1891.02.09
2.839 στίχοι · 21.222 λέξεις · 218 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
Τῆς 9 Φεβρουαρίου 1891.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀκολούθως προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Νέων Ψαρῶν κ. Ἀλέξανδρος Μιλτιάδου Κανάρης).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Γ. Φιλάρετος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1833 νόμου περὶ δήμων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 154). Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σωτηρόπουλος κατέθεσε τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τοῦ νομάρχου Μεσσηνίας, διαλαμβάνουσαν, ἐὰν πάντες οἱ κατὰ τὸν νομὸν ἐκεῖνον δήμαρχοι καὶ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες ὑπέβαλον εἰς τὴν Νομαρχίαν τοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ λογαριασμοὺς τῶν πρὸ τοῦ 1890 χρήσεων· ἐὰν δὲ καθυστερῶσί τινες, τίνες εἰσὶν οἱ καθυστεροῦντες καὶ εἰς ποίας χρήσεις ἀνάγεται ἡ καθυστέρησις. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) ἐὰν ἦναι συντεταγμένος ὁ γενικὸς λογαριασμὸς τοῦ ἔτους 1878 καὶ ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1877, ἢ ποῖαι ἀκόμη ἐργασίαι ὑπολείπονται διὰ τὴν τελείαν αὐτῶν κατάρτισιν· 2) εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἡ εἰς τὰ κεκανονισμένα βιβλία ἐγγραφὴ τῶν λογιστικῶν ἐγγράφων τῶν ἐτῶν 1879, 1880 καὶ 1881· καὶ 3) ἐὰν τὰ λογιστικὰ ἔγγραφα τῶν ἐτῶν 1882–1889 ἐνεγράφησαν μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν εἰς τὰ σχετικὰ βιβλία, καὶ μέχρι τίνος ἐποχῆς εἶναι ἐνήμερα τὸ Καθημερινὸν καὶ τὸ Καθολικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὡς καὶ τὰ ἀναλυτικὰ τῶν ἐσόδων, τῶν ἐξόδων, τῶν περιληπτικῶν λογαριασμῶν, τῶν εἰσπρακτέων καὶ λοιπὰ βοηθητικά.» Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Συνοδινὸς κατέθεσε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: «1) Ἂν ὁ διορισθεὶς διερμηνεὺς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ 1887 ἐπληρώθη πρὸς δραχμὰς 180 κατὰ μῆνα, ὡς ὁ προϋπολογισμὸς, ἢ πρὸς δραχμὰς 400, καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν. 2) Ἂν ἡ ἑταιρία τῶν δημοσίων ἔργων ἀνέλαβε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἔργα, καὶ ποῖα, ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1887 μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου 1890.» Ἀπόστρατοι καὶ ἀπότακτοι ἀξιωματικοὶ δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συμπληρώσῃ τὴν θεραπείαν, ἣν ἐπήνεγκεν ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς περὶ καταργήσεως τοῦ Κληρωτοῦ Δικαστηρίου, διὰ τροποποιήσεως τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ἀναιρούσης πάντα ἐν γένει τὰ ἐκ τοῦ νόμου ἐπελθόντα ἀποτελέσματα. Διάφοροι πολῖται Χαλκίδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ταχέως μέτρον πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ πορθμοῦ. Οἱ ἐν Λαμίᾳ καπνοπῶλαι ὑποβάλλουσι σκέψεις πρὸς βελτίωσιν τοῦ ἰσχύοντος φορολογικοῦ συστήματος τοῦ καπνοῦ.
§2Ι. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω ἀνάγκην πληροφοριῶν τινων, καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ χορηγήσωσιν αὐτὰς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν: «Αʹ) Νὰ χορηγήσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι κύων λυσσῶν ἔδακεν ἐν Κορίνθῳ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890 δέκα ἄτομα, καὶ ὁποῖα μέτρα ἔλαβε περὶ τούτου, καθόσον ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἀγνοεῖ τὰ μέτρα ταῦτα, οἱ δὲ δυστυχεῖς δηχθέντες μένουσιν ἄχρι τοῦδε εἰς τὴν τύχην των. «Βʹ) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐκ τῆς ὑπηρεσίας γνωρίζει περὶ τοῦ κληροδοτήματος, ὅπερ πρὸ τεσσάρων ἐτῶν διὰ διαθήκης ὁ ἐν Κυθήροις ἀποβιώσας Θεόδωρος Παπαπέτρου διέθεσε πρὸς ἀνέγερσιν νοσοκομείου ἐν Κορίνθῳ, ἐκ δραχμῶν εἴκοσι χιλιάδων, καὶ ποῦ εὑρίσκονται ἔκτοτε τὰ χρήματα ταῦτα, καὶ πῶς διατελεῖ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἐν ἀγνοίᾳ, ἂν καὶ πολλάκις ἀνέφερον ἁρμοδίως περὶ τούτου. «Γʹ) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, περὶ τοῦ κληροδοτήματος τῆς Σοφίας Γεωργίου Νίρου, Ἑλληνίδος ἀποκατεστημένης ἐν Ὀδησσῷ καὶ ἀποβιωσάσης τὴν 13 Μαΐου 1888, ὅπερ διὰ διαθήκης ἐγκατέλιπεν εἰς τὴν γενέτειραν αὐτῆς Κόρινθον πρὸς ἀνέγερσιν Σχολῆς ὀρφανῶν κορασίων, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ὁ διορισμὸς πληρεξουσίου ἐκ μέρους τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου πρὸς ἐκβίασιν τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἤδη ἡ ὑπόθεσις. «Δʹ) Ὁποῖοι λόγοι ἠνάγκασαν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ παρ’ αὐτοῦ τούτου ἐκδοθέντος καὶ δημοσιευθέντος Β. διατάγματος περὶ διορισμοῦ δημαστυνόμου τοῦ δήμου Πελλήνης, προταθέντος ἁρμοδίως παρὰ τοῦ οἰκείου δημάρχου. «Εʹ) Δι’ ὁποίους λόγους μένει μέχρι τοῦδε ἐκκρεμὴς ἡ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου πρότασις τοῦ δημάρχου Σικυῶνος περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ παρ’ αὐτῷ δημαστυνόμου. «Ϛʹ) Ὁμοίως διατὶ μένει ἐκκρεμὴς ἡ ἀπὸ 4 Δεκεμβρίου πρότασις τοῦ δημάρχου Πόρου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ οἰκείου δημαστυνόμου.» «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: «1) Ἐὰν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἔλαβε γνῶσιν τῆς κατὰ τὴν 3ην Φεβρουαρίου λαβούσης χώραν ἐν Κορίνθῳ ἀποπείρας φόνου τοῦ Θεοδώρου Ρήγα ἢ Πάτση κατὰ τοῦ Δημ. Κακιαμπᾶ, καὶ ἂν μετὰ τὴν σύλληψίν του ὁ ἐγκληματίας ἀπελύθη ἀμέσως ἀπὸ τοὺς χωροφύλακας, γενομένης δὲ ἁπλῶς αὐτοῖς παρατηρήσεως περὶ τούτου ἀπὸ τὸν πολίτην Νικ. Ἰατροῦ, ξιφουλκήσαντες οἱ χωροφύλακες ἐπετέθησαν κατ’ αὐτοῦ καὶ κατεδίωξαν αὐτόν, σωθέντα διὰ τῆς φυγῆς εἰς τὴν οἰκίαν του. 2) Ὁποίας πληροφορίας ἔχει διὰ τὸν κληρωτὸν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1890 Νικόλαον Π. Δηλὸν, ὅστις προσῆλθεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ παρεπέμφθη ἀπὸ τὸν ἰατρὸν εἰς τὴν ἀνωτάτην ὑγειονομικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν, αὕτη δ’ ἐκήρυξεν αὐτὸν ἱκανὸν διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, ἀπαλλάξασα αὐτὸν τῆς ἐν εἰρήνῃ στρατείας, καὶ ὑποχρεώσασα νὰ καταβάλῃ τὸ ἐκ δραχμῶν 100 ἀντισήκωμα, ὅπερ καὶ ἔπραξεν οὗτος, καταβαλὼν εἰς τὸ ταμεῖον Κορινθίας τὰς δραχμὰς καὶ ἀποστείλας διὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τὸ γραμμάτιον· ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἐκηρύχθη λιποτάκτης, συνελήφθη, καὶ ὡς τοιοῦτος κρατεῖται παρὰ τοῦ Στρατοδικείου προφυλακισμένος.» «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνας λόγους ἀνεστάλη ὁ κατὰ Ὀκτώβριον γενόμενος παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Ὑπουργοῦ διορισμὸς τοῦ Δημ. Κ. Καραμπέτσου εἰς τὸ ἀρτισύστατον δημοτικὸν σχολεῖον τοῦ χωρίου Περιγιαλίου, ἔκτοτε δὲ μένει τοῦτο ἀργὸν, ἀπολυθέντος καὶ τοῦ προϋπάρχοντος γραμματοδιδασκάλου.» Καταθέτω δὲ καὶ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Περιγιαλίου περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, νὰ παρακαλέσω τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς, παρὰ τῶν ὁποίων ἐκ μέρους τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου ἐζητήθησαν μερικαὶ πληροφορίαι περὶ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ὅπως, εἰ δυνατὸν, τὸ ταχύτερον καταθέσωσιν αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ἓν μέτρον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Προσέρχομαι νὰ καταθέσω διαφόρους πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐζήτησαν δι’ ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τὰς παρελθούσας συνεδριάσεις προέβαλον. Καὶ ἐν πρώτοις ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτῶν προέβαλε περὶ τῶν ἐκδοθεισῶν ἀδειῶν πρὸς θήραν. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐπορίσθην ἐκ τῶν γραφείων τοῦ Ὑπουργείου, ἐξεδόθησαν ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου 1888, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος περὶ τελῶν χαρτοσήμου, ἄδειαι ὁπλοφορίας πρὸς θήραν ἐπὶ τριμηνίαν 1738, ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον 550, ἄδειαι ὁπλοφορίας ὄχι πρὸς θήραν 864. Τὰς πληροφορίας ταύτας καταθέτω. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας εἶχε προτείνει ἐπερώτησιν περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιήχθη ἡ ὁδὸς ἀπὸ Σπάρτης εἰς Γύθειον καὶ ἀπὸ Γυθείου εἰς Οἴτυλον. Ὅταν προέβαλε τὴν ἐπερώτησιν, ἐπειδὴ κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διετύπωσεν αὐτὴν, ὑπεφαίνετο ἐν τῇ ἐπερωτήσει καί τις ἔλεγχος, παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν ἐπῆλθε φθορὰ τοιαύτη εἰς τὴν ὁδὸν τὴν ἀπὸ Σπάρτης εἰς Γύθειον καὶ τὴν ἀπὸ Γυθείου εἰς Οἴτυλον, ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἁρμόδιος νομομηχανικὸς θὰ ἐφρόντισε περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῶν γενομένων φθορῶν, καὶ ὅτι εὐθὺς ὡς ἐγνώσθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αἱ γενόμεναι ἕνεκα τοῦ χειμῶνος φθοραὶ, καὶ ἂν ὁ νομομηχανικὸς δὲν προέβλεψε, τὸ Ὑπουργεῖον βεβαίως θὰ προέβλεψε, διατάξαν τὴν ἐπισκευήν. Ἀλλ’ ὁ μὲν συνάδελφος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας τὴν ἐπερώτησιν προέβαλε τὴν 1ην Φεβρουαρίου, τὴν δὲ 28 Ἰανουαρίου, δηλαδὴ πρὸ τριῶν ἡμερῶν, τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε διατάξει τὰ περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Γύθειον. Ἡ ὁδὸς αὕτη ἀληθῶς εἶναι ὁδὸς πρωτίστου συμφέροντος διὰ τὸν νομόν τῆς Λακωνίας, διότι δι’ αὐτῆς συγκοινωνεῖ ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ μὲ τὸν μόνον λιμένα, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ Λακεδαίμων, τὸ Γύθειον. Περὶ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Γυθείου εἰς Οἴτυλον πληροφορίας δὲν ἔχομεν ἀκριβεῖς, διέταξα δὲ νὰ μοὶ ὑποβληθῶσι, καὶ ἐνετειλάμην εἰς τὸν μηχανικὸν, ἐὰν ἡ ὁδὸς ἔχῃ ἀνάγκην ἐπισκευῶν, νὰ προβῇ τάχιστα εἰς αὐτάς. Γνωρίζω, ὅτι ὁδὸς ἁμαξιτὴ ἀπὸ Γυθείου εἰς Οἴτυλον δὲν ὑπάρχει· εἶχε μόνον κατασκευασθῆ τμῆμα τοιαύτης, βραχυτάτης ἐκτάσεως, ὅτε οἱ ἀναλαβόντες τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης δύο Γάλλοι ἐγκατέλιπον τὴν ἐργολαβίαν μετὰ συνεννόησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε πεισθῆ, ὅτι ἡ ἐργολαβία αὕτη εἶχε δοθῆ ὑπὸ ὅρους ἐπιζημίους διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον· ὅτι δ’ ἔκτοτε τὰ πράγματα μένουσιν οὕτω, διότι εἶχε μὲν διαταχθῆ ὁ ἁρμόδιος μηχανικὸς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, ἀλλὰ δὲν προέβη. Ὅθεν δὲν πρόκειται νὰ ἐπιδιορθωθῇ ἁμαξιτὴ ὁδὸς μεταξὺ Γυθείου καὶ Οἰτύλου, ἀφοῦ τοιαύτη δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐπισκευασθῶσιν αἱ φθοραὶ, αἵτινες ἐπῆλθον ἐπὶ τῆς βατῆς ὁδοῦ. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου εἶχε προβάλει ἄλλην ἐπερώτησιν, ἀντικείμενον ἔχουσαν τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ τοῦ δήμου Ζακύνθου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι καὶ τὰ ὑπάρχοντα περὶ τούτου ἔγγραφα. Σπεύδω ἑπομένως καὶ τὰ ἔγγραφα νὰ καταθέσω, καὶ πληροφορίας τινὰς νὰ δώσω περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Κατά τινα ἔκθεσιν τοῦ διευθύνοντος τὴν Νομαρχίαν Ζακύνθου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, φέρουσαν χρονολογίαν τῆς 22 Νοεμβρίου, εἶχε συγκληθῆ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἰς συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἔμελε νὰ παρασταθῇ, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, καὶ ὁ δήμαρχος Ζακυνθίων· εἶχε δὲ συγκληθῆ νὰ συνεδριάσῃ ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι τοῦ δήμου Ζακυνθίων. Τὸ κατάστημα τοῦτο εἶναι οἰκοδόμημα, ἀνεγερθὲν πρὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Ζακύνθου μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Καὶ δὲν ἔχω μὲν ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῆς ἀξίας αὐτοῦ καὶ περὶ τῶν δαπανηθέντων πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ καταστήματος τούτου, γνωρίζω ὅμως, ὅτι τὸ κατάστημα τοῦτο ἐπὶ μὲν τῆς προστασίας ἐχρησίμευεν εἰς τὴν τοπικὴν διοίκησιν, μετὰ δὲ τὴν ἕνωσιν διετέθη ὡς κατάστημα τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐγκατεστάθη τὸ γραφεῖον τῆς Δημαρχίας καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Τὴν ἡμέραν λοιπὸν αὐτὴν, περὶ τῆς ὁποίας εἶπον, συνῆλθε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν τῷ καταστήματι τούτῳ, ἀλλ’ ὁ δήμαρχος Ζακύνθου δὲν παρευρέθη, διότι, καθ’ ἃ ἐξέθηκεν εἰς τὸν νομάρχην, εἶχεν ἀπέλθει τῆς πόλεως κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἕνεκα ἀνάγκης τινὸς τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρευρεθῇ κατὰ τὴν προαγγελθεῖσαν συνεδρίασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὁ γραμματεὺς τῆς Δημαρχίας, καθ’ ἣν εἶχεν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, ἀνεκοίνωσεν εἰς τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους, ὅτε συνῆλθον, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ δήμαρχος κωλύεται νὰ παρευρεθῇ, ἦτο παρ’ αὐτοῦ ἐντεταλμένος νὰ παρακαλέσῃ αὐτοὺς νὰ ἀναβάλωσι τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ ἄλλην τινὰ προσεχῆ ἡμέραν, ὅτε ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ παρευρεθῇ καὶ ὁ δήμαρχος. Ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη τοῦ γραμματέως τῆς Δημαρχίας κατέληξεν εἰς τινα λογομαχίαν, καθ’ ἥν, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὑβρίσθη ὑπὸ τοῦ γραμματέως, ἢ ὁ γραμματεὺς προέβη εἰς πράξεις κατ’ αὐτοῦ. Ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου κατεμήνυσε τὸν γραμματέα τῆς Δημαρχίας εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ ἀνέφερε τὰ περὶ τούτου εἰς τὴν Νομαρχίαν. Ἐν τούτοις ὁ δήμαρχος ἐπανελθὼν συνεκάλεσε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἰς συνεδρίασιν, ἀνακοινώσας αὐτῷ, ὅτι ὑπῆρχον κατεπείγουσαι ὑποθέσεις τοῦ δήμου πρὸς συζήτησιν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀνέφερε καὶ τὸν δημοτικὸν προϋπολογισμόν. Καὶ οὕτως εἶχον περιέλθει περὶ τὰ τέλη Νοεμβρίου, δὲν εἶχον δὲ μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου οὐδὲ συζητήσει οὐδὲ ψηφίσει τὸν προϋπολογισμόν. Ὅθεν ἡ ὑπόθεσις εἶχε χαρακτῆρα κατεπείγοντος, καὶ ἦτο δεδικαιολογημένη καὶ εὔλογος ἡ κλῆσις τοῦ δημάρχου πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ συνέλθῃ καὶ συζητήσῃ τὸν δημοτικὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔστερξε νὰ συγκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἵνα συνέλθῃ εἰς τὸ ὡρισμένον κατάστημα, συνεκάλεσε δὲ αὐτὸ, ἵνα συνέλθῃ εἰς ἄλλο κατάστημα, ὅπερ χρησιμεύει ὡς νοσοκομεῖον. Ὁ δήμαρχος, μαθὼν τὰ περὶ τῆς πράξεως ταύτης τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὅτι τοῦτο συνῆλθεν ἀλλαχοῦ, κατήγγειλε τὸν πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν Νομαρχίαν, ὡς μὴ συγκαλέσαντα τὸ Συμβούλιον εἰς τὸ γνωστὸν κατάστημα αὐτοῦ, ἡ δὲ Νομαρχία ἀνηνέχθη ζητοῦσα τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου, ἂν πρέπῃ νὰ ἐφαρμόσῃ κατὰ τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τὸν νόμον περὶ συνόδων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, καθ’ ὅν, ὁ μὴ συγκαλέσας τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον κατὰ τὴν γενομένην αὐτῷ πρόσκλησιν πρόεδρος Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἔδει νὰ τιμωρηθῇ δι’ ἀποφάσεως τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, κηρυσσόμενος ἔκπτωτος τῆς θέσεως τοῦ προέδρου. Ὑπὸ τοιοῦτον τύπον περιῆλθεν ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ ἐξέδωκε κατὰ τὴν 2αν Ἰανουαρίου τὸ ἑξῆς ὑπ’ ἀριθ. 24260 ἔγγραφον πρὸς τὸν νομάρχην Ζακύνθου (ἀναγινώσκει): «Δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ζακυνθίων, ἰσχυριζομένου, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δύναται νὰ συνεδριάζῃ πανταχοῦ, ἔνθα βούλεται, ἐνῷ ὑπάρχει δημοτικὸν κατάστημα, προωρισμένον διὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ δήμου, μία τῶν ὁποίων τυγχάνει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ καθοδῃγήσητε αὐτὸν κατὰ τοῦτο. Οὐδὲ δύναται νὰ δικαιολογήσῃ ἐκτροπὴν τοιαύτην ἀπὸ τοῦ εἰρημένου κανόνος ἡ ἔρις, ἥτις ἔλαβε χώραν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ γραμματέως τῆς Δημαρχίας, ὅταν οὗτος προσεπάθει νὰ πείσῃ τὸν πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὅτι δὲν ἥρμοζε νὰ συγκληθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἰς συνεδρίασιν, ἐν γνώσει ὅτι ὁ δήμαρχος ἐτύγχανεν ἀπὼν, καὶ ἐναντίον τῆς προϋπαρξάσης περὶ τούτου μεταξὺ τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου συμφωνίας. Ἄλλως ἡ ἔρις αὕτη περιήχθη ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου γενομένης καταγγελίας, ἡ δὲ ποινικὴ δικαιοσύνη θέλει ἀποφασίσει περὶ ταύτης. Δὲν προβαίνομεν δὲ νὰ καλέσωμεν ὑμᾶς νὰ ἐφαρμόσητε τὸν περὶ συνόδων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων νόμον κατὰ τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀρνηθέντος νὰ συγκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ζακυνθίων εἰς συνεδρίασιν κατὰ τὴν 22 τοῦ λήξαντος Δεκεμβρίου, καθ’ ἣν εἶχεν ἀπευθύνει αὐτῷ πρόσκλησιν ὁ δήμαρχος Ζακυνθίων, διότι ἐλπίζομεν, ὅτι παρέβη τὸ καθῆκόν του τοῦτο, φρονῶν, ὅτι δὲν ἐχρεώστει νὰ συγκαλῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἰς συνεδρίασιν ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι, ἀλλ’ ὅτι ἠδύνατο νὰ συγκαλῇ αὐτὸ καὶ ἀλλαχοῦ. Ἀφοῦ δὲ ὑμεῖς ἐξηγήσητε νῦν αὐτῷ τὰ περὶ τούτου, καὶ τὸν καθοδηγήσητε εἰς τὸ καθῆκόν του, κατὰ τὴν διὰ τῆς παρούσης διδομένην ὑμῖν ἐντολὴν, δὲν θέλετε δειχθῆ πλέον συγκαταβατικὸς εἰς δυστροπίαν τοιαύτην τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἂν ἤθελεν ἐπαναληφθῆ, ἀλλὰ θέλετε ἐφαρμόσει κατ’ αὐτοῦ ἀδυσωπήτως τὸν περὶ συνόδων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων νόμον τοῦ 1836, ἐὰν ἤθελε καταγγελθῆ ὑμῖν ὑπὸ τοῦ δημάρχου Ζακυνθίων, ὅτι καὶ πάλιν, προσκληθεὶς ὑπὸ τοῦ δημάρχου νὰ συγκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ζακυνθίων, δὲν ἐξεπλήρωσεν αὖθις τὸ καθῆκόν του τοῦτο. «Ταῦτα ἐπιστέλλομεν ὑμῖν εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 5271 καὶ 5744 ἀπὸ 22 Νοεμβρίου καὶ 23 λήξαντος Δεκεμβρίου ὑμετέρων ἐγγράφων. «Ὁ Ὑπουργὸς «Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης.» Μοὶ ἐφάνη ὅτι ἥρμοζεν εἰς τὴν διοίκησιν ἡ μετριοπάθεια αὕτη, διότι ἴσως ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἶχε πλανηθῆ, ὑπολαβὼν, ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτὸν νὰ προσδιορίζῃ τὸν τόπον τῶν συνεδριάσεων τοῦ Συμβουλίου, ἐκ τοιαύτης δὲ πλάνης, ὅτι ἐνήσκει δικαίωμα αὐτοῦ, δὲν ἔστερξε νὰ συγκαλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον πρὸς συνεδρίασιν ἐν τῷ προσδιωρισμένῳ τόπῳ, ἀλλ’ ἐν ἄλλῳ. Ὑπέλαβον λοιπὸν, ὅτι, ἂν ἐκ τοιαύτης πλάνης περιῆλθεν εἰς τὴν παράλειψιν ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, ὃν προανέφερον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γένωνται αὐτῷ συμβουλαὶ καὶ νὰ τῷ δοθῶσιν ὁδηγίαι περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ἵνα μὴ παραβῇ τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ὁ νομάρχης ἀπηύθυνε τὰς συμβουλὰς ταύτας εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἔστερξε καὶ μετὰ τοῦτο νὰ συγκαλέσῃ τὸ σῶμα εἰς τὸ δημοτικὸν κατάστημα, συνεκάλεσε δ’ αὐτὸ αὖθις εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Νοσοκομείου· ὁ Δήμαρχος δὲν μετέβη εἰς τὸ κατάστημα τοῦτο, οὐδὲ παρευρέθη εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Συμβουλίου, τοῦτο δὲ συνεδρίαζεν ἄνευ αὐτοῦ. Ὅθεν ὁ δήμαρχος κατήγγειλεν εἰς τὴν Νομαρχίαν αὖθις τὸν πρόεδρον, ὁ δὲ νομάρχης ἐξέδωκεν ἀπόφασιν καὶ ἐπέβαλεν αὐτῷ τὴν ποινὴν τῆς ἐκπτώσεως, ἣν ἐπέτρεπεν ὁ νόμος. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ νομάρχου δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπίσημος ἔφεσις, διότι ἐστάλησαν μὲν διάφορα τηλεγραφήματα πρὸς διαφόρους ἀρχὰς, πρὸς τὸν πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς τὴν σύνταξιν διαφόρων ἐφημερίδων, ἀλλ’ οὐδὲν τῶν τηλεγραφημάτων τούτων δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔφεσις τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τιμωρηθέντος δυνάμει νόμου· ὅστις, ἂν ὑπέβαλεν ἔφεσιν, ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὴν Νομαρχίαν, αὕτη δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ἁρμόδιον νὰ ἀποφασίσῃ. Οὕτως ἔχουσι τὰ περὶ τούτου· τὰ δὲ σχετικὰ ἔγγραφα καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα Βουλευτήν. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη τοῦ ἐκ Ζακύνθου κ. Βουλευτοῦ ἐγένετο πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, τὸ ὁποῖο ἔχει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ αἱ ἐπερωτήσεις τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου δὲν ἔχουσι τοιοῦτον χαρακτῆρα. Τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας ὑπέμνησε πρὸ μικροῦ καὶ προσφιλὴς συγγενής μου, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας, σπεύδω δὲ νὰ καταθέσω τὰ περὶ τῶν ἐπερωτήσεων τούτων ἔγγραφα. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἐζήτησε τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρός τινα ἀνθυπασπιστὴν, τιμωρηθέντα διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, Μήλαν ὀνομαζόμενον, καὶ πρός τινα ὑπαξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς, ὀνομαζόμενον Παπαρόδην, ὁ ὁποῖος ὡσαύτως εἶχε τιμωρηθῆ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, τῆς ὁποίας ἐξετελέσθη τὸ ἓν μέρος, τὸ μέρος τῆς φυλακίσεως, οὐχὶ ὅμως καὶ τὸ ἄλλο μέρος, δι’ οὗ ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν ἀνικανότης πρὸς διατήρησιν τοῦ ἀξιώματός του. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐγένοντο μακραὶ συζητήσεις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, οἱ δὲ Βουλευταὶ, ὅσοι ἐτύγχανον μέλη τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, βεβαίως ἐνθυμοῦνται τὰς περὶ τούτου συζητήσεις· διὰ τοῦτο ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀφηγούμενος τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως, καταθέτω δὲ μόνον τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς ταύτην. Τὰ ἔγγραφα ταῦτά εἰσι τάδε: Ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πλημμελειοδικῶν, δι’ ἧς κατεδικάσθη ὁ ἀνθυπασπιστὴς Μήλας, περὶ οὗ ἐποιησάμην λόγον. Ἀναφορὰ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, χρονολογημένη κατὰ Μάϊον τοῦ 1875, καὶ ἀναφορὰ τοῦ αὐτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, προεδρευομένου κατὰ τὸ 1875 ὑπὸ τοῦ ἐκ Μεσολογγίου κ. Βουλευτοῦ, περὶ τῆς καταδίκης τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ Μήλα, καὶ ἀντίγραφον βασιλικοῦ διατάγματος τοῦ 1875, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως. Προσέτι καταθέτω τὰ σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ὑπαξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς Παπαρόδη, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 913 ἀπόφασιν τῶν ἐν Λαρίσσῃ Πλημμελειοδικῶν τῆς 26 Σεπτεμβρίου 1888, δι’ ἧς κατεδικάσθη εἰς δύο μηνῶν φυλάκισιν, εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δίκης, εἰς τὴν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἔκπτωσίν του καὶ εἰς στέρησιν ὅλων τῶν μετὰ τῆς ἀρχῆς συνημμένων δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων.
§4ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διὰ παντός;
§5ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ τὸ διατακτικὸν τῆς ἀποφάσεως (ἀναγινώσκει): «κηρύσσει ἔνοχον μὲν τὸν Λυκοῦργον Παπαρόδου, γεννηθέντα εἰς Ὑπάτην, διαμένοντα ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του ἐν Φερσάλοις, ἐτῶν 37, ἐνωμοτάρχην καὶ χριστιανὸν ὀρθόδοξον, ὅτι τὴν 6 Ἀπριλίου 1888 ἐν Φερσάλοις ἐστέρησε τῆς χρήσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τὸν Χρῆστον Γεωργόπουλον δι’ ἐγκαθρείξεως ἐν τῷ ἐκεῖ στρατῶνι τῆς χωροφυλακῆς, ἡ δὲ κατακράτησις αὕτη διήρκεσεν ἔλασσον τῶν τριῶν ἡμερῶν, καὶ ἐξετελέσθη ἐκ προθέσεως... Διὰ τοῦτο καταδικάζει τὸν ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει κηρυχθέντα ἔνοχον Λυκοῦργον Παπαρόδου ἐνωμοτάρχην... εἰς φυλάκισιν δύο μηνῶν.... Διατάσσει τὴν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἔκπτωσίν του καὶ τὴν στέρησιν ὅλων τῶν μετὰ τῆς ἀρχῆς ἢ ὑπηρεσίας συνημμένων δικαιωμάτων καὶ πλεονεκτημάτων, καταδικάζει αὐτὸν εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἀνάκτησιν ἀρχῆς ἢ ἄλλης δημοσίας ὑπηρεσίας ἐπὶ ἓξ μῆνας». Καταθέτω προσέτι διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς 14ης Ὀκτωβρίου 1888, δι’ ἧς διετάχθησαν τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς τοῦ Παπαρόδη. Διὰ τῆς διαταγῆς ταύτης παραγγέλλεται ἡ κράτησις αὐτοῦ ἐν τῇ φυλακῇ πρὸς ἔκτισιν τῆς ποινῆς, οὐδεμία δὲ δίδοται παραγγελία πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἄλλων διατάξεων τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως. Ὁ Παπαρόδης κατὰ συνέπειαν ἔμεινεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐπειδὴ δὲ, ὅταν ἔληξεν ἡ θητεία αὐτοῦ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακαταταχθῇ, διότι τὸ φύλλον ποιότητος αὐτοῦ ἐβεβαίου, ὅτι δὲν εἶχε τὰς ἰδιότητας, ἃς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, διὰ νὰ γένηται δεκτὸς πρὸς ἀνακατάταξιν, διὰ τοῦτο ἀπελύθη τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ· μετ’ ὀλίγον ὅμως, ἤτοι τὴν 15ην Αὐγούστου 1890, ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐτροποποιήθη τὸ μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἰσχύον, τὸ κανονίζον τὰ τῶν ἰδιοτήτων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ἀνακατατασσόμενοι. Ὅθεν καταθέτω καὶ ταῦτα. Μεταβληθεισῶν οὕτω διὰ τοῦ τελευταίου διατάγματος τῶν διατάξεων τοῦ ἕως τότε ἰσχύοντος διατάγματος, ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀνακαταταχθῇ ὁ Παπαρόδης ἐν τῷ στρατῷ, καὶ κατετάχθη ὄντως· ἐπειδὴ δὲ εἶχε προτείνει αἴτησιν ἀναιρέσεως, τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξέδοτο τὴν ὑπ’ ἀριθ. 187 ἀπὸ 26 Νοεμβρίου 1888 ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἀπέῤῥιψεν αὐτήν, καὶ ἐγένετο οὕτως ὁριστικὴ ἡ κατ’ αὐτοῦ ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις. Τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Ἀρείου Πάγου καταθέτω ὡσαύτως ἀντίγραφον. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων δὲν προσδιώρισεν εἰδικῶς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐπεθύμει νὰ κατατεθῶσιν· ὀφείλων δὲ διὰ τοῦτο νὰ ἐκτελέσω ἐν πλήρει εὐρύτητι τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ, καταθέτω καὶ ἔγγραφον τῆς 29ης Μαΐου 1871 τοῦ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Προβελεγγίου πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ὡς καὶ ἔγγραφον τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου τῆς 2 Ἀπριλίου 1880, περιέχον καὶ τοῦτο γνώμην τινὰ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγονται καὶ ὁ ἐνωμοτάρχης Σπύρος Λεμπεσόπουλος καὶ ὁ λοχίας τοῦ 2ου πεζικοῦ συντάγματος Πέτρος Παπαναστασίου, ἐξ ὧν ὁ μὲν κατεδικάσθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1468 ἀποφάσεως τῶν ἐν Χαλκίδι Πλημμελειοδικῶν τῆς 15 Δεκεμβρίου 1887 εἰς φυλάκισιν 15 ἡμερῶν καὶ εἰς στέρησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων ἐπὶ 6 μῆνας, ὁ δὲ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1482 ἀποφάσεως τῆς 16 Δεκεμβρίου 1887 τοῦ αὐτοῦ δικαστηρίου εἰς φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς καὶ εἰς στέρησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων ἐπὶ ἓν ἔτος. Τὰς περὶ τούτων καταδικαστικὰς ἀποφάσεις καταθέτω ὡσαύτως. Καταθέτω προσέτι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 74922 τηλεγράφημα πρὸς τὴν Μοιραρχίαν Εὐβοίας τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1887, δι’ οὗ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διδοὺς ὁδηγίας εἰς τὴν Μοιραρχίαν Εὐβοίας, διέτασσεν αὐτὴν νὰ ἐκτελέσῃ τὰς δύο εἰρημένας ἀποφάσεις μόνον ὡς πρὸς τὴν καταδίκην αὐτῶν εἰς φυλάκισιν. Προσέτι διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐν Χαλκίδι Πλημμελειοδικῶν, ὑπ’ ἀριθ. 74944 καὶ ἀπὸ 22 Δεκεμβρίου 1887, διὰ τῆς ὁποίας εὐρύτερον διατάσσεται, ὅτι δὲν θέλει ἐκτελεσθῆ ἡ ἀπόφασις κατὰ τὰ λοιπὰ αὐτῆς μέρη, διότι ἔπρεπε νὰ ἀναμένωσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οὕτω συμπληροῦνται πᾶσαι αἱ περὶ Μήλα, Παπαρόδη, Λεμπεσοπούλου καὶ Παπαναστασίου ζητηθεῖσαι πληροφορίαι.
§6ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα;
§7ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία ν’ ἀποφασίσῃ.
§8ΣΧΙΝΑΣ. Κυρίως αἱ δύο ἐκθέσεις τῶν εἰσαγγελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι πολὺ τοὺς ἐνδιαφερομένους.
§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὗται εἶναι τυπωμέναι. Μεταβαίνω εἰς ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχε ζητήσει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων. Μὲ εἶχεν ἐπερωτήσει, ἐὰν ἐπληρώθησαν χρήματα πρὸς τὸν συνταγματάρχην κ. Ἰωάννην Ζυμβρακάκην, ὅταν ἀπεστάλη εἰς Λάρισσαν, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ἀρχηγείου. Ὠνόμασα δὲ αὐτὸν συνταγματάρχην, διότι τότε τὸν βαθμὸν τοῦτον εἶχε, προὐβιβάσθη δὲ κατόπιν εἰς ὑποστράτηγον. Εὗρον δύο ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, φέροντα χρονολογίαν τῆς 7 Φεβρουαρίου καὶ τῆς 6 Μαρτίου 1890, ὧν τὸ μὲν ἀπεστάλη πρὸς τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν, τὸ δὲ πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ἔχοντα οὕτως (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν. «Κατ’ αἴτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πληρώσατε ἐκ τοῦ ταμείου σας εἰς τὸν συνταγματάρχην τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν Ἰωάννην Ζυμβρακάκην δραχμὰς 3000, τρεῖς χιλιάδας, ἃς θέλει σᾶς ἀποδώσει τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον διὰ χρηματικοῦ ἐντάλματος μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ὁ Ὑπουργὸς «Χ. Τρικούπης.» «Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον. «Κατ’ αἴτησιν ὑμῶν ἐπληρώθησαν εἰς τὸν συνταγματάρχην Ζυμβρακάκην ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ ἐνταῦθα Φρουραρχείου δραχ. 3000, τρεῖς χιλιάδες, ἃς παρακαλοῦμεν νὰ ἀποδώσητε εἰς τὸ εἰρημένον Φρουραρχεῖον δι’ ἡμῶν, διὰ χρηματικοῦ ἐντάλματος, πρὸς ἀπόληψιν τῆς οἰκείας προκαταβολῆς. Ὁ Ὑπουργὸς «Χ. Τρικούπης.» Ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου ὡδηγήθην, ἵνα ἀναζητήσω ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου παρεκαλεῖτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὸ Φρουραρχεῖον, ἵνα πληρώσῃ τρεῖς χιλιάδας δραχμὰς εἰς τὸν κ. Ζυμβρακάκην. Ἀλλὰ τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν εὗρον, εὗρον δ’ ἕτερον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, φέρον χρονολογίαν 3 Μαρτίου 1890, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπενθύμιζε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν πρώτην αἴτησίν του, διὰ τῆς ὁποίας παρεκάλει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Φρουραρχεῖον τὰς 3000 δραχμὰς, καὶ συνίστα νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ παράκλησίς του αὕτη ταχέως, διότι ἀπὸ τοῦ Μαρτίου μέχρι τοῦ Μαΐου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε βραδύνει νὰ διατάξῃ τὴν πληρωμὴν τῶν χρημάτων ἐκείνων. Εὗρον προσέτι ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, φέρον ἡμερομηνίαν 24 Μαΐου, δηλαδὴ ἐκδοθὲν 20 ἡμέρας μετὰ τὸ τελευταῖον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ οὗ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστειλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 606 χρηματικὸν ἔνταλμα τοῦ Ὑπουργείου ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν, ὅπως πληρωθῶσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Φρουραρχεῖον εἶχε προκαταβάλει εἰς τὸν συνταγματάρχην κ. Ι. Ζυμβρακάκην. Εὗρον δὲ καὶ Β. διάταγμα ἀπὸ 23 Μαΐου 1890, ἐκδεδομένον ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκρίνεται, ἵνα τὸ ὑπ’ ἀριθ. 606 ἐκ δραχμῶν 3000 χρηματικὸν ἔνταλμα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, τὸ ἐκδοθὲν ἐπὶ τοῦ κεφαλ. 3, ἄρθρ. 1 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ῥηθέντος Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1890, δηλαδὴ ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῶν ἐξόδων τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐξοφληθῇ ἄνευ δικαιολογητικῶν.
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο;
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα· διὰ διατάγματος δύναται νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ πιστωτὴς τοῦ Δημοσίου, ὁ κομίζων ἔνταλμα, τῆς ὑποχρεώσεως νὰ καταθέσῃ τὰ δικαιολογητικά. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, βεβαιῶ ὅμως, ὅτι οὕτως ἐφηρμόσθη πολλάκις. Ὁ κύριος συνάδελφος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἐζήτησε καὶ ἄλλας πληροφορίας, ἀφορώσας πληρωμὰς χρημάτων, γενομένας εἰς τὸν ὑποστράτηγον κ. Καραϊσκάκην. Εὗρον ὄντως διαταγὴν ὑπ’ ἀριθ. 56291 τῆς 2 Ὀκτωβρίου 1890 πρὸς τὸ 9ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέτασσε τάδε (ἀναγινώσκει): «Πληρώσατε δυνάμει τῆς παρούσης ἁπλῆς ἀποδείξεως εἰς ὑποστράτηγον Καραϊσκάκην δραχμὰς 2000, δύο χιλιάδας, καὶ τηρήσατε τὴν ἀπόδειξιν αὐτοῦ εἰς τὸ ταμεῖον ἄχρι νεωτέρας διαταγῆς. «Ὁ Ὑπουργὸς «Ν. Τσαμαδός.»
§12ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ ἐστάθμευε τὸ 9ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ;
§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς Μεσολόγγιον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Μετὰ μίαν ἡμέραν, ἤτοι τὴν 3 Ὀκτωβρίου, ἐξεδόθη ἄλλη διαταγὴ τηλεγραφικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία φέρει καὶ αὕτη τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν, ἐξεδόθη ὅμως αὕτη πρὸς τὸ 2ον τάγμα τοῦ 6ου συντάγματος, σταθμεῦον ἐν Καρβασαρᾷ (ἀναγινώσκει): «Πληρώσατε δυνάμει τῆς παρούσης καὶ ἁπλῆς ἀποδείξεως ὑποστρατήγου Καραϊσκάκη δραχμὰς 500, πεντακοσίας, καὶ τηρήσατε ἀπόδειξιν αὐτοῦ ταμεῖόν σας, ἄχρι νεωτέρας διαταγῆς μας. «Ὁ Ὑπουργὸς «Ν. Τσαμαδός.» Μετὰ ἕνδεκα ἡμέρας, ἤτοι τὴν 14 Ὀκτωβρίου, εὑρέθη ἐκδεδομένη ἄλλη διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ 9ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, ὑπ’ ἀριθ. 56391, ἥτις ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Διὰ ταὐταρίθμων ἡμετέρων διαταγῶν διετάχθη, ὅπως ὑμεῖς μὲν πληρώσητε εἰς τὸν ὑποστράτηγον Σ. Καραϊσκάκην δι’ οἰκογενειακάς του ἀνάγκας δραχμὰς 2000, τὸ ἐν Καρβασαρᾷ δὲ τάγμα τοῦ 6ου συντάγματος τοῦ πεζικοῦ δραχ. 500. Πρὸς ἀπότισιν ὅθεν τῶν ἀνωτέρω ποσοτήτων, θέλετε ἐνεργεῖ κράτησιν ἑκατὸν δραχμῶν κατὰ μῆνα ἐκ τοῦ μισθοῦ τοῦ εἰρημένου ὑποστρατήγου. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ποσότητος τῶν δραχμῶν 2000 ἄρξεται ἡ κράτησις πρὸς ἀπότισιν τῶν δραχμῶν 500. «Ὁ Ὑπουργὸς «Ν. Τσαμαδός.»
§14ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν 14 Ὀκτωβρίου;
§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§16ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περίεργος σύμπτωσις!
§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἐζήτησε πληροφορίας καὶ περὶ χρηματικοῦ τινος ποσοῦ, μικροῦ ἀληθῶς, τὸ ὁποῖον εἶχε πληρωθῆ εἰς τὸν λοχαγὸν τοῦ πεζικοῦ Νικόλαον Σκυλοδῆμον. Ἐξήτασα δὲ καὶ περὶ τούτου καὶ εὗρον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέστειλε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 50089 ἀπὸ 8 Σεπτεμβρίου 1890 διαταγὴν πρὸς τὸ 10ον πεζικὸν σύνταγμα, τὸ σταθμεῦον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν Κερκύρᾳ, τὴν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διατάξατε τηλεγραφικῶς ἐν Κεφαλληνίᾳ λοχαγὸν Σκυλοδῆμον Νικόλαον ἀναχωρήσῃ δι’ Ἀθήνας λόγῳ ὑπηρεσίας. «Ὁ Ὑπουργὸς «Ν. Τσαμαδός.» Τὴν διαταγὴν ταύτην ἐξέδωκε τὴν 8 Σεπτεμβρίου, ἀλλὰ τὴν 19 Σεπτεμβρίου 1890 εἶχεν ἐκδώσει πρὸς τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν τὴν ἑξῆς ὑπ’ ἀριθ. 52989 διαταγὴν (ἀναγινώσκει): «Προκαταβληθήτωσαν τῷ λοχαγῷ τοῦ πεζικοῦ Σκυλοδήμῳ Νικολάῳ ἐκ τοῦ ταμείου ὑμῶν δραχμαὶ τριακόσιαι (300) ἀπέναντι τοῦ μισθοῦ καὶ ὁδοιπορικῶν αὐτοῦ ἐξόδων, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προσηκούσης ἀποδείξεώς του. Τὸ 10ον πεζικὸν σύνταγμα, εἰς ὃ κοινοποιεῖται ἡ παροῦσα, θέλει ἐμβάσει ὑμῖν τὴν μνησθεῖσαν ὡς ἀνωτέρω χρηματικὴν ποσότητα διὰ χρηματικοῦ γραμματίου, καὶ μεριμνήσει πρὸς ἀπόληψιν τῆς προκειμένης προκαταβολῆς. «Ὁ Ὑπουργὸς «Ν. Τσαμαδός.» Τὴν 22 Σεπτεμβρίου δ’ ἐξέδωκε πρὸς τὸ 10ον πεζικὸν σύνταγμα τὴν ἑπομένην ὑπ’ ἀριθ. 54678 διαταγὴν (ἀναγινώσκει): «Ἅμα τῇ αὐτόθι ἀφίξει λοχαγοῦ Σκυλοδήμου, διατάξατε αὐτὸν ἀναχωρήσει ἀμέσως παρὰ στρατηγῷ Καραϊσκάκῃ, παρ’ ᾧ ἀποσπᾶται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. «Ὁ Ὑπουργὸς «Ν. Τσαμαδός.» Τῇ δὲ 1 Ὀκτωβρίου ὁ κ. Καραϊσκάκης ἐτηλεγράφει ἐκ Μεσολογγίου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 5736 τάδε (ἀναγινώσκει): «Παραδίδων σήμερον διεύθυνσιν ὑπηρεσίας εἰς συνταγματάρχην Βελλόπουλον, ἀναχωρῶ αὔριον πρωΐαν διὰ λόγους ὑπηρεσίας εἰς Ἄρταν, προσλαμβάνων λοχαγὸν Σκυλοδῆμον· δι’ ὃ ἐξαιτοῦμαι ἔγκρισιν τηλεγραφικῶς. 2ον Ἀρχηγεῖον «Καραϊσκάκης.» Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τούτοις διέταξε τὸ ἁρμόδιον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ νὰ κρατῇ ἐκ τοῦ μισθοῦ τοῦ ὑποστρατήγου κ. Καραϊσκάκη 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα, πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ χρέους του ἐκ τῆς εἰρημένης προκαταβολῆς. Οὕτω τελειώνω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὤφειλον νὰ καταθέσω, περὶ τῶν γενομένων πληρωμῶν εἰς τὸν ὑποστράτηγον κ. Καραϊσκάκην καὶ εἰς τὸν λοχαγὸν κ. Σκυλοδῆμον. Ὑπολείπονται πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ συνάδελφος ἐζήτησε, περὶ χρηματικῶν δοσοληψιῶν τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας συνέλεξα καὶ περὶ τούτου, εἶχον κατατεθῆ ἐν τῷ Μετοχικῷ ταμείῳ τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ 1887 δραχμαὶ 16502 καὶ 70 λεπτὰ, 43,876 καὶ 12, 223,000 καὶ 41, 10,637 καὶ 20, τὸ ὅλον 83,239 δραχμαὶ καὶ 31 λεπτά, ὡς ἀντίτιμον προελθὸν ἐξ ἐκποιήσεως ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀναγομένης εἰς τὰ ἔτη 1882, 1883, 1884 καὶ 1885. Ἀλλὰ τὰ κατὰ τὸ 1886 εἰσαχθέντα εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον ὡς ἀντίτιμον κτηνῶν τοῦ στρατοῦ ποσὰ ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα, διότι τότε μετὰ τὸν ἀφοπλισμὸν ἐξεποιήθησαν πάντα σχεδὸν τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, τὰ ἀγορασθέντα κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885. Εἰσήχθησαν δὲ εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον κατὰ τὴν 24ην Μαρτίου 1887 δραχμαὶ 672,921 καὶ 40 λεπτά, προερχόμεναι ἐξ ἐκποιήσεως κτηνῶν, γενομένης κατὰ τὸ 1886· προσέτι κατὰ τὴν 12 Μαΐου 1887 δρ. 482,248 καὶ 95 λεπτὰ ἐξ ἐκποιήσεως κτηνῶν, γενομένης κατὰ τὸ 1887. Ἐξηκολούθησαν δὲ καὶ κατόπιν νὰ κατατίθηνται εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον ὡς ἀντίτιμον κτηνῶν τοῦ στρατοῦ, ἤτοι δρ. 37,013 ἐξ ἐκποιήσεως λαβούσης χώραν κατὰ τὸ 1888, δραχμαὶ 10,203 ἐξ ἐκποιήσεως γενομένης κατὰ τὸ 1889, δραχ. 7,254 ἐξ ἐκποιήσεως γενομένης κατὰ τὸ 1890. Τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον ἐκ τοιαύτης αἰτίας, ἀνέρχεται εἰς 1,292,880 δραχμὰς καὶ 72 λεπτά. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου κατετέθησαν εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον κατὰ τὴν 12 Μαρτίου 1887 δραχμαὶ 1,168,361 καὶ 47 λεπτά, ἤτοι τὴν 24 Μαρτίου 1887 δρ. 672,733, τὴν 12 Μαΐου 1887 δραχ. 80,358, τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1887 δραχμαὶ 100,000, τὴν 8ην Ὀκτωβρίου δραχ. 118,000, τὴν 28ην Νοεμβρίου δρ. 60,000 τὴν 25 Ἰανουαρίου 1888 δρ. 44,444, τὴν 9ην Ὀκτωβρίου 21,000. Οὕτω περὶ τὰ 1,292,880 δραχμαὶ κατετέθησαν εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς ἡμερομηνίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερον. Τὸ δὲ Μετοχικὸν ταμεῖον ἐκ τῶν χρημάτων τούτων, τῶν κατατεθέντων εἰς αὐτὸ, εἰσήγαγεν ὡς ἴδιον αὑτοῦ κεφάλαιον 83,239 δραχμάς. Τοιουτοτρόπως ἐν τῷ Μετοχικῷ ταμείῳ τοῦ στρατοῦ ὑπῆρχε πάντοτε χρηματικὸν ἀπόθεμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀποθέματος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διέτασσε πολλάκις πληρωμάς. Οὕτω διέταξε νὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον ἐκ τοῦ ἀποθέματος τῶν χρημάτων τούτων εἰς τὸν ὑποστράτηγον κ. Καραϊσκάκην διὰ φθαρεῖσαν ἱπποσκευὴν αὐτοῦ δραχ. 800, εἰς δὲ τὸν ἀντιμοίραρχον Γ. Σπορίδην δραχ. 503 καὶ 74 λεπτά, ἄνευ αἰτιολογίας τινὸς, ἑπομένως διὰ λόγον μὴ γνωστόν. Οὕτως ἐπεστράφησαν διὰ τίμημα ἵππων δραχμαὶ 6,831, καὶ ἐπληρώθησαν προσέτι δραχ. 6,734 καὶ 65 λεπτὰ ὡς ἀντίτιμον ἁμάξης. Ὅταν ἔλαβον γνῶσιν τῶν λογαριασμῶν τούτων, ἔδωκα, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, τὰς ἀναγκαίας παραγγελίας εἰς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον πρὸς τακτοποίησιν αὐτῶν. Ἠρεύνησα ὡσαύτως, ἵνα μάθω τὰ περὶ τοῦ σημειουμένου ἀντιτίμου ἁμάξης, ἀφοῦ τοῦτο ἀνήρχετο εἰς ἓξ χιλιάδας ὀκτακοσίας καὶ πλέον δραχμάς. Ἔμαθον δ’ ὅτι εἶχε διαταχθῆ τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν νὰ πληρώσῃ δραχμὰς 6,734 καὶ λεπτὰ 65, διὰ νὰ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα ἐπὶ Λονδίνου, ὅτι τὸ συνάλλαγμα τοῦτο ἀπέστειλεν εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ δι’ αὐτοῦ ἐπληρώθη τὸ ἀντίτιμον μιᾶς ἁμάξης, ὅτι τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν ἐζήτησε νὰ τῷ ἀποδώσωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσεν, ἐξεδόθη δὲ διαταγὴ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον, ἵνα τοῦτο ἀποδώσῃ εἰς τὸ Φρουραρχεῖον τὰ χρήματα ταῦτα ἐκ τοῦ ἀποθέματος, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐξέθηκα, ὑπῆρχε παρ’ αὐτῷ· ὅτι τέλος πάντων ἡ οὕτως ἀγορασθεῖσα ἅμαξα παρεχωρήθη εἰς τὸν Γ. Καζιτώρην, ὁ ὁποῖος τυγχάνει καὶ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μεμισθωμένου ὀχήματος. Ἡ ἀγορασθεῖσα ἅμαξα δὲν εἶναι ἡ ἅμαξα, ἡ ὁποία εἶναι ἐν χρήσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἄλλο ὄχημα, παραχωρηθὲν, ὡς εἶπον, εἰς τὸν κ. Καζιτώρην, ὅστις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδώσῃ τὸ ἀντίτιμον τοῦ ὀχήματος πρὸς τὸ Δημόσιον, κρατουμένου ποσοῦ πεντήκοντα δραχμῶν κατὰ μῆνα ἐκ τοῦ μισθώματος, τὸ ὁποῖον πληρόνεται αὐτῷ διὰ τὸ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου ὄχημα αὐτοῦ.
§18ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συμβόλαιον;
§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχω, δὲν ἐξάγεται, ἐὰν ὑπάρχῃ συμβόλαιον. Θέλω δ’ ἐξετάσει, ἵνα πληροφορηθῶ ἐὰν ὑπάρχῃ. Νομίζω ὅτι ἐξήντλησα ὅλα τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων μοὶ ἐζητήσατε πληροφορίας.
§20ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν σημείωσιν, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ἀλλὰ σᾶς εἶχον παρακαλέσει νὰ μᾶς πληροφορήσητε περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη κατὰ τὸ 1888 διὰ κατασκευὴν ὁδῶν ἐν Εὐβοίᾳ.
§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀκόμη δὲν μοὶ ἐδόθησαν πληροφορίαι.
§22ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ διὰ τὸ χόρτον.
§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα περὶ τοῦ χόρτου, ἔδωκα παραγγελίαν εἰς τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται νὰ συλλέξῃ ταῦτα. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα νομίζω ὅτι εἶχον κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλοτε, καὶ εἶχον ἐπιστραφῆ καὶ κατανεμηθῆ εἰς τὰ ἀρχεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνῆκον. Τώρα ἀναζητοῦνται καὶ συλλέγονται αὖθις· θέλω δὲ καταθέσει ταῦτα εὐθὺς ὡς μοὶ δοθῶσιν. Ἐπίσης μοὶ εἴχετε ζητήσει πληροφορίας καὶ περὶ ἀρβυλῶν. Καὶ ἔχω μὲν αὐτὰς, ἀλλ’ ἐπειδὴ συνδέονται μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρβυλῶν, καὶ ἰδίως μετὰ τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐξεδήλωσεν, ἵνα καταθέσω ἔγγραφά τινα, σχετικὰ μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἐπιφυλάσσομαι νὰ καταθέσω τότε πάντα.
§24Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὸ πολλοῦ καιροῦ, δηλ. ἀπὸ τῆς 22 Δεκεμβρίου, εἶχον ὑποβάλει καὶ ἐγὼ ἐπερώτησιν, σχετιζομένην μὲ τὰ θέματα, περὶ ὧν πρόκειται, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἔτυχεν ἀπαντήσεως. Ἴσως εἶναι σφάλμα τῆς ὑπηρεσίας.
§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως.... Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε σημείωσιν.
§26Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἐπερώτησιν ἀπὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα περὶ ἀκυρώσεως τῆς διαταγῆς, δι’ ἧς εἶχε γείνει ἡ ἐκ τοῦ βαθμοῦ ἔκπτωσις 26 ὑπαξιωματικῶν τοῦ 9ου εὐζωνικοῦ τάγματος. «Ἐπίσης παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὁ ὑπενωμοτάρχης Γ. Τσάμης ἀπεπέμφθη κατὰ τὸν Ἀπρίλιον ἢ Μάϊον τοῦ 1890 συνεπείας δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ δι’ ἐκλογικὰς παραβάσεις, καὶ ἂν κατετάχθη ἐκ νέου ἐν αὐτῷ, πότε καὶ διατί.»
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω καταθέσει καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§28Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξήγησα δὲ τότε, διατὶ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν μόνην ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἠκυρώθη προγενεστέρα ἀπόφασις τοῦ εἰρημένου Ὑπουργείου, δι’ ἧς εἶχον ἀποβληθῆ τοῦ στρατοῦ εἴκοσι καὶ ἓξ ὑπαξιωματικοί, τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἔχω πρόχειρον, καὶ ἐλπίζω τὴν Δευτέραν νὰ καταθέσω καὶ ταύτην. Τὰ ἄλλα ὅμως ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην Τσάμην, δὲν κατέχω, θέλω δὲ ζητήσει καὶ ταῦτα ἀπὸ τὸ ἀρχεῖον καὶ θέλω καταθέσει καὶ ταῦτα.
§30Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἐνωμοτάρχης, ὁ ὁποῖος δι’ ἐκλογικὰς παραβάσεις εἶχε καταδικασθῆ καὶ στερηθῆ τοῦ βαθμοῦ του, ἀνακατετάχθη δὲ, ἐναντίον τῶν νόμων, καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς προέβη εἰς νέας ἐκλογικὰς παραβάσεις.
§31ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἵνα μετὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου, τῆς ἀκυρούσης τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀποπομπῆς τῶν 26 ὑπαξιωματικῶν, συνυποβάλητε καὶ ὅλην τὴν δικογραφίαν καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριχθὲν τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, προέβη εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅλον τὸν φάκελλον.
§33ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν ὑπενωμοτάρχην Στεφανάκον....
§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδού τι ἐνθυμοῦμαι· ἴσως δὲ ἡ τακτική, ἣν ἀκολουθεῖ τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, γίνεται αἰτία νὰ μὴ δειχθῶ ἀκριβὴς εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκα. Κατὰ τὴν τακτικὴν ταύτην δὲν κοινοποιοῦνται αἱ γραπταὶ ἐπερωτήσεις εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἀλλὰ καταχωρίζονται ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν ταῦτα τυπώνωνται καὶ διανέμωνται, τότε λαμβάνομεν γνῶσιν αὐτῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχω πολλὰς ἀσχολίας, δὲν ἀνέγνων τὰ πρακτικὰ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν κατέθηκα ἔτι τὰς πληροφορίας. Ἐὰν εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ δώσητε σημείωσιν....
§35ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ἰδιαιτέρως, διότι αἱ αἰτήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον ὑμῖν περὶ τῶν πληροφοριῶν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν....
§36ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ γίνεται.
§37ΣΧΙΝΑΣ. Ἐννοῶ. Ἔχω ἑτοιμάσει ἐγὼ αὐτὸς ἐργασίαν, καὶ ὁσονούπω θέλω ὑποβάλει αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν· ἀλλὰ νῦν θὰ παρακαλέσω καὶ αὖθις ἰδιαιτέρως νὰ ὑποβληθῇ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ κατάστασις τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔλαβον οἱ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ὡς καὶ οἱ ἀλλοδαποὶ μηχανικοὶ, δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἄλλας ἀποζημιώσεις.
§38ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω τὴν καταθέσει.
§39ΣΧΙΝΑΣ. Ζητῶ ταύτην, διότι εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐξαγάγω ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἀπολογισμῶν τῆς ὁδοποιΐας.
§40ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου καὶ ἀνέπτυξα, σχετικῶς πρὸς τὴν παῦσιν τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ζακύνθου. Νομίζω ὅμως, ὅτι παρέλειψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ κυριώτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεώς μου, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα εἰς τὸ νὰ μάθω, ἐπὶ τίνος νόμου ἐστηρίχθη τὸ Ὑπουργεῖον, διατάξαν ὅπως διέταξε τὸν νομάρχην Ζακύνθου· διότι, ὅτι ὑπάρχει δημαρχικὸν κατάστημα Ζακύνθου, εἶναι πασίγνωστον· πασίγνωστον ἐπίσης εἶναι, ὅτι πάντοτε ἐκεῖ συνεδρίαζε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον· ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ νὰ συνεδριάζῃ ἐκεῖ πάντοτε, ἀφοῦ ὁ νόμος οὐδὲν διαλαμβάνει περὶ τούτου· ἔχω μάλιστα πληροφορίας, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἐκυρώθη ὀρθῶς ὑπὸ τῆς Νομαρχίας Ἀττικῆς πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηνῶν, γενομένη ἐν μέσαις Ἀθήναις ἐκτὸς τοῦ Δημαρχικοῦ καταστήματος, ἐν τῷ τόπῳ τῆς δημοπρασίας, προκειμένου περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν δημοπρασίας τινός. Περὶ τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναπτύξητε τὴν γνώμην σας, καὶ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν θέλητε νὰ ἀναπτύξητε αὐτὴν σήμερον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀναγνώσητε πρῶτον τὰ ἔγγραφα, καὶ αὔριον συζητοῦμεν.
§42ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἔλαβον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα ἐκ Χαλκίδος, ἀπευθυνόμενον καὶ πρὸς ἄλλους ἀποδέκτας καὶ φέρον περὶ τὰς 70 ὑπογραφὰς διαφόρων πολιτῶν (ἀναγινώσκει): «Συμφέροντα Χαλκίδος καὶ ὁλοκλήρου νομοῦ καταστρέφονται, ἕνεκα ἐκκρεμοῦς ἐργασίας εὐρύνσεως πορθμοῦ. Μηχανικοὶ ἑταιρίας διετάχθησαν νὰ παραλάβωσιν ὑλικὸν καὶ μηχανήματα, ἀπολύσωσι προσωπικὸν καὶ ἀπέλθωσι. Τοῦτο ἐβύθισε πόλιν εἰς ἀπελπισίαν. Συγκοινωνία μετὰ Στερεᾶς διακεκομμένη· ἕνεκα τούτου ἐργασίαι ἀγορᾶς ἐπαισθητῶς ἠλαττώθησαν. Ἀπειλεῖται ἄλλως καὶ κατάπτωσις ἐναπολειφθέντος παλαιοῦ κρηπιδώματος, ὁπότε καὶ ἡ διὰ θαλάσσης συγκοινωνία δι’ ἀτμοπλοίων καταστῇ ἀδύνατος. Λάβετε παρακαλοῦμεν πρόνοιαν.»
§44ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, διατὶ διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου· διότι, ἐὰν πράγματι αἱ ἐργασίαι αὗται διακοπῶσι, θὰ ἤμεθα ἐντελῶς ἀποκεκλεισμένοι ἀπὸ τὴν ξηράν. Ὡς γνωρίζετε, ἡ γέφυρα, ἥτις ἥνου τὴν στερεὰν μετὰ τῆς Εὐβοίας, κατεστράφη, καὶ οὕτω διεκόπη ἡ διὰ ξηρᾶς συγκοινωνία, ὡς καὶ ἡ διὰ θαλάσσης ἀκόμη, διότι τὸ κρηπίδωμα εἶναι ἕτοιμον νὰ καταῤῥεύσῃ. Οὕτω δὲ διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῶμεν τὸ ἀτύχημα ἡμεῖς οἱ τοῦ νομοῦ Εὐβοίας Βουλευταὶ τοῦ νὰ παύσῃ πᾶσα ἐμπορικὴ ἐργασία, διακοπτομένης τῆς συγκοινωνίας. Πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὡς πατρικὴ, θὰ φροντίσῃ νὰ προλάβῃ τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἀπειλεῖ νὰ ἐπιφέρῃ ἡ κατάστασις αὕτη.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς ἐνθυμοῦμαι, τὰ τῆς διακοπῆς τῶν ἔργων τῆς εὐρύνσεως τοῦ Εὐρίπου ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Διὰ τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη ἡ κατασκευὴ τοῦ ἔργου τούτου, ἐπετράπη συγχρόνως καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἤθελε πορισθῆ τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Ἀλλὰ κατὰ τὸ περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου διάταγμα πρέπει νὰ συντάσσηται προϋπολογισμὸς, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἀναγράφωνται τὰ ἔσοδα τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τοῦ πορθμοῦ καὶ τὰ ἔξοδα αὐτοῦ. Κατὰ τὸ εἰρημένον λοιπὸν διάταγμα, τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ πορθμοῦ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ προϋπολογισμὸν ἐτήσιον, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἀναγράφωνται τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει τὰ κύρια γενικὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τούτου, δὲν εἶχε συνομολογηθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἶχε διαταχθῆ ὑπ’ αὐτῆς ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων, καὶ τὰ ἔργα ἐξετελοῦντο, ἀλλ’ ἡ δι’ αὐτὰ δαπάνη εἶχεν ἀνέλθει εἰς δραχμὰς 270,000, ὅτε ἡμεῖς ἐκλήθημεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἐπειδὴ δὲ, ὀφείλοντες νὰ πληρώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν εὕρομεν ἔσοδα τοῦ ταμείου τοῦ πορθμοῦ, ἵνα πληρώσωμεν, τὰ δὲ μικρὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα τὸ ταμεῖον τοῦτο εἰσέπραττεν ἐκ δικαιωμάτων τινῶν, μόλις ἐπήρκουν διὰ τὴν πληρωμὴν μικρῶν τινων ἀναγκῶν αὐτοῦ, ἠναγκάσθημεν νὰ εἰδοποιήσωμεν τὴν ἐργολαβίαν νὰ διακόψῃ τὰ ἔργα, ἕως ἂν διὰ νομοσχεδίου ζητήσωμεν νὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ πληρώσωμεν τὰ χρήματα ταῦτα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ δυνηθῶμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰ ἔργα μέχρις οὗ συνομολογήσωμεν δάνειον, καὶ πορισθῶμεν τὰ ἀναγκαῖα μέσα. Ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἵνα εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑπόμενον νομοσχέδιον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 87 τοῦ νόμου τῆς 17 Σεπτεμβρίου 1887 περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, «δημόσιοι ἢ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ δικαστικοὶ λειτουργοί, οἵτινες ἤθελον ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐκ προθέσεως ἐνήργησαν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, πρὸ ἢ ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας, ὑπὲρ ἢ κατά τινος τῶν ὑποψηφίων, τιμωροῦνται διὰ χρηματικῆς ποινῆς 500 δραχμῶν καὶ διμήνου φυλακίσεως, συνεπαγομένης πενταετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν των δικαιωμάτων». Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἐξεδόθη ὁ νόμος τῆς 27 Δεκεμβρίου τοῦ 1877, ὁ ὁποῖος ἐπιγράφεται «Περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου», τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρον 8 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δημόσιοι ἢ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ δικαστικοὶ λειτουργοί, οἵτινες ἤθελον ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐκ προθέσεως ἐνήργησαν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, καταχρώμενοι τὴν ἑαυτῶν ἐξουσίαν, ὑπὲρ ἢ κατά τινος τῶν ψηφοφορουμένων, τιμωροῦνται διὰ χρηματικῆς ποινῆς 500 δραχμῶν καὶ διμήνου φυλακίσεως, συνεπαγομένης διετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων.» Τὸ ἄρθρον τοῦ μεταγενεστέρου νόμου διαφέρει ἀπὸ τῆς διατάξεως τοῦ προγενεστέρου νόμου κατὰ δύο τινά· πρῶτον, ὅτι ἀντὶ τῆς πενταετοῦς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τὸ ἄρθρον τοῦ νεωτέρου νόμου ἐπιβάλλει διετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων· ἀλλὰ μετεβλήθη καὶ τὸ φραστικὸν τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι, ἐνῷ ἡ φράσις τοῦ πρώτου ἄρθρου εἶχεν «ἂν ἐκ προθέσεως ἐνήργησαν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον πρὸ ἢ ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας ὑπὲρ ἢ κατά τινος τῶν ὑποψηφίων», τὸ ἄρθρον τοῦ νεωτέρου νόμου παρέλιπε τὴν φράσιν «πρὸ ἢ ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας.» Διὰ τοῦτο προτείνω τὸ παρὸν νομοσχέδιον, πρὸς κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου τῆς 27 Δεκεμβρίου 1877, καὶ ἐπαναφορὰν ἐν ἰσχύϊ τοῦ ἄρθρου 87 τοῦ νόμου τῆς 17 Σεπτεμβρίου 1877. Συνεπείᾳ τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου προτείνω σήμερον τὴν κατάργησιν, κατὰ διάφορον τρόπον ἐδικάσθησαν τὰ ἐκλογικὰ ἐγκλήματα. Ὁ Ἄρειος Πάγος κατὰ τὸ 1888 ἐπὶ ἀναιρέσεως εἰσαχθείσης κατ’ ἀποφάσεως καταδικαστικῆς ἐπὶ ἐκλογικαῖς ἐπεμβάσεσιν, ἀπεδέξατο, ὅτι ἐκλογικαὶ ἐπεμβάσεις εἶναι πᾶσαι αἱ πράξεις ἢ πᾶσαι αἱ παραλείψεις, αἱ γενόμεναι ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας. Κατὰ τὸ 1889 ὅμως ἐξέδωκεν ἀπόφασιν ἄλλην, ὁμοίαν τῆς ὁποίας ἐξέδωκε καὶ κατὰ τὸ 1890, δι’ ὧν ἀπεφήνατο, ὅτι δὲν τιμωροῦνται ὡς ἐκλογικαὶ ἐπεμβάσεις ἢ μόναι αἱ πράξεις, αἵτινες διεπράχθησαν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας. Ἑπομένως αἱ παρανομίαι, αἵτινες διεπράχθησαν τὴν παραμονὴν τῆς ψηφοφορίας ἢ δύο ἡμέρας ἢ πέντε ἢ ὀκτὼ πρὸ τῆς ψηφοφορίας, δὲν τιμωροῦνται ὡς ἐκλογικαὶ ἐπεμβάσεις, ἀλλὰ κατὰ τὰς κοινὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἐπειδὴ νομίζω ὅτι ἡ κατὰ τοὺς νόμους τιμωρία τῶν ἐκλογικῶν ἐπεμβάσεων εἶναι μέσον συντελεστικώτατον πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἐκλογικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, ὑπέλαβον ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 8 καὶ ἐπαναφέρεται ἐν ἰσχύϊ τὸ ἄρθρον 87 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκλογικαὶ παραβάσεις εἶναι οὐ μόνον αἱ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας διαπραττόμεναι παρανομίαι, ἀλλὰ καὶ αἱ πρὸ καὶ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν διαπραττόμεναι. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ψηφίσῃ αὐτό.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 156).
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν εὔρυνσιν τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, ὀφείλω ν’ ἀντιπαρατηρήσω, ὅτι τὰ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δὲν νομίζω ὅτι ἐξετιμήθησαν δεόντως. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δύναται νὰ κανονίσῃ τὴν ἐνέργειάν της καθ’ ὃν τρόπον αὕτη θεωρεῖ ὀρθότερον, ἀλλὰ βεβαίως ἡ διακοπὴ τῶν ἔργων τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου δὲν προέρχεται ἐξ ἐλλείψεως οἱασδήποτε τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε προκαλέσει τὴν ψήφισιν διαφόρων νόμων περὶ δημοσίων ἔργων, ὧν ἡ ἐκτέλεσις θὰ ἐγίνετο διὰ δαπάνης ἀρυομένης ἐκ δανείων· τοιαύτη εἶναι ἡ περαίωσις τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Μουσείου, ἡ οἰκοδομὴ τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου, τοιαῦτα εἶναι τὰ σιδηροδρομικὰ ἔργα, οἷον ὁ σιδηρόδρομος Πατρῶν καὶ Πύργου, Διακοπτοῦ καὶ Καλαβρύτων. Περὶ πάντων τούτων τὸ Δημόσιον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογῇ δάνεια, ὅπως ἐκ τῶν κεφαλαίων τῶν δανείων πραγματοποιῇ τὰς γιγνομένας δαπάνας. Ἀλλ’ ἐπεκράτησε παρὰ τῇ Κυβερνήσει σκέψις, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ ἐκδίδωνται ἑκάστοτε μικρὰ δάνεια, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἑνοποιηθῇ ἡ περὶ τῶν δανείων τούτων ἐνέργεια πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου χρηματικὸν καὶ πρὸς κανονικωτέραν τῶν τοῦ δημοσίου χρέους μεταῤῥύθμισιν. Εἰς ταῦτα ὑπήγοντο καὶ τὰ τοῦ δανείου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν εὔρυνσιν τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου· ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖ ὑπῆρχεν ἰδιαίτερον ταμεῖον, ἔπρεπε νὰ συνδυασθῶσι τὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ δανείου πρὸς τὰ τοῦ εἰδικοῦ τούτου ταμείου. Πρὸς πάντα τὰ ἔργα, ὧν ἐμνήσθην, ἡ δαπάνη ἐγένετο ἐκ τῶν περισσευμάτων τῆς γενικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους, διότι ἡ διαχείρισις εἶχε μεγάλα περισσεύματα, εἶχε διαθέσιμα ποσὰ εἰς χρήματα, εἶχε καὶ διαθέσιμα ποσὰ ἐκ δανείων προσωρινῶν, ὧν ἐπετρέπετο τῷ Δημοσίῳ ἡ πραγματοποίησις, ὡς τὰ εἰς πίστωσιν αὐτοῦ ἐκ τοῦ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς τὰ μὴ διατεθειμένα ἔντοκα γραμμάτια. Ἐκ τῶν πόρων τούτων ἐγένετο ἡ δαπάνη διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ περαιωθέντος σιδηροδρόμου Πύργου καὶ Πατρῶν· ἐννοεῖται ὅτι τὸ πληρωθὲν χρῆμα ἐκ τῶν περισσευμάτων τῆς διαχειρίσεως θ’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν διαχείρισιν ἐκ τοῦ ἐν καιρῷ πραγματοποιηθησομένου δανείου· ἐπίσης ἐκ τῶν αὐτῶν πόρων κατεβλήθησαν τὰ τέως δαπανηθέντα πρὸς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ καὶ Καλαβρύτων, ἐπίσης καὶ πάντα τὰ δαπανηθέντα διὰ τὴν περαίωσιν τοῦ Μουσείου καὶ τὰ τέως δαπανηθέντα πρὸς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον θὰ ἐγίνετο καὶ ἡ πληρωμὴ πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐπὶ τῇ προόδῳ τοῦ ἔργου καταβλητέων, καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ ἀπῃτεῖτο εἰδικός τις κανονισμός, ἕνεκα τῆς ὑπάρξεως ἰδιαιτέρου ταμείου, εἶχεν ἀποφασισθῆ, ὅπως ἀφιερωθῇ πρὸς τὸν εἰδικὸν τοῦτον σκοπὸν εἰδικὴ σειρὰ ἐντόκων γραμματίων. Τούτῳ τῷ τρόπῳ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προετίθετο νὰ προβῇ εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν τε ἄλλων ἔργων καὶ τῶν τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου ἕως τῆς πραγματοποιήσεως τῶν οἰκείων δανείων. Ὡς πρὸς δὲ τὰ δάνεια, ἡ Κυβέρνησις εἶχε σκοπὸν νὰ ἑνοποιήσῃ πάντα ταῦτα ἐπὶ τόκῳ ὀνομαστικῷ 4%, ἀλλ’ ἐννοεῖται ἐπὶ τιμῇ ἐκδόσεως κατωτέρᾳ τοῦ ἀρτίου, νὰ πραγματοποιῇ δὲ σειρὰς τοῦ δανείου τούτου ἀναλόγως πρὸς τὰς παρουσιαζομένας ἀνάγκας. Τοῦτο ἦτο τὸ ἄρτιον σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νενομοθετημένων περὶ δανείων, ἀφορώντων εἰς τὰ δημόσια ἔργα. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐκδόσεως τῆς πρώτης σειρᾶς τοῦ ἑνοποιημένου δανείου τὰ περισσεύματα τῆς γενικῆς διαχειρίσεως παρεῖχον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄφθονα τὰ μέσα, ὅπως ἐπαρκῇ εἰς πάσας τὰς δαπάνας ταύτας· ὥστε κατὰ τὸ σχέδιον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐγίνετο παραδεκτὸν ὑπὸ τῆς παρούσης, οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὸν ἐργολάβον τοῦ Εὐρίπου καὶ οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, ἵνα ὑποστῇ οὐδεμιᾶς ἡμέρας διακοπὴν τὸ ἔργον.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εὗρε κατάλληλον εὐκαιρίαν, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχε, καὶ ἐκθέσῃ κατὰ ποῖον τρόπον αὐτὸς ἐνόει νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐπὶ δημοσίοις ἔργοις, νὰ ἑνοποιήσῃ τὰ ὑπάρχοντα δάνεια, καὶ νὰ ἐκδώσῃ αὐτὰ κατὰ σειράς, συντηρῶν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου καὶ ἄγων εἰς πέρας τὰ ἔργα διὰ τῶν περισσευμάτων τῆς διαχειρίσεως. Ἐγὼ δὲν ᾐτιάθην τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, οὔτε ἐξήλεγξα τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἢ ἐπέκρινα τὴν οἰκονομικὴν ἐνέργειαν αὐτῆς, οὔτε ᾐτιάθην αὐτῆς ἐπὶ παραβάσει νόμων καὶ ἀθετήσει τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ταῦτα ἔπραττον ὅτε ἀνῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς Κυβέρνησις δὲ, δὲν καλοῦμαι νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο, ἀλλὰ τυχόντος λόγου ἁπλῶς, ἐξέθηκα διὰ ποίαν αἰτίαν ἡμεῖς ἠναγκάσθημεν νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν εἰς τὸν ἐργολάβον 270,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτει δι’ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκτελέσει. Εἶπον ὅτι δὲν εἴχομεν χρήματα, διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν εἶχε συνομολογήσει τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος εἶχεν ἐπιτρέψει εἰς αὐτὴν, ὑμεῖς δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν τὴν δευτέραν ἡμέραν ἢ τὴν τρίτην ἢ τὴν πέμπτην μετὰ τὴν κλῆσιν ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσωμεν τὸ δάνειον, κρούοντες τὰς θύρας τῶν τραπεζιτῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐπληρώσαμεν τὰς 270,000 δραχμῶν· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἂν ἐξηκολούθει κυβερνῶν τὸν τόπον, δὲν ἤθελεν ἀφήσει οὔτε μίαν ἡμέραν νὰ διακοπῶσι τὰ ἔργα, διότι αὐτὸς κατὰ διάφορον τρόπον ἑρμηνεύει τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ ἐκτελεῖ τὰς πληρωμάς. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ διαπράττωμεν πληρωμὰς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἂν δὲν μᾶς ἐπετράπη τοῦτο δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισεν ἀληθῶς δάνειον, ἀλλὰ πίστωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους δὲν παρέσχε πρὸς πληρωμὴν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὅτι δύναται νὰ δαπανᾷ ἐκ τοῦ ταμείου καὶ ἄνευ πιστώσεως, καὶ ἂν δὲν ἐπραγματοποίησε τὰ δάνεια, παρ’ ὧν ἔμελλε νὰ λάβῃ χρήματα καὶ νὰ πληρώσῃ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶναι κύριος νὰ διαχειρίζηται οὕτω τὰ δημόσια χρήματα, ἐνόσῳ ἡ Βουλὴ τὸ ἐπιτρέπει αὐτῷ, ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ διαχειρίζωμαι αὐτὰ ἢ ὡς οἱ νόμοι ὁρίζουσι, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὰ περισσεύματα τῆς διαχειρίσεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ εἰσι γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις ἤθελε μειδιάσει, ἐὰν ἔλεγον αὐτῇ, ὅτι ἐσκόπουν νὰ δαπανήσω ἐκ τῶν περισσευμάτων.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ πιστώσεις πᾶσαι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸν σιδηρόδρομον Διακοπτοῦ καὶ Καλαβρύτων, Πατρῶν καὶ Πύργου, εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Μουσείου καὶ τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου, ἦσαν κεχορηγημέναι, καὶ ἐπὶ κεχορηγημένων πιστώσεων ἐγίνοντο αἱ δαπάναι. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, οὐδεμία ἀνάγκη ὑπῆρχε πιστώσεως· ἐκεῖ ὑπάρχει εἰδικὸν ταμεῖον, δὲν χορηγεῖ ἡ Βουλὴ πιστώσεις διὰ τὰ ἔργα τοῦ εἰδικοῦ ταμείου, τὰς πιστώσεις χορηγεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῇ αἰτήσει τῶν ἐπὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν, τὰς δὲ δαπάνας ἐντέλλεται, ὡς δευτερεύων διατάκτης τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ταμείου τοῦ πορθμοῦ, ἀρυομένη τοὺς πόρους ἐκ τοῦ δανείου. Τὸ δὲ δάνειον ἐν τῷ παρόντι, κατὰ τὸ σύστημα, ὅπερ πρὸ μικροῦ ἀνέπτυξα, θὰ ἦσαν τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ διατιθέμενα χάριν τῶν ἔργων τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, ἀναλόγως πρὸς τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης· κατὰ τὸ σύστημα, ὅπερ ἡμεῖς προετιθέμεθα ν’ ἀκολουθήσωμεν, δάνειον τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου θὰ ἦσαν τὰ κεφάλαια τὰ ἐκ τῶν ἐντόκων τούτων γραμματίων. Ἐντόκων γραμματίων εἴχομεν δικαίωμα ἐκδόσεως πολλῶν ἑκατομμυρίων ἐπὶ πλέον τῶν ἤδη διατεθειμένων 6 περίπου ἑκατομμυρίων· ἐκ μικροῦ ἄρα ἀριθμοῦ τῶν διαθεσίμων, εἰδικῶς καθοριζομένων εἰς τὰς προσωρινὰς ἀνάγκας τῆς προόδου τῶν ἔργων τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ, ἠδυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν πᾶν τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα. Τὰ οὕτω δὲ διατιθέμενα ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων θ’ ἀπετέλουν δάνειον εἰδικὸν ἐξ ἐντόκων γραμματίων πρὸς τὸ ταμεῖον τοῦ πορθμοῦ, ὅπερ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον, ἐπιτρέποντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν συνομολόγησιν δανείου ὑπὲρ τῶν ἔργων τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου. Τὸ δάνειον, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου θὰ συνωμολόγει ὑπὲρ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, θὰ ἦτο δάνειον ἐξ ἐντόκων γραμματίων. Εἰς τοῦτο συνίστατο ὁλόκληρος ὁ συνδυασμὸς, κατὰ πάντα σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ἡμεῖς εἴχομεν καὶ ἔχομεν ῥιζικῶς διάφορον ἰδέαν περὶ τοῦ τρόπου τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων διὰ τὸν πορθμὸν τοῦ Εὐρίπου. Ὅλα δὲ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀνέπτυξεν, ἔρχονται ὡσαύτως εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας ἡμῶν. Ὁ πορθμὸς τοῦ Εὐρίπου ἔχει ἴδιον ταμεῖον καὶ ἰδίαν διαχείρισιν. Δὲν ὁμοιάζει μὲ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κατασκευάζονται διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. Ὁ πορθμὸς τοῦ Εὐρίπου εἶναι πρόσωπον ἠθικὸν, διακεκριμένον τοῦ Δημοσίου· ἔχει δὲ κατὰ τὸν νόμον τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ, τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδά του. Ἀλλὰ μήτε προϋπολογισμὸς συνετάχθη ἐγκαίρως παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, μήτε τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὸ εἰδικὸν τοῦτο ταμεῖον, προσεπορίσθησαν. Εὑρέθη ἑπομένως τὸ ταμεῖον τοῦτο ἄνευ ἐσόδων, ἄνευ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀπέναντι ὑποχρεώσεων ἀναληφθεισῶν πρὸς τοὺς ἐργολάβους, οἵτινες ἐξετέλουν τὰ ἔργα. Εἶναι παράδοξος ἡ θεωρία, ὅτι τὸ Δημόσιον ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ ὡς δάνειον τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου τὰ ἔντοκα γραμμάτια. Ὁ νόμος εἶναι ῥητὸς, καὶ κατηγορηματικός. Ἐπιτρέπει τὴν συνομολόγησιν δανείου, οὗτινος ἡ ὑπηρεσία θὰ γίνηται ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ εἰδικοῦ τούτου ταμείου. Πρόκειται περὶ εἰδικοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον δύναται μὲν νὰ συγχωνευθῇ μετ’ ἄλλου δανείου, δὲν δύναται ὅμως ν’ ἀντικατασταθῇ ὑπὸ τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι διὰ τὴν καθημερινὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὸ Δημόσιον δύναται νὰ προμηθευθῇ χρήματα εἴτε διὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων εἴτε καὶ διὰ παντὸς ἄλλου μέσου, δύναται δ’ ὡσαύτως νὰ προκαταβάλῃ, δηλ. νὰ δανείσῃ, καὶ εἰς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου. Ἀλλὰ διὰ νὰ δανείσῃ τὸ Δημόσιον πρὸς τὸ ταμεῖον τοῦτο ποσόν τι, ὅπερ ἤθελεν ἐπαναλάβει ἀκολούθως παρ’ αὐτοῦ, ἤθελεν ἐνεργήσει προκαταβολὴν, ἥτις δὲν ἐπιτρέπεται, κατ’ ἄρθρον ῥητὸν τοῦ λογιστικοῦ νόμου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἔκτακτος πίστωσις, ἐψηφισμένη παρὰ τῆς Βουλῆς. Τοιουτοτρόπως ἐσκέφθημεν καὶ σκεπτόμεθα, ὅτι δύναται νὰ θεραπευθῇ ἡ σπουδαία ἔλλειψις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τοῦ ν’ ἀρχίσῃ τὸ ἔργον τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου ἄνευ πόρων καὶ ἄνευ προϋπολογισμοῦ, κατὰ τρόπον διάφορον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος ᾼΧΙΖʹ καὶ τὸ διάταγμα τῆς 10 Ὀκτωβρίου τοῦ 1890. Μόνον κατὰ ἕνα τρόπον δύναται νὰ θεραπευθῇ ἡ ἔλλειψις αὕτη, διὰ τῆς παροχῆς προκαταβολῆς ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, χορηγουμένης δυνάμει ἐκτάκτου πιστώσεως. Τὴν χορήγησιν δὲ τοιαύτης πιστώσεως διὰ νόμου ἐσκόπουν νὰ ζητήσω σήμερον καὶ ζητῶ διὰ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑποβάλλω ἀμέσως εἰς τὴν Βουλήν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 157).
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτι δύναται ἡ ὑπόθεσις νὰ κανονισθῇ κατὰ τὸν τρόπον, ὃν λέγει σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ἀφοῦ θὰ περιληφθῇ ὁ κανονισμὸς ἐν νόμῳ· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι δύναται νὰ κανονισθῇ καὶ κατὰ τὸν τρόπον, ὃν εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμεῖς, καὶ ὅτι ἔδει νὰ κανονισθῇ οὕτω, ὅτε ἡμεῖς διεξήγομεν τὸ ἔργον, ὡς μὴ συνεδριαζούσης τότε τῆς Βουλῆς· ἦτο δ’ ὁ τρόπος οὗτος νομιμώτατος. Ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου ἀποτελοῦσιν ἴδιον ταμεῖον· τοῦτο καὶ ἐγὼ εἶπον, καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νομοθετικῆς πιστώσεως, ἀφοῦ τὰς πιστώσεις τοῦ εἰδικοῦ ταμείου χορηγεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε προϋπολογισμός· ἄρα φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ εἰδικοῦ ταμείου ἐγκρίνει ἡ Βουλή; τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ εἰδικοῦ ταμείου ἐγκρίνει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον· εἶναι ἄρα ἔργον ὀλίγων ὡρῶν ἡ ἔγκρισις, εἴτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιληφθῇ ἡ δαπάνη, εἴτε, διὰ τὸ εἰδικόν, ἐν ἰδίᾳ πιστώσει... Τὰ στοιχεῖα τῆς πιστώσεως ταύτης εἶναι καθ’ ὅλα ἕτοιμα καὶ κατεστρωμένα ἐν ἰδίῳ οὕτως εἰπεῖν προϋπολογισμῷ, εἶναι δὲ καὶ δεδημοσιευμένα καὶ προσιτὰ εἰς πάντας, διότι ἄλλοτε ἐδόθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, αἱ εἰς τὰς ὑπολογιζομένας δαπάνας τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ ἀφορῶσαι. Ἀφοῦ δὲ οὕτω κεκανονισμένα εἶναι τὰ τῆς δαπάνης, ὑπολείπεται ἡ διάθεσις τῶν τίτλων τοῦ δανείου εἰς εἴσπραξιν τοῦ χρήματος τοῦ ἀναγκαιοῦντος εἰς τὰς ἐργασίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τοῦτο εἶναι δάνειον τοῦ πορθμοῦ καὶ δὲν εἶναι δάνειον τοῦ Δημοσίου. Εἶναι δάνειον ἀμφοτέρων· καὶ τοῦτο λέγει ὁ νόμος· δάνειον δὲ τοῦ ταμείου τοῦ πορθμοῦ καὶ τοῦ Δημοσίου δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν καὶ ὑπὸ τύπον ἐντόκων γραμματίων, ἅτινα εἶναι δάνειον. Προκειμένου περὶ δανείου προσωρινοῦ, ἠδυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν αὐτὸ δι’ ἐντόκων γραμματίων, εὐθυνόντων τὴν Κυβέρνησιν, εὐθυνόντων δὲ καὶ τὸ ταμεῖον τοῦ πορθμοῦ, ὡς ἐκ τοῦ εἰδικοῦ προορισμοῦ, ὃν ἠθέλομεν δώσει εἰς αὐτά, καθορίζοντες τὰ χάριν τοῦ ταμείου τοῦ πορθμοῦ διατεθειμένα. Ταῦτα ὡς δάνειον προσωρινὸν θ’ ἀντικαθίσταντο βραδύτερον διὰ διαρκοῦς δανείου, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον διετελοῦμεν ἐν τῇ προσωρινότητι, δυνάμει τοῦ δικαιώματος, ὅπερ χορηγεῖ ὁ νόμος, ἵνα πραγματοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις δάνειον εὐθύνον τὸ Δημόσιον, εἴχομεν τὴν ἀπόφασιν τὸ δάνειον τοῦτο νὰ πραγματοποιήσωμεν ὑπὸ τύπον ἐντόκων γραμματίων.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου μὲ ἀναγκάζει νὰ πράξω ὅ,τι δὲν ἐπεθύμουν νὰ πράξω, διότι ἐπιτιμᾷ τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἅπερ αὕτη δὲν ἔπραξε, τὰ ὁποῖα δ’ αὐτὸς λέγει, ὅτι ἐσκόπει νὰ πράξῃ. Γνωρίζω ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶναι ἱκανὸς νὰ διαπράττῃ τοιαῦτα ἄξια θαυμασμοῦ οἰκονομικὰ ἔργα. Μετατροπὰς δανείων, ὡς τὸ δάνειον τοῦ 1824 καὶ 1825 εἰς δάνειον πάγιον δι’ ἐντόκων γραμματίων 15,000,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἤθελε προταθῆ ὡς θέμα διαγωνισμοῦ εἰς τὸν οἰκονομικὸν κόσμον τὸ ἐγχείρημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἀμφιβάλλω ἐὰν ἤθελε λάβει βραβεῖον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἀξιοπρεπῶς. Ἀφοῦ μετατρέπει δι’ ἐντόκων γραμματίων δάνειον 15 ἑκατομμυρίων, θέλετε νὰ διστάσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον πρὸς κατασκευὴν τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου δι’ ἐντόκων γραμματίων; Ἡμεῖς δὲν κατηγοροῦμεν αὐτὸν διὰ πάντα ταῦτα τὰ θαυμάσια διαβήματα, διότι εἴπομεν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐντολὴν νὰ κατηγορήσωμεν. Ἡμεῖς ἠρκέσθημεν νὰ εἴπωμεν, διατὶ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πληρώσωμεν τὰς 270,000 δραχμάς, τὰς ὁποίας ἐζήτησε παρ’ ἡμῶν ὁ ἐργολάβος· καὶ εἴπομεν, ὅτι δὲν ἐπληρώσαμεν, διότι πίστωσιν μὲν ἐπὶ τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν εἴχομεν, τὸ δὲ εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ πορθμοῦ δὲν εἶχε χρήματα. Θέλει νὰ ἐλέγξῃ ἡμᾶς, διότι δὲν προέβημεν ἄνευ πιστώσεως, καὶ εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ παριστᾷ ἑαυτὸν ἱκανὸν νὰ λαμβάνῃ χρήματα ἐκ τῶν περιφήμων περισσευμάτων, νὰ πληρόνῃ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ κατόπιν, ὅταν συνομολογῇ δάνεια, ν’ ἀποκόπτῃ αὐτὰ καὶ νὰ ἐξοφλῇ τὰ χρέη τὰ πρῶτα. Τῇ ἀληθείᾳ πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἂς τὰ κρίνῃ ἡ Βουλή. Ἐγὼ ἠρκέσθην νὰ ἀναιρέσω τὸ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθὲν, ὅτι ὑπάρχει προϋπολογισμός. Δὲν ὑπάρχει προϋπολογισμός· ὑπάρχει διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶχε προκαλέσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ προϋπολογισμὸς ἐξόδων καὶ ἐσόδων τοῦ ταμείου τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου, ἀλλὰ τοιοῦτος δὲν εἶχε συνταχθῆ· ἠναγκάσθημεν δὲ νὰ συντάξωμεν ἡμεῖς αὐτόν. Ὥστε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν διαφεύγουσι τῆς μνήμης του τοιαῦτα γεγονότα.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καλῇ τῇ πίστει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅσα ἠκούσατε· τουτέστιν, ὅτι διεκόπησαν τὰ ἔργα, διότι δὲν ὑπάρχει προϋπολογισμὸς, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὑπέθεσεν, ὅτι τὰ ἔργα τῆς εὐρύνσεως τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου δὲν ἠδύναντο νὰ τελεσθῶσι πρὸ τῆς κυρώσεως τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ πορθμοῦ. Ἀλλὰ τὰ ἔργα ταῦτα, κατὰ πρόνοιαν τοῦ νομοτελεστικοῦ διατάγματος, ἠδύναντο νὰ ἐκτελεσθῶσι πρὸ τῆς κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου. Ἀφοῦ δὲν εἴχομεν τὸ δάνειον πρόχειρον, τὸν προϋπολογισμὸν ἕτοιμον εἰς κύρωσιν παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄδειαν ἐκδόσεως χρηματικῶν ἐνταλμάτων δι’ ἔξοδα τοῦ ἔργου πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, πῶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι διεκόπησαν τὰ ἔργα ἕνεκα τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ὑπῆρχε βασιλικὸν διάταγμα, ἐπιβάλλον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνταχθῇ προϋπολογισμός.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, περὶ οὗ τὸ διάταγμα διαλαμβάνει, εἶναι ὁ τακτικὸς, ὁ κανονικὸς τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν ἔργων τοῦ πορθμοῦ, ἔσοδα αὐτοῦ εἶναι τὰ ἐκ τοῦ δανείου τοῦ πρὸς εὔρυνσιν τοῦ πορθμοῦ καὶ τὰ ἐκ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, ἔξοδα δὲ τὰ κατὰ τὸ συμβόλαιον τῆς ἐργολαβίας τῆς διαπλατύνσεως τοῦ πορθμοῦ, τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου καὶ τὰ τῆς λειτουργίας τοῦ πορθμοῦ. Πάντα ταῦτα εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστὰ καὶ καθωρισμένα, οὐδ’ εἶναι δεκτικὰ προσθήκης ἢ ἀφαιρέσεως. Ὁ προϋπολογισμὸς ἄρα ἦτο ἕτοιμος, καὶ μόνη ἡ κύρωσις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπελείπετο. Ἡ εὔρυνσις τοῦ πορθμοῦ εἶχε τὸν προϋπολογισμόν της· πρὸς ταύτης τὰ ἔργα ἤθελον διαταθῆ αἱ εἰσπράξεις ἐκ δανείου προσωρινοῦ, τοῦ τῶν ἐντόκων γραμματίων, κατὰ ῥητὴν δὲ διάταξιν τοῦ Β. διατάγματος περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ πορθμοῦ, ἐπετρέπετο ἡ καὶ πρὸ τῆς κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ δαπάνη πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παραπονεῖται, ὅτι ἡμεῖς ᾐτιάθημεν αὐτοῦ, ἐνῷ ἡμεῖς καὶ ἤδη καὶ συνεχῶς προκαλούμεθα παρ’ αὐτοῦ εἰς συζητήσεις πρὸς ἀπόκρουσιν αἰτιάσεων, καθ’ ἡμῶν ἀπευθυνομένων· προέβαλε δὲ σήμερον καὶ νέαν αἰτίασιν ἐπὶ θέματος ὅλως ἀσχέτου πρὸς τὸ προκείμενον, παρενείρας εἰς τὴν συζήτησιν τὰ τῆς καταργήσεως τοῦ δανείου τῆς ἀνεξαρτησίας διὰ κεφαλαίων εἰσπραχθέντων ἐξ ἐντόκων γραμματίων. Περὶ τούτων ἐγένετο ἐν καιρῷ λόγος καὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς μέλος τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀντετάχθη εἰς τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζητοῦμεν τὴν ἄδειαν τῆς συνομολογήσεως προσωρινῶν δανείων πρὸς ἐξόφλησιν ἢ τροπὴν ἄλλων δανείων, ἡμεῖς δ’ ἐξηγήσαμεν, ὅτι ἐζητοῦμεν τὴν ἄδειαν τῆς συνομολογήσεως προσωρινῶν δανείων πρὸς ἐξοφλήσεις ἢ τροπὰς ἄλλων δανείων, διότι πάγια δάνεια ἐπὶ ὅροις ὠφελίμοις εἰς τὸ Δημόσιον μόνον ἐπὶ μεγάλῳ κεφαλαίῳ ἠδύναντο νὰ ἐκδοθῶσιν, ἐνῷ διὰ προσωρινῶν δανείων, προωρισμένων ἵνα συγχωνευθῶσι βραδύτερον ἐν δανείῳ παγίῳ, καθίστατο ἐφικτὴ ἡ ἐπὶ ὅροις ὠφελίμοις τροπὴ δανείων κεφαλαίου κατωτέρου τοῦ ἀντιστοιχοῦντος πρὸς ἐκδοθησόμενον δάνειον πάγιον. Τὸ δάνειον τῆς ἀνεξαρτησίας ἐξοφλεῖται διὰ 15,000,000 φράγκων. Ἐπὶ τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ δάνειον πάγιον ἐπὶ ὅροις εὐνοϊκοῖς εἰς τὸ Δημόσιον; Εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἐκδόσεως δανείου παγίου ἀπαιτεῖται ἡ σύμπραξις μεγάλων τραπεζικῶν οἴκων, ἡ δὲ πρὸς τούτους διαπραγμάτευσις δὲν ἐπιτυγχάνεται, ἂν τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου δὲν ἦναι μεγαλείτερον. Συνωμολογήσαμεν δάνειον πάγιον 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν, ἐφθάσαμεν καὶ μέχρι δανείου παγίου κατωτάτου ὅρου ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 200 χιλιάδων λιρῶν, ἀλλὰ διὰ δανείου 600,000 λιρῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσελκύσωμεν τὰ τραπεζικὰ καταστήματα, ὧν ἡ σύμπραξις ἐνεδείκνυτο. Τούτων οὕτως ἐχόντων, προεβάλλετο εἰς ἡμᾶς τὸ δίλημμα, ἢ ν’ ἀφήσωμεν καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὸ δάνειον τῆς ἀνεξαρτησίας ἀνεξόφλητον, ἐπιβαρύνοντες τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τοῦ χρεωλυσίου αὐτοῦ ἐκ δραχμῶν 1,056,000, ἢ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξόφλησιν διὰ προσωρινοῦ δανείου, ἀνακουφίζοντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 ἀπὸ τοῦ χρεωλυσίου, καὶ παρασκευάζοντες διὰ τοῦ προσωρινοῦ τούτου δανείου, προστεθησομένου εἰς ἄλλα δάνεια, τὴν ἔκδοσιν δανείου διαρκοῦς, ἐν ᾧ θὰ συνεχωνεύοντο τὰ προσωρινά. Αὕτη εἶναι ἡ ὑπόθεσις, ἣν παρέστησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀποκάλυψιν, ἐνῷ ταῦτα πάντα προανηγγέλθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἐζητήσαμεν παρ’ αὐτῆς δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου τὴν ἄδειαν τῆς συνομολογήσεως προσωρινῶν δανείων πρὸς ἐξόφλησιν δανείων παγίων καὶ χρεωλυτικῶν.
§57ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν εἶμαι ἐντριβὴς, ὡς οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, προβάλλω τὴν ἀπορίαν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὰ ἔντοκα γραμμάτια εἶναι ἔξοδον τοῦ Δημοσίου. Τὸ Δημόσιον δύναται νὰ δανείζηται ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς;
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Δημόσιον εἶχε νόμον, ἐπιτρέποντα εἰς αὐτὸ, ὅπως συνομολογήσῃ δάνειον ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ ταμείου τοῦ πορθμοῦ, εἶχε δὲ σκοπὸν νὰ συνομολογήσῃ προκαταρκτικῶς τὸ δάνειον τοῦτο ὑπὸ τύπον ἐντόκων γραμματίων, θεωροῦν ἀναγκαῖον, ὅπως προβῇ εἰς τὸ ἔργον πρῶτον διὰ προσωρινοῦ δανείου, εἴτε δὲ διὰ συγχωνεύσεως τοῦ προσωρινοῦ εἰς διαρκές. Τὸ προσωρινὸν δάνειον ἤθελε πραγματοποιηθῆ δι’ ἐντόκων γραμματίων. Ταύτην τὴν ἰδέαν εἴχομεν, καὶ ἐπὶ ταύτῃ προετιθέμεθα νὰ ἐργασθῶμεν. Ἐνόμισα δὲ ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγήσω τοῦτο, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶπεν ὅτι ἕνεκα ἐλλείψεως προνοίας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἠναγκάσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ διακόψῃ τὰ ἔργα. Ἠναγκάσθησαν οἱ νῦν κυβερνῶντες νὰ διακόψωσι τὰ ἔργα, διότι ἄλλως ἠθέλησαν νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἢ ὅπως ἡμεῖς ἐσχεδιάζομεν· ἂν ἐφήρμοζον τὸ σχέδιον ἡμῶν, δὲν ἤθελε διακοπῆ τὸ ἔργον.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν συνέπιπτεν ὅμως νὰ εὑρεθῇ ἐν τῇ εὐκολίᾳ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ ἐκτελέσῃ ταῦτα, τὰ ὁποῖα τὴν ἑσπέραν ταύτην λέγει, ἔπρεπε νὰ ἦναι ὄπισθεν πλειοψηφίας 80 ψήφων, ὅπως ἦτο ἡ τῆς παρελθούσης περιόδου, ἵνα καλύψῃ τὴν παρανομίαν αὐτοῦ. Ἀληθῶς ταῦτα ἦσαν σχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχεν, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε τὸν καιρὸν νὰ ἐκτελέσῃ, διότι ἐπῆλθεν ἡ 14 Ὀκτωβρίου. Καὶ ταῦτα ἔκρινε καλὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως εἰς ἀνταποκριτὰς ἐφημερίδων ἀνακοινόνει τὰς γνώμας του. Ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποτάξωμεν εἰς τὸν νόμον τὰς πράξεις ἡμῶν, οὐδὲ νὰ πράττωμεν ὅσα ἐπετιμῶμεν ὡς ἀντιπολίτευσις.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπως ἕκαστος ἐννοεῖ τὰς πράξεις ταύτος. Ἡμεῖς οὕτως ἑρμηνεύομεν τὸν νόμον, καὶ ἐὰν εἴχομεν τὴν πλειονοψηφίαν σύμφωνον μεθ’ ἡμῶν, τοιαύτην ἐν τῇ ἐκτελέσει ἑρμηνείαν θὰ ἐδίδομεν εἰς τὸν νόμον. Σήμερον θὰ ἔχωμεν αὐτὴν ἐναντίαν καὶ ἐν τούτῳ· ποῖος δέ ποτε ἀμφέβαλλεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν τὴν πλειονοψηφίαν ἐναντίαν ἐν οἱῳδήποτε ζητήματι; Ἡμεῖς δὲν ἐρχόμεθα ἐνταῦθα προτείνοντές τι, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι τοῦτο θέλει ψηφισθῆ· προτείνομεν ὅ,τι θεωροῦμεν ὀρθὸν, διότι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν· ὅτι ὅμως ἡ πλειονοψηφία δὲν θέλει παραδεχθῆ τὴν γνώμην ἡμῶν, περὶ τούτου ἐκ προοιμίων εἴμεθα βέβαιοι, ἄσκοπος δὲ ἡ προειδοποίησις.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα προβάλλει, ᾖναι τοιαῦτα, ὁποῖα πρὸ μικροῦ ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, βεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι ἡ πλειοψηφία αὐτὴ δὲν θέλει τὸν καλύψει. Ὑπῆρχον πλειοψηφίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκάλυπτον αὐτὸν εἰς πᾶν εἶδος θεμάτων καὶ εἰς θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐλησμόνησεν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία. Ὅταν ἠθετοῦντο ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, ἡ πλειοψηφία ἐξέφραζε τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῆς διὰ τὴν τοιαύτην ἀθέτησιν. Ἡ παροῦσα πλειοψηφία δὲν θέλει ἀποδεχθῆ τὴν τακτικὴν αὐτήν.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἥρμοζεν εἰς Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁμιλῇ περὶ τῶν ἐναντίων αὑτοῦ, λέγων, τί θέλει ἀποκαλύψει καὶ τί δὲν θέλει ἀποκαλύψει. Ποῖος ἐξ ἡμῶν ἐζήτησε νὰ καλύψῃ τι, καὶ ποῖος ἐπιτρέπει νὰ μὴ ἀποκαλύψῃ τι; Ἡμεῖς καλῶς γινώσκομεν, ὅτι εἴμεθα ἐκτεθειμένοι νὰ ἴδωμεν τὰς πράξεις ἡμῶν καταδικαζομένας. Ἀλλὰ παρὰ τίνων καὶ διατί; Ἀδιαφοροῦμεν ἐντελῶς περὶ τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐκ πολιτικῶν σκέψεων θέλει ἐξενέγκει περὶ τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν. Περὶ τοῦ σκοποῦ αὐτῶν εἴμεθα ἐκ τῶν προτέρων βέβαιοι· οὐδὲ ἤλθομεν ζητοῦντες περὶ τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν οὐδεμίαν ἐπιείκειαν, οὐδὲ προσεπαθήσαμεν νὰ πείσωμέν τινα, ὅτι, πλὴν τοῦ καθήκοντος, τὸ συμφέρον τῷ ὑπαγορεύει νὰ μὴ παραβιάσῃ τὸν νόμον. Ἂν ἡ πλειονοψηφία θέλῃ νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, ἵνα ἀποδείξῃ ἡμᾶς μὴ καλῶς πολιτευθέντας, εἶναι ἐλευθέρα νὰ τὸ πράξῃ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνήγγειλε πρὸ ὀλίγου, ὅτι τοῦτο ἔχει σκοπὸν νὰ πράξῃ ἡ πλειονοψηφία· ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῆς ἀναγγελίας ταύτης θὰ ἤρκουν τὰ μέχρι τοῦδε τελεσθέντα ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα διαφωτίσωσι καὶ ἐμὲ καὶ πάντας περὶ τῶν προθέσεων τῆς πλειονοψηφίας.
§63ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891. Φέρει τὰς ὑπογραφὰς 14 μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι οἱ ὑπολειπόμενοι συνάδελφοι θέλουσιν ὑποβάλει ἰδίαν ἔκθεσιν. Ἡ ἔκθεσις περιέχει πολλὰς προτάσεις ἐπί τε τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, περὶ ὧν λυσιτελέστερον νὰ γείνῃ λόγος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§64ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει ἑτοίμην τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, ἣν θέλει ὑποβάλει ἐντὸς τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891 θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 158).
§66ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πρὸς περίθαλψιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν στρατιωτικῶν προέβλεψαν διάφοροι νόμοι, ἐν οἷς ὁ ΣΕʹ τῆς 17 Ἀπριλίου 1867, ὅστις καθώρισε τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον· ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος οὗτος καὶ τὸ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐκδοθὲν διάταγμα τῆς 3 Ἰουλίου 1867 (ὅρα καὶ νόμον ΩΚΓʹ τῆς 15 Ἀπριλίου καὶ 17 Μαΐου 1880) περιέχουσιν ἐλλείψεις τινὰς ὡς πρὸς τὴν διανομὴν τοῦ μερίσματος μεταξὺ τῆς χήρας καὶ τῶν ὀρφανῶν, αἵτινες εἶναι ἄξιαι νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· δὲν ὑπάρχει δηλαδὴ ἐν τοῖς περὶ Μετοχικοῦ ταμείου τῶν στρατιωτικῶν νόμοις κανών, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ ῥυθμίζηται τὸ εἰς ἕκαστον μέλος τῆς ὀρφανικῆς περιουσίας ἀνῆκον μέρος. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, ἐλλείψει κανόνος τοιούτου καὶ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 25 τοῦ νόμου ᾼΛʹ τῆς 3 Ἰουλίου 1867, καθ’ ὃ «τὰ τακτικὰ βοηθήματα τῶν χηρευουσῶν οἰκογενειῶν ἀνήκουσιν εἰς ὁλόκληρον τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος», διανέμει τὸ μέρισμα κατὰ κεφαλὰς εἰς ἅπαντα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας συμμέτρως, ἐν μοίρᾳ παιδὸς ὑπολογιζομένης καὶ τῆς χήρας. Τοῦτο ἀναμφιβόλως εἶναι καὶ ἡ λογικωτέρα καὶ σύμφωνος πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου ἑρμηνεία, ἣν καὶ ὁ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἁρμόδιος νομικὸς σύμβουλος, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, ἀπεφήνατο. Ἐν τούτοις τὸ ζήτημα ἀνεφάνη ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἀξιωματικοῦ ἀποβιώσαντος καὶ καταλιπόντος χήραν ἐκ δευτέρου γάμου καὶ τέκνα ἔκ τε τοῦ πρώτου γάμου καὶ τοῦ δευτέρου, καὶ δικαστικοὶ ἀγῶνες ἀπειλοῦνται, καὶ τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον κινδυνεύει νὰ ὑποπέσῃ εἰς ζημίας ἀνυπερθέτους ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ νόμου ΣΕʹ ὡς πρὸς τὴν διανομὴν τοῦ μερίσματος, καὶ εἶναι ἀνάγκη κατεπείγουσα νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸς ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία, πρὸς ἐξομάλισιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ τῆς συμπληρώσεως αὐτοῦ. Λέγω ὅτι εἶναι τὸ ζήτημα σπουδαῖον, καθόσον, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ταχέως ἡ νόμιμος αὕτη ἑρμηνεία, πιθανῶς νὰ ἐκδικασθῶσιν ὑποθέσεις πλεῖσται ὁμοίας φύσεως πρὸς τὴν παρ’ ἐμοῦ ἀναφερθεῖσαν, καὶ θὰ πάθῃ σπουδαίως τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν· εἶναι δὲ ἄδικον, λόγῳ τῆς ἀσαφείας τοῦ νόμου, νὰ ζημιῶνται αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἀποβιωσάντων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου ΣΕʹ τῆς 17 Ἀπριλίου 1867 συμπληροῦται ἐν τέλει ὡς ἑξῆς: «Τὰ εἰς τὴν § 3 ἐδάφ. αʹ ἀναφερόμενα βοηθήματα τῶν χηρευουσῶν οἰκογενειῶν μετόχων διανέμονται μεταξὺ τῶν δικαιουμένων μελῶν τῆς ὀρφανικῆς οἰκογενείας, ἤτοι τῆς χήρας καὶ τῶν τέκνων, κατὰ κεφαλὰς ἐξ ἴσου».
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 159).
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τροπολογίαν τοῦ νόμου περὶ ἐθνικοῦ τυπογραφείου, συμφώνως πρὸς τὰς ἀναγραφείσας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βώλου ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς περὶ τῶν ἐκδοθέντων δυνάμει τοῦ νόμου ᾼΩΝΒʹ βασιλικῶν διαταγμάτων. Καταθέτω σημείωμα, περιέχον ταύτας.
§69ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἂν ᾖναι σύντομον, παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ σημείωμα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 160–161).
§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἕτερος βουλευτὴς ἐκ Βώλου, ὁ κ. Σχινᾶς, ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν διαφόρων πληροφοριῶν, καθοριζομένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 103 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Οἱ πίνακες οὗτοι οὐδέποτε, ἐξ ὅσων γνωρίζω, συνετάχθησαν. Εἶναι δὲ πίνακες εὐρύτατοι, ὧν ἡ σύνταξις ἀπαιτεῖ πολλῶν ἐτῶν ἐργασίαν. Ὁ μόνος πίναξ, τοῦ ὁποίου τὴν σύνταξιν ἠδυνήθην νὰ ἐπιτύχω, εἶναι ὁ τῶν ἐκποιηθέντων φθαρτῶν κτημάτων, τῶν γενομένων κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος 1890. Τὸν πίνακα δὲ τοῦτον καταθέτω, πρὸς πληροφορίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ παντὸς ἄλλου ἐνδιαφερομένου.
§72ΣΧΙΝΑΣ. Ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ· νομίζω δὲ, ὅτι ὤφειλον καὶ αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις νὰ ὑποβάλλωσι τὰς καταστάσεις, τὰς ὁριζομένας ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἐν τῇ λογιστικῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ διατάξεις πολλαὶ καὶ θεμελιώδεις, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ ἀπαιτεῖ ὅλως διόλου ἄλλην διάταξιν καὶ ἄλλον κανονισμὸν τοῦ λογιστικοῦ ἡμῶν. Δὲν διαφωνῶ περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τούτων, διότι μόνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν τοιούτων διατάξεων δύνανται νὰ γείνωσι γνωστὰ τὰ λογιστικὰ καὶ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν. Δὲν εἶναι δὲ εὔκολον εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τοῦ λογιστικοῦ ἡμῶν νὰ γείνῃ αὕτη. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Δαγρὲς ἐζήτησεν, ὅπως κατατεθῶσι πληροφορίαι περὶ τῶν ἐκδοθέντων παραχωρητηρίων φυτειῶν καὶ γαιῶν τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης. Καταθέτω ταύτας. Ὁμοίας πληροφορίας ἐζήτησε καὶ ὁ ἐκ Λοκρίδος κ. Βουλευτὴς διὰ τὴν ἐπαρχίαν Λοκρίδος. Καὶ ταύτας ὡσαύτως καταθέτω.
§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1890;
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκόμη δὲν συνεπληρώθη. Μᾶς ἐλλείπουσι πληροφορίαι ταμείων τινῶν. Πιστεύω δὲ, ὅτι γνωρίζετε τοῦτο, διότι χθὲς ἀκόμη ἦλθεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ὅλας τὰς πληροφορίας περὶ τῶν μέχρι σήμερον γνωστῶν ἐσόδων.
§76ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μόνον ἑνὸς ταμείου ἐλλείπουσι.
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦ ταμείου τῆς Ἠλείας, ἑνὸς τῶν σπουδαίων ταμείων τοῦ Κράτους. Συνέβη νὰ πάθῃ ὁ ταμίας αὐτοῦ πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν, συνέβη δὲ μετὰ τὴν πάθησιν τοῦ ταμίου, τὸν ὁποῖον διεδέχθη ὁ γραμματεὺς αὐτοῦ, ν’ ἀποθάνῃ καὶ ὁ γραμματεύς. Ἕνεκα δὲ τούτου ἐπῆλθε καθυστέρησις ἐν τῷ ταμείῳ τούτῳ, τὸ ὁποῖον σήμερον διευθύνεται παρ’ ἑνὸς οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς κατατεθῇ ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα, μὴ περιλαμβάνων τὸ ταμεῖον τῆς Ἠλείας.
§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῇ πίναξ ἐπίσημος ἐλλιπής.
§80ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ ταμείου τῆς Ἠλείας δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν ἡμεῖς, νομίζω δὲ, ὅτι ὑπάρχουσί τινα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνάγονται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἠλείας· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ὑπάλληλος δὲν εἶχε τὴν ἄδειαν, διὰ τοῦτο ἐζήτησα ἀπὸ ἡμᾶς νὰ τὸν διατάξητε νὰ καταθέσῃ τὸν πίνακα καὶ ἄνευ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ταμείου Ἠλείας.
§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νομίζω ὅτι δύναται νὰ γνωρίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συγκέντρωσις ὅλων τῶν καταστάσεων καὶ συνταχθῇ πίναξ φέρων ἐπίσημον χαρακτῆρα, ἐὰν ὅλα τὰ στοιχεῖα δὲν συγκεντρωθῶσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ· δὲν εἶναι ἑπομένως δυνατὸν ἐπίσημος πίναξ νὰ κατατεθῇ ἐν ἐλλείψει τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ ἑνὸς ταμείου ἀκόμη· τὰς πληροφορίας δὲ περὶ τῶν ἐσόδων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπηρεάζουσι τὸ ταμεῖον Ἠλείας, ἔδωκεν ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος. Ἔδωκε πίνακα πλήρη, περιέχοντα 20 καὶ 30 κεφάλαια ἐσόδων τοῦ Κράτους, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἰσὶ τὰ σπουδαιότερα. Ὁ δὲ πίναξ οὗτος κατετέθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν θὰ ἔχω δὲ κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ καταθέσω καὶ ἀντίγραφον τοῦ πίνακος τούτου εἰς τὴν Βουλήν.
§82ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὑπεβάλετε νομοσχέδιον φορολογικὸν, τὸ ὁποῖον παραπέμπει εἰς τὰς διατάξεις τῶν φορολογικῶν νόμων τοῦ 1889 καὶ 1890· ἡμεῖς δὲν ἤμεθα Βουλευταὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καὶ δὲν γνωρίζομεν τοὺς νόμους αὐτούς. Ἔχομεν λοιπὸν δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν ἀκόμη ἀπέναντι τῶν ἐντολέων μας νὰ ἠξεύρωμεν ποίαν φορολογίαν θὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτούς. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ μᾶς ὑποβάλητε λεπτομερέστερον νομοσχέδιον ἢ τὸ ἀρχικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεσθε, διὰ νὰ ἠξεύρωμεν ποῖοι εἶναι οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν λαόν.
§83ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἔχω δυσκολίαν νὰ ὑποβάλω ἐπίσημον ἀντίγραφον τοῦ φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, περιέχον τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα διὰ τὸ 1890. Ὁ ἐτήσιος φορολογικὸς νόμος, ὁ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν παγίων φορολογικῶν νόμων, ἐπαναλαμβάνεται συνήθως κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1874, διότι ὅλοι ἀνατρέχουσι μέχρι τοῦ 1874.
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἐπανάληψις τοῦ ἰδίου νόμου. Μόνον ὅταν ὑπάρχῃ τροποποίησις εἰς τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, καταχωρεῖται αὕτη ἐν τῷ ἐτησίῳ τούτῳ νομοσχεδίῳ. Ἡ ἐπανάληψις ὅμως ὅλων τῶν ἰσχυόντων νόμων ἐν τῷ ἐτησίῳ νόμῳ δὲν εἶναι δυνατή. Ὑπάρχει μία ἄλλη ἐργασία, ἥτις εἶναι ἀναγκαία, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἄλλοτε ἐγένετο λόγος, αὕτη δὲ εἶναι ἡ κωδικοποίησις τῶν διαφόρων νόμων. Ἀλλ’ ἡ κωδικοποίησις αὕτη εἶναι ἐργασία ὅλως διάφορος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ἐκτελέσῃ, ψηφίζουσα τὸν ἐτήσιον φορολογικὸν νόμον.
§86ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκωδικοποιοῦντο ὅλοι οἱ φορολογικοὶ νόμοι, νὰ περιελαμβάνοντο εἰς ἓν νομοσχέδιον, θὰ ἦτο λαμπρόν.
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο σημαίνει κωδικοποίησιν τῆς νομοθεσίας τῶν ἀμέσων φόρων. Αὕτη δὲ δὲν εἶναι ἐργασία τοσοῦτον ἁπλῆ, ὥστε νὰ δύναται νὰ συνταχθῇ ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος. Δὲν ἠξεύρω δὲ, ἂν δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἐντὸς μιᾶς μόνον Συνόδου.
§88Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἕν σημείωμα, νομίζω, δύναται νὰ ὑποβληθῇ, ἀντὶ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τῶν νόμων, εἰς τοὺς ὁποίους παραπέμπει, διὰ νὰ μὴ ψηφίζωμεν τυφλῶς. Ἀκριβῶς πρὸ ὀλίγου ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐντὸς δὲ ὀλίγων ἡμερῶν καλεῖται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ· ἀπὸ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1890 ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπειδὴ δὲ βλέπω ἀπό τινων ἡμερῶν ἀπόντα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.....
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀσθενεῖ.
§90Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι ἐζητήθησαν ἀπὸ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1890, εἶναι δὲ πληροφορίαι ἐντελῶς τῆς ὑπηρεσίας καὶ πιθανὸν νὰ ἔχωσι παρασκευασθῆ. Παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ζητηθῶσιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ ὑποβληθῶσι.
§91ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖαι;
§92Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παραδείγματος χάριν, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1887, κατὰ τριμηνίαν πρέπει νὰ συντάσσηται τεῦχος, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δημοσιεύωνται αἱ εἰσαγγελικαὶ ἐκθέσεις περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων. Ὁ τότε Ὑπουργὸς κ. Βουλπιώτης, ὡς καὶ τότε εἶπον, εἰς ἐπιτροπήν τινα, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε προταθῆ παρατήρησις περὶ ποινῆς, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ἐδημοσιεύοντο αὐτὰ τὰ τεύχη, ἐθεώρησε περιττὴν τὴν διάταξιν ταύτην, διότι εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὅστις τιμωρεῖ τὸν Ὑπουργὸν διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ἢ παράλειψιν νόμου· ἐντούτοις αὐτὸ τὸ τεῦχος ἐδημοσιεύθη ἅπαξ, νομίζω, ὡς ἐγὼ γνωρίζω. Ἔχω ἀνάγκην νὰ ἴδω αὐτὰ τὰ τεύχη, ἐὰν ἐδημοσιεύθησαν, καὶ νὰ μελετήσω πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπίσης τότε εἶχον ζητήσει πίνακα περὶ Εἰρηνοδικείων, βραδύτερον ἐζήτησα ἔγγραφα ἀναγόμενα εἰς οἰκοδομὴν δικαστικῶν καταστημάτων. Αὐτὰ, νομίζω, ὅτι καὶ ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι.
§93ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ κωδικοποίησις εἶναι βεβαίως ἔργον πολὺ σπουδαῖον, ἀπαιτοῦν πολὺν χρόνον καὶ πολλὰς δαπάνας πρὸς ἐκτέλεσιν. Ἐγὼ δὲν ὑποβάλλω τοιαύτην ἀπαίτησιν, ἀλλὰ μόνον ἔχω τὸ δικαίωμα, ὡς ἀντιπροσωπεύων τὸν νομὸν, ὁ ὁποῖος μὲ ἐξέλεξε, νὰ γνωρίζω, τί θὰ ψηφίσω εἰς βάρος αὐτοῦ· λοιπὸν ἀγνοῶ ποίους φόρους θὰ ψηφίσω, καὶ κατὰ τοῦτο ἔχω καὶ καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ζητήσω πληροφορίας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὑποβάλλει τοιοῦτον ἀόριστον νομοσχέδιον. Εἶναι δὲ τοσούτῳ μεγαλειτέρα ὑποχρέωσις ὄχι μόνον δι’ ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν, διότι, Κύριοι, οἱ λαοὶ ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι διημφισβήτουν ἀείποτε τὰ δικαιώματά των, οὐδὲν ἄλλο μεγαλείτερον δικαίωμα διεξεδίκησαν καὶ ἐπέτυχον, εἰμὴ τὸ νὰ δύνανται νὰ ἀρνῶνται ἢ νὰ δίδουν φόρους εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ σώζωσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰ δικαιώματά των. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν, τί θὰ ψηφίσωμεν, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀσυνειδήτως δὲν ἐννοῶ νὰ ψηφίσω φόρους, τοὺς ὁποίους ἀγνοῶ.
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κύριος συνάδελφος βεβαίως ἔχει εἰς χεῖράς του τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὥστε ἔχει ἐνώπιόν του ὅλους τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους θὰ ψηφίσῃ.
§95ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κωδικοποίησις τῶν ἐνιαυσίως ψηφιζομένων φορολογικῶν νόμων εἶναι ἔργον πολὺ ἁπλοῦν. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶχε παρουσιασθῆ μάλιστα ἡ τοιαύτη κωδικοποίησις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς γινώσκω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τούτου νομοσχέδιον, ἕνεκεν τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας διετέλει τότε ἡ Βουλὴ, μὴ εὐκόλως ἐργαζομένη καὶ μὴ παρέχουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν νομοθετικὴν συνδρομὴν, ἧς εἶχεν ἀνάγκην. Ἀλλ’ οἱ νόμοι οἱ ἐνιαυσίως ψηφιζόμενοι ἀπὸ τοῦ 1874 καὶ ἐντεῦθεν δὲν εἶναι πάντες νόμοι ἀφορῶντες εἰς προσδιορισμὸν φόρων· διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας, εἰς νόμους ὁρίζοντας τοὺς κατ’ ἔτος πληρωτέους φόρους, καὶ εἰς νόμους ἀναφερομένους εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν αὐτῶν. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ ἐκ Κυκλάδων κ. Βουλευτὴς ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἐνιαυσίου φορολογικοῦ νόμου, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς φόρους τοὺς πληρωτέους. Αὐτὸ εἶναι ἔργον ἁπλούστερον, διότι ἠδύνατο ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τῶν νόμων τῶν νῦν ἰσχυόντων νὰ ἐξαγάγῃ τοὺς ἀφορῶντας εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν φόρων, καὶ νὰ τοὺς διατυπώσῃ εἰς νομοσχέδιον, ὑποβληθησόμενον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ μία ἐργασία ὅλως μηχανικὴ, ἤτοι, ὅπως εὐκολυνθῇ πᾶς Βουλευτὴς εἰς τὴν μελέτην τοῦ φορολογικοῦ νόμου, κάτωθι τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, νὰ τυπωθῶσι πάντες οἱ νόμοι, οἱ ἀπὸ τοῦ 1874 καὶ ἐντεῦθεν ψηφισθέντες.
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ ἐκ Παρνασσίδος κ. Βουλευτῆς, εἶχε κάμει προηγουμένως, συνεπτυγμένως ὅμως καὶ λακωνικώτερον, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βώλου, ζητήσας νὰ δοθῇ σημείωμα τῶν νόμων. Ἀπήντησα δὲ, ὅτι τοιοῦτον σημείωμα θέλω φέρει εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ μεταξὺ τοῦ τοιούτου σημειώματος καὶ τῆς κωδικοποιήσεως τῶν νόμων ὑπάρχει διαφορά, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι κάλλιστα γινώσκει ὁ ἐκ Παρνασσίδος κ. Βουλευτής.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γινώσκει ὅτι ἐν τῷ δευτέρῳ τμήματι τοῦ Ὑπουργείου, τῷ τῶν ἀμέσων φόρων, ὑπῆρχε παρεσκευασμένον καὶ τετυπωμένον μάλιστα σημείωμα, πληρέστερον ἔτι τοῦ ζητηθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσσης, ἐπιγραφόμενον νομίζω «ἔλεγχος τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας». Ἐν τῷ ἐλέγχῳ τούτῳ ἕκαστος φόρος περιγράφεται ἐν ἰδίῳ κεφαλαίῳ διὰ παραθέσεως τοῦ σκοποῦ πάντων τῶν νόμων τῶν εἰς αὐτὸν ἀναγομένων καὶ διὰ τοῦ τύπου τῆς τελευταίας αὐτοῦ ἐφαρμογῆς, τουτέστι τοῦ πορίσματος τοῦ συνδυασμοῦ τῶν περὶ τοῦ φόρου κειμένων νόμων. Πλήρης εἶναι ἡ ἀπαρίθμησις τῶν διατηρουμένων ἐν ἰσχύϊ διατάξεων τῶν διαδεξαμένων ἀλλήλους νόμων, καταλήγουσα, ὡς εἶπον, καὶ εἰς τύπον τῆς κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας ἐφαρμογῆς ἑκάστου φόρου. Ἠξεύρω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ τεύχους τούτου. Ὑπάρχει ἐκ τοῦ αὐτοῦ τμήματος καὶ ἕτερον τεῦχος, ἐκεῖνο ὅμως προηγούμενον, — τυπωθὲν τὸ 1886 νομίζω, — περιέχον πάντας τοὺς περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων νόμους, τοὺς ἀπὸ τοῦ 1874 ἕως τοῦ 1886, καὶ εἰσαγωγικὴν ἔκθεσιν· εἰς τοῦτο ἐὰν προστεθῶσιν ἤδη οἱ νόμοι οἱ ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τῆς σήμερον ἐκδοθέντες, τουτέστιν αἱ διατάξεις αἱ πρόσθετοι ἑκάστου ἐτησίου φορολογικοῦ νόμου, θὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ πᾶν τὸ ζητούμενον. Ἐν μὲν τῷ «ἐλέγχῳ τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας» θὰ ἔχῃ τὸν ὁδηγὸν τῆς σημερινῆς καταστάσεως καὶ ἔνδειξιν τῶν διατάξεων τῶν καταληγουσῶν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, ἐν δὲ τῷ τεύχει τοῦ 1886 θὰ ἔχῃ αὐτὰ τὰ κείμενα τῶν νόμων, τῶν μέχρι τοῦ ἔτους ἐκείνου διατηρουμένων ἐν ἰσχύει, χρηζόντων ὅμως συμπληρώσεως διὰ προσθέτου δημοσιεύσεως καὶ συνδυασμοῦ πρὸς αὐτὰ τῶν ἔκτοτε ψηφισθεισῶν μεταῤῥυθμιστικῶν διατάξεων κατὰ τὰς ἐνδείξεις τοῦ «ἐλέγχου τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας».
§98ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζομεν πάντες, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἐφέτος ὁ χειμὼν ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι ἐκτάκτως δριμὺς καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα. Καὶ τί μὲν συνέβη εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ἀκριβῶς, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τρικκάλων ἐγένοντο πλεῖσται ζημίαι, ἐπῆλθον καταστροφαὶ ὁλοκλήρων περιουσιῶν, ἀπέθανον δὲ καὶ περὶ τὰ 15 ἄτομα, ταφέντα ὑπὸ τὰς χιόνας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπροθυμοποιήθη νὰ φανῇ ἀρωγὸς εἰς τοὺς ἀτυχεῖς, ὅσοι ἀπώλεσαν τὰς περιουσίας των, ἀλλ’ ἡ βοήθεια αὕτη ἦτο πάντη ἀνεπαρκὴς, ἐξ ἐπιστολῶν δὲ, τὰς ὁποίας ἔλαβον σήμερον, ὁ χειμὼν ἐν Τρικκάλοις ἐξακολουθεῖ δριμύτατος, χιὼν κατέπεσε καὶ καταπίπτει νέα καὶ ἄφθονος, ἑπομένως οἱ κίνδυνοι μελλουσῶν καταστροφῶν εἶναι σχεδὸν βέβαιοι, καὶ τούτου ἕνεκεν ἡ ἀπελπισία τῶν κατοίκων κορυφοῦται ὁσημέραι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ σύντονον πρόνοιαν περὶ τῶν παθόντων ἐκ τῆς χιόνος, παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ παράσχῃ πάντα τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δυνηθῇ αὕτη νὰ συνδράμῃ ταχέως καὶ ἐπαρκῶς δυστυχεῖς οἰκογενείας, αἵτινες σήμερον, ἄστεγοι καὶ πεινῶσαι, εὑρίσκονται ἐκτεθειμέναι εἰς τὴν δριμύτητα ἐκτάκτου χειμῶνος, ἀπειλοῦντος νὰ καταστρέψῃ αὐτὰς ἐξ ὁλοκλήρου. Τῆς εὐκαιρίας ταύτης δράττομαι, ὅπως ἐπαναλάβω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς κατασκευὴν προχώματος ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Πηνειοῦ ἔξωθι τῆς Καλαμπάκας. Μετ’ ὀλίγον καιρὸν, περὶ τὰ τέλη Ἀπριλίου ἢ τὸν Μάϊον, τήκονται αἱ χιόνες, εἶναι δὲ ἀναπόφευκτοι αἱ πλήμμυραι τοῦ ποταμοῦ Πηνειοῦ καὶ αἱ καταστροφαὶ, αἱ συνήθως συμβαίνουσαι εἰς πλεῖστα χωρία, παρὰ τὸν ποταμὸν κείμενα. Τὸ ἔργον, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, εἶναι σχετικῶς μικρᾶς δαπάνης ἀπέναντι τῆς μεγάλης ὠφελιμότητος, τὴν ὁποίαν θὰ παράσχῃ εἰς τὸν τόπον. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ καὶ περὶ τοῦ ἔργου τούτου ταχίστην μέριμναν, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν θὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν εἰς ψήφισιν τῆς ἀναγκαίας πρὸς τοῦτο πιστώσεως.
§99ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω καὶ πάλιν, ὅτι οἱ δημοσιογράφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θέλοντες νὰ μὲ ἐκδικηθῶσι, διότι ἐφανέρωσα εἰς τὸ κοινὸν ποίας ποιότητος ἄνθρωποι εἶναι οὗτοι, περισυλλεχθέντες ἀπὸ τῶν περάτων τοῦ κόσμου ἐνταῦθα, ἵνα ἀσχημονῶσι παντοιοτρόπως, εἰς βάρος τῆς δημοσίας ἠθικῆς καὶ πρὸς βλάβην τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ διαστρέφωσιν ἐκ συστήματος καὶ ἐν συναυλίᾳ, καὶ νὰ παραμορφόνωσι κατὰ βούλησιν πάντα λόγον μου, διὰ νὰ μὲ παριστῶσιν ὡς καταφρονήσεως ἄξιον.
§100Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅλοι ἀνεξαιρέτως;
§101ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Πιστεύω ὅτι ἔχουσι καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ ἀρχηγοῦ των πρὸς τοῦτο, διότι γνωρίζω, ὅτι οἱ ἐμπεπιστευμένοι αὐτοῦ ἀπειλοῦσι καθ’ ἑκάστην, ὅτι, ὅταν θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὁ πρῶτος, τὸν ὁποῖον θὰ καταδιώξωσι μέχρις ἐξοντώσεως, θὰ ἦμαι ἐγώ. Πιστεύω ὅτι τὸ κοινὸν ἐγνώρισεν ἤδη καλῶς τὴν διαγωγὴν τῶν δημοσιογράφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε νὰ μὴ δίδῃ κἀμμίαν προσοχὴν εἰς τὰ παρ’ αὐτῶν δημοσιευόμενα, καὶ ἰδίως εἰς τὰ ἀφορῶντα εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος εἰλικρινῶς θὰ ἐλυπούμην, ἐὰν αὐτοὶ μὲ ἐπήνουν, ἐὰν ἔγραφον ὑπὲρ ἐμοῦ· ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι τιμὴ διὰ πάντα ἄνθρωπον νὰ καταφρονῆται ἀπὸ ἀνθρώπους τοιαύτης διαγωγῆς καὶ τοιαύτης προελεύσεως.
§102ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξετάσῃ ἐν τῷ οἰκείῳ Ὑπουργείῳ, ἂν ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀστυνόμου Γυθείου. Πρὸ πολλῶν μηνῶν ὁ ἀστυνόμος Γυθείου παρῃτήθη, ὁ δὲ δήμαρχος ἐπρότεινε πρὸς ἀντικατάστασίν του ἄλλο πρόσωπον, ἀλλ’ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐνηργήθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη καὶ μένει ἐκκρεμὴς, πρὸς ζημίαν τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου, προκειμένου περὶ πόλεως μεγάλης καὶ κεντρικῆς, ὡς εἶναι τὸ Γύθειον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μὲ πληροφορήσῃ. Παρακαλῶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ παράσχῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὰς ἑξῆς ὀλίγας λέξεις. Καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν διαφόροις ἄλλαις πόλεσι τοῦ Κράτους ἀπό τινων ἐτῶν συνεστήθησαν καὶ διατηροῦνται σχολεῖα, Ἰταλικὰ λεγόμενα. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν οἱ ἱδρύσαντες καὶ διατηροῦντες τὰ σχολεῖα ταῦτα συνεμορφώθησαν πρὸς τοὺς νόμους τῆς χώρας φρονῶ ὅμως, ὅτι ὠλιγώρησαν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι ἡμῶν ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς ἱδρύοντας τοιαῦτα σχολεῖα, διότι πολλάκις μέχρι τοῦδε ἠγέρθησαν ὑπόνοιαι καὶ δισταγμοὶ περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων. Ἐγὼ τῇ ἀληθείᾳ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, τίς ὁ σκοπὸς—ἐννοῶ ὅμως τὸν προορισμὸν—τῶν σχολείων τούτων. Ἱδρύθησαν, διὰ νὰ διδάξωσιν εἰς τοὺς ἐν Ἑλλάδι παρεπιδημοῦντας Ἰταλοὺς τὰ ἰταλικὰ γράμματα; Ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπαιτεῖται ἐπίβλεψις τοῦ Κράτους ὡς πρός τινα μέρη. Ἱδρύθησαν διὰ νὰ διδάξωσιν εἰς τοὺς Ἕλληνας τὰ γράμματα; Ἀλλὰ ποῖα; τὰ ἰταλικά, ἢ τὰ ἑλληνικά; Βεβαίως τὰ ἰταλικά. Ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν, φρονῶ, νὰ διδάξωμεν εἰς τοὺς Ἑλληνόπαιδας τὴν ἰδίαν αὐτῶν γλῶσσαν πρώτιστα καὶ κυριώτατα. Ἀλλ’ ὁ ἐνδότερος προορισμὸς τῶν σχολείων τούτων, τῶν λεγομένων Ἰταλικῶν, μοὶ φαίνεται ὅτι ἥκιστα συνάδει πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἡμετέρας χώρας καὶ τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν· ὁ προορισμὸς τῶν σχολείων τούτων, ὡς ἀποδεικνύεται μέχρι τοῦδε, εἶναι νὰ ἀποδείξωσι τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἀνατολὴν ἰταλίζουσαν, νὰ ἐμπνεύσωσιν ἰδέας ἰταλικὰς εἰς τὰς τρυφερὰς διανοίας τῶν παίδων καὶ νὰ παρασκευάζωσιν ἐν τοῖς σπλάγχνοις τῆς Ἑλληνικῆς χώρας πολίτας ἥκιστα Ἕλληνας. Δύναται βεβαίως ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἰταλίας νὰ ἀναγράφῃ ἐν τοῖς τίτλοις αὐτοῦ, ὅτι εἶναι «Βασιλεὺς τῆς Κύπρου». Δύναται ἡ Α. Μακαριότης ὁ Πάπας τῆς Ρώμης νὰ διορίζῃ ἐπισκόπους ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἐπίσκοπος τῆς Ναυπάκτου», τῆς ἡμετέρας ἑλληνικῆς πόλεως ἐν τῇ Στερεᾷ Ἑλλάδι, καὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα ἄλλων Ἑλληνίδων πόλεων. Δύνανται οἱ ἰταλικοὶ χάρται νὰ περιγράφωσιν ὁλόκληρον τὴν Ἤπειρον μέχρι τῶν Ἰωαννίνων καὶ κατωτέρω ἔτι διὰ τῶν ἰταλικῶν χρωμάτων, νὰ ὀνομάζωσι δὲ αὐτὴν Ἀλβανίαν καὶ νὰ διδάσκωσιν εἰς τοὺς μαθητὰς τῶν ἐν Ἰταλίᾳ σχολείων καὶ τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ πολυπληθῶν ἰταλικῶν, ὅτι εἶναι ἰταλικὴ χώρα ἡ Ἤπειρος, Ἰταλὸν ἔχουσα Βασιλέα, τὸν Βασιλέα τῆς Ἰταλίας, καὶ μέλλουσα νὰ προσαρτηθῇ εἰς τὸ Ἰταλικὸν Κράτος· ἀλλὰ δὲν δικαιοῦνται οἱ ἡμέτεροι «ἀδελφοὶ Ἰταλοὶ» καὶ δὲν ἐπιτρέπεται αὐτοῖς νὰ διδάσκωσι ταῦτα καὶ εἰς τοὺς Ἑλληνόπαιδας τοῦ ἐλευθέρου τούτου Κράτους, ἐν ταῖς Πάτραις, ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι τοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργοῦ, ἐν Ἀθήναις, ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι τῆς Ἑλλάδος· διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ταῦτα διδάσκονται εἰς τὰ σχολεῖα ταῦτα, τὰ ὑπὸ τὸ ὄνομα Ἰταλικὰ γνωστὰ ἐν Ἑλλάδι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν μὲν νῦν ἔχῃ πληροφορίαν τινὰ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ τὸ πράξῃ σήμερον, ἐὰν δὲ τυχὸν τυγχάνῃ ἀνέτοιμος, νὰ πράξῃ τοῦτο εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἐν παρακλήσει καὶ συστάσει ὑποβάλλω πρὸς αὐτὸν, νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς ξηρὰν καὶ τυπικὴν ἀπάντησιν, ἀλλὰ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν εἶχε μέχρι τοῦδε γνῶσιν τοῦ πράγματος, πῶς λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τοῦτο νῦν, ὅτε ὑποβάλλεται κοινοβουλευτικῶς πρὸς αὐτὸν, καὶ νὰ παράσχῃ ἡμῖν λεπτομερεῖς πληροφορίας περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν παρὰ τῶν ἡμετέρων νόμων ἐπιβαλλομένων ὑποχρεώσεων πρὸς τοὺς ξένους τούτους.
§103ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ διὰ τοιούτου τρόπου προσηλυτισμοῦ δυστυχῶς δὲν περιορίζεται μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὰς ὑποδούλους ἔτι χώρας. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως δὲν δύναται νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῶν δούλων ἐκείνων ἀδελφῶν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγείρεται ἐν αὐτῇ τῇ Ἑλλάδι, ἐν αὐτῇ τῇ ἐλευθέρᾳ χώρᾳ, ἡ ὁποία ἤνοιξε τὰς ἀγκάλας της εἰς ὅλον τὸν κόσμον τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀσίας, πρέπει ἐπισταμένως νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχήν μας καὶ νὰ παρακολουθῶμεν βῆμα πρὸς βῆμα τοὺς προσηλυτισμούς, τοὺς ἐνεργουμένους διὰ τοιούτων μέσων.
§104ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρηκυῖα, ἡ δὲ Βουλὴ εὐλόγως σπεύδει, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς πάντα τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐν μιᾷ τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων· τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἀπὸ τοῦδε αὐτόν τε καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι πρὸ πολλῶν ἤδη ἡμερῶν ἐνετειλάμην προφορικῶς μὲν τοὺς ἐνταῦθα, ἐγγράφως δὲ τοὺς ἐν Πάτραις ἁρμοδίους, οἷς ἐκ τοῦ νόμου ἐστὶν ἀνατεθειμένη ἡ ἐποπτεία τῶν ἰδιοσυντηρήτων σχολείων, ἐν οἷς περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἰταλικὰ, νὰ ἐπισκεφθῶσι ταῦτα καὶ νὰ μὲ πληροφορήσωσιν, ἐὰν τὰ σχολεῖα ταῦτα λειτουργῶσι κατὰ τοὺς κανονισμοὺς καὶ τοὺς νόμους τοὺς ἐκπαιδευτικούς, ἐὰν ἔχωσι καὶ τηρῶσι τὸ κεκανονισμένον πρόγραμμα, ἢ ἐὰν συμβαίνῃ τι ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτῶν, ὅπερ ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους ἢ τὰ διατάγματα ἢ τοὺς κανονισμούς, ἢ ἐνέχῃ τι τὸ προσβάλλον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Εὐθὺς ὡς λάβω τὰς πληροφορίας ταύτας, θέλω σπεύσει, προσκομίζων καὶ σχετικά τινα ἔγγραφα, εὑρισκόμενα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος.
§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο, ὅτι παρὰ τοῖς Ἰταλοῖς, ὥς μοι συνέβη νὰ μάθω, ἐπικρατεῖ ἰδέα καὶ γνώμη καὶ πεποίθησις μεγίστη περὶ τῶν σχολείων τούτων, ὡς καὶ περὶ τῆς ἐπιδράσεως, τὴν ὁποίαν ἐξασκοῦσιν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν κατοίκων τούτων, τῶν «τυφλῶν» καὶ «ἀμαθῶν», τῆς Ἀνατολῆς. Ἄλλοτε συνέβη τὸ ἑξῆς περιεργότατον, ὑπουργοῦντος ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἄλλου ἢ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ· ἐγένοντο αἱ συνήθεις ἐτήσιαι ἐξετάσεις σχολείου τινὸς ἐκ τῶν ἰταλικῶν καλουμένων ἐν Ἀθήναις. Τὰς ἐξετάσεις καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῶν ἔκρινεν ἀναγκαῖον ὁ ἐνταῦθα κ. πρέσβυς τῆς Ἰταλίας νὰ μεταβιβάσῃ τηλεγραφικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του εἰς Ῥώμην, νὰ προσθέσῃ δέ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς Ἑλλάδος ᾐσθάνθη μεγίστην εὐχαρίστησιν διὰ τὰς προόδους τῶν μαθητῶν, συνεχάρη τοῖς διευθυνταῖς τοῦ σχολείου καὶ ὑπεσχέθη πρὸς τὸν πρεσβευτὴν, ὅτι θὰ παράσχῃ πᾶσαν συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν ὑπὲρ τῆς διαδόσεως τῆς ἐκ τῶν τοιούτων σχολείων γνώσεως καὶ ὠφελείας. Εὐτυχῶς διὰ τὸν Ἕλληνα Ὑπουργὸν καὶ τὸ κοινὸν αἴσθημα, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀνάληθες, διότι ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως οὐδὲν ἐκ τῶν ὅσων ἐτηλεγράφησεν ὁ κ. πρέσβυς ἔπραξε.
§106ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τίς ἦτο ὁ Ὑπουργός;
§107ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Θεοτόκης. Ὁ δὲ κ. Θεοτόκης οὔτε παρέστη εἰς τὰς ἐξετάσεις, οὔτε συνεχάρη, οὐδὲ ὑπεσχέθη τι τῷ κ. πρεσβευτῇ. Ἀλλὰ διὰ νὰ μεγαλοποιήσωσι παρὰ ταῖς ἄλλαις χώραις, ὅπου ὑπάρχουν τοιαῦτα σχολεῖα, τὴν ἀξίαν καὶ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν, διαδίδουσι τοιαύτας εἰδήσεις. Ἐν τούτοις τί ἔγεινεν ἡ Ἑλλάς; Ἔγεινε, κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, ἣν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μεταχειρισθῶ ὡς ἐκφραστικωτέραν, ἀμπέλι ξέφραγο διὰ τοὺς ξένους;
§108ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐλευθέρα Κέρκυρα.
§109ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλευθέρα Κέρκυρα; Ὁ τόπος οὗτος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεφάνησαν τὰ γράμματα, ὅπου ἡ παιδεία ἔφθασεν εἰς τὸ κατακόρυφον σημεῖον, ἔχει ἀνάγκην τῶν ἰταλικῶν σχολείων, ἵνα φωτισθῇ, καὶ τῶν ἰταλικῶν ᾀσμάτων, ἵνα ἐμπνευσθῇ καὶ τῶν ἰταλικῶν χαρτῶν μὲ τὰ ἰταλικὰ χρώματα, διὰ νὰ μάθῃ τὴν γεωγραφίαν τὴν ἐθνικήν; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ «Λεόντειον Σχολὴν» ἐκ τοῦ ὀνόματος τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης Λέοντος; Εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον τοῦτο, ὅπερ πρέπει ὄχι μόνον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀνησυχήσῃ αὐτὴν σπουδαίως. Ἀπειλούμεθα ὑπὸ τόσων κινδύνων, ὑπὸ τῆς τουρκικῆς τυραννίας πολιτικῶς καὶ θρησκευτικῶς! νὰ ἀπειλώμεθα καὶ ἐδῶ ἐντὸς τῆς γωνίας ταύτης τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν ἐκληρονομήσαμεν ἐλευθέραν διὰ ποταμῶν αἱμάτων τῶν πατέρων ἡμῶν, διὰ τοῦ δαιμονίου ἑλληνικοῦ πνεύματος, ὅπερ τόσοι αἰῶνες καὶ τόσοι δεσπόται δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐξαλείψωσιν, οὐδὲ νὰ μειώσωσι! Καὶ νὰ κινδυνεύωμεν ἐξ ἀνοχῆς καὶ ἀβελτηρίας ἡμῶν!
§110ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ μίαν ἄλλην ἔποψιν κρίνων τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ συναδέλφου, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ κρατηθῶ, ἵνα μὴ φέρω ὑπόμνησίν τινα. Ἐὰν ἄλλο τι δὲν συμβαίνῃ ἢ ὅτι Ἰταλοί τινες, εὑρισκόμενοι ἐν Πάτραις καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου, ἐκπληροῦντες ἰδίους ἐθνικοὺς αὐτῶν πόθους, θέλουν νὰ διαδίδουν συμπάθειαν ὑπὲρ τοῦ Ἰταλικοῦ ἔθνους, ἢ ἐφαντάσθησαν ἴσως, ὅτι δύνανται νὰ ἐξιταλίσουν Ἕλληνας, εὑρισκομένους ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πάτραις, νομίζω ὅτι ἡ ἀνησυχία ἐκ τῆς ὑπάρξεως τοιούτων ἐκπαιδευτηρίων οὐδόλως εἶναι δεδικαιολογημένη, ἀλλ’ ἀπεναντίας δύναται νὰ ἅπτηται καὶ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν φιλοτιμίας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἂν Ἰταλοὶ ἤρχοντο ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πάτραις καὶ διέμενον πρὸς τοιούτους σκοποὺς, μετά τινα χρόνον θὰ ἦσαν μᾶλλον αὐτοὶ Ἕλληνες. Δὲν κινδυνεύει λοιπὸν τοιούτους κινδύνους τὸ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ἀφομοιωτικὴν δύναμιν πολὺ περισσότερον τῶν Ἰταλῶν. Δὲν ἠξεύρω τί δύναται νὰ γείνῃ εἰς τὰς ὑποδούλους ἐπαρχίας ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς διαδόσεως γραμμάτων. Ἐκεῖ δυνατὸν νὰ γίνηται εἶδός τι προσηλυτισμοῦ, καὶ νὰ γίνηται διὰ μέσων ἐκνόμων, ἀθεμίτων· ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται περὶ μόνον τούτου, ὅτι οἱ Ἰταλοί, συνιστῶντες σχολεῖα ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις, ἀγωνίζονται νὰ ἐξιταλίσωσιν Ἕλληνας, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἀνάξιον πάσης μερίμνης τὸ νὰ φροντίσωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τοιοῦτον κίνδυνον φανταστικόν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου πρὸς συμπλήρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ ᾼΧΜΒʹ νόμου τῆς 4 Ἰανουαρίου 1888 διὰ τὰς λόγῳ δημοσίας ἀνάγκας ἀπαλλοτριώσεις καταλαμβανομένων κτημάτων. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου τροπολογίας τοῦ βουλευτοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Χατζοπούλου.
§112ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις «ἰδιοκτησίας», διότι, καὶ συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τὰς ὀρθὰς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δύνανται νὰ προκύψωσι καὶ ἄλλου εἴδους ἀμφισβητήσεις, ὄχι μόνον ἰδιοκτησίας· καὶ ἐνυπόθηκοι ἀπαιτήσεις δύνανται νὰ παραστῶσι, καὶ ἄλλοι ἀπαιτηταὶ τῆς ἀποζημιώσεως. Παρέλκει ἡ λέξις «ἰδιοκτησίας».
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χατζοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Μισυρλῆς ἔχει ἄλλην τροπολογίαν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ πᾶσαν καθυστέρησιν πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων ἀποζημιώσεων, προερχομένην ἐκ δόλου ἢ ἀμελείας τῶν ὀφειλόντων τὴν καταβολήν, ὁ ἰδιοκτήτης δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτῶν τόκον 20% κατ’ ἔτος ἐπὶ τοῦ ἐκτιμηθέντος ποσοῦ.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει προταθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προσθήκης, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βοηθημάτων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.) Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§115ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους εὐηρεστήθη νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶδον ἀναγραφέντα ὀνόματα, «χήρα τάδε», «ὀρφανὰ τάδε», «οἰκογένεια τάδε». Πῶς θὰ ῥυθμισθῶσι τὰ τῆς συντάξεως τῶν προσώπων τούτων, ἢ, μετὰ τὸν θάνατον αὐτῶν, τῶν ὀρφανῶν αὐτῶν; μέχρι τίνος χρονικοῦ διαστήματος θὰ ἐξακολουθήσωσι λαμβάνοντες τὴν σύνταξιν;
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου.
§117Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν εἰς τὰς περιπτώσεις, τὰς ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου προβλεπομένας, δὲν ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀγωνισθέντων πρὸς ἕνωσιν τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας. Προτείνω νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον δοθῆ πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1883, ὡς καὶ τὰ περὶ ὧν πρόκειται, καὶ εἰς Θεσσαλοὺς καὶ εἰς Ἠπειρώτας.
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ βοηθήματα ταῦτα ἀπενεμήθησαν εἰς πρόσφυγας μένοντας ἐν τῷ Κράτει, εἶναι δὲ προσωριναὶ βοήθειαι καὶ δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν βοηθημάτων τὰ ὁποῖα ἔχουσι χαρακτῆρα συντάξεως. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι προσωρινά, δηλ. δίδονται ἐφ’ ὅσον οἱ λαμβάνοντες αὐτὰ εὑρίσκονται εἰς θέσιν νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην βοηθείας, διὰ τοῦτο δὲν περιέλαβον ταῦτα.
§119Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄδικον. Οὐδένα βλέπω λόγον, δι’ ὃν πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι. Καὶ τὰ βοηθήματα ἐκεῖνα ἐδόθησαν πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1883 πρὸς ἄνδρας, οἵτινες ἠγωνίσθησαν πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὴν κατηγορίαν ταύτην, ὅπερ εἶναι δικαιότατον. Γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς, πιστεύω, ὅτι ὑπάρχουσι τοιοῦτοι, ἔχοντες τὰ αὐτὰ δικαιώματα μὲ ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπονέμετε τὰ βοηθήματα.
§120ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν ἀγωνισθέντων κατὰ τὸ 1821, τῶν ἐργασθέντων διὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, καὶ ἄλλων παρασχόντων ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος εἶναι ἀξιέπαινος. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἤθελε συμπληρωθῆ τὸ ἔργον, ἐὰν ἐνταῦθα διὰ νόμου ἀνεγνωρίζοντο καὶ αἱ ὑπηρεσίαι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν τοὺς οὐχ ἧττον μεγάλους καὶ ὑπερανθρώπους ἀγῶνας ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς ἡρωϊκῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι οἱ ἀγωνισταὶ ἐκεῖνοι ἐθυσίασαν καὶ περιουσίαν καὶ αἷμα ἄφθονον· ὁ ἀγὼν αὐτῶν, συνδεδεμένος ἐνδόξως μετὰ τοῦ 1821, συνεχίζεται οὕτω μέχρι σήμερον καὶ διατελεῖ ἐκκρεμὴς μέχρι πληρώσεως τῶν ἐθνικῶν πόθων. Οἱ Κρητικοὶ ἀγῶνες τῆς ἑξηκονταετίας ταύτης ἐδικαιολόγησαν μέχρι τοῦδε καὶ δικαιολογοῦσιν ἔτι τὰς εὐλόγους ἀπαιτήσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὃν σχεδὸν μόνοι οἱ Κρῆτες διὰ πολεμικῶν ἀγώνων παριστῶσιν ἑκάστοτε ὡς δρῶντα ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ ζωηρότερον στοιχεῖον ὑπὸ τὴν τυραννίαν τῶν Τούρκων εἶναι τὸ τῆς ἡρωϊκῆς Κρήτης, καὶ εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι τὰ πάντα ἐθυσίασαν, διὰ νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν ἀνέχονται τὴν τυραννίαν. Εἶναι γνωστὰ τὰ ὀνόματα ὀλίγων ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἠγωνίσθησαν, καὶ τυγχάνουσι βοηθήματος δυνάμει καὶ συνεπείᾳ τῶν ἀγώνων αὑτῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα αὐτῶν. Νομίζω ὅτι δικαιοσύνης ἔργον εἶναι, καί τι πλέον, νὰ ἀναγνωρισθῶσι σήμερον ἐπισήμως διὰ νόμου τὰ βοηθήματα ταῦτα· ἔχω δ’ ἐνώπιόν μου τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ ὑποβάλω ἀμέσως, ἂν συμφωνῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§121Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Οἱ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ πρόσφυγος λαβόντες κατὰ τὸ παρελθὸν βοήθημα διὰ διατάγματος πρὸ τοῦ 1883 εἰσὶν εἴτε ἐκ Κρήτης, εἴτε ἐξ Ἠπείρου, εἴτε ἐκ Θεσσαλίας. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐξ Ἠπείρου εἶναι ὀλίγιστοι, εἶναι ἰδίως ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέστησαν ζημίας καὶ καταστροφὰς κατὰ τὴν ἐκπόρθησιν τοῦ Λυκουρσίου κατὰ τὸ 1878. Οὗτοι κατέλιπον τὴν πατρίδα αὐτῶν, καὶ προσέφυγον εἰς τὴν Ἑλλάδα, τότε δὲ ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς μηνιαῖα βοηθήματα, μένουσι δὲ ἐν Κερκύρᾳ οἱ πλεῖστοι καὶ ἐκεῖ ζῶσι. Δὲν περιέλαβον τούτους ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ἔχω πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω ὑπὸ ἔλεγχον, μολονότι εἶναι ἐπίσημοι καὶ ἠδυνάμην νὰ στηριχθῶ ἐπ’ αὐτῶν. Πληροφοροῦμαι π. χ. ὅτι τρεῖς κατοικοῦσιν ἐν Ἠπείρῳ, καὶ ἔρχονται δὶς ἢ ἅπαξ τοῦ ἔτους εἰς Κέρκυραν καὶ λαμβάνουσι τὰ χρήματα, ὅτι ἄλλαι οἰκογένειαι κατοικοῦσιν εἰς Κέρκυραν, ἐπιδοθεῖσαι εἰς βιοποριστικὰ ἔργα, μὴ ἔχουσαι πλέον ἀνάγκην τοῦ βοηθήματος. Τοιαῦταί εἰσιν αἱ πληροφορίαι τῆς διοικήσεως. Δὲν ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶ εἰς μέτρον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τούτων· καὶ ὑπέγραψα μὲν σήμερον πρᾶξιν, δι’ ἧς ἔπαυσα τὸ βοήθημα τριῶν, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν εἰς Ἤπειρον καὶ οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἅπαξ τοῦ ἔτους καὶ λαμβάνουσι τὸ βοήθημά των, δὲν ἔπαυσα ὅμως τὰ ἄλλα εἰς αὐτοὺς χορηγούμενα. Ἀλλὰ πλὴν τούτων εἰσὶν ἄλλα βοηθήματα, τὰ ὁποῖα περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἰσὶν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐχορηγήθησαν δι’ ὑπηρεσίας εἰς τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, καὶ δι’ ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος κατὰ τὸ πέρας τοῦ ἀγῶνος. Τὰ βοηθήματα τῶν ἐκ Θεσσαλίας προσφύγων δὲν περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς δὲν περιέλαβον καὶ τὰ διδόμενα εἰς τοὺς Κρῆτας, διότι εἰσὶ μὲν μεγάλα τὰ δικαιώματα αὐτῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ αὐστηροτέρα ἔρευνα καὶ ν’ ἀπονεμηθῇ πληρεστέρα δικαιοσύνη εἰς αὐτούς. Εἶναι ἐνδεχόμενον τινὲς ἐκ τῶν λαμβανόντων βοηθήματα νὰ μὴ ἦναι ἄξιοι τοιαύτης προνοίας, εἶναι δὲ πιθανώτατον, ὅτι ἐκτὸς τῶν λαμβανόντων ὑπάρχουσι πολλοὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοί εἰσι μᾶλλον ἄξιοι τοιαύτης χάριτος. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἐξετάσῃ κάλλιον τὰ περὶ τῶν προσφύγων ἐκ Κρήτης, δέον νὰ λάβῃ εἰδικὴν μέριμναν πληρεστέραν καὶ περιέχουσαν ὅλους τοὺς χαρακτῆρας μερίμνης δικαίας.
§122ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσε, περὶ λήψεως εἰδικῆς μερίμνης διὰ τοὺς πρόσφυγας Κρῆτας. Ὁμολογῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ κανονισθῶσι τὰ τῶν βοηθημάτων τῶν Κρητῶν διὰ νόμου, διότι ἀτυχῶς μέχρι τοῦδε ἐγένετο τοιαύτη χρῆσις, οὕτως εἰπεῖν, τῶν βοηθημάτων αὐτῶν, ὥστε κατέστη πραγματικὴ ἡ παροχὴ αὐτῶν δι’ ἀγῶνας ἀνδρῶν ἡρωϊκῶν. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἀδίκως περιελήφθησαν εἰς τὴν διανομὴν τῶν βοηθημάτων ἄνδρες ἀνάξιοι βοηθείας, νομίζω μάλιστα, ὅτι πολλοὶ ἀπεκλείσθησαν κακῶς. Εἶναι ὅμως γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἑκάστοτε γίνεται πίεσις ἐξευτελιστικὴ παρὰ τοῖς ἡρωϊκοῖς αὐτοῖς ἀγωνισταῖς, διότι δὲν εἶναι διὰ νόμου κεκυρωμένον τὸ δικαίωμα ἐπὶ τοῦ βοηθήματος. Καὶ συγχαίρω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἀπεφάσισε νὰ κυρώσῃ διὰ νόμου τὰ βοηθήματα ταῦτα, ὅπως μὴ ἦναι δυνατὸν οἱαδήποτε Κυβέρνησις νὰ ἐκμεταλλεύηται αὐτὰ, ἐξαναγκάζουσα ἄνδρας ἀγωνισθέντας ὑπὲρ πατρίδος, ὅπως κατέρχωνται εἰς παρακλήσεις, ἵνα μὴ κοπῇ τὸ ἀπονεμόμενον αὐτοῖς βοήθημα. Πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ὁ κατάλογος τῶν βοηθημάτων καὶ ἐξασφαλισθῇ ἡ σύνταξις αὕτη διά τε τὰς χήρας καὶ τὰ ἀνήλικα ὀρφανὰ αὐτῶν, ὡς σήμερον γίγνεται εὐλόγως καὶ διὰ τὰς ἄλλας οἰκογενείας, περὶ ὧν μεριμνᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§123ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ καταλόγῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν Ἑπτανησίων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπενεμήθη βοήθημα, δὲν βλέπω ἓν ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο, ἂν ὄχι ὑπὲρ τὰ ἄλλα ἢ ὑπέρ τινα τούτων, βεβαίως ὅμως ἐξ ἴσου πρὸς αὐτὰ, νὰ τύχῃ τῆς μερίμνης τοῦ Κράτους.
§124ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖον εἶναι τὸ ὄνομα τοῦτο;
§125ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ τὰ μέγιστα συντελέσαντος καὶ διὰ πολλῶν ἀγώνων ἐργασθέντος ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου Κοσμᾶ Παναρέτου. Οὗτος ὑπῆρξε διαρκῶς βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ 1850 μέχρι τέλους τῆς προστασίας, καὶ ἔκτοτε ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς Βουλαῖς μέχρις ἐσχάτων ἀντιπρόσωπος. Θερμῶς συνιστῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτοῦ, διότι διὰ τῆς ἀπονομῆς βοηθήματος καὶ πρὸς τὸν Κοσμᾶν Πανάρετον θὰ συμπληρώσῃ ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις του τὸ Κράτος πρὸς τοὺς ἀγωνιστὰς Ἑπτανησίους.
§126Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Κοσμᾶς Πανάρετος διετέλεσεν ἀληθῶς εἷς τῶν πρωταγωνισθέντων ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς πρώην Ἰονίου Πολιτείας ἀναφέρωνται ἄλλοι ἀρχαιότεροι αὐτοῦ κατὰ τὸν ἀγῶνα, γνωρίζω ὅμως, ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τοῦ βίου αὐτοῦ ἠγωνίσθη τὸν ἀγῶνα τοῦτον, καὶ ἠξιώθη νὰ ἴδῃ τοὺς πόθους του στεφανουμένους ὑπὸ τῆς ἐπιτυχίας. Ὁ Πανάρετος ἀνήκει εἰς τὴν νῆσον τῶν Κυθήρων, ἐκτιμώμενος δὲ ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ, καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν διάστημα ἐξελέγετο βουλευτὴς, καὶ καθ’ ὅλον τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον μου ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἶχον συμπράκτορα τὸν Πανάρετον, καὶ ἡ ἀνάμνησις αὐτοῦ μὲ συγκινεῖ. Τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ τὰς ἀναγνωρίζω, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλήν, δὲν παρεκάλουν αὐτὴν νὰ ἀπονείμῃ βοηθήματα εἰς νέα πρόσωπα, παρεκάλεσα αὐτὴν μόνον νὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα τὰ κεχορηγημένα μεταβιβάζωνται εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν μετὰ θάνατον. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι πρᾶξις δικαιοσύνης νὰ ἀπονεμηθῇ εἰς τὸν Πανάρετον σύνταξις, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ συμπράξω μετὰ τῆς πλειοψηφίας, ἵνα ἐπιτύχω τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως ταύτης.
§127ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁμολογουμένως αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ γηραιοῦ Παναρέτου εἶναι ἄξιαι ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης, καὶ χαίρω πολὺ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκε τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν ἐπαγγελίαν καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅτι τάχιστα θέλει παράσχει τὴν συνδρομήν της ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀμοιβὴν δικαιωμάτων καὶ ἐκδουλεύσεων ἀξίων τοιαύτης συνδρομῆς. Ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑψώθη φωνὴ ὑπὲρ τοῦ Παναρέτου, καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἐνετάλη νὰ ἀναγράψῃ τοιαύτην τινὰ εὐχὴν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον πρὸς παροχὴν ἀναλόγου συντάξεως πρὸς τὸν Πανάρετον, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι καὶ προσδοκίᾳ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἤθελε τάχιστα κάμει τὴν ἣν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπηγγείλατο νομοθετικὴν πρότασιν. Νομίζω περιττὸν νὰ προσθέσω ἄλλο τι.
§128ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν καταλόγων τῶν βοηθημάτων, τοὺς ὁποίους εὐηρεστήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ, ἐπείσθην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ φέρῃ ἀκριβῶς εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδίδει εἰς αὐτό· διότι, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τοὺς ὀνομαστικοὺς τούτους καταλόγους, θέλετε ἴδει, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν βοηθημάτων τούτων ἀνήκουσι σήμερον εἰς οἰκογενείας πλέον καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς ἀρχικῶς βοηθουμένους, οἱ ὁποῖοι ἐξέλιπον. Ἡ Βουλὴ βεβαίως ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐκ τοῦ ὅτι περιελήφθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀποβιωσάντων ἢ ἀποβιούντων διατηροῦνται ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τούτων ὁλόκληρα τὰ βοηθήματα. Ἐὰν τοιοῦτο φρονῇ ἡ Βουλὴ, πλανᾶται· διότι δυνάμει τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὰ βοηθήματα τῶν οἰκογενειῶν αἱ διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου· καὶ τότε τί θὰ γείνῃ; θὰ γείνῃ τὸ ἑξῆς. Καθ’ ὅσον ἤθελεν ἐκλείπει ἓν τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας, κατὰ τοσοῦτον καὶ κατὰ λόγον τῆς συμμετοχῆς τοῦ μέλους αὐτοῦ εἰς τὸ βοήθημα θὰ ἐλαττοῦται τὸ βοήθημα. Νομίζω ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι τοιοῦτον. Ἐὰν τοιοῦτον ἦναι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, τότε δὲν πρόκειται περὶ διατηρήσεως, ἀλλὰ περὶ καταργήσεως τῶν βοηθημάτων.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν προὐτάθη ἀντίῤῥησις. Ὁ κ. Φιλάρετος καὶ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἐπρότεινον προσθήκας εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἑπομένως πρῶτον θὰ ἐρωτήσω, ἂν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ κατόπιν ἂν παραδέχηται τὰς προσθήκας. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα ὑπάρχουσι δύο προσθῆκαι. Ἡ μία εἶναι, νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ οἱ συνταξιοῦχοι....
§130Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συνταξιούχων· πρόκειται περὶ μεταβιβάσεως τῶν βοηθημάτων τῶν πρὸ τοῦ 1883 κεχορηγημένων εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν λαμβανόντων τοιαῦτα. Προτείνω δὲ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν λέξιν «Ἑπτανήσου» αἱ λέξεις «καὶ τῶν Θεσσαλικῶν καὶ Ἠπειρωτικῶν ἐπαρχιῶν».
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§132Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Παρακάθηνται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν.... (Θόρυβος).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὤφειλον νὰ κηρύξω τὸ ἀποτέλεσμα.
§134ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀφοῦ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, θέσατε εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἀντίθετον.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πλειοψηφία ἦτο πασίδηλος. Λοιπὸν δὲν ἔχουσιν ἄλλο νὰ ζητήσωσιν οἱ ἀντιλέγοντες ἢ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§136Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἄν ἦναι σύμφωνοι 15, ἂς γείνῃ.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ θέλοντες νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν εἶσθε 15.
§138ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ λάβῃ ἰδιαιτέραν μέριμναν περὶ τῶν βοηθημάτων τῶν Κρητῶν, παραιτοῦμαι τῆς προτάσεώς μου.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου τῶν συνταξιούχων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης.
§140ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξετάσας ἐπιμελέστερον τὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εὑρίσκω ὅτι θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς πολλὰς ἀμφισβητήσεις. Οὕτω θὰ ζητηθῇ ἡ λύσις, πότε πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἡ αἴτησις τοῦ ἀποστράτου, τοῦ ἀναλαμβάνοντος ὑπηρεσίαν ἔν τινι τῶν κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως. Πρέπει νὰ ποιήσηται οὗτος τὴν δήλωσίν του εὐθὺς ἐπὶ τῇ εἰσαγωγῇ αὐτοῦ εἰς τὴν δημοσίαν διοίκησιν, ἢ δύναται νὰ ποιήσηται αὐτὴν καὶ βραδύτερον; Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι δύναται νὰ ποιήσηται αὐτὴν καὶ βραδύτερον, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὸ Δημόσιον ζημιούμενον, ὡς ἐπιτρεπομένου εἰς τὸν ἀπόστρατον κατὰ τὸ ἴδιον συμφέρον νὰ μὴ ὑποβληθῇ εἰς τὰς κρατήσεις εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὴν τῆς δημοσίας διοικήσεως ὑπηρεσίαν· μεγαλειτέρα δ’ ἔτι ἔσται ἡ σύγχυσις, ἐὰν δοθῇ ἑρμηνεία, ὅτι δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησίν του καὶ καθ’ οἱανδήποτε ἐποχὴν μετὰ τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῆς δημοσίας διοικήσεως, συνδυάζων οὕτω τὴν ἐπὶ ὅσον ἔνεστι μακρότερον χρόνον ἀπόλαυσιν τῆς ἀνωτέρας συντάξεως, ἥτις κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους ἀνήκει εἰς τὸν ἀπόστρατον, πρὸς τὸν εὐνοϊκώτερον τοῦ νόμου περὶ πολιτικῶν συντάξεων κανονισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν. Θ’ ἀναφυῶσι καὶ ἄλλα ζητήματα· οἷον, ἐὰν τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «ἀνέλαβον καὶ συνεπλήρωσαν ὑπηρεσίαν» ἐννοῇ καὶ τὴν πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ὑπηρεσίαν, ἢ ἂν ἐννοῇ τὴν πρὸ τῆς αἰτήσεως, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου ἀναληφθεῖσαν καὶ συμπληρωθεῖσαν· προσέτι, ἂν ἡ φράσις «προσμετρουμένου τοῦ χρόνου τῆς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας των εἰς τὸν χρόνον τῶν πολιτικῶν ὑπηρεσιῶν, ἃς μεταγενεστέρως προσήνεγκον» διακρίνῃ τὰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας ἀπὸ τῶν στρατιωτικῶν, χαρακτηρίζουσα ἐκείνας μόνας ὡς κανονιζούσας τὴν σύνταξιν. Κατὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν δοθεῖσαν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ἥτις ὅμως δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου, ἡ σύνταξις δύναται νὰ κανονισθῇ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στρατιωτικῶν ὑπηρεσιῶν, ἐφ’ ὅσον αὗται περιλαμβάνονται ἐν τῇ τετραετίᾳ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ χρόνος τῆς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας θὰ προσμετρηθῇ μόνον εἰς τὰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ὑπηρεσίας τὰς στρατιωτικάς. Τῳόντι δὲ, προκειμένου περὶ συντάξεως κατὰ τὸν νόμον περὶ πολιτικῶν συντάξεων, ὁ κανονισμὸς αὐτῆς ἐπὶ τῷ μέτρῳ τῶν στρατιωτικῶν ἀποδοχῶν καὶ ἀδικαιολόγητος εἶναι καὶ μόνον ἂν ῥητῶς ἀναγράφηται ἐν τῷ νόμῳ, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς προνοούμενος ὑπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι ὀρθότερον νὰ κανονισθῇ ἡ σύνταξις ἐπὶ ἄλλων βάσεων, ν’ ἀποφύγωμεν δὲ καὶ τὰς λίαν βαρείας κρατήσεις λόγῳ τῶν παρωχημένων ὑπηρεσιῶν καὶ τὰς ἐκκαθαρίσεις αὐτῶν, τὰς τοσοῦτον δυσχερεῖς, ὥστε ἐδέησεν ἄλλοτε νὰ λειτουργῇ εἰδικὴ περὶ αὐτῶν ὑπηρεσία, ἥτις ἤδη, ὅτε τὰ χρέη τῶν συνταξιούχων ἐκ παρωχημένων ὑπηρεσιῶν ἐξωφλήθησαν κατὰ τὸ πλεῖστον διὰ τῶν κρατήσεων, περιωρίσθη ἢ καὶ ἔπαυσε. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου φαίνεται ὤν, ὅπως ὁ ἀπόστρατος, ὁ ἀναλαμβάνων πολιτικὴν ὑπηρεσίαν, μετέχῃ τῶν ὠφελημάτων τοῦ νόμου περὶ πολιτικῶν συντάξεων κατ’ ἀναλογίαν τοῦ χρόνου τῆς πολιτικῆς αὑτοῦ ὑπηρεσίας, ἐπιπροστιθεμένης εἰς τὸν χρόνον τῆς στρατιωτικῆς. Δὲν νομίζω ὅτι σκοπεῖται ἄλλο τι διὰ τοῦ νόμου· ἑπομένως, ἐὰν ὁ διοριζόμενος εἰς πολιτικὴν ὑπηρεσίαν ἀπόστρατος ἀπέκτα λόγῳ συντάξεως ὅ,τι ἀποκτᾷ ὁ διατελέσας προηγουμένως εἰς πολιτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐπανερχόμενος εἰς αὐτὴν, νομίζω ὅτι ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου. Τί ἀποκτᾷ ὁ πρώην ὑπάλληλος, ὁ ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; Ἀποκτᾷ ἀνὰ ἓν πεντηκοστὸν τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐπὶ τῷ μέσῳ ὄρῳ τῆς τελευταίας τετραετίας ἀνὰ πᾶν ἔτος νέας ὑπηρεσίας. Νομίζω ὅτι τοῦτο ἐφαρμοστέον καὶ εἰς τὸν ἀναλαμβάνοντα πολιτικὴν ὑπηρεσίαν ἀπόστρατον. Πρέπον εἶναι νὰ μὴ ὑποβληθῇ οὗτος εἰς κρατήσεις λόγῳ ὀφειλῆς ἐκ παρωχημένων στρατιωτικῶν ὑπηρεσιῶν, νὰ ὑποβληθῇ δὲ μόνον εἰς τὰς κανονικὰς κρατήσεις παντὸς πολιτικοῦ ὑπαλλήλου καὶ νὰ χορηγῆται εἰς αὐτὸν ἀνὰ ἓν πεντηκοστὸν τοῦ κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῆς τελευταίας τετραετίας μισθοῦ αὐτοῦ διὰ πᾶν ἔτος ὑπηρεσίας. Κατὰ ταῦτα θὰ ἐτροπολογεῖτο τὸ νομοσχέδιον περίπου ὡς ἑξῆς: «Συνταξιοῦχοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἀναλαμβάνοντες ὑπηρεσίαν ἔν τινι κλάδῳ τῆς δημοσίας διοικήσεως, ὑποβάλλονται εἰς τὰς κρατήσεις τοῦ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου. Εἰς τὴν σύνταξιν δὲ αὐτῶν ἐπιπροστίθεται διὰ πᾶν ἔτος τοιαύτης ὑπηρεσίας ἀνὰ ἓν πεντηκοστημόριον τῶν ἀποδοχῶν αὐτῶν ἐπὶ τῷ μέσῳ ὄρῳ τῆς τελευταίας τετραετίας».
§141ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ὡς πρὸς ἄλλα περιεχόμενα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἤθελον παρατηρήσει, ὅτι ἔλαβε μίαν εἰδικὴν ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ κατόπιν προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀναγινώσκω τῳόντι εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς 1 Φεβρουαρίου 1891, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου παρετήρησεν ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ ἄλλων εἰσαχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, «ὅτι τοῦτο ἐπεκράτησεν ὡς γενικὸς κανὼν, ἑπομένως καὶ ἄνευ τῆς προτάσεως τοῦ εἰρημένου Βουλευτοῦ (τοῦ κ. Σιμοπούλου) θὰ παρεπέμποντο τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς ἐπιτροπὰς.» Ἀκολούθως τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουσιν ἐπὶ λέξεσι τάδε (ἀναγινώσκει): «Μετά τινα περὶ τούτου συζήτησιν ὁ Πρόεδρος (τῆς Βουλῆς) ἐξέφρασε γνώμην, ὅπως τὰ νομοσχέδια τυπωθῶσι πρῶτον καὶ ἔπειτα σταλῶσιν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, ἡ δὲ Βουλὴ παρεδέξατο τοῦτο. Παρεπέμφθησαν ὅθεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς τύπωσιν.» Παραδόξως ὅμως καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τοσαῦται γίνονται παρατηρήσεις καὶ προαγγέλλονται ἄλλαι, καὶ τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια, τὰ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην κατατεθέντα, μεθ’ ὅλην τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, μεθ’ ὅλην τὴν συναίνεσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἀπαγγελίαν τῆς ἀποφάσεως ἐκ μέρους ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ἐψηφίσθησαν τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἐλήφθη ἅπαξ μία ἀπόφασις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐκτελεσθῇ· διότι δὲν εἶδον ἔκτοτε κἀμμίαν ἄλλην ἀπόφασιν, ἡ ὁποία νὰ δικαιολογῇ τὴν μεταβολὴν τῆς ἀρχικῆς ἀποφάσεως. Συνεπῶς, ἢ πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Βουλῆς, ἢ διὰ λόγον κατεπείγοντος νὰ ἐγκριθῇ διὰ νεωτέρας ἀποφάσεως ἡ μεταβολὴ τῆς πρώτης, καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§142Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ μεταβληθῶσι τὰ ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ περὶ ἐπιτροπῶν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε λοιπόν....
§144ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν προτείνω τίποτε· ζητῶ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ ληφθεῖσα....
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι πρότασις.
§146ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι πρότασις.
§147ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μίαν πληροφορίαν ζητῶ. Ἐὰν εἷς συνταξιοῦχος ἀξιωματικός, λοχαγὸς ἢ ταγματάρχης, ὑπηρέτησε προηγουμένως....
§148ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει μία πρότασις, κύριε Ζυγομαλᾶ. Ὡς διατυποῦται τὸ ζήτημα, ἀποκλείει πᾶσαν περαιτέρω συζήτησιν. Δὲν ἀπαιτεῖται κἀμμία ἀπόφασις, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ὑπεμνήσθη ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἡ κατὰ παραδρομὴν διαφυγοῦσα τὴν προσοχὴν αὐτοῦ προηγουμένη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία μένει ἀνεκτέλεστος.
§149ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐκφράζονται τὰ πρακτικά, κύριε συνάδελφε;
§150ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε διάφορα νομοσχέδια (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου ἔδωκεν ἐπὶ τούτοις πληροφορίας, εἰσήγαγε δὲ κατόπιν καὶ ἀνέπτυξε τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. «Περὶ ἐξόδων συντηρήσεως τῶν ἐν τῷ σχολείῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκπαιδευομένων. «Περὶ διοικήσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων. «Περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου τῶν συνταξιούχων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. «Περὶ συστάσεως γεωργικοῦ σταθμοῦ ἐν Βυτίνῃ. «Περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν διὰ τὴν προμήθειαν ἀρβυλῶν τοῦ στρατοῦ. «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1883 νόμου περὶ δήμων. «Εἷς τῶν Βουλευτῶν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος προέτεινεν, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπὰς πρὸς προεξεργασίαν. «Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου παρετήρησεν, ὅτι τοῦτο ἐπεκράτησεν ὡς γενικὸς κανὼν, ἑπομένως καὶ ἄνευ τῆς προτάσεως τοῦ εἰρημένου Βουλευτοῦ θὰ παρεπέμποντο τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς ἐπιτροπάς. «Μετά τινα περὶ τούτου συζήτησιν ὁ Πρόεδρος ἐξέφρασε γνώμην, ὅπως τὰ νομοσχέδια τυπωθῶσι πρῶτον καὶ ἔπειτα σταλῶσιν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, ἡ δὲ Βουλὴ παρεδέξατο τοῦτο.»
§151ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος λέγει ἤδη: ὄχι, δὲν εἶναι ἀληθῆ αὐτά!
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, τί φρονῶ.
§153ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι καθαρὰ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἐγένετο λόγος περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς ἐπιτροπὰς. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πρὸ τῆς τυπώσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἀπόφασις περὶ παραπομπῆς εἰς τὰς ἐπιτροπάς· μετὰ τὴν τύπωσιν, ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ, δύναται νὰ τὰ παραπέμψῃ. Ἐὰν τώρα δὲν ἐγράφησαν καλῶς....
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε ἄλλην γνώμην ἢ τὴν γνώμην τοῦ Κανονισμοῦ.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ τοιαύτη παράστασις τῶν πρακτικῶν προῆλθεν ἐξ ἀβλεψίας.
§157ΡΑΛΛΗΣ. Εἶνε ὅμως ἐπιδιόρθωσις τῶν πρακτικῶν αὐτή, ἡ ὁποία γίνεται μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν. Σᾶς παρακαλῶ δὲ, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὑμεῖς μετὰ τῶν Γραμματέων ἔχετε ἐντολὴν νὰ ἐπιβλέπητε τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, νὰ φροντίζητε ὅπως μὴ γίνωνται τοιαῦται παραδρομαί, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν καθιστῶσι λίαν σεβαστὰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν ἤμην ἐδῶ κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑπεβλήθησαν τὰ νομοσχέδια, μήτε κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, μήτε κατὰ τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μήτε κατὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς ἀποφάσεως ἐκ μέρους ὑμῶν· ἐπίστευσα δὲ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, καὶ ὤφειλον νὰ πιστεύσω εἰς αὐτά, ὄχι δὲ εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἑκάστοτε ὑμεῖς νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ δίδετε εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν θέτετε τὸ ζήτημα οὕτω πως, δὲν ἠξεύρω ἂν δύναται πλέον νὰ ἀποδοθῇ οἱαδήποτε σπουδαιότης εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Καὶ ἐν τούτοις ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τίνα ἀποτελέσματα δύναται νὰ μᾶς φέρῃ τὸ τοιοῦτον. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ οὐδὲν δύνανται πλέον νὰ ἀποδείξωσι, καὶ ἐν τούτοις δύνανται ν’ ἀποδείξωσι πράγματα οὐσιωδέστατα, ὡς ἐγένετο κατὰ τὴν παρὰ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν ἐξήγησιν περὶ τοῦ τίς εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυροῦντος τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας ἐμπορικὴν συμφωνίαν. Εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα φθάνομεν συνεπείᾳ τῶν τοιούτων παραδρομῶν, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν ὀφείλονται εἰς ἐμὲ, ὅστις ἐπικαλοῦμαι τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβλέπουσι τὴν σύνταξιν τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν.
§158ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἤμην παρὼν καὶ μετέσχον τῆς σχετικῆς συζητήσεως, μετέσχον δὲ ἁπλῶς, διότι ἐθεώρουν ἐπαρκὲς τὸ νὰ ἐπιδείξω τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ τὸ θέμα τῆς παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν πρὶν ἢ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἐνώπιον αὐτῆς. Ὁ Κανονισμὸς ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ λέγει, ὅτι ἡ Βουλή, ἀφοῦ εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς, ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς, ἀποφαίνεται, ἂν τὸ νομοσχέδιον θὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, ἢ ὄχι. Καὶ δικαίως· διότι μόνον ἀφοῦ γείνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τότε θὰ καταδειχθῇ, ἂν νομοσχέδιόν τι προκαλῇ τὴν ἀνάγκην τῆς προεπεξεργασίας ἢ ἦναι τόσον ἁπλοῦν, ὥστε ἀμέσως δύναται νὰ συζητηθῇ. Δικαίως λοιπὸν ὁ Κανονισμὸς ἐκανόνισεν, ὅτι μόνον εἰσαχθέντος τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν Βουλὴν δύναται αὕτη νὰ ἀποφανθῇ περὶ παραπομπῆς. Ἀλλ’ ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν περιέχουσιν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε πράγματι ἡ Βουλή, τοῦτο εἶναι βέβαιον. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι....
§159ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἑρμηνεύονται κατὰ τὰς ἰδικάς σας ἀναμνήσεις; Εἶναι κωμικὸν τοῦτο!
§160ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σπεύδετε, κύριε συνάδελφε, καὶ εἰς τοῦτο τὸ θέμα, ὅπως ἐν γένει σπεύδετε, καθὼς φαίνεται, εἰς πολλὰ πράγματα. Οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν ὑποχρεοῦνται βεβαίως νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἄλλο ἢ τὸ γράμμα τῶν πρακτικῶν. Καὶ ἐγὼ, τοὺς βεβαιῶ, ἐπὶ τοῦ προκειμένου αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν πρόκειται ἐνταῦθα ἐξ ἀναμνήσεων νὰ ἀναπληρώσωμεν τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Καὶ βεβαίως ἔχουσι δίκαιον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, λέγοντες ὅτι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἀναφέρουσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τοῦτο λέγει τὸ γράμμα τῶν πρακτικῶν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος δείκνυται παρὰ πολὺ ἀνυπόμονος εἰς πολλὰ πράγματα, διὰ τοῦτο, ἐπιδεικνύων καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν ἀνυπομονησίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, μὲ προέλαβεν, ἐνῷ ἐγὼ ἐπρόκειτο νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ εἴπῃ καὶ αὐτός. Τί ὠφελεῖ λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἀλήθεια αὕτη; Ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε καταλήξει εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγουσι τὰ πρακτικά. Ὑμεῖς αὐτὸς, κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἐγὼ εἶπον, ὅτι αὐτὸ λέγει ὁ Κανονισμὸς, ἐπενεύσατε ἐκ τῆς θέσεώς σας, καὶ εἴπετε, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ αὐτὸ ἡ Βουλή, πρὶν ἢ τὸ νομοσχέδιον ἔλθῃ ἐνώπιον αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρέπει νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς περὶ τὰ τοιαῦτα, νὰ ἀκριβολογῶμεν, σήμερον τί πρέπει νὰ πράξωμεν; Σήμερον εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ ἐρωτήσητε ἐκ νέου τὴν Βουλήν· διότι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον φαίνεται ἀποφασίσασα ἡ Βουλὴ κατὰ τὰ πρακτικὰ, εἶναι ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ· καὶ κατὰ τὸ γράμμα τῶν πρακτικῶν φαίνεται ὅτι τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐνῷ δὲν παρεπέμφθη.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν ἐπιθυμῇ νὰ παραδεχθῇ τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου....
§162ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος ὑπέβαλε τοιαύτην πρότασιν; Ἐγὼ δὲν ὑπέβαλον· ἐγὼ ὑπέμνησα μόνον προηγουμένην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, σεῖς δὲ ὀφείλετε νὰ ἐκτελέσητε αὐτὴν, ἂν ἐννοῆτε, ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελῆτε τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς· δύνασθε ὅμως καὶ νὰ μὴ τὰς ἐκτελῆτε.
§163Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν περιέμενον ἀπὸ τὸν κύριον Πρόεδρον, ἄνθρωπον νομομαθέστατον, νὰ ὁμιλήσῃ οὕτω πως περὶ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον πιστοποιοῦσι τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἑρμηνεύουσι τοὺς νόμους. Ὅταν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου ἐκείνου προεδρικοῦ ἑδωλίου ἀκούηται, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐπίσημα πρακτικὰ, σᾶς ἐρωτῶ, ἔχομεν νόμους; Ἐπιτρέπεται διπλῆ ἑρμηνεία ἐπὶ τῶν σημειουμένων ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς; Εἶναι ἀναμφισβήτητον· ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν αὐτά....
§164ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν τὰ ἀπεφάσισε.
§165Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος δὲ λέγει, ὅτι ἄλλα ἀπεφασίσθησαν· ἀναγνωρίζει ὅτι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ περιέχουσι ταῦτα, ἄρα ἡ Βουλὴ τὰ ἀπεφάσισε. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοιαύτης δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, χωρὶς νὰ κλονίσωμεν τὴν πεποίθησιν περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν, καὶ ἐψηφίσθη ἤδη εἰς αʹ καὶ βʹ ἀνάγνωσιν. Τότε λοιπὸν ὤφειλε ν’ ἀνακαλύψῃ τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὰ πρακτικὰ, καὶ προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἤδη εἴμεθα εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§167Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Προβάλλετε τὸ ἀπαράδεκτον, κύριε Πρόεδρε;
§168ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι προθεσμία παραγραφῆς;
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, ὁ Πρόεδρος, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, δὲν δύναται τίποτε νὰ πράξῃ. Ἑπομένως θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν ἐπιθυμῇ καὶ ἐπιμένῃ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, μετὰ τρεῖς ἀναγνώσεις, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἐνώπιόν της.
§170ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμὸν αὐτό. Δὲν δύνασθε νὰ ζητῆτε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ εἴμεθα σήμερον εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὄχι μόνον κατ’ ἀρχὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδήλωσα ἐπανειλημμένως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πᾶσαν ἀντίῤῥησιν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: ἐπιθυμεῖ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς περαιτέρω ἐξέτασιν;
§172ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§174ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ μίαν πληροφορίαν, ἡ ὁποία νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἑρμηνεία. Τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀναφέρει περὶ συνταξιούχων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον καὶ ἐξεπλήρωσαν ὑπηρεσίαν ἔν τινι κλάδῳ τῆς δημοσίας διοικήσεως· ἐννοεῖ τὰς παρωχημένας ὑπηρεσίας ἢ τὰς ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου; ἂν δηλ. λοχαγός τις ἢ ταγματάρχης συνταξιοῦχος παρέσχεν ὑπηρεσίας ὡς Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, ὡς Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων, ἢ καὶ ὡς Ὑπουργὸς, αἱ παρῳχημέναι αὗται ὑπηρεσίαι θὰ λογισθῶσιν ὡς συντάξιμοι καὶ θὰ λάβῃ οὗτος σύνταξιν Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων ἢ Ὑπουργοῦ; δὲν εἶναι τοῦτο λίαν ὑπερβολικόν;
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πᾶς ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἀπόστρατος δύναται νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν καὶ ζητήσῃ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἂν προσήνεγκεν ὑπηρεσίας πολιτικὰς, ἡ δὲ αἴτησις αὐτοῦ εἶναι ἀξία νὰ ἐξετασθῇ καὶ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει αἱ διατάξεις τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον δὲν περιέχει περιορισμοὺς, ἑπομένως καὶ αἱ προσενεχθεῖσαι ὑπηρεσίαι παρέχουσι τὸ αὐτὸ δικαίωμα ὡς καὶ αἱ μέλλουσαι νὰ προσενεχθῶσι.
§176ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τὴν αἴτησιν δύναται νὰ ὑποβάλῃ ὁπόταν θέλῃ;
§177ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα· ὁπόταν ἐγκρίνῃ.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Τρικούπη (ἀναγινώσκει): «Συνταξιοῦχοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἀναλαμβάνοντες ὑπηρεσίαν ἔν τινι τῶν κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως, ὑποβάλλονται εἰς τὰς κρατήσεις τοῦ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου· εἰς τὰς συντάξεις δ’ αὐτῶν ἐπιπροστίθεται διὰ πᾶν ἔτος τοιαύτης ὑπηρεσίας ἀνὰ ἓν πεντηκοστημόριον τῶν ἀποδοχῶν αὐτῶν ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ τῆς τελευταίας τετραετίας.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, διὰ τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «διετῆ τοὐλάχιστον» μετὰ τὴν λέξιν «ἐξεπλήρωσαν», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως γεωργικοῦ σταθμοῦ ἐν Βυτίνῃ.
§180ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐκ Μεσσηνίας σεβαστὸς συνάδελφος κ. Σωτηρόπουλος εἶχε ζητήσει πληροφορίας τινὰς παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὡς σχετικὰς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Αἱ πληροφορίαι αὗται, ὡς μοι συνέβη νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, εἰσὶ σπουδαιόταται καὶ πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι.
§181Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ πληροφορίαι αὗταί εἰσιν αἱ ἑξῆς Πρῶτον ἐζητήθη νὰ κατατεθῇ ἡ διαθήκη τοῦ ἀειμνήστου Τριανταφυλλίδου. Ὑπάρχει φυλλάδιον, τυπωθὲν κατὰ τὸ 1888, ἐκδοθὲν δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Π. Γενναδίου, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχει ἡ διαθήκη τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρός· ὑπάρχει προσέτι καὶ ἡ πρᾶξις τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου, διὰ τῆς ὁποίας προσδιωρίσθη ἡ διάθεσις τοῦ κληροδοτήματος τούτου. Καταθέτω λοιπὸν τὸ φυλλάδιον τοῦτο, ἵνα χρησιμεύσῃ κατὰ τὴν ἐπερώτησιν.
§182ΣΧΙΝΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν, ἵνα καὶ τὴν ἐν λόγῳ διαθήκην ἐπισυνάψῃ εἰς τὸ πρὸ καιροῦ παρ’ ἐμοῦ ζητηθὲν παρ’ αὐτοῦ τεῦχος τῶν διαθηκῶν τῶν ἀειμνήστων εὐεργετῶν τοῦ ἔθνους.
§183Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι καὶ περὶ τῆς περιουσίας τοῦ κληροδοτήματος. Κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς μοὶ ἔδωκεν ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης τοῦ γεωργικοῦ τμήματος, ἡ περιουσία τοῦ κληροδοτήματος ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 2,249,097:05, ἤτοι εἰς 330 μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πρὸς δραχμὰς 4,500 ἑκάστη, δραχ. 1,485,000· βʹ) εἰς ἔντοκον γραμμάτιον τῆς 16 Μαΐου 1890 ἐκ δραχμῶν 185,829:70· γʹ) εἰς ἔντοκον γραμμάτιον τῆς 29 Σεπτεμβρίου 1890 ἐκ δραχμῶν 489,077:35 καὶ δʹ) εἰς τόκους τοῦ 1886 δραχ. 90,000. Τὰ ἐτήσια ἔξοδα τῶν γεωργικῶν σχολῶν ἐκτίθενται ἐν τῇ σημειώσει ταύτῃ, ἣν κατατίθημι εἰς τὴν Βουλήν.
§184ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πόσα εἶναι τὰ ἐτήσια ἔξοδα; Νομίζω ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ἠξεύρωμεν, ἂν ὑπάρχῃ περίσσευμα, ὅσον ἀπαιτεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου.
§185ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, φαίνεται ὅτι ὑπάρχει περίσσευμα. Τὰ εἰσοδήματα τῶν δύο σχολῶν ἀνῆλθον ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι τέλους τοῦ 1890 εἰς δραχμὰς 483,212, αἱ δὲ δαπάναι εἰς δραχ. 403,469:67· ὥστε μένει περίσσευμα ἐκ δραχ. 79,742:33.
§186ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἐτήσια εἰσοδήματα;
§187ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἐτήσια εἰσοδήματα σημειοῦνται ἐν τοῖς πίναξι, τοὺς ὁποίους κατατίθημι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§189ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Παρουσιάζεται ὁ σταθμὸς ὡς ἑνιαῖόν τι· ἀλλ’ ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκω ἐν αὐτῷ μόνον διευθύνσεις τμημάτων.
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἕκαστον τμῆμα διευθύνεται κεχωρισμένως ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ, ἤθελε δ’ εἶσθαι πολυτέλεια νὰ διορισθῇ καὶ εἷς διευθυντὴς τῶν τριῶν τμημάτων.
§191ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοῶ ἀντὶ τριῶν διευθυντῶν νὰ διορισθῇ εἷς· διότι ὑπὸ τὴν ὀνομασίαν σταθμοῦ, ἐνδεικνύοντός τι μᾶλλον περιωρισμένον τῆς σχολῆς, συνιστῶνται σχολαὶ τρεῖς ἀντὶ μιᾶς.
§192ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχουσι τρία τμήματα ἑνὸς σταθμοῦ, κεχωρισμένα ἀπ’ ἀλλήλων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 3–6).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7ον (ἀναγινώσκεται).
§194ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀγορὰ τῶν γαιῶν κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως παρέχει ἐγγυήσεις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κανονικὸς ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς ἀποκτήσεως τῶν γαιῶν χάριν τμήματος τοῦ σταθμοῦ ἢ καὶ χάριν τοῦ σταθμοῦ ὁλοκλήρου ὡς δημοσίας ἀνάγκης. Ἡ ἀπόκτησις εἶναι μόνον δημοσίας ὠφελείας· συνταγματικὸν δὲ δὲν εἶναι, νομίζω, προκειμένου περὶ ἀποκτήσεως γαιῶν λόγῳ ὠφελείας καὶ οὐχὶ ἀνάγκης, νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἀναγκαστικῶς. Ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις ἐπιτρέπεται προκειμένου περὶ συγκοινωνίας, διότι τὴν διεύθυνσιν τῶν ὁδῶν καθορίζουσι νόμοι ἀναγκαῖοι· προκειμένου ὅμως περὶ γαιῶν χρησίμων εἰς τὸ ἵδρυμα, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὴν χρησιμότητα ὡς ἀνάγκην, ἐνόσῳ ὑπάρχουσι κατάλληλοι γαῖαι, δυνάμεναι νὰ ἀποκτηθῶσιν ἄνευ ἐξαναγκασμοῦ. Αἱ γαῖαι πρέπει ν’ ἀποκτηθῶσι συναινοῦντος καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου· ἐγκρίνω ὅμως, ὅπως ἡ Πολιτεία ὡς ἐγγύησιν ἀπαιτήσῃ τὸν καθορισμὸν τῆς τιμῆς ἐκ συμφωνίας πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν νενομοθετημένων ἐπὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως.
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ τόσον μικρᾶς ἐκτάσεως γῆς, ὥστε νομίζω, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ ἀναζητῶμεν, ἐὰν πρόκηται περὶ δημοσίας ἀνάγκης, ἢ περὶ δημοσίας ὠφελείας. Δεκαοκτὼ ἕως πεντήκοντα ἢ ἑκατὸν στρέμματα ἀρκοῦσιν· εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῶσιν ἐθνικαὶ γαῖαι, ὡς εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προσέλθωσι πάντες οἱ περίοικοι καὶ προσφέρωσι ταύτας, ἀλλὰ διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον προσετέθη ἡ διάταξις αὕτη. Ἐὰν μ’ ἐρωτήσητε ἐὰν πρόκηται περὶ δημοσίας ὠφελείας ἢ περὶ δημοσίας ἀνάγκης, εὐσυνειδήτως δύναμαι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πρόκειται περὶ δημοσίας ἀνάγκης, καὶ εἶναι τόσῳ μεγάλη ἡ ἀνάγκη, ὥστε καὶ ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν ὁ καταλιπὼν τὸ κληροδότημα νὰ ὁρίσῃ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ, προσδιώρισε τὸ κληροδότημα τοῦτο εἰς αὐτὴν καὶ μόνην τὴν χρῆσιν, εἰς τὴν σύστασιν γεωργικῶν σχολῶν.
§196ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν δημοσίαν ἀνάγκην συστάσεως γεωργικῶν σχολείων, ἀλλ’ ἡ δημοσία ἀνάγκη τοῦ ἱδρύματος δὲν ἐπάγεται τὴν δημοσίαν ἀνάγκην τῆς ἐγκαταστάσεως αὐτοῦ ἐν τῷ κτήματι τοῦ Α ἢ τοῦ Β. Νομίζω, ὅτι δὲν συνᾴδει πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις χάριν ἱδρύματος δημοσίας ἀνάγκης γαιῶν, ὧν ὁ ἀποκλειστικὸς καθορισμὸς δὲν ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Ἐὰν δὲ ἦναι μικρᾶς ἀξίας αἱ ἀποκτηθησόμεναι γαῖαι, ἔτι μᾶλλον συμφέρει νὰ μὴ χαρακτηρισθῇ ἡ ἀπόκτησις ὡς δημοσίας ἀνάγκης. Πολλάκις μοὶ συνέβη νὰ ἐνδείκνυται ἡ κατάληψις κτήματός τινος ἰδιωτικοῦ ὡς καταλλήλου καὶ ἡ ὑπηρεσία νὰ συνιστᾷ τὴν κατάληψιν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ἀλλὰ, καίτοι θὰ διηκόλυνε τὴν ὑπηρεσίαν τὸ μέτρον, οὐδέποτε ἐθεώρησα αὐτὸ ἐπιτετραμμένον.
§197ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦτο κατορθωτὸν τῷ ὄντι νὰ γένηται ἡ διάκρισις αὕτη τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς ὠφελείας ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πολὺ δικαίως βεβαίως ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἐπιλαμβανόμενος τοῦ ζητήματος, εἶπεν, ὅτι ἤθελε νὰ λυθῇ ἓν ζήτημα ἀρχῆς. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ ὠφέλεια συγχέονται· δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἰδέα τῆς ἀνάγκης, ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἐν τοῖς νόμοις τοῖς ἀστικοῖς καθ’ ὑπόθεσιν ἡ διάκρισις μεταξὺ ἀναγκαίων δαπανῶν καὶ ὠφελίμων δαπανῶν. Ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἀστικῷ γίνεται διάκρισις μεταξὺ ἀναγκαίων δαπανῶν καὶ ὠφελίμων δαπανῶν· καὶ ἀναγκαῖαι μὲν θεωροῦνται αἱ ἀναποφεύκτως ὑπὲρ τοῦ κτήματος καταβλητέαι, ἐνῷ ὠφέλιμοι εἶναι αἱ ἁπλῶς πρὸς ὠφέλειαν αὐτοῦ· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἀνάγκης τοῦ Δημοσίου, ἕνεκα τῆς ὁποίας γίνεται κατάληψις ἰδιωτικῆς περιουσίας, εἴτε περὶ ὁδῶν, εἴτε περὶ γεωργικῶν σταθμῶν, εἴτε περὶ ἄλλων τοιούτων ἔργων, ὠφελίμων εἰς τὸ Κράτος, πρόκειται, ἡ διάκρισις τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς ὠφελείας δὲν ὑπάρχει. Μήπως δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ δεῖνα σύντομος ὁδὸς, παραδείγματος χάριν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ συνδέσῃ δύο ὡρισμένα σημεῖα, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ διέλθῃ ἐξ αὐτοῦ τοῦ τμήματος, ἀλλὰ δύναται νὰ διέλθῃ καὶ ἐξ ἑτέρου; Ἐγὼ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι οὔτε ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης εἶναι κατὰ γράμμα δημοσίας ἀνάγκης, πολὺ δὲ περισσότερον τὸ νὰ λάβῃ ἡ ὁδὸς αὐτὴν τὴν διεύθυνσιν καὶ ὄχι τὴν ἄλλην. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 8–10).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§199ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο προσλαμβάνονται ἐν τῇ σχολῇ ὡς ἐργοδηγοὶ καὶ οἱ μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα ἐργοδηγοῦ ἀπόφοιτοι τῶν ἐν τῷ Κράτει γεωργικῶν σχολῶν ἢ γεωπόνοι πρακτικοί. Τοῦτο μᾶς ἐκθέτει εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ μὴ διορισμοῦ προσώπων καταλλήλων· καὶ βεβαίως ἐπὶ τῷ μισθῷ τῷ ἀναγεγραμμένῳ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ δὲν θὰ παρουσιάζωνται οἱ κατάλληλοι. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ μισθὸς ἀνώτερος· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει ὁ διορισμὸς νὰ περιορισθῇ εἰς τοὺς ἔχοντας κατὰ τὸν οἰκεῖον νόμον τὰ προσόντα τοῦ ἐργοδηγοῦ, νὰ γίνεται δὲ κατόπιν διαγωνισμοῦ· οὕτως ἐξασφαλίζομεν τὸν διορισμὸν ἐν τῇ σχολῇ ἐργοδηγῶν δυναμένων νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν πλήρωσιν τοῦ σκοποῦ αὐτῆς.
§200Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἄνδρας ἐπιστήμονας καὶ ἀποδεικνύοντας τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα αὑτῶν διὰ διπλωμάτων, βεβαίως ἔπρεπεν οὗτοι νὰ προτιμηθῶσι παντὸς ἄλλου, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχομεν τοιούτους, καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς γεωργικαῖς σχολαῖς αἵτινες λειτουργοῦσι, προσλαμβάνονται ἐργοδηγοὶ πρακτικοὶ ἄνθρωποι. Ἔχομεν παραδείγματος χάριν ἐν αὐταῖς πρακτικὸν ἀμπελουργὸν, πρακτικὸν γεωπόνον, πρακτικὸν δασοκόμον, καὶ ἔχομεν αὐτοὺς δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Τὸ αὐτὸ ἠκολούθησε καὶ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§202ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἐθνικότητος τοῦ ξένου, ὅστις θέλει μετακληθῆ, δὲν φαίνεται δεδικαιολογημένος. Διατὶ Γερμανὸς καὶ ὄχι Ἑλβετὸς ἢ Αὐστριακὸς, ἢ Γάλλος ἢ Δανός;
§203Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐννοεῖ Γερμανὸν ἐκ τῆς περιφερείας τοῦ Γερμανικοῦ Κράτους, ἐννοεῖ καὶ ἀπὸ τὴν γερμανικὴν Ἑλβετίαν καὶ ἀπὸ τὴν γερμανικὴν Βοημίαν.
§204ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ διατὶ μόνον ἐκ τῆς γερμανικῆς Ἑλβετίας, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκ τῆς γαλλικῆς ἢ τῆς ἰταλικῆς Ἑλβετίας; καὶ διατὶ μόνον ἐκ τῆς γερμανικῆς, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκ τῆς τσεχικῆς Βοημίας καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς Οὑγγαρίας;
§205ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅπως καὶ ἂν γραφῇ, εἴτε «ἐκ τῆς Ἑσπερίας», εἴτε «ἐκ τῆς Εὐρώπης», εἴτε «ἐκ τῆς Δύσεως», μοὶ εἶναι ὅλως ἀδιάφορον· πάντοτε ὅμως θέλομεν προσφύγει εἰς τὴν Γερμανίαν.
§206ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς τεθῇ «ἐκ τῆς Ἑσπερίας».
§207ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). «Ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς».
§208ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχω καὶ ἑτέραν ἀντίῤῥησιν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι παρέχεται μισθὸς εἰς τοὺς μαθητὰς, καὶ ὅτι δύνανται οὗτοι νὰ μαθητεύωσι καὶ νὰ μισθοδοτῶνται ἐπ’ ἀόριστον.
§209Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄνευ αὐτοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρητε νέους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς γεωργικάς των ἐργασίας καὶ ν’ ἀποφασίσωσι νὰ μὴ μεταβαίνωσιν εἰς τοὺς ἀγρούς των, ἀλλὰ νὰ περιέρχωνται μὲ τὸν δασοκόμον τὰ δάση καὶ ν’ ἀσχολῶνται εἰς τὴν καλλιέργειαν αὐτῶν.
§210ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις τοῦ μισθοῦ, ἥτις θὰ ἐμποδίσῃ τοὺς νέους, ὅπως προσέλθωσιν εἰς τὰ σχολεῖα ταῦτα· ὅ,τι θὰ ἐμποδίσῃ αὐτοὺς εἶναι, ὅτι οὐδεμία τοῖς δίδεται ἐξασφάλισις πόρου ζωῆς μετὰ τὴν ἀπόκτησιν τῶν γνώσεων, περὶ ἧς τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον οὐδόλως προνοεῖ περὶ τοῦ μετέπειτα, ὅπερ εἶναι τὸ τελεσφόρον, προνοεῖ περὶ τοῦ παρόντος, ὅπως διορισθῶσιν ὑπότροφοι, οὐδόλως ἀφορῶντες εἰς τὰ τῆς σχολῆς, ἀλλὰ προσελκυόμενοι ὑπὸ τοῦ μισθοῦ. Ἡ σχολὴ τῆς Θεσσαλίας καὶ ἡ ἐνταῦθα ἀπέδειξαν τὴν προθυμίαν πρὸς κατάταξιν εἰς τὰς σχολὰς ταύτας τοσαύτην, ὥστε τὰ τροφεῖα τῶν κατατασσομένων, ἤδη ὡρισμένα, δύνανται νὰ αὐξηθῶσιν ἄνευ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρουσιαζομένων πρὸς κατάταξιν· εἴχομεν δ’ ἡμεῖς σκοπὸν νὰ προτείνωμεν αὔξησιν τῶν τροφείων τῶν μαθητῶν, διότι, κατ’ ἀντίθεσιν τῶν νῦν προτεινομένων διὰ τὸν σταθμὸν, οἱ μαθηταὶ ἐν ταῖς γεωργικαῖς σχολαῖς Ἀθηνῶν καὶ Ἀϊδινίου, ἀντὶ νὰ μισθοδοτῶνται, καταβάλλουσιν αὐτοὶ εἰς τὸ Δημόσιον τὰ τῆς διατροφῆς αὐτῶν.
§211ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία κατὰ τὴν ἐν Μομπελιὲ διαμονήν μου νὰ γνωρίσω ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν αὐτόθι γεωργικὴν σχολὴν, ἡ ὁποία εἶναι τῳόντι μία τῶν πρωτίστων γεωργικῶν σχολῶν τῆς Εὐρώπης. Ἐνταῦθα, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, ἐπεσκέφθην ὡσαύτως τὴν γεωργικὴν σχολὴν, καὶ συγκρίνων τὴν διδασκαλίαν τῆς πρώτης πρὸς ταύτην, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἐν Ἀθήναις εἶναι ἀληθὴς παρῳδία γεωργικῆς σχολῆς· οὐδένα σκοπὸν ἐκτελεῖ, ὡς ἔχει, οὐδὲ ὠφέλειαν παρέχει· πρακτικώτερα δύνανται νὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ σήμερον προτεινομένου πρὸς ἵδρυσιν γεωργικοῦ σταθμοῦ, παρὰ τὰ ἐπιτευχθησόμενα ὑπὸ τῆς ἐν Ἀθήναις γεωργικῆς σχολῆς.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προὐτάθη ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 ἡ ἀντικατάστασις τῆς λέξεως «Γερμανίας» διὰ τῶν λέξεων «τῆς ἀλλοδαπῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀντικατάστασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 μετὰ τῆς ἀνωτέρω τροποποιήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως)
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14ον (ἀναγινώσκεται).
§214ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἀπὸ τοῦδε ὁ κ. Ὑπουργὸς, ποῖος θὰ ἦναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ γεωργικοῦ σταθμοῦ, ἀλλὰ πιθανῶς θὰ δύναται περίπου νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τοῦ πιθανοῦ ποσοῦ, εἰς ὃ δύναται οὗτος νὰ ἀνέλθῃ, διότι μετὰ τὰ μισθολόγια, τὰ ἀναγραφόμενα εἰς ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, φοβοῦμαι ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ δαπανηθῶσιν ὅλοι οἱ τόκοι τοῦ κληροδοτήματος καὶ τὸ κληροδότημα αὐτὸ πρὸς διατήρησιν τοῦ ἐν Βυτίνῃ γεωργικοῦ σταθμοῦ.
§215Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, τί θέλομεν πληρόνει διὰ τοὺς δασοκόμους, οἵτινες θέλουσιν ἐλθεῖ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, γνωρίζω ὅμως, ὅτι οἱ τεχνῖται τῆς ξυλουργικῆς ἐζήτησαν 300 μάρκας κατὰ μῆνα, ἤτοι 375 φράγκα, περίπου 410 δραχμάς. Λοιπὸν τὸ ξυλουργικὸν τμῆμα θέλει ἔχει δαπάνην 4900 δραχμῶν περίπου διὰ μισθὸν τοῦ τεχνίτου καὶ 300 δραχμῶν διὰ τὴν τροφὴν τῶν μαθητῶν. Πιστεύω ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θέλει ἐπιφέρει ἡ σύστασις τοῦ σταθμοῦ τούτου, δὲν εἶναι τοσαῦτα, ὥστε νὰ φοβῶνταί τινες, ὅτι ἐπίκειται κίνδυνος· ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παυλόπουλος, θέλει ἀποδειχθῆ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀληθέστατον, καὶ ὅτι ὁ γεωργικὸς οὗτος σταθμὸς θέλει παραγάγει ὠφέλειαν μεγαλειτέραν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παρήγαγον αἱ γεωργικαὶ σχολαὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Ἀϊδινίῳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 15–17).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18ον (ἀναγινώσκεται).
§217ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι μόνον ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματος πρέπει νὰ ἀποφαίνηται, ἂν μαθητής τις ἦναι ἀνεπίδεκτος μαθήσεως· ὁ ἔπαρχος τί δικαίωμα ἔχει ἐπὶ τούτου; Τίνι τρόπῳ θὰ παρέμβῃ ὁ ἔπαρχος, δὲν ἐννοῶ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξόδων συντηρήσεως τῶν ἐν τῷ σχολείῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκπαιδευομένων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 μ. μ.