1891.02.06
2.525 στίχοι · 19.777 λέξεις · 98 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
τῆς 6 Φεβρουαρίου 1891.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ Γεωργίου Λεκατσᾶ, πρώην ὑπαλλήλου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ἐξαιτουμένου νὰ πληρωθῇ μισθὸν δύο μηνῶν, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἅμα τῷ σχηματισμῷ τοῦ προσωρινοῦ Προεδρείου ὁ προσωρινὸς Πρόεδρος ἀπέλυσε τῆς ὑπηρεσίας τὸν ὑπάλληλον τοῦτον δι’ ἐγγράφου του ἀπὸ 31 Ὀκτωβρίου π. ἔ., ἀλλ’ ὁ τότε Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Προεδρείου, λόγῳ ὅτι δὲν εἶχε προηγηθῆ ἡ γνωμοδότησις του· ἐν τούτοις ἀντὶ τοῦ ἀπολυθέντος διωρίσθη ἕτερος, ὅστις καὶ ἐμισθοδοτήθη κατὰ τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον. Ἅμα σχηματισθέντος τοῦ ὁριστικοῦ Προεδρείου, ἐσπεύσαμεν, πρὸς ἀποφυγὴν ἀντιῤῥήσεων, νὰ κοινοποιήσωμεν ἐκ νέου ἀπόλυσιν εἰς τὸν εἰρημένον Λεκατσᾶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον δὲν εἶχε λάβει μισθοδοσίαν, ζητεῖ ἤδη παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ πληρωθῇ διὰ τοὺς μῆνας τούτους. Νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποσταλῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, ἵνα λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψει καὶ γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ πρακτέου.
§2ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ διορισμὸς αὐτὸς εἶναι τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁ Πρόεδρος διορίζει καὶ παύει, τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βιβλιοθήκης, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται, κατὰ τὸ ἄρθρον 77 ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἐφόρου.
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο φαίνεται ὅτι ἀνεγνώρισε καὶ τὸ Προεδρεῖον, καὶ διὰ τοῦτο, καὶ ὅπως θεωρηθῇ ἡ ἀπόλυσις καλῶς γενομένη, ἐκοινοποίησεν αὐτὴν ἐκ νέου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ σκοπὸς τῆς νέας ἀπολύσεως· ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ λείψωσιν αἱ ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ἡ ἀπόλυσις.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις, προκειμένου περὶ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰργάσθη ἐν τῇ Βουλῇ, καθὼς ὅλοι γνωρίζομεν, οἱ ποιούμενοι χρῆσιν τοῦ ἀναγνωστηρίου, νομίζω ὅτι, σὺν τῇ παραπομπῇ τῆς αἰτήσεώς του εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξενέγκῃ καὶ σύστασίν τινα ὑπὲρ αὐτοῦ, ἵνα μὴ ἀδικηθῇ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ προτοῦ λάβῃ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο.
§8Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διατὶ νὰ διορισθῇ ὁ νέος ὑπάλληλος, ἀφοῦ ὁ πρώην δὲν ἐπαύθη ὁριστικῶς;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προσωρινὸν Προεδρεῖον ἐνόμισεν, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ παύσῃ κανονικῶς τὸν περὶ οὗ πρόκειται· ἑπομένως κανονικῶς ὁ Πρόεδρος διορίζει ἕτερον. Ὁ παυθεὶς ὑποβάλλει ἤδη ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς πράξεως ταύτης τοῦ Προεδρείου.
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω ὅτι σεῖς εἴπετε, ὅτι ἀπῃτεῖτο ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἐφόρου.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς διορίζει καὶ παύει, τῇ προτάσει τοῦ Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου, ἕνα ταξινόμον τῆς Βιβλιοθήκης αὐτῆς, ἕνα βοηθὸν πρὸς σύνταξιν τοῦ καταλόγου τῆς Βιβλιοθήκης, ἕνα βοηθὸν ἐπὶ τοῦ τμήματος τῶν ἐφημερίδων καὶ πρὸς τακτοποίησιν αὐτῶν καὶ ἕνα κλητῆρα ... Τὸ προσωρινὸν Προεδρεῖον δὲν δύναται οὔτε νὰ παύσῃ οὔτε νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον ἢ κλητῆρα, πλὴν τοῦ προσωρινοῦ Προεδρείου τῆς πρώτης συνόδου ἑκάστης βουλευτικῆς περιόδου». Τὸ προσωρινὸν Προεδρεῖον ἐθεώρησεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι δὲν ἦτο ἀπαραίτητος ἡ πρότασις τοῦ Ἐφόρου, ἵνα ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως. Ἀλλὰ περὶ τούτου θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅταν λάβῃ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ χήρα τοῦ ἀγωνιστοῦ Ἀναστασίου Μαυροκεφάλου, προσενεγκόντος, καθ’ ἃ ἰσχυρίζεται αὕτη, μεγάλας ὑπηρεσίας καὶ κατὰ τὸν ἀγῶνα καὶ κατόπιν ὡς εἰρηνοδίκης, ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς της ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτὴν καὶ τὰς δύο ἀγάμους θυγατέρας της μηνιαία σύνταξις.
§12ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμολογουμένως καὶ γνωστὸν τοῖς πᾶσι εἶναι, καὶ μάλιστα εἰς τὰς ἀρχαίας οἰκογενείας, ὅτι ὁ μακαρίτης Μαυροκέφαλος ἔλαβε μέρος εἰς τὸν ἱερὸν ἀγῶνα ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους, ὅτι μετὰ τὸν ἀγῶνα δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ἔμμισθον θέσιν, ἀλλ’ ἀπέσχεν, ἀναδεχθεὶς καθήκοντα συμβολαιογράφου, πάντοτε δ’ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του μετὰ ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως, προσενεγκὼν εἰλικρινεῖς ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω νὰ γείνῃ ἰδιαιτέρα τις σύστασις τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἶναι λυπηρὸν καὶ ἄδικον νὰ πένωνται τοιούτων ἀνδρῶν οἰκογένειαι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα ἀναφερομένη, ἡ Βασιλικὴ Σαραντοπούλου, θυγάτηρ ἐπίσης ἀγωνιστοῦ, ἐξαιτεῖται ὡσαύτως νὰ τῇ χορηγηθῇ σύνταξις, καθόσον ὁ πατήρ της ἦτο χιλίαρχος κατὰ τὸν ἀγῶνα καὶ πολλὰς ἐκδουλεύσεις παρέσχεν εἰς τὴν πατρίδα. Ἀμφότεραι αἱ ἀναφοραὶ αὗται παραπέμπονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Γ. Φιλάρετος ὑποβάλλει τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν (ἀναγινώσκει): «Ποῖον ποσὸν κατέβαλεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1890 ἡ ἐπαρχία Βώλου, καὶ πόσων χιλιαμέτρων ἁμαξιτὴ ὁδὸς κατεσκευάσθη κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐπαρχίᾳ, ἢ ποῖαι μελέται ἐγένοντο περὶ ὁδικοῦ ἐπαρχιακοῦ συμπλέγματος; «Πότε ἤρξατο καὶ διατὶ δὲν ἀπεπερατώθη ἡ ἀπὸ τῶν σιδηροδρομικῶν σταθμῶν μέχρι Βελεστίνου καὶ Φαρσάλων ἐξ ὀλιγίστων χιλιαμέτρων ὁδός; «Διατὶ δὲν ἀπεπερατώθη ἡ ἀπὸ Βώλου μέχρι Λεχωνίων ὁδὸς, καὶ διατὶ διεκόπη, ἅμα ἀρξαμένη, ἡ κατασκευὴ τῆς ἀπὸ Βώλου εἰς Ζαγορὰν ὁδοῦ;»
§14ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ μέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν ἰδιαιτέραν τῆς Βουλῆς προσοχὴν, ἐκ πρώτης ὄψεως δὲν θέλει ἴσως φανῆ ὁποῖον ἐν τῇ ἀναλύσει του παρίσταται, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς, ὅπως μὲ ἀκροασθῆτε μετὰ τῆς εὐμενείας καὶ τοῦ διαφέροντος ἐκείνου, ὅπερ παρατηρεῖται ἐν τῇ Βουλῇ, ὁσάκις πρόκηται περὶ κοινωνικῶν καὶ ἐθνικῶν συμφερόντων ὑψίστης σημαντικότητος. Ἐν τῷ ὑποβληθέντι ἐνώπιον ἡμῶν προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ἀναγεγραμμένη πίστωσις, ἀφορῶσα μόνον εἰς τοὺς ὑπάρχοντας ἐν τῷ βασιλείῳ ἀρχιεπισκόπους καὶ ἐπισκόπους, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἐκ τούτου ἕπεται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν φαίνεται διατεθειμένον, εὐθὺς ἀμέσως, νὰ προβῇ εἰς συμπλήρωσιν τῶν ὑπαρχουσῶν κενῶν ἀρχιεπισκοπικῶν καὶ ἐπισκοπικῶν ἑδρῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην καλῶς νὰ ἐννοήσω, τίνες εἰσὶν οἱ λόγοι, οἱ παρακινοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, ἔστω καὶ προσωρινῶς, ἀφήσῃ κενὰς τοιαύτας ἐν τῷ Κράτει ἀρχιεπισκοπικὰς ἕδρας, αἵτινες, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπερβαίνουσιν ἤδη τὰς δεκαπέντε. Βαθέως ὅμως συναισθάνομαι τοὺς λόγους, οἵτινες, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς ἡμᾶς, ὅπως ἐπὶ πλέον ἀναβάλωμεν τὴν συμπλήρωσιν τῶν ὑπαρχόντων ἀρχιερατικῶν θρόνων, ἐνόμισα δὲ, ὅτι τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας ὤφειλα νὰ τὰς ὑποβάλω ἐγκαίρως, δηλαδὴ πρὸ τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ὁ καταστατικὸς νόμος, ὁ διέπων τὰ τῆς Ἐκκλησίας, ὁρίζῃ ὁπόσοι καὶ ὁποῖοι καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος πρέπει νὰ ὦσιν οἱ ἀρχιερατικοὶ θρόνοι, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ὀφείλομεν νὰ καταλίπωμεν αὐτοὺς ἕρμαιον εἰς τὴν διάθεσιν καὶ τὴν θέλησιν τῶν λεγομένων ἐπισκοπικῶν ἐπιτροπῶν. Πάντες ἐσμὲν ἄνθρωποι τοῦ τόπου, καὶ πάντες ἀκριβῶς γινώσκομεν εἰς ποίαν ἔκρυθμον κατάστασιν περιέρχονται τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα οἱασδήποτε ἐπαρχίας, ὅταν ταῦτα διέπωνται ὑπὸ τῆς λεγομένης ἐπισκοπικῆς ἐπιτροπῆς, ἔστω καὶ τῆς καλλιτέρας. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ καλαὶ ἐπισκοπικαὶ ἐπιτροπαί. Ἡ λογικὴ λοιπὸν ἀνάγκη, ὁ πρὸς τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα σεβασμὸς, τὸ συμφέρον αὐτὸ τῆς ἐσωτερικῆς ἐν τῷ Κράτει τάξεως, ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς, ὅπως θέσεις ἀξιωματικαὶ, τῶν ὁποίων τὸ λυσιτελὲς εἶναι παγκοίνως ἀνεγνωρισμένον, μὴ καταλίπωνται ἐν παραλύτῳ καὶ ἀτελεῖ καταστάσει· διότι, ἐὰν μένωσι διαρκῶς κεναὶ, παραγνωρίζεται ἡ χρησιμότης αὐτῶν, καὶ τότε χιλιάκις προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐπροβαίνομεν εἰς τὴν ὁλοσχερῆ κατάργησιν αὐτῶν! Ἐὰν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος παρουσίασεν ἐσωτερικάς τινας ἀνωμαλίας, εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι αἱ ἀνωμαλίαι αὗται ἐξέλιπον, καὶ ὅτι πλήρης ἐπικρατεῖ μεταξὺ Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας ἁρμονία, εἰς τρόπον ὥστε θὰ ἦναι δυνατὸν ὅσον τάχιστα νὰ γείνωσιν αἱ ἀπαιτούμεναι προτάσεις πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν ἑδρῶν. Ἐὰν τοὐναντίον λόγοι οἰκονομίας ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ μέτρον τῆς μὴ συμπληρώσεως τῶν χηρευσασῶν τούτων θέσεων, φρονῶ ὅτι τοιοῦτοι λόγοι δὲν δύνανται νὰ ἰσχύσωσιν εἰς ζητήματα τοιαύτης πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς σημασίας. Ἐλπίζω δὲ νὰ τὸ ἀποδείξω. Κύριοι, οἱ βιοῦντες ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἐπιτρέπεται ἴσως νὰ ἔχωσιν ὅλως ἀλλοίας γνώμας περὶ Ἐκκλησίας καὶ περὶ τῆς ἐπιδράσεως αὐτῆς ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων. Ἐκεῖ, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τὸ φῶς τῆς ἐπιστήμης εἶναι ἄπλετον. Ἐκεῖ πᾶσα ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια εὐρέως συζητεῖται, καὶ ἐπὶ τέλους γίνεται ἀποδεκτή. Ἐκεῖ οἱ μεγάλοι λαμπτῆρες, οἱ καθ’ ἑκάστην διαφωτίζοντες τὴν ἐσκοτισμένην ὡς ἐκ τῆς ἀμαθείας καὶ τῶν προλήψεων συνείδησιν τῶν κοινωνιῶν, εἶναι ἀτελεύτητοι, καὶ τούτου ἕνεκα ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐπίδρασις δὲν παρίσταται ὡς ἀναποδράστως ἀναγκαία. Ἀλλ’ οἱ ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ ἐκπαιδευθέντες καὶ εἰς τὰς Ἀνατολικὰς ἡμῶν ἐπανερχόμενοι χώρας θέλουσι περιπέσει εἰς δεινὴν ἀπάτην, καὶ θέλουσι διαπράξει βαρύτατον περὶ τῆς ἰδίας πατρίδος ἁμάρτημα, ἐὰν παραγνωρίσωσι τὴν ἐπὶ τῆς κοινωνίας μεγίστην τῆς Ἐκκλησίας ἐπίδρασιν, ἢ ἐὰν θελήσωσι νὰ παραβλέψωσι τὸ γόητρον αὐτῆς, διὰ τῆς καταπατήσεως τῶν ἱερῶν θεσμῶν καὶ τῆς πνευματικῆς αὐτῆς ἰσχύος. Ἡ Ἀνατολὴ, Κύριοι, ἐπὶ μακρὰν ἔτι σειρὰν ἐτῶν ἓν καὶ μόνον κῦρος θ’ ἀναγνωρίζῃ, τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας, ὑπὸ μιᾶς καὶ μόνης λυχνίας ἡ συνείδησις τῶν Ἀνατολικῶν λαῶν θὰ φωτίζηται, ὑπὸ τῆς λυχνίας τῆς Ἐκκλησίας,— τῆς Ἐκκλησίας, ὁποίαν οἱ παρελθόντες αἰῶνες τὴν διεμόρφωσαν, καὶ ὁποίαν τὴν παρέδωκαν εἰς ἡμᾶς. Ἐὰν δὲ ὁ τοιοῦτος, ἀνεπίδεκτος ἀντιλογίας ἰσχυρισμὸς διὰ πᾶσαν ἐν γένει τὴν Ἀνατολὴν ἔχῃ ἐφαρμογήν τινα γενικὴν, ἰδιαιτέραν ὅλως σημαντικότητα κέκτηται δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας. Οἱ Ἕλληνες, χάρις εἰς τὴν ὀρθόδοξον ἡμῶν πίστιν, διετηρήσαμεν ἀλώβητον τὴν ἐθνικότητα ἡμῶν. Ἠθέλομεν εἶσθαι ἐντελῶς ἀπεῤῥοφημένοι ὑπὸ τῶν ξενικῶν κατακτήσεων, ἐὰν μὴ ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθοδοξία ἐγαλούχει καὶ ἐξέτρεφε τοὺς μεσαιωνικοὺς προπάτορας ἡμῶν, καὶ ἐὰν κατὰ τοὺς ζοφερωτάτους τῆς τουρκικῆς τυραννίας χρόνους ἡ μήτηρ Ἐκκλησία δὲν ἐστέγαζε τὸ δοῦλον γένος ὑπὸ τὰς πλατείας αὐτῆς πτέρυγας (εὖγε! εὖγε!). Σήμερον δὲ, ἐπίσης ὁ ἰσχυρότερος κρίκος, ὁ συνδέων ἐν ἀδιαῤῥήκτῳ ἁλύσει ἡμᾶς τοὺς ἐλευθέρους μετὰ τῶν δούλων ἀδελφῶν ἡμῶν, εἶναι ὁ δεσμὸς τῆς θρησκείας, εἶναι ἡ θρησκευτικὴ ἑνότης, ἡ εἰς ἓν πνεῦμα καὶ εἰς μίαν καρδίαν συνενοῦσα τὸ δοῦλον καὶ ἐλεύθερον γένος. Ἐὰν τὸν κρίκον τοῦτον τῆς θρησκευτικῆς ἡμῶν ἑνότητος θελήσητε κατά τι νὰ χαλαρώσητε, θανασίμως καὶ εἰς τὰ καίρια πλήττετε τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἑνότητα. Ἀλλ’ ἴσως τίς μοι ἀπευθύνῃ τὴν ἐρώτησιν: τί κοινὸν ὑπάρχει μεταξὺ τῆς συμπληρώσεως τῶν κενῶν ἀρχιερατικῶν ἑδρῶν καὶ τῆς θρησκευτικῆς ἡμῶν ἑνότητος, καὶ ὁποία ἐντεῦθεν βλάβη δύναται νὰ προκύψῃ; Ὑπάρχει, Κύριοι, οὐσιωδεστάτη ἀλληλεπίδρασις, καὶ ἡ προκύπτουσα βλάβη ἐπίσης τυγχάνει σημαντική. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὁ ἀρχιερεὺς ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ ἐπαρχίᾳ εἶναι τὸ ὁρατὸν κέντρον τῆς θρησκευτικῆς τῶν πιστῶν ἑνότητος, ὁ διὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ γοήτρου ἐπιβαλλόμενος καὶ τὸν πρὸς τὰ θεῖα σεβασμὸν ἐπισύρων καὶ συγκρατῶν, ὁ συνδιαλλάττων τοὺς δεινῶς διαπληκτιζομένους καὶ πρὸς ἀλλήλους ἐρίζοντας πολίτας, ὁ διὰ τοῦ ἰδίου παραδείγματος καθοδηγῶν τὰ πλήθη, ὁ ἐξεγείρων πολλάκις τὰ λανθάνοντα αὐτῷ θρησκευτικὰ συναισθήματα πρὸς διάπραξιν τοῦ ἀγαθοῦ. Τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὁποίαν ἐντύπωσιν προξενεῖ εἰς τὸν λαὸν ἡ ἁπλῆ θέα τῆς ἀρχιερατικῆς ἀμφιέσεως, ἐν τῇ μεγαλοπρεπεῖ αὐτῆς ἐπιβλητικότητι; καὶ τίς ἀγνοεῖ, ὁπόσον διὰ τῆς νουθεσίας καὶ τῆς προτροπῆς τοῦ ἀρχιερέως πλεῖστοι ὅσοι πολῖται προάγονται πρὸς τὸ καλὸν, ἐνῷ ἀποτρέπονται ἀπὸ τοῦ κακοῦ καὶ ἀπὸ πολλῶν κοινωνικῶν ἑλκῶν καὶ παραπτωμάτων; Δὲν θέλω νὰ ὑποληφθῶ ὡς ὑπερβολικός· ἐν τούτοις τολμῶ νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἡ καταπληκτικὴ αὔξησις τῶν ἐγκλημάτων εἰς πολλὰ σημεῖα τοῦ Κράτους, δύναται νὰ ἀποδοθῇ καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν ἀρχιερέων. Βεβαίως καὶ ἀτυχῶς ὑπάρχουσιν ἀρχιερεῖς, ἐπιλαθόμενοι τοῦ ὑψηλοῦ αὐτῶν προορισμοῦ καὶ μεταβαλλόμενοι εἰς διδασκάλους κακίας καὶ εἰς ἀργυρολόγους καπηλευομένους τὰ θεῖα. Ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι εὐτυχῶς ἀποτελοῦσιν ἐξαίρεσιν, ὅσῳ δὲ καὶ ἂν παραγνωρίζωσι τὴν θείαν αὐτῶν ἐντολὴν, οὐδόλως ἰσχύουσιν, ὅπως ἐλαττώσωσιν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου τὸν σεβασμὸν, οὗτινος ἀπολαύουσιν οἱ ἀρχιερεῖς, θεωρούμενοι πάντοτε ὡς οἱ ἀναγκαιότατοι φορεῖς καὶ οἱ εὐεργετικώτατοι παράγοντες τοῦ παρ’ ἡμῖν θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Διότι τοιούτους μᾶς ἔπλασαν οἱ αἰῶνες, γνωστὸν δὲ τυγχάνει, ὅτι αἱ ἐῤῥιζωμέναι πεποιθήσεις ἑνὸς λαοῦ εὐκόλως δὲν ἐξαλείφονται! Τουναντίον, ἐὰν ἐλλείπωσιν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ ἁπλοῖ μόνον πρεσβύτεροι διέπωσι τὰ τῆς Ἐκκλησίας, συνεκλείπει ταὐτοχρόνως καὶ ἡ ἐξωτερικὴ ἐκείνη λαμπηδὼν, ἡ θαμβόνουσα τὰ πλήθη καὶ συντείνουσα εἴπερ τις καὶ ἄλλη εἰς τὴν συντήρησιν καὶ κραταίωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ φρονήματος· καθόσον ζωηρὰ ἐξωτερικὴ αἴσθησις καὶ αἴσθημα θρησκευτικὸν, σχεδὸν εἰπεῖν, ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ συμβαδίζουσιν εἰσέτι. Χαλαρουμένου ἄρα, ἕνεκα ἐξωτερικῶν λόγων, τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος, χαλαροῦται ἐν τῷ ἅμα καὶ ἡ θρησκευτικὴ ἑνότης, ἡ τοσοῦτον ἀναγκαία, ὡς προεῖπον, διὰ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἑνότητα. Ἀρκούντως, νομίζω, Κύριοι, ἀπέδειξα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὅτι εἰς τὴν θρησκευτικὴν ἑνότητα συντελεῖ ἡ παρουσία τοῦ ἀρχιερέως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἡ θρησκευτικὴ ἑνότης παρ’ ἡμῖν μεγάλως συντελεῖ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων καὶ ὑπὲρ τῆς ταχυτέρας συμπληρώσεως τῶν κενῶν ἀρχιεπισκοπικῶν καὶ ἐπισκοπικῶν θρόνων συνηγορῶν, οὐδόλως ἐπιλανθάνομαι καὶ ἑτέρου, οὐσιωδεστέρου κατ’ ἐμέ, καθήκοντος, τὸ ὁποῖον δέον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ὅσον τάχιστα νὰ λάβωσιν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν· ἐννοῶ δηλαδὴ τὸ τῆς μορφώσεως τοῦ κλήρου ζήτημα. Ναί! ὡρίμασε πλέον παρ’ ἡμῖν ἡ ἰδέα, ὅπως ὁ κλῆρος ἡμῶν, ὁ τοσοῦτον διακριθεὶς κατὰ τὸν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας ἡμῶν ἀγῶνα, καὶ τοσοῦτον ἤδη ἐπὶ ἑξήκοντα ὅλα ἔτη παραμεληθεὶς καὶ ταπεινωθείς, ὑψωθῇ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ περιωπήν. Εἶναί τι ἀκατανόητον καὶ προσβάλλει ἀληθῶς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν φιλοτιμίαν ἡ οἰκτροτάτη κατάστασις, εἰς ἣν ἀφέθη, ἐγκαταλελειμμένος παρὰ πάντων, ὁ κλῆρος ἡμῶν, ἵνα καταπέσῃ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον κατέπεσε. Περὶ πάσης ἐν γένει ἀνάγκης, ὑποδεικνυομένης ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὑπεβλήθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν πλεῖστα ὅσα νομοθετήματα, περὶ δὲ τῆς μορφώσεως τοῦ κλήρου, ὅστις παρέχει καθ’ ἑκάστην τὸν πνευματικὸν ἄρτον εἰς τὸν λαὸν ἡμῶν, οὐδεμία οὐδέποτε ἐλήφθη φροντίς. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία φαίνεται οἱονεὶ συνομώσασα, ὅπως ἀποστερήσῃ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ πάσης ἠθικῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς. Ἂς στρέψωμεν ἐν τούτοις τὰ βλέμματα ἡμῶν καὶ ἂς ἴδωμεν, ὁποίαν μεγίστην σημασίαν, ἐσχάτως ἀκόμη, ὁ αὐτοκράτωρ Γουλιέλμος ἀπέδιδεν εἰς τὴν διὰ τῆς θρησκευτικῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας μόρφωσιν τῆς Γερμανικῆς πατρίδος. Ἐὰν δὲ ὁ κραταιὸς τῶν Γερμανῶν αὐτοκράτωρ, ἄρχων Κράτους γενικῶς πεπαιδευμένου, τοιαῦτά τινα ἀποφαίνηται καὶ πράττῃ, τί τάχα ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν ἡμεῖς, οἱ ἐν τοῖς σπαργάνοις τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς πολιτικῆς ἡμερώσεως διατελοῦντες; Ἀλλ’ ἂς ἐλπίσωμεν, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ τοσοῦτον ἀπαραμείωτον ζῆλον ὑπὲρ τῶν πατρίων διατρέφων, δὲν θέλει ὀκνήσει, ὅπως μετὰ τῶν ἁρμοδίων αὑτοῦ συναδέλφων λάβῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόνοιαν. Δὲν τολμῶ ἀπὸ τοῦδε νὰ προτείνω, ὅπως τὰ εἰσοδήματα τῶν Μονῶν διατεθῶσιν, εἴτε ὁλικῶς εἴτε μερικῶς, ὑπὲρ τῆς μορφώσεως κλήρου ἐγγραμμάτου, ἠθικῶς μεμορφωμένου καὶ τακτικῶς μισθοδοτουμένου. Δὲν τολμῶ, λέγω, νὰ προτείνω ταῦτα, καθόσον τὸ ζήτημα τοῦτο ἴσως δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, χρήζει δὲ εὐρυτέρας ἀναπτύξεως καὶ μελέτης. Ἐκφράζω ὅμως τὸν πόθον, ἵνα ὁ Ἑλληνικὸς κλῆρος παύσῃ παριστῶν τὴν ἐλεεινὴν εἰκόνα, ἣν νῦν παριστᾷ. Ἐκφράζω τὸν πόθον, ἵνα τέλος πάντων κλεισθῇ ἡ θύρα εἰς τοὺς ἀναξίους τῆς Ἐκκλησίας λειτουργούς. Ἐκφράζω τὸν πόθον, ἵνα ἡ Ἐκκλησία ἐξέλθῃ ἀπὸ τῆς θλιβερωτάτης καταπτώσεως, εἰς ἣν κατεῤῥίφθη, πρὸς μεγίστην βλάβην καὶ ἀνυπολόγιστον ζημίαν τῶν συμφερόντων τῆς καθόλου Ἑλληνικῆς πατρίδος, φρονῶ δέ, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τὰ μέγιστα συμβάλλει καὶ ἡ πλήρωσις τῶν κενῶν ἀρχιερατικῶν ἑδρῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§15ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν ἀνέφερε καὶ ἕνα ἄλλον λόγον, συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τῆς συμπληρώσεως τῶν ἀρχιερατικῶν θέσεων· ὁ λόγος οὗτος εἶναι, ὅτι τὰς ὑποθέσεις τῶν χηρευουσῶν ἐπισκοπῶν τὰς κανονίζει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, τῆς δὲ Ἱερᾶς Συνόδου προΐσταται ὁ Μητροπολίτης, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἄλλο ἢ κομματάρχης, φανατικὸς μάλιστα, τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ κατὰ τὰ συμφέροντα τούτου ἐνεργεῖ. Σχετικῶς πρὸς τοῦτο θὰ ὁμιλήσω προσεχῶς ἐν ἐκτάσει, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως παύσῃ τουλάχιστον ἀπὸ τοῦ νὰ ἦναι κομματάρχης ὁ Μητροπολίτης.
§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως πληροφορήσῃ, εἰ δυνατὸν, τὴν Βουλὴν, διατὶ ἡ θέσις τοῦ ἀρχιεπισκόπου Δημητριάδος ὑπάρχει κενή. Ὑπῆρχεν ἐν Βώλῳ ἀρχιεπίσκοπος ἀγαπητὸς ἐν ὅλῃ τῇ ἐπαρχίᾳ Βώλου, ὅστις ὅμως, κατά τινας λόγῳ ἀσθενείας, κατ’ ἄλλους δὲ ἕνεκα κομματικῶν πιέσεων, ἀπεμακρύνθη τοῦ ποιμνίου του· ἤδη ὅμως, ὡς μανθάνω, ἡ ὑγεία του εἶναι πολὺ καλὰ, καὶ νομίζω, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι ἐδήλωσεν, ὅτι δύναται νὰ ἐπανέλθῃ. Διατὶ ἐπὶ πλέον μένει κενὴ ἡ θέσις αὕτη, πρὸς μεγίστην λύπην τῶν συμπατριωτῶν μου;
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοὺς πόθους, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ ἐξήνεγκεν ὁ ἔντιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, συμμερίζομαι ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων· πρὸ εἴκοσι καὶ πέντε ἐνιαυτῶν μάλιστα μοὶ ἀφέθη ὑπό τινος πλουσίου ὁμογενοῦς νὰ διαθέσω κατ’ ἐμὴν ἐκλογὴν πεντήκοντα περίπου χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ἐζήτησα τὴν συναίνεσιν αὐτοῦ καὶ διέθηκα ταύτας, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς πρῶτον κεφάλαιον ταμείου, προοριζομένου πρὸς μόρφωσιν καὶ συντήρησιν τοῦ κατωτέρου κλήρου. Οἱ πόθοι οὗτοι προσήκουσιν εἰς πάντα πολίτην Ἕλληνα, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἀρκεῖ νὰ αἰσθάνηταί τις τὴν ἐθνικὴν αὐτοῦ ἰδιότητα, διὰ νὰ μὴ λησμονῇ, ὁποίας χάριτας ὀφείλει ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν γένει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, οὐδὲ νὰ λησμονήσῃ τὰς μεγάλας εὐεργεσίας, τὰς ὁποίας αὕτη παρέσχεν εἰς αὐτὸν, καὶ ὡς πληθυσμὸν χριστιανικὸν καὶ ὡς ἔθνος. Ὁμολογῶ ὡσαύτως, ὅτι καθίσταται ἀναπόφευκτος ἡ πλήρωσις τῶν χηρευουσῶν ἐπισκοπικῶν θέσεων, διότι ἐν πολλαῖς τῶν ἐπαρχιῶν χηρεύουσι πρὸ 30 καὶ 25 καὶ 20 ἐτῶν, ἐν ἄλλαις δὲ πρὸ 10 καὶ 12 καὶ 15, ὅταν δὲ χηρεύῃ ἡ θέσις ἐπισκόπου, ἀργεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ διοίκησις, καὶ ἦτο προτιμότερον νὰ ἀργῇ, ἵνα μὴ κινῆται, ὡς κινεῖται, διὰ τῶν ἐπισκοπικῶν ἐπιτροπῶν, αἵτινες συνιστῶνται κατὰ νόμον πρὸς πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891, τὸν ὁποῖον συνετάξαμεν, δὲν περιελάβομεν ἀληθῶς πίστωσιν πρὸς πληρωμὴν τοῦ νομίμου ἐπιδόματος εἰς πάντας τοὺς ἐπισκόπους, τοὺς κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐπισκόπων καὶ ἐπισκοπῶν διοριζομένους, ἀλλὰ μόνον πρὸς πληρωμὴν ἐπιδόματος εἰς τοὺς ὑπάρχοντας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡμεῖς ἀντεγράψαμεν ἁπλῶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἐσπευσμένως ἀσχοληθέντες νὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅλον τι, διότι ἔληγεν ἡ συνταγματικὴ προθεσμία πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν δὲ καταστῇ δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν ἐπισκοπικῶν θέσεων, πάντες οἱ συνάδελφοι ἐμοῦ καὶ ἐγὼ θέλομεν σπεύσει νὰ τὸ πράξωμεν, διότι τυγχάνομεν πεπεισμένοι, ὅτι ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ τὸ πράξωμεν. Εἶπον ἐὰν καταστῇ δυνατὸν, διότι πολλὰ συγχρόνως συνδέονται μετὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐν τῇ περιστάσει δὲ, καθ’ ἣν θέλομεν συντελέσει εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων, θέλομεν σπεύσει νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν.
§18ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Τὰ ζητήματα, ἅτινα ἔθιξεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, εἶναι ὄντως ἄξια τῆς ὑψίστης μερίμνης καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω καὶ τὸν ἐπερωτήσαντα συνάδελφον καὶ σύμπασαν τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπὸ τῶν πρώτων αὐτῆς ἡμερῶν ἡ Κυβέρνησις ἠσχολήθη ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων καὶ σπουδαίας ἐποιήσατο μελέτας, ὅπως δυνηθῇ πόρισμα ἄξιον τοῦ θέματος νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν· ἐλπίζω δ’ ὅτι θὰ δυνηθῶ ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου τὸ πόρισμα τοῦτο, διατετυπωμένον ἐν νομοσχεδίῳ, νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφον ὑμῶν. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν συμπλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν ἀρχιεπισκοπικῶν ἑδρῶν, ἀρκούντως ἀπήντησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον τῳόντι τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται μετὰ τῶν γενικωτέρων ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ τὰς ὁποίας θὰ δοθῇ εὐκαιρία συντόμως νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα θέματα, ἅτινα παρεπιμπτόντως ἀνέμιξεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ ὁ ἐκ Λακωνίας ἔντιμος συνάδελφος, ἐλπίζω, ὅτι θ’ ἀναγνωρίσῃ καὶ οὗτος, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν εἶναι δεκτικὰ τόσον εὐχερῶς οὔτε λύσεως νομοθετικῆς εὐστόχου, οὔτε πραγματοποιήσεως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπιτυχοῦς. Τὸ ζήτημα τῆς μορφώσεως τοῦ κλήρου εἶναι ὄντως ζήτημα θεμελιῶδες καὶ εὐρύτατον. Ὅτι σήμερον δὲν ἔχομεν μεμορφωμένον κλῆρον, πάντες τὸ γινώσκομεν, καὶ οὐδεὶς ἐν καλῇ πίστει λαλῶν δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι αἱ ἐν Τριπόλει, Χαλκίδι καὶ Σύρῳ ἱδρυμέναι καὶ λειτουργοῦσαι ἱερατικαὶ σχολαί, ἡ Ῥιζάρειος Σχολή, πᾶσαι σκοπὸν εἶχον, κατὰ τὸν ἀρχικὸν προορισμὸν καὶ κατὰ τὰς ἐλπίδας ἐκείνων, οἵτινες συνετέλεσαν ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως καὶ συντηρήσεως αὐτῶν, τὴν μόρφωσιν τοῦ κλήρου, ἀλλὰ πᾶσαι ἀτυχῶς κατὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀπέτυχον. Αἱ σχολαὶ αὗται κατήντησαν Λύκεια, Ἑλληνικὰ σχολεῖα, Γυμνάσια, ἂν θέλητε, πάντως ὅμως δὲν εἶναι ἱερατικαὶ σχολαί, δὲν εἶναι φυτώρια μεμορφωμένων ἱερέων. Οἱ ἐξ αὐτῶν προερχόμενοι νέοι ἐπιδίδονται μᾶλλον εἰς τὰς ἐπιστήμας καὶ εἰς ἄλλα ἐπαγγέλματα, ἐλάχιστοι δ’ αὐτῶν ἐμμένουσιν ἐν τῷ ἱερατικῷ σχήματι. Τὸ ζήτημα ἄρα τῆς μορφώσεως τοῦ κλήρου εἶναι σπουδαιότατον· ἀλλ’ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἀνήκει εἰς τὰς περὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ κλήρου μερίμνας, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως εἶναι καὶ ζήτημα οἰκονομικόν. Καὶ ἄλλοτε κατεβλήθησαν προσπάθειαι πρὸς ἐξεύρεσιν πόρων πρὸς σχηματισμὸν Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ἀλλ’ αὗται ἐντελῶς ἀπέτυχον, καὶ σήμερον δὲν ὑπάρχουσι παρὰ μόνον τὰ ἴχνη τῶν προσπαθειῶν τούτων καὶ ἡ κόνις ἐπὶ τῶν διαμειφθέντων ἐγγράφων. Ὅτι αἱ Μοναὶ δύνανται νὰ συνεισφέρωσι σπουδαίαν συμβολὴν εἰς ταμεῖον, τὸ ὁποῖον σκοπὸν νὰ ἔχῃ καὶ τὴν μόρφωσιν τοῦ κλήρου καὶ τὴν μισθοδοσίαν αὐτοῦ ἐν μέρει, εἶναι ἀναντίῤῥητον. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ἐκ τοῦ προχείρου καὶ ἀπροσέκτως νὰ ἐγγίσωμεν τὰ τοῦ καθεστῶτος τῶν Μονῶν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι εὔθικτον, οὐδὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προβῇ τις εἰς οἱονδήποτε μέτρον, χωρὶς νὰ προφυλάξῃ καὶ τὰ δίκαια τῶν Μονῶν, καὶ τὰ ἱστορικὰ καὶ ἀπαράγραπτα δικαιώματα αὐτῶν. Ἐλπίζω, ἐπαναλαμβάνω, ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου ὅτι θέλομεν εὐτυχήσει νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, ἐφ’ ὧν θέλομεν προκαλέσει τὴν ψῆφον ὑμῶν. Ἀπαντῶν τέλος εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. Φιλαρέτου ὡς πρὸς τὴν χηρεύουσαν ἐπισκοπὴν Δημητριάδος, πληροφορῶ ὅτι τὸ περὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ σεβασμιωτάτου Δημητριάδος ζήτημα εὑρίσκεται ἐκκρεμὲς παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, εἶναι δ’ ἀληθές, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς περιφερείας τῆς ἐπισκοπῆς ταύτης ἐπανειλημμένως ἐδήλωσαν δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐπιθυμίαν των, ἵνα ἀπολαύσωσι ἐκ νέου τὸν ἄξιον αὐτῶν ἱεράρχην, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν παρέλειψε νὰ διαβιβάσῃ τὰς ἀναφορὰς ταύτας πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅπως αὕτη, ἐν τῇ ἁρμοδιότητι αὐτῆς, ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος ταχέως. Μετὰ τὴν μελέτην τῆς Συνόδου, ὅταν τὸ ζήτημα περιέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, τοῦτο θέλει σπεύσει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του.
§19ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς παρακαλέσω, εἶναι, νὰ φροντίσητε, ὅπως ἡ Σύνοδος θέση πέρας ταχὺ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§20ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν παράκλησίν σας ταύτην θέλω λάβει ὑπ’ ὄψιν μου, θέλω δὲ ἐνεργήσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ, ὡς ἐκ τῶν σχέσεων τῶν κεκανονισμένων μεταξὺ Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας, καὶ ἑπομένως τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον.
§21ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ δώσωσι προσοχὴν εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθησόμενα, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ, ἐπανερχόμενος ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, ἔνθα εἶχον μεταβῆ πρὸς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος, ἔλαβον ῥητὴν ἐντολὴν παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου, ὅπως παραστήσω ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, ἥτις χρῄζει εἰδικῆς μερίμνης. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἀπό τινος περιῆλθεν ἐν Φθιώτιδι εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε δὲν δύναταί τις, εἰμὴ νὰ λάβῃ μέτρα τοιαῦτα, ὥστε τὸ κακὸν ἐν τῇ ἀρχῇ αὐτοῦ νὰ ἐκριζώσῃ. Ἀφίνω ὅτι ἡ φυγοδικία πλημμυρεῖ τὸν τόπον, καὶ ἂν μέχρι τοῦδε περιωρίζοντο οὗτοι ἀποφεύγοντες τὴν δικαιοσύνην καὶ ζητοῦντες καταφύγια εἰς τὰ ὄρη καὶ τὰ δάση, σήμερον εἰς τοσοῦτον τόλμης καὶ θράσους ἔφθασαν, ὥστε οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν, εἰμὴ καθαρᾶς λῃστρικὰς πράξεις. Κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Φθιώτιδος, εἰς τοὺς ἀνατολικοὺς δήμους αὐτῆς, συνέβησαν πέντε ἕως ἕξ λῃστεῖαι· συνέλαβον ἀνθρώπους, ἐβασάνισαν αὐτοὺς, τοὺς ᾐχμαλώτισαν καὶ ἐν τέλει τοὺς ἀπέλυσαν διὰ λύτρων. Ἀλλὰ δὲν περιορίζονται μόνον μέχρις ἐδῶ, ἐτόλμησαν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πόλιν τῆς Λαμίας νὰ εἰσέλθωσί τινες ἐξ αὐτῶν νύκτωρ, καὶ νὰ παραφυλάξωσιν ἔξωθι ἐντίμου καὶ πλουσίας οἰκογενείας, ἵνα αἰχμαλωτίσωσι τὴν κόρην αὐτῆς. Ἐννοηθέντες ἐτράπησαν εἰς φυγὴν, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀνεπιτηδείου ἐνεργείας τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν, δὲν συνελήφθησαν, ἐκτὸς μόνον ἑνός. Πρέπει ὅθεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν ταύτην ἤδη, τόσῳ μᾶλλον, ἀφοῦ ἀναλογισθῇ, ὅτι ἐν Λαμίᾳ παραμένουσι καὶ ξένοι, Ἄγγλοι καὶ Γάλλοι μηχανικοὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταριθμεῖται καὶ ὁ υἱὸς ἑνὸς τῶν ἀναδόχων τῆς ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λάρισσαν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ὁ υἱὸς τοῦ Godfrey, ὁ ὁποῖος, ἀνύποπτος τῆς τοιαύτης καταστάσεως, καθὸ τέκνον εὐνομουμένου Κράτους, περιέρχεται εἰς τὰ ἀπώτατα σημεῖα μετὰ τῶν ἄλλων μηχανικῶν, ἐπανερχόμενος νύκτωρ εἰς τὴν πόλιν τῆς Λαμίας. Εἰ καὶ πολλοὶ παρῆλθον ἐνιαυτοὶ ἀφ’ ἧς ἔλαβε χώραν θλιβερὸν γεγονὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὀπισθοδρομῆσαν αὐτὴν δεκάδας ἐνιαυτῶν καὶ ἐγκολάψαν ὄνειδος ἐπ’ αὐτὴν, ἐν τούτοις αἱ ἐντυπώσεις ἐκεῖναι καὶ αἱ συνέπειαι τοῦ γεγονότος αὐτοῦ εἰσιν ἀνεξάληπτοι τῆς μνήμης ἡμῶν. Δὲν λέγω, ὅτι τοιαύτη σήμερον εἶναι ἡ κατάστασις, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως, ἐπερχομένου τοῦ ἔαρος, κατὰ τὴν φήμην τῶν συμπολιτῶν μου,—καὶ πρέπει, Κύριοι, νὰ δίδωμεν προσοχὴν εἰς τὴν φήμην, ὄχι εἰς τὴν φήμην ἐπιτελεσθέντος γεγονότος, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀποδεικνύεται ψευδὲς, ἀλλ’ εἰς τὴν προάγγελον φήμην, ἥτις κατὰ τὸ πλεῖστον ἐνέχει τὸ σπέρμα τῆς ἀληθείας,—δὲν ἠξεύρω τί ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ἰδίαν μέριμναν περὶ τούτου. Συνάμα δὲ, μετὰ τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ 2ου πεζικοῦ συντάγματος ἐκ τῆς πόλεως Λαμίας, περὶ τῆς ὁποίας ἐπηρώτησεν ἄλλοτε καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Εὐταξίας, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, εἰ καὶ ὁ λόγος τῆς μετασταθμεύσεως τοῦ συντάγματος τούτου ἦτο ἀποχρῶν, ἐν τούτοις ἔπρεπε πάντως νὰ ἀντικατασταθῇ τοῦτο δι’ ἄλλου συντάγματος, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον, τὸν λόγον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ οὐ μόνον διὰ πεζῆς, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐφίππου δυνάμεως, ἥτις εἶναι λίαν κατάλληλος εἰς πεδινὰ μέρη, πρὸς πρόληψιν καὶ καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς φυγοδικίας καὶ τῆς ἐνδεχομένης αὐξήσεως τῆς λῃστείας, καὶ ἡ ζωοκλοπὴ ἔφθασεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε δὲν γνωρίζει τις ἐν τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις, ἂν ἦναι κύριος κτηνῶν. Ἠμπορεῖ τὴν ἑσπέραν νὰ ἔχῃ εἰς τὸ ποίμνιόν του ἀριθμόν τινα ποιμνίων, καὶ τὴν πρωΐαν νὰ μὴ εὕρῃ οὐδέν. Καὶ ἐπὶ τούτου λοιπὸν θὰ προκαλέσω τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν δὲ, ὅπερ καὶ δυστυχῶς πιστεύω, καὶ μετὰ τὴν καταδίωξιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἁρμοδίας ἐνεργείας τῶν ὀργάνων αὐτῆς, τὸ κακὸν αὐτὸ, ὅπερ δυστυχῶς ἐῤῥιζοβόλησεν οὐ μόνον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Φθιώτιδος, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ νομῷ ὁλοκλήρῳ, καὶ εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἐξακολουθήσῃ, ἐπιφυλάττομαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον εἰδικὸν περὶ ζωοκλοπῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλπίζω, ὅτι τὸ κακὸν θὰ ἐλαττωθῇ καὶ ἐν τέλει θὰ ἐξαφανισθῇ, καθόσον ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ εἰδικοὶ νόμοι, οἱ γινόμενοι συνεπείᾳ τῆς ἐξεγέρσεως τῆς κοινῆς συνειδήσεως, εἰσὶ νόμοι, οἵτινες τελεσφοροῦσι καὶ ἀποφέρουσι τὰ ἀγαθὰ αὑτῶν ἀποτελέσματα. Οἱ νόμοι οὗτοι ἐνέχουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὸ αὐστηρὸν, τὸ δρακόντειον ἐν αὐτοῖς, τὸ δυσανάλογον τῆς ποινῆς πρὸς τὸ ἔγκλημα, ἀλλὰ τὸ ἀνάλογον αὐτῆς πρὸς τὴν ἔκτασιν καὶ τὰς συνεπείας αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο καρποφοροῦσι. Τοιαύτην ἔχων ἐντολὴν παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου, ὤφειλον νὰ γνωστοποιήσω ταῦτα ἐνώπιον ὑμῶν καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεριμνήσῃ πρὸς ἄρσιν τῶν αἰτίων τῆς τοιαύτης ἐκρύθμου καταστάσεως.
§22ΣΑΚΚΗΣ. Ἐκπλήττομαι, Κύριοι, ἀκούων παράπονα περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ἥτις, ὅταν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) διεμαρτυρόμεθα πάντες, ὅσοι εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήμεθα κατὰ τὴν τελευταίαν Περίοδον ἐν αὐτῇ, μετ’ ἀπαθείας ἤκουε τὰ τοιαῦτα παράπονα ἡμῶν. Ποσάκις δὲν ἀνεφέραμεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν τὰ διαπραττόμενα ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἐγκληματικὸς ἀπολογισμὸς, ὁ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δημοσιευθεὶς ὑπό τινος τῶν ἐφημερίδων τῆς πρωτευούσης, ἀνέφερε, καὶ τὰ ὁποῖα, ἂν σήμερον ἀνεγινώσκοντο ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν θὰ ἠδύναντο κἂν νὰ συγκριθῶσι πρὸς τὰ ἀναφερόμενα ὑπὸ τοῦ συναδέλφου! Ἀλλ’ ὁσάκις ἀνεφέρομεν τὰ ἐγκλήματα ἐκεῖνα, τὰ ἀληθῶς διαταράξαντα τὴν δημοσίαν τάξιν, οὐδόλως συνεκινοῦμεν τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ μέτρα κατασταλτικὰ, τοὐναντίον διὰ τῆς ἀτιμωρησίας ἐνεθάῤῥυνε τοὺς ἐγκληματίας, καὶ τὴν Ἑλλάδα ὅλην ἐπλημμύρησαν σμήνη φυγοδίκων, ἀποκλείσαντα τοὺς φιλησύχους πολίτας ἐντὸς τῶν οἰκιῶν των. Τίς ἐξ ὑμῶν δὲν γνωρίζει, ὅτι εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα ἐδικάζοντο κατὰ δεκάδας ἐν ἑκάστῃ συνεδριάσει ζωοκλοπαί; Αὐτὴ ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία εἶχε ταχθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ προστατεύῃ τοὺς ἀδικουμένους, αὐτὴ ποσάκις δὲν ἐγκλημάτισεν! Ὁ Χρυσούλης; ὁ ἐνωμοτάρχης δὲν εἶναι φονεὺς ἀθώου πολίτου; Ὁ Χρυσικόπουλος δὲν εἶναι φονεὺς ἀθώου πολίτου; Καὶ τόσα ἄλλα ὄργανα τῆς ἐξουσίας! Καὶ ταῦτα μὲν, Κύριοι, ἐγένοντο ἐν μόνῳ τῷ νομῷ τῆς Μεσσηνίας καὶ ἐν διαστήματι ἑνὸς μόνου μηνός. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ἄπειρα ἄλλα ἐγκλήματα, ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἐξουσίας διαπραχθέντα εἰς διαφόρους νομοὺς, δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὰς συμμορίας, τὰς ὁποίας ἡ ἐξουσία, ἡ τότε κυβερνῶσα, συνέστησε, διότι τὰς συμμορίας ταύτας διωργάνωσαν νομάρχαι, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἀπολύσαντες ἐκ τῶν φυλακῶν τοὺς ἐγκληματίας.
§23ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ποῦ συνέβησαν αὐτά;
§24ΣΑΚΚΗΣ. Εἰς τὰς Πάτρας. Πόσοι κατάδικοι δὲν ἀφέθησαν ἐλεύθεροι κατὰ τὰς ἐκλογάς;
§25Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πόσοι δὲν ἐξῆλθον ἐκ τῶν φυλακῶν κατάδικοι διὰ χαρίτων;
§26ΣΑΚΚΗΣ. Δίδω τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι οἱ ἐξελθόντες ἐκ τῶν φυλακῶν, εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως, ὑπέπεσαν κατ’ ἐπανάληψιν εἰς ἐγκλήματα· τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ νομοῦ μου γνωρίζω πολλούς. Τὴν κατάστασιν λοιπὸν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἡ προκάτοχος ἐξουσία τὴν ἔφερεν εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται. Ἡ σημερινὴ δὲ δημοσία ἀσφάλεια ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν τότε δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι Ἀγγλική· διότι, ἐὰν συνέβησάν που ἐγκλήματά τινα, συνέβησαν ἐκ τοῦ αἰσθήματος τῆς ἐκδικήσεως, καὶ γνωρίζω τοιαῦτα ἐν τῷ ἡμετέρῳ νομῷ, διότι ἐγκληματίαι διαπράξαντες τὰ φοβερώτερα ἐγκλήματα φαίνονται σήμερον περιφερόμενοι εἰς τὰς κεντρικωτέρας ὁδοὺς, στρίβοντες τὸν μύστακα καὶ ἐγείροντες τὴν ἀγανάκτησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνθυμοῦνται, ὅτι ἔχασαν τὸν υἱόν των ἢ τὸν ἀδελφόν των. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου ἀπὸ 30 ἐτῶν δὲν εἶχε συμβῆ φόνος, ἐπὶ τῆς προκατόχου ὅμως Κυβερνήσεως δὲν παρήρχετο μὴν, χωρὶς νὰ γείνῃ φόνος· ἀλλὰ βεβαίως, ἐὰν συγκρίνωμεν τὰ ἐγκλήματα ἐκεῖνα πρὸς τὰ συμβαίνοντα σήμερον, θὰ ἀνατριχιάσωμεν, ἔχοντες μάλιστα ὑπ’ ὄψει τὰ γλίσχρα μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ σημερινὴ διοίκησις· διότι ἐκληροδότησεν εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἡ προκάτοχος χωροφύλακας, τοὺς ὁποίους οἱ λωποδύται γυμνόνουν καὶ αἱ γυναῖκες ῥαπίζουν, καταστρέψασα τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ὅπερ εἰς πᾶν ἔθνος εἶναι τὸ ἐκλεκτότερον στρατιωτικὸν σῶμα. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος χρόνου νὰ ἀπασχολήσω πλειότερον τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἴσως πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ ὑπὸ σπουδαιοτέραν ἔποψιν, καὶ νὰ ζητήσῃ μάλιστα λόγον παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ δι’ αὐτὸ ὁμοῦ μὲ τόσα ἄλλα.
§27ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Οὐδέποτε ἐπίστευον, ὅτι ἡ ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος παράκλησίς μου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἐν Φθιώτιδι καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἤθελε δώσει ἀφορμὴν εἰς τὸν προαγορεύσαντα νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ νὰ συγκρίνῃ τὴν κατάστασιν ἐκείνην πρὸς τὴν σημερινήν. Ὁ προαγορεύσας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἤθελεν ἰδέαν περὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν, ὁπόταν ἔρχηται ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας, ἥτις εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ μειοῖ τὴν ἀξίαν τῶν λόγων τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Δὲν ἦσθε ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, διὰ νὰ ἴδητε ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, οὐδὲ ἦλθον νὰ κατηγορήσω τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἢ νὰ ἐπαινέσω τὴν προκάτοχον· ὤφειλον μόνον, ὡς ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας, ἧς ὁ ἐργατικώτατος καὶ φιλονομώτατος πληθυσμὸς ἀναξιοπαθεῖ, ὤφειλον νὰ ἐγείρω τὴν φωνήν μου ὑπὲρ αὐτῆς. Ἡ φυγοδικία ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως περιωρίζετο τοὐλάχιστον κρυπτομένη εἰς τὰ ὄρη, δὲν ἐτόλμα νὰ διαπράττῃ τοιαύτας λῃστείας καὶ ἐντὸς τῶν πόλεων αὐτῶν. Ταῦτα ἀπαντῶ εἰς τὸν προλαλήσαντα, καὶ ἀφίνω εἰς ἄλλην ἐποχὴν βραδύτερον, διότι ὁ χρόνος εἶναι ὁ ἀληθὴς φιλόσοφος, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει τὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους, ἀφίνω τότε νὰ συζητήσω μετ’ αὐτοῦ περὶ τῆς πρώην καταστάσεως καὶ τῆς ὑπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν.
§28ΣΑΚΚΗΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Χατζῖσκον, ἐὰν ὁ ἀποπειραθεὶς νὰ διαπράξῃ τὴν ἀπαγωγὴν τῆς κόρης δὲν ἦναι ὁ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος πρὸ καιροῦ ἀπήγαγε τὴν κόρην μετὰ τῆς μητρὸς, καὶ ὁ ὁποῖος τῇ προστασίᾳ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἔμεινεν ἀκαταδίωκτος.
§29ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ μὲ τὸν προαγορεύσαντα, ὁ ὁποῖος, ἀναλαβὼν νὰ ὑπερασπίσῃ, ἕνεκα ὑπερβολικοῦ ζήλου, τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, τρέπεται εἰς προσωπικά. Μάλιστα, ὁ ἴδιος τὴν ἀπήγαγεν, ἀπαντῶ, ἀλλὰ τὴν ἀπαγωγὴν ἐκείνην διέπραξε μακρὰν τῆς Λαμίας, καὶ καταδιωχθεὶς ὑπὸ τῶν ἀποσπασμάτων, ἠναγκάσθη νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν ἀπαχθεῖσαν κόρην. Δὲν γνωρίζω ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τοὺς τοιαῦτα διαπράττοντας, καὶ ὅταν ὁμιλῆτε τόσῳ γενικῶς περὶ προσώπων, ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε, ὅτι τὰ πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἀπευθύνεσθε, εἶναι ἀνώτερα τοιούτων κατηγοριῶν, διότι καὶ ἐκ πατρικῆς παραδόσεως καὶ ἐξ ἀνατροφῆς ἐσυνείθισαν ν’ ἀποτροπιάζωνται τὰ τοιαῦτα. Ἐὰν θέλητε νὰ μάθητε, τίνος φίλοι ἦσαν αὐτοί, ἔχετε τὴν ὑπομονὴν καὶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος θὰ τὸ μάθητε.
§30ΔΑΓΡΕΣ. Ἐν τῇ ἐμπορικῇ πόλει Καλαμῶν ὑπάρχει ποταμός τις, ὀνόματι Νέδων, ὁ ὁποῖος ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸ θέρος εἶναι ξηρὸς, ἀλλ’ ἐν ἐποχῇ πολυομβριῶν κατεβάζει τόσας ὕλας καὶ ὕδατα, ὥστε κατακλύζει μέγα μέρος τῆς πόλεως, κατακλύζει δ’ ἅπαντα τὰ προάστεια τῆς πόλεως, ἐν τοῖς ὁποίοις ὑπάρχουσιν ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικὰ καταστήματα οὐκ ὀλίγα. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσθη εἷς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίζετο ἡ ἐκτέλεσις ὑδραυλικῶν ἔργων, δυστυχῶς ὅμως ὁ νόμος αὐτὸς συνετάχθη καὶ ἐψηφίσθη λίαν ἐπιπολαίως. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἔθεσαν φόρον ἐπὶ τῶν διὰ τοῦ τελωνείου Καλαμῶν ἐξαγομένων προϊόντων τοῦ δήμου Καλαμῶν, σταφίδων, ἐλαίου καὶ σύκων, ἐλάχιστον ποσὸν, ἤτοι 1 δραχμὴν ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος σταφίδος; 10 λεπτὰ ἐφ’ ἑκάστου στατῆρος σύκων καὶ 20 λεπτὰ ἐφ’ ἑκάστης βαρέλας ἐλαίου. Τὸ διὰ τὸν φόρον τοῦτον εἰσπραττόμενον ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 1000 δραχμὰς ἐτησίως, ἑπομένως ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ὅλως διόλου ἄσκοπος, καὶ οὐδὲν θέλει φέρει ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· ὅλοι ἐννοεῖτε, ὅτι, ἵνα βεβαιωθῇ ὁ φόρος αὐτὸς εἰς τὸ τελωνεῖον Καλαμῶν, θὰ προκαλέσῃ μυρίας ὅσας δυσχερείας καὶ περιπλοκὰς εἰς τὸ ἐμπόριον, διότι παρουσιάζεταί τις καὶ λέγει, ὅτι τὸ προϊόν δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν δῆμον Καλαμῶν, ἀλλ’ ἀπὸ ἄλλους δήμους. Ὁ ὑπάλληλος, ὁ βεβαιῶν τὸν φόρον τοῦτον, ἀναγκάζεται νὰ ζητῇ πιστοποιητικὰ, καὶ ἐξοδεύονται ἱκανὰ πιστοποιητικὰ, διὰ νὰ βεβαιωθῇ φόρος ἐν ὅλῳ 15,000 δραχμῶν. Οἱ σπουδαιότεροι ἔμποροι τῶν Καλαμῶν ἀπηύθυναν κοινὴν ἐπιστολὴν πρὸς τοὺς Βουλευτὰς Μεσσηνίας, οὗτοι δὲ προθύμως ὑπέγραψαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν παρακαλοῦμεν νὰ ὑποστηρίξῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν πρόκειται νὰ φέρωμεν οὔτε δυσχερείας εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, οὔτε ἐξάντλησιν αὐτῶν. Ἰδοὺ δὲ τί προτείνομεν διὰ τῆς προτάσεώς μας· 10 λεπτὰ ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος ἑνετικῶν λιτρῶν ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, 5 λεπτὰ ἐφ’ ἑκάστης βαρέλας ἐλαίου καὶ 2 λεπτὰ ἐφ’ ἑκάστου στατῆρος σύκων ἐφ’ ὅλων τῶν ἐξαγομένων ἐκ τοῦ τελωνείου Καλαμῶν. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι ἀνεπαίσθητος· ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἦναι εἰς τὴν βάσιν δίκαιος, διότι φορολογοῦνται δῆμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπολαμβάνουσιν ἐκ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἀλλ’ ὁ φόρος εἶναι τόσον ἀνεπαίσθητος, ὥστε ἔχω πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς θὰ παραπονεθῇ διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἀπέναντι τῆς μικρᾶς ταύτης θυσίας αἴρονται μέγισται δυσχέρειαι τοῦ ἐμπορίου. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις καὶ ἡ ἐπιστολὴ τῶν ἐμπόρων, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἀρκετὰ πειστική. Οἱ αὐτοὶ ἔμποροι συνιστῶσι καὶ παρακαλοῦν νὰ συμπληρωθῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ τηλεγραφείου Καλαμῶν, ὅπερ ἀρκετὰ ἐργάζεται, ἀλλὰ δὲν ἐπαρκεῖ, νὰ καθορισθῇ δὲ γραμμὴ τηλεγραφικὴ ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ Καλαμῶν καὶ Κατακώλου, διότι ἐκεῖθεν δύνανται νὰ ἔχουν ἀπ’ εὐθείας τὰς ἀνταποκρίσεις των μετὰ τῆς Εὐρώπης. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω μίαν ἀλήθειαν, ὅτι μεταβὰς εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ τηλεγραφείου πρό τινων ἡμερῶν, ἔκαμα περὶ τούτου τὰς δεούσας παραστάσεις, ὅτε δὲ μετέβην κατόπιν μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Καπετανάκη, εὕρομεν σχέδιον ἕτοιμον διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς αὐτῆς ἀπὸ Καλαμῶν εἰς Κατάκωλον. Ἔχω καὶ ἄλλην πρότασιν, ἀρκετὰ σπουδαίαν. Ἡ πεδιὰς τῆς Μεσσηνίας, καθὼς ἠξεύρετε, εἶναι πεφυτευμένη ἀπὸ πολύτιμα φυτὰ, ὁσάκις ὅμως γίνεται πολυομβρία, ἡ πεδιὰς ὁλόκληρος κατακλύζεται, καὶ ὁ κατακλυσμὸς αὐτῆς συνεπάγεται τὴν καταστροφὴν τῶν προϊόντων. Ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια ἀπὸ τοῦδε, ἵνα ἀποξηρανθῇ ἡ μεγάλη αὕτη πεδιὰς, θὰ ἐπέλθῃ σῆψις τῶν προϊόντων, καὶ ἐντεῦθεν θὰ καταστραφῶσιν οἱ κάτοικοι καὶ θὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον· φαντασθῆτε, κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, διὰ νὰ κλαδεύσουν οἱ ἄνθρωποι τὰς ἀμπέλους καὶ σταφιδαμπέλους των, ἐπιβαίνουσι μονοξύλων ἐπὶ τοῦ ὕδατος καὶ τὰς κλαδεύουσι, καὶ οὐδεμία ἄλλη ἐργασία δύναται νὰ γείνῃ, κατεχόντων τῶν ὑδάτων τὸ ἔδαφος. Ἡ πολυομβρία ἦτο τοσοῦτον μεγάλη ἐφέτος, ὥστε δὲν δύνανται νὰ ἀνθέξουν οὔτε δρόμοι οὔτε περιφράγματα. Ἵνα προληφθῇ τὸ κακὸν, ἀνάγκη νὰ ληφθῇ μέτρον τι ἐπειγόντως. Διότι, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν περιμένωμεν τὴν μελέτην καὶ ἐκτέλεσιν τῶν μεγάλων ὑδραυλικῶν ἔργων Μεσσηνίας, φοβοῦμαι ὅτι θὰ περιμένωμεν ἕως τὸν ἄλλον αἰῶνα. Ἀνάγκη λοιπὸν, κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ λάβητε ἄλλην πρόνοιαν, νὰ κάμητε ὅ,τι ἐγένετο ἄλλοτε. Ὑπάρχει μία διῶρυξ μεγάλη, τὴν ὁποίαν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐκαθάριζε τὸ Δημόσιον, καὶ αὕτη ἐδέχετο ὅλα τὰ νερὰ καὶ τὰ διηύθυνεν εἰς τὴν παραλίαν, καὶ ἀπεξηραίνετο ὁ τόπος, ὁ ὁποῖος κατεκλύζετο, ὡς καὶ ἤδη. Ἡ δαπάνη τοῦ καθαρισμοῦ τῆς διώρυγος δὲν πιστεύω νὰ ἦναι μεγάλη, σχετικῶς πρὸς τὴν ὑλικὴν ὠφέλειαν τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῶν κατοίκων, ἰδίᾳ δὲ πρὸς τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίου ὑγείας, ἥτις ἄλλως θὰ προσβληθῇ σπουδαίως. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι τὸ μέρος τὸ κατακλυζόμενον ὑπὸ τῶν ὑδάτων εἶναι ὅλον ἐθνικὸν, δηλωθὲν, ἐπὶ ὅλου δὲ τοῦ μέρους τὸ Δημόσιον ἀπολαμβάνει 4 δραχμὰς δι’ ἕκαστον στρέμμα τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, εἰσπράττει δὲ τὸν ἔγγειον φόρον εἰς τὸ τελωνεῖον καὶ τὸν ἐπὶ τῶν οἴνων ἀμέσως· ποῦ καὶ ποῦ θ’ ἀπαντήσητε κἀνὲν τεμάχιον ἰδιόκτητον. Πολὺ σᾶς συνιστῶ τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπερ ἀπὸ τοῦδε δέον νὰ διαταχθῇ.
§31ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω, σχετικῶς μὲ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Δαγρὲ, ἐπειδὴ μετὰ 50 καὶ 60 ἔτη ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη ἐστερημμένη μηχανικῶν (!), νὰ σταλῶσι τοὐλάχιστον εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅλα τὰ μέλη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς καὶ τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν, ἵνα συμπληρώσωσι καὶ τὴν ἐργασίαν ταύτην, ὡς συνεπλήρωσαν καὶ τὰς ἄλλας! Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ.
§32ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Δαγρὲς, ἐπειδὴ ἡ ἐπιστολὴ τῶν ἐν Καλάμαις ἐμπόρων ἀπευθύνεται πρὸς ἅπαντας τοὺς Βουλευτὰς Μεσσηνίας, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ σπουδαίως τὴν προσοχήν της εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Ἅπαντες οἱ δῆμοι Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης βεβαίως, διὰ τῆς προτάσεως, ἣν συνυπεγράψαμεν οἱ ἐκ Μεσσηνίας Βουλευταὶ, θὰ ἐπιβαρυνθῶσιν, ἀλλ’ ἄνευ γογγυσμοῦ καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἰδιαιτέρας λύπης θὰ πληρώσουν τὸν φόρον τοῦτον, διότι πρόκειται περὶ γενικοῦ ἐν τῷ τόπῳ καλοῦ. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ ταχέως παρὰ τοῦ μηχανικοῦ προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης καὶ μετὰ πόσον χρόνον δύναται νὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον αὐτὸ, καὶ δεύτερον νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ δῆμος Καλαμῶν, ἐπειδὴ ἡ ὠφέλεια βεβαίως αὐτοῦ θὰ ἦναι μεγαλειτέρα, ἐκ τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος παρουσιάζει ὁ δημοτικὸς προϋπολογισμὸς, νὰ εἰσφέρῃ καὶ οὗτος διὰ τὴν περάτωσιν τοῦ ἔργου τούτου.
§33ΔΑΓΡΕΣ. Προνοεῖ περὶ τούτου ὁ νόμος ὁ πέρυσι ψηφισθείς.
§34ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον καὶ τὸ εἰσπραχθητόμενον ποσὸν θὰ ἦναι διπλάσιον....
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Δαγρέ;
§36ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Μάλιστα.... πρὸς δὲ καὶ ἡ βεβαίωσις περὶ τὴν φορολογίαν θὰ ἦναι ἀκριβεστέρα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, περὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Δαγρὲς ἀνέφερε, παρακαλῶ ἐπίσης τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ· τι διότι, ἐὰν δὲν λάβῃ ταχέως μέριμναν, ἀφεύκτως αἱ φυτεῖαι τοῦ δήμου Θουρίας θὰ καταστραφῶσι. Διὰ δαπάνης 30 ἢ 40 χιλιάδων δραχμῶν θὰ προλάβητε μεγαλειτέρας καταστροφάς. Οἱ χάνδακες, οἱ μέλλοντες νὰ ὀρυχθῶσι, εἶναι δύο ἢ τρεῖς, καὶ ἐπεχωματώθησαν, καθόσον ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ τοὺς ὑπαγάγῃ εἰς τὰς γενικὰς ὑδραυλικὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας θὰ ἀρχίσῃ· ἀλλὰ πρὶν ἢ ἀρχίσωσιν αὗται, αἱ φυτεῖαι θὰ καταστραφῶσι. Δὲν πιστεύω ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ κἀμμίαν ἀντίῤῥησιν· διότι ἐκ τῶν χρημάτων αὐτῶν θὰ ἀνορυχθῶσιν οἱ χάνδακες οὗτοι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ τάχιστα· διότι, ἐὰν ἡ κατάστασις αὕτη ἐξακολουθήσῃ καὶ φέτος, ὁ δῆμος Θουρίας θὰ καταστραφῇ, καὶ ἡ καταστροφὴ θὰ ἦναι ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
§37ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Οὐδὲν θὰ προσθέσω, μετὰ τὰς παρατηρήσεις τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης ἐξ ὀνόματος πάντων τῶν ἐκ Μεσσηνίας συναδέλφων· θὰ συστήσω μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἐπεῖγον τῆς προτάσεως ταύτης, διότι πρόκειται περὶ σωτηρίας ὁλοκλήρου πόλεως, τῆς πόλεως τῶν Καλαμῶν. Οἱ λόγοι ἀνεπτύχθησαν εὐρέως καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἀνάγκη λοιπὸν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις δώσῃ εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν καλὴν θέσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπως ἐπιψηφισθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, καταστῇ δὲ δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις αὐτῆς ἐν τῇ ἐφετεινῇ ἐσοδείᾳ τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ ἀρχίσωσιν αἱ ἐργασίαι ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι πρόκειται περὶ σωτηρίας, ἐπαναλαμβάνω, ὁλοκλήρου πόλεως, ἡ ὁποία ἔπαθεν ἐπανειλημμένας καταστροφὰς, ὡς ἐκ τῶν πλημμυρῶν τοῦ ποταμοῦ Νέδοντος.
§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἀνέγνων ἐν ἐφημερίσιν εἰδήσεις περὶ τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ ἐν διαφόροις πόλεσι τοῦ Κράτους καὶ ἰδίως περὶ τῆς ὑγείας τῆς φρουρᾶς Λαρίσσης. Βεβαίως δὲν εἶναι ζήτημα ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ κατακρίσεως αὐτῆς, ἐὰν αἱ καιρικαὶ περιστάσεις ἐπήνεγκον ἀσθενείας εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς τάξεις τοῦ λαοῦ ἕνεκα τῆς ἐκτάκτου δριμύτητος τοῦ χειμῶνος, ἑπομένως δὲ καὶ εἰς τὰς στρατιωτικὰς τάξεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρετηρήθη, ὅτι τὰ πλεῖστα, πάντα σχεδὸν τὰ νοσήματα, ὑπὸ τῶν ὁποίων προσεβλήθη ἰδίᾳ ἡ φρουρὰ Λαρίσσης, ἀλλὰ καὶ μέρος τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν, εἶναι νοσήματα τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργάνων, ἐγένετο ἡ παρατήρησις παρὰ τῶν ἐπὶ τούτῳ ἁρμοδίων, ὅτι τὰ νοσήματα ταῦτα ἐνσκήπτουσι, διότι, παρ’ ὅλην τὴν δριμύτητα τοῦ ψύχους καὶ τὸ ἔκτακτον τῆς ἀτμοσφαιρικῆς καταστάσεως κατὰ τὸν ἐφετεινὸν χειμῶνα, δὲν διεκόπησαν οὐδὲ πρὸς στιγμὴν αἱ ἀσκήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται ἐπὶ πολλὰς ὥρας τῆς ἡμέρας οἱ στρατιῶται ἐν ὑπαίθρῳ καὶ δὴ κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας. Ἀλλ’ εἴς τινα τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ παρετηρήθη καὶ ἐγένετο γενικῶς παραδεκτὸν, ὅτι ἡ ἐνδυμασία εἶναι τελείως ἀνεπαρκὴς, πρὸ πάντων οἱ φέροντες τὴν στολὴν τῶν εὐζώνων φέρουσιν ἐλαφροτάτην ἐνδυμασίαν, ἡ ὁποία εἶναι πάντη ἀνίκανος, ὅπως προφυλάξῃ αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ ψύχους. Συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν καὶ εἰς τοῦτο δὲν ἀντιτάσσηται οἰκονομικός τις λόγος, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα ἀφ’ ἑνὸς μὲν χορηγήσῃ, λαμβάνουσα προηγουμένως τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ γνωμοδοτήσεις, ἐπαρκεστέραν ἐνδυμασίαν εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην τοιαύτης τοῦ τε ὅπλου τῶν εὐζώνων καὶ ἄλλων σωμάτων, ἐὰν θεωρηθῇ ἀναγκαῖον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διατάξῃ τὴν διακοπὴν τῶν γυμνασίων κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦ ἔτους, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ δριμύτης τοῦ χειμῶνος· καὶ τρίτον, ὥς μοι εἶπεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἀγορεύω, ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἀξιωματικὸς διακεκριμένος, ὁ κ. Σχινᾶς, ν’ αὐξήσῃ κατὰ τι τὸ σιτηρέσιον τοῦ στρατοῦ, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ τροφὴ, ἡ διδομένη νῦν, εἶναι ἀνεπαρκὴς, ἵνα συντηρήσῃ ἐν τῷ σώματι ζωϊκὴν καῦσιν καὶ τὴν ἀπαιτουμένην θερμότητα. Ἰδιαιτέρως πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐν τῇ φρουρᾷ τῶν Ἀθηνῶν ἐξεῤῥάγη καὶ αὖθις ἡ νόσος ἰλαρὰ, καὶ ὅτι ἐξ αὐτῆς παθόντες πλεῖστοι νοσηλεύονται ἤδη εἴτε ἐν τοῖς θεραπευτηρίοις, εἴτε ἐν τῷ νοσοκομείῳ τῷ κεντρικῷ. Τὸ νοσοκομεῖον τῶν Ἀθηνῶν, ὡς πολλάκις ἐλέχθη ἐντεῦθεν, καὶ μετὰ μεγάλης θερμότητος καὶ μετὰ πολλοῦ ζήλου ἀνεπτύχθη πλειστάκις παρ’ ἀπόντος ἐφέτος, δυστυχῶς, συναδέλφου, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κοζάκη, τὸ νοσοκομεῖον, λέγω, τῶν Ἀθηνῶν, πρὸς τῇ ἀνεπαρκείᾳ αὐτοῦ τῇ κατὰ χῶρον, ἔχει καὶ ἄλλας πολλὰς ἐλλείψεις, περὶ τῶν ὁποίων ἐκεῖνος διὰ μακρῶν ὡμίλησεν. Ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ χώρου καταδείκνυται ἐναργέστατα ἐφέτος, διότι τὸ κατάστημα εἶναι ὑπερπεπληρωμένον, διότι διαιτῶνται ἐν αὐτῷ περὶ τοὺς 300 ἀσθενεῖς· διατρέχομεν δὲ τὸν κίνδυνον, ἵνα οἱ εἰσελθόντες εἰς τὸ νοσοκομεῖον πρὸς θεραπείαν ἀπὸ τῆς νόσου ἰλαρᾶς γείνωσιν ἑστία μεταδόσεως τοῦ νοσήματος καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, τοὺς μὴ ἐκ τοῦ τοιούτου νοσήματος πάσχοντας ἐν τῷ νοσοκομείῳ, καὶ τοιουτοτρόπως ἴδωμεν τὸ νόσημα τοῦτο ἐξαπλούμενον καὶ πέραν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν πόλιν, καὶ προσβάλλον ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν. Ἐπειδὴ αἱ πληροφορίαι αὗται εἰσιν ἀνησυχητικαὶ ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ὑγείαν, παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ ἡμῖν ἃς αὐτὸς ἔχει πληροφορίας — καὶ εὔχομαι αἱ πληροφορίαι αὗται νὰ ὦσι καθησυχαστικαὶ — εἴτε ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει, εἴτε ἐν ἄλλῃ τινὶ οἱᾳδήποτε, ὅταν αὐτὸς θεωρήσῃ κατάλληλον.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐν τῇ προσεχεῖ συνεδριάσει θὰ δώσω τὰς πληροφορίας ταύτας.
§40ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατά τινα διάταξιν τῆς Πολιτικῆς μας Δικονομίας, ὁ ἐκκαλῶν ἀπόφασιν Εἰρηνοδικείου ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν ὀφείλει νὰ καταβάλῃ πρὸ τῆς συζητήσεως πρόστιμον δραχμῶν 5, ὁ δ’ ἐκκαλῶν τοιαύτην πρωτόδικον ἀπόφασιν ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν ὀφείλει νὰ καταβάλῃ πρόστιμον δρ. 10. Τὸ πρόστιμον τοῦτο, ἐὰν μὲν ἡ ἔφεσις γείνῃ δεκτή, ἐπιστρέφεται εἰς τὸν καταβαλόντα, ἐὰν δὲ ἀποῤῥιφθῇ, εἰσέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἀπόφασις ἡ ἀποῤῥίψασα τὴν ἔφεσιν ἀναιρεθῇ, παραπεμφθῇ δὲ ἡ ἔφεσις εἰς ἄλλο δικαστήριον πρὸς νέαν συζήτησιν, ὁ ἐκκαλῶν ὀφείλει νὰ καταβάλῃ δεύτερον πρόστιμον διὰ τὴν ἔφεσιν αὑτοῦ; Βεβαίως ὄχι. Ἐν τούτοις ἐπικρατεῖ ἡ κακὴ ἀρχὴ μέχρι τοῦδε, ὅπως ὁ διάδικος, ὅστις ἐπλήρωσεν ἤδη ἓν πρόστιμον, ὑποχρεῶται νὰ καταβάλλῃ καὶ δεύτερον. Τοῦτο δὲ τὸ ἔπαθον ἐγὼ σήμερον. Ἐξεκάλεσα ἀπόφασιν τῶν ἐν Σπάρτῃ Πρωτοδικῶν ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου καὶ κατέβαλα τὸ ἐκ δραχμῶν 10 πρόστιμον· ἡ ἔφεσίς μου ἀπεῤῥίφθη, καὶ τὸ πρόστιμον εἰσήχθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐζήτησα τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀναιρέσας τὴν ἀπόφασιν, παρέπεμψε τὴν ἔφεσιν εἰς νέαν συζήτησιν ἐνώπιον τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν. Πρόκειται δὲ νὰ συζητηθῇ αὕτη μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Ἀλλ’ ὁ γραμματεὺς τῶν Ἐφετῶν μοὶ ἐζήτησε νὰ καταβάλω νέον πρόστιμον, διότι ἄλλως ἡ ἔφεσίς μου θὰ θεωρηθῇ ἀπαράδεκτος. Ἠναγκάσθην ἑπομένως, πιεζόμενος ἐκ τῆς ἐκνόμου ταύτης ἀπαιτήσεως, νὰ καταβάλω καὶ πάλιν τὰς 10 δραχμάς. Φρονῶ ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη τοῦ γραμματέως εἶναι ἄδικος, καὶ δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον. Βεβαίως εἶναι συμφέρουσα ἡ τοιαύτη τακτικὴ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ εἶναι βλαβερὰ καὶ ἐπιζήμιος εἰς τὸ ταμεῖον τῶν ἰδιωτῶν.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§42ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλετε, σᾶς φέρω αὔριον τὸ γραμμάτιον τῆς πληρωμῆς, καὶ τότε θέλετε μὲ πιστεύσει.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Ἠδύνασθε νὰ καταβάλητε τὸ πρόστιμον ἑκουσίως, ἀλλ’ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ σᾶς βιάσῃ εἰς τοῦτο.
§44ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος μοὶ λέγει, ὅτι ἠδυνάμην νὰ τὸ καταβάλω ἑκουσίως, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὲ βιάσῃ κανείς. Ὅταν ὁ γραμματεὺς μοὶ λέγει, ὅτι «αὐτὴ εἶναι ἡ καθιερωμένη ἀρχή, καὶ ἂν δὲν καταβάλητε τὰς 10 δραχμὰς, θὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἔφεσίς σας», ὤφειλον νὰ τὰς καταβάλω· διότι, ἐὰν δὲν κατέβαλλον τὰς 10 δραχμὰς καὶ ἀπεῤῥίπτετο ἡ ἔφεσίς μου, ὁ κ. συνάδελφος δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ μὲ προστατεύσῃ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγωμεν ἐνταῦθα λόγους, πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν καὶ τὰ πράγματα, πῶς ἔχουσι.
§45ΡΑΛΛΗΣ. Εἴχετε τὸ παλαιὸν γραμμάτιον.
§46ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἰσχυρίσθην αὐτό· εἶπον ὅτι τὸ πρόστιμον εἶναι ἓν καὶ μόνον διὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς ἐφέσεως. Πρόκειται ἤδη νὰ συζητηθῇ ἐκ νέου ἡ αὐτὴ ἔφεσις, διὰ τὴν ὁποίαν κατεβλήθη τὸ πρόστιμον· πῶς λοιπὸν ἐκ δευτέρου θὰ καταβάλω αὐτό; Ὁ γραμματεὺς ὅμως ἐπέμενε, καὶ ἐγὼ ὑπεχώρησα. Παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὰς προσηκούσας διαταγὰς εἰς πάντας τοὺς γραμματεῖς, ὅπως παύσῃ τοῦ λοιποῦ ἡ τοιαύτη τακτική. Ἀρκετὰ βαρὺς εἶναι ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου, ἀρκετὰ βαρύνονται οἱ προσερχόμενοι εἰς τὰ δικαστήρια, ἀρκετὰ περιμένουσι τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην ἐν Ἑλλάδι καὶ δὲν τὴν εὑρίσκουσιν οὔτε αὐτοὶ οὔτε τὰ τέκνα των. Μὴ θέλετε νὰ τοῖς προσθέσητε καὶ ἄλλο βάρος, τὸ ὁποῖον εἶναι καθαρὰ ἀδικία.
§47ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπεν, ὅτι τοιαύτη ἐπικρατεῖ ἀρχή;
§48ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα καὶ κατέβαλον τὸ πρόστιμον. Ἀπὸ καλωσύνην μου βεβαίως ὄχι.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Εὐταξίας κατέθεσε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: «1) Πόσα παραχωρητήρια ἔχουσιν ἐκδοθῆ μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος. «2) Πόσα καθυστεροῦσιν ἀκόμη. «3) Πόσων ἐξ αὐτῶν ἐγένετο ἤδη ἡ ἐκκαθάρισις τῶν προσωρινῶν δόσεων καὶ πόσων καθυστερεῖ αὕτη ἔτι.» Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου πρὸς συμπλήρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ ΑΧΜΒʹ νόμου τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1888 διὰ τὰς λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ἀπαλλοτριώσεις καταλαμβανομένων κτημάτων. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§50Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, ἐνθαῤῥυνόμενος ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὀρθῶς ποιοῦσα, κατὰ τὴν συζήτησιν νόμων τινῶν ἀπέδειξεν, εἰς δύο τοὐλάχιστον νομοσχέδια, ὅτι εἶναι διατεθειμένη νὰ ὠφελῆται ἐνίοτε ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις τῶν Βουλευτῶν, τολμῶ νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι παρατηρήσεις τινὲς ἐπὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν κρίσιν μου ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει καὶ ἐπέλθῃ βελτίωσίς τις εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ῥιζικωτέρα ὠφέλεια. Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ ἡ μέλλουσα ἴσως, εὑρίσκει ἓν καθεστὸς, ἓν προηγούμενον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προηγουμένου ἐκείνου βαδίζει, πιεζομένη δὲ ἐξ ἄλλων ὑπηρεσιῶν, σπεύδει νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια. Ἀλλ’ ὡς πολλάκις ἀνεπτύξαμεν, τὸ νομοθετικὸν ἔργον ἀπέχει τοῦ ἐλέγχου τοῦ βουλευτικοῦ, ἑπομένως πρέπει νὰ γίνηται εὐρεῖα ἡ συζήτησις, ἵνα τὰ νομοθετικὰ ἔργα ὦσιν ἀντάξια τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς κακοδαιμονίας ἡμῶν εἶναι ἡ ἀτελὴς νομοθετικὴ ἐργασία. Παρετηρήθη πολλάκις, ὅτι νόμος ψηφιζόμενος εἰς τὴν μίαν Σύνοδον τροποποιεῖται ἢ καταργεῖται εἰς τὴν ἄλλην καὶ ἐπανέρχεται εἰς τὴν τρίτην, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς ὀργανικὸν νόμον θεμελιώδους διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τῆς ἀναγομένης εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν. Δὲν θεωρῶ ἐπάναγκες νὰ εἰσέλθω εἰς μακρὰν ἀνάπτυξιν τοῦ ἱεροῦ ἀληθῶς δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν εἶναι ὁμολογουμένως ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστα· ἀλλ’ ἀτυχῶς οἱ ὀργανικοὶ νόμοι κατέστησαν προβληματικὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Πρὶν ἢ ἰσχύσῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, τὰ περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἰδιοκτησίας λόγῳ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν εἶχον κανονισθῆ, ὡς γνωστὸν, διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 9 Ἀπριλίου 1836, συμπληρωθέντος διὰ τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1836, τοῦ ἔχοντος ἐπιγραφὴν «Περὶ προσθήκης εἰς τὸ περὶ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν διάταγμα». Ἐπῆλθε τὸ διάταγμα τὸ νομοθετικὸν τῆς 5ης Ἰουνίου 1842 «Περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν περὶ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν διατάξεων ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς τοῦ βασιλείου πόλεις, κώμας καὶ χωρία». Συνεπληρώθησαν δὲ τὰ περὶ σχεδίου τῶν πόλεων καὶ κωμῶν διὰ τοῦ νόμου τῆς 20 Ἀπριλίου 1867. Ἀλλ’ ὀλίγους μῆνας βραδύτερον ἐδόθη μεγαλειτέρα ὤθησις εἰς τὰ τῆς ὁδοποιΐας διὰ τοῦ γνωστοῦ νόμου τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867, καὶ εἶναι οὗτος ὁ πρῶτος νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτίθετο ἡ βάσις, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ γίνωνται αἱ ἀπαλλοτριώσεις τῆς ἰδιοκτησίας, προκειμένου λόγου περὶ ὁδῶν οὐχὶ ἐντὸς τῶν πόλεων. Μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ὅπερ ἀνέγραψε τὴν γνωστὴν διάταξιν περὶ ἰδιοκτησίας ἐν ἄρθρῳ 12, ἥτις ἐλήφθη, ὡς γνωστὸν, ἐκ τοῦ 11ου ἄρθρου τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, καὶ ἐκεῖνο ἐκ τοῦ ἄρθρου 545 τοῦ Γαλλικοῦ ἀστικοῦ νόμου, μετὰ τὴν ἀναγραφὴν, λέγω, τῆς διατάξεως ταύτης ἦτο ὑποχρεωτικὴ ἡ προηγουμένη ἀποζημίωσις, ἡ δὲ διάταξις αὕτη ἐπανελήφθη καὶ εἰς τὸ 17ον ἄρθρον τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος τοῦ 1864. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔφερε δυσχερείας εἰς τὴν κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, καὶ πολλάκις ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐσκέφθη, κατὰ τίνα τρόπον ἠδύνατο νὰ συμβιβάσῃ ἀφ’ ἑνὸς τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκτελέσεως δημοσίων ἢ δημοτικῶν ἔργων. Ὁ νόμος τοῦ 1867 ἔθηκε γενικάς τινας βάσεις, αἵτινες ὅμως δὲν ἱκανοποίουν ἐπαρκῶς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Συντάγματος. Ἐπῆλθον ἔκτοτε πολλοὶ νόμοι, ἢ μᾶλλον περίσσεια νόμων διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν κινητῶν καὶ ἀκινήτων, καὶ ἰδίως περὶ ἀκινήτων παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη. Ἀναγράφουσιν ἑκάστοτε καὶ διάταξίν τινα, διὰ τῆς ὁποίας προσπαθοῦσι νὰ συμβιβάσωσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπαλλοτριώσεως, τὴν ἐπιβαλλομένην ἐξ ἀνωτέρων λόγων. Οὕτως ἔχομεν πληθὺν, δεκάδα ἴσως, νόμων, ἐκ τῶν ὁποίων ὅμως ὁ σπουδαιότερος εἶναι, ὡς εἶπον, ὁ νόμος τοῦ 1867, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὁδούς· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ σχέδια, ἔμειναν ἐν ἰσχύϊ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ εἶπον. Ὁ νόμος τοῦ 1867 ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου τῆς 24 Δεκεμβρίου 1887. Ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος οὗτος δὲν ἔλαβε γενικόν τι μέτρον, προνοήσας μόνον περὶ ἔργων τινῶν, ἤτοι διὰ τὴν διευθέτησιν χειμάῤῥων καὶ ποταμῶν, ἀποξήρανσιν ἑλῶν, διοχέτευσιν ὑδάτων, καὶ ἀποστράγγισιν γαιῶν. Καὶ οὗτος, ὡς βλέπετε, ἦτο εἰδικός. Ἐπῆλθε δὲ ἀκολούθως ὁ νόμος τῆς 4 Ἰανουαρίου 1888, ὅστις ὁμολογουμένως, ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς προηγουμένους, ἔχει διατάξεις τινὰς καλλιτέρας καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐτροποποιήθη ὁ νόμος τοῦ 1867 ὡς πρός τινας διατάξεις. Ἐνταῦθα εὑρισκόμεθα. Ἡ δὲ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἐκ λόγων, τοὺς ὁποίους ἐκθέτει εἰς τὴν αἰτιολογικήν της ἔκθεσιν, ζητεῖ τὴν τροποποίησιν διατάξεών τινων τοῦ τελευταίου νόμου. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ ἀνάγκη ἦναι τοσοῦτον ἐπείγουσα, ὥστε ἡ ὑπηρεσία ν’ ἀπαιτῇ κατεπειγόντως τὴν ψήφισιν νομοθετήματός τινος, ἱκανοποιοῦντος ὅπως δήποτε τὴν παρουσιαζομένην ἀνάγκην καὶ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ἐξηγουμένην. Ἐὰν ὅμως ἦτο δυνατὸν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, θὰ τὸ προετίμων· θὰ ἐπρότεινον δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν, ἥτις, μελετῶσα ὅλους αὐτοὺς τοὺς νόμους τοὺς ὀργανικοὺς, τὰς κατεσπαρμένους τῇδε κἀκεῖσε καὶ ἀγνώστους εἰς πολλοὺς, νὰ συντάξῃ ὀργανικὸν νόμον, κανονίζοντα γενικῶς τὰ περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἰδιοκτησίας λόγῳ δημοσίας ἢ δημοτικῆς ἀνάγκης. Παραπονούμεθα, Κύριοι, καὶ δικαίως, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος προσκόπτει, ἀλλ’ εἶναι πασιδηλότατον πλέον, ὅτι τὰ προσκόμματα προέρχονται ἐκ τῶν ὀργανικῶν νόμων, εἶναι δὲ ἀνάγκη βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ν’ ἀρχίσωμεν ἔργον ἐπίπονον καὶ δύσκολον, δὲν ἀρνοῦμαι, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαιότατον. Μελετῶντες, Κύριοι, τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τῶν ἄλλων συνταγματικῶν πολιτευμάτων, εὑρίσκομεν ὅτι ἐπὶ διατάξεων τοσούτῳ θεμελιωδῶν, οἵα εἶναι ἡ διάταξις περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἰδιοκτησίας λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ἐψηφίσθησαν νόμοι εἰδικοὶ ὀργανικοί. Καὶ ἀναφέρω ὡρισμένως, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἐψηφίσθη ὁ νόμος τῆς 3 Μαΐου 1841, ὅστις ἐκανόνισεν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαλλοτριοῦται ἡ ἰδιοκτησία. Ἐν Γαλλίᾳ μάλιστα, Κύριοι, δὲν ἠρκέσθησαν κἂν εἰς τὴν ἀνάμιξιν τῆς δικαιοσύνης πρὸς κανονισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ἀνέθηκεν τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀποζημιώσεως εἰς δικαστήρια ἐνόρκων· ὑπάρχει ἔνορκον δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἀξίας τῶν ἀπαλλοτριουμένων ἀκινήτων. Ἐν Ἰταλίᾳ βραδύτερον ἐψηφίσθη ὁ καὶ τελειότερος θεωρούμενος νόμος τῆς 25ης Ἰουνίου 1865. Ἀμφότεροι οἱ νόμοι οὗτοι ἔχουσι πολλὰς διατάξεις, ἀξίας λόγου. Θὰ ἦτο λοιπὸν ἐπιθυμητὸν, ἐὰν λόγος κατεπείγων δὲν ἐπέβαλλε τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου τοῦ 1888, νὰ ἐσκέπτετο ἡ Κυβέρνησις, εἰ δυνατὸν, νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον νόμον, ἀναγκαιότατον ἤδη μάλιστα, ὅτε τὰ τῆς συγκοινωνίας ἤρχισαν νὰ λαμβάνωσιν ἀνάπτυξιν. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ κύριοι ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοὶ, ἀμφότεροι εἰσαγαγόντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ὡς πρὸς αὐτό. Ὁ νόμος τοῦ 1888, ὁ τροποποιήσας, ὡς εἶπον, τὸν νόμον τοῦ 1867, ἐπὶ λέξει ἀναγράφει, ὅτι «ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν γαιῶν καὶ κτημάτων ἐνεργεῖται ὑποχρεωτικῶς ἐπὶ ἀποζημιώσει, κανονιζομένῃ ὑπὸ τριμελοῦς ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἀπὸ τὸν νομάρχην, ἢ τούτου κωλυομένου, ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον εἰρηνοδίκην, τὸν μηχανικὸν καὶ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον τῆς περιφερείας, εἰς ἣν ὑπάγεται τὸ κτῆμα.» Τὴν διάταξιν ταύτην οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ζητοῦσι νὰ μεταβάλωσι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, πληροφορηθέντες ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι παρουσιάζεται ἡ δυσχέρεια, ὅπως ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας τὰ πρόσωπα, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1888, ἐκτιμήσωσι τὴν ἀποζημίωσιν, ἵνα γείνῃ ἡ κατάληψις. Νομίζουσιν, ὅτι διὰ τῆς προτεινομένης διατάξεως, τῆς εὐκολίας δηλαδὴ, ἥτις ἐπέρχεται εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα ἐκεῖνος κανονίζῃ τὴν ἐπιτροπὴν δι’ ὑπαλλήλων βαθμοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως, ἀλλ’ οἱωνδήποτε, νομίζουσι, λέγω, ὅτι φέρουσι τὴν θεραπείαν. Νομίζω, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει, ἀφοῦ ἅπαξ ἐπρότειναν εἰς τὴν Βουλὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου τοῦ 1888, νὰ τροποποιήσωσι ῥιζικώτερον τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ἡ τριμελὴς αὕτη ἐπιτροπὴ, ἥτις προκαταρκτικῶς ἐκτιμᾷ, σύγκειται ἀπὸ ὑπαλλήλους, ὁ δὲ δικαιούμενος εἰς ἀποζημίωσιν οὐδόλως ἀντιπροσωπεύεται ἐν αὐτῇ. Τὸ μέτρον τοῦτο εὑρίσκω ἄδικον. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω δικαιότερον, ἀλλὰ καὶ πρακτικώτερον, διότι ἀντὶ τριῶν ὁρίζει δύο πραγματογνώμονας, καὶ διότι ὡς βάσις τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τοῦ 1836 λαμβάνεται τὸ ὅτι οὐ μόνον τὸ Δημόσιον, ὅπερ ὀφείλει νὰ πληρώσῃ, ἀλλὰ καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, ὅστις πρόκειται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του, ἔχει δικαίωμα νὰ προτείνῃ πραγματογνώμονας. Θὰ ἦτο λοιπὸν προτιμότερον, ἀντὶ τῶν τριῶν πραγματογνωμόνων, νὰ ὑπάρχωσι δύο, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ ὁρίζῃ ἐπὶ ὡρισμένῃ συντόμῳ προθεσμίᾳ καὶ καθ’ ὡρισμένην διαδικασίαν, ὁ ἰδιοκτήτης τὸν ἕνα, μὴ ὁρίζων δὲ ἐντὸς τῆς ὡρισμένης προθεσμίας, νὰ στερῆται τοῦ δικαιώματος τούτου, καὶ νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀντικαταστάτης του εὐθὺς διὰ τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ παρατήρησίς μου αὕτη δὲν ἤθελε θεωρηθῆ χρήσιμος, τολμῶ νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅτι διὰ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον λαμβάνει, ἐπὶ καλῷ βεβαίως σκοπῷ, δύναται νὰ ἀνοιχθῇ θύρα, — διότι ὁ νόμος γίνεται αἰώνιος, — δύναται, λέγω, νὰ ἀνοιχθῇ θύρα κακή. Βεβαίως πρέπει νὰ τείνωμεν ἀποκεντροῦντες τὰς ἐξουσίας, ἃς ἔχουσιν οἱ Ὑπουργοὶ, καὶ διὰ τὸ καλὸν τοῦ τόπου καὶ διὰ τὴν ἡσυχίαν αὐτῶν τῶν ἰδίων κ. κ. Ὑπουργῶν, καὶ διὰ τὴν ἡσυχίαν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν καὶ διὰ τὴν ὠφέλειαν αὐτοῦ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὅταν ἐκ τοῦ νόμου ἦναι ἀναγεγραμμένα τὰ πρόσωπα τῶν ἐκτιμητῶν, εἶναι ὀλιγώτερον τὸ κακὸν, παρὰ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων, διότι καλῇ τῇ πίστει καὶ διὰ τῆς ὑπηρεσίας δύναται νὰ συστηθῇ καὶ νὰ ὁρισθῇ ὡρισμένος ὑπάλληλος, φέρων βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως, διότι τοῦτο ἀρκεῖ. Ὁ πρῶτος νόμος τοῦ 1888 παρεῖχε περισσοτέρας ἐγγυήσεις, διότι ὡρίζετο ὁ νομάρχης, καὶ τούτου κωλυομένου, ὁ εἰρηνοδίκης, ὁ μηχανικὸς καὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, ἐνῷ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὁρίζεται εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ἢ νομομηχανικὸν οἱονδήποτε, ἀπὸ ἕνα ὑπάλληλον οἰκονομικὸν καὶ ἕνα διοικητικὸν οἱονδήποτε· ὥστε, μ’ ὅλας τὰς καλὰς προθέσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς, δύναται νὰ προσκόψῃ καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου. Αὐτὰς τὰς τὰς παρατηρήσεις καὶ μόνας εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις, ἂν θεωρήσῃ καλὸν, ἂς λάβῃ οἷας θελήσῃ. Δὲν ὑποβάλλω ὅμως τροπολογίαν οὔτε ἐπὶ τοῦ πρώτου οὔτε ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, σχετικῶς πρὸς ὅσα πρόκειται νὰ εἴπω, διότι τὸ θεωρῶ περιττόν· ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ διατυπώσῃ καθ’ οἱονδήποτε νομίσῃ τρόπον, ἐάν τι ἐξ αὐτῶν νομίσῃ χρήσιμον. Τὸ ἄρθρον 2 δὲν καινοτομεῖ, νομίζω· ὁρίζει μόνον περὶ τοῦ πρακτέου μετὰ τὴν ἐντὸς ὀκταημέρου δήλωσιν τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἀλλ’ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1888 εὑρίσκω κενὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ γεννήσωσι δίκας καὶ ἀμφισβητήσεις· ἀφοῦ δὲ ἡ δικαιοσύνη βαδίζει τόσῳ βραδέως, εἶναι καλὸν διὰ τῶν νόμων ἡμῶν νὰ συντελῶμεν εἰς τὴν μείωσιν τῶν δικῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 ὁρίζεται ὀκταήμερος προθεσμία ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα γείνῃ ἡ κατάληψις τοῦ ἀκινήτου. Ἐγὼ διαφωνῶ ῥιζικῶς, ὡς εἶπον, ὡς πρὸς τὰ ἰσχύοντα, διότι νομίζω, ὅτι ὅλως διόλου κατ’ ἄλλον τρόπον ἠδύναντο νὰ κανονισθῶσι ταῦτα· εὑρίσκω ὅμως κενὸν, διότι, ἂν πρόκηται περὶ ἀνηλίκου, πῶς ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν θέλει εἶσθαι δυνατὸν ν’ ἀποφανθῇ νομίμως ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ περὶ παραδοχῆς τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης; Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, διατὶ ἀφαιρεῖτε ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον τὴν ἰδιοκτησίαν του, μονομερῶς ἐκτιμῶντες καὶ μὴ πληρώνοντες; Ὁ νόμος δὲν προβλέπει ἐπίσης, τί γίνεται περὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, περὶ τῶν ἀγνώστου διαμονῆς. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας περὶ ἐπιδόσεως, ἀλλὰ πρόνοιά τις δύναται νὰ ληφθῇ. Ἀκόμη καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀποστάσεως ἡ αὐτὴ προθεσμία τίθεται διὰ τὸν μένοντα ἐν Ἀθήναις, ἡ αὐτὴ καὶ διὰ τὸν μένοντα εἰς Τρίκκαλα, καὶ ἂν συμπέσῃ χειμὼν, ὁ συμπολίτης μας θέλει ἀπολέσει τὴν ἰδιοκτησίαν του ἄνευ εἰδοποιήσεως προσηκούσης.
§51ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ τὴν ἀπολέσῃ, διότι θὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια.
§52Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Γνωρίζετε, κύριε συνάδελφε, διττῶς συνάδελφε, τί συμβαίνει εἰς τὰ δικαστήρια· θὰ γεννηθῇ μία δίκη, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωσι κληρονομίαν οἱ ἔγγονοί του. Ἡ ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία δίδεται ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἐπιτροπὰς, δὲν εἶναι σχεδόν ποτε ἡ δικαία· διότι θὰ ἦναι πολὺ ὑπέρογκος καὶ ἄδικος διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἕνεκα πλαγίων μέσων, τὰ ὁποῖα σπανίως δυνάμεθα νὰ πολεμήσωμεν, ἢ τοὐναντίον ἀπὸ ὑπέρμετρον ζῆλον—καὶ τοῦτο συμβαίνει συνήθως—δύναται ὁ ἰδιοκτήτης νὰ στερηθῇ τοῦ μεγαλειτέρου μέρους τῆς ἰδιοκτησίας του. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑποβάλλω τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νομίζω, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πολὺ τὸ κατεπεῖγον, δύναται νὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ ψηφισθῇ δὲ εἷς ὀργανικὸς γενικὸς νόμος, σύμφωνα πρὸς τὰς ἀνάγκας, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν θεωρηθῶσιν αἱ παρατηρήσεις μου ὠφέλιμοι, δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει.
§53ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§54Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζων ὅτι εἰς τὰς ἐργασίας μας ἠδύνατο νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ τοῦ καθαρῶς νομοθετικοῦ ἔργου ἡμῶν καὶ τοῦ βουλευτικοῦ ἐλέγχου, δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω οὐχὶ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ πολλῷ πλείονα· ἀφοῦ ὅμως, πολεμοῦντες τὰ ὅσα ἐγὼ πρὸ μικροῦ ἐπρότεινα, θέλετε νὰ μεταπηδήσωμεν εἰς τὸν βουλευτικὸν ἔλεγχον, σᾶς ἀτενίζω. Εἶναι ἀληθῆ, ἀληθέστατα, ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος εἶπε περὶ τῆς καταπατήσεως τῆς ἀσυστόλου τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀληθέστατον, ὅτι οἱ ὀργανικοὶ νόμοι γίνονται καὶ ἐφαρμόζονται κομματικῶς. Μεθ’ ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος πρὸ μικροῦ εἶπεν, ἐὰν ἐνόησα τὴν ὁμιλίαν του, κατέληξεν, ὅτι οἱ νόμοι εἶναι περιττοὶ, ἀρκεῖ εἰς ἡμᾶς μία καλὴ πρόθεσις τῶν κατὰ καιροὺς κυβερνητῶν. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, ὑπάρχῃ μία συνταγὴ, ἥτις νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐλπίδα ταύτην, ἤθελον προτείνει καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάργησιν παντὸς νόμου. Ἀκριβῶς ὅμως διότι καὶ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ διότι οἱ Ὑπουργοὶ περιστοιχοῦνται ὑπὸ τῶν ὑποδεεστέρων ὀργάνων, καὶ διότι ἄλλοτε μὲν ἕνεκα κομματικῶν λόγων καὶ ἄλλοτε ἐν καλῇ πίστει γίνονται τὰ θύματα εἴτε τῆς ὑπηρεσίας εἴτε τῶν πολιτικῶν φίλων, οἱ ὁποῖοι πάλιν περιστοιχοῦνται ἀπὸ κομματάρχας καὶ ἄλλους, δι’ αὐτὸ ὑπάρχουσι νόμοι, οἵτινες δένουσι τὰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἀρκῆται εἰς τὴν γενομένην ὑπουργικὴν μεταβολὴν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι, ὡς ἐπὶ τῆς τέως Κυβερνήσεως, καὶ ἐπὶ τῆς νῦν ἐξακολουθεῖ τὸ αὐτὸ σύστημα· διότι εἰς μίαν πόλιν τοῦ ὑμετέρου νομοῦ, κύριε συνάδελφε, ἀκριβῶς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τῆς 14 Ὀκτωβρίου ἔλαβε χώραν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν συνηγορεῖ καθόλου ὑπὲρ τῶν λόγων σας, καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἰδιοκτήτης οἰκίας ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ ἔλαβεν ἄδειαν, ὅπως οἰκοδομήσῃ, καὶ βασιζόμενος εἰς τὴν ἐπισήμως δοθεῖσαν αὐτῷ ἄδειαν, κατεδάφισε τὴν οἰκίαν του, συνεβλήθη μετὰ ἐργολάβου καὶ ἤρξατο οἰκοδομῶν· ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ ἠθικὴ ἐπανάστασις τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, γείτων δέ τις ἰσχυρὸς, μὴ ἀρεσκόμενος εἰς τὸ ὑπάρχον τότε σχέδιον, διὰ τηλεγραφήματος ἴσως ἢ δι’ ἁπλῆς παρακλήσεως κατώρθωσε καὶ μετέβαλε τὸ σχέδιον ἐκεῖνο, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης ἐκεῖνος καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη τροποποιηθῇ τὸ σχέδιον, ἄνευ ἐγγράφου διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, παρεμποδίζεται εἰς τὸ ἔργον του, ἕως ὅτου δοθῇ ὁ καιρὸς νὰ τροποποιηθῇ τὸ σχέδιον. Ζητεῖ δικαιοσύνην ὁ πολίτης ἐκεῖνος καὶ συμπολίτης σας καὶ ἐκλογεύς σας, καὶ δὲν εὑρίσκει. Γνωρίζω ὅτι εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἔγκειται τὸ δικαίωμα τῆς μεταβολῆς τοῦ σχεδίου τῶν πόλεων, γνωρίζω ὅμως, διότι καλῶς ἐμελέτησα, ὅτι πᾶσα μεταβολὴ σχεδίου μετὰ τὴν δοθεῖσαν ἄδειαν ἐπιφέρει ζημίας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Καὶ ὁ ἰδιοκτήτης ἐκεῖνος, ὁ ἀδικηθεὶς, ὅστις, ἐπὶ τῇ βάσει ἀδείας τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν κατεδαφίσας τὴν οἰκίαν του, ἐζημιώθη ὄχι ὀλίγον καὶ κατεστράφη, κατέφυγεν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ θὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν του. Καὶ ὁ μὲν κομματάρχης τῆς 14ης Ὀκτωβρίου ἱκανοποιήθη, διότι μετεβλήθη τὸ σχέδιον, ἀλλὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα.
§55ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος δὲν γνωρίζει περὶ τίνος πρόκειται· ἐπειδὴ ἐγὼ γνωρίζω, θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Φιλάρετον. Τὸ σχέδιον ἐκεῖνο καλῶς διωρθώθη, καὶ ἄριστα ἔπραξεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ τὸ διορθώσῃ, καθόσον ἡ πόλις Πύργου, τὴν ὁποίαν ὑπαινίσσεται ὁ κ. Φιλάρετος, κατεστραβώθη διὰ τῶν προηγουμένων σχεδίων, καὶ ἐπειδὴ τὸ σχέδιον ἦτο στραβὸν καὶ ἡ οἰκία ἐκείνη ἔκειτο ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁδοῦ, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἢ νὰ ἀποκόψῃ τὸ ἐν τῇ ὁδῷ ἐξέχον μέρος, ὅπως γείνῃ εὐθεῖα ἡ ὁδός. Λυποῦμαι δὲ, διότι συνηγορῶ ὑπὲρ ἐκείνου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ συνηγόρουν, ἐνῷ ἐξ ἐναντίας συνηγόρησα ὑπὲρ τοῦ ἀδικηθέντος, καὶ τὸ ὁμολογῶ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπέβλεψεν εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ ἰσχυροῦ κομματάρχου, ὡς λέγει ὁ κ. Φιλάρετος· ὁ ἰσχυρὸς ἐκεῖνος κομματάρχης ὑπηρέτησε τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν ἄνευ τινὸς ἀξιώσεως, ἐξ ἐναντίας ἠθέλησε νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, μόνον καὶ μόνον διότι ἐφρόνει, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ἦτο ἀρεστὴ εἰς τὸν τόπον, ὄχι ὅμως καὶ ὅτι, διότι ὑπηρέτησε τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἐζήτησεν ὡς ἀντάλλαγμα τὴν τροποποίησιν τοῦ σχεδίου· τοῦτο τὸ ὑπέβαλεν ἡ ὑπηρεσία, ἐὰν δὲ ἄλλος ἰσχυρὸς κομματάρχης τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἶχε στρεβλώσει τὸ σχέδιον, δὲν εἶναι κατακριτέα ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, διότι τὸ διώρθωσε.
§56ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι καλὸν νομίζω νὰ δυσφημῶνται ἄνθρωποι καὶ Κυβερνήσεις ἀπὸ ἔντιμον ἀληθῶς συνάδελφον, μὴ γνωρίζοντα καλῶς τὰ πράγματα. Ἂν ὁ κ. Φιλάρετος σήμερον ἐπληροφορήθη τοιαῦτα πράγματα, ὅπως σήμερον παρέστησεν αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἐὰν ἐπεσκέπτετο τὴν πόλιν μας, ἐὰν τὸ μέρος ἐκεῖνο ὁ ἴδιος ἔβλεπε, θὰ ἤρχετο ἱκετεύων καὶ παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορθώσῃ μίαν ἀσχημίαν, τὴν ὁποίαν κομματικὴ πάλη καὶ φατρία, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της μόνον τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον καὶ ὄχι τὸ κοινὸν τοῦ τόπου, ἄλλοτε ἐδημιούργησεν. Ὅστις ἐξ ὑμῶν ἐπεσκέφθη τὴν πόλιν τοῦ Πύργου βεβαίως ἐλυπήθη, βλέπων τὸν ὡραῖον ἐκεῖνον τόπον καταστραφέντα ἐντελῶς ἕνεκα τῆς καταστροφῆς τοῦ σχεδίου. Τοιαύτη τις τοῦ σχεδίου παραμόρφωσις εἶχε γείνει ἀκριβῶς εἰς εὐθεῖαν ὁδὸν, ἄγουσαν πρὸς τὸ νεκροταφεῖον τῆς πόλεως, μίαν τῶν καλλιτέρων ὁδῶν τοῦ Πύργου, καταστρέφουσα ἐντελῶς τὴν ὁδὸν ταύτην. Ἡ γωνία τοῦ οἰκοπέδου ἐκείνου ἀπέκλειε τὴν θέαν εἰς πάντα ἄνθρωπον καὶ ἐστένευε τὴν ὁδὸν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο καταπληκτικῶς. Διότι διωρθώθη τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ διότι ὁ ἐνδιαφερόμενος ἐβλάβη, μὴ δυνηθεὶς νὰ καταστρέψῃ τὴν ὁδὸν, ὡς προὐτίθετο νὰ ἐπιτρέψῃ αὐτῷ ἡ πρώην Κυβέρνησις, χάριν τῆς πολιτικῆς, ἕπεται ὅτι ἐζημιώθη ἀδίκως καὶ παρὰ τὸν νόμον; Παρεπονέθη εἰς τὸν κ. Φιλάρετον, ἀλλ’ οὗτος ὤφειλε, πρὶν ἢ ἀποδώσῃ μομφὴν εἰς συνάδελφόν του, νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν τόπον, νὰ ἴδῃ τὰ πράγματα καὶ τότε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ὑποθέσεως. Οὕτω, Κύριοι, νομίζω, ἀπὸ ἀγαθοῦ συνειδότως πρέπει νὰ ἐνεργῶμεν, καὶ ὄχι στηριζόμενοι εἰς πληροφορίας ἀτόμων ἐνδιαφερομένων, νὰ ἐπικρίνωμεν Κυβέρνησιν καὶ συναδέλφους.
§57Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λυποῦμαι διότι ἦλθε τοιαύτη συζήσις εἰς τὴν Βουλήν· δὲν πταίω· προεκλήθην, καὶ θέλω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νόμων. Εἶμαι μακρὰν τοῦ ν’ ἀποδώσω μομφὴν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅστις δύναται νὰ γίνηται τὸ θῦμα, οὕτως εἰπεῖν, κακῶν εἰσηγήσεων. Δὲν γνωρίζω, οὔτε ἐγνώριζον, τίνες οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, οὔτε τίνες οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἓν καὶ μόνον γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι, δοθείσης ἀδείας νομίμου πρὸς οἰκοδομὴν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀδείας ταύτης ἀρξαμένης τῆς οἰκοδομῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβληθῇ τὸ σχέδιον, εἰμὴ μὲ τὴν ἀπόφασιν ὅτι τὸ Δημόσιον πρόκειται ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν ζημιούμενον ἰδιοκτήτην. Ἓν ἕτερον ἀκόμη γνωρίζω, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο ὑπῆρχε πρὸ πολλοῦ, καὶ ὅταν ἐζητήθη ἡ ἄδεια, ἡ ἁρμοδία διοικητικὴ ἀρχὴ ἠδύνατο νὰ μὴ τὴν δώσῃ· ἀφοῦ δὲ τὴν ἔδωκε, τὸ κακὸν, ἐὰν ἦναι κακὸν, διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ἐγένετο ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι δὲν ἦτο αὕτη ἡ μόνη μὴ εὐθεῖα γραμμὴ ἐν τῇ πόλει. Καὶ χάριν λοιπὸν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου ἠδύνατο νὰ μὴ γείνῃ ὅ,τι ἐγένετο καὶ τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς μίαν δικαίαν αἴτησιν καὶ μίαν ἀφορμὴν πρὸς ἀγωγὴν ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου. Λυποῦμαι διότι ἔφερα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως, ἀλλ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ πολεμήσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, μὲ ἠνάγκασε νὰ φέρω ὡς παράδειγμα, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ νῦν ἢ οἱ μέλλοντες, δύνανται νὰ ἔχωσι τὰς ἀρίστας προθέσεις, δὲν ἀρκεῖ ὅμως τοῦτο, πρέπει καὶ νὰ ἐμποδίζωνται ὑπὸ τῶν νόμων εἰς διάπραξιν τοῦ κακοῦ, καὶ ἐμποδίζονται ὑπὸ τῶν νόμων, ὅταν δὲν ἦναι εὔκολον εἰς αὐτοὺς ν’ ἀκούωσι τὰς παρακλήσεις τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες, πιεζόμενοι κατὰ τὴν, ὡς γίνεται ἤδη, ἐφαρμογὴν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὑπὸ τῶν κομματαρχῶν, καὶ οὗτοι ὑπὸ τῶν ἐκλογέων, ἀναγκάζονται πολλάκις νὰ προτείνωσι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἴσως καὶ οἱ ἴδιοι δὲν ἀσπάζονται. Δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι Βουλευτὴς ὡρισμένος ἢ ἀόριστος συνηγόρησεν· ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦτο καὶ Βουλευτής· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, ἀναμφισβητήτως εἶναι, ὅτι διὰ τοιούτου τρόπου τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐξετέθη εἰς εὐθύνας ἀποζημιώσεως.
§58ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Φιλάρετος δὲν ἔπρεπε νὰ φείδηται τόσον πολὺ τοῦ δημοσίου χρήματος,—καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἠδύνατό τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπεύθυνον, ὅταν τροποποιῇ τὸ σχέδιον μιᾶς πόλεως, — ὅταν δὲν ἦτο αὐτῷ δυνατὸν νὰ ἦναι πεπεισμένος, ὅτι διεπράχθη ἀδίκημα. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς πατρίδος του, ἢ ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ κεντρικωτέρα ὁδὸς τῆς πόλεως τοῦ Βώλου νὰ καταστραφῇ, καὶ ἐπρόκειτο τὸ Δημόσιον νὰ σώσῃ αὐτὴν, ἐκτιθέμενον εἰς μικρὰν ἀποζημίωσιν, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὡμίλει. Ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι πρᾶξις σώζουσα τὴν καλλονὴν τοῦ τόπου. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι οἱ νόμοι περὶ ἐφαρμογῆς τῶν σχεδίων ἔχουσι κἄτι τι δημευτικὸν ἐν ἑαυτοῖς. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἄλλοτε σχέδιον, παραμορφωθὲν ἐκ διαφόρων περιστάσεων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου εἶχε δοθῆ ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς ἄδεια μιᾶς οἰκοδομῆς, νομίζει ὁ κ. Φιλάρετος ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο ἡ πόλις νὰ παραπονεθῇ καὶ δὲν ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ δίκαια τὰ παράπονα, καὶ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει της αὐτὸ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐὰν ἔβλεπεν ὁ κ. Φιλάρετος, δὲν θὰ ὡμίλει, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ἐφαίνετο προφανὴς ἡ ἀσχημία, δὲν ἔπρεπε νὰ σώσῃ τὴν καλλονὴν μιᾶς πόλεως; Ἀλλὰ τότε πρὸς τί νὰ ὑπάρχωσι σχέδια τῶν πόλεων; Νομίζω ὅτι ὁ κ. Φιλάρετος πολὺ τρέχει εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὰ πράγματα, καὶ ἐπικρίνει πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἐὰν ἐγνώριζε καλῶς καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἰδίας του πατρίδος, θὰ ηὐλόγει τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔσωσε τὴν καλλιτέραν ὁδὸν τοῦ τόπου, καὶ παρημπόδισε τὴν ἐντελῆ καταστροφὴν τοῦ σχεδίου αὐτῆς.
§59ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἶναι ἐν γένει σπουδαῖον, καὶ πολλὴν προσοχὴν ἔδωκα εἰς τὴν διεκτραγώδησιν τῶν σχετικῶς συμβαινόντων, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος. Καὶ ἐγώ, ὁμολογῶ, εἶχον μέν τινα ἰδέαν τῶν καταχρήσεων τῶν συμβαινουσῶν ἐν τῷ ἀντικειμένῳ τούτῳ, ἀλλὰ δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι εἰς τοιοῦτον βαθμὸν προέβαινεν ἡ κατάχρησις, εἰς ὁποῖον τὴν περιέγραψεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων ἔντιμος συνάδελφος. Νομίζω ὅμως, ὅτι συνεπέστερος πρὸς ἑαυτὸν ἤθελεν εἶσθαι ὁ κ. συνάδελφος, ὁ τόσῳ ζωηρῶς παραστήσας τὴν κατάστασιν ταύτην, ἐὰν ὡς συμπέρασμα δὲν ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔχομεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν, εἰμὴ τὴν χρηστότητα τῶν κυβερνώντων· τὸ τοιοῦτον συμπέρασμα εἶναι βεβαίως ἄντικρυς ἐναντίον καὶ πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἰσάγῃ νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλὴν, βεβαίως δὲν νομοθετεῖ δι’ ἑαυτὴν, οὐδὲ ἔχει ὑπ’ ὄψει τὸν χρόνον ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ αὐτὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κυβερνῶσι σήμερον, πρόκειται νὰ κυβερνῶσι. Τὸ τοιοῦτον βεβαίως θὰ ἦτο ἄντικρυς ἀντίθετον πρὸς τὴν πρόθεσιν καὶ τὴν νομοθετικὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγουμένης νόμους εἰς τὴν Βουλήν. Συνεπέστερος πρὸς ἑαυτὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου, ἀφοῦ τοιαῦται δυστυχῶς γίνονται καταχρήσεις, τοιαῦται παραλείψεις ἀληθῶς σκανδαλωδέσταται ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν προσώπων τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὁπωσδήποτε ἀντιπροσωπευόντων αὐτὴν, τὸ συμπέρασμα τὸ φυσικὸν θὰ ἦτο, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νόμου, ὁ ὁποῖος πρὸ πάντων νὰ διακρίνηται διὰ τὸ προσὸν ἐκεῖνο τῶν νόμων, τὸ ἀπαραίτητον, ὅπως οὗτοι ἐκτελῶνται, τὴν λεγομένην κύρωσιν. Ἡ κύρωσις τῶν νόμων εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ἡ κύρωσις τῶν νόμων εἶναι ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἐπαχθεστέρων συνεπειῶν κατὰ τοῦ παραλείποντος τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Εἶναι τῳόντι μάταιον νὰ ψηφίζωμεν νόμους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἁπλῶς ὁ δεῖνα ἢ ὁ δεῖνα ὑπάλληλος ὀφείλει νὰ πράττῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο· τὴν τοιαύτην διατύπωσιν τῶν νόμων τὴν βλέπετε εἰς τοὺς νόμους τοὺς ὑπὸ μοναρχικὸν πολίτευμα ψηφισθέντας. Ἐκεῖ τῳόντι βλέπετε τοὺς νόμους διατετυπωμένους κατά τινα τρόπον εὐχῶν, οὕτως εἰπεῖν, ὅτι λ. χ. ὁ ἔφορος ἢ ὁ ταμίας θέλει πράττει τοῦτο ἢ ἐκεῖνο· εἶναι ἓν εἶδος εὐχῶν, οὕτως εἰπεῖν, διατετυπωμένων εἰς νόμους· ἀλλὰ διατί; διότι ὑπῆρχεν ὡς ἐγγύησις τὸ ἐνδιαφέρον τῆς μοναρχίας, τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ μονάρχου, ὅστις ὑπεράνω παντὸς προσωπικοῦ ἢ κομματικοῦ ἐπηρεασμοῦ ἐνδιαφέρεται, ὅπως ἐκτελῶνται οἱ νόμοι· ἀλλ’ ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα οἱ νόμοι πρέπει νὰ διακρίνωνται πρὸ παντὸς διὰ τὴν λεγομένην κύρωσιν αὐτῶν, διότι εἰσὶν ἐκτεθειμένοι εἰς πολλοὺς ἐπηρεασμούς. Καὶ εἴμεθα, Κύριοι, ἐνώπιον ἑνὸς ἀντικειμένου λίαν σπουδαίου, τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα καὶ διὰ τοῦ γράμματος καὶ διὰ τοῦ πνεύματος ἐννοεῖ προηγουμένην πάσης ἰδιωτικῶν κτημάτων καταλήψεως. Βεβαίως τὸ γράμμα ἰδίως τοῦ Συντάγματος παραβιάζεται καὶ διὰ τῶν νόμων ἐπὶ τοῦ προκειμένου· τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ προηγουμένην ἀποζημίωσιν, ὄχι προηγουμένην πρόθεσιν ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ προηγουμένην ἐκτέλεσιν τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἀποζημιώσεως· εἶναι ὅμως ἀληθές, ὅτι ἡ τοιαύτη πραγματικὴ ἐκτέλεσις τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος ἤθελε προσκρούει εἰς δημόσια συμφέροντα. Τέλος πάντων εἴμεθα ἠναγκασμένοι καὶ διὰ τῶν νόμων νὰ προσκρούωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὅταν ὅμως ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παραβιάζωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ διὰ τῶν νόμων, πρέπει τότε ἔτι μᾶλλον νὰ συναισθανθῶμεν, ὅτι, ἀφοῦ καὶ παραβίασις τοῦ Συντάγματος γίνεται καὶ σκάνδαλον βεβαίως εἶναι ν’ ἀφαιρῆταί τις τὴν ἰδιοκτησίαν του καὶ νὰ περιμένῃ τὴν ἀποζημίωσιν, τίς οἶδε πότε ἐπελευσομένην, πρέπει οἱ νόμοι, οἱ κανονίζοντες τὸ τοιοῦτον ἀντικείμενον, νὰ διαῤῥυθμισθῶσι τοὐλάχιστον ἐν μεγάλῃ αὐστηρότητι, ὅταν πρόκηται καὶ διὰ τῆς παραλείψεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου νὰ προσγίνηται καὶ βλάβη οὐσιαστική. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοῦτο καὶ μόνον δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ κἄπως τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν παραβίασιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας· διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι πολλάκις πρόκειται καὶ περὶ ἀνθρώπων πτωχῶν, περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουσιν εἰς μικράν τινα ἰδιοκτησίαν ὡς τὸν μόνον πόρον τῆς ζωῆς αὐτῶν, καὶ ἴσως τὸ νὰ ἀποζημιώσητε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τὴν οἰκογένειαν ἐκείνην τὴν πολυμελῆ, ἡ ὁποία αἴφνης στερεῖται τῆς ἀμπέλου της, νὰ τὴν ἀποζημιώσητε μετὰ δεκαετίαν, τοῦτο ἀποτελεῖ βλάβην σκανδαλώδη καὶ δυσεπανόρθωτον, ἡ οἰκογένεια αὕτη ἴσως ἐλιμοκτόνησεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἴσως ὑπέστη καὶ ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς βλάβας ἀνεπανορθώτους. Καὶ ἐν τούτοις τῆς ἀφῃρέσατε τὴν ἰδιοκτησίαν, καὶ τὸ Δημόσιον δύναται ν’ ἀδιαφορῇ· ἐκτελεῖ τὸν ἴδιον ἑαυτοῦ προορισμόν, περὶ τοῦ ἀτόμου ἀδιαφορεῖ, ἐνήργησεν ὡς νὰ ἐτράπη εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον πλέον. Καὶ ταῦτα καθιεροῦνται διὰ τῶν νόμων, ἢ γίνονται ἀνεκτὰ ἐν τοῖς νόμοις! Καὶ ἐπειδὴ οἱ νόμοι ἐν γένει βεβαίως δὲν ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει τὴν τελείαν χρηστότητα διοικουμένων καὶ διοικούντων, διότι, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Φιλάρετος, τότε θὰ ἦσαν περιττοὶ ὅλοι οἱ νόμοι, ἀλλ’ ἀπεναντίας οἱ νόμοι ἔχουσι πρὸ πάντων ὡς προϋπόθεσιν μᾶλλον τὴν ἔλλειψιν τῆς χρηστότητος διοικουμένων καὶ διοικούντων, διὰ τοῦτο ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν ἰδίως πολίτευμα οἱ νόμοι πρέπει νὰ διακρίνωνται διὰ τῆς αὐστηρᾶς διατυπώσεως τῶν ὅρων τῆς κυρώσεως αὐτῶν. Συνιστῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν νομοθετεῖ, ὡς εἶπον, δι’ ἑαυτὴν μόνον, ἀλλ’ εἰσάγουσα νόμους, ἐννοεῖ τούτους διαρκεῖς καὶ ἐφαρμοσθησομένους πάντοτε, συνιστῶ αὐτῇ καὶ τὴν παρακαλῶ, ὅπως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ ἔχοντος χαρακτῆρά τινα κατεπείγοντος, μελετήσῃ τὰ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πλῆρες νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ παραβιάζωμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, νὰ περιβάλῃ τὸν πολίτην μὲ ἐξαιρετικὰ δικαιώματα ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, ὅταν τὸ Κράτος διὰ τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ ποιῆται παράλειψιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δύνανται νὰ προσδιορισθοῦν ἀποζημιώσεις μεγαλείτεραι εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, δύνανται νὰ δοθοῦν μέσα προσφυγῆς ἄμεσα καὶ πρόχειρα εἰς τὸν πολίτην, ὅπως αὐτὸς πράξῃ ὅ,τι τὸ Δημόσιον παραλείπει νὰ πράξῃ, λ. χ. ὅταν τὸ Δημόσιον παραλείπῃ νὰ διορίσῃ τὴν ἐπιτροπήν· διότι καὶ τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑπέρτερα δικαιώματα· ἐνδιαφερόμενον πρόσωπον εἶναι καὶ αὐτὸ, ὡς καὶ ὁ πολίτης, ἀλλὰ θὰ ὑπάρχῃ τοὐλάχιστον ἓν μέσον προσφυγῆς προχειροτέρας εἰς τὸν πολίτην, καὶ συνέπειαι κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀποζημιώσεως ἀνωτέρας καὶ ταχέως πληρονομένης εἰς τὸν πολίτην.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ προαγορεύσας, ἐν ταῖς τελευταίαις λέξεσι, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν, ἔθιξεν ἀκριβῶς τὸ καίριον τοῦ ζητήματος. Ὅταν πρόκηται περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, εὑρισκόμεθα πρὸ δύο συμφερόντων συγκρουομένων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ συμφέροντος τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ἀτομικῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐννοῶ τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ νόμος τοῦ 1888 καὶ τὴν ὁποίαν ἔρχεται ν’ ἁπλοποιήσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐὰν εὑρίσκηται τὸ Δημόσιον ἀπέναντι ἰδιοκτήτου, ὅστις δὲν θέλει νὰ ὑποχωρήσῃ τὸ ἴδιον συμφέρον ἀπέναντι τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, ὅτε ἐννοεῖται, ὅτι τὰ δημόσια ἔργα δὲν δύνανται νὰ σταματήσωσι, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκηται περὶ ἔργων, ὁποῖα τὰ τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμων· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εὑρεθῇ ἓν μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κατορθωθῇ, ὥστε ἡ κακὴ θέλησις τοῦ ἰδιοκτήτου νὰ ὑποχωρήσῃ, νὰ δυνηθῇ δὲ τὸ Δημόσιον νὰ προχωρήσῃ ἐν τοῖς ἔργοις. Ἀλλ’ ὅλα τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν μέχρι τοῦδε κατὰ τοῦ νόμου τοῦ 1888 καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἐγερθῶσι καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀκόμη περισσότερα διὰ τῆς εἰσαγομένης τροποποιήσεως, δὲν ἐγεννήθησαν ἐκ μέρους ἰδιοκτητῶν δυστροπούντων νὰ ὑποχωρήσωσιν ἀπέναντι τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ἐγεννήθησαν ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, καίπερ ἀπαλλοτριωθείσης ἀναγκαστικῶς τῆς ἰδιοκτησίας των, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι τὴν ἀποζημίωσιν. Ἀμφισβήτησις οὐδεμία ἔλαβε χώραν ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν, ἢ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον, περὶ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος τοῦ ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριωθέντος. Οὕτω τί συνέβη; Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους εἰς τὸ ν’ ἀπαλλοτριώσῃ ἀναγκαστικῶς τὴν ἀτομικὴν αὑτοῦ ἰδιοκτησίαν χάριν δημοσίου συμφέροντος, στερεῖται μὲν τῆς ἰδιοκτησίας του, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως δὲν λαμβάνει τὸ τίμημα τὸ ἐπιδικασθὲν αὐτῷ. Ἐνταῦθα ἔχομεν προφανῆ πλέον παραβίασιν τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ὅταν ὑπάρχῃ δυστροπία ἐκ μέρους τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριουμένου κτήματος, ἐννοεῖ τις, ὅτι δύναται νὰ μὴ λάβῃ χώραν ἡ προηγουμένη ἀποζημίωσις, ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἡ δυστροπία αὕτη, πῶς δικαιολογεῖται ἡ μὴ προηγουμένη καταβολὴ τοῦ τιμήματος, τοῦ προσδιορισθέντος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ἢ τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ προηγούμενον νομοθέτημα; Καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ συμβαίνει καὶ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ ἐξήγειρεν ὅλα τὰ παράπονα, τὰ διεκτραγῳδηθέντα πρὸ ὀλίγου· διότι, ἀφοῦ ἀπηλλοτριώθησαν ἀναγκαστικῶς καὶ δυνάμει τοιαύτης τινὸς ἐκτιμήσεως τὰ κτήματα τῶν ἰδιοκτητῶν, παρεπέμποντο ἔπειτα οὗτοι ἀπὸ τοῦ Λογιστηρίου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ τὰ ἐντάλματα, εἰς τὸν ταμίαν, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ τὰ πληρώσῃ· ἐὰν δὲ ἐπὶ τριετίαν ἀληθῶς δὲν κατεβλήθη ἡ ἀποζημίωσις κτημάτων ἀναγκαστικῶς ἀπαλλοτριωθέντων, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς δυστροπίαν ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν νὰ δεχθῶσι τὴν ἐγκριθεῖσαν ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ εἰς δυστροπίαν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ὅπως καταβάλῃ τὴν ἀποζημίωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτὸ διὰ τῶν ἐπιτροπῶν του προσδιώρισε καὶ τὴν ὁποίαν ὤφειλε, κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, νὰ καταβάλῃ πρὸ τῆς καταλήψεως τοῦ ἀπαλλοτριουμένου κτήματος· καὶ τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ τοῦ νόμου τοῦ 1888, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε περιπέσει ὁ νομοθέτης τοῦ 1867, τὸ ἐλάττωμα τοῦτο συνεχίζει σήμερον ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν φέρει εἰς τὸν νόμον τοῦ 1888 τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Καὶ ἐν τούτοις εἶναι ἐλάττωμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως δυνηθῇ νὰ τὸ θεραπεύσῃ· διότι, ὡς εἶπον, ἐννοῶ, ὅταν ὑπάρχῃ οἱαδήποτε ἀμφισβήτησις ἐπὶ τοῦ κτήματος, ὅταν ὑπάρχῃ δυστροπία ἐκ μέρους τοῦ ἰδιοκτήτου, ἐννοῶ τὰς εἰκονικὰς προηγουμένας ἀποζημιώσεις διὰ τῆς καταθέσεως εἰς ἓν δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἀμφισβητῇ τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ διοικητικὴ ἐπιτροπὴ προσδιώρισε, διατὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἀφαιρῶμεν τὸ κτῆμα ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ τῷ λέγωμεν «τρέχε ἀπὸ τοῦ γενικοῦ Λογιστηρίου εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διὰ νὰ πληρωθῇς μετὰ τριετίαν τὸ τίμημα»; Καὶ σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ εὐτελεστέρας ἀποζημιώσεως, κατὰ τοσοῦτον τὸ ἄδικον εἶναι μεγαλείτερον· διότι, διὰ νὰ δυνηθῇ ἐκεῖνος ὁ δυστυχὴς ὁ ἀγρότης, ὁ ὁποῖος ἔχασε τὸν ἀγρόν του, ἀξίας ἴσως 50 ἢ 100 δραχμῶν, νὰ ἀπολαύσῃ τὸ τίμημα τὸ ἐπιδικασθὲν αὐτῷ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἠναγκασμένος ν’ ἀπολέσῃ εἰς ἡμεραργίας ἴσον ἢ καὶ μεγαλείτερον ποσὸν πρὸς τὸ τίμημα.
§61Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἡ δίκη θὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφίνω τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν γεννᾶται οἱαδήποτε ἀμφισβήτησις. Ἐὰν γεννᾶται ἀμφισβήτησις, εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς δυσχερείας, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ λύσωμεν, παρὰ ἐξαναγκάζοντες τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν ἀτομικὴν νὰ ὑποχωρήσῃ ἀπέναντι τοῦ δημοσίου συμφέροντος· καὶ ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς τοιαύτην θέσιν, ὅταν δηλ. εὑρισκώμεθα ἐνώπιον συγκρούσεως τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος πρὸς τὸ δημόσιον συμφέρον, τότε ἀναγκαίως πρέπει νὰ προτιμήσωμεν τὸ δημόσιον συμφέρον ἀπὸ τοῦ ἀτομικοῦ.
§63Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐννοῶ ὅτι, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις ἐκ μέρους τοῦ ἰδιοκτήτου, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἀρνῆται νὰ πληρώσῃ, θὰ ἐγερθῇ δίκη.
§64ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκηται περὶ εὐτελοῦς ἀποζημιώσεως, σᾶς ὑπέδειξα τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, οὗτινος τὸ κτῆμα ἀπηλλοτριώθη ἀναγκαστικῶς. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαίας ἀποζημιώσεως, ἡ ὁποία χορηγεῖται εἰς κτηματίαν, οὗτινος ἀπηλλοτριώθη μέγα κτῆμα· τότε ἀληθῶς παρουσιάζεται περίστασις, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ ἐκ Λαρίσσης ἀξιότιμος συνάδελφος, δηλαδὴ ἀρχίζει πλέον ἡ ἀμφισβήτησις, καὶ ποτὲ ἐκεῖνος, ἐὰν δὲν ἐπιτύχῃ μιᾶς τελεσιδίκου ἀποφάσεως, δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ ἴδῃ ἐκδιδόμενον τὸ ἔνταλμα, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ πληρωθῇ αὐτῷ ἡ ἀποζημίωσις, ἡ ἐγκριθεῖσα παρὰ τῆς διοικητικῆς ἐπιτροπῆς. Τοιοῦτον, Κύριοι, εἶναι τὸ μέγιστον τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ νόμου τοῦ 1888, καὶ τοῦτο καθιστᾷ τὸν νόμον τοῦ 1888 ἄντικρυς ἀντισυνταγματικόν, εἰς αὐτὸ δὲ τὸ ἐλάττωμα ὀφείλει ἀναγκαίως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της, καὶ νὰ προβλέψῃ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ ἰδιοκτήτης, καίπερ συναινῶν εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὴν προσδιορισθεῖσαν τιμὴν τοῦ ἀπαλλοτριουμένου κτήματός του, οὐχ ἧττον δὲν δύναται νὰ τὴν λάβῃ· περίπτωσις, καθ’ ἣν φαίνεται πλέον ἐντελῶς ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1888.
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πάντες ἀνέφερον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι συνέβη πολλάκις νὰ ἀφῃρέθησαν πολῖται καταναγκαστικῶς τὰς ἰδιοκτησίας αὐτῶν πρὶν ἢ χορηγηθῇ εἰς αὐτοὺς ἀποζημίωσις. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἢ τὰ γεγονότα ταῦτα δὲν σκοπῶ νὰ ἀναιρέσω, διότι καὶ ἐγὼ ἔχω πληροφορίας, ὅτι πολλάκις ταῦτα συνέβησαν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν τὰ ἀδικήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἀναίρεσιν συνταγματικῆς διατάξεως, ἐὰν ταῦτα ἦσαν ἀποτέλεσμα τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, ἢ ἀποτέλεσμα τῆς παραβάσεως τῶν νόμων. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ συντάκτης τοῦ νόμου τοῦ 1888, ὡς ἐνθυμοῦμαι δὲ, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, δὲν συνετέλεσα οὐδ’ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδεμίαν εὑρίσκω ἐν αὐτῷ ἀντισυνταγματικὴν διάταξιν· διότι, ἐὰν ἐκτελεσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1888, οὐδὲ ἡ ἰδιοκτησία τινὸς θέλει ἀφαιρεθῆ αὐθαιρέτως, ἄνευ ἀνάγκης δημοσίας ἀνεγνωρισμένης, οὐδὲ θέλει ἀφαιρεθῆ πρὶν ἢ δοθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ἀποζημίωσις. Ἀλλ’ ἐὰν συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία τινὸς, πρὶν ἢ συστηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις κατὰ νόμον συνίσταται, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης νὰ καταληφθῇ, ἢ ἂν συνέβη νὰ συστηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, ἀλλ’ αὕτη νὰ μὴ καταλήξῃ εἰς ἀποτέλεσμα, καὶ νὰ μὴ προσδιορίσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος, ἢ ἂν συνέβη νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἀξίαν αὐτὴν, ἀλλὰ νὰ μὴ κοινοποιήσῃ τὴν ἐκτίμησίν της ταύτην εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ ὁ ἰδιοκτήτης νὰ μὴ λάβῃ παντάπασι γνῶσιν τῶν γενομένων, καὶ ν’ ἀφαιρεθῇ μ’ ὅλα ταῦτα ἡ ἰδιοκτησία του, ταῦτα δὲν μαρτυροῦσιν ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τοῦ 1888, ἀλλ’ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τοῦ 1888. Διὰ τοῦτο, ὅταν ἐκλήθην νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἐξήτασα νὰ ἴδω, μήπως τυχὸν πρέπῃ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ προτείνω, νὰ προτείνω εὐρυτέραν, ἀλλὰ δὲν ἐπείσθην, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1888 μοὶ παρέχει ἀφορμὴν, ἵνα προτείνω εὐρυτέραν τροπολογίαν. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ἐπιτρέψασα τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν, ἀνεγράφη ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1843, ὡς ὀρθῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ἀφηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ μικροῦ. Ἡ διάταξις ὅμως ἐκείνη εἶχεν ἀνάγκην νόμου πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς, νόμου κανονίζοντος τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης· ὁ νόμος δὲ οὗτος ἔπρεπε νὰ λύσῃ δύο μεγάλα ζητήματα. Πρῶτον, κατὰ τίνα τρόπον ἀναγνωρίζεται καὶ βεβαιοῦται ἡ δημοσία ἀνάγκη, ἐνώπιον τῆς ὁποίας πρέπει νὰ κύψῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ πολίτου· δεύτερον, κατὰ τίνα τρόπον θέλει προσδιορισθῆ ἡ ἀξία τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν πολίτην, ἵνα διαθέσωσιν αὐτὴν πρὸς θεραπείαν τῆς δημοσίας ἀνάγκης. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, δηλ. τοὺς ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1862, σύνοιδε τὴν ἀνάγκην τῆς συντάξεως καὶ ἐκδόσεως τοιούτων νόμων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι συνεστήθησαν πολλαὶ ἐπιτροπαὶ, καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ ἐμελέτησαν τὰ ζητήματα ταῦτα, ἐπειδὴ δὲ ἦτο προσιτὸς ὁ νόμος ὁ ἐκδοθεὶς ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1841, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης, ὁμολογῶ ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου ἐχρησίμευσαν ὡς ὁδηγὸς τῶν μελετῶν τῶν ἐπιτροπῶν τούτων. Αἱ ἐπιτροπαὶ ἐπανειλημμένως συνῆλθον καὶ συνέταξαν ἐπανειλημμένως νομοσχέδια, καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τινὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων εὑρίσκονται ἐν τοῖς ἰδιαιτέροις μου ἀρχείοις. Δὲν ἐγένετο ὅμως δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διότι τότε οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ προτείνωσι τοὺς νόμους εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ ἀδείας τοῦ Βασιλέως, ὁ δὲ Βασιλεὺς ἐδίσταζε νὰ στέρξῃ, ὅπως προταθῇ τοιοῦτος νόμος εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τοῦ νόμου ἠθετεῖτο ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἠθετεῖτο, ὄχι διότι ἀφῃρεῖτο ἡ ἰδιοκτησία τῶν πολιτῶν ἕνεκα τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ἀλλὰ διότι κατεδικάζετο εἰς ἀργίαν ἡ ἰδιοκτησία τῶν πολιτῶν ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης. Καὶ ἐπειδὴ ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀναπτυχθῆ ἡ ὁδοποιητικὴ ἐργασία ἐν τῷ Κράτει, καὶ δὲν ἐπρόκειτο ἡ κατασκευὴ πολλῶν ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων, δὲν ἐπρόκειτο ἀνάγκη ἀπόλυτος πρὸς τοιαύτην ἀπαλλοτρίωσιν, ἀλλ’ ἐπήρχετο ἀνάγκη ἀπαλλοτριώσεως ἰδίως ἕνεκα ἀρχαιολογικῶν μελετῶν, διὰ μιᾶς δὲ διαταγῆς τῆς Ἀστυνομίας κατεδικάζοντο οἱ πολῖται νὰ μὴ δύνανται νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐπὶ τῶν γηπέδων αὑτῶν, διότι ταῦτα ἐκρίνοντο ὡς δυνάμενα νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἀνασκαφὰς ἀρχαιολογικάς. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων μέχρι τοῦ 1863. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἐπανέλαβε τὴν διάταξιν, ἥτις εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1843, ἀλλὰ γενικὸς νόμος δὲν συνετάχθη οὐδ’ ἐψηφίσθη, κανονίζων τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀφαιρεῖταί τις τῆς ἰδιοκτησίας αὑτοῦ ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης. Ὅταν ὅμως ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς ὁδοποιΐας τὸ πρῶτον, καὶ κατόπιν ἡ ἀνάγκη τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμων, ἐκανονίσθη δι’ εἰδικοῦ νόμου ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἰδιοκτησίας ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης. Ὁ νόμος τοῦ 1888 σκοπὸν ἔχει νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν ἀποζημιώσεων ἕνεκα ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἰδιοκτησίας χάριν τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ γαλλικὸς νόμος τοῦ 1865, δι’ οὗ ἐτροποποιήθη ὁ νόμος τοῦ 1841, εἶναι πληρέστερος τοῦ νόμου τούτου, ἀλλ’ ὁμολογῶ,—διότι ἐμελέτησα ἀμφοτέρους τοὺς νόμους τούτους,—ὅτι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1865 ὀλίγον ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ὠφείλομεν νὰ ποιήσωμεν, ἵνα συντάξωμεν νόμον περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ὁ νόμος τοῦ 1865 ἐξεδόθη ἐν Γαλλίᾳ ἐν ἐποχῇ πυρετώδους κινήσεως πρὸς ἐξωραϊσμὸν τῶν Παρισίων. Δραστηριώτατος διοικητὴς τῆς πόλεως ἐκείνης, ὁ βαρώνος Haussmann, ἠθέλησε νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὴν πόλιν τῶν Παρισίων καὶ κατασκευάσῃ ἀρτηριακὰς ὁδοὺς εὐρυτάτας πρὸς κίνησιν τοῦ μεγάλου πληθυσμοῦ, καὶ πρὸ τῶν ἀξιώσεων τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ὑποκύψῃ πᾶσα ἐναντία διάθεσις. Ὁμολογῶ ὅτι ὁ βαρώνος Haussmann, ὅστις ἀπέθανεν ἤδη, κρίνεται ὡς εὐεργέτης τῆς πόλεως τῶν Παρισίων, πολλὰ ὅμως δικαιώματα τῶν πολιτῶν ἐζημιώθησαν ἐντεῦθεν. Ἐν τούτοις οἱ δύο νόμοι, οἱ ἐν Γαλλίᾳ ἐκδοθέντες, ἥκιστα ἢ ὀλίγον ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τὰς μελέτας πρὸς κατασκευὴν νόμου γενικοῦ παρ’ ἡμῖν. Ἂν δὲ ἡ μελέτη πρὸς κατασκευὴν νόμων τοιούτων πρέπῃ νὰ ἦναι μελέτη ἐμβριθὴς καὶ σοβαρά, οὐδὲ πρέπει νὰ γίνηται ἐπιπολαίως, πρέπει νὰ ἐργασθῇ ἡ πρὸς τοῦτο ταχθησομένη ἐπιτροπὴ ἐπιμόνως καὶ ἐξετάσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, καὶ ἀναλόγως πρὸς αὐτὰς συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τοσοῦτον χρόνον δὲν εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν του τὸ Ὑπουργεῖον, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης· εἶχεν ὅμως καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα μὴ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐργασίαι πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἐντὸς τριῶν μηνῶν τελειώσῃ τὰ τοῦ κτηματολογίου, ἐντὸς δὲ τριῶν μηνῶν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ 1888, διότι ὁ νομάρχης δὲν εἶχε μόνον αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, ἵνα σπεύσῃ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν κτημάτων, οὐδὲ ὁ εἰρηνοδίκης, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὁ ἔφορος, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἔχει ποικίλην ἐργασίαν. Κατὰ δυστυχίαν τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς νομοθεσίας ἡμῶν εἶναι κατὰ τοῦτο πλημμελὲς, διότι ἐπί τινα ἀρχὴν, καλουμένην δι’ εἰδικήν τινα ἐργασίαν, οἱ νόμοι ἀνατιθέασι πληθὺν ἄλλων καθηκόντων. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ πορισθῶμεν εὐκολίαν, καὶ τὸν μὲν μηχανικὸν, ὅστις κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1888 ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ ἁπλοῦς ἐπαρχιακὸς μηχανικὸς, τὸν ἀντεκατεστήσαμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ προσλήψεως νομομηχανικοῦ, δηλ. ἐπιστήμονος ἀνθρώπου, ἔχοντος ἀνώτερον βαθμὸν, ἑπομένως παρέχοντος ἐχέγγυα, ὅτι θέλει ἐκπληρώσει μᾶλλον εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, ἀντὶ δὲ τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ νομάρχου ἐκαλέσαμεν δύο ἄλλους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ φέρωσι τοὐλάχιστον τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπουργικοῦ γραμματέως πρώτης τάξεως. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι δὲν εἶναι πολλοί· ἂν ἦναι πολλοὶ ἐν Ἀθήναις, ὅπου ὑπάρχουσι τὰ Ὑπουργεῖα, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὅμως καὶ τοῖς νομοῖς δὲν ὑπάρχουσι πολλοί. Ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἐν μεγάλῳ καὶ εὐρεῖ κύκλῳ, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ κίνδυνος καταχρήσεως ἢ μεροληψίας. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι, ἂν συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν μεροληψία τις, εἴτε κομματικὴ ἐκμετάλλευσις τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, μοὶ φαίνεται ὅτι αὐτὸ δὲν προέκυψεν ἐκ θελήσεως τῶν Ὑπουργῶν, ἴσως προέκυψεν ἐκ τῆς θελήσεως τῶν ὀργάνων, τῶν τεταγμένων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, τὰ ὁποῖα ἐκ πολλοῦ ζήλου ἢ ἐξ ἐπιθυμίας νὰ ἐπιδείξωσι προσφορὰν ὑπηρεσίας, εἴτε ἐκ φόβου μήπως παρεξηγηθῶσιν, ἐπελάβοντο τῆς εὐκαιρίας, ἵνα ἐκμεταλλευθῶσι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος διηύθυνα τὰς ἐργασίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεκοινοῦντο πολλὰ τοιαῦτα παράπονα παρ’ ὅλων τῶν μερῶν τοῦ Κράτους, δὲν ἔκρινά ποτε, ὅτι ταῦτα ἐγίνοντο ἐν γνώσει τῶν Ὑπουργῶν. Οἱ Ὑπουργοὶ ὅμως σφάλλουσιν, ἐὰν δὲν ἐπιτηρῶσιν ἀγρύπνως, ἵνα καταναγκάζωσι τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των πιστῶς, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων δὲν ἦσαν τοσοῦτον ἀνάξια προσοχῆς, ἂν μὴ κατέληγον εἰς τὸ πόρισμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ἐξ ἀγανακτήσεως ἢ ἐξ ὀργῆς, τὴν ὁποίαν ἐνέπνευσεν εἰς αὐτὸν ἡ γνώμη περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐνῃσκεῖτο ἡ δημοσία διοίκησις κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἄν, λέγω, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων δὲν κατέληγον εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον, καταλήγουσιν ὅμως εἰς ἄλλο συμπέρασμα, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς νόμου, περὶ ἐκτελέσεως τῶν νόμων, διότι ἐκεῖ, ἔνθα ἰδίως σφάλλει ἡ διοίκησις, εἶναι ἡ μὴ ἐκτέλεσις τῶν νόμων, εἴτε διὰ παραβάσεως τῶν νόμων, εἴτε διὰ παραλείψεως κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν διατάξεων αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ πόρισμα τοῦτο τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων εἶναι ὀρθὸν, οὐχὶ πόρισμα, οἷον εἶπόν τινες, ὅτι, ἂν ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νόμων, ἀλλὰ τὸ πόρισμα, ὅτι πρέπει μετ’ εὐσυνειδησίας νὰ φροντίζωμεν νὰ μεταδίδωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν πρὸς τοὺς κυβερνῶντας, καὶ ν’ ἀφαιρῶμεν αὐτὴν ἐγκαίρως ἀπ’ αὐτοὺς, ὅταν δὲν ἐκτελῶσι τὸ ἑαυτῶν καθῆκον. Ἡ συζήτησις αὕτη καὶ τὰ ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων λεχθέντα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς ἓν ἀδίκημα, μετ’ εὐχαριστήσεως δ’ ἤκουσα τὸν Βουλευτὴν Λαρίσσης νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐξ ὀργῆς ἢ ἐξ ἀγανακτήσεως, τὴν ὁποίαν ἐνεποίησαν εἰς αὐτὸν οἱ λόγοι τοῦ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ἠναγκάσθη νὰ ποιήσηται μνείαν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀκούσει περὶ ὑποθέσεως συμβάσης ἔν τινι πόλει. Λέγω ὅτι ἐπράχθη ἀδίκημα, διότι ὁ Βουλευτὴς Λαρίσσης καὶ κάτοχος τῶν νόμων εἶναι καὶ τὴν δύναμιν τοῦ λόγου ἔχει, ἵνα παριστᾷ τὰ διανοήματα αὑτοῦ πλήρη καὶ ἀκέραια. Ἑπομένως, ἐὰν ἐσχημάτιζέ ποτε τὴν πεποίθησιν, ὅτι διάταξις τοῦ νόμου ἠθετήθη, ἢ ὅτι συμφέρον τι δημόσιον ἢ πολιτειακὸν ἐζημιώθη, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ τὸν Ὑπουργὸν εἰς ἀπολογίαν δι’ ἐπερωτήσεως· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν ἐπερωτᾷ, πράττει ἀδίκημα, ἀφίνων ὑπαινιγμούς, δι’ ὧν νὰ ὑπονοῆται οὐδὲν ἧττον ἢ παραβίασις νόμου, ἢ ἀθέτησις τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐχάρην, ὅταν ἤκουσα αὐτὸν ὁμολογοῦντα, ὅτι ἔκαμε τὴν παρέκβασιν ταύτην ἐξ ὀργῆς.
§66Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἀκριβές.
§67ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ὡς ἔχει).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§69ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ βεβαίως καὶ ὁ ἴδιος γνωρίζει καὶ ἤκουσεν ἐντεῦθεν διεκτραγῳδούμενα πάνθ’ ὅσα ὑποφέρουσιν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν κτημάτων τῶν καταλαμβανομένων ὑπὸ τῶν σιδηροδρόμων, νὰ δεχθῇ μίαν μικρὰν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 2, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ διευκολυνθῇ ἡ ἐκτίμησις τῶν γαιῶν ἐπὶ τὸ δικαιότερον. Κυρίως δύο εἶναι τὰ παράπονα τῶν ἰδιοκτητῶν, εἶναι ἡ κακὴ ἐκτίμησις καὶ ἡ βραδύτης περὶ τὴν ἀποζημίωσιν. Τὴν βραδύτητα περὶ τὴν ἀποζημίωσιν δύναται μεγάλως νὰ τὴν ἐλαττώσῃ ἡ εἰλικρίνεια καὶ τὸ φίλεργον τῶν ὑπαλλήλων, τῶν τεθειμένων πρὸς ἐνέργειαν τῶν κατὰ νόμον εἰς ἀπόδοσιν τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος τῷ ἰδιοκτήτῃ. Γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι περὶ τὴν ἐκτίμησιν γίνονται ἀδικήματα φοβερά. Ἦλθον συμπολῖταί μου παραπονούμενοι ὅτι τὰ κτήματά των ἐξετιμήθησαν εἰς τόσον εὐτελῆ τιμὴν, ὥστε θὰ ἦτο πραγματικὴ καταστροφὴ δι’ αὐτούς, ἂν ἀπεδέχοντο τὴν ἐκτίμησιν ταύτην· καὶ τοῦτο συμβαίνει, διότι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀτυχῶς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τυγχάνουσι ξένα πρὸς τὸν τόπον. Ἂν δὲ ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Ἀθηναίων γίνωνται ἀδικίαι περὶ τὴν ἐκτίμησιν, φαντασθῆτε, τί θὰ γίνηται εἰς τὰς ἐπαρχίας. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ὀρθὴν καὶ δικαίαν διακανόνισιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἂν παραδεχθῇ τὴν πρόσληψιν ὡς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἑνὸς δημοτικοῦ συμβούλου τῆς περιφερείας ἐκείνης, ἔνθα τὸ κτῆμα κεῖται. Διὰ τοῦ μέλους αὐτοῦ θὰ καθίσταται δυνατὸν νὰ ἦναι γνωστὴ ἡ τιμὴ τῶν καταλαμβανομένων κτημάτων. Ἄνευ αὐτοῦ νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τὸ φῶς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπως ἐπὶ τὸ δικαιότερον ὁρίζηται ἡ ἀξία τῶν καταλαμβανομένων κτημάτων.
§70ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ζήτημα ἐκκρεμὲς τὸ ἂν δύνανται νὰ καταλαμβάνωνται τὰ κτήματα πρὶν γείνῃ ἡ ἐκτίμησις. Τοῦτο, ἐὰν γίνεται, ὀφείλεται εἰς συγκατάβασιν ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν. Αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη μὲ τὴν γραμμὴν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Λαρίσσης· πλεῖστοι ὅσοι ἐκ τῶν κτηματιῶν προσῆλθον καὶ εἰς ἐμὲ, καὶ μὲ ἠρώτησαν, ἂν ἠδύναντο οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρίας νὰ προβοῦν εἰς τὴν κατάληψιν τῶν γαιῶν των· τοῖς ἀπήντησα, ὄχι· τοῖς εἶπον ὅτι δὲν ἔχουν, παρὰ νὰ τοὺς ἀποδιώξουν· ἐὰν δὲ δὲν εἶχον τὴν πρὸς τοῦτο δύναμιν μόνοι, ἔπρεπε νὰ καλέσωσι τὸν εἰρηνοδίκην, διότι δὲν ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον νὰ παρακωλύσῃ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν· οὗτοι ἀμύνονται ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας των. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἡ περίπτωσις αὐτὴ, ἡ ὁποία μὲ ἀνησυχεῖ· διότι ὁ νόμος χορηγεῖ τὰ μέσα τῆς ἀμύνης ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἡ περίπτωσις, ἥτις μὲ ἀνησυχεῖ, εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνει χώραν ἐκτίμησις καὶ ἐν τούτοις δὲν γίνεται ἡ καταβολὴ, καὶ διὰ τοῦτο ἐξεπλάγην, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερεν ἀκριβῶς τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ πολίτης εἶναι πληρέστατα ὡπλισμένος κατὰ πάσης ἀδικίας καὶ δύναται νὰ ἀμυνθῇ, ἐξεπλάγην δὲ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν, εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, καὶ ὄχι ζήτημα τροποποιήσεως τοῦ νόμου τοῦ 1888. Ὁ νόμος τοῦ 1888, ὅπως ἔχει καὶ ὅπως θὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν δύο ἄρθρων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, οὐδεμίαν ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν περὶ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας καταβολῆς τοῦ τιμήματος, τοῦ ἅπαξ ὁρισθέντος ἐκ μέρους τῆς διοικητικῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε ἐκείνης, ἡ ὁποία συνεκροτεῖτο κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1888, εἴτε ἐκείνης ἡ ὁποία θὰ συγκροτῆται κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως, ἀλλὰ περὶ ἐλαττώματος τοῦ νομοθετήματος. Ἐὰν δὲ θέλωμεν νὰ ἐκλείψῃ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, καὶ νὰ παύσῃ ἡ ἀντισυνταγματικότης τοῦ νόμου τοῦ 1888, ὀφείλομεν νὰ προβλέψωμεν τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ ἰδιοκτήτης ἤθελεν ἀποδεχθῇ τὴν ἀποζημίωσιν καὶ ἤθελε ζητεῖ τὴν ἄμεσον καταβολὴν αὐτῆς. Τοιαύτην διάταξιν δὲν ἔχει ὁ νόμος τοῦ 1888, καὶ ἐν τούτοις εἰς τὴν πλημμέλειαν ταύτην τοῦ νόμου τοῦ 1888 ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψῃ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Οἱαδήποτε εἰλικρινὴς πρόθεσις τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τοῦ 1888, τροποποιουμένου ὑπὸ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ κάμῃ τὴν διοίκησιν ν’ ἀποφύγῃ τὴν κατάληψιν τῆς ἰδιοκτησίας πρὸς τῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως· διότι δὲν ὑπάρχει προθεσμία τεταγμένη, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ καταβληθῇ ἡ ἀποζημίωσις, ἐκτὸς ἐὰν δώσῃ τοιαύτην τινὰ ἑρμηνείαν ὁ νομοθέτης εἰς τὸν νόμον τοῦ 1888 τροποποιούμενον διὰ τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου ὅτι ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα γίνονται, αἱ ἐκτιμήσεις κλπ. δὲν δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δημόσιον ἢ τὴν ἐργολάβον ἑταιρίαν νὰ καταλάβῃ τὴν ἰδιοκτησίαν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει ἀπόδειξις περὶ τῆς πραγματικῆς καταβολῆς τοῦ τιμήματος. Τὸ Σύνταγμα τὸ λέγει, ἀλλ’ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶναι νεκραὶ, ἐνόσῳ δὲν τὰς κάμωμεν νὰ κινηθῶσι καὶ νὰ καταστῶσι ζῶσαι διὰ νομοθετημάτων. Πολλὰ λέγει τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δὲν ἐκτελοῦνται· στερεῖταί τις τῆς ἰδιοκτησίας του, καὶ ἀναγκάζεται νὰ τρέχῃ ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπως λάβῃ τὸ προσδιορισθὲν τίμημα. Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο.
§71ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ἴσως εἶναι μόνον κατὰ τοῦτο ἀκριβὴς, ὅτι ῥητῶς ὁ νόμος δὲν προβλέπει τὴν περίπτωσιν ἐκείνην· ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι τόσον ἐξυπακουμένη ἡ θέλησις τοῦ νομοθέτου ἐπὶ τοῦ προκειμένου λογικῶς, ὥστε δὲν ἦτο ἀνάγκη βεβαίως νὰ τὴν προΐδῃ διὰ ῥητῆς διατάξεως· ὁ νόμος, λέγων ὅτι, ἂν δὲν δηλώσῃ ὁ ἰδιοκτήτης τὴν ἀποδοχήν του, ἐπέρχονται αἱ συνέπειαι αἱ ἐν τῷ νόμῳ, ἐθεώρησεν ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ εἴπῃ, ὅτι, ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης δηλώσῃ τὴν ἀποδοχήν του, ἡ οἱονεὶ σύμβασις μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἰδιοκτήτου εἶναι κατηρτισμένη, καὶ ἡ ὑποχρέωσις νὰ πληρώσῃ ἀμέσως τὸ Δημόσιον εἶναι ἄμεσος, διότι τοῦτο ἐξυπακούεται· ὅταν προσδιορισθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἀποζημίωσις καὶ ὁ πολίτης ἐδήλωσε τὴν συγκατάθεσίν του, εἶναι ζήτημα, πότε θὰ γείνῃ ἡ πληρωμή; πρέπει νὰ γείνῃ ἀμέσως. Λοιπὸν τοῦτο ἐννοεῖται ἀφ’ ἑαυτοῦ. Ἀλλὰ πότε; δὲν ὑπάρχει προθεσμία· λοιπὸν ὀφείλει ἀμέσως τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ, διότι τὸ ὀφειλόμενον ἄνευ προθεσμίας εἶναι ἀμέσως ἀπαιτητόν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρόκειται νὰ καταληφθῇ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ ἄλλου, καὶ τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἀποζημίωσις πρὶν καταληφθῇ ἡ ἰδιοκτησία. Εἶναι ζήτημα πότε θὰ πληρωθῇ; ἀμέσως θὰ πληρωθῇ. Ἀλλ’ ὁ συνάδελφος θίγει καὶ αὐτὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔθιξα καὶ ἐγώ: τί γίνεται ὅταν τὸ Δημόσιον δὲν ἐκτελῇ τὴν ὑποχρέωσίν του; Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐνόουν, ὅτι πρέπει παρ’ ἑκάστῳ νόμῳ νὰ προσαρτᾶται καὶ ἕτερος νόμος, περὶ ἐκτελέσεως τοῦ ψηφιζομένου νόμου. Κατὰ τοῦτο ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶχε σχέσιν πρὸς τὴν ἰδέαν μου περὶ τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι περιέχουσι τὴν κύρωσιν τῶν νόμων. Οἱ νόμοι δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν δύναμιν τοῦ νὰ ἐκτελῶνται, οὕτως εἰπεῖν, ἀφ’ ἑαυτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιστήμη τοῦ νομοθετεῖν, τοῦ πρακτικῶς νομοθετεῖν. Καὶ ὑπάρχουσι νόμοι τῷ ὄντι, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦνται ἀφ’ ἑαυτῶν. Εἴχομεν ἄλλοτε νόμους περὶ ἐκλογικῶν καταλόγων, οἱ ὁποῖοι ἤνοιγον τὸ στάδιον τῶν καταχρήσεων. Ἐγένετο νόμος κατόπιν περὶ ἐκλογικῶν καταλόγων πρακτικὸς, ἔχων συνεπείας, ἔχων κύρωσιν· καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἐκτελῆται ἀφ’ ἑαυτοῦ. Τοιοῦτοι ὑπάρχουσι πολλοὶ νόμοι· καὶ κατὰ τοῦτο οἱ σοφοὶ καὶ πρακτικοὶ νόμοι διακρίνονται ὡς οὕτω πως διεσκευασμένοι, καὶ τοιαύτας ἔχοντες συνεπείας τῆς ἀθετήσεως αὐτῶν, ὥστε, ὡς εἶπον, τὴν δύναμιν τῆς ἐκτελέσεως τὴν ἔχουσιν ἐν ἑαυτοῖς. Ἀλλ’ εἶναι τῷ ὄντι, Κύριοι, παράδοξον, ὅτι σκεπτόμεθα περὶ κυρώσεως νόμων κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὄχι κατὰ τῶν ἰδιωτῶν, παραβαινόντων αὐτοὺς, ἀλλὰ κατ’ αὐτοῦ τοῦ Κράτους, παραβαίνοντος τοὺς πλέον σπουδαίους νόμους, τοὺς τὰς πλέον ἐπιβλητικὰς ὑποχρεώσεις περιέχοντας; Ναὶ, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ σκεπτώμεθα περὶ κυρώσεως νόμων· ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ ἐκείνη ἡ κατάστασις ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἀνέκαθεν, ἣν ἐξετραγώδησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, εἶναι ζήτημα τότε, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ πρακτέου; Ὅταν λοιπὸν ἤμεθα ἀπέναντι τῶν Κυβερνήσεων τῶν Ἑλληνικῶν, ἀθετουσῶν τὰς τοιαύτας ὑποχρεώσεις καὶ ἀθετουσῶν συγχρόνως καὶ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς μετρίας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλουσιν οἱ νόμοι, εἶναι τότε ζήτημα, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ κυρώσεως τῶν νόμων; Τί λοιπὸν πρέπει νὰ πράξωμεν, ὅταν ἔχωμεν αὐτὰ τὰ προηγούμενα;—καὶ ὁ συνάδελφος κ. Παπαγιαννακόπουλος σᾶς εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον βεβαίως ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν του, ὅτι καταλαμβάνονται τὰ κτήματα καὶ δὲν γίνεται ἐπιτροπὴ πάντοτε...
§72ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ ἔτη, καὶ χωρὶς νὰ ἠξεύρωσι πλέον, πόση ἦτο ἡ ἔκτασις τοῦ κτήματος.
§73ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ λοιπὸν τὸ Σύνταγμα προβλέπῃ νὰ γίνηται προηγουμένη ἀποζημίωσις, ἐν τούτοις τὸ Δημόσιον δὲν συνιστᾷ ἐπιτροπὴν, ἢ συνιστᾶται μὲν ἡ ἐπιτροπὴ, δὲν ἐκτελεῖ ὅμως τὸ καθῆκόν της, δὲν ἀποφαίνεται περὶ ἀποζημιώσεως· ἀλλὰ καὶ ἀποφαινομένης τῆς ἐπιτροπῆς περὶ ἀποζημιώσεως, τὸ Δημόσιον δὲν πληρόνει. Τώρα εἰς πολλὰ ἄλλα δύναται νὰ συμβαίνῃ τοῦτο· καὶ δὲν ἔχει ἄλλο καταφύγιον ὁ πολίτης, παρὰ νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν· δὲν ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα μιᾶς καταναγκαστικῆς ἐκτελέσεως. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ παραβάσεως τοῦ Συντάγματος, περὶ ἀφαιρέσεως ἰδιοκτησίας, τῆς ὁποίας ἡ στέρησις δύναται νὰ ἔχῃ ἀνυπολογίστους συνεπείας, ἐπιτρέπεται ἆρά γε καθυστέρησις τοιούτων ὀφειλομένων, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀθετεῖται ἡ τοιαύτη ἱερὰ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς πολίτας; Διότι, ὡς εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν μία οἰκογένεια στερηθῇ τοῦ ἀγροῦ της, λιμοκτονήσῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ὑποστῇ τίς οἶδε ποίας ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς βλάβας ἀνεπανόρθωτους, τὴν ἀποζημιόνετε κατόπιν, μετὰ 10 ἔτη, τὴν ἀποζημιόνετε δίδοντες εἰς αὐτὴν τὴν ἀξίαν τοῦ ἀγροῦ ἐκείνου, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν τὴν ἀποζημιόνητε τότε ἐπαρκῶς. Διὰ τοῦτο λοιπὸν, ἀφοῦ, ὡς μὴ ὤφειλε, συνέβησαν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον αἱ παραβάσεις τοῦ νόμου τούτου, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, θεωρῶ κατεπεῖγον νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον πλῆρες. Ἀλλὰ δυνάμεθα καὶ διὰ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ κατορθώσωμεν βελτίωσίν τινα, διὰ τῆς ὁποίας νὰ δώσωμεν σάρκα εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ ἀναγκάσωμεν αὐτὸ νὰ τὰς ἐκτελῇ, νὰ ἀναγκάζωνται οἱ Ὑπουργοὶ νὰ τὰς ἐκτελῶσι. Καὶ θὰ ἀναγκάζωνται νὰ τὰς ἐκτελῶσιν, ἐὰν οἱ πολῖται δύνανται, ἐὰν δὲν διωρίσθη λόγου χάριν ἡ ἐπιτροπὴ, ἢ δὲν ἐξετέλεσεν ἡ ἐπιτροπὴ τὸ καθῆκόν της, διὰ μιᾶς αἰτήσεως πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου νὰ ζητῶσι τὸν διορισμὸν ἑνὸς πραγματογνώμονος, ὅστις νὰ ἀποφαίνηται παραχρῆμα· ἐὰν δὲ τὸ Δημόσιον δὲν πληρόνῃ ταχέως, νὰ ὑπάρχῃ μία συνέπεια, νὰ πληρόνῃ τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Καὶ εἶναι ἀξία ἡ περίστασις τοιούτων αὐστηρῶν ὑποχρεώσεων, διότι, ὡς εἶπον, δὲν πρόκειται περὶ ἄλλης τινὸς ἀμφισβητήσεως μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν, πρόκειται περὶ ἀφαιρέσεως ἰδιοκτησίας. Ἐὰν ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας δὲν περιβληθῇ τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι καὶ τὸ φυσικὸν δίκαιον ἐπὶ τέλους ἀπαιτοῦσι καὶ ἐπιβάλλουσι, τότε μεταβάλλεται ἡ πρᾶξις αὕτη εἰς μίαν ἀληθῆ ληστείαν καὶ τότε πρέπει ν’ ἀποκαταστήσωμεν τὴν ἀξίαν, ὄχι δίδοντες τὴν ἀξίαν τοῦ ἀγροῦ μετὰ δέκα ἔτη, ἀλλὰ δίδοντες μέρος καὶ τῶν ἀνεπανορθώτων ἴσως ἐμμέσων ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ στερηθεὶς τῆς περιουσίας του. Θὰ φέρω τροπολογίαν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει· εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων ἐσόδων τῆς χρήσεως 1890.
§75ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου χορηγεῖται ἄνεσίς τις εἰς τοὺς φορολογουμένους, διότι παρατείνεται ἡ προθεσμία, ἡ πρὸς καταβολὴν τοῦ ὀφειλομένου φόρου. Δὲν θέλω νὰ θίξω τὸ γενικώτερον ζήτημα ἀπὸ τοῦδε, τὸ ζήτημα κατὰ πόσον σήμερον, μετὰ τὰς ἐπαγγελίας, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν σχετικῶς πρὸς τὸ τέλος τὸ πρόσθετον τῶν 20%, δικαιοῦται καὶ δύναται ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία ἔδωκε τοιαύτας ἐπαγγελίας, νὰ τὸ διατηρήσῃ· ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ θέλει ἀναγκαίως συζητηθῆ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ διὰ νὰ περιορισθῶ ἀκριβῶς ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ νομοσχεδίου, τίς εἶναι ἡ ἀνακούφισις, ἡ ὁποία διὰ τοῦ μέτρου τοῦ προβληθέντος παρὰ τῆς Κυβερνήσεως χορηγεῖται εἰς τοὺς φορολογουμένους; Ἀναβάλλεται μόνον ἡ καταβολὴ τῶν φόρων μέχρι τῆς 15 Μαρτίου. Ἂν δὲν καταβληθῶσι τὰ ὀφειλόμενα μέχρι τῆς 15 Μαρτίου, οἱ φορολογούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον καθυστερήσει τὸν φόρον των, θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ τέλος τῶν 20%. Καὶ εἶπον ἀρχικῶς, ὅτι βεβαίως, ὡς πᾶσα παράτασις προθεσμίας καταβολῆς τῶν ὀφειλομένων, ἀποτελεῖ αὕτη μίαν ἄνεσιν. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἀπέβλεπεν εἰς αὐτὸ καὶ μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τοὺς φορολογουμένους εἰς θέσιν νὰ καταβάλωσι τοὺς ὀφειλομένους φόρους· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐξεταστέον, κατὰ πόσον ἡ χορηγουμένη παράτασις θέλει καταστήσῃ τοὺς φορολογουμένους εἰς θέσιν νὰ καταβάλωσι τὰ ὀφειλόμενα. Τὸ ζήτημα, οὕτω τιθέμενον, δὲν δύναται παρὰ νὰ λυθῇ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τῆς προθεσμίας, ἣν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τάσσει· διότι δὲν γνωρίζω, ἀπὸ τῆς 31 Ἰανουαρίου, ὅτε ὤφειλον νὰ καταβληθῶσιν οἱ φόροι, ἐπὶ ἀπειλῇ πληρωμῆς προσθέτου τέλους 20%, μέχρι τῆς 15 Μαρτίου, ὅτε πάλιν ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀπειλῇ ὀφείλουσι νὰ καταβληθῶσιν οἱ καθυστερούμενοι φόροι, δὲν γνωρίζω, λέγω, ἓν κἂν εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ εἰσπράξῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Βεβαίως ἐν τῷ μεταξὺ δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία συγκομιδή, βεβαίως ἐν τῷ μεταξὺ δὲν θὰ τρυγηθῶσιν αἱ ἄμπελοι, οὐδὲ θὰ πωληθῇ ὁ οἶνος, οὐδὲ θὰ εἰσπραχθῶσι κἂν ἐνοίκια, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται περὶ μηνιαίων μισθωμάτων, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἐλάχιστα σχετικῶς ἀπέναντι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φορολογουμένων. Τὸ συμπέρασμα εἶναι κατάδηλον· ὅτι, ἐὰν πρόκηται νὰ χορηγηθῇ πραγματική τις βοήθεια εἰς τοὺς φορολογουμένους, μέχρις οὗ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ὁριστικῶς περὶ τῆς διατηρήσεως ἢ μὴ διατηρήσεως τοῦ προσθέτου τέλους, τὸ ὁποῖον εἶναι τοσοῦτον ἐπαχθές, δέον νὰ παραταθῇ ἡ ἀναβολὴ μέχρι τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦναι εἰς θέσιν οἱ φορολογούμενοι νὰ καταβάλωσι τὸν φόρον.
§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον δὲν σκοπεῖ μήτε νὰ ἐπιφέρῃ μεταβολὴν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν φορολογουμένων, μήτε νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας περὶ εἰσπράξεων. Ὡς εἶπον, εἰσηγούμενος αὐτοῦ, προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ τὰς δυσκολίας τὰς ἐπελθούσας ἐκ τῆς ἐπικρατησάσης κακοκαιρίας, ἥτις ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον. Ἡ ἐπικρατήσασα κακοκαιρία παρημπόδισεν ἐν πλείσταις ἐπαρχίαις τοὺς φορολογουμένους νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ ταμεῖον, ὅπως πληρώσωσι τοὺς φόρους αὑτῶν, καὶ τοὺς εἰσπράκτορας νὰ μεταβῶσι πρὸς εἴσπραξιν αὐτῶν. Ἤθελεν εἶσθαι ὄχι μόνον ἄδικον, ἀλλὰ καὶ σκληρότατον, ἂν τὸ Δημόσιον, ἀπέναντι τοιούτου φυσικοῦ ἐμποδίου, ἤθελεν ἐπιβάλει τὴν ποινὴν τῆς μὴ ἐγκαίρου πληρωμῆς τῶν φόρων, ἥτις ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ προσθέτου τέλους τῶν 20%. Μόνον τὴν ἔλλειψιν ταύτην προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Τὰ ἄλλα ζητήματα, δηλ. τὸ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν φορολογουμένων καὶ τὸ τοῦ συστήματος τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, δὲν θίγονται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Νομίζω δὲ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ θίξωμεν σήμερον τὰ γενικώτερα ταῦτα ζητήματα, διὰ νὰ μὴ παραταθῶσιν αἱ δυσκολίαι, αἱ προξενηθεῖσαι ἐκ τῆς κακοκαιρίας. Σήμερον οἱ φορολογούμενοι δὲν προσέρχονται, ἵνα πληρώσωσι τοὺς φόρους των, γνωρίζοντες τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐπέρχεται ἑπομένως δυσκολία εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ κακὸν, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ σπεύσωμεν νὰ θεραπεύσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος.
§77ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλησμόνησεν, ὅτι οἱ φορολογούμενοι εἶχον καὶ τὸ θέρος καὶ τὸν χειμῶνα, ἵνα καταβάλωσι τὰ ὀφειλόμενα· καὶ βεβαίως δὲν ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ καταβάλωσι τὰ ὀφειλόμενα τὴν 31 Ἰανουαρίου. Μόνον ἐπὶ τοιαύτῃ προϋποθέσει ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν δικαιολόγησιν, ἣν ἔδωκεν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Πρόκειται περὶ ἀληθοῦς ἀνέσεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ χορηγηθῇ εἰς τοὺς φορολογουμένους, καὶ ἡ ὁποία δὲν χορηγεῖται, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν οἱ φορολογούμενοι εἰς καλλιτέραν θέσιν τὴν 15 Μαρτίου ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο τὴν 31 Ἰανουαρίου. Τὸ νομοσχέδιον δέ, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι συντεταγμένον, θέλει ἀληθῶς φέρει ζημίας εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ θέλει ἀμείψει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι κακῆς πίστεως φορολογούμενοι. Ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ συμφέρον τοῦ Κράτους εἶναι ν’ ἀποφαίνωνται αἱ ἐξουσίαι ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως. Θέλετε νὰ διατηρήσητε τὸ πρόσθετον τέλος τῶν 20%; Διατηρήσατέ το μὲ ὅλας του τὰς ἐπαχθεῖς συνεπείας, μὲ ὅλα του τὰ ἐπαχθῆ ἀποτελέσματα. Νομίζετε ὅτι ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν σας ὀφείλετε νὰ καταργήσητε τὸ τέλος; σπεύσατε νὰ τὸ καταργήσητε. Ἀναβάλλοντες ὅμως νὰ λάβητε μίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν, οὐδὲν ἕτερον πράττετε ἢ νὰ ζημιόνητε ἀφ’ ἑνὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ν’ ἀνταμείβητε τοὺς κακῆς πίστεως ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου. Ζημιόνετε δὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφιβολία, ὅτι οἱ κακῆς πίστεως ὀφειλέται θὰ σκέπτωνται, ὅτι μετὰ τὴν πρώτην παράτασιν προθεσμίας θὰ ἐπέλθῃ καὶ δευτέρα παράτασις, ὅταν ἡ παράτασις αὕτη οὐδόλως δικαιολογῆται, διότι τοὐλάχιστον δὲν δίδεται τοιαύτη ἀναβολὴ, ὥστε νὰ δύναται ὁ φορολογούμενος νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ καταβάλῃ τοὺς φόρους. Μία εἶναι ἡ συμβουλή,—καὶ ἂν εὑρίσκωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τὴν ἔκφρασιν παρὰ πολὺ σκληρὰν—μία εἶναι ἡ παράκλησις, ἣν ἔχω νὰ τοῖς ὑποβάλω· ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων νὰ μὴ ἀναβάλλωσιν, ἀλλὰ νὰ λάβωσιν ὁριστικὴν ἀπόφασιν καὶ δώσωσιν ὁριστικὴν ἀπάντησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐρωτῶσι, τί πρόκειται νὰ πράξωσι περὶ τοῦ τέλους τῶν 20%.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ ὅτι ἡμεῖς οὐδεμίαν ἔκφρασιν τοῦ προαγορεύσαντος Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εὑρίσκομεν σκληρὰν, ἑπομένως οὐδὲ παραπονούμεθα, διότι μετὰ μεγάλης πεποιθήσεως ἐφ’ ἑαυτὸν παρέρχεται ἑκάστοτε, ἵνα μᾶς ἀπευθύνῃ συμβουλὰς. Ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ νὰ συμβουλεύῃ, πρέπει ν’ ἀκούσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους συμβουλεύει, οἵτινες θέλουσιν ἐρωτήσει αὐτὸν, ποίας ἐπαγγελίας ἐννοεῖ, ὅταν ὁμιλῇ περὶ ἐπαγγελιῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Σεῖς ἀνήκετε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν μέχρι τῆς παραμονῆς τῆς ψηφοφορίας· ἐποιήσατε ἐπαγγελίας εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας τοιαύτας; Ἐὰν ἡ ἐκλογὴ ἐγένετο τὴν 14ην Ὀκτωβρίου, μέχρι τῆς 1ης Ὀκτωβρίου ἀνήκετε εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, βραδέως δὲ καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας σᾶς ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ ἀνακηρύξητε σεαυτὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἐνομίσατε ὅτι ἠδύνασθε ν’ ἀποπλανήσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, παριστάμενος ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐθνικῆς ἀντιπολιτεύσεως, βαπτίζων σεαυτὸν δι’ ἰδιοτήτων, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ μόνος, διότι ταύτας δίδει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρὸς αὐτόν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Τὰ λεχθέντα μοὶ ἀναμιμνήσκουσί τι, ὅπερ πρὸ χρόνων μοὶ συνέβη. Ἐβάδιζον ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς ὄπισθεν τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου, παραλλήλου δὲ πρὸς τὴν ὁδὸν τῆς Ἀκαδημίας, ἐφ’ ἧς ἦσαν ἐργαστήρια λιθοξόων, ἤκουσα δὲ τότε λιθοξόου, μνημονεύοντος τοῦ Φειδία καὶ τοῦ Πραξιτέλους, τῶν ὁποίων μαθητὴν ἐκήρυσσεν ἑαυτόν. Καὶ ὁ λιθοξόος παρίστα ἑαυτὸν μαθητὴν τοῦ Φειδίου καὶ τοῦ Πραξιτέλους! Δὲν ἐξιπάζομαι λοιπὸν, διότι συναντῶ κατὰ τὸν ἐμὸν βίον ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τοσαύτην ἐφ’ ἑαυτοὺς ἀποκτῶσι πεποίθησιν, ὥστε ἀντιποιοῦνται ἰδιοτήτων, τὰς ὁποίας δὲν δίδουσιν εἰς αὐτοὺς οἱ ἄλλοι. Ἡμεῖς δὲν ὑπεσχέθημεν νὰ ἀνακουφίσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ φόρων ἢ δοσημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσφέρει κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν. Οὐδὲν πρόγραμμα οὐδὲ ἐμοῦ οὐδέ τινος τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτας ἔδωκεν ὑποσχέσεις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλ’ εἴχομεν καθῆκον νὰ ἄρωμεν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον, ἐπετίθετο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἐπετίθετο τοὐλάχιστον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἡμέραν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἔταξεν ὡς προθεσμίαν πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων αὐτῶν, εἶχον τὰ χρήματα εἰς τὸ θυλάκιόν των, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ ταμεῖα, ἵν’ ἀποτίσωσι τὴν ὀφειλήν των, διότι ὁ χειμὼν ἀπέκλεισεν αὐτοὺς εἰς τὰς οἰκίας των, οὐδὲ οἱ εἰσπράκτορες ἠδύναντο νὰ μεταβῶσιν εἰς τοὺς οἴκους ἐκείνων, ἵνα πληρωθῶσι, διότι καὶ τούτους εἶχεν ὡσαύτως ἀποκλείσει ὁ χειμὼν ἐν ταῖς οἰκίαις των. Τί ἤθελεν ἐπέλθει, ἐὰν ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν προτείνει τὸν νόμον τοῦτον; Οἱ φορολογούμενοι ἐκεῖνοι ἤθελον ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσωσι τὸν πρόσθετον φόρον. Καὶ εἶχον δυστροπήσει; Ἐκ δυστροπίας δὲν ἐπλήρωσαν τὸν φόρον αὐτῶν; Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν, ὅτι παρεκωλύθησαν ἀπὸ τὸν χειμῶνα. Δικαιοτέρα λοιπὸν πρότασις ὑπῆρχε ταύτης; Τί κοινὸν ἔχει ἡ πρότασις αὕτη μὲ τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θέλει προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἢ περὶ τῆς ἄλλης οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ταμείου; Ἡμεῖς δὲν δυσχεραίνομεν, ὅταν ἕκαστος ἀνίσταται, ἵνα συμβουλεύῃ ἡμᾶς· ἀλλ’ ἕκαστος κρίνεται ἐκ τῶν συμβουλῶν, τὰς ὁποίας δίδει.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ δεύτερον οὐδένα θὰ εἶχε λόγον, διότι οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ μετὰ τοῦ συνήθους αὐτῷ ὕφους τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τοὺς λόγους δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησα ἐγὼ ἤδη, καὶ διὰ τῆς ἀπαντήσεως, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν ἔδωκεν ἀπάντησιν. Τί εἶπον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Ὅτι δὲν ὑπεχρεοῦντο οἱ φορολογούμενοι μόνον τὴν 31 Ἰανουαρίου νὰ τελέσωσι τοὺς φόρους, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ θέρος καὶ κατὰ τὸν χειμῶνα ὁλόκληρον. Ἑπομένως δὲν εἶναι δικαιολόγησις τὰ λεχθέντα, δὲν εἶναι δικαιολόγησις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ προκειμένου. Ἀλλ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰ εἶπε μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ λόγου του, διότι ἔχει πάντοτε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἄνευ τῆς εὐχῆς του καὶ ἄνευ τῆς ἀδείας του οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντιπολιτευόμενος. Τὴν ἰδέαν ταύτην ἔχει πρὸ χρόνου μακροῦ, καὶ εἶναι τοσοῦτον ζηλότυπος περὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε κατηγανάκτησε, διότι ἀπεδόθη εἴς τινα ἤ τινας ἡ ἰδιότης τοῦ ἀντιπολιτευομένου, ἄλλου ἀντιπολιτευομένου παρὰ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψει του καὶ ἐν τῷ πνεύματί του πάντοτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Πολὺ πλανᾶται, ἂν νομίζῃ, ὅτι ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτοῦ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ οἱουδήποτε πολίτου καὶ ἀπὸ οἱουδήποτε πολιτευομένου τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα χορηγοῦσι μακροὶ ἀγῶνες ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποβάλλῃ τοὺς ὑπηρέτας του ἢ τοὺς ὑπαλλήλους του, δύναται νὰ εἰσάγῃ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἀφαιροῦνται κόποι καὶ ἀγῶνες μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ᾖναι πεπεισμένος, ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἐμπάθεια ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ διαστρέψωσι τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς θυσίας τῶν ἀντιπολιτευομένων, οὐδὲν θὰ κατορθώσωσιν. Ἡ παρουσία μου ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία βεβαίως ὀφείλεται εἰς ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀνεξαρτήτους ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι περιεστοίχισαν τὴν κάλπην μου, εἶναι ἱκανὴ νὰ τὸν πείσῃ, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Καὶ ὅταν τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀδυναμία του, ὀφείλει τοὐλάχιστον, σεβόμενος τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, νὰ μὴ δεικνύῃ ποῖα αἰσθήματα κατεῖχον ἀπὸ τῆς 1ης ἢ ἀπὸ τῆς 14ης Ὀκτωβρίου τὰ στήθη του. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βοηθημάτων. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§81ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον καθορίζει τρεῖς τάξεις βοηθουμένων, οἱ ὁποῖοι κατόπιν τοῦ θανάτου των μεταβιβάζουσι τὸ δικαίωμα τῆς βοηθείας εἰς τὰς οἰκογενείας των. Ἡ πρώτη τάξις εἶναι ἡ γενεὰ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, ἡ δευτέρα τάξις εἶναι οἱ βοηθούμενοι καὶ καταγόμενοι ἐκ τῶν Ἰονίων νήσων· ὑπάρχει καὶ τρίτη τάξις, καὶ αὕτη εἶναι ἡ πολυπληθεστέρα, ἡ τῶν βοηθουμένων λόγῳ μακρῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς τὸ Κράτος. Καὶ μὴ ἔχετε κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐὰν ἐξέλθητε ἐκ τῶν δύο πρώτων τάξεων, οὐδένα θέλετε εὕρει ἐκ τῶν βοηθουμένων, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ φέρῃ ὡς τίτλον τὴν ἰδιότητα ταύτην καὶ ὡς βάσιν τοῦ βοηθήματος, τὸ ὁποῖον τῷ χορηγεῖται, τὸ ὅτι προσήνεγκεν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, καὶ ἂν πρόκηται περὶ τῆς πολυθληθεστέρας τάξεως τῶν βοηθουμένων, δικαιοῦμαι νὰ ἀποταθῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ κινήσω τὴν χολὴν αὐτοῦ, ὥστε νὰ ἀναμνησθῇ τὰ πρὸ τῆς 14ης Ὀκτωβρίου καὶ τὰ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ εἴπῃ, τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος στέργει κἂν τὴν ἐπιλογὴν, ἐκ τῶν βοηθουμένων τῆς τρίτης τάξεως;—διότι πρόκειται περὶ ἐπιλογῆς, ἡ ὁποία χορηγεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν λέγῃ ἓν νομοσχέδιον, ὅτι «δύνανται», σημαίνει ὅτι καὶ δὲν δύνανται. Ἐὰν δ’ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸς δι’ ὅλα τὰ προτερήματα, τὸ δικαίωμα ν’ ἀπονέμῃ συντάξεις, νομίζω ὅτι πράττομέν τι, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ὁ νομοθέτης τοῦ 1883 ἠθέλησε νὰ ἐμποδίσῃ· διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπαναφέρομεν βοηθήματα ὑπὲρ οἰκογενειῶν ἐν ὡρισμένῳ ἀριθμῷ, ἐξαρτωμένῳ πλέον ἐκ τῆς θελήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Πρόκειται ν’ ἀπονείμωμεν βοηθήματα ἄνευ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ δοθῶσι τοιαῦτα βοηθήματα; Ἐὰν τοιοῦτος δὲν ᾖναι ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει τότε νὰ τροποποιηθῇ ἡ ῥῆσις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἢ πρέπει νὰ καταστῇ ἀναγκαία ἡ μεταβίβασις τοῦ βοηθήματος ἐκ μέρους τοῦ βοηθουμένου μετὰ θάνατον πρὸς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ, ἢ ἄλλως πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ, ἐμφαίνων ὅλους τοὺς βοηθουμένους, τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν τρίτην τάξιν. Μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ πίνακος θέλει δυνηθῆ νὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλὴ, κατὰ πόσον δύναται νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει.
§82Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου διετάσσετο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ μεταβιβάσῃ τὰ βοηθήματα, τὰ χορηγούμενα εἰς πατέρας οἰκογενειῶν, εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ αὐτῶν, ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ θὰ ἦτο βάσιμος· θὰ ἦτο βάσιμος ἡ παρατήρησις, ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐζήτει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάζῃ, ἐὰν θέλῃ, ἢ ἐὰν δὲν θέλῃ, νὰ μὴ μεταβιβάζῃ τὰ βοηθήματα. Ἀλλὰ τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ζητοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ποῦ δ’ εὗρεν ὁ κ. Βουλευτὴς τοιοῦτόν τι; Τὸ νομοσχέδιον εἶναι εὐκρινές, διότι σαφῶς διατάσσει, ὅτι τὰ βοηθήματα καὶ τῶν τριῶν κατηγοριῶν μεταβιβάζονται ἀπὸ τῶν πατέρων εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. Ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου εἶχε προταθῆ πρὸ δύο ἐτῶν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπεχρεοῦτο, ἀλλ’ ἠδύνατο, ἂν ἤθελε, νὰ μεταβιβάζῃ τὰ βοηθήματα ἀπὸ τοὺς πατέρας οἰκογενειῶν εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ αὐτῶν· ἀλλὰ τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον κατὰ τοῦτο διαφέρει ἐκείνου, ὅτι δὲν ἀφίνει εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν νὰ μεταβιβάζωσιν ἢ μὴ τὰ βοηθήματα, ἀλλὰ κηρύσσει τὴν εἰς τὰ τέκνα μεταβίβασιν αὐτῶν ὑποχρεωτικήν.
§83ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἐννοεῖτε πάντα τὰ βοηθήματα, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ περιλάβητε τὰς διαφόρους κατηγορίας· ἐξ οὗ ἐπῆλθεν ἡ πλάνη, ἐὰν ἐπῆλθε.
§84Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περιελάβομεν τὰς κατηγορίας, διότι πλὴν τῶν βοηθημάτων τούτων, τῶν ἀποδιδομένων εἰς τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὰς κατηγορίας ταύτας, ὑπάρχουσι καὶ μηνιαῖα βοηθήματα, τὰ ὁποῖα ἀπονέμονται εἰς πρόσφυγας ἐξ Ἠπείρου καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν βοηθημάτων τούτων.
§86ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατετέθησαν πολλάκις.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Κατετέθησαν ὅταν δὲν ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ· δὲν ἐπιτρέπεται δὲ, νομίζω, εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ παραπέμπωσι τὸν Βουλευτὴν εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ εὕρῃ τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην. Ὅταν εἷς Βουλευτὴς ζητῇ τὴν κατάθεσιν πληροφοριῶν καὶ ἐγγράφων, ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὰς καταθέτῃ.
§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι δὲν θέλω καταθέσει τὸν κατάλογον· ὀργίζεται δ’ ὑπὲρ τὸ δέον ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ λαμβάνει ἄνευ δικαιώματος ἐπιτιμητικὸν ὕφος. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν θέλω καταθέσει κατάλογον τῶν βοηθημάτων τούτων, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουσι πολλάκις κατατεθειμένοι οἱ κατάλογοι, καὶ ὅσοι δὲν ἔλαβον τυχὸν γνῶσιν αὐτῶν, παρέλιπον τὸ καθῆκόν των.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Θέλετε τὸν καταθέσει, διὰ ν’ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν ἠμέλησέ τις τὸ καθῆκόν του, καὶ διὰ ν’ ἀποδείξητε, ὅτι βεβαίως ἐσφάλατε, ἀγανακτήσας, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τοῦ πίνακος· διότι δύνανται νὰ ἦναι 10 ἢ 15 ἢ 50 Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ προηγούμενα, ἀλλὰ διατὶ ἀποκλείετε τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ κρίνωσι καὶ ἀποφασίσωσι, Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι πρώτην ἤδη φορὰν ἔρχονται εἰς τὸ Κοινοβούλιον;
§90ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠπόρησα, διότι ἐζητήθη ὁ κατάλογος ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Ἐὰν ἐζητεῖτο ἀπὸ ἐκείνους τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι πρώτην φορὰν εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, δὲν ἤθελον ἀπορήσει. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἐζήτησε τὸν κατάλογον τῶν βοηθημάτων, ἵνα σχηματίσῃ ἐξ αὐτοῦ τὴν γνώμην του, ἀλλ’ ἵνα ποιήσῃ ταῦτα γνωστὰ εἰς τοὺς πρώτην φορὰν ἐλθόντας, ὅπως κατορθώσῃ νὰ παρασύρῃ αὐτοὺς μετὰ τῆς γνώμης του. Ἄν φέρω τὸν ζητούμενον κατάλογον, θέλει δοκιμάσει καὶ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς (ἱλαρότης).
§91ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι καθόλου παράτολμον, ἐὰν θέλω διὰ τοῦ λόγου νὰ μεταδώσω τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχω ἐφ’ ἑκάστου νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ προσπαθήσω διὰ τοῦ λόγου νὰ πείσω περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῶν γνωμῶν μου αὐτῶν.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ζητήσω ἐξήγησιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐὰν ἐννοῇ ὅτι ἡ φράσις «κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου» ἐπάγεται τὴν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος μεταβίβασιν κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπὲρ τῆς μεταβιβάσεως. Ἐγὼ οὕτως ἐννοῶ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ἐξήγησιν, διότι, ἂν ταύτην ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ἡ φράσις, ὑπάρχει πλήρης ἐγγύησις, ἀφοῦ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον πρέπει νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ βοηθουμένου ἀνήκοντος εἰς κατηγορίαν ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένων. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερόν τι, περὶ οὗ θ’ ἀπευθύνω παρατήρησιν. Τὸ ἄρθρον ὁρίζει, ὅτι «τὰ πρὸ τοῦ νόμου ΑϞΕʹ τῆς 30 Μαρτίου 1883 κεχορηγημένα μηνιαῖα βοηθήματα, ἐὰν ἀπενεμήθησαν κλπ., μεταβιβάζονται». Κεχορηγημένα βοηθήματα πρὸ τοῦ νόμου ΑϞΕʹ ὑπῆρχόν τινα, κατόπιν ἀνακληθέντα· καὶ τὰ πλεῖστα μὲν τῶν ἀνακληθέντων ἀνεκλήθησαν πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1883, ἀλλ’ ἐὰν μὴ ἀπατῶμαι, ἀνεκλήθησαν καὶ κατόπιν, διότι ὁ νόμος τοῦ 1883 ἀπηγόρευε μὲν τὴν ἐν τῷ μέλλοντι χορήγησιν μηνιαίων βοηθημάτων, δὲν καθίστα ὅμως διαρκῆ τὰ βοηθήματα, ἅτινα πρότερον δὲν ἦσαν διαρκῆ. Ἐὰν λοιπὸν τὸ ἄρθρον μείνῃ ὡς ἔχει, τὰ κεχορηγημένα βοηθήματα πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1883, ὅσα ἀνεκλήθησαν, καὶ ταῦτα μεταβιβάζονται, καὶ πιστεύω ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ συντάξαντος τὴν διάταξιν.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ῥῆσις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ἔχει ἀντικείμενον τὰ πρὸ τοῦ νόμου τῆς 30 Μαρτίου 1883 κεχορηγημένα βοηθήματα, ἀποκλείει πάντα ἐκεῖνα τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα πρὸ τῆς 30 Μαρτίου 1883 εἶχον ἀνακληθῆ, διότι ταῦτα, ἀνακληθέντα, δὲν ὑπῆρχον κατὰ Μάρτιον τοῦ 1883. Ἐὰν ὅμως ἤθελε προταθῆ δισταγμός τις, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ περιλάβω καὶ τούτου τοῦ θέματος διασάφησιν. Ἀλλὰ περὶ τῶν βοηθημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἀνεκλήθησαν μετὰ τὴν 30 Μαρτίου τοῦ 1883, δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἀνεκλήθη βοήθημά τι μετὰ ταῦτα· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσί τινα, δὲν θεωρῶ, ὅτι ταῦτα δὲν πρέπει νὰ περιληφθῶσιν. Ἐὰν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου ἀνεκλήθησαν βοηθήματα, καὶ ἂν ταῦτα ἀνεκλήθησαν αὐθαιρέτως, δὲν σκοπῶ νὰ συντελέσω διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν κύρωσιν τῆς τοιαύτης αὐθαιρέτου ἀνακλήσεως αὐτῶν.
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1883 βεβαίως δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ μετατρέψῃ τὰ βοηθήματα, ἅτινα πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχον χορηγηθῆ διὰ διαταγμάτων, εἰς διαρκῆ· ὁ νόμος εἶχε μόνον σκοπὸν τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐν τῷ μέλλοντι χορηγήσεως βοηθημάτων διὰ Β. διαταγμάτων, ἀφορμὴν ἔχων τὸ μὴ κανονικὸν τῆς χορηγήσεως τῶν βοηθημάτων πρὸ τοῦ 1883 καὶ σκοπῶν νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὸ ἄτοπον, εἰς τὴν γιγνομένην κατάχρησιν. Τὰ κεχορηγημένα βοηθήματα ἀφῆκεν ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκοντο· ἡ νομικὴ αὐτῶν κατάστασις, οἵα ἦτο πρότερον, τοιαύτη εἶναι καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ 1883. Ἀναντιῤῥήτως τὰ διατάγματα τὰ περὶ βοηθημάτων δὲν ἐξεδίδοντο κανονικῶς· σκοπὸς τῶν ἐκδιδόντων ἦτο νὰ ἔχωσι ταῦτα διάρκειαν, ἀλλὰ τὰ διαρκῆ βοηθήματα βεβαίως εἶναι ἀντισυνταγματικὰ, ἵνα δὲ τὰ διατάγματα ταῦτα μετατραπῶσιν εἰς διατάγματα νομοθετικὰ, χορηγοῦντα τὰ βοηθήματα διαρκῶς, ἔπρεπε νὰ προσαρμοσθῶσι πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ τῶν συντάξεων καὶ μὴ ἐπιτρέπουσαν τὴν χορήγησιν αὐτῶν ἢ διὰ πράξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Οὐδεμία πρᾶξις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπάρχει, ἀναγνωρίζουσα τὰ διατάγματα ὡς περιβεβλημένον νομοθετικὸν κῦρος. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀπαγορεύσασα τὴν ἐν τῷ μέλλοντι χορήγησιν βοηθημάτων διὰ Β. διαταγμάτων, δὲν ἀνεγνώρισεν οὐδ’ ἐνομιμοποίησε τὰ πρότερον οὕτως ἐκδεδομένα.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1883 ἄλλον εἶχε σκοπόν. Δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ καταστείλῃ εἰς τὸ μέλλον τὴν κατάχρησιν, ἥτις ἐγίνετο διὰ τῆς ἀπονομῆς μηνιαίων βοηθημάτων εἰς πρόσωπα ἀνάξια τοιαύτης χάριτος, ἀλλ’ εἶχε σκοπὸν νὰ καταπαύσῃ συνήθειαν, ἡ ὁποία ἀντέβαινεν εἰς διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Διὰ νὰ καταστείλῃ λοιπὸν τὴν τακτικὴν ταύτην, ἀπηγόρευσε τοῦ λοιποῦ τὴν ἀπονομὴν βοηθημάτων, οὐχὶ διότι εἶχον συμβῆ καταχρήσεις; διότι, ἂν ἦτο τοῦτο, καθ’ ὃν χρόνον ἀπηγόρευεν, ἤθελεν ἐξοβελίσει ἀπὸ τὸν κατάλογον ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔκρινεν ἀναξίους τῆς χάριτος ταύτης. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπεκαλέσθη τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπῆρχε δικαίωμα εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ν’ ἀνακαλέσῃ τὰ βοηθήματα ἐκεῖνα, καὶ εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ νόμος ἐνεδείκνυε τὴν κατάκρισιν ταύτην, ἄρα μεταξὺ τῶν βοηθουμένων ὑπῆρχον ἀνάξια πρόσωπα, διετηρεῖτο δὲ ζῶν τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως παύσῃ τὰ βοηθήματα ἐκεῖνα. Μοὶ φαίνεται ὅτι κατὰ τοῦτο ὁ ἰσχυρισμός του δὲν εἶναι ὀρθός. Ὅταν ὁ νόμος τοῦ 1883 προὐτάθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀπηγορεύετο δι’ αὐτοῦ ἡ ἀπονομὴ εἰς τὸ μέλλον μηνιαίων βοηθημάτων, τότε ἐζητήθη ὁ κατάλογος τῶν ἀπονεμημένων ἕως τότε βοηθημάτων, ἐγένετο δὲ συζήτησις ἡ ὁποία ἐσκόπει νὰ ἐγείρῃ δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου. Ἐζητήθησαν λοιπὸν τότε οἱ κατάλογοι τῶν λαμβανόντων βοηθήματα, οἵτινες καὶ προσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὐδεμία ὑπ’ οὐδενὸς ἐγένετο παρατήρησις διὰ τὰ πρόσωπα. Καὶ δὲν μετεποιήθησαν μὲν τότε τὰ βοηθήματα ἐκεῖνα εἰς συντάξεις, διότι πρὸς τοῦτο ἀπῃτεῖτο νόμος, καὶ δι’ ἕκαστον πρόσωπον μυστικὴ ψηφοφορία, τρὶς ἐπαναλαμβανομένη. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, ὅταν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τοὺς καταλόγους τῶν λαμβανόντων βοηθήματα, ἐδήλωσεν ἐκτίμησίν τινα ἐπ’ αὐτῶν, διότι δὲν ἀπεφάνθη περὶ τῆς παύσεως αὐτῶν, αἱ δὲ Κυβερνήσεις ὀφείλουσι νὰ συμμορφῶνται πρὸς τὴν ἐκτίμησιν ἐκείνην τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀφοῦ τὸ Κοινοβούλιον δὲν ἔκρινε προσῆκον καὶ δίκαιον νὰ διακόψῃ οὐδὲν τῶν βοηθημάτων ἐκείνων, ἕπεται ὅτι ἐνέκρινε τὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γενόμενα. Ὑπουργοὶ δὲ μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1883 ἐλθόντες καὶ ἀναψηλαφήσαντες τὰ βοηθήματα, καὶ πεισθέντες ὅτι εἷς ἤ τινες τῶν λαμβανόντων αὐτὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθῶσι λαμβάνοντες βοηθήματα, διατάξαντες δὲ τὴν παῦσιν τῶν βοηθημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο εἰς αὐτοὺς, θέλουσιν ἀναγκαίως ἐκληφθῆ, ὅτι ἔπραξαν τοῦτο ἐκ λόγων κομματικῶν, διότι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ πράξωσι τοιοῦτόν τι. Διὰ τοῦτο ἔκρινα, ὅτι δὲν ὤφειλον νὰ συντελέσω, ἵνα ἐμμέσως ἀναγνωρισθῇ ὡς νομίμως γενομένη ἡ ἀνάκλησις οὐδενὸς τῶν βοηθημάτων τῶν πρὸ τοῦ 1883 ὑπαρχόντων μὴ ἀνακληθέντων δὲ καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο ἐκεῖνος ὁ νόμος. Ἡ ἄλλη παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Ὅταν ὁ νόμος διατάσσῃ, ὅτι τὰ πρὸ τοῦ νόμου ΑΚΕʹ τῆς 30 Μαρτίου 1883 κεχορηγημένα μηνιαῖα βοηθήματα μεταβιβάζονται εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ τέκνα τῶν ἀποβιωσάντων ἢ ἀποβιούντων κατὰ τὰς διατάξεως τοῦ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου, δῆλον καθίσταται ὅτι τὰ βοηθήματα ταῦτα θέλουσι μεταβιβάζεσθαι εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀποβιούντων καθ’ ὃν τρόπον μεταβιβάζονται καὶ αἱ συντάξεις.
§96ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ παρακληθῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ἐὰν μετὰ τὸ 1888 ἀνεκλήθησαν βοηθήματα, νὰ ὑποβάλωσι κατάλογον τῶν ἀνακληθέντων τούτων.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Εὐτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνεθυμεῖτο ὅλην τὴν ἱστορίαν, τὴν λαβοῦσαν χώραν καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη καὶ κατέστη νόμος τοῦ Κράτους, ὅσον ἀφορᾷ τὰ βοηθήματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κουμουνδούρου εἶχεν ἀπονείμει πρὸς διαφόρους. Καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἀπέδειξεν, ὅτι ἐσυκοφάντει ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης—ὅπως καὶ σήμερον ἠθέλησε νὰ συκοφαντήσῃ, τὴν ἐν λόγῳ Κυβέρνησιν, ὅτι δῆθεν κατεχρᾶτο καὶ ἀπένεμε βοηθήματα εἰς οἰκογενείας ἀναξίας νὰ λαμβάνωσι τοιαῦτα. Εὐτυχῶς, ἐπαναλέγω, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέσχεν εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς σήμερον, τοὺς μὴ ὄντας Βουλευτὰς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὴν εἰκόνα τῆς περιστάσεως ἐκείνης, καὶ ἔῤῥιψε τὴν συκοφαντίαν εἰς τὸ πρόσωπον τῶν συκοφαντῶν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου τῶν συνταξιούχων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης).
§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.