1891.02.07
1.998 στίχοι · 15.411 λέξεις · 114 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
τῆς 7 Φεβρουαρίου 1891.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 5½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Αʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Νέων Ψαῤῥῶν. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 139). Ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Φαρμακόπουλος κατέθεσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον ὑπόμνημα τῶν ἐν Ναυπλίῳ καπνοπωλῶν καὶ καπνεμπόρων, διὰ τοῦ ὁποίου οὗτοι ἐκφέρουσι σκέψεις περὶ τροποποιήσεως τοῦ νῦν ἰσχύοντος φορολογικοῦ συστήματος.
§2ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεκλήθην καὶ ἐγὼ ὑπὸ καπνοπωλῶν καὶ καπνεμπόρων τοῦ δήμου Τριπόλεως νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα αὐτῶν, ὅπερ καὶ καταθέτω, συνιστῶν αὐτό.
§3Ρ. ΡΩΜΑΣ. Καὶ ἐγὼ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ὑπόμνημα τῶν καπνοπωλῶν Ζακύνθου. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τοῦ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον π. ἔ. τελώνου Ζακύνθου καὶ νῦν ἐπιθεωρητοῦ τῶν τελωνείων κ. Λεωνίδα Σταυράκη περὶ τῶν τελουμένων ἐν Ζακύνθῳ λαθρεμπορίων.
§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων, συνάμα δὲ καὶ πίνακα, δεικνύοντα τὰς τιμὰς τῆς ῥητίνης κατὰ τὰ ἔτη 1888, 1889 καὶ 1890, καὶ τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς αὐτῆς.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ἐτησίας δυνάμεως τοῦ στρατοῦ.
§6ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ τῆς τιμῆς τῶν Ἑπτανησιακῶν προϊόντων.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια, ὡς καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κεφαλληνίας, θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 140–142). Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου πρὸς συμπλήρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ ᾼΧΜΒʹ νόμου τῆς 4 Ἰανουαρίου 1888 διὰ τὰς λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ἀπαλλοτριώσεις καταλαμβανομένων κτημάτων.
§8ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφώνως πρὸς ὅσα προανήγγειλα χθὲς, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὑπέδειξα ἀπὸ τῆς χθὲς τὰς τροποποιήσεις. Λαμβάνω δὲ ἀπὸ τοῦδε τὸν λόγον, μολονότι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, ἀμεσωτέραν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ 2ον ἄρθρον, διότι περιέχει καὶ προσθήκας τινὰς ἐν γένει εἰς τὸ νομοσχέδιον. Καὶ σπεύδω τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον δίδεται οὕτως εὐκαιρία πρὸς πλείονα, ἔστω καὶ ἐπί τινας στιγμὰς, μελέτην τῶν ὑποβαλλομένων τροπολογιῶν. Τὸ θέμα εἶναι σπουδαιότατον· καὶ ναὶ μὲν τὸ νομοσχέδιον δὲν πρόκειται ἢ πρόχειρόν τινα ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ εὐτυχῶς δίδεται ἡ ἀφορμὴ τῆς ἐρεύνης ἐπὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου τοῦ 1888, δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς εὐκαιρίας, ὅπως συμπληρώσωμεν οὐχὶ κυρίως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον καθ’ ἑαυτὸ εἶναι πλῆρες, ἀλλ’ ὅπως συμπληρώσωμεν πληρέστερον τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐν μέρει συμπληροῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι τὸ σπουδαιότατον τῶν θεμάτων, τὸ τῆς ἀποζημιώσεως ἕνεκα καταλήψεως ἰδιοκτησίας, εὑρίσκετο εἰς τοιοῦτον νομοθετικὸν κυκεῶνα, κυκεῶνα καὶ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν ἔτι τοῦ νόμου. Ἐγνώριζον ὅτι εὑρίσκοντο τὰ τοιαῦτα εἰς ἱκανὴν ἀνωμαλίαν, ἀλλὰ θὰ φρίξῃ πᾶς κάτοικος πεπολιτισμένης χώρας, ἐὰν ἤθελεν εἰσέλθει εἰς τὸν παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντα κυκεῶνα. Ἀνέτρεξα εἰς διαφόρους νόμους, διὰ νὰ ἴδω τέλος πάντων, πῶς κανονίζονται τὰ σχετικὰ ἀντικείμενα, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι, μολονότι δὲν εἶμαι ἄπειρος περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν νόμων, πᾶν ἄλλο εἶδον, παρὰ ἀληθεῖς νόμους! Καὶ περὶ τίνος πρόκειται; περὶ ἑνὸς σπουδαιοτάτου θέματος, περὶ ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ δὲν ἦναι κατ’ ἐπιστημονικὴν ἀκριβολογίαν νόμος ὀργανικὸς, ἴσως δεδικαιολογημένως ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσσης ἐθεωρήθη ὡς ὀργανικὸς, διότι κανονίζει σημαντικώτατον θέμα, ἐνδιαφέρον καὶ τοὺς πολίτας καὶ τὸ Κράτος, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς ἀπό τινος ἐπεδόθη εἰς τὰ ἔργα τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι ἐκεῖ, ὅπου ἐφθάσαμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν. Εἶναι τὸ μόνον μέσον, ὅπως φέρωμεν ὑλικήν τινα εὐημερίαν εἰς τὸν τόπον καὶ ζωογόνησιν τῶν παραγωγικῶν αὐτοῦ δυνάμεων. Ἀλλ’ ὅσον πρέπει νὰ σπεύδωμεν πρὸς τὰ δημόσια ἔργα, τόσον πρέπει νὰ συναισθανθῶμεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἁρπάζῃ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν πολιτῶν καὶ ν’ ἀφίνῃ αὐτοὺς ἐκτεθειμένους εἰς δίκας. Καὶ δὲν διστάζω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἓν μέσον, ἵνα διδάξωμεν τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος,— καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος,—νὰ μὴ ἦναι σπάταλον, εἶναι νὰ τὸ διδάξωμεν νὰ πληρόνῃ, διότι ἀπὸ δεκαετηρίδων τὸ Δημόσιον σπαταλᾷ καὶ δὲν πληρόνει ἐκεῖ, ὅπου χρεωστεῖ. Κατήντησε νὰ ἦναι ἀφ’ ἑνὸς ὁ πλέον ἀμελὴς δικαιοῦχος καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ πλέον δύστροπος ὀφειλέτης καὶ ὁ πλέον ἀφερέγγυος ἀπέναντι τῶν ἰδιωτῶν, καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐφεύρωμεν καὶ ποινὰς ἐναντίον τοῦ Δημοσίου, ἵνα τὸ διδάξωμεν νὰ πληρόνῃ. Τὰ τῶν ἀποζημιώσεων ἐκανονίζοντο ὑπὸ ἄλλων νόμων καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1867 περὶ ὁδοποιΐας, καθ’ ὃν ἡ ἐκτίμησις γίνεται ὑπὸ δύο πραγματογνωμόνων, διοριζομένων ὑπὸ ἑκατέρου τῶν ἐνδιαφερομένων. Κατόπιν διάταγμα τοῦ 1869 εἶχε κανονίσει καὶ διαδικασίαν μέχρι τοῦ διορισμοῦ τῶν πραγματογνωμόνων, ὅπως ἀνευρεθῶσιν οἱ ἔχοντες ἀξιώσεις καὶ ἐξακριβωθῶσι τὰ τῆς ἀξίας τῶν γαιῶν. Κατέληγεν ἐκείνη ἡ προδικασία εἰς τὴν ἀπόφασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς κεντρικῆς, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ ἀπὸ δύο ἄλλα μέλη. Κατόπιν ἐπῆλθεν ὁ νόμος τοῦ 1878 καὶ κατόπιν ὁ τοῦ 1888, ἀλλὰ διὰ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας καθιέρωσεν, ἐματαίωσε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1867 ὡς πρὸς τὰς ἐκτιμήσεις κατὰ τὸ μοναδικὸν ἄρθρον αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν γαιῶν καὶ κτημάτων ἐνεργεῖται ὑποχρεωτικῶς ἐπὶ ἀποζημιώσει κανονιζομένῃ ὑπὸ τριμελοῦς ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἀπὸ τὸν νομάρχην, ἢ τούτου κωλυομένου ἀπὸ τὸν εἰρηνοδίκην κλπ. Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος δὲν ἀποδέχηται τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀποζημίωσιν, ἢ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ εἰς ἀποζημίωσιν δικαιουμένου, τὸ ποσὸν αὐτῆς κατατίθεται ἔν τινι ταμείῳ τοῦ Κράτους κλπ. κλπ.» Κατόπιν, κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι σχοινοτενὲς, ἕπεται ἡ διαδικασία ἡ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Περιττὸν νὰ παρατηρήσω, πόσον εἶναι ἀτελῆ τὰ διατασσόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ. Οὐδὲν κανονίζει λ. χ. πῶς θὰ ἐξακριβῶνται αἱ ἀξιώσεις καὶ φαντασθῆτε πόσαι ἀξιώσεις δύνανται νὰ ὑπάρχωσι, καταλαμβανομένων γαιῶν διὰ μακρᾶς σειρᾶς σιδηροδρόμων. Καὶ τί διατάσσει ἐπὶ τέλους τὸ ἄρθρον τοῦτο; Ἐὰν εἷς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔτυχε νὰ λάβῃ γνῶσιν, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος κατέλαβε τὸ κτῆμά του, δὲν προλάβῃ τὴν πρὸς ἄλλον πληρωμὴν, δὲν ἔχει δικαίωμα, εἰμὴ μόνον κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔτυχε νὰ προλάβῃ νὰ ἁρπάσῃ τὴν ἀποζημίωσιν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος δὲν ἀποδέχηται τὴν ὁρισθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀποζημίωσιν, τότε καταλαμβάνεται τὸ κτῆμα καὶ κατατίθεται ἡ ἀποζημίωσις ἔν τινι τῶν ταμείων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑπάρχει ἀσάφεια, διότι καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι χρήσιμον θὰ ἦτο νὰ ὑπάρχῃ ῥητὴ πρόνοια καὶ διάταξις, καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν γείνῃ ἡ ἀποδοχή. Θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἅμα γείνῃ ἡ ἀποδοχὴ, πρέπει καὶ νὰ πληρόνηται ὁ ἀποδεξάμενος. Ἀλλὰ τί γνωρίζομεν; Ἀπὸ ἐτῶν ἡ πληρωμὴ δὲν γίνεται. Ἐν τούτοις τὸ κτῆμα καταλαμβάνεται, ἡ ἄμπελος τοῦ πτωχοῦ οἰκογενειάρχου ἀπαλλοτριοῦται, καὶ αὐτὸς δὲν λαμβάνει τὴν πληρωμήν του, ἐνῷ ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀποδέχεται. Βεβαίως κατὰ τοῦτο ἠδύνατο νὰ μὴ ἔχῃ δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καθόσον δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη ῥητῶς νὰ λεχθῇ, ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀμέσως τὴν ἀποζημίωσίν του. Ἀλλ’ ἀφοῦ δυστυχῶς δὲν τὴν λαμβάνει, δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον; Ποῖον θὰ ἦναι τὸ μέτρον; Ἔστω, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παραβιάζωμεν τὸ Σύνταγμα, διότι ἄλλως δὲν ἐκτελοῦμεν τὰ δημόσια ἔργα, καὶ ἀνεχόμεθα νὰ μὴ πληρόνηται πρὸ πάσης καταλήψεως ἡ ἀποζημίωσις, ἀλλὰ κατόπιν. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι, πρὶν πληρωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης, δὲν δύνασθε νὰ καταλάβητε τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτοῦ· τοῦτο ὅμως παραβιάζεται διὰ τῶν νόμων. Ἀλλ’ ὅταν εἷς ἰδιοκτήτης λέγῃ «ἀποδέχομαι τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, δόσατέ μοι τὴν ἀποζημίωσιν», τί γίνεται; Τῷ ἀπαντᾶτε ὅτι ἔχει λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἠκούσαμεν χθές, ὅτι ἑκατοστύες ὅλαι δικαιούχων ἔχουσι λαμβάνειν. Λοιπὸν ἔχω προσθήκην εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2, καθ’ ἥν, ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης δηλώσῃ τὴν ἀποδοχὴν, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάληψις πρὸ τῆς πραγματικῆς πληρωμῆς. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι, βλέπετε, νὰ διατάξωμεν τὰ τοιαῦτα, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον δὲν ἐκτελεῖ τὰς στοιχειώδεις ὑποχρεώσεις του. Κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον προβλέπεται μία περίπτωσις, ἡ ὁποία κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1888 δὲν προβλέπεται ῥητῶς. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπόκεινται εἰς ἀμφισβήτησιν, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ 2ον ἄρθρον, καθ’ ὅ, «ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης δὲν δηλώσῃ ἐντὸς τῆς προθεσμίας τὴν ἀποδοχήν του, καταλαμβάνεται ἀκωλύτως τὸ κτῆμα, κατατιθεμένου ἔν τινι τῶν ταμείων τοῦ Κράτους κλπ.» Προβλέπει λοιπὸν τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν δηλώσῃ τὴν ἀποδοχήν του. Ὁ νόμος τοῦ 1888 δὲν προβλέπει τὴν περίπτωσιν ταύτην τῆς σιωπῆς, τῆς ἀπράκτου δηλαδὴ παρελεύσεως τῆς προθεσμίας, ἀλλὰ μόνον τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ἀποδέχεται ὁ πολίτης τὴν ἀποζημίωσιν, καθ’ ἣν δηλαδὴ ἀμφισβητεῖ τὸ ποσὸν ῥητῶς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τρίτη κατάστασις, καθ’ ἣν ἁπλῶς δὲν δηλώνει τὴν ἀποδοχήν του, καὶ πρέπει ὁ νόμος νὰ ἦναι πάντοτε ἀκριβὴς καὶ νὰ περιλαμβάνῃ πάσας τὰς περιπτώσεις. Ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἀποδέχηται τὴν ἀποζημίωσιν, τότε γίνεται ἡ κατάθεσις. Τοῦτο χρήζει συμπληρώσεώς τινος. Ὑποθέσατε ὅτι μία ἐπιτροπὴ ὑποτιμᾷ ὑπερβολικῶς τὴν ἄμπελον ἑνὸς πτωχοῦ οἰκογενειάρχου, καὶ ἐνῷ αὕτη ἀξίζει 2,000 δραχμῶν, τὴν ἐκτιμᾷ 500. Βεβαίως αὐτὸς ὁ οἰκογενειάρχης δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδεχθῇ τοιαύτην ὑποτίμησιν· τί πρέπει νὰ γείνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Κατατίθεται, λέγει ὁ νόμος, τὸ τίμημα ἔν τινι τῶν ταμείων τοῦ Κράτους· αὐτὸς δὲ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς δικαστικὸν ἀγῶνα, πιθανὸν δὲ νὰ ξεφυτρώσουν καὶ ἄλλοι, ἔχοντες ἀξιώσεις, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, ὁ ἀφαιρεθεὶς τὴν ἰδιοκτησίαν του, ἔχει νὰ ὑποστῇ μακρὸν ἀγῶνα δικαστικόν. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν πρέπει νὰ κατέχῃ μέρος τῆς ἀξίας αὐτῆς τῆς ἰδιοκτησίας, ἵνα συντηρῆται ἐν τῷ μεταξὺ, ἕως ὅτου τελειώσῃ ἡ δίκη; νὰ ἔχῃ νὰ φάγῃ, ἐὰν μάλιστα ἐκ τῆς ἀμπέλου αὐτῆς, ἣν ἀπώλεσε, προσεπορίζετο τὰ πρὸς τὸ ζῆν; Τέλος πάντων, ἀφοῦ τοῦ ἀφαιρεῖτε τὴν ἰδιοκτησίαν του, δόσετέ του κἄτι τι, διὰ νὰ συντηρῆται, ἕως οὗ ἀποφασισθῇ ὁριστικῶς τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Διὰ τοῦτο ἔχω δεύτερον ἐδάφιον, συμπληρωτικόν, καθ’ ὅ, «ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης δηλώσῃ, ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, καταβάλλεται αὐτῷ τὸ τρίτον, τὰ δὲ ἕτερα δύο τρίτα κατατίθενται ἔν τινι τῶν ταμείων τοῦ Κράτους κλπ». Ἀλλὰ γεννᾶται ἕτερον ζήτημα· ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς προδικάζει ἆρά γε, καὶ κατὰ τίνα περίπτωσιν, τὸ ζήτημα καὶ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου; Ἐκ πρώτης ὄψεως θὰ εἴπητε ὄχι. Ἀλλὰ, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀποφαίνεται μὲν ἡ ἐπιτροπὴ, συμφωνεῖ δὲ καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, τὸ Δημόσιον ἆρά γε ὑπεχρεώθη πλέον ἀμετακλήτως; Ἐδῶ τώρα στρέφομαι ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Τὸ Δημόσιον τὸ ὑποχρεοῖ ἀμετακλήτως ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς; Ὑποθέσατε κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἀξίζει 500 δραχμὰς καὶ ἐκτιμᾶται ἀντὶ 5,000 ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς· ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς, γενομένη ἀποδεκτὴ ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου, καταντᾷ ἀμετάκλητος καὶ ἀπρόσβλητος; Ἄν παρατηρήσῃ τις τοὺς νόμους, θὰ ὑποθέσῃ ὅτι εἶναι ἀμετάκλητος, διότι ὑποτίθεται, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀντιπροσωπεύει κἄπως τὸ Δημόσιον. Βεβαίως εἶναι ἐπιτροπὴ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ νομικὸν πρόσωπον τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαιώματα, ὡς καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον τῆς τροπολογίας μου προνοῶ καὶ ἀποφαίνομαι, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς οὐδόλως προδικάζει τὴν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου δίκην.
§9ΠΕΡΡΟΣ. Ἡ διάταξις αὕτη εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν μὲ τὴν προηγουμένην.
§10ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§11ΠΕΡΡΟΣ. Εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον λέγετε, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης, ἀποδεχόμενος τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν κανονίζει ἡ ἐπιτροπὴ, πληρόνεται ἀμέσως.
§12ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἀκουστικὴ τῆς αἰθούσης εἶναι κακὴ, καὶ ἐγὼ ἴσως ὄχι βροντόφωνος, σᾶς ἐξέφυγεν ἡ ἑξῆς φράσις (ἀναγινώσκει): «εἴτε περὶ ἀπαιτήσεως τῆς ἀποζημιώσεως ἢ συμπληρώσεως αὐτῆς, εἴτε περὶ ἀναζητήσεως τῶν ἀχρεωστήτως καταβληθέντων πρόκειται». Διότι ἡ καταβολὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία γίνεται διὰ μιᾶς διοικητικῆς πράξεως, ἐννοεῖται ὅτι ἔχει τι μετέωρον.
§13ΠΕΡΡΟΣ. Ἀτελευτήτους δίκας θ’ ἀνοίξωμεν.
§14ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν δίκας, πρέπει νὰ καθιερώσωμεν τὰς ἀδικίας; (διάλογοι). Κύριε συνάδελφε, εἴδετε καὶ θὰ ἴδητε καὶ δι’ ἄλλων ἄρθρων, πόσον εἶμαι αὐστηρὸς ἐναντίον τοῦ Δημοσίου, ὅπως ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις του, ἀλλὰ πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ἀντίθετον περίστασιν, καὶ δικαίως παρετήρησεν ὁ συνάδελφος κ. Μπούμπουλης, ὅτι συμβαίνει συνηθέστατα νὰ ληστεύεται καὶ τὸ Δημόσιον δι’ ὑπερτιμήσεων.
§15ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἀνθρώπινα, τὰ ὁποῖα δὲν θ’ ἀποφύγητε δυστυχῶς ποτὲ, ὅσα ἄρθρα καὶ ἂν θέσητε.
§16ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, δὲν εἶναι ἐπουσιῶδες· θὰ κινδυνεύσῃ τὸ Δημόσιον, ὅπως κινδυνεύουν καὶ οἱ πολῖται, θὰ κινδυνεύσῃ νὰ πληρώσῃ ἑκατομμύρια, ἐὰν καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀμετακλήτου τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς. Ἄς μὴ ἤμεθα μονομερεῖς, Κύριοι, ἂς λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ δίκαια τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ ἂς ἤμεθα ἀμείλικτοι κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὅταν ἀληθῶς παραβιάζῃ τὰ δίκαια τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλ’ ἂς ἔχωμεν καὶ τὴν πρόνοιαν τὴν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ὅταν καὶ τοῦτο ληστεύηται· καὶ τοῦτο ἐνίοτε δύναται νὰ συμβαίνῃ, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ, χαριζόμεναι εἰς ἰδιώτας, δύνανται νὰ ὑπερεξογκώνωσι τὰς ἀποζημιώσεις.
§17ΠΕΡΡΟΣ. Δύναται ὁ Ὑπουργὸς, βλέπων ἀπόφασιν ὑπερβολικὴν τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ μὴ τὴν κοινοποιήσῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην.
§18ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τότε τί θὰ γείνῃ; Ποῖος Ὑπουργὸς ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτιμήσεως τῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὴν Λάρισσαν; Ἀφίνω ὅτι δύνανται πολλάκις νὰ ἐμφιλοχωροῦν καὶ ἄλλα αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ Ὑπουργὸς θὰ καταφεύγῃ εἰς τὴν ἀπραξίαν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται συνήθως αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε. Ἂς ἤμεθα πρακτικοί. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα. Μία ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν διώρισεν ὁ Ὑπουργὸς, ἐξετίμησε κτῆμα ἄξιον 500 δραχμὰς ἀντὶ 10,000· ὁ πολίτης σπεύδει ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἀπόφασιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ᾖναι ἀμετάκλητος ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ Δημόσιον μέσον προσφυγῆς; Ὄχι· πρέπει νὰ ἤμεθα καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου προσεκτικοί. Ναὶ μὲν ἐν τοῖς ἐδαφίοις, τὰ ὁποῖα προσθέτω, εἰς τοῦτο κυρίως ἐσκόπουν, νὰ μὴ ἀδικηθῇ ὁ πολίτης, νὰ μὴ καθυστερῆται εἰς αὐτὸν ἡ ἀποζημίωσις ἡ ὀφειλομένη, ἀλλ’ ὄχι πάλιν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ληστείαν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ὅταν πρόκηται περὶ ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τέλους ἀνάγονται εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὅλα, ὅσα προηγουμένως γίνονται, διὰ νὰ ἤμεθα συνεπεῖς, πρέπει νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι εἶναι ἓν εἶδος προδικασίας, εἶναι μία διοικητικὴ διαδικασία, καὶ αἱ καταβολαὶ, αἱ ὁποῖαι γίνονται, γίνονται ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τέλους ἡ δικαστικὴ ἐξουσία· θὰ ἦναι δὲ κἄτι τι ἀντιφατικὸν, ἐπὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἀνατίθεται εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, νὰ ἔχητε προηγουμένως καὶ ἐπιτροπὴν ἀποφαινομένην ἀμετακλήτως, διατί; διότι ὁ ἰδιοκτήτης ἔσπευσε νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀκριβῶς ἴσως διότι τὸ Δημόσιον ἠδικήθη παρ’ αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς. Λοιπὸν ἀναμφισβήτητον εἶναι, καὶ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ῥητῶς νὰ καθιερωθῇ διὰ τὴν περίπτωσιν, περὶ ἧς ἔκαμα λόγον, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ἀμετάκλητος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρέπει νὰ προηγῆται καί τις δημοσίευσις, ὅπως λαμβάνουν γνῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, καὶ ἐπειδὴ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο τοῦ 1869, τὸ ὁποῖον καθιέρου μίαν διαδικασίαν δημοσιεύσεων, δὲν ἔχει πλέον ἰσχὺν, τοιοῦτον διάταγμα πάλιν κανονιστικὸν, καθιεροῦν διαδικασίαν τινὰ δημοσιεύσεως, ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ. Διὰ τοῦτο προσέθηκα τελευταῖον ἐδάφιον τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διάταγμα κανονιστικὸν θέλει ὁρίσει τὰ δέοντα περὶ τῶν ἀπαιτουμένων δημοσιεύσεων καὶ περὶ πάσης τυχὸν χρησίμου διοικητικῆς ἐξακριβώσεως εἴτε τῶν ἀμφισβητουμένων ἀξιώσεων ἐπὶ τῶν καταληπτέων γαιῶν, εἴτε περὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν.» Τοιουτοτρόπως συμπληροῦται κατ’ ἐμὲ τὸ 2ον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καθ’ ἑαυτὸ βεβαίως εἶναι ἀνεπίληπτον, ὡς καὶ τὸ 1ον ἄρθρον, ἀλλὰ χρῄζει τῆς συμπληρώσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχομεν ἀποδεδειγμένην τὴν παραβίασιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, τὰ σκάνδαλα δηλονότι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξετραγῳδήθησαν καὶ χθὲς, πρέπει βεβαίως νὰ λάβωμεν καὶ ἓν μέτρον κατ’ αὐτῆς τῆς καταστάσεως. Προσέθηκα λοιπὸν καὶ 3ον ἄρθρον διὰ τῆς τροπολογίας μου. Καὶ εἶπον, Κύριοι, ἀπὸ χθὲς, διατὶ θεωρῶ, ὅτι ὄχι μόνον διὰ νὰ περισταλῇ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσα πλέον ἐπανάληψις ἐκείνων τῶν καθυστερήσεων τῶν σκανδαλωδῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ ν’ ἀποζημιῶται πράγματι ὁ πολίτης ἀπέναντι μιᾶς σκανδαλώδους καθυστερήσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον. Εἶπον καὶ χθὲς, τί ὠφελεῖ τὸν πολίτην ἡ μετὰ δεκαετίαν πληρωμὴ τῆς ἀξίας τῆς ἀμπέλου του, ἀξίας, ἡ ὁποία κατὰ τοὺς νόμους προσδιορίζεται ὅτι θὰ ἐκτιμᾶται κατὰ τὸν πρὸ τῆς συστάσεως τῆς ὁδοῦ χρόνον; Εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ ὁ πολίτης ὑπέστη ἴσως μεγάλας βλάβας καὶ καταστροφὰς, ὑπέστη ἐμμέσως ζημίας, ἴσως ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τοκογλύφους, ἵνα συντηρηθῇ. Διὰ τοῦτο, ὄχι κυρίως καὶ μόνον ὡς ποινὴ κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐξεύρεσις ἑνὸς τρόπου πλήρους ἀποζημιώσεως, τῆς ἀποζημιώσεως εἰς πᾶν τὸ διαφέρον, ὅπως λέγουσιν οἱ νομικοί, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν ἀσαφειῶν, ἀμφιβολιῶν καὶ διενέξεων, πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἡ εἰς πᾶν τὸ διαφέρον ἀποζημίωσις, τὴν ὁποίαν ὀφείλει τὸ Δημόσιον, ὅταν δείκνυται καθυστεροῦν, θὰ συνίσταται εἰς τοῦτο, δηλαδὴ τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Αὐταὶ εἶναι αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας θεωρῶ ἀπαραιτήτους, ὅπως ἡ χρησιμότης τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου καταστῇ πλήρης. Τὸ νομοσχέδιον ἀληθῶς κυρίως ἐπρόκειτο νὰ προλάβῃ ἄλλας δυσχερείας διὰ τοῦ διορισμοῦ ἐπιτροπῆς ἄλλης, ἀλλ’ ἐπιλαμβανόμενοι τῆς εὐκαιρίας, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κανονίσωμεν ἐπαρκῶς τὰ τοῦ θέματος τούτου.
§19ΠΕΡΡΟΣ. Ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ μίαν τροπολογίαν, ἐπιφυλασσόμενος αὔριον ν’ ἀναπτύξω αὐτὴν, ἀφοῦ ἴδω τὴν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ὑποβληθεῖσαν.
§20ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἂς τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ ἰδική μου καὶ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ αἱ δύο. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 143–144).
§22ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν βραχείας τινὰς παρατηρήσεις. Πρῶτον, καθόσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβάλλεται πρὸς συμπλήρωσιν καὶ διασάφησιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τὸ νομοσχέδιον φαίνεται ἀποδίδον εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον ἀσάφειαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ καθορίσῃ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἄρθρου τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τοῦ ᾼΧΜΒʹ, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνώσω, νομίζω ὅτι ἡ ἀσάφεια αὕτη δὲν ὑπάρχει. Λέγει ὁ νόμος ὁ ἰσχύων (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος δὲν ἀποδέχηται τὴν προσδιορισθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀποζημίωσιν ἢ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ εἰς ἀποζημίωσιν δικαιουμένου, τὸ ποσὸν αὐτῆς κατατίθεται ἔν τινι ταμείῳ τοῦ Κράτους, εἰδοποιουμένου περὶ τούτου τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τῶν τυχὸν ὑπαρχόντων ἐνυποθήκων δανειστῶν, ἤ, ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως, δημοσιευομένης εἰδοποιήσεως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· τὸ δὲ κτῆμα καταλαμβάνεται ἀκωλύτως ὀκτὼ ἡμέρας μετὰ τὴν γενομένην ὡς ἄνω εἰδοποίησιν.» Τώρα τί προτείνεται διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου; (ἀναγινώσκει): «Ἡ προθεσμία διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ καταλαμβανομένου κτήματος ἀποδοχὴν τῆς προσδιορισθείσης ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀποζημιώσεως ὁρίζεται ὀκταήμερος ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης δὲν δηλώσῃ ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης τὴν ἀποδοχήν του, καταλαμβάνεται ἀκωλύτως τὸ κτῆμα, κατατιθεμένου ἔν τινι ταμείῳ τοῦ Κράτους τοῦ ὁρισθέντος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ποσοῦ ἀποζημιώσεως.» Τί περισσότερον τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ἀφ’ ὅ,τι ὁ νόμος ὁ ἰσχύων διατάσσει; τὸ ἄρθρον τοῦτο μάλιστα ὑπολείπεται τοῦ κειμένου τοῦ νόμου, καθόσον ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ νόμου προβλέπονται καὶ ἄλλαι περιπτώσεις, προβλέπεται ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ εἰς ἀποζημίωσιν δικαιουμένου.
§23ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ μένουν ἰσχύοντα.
§24ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Μὰ ποῦ ὑπάρχει ἀσάφεια, δὲν βλέπω, ὥστε νὰ νομοθετήσωμεν ἐκ νέου τὰ ἤδη νενομοθετημένα;
§25ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· τὸ νομοσχέδιον προσθέτει μόνον, τὰ δ’ ἄλλα μένουσιν ἰσχύοντα.
§26ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις (ἀναγινώσκει: «Τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου σκοπεῖ νὰ καταστήσῃ σαφεστέραν τὴν διάταξιν τοῦ ᾼΧΜΒʹ νόμου, καθ’ ἣν δέον νὰ γίνηται ἡ κατάθεσις τοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὁρισθέντος ποσοῦ εἴς τι ταμεῖον τοῦ Κράτους, ἂν ὁ ἰδιοκτήτης μετὰ τὴν γενομένην ἐκτίμησιν δὲν δηλώσῃ ἐντὸς 8 ἡμερῶν προθεσμίας τὴν περὶ ἀποδοχῆς ἢ μὴ τῆς ἐπιδικασθείσης αὐτῷ ἀποζημιώσεως θέλησίν του, ὡς καὶ διὰ τὰς λοιπὰς προβλεπομένας, ἤτοι τὴν τῆς μὴ ἀποδοχῆς τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν τῆς ἀμφισβητήσεως περὶ τοῦ εἰς ἀποζημίωσιν δικαιουμένου.» Κατὰ τί λοιπὸν ἀσαφὴς εἶναι ἡ διάταξις;
§27ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε χθές, ὁμιλῶν, ὅτι διόλου δὲν εὗρέ τι κατὰ τὰ ἄλλα ψεκτὸν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1888· μίαν λεπτομέρειαν κανονίζει μόνον τὸ νομοσχέδιον, τὰ δὲ ἄλλα, περὶ τῶν ὁποίων κάμνετε λόγον, τὰ ἀφίνει ἰσχύοντα· κατ’ οὐδὲν σχεδὸν μεταβάλλεται ὁ νόμος τοῦ 1888.
§28ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ποία ἀσάφεια ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ;
§29ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν προβλέπει τὴν περίπτωσιν, ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ ὁ ἰδιοκτήτης δήλωσιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας.
§30ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ προθεσμία τῶν 8 ἡμερῶν;
§31ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1888.
§32ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τέλος πάντων αὐτὰ εἶναι ἁπλῆ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον. Τὸν λόγον κυρίως ἔλαβον διὰ τοῦτο, διότι ἄλλοτε, Κύριοι, ὡς ὑπάλληλος δημόσιος, πολὺ ἐνησχολήθην ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, διότι εὐθὺς ἀπὸ τῶν πρώτων μου βημάτων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ τε διοικητικῇ καὶ τῇ δικαστικῇ παρετήρησα, ὅτι ἐπαισθητοτάτη ὑπῆρχεν ἡ ἔλλειψις νόμου, κανονίζοντος τὰ τῆς καταλήψεως τῶν ἰδιωτικῶν ἰδιοκτησιῶν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσσης συνάδελφος κ. Φιλάρετος χθὲς ἐξέθηκε τὴν κατάστασιν τῆς νομοθεσίας, ὁποία ἦτο πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου, τοῦ ἰσχύοντος, τοῦ ΑΧΜΒʹ, καὶ ὅστις τὸ πρῶτον ἐθεράπευσε κατά τι τὴν ὑπάρχουσαν ἔλλειψιν. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι ἐπαρκής, καὶ ἀπεδείχθη μὴ ἐπαρκὴς ἀφ’ ὅτου τὰ δημόσια ἔργα ἐν Ἑλλάδι ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν. Διὰ τοῦτο, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου, ἤτοι ἡ Διεύθυνσις τῶν δημοσίων ἔργων, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ὁποίας ὑπάγονται ὅλαι αἱ ὑποθέσεις αὗται, ἠσθάνθη ἔτι ἐπαισθητοτέραν τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ προεκάλεσε τὸν καταρτισμὸν ἐπιτροπῆς ἐξ εἰδημόνων, ἧς καὶ ἐγὼ ἀπετέλουν μέρος, καὶ ἡ ὁποία πολὺ εἰργάσθη εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις καὶ μετὰ συντόνου προσοχῆς καὶ ἐπιστασίας ἐξήτασε τὰ κατὰ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, προϊὸν δὲ τῆς ἐργασίας ἐκείνης τῆς μεμελετημένης καὶ μακρᾶς ὑπῆρξεν ἡ σύνταξις νομοσχεδίου πλήρους, κατὰ τύπον μὲν φαινομένου, ὅτι μεταῤῥυθμίζει ὑπαρχούσας διατάξεις τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου τοῦ 1867 καὶ τῶν μετ’ αὐτὸν συμπληρωτικῶν νόμων, τῶν ἐκδοθέντων κατὰ τὸ 1878 καὶ 1888, ἀλλ’ οὐσιωδῶς κανονίζοντος πλῆρες σύστημα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν κτημάτων λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Ὡς βάσιν ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβε τὸν νόμον τοῦ 1888, τὸν ΑΧΜΒʹ, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου κατέδειξε πλείστας ἐλλείψεις ἐν αὐτῷ, καὶ τὰς ἐλλείψεις ἐκείνας ἐζήτησε νὰ θεραπεύσῃ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο συνετάχθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἐχούσης ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ἰσχύοντα....
§33Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς ποίαν ἐποχὴν συνέστη ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη;
§34ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Πέρυσιν.... Ἐδανείσθη δ’ ἐκ τῶν διατάξεων ἐκείνων ὅσας ἐνόμισεν ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐφαρμοσθῶσι παρ’ ἡμῖν· διότι, ὡς γινώσκετε, ἐν Γαλλίᾳ τὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως κανονίζει ὁρκωτὸν δικαστήριον, μόνον δ’ ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως ἢ μᾶλλον μὴ ἀποδοχῆς ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς ὑπὸ τῶν ὁρκωτῶν ὁρισθείσης ἀξίας τοῦ κτήματος, γίνεται προσφυγὴ ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἐπεξεργασθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀναθεωρηθὲν καὶ συζητηθὲν καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ φέρει τὸν ἀριθμὸν 41, κατετέθη δὲ καὶ μακρὰ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις αὐτοῦ.
§35Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς ποίαν σύνοδον;
§36ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Τὴν παρελθοῦσαν· δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν κατὰ τὴν ἔκτακτον ἢ τὴν τακτικήν. Φέρει δὲ τὸ νομοσχέδιον τὴν ἡμερομηνίαν τῆς 16 Μαρτίου 1890. Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς προεκτιμήσεως, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ καταλαμβανομένου κτήματος ἐλήφθη κατὰ γράμμα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου· διότι μία τῶν δυσχερειῶν, καθ’ ὧν προσέκοπτεν ὁ ἰσχύων νόμος ΑΧΜΒʹ, ἦτο καὶ ὁ καταρτισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ, ὡς γνωστὸν, σύγκειται ἀπὸ τὸν νομάρχην, ἀπὸ τὸν ἔφορον καὶ ἀπὸ τὸν νομομηχανικόν. Ἀλλ’ ἐνόσῳ προέκειτο περὶ ὁδῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1878, ὅτε τὸ πρῶτον διὰ τοῦ ΨΙΒʹ νόμου κατηρτίσθη οὕτως ἡ ἐπιτροπὴ, ἦτο δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὅταν τὰ δημόσια ἔργα ἐπολλαπλασιάσθησαν, ἰδίως ὅταν αἱ διατάξεις τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου ἐφηρμόσθησαν διὰ τῶν συμβάσεων καὶ τῶν κυρωσάντων αὐτὰς νόμων καὶ εἰς τοὺς σιδηροδρόμους καὶ ἤρξαντο αἱ ἀπαλλοτριώσεις τῶν καταλαμβανομένων ὑπὸ τῶν σιδηροδρόμων ἰδιοκτησιῶν, ἡ λειτουργία τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἀπέβη σχεδὸν ἀδύνατος, διότι ὁ μὲν νομάρχης ὤφειλε νὰ ἐγκαταλείπῃ τὴν Νομαρχίαν καὶ νὰ περιοδεύῃ, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος τὴν Ἐφορίαν, καὶ ὁ νομομηχανικὸς τὰ συνήθη ἔργα τῆς ὑπηρεσίας του. Καὶ μολονότι ὁ νόμος δὲν προέβλεπε τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν θ’ ἀνεφαίνετο κώλυμα εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, πῶς τότε θ’ ἀνεπληροῦντο, οὐχ ἧττον ἡρμηνεύθη, ὅτι οἱ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ νόμιμοι ἀναπληρωταὶ τῶν μελῶν τούτων, ὡς ἀρχῶν, ἠδύναντο νὰ λάβωσι μέρος πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς. Κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης, Κύριοι, ἐγὼ, ὡς δικαστικὸς τότε σύμβουλος, ἀντετάχθην, διότι ἐστηριζόμην εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ νόμος ἐξέλεξεν ὡρισμένως τὸν νομάρχην, τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ τὸν νομομηχανικὸν ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ ἐκπληρώσῃ σπουδαῖον καθῆκον, διότι ἐκ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀξίας ἐξηρτῶντο καὶ δημόσια καὶ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀναθέσωμεν τὴν αὐτὴν ἐμπιστοσύνην καὶ εἰς τὰ ἀναπληρωματικὰ μέλη τῶν ἀρχῶν τούτων ὡς ἀρχῶν, ἀφοῦ ὁ εἰδικὸς οὗτος νόμος δὲν τὰ ἐμνημόνευεν· ἀπεδείχθη δὲ ἐκ τῆς πείρας ἀκόμη ὅτι ὁ γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας, ὁ γραμματεὺς τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας, ὁ ἐργοδηγὸς, ὁ ἀναπληρῶν τὸν νομομηχανικὸν, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον, ὅπερ ἀνετίθετο εἰς τὸν νομάρχην, τὸν ἔφορον καὶ τὸν νομομηχανικόν. Καὶ ἐὰν ἀναδιφήσητε τὸ δικαστικὸν ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λάβητε γνῶσιν τῶν δικῶν, τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον συνῆψεν ἰδίως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πελοποννήσου, θὰ φρίξητε, Κύριοι, ἀπέναντι τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἔσχεν ἡ τοιαύτη, κατ’ ἐμὲ πλημμελὴς, συγκρότησις τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο καὶ διότι ἡ συγκρότησις τῆς ἐπιτροπῆς καθίστατο πολὺ δυσχερὴς, διότι δὲν ἦσαν εὔκαιρα ὅλα τὰ μέλη, ὥστε ἑκάστοτε νὰ μεταβαίνωσιν ἐπὶ τόπου καὶ ἐκτιμῶσι τὰ καταλαμβανόμενα κτήματα, ἐβράδυνεν ἐπὶ μακρὸν ἡ ἐξεύρεσις τῆς ἀξίας τῶν καταλαμβανομένων κτημάτων, ἐντεῦθεν δ’ ἐγίνοντο παράπονα ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἐκ μέρους τῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιριῶν, διότι, ἐνῷ ἐτίθεντο συνήθως ἐν ταῖς συμβάσεσι ταῖς σιδηροδρομικαῖς προθεσμίαι, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ ἑταιρία ὤφειλε νὰ ἐπιδιώξῃ, βοηθοῦντος τοῦ Δημοσίου, τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν κτημάτων, εἴχομεν καταντήσει, ὥστε νὰ παρέλθωσιν ἔτη ὁλόκληρα καὶ ἡ ἐργασία αὕτη νὰ μὴ ἦναι τετελεσμένη. Τοιαῦτα προσκόμματα ἀνεφάνησαν ἰδίως εἰς τὸν σιδηρόδρομον Θεσσαλίας, ὅπου τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν γαιῶν εἶναι ἐν μέρει ἀκόμη ἐκκρεμῆ. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ ἐτέθη διάταξις, ἡ νῦν μεταγγισθεῖσα εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δύναται ἑκάστοτε καὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας νὰ διορίζῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐκτίμησιν τῶν καταλαμβανομένων κτημάτων· ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη καὶ μόνη δὲν θεραπεύει βεβαίως τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, δὲν θεραπεύει οὔτε τὰ ἰδιωτικὰ οὔτε τὰ δημόσια συμφέροντα. Λοιπὸν, ἂν ἡ Κυβέρνησις σήμερον δείκνηται εὐδιάθετος νὰ ὑποβοηθήσῃ τὸ ἔργον τοῦτο τῆς ταχυτέρας διεξαγωγῆς τῆς ἐργασίας τῆς καταλήψεως καὶ τῆς ἐξευρέσεως τῆς ἀξίας τῶν καταλαμβανομένων κτημάτων, καὶ ἀφοῦ ἡ ἔλλειψις νόμου, κανονίζοντος τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ἦναι ἐπαισθητοτάτη, — δὲν θέλω δὲ ἐνδιατρίψει ἐπὶ τούτου, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος χθὲς κατέδειξε καὶ ἐπιστοποίησεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν κοινὴν εὐχὴν, — ἔρχομαι νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατετέθη ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου καὶ τὸ ὁποῖον, ὡς ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, εἶναι ἀποτέλεσμα μελέτης καὶ ἐξετάσεως εἰδημόνων καὶ πεπειραμένων ἀνδρῶν, καὶ ἂν νομίζῃ, ὅτι δύναται καὶ ἐπιτρέπεται αὐτῇ νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ, νὰ τὸ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ ψηφισθῇ· οὕτω δὲ νὰ ἐξέλθωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς τῆς στενοχωρίας ταύτης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οὐ μόνον αἱ ἀρχαὶ, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ ἰδιῶται, οἱ ὁποῖοι βλέπουσι καταλαμβανομένας τὰς ἰδιοκτησίας των καὶ ἐντούτοις δὲν ἀποζημιοῦνται, παραβιάζεται δὲ θεμελιώδης διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀπαγορεύουσα τὴν κατάληψιν ἰδιωτικῆς κτήσεως ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 εἰσαχθεῖσα, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως νόμου, οὐδέποτε ἔλαβε πραγματικὴν ἐφαρμογὴν, καὶ ἐπὶ τέλους ἠναγκάσθησαν τὰ δικαστήρια νὰ ἔλθωσιν εἰς ἐπικουρίαν τῆς ἰδιωτικῆς αἰτήσεως, ἐπιτρέποντα προσωρινὰ μέτρα κατὰ τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔρχεται νὰ καταλάβῃ διότι ἀξιοῖ, ὅτι εἰς αὐτὸ ἀνήκει ἡ ἰδιοκτησία ἐκείνη, ἀλλ’ ἔρχεται ἀκριβῶς πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου νὰ καταλάβῃ ἰδιοκτησίαν ἐπὶ σκοπῷ τοῦ ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν ἰδιοκτήτην· ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις νόμου, κανονίζοντος τὰ τῆς διαδικασίας, ἐμποδίζει τὸ Δημόσιον, μεθ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ ταύτην. Ἡ ἀνώμαλος δ’ αὕτη κατάστασις φέρει πολλάκις εἰς αὐθαιρεσίας ἀκουσίας καὶ εἰς ἄτοπα, διὰ τοῦτο καὶ πανταχόθεν γεννῶνται παράπονα καὶ χαρακτηρίζεται τὸ Δημόσιον ἢ αἱ ἑταιρίαι αἱ ἰδιωτικαὶ, αἱ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Δημοσίου ἐνεργοῦσαι, ὡς ἅρπαγες. Εἶναι καιρὸς νομίζω νὰ παύσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ ἀφοῦ ἔχομεν ἤδη ἔργον ἕτοιμον, διατὶ νὰ μὴ τὸ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν βάσανον τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἐρεύνης καὶ νὰ τὸ ψηφίσωμεν, ἂν τῳόντι πληροῖ τὰς ἀνάγκας τὰς ἐνδεδειγμένας; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ἐνὸν, —διότι πᾶν ἔργον ἀνθρώπινον βεβαίως δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀπολύτως τέλειον, — πληροῖ τὰς ἀνάγκας τὰς ἐνδεδειγμένας. Καταθέτω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, οὐχὶ βεβαίως δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχω, ὡς Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἵνα ἡ Κυβέρνησις εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ἀνασταλῇ δὲ ἡ ψήφισις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ, ἂν θέλῃ νὰ υἱοθετήσῃ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ κατατιθέμενον, ἄλλως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βοηθημάτων.
§38Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀποθνησκόντων τῶν λαμβανόντων μηνιαῖον βοήθημα, μεταβιβάζεται τὸ βοήθημα τοῦτο εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ αὐτῶν, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐποιήσατο διαστολὴν, δὲν ἀπένειμε τὴν χάριν ταύτην εἰς πάντας τοὺς λαμβάνοντας μηνιαῖον βοήθημα, ἀλλὰ μόνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες ὑπάγονται εἰς τὰς τρεῖς κατηγορίας, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρει. Ἐκτὸς δὲ τῶν κατηγοριῶν τούτων, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι κατηγορίαι ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον τῆς χάριτος νὰ λαμβάνωσι βοήθημα ὡς πρόσφυγες. Χθὲς ἐζήτησα τὸν κατάλογον τῶν λαμβανόντων βοήθημα τοιοῦτον, ὅσοι κατατάσσονται ἐν τοῖς γραφείοις εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν προσφύγων, μοὶ ἐδόθησαν δὲ τρία φύλλα ἔντυπα καὶ ἓν χειρόγραφον, ἀποτελοῦντα τὸν κατάλογον αὐτῶν· τὰ φύλλα δὲ ταῦτα καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὴν δηλωθεῖσαν ἐπιθυμίαν ὑπὸ ἑνὸς τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Καταθέτω ἐπίσης καταλόγους βοηθημάτων, διδομένων εἰς ἐκείνους, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἤτοι πρὸς ἀγωνιστὰς, πρὸς προσενεγκόντας μετὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος, καὶ πρὸς πολίτας τοῦ Ἰονίου Κράτους, προσενεγκόντας ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἔθνος. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ βοήθημα, τὸ ὁποῖον ἐδίδετο εἰς τὸν Ἰωσὴφ Μομφεράτον. Ἐπειδὴ δ’ οὗτος ἀπέθανε, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ μεταβιβασθῇ τὸ βοήθημα εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ, τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἐξεῦρε τρόπον, ἵνα ἀνακουφίσῃ τὴν οἰκογένειαν Μομφεράτου, τὸν δὲ τρόπον τοῦτον ἠκολουθήσαμεν καὶ ἡμεῖς, διότι ἐκρίναμεν ἄδικον νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν οἰκογένειαν ἀνδρὸς ἀγωνισθέντος ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῶν Ἰονίων νήσων μετὰ τοῦ Βασιλείου. Τὸ προτεινόμενον λοιπὸν νομοσχέδιον κανονίζει καὶ τὴν μεταβίβασιν τοῦ βοηθήματος εἰς τὴν οἰκογένειαν Μομφεράτου. Οὕτω καταθέτω τρεῖς καταλόγους λαμβανόντων βοηθήματα, ὑπαγομένων δὲ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τέσσαρας ἄλλους καταλόγους λαμβανόντων βοηθήματα, ἀλλὰ μὴ ὑπαγομένων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου.
§39Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπαινῶ τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, λυποῦμαι μάλιστα, διότι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, εἴτε ἐξ ἀδυναμίας χρηματικῆς, εἴτε ἐξ ἀμελείας, δὲν ἐπρονόησαν ὅσον ἔδει περὶ τοιούτων ὑποχρεώσεων. Δὲν ἔλαβον ποτὲ ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τοὺς καταλόγους, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὲ φωτίσῃ, ἂν ἐκτὸς τῶν τριῶν κατηγοριῶν δὲν ὑπάρχωσι καὶ βοηθήματα χορηγηθέντα καὶ εἰς Θεσσαλούς.
§40ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατέθεσα τοιοῦτον πίνακα. Οὗτοι περιλαμβάνονται εἰς τοὺς πρόσφυγας.
§41Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λοιπὸν δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§42ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ὄχι. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀρκεῖ ἀπόστρατός τις νὰ διορισθῇ ἐπὶ μίαν ἡμέραν εἰς πολιτικὴν θέσιν, ἵνα ἀποκτήσῃ πάντα τὰ δικαιώματα, τὰ ἐκ τοῦ νόμου περὶ πολιτικῶν συντάξεων, ὑποβαλλόμενος μόνον εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῶν κρατήσεων, Ἐννοῶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, σκοποῦντος ὅπως ὁ ἀπόστρατος, ὁ ἀναλαμβάνων ὑπηρεσίαν ἔν τινι τῶν κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως, ἀποκτᾷ δικαίωμα πολιτικῆς συντάξεως, οὐχὶ βεβαίως μετὰ παρέλευσιν τῆς εἰκοσιπενταετίας ἢ τῆς εἰκοσαετίας, ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν χρόνου πολλῷ μικροτέρου, ὡς κεκτημένος προηγουμένην στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ ὡς ἔχει, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν ἀποστράτους ἐπιζητοῦντας διορισμὸν οἱονδήποτε εἰς πολιτικὴν ὑπηρεσίαν, ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν ἡμέραν, ἵνα κατορθώσωσιν οὕτω νὰ βελτιώσωσι τὴν σύνταξίν των, διότι αἱ συντάξεις αἱ πολιτικαὶ εἶναι πρὸς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ ἐλευθεριώτεραι τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων. Ἐνίοτε δύναται νὰ ἦναι αἱ πολιτικαὶ συντάξεις ἀνώτεραι καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ πρόσωπον, ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν εἶναι εὐνοϊκώτερον τὸ μέτρον τοῦ νόμου περὶ πολιτικῶν συντάξεων πρὸς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ μέτρου τοῦ περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων νόμου. Καίτοι δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις θὰ προβαίνωσιν ἀνεξετάστως εἰς τοιούτους διορισμοὺς, θὰ κινήσωμεν ὅμως τὴν ἐπιθυμίαν πολλῶν ἀποστράτων, ὅπως ζητῶσι διορισμὸν εἰς πολιτικὴν ὑπηρεσίαν, μόνον ἵνα ἀποκτήσωσι τὸ ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα, ἂν μὴ προστεθῇ περιορισμός τις· δὲν λέγω ποῖος περιορισμός· τοῦτο ἀνήκει εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀδύνατον νὰ προκύψῃ κίνδυνος διὰ τῆς μεταστάσεως αὐτῆς τῆς κατηγορίας τῶν συνταξιούχων τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν συνταξιούχων πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Οἱ ἔχοντες δικαίωμα ἐν τῷ στρατῷ πρὸς σύνταξιν συνεπλήρωσαν εἰκοσιπενταετίαν, ἐνῷ οἱ ἐν τῇ πολιτικῇ ὑπηρεσίᾳ ἀποκτῶσι δικαίωμα πρὸς σύνταξιν καὶ οἱ συμπληρώσαντες εἰκοσαετίαν. Ὁ κίνδυνος οὗτος δὲν ὑφίσταται, διότι τὸ νομοσχέδιον πραγματεύεται περὶ συνταξιούχων ἀξιωματικῶν, ἑπομένως συμπληρωσάντων εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ. Διὰ τοῦτο ὡς πρὸς τὴν χρονικὴν διάρκειαν οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη διαφορὰ μεταξὺ χρονικῆς διαρκείας τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τὴν χρονικὴν διάρκειαν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, διότι αἱ μὲν συντάξεις τῶν στρατιωτικῶν πληρόνονται καὶ ἀπονέμονται εἰς αὐτοὺς, εἰς μηδεμίαν ὑποκειμένους εἰσφορὰν, ἐνῷ οἱ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι εἰσφέρουσιν. Ἐπειδὴ ὅμως πᾶσαι αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμεναι εἰσφοραὶ δὲν ἐπήρκουν πρὸς πληρωμὴν τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, συνεχωνεύθη τὸ κατ’ ἀρχὰς συσταθὲν εἰδικὸν ταμεῖον μετὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐξακολουθούντων ὅμως τῶν ὑπαλλήλων νὰ εἰσφέρωσιν ἐκ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου παρέστησέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ· τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρέστησε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ· διότι, ἵνα ἦναί τις συνταξιοῦχος στρατιωτικὸς, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπηρέτησε τὴν ὡρισμένην χρονικὴν διάρκειαν τῆς εἰκοσιπενταετίας ἐν τῷ στρατῷ, διότι οὕτως ἠδυνήθη ν’ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ στρατιωτικοῦ συνταξιούχου· διὰ νὰ μεταστῇ δὲ εἰς τὰς τάξεις τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων, πρέπει νὰ προσήνεγκε πρὸς τούτοις καὶ ὑπηρεσίας ἐν τῇ γενικῇ διοικήσει τοῦ Κράτους, τῶν ὁποίων ἡ χρονικὴ διάρκεια δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν προσθήκην ποσοῦ τινος εἰς τὴν σύνταξίν του, ἤτοι ἑνὸς τουλάχιστον πεντηκοστοῦ, ὅση εἶναι ἡ μονὰς τῶν εἰς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους ἀπονεμομένων συντάξεων, ἀποφέρει δ’ ἓν πεντηκοστὸν ἡ ὑπηρεσία ἑνὸς ἔτους. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ δισταγμὸς περὶ τούτου, ἐγὼ δέχομαι νὰ προσδιορισθῇ διάρκεια καὶ δύο ἐτῶν ἀκόμη.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησις, ἣν ἐποιήσατο πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προκαλεῖ τὴν προσοχήν μου καὶ ἐπὶ ἑτέρου κενοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ στρατιωτικὸς ἀπόστρατος, ὁ ἀναλαμβάνων πολιτικὴν ὑπηρεσίαν, θέλει ὑπάγεσθαι εἰς τοὺς νόμους περὶ πολιτικῶν συντάξεων, ὑποβαλλόμενος εἰς κρατήσεις· ἀλλ’ οἱ νόμοι περὶ πολιτικῶν συντάξεων ὑποθέτουσι τὸν διεκδικοῦντα δικαίωμα συντάξεως ἔχοντα ὑπηρεσίαν ἀνωτέραν τῆς τετραετοῦς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τετραετίας καθορίζουσι τὸν κανονίζοντα τὴν σύνταξιν μέσον ὅρον τοῦ ἐτησίου μισθοῦ· θέλει ὅμως συμβῆ πολλάκις νὰ μὴ διανύσῃ τετραετίαν ἐν τῇ πολιτικῇ ὑπηρεσίᾳ ὁ εἰς αὐτὴν μετατιθέμενος ἀπόστρατος, πῶς δὲ θέλει κανονισθῇ ὁ ὅρος τῆς συντάξεως; Κατὰ τὸν νόμον περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τοῦ κατὰ μέσον ὅρον μισθοῦ τῆς τελευταίας τετραετίας τὸ πεντηκοστὸν εἶναι ἡ βάσις τῆς συντάξεως· θὰ λαμβάνηται λοιπὸν ὑπ’ ὄψει πρὸς προσδιορισμὸν τῆς βάσεως μόνον ἡ πολιτικὴ ὑπηρεσία, ἢ καὶ ὁ μισθὸς τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἂν περιλαμβάνηται καὶ αὕτη ἐν τῇ τετραετίᾳ. Ἂν θέλωμεν νὰ λογίζηται ἐν τῇ τετραετεῖ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἡ ἐν τῷ στρατῷ, πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν, καὶ πρέπει νὰ διευκρινήσωμεν, τίνα ἐννοοῦμεν μισθὸν στρατιωτικόν, διότι αἱ ἀποδοχαὶ ἐνεργείας ἀποτελοῦνται ἐκ μισθοῦ καὶ ἐξ ἀποζημιώσεων, πρέπει δι’ εἰδικῆς διατάξεως νὰ ὁρισθῇ, τίνες ἀποδοχαὶ θὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει διὰ τὸν χρόνον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, τὸν συμπληροῦντα τὴν τετραετίαν. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ μελετηθῇ τὸ θέμα καὶ μὴ κανονισθῶσι ταῦτα ἐκ τοῦ προχείρου.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ δισταγμὸς, ὁ ὁποῖος ἐπῆλθεν ἐκ τῶν λόγων μου εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Μεσολογγίου, δὲν ἔχει βάσιν τινά· διότι, εἴτε ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πολιτικὴ ὑπηρεσία μόνον, εἴτε ἡ πολιτικὴ ὑπηρεσία συνάμα καὶ ἡ στρατιωτικὴ, οὐδένα κίνδυνον διατρέχομεν νὰ ζημιωθῇ ἐκ τούτου τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἢ νὰ ὠφεληθῇ ὁ συνταξιοῦχος· διότι, εὐθὺς ὡς ἀποδέχεται ὁ ἀπόστρατος ἀξιωματικὸς τὸν ὅρον τῆς ἐν τῇ πολιτικῇ ὑπηρεσίᾳ διετίας, εἰς ὃν στέργω, θέλει ἀναγνωρίσει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων. Διὰ τοῦ ὅρου τῆς διετοῦς ὑπηρεσίας ἐξασφαλιζόμεθα ἀπὸ παντὸς κινδύνου.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δεχόμενος εἰς ταγματάρχης ἀπόστρατος θέσιν ἐπάρχου, ἐπειδὴ ὁ μισθὸς τοῦ ἐπάρχου εἶναι κατώτερος τοῦ μισθοῦ τοῦ ταγματάρχου, θέλει ἀποκτήσει οὕτω μετ’ ὀλίγον χρόνου ὑπηρεσίαν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὴν σύνταξίν του ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ πολιτικῶν συντάξεων, ἐπὶ μέσῳ ὅρῳ μισθοῦ πολὺ ἀνωτέρου τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐπάρχου. Τοιοῦτον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα, ἐὰν περιληφθῇ ἐν τῇ τετραετίᾳ πλήρης ὁ μισθὸς τοῦ ταγματάρχου, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ εἰς κανονισμὸν τοῦ μέσου ὅρου λογισθησόμενος στρατιωτικὸς μισθὸς εἶναι ὁ τῆς ἐνεργείας μετὰ τῶν παρομαρτούντων.
§49Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, τί ἐννοεῖτε μὲ τὰ παρομαρτοῦντα.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοῶ μισθὸν ἀναγραφόμενον ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς καὶ περιλαμβάνοντα πάσας τὰς ἀποδοχὰς, ἤτοι τὸν κυρίως μισθὸν καὶ τὰς ἀποζημιώσεις ἐνοικίου, διδακτικῶν βιβλίων ἢ ἐπιμισθίων.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν, ἂν ὁ ταγματάρχης δεχθῇ νὰ γείνῃ ἔπαρχος, ὁ ταγματάρχης θέλει λαμβάνει δραχμὰς 240· καὶ ἂν ἐλάμβανε τὴν σύνταξίν του ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μισθοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ, ἡ σύνταξίς του τώρα θέλει μειωθῆ, διότι θέλει λογισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο ἐτῶν τοῦ ταγματάρχου καὶ τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐπάρχου τῶν 240 δραχμῶν.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ σύνταξις τοῦ ταγματάρχου δὲν ὁρίζεται, ὅπως αἱ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἐν σχέσει πρὸς τὸν μισθὸν, ἀλλὰ κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει πίνακος αὐτοτελοῦς τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν αὐτῶν· δύναται δὲ καὶ ἡ σύνταξις τοῦ ταγματάρχου νὰ βελτιωθῇ, καίτοι ὑποθέτω ὅτι κατὰ γενικὸν κανόνα δὲν θὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου σπουδαίας βελτιώσεις τῶν συντάξεων αὐτῶν τῶν ἀποστράτων, ἀλλὰ μεγάλην βελτίωσιν θὰ ἔχωμεν τῶν συντάξεων τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, τοσούτῳ σπουδαίαν ἐν συνόλῳ, ὥστε νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι συνετὸν νὰ μελετηθῶσι τὰ θέματα· διότι, καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, δὲν ὑποθέτω ὅτι ἐκ τούτου θὰ ἐπέλθῃ ζημία τις.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἡ βάσις τοῦ συλλογισμοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου στηρίζεται ἐπὶ δεδομένων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν· ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι, ἂν ὁ ταγματάρχης ὁ ἀπόστρατος διορισθῇ ἔπαρχος καὶ ὑπολογισθῇ ἡ σύνταξις αὐτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου, θέλει ὠφεληθῆ, ἐγὼ δὲ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἐπ’ οὐδεμία περιπτώσει ἀπόστρατος ταγματάρχης θέλει γενῆ ἔπαρχος, διότι δὲν συμφέρει τοῦτο εἰς αὐτόν. Ὁ ἔπαρχος λαμβάνει δραχμὰς 240· ἂν ὑπηρετήσῃ 25 ἔτη, θέλει λάβει σύνταξιν 120, καὶ ἂν ἀφαιρέσητε τὰς κρατήσεις, θέλει λαμβάνει 108. Ἐὰν δὲ λάβῃ τὸ ἀνώτερον ποσὸν τῆς συντάξεως, τὰ ¾ τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ, ἡ σύνταξίς του θέλει εἶσθαι 180 δραχμάς. Συμφέρει εἰς τὸν ἀπόστρατον συνταγματάρχην, ὁ ὁποῖος ἐλάμβανε 320 δραχμὰς, νὰ λάβῃ 180 δραχμὰς, ἵνα ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν συνταξιούχων ὑπαλλήλων;
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παραστήσω διὰ τίνα λόγον φρονῶ, ὅτι ἡ οὕτω μετατρεπομένη στρατιωτικὴ σύνταξις, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὴν τοῦ πολιτικοῦ ὑπαλλήλου, ἐνδέχεται νὰ ἐξισωθῇ καὶ πρὸς τὸ διπλάσιον. Ὑποθέτω τὴν κατὰ μέσον ὅρον διάρκειαν ὑπηρεσίας ἀποστράτου συνταγματάρχου 35 ἐτῶν τοὐλάχιστον, διότι ὁ ἀπόστρατος ἔχει μακροτέραν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοῦ πολιτικοῦ συνταξιούχου ὑπηρεσίαν, ὡς ἀρχομένην ἀπὸ τῆς εἰσόδου εἰς τὸν στρατὸν ἐν ἡλικίᾳ περίπου 21 ἐτῶν. Ὥστε, ἐὰν ἔχῃ ὑπηρεσίαν τοὐλάχιστον 35 ἐτῶν, θὰ κανονισθῇ ἡ σύνταξίς του, διετελέσαντος ἐπάρχου ὑποθέτω ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μισθοῦ τοῦ συνταγματάρχου, ὅστις εἶναι πολὺ ἀνώτερος τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐπάρχου καὶ διαρκείας οὐχὶ, ὡς ὑπέθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὀλίγων ἐτῶν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον 35, συνηθέστερον δὲ 40 ἐτῶν, διότι οἱ ἀπόστρατοι καὶ μάλιστα συνταγματάρχαι ἔχουσι τεσσαρακονταετῆ συνήθως ὑπηρεσίαν· ὥστε διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὰς συντάξεις αὐτῶν αὐξανομένας κατὰ πολὺ, ἐὰν μὴ μελετηθῇ τὸ ζήτημα καὶ μὴ κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου ἐν σχέσει πρὸς τὰς εἰδικὰς περιστάσεις, ὧν ἐμνήσθην.
§55Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεδέχθη διετῆ ὑπηρεσίαν.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρεδέχθην διετῆ ὑπηρεσίαν.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν τὸ εἶχον ἀκούσει· βελτιώνει δὲ τὰ πράγματα, ἀλλὰ νομίζω οὐχὶ ἐπαρκῶς. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ περίστασις, ὅτι ὁ ἀπόστρατος θὰ ἔχῃ συνήθως 35 ἕως 40 ἐτῶν ὑπηρεσίαν· τοῦτο συμβαίνει κατὰ κανόνα. Ταύτην λοιπὸν τὴν ὑπηρεσίαν πρόκειται νὰ συνδυάσωμεν πρὸς μισθὸν στρατιωτικὸν, κεκανονισμένον συνήθως ἐν μέτρῳ ἀνωτέρῳ τοῦ τῶν μισθῶν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς πολιτικῆς συντάξεως. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ περιορισμὸς εἰς δύο ἔτη τοῦ στρατιωτικοῦ μισθοῦ ἐν τῷ κανονισμῷ τοῦ μέσου ὅρου τῆς τετραετίας ἐλαττόνει κατὰ τὸ ἥμισυ τὸν κίνδυνον τῆς ἐκ τούτου δυσαναλογίας, ἀλλὰ μένει ἀπαραμείωτος ἡ δυσαναλογία ἡ ἐκ τῆς μακροτέρας ὑπηρεσίας.
§58Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁσηδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ χρονικὴ διάρκεια τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἐπιζητοῦντος καὶ λαμβάνοντος σύνταξιν διὰ τοῦ νόμου περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἡ σύνταξις αὕτη οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ ¾ τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὸν ἔπαρχον, τὸν ὁποῖον ἔφερεν ὡς παράδειγμα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, τὰ ¾ τοῦ μισθοῦ τοῦ ἐπάρχου, τὰ ὁποῖα θέλουσι προσδιορισθῆ ὡς ποσὸν συντάξεως ἀπονεμητέας εἰς αὐτὸν, θέλουσιν εἶσθαι κατὰ νόμον 180 δραχμαὶ, ἤτοι ποσὸν ὀλιγώτερον ἢ ὅσον θέλει λαμβάνει ὡς συνταξιοῦχος ἀντισυνταγματάρχης ἢ συνταγματάρχης. Λάβετε ὑπ’ ὄψει τὸν μισθὸν τοῦ νομάρχου. Ὁ νομάρχης λαμβάνει μισθὸν 480 δραχμῶν, τοσοῦτον, ὅσον λαμβάνει ὁ συνταγματάρχης. Οὐδέποτε λοιπὸν θέλει ἐπέλθει ζημία τις εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§59ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ τροπολογία ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ μοναδικὸν ἄρθρον, ἔχει τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὁ στρατιωτικὸς ὁ ἀπόστρατος ἤθελεν ὑπηρετήσει ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ 11 μῆνας, ἢ μᾶλλον ἐπὶ ἓν ἔτος, 11 μῆνας καὶ 29 ἡμέρας, ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ δὲν ἤθελε λογισθῆ ὡς ὑπηρεσία συντάξεως, καὶ τότε ἐξουδετεροῦται ἐντελῶς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου· διότι, ἐὰν πρόκηται ν’ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ καταλογισθῇ ἡ νέα ὑπηρεσία ἡ πολιτικὴ ὡς συντάξιμος μετὰ δύο ἔτη, δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία, ὅτι δὲν θὰ τὸ κατορθώσῃ· καὶ ἑπομένως οἱ τοιοῦτοι στρατιωτικοὶ ἀπόστρατοι δὲν θὰ δεχθῶσι ποτὲ νὰ ὑπηρετήσωσι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «διετῆ τουλάχιστον» πρὸ τῆς λέξεως «ὑπηρεσίαν»· εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς ά συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ συστάσεως γεωργικοῦ σταθμοῦ ἐν Βυτίνῃ καὶ 2) Περὶ ἐξόδων συντηρήσεως τῶν ἐν τῷ σχολείῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκπαιδευομένων).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν διὰ τὴν προμήθειαν ἀρβυλῶν τοῦ στρατοῦ.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ λαμβάνων γνῶσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἤθελεν ὑποθέσει, ὅτι ἐπὶ τῆς προμηθείας τῶν ἀρβυλῶν ἐγένετό τι διὰ διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ δὲν ἐγίνετο πρότερον, καὶ διὰ τοῦτο παρουσιάζεται ἤδη ἀνάγκη, ὅπως ἐντάλματα τοῦ Στρατιωτικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κυρωθῶσι νομοθετικῶς, ἐνῷ οὐδέποτε ἄλλοτε τοιαῦτα ἐντάλματα ἐξεδόθησαν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1833 τὰ τῶν ἀρβυλῶν οὕτω κατ’ ἀρχὴν διεξάγονται, ὅπως διεξήχθησαν καὶ ἐν τῇ ὑποθέσει, εἰς ἣν ἀφορῶσιν αἱ πέντε διαταγαί, περὶ ὧν πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Κατὰ τὸ 1833 εἶχε συστηθῆ ἡ κεντρικὴ ἀποθήκη τοῦ ἱματισμοῦ, ἥτις κατόπιν μετετράπη εἰς τὴν γενικὴν ἀποθήκην ὑλικοῦ τὴν ἐν Πειραιεῖ, ὁ δὲ νόμος, ἤτοι τὸ διάταγμα τὸ ἐπέχον θέσιν νόμου καὶ κανονίζον τὰ τῆς ἀποθήκης, ἐπιτρέπει ἵνα ἐκτελῶνται ἐν αὐτῇ ἔργα δι’ ἐπιστασίας. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔργων, τῶν δι’ ἐπιστασίας ἐκτελουμένων, κατεσκευάζοντο καὶ ἀρβύλαι τοῦ στρατοῦ. Αἱ ἀρβύλαι αὗται τοῦ στρατοῦ, κατασκευαζόμεναι τὸ πρῶτον ὑπὸ τὴν ἄμεσον διεύθυνσιν τῆς κεντρικῆς ἀποθήκης, μετὰ χρόνον τινὰ ἤρξαντο κατασκευαζόμεναι ὑπὸ ἀρβυλοποιῶν ἐν τοῖς σώμασι τοῦ στρατοῦ, ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὑπαξιωματικῶν, προσλαμβανόντων στρατιώτας, ἐνίοτε δὲ καὶ ἰδιώτας ἐν τοῖς ἐργοστασίοις αὐτοῖς. Αἱ ἀρβύλαι, αἱ οὕτω κατασκευαζόμεναι, τῳόντι ἀπεδεικνύοντο πάντοτε τιμῆς κατωτέρας τῶν κατασκευαζομένων παρ’ ἰδιωτῶν ἐν Ἑλλάδι, ἢ τῶν προμηθευομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Αἱ τιμαὶ τῶν ἀρβυλῶν τῶν ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ἀρβυλοποιῶν κατασκευαζομένων παραλλάσσουσι μεταξὺ 7,50 καὶ 7,80 δραχ. κατὰ ζεῦγος αἱ τοῦ πεζικοῦ, εἶναι δὲ πάντοτε δρ. 10,25 αἱ τοῦ ἱππικοῦ· ἐνῷ αἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀγοραζόμεναι ἐπληρώθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν μεγάλην προμήθειαν ἐπὶ τῆς ἐπιστρατείας 8 δραχμὰς καὶ 50 λεπτὰ εἰς χρυσὸν, τουτέστι 10 καὶ 60/00 κατὰ τὴν τότε τρέχουσαν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· διαφορὰ 10 καὶ 60/00 πρὸς 7 καὶ 80/00 δραχμαὶ 2 καὶ 80/00. Ἐνταῦθα δὲ ἐνηργήθη ἐσχάτως δημοπρασία, περὶ ἧς θὰ ποιήσωμαι λόγον βραδύτερον, ἥτις ἐπίσης κατέληξεν εἰς προσδιορισμὸν τιμῆς τῶν ἀρβυλῶν ἀνωτέρας τῶν 7 καὶ 80, ἤτοι 9 δρ. καὶ 10 λεπτῶν. Οὕτως αἱ ἀρβύλαι παρηγγέλλοντο κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη πάντοτε εἰς τὰ ἀρβυλοποιεῖα τοῦ στρατοῦ καὶ ἔχω ἐνταῦθα ἀντίγραφα διαταγῶν παρὰ διαφόρων Ὑπουργῶν καὶ τῶν ἀμέσως προκατόχων τῆς τελευταίας Κυβερνήσεως. Ἔχω διαταγὰς τοῦ στρατηγοῦ καὶ τότε συνταγματάρχου κ. Α. Μαυρομιχάλη, Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ τοιούτων παραγγελιῶν, ἀπαραλλάκτους πρὸς τὰς διαταγὰς, εἰς ἃς ἀνάγεται ἡ σήμερον ζητουμένη ἔγκρισις τῆς Βουλῆς πρὸς θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων. Ἰδοὺ ἐν παραδείγματι (ἀναγινώσκει): «Ἀθῆναι τῇ 20 Σεπτεμβρίου 1885. «Ὁ Ὑπουργὸς Μαυρομιχάλης πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον τοῦ Πυροβολικοῦ τὸ 2ον Μηχανικὸν, τὸ 11ον Πεζικὸν καὶ τὸ 10ον Πεζικόν. «Κατόπιν τῆς πρὸς τὸν ἀρβυλοποιὸν προφορικῆς παραγγελίας μας θέλετε διατάξει αὐτὸν νὰ ἐξακολουθῇ προβαίνων δραστηρίως εἰς τὴν κατασκευὴν 1000 ζευγῶν ἀρβυλῶν, ἤτοι 300 1ου ἀριθμοῦ, 550 2ου καὶ 150 3ου, συμμορφούμενος μὲ τοὺς ὅρους τοῦ σχετικοῦ συμβολαίου, ὅπως ταῦτα ὦσιν ἕτοιμα ἐντὸς τὸ πολὺ μηνὸς καὶ παραδοθῶσι παρ’ ὑμῶν, ἀποστελλόμενα εἰς τὴν ἐν Πειραιεῖ γενικὴν ἀποθήκην μας ἐπ’ ἀνταλλαγῇ τῶν κεκανονισμένων ἀποδείξεων. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τὸ Στρατιωτικὸν Λογιστήριον ηὔξησε τὴν παγίαν προκαταβολὴν ὑμῶν.» Ἐπίσης ἄλλο μετὰ λεπτομερειῶν πλειοτέρων. Πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον τοῦ Πυροβολικοῦ πάλιν ὁ Ὑπουργὸς Μαυρομιχάλης (ἀναγινώσκει): «Κατόπιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 49586 ἱσταμένου μηνὸς διαταγῆς μας καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τὰς ὑφισταμένας καὶ κατεπειγούσας ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, σᾶς παραγγέλλομεν, ἵνα, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 34 ἐδ. εʹ καὶ θʹ τοῦ περὶ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους νόμου, προβῆτε μετὰ τοῦ ἐπιλοχίου ἀρβυλοποιοῦ ὑμῶν Βουτσαρᾶ εἰς τὴν ἀνανέωσιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13290 π. ἔ. συμφωνητικοῦ συμβολαίου ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, μὲ τὴν προσθήκην, ὅτι ἀναδέχεται οὗτος καὶ τὴν κατασκευὴν ἀρβυλῶν τοῦ πεζικοῦ πρὸς δραχμὰς 7 καὶ λεπτὰ ὀγδοήκοντα (7,80) κατὰ ζεῦγος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δειγμάτων τῶν ἑτέρων ἀρβυλοποιῶν τοῦ 11ου καὶ 20οῦ πεζικοῦ, εἰς ἃ ὑπάρχουσι ταῦτα, καὶ ὅτι, ἀποδεχόμενος τὴν συμφωνίαν ταύτην ὑποχρεοῦται νὰ κατασκευάζῃ ὅσα ζεύγη τοιούτων ἀρβυλῶν ἤθελεν ὁρίσει αὐτῷ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία. «Ἡ πληρωμὴ τοῦ τιμήματος θέλει ἐνεργεῖσθαι ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους τοῦ ἀνωτέρω συμβολαίου. «Πρὸς προσδιορισμὸν δὲ τῆς ἀξίας τοῦ χαρτοσήμου θέλετε ὁρίσει τὸν ἀριθμὸν τῶν κατασκευασθησομένων ἀρβυλῶν εἰς 1500 ζεύγη. «Ἀντίγραφον τοῦ συμφωνητικοῦ τούτου ὑποβληθήτω ὑμῖν.»
§62ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐξεδόθησαν αἱ διαταγαὶ αὗται;
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνέγνωσα τὴν ἡμερομηνίαν τῆς προηγουμένης. Αὕτη δὲ εἶναι τῆς 23 Σεπτεμβρίου 1885. Ἔχω δὲ ἐνταῦθα ἀντίγραφα καὶ προηγουμένων, τοῦ κ. Βαλτινοῦ, τῆς 14 Ὀκτωβρίου καὶ 11 Νοεμβρίου 1881, καὶ ἄλλας.
§64ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν ἐρώτησιν; Τότε αἱ πληρωμαὶ ἐγένοντο δεκταὶ παρὰ τοῦ Συνεδρίου;
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ συγχέωμεν τὰ ζητήματα· θὰ ἀναπτύξω δὲ καὶ τὰ τῆς θεωρήσεως τῶν ἐνταλμάτων. Εἶπον ταῦτα, ὅπως δείξω, ὅτι συνεχῶς ἀπὸ τοῦ 1833 δι’ ἐπιστασίας ἐξετελοῦντο τὰ τῶν ἀρβυλῶν, ἐκτὸς μόνον ὅταν ἔκτακτοι ἀνάγκαι ὑπεχρέουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραγγείλῃ ἀρβύλας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, διότι τὰ ἀρβυλοποιεῖα τοῦ στρατοῦ δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ πρὸς τὴν ἔκτακτον προμήθειαν. Ὁσάκις ὅμως τοῦτο συνέβαινε, πάντοτε ἡ πληρωμὴ ἦτο πολὺ ἀνωτέρα, τὸ δὲ προϊὸν τοιαύτης παραγγελίας συνήθως ὅ,τι ἀθλιώτερον. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύουσιν ἐκθέσεις πολλαὶ, τινῶν ἐκ τῶν ὁποίων ἔχω ἀντίγραφα. Αἱ ἐκθέσεις αὗται μαρτυροῦσιν, ὅτι τὸ ποιὸν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατεσκευασμένων κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστρατείαν ἀρβυλῶν ἦτο ἄθλιον, ἐνῷ γενικὴ γνώμη ὑπάρχει ἐν τῷ στρατῷ, ὅτι τῶν ἀρβυλοποιείων τοῦ στρατοῦ αἱ ἀρβύλαι ἦσαν καλαί. Ἀλλ’ οὐ μόνον ἦτο ἄθλιον τὸ ὑλικὸν τῶν τοσούτῳ ἀκριβωτέρων ἀρβυλῶν, τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προμηθευομένων, ἀλλ’ ἔχομεν ἐν τῇ γενικῇ ἀποθήκῃ περὶ τὰς 28,000 ἀρβυλῶν, ὧν πολλαὶ μέν εἰσιν ἄχρηστοι, ἕνεκα τοῦ ποιοῦ, ἀλλ’ αἱ πλεῖσταί εἰσιν ἄχρηστοι καὶ ἕνεκα τοῦ μέτρου· εἶναι αἱ ὑπ’ ἀριθ. 26. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 26 ἀρβύλαι δὲν δύνανται νὰ φορεθῶσιν, εἰμὴ ὑπὸ νάνων ἢ ὑπὸ παίδων ἡλικίας 7 ἢ 8 ἐτῶν. Καὶ εἰς τοῦτο προκαλῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ἵνα ἐξετάσῃ πόσαι χιλιάδες ἀχρήστων ἀρβυλῶν ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Κράτους, νὰ ἴδῃ δὲ τὰς ἐν τῇ γενικῇ ἀποθήκῃ Πειραιῶς, τοῦ ἀριθμοῦ 26, ἵνα πεισθῇ, ὅτι εὐθὺς ὡς ὁ παῖς ὑπερβῇ τὴν ἡλικίαν τῶν 7 ἢ 8 ἐτῶν, δὲν δύναται πλέον νὰ φορέσῃ τὰς ἀρβύλας ταύτας.
§66ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι παρέλαβον αὐτάς;
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰς παρέλαβον οἱ ἐπὶ τῆς ἐπιστρατείας παραλαμβάνοντες κατὰ τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν.
§68Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν. Ἡ μόνη πληροφορία, ἣν μοὶ ἔδωκαν οἱ ἁρμόδιοι, οἱ ἐργαζόμενοι ἐν τῷ τμήματι τῶν ἐργοληψιῶν, εἶναι ὅτι αἱ ἐν χρήσει τοῦ στρατοῦ ἀρβύλαι κατὰ τὸ πλεῖστον σχίζονται προώρως, διότι τὰ δέρματα ἦσαν κακῆς ποιότητος, παραληφθέντα κακῶς, κατὰ παράβασιν τῶν ὅρων τῆς συμφωνίας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς παραλαβούσης αὐτά.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ παρέλαβεν αὐτά· διατὶ δὲ τὰ ἐδέχθη, εἶναι ζήτημα ἐξαρτώμενον ἐκ τῶν ὅρων τῶν συμφωνιῶν καὶ ἐξ ἄλλων θεμάτων, περὶ ὧν ἤδη δὲν πρόκειται. Ἤδη λέγω, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἀχρήστων ἀρβυλῶν,— διότι ὑπάρχουσι χιλιάδες ἐν τῇ γενικῇ ἀποθήκῃ ὑλικοῦ Πειραιῶς καταλογιζόμεναι ὡς ἄχρηστοι,— ἀρβύλαι πρὸς ὑπόδησιν τοῦ στρατοῦ δὲν ὑπῆρχον, αἱ δὲ ἀποθῆκαι συνεχῶς ἔγραφον, ὅτι δὲν εἶχον ἀρβύλας, ἐνῷ ὁ ἀναγινώσκων τὸν πίνακα τοῦ ὑλικοῦ τῆς γενικῆς ἀποθήκης νομίζει ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῇ 28,000 ζεύγη· ἀλλ’ αὗται λογίζονται ὡς ἄχρηστοι, εἴτε διότι ἡ ποιότης εἶναι κακή, εἴτε διότι καὶ ἡ ποιότης εἶναι κακὴ καὶ εἶναι αἱ πλεῖσται τοῦ ἀριθμοῦ 26, ἤτοι ἀρβύλαι διὰ παῖδας καὶ νάνους.
§70ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διατὶ δὲν ἐπωλήθησαν αὗται;
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ εὕρισκον προθύμους ἀγοραστάς· πωλούμεναι δὲ ἀντὶ εὐτελοῦς τιμῆς, θὰ προεκάλουν ἴσως τὴν ἀντίθετον ἐρώτησιν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Ἐλλείψει ἄρα ἀρβυλῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἐγίνοντο αἱ παραγγελίαι εἰς τὰ ἀρβυλοποιεῖα τοῦ στρατοῦ, δι’ ὧν, λειτουργούντων ἄριστα, ἀνέπτυσεν ὁ στρατὸς ἐν ἑαυτῷ τὴν δύναμιν τῆς παραγωγῆς τοιούτων χρησίμων εἰς αὐτὸν εἰδῶν. Καὶ ταῦτα ἐξηκολούθουν μέχρι τοῦ 1888, ὅτε τὸ πρῶτον τὸ Συνέδριον ἐποιήσατο ἀντιῤῥήσεις. Τὸ Συνέδριον τότε ἐν πράξει του, προκειμένου περὶ θεωρήσεως ἐνταλμάτων τινῶν, σχετιζομένων πρὸς τὰ ἀρβυλοποιεῖα, ἀπεφάνθη ὅτι ἡ λειτουργία τῶν ἀρβυλοποιείων ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον τὸν λογιστικὸν, ἄρθρ. 34. Τὸ Ὑπουργεῖον, πληροφορηθὲν ὅτι προσκόπτει ἡ πληρωμὴ τῶν ἐνταλμάτων τοῦ Στρατιωτικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, προεκάλεσε διὰ τοῦ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ Β. Ἐπιτρόπου τὴν προσοχὴν τοῦ σώματος εἰς τὰ τοῦ θέματος, καὶ διὰ μακρᾶς ἐκθέσεως παρέστησεν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα θεωρηθῶσι τὰ ἀρβυλοποιεῖα ὡς κατὰ παράβασιν τοῦ 34ου ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ λειτουργοῦντα, διότι τὸ ἄρθρον 35, νομίζω, τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπιτρέπει τὴν δι’ ἐπιστασίας προμήθειαν, ὁσάκις ὑπάρχωσιν εἰδικοὶ πρὸς τοῦτο λόγοι, τὴν δὲ δι’ ἐπιστασίας ἀρβυλοποιΐαν, ὡς εἰδικὴν καὶ ἑπομένως ὑπαγομένην εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 35, εὑρὼν ὁ λογιστικὸς νόμος κεκανονισμένην ἐκ τοῦ διατάγματος, τοῦ ἐπέχοντος θέσιν νόμου, τοῦ 1833, διετήρησε λειτουργοῦσαν νομίμως κατὰ τὰς ἑκάστοτε ἐκδιδομένας διαταγάς. Μετὰ μακρὰν ἀλληλογραφίαν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐθεώρησε τέλος τὰ ἐντάλματα, καὶ ἔχω ἐνταῦθα ἀντίγραφον τῆς πράξεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τῆς τελευταίας, δι’ ἧς ἀπεφάσισε κατὰ πλειονοψηφίαν, ὅπως θεωρηθῶσι τὰ ἐντάλματα. Ἰδοὺ δὲ ἡ πρᾶξις (ἀναγινώσκει): «Ἀπόσπασμα ἐκ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 43 γενικῆς συνεδριάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, γενομένης τὴν 13 Δεκεμβρίου 1889. § Εʹ. Ἀνεγνώσθη κατόπιν ὑπὸ τοῦ γενικοῦ ἐπιτρόπου, σχετικῶς πρὸς τὰ ἀποφασισθέντα ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει, τὸ ἀπὸ 12 τρέχ. μηνὸς ἕτερον ἔγγραφον τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, ἐκθέτοντος ὅτι τὰ εἴδη ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ κατασκευάζονται ἐν τῇ κεντρικῇ ἀποθήκῃ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, ὅτι αἱ δαπάναι αὐτοῦ ἐν γένει διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας, ἤτοι εἰς προμήθειαν ὑλικοῦ, καὶ εἰς ἐργασίαν, καὶ τὸ μὲν ὑλικὸν προμηθεύεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ καταστήματα ἢ ἐργοστάσια δυνάμενα ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἡ δὲ ἐργασία τῶν εἰδῶν τούτων ἐνεργεῖται ἐν τῇ αὐτῇ ἀποθήκῃ, ἔνθα ἐργάζονται ἱκανοὶ τὸν ἀριθμὸν στρατιῶται (προβλεπόμενοι ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ), ὅτι ἐν ἀνάγκῃ προσλαμβάνονται καὶ ἰδιῶται ἐκ τῶν εἰδικωτέρων τεχνιτῶν, ὅτι πάντα ταῦτα ἐνεργοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει Β. διαταγμάτων, ἐχόντων ἰσχὺν νόμου, καὶ ὅτι πρὸς εὐρυτέραν καὶ ἀπρόσκοπτον διεξαγωγὴν τῆς λειτουργίας τῶν ἐργοστασίων τούτων ἐδόθησαν αἱ δέουσαι διαταγαὶ εἰς τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως συντάξωσι καὶ θέσωσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Συνεδρίου εἰδικὸν κανονισμὸν, ὅστις θέλει ὑποβληθῆ κατόπιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὰ περαιτέρω. «Μετὰ τὰς πληροφορίας ταύτας τοῦ Ὑπουργείου καὶ συμφώνως μὲ τὰ ἐν τῇ προηγουμένῃ 42ᾳ συνεδριάσει ἀποφασισθέντα, ἐπανελθόντος τοῦ Συνεδρίου ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ὁ κ. ἀντιπρόεδρος καὶ εἰσηγητὴς προέτεινε τὴν θεώρησιν τῶν ἀποσταλέντων πρὸς τοῦτο πέντε χρηματικῶν ἐνταλμάτων· μεθ’ ὅ, ψηφοφορίας γενομένης, ἐγένετο ἀποδεκτὴ διὰ πλειοψηφίας ἡ γνώμη αὐτοῦ, τοῦ νὰ θεωρηθῶσι ταῦτα, μειονοψηφήσαντος τοῦ τε ἐλεγκτοῦ Πετροπούλου ὡς καὶ τοῦ παρέδρου Μαυρομμάτη, διὰ τοὺς ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ἐκτιθεμένους ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου λόγους.» Οὕτω λοιπὸν ἐπεθεωρήθησαν τὰ ἐντάλματα ταῦτα, ὡς εἶπον, μετὰ μακρὰν ἀλληλογραφίαν, καὶ μετὰ ἐνεργηθέντα τινὰ, διότι ἐν ἄλλοις εἶχε ῥηθῆ ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου, ὅτι ἡ δυσκολία περὶ τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων προήρχετο ἐκ τοῦ ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1833 δὲν ἐξετελεῖτο κατὰ τὸ γράμμα, ὡς μεταβληθέντος ἔν τισι τοῦ συστήματος, κατόπιν τῆς ἀντιῤῥήσεως ταύτης εἴχομεν συντάξει καὶ νέον διάταγμα περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀρβυλοποιίας παρὰ τῇ γενικῇ ἀποθήκῃ ὑλικοῦ Πειραιῶς, ἀλλὰ καὶ τὸ διάταγμα τοῦτο δὲν ἐθεωρήθη ἐπαρκὲς παρὰ τοῦ Συνεδρίου, ἕως οὗ τὸ Συνέδριον μετέβαλε γνώμην καὶ ἐθεώρησε τὰ ἐντάλματα κατὰ πλειονοψηφίαν, τῇ προτάσει τοῦ ἀντιπροέδρου. Ἐν τούτοις ἡ λογιστικὴ αὕτη δυσχέρεια, ἡ ἀπὸ τοῦ 1888 ἀναφυεῖσα καὶ καταλήξασα εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἣν πρὸ μικροῦ ἀνέγνων, ἔπεισε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι, καίτοι τὰ ἐντάλματα ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου, μετὰ τὰ παρεμβληθέντα ὅμως κωλύματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὡς ἐκ τοῦ κινδύνου, εἰς ὃν ἦτο ἐκτεθειμένον τὸ Στρατιωτικὸν Ἐπιμελητήριον, τὸ ἐκκαθαρίζον τοὺς λογαριασμοὺς καὶ ἐκδίδον τὰς ἐντολὰς, μὴ ἄλλα αὐτοῦ ἐντάλματα προσκόψωσιν εἰς θεώρησιν, ἀπεφασίσθη, εἰς ἄρσιν τῶν δυσχερειῶν τούτων, νὰ γένηται δημοπρασία, ὅτε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρεμβληθῇ ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου δυσκολία τις· ἐγένετο ἄρα ἡ δημοπρασία, καίτοι δὲ αὕτη ἀπέληξεν εἰς τιμὰς ἀνωτέρας τῶν τιμῶν τοῦ ἀρβυλοποιείου, οὐχ ἧττον, ἵνα μὴ ἐκτίθηται ἡ ὑπηρεσία εἰς τὰς δυσχερείας τῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου, ἐκυρώθη τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς, ἐπιφυλαττομένης τῆς ὑπηρεσίας νὰ κανονίσῃ ὁριστικώτερον τὰ περὶ τούτου ἔπειτα. Ὡς εἶπον, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας ὥριζε τιμὴν ἀνωτέραν τῆς τοῦ στρατιωτικοῦ ἀρβυλοποιείου, ἤτοι δραχμὰς 9 καὶ λεπτὰ 10 διὰ τὰς ἀρβύλας τοῦ πεζικοῦ, καὶ δραχμὰς 10 καὶ λεπ. 50 διὰ τὰς ἀρβύλας τοῦ ἱππικοῦ, ἐνῷ αἱ ἀρβύλαι ἐν τῷ ἀρβυλοποιείῳ ἐπληρώνοντο ἀντὶ δραχμῶν 7 καὶ λεπ. 80. Τὸ ἐπὶ τῷ ἀποτελέσματι τῆς δημοπρασίας συμβόλαιον ὑπεγράφη τῇ 28 Ἰουνίου, καὶ ἡ παράδοσις τῆς πρώτης δόσεως τῶν ἀρβυλῶν ἐγένετο περὶ τὴν 8ην Αὐγούστου. Ἐν τούτοις πρὸ τῆς 8ης Αὐγούστου ἐζητοῦντο παρὰ διαφόρων σωμάτων ἀρβύλαι, ἀρβύλας δὲ ἡ γενικὴ ἀποθήκη ὑλικοῦ, πρὸς ἣν ἀπευθύνοντο αἱ αἰτήσεις, ἔγραφε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι δὲν εἶχε, διότι αἱ παρ’ αὐτῇ 28,000 ἦσαν ἐντελῶς ἄχρηστοι· ἑπομένως ἐζήτει αὕτη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τὴν ἄδειαν, ἵνα προμηθεύσῃ τὰ σώματα, τὰ ζητοῦντα τὰς ἀρβύλας, διὰ τῶν ἀπολύτως εἰς αὐτὰ ἀναγκαίων· φέρω δὲ ἐνταῦθα σημείωσιν τῶν διαφόρων σωμάτων, εἰς ὧν τὰς αἰτήσεις ἀνταποκρινομένη ἡ ὑπηρεσία, ἐχορήγησε τὰς ἀρβύλας, περὶ ὧν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρόκειται, ἀρβύλας τουτέστι χορηγηθείσας εἰς τὰ σώματα πρὸ τῆς 8ης Αὐγούστου, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ παράδοσις τῆς πρώτης δόσεως ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου, πλὴν 120 ζευγῶν, χορηγηθέντων κατόπιν, διότι καὶ πάλιν ῥητῶς ἡ γενικὴ ἀποθήκη Πειραιῶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἐξηντλήθησαν τὰ τῆς πρώτης δόσεως ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου παραδοθέντα. Τὸ ποσὸν τῶν ἀρβυλῶν, περὶ ὧν πρόκειται, ἀνέρχεται εἰς ζεύγη 1415. Ἰδοὺ δὲ αἱ σημειώσεις περὶ τῶν αἰτήσεων, κατόπιν τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν αἱ διαταγαὶ, αἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ μεταδοθῶσιν, ἀφοῦ ὁ ἐργολάβος δὲν θὰ παρέδιδε τὴν πρώτην δόσιν πρὸ τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ Αὐγούστου. Κατὰ τὰς σημειώσεις: «Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 31102 τῆς 10 Ἰουλίου 1890 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὴν ἐν Πειραιεῖ γενικὴν ἀποθήκην ὑλικοῦ ἐνεκρίθη ἡ προμήθεια 80 ζευγῶν ἀρβυλῶν ἱππέων, διότι ἡ ἀποθήκη αὕτη ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῆς ἀπὸ 7 Ἰουλίου ὑπ’ ἀριθ. 2322 ἀναφορᾶς της, ὅτι, λαβοῦσα διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου (τὴν ὑπ’ ἀριθ, 37077) περὶ χορηγήσεως 150 ζευγῶν ὁμοίων ἀρβυλῶν ἐκ τῶν ἐνταῦθα σωμάτων, δὲν ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ, εἰμὴ μόνον 70 ζεύγη, καθόσον δὲν ὑπῆρχον ἕτερα ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς, καὶ ὅτι ἑπομένως ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅπως πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 150 προμηθευθῇ ἐξ ἑνὸς τῶν παρ’ αὐτῇ ἀρβυλοποιῶν καὶ τ’ ἀνωτέρω 50 ζεύγη ἀρβυλῶν.»
§72ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπῆρχε ῥήτρα τις κατὰ τοῦ ἐργολάβου, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἠδύνατο νὰ παραδώσῃ τὰς ἀναγκαίας ἀρβύλας;
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν γινώσκω· ἀλλὰ δὲν σχετίζεται νομίζω τοῦτο πρὸς τὸ θέμα, διότι ὁ ἐργολάβος δὲν ὑπεχρεοῦτο νὰ παραδώσῃ ἀρβύλας πρὸ τῆς 8ης Αὐγούστου, ἐντὸς δὲ τοῦ Ἰουλίου, ὡς ἠκούσατε, τὰ σώματα, ἅτινα θὰ κατονομάσω ἓν πρὸς ἓν, ἐζήτουν ἀρβύλας, ἑπομένως καὶ ἡ Διεύθυνσις τῆς γενικῆς ἀποθήκης ἐζήτει τὴν ἄδειαν, ἵνα προμηθευθῇ ταύτας. Ἡ δευτέρα κατὰ τὸ νομοσχέδιον διαταγὴ ἀφορᾷ εἰς τὰς 1000 ἀρβύλας· ἰδοὺ τὰ περὶ τούτου (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 40702 τῆς 21 Ἰουλίου 1891 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου ἐνεκρίθη ἡ προμήθεια 1000 ζευγῶν ἀρβυλῶν ἱππέων, διότι ἡ ἐν Πειραιεῖ γενικὴ ἀποθήκη ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῆς ἀπὸ 15 Ἰουλίου ὑπ’ ἀριθ. 2423 ἀναφορᾶς της, ὅτι ἡ ὑπηρεσία εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν ἀρβυλῶν τούτων, καθόσον ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲ ἓν ζεῦγος, καὶ ἐξητήσατο, ὅπως ἐγκριθῇ ἡ προμήθεια τῶν ἀνωτέρω 1000 ζευγῶν, ἣν τὸ Ὑπουργεῖον ὑπήγαγεν εἰς τὰς ἐξαιρέσεις τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀναγκασθὲν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν αἴτησιν τῆς γενικῆς ἀποθήκης ἕνεκα τοῦ ἐπείγοντος τῆς ἀνάγκης, ἣν ὑπέδειξεν αὐτῷ καὶ τὸ 1ον σύνταγμα τοῦ ἱππικοῦ, ὅπερ προηγουμένως εἶχεν ἀναφέρει διὰ τῆς ἀπὸ 12 Ἰουλίου ὑπ’ ἀριθ. 3958 ἀναφορᾶς του, ὅτι ἡ ῥηθεῖσα ἀποθήκη ἐστερεῖτο ἀρβυλῶν, καὶ παρεκάλεσε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ τὰ εἰκότα, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἐφοδιασθῇ τὸ ταχύτερον δι’ ἀρβυλῶν, ὧν εἶχεν ἀνάγκην καὶ διὰ τοὺς ἐνταῦθα ὁπλίτας του, ἀλλ’ ἰδίᾳ διὰ τοὺς εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν ἀσχολουμένους. Πρὸς τούτοις δὲ εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφορὰ καὶ ἐκ Λαρίσσης, δι’ ἧς ὑπεδείχθη αὐτῷ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποστολῆς ἀρβυλῶν ἱππέων εἰς τὴν ἐκεῖσε εἰδικὴν ἀποθήκην ὑλικοῦ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην (ἐπείγουσαν), φέρουσαν ἀριθμὸν 4412 καὶ χρονολογίαν 10 Ἰουλίου 1890, ὑπέβαλε τὸ ἐκεῖ ἑδρεῦον 2ον σύνταγμα τοῦ ἱππικοῦ.» Τρίτη διαταγὴ (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 41685 τῆς 24 Ἰουλίου 1890 διαταγῆς ἐνεκρίθη ἡ προμήθεια 120 ζευγῶν ἀρβυλῶν πεζικοῦ, διότι ἡ ἐν Πειραιεῖ γενικὴ ἀποθήκη ὑλικοῦ ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῆς ἀπὸ 8 Ἰουλίου ὑπ’ ἀριθ. 2287 ἀναφορᾶς της, ὅτι εἰς τὰς ἀποθήκας αὐτῆς δὲν ὑπῆρχον ἀρβύλαι μεγάλου ἀριθμοῦ μεγεθῶν, καὶ ὅτι ἑπομένως ὑπῆρχεν ἀνάγκη πρὸς κατασκευὴν 120 ζευγῶν τοιούτων ἀρβυλῶν, ἃς ἔμελλε νὰ χορηγήσῃ εἰς διάφορα σώματα ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν.» Τετάρτη διαταγή: «Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 44265 τῆς 3ης Αὐγούστου 1890 διαταγῆς ἐνεκρίθη ἡ προμήθεια 95 ζευγῶν ἀρβυλῶν ἐφίππων, διότι ἡ ἐν Πειραιεῖ γενικὴ ἀποθήκη ὑλικοῦ ἀνέφερε διὰ τῆς ἀπὸ 2 Αὐγούστου καὶ ὑπ’ ἀριθ. 2611 ἀναφορᾶς της, ὅτι ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτῆς δὲν ὑπῆρχον τοιαῦται ἀρβύλαι, καὶ ἐξητήσατο νὰ ἐγκριθῇ ἡ προμήθεια τῶν ἀνωτέρω, ἵνα χορηγήσῃ ταύτας εἴς τινα τῶν σωμάτων ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν.» Καὶ τέλος τὸ σημείωμα περὶ τῆς πέμπτης διαταγῆς, τῆς ἐκδοθείσης μετὰ τὴν παράδοσιν τῆς πρώτης δόσεως, ἤτοι ἐν μηνὶ Σεπτεμβρίῳ, ἐνῷ ἡ πρώτη δόσις τῆς ἐργολαβίας εἶχε παραδοθῆ ἐν μηνὶ Αὐγούστῳ, ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 50346 τῆς 4 Σεπτεμβρίου 1890 διαταγῆς ἐνεκρίθη ἡ προμήθεια 120 ζευγῶν ἀρβυλῶν πεζικοῦ, διότι ἡ ῥηθεῖσα ἀποθήκη ἀνέφερε διὰ τῆς ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου καὶ ὑπ’ ἀριθ. 2945 ἀναφορᾶς αὐτῆς, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην ἀρβυλῶν μεγάλων διαστάσεων, καθόσον ἐξηντλήθησαν αἱ παρὰ τοῦ ἐργολάβου χορηγηθεῖσαι τοιαῦται, καὶ ἐξητήσατο τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου πρὸς προμήθειαν τῶν ἀνωτέρω 120 ζευγῶν.» Αὕτη ἦτο ἡ ἀνάγκη, ἥτις ὑπηγόρευσε τὰς διαταγὰς, αἱ δὲ διαταγαὶ ἐδόθησαν κατὰ τὸν κανονικώτερον τρόπον, ὅστις ἦτο τότε ἐφικτὸς, τουτέστιν ἐδόθησαν κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὑφιστάμενον ἀπὸ τοῦ 1833· δὲν προσέφυγεν ἡ ὑπηρεσία εἰς νέον σύστημα, δὲν παρήγγειλεν εἰς ἰδιώτας, δὲν ἠγόρασε δι’ ἰδιαιτέρων συμφωνιῶν, ἀλλ’ ἐνέμεινε περὶ τὴν προμήθειαν τῶν μικρῶν τούτων ποσῶν εἰς τὸ σύστημα τὸ τέως κείμενον, ἕως τῆς ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου παραδόσεως τῆς πρώτης δόσεως. Ἀλλ’ ὅπως παρεστήθη ἡ ὑπόθεσις ἐν τῇ συνοδευσάσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐν τῇ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκθέσει, ἤθελέ τις ὑποθέσει, ὅτι πρὸς τὸν ἐργολάβον ὑπῆρχεν ὑποχρέωσις ἀποκλειστικῆς προμηθείας ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, καὶ ὅτι ἡ προμήθεια ἡ γενομένη ἄλλοθεν ἐγένετο κατὰ παραβίασιν τοιαύτης ὑποχρεώσεως ἢ καὶ ἐκ περισσοῦ. Οὔτε ἐκ περισσοῦ οὔτε κατὰ παραβίασιν ὑποχρεώσεως ἐγένετο, διότι εἰς τὸν ἐργολάβον δὲν παρηγγέλθη ἡ ἐπὶ χρονικὴν περίοδον παράδοσις τῶν αναγκαίων ἀρβυλῶν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ παρηγγέλθη ὡρισμένος ἀριθμὸς, ὁ δὲ ἀριθμὸς ἦτο κατώτερος τῶν ἀπαιτουμένων κατ’ ἔτος ζευγῶν. Ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην 45,000 ζευγῶν ἢ καὶ 50,000 κατ’ ἔτος, ἡ δὲ ἐργολαβία ἦτο διὰ 34,000, ἑπομένως ἠδύναντο νὰ παραγγελθῶσιν ἐντὸς τοῦ ὅρου τῆς ἐτησίας ἀνάγκης οὐχὶ 1400 ζεύγη ἀλλὰ καὶ 10,000. Βεβαίως, ἀφοῦ ἀπεδέχθημεν τὸ σύστημα τῆς ἐπὶ δημοπρασίᾳ προμηθείας, καίτοι δὲν τὸ ἐνεκρίνομεν, δὲν ἔπρεπε νὰ συμβαδίζωσι τὰ δύο συστήματα, ἡ ἀνάγκη ὅμως ἐπέβαλλε τὴν ἕως τῆς ἐνάρξεως τῆς παραδόσεως τῶν ἀρβυλῶν ὑπὸ τοῦ ἐπὶ δημοπρασίᾳ ἐργολάβου προμήθειαν κατὰ τὸ ἀντικαθιστώμενον σύστημα. Ἐπὶ τούτῳ δὲ τῷ λόγῳ προβάλλει τὸ ζήτημα, διατὶ ἆρά γε τὰ τῆς προμηθείας ταύτης δὲν θεωροῦνται ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου; Ἐγὼ ἀπέστειλα εἰς τὸ Συνέδριον, ἵνα μάθω, διατὶ, ἐνῷ ἐθεωροῦντο τὰ ἄλλα ἐντάλματα, δὲν ἐθεωρήθησαν ταῦτα, ἀλλὰ παρὰ τοῦ Συνεδρίου ἔλαβον ἀπάντησιν, ὅτι τὰ ἐντάλματα ταῦτα δὲν προσήχθησαν εἰς τὸ Συνέδριον. Μοὶ ἐδόθη μάλιστα σημείωσις ἡ ἑξῆς· ὅτι κατὰ τὴν 20 Ὀκτωβρίου, τουτέστι δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὶν ἢ παραδώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς διαδόχους ἡμῶν, ἓν ἔνταλμα παρουσιάσθη εἰς τὸ Συνέδριον καὶ ἐθεωρήθη πρὸς πληρωμήν· ἐννοεῖται ὅτι τὰ ἐντάλματα ταῦτα δὲν ἐκδίδονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, κατὰ τὰ διατεταγμένα περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ λογιστικοῦ, ἐκδίδονται ὑπὸ τοῦ Στρατιωτικοῦ Ἐπιμελητηρίου· ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς δὲν γινώσκει εἰδικῶς τὰ περὶ αὐτῶν γινόμενα. Ἐν τούτοις ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔδωκε τὸ ἑξῆς σημείωμα εἰς τὸν ἀποσταλέντα παρ’ ἐμοῦ (ἀναγινώσκει): «Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 335 ἔνταλμα ἐκ δραχμῶν 936 δι’ ἀντίτιμον 150 ἀρβυλῶν, προτάσει τοῦ ἀντιπροέδρου, ὡς εἰσηγητοῦ, ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου, συνεπείᾳ τῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 20 Ὀκτωβρίου π. ἔ. ἀποφάσεως τοῦ σώματος, μὲ τὴν παρατήρησιν νὰ μὴ γίνωνται τοῦ λοιποῦ προμήθειαι ὑλικοῦ ἄνευ δημοπρασίας. Ἄλλα ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφορῶντα εἰς προμήθειαν ἀρβυλῶν, δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὸ σῶμα.» Ὑποθέτω ἄρα, ὅτι, ὅπως τὸ ἔνταλμα ἐκεῖνο ἐθεωρήθη, ἤθελον θεωρηθῆ καὶ ταῦτα τὰ ἐντάλματα, ἀφοῦ ἐδίδετο ἡ ἐξήγησις, ὅτι ταῦτα ἦσαν τὰ τελευταῖα συνδυαζόμενα πρὸς τὴν ἐργολαβίαν, ἥτις εἶχε συνομολογηθῆ ἐπὶ δημοπρασίᾳ. Τὸ δὲ περιεργότερον, ὅτι, ὡς πληροφοροῦμαι, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐξακολουθεῖ προμηθευόμενον ἀρβύλας κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔπαυσε προμηθευόμενον αὐτὰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· δὲν ἐξήτασα ὅμως, ἂν τὰ ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐξακολουθῶσι θεωρούμενα. Ἔχω σημείωμα, καθ’ ὃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κατεσκεύασε καὶ παρέλαβε 500 ζεύγη ἀρβυλῶν, ἐξ ὧν τὰ 250 κατεσκευάσθησαν παρ’ ἑνὸς πρώην δεκανέως ἀρβυλοποιοῦ Στρατῆ. «Νῦν δὲ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐπάγεται τὸ σημείωμα, θεωρεῖ χρηματικὰ ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ τίμημα ἀρβυλῶν, ἃς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο προμηθεύεται ἄνευ διαγωνισμοῦ. Ἐπ’ ἐσχάτων μάλιστα ἀνέθεσεν εἰς τὸν πρώην στρατιωτικὸν ἀρβυλοποιὸν καὶ νῦν ἰδιώτην Στρατῆν τὴν κατασκευὴν 250 ζευγῶν ἀρβυλῶν, ὧν ἡ προμήθεια ἔδει κατὰ τὸν νόμον νὰ πραγματοποιηθῇ διὰ δημοσίου διαγωνισμοῦ.» Τὰ περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐννοεῖται, ὅτι δὲν προκύπτουσιν ἐξ ἐπισήμων ἀνακοινώσεων, τἆλλα ὅμως ὅλα ἀναφέρω ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων ἐγγράφων. Τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶναι πληροφορίαι ἐξώδικοι, ὧν τὴν ἀκρίβειαν δὲν δύναμαι νὰ πιστοποιήσω· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὸ Συνέδριον θὰ θεωρῇ τὰ ἐντάλματα ταῦτα, διότι ἐθεώρησε τὰ μέχρι τοῦ 1888 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπίσης ἐθεώρησε καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ 1888 μετὰ ἀντιῤῥήσεις καὶ κατὰ πλειονοψηφίαν. Τὸ Συνέδριον εἶχε γνώμην, ὅτι ἐπὶ τῶν ἀρβυλῶν εἶναι κάπως βεβιασμένη ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἐξαιρετικῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 34 καὶ 35. Ἐνῷ ἀνεγνώριζεν, ὅτι ἠδύναντο αἱ ἐξαιρετικαὶ διατάξεις νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐφαρμοζόμεναι ἐν τῇ γενικῇ ἀποθήκῃ τοῦ ὑλικοῦ Πειραιῶς εἰς τὰς ἄλλας προμηθείας, εἰς τὰ διάφορα εἴδη ἱματισμοῦ, τὰ ἐκεῖ κατασκευαζόμενα, περὶ τῶν ἀρβυλῶν ἀπεφάνθη κατὰ τὸ 1888, ὅτι, περιλαμβανούσης τῆς κατασκευῆς προμήθειαν ὑλικοῦ, διέφερεν ἡ περίπτωσις· ἀλλ’ αἱ ἐξαιρετικαὶ διατάξεις τῶν ἄρθρων 34 καὶ 35 ἀφορῶσι καὶ εἰς τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ, ὅπως ἀφορῶσι καὶ εἰς τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν. Ἡ ἀντίῤῥησις, ἣν εἶδον ἔν τισι τῶν ἐγγράφων πολλάκις προτασσομένην, εἶναι, ὅτι ἐπὶ ἀρβυλῶν δὲν προμηθεύει τὸ ὑλικὸν τὸ Δημόσιον, ὅπως προμηθεύει τὰς ἐρέας καὶ τὰς ὀθώνας, τὰς ἐν τῇ γενικῇ ἀποθήκῃ χρησιμοποιουμένας πρὸς κατασκευὴν τῶν στολῶν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἀρβυλῶν τὸ ὑλικὸν ἀγοράζεται ὑπὸ τῶν ἀρβυλοποιῶν. Ἐξητάσαμεν, ἐὰν ἠδυνάμεθα ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Συνεδρίου, ἀλλ’ ἐπείσθημεν, ὅτι τοῦτο εἶναι δυσχερέστατον, διότι τῶν στολῶν τὸ ὑλικὸν εἶναι ὁμοειδὲς, ἐνῷ τὸ ὑλικὸν ἑκάστης ἀρβύλης σύγκειται ἐκ τεμαχίων δερμάτων διαφόρου ποιότητος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ὑπηρεσία νὰ παρακολουθῇ ἐν τῇ κατασκευῇ τὰ ὑλικὰ τὰ παρ’ αὐτῆς προμηθευόμενα, ἵνα πείθηται, ὅτι τεμάχια ὡρισμένων διαστάσεων καὶ σχημάτων ἀποκόπτονται ἀπὸ τοῦ εἰς τὴν ὡρισμένην χρῆσιν προωρισμένου δέρματος. Τὸ ἀδύνατον τῆς προμηθείας τοῦ ὑλικοῦ παρὰ τοῦ Δημοσίου ὑπῆρξεν ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐγίνετο ὁμοῦ δι’ ἐπιστασίας ἡ ἐπὶ ὡρισμένῃ διατιμήσει κατασκευὴ καὶ προμήθεια τοῦ ὑλικοῦ τῶν ἀρβυλῶν. Τὰ ἐντάλματα ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ δι’ ἐπιστασίας προμηθείᾳ τὸ Συνέδριον μετὰ μακρὰν ἀμφισβήτησιν ἀπεφάσισε κατὰ πλειονοψηφίαν νὰ θεωρήσῃ, ἀναγνωρίσαν ὡς νομίμως γενομένην τὴν προμήθειαν, καίτοι θὰ προετίμα νὰ τῷ ὑποβάλλωνται τὰ ἐντάλματα κατόπιν προμηθείας γενομένης διὰ δημοπρασίας, ἣν ὁ λογιστικὸς νόμος καθιεροῖ κατὰ κανόνα. Παρεδέχθημεν τὸ σύστημα τοῦτο, ἵνα μὴ ἀπαντήσῃ ἡ ὑπηρεσία ἐκ νέου δυσχερείας παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος διὰ τῆς παραδόσεως ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου τῆς πρώτης δόσεως τῶν ἀρβυλῶν, διὰ μικρὸν δέ τινα ἀριθμὸν ζευγῶν καὶ μέχρι τῆς παραδόσεως τῆς δευτέρας δόσεως μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν τῆς πρώτης, ἐξηκολουθήσαμεν, χάριν τῶν ἐπειγουσῶν τῆς ὑπηρεσίας ἀναγκῶν, προμηθευόμενοι ἀρβύλας κατὰ τὸ προηγούμενον σύστημα. Ὅπως δὲ τὸ Συνέδριον κατὰ τὴν 20 Ὀκτωβρίου ἐθεώρει ἔνταλμα, ἀπεκδεχόμενον τὴν προσεχῆ παῦσιν τῆς λειτουργίας τοῦ συστήματος τούτου, οὕτω, συνεπὲς πρὸς ἑαυτὸ, ἤθελε προδήλως θεωρήσει καὶ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐντάλματα, ἀφοῦ μάλιστα ταῦτα ἦσαν τὰ τελευταῖα, ὡς ἀρξαμένης τῆς λειτουργίας τοῦ νέου συστήματος. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἦτο ἐντελῶς περιττὸν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι τοῦ τμήματος τῶν προμηθειῶν, τὸ ὁποῖον διευθύνει ἀξιωματικὸς τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἔχων βαθμὸν ταγματάρχου, καὶ τὸ ὁποῖον μοὶ ἀνέφερεν, ὅτι πέντε ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκδεδομένα πρὸς πληρωμὴν ἀρβυλῶν, δὲν ἐπεθεωρήθησαν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι ἐξεδόθησαν κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Τὰ ἐντάλματα ταῦτα ἐξεδόθησαν πρὸς πληρωμὴν ἀντιτίμου ἀρβυλῶν, αἱ ὁποῖαι ἠγοράσθησαν ἄνευ δημοπρασίας· ἐπειδὴ ὅμως αἱ ἀρβύλαι εἶχον ἤδη ἀγορασθῆ, τὸ δὲ ἀντίτιμον αὐτῶν εἶχε πληρωθῆ ἐκ τῶν προκαταβολῶν τῶν στρατιωτικῶν ταμείων, καὶ ἐπειδὴ προσέτι ἐγὼ δὲν ἤμην ἁρμόδιος, ὅπως ἐξελέγξω τὴν πρᾶξιν ταύτην τῶν προκατόχων μου, περιωρίσθην ἁπλῶς νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐπιτρέψῃ νὰ θεωρηθῶσι τὰ ἐντάλματα, καίτοι ἐκδεδομένα πρὸς πληρωμὴν ἀντιτίμου εἰδῶν, ἀγορασθέντων ὅμως κατὰ παράβασιν διατάξεως τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶπε πολλά, καὶ κατέληξεν εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἠρνήθη νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ἐντάλματα, ἀλλ’ ἂν δὲν ἐπεθεώρησεν αὐτά, τοῦτο ἐγένετο διότι δὲν εἰσήχθησαν ταῦτα εἰς αὐτό, ἐνῷ, ἂν εἰσήγοντο εἰς αὐτό, ἤθελεν ἐπιθεωρήσει αὐτά, ὡς εἶχεν ἐπιθεωρήσει καὶ ἕτερον ἔνταλμα ὁμοίας φύσεως, ἐκδοθὲν τῇ 20 Ὀκτωβρίου. Ἐὰν ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἦναι ἀληθής, ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματος τῶν προμηθειῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν δέν μοι εἶπεν ἀλήθειαν, ἐγὼ δὲ οὐδεμίαν ἔχω ἀφορμήν, ἵνα δυσπιστῶ εἰς τὴν ἀγαθοπιστίαν, τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν ἐντιμότητα τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου. Διὰ τοῦτο εἰμὶ βέβαιος, ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν θέλω εὑρεθῆ εἰς θέσιν ν’ ἀποδείξω, ὅτι οὐδὲ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐπιχείρημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Εἶχον καὶ ἔχω καθῆκον νὰ πιστεύσω καὶ δι’ ἕτερον λόγον τὰς παραστάσεις τοῦ προϊσταμένου τοῦ τμήματος τῶν προμηθειῶν, καὶ διότι γνωρίζω τὸν ἀξιωματικὸν ὡς ἄνδρα ἀκριβῶς ἐκπληροῦντα τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ καὶ διότι εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν πρᾶξιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀρνηθέντος νὰ ἐπιθεωρήσῃ ἐντάλματα οὕτως ἐκδοθέντα. Καὶ ἐπειδὴ πολὺς λόγος ἐγένετο περὶ τοῦ ἂν καλῶς ἢ κακῶς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπεφάνθη περὶ ἐνταλμάτων ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐκδοθέντων, ἐνασκῆσαν τὸ δικαίωμα, ὅπερ ὁ νόμος τοῦ 1887 ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸ, χρεωστῶ νὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον, δι’ ὃν νομίζω, ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ ἐπιθεωρήσῃ τοιαῦτα ἐντάλματα. Ὅσα ἐλέχθησαν πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογίου, εὗρον εὐφυῶς ἐπινενοημένα· ἵνα ὁ κ. Βουλευτὴς καλύψῃ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐπεκαλέσθη διατάγματα τοῦ 1833, ἀλλὰ ταῦτα εἴτε ἦσαν ἁπλᾶ διατάγματα ἐκτελεστικὰ, δηλαδὴ πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐκδοθεῖσαι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, εἴτε ἦσαν νομοθετήματα, ἅτινα οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἰσχὺν μετὰ τὸ 1852, καθ’ ὃ ἐξεδόθη ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅστις κατέστησε τάξιν πραγμάτων ἐφαρμοζομένην καὶ ἐπιβαλλομένην ἄνευ ἐξαιρέσεως. Ἑπομένως τὸ διάταγμα τοῦ 1833, ὅπερ ἐπεκαλέσθη, ἂν ἐκανόνιζεν ἄλλως τὰ τοῦ τρόπου τῶν προμηθειῶν, ἀπώλεσε τὴν ἰσχύν του· ἀπὸ δὲ τοῦ 1852 ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόζωνται ἀκριβῶς καὶ ἀνελλιπῶς αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται ἄνευ δημοπρασίας προμήθεια ὑλικοῦ ἢ ἐν ὡρισμέναις περιστάσεσιν, ὡς ἐν τῇ περιστάσει π. χ. τοῦ κατεπείγοντος. Καὶ ἠκούσατε τὴν ἀνάγνωσιν ἐγγράφου, ὅπερ ἀνέγνω ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, τοῦ ἄλλοτε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Μαυρομιχάλη, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρεται, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπῆρχε κατεπείγουσα περίπτωσις, διὰ τοῦτο ἠδύνατο νὰ προμηθευθῇ καὶ ἀρβύλας ἄνευ δημοπρασίας. Ἀλλὰ οὕτως ἡ διαταγὴ αὕτη τοῦ κ. Μαυρομιχάλη δὲν ἀπετέλει παράβασιν, ἀλλ’ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, διότι ὑπῆρχε κατεπείγουσα περίστασις, καὶ ταύτην ἐπικαλεῖται ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶπεν, ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἦτο ἡ καθεστηκυῖα τάξις, ὅπερ ἐκ τοῦ κειμένου τῆς διαταγῆς ἀποδείκνυται μὴ ἀκριβές. Ὅσα δὲ ἐλέχθησαν περὶ τῆς παραβολῆς τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ προμήθεια τῶν ἀρβυλῶν, πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν γίνεται ἡ προμήθεια τοῦ ἱματισμοῦ, οὐδεμίαν ἔχουσι βάσιν. Ἐν τῇ ἀποθήκῃ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ Πειραιῶς ὑπάρχει ἐργοστάσιον, ἔνθα κατασκευάζονται ἱμάτια, ἐν αὐτῷ δ’ ὑπάρχουσι κόπται πληρονόμενοι ἐπὶ μισθῷ κατὰ μῆνα καὶ ῥάπται, τὸ δὲ προϊὸν τῆς ἐργασίας των εἶναι κτῆμα τοῦ Δημοσίου. Πρὸς κατασκευὴν ἱματίων ὑπάρχει ἀνάγκη ὑλικοῦ, ὑφάσματος, διὰ τοῦτο γίνεται προμήθεια τοιούτου ἐξ Εὐρώπης. Τίς ἤθελε φέρει ἀντίῤῥησιν, ἂν συνίστα ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀρβυλοποιεῖον, ἐὰν ἐμίσθονεν ἐργάτας ἀρβυλῶν, καὶ παρεσκεύαζεν οὕτως ἀρβύλας ἄνευ ἄλλης πληρωμῆς ἢ μόνον τῆς πληρωμῆς τοῦ μισθοῦ τῶν ἐργατῶν; Οὕτως ἐργάζεται τὸ ἀρτοποιεῖον, ἀλλ’ οὐδεὶς ἠξίωσε νὰ προκηρυχθῇ διὰ δημοπρασίας ἡ κατασκευὴ τοῦ ἄρτου. Δημοπρασία ζητεῖται διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ σίτου, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ τὴν ζύμωσιν, διότι αὕτη γίνεται δι’ ἀνθρώπων μεμισθωμένων. Ἐπίσης λοιπὸν δὲν ἤθελε ζητηθῆ προμήθεια διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἀρβυλῶν, ἂν κατεσκευάζοντο εἰς ἀρβυλοποιεῖον δημόσιον, ὡς τοῦτο γίνεται εἰς τὴν κατασκευὴν σαγμάτων διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, ἅτινα κατασκευάζουσι σαγματοποιοί, οὓς πληρόνει τὸ Δημόσιον. Ἔχει τὸ Δημόσιον ἔτι ὁπλοποιοὺς καὶ ὁπλοδιορθωτάς. Ὅταν ὅμως προμηθεύηται τὸ Δημόσιον τὰς ἀρβύλας δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας παρὰ ἀρβυλοποιῶν, μὴ ὄντων μεμισθωμένων ὑπὸ τοῦ στρατοῦ, νομίζω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἔχει ἐφαρμογήν, καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ ζητῶμεν διὰ δημοπρασίας τὴν προμήθειαν, διότι οὕτω θέλει κανονισθῆ ἡ τιμὴ τῆς ἀγορᾶς αὐτῶν. Διὰ ταῦτα εἶπον, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὀρθῶς ἠρνήθη νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ἐντάλματα. Ἂν δὲ ἐθεώρησε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατὰ τὸ παρελθὸν ἐντάλματα τοιαῦτα, ὡς ἠκούσατε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, τὸ πρῶτον ἠρνήθη νὰ θεωρήσῃ αὐτά, εἶτα δὲ ἐπεθεώρησε, μετὰ παραστάσεις τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, αἵτινες ἔπεισαν αὐτὸ, δὲν εἶναι δὲ ἡ ὥρα νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπεθεώρησε ταῦτα, πεισθὲν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἄλλην. Τοῦ νομοσχεδίου σκοπὸς δὲν ἦτο νὰ ἀποδώσῃ αἰτίασιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἐνέκρινε δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας νὰ διατάξῃ τὴν κατασκευὴν ἀρβυλῶν, καὶ ἐξέδωκεν ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν. Ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη κατεπείγουσα, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἀθέτησιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἂν αἱ ἀγορασθεῖσαι ἀρβύλαι δὲν ἦσαν καλῆς ποιότητος, ἂν ἡ τιμή, ἐφ’ ᾗ ἠγόρασεν αὐτὰς, ἦτο εὐθηνοτέρα ἐκείνης, ἣν ὤφειλε νὰ πληρώσῃ ἐὰν ἐπρομηθεύετο αὐτὰς διὰ δημοπρασίας, πάντα ταῦτά εἰσι ζητήματα πραγματικὰ, ζητήματα ἐκτιμήσεως. Ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν καλοῦμαι νὰ ἀσχοληθῶ περὶ τούτου, καλοῦμαι ὅμως νὰ ἄρω ἀνωμαλίαν, ἥτις ἐπῆλθεν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν στρατιωτικῶν ταμείων, τὰ ὁποῖα κατέβαλον χρήματα πρὸς πληρωμὴν ἀρβυλῶν, δὲν ἠδύναντο δὲ νὰ λάβωσι τὰ χρήματα ταῦτα, διότι δὲν ἐπεθεωροῦντο τὰ ἐκδοθέντα ἐντάλματα. Ἐλπίζω ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς θέλω δυνηθῆ νὰ φέρω θετικὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι θέλουσι καταστήσει καταφανῆ τὴν ἀνάγκην, ἥτις μοὶ ὑπηγόρευσε νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον. Ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου θεωρῇ περιττὸν τοῦτο, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἠδύνατο νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ἐντάλματα, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου οὐδόλως θεωρεῖ, ὅτι τοῦτο ἦτο περιττόν.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς δύο παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι κατὰ τὰ ἄλλα βλέπω, ὅτι εἶναι σύμφωνος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεστήριξε τὴν γνώμην, ἣν τὸ Συνέδριον ἐξέφρασε κατὰ τὸ 1888, περὶ τοῦ ἐκρύθμου τῆς ὑπὸ τῶν ἀρβυλοποιῶν ἐκτελέσεως παραγγελιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περὶ ὑποδήσεως τοῦ στρατοῦ, ὡς ἐκ τῆς διακρίσεως τῶν ἀρβυλοποιῶν καὶ τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ, εἰπὼν ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὰ τοῦ ἱματισμοῦ ἐργάζονται ἐπὶ μισθῷ, ἐν ᾧ οἱ ἀρβυλοποιοὶ πληρόνονται ἐργολαβικῶς· τοῦτο καταπίπτει, διότι δὲν ἐργάζονται ἐπὶ μισθῷ οἱ παρὰ τῇ γενικῇ ἀποθήκῃ κατασκευάζοντες τὰ τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ, πλὴν τῶν κοπτῶν.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ῥαφὴ πληρόνεται κατ’ ἀποκοπήν.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ῥαφὴ πληρόνεται κατ’ ἀποκοπήν, ὅπως καὶ αἱ ἀρβύλαι πληρόνονται κατ’ ἀποκοπήν, πρὸς 7,80 τὸ ζεῦγος. Ἅπαντα τὰ εἴδη ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ ῥάπτονται ἤδη διὰ τὴν γενικὴν ἀποθήκην τοῦ ὑλικοῦ παρὰ τοῦ ἐργοστασίου τῶν ἀπόρων γυναικῶν, παρὰ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ καταδίκων καὶ παρ’ ἑκατοστύων οἰκογενειῶν. Ἐπίσης διὰ τὴν γενικὴν ἀποθήκην ὑλικοῦ κατασκευάζονται ἐπὶ διατιμήσεσιν ἐγκεκριμμέναις ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ πάντα τὰ εἴδη κλινοστρωμνῆς, πλὴν τῶν κλινοσκεπασμάτων, τουτέστι στρώματα, σινδόναι, προσκεφάλαια καὶ κελύφη, ἐπισκευάζονται δὲ τὰ κλινοσκεπάσματα καὶ λοιπὰ εἴδη ὑλικοῦ στρατοῦ, ἐν οἷς καὶ αἱ σαγαὶ, δι’ ἃς ὑπάρχει ἐγκαθιδρυμένον ἴδιον ἐργοστάσιον. Δὲν ἐκτελοῦνται ταῦτα ἐπὶ μισθῷ· μόνον κόπτης ἐργάζεται ἐπὶ μισθῷ, πάντα δὲ τ’ ἄλλα γίνονται ἐπὶ διατιμήσει ὁριζομένῃ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐπὶ διατιμήσει ὁρίζεται τὸ τίμημα τῶν ἀρβυλῶν. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ διάκρισις τῶν ἐπὶ τοῦ ἱματισμοῦ, ὡς ἐργαζομένων δῆθεν ἐπὶ μισθῷ, καὶ τῶν ἀρβυλοποιῶν, ὡς ἐργαζομένων ἐπὶ διατιμήσει. Τούτων δὲ ἕνεκα, κατ’ ἐμὴν γνώμην, οἱ ἐπί τινα χρόνον διαρκέσαντες δισταγμοὶ τοῦ Συνεδρίου καὶ ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας αὐτοῦ δὲν δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσιν. Εἶπε προσέτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου περὶ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ὅτι ἐξέδωκεν οὗτος τὰς διαταγὰς, ἃς ἀνέγνων, ἕνεκα κατεπειγούσης ἀνάγκης, ἄλλως ἤθελεν ἐφαρμόσει τὸν κανόνα τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὑπῆρξε πολλάκις Ὑπουργὸς, καὶ πρὶν ἢ ἐκδώσῃ τὰς διαταγὰς ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς, καθ’ ἅπασαν δὲ τὴν διάρκειαν τῶν ὑπουργιῶν αὐτοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐπρομηθεύετο τὰ τῆς ὑποδήσεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Αἱ διαταγαὶ, ἃς ἐκόμισα, συνέπεσε νὰ ἦναι τῆς 20 καὶ 23 Σεπτεμβρίου 1885, ἀλλ’ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ βεβαίως θὰ ὑπάρχωσι προγενέστεραι διαταγαὶ αὐτοῦ περὶ κατασκευῆς ἀρβυλῶν ὑπὸ τῶν ἀρβυλοποιῶν, μὴ προκληθεῖσαι ἐξ ἐκτάκτου ἀνάγκης. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐγίνετο ἡ παραγγελία μόνον ἕνεκα τοῦ κατεπειγόντος τῆς ἀνάγκης, δὲν ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῶν γεγονότων, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τῆς προσφάτου δημοπρασίας οὐδέποτε διεκόπη ἡ τοιαύτη προμήθεια ἀρβυλῶν· μόνον δὲ ἐπὶ ἐκτάκτου ἀνάγκης καὶ ὅπως ἡ προμήθεια ἐκτελεσθῇ ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου, συμπληρωματικῶς ἐγένετο καὶ προμήθεια ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ὁ κανονικὸς τρόπος τῆς προμηθείας ἦτο αὐτὸς ὁ συνεχῶς λειτουργήσας μέχρι τῆς προσφάτου ἐπὶ δημοπρασίᾳ ἐργολαβίας. Ἐδέησε πρὶν ἢ ἄρξηται λειτουργοῦσα ἡ τελευταία ἐργολαβία νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς προμηθείας κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα ἐπὶ πέντε αἰτήσεων στρατιωτικῶν σωμάτων. Ὅπως δὲ τὰ προηγούμενα ἐντάλματα εἶχον θεωρηθῆ ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου, ὑποθέτω ὅτι καὶ ταῦτα, ἂν ἐπαρουσιάζοντο εἰς αὐτὸ, ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔλαβε τὸν λόγον, ἵνα βεβαιώσῃ, ὅτι ὅσα ἐγὼ εἶπον περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγίνετο ἡ προμήθεια τῶν ἄλλων εἰδῶν τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δὲν ἦσαν ἀκριβῆ. Καὶ ἀληθῶς εἶπεν, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγίνετο ἡ προμήθεια τῶν ἀρβυλῶν, ἦτο αὐτὸς, καθ’ ὃν ἐγίνετο καὶ γίνεται πάντοτε, οὐχὶ μόνον τῶν ἀρβυλῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων εἰδῶν τοῦ ἱματισμοῦ. Καὶ ἀνέφερεν εἰς ἀπόδειξιν τὰς γενικὰς ἀποθήκας τοῦ ἱματισμοῦ, ἐν αἷς εἶπεν, ὅτι προμηθεύονται τὰ ὑποκάμισα καὶ τὰς σκελέας καθ’ ὃν τρόπον ἐπρομήθευσε καὶ αὐτὸς τὰς ἀρβύλας. Ἐγὼ εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁμοιότης. Αἱ ἀρβύλαι κατασκευάζονται ὑπὸ ἰδίων τεχνητῶν, οἵτινες καταβάλλουσι καὶ τὸ ὑλικόν, παραδίδονται δὲ ἕτοιμοι, διὰ νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὸν πόδα τοῦ στρατιώτου, ὑπὸ ὡρισμένον ἀντίτιμον. Ἀλλ’ ὁ λοιπὸς ἱματισμὸς τοῦ στρατοῦ, τὰ ὑποκάμισα, αἱ σκελέαι, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον προμηθεύονται; Ὄχι. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀγοράζει τὴν ὀθόνην καὶ καταθέτει εἰς τὰς ἀποθήκας, ἔπειτα προσδιορίζει τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας θέλει πληρώσει διὰ τὴν ῥαφὴν, καὶ ὅσοι ἀποδέχονται τὴν προσδιορισθεῖσαν τιμὴν προσέρχονται καὶ ῥάπτουσι. Συνήθως τὴν ῥαφὴν ἀναλαμβάνουσι γυναῖκες. Οἱ χιτῶνες κόπτονται ἐπίσης ὑπὸ εἰδικῶν κοπτῶν, οἱ ὁποῖοι πληρόνονται πρὸς 70–80 δραχμὰς τὸν μῆνα· ῥάπτονται δὲ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ἐπὶ τῇ βάσει διατιμήσεως, δηλαδὴ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει πληρωθῆ διὰ διὰ τὴν κατασκευὴν ἑκάστου ἐνδύματος εἶναι ὡρισμένον. Ταῦτα εἶπον, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡ παραβολὴ, ἣν ἐποιήσατο ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, δὲν ἦτο ἀκριβὴς, διότι ὑπάρχει πλήρης διαφορά. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀνέφερεν ἔτι λόγον τινὰ, δι’ ὃν νομίζει, ὅτι ἐγὼ ἐποιησάμην μνείαν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐπρομήθευσε τὰς ἀρβύλας ὁ κ. Μαυρομιχάλης. Ἐποιησάμην μνείαν, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέγνω ἔγγραφον τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι καὶ ὁ κ. Ἀντ. Μαυρομιχάλης οὕτως ἐπρομηθεύετο τὰς ἀρβύλας τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐπειδὴ, ἀναγινώσκων τὸ ἔγγραφον, δὲν ἠδυνήθη νὰ παραλείψῃ τὴν φράσιν, ὅτι διὰ τὸ κατεπεῖγον ἠναγκάζετο νὰ μὴ τηρήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, διότι δὲν παρέβη, ἀλλὰ συνεμορφώθη μὲ τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς προέβαλεν ἄλλο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποκαλύψω, οὐχὶ διότι ἐπιθυμῶ νὰ διορθώσω τοιαῦτα πράγματα, ἀλλὰ διότι ὁ κ. Βουλευτὴς σκοπὸν εἶχε νὰ ἀπευθύνῃ αἰτίασιν. Εἶπεν ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν αὐτὸς, πράττεται ἀπὸ τοῦ 1833. Ἀλλὰ τότε διὰ ποῖον λόγον ἀνέφερε τὸν κ. Μαυρομιχάλην, ὅστις ἦτο Ὑπουργὸς κατὰ τὰ 1885 καὶ 1886, ἀφοῦ οὕτως ἐγίνετο ἀπὸ τοῦ 1833; Καὶ ἂν μὲν τοῦτο ἐγίνετο οὕτω καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ἀγνοῶ. Ἀλλ’ ἐνδέχετο νὰ ἐγίνετο οὕτω, διότι οὐδεμίαν ἔχομεν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐγίνετο ἄλλως. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀπόδειξιν, διότι μόνον διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887 ἀνετέθη ἡ ἐπιθεώρησις τῶν ἐνταλμάτων εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ταῦτα δ’ ἐπεθεωροῦντο πρότερον ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὸ ὁποῖον περιωρίζετο νὰ ἐρωτᾷ μόνον, ἂν ὑπάρχῃ πίστωσις διαθέσιμος, οὐδ’ ἦτο τεταγμένος τις ὑπὸ τοῦ νόμου, ἵνα κρίνῃ, ἂν κακῶς ἐδόθη ἡ πίστωσις καὶ παρὰ τὸν νόμον, ὅπερ ἠρευνᾶτο, ὅταν ἐξηλέγχοντο οἱ ἀπολογισμοί. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ 1887 ἀνετέθη τῶν ἐνταλμάτων ἡ ἐπιθεώρησις εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καθὼς καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐξετάζειν τὴν οὐσίαν, ἢ τὸ νόμιμον ἢ τὸ μὴ κανονικὸν τῆς δαπάνης. Καὶ ἔκτοτε ἤρχισαν αἱ ἀντιῤῥήσεις, καὶ τὸ Συνέδριον ἠρνήθη νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ἐντάλματα. Ὅτε δ’ ἐγένοντο αὐτῷ αἱ παραστάσεις, ἐπείσθη νὰ ἐπιθεωρήσῃ αὐτά, καὶ ὄντως τὰ ἐπεθεώρησε κατὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου, δηλαδὴ 4 ἡμέρας πρὶν ἢ καταλίπῃ τὴν ἀρχὴν τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον. Τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, εἶπεν ὅτι δὲν ἀμφιβάλλει, ὅτι τὸ Συνέδριον ἤθελεν ἐπιθεωρήσει καὶ τὰ ἄλλα ἐντάλματα. Ἐν τούτοις ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν τὰ ἐπεθεώρησεν. Ἐγὼ ἀγνοῶ, ἐὰν ἦναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπεθεώρησε τὰ ἐντάλματα.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον θὰ παρέβαινε τὸν νόμον, θεωροῦν τὰ πέντε ταῦτα ἐντάλματα, ἡ παράβασις δὲν θὰ ἐγίνετο τὸ πρῶτον ἤδη, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ θεώρησις πάντων τῶν προηγουμένων ἐνταλμάτων, ἔνθα προέκειτο περὶ πολλῷ ἀνωτέρων ποσῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ, ἂν ἀληθῶς πάντοτε οὕτως ἐγίνοντο αἱ προμήθειαι τῶν ἀρβυλῶν, διότι ἡ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου θεώρησις ἐκανονίσθη διὰ νόμου τοῦ 1887. Καὶ τίνα σχέσιν ἔχει ἡ θεώρησις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγίνετο ἡ προμήθεια; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἂν αἱ ἀμφιβολίαι αὐτοῦ εἶχόν τινα βάσιν, θὰ ἠδύνατο ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἀρυσθῇ πᾶσαν πληροφορίαν, συντελοῦσαν εἰς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον ὑπῆρξε περίοδος χρόνου, ἢ ἔστω καὶ μοναδικὴ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἄλλως ἐγένετο τῶν ἀρβυλῶν ἡ προμήθεια· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τοιαύτη πληροφορία, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρχῃ, διότι ἐγὼ ἔχω ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὰ τῶν ἀρβυλῶν διεξήγοντο πάντοτε ὅπως καὶ ἐπὶ τῶν πέντε ἐνταλμάτων, καὶ οὐδείς ποτε Ὑπουργὸς διεξήγαγεν ἄλλως τὰ περὶ αὐτῶν. Τὸ Συνέδριον ἔλαβεν ἐκ τοῦ νόμου τὴν ἐντολὴν, ὅπως ἀποφαίνηται πρὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐντάλματος, ἂν καλῶς ἢ κακῶς διεξήχθησαν τὰ τῆς προμηθείας, ἀλλ’ ἡ ἐντολὴ αὕτη τοῦ Συνεδρίου οὐδόλως συνδέεται πρὸς τὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τέως διεξήγετο ἡ προμήθεια. Ὅπως δὲ τὸ Συνέδριον ἐπεθεώρησε τὰ ἐκδοθέντα καὶ μέχρις εἰκοστῆς Ὀκτωβρίου παρουσιασθέντα εἰς αὐτὸ ἐντάλματα ἐπὶ προμηθείᾳ διεξαχθείσῃ κατὰ τὸν λειτουργήσαντα ἀπὸ τοῦ 1833 καὶ μέχρι τοῦ 1890 τρόπον, οὕτω οὐδεὶς ὑπάρχει ἀποχρῶν λόγος, ἵνα ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν θέλει πράξει τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν πέντε ἐνταλμάτων, τῶν ἐκδοθέντων κατόπιν τῶν ὑπουργικῶν διαταγῶν τοῦ Αὐγούστου 1890. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἀρβυλῶν καὶ τῆς λοιπῆς στολῆς τοῦ στρατιώτου, ὅτι τουτέστιν ἐν τῇ ἐργολαβίᾳ τῶν ἀρβυλῶν περιλαμβάνεται καὶ τὸ ὑλικὸν, ἐνῷ ἐν τῇ κατασκευῇ τοῦ λοιποῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ δὲν περιλαμβάνεται, ταῦτα πρὸ αὐτοῦ εἶχον ἀναπτύξει ἐγὼ διὰ μακρῶν, καὶ εἶχον εἰπεῖ, ὅτι ἡ διάκρισις αὕτη ἦτο ὁ προτασσόμενος λόγος τῶν δισταγμῶν τοῦ Συνεδρίου, μὴ ἀποκρούσαντος τὴν δι’ ἐργολαβίας κατασκευὴν, ἀλλ’ ἀποφανθέντος κατὰ τὸ 1880, ὅτι, ἂν ἡ ἐργολαβία παρεχωρεῖτο ἄνευ δημοπρασίας, δὲν ἔπρεπε νὰ περιλαμβάνῃ αὕτη καὶ τὸ ὑλικόν. Ἐξήγησα, διατὶ εἶναι ἀδύνατον ἐπὶ ἀρβυλῶν νὰ μὴ περιλαμβάνηται ἐν τῇ ἐργολαβίᾳ τὸ ὑλικόν. Ἐπὶ τῶν ἄλλων εἰδῶν τοῦ ἱματισμοῦ τὰ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ προμηθεύηται διὰ δημοπρασίας τὰ ὑλικὰ, καὶ νὰ παρέχῃ αὐτὰ, ὡς ὁμοιόμορφα, εἰς τοὺς κατασκευάζοντες τὰ εἴδη ἱματισμοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἀρβυλῶν, ὅπου ἐν ἑκάστῳ ζεύγει ἀπαιτεῖται ἐπιλογὴ τεμαχίων ὑλικοῦ διαφόρων εἰδῶν, αἱ προμήθειαι τοῦ ὑλικοῦ καὶ τῆς κατασκευῆς δὲν δύνανται νὰ χωρισθῶσι. Τούτου ἕνεκα, κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν ἀπὸ τοῦ 1833 σύστημα, ἡ προμήθεια τοῦ ὑλικοῦ ἀφίετο εἰς τοὺς ἀρβυλοποιούς. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον προέβαινεν εἰς τὴν προμήθειαν, ἔχομεν ἐξ ἐκθέσεως βεβαιωμένον, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν ἀρβυλῶν θὰ ἐπεβαρύνετο σπουδαίως, διότι οἱ ἐργολάβοι, κατασκευάζοντες ἀρβύλας ἐξ ὑλικοῦ τοῦ Δημοσίου, δὲν θὰ ἐποιοῦντο χρῆσιν οἰκονομικὴν τοῦ ὑλικοῦ, ὁ δὲ ἔλεγχος δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀσκηθῇ τελεσφόρως.
§80ΣΧΙΝΑΣ. Ὀλίγας λέξεις θέλω εἴπει ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν ἀρβυλῶν. Αἱ ἀρβύλαι ἀποτελοῦσι τὸ κύριον μέρος τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Λυπηρὸν δ’ εἶναι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰσέτι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προμηθευώμεθα ἄλλοθι ἀρβύλας καὶ τόσον κακῆς ποιότητος. Ἡ Βουλγαρία, ἡ Σερβία, ἡ Ῥουμανία οὐ μόνον δι’ ἰδίων ἐργοστασίων κατασκευάζουσι τοῦ στρατοῦ τὰς ἀρβύλας, ἀλλ’ ἡ τελευταία ἔχει πρὸς τούτοις καὶ στρατιωτικὰ βυρσοδεψεῖα. Ἐν τῷ στρατῷ εἶναι ὡρισμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν κατατασσομένων, ἑπομένως ἐν εἰρήνῃ οἱ διευθύνοντες τὰς ἀποθήκας εἶναι ἐν γνώσει τοῦ ἀριθμοῦ ἀρβυλῶν, ὧν ἔχουσιν ἀνάγκην, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτῃ δύνανται ν’ ἀπευθύνωσι τὰς αἰτήσεις, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων νὰ γίνηται ἡ μειοδοσία, ἡ ὁριζομένη ῥητῶς ὑπὸ τῆς αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Τὸ ἄρθρον 34 ὁρίζει σαφῶς καὶ ὡρισμένως, ὅτι ἅπασαι αἱ προμήθειαι, μηδεμιᾶς ἐξαιρουμένης, γίνονται διὰ μειοδοσίας. Ἡ δ’ ἔλλειψις ἀρβυλῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις οὐδόλως δικαιολογεῖ τὴν παράλειψιν ταύτην. Αἱ ἀρβύλαι, ὄχι μόνον αἱ ἀπαιτούμεναι διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ἐφθαρμένων, ἀναλόγως τῆς ὡρισμένης διαρκείας, πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὰς ἀποθήκας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀριθμός τις μεγαλείτερος, διότι πολλάκις συμβαίνει νὰ γίνηται πρόωρος φθορά, ἐπιβαρύνουσα τὸ Δημόσιον, ἢ ἀπώλειά τις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς τὸ Δημόσιον, ὅπως συνέβη εἰς τὰ γενόμενα γυμνάσια, καθ’ ἃ ἐδόθη καὶ δεύτερον ζεῦγος τοῖς μετασχοῦσιν αὐτῶν, νὰ ἔχῃ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἀνάλογον ἀριθμὸν ἀρβυλῶν. Ἔρχομαι ἤδη ἐπὶ τοῦ κυρίου ζητήματος. Καὶ πρῶτον ὡς πρὸς τὰς ἀρβύλας, αἱ ὁποῖαι προῆλθον ἐκ Γαλλίας, ὡς ἀξιωματικός, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω, ὅτι αἱ ἀρβύλαι αὗται ἦσαν πολὺ καλῆς ποιότητος, διεκρίνοντο δὲ ὑπ’ αὐτῶν τῶν στρατιωτῶν, ἕνεκα τῆς διαρκείας των, καὶ οἱ στρατιῶται ἅπαντες ἐπροτίμων καὶ ἐπεζήτουν νὰ ἀνεύρωσιν ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἀρβύλας τῆς προμηθείας ἐκείνης. Πολλαὶ δὲ ἄλλαι ἀρβύλαι, προμηθευθεῖσαι κατὰ διαφόρους ἐποχὰς, δὲν ἠξεύρω διὰ ποίας ὁδοῦ καὶ πῶς, δὲν διετηροῦντο εἰς τοὺς στρατιώτας οὔτε 40 ἡμέρας· περὶ τούτου δὲ ὑπεβλήθησαν πολλάκις ἀναφοραὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι πάντοτε παρὰ τῶν σωμάτων ἐθεωρήθη, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὑποδήσεως εἶναι τὸ κυριώτερον ζήτημα τοῦ στρατοῦ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον προῆλθεν, ὡς ἐπανέλαβε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ μικροῦ, ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ ὡρισμέναι ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διατάξεις. Ἡ τήρησις τῶν διατάξεων τούτων ἐπέβαλλε βεβαίως εἰς τὸ Συνέδριον, ἢ εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον πρότερον, νὰ θεωρήσῃ τὰ σχετικὰ ἐντάλματα, ἐὰν ἐτηροῦντο οἱ τύποι. Βεβαίως ὑπάρχουσι διατάξεις τινὲς, καθ’ ἃς, ἐὰν ὑπῆρξε καθυστέρησίς τις παρ’ ἐργολάβου, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἢ εἰς ἀρχήν τινα, ἀναλόγως τῶν ὑπαρχόντων ὅρων ἐν τῷ συμβολαίῳ, νὰ προμηθευθῶσι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τῶν χορηγητέων εἰδῶν ἐκ τῆς ἀγορᾶς, καὶ νὰ πληρώσουν τὰς ἀποθήκας των ἢ τὰς ἀνάγκας των. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἑτέρα διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, δι’ ἧς δύναται ὁ Ὑπουργὸς, καὶ εἰς περιστάσεις τινὰς, ὄχι ὅμως ὡς τὴν παροῦσαν, νὰ δίδῃ παραγγελίαν τινὰ, μέχρις ὅμως χιλίων δραχμῶν· ὑπὸ τὰς περιστάσεις δὲ ταύτας ἐνίοτε ἐγένοντο ἐργασίαι τινὲς εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ. Τὸ τοιοῦτον παρέχει μεγάλας εὐκολίας, διότι ὁ στρατὸς διὰ τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ ὑπηρετῆται, καὶ πρέπει πάντοτε ὁ στρατὸς ἐν ἑαυτῷ νὰ ἔχῃ τοὺς καταλλήλους τεχνήτας, καὶ δὴ τοὺς ἀρβυλοποιοὺς, διὰ νὰ ἐπιδιορθόνουν τὰς ἀρβύλας τῶν ἀνδρῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ μεγαλείτερον εὐεργέτημα, καὶ θὰ παρακαλέσω ἰδιαιτέρα περὶ αὐτοῦ νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἐν τοῖς συντάγμασι τοῦ πεζικοῦ, τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ ἐγκατασταθῶσιν ἀρβυλοποιεῖα, διαρκῶς λειτουργοῦντα καὶ χορηγοῦντα, εἰ δυνατὸν, τὰς ἀρβύλας εἰς αὐτὸν τὸν στρατὸν διὰ στρατιωτῶν ἀρβυλοποιῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐρχόμενοι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ γνωρίζοντες τὴν τέχνην, θὰ δύναται οὐ μόνον νὰ ἐργάζωνται, ἀλλὰ καὶ νὰ διδάσκωσι τὴν τέχνην τοῦ ἀρβυλοποιοῦ. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, προέρχεται μόνον ἕνεκα ἐλλείψεως διατυπώσεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.
§81ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθῶς καὶ δικαίως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἐπεκύρωσε πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐκ τοῦ νόμου δὲν ἐπετρέποντο. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐλέγχου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· ἐγὼ θέλω νὰ κάμω μίαν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα φέρῃ, εἴτε εἰς τὴν δευτέραν εἴτε εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον συνῆψεν ὁ ἀρβυλοποιὸς μετὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐξ αὐτοῦ, ποίας ὑποχρεώσεις ἀνέλαβεν ὁ ἐργολάβος οὗτος διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἀρβυλῶν· δεύτερον δὲ νὰ προσαγάγῃ, ἐὰν ἦναι εὔκολον, τὰς ἀναφορὰς τῶν διαφόρων σωματαρχῶν διὰ τὴν ποιότητα τῶν ἀρβυλῶν· διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι τὸ ἐνταῦθα σύνταγμα κατ’ ἐπανάληψιν καὶ πολλάκις ἔγραψεν, ὅτι αἱ προμηθευθεῖσαι ἀρβύλαι εἶναι κακίστης ποιότητος, καὶ τρίτον, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ποῖα ἐντάλματα ἐθεώρησε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατὰ παράβασιν τῶν συμπεφωνημένων δυνάμει τοῦ συμβολαίου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις συνῆψε μετὰ τοῦ ἐργολάβου· διότι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ, καθ’ ὃ ἦτο ὑπόχρεως ὁ ἐργολάβος νὰ προμηθεύῃ ἀρβύλας, ἐξηκολούθει ἡ Κυβέρνησις νὰ προμηθεύηται ἐξ ἄλλων καταστημάτων. Αἱ πληροφορίαι αὗται θὰ συντελέσωσι παραπολὺ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον ὑποθέτω, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις φοβεραὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην.
§82ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ περιστρεφόμενα εἰς τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐπείσθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ θεωρήσῃ τὰ ἐντάλματα.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Περὶ ἀρβυλῶν;
§84ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· δηλαδὴ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ τὴν ἀπόφασιν τούτου κατόπιν τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.)
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις νοσοκομείου τῶν ὀφθαλμιώντων.
§86ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀναφέρεται εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1843 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ὀφθαλμιατρείου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δυστυχῶς δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ εὕρω εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὸ διάταγμα αὐτὸ, καίτοι ἀνεδίφησα αὐτήν.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῷ ὄντι δὲν εἶναι δεδημοσιευμένον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶναι κατακεχωρισμένον ἐν τῷ βʹ τόμῳ τῆς «Ἑλληνικῆς νομοθεσίας», δύναμαι δὲ νὰ προσαγάγω αὐτόν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1833 νόμου περὶ δήμων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§89Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς ἐννοίας τῶν λέξεων «τοῦ προσδιωρισμένου διοργανισμοῦ». Ὑποθέτω ὅτι ἐννοεῖ τῆς δημοτικῆς περιφερείας.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας μεταχειρίζεται τὸ ἄρθρον 8 τοῦ περὶ δήμων νόμου.
§91Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὰς, διὰ τὸ ἀκριβέστερον.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι τέσσαρες περιστάσεις: ἐπὶ μεταθέσεως τῆς πρωτευούσης δήμου, ἐπὶ συγχωνεύσεως δύο ἢ πλειόνων δήμων εἰς ἕνα, ἐπὶ διαιρέσεως ἑνὸς δήμου εἰς πλείους, καὶ ἐπὶ μετασχηματισμοῦ δήμων, διὰ τῆς ἀποσπάσεως ἑνὸς ἢ πλειόνων χωρίων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς καὶ τῆς ὑπαγωγῆς αὐτῶν εἰς ἄλλον δῆμον. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀντικαταστάσεως λέξεων, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἀρκεῖ ὅτι συμφωνοῦμεν κατὰ τὴν ἔννοιαν· ἀλλ’ ἐὰν θέλητε, ἐξετάσατε τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–19 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20 (ἀναγινώσκεται).
§94ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν νομίζει, ὅτι εἰς τὴν προθεσμίαν τῶν 15 ἡμερῶν πρέπει νὰ δοθῇ καὶ ἄλλη τις σημασία νομική; διότι ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι, νὰ ἀναγκάσῃ τὸν νομάρχην νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του· ἀλλ’ ἐὰν δὲν τὴν ἐκδώσῃ ἐντὸς 15 ἡμερῶν;
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιθυμεῖτε νὰ περιληφθῇ διάταξις περιέχουσα κύρωσιν;
§96ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Μάλιστα. Δὲν τὸ νομίζετε ἀναγκαῖον;
§97ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ κύρωσις εἶναι ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§98ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἀρκεῖσθε εἰς τοῦτο μόνον;
§99ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§100ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως τοῦ νομάρχου;
§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἀναγκάσει αὐτὸν διὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἣν ἔχει· ἐὰν δὲ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐνασκήσῃ τὴν ἐξουσίαν του ταύτην, ἐν τῇ Βουλῇ θέλουσιν ἐπερωτήσει τὸν Ὑπουργὸν περὶ τούτου· διότι, ἐὰν, ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως τοῦ νομάρχου, νομοθετήσωμεν, ὅπως θεωρῆται ἔγκυρος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου, τοιουτοτρόπως τιμωροῦμεν τὸν δῆμον, ἀντὶ νὰ τιμωρήσωμεν τὸν νομάρχην, διότι ἐνδέχεται νὰ ἦναι πλημμελὴς ὁ προϋπολογισμός. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐγένοντο μεγάλαι παραβάσεις τῶν νομαρχῶν, διότι ἔν τισι μὲν τῶν ἐπαρχιῶν, ἐν αἷς αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ηὐνοοῦντο ὑπὸ τῶν νομαρχῶν, οὗτοι ἐξέδιδον τὴν ἀπόφασίν των ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων, ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν ὅμως τῶν δήμων ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἐκλέξωσι δημοτικὰς ἀρχὰς μὴ εὐνοουμένας ὑπὸ τῶν νομαρχῶν, δὲν ἐξεδίδετο ποτὲ ἡ ἀπόφασις τῆς Νομαρχίας, καὶ αἱ ἀρχαὶ τῶν δήμων ἐκείνων ἐστεροῦντο τῶν μέσων, ἵνα ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των. Ἀλλὰ καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια διέπραττον παραβάσεις παραπλησίας, διότι ὁ νόμος περὶ δήμων δὲν προσδιώριζε προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλον νὰ ἐκκαλέσωσι τὴν ἀπόφασιν τῆς Νομαρχίας· κατόπιν ὅμως, μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν, ἡ διοίκησις ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην προθεσμίας, διότι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἐξεκάλουν τὰς ἀποφάσεις τῶν νομαρχῶν μετὰ 5 μῆνας, ἕνεκα ἐλλείψεως προθεσμίας, τὸ δ’ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐφέσεις αὐτῶν, καίτοι τοσούτῳ βραδέως ὑποβαλλομένας. Οὕτως ἐξεδόθη διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτάσσετο προθεσμία δεκαπενθήμερος, ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦτο δὲν ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκρινεν οὐχ ἧττον ὡς ἐκπροθέσμους τὰς ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων γενομένας ἐφέσεις μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν 15 ἡμερῶν, ἐνῷ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἐξανίσταντο κατὰ τούτου, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι νόμος τις δὲν εἶχε τάξει τὴν προθεσμίαν. Διὰ νὰ ἐξομαλύνωμεν λοιπὸν τὰς περιπλοκὰς ταύτας, περιελάβομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν διάταξιν τῆς δεκαπενθημέρου προθεσμίας, ἵνα κυρώσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ διατάγματος μὴ δημοσιευθέντος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως εἶχε διαταχθῆ.
§102ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἡ μὲν ἀμέλεια τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τιμωρεῖται, διότι ἡ ἔφεσις δὲν γίνεται δεκτὴ συνεπείᾳ τοῦ ἄρθρου 20, ἀλλὰ πῶς θέλομεν ἐξασφαλισθῆ ἐναντίον τῶν νομαρχῶν; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν τὴν κύρωσιν, καὶ παρακαλῶ νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψει της ταῦτα εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Κεφαλληνίας κ. Βρυώνη.
§104ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ἀναβληθῇ εἰς τὴν ἑπομένην συζήτησιν, ἵνα τὴν μελετήσωμεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21· εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς ά συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἡ πρότασις νόμου περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου δημοτικοῦ φόρου πρὸς συντήρησιν τοῦ ἐν Λευκάδι δημοσυντηρήτου Γυμνασίου).
§105ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποία καὶ πόση εἶναι ἡ περιουσία τοῦ καταστήματος.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν περὶ τούτου ἔχει εἴδησιν ἐν τοῖς ἀρχείοις αὐτοῦ, οὐδὲ περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων αὐτοῦ, οὐδὲ ἀνεκοινώθη αὐτῷ τίποτε περὶ αὐτοῦ.
§107ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει τοὺς ὅρους τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ καταστήματος, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποίαν περιουσίαν ἔχει καὶ πῶς τὴν διαχειρίζονται.
§108ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι συνεκροτήθη ἡ περιουσία τοῦ καταστήματος αὐτοῦ ἐκ δωρεῶν, αἱ ὁποῖαι συνίσταντο κατ’ ἀρχὰς εἰς ἐτησίας προσφορὰς, κατόπιν δὲ εἰς δωρεὰς πλουσίων.
§109ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει ἓν διάταγμα τοῦ 1843, ὅτε ἱδρύθη τὸ κατάστημα τοῦτο, καὶ τὸ διάταγμα αὐτὸ συνοδεύεται ὑφ’ ἑνὸς κανονισμοῦ. Τὸ κατάστημα λοιπὸν τοῦτο ἐπὶ 48 ὅλα ἔτη διατηρεῖται δι’ ἐθελουσίων συνδρομῶν. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν σήμερον τὸ Δημόσιον νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς περιουσίας ταύτης, καὶ μάλιστα ὅταν τόσον ἀκριβεῖς ἦναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας δύναται νὰ δώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις δὲν γνωρίζει τίποτε περὶ αὐτῆς τῆς περιουσίας, ἀπὸ τί συνίσταται, πόσα εἶναι τὰ κεφάλαια αὐτῆς καὶ ποία εἶναι ἡ διαχείρισις αὐτῆς, ἐνῷ τὸ πρῶτον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἦτο ἡ ἐξακρίβωσις τούτου τοῦ θέματος, καὶ δὲν θὰ ἦτο δύσκολον νὰ τὸ μάθῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ ἄρθρον 7 τοῦ διατάγματος ὁρίζει τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἀριθμὸς, τὸ ὄνομα, τὸ ἐπάγγελμα κτλ. τῶν συνεισφερόντων σημειοῦται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, καθὼς καὶ τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα· μάλιστα τὸ κατόπιν ἄρθρον ἐπιβάλλει καὶ τὴν δημοσίευσιν ἀπολογισμοῦ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖα, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ πρῶτον μέρος τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἐδήλου τὴν προαίρεσιν αὐτοῦ νὰ ἦναι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προέβαλεν, ἦσαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν ἐπὶ τοῦ Ὀφθαλμιατρείου· τὸ δεύτερον μέρος εἶναι, ὅτι οἱ διοικοῦντες τὸ Ὀφθαλμιατρεῖον δὲν ἐδημοσίευσάν ποτε ἀπολογισμὸν, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν πληροφορίας περὶ τῆς περιουσίας τοῦ καταστήματος. Ἐγὼ ὑπέλαβον, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον προσῆκε νὰ μνημονεύσω, διότι τοῦτο ἤθελε περιέχει νύξιν, δηλοῦσαν δυσπιτίαν πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν διοικούντων. Διὰ τοῦτο ἀφῆκα τὰ πράγματα νὰ γένωνται ὁμαλῶς, καὶ ἄν ποτε ἤθελε διαταχθῆ ἀντικατάστασις τῶν διοικούντων, νὰ ἐπιβληθῇ τοῦτο εἰς τοὺς διαδόχους αὐτῶν.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Ὁπωσδήποτε, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ ζητήσῃ καὶ φέρῃ τὰς πληροφορίας ταύτας. Δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ αὐτὴν τὴν εὐθύνην ἐκ λεπτότητος πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν διοικοῦσαν, τὴν ὁποίαν καταργεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ δὲν ἔχω λόγον νὰ ἔχω αὐτὴν τὴν λεπτότητα πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αἰτήσεως ταύτης, γενομένης ὑπὸ Βουλευτοῦ, δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ζητήσῃ τὰς πληροφορίας.
§112ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ἄλλας πληροφορίας, παρ’ ὅσας ἔδωκα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωροῦμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§114ΡΑΛΛΗΣ. Ἀρκεῖ, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν ὑπάρχει καὶ ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.