| 772 | «αʹ) | Εἰς πίστωσιν τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἐν Παρισίοις | |||
| 773 | Ἑλληνικῆς Πρεσβείας | δραχμὰς | 7268.35 | ||
| 774 | «βʹ) | Εἰς τὰς ἀποθέσεις σας ὑπὸ τὸν | |||
| 775 | τίτλον «τίμημα ἀνικάνων ἐκποιηθέντων | ||||
| 776 | ἵππων» | » | 1547.40 | ||
| 777 | «γʹ) | Εἰς τὰς ἀποθέσεις σας πρὸς ὄφε- | |||
| 778 | λος τοῦ Δημοσίου τὰ καταλογισθέντα | ||||
| 779 | πρὸς μεταφορὰν τῆς ἁμάξης | » | 676:70 | ||
| 780 | Τὸ ὅλον | δρ. | 9492.45 |
1891.02.12
3,855 rows · 29,809 words · 1 table · 177 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
Τῆς 12 Φεβρουαρίου 1891.
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Σκόνδρας, ἐφημέριος τοῦ χωρίου Κριεκουκίου, δι’ ἀναφορᾶς του συνιστᾷ τὴν μόρφωσιν τοῦ κατωτέρου κλήρου. Ἡ Φωτεινὴ θυγάτηρ τοῦ ἀγωνιστοῦ Κωνστ. Τρύφωνος ἐξαιτεῖται νὰ τῇ χορηγηθῇ μηνιαῖον βοήθημα διὰ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ πατρός της. Ὁ Χ. Δραγάτσης, καθηγητὴς τοῦ Ἀρσακείου, ἐξαιτεῖται ὅπως ἡ μηνιαία σύνταξίς του ἐξισωθῇ πρὸς τὴν τελευταίαν μισθοδοσίαν του.
§2ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τῆς ἀναφορᾶς ταύτης παρακαλῶ νὰ γείνῃ θερμὴ σύστασις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, διότι ὁ ἀναφερόμενος ἐδίδαξεν ἐπὶ δύο γενεάς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς. Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς Ταξιαρχῶν διὰ τηλεγραφήματός του ἐξαιτεῖται τὴν προστασίαν τῆς Βουλῆς ὑπὲρ διασώσεως κτήματός του ἐν Μανωλάδι, διαφιλονεικουμένου ὑπὸ τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου.
§4ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ κατέστη σοβαρόν. Ἡ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους, θέλει νὰ ἐγκαταστῇ εἰς τὴν ἀτυχῆ Μανωλάδα. Ἡ Μανωλὰς εἶναι ἀνέκαθεν ἰδιοκτησία τῆς Μονῆς Ταξιαρχῶν, τὰ κατὰ καιροὺς δὲ ἡγουμενοσυμβούλια εἶχον συνεννοηθῆ μετὰ τῶν κατοίκων καὶ παρεχώρησαν εὐκολίας τινὰς εἰς αὐτούς· τὰς εὐκολίας ταύτας ἠθέλησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Διαδόχου νὰ ἐμποδίσωσιν, ἀλλὰ διὰ δικαστικῆς παρεμβάσεως ἐξησφάλισαν πάλιν αὐτὰς οἱ κάτοικοι τῆς Μανωλάδος. Ἤδη αἰφνηδίως, ὡς Θεὸς ἐκ μηχανῆς, ἐξῆλθεν ἡ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καὶ ζητεῖ νὰ καταλάβῃ τὰ μέρη ἐκεῖνα, στηριζομένη εἰς μίαν ἀπόφασιν, ἐκδοθεῖσαν κατὰ τὸ 1856· ἡ ἀπόφασις αὕτη, ἐκδοθεῖσα εἰς διαφορὰν μεταξὺ Δημοσίου καὶ Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, ἔμενεν ἀνεκτέλεστος μέχρι σήμερον, οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ λάβῃ ἐξ αὐτῆς ἐπιχειρήματα καὶ δικαιώματα, ἐν τούτοις σήμερον παρουσιάζονται ἐνοικιασταὶ τῆς Μονῆς Μεγάλου Σπηλαίου εἰς τὴν Μανωλάδα, καταπιέζουν τοὺς κατοίκους περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Διαδόχου, καὶ προκαλοῦσι σκάνδαλα· δυστυχῶς οἱ ἐνοικιασταὶ τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου ἐνισχύθησαν καὶ παρὰ τῆς ἐξουσίας, λαβούσης διαταγὴν, ἵνα ἐνισχύσῃ τὸν δικαστικὸν κλητῆρα, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαταστήσῃ τὴν Μονὴν τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου ἐπὶ κτημάτων οὐχὶ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ τῆς Μονῆς τῶν Ταξιαρχῶν. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶναι καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς ἀτυχοῦς Μανωλάδος, νὰ ἐπιστήσῃ σπουδαίως τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καθόσον φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἔχωμεν μεγάλα σκάνδαλα ἐκ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀρκετὴ πίεσις ἐνασκεῖται ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Διαδόχου, δὲν πιστεύω νὰ ἦναι εὐχάριστον σήμερον νὰ πιέζωνται οἱ κάτοικοι αὐτοὶ καὶ ἐκ τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν αἴτησιν τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς τῶν Ταξιαρχῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ σπουδαίως περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.
§5ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, μοὶ εἶναι γνωστή. Εἶναι ἀρχαία καὶ παλαιὰ ἱστορία διεκδικήσεως κτημάτων ἐν τῇ περιφερείᾳ, περὶ ἧς οὗτος ἔκαμε λόγον, μεταξὺ τῶν Μονῶν Μεγάλου Σπηλαίου καὶ Ταξιαρχῶν, πολλαὶ δὲ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἔχουσιν ἐκδοθῆ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐσχάτως διὰ τηλεγραφήματος οἱ κάτοικοι τῆς Μανωλάδος μοὶ ἀνέφερον, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς στρατιωτικῆς ἐξουσίας ἐπίεζον τοὺς μὲν καὶ ὑπεστήριζον τοὺς δὲ ἐκ τῶν διαδίκων, μετ’ ὀλίγας δ’ ἡμέρας ἔλαβον ἄλλα τηλεγραφήματα κατ’ ἀντίθετον ἔννοιαν. Συνεπείᾳ τῶν τηλεγραφημάτων τούτων τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ, ἐθεώρησα πρέπον καὶ ἔσπευσα νὰ τηλεγραφήσω πρὸς πάσας τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, κατὰ πλεονασμὸν μάλιστα, ἤτοι πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Πατρῶν, πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ἠλείας, πρὸς τὸν διοικητὴν τῆς Μοίρας Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, λίαν ἐντόνως, ὡς θέλει ἀποδειχθῆ ἐκ τοῦ ὕφους τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἶμαι ἕτοιμος νὰ καταθέσω, ἂν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπιθυμῇ τὴν κατάθεσίν των, καὶ παρέστησα πᾶσι τούτοις, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀπηγορευμένον ταῖς στρατιωτικαῖς ἀρχαῖς καὶ ἐν γένει τοῖς ὀργάνοις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ παρεμβαίνωσιν εἰς ὑποθέσεις καθαρῶς δικαστικῆς φύσεως, καὶ ὅτι ὀφείλουσι νὰ ἐντείλωνται αὐστηρῶς τοῖς ὑπ’ αὐτοὺς, ἵνα ἀπόσχωσιν ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰς ὑποθέσεις ταύτας. Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῶγ τηλεγραφημάτων τούτων ἐπληροφορούμην, ὅτι εἷς τῶν ἐνωμοταρχῶν, ὀνόματι, μοὶ φαίνεται, Φασογιάννης, ὑπεστήριζε μονομερῶς τοὺς μὲν κατὰ τῶν δὲ, ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν Μοίραρχον καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ἐξετάσῃ μετ’ ἐπιστασίας τὰ τηλεγραφούμενα παράπονα, καὶ ἂν εὕρῃ ταῦτα βάσιμα, νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν καταγγελλόμενον ἐνωμοτάρχην, ἐτηλεγράφησα δὲ καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ἠλείας, ὅπως λάβῃ γνῶσιν τῶν ἀναφερομένων, καὶ ἂν νομίσῃ ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ποινικῆς καταδιώξεως, νὰ μὴ ὀκνήσῃ, ἵνα ἀμελητεὶ ἐπιληφθῇ ταύτης, εἰσάγων τὴν ὑπόθεσιν καὶ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως, ἐὰν ἡ φύσις ταύτης τῷ ἐπέτρεπε τοῦτο. Ἄλλης τινὸς ἐνεργείας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως δὲν ἐπελήφθην. Ταῦτα γνωρίζω καὶ ταῦτα ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Προσθέτω δ’ ὅτι ἡ Μονὴ τοῦ μεγάλου Σπηλαίου διὰ τῶν νομίμων αὐτῆς ἀντιπροσώπων, τουτέστι διὰ τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου, μοὶ ὑπέβαλεν αἴτησιν, δι’ ἧς παραπονεῖται κατὰ τῶν παρεμβάσεων τῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ κατ’ ἀντίθετον ἔννοιαν ἐκείνης, ὑφ’ ἣν ὁ κ. Κρεστενίτης ἐλάλησε, καὶ ὅτι οὕτω καταπατῶνται τὰ ἀρχαῖα, ἱστορικὰ καὶ ἀπαράγραπτα δίκαια τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, τὰ κυρωθέντα δι’ ἐπανειλημμένων δικαστικῶν ἀποφάσεων. Τὴν αἴτησιν ταύτην τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου μετ’ ἐγκλείστου ὀγκώδους φακέλλου δικαστικῶν ἐγγράφων ἀπέστειλα πάραυτα εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, καὶ τὸν παρεκάλεσα, ὅπως εἰσαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἵνα τοῦτο ἀποφήνηται γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκονται τὰ πράγματα, ἐπιφυλάσσομαι δὲ τὴν ἀπόφανσιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, τηρῶν αὐτὴν ἐνήμερον, ἂν τὸ ἐπιθυμῇ, ἐπὶ πάσης φάσεως, ἣν ἤθελε λάβει ἡ ὑπόθεσις αὕτη.
§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν εἶχον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἤθελεν ἐνεργήσει ὅπως εἶπεν, ἔχω δὲ καὶ πεποίθησιν, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἐὰν παρουσιασθῶσι σκάνδαλα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἅπασα ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ ν’ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον ὅπου ἀνήκει. Ἐκ τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔκαμα, βεβαίως δὲν δύναται νὰ μὲ παρεξηγήσῃ οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι ἠθέλησα νὰ ἐκφέρω μομφὴν ἢ κατ’ αὐτοῦ ἢ κατ’ ἄλλου μέλους τῆς Κυβερνήσεως· δὲν ἔκαμα ἄλλο τι ἢ νὰ συστήσω τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰδικῶς εἰς τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος τυγχάνει καὶ Βουλευτὴς ἐκ τῆς ἀτυχοῦς Μανωλάδος· οὐδεμίαν δὲ, ἐπαναλαμβάνω, ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ μεριμνήσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, ὅπως καὶ μέχρι σήμερον.
§7ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονα τῶν Μονῶν, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μοι εἴπῃ, ἂν ἔλαβε πληροφορίας, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἐπενέβη ὁπωσδήποτε εἰς τὴν διακανόνισιν τῶν ἀμφισβητουμένων δικαιωμάτων, διότι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ συνέβη καὶ τίποτε.
§8ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Εἶπον ἤδη, ὅτι διὰ τηλεγραφημάτων ἐπανειλημμένων μοὶ παρεπονοῦντο ἀμφότερα τὰ μέρη, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ εἰδικώτερον ὁ σταθμεύων ἐν τῷ τόπῳ ἐνωμοτάρχης, ἐπενέβησαν ὑπὲρ τῶν μὲν κατὰ τῶν δὲ, καὶ ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος βαναύσως καὶ βαρβάρως ἐκτύπησέ τινας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου· ἐξ ἀφετηρίας δὲ τοιαύτης, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀπετάθην καὶ εἰς τοὺς ἁρμοδίους Εἰσαγγελεῖς καὶ εἰς τὸν διοικητὴν τῆς Μοίρας Ἀχαϊοήλιδος, ὅπως, ἐὰν ἀληθεύωσι τὰ τηλεγραφούμενα, ἐπιληφθῶσι πάσης νομίμου ἐνεργείας πρὸς κατάπαυσιν τῆς ἀτόπου καὶ ἐκνόμου παρεμβάσεως καὶ πρὸς τιμωρίαν τῶν ὑπαιτίων ἐπὶ ταύτῃ.
§9ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ λέγω, ἐὰν ἀληθεύωσι.
§10ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω εἰσέτι ἀπάντησιν παρὰ τῶν ἀρχῶν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ παράσχω ἀσφαλεῖς πληροφορίας εἰς τὰ τηλεγραφούμενα, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ταῦτα ἀντιθέτως μοὶ παριστῶσι τὰ πράγματα.
§11ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχει ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη τῶν δύο Μονῶν ἀπόφασιν τελεσίδικον;
§12ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφισβητεῖται τοῦτο.
§13ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποθέτει, ὅτι ὁ ἐκεῖ σταθμεύων ἐνωμοτάρχης ὑπεστήριξε τοὺς ἀντιθέτους τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου.
§14ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω μοὶ ἐτηλεγράφησαν.
§15ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κακῶς σᾶς ἐτηλεγράφησαν.
§16ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανῶς καὶ σᾶς νὰ ἐπληροφόρησαν κακῶς, καὶ δι’ αὐτὸ ἀναμένω τὰς πληροφορίας τῶν ἀρχῶν, ὅπως διαλευκανθῇ τὸ ζήτημα.
§17ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα. Διετάχθη παρὰ τῆς Μοιραρχίας Πατρῶν ὁ σταθμάρχης Μανωλάδος νὰ ἐνισχύσῃ τὸν δικαστικὸν κλητῆρα, ὁ ὁποῖος μετέβη ἐκεῖ, ἵνα ἐγκαταστήσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, δυνάμει τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἐξεδόθη, ὡς εἶπον, κατὰ τὸ 1856. Ὁ σταθμεύων ἐνωμοτάρχης ἔδωκεν ἐνίσχυσιν, ἀλλὰ πρὸ τοῦ κλητῆρος ἐξηγέρθη ὁλόκληρος ἡ κοινότης, τῳόντι δὲ ὁ ἐνωμοτάρχης δὲν ἠθέλησε νὰ κτυπήσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, ἀλλ’ ἀνέφερεν εἰς τὸν Μοίραρχον καὶ εἶπεν: «Ἔδωκα τὴν διαταχθεῖσαν ἐνίσχυσιν, ἀλλ’ ἅπασα ἡ κοινότης Μανωλάδος ἀντέστη, καὶ παρακαλῶ, ὅπως μοὶ δοθῶσιν ὁδηγίαι, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁλόκληρον τὸ χωρίον ἀντιστῇ καὶ πάλιν, νὰ κτυπήσω;» Βεβαίως ἡ Μοιραρχία δὲν ἔδωκε τοιαύτην διαταγὴν, καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου παρεπονέθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης δὲν ἐπῆγε νὰ σκοτώσῃ τὸν κόσμον. Συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἡ Μοιραρχία ἐνήργησεν ἀνακρίσεις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ὑποθέτω ὅτι ταχέως θὰ ὑποβληθῇ τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐγένετο ὅπως ἐγὼ τὸ ἐξέθεσα. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι θέλετε ἐπαινέσει τὸν ἐνωμοτάρχην, ὅστις δὲν ἐπυροβόλησε κατὰ τῶν ἀτυχῶν δουλοπαροίκων, ὡς ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βουνοῦ τοῦ δήμου Τεγέας ἐξαιτοῦνται τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς διοχέτευσιν λιμναζόντων ὑδάτων ἐπὶ ἱκανῆς ἐκτάσεως γαιῶν τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου, μὴ δυναμένων ἕνεκα τούτου νὰ καλλιεργηθῶσι.
§19ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ συστηθῇ ἡ αἴτησις αὕτη τῶν κατοίκων τοῦ Βουνοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ληφθῇ ἡ ἀπαιτουμένη πρόνοια καὶ τεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσόν τι πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Τεγέας, ἐπονομαζομένης Τάκας. Προσέτι τὴν αὐτὴν σύστασιν ποιοῦμαι καὶ περὶ ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν Μαντινείας καὶ Ὀρχομενοῦ, καθόσον τὰ πεδία αὐτὰ, ὡς γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, διότι εἶσθε καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς, πλημμυροῦν κατ’ ἔτος, καὶ καλύπτονται ὑπὸ τῶν ὑδάτων ἐκτάσεις πολὺ μεγάλαι καὶ εὐφορώταται. Τοῦτο πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀγωνιζόμεθα οἱ ἐκ Μαντινείας Βουλευταὶ νὰ κατορθώσωμεν, συνιστῶντες εἰς τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, αἱ πλεῖσται τῶν ὁποίων καὶ ὑπεσχέθησαν, διότι εὗρον εὐλόγους τὰς συστάσεις μας, νὰ πραγματοποιήσουν τὴν παράκλησίν μας, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ἀτυχῶς οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Ἤδη συνιστῶν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, πιστεύω ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἧς προΐσταται μάλιστα Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ Βουλευτὴς ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου, θὰ λάβῃ τὴν ἀπαιτουμένην πρόνοιαν, καὶ ἀπὸ τοῦδε ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ νομοῦ καὶ οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων θὰ εἰσακουσθῶμεν. Τὸ ποσὸν δὲ, διὰ τοῦ ὁποίου δύνανται ν’ ἀποξηρανθῶσιν αἱ λίμναι αὗται, αἱ ὁποῖαι καλύπτουσι περὶ τὰς 80,000 στρεμμάτων, ἐκ τῶν προσόδων τῶν ὁποίων, ἀποξηραινομένων, δύναται ὄχι μόνον ἡ ἐπαρχία ἐκείνη νὰ ἐξοικονομῇ τὰς ἀνάγκας της, ἀλλὰ καὶ ἄλλας ἐπαρχίας νὰ συντηρῇ διὰ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, θὰ ἦναι ἐλάχιστον· διότι διὰ μὲν τὴν λίμνην τῆς Τάκας δὲν ἀπαιτοῦνται πλέον τῶν 50,000 δραχμῶν, διὰ τὴν τῆς Μαντινείας 30,000, καὶ διὰ τὴν τοῦ Ὀρχομενοῦ ἐπίσης ἕτεραι 30,000. Ἔχω δὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι τοσοῦτον μόνον ποσὸν ἀπαιτεῖται, ὄχι διότι τὸ λέγω ἐγὼ, ὅστις δὲν εἶμαι εἰδικὸς, ἀλλὰ διότι εἰδικοὶ ἄνδρες, μελετήσαντες ἐπισταμένως τὸ περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ῥηθεισῶν λιμνῶν ζήτημα, τοσοῦτον ποσὸν ὥρισαν· θὰ ἦναι δὲ πολὺ ἄδικον διὰ τοσοῦτον εὐτελὲς ποσὸν νὰ μὴ ἀποξηραίνωνται τὰ εὐφορώτατα αὐτὰ πεδία.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πρώην ὑπενωμοτάρχης Ἰωάννης Παπαγεωργάκος ἐξαιτεῖται τὴν ἀπονομὴν αὐτῷ συντάξεως, ὡς παρανόμως ἀπολυθέντι τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ὑπόμνημα τῶν ἐν Σύρῳ καπνεμπόρων καὶ καπνοπωλῶν, ἐκτιθέντων σκέψεις πρὸς βελτίωσιν τοῦ ἰσχύοντος φορολογικοῦ συστήματος. Ἐπίσης ὅμοιον ὑπόμνημα τῶν ἐν Καλάμαις καπνεμπόρων καὶ καπνοπωλῶν. Παραπέμπονται ἀμφότερα εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον.
§21ΣΑΚΚΗΣ. Συνιστῶ τὸ ὑπόμνημα τῶν ἐν Καλάμαις καπνοπωλῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ δι’ ἰδιαιτέρας ἐπιστολῆς πρὸς ὅλους τοὺς Βουλευτὰς Μεσσηνίας ἀποτεινόμενοι παρακαλοῦσιν ἅπαντας ἡμᾶς νὰ συστήσωμεν τοῦτο καὶ παρακαλέσωμεν ἵνα λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ λειτουργοῦντος συστήματος. Βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀσπάζονται τὸ πρώην σύστημα, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ ἤδη ἰσχύον σύστημα οὔτε εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ Δημοσίου οὔτε εἰς τὰς τοῦ κοινοῦ δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ, διότι καὶ τὸ κοινὸν πολὺ περισσότερον φορολογεῖται καὶ τὸ Δημόσιον ὑφίσταται δαπάνας μεγάλας, ἐνῷ διὰ τοῦ πρώην συστήματος οἱ μὲν πολῖται ἐφορολογοῦντο ὀλιγώτερον, τὸ δὲ Δημόσιον εἰσέπραττε πλείονα.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σάκκης καὶ Κωνσταντῖνος Φλέσσας ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ μὴ ἐφαρμογῆς τῶν συνεπειῶν τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου κατὰ τῶν μὴ ἐμπροθέσμως προσελθόντων εἰς τὰς τάξεις κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς 1890. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 163). Ὁ βουλευτὴς κ. Σχινᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων ἐκθέσεως τοῦ κ. Γκοτλὰν (τῆς 3 Ἰανουαρίου 1891), νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: αʹ) Ἀντίγραφον τοῦ ἀρχικοῦ προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ ἡ ἐργασία αὕτη ἐξετέθη εἰς μειοδοσίαν. βʹ) Ἀντίγραφον τοῦ συμπληρωτικοῦ ὑπολογισμοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων προσθέτων ἐργασιῶν. γʹ) Κατάστασιν τῶν πληρωθέντων ποσῶν εἰς μισθοὺς, ἐπιμίσθια, ὁδοιπορικὰ καὶ ἄλλα ἔξοδα διὰ τὴν ὅλως ἐπιπολαίως γενομένην διὰ ταχειομέτρου προμελέτην. δʹ) Κατάστασιν τῶν γενομένων δαπανῶν εἰς μισθοὺς, ἐπιμίσθια, ὁδοιπορικὰ καὶ λοιπὰ ἔξοδα τῶν τριῶν ὁμάδων μηχανικῶν, τῶν ἐνασχοληθεισῶν εἰς τὴν χάραξιν τῆς ἄνω γραμμῆς καὶ ἐπὶ 16 ὅλους μῆνας (κατὰ τὸν κ. Γκοτλάν). εʹ) Εἰ δυνατὸν, καὶ ἅπαντα τὰ σχετικά. Παρακαλῶ πρὸς τούτοις τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὁποῖον ποσὸν συνεφωνήθη ἢ καὶ ἐπληρώθη τῷ μηχανικῷ κ. Πολλήνῃ (μὴ ἀνήκοντι εἰς τὸ σμῆνος τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν ἢ τῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς) ἢ ἄλλῳ τινὶ διὰ τοπογραφικὰς ἐργασίας, γενομένας ἐν Θεσσαλίᾳ χάριν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ὡς καὶ διὰ τὸν σιδηρόδρομον Πύργου–Ὀλυμπίων–Καρυταίνης, καὶ ἐκ ποίων πιστώσεων».
§23ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τὴν κατὰ τὴν 25 Ἰανουαρίου ἐπερώτησίν μου περὶ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν διευθέτησιν τῶν ἑκατέρωθεν τῆς πόλεως Βώλου χειμάῤῥων Ἀναύρου καὶ Κραυσίνδωνος καὶ εἰς τὰ ἄλλα ὑδραυλικὰ ἔργα ἐν Θεσσαλίᾳ. Τὰ δὲ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων ἔγγραφα ζητῶ, ἵνα ἴδωμεν, ὁρμώμενοι ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Γκοτλάν, ἂν ἐγένοντο ἐργασίαι ἀνάλογοι πρὸς τὰ πληρωθέντα ποσὰ, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἐργασίαι αὗται· διότι φαίνεται, ὅτι ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ὑπέλαβεν ὅτι ἐργάζεται εἰς ἔθνος κατοικούμενον ἀπὸ Ζουλοὺ καὶ ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν καὶ πῶς ὑπολογίζονται αἱ ἐργασίαι καὶ πῶς ἐκτελοῦνται. Θέλει δὲ μάθει ἐντὸς ὀλίγου καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὅλος ὁ κόσμος, τίνι τρόπῳ ἐργάζονται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ τίνι τρόπῳ ἀφαιροῦσιν ἑκατομμύρια ὅλα ἀπὸ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Δημητριάδης ὑποβάλλει ἐπερώτησιν περὶ τῶν ἐν Νεμέᾳ τῆς Κορινθίας τελουμένων ἀξιοποίνων πράξεων καὶ τῆς ἐκ τούτων προκυπτούσης ἀνωμαλίας.
§25ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀναφέρομαι εἰς τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἔδωκα, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καὶ ἂν πεισθῇ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἀναφερομένων, νὰ ἐπιφέρῃ τάχιστα τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν. Ὑποβάλλων τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, δὲν προετιθέμην νὰ προκαλέσω πολιτικὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καθιστῶν αὐτὴν γνωστὴν, νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιφέρῃ τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν, διότι ἡ κατάστασις αὕτη, Κύριοι, ὁμοιάζει τὴν κατάστασιν τῆς Μεσοβασιλείας καὶ δὲν περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν διοίκησιν. Βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν γνωρίζει τὴν κατάστασιν αὐτὴν, διότι ἄλλως θὰ διέτασσεν ἐγκαίρως τὴν ἐπαναφορὰν τῆς τάξεως. Πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν ὑπέβαλον καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν ἔγγραφον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν λεπτομερείᾳ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ἐὰν νομίζῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν διόρθωσιν ἐπὶ τῶν ἐν τῷ σημειώματι ἐκείνῳ ἀναφερομένων αἰτιάσεων.
§26ΜΑΥΡΟΣ. Ἡμεῖς τὰ ἐτραβούσαμεν ἐπὶ 8 ἔτη, καὶ σεῖς δὲν ὑποφέρετε ἕνα μῆνα! (ἱλαρότης).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Γεωργαντᾶς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ ποῖον λόγον τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔκαμεν ἔνστασιν ἢ ἀγωγὴν κατὰ τῆς προσκλήσεως ἐπὶ μεγάλης ἐκτάσεως γαιῶν ἐθνικῶν κατὰ τὴν Ἀργολίδα, νεμομένων παρὰ τῶν κληρονόμων τοῦ στρατηγοῦ Νικηταρᾶ, καὶ ὁποῖα ἔλαβε μέτρα μετὰ τὸν πρὸ μικροῦ θάνατον αὐτῶν. Πρὸς δὲ νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὰ σχετικὰ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως ἔγγραφα.»
§28Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ὑποβάλω ἐρώτησίν τινα εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργόν. Ἐπωφελούμενος ὅμως τῆς εὐκαιρίας, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν ὥραν τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων. Ἡ δραστηριότης τοῦ φαρμάκου, τοῦ ὁποίου ἐγένετο χρῆσις χθὲς ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, μὲ κάμνει νὰ πιστεύσω, ὅτι, ἂν τὸ Προεδρεῖον ἀποφασίσῃ ὁριστικῶς, ἐπινευούσης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὁρίσῃ ὥραν τινὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν δὲν ἤμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, νὰ λύηται ἡ συνεδρίασις, νομίζω ὅτι θέλομεν ὠφεληθῆ ποικιλοτρόπως.
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ πρωΐ.
§30Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Φαίνεται ὅτι τὴν γνώμην ταύτην δὲν τὴν ἀσπάζονται πολλοί. Νομίζω ὅτι ἡ καλλιτέρα ὥρα εἶναι ἡ τετάρτη μετὰ μεσημβρίαν.
§31ΤΙΝΕΣ. Ἡ τρίτη.
§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ὅμως κατὰ τὴν ὥραν, ἣν θ’ ἀποφασίσωμεν, δὲν ἤμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, νὰ λύηται ἡ συνεδρίασις. Τὴν ἐρώτησίν μου θὰ τὴν ὑποβάλω ἀφοῦ πρῶτον ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ὥρας τῶν συνεδριάσεων.
§33ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ προσχωρῶ εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἡ κατάλληλος ὥρα, διὰ νὰ ἄρχηται ἡ Βουλὴ τῶν ἐργασιῶν της, εἶναι ἡ 3η, διότι ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας δυνάμεθα ἀνέτως νὰ ἐργασθῶμεν μέχρι τῆς 7ης ἢ τῆς 8ης, ἀλλὰ πέραν ταύτης, ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ τοῦ ἔτους καὶ μέσῳ τοῦ δριμυτάτου αὐτοῦ ψύχους, δὲν δυνάμεθα νὰ παραμένωμεν ἐνταῦθα· πολλάκις μάλιστα συμβαίνει νὰ κενοῦται ἡ αἴθουσα καὶ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα ἐν τῇ Βουλῇ οὔτε ὁ ἥμισυς ἀριθμὸς τῆς ἀπαρτίας, ἐνῷ ἄλλοι ἐξακολουθοῦσι παραμένοντες, καίπερ ὑποφέροντες καὶ ἐκ τῆς πείνης καὶ ἐκ τοῦ ψύχους. Καλὸν λοιπὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἀποφασισθῇ, ὅπως συνερχώμεθα τὴν 3ην ὥραν ἀκριβῶς καὶ παραμένωμεν μέχρι τῆς 8ης. Ἐὰν δὲ τοῦτο πράττωμεν τακτικῶς, θέλομεν φέρει εἰς πέρας τὰς ἐργασίας μας ταχέως.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ 3η ὥρα εἶναι ἡ προσδιωρισμένη ὥρα τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔρχωνται ἀκριβῶς τὴν 3ην ὥραν, νομίζω δὲ, ὅτι, ἂν μέχρι τῆς 4ης ὥρας δὲν κατορθοῦται ἀπαρτία, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος νὰ διαλύῃ τὴν συνεδρίασιν.
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βέβαια, βέβαια.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι λοιπὸν σύμφωνος ἡ Βουλὴ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο;
§37ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§38ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἂν ἀναβάλλητε μέχρι τῆς 4ης, θὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ αὐτά. Νὰ ὁρίσητε τὴν 3ην ὥραν ἀκριβῶς.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ 3η εἶναι ἡ ὡρισμένη ὥρα.
§40ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Κοσσονάκος θέλει νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν ἡ Βουλή, διὰ νὰ παρουσιάζῃ κατόπιν τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ λέγῃ: ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν οὕτως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ καταλληλοτέρα ὥρα εἶναι ἡ 5η.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι· ἡ 4η.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἰδοποιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν τὴν 4ην ὥραν δὲν ᾖναι ἀπαρτία, θὰ λύω τὴν συνεδρίασιν.
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§44ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐξάπαντος νὰ ἦσθε ἠναγκασμένος νὰ λύητε τὴν συνεδρίασιν, ἐὰν μέχρι τῆς 4ης δὲν γείνῃ ἀπαρτία. Ἡ Βουλὴ ἐξέφρασε τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἐρχώμεθα τὴν 3ην, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἤμεθα ἐν ἀπαρτία καὶ τὴν 4ην, δὲν ἕπεται ὅτι τὸ Προεδρεῖον εἶναι ὑποχρεωμένον ἐξάπαντος νὰ λύῃ τὴν συνεδρίασιν· δύναται νὰ τὴν λύῃ.
§45ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι· ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν 3ην ὥραν, καὶ νὰ ἦναι ὑποχρεωμένος ὁ Πρόεδρος νὰ λύῃ τὴν συνεδρίασιν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἥν μέχρι τῆς 4ης ὥρας δὲν γείνῃ ἀπαρτία.
§46ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἐξέφρασε τοιαύτην γνώμην ἡ Βουλή.
§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλάβετε, κύριε Πρόεδρε, χθὲς τὸ ἀξιόλογον μέτρον νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν, διότι κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, παρελθούσης τῆς 5ης ὥρας, δὲν ὑπῆρχεν ἀρκετὸς ἀριθμὸς Βουλευτῶν πρὸς καταρτισμὸν ἀπαρτίας· καὶ τὸ μέτρον ἐτελεσφόρησε, διότι σήμερον κατωρθώθη νὰ συνεδριάσῃ ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς 5ης ὥρας. Ἐὰν λοιπὸν ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἣν φαίνεται λαβοῦσα ἡ Βουλή....
§48ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὄχι· νὰ μὴ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ ἀπόφασιν γραφεῖσαν εἰς τὰ πρακτικά, διότι βλέπω, ὅτι φοβεῖσθε τὴν εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναγραφήν. Ἀδιάφορον. Ἀλλ’ ὁμοφώνως ἡ Βουλὴ σᾶς ἐξουσιοδότησε, κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας νὰ τὴν καλέσητε εἰς τὰς 4.
§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὰς 3.
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως θὰ λάβητε τὸ μέτρον τοῦτο ἀπὸ αὔριον. Εἰδοποιήσατέ μας. Θὰ ἐφαρμόσητε ὅμως τὸ χθεσινὸν μέτρον καὶ διὰ τὴν αὐρινὴν συνεδρίασιν. Γνωστοποιήσατε εἰς τὴν Βουλὴν ὁριστικῶς, τί ἀποφασίζετε.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεων προσδιορίζει ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ ἔχει προσδιορίσει ὥραν ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τὴν 3ην μ. μ. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον: ἐπειδὴ δύνανται νὰ παρεμπέσωσι κωλύματά τινα, ἂς παρατείνηται ἡ ὥρα μέχρι τῆς 4ης, ληγούσης δὲ τῆς 4ης, νὰ λύηται ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ δημοσιεύωνται τὰ ὀνόματα τῶν μὴ παρόντων Βουλευτῶν.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν τὴν 3ην μ. μ. δὲν ἦναι παρόντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅπως καταρτίσωσιν ἀπαρτίαν, καὶ περιμένωσιν οἱ προσελθόντες μέχρι τῆς 4ης, ἐὰν κατὰ τὴν 4ην ὥραν δὲν ἔχῃ συγκροτηθῆ ἡ ἀπαρτία εἰσέτι, πρέπει ἀναγκαίως νὰ διαλύητε τὴν συνεδρίασιν; Μοὶ φαίνεται ὅτι τοιαύτη ἀπόφασις, ἂν γένηται, ἐνδέχεται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἐμποδισθῶσι τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, καὶ ὄχι νὰ διευκολυνθῶσιν. Ἡμεῖς δὲν συνήλθομεν ἐφέτος μόνον εἰς συνεδρίασιν. Ἡ Βουλὴ ἐργάζεται πρὸ χρόνων. Πάντοτε δὲ Βουλευταί τινες ἐκ τῶν συναδέλφων προέβαλλον τὸ ζήτημα, πότε θέλουσιν ἄρχεσθαι αἱ συνεδριάσεις καὶ πότε θέλουσι λήγει, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἡγεῖτο τότε τῆς πλειονοψηφίας, οὐδέποτε ἔστερξε νὰ προσδιορισθῇ ἡ ὥρα τῆς λήξεως τῆς συνεδριάσεως· ἔστερξε νὰ προσδιορισθῇ ἡ ὥρα τῆς ἐνάρξεως, καὶ προσδιωρίσθη ἡ 3η, καθ’ ἣν καὶ τότε δὲν ἤρχοντο οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἵτινες δὲν συνήρχοντο οὔτε τὴν 4ην, καὶ πολλάκις ἐγίνετο ἡ ἀπαρτία κατὰ τὴν 5ην ὥραν μ. μ. καὶ ἐνίοτε κατὰ τὴν 6ην. Διατί; Διότι, ἐὰν ἤθελε λυθῆ ἡ συνεδρίασις κατὰ τὴν 4ην μ. μ., δὲν ἤθελεν ἐργασθῆ παντάπασιν ἡ Βουλὴ, ἤθελον δ’ ἕνεκα τούτου ζημιωθῆ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ὅθεν περιέμενον ὥρας τινὰς οἱ κύριοι Βουλευταὶ καὶ κατωρθοῦτο τέλος ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν 6ην μ. μ., καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους δὲν ἐζημιοῦντο ἕνεκα τῆς μὴ ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ κ. Προέδρου. Ὁ κ. Πρόεδρος ὥρισε τὴν 4ην ὥραν, ὅταν δὲ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ κύρωσίς τις εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ὥρας, τότε πρέπει νὰ κηρύσσῃ, ὅτι ἀναβάλλεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν αὔριον, ἀλλ’ ὄχι ὑποχρεωτικῶς, ἀλλ’ ὅταν νομίζῃ αὐτὸ ἀναγκαῖον.
§54Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἐρώτησις, ἣν ἔχω νὰ ὑποβάλω, εἶναι ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐρωτῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἀπηγόρευσε τὴν παράστασιν τοῦ «Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου» κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1891 ἐν τῷ Θεάτρῳ τῶν Ἀθηνῶν καὶ διατί.» Ὑποβάλλω ἐρώτησιν καὶ οὐχὶ ἐπερώτησιν. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως ἑπομένως θέλω κρίνει, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐπερωτήσεως καὶ συζητήσεως.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀποδημήσῃ καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν Εὐρώπην, κατατίθημι εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, ἢ τὰ τῆς μεταβιβάσεως δικαιωμάτων τινῶν αὐτῆς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀπουσίας τοῦ Βασιλέως. Διὰ συμβάσεως, ἥτις συνωμολογήθη μεταξὺ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1882, ἡ Κυβέρνησις παρῃτήθη δικαιωμάτων τινῶν, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐπὶ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων, ἐπὶ ἀνταλλάγματι, τὸ ὁποῖον συνεφωνήθη. Τὸ ἀντάλλαγμα δὲ τοῦτο ἦτο νὰ κατασκευασθῇ γραμμὴ σιδηροδρομικὴ, συνδέουσα τὰς Ἀθήνας μετά τινων τῶν περιχώρων αὐτῆς, ἰδίως γραμμὴ διήκουσα μέχρι τοῦ Λαυρίου, καὶ γραμμὴ παραρτηματικὴ, ἄγουσα μέχρι Κηφισσίας. Ἀλλὰ διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, δι’ ἧς ἀνέλαβεν ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων τῆς Ἀττικῆς, συνωμολόγησε καὶ ἄλλην ὑποχρέωσιν, τὴν ἑξῆς· ὅταν τὰ καθαρὰ ἔσοδα παράσχωσι μέρισμα εἰς τοὺς μετόχους τῆς ἑταιρίας ἀνώτερον τοῦ 3%, τότε τὸ ὑπερβάλλον τῶν 3% ποσὸν νὰ διανέμηται μεταξὺ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ἴσου. Ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου παρῆλθον 10 ἔτη, οὐδέποτε δὲ τὰ καθαρὰ ἔσοδα τῶν σιδηροδρόμων τῆς Ἀττικῆς ἔφθασαν τὸ 3%, ἑπομένως οὐδέποτε ἐδόθη ἀφορμὴ, ἵνα διανεμηθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου τὸ ὑπερβάλλον τῶν καθαρῶν ἐσόδων, τὸ ὑπερβάλλον τὰ 3%. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν περιχώρων δὲν θέλει κατορθωθῇ ἐντὸς βραχέως χρόνου νὰ αὐξήσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἔσοδα τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, ὥστε τὰ καθαρὰ αὐτῶν ἔσοδα νὰ ὑπερβῶσι τὰ 3% καὶ νὰ δοθῇ εὐκαιρία νὰ μερισθῇ ποσόν τι καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων. Ἐνόσῳ δὲ ὑπάρχει ἰσχύουσα ἡ σύμβασις αὕτη, ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου δὲν δύναται νὰ προσδοκᾷ, ὅτι θέλει ἐπὶ τοσοῦτον αὐξήσει ἡ πίστις αὐτῆς, ὥστε νὰ χρησιμοποιήσῃ ταύτην πρὸς ἐπέκτασιν τῶν ἐργασιῶν της, καὶ ἑπομένως πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων αὐτῆς ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ αὐτῆς καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Διὰ τοῦτο μοὶ ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς ἦτο διατεθειμένη, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔστεργε νὰ μεταβάλῃ τὸν εἰρημένον ὅρον τῆς συμβάσεως τοῦ 1882, νὰ δαπανήσῃ πρὸς καλλωπισμὸν τῶν περιχώρων ποσόν τι, ἀρκετὰ σημαντικόν. Εἶπον σημαντικόν, διότι, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι καταβάλλεται πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προσδοκᾷ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ λάβῃ ἐκ τῆς μερίδος, ἣν θὰ εἶχεν, ἐὰν τὰ καθαρὰ ἔσοδα τῆς ἑταιρίας ὑπερέβαινον τὰ 3% ἤθελε κριθῆ βεβαίως ὑπέρογκον. Ἀλλ’ ἔστερξεν ἡ ἑταιρία εἰς τὴν καταβολὴν τοσούτου ποσοῦ, διότι ἐκ τῆς δαπάνης τοῦ ποσοῦ τούτου πρὸς καλλωπισμούς, πρὸς ἐξωραϊσμοὺς τῶν περιχώρων, δι’ ὧν διέρχεται ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμή, θέλει πολλαπλασιασθῆ καὶ ἡ κίνησις ἡ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου γιγνομένη, ἑπομένως θέλουσι αὐξήσει καὶ τὰ ἔσοδα αὐτῆς. Καὶ ἐδήλωσεν ἡ ἑταιρία, ὅτι εἶναι διατεθειμένη νὰ καταβάλῃ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 500,000 δραχμῶν πρὸς ἐξωραϊσμούς. Κατὰ τὰ εἰρημένα δὲ, τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς καταβαλλόμενον πρὸς ἐξαγορὰν μόνον τοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσαχθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐὰν τὰ καθαρὰ ἔσοδα τῆς ἑταιρίας ὑπερέβαινον τὰ 3% ἐκ τῆς ἀναλογούσης αὐτῷ μερίδος, ἀλλὰ πρέπει νὰ κριθῇ καὶ ὡς κεφάλαιον καταβαλλόμενον ὑπὸ τῆς ἑταιρίας πρὸς αὔξησιν τῶν ἐτησίων ἐσόδων αὐτῆς. Ἐπειδὴ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους δύναται νὰ συνομολογηθῇ ἡ μεταβολὴ τῆς συμβάσεως τοῦ 1882, κατατίθημι νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ἵνα συνομολογήσωσι τοιαύτην σύμβασιν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 164–165).
§57ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἰς μίαν ἀπὸ τὰς προλαβούσας συνεδριάσεις ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Παπαγιαννακόπουλος ᾐτήσατο δι’ ἐπερωτήσεώς του ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα οὗτος καταθέσῃ ἔγγραφά τινα, ἀφορῶντα εἰς ὑποθέσεις διαχειρίσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατετέθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἤδη ἔρχομαι νὰ παράσχω πληροφορίας πληρεστέρας, ἢ μᾶλλον νὰ δώσω ἐξηγήσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὡρισμένας ὑποθέσεις. Καὶ πρῶτον ὅσον ἀφορᾷ εἰς προκαταβολήν τινα ἐκ 2,500 δραχμῶν, δοθεῖσαν εἰς τὸν ὑποστράτηγον κ. Καραϊσκάκην κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς 2 καὶ 3 Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους. Ἀληθῶς τὸ χρῆμα ἐδόθη, καὶ ἐδόθη κατ’ αἴτησιν τοῦ ἰδίου ὑποστρατήγου δι’ ἀνάγκας οἰκογενείας καὶ ἀπέναντι τῆς μισθοδοσίας αὐτοῦ, ὅπως κρατηθῇ διὰ μηνιαίων κρατήσεων 100 δραχμῶν, ὡς ἡ διαταγὴ κατόπιν ὥρισε. Τὴν βεβαίωσιν τῶν λόγων τῆς προκαταβολῆς δύναται νὰ παράσχῃ καὶ ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις, πρὸς τὸν ὁποῖον ἡ σύζυγος τοῦ στρατηγοῦ προσελθοῦσα ἐξητήσατο παρ’ αὐτοῦ 500 φράγκα, ἵνα χρησιμεύσωσιν αὐτῇ ὡς ἔξοδα ἐπανόδου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Βεβαίως ὁ λόγος ἦτο ἰσχυρός· δὲν ἠδυνάμην δὲ νὰ μὴ παράσχω τὴν συνδρομήν μου εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ὑποστρατήγου Καραϊσκάκη. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ πρεσβευτὴς ἠρνήθη τὰ 500 φράγκα τὰ αἰτηθέντα, μολονότι ἡ ἀξιότιμος σύζυγος τοῦ ὑποστρατήγου Καραϊσκάκη ὑπεσχέθη, ἅμα τῇ ἀφίξει της εἰς Ἀθήνας ν’ ἀποδώσῃ τὸ χρῆμα· καὶ τοῦτο εἶναι τοσούτῳ βέβαιον, καθ’ ὅσον καὶ τὴν προκαταβολὴν αὐτὴν, τὴν ληφθεῖσαν πρὸ τεσσάρων μηνῶν, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ὁ ὑποστράτηγος ἀπέδωκε τοῖς στρατιωτικοῖς ταμείοις, καὶ ἤδη οὐδεμίαν ἔχει ὀφειλὴν πρὸς τὸ Δημόσιον. Δὲν ἤθελον βεβαίως θεωρήσει τὸ πρᾶγμα τοσοῦτον σπουδαῖον διὰ τὴν ἐπερώτησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προκαταβολήν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐπερωτήσει φαίνεται, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα ἔλαβεν ὁ ὑποστράτηγος κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, συμπεραίνεται ἐντεῦθεν, ὅτι βεβαίως μομφὴ ἐξηνέχθη κατὰ τοῦ ὑποστρατήγου Καραϊσκάκη.
§58ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι κατὰ τοῦ ὑποστρατήγου βεβαίως.
§59ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἀλλὰ κατὰ τίνος;
§60ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως.
§61ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἡ ὁποία ἔδωκε τὴν προκαταβολὴν τῇ αἰτήσει του, ἵνα οὗτος ἀποδώσῃ ταύτην διὰ μηνιαίων κρατήσεων.
§62ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη εἶναι πρόωρος· πρέπει νὰ ἔλθωσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἵνα γείνῃ συζήτησις.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τὸν λόγον.
§64ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Εἶπον μομφὴν κατὰ τοῦ στρατηγοῦ, διότι οὐδέποτε ἤθελον φαντασθῆ, ὅτι ὁ ὑποστράτηγος ἐζήτησε νὰ λάβῃ χρήματα ἢ μᾶλλον ἐδέχθη νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἵνα λάβῃ χρῆμα δι’ ἀνάγκας οἰκογενείας δῆθεν καὶ τὸ δαπανήσῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς ὑποψηφίους τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ποίαν ὠφέλειαν ἠδύνατο νὰ ἀναμένῃ ὁ στρατηγὸς ἐκ τῆς τοιαύτης του ἐνεργείας; Νὰ ἀθετήσῃ βεβαίως τὸν ὅρκον του πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν. Νὰ παραβῇ τὸ καθῆκόν του, πρὸς τίνα σκοπόν; Πρὸς οὐδένα· διότι αὐτὸς ἤδη ἔφθασεν εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας· ἄλλως τε κατὰ τὴν ἐνέργειαν αὑτοῦ ἐν ταῖς ἐκλογαῖς οὐδὲν σημεῖον ἔδειξεν, ὅτι αὐτὸς ἐνήργησεν ὑπὲρ τοῦ δεῖνα ἢ δεῖνα ὑποψηφίου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ στρατηγὸς μετέβη εἰς Ἄρταν λόγῳ δημοσίας ἀσφαλείας, μετέβη ὅμως διελθὼν ὁλόκληρον τὸν νομόν, δίχως νὰ σταματήσῃ ἢ μόνον κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸν Καρβασαρᾶν· διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως πως νὰ γείνῃ. Ἀφίχθη ἐκεῖ τὴν ἑσπέραν, διενυκτέρευσε, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν μετέβη εἰς Ἄρταν. Ποῦ λοιπὸν ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ ἐπέμβασις τοῦ στρατηγοῦ; Λέγω λοιπὸν, ὅτι τοῦτο ἀπετέλεσε μομφὴν κατὰ τοῦ στρατηγοῦ, ἡ ὁποία ἀναντιῤῥήτως δὲν ἥρμοζεν εἰς αὐτὸν, κατόπιν πεντηκονταετοῦς ἐντίμου ὑπηρεσίας, κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὁποίας οὐδεμίαν ἀφορμὴν ἔδωκεν, ὅπως ἐπιτιμηθῇ. Βεβαίως δὲν ἦτο δικαία ἡ μομφὴ αὕτη κατὰ τοῦ ὑποστρατήγου κ. Καραϊσκάκη, τοσούτῳ μᾶλλον, σᾶς εἶπον, καθ’ ὅσον οὗτος ἀπέδωκεν ἤδη καὶ τὸ χρῆμα. Ὅτι δὲ τὸ ζήτημα τῶν προκαταβολῶν εἶναι ζήτημα εἰθισμένον εἰς τὸ στράτευμα ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων, τοῦτο δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν ἐκ πλείστων ὅσων παραδειγμάτων. Καὶ πρῶτον κατὰ τὸ 1885 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκε δραχμὰς 25,000 ὡς προκαταβολὴν εἰς ἀξιωματικοὺς ἐξελθόντας ἐκ τοῦ σχολείου τῶν ὑπαξιωματικῶν, λόγῳ ἀτομικῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἐκεῖνοι ἀπέδωκαν εἰς τὸ ταμεῖον διὰ μηνιαίων κρατήσεων 20 τόσων μηνῶν. Ταῦτα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὑποστράτηγον κ. Καραϊσκάκην. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς 300 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς τὸν λοχαγὸν Σκυλοδῆμον λόγῳ μισθῶν καὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, βεβαίως τοῦτο εἶναι κανονικὸν καὶ συμβαίνει ἐπίσης ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις ῥητῶς ὑπαγορεύει, ὅτι εἰς τοὺς ὁδοιποροῦντας ἀξιωματικοὺς, τοὺς στερουμένους τῶν ἐξόδων πρὸς μετάβασιν, τὸ Δημόσιον προκαταβάλλει τὸν μισθὸν καὶ τὰ ἔξοδα. Ἦτο λοιπὸν 19η τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ὅτε ὁ λοχαγὸς ἐπρόκειτο νὰ ἀναχωρήσῃ ἐντεῦθεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς ἣν διωρίσθη· δὲν εἶχε βεβαίως λάβει τὸν μισθὸν τοῦ Σεπτεμβρίου, εἶχε δὲ κάμει καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεώς του ἐνταῦθα, ἑπομένως οὐδεμία ἀνωμαλία ὑπῆρχεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐὰν τὰ ἔξοδα ταῦτα, αἱ 300 τουτέστι δραχμαί, αἵτινες ἦσαν πολὺ κατώτεραι τῆς μισθοδοσίας καὶ τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, ἐδίδοντο εἰς αὐτὸν λόγῳ προκαταβολῆς, ἵνα ἅμα τῇ ἀφίξει του εἰς τὴν οἰκείαν θέσιν κανονίσῃ τοὺς λογαριασμούς, ἐκδίδων τὰς ἀναγκαίας ἀποδείξεις. Συγχρόνως ἐζητήθη λόγος, διατὶ ὁ Σκυλοδῆμος ἐκλήθη εἰς Ἀθήνας λόγῳ ὑπηρεσίας Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι πρωτοφανές. Καὶ σήμερον καὶ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ καλῇ εἰς Ἀθήνας ἄτομα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, εἰς ἃ ἀναθέτει κατόπιν διαφόρους ὑπηρεσίας, εἴτε ἐν Ἀθήναις, εἴτε ἀλλαχοῦ. Ὁ Σκυλοδῆμος λοιπὸν ἐκλήθη, ἵνα ὑπηρετήσῃ εἰς Ἀθήνας, κατόπιν δ’ ἐζητήθη παρὰ τοῦ στρατηγοῦ Καραϊσκάκη, οὗτινος τυγχάνει συγγενὴς καὶ μὲ τὸν ὁποῖον ὑπηρέτησεν ἀπειράκις. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ δώσῃ τὸν ὑπασπιστὴν τοῦ στρατηγοῦ. Καὶ ποία Κυβέρνησις ἠρνήθη ποτὲ τὸν ὑπασπιστὴν εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς ἢ εἰς τοὺς σωματάρχας; Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἡ διαταγὴ τῆς μεταβάσεώς του καὶ τῆς παρουσίας του παρὰ τῷ στρατηγῷ, παρ’ ᾧ διωρίσθη, καὶ ἐντεῦθεν ἡ διαταγὴ τῆς προκαταβολῆς, διότι ἐδῶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κανονίσῃ τοὺς λογαριασμούς τῆς προκαταβολῆς, ὅπως διὰ τῶν 300 δραχμῶν κανονίσῃ τὰ ἔξοδα τῆς μισθοδοσίας καὶ τὰ ὁδοιπορικὰ, τὰ ὁποῖα εἶχε κάμει καὶ τὰ ὁποῖα ἔμελλε νὰ κάμῃ. Ταῦτα νομίζω ὅτι εἰσὶν ἐπαρκῆ, ἵνα πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τῶν δύο αὐτῶν ὑποθέσεων, τῆς προκαταβολῆς τοῦ κ. Καραϊσκάκη καὶ τῶν 300 δραχμῶν λόγῳ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, τῶν δοθεισῶν εἰς τὸν λοχαγὸν Σκυλοδῆμον.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀρθῶς παρετήρησε πρὸ ὀλίγου ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι πρόωρος εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τῶν ἐγγράφων. Καὶ βεβαίως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας δὲν θὰ ὡμίλει περὶ δύο ἐκ τῶν θεμάτων, εἰς ἃ ἀφορῶσι τὰ ἔγγραφα, ἐὰν μὴ ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ὅπως ἀπαλλάξῃ πάσης μομφῆς πρόσωπα, περὶ ὧν ἐγένετο ἐντεῦθεν λόγος. Ἐπίσης καὶ ἐγὼ οὐδένα θὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ τῶν ἐγγράφων, ὧν μόλις πρὸ μικροῦ ἔλαβον γνῶσιν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν ὅταν κανονικῶς παρουσιασθῇ ἡ περὶ αὐτῶν συζήτησις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσάγων τὰ ἔγγραφα, δὲν περιωρίσθη εἰς ἁπλῆν αὐτῶν κατάθεσιν καὶ εἰς ἀπαρίθμησιν τοῦ τίτλου αὐτῶν, ἀλλ’ ἐξέθηκε καὶ τὸ περιεχόμενον, ἐξέθηκε δ’ αὐτὸ ἀνακριβῶς καὶ διὰ τρόπου τείνοντος εἰς στήριξιν τῶν σκέψεων αὐτοῦ ἐπὶ παραστάσεως οὐχὶ ἀληθοῦς τῶν πραχθέντων παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἶμαι ἠναγκασμένος μόνον περὶ τῶν παραστάσεων τούτων νὰ ποιήσωμαί τινα λόγον. Ἤδη, ὅτε ἔχομεν τὰ ἔγγραφα ἐνώπιον ἡμῶν, τί ἐξ αὐτῶν συνάγομεν; ὅτι οὐχὶ ἀκριβῶς παρεστήθησαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἐν αὐτοῖς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε πρῶτον νομίζω περὶ τῶν κατὰ τὴν προκαταβολὴν πρὸς ἀγορὰν ἁμάξης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ παρέστησεν ὅτι ἡ ἅμαξα δὲν ἦτο προωρισμένη εἰς χρῆσιν τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ ὅλη του ὁμιλία ἔτεινεν εἰς ὑπόδειξιν, ὅτι ὁ ἁμαξηλάτης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο δῆθεν εὐνοούμενος τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ὑπὲρ αὐτοῦ δ’ ἐγένετο προκαταβολὴ πρὸς ἀπόκτησιν ἁμάξης εἰς ἴδιον αὐτοῦ λογαριασμὸν καὶ πρὸς ἴδιον αὐτοῦ συμφέρον. Τοῦτο ἐνεῖχεν ἡ ὅλη παράστασις, ὡς ἐγένετο παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ῥηθὲν, ὅτι τῆς ἁμάξης δὲν ἐγένετο χρῆσις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ἄντικρυς ἀνακριβές. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας παρεδόθη αὕτη εἰς τὸν ἁμαξηλάτην, ἀπὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου 1889, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπεχώρησα ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τουτέστιν ἐπὶ ἓν σχεδὸν ἔτος, ἡ ἅμαξα αὕτη διηνεκῶς εἰργάζετο παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, πλὴν ὀλιγίστων ἡμερῶν, καθ’ ἃς ἔχρῃζεν ἐπισκευῆς, ἀντικατέστησε δ’ αὐτὴν ὁ ἁμαξηλάτης δι’ ἄλλης, μέχρις οὗ, τῆς ἐπισκευῆς συντελεσθείσης, ἐπανέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου διὰ τῆς εἰρημένης ἁμάξης, ἐκτελῶν τὴν ὑπηρεσίαν ἀποκλειστικῶς καὶ ἀδιαλείπτως κατὰ πᾶσαν ἡμέραν διὰ μόνης αὐτῆς· τὸν δ’ ἁμαξηλάτην τοῦτον, ὃν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς πρόσωπον τῆς ἐκλογῆς ἡμῶν, ὡς πρόσωπον παρ’ ἡμῶν εἰσαχθὲν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου καὶ παρ’ ἡμῶν εὐνοηθὲν διὰ τοιούτων προκαταβολῶν, οὐδεὶς, ἀκούων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀφηγουμένου τὰ περὶ τούτων, ἤθελεν ὑποθέσει κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐργαζόμενον παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ ἀπὸ ἐποχῆς, καθ’ ἥν τινες τῶν σημερινῶν Ὑπουργῶν δὲν ὑπῆρχον ἐν τῷ κόσμῳ· προσελήφθη οὗτος παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1853, παρέμεινε δὲ καὶ παραμένει ἔκτοτε ἐν τῇ αὐτῇ ὑπηρεσίᾳ. Εἰς τοσοῦτον μεμακρυσμένην ἀνατρέχων ἐποχήν, περιορίζομαι ἐν αἷς θὰ δώσω πληροφορίαις εἰς τὰς δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων μαρτυρουμένας, διότι μόνον περὶ ἐγγράφως πιστοποιημένων γεγονότων θέλω νὰ ὁμιλήσω. Φέρω ἄρα συμβόλαιον τοῦ ἔτους 1874 περὶ προκαταβολῆς πρὸς τὸν ἁμαξηλάτην ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ δραχμῶν 5770:20 οὐ μόνον δι’ ἅμαξαν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἵππους. Εἰς ἀπότισιν τῆς προκαταβολῆς ταύτης ὑπεχρεοῦτο ὁ ἁμαξηλάτης διὰ τοῦ συμβολαίου, ἵνα καταβάλλῃ μηνιαίως δραχμὰς 40, τουτέστι 10 δραχμὰς ἐπὶ ἔλαττον ὅσων ὑποχρεοῦται ἤδη νὰ καταβάλῃ. Τὸ συμβόλαιον τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ στρατηγοῦ Γρίβα, τότε φέροντος ἄλλον βαθμόν. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐξοφληθῇ ἡ προκαταβολὴ αὕτη, ἔχομεν ἄλλον Ὑπουργὸν, ὃν βλέπω ἐνταῦθα, προσωρινῶς διευθύναντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ προφθάσαντα κατὰ τὴν προσωρινὴν ταύτην διεύθυνσιν, πρὶν ἔτι ἐξοφληθῇ τὸ προηγούμενον χρέος καὶ μετὰ χρόνον ἀπὸ τῆς προκαταβολῆς ἐκείνης μὴ ἐξηγοῦντα ἀποχρώντως τὴν ἀχρηστίαν τῆς προηγουμένης ἁμάξης, ἔχομεν Ὑπουργὸν χορηγοῦντα εἰς τὸν αὐτὸν ἁμαξηλάτην προκαταβολὴν πολὺ μεγαλειτέραν τῆς προηγουμένης, ὅπως ἀποκτήσῃ νέαν ἅμαξαν καὶ νέους ἵππους, ἵππους παραχωρουμένους μὲν ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐπὶ ἀντιτίμῳ καταλογιζομένῳ ἐν τῇ προκαταβολῇ. Φέρω ἐνταῦθα τὰ περὶ τούτου.
§66ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ τὰ εὗρον συμπεφωνημένα. Μάλιστα, εἶναι γεγονός.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν. «Εἰς τὸν ἁμαξηλάτην τοῦ Ὑπουργείου Γεώργιον Καζιτώρην παρεχωρήθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τὰ ἑξῆς εἴδη. «1) Μία ἅμαξα πλήρης μεθ’ ὅλης τῆς ζευγοσκευῆς διὰ δύο ἵππους, ἀξίας φράγκων 5,776, ἤτοι δραχ. 7,268 καὶ 35/00· «2) Δύο ἵπποι ἐλάσεως ἐκ τοῦ συντάγματος τοῦ πυροβολικοῦ, ἀξίας δραχμῶν 1547 καὶ 40/00. Ἤτοι τὸ ὅλον δραχμῶν 9,492:45, ἤτοι δραχμῶν ἐννέα χιλιάδων τετρακοσίων ἐννενήκοντα δύο καὶ λεπτῶν τεσσαράκοντα πέντε. Τὸ ποσὸν τοῦτο θέλετε ἐγγράψει εἰς τὰς προκαταβολάς σας ὁμοῦ μὲ τὰ λοιπὰ χρέη τοῦ εἰρημένου ἁμαξηλάτου, ἐξ αὐτοῦ δὲ θέλετε φέρει:
| «αʹ) | Εἰς πίστωσιν τοῦ λογαριασμοῦ τῆς ἐν Παρισίοις | ||
| Ἑλληνικῆς Πρεσβείας | δραχμὰς | 7268.35 | |
| «βʹ) | Εἰς τὰς ἀποθέσεις σας ὑπὸ τὸν | ||
| τίτλον «τίμημα ἀνικάνων ἐκποιηθέντων | |||
| ἵππων» | » | 1547.40 | |
| «γʹ) | Εἰς τὰς ἀποθέσεις σας πρὸς ὄφε- | ||
| λος τοῦ Δημοσίου τὰ καταλογισθέντα | |||
| πρὸς μεταφορὰν τῆς ἁμάξης | » | 676:70 | |
| Τὸ ὅλον | δρ. | 9492.45 |
«Μετὰ δὲ ταῦτα θέλετε συντάξει συμβόλαιον μετὰ τοῦ ἁμαξηλάτου Γ. Καζιτώρη, δι’ οὗ νὰ ὑποχρεωθῇ οὗτος νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ὅλον τοῦ χρέους του διὰ κρατήσεως ἐκ τοῦ μισθοῦ του δραχμῶν ἑκατὸν πεντήκοντα κατὰ μῆνα μέχρις ἐντελοῦς ἐξοφλήσεως. Πρὸς ἀσφάλειαν δὲ τοῦ Δημοσίου νὰ ἐγγραφῇ. Τὸ σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ θέλει διαγράψει ἐκ τῶν ἐλέγχων του τοὺς ὑπ’ ἀριθ. 380 καὶ 382 ἵππους ἐλάσεως, οὓς φέρει μέχρι τοῦδε ἀπεσπασμένους παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ. «Ἐν Ἀθήναις τὴν 18 Νοεμβρίου 1878. «Ὁ Ὑπουργὸς «Γ. Μπούμπουλης.»
§68ΜΑΥΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ διαθέτῃ τὸ χρῆμα τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου;
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ φθάσω καὶ εἰς τοῦτο· εἶναι περιττὸν νὰ σπεύδητε. Οὐδὲν θὰ παραλείψω, καὶ καθ’ ὅλα θὰ ἱκανοποιηθῆτε. Διὰ τῶν προκαταβολῶν τῶν συμπεφωνημένων κατὰ τὴν διαταγὴν ταύτην, ἐξωφλήθησαν αἱ προκαταβολαὶ τοῦ ἀντιτίμου τῆς ἁμάξης καὶ τῶν ἵππων, μετὰ δὲ τὴν ἐξόφλησιν ἦτο φυσικὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ κατὰ τὸ αὐτὸ σύστημα ἡ λειτουργία τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Διετάχθη ἄρα ἡ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβεία, ἵνα προνοήσῃ περὶ προμηθείας νέας ἁμάξης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τοῦτο ἐθεώρησε πρέπον νὰ παραστήσῃ τὰ πράγματα μὴ ἀκριβῶς. Εἶπεν ὅτι δὲν ἤξευρεν, ἐὰν ὑπάρχωσι λογαριασμοὶ, ὅτι αὐτὸς δὲν εὗρε λογαριασμοὺς, ἐνδεικνύων ὅτι τὰ τῆς ἀγορᾶς δὲν διεξήχθησαν κανονικῶς. Ὑπάρχει φάκελλος παχύτατος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς προμηθείας τῆς ἁμάξης· ἀλληλογραφία ὁλόκληρος πρὸς τὸν πρεσβευτὴν, διαβιβάσαντα πᾶσαν τὴν πρὸς τὸν κατασκευαστὴν ἀλληλογραφίαν περὶ τῆς ὑποθέσεως.
§70ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν ἁμαξηλάτην;
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τίνα ἔχει σχέσιν ὁ ἁμαξηλάτης πρὸς ταῦτα; Τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἁμάξης εἶναι τὸ ἄριστον, διότι διὰ τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ, ὅπερ στοιχίζει ἡ ὑπηρεσία τῆς ἁμάξης τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, τουτέστι 450 δραχ. κατὰ μῆνα, ἔχει ἅμαξαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχὶ τῆς πλατείας, ἀλλ’ εἰδικῶς κατεσκευασμένην διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου. Οἱ λογαριασμοὶ εἶναι πάντες ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, δεικνύοντες τὴν ἐπιμέλειαν τῆς ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείας περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς παραγγελίας καὶ τὴν φειδὼ περὶ τὰ τοῦ ἀντιτίμου, καίτοι, ὡς προκύπτει ἐκ πάντων τῶν μέχρι τοῦδε ῥηθέντων, θὰ προκατεβάλλετο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τὸ ἀντίτιμον τῆς ἁμάξης, ἥτις μετὰ τὴν ἐξόφλησιν κατὰ δόσεις ὑπὸ τοῦ ἁμαξηλάτου θὰ ἔμενε κτῆμα αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησε τὴν ἅμαξαν ὡς μὴ ἐν χρήσει παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ, ἐνῷ, ὡς εἶπον, ἐπὶ ἓν ἔτος καθ’ ἑκάστην ἦτο ἡ μόνη ἐν χρήσει, δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὸ τοῦ ἁμαξηλάτου ἐν τῇ πλατείᾳ, ὅπερ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐσκόπουν νὰ ὑποδείξωσι· διότι δὲν εἶναι ἡ ἅμαξα οἰκογενειακὴ, ἀλλ’ εἶναι ἐκ τῶν ἐν χρήσει ὑπὸ ἰατρῶν ἢ μεσιτῶν καὶ ἄλλων ἐπωχουμένων λόγῳ τοῦ ἐπαγγέλματος. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, προτιμᾷ οἰκογενειακὴν ἅμαξαν καὶ ποιεῖται διὰ τοῦτο χρῆσιν τῆς παλαιοτέρας, τοῦτο ἀφορᾷ εἰς αὐτὸν, ἀλλ’ ἅμαξα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου κατάλληλος ἦτο αὕτη, ταύτης δὲ συνεχῶς ἐγίνετο χρῆσις ἀπὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1889 καὶ ἕως τῆς ὑπουργικῆς μεταβολῆς. Δῆλον ἐκ πάντων τούτων, ὅτι τὰ τῆς ἁμάξης εἶναι τὰ γινόμενα ἀνέκαθεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τις διαφορὰ, εἶναι ὅτι δὲν ἐγένετο ἤδη προκαταβολὴ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἵππων, δύναται δὲ νὰ προστεθῇ, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ καὶ περὶ τὴν ἰδιάζουσαν ἐπιμέλειαν πρὸς τὴν καλὴν καὶ οἰκονομικὴν ἐκτέλεσιν τῆς παραγγελίας· διὰ τούτων δὲ, τῶν ἀνέκαθεν γινομένων, διὰ τοῦ ἐπικρατοῦντος περὶ τὰ τῆς ἁμάξης συστήματος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ ἐφηρμόσθη καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐξυπηρέτησις τοῦ Ὑπουργείου ὑπὸ ἁμάξης κοσμίας ἐπὶ δαπάνῃ ὅσῃ παρὰ τοῖς ἄλλοις Ὑπουργείοις ἐπάγεται ἡ μίσθωσις ὀχήματος τῆς πλατείας. Ἡ ἅμαξα παραδίδεται εἰς τὸν ἁμαξηλάτην, κρατουμένων 50 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ μηνιαίου χορηγήματος αὐτοῦ· εἶναι δὲ οὗτος ὑπόχρεως ταύτην τὴν ἅμαξαν νὰ τηρῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου, ἐκ περισσοῦ ὅμως προσφέρει καὶ τὴν παλαιοτέραν. Ἐν τοιαύτῃ εἰλικρινείᾳ ἐξετέθησαν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὰ περὶ ἁμάξης. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὰ τοῦ ἀντιτίμου τῆς ἐκποιήσεως τῶν κτηνῶν, διότι εἶναι ἀνυπόμονος ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων νὰ πληροφορηθῇ καὶ τὰ περὶ τούτων. Ἐπίσης καὶ ταῦτα παρεστήθησαν ὡς ἐὰν ἡμεῖς πρῶτοι εἰσηγάγομεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὴν καταβολὴν τοῦ ἀντιτίμου τῶν κτηνῶν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον. Ὑπέβαλεν ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔγγραφά τινα, ἀποδεικνύοντα ὅτι τοιαύτη παράστασις δὲν εἶναι ἀληθής. Ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις, ἐν τῇ καταστάσει τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐκποιηθέντων κτηνῶν σημειοῦται, ὅτι κατὰ τὸ 1882 ὑπῆρχε παρὰ τῷ Μετοχικῷ ταμείῳ ὑπόλοιπον διαχειρίσεως ἐξ ἀποδόσεως τιμήματος κτηνῶν 16,500, δραχμῶν, ὅτι κατὰ τὸ 1883 κατετέθη ποσὸν δρ. 43,876, κατὰ τὸ 1884 δρ. 12,223, κατὰ τὸ 1885, ἐφ’ ᾧ κἄπως εὐθύνεται νομίζω καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δραχ. 10,637, κατὰ τὸ 1886, μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, δραχ. 672,000, καὶ οὕτω καθεξῆς. Πρὸ τῆς εἰσόδου ἡμῶν εἰς τὰ πράγματα κατὰ τὸ 1882 ὑπῆρχον παρὰ τῷ Μετοχικῷ ταμείῳ συγκεντρωμένα χρήματα ἐξ ὑπολοίπου προηγουμένων καταθέσεων δρ. 16,502, ὑπῆρχον δὲ ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου δραχμαὶ 83,239 ἐπὶ τῇ ἐπανόδῳ ἡμῶν εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ τὸ 1886. Ἀλλὰ καὶ τὰς τελευταίας ταύτας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀποταμιευθείσας ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐνῷ αὕτη εὗρεν αὐτὰς ἐκεῖ ἀποτεταμιευμένας ὑπὸ τῶν προκατόχων αὐτῆς· ἑπομένως, ἐὰν, ὡς ὑπηνίττετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε πλάγιόν τινα σκοπὸν ἡ ἀποταμίευσις, οὗτος ἀφεώρα εἰς τὸν συνάδελφον αὐτοῦ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1885 καὶ 1886 καὶ εἰς ἑαυτὸν, ὑπουργεύοντα τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὁ μετ’ αὐτοὺς ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εὗρε τὰ ποσὰ ταῦτα ἐν τῷ ταμείῳ τῷ Μετοχικῷ ἐκ προηγουμένης διαχειρίσεως, καὶ δὲν εἶχε λόγον, ἵνα ὑποθέτῃ, ὅτι περὶ αὐτῶν ὑπῆρχέ τι ἐκκρεμὲς, ἀφοῦ οἱ ἁρμόδιοι οὐδεμίαν ἐποιοῦντο παρατήρησιν· τοὐλάχιστον ὅπως βλέπω ἐν τῷ λογαριασμῷ, τῷ κατατεθειμένῳ ἐνταῦθα, παρουσιάζεται τὸ ποσὸν 83,239 δραχμῶν ὡς ἀνῆκον εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον. Τὸ ζήτημα ἐὰν αἱ 83,239 δραχμαὶ ἀνήκωσιν ἢ οὐ εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, εἶναι ἀνεξάρτητον τοῦ προκειμένου. Περὶ τούτου δὲν ἐκλήθη νὰ ἀποφανθῇ τὸ Ὑπουργεῖον· οὐδεμία δὲ πρᾶξις ὑπάρχει τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ θέματος· δὲν γινώσκω ὅμως, ἐὰν ὑπάρχωσι πράξεις τῶν προκατόχων ἡμῶν, ἀλλ’ ἠξεύρω, ὅτι τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον ἀξιοῖ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνήκει εἰς αὐτὸ καὶ οὐχὶ εἰς τὸ Δημόσιον, διότι, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1880, τὸν συμπληρώσαντα τὸν καταστατικὸν νόμον τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, τὰ ἀντίτιμα ἀχρήστου ὑλικοῦ ἀνήκουσιν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο· τὸ ποσὸν δὲ τῶν 83,239 δραχμῶν ἐχαρακτήρισε τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον ὡς προελθὸν ἐκ πωλήσεως κτηνῶν ἀχρήστων, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ταῦτα δὲν ἦσαν κτήνη ἐν ἐπιστρατεύσει ἀποκτηθέντα καὶ πωλούμενα ἐπὶ τῇ ἀποτόμῳ λήξει τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλ’ ἦσαν κτήνη ἐν εἰρήνῃ ὑπηρετοῦντα, καὶ ἑπομένως πωλούμενα ὡς ἄχρηστα. Ἰσχυρίζετο τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, ὅτι δὲν ἐπῆλθε μεταβολὴ ὀργανισμοῦ, ἐπαγομένη τὴν ἐκποίησιν τῶν κτηνῶν, οὐδὲ ὑποκατάστασις πιστώσεως μικρᾶς εἰς πίστωσιν μεγάλην συντηρήσεως κτηνῶν, ὥστε νὰ ἐξηγηθῇ ἡ ἐκποίησις τῶν κτηνῶν ἐκ τοῦ λόγου τούτου. Τὰ πρὸ τῆς παύσεως τῆς ἐπιστρατεύσεως πωληθέντα κτήνη, κατὰ τὴν ἀξίωσιν τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, περὶ ἧς οὐδὲν καλοῦμαι νὰ εἴπω, ἦσαν ἄχρηστα, ἀφοῦ ἐξεποιήθησαν ἐν ἐποχαῖς, καθ’ ἃς μόνη ἡ ἀχρηστία ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πώλησιν. Πιθανὸν ὁ συλλογισμὸς οὗτος νὰ μὴ ἦναι ἀκριβὴς, ἢ νὰ ἦναι ἀκριβὴς ἔν τισι καὶ νὰ μὴ ἦναι ἀκριβὴς ἐν ἄλλοις· ἀλλ’ ὅμως τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον κατελόγιζε ταῦτα τὰ ποσὰ ὡς ἰδίαν περιουσίαν· ἦτο δὲ ἔργον τῶν ἐπιθεωρούντων τὰ τοῦ ταμείου νὰ ἀναιρέσωσι τὸν ἐσφαλμένον τυχὸν καταλογισμόν. Ὁπωσδήποτε, δὲν ἦτο ἀκριβὲς τὸ ῥηθὲν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκρατεῖτο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα δύνηται ἐξ αὐτοῦ νὰ διαθέτῃ εἰς προκαταβολὰς, ὡς δῆθεν μὴ ἔχουσα διαθέσιμα πρὸς τοιούτους σκοποὺς ἄλλα κεφάλαια. Θὰ ἐξετάσωμεν μετ’ ὀλίγον τὰ τῶν γενομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προκαταβολῶν ἐπὶ τοῦ χρήματος τούτου, ἵνα ἐξακριβώσωμεν, ἐὰν τῳόντι δὲν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἄλλο χρῆμα· ἀλλ’ ἤδη πρέπει νὰ συμπληρώσω τὰ περὶ τοῦ ἀντιτίμου τῶν κτηνῶν. Κατὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, βλέπομεν ὅτι, ὡς παρουσιάζονται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὰ περὶ τούτου, τὸ περίσσευμα ἦτο δρ. 26,409· τουτέστι κατετέθησαν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον 1,292,880 δραχμαὶ, ἀπεδόθησαν 1,266,471, καὶ ἔμενεν εἰς πίστωσιν τοῦ Δημοσίου ὑπόλοιπον παρὰ τῷ Μετοχικῷ ταμείῳ δραχμῶν 26,409, πλὴν τῶν 83,000, ἃς ἡ διαχείρισις τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου ἐνόμιζεν ἀνηκούσας εἰς αὐτό· ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ 26,409 κατὰ πολὺ ἴσως, ἂν αἱ ἀξιώσεις τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου ἦσαν βάσιμοι, θὰ ἀνῆκον εἰς αὐτὸ, διότι τὰ μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν ἐκποιηθέντα κτήνη ἦσαν μὲν κατὰ κανόνα κτήνη ἱκανὰ, ἀλλ’ ἐν τῷ μεγάλῳ τότε ἀριθμῷ τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ ὑπῆρχον βεβαίως καὶ ἀνίκανα, τούτων δὲ πάντων ἐκποιηθέντων ὡς εἰκὸς κατὰ προτίμησιν, τὸ τίμημα θὰ διεξεδικεῖτο ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, καὶ ἐφ’ ὅσον ἀνεγνωρίζοντο τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, θὰ ἐξεπίπτετο ἀπὸ τῶν 26,409 δραχμῶν· ταῦτα δ’ ἐξηγοῦσι διατὶ ἀνεβάλλετο ἡ εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον ἀπόδοσις καὶ τοῦ ἐσχάτου ὑπολοίπου τῆς δοσοληψίας ταύτης. Ἀλλ’ ἐν τούτῳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν ἐπιτρεπόμενον αὐτῷ νὰ προβῇ εἰς ἀνακοινώσεις καὶ ἄλλων ἀνακριβειῶν. Πάντοτε, ὡς παρέστησα, ὑπῆρχον ἐκ τοιούτου λόγου ποσὰ κατατεθειμένα παρὰ τῷ Μετοχικῷ ταμείῳ· κατὰ τὸν ὑποβληθέντα δὲ λογαριασμὸν, τὸ ἐν ἔτει 1882 ὑπόλοιπον διαχειρίσεως ἐκ παρῳχημένων τοιούτων καταθέσεων παρὰ τῷ ταμείῳ ἐκείνῳ, ἦτο 16,502 δραχμῶν· κατόπιν δὲ καθ’ ἕκαστον ἔτος ἀναγράφονται καταθέσεις καὶ εἰσπράξεις τιμήματος ἐκποιηθέντων κτηνῶν. Λίαν δεδικαιολογημέναι ἦσαν αἱ καταθέσεις αὗται, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀκριβῶς παρὰ τοῖς σώμασιν ὁ ἔλεγχος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκποιουμένων κτηνῶν καὶ τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν καὶ ἡ τακτοποίησις τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ὧν ἐπὶ τῇ βάσει θὰ παρεδίδετο τὸ χρῆμα εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον. Τῶν κτηνῶν τούτων ἄλλα μὲν ἐξεποιήθησαν παρὰ ταῖς ἕδραις τῶν σωμάτων, ἄλλα δὲ ἐξεποιήθησαν ἐν διαφόροις ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους, ἔνθα δὲν ὑπῆρχον σώματα στρατοῦ, ὑπὸ ἀξιωματικοῦ ἐπὶ τούτῳ διορισθέντος καὶ περιενεγκόντος τὰ κτήνη εἰς ἀγορὰς, ἔνθα προσεφέροντο τιμαὶ ἀνώτεραι ἢ ἐν ταῖς ἕδραις τῶν σωμάτων, καὶ ἄλλα ἐδίδοντο εἰς ἀξιωματικοὺς ἐπὶ ἐκτιμήσει ἐπιτροπῆς ἐπὶ τούτῳ διοριζομένης. Τὸ πολλαπλοῦν τοῦ τρόπου τῆς ἐκποιήσεως καθίστα ἀνέφικτον τὸν ἔλεγχον, ἂν ἀφίεντο εἰς τὰ σώματα τὰ τῆς καταθέσεως τῶν εἰσπραττομένων χρημάτων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἐπεβάλλετο δ’ ἐκ τούτου ἡ συγκέντρωσις τῶν εἰσπράξεων, ὅπως τῆς εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον διαβιβάσεως αὐτοῦ προηγῆται ἡ τῶν δικαιολογητικῶν ἐκκαθάρισις· ἀδιαλείπτως δὲ παρὰ τῶν διαδεχθέντων ἀλλήλους Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε κριθῆ πρόσφορον πρὸς τὴν συγκρέντρωσιν τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, ἀπαλλασσομένης οὕτω ἐκ τοῦ βάρους τοῦ λογαριασμοῦ τούτου τῆς πολυασχόλου ὑπηρεσίας τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν. Οὕτως ἐνεργήθησαν καὶ μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τὰ τῆς συγκεντρώσεως τῶν εἰσπράξεων καὶ τῆς ἀποδόσεως αὐτῶν εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον, ὁ δὲ κατατεθεὶς ἐπίσημος λογαριασμὸς δεικνύει τὰς ἀποδόσεις ἀνταποκρινομένας πρὸς τὰς καταθέσεις. Ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων τῆς διαχειρίσεως ἐγένοντο ἑκάστοτε προκαταβολαὶ, καὶ ὡς πρὸς ταύτας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐρωτᾷ, διατί προκαταβολὰς τοιαύτας ἐποιησάμεθα καὶ ἡμεῖς ἐκ τῶν παρὰ τῷ Μετοχικῷ ταμείῳ καταθέσεων καὶ δὲν ἐνετειλάμεθα αὐτὰς εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν. Ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων τῆς ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου διαχειρίσεως χρήματος ὁπωσδήποτε ἀνήκοντος εἰς τὸ Δημόσιον τοιαῦται ἀνέκαθεν ἐγίνοντο πληρωμαί. Οὕτως ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι κατὰ τὸ 1885, δυνάμει διαφόρων διαταγῶν τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν συναδέλφου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένοντο προκαταβολαὶ εἰς διαφόρους ἀξιωματικοὺς 25,000 δραχμῶν, κρατηθεισῶν εἶτα ἐκ τῶν μισθῶν αὐτῶν ἐπὶ δὲ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν αἱ διαταχθεῖσαι εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον πληρωμαὶ ἀφώρων εἰς τὴν προκαταβολὴν τοῦ ἀντιτίμου τῆς ἁμάξης, εἰς τὴν ἀποζημίωσιν ἵππου τελευτήσαντος ἐν ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἀντιμοιράρχου Σπορίδου, κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, εἰς ἀποζημίωσιν ἀποσκευῆς τοῦ στρατηγοῦ Καραϊσκάκη, εἰς ὁδοιπορικὰ ἔξοδα τοῦ ὑπολοχαγοῦ τοῦ ἐπιφορτισθέντος τὴν ἐκποίησιν τῶν κτηνῶν ἐν διαφόροις ἐπαρχίαις καὶ εἰς ἐπιστροφὴν κρατήσεων πρὸς ἀξιωματικοὺς, ὧν οἱ ἵπποι ἐπεστράφησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ ἐξεταστέον ἐν τούτοις εἶναι, ἂν ἡ διάθεσις τοῦ χρήματος πρὸς τοιούτους σκοποὺς ἦτο δεδικαιολογημένη καθ’ ἑαυτήν. Ἂν τὸ χρῆμα, ἐξ οὗ ἐγένετο ἡ δεδικαιολογημένη καταβολὴ, εὑρίσκετο ἐν τούτῳ τῷ ταμείῳ ἢ ἐν ἐκείνῳ, μικρὰν ἔχει τοῦτο σημασίαν, ἀφοῦ καὶ τὰ προηγούμενα δεικνύουσιν, ὅτι τοιαύτη χρῆσις τοῦ παρὰ τῷ Μετοχικῷ ταμείῳ χρήματος τοῦ Δημοσίου ἐγίνετο συνεχῶς· ἀρκεῖ ὅτι ἡ καταβολὴ ἦτο δεδικαιολογημένη καὶ τὸ χρῆμα, ἐξ οὗ ἡ καταβολή, δημόσιον. Αἱ καταβολαὶ αὗται τελικῶς κατελογίζοντο ἐν τῇ παγίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν προκαταβολῇ, ἀλλ’ ἐπὶ ταύτης καὶ μετὰ τὸν καταλογισμὸν τῶν ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου προκαταβολῶν οὐδεμία ἐπιγίγνεται ὑπέρβασις. Ἐὰν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐγένετο ὑπέρβασις τῆς παγίας προκαταβολῆς καὶ ἐκρατοῦμεν παρὰ τῷ Μετοχικῷ ταμείῳ τὸν λογαριασμὸν ἐκκρεμῆ, ἵνα δυνάμεθα νὰ διαθέτωμεν τὰ ὑπόλοιπα τῆς διαχειρίσεως ὡς συμπλήρωμα τῆς παγίας προκαταβολῆς, θὰ ἐνόουν τὴν παρατήρησιν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ποσοῦ ἐλαχίστου, περὶ δεκακισχιλίων δραχμῶν, ἐξ οὗ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ὑπέρβασις εἰς τὴν παγίαν προκαταβολήν. Τὰ τοῦ Μετοχικοῦ ἄρα ταμείου, ἅτινα παρεστήθησαν ὡς παρ’ ἡμῶν ἐξαιρετικῶς ἐνεργηθέντα, ἀποδεικνύονται οὐδὲν ἄλλο ἢ τὰ διηνεκῶς γινόμενα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς χρῆμα, δηλαδὴ τὸ ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν κτηνῶν. Ἐξ ἑτέρας ἐκποιήσεως εἰσπράξεις δὲν κατετέθησαν εἰς τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο, τῶν δὲ κατατεθέντων ἐγένετο διάθεσις εἰς καταβολὰς, οἷαι ἐγένοντο καὶ προηγουμένως, ἀλλ’ ἐπὶ ποσῷ ἐλάσσονι τῶν προηγουμένων. Ἐν δὲ τῷ κανονισμῷ τῆς πρὸς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον δοσοληψίας τοῦ Δημοσίου ζήτημα ἐγείρεται, ἂν ἡ μεταβίβασις παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν 83,289 δραχμῶν ἐξ ἀντιτίμου τῶν πρὸ τοῦ 1886 ἐκποιηθέντων κτηνῶν ἦναι δεδικαιολογημένη· τὸ ζήτημα ὅμως τοῦτο ἀφορᾷ οὐχὶ εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, χαρακτηρίσαν τὰ παρ’ αὑτοῦ ἀφαιρεθέντα ὡς εἰς αὐτὸ ἀνήκοντα. Τὴν μεταβίβασιν ταύτην ἐποιήσατο ἀνεξετάστως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς διαπίστωσιν παραλείψεως τῶν προκατόχων, ἀλλὰ τὸ ἐπιπόλαιον καὶ αὐθαίρετον τῆς ἐνεργείας ἀπολήγει εἰς ἀπόδειξιν ἀντίθετον τῆς ἐπιδιωκομένης. Ἐπίσης καὶ τὰ κατὰ τὸν ἐνωμοτάρχην Παπαρόδην παρεστήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τρόπου σκοποῦντος τὴν ἐμποίησιν ἐντυπώσεων μὴ ἀνταποκρινομένων πρὸς τὰ γεγονότα, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἀπόφασις ὑπάρχει δικαστικὴ περὶ ἐκπτώσεως τοῦ Παπαρόδη ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ του. Ἐγὼ ἐνεθυμήθην, ὅτι ἀπόφασις καταγινώσκουσα ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ δὲν ὑπῆρχεν, ἀναγνοὺς δὲ τὴν κατατεθεῖσαν ἐπὶ τοιαύτῃ εἰσηγήσει ἀπόφασιν, δὲν εὑρίσκω ἐν αὐτῇ τὴν φράσιν. Ἡ ἀπόφασις ἁπλῶς ἐπαναλαμβάνει τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τουτέστι περιλαμβάνει φράσιν περὶ ἐκπτώσεως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις ἐγέννησε τὸ προκληθὲν κατὰ τὴν προηγουμένην βουλευτικὴν περίοδον ζήτημα, οὐχὶ δὲ φράσιν περὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ. Περὶ τοῦ βαθμοῦ ὑπάρχει τῳόντι ἡ φράσις ἐν τῇ ἀποφάσει τῇ κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου Λεμπεσοπούλου· ἡ ἀπόφασις αὕτη, ἐνῷ ἀπαγγέλλει τὴν ἔκπτωσιν κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 24, οὗτινος ῥητῶς μνημονεύει, ἀναγράφει οὐχὶ τὰ ῥήματα τοῦ ἄρθρου 24, ἀλλ’ ἄλλα. Ἀλλὰ τὰ ὑποβληθέντα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔγγραφα εἶναι ἀτελῆ. Ὑπάρχει ἐνταῦθα ἀλληλογραφία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Εἰσαγγελίας Χαλκίδος. Αὕτη εἶχεν ἀποταθῆ διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνακοινοῦσα τὰ τῆς ἀποφάσεως κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου Λεμπεσοπούλου καὶ τοῦ λοχίου Πέτρου Παπαναστασίου, καὶ παρακαλοῦσα ἵνα διαταχθῇ τηλεγραφικῶς ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως, ὅπως ἔχῃ νομικὸν κῦρος ἡ ἀναίρεσίς των, ἀποσταλῶσι δὲ πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν παρὰ τῆς ἁρμοδίας δικαστικῆς ἀρχῆς αἱ ἐκθέσεις τῆς περιπτώσεως ταύτης. Πράγματι εἰς ἀπάντησιν τούτου ἐστάλη πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Χαλκίδι Πλημμελειοδικῶν τὸ ἑξῆς ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 13473 καὶ 8119 τηλεγραφικῶν ἀναφορῶν ἡμῶν ᾐτήσατε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1468 καὶ 1482 τοῦ 1887 ἀποφάσεων τῶν αὐτόθι Πλημμελειοδικῶν κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου Σπύρου Λεμπεσοπούλου καὶ τοῦ λοχίου Π. Παπαναστασίου, προτιθεμένων νὰ ποιήσωνται χρῆσιν τοῦ ἐνδίκου κατὰ τῶν ἀποφάσεων τούτων μέσου τῆς ἀναιρέσεως, διὸ ἔδει νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῇ φυλακῇ· κατ’ ἀκολουθίαν διετάχθη ἡ ἐκτέλεσις τούτων, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 74922 τοῦ 1887 διαταγῆς μας, μόνον ὡς πρὸς τὴν φυλάκισιν, οὐχὶ δὲ καὶ κατὰ τὰς λοιπὰς τῶν ἀποφάσεων τούτων διατάξεις, καθόσον ἀνεμένετο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως. Παρακαλοῦμεν ὅθεν, ὅπως γνωστοποιηθῇ ἡμῖν τηλεγραφικῶς, ἂν ἐγένετο ἀποδεκτὴ αὕτη ἢ οὔ, ὁ ἀριθμὸς τῆς ἐκδοθείσης παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποφάσεως, καὶ ἂν ἐζητήθη παρ’ ὑμῶν ἡ ἐκτέλεσις τῶν προμνησθεισῶν ἀποφάσεων καὶ κατὰ τὰς λοιπὰς αὐτῶν διατάξεις, καὶ διὰ τίνος ἐγγράφου.» Τοῦτο ἠρωτήσαμεν τὴν Εἰσαγγελίαν· ἀλλ’ εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἡ ἀπάντησις. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων ἀνακοινώσεων ποιήσωμαι λόγον καὶ περὶ τούτων.
§72ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τοῦτο τὸ ἔγγραφον ἐδόθη συνεπείᾳ τῶν ἐνεργειῶν τῶν φίλων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἵνα κατορθωθῇ νὰ γείνῃ χρῆσις τῆς ἀναιρέσεως, ἀλλ’ ἡ ἀναίρεσις δὲν ἐγένετο δεκτή.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶχε γνῶσιν, ἐὰν ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀναίρεσις ἢ οὔ· ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τῆς Εἰσαγγελίας, ἀλλ’ ἀπάντησιν τῆς Εἰσαγγελίας δὲν ἔχω, καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν αὐτὴν ὑπ’ ὄψει, ἂν ὑπάρχῃ, ἵνα γνῶμεν, τί ἐγένετο περὶ τὰ τῆς ἀναιρέσεως. Εἰς ταῦτα περιορίζομαι ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὡς σχετιζόμενα μόνον πρὸς τὰς ἀνακριβείας, ἃς ἠκούσατε προχθὲς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶχε δικαίωμα νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις ἀναγομένας εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων κατέθηκα κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Καὶ ἐγὼ ὑπέθετον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ σιωπῶν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ, ὡς ἔπραξεν, ἵνα μεταδώσῃ ὅσας ἂν ἠδύνατο ἐξηγήσεις εἰς τὰ λεχθέντα συνεπείᾳ τῶν ἐπερωτήσεων τοῦ εἰρημένου κ. συναδέλφου. Ἐὰν ὅμως δὲν ἠπόρησα παντάπασιν, ὅταν εἶδον αὐτὸν ἀναβάντα ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἀπολογηθῇ, ἠπόρησα ὅταν ἤκουσα αὐτοῦ ζητοῦντος νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγὼ ἠδίκησα αὐτὸν κατὰ τὴν παράστασιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου ἔδωκα. Ἠδυνήθη μάλιστα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἄνευ δισταγμοῦ τινος νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐγὼ δὲν παρέστησα ἀκριβῶς τὰ πράγματα καὶ ὅτι δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ μικροῦ δεῖν νὰ μὲ ἐγκαλέσῃ ὡς ψευσθέντα ἐν οἷς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνέφερα. Ἐννοῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατρέψῃ ἐν τοῖς στήθεσιν αὐτοῦ αἰσθήματα εὐμενῆ πρός με, ἀλλ’ ἡ περίπτωσις αὕτη δὲν παρεῖχεν αὐτῷ εὐκαιρίαν, ἵνα ἐκδηλώσῃ τὰ τοιαῦτα αἰσθήματα αὐτοῦ, διότι ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀποκρύψω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ μεταδώσω αὐτὰς, ὡς ἐζήτησεν αὐτὰς ὁ κ. ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτής· ἂν δὲ αὗται ἦσαν δυσάρεστοι εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, δὲν ἔπρεπε νὰ καταλογίσῃ τοῦτο κατ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ νὰ παραπονεθῇ κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὰς πληροφορίας. Καὶ διὰ νὰ παραστήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι ἐγὼ ἠδίκησα αὐτὸν κατὰ τὴν παράστασιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας κατέθηκα εἰς τὴν Βουλήν, ἰσχυρίσθη, ὅτι αὐτὸς οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ ὅ,τι συνειθίζετο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν συνέστη τὸ Βασίλειον τὸ Ἑλληνικόν· διὰ νὰ ἐπιτύχῃ δ’ εὐμενοῦς τινος προσοχῆς, ἐπειράθη νὰ καλλύνῃ τὰς παραστάσεις του δι’ εὐφυολογίας, ἀναγομένης εἰς τὴν νεότητα τῆς ἡλικίας τοῦ κ. Ζαΐμη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἰσχυρίσθη, ὅτι προκαταβολαὶ ἐγένοντο καθ’ ὅλα τὰ παρελθόντα ἔτη. Καὶ τοῦτο μὲν εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ ἐλησμόνησε μόνον τὸν νόμον περὶ ἐπιμελητηρίων στρατιωτικῶν· διότι, ἐὰν ἐνεθυμεῖτο αὐτόν, ἤθελεν ἀναφέρει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγένοντο αἱ προκαταβολαὶ καθ’ ὅλα τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἀπηγορευμέναι, καὶ ὅτι ἀφ’ ἧς ἀπηγορεύθησαν αἱ προκαταβολαί, βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ γίνωνται, ἐὰν δέ ποτε ἐγένοντο ὑπό τινος, βεβαίως ἐγένοντο κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ κρίνω, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου παρέβη ἢ δὲν παρέβη τὸν νόμον, ποιησάμενος τὰς προκαταβολὰς, οὔτε ἀνῆλθον νὰ καταγγείλω αὐτόν· ἐγὼ ἔδωκα τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐζητήθησαν, καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας προκαταβολαὶ ἀληθῶς ἐγένοντο. Κατὰ τρόπον δὲ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸς εἰς πάντας, διότι πάντες δὲν ἔχουσι τὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἐσύγχυσε τὰ τοῦ ὀχήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ χρόνων, μὲ τὸ ὄχημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρηγγέλθη καὶ ἠγοράσθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπῆρχεν ἐκ παλαιοτάτων χρόνων ὄχημα καὶ ἡνίοχος, οὐδεὶς δ’ ᾐτιάθη τοῦ κ. Βουλευτοῦ, κατ’ οὐδένα δὲ λόγον ᾐτιάθην ἐγὼ αὐτοῦ, ὅτι εἶχεν ἰδιάζουσαν εὔνοιαν πρὸς τὸν ἡνίοχον τοῦτον, οὐδὲ εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐγὼ ἐνόουν, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἦτο πρᾶξις χαριστικὴ πρὸς αὐτὸν, καὶ ὅτι ἐγένετο χάριν ἰδιαζούσης εὐνοίας πρὸς αὐτόν. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ οὔτε κἂν ἀνέφερα τὸ ὄνομα τοῦ ἁμαξηλάτου, ἀνέφερα μόνον τὸ ὄνομα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρόνῃ εἰς τὸ Δημόσιον 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα, πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ τιμήματος τοῦ ὀχήματος τοῦ ἀγορασθέντος παρὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀνήκοντος εἰς τὸ Δημόσιον. Ἦτο ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, ἵνα ἀγορασθῇ καὶ δεύτερον ὄχημα; Τοῦτο τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ παραγγείλῃ τὴν ἀγορὰν δευτέρου ὀχήματος, βεβαίως ἐπείθετο, ὅτι ἦτο ἀνάγκη αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν ἐπικρίνω αὐτὸν διὰ τοῦτο. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐνόμισεν, ὅτι ἐκράτυνε τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς ἀπολογίας αὐτοῦ, ῥίπτων ἐν τῷ μέσῳ ὑπαινιγμὸν, ὅτι τὸ ὄχημα τὸ ἐν χρήσει τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἦτο Λανδὼ, ἐχώρει τέσσαρας ἀνθρώπους, καὶ ὅτι ἐγὼ ἐπροτίμων αὐτὸ διότι συγκατοικῶ μετὰ τῆς οἰκογενείας τοῦ ἀδελφοῦ μου, τὸν ὑπαινιγμὸν κρίνω ἄξιον περιφρονήσεως, τοσούτῳ μᾶλλον, ἐφ’ ὅσον ἐῤῥίφθη ὑπὸ ἀνθρώπου, οἷος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν ἐπέκρινα οὔτε εἶχον δικαίωμα νὰ ἐπικρίνω τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἐὰν ἔκρινεν ὅτι δὲν ἐπήρκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, Ὑπουργείου ἓν μόνον ὄχημα, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀγορασθῇ καὶ δεύτερον. Ὁ πρώην κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὅστις ἔπραξε τοῦτο, αὐτὸς ἔχει τὴν εὐθύνην, ἐγὼ δὲ δὲν ζητῶ λόγον διὰ τὴν εὐθύνην ταύτην. Ἐχρεώστουν ὅμως νὰ μὴ ἀποκρύψω ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐπερωτώμενος, ὅτι τὸ δεύτερον ὄχημα, τὸ ἀγορασθὲν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου, δὲν εὗρον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διότι δὶς ἐζήτησα πληροφορίας καὶ δὶς οἱ ἁρμόδιοι μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι τοῦτο δὲν ἀνήκει πλέον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Λοιπὸν τί λέγει περὶ ὀχήματος δι’ οἰκογενειακὰς ἀνάγκας καὶ μὴ χρησίμου εἰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας; Ὅλα αὐτὰ δὲν καλύπτουσι τὸ πρᾶγμα, ἤτοι ὅτι τὸ ὄχημα ἐκεῖνο δὲν ὑπάρχει πλέον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρχει δὲ μόνον τὸ παλαιὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι, ὡς εἶπον, Λανδὼ, ἐνῷ τὸ δεύτερον ἦτο Κουπέ. Τώρα παρηγγέλθη αὐτὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Δὲν γνωρίζω. Τὸ εἶχεν ὁ πρώην κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν; Δὲν γνωρίζω. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ πάντες οὗτοι μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι τὸ ἀγορασθὲν ὄχημα δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐνῷ λοιπὸν εἶχεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ δεύτερον ὄχημα, κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπώλησεν αὐτὸ εἰς τὸν ἁμαξηλάτην Γεώργιον ἢ Δημήτριον, ἐπὶ πληρωμῇ ποσοστοῦ τινος κατὰ μῆνα. Πάντα ταῦτα ἦσαν παραλλαγὴ τῆς ἀληθείας; Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐτόλμησε νὰ ποιήσῃ τοιαύτας ἀνακοινώσεις, ποιησάμενος χρῆσιν ἐκείνου τοῦ προτερήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, ὅταν παριστᾷ τὰ πράγματα, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει μόνος, κατ’ εὐτυχίαν τοῦ τόπου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Καθ’ ἣν δὲ πάντοτε ἔχει τακτικὴν, προσφεύγων καὶ ἀναφέρων πράξεις ἄλλων, ἵνα δικαιολογήσῃ τὰς ἰδίας αὑτοῦ πράξεις, ἀνέφερεν, ὅτι κατὰ τὸ 1874 Ὑπουργός τις, ὁ ἀποθανὼν Δημήτριος Γρίβας, διέταξε καὶ ἐγένοντο προκαταβολαὶ, καὶ εὗρεν, ὅτι κατὰ τὸ 1878 ὁ προσωρινῶς διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς τότε τῶν Ναυτικῶν κ. Μπούμπουλης, ὁ νῦν ἐκ Κυκλάδων ἀξιότιμος συνάδελφος, διέταξε καὶ ἐγένοντο προκαταβολαί. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος 1874 καὶ κατὰ τὸ 1878 ἦσαν ἐπιτετραμμέναι ἢ ἀπηγορευμέναι αἱ προκαταβολαί; Ἐὰν ἦσαν ἐπιτετραμμέναι αἱ προκαταβολαὶ, οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι οἱ Ὑπουργοὶ ἔπραξαν τότε ὅ,τι εἶχον δικαίωμα νὰ πράξωσιν. Ἐὰν ὅμως καὶ τότε ἦσαν ἀπηγορευμέναι διὰ νόμου αἱ προκαταβολαὶ, κατὰ τί ὠφελεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, διατάξας καὶ αὐτὸς νὰ γένωνται προκαταβολαί; Πᾶσαι αἱ προκαταβολαὶ αὗται ἐγένοντο διὰ παραβάσεως τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἐγκαλῶμεν τοὺς προκατόχους ἡμῶν, ὡς διαπράξαντας αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀποδίδουσιν εἰς ἡμᾶς, δὲν εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον φέρει ἡμᾶς εἰς τὴν ἀλήθειαν· ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ εὑρίσκηται ἡ ἀλήθεια, ἀποφεύγουσι τὴν τακτικὴν ταύτην, ὡς μὴ ἄγουσαν εἰς ἀληθῆ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ μήπως ἐγὼ, ὅταν κατετίθην εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ἔψεξα καὶ τὸ σύστημα τοῦ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, τοῦ νὰ ἀγοράζῃ ὀχήματα καὶ νὰ παραχωρῇ ταῦτα εἰς τοὺς ἡνιόχους τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Ὑπουργείων ὀχημάτων, ἐπὶ χορηγίᾳ ποσοστοῦ τινος; Τὸ σύστημα τοῦτο ἀληθῶς εἰσήγαγε πρῶτος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀποθανὼν πρό τινων χρόνων, καὶ δὲν εἶναι σύστημα, τὸν ὁποῖον ἐφεῦρεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ εὑρίσκῃ ἄριστον, καὶ ἐγὼ τὸ εὑρίσκω ἄριστον. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκω ἄριστον, εἶναι, ὑπάρχοντος ὀχήματος, νὰ παραγγέλληται ἕτερον, καὶ τοῦτο νὰ παραχωρῆται εἰς ἄλλους, καὶ νὰ διαπράττηται ἓν εἶδος ἐπιχειρήσεως χρηματιστικῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη. Τὰ περὶ Μετοχικοῦ ταμείου ἐκτεθέντα παρ’ ἐμοῦ ἐξετέθησαν μετὰ πάσης λεπτομερείας· οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα ἢ νὰ καταθέσω τοὺς πίνακας καὶ προσέτι σημείωσιν, ἐν ᾗ ἐκτίθεται ἡ ἱστορία τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην μικροῦ δεῖν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ μετατρέψῃ εἰς κατηγορίαν κατ’ ἐμοῦ, ὡς ἀπαιτήσαντος, ἵνα τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον ἀποδώσῃ τὰ χρήματα, ὡς ἂν τοῦτο εἶχε δικαίωμα νὰ τὰ κατέχῃ. Περὶ τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅταν ἐγκρίνῃ, νὰ μοὶ ἀποτείνῃ ἐρώτησιν καὶ κατηγορίαν, ἀλλὰ κατ’ ἄλλην τινὰ ὥραν, διότι ἡ παροῦσα δὲν ἦτο κατάλληλος, ἀφοῦ κατ’ αὐτὴν ἐπρόκειτο ν’ ἀπολογηθῇ αὐτός. Ἡ ἐξέτασις τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου διέπραξεν ἐπὶ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον κατατεθειμένα ἐν τῷ Μετοχικῷ ταμείῳ, ἤτοι τῆς πληρωμῆς διαφόρων ποσῶν, δὲν ἀνήκει εἰς ἐμέ. Ὁ κ. ἐπερωτήσας, ἐὰν εὑρίσκῃ ἀφορμὴν νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του, εἶναι ἁρμόδιος νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν καλοῦμαι οὔτε ν’ ἀπολογηθῶ ὑπὲρ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε νὰ κατηγορήσω αὐτοῦ. Ἄλλως φρονῶ, ὅτι πάντα ταῦτα ἐγένοντο ἀτάκτως, ἡ ἀταξία δὲ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων εἶναι ἡ ὀλεθριωτέρα τῶν νόσων, αἵτινες μαστίζουσι δυστυχῶς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν δὲ τὸ παράδειγμα τῆς ἀταξίας παρέχῃ ὁ προϊστάμενος κλάδου τινὸς, περιπίπτων αὐτὸς εἰς ἀταξίαν, βεβαίως ἡ παράβασις αὐτοῦ κρίνεται αὐστηρότερον ἢ ὅσον κρίνεται ἡ παράβασις ὑποδεεστέρου, περιπίπτοντος εἰς ἀταξίαν. Ἀταξία δὲ εἶναι νὰ παραγγέλληται τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον νὰ ποιῆται πληρωμὰς ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ὡς ἂν τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον ἦτο ταμεῖον τοῦ Κράτους, ἢ ὡς ἂν ἦτο στρατιωτικὴ ἀρχὴ, ἡ ὁποία ὑπὸ τοῦ νόμου ἐκλήθη νὰ ἔχῃ προκαταβολὰς καὶ νὰ διαχειρίζηται αὐτάς. Ἡ ἀταξία δὲ εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον καταφανὴς, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων διαχειριστῶν, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος περὶ στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων ὥρισεν, αὕτη κατέστησε κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους καὶ ἄλλον διαχειριστὴν, τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον διετάσσετο νὰ δαπανᾷ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Καὶ νόμιμοι ἂν ἦσαν αἱ τοιαῦται πρὸς αὐτὸ διαταγαὶ, ἡ ἀταξία εἶναι ἀναντίῤῥητος. Ἐῤῥέθη προσέτι, ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὴς οὐδὲ ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔδωκα, περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταδικασθῆ παρὰ τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ἐξετελέσθησαν ἐξ ὁλοκλήρου αἱ κατὰ τούτων δικαστικαὶ ἀποφάσεις. Ἐγώ, διδοὺς τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, περιωρίσθην νὰ ἀναγνώσω τὰ ἔγγραφα, ἰδίως δὲ τὸ διατακτικὸν τῶν ἀποφάσεων. Ἀλλὰ ποῦ εὗρεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνακριβείας, δὲν γνωρίζω· γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε σήμερον ὁ κύριος Βουλευτής, δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς βεβαιοῦται ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς συνόδου ἐκείνης· ὅ,τι ὅμως εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ ἐμοῦ δὲν δύναται νὰ πιστευθῇ, διότι πάντες ἐνθυμοῦνται, ὅτι ἀνέγνων τὸ διατακτικὸν τῶν ἀποφάσεων περὶ Παπαρόδη καὶ Λεμπεσοπούλου, χωρὶς νὰ προσθέσω ἢ ἀφαιρέσω λέξιν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτων. Ἴσως προσεχῶς ἀναγκασθῶ νὰ δώσω πληροφορίας περαιτέρω ἐπὶ τῶν παραστάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἰσχυρίσθη, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διαπράττῃ προκαταβολὰς χρημάτων εἰς ἄνδρας τοῦ στρατοῦ· ἐπειδὴ ὅμως περὶ τῶν προκαταβολῶν, ὡς ἀπαγορευθεισῶν παρὰ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων, ὡμίλησα πρὸ μικροῦ, νομίζω περιττὸν νὰ διαλάβω περὶ τούτου αὖθις.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι πιθανὸν νὰ ἔχω ἀφορμὴν νὰ δυσαρεστηθῶ ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν κατατεθέντων, ἀλλ’ εἰς τοῦτο αὐτὸς δὲν πταίει. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀφορμὴν, ὅπως δυσαρεστηθῶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τοὐναντίον εἶμαι εὐχαριστημένος ἐκ τῶν ἐγγράφων, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ταῦτα ἀνέτρεψαν πάνθ’ ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, εἰσάγων αὐτὰ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἤδη ὅμως ἠκούσαμεν καὶ ἄλλα· ἠκούσαμεν ὅτι ἡ ἅμαξα, ἥτις, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνεξαιρέτως, πλὴν ὀλίγων ἡμερῶν, καθ’ ἃς ἐκομίσθη εἰς ἀναπλήρωσιν ἄλλη, ἐπισκευαζομένης ἐκείνης, διετέλει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἡ ἅμαξα αὕτη σήμερον δὲν διατελεῖ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος ἐπὶ τούτῳ; Ἐὰν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπιτρέπῃ ὅπως κτῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διατίθηται πρὸς σκοποὺς ἐξ ἐκείνων, οὓς οἱ λόγοι αὐτοῦ ἐνδεικνύουσι, τοῦτο ἀφορᾷ εἰς ἄτοπον, σχετιζόμενον πρὸς παράλειψιν, αὐτοῦ καὶ οὐχὶ πρὸς ἐνέργειαν ἐμὴν, διότι, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ διετέλουν ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδέποτε ἡ ἅμαξα αὕτη ἔπαυσε διατελοῦσα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Νομίζει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ ἅμαξα ἤδη κατέχεται ὑπὸ τοῦ ἁμαξηλάτου καὶ ὅτι δὲν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς δικαίωμα νὰ διατάξῃ περὶ αὐτῆς ὅ,τι θέλει; Ἡ ἅμαξα ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἀλληλογραφία, ἧς ἐμνημόνευσα πρὸ ὀλίγου, διεξήχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἠγοράσθη δὲ ἡ ἅμαξα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπληρώθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· ἑπομένως, ἐὰν ὁ ἁμαξηλάτης δὲν προσάγῃ τὴν ἅμαξαν, εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀνήκει νὰ στείλῃ καὶ τὴν λάβῃ.
§76ΠΕΡΡΟΣ. Διὰ τίνος ἐγγράφου ὑπεχρεώθη ὁ ἁμαξηλάτης νὰ πληρόνῃ δραχμὰς 50 κατὰ μῆνα;
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ κράτησις ἐγίνετο ἐκ συμφωνίας.
§78ΠΕΡΡΟΣ. Πῶς ὑπεχρεώθη νὰ πληρόνῃ;
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λαμβάνει οὗτος 450 κατὰ μῆνα, ὅσας λαμβάνουσι καὶ οἱ ἁμαξηλάται τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν· ἐκ τούτων δὲ τῶν 450 κρατοῦνται 50 δραχμαί.
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμει συμφωνίας ὑπογεγραμμένης;
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπογεγραμμένη συμφωνία δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἅμαξα ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν δὲν ὑπεγράφη συμφωνία, τοῦτο εἶναι ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου, μήπω μεταβιβάσαντος τὴν κυριότητα τῆς ἁμάξης εἰς τὸν ἁμαξηλάτην, ἀδικούμενος δ’ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ εἶναι ὁ ἁμαξηλάτης.
§82ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Αἱ 50 δραχμαὶ, αἱ κατὰ μῆνα κρατούμεναι, εἶναι τίμημα; Θὰ συμπληρωθῇ οὕτω βαθμηδὸν τὸ τίμημα τῆς ἁμάξης;
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἁμαξηλάτης, ὡς παλαιὸς ὑπηρέτης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἐζήτησε νὰ συνταχθῇ ἔγγραφον. Ἐννοεῖ ὁ ἁμαξηλάτης, ὅτι, ὅταν διὰ τῶν μηνιαίως κρατουμένων 50 δραχμῶν ἐξοφληθῇ τὸ τίμημα τῆς ἁμάξης, θὰ μείνῃ κύριος τῆς ἁμάξης. Βεβαίως, ἂν ἐζήτει παρ’ ἐμοῦ νὰ ὑπογράψω ἔγγραφον, θὰ τὸ ἔπραττον, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι, ἂν ζητήσῃ τοῦτο σήμερον παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, συμβουλευόμενος ὁ Ὑπουργὸς τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ πληροφορηθῇ, ὅτι ὀφείλει νὰ εἰσακούσῃ τὴν αἴτησιν τοῦ ἁμαξηλάτου, ὅπως ὑπογράψῃ ἔγγραφον ὅμοιον πρὸς τὰ προηγουμένως ὑπογραφέντα. Ἡ συμφωνία στηρίζεται ἐπὶ τῆς καλῆς πίστεως, διεξαγομένη μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ παλαιοτάτου ὑπηρέτου τοῦ Ὑπουργείου.
§84ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἄρα εἶναι οὗτος κύριος τῆς ἁμάξης.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, ἐνόσῳ δὲν ἐξοφληθῇ τὸ τίμημα, ἐκτὸς ἐὰν ὑπογραφῇ πρότερον ἔγγραφον, μεταβιβάζον εἰς αὐτὸν τὴν κυριότητα ἐπὶ ὅροις. Ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἅμαξα ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον μεταβιβάσῃ δι’ ἐγγράφου τὴν κυριότητα εἰς τὸν ἁμαξηλάτην, θέλει περιλάβει ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοὺς ὅρους. Ἂν ζητήσῃ ὁ ἁμαξηλάτης τὴν ὑπογραφὴν ἐγγράφου, ὀφείλει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μὴ ἀρνηθῇ αὐτὴν, διότι ἐξυπηκούετο ἡ ὑποχρέωσις ἐν συμφωνίᾳ μὴ συντελεσθείσῃ ὑπὸ αὐστηροὺς τύπους, δι’ ἣν εἶχεν ἐμπιστοσύνην ὁ ὑπηρέτης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον.
§86ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὥστε δικαιοῦται ὁ ἁμαξηλάτης νὰ μὴ δίδῃ εἰς χρῆσιν τὴν ἅμαξαν.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δικαιοῦται, διότι ἐν ταῖς συμφωνίαις ταῖς ἀναγραφησομέναις ἐν τῷ συμβολαίῳ θὰ περιληφθῇ καὶ αὕτη, ὅτι θὰ τηρῇ τὴν ἅμαξαν εἰς ἀποκλειστικὴν χρῆσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν’ ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν μεταβιβασθῇ εἰς τὸν ἁμαξηλάτην διὰ συμβολαίου ἡ κυριότης τῆς ἁμάξης, παρέχει οὗτος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀποκλειστικὴν χρῆσιν τῆς ἁμάξης, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιτρέπει εἰς αὐτὸν ἐπὶ κρατήσει 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα τὴν χρῆσιν τῆς ἁμάξης, ὅπως ἐπιτελῇ οὗτος διὰ ταύτης τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀνθ’ ὧν λαμβάνει τὰς 450 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία· ὅτι ὁ μόνος ἀδικούμενος εἶναι ὁ ὑπηρέτης τοῦ Ὑπουργείου, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον δὲν θελήσῃ νὰ ὑπογράψῃ συμβόλαιον. Ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῶν προκαταβολῶν, ἃς εἶχον παραστήσει ἐγὼ ὡς ἐπὶ πατῶν τῶν Κυβερνήσεων γενομένας, καὶ περὶ τοῦ ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου γενομένου καταλογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῆς πρὸ ἡμῶν Κυβερνήσεως κατατεθειμένου παρ’ αὐτῷ ἀντιτίμου κτηνῶν, προσπαθήσας ὅμως, ὅπως παρακάμψῃ τὸ ζήτημα διὰ τῆς ἀστείας ἀξιώσεως, ὅτι ὤφειλον νὰ ὁμιλήσω ἐνταῦθα ὡς ἀπολογούμενος καὶ οὐχὶ ὡς ἐγκαλῶν. Καὶ διατὶ ἐγὼ, ἀπολογούμενος ἐπὶ ταῖς ἐγκλήσεσιν αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ αὐτὸς ἐπὶ ταῖς ἐγκλήσεσιν ἐμοῦ; Ἄρα τὸ ἐγκαλεῖν εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς πλειονοψηφίας; Ἐγὼ ὡς ἐγκαλῶν ὁμιλῶ, καὶ καλῶ ὑμᾶς νὰ ἀπολογηθῆτε, καὶ ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπολογηθῆτε, οὐδὲ δύνασθε νὰ ὑπεκφύγητε....
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Χά! χά! χά!
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ δύνασθε ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς πλειονοψηφίας νὰ καλύψητε τὰς παραβάσεις ὑμῶν, καὶ δύναται Ὑπουργὸς νὰ γελᾷ, προσφέρων ἀντὶ ἄλλης ὑποστηρίξεως τὸν καγχασμόν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα....
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γελῶ διὰ τὰς μωρίας ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος κατέχει τὴν πρώτην θέσιν...
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγώ, ἠξεύρετε, τηρῶ ἀπαρεγκλίτως σύστημα ἐν τῇ Βουλῇ, μηδαμῶς νὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας λεγόμενα. Ἂν δὲ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας εἶναι Ὑπουργὸς, τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὴν ἀπόφασίν μου, οὐδὲ τὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην μου.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν Βουλευτὴν Μεσσηνίας δὲν τολμᾶτε νὰ τὸν ἀτενίσητε, οὔτε νὰ τὸν ψέξητε εἰς τίποτε. Ὁ Βουλευτὴς Μεσσηνίας σᾶς ἔψεξεν ἄλλοτε καὶ σᾶς ἐστιγμάτισε διὰ τὴν ἐξωτερικήν σας πολιτικήν. Εἰς τὸν Βουλευτὴν Μεσσηνίας μετὰ σεβασμοῦ θὰ ἀτενίσητε πάντοτε, διότι, ἂν δὲν καυχᾶται δι’ ἄλλο τι, τοὐλάχιστον καυχᾶται διὰ τὸν σεβασμόν του πρὸς τοὺς νόμους καὶ διὰ τὴν τιμήν του, τὴν ὁποίαν στερεῖσθε σεῖς.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε περὶ τοῦ ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου γενομένου καταλογισμοῦ τοῦ ἀντιτίμου ἐκποιηθέντων κτηνῶν ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ὅτι θέλει ἐξετασθῆ ἐν οἰκείῳ χρόνῳ, ἂν εἶχε ἢ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον οὕτω νὰ καταλογίσῃ τὸ κατατεθειμένον παρ’ αὐτῷ χρῆμα, ὅπερ εὑρίσκω σημειωμένον ἐν τῷ προσκομισθέντι λογαριασμῷ ὡς ἀποτελοῦν ἄθροισμα ἐξ 83,239 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ καταλογισμὸς οὗτος δὲν σχετίζεται πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διότι οὐδεμία ἐγένετο πρᾶξις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προκατόχου, μήτε συναινούσης μήτε ἀπαγορευούσης, περὶ καταλογισμοῦ χρήματος, ὅπερ εὑρίσκετο ἤδη ἐν τῷ Μετοχικῷ ταμείῳ, ὅτε ἐκείνη ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν. Παρέστησεν ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀτόπως γενομένας τὰς προκαταβολὰς, ἐπαγαγὼν, ὅτι εἰς τὰ περὶ τούτων πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι ἀμείλικτος ἤδη, ὅτε νόμος περὶ ἐπιμελητηρίων ἐψηφίσθη, ἀπολύτως ἀπαγορεύων τὰς προκαταβολάς. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐπιμελητηρίων ἀπαγορεύει ἀπολύτως τὰς προκαταβολάς· τοὐναντίον ἐπιτρέπει ὡρισμένας προκαταβολὰς, καὶ πιθανὸν αἱ προκαταβολαὶ, περὶ ὧν σήμερον γίνεται λόγος, καὶ ἄλλαι προκαταβολαὶ, περὶ ὧν δὲν ἐγένετο λόγος ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἦναι ἐκ τῶν ἐπιτρεπομένων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ τὸν ἐγκαλῶ, ὅστις ὅμως οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπεκδέχηται, ὅτι ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ θέλει πληρωθῆ, πρέπει ἑκὼν ἀέκων νὰ ἀκούσῃ καὶ παρ’ ἐμοῦ, τί αὐτὸς πράττει σήμερον, ἀφοῦ φαίνεται, ὅτι τὸ ἀγνοεῖ, διότι δὲν θὰ ὡμίλει μετὰ τοσαύτης πεποιθήσεως, ἐὰν ἐγίνωσκεν, ὅτι πράττει ὅ,τι δὲν ἐπιτρέπεται. Πρόκειται περὶ προκαταβολῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ λογιστικοῦ τοῦ στρατοῦ εἰς τὸ λογιστικὸν τοῦ Κράτους μὴ ἐπιτρεπομένων. Οὕτως ἐν παραδείγματι ἐπιτρέπει ὁ Ὑπουργὸς, ὅπως ἐν τῇ ὑγειονομικῇ ὑπηρεσίᾳ γίνηται ἀπόθεσις τοῦ τιμήματος τῶν φαρμάκων τῶν πωλουμένων εἰς πρόσωπα ἐκτὸς τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Κατ’ οὐσίαν τοῦτο δὲν ἔχει τι τὸ ἐπιλήψιμον, ἀλλ’ εἶναι καθαρὰ παράβασις τοῦ νόμου περὶ ἐπιμελητηρίων, ὡς τὸν ὠνόμασε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τί εἶναι ἡ ἐνέργεια αὕτη τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ ἐῤῥυθμοτέρα τῆς ἐνεργείας τῆς διεξαγομένης παρὰ τῷ Μετοχικῷ ταμείῳ; Οὐδὲ τὰ φάρμακα τ’ ἀποκτηθέντα διὰ χρήματος τοῦ Δημοσίου ἐπιτρέπεται ἵνα πωλῶνται ὑπὸ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας εἰς οἰκογενείας ἀξιωματικῶν εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ ἀλλαχοῦ, οὐδὲ τὸ ἀντίτιμον τῶν φαρμάκων τούτων, ὅπερ κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἔπρεπε νὰ ἀποδίδωται ἀμέσως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους, ἐπιτρέπεται ἵνα διατίθηται εἰς ἀγορὰν ἄλλων φαρμάκων· ἂν δὲ ἡ ὑπηρεσία ἡ στρατιωτικὴ ἐθεώρει ἀναγκαίαν τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν φαρμάκων τούτων, ἔπρεπεν ἐκ νέας πιστώσεως νὰ τὰ ἀναπληρώσῃ. Ἀλλὰ δὲν πράττει τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτρέπει ὅπως γίνηται νέα ἀγορὰ φαρμάκων ἐκ τοῦ χρήματος τοῦ εἰσπραχθέντος ἐκ τῶν τοιούτων πωλήσεων, ἅτινα δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον· ἄνευ νέας πιστώσεως διαθέτει χρῆμα, ὅπερ δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ ὑπολογίζῃ ἐντὸς τῆς ἀρχικῶς δοθείσης πιστώσεως. Τοιαῦται ἐνέργειαι γίνονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέκαθεν. Βεβαίως αὗται πρέπει νὰ παύσωσιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰσέτι δὲν ἀποκατέστη ἐντελῶς ἡ κανονικὴ πορεία ὡς πρὸς ταῦτα, δύναταί τις νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τούτων, ἵνα ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐγένετο παράβασις νόμου; Τὰ περὶ τούτων δέονται κανονισμοῦ· βεβαίως πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀφοῦ ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ κρατῶν σήμερον ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ οὐδὲν παράδοξον, ἂν διαφεύγωσιν ἔτι τινὰ τὸν κανόνα· ἀρκεῖ ὅτι εἶναι ἐλάχιστα καὶ κατ’ οὐσίαν ἄψογα, καὶ ὅτι περιορίζεται ὁλονὲν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν. Ὅτε μάλιστα τὸ πρῶτον εἰσήχθη παρ’ ἡμῶν νόμος περὶ ὑπαγωγῆς τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸ λογιστικὸν τοῦ Κράτους, παρεστήθη ὑπὸ τῶν εἰδημονεστέρων, ὅτι θὰ ἦναι ἀδύνατον ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία νὰ συμμορφωθῇ κατὰ γράμμα πρὸς τὰ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, ἐπεμείναμεν ὅμως, ὅπως γένηται ἡ ἀπόπειρα, ἀναβληθείσης δὲ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, πάλιν ὑμεῖς ἐξεδώκαμεν τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, ἥτις, ἀρξαμένη τὸ 1882, ηὐδοκίμησε καὶ ὁλονὲν καθίσταται πληρεστέρα. Ἂν ὑφίστανται ἔτι λείψανά τινα τῆς παλαιᾶς χαλαρότητος περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν λογιστικῶν κανόνων, πρόοδος ὅμως ἀναντιῤῥήτως ἐξακολουθεῖ γινομένη πρὸς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου, καὶ σχεδὸν ἐξηλείφθησαν αἱ παραδόσεις, αἵτινες ἐπιμόνως ἀντεστρατεύοντο πρὸς τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ λογιστικοῦ νόμου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ στρατιωτικῇ. Καὶ ἐν τοῖς ἀφορῶσιν εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην Παπαρόδην εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παρέστησα τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα οὐχὶ ὡς εἶχον· ἀλλ’ ἐγὼ ἔλαβον σημείωσιν τῶν λέξεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀνακοινώσαντος ὅτι ὁ Παπαρόδης κατὰ τὸ γράμμα τοῦ διατακτικοῦ τῆς ἀποφάσεως κατεδικάσθη εἰς ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ, διότι μοὶ προὐξένησεν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγνω ἐν τῇ ἀποφάσει τὴν λέξιν «βαθμοῦ» καὶ οὐχὶ «ὑπηρεσίας», ὅπερ ἔχει σημασίαν ἐν τῇ ὑποθέσει· ἐξετάσας δὲ ἐν τῷ κατατεθέντι φακέλλῳ, ἂν τῳόντι ἡ ἀπόφασις περιέχῃ τὴν φράσιν «ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ του», εὗρον ὅτι οὐδεὶς γίνεται λόγος περὶ βαθμοῦ, ἀλλὰ μόνον περὶ ὑπηρεσίας, ὡς ἦτο ἐνδεδειγμένον, ἀφοῦ ἀνέγραφεν ἡ ἀπόφασις τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἐν σχέσει δὲ πρὸς τοῦτο, παρατηρῶ ὅτι παρέλειψα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς ἑτέραν ἀνακρίβειαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν κατὰ τὴν ἀνακατάταξιν τοῦ Παπαρόδη, ἅτινα παρέστησεν ὑπὸ χρώματα ὅλως διάφορα τῶν πραγματικῶν, ἵνα ἐμποιήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνδιεφέρετο ὑπὲρ τοῦ ἐνωμοτάρχου, ὃν προσωπικῶς, σημειωθήτω, οὐδόλως ἐγινώσκομεν, καὶ περὶ οὗ οὐδεὶς εἶχεν ὁμιλήσει πρὸς ἡμᾶς· πόσον δὲ ἐνδιεφερόμεθα ὑπὲρ αὐτοῦ, θὰ ἴδητε τώρα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι ἐνδιεφέρετο ὑπὲρ τοῦ Παπαρόδη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἑπομένως ὅτι ἐνδιεφερόμην ἐγὼ, διότι ἐγὼ ἤμην κατὰ τὸ διάστημα, εἰς ὃ ἀνάγονται αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶπεν ὅτι, ναὶ μὲν, ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ἀνακατατάξεως, δὲν ἀνεκατατάξαμεν αὐτὸν, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸν ἀνακατατάξωμεν, ὡς ἐκ τῶν φύλλων ποιότητος αὐτοῦ, ἀναγραφόντων διαγωγὴν ἐκ τῶν μὴ ἐπιτρεπουσῶν τὴν ἀνακατάταξιν, ἀλλ’ ἐφρόντισα ἐγώ, ὅπως προκαλέσω ἐπίτηδες τὴν ἔκδοσιν διατάγματος, καθιστῶντος τὸν Παπαρόδην ἀνακατατάξιμον. Καὶ τῳόντι τῇ 10 Ἰανουαρίου ἐξεδόθη διάταγμα, ἐπιτρέπον τὴν ἀνακατάταξιν καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει κατεδικάσθη τις εἰς φυλάκισιν, ἂν ἡ φυλάκισις ἦναι κατωτέρα τῶν δύο μηνῶν. Πρότερον πᾶσα φυλάκισις ἀπέκλειε τὸν καταδικασθέντα ἀπὸ τῆς ἀνακατατάξεως· μετὰ τὸ διάταγμα τοῦτο ἀπῃτεῖτο φυλάκισις ἀνωτέρα τῶν δύο μηνῶν εἰς ἀποκλεισμόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν, ὅτι τὸ διάταγμα ἐξεδόθη τῇ 10 Ἰανουαρίου, ἵνα ἐπιτευχθῇ δι’ αὐτοῦ ἡ ἀνακατάταξις τοῦ Παπαρόδη....
§94Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τίνος ἔτους;
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ 1890. Ἡ ἐρώτησις ὑμῶν θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι ἄσκοπος, διότι δὲν συνέβησαν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.... Λοιπὸν προεκάλεσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ διατάγματος τῇ 10 Ἰανουαρίου, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης νομίζει βεβαίως, κατόπιν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντων, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος ἀνεκατέταξα τὸν Παπαρόδην, ἐνῷ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος τὸν Παπαρόδην ἀπέκλεισα ἐκ τοῦ στρατοῦ, δὲν τὸν ἀνεκατέταξα. Τὸ διάταγμα φέρει ἡμερομηνίαν 10 Ἰανουαρίου, ἡ δὲ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ φέρουσα τὴν ὑπογραφήν μου καὶ ἡ ἀποκλείουσα ἀπὸ τοῦ στρατοῦ, ἡ ἀπαγορεύουσα τὴν ἀνακατάταξιν τοῦ Παπαρόδη, φέρει ἡμερομηνίαν 28 Ἰανουαρίου, καὶ ὅμως παρεστήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο τὸ ἐξέδωκα ἐγὼ, ἵνα ἐπιτύχω δι’ αὐτοῦ τὴν ἀνακατάταξιν τοῦ Παπαρόδη. Τῳόντι διὰ τοῦ διατάγματος ἡ ἀνακατάταξις τοῦ Παπαρόδη ἐφαίνετο ἐνδεδειγμένη ἀλλὰ τοσοῦτον ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ γενῇ ἡ ἀνακατάταξις, ὥστε διέταξα νὰ μὴ ἀνακαταταχθῇ.
§96ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακαταταχθῇ, διότι ἡ διαγωγή του....
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐδῶ, ἐν τῷ δέματι τούτῳ τῶν ἐγγράφων, συνάδελφοι ὑμῶν, οἱ ἁρμόδιοι, ἐνίστανται κατὰ τῆς προθέσεώς μου, ὅπως μὴ τὸν ἀνακατατάξω. Πολύφυλλος ἀλληλογραφία διεξήχθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἥτις ἐσκόπει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀνακατατάξῃ τὸν Παπαρόδην, καὶ ὅμως τὸ τελικὸν ἔγγραφον εἶναι πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ μὴ ἀνακατατάξεως κατόπιν διατάγματος, ἐνδεικνύοντος, ὅτι ὁ Παπαρόδης ἔπρεπε ν’ ἀνακαταταχθῇ. Ἰδοὺ ἡ πρᾶξις, φέρουσα τὴν ὑπογραφήν μου, ἀπὸ 28 Ἰανουαρίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προχθὲς εἶπε, καὶ τὸ ἠκούσατε πάντες, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο ἐξεδόθη ὡρισμένως πρὸς τὸν σκοπόν τοῦ νὰ ἀνακαταταχθῇ ὁ Παπαρόδης, καὶ ἤθελέ τις ὑποθέσει ἐκ τούτου, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κακῶς ἐξεδόθη διάταγμα, σκοπὸν ἔχον τὴν μὴ ἀπαγόρευσιν τῆς ἀνακατατάξεως τῶν καταδικασθέντων εἰς φυλάκισιν ἐπὶ οἱῳδήποτε χρόνῳ, καὶ τὸν περιορισμὸν τῆς ἀπαγορεύσεως εἰς μόνους τοὺς καταδικασθέντας εἰς φυλάκισιν ἄνω τῶν δύο μηνῶν· καὶ ὅμως, ἐνῷ ὁ συνάδελφός μου τότε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νῦν ἐν τῇ Βουλῇ κ. Τσαμαδὸς, ἀναλαβὼν κατ’ Αὔγουστον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, παρέτεινε τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς ἀπαγόρευσιν τῆς ἀνακατατάξεως ἀπὸ δύο μηνῶν εἰς ἓξ μῆνας, τί ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ παραστήσας ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο ἐξεδόθη προσωπικῶν ἕνεκα λόγων καὶ ὡρισμένως χάριν τοῦ Παπαρόδη; ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ ἔτους τούτου ἐκδίδει ἄλλο διάταγμα, δι’ οὗ παρατείνει τὸν ὅρον τῆς φυλακίσεως, τὸν παραταθέντα ἤδη ἀπὸ δύο μηνῶν εἰς ἓξ μῆνας, ἀπὸ ἓξ μηνῶν εἰς ἓν ἔτος. Τοσοῦτον ἐνδεδειγμένη ἦτο ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἡ ἀνάγκη τοῦ διατάγματος τούτου, καὶ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο ὑπέγραψα ἵνα ἀνακατάξω τὸν Παπαρόδην. Καὶ ἂν εἶχον ἀνακατατάξει τὸν Παπαρόδην, βεβαίως θὰ ἐφαίνετο, ὅτι, ἀφοῦ μετὰ τὸ διάταγμα ἐγένετο ἡ ἀνακατάταξις, πράγματι τὸ διάταγμα τοιούτου ἕνεκα λόγου ἐξεδόθη, καὶ ὅτι παρὰ τὸ συμφέρον καὶ τὸ πρέπον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀνεγράφη ἡ διορία τῶν δύο μηνῶν. Ἡ ὑπηρεσία, ὡς βλέπετε, θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν ἀναγραφὴν διαρκείας τῆς φυλακίσεως ἑνὸς ἔτους, καὶ ταύτην ἀνέγραψε τὸ νῦν Ὑπουργεῖον· ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν δύο μόνον μηνῶν διάρκειαν, ἥτις ὑπηρέτει ἐπίσης τὸν Παπαρόδην· ἀλλ’ ὅτι δὲν ἀνεγράφη ἡ διάρκεια αὕτη χάριν τοῦ Παπαρόδη, ἀπόδειξις αὐτὴ ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὴν Μοιραρχίαν Λαρίσσης, 28 Ἰανουαρίου. Ἐπειδὴ, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος ἡμῖν φύλλου μητρῴου τοῦ ἐνωμοτάρχου Παπαρόδη Λυκούργου, οὗτος ὑπέστη διαφόρους ποινὰς συνεπεία δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἕνεκεν τῶν ὁποίων, συνῳδὰ πρὸς τὸ ἀπὸ 10 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. Β. Διάταγμα, ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ ἐχαρακτηρίσθη καλὴ, δὲν ἐγκρίνομεν τὴν ἀνακατάταξιν αὐτοῦ, καὶ διατάσσομεν τὴν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἀπόλυσιν αὐτοῦ ἅμα τῇ λήξει τῆς ὑποχρεώσεώς του.» Βλέπετε τί ἐπενόησα, ἵνα ἀποβάλω ἐκ τοῦ στρατοῦ τὸν Παπαρόδην· ἠρίθμησα ὁμοῦ διαφόρους καταδίκας, ὅπως ὑπερβῇ οὕτως ἡ φυλάκισις τοὺς δύο μῆνας, διὰ τῆς βεβιασμένης δὲ ταύτης ἀποφάσεως ἀπεβλήθη ἐκ τῶν τάξεων ὁ Παπαρόδης, ὑπὲρ οὗ δῆθεν τοσοῦτον ἐνδιεφερόμην. Ὁ Παπαρόδης ἀνεκατετάχθη βραδύτερον, ἀνεκατετάχθη ὑπὸ τοῦ τότε συναδέλφου μου κ. Τσαμαδοῦ, ἀνεκατετάχθη μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος, καθ’ οὓς ἐπέτρεπε τοῦτο τὴν ἐπίκλησιν τῆς παρατάσεως, καὶ οὐχὶ δυνάμει τοῦ διατάγματος, παρασχόντος ἐπὶ ἓξ μῆνας τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐπωφεληθῶσιν ἐξ αὐτοῦ οἱ κατ’ αὐτὸ ἀνακατατάξιμοι, ἀλλ’ ἀποκλεισθέντες κατὰ τὸ προηγούμενον σύστημα, κατετάχθη ὅτε δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ἐπωφεληθῇ ἐκ τοῦ πρώτου διατάγματος καὶ ὑπὸ συναδέλφου μου ἀγνοοῦντος ἐντελῶς τὰ προδιατρέξαντα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως.
§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ ἐγνώριζε;
§99ΣΧΙΝΑΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 104 τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ἀπαγορεύεται ῥητῶς ἡ ἀνακατάταξις εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς ἀνακινεῖτε ἕτερον ζήτημα. Ἡ πληροφορία, ἣν δίδετε, εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸ προκείμενον. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εὑρίσκων πάντα ταῦτα τὰ ἔγγραφα τῆς ὑπηρεσίας, τὰ ἐκθύμως συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς ἀνακατατάξεως τοῦ Παπαρόδη καὶ παριστῶντα ὅτι τὸ φύλλον ποιότητος αὐτοῦ ἦτο ἐκ τῶν ἀρίστων, ἀναγράφον καὶ πολλοὺς ἐπαίνους, καὶ ὅτι ἔπρεπεν οὗτος νὰ ἀνακαταταχθῇ, ἀνακατέταξεν αὐτὸν, ἡ δὲ ἀνακατάταξις εἶναι κανονικωτάτη· δὲν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν προσωπικήν μου διάθεσιν, διότι ἐγὼ, ὡς εἶπον, ἔφθασα εἰς βεβιασμένην λύσιν, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἀποκλείσω τὸν Παπαρόδην ἐκ τοῦ στρατοῦ. Κατόπιν δὲ, ὅτε ὁ Παπαρόδης ἐζήτησε πάλιν τὴν ἀνακατάταξιν, ἀσχέτως πρὸς τὰ προηγούμενα, ὁ Παπαρόδης ἀνεκατετάχθη συμφώνως πρὸς τὰς προτάσεις πάντων τῶν ἁρμοδίων.
§101ΚΟΡΠΑΣ. Ἐκ τῶν τάξεων τῶν πολιτῶν ἐπανῆλθε;
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς περὶ τῶν καθέκαστον. Ὅ,τι ἐνθυμοῦμαι ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ εἶναι, ὅτι ἐγὼ διέταξα τὴν ἀποβολὴν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτε προχθὲς ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνακοινοῦντος ὅτι τὸν ἀνεκατέταξα συνεπείᾳ τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον τῳόντι ὥρισεν εἰς δύο μῆνας τὴν διάρκειαν τῆς φυλακίσεως, τὴν ἀναγκαίαν πρὸς ἀπαγόρευσιν τῆς ἀνακατατάξεως, ἐθαύμασα καὶ ὑπώπτευσα μήπως τὸ ἔγγραφόν μου περὶ μὴ ἀνακατατάξεως ἦτο κακῶς συντεταγμένον καὶ διέταττε τὸ ἀντίθετον τῶν παρ’ ἐμοῦ ὑπαγορευθέντων· ἔσπευσα ἄρα νὰ ζητήσω τὸν κατατεθέντα φάκελλον, μόλις δὲ πρὸ ὀλίγου λαβὼν αὐτὸν, ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον, ἀναγράφον τ’ ἀντίθετα τῶν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνακοινωθέντων, ἤτοι διατάσσον, ὅτι ἀποκλείεται ἐκ τοῦ στρατοῦ ὁ Παπαρόδης· εὑρίσκω δ’ ἐν αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην ἐνέργειαν, ἐξ ἧς βλέπω, ὅτι ἀνεκατετάχθη ὁ Παπαρόδης περὶ τὰ τέλη Αὐγούστου.
§103ΚΟΡΠΑΣ. Ἐκ τῶν τάξεων τῶν πολιτῶν ἐπανῆλθε;
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἤμην ἐγὼ Ὑπουργὸς τότε. Ταῦτα συνέβησαν ἀφοῦ ἀπεχώρησα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδὲν ἄρα γινώσκω περὶ αὐτῶν. Τὰ παρ’ ἐμοῦ ἐνεργηθέντα ἐγίνωσκον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτε ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ Παπαρόδης ἀνεκατετάχθη κατόπιν τοῦ διατάγματος τοῦ Ἰανουαρίου, τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ἐκδοθέντος. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀνακριβὲς, διότι ὁ Παπαρόδης ἀνεκατατάχθη μετὰ τὴν παρέλευσιν πλέον τῶν ἓξ μηνῶν, οὐχὶ δυνάμει τοῦ διατάγματος, καὶ ἐπὶ ἄλλου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων προκύπτει, ὅτι ἀνεκατατάχθη ὅλως ἀσχέτως πρὸς τὸ διάταγμα· προσῆλθε ζητῶν τὴν ἀνακατάταξιν καὶ φέρων πάντα τ’ ἀναγκαῖα ἔγγραφα εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἀνακατατάξεως τὰ δὲ κατατεθέντα ἔγγραφα δεικνύουσιν, ὅτι ἅπασα ἡ ὑπηρεσία ἐθεώρησε τὴν περὶ μὴ ἀνακατατάξεως διαταγὴν ὡς βεβιασμένην καὶ μὴ δεδικαιολογημένην, ἀλλ’ ἐγὼ εἶχον ἰδίας σκέψεις περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἐφ’ ἧς εἶχεν ἰδιαιτέρως προκληθῆ ἡ προσοχή μου· ἔχων δὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἀνακατατάξω τὸν Παπαρόδην, προέβην εἰς τὴν ἐπινόησιν ταύτην τῆς συναριθμήσεως τῶν διαφόρων καταδικῶν, ἥτις ὁμολογουμένως, ἂν μὴ ὑπῆρχεν ἄκρα ἐπιθυμία τοῦ Ὑπουργοῦ ἵνα ἀποκλείσῃ ἐκ τοῦ στρατοῦ τὸ πρόσωπον τοῦτο, δὲν θὰ ἐγίνετο.
§105ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἐν Κυκλάδων κ. Βουλευτήν. Ἐγὼ ἀνεκατέταξα τὸν Παπαρόδην, καίτοι φέροντα διαγωγὴν καλὴν ἐπὶ τοῦ φύλλου μητρώου, διότι ἡ ἀληθὴς διαγωγή, ἡ παρὰ τοῦ σώματός του σημειωθεῖσα, ἦτο ἡ ἄμεμπτος, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν οὗτος ἦτο ἀνακατατάξιμος· ὤφειλα λοιπὸν, συμφώνως πρὸς τὸν περὶ στρατολογίας νόμον, νὰ δεχθῶ πρὸς ἀνακατάταξιν τὸν ἐνωμοτάρχην, ἀφοῦ ὁ πρὸς κατάταξιν χρόνος δὲν εἶχεν ἔτι παρέλθει. Τοῦτο μοὶ ἐπεβάλλετο ἐκ τοῦ νόμου, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω ἄλλως.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος ἔλεγον, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔχει ἴδιον τρόπον τοῦ παριστᾶν τὰ πράγματα, ἐβεβαίωσα δὲ, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἐκ τῶν νῦν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὑπαρχόντων κατέχει τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἱκανότητα ταύτην κατὰ τὴν παράστασιν τῶν πραγμάτων· ἡ ὑπόθεσις δὲ τοῦ Παπαρόδη ἔρχεται πρὸς κύρωσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου. Ὑπάρχει ἀληθῶς ἐκδεδομένον διάταγμα τὴν 10 Ἰανουαρίου, διὰ τοῦ ὁποίου προσδιορίζεται κατὰ τίνα τρόπον χαρακτηρίζεται ἡ διαγωγὴ τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ πότε δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἐξαίρετος, πότε ἄμεμπτος, πότε καλὴ, ἢ πότε μετρία· κατὰ τὸ διάταγμα δὲ τῆς 10 Ἰανουαρίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνακατάταξις τοῦ ὑπενωμοτάρχου Παπαρόδη. Διὰ τοῦτο δὲν ἐπέτρεψεν αὐτὴν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τυγχάνων, διὰ τοῦ ἐγγράφου του ἀπὸ 28 Ἰανουαρίου. Ἀλλὰ κατόπιν προὐκάλεσε νέον διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου μετεβλήθησαν τὰ περὶ χαρακτηρισμοῦ τῆς διαγωγῆς τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον, ἐκδοθὲν τὴν 15 Αὐγούστου καὶ κοινοποιηθὲν εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς τὴν 17, ἐπετρέπετο ἡ εἰς τὸν στρατὸν ἀνακατάταξις τοῦ Παπαρόδη, οὕτω δὲ ἠδυνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνακατάταξιν τοῦ ὑπενωμοτάρχου Παπαρόδη, δυνάμει τοῦ διατάγματος τῆς 15 Αὐγούστου, τὸ ὁποῖον διάταγμα δὲν ἦτο ἐκδεδομένον κατὰ τὴν 28 Ἰανουαρίου, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἀπηγόρευε τὴν ἀνακατάταξίν του. Οὐδ’ ἠδύνατο νὰ μὴ ἀπαγορεύσῃ αὐτὴν τότε, διότι κατ’ ἐκεῖνο τὸ διάταγμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνακατάταξις αὐτοῦ. Ἑπομένως ὅλον αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον διεσκεύασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ τὸ ὁποῖον παρέστησεν εἰς ἡμᾶς, δὲν στηρίζεται ἐπὶ βάσεων ἀκριβῶν, ἐπὶ βάσεων στερεῶν. Σᾶς παρέστησεν, ὅτι, μολονότι διὰ τοῦ διατάγματος ἐπετρέπετο ἡ ἀνακατάταξις τοῦ Παπαρόδη, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἀνακατάταξιν αὐτοῦ, διότι κατὰ τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἔχει περὶ τῶν περιστάσεων τῆς ἀνακατατάξεως καὶ περὶ τῆς ἀγωγῆς τοῦ στρατοῦ, δὲν ἔκρινε συμφέρουσαν εἰς τὸν στρατὸν τὴν ἀνακατάταξιν αὐτοῦ· ἑπομένως, ἂν ἐκ τῶν παραστάσεων ἐμοῦ καὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωκα, συνήγετο τὸ ἐναντίον τῶν παραστάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, αἱ πληροφορίαι ἐμοῦ δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, ἡ δ’ ἀνακρίβεια αὕτη ἀπετέλει ἀδίκημα, γενόμενον πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου. Ἀλλ’ αἱ παραστάσεις αὗται αὐτοῦ, οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου δὲν εἶναι ἀληθεῖς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, Ὑπουργὸς ὢν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπέῤῥιψε τὴν αἴτησιν τοῦ ὑπενωμοτάρχου Παπαρόδη περὶ ἀνακατατάξεως εἰς τὸν στρατὸν, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνακατάταξιν, ἰσχύοντος τότε τοῦ διατάγματος τῆς 10 Ἰανουαρίου, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἀνακατάταξις αὐτοῦ· κατέστη ὅμως μετ’ ὀλίγον δυνατὴ ἡ ἀνακατάταξις τοῦ ὑπενωμοτάρχου Παπαρόδη, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τυγχάνων, προὐκάλεσε νέον Β. διάταγμα τὴν 15 Αὐγούστου, καὶ δι’ αὐτοῦ ἐτροποποίησε τὸ ἕως τότε ἰσχῦον διάταγμα τῆς 10 Ἰανουαρίου, ἵνα καταστήσῃ δυνατὴν τὴν ἀνακατάταξιν τοῦ ὑπενωμοτάρχου Παπαρόδη. Καὶ ὄντως, ἀφοῦ ἐξεδόθη τὸ νέον διάταγμα, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τὴν ἀνακατάταξιν αὐτοῦ. Τὸ πρᾶγμα διαφέρει ἐντελῶς, καὶ ἑπομένως ὀφείλω νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαφορὰν ταύτην. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου παρέστησεν ἐμὲ ὡς ἐλέγξαντα τὴν μεταβολὴν, τὴν ὁποίαν τὸ διάταγμα τῆς 15 Αὐγούστου εἰσήγαγεν ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς διαγωγῆς τῶν ἀφιεμένων ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ εἶπεν ὅτι, «ἐὰν ἡμεῖς ἐπετρέψαμεν τὴν ἀνακατάταξιν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, οἵτινες εἶχον καταδικασθῆ εἰς φυλάκισιν μέχρις 6 μηνῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ νῦν ἐπέτρεψε τὴν ἀνακατάταξιν ἀνδρῶν, οἵτινες εἶχον καταδικασθῆ εἰς φυλάκισιν μέχρις ἑνὸς ἔτους.» Ἀλλὰ ποίας ἐγὼ ἔχω γνώμας περὶ τῆς ἀνακατατάξεως τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς, δὲν πρόκειται νῦν, ἔχω δὲ πράγματι ἄλλας περὶ τούτου γνώμας, οὐχὶ δ’ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐδημιούργησε τὴν χωροφυλακὴν κατὰ ἴδιον τύπον, παραλαμβάνων τοὺς ὁπλίτας αὐτῆς ἐκ τῆς ἐτησίας ἀναλογίας τῶν κατατασσομένων εἰς τὸν στρατὸν ἀνδρῶν, οὕτω δὲ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἀποτελεῖται ἐξ ἀνδρῶν εἰσαχθέντων εἰς τὸν στρατὸν πρὸ τριῶν ἢ πέντε μηνῶν, ἢ πρὸ ἑνὸς ἔτους· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι τοιαύτη χωροφυλακὴ εἶναι ἐπιτηδεία διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἀνέθηκαν εἰς τὸ σῶμα τοῦτο· ἐπιθυμῶ ἑπομένως νὰ εὐρυνθῶσι πάντες οἱ ὅροι τῆς ἀνακατατάξεως, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ διατηρῶνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διὰ τῆς ἀνακατατάξεως χωροφύλακες διανύσαντες μίαν καὶ δύο θητείας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Διὰ τοῦτο μετέβαλον τὸ διάταγμα περὶ ἀνακατατάξεως τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς, διὰ νὰ ἦναι δεκτοὶ εἰς ἀνακατάταξιν καὶ οἱ καταδικασθέντες εἰς φυλάκισιν μέχρις ἑνὸς ἔτους. Ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου ἀνάγονται εἰς γνώμας γενικὰς, τὰς ὁποίας ἔχει εἴτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, εἴτε ἐγὼ, περὶ τούτου δὲ δὲν ἐπρόκειτο, οὐδ’ ἐπέκρινα ἐγὼ τὸ διάταγμα, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς, διὰ τοῦ ὁποίου μετεβάλλετο ὁ τρόπος, καθ’ ὃν χαρακτηρίζεται ἡ διαγωγὴ τῶν ἀφιεμένων ἐκ τοῦ στρατοῦ ἀνδρῶν, παρέστησα δὲ μόνον, ὅτι, ἐνῷ ὁ ὑπενομωτάρχης Παπαρόδης δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν νὰ ἀνακαταταχθῇ, ἕνεκα δὲ τούτου ἀπεῤῥίφθη ἡ περὶ ἀνακατατατάξεως αἴτησις αὐτοῦ, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου προεκάλεσε διάταγμα, καὶ ἐτροποποίησε τὸ ἰσχύον τότε, ἵνα καταστήσῃ δυνατὴν τὴν ἀνακατάταξιν αὐτοῦ, ὅπερ καὶ ἐγένετο, ἀνακαταταχθέντος τοῦ Παπαρόδη. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀρέσκεται τὰ μάλιστα ν’ ἀπευθύνῃ ἐγκλήσεις κατ’ ἐμοῦ, καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ μικροῦ, ὅτι μὲ ἐγκαλεῖ. Οὐδεμίαν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι θερμὸν εἶχε πρὸς τοῦτο πόθον. Καὶ ὄντως ἡ ζωὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου δὲν εἶναι, παρὰ ἄθροισμα ἐγκλήσεων, τὰς ὁποίας ἐξετόξευσε κατὰ πάντων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες δὲν συνεφώνησαν μετ’ αὐτοῦ· ἤθελε δ’ εἶσθαι ὄντως ἄπορον, ἐὰν δὲν εἶχε διάθεσιν νὰ ἐκτοξεύσῃ ἐγκλήσεις κατ’ ἐμοῦ. Ἐγὼ δὲ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ λάβῃ τὸ θάῤῥος νὰ διατυπώσῃ πράξεις παρανόμους, τὰς ὁποίας ἐγὼ διέπραξα, νὰ ἀναφέρῃ ἀθετήσεις τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰς ὁποίας ἐγὼ διέπραξα ἢ αἵτινες κατὰ διαταγὴν ἐμοῦ ἔλαβον χώραν, καὶ ἔστω βέβαιος, ὅτι θέλει μὲ ἰδεῖ τότε προθύμως ἀπολογούμενον. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν δύναται νὰ διατυπώσῃ ὡρισμένην πρᾶξιν, ἐν ὅσῳ δὲν περιορίζεται νὰ μὲ ἐγκαλῇ, ὅτι ἀφῆκα νὰ γίνεται ἐν τῇ ὑγειονομικῇ ὑπηρεσίᾳ ἀπόθεσις τοῦ ἀντιτίμου τῶν διδομένων εἰς τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα φαρμάκων, ἐλαττόνει τὴν σπουδαιότητα, δι’ ἧς περιέβαλον αὐτὸν τὰ ἀξιώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνῆλθεν. Αἱ γιγνόμεναι ἀποθέσεις ἐν τῇ φαρμακευτικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἀντιτίμου τῶν χορηγουμένων εἰς τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα φαρμάκων, γίγνονται ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Βασιλείου, καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου μέχρι τῆς χθές, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπέτρεπε τὰς ἀποθέσεις ταύτας, μετὰ μειδιάματος δ’ ἤκουσα, ὅτι ἀπεκάλεσεν ἐμὲ ὡς πράττοντα τοῦτο. Ἀληθῶς, ὅτε ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκάλεσα τὸν διευθύνοντα τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ νὰ ἐξεύρῃ ἄλλον τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κανονίζωνται τὰ περὶ τούτου, διότι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν σήμερον γίνονται, δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν νομοθεσίαν. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τοσοῦτον ἔκτροπον, οὐδὲ τοσοῦτον ἀντίθετον πρὸς τὸν νόμον, ὅσον παρέστησεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἡ φαρμακαποθήκη τοῦ στρατοῦ δὲν συνέστη διὰ νὰ προμηθεύῃ πράγματα εἰς ἄλλους, εἰμὴ εἰς τὸν στρατὸν, ἑπομένως δὲν ἐπετρέπετο νὰ χορηγῶνται φάρμακα, εἰμὴ μόνον εἰς τὰ στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα καὶ θεραπευτήρια· ἀλλὰ πρὸ χρόνων ἡ ὑπηρεσία ἐδείχθη εὐμενὴς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπέτρεψε νὰ χορηγῶνται καὶ εἰς αὐτοὺς φάρμακα ἐκ τῆς φαρμακευτικῆς ἀποθήκης· μετ’ ὀλίγον ὑπέλαβεν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι φιλάνθρωπον νὰ χορηγῇ φάρμακα κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ εἰς ἄλλα ἀγαθοεργὰ καταστήματα ἐπὶ πληρωμῇ τοῦ ἀντιτίμου, καὶ ἐχορήγει τὰ φάρμακα εἰς ἀγαθοεργὰ καταστήματα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπεδέχθη νὰ δίδωνται φάρμακα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθῇ κατὰ πλείονα λόγον νὰ δίδωνται τοιαῦτα καὶ εἰς τὸν οἶκον ἐκείνου, ὅστις εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, εἰς τὰ ἀνάκτορα· ἀλλὰ πάντα τὰ φάρμακα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν διατίθενται εἰς νοσοκομεῖα καὶ θεραπευτήρια τοῦ στρατοῦ, πληρόνονται εἰς τὴν στρατιωτικὴν φαρμακευτικὴν ἀποθήκην. Ὅ,τι λοιπὸν πράττει ἡ φαρμακευτικὴ ἀποθήκη εἶναι, ὅτι ἐκ τῶν φαρμάκων, τὰ ὁποῖα προμηθεύεται πρὸς χρῆσιν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, διαθέτει μέρος εἰς ἀνάγκας ἀλλοτρίας αὐτῆς, λαμβάνουσα ὅμως τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν καὶ προμηθευομένη δι’ αὐτοῦ τὰ φάρμακα, τὰ ὁποῖα εἶχε δώσει πρὸς αὐτὰς, ἀναπληροῦσα δ’ οὕτω τὰ φάρμακα ἐν τῇ φαρμακευτικῇ ἀποθήκῃ. Τοῦτο, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀντιβαῖνον πρὸς τὸν νόμον· ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπειδὴ μοὶ ἐφάνη, ὅτι δὲν ἦτο καταφανῶς σύμφωνον μὲ τὸν νόμον, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποληφθῇ ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὸν νόμον, ἐκάλεσα τὸν προϊστάμενον τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ σκεφθῇ κατὰ τίνα τρόπον ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντικατασταθῇ ὁ πρὸ 60 ἐτῶν εἰθισμένος τρόπος, ὃν ἐξέθηκα. Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ κεφάλαιον τῆς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν ἐδίστασε νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ. Ἀλλὰ μὲ ἐνεκάλεσε καὶ δι’ ἄλλο τι, διότι ἐγκατέλιπον τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους ἔκθετον, καὶ δὲν ἐφρόντισα νὰ περισυλλέξω αὐτὴν, καὶ νὰ ἐξασφαλίσω οὕτως αὐτὴν ἀπὸ ἐπιδρομῶν ἀλλοτρίων. Καὶ ἡ περιουσία αὕτη τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ἔμεινεν ἐκτεθειμένη ἕνεκα τῆς ἀκηδείας ἐμοῦ, εἶναι τὸ ὄχημα (coupé), τὸ ὁποῖον ἠγόρασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅταν ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον εἶχε παραχωρήσει εἰς τὸν ἡνίοχον τοῦ ὀχήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει μισθώσει τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον, ἀντὶ πληρωμῆς 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Πῶς ὑπεχρεώσατε τὸν ἁμαξηλάτην νὰ σᾶς πληρόνῃ 50 δραχμάς; Εἴχετε δικαίωμα νὰ ἐπιβάλητε εἰς αὐτὸν τοιαύτην εἰσφοράν; Ὑπεχρεώσατε αὐτὸν νὰ πληρώσῃ τέλος τι εἰς τὸ Κράτος; Μόνη ἡ διαταγή σας, ὅτι ὁ ἁμαξηλάτης πρέπει νὰ πληρόνῃ 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, αὐτὴ ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ἁμάξι δὲν ἀνῆκεν εἰς τὸ Κράτος, ὅτε ἐγὼ ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι σεῖς εἴχετε παραχωρήσει αὐτὸ εἰς τὸν ἁμαξηλάτην. Καὶ πῶς γίνονται αἱ παραχωρήσεις τῶν κινητῶν; Αἱ παραχωρήσεις τῶν κινητῶν δὲν γίνονται διὰ τῆς παραδόσεως; Παρεδώκατε λοιπὸν σεῖς τὸ ἁμάξι εἰς τὸν ἁμαξηλάτην, ὅστις κατέχει αὐτὸ ὡς κύριος, ἀφοῦ πληρόνει κατὰ μηνιαίας δόσεις τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ. Σᾶς συνέφερε νὰ τὸ ἔχῃ αὐτὸς εἰς τὴν κατοχήν του; Ἐγὼ δὲν ἐκλήθην διὰ νὰ μεριμνήσω περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἁμαξηλάτου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ εὗρον συμφωνίαν τετελεσμένην, δὲν εὗρον δὲ καὶ πρᾶξιν, ἡ ὁποία νὰ βεβαιόνῃ, ὅτι ἐπεβλήθη μὲν εἰς τὸν ἁμαξηλάτην ἡ πληρωμὴ 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ παραχωρηθὲν εἰς αὐτὸν ὄχημα· ἐξ ἐναντίας ἐπληροφορήθην, ὅτι τὸ ὄχημα ἀνήκει εἰς ἐκεῖνον, ὅστις πληρόνει τὰς 50 δραχμὰς μηνιαίως πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ τιμήματος, τὸ ὁποῖον κατεβλήθη πρὸς ἀγορὰν αὐτοῦ, καὶ ἠπόρησα, τίνος ἕνεκα ἠγοράσθη διὰ χρημάτων τοῦ δημοσίου ταμείου τὸ ὄχημα τοῦτο, ἀφοῦ ἔμελλε νὰ πωληθῇ. Τίνος δ’ ἕνεκα ἐπωλήθη ἐπὶ ἀντιτίμῳ τὸ ὁποῖον πληρόνεται ὑπὸ τοῦ ἁμαξηλάτου τοῦ Ὑπουργείου, ὅστις τυγχάνει ὁ ἀγοραστής, διὰ πληρωμῆς 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα; Μήπως συνέβη νὰ αὐξήσητε συγχρόνως τὸ μίσθωμα τῆς ἁμάξης τοῦ Ὑπουργείου κατὰ 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα; Ἂν ἐπράτετε καὶ τοῦτο, εἴχετε διαπράξει ἀληθῆ δωρεάν· καὶ ἔχετε δικαίωμα νὰ πράττητε δωρεάς; Τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἶχεν ἐπιτύχει ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ ὄχημα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἂν καὶ πληρόνωνται 50 δραχμαὶ κατὰ μῆνα πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ τιμήματος αὐτοῦ. Ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν ἰδιαιτέραν ἱκανότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ζηλοτυπῶ βεβαίως, εὔχομαι μάλιστα οὐδ’ ἄλλος τις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας νὰ ζηλοτυπῇ πρὸς αὐτὸν ἐπὶ ταύτῃ.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θεωρεῖ, ὅτι ἐγκαλῶ αὐτὸν ἐπὶ μηδαμινοῖς, ἀλλ’ ἐγὼ ἐγκαλῶ αὐτὸν μόνον ἐπὶ τοῖς ἀντιστοίχοις ἐκείνων, ἐφ’ οἷς οὗτος ἐνεκάλεσεν ἐμέ. Εἶπον ἀρχόμενος τῆς σημερινῆς ἀναπτύξεως, ὅτι δὲν θὰ ἐξέλθω τῶν θεμάτων, ἐφ’ ὧν ἐξηνάγκασεν ἡμᾶς εἰς συζήτησιν αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσάγων τὰ ἔγγραφα, καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου ὡμίλησα, οὐδὲ θέλω ὁμιλήσει· ἐπειδὴ δὲ ἐποιήσατο ἐγκλήσεις, ἐπ’ αὐτῶν τούτων τῶν θεμάτων ἐποιησάμην καὶ ἐγὼ ἀντεγκλήσεις. Ἐὰν αἱ ἀντεγκλήσεις ἦναι περὶ μηδαμινῶν, αἴτιον τούτου, ὅτι μηδαμιναὶ ἦσαν αἱ ἐγκλήσεις· καὶ ἠκούσατε τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δικαιολογηθέντος κατὰ τῶν ἀντεγκλήσεων διὰ τῶν αὐτῶν ἐπιχειρημάτων, δι’ ὧν ἐγὼ ἐδικαιολογήθην κατὰ τῶν ἐγκλήσεων. Ἐγὼ εἶπον, ἀνέκαθεν ἐγίνετο τὸ καταγγελλόμενον, καὶ ἐκεῖνος εἶπεν, ἀνέκαθεν ἐγίνετο τὸ ἀντικαταγγελλόμενον· ἠκούσατε ἄλλο τι;
§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἀσχολοῦμαι νὰ μεταβάλω τὰ κείμενα.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀσχολεῖσθε ὑμεῖς, καὶ εἴπετε, ὅτι δὶς συνωμιλήσατε μετὰ τοῦ προϊσταμένου τοῦ τμήματος τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἠρωτήσατε αὐτόν, ποσάκις ἐγὼ συνωμίλησα μετ’ αὐτοῦ περὶ τοῦ θέματος καὶ τί παρεσκευάσαμεν ἀπὸ κοινοῦ καὶ μετὰ τοῦ νῦν Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Διότι συνειργάσθημεν καὶ κατηρτίσαμεν πλῆρες σύστημα διαχειρίσεως τῶν φαρμάκων τοῦ στρατοῦ. Ἀναμφηρίστως τὰ φάρμακα πρέπει νὰ παρέχωνται, ὡς ἤδη γίνεται, καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀξιωματικῶν, βεβαίως δὲ καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ· ὡς ὅμως σήμερον ἔχει ὁ νόμος, τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται, εἶναι παράβασις τοῦ νόμου, αὐτοῦ ἐκείνου τοῦ νόμου, ὅν κατ’ ἐμοῦ ἐπεκαλεῖτο ὀλίγῳ πρότερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ νόμου περὶ ἐπιμελητηρίων. Ἐπίσης περὶ μικρῶν ἐπραγματεύθην περὶ τὰ τῆς ἁμάξης, ἀλλὰ διατί; διότι προεκαλέσατε, ὡς μὴ ὤφελε, τοιαύτην συζήτησιν· ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀρέσκομαι συζητῶν περὶ ἁμάξης, ἀλλ’ ἔρχεσθε ἐνταῦθα λέγοντες, ὅτι τὴν ἅμαξαν ἐδώσαμεν εἰς ἁμαξηλάτην, ὅπως αὐτὸς ποιῆται χρῆσιν αὐτῆς πρὸς ἄλλα ἢ πρὸς τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ, διατὶ τὴν ἅμαξαν ταύτην, περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, δὲν ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον; καὶ τώρα, ἀφοῦ ὑμεῖς προεκαλέσατε τὰς παρ’ ἐμοῦ δοθείσας ἐξηγήσεις, παραπονεῖσθε, ὅτι ἐκ τῶν ἐξηγήσεων τούτων ἀποῤῥέει, ὅτι δὲν προνοεῖτε περὶ περιουσίας τοῦ Δημοσίου, ὡς ἂν μόνη αὐτὴ ἦναι ἡ περιουσία τοῦ Δημοσίου, περὶ ἧς δὲν προνοεῖτε. Τὰ τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου, περὶ ἧς δὲν προνοεῖτε, θέλομεν ἐξετάσει ἐν γενικωτέραις συζητήσεσιν, ἀλλ’ ἐνταῦθα περὶ ἁμάξης μὲ προεκαλέσατε, καὶ ἀπήντησα, ὅτι εἰς ὑμᾶς ἀνήκει ἡ πρόνοια περὶ ταύτης ὡς κτήσεως τοῦ Δημοσίου. Εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ ἅμαξα δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, λέγετε ὅτι ἐπέβαλον ἐγὼ φορολογίαν εἰς τὸν ἁμαξηλάτην 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα· ἄλλως, ἐρωτᾶτε, πῶς ἐξηγεῖται ἡ μηνιαία κράτησις τῶν 50 δραχμῶν; ὅπως ἐξηγεῖται, ἀπαντῶ ἐγώ, τὸ μηνιαῖον τοῦ ἁμαξηλάτου χορήγημα τῶν 450 δραχμῶν. Ὁ ἁμαξηλάτης λαμβάνει 450 δραχμὰς ἐκ συμφωνίας καὶ ὑπὸ τὴν αἵρεσιν, ὅπως γίνηται κράτησις τῶν 50 δραχμῶν, ὡς παρεχομένης εἰς αὐτὸν τῆς ἁμάξης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου· εἶναι καὶ τὰ τῆς κρατήσεως, ὅπως καὶ τὰ τοῦ χορηγήματος, συμφωνία· ὅπως δὲ περὶ τοῦ χορηγήματος δὲν ἐγένετο συμβόλαιον, οὕτω καὶ περὶ τῆς κρατήσεως τῶν 50 δραχμῶν οὐδὲν ἐγένετο ἐπὶ πλέον τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἁμαξηλάτου, δι’ ἧς προσφέρεται οὗτος, ὅπως ἀποδίδῃ 50 δραχμὰς ἐπὶ τοῦ συμπεφωνημένου χορηγήματος. Ἐκ συμφωνίας ἄρα ἡ κράτησις, ὅπως ἐκ συμφωνίας καὶ τὸ χορήγημα· εἶπον ὅμως καὶ πρότερον, ὅτι εὐθὺς ὡς ὁ ἁμαξηλάτης ζητήσῃ, ὅπως ὑπογραφῇ συμβόλαιον περὶ μεταβιβάσεως εἰς αὐτὸν τῆς κυριότητος τῆς ἁμάξης, φρονῶ ὅτι ὑπάρχει εἰδικὴ ὑποχρέωσις, ὅπως εἰσακουσθῇ ἡ αἴτησις αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ συμβόλαιον θέλει προνοήσει ἐν ἄλλοις καὶ περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἁμαξηλάτου, ὅπως τὴν ἅμαξαν τηρῇ διηνεκῶς εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ποιῆται αὐτῆς χρῆσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου. Σήμερον, μὴ ὑπογραφέντος τοιούτου συμβολαίου, ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον δικαιώματα δραστικώτερα, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀναλήψεως τῆς ἁμάξης, ὡς ἀνηκούσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι μηδαμινὰ, παρενέπεσαν ὅμως ἄλλα, ἅτινα δὲν εἶναι μηδαμινὰ, διότι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ χαρακτηρίσῃ ὥς τι μηδαμινὸν τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀνακριβῆ ἀφήγησιν ἐπισήμων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐνεργειῶν καὶ βεβαιώσεις αὐτοῦ ἀποδεικνυομένας ἀνυποστάτους ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων. Τὰ ἔγγραφα, τὰ κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν σήμερον, διατρανοῦσιν, ὅτι κατεδικάσθη ὁ ἐνωμοτάρχης Λυκοῦργος Παπαρόδης εἰς φυλάκισιν δύο μηνῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἐπανειλημμένως ἐβεβαίου πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς 10 Ἰανουαρίου δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἀνακατάταξιν τοῦ Παπαρόδη· συμπέρασμα τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ χρονικοῦ ὅρου τῆς εἰς φυλάκισιν καταδίκης τοῦ Παπαρόδη πρὸς τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλο ἢ ὅτι τὸ διάταγμα τῆς 10 Ἰανουαρίου 1890 ἀπαγορεύει τὴν ἀνακατάταξιν τοῦ καταδικασθέντος εἰς φυλάκισιν δύο μηνῶν· ἀλλὰ τὸ διάταγμα τῆς 10 Ἰανουαρίου 1890 ἐπιτρέπει τὴν ἀνακατάταξιν τοῦ καταδικασθέντος εἰς φυλάκισιν δύο μηνῶν· ἰδοὺ δὲ τὸ κείμενον (ἀναγινώσκει): «Ἡ διαγωγὴ χαρακτηρίζεται ἄμεμπτος, (τουτέστιν ἐπιτρέπουσα τὴν ἀνακατάταξιν) ἐὰν κατεδικάσθη διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως εἰς φυλάκισιν μὴ ὑπερβαίνουσαν τοὺς δύο μῆνας.» Ὁ Παπαρόδης, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, κατεδικάσθη εἰς φυλάκισιν ὑπερβαίνουσαν τοὺς δύο μῆνας; Ὁ Παπαρόδης κατεδικάσθη εἰς φυλάκισιν δύο μηνῶν, δὲν κατεδικάσθη εἰς φυλάκισιν ὑπερβαίνουσαν τοὺς δύο μῆνας, ἔχει ἄρα ἄμεμπτον διαγωγὴν καὶ εἶναι ἀνακατατάξιμος. Ταῦτα εἶναι διάτρανα, καὶ θαυμάζω ὅτι, ἐνῷ γινώσκει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικνύοντα τὸ ἀνακριβὲς τῆς βεβαιώσεώς του, δὲν ἀπαξιοῖ, χάριν ὑποστηρίξεως μηδαμινῆς καταγγελίας, νὰ ἐμμένῃ εἰς παραστάσεις διαψευδομένας ὑπὸ τῶν κειμένων, ὧν τὸ περιεχόμενον ἐπαγγέλλεται ὅτι ἀνακοινοῖ. Τί ἄλλο εἶναι τοῦτο ἢ παραμόρφωσις τῶν κειμένων; Τὰ δύο ταῦτα κείμενα δὲν μᾶς λέγουσιν, ὅτι ὁ Παπαρόδης εἶναι ἀνακατατάξιμος; Ἐνταῦθα, κατὰ τὸ κείμενον τῆς ἀποφάσεως, ἡ καταδίκη εἶναι δύο μηνῶν· ἐνταῦθα δὲ τὸ διάταγμα ὁρίζει, ὅτι τοῦ καταδικασθέντος διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως εἰς φυλάκισιν μὴ ὑπερβαίνουσαν τοὺς δύο μῆνας ἡ διαγωγὴ χαρακτηρίζεται ὡς ἄμεμπτος, ἡ δὲ ἄμεμπτος διαγωγὴ ἐπιτρέπει τὴν ἀνακατάταξιν. Τί ἐναργέστερον τούτου; Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ αὐτόδηλα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀρνεῖται, θέλων νὰ ὑποστηρίξῃ ἕως τοῦ τελευταίου αὐτῶν ῥάκους καταγγελίας, ἃς ἡ συζήτησις κατεκερμάτισε. Τοιαῦτα ἐβεβαίου, ἐνῷ εἶχεν ἐνώπιόν του τὸ διάταγμα τοῦτο, ὁρίζον τὰ τῆς ἀμέμπτου διαγωγῆς, ἐνῷ εἶχεν ἐνώπιόν του τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἀναγράφουσαν ὅρον φυλακίσεως μὴ παρακωλύοντα τὴν ἀνακατάταξιν, ἐνῷ τέλος ἠναγκάζετο νὰ καταθέσῃ ἐνταῦθα διαταγὴν, φέρουσαν τὴν ὑπογραφήν μου καὶ μαρτυροῦσαν ὅτι προσέφυγον εἰς τὴν βεβιασμένην ἐπινόησιν τῆς συγχωνεύσεως διαφόρων καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, ἵνα παραστηθῇ ἡ φυλάκισις ὡς ὑπερβᾶσα τοὺς δύο μῆνας καὶ ἀποκλεισθῇ οὕτως ἐκ τῶν τάξεων ὁ κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εὐνοούμενος ἡμῶν Παπαρόδης.
§110ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐμνήσθη καὶ ἐμοῦ, ὡς προσωρινοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, προμηθευθέντος δῆθεν ἅμαξαν κατὰ τὴν ὀλιγοήμερον ἐκείνην ἐνέργειάν μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Οὐδεμίαν ἅμαξαν εἶχον προθυμίαν νὰ προμηθευθῶ κατὰ τὸ δεκαπενθήμερον ἐκεῖνο διάστημα τῆς διαμονῆς μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν· ἐγὼ εὗρον πρᾶξιν τοῦ προκατόχου μου τετελεσμένην, δὲν ἐχρησίμευσα δὲ παρὰ ὡς ἁπλοῦς διεκπεραιωτὴς τῆς πράξεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀποφύγω. Ταῦτα λέγω ὄχι διὰ νὰ δικαιολογήσω ἐμαυτὸν καὶ ἀποφύγω τὴν εὐθύνην, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ νομίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν, ὅτι ἐγὼ κατειχόμην ὑπὸ τῆς ἰδέας τοῦ νὰ προμηθευθῶ κατὰ τὸ δεκαπενθήμερον ἐκεῖνο διάστημα ἅμαξαν ἰδιαιτέραν πρὸς εὐχαρίστησίν μου.
§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὅταν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, καταγγελλόμενος ἐπὶ παρανομίαις, τὰς ὁποίας διέπραξεν ὡς Ὑπουργὸς, ἀπολογῆται, ἀναφέρων ἀνακριβείας ἐντεῦθεν καὶ ζητῶν διὰ δικολαβικῶν ἐπιχειρημάτων νὰ ἀπαλλάξῃ ἑαυτὸν τῆς κατηγορίας καὶ τοῦ στίγματος, προκαλεῖ βεβαίως ἐκ τῶν ἀνθρώπων τῶν γνωριζόντων τὰ πράγματα τὸν γέλωτα καὶ τὴν περιφρόνησιν, διότι πᾶς γνωρίζων τὰ πράγματα καὶ βλέπων ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ νὰ κρυφθῇ ὄπισθεν δικολαβικῶν καὶ ποταπῶν ἐπιχειρημάτων, δὲν δύναται παρὰ νὰ δείξῃ τοιαύτην πρὸς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν περιφρόνησιν· ἀληθῶς δὲ ἄξιος περιφρονήσεως εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀσεβεῖ πρὸς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος του, ἀληθῶς ἄξιος περιφρονήσεως εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν ἔρχεται μετὰ παῤῥησίας ἐκ τῆς θέσεως ταύτης νὰ ὁμολογήσῃ τὸ σφάλμα του, ἀλλὰ δι’ ἐπιχειρημάτων ἀναξίων ἀνδρῶν κατεχόντων θέσιν, οἵαν καθεῖξε καὶ κατέχει ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, ζητεῖ νὰ κρύψῃ ὄπισθεν αὐτῶν τὴν εὐθύνην αὑτοῦ· νομίζει δὲ ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, ὅτι ἀντεπεξέρχεται κατὰ τοιαύτης ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν προξενεῖ ἡ τοιαύτη αὐτοῦ γλῶσσα καὶ συμπεριφορά, μὴ ἀπαντῶν, περιφρονῶν δῆθεν τοιουτοτρόπως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγέλασαν διὰ τὰς ἀνοησίας αὐτοῦ, περιφρονῶν αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀληθῶς ἄξιος περιφρονήσεως, ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλον τὸν βίον του δὲν ἔπραξεν ὅ,τι ἀπαιτοῦσιν οἱ νόμοι καὶ ἡ ἠθική. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη περιφρόνησι βεβαίως οὐδὲν περιπλέον στίγμα προσθέτει εἰς τὸν ἄνδρα, τοῦ ὁποίου ὁλόκληρον τὸ παρελθὸν γέμει ἀνομημάτων καὶ ἀγνωμοσύνης, ἀγνωμοσύνης, τὴν ὁποίαν οἱ ἀρχαῖοι ἐτιμώρουν διὰ θανάτου· οἱ ἀγνώμονες καὶ ἀσεβεῖς πρὸς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος των εἶναι κατάπτυστοι καὶ περιφρονητέοι, οὐδὲν δὲ δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν θέσιν των ὅσον εὔγλωττοι ῥήτορες καὶ ἂν ὦσιν, οὐδὲν ἐπιχείρημα, οὐδεμία ἀποστροφὴ ῥιπτομένη πρὸς τοὺς ἀντιπάλους αὐτῶν. Οἱ ἄνδρες δὲ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ λέγωσιν, ὅτι ἐσεβάσθησαν τοὺς νόμους τοὺς ἠθικοὺς καὶ πολιτικοὺς τῆς πατρίδος καὶ ὅτι θὰ τοὺς τηρήσωσι πάντοτε, οἱ ἄνδρες λέγω ἐκεῖνοι ὡς μόνην ἀπάντησιν καὶ ὡς μόνον καθῆκον ἔχουσι πρὸς τοιούτους ἀνθρώπους τὸ νὰ παρέρχωνται χωρὶς νὰ τοὺς παρατηρῶσι.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Εὐβοίας κ. κ. Φλογαΐτης, Πετσάλης, Γαζέπης καὶ Χατζηνικολῆς ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τοῦ ἑδρεύειν τοὺς δήμους ἐν ἰδιοκτήτοις χωρίοις. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 166).
§113ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, κύριοι Βουλευταὶ, ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας καὶ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, λέγοντος ὅτι ἔρχεται νὰ ἀποκρούσῃ μομφὴν ἐπιῤῥιφθεῖσαν ἐκ μέρους μου εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἐνόμισα, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔπραξε τοῦτο ἐξ ὑπερμέτρου εὐκολίας πρὸς δικαιολογίαν τῶν ἀδικαιολογήτων. Ὅταν ὅμως ὁ διαδεχθεὶς αὐτὸν εἰς τὸ βῆμα πρώην Πρωθυπουργὸς, τὴν αὐτὴν τακτικὴν ἀκολουθῶν, εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποκρουσθῇ μομφὴ ῥιφθεῖσα ἐκ μέρους ἐμοῦ πρὸς τὸν Καραϊσκάκην, τότε ἐπίστευσα, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ὑπερμέτρου εὐκολίας πρὸς δικαιολόγησιν τῶν ἀδικαιολογήτων, ἀλλὰ περὶ συνεννοήσεως μεταξὺ αὐτῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παραστήσωσιν, ὅτι δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἀπολογηθοῦν, ἀλλὰ νὰ ἀποκρούσουν μομφὰς κατὰ προσώπων ἀξίων σεβασμοῦ. Ἄν καὶ κατὰ πόσον ἐπέτυχε τὸ τέχνασμα τοῦτο, θὰ τὸ κρίνητε ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἠκούσατε αὐτοὺς, οὐδὲν ἄλλο πράξαντας ἢ ἐμμέσως ἀπολογηθέντας κατὰ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἀπεδώκαμεν κατὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἐγὼ, Κύριοι, διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ διενοήθην ποτὲ νὰ ἐπιῤῥίψω μομφὴν οὔτε εἰς τὸν Καραϊσκάκην, οὔτε εἰς ἄλλον τινὰ, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται εἰς τὰς ὑποθέσεις, περὶ ὧν πρόκειται. Ἄν ἐγεννήθη ἐν ἐμοὶ δυσάρεστόν τι συναίσθημα, τοῦτο δὲν ἀπηυθύνετο κατὰ τῶν προσώπων αὐτῶν, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες εἰς βάρος των ἐκερδοσκόπησαν κομματικῶς. Καὶ ἀληθῶς ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ σκοτοδίνῃ τῇ φατριαστικῇ δὲν ἠθέλησε νὰ εὐλαβηθῇ ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, πρὸ τῶν ὁποίων ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀποκαλύπτομαι. Καὶ ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἀποκαλύπτομαι πρὸ τοῦ ὀνόματος τοῦ Καραϊσκάκη, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ φατριασμὸς τὸν παρέσυρεν εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν τίποτε τὸ κοινὸν πρὸς τὸ ὄνομα τὸ εὐκλεὲς, τὸ ὁποῖον φέρει. Καὶ ἠθέλησε νὰ ἀπολογηθῇ κατὰ πρῶτον ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔπραξέ τι κακὸν, ὅτι ἕνεκα οἰκογενειακῶν ἀναγκῶν τοῦ ὑποστρατήγου κατέβαλε πρὸς αὐτὸν προκαταβολάς. Ἀλλ’ ὅταν τῷ λέγωμεν, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ ἀπαγορεύονται, μᾶς ἀντιτάσσει, ὅτι ταῦτα ἐγένοντο καὶ ἐπὶ ἄλλων Ὑπουργείων. Εἶναι, Κύριοι, τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀείποτε ἐχρησίμευσεν ὡς ἐπῳδὸς τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ὁσάκις θέλῃ νὰ ὑπεραπολογῆται ἐναντίον κατηγοριῶν ἐπιῤῥιπτομένων εἰς αὐτόν. Οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ δικαιολογηθῇ ἄλλως ἢ διὰ τῆς ἐπικλήσεως προηγουμένων. Ἂν ἀληθῶς ἄλλοι πρὸ ὑμῶν ἔπραξάν τι ἐναντίον τοῦ νόμου, αὐτὸ δὲν σᾶς ἀπαλλάσσει, οὐδὲ ἔχετε τὸ δικαίωμα ἀπέναντι τῆς Βουλῆς νὰ ἐπικαλῆσθε παραδείγματα τοῦ παρελθόντος, διὰ νὰ δικαιολογήσητε τὰς παρανόμους πράξεις σας. Ἂν ἄλλος τις συνάδελφός σας διέπραξε παράνομον τινα πρᾶξιν, τί πρὸς ἡμᾶς; Οὐδὲ εἶναι ἀκριβὲς τὸ ῥηθὲν, ὅτι ἕνεκα οἰκογενειακῶν ἀναγκῶν τοῦ ὑποστρατήγου ἐδόθησαν πρὸς αὐτὸν τὰ χρήματα. Ἀρκεῖ πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς γνώμης μου ταύτης τὸ γεγονὸς, ὅτι κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν αἱ οἰκογενειακαὶ αὗται ἀνάγκαι ἐγεννήθησαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Ἔπειτα, πῶς συνέπεσε νὰ σχετισθῶσιν αἱ οἰκογενειακαὶ αὗται ἀνάγκαι μετὰ τῆς ἐσπευσμένης ἀνακλήσεως τοῦ ἄλλου ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον κατεπειγόντως ἐκαλέσατε εἰς Ἀθήνας, καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ἐδώσατε ἐπίσης χρήματα; Πῶς συνέπεσε νὰ συνδεθῶσιν αἱ ἀνάγκαι αὗται μὲ τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ κ. Καραϊσκάκης, προσλαβὼν τὸν Σκυλοδῆμον, οὗτινος ὁ ἀδελφὸς ἦτο δήμαρχος, μετέβη εἰς Καρβασαρᾶν; Οὐδὲ ὑπῆρξεν εὐτυχεστέρα ἡ ἀπολογία, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ διαδεχθεὶς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πρώην Πρωθυπουργός. Κατὰ τὸ σύστημά του, ἠθέλησε ν’ ἀναμίξῃ μυρία ζητήματα, νὰ θίξῃ ποικίλας ἐπουσιώδεις λεπτομερείας, καὶ ν’ ἀσχοληθῇ εἰς αὐτὰς, δίχως νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τῶν οὐσιωδῶν θεμάτων. Εἴπομεν ὅτι διετάχθη ὁ Φρούραρχος Ἀθηνῶν ν’ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα, ἵνα πληρωθῶσι λίραι ἐν Λονδίνῳ, αἵτινες ἀντεπροσώπευον ἀξίαν ἁμάξης, ἥτις ἅμαξα ἐχαρίσθη εἰς τὸν ἁμαξηλάτην· καὶ ὅμως, τὴν σπουδαίαν αὐτὴν κατηγορίαν παρατρέχων, ἐπραγματεύθη ἐπὶ μίαν καὶ ἐπέκεινα ὥραν ζητήματα ὅλως ἄσχετα καὶ ἐπουσιώδη. Μὴ λησμονήσας τὸ ζήτημα τῶν ὑπενωμοταρχῶν, μᾶς εἶπεν ὅτι ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς του ἐξέβαλε τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἕνα ἐξ αὐτῶν. Ἀλλὰ τίς ἐξ ὑμῶν, ὅσοι ἦσθε ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ, τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ τὴν δικαιολογίαν, τὴν ὁποίαν προέβαλε τότε ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ὁ πρώην Πρωθυπουργός; Ὅταν τὸν ἐνεκαλοῦμεν καὶ τῷ ἐλέγομεν ὅτι διέπραξε παρανομίαν, μὴ ἐκτελέσας ἀπόφασιν δικαστηρίου, ἐπεκαλεῖτο τὸ ἄρθρον 7 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Νομίζετε ὅτι δὲν θὰ τὰ ἀναπτύξωμεν αὐτὰ ἐν πληρεστάτῃ λεπτομερείᾳ, ὁπόταν ἐπιστῇ ἀνάγκη; Ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει, ὅτι ὑπάρχει διάταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὁ ἐνωμοτάρχης διαγωγὴν ἄμεμπτον, διὰ νὰ ἀνακαταταχθῇ, καὶ ὁμιλῶν ἐπὶ μίαν ὥραν, κατέγεινε νὰ μᾶς ἀποδείξῃ ὅτι ἡ ἀνακατάταξις ἐγένετο κανονικῶς. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχουν ταῦτα πρὸς τὴν ὑφ’ ἡμῶν διατυπουμένην κατηγορίαν, ὅτι ἠρνήθητε νὰ ἐκτελέσητε δικαστικὴν ἀπόφασιν; Ἐλησμονήσατε πόσον ἄλλοτε προσεπαθήσατε νὰ πείσητε τὴν Βουλήν, ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου δὲν ἦσθε ὑπόχρεος νὰ ἐκτελέσητε τὴν ἀπόφασιν αὐτήν; Βλέπων τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν ἐπὶ τόσῳ καταφανῶν καὶ πασιδήλων πράξεων ἐρχόμενον μετὰ στόμφου καὶ ἐπιχειροῦντα οὐ μόνον ν’ ἀποκρούσῃ τὰς ἐναντίον του κατηγορίας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιῤῥίψῃ μετὰ τέχνης εἰς ἄλλους μομφὰς, ἐπικαλούμενος προηγούμενα καὶ ἐκτοπίζων τὴν συζήτησιν ἀπὸ τοῦ κυρίου αὐτῆς ἐδάφους, εὑρίσκομαι εἰς ἀπορίαν, καὶ λέγω κατ’ ἐμαυτόν: Μήτοι ἆρά γε ὁ κ. Τρικούπης στοχάζεται, ὅτι ὁμιλεῖ πρὸς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ τὸν ἐννοήσουν; ἢ μήπως, λησμονῶν ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν Βουλήν, νομίζῃ ὅτι ὁμιλεῖ πρὸς τὴν δημοσιογραφίαν του, ἡ ὁποία αὔριον θὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπὸ κατηγορουμένου μετεβλήθη εἰς κατήγορον; Δι’ ἐμὲ ὅλα αὐτὰ, τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη λεγόμενα, δύνανται ἴσως νὰ ἐξηγηθῶσι καὶ διὰ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως. Θὰ νομίζῃ δηλαδή, ὅτι ἔχει ἀκόμη ὄπισθέν του τὴν πλειονοψηφίαν ἐκείνην, ἥτις εὑρίσκετο πρόθυμος πάντοτε νὰ τῷ λέγῃ, ὅτι πάντα, ὅσα ὑπεστήριζεν ἐντεῦθεν, ἦσαν ἄριστα, ἀδιάφορον δ’ ἂν ταῦτα ἀπεῖχον παρασάγγας ὅλους ἀπὸ τῆς ὀρθῆς τῶν πραγμάτων ἐκτιμήσεως. Θὰ νομίζῃ ὅτι, ὅπως εὑρίσκοντο οἱ ὀγδοήκοντα ὄπισθέν του καὶ ἔλεγον ὅτι δίκαιον εἶχε, μὴ ἐκτελέσας τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν, στηριζόμενος εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, θὰ εὑρεθῶσι καὶ ἄλλοι νὰ παραπλανηθῶσιν. Εἶναι ἴσως εἶδός τι εὐαρέστου διὰ τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν ψυχοπαθείας. Ἔσπευσε ν’ ἀπολογηθῇ σήμερον, ἐνῷ ἐγὼ δὲν ἀνέπτυξα τὴν ἐπερώτησίν μου ἀκόμη. Ἂς ἔχῃ ὑπομονὴν, μέχρις οὗ ἐκτυλίξωμεν ὅλα τὰ γεγονότα, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπέχει ποινικὴν εὐθύνην, καὶ τότε, ἂν ἡ Βουλὴ, ὡς ἐλπίζω καὶ εἶμαι βέβαιος, θελήσῃ νὰ φανῇ συνεπὴς πρὸς τὸ πρόγραμμά της, θὰ εὑρεθῇ ἴσως εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπολογηθῇ ἀλλαχοῦ· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, δὲν θὰ εὑρεθῇ οὐδεὶς νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ διαστροφὰς τῶν πραγμάτων καὶ παραμορφώσεις τῆς ἀληθείας.
§114ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Συγχρόνως καταθέτω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ προσαγωγῆς πληροφοριῶν τινων.
§115ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἀπόψε, εἰ δυνατόν, ἵνα ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν μᾶς ὑπολείπονται ἢ ὀλίγαι ἡμέραι.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 167).
§117ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς διεθνοῦς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Λαρίσσης προὐνόησε καὶ περὶ προεκτάσεως αὐτῆς μέχρι τοῦ λιμένος Ἰτέας. Οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν ἐπέκτασιν ταύτην εἰσὶ πρόδηλοι. Ὁ λιμὴν Ἰτέας εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων λιμένων τῆς Ἑλλάδος, ὁ μόνος δὲ λιμὴν ἐν τῷ Κορινθιακῷ κόλπῳ· ὁ λιμὴν οὗτος διακρίνεται διὰ τὸ εὖρος αὐτοῦ, ὅπερ ἐπιτρέπει τὴν ναυλόχησιν μεγίστου στόλου, διακρίνεται διὰ τὸ βάθος τῶν ὑδάτων αὐτοῦ, ὅπερ ἐπιτρέπει τὴν προσέγγισιν μεγίστων πλοίων, διακρίνεται τέλος διὰ τὸ ὑπήνεμον καὶ τὸ ἀσφαλὲς αὐτοῦ· διὰ τοῦ λιμένος αὐτοῦ ἐπικοινωνεῖ ἡ Πελοπόννησος πρὸς τὴν ἀνατολικὴν Ἑλλάδα, τὴν Εὔβοιαν καὶ τὴν Θεσσαλίαν· διὰ τοῦ λιμένος αὐτοῦ τελεῖται ἡ ἐμπορία ἰδίως τῶν ζώων ἀπὸ τῆς Θεσσαλίας καὶ Φθιώτιδος εἰς τὴν Πελοπόννησον. Ἐπειδὴ δὲ ἐπρόκειτο περὶ κατασκευῆς γραμμῆς, ἑνούσης τὴν πρωτεύουσαν πρὸς τὴν μεθοριακὴν γραμμὴν, ἐλαμβάνετο δὲ πρόνοια περὶ κατασκευῆς δύο παραρτημάτων τῆς αὐτῆς γραμμῆς μέχρι Χαλκίδος καὶ Στυλίδος, ἐπεβάλλετο νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ παραρτήματος μέχρις Ἰτέας, διότι μεταφορὰ στρατοῦ καὶ ὑλικοῦ ἐκ τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκ τῆς Πελοποννήσου πρὸς τὴν μεθόριον γραμμὴν δὲν δύναται νὰ γείνῃ εὐχερῶς, εἰμὴ διὰ τοῦ λιμένος Ἰτέας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὡς πρὸς τὴν προέκτασιν ταύτην δὲν ὑπῆρχε μελέτη, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο ἀκόμη γνωστὸν τὸ σημεῖον, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ ἐγίνετο ἡ ἕνωσις τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε διατάξει τοὺς ἁρμοδίους μηχανικοὺς νὰ μελετήσωσι τὰ τῆς προεκτάσεως ταύτης καὶ ὑποβάλωσι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐρευνῶν αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Αἱ μελέται διεξήχθησαν, καὶ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ὑπέβαλε τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν αὐτῶν, καθ’ ὃ ἡ πρὸς τὸν λιμένα Ἰτέας προέκτασις δέον νὰ ἔχῃ ἀφετηρίαν τὸ χωρίον Μπράλλο, νὰ ἦναι δὲ καὶ ἡ γραμμὴ αὕτη τῆς προεκτάσεως ἐπίσης εὐρεῖα, ὅπως καὶ ἡ γραμμὴ ἡ ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Λαρίσσης. Τοῦτο δὲ ἦτο φυσικὸν, διότι ἄλλως ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς προεκτάσεως ταύτης ἀπέβαινεν ἀδύνατος. Ὁ νόμος ὁ ἀφορῶν εἰς τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον προὐνόησε καὶ περὶ τῆς προμηθείας τοῦ ἀναγκαιοῦντος χρήματος ἐκ τοῦ συνομολογηθέντος ἐπὶ τούτου δανείου καὶ περὶ ἀναγκαίας πιστώσεως. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἀνέγνων εἰσέτι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμίαν διακήρυξιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς γραμμῆς ταύτης, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθεὶς πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὄντως ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὸν αἱ μελέται αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν προέκτασιν ταύτην καὶ διατὶ εἰσέτι δὲν προὐκάλεσε τὰς ἀναγκαίας προσφορὰς διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῆς, τοὐλάχιστον διὰ τὴν ὑποδομήν. Συνιστῶ δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ βραδύνῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς προεκτάσεως ταύτης, διότι δι’ αὐτῆς θέλει διευκολυνθῆ καὶ ἡ κατασκευὴ τῆς διεθνοῦς γραμμῆς. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Λαρίσσης, δὲν νομίζω ἄσκοπον νὰ ἐπερωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ σχετικοῦ θέματος, ἀφορῶντος τὴν διέλευσιν τῆς γραμμῆς ταύτης διὰ τῆς πόλεως Λαμίας, ἂν δηλαδὴ ἔλαβεν ἀπόφασίν τινα μέχρι τοῦδε. Ὅτε τὸ πρῶτον εἶχον μελετηθῆ τὰ τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Λαρίσσης, ἡ γραμμὴ αὕτη κατήρχετο εἰς τὰς Θερμοπύλας καὶ φυσικῶς ἀνήρχετο διὰ τῆς Λαμίας· ἀλλ’ ὅτε βραδύτερον ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ἐγνωμοδότησεν, ἵνα ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ κατασκευασθῇ ἀσφαλέστερον καὶ οἰκονομικώτερον, ἔθηκεν ὡς ἀπαραίτητον σημεῖον διελεύσεως τῆς γραμμῆς τὸ χωρίον Μπράλλο. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ εἶχεν ἐνδοιασμοὺς, ἂν ἔπρεπε νὰ διέρχηται διὰ τῆς Λαμίας ἢ διὰ τοῦ χωρίου Λιανοκλάδι, παρὰ τὰ λουτρὰ τῆς Ὑπάτης, καὶ νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν Θεσσαλίαν διὰ τοῦ πρὸ τῆς ἄλλοτε μεθορίου γραμμῆς σημείου Δερβὲν–Καρυὰ καὶ ὄχι διὰ τοῦ Δερβὲν–Φούρκα. Οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Λαμίας, ὡς ἦν ἑπόμενον, ἐξηγέρθησαν κατὰ τῆς τοιαύτης γνώμης τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, διότι ἡ πόλις τῆς Λαμίας ἐπρόκειτο νὰ στερηθῇ τοῦ πλεονεκτήματος, ὅπερ παρέχει αὐτῇ ἡ διέλευσις τῆς κυρίας γραμμῆς. Εἰς ὑποστήριξιν τῆς εὐλόγου ταύτης ἀπαιτήσεως τῶν κατοίκων Λαμίας προσήλθομεν ἡμεῖς, οἱ τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος ἀντιπρόσωποι, καὶ ὑπεβάλομεν τὰς ἀναγκαίας παραστάσεις εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἥτις, χρωμένη τῷ δικαιώματι, ὅπερ ἐκ τοῦ νόμου παρείχετο αὐτῇ, νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μὴ τὰ διαγράμματα, παρήγγειλε νὰ γένηται μελέτη εἰδικὴ περὶ τούτου, ὅπως ἐξακριβωθῇ, ἂν ὑφίσταται ζημίαν τινὰ ἡ διεθνὴς γραμμὴ, ἢ ἂν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου παρεβλάπτοντο ἐκ τούτου. Ὡς ἠδυνήθην νὰ πληροφορηθῶ, ἐπρόκειτο νὰ προεκταθῇ ἡ ὅλη γραμμὴ κατὰ 4 χιλιόμετρα, καὶ ἑπομένως ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου ἠδύνατο νὰ ἀνέλθῃ εἰς 500 χιλιάδας δραχμῶν περίπου. Ἠδύνατο δὲ καὶ αὐτὴ ἡ δαπάνη νὰ οἰκονομηθῇ, ἂν εἰς σημεῖον ἕτερον ἐν Θεσσαλίᾳ ἐγίνετο χάραξις νέα, οἰκονομοῦσα ἔκτασιν 3–4 χιλιομέτρων. Ἐπειδὴ δὲ καὶ αἱ περὶ τούτου μελέται διεξήχθησαν καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθεὶς πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλαβεν ἀπόφασίν τινα περὶ τούτου. Ἡ γραμμὴ δὲ ἡ σιδηροδρομικὴ συνδέεται ὁπωσδήποτε μετὰ τῶν λουτρῶν τῆς Ὑπάτης, διότι καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς χάραξιν διήρχετο ἡ γραμμὴ διὰ τοῦ Λιανοκλάδι, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται πλησίον τῶν λουτρῶν τῆς Ὑπάτης, καὶ νῦν ἡ μεγάλη γραμμὴ ἀναγκαίως ἑνωθήσεται διὰ παραρτήματος μετὰ τῶν λουτρῶν Ὑπάτης. Ὡς γνωστὸν, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἐκθέσει εἰς δημοπρασίαν τὴν κατασκευὴν τῶν λουτρῶν, ἀνέλαβε δὲ τὴν κατασκευὴν ἐργολάβος ἐπὶ ὡρισμένῳ τιμήματι, καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὸ ἔργον. Ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι δὲν ἐπροχώρησαν, καὶ τοῦτο, διότι πρὸς κατασκευὴν τοῦ καταστήματος τούτου ἀπῃτεῖτο συνομολόγησις εἰδικοῦ δανείου. Τὸ δάνειον τὸ ἀναγκαιοῦν πρὸς τοῦτο δὲν εἶναι μέγα, ἀνερχόμενον εἰς 100 χιλιάδας δραχμῶν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνόμιζεν, ὅτι αὐτὰ τὰ μικρὰ δάνεια ἔπρεπε νὰ τὰ ἑνώσῃ εἰς ἓν μέγα δάνειον· μάλιστα τότε εἶχε γεννηθῆ μία ἄλλη ἰδέα, νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ ἀμερικανικὸν σύστημα καὶ δι’ ἐνσφραγίστων προσφορῶν νὰ προκαλέσωμεν τὴν χορήγησιν τοιούτου δανείου. Ἀλλὰ περὶ τοῦ τρόπου ἢ τοῦ συστήματος, δι’ οὗ ἡ Κυβέρνησις θέλει συνομολογήσει τὸ δάνειον, δὲν πρόκειται νῦν. Τὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἐμὲ καὶ πάντας τοὺς γινώσκοντας τὴν ἀξίαν τῶν λουτρῶν Ὑπάτης εἶναι νὰ ἄρξηται καὶ περατωθῇ τὸ ἔργον ὡς τάχιστα. Ἂν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀκριβεῖς, τὸ ἔργον εἶναι ἀνεσταλμένον· ἐν τούτοις πάντες ἀναγνωρίζουσι τὴν χρησιμότητα τῶν λουτρῶν Ὑπάτης, καὶ πάντες ἐνδιαφερόμεθα, ὅπως χρησιμοποιηθῶσιν ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς κοινωνίας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Συνάμα δὲ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ βραδύνῃ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, ὅπερ, ὡς μικρὸν, δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ μετὰ συνεννόησιν πρός τινα τῶν ἐγχωρίων Τραπεζῶν, ἵνα μὴ τὸ ἔργον προσκόψῃ, ἐπὶ βλάβῃ τῆς δημοσίας ὑγείας.
§118ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παράπονα ἠκούσθησαν ἐκ μέρους ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, τῶν διδασκόντων εἰς τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν, ὅτι ἀπό τινος χρόνου ἐπὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως ἔπαυσαν ν’ ἀποδίδωνται πρὸς αὐτοὺς θαλάσσιαι ἀποδοχαί, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ὅλοι οἱ τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ ἐλάμβανον θαλασσίας ἀποδοχάς. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔπαυσαν νὰ χορηγῶνται πρὸς αὐτοὺς θαλάσσιαι ἀποδοχαί. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δώσῃ σχετικὰς πληροφορίας τόσον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅσον καὶ περὶ τοῦ ἂν ἡ ὑπηρεσία γινώσκῃ, ὅτι ἀξιωματικοί τινες, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐδίδασκον εἰς τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν, χωρὶς νὰ διδάξουν ποτὲ, ἐλάμβανον ἐπιμίσθιον, καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον.
§119ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Εἰς ὅσους ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ δίδωνται θαλάσσιαι ἀποδοχαὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου δὲν ἐπέτρεψε νὰ δίδωνται. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δίδηται θαλασσία ἀποδοχὴ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐκπληροῦντας ὑπηρεσίαν ἐπιθεωρητοῦ ἐν τῇ Σχολῇ, διότι δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς δὲν προβλέπει ὁ νόμος. Τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα παρέχω εἰς τὸν κύριον συνάδελφον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ἐπερώτησίν του, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ τὴν καταθέσῃ ἐγγράφως.
§120ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν 22 Μαΐου 1889 εἶχε συνομολογηθῆ σύμβασις μεταξὺ τῶν τότε Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ναυτικῶν καὶ τῆς ἐν Σύρῳ Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀνελαμβάνετο παρὰ τοῦ Δημοσίου τὸ ἀτμόπλοιον «Σφακτηρία», τὸ ὁποῖον πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους εἶχε πωληθῆ εἰς τὴν ἑταιρίαν ταύτην. Ἡ σύμβασις αὕτη, κατὰ ῥητὴν αὐτῆς διάταξιν, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ παρῆλθεν ἓν ἥμισυ ἔτος χωρὶς νὰ γείνῃ τοῦτο. Νομίζω ἑπομένως καθῆκόν μου νὰ τὴν ὑποβάλω διὰ νομοσχεδίου εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ὑποβάλλω ἐπίσης εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ κύρωσις ἐκτάκτου πιστώσεως 180,110 δραχμῶν, χορηγηθείσης διὰ βασιλικοῦ διατάγματος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν κατασκευὴν διαφόρων κτιρίων. Παρακαλῶ δὲ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα πιστώσεις, λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ ἐκφέρῃ τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἀπόφασίν της, διότι πρέπει νὰ ψηφισθῶσι καὶ ταῦτα πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀδείας πρὸς παραχώρησιν δικαιώματος ἐκμεταλλεύσεως ἀργυρούχου βαρυτίνης. Ἡ βαρυτίνη εἶναι μετάλλευμα ὅλως νέον καὶ τὸ πρῶτον ἴσως παρουσιαζόμενον παρ’ ἡμῖν. Εἶναι ἀργυροῦν μετάλλευμα, τὸ ὁποῖον, ἂν αἱ θεωρητικαὶ περὶ αὐτοῦ ἰδέαι ἀληθεύσωσιν, ἔσεται πλούσιον καὶ πρόξενον σπουδαίας προσόδου εἰς τὸ Δημόσιον. Ὁ τοιοῦτος χαρακτὴρ τοῦ μεταλλεύματος τούτου ἔπεισε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραχωρηθῇ ἐπὶ ταῖς βάσεσιν, ἐφ’ αἷς παραχωροῦνται τὰ συνήθη μεταλλεῖα, ἀλλ’ ἐπὶ βάσεσιν ἀλλοίαις. Πρὸς ἐξεύρεσιν δὲ τοῦ ἐπωφελεστέρου καὶ πρακτικωτέρου τρόπου τῆς παραχωρήσεως αὐτοῦ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις τὰ μέσα τῆς μελέτης τοῦ ζητήματος διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν συμπεριελήφθη πίστωσις ἀφορῶσα τὴν ἐκτέλεσιν τοπογραφικῶν καὶ γεωδαιτικῶν ἐργασιῶν. Ἡ ἐργασία αὕτη ἐξακολουθεῖ γιγνομένη. Ὑποβάλλω ἑπομένως νομοσχέδιον μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς χορηγίαν πιστώσεως ἀναγκαίας πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐζήτησε διαφόρους πληροφορίας, ἀναφερομένας εἰς τοὺς προηγουμένους γενικοὺς λογαριασμούς. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἐζήτησα παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον μοὶ γράφει, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν εἶναι ἕτοιμοι, τινὲς εἶναι ἐν τῷ ἑτοιμάζεσθαι, καί τινες ἀπαιτοῦσι πολὺν χρόνον, ἵνα ἑτοιμασθῶσι. Καταθέτω τὴν ἐπιστολὴν τοῦ διευθύνοντος τὸ Λογιστήριον, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ ζητήσας ταύτας κ. συνάδελφος. Διάφοροι Βουλευταὶ ἐζήτησαν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ὅπως κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ, περιέχων ὅλους τοὺς ἰσχύοντας νόμους περὶ τῶν ἀμέσων φόρων, μεθ’ ὧν σχετίζεται τὸ ὑποβληθὲν ἐτήσιον φορολογικὸν νομοσχέδιον. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπῆρχε προηγουμένη ἐργασία, διὰ τῆς ὁποίας συνεκεντρώθησαν οἱ νόμοι οὗτοι εἰς φυλλάδια. Εἶναι, ὡς βλέπετε, τέσσαρα τὰ φυλλάδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἀνατυπωθῶσιν, ὅπως διανεμηθῶσιν εἰς ὅλους τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, διότι εἶναι βιβλία ὁλόκληρα· ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ὀλίγα ἀκόμη ἀντίτυπα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὰ ὁποῖα καταθέτω εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἵνα ὅστις θέλῃ νὰ συμβουλευθῇ ταῦτα δυνηθῇ νὰ δανεισθῇ αὐτὰ ἐκ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσαχθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 168–171).
§122ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπό τινων ἡμερῶν ἡ κώμη τῆς Εἰδυλλίας διατελεῖ ἀποκεκλεισμένη ἕνεκα τῆς χιόνος. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε μέτρα.
§123Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διέταξα τὸ σύνταγμα τοῦ Μηχανικοῦ, ἵνα ἀποστείλῃ τοὺς ἀναγκαίους ἄνδρας, ὅπως ἀποκαταστήσωσι τὴν συγκοινωνίαν, ἀφαιροῦντες τὰς χιόνας, αἵτινες κατέπεσαν. Παρεκάλεσα δὲ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀνοίξῃ πίστωσιν πρὸς χορηγίαν βοηθείας τινὸς εἰς τοὺς ἄνδρας.
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅπερ καὶ ἐγένετο.
§125ΣΧΙΝΑΣ. Δυστυχῶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ Πήλιον, καίτοι κείμενον μεταξὺ δύο θαλασσῶν, κατεκλύσθη ὑπὸ τῶν χιόνων, καὶ εἰς τοσοῦτον μάλιστα ὕψος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦνται οἱ κάτοικοι πρὸ πεντηκονταετίας. Ἔξω τῆς πόλεως Βώλου καὶ τὰ εἰς ἀπόστασιν δύο μόνον ὡρῶν χωρία ἀπεκλείσθησαν. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπόκειται νὰ πράξῃ ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δέν μοι ἀνεκοινώθη τι ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων ἀρχῶν. Ἐάν μοι ἀνεκινοῦτο, βεβαίως ἤθελον λάβει τὰ αὐτὰ μέτρα.
§127ΣΧΙΝΑΣ. Σήμερον ἔλαβον ἐπιστολὰς, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ ἀναγγέλλουσιν, ὅτι ἡ συγκοινωνία εἶναι ἐντελῶς διακεκομμένη.
§128ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ δεύτερον ἤδη ἀνεβλήθη ἡ διαταχθεῖσα ἐπαναληπτικὴ ἐκλογὴ εἰς τὸν δῆμον Βωμέας τῆς Δωρίδος, καὶ ἂν ἔχῃ πληροφορίας, πότε πρόκειται ἡ ἐκλογὴ αὕτη νὰ ἐνεργηθῇ νῦν.
§129Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ζητήσω τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§130ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπίσης καὶ διὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν Σαλαμῖνος.
§131Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι προσδιωρίσθη ἡ 3 Μαρτίου.
§132ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι καί τι σχετικὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καθόσον ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας,—τὸ θεωρῶ ἀπίστευτον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ὁπωσδήποτε ἀνησύχησε τὴν κοινὴν γνώμην, διὰ τοῦτο προκαλῶ μίαν διάψευσιν,— ὅτι δηλ. ἐπρόκειτο νὰ ἀποκλεισθῇ ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ κατὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν βουλευτικὴν ἐν Αἰγίνῃ καὶ Σαλαμῖνι ἐκλογὴν ἡ κάλπη τοῦ κ. Μελᾶ. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ. Ὁ κ. Μελᾶς εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἐπιλαχόντων, καὶ ἔπρεπε νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῆς διαδόσεως ταύτης, μόνον ὅπως διαψευσθῇ.
§133Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαιρεθῇ οὐδεὶς τῶν ὑποψηφίων ἐκ τῶν μειονοψηφισάντων.
§134ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ἔπρεπε μόνον νὰ διαψευσθῇ.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως γεωργικοῦ σταθμοῦ ἐν Βυτίνῃ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§136ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔχετε ἤδη ἐνώπιόν σας, κύριοι Βουλευταί, τὴν διαθήκην ἢ μᾶλλον τὰς δύο διαθήκας τοῦ μακαρίτου Τριανταφυλλίδου, ἔχετε δὲ καὶ τὴν συμφώνως τῇ ἐπιθυμίᾳ αὐτοῦ γνώμην τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τὸν νόμον τοῦ 1887, ὅστις ἀποτελεῖ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι οἱ μελετήσαντες τὸ νομοσχέδιον ἔλαβον ὑπ’ ὄψει καὶ τὸν νόμον τοῦτον τοῦ 1887, τὸν ἐκδοθέντα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διαθήκης ταύτης. Τὸ σήμερον φερόμενον νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ λογισθῇ ὡς ἐκτέλεσις τῆς διαθήκης. Καὶ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὡς τοιοῦτον εἰσήχθη, βεβαίως δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἐπιθυμίν τοῦ διαθέτου, ἥτις ἦτο νὰ γείνῃ διὰ τοῦ κληροδοτήματός του ἓν ἔργον γενικῆς ὠφελείας, οὐχὶ ἓν ἵδρυμα καθαρῶς τοπικοῦ συμφέροντος. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἐξηγήσω, διατὶ, ἐνῷ ἀκόμη δὲν ἐξετελέσθη ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ διαθέτου διὰ τῆς ἱδρύσεως τῆς σχολῆς τῆς Τύρινθος, ὡς ἐξεφράζετο ἐν τῇ πρώτῃ διαθήκῃ του, καὶ ὡς ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Σύγκλητος ἀπεφάνθησαν, ἔσπευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ κατὰ πολλὰς ἐπόψεις δεικνύον, ὅτι τὸ θέμα, περὶ οὗ διαπραγματεύεται, δὲν ἔχει ἐπαρκῶς μελετηθῆ ὑπ’ αὐτοῦ. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου προδίδεται τὸ ἀμελέτητον τοῦ θέματος, διότι ὁ εἰσαγαγὼν Ὑπουργὸς ἀγνοεῖ, ἐὰν ἐν Βυτίνῃ ὑπάρχωσιν ἐθνικαὶ γαῖαι, χρησιμεύουσαι ὅπως γίνηται ἡ παραδειγματικὴ διδασκαλία διὰ τοὺς γεωργούς· ἀγνοεῖ δ’ ἔτι, ἐὰν ὑπάρχωσι παρὰ τὰς ὄχθας τοῦ Λάδωνος καὶ ἰδιόκτητοι γαῖαι, τὰς ὁποίας νὰ ἀγοράσῃ, κατὰ τὸν νόμον περὶ ἀπαλλοτριώσεως γαιῶν χάριν ὁδοποιΐας, ὅπως χρησιμοποιήσῃ εἰς τὴν παραδειγματικὴν διδασκαλίαν. Ἀφοῦ τοῦτο ἀγνοεῖ, νομίζω ὅτι δύναταί τις νὰ μεμφθῇ τῆς σπουδῆς του κατὰ τοῦτο, διότι ὤφειλε τοὐλάχιστον ἀκριβέστερον νὰ γνωρίζῃ εἰς ποῖον μέρος ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ γεωργικὴ διδασκαλία καὶ νὰ γείνῃ τμῆμα γεωργικόν. Ὁ ἀοίδιμος Τριανταφυλλίδης ἐσκόπει, ὡς εἶπον, νὰ κάμῃ ἔργον πανελληνικόν, καὶ διὰ τοῦτο ἀφῆκε τὴν περὶ αὐτοῦ κρίσιν (ἀφοῦ πρῶτον ἐξέφρασε τὴν γνώμην περὶ Τίρυνθος) εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα καὶ εἰς τὴν Σύγκλητον τοῦ Πανεπιστημίου, σκεφθείς, ὅτι ἀπὸ γενικῆς ἰδέας τὰ σώματα ταῦτα ἤθελον ἀφιερώσει τὸ κληροδότημα εἰς ἔργον ἄξιον τῆς θυσίας αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ ἐπιθυμία αὕτη τοῦ διαθέτου δὲν ἐπραγματοποιήθη, διότι ἡ μὲν ἐν Θεσσαλίᾳ συστηθεῖσα σχολὴ, ἡ οὐχὶ κατὰ πλήρη ἐφαρμογὴν τῆς διαθήκης τοῦ Τριανταφυλλίδου γενομένη, δὲν εἶναι καθαρὸν τοῦ Τριανταφυλλίδου τὸ ἔργον, ἡ δὲ σχολὴ τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἔχει ὀργανισμὸν σχολῆς γενικῆς ὠφελείας, καὶ τέλος ἡ σχολὴ, ἡ ὁποία ἀνέκαθεν ὑπεδείχθη ὡς ἐν τόπῳ προσφόρῳ πρὸς γεωργικὴν διδασκαλίαν, ἡ τῆς Τίρυνθος δηλονότι, δὲν ἐσυστήθη ἔτι, οὐδὲ παρασκευὴ πρὸς σύστασιν αὐτῆς ἐγένετο, καὶ ἀγνοῶ διὰ ποῖον λόγον μέχρι τοῦδε ἀφίνεται, ἀφοῦ μάλιστα ἐθεσπίσθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἀφ’ ὅτου καὶ αἱ γαῖαι αἱ εἰς αὐτὴν ἀνήκουσαι μένουσιν ἀνενοικίαστοι, πρὸς βλάβην τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐὰν καλῶς παρατηρήσῃ τις τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδῃ, ὅτι δι’ αὐτοῦ συνιστῶνται τρεῖς σχολαί, ἀσύνδετοι πρὸς ἀλλήλας, ἄσχετοι καὶ παρ’ ἰδίου ἑκάστη διευθυνόμεναι προσώπου, ἤτοι ἡ καθαρῶς γεωργικὴ, ἡ δασοκομικὴ καὶ ἡ, ὡς ὀνομάζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, λεπτοξυλουργική. Ἡ πρώτη σκοπεῖ τὴν παραδειγματικὴν διδασκαλίαν τῆς γεωργίας διὰ τῶν νέων ἐργαλείων καὶ διὰ τεχνικωτέρου τρόπου καλλιεργείας ἀπὸ τὸν σήμερον ἐν χρήσει Ἡσιόδειον τρόπον. Ἀλλ’ ὅπως γνωρίζομεν ὅλοι, ἐν Γορτυνίᾳ οὐδὲ ἡ ἀμπελουργία ἔχει μεγάλην ἔκτασιν, οὐδὲ ἡ καθαρὰ γεωργία.
§137Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λάθος ἔχετε πολύ.
§138ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἀπαντᾶτε κατόπιν. Ὑπάρχουσιν ἄλλα κέντρα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ τοιαύτη διδασκαλία ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ λυσιτελεστέρα καὶ πρακτικωτέρα καὶ ἐπωφελεστέρα. Ἐν Γορτυνίᾳ ὑπάρχουσι δάση, καὶ ἐκεῖ τῷ ὄντι ἡ δασοκομικὴ ἠδύνατο νὰ ἦναι χρήσιμος. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν λεπτουργικὴν καλουμένην σχολὴν, τὴν ὁποίαν περιορίζει πάλιν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι σχολὴ ἀναγκαία, οὐδὲ συνδεομένη ἀπρὶξ πρὸς τὴν δασοκομικήν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι μειονέκτημα καὶ ἄλλο τι καταβιβάζον τὴν διάθεσιν τοῦ ἀειμνήστου διαθέτου καὶ τὴν γνώμην καὶ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ ἀνευρίσκω ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Δι’ αὐτοῦ ὁρίζεται, ὅτι δύνανται νὰ διδαχθῶσι μόνον «οἱ περίοικοι, ἢ τὰ τέκνα τῶν πέριξ οἰκούντων». Καὶ βεβαίως γεννᾶται ἀμέσως ἡ ἀπορία εἰς τὸν ἐφαρμόσοντα τὸν νόμον, ποία ἡ ἀκτὶς αὕτη, ἡ ἀπὸ κέντρου τοῦ σχολείου διαγράφουσα τὸν κύκλον, τὸν ὁρίζοντα τοὺς περιοίκους καὶ τοὺς πέριξ οἰκοῦντας. Εἶναι ὅροι νομοθετικοὶ, τοὺς ὁποίους θὰ ἐφαρμόσῃ ἡ διοίκησις, ἀλλὰ καθ’ ὃ μέτρον αὕτη γνωρίζει. Τὸ νομοσχέδιον ἐπίσης ὁρίζει, ὅτι εἰς αὐτοὺς μόνον τοὺς περιοίκους καὶ τοὺς πέριξ οἰκοῦντας δύνανται νὰ δοθῶσιν ἐργαλεῖα γεωργικὰ ἐπὶ τιμήματι κατὰ τὰ ⅔ μικροτέρῳ ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπρομηθεύθη τὸ Δημόσιον τὰ ἐργαλεῖα ταῦτα. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου νομίζει τις, ὅτι ἐσκόπει τὸ νομοσχέδιον νὰ ἀποκλείσῃ πάντας τοὺς Καλαβρυτινοὺς, τοὺς Ἠλείους, τοὺς Ἀρκάδας, τοὺς Κορινθίους τῶν ὀρεινῶν δήμων, διότι οὗτοί εἰσι γείτονες, ἀλλὰ βεβαίως οὐχὶ περίοικοι, καὶ διότι αὐτοὶ οὐδὲ εἶναι δυνατὸν, καθ’ ἃ τὸ νομοσχέδιον ὀργανίζει τὴν διδασκαλίαν, νὰ παρακολουθῶσιν αὐτὴν, οὐδὲ τὰ τέκνα αὐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ καταταχθῶσιν, οὐδὲ νὰ ὠφεληθῶσι τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ οὕτω τὸ ἔργον τοῦ ἀειμνήστου Τριανταφυλλίδου, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἀφιέρωσεν εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, διασπᾶται καὶ περιορίζεται μόνον εἰς τοὺς Γορτυνίους. Διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκω εὔλογον τὴν ῥῆσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις, εἰσηγούμενος τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν, εἶπεν ὅτι ἱδρύει τὸν σταθμὸν τοῦτον πρὸς τιμὴν τοῦ μακαρίτου Τριανταφυλλίδου. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο μειονέκτημα ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Ὁρίζει μόνον τὸ ποσὸν τὸ διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἐργαλείων καὶ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ πρώτου τῶν τμημάτων, ἀλλὰ τὴν ὅλην δαπάνην καὶ τὸ πρὸς ἀγορὰν γαιῶν διατεθησόμενον ποσὸν οὐδόλως ὁρίζει, καὶ ἀφίνει μὲν τὸν Ὑπουργὸν νὰ διαθέσῃ ὅλους τοὺς ἀπὸ τοῦ 1885 τόκους τοῦ κληροδοτήματος, ἐνῷ δὲ δὲν τροποποιεῖ οὐσιωδῶς τὸν νόμον τοῦ 1887, ὅστις προεῖδεν, ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διαθήκης τοῦ Τριανταφυλλίδου ἤθελον ἱδρυθῇ τρεῖς κεντρικαὶ σχολαὶ διδασκαλίας τῆς γεωργίας, ἡ μὲν ἐν Ἀθήναις, ἡ δὲ ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἡ τρίτη ἐν Ἀργολίδι, (τὰ τρία ὁμολογουμένως μεγαλείτερα κέντρα τῶν τριῶν τμημάτων τῆς Ἑλλάδος) καὶ πρὸς τοῦτο ὥρισεν, ὅτι δύνανται νὰ καταναλωθῶσιν οἱ τόκοι τοῦ κληροδοτήματος τούτου, οἱ πρὸ τοῦ 1886, σήμερον τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει τοὺς τόκους καὶ τοῦ 1886 μόνον διὰ τὴν δαπάνην τῆς συντηρήσεως τοῦ γεωργικοῦ σταθμοῦ, καὶ ἀφίνει ἐν τῷ ἀδυνάτῳ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἀφοῦ τοὺς ἀπὸ τοῦ 1886 τόκους διατίθησιν εἰς τὸν σταθμὸν Βυτίνης. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, διατὶ, ἐνῷ δὲν τροποποιεῖ τὸν νόμον τοῦ 1887, δὲν ἱδρύει τὴν ἐν Τύρυνθι γεωργικὴν σχολήν; Διατὶ δὲ ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἱδρυθῇ ἐκείνη, καὶ ἀφῄρεσε τοὺς πρὸς ἵδρυσιν αὐτῆς πόρους; Δὲν ἐρωτῶ πλέον τοὺς προκατόχους αὐτοῦ περὶ τούτου, διότι ἠξεύρω ὅτι δύνανται νὰ εὕρωσι τὴν δικαιολογίαν, ὅτι δὲν εἶχε παρέλθει τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐκείνου ὁριζόμενον, ἐπῆλθε δὲ καὶ ἡ τοῦ Κασσαβέτη δωρεὰ, ἡ ὁποία ἐτροποποίησεν ἐν μέρει τὰ περὶ σχολῆς τῆς Θεσσαλίας, Ἐρωτῶ λοιπὸν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, σκοπεῖ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν νόμον τοῦ 1887 περὶ ἱδρύσεως τῆς γεωργικῆς ἐν Τίρυνθι σχολῆς; Παρετήρησα ὅτι τινὲς συνάδελφοι ἐξέλαβον, ὅτι περὶ ἰδίας ἑστίας ὁμιλῶ, ὑπομιμνήσκων καὶ μεριμνῶν διὰ τὴν τῆς Τίρυνθος σχολήν. Θ’ ἀφαιρέσω ἀμέσως τὴν κατὰ τῆς ὁμιλίας μου τοιαύτην πρόληψιν. Ἡ πεδιὰς τῆς Ἀργολίδος δὲν εἶναι τῆς ἐπαρχίας μου μόνον, εἶναι μᾶλλον τῆς ἐπαρχίας Ἄργους, ἔχει περὶ τὰς 150 ἕως 200 χιλιάδας στρεμμάτων ἔκτασιν καὶ κυρίως ἔχει ποικιλίαν παραγωγῆς, οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ παρατηρουμένην, ἐπιτρέπουσαν δὲ τὴν ἐν πᾶσι διδασκαλίαν τῆς καλλιεργείας τῶν εἰδῶν τούτων, ἥτις σήμερον ἀτέχνως καὶ αὐτομαθῶς διεξάγεται. Ἡ πεδιὰς ἐκείνη ἔχει κατοίκους φιλοπόνους καὶ νοήμονας, ἔχει παρ’ αὐτὴν θάλασσαν εὐρεῖαν, ἔχει κτηνοτροφίαν καὶ προσέτι ἕλη, ὧν τὴν ἀποξήρανσιν ἠδύναντο νὰ ἐπιδιώξωσιν οἱ κάτοικοι, ἂν εἶχον σχετικὰς γνώσεις, καὶ ἡ ἀποξήρανσις αὐτῶν ἤθελε τὸν μὲν τόπον ἐξυγιάνει, τὴν δὲ παραγωγὴν πολλαπλασιάσει. Ἐκεῖ λοιπὸν, ἐν κέντρῳ τοιούτῳ, ὅπου δημόσια καταστήματα μεγάλα καὶ πολλὰ ὑπάρχουσιν, ὡς καὶ τὸ ἱπποφορβεῖον, τοῦ ὁποίου αἱ γαῖαι καὶ τὰ καταστήματα δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν, ἐκεῖ δύναται τελεσφόρως νὰ γείνῃ ἡ παραδειγματικὴ διδασκαλία, ἐν συνδυασμῷ μάλιστα πρὸς τὴν θεωρητικὴν διδασκαλίαν καὶ πρὸς τὴν βοτανικὴν καὶ πρὸς τὴν κτηνοτροφίαν, καὶ ἐπὶ γενικωτέρᾳ ὠφελείᾳ, διότι καὶ κτηνιατρικῆς πρακτικὰ μαθήματα ἠδύναντο νὰ γείνωσιν ἐπωφελῶς. Ἴσως τοῦ μέχρι τοῦδε δοκιμασθέντος εἰς τὰς δύο σχολὰς (τὴν Κασσαβέτειον ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ τὴν ἄλλην τὴν ἐν Ἀθήναις) συστήματος τῆς διδασκαλίας νὰ μὴ προβλέπηται ἐπιτυχία· τοῦτο ὅμως εἶναι λόγος βελτιώσεως τοῦ ὀργανισμοῦ, οὐχὶ δὲ καταργήσεως τῶν σχολῶν ἢ μὴ ἱδρύσεως τῆς ἐν Τύρινθι. Ἐνῷ λοιπὸν καταναλίσκεται μέγα ποσὸν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ μακαρίτου Τριανταφυλλίδου οὐχὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διαθήκης καὶ τῆς καθολικῆς καὶ πανελληνικῆς γνώμης αὐτοῦ, ἀλλὰ πρὸς πρόσκαιρον παροχὴν μικρῶν ὀφελημάτων εἰς Γορτυνίους, ἀφίνονται μεγάλαι ἀνάγκαι τῆς γεωργίας ἀνεκπλήρωτοι, παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ διαθέτου καὶ τὴν θυσίαν αὐτοῦ, καὶ γίνεται τοῦτο δῆθεν χάριν τῆς μνήμης τοῦ διαθέτου, ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον ὑποδεικνύει ἐν τῷ πρώτῳ αὐτοῦ ἄρθρῳ. Τούτων ἕνεκα θὰ ψηφίσω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Φρονῶ δὲ, ὅτι νόμος εἰσαχθεὶς ἄνευ τῆς προσηκούσης μελέτης, τοιοῦτον σκοπὸν μικρὸν ἔχων, δὲν δύναται νὰ ᾖναι μακρόβιος, καὶ ἡ ὑπηρεσία, ἣν θέλει νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν πατρίδα του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν θὰ ᾖναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες θὰ διαιωνίσωσιν οὔτε τὴν μνήμην τοῦ μακαρίτου Τριανταφυλλίδου οὔτε τὸ ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ συμπολίτου τοῦ διαθέτου.
§139Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀνυσηχεῖτε.
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὰ ἐρωτήματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίου. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐκδοθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους καὶ ἐφαρμοσθῇ, καὶ ἐὰν συμβῇ νὰ μὴ ἐπιζήσῃ καθ’ ὃν χρόνον ἐγὼ δὲν θὰ ἦμαι ἐν τῇ Κυβερνήσει, βεβαίως δὲν φέρω ἐγὼ τὴν εὐθύνην. Θέλουσι φέρει τὴν εὐθύνην ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον παραλίπει ἢ καταστρέψει τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρόκειται νὰ οἰκοδομηθῇ. Περὶ τούτου δὲν μεριμνῶ, οὔτε συνδέομαι δι’ ἄλλου τινὸς πόθου ἢ δεσμοῦ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἰμὴ μόνον διὰ τοῦ δεσμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ εὐγνωμοσύνη, ἣν ὀφείλω ἐγὼ μὲν πρὸς συμπολίτην μου, ὑμεῖς δὲ πρὸς Ἕλληνα, ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ κατάγηται ἐκ τοῦ αὐτοῦ τόπου, ἐν ᾧ καὶ ἐγὼ ἐγεννήθην. Τὸ αἴσθημα τοῦτο ὡδήγησε καὶ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, ἵνα ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διότι οὐδεμίαν ἄλλην δικαιολογίαν προέβαλε τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως γεωργικοῦ σταθμοῦ ἐν Βυτίνῃ, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἢ ὅτι ὁ σταθμὸς οὗτος ἐπροτείνετο νὰ συστηθῇ ἐν Βυτίνῃ, τῇ γενεθλίῳ κώμῃ τοῦ καταλιπόντος ἅπασαν τὴν περιουσίαν αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς χώρας (ἀναγινώσκει): «Ἐν Βυτίνῃ, τῇ γενεθλίῳ πόλει τοῦ ἐγκαταλιπόντος ἅπασαν τὴν περιουσίαν αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς χώρας ἀειμνήστου Τριανταφυλλίδου, δίκαιον εἶναι νὰ ἱδρυθῇ πρὸς τὸ παρὸν γεωργικὸς σταθμός...» Τοῦτο ἀπετέλεσε τὴν δικαιολογίαν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὑπέβαλεν, αὐτὸς δὲ ὁ λόγος προετάθη ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἐγὼ τὸ αἴσθημα τοῦτο ἔχω φυσικῶς ζωηρότερον, διότι ἐγεννήθην ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν Τιρυνθίδι ὑπῆρχε γεωργικὸν σχολεῖον, τὸ ὁποῖον συνεστήθη τὸ 1845 ἢ 1846, τὸ ὁποῖον διετηρήθη πολλὰ ἔτη, τὸ ὁποῖον συνέπεσεν, ὑπάλληλος τυγχάνων τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1848, νὰ ἀποσταλῶ, ἵνα ἐπισκεφθῶ, καὶ συνέπεσε νὰ διαμείνω ἐκεῖ περὶ τὰς εἴκοσιν ἡμέρας, ἐξετάζων καὶ ἐρευνῶν. Τὸ γεωργικὸν ἐκεῖνο σχολεῖον τότε διηύθυνεν ὁ μακαρίτης Πρῶτος, ἦτο δὲ συνδεδεμένον μετὰ ἱπποφορβείου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἱδρυθῆ εἰς τὸν μυχὸν τοῦ Ἀργολικοῦ κόλπου. Τὸ γεωργικὸν ἐκεῖνο σχολεῖον διελύθη, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ πλέον σκοπίμως καὶ ἐπωφελῶς. Ἡ ἀξίωσις δὲ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας, νὰ μὴ λησμονηθῇ ἡ Τίρυνς, εἶναι εὔλογος καὶ δικαία, οὐδὲ καταλογίζω τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ εἰς ἴδιόν τι συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει αὐτῷ ἡ ἐκ τοῦ τόπου ἐκείνου καταγωγή του. Ἡ Τίρυνς εἶναι χώρα ἐπιτηδειοτάτη, ἵνα ἱδρυθῇ ἐκεῖ γεωργικὸν σχολεῖον, ἡ δὲ ἵδρυσις γεωργικοῦ σχολείου θὰ ἦναι σκοπιμωτάτη ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, διότι καὶ γαῖαι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ εὔφοροι πρὸς παραγωγὴν ποικίλων προϊόντων, καὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐργατικοὶ, καὶ πολλαὶ ἐκτάσεις γαιῶν ὑπάρχουσι πρόσφοροι. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὅταν τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ὑπέβαλε τὸ πρῶτον νομοσχέδιον τοιοῦτον, κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1888, ἐν αὐτῷ δὲν εἶχε διαλάβει περὶ τῆς Τιρυνθίδος, ἀλλὰ μόνον δι’ αὐτοῦ ἐνομοθετεῖτο σύστασις σταθμοῦ γεωργικοῦ ἐν Βυτίνῃ, δι’ ὃν λόγον ἐξέθηκα ὑμῖν, ἀναγνοὺς τὸ προοίμιον τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου· ἀλλ’ ὅτε μετὰ πολὺν χρόνον εἰσήγαγεν αὖθις τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο,—διότι εἶχε καταλειφθῆ ἐκκρεμὲς ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ ἓν περίπου ἔτος,—καὶ τὸ νέον νομοσχέδιον περιεῖχεν αὐτὰς ταύτας τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας περιεῖχε τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, δηλ. ἐπραγματεύετο καὶ ἐκανόνιζε τὰ τῆς συστάσεως γεωργικοῦ σταθμοῦ ἐν Βυτίνῃ, γενεθλίῳ χωρίῳ τοῦ ἀειμνήστου Τριανταφυλλίδου, παρεῖχε δὲ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιτρέψῃ διὰ διατάγματος τὴν σύστασιν γεωργικοῦ σταθμοῦ καὶ ἐν Τιρυνθίδι, μέχρις οὗ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐγκατάστασις γεωργικῆς σχολῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ᾼΦΜΒʹ τοῦ 1887. Τὰ περὶ τῆς συστάσεως τοῦ γεωργικοῦ σταθμοῦ ἐν Τιρυνθίδι ἔμελλον νὰ κανονισθῶσι διὰ Β. διατάγματος, καὶ ἔμελλε νὰ συστηθῇ ἐκεῖ γεωργικὸς σταθμός, ἕως οὗ ἤθελε καταστῆ δυνατὴ ἡ σύστασις τοῦ γεωργικοῦ σχολείου. Ἐγὼ δὲν διέλαβόν τι περὶ τούτου, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον ἐν νομοσχεδίῳ, εἰδικὸν πληροῦντι σκοπόν, τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεως γεωργικοῦ σταθμοῦ ἐν Βυτίνῃ, τῇ γενεθλίῳ χώρᾳ τοῦ ἀειμνήστου Τριανταφυλλίδου, τῆς συστάσεως λέγω γεωργικοῦ σταθμοῦ μόνον διότι ὁ τόπος ἐκεῖνος εἶναι ἡ γενέθλιος χώρα τοῦ ἀειμνήστου Τριανταφυλλίδου, πρὸς ἐκδήλωσιν εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν ἀείμνηστον Τριανταφυλλίδην, δὲν εἶναι προσῆκον νὰ περιληφθῶσι διατάξεις περὶ ἄλλης τινὸς σχολῆς. Τὴν γνώμην, ἣν ἔχω περὶ τῆς γεωργικῆς σχολῆς Τίρυνθος, ἐξέθηκα, καὶ ἐὰν μένω ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποθέτω ὅτι θέλω προσεχῶς ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν, προτείνων εἰς αὐτὴν μέτρα ὑπὲρ τῆς συστάσεως γεωργικῆς σχολῆς ἐν Τιρυνθίδι, κατ’ ἄλλον ὅμως τρόπον, διότι συμπαθέστατα πρὸς τὴν χώραν ἐκείνην διάκειμαι καὶ ἴσως ὅσον καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας, εἰ καὶ ἐκεῖνος κατάγεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχον νὰ εἴπω περὶ τῆς Τιρυνθίδος. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ τοπικισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀνεκάλυψεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ τὰ τῶν περιοίκων καὶ τὰ τῆς ἀνεπιτηδειότητος τοῦ τόπου διὰ σύστασιν σχολείου πρὸς κατασκευὴν λεπτουργημάτων....
§141ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διὰ τὴν σύστασιν γεωργικῆς σχολῆς.
§142ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ τὰ τῆς ἀνεπιτηδειότητος τοῦ τόπου πρὸς σύστασιν γεωργικῆς σχολῆς καὶ τὰ τοῦ ἀμελετήτου τῆς ὑποθέσεως, ἀμελετήτου, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐδίστασεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας νὰ ἐκφράσῃ καὶ μομφὴν κατ’ ἐμοῦ, περὶ τούτων νομίζω ὅτι δύναμαι ἐλάχιστα νὰ εἴπω. Πρῶτον ἡ σύστασις τεχνουργίας δὲν ἐνδείκνυται μόνον ἐκ τοῦ δασώδους τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐνδείκνυται προσέτι καὶ ἐκ τῆς ἕξεως, ἣν ἔχουσιν οἱ περίοικοι, νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὴν κατασκευὴν σκευῶν ἐκ παντοίων ξύλων, καὶ νὰ ἔχωσι ταῦτα ἐν χρήσει. Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν ἐμελετήθη δεόντως ἡ ὑπόθεσις διότι δὲν ἔμαθον ἔτι, ἐὰν ὑπάρχωσι γαῖαι ἐθνικαὶ ἢ ἰδιωτικαί, ἢ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἐν Βυτίνῃ τοιαῦται, ἢ ἂν θὰ παρασταθῇ ἡ ἀνάγκη νὰ προσφύγωμεν εἰς ἄλλον δῆμον, ὁμολογῶ ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτοῦ οὗτος ἔχει βάσιν τινά, διότι οὐδεμία ἐγένετο μελέτη περὶ τούτων. Ὑπέλαβον ὅμως, ὅτι ἡ ἔλλειψις μελέτης δὲν πρέπει νὰ παρακωλύσῃ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, εὐθὺς ὡς ἤθελε γείνει νόμος, ἤθελε παράσχει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ εὕρῃ τὴν μικρὰν ἔκτασιν γαιῶν, τὴν ἀναγκαίαν ἵνα ἐγκατασταθῇ ὁ γεωργικὸς σταθμός. Ὡς πρὸς τὴν δασοκομίαν, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας εὗρε τὸ νομοσχέδιον μὴ πλημμελὲς καὶ εὗρε προσῆκον νὰ συστηθῇ δασοκομικὸν τμῆμα. Ἑπομένως οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω περὶ τούτου. Τὸ ἀδιάσπαστον ὅμως καὶ ἀσύνθετον τῶν τριῶν τμημάτων πρὸς ἄλληλα δὲν εἶναι ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου, διότι οὐδεμία ἀνάγκη διοικητικὴ ὑπηγόρευε τὴν συγκέντρωσιν τῶν τριῶν τούτων τμημάτων ὑπὸ ἕνα διοικητήν, εἰμὴ ἐὰν κρίνηται ὡς ἀνάγκη ὁ πόθος νὰ δημιουργηθῶσι θέσεις, καὶ παρασχεθῇ ἡ εὐκαιρία ἑνὸς προσέτι διορισμοῦ.
§143ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν μὲν παρατήρησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀντιπαρατηρῶ, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ διορισθῇ διευθυντὴς καὶ τῶν τριῶν τμημάτων, ἠδύνατο ἡ γενικὴ ἐποπτεία, ἡ τὴν συνοχὴν τῶν τμημάτων ἀποτελοῦσα, νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν διευθύνοντα τὸ τμῆμα τὸ γεωργικὸν ἢ τὸ δασονομικὸν, διότι ἄλλως εἶναι τρεῖς σχολαὶ, αὐτοτελεῖς, αὐθύπαρκτοι καὶ αὐτοκέφαλοι, καὶ οὐχὶ μία. Εὐχαριστῶ δὲ εἰλικρινῶς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν διὰ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, ὅτι ταχέως θέλει εἰσαγάγει νομοσχέδιον περὶ τῆς σχολῆς τῆς Τύρινθος· νομίζω δὲ, ὅτι αὐτὴ θὰ ἦναι ἡ πραγματικὴ ἐκτέλεσις τῆς διαθήκης τοῦ μακαρίτου Τριανταφυλλίδου, ἥτις μέχρι τοῦδε ἀτελῶς μόνον ἐγένετο, καὶ ἡ πραγματικὴ ἔκφρασις εὐγνωμοσύνης πρὸς αὐτὸν θὰ ἦναι ἡ πλήρης ἐκτέλεσις τῆς διατάξεως αὐτοῦ· διότι ἐν τῇ πρώτῃ διαθήκῃ αὐτοῦ πρὸς τοῦτο μόνον ὥρισεν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του, ἵνα δηλονότι δι’ αὐτῆς ἀνιδρυθῇ καὶ συντηρῆται ἡ παύσασα τότε σχολὴ τῆς Τύρινθος. Ἡ σχολὴ τῆς Τύρινθος δὲν συνέστη τὸ 1847, ἀλλὰ τὸ 1827, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ ἀοιδίμου Κυβερνήτου, δαπάναις δὲ καὶ ἐνεργείᾳ τοῦ φιλελληνικοῦ ἐν Γαλλίᾳ κομητάτου, ὅπερ ἀπέστειλε καὶ τὰ χρήματα καὶ διευθυντὴν τὸν Ἕλληνα Γρηγόριον Παλαιολόγον, πτυχιοῦχον τῆς Γαλλικῆς σχολῆς τοῦ Ροβὶλ, καὶ τὰ ἐργαλεῖα πρὸς σύστασιν τῆς σχολῆς· ἐλειτούργει δὲ μέχρι τοῦ 1833, ὁπότε ὁ μακαρίτης Ὄθων, διατηρήσας ἓν μέρος αὐτῆς καὶ ἰδίως τὸ τοῦ ἱπποφορβείου, τὰ ἄλλα μετεχειρίσθη πρὸς ἰδίας αὑτοῦ ἀνάγκας. Ἀνιδρύθη ἡ σχολὴ καὶ πάλιν τὸ 1845 καὶ ἐλειτούργησεν ἐπί τινα χρόνον, κατόπιν δὲ παρέλυσεν, ἕνεκα λόγων συναφῶν πρὸς τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ πρὸς τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ πρὸς τὰς ἐνεργείας προσώπων ὑποβλεπόντων τὰς γονιμωτάτας γαίας τοῦ καταστήματος. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις καλῶς γνωρίζει τὸν τόπον, θέλει προΐδει, ὥστε, ἐὰν μὴ δι’ ἰδίου νομοθετήματος, τοὐλάχιστον κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1887, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπανίδρυσιν τῆς ἐν Τύρινθι σχολῆς, νὰ περιλάβῃ δ’ ἐν τῇ σχολῇ ταύτῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας, ὅσας παρουσιάζει ἡ γεωργικὴ κατάστασις τοῦ τόπου ἐκείνου, διότι μεγάλαι ἐκτάσεις γαιῶν ὑπάρχουσι, μένουσαι σήμερον ἄνευ καλλιεργείας, χρήζουσαι δὲ ἀποξηράνσεως, αἵτινες, παραδιδόμεναι εἰς τοὺς φιλοπόνους κατοίκους τοῦ τόπου, νὰ γείνωσι χρήσιμοι, διότι θὰ χρησιμοποιηθῶσι τὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον κακῶς αἱ ἀρχαὶ ἀφῆκαν ἀνεπιτήρητα νὰ ἐρειπῶνται, οὕτω δὲ θὰ καταρτισθῇ σχολὴ, ἥτις, φέρουσα τὸ ὄνομα τοῦ Τριανταφυλλίδου, θὰ ἐκπροσωπῇ ὅσον ἔνεστι πλειότερον τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ θὰ δικαιόνῃ τὴν πρώτην αὐτοῦ κρίσιν ὡς κρίσιν ἀνδρὸς νοήμονος καὶ πρακτικοῦ. Ἡ γνώμη αὐτοῦ ἐν τῷ τοῦ νομοσχεδίου σταθμῷ ἢ μᾶλλον ἐν τοῖς τρισὶ σταθμοῖς, τοῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου συνιστωμένοις ἐν Γορτυνίᾳ, νομίζω ὅτι οὐδόλως εὑρίσκει δικαίωσιν καὶ ἐκτέλεσιν. Ἤθελον καὶ πάλιν ἐκφέρει τὴν εὐχὴν, ἵνα ἡ γεωργικὴ παραδειγματικὴ διδασκαλία ὀργανωθῇ κάλλιον ἢ ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ βλέπω αὐτὴν μέλλουσαν νὰ λειτουργήσῃ, ἤθελον νὰ μελετηθῇ ὁ ἐν Γαλλίᾳ, Ἰταλίᾳ, Βελγίῳ καὶ Γερμανίᾳ τρόπος τῆς διαδόσεως τῶν πρακτικῶν γεωργικῶν γνώσεων, διότι ὁ διατυπούμενος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μοὶ φαίνεται οὕτως ἀτελὴς καὶ ἀπαράσκευος, ὥστε ἀποκλείει τὴν ἐλπίδα γενικῆς ἢ καὶ τοπικῆς μόνον χρησιμότητος. Βλέπω ὅτι τὰ γενησόμενα διδάγματα δὲν δύνανται νὰ ἐξέλθωσι τοῦ μέρους ἐκείνου· τὴν ξυλουργικὴν θεωρῶ ἐπίσης ὡς οὐχὶ νομοθετικῆς μερίμνης ἀντικείμενον, ἀλλ’ ὡς ἔργον ἰδιωτικῆς μερίμνης, ἐνθαῤῥυνομένης ἐπικουρικῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν χρησιμοποίησιν τῶν δασικῶν ὑλῶν πρὸς κατασκευὴν ἀθυρμάτων, ὡς παραδόξως ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκω ἀμφίβολον, διότι ἡ ξυλεία τῶν ῥητινωδῶν δένδρων τῶν δασῶν τῆς Γόρτυνος δύναται νὰ χρησιμοποιῆται εἰς σκεύη, οὐχὶ ὅμως εἰς ἄλλα πράγματα καὶ δὴ τὰ παιδικὰ ἀθύρματα, καὶ τοῦτο λέγω ὡς ἓν σημεῖον δεικνύον ἀκόμη τὸ καὶ κατὰ τοῦτο ἀμελέτητον τοῦ νομοσχεδίου. Τίς δὲν θὰ εὐχηθῇ τὴν προκοπὴν τοῦ νόμου; Ἀλλ’ ἐνῷ ἔχομεν ἐν ταῖς φυλακαῖς κέντρον χιλιάδων ἀνδρῶν ἀδρανῶν, ἐνῷ παντοειδὴς μικροξυλουργία δύναται ὀλιγοδαπάνως νὰ διδαχθῇ καὶ διαδοθῇ μὲν πανταχοῦ, νὰ χρησιμεύσῃ δὲ εἰς βελτίωσιν τῶν φυλακισμένων, ἀφίνομεν αὐτὴν καὶ δαπανῶμεν πολλά, ἵνα εὕρωμεν μαθητάς, συντηρουμένους ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὅπου τοιοῦτοι δὲν δύναται οὔτε νὰ ὑπάρξωσιν, οὔτε νὰ διδαχθῶσι. Κάλλιον ἦτο νὰ ἐμελετῶντο οἱ εἰσαγόμενοι νόμοι ἐπιμελέστερον, ἀφοῦ ἐν τῇ Βουλῇ μόνον ψήφισιν, οὐχὶ δὲ βελτίωσιν εὑρίσκουσιν. Τὴν χρησιμοποίησιν τῶν δασικῶν ὑλῶν εἰς κατασκευὴν σκευῶν ἢ ἀθυρμάτων, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, δὲν θεωρῶ ὡς κατάλληλον ἐπασχόλησιν ἑνὸς τόπου. Εἰσαγωγὴ τῆς ἐργασίας ταύτης ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐπαναλέγω, ἠδύνατο νομίζω νὰ ἦναι καταλληλοτέρα· δὲν πιστεύω δέ, ὅτι ἅπαντα τὰ ξύλα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν εἰδῶν τούτων. Διὰ τοῦτο θὰ ἦτο πολὺ καλλίτερον νὰ περιωρίζετο τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν δασοκομικήν, διότι τότε ἤθελεν οἰκονομηθῇ καὶ ποσόν τι, δυνάμενον νὰ χρησιμοποιηθῇ καταλληλότερον. Ἕτερόν τι δὲν ἔχω νὰ προσθέσω, διότι νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, συνδυάζων τὸν νόμον τοῦτον μὲ τὸν νόμον τοῦ 1887, θέλει φροντίσει νὰ μὴ παροραθῇ ἡ γνώμη τοῦ διαθέτου.
§144ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ εἰσόδημα τοῦ Τριανταφυλλιδείου κληροδοτήματος ἐχρησιμοποιήθη πρὸς συντήρησιν τῶν δύο σχολῶν, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε συνεστήθησαν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ διὰ τὰς δύο ταύτας σχολὰς χρησιμεύοντος ποσοῦ ἀπομένῃ ποσόν τι, δυνάμενον νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ πρὸς ἄλλον σκοπόν. Κατὰ τὸν ἀρτίως ἐγκριθέντα προϋπολογισμόν, ἡ γεωργικὴ σχολὴ Ἀθηνῶν ἔχει ἔξοδα διοικήσεως 89,920 δραχμάς· ἐὰν ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσωμεν τὰ διάφορα εἰσοδήματα, ἀνερχόμενα εἰς δραχμὰς 29,360, ἀπομένουσιν εἰς βάρος τοῦ κληροδοτήματος δραχμαὶ 60,560. Ἡ δὲ σχολὴ τοῦ Ἀϊδινίου εἶχε κατὰ τὸ 1890 ἔξοδα μὲν δραχμὰς 52,769, ἔσοδα δὲ δραχ-18,000, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ὁποίων ἀπομένουσιν εἰς βάρος τοῦ κληροδοτήματος δραχμαὶ 34,769. Ἑπομένως διὰ τὰ δύο σχολεῖα χρειάζονται 95,329 δραχμαί. Τὰ ἔσοδα τοῦ κληροδοτόματος, κατὰ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπαρουσίασεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀνέρχονται εἰς 90,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἑπομένως ἐκ τῶν τόκων τοῦ κληροδοτήματος μόλις δύνανται νὰ συντηρῶνται αἱ δύο σχολαί. Ὑπάρχει ἓν ποσὸν διαθέσιμον ἐκ δραχμῶν 170,000, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τόκους τοῦ 1886, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ἀνέπαφοι, καὶ ἀπὸ ἓν περίσσευμα μεταγενεστέρων τόκων, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν 59,000 σημειοῦνται εἰς τὸν ἐφετεινὸν προϋπολογισμὸν τῆς σχολῆς τῶν Ἀθηνῶν δι’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως, 30,000 δὲ θὰ χρησιμεύσουν διὰ τὰς διαφόρους πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἑπομένως δὲν μένουσιν ἢ 90,000 δραχμαί, αἱ ὁποῖαι μόλις θὰ ἐπαρκέσουν εἰς τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ γεωργικοῦ τμήματος τοῦ περὶ οὗ πρόκειται σταθμοῦ, διότι εἶναι ἀνάγκη καὶ κτίρια νὰ ἀνεγερθῶσι καὶ γαῖαι νὰ ἀγορασθῶσι καὶ προσέτι ζῶα καὶ ἐργαλεῖα· ὥστε ἐξ αὐτῶν τῶν χρημάτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περισσεύσῃ τι διὰ τὴν συντήρησιν, ἐὰν δὲ καὶ περισσεύσῃ μικρὸν ποσόν, αὐτὸ θὰ ἐξαντληθῇ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ νομοσχέδιον πᾶσαι αἱ δαπάναι ἐπιβαρύνουσι τὸ κληροδότημα, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν πληροφορίαν.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας ἔχει ἀφορμὴν εὔλογον. Κατὰ τὴν ἀντιγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου παρελείφθη ἐν τῷ ἄρθρῳ, τῷ πραγματευομένῳ τὰ περὶ τούτου, περίοδος, τὴν ὁποίαν εἶχον μεταφέρει κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε συνταχθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Τὴν περίοδον ταύτην ἐσκόπουν κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ προτείνω, καὶ ἀνέγραψα αὐτὴν εἰς τὸ περιθώριον, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 19, ὡς ἑξῆς: «μὴ ἐπαρκούντων δὲ τῶν τόκων τούτων, τὸ ἔλλειμμα ἀναπληροῦται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου». Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἐξέφρασέ τινα ἀμφιβολίαν, μήπως οἱ τόκοι τοῦ κληροδοτήματος δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν σύστασιν τοῦ γεωργικοῦ σταθμοῦ. Κατὰ προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχον κάμει, περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ γεωργικοῦ τούτου σταθμοῦ, τὰ ἔξοδα τὰ ἐτήσια δὲν θέλουσιν ὑπερβῆ τὰς 37,720 ἢ τὸ πολὺ τὰς 40,000 δραχμὰς διὰ μισθούς.
§146ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ὑπολογίζετε τοὺς μισθοὺς αὐτούς;
§147Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τούτου ἔγραψα εἰς τὴν Βαυαρίαν, καὶ ἐκ Βαυαρίας μοὶ ἀπήντησεν ὁ ἐκεῖ Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος, ὅτι εὗρε τεχνίτας, καταγομένους ἀπὸ τὴν Νυρεμβέργην, οἵτινες ζητοῦσι 300 μάρκας κατὰ μῆνα, δηλαδὴ 375 φράγκα χρυσᾶ, ἤτοι 420 δραχμὰς κατὰ μῆνα ἀντὶ μισθοῦ, ἐπὶ ταύτῃ δὲ τῇ βάσει ἐποιησάμην τοὺς ἐμοὺς ὑπολογισμούς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ καταβληθῶσιν ἐφ’ ἅπαξ 20,000 δραχμῶν, 10,000 διὰ τὴν σύστασιν τῶν τεχνουργείων καὶ 10,000 διὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ πρόβλεψις εἶναι μεγάλη, καὶ ὅτι δὲν θέλει δαπανηθῆ οὔτε τὸ ἥμισυ τοῦ εἰρημένου ποσοῦ. Κτίρια ἴσως δὲν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ ἀνεγερθῶσι, διότι ἡ μὲν παραδειγματικὴ διδασκαλία πρὸς χρῆσιν τῶν ἐργαλείων θέλει γίνεσθαι ἐν ὑπαίθρῳ, οἱ δὲ μαθηταὶ δὲν θέλουσι κατοικεῖ εἰς ἴδιον κτίριον, ὡς ἐπίσης οὔτε οἱ δασοκόμοι, διότι θέλουσι περιοδεύει, καὶ ἴσως ὑπάρχουσι δι’ αὐτοὺς εἷς ἢ δύο οἰκίσκοι, τὸ δὲ τεχνουργεῖον θέλει ἐγκαταστῆ ἐν ἐνοικιασθησομένῃ οἰκίᾳ. Ἑπομένως βεβαίως δὲν θὰ ἔχῃ ὁ σταθμὸς οὗτος τὰ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ γεωργικὴ σχολὴ Ἀθηνῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§149ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ προσάρτησις τῶν δύο τελευταίων τμημάτων εἰς τὸν γεωργικὸν τοῦτον σταθμὸν ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς διαθήκης, διότι σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῆς γεωργίας· ἡ δασοκομία καὶ ἀκόμη περισσότερον ἡ ξυλουργικὴ δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν γεωργίαν, καὶ ἂν ἦναι χρήσιμον νὰ συστηθῶσι τοιαῦτα καταστήματα, πρέπει νὰ συστηθῶσι δαπάναις τοῦ δημοσίου καὶ οὐχὶ δαπάναις τοῦ κληροδοτήματος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 3–18).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).
§151ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ δὲν θὰ τεθῇ, ὡς ὑπῆρχεν εἰς τὰ ἄλλα νομοσχέδια, «μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀναγκαιούντων ἐξόδων πρὸς συντήρησιν τῶν γεωργικῶν σχολῶν, τῶν συστηθεισῶν δυνάμει τοῦ προηγουμένου νόμου»;
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι ἀναμφίβολον, ἀλλ’ ἐὰν θέλητε, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ προστεθῇ: «μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν γιγνομένων διὰ τὰς ὑπαρχούσας γεωργικὰς σχολὰς ἐξόδων».
§153ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὄχι τὰς ὑπαρχούσας, ἀλλὰ τὰς συσταθείσας διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887 πρέπει νὰ ὁρίσητε, διότι ὁ νόμος ὥρισε καὶ τρίτην σχολὴν, μὴ λειτουργοῦσαν εἰσέτι.
§154Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε δίκαιον νὰ φροντίζητε περὶ τῆς συστάσεως γεωργικῆς σχολῆς ἐν Τύρινθι, ἀλλ’ εἶναι ἄδικον, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι πλέον τι ἢ ἄδικον, νὰ θέλητε νὰ προτάξητε τῆς συστάσεως γεωργικοῦ σταθμοῦ ἐν Βυτίνῃ, τῇ πατρίδι τοῦ δωρητοῦ, τὴν σύστασιν τῆς ἐν Τύρινθι σχολῆς.
§155ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Λοιπὸν εἶχον δίκαιον ἐγὼ, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος δὲν τὸ θέλει, δηλῶν ὅτι ἐννοεῖ νὰ προηγῆται ἡ σύστασις τοῦ γεωργικοῦ σταθμοῦ Βυτίνης τῆς συστάσεως γεωργικῆς σχολῆς ἐν Τύρινθι, τὴν ὁποίαν ὥρισεν ὁ νόμος τοῦ 1887.
§156ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἂν αἱ συσταθεῖσαι δύο σχολαὶ εὐδοκίμως λειτουργῶσι, καὶ ἂν ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς δαπάνας, αἵτινες γίνονται, καὶ τὰς προθέσεις τοῦ ἀοιδίμου δωρητοῦ, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν ἐλύθη. Πέρυσιν ἐνταῦθα κατὰ τὴν συζήτησιν ἔλαβον πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων τὸν λόγον, καὶ ἐδήλωσαν, ὅτι οὐδόλως ἀνταποκρίνονται αἱ σχολαὶ αὗται εἰς τὸν σκοπὸν, ὃν προὐτίθετο ὁ ἀοίδιμος καὶ φιλόπατρις χορηγός. Τὴν αὐτὴν δὲ γνώμην ἐξέφερε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἀξίωσις ἑπομένως τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προδικάσῃ ἀπὸ σήμερον καὶ ἀποδεχθῇ, ὅτι θ’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ θέσφατον τοῦ 1887, εἰς τὸ οὐκάζιον αὐτὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ συστήσῃ σχολὴν, ὁποῖαι αἱ ὑπάρχουσαι, δὲν εἶναι εὔλογος, ἀφοῦ ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θέλει μεριμνήσει περὶ συστάσεως σχολῆς ἐπαρκοῦς. Ἐγὼ ἐπαινῶ τὸν ζῆλον τοῦ κ. συναδέλφου· ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ συστηθῇ σχολὴ ἐν Τίρυνθι, ἀλλὰ σχολὴ ἀνταποκρινομένη πρὸς τὰς ἐλπίδας ἡμῶν, καὶ πρὸς τοὺς ἐξ αὐτῆς προσδοκωμένους καρπούς.
§157ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον νὰ συστηθῇ κατὰ τὸν τύπον τῶν συστηθεισῶν σχολῶν, οὔτε εἰσῆλθον εἰς τὴν ἔρευναν τῶν γεωργικῶν σχολῶν τῶν ὑπαρχουσῶν ἤδη. Ὁ τύπος καὶ ὁ τρόπος τῆς συστάσεως τῆς σχολῆς ταύτης ἀπόκειται εἰς τὴν μελέτην, ἀλλ’ ἡ πεῖρα τῶν ἀποτυχιῶν χρησιμεύει ἵνα σκεφθῶμεν εἰς τὸ μέλλον κατὰ τίνα τρόπον θέλει συστηθῆ ἡ σχολὴ ἐκεῖ. Ἐὰν αἱ συστηθεῖσαι μέχρι σήμερον σχολαὶ δὲν ἀπέφερον τοὺς ἐπιδιωκομένους καρποὺς, δὲν πρέπει νὰ καταργηθῶσι διὰ τοῦτο, ἀλλὰ νὰ βελτιωθῇ ὁ ὀργανισμὸς αὐτῶν· ἐὰν ὅμως ὁ τόκος τοῦ κληροδοτήματος χρησιμοποιηθῇ κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰς τὸν γεωργικὸν σταθμὸν Βυτίνης, δὲν ἀρκεῖ πλέον ὅπως συστηθῇ σχολὴ γεωργικὴ καὶ ἐν Τύρινθι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ διάθεσις τοῦ δωρητοῦ, καὶ ἡ ὑπόσχεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ Τύρινθος προβλέπω ὅτι εἶναι φρασεολογία παρηγορητικὴ τῶν κατοίκων τῆς ἀργολικῆς πεδιάδος, ἡ δὲ τῆς Τύρινθος σχολὴ θὰ γείνῃ εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐξόδων συντηρήσεως τῶν ἐν τῷ σχολείῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκπαιδευομένων. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν διὰ τὴν προμήθειαν ἀρβυλῶν τοῦ στρατοῦ).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων.
§159ΣΧΙΝΑΣ. Ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν εὐεργετικῶν καταστημάτων καὶ τῶν ποσῶν, ἅτινα οἱ πολῖται διαθέτουσιν εἰς εὐεργετικοὺς σκοποὺς, εἶναι ἀρίστη· εὐχῆς δ’ ἔργον εἶναι, ὅπως γείνῃ ἔλεγχος τῆς διαθέσεως τῶν πρὸς ἐκπαίδευσιν κληροδοτημάτων. Φρονῶ δὲ, ὅτι εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον περὶ νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ τὰ ἄλλα εὐεργετικὰ καταστήματα, π. χ. ὁ «Εὐαγγελισμὸς», τὸ Ὀρφανοτροφεῖον τοῦ Χατζηκώστα κλπ. Τὸ κατάστημα τῶν ὀφθαλμιώντων, καίπερ ἱδρυθὲν ἄνευ οὐδενὸς κεφαλαίου, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀρωγῆς τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τοιαύτης κλινικῆς, κατώρθωσε δι’ ἐπαιτείας καὶ ἀνενδότου ἐργασίας τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα ἀπήρτιζον καὶ ἀπαρτίζουσι τὸ μικρὸν σωματεῖον αὐτοῦ, νὰ καταρτίσῃ μικρὸν κεφάλαιον, νὰ ἀνεγείρῃ οἰκοδόμημα εἰς τὸ καλλίτερον μέρος τῆς πόλεως, νὰ δεχθῇ ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ πάντας τοὺς ὀφθαλμιῶντας, νὰ παρέχῃ εἰς αὐτοὺς θεραπείαν καὶ τροφὴν καὶ κλίνην δωρεάν. Τὸ κατάστημα αὐτὸ λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1845 μέχρι σήμερον, δηλ. ἐπὶ 45 ὅλα ἔτη, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τις πόθεν ἔχει τοὺς πόρους του. Ἐν τοσούτῳ τὰς προόδους του γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος, διότι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα αὐτὸ ἔδιδε λόγον τῶν πράξεών του. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1857 μέχρι τοῦ 1880, ἅπαντας δημοσιευθέντας ἐγκαίρως καὶ διανεμηθέντας. Προχθὲς δὲ εἰς φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος» ἐδημοσιεύθη ἀνακεφαλαίωσις ὅλων τῶν λογοδοσιῶν, ἤτοι τί ποσὸν εἰσεπράχθη καὶ τί ἐδαπανήθη. Ἑπομένως ἡ διευθύνουσα ἐπιτροπὴ δὲν κρύπτεται, ἀφοῦ ἅμα τυπωθῇ λογοδοσία τις λαμβάνει τὴν μεγαλειτέραν δημοσιότητα. Ἐκ τούτων παρέπεται, ὅτι τὸ κατάστημα αὐτὸ ἐπὶ 45 ἔτη ἀνταπεκρίθη εἰς τὸν σκοπόν του, καὶ προσήνεγκεν ὑπηρεσίας σπουδαίας τῇ κοινωνίᾳ. Ἐπειδὴ δὲ προϊόντος τοῦ χρόνου κατεδείχθη, ὅτι τὸ κτίριον δὲν ἦτο ἐπαρκὲς, ἐγένετο νέα προσθήκη, δι’ ἣν ἐδαπανήθησαν 38,000 δραχμαὶ, καὶ ἐδόθη λογοδοσία διὰ τὴν γενομένην προσθήκην. Ὑπάρχουσι δὲ ἐν ταῖς λογοδοσίαις ταύταις καὶ τὰ συμβόλαια τῆς κατασκευῆς. Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἕτερον ζήτημα. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁρίζεται ἐπιτροπὴ κλπ. Τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ μέχρι τῆς τελευταίας λογοδοσίας ἀποτελοῦσι τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ καταστήματος, εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον εὐπόρων καὶ τῶν μᾶλλον εὐυπολήπτων πολιτῶν, εἶναι δὲ ταῦτα ὁ πρώην Πατρῶν Νικηφόρος ὡς πρόεδρος, ὁ κ. Γερ. Κούπας, ὁ κ. Ι. Χωρέμης, ὁ κ. Δ. Βασιλείου καὶ ὁ κ. Α. Ἀναγνωστάκης, ὅστις καὶ διευθύνει τὸ νοσοκομεῖον τοῦτο. Διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται εἷς ἰατρὸς, εἰς ὃν ἀνατίθεται καὶ ἡ διεύθυνσις τοῦ καταστήματος. Ἀλλὰ τὸ ἐν λόγῳ κατάστημα εἶναι κυρίως κλινικὴ, ἐν ᾗ διδάσκει αὐτὸς ὁ καθηγητὴς τῆς ὀφθαλμολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἥτις εἶναι κλάδος μαθήματος τῆς ἰατρικῆς, ὅπως εἶναι αἱ κλινικαὶ, τὰς ὁποίας διευθύνουσιν ἐν τῷ δημοτικῷ νοσοκομείῳ ὁ κ. Ἀρεταῖος, ὁ κ. Ὀρφανίδης, ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ὁ κ. Καραμήτσας. Μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι τὸ νοσοκομεῖον τοῦτο εὑρίσκεται εἰς κεχωρισμένον κατάστημα. Εἰς τὸ δημοτικὸν νοσοκομεῖον ὑπάρχει μόνον εἷς ἔφορος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι διευθυντὴς, καθότι κυρίως εἶναι οἰκονόμος, τὰς δὲ κλινικὰς διευθύνουσιν ἰδιαιτέρως καὶ ἀνεξαρτήτως οἱ καθηγηταὶ, οἱ δὲ βοηθοὶ τῶν καθηγητῶν διορίζονται διὰ διαγωνισμοῦ· καὶ ἀναφέρω, ὅτι βοηθὸς τοῦ κ. Καραμήτσα εἶναι ὁ κ. Πεζόπουλος, τοῦ κ. Ἀρεταίου ὁ κ. Λάμπρος, καὶ ὁ κ. Σταθακόπουλος τοῦ κ. Δηλιγιάννη· εἶναι δὲ οὗτοι πρόσωπα ἀναμφισβητήτου ἀξίας καὶ κατάλληλα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τῶν διευθυντῶν, ἄλλως δὲν ὑπάρχει συνεργασία, διότι ὁ διευθυντὴς τῆς κλινικῆς δὲν δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ τοὺς ἀσθενεῖς εἰς ἄνθρωπον μὴ διατελοῦντα ἐν ἁρμονίᾳ καὶ μὴ ἀκολουθοῦντα τὴν αὐτὴν ὁδόν. Ἐν τῷ ὑπ’ ὄψει νομοσχεδίῳ ἕπεται καὶ ἑτέρα διάταξις, ἡ τοῦ 14ου ἄρθρου § βʹ, ἔχουσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰς ὥρας τῆς διδασκαλίας προσδιορίζει ὁ διδάσκων καθηγητὴς τῆς ὀφθαλμολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ μετὰ συνεννόησιν πάντοτε μετὰ τῆς διοικούσης ἐπιτροπῆς.» Ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου δῆλον γίγνεται, ὅτι ὁ καθηγητὴς θέλει ἐξαρτᾶσθαι ἀπὸ τῆς διοικούσης ἐπιτροπῆς, ἥτις, ἐὰν θέλῃ, τῷ ἐπιτρέπει τὴν διδασκαλίαν ἐν τῷ Ὀφθαλμιατρείῳ, ἐνῷ αὐτὸ εἶναι παράρτημα τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ σημερινὴ περιουσία τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἡ κατὰ τὸν τελευταῖον ἀπολογισμὸν, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 383.296:99, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μὲν κτηματικὴ εἶναι δραχμαὶ 250,000 ἡ δὲ λοιπὴ χρηματικὴ περιουσία ἀποτελεῖται ἐκ 30 μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐξ 72 μετοχῶν λαχειοφόρων. Ἅπασα δὲ αὕτη ἡ περιουσία ἀπεκτήθη διὰ προσφορῶν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐλειτούργει, ἐὰν δὲν ἐξετέλει τὰ καθήκοντά της, ἐὰν αἱ κατὰ καιροὺς ἐπιτροπαὶ προέβαινον εἰς δαπάνας παραλόγους, ἠδύνατο, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πᾶσα ἡ κοινωνία νὰ τὰς ἐλέγξῃ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐπ’ ἐσχάτων ἡ διοικητικὴ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ τὸ κατάστημα τοῦτο μέρος καθ’ ὁλοκληρίαν τοῦ Πανεπιστημίου. Τούτου δ’ ἕνεκα δι’ ἰδίου ἐγγράφου ἀπετάθη πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ, τὸ δὲ Πανεπιστήμιον ἀπεδέχθη τὴν προσφορὰν καὶ ὁ μὲν Πρύτανις ἔσται εἰς τὸ ἑξῆς ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, οἱ δὲ ἑκάστοτε συγκλητικοὶ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Τὸ ἔγγραφον τῆς Πρυτανείας φέρει ἀριθμὸν 877|396, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει) : «Ἡ Πρυτανεία τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου «Πρὸς τὸν Πανιερώτατον πρώην Πατρῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐν Ἀθήναις Ὀφθαλμιατρείου κ. Νικηφόρον. «Ἡ Ἀκαδημαϊκὴ Σύγκλητος, συνελθοῦσα συνεπείᾳ τοῦ ἀπὸ 7 τρέχοντος μηνὸς ὑπ’ ἀριθ. 1 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἀσμένως ἀπεδέξατο τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁποίας προεδρεύετε ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐξελέξατο τὸν μὲν κατὰ καιροὺς Πρύτανιν πρόεδρον αὐτῆς, μέλη δὲ τὰ ἑκάστοτε τοιαῦτα τῆς Ἀκαδημαϊκῆς Συγκλήτου. «Παρακαλοῦμεν δὲ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἵνα δεχθῆτε τὰς εὐχαριστίας ἡμῶν τε καὶ τῆς Ἀκαδημαϊκῆς Συγκλήτου, ἐκδηλώσητε δὲ ταύτας καὶ πρὸς τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς.
«Ὁ Πρύτανις
«Γ. ΜΙΣΤΡΙΩΤΗΣ
«Ὁ Γραμματεὺς «Κ. Η. Πολυγένης» Τὸ κατάστημα λοιπὸν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἤδη παράρτημα τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἀποτελεῖ κλινικὴν αὐτοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πρέπει νὰ διδάσκῃ ὁ ἑκάστοτε, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, καθηγητὴς τῆς ὀφθαλμολογίας, ὁ δὲ ἰατρὸς, ὁ ὁποῖος θὰ διευθύνῃ τὸ νοσοκομεῖον, πρέπει πάντοτε νὰ ἦναι τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ, ἐκλεγόμενος ἐκ τῶν ἰατρῶν τῶν ὀφθαλμολόγων. Πρὸς τοῦτο δὲ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, ἥτις παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διευθυντὴς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου εἶναι αὐτοδικαίως 9 ἑκάστοτε καθηγητὴς τῆς ὀφθαλμολογίας, ὑπὸ τὰς διαταγὰς δ’ αὐτοῦ, διοριζόμενοι ὑπὸ τῆς διοικούσης ἐπιτροπῆς, διατελοῦσιν: αʹ) Εἷς ἐπιμελητὴς (ὡς ὑποδιευθυντὴς) ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν ἑκατὸν πεντήκοντα, προτεινόμενος ὑπὸ τοῦ καθηγητοῦ τῆς ὀφθαλμολογίας καὶ ἐκλεγόμενος εἴτε ἐκ τῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ὑφηγητῶν τῆς ὀφθαλμολογίας, εἴτε ἐκ τῶν ἀνεγνωρισμένων ὀφθαλμιάτρων τῶν ἐν Εὐρώπῃ συμπληρωσάντων τὰς σπουδὰς αὑτῶν.» Αἱ λοιπαὶ παράγραφοι μένουσιν ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ κατάστημα τοῦ Ὀφθαλμοκομείου δὲν ὑφίσταται πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, διότι ἱδρύθη τὸ πρῶτον ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Βασιλίσσης Ἀμαλίας, καὶ ἡ αἴγλη τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου ἐπεσκίασεν αὐτὸ κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα. Καὶ ὄντως ἐφιλοτιμήθησαν τότε πανταχόθεν εὔποροι ἄνδρες νὰ προσέλθωσι καὶ προσφέρωσι τὸ χρῆμά των ὑπὲρ συντηρήσεως καὶ βελτιώσεως αὐτοῦ. Κατὰ λογαριασμόν τινα, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, καὶ τὸν ὁποῖον ἡ διοικοῦσα τὸ Ὀφθαλμοκομεῖον ἐπιτροπὴ ἐδημοσίευσε, μέχρι τοῦ 1880 ὑπῆρξαν εὐεργέται τοῦ καταστήματος πολλοί, οἵτινες προσήνεγκον 254,587 δραχμάς. Ἐπειδὴ δὲ μνημονεύω τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς φιλανθρωπίας τῶν εὐεργετῶν τούτων, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιποιηθῇ τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν ταύτην. Ἐὰν ὁ Σίνας, ὁ Μαντζουράνης, ὁ Γιαννικέσης, ἡ Ἑλένη Τοσίτσα, τοσοῦτοι ἄλλοι εὐεργέται ἔδωκαν τὸ χρῆμά των, δὲν τὸ ἔδωκαν χάριν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διοικοῦσι τὸ φιλανθρωπικὸν κατάστημα, καὶ παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους νὰ μὴ προβάλλωσι παραπλήσια, διότι ἡ χάρις ὀφείλεται εἰς μόνους τοὺς συνεισενεγκόντας. Ἄνευ λόγου δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ οὐδενός, οὐδεμιᾶς τῶν κατὰ καιροὺς διοικησασῶν τὸ κατάστημα ἐπιτροπῶν, οὐδὲ νὰ ἀφήσω τὸν ἐλάχιστον ὑπαινιγμὸν κατ’ αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω ποῖαι περιπέτειαι ἐκράτησαν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ καταστήματος ἀπὸ ἐπιτροπῆς εἰς ἐπιτροπήν, ἀλλὰ πάντων μνημονεύω εὐφήμως, περὶ οὐ ἑνὸς δὲ ἐκφράζω δυσμενῆ γνώμην. Τὸ κατάστημα εἶναι φιλανθρωπικόν, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως καὶ διδακτικόν· τὸν χαρακτηρισμὸν ἔδωκεν εἰς αὐτὸ τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθη. «Σκοπὸς τοῦ καταστήματος, τούτου», διατάσσει ὁ ὑπὸ τοῦ διατάγματος τῆς 14 Αὐγούστου 1843 ἐγκριθεὶς κανονισμὸς τοῦ Ὀφθαλμοκομείου, «θέλει εἶναι: αʹ) ἡ παραδοχὴ ἐκείνων τῶν ὀφθαλμιώντων τῶν ἐπιδεκτικῶν θεραπείας ἢ βελτιώσεως, καὶ τῶν μὲν ἐνδεῶν ἀμισθεί, τῶν δ’ εὐπορούντων ἐπὶ μετρίᾳ πληρωμῇ πρὸς ὄφελος τοῦ καταστήματος· βʹ) ἡ χορήγησις πάσης δυνατῆς βοηθείας καὶ εἰς τοὺς ἔξωθεν προσερχομένους ὀφθαλμιῶντας· γʹ) ἡ χορήγησις πάσης ὑλικῆς βοηθείας εἰς ὀφθαλμιῶντας διαμένοντας ἐν τῇ Ἑλλάδι, δηλαδὴ διανομὴ σκιαδίων, διόπτρων, τεχνικῶν ὀφθαλμοβολῶν κτλ.» Τοιοῦτοί εἰσιν οἱ φιλανθρωπικοὶ σκοποὶ τοῦ καταστήματος. Εἶναι νοσοκομεῖον κατ’ οὐδὲν διαφέρον τοῦ δημοτικοῦ νοσοκομείου τῆς «Ἐλπίδος» καὶ τῶν ἄλλων νοσοκομείων. Ἀλλ’ ἐν τούτῳ ὁ θεσμὸς ὁ ἱδρύσας αὐτὸ ἐπέτρεψε νὰ γίνηται ἡ διδασκαλία τῆς ὀφθαλμιατρικῆς· προσετέθη δηλ. καὶ ὁ διδακτικὸς σκοπός. Τὸ διάταγμα περὶ τούτου λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐγκρίνεται ἡ σύστασις τῆς πρὸς σύστασιν καὶ διατήρησιν νοσοκομείου χρησίμου εἰς θεραπείαν ὀφθαλμιώντων ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸν ᾧδε ἐπισυναπτόμενον Κανονισμόν.» Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προβάλλομεν, δὲν μεταβάλλει τὸν προορισμὸν τοῦ καταστήματος· διατηρεῖται καὶ ὁ φιλανθρωπικὸς καὶ ὁ διδακτικὸς αὐτοῦ χαρακτήρ. Ἀλλ’ ὡς φιλανθρωπικὸν κατάστημα ἔχει ἄλλην διοίκησιν, καὶ ἄλλην ὡς διδακτικόν· δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναμίξωμεν τὰς δύο διοικήσεις, διότι εἶναι ἄτοπον ὁ καθηγητὴς τῆς ὀφθαλμολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὁ ἔχων τὴν κλινικὴν, νὰ ἀπασχολῆται μὲ τὴν φροντίδα τῆς προμηθείας τῶν τροφῶν καὶ τῶν ἀλφίτων. Οἱ ἔχοντες τὰς κλινικὰς ἐν τῷ δημοτικῷ νοσοκομείῳ τῆς «Ἐλπίδος», εἴτε κλινικὰς χειρουργικὰς, ὡς ὁ κ. Ἀρεταῖος, εἴτε κλινικὰς παθολογικὰς, ὡς οἱ δύο ἄλλοι ἰατροὶ, ἀναμιγνύονται εἰς τὴν φροντίδα περὶ τῆς διατροφῆς τῶν ἀῤῥώστων ἢ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν; Ἕκαστος ἔχει τὴν αἴθουσαν τῆς κλινικῆς καὶ διευθύνει αὐτὴν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἀναμιγνύεται εἰς ἄλλο τι. Ἐκεῖνος δὲ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν οἰκονομίαν καὶ τὴν φροντίδα περὶ τὴν διοίκησιν, εἶναι ὁ δῆμος Ἀθηναίων, ὁ ὁποῖος διορίζει τὸν διευθυντὴν τοῦ νοσοκομείου. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἀγορεύων ἀνέφερεν ἄλλα ἀγαθοεργὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν διοικοῦνται ὡς τὸ νοσοκομεῖον τῶν ὀφθαλμιώντων. Τὸ ἀγαθοεργὸν φέρ’ εἰπεῖν κατάστημα τοῦ Ὀρφανοτροφείου Χατζῆ–Κώστα ὠργανώθη διὰ τῆς διαθήκης τοῦ δωρητοῦ, δι’ ἧς ἐκανονίσθησαν πάντα τὰ τοῦ Ὀρφανοτροφείου καὶ ἐκτελοῦνται οἱ ὅροι τῆς διαθήκης αὐτοῦ. Τὸ Βρεφοκομεῖον διοικεῖται ἀπὸ τὸν δῆμον. Τὸ Ἀμαλίειον διοικεῖται ἀπὸ ἑταιρίαν, τῆς ὁποίας μέλη εἰσὶν οἱ συνεισφέροντες· ἔχει δὲ τὸ κατάστημα καὶ ἰδιοκτησίαν, τὴν ὁποίαν ἐδώρησαν εἰς αὐτὸ διάφοροι εὐεργέται καὶ δωρηταὶ, ἀλλὰ τὰ μέλη αὐτοῦ συνέρχονται, λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψει καὶ ἐξετάζουσι καὶ ψηφίζουσι καὶ προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμὸν, καθ’ ὃν διοικεῖ τὸ κατάστημα. Ἡ «Ἑταιρία τῶν φίλων τοῦ λαοῦ» συντηρεῖται ὡσαύτως διὰ δωρεῶν, μέλη δ’ αὐτῆς εἰσιν οἱ συνεισφέροντες, οἵτινες συνέρχονται καὶ ἐξετάζουσι τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν ἀπολογισμὸν, καὶ ψηφίζουσι τὰ τῆς διοικήσεως. Τὸ κατάστημα τοῦ νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων εὑρίσκεται εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν, διότι ἐν τῷ διατάγματι, διὰ τοῦ ὁποίου συνέστη, περιελήφθη διάταξις, παρασχοῦσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ δικαίωμα νὰ συμπεριλαμβάνῃ κατὰ τὰς περιστάσεις καὶ ἕτερα μέλη, οὕτω δ’ ἑκάστη περίοδος εἰσήγαγε διάφορα μέλη, κατέληξε δὲ εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀποτελεῖται ἐκ πολιτῶν εὐπόρων καὶ ἐντίμων. Ἀλλὰ καὶ οὗτοι πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον. Λυποῦμαι δὲ διότι τελευταῖον ἔλαβε χώραν πρᾶξις, ἡ ὁποία δὲν προσῆκεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην. Ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη καὶ ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία διοικεῖ τὸ κατάστημα, νὰ δωρήσῃ αὐτὸ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι εὐπορώτατοι ἄνθρωποι, καὶ δύνανται νὰ ποιῶνται δωρεὰς, ἀλλὰ νὰ δωρῶσιν ὅ,τι δὲν τυγχάνει κτῆσις αὐτῶν, εἶναι πρωτότυπον, εἶναι ὡς ἂν ἐγὼ ἐδώρουν εἰς τὸ ἔθνος περιουσίαν ἀλλοτρίαν. Τὸ κατάστημα τῶν ὀφθαλμιώντων δὲν εἶναι περιουσία τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα διοικοῦσι μόνον αὐτὸ κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1843. Πῶς ἐδώρησαν λοιπὸν αὐτὸ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον; Εἶναι δυσάρεστον, διότι ὁ κ. Πρύτανις δὲν ἠρεύνησεν, ἵνα μάθῃ, ὅτι προσέφερον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τὸ κατάστημα ἄνδρες μὴ ἔχοντες τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσωνται τὴν προσφορὰν ταύτην, καὶ ἐδέχθη τὴν προσφορὰν, τῆς ὁποίας ἤθελεν εἶσθαι περίεργον ἀποτέλεσμα νὰ διοικῶσι τὸ νοσοκομεῖον ὁ Πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἡ Σύγκλητος, ὅπερ ὅμως οὐδαμοῦ ἠκούσθη. Ἡ γαλλικὴ σχολὴ ἐν Παρισίοις ἔχει κλινικὰς, εἰς τὰς ὁποίας φροντίζει νὰ διδάσκῃ ὁ καθηγητὴς τῆς παθολογίας, ἀλλ’ οὐδὲν πλέον. Πῶς θέλετε νὰ καταβιβάσητε ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς ἐπιστήμης τὸν καθηγητὴν εἰς τὴν φροντίδα τῆς προμηθείας τῶν ἀλφίτων τῶν ἀῤῥώστων; Διὰ τοῦτο ἡ πρᾶξις ἐκείνη δὲν ἐγένετο μόνον ἄνευ δικαιώματος, ἀλλ’ ἐγένετο καὶ ἀσκόπως. Τὸ νομοσχέδιον δὲν πρόκειται νὰ μειώσῃ τὴν ἐπιστημονικὴν ἐξουσίαν τοῦ καθηγητοῦ τῆς ὀφθαλμολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἐν τῇ κλινικῇ τῆς ὀφθαλμολογίας. Τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ τὴν ἐξουσίαν ὑπὲρ αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ διευθυνταὶ τῆς κλινικῆς ἐν τῷ δημοτικῷ νοσοκομείῳ τῆς «Ἐλπίδος». Ὁποίαν ἐξουσίαν ἔχει ὁ κ. Ἀρεταῖος ἐν τῷ νοσοκομείῳ τῆς «Ἐλπίδος» θέλει ἔχει καὶ ὁ καθηγητὴς τῆς ὀφθαλμολογίας ἐν τῷ νοσοκομείῳ τῶν ὀφθαλμιώντων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ἀρεταῖος δὲν φροντίζει νὰ ἀγοράζῃ τὰ ἄλφιτα καὶ τὰ κρέατα πρὸς τροφὴν τῶν νοσηλευομένων ἐν τῷ νοσοκομείῳ, καὶ ἀσχολεῖται ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς ἐπιστήμης, καὶ διακρίνεται διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν ἐργασιῶν του. Τοιοῦτος πρέπει νὰ ἦναι καὶ ὁ καθηγητὴς τῆς ὀφθαλμολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὁ ὁποῖος θέλει διευθύνει τὸ νοσοκομεῖον τῶν ὀφθαλμιώντων. Ἐγώ εἰμι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ πᾶσαν τροπολογίαν, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχῃ ἀσάφειά τις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ τροπολογίαν τείνουσαν νὰ προσδιορίσῃ, ὅτι ἡ ἐν τῇ κλινικῇ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου ἐξουσία τοῦ καθηγητοῦ τῆς ὀφθαλμολογίας, ὁ ὁποῖος θέλει εἶσθαι ὁ καθηγητὴς τῆς κλινικῆς, θέλει εἶσθαι ὁμοία ἐκείνης, ἣν ἔχει ὁ καθηγητὴς τῆς χειρουργικῆς ἐν τῷ νοσοκομείῳ τῆς «Ἐλπίδος», ὁμοία ἐκείνης, ἣν ἔχουσιν οἱ καθηγηταὶ τῆς παθολογίας ἐν τῇ παθολογικῇ κλινικῇ τοῦ νοσοκομείου τῆς «Ἐλπίδος».
§161ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ μὲ παρεξηγήσῃ. Εἶπον ὅτι ἡ πρόνοια ὑπῆρξε καλὴ, ἀλλ’ αὕτη ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ ἄλλα εὐεργετικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα συντηροῦνται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ δίδουσι λογοδοσίαν. Ὡς πρὸς τὰ καταστήματα, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη ὁ κ. Πρόεδρος, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι διὰ μὲν τὸ νοσοκομεῖον ἡ «Ἐλπὶς» ὑπάρχει εἰδικὸς φόρος, ὁ ὁποῖος εἰσπράττεται ὑπὸ τοῦ δήμου καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ νοσοκομείου «Ἐλπίδος»· διὰ δὲ τὸ Βρεφοκομεῖον δαπανᾷ ὁ δῆμος Ἀθηναίων, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, περὶ τὰς 90 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἑπομένως τὰ καταστήματα ταῦτα ἑκόντα ἄκοντα ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ δήμου Ἀθηναίων, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἑκάστοτε δήμαρχος Ἀθηναίων εἶναι καὶ ὁ πρόεδρος τῆς διοικούσης ἐπιτροπῆς. Ὡς πρὸς τὰ εὐεργετικὰ καταστήματα τὰ ἄλλα, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη ἐπίσης ὁ κ. Πρόεδρος, ἤτοι τὸ Ὀρφακοτροφεῖον Χατζηκώστα καὶ τὸ Ἀμαλίειον Ὀρφανοτροφεῖον, οὐδὲ τὸ ἓν εἶναι τῆς βασιλίσσης Ἀμαλίας, οὐδὲ τὸ ἕτερον εἶναι τοῦ Γεωργίου καὶ Αἰκατερίνης Χατζῆ Κώστα. Τὸ κτίριον μόνον τοῦ Ὀρφανοτροφείου εἶναι τοῦ Γεωργίου καὶ Αἰκατερίνης Χατζηκώστα, καὶ φέρει τὸ ὄνομα Χατζηκώστα, καὶ ἐλάχιστα τῶν κεφαλαίων, τὰ πλεῖστα δὲ τῶν κεφαλαίων αὐτοῦ εἶναι δωρεαὶ, προσφερόμεναι ἑκάστοτε παρ’ ὁμογενῶν, ἐὰν δὲ ἀνατρέξητε εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους ἑκάστοτε ἔδωκε, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι τὰ κεφάλαια ἐκεῖνα διευθύνονται ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐκλεγομένης μεταξὺ τῶν ἰδίων. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα συνέρχονται εἰς τὸ Ὀρφανοτροφεῖον τὸ Ἀμαλίειον; Κατὰ τύπους συνέρχεται ἡ ἐπιτροπὴ κατ’ ἔτος εἰς τὸ Ἀμαλίειον, ἀκούει τὴν λογοδοσίαν, καὶ ἔπειτα βλέπομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας διατυμπανίσεις, ὅτι ἐδόθη λογοδοσία, δηλαδὴ ὁ ταμίας ἐξέθετο εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὰ πεπραγμένα. Καὶ αὐτὸ λέγεται λογοδοσία! Ἡ τροπολογία μου, ἐπαναλαμβάνω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, δὲν σκοπεῖ νὰ μετατρέψῃ ἄρδην τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ὅλα τὰ ἄρθρα μένουσι τὰ αὐτά. Ὁ οἰκονόμος μένει ὡς οἰκονόμος ἐν τῷ καταστήματι· Θὰ ἔχῃ τὸ οἰκονομικὸν μέρος τοῦ καταστήματος καὶ τὴν καθαριότητα, ὡς διετυπώθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πρέπει νὰ ἰσχύσῃ, εἶναι, ὅτι ἡ διεύθυνσις καὶ ἡ ὑποδιοίκησις πρέπει νὰ ἦναι, οὕτως εἰπεῖν, ἐν ἁρμονίᾳ καὶ ὑπὸ τὰ αὐτὰ πρόσωπα. Φρονῶ δὲ, ὅτι καὶ λόγοι οἰκονομίας ἐπιβάλλουσι τοῦτο· διότι σήμερον τὸ νοσοκομεῖον τοῦτο δαπανᾷ μηνιαίως περὶ τὰς 300 ἕως 350 μόνον δραχμὰς, ἂν ἐνθυμοῦμαι. Ἠξεύρω δὲ ταῦτα διότι συνδέομαι μετὰ τοῦ ἄλλοτε βοηθοῦ κ. Ἰωάννου Λογοθέτου, τυγχάνω δὲ καὶ φίλος τοῦ ἐπ’ ἐσχάτων ἀποχωρήσαντος τοῦ νοσοκομείου κ. Ν. Βοΐλα, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἐξ Ἠπείρου. Τούτου ἕνεκα διατελῶ ἐν λεπτομερεστάτῃ γνώσει τῶν καθέκαστα, πολλάκις δὲ καὶ ἐπεσκέφθην τὸ νοσοκομεῖον τοῦτο, διότι ἐκτὸς τῶν ἄνω λόγων καὶ ἀτυχήσαντες δυστυχῶς συμπολῖταί μου εἰσήχθησαν ἐν αὐτῷ· τούτου δ’ ἕνεκα ἐγνώρισα πολλὰς λεπτομερείας, ἐκ περιεργείας κινούμενος. Ἑπομένως φρονῶ καὶ πιστεύω, ὅτι θέλει ἀποδεχθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἡ μὲν διοίκησις τοῦ καταστήματος μείνῃ, καὶ ἐκ λόγων οἰκονομίας, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἑκάστοτε, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, καθηγητοῦ τῆς ὀφθαλμολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἡ δὲ ὑποδιεύθυνσις, ἤτοι ὁ ἐπιτηρητὴς τῶν εἰσερχομένων ἑκάστοτε ἀῤῥώστων, καὶ ὁ ἀναπληρωτὴς βεβαίως τοῦ διευθυντοῦ, νὰ ἐκλέγηται πάντοτε εἴτε ἐκ τῶν ὑφηγητῶν τῆς ὀφθαλμολογίας, εἴτε ἐκ τῶν ἄλλων ἰατρῶν, τῶν ἐξασκούντων εἰδικῶς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ὀφθαλμιάτρου. Ἑπομένως ἡ προτεινομένη παρ’ ἐμοῦ τροποποίησις κατ’ οὐδὲν μεταβάλλει τὸ νομοσχέδιον.
§162ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὀφείλω νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ φέρουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο. Ἀληθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διώρθωσε πολλὰ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξήνεγκε κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς περιουσίας τοῦ Ὀφθαλμιατρείου καὶ περὶ τῆς ἐν γένει διοικήσεως αὐτοῦ. Σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λίαν εὐφήμως ὡμίλησε περὶ τῶν κατὰ καιροὺς ἐπιτροπῶν, τῶν διοικησασῶν τὰ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, καὶ οὐδένα εὐτυχῶς ἐξῄρεσεν ἐκ τῆς εὐφήμου ταύτης μνείας· ἐνῷ, ἐὰν ἀντελήφθην ἀκριβῶς τῶν λεχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, ἠδύνατό τις ἐξ ἐκείνων νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ἐπεῤῥίπτετο μομφή τις κατὰ τῆς διοικούσης ἐπιτροπῆς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου· διότι, ὅτε ἠρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν γνωρίζῃ τι περὶ τῆς περιουσίας τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἔσπευσε ν’ ἀπαντήσῃ, ὅτι οὐδὲν γνωρίζει καὶ οὐδὲν θέλει νὰ μάθῃ, ὅτι οὐδέν ποτε ἐδημοσιεύθη, καὶ ὅτι πιστεύει ὅτι, ὅταν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, οἱ κύριοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διοικοῦσι τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ δώσωσι λογοδοσίαν. Εὐτυχῶς διὰ τὴν κοινωνίαν ἡμῶν, οἱ διοικοῦντες τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἔσπευσαν νὰ δώσωσι λογοδοσίαν, ἠναγκάσθη δὲ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναγνωρίσῃ διὰ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν, ὅτι ὑπῆρξεν ἡ διαχείρισίς των τοιαύτη, ὥστε ἐκ τοῦ μηδενὸς κατώρθωσαν νὰ συγκροτήσωσι περιουσίαν 254,000 δραχμῶν, νὰ ἔχωσι δὲ κεφάλαιον κινητὸν, πραγματικὸν καὶ προσοδοφόρον, 135,000 δραχμῶν. Λοιπὸν δὲν εἶναι πλέον σκοπὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο ἐπιδιωκόμενος κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν εἰσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑποπτεύεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν διαχείρισιν τῆς διοικούσης ἐπιτροπῆς, ἐξ ἐναντίας ἐπικροτεῖ καὶ εὐφήμως μνημονεύει τῆς διοικήσεως ταύτης, ἀλλ’ εἶναι ἄλλος σκοπός. Τὸν σκοπὸν αὐτὸν τὸν ἀνέπτυξε: Πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ ἐπιστήμονες νὰ ἀσχολῶνται καὶ περὶ τὴν ἀγορὰν τῶν ἀλφίτων! Ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὸ δημοτικὸν νοσοκομεῖον «ἡ Ἐλπὶς» ἢ εἰς ἄλλα εὐεργετικὰ καταστήματα. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει ἐντελῶς ἄδικον, φρονῶν ὅτι πρόκειται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ εἰσαχθῇ ἡ διοίκησις, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἐν τῷ δημοτικῷ νοσοκομείῳ, καὶ νὰ διακριθῇ ἡ διδασκαλία ἀπὸ τῆς διοικήσεως καὶ ἡ ἐνάσκησις τῆς ἐπιστήμης ἀπὸ τῆς διοικήσεως. Δεύτερον φρονῶ, ὅτι αἱ περιπτώσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας κατηρτίσθη τὸ δημοτικὸν νοσοκομεῖον «ἡ Ἐλπὶς», εἶναι ὅλως διόλου διάφοροι ἀπὸ τὰς περιπτώσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας κατηρτίσθη καὶ λειτουργεῖ τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον. Καὶ ἔρχομαι ἀπὸ τῆς ἀναπτύξεως τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν δύο καταστημάτων. Τὸ δημοτικὸν νοσοκομεῖον, ὡς ἐμφαίνει καὶ τὸ ὄνομά του, εἶναι δημοτικὸν κατάστημα. Ἀληθῶς πολλοὶ συνέτρεξαν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ δημοτικοῦ τούτου νοσοκομείου καὶ πολλοὶ συνεισήνεγκον πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τῆς συγκρατήσεως καὶ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ οἱ συνεισενεγκόντες εἰς τὸ νοσοκομεῖον τοῦτο προσέφεραν τὸν ὀβολόν των ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις τοῦ κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος διέπει τὸ δημοτικὸν νοσοκομεῖον· ἐγνώριζον ὅτι, ὅταν ἐβοήθουν, ἐβοήθουν δημοτικὸν κατάστημα, τοῦ ὁποίου ἡ διοίκησις ἀνῆκεν εἰς τὸν δῆμον. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν εἴμεθα εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Ἀληθῶς πρόκειται περὶ φιλανθρωπικοῦ καταστήματος καὶ κυρίως αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα ἔχει τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, ἀλλὰ περὶ φιλανθρωπικοῦ καταστήματος, τοῦ ὁποίου ἡ διοίκησις ἀρχικῶς ἀπεδόθη εἰς μίαν ὡρισμένην ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία μόνον εἰς μίαν ὑπόκειται ἐποπτείαν, τὴν ἐποπτείαν τῆς Βασιλίσσης. Δὲν βλέπω δὲ διατὶ καὶ καλὰ θέλομεν τὴν ἐποπτείαν αὐτὴν νὰ τὴν ἀποδώσωμεν εἰς τὴν βασίλισσαν Ἀμαλίαν. Τὸ διάταγμα τοῦ 1843 δὲν μνημονεύει ὀνόματος. Ἀληθῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ἐβασίλευεν ἡ Ἀμαλία, ἀλλὰ δὲν σημαίνει, ἐπειδὴ ἡ βασίλισσα Ἀμαλία ἀπέθανεν, ὅτι ἐντεῦθεν κατηργήθη ἡ ἐποπτεία. Ἡ ἐποπτεία ἀνήκει αὐτοδικαίως, δυνάμει τοῦ διατάγματος ἐκείνου, εἰς τὴν Βασίλισσαν. Ἐὰν δὲ τοιαύτη ἦναι ἡ θέσις τοῦ καταστήματος, δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αὔριον νὰ μὴ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Βασιλίσσης τὸν «Εὐαγγελισμὸν»· διότι, ἐὰν θέλῃ τις νὰ παραλληλίσῃ τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον πρὸς ἕτερον κατάστημα φιλανθρωπικὸν, μόνον τὸν «Εὐαγγελισμὸν» δύναται νὰ εὕρῃ· ἐκεῖ πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τοῦ αὐτοῦ ὀργανισμοῦ.
§163Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μίαν πληροφορίαν, παρακαλῶ, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον διεγράψατε, περὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπιτροπῆς. Ποῖος τρόπος κανονίζει αὐτήν;
§164ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὸν «Εὐαγγελισμὸν», ἐκεῖ εὑρίσκομεν ἀκριβῶς τὸν αὐτὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηρτίσθη τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ᾠκοδομήθη τὸ νοσοκομεῖον, τὸν τρόπον τῶν εἰσφορῶν, διὰ τῶν ὁποίων καὶ σήμερον συντηρεῖται τὸ νοσοκομεῖον ἐκεῖνο, τὸ κάλλιστα λειτουργοῦν. Ἀλλὰ τίς εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ χεῖρα ἀσεβῆ ἐπὶ τὴν περιουσίαν καὶ ἐπὶ τὴν διοίκησιν τοῦ νοσοκομείου ἐκείνου; Ἐπιτροπὴ διοικεῖ τὸν «Εὐαγγελισμὸν». Καὶ ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λαρίσσης συνάδελφον, ἐπιτροπὴ διοικεῖ καὶ τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνέστη ὀνομαστικῶς διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ 1843, καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἀπεδόθη τὸ δικαίωμα, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐκλείψει ὡρισμένον μέλος τῆς ἀρχικῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἀντικαθίσταται δι’ ἐκλογῆς. Ἀληθῶς οὐδεὶς Ἕλλην ἀπέβλεψεν εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ἀρχικῶς ἢ τὰ κατόπιν ἀπαρτίζοντα τὰς ἐπιτροπὰς, τὰς διοικούσας κατὰ καιρὸν τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον ἀπέβλεψεν ὅμως εἰς τὴν ἰδέαν τῆς φιλανθρωπίας, ἡ ὁποία ἐπρυτάνευσε, καὶ εἰς τὴν τιμιότητα, μεθ’ ἧς διεχειρίσθησαν τὰ εἰσφερόμενα κατὰ καιροὺς εἰς τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον. Δὲν ἔχετε δικαίωμα περιουσίαν οὕτω συλλεγεῖσαν καὶ οὕτω διοικηθεῖσαν μέχρι σήμερον νὰ τὴν δημεύσητε, — διότι ἀληθὴς δήμευσις εἶναι τὸ μέτρον ὑμῶν· καθιστᾶτε τὴν περιουσίαν τοῦ φιλανθρωπικοῦ τούτου καταστήματος, ἀπὸ ἐξαρτωμένης καὶ ὀφειλομένης εἰς τὴν ἀτομικὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν ἰδιωτικὴν φιλανθρωπίαν καὶ εὐσπλαγχνίαν, τὴν καθιστᾶτε δημοσίαν, καὶ πρόκειται νὰ διορίσητε ἐν αὐτῷ τῷ καταστήματι δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἀντίῤῥησις σπουδαία δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ καταγινόμενος εἰς τὴν ἐπιστήμην δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύηται καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν. Ἀναγνωρίζω ὑμῖν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζητε καταλληλότερον τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, ἀλλὰ δὲν ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἀφαιρέσωσι περιουσίαν οὕτω συλλαγεῖσαν, καὶ νὰ τὴν καταστήσωσι δημοσίαν· διότι εἶπον, ὅτι οὐδὲν ἕτερον πράττετε ἢ δημεύετε τὴν περιουσίαν αὐτήν. Καὶ βεβαίως δὲν θὰ ὠφεληθῇ πολὺ τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, ἀπὸ φιλανθρωπικοῦ καταστήματος, ἐπιβλεπομένου καὶ διατηρουμένου παρὰ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας καὶ παρὰ τῆς ἰδιωτικῆς φιλανθρωπίας, καθιστάμενον δημόσιον, διότι γνωρίζομεν, τί γίνεται εἰς ὅλα τὰ νοσοκομεῖα, τὰ ὁποῖα διέπονται ἀπὸ τὴν διοίκησιν. Ὑπάρχει ἓν δυσώνυμον νοσοκομεῖον, ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ γνωρίζομεν τίνα ἐγκλήματα διεπράχθησαν ἐν αὐτῷ. Σᾶς φαίνεται κακὸς ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου καὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ. Καὶ τίς σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ καθηγητὴς τῆς ὀφθαλμολογίας ἀγοράζει τὰ ἄλφιτα καὶ φροντίζει περὶ τῆς τροφῆς τῶν ἐν τῷ Ὀφθαλμιατρείῳ νοσηλευομένων; Τὰ ἄλφιτα τὰ ἀγοράζει ὁ βοηθός. Ἀλλὰ δὲν βλέπω κατὰ τί προσκρούει εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ὑψηλῆς ἐπιστήμης, ὁ ἰατρὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θεραπεύει, νὰ ἦναι καὶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία μεριμνᾷ περὶ τοῦ καταστήματος καὶ ἐξελέγχει τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ. Οὐδαμοῦ βλέπω τὴν ὑφισταμένην σύγχυσιν. Τὴν σύγχυσιν βλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐὰν δὲ νομίζωσιν, ὡς εἶπον, ὅτι οὐδὲν ἕτερον ἐπιδιώκουσιν ἢ νὰ εἰσαγάγωσιν ἐν τῷ Ὀφθαλμιατρείῳ τὴν διοίκησιν τοῦ δημοτικοῦ νοσοκομείου, βεβαίως σφάλλονται· διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ διευθυντὴς τοῦ δημοτικοῦ νοσοκομείου «ἡ Ἐλπὶς», ὁ διευθυντὴς αὐτὸς οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀσθενῶν. Ἡ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν γίνεται παρὰ τῶν καθηγητῶν, τῶν ἐχόντων τὰς κλινικὰς, εἴτε Ἀρεταῖος εἶναι, εἴτε Δηλιγιάννης, εἴτε ἄλλος τις. Καὶ ἐπεθύμουν, ὁ διευθυντὴς τοῦ δημοτικοῦ νοσοκομείου, καίτοι τὸ νοσοκομεῖον ἐκεῖνο ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ δήμου, καίτοι διοικεῖται παρὰ τοῦ δήμου, καίτοι δι’ εἰσφορῶν τοῦ δήμου κατὰ τὸ πλεῖστον συντηρεῖται, ἐπεθύμουν, λέγω, ὁ διευθυντὴς τοῦ δημοτικοῦ νοσοκομείου νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν κλινικὴν τοῦ κ. Ἀρεταίου ἢ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ νὰ θελήσῃ νὰ θεραπεύσῃ τοὺς ἀσθενεῖς τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου. Βεβαίως ἤθελεν ἐκβληθῆ κακὸς κακῶς. Ἀλλὰ ἐνταῦθα τί γίνεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Ἀφαιρεῖται ὁλόκληρος ἡ θεραπεία ἀπὸ τοῦ μόνου, ὁ ὁποῖος δύναται σήμερον, ἕνεκεν τῆς μακρᾶς του πείρας καὶ ἕνεκεν τῆς ἕδρας, ἣν κατέχει ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, νὰ διευθύνῃ τὴν κλινικὴν, τὴν θεραπείαν, καὶ δίδονται 150 δραχμαὶ εἰς ἕνα ἰατρὸν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὴν θεραπείαν, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ καταστήματος. Ὡς πρὸς αὐτὸν, ἡ σύγχυσις εἶναι πλήρης. Αὐτὸς θὰ δύναται νὰ ἀγοράζῃ καὶ νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν ἀλφίτων· ἀλλ’ ἐπειδὴ θὰ ἔχῃ 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα, θὰ δύναται ἐπίσης νὰ φροντίζῃ καὶ περὶ τῶν ὑψηλῶν ζητημάτων τῆς ἐπιστήμης. Λοιπὸν οὐδὲν τὸ προσόμοιον μεταξὺ τοῦ δημοτικοῦ νοσοκομείου καὶ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, καὶ οὐδὲν τὸ προσόμοιον μεταξὺ τῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἐν τῷ δημοτικῷ νοσοκομείῳ, καὶ τῆς διοικήσεως, ἥν ἐπαγγέλλεται νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον. Καὶ ἔσφαλεν ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία, ἰδοῦσα τοιοῦτο νομοσχέδιον ὑποβληθέν, ἠθέλησεν ἀφ’ ἑνὸς νὰ δείξῃ, ὅτι οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον φροντίζει περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν μελῶν αὐτῆς ὡς μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπέδωκε δὲ ἐκεῖ, ὅπου ὤφειλε νὰ ἀποδώσῃ, τὴν διοίκησιν; Εἶναι δωρεὰ αὐτή, ὅπως ἐχαρακτηρίσθη, ἢ εἶναι ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον χορηγεῖται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Β. διατάγματος τοῦ 1843; Μὴ ἐδωρήθη ἡ περιουσία τοῦ Ὀφθαλμιατρείου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἢ εἰς τὸν Πρύτανιν, τὸν κ. Μιστριώτην, ἢ εἰς τὴν Σύγκλητον; Ἀπεδόθη ἡ διοίκησις, συμφώνως πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ συμφώνως πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον ἔχομεν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Ὀφθαλμιατρείου. Ἐὰν κατορθώσῃ ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ὀφθαλμιατρείου καὶ ἡ πρᾶξις τοῦ Πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῆς Συγκλήτου νὰ ἀνακόψῃ τὴν ὁρμὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις θέλει νὰ δημεύσῃ ἀληθῶς κατάστημα ὀφειλόμενον εἰς τὴν ἰδιωτικὴν φιλανθρωπίαν καὶ καταστήσῃ ἐν αὐτῷ διοίκησιν τοῦ Δημοσίου, θὰ ἦναι ἀξία ἐπαίνων καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου καὶ ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ὁ Πρύτανις, διότι οὕτω μετ’ ὀλίγον δὲν θὰ ἔχωμεν νὰ ἀσχοληθῶμεν, ὡς πολλάκις ἠσχολήθη ἡ Βουλή, περὶ διοικήσεως ὁμοίας πρὸς ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑφίστατο ἄλλοτε καὶ ἡ ὁποία ἐλπίζω ὅτι δὲν ὑφίσταται πλέον, τοῦ δυσωνύμου νοσοκομείου, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου εἶπον. Μὴ νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ θέτητε τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς ἰδιωτικῆς φιλανθρωπίας καὶ ἐπὶ τῶν κεφαλαίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ ἰδιωτικὴ φιλανθρωπία συλλέγει, καὶ νὰ θέτητε αὐτὴν ἀτιμωρητεί. Θὰ κάμητε νὰ σκέπτωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἀποβλέποντες εἰς τὸν ὀργανισμὸν ἑνὸς φιλανθρωπικοῦ καταστήματος καὶ εἰς τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, συνεισφέρουσι τὸν ὀβολόν των, θὰ τοὺς κάμητε νὰ σκέπτωνται, ἐὰν πρέπῃ νὰ συνεισφέρωσιν, ἀφοῦ θὰ γνωρίζωσι διὰ τοῦ παραδείγματος, τὸ ὁποῖον δίδετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι μίαν ἡμέραν δύναται νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ κατάστημα αὐτὸ νὰ γείνῃ δημόσιον καὶ νὰ ἐκφύγῃ τῶν χειρῶν τῆς ἰδιωτικῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς διοικούσης αὐτὸ ἰδιωτικῆς ἐπιτροπῆς.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν σκοπῶ νὰ συζητήσω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκηρύχθη μόνον κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἰσῆλθε καὶ εἰς λεπτομερείας αὐτοῦ, καὶ ἐπέκρινε τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Δὲν σκοπῶ, λέγω, νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, διότι τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὰς λεπτομερείας. Ὀφείλω μόνον νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του, κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ νοσοκομεῖον τῶν ὀφθαλμιώντων εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ νοσοκομεῖον τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ»· ἑπομένως, ὡς τὸ νοσοκομεῖον τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ» διοικεῖται, οὕτω πρέπει νὰ διοικῆται καὶ τὸ νοσοκομεῖον τῶν ὀφθαλμιώντων. Ὁ κ. Βουλευτὴς σφάλλει καθ’ ὅλα. Τὸ νοσοκομεῖον τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ» ἱδρύθη, ἡ οἰκοδομὴ καὶ τὸ κατάστημα αὐτοῦ ᾠκοδομήθη, καὶ τὸ νοσοκομεῖον διοικεῖται καὶ συντηρεῖται διὰ χρημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ συνεισενεγκόντες προσέφερον εἰς τὴν Βασίλισσαν Ὄλγαν. Εἴτε διότι ἡ Βασίλισσα Ὄλγα, ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν, ὅτι διάκειται εὐμενῶς καὶ ἐκθύμως πρὸς ἵδρυσιν τοιούτου νοσοκομείου, εἴτε καὶ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῆς, πλεῖστοι προσήνεγκον εἰς αὐτὴν χρήματα, ἵνα διαθέσῃ αὐτὰ ὡς ἐβούλετο, ἡ δὲ Βασίλισσα Ὄλγα ἅπαντα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς αὐτὴν, ἀπεφάσισε καὶ ἐδαπάνησεν εἰς ἵδρυσιν τοῦ νοσοκομείου τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ». Εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς ἐὰν εἷς ἰδιώτης, ἰδίᾳ αὐτοῦ περιουσίᾳ, ἰδίοις αὐτοῦ χρήμασιν, ἵδρυεν ἓν νοσοκομεῖον. Ἐὰν εἷς ἐξ ὑμῶν, διακρινόμενος ἐπὶ πλούτῳ, θερμαινόμενος δὲ ὑπὸ αἰσθημάτων φιλανθρωπίας, θέλει νὰ οἰκοδομήσῃ νοσοκομεῖον καὶ νὰ διορίσῃ τὸν διευθυντὴν αὐτοῦ καὶ νὰ διοικῇ αὐτὸ, τίς ἐμποδίζει αὐτόν; Θέλει ὑπάρχει μόνον ἡ ὑγειονομικὴ ἀστυνομία, ἥτις θέλει ἐπιτηρεῖ τὴν θεραπείαν, ἵνα τηρῶνται οἱ ὅροι τῆς νοσηλείας καὶ τῆς θεραπείας τῶν νοσούντων. Ἡ Βασίλισσα Ὄλγα ἔπραξε τὸ αὐτό. Δὲν διέθηκε μὲν χρήματα ἴδια, χρηματικὴν περιουσίαν ἰδίαν, διέθηκεν ὅμως χρήματα, τὰ ὁποῖα οἱ δωρηταὶ ἔδωκαν εἰς αὐτήν, ἵνα διαθέσῃ κατ’ ἰδίαν αὑτῆς βούλησιν. Τίς δύναται λοιπὸν νὰ ὑποβάλῃ νόμον καὶ νὰ διατάξῃ τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ νοσοκομείου τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ»; Ἀλλὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν πρὸς ἵδρυσιν νοσοκομείου ὀφθαλμιώντων, καὶ τὰ ὁποῖα δίδονται πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ, προσφέρονται εἰς τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν ἐπιτροπὴν τὴν διοικοῦσαν; Καὶ αὐτοί εἰσι κύριοι νὰ διαχειρισθῶσιν αὐτὰ ὅπως θέλουσι; Καὶ ἐὰν δὲν ἦσαν αὐτοὶ μέλη τῆς διοικούσης τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον ἐπιτροπῆς, οἱ δωρηταὶ τῶν χρημάτων δὲν ἤθελον προσφέρει τὰ προσενεχθέντα χρήματα; Οὗτοι εἶναι συλλογισμοὶ, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ πιστεύῃ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, τοὺς ὁποίους ὅμως ἐγὼ ἔχω δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἐντελῶς ἀβασίμους. Ἤθελον θεωρήσει ὕβριν πρὸς τὴν πατρίδα μου, ἐὰν ἰσχυριζόμην, ὅτι, ἐὰν δὲν ἦτο ὁ κ. Α ἢ ὁ κ. Β. μέλη τῆς διοικούσης τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον ἐπιτροπῆς, δὲν ἤθελον ὑπάρχει ἄνθρωποι προσφέροντες χρήματα πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ. Καὶ μήπως ὅταν προσηνέχθησαν αἱ 254,000 δραχμῶν ἦσαν τὰ μέλη τῆς διοικούσης νῦν τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον ἐπιτροπῆς, ἢ τὸ νοσοκομεῖον τῶν ὀφθαλμιώντων ἱδρύθη ἐπὶ τὰ ἔτη ἐκεῖνα καὶ διῳκεῖτο ἀπὸ αὐτά; Παντάπασι. Διῳκεῖτο ἀπὸ ἄλλους. Καὶ ἐξέλιπον τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, ἐξηκολούθησαν ὅμως οἱ φιλάνθρωποι συμπολῖται δίδοντες βοηθήματα καὶ δωρεὰς εἰς τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον, καὶ τώρα δίδουσι, καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ δίδωσι, διότι ἡ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἀφοσίωσις τῶν τέκνων αὐτῆς, καὶ τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα πληροῦσι τὰς καρδίας αὐτῶν, δὲν θερμαίνονται ἀπὸ πρόσωπα, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν πρὸς τὴν πατρίδα, ἀπὸ τὸν πρὸς τὴν Ἑλλάδα πόθον καὶ ἀπὸ τὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτῆς σεβασμόν. Καὶ διστάζετε νὰ ἐμπιστευθῆτε τὴν διοίκησιν τοῦ Ὀφθαλμιατρείου εἰς τὰ πέντε μέλη, τὰ ὁποῖα θέλει διορίσει ὁ Ὑπουργός! Καὶ ἐμπιστεύεσθε τὸν Α καὶ τὸν Β! Αὐτὸ εἶναι ἄτοπον, ὀφείλω δὲ νὰ τὸ καταγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ καταγγείλω οὐχὶ ὅταν πρόκηται περὶ ἐμοῦ,—διότι ἐγὼ εἶμαι διαβάτης,—ὀφείλω νὰ τὸ καταγγείλω ὑπὲρ παντὸς, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως ἀνέρχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου δὲν σκοπῶ νὰ συζητήσω. Ἄν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, οἱ κύριοι Βουλευταὶ δύνανται, ἐὰν ἔχωσι, νὰ προβάλωσιν ἀντιῤῥήσεις, ἀλλὰ δὲν στέργω νὰ συζητῶ συγχρόνως περὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν λεπτομερειῶν, διότι τοῦτο παράγει σύγχυσιν.
§166ΣΧΙΝΑΣ. Θέλω ἀπαντήσει δι’ ὀλίγων, καθόσον γνωρίζω τὰ καθέκαστα τοῦ νοσοκομείου τούτου. Δύο μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπιζῶσιν ἔτι, εἶναι δὲ ταῦτα ὁ κ. Γεράσιμος Κούπας καὶ ὁ κ. Α. Ἀναγνωστάκης, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἀπὸ τοῦ 1857· ἐκτὸς δὲ τούτων, τὸν Μητροπολίτην Θεόφιλον ἀντικατέστησεν ὁ πρώην Πατρῶν. Πλὴν δὲ τούτου τὸ κατάστημα διέπεται ὑπὸ ἰδίου κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι τυπωμένος μετὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1857–1868. Εἰς ἅπαντας δὲ τοὺς λογαριασμοὺς εἶναι ἀναγεγραμμένη μετὰ πολλῆς λεπτομερείας καὶ αὐτὴ ἡ δραχμή. Πλὴν δὲ τῆς ἀκριβείας ταύτης, ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς θέλετε εὕρει καὶ ἓν ὅλως πρωτότυπον ἔργον, στατιστικὴν ὅλων τῶν κατὰ καιροὺς θεραπευθέντων, κατὰ κλάσεις καὶ κατ’ εἶδος νοσήματος. Ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι πολύτιμος διὰ τὸν θέλοντα νὰ γνωρίζῃ τί ἐγίνετο κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Στατιστικὴν λοιπὸν νοσοκομείων οὐδεμίαν ἄλλην ἔχομεν, ἐκτὸς αὐτῆς καὶ τῆς τοῦ Βρεφοκομείου, τὸ ὁποῖον διευθύνει ὁ καθηγητὴς κ. Α. Τζίνης. Προσθέτω δὲ, ὅτι αἱ προσφοραὶ, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὰ διάφορα καταστήματα καὶ εἰς αὐτὸν τὸν «Εὐαγγελισμὸν», δὲν εἶναι προσφοραὶ γινόμεναι εἰς τὴν Βασίλισσαν Ὄλγαν. Ἴσως ἐδόθησαν μόνον τὰ πρῶτα κεφάλαια καὶ ἤρχισεν ἡ ἀνέγερσις τοῦ κτιρίου τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ», ἔπειτα δὲ ἐγένοντο ἕτεραι δωρεαὶ, καὶ ἐκ τῶν δωρεῶν αὐτῶν σήμερον συντηροῦνται κλῖναι, προσηνέχθησαν δὲ οὐχὶ εἰς τὴν Βασίλισσαν, ἀλλ’ εἰς αὐτὸ τὸ κατάστημα, καὶ εἶναι κτῆμα τοῦ καταστήματος. Ἴσως ἡ προστασία τῆς Βασιλίσσης ἐπενήργησεν ἐπὶ τῶν δωρητῶν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου....
§168Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἑνδεκάτη ἡ ὥρα. Πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη καὶ ἄνευ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως. Ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως ἐπείσθην, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου.... Νομίζω καλὸν νὰ μή με ὑπενθυμίζωσιν, ὅτι ἔχομεν τρεῖς ἀναγνώσεις, διότι τὸ γνωρίζω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε: «δὲν σᾶς ἀρκεῖ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ διορίσῃ τὴν ἐπιτροπήν;» Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἀκριβῶς, ὅπου ἀναμιγνύεται ἡ Κυβέρνησις, ἐκεῖ καταστρέφονται τὰ πάντα. Ἀτυχῶς ἡ ἱστορία τῶν εὐεργετικῶν ἱδρυμάτων εἶναι αὕτη. Εἶναι δὲ νομίζω τὸ πρῶτον νομοθετικὸν ἔργον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις θέτει χεῖρα ἐπὶ τῶν κληροδοτημάτων καὶ τῶν δωρεῶν, καὶ τεθείσης τοιαύτης ἀρχῆς, κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν στειρεύουσαν τὴν πηγὴν τῶν γενναίων δωρητῶν. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν, τίς σκοπὸς πρόκειται νὰ ἐκπληρωθῇ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; πρόκειται περὶ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1843, καὶ οὗτινος, ὡς ἐπιστοποιήθη ἐξ ἐγγράφων καὶ ἐκ τῆς ἰδίας ὁμολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ διοίκησις ὑπῆρξεν ἄμεμπτος ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις. Ματαιοπονοῦμεν λοιπὸν νομοθετοῦντες.... Ἀλλ’ ὄχι, δὲν ματαιοπονοῦμεν· πρόκειται διὰ τοῦ ἄρθρου 2 νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις θὰ διορίζῃ ὅλον τὸ προσωπικὸν καὶ θὰ διαχειρίζηται τὰ χρήματα τῶν δωρητῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ παρουσιάζει σπουδαιότητα μεγάλην, διότι θὰ ἔχῃ μεγάλας συνεπείας. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος καὶ θὰ ἐπροτίμων νὰ ἀνεβάλλετο ἡ συζήτησις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 αὐτοῦ).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Σχινᾶ. Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).
§171Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ ἑβδόμῳ στίχῳ, ἀντὶ «τριτοετὴς», νὰ τεθῇ «τεταρτοετὴς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4ον μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 5–8).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9ον (ἀναγινώσκεται).
§173Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀντὶ τῆς λέξεως «ταμίας» νὰ τεθῇ «διαχειριστής». Ἡ αὐτὴ διόρθωσις τῆς λέξεως νὰ γείνῃ καὶ εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 10, 11 καὶ 12, μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13ον (ἀναγινώσκεται).
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὰς λέξεις «θέλει παραλάβει» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «διὰ πρωτοκόλλου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13 μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγνωσθέντα γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§176ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, αὔριον νὰ τυπωθῇ διωρθωμένον τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐγένετο πλῆθος μεταβολῶν.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.