1891.02.08
2,201 rows · 16,718 words · 192 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
Τῆς 8 Φεβρουαρίου 1891.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1833 νόμου περὶ δήμων. Ὁ βουλευτὴς κ. Κοκκέβης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρισμοῦ διδάκτρων τῶν ἐν τῇ στρατιωτικῇ σχολῇ τῶν εὐελπίδων καὶ τῇ τῶν δοκίμων ἐκπαιδευομένων νέων. Ὁ βουλευτὴς κ. Βαλσαμάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ τῶν τιμῶν τῶν Ἑπτανησιακῶν προϊόντων. Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 145–147). Ἡ χήρα Μαριγὼ Δ. Γεωργαντοπούλου ὑποβάλλει ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας, παριστῶσα ὅτι ὁ σύζυγός της διετέλεσεν ὑπάλληλος καὶ ὀλίγος χρόνος ὑπελείπετο ἵνα συμπληρώσῃ τὸν χρόνον τῆς συντάξεώς του, ζητεῖ νὰ τῇ ἀπονεμηθῇ σύνταξις. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπιτροπὴ τῶν ἐνταῦθα καὶ ἐν Πειραιεῖ καπνοπωλῶν μοὶ ἐπέδωκεν ὑπόμνημα πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνουσι διάφορα μέτρα, ἀναγόμενα εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ. Ὅμοιον ὑπόμνημα πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπέστειλαν οἱ ἐν Πάτραις καπνοπῶλαι.
§2ΚΟΡΠΑΣ. Παρετήρησα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ χθὲς ὑπεβλήθησαν πολλαὶ ἀναφοραὶ ἐκ μέρους τῶν καπνεμπόρων καὶ καπνοπωλῶν, παραπονουμένων διὰ τὸ σύστημα τὸ ἰσχύον τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐν ἀρχῇ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τούτου τὸ ἐπαχθὲς τῆς φορολογίας ἐπεβάρυνε τοὺς καταναλωτὰς τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ἀπό τινων ἐτῶν ἐπιβαρύνει σπουδαίως αὐτοὺς τοὺς καπνοπώλας. Καὶ ἐκ περιεργείας παρετήρησα τὸ ἑξῆς· ὅτι καπνοπώλης, ὅστις ἐπώλει πρὸ ὀλίγων ἐτῶν 700 ὀκάδας καπνοῦ καθ’ ἑκάστην, σήμερον μόλις πωλεῖ 100 ὀκάδας. Ἡ ζημία αὕτη δὲν ἐπιβαρύνει μόνον τοὺς καπνοπώλας, ἀλλὰ ἐπιβαρύνει καὶ τὸ Δημόσιον, διότι τοῦτο δὲν εἰσπράττει ἐντεῦθεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ εἰσπράττῃ. Ταῦτα δὲ πάντα ἕνεκεν τῆς μεγάλως ἀναπτυχθείσης λαθρεμπορίας. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἰσχύοντος συστήματος τῆς φορολογίας, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς προτάσεις ταύτας τῶν καπνεμπόρων καὶ καπνοπωλῶν, αἵτινες προτάσεις προέρχονται ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οὗτοι ὑπὲρ πάντα ἄλλον.
§3ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὰς αὐτὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§4Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἀπέστειλαν μίαν ἀναφορὰν ἐκ Τριπόλεως. Οἱ ἐν Τριπόλει καπνοπῶλαι παραπονοῦνται διότι δὲν δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν ὡς ἐκ τοῦ λαθρεμπορίου, καὶ ζητοῦσι νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις περὶ τούτου. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ συντόμως περὶ τούτου.
§5ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἡ κοινωνία καταδικάζει τὸ ἰσχύον σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ὡρίμως περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Β. Καραμεσούντης, κάτοικος Τρικκάλων τῆς Κορινθίας, ἐξαιτεῖται δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως τῷ χορηγηθῇ ἀμοιβὴ διὰ τὸν ὑπ’ αὐτοῦ ἐφευρεθέντα τρόπον τῆς θεραπείας τῶν ἀσθενειῶν τῆς ἀμπέλου. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§7Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τί λέγει διὰ τὸν καπνόν; Οἱ ἄνθρωποι ὑποφέρουν.
§8ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Βεβαίως τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἵλκυσε πολὺ ἡ ἀναπτυχθεῖσα λαθρεμπορία. Τὸ ζήτημα δὲ τῆς περιστολῆς αὐτῆς μᾶς ἀπασχολεῖ, καὶ πρὸς λύσιν αὐτοῦ θὰ πράξωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμεν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Π. Ρόκος ἀξιοῖ, ὅτι ἀνεκάλυψε σπουδαῖα χειρόγραφα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, ζητεῖ δὲ παρὰ τῆς Βουλῆς συνδρομήν τινα, εἴτε μηνιαίαν εἴτε ἐφάπαξ, πρὸς ἔκδοσιν αὐτῶν.
§10ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, διότι μία τοιαύτη ἀνακάλυψις εἶναι εὐεργετικωτάτη.
§11ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, δὲν ἀμφιβάλλω καὶ ἐγὼ, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐπιληφθῇ καὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἀλλ’ ὡς ἐκ περισσοῦ ἐπεθύμουν ν’ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν τὴν ἑξῆς ὑπόμνησιν. Μεταξὺ τῶν ἀντικειμένων, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγοροῦμεν τὴν πρώην Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ νομοθετικῇ αὐτῆς κυρίως ἐργασίᾳ, ἦτο καὶ ἡ φορολογία αὕτη, ὡς ἐντελῶς ἀλλόκοτος, οὕτως εἰπεῖν, ἄδικος καὶ καταπιεστικὴ καὶ ἀνοίγουσα στάδιον καὶ εἰς τὸ λαθρεμπόριον, ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ. Ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης καθημερινῶς σχεδὸν ἐγίνετο κατάκρισις δριμεῖα ἐναντίον τοῦ συστήματος τούτου, καὶ ἠτιώμεθα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐπιληφθῶμεν ταχέως τῶν θεμάτων τούτων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὰ θέματα τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ εἶναι καὶ καθ’ ἑαυτὸ ἄδικον καὶ ἄνισον, ἐπὶ τέλους δὲ φέρει εἰς τὴν καταστολὴν τῆς παραγωγῆς, καὶ φέρει εἰς τὴν καταστολὴν τῆς παραγωγῆς ἐπ’ ὠφελείᾳ ἁπλῶς τῶν λαθρεμπόρων, γίνεται δὲ ἀφορμὴ καὶ καταπιέσεων μυρίων. Τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράττῃ πολὺ περισσότερα, χωρὶς νὰ καταπιέζωνται οἱ φορολογούμενοι, ἁπλῶς δι’ ἑνὸς καλλιτέρου συστήματος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐν γένει, νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἰσχύοντος ἐλεεινοῦ καὶ ἐλαττωματικοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἔχει ὡς βάσιν προηγούμενον νομοθετικὸν ἔργον, ἀσυγκρίτως βεβαίως καλλίτερον, τὸ ὁποῖον, τροποποιούμενον καὶ ἁπλοποιούμενον, δύναται τῳόντι ν’ ἀντικαταστήσῃ λίαν ἐπωφελῶς τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα τοῦ καπνοῦ.
§12ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς, ὅτε ἀκόμη ἐξηλέγχοντο αἱ ἐκλογαὶ, ἠθέλησα νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐν τοῖς γραφείοις, ἀποβάλλουσα τοὺς φατριαστὰς, τοὺς διεφθαρμένους καὶ ἀμαθεῖς ὑπαλλήλους, οὓς ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς φατρίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι ἦτο πρόωρος ἡ σύστασίς μου. Ἀλλὰ παρῆλθον ἔκτοτε τέσσαρες μῆνες, καὶ δυστυχῶς μένουσιν ἀκόμη τὰ ἐννέα δέκατα τῶν ὀργάνων τῆς Τρικουπικῆς τυραννίας καὶ διαχειρίζονται τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους, συμφώνως πρὸς τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πάτρωνος αὐτῶν, εἰς ὃν προδίδουσι καθ’ ἑκάστην τὰ ἀπόῤῥητα τῆς ὑπηρεσίας. Γνωρίζουσιν οἱ κκ. Ὑπουργοί, ὅτι δὲν ὁμιλῶ οὕτω ἵνα κενωθῶσιν αἱ θέσεις καὶ τοποθετηθῶσιν ἐν αὐτοῖς ἄλλοι, ἐν οἷς καὶ φίλοι ἐμοῦ, διότι γνωρίζουσιν, ὅτι οὔτε ἐζήτησα οὔτε σκοπὸν ἔχω νὰ ζητήσω διορισμοὺς φίλων μου. Ἀλλ’ ὁμιλῶ οὕτω ἐκ πόνου πρὸς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἥτις ἐπὶ τοσοῦτον παρέλυσεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀναμορφωτοῦ, καὶ ἐξακολουθεῖ ἤδη χειροτερεύουσα, ὥστε πλησιάζει νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀπροχώρητον, ἐπὶ βλάβῃ μεγίστῃ τοῦ Κράτους. Ὁμιλῶ οὕτω, διότι μὲ τοιαύτην ὑπηρεσίαν δὲν δύνανται νὰ προστατευθῶσι τὰ δίκαια συμφέροντα, τὰ γενικὰ τῶν ἐπαρχιῶν μας καὶ τὰ ἴδια τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ζῶα (γέλως), καὶ δὲν γνωρίζουσι τὸ ἄλφα τῆς ὑπηρεσίας, καὶ διαιωνίζουσι τὰς ὑποθέσεις, διότι δὲν γνωρίζουσι, τί πρέπει νὰ ἐνεργήσωσιν ἐπὶ ἑκάστης αὐτῶν, καὶ εἶναι τοσοῦτον νοήμονες, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν αὐτοῖς νὰ ἐννοήσωσιν οὔτε τὰ στοιχειωδέστερα πράγματα τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ εἶναι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν ἐπὶ τοσοῦτον φατριασταὶ ὑπὲρ τοῦ πεσόντος συστήματος, ὥστε παρεμβάλλουσιν ἡμῖν πᾶν πρόσκομμα καὶ πᾶσαν δυσκολίαν, ἵνα μᾶς ἐκθέτωσιν εἰς τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις φίλους μας καὶ ἵνα εὐχαριστῶσι τοὺς ἀντιθέτους ἡμῶν. Καὶ δὲν δυνάμεθα, φειδόμενοι τῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν, νὰ παρουσιαζώμεθα ἐνώπιον τμηματαρχῶν, ἀνθρώπων ἀμαθεστάτων, οἵτινες ἐπὶ τόσα ἔτη μᾶς ἐξύβριζον καὶ μᾶς ἐπίεζον, ἐνώπιον τῶν Ζερβῶν καὶ τῶν Λοβέρδων, ὧν ἡ νοημοσύνη καὶ ἡ ἱκανότης εἶναι τοιαύτη, ὥστε μόλις θὰ ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσι διὰ κλητῆρες τοῦ Ὑπουργείου, ἐὰν δὲν εὑρίσκετο Τρικουπικὴ Κυβέρνησις νὰ τοὺς ἀναβιβάσῃ διὰ τὰ συμφέροντά της εἰς τὰς ἀνωτάτας θέσεις.
§13ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἠρωτήσατε τὴν ὑπηρεσίαν διὰ τὰ πρόσωπα ταῦτα;
§14ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς γνωρίζω κάλλιστα.
§15ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Σεῖς δὲν δύνασθε νὰ τοὺς γνωρίζητε· ἐρωτήσατε τὴν ὑπηρεσίαν.
§16ΝΟΤΑΡΑΣ. Ἐγὼ ἔχω ἐναντίαν τῆς τοῦ κ. Ἀργυροπούλου ἰδέαν περὶ τῶν ὑπαλλήλων τούτων.
§17ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Αὐτοὶ εἶναι ἱκανώτατοι ὑπάλληλοι.
§18ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς γνωρίζω ἐγὼ πολὺ καλά.
§19ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Καθόλου· εἶναι ἱκανώτεροι ἀπὸ σέ.
§20ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου περὶ αὐτῶν· δὲν ἔχετε δὲ δικαίωμα σεῖς νὰ ὁμιλῆτε ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι δὲν ἀνήκετε ἐκ πεποιθήσεως εἰς τὸ ἐθνικὸν κόμμα, διότι δὲν ἐμαρτυρήσατε σεῖς καὶ δὲν ἐμοχθήσατε, ὅπως ἡμεῖς· ἀνήκετε εἰς τὰς τάξεις αὐτοῦ σήμερον, διότι σᾶς τὸ ἐπιβάλλουσιν αἱ ἐπαρχιακαί σας περιστάσεις· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ἐργάζεσθε πρὸς ὑποστήριξιν τῶν Τρικουπικῶν, εἰς τὰς τάξεις τῶν ὁποίων δὲν εἶναι παράξενον αὔριον νὰ σὲ ἴδωμεν.
§21ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν εἶσαι ἄλλο, παρὰ γελοῖος καὶ μωρός! Κἀμμίαν ἄλλην ἀπάντησιν δὲν σοῦ δίδω.
§22ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σὺ εἶσαι δέκα φοραῖς μωρὸς καὶ γελοιωδέστατος, ὡς γνωρίζουσι πάντες.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§24ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε αὐτὸν εἰς τὴν τάξιν, ὁ ὁποῖος δίδει ἀφορμὴν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τοὺς δύο.
§26ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καί τινες ἄλλοι ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ἀνέχονται ἐνώπιόν των τμηματάρχας τοιούτους ξυλοσχίστας, οἵτινες ἕως χθὲς τοὺς ἐξύβριζον διὰ τῶν ἀχρειεστέρων ἐκφράσεων, ἐνῷ τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐν τοῖς γραφείοις εἶναι ζήτημα μέγα, ἀφ’ οὗ ἐξαρτῶνται μεγάλα τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν συμφέροντα, ὧν ἕνεκεν ἔδει νὰ σπεύσωσι νὰ διορίσωσιν ὑπαλλήλους ἱκανοὺς καὶ τιμίους, νὰ μεριμνήσωσι δὲ διὰ νομοθετημάτων καὶ κανονισμῶν ν’ ἁπλοποιήσωσι τὴν ὑπηρεσίαν καὶ καταστήσωσι ταχεῖαν τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς. Ὁμιλῶ οὕτω ἐκ πόνου πρὸς τὸ ἐθνικὸν κόμμα, διὰ τὴν ἐπικράτησιν τοῦ ὁποίου τοσοῦτον ἐπὶ δεκαετίαν ἐμοχθήσαμεν, δεινοπαθήσαντες, καταδιωχθέντες καὶ κινδυνεύσαντες ἀπειράκις τὴν ζωὴν ἡμῶν. Διότι ἡ διατήρησις ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ τῶν ὀργάνων τοῦ Τρικούπη καὶ ἡ παραγκώνισις ἀνδρῶν τιμιωτάτων καὶ ἱκανῶν, οὓς ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ἀπέβαλε τῆς ὑπηρεσίας, διότι δὲν ἐδέχοντο νὰ γείνωσιν ὄργανα τῶν φατριαστικῶν ἀπαιτήσεών της, θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ πέσῃ ταχέως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ μέγας καταστροφεὺς, ἵνα ἐξακολουθήσῃ καὶ περαιώσῃ τὸ κατὰ τῆς πατρίδος ἔργον του.
§27ΜΑΥΡΟΣ. Δὲν τὸ ἔχομεν σκοπόν.
§28ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παραγκώνισις τῶν ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας εὑρισκομένων τιμιωτάτων καὶ ἱκανῶν ἀνδρῶν, οἵτινες μάλιστα ἐμόχθησαν ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ ἐθνικοῦ κόμματος, δίδει ἀφορμὴν νὰ πιστεύηται, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις κατέχεται ὑπὸ τῆς ἰδιοτροπίας νὰ εὐχαριστῆται, βλέπουσα τοὺς φίλους της, τοὺς πρωταγωνιστάς της, ἀδικουμένους καὶ δυστυχοῦντας, καὶ νὰ εὐχαριστῆται, περιποιουμένη καὶ προάγουσα τοὺς ὑβριστὰς αὑτῆς. Ἡ ἰδιοτροπία αὕτη, ἥτις δυστυχῶς δὲν διαψεύδεται ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἐὰν δὲν ἐπιβάλληται ἐξ ἀνωτέρας τινὸς ἀνάγκης, καταντᾷ βεβαίως ἀκατανόητος. Ἐὰν προέρχηται ἐξ ἀνωτέρας τινὸς ἀνάγκης, ἂς τὸ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς παραγκωνιζομένους φίλους της, τοὺς ἔχοντας οἰκογενειακὰς ὑποχρεώσεις καὶ μὴ δυναμένους νὰ ζήσωσιν ἄλλως ἢ διὰ τοῦ ἔργου τοῦ ὑπαλλήλου, εἰς ὃ ἀνετράφησαν καὶ κατηνάλωσαν τιμίως τὸν βίον αὐτῶν, ἂς τὸ εἴπῃ εἰς αὐτοὺς, ἵνα σπεύσωσιν, ὅσοι δύνανται, νὰ πέσωσιν εἰς τοὺς πόδας τοῦ Τρικούπη, νὰ ζητήσωσι συγγνώμην δι’ ὅσα κατ’ αὐτοῦ ἐνήργησαν καὶ ἐπικαλεσθῶσι τὸ ἔλεος αὐτοῦ, ἵνα σώσωσι τὰς οἰκογενείας των ἀπὸ τοῦ ἐκ πείνης θανάτου καὶ ἀπὸ τῆς ἀτιμώσεως. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐπιβάλληται ἐξ ἀνωτέρας τινὸς ἀνάγκης ἡ ἰδιοτροπία αὕτη, ἀλλ’ εἶναι προϊόν ὑπερβαλλούσης νομιμοφροσύνης, ἂς σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα ἄτοπα, ἵνα σωθῇ καὶ ἵνα σώσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς μεγίστης δυστυχίας τοῦ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ Τρικούπης, καὶ ἵνα διασκεδάσῃ τὴν γενικῶς ὑπάρχουσαν γνώμην, ὅτι, ἐὰν ὁ Τρικούπης ἔχῃ τὴν ἰδιοτροπίαν νὰ διαφθείρῃ τὰ πάντα καὶ νὰ καταστρέφῃ τὴν πατρίδα, ἔχει καὶ ὁ Δηλιγιάννης τὴν ἰδιοτροπίαν νὰ ἀδικῇ καὶ νὰ καταστρέφῃ τοὺς ἀρίστους τῶν φίλων του.
§29ΣΧΙΝΑΣ. Δυνάμει συμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν μονοπωλίων παρεχωρήθησαν εἰς τὴν ἑταιρίαν ταύτην τὰ δικαιώματα τῆς πωλήσεως τῶν ἁλάτων. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ὑπογραφείσης τὴν 3ην Ἰανουαρίου 1888 καὶ ἐπικυρωθείσης διὰ Β. διατάγματος τὴν 6ην Ἰανουαρίου ἰδίου ἔτους, ἡ ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ διατηρῇ εἰς διάφορα μέρη, κατονομαζόμενα εἰς πίνακα ἐπισυναφθέντα ἐν τῇ συμβάσει, 117 ἁλαταποθήκας. Ἐν τῷ πίνακι ἐκείνῳ ῥητῶς ἀναφέρεται τὸ ποσὸν τοῦ ἅλατος, τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ ὡς ἀπόθεμα πάντοτε ἐν τῇ ἀποθήκῃ. Δυστυχῶς ὁ κύριος οὗτος ὅρος δὲν τηρεῖται πάντοτε, καὶ δὲν τηρεῖται ἰδίως εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν συμφέρει τῇ ἑταιρίᾳ νὰ μεταφέρῃ τὰ ἅλατά της. Τοιοῦτόν τι περιστατικὸν παρουσιάζεται εἰς τὴν ἁλαταποθήκην τῶν ἀνατολικῶν χωρίων τοῦ Πηλίου, εἰς Ἅγιον Ἰωάννην· τούτου δ’ ἕνεκα οἱ κάτοικοι ἀναγκάζονται, ἕνεκα μάλιστα τοῦ χειμῶνος, νὰ προμηθεύωνται τὸ ἅλας εἰς ὑπερδιπλασίαν τιμὴν τῆς κεκανονισμένης, ἤτοι πλέον τῶν 30 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ἐδόθησαν βεβαίως τὰ 5 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν πρὸς ὄφελος τῆς ἑταιρίας, οὐχὶ διὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς πολίτας ν’ ἀγοράζωσιν εἰς λίαν ὑπερτιμημένην τιμὴν τὸ ἅλας, ἀλλ’ ἵνα αὕτη παρέχῃ, εἰ δυνατόν, διὰ τῶν μερικῶν ἁλαταποθηκῶν, εὐκολίαν περὶ τὴν προμήθειαν τοῦ ἅλατος, τοῦ κυριωτέρου καὶ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίου προϊόντος, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συγκομιδῆς τῶν ἐλαιῶν.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τίνος ἀποθήκης κυρίως λέγετε, κύριε συνάδελφε;
§31ΣΧΙΝΑΣ. Περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, κειμένου εἰς τὰς ἀνατολικὰς κλιτύας τοῦ Πηλίου.
§32ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι χωρίον;
§33ΣΧΙΝΑΣ. Εἶναι τρεῖς δῆμοι, οἱ ὁποῖοι προμηθεύονται τὸ ἅλας ἐκ τῆς ἀποθήκης ταύτης, ὁ τοῦ Μυρεσίου, ἀποτελούμενος ἐκ τῶν χωρίων Λαμπνοῦ, Ξορύχτι, Τσαγκαράδες καὶ Μούρεσι, ὁ τοῦ Κισσοῦ, ἐκ τοῦ ὁμωνύμου χωρίου καὶ τοῦ Ἀνηλίου, καὶ ὁ τῆς Ζαγορᾶς, ἐκ τῆς Μακρυῤῥάχης, Ζαγορᾶς καὶ Πουρί. Αἱ κωμοπόλεις αὗται ἔχουσι πλείονας τῶν 15,000 κατοίκων. Χωρία δ’ ὀνομάζομεν ἐν Πηλίῳ τὰς ἐπ’ αὐτοῦ κωμοπόλεις. Κατὰ τὸν πίνακα, τὸν συνημμένον ἐν τῇ συμβάσει, ἡ ἑταιρία ὀφείλει νὰ διατηρῇ πάντοτε ὡς ἀπόθεμα 10,000 ὀκάδας ἅλατος. Καὶ ἐν τούτοις τὸ ἀπόθεμα αὐτὸ δὲν διατηρεῖται, ἐνῷ δὲ πρὸ καιροῦ ἐγένοντο παραστάσεις καὶ εἰς πολλὰς ἐφημερίδας ἐγράφη περὶ τούτου, τὸ ἀπόθεμα αὐτὸ δὲν ἀποκατεστάθη, ἀλλ’ ἐξέλιπε καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἕνεκα δὲ τοῦ ἐπικρατήσαντος χειμῶνος καὶ τοῦ ὡς ἐκ τούτου ἀποκλεισμοῦ, δὲν θὰ ὑπάρξῃ ποσῶς ἅλας εἰς τὰ χωρία ταῦτα. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξασκήσῃ ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὸν παρέχει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τῆς συμβάσεως, καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἐφαρμόσῃ διάταξιν ἑτέρου ἄρθρου, καὶ ἀποστείλῃ διὰ παντὸς τρόπου καὶ πάσης δαπάνης ἅλας εἰς τὰ εἰρημένα χωρία. Ἡ ἐπιείκεια πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῶν μονοπωλίων ἐνθαῤῥύνει ταύτην καὶ τὴν μετασχηματίζει καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς ἑταιρίαν καταπιέσεως. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἅλατος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐὰν θέλῃ, νὰ μὲ πληροφορήσῃ, διατί, παρὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως, ἡ ἑταιρία τῶν μονοπωλίων δὲν παρέλαβε τὰ ἅλατα εἰς τὴν ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ῥητῶς τὸ ἄρθρον, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσι τὰ ἅλατα παραμένοντα εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἄρθρον 2 τῆς συμβάσεως ὑποχρεοῖ τὴν ἑταιρίαν «νὰ παραλαμβάνῃ ἐν ταῖς ἁλυκαῖς τὸ κατ’ ἔτος παραγόμενον ἅλας κατὰ τὴν συνήθη τῆς παραδόσεως ἐποχήν». Συνήθης ἐποχὴ τῆς παραδόσεως τοῦ ἅλατος εἶναι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, καθ’ ἥν, ἀφοῦ τὸ ἅλας πηχθῇ ἐν τοῖς ἁλατοπηγείοις, σωρεύεται εἰς τοὺς ἐν αὐτοῖς διαδρόμους, καὶ μετὰ τὴν ἐκροὴν τοῦ ἐν αὐτῷ ὕδατος ξηραίνεται, ἀκολούθως μεταφέρεται, ζυγίζεται καὶ παραδίδοται εἰς τὴν ἑταιρίαν. Ἐὰν δ’ ὑπάρξῃ ἔνστασις ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας, ὅτι τὸ ἅλας εἶναι ὑγρὸν, ὑπάρχει ἑτέρα διάταξις τῆς συμβάσεως, ῥητὴ καὶ σαφὴς, κανονίζουσα τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ διαλευκανθῇ ἡ ἔνστασις αὕτη τῆς ἑταιρίας. Ἀρκοῦμαι εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα, ἐπιφυλασσόμενος ἐν καιρῷ νὰ ἐπανέλθω.
§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε, μίαν διακοπὴν ἐπὶ στιγμὴν;
§35ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα.
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ζητήσῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ὑμεῖς ζητεῖτε, καὶ θὰ προσαγάγῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἴδωμεν πράγματι, πῶς ἡ ἑταιρία τῶν μονοπωλίων ἐκτελεῖ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν. Ἐγὼ περὶ τῆς ἑταιρίας ταύτης εἶχον ἄλλην ἰδέαν ἢ ὑμεῖς. Εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐλειτούργει καλλίτερον ἢ ὅπως ὑμεῖς ἔχετε ἀφορμὰς νὰ κρίνητε· διότι γνωρίζω ἐκ τύχης, ὅτι ἡ ἑταιρία πλὴν τῆς πληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἔχει ἀναλάβει διὰ τῆς συμβάσεως, δηλ. τῆς ἱδρύσεως ἀποθηκῶν εἰς ὅσα μέρη συνεφώνησεν, ἔχει ἱδρύσει καὶ περὶ τὰς 40 νομίζω ἄλλας ἀποθήκας, ὑπὲρ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῆς, ἣν εἶχεν ἀναλάβει διὰ τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ὑμεῖς αἰτεῖτε, καὶ τὰς προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, — διότι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, — ὑμεῖς δὲν ἦσθε τότε Βουλευτὴς, κύριε Σχινᾶ, — καθ’ ἣν γίνεται λόγος περὶ τῶν εἰδῶν τῆς ἑταιρίας ταύτης,— θὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τὴν ἑξῆς αἴτησιν: νὰ μάθωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς, διατὶ ἡ ἑταιρία δὲν παρέχει τὸ καταλληλότερον πρὸς καῦσιν πετρέλαιον. Ὁλόκληρος ἡ κοινωνία ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ῥηγνύει κραυγὴν δυσαρεσκείας καὶ ἀγανακτήσεως κατὰ τῆς ποιότητος τοῦ πετρελαίου. Διατὶ ἡ ἑταιρία ἔχει εἰς τὰς ἀποθήκας, ἀπὸ τὰς ὁποίας δίδει πετρέλαιον πρὸς κατανάλωσιν, τοιοῦτον πετρέλαιον; Τίς εἶναι ὁ αἴτιος; ἡ ἑταιρία, ὁ προμηθευτὴς ἢ ἡ Κυβέρνησις; Τοῦτο πρόκειται νὰ μάθωμεν.
§37ΣΧΙΝΑΣ. Ἕν ἐπίσης, Κύριοι, σπουδαῖον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον πρέπει μεγάλως νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, διότι δὲν ἀφορᾷ τὰ ἄτομα, ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ ὁλόκληρον τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν, εἶναι ὁ νόμος περὶ στρατολογίας. Ἕκαστος πατὴρ, ἀνατρέφων διὰ παντοίων κόπων καὶ πολλῶν ἱδρώτων καὶ στερήσεων τὰ τέκνα του, τὰ στέλλει εἰς τὸν στρατὸν, ἵνα ἐκπληρώσωσι τὴν ἐθνικὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν· ἀποστέλλει τὸ τέκνον του ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι μετὰ διετίαν θέλει τὸ ἐπανείδει, ὅτι τὸ τέκνον του θὰ ἐπανέλθῃ ὑγιὲς εἰς τοὺς πατρικοὺς κόλπους. Ἐν τοσούτῳ πλεῖστα αἴτια συντελοῦσιν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς ὑγείας καὶ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῆς νεαρᾶς ἐκείνης ἡλικίας, ἡ ὁποία μέλλει ν’ ἀποκαταστήσῃ μετ’ ὀλίγον χρόνον ὁλόκληρον οἰκογένειαν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Δυστυχῶς καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν χρονικὸν διάστημα δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ στατιστικὴν τῆς θνησιμότητος. Ὅλα τὰ ἔθνη καὶ εἰς ἅπαντα τὰ μέρη ἓν τῶν κυρίων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξετάζουσι καὶ ἐπιμελοῦνται νὰ ἐξακριβώσωσιν, εἶναι τὰ αἴτια τῆς θνησιμότητος. Οὗτος εἶναι ὁ γνώμων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ κάμωμεν μελέτας· οὗτος εἶναι ὁ γνώμων, ὅστις δύναται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ περὶ τοῦ ποῖον εἶναι τὸ καταλληλότατον μέρος, ὅπως διατηρηθῇ στρατός· οὗτος εἶναι ὁ γνώμων, ὁ ὁποῖος θέλει δώσει ἡμῖν τὰ στοιχεῖα, ἵνα ὁδηγηθῶμεν περὶ τῆς ἐνδυμασίας, περὶ τοῦ στρατωνισμοῦ, περὶ τῶν νοσοκομείων καὶ τῶν ἄλλων τῶν παρομαρτούντων εἰς τὸν στρατόν. Ἐὰν τὰ στοιχεῖα ταῦτα δὲν ὑπάρχωσι, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς οὐδεμίαν μελέτην. Ὡς ἐκ τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: 1ον. Γενικοὺς πίνακας τῆς θνησιμότητος τῶν ἀνδρῶν κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν. 2ον. Λεπτομερεῖς πίνακας τῆς θνησιμότητος κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος 1890, κατὰ φρουρὰς καὶ ἐν ὅλῳ. 3ον. Πίνακα τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ἀπολυθέντων ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ μετὰ δίμηνον τοὐλάχιστον ἐν αὐτῷ ὑπηρεσίαν καὶ κατ’ ἔτος. 4ον. Ἐν τοῖς ἀνωτέρω πίναξιν, ὑπ’ ἀριθ. 1 καὶ 2, νὰ μνημονευθῶσι, πόσοι ἀπέθανον ἐν ἀναῤῥωτικῇ ἀδείᾳ διατελοῦντες, ἢ μετὰ τὴν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἀπόλυσίν των, ἐν ἰδιαιτέραις στήλαις. Ὅταν τοιαύτας καταστάσεις λάβωμεν, τότε θέλομεν ἔχει στοιχεῖά τινα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν νὰ καταρτίσωμεν σκέψεις καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων συμφερόντων τῆς κοινωνίας μας. Ἐν τέλει δὲ θὰ κάμω λόγον περὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις κτιρίου τοῦ νέου Στρατοδικείου, διότι μετὰ πεντηκονταετίαν ὅλην ὑβρίσθη τὸ σῶμα τοῦ Μηχανικοῦ ἀπὸ Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἠθέλησεν, εἰσάγουσα τοὺς ξένους εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ καταδείξῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μετὰ 50 ὅλα ἔτη δὲν ἔκαμεν οὐδὲ ἓν βῆμα πρὸς τὰ πρόσω. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔφερε τοὺς ξένους καὶ ἀνέθηκεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐκτέλεσιν ἁπάντων τῶν ἔργων. Μὴ ἀρκεσθεῖσα δὲ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, μὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λιμενικὰ, μὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς ὅλα τὰ ἄλλα, ἠθέλησε νὰ παραδώσῃ καὶ τὰ στρατιωτικὰ ἔργα εἰς χεῖρας μηχανικοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως κάθε ἄλλο δύναται νὰ κληθῇ ἢ μηχανικός. Τὸ σῶμα τοῦ Μηχανικοῦ ἀνέμενε καὶ ἀναμένει ἡμέραν τινὰ, ὅπως καταδείξῃ, ὅτι καὶ αὐτὸ δύναται νὰ ἐκτελέσῃ κάλλιστα τὸ καθῆκόν του· ὁσάκις δὲ ἐκλήθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοῦ εἰς ἐκτέλεσιν οἱουδήποτε ἔργου, τὸ ἐξετέλεσαν κάλλιστα, οὐδενὸς κόπου φεισθέντες, καὶ μὲ ἀμοιβὴν οὐχὶ ἑκατομμυρίων, Κύριοι, τὰ ὁποῖα θ’ ἀκούσητε μεθαύριον, ὅτι ἐλάμβανον οἱ ξένοι, (καίτοι προελθόντα ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ λαοῦ, ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας,) ἀλλὰ μὲ μόνον τὸν μισθὸν αὐτῶν, ἀποκτῶντες δι’ αὐτοῦ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ βιβλία ἢ καὶ ἐκ τῆς πατρικῆς περιουσίας δαπανῶντες, ἵνα συμπληρώσωσι τὰς μελέτας των. Ἀφῃρέθησαν καὶ τὰ στρατιωτικὰ ἔργα τοῦ Μηχανικοῦ καὶ ἐδόθησαν εἰς ἕνα ἁπλοῦν σχεδιαστὴν, τὸν κ. Τροὺμ, τὸν ὡς ἁπλοῦν σχεδιαστὴν τοῦ κ. Πιὰτ ἐλθόντα εἰς Ἑλλάδα. Εἰς τοιοῦτον ἀνετέθη, Κύριοι, τί νομίζετε; τὸ Στρατοδικεῖον τῆς Ἑλλάδος! Τοιοῦτος λοιπὸν σχεδιαστής, ὁ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν τοῦ κ. Πιὰτ ἁπλοῦς σχεδιαστὴς, αὐτὸς ἐν Ἑλλάδι, ὅπως καὶ ἄλλοι πολλοὶ, ἐχειροτονήθη ἀρχιτέκτων, ἐπέπρωτο δὲ εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ δυστυχοῦς στρατιωτικοῦ ταμείου νὰ μάθῃ καὶ αὐτὸς, ὁ κ. Τροὺμ, τὴν τέχνην τοῦ ἀρχιτέκτονος, καὶ νὰ μᾶς κάμῃ ἓν ἐξάμβλωμα ἐξαμβλωμάτων, εἰς ὃ πᾶς στρατιωτικὸς ἐντρέπεται νὰ εἰσέλθῃ.
§38ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐτέθη ὁ θεμέλιος λίθος, κύριε Σχινᾶ;
§39ΣΧΙΝΑΣ. Ἐτέθη καὶ ἡ στέγη, καὶ ἐκεῖ εἰσέρχονται καθ’ ἑκάστην ἀξιωματικοὶ, ἐκτελοῦντες καθήκοντα στρατοδίκου. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἀνήκω εἰς τὸ σῶμα τοῦ στρατοῦ· λυποῦμαι δ’ ἔτι πλειότερον, διότι δὲν εἶχον τότε φωνὴν, ἡ δὲ δικαία φωνὴ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Μηχανικοῦ δὲν εἰσηκούετο. Ὁμολογῶ, καὶ δύναμαι μετὰ θάῤῥους νὰ εἴπω, ὅτι τὸ σῶμα τοῦ Μηχανικοῦ κέκτηται ἀξιωματικοὺς, ὡς καὶ ἅπαντα τὰ ἄλλα σώματα τοῦ στρατοῦ, ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των εἰς πάντας τοὺς κλάδους, διότι πολλοὶ κλάδοι δυστυχῶς συγκεντροῦνται εἰς τὸ σῶμα τοῦ Μηχανικοῦ. Ὁσάκις δὲ διετάχθησαν, ἵνα ἐπιτελέσωσι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ἔργον, τὸ ἐπετέλεσαν μετ’ ἀκριβείας, τιμιότητος καὶ ἀφιλοκερδείας.
§40ΔΑΓΡΕΣ....
§41ΣΧΙΝΑΣ. Ἔπρεπε νὰ ἠξεύρητε τὴν ἱστορίαν τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Βουλευτηρίου. Ἐπειδὴ δὲ δὲν τὴν ἠξεύρετε, σᾶς τὴν λέγω. Αὐτὸ ἀνηγέρθη πρὸ τῆς ἐξώσεως τοῦ Ὄθωνος, πρὸ τοῦ 1862, καὶ ἀνηγέρθη ἐπὶ τῇ βάσει σχεδίου, ὅπως ἐν αὐτῷ συνεδριάζωσιν ἥ τε Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία...
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖον οἰκοδόμημα;
§43ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ παρόν....Δυστυχῶς τὰ γλίσχρα ἐκεῖνα μέσα, τὰ γλισχρότατα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐν τῇ Βουλῇ, κύριοι συνάδελφοι, ἐγένοντο πολλαὶ συζητήσεις, δὲν ἐπήρκουν. Ἀναζητήσατε τὰ πρακτικά, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὁποῖος πάταγος ἐγένετο δι’ ἔκτακτον πίστωσιν 5 ἢ 10 χιλιάδων δραχμῶν καὶ οὐχὶ 10, 30 καὶ 100 ἑκατομμυρίων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν λοιπὸν ἐκείνην διὰ γλισχροτάτων μέσων ἐπεζήτουν νὰ ἐκτελέσωσι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ἔργον· καὶ ὅμως, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐξετέλεσαν πλειότερα τῶν σήμερον διὰ δαπάνης πολλῶν ἑκατομμυρίων ἐκτελεσθέντων. Θέλω δὲ σᾶς ἀποδείξει ταῦτα μετὰ μικρὸν δι’ ἀριθμῶν καὶ πραγμάτων. Τότε, κύριοι συνάδελφοι, χάριν οἰκονομίας ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν ἠθέλησαν νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰ θεμέλια, τὰ ὁποῖα εἶχον θέσει πρὸ τοῦ 1862 καὶ τὰ ὁποῖα ἦσαν κατὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ παρόντος Βουλευτηρίου εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν δείκνυνται εἰς τὴν παρακειμένην ἀνατολικῶς τούτου ἔκτασιν. Αὕτη εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ κτιρίου τούτου. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, μὴ θέλων νὰ μακρηγορῶ, ἐκφράζω δὲ δημοσίᾳ τὴν λύπην μου διὰ τὰ γενόμενα, ἤτοι διὰ τὴν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀνάθεσιν ἔργων στρατιωτικῶν πρὸς ἀμαθῆ κερδοσκόπον καὶ ὅπως ἀποδοθῇ αὐτῷ ἀμοιβή. Ἐκφράζων δὲ ἐπὶ τοῖς γενομένοις τὴν λύπην μου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἤτοι τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ Στρατοδικείου, δηλῶν ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω ἐκτενέστερον.
§44Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς τὰ περὶ ἁλάτων ἑνόνω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου εἰς τὴν δικαίαν παράκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου ὑπὲρ τῆς ταχείας ἀποστολῆς ἅλατος εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι ἡ ἔλλειψις αὐτοῦ, μὲ τὴν ὑπάρχουσαν ἐκεῖ δυσχερεστάτην συγκοινωνίαν, καθίσταται ἀφόρητος. Ἀναφορικῶς πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου λεχθέντα, ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν μονοπωλίων συνέστησε περισσοτέρας ἀποθήκας ἐκείνων, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν σύμβασιν ὑποχρεοῦται, δὲν φέρω ἀντίῤῥησιν, διότι δὲν ἔχω τὰ στοιχεῖα· παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ κατάλογος περὶ τῆς συστάσεως τῶν ἁλαταποθηκῶν δὲν ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγκῶν τῶν μερῶν ἐκείνων, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν, ἂν δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ, νὰ συστήσῃ τοὐλάχιστον, πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῶν κατοίκων καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν μονοπωλίων, ὅπως αὕτη συστήσῃ τρεῖς ἔτι ἁλαταποθήκας εἰς τὰ λοιπὰ χωρία τοῦ Πηλίου, ἤτοι ἐκτὸς τῆς τῶν Καλῶν Νερῶν, καὶ εἰς Ἄφησον καὶ εἰς Μηλίναν.
§45ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὰ Καλὰ Νερὰ συνέστη.
§46Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συμφώνως πρὸς ταῦτα ὑποβάλλω καὶ σύστασιν ἔγγραφον μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Σχινᾶ, ἔχουσιν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Παρακαλοῦμεν νὰ παραγγελθῇ ἡ ἑταιρία τῶν μονοπωλίων, ὅπως ἐφοδιάσῃ τὰς ἁλαταποθήκας τῆς ἐπαρχίας Βώλου μὲ τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν ἅλατος, καὶ νὰ συστήσῃ ἁλαταποθήκας ἐκτὸς τῆς τῶν Καλῶν Νερῶν προσέτι καὶ εἰς Ἄφησον καὶ εἰς Μηλίναν, ἀπαραιτήτους καὶ διὰ τὸ ἁλάτισμα τῶν ἐλαιῶν καὶ διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ ἐλαίου εἰς μεγάλας ποσότητας.»
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δύναμαι ἀμέσως νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος περὶ ἅλατος. Πολλαχόθεν ἀπευθύνουσι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον παράπονα κατὰ τῆς ἑταιρίας, ὡς μὴ ἐφοδιαζούσης ἐπαρκῶς καὶ ἐγκαίρως τὰς ἁλαταποθήκας. Ὡς γνωρίζετε, ἡ σύμβασις ἓν κυρίως παρέχει εἰς τὸν Ὑπουργὸν μέσον, ὅπως ἐκβιάσῃ τὴν ἑταιρίαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς, τοῦτο δὲ εἶναι ἡ ἐπιβολὴ προστίμου. Δύναται δὲ μετὰ ταῦτα καὶ ἀπ’ εὐθείας ἡ Κυβέρνησις νὰ πέμψῃ διὰ λογαριασμὸν τῆς ἑταιρίας ἅλας. Ἤδη τὸ πρῶτον δικαίωμα ἐξήσκησα, ἐπιβαλὼν τῇ ἑταιρίᾳ τρία πρόστιμα· ἂν δὲ μή με ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐπεβλήθη αὐτῇ πρόστιμον καὶ διὰ τὴν ἀποθήκην τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, περὶ ἧς ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Τὸ ἕτερον μέσον εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ πολὺ εὔκολον. Ἐὰν ὅμως καὶ μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν προστίμων ἡ ἑταιρία δὲν φροντίσῃ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών της, θέλω φροντίσει καὶ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράδοσιν τῶν ἁλάτων, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ κ. συνάδελφος, εὗρον πράγματι τὴν ἔλλειψιν ταύτην ὑφισταμένην τὸν Ὀκτώβριον, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, ἀνεγνώρισα ἀμέσως τὸ ἄτοπον, καὶ ἔκτοτε ἠρξάμην ἐπιμελούμενος, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἡ παράδοσις αὐτῶν. Παραμεληθεῖσα ὅμως αὕτη ἐν τῇ καταλλήλῳ ἐποχῇ, δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ εὐκόλως σήμερον ἐν καιρῷ χειμῶνος. Ἡ πληροφορία τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ὅτι ὑπάρχουσι 40 ἀποθῆκαι πλέον τῶν ὁριζομένων ἐν τῇ συμβάσει, δὲν εἶναι ἀκριβής· εἶναι κατ’ ἐλάχιστον πλειότεραι.
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τριάκοντα τέσσαρες ἀκριβῶς.
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία ὑμῶν. Ὅλας ὅμως τὰς αἰτήσεις περὶ συστάσεως νέων ἀποθηκῶν συνέστησα εἰς τὴν ἑταιρίαν. Ἡ ποιότης τοῦ πετρελαίου, προμηθευομένου ἐξ Ἀμερικῆς, εἶναι καλή. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲ τῶν Οἰκονομικῶν πάντοτε ἐπιδιώκει καὶ θὰ ἐπιδιώκῃ τὴν προμήθειαν καλῆς ποιότητος πετρελαίου. Ἐὰν κατὰ τὴν λιανικὴν πώλησιν ἐπέρχηται νόθευσίς τις τοῦ πετρελαίου, καλὸν εἶναι νὰ καταγγέληται τοῦτο ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ θέλει λαμβάνει πάντα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς διόρθωσιν τοῦ τοιούτου ἀτόπου.
§50ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐὰν τὸ ἄτοπον περὶ μὴ παραδόσεως ἀμέσου τῶν ἁλάτων ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἐξακολουθῇ ἀπὸ τοῦ 1888, ἤτοι ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας.
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· ἐὰν ἐγένετο καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, θέλω ἐξετάσει καὶ πληροφορήσει τὴν Βουλήν.
§52ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὡς πρὸς τὰ πετρέλαια ἐγένετο ἐπανειλημμένως λόγος καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὡς ἐνθυμεῖσθε, δὲν ἠρνήθη ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅτι τὸ πετρέλαιον ἔχει ἐν ἑαυτῷ τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὰ παράπονα ἐκ μέρους τῶν ποιούντων χρῆσιν αὐτοῦ, διότι τὸ προμηθευόμενον ἐξ Ἀμερικῆς πετρέλαιον ἐμπεριέχει οὐσίας τινὰς, αἵτινες, ἀποῤῥοφώμεναι κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν καίει, ἐμποδίζουσι τὴν διοχέτευσιν τοῦ πετρελαίου, καὶ διὰ τοῦτο παρατηρεῖται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει, ἤτοι νὰ ἐλαττοῦται τὸ φῶς ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, νὰ καπνίζῃ ἡ λυχνία, καὶ νὰ προξενῇ ὀσμὴν πολὺ δυσάρεστον, νὰ ὑποχρεοῖ δὲ τὸν ποιοῦντα χρῆσιν ν’ ἀναβιβάζῃ ἑκάστοτε τὸ φιτύλιον. Τότε δὲ, νομίζω, ἐδικαιολογήθη ἡ ποιότης τοῦ πετρελαίου, ὅτι προμηθεύεται τὸ Δημόσιον τὴν ποιότητα ταύτην διὰ νὰ προλαμβάνῃ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἐξ ἄλλης καθαρωτέρας ποιότητος ἐνδέχεται νὰ ἐπέλθωσι. Καὶ πράγματι τὸ προμηθευόμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πετρέλαιον ἀπαιτεῖ θερμότητα ἀνωτέραν, διὰ νὰ καίῃ καλῶς, ὅταν δὲ ἡ θερμοκρασία καταβιβάζηται,— καὶ συμβαίνει τοῦτο ἰδίως κατὰ τὸν χειμῶνα,—παύει νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ποιούντων χρῆσιν αὐτοῦ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ αὐτὴν ταύτην τὴν ἑταιρίαν, διότι αὕτη ἴσως τὸν πληροφορήσῃ, ὅτι μέχρις οὗ ἐξακολουθῶμεν προμηθευόμενοι τοιαύτην ποιότητα, θὰ ἐξακολουθῶσι καὶ τὰ παράπονα.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν δύο νομοσχέδια, τὸ μὲν περὶ κυρώσεως συμβάσεως, συνομολογηθείσης τὴν 26 Ἰανουαρίου 1891, μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τοῦ κ. Κ. Μαρίνου, ὡς πληρεξουσίου τῆς ἐν Λονδίνῳ ἑδρευούσης ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας «Trident Line», τὸ δὲ περὶ καταργήσεως νόμων περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἀπαιτουμένου χρόνου καὶ περὶ προσμετρήσεως εἰς τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ διανυομένου χρόνου ἐν ἀδείᾳ 5½ μηνῶν καὶ ἐν ὡρισμένῃ διαθεσιμότητι. Συνάδελφος ἀπηύθυνε πρό τινων ἡμερῶν ἐπερώτησιν περὶ τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Τὸ θέμα εἶναι ἄξιον τῳόντι τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, καὶ σπεύδω νὰ καταθέσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου ἐπορίσθημεν (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ νοσοκομείῳ Ἀθηνῶν νοσηλεύονται σήμερον (7 Φεβρουαρίου) ἄῤῥωστοι 262· ἀφαιρουμένων ἀπὸ τούτων 58 ἀῤῥώστων, πασχόντων νοσήματα ἐξωτερικὰ καὶ ἀφροδισιακά, μένουσι 204 νοσηλευόμενοι διὰ νοσήματα ἐσωτερικά. Τῶν 204 τούτων 100 νοσηλεύονται διὰ νοσήματα τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργάνων, ὧν ὁ σχετικῶς μέγας ἀριθμὸς ὀφείλεται εἰς τὴν δριμύτητα τοῦ χειμῶνος. Καὶ ὅμως ἡ ἀναλογία τῶν ἀῤῥώστων ἐν γένει πρὸς τὴν δύναμιν τῆς φρουρᾶς δὲν εἶναι μεγάλη, διότι τῆς μέσης ἀναλογίας τῆς νοσηρότητος οὔσης 5%, ἡ σημερινὴ ἀναλογία ἐν τῇ φρουρᾷ Ἀθηνῶν ἀνέρχεται εἰς 4%, διότι ἐπὶ δυνάμεως 6,700 περίπου ἀνδρῶν, νοσηλεύονται 262. «Οἴκοι δὲν νοσηλεύονται ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργείου, εἰμὴ τρεῖς μόνον ὁπλῖται. «Οἱ ἐν τοῖς στρατῶσιν ἐπὶ 2 ἢ 3 ἡμέρας μένοντες ἐλεύθεροι ὑπηρεσίας δὲν ὑπολογίζονται εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀῤῥώστων. «Εἰς τὸ ἀπομονωτήριον τῶν ἰλαριώντων νοσηλεύονται σήμερον 14, οἵτινες, κατανεμόμενοι κατὰ σώματα, εἰσί: 7 τοῦ 2ου τάγματος τῶν εὐζώνων 3 τοῦ 1ου συντάγματος τοῦ ἱππικοῦ. 2 τῆς διλοχίας τῶν νοσοκόμων. 1 τοῦ 2ου συντάγματος τοῦ πυροβολικοῦ. 1 τοῦ συντάγματος τοῦ μηχανικοῦ. «Εἰς τὸ 2ον τάγμα τῶν εὐζώνων εἰσεκόμισαν τὴν ἰλαρὰν δύο εὔζωνοι, ἐλθόντες ἐκ Καρβασαρᾶ, ἔνθα ὑπάρχει ἰλαρὰ, φέροντες τὸ νόσημα ἐν ἐπωάσει, ἐκδηλωθὲν ἡμέρας τινὰς μετὰ τὴν ἄφιξίν των καὶ μεταδοθὲν εἰς τοὺς λοιποὺς 5 τοῦ αὐτοῦ τάγματος· οὗτοι πάντες ἀπεμονώθησαν, καὶ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ μὴ μεταδοθῇ εἰς τοὺς ὀλίγους ὑπολειφθέντας ἐνταῦθα ὁπλίτας τοῦ 2ου τῶν εὐζώνων ἡ νόσος. «Οἱ τῶν ἄλλων σωμάτων κατὰ πᾶσαν πιθανότητα μετέλαβον τὸ νόσημα ἐν τῇ πόλει, ἔνθα τοῦτο ἐπιπολάζει· καὶ τοῦτο εἰκάζεται ἐκ τῆς μεγάλης ἀπ’ ἀλλήλων ἀποστάσεως τῶν στρατώνων, εἰς οὓς μεμονωμένα σχεδὸν κρούσματα μέχρι τοῦδε ἐπαρουσιάσθησαν, πυροβολικὸν, μηχανικόν, ἱππικὸν, νοσοκόμοι, ὧν οἱ στρατιῶται κεῖνται εἰς τὰ 4 ἄκρα τῆς πόλεως. Ἡ εἰς τοὺς νοσοκόμους ἐμφάνισις τῆς νόσου ἐστὶν εὐεξήγητος, ἀφοῦ νοσηλεύουσιν ἰλαριῶντας.» Ἀληθῶς πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου, καὶ ἰδίως ἀπησχόλησε δι’ ἐμβριθοῦς καὶ ἀξίας προσοχῆς μελέτης τὴν Βουλὴν ἀγαπητὸς συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἤδη δὲν συνεδριάζει μεθ’ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Πόρισμα ἀναντίῤῥητον καὶ ὑπὸ πάντων ὁμολογούμενον τῶν συζητήσεων ἐκείνων κατεδείχθη ἡ ἀνεπάρκεια τῆς οἰκοδομῆς τοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου Ἀθηνῶν, ἀνεπάρκεια κατὰ χωρητικότητα, ἀλλ’ ἀνεπάρκεια καὶ κατὰ τὴν κατ’ ἐπιστήμην περίθαλψιν καὶ συνδρομὴν τῶν νοσούντων. Κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς τελευταίας συνόδου τῆς διαλυθείσης Βουλῆς τὸ πρώην Ὑπουργεῖον εἰσήγαγε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει πίστωσιν πέντε ἑκατομμυρίων καί τινων ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν πρὸς οἰκοδομὴν στρατιωτικῶν κτιρίων. Εἷς τῶν Ὑπουργῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπετάθη πρὸς φίλους συναδέλφους ἐν τῇ τότε Ἀντιπολιτεύσει, καὶ προέβαλε νὰ γένηται συνεννόησις, ὅπως ψηφισθῶσι νομοσχέδιά τινα ἐκκρεμῆ, πρὶν ἢ λήξῃ ἡ σύνοδος ἐκείνη, καθ’ ὅσον ἐβαίνομεν τότε εἰς τὸ τέρμα αὐτῆς. Ἡ δήλωσις αὕτη μοὶ ἀνεκοινώθη, καὶ παρεκάλεσα δύο ἢ τρεῖς συναδέλφους ἐκ τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ συνεννοήθησαν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου· μεταξὺ δὲ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐστέρξαμεν νὰ συζητήσωμεν τότε, ἦτο καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς οἰκοδομὴν στρατιωτικῶν κτιρίων, ἀλλὰ μόνον ἵνα χορηγήσωμεν πίστωσιν μέχρις ἑνὸς ἑκατομμυρίου δι’ οἰκοδομὴν στρατιωτικοῦ νοσοκομείου. Ἡ συνεννόησις δὲν κατέληξεν εἰς ἀποτέλεσμα, καὶ διὰ τοῦτο παρῆλθεν ὁ ἔκτοτε χρόνος ἄνευ προνοίας περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου. Ἀλλὰ δὲν παρέλιπον, γενόμενος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ συνεννοηθῶ περὶ τούτου μετὰ τοῦ διευθύνοντος τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ πρώτη μέριμνα ἡμῶν, ὡς εἰκὸς, ἦτο ἡ περὶ ἀνευρέσεως καταλλήλου οἰκοπέδου. Παρακάλεσα δὲ καὶ τὸν τμηματάρχην, τὸν διευθύνοντα τὸ τμῆμα τῶν κτημάτων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα μᾶς πληροφορήσῃ, μήπως ἔχῃ καὶ τὸ Δημόσιον οἰκόπεδα, ἵνα κρίνωμεν, ἐάν τι τούτων δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπόν. Ἐὰν κατορθωθῇ ἡ εὕρεσις οἰκοπέδου καταλλήλου, ἐπαρκοῦς εἰς οἰκοδομὴν νοσοκομείου κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐπιστήμης, θέλω σπεύσει νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν οἰκοδόμησιν τοιούτου, ἐπαρκοῦντος καὶ κατὰ χωρητικότητα καὶ κατ’ ἐπιστημονικὴν ἀντίληψιν.
§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νοσοκομείου μονίμου, ἢ κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου σχέδια εἴχομεν καὶ πέρυσιν ἐνταῦθα;
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν λέγω νοσοκομεῖον ἐπαρκὲς κατὰ χωρητικότητα καὶ ἐπιστημονικὴν ἀντίληψιν, ἐννοῶ νοσοκομεῖον οἰκοδομηθησόμενον κατὰ τοὺς τελευταίους κανόνας, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσιν ἐπὶ τῆς οἰκοδομῆς νοσοκομείων. Ὡς γνωρίζετε, — διότι ἡ πληροφορία αὕτη τυγχάνει προσιτὴ εἰς πάντας, — τελευταῖον ἀνεγνωρίσθη, ὅτι τὰ μόνιμα νοσοκομεῖα δὲν εἶναι τὰ καταλληλότερα. Εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μοὶ ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μοὶ ἐζήτησεν, εἶναι πολλαὶ, καὶ θέλω ἴσως ἀπασχολήσει ἀδίκως τὴν Βουλὴν, καὶ ἐμποιήσει ἴσως κάματον εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἐὰν ἀναγνώσω τὰς πληροφορίας ταύτας, αἵτινες συνίστανται ἐκ τεσσάρων πινάκων καὶ μιᾶς περιλήψεως ἢ πορίσματος τῶν ἐν τοῖς πίναξι περιληφθεισῶν πληροφοριῶν. Διὰ τοῦτο προτιμῶ νὰ καταθέσω ταύτας, ὅπως τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν. Εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων εἶχε ζητήσει πληροφορίαν περὶ τῆς αἰτίας, δι’ ἣν δὲν διωρίσθη ἔτι δημοτικὸς ἀστυνόμος ἐν τῷ δήμῳ Λαμιέων. Ἐὰν τὰ πρακτικὰ ἐξέθηκαν ἀκριβῶς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαμίας Βουλευτὴς, δὲν εἶχεν ἀκριβεῖς πληροφορίας, διότι δημοτικὸς ἀστυνόμος ὑπάρχει ἐν Λαμίᾳ· δὲν ὑπάρχει δεύτερος ἀστυνόμος δημοτικὸς, διότι ὁ δεύτερος δημοτικὸς ἀστυνόμος ἀπελύθη διὰ Β. διατάγματος τῆς 14ης Σεπτεμβρίου 1890, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ἐκοινοποιήθη δὲ τὸ διάταγμα τοῦτο τὴν 18ην Σεπτεμβρίου εἰς τὸν νομάρχην Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ διευθύνων τὴν Νομαρχίαν, πρὶν ἢ ἐγκατασταθῇ νομάρχης, ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου Λαμιέων, διὰ τῆς ὁποίας προὐτείνετο ὁ διορισμὸς δευτέρου ἀστυνόμου, ὑπέλαβον ὅμως, ὅτι προσῆκε, πρὶν ἢ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, ν’ ἀκούσω τὴν ἐπὶ τοῦ προτεινομένου προσώπου γνώμην τοῦ νομάρχου. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀπεστάλησαν πρὸς τὸν νομάρχην Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος τὴν 29 Δεκεμβρίου, καὶ ἀναμένω τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μοὶ προὐτάθη ἡ παῦσις τοῦ πρώτου ἀστυνόμου ἀπὸ τὸν νομάρχην Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφορᾷ του, δι’ ἧς ἐπρότεινε τὴν παῦσιν τοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου, ἀναφέρει ὅτι οὗτος ἔχει ἰδιότητας, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσιν αὐτὸν ἀκατάλληλον εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, διότι ἔχει ἐν τοῖς τρόποις αὐτοῦ τι τὸ αὔθαδες, εἶναι ὀκνηρὸς εἰς τὰς ἐνεργείας πρὸς πρόληψιν τῶν ἀνομημάτων, εἶναι βραδὺς εἰς τὰς πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν διαπραττομένων ἐγκλημάτων· ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἔκρινα ἀνεπαρκῆ καὶ μὴ συντείνοντα εἰς τὸν σχηματισμὸν ἀσφαλοῦς γνώμης, καὶ διὰ τοῦτο ἐπέστρεψα τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν νομάρχην Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, παραγγείλας αὐτῷ νὰ μοὶ ἀναφέρῃ εἰς ποίας εἰδικῶς παραλείψεις ὑπέκυψεν ὁ ἀστυνόμος, καὶ ποίας εἰδικῶς πράξεις ἔπραξεν, ἀντιβαινούσας εἰς τὸ καθῆκον αὐτοῦ. Συνάδελφος ἐκ Καλαβρύτων μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, ζητήσας πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ ἐργασίαι πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου μεταξὺ Διακοφτοῦ καὶ Καλαβρύτων. Ἐκεῖνος τῶν προϊσταμένων τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ὅστις διευθύνει ἰδίως τὰς ἐργασίας τὰς σιδηροδρομικὰς, μοὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, ἥτις μετεφράσθη ἐν τοῖς γραφείοις, ὅπως τυπωθῇ καὶ λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπιθυμοῦσι· τὴν ἔκθεσιν δὲ ταύτην καταθέτω.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποβληθέντα νομοσχέδια καὶ αἱ λοιπαὶ πληροφορίαι καὶ οἱ πίνακες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 148–152).
§57ΔΑΓΡΕΣ. Χθὲς ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἐν ὀνόματι καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων μου ἐκ Μεσσηνίας πρότασιν νόμου καὶ ἐζήτησα τὴν τύπωσιν αὐτῆς, καθὼς καὶ τὴν τύπωσιν ἐπιστολῆς συντόμου, ἣν ἔλαβον ἐκ Καλαμῶν. Ἐτυπώθη ἡ πρότασις, ἀλλὰ δὲν ἐτυπώθη ἡ ἐπιστολή.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ καὶ ἡ ἐπιστολή;
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 153.) Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Νέων Ψαρῶν. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τοῦ Αʹ τμήματος τῆς Βουλῆς ἀποφαινομένου ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς.)
§61ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀποτελῶ μέρος τοῦ τμήματος τοῦ προεξελέγξαντος τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν τῶν Νέων Ψαρῶν, καὶ ἔλαβον μέρος εἰς ὅλας αὐτοῦ τὰς συνεδριάσεις, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν, καθ’ ἣν ἀπεφασίσθη ἡ πρότασις, ἣν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. γραμματεὺς ἀνέγνωσεν. Ἔμεινα διαφωνῶν, καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. εἰσηγητὴν νὰ μὲ σημειώσῃ ὡς τοιοῦτον, ἐπιφυλαχθεὶς νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἐστήριζον τὴν διαφωνίαν μου. Παραδόξως, καὶ ἀγνοῶ τίνος ἕνεκα, οὔτε μνεία τῆς διαφωνίας μου ἐν τῇ ἐκθέσει ἐγένετο, οὔτε ἡ ἔκθεσις, ὡς εἴθισται, μοὶ ἐστάλη πρὸς ὑπογραφὴν, καὶ μόνον ἐκ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔλαβον γνῶσιν, ὅτι ἡ ἔκθεσις, κατετέθη. Ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν ἐν τῷ τμήματι ἐνστάσεων κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ἀξία ἐξετάσεως ἐκρίθη μόνον ἡ ἀναγομένη εἰς τὴν ἱκανότητα τοῦ ἐπιτυχόντος ὑποψηφίου, καθόσον ὑπὸ τῶν ἐνισταμένων ὑπεβλήθη, ὅτι ὁ εἰρημένος κύριος, ὑπέχων ὑποχρέωσιν ἐπιστράτου, δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ἐπιβεβλημένην αὐτῷ ὑποχρέωσιν, καὶ ἑπομένως ὅτι εἶναι ἀνυπότακτος καὶ κατὰ τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα οὔτε τοῦ ἐκλέγειν οὔτε τοῦ ἐκλέγεσθαι. Ἀλλὰ τὸ ἀντικείμενον, τὸ ἐξετασθὲν ἐν τῷ τμήματι, εἶναι ἡ ἀνυποταξία τοῦ ἐπιτυχόντος σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885 καὶ 1886, καθόσον, ὡς ὁ ἐνιστάμενος ὑπέβαλεν, ὁ ἐπιτυχών, ἐγγεγραμμένος ὢν ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων ὡς γεννηθεὶς τὸ ἔτος 1857, ἐκλήθη κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885, διότι ἡ ἡλικία ἐκείνη ἦτο ἡ τελευταία, ἥτις ἐκλήθη διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 13 Μαρτίου 1886. Ἐν τῷ τμήματι ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, καὶ αἱ πληροφορίαι διεβιβάσθησαν εἰς τὸ τμῆμα, μεθ’ ὃ τὸ τμῆμα συνῆλθε καὶ διετύπωσε τὴν γνώμην του εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ τῶν διαβιβασθεισῶν τούτων πληροφοριῶν προκύπτουσι τὰ ἑξῆς: ὅτι εἰς μὲν τὰ τηρούμενα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν μητρῷα ὁ ἐπιτυχὼν φέρεται ὡς γεννηθεὶς τὸ ἔτος 1857: ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον, ζητῆσαν πληροφορίας ἀπὸ τὸ στρατολογικὸν γραφεῖον Χαλκίδος, εἰς ὃ ὑπάγεται ὁ δῆμος, εἰς ὃν ἀνήκει ὁ ἐπιτυχών, ἔλαβε τὴν πληροφορίαν, ὅτι οὗτος ἐν τοῖς τηρουμένοις ἐν τῷ στρατολογικῷ ἐκείνῳ γραφείῳ μητρῴοις φέρεται ὡς γεννηθεὶς τὸ ἔτος 1851, καὶ ὅτι ἑπομένως, ἄγων κατὰ τὸ 1885, ὅτε ἐκλήθησαν αἱ διάφοροι τότε ἡλικίαι μέχρι τῆς τοῦ 1857, ἡλικίαν 35 ἐτῶν, δὲν ὑπήγετο εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κεκλημένων ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐπιστράτων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μάλιστα συνώδευσε τὰς πληροφορίας ταύτας καὶ δι’ ἑτέρου ἐγγράφου τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἐξ οὗ προκύπτει, ὅτι κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1886 ὁ ἐπιτυχὼν ὑποψήφιος ἐνεφανίσθη εἰς τὸ στρατολογικὸν γραφεῖον Ἀττικῆς καὶ ἐζήτησε νὰ καταταχθῇ καὶ ὑπηρετήσῃ, ἀλλὰ τὸ στρατολογικὸν γραφεῖον Ἀττικῆς, λαβὸν πληροφορίας παρὰ τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου Χαλκίδος, ὅτι οὗτος ἦτο ἐγγεγραμμένος ὡς γεννηθεὶς τῷ 1851, δὲν τὸν ἐδέχθη εἰς κατάταξιν. Ἐκ τούτων τῶν πληροφοριῶν τὸ τμῆμα προῆλθεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀνυπότακτος ὁ ἐπιτυχὼν, καὶ ἑπομένως ὅτι ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τὰ προσόντα αὐτοῦ εἶναι ἐπικυρωτέα. Ἐν τῷ τμήματι διεφώνησα, διότι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ διαφορὰ τῆς ἐγγραφῆς μεταξὺ τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τηρουμένων μητρώων καὶ τῶν ἐν τῷ στρατολογικῷ γραφείῳ Χαλκίδος. Μοὶ ἔκαμε δὲ τοσούτῳ μᾶλλον ἐντύπωσιν ἡ διαφορὰ αὕτη, καθ’ ὅσον νομίζω, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ὅτι ὁ ἐπιτυχὼν ὑποψήφιος δὲν φέρει, ὡς ἐκ τῆς ὄψεως καὶ παρουσίας αὐτοῦ δύναται νὰ κρίνῃ τις, τὴν ἡλικίαν, ἣν ἀποδίδει αὐτῷ ἡ ἐν τῷ μητρώῳ τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου Χαλκίδος ἐγγραφὴ, καὶ ἐξ ὅσων περαιτέρω ἐρευνῶν ἔκαμα, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξακριβώσω τὴν ἀλήθειαν· διότι ἐκ πιστοποιητικῶν, προσαχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀποτυχόντος ὑποψηφίου, ἤτοι ἐκ πιστοποιητικοῦ τῆς Ριζαρείου Σχολῆς, εἰς ἣν ὁ ἐπιτυχὼν ὑποψήφιος ἐφοίτισε, προκύπτει, ὅτι ὁ κύριος οὗτος ἀληθῶς ἐγεννήθη τὸ 1861, διότι εἰσήχθη εἰς τὴν Ριζάρειον Σχολὴν τὸ 1876 καὶ ἐσημειώθη μὲ ἡλικίαν 15 ἐτῶν. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς τὰ τεκμήρια ταῦτα. Θὰ ὑποβάλω μόνον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἔστω, παραδέχομαι ὅτι κατὰ τὴν σημειουμένην ἐν τοῖς μητρώοις τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου Χαλκίδος ἡλικίαν ὁ ἐπιτυχὼν ὑποψήφιος δὲν ὑπέχει ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1885 καὶ 1886· ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ παρ’ ἡμῖν ἡ γενικὴ στρατολογία, ἤτοι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1880, ὅτε τὰ περὶ τούτου ἐκανονίσθησαν διὰ τοῦ νόμου ΨΙϚʹ τοῦ ἔτους 1878, ἐγένετο ἡ πρώτη ἐπιστράτευσις τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ τὸ ἔτος 1880, καὶ ἐκηρύχθη μὲν ἡ ἐπιστράτευσις, κατὰ τὰ τότε κείμενα, διὰ διατάγματος τοῦ 1880, ἀλλ’ ἐπραγματοποιήθη κατόπιν δι’ ἑπομένου διατάγματος κατὰ τὸ 1881. Ἂν δὲ λάβωμεν ὡς ἀφετηρίαν τὴν ἡλικίαν, ἣν φαίνεται κεκτημένος ὁ ἐπιτυχὼν ὑποψήφιος κατὰ τὰ μητρῷα τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου Χαλκίδος, κατὰ τὸ 1881 θὰ εἶχεν ἡλικίαν 30 ἐτῶν, καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1881 ἦτο ὑπόχρεως νὰ ὑπηρετήσῃ ὑπὸ τὰς σημαίας. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι αἱ πληροφορίαι αἱ διαβιβασθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐξήντλησαν τὸ ὑπὸ τῶν ἐνστάσεων τῶν ἐνισταμένων τεθὲν ζήτημα τῆς ἀνυποταξίας, καὶ πρέπει νὰ βεβαιωθῇ, ἐὰν ὁ ἐπιτυχὼν ὑποψήφιος ἐξεπλήρωσε τὴν κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1881 ἐπιβεβλημένην αὐτῷ ὑποχρέωσιν, ἢ ἀπηλλάγη ταύτης· ἄλλως, κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ κατὰ τὸν νῦν ἰσχύοντα, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνυπότακτος. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ σήμερον τὴν ἐκλογὴν, Νέων Ψαρῶν, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλῃ, μέχρις οὗ ζητηθῶσι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν συμπληρωτικαὶ πληροφορίαι, ἂν ὁ ἐπιτυχὼν ὑποψήφιος, ὡς ὑπέχων ὑποχρέωσιν ἐφέδρου κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ ἔτους 1881, ἐξεπλήρωσε τὰς ἐπιβεβλημένας αὐτῷ ὑποχρεώσεις καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀνυπότακτος.
§62ΚΟΡΠΑΣ. Ἀποτελῶν μέρος τοῦ τμήματος, τοῦ προεξελέγξαντος τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἐκλογὴν, καὶ ὑπογράψας εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἔκθεσιν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος ἐκτεθέντων. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος μὲ ἀπήλλαξεν, εἶναι ἀληθὲς, τοῦ κόπου τοῦ νὰ ποιήσωμαι ἐκτενῆ ἀφήγησιν τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ ἐπιτυχὼν βουλευτὴς κ. Ἀλέξανδρος Μιλτ. Κανάρης. Ἡ σπουδαιοτέρα, κατ’ ἐμέ, τῶν ἐνστάσεων, τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ ἀποτυχόντος ὑποψηφίου, ἦτο ἡ περὶ ἀνυποταξίας τοῦ ἐπιτυχόντος Ἀλεξ. Μ. Κανάρη. Καὶ ἂν ἀληθῶς ἀπεδεικνύετο ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων εἴτε καὶ ἐξ ἄλλων, ἐχόντων ὅμως τὸ κῦρος τῆς ἐπισημότητος, ὅτι ὁ κ. Ἀλέξ. Μ. Κανάρης ἦτο ἀνυπότακτος εἴτε κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1881, εἴτε κατὰ τὴν τοῦ 1885, ἀναντιῤῥήτως, κατὰ ῥητὰς διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, δὲν δύναται νὰ ἦναι Βουλευτής· διότι πάντες οἱ στρατολογικοὶ νόμοι, καὶ τοῦ 1878 καὶ τοῦ 1882 καὶ τοῦ 1887, περιέχουσι ῥητὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὁπωσδήποτε ἀνυπότακτοι, πλὴν τῶν ἄλλων ποινῶν, ἐὰν ὦσιν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον, διαγράφονται κατὰ τὴν ἐτησίαν ἀναθεώρησιν αὐτοῦ, στερούμενοι τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι. Ἀνυπότακτος, κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον, λέγεται ἐκεῖνος, ὅστις, κληθεὶς εἴτε διὰ φύλλου πορείας εἴτε μετ’ ἄλλων, δὲν προσέλθῃ πρὸς κατάταξιν, ἢ προσελθὼν ἐνώπιον τοῦ οἰκείου στρατολογικοῦ γραφείου, δὲν μεταβῇ εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον ἐντὸς τῆς προθεσμίας, τῆς ταχθείσης ὑπὸ τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου. Εἶναι τοιοῦτος ὁ κ. Κανάρης; Ἐξετάσωμεν. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ῥητῶς ἀναφέρει, ὅτι ὁ κ. Κανάρης προσῆλθεν ἐνώπιον τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου, καὶ ᾐτήσατο νὰ καταταχθῇ καὶ ὑπηρετήσῃ μετὰ τῶν λοιπῶν ἀνδρῶν, τῶν καλουμένων κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν ἐκείνην· ἀλλ’ ἀρνηθέντος τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου νὰ δεχθῇ αὐτὸν ὡς ἐπίστρατον, ὁ κ. Κανάρης νέαν ἐποιήσατο πρότασιν, νὰ γείνῃ δεκτὸς ὡς ἐθελοντής. Τὸ στρατολογικὸν γραφεῖον ἀπήντησεν, ὅτι κατὰ πληροφορίας τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου Εὐβοίας δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ αὐτὸν ὡς ἐπίστρατον, τὸν δέχεται δὲ ὡς ἐθελοντὴν, ἀλλὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Τότε ὁ κ. Κανάρης δὲν ἠθέλησε νὰ καταταχθῇ. Λοιπὸν ἐκλήθη μετὰ τῆς ἡλικίας, εἰς ἣν ἀνῆκε, καὶ δὲν προσῆλθε; Δὲν ἐκλήθη· διότι προσῆλθε καὶ δὲν ἐγένετο δεκτός. Ἄρα δὲν εἶναι ἀνυπότακτος· μὴ ὢν δὲ ἀνυπότακτος, δὲν ὑπέχει εὐθύνας· ἔχει ἑπομένως τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι. Μᾶς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι κατὰ τὰ μητρῷα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Κανάρης ἐγεννήθη κατὰ τὸ 1857. Ἂν ἐγεννήθη τότε, ὑπέχει τῳόντι ὑποχρέωσιν· διότι αἱ δύο τελευταῖαι ἡλικίαι, αἱ κληθεῖσαι, εἶναι αἱ ἀποτελούμεναι ὑπὸ τῶν γεννηθέντων κατὰ τὸ 1857 καὶ 1858. Ἀλλὰ τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι τὸ ἀνατυπωθὲν τὸ 1886. Τὰ μητρῷα τῶν ἀῤῥένων συνετάχθησαν τὸ 1879, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος τὸ 1878 καὶ τοῦ ὁποίου ἡ λειτουργία ἤρξατο κατὰ τὸ 1880. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μητρῴων τούτων, τῶν συνταχθέντων τὸ 1879, ἐκλήθησαν αἱ ἡλικίαι τῶν ἐπιστράτων τοῦ 1881 καὶ 1885. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τοῦ μητρῴου τούτου δὲν ὑπεῖχεν ὑποχρέωσιν νὰ προσέλθῃ καὶ ὑπηρετήσῃ. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι, ἂν ὑπεῖχον ὑποχρέωσιν τόσον ὁ ἐπιτυχὼν, ὅσον καὶ ὁ ἀποτυχὼν ὑποψήφιος, θὰ προσήρχοντο νὰ ὑπηρετήσωσιν, οὐχὶ διότι εἰσὶ πολῖται Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ διότι φέρουσι τὸ ὁποῖον φέρουσιν ὄνομα. Λοιπὸν τὸ μητρῷον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περιεῖχεν ὡς γεννηθέντα τὸν κ. Κανάρην κατὰ τὸ 1857, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀντιγραφὴν θὰ ἐγένετο λάθος· διότι ὁ κ. Κανάρης διατείνεται, ὅτι ἐγεννήθη τὸ 1856. Ἐξ ὅσων δὲ γνωρίζω, καὶ ὁ ἴδιος γνωρίζει τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ ἀκριβῶς, καὶ ἐρωτώμενος δὲν θ’ ἀρνηθῇ, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἡλικίαν τῶν 40 ἐτῶν, ἀλλ’ ἐγεννήθη κατὰ τὸ 1856, ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνυπότακτος, διότι, μὴ κληθεὶς, δὲν ἔδειξεν ἀνυποταξίαν, καὶ μὴ ὢν ἀνυπότακτος, οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην· ἑπομένως ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι καὶ νομίμως ἐξελέγη Βουλευτὴς καὶ δύναται νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ.
§63ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συγχέει δύο πράγματα διακεκριμένα, τὴν ἀνυποταξίαν τοῦ κ. Κανάρη σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885 καὶ 1886, καὶ τὴν τυχὸν ἀνυποταξίαν αὐτοῦ σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1881· διότι ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον ἀπαντᾷ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ τὸ μητρῷον τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου Χαλκίδος· τουτέστιν, ὅτι ὁ ἐπιτυχὼν ὑποψήφιος ἐγεννήθη τὸ 1851, καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1881 εἶχεν ἡλικίαν 30 ἐτῶν.
§64Α. Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Εἰς τὰ 1881 κληθεὶς ὡς ἐπίστρατος, ἐξῃρέθην, διότι εἶχον ἀδελφοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ. Ὅσα ἑπομένως λέγετε εἶναι περιττά.
§65ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Αὐτὸ δὲν προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων. Ἄλλως ἐγὼ δὲν ἔχω συμφέρον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως· ζητῶ μόνον νὰ ἐξευρεθῇ ἡ ἀλήθεια. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀνυποταξίας δὲν ἐξαντλεῖται ὁλοσχερῶς· διότι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ διττῶς, καὶ σχετικῶς μὲ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885, —καὶ αὐτὸ τὸ ἀφίνω κατὰ μέρος, διότι ἀπαντᾷ τὸ Ὑπουργεῖον,—καὶ σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1881, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν ἔχομεν ἐπίσημον πληροφορίαν. Ὁ ἐπιτυχὼν ἤδη λέγει, ὅτι ἐκλήθη, ἀλλ’ ἀπηλλάγη, διότι εἶχεν ἀδελφοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ. Τοῦτο ὅμως δὲν προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ τμῆμα. Ἂν ἡ Βουλὴ πείθηται εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εἶναι κυρία νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ. Εἰς τὸ τμῆμα ἐξητάσαμεν τὸ ζήτημα ὡς πρὸς τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885. Δὲν ἠξεύρω δὲ διατὶ ὁ εἰσηγητὴς οὕτως ἔφερε τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς ἔτος γεννήσεως τὸ 1851, τότε ὁ κ. Κανάρης ὑπεῖχεν ὑποχρέωσιν κατὰ τὸ 1881.
§66ΚΑΝΑΡΗΣ. Τί λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου τοῦ 1855;
§67ΣΤΕΦΑΝΟΥ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν).
§68Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὅτι ἔχω ἀδελφοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ, εἶναι πασίγνωστον. Δὲν εἶμαι δὲ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀποφεύγουσι προσκαλούμενοι νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα των.
§69ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κατ’ ἐμὲ λοιπὸν, Κύριοι, γίνεται σύγχυσις τῶν δύο ἐπιστρατειῶν.
§70ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διὰ ποίαν ἐπιστρατείαν ἦτο ὑπόχρεως ὁ κ. Κανάρης;
§71ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καὶ διὰ τὰς δύο ἦτο ὑπόχρεως.
§72ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐξῃρέθη λόγῳ ὅτι ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ὑπηρέτει ἐν τῷ στρατῷ. Ἡ ἐπιστρατεία τοῦ 1881 δὲν ἐκάλει καὶ τοὺς ἀπαλλακτέους, ἀλλ’ ἡ ἐπιστρατεία τοῦ 1885 ἐκάλει καὶ τούτους.
§73ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Οἱ λόγοι τῆς ἀπαλλαγῆς ἴσχυον εἰς τὰ 1881, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γείνῃ πρᾶξις ἀπαλλαγῆς, καὶ τὸ γραφεῖον τὸ στρατολογικὸν νὰ τὴν ἐνεργήσῃ.
§74Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μεταξὺ τῶν ἐγγράφων ὑπάρχει γραπτὴ ἡ ἔνστασις, ἢ προφορικῶς ἐγένετο τοιαύτη; Τοῦτο χρησιμεύει ἡμῖν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν διὰ τὸ 1881 ἐγένετο ἡ ἔνστασις ἢ διὰ τὸ 1885.
§75ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγένετο καὶ προφορικῶς, ὑπάρχει δὲ καὶ ἔγγραφος ἔνστασις. Σημειώσατε, κύριε συνάδελφε, τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ μητρῴου ἐν τῷ στρατολογικῷ γραφείῳ Χαλκίδος, ἐν τῷ ὁποίῳ μητρῴῳ ὁ ἐπιτυχὼν σημειοῦται ὡς γεννηθεὶς κατὰ τὸ 1851, ἦτο μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἦλθον αἱ πληροφορίαι τοῦ Ὑπουργείου, ἄγνωστος, διότι ὁ ἐνιστάμενος ἐστηρίχθη ἐπὶ τοῦ μητρῴου τοῦ τηρουμένου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον, φαίνεται, ἀνετυπώθη ἐκ τοῦ προηγουμένου μητρῴου κατὰ τὸ 1886, ἐν τῷ μητρῴῳ δὲ τούτῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Κανάρης φέρεται ὡς γεννηθεὶς κατὰ τὸ 1857. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν αὐτῆς τῆς σημειώσεως τοῦ μητρῴου ἐγένετο ἡ ἔνστασις, ὡς ὄντος ἀνυποτάκτου τοῦ ἐπιτυχόντος Κανάρη κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ ἔτους 1885. Σήμερον ὅμως, μετὰ τὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργείου, τὰς ὁποίας ἔλαβε καὶ ἀπὸ τὸ στρατολογικὸν γραφεῖον Χαλκίδος, φαίνεται πλέον, ὅτι ἐγεννήθη κατὰ τὸ 1851· κατὰ τὴν πληροφορίαν λοιπὸν ταύτην, δὲν εἶναι ἀνυπότακτος τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885· ἀλλ’ ἐρωτῶ, δὲν εἶναι ἀνυπότακτος τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1881;
§76ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπηλλάγη ἀπὸ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1881.
§77ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν εἶναι, διότι παρουσιάσθη καὶ ἀπηλλάγη διὰ πράξεως τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου, ὡς ἔχων ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ στρατῷ.
§78ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν εἴχετε ἐπιστήσει τὴν προσοχήν σας εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ κατέληξα, εἰς τὴν πρότασιν δηλαδὴ, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, δὲν θὰ μοὶ ἐκάμνετε τὴν παρατήρησιν ταύτην. Διότι ἐγὼ δὲν εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ Κανάρης εἶναι ἀνυπότακτος, οὐδόλως ὑπέβαλον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, εἶπον μόνον, ὅτι, ἐπειδὴ ἐκ τῶν ἐν τῷ φακέλλῳ τούτῳ ἐγγράφων δὲν ἀποδεικνύεται, ἐὰν ὁ κ. Κανάρης δὲν ἦναι ἀνυπότακτος καὶ τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1881, νὰ ζητήσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ Προεδρείου ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν συμπληρωτικὰς πληροφορίας, ἵνα ἐξαντληθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἱκανότητος.
§79ΦΙΛΙΟΣ. Εἶναι περιττὸν, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ κ. Κανάρης ἔχει ἀδελφοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ.
§80ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ πασίδηλον, βεβαίως ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐμποδίσω.
§81ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ εἰς ὑμᾶς εἶναι γνωστόν.
§82ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Σᾶς δίδω τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, ὅτι ἀγνοῶ ἐντελῶς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μοὶ λέγετε, οὔτε δύναμαι νὰ τὸ γνωρίζω.
§83ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ λυπηθῶ πολὺ, ἐὰν μάθω, ὅτι ὁ κ. Στεφάνου ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ κ. Κανάρης ἔχει τρεῖς ἀδελφοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ.
§84ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πρῶτον σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἀγνοῶ, διότι ἡ οἰκογένεια τῶν Κανάρη εἶναι πολυμελεστάτη, καὶ εἶναι τόσοι κλάδοι Κανάριδων. Μήπως ἐγὼ γνωρίζω εἰς ποῖον κλάδον ἀνήκει ὁ Κανάρης, ὁ ἐπιτυχὼν ὑποψήφιος; Ἑπομένως ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω τοῦτο. Ὅτι βεβαίως ὁ ἔχων ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα εἰς τὸν στρατὸν ἀπαλλάσσεται, αὐτὸ τὸ γνωρίζω ἐκ τῆς νομικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν συχνάκις ἐφήρμοσα, ὡς ἀποτελῶν μέρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς δικαζούσης κατ’ ἔφεσιν τὰ στρατιωτικά. Ὅταν ἔλεγον ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν θέλῃ νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ πασιδήλου, δὲν ἐνόουν τοῦτο, διότι ἡ διάταξις τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀντικείμενον ἀποδείξεως ἐκ τοῦ πασιδήλου, εἶναι ὑποχρεωτική, καὶ ὁ νόμος τεκμαίρεται, ὅτι εἶναι γνωστὸς εἰς πάντας, ἑπομένως ἐκεῖ ὑπάρχει ὑποχρέωσις ὑποταγῆς εἰς τὸν νόμον. Τὸ πασίδηλον, τὸ ὁποῖον εἶπον, ἀνεφέρετο εἰς ἄλλο, τουτέστιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ πείθηται ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τοὺς λόγους τοῦ ὑποψηφίου τοῦ ἐπιτυχόντος, καὶ θεωρῇ ὡς πασίδηλον, οὕτως εἰπεῖν, ὅτι αὐτὸς ἀπηλλάγη, συνάγουσα τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἐκ τοῦ ὅτι, ἀφοῦ ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἀπαλλάττουσα τὸν ἔχοντα ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ἀφοῦ εἶναι πασίδηλον καθ’ ὑμᾶς, ὄχι δὲ κατ’ ἐμὲ, ὅτι ὁ κ. Κανάρης ἔχει ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ στρατῷ, ἄρα βεβαίως αὐτὸς θὰ ἀπηλλάγη. Αὐτὰ εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Βεβαίως οὐδὲν προσωπικὸν συμφέρον ἔχω νὰ παραπλανήσω τὴν Βουλήν, ἢ νὰ ὑποβάλω πράγματα μὴ ὑποστηριζόμενα· τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχω, εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐκλάβῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἦλθον ἐδῶ νὰ ὑποστηρίξω πράγματα ἀνυπόστατα καὶ παράλογα· παρατηρήσεις ἁπλῶς ἤθελον νὰ ὑποβάλω, ὡς ἀποτελῶν μέρος τοῦ τμήματος τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι τὰ ὑποβεβλημένα, ἔγγραφα ὅτι τὰ ἀναπτυχθέντα ἐνώπιόν της εἶναι ἀρκοῦντα, καὶ θεωρῇ ἑαυτὴν ἐκ τούτου ἕτοιμον νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἀποφανθῇ, εἶναι κυρία βεβαίως νὰ τὸ πράξῃ.
§85ΚΟΡΠΑΣ. Ἐκτὸς τοῦ λόγου τῆς ἀπαλλαγῆς, ὃν ὑπεστήριξεν ὁ ἴδιος κ. Κανάρης, ὁ προαγορεύσας διατείνεται ὅτι δὲν ἐπαρουσιάσθη τοιοῦτον ἔγγραφον εἰς τὴν Βουλήν. Λέγω εἰς ἀπάντησιν τὸ ἑξῆς. Εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα τηροῦνται βιβλία τῶν ἀνυποτάκτων, καὶ εἰς τὸ στρατολογικὸν γραφεῖον ἑπομένως τῆς Εὐβοίας τηρεῖται τοιοῦτο βιβλίον ἀνυποτάκτων, τόσον τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1881, ὅσον καὶ τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885· ἐὰν λοιπὸν ὁ ἐπιτυχὼν κ. Κανάρης ἦτο ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ βιβλίον ἐκεῖνο ὡς ἀνυπότακτος, θὰ κατεζητεῖτο βεβαίως, ὅπως πάντες οἱ ἄλλοι ἀνυπότακτοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὡς καὶ τοῦ 1885· ἀφοῦ δὲ καταζητεῖται π. χ. ὁ Ἰωάννης Δημητρίου καὶ ὁ Παναγιώτης Γεωργίου, ὀνόματα ἄσημα καὶ ἄγνωστα, δὲν ἤθελε καταζητηθῆ ὁ υἱὸς τοῦ Κανάρη, ὁ τόσον γνωστὸς εἰς τὴν ἡμετέραν κοινωνίαν; Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἐζητήθη, σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ἀνυπότακτος, καὶ μὴ ὢν ἀνυπότακτος, οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν, καὶ ἑπομένως νομίμως ἐξελέγη.
§86ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως δὲν ἔχρηζε μεγάλης μακρηγορίας ἡ ἀναπτύξεως τὸ ζήτημα τῆς ἀνυποταξίας, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ δεινῆς κατηγορίας κατὰ νέου συναδέλφου, εἰσερχομένου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ φέροντος τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον φέρει, νομίζω ὅτι πρέπει ἀριδήλως νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ Κανάρης, εἰσερχόμενος ἐν τῇ Βουλῇ, εἰσέρχεται ἄσπιλος καὶ ἀμόλυντος. Δὲν ἐπετρέπετο λοιπὸν ν’ ἀφήσωμεν τὸ ἐλάχιστον ἴχνος ἀμφιβολίας, ὅτι ὁ Κανάρης δὲν εἶναι ἀνυπότακτος. Εὐτυχῶς ὁ κ. Στεφάνου περιώρισε τὴν ἀνυποταξίαν εἰς τὴν πρώτην ἐπιστρατείαν, ὡμολόγησε δηλαδὴ, ὅτι ἀδίκως κατηγορήθη ὁ Κανάρης διὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1885 ὡς ἀνυπότακτος. Διὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1881, κύριε Πρόεδρε, καὶ κατὰ τοὺς νόμους ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν, διότι δὲν ἀπέδειξεν ὁ ἀναπτύξας τὰς ἐνστάσεις, ὅτι ἐκλήθη ὁ Κανάρης νὰ ὑπηρετήσῃ, ἂν δὲ δὲν ἐκλήθη καὶ δὲν ὑπάρχῃ ἐπιδοτήριον κοινοποιήσεως φύλλου πορείας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἐπίστρατος. Ὁ νόμος, ὃν συνέταξεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κ. Στεφάνου, ὁ νόμος ΠΜΑʹ, ῥητῶς ἀναφέρει (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 2. Οἱ ἐπίστρατοι, εἰς τὴν κατοικίαν τῶν ὁποίων ἐκοινοποιήθη διαταγὴ πορείας, ὅσοι δὲν κατετάχθησαν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατεύσεως αὐτοῦ, θέλουσι καταζητηθῆ καὶ μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως.» Ἀλλὰ τί ἀποδεικνύεται, Κύριοι; Εἶναι ἀναμφισβήτητον, πασίγνωστον, ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος Κανάρης, υἱὸς τοῦ ναυάρχου Μιλτιάδου Κανάρη, ἔχει ὄχι ἕνα ἀδελφὸν, δυνάμει τοῦ ὁποίου καὶ μόνου ἠδύνατο νὰ ἀπαλλαγῇ, ἀλλὰ τρεῖς ἀδελφοὺς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ· εἶχε λοιπὸν δικαίωμα κατὰ τὸν νόμον νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπαλλαγήν. Δὲν ἐκλήθη, ἑπομένως δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν· καὶ ἂν ἐκαλεῖτο, εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαλλαγῆς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Κανάρης δὲν εἶχε κἀμμίαν ὑποχρέωσιν εἰς στράτευσιν, κατ’ ἀκολουθίαν δὲν εἶναι ἀνυπότακτος. Τοῦτο, νομίζω, εἴχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ πιστοποιήσωμεν, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἀνυποστάτου τῆς ἀνυποταξίας ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος καὶ εἰς οἰκογένειαν μεγάλου ἀγωνιστοῦ ἀνήκει καὶ προθύμως προσῆλθεν, ὡς ἀπεδείχθη, ἵνα ὑπηρετήσῃ, ὅταν ἡ πατρίς του εἶχεν ἀνάγκην.
§87ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν κατέστη πλέον παρ’ ἡμῖν ἡ παλαίστρα τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ· τοῦ πεδίου δὲ κύριος μένει ὁ ἰσχυρότερος. Τὸ δίκαιον λοιπὸν τοῦ ἰσχυροτέρου ὑποκατέστη εἰς τὸ δίκαιον τῆς ἐκλογῆς. Τοῦ δόγματος τούτου, τοῦ τοσοῦτον καταχρηστικῶς ἐφαρμοσθέντος κατὰ τὴν προκειμένην περίστασιν, συνέπεια ὑπῆρξεν ἡ ἐρήμωσις τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἣν ἡ ἄδικος ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐστέρησεν εἴκοσι δύο ἀληθῶν καὶ γνησίων ἀντιπροσώπων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 14 Ὀκτωβρίου....
§88ΗΛ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἔγειναν ὄργια.
§89ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἐξελέγησαν παρανόμως.
§90ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐτελέσθησαν ἀληθῶς ὄργια, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Τώρα θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἐτελέσθησαν τοιαῦτα κατὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην καὶ πῶς θὰ ἐκτιμηθῶσι τὰ ὄργια ταῦτα. Ἐκ τῶν ὀλίγων ἐκλεχθέντων 42 Βουλευτῶν ἐξεβλήθησαν τῆς Βουλῆς 22 ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ἐν οἷς καὶ οἱ Βουλευταὶ αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς τῆς πρωτευούσης τοῦ βασιλείου, τῆς γενομένης τοσοῦτον πανηγυρικῶς, ὑπὸ τὰ ὄμματα ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐκ τῶν ἐκβληθέντων Βουλευτῶν εἶναι καὶ ὁ ὀρφανὸς υἱὸς τοῦ Ἀριστείδου Κανάρη, ὁ Θεμιστοκλῆς Κανάρης, ὁ προσφιλὴς ἔγγονος τοῦ ἥρωος τῶν ἑλληνικῶν θαλασσῶν, καὶ ἐξεβλήθη βεβαίως συνεπείᾳ τοῦ μέτρου τῆς ἐκτιμήσεως, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπον, διότι ἀνήκει εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιάν). Ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ ἦτο συνέπεια δωροδοκίας, ἐλήφθη ὡς πρόφασις, ἵνα ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή· ἐῤῥέθη δ’ ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ ἔγγονος τοῦ Κανάρη δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθῃ καὶ παρακαθήσῃ εἰς τὸ ἐθνικὸν Κοινοβούλιον, ἀφοῦ κατὰ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ φέρονται κατηγορίαι σοβαραὶ ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Καὶ πῶς δύνασθε νὰ εἴπητε σήμερον, ὅτι ἕτερος ἔγγονος τοῦ αὐτοῦ ἥρωος Κανάρη ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθῃ καὶ νὰ παρακαθήσῃ εἰς τὰ ἑδώλια τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, ἀφοῦ αὐτὸς κατηγορεῖται ὡς ἀνυπότακτος; Ἢ νομίζετε, ὅτι ἡ κατηγορία ἐπὶ δωροδοκίᾳ εἶναι ἐλαφροτέρα τῆς κατηγορίας ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ, δι’ ἕνα μάλιστα ἔγγονον τοῦ Κανάρη; Λέγετε, ὅτι δὲν ἀποδεικνύεται τὸ ἀνυπότακτον. Ἀλλ’ ὁποία ἀπόδειξις ὑπῆρχε διὰ τὴν δωροδοκίαν, τὴν ἀποδιδομένην εἰς τὴν προηγουμένην ἐκλογὴν, τὴν ἀκυρωθεῖσαν, τοῦ Θεμιστοκλέους Α. Κανάρη;
§91ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὡμολόγησε μόνος του.
§92ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Οὐδαμῶς. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ὕπαρξιν ἀδελφῶν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Ἀλεξ. Μ. Κανάρη, τοῦ ἐπιτυχόντος, ὑπηρετούντων ὡς ἀξιωματικῶν ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ, διότι τοὺς γινώσκω προσωπικῶς· ὑπάρχουσι τρεῖς ἀδελφοὶ τοῦ νῦν ἐπιτυχόντος Κανάρη, ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ στρατῷ, τῶν ὁποίων ὁ νῦν ἐπιτυχὼν Κανάρης εἶναι νεώτερος. Εὐλόγως λοιπὸν ἰσχυρίσθησαν οἱ ἀντιλέγοντες πρὸς ἡμᾶς καὶ ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς ἀγορεύσαντες συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἐπιτυχὼν Κανάρης ἀπηλλάγη κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1880. Ἂς μὴ ἰσχυρίζωνται, ὅτι δὲν ὑπέκειτο εἰς στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν· διότι ἀπόδειξις, ὅτι ἦτο ὑπόχρεως, εἶναι ὅτι προσῆλθε δῆθεν, ὡς ὁ ἴδιος ὡμολόγησε. Μὴ καταφεύγετε λοιπὸν εἰς ἐπιχειρήματα ὅλως διόλου ἀνυπόστατα καὶ ἀνίσχυρα, ὅτι δὲν ἐκλήθη καὶ ὅτι τὸ ἐπιδοτήριον τῆς προσκλήσεως δὲν εὑρέθη εἰς τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ἐκλογῆς.
§93ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἴδιος προσέρχεται.
§94ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν θέλω νὰ στηριχθῶ εἰς τὸ ἀνυπότακτον τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1880, διότι τότε καλῶς ἀπηλλάγη ὁ Ἀλέξ. Μ. Κανάρης, διότι ὑπηρέτουν ἐν τῷ στρατῷ ὄχι εἷς, ἀλλὰ περισσότεροι ἀδελφοὶ αὐτοῦ. Τὸ πρᾶγμα ὅμως δὲν ἔχει οὕτω καὶ διὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1885, διότι κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν ταύτην ἐκ τῶν κληθέντων δὲν ἐξηροῦντο οὐδ’ οἱ ἀπαλλαχθέντες διὰ τοιούτους λόγους κατὰ τὴν προηγουμένην ἐπιστρατείαν.
§95ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐκλήθη ἡ ἡλικία, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ κ. Κανάρης.
§96ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ποία εἶναι ἡ ἡλικία, ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν κ. Κανάρη;
§97ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἡλικία ἡ κληθεῖσα κατὰ τὸ 1881 δὲν ἐκλήθη κατὰ τὸ 1885. Δὲν ἐννοῶ, πῶς συγχύζετε τὰ πράγματα.
§98ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἰς τὰ 1885 ἐκλήθησαν αἱ μέχρι τοῦ 29ου ἔτους ἡλικίαι· μεταξὺ λοιπὸν τῆς τριττῆς ἡλικίας, τὴν ὁποίαν φαίνεται ἔχων ὁ περὶ οὗ πρόκειται Κανάρης, ποία εἶναι ἡ πραγματική του ἡλικία; αὐτὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐγεννήθη τὸ 1851.
§99ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἰς τὰ 1856.
§100ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἶναι νέα ἔκδοσις αὐτή. Ὁ ἀποτυχὼν καὶ ἐνιστάμενος ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ κ. Ἀλέξανδος Μιλ. Κανάρης ἐγενήθη εἰς τὸ 1857, ὁ δὲ πατὴρ τοῦ ἐπιτυχόντος ἐγγράφει τὸν υἱὸν αὐτοῦ, περὶ οὗ πρόκειται, εἰς τὴν Ῥιζάρειον Σχολὴν μαθητὴν ὡς γεννηθέντα κατὰ τὸ 1861.
§101ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἰς τὴν Ῥιζάρειον εἰσῆλθεν εἰς τὰ 1876 καὶ ἐσημειώθη ὡς ἄγων ἡλικίαν 15 ἐτῶν· ἄρα φαίνεται οὕτω γεννηθεὶς εἰς τὰ 1861.
§102ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ἡλικία τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Κανάρη δὲν εἶναι παντάπασι βεβαιωμένη, συμφώνως πρὸς τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτοῦ καὶ ὑμῶν, τῶν λεγόντων ὅτι προσηγάγετε ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι ὁ Κανάρης δὲν εἶναι ἀνυπότακτος. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα προσηγάγετε; καὶ ποία εἶναι ἡ ἔρευνα καὶ ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ τμῆμα τὸ ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς ἠθέλησε νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν πραγματικὴν χρονολογίαν τῆς γεννήσεως τοῦ ἐπιτυχόντος Κανάρη; Πῶς παρέλειψε τὸ τμῆμα νὰ ἐξετάσῃ πόθεν προέρχεται αὐτὴ ἡ ἀντίφασις, αὐτὴ ἡ πολλαπλῆ πληροφορία περὶ τῆς γεννήσεως τοῦ ἐπιτυχόντος Ἀλεξάνδρου Κανάρη; Ἄλλην λέγει τὸ μητρῷον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἄλλην λέγει τὸ μητρῷον τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου Εὐβοίας, ἄλλην λέγει τὸ μαθητολόγιον τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς, καὶ ἄλλην λέγει τὸ βιβλίον τοῦ Πανεπιστημίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνεγράφη ὡς φοιτητὴς ὁ περὶ οὗ πρόκειται Κανάρης. Μετέβην καὶ ἐγὼ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Πανεπιστημίου μετὰ τοῦ φίλου μου ἀποτυχόντος Θεμιστοκλέους Κανάρη, καὶ ἐζητήσαμεν πιστοποιητικὸν τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, καθ’ ἣν ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ βιβλίον τοῦ Πανεπιστημίου· καὶ τί ἠκούσαμεν, πρὸς ἔκπληξιν ἡμῶν; ὅτι ἡ ἡλικία, εἰς ἣν εἶναι σημειωμένος ὁ περὶ οὗ πρόκειται Κανάρης, εἶναι πλαστογραφημένη, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς δοθῇ πιστοποιητικόν! Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Μιστριώτου, τοῦ νῦν πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου. Ἠρνήθη νὰ ἐκδώσῃ ἡμῖν τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο, λόγῳ ὅτι ἡ ἡλικία τοῦ κ. Κανάρη φαίνεται πλαστογραφημένη. Ποία λοιπὸν ἡ προσπάθεια καὶ ποία ἡ ἔρευνα τοῦ τμήματος, ἵνα βεβαιωθῇ περὶ τῆς χρονολογίας τῆς πραγματικῆς γεννήσεως τοῦ κ. Κανάρη, καὶ ἑπομένως νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ, ἐὰν ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἀνυπότακτος, καὶ ἂν τῷ ὄντι κέκτηται τὰ προσόντα νὰ ἦναι Βουλευτής; Κατηγορήσατε οἱ ψηφίσαντες ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ Θεμιστοκλέους Α. Κανάρη καὶ τὰς ἄλλας ἀκυρωθείσας ἐκλογὰς ὡς συνέπειαν διαφόρων παρανομιῶν καὶ διαφόρων ἐπεμβάσεων τῆς ἐξουσίας· καὶ τοῦτο ἦτο ὁ κανὼν, ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευσε διὰ τὴν ἔξωσιν τοσούτων Βουλευτῶν, γνησίων ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅταν μάθητε, ὅτι κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης πλέον τῶν εἴκοσι ἀξιωματικῶν, ἐνδιαφερομένων ἀπ’ εὐθείας διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Ἀλεξάνδρου Κανάρη, μετέβησαν καὶ ἐψήφισαν εἰς τὰ Νέα Ψαρὰ, τί θὰ εἴπητε; Εἶναι τοῦτο νομιμότης; δὲν εἶναι ἐπέμβασις κυβερνητικὴ καὶ παρανομία ἀξιόποινος ἡ μετάβασις τοσούτων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν ἐκνόμως, ἄνευ ἀδείας τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς;
§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπεδείχθη τοῦτο;
§104ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου τοῦ ἐκλεχθέντος βουλευτοῦ Ἀλεξ. Μ. Κανάρη, καὶ ὄχι περὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Πολιτικὸν ζήτημα θέλει νὰ κάμῃ ὁ κ. Κοσσονάκος; Τὸ ἔγκυρον ἢ ἄκυρον ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου, καὶ τὸ στρατολογικὸν γραφεῖον λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ἀνυπότακτος ὁ ἐπιτυχὼν.
§105ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὑμεῖς βεβαίως, κύριε Βουλευτὰ, ἀκολουθεῖτε τὸν γνωστὸν δρόμον σας, συνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτόν σας: Εἶναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος; ναί ἢ ὄχι; Λέγετε ναὶ, καὶ ξεμπερδεύετε! Ἀλλ’ ἐγὼ ἐννοῶ νὰ συζητήσω, ἂν ἡ ἐκλογὴ ἦναι ἔγκυρος ἢ δὲν ἦναι, καὶ διὰ νὰ συζητήσω τοῦτο, πρέπει νὰ ὁμιλήσω. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν ἐκεῖ, ὡς μὴ ὤφειλον, καὶ ἐψηφοφόρησαν· ἐξετάζω μόνον, ἂν ἔλαβον χώραν ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἠκυρώσατε ἄλλας ἐκλογὰς, καὶ διὰ μηδαμινὰς μάλιστα ἀφορμάς. Τώρα τί θὰ μοι εἰπῆτε, ἂν σᾶς ἀναγνώσω πολλὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἐψήφισαν κατὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην, μεταβάντα ἐκ τῆς φρουρᾶς τῶν Ἀθηνῶν, ἐκ τῆς μοίρας τοῦ Πειραιῶς, ἀξιωματικοὶ, ἐκλογεῖς πραγματικῶς τῆς περιφερείας τῶν Νέων Ψαῤῥῶν, ἀλλὰ μεταβάντες βεβαίως ἐκεῖ διὰ τῶν μέσων τῆς ἐξουσίας, τῶν μὴ νομίμων; Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπέμβασις εἰς τὴν ἐκλογὴν ταύτην, γεννῶσα λόγους ἀκυρώσεως, ὅπως τοὐλάχιστον ἐγεννήθησαν ὅμοιοι λόγοι ἀκυρώσεως διὰ τόσας ἄλλας ἐκλογάς;
§106ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ λόγους ὑπηρεσίας μετέβησαν εἰς Νέα Ψαρά;
§107ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὄχι, διὰ νὰ ψηφοφορήσωσι. Καὶ ἀκούσατε τὰ ὀνόματα. (Ἀναγινώσκει ὀνόματα διαφόρων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαλλήλων.) Ἅπαντες οὗτοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν κατάλογον τῶν ψηφοφορησάντων, εἰς τὸ πρωτόκολλον τῶν ψηφοφορησάντων, καὶ ἀνήκουσιν εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας, εἴτε τῆς φρουρᾶς τῶν Ἀθηνῶν, εἴτε τῆς μοίρας τοῦ Πειραιῶς, εἴτε διαφόρων ἄλλων γραφείων.
§108ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ μένοντες ἐν Ἀθήναις, ὅταν γίνηται ψηφοφορία, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσουν, ναὶ ἢ ὄχι; Οὕτως ἔπραξαν καὶ αὐτοί· ἔχοντες ὅλας τὰς εὐκολίας, μετέβησαν καὶ ἐψήφισαν, καὶ αὐθημερὸν, τὸ ἑσπέρας, ἐπέστρεψαν εἰς τὸ καθῆκόν των.
§109ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Λυποῦμαι, ὅτι ὑμεῖς, ἀρχαῖος πολιτευτὴς, ἰσχυρίζεσθε τὸ τοιοῦτον. Οὔτε ἀκριβὲς εἶναι οὔτε δυνατόν· ἡ δὲ πρᾶξις δὲν εἶναι ἄλλως τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ μὲ τὴν ἐντὸς τῶν πόλεων, ἔνθα ἑδρεύουσι, ψηφοφορίαν τῶν ἀξιωματικῶν.
§110ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἠμπορεῖτε νὰ κατηγορήσητε τὴν ἐκλογὴν ὡς παράνομον, ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἔλαβον ἄδειαν ἢ ὀπωσδήποτε τὸ Ὑπουργεῖον τοῖς ἐπέτρεψε κατὰ τρόπον σκανδαλώδη νὰ μεταβῶσι καὶ ψηφίσωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἀξιωματικοὶ λαβόντες 24 ὡρῶν ἄδειαν διὰ τὸ Α σημεῖον μετέβησαν εἰς τὸ Β σημεῖον, δηλ. μετέβησαν καὶ ἐψήφισαν, αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον πειθαρχικῆς τιμωρίας, διότι μετέβησαν ἐκεῖ καὶ ὄχι ἀλλοῦ, δὲν εἶναι ὅμως αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ ζητήσητε τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς.
§111ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν ὀρθότητα τοῦ ἐδικοῦ μου ἰσχυρισμοῦ καὶ συλλογισμοῦ, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι μετέβησαν καὶ ἐψήφισαν στηριζόμενοι εἰς τὴν προστασίαν τῆς ἀρχῆς, τῆς προϊσταμένης αὐτῶν, ἡ ὁποία τοὺς διηυκόλυνε, καὶ αὐτὸ εἶναι μία ἐπέμβασις, ἡ ὁποία ἀποδίδεται βεβαίως εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐκτὸς τοῦ μεγάλου ἐπηρεασμοῦ, ὃν ἠδύναντο οὗτοι νὰ φέρωσιν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς.
§112ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν γνωρίζει τίποτε, ἂν οἱ ἀξιωματικοί, περὶ ὧν γίνεται λόγος, μετέβησαν ἐκεῖ ἢ ὄχι. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ταύτῃ θὰ πληροφορηθῇ καὶ θὰ προβῇ εἰς ὅτι ἀπαιτεῖ τὸ καθῆκον αὐτοῦ.
§113ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Παντάπασι δέν με ἐνδιαφέρει αὐτό. Εἶναι ζήτημα ἐδικόν σας, οὔτε θέλω νὰ τοὺς τιμωρήσητε· ἀναφέρω ὅμως τοῦτο ὡς γεγονὸς, τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ τὴν ἐπέμβασιν, τὴν γενομένην ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς, περὶ ἧς πρόκειται. Διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, Κύριοι, ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ὁ ἐπιτυχὼν Ἀλέξανδρος Μ. Κανάρης δὲν ἐγεννήθη ἐν ἔτει 1851, ἀρκεῖ νὰ συμβουλευθῇ τις τὸ ἐπίσημον τοῦτο ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον σημειοῦται ἡ ἡλικία τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ τοῦ Μιλτιάδου Κανάρη, τοῦ Κώστα Κανάρη, τοῦ πλωτάρχου. Ὁ πλωτάρχης, ὁ ὁποῖος φέρει τὸ ὄνομα τοῦ πάππου του ναυάρχου Κανάρη, ἐγεννήθη ἐν ἔτει 1850. Πῶς ἐγεννήθη ὁ Ἀλέξανδρος Κανάρης τὸ 1851; μεταξὺ τοῦ Κώστα καὶ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐγεννήθησαν τέσσαρες ἄλλοι υἱοί· ἦτο δυνατὸν, ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ὅσον ἥρως καὶ ἂν ἦτο ὁ Μιλτιάδης Κανάρης, νὰ γεννήσῃ τέσσαρα τέκνα; (γέλως). Δὲν εἶναι ταῦτα μόνον, ὅσα καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων συναδέλφων, τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὑπ’ ἐμοῦ ἐλέχθησαν, τὰ ὁποῖα κατεδίκασαν τὸν ἀτυχῆ Θεμιστοκλῆ Κανάρην, τὸν υἱὸν τοῦ Ἀριστείδου, ἵνα παρουσιάζηται σήμερον ὡς ἐνιστάμενος· εἶναι καὶ ἄλλα ἀκόμη ἀτοπήματα καὶ ἀνομήματα, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα ὑπεκινήθησαν ὑπὸ τῆς ἀρχῆς, ὄπισθεν τῆς αὐλαίας τοῦ πολιτικοῦ φατριασμοῦ.
§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ πλωτάρχης Κανάρης, τὸν ὁποῖον κατηγορεῖτε, ὅτι μετέβη ἵνα ψηφίσῃ, εἶναι δεύτερος εἰς τὸ πλοῖον «Σφακτηρία», τοῦ ὁποίου κυβερνήτης εἶναι ὁ κ. Βουδούρης, ὁ ὁποῖος τυγχάνει φίλος τοῦ κ. Τρικούπη· ὁ κ. Βουδούρης εἶναι ἀρχηγὸς, καὶ δὲν θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὸν ὑπ’ αὐτὸν Κανάρην νὰ ἀπέλθῃ εἰς Ψαρὰ, ἐὰν ἡμεῖς τὸν ἐστείλαμεν, ἵνα οὕτω ὑπηρετήσῃ τὴν Κυβέρνησιν.
§115ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα διὰ τοιούτων συλλογισμῶν καὶ ἀπαγωγῶν· ἐγὼ ἐννοῶ νὰ τὸ λύσω διὰ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς εἰλικρινείας, ἀναφέρων πραγματικὰ γεγονότα καὶ ὄχι καταφεύγων εἰς τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο. Πολὺ καλὰ, ὁ κ. Βουδούρης εἶναι φίλος τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ ἐπικρατήσεως· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὸ ἂν ὁ κ. Κώστας Κανάρης μετέβη καὶ ἐψήφισεν εἰς τὴν Ἐρέτριαν. Ἂν ὁ Κώστας Κανάρης εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπῆγε νὰ ψηφίσῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν, ἐγὼ ἀνακαλῶ ὅ,τι εἶπον· ἀλλ’ ὑπῆγε καὶ ἐψήφισε, δὲν τὸ ἀρνεῖται.
§116ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νὰ σοῦ εἰπῶ τὴν ἀλήθειαν, κύριε Κοσσονάκε; Ἐγὼ λυποῦμαι, διότι ἐξῆλθεν ἀπ’ ἐδῶ ὁ κ. Θεμιστοκλῆς Α. Κανάρης, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος Μ. Κανάρης ἐξελέχθη νομίμως.
§117ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ ἡ λύπη σου πρέπει νὰ ἦναι μεγαλειτέρα, διότι ἀδίκως ἐξῆλθεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Θεμιστοκλῆς Α. Κανάρης, διότι δὲν ἀπέτυχεν, ἀλλ’ ἀπεκλείσθη, καὶ ἔρχεται σήμερον ὡς ἐπιλαχὼν καὶ ἐνιστάμενος· εἶναι δὲ τόσῳ μᾶλλον βέβαιον, ὅτι ἀπεκλείσθη, καθόσον ἐπιβεβαιοῦται καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων, ἃς ἔλαβεν ὁ ἤδη ἐπιτυχὼν, ἤτοι ἔλαβε ψήφους 168, δηλ. τρεῖς μόνον περιπλέον ψήφους ἐκείνων, ἃς ἔλαβε τὴν 14 Ὀκτωβρίου π. ἔτους, μεθ’ ὅλας τὰς νῦν ἐπεμβάσεις, μηχανοῤῥαφίας καὶ ἀποκλεισμούς. Ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων ἦτο καὶ ἤδη ὑπὲρ τοῦ Θεμιστοκλέους Α. Κανάρη, ἀλλὰ διὰ μηχανοῤῥαφιῶν καὶ διὰ τρόπων οὐχὶ θεμιτῶν ἀπεκλείσθησαν οἱ φίλοι αὐτοῦ ἐν Σύρῳ καὶ Νέοις Ψαροῖς. Ἐν Σύρῳ ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία διὰ τρόπου λίαν τεχνικοῦ καὶ ἐπιτηδείου κατώρθωσε νὰ περιορίσῃ τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ Θεμιστοκλέους Α. Κανάρη ἐκεῖ, καὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς καὶ ψηφοφορήσωσιν· οἱ ἐκλογεῖς αὐτοὶ εἶναι περὶ τοὺς ἑκατὸν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι 100 ἐκλογεῖς τοῦ Θεμιστοκλέους Α. Κανάρη, ἀπεκλείσθησαν ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς, ἕνεκα τῶν μηχανοῤῥαφιῶν καὶ τῶν ἐπιτηδειοτήτων αὐτῆς τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας....
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ ὁρίσητε αὐτὰς τὰς μηχανοῤῥαφίας;
§119ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἀμέσως.... Ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ἀνέμενε νὰ ἔλθῃ τὸ ἀτμόπλοιον αὐτῆς «Πηνειὸς» εἰς Σῦρον, καὶ ἐκεῖθεν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν γραμμὴν, δηλ. νὰ πλεύσῃ εἰς Πειραιᾶ καὶ καθεξῆς. Ὁ Θεμιστοκλῆς Κανάρης ἀπετάθη πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τῆς ἀτμοπλοΐας ταύτης καὶ ἐζήτησε νὰ συμφωνήσῃ μετ’ αὐτῆς, ὅπως οἱ ἐκλογεῖς αὐτοῦ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ περιμενόμενον αὐτὸ ἀτμόπλοιον καὶ φθάσωσιν εἰς Πειραιᾶ, ὅπου ἦσαν ἕτοιμα λεωφορεῖα διὰ νὰ τοὺς μεταφέρωσιν εἰς Ὠρωπὸν, καὶ ἐκεῖθεν διὰ λέμβου νὰ φθάσωσιν εἰς Νέα Ψαρά. Τί δὲ ἐγένετο; ὁ «Πηνειὸς», ὁ ὁποῖος ἦτο τὸ πλοῖον τῆς γραμμῆς αὐτῆς, λαμβάνει αἴφνης ἄλλην διεύθυνσιν, καὶ ἀντὶ τοῦ «Πηνειοῦ» ἔρχεται ἡ «Ἑπτάνησος», ἡ ὁποία εἶναι ἓν σαποκάραβον βραδὺ, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς τὴν κατάλληλον ὥραν εἰς Πειραιᾶ. Ὁ τρόπος αὐτὸς, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεκλείσθησαν οἱ ἐκλογεῖς, βεβαίως ἀποδίδεται εἰς μηχανοῤῥαφίας, τῶν ὁποίων ἡ πολιτικὴ δὲν φαίνεται ἀμέτοχος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας τῆς Σύρου κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας ὑπῆρχεν ἐνταῦθα καὶ εὑρίσκετο εἰς ἀένναον κίνησιν καὶ ἐνέργειαν, διὰ νὰ κλείσῃ συμφωνίας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ σπουδαίων συμφερόντων τῆς ἑταιρίας ἐκείνης. Διὰ τούτου τοῦ τρόπου οἱ ἐκλογεῖς τοῦ Θεμιστοκλέους Α. Κανάρη, οἱ ὁποῖοι ἀνέμενον ἀνυπομόνως τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ ἀτμόπλοιον καὶ ἐντεῦθεν διὰ Πειραιῶς–Ὠρωποῦ μεταβῶσιν εἰς Ἐρέτριαν καὶ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ ἐκλεκτοῦ των Θεμιστοκλέους Κανάρη, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μεταβῶσιν. Ἔρχεται λοιπὸν ἡ «Ἑπτάνησος», ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπιβιβάζονται οἱ ἐκλογεῖς καὶ βραδέως ἀφικνοῦνται διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου καὶ τὸ φύσει βραδὺ καὶ ἐννοεῖται ἡ συνέχεια τῶν μηχανοῤῥαφιῶν τὸ ἠμπόδισαν νὰ φθάσῃ ἐγκαίρως· ἦλθε δὲ τὸ ἀτμόπλοιον τὴν Κυριακὴν τὸ μεσημέρι εἰς Πειραιᾶ, ὅπου ἀπεβιβάσθησαν οἱ ἔνθερμοι ἐκεῖνοι ναῦται καὶ φίλοι ἐκλογεῖς τοῦ κ. Θεμιστοκλέους Α. Κανάρη, οἱ ὁποῖοι ἠδημόνουν τρομερά. Εἶδον αὐτοὺς ἰδίοις ὄμμασι, καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν τοὺς εἴδατε ἀγανακτοῦντας, διότι δὲν ἠδύναντο διὰ πτήσεως νὰ ὑπερβῶσι τὴν θάλασσαν καὶ τὰς ἀποστάσεις καὶ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ ἐκλεκτοῦ των.
§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἂν ἤρχετο τὸ ἄλλο πλοῖον;
§121ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Θὰ ἔφθανεν αὐτὸ εἰς Πειραιᾶ τὴν πρωίαν, ὅτε ἐντὸς τῆς ἡμέρας θὰ μετέβαινον εἰς Ἐρέτριαν. Εἰς Ὠρωπὸν ἦσαν λέμβοι φιλικαὶ τοῦ κ. Θεμιστοκλέους Κανάρη, περιμένουσαι τοὺς ἐκλογεῖς, ἵνα τοὺς μεταφέρωσιν εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας· καὶ δέκα δὲ λεμβοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ἐπερίμεναν μὲ τὰς λέμβους, ἔμειναν χωρὶς νὰ ψηφίσουν. Ἐρωτήσατε λοιπὸν τὴν συνείδησίν σας, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἀδικεῖτε τὸν ἕνα ἐκ τῶν ἐγγονῶν τοῦ ἐνδόξου ναυάρχου, διότι ἐφέτος καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἡ ἐκλογὴ τοῦ μικροῦ ἐκείνου διαμερίσματος ἀνῆκεν εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μακαρίτου Ἀριστείδου Κανάρη, ἡ αὐθαιρεσία δὲ μόνη ἀφῄρεσεν ἀπὸ αὐτὴν τὸ ἀξίωμα καὶ τὸ ἔδωσεν εἰς τὸν ἄλλον ἔγγονον. Συνεπείᾳ λοιπὸν τοιούτων ἐπεμβάσεων δὲν εἶναι σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Θεμιστοκλῆς Α. Κανάρης. Ἴσως μειδιᾶτε διὰ τὴν ἁπλότητά μου, διότι τοιαῦτα ὑποστηρίζω καὶ ὁμιλῶ εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων, καὶ ἡ φωνή μου εἶναι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁμιλῶ πρὸς Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι, προκειμένου περὶ τοῦ ἐγγόνου τοῦ ναυάρχου Κανάρη, εἴτε τοῦ ἑνός, εἴτε τοῦ ἄλλου, θέλουν συμβουλευθῆ τὴν συνείδησίν των, καὶ τὸν συλλογισμὸν τοῦτον ἀποστρέφω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου, ὁμιλῶν κατὰ τῶν ἰσχυρισμῶν ἡμῶν, παρενεῖρε τὸν συλλογισμὸν τοῦτον, ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ ἐγγόνου τοῦ Κανάρη, δὲν ὀφείλομεν νὰ ἀφήσωμεν τίποτε ἀνεξέλεγκτον, ἀλλὰ τὰ πάντα μέχρις ἐσχάτων νὰ ἐξετάσωμεν, καὶ ἂν βεβαιωθῶμεν τῳόντι, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη αἰτίασις ὑπάρχει κατὰ τῆς ἐκλογῆς του, τότε μόνον πρέπει νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ ὁ Κανάρης. Δὲν σᾶς μένει λοιπὸν ἀμφιβολία, τοὐλάχιστον ὅτι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρομεν ἡμεῖς ἐντεῦθεν, ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ὑπόστασιν, καὶ ἂν ἔχωσιν ὑπόστασιν, ὅτι ὑπάρχει σοβαρὰ αἰτίασις κατὰ τοῦ ἐγγόνου τοῦ Κανάρη, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ εἰσάξητε ἐνταῦθα; Διὰ τοῦτο ἡμεῖς δὲν σᾶς λέγομεν, ἀκυρώσατε τὴν ἐκλογήν. Διὰ νὰ σᾶς ἀφαιρέσωμεν τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ στηρίξητε ἐπὶ τῶν ἀμφιβολιῶν, σᾶς λέγομεν, ἀποστείλατε ἐπιτροπὴν, νὰ ἐξετάσῃ πόθεν προέρχονται τὰ ἀσυμβίβαστα ταῦτα, πόθεν αἱ ἀντιφάσεις, πόθεν αἱ πλαστογραφήσεις καὶ αἱ κατάφωροι διαφοραὶ τῆς ἡλικίας του, αἱ ὁποῖαι σᾶς καταγγέλλονται ἐντεῦθεν. Ἢ μήπως τὸ μέτρον τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἄγνωστον εἰς ὑμᾶς καὶ δὲν τὸ θέλετε; Μήπως προχθὲς δὲν ἐψηφίσατε ἀποστολὴν ἐπιτροπῆς διὰ τόσα μέρη τῆς Ἀττικῆς; καὶ μήπως αἱ ἐπιτροπαὶ ὑμῶν δὲν περιήρχοντο τὰ χωρία καὶ τὰς κωμοπόλεις τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς, ἐξετάζουσαι περὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπεβλήθησαν ὡς κατηγορίαι κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης; Ἀφοῦ ἐστείλατε ἐπιτροπὰς διὰ μηδαμινὰ πράγματα, δι’ ἀνύπαρκτα, καὶ μετέβησαν αἱ ἐπιτροπαί σας καὶ ἐξήτασαν εἰς 17 περίπου δήμους τῆς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ ἦλθον καὶ σᾶς εἶπον ὅτι εἶναι ἔγκυροι αἱ ἐκλογαί, καὶ τὰς ἐπεκυρώσατε, ἀρνεῖσθε ἤδη νὰ δεχθῆτε τὸ αὐτὸ μέτρον διὰ τὸν ἔγγονον τοῦ Κανάρη, προκειμένου περὶ τῆς ἐξετάσεως τοῦ νομίμου καὶ ἀνεπιλήπτου τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ, ἢ περὶ τῆς βουλευτικῆς αὐτοῦ ἱκανότητος; Ἀρνεῖσθε νὰ στείλητε ἐπιτροπήν, ἵνα ἐξετάσῃ, ποῖος ἐκ τῶν δύο ἐγγόνων τοῦ Κανάρη ἔχει τὸ δίκαιον; Διατὶ ἀποκλίνετε ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου; Βεβαίως οὐδεὶς ἄλλος λόγος ὑπάρχει ἢ ὅτι οὗτος ἀνήκει εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Θέλετε νὰ ψηφίσητε καὶ διὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην ὅπως καὶ διὰ τὰς ἄλλας; οὐδεὶς θὰ σᾶς σταματήσῃ εἰς τὴν κατωφέρειαν· πράξατέ το.
§122ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐννοήσας ὅτι δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ εἰς νόμιμον αἴτιον, ὅπως αἰτήσηται τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, κατέφυγεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποστείλῃ ἐπιτροπήν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰς μηχανοῤῥαφίας, τὰς γενομένας ἐν Σύρῳ, διὰ τὴν μὴ ἀναχώρησιν τοῦ ἀτμοπλοίου τὴν ἔγκαιρον. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦναι σοβαρά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ πρότασιν, τὴν ὁποίαν, βεβαίως χαριεντιζόμενος ὁ κ. συνάδελφος, ἐπρότεινεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἓν καὶ μόνον, Κύριοι, ἔχω καθῆκον νὰ διαψεύσω· διότι ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑφίσταται ὁ ἐλάχιστος μῶμος εἰς τὸν ἔγγονον τοῦ Κανάρη, οἱονδήποτε, εἴτε τὸν ἕνα εἴτε τὸν ἄλλον, ὅταν εἰσέρχηται εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἢ ὅταν ὑπάρχῃ κἂν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐλαφρῶς νομίζω ὀλίγον ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ...
§123ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἴσως μὲ ἔχετε συνειθισμένον.
§124ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δηλ. μετ’ ἐπιπολῆς ἐξετάζετε τὴν ἀποστολὴν ἐπιτροπῆς. Δὲν νομίζω ὑμᾶς, ὅτι εἶσθε ἐλαφρός· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα, εἶσθε λίαν σοβαρός. Ἠθέλησε, λέγω, ὁ κ. συνάδελφος νὰ σᾶς ὑποδείξῃ, ὅτι δῆθεν ὁ ὑποψήφιος ἢ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ αὐτοῦ κατέφυγον εἴς τινα σημεῖα, περὶ τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἄγνοια τῆς ἀληθοῦς αὐτοῦ ἡλικίας καὶ ἐπλαστογράφησαν, διέγραψαν τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι λίαν σοβαρόν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο ἀληθές. Ἀπόδειξιν ἀναμφισβήτητον τῆς ἡλικίας αὐτοῦ ἔχομεν κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κανάρης οὐδὲ κατὰ νοῦν εἶχε νὰ ἐκτεθῇ ὡς βουλευτὴς καὶ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἔχομεν ἐπίσημον πιστοποιητικὸν ἀρχῆς ἐπισήμου κατὰ τὸ 1886, ὅτε προσῆλθεν ὁ Κανάρης καὶ ἐζήτει νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα ὡς στρατιώτης, καὶ ἡ ἀρχὴ αὕτη τῷ εἶπεν: «ὄχι, δὲν σὲ δέχομαι, διότι δὲν ἀνήκεις εἰς τὴν ἡλικίαν αὐτήν». Εἶναι τηλεγράφημα τοῦ ἀξιωματικοῦ Μικροπούλου, διευθυντοῦ τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου Εὐβοίας (ἀναγινώσκει): «Κανάρης Μιλτιάδου Ἀλέξανδρος ἐγεννήθη τὸ 1851, ὑπ’ ἀριθ. τάδε κτλ.»
§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἔγεινε τὸ τηλεγράφημα;
§126ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ τηλεγράφημα εἶναι τοῦ ἔτους 1886. Τοῦτο τὸ παρετήρησα· παρετήρησα μήπως τὸ τηλεγράφημα εἶναι σημερινόν· ἀποδεικνύεται δέ, ὅτι τὸ τηλεγράφημα τοῦτο προέρχεται ἀπὸ τὴν Εὔβοιαν κατὰ τὸ ἔτος 1886. Εἶναι βέβαιον, ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος Μιλτ. Κανάρης εἶναι ἐνήλικος.
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά. Τὰ ἠκούσαμεν.
§128ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ταῦτα ἔκρινα καλὸν νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐκ δευτέρου, ὅπως ἀποδειχθῇ ἀναμφισβητήτως, ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος Μιλτ. Κανάρης δὲν εἶναι ἀνυπότακτος.
§129ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τινά ...
§130ΠΟΛΛΟΙ. Τὰ εἶπον ἄλλοι. Ἀρκετά.
§131ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶπε κανείς. Ἐπειδὴ ὁ κ. Κοσσονάκος εἶπεν, ὅτι ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία τῆς Σύρου διὰ μηχανοῤῥαφιῶν κατώρθωσε νὰ μὴ ὑπάγουν οἱ φίλοι τοῦ κ. Θεμιστοκλέους Α. Κανάρη νὰ ψηφίσωσι, σᾶς ἀναγινώσκω ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον οἱ ἐν Σύρῳ κομματάρχαι τοῦ κ. Θεμ. Α. Κανάρη, Παπανικολῆς, Φελίνης καὶ Κοτζιᾶς, ἀπέστειλαν τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς πρὸς τὸν εἰς Ἐρέτριαν Νικόλαον Βελισσάριον.
§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ ποῦ;
§133ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὴν Σῦρον (ἀναγινώσκει): «Ἕνεκα ἀπρονοησίας ὑποψηφίου Θεμ. Κανάρη, ἀδυνατοῦμεν ἀναχωρῆσαι. Παπανικολῆς, Φελίνης, Κοτζιᾶς.» Ὥστε δὲν ἠμποδίσθησαν οἱ φίλοι αὐτῶν ψηφοφόροι ἐκ μηχανοῤῥαφιῶν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἀλλ’ ἐξ ἀπρονοησίας τοῦ κ. Θεμιστοκλέους Α. Κανάρη.
§134ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ θὰ εἴπῃ καὶ ἡ πλειονοψηφία.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται παραιωμένη. Ὡς ἠκούσατε, τὸ τμῆμα τῆς Βουλῆς προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμου βουλευτοῦ Νέων Ψαρῶν τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Μιλτιάδου Κανάρη, ἔχοντος τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Οἱ ἀντιλέγοντες, ὡς ἠκούσατε, ἐζήτησαν τὴν ἀποστολὴν ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως προηγεῖται τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς ἐπιτροπῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀποστολὴν ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἤδη θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὸ συμπέρασμα τοῦ τμήματος.
§136ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὑπάρχει ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου, περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, ἵνα ζητηθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνόμισα, ὅτι ἡ πρότασις ἡ ἰδική σας συγχωνεύεται μὲ τὴν πρότασιν περὶ ἀποστολῆς ἐπιτροπῆς. Ἀφοῦ ἐπιμένετε, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Θέτω λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς προκειμένης ἐκλογῆς, ὅπως ζητηθῶσι πληροφορίαι, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἤδη θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ συμπέρασμα τοῦ τμήματος τῆς Βουλῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Νέων Ψαρῶν καὶ νόμιμον βουλευτὴν τὸν κ. Ἀλέξανδρον Μιλτ. Κανάρην, ἔχοντα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου πρὸς συμπλήρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ ᾼΧΜΒʹ νόμου τῆς 4 Ἰανουαρίου 1888 διὰ τὰς λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ἀπαλλοτριώσεις καταλαμβανομένων κτημάτων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§138ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶχον προτείνει τροπολογίαν, ὅπως εἰς τὴν διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ὁριζομένην ἐπιτροπὴν περιληφθῇ ὡς τέταρτον μέλος καὶ εἷς δημοτικὸς σύμβουλος τοῦ δήμου, ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ὁποίου κεῖται τὸ καταλαμβανόμενον κτῆμα. Ἐὰν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δέχηται τὴν τροπολογίαν, ἂς ψηφοφορηθῇ αὕτη, ἐὰν δὲ μὴ δέχηται αὐτὴν, ἂς μὴ ψηφοφορηθῇ.
§139Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἦτο νὰ καταστήσῃ εὐχερεστέραν τὴν ἐκτίμησιν τῶν καταλαμβανομένων κτημάτων, ὅπως δυνηθῶμεν ἐμπροθέσμως νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν, τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, τὴν κατάληψιν αὐτῶν. Ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν προτείνετε, σκοπεῖ νὰ παράσχῃ πλείονας ἐγγυήσεις διὰ τῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παρουσίας ἑνὸς διοικητικοῦ ὑπαλλήλου, δημοτικοῦ συμβούλου ἢ δημοτικοῦ παρέδρου. Ἐν πρώτοις ἀμφιβάλλω, ἐὰν παρέχηται ἐγγύησις μείζων διὰ τῆς παρουσίας τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου ἢ δημοτικοῦ παρέδρου· ἀλλὰ βεβαίως προβλέπω, ὅτι ἡ παρεμβολὴ τῶν δημοτικῶν τούτων ὀργάνων θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βραδύτητα καὶ τὴν δυσκολίαν τῆς περαιτέρω διεξαγωγῆς τῆς ἐργασίας. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε.
§140ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐπιμένω· διότι, καὶ ἂν ἐπιμείνω, οὐδὲν θὰ κατορθώσω. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου τοῦ γενικοῦ ἢ εἰς τὴν ὑποβολὴν νέου νόμου εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι γίνονται ἀδικίαι κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν.
§141ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§142ΠΕΡΡΟΣ. Μετὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰδικῶς τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης, καὶ αἱ ἰδικαί μου τροπολογίαι δὲν ἔχουσι σκοπὸν, διότι ἀνάγονται εἰς γενικὸν νόμον περὶ κανονισμοῦ ἐν γένει τῶν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καταλαμβανομένων ἰδιοκτησιῶν. Παραιτοῦμαι λοιπὸν τῶν τροπολογιῶν μου, διότι ἐν αὐταῖς πρόκειται περὶ ὁδῶν κλπ.
§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνεγνώρισα προχθὲς τὴν ἀνάγκην νόμου γενικοῦ, κανονίζοντος τὰ περὶ ἀπαλλοτριώσεως λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καταλαμβανομένων κτημάτων· ἐδήλωσα δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἴσως δυνηθῶμεν κατὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον νὰ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτον νόμον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§145ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὡμίλησα ἀρκετὰ ἐκτεταμένως. Καὶ παρέστησα μὲν καὶ ἐγὼ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου γενικοῦ, ὅπως κανονισθῶσι καλλίτερον τὰ τοῦ σπουδαίου τούτου θέματος,—καὶ χαίρω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς παρέχει τὴν ἐλπίδα νομοθετικῆς διευθετήσεως τοῦ κυκεῶνος, τοῦ ἐπικρατοῦντος εἰς τοσούτῳ σπουδαῖον ἀντικείμενον,—ἀλλ’ ἀναγνωρίζων, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐσκόπει κυρίως νὰ πληρώσῃ πρόχειρόν τινα ἀνάγκην κατεπείγουσαν, συνέταξα τὰς τροπολογίας μου ὡς προσθήκας ἁπλᾶς εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ συνέταξα αὐτὰς ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς τῆς στενῆς ἰδέας, ὅτι πρόκειται περὶ κατεπειγούσης τινὸς διαῤῥυθμίσεως τῶν πραγμάτων. Διότι νομίζω, ὅτι τινὲς ἰδίως ἐκ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, ἠδύναντο νὰ προκαλέσωσι τὴν σκέψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ, ὅπως ἴδωμεν, μήπως ἦτο δυνατὸν αἱ τροπολογίαι αὗται, τινὲς τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν, νὰ ψηφισθῶσι, προστιθέμεναι εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἡ ἀνάγκη αὕτη, τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ πλήρωσις, ἔτι μᾶλλον πληρωθῇ. Καὶ ἵνα καταδείξω τοῦτο, ἀναφέρω τὸ ἑξῆς. Δὲν εἶναι λ. χ. κατεπεῖγον καὶ δὲν εἶναι ἐνδιαφέρον εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ζήτημα, ἂν αἱ ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἦναι ἀμετάκλητοι καὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων; Τί ὠφελεῖ νὰ λύσωμεν τυπικῶς τὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι θὰ παρουσιασθῶσιν, ἂν οὐσιαστικῶς αἱ δυσχέρειαι, αἵτινες θὰ παρουσιασθῶσι, θὰ κατακλύζωσι τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, θὰ ἀπειλῶσι ζημίας μεγάλας εἰς τὸ Δημόσιον ἢ ζημίας μεγάλας εἰς τοὺς ἰδιώτας; Μήπως ἀπαιτῆται ἡ ὁριστικὴ διευθέτησις τῶν τοῦ θέματος τούτου, ἵνα ψηφίσωμεν μίαν τοιαύτην διάταξιν, ὁποία ἡ ἐμὴ τροπολογία; Μήπως τὸ ἄλλο, τὸ τί πρέπει νὰ γείνῃ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἀποδέχεται ὁ ἰδιοκτήτης τὴν ἀποζημίωσιν, ἂν πρέπῃ νὰ καταβληθῇ αὐτῷ ποσόν τι ἢ ὄχι, μήπως καὶ τοῦτο θέλῃ ἀπαραιτήτως συνδεθῆ πρὸς τὴν ὅλην διευθέτησιν τοῦ θέματος; Ἡ τροπολογία ἐκείνη περιέχει προχείρους τινὰς διατάξεις, ὅπως αἱ δυσχέρειαι, αἱ κυριώτεραι τῶν δυσχερειῶν τοὐλάχιστον, ἀρθῶσι. Δὲν ὀφείλομεν ἁπλῶς νὰ συστήσωμεν εὐκόλως μίαν ἐπιτροπήν, δηλ. νὰ λύσωμεν τὰς τυπικὰς δυσχερείας. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠδύνατο νὰ ἀποδεχθῇ τοὐλάχιστον μέρος τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν, ἂν ἐμελέτησεν αὐτάς. Ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τὰς ὑπέβαλον.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιμένετε εἰς τὴν τροπολογίαν σας, κύριε Βουλευτά;
§147ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντὶ τοῦ ἀναγνωσθέντος 2ου ἄρθρου ὁ κ. Βουλευτὴς προτείνει....
§149ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· προσθήκη εἶναι, δὲν μεταβάλλεται τὸ ἄρθρον. Ἂς μοὶ εἴπῃ τις, οἱοσδήποτε, διατὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ ἐδάφιον τὸ προστιθέμενον ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὸ ἄρθρον;
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑπάρχον ἄρθρον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Χατζόπουλος ζητεῖ νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ 2ον ἄρθρον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης, οὐδεμιᾶς ὑπαρχούσης περὶ τῆς ἰδιοκτησίας ἀμφισβητήσεως, δηλώσῃ ἐντὸς τῆς ῥηθείσης ὀκταημέρου προθεσμίας τὴν ἀποδοχὴν τῆς προσδιορισθείσης ἀποζημιώσεως, αὕτη καταβάλλεται αὐτῷ ἀνυπερθέτως, ἀπαγορευομένης πάσης πρὸ τούτου διαταράξεως ἢ ἀποβολῆς τοῦ ἰδιοκτήτου. «Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης δηλώσῃ ἐμπροθέσμως, ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὸ ποσὸν τῆς προσδιορισθείσης ἀποζημιώσεως, καταβάλλεται μὲν αὐτῷ τὸ τρίτον, τὰ δὲ ἕτερα δύο τρίτα κατατίθενται ἔν τινι ταμείῳ τοῦ Κράτους, καὶ καταλαμβάνεται ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἀκωλύτως τὸ κτῆμα. «Ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς οὐδόλως προδικάζει τὴν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου κατὰ τὸν νόμον ᾼΧΜΒ’ τῆς 4 Ἰανουαρίου 1888 δίκην, προκειμένου εἴτε περὶ ἀπαιτήσεως τῆς ἀποζημιώσεως ἢ συμπληρώσεως αὐτῆς, εἴτε περὶ ἀναζητήσεως τῶν ἀχρεωστήτως καταβληθέντων, ἐφαρμοζομένης καθ’ ἑκατέραν τῶν περιπτώσεων τούτων τῆς διαδικασίας τοῦ ῥηθέντος νόμου. «Ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως τῆς ἰδιοκτησίας καὶ περὶ πάντων, περὶ ὧν δὲν διατάσσει ῥητῶς ὁ παρὼν νόμος, ἐφαρμόζεται ὁ ῥηθεὶς νόμος τοῦ 1888. «Διάταγμα κανονιστικὸν θέλει ὁρίσει τὰ δέοντα περὶ τῶν ἀπαιτουμένων δημοσιεύσεων καὶ περὶ πάσης τυχὸν χρησίμου διοικητικῆς ἐξακριβώσεως εἴτε τῶν ἀμφισβητουμένων ἀξιώσεων ἐπὶ τῶν καταληπτέων γαιῶν, εἴτε περὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν.»
§151ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ παρατηρήσω, μεθ’ ὅσα μάλιστα εἶπον προχθὲς, ὅτι τυπικῶς ἀναγράφεται διάταξις, ἐξασφαλίζουσα δῆθεν κατ’ αὐθαιρέτων καταλήψεων τοὺς ἰδιοκτήτας, οἵτινες ἔχουσι κτήματα ἐπὶ τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν· διότι, καὶ ἂν μεταβῇ ἡ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ, γείνῃ δὲ καὶ ἡ ἐκτίμησις, ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἰδιοκτητῶν, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα θὰ καταληφθῶσι, θὰ δοθῇ μετὰ δύο, τρία καὶ τέσσαρα ἔτη. Θεωρῶ λοιπὸν ἀναγκαίαν τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ἀναγράφεται εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον τῆς τροπολογίας, καὶ καθ’ ἣν μόλις ὁ ἰδιοκτήτης δηλώσῃ, ὅτι ἀποδέχεται τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς κανονιζόμενον ποσὸν ἀποζημιώσεως, νὰ τῷ καταβάλληται αὕτη πρὸ τῆς καταλήψεως. Οὕτω θὰ δυνηθῇ νὰ ὑπάρχῃ ἐν ἁρμονίᾳ ὁ ὀργανικὸς νόμος πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τῆς ἰδιοκτησίας του, ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, καὶ μόνον διὰ δημοσίαν ἀνάγκην.
§152Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ κύριοι, οἱ προτείνοντες τὴν προσθήκην τῆς τροπολογίας ταύτης, προτείνουσι τὴν προσθήκην διατάξεως περιττῆς. Κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου τοῦ 1888 δύο προκύπτουσι ὡς ἐνδεχόμεναι περιστάσεις· εἴτε ὁ ἰδιοκτήτης νὰ μὴ στέργῃ τὴν ἐκτίμησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε νὰ στέργῃ αὐτήν. Ἐὰν στέργῃ αὐτήν, τὰ χρήματα ἀποδίδονται αὐτῷ πάραυτα· ἐὰν δὲν στέργῃ αὐτὴν, τὰ χρήματα κατατίθενται, ὁ δὲ ἀρνούμενος ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἐκτίμησιν ἔχει δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Αὐταί εἰσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου. Ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἂν ὁ ἰδιοκτήτης στέργῃ τὴν γενομένην ἐκτίμησιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν θέλει πληρωθῆ; Δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ πᾶσαν προσθήκην, ἐξασφαλίζουσαν τὴν πληρωμὴν τῶν χρημάτων. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττή. Δέχομαι ταύτην, ἵνα εὐχαριστήσω ὑμᾶς, ὄχι διότι νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαία, διότι ἡ περὶ τούτου πρόνοια ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ· ἐὰν δέ που συνέβη τοιοῦτόν τι, τοῦτο δὲν ἦτο ἕνεκα τῆς ἐκτελέσεως τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς παραβάσεως αὐτοῦ.
§153ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἵνα προληφθῇ ἡ παράβασις.
§154ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατέστη σχεδὸν ἀπαραίτητος ἡ διάταξις αὕτη· καὶ εἶναι ἀπαραίτητος, διότι δὲν ἔχομεν ἁπλῶς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου, ὅπως πληρώσῃ ἀμέσως τὴν γενομένην ἐκτίμησιν, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὴν ἄλλην διάταξιν, ὅτι, πρὶν ἢ πράγματι γείνῃ ἡ πληρωμὴ, ἀπαγορεύεται πᾶσα κατάληψις. Τώρα ἤθελέ τις μοὶ εἴπῃ, ὅτι καὶ τοῦτο ἐξυπακούεται. Δὲν ἐξυπακούεται διόλου· ὀφείλει τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ ἀμέσως. Τοῦτο μόνον τὸ πολὺ ἐξυπακούεται, ὅτι, ἀφοῦ ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἐκτίμησις, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον ἀμέσως. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ὀφείλει τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ ἀμέσως, δὲν ἔχομεν δυστυχῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι καὶ πληρόνει. Ἀπ’ ἐναντίας ἔχομεν τὸ ἐναντίον ἀποδεδειγμένον καὶ ὡμολογημένον καὶ μεμαρτυρημένον ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα δὲν γίνεται ἡ πληρωμή. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ διαταχθῇ τὸ ἕτερον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται τοὐλάχιστον τότε ἡ κατάληψις, πρὶν ἢ γείνῃ ἡ πραγματικὴ πληρωμή. Τοῦτο δὲν ἐξυπακούεται. Τοῦτο ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι διατεταγμένον ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, ὅτι πρέπει νὰ γίνηται ἡ πληρωμὴ προηγουμένως· ἀλλὰ διὰ τῶν νόμων δὲν ἀναγνωρίζεται τοῦτο, καὶ ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀχρηστίαν τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καὶ καθιερώθη, ὅτι ἡ προηγουμένη πραγματικὴ πληρωμὴ πρὸς τὸν ζημιούμενον δὲν εἶναι ὅρος τῆς καταλήψεως. Πρέπει λοιπὸν διὰ νόμου νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι ὅρος τῆς καταλήψεως τοὐλάχιστον ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εἶναι ἡ προηγουμένη πληρωμή. Ἅμα τοῦτο δὲν τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, διόλου δὲν ἐξυπακούεται. Τότε μόνον θὰ ἐξυπακούηται, ἐὰν θεωρήσωμεν, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν καταλαμβάνεται τὸ κτῆμα τοῦ ἰδιώτου, ἂν πράγματι δὲν γείνῃ ἡ πληρωμή, Ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἕνεκα ἀνάγκης καὶ διὰ νόμων ἀκόμη καθιερώθη, ὅτι ἡ πραγματικὴ προηγουμένη πληρωμὴ δὲν εἶναι ὅρος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον καὶ μόνον δύναται νὰ καταλαμβάνῃ τὸ Δημόσιον τὰς γαίας. Τὸ ἐναντίον εἶναι καθιερωμένον καὶ διὰ τῶν νόμων καὶ διὰ τῆς πράξεως, ὅτι ἡ πραγματικὴ προηγουμένη πληρωμὴ δὲν εἶναι ἀπαραίτητος, ἵνα γείνῃ ἡ κατάληψις. Ἀλλ’ ὅταν ἦναι συνωμολογημένη πλέον ἡ ἀποζημίωσις, δὲν πρέπει ἄρα τότε νὰ προηγῆται ἡ πραγματικὴ πληρωμή; Περὶ τούτων θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ ψηφίσωσι.
§155Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ὁμολογουμένως εὐχάριστον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προκειμένου μάλιστα περὶ τοιούτου νομοσχεδίου, ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν ἐν μέρει.
§156ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον.
§157Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ἤθελον παρατηρήσει περίπου ὅ,τι καὶ ὁ ἴδιος κ. Πρωθυπουργὸς παρετήρησεν, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη ἡ διάταξις δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα,—ἀναγράφει δηλ. τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τὴν ὑπάρχουσαν,—διότι, ὡς γνωρίζομεν, ἀφοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖται προηγουμένη ἀποζημίωσις, τὰ δικαστήρια ὀρθῶς παρεδέχθησαν, ὅτι, μὴ γενομένης προηγουμένης ἀποζημιώσεως, ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει ἀγωγὴν περὶ νομῆς καὶ διεκδικήσεως. Τί ἀναγράφει ἡ τροπολογία αὕτη; Ἀναγράφει, ὅτι ἀπαιτεῖται προηγουμένη πληρωμὴ πρὸ πάσης διαταράξεως. Ὁ ὑποβαλὼν ὅμως τὴν τροπολογίαν ταύτην προενόησε διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τί γίνεται, ἂν δὲν γείνῃ ἡ πληρωμή. Ἐὰν λοιπὸν πρόκηται νὰ ψηφισθῇ μόνον ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς, δὲν θὰ ἔχῃ κἀμμίαν πρακτικὴν σημασίαν· ἐὰν πρόκηται νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 3, ὡς προτείνεται, ἡ ἀνάλογός τις διάταξις, τότε ἔχει σημασίαν. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συνδυάσῃ ταὐτοχρόνως τὰς παρατηρήσεις ταύτας, καὶ ἐπειδὴ ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὸ προτεινόμενον πρόσθετον ἄρθρον 3, δύναται νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῆς ἑξῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν αὐτῆς· νὰ προστεθῇ δηλαδή, συνεπείᾳ τῆς ὑποβαλλομένης προτάσεως τοῦ αʹ ἐδαφίου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ὅτι ἀπὸ τῆς περὶ ἀποδοχῆς τῆς ἐκτιμήσεως δηλώσεως τοῦ ἰδιοκτήτου τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται εἰς πληρωμὴν τόκου ὑπερημερίας 8%. Ἡ πρότασις αὕτη, ἣν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω ὅτι εἶναι δικαιοτάτη καὶ νομιμωτάτη. Ὁ πολίτης, ὀφείλων εἰς τὸ Δημόσιον, ὑποχρεοῦται εἰς τόκον· διατὶ τὸ Δημόσιον, ὀφεῖλον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, τοῦ ὁποίου λαμβάνει, λόγῳ δημοσίας ἔστω ἀνάγκης, τὴν ἰδιοκτησίαν, νὰ μὴ πληρόνῃ εἰς αὐτὸν τόκον; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ἀναγράφει διάταξιν περὶ τοῦ διπλασίου τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Τοῦτο θεωρῶ πολύ, τὴν τοιαύτην οὕτως εἰπεῖν ποινικὴν ῥήτραν. Νομίζω ὅτι ἀρκετὴ ἱκανοποίησις διὰ τὸν ἰδιοκτήτην εἶναι, νὰ λαμβάνῃ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον τὸ Δημόσιον λαμβάνει, ὁσάκις ἔχῃ νὰ εἰσπράξῃ παρ’ αὐτοῦ. Ἡ ἀπαίτησις τοῦ ἰδιοκτήτου εἶναι πλέον ἐκκαθαρισμένη καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους διέγραψεν ὁ νόμος· διότι ἡ δήλωσις ἐγένετο, ἡ ἀποδοχὴ ἐγένετο, ἡ ὀφειλὴ εἶναι ἀναμφισβήτητος· διατὶ τὸ Δημόσιον νὰ μὴ ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν τόκου; Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω, ὑποστηρίζων καὶ ἐγὼ τὴν ὑποβαλλομένην τροπολογίαν, δεχόμενος ὅμως μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη δὲν θὰ εἶχε κἀμμίαν σημασίαν. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦναι διατεθειμένη νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 3, θὰ εἶχε τοῦτο ἀξίαν τινά· ἄλλως, ἂς προστεθῶσιν αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἀνέγνωσα.
§158ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον ἐπὶ τῇ ὑποστηρίξει τῆς τροπολογίας μου. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν τώρα, ἐν ᾧ συζητοῦμεν τὸ 2ον ἄρθρον, νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν ἑπομένων; Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ παραστήσω, ὅτι ὑπάρχει, ἕνεκα τῶν μέχρι τοῦδε καταχρήσεων, περίπτωσις ψηφίσεως τοῦ αʹ ἐδαφίου, ἕνεκα ἰδίως τῆς προνοίας αὐτοῦ περὶ τοῦ νὰ μὴ καταλαμβάνωνται αἱ γαῖαι· διότι εἶπον καὶ χθὲς ἀκόμη, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν προσωπικὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πρὸς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει δίκαιον ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, ὅτι τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ συναισθάνηται καὶ ἐκτελῇ τὰς ὑποχρεώσεις του, καὶ ὅταν ὀφείλῃ, πρέπει νὰ σπεύδῃ νὰ πληρόνῃ, καὶ νὰ μὴ καταλαμβάνῃ τὸ κτῆμα τοῦ ἄλλου, πρὶν ἢ πληρώσῃ. Ἀλλ’ ἰδοὺ δυστυχῶς, ὅτι δὲν ἔγεινε μέχρι τοῦδε· καὶ ὅταν ψηφίσωμεν, ὅτι εἶναι διατάραξις πλέον καὶ παρανομία ἁπλῶς, ἂν τὸ Δημόσιον ἐπιληφθῇ τοῦ κτήματος τοῦ ἄλλου πρὶν ἢ πράγματι πληρώσῃ, τότε νομίζω ὅτι προστίθεται κἄτι τι, δὲν εἶναι περιττὸν, μολονότι συνομολογῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι, ἂν κατόπιν ψηφισθῇ καὶ τὸ 3ον ἄρθρον, τότε ἀκόμη πλειότερον ἐξασφαλίζονται τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἐπίσης εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των, διότι θεωρῶ δίκαιον, καὶ ὅταν ἀμφισβητῇ ὁ ἰδιοκτήτης τὴν ἐκτίμησιν ὡς ἀνεπαρκῆ, νὰ καταβάλληται εἰς αὐτὸν ποσόν τι. Ἐὰν δὲν λάβῃ πλειότερον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὴν ἀποφασισθεῖσαν ἀποζημίωσιν εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ τὴν λάβῃ. Λοιπὸν, ἐνῷ στερεῖται ἐπὶ ἔτη ἴσως τοῦ κτήματός του, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ λαμβάνῃ ἓν πολλοστημόριον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δικαιοῦται πάντοτε νὰ λάβῃ;
§159ΠΕΡΡΟΣ. Ὅπως ἔχουσιν αἱ τροπολογίαι, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν δύνανται νὰ ψηφισθῶσι, διότι εἶναι ἀντιφατικαί. Οὕτως, ἐὰν δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χατζοπούλου, κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον ἀπαιτοῦμεν νὰ καταβληθῇ ἀνυπερθέτως τὸ τίμημα, ἂν δὲ δὲν καταβληθῇ, ἀπαγορεύεται ἀπολύτως πᾶσα διατάραξις καὶ ἀποβολὴ ἀπὸ τῆς νομῆς. Ἐν τούτοις ὑπάρχει 3ον ἄρθρον, ὅλως ἀντιφατικὸν, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ τῆς περιστάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅταν καταληφθῇ πρὸ τῆς ἀποζημιώσεως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἢ τῆς ἑταιρίας τὸ κτῆμα, τότε καταβάλλεται διπλασία ἡ ἀξία κλπ. Πῶς εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ἀφοῦ ἀπαγορεύεται ἀπολύτως ἡ κατάληψις;
§160ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕκαστον ἐδάφιον πρέπει νὰ τὸ ἐπικρίνητε ὡς ἔχει.
§161ΠΕΡΡΟΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ μελέτη γενική· καὶ διὰ τοῦτο ἀποκρούω πᾶσαν τροπολογίαν.
§162ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ φέρῃ ἓν γενικὸν περὶ ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων νομοσχέδιον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς αὐτὸ, καὶ νὰ μὴ φέρωμεν τροπολογίας, διότι ἐπιτακτικωτέραν διάταξιν ἀπὸ τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν προηγουμένην ἀποζημίωσιν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡμολόγησα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι οἱ εἰδικοὶ νόμοι, οἵτινες ἐξεδόθησαν καὶ οἵτινες ἐκανόνισαν τὰ περὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτήσεων τῶν πολιτῶν ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης δι’ ὡρισμένας περιπτώσεις, εἶναι ἀτελεῖς, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ νόμος γενικὸς, ὅστις νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου ἐπαρκῶς. Ἰδίως δύο τινὰ ἔδει νὰ κανονισθῶσι: αʹ) Πότε ὑπάρχει ἡ δημοσία ἀνάγκη, καὶ βʹ) κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις, ὁ προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς κλπ. Εἶπον ὅτι ὁ γενικὸς οὗτος νόμος δὲν ἐξεδόθη. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, σκεπτόμενος κατ’ ἰδιόν τινα τρόπον κοινοβουλευτικὸν, ἀνῆλθε τὸ βῆμα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, καὶ ἀνέφερεν, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς παρελθούσης συνόδου κατέθηκε νομοσχέδιον περὶ τούτου, καὶ ἐπρότεινεν ἡμῖν οὐδὲν ἧττον ἢ νὰ οἰκειοποιηθῶμεν ἡμεῖς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Καὶ εἶπον κατ’ ἴδιον τρόπον κοινοβουλευτικὸν, διότι ἔχει βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ δικαίωμα νὰ προβάλλῃ ζητήματα ἐμπιστοσύνης, τὸ ἐννοῶ· ἀλλὰ νὰ ζητῇ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ νὰ οἰκειοποιηθῶμεν νομοσχέδιον προταθὲν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κρίνω ἰδιόῤῥυθμον κοινοβουλευτικὸν τρόπον. Ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλω ἀσχοληθῆ, ἵνα παρασκευάσω ἴδιον νομοσχέδιον γενικὸν περὶ ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, καὶ θέλω εἰς τοῦτο ὠφεληθῆ ἐξ ὅλων τῶν φώτων, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν διὰ τῆς δημοσιότητος. Ἂν δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐδόθησαν φῶτα τοιαῦτα, θέλω ἐπωφεληθῆ καὶ αὐτῶν. Ἀλλὰ μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἤμην ἕτοιμος πρὸς παρασκευὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶχον ὅμως ἀνάγκην νὰ ἄρω δυσχερείας περὶ τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν κτημάτων ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τῶν συνόρων, καὶ τοῦτο ἐζήτησα νὰ ἐπιτύχω διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ ὄντως ἡ ἔλλειψις νόμου γενικοῦ, ἡ ἀτέλεια τῶν εἰδικῶν νόμων, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ ἐπέλθῃ ἡ κακὴ ἐφαρμογή. Αὕτη παρήγαγεν ἀδικήματα, καὶ μεταξὺ τῶν ἀδικημάτων εἶναι, ὅτι δὲν ἐπληρώθησαν ἀμέσως τὰ χρήματα, καὶ ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης ἀπεδέχθη τὴν ἐκτίμησιν τὴν γενομένην παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁμολογῶ ὅτι τοῦτο εἶναι παράβασις τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος τοῦ 1888 δὲν δίδει τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως· οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὸ Δημόσιον δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσι νὰ πληρώσωσι τὰ χρήματα εἰς τὸν ἀποδεχόμενον τὴν ἐκτίμησιν ἰδιοκτήτην. Ἑπομένως οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει, ἵνα συμπεριληφθῇ διάταξις περὶ τούτου. Ἐπίσης ἡ μελέτη τοῦ νόμου τοῦ 1888 πείθει τὸν μελετῶντα, ὅτι ἡ κατάληψις τοῦ κτήματος γίνεται ὁσάκις ἡ ἐκτίμησις ἐγένετο δεκτὴ ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην· ἐὰν ὅμως ἡ ἐκτίμησις δὲν ἐγένετο δεκτή, τότε αὐτὸς μὲν ἔχει συμφέρον νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, τὸ δὲ Δημόσιον καταλαμβάνει τὸ ἰδιωτικὸν κτῆμα. Πᾶσα τροπολογία ἢ προσθήκη μοὶ φαίνεται ὅλως περιττή· ἐγὼ δὲ ὁμολογῶ, ὅτι οὕτως ἐννοῶ τὸν νόμον.
§164ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ μοὶ συγχωρήσητε κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν εἰς τοὺς κυρίους προαγορεύσαντας, ἐμνήσθη καὶ ἐμοῦ, σχετικῶς πρὸς ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω χθὲς εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐμνήσθη ἐμοῦ, μεμφόμενος τῆς κοινοβουλευτικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἀπειρίας μου. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν βεβαίως ν’ ἀντιμετωπίσω τὴν δεινότητα τοῦ κ. Προέδρου τὴν κοινοβουλευτικήν, νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ μομφή, τὴν ὁποίαν ἔστρεψε κατ’ ἐμοῦ, ἦτο ἐντελῶς ἄδικος. Ἄδικος, διότι, ἂν ἴσως εἶχε προσέξει εἰς ὅσα χθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἐγίνωσκεν ὅτι οὐδεμία τῶν προϋποθέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξε τὴν μομφὴν αὐτοῦ, ἦτο ἀκριβής. Δὲν ἀνέβην χθὲς τὸ βῆμα, ἐν τῇ ἰδιότητι ἀντιπολιτευομένου Βουλευτοῦ, ἵνα προκαλέσω ζήτημα ἐμπιστοσύνης, οὔτε κἂν τὸν νοῦν μου διῆλθεν, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, νὰ ἀναπτύξω τοιοῦτον ζήτημα. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρένειρε τὰ περὶ τούτου, ἴσως ἠθέλησε νὰ εὕρῃ εὐκαιρίαν, ἵνα κατειρωνευθῇ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, περιελθούσης, τῇ εἰσηγήσει καὶ συμπράξει καὶ αὐτοῦ, εἰς τοὺς ἐλαχίστους αὐτῆς ὅρους. Δὲν ἀνέβην τὸ βῆμα, ἵνα ὑποβάλλω πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον, διότι θὰ ὠφλίσκανον, οὕτως εἰπεῖν, μωρίαν, ζητῶν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους εἶχον τὸ δικαίωμα τὸ συνταγματικὸν, ὡς Βουλευτὴς, νὰ προτείνω· ἀλλ’ οὔτε τοῦτο ἠθέλησα νὰ πράξω περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, διότι ἐγίνωσκον ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θὰ ἐματαιοπόνουν, διότι πρότασις νόμου ἀπὸ ἀντιπολιτευομένου Βουλευτοῦ ἐρχομένη, ἔστω καὶ ἀφορῶσα εἰς γενικὸν συμφέρον, οὔτε κἂν θὰ ἐλαμβάνετο ὑπὸ σημείωσιν, καὶ θὰ ἐλάμβανε μόνον τὴν οἰκείαν θέσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλὰ μόνον ὡς ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ὁ κ. Πρόεδρος ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ νὰ σημειώσῃ καὶ ταύτην ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ. Ὁ λόγος, ὅστις μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, ἦτο ἁπλοῦς καὶ εὐνόητος, καὶ τοῦτο ἀρχόμενος τοῦ λόγου ἐξήγησα χθές, ὅτι δηλαδή, προκειμένου περὶ ἀντικειμένου σπουδαιοτάτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῆς προηγουμένης μου ὑπηρεσίας νὰ ἐγκύψω, καὶ ἀφοῦ εἶδον τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, προτεινομένας παρ’ ἄλλου ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἀλλ’ οὐδὲν ἐζήτησα παρὰ τῆς Βουλῆς· εἶπον μάλιστα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν τὸ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχω, ὡς Βουλευτής, τῆς προτάσεως νόμων, ἀλλὰ μόνον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν εὐαρεστῆται,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ,—καὶ κρίνῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἄξιον προσοχῆς καὶ μελέτης, νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπ’ αὐτοῦ· ἐὰν δὲ νομίζῃ, ὅτι εἴτε ὁ τύπος τοῦ νομοσχεδίου εἴτε αἱ οὐσιαστικαὶ αὐτοῦ διατάξεις δὲν εἶναι ἄξιαι τῆς προσοχῆς του, νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ. Τοιοῦτον δὲ ἦτο τὸ συμπέρασμά μου· καὶ ἐπικαλοῦμαι, λέγω, καὶ αὖθις τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Δὲν ἦτο λοιπὸν δικαία καὶ ὀρθὴ ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ἀπέτεινε πρός με ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐν καλῇ πίστει μὲ ἐμέμφθη, νομίζων ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εἶχον ἐγὼ ὁμιλήσει χθὲς πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ θέλω νὰ τὸ πιστεύσω πρὸς χάριν αὐτοῦ καὶ χάριν τοῦ ἀξιώματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον φέρει.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου νὰ μὴ μεριμνᾷ πολὺ περὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐπειδὴ ἀρτίως εἰσῆλθεν εἰς Κοινοβούλιον, ἐλπίζω ὅτι ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐργαζόμενοι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους πρὸ πρὸ πολλοῦ χρόνου, τυγχάνουσιν εἰθισμένοι εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος καὶ γνωρίζουσι νὰ σέβωνται πάντα τὰ ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Μοὶ ἐφάνη παράξενον, ἐνῷ ῥητῶς ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπρότεινα νομοσχέδιον σκοποῦν νὰ πληρώσῃ ὡρισμένην ἀνάγκην, μοὶ ἐφάνη παράξενον, νὰ βλέπω ἄνδρα ἐντριβῆ περὶ τοὺς νόμους, καὶ ἑρμηνευτὴν αὐτῶν, μετελθόντα δὲ δημοσίαν λειτουργίαν συναφῆ πρὸς τούτους, νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ν’ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ μίαν ὥραν τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ μᾶς διηγηθῇ, πῶς ἐξουσιοδοτήθη ἐπιτροπή τις, πῶς εἰργάσθη, ἵνα κατορθώσῃ νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης. Καὶ ἂν ἀπὸ τοῦ 1882, ὅτε τὰ ἑκατομμύρια ἐχύνοντο εἰς τὰς ὁδοὺς πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων, ἐγένετο καταληπτὴ ὡς ἀναπόφευκτος ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἰδιοκτησίας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν, διὰ τοὺς ὁποίους τὰ ἑκατομμύρια ἐχύνοντο, μᾶς ἀφηγήθη ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι, ἀφοῦ ἐννέα παρῆλθον ἔκτοτε ἔτη, ἡ Κυβέρνησις εἶχε μεριμνήσει κατὰ τὸ τέλος τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, ἵνα καταρτίσῃ δι’ ἐπιτροπῆς ἐξ ἐπιστημόνων τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐμελέτησε καὶ συνέταξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου. Ἀπορῶ, πῶς ἠξίου ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅπως ὑμεῖς, οἱ πρὸ τριῶν μηνῶν ἐλθόντες, ἔχομεν ἀκριβῆ γνῶσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ οἰκειοποιηθῶμεν αὐτὸ, ἢ νὰ φωτισθῶμεν ἐξ αὐτοῦ. Τοιαύτην πρότασιν βεβαίως δὲν ἐθεώρησα σπουδαίαν, ἀφοῦ οἱ δύο μῆνες, καθ’ οὓς ἐσμὲν ἐν τῇ ἀρχῇ, δὲν εἶναι χρόνος ἐπαρκὴς, ἵνα μελετήσῃ τις ὑπόθεσιν τόσῳ σοβαρὰν, καὶ συναρμολογῶν τὰ ἐν ἄλλοις Κράτεσι νομοθετηθέντα πρὸς τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου, παρασκευάσῃ νομοσχέδιον. Βεβαίως ἐγὼ οὐδεμίαν ἀφορμὴν οὐδὲ συμφέρον ἔχω, διὰ νὰ ὁδηγηθῶ ἐκ τῶν λεχθέντων μετὰ σκοποῦ, ὅστις δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀγαθοπιστίαν· ἐξέφρασα ὅμως τὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθην. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐνέκρινε νὰ παρενείρῃ ἐν τούτοις καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπαινιχθεὶς ὅτι αὕτη ἐγένετο ἐμοῦ συνεργοῦντος. Οὐδεμίαν ἀληθῶς ἔχω ἀξίωσιν νὰ μεταβάλω τὰς γνώμας καὶ τὴν πεποίθησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου· ἀλλ’ ἐὰν οὗτος ἀνήκῃ εἰς κόμμα, πρέπει νὰ σεβασθῇ τὰς παραδόσεις τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκει, τὸ δὲ κόμμα αὐτὸ ἠκύρωσεν ἄλλοτε ἐκλογὴν, διότι ὀλίγον πρὸ τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης εἶχεν ἀνορυχθῆ φρέαρ δημοσίᾳ δαπάνῃ. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως τῆς παρούσης περιόδου δὲν ἠκύρωσεν ἐπὶ λόγῳ τοιούτῳ ἐκλογήν τινα, ἠκύρωσεν ἐκλογὰς ἐν ἐπαρχίαις, ἐν αἷς ἐτελέσθησαν ἀληθῆ ὄργια. Καὶ μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἐκφέρω γνώμην περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Αἰγίνης καὶ τοῦ δήμου Σαλαμῖνος, ἐνῷ ἀνακρίσεις στρατιωτικαὶ βρίθουσιν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν! Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη θέλει ἐπιτελέσει τὸ καθῆκόν της. Ἐγὼ καὶ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι ἐμείναμεν ἐν πλήρει ἐπιφυλάξει κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, οὐδ’ ἔχομεν ἀφορμὴν, ἵνα μετανοήσωμεν διὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἥτις τυγχάνει φιλικὴ πρὸς ὑμᾶς. Ἐγκρίνομεν μάλιστα τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ μετάσχωμεν τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν αὕτη ὑπέχει, διότι ἀναγνωρίζομεν αὐτὰς ὀρθὰς καὶ νομίμους.
§166ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Δὲν δέχομαι τὴν ἐπιτίμησιν τὴν νέαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν περὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἀπειρίαν μου. Δὲν εἰσῆλθον βεβαίως εἰς τὴν Βουλὴν ἀξιῶν, ὅτι θέλω διδάξει αὐτὸν τὸν τρόπον τοῦ συζητεῖν καὶ φέρεσθαι κοινοβουλευτικῶς, ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐσυνείδητον ὑμῶν ψῆφον, ἐὰν ὑπερέβην ποτὲ, ὁσάκις ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὴν Βουλὴν, τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας.
§167Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ποτέ.
§168ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἑπομένως ἡ ἐπιτίμησις, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ ἀποτείνῃ, ἦτο ἀνάρμοστος καὶ ἄδικος.
§169ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἀπέτεινεν ἐπιτίμησιν.
§170ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μομφήν.
§171ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Οὔτε μομφήν.
§172ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Εἰρωνείαν.
§173ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν ἰδέαν του ἐξέφρασε.
§174ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπηνίχθη τελευταῖον, ἐπὶ τετελεσμένων γεγονότων θεωρῶ μάταιον νὰ συζητῶμεν. Ἕκαστος ἔχει τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ ἕκαστος θὰ δώσῃ λόγον εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὴν συνείδησίν του.
§175ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Χατζοπούλου, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐξυπακούεται διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1888 ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ καταβάλῃ πρῶτον τὸ ἀντίτιμον εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ εἶτα νὰ καταλαμβάνῃ τὰ κτήματα τῶν πολιτῶν. Δυστυχῶς ἡ πρᾶξις ἀποδεικνύει ὅλως διόλου τὸ ἐναντίον, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη διατάξεως ῥητῆς, ἡ ὁποία νὰ προλαμβάνῃ τὰς καταχρήσεις, τὰς ὁποίας ἀνωμολόγησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ νόμου τοῦ 1888 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν γαιῶν καὶ κτημάτων ἐνεργεῖται ὑποχρεωτικῶς, ἐπὶ ἀποζημιώσει κανονιζομένῃ ὑπὸ τριμελοῦς ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἀπὸ τὸν νομάρχην, ἢ τούτου κωλυομένου, ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Εἰρηνοδίκην, τὸν μηχανικὸν καὶ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον τῆς περιφερείας, εἰς ἣν ὑπάγεται τὸ κτῆμα.» Τοῦτο λέγω ἁπλῶς. Ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ καταλαμβάνει τὸ κτῆμά μου καθ’ ὑπόδειξιν τῶν ἐργατῶν τοῦ σιδηροδρόμου. Δέχομαι, ὅτι εἶχε γείνει ἐκτίμησις, ἀλλὰ εἰς τί δύναται νὰ μὲ ὠφελήσῃ αὕτη, ἂν δὲν μοὶ καταβληθῇ; Καὶ τοῦτο γίνεται κατὰ κανόνα. Τί νὰ πράξω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἢ θ’ ἀντιτάξω τὴν βίαν, ἢ θὰ καταφύγω εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην. Τὸ πρῶτον οὔτε πρέπει, οὔτε δύναμαι νὰ τὸ πράξω, ἑπομένως θὰ καταφύγω εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην. Ὁ Εἰρηνοδίκης ὅμως ἀπαντᾷ ἀμέσως, ἕνεκα τῆς ἀσαφείας τοῦ νόμου τοῦ 1888, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παρέμβῃ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, διότι ὁ νόμος οὗτος λέγει, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ δημόσιον νὰ καταλαμβάνῃ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην τὰ κτήματα, ὅσα τῷ χρησιμεύουν, χωρὶς νὰ ὁρίζῃ, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ γείνῃ, ἂν μὴ προκαταβληθῇ ἡ ἀποζημίωσις. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὁ Εἰρηνοδίκης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τὴν κατάληψιν, ὅταν ἀποδεικνύηται, ὅτι δὲν προκατεβλήθη ἡ ἀποζημίωσις, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εὑρίσκονται πάντοτε Εἰρηνοδίκαι ἐγκρατεῖς τοῦ νόμου καὶ νοήμονες. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ προστεθῇ τὸ ἐδάφιον αὐτὸ μόνον, διότι περὶ τῶν ἄλλων δὲν εἶμαι σύμφωνος μετὰ τῶν κυρίων συναδέλφων.
§176ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ ἐδάφιον;
§177ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ (ἀναγινώσκει): «Ἡ προθεσμία διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ καταλαμβανομένου κτήματος ἀποδοχὴν τῆς προσδιορισθείσης ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀποζημιώσεως, ὁρίζεται ὀκταήμερος ἀπὸ τῆς πρὸς αὐτὸν κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, γενομένης δὲ τοιαύτης δηλώσεως, διατάσσεται ἡ πληρωμὴ τὸ πολὺ ἐντὸς μηνός.»
§178Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι λύονται πᾶσαι αἱ ἀμφιβολίαι, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἑξῆς προσθήκην (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἐξ ἐναντίας ὁ ἰδιοκτήτης δηλώσῃ ἐντὸς τῆς ῥηθείσης ὀκταημέρου προθεσμίας τὴν ἀποδοχὴν τῆς προσδιορισθείσης ἀποζημιώσεως, αὕτη καταβάλλεται ἀνυπερθέτως.»
§179ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ τίτλον ὁ ἰδιοκτήτης, πῶς θὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα;
§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἐξεδίδετο μέχρι τοῦδε;
§181ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἀναβληθῇ, ἵνα δοθῇ καιρὸς νὰ διατυπωθῇ καλλίτερον (θόρυβος).
§182Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναγνώσετε τὴν τροπολογίαν μου, κύριε Πρόεδρε.
§183ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ φέρωμεν ἐνταῦθα ἔνστασιν ἀπαρτίας καὶ παρεμποδίσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς...
§184Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀναγνώσατε τὸν κατάλογον, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ γίνεται ἔνστασις.
§185ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν φέρω ἔνστασιν· δὲν θέλω νὰ μιμηθῶ τὴν πρώην Ἀντιπολίτευσιν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν ἡ συζήτησις νὰ γίνηται ἐν τοιαύτῃ ὀλιγότητι Βουλευτῶν, καὶ νὰ καθήμεθα ἡμεῖς, συντελοῦντες εἰς τὴν τοιαύτην συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ νὰ ἀκούωμεν ἀναμασσήματα ἀντεγκλήσεων καὶ προσωπικοτήτων.
§186Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύνασθε ν’ ἀγορεύητε, ἀφοῦ ἐγένετο ἔνστασις.
§187ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν ἔκαμα ἔνστασιν.
§188ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖος ἔκαμε τὴν ἔνστασιν; ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; (θόρυβος).
§189ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐγὼ μόνον παρατήρησιν ὑπέβαλον.
§190ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας δὲν ὑπέβαλε ῥητὴν ἔνστασιν, τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα εἰς τοῦτο τὸ συμπέρασμα καταλήγουσιν. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§191ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Οὐχὶ βεβαίως τῇ ἰδικῇ μου προτάσει. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 15′ μ. μ.