ ἐλαίου· καὶ τοῦτο, διότι δὲν εἶχε καιρὸν νὰ παρασκευάσῃ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐπανῆλθε, χάρις εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν ξένων πλοίων, ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ μεταξὺ τῶν πρώτων προτάσεων, εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι, ἂν ἐπανήρχετο, ἤθελον αὐξήσει τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου. Ἐγὼ δὲν ἤμην ἀντιπρόσωπος τότε, ἄλλως ἤθελον διαμαρτυρηθῆ. Ἤθελε πρόχειρα χρήματα, καὶ τὰ ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς ἀτυχεῖς ἐλαιοκτήμονας. Ἐπροτάθη τὸ 10% καὶ ἔπειτα ἕνα 20% παρεπάνω· ὀφείλομεν δὲ χάριτας εἰς τοὺς τότε ἀντιπροσώπους τῶν ἐλαιοφόρων ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ μετριάσουν τὴν ὀργὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ περιωρίσθη ἡ αὔξησις εἰς 20%. Λοιπὸν ἐκτὸς τῶν 7%, μετὰ τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν ἐξουσίαν προσέθεσε καὶ 20% ἐπὶ τοῦ φόρου. Ἔκαμα ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰς ὁδοὺς, διὰ τὰς ὁποίας ἐπλήρονε τὸ ἔλαιον ἐπὶ τόσα ἔτη, — ἀλλὰ δὲν κατέθηκεν ἔτι ὁ Ὑπουργὸς τὰς πληροφορίας, — διότι θέλω νὰ μάθω πόσας ὁδοὺς κατεσκεύασαν. Μόνον κατὰ τὰς παραμονὰς ἐκλογῶν οἱ κάτοικοι τοῦ Πηλίου παρατηροῦσι τοὺς ἐργοδηγοὺς μεταβαίνοντας ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, ἄλλοτε διὰ κατασκευὴν ὁδῶν, ἄλλοτε διὰ κατασκευὴν σιδηροδρόμων, πάντοτε δὲ πρὸς τὸ θεαθῆναι. Πληρόνει λοιπὸν βαρύτατον φόρον 35% καὶ πλέον ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ἐπὶ δὲ τοῦ ἀκαθαρίστου 10%, ὁ ἰδιοκτήτης· διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προτείνει τὴν κατάργησιν τῶν 20% τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ ἔλαιον. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως καὶ ἄλλων φόρων, χωρὶς νὰ κλονισθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ πρὸ πάντων εἶμαι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν 20%, καὶ ὑποστηρίζω οὕτω τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, λέγω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ καὶ τὸ φορολογικὸν σύστημα. Εἶναι δὲ εὐκολώτατον τὸ πρᾶγμα· καὶ ἂν περὶ ἄλλων φόρων ὑπάρχῃ δυσχέρεια, εἰς τοῦτον δὲν ὑπάρχει. Καθὼς γνωρίζετε, αἱ βρώσιμοι ἐλαῖαι πληρόνουσι δύο λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἀλλ’ ὁ φόρος οὗτος πληρόνεται ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς διὰ ξηρᾶς ἢ θαλάσσης. Λοιπὸν ἐδῶ ἔχομεν καὶ τὸ ἀνόμοιον τοῦ φόρου μεταξὺ ἐλαιῶν καὶ ἐλαίου. Ὁ φόρος τῶν ἐλαιῶν ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1874· διατὶ νὰ μὴ μεταβάλωμεν καὶ τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου, χάριν τοῦ προγράμματος τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ καὶ χάριν τῆς ἰδέας τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, οἵτινες κατεδίκασαν τὴν ἐπαχθῆ καὶ βάρβαρον δεκάτην, ὁ μὲν τὴν 22αν Μαρτίου 1880, ὁ δὲ τὴν 27ην Μαρτίου; Συζητουμένου τοῦ νόμου περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης, ἐξεφράσθησαν καὶ οἱ δύο κατὰ τῆς δεκάτης ἐν γένει.
§125ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἤμην ἐναντίος κατ’ ἀρχήν.
§126Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἦσθε ἐναντίος ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐφηρμόζετο ἡ δεκάτη. Ἀφοῦ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν προσέκοπτε, διατὶ νὰ μὴ εἰσαχθῇ εἷς τρόπος ἁπλοῦς καὶ δίκαιος φορολογίας;
§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς, λέγοντες δεκάτην, ἐννοοῦμεν τὴν δεκάτην τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἥτις ἐπεκράτει τότε.
§128Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αἱ λέξεις δὲν μεταβάλλουν τὰ πράγματα, διότι ἡ δεκάτη εἴτε ἐπὶ τοῦ ἐλαίου εἴτε ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἔχει τὰ αὐτὰ ἐλαττώματα.
§129ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ εἴσπραξις δὲν γίνεται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον.
§130Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι χειρότερα.
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ εἶναι χειρότερα, δὲν εἶναι ἡ αὐτή.
§132Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχαριστῶ· διότι καλλίτερον δὲν ἠδύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε τὴν πρότασίν μου. Ἐὰν ὁ τρόπος τῆς φορολογίας ἦναι κακὸς, πρέπει νὰ ἐξοβελισθῇ, καὶ νὰ εὑρεθῇ ἕτερος. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Παραλείπω νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ἔχω 7%, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐννοηθῇ κατ’ ὀκᾶν, ἐπειδὴ ἡ ὀκὰ πωλεῖται πρὸς 80 λεπτὰ μέχρι μιᾶς δραχμῆς· προσθέτω δὲ καὶ ἥμισυ λεπτὸν διὰ τὸ ἔλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ καταναλωθῇ ἐν τῷ τόπῳ· ὥστε τὸ ὅλον προτείνω 7½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Αὐτὰ ἔχω νὰ προτείνω καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὰ δεχθῇ.
§133ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, καὶ διὰ νὰ ἐκθέσω ὀλίγας ἰδέας, ἃς ἔχω κατὰ τριῶν φόρων, τοὺς ὁποίους θεωρῶ ὡς γάγγραιναν κοινωνικὴν τῆς Ἑλλάδος, ἥτις πιέζει τὰς πολυπληθεστέρας καὶ ἀπορωτέρας τάξεις τοῦ λαοῦ· τοιοῦτοι εἶναι ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ὁ φόρος τῆς ῥητίνης. Ἐν γένει εἰπεῖν, οἱ ἄμεσοι φόροι ἐν Ἑλλάδι εἰσὶν ὀλέθριοι· διότι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς στηρίζονται, εἶναι ἄδικος οἰκονομικῶς καὶ κοινωνικῶς. Ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν βεβαίως δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ πληροφορηθῇ τοῦτο παρ’ ἐμοῦ, διότι καὶ ἐντριβὴς περὶ τὰ οἰκονομικὰ εἶναι, καὶ τὸν τόπον γινώσκει κάλλιστα. Οἱ ἄμεσοι φόροι παρ’ ἡμῖν στηρίζονται ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος, καὶ μετὰ τοῦ βαρυτάτου τόκου, ὃν καταβάλλουσιν αἱ ἄποροι τάξεις, συντελοῦσιν εἰς τὴν παντελῆ καταστροφὴν αὐτῶν καὶ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, ἥτις δὲν δύναται οὕτω νὰ ὀρθοποδήσῃ. Ἂν ὑπολογίσητε, ὅτι ὁ ἐλαφρότερος φόρος ἐν Ἑλλάδι ἀντιστοιχεῖ εἰς τὴν καθαρὰν πρόσοδον πρὸς 40 καὶ 60%, θὰ ἐξηγήσητε τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται ἐν Ἑλλάδι, τῆς πενίας τῶν ἀγροτῶν, οἵτινες, καὶ ὑπὸ τὸ καῦμα τοῦ θέρους καὶ ὑπὸ τὸ ψῦχος τοῦ χειμῶνος νυχθημερὸν ἐργαζόμενοι σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις αὑτῶν, δὲν κατορθοῦσι νὰ πληρώσωσι τὸν στόμαχόν των τροφῆς, δι’ ἧς ὀφείλει χάριν τῆς ὑγείας νὰ τρέφηται ὁ ἄνθρωπος. Πῶς ἐξηγεῖται, Κύριοι, τὸ φαινόμενον τοῦτο τῆς πενίας τῶν Ἑλλήνων ἀγροτῶν, οἵτινες οὐδεμίαν στιγμὴν μένουσιν ἀργοί; Πάντες δ’ εἰσὶ κύριοι γῆς, οἰκοῦσιν ὑπὸ τόσον εὐεργετικὸν κλῖμα, ὄντες λιτοδίαιτοι, καὶ ὅμως δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι, δὲν εὐποροῦσιν, ὥστε νὰ πληρώσωσι τὰς στοιχειωδεστέρας βιωτικὰς ἀνάγκας, ἀφοῦ τόσον ἀραιῶς οἰκοῦσι τὴν χώραν, ὅσον οὐδεμιᾶς ἄλλης χώρας οἱ κάτοικοι! Ἀρκεῖ νὰ ὑπενθυμίσω ὑμῖν, ὅτι κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἡ Πελοπόννησος κατῳκεῖτο ὑπὸ 5,000,000 ἀνθρώπων, καὶ ἠδύνατο νὰ παρατάξῃ στρατὸν μέγαν· καὶ ὅμως σήμερον ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς μόλις συμποσοῦται εἰς 700 χιλιάδας κατοίκων, καὶ μόλις ἀποζῶσιν οἱ ἀγρόται αὐτῆς. Τὸ φαινόμενον τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα κυριώτατα τῆς βαρείας φορολογίας καὶ τῆς ἐπικρατούσης ἀγνοίας τῶν μεθόδων τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς. Ἀλλ’ ἡ φορολογία καταθλίβει φοβερά. Ἐὰν ἐξετάσητε τὸν φόρον τοῦ οἴνου, θέλετε ἴδει, ὅτι, ἂν ἀφαιρέσητε τὰ τῆς καλλιεργείας τῆς ἀμπέλου ἔξοδα, φορολογεῖται ἀνύπαρκτον πρὸς φορολογίαν κεφάλαιον. Ἀπέδειξα ἄλλοτε τὸ θέμα τοῦτο δι’ ἀκριβεστάτου ὑπολογισμοῦ, ἀνεπιδέκτου ἀντιῤῥήσεως. Διότι τὸ γλεῦκος κατὰ τὰ δύο τρίτα τῆς Ἑλληνικῆς χώρας πωλεῖται 25 λεπτὰ καὶ ἔλαττον κατ’ ὀκᾶν· ὥστε, ἂν ἀφαιρέσητε τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, θέλετε ἴδει, ὅτι δὲν ἀπομένει τίποτε νὰ φορολογήσητε. Ὁ καλλιεργητὴς δὲν ἀπολαμβάνει πολλάκις οὐδὲ αὐτὰ τὰ ἡμερομίσθιά του. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ θέματος αὐταποδείκτου· δὲν χρήζει ὅμως ἀποδείξεως, ὅτι ἡ φορολογία εἶναι βαρυτάτη. Ἐπὶ τῆς γεωργίας· δὲν ἀγνοεῖτε δὲ, ὅτι ἡ γεωργία καὶ ἡ κτηνοτροφία ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον θὰ ἦναι αἱ μόναι τροφοὶ τῆς Ἑλλάδος. Θὰ ἦναι οἱ μόνοι κοινωνικοὶ μαστοὶ, ἐξ ὧν θὰ πορίζηται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Καὶ ὅμως ὀπισθοδρομοῦντες, φορολογοῦμεν ἀσπλάγχνως τὰς γεωργικὰς τάξεις. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας ταύτας ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν καθημερινῶν παρατηρήσεων. Ἴσως ἐν τῇ πρώτη συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου θέματος, περὶ οὗ δέον ἐνδελεχῶς νὰ ἔχητε ἐστραμμένην τὴν ὑμετέραν προσοχήν. Ἔρχομαι εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τοῦ ὁποίου, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη καὶ κατὰ τὸ παρὸν, ἐπρότεινα πάντοτε τὴν κατάργησιν. Τοσαύτην δὲ ἀκράδαντον πεποίθησιν εἶχον ἐπὶ τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης μου ταύτης, ὥστε καὶ διὰ τοῦ προγράμματός μου ὑπεσχέθην, ὅτι ἠθέλομεν συντελέσει εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Δὲν θέλω νὰ ἀντλήσω δημοτικότητα ἐκ τοιούτων θεμάτων, ἀλλ’ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι θέλω ψηφίσει ἐν καθαρᾷ τῇ συνειδήσει τὸν φορολογικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐκ τῶν ἀδυσωπήτων ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἀπέναντι τῶν ὁποίων πᾶσα ἄλλη σκέψις εἶναι δευτερεύουσα. Βλέπετε, ὅτι δὲν εἶμαι δειλὸς πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου. Ἔχω πεποίθησιν εἰς τὴν ἀγάπην αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπεσχέθην εἰς αὐτοὺς, ὅτι θέλω ὑποστηρίξει τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου· εἶμαι βέβαιος δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἔχει καταδικάσει τὸν φόρον τοῦτον ἐν τῇ συνειδήσει αὑτοῦ, διότι ἔχει ἐγκύψει εἰς τὴν τοιαύτην μελέτην καὶ ἐκ πείρας γνωρίζει, ὅτι καταστρέφει ὁ φόρος οὗτος τὸν γεωργικὸν πληθυσμόν. Διότι εἰς δικαίους ἐμβάλλει φόβους περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας ἡ παρατήρησις, ὅτι εἶναι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατρέφηται ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία διὰ σιτηρῶν καὶ κτηνῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, διὰ τὰ ὁποῖα ἀποστέλλει εἰς χρυσὸν πλείονα τῶν 40 ἑκατομμυρίων. Τὸ φαινόμενον τοῦτο εἶναι ἄξιον μελέτης καὶ πολλῆς προσοχῆς. Καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα προχείρως, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1887 ἡ εἰσαγωγὴ γεωργικῶν προϊόντων καὶ κτηνοτροφικῶν ἀνήρχετο εἰς πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων. Ἡ Ἑλλὰς δύο πηγὰς πλούτου δύναται νὰ ἔχῃ νῦν, τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν· βιομηχανικῶς οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὴν Εὐρώπην. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω ἀρνηθῆ νὰ παράσχω τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς συντήρησιν τοῦ Κράτους, οὐδὲ θὰ θελήσω διὰ τῆς ψήφου μου νὰ ἀφαιρέσω τὰ μέσα τοῦ νὰ πληρώσῃ τὸ Κράτος τὰς πρὸς τρίτους ὑποχρεώσεις αὑτοῦ. Τοῦτο θὰ ἦτο ἔργον ἐσχάτης ἀπονοίας. Φέρω λοιπὸν πλήρη τὴν εὐθύνην τῶν λεγομένων μου, ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ φίλος μου κ. Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος γινώσκει κάλλιστα τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὴν ἐρχομένην σύνοδον θέλει φροντίσει νὰ ἔλθῃ εἰς ἀνακούφισιν, προτείνων τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ ἐπὶ τοῦ οἴνου.
§134ΣΧΙΝΑΣ. Ἄν δὲ πάλιν ὑποβληθῇ νέα φορολογία, τότε;
§135ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Θὰ σκεφθῶ, ἔντιμε συνάδελφε, τότε περὶ τῆς ψήφου μου· μὴ νομίζετε τόσῳ δύσκολον τὴν ἀπόφασίν μου.
§136ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχεις τέσσαρας χρόνους, ποῦ σκέπτεσαι καὶ δὲν κατώρθωσες τίποτε.
§137ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μὲ δύο λέξεις, Κύριοι, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὑπεδήλωσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἐφετεινοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τῶν τριῶν παρελθουσῶν συνόδων τὴν γνώμην μου, κατὰ τὴν ὁποίαν φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι δύναται νὰ ἀντικατασταθῇ ὁ καταργητέος φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ὁ ἐλαττωθησόμενος φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου. Εἶπον καὶ ὑπεστήριξα νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων σιτηρῶν, οὐ μόνον ἵνα οὕτως εὕρωμεν ἀντίῤῥοπόν τι εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἐνισχύσωμεν τὴν γεωργίαν ἐν Ἑλλάδι. Ἂν δὲ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου ἐπιβάλωμεν φόρον ἑνὸς καὶ ἡμίσεως λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν, θὰ ἔχωμεν 1,400,000 δραχμάς, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς μᾶς διευκολύνει εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὁ μόνος λόγος, τὸν ὁποῖον ἤθελον ἀντιπροτείνει οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην, θὰ ἦτο, ὅτι οἱ ἀστικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Ἑλλάδος ἤθελον ἐπιβαρυνθῆ μὲ τὸ ἓν τοῦτο καὶ ἥμισυ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἄρτου. Ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς ἔχοντας τοιαύτην γνώμην, ὅτι οἱ ἀστικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Ἑλλάδος ἀπολαμβάνουσι τοσούτων ἀγαθῶν καὶ ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν καὶ δημοσίου ἀσφαλείας, ὥστε ἀγογγύστως, καὶ χωρὶς νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἀδικοῦνται, πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἐλαφρὰν ταύτην δαπάνην. Ἐνθυμήθητι, ὅτι διὰ τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων δαπανᾷ τὸ Κράτος τοὺς πλείστους πόρους, οἱ ὁποῖοι ἐντεῦθεν ἀπολαμβάνουσιν ἁπάντων τῶν κοινωνικῶν ἀγαθῶν ἐν μέτρῳ ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ μείζονι ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς ὑπαίθρου χώρας· οὗτοι δὲν ἔχουν οὔτε ὁδούς, οὔτε ἀσφάλειαν, οὔτε σχολεῖα, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐργασίαν εὑρίσκουσιν, ἐν ᾧ τὸ ἀντίθετον συμβαίνει εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων. Ἐν γένει δὲ ἡ πρόοδος τῶν κοινωνικῶν ἀγαθῶν τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν γίνεται δαπάνῃ τοῦ Κράτους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οἱ ἀστικοὶ πληθυσμοὶ ἤθελον ἀγογγύστως δεχθῆ τὴν μικρὰν αὐτὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου, πρὸς ὄφελος τῶν ἀγροτῶν, οἱ ὁποῖοι τελοῦσι τοὺς πλείστους φόρους, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ μεγαλείτερα βάρη παρ’ ἡμῖν ἐν Ἑλλάδι. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις ταύτας, τὰς ὁποίας τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, καὶ μελετήσας αὐτὰς, ἐν τῇ χαρακτηριζούσῃ αὐτὸν πείρᾳ καὶ ἐπιμελείᾳ, παρασκευάσῃ διὰ τὴν ἐρχομένην σύνοδον φορολογικὸν νόμον, στηριζόμενον ἐπὶ βάσεων δικαιοτέρων, δυνάμενον νὰ ἐλαφρύνῃ τὰς γεωργικὰς τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§138ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δικαίας καὶ εὐλόγους παραστάσεις ἐποιήσαντο πρός τε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν διάφοροι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων. Ἐπεσπάσατο ἰδίᾳ τὴν προσοχὴν ἀξιοτίμων ἐκ Κορινθίας συναδέλφων καὶ ἄλλων ἡ φορολογία ἡ δυσβάστακτος ἐπὶ τῆς ῥητίνης, καὶ δικαίως· διότι ἡ φορολογία αὕτη ἐπιβάλλεται οὐχὶ ἐπὶ καθαρᾶς τινος προσόδου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐργασίας αὐτῆς ἀπόρων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀποκερδαίνουσι μόλις τὸν ἐπιούσιον αὐτῶν ἄρτον διὰ τῆς ἐργασίας τοῦ συλλέγειν τὴν ῥητίνην· ὅσοι δ’ ἔτυχε νὰ γνωρίσωσι τοὺς κόπους τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, περισυλλεγόντων ταύτην δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας καὶ ὑπὸ τὰς φλογερὰς ἀκτῖνας τοῦ θερινοῦ ἡλίου, ἐπὶ μόνῃ τῇ ἐλπίδι τοῦ νὰ κερδήσωσι δύο ἢ δύο καὶ ἡμίσειαν δραχμὰς τὸ πολὺ καθ’ ἡμέραν ὡς ἡμερομίσθιον, θέλουν βεβαίως καταδικάσει τὸν ἄδικον αὐτὸν φόρον. Εὐκτέον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἤμεθα εἰς κρείττονα οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἵνα ἠδυνάμεθα τὸν φόρον αὐτὸν ἐπὶ τῆς ῥητίνης νὰ τὸν ἐμετριάζομεν, ἢ καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ κατηργοῦμεν αὐτὸν, ὡς καὶ ἄλλους δυσβαστάκτους, βαρεῖς καὶ ἀνίσως κατανεμομένους φόρους, ὡς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν ζώων. Δυστυχῶς ὅμως, αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν, δι’ ἐφέτος τοὐλάχιστον, οὐδένα τῶν φόρων αὐτῶν, ἔστω καὶ κακῶς κείμενον, νὰ καταργήσωμεν ἢ μετριάσωμεν, ἐλαττοῦντες τὰ ἔσοδα τὰ δημόσια, δηλώσεις, τὰς ὁποίας σέβομαι καὶ ἀποδέχομαι, κατανοῶν τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, δὲν καταλείπουσιν ἡμῖν ἄλλο τι ἢ νὰ σκεφθῶμεν, ὅπως τοὺς φόρους αὐτοὺς δικαιότερον τοὐλάχιστον κατανείμωμεν. Ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης ὁρμώμενος, νομίζω ὅτι, συνδυάζοντες τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ῥητίνης μὲ τὸν ἐπὶ τοῦ οἴνου, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς εὐάρεστον ἀποτέλεσμα δικαιοτέρας κατανομῆς τῶν φόρων αὐτῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ οἶνος ἐν τοῖς χωρίοις καὶ μικραῖς πόλεσιν, ἕνεκεν ἐλλείψεως καταναλωτῶν, καὶ ἕνεκεν τῶν δυσχερειῶν περὶ τὴν μετακόμισιν, μικρὰν ἢ οὐδεμίαν σχεδὸν κέκτηται ἀξίαν, ἀπέναντι τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἐν ταῖς μεγαλοπόλεσι τὸ εἶδος αὐτὸ ἔχει. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦτο δικαιότερον, ἂν τὰς μεγαλοπόλεις αὐτὰς ἐπεβαρύναμεν δι’ ἑνὸς ἔτι λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὸ δὲ λεπτὸν αὐτὸ νὰ ἀπεκέρδαινον οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων ἢ μικροτέρων πόλεων καὶ κωμῶν, ὅπου, ὡς προεῖπον, ἡ ἀξία τοῦ οἴνου εἶναι ἐλαχίστη ἢ ἀναξία λόγου. Τὸ ἐκ τοῦ προσθέτου τούτου φόρου τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν ἐπιβάλει εἰς τὰς μεγαλοπόλεις, νομίζω ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε φέρει ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου αὐτοῦ ἐν ταῖς μικροτέραις πόλεσι καὶ χωρίοις, ὅπως ἐπίσης ἠδύνατο ν’ ἀντισηκώσῃ καὶ δέκα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῆς ῥητίνης, ἂν δηλ. ἠλαττοῦμεν καὶ τοῦ φόρου αὐτοῦ ἀναλόγως τὴν προσδιωρισμένην τιμὴν ἀνὰ δέκα κατ’ ὀκᾶν λεπτά. Ἀλλ’ ἐπίσης ἄδικος, ἄνισος καὶ καταθλιπτικὸς εἶναι καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων καὶ τῶν ζώων. Τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ἐπικρατοῦν ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων καὶ τῶν ζώων, τοῦ νὰ λαμβάνηται δηλ. ὁ μέσος ὅρος τοῦ φόρου τῶν τελευταίων ἐτῶν κατὰ χωρίον ἢ δῆμον, καὶ νὰ προσδιορίζηται οὕτω ὁ κατὰ κεφαλὴν φόρος, εἶναι σύστημα ἄνισον καὶ ἄδικον. Ἐξ αὐτοῦ δὲ τοῦ νομοθετήματος ἀποδεικνύεται ἡ ἀνισότης καὶ τὸ ἄδικον τοῦ φόρου αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο μὲν ὁπωσδήποτε μετριάζει κατά τι τὰ ἄδικα ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας ταύτης, ἀλλὰ δὲν αἴρει αὐτὰ καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκ μέσου, καὶ ἔχομεν τὸ ἄτοπον, ἐν τῇ φορολογίᾳ ἰδίᾳ τῶν ζώων, τοῦ ὅτι πολλοὶ φορολογούμενοι πληρόνουν 40 ἕως 50 λεπτὰ κατὰ κεφαλήν, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναγράφεται, ἄλλοι δὲ φορολογούμενοι πληρόνουν μόνον 20 ἕως 25. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου αὐτοῦ τῶν ἀροτριώντων καὶ τῶν ζώων εἶναι δίκαιον νὰ κανονισθῇ γενικῶς εἷς μέσος ὅρος φόρου, ἤ, ἂν τοῦτο δὲν ἦναι ἀποδεκτὸν, τοὐλάχιστον ὁ ἀνώτατος καὶ κατώτατος ὅρος νὰ τροποποιηθῶσιν εἰς βαθμὸν, ὥστε νὰ πλησιάσωσιν ὡς οἷόν τε πλεῖστον ἀλλήλους, ὅτε τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἄδικα καὶ ἄνισα θὰ ἐμετριάζοντο τοὐλάχιστον κατὰ πολὺ, οὐδεμία δ’ ἀφ’ ἑτέρου οὕτω μείωσις ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Τὰς σκέψεις μου ὅθεν ταύτας ὑποβάλλων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ ἵνα τὰς λάβωσιν ὑπ’ ὄψει καὶ ἐπιφέρωσιν, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον εὑρίσκωσιν αὐτὰς ὀρθὰς καὶ δικαίας, τὴν δέουσαν θεραπείαν, τροποποιοῦσαι συμφώνως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§139ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι, κύριοι Βουλευταὶ, δεινὸς οἰκονομολόγος, εἶμαι ὅμως φορολογούμενος, καὶ ὀφείλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὑψώσω φωνὴν ὑπὲρ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, νὰ ὑψώσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τοῦ νομοῦ μου. Τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα κατεδικάσθη εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, κατεδικάσθη εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἀντιπροσώπων, διότι δι’ αὐτοῦ καθιεροῦται ἡ ἀνισότης, τὸ ἀνόμοιον, τὸ ἄδικον· διότι ἄλλοι μὲν πληρόνουν φόρον βαρύτατον, ἄλλοι δὲ μένουν ἀφορολόγητοι· ἡ Λακωνικὴ π. χ. δὲν φορολογεῖται ποσῶς ἐντὸς τοῦ τόπου, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐξαγωγήν· ἐπίσης ἡ Ἑπτάνησος δὲν φορολογεῖται, εἰμὴ εἰς τὰ τελωνεῖα. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σπουδάσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ν’ ἀφομοιώσῃ τὸ φορολογικὸν σύστημα ὅλων τῶν μερῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν τὰ παράπονα τοῦ δυστυχοῦς ποιμενικοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην παρουσιάζονται. Ἀλλὰ δὲν ἀνῆλθον νὰ εἴπω οἰκονομολογικὰς ἰδέας, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος καταβάλλει φόρους, θέλει μελετήσει τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἡ φορολογία τῶν ζώων, τῶν ποιμνίων καὶ τῶν χοίρων πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ὡρισμένως, καὶ οὕτω νὰ ἠξεύρῃ ἕκαστος τί θὰ πληρώσῃ, ὅπως ἐγίνετο παλαιότερα καὶ ἐπὶ Ὄθωνος. Ἤξευρον οἱ ποιμένες, ὅτι ἔχουν νὰ πληρώσουν 20 ἢ 25 ἢ 30 λεπτὰ φόρον ὡρισμένον, καὶ τὰ ἄδικα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώραν σήμερον, δὲν συνέβαινον τότε. Ἑπομένως συνιστῶ στενῶς καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μελετήσῃ σπουδαίως τὸ ζήτημα τοῦτο.
§140ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἐξηντλήθη ἡ ὑπομονὴ τῆς Βουλῆς. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπροτείνομεν τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι ὁ φόρος οὗτος πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Ἐξ ἀρχῆς εἶχε καταδικασθῆ. Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι τόσον ἐπαχθὲς εἰς τοὺς φορολογουμένους, διότι εἶναι μικρὸν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου· διὰ τοῦτο ἄλλοτε ἐπεκροτήθη· π. χ. αἱ παλαιαὶ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους ἐπλήροναν 4 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, προστεθείσης δὲ τῆς Θεσσαλίας, ἤθελεν ἀναβιβασθῆ εἰς 7 ἑκατομμύρια τὸ δημόσιον ἔσοδον· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα μόνον δύο ἑκατομμύρια πληρόνονται σήμερον· ἂν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔξοδα τῆς εἰσπράξεως, τὸ καθαρὸν ἔσοδον δὲν ὑπερβαίνει τὸ 1,500,000. Διὰ τοῦτο μία μικρὰ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου θὰ ἀντεκαθίστα τὸν φόρον τοῦτον, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰς ἐνοχλήσεις καὶ τὰ βάσανα τῶν φορολογουμένων. Ἀλλὰ λέγουσί τινες, ὅτι εἶναι ἀδίκημα νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν καταναλισκόμενον ἄρτον. Ἐπὶ τούτου παρατηρῶ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἡ παραγωγὴ τῶν σιτηρῶν εἶναι λίαν δυσχερής, καὶ πρέπει νὰ τὴν προστατεύσωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν γεωργίαν. Κατὰ συνέπειαν συμμερίζομαι πληρέστατα τὴν γνώμην ταύτην, ἡ ὁποία, καὶ προχείρως γενομένη δεκτὴ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἤθελε μεταβάλει τοὺς ὅρους τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δύο λέξεις ἀκόμη ὡς πρὸς τὸ 20%, τὸ πρόσθετον τέλος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου. Ἡ κατάργησις τούτου εἶναι ἔτι δικαιοτέρα, διότι τὸ ἔλαιον ἔχει μεγίστας δαπάνας παραγωγῆς· εἰς 70% ἀναβαίνουσι τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς, ἑπομένως μόνον 30% ὑπολείπεται καθαρὰ πρόσοδος, ἣν φορολογοῦμεν μὲ 20 ἢ καὶ 30%, ἐκτὸς τοῦ προσθέτου τέλους. Καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου θὰ φέρω παρατήρησίν τινα. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἐπαχθέστατος· δὲν συμμερίζομαι τοῦτο, διότι ὁ φόρος ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν νομίζω ὅτι ἐπιβαρύνει τὸ προϊὸν τοῦτο κατὰ 10% μόνον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ. Θὰ ηὐχόμην ὁ φόρος νὰ ἦτο διπλάσιος ὡς πρὸς τὰς πόλεις, διότι ὁ οἶνος εἰς τὰς πόλεις ἔχει μεγαλειτέραν ἀξίαν.
§141ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Περιττὸν θεωρῶ ν’ ἀπασχολήσω πλειότερον τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων. Θὰ παρακαλέσω ἐν τούτοις τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἣν εὐχαρίστως βλέπω ὅτι ὁμοθύμως ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ ψηφίσῃ. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ καταργηθῇ ὁ δυσβάστακτος καὶ καταστρεπτικὸς οὗτος φόρος, διὰ νὰ ἀνακύψωσιν ἐν μέρει οἱ γεωργοί, οἱ τοσαύτας ὑποστάντες ζημίας ἕνεκα τῆς διηνεκοῦς ἀφορίας τόσων ἐτῶν, καὶ διὰ νὰ λείψωσιν οἱ ἀπαριθμηταὶ, αἱ μάστιγες αὗται τῆς γεωργικῆς τάξεως. Πρέπει δ’ ἄλλως νὰ ἐνισχύσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν γεωργίαν, τὴν θετικωτέραν ταύτην πηγὴν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἑνὸς καὶ ἡμίσεος λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σίτου, πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ καταργηθησομένου φόρου, θὰ φέρῃ ζημίαν εἰς τοὺς ἐν ταῖς πόλεσι καταναλωτὰς, ἕνεκα ἴσως αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου. Ὁ φόβος οὗτος εἶναι ὅλως ἀβάσιμος, καὶ εἰς ἀπόδειξιν τούτου φέρω πρόχειρον παράδειγμα, ὑπενθυμίζων ὑμῖν, ὅτι ὁ ἄρτος πρότερον, ὅτε ὁ σῖτος εἰς οὐδεμίαν ὑπεβάλλετο φορολογίαν, ἐπωλεῖτο πρὸς 45–50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, μετὰ τὴν ἐπιβολὴν δὲ τοῦ φόρου, ὅστις καὶ σήμερον πληρόνεται, ἡ τιμὴ αὐτοῦ κατῆλθε μέχρι τῶν 30–35 λεπτῶν· τοῦτο δὲ, διότι ηὔξησεν ἡ παραγωγή. Ἑπομένως ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ θελήσῃ νὰ παράσχῃ μικρὰν ἐνίσχυσιν εἰς τὴν γεωργίαν, υἱοθετοῦσα τὴν πρότασιν τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τούτου, ἥτις κατέστη πλέον ἀνάγκη ἐπιβαλλομένη καὶ ἐπείγουσα.
§142ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἀντιληφθῇ τις, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἐν τῇ Βουλῇ, ἴσως ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§143Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ ὁμιλήσωμεν πολλοί. Οὕτως ἐσπευσμένως θέλετε, Κύριοι, νὰ ψηφίζωμεν τοὺς σπουδαιοτέρους νόμους;
§144ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅτε ἦσο ἀσθενὴς, ἡμεῖς ἐδῶ συνεζητοῦμεν.
§145ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγονται τώρα, ἐλέχθησαν εὐρέως.
§146ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω πρότασιν ἀναβολῆς.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ ἀναβολὴ πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν. (Ὁ κ. Δημητριάδης ἐγείρεται πρὸς ἀναχώρησιν).
§148ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Δημητριάδη, μὴ ἀναχωρεῖτε. Κατὰ τὸν Σιγισμόνδου ἡ μειοψηφία πρέπει νὰ ὑποκύπτῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειοψηφίας.
§149ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην πολλῶν ἐπιχειρημάτων, οὔτε μακρηγορίας, ὅπως σᾶς πείσω, ὅτι ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατεδικάσθη ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, ὡς ἄνισος καὶ ἄδικος. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σπεύσῃ εἰς ὑποβολὴν νομοσχεδίου πρὸς κατάργησιν τοῦ φόρου τούτου. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπῆρξε διαφωνία μόνον ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου. Ἄλλοι ἐφρόνουν, ὅτι πρέπει ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ φορολογίας ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου. Ὁμολογῶ, Κύριοι, μὲ ὅλην τὴν συμπάθειαν, ἣν τρέφω ὑπὲρ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, ὅτι δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου, διότι καὶ ἡ ἐλαχίστη αὔξησις αὐτοῦ θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ὑπερτίμησιν τοῦ ἄρτου· ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δικαία ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου. Ἕκαστος, Κύριοι, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἶχεν ἰδίαν γνώμην, ὁ ἀξιότιμος ὅμως κ. Ζωγράφος ὁμολογῶ ὅτι ὑπέβαλε τὴν μᾶλλον ἐπιστημονικὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεταί τις θεωρητικῶς, εἶχε δὲ ἄλλοτε προτείνει καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, δηλ. τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν. Ἀτυχῶς ὅμως, σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν ταχέως νὰ γείνῃ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τῆς προτεινομένης στρεμματικῆς φορολογίας, διότι ἀπαιτεῖται πολὺς χρόνος, ὅπως καταρτισθῇ ὄχι μόνον ὁ νόμος, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ καὶ ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου, διότι ἀπαιτεῖται κτηματολόγιον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἔτη, ἵνα συμπληρωθῇ. Ἕτεροι ἐπρότειναν ἄλλους τρόπους, τὴν ἀντιστάθμησιν τῶν δύο ἑκατομμυρίων αὐτῶν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν. Ἄλλοι ἀνέφερον, ὅτι ἐσκέφθη ὁ νῦν ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ πρώην Πρωθυπουργὸς νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς ὁδοποιΐας ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἔσοδον, διότι, καθ’ ἣν εἶχε γνώμην, ἐπρόκειτο νὰ συνάψῃ δάνειον, δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 5 ἑκατομμύρια, νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀντισηκώσωμεν τὴν ἀπώλειαν ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐθεώρησα τὴν γνώμην αὐτὴν κακήν. Ὑπῆρχον καὶ ἄλλαι γνῶμαι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀπόψε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσῃ τὰς διαφόρους γνώμας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον, εἶναι ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι καταργητέος καὶ πρέπει νὰ καταργηθῇ. Πρὸ ὀλίγου, ὅτε παρετηρήθη, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεοι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μεγάλων κτημάτων νὰ πληρόνωσι καὶ αὐτοὶ ἀνάλογον φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐμνήσθην ὅτι ὑπάρχει νόμος, καὶ πράγματι εὗρον νόμον. Ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι τοῦ 1882, ῥητῶς λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ ὑποβληθεὶς ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις εἰς πληρωμὴν δημοσίου φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην ἢ καρπωτὴν τῶν γαιῶν, εἰς τὴν ἀροτρίασιν τῶν ὁποίων ἐχρησίμευσε τὸ φορολογηθὲν κτῆνος, μέρος τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν καλλιεργητῶν διανομῆς τῶν προϊόντων....» Ὁ ἰδιοκτήτης ἢ ὁ καρπωτὴς ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὴν ἀναλογίαν του ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καθ’ ἣν ἀναλογίαν ἐπλήρονε καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης. Ἐὰν ὁ φορολογούμενος δὲν ἐξασκῇ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ νόμου, νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ἢ νὰ κατακρατήσῃ τὴν ἀναλογίαν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, βεβαίως θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὠφελεῖται τῶν διατάξεων τοῦ νόμου· ὁ χωρικός, ὁ καλλιεργητής, ἔχει βεβαίως καὶ αὐτὸς νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἢ τὸν καρπωτὴν τοῦ κτήματος ἀναλογίαν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων, δηλ. τὸν κανόνα τὸν ἐμφυτευτικόν. Ἐκ τούτων ἢ ἐξ οἱωνδήποτε ἄλλων ὀφειλῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ καλλιεργητὴς, ὁ ἐμφυτευτὴς δηλαδὴ, πρὸς τὸν ψιλὸν κύριον, τὸν ἰδιοκτήτην, ἔχει δικαίωμα νὰ κρατήσῃ τὴν ἀναλογίαν τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωσεν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἰδιοκτήτου.
§150ΦΙΛΙΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Πυργωτοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ τὸ ἔκαμαν αὐτὸ, ἀλλὰ καταμηνυθέντες ἐφυλακίσθησαν ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως.
§151ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ φυλακίσῃ χωρικοὺς, διότι ἐξήσκησαν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον, εἶναι ἀνάξιος νὰ ὀνομάζηται Εἰσαγγελεύς.
§152ΦΙΛΙΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τῶν Δικαστηρίων.
§153ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀδύνατον! Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα ἴσως νὰ παραπονεθῶμεν, εἶναι, ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι γενικὸς καὶ διὰ τὰ ὑπόλοιπα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι, ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ γεωργικὴ τάξις ἐν τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις, ἐν οἷς ἐπικρατεῖ ἔτι τὸ δικαίωμα τῆς τουρκικῆς κατακτήσεως, εἶναι ἀφόρητος. Ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος προέβη εἰς ἕν μέτρον· ἡ διάταξις αὕτη εἶναι τὸ πρῶτον δειλὸν βῆμα, ὅπερ ἔπραξεν ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν γεωργῶν. Δεύτερον βῆμα, ἀρκετὰ γενναῖον, εἶναι τὸ περὶ δανείων παρεχομένων εἰς γεωργοὺς πρὸς ἐξαγορὰν κτημάτων. Δὲν εἶναι τὸ μέτρον πλῆρες, ἀλλ’ ἐλπίζω ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἣν ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ὑποστηρίζω, θέλει συμπληρώσει τὸ ἔργον, πρὸς θεραπείαν τῆς ἀπολύτου ταύτης κοινωνικῆς ἀνάγκης.
§154Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπειδὴ ἐκάμετε λόγον περὶ τῶν δανείων αὐτῶν, σᾶς ἐρωτῶ, ἐλάβετε γνῶσιν τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες κατετέθησαν ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει μου; Θὰ ἴδητε ἐξ αὐτῶν, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ οὐδένα εἶχε πρακτικὸν σκοπὸν καὶ οὐδὲν σχεδὸν ἀποτέλεσμα ἔφερε.
§155ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶπον ὅτι εἶναι τὸ δεύτερον γενναιότερον βῆμα, ἀλλὰ μὴ νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀμέσως δι’ ἑνὸς μέτρου νὰ λυθῇ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει πολλὰς δυσκολίας, πολλὰς ἀκάνθας. Τὸ βῆμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ ὀλίγα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνέκρινα, τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, δύναται ἤδη νὰ συμπληρωθῇ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως γενναιότερον, ὁριστικώτερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον, ὅπως δοθῇ μία λύσις εἰς τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι, Κύριοι, τὸ σπουδαιότερον κοινωνικὸν ζήτημα, τὸ ὑφιστάμενον ἐν Ἑλλάδι. Κύριοι, ἕτερον ζήτημα ἦλθεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ζήτημα περὶ ἐγγείου φορολογίας ἐπὶ τῶν περιβολίων. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁλόκληρος, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀντιῤῥήσεως, ἀπεδέχθη, ὅπως ὁ φόρος αὐτὸς ὁ ἐπὶ τῶν στρεμμάτων, ἐπὶ τῶν περιβολίων, καταργηθῇ· τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν περιβολίων, δὲν ὑπερβαίνει τὰς 20 χιλιάδας δραχμὰς ἐτησίως, εἶναι δὲ ὁ φόρος οὗτος τόσῳ πιεστικός, τόσῳ ἐνοχλητικὸς καὶ ἀρκετὰ πολυδάπανος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ, ὥστε νομίζω, ὅτι μᾶλλον παρέχεται ὑπηρεσία εἰς τὸ Δημόσιον, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἔμεινεν ὁ φόρος οὗτος ὁ στρεμματικὸς ὡς ἕν ὑπόλοιπον τῆς γενικῆς φορολογίας, οἷα ὑπῆρχεν ἄλλοτε ἐπὶ τῶν γρασιδίων, λαχανοκήπων, ἀμπέλων καί λοιπῶν· ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ φόροι κατηργήθησαν πολὺ ὀρθῶς, ἀλλὰ κατὰ λάθος ἔμεινεν ὁ φόρος ἐπὶ τῶν περιβολίων, ὁ εἰς ἐλάχιστον ποσὸν ἀνερχόμενος, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ παραδρομὴ ἐκείνη ἐκλείψῃ καὶ διαγραφῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν περιβολίων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ῥητίνην, νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ συμφέρον εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ὁρισθῇ μέσος ὅρος γενικὸς δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, διότι ὅπως δήποτε ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ τῆς τιμῆς ἐπὶ πλέον, αὕτη δὲ δὲν προέρχεται διότι ἡ ἀξία εἶναι μεγαλειτέρα, ἢ διότι ὠφελεῖται ὁ πωλητὴς περισσότερον ἐκ τοῦ προϊόντος τούτου· ὁ λόγος κυρίως εἶναι διότι ἐπιβαρύνεται τὸ ἐμπόρευμα τοῦτο διὰ τῶν μεταφορικῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἀτυχῶς βαρύνουν πολὺ ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἐμπορεύματος, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν εὐτελοῦς ἀξίας, καὶ ἡ μεταφορὰ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ὀρέων, τῶν περιβαλλόντων τὴν Ἀττικήν, εἰς τὴν πρωτεύουσαν στοιχίζει ἀκριβῶς ἴσον πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος· ἐπὶ τόπου ἡ ῥητίνη δύναται νὰ πωληθῇ πρὸς 10 καὶ 15 καὶ 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐδῶ δὲ, ἐν Ἀθήναις, πωλεῖται πρὸς 40 καὶ 45· ἐὰν δὲ κυρίως ἀναλογίσητε τὴν δαπάνην τῆς μεταφορᾶς, θὰ εὕρητε, ὅτι πρωτίστως ἡ μείζων τιμὴ δὲν εἶναι πρὸς ὄφελος τοῦ πωλητοῦ, διότι πωλεῖ εἰς κέντρα μεγαλείτερα, ἀλλὰ διότι ἐπεβαρύνθη μὲ δαπάνην μεταφορᾶς πολὺ μεγαλειτέραν κλπ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑποσχεθεὶς ὅτι θέλει εἰσαγάγει τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς ὄχι ἑνὸς ἔτους, ἀλλὰ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, δύναται ἤδη νὰ προτείνῃ τοὺς δύο ἢ τρεῖς μέσους ὅρους, ἐν καιρῷ δὲ, τὸ ἐρχόμενον ἔτος, νὰ εὕρῃ τὸν γενικὸν μέσον ὅρον, ἐὰν δὲν ἀποδεχθῇ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῆς ῥητίνης, ἥτις νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄδικος, διότι σχετίζεται μὲ τὸν φόρον τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ἀρκετὰ βαρὺς, συγχρόνως δὲ πρόκειται περὶ ἀντικειμένου πρώτης ἀνάγκης, διότι ὁ οἶνος μετὰ τὸν ἄρτον εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης.
§156ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι πάντες οἱ φόροι, οἱ ἐπιβαλλόμενοι εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἶναι ἄνισοι, ὅτι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν τῶν φόρων ἔχει τὴν δικαίαν βάσιν τῆς ἀναλογίας, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ πόρων, ἄνευ μέσων, ἄνευ δαπανῶν· ἑπομένως τὴν ἀνισότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουσι πάντες οἱ φόροι, θὰ τὴν ἀνεχθῶμεν ὅσον ἔνεστι κατὰ δίκαιον μέτρον, διὰ νὰ ἔχωμεν τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως ὡς Κράτος. Ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν οὐ μόνον ἄνισος, οὐ μόνον ἄδικος, ἀλλὰ καὶ πολλαχῶς ἀδικαιολόγητος. Ἄνισος εἶναι, διότι λαμβάνει βάσιν καὶ μέτρον τὴν παραγωγὴν καὶ τὰ κτήνη, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς ὡρισμένας περιφερείας, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν δύνασθε ποτὲ νὰ εὕρητε ἀναλογίαν, ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην, διότι ἀλλοῦ μὲν ὀλίγα κτήνη πληρόνουν ὑπέρμετρον φόρον, ἀλλοῦ δὲ ἐλάχιστον, πολλαχοῦ δὲ κατορθόνουν οἱ κτηνοτρόφοι καὶ νὰ τὰ ἀποκρύπτουν ὁλοτελῶς· ὥστε ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ νόμος, τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει, εἶναι ἀσταθὲς, εἶναι ἄδικον. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν ὁ φόρος εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς ἐργασίας καὶ τῶν παραγωγικῶν κεφαλαίων, δὲν εἶναι δὲ ποτὲ δυνατὸν νὰ εὕρητε θεωρίαν τινὰ, ἡ ὁποία νὰ δικαιολογῇ τὴν φορολογίαν τῶν παραγωγικῶν κεφαλαίων, διότι εἴτε τὰ κτήνη εἴτε τὴν ἐργασίαν λάβητε ὑπ’ ὄψει, φορολογεῖτε τὰ παραγωγικὰ κεφάλαια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος εἶναι πάντοτε ἄδικος, διότι κυρίως οἱ φόροι πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ ὄχι ποτὲ ἐπὶ τῶν παραγωγικῶν κεφαλαίων. Ἐν τούτοις εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον αὐτὸν ἢ νὰ τὸν διατηρήσωμεν. Ἐὰν ἔχωμεν πρόχειρον τὸ μέσον τῆς ἀντικαταστάσεως, βεβαίως δυνάμεθα νὰ τὸν καταργήσωμεν, ἄλλως πρέπει νὰ τὸν διατηρήσωμεν, διότι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους εἶναι ὑπερβάλλουσαι, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τοιαῦτα ἡρωϊκὰ μέτρα. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία εἰσήχθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἧς καὶ ἐγὼ ἀποτελῶ μέρος, εἶναι πρότασις, μοὶ φαίνεται, ἀρκετὰ ἐπιτυχὴς, δυναμένη νὰ συμβιβάσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἐπιβάλλεται φορολογία ἡμίσεως ἢ ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων σιτηρῶν, ὅπως ἀποτελῇ ἀντιστάθμισμα ἀρκετὸν νὰ καλύψῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀποφέρει ὁ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν φόρος. Βεβαίως ὑπῆρξε καὶ ἀντίθετος γνώμη, διότι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουσι μάλιστα ἄλλας ἰδέας καὶ ἄλλα συστήματα, ἀντέστησαν εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν, καὶ ἰδίως ὁ προαγορεύσας ἦτο ἐναντίος, ἴσως ἐξ ἰδίων ὑπολογισμῶν, ἐγὼ ὅμως, καίτοι ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία δὲν παράγει τοσαῦτα σιτηρὰ, ὥστε νὰ ἐπαρκοῦν εἰς συντήρησιν αὐτῆς, ἀλλὰ εἰσάγει ἔξωθεν τοιαῦτα πρὸς συντήρησίν της, παραδέχομαι, ἔστω καὶ ἂν πρόκηται νὰ γείνω ἀντιδημοτικὸς ἐν τῇ πατρίδι μου, νὰ ἐπιβληθῇ τοιοῦτος φόρος ἡμίσεως ἢ ἑνὸς λεπτοῦ ἢ καὶ πλέον κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων σιτηρῶν, διότι τοὐλάχιστον θὰ ἔχω τὴν παρηγορίαν, ὅτι διὰ παντὸς ἀπήλλαξα τοὺς συμπολίτας μου καὶ τὴν γεωργίαν ἐν γένει ἀπὸ τοιαύτης ἐπαχθοῦς καὶ ἀδίκου φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν (πολὺ ὡραῖα!). Ἑπομένως νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Εὐταξία, δυνάμεθα καὶ φόρον καλλίτερον καὶ δικαιότερον νὰ ἐπιβάλωμεν, καὶ φόρον ἄνισον καὶ ἄδικον νὰ καταργήσωμεν, κατ’ οὐδὲν δὲ νὰ μειωθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Τὴν ἑτέραν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας καὶ ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ νὰ τὸν ἀναπληρώσωμεν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, αὐτὴν τὴν ἰδέαν τὴν ἀποκρούω ῥιζικώτερον. Διὰ δύο λόγους, Κύριοι, ἀποκρούω τὴν ἰδέαν ταύτην· πρῶτον, διότι, ἀφ’ ἧς πρὸ τριακονταετίας πολιτεύομαι, ἤμην πάντοτε ἐναντίος τῶν φόρων καὶ τῶν δανείων, ἐνόουν δὲ τοσαῦτα βάρη νὰ φέρῃ τὸ Κράτος, ὅσα εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα πρὸς συντήρησίν του, καὶ οὐδέποτε ἄνευ ἀπολύτου ἀνάγκης ν’ αὐξάνουν οἱ φόροι, οὔτε νὰ γίνωνται δάνεια. Δυστυχῶς μέχρι τινὸς ἡ οἰκονομικὴ αὕτη πολιτικὴ ἐξηκολούθησε νὰ ἐπικρατῇ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐπεκράτησε τὸ ἀντίθετον σύστημα, καὶ δι’ αὐτὸ σήμερον εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ βάρος μεγάλων χρεῶν, καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοῦ 1864, καθ’ ἣν ἠδυνήθημεν διὰ προϋπολογισμοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βʹ ἐν Ἀθήναις Συνελεύσεως νὰ κυβερνήσωμεν τὴν Ἑλλάδα μὲ 24 μόνον ἑκατομμύρια, σήμερον εὑρισκόμεθα μὲ προϋπολογισμὸν δαπανῶν 100 ἑκατομμυρίων. Ἡ αὔξησις ἑπομένως τῶν δαπανῶν ἔφερε καὶ αὔξησιν τῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἤτοι αὔξησιν ὑπέρμετρον φόρων καὶ βάρη δυσβάστακτα.
§157ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Προσετέθησαν νέαι χῶραι ἔκτοτε.
§158ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ προσθήκη τῶν χωρῶν αὐτῶν ἔφερεν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους· διότι, ἐὰν ἡ Ἑπτάνησος ἀπαιτῇ δαπάνας δύο ἑκατομμυρίων διὰ νὰ διοικηθῇ, ἀφ’ ἑτέρου ἐπιφέρει πρόσοδον τεσσάρων ἑκατομμυρίων. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω περὶ τῶν πόρων τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ βεβαίως καὶ αὕτη δὲν θὰ καθυστερῇ εἰς τοῦτο. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἤμην πάντοτε ὀπαδὸς τῆς μετὰ φειδοῦς δαπανώσης τὰ δημόσια χρήματα οἰκονομικῆς πολιτικῆς, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω παῤῥησίᾳ, ὅτι, μολονότι ἐκτιμῶ ἀμφοτέρους τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν δύο πολιτικῶν κομμάτων, διὰ τὰς πολλὰς των γνώσεις καὶ ἀρετὰς, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους συνετάχθην μετὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ μόνον διότι ἔχει πολιτικὴν οἰκονομικωτέραν, ἂν καὶ ἐκτιμῶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὸν κ. Τρικούπην διὰ τὰς μεγάλας αὐτοῦ γνώσεις καὶ τὰς πολλὰς αὐτοῦ ἀρετὰς· διότι ἐγὼ δὲν ἀρέσκομαι νὰ λατρεύω πρόσωπα, ἀλλὰ πάντοτε ἐλάτρευσα ἰδέας, καὶ ἐκτιμῶ τοὺς ἄνδρας, καὶ μάλιστα τοὺς πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανοὶ νὰ κυβερνήσουν τὸν τόπον των. Ὀπαδὸς λοιπὸν ὢν τῆς μετὰ φειδοῦς οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ ἐναντίος τῶν φόρων καὶ τῶν δανείων, δὲν δέχομαι τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ δανεισθῇ τὸ Κράτος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, διὰ τὸν λόγον, ὅτι μία πρόσοδος, ἡ ὁποία ἐκπηγάζει ἐκ τῶν σπλάχνων τοῦ λαοῦ, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἀφορμὴ νὰ δημιουργῆται νέον βάρος ἐπ’ αὐτοῦ. Δεύτερον, Κύριοι, ἐὰν μετὰ τὴν δαπάνην τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὑπάρχῃ περίσσευμα, διατὶ αὐτὸ τὸ περίσσευμα νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς δημιουργίαν ἄλλου δανείου; Ἐὰν ὑπάρχῃ περίσσευμα, σημαίνει ὅτι ὁ φόρος ὁ ὁδικὸς, ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἶναι ὑπερβολικὸς καὶ πρέπει νὰ μετριασθῇ ὁ φόρος αὐτὸς, διὰ νὰ ὠφεληθῇ ὁ φορολογούμενος, ὁ ὁποῖος τὸν πληρόνει, καὶ ὄχι νὰ δημιουργήσητε νέον βάρος καὶ νὰ καταστήσητε ἐπαχθέστερον τὸν φόρον εἰς τὸν λαόν. Διὰ τοὺς δύο τούτους λόγους, Κύριοι, ἀποκρούω αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ὑπηνίχθη καὶ ἑτέρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἐντελῶς ξένα τοῦ προκειμένου. Ὁ προλαλήσας ἔθιξε καὶ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὸ εἶναι ξένον τοῦ προκειμένου. Βεβαίως οὐδεὶς εὐλογεῖ τὴν κατάστασιν τῶν γεωργῶν, καὶ ἰδίως τῶν καλλιεργούντων τὰ κτήματα τῶν μεγάλων γεωκτημόνων, ἀλλὰ καὶ κἀνεὶς δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι τοσοῦτον σεβαστὸν καὶ ἱερὸν, ὥστε μετὰ μεγάλης προσοχῆς πρέπει τις νὰ θίγῃ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ νὰ ἀναλάβῃ τὴν σημαίαν τοῦ Ὀκονέλλου καὶ τοῦ Πάρνελ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ὅταν τὸ Κράτος φθάσῃ εἰς θέσιν νὰ δύναται νὰ εὕρῃ τὰ μέσα, ὥστε νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν γεωργῶν, τοὺς ὁποίους πολλοὶ ὑπολαμβάνομεν ὡς δουλοπαροίκους, τότε βεβαίως πρέπει νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν θυσίαν, ἀλλὰ τόγε νῦν ἔχον, νομίζω ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι πολὺ ὑπέρτερον, ὥστε νὰ προβῇ τις εἰς τοιαῦτα ἐγχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι πολὺ ἐπικίνδυνα (εὖγε! εὖγε!).
§159ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μὲ παρεξήγησε, νομίσας ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας δὲν πρέπει νὰ ἦναι σεβαστόν· ἀπ’ ἐναντίας νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἦναι σεβαστὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ὄχι μόνον τῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν χωρικῶν καὶ τῶν ἄλλων, διότι καὶ οἱ χωρικοὶ ἔχουσι πολλὰ ἐμπράγματα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἦναι σεβαστὰ, ὅπως καὶ τὰ τῶν πλουσίων ἰδιοκτητῶν.
§160ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνέπτυξα τοὺς λόγους, τοὺς ἀφορῶντας τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ῥητίνης. Νομίζω δὲ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω σήμερον τὰ αὐτὰ καὶ θὰ περιορισθῶ εἰς ὀλίγας λέξεις, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη ἐνταῦθα, περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν βεβαίως παρουσιάζει ἐλλείψεις καὶ χρήζει βελτιώσεως, δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι ἤδη εἶναι δυνατὸν ὁ φόρος οὗτος ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ φόρου ἐμμέσου. Εἶναι δύο ὅλως διάφορα πράγματα ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ὁ τελωνειακὸς δασμὸς εἰσαγωγῆς, ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ σίτου· ἡ τελικὴ ἐπιβάρυνσις τοῦ ἑνὸς φόρου εἶναι ἄλλη, ἡ τελικὴ ἐπιβάρυνσις τοῦ ἄλλου φόρου εἶναι ἄλλη, οὐδέποτε δὲ ἐσκέφθη τις οὐδαμοῦ ν’ ἀντικαταστήσῃ ἄμεσον φόρον δι’ ἐμμέσου φόρου. Ὁ ἄμεσος φόρος ἔχει τοὺς λόγους τῆς ὑπάρξεώς του, ὡς καὶ ὁ ἔμμεσος, καὶ βαρύνει ἄλλα πρόσωπα, ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ αὐτὰ πρόσωπα, ἀφ’ ὅ,τι ὁ ἔμμεσος· δὲν εἶναι ἑπομένως δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ὑπὸ οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ τοιαύτη ἀντικατάστασις. Λέγω τοῦτο, διότι ἡ ἰδέα αὕτη ἀνεπτύχθη παρὰ πολλῶν, καὶ ἐφάνη ἑλκύουσα πολλὰς συμπαθείας. Διὰ νὰ δείξω τὸ ἀνώμαλον τῆς ἰδέας ταύτης, θὰ περιορισθῶ εἰς ἓν μόνον παράδειγμα. Λάβετε τὴν Ἑπτάνησον· ἡ Ἑπτάνησος θὰ πληρώσῃ καὶ αὕτη βεβαίως τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τῆς εἰσαγωγῆς ἐπὶ τοῦ σίτου, ἀλλὰ τί ἀντισήκωμα θὰ ἔχῃ ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν; Οὐδέν. Τὸ ἔφερα ὡς ἁπλοῦν παράδειγμα· ἄπειρα δὲ τοιαῦτα δύναται νὰ φέρῃ τις ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς. Δὲν δύναται ἑπομένως νὰ γείνῃ σκέψις περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀμέσου φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ δασμοῦ εἰσαγωγῆς ἐπὶ τοῦ σίτου. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς προστασίας τῆς γεωργίας· τοῦτο βεβαίως θὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ μελετηθῇ κατὰ τίνα τρόπον θὰ γείνῃ· δὲν ἔχομεν μήτε κἂν τὸν καιρὸν νὰ συζητήσωμεν ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ συνδεθῇ καὶ μὲ τὴν μελέτην τὴν γενικωτέραν τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου. Δὲν νομίζω ὡσαύτως, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις ἡ ἑτέρα τοῦ ἐκ Λοκρίδος ἀξιοτίμου συναδέλφου, τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ῥητίνης. Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ῥητίνης ἔχει καὶ οὗτος τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πάντες οἱ φόροι οἱ ἄμεσοι. Μήπως ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων δὲν εἰσπράττεται ἀπὸ ἀνθρώπων πολὺ πτωχοτέρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συλλέγουν τὴν ῥητίνην; Μήπως οἱ ποιμένες, οἱ κάτοικοι τῶν ὀρέων, τῶν ὁποίων ὅλη ἡ περιουσία εἶναι 5 ἢ καὶ 10 κτήνη, ἐκ τῶν ὁποίων περιμένουν νὰ θεραπεύσουν τὸ πλεῖστον τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, μήπως οὗτοι εἶναι πλουσιώτεροι καὶ ἀνετώτερον πορίζονται τὰ ἐκ τῶν ζώων των εἰσοδήματα, ἀφ’ ὅ,τι πορίζονται αὐτὰ οἱ ἐξάγοντες ῥητίνην ἐκ τῆς πεύκης; Ἀπ’ ἐναντίας ἡ ἐξαγωγὴ τῆς ῥητίνης εἶναί τι ἀνετώτερον τῆς διατηρήσεως ἐπὶ τῶν ὀρεινῶν ἰδίως μερῶν τῶν ζώων. Ἀλλὰ δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ τῆς ῥητίνης φορολογία δὲν ἔχει τι τὸ ὀχληρὸν, ὅλοι οἱ ἄμεσοι φόροι ἔχουσι τὸ ὀχληρόν. Ἠκούσαμεν δὲ σήμερον πολλοὺς συναδέλφους, παραστήσαντας ἕκαστος τὰ ἐλαττώματα τοῦ φόρου ἐκείνου τοῦ ἀμέσου, ὅστις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὑτοῦ ἐφαρμόζεται πλειότερον καὶ τὸν ὁποῖον τελειότερον γνωρίζει. Καὶ οἱ μὲν θεωροῦσι βαρύτερον τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, οἱ δὲ τὸν ἐπὶ τῶν ζώων, ἄλλοι τὸν ἐπὶ τῶν περιβολίων, καὶ οὕτω καθεξῆς. Οἱοςδήποτε ὅμως καὶ ἂν ᾖ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ῥητίνης, εἴτε ἐλαφρότερος εἴτε βαρύτερος τῶν ἄλλων, εἶναι καὶ οὗτος φόρος ἄμεσος, ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ δασικῆς παραγωγῆς. Δὲν δύναται ἑπομένως νὰ συνδεθῇ κἂν μὲ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι εἶναι δασικὸν προϊόν ἡ ῥητίνη. Ἑπομένως οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν κατανάλωσιν τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι δυνάμεθα κἂν νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι, ὑφισταμένων τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων, εἶναι δυνατὸν νὰ καταργήσωμεν τὸν ἄμεσον τοῦτον φόρον ἐπὶ τῆς ῥητίνης. Ἐσκέφθην περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ τρόπου τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου τούτου, καὶ, ὡς εἶχον εἰπεῖ καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἐγένετο μελέτη, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ μέσος ὅρος ἐφ’ ὅλου τοῦ Κράτους. Τοῦτο ἀπεδείχθη ἀπολύτως ἀδύνατον. Ἐποιησάμην μελέτην, ἂν ἦναι δυνατὸν κατὰ μέσον ὅρον νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ ἑκάστης ἐπαρχίας, ὅπως πρὸ τοῦ 1886, νομίζω ἐπεβάλλετο· ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἀπολήγει εἰς ἀποτελέσματα παριστῶντα μεγάλας ἀδικίας. Ἔχω ἐνταῦθα τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα καὶ θὰ ἀρκεσθῶ νὰ ἀναφέρω ὑμῖν μίαν ἐπαρχίαν. Λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὴν ἐπαρχίαν Καρυστίας. Ἐν Καρυστίᾳ ὑπάρχουσι δῆμοι, ὅπου πληρόνεται φόρος ἐπὶ 28 λεπτῶν· καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ δῆμος Σκυρίων· ἕτεροι δὲ, ὡς ὁ δῆμος Μαρμαρίων, ἐν οἷς πληρόνεται ἐπὶ 51 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν.
§161ΡΑΛΛΗΣ. Ὁρίζεται ἡ τιμὴ τῆς ῥητίνης· δὲν εἶναι φόρος.
§162ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁρίζεται ἡ τιμὴ τῆς ῥητίνης βεβαίως. Πληρόνουσιν ἐπὶ 21 λεπτῶν καὶ 51. Δὲν λέγω ὅτι πληρόνονται ὡς φόρος τὰ λεπτὰ ταῦτα. Λοιπὸν, ἐὰν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν τὸν μέσον ὅρον, θὰ ἀδικήσωμεν τοὺς δήμους τοὺς πληρόνοντας ὀλιγώτερον. Βεβαίως οἱ δῆμοι οὗτοι δὲν θὰ δεχθῶσι μετ’ εὐχαριστήσεως τὸν μέσον ὅρον· θὰ δεχθῶσι τὸν μέσον ὅρον ἐκεῖνοι, ὁποῖοι πληρόνουσιν ἀκριβώτερον, εἶναι δὲ οἱ ὀλιγώτεροι οὗτοι, διότι ἔχει ἀνωτέραν τιμὴν ἡ ῥητίνη. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀκριβὲς, ὅτι ὁ φόρος τῆς ῥητίνης πληρόνεται ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ παραγωγέως· διότι ὁ φόρος οὗτος πληρόνεται παρὰ τοῦ καταναλωτοῦ.
§163ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ......
§164ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς τελικῆς ἐπιβολῆς καὶ πληρωμῆς τῶν φόρων. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ λυθῇ· εἶναι ζήτημα θεωρητικόν. Ἕνεκα τούτου, χωρὶς νὰ ἔχω οὐδεμίαν ἀντιπάθειαν πρὸς τὸν ὁρισμὸν τῶν μέσων ὅρων, δὲν προτείνω αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν, φοβούμενος ὅτι ἐκ τοῦ μέσου τούτου ὅρου θὰ ἐπέλθωσιν ἀδικίαι πολὺ ἀνώτεραι καὶ πολὺ σπουδαιότεραι, παρὰ ὅταν παραδεχθῶμεν τὸν κατὰ δήμους προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς. Βεβαίως καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ῥητίνης εἶναι ἐπιδεκτικὸς μελέτης, καὶ δύναται ὁ φόρος οὗτος νὰ συνδυασθῇ μὲ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἴνων, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολος ἡ ἄμεσος ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ τρόπου τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο τούτων φόρων. Ταῦτα νομίζω ἀρκετὰ πρὸς ἔνδειξιν τῶν ἰδεῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενος, προτείνω νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ὑπεβλήθη.
§165Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ἔλαιον τί γενήσεται, κύριε Ὑπουργέ; τὸ θεωρεῖτε καὶ ἀνάξιον ἀπαντήσεως;
§166ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι, δὲν τὸ ἐλησμόνησα. Ὡς πρὸς τὸ ἔλαιον, μὲ συγχωρεῖτε νὰ ἔχω διάφορον γνώμην ὑμῶν. Νομίζω ὅτι τὸ ἔλαιον εἶναι ἓν ἐκ τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν ὀλιγωτέραν σχετικῶς δαπάνην.
§167Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἄλλοτε εἴχετε τοιαύτας γνώμας. Ἦσθε τότε μαζὺ μὲ τὸν κ. Τρικούπην.
§168ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομίζω τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐξ ἰδίας πείρας τὸ γνωρίζω. Τὸ ἔλαιον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν βαρύτερον φορολογουμένων προϊόντων.
§169Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶσθε λοιπὸν σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§170ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεβίβασε τὸ ἔλαιον ἀπὸ 10% εἰς 7%, καὶ εἰς τοῦτο ἐμμένω καὶ ἐγώ.
§171Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὥστε διαφωνεῖτε καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀλλαγὴν τοῦ συστήματος καὶ ὡς πρὸς ὅλα.
§172ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν διάκρισιν, Κύριοι, μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων γινώσκω καὶ ἐγὼ, οὐδ’ εἶχον ἀνάγκην τινὰ νὰ μοὶ ὑποδείξῃ αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Γινώσκω κάλλιστα, πρὸς τί ἐπιβάλλονται ἐκεῖνοι καὶ πρὸς τί οὗτοι. Οἱ ἔμμεσοι φόροι πλήττουσιν ἀδιακρίτως ὅλας τὰς τάξεις τῶν φορολογουμένων. Πᾶς πολίτης ὑποβάλλεται κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἰς αὐτοὺς, εἰσφέρων οὕτω τὸ ἐφ’ ἑαυτῷ εἰς τὰ δημόσια βάρη. Τοῦτο γίνεται πανταχοῦ. Πλὴν ἀλλαχοῦ, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἀναλογία τις ἐν τῇ φορολογίᾳ, προσφεύγουσιν εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, τοὺς ἐπιβαρύνοντας κυρίως τὰς εὐπορωτέρας τάξεις, αἵτινες καὶ δύνανται καὶ ὀφείλουσι νὰ εἰσφέρωσιν εἰς τὰ δημόσια βάρη πλείονα ἢ αἱ ἀπορώτεραι τοῦ λαοῦ τάξεις. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἐμμέσους φόρους, ἀποτινομένους ὑφ’ ὅλων ἀδιακρίτως τῶν τάξεων, ἔχομεν δὲ καὶ ἀμέσους φόρους, ἀλλὰ τίνας κυρίως πλήττουσιν οὗτοι; Αὐτὸς ὁ ὑπὸ συζήτησιν φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν θεωρεῖται παρ’ ἡμῖν ἄμεσος ἔγγειος φόρος, ὃν ἔπρεπε βεβαίως νὰ τελῶσιν ὡς τοιοῦτον οἱ γαιοκτήμονες, οἱ εὐπορώτεροι σχετικῶς, πλὴν συμβαίνει τοῦτο τῳόντι; Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ἐν Φθιώτιδι, ἐν Εὐβοίᾳ καὶ ὅπου ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος ἀπαντῶσιν αἱ μεγάλαι ἀγροτικαὶ κτήσεις, τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δὲν ἀποτίνουσιν οἱ ἰδιοκτῆται, ἀλλ’ οἱ καλλιεργηταί, οἱ ἐξ ἑνὸς ζεύγους βοῶν συντηροῦντες ὁλόκληρον οἰκογένειαν; Ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐδόθη ὑπὸ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς καλλιεργητὰς ν’ ἀπαιτῶσι καὶ λαμβάνωσι παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν τὸ ἀναλογοῦν εἰς τούτους μέρος τοῦ ὑπ’ αὐτῶν τελουμένου φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλὰ πόσοι ἐκ τῶν ἐκεῖ δυστυχῶν καλλιεργητῶν ἔχουσι τὸ θάῤῥος ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὸν ἰδιοκτήτην καὶ ν’ ἀπαιτήσωσι παρ’ αὐτοῦ τὸ ἀναλογοῦν μέρος τοῦ φόρου; πόσοι δ’ ἔχοντες τὸ θάῤῥος εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐναγάγωσι τὸν ἰδιοκτήτην, ἀπερχόμενοι εἰς τὰ ὥρας πολλὰς ἀπέχοντα δικαστήρια καὶ ἐκεῖ πληρόνοντες δικηγόρους καὶ δικαστικὰ ἔξοδα; Φόρος τοιοῦτος δὲν εἶναι τῇ ἀληθείᾳ παρῳδία τοῦ ἀμέσου ἐγγείου φόρου; Ἰδοὺ, Κύριοι, ὁ φόρος, ὃν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν ὅτι ζητῶ ἐκ συγχύσεως ν’ ἀντικαταστήσω, ἄμεσον ὄντα αὐτὸν, δι’ ἑτέρου ἐμμέσου φόρου, τοῦ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν δασμοῦ! Καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο καὶ μόνον. Διϊσχυρίσθη προσέτι, ὅτι οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ἐπιδιώκεται ἀναπλήρωσις ἀμέσων φόρων. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐζήτησα κυρίως τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν, ἀλλ’ ἀφοῦ κατέδειξα τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην τῆς καταργήσεως τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος φόρου, ὡς ἀδίκου καὶ ἀνίσου, ὑπέδειξα συγχρόνως ἕτερόν τινα πόρον, τὸν προχειρότερον κατ’ ἐμὲ, δι’ οὗ θ’ ἀνεπληροῦτο ἡ τοιαύτη ἔκπτωσις τῶν δημοσίων προσόδων. Εἰς ἔκπληξιν δ’ ἀληθῆ μὲ ἐνέβαλεν ὁ διισχυρισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καθ’ ὃν δῆθεν οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ἐγένετο ἀναπλήρωσις ἀμέσων δι’ ἐμμέσων φόρων. Καὶ ἀγνοεῖ τὴν ἁπανταχοῦ τὴν σήμερον ἀπαντῶσαν φορολογικὴν τάσιν, ὅπως ἀναπληρῶνται, ὅσον οἷόν τε, οἱ ἄμεσοι δι’ ἐμμέσων φόρων, οἵτινες δὲν εἶναι καταθλιπτικοί, ὅσον ἐκεῖνοι, βεβαιοῦνται δὲ καὶ εἰσπράττονται συγχρόνως καὶ ἀποφέρουσι τὰς ἀσφαλεστέρας προσόδους εἰς τὸ Δημόσιον; Ὁμολογῶ δὲ, Κύριοι, ὅτι τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν προτείνω ἐγὼ, οὐχὶ μόνον ὅπως ἀνακουφισθῇ ἡ γεωργικὴ ἡμῶν τάξις, χωρὶς ἀφ’ ἑτέρου νὰ μειωθῶσι τὸ παράπαν αἱ πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον. Οὕτω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ προστασίας τινὸς καὶ ἡ ἐγχωρία ἡμῶν παραγωγή. Καθ’ ὃν χρόνον ἄλλαι χῶραι μᾶλλον ἡμῶν προηγμέναι ἐν τῇ γεωργίᾳ, ὡς ἡ Γαλλία καὶ ἡ Γερμανία, προσφεύγουσιν εἰς ἔκτακτα μέτρα καὶ ἐπιβάλλουσι βαρυτάτους δασμοὺς εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα εἰς αὐτὰς σιτηρὰ, θὰ ἦτο βεβαίως τι ἀκατανόητον νὰ μὴ ζητήσῃ νὰ προστατεύσῃ ἡ μικρὰ Ἑλλὰς τὴν ἐν σπαργάνοις ἔτι διατελοῦσαν γεωργίαν της.
§173ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν.
§174ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχει καὶ μεγάλην μάλιστα σχέσιν. Ὅταν ὁ γεωργὸς, Κύριοι, ἀπαλλαχθῇ ἐτησίως φόρου ἐκ 50 δραχμῶν κατὰ μέσον ὅρον, ὅταν δυνηθῇ νὰ ἐκποιῇ τὰ προϊόντα του κατὰ 20 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν περισσότερον, καὶ νὰ ἐξοικονομῇ οὕτως ἐπὶ 2,500 ὀκάδων κατ’ ἔτος ἄλλας 50 δραχμὰς, τότε διὰ τῶν ἐτησίων ἑκατὸν αὐτῶν δραχμῶν θὰ κατορθώσῃ νὰ βελτιώσῃ ἐπαισθητῶς τὴν θέσιν του. Ἡ βελτίωσις αὕτη τῆς θέσεώς του θὰ ἔχῃ ὡς ἀναγκαῖον ἐπακόλουθον τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας καὶ τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, ἥτις θὰ ἀπέβαινεν ἐπ’ ἀγαθῷ ὁλοκλήρου τῆς χώρας. Δὲν θὰ ἐξάγωμεν τότε τόσον χρυσὸν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς προμήθειαν ἄρτου καὶ πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ ἐμπορικοῦ ἡμῶν ἰσοζυγίου, ὡς νῦν. Καὶ δὲν εἶναι μέγα καὶ τὸ κέρδος τοῦτο ἐκ τῆς προτεινομένης ὑπ’ ἐμοῦ φορολογικῆς μεταῤῥυθμίσεως; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσέφυγε καὶ εἰς ἕτερον ἐπιχείρημα κατὰ τῆς τοιαύτης μεταῤῥυθμίσεως. Εἶπεν ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν θὰ ἦναι ἓν βάρος γενικὸν δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ὅπερ διὰ μὲν τὰς ἄλλας ἐπαρχίας θὰ ἔχῃ ὡς ἀντισήκωμα τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δὲν θὰ ἔχῃ ὅμως ἀντισήκωμά τι καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἥτις στερεῖται νῦν τοῦ τοιούτου φόρου. Ἀλλ’ οἱ Ἑπτανήσιοι εἶναι ἐλεύθεροι βεβαίως, ἂν νομίζωσιν ὅτι οὕτω πως ἀδικοῦνται, νὰ ζητήσωσι καὶ ἐπιτύχωσι τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσίν των πρὸς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Τοσαῦτα εἶχον, Κύριοι, ν’ ἀντιπαρατηρήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν προκειμένου περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν. Ὑπολείπεται νὰ προσθέσω ἔτι ὀλίγα τινὰ ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῆς ῥητίνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠπόρησε, πῶς ἐζήτησα νὰ συνδέσω καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τούτου πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων σιτηρῶν. Ἀλλὰ τὴν ἀπορίαν του ταύτην ἔλυσα ἤδη, νομίζω, δι’ ὅσων παρετήρησα περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, Καὶ εἰς ἀντικατάστασιν τῆς προσόδου ἐκ τοῦ φόρου τῆς ῥητίνης ὑπέδειξα τὴν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων δημητριακῶν καρπῶν. Ὁ σύνδεσμος οὗτος εἶναι βεβαίως ἁπλούστατος καὶ καταληπτὸς τοῖς πᾶσιν. Ὁ κ. ὅμως Ὑπουργὸς προέβη καὶ ἔτι περαιτέρω καὶ ἐζήτησε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν φόρον τῆς ῥητίνης ὡς ὀρθὸν καὶ δίκαιον, διισχυρίσθη δὲ, ὅτι τὸν φόρον δὲν ἀποτίνουσιν οἱ ῥητινοσυλλέκται, ἀλλ’ οἱ καταναλωταί. Ἀγνοῶ, Κύριοι, ἄν τις ἐξ ὑμῶν ἀπήντησε καταναλωτήν τινα ῥητίνης τελοῦντα τὸν φόρον ταύτης. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδένα τοιοῦτον ἀπήντησά ποτε, γινώσκω δὲ μόνον, ὅτι, κατὰ τὰ ἰσχύοντα ἔτι παρ’ ἡμῖν ἄρθρα 33 καὶ 34 τοῦ ΣΟΖʹ νόμου, οἱ ῥητινοσυλλέκται δὲν δύνανται νὰ πωλήσωσι τὸ προϊόν των, πρὶν ἢ ζυγισθῇ αὐτὸ ἐν τῷ τόπῳ τῆς παραγωγῆς ἐνώπιον τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ φόρου καὶ πληρώσωσι τοῦτον εἰς χρήματα. Ὡς πρὸς τὸ δίκαιον δὲ τοῦ φόρου, θὰ ἠρώτων αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ὑποδείξῃ ἄλλον οἱονδήποτε φόρον παρ’ ἡμῖν, καθ’ ὃν ὁ παραγωγὸς ἀποδίδει 27% πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀναγκαζόμενος προσέτι νὰ πληρόνῃ τὸν φόρον εἰς χρήματα καὶ οὐχὶ εἰς εἶδος, καὶ μάλιστα εἰς τιμὴν κατὰ τὸ ἥμισυ ἀνωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν πωλεῖ αὐτὸς τὸ προϊόν του. Σᾶς ἀπέδειξα Κύριοι, ὅτι ὁ ῥητινοσυλλέκτης καταντᾷ νὰ πληρόνῃ εἰς τὸ Δημόσιον 47% ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ αὐτὸς εἰσπράττει.
§175ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ εἴπατε δὲν τὸ ἀπεδείξατε.
§176ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀπέδειξα δι’ ἀκριβῶν ὑπολογισμῶν, πρὸς οὓς ὑμεῖς οὐδὲν ἀπολύτως ἀντετάξατε. Ἐρωτῶ δὲ, Κύριοι, ὑμᾶς τώρα, εἶναι δίκαιον ὁ ῥητινοσυλλέκτης νὰ πληρόνῃ 47% εἰς τὸ Δημόσιον ἐπὶ ἀκαθαρίστου προσόδου, ἥτις δὲν ἀμείβει κἂν τὴν προσωπικήν του ἐργασίαν, ἐνῷ αἱ Τράπεζαι καὶ αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι πληρόνουσιν ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν των 3–5% μόνον; Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῆς ῥητίνης, δι’ οὓς λόγους ὑπέδειξα τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, ἀντετίθετο εἰς αὐτήν, θὰ τὴν παρεκάλουν νὰ δεχθῇ τοὐλάχιστον ἐλάττωσιν αὐτοῦ εἰς 5%, εἰς ὅσον ποσὸν ἔχουσι περιορισθῆ μέχρι τοῦδε καὶ πλεῖστοι ὅσοι ἄλλοι φόροι, πολλῷ δικαιότεροι τοῦ τῆς ῥητίνης.
§177Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις τοῦ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς νομοσχεδίου προκαλεῖ πάντοτε συζητήσεις, ὁποίας τὴν ἑσπέραν ταύτην ποιούμεθα καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα. Καὶ προκαλεῖ αὐτὰς εὐλόγως καὶ διότι καὶ οἱ κατὰ μέρος λειτουργοῦντες φόροι, ἐξεταζόμενοι ἕκαστος, κρίνονται πλημμελῶς, καὶ ἐν συγκρίσει καὶ παραβολῇ πρὸς ἀλλήλους πολλὰς δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσιν ἄνισον τὴν φορολογίαν. Καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, μετὰ τὴν ἀνισότητα τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία ἐπῆλθε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἡ παραγωγὴ διατελεῖ ὑπό τινα κάματον, ὁ ὁποῖος γεννᾷ παράπονα τῶν φορολογουμένων, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἔπρεπε βεβαίως νὰ προσέξωσιν. Ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, εἰσὶν ὀρθά. Εἶναι φόρος ἄδικος, διότι δὲν φορολογεῖ τὴν παραγωγήν, ἀλλὰ τὰ ὄργανα τὰ πρὸς παραγωγήν. Ἐὰν δὲ, ἕνεκα λόγων εἴτε καιρικῶν εἴτε τοπικῶν, ὁ φορολογούμενος δὲν παραγάγῃ, θέλει ὅμως ὑποβληθῆ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Εἶναι προσέτι ἄδικος καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι διὰ τοῦ αὐτοῦ ἐπιβαρύνεται φόρου ἕκαστος, ὅστις ἔχει τὸ ὑποκείμενον εἰς φορολογίαν ὄργανον, ἂν καὶ μεταξὺ τοῦ ἀροτριῶντος κτήνους τοῦ μὲν πρὸς τὸ ἀροτριῶν κτῆνος τοῦ ἄλλου ὑπάρχει διαφορά, ἐπηρεάζουσα τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς. Καὶ ἄλλως δὲ τὸ σύστημα εἶναι ὀλέθριον, καὶ διότι πολλάκις ὁ φόρος αὐτὸς ἀναβιβάζεται εἰς τοσοῦτο ποσὸν, ὥστε πολλάκις ἠνάγκασε τοὺς κυρίους ἀροτριώντων κτηνῶν νὰ ἐκποιήσωσιν αὐτὰ, καὶ ἐπῆλθεν ἐκ τούτου ἐλάττωσις εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν εἰς τὴν ἀροτρίωσιν. Ἀλλὰ λοιπὸν, ἀφοῦ τόσον πλημμελὴς εἶναι ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δὲν πρέπει νὰ ἐκληφθῇ βεβαίως κοινὴ ἡ ἐπιθυμία; Ἴσως καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπρότειναν αὐτὸν καὶ οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον αὐτὸν ἐν τῇ φορολογικῇ νομοθεσίᾳ τοῦ Κράτους, ἴσως καὶ ἐκεῖνοι ἐπείσθησαν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς τοῦ φόρου τούτου εἴτε δι’ ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ δι’ ἄλλου εἴδους φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν, εἴτε δι’ ἀναζητήσεως ἐν ἄλλῳ πόρῳ τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ἀλλὰ μήπως αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ἀπηύθυνε περὶ τῆς φορολογίας τοῦ ἐλαίου, δὲν εἶναι βάσιμοι; Συμβαίνει ὁ ἐμὸς συνάδελφος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μὴ ἔχῃ τὴν γνώμην ταύτην. Ἐγὼ ὅμως ὁμολογῶ, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου εἶναι βαρεῖα, καὶ τὸ προϊὸν τοῦ ἐλαίου χρήζει ἰδιαιτέρας τινὸς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι εἶναι προϊὸν, τὸ ὁποῖον παράγει μὲν ἡ φύσις, ἀλλ’ ἔχει ἐγκαταλελειμμένον ἡ τέχνη ἐντελῶς, καὶ οὐδὲ ὑπῆρξέ ποτε ἐπιμέλεια περὶ βελτιώσεως τῆς παραγωγῆς ταύτης, ἤτοι περὶ κατασκευῆς ἐλαίου. Καὶ τὰ ἔλαια τῆς Ἑλλάδος ὑπετιμήθησαν ἐπὶ τοσοῦτον εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἀγορὰς, ὥστε δὲν χρησιμεύουσιν ἢ μόνον διὰ τὰς μηχανὰς, κατήντησαν δὲ νὰ ἐκτιμῶνται τοσοῦτον, ὅσον ἐκτιμῶνται τὰ ἔλαια τῆς Ἱσπανίας. Καὶ ἐνῷ τὰ ἔλαια τῆς Ἰταλίας, τὰ ἔλαια τῆς Γαλλίας προωρίσθησαν ἀποκλειστικῶς διὰ βρῶσιν τῶν ἀνθρώπων, τὰ ἔλαια τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι δεκτὰ εἰς βρῶσιν. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τούτου ἴσως ἤθελεν εὐκολύνει τοὺς παραγωγοὺς νὰ μεριμνήσωσι περὶ βελτιώσεως τοῦ προϊόντος τούτου, ἢ τοὐλάχιστον περὶ βελτιώσεως τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ. Καὶ αἱ παρατηρήσεις περὶ τῆς ῥητίνης καὶ αὗται ἔχουσι λόγον καὶ βάσιν. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἔχουσι βάσιν τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα πανταχόθεν ἀκούομεν περὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ἐξισώθη εἰς πάσας τὰς χώρας τὰς παραγούσας οἶνον καὶ εἰς τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι κατοικοῦνται ὑπὸ ἐλαχίστου πληθυσμοῦ, παρὰ τῷ ὁποίῳ ἡ πώλησις τοῦ οἴνου εἶναι ἄγνωστόν τι, καὶ εἰς τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι κατοικοῦνται ὑπὸ πληθυσμοῦ, ὅπου ὁ οἶνος δύναται νὰ πωληθῇ καὶ θεωρηθῇ ὡς ἐμπόρευμα ἔχον ἀξίαν τινά; Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐξίσωσις τοῦ φόρου πανταχοῦ, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὰ πρόσθετα τέλη, τὰ ἐπιβληθέντα εἰς αὐτόν. Καὶ ἡμεῖς οἱ καταγόμενοι ἐκ χωρῶν, εἰς τὰς ὁποίας καλλιεργεῖται ἡ ἄμπελος, ἡμεῖς, ὅταν ἐπισκεφθῶμεν τὰς πατρίδας ἡμῶν, ἀκούομεν οἰμωγὰς καὶ ἐπιτιμήσεις καὶ θρήνους ἀπὸ τοὺς καλλιεργητὰς τῆς ἀμπέλου. Ἀλλ’ εἴμεθα εἰς καιρὸν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ἵνα βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν ταύτην τῶν πραγμάτων; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων εἰς ὑμᾶς τὸν προϋπολογισμὸν, σᾶς μετέδωκε ποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις γνώμας περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Ὅλαι αὐταὶ αἱ μελέται θέλουσιν ἀπολήξει εἰς μεταβολὰς, αἱ ὁποῖαι διὰ τὰ πρῶτα ἔτη θέλουσιν εἶσθαι μεταβολαὶ δοκιμαστικαί. Εἴμεθα εἰς καιρὸν τώρα νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς δοκιμὰς τοιαύτας; Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅταν ἦτο Ἀντιπολίτευσις, δὲν ὑπεσχέθη οὐδὲ ἐλάττωσιν, οὐδὲ μεταβολὴν τῶν φόρων· ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅστις ἐθεωρούμην διευθύνων τὰς ἐργασίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀγορεύων ἐνώπιον τῶν πολιτῶν τῆς Τριπόλεως, ἐδήλωσα ῥητῶς εἰς αὐτοὺς, ὅτι «ἔχω γνώμην, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος μας δὲν θέλουσι μᾶς ἐπιτρέψει νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς ὑμᾶς, ἤτοι νὰ ζητήσωμεν νὰ ἀνακουφίσωμεν ὑμᾶς ἀπὸ τὰ βάρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθητε, ἢ νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐξισώσωμεν τοὐλάχιστον τὰ βάρη, ἵνα ἐξ ἴσου ὑπόκηνται πάντες εἰς αὐτά». Ὄχι μόνον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διατελοῦμεν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἦτο βραχύ, οὐδὲ παρεῖχεν εἰς ἡμᾶς τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα ἐπιδοθῶμεν εἰς μελέτας φορολογικὰς, ἀλλὰ προσέτι ἐνομίσαμεν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι τολμηρὸν ἢ ῥιψοκίνδυνον, ἵνα μὴ εἴπω κινδυνῶδες, νὰ θίξωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἵνα μὴ τοῦτο χρησιμεύσῃ εἰς οὐδένα, ἵνα ποιήσηται χρῆσιν αὐτοῦ πρὸς σκοποὺς ἀντιθέτους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ προτάξῃ. Διὰ τοῦτο καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν αὐτὸν εἰσηγάγομεν, οἷον εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ τὸ φορολογικὸν σύστημα ἄθικτον ἐπροτείναμεν, ὁποῖον εὕρομεν αὐτὸ, ὄχι διότι ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα εἶναι δίκαιον ἢ εἶναι ἴσον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποκύψῃ εἰς μεταβολὰς, ἐξ ἐναντίας, εὐθὺς ὡς λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς πρῶτοι θέλομεν ἐπιδοθῆ εἰς μελέτας ἐπὶ ὅλων τῶν φόρων. Καὶ ἐπειδὴ ἔχομέν τινες καὶ γνώμας ἰδίας ἐπὶ τούτων, θέλομεν προσπαθήσει, ἵνα παρουσιάσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἐρχομένην σύνοδον τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς παροχῆς ἀνακουφίσεως πρὸς τὸν τόπον μᾶς ὑπαγορεύουσιν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ ἄσπονδος ἐχθρὸς τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων; Δὲν εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἀνῆλθον εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ 1885, εἰσήγαγον ἀμέσως νόμον περὶ καταργήσεως τοῦ συστήματος τούτου καὶ νομοθετήσεως ἄλλης φορολογίας; Δὲν εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγον νόμον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ὡς ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης; Ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην εἶμαι δειλὸς καὶ ἄθυμος, διότι νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀφήσω νὰ ἐξακολουθῇ λειτουργοῦν τὸ σύστημα τὸ πλημμελὲς τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων, ἵνα ἴδωμεν μετὰ τὸ πέρας τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα ν’ ἀντικαταστήσωμεν ἢ βελτιώσωμεν αὐτὸ, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει πάντοτε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μειώσωμεν τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἐξ αὐτοῦ πορίζεται τὸ Κράτος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, μολονότι ἀναγνωρίζω τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων, αἵτινες ἐγένοντο, μολονότι ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην, ἥτις ὑπηγόρευσε ταύτας, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ζητοῦσα μεταβολήν τινα εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα, νὰ ψηφίσῃ δὲ τὸν νόμον, πεποιθυῖα, ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς μείνωμεν ἐν τῇ κυβερνήσει, μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς πρωτίστως θέλομεν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν παρασκευὴν νομοθετημάτων, δι’ ὧν ἐλπίζομεν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐξέθηκαν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζωγράφος ἔχει τὸν λόγον.
§179ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπιμένω βεβαίως.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Σχινᾶ, δι’ ἧς ἀπαλλάσσονται παντὸς φόρου τὰ ἀροτριῶντα κτήνη τὰ χρησιμεύοντα πρὸς καλλιέργειαν τοῦ ὑπὸ τὰς ἐλαίας, ἢ ὑπὸ τὰς συκᾶς, ἐδάφους, ἐφ’ οὗ δὲν ἐνεργεῖται σπορὰ δημητριακῶν καρπῶν.
§181ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν δέχεται κἀμμίαν τροπολογίαν. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι ἡ δικαιοτέρα πασῶν.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἀποσύρετε τὴν τροπολογίαν σας.
§183ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι, δὲν τὴν ἀποσύρω. Ἂς ψηφισθῇ καὶ ἂς ἀποῤῥιφθῇ.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σχινᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Φιλαρέτου.
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ἀποσύρει,
§187Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ὄχι μόνον δὲν τὴν ἀποσύρω, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦτο δεκάτη ἡ ὥρα, ἤθελον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ἐν ὀλίγαις λέξεσι λέγω ταῦτα. Δὲν ἐπείσθην ἐκ τῶν λεχθέντων παντελῶς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦτο ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ 1886· ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἕτοιμον σύστημα φορολογικὸν καὶ προϋπολογισμόν... (θόρυβος).
§188ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄλλοτε.
§189Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τότε νὰ μᾶς παύσητε ἀπὸ Βουλευτάς. Δὲν βλέπω τίς διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1890. Οὐδεμία ἄλλη ἢ ὅτι τώρα νομίζομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ὁμολογουμένως ἀνελάβομεν.
§190ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ χρέη μας δὲν εἶναι τὰ αὐτά.
§191Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἤμεθα ἀκροαταὶ ὅλοι εἰς τὴν Τρίπολιν, διὰ νὰ ἀκούσωμεν, τί εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν, εἶναι, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ἐν τῇ Βουλῇ πολλάκις, ἦτο ἄλλο. Καὶ ἐν παραδείγματι, ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ ἐλαίου ὄχι μόνον ἀνέπτυξεν ἄλλο σύστημα, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπεστήριξε, καὶ τὸ ὑπεστήριξε διὰ νόμου. Ἡμεῖς λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι ἤμεθα ἐν τῷ συνδυασμῷ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξ ὀνόματος τῆς ὁμοσπονδιακῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠγορεύσαμεν καὶ ὑπεσχέθημεν τὴν ἐκτέλεσιν δικαιοτάτης ἐπαγγελίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ μὲ τοιαύτας ἐπαγγελίας, Κύριοι, σήμερον εἶναι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ (θόρυβος).
§192ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!
§193Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ναί, ναί. Τοὐλάχιστον, Κύριοι, εἰς τὸν νομὸν Λαρίσσης....
§194ΦΙΛΙΟΣ. Ὄχι, κύριε Φιλάρετε· ἡμεῖς δὲν ὑπεσχέθημεν κἀμμίαν ἐλάττωσιν φόρου.
§195Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, κύριε συνάδελφε, δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι δικαίως καὶ συνεπῶς περιέμενον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως· διότι ἡ ἐπαγγελία αὕτη εἶναι δικαιοτάτη (θόρυβος).
§196ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἤμεθα εἰς τὴν Λάρισσαν, διὰ νὰ ἀκούσωμεν, τί ἐλέγετε σεῖς.
§197Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, Κύριοι, τὴν τροπολογίαν μου, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§198ΣΧΙΝΑΣ. Ὑπάρχει ἐπίσης καὶ τροπολογία ἰδική μου περὶ καταργήσεως τοῦ προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου.
§199ΔΑΛΛΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λαρίσσης εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς, ἐκτιθέμενοι εἰς τὸν ἀγῶνα ὡς ἀντίπαλοι τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὑπεσχέθημεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι θὰ ἤμεθα κατὰ τῶν φόρων καὶ ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως αὐτῶν. Ἐπειδὴ μετέσχον καὶ ἐγὼ τοῦ ἀγῶνος τούτου, ἔχω τὸ καθῆκον νὰ δηλώσω, ὅτι, καὶ ἂν τοιαῦται ἐῤῥήθησαν ὑποσχέσεις παρά τινος,—καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ,— ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς δὲν ἔλαβε ταύτας ὑπ’ ὄψιν παντάπασι. Μόλις ἐλευθερωθεὶς ἀπὸ τῶν δεσμῶν τῆς δουλείας, ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς συναισθάνεται βαθέως τὰ παθήματα τοῦ Ἔθνους, καὶ ἀναγνωρίζει τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ἐλευθέρου Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο, ἀκολουθήσας ἄλλοτε, ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, πιστῶς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ἥτις ἀνέπτυσσε πρόγραμμα μὲ φόρους βαρεῖς, ἐπὶ ἐπαγγελίαις περὶ μεγαλείου τοῦ Ἔθνους, κατελογίσθη ὅτι ἦτο ἀνελεύθερος καὶ ἀχάριστος συνάμα. Ὁ Θεσσαλικὸς λαός, Κύριοι, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀνακουφίσεως ἀπὸ τῆς φορολογίας, ἐννοεῖ νὰ ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας, ἀλλ’ ἔχει ὑπομονὴν νὰ ζητήσῃ ταύτην, ὅταν ἐπέλθῃ ὁ δέων χρόνος· ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς ζητεῖ Κυβέρνησιν πατρικήν, ζητεῖ νομοθεσίαν, ἥτις νὰ ἀσφαλίσῃ καὶ ἑλκύσῃ κεφάλαια, νὰ ῥυθμίσῃ τὰς σχέσεις μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, ζητεῖ μέριμναν τοιαύτην κυβερνητικὴν καὶ νομοθετικήν, ἥτις νὰ προάγῃ αὐτὸν ὁμαλῶς καὶ κανονικῶς. Ἡ γῆ τῆς Θεσσαλίας εἶναι τοιαύτη, ὥστε δύναται ν’ ἀποδώσῃ καρποὺς πολλαπλασίους καὶ δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, εἰθισμένη δὲ εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν οὐδεμίαν ὑπόσχεσιν περὶ ἀνακουφίσεως τῆς φορολογίας αὐτοῦ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς καὶ προτιμᾷ, εἶναι ὅσα εἶπον, ταῦτα δὲ μόνα θεωρεῖ ἀνώτερα καὶ συντελεστικώτερα τῶν μεγάλων ὑδραυλικῶν καὶ τραπεζικῶν ἐργασιῶν· πιστεύω δέ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἡγεῖται ἀνὴρ ἡγούμενος πάντοτε εἰς τὴν βαθεῖαν γνῶσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας καὶ τῆς θεραπείας αὐτῶν, θέλει ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Θεσσαλίας, ἥτις οὕτω θέλει καταστῆ σιτοβολὼν τοῦ Κράτους, καὶ ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ὅλης Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). (Ἀναγινώσκεται τὸ διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου προτεινόμενον ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διωρθώθη ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ ἀποῤῥίπτεται δι’ ἀναστάσεως).
§200Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω, ἐὰν ὑπάρχωσι 15 ὑποστηρίζοντες τοῦτο, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις ὑπὸ 15; (Ἐγείρονται περὶ τοὺς 10). Δὲν εἶναι 15.
§202Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ βεβαιωθῇ ὅτι δὲν εἶναι 15.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐβεβαιώθη. Θὰ ἐρωτηθῇ ἤδη ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου.
§204Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Προηγεῖται τὸ ἄρθρον 4 τῆς τροπολογίας μου, ἡ ὁποία εἶναι πρότασις ἀπωτέρα.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§206ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐποιησάμην λόγον καὶ εἶπον ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐκτέλεσις ἰσχύοντος νόμου, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ, ὅπως ὁρισθῇ τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ εἰσπραχθῇ παρὰ τῶν χωρίων τῶν παθόντων πέρυσιν. Ἐὰν τὸ ἄρθρον 3 ἔλειπε, τὸ Δημόσιον ὤφειλε νὰ εἰσπράξῃ τὸ ὅλον. Διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ τὸ βάρος τοῦτο, ἐτέθη τὸ ἄρθρον 3. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀνάγκας τῶν χωρικῶν Λαρίσσης, ὡς καὶ τὰς ἀνάγκας πολλῶν ἄλλων, οἵτινες ἐξακολουθοῦσι πάσχοντες ἐκ τῆς κακοκαιρίας, τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἐκτέλεσιν ἰσχυούσης διατάξεως τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Ἐὰν αὔριον ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ, ὅτι πρέπει καὶ δύναται νὰ ἔλθῃ ἀῤῥωγὸς εἰς τοὺς χωρικοὺς τῆς Θεσσαλίας καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, θὰ πράξῃ τοῦτο δι’ ἄλλου νομοσχεδίου.
§207Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνω ἐγώ, εἶναι τροπολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὥστε ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, καὶ ἂς τὴν ἀποῤῥίψῃ.
§208ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λαρίσσης συνάδελφον, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητῇ νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ τροπολογία του αὕτη, διότι ἀρκεῖ νὰ μὴ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ἄρθρον 3, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὸ ποσοστὸν τὸ πληρωτέον κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος ἐκ τοῦ φόρου τοῦ παρελθόντος ἔτους, διὰ νὰ μὴ ὑποχρεωθῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου οἱ ἀνήκοντες εἰς τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι ἀπηλλάγησαν ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέθεσαν, ὅτι δύνανται οἱ καλλιεργηταὶ τῶν δήμων τῶν ἀπαλλαγέντων πέρυσι νὰ πληρώνωσιν ἓν τρίτον περιπλέον καὶ ἐκτὸς τοῦ φόρου τοῦ ὁριζομένου ἐφέτος, βεβαίως πλανῶνται· πλανῶνται δὲ, διότι ἐνόμισαν, ὅτι τὸ ποσοστὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους θὰ πληρωθῇ εἰς ἄλλην ἐποχὴν καὶ ὄχι εἰς ἣν θὰ πληρωθῇ ὁ φόρος τοῦ 1891. Ἀμφότερα θὰ πληρωθῶσι συγχρόνως, καὶ νομίζω ὅτι ἡ θέσις τῶν καλλιεργητῶν αὐτῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἔχουσιν ἀνάγκην πάσης προστασίας· ἐὰν δὲ δυνηθῶσι νὰ πληρώσωσιν ἐκτὸς τοῦ φόρου τοῦ 1891 καὶ τὸ ἓν δέκατον τοῦ 1890 καὶ τὸν δημοτικὸν τοῦ 1890, πρέπει νὰ ἤμεθα πολὺ εὐχαριστημένοι.
§209ΦΙΛΙΟΣ. Ἡμεῖς θὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀφαιρεθῇ ἐξ ὁλοκλήρου τὸ 3ον ἄρθρον καὶ νὰ ἀπαλλαχθῶσιν οἱ χωρικοὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Χθὲς ἡ Κυβέρνησις ἐπέμεινε νὰ ἀναγράψῃ τὸ ἓν δέκατον καὶ τὸ ἓν τρίτον τοῦ δημοτικοῦ, κατόπιν δὲ συνῄνεσεν εἰς τὸ ἓν δέκατον καὶ διὰ τὸν δημοτικόν.
§210ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ τοὺς ἀπαλλάξωμεν ἐντελῶς δὲν δυνάμεθα, δεχόμεθα ὅμως νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ ἓν δέκατον. (Ἀναγινώσκονται τὰ διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενα ἄρθρα 4ον καὶ 5ον, καὶ ἀποῤῥίπτονται δι’ ἀναστάσεως. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κ. Σχινᾶ, δι’ ἧς προτείνεται ἡ προσθήκη 4ου ἄρθρου. (Ἀναγινώσκεται).
§212ΣΧΙΝΑΣ. Ἀφοῦ ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ φορολογήσῃ μετὰ τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων καὶ τοὺς ὑπαλλήλους, ὑπέβαλον τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας οἱ δυστυχεῖς ὑπάλληλοι, οἱ λαμβάνοντες μικρόν τινα μισθὸν, δὲν θέλουσιν εἰς τὸ ἑξῆς φορολογεῖσθαι ἐξ ἴσου μὲ τοὺς σπουδαιοτέρους τῶν ἰατρῶν καὶ τοὺς καλλιτέρους τῶν δικηγόρων. Θὰ παρακαλέσω δὲ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παραδεχθῶσι τὴν τροπολογίαν μου ταύτην, διότι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν κλίμακα, ἣν ἔχει ὁ νόμος τοῦ 1886, ἑπομένως διὰ τῆς τοιαύτης κλίμακος πρέπει νὰ φορολογήσωμεν καὶ τοὺς ὑπηρέτας, διότι καὶ ὁ ὑπηρέτης σήμερον λαμβάνει περισσότερα τοῦ κατωτέρου ὅρου τῆς κλίμακος τῆς ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1886. Εὐάριθμοι δ’ εἶναι οἱ ὑπάλληλοι, οἵτινες κατώρθωσαν, μετὰ 25 ἢ 30 ἔτη, νὰ καθέξωσι θέσιν τινὰ, καὶ ἔχουσι μισθὸν 5 ἢ 6 χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως· οὗτοι δὲ φορολογοῦνται ἐξ ἴσου μὲ τοὺς πολλαπλάσια τούτων ἀπολαμβάνοντας.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σχινᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὡσαύτως ὑπεβλήθη καὶ ἑτέρα τροπολογία, φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς πολλῶν Βουλευτῶν, δι’ ἧς προτείνεται νὰ προστεθῇ ἄρθρον 4ον, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καταργεῖται ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀντικαθιστάμενος δι’ ἀναλόγου αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων δημητριακῶν καρπῶν». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς Γερμανικῆς ἀτμοπλοΐας «Deutsche Levante-Linie» καὶ τῆς Ἰταλικῆς «A. Rossi et Cnie»).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ ΧΞΑʹ νόμου τῆς 27 Δεκεμβρίου 1877 καὶ περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ ἄρθρου 87 τοῦ ΧΜΗʹ νόμου τῆς 17 Δεκεμβρίου 1877 περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν.
§215ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἐνδεχομένῃ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ ἔτος 1891).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.