1891.01.31
1.761 στίχοι · 13.554 λέξεις · 90 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 31 Ἰανουαρίου 1891.
(Πέμπτη).
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Μετὰ τοῦτο τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ἀσημάκης Χρηστόπουλος).
§1ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ βαρὺς χειμών, ὅστις ἐνέσκηψε καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅστις ἐξακολουθεῖ, κατέστησεν ἀδύνατον τὴν ἔγκαιρον πληρωμὴν ἐν πολλαῖς ἐπαρχίαις τῶν φόρων, οἵτινες ἔπρεπε νὰ καταβληθῶσι μέχρι τῆς σήμερον καὶ τῶν ὁποίων ἡ μὴ καταβολὴ συνεπιφέρει, ὡς γνωρίζετε, πρόστιμον 20%. Τὸ 20% τοῦτο δὲν εἶναι φόρος, ἀλλ’ εἶδος ποινῆς....
§2ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φόρος βάρβαρος!
§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. ἐπιβαλλομένης ἐπὶ τῶν ἀμελούντων τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων αὐτῶν. Ἕνεκα τούτου ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία τῆς 31 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 15 Μαρτίου, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα! ὡραῖα!
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνὸς ἐλπίζω ὅτι ὁ καιρὸς θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν τακτικὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν φορολογουμένων. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ διανεμηθῇ ταχέως, νὰ τεθῇ δὲ ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 120).
§6ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ριζικώτερα μέτρα, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ ληφθῶσι.
§7ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τὰ λέγομεν.
§8ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπεσχέθην εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποβάλω μετὰ τὰς ἑορτὰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889, καὶ κατάστασιν τῆς χρήσεως τοῦ 1890 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου. Ἡ σύνταξις τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1888, ἕνεκα τῆς καθυστερήσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, μόλις ἐπερατώθη κατὰ τὴν 12 Ἰανουαρίου τρέχοντος. Ἤδη τυπωθεὶς εἶναι ἕτοιμος, καὶ ὑποβάλλω τοῦτον εἰς τὴν Βουλήν. Ὡσαύτως ὑποβάλλω τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 καὶ τὴν κατάστασιν μέχρι τῆς 30 Ὀκτωβρίου τῆς χρήσεως 1890· ὅπως δὲ γνωρίζετε, ἐδημοσιεύθη ἤδη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ κατάστασις μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου τῆς ἰδίας χρήσεως ἀλλ’ ὑποβάλλω τὴν κατάστασιν τῆς 30 Ὀκτωβρίου, διότι αὕτη σχετίζεται μὲ ὅσα ἐξέθηκα εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμόν. Μετὰ τῶν ἀπολογισμῶν τούτων καὶ τῶν προσωρινῶν καταστάσεων ὑποβάλλω καὶ λογαριασμοὺς τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους κατὰ τὰ ἔτη 1888, 1889 καὶ 1890 μέχρις 20 Ὀκτωβρίου, ἤτοι τοῦ τελευταίου δεκαημέρου, τοῦ λήξαντος πρὸ τῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐλεύσεως ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ ὑποβολὴ μόνον τῶν λογαριασμῶν τῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἴσως ἀρκετή, ὅπως δώσῃ πλήρη τὴν ἀντίληψιν τῆς διαχειρίσεως τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων προσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων δαπανῶν αὐτοῦ. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συντάσσονται οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ Δημοσίου καὶ ὁ λογαριασμὸς τῆς γενικῆς αὐτοῦ ληψοδοσίας, ἀπαιτεῖ εἰδικὴν ἐργασίαν καὶ ἀνάλυσιν, ὅπως δυνηθῇ πᾶς ὁ λαμβάνων γνῶσιν αὐτῶν νὰ ἀντιληφθῇ ἀκριβῶς τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς διαχειρίσεως τῶν τακτικῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ὅπως εὐκολύνω τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν, ὑποβάλλω ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλὴν περιληπτικὰς καταστάσεις τῶν χρήσεων καὶ διαχειρίσεων τοῦ 1888, 1889 καὶ 1890 ἄχρι τέλους Ὀκτωβρίου. Αἱ καταστάσεις αὗται, στηριζόμεναι ἐπὶ τῶν ἐπισήμων στοιχείων, δεικνύουσι τὰ εἰσπραχθέντα ποσὰ ἐκ τακτικῶν καὶ ἐξ ἐκτάκτων πόρων τοῦ Δημοσίου, καὶ τὰς ἐκτελεσθείσας δαπάνας, τακτικάς τε καὶ ἐκτάκτους. Ἀσχολοῦμαι δ’ ὡσαύτως εἰς τὸν καταρτισμὸν καὶ ἑτέρας καταστάσεως καὶ πινάκων, δεικνυόντων τὰ ἐκ δανείων εἰσπραχθέντα ποσὰ ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τέλους τοῦ 1890, καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ταῦτα διετέθησαν. Αἱ σήμερον ὑποβαλλόμεναι περιληπτικαὶ καταστάσεις τῶν χρήσεων καὶ διαχειρίσεων τῶν 1888, 1889 καὶ 1890 ἐλπίζω ὅτι ἔσονται ἀρκεταί, ὅπως δώσωσι πλήρη τὴν ἰδέαν τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων τῶν τελευταίων ἐτῶν, καὶ ἄρωσι πᾶσαν ἀμφισβήτησιν καὶ διαφωνίαν περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Οἱ ὑποβαλλόμενοι ἀπολογισμοὶ καὶ καταστάσεις εἰσὶ τυπωμένοι καὶ δύνανται νὰ διανεμηθῶσιν ἀμέσως εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
§9ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγκαίρως διετάξατε, κύριε Πρόεδρε, νὰ διανεμηθῶσιν εἰς ἡμᾶς.
§10ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1890 δὲν ὑπεβλήθη.
§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἰανουαρίου. Νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἐτυπώθη, θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ κατατεθῇ ἡ κατάστασις αὕτη καὶ χειρόγραφος, διότι ἤθελε χρησιμεύσει πολὺ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1887, ὅτε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπεχώρησε τοῦ Βουλευτηρίου, δὲν εἴχομεν ἀκόμη συμπληρώσει τὸν ἑπόμενον μῆνα, καὶ ἡ διαμαρτυρία τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως συνίστατο κυρίως εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ ἡ ζητηθεῖσα παρ’ αὐτῆς κατάστασις τῶν εἰσπράξεων καὶ δαπανῶν μέχρι τέλους τοῦ ἀμέσως προηγουμένου μηνός. Ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἰανουαρίου, ἡ δὲ κατάστασις μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ἠδύνατο νὰ κατατεθῇ τοὐλάχιστον χειρόγραφος, πρὸς ὁδηγίαν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι δὲ ἀπαραίτητος, διότι, ὡς γνωστόν, τὰ ¾ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους τῆς αὐτῆς χρήσεως, καὶ ἠδυνάμεθα διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 νὰ ἔχωμεν ἀσφαλέστατον ὁδηγὸν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ἐνῷ σήμερον εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ στηριζώμεθα εἰς τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα καὶ τὰς εἰσπράξεις τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Εἶναι δέ τινα ἔσοδα, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς δέον νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως οὐχὶ τῶν τριῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἀλλὰ τοῦ ἀμέσως παρελθόντος ἔτους· ἐπὶ παραδείγματι, τὰ ἐκ τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλείων ἔσοδα, τὰ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου, τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς καὶ διάφορα ἄλλα δικαιώματα τοῦ Δημοσίου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ,—νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἐφικτὸν τὸ πρᾶγμα,—ὥστε πρὶν ἡ Βουλὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ κατάστασις αὕτη νὰ κατατεθῇ, ἂν οὐχὶ ἔντυπος, τοὐλάχιστον χειρόγραφος. Πλὴν δὲ τούτου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦδε, ὅπως ὁδηγηθῇ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διατί εἰς τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 δὲν ἐμερίμνησε περὶ τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τελευταίου δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Ἐνόμιζον ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 ἀνεγράφη τὸ ποσὸν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης δι’ ἐκεῖνα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐξωφλήθησαν διὰ τοῦ σιδηροδρομικοῦ δανείου· ἀλλ’ οὐδὲ δι’ ἐκεῖνα ἐλήφθη πρόνοιά τις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξηγήσῃ, ἂν οὐχὶ προχείρως, βραδύτερον, ὅταν λάβῃ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας ἀπὸ τὸ Λογιστήριον, διατὶ παρελείφθη ἓν ἔξοδον, τοσούτῳ σημαντικὸν, ὅσον εἶναι τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μετ’ εὐχαριστήσεως βλέπω τὸν κ. συνάδελφον λησμονοῦντα τοὺς ἰσχυρισμοὺς, τοὺς ὁποίους ὑπεστήριζε κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον, ὅτε ἡμεῖς, οὐχὶ ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ Φεβρουαρίου ἐζητήσαμεν τὴν κατάθεσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Δημοσίου τῆς 31 Δεκεμβρίου. Ἀλλὰ μετ’ ἀπορίας ἤκουσα αὐτοῦ, ὅστις γνωρίζει τὸ λογιστικὸν τοῦ Δημοσίου, ἀπαιτοῦντος τὴν ἄμεσον κατάθεσιν τῆς καταστάσεως τῆς 31 Δεκεμβρίου, ἔστω καὶ ἐν χειρογράφῳ. Κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους οἱ ταμίαι ἔχουσιν ἐργασίαν σχετικῶς πλειοτέραν ἐκείνης, ἣν ἔχουσιν εἰς τὸ τέλος τῶν ἄλλων μηνῶν. Ἕνεκα τούτου δὲν ἐστάλησαν εἰσέτι παρ’ ὅλων τῶν ταμιῶν αἱ καταστάσεις τῆς 31 Δεκεμβρίου, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν συνταχθῇ γενικὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Δημοσίου. Ἂν εἶχε συνταχθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ ἐν χειρογράφῳ, διότι ἡ τύπωσις αὐτῆς ἤθελεν εἶσθαι ἔργον ἐλαχίστου χρόνου. Μετ’ εὐχαριστήσεως δὲ θὰ ὑποβάλω αὐτὴν τυπωμένην, ἅμα συγκεντρωθῶσιν ὅλα τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα καὶ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ σύνταξις αὐτῆς. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ μελετήσῃ καὶ γνωρίσῃ τὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐκ μόνης τῆς καταστάσεως τοῦ Νοεμβρίου. Ὁ ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν αὐτὴν δύναται κατ’ ἀναλογίαν τῶν βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων τῶν προηγουμένων ἐτῶν νὰ μορφώσῃ ἰδέαν τινὰ καὶ περὶ τοῦ ὑπολοίπου τῶν βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων τοῦ 1891. Ἡ τοιαύτη δὲ ἰδέα εἶναι ἀρκετὴ διὰ πάντα θέλοντα νὰ ἐργασθῇ θετικῶς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος περὶ τοῦ χρεωλυσίου καὶ τῶν τόκων τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, αὕτη εἶναι παρατήρησις οὐσιαστικὴ, περὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ γείνῃ λόγος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τότε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν, ἂν πρέπῃ, ἢ οὔ, νὰ ἀναγραφῇ τὸ ποσὸν τοῦ χρεωλυσίου καὶ τῶν τόκων τοῦ δανείου τούτου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§14ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐπισήμως ὑπάρχῃ ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι σκοπίμως παρελείφθη ἡ ἀναγραφὴ τοῦ διὰ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ἀπαιτουμένου ποσοῦ, τότε βεβαίως ὑπάρχει τι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν. Ἐγὼ ἐνόμιζα, ὅτι παρεισέφρυσε λάθος, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα πληροφορίας. Δὲν δύναμαι ἐν τούτοις ν’ ἀποκρύψω τὴν ἔκπληξίν μου, ὅτι εὑρέθη Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις, συντάσσων τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὸ ἔτος 1891, καὶ γινώσκων ὅτι ὑπάρχει ἐκ τῶν προτέρων ἀνεγνωρισμένη ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου πληρωμὴ ποσοῦ τοσοῦτον σημαντικοῦ, ἤθελε παραλείψει νὰ ἀναγράψῃ αὐτήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀδυναμία, ὅπως προσαχθῶσιν αἱ καταστάσεις αὗται, διότι, ἂν λήγοντος τοῦ Ἰανουαρίου ἐλλείπωσι καταστάσεις ταμείων τινῶν, τὰ ταμεῖα ταῦτα εἶναι ὅλως δευτερευούσης σημασίας, τῶν δὲ κυριωτέρων, ὡς εἶναι τὸ τῶν μονοπωλείων καὶ ἄλλα, αἱ καταστάσεις ὑπάρχουσι πρὸ πολλοῦ βεβαίως κατατεθειμέναι.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἔχῃ ἀνάγκην νὰ γνωρίσῃ ὡρισμένα ἔσοδα καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1890, τότε ἄλλως ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησίν του. Δὲν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν ὑποβολὴν τῆς γενικῆς καταστάσεως, ἥτις δὲν δύναται νὰ συνταχθῇ, καὶ ἐὰν ἑνὸς μόνου ταμείου ἡ μηνιαία κατάστασις ἐλλείπῃ. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς πρώτης αἰτήσεώς του, περὶ καταθέσεως ὁλοκλήρου τῆς καταστάσεως ἐσόδων καὶ ἐξόδων, καὶ τῆς τελευταίας του, περὶ καταθέσεως πληροφοριῶν, ἀφορωσῶν τὰ ἔσοδα ὡρισμένων φόρων, τῶν εἰσπραττομένων δηλ. σὺν τῇ βεβαιώσει.
§16ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόησεν ἤδη, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἐσόδων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ἐντὸς τῶν 12 μηνῶν τοῦ ἔτους. Αὐτῶν τῶν εἰσπράξεων παρακαλῶ νὰ ἔχω τὸ σημείωμα.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κατ’ αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας καταθέτω τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν προμήθειαν τοῦ χρώματος Moravia.
§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ράλλης μὲ ἤλεγξε δημοσίᾳ ἐπὶ παραβάσει τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μου, ὡς Προέδρου αὐτῆς, ἕτεροι δὲ δύο ἀξιότιμοι βουλευταί, ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξέθηκαν περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἰδέας καὶ γνώμας, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν συμμερίζομαι. Ἕνεκα τούτου ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ προκαλέσω περαιτέρω τινὰς ἐξηγήσεις περὶ τῶν αὐτῶν ἀντικειμένων, οὐ μόνον, ἵνα ἀποδείξω, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι αἱ μομφαὶ, αἱ κατ’ ἐμοῦ ἀπευθυνθεῖσαι, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατοι, εἶναι μᾶλλον ἀπόῤῥοια συγχύσεως τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἵνα τὸ συμπέρασμα τῶν ἐξηγήσεων τούτων χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγὸς πρὸς ὁμαλωτέραν τοῦ λοιποῦ διαχείρισιν τῶν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀνατεθειμένων καθηκόντων. Ἵνα σχηματίσῃ τις γνώμην περὶ τῶν ἀντικειμένων ἐκείνων, θεωρῶ πρὸ πάντων ἀναγκαῖον νὰ διατυπωθῶσιν ἀκριβῶς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν ὡς βάσις τῆς συζητήσεως. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καὶ ᾐτήσατο νὰ προβῇ αὕτη ἀμέσως εἰς πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν, κηρύττουσα αὐτὸ κατεπεῖγον. Ἐνθυμεῖσθε ἐπίσης, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἀντετάχθησαν κατὰ τῆς τοιαύτης διεξαγωγῆς τῆς συζητήσεως, προβάλλοντες, ὅτι αὕτη ἀντίκειται εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἀναπτύξω ἐν ἐκτάσει κατ’ οὐσίαν τὸ ζήτημα, ἐὰν ἠδύνατο κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς νὰ συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν νομοσχέδιον κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ. Ἐν συντόμῳ λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξήρτηται ἐκ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, ῥητῶς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πραγματευομένου, τοῦ ἄρθρου νομίζω 34. Τὸ ἄρθρον τοῦτο διαγράφει τὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτεῖται νὰ τηρηθῶσιν, ἵνα φθάσῃ πρότασίς τις οἱαδήποτε εἰς συζήτησιν, καὶ ἀπαιτεῖ ῥητῶς τὴν προηγουμένην τύπωσιν καὶ διανομὴν τῆς προτάσεως εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Ἐν δευτέρῳ ἐδαφίῳ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, πραγματευομένῳ κυρίως περὶ τοῦ χρόνου τῆς συζητήσεως, ἀναγράφεται ἡ ἐξαιρετικὴ διάταξις, ὅτι «δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ πρὸς συζήτησιν ἑτέραν ἡμέραν, προηγουμένην ἐκείνης, ἥτις προσδιορίζεται ἐκ τῆς σειρᾶς τῆς ἐγγραφῆς τῆς προτάσεως, κηρύττουσα ταύτην κατεπείγουσαν». Τώρα ποία τις ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου; Δύναταί τις νὰ προβάλῃ τὴν ἐρώτησιν: ἆρά γε ἡ προηγουμένη ἐκείνη τύπωσις καὶ διανομὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν τοσοῦτον οὐσιώδης, ὥστε ἄνευ αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν; ἢ μήπως ἁπλῶς ἀναγράφει ὁ Κανονισμὸς τὰ συνήθως συμβαίνοντα, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ συζήτησις; Ἐπίσης δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, ἐὰν τὸ δεύτερον ἐκεῖνο ἐδάφιον, κατὰ τὸ ὁποῖον δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ κατεπειγόντως ἄλλην ἡμέραν συζητήσεως, ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰς τυπωμένας προτάσεις, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰς μὴ τυπωμένας. Δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι τὸ κατεπεῖγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου διατάσσεται ἡ κατεπείγουσα συζήτησις τῶν τυπωμένων προτάσεων, δύναται νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ καὶ εἰς τὰς μὴ τυπωμένας. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι πάντοτε ἐθεώρησα προτιμητέαν, καὶ ὑπεστήριξα πολλάκις ῥητῶς, τὴν πρώτην γνώμην, τὴν σύμφωνον ἀκριβῶς μὲ τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, ὑποθέσας, ὅτι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἰκοσιτετράωρος ἀναβολὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ μέγαν κίνδυνον διὰ τὴν Πολιτείαν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀείποτε ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἑτέραν γνώμην, διότι πολλάκις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἤχθησαν εἰς πρώτην συζήτησιν προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον ἔτι τυπωθῆ, καί, ἂν καὶ ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπῃ τοιοῦτόν τι, ἡ Βουλὴ πολλάκις παρεβίασε τὸν Κανονισμόν. Ἀντετάχθη κατὰ τῆς ἰδέας τῆς παραβάσεως, ὅτι εἶχε τότε πρὸ τῆς συζητήσεως προκληθῆ ἡ συναίνεσις ἁπάντων τῶν Βουλευτῶν· ἀλλ’ ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη δὲν ἔχει οὐδεμίαν βασιμότητα, διότι, ἂν ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπῃ τι, οὔτε καὶ διὰ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἐνεργηθῇ τοῦτο νομίμως, ἀλλὰ πρέπει νὰ προκληθῇ πρότερον νομίμως ἡ μεταβολὴ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ οὐδὲ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι ἄνευ ἀντιῤῥήσεως συνεζητήθησαν μὴ ἔντυποι προτάσεις, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς ὑπέβαλον ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως προτάσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον τυπωθῆ, καὶ οὐδέποτε ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τοιαύτην τινὰ ἀντίῤῥησιν ῥητῶς ὑπέβαλον, ὅταν ἡ πρῴην Κυβέρνησις ἐπεζήτει παρὰ τῆς Βουλῆς εἶδός τι μομφῆς κατὰ τῆς προκατόχου αὐτῆς, ἕνεκα τῆς διαχειρίσεως χρημάτων τινῶν ἄνευ τῆς προσαγωγῆς δικαιολογητικῶν ἐγγράφων. Τότε ἰσχυρίσθην, ὅτι ἡ πρότασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ, διότι δὲν ἐτυπώθη. Μοὶ ἀντιτάσσεται νῦν, ὅτι τότε δὲν ἐπρόκειτο περὶ νόμου. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ πραγματεύεται ἐν γένει περὶ πάσης προτάσεως, καὶ δὲν διακρίνει μεταξὺ προτάσεως ἀφορώσης εἰς νομοσχέδιον, καὶ προτάσεως ἀφορώσης εἰς ἄλλα ἀντικείμενα Πᾶσα πρότασις Βουλευτοῦ ἢ Ὑπουργοῦ, λέγει τὸ ἄρθρον 34, ὑποβάλλεται ἐγγράφως, τυποῦται καὶ διανέμεται. Ἀλλ’ ἡ Βουλή, ἐπαναλαμβάνω, δὲν παρεδέχθη τὰς περὶ παραβάσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἀντιῤῥήσεις μου, εἰσηγουμένης μάλιστα τῆς πρῴην Κυβερνήσεως, καὶ προέβη εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν προτάσεων ἐκείνων ἄνευ τυπώσεως. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι δὲν προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω ἐν ἐκτάσει, ἀλλὰ νὰ παραστήσω ἁπλῶς, ὁποῖον ἦτο κατ’ οὐσίαν τὸ ζήτημα, ἐξ οὗ ἤρξατο ἡ ἀμφισβήτησις. Ἕτερον εἶναι τὸ ζήτημα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα προκαλέσω τὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην τῶν Βουλευτῶν. Ἠκούσατε, ὅτι προχθὲς ἐγεννήθη ἐν τῇ Βουλῇ ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ὀρθῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἐννοεῖτε, ὅτι καθ’ ἑκάστην ἕτεραι τοιαῦται ἀμφισβητήσεις περὶ τοῦ Κανονισμοῦ δυνατὸν νὰ γεννηθῶσιν. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀντιῤῥήσεις, αἱ καθ’ ἑκάστην δυνάμεναι νὰ ἀναφυῶσιν, ὑπὸ τίνος πρέπει νὰ λυθῶσι; Τίς δύναται ὁριστικῶς καὶ ὑποχρεωτικῶς διὰ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν; Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἢ αὐτὴ ἡ ἰδία Βουλή; Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμὸν, ὅπως αὐτὸς τὸν ἑρμηνεύει. Ἀλλ’ ὅταν κατὰ τῆς ὀρθότητος τῆς ἑρμηνείας τοῦ Προέδρου ἐγείρηται σπουδαία ἀντίῤῥησις, πρέπει καὶ τότε νὰ θεωρηθῇ ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου ὑποχρεωτικὴ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἢ ὀφείλει ὁ Πρόεδρος νὰ ζητήσῃ τὴν περὶ τῆς διαφωνίας γνώμην τῆς Βουλῆς; Ἐγὼ οὐδέποτε ἐδίστασα, ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ μόνον ὀρθὸν, εἴτε θεωρητικῶς ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, εἴτε ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ παρ’ ἄλλοις κοινοβουλευτικοῖς ἔθνεσι τηρούμενα, εἴτε ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἡμῶν. Τί γίνεται Κύριοι, εἰς τὰ Κοινοβούλια ἄλλων ἐθνῶν; Τὸ ζήτημα καὶ ἐκεῖ ἀνεφύη πολλάκις. Ἀνέγνωσα συζητήσεις λαβούσας χώραν τὸ 1848 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν τῆς Γαλλίας· ὁ Πρόεδρος τότε εἶχε θέσει ζήτημα ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως· ἀλλὰ κατ’ αὐτοῦ ἀντετάχθη ἕτερος, λέγων, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς, τί εἶπεν ὁ Πρόεδρος εἰς τὴν τότε ἐν Γαλλίᾳ Συνέλευσιν (ἀναγινώσκει): «Ἐννοεῖ ἡ Συνέλευσις νὰ δώσῃ εἰς τὸν Πρόεδρόν της, οὐ μόνον τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόζῃ, νὰ ἐκτελῇ καὶ νὰ τηρῇ τὸν Κανονισμὸν, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τὸ δικαίωμα, ὅταν ἓν ζήτημα ἑρμηνείας ἐγείρηται, νὰ τὸ λύῃ; «Δὲν ἐνόμισα ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ μολονότι ἡ γνώμη μου ἦτο σύμφωνος μὲ ἐκείνην, ἣν παρεδέχθη ἡ πλειοψηφία, οὐχ ἧττον ἡ γνώμη αὕτη ἦτο ἀμφισβητήσιμος, ἀφοῦ πλέον τῶν 60 μελῶν ἐψήφισαν κατ’ αὐτῆς. «Ἤδη ἐρωτῶ, θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Πρόεδρόν της, ὅταν μέλος τι ἀπὸ τοῦ βήματος ζητῇ τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἐπικαλούμενον ἄρθρα αὐτοῦ, ὑποστηρίζῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία, καὶ ἑπομένως περίπτωσις ἑρμηνείας, θέλει, λέγω, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην εἰς τὸν Πρόεδρον; Ἔχει καλῶς· ὁ Πρόεδρος θὰ ἑρμηνεύσῃ. «Τοὐναντίον, θέλει ἡ Συνέλευσις, ὁσονδήποτε σαφὴς φαίνεται εἰς τὸν Πρόεδρον ἡ λύσις τοῦ ἀναφυέντος ἑρμηνευτικοῦ ζητήματος, νὰ ἐρωτᾷ ὁ Πρόεδρος τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως; ὁ Πρόεδρος βεβαίως θὰ ἐρωτήσῃ τὴν Συνέλευσιν. «Ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, ἰδοὺ τί φρονῶ. Ὅσον σαφὴς καὶ ἂν μοὶ φαίνεται μία ἑρμηνεία, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μέλος τῆς Συνελεύσεως, ὑποστηριζόμενον ὑπὸ πολλῶν μελῶν, προτείνῃ ζήτημα ἑρμηνείας, λέγω κατ’ ἐμαυτόν: ἂν ἡ πλειοψηφία συμμερίζηται τὴν γνώμην μου, οὐδὲν ἄτοπον, ὅτι ψηφίζει αὕτη περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ. Ἄν μοὶ ἀντιτάξωσιν, ὅτι θέτω τὸν Κανονισμὸν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ἀπαντῶ, ὅτι, ἂν ἡ Συνέλευσις ἀποδεχθῇ ἑρμηνείαν ἀντίθετον τῆς γνώμης μου, προτιμότερον νὰ μὴ δηλώνω τὴν γνώμην ταύτην. «Ἕνεκα τούτου, ἂν ἡ Συνέλευσις θέλῃ, ὥστε νὰ ἑρμηνεύῃ τὸν Κανονισμὸν ὁ Πρόεδρος, ὅταν ἐγείρηται ἀμφισβήτησις, παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ ζητήματος καὶ νὰ τὸ λύσῃ. Μέχρι τούτου θὰ ὑποβάλλω τὰ ζητήματα τῆς ἑρμηνείας εἰς τὴν Συνέλευσιν. «ΦΩΝΗ. Εἶναι δικαίωμά σας. «ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, εἶναι καθῆκόν μου.» Τὸ ζήτημα ἀνεφύη καὶ αὖθις κατὰ τὰ 1876 εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Γαλλίας, προεδρευομένην ὑπὸ τοῦ Julles Grevy. Καὶ τότε ὁ Πρόεδρος οὗτος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ζήτημα ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἐγένετο ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ θέση τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ εἰς ψηφοφορίαν. Ἰδού, τί κατὰ λέξιν ἀπήντησεν ὁ Πρόεδρος ἐκεῖνος (ἀναγινώσκει): «Μοὶ λέγουσιν, ὅτι εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη δὲν ἀνήκει, εἰμὴ εἰς τὸν Πρόεδρον. Δὲν γνωρίζω πόθεν λαμβάνουσι τὸν κανόνα τοῦτον· νομίζω ὅτι τὰ προηγούμενα δὲν συμφωνοῦσι πάντοτε πρὸς αὐτόν. Δὲν εἶμαι ἐνταῦθα, εἰμὴ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ τὸν ἐφαρμόζω δι’ αὐτὴν καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς, καὶ ὅταν ἀμφιβολία σπουδαία παρουσιάζηται εἰς τὸν νοῦν μου, νομίζω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ πράξω τι καλλίτερον καὶ λογικώτερον, εἰμὴ νὰ ἀναφερθῶ εἰς τοὺς ἐντολεῖς μου, καὶ νὰ τοὺς ἐρωτήσω.» Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀλλαχοῦ συμβαίνοντα· ἀλλὰ καὶ οἱ φρονοῦντες, ὅτι εἰς μόνον τὸν Πρόεδρον ἀνατίθεται ἡ ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ, ἀναγνωρίζουσιν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ὅταν ἔχῃ δισταγμὸν περὶ τῆς ὀρθοτέρας ἑρμηνείας. Πῶς ἤδη ἔχουσι τὰ τοῦ ἡμετέρου Κανονισμοῦ; Δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἔχομεν ἐν τῷ Κανονισμῷ διάταξιν, ἥτις πρέπει νὰ ἐτέθη ἐπίτηδες, ἵνα προλάβῃ τὰς δυναμένας νὰ ἐγερθῶσιν ἀμφισβητήσεις, περὶ τοῦ ἂν ὁ Πρόεδρος ἢ ἡ Βουλὴ ἦναι ἁρμοδία νὰ λύσῃ τὰ ἀμφισβητούμενα περὶ ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ ζητήματα. Τί λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ; «Ὁσάκις ἰσχυρίζεταί τις, ὅτι παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ, ἡ δὲ πρότασις ὑποστηρίζεται ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν, ἀποφασίζει ἡ Βουλή, πρῶτον περὶ τοῦ παρεμπίπτοντος, καὶ εἶτα περὶ τοῦ κυρίου ζητήματος». Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ῥητῶς ἡ Βουλὴ περιέλαβεν εἰς τὸν Κανονισμὸν τὴν διάταξιν ταύτην, ἵνα λύσῃ τὰς ἀμφισβητήσεις, ἐὰν ὁ Πρόεδρος ἢ ἡ Βουλὴ ἦναι ἁρμοδία νὰ λύῃ τὰς περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ ἀμφισβητήσεις. Αὐτὰ, Κύριοι, φρονῶ περὶ τοῦ ζητήματος· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀπευθύνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Συνελεύσεως ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Συνέλευσιν: Παραδέχεται ἡ Βουλή, ὅτι δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ λύῃ κατ’ ἰδίαν κρίσιν καὶ ὑποχρεωτικῶς διὰ τὴν Βουλὴν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀναφύονται περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ; Ἂν τὸ φρονῇ, θὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν γνώμην της, καὶ θὰ ἐκτελέσω κατὰ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις τὴν ἀπόφασίν της. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ σκεφθῇ ὡρίμως, πρὶν ἢ τοιαύτην ἀπόφασιν ἐκδηλώσῃ. Δύναται βεβαίως νὰ πλανηθῇ περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ συνεπείᾳ πλημμελοῦς αὐτοῦ ἑρμηνείας. Ἀλλὰ δὲν δύναται ἆρά γε νὰ ὑποπέσῃ εἰς τοιαύτην πλημμέλειαν καὶ οἱοσδήποτε Πρόεδρος ἢ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ οὕτως εἰς αὐτὴν πορείαν ἄντικρυς εἰς τὸν Κανονισμὸν ἀντικειμένην; Καὶ δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλα ζητήματα ἀμφιβόλου φύσεως, ὧν ὅμως τὴν λύσιν καθιέρωσε πολυχρόνιος κοινοβουλευτικὴ νομολογία; Τί θέλει συμβῆ, ἂν ὁ Πρόεδρος καλῇ τῇ πίστει ἀσπάζηται ἀντίθετον λύσιν; Καὶ ἵνα ὁμιλήσω μᾶλλον συγκεκριμένως, τί ἔλεγον πρὸ μικροῦ πρὸς ὑμᾶς; Ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ πραγματεύεται περὶ πασῶν τῶν προτάσεων, ἑπομένως ἡ τύπωσις τῆς προτάσεως ἀπαιτεῖται, εἴτε νομοσχέδιον εἶναι, εἴτε οἱαδήποτε ἄλλη πρότασις. Συνεπῶς ἐγὼ εἰλικρινῶς φρονῶ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως ταύτης, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς οἱονδήποτε Βουλευτὴν νὰ ἀνέρχηται εἰς τὸ βῆμα καὶ ἀναπτύσσῃ ἀντικείμενα, περὶ ὧν δὲν ὑπέβαλεν ἔγγραφον πρότασιν. Τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς κανονίζονται ἀπὸ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς οἱονδήποτε Βουλευτὴν, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ ἄνευ τῆς συναινέσεως αὐτῆς, νὰ ἀναπτύσσῃ ἐξ ἀπροόπτου ζητήματα, περὶ ὧν ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε λάβει προηγουμένην εἴδησιν. Ἐὰν εἰς ἐμὲ, ὡς Πρόεδρον, ἀνατεθῇ τὸ δικαίωμα νὰ λύω τὰ ζητήματα τοῦ Κανονισμοῦ, οὐδεμίαν τοιαύτην ἀγόρευσιν ἤθελον ἐπιτρέψει, καὶ ἡ Βουλὴ ὤφειλε νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν ἀπόφασίν μου ταύτην. Καὶ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἰς μόνην τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Δαγρὲ, ὅτι ὁ προχθὲς ὑπὸ τοιαύτας περιπτώσεις ἀγορεύων δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ, ἐξηγέρθη ἀποτόμως κατ’ αὐτοῦ, ὡς ὑποστηρίζοντος ἀντίθετα τοῦ Κανονισμοῦ. Τί ἤθελε συμβῆ, ἂν εἰς ἐμὲ, ὡς Πρόεδρον, ἀνετίθετο ἡ ἀνέκκλητος ἀπόφασις; Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, πρὶν ἢ εἰς τὸν Πρόεδρον ἀναθέσητε τοιαύτην ἐξουσίαν, ὡς πρὸς τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν πάσας τὰς ἐνδεχομένας συνεπείας. Ἐνδέχεται εἷς Πρόεδρος ἢ Ἀντιπρόεδρος, ἕνεκεν ἐσφαλμένων ἢ δολίων περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ γνωμῶν, νὰ ἀνατρέψῃ ἄρδην τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.... Ἀκούω ψιθυριζόμενον, ὅτι ἡ εὐθύνη τοῦ Προέδρου εἶναι σπουδαιοτέρα καὶ μείζων τῆς εὐθύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Παραδέχομαι τοῦτο, ἀλλ’ ὁποία εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ Προέδρου, καθ’ ἑαυτὴν θεωρουμένη; Εἶναι καθαρῶς ἠθικὴ, καὶ ὡς τοιαύτην τὴν ὑπεκφεύγει ὁ ἑκάστοτε Πρόεδρος, προβάλλων, ὅτι τοιαύτην ἔχει γνώμην καὶ πεποίθησιν περὶ τῶν ἀναφυομένων ζητημάτων. Ἐξέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου περὶ τῶν ἀναφυέντων ζητημάτων. Τὴν γνώμην ταύτην ἐσχημάτισα μετὰ προηγουμένην σύντονον μελέτην, οἵαν μοὶ ἐπέτρεπον αἱ ἀσθενεῖς μου δυνάμεις. Ἐνδέχεται νὰ μὴ εὑρίσκωμαι ἐν τῷ δικαίῳ, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τοὺς λόγους τῶν ἀντιφρονούντων, καὶ ἐὰν πεισθῶ ἐξ αὐτῶν, προθύμως θέλω μεταβάλει γνώμην. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, πᾶσα ἀντίθεσις τῶν γνωμῶν νὰ ἀποδίδεται ἄνευ ἀφορμῆς εἰς φατριαστικὰς προθέσεις, καὶ νὰ διασύρηται οὕτως ἡ ὑπόληψις ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τιμὴν νὰ παρίσταται ὡς ἀντιπρόσωπος ὁλοκλήρου τοῦ σώματος τῆς Βουλῆς.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἕβδομον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τῶν δήμων Κηρέως καὶ Νηλέως τῆς Εὐβοίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 121).
§20ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, τί ἐσκόπει δι’ ὅσων εἶπε σήμερον. Ἐσκόπει νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ; Ἀλλ’ ἔπρεπε τότε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 34, αὐτὸς δ’ ὑπέπεσε σήμερον εἰς νέαν παράβασιν, διότι τυχαίως σήμερον ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἤθελον ἐννοήσει τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας,—διότι ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι Πρόεδρος,—ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν συνωδεύετο αὕτη μὲ ἔγγραφον ἔκθεσιν, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Θὰ τῷ ἀπαντήσω λοιπὸν, ὅταν μᾶς εἴπῃ, τί ἐσκόπει δι’ ὅσων εἶπε σήμερον.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βραχὺ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ἐμεσολάβησεν ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891, καὶ πρὸ πάντων ἡ φοβερὰ ἀνωμαλία, εἰς τὴν ὁποίαν, ὡς παρέστησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρίσκεται τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, δὲν ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὸν νὰ λάβῃ καθαρὰν καὶ πλήρη ἀντίληψιν τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποῖον εἶναι τὸ ὁριστικὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1889, καὶ ποῖον θὰ ἦναι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὸ τοῦ 1890. Μὴ εὑρὼν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐν τάξει τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα, ἐσύστησεν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς αὐτὸν διαφόρους σημειώσεις καὶ πληροφορίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ εὗρε ταύτας ἐλλιπεῖς, προσεκάλεσε τὸν ἐμπειρότερον, ὡς τὸν ἀπεκάλεσε, περὶ τὰ λογιστικὰ ὑπάλληλον, τὸν νῦν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἀνέθεσεν εἰς αὐτὸν νὰ τὰς συμπληρώσῃ· ἀλλὰ παραδόξως καὶ ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ μορφώσῃ ἀκριβῆ πεποίθησιν περὶ τῆς καταστάσεως, καὶ νὰ δώσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς πληροφορίας, ὧν εἶχεν ἀνάγκην· λέγω δὲ παραδόξως, διότι ὁ ὑπάλληλος οὗτος διηύθυνε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ ὑποθέτω, ὅτι οὐ μόνον ἐγνώριζε τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως μέχρι τέλους τοῦ 1889, ἀλλὰ καὶ ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐτήρει ἐν τάξει τὰ ἀπαιτούμενα βιβλία εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἑπομένως δὲν εἶχεν, εἰμὴ νὰ προσθέσῃ διὰ τὸ 1889 τὰ ἀποτελέσματα τῶν δέκα ὑπολοίπων μηνῶν, οἱ ὁποῖοι διέῤῥευσαν ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1890. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπελπισθεὶς καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπεφάσισεν, ὡς εἶπε, νὰ ἐνασχοληθῇ αὐτοπροσώπως πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν· πρὸς τοῦτο δὲ ἠκολούθησε δύο μεθόδους. Αἱ μέθοδοι αὗται, καθ’ ἑαυτὰς ἐξεταζόμεναι, εἶναι ὀρθαὶ καὶ αἱ δύο, καὶ ὅταν τις ἔχῃ ἀνὰ χεῖρας ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα καὶ διεξάγῃ τακτικῶς τὴν ἐργασίαν, δὲν δύναται νὰ μὴ φθάσῃ δι’ ἀμφοτέρων τῶν μεθόδων εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ θετικὸν ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἠκούσαμεν, ὅτι ἡ μὲν μία μέθοδος κατέδειξε διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1889 ἔλλειμμα 26,600,000, ἡ δὲ ἑτέρα παρουσίασεν ἔλλειμμα 3,000,000 ἐκ πρώτης ὄψεως, ἀλλὰ μετὰ τὴν προσθήκην διαφόρων ποσῶν, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμιζεν ὅτι παρελείφθησαν καὶ ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι, τὸ ἔλλειμμα δύναται ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς 14,100,000. Ὥστε μεταξὺ τῶν δύο ἐξαγομένων ὑπάρχει διαφορὰ ἀνωτέρα τῶν 12,000,000· τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα, καὶ ὅτι ματαίως ἐκοπίασεν ὁ κ. Ὑπουργός. Φίλοι τινὲς τοῦ πεσόντος Ὑπουργείου ἠθέλησαν νὰ φωτίσουν τὸ κοινὸν περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τούτων, καὶ ἔγραψαν πολλὰ εἰς τὸν τύπον, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐργασία τούτων, μὴ στηριζομένη εἰς βάσιμα καὶ θετικὰ διδόμενα, δὲν διεφώτισε περισσότερον τὰ πράγματα. Ἡ σύγχυσις αὕτη, ἕνεκα τῆς ὁποίας προκάτοχος καὶ διάδοχος Ὑπουργὸς, συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι Βουλευταὶ, λογομαχοῦμεν ἑκάστοτε περὶ ἀριθμοῦ, καὶ ἐκτιθέμεθα εἰς τὰ μειδιάματα τοῦ κοινοῦ, ἤθελεν ἐκλείψει, ἐὰν ἐλαμβάνετο ἀνέκαθεν ἡ ἀπαιτουμένη πρόνοια, ὥστε ὁμοῦ μὲ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων νὰ δημοσιεύηται καὶ πρόχειρος ἀνάλυσις τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ, περιέχουσα ὅλην τὴν δοσοληψίαν τοῦ Κράτους. Ἡ ἀνάλυσις αὕτη ἐζητήθη πολλάκις, ἀλλὰ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ κατατεθῇ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ αἰσθανθῇ πόσον ἡ ἔλλειψις αὕτη ζημιοῖ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς, θέλει λάβει ἐγκαίρως πρόνοιαν, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ τὴν ἔχωμεν τακτικήν· ὅσον δὲ ἐλλιπὴς καὶ ἂν ὑποτεθῇ αὕτη, θὰ χύνῃ πολὺ φῶς εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλομεν προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς ποῖα εἶναι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐλλείμματα ὄχι μόνον διὰ τὸ παρελθὸν, περὶ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς, οἱ πρώην ἀντιπολιτευόμενοι, ἔχομεν ἐσχηματισμένην τὴν πεποίθησιν, ὅτι καταλήγει εἰς μεγάλα ἐλλείμματα, ἀλλὰ ἀκόμη διὰ νὰ κρίνωμεν, κατὰ πόσον δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἀκριβεῖς αἱ βάσεις, εἰς τὰς ὁποίας στηρίζεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891, διὰ τοῦτο ἡτοίμασα καὶ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, διὰ τοῦ ὁποίου ζητῶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν διαφόρους πληροφορίας. Ἐν αὐτῷ περιέχονταί τινες ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὑπέβαλε σήμερον, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι τινὲς, τὰς ὁποίας ἐλπίζω ὅτι θὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ καθαρίσητε τὸ σημείωμα αὐτὸ, διὰ νὰ ἴδωμεν, τίνας πληροφορίας ἐνομίσατε ὡς κατατεθείσας σήμερον.
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ἀπὸ τὸ σημείωμα. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ἀλληλογραφίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριχθεὶς, ἔπαυσε δημοτικούς τινας ὑπαλλήλους ἐν Τριφυλίᾳ, διότι θέλω νὰ μάθω καὶ ἐγὼ τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπαύθησαν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ τακτικὸς πρόεδρος κ. Κωνσταντόπουλος).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τοῦ δήμου Σουδενῶν τῶν Καλαβρύτων δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς διοχέτευσιν λιμναζόντων ὑδάτων ἐπὶ ἱκανῆς ἐκτάσεως γαιῶν τοῦ δήμου των, μὴ δυναμένων ἕνεκα τούτου νὰ καλλιεργηθῶσι.
§25ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη παρακαλῶ νὰ συστηθῇ στενῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ ληφθῇ πρόνοια πραγματικὴ, διότι τὰ μέγιστα ἐνδιαφέρει ἡ ὑπόθεσις αὕτη τὸν τόπον ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου μεγάλαι ἐκτάσεις γαιῶν καταστρέφονται.
§26ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρὰ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς ἐπληροφορήθην πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ οἰκείου τμήματος περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ βʹ τμήματος τοῦ δήμου Διστομίων δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη. Παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ συστήσητε εἰς τὸ τμῆμα, ὅπως ὑποβάλῃ τάχιστα τὴν ἔκθεσίν του· ἐν περιπτώσει δὲ περαιτέρω βραδύτητος, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ζητήσωμεν, ὅπως ἡ ἐκλογὴ αὕτη συζητηθῇ καὶ ἄνευ ἐκθέσεως.
§27ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ἡ ἔκθεσις συντάσσεται ταύτην τὴν στιγμήν.
§28Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί. Πρὸ πολλοῦ κατέστη λίαν ἐπιθυμητὴ ἡ σύστασις δικηγορικῶν συλλόγων διὰ νόμου· διότι ἀφ’ ἑνὸς ἡ εἰσαγγελικὴ ἐποπτεία καὶ οἱ δικαστικοὶ σύλλογοι, ἀφ’ ἑτέρου οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι εἶναι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν τὴν κανονικὴν ἐφαρμογὴν ὅλων τῶν νόμων καὶ ἰδίως τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων. Εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τῆς 14ης Ὀκτωβρίου οἱ δικηγόροι βεβαίως συνέτρεξαν οὐκ ὀλίγον. Νομίζω ὅτι δὲν πλανῶμαι, ὑποστηρίζων, ὅτι γενικὸς πόθος ὅλων τῶν δικηγόρων, τῶν ὑποστηριζόντων τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην πτέρυγα, εἶναι ἡ ψήφισις νόμου περὶ δικηγορικῶν συλλόγων. Ἡ ἀνάγκη αὕτη, ὡς εἶπον, κατέστη πρὸ πολλοῦ ἐπαισθητή. Ἀπὸ τοῦ 1877, προτάσει τοῦ τότε βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Ρούφου, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μακαρίτης Ζαΐμης ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ καὶ νομοσχέδιον περὶ τούτου, ἀλλ’ ἴσως αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεψαν τοῦτο. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ δικηγορικῶν συλλόγων, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐμὸν ἔργον, ἀλλ’ εἶναι ἔργον τῶν καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἐκτὸς ἐπουσιωδῶν τινων τροποποιήσεων. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτό.
§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἔλαβεν ἀφορμὴν πρὸς τοῦτο ἡ Νομικὴ Σχολή;
§30Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶχε λάβει, νομίζω, ἐντολὴν παρὰ τῶν ἐν Ἀθήναις δικηγόρων. Ἐπειδὴ ὅμως ἀνεπτύχθη πρὸ μικροῦ τὸ ζήτημα τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ ὅλαι αἱ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν ὑποβαλλόμεναι προτάσεις σχετίζονται μὲ τὸ πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἀναπτυχθὲν ζήτημα, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι προφανῶς παρερμηνεύει τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅσον καὶ τὸ ἄρθρον 16. Δὲν ἐπίστευα νὰ θελήσῃ νὰ σταθῇ ἐπὶ τόσον σαθρᾶς σανίδος, οἵα εἶναι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸ ἄρθρον 34...
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἐὰν θ’ ἀπαντήσητε εἰς ἐμὲ, ὀφείλω νὰ καταλίπω τὴν ἕδραν.
§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω· τὸ θεωρῶ πολὺ σπουδαῖον. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει αὖθις τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ἀσημάκης Χρηστόπουλος).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Βουλευτά.
§34Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, ὁμολογουμένως ἡ Βουλή, ὡς πολυμελὲς σῶμα, ἤθελε καταλήξει εἰς ἀναρχίαν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ δύναμις ἡ συνεκτική, ἡ κρατοῦσα ἕκαστον τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν θέσιν του. Ἡ δύναμις αὕτη εἶναι ὁ Κανονισμὸς, καὶ πρώτιστος τηρητὴς αὐτοῦ ὁ Πρόεδρος, πᾶσα δὲ παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ ἀφορᾷ εἰς τὰ καίρια· ὅταν δὲ ὁ Κανονισμὸς ἔχῃ ῥητὰς διατάξεις, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ σιγή. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου 34, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Τὸ ἄρθρον 34, τὸ ὁποῖον καὶ χθὲς ἀνέγνωσα, ἐπὶ λέξεσιν ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα πρότασις Βουλευτοῦ ἢ Ὑπουργοῦ παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔγγραφος καὶ ἰδιοχείρως παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὴν ὑπογεγραμμένη, καταχωρίζεται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, ἀριθμουμένη καθ’ ἣν εἰσάγεται χρονολογικὴν τάξιν, ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου κατὰ τὸ 21 ἄρθρον, τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς. Συζητεῖται δὲ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλή, κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην προηγουμένην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.» Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἡμῶν καὶ σεβαστὸν κ. Πρόεδρον, ἐὰν ὑπάρχουν γραμματικαὶ καὶ συντακτικαὶ ἢ λογικὴ, δυνάμεναι νὰ δώσωσιν ἄλλην ἑρμηνείαν εἰς τὰς ῥητὰς καὶ σαφεῖς λέξεις καὶ φράσεις. Ἡ πρώτη περίοδος τοῦ ἄρθρου ῥητῶς ὁρίζει, κατὰ τίνα τρόπον εἰσάγεται μία πρότασις, καὶ τί γίνεται εἰσαγομένη· ἡ δευτέρα περίοδος ὁρίζει, κατὰ τίνα τρόπον συζητεῖται, καὶ ὁ Κανονισμὸς λέγει «συζητεῖται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλή, κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην προηγουμένην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.» Ὑπάρχει δὲ διάταξις, ὁρίζουσα, κατὰ τίνα τρόπον κηρύσσεται κατεπείγουσα, καὶ ὑπάρχει ἀκριβῶς ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος ἀνέφερε, δηλαδὴ τὸ ἄρθρον 29. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ). Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν σπουδαίως νὰ ἐγερθῇ συζήτησις περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἤλπιζα νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐξαντληθὲν τελείως χθές. Ἐπιμένω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι ἐκ τῆς κακῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καταστρέφεται βουλευτικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ Συντάγματι καὶ τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, τὸ δικαίωμα τῆς ὑποβολῆς προτάσεων καὶ συζητήσεως νόμων ὑπὸ Βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον, Κύριοι, κατηργήθη ἕνεκα τῶν συγκεντρωτικῶν τάσεων τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων, τῶν διαδεχομένων ἀλλήλας. Κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου διδομένην ἑρμηνείαν, πρέπει νὰ καταταχθῇ ὁ Βουλευτὴς εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἵνα ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδῃ τὴν πρότασίν του συζητουμένην ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ὁ κ. Πρόεδρος, ἐξακολουθῶν νὰ ἑρμηνεύῃ ὡς ἑρμηνεύει τὸν Κανονισμὸν, ὄχι ἐρωτῶν πάντοτε τὴν Βουλὴν, ὡς ἠθέλησε νὰ ἐρωτήσῃ αὐτὴν πρὸ μικροῦ, νομίζει, ὅτι δύναται νὰ συντάσσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁ Πρωθυπουργὸς, διότι τεκμαίρεται, λέγει, κατὰ τὴν γνώμην του καὶ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος δίδει, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι μόνον ἡ πλειοψηφία καὶ ὄχι ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματος. Ὑπέβαλον, ὡς καλῶς ἐνθυμεῖσθε, καὶ πρὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροέδρων, πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἐὰν λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος, θέλει ἴδει, ὅτι περιέχει καὶ ἰδέας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ συζητηθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁ Πρόεδρος ὤφειλε νὰ ἔχῃ αὐτὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὡς πρῶτον ἀντικείμενον· εἶναι ἀρκετὰ σαφὲς τὸ γράμμα καὶ τὸ νόημα τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Κανονισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος κηρύττει τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων· συναινέσει δὲ τῆς Βουλῆς, τὸ τέλος αὐτῶν, ἀπαγγέλλων δὲ τὸ τέλος, προσδιορίζει συγχρόνως, ἐπινεύσει τοῦ σώματος, τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἑπομένης....» Ἀφοῦ προηγουμένως, δηλαδὴ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς, ἔδει νὰ ἀναγραφῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἡ πρότασίς μου, ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ καὶ ἡ Βουλὴ, ἵνα καταρτισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις... Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ἠρωτήθη ποτὲ ἡ Βουλὴ διὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§35ΛΕΒΙΔΗΣ. Τεκμαίρεται ἡ συναίνεσίς της.
§36Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὸ τὸ τεκμήριον δὲν τὸ νομίζω πολὺ πειστικὸν, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως δύναται ἡ Βουλὴ νὰ πεισθῇ ἄλλως, παρ’ ὅτι σκέπτεται ὁ Πρωθυπουργός. Δὲν ὑπάρχει Κανονισμὸς, ἐὰν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὴν συζήτησιν ὅλων τῶν νομοσχεδίων τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὁ Πρόεδρος παρερμηνεύει τὸν Κανονισμὸν, βεβαίως ἐν καλῇ τῇ πίστει, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως παρερμηνεύει αὐτὸν, ὑποστηρίζων, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτᾷ τὴν Βουλὴν περὶ διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ ἀναμφισβητήτων· ἀλλὰ τότε δὲν ὑπάρχει Κανονισμὸς, ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ θέλησις τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Καὶ ποία εἶναι ἡ ἐγγύησις διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐὰν καὶ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ῥητῶς ἐξηγημένα καὶ σαφῶς ἐν τῷ Κανονισμῷ, τίθηνται εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ τροποποιῆται ὁ Κανονισμὸς στιγμιαίως, χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ τὸ προηγούμενον τοῦτο,—καὶ ὡς διαμαρτύρησιν ὑποβάλλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας,—δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ τὸ προηγούμενον, ὅτι ὁ Πρόεδρος καὶ διὰ τὰς διατάξεις ἐκείνας, περὶ ὧν οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, δικαιοῦται νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, διότι τότε, ὡς εἶπον, δὲν ὑπάρχει Κανονισμὸς δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἐγγύησις. Ὑποβάλλων λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ δικηγορικῶν συλλόγων, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ τὸ ἀναγράψῃ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατὰ τὴν σειράν του, καὶ τοῦ λοιποῦ νὰ κανονίζηται ἡ ἡμερησία διάταξις συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν, ἄλλως νὰ καταργηθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον, ὡς περιττόν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 122).
§38ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμιζα, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι εἶχον ἐκθέσει πρὸς ὑμᾶς τὰς ἰδέας μου ἀρκετὰ σαφῶς, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν κατώρθωσα δυστυχῶς νὰ ἐννοηθῶ ἀπὸ τὸν προαγορεύσαντα. Οὐδόλως ἐγὼ ἐπελήφθην τοῦ ζητήματος, ἐὰν συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν δύναται νὰ συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν νομοσχέδιον μὴ τετυπωμένον. Τουναντίον ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι εἶχον καὶ ὑπεστήριξα ἄλλοτε ἐναντίαν γνώμην. Παρετήρησα μόνον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀείποτε παρεδέχθη καὶ ἐφήρμοσε τὴν ἀντίθετον γνώμην· ἑπομένως ἐγὼ, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, γνωρίζων τὰ προηγούμενα ταῦτα, δὲν ἠδυνάμην νὰ ὑποστηρίξω ὡς ἀπαγορευόμενον ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὅ,τι ἐπανειλημμένως ἐθεωρήθη ὀρθὸν ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Διστάζων δὲ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Ἀνέφερα τοὺς ὑπὲρ καὶ κατὰ λόγους περὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου, μόνον ἵνα φθάσω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ζήτημα τοὐλάχιστον πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀμφισβητούμενον, καὶ ἑπομένως ὅτι τὸ ὀρθότερον, ὅπερ εἶχε νὰ πράξῃ ὁ Πρόεδρος, ἦτο νὰ ἐρωτήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Καὶ τόσῳ μᾶλλον, Κύριοι, ὤφειλον νὰ ἐρωτήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, καθόσον αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ πρὸ ἑνὸς ἀκριβῶς μηνὸς, τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἕνεκα τῶν ἑορτῶν διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, ἔλυσεν ἀντιθέτως αὐτὸ τὸ ἴδιον ζήτημα, τὸ ὁποῖον προχθὲς συνεζητεῖτο. Καὶ τότε εἶχεν ἔλθει Ὑπουργὸς, προσάγων νομοσχέδιον, καὶ ζητῶν νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς αʹ συζήτησιν, καὶ τότε ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κύριος Ράλλης ἀντετάχθη κατὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας, καὶ τότε ἠρώτησα τὴν Βουλήν, ἡ δὲ Βουλὴ ἐνέκρινεν ὡς νόμιμον τὴν ἐνέργειαν, καὶ ἐψήφισε τὸ νομοσχέδιον. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι λαβὼν τὸν λόγον, δὲν προετιθέμην νὰ ὑποστηρίξω τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην γνώμην. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἠθέλησα, ἦτο νὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ προσώπου, τοῦ ἔχοντος δικαίωμα νὰ λύῃ ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως αὐτὰς τὰς διαφωνίας. Ἀντέταξέ τι ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν μου ταύτην ὁ προαγορεύσας; Οὐχί. Ἐὰν ἐγὼ ἐπεκαλέσθην τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει ἐπὶ τίνων ἀντικειμένων ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ, ὅταν προβληθῶσιν ἰσχυρισμοὶ, ὑποστηριζόμενοι ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν, ἔπραξα τοῦτο διότι μεταξὺ τῶν ἀντικειμένων τούτων ῥητῶς ἀναφέρεται καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι δὲν τηροῦνται αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐκ τῶν διατάξεων τούτων προκύπτει, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἐμπιστεύεται τὸν Πρόεδρον, καὶ ἐπιτρέπει εἰς αὐτὸν νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμόν· ἀλλὰ μέχρι τίνος στιγμῆς; μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν δέκα τοὐλάχιστον Βουλευταὶ ὑποβάλωσι πρὸς αὑτὸν τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι δὲν ἐφαρμόζει ὀρθῶς τὸν Κανονισμόν. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ Πρόεδρος ὀφείλει νὰ ζητήσῃ τὴν περὶ τῆς διαφωνίας γνώμην τῆς Βουλῆς. Ταῦτα εἶπον ἐγώ, καὶ ἐπαναλαμβάνω ἐρωτῶν, ἀντέταξέ τι ἐπὶ τοῦ κυρίου ἀντικειμένου τῆς ὁμιλίας μου ὁ προλαλήσας; Ὁ προλαλήσας παρεξετράπη αἴφνης εἰς τρίτον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἔθιξε κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν, εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς αἱ προτάσεις του περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ κατετάχθησαν εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἔχει τὰς ἰδέας του ὁ προαγορεύσας, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἔχει αὐτός, ὑπ’ οὐδενὸς ἄλλου συναδέλφου του, δύναμαι εἰπεῖν, ἀναγνωρίζονται ὡς ὀρθαί, ἢ τοὐλάχιστον οὐδέποτε ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ὀρθαί, διότι, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, οὐδέποτε ἠρωτήθη εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ἡ Βουλὴ περὶ τῶν ἀντικειμένων τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως, ἀλλ’ ἀείποτε ἀφίεται τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἡγεῖται τῆς πλειοψηφίας. «Καὶ πῶς!», λέγει, «μόνον ἡ πλειοψηφία ἀποτελεῖ τὴν Βουλήν;» Ὄχι, κύριε συνάδελφε, τὴν Βουλὴν ἀποτελοῦσιν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι προϊὸν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ὅταν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ πλειοψηφία ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίζῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τοὐλάχιστον τοῦτο ἐγένετο, ἐπαναλαμβάνω, ἀφ’ ὅτου ἐγὼ γνωρίζω τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Τί ἤθελε λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐλθὼν ἐγὼ ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ ἀνατρέψω τὰ ἐπὶ τόσα ἔτη ἰσχύοντα; νὰ λάβω ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Ἐν τούτοις ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς καθιερόνει καὶ τὸν τρόπον τῆς θεραπείας τῆς τυχὸν πλημμελοῦς κατατάξεως τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀντικειμένων, ἐπιτρέπων τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως κατὰ τὴν δημοσίαν συνεδρίασιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ διὰ τὸ τρίτον τοῦτο ζήτημα, τὸ νέον, αἱ κατ’ ἐμοῦ ἀπευθυνόμεναι αἰτιάσεις ἐκ μέρους τοῦ προαγορεύσαντος, τὸν ὁποῖον ἐγκαρδίως εὐχαριστῶ, διότι δὲν μοὶ ἀπέδωκε τοὐλάχιστον κακὴν πίστιν, καὶ αὐταὶ αἱ αἰτιάσεις κατ’ οὐσίαν δὲν εἶναι βάσιμοι. Δὲν ἠδυνάμην ἐγώ, Κύριοι, νὰ ἐγκαινίσω νέαν ὁδὸν, διάφορον ἐκείνης, ἣν ἀπὸ τόσων ἐτῶν ἐξακολουθεῖ νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον.
§39ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ φαίνεται ἱκανῶς παράδοξον, ὅτι γίνεται συζήτησις καὶ πάλη μεταξὺ τῶν καθ’ ὁλοκληρίαν συμφωνούντων. Ἐπρόσεξα καὶ εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν σύντομον παρατήρησιν τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, καθὼς καὶ εἰς τὰς παρατηρήσεις καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ συναδέλφου ἡμῶν κ. Γ. Φιλαρέτου, καὶ ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, εὑρίσκονται ὅλοι ἐν πληρεστάτῃ ὁμοφωνίᾳ· καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχει ὁ τύπος τῆς διαφωνίας καὶ τῆς πάλης μεταξύ των. Ἐπρόσεξα κατ’ ἀρχὰς εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος, νομίζω, δεδικαιολογημένως ἐσκέφθη ν’ ἀνακοινώσῃ τὰς ἰδέας του εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν κατά τινα συνεδρίασιν, καθ’ ἣν δὲν ἤμην παρών, διατρεξάντων, καὶ καὶ περὶ τῶν αἰτιάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν πρὸς αὐτόν κατ’ αὐτὴν, ὅπως οὕτω προκαλέσῃ τὰς γνώμας τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ συμμορφώσῃ πρὸς τὴν τυχὸν ἐκφρασθησομένην ἢ ὑπονοηθησομένην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τὴν περαιτέρω πορείαν του. Καὶ τῷ ὄντι καὶ ἄνευ τινὸς προτάσεως αἱ ἐξηγήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἐν ἑαυταῖς τὴν ἀξίαν των. Εἰς τοῦτο μόνον ἤθελον διαφωνῆ πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ταύτην τὴν στιγμήν, καὶ ἤθελον συμφωνήσει πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅτι ὄχι μόνον ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δύναται, ὅπως συμπληρώσῃ τὰς ἐξηγήσεις αὐτοῦ, νὰ φέρῃ πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οὐδ’ ἐννοῶ, πῶς δύναται ἡ Βουλὴ ἄνευ οὐδεμιᾶς λύσεως νὰ παρέλθῃ τὴν συζήτησιν αὐτὴν, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον ἔχει, διότι πρόκειται περὶ τῆς περαιτέρω ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ἐννοῶ, πῶς δυνάμεθα νὰ προβαίνωμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας, ὅταν δὲν ἔχωμεν Κανονισμὸν ἰσχύοντα, ὅταν φιλονεικῶμεν περὶ τῶν θεμελιωδεστέρων διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν δὲν γνωρίζωμεν, τί νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντά του καὶ τὰ δικαιώματά του, ἐνῷ προκαλούμεθα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν, δόντα ἀφορμὴν εἰς τὰς συζητήσεις ταύτας, δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι κάθε στιγμὴν, καὶ ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ νὰ εὑρίσκηται εἰς τὸ χάος καὶ τὴν ἀμφιβολίαν. Δύο ζητήματα παρουσιάζονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, προκαλοῦντα ἀναποφεύκτως τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς· ἓν ζήτημα,—τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι ζήτημα,—ἂν ὁ Πρόεδρος δύναται αὐτὸς αὐθαιρέτως, ὅπως εἶπε, νὰ ἑρμηνεύῃ καὶ ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμὸν, ἢ ἂν, ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεώς τινος, ὀφείλῃ νὰ ἐρωτᾷ τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα. Ὅταν προκύπτῃ ἀμφισβήτησις, βεβαίως ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ. Ὅταν προκύπτῃ ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν δύναται ὁ Πρόεδρος μόνος αὐτὸς ν’ ἀποφασίσῃ· τοῦτο εἶναι ἀναπόφευκτον. Τί μόνον ἠδυνάμην νὰ παρατηρήσω, τοὐλάχιστον σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη κατ’ ἄλλην περίστασιν, ὄχι τὴν τελευταίαν; Δύναμαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ τὸ ἔχῃ λελυμένον, ἔστω καὶ παρεμπιπτόντως, ἐὰν καλῶς ἐτίθετο τότε τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐκλήθη ν’ ἀποφασίσῃ. Τί ἐγένετο τότε; Ἡ Βουλὴ ἠρωτήθη ἁπλῶς περὶ τοῦ κατ’ οὐσίαν κατεπείγοντος, ἐνῷ ὑπῆρχε ζήτημα φύσει διαιρετόν. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ κατ’ οὐσίαν κατεπείγοντος τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, περὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, κατ’ ἐμὲ, διότι ἠδύνατό τις νὰ ἦναι συμφωνότατος περὶ τοῦ κατ’ οὐσίαν κατεπείγοντος, καὶ ἐν τούτοις τὸ κατ’ οὐσίαν τοῦτο κατεπεῖγον νὰ μὴ δύναται νὰ τὸ ψηφίσῃ, διότι προηγεῖτο ἐξυπακουόμενον ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τοῦ ἀντικειμένου ζήτημα ἀπαραδέκτου. Ὅπως τότε διεξήχθη ἡ συζήτησις, ὁ Πρόεδρος, πλέον ἀκριβολόγως φερόμενος, ὤφειλε νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα, ὅτι προτείνεται τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως πρὸς συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ προηγουμένης τυπώσεως, τὸ ἀπαράδεκτον, ὡς ἀντιβαινούσης τῆς τοιαύτης ἄνευ τυπώσεως συζητήσεως εἰς τὸν Κανονισμόν· ἀλλ’ ἐτέθη τὸ ζήτημα τότε ἁπλῶς περὶ τοῦ κατεπείγοντος τῆς ψηφίσεως τοιούτου νόμου, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ὁ νόμος οὗτος πρέπει κατεπειγόντως νὰ ψηφισθῇ· τοιουτοτρόπως, τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἐλύθη καθαρῶς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου, καὶ κατ’ ἐμὲ καὶ κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις. Τὸ ἄρθρον τῳόντι εἶναι σαφὲς περὶ τούτου δὲν χρειάζεται μακροτέρα συζήτησις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπίσης ἀκριβὲς καὶ δίκαιον, ὅτι παρεβαίνετο ἀνέκαθεν τὸ ἄρθρον τοῦτο. Δὲν ἐννοῶ δὲ τὴν δικαιολόγησιν ἐκείνην, ὅτι δὲν ἐγίνετο ἀντίῤῥησις, καὶ διὰ τοῦτο παρεβιάζετο ὁ Κανονισμός. Ὁ Κανονισμὸς πρέπει νὰ τηρῆται, εἴτε γίνεται εἴτε δὲν γίνεται ἀντίῤῥησις· ἡ σιωπηρὰ κατάχρησις καὶ παραβίασις τοῦ νόμου δὲν εἶναι βεβαίως νομολογία, δημιουργοῦσα δικαιολόγησιν τῆς περαιτέρω παραβιάσεως. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν τοῦτο παραβιάζεται, καὶ ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς λέγῃ καὶ αὐτὸς, ὅτι φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ τηρῆται αὐτὸ τὸ γράμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι σαφὲς, νομίζω ὅτι ἔτι μᾶλλον ὤφειλε καὶ ὀφείλει νὰ φέρῃ πρότασιν ἑρμηνείας, ὅπως παύσῃ ἡ γιγνομένη παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ. Οὔτε εἶναι ἀποχρῶν λόγος, ὅτι δύναται ποτὲ νὰ κινδυνεύσῃ τὸ Κράτος καὶ ν’ ἀπαιτῆται νὰ συζητηθῇ νόμος τις πρὶν τυπωθῇ. Ἐν γένει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα παρουσιάζει τοιαύτας δυσκολίας, καὶ τότε ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ζημιοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ διότι ὑπάρχει Σύνταγμα καὶ διότι ὑπάρχει Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Μέγιστον καὶ ὕψιστον συμφέρον τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου δὲν ἐπαρουσιάσθη ἕως τώρα ἀνώτερον, εἶναι ἡ τήρησις τῶν νόμων. Λοιπὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, συνεπὴς πρὸς ὅσα παρετήρησεν, ἀφοῦ φρονεῖ, ὅτι παραβιάζεται ὁ Κανονισμὸς ὑπὸ τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦδε, νομίζω ὅτι προεκάλεσεν αὐτὸς ἑαυτὸν, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, αὐθεντικῶς ἑρμηνευτικοῦ, διότι ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ προβαίνωμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας, προκειμένου περὶ θεμελιώδους διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἅπαξ διὰ παντὸς ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ἂν ἠμπορῇ νὰ ἑρμηνεύῃ ὁ Πρόεδρος μόνος, ἢ ν’ ἀπευθύνηται πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἀπαιτεῖται ἐξάπαντος ἡ τύπωσις, ἀλλ’ ὅτι ἐγένετο καὶ γίνεται παραβίασις τοῦ ἄρθρου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προβῇ ἡ Βουλή, ὅπως ἑρμηνεύσῃ τοῦτο διὰ νόμου αὐθεντικῶς.
§40ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν δικαιοῦται ὁ Πρόεδρος νὰ προκαλέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐν ἀμφιβολίᾳ.
§41ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν ἠκούετε, τί ἔλεγον ἕως τώρα; Ὁ κ. Πρόεδρος ἰσχυρίσθη, ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία, καὶ ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ ἐζήτησε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Δὲν γίνεται ἀντίῤῥησις, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ Πρόεδρος. Τώρα μήπως ἔχετε τὴν ἰδέαν νὰ ἐγερθῇ καὶ ἄλλο ζήτημα; νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν ὑπάρχουν ἀμφιβολίαι, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν ἀμφιβολιῶν; Ὁ Πρόεδρος σᾶς λέγει: ὑπάρχει μία πρότασις, ὅτι παραβιάζεται ὁ Κανονισμός· πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ τώρα, ἂν ἡ πρότασις αὕτη γεννᾷ ἀμφιβολίας, ἢ ὄχι; τοῦτο εἶναί τι ὑποκειμενικόν· εἷς νομίζει, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀμφιβολίαι ὅτι παραβιάζεται ὁ Κανονισμὸς, καὶ ἄλλος πιστεύει τὸ ἐναντίον. Τώρα θέλετε νὰ ἐρωτήσῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐὰν ὑπάρχουν ἀμφιβολίαι, καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφαίνηται περὶ τῶν ἀμφιβολιῶν προηγουμένως; αὐτὸ φρονεῖτε; Ὁ Πρόεδρος σᾶς εἶπεν, ὅτι ὄχι μόνον φρονεῖ, ὅτι ὑπάρχουν ἀμφιβολίαι, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Βουλὴ κατ’ ἐπανάληψιν παραβιάζει τὸν Κανονισμόν. Ποία δικαιολόγησις παρουσιάσθη περὶ τῆς γενομένης παραβιάσεως; Νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἄξιον τῆς σοβαρότητος τῶν προτεινάντων τὴν τοιαύτην δικαιολόγησιν τὸ νὰ εἴπωσιν, ὅτι, ὅταν ἐγίνετο ἀντίῤῥησις, τότε ἐφηρμόζετο ὁ Κανονισμὸς, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἐγίνετο ἀντίῤῥησις, — διότι ἴσως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε σκοπὸν νὰ προτείνῃ ἀντίῤῥησιν, ἦτο ἀπὼν, — τότε παρεβιάζετο ὁ Κανονισμός. Ὁ Κανονισμὸς, εἴτε παραβιάζεται σιωπηρῶς καὶ ἄνευ διαμαρτυρίας, εἴτε παραβιάζεται κατόπιν διαμαρτυριῶν, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔρχεται σήμερον καὶ σᾶς λέγει, ὅτι θεμελιώδης διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ἐτέθη ὑπὸ παραβίασιν ἐπανειλημμένως, ὅτι καὶ αὐτὸς φρονεῖ, ὅτι ὁ Κανονισμὸς παραβιάζεται, ὅτι τὸ γράμμα πρέπει νὰ τηρηθῇ, διότι εἶναι σαφὲς, καὶ ὅταν ἦναι σαφὲς, δὲν πρόκειται περὶ ἑρμηνείας. Ἀλλὰ κατόπιν ἐγερθείσης ἀντιῤῥήσεως, καὶ διὰ νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὤφειλε νὰ προτείνῃ νόμον ἑρμηνευτικόν. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος, διότι εἰς τὸ ἄλλο εἴπομεν, ὅτι, ἂν ἐγερθῇ ἀντίῤῥησις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ Πρόεδρος κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν· εἶπον δὲ, ὅτι θὰ ἐλύετο παρεμπιπτόντως, οὐχὶ αὐθεντικῶς δι’ ἑρμηνευτικοῦ νόμου, θὰ ἐλύετο παρεμπιπτόντως, ἐὰν ἐτίθετο σαφῶς ζήτημα περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς προτάσεως καὶ οὐχὶ ἁπλῶς περὶ τοῦ κατεπείγοντος.
§42ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων, κύριε συνάδελφε, τοῦτο ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω. Τὸ ζήτημα ἀνεφύη, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἰσχυρίσθη, ὅτι, κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε δοθεῖσαν ἑρμηνείαν εἰς τὸν Κανονισμὸν, ὀφείλει ν’ ἀπευθύνηται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητῇ τὴν γνώμην αὐτῆς, ὁσάκις πρόκηται περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ γενομένη πρὸς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τοῦ κ. Προέδρου ἀντίῤῥησις εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν φρουρὸς ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι τὸ πρόσωπον, τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐξασφαλίζον τὴν μειοψηφίαν ἀπέναντι τῆς πλειοψηφίας, καὶ ὅτι, ἐὰν παραδεχθῶμεν τοιαύτην ἑρμηνείαν, τότε ἡ μειοψηφία θὰ ὑποκύπτῃ πάντοτε εἰς τὰς ὀρέξεις τῆς πλειοψηφίας, καὶ δὲν θὰ δύναται ν’ ἀνθίσταται κατὰ τῶν παρανομιῶν καὶ τῶν παραβιάσεων τοῦ Κανονισμοῦ· διότι, ὁσάκις ἡ πλειοψηφία θέλῃ νὰ παρανομήσῃ, ἀρκεῖ νὰ προκαλέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἥτις θὰ ἦναι πάντοτε κατὰ τῆς μειοψηφίας, μάλιστα ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, τί συμβαίνει ἀπό τινων ἐτῶν κατὰ τὰς διεξαγομένας συζητήσεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ. Ἐνταῦθα ἵσταται τὸ ζήτημα: Ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος, ὁσάκις νομίζῃ, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφὲς, νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν γνώμην του, καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ; ἢ ὀφείλει νὰ στρέφηται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητῇ τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ, ἐν ἀμφισβητήσει τῆς γνώμης του παρ’ αὐτῆς; Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς σήμερον λίαν ἐπιστημονικῶς ἐξέθεσε, τί φρονεῖ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ἐπεκαλέσθη μάλιστα καὶ γνώμας ἄλλων Κοινοβουλίων, καὶ γνώμας ἀνδρῶν, γνωστῶν ἐπὶ κοινοβουλευτικῇ ἀξίᾳ καὶ μαθήσει, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι, ὁσάκις ὁ Πρόεδρος ἀμφιβάλλῃ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἀμφισβήτησις ἐγείρηται, ὀφείλει νὰ στρέφηται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐρωτᾷ τὴν γνώμην αὐτῆς. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, ὡς ἐτέθη, περιστρέφεται εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ἂν ὁ Πρόεδρος ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν γνώμην του καὶ ὅταν ἡ γνώμη του δὲν συμφωνῇ πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, ἢ ὀφείλῃ νὰ ὑποχωρῇ εἰς τὴν ψῆφον ταύτης, καὶ νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὴν μειοψηφίαν. Ὅ,τι δὲ συνέβη κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἦτο ὅ,τι μέχρι τοῦδε βεβαίως ἐφηρμόσθη, διότι τὸ μέχρι τοῦδε ἐφαρμοσθὲν εἶναι, ὁσάκις πῤῥτείνεται τὸ κατεπεῖγον τῆς συζητήσεως ἑνὸς νομοσχεδίου, νὰ μὴ θεωρῆται ὡς παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ ἡ ἐρώτησις πρὸς τὴν Βουλὴν, ἂν πρέπῃ νὰ προταχθῇ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἢ οὔ. Ὁ δὲ λόγος, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς τοιαύτης νομολογίας, εἶναι λόγος ἐντελῶς ἀνίσχυρος, ὁ λόγος δηλαδὴ, ὅτι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, τότε μόνον ὁ Πρόεδρος θέτει τὸ ζήτημα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ προκαλεῖ ψηφοφορίαν· διότι, εἴτε ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἴτε δὲν ὑπάρχει, πάντα τὰ ζητήματα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ λύονται διὰ τῆς πλειοψηφίας, εἴτε ἡ πλειοψηφία ἀπαρτίζεται ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, εἴτε ἀπαρτίζεται ὑπὸ ἑνὸς καὶ μόνου πλέον τοῦ ἡμίσεως. Εἴτε ἡ Βουλὴ ἅπασα ἀποφαίνεται, εἴτε ἡ πλειοψηφία αὐτῆς, ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἰσχὺν ἔχει ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἀπόφασις αὐτῆς ἐδόθη ὑπὸ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν ὑπερτερούντων τῆς μειοψηφίας κατὰ ἕνα καὶ μόνον Βουλευτήν. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, φρονῶ ὅτι καὶ ἄνευ προτάσεως δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὡς ὑπόδειγμα τρόπον τινὰ, πῶς ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἐφαρμόσῃ εἰς τὸ ἑξῆς τὸν Κανονισμόν. Καὶ μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχουσιν ἐναντίαι γνῶμαι, τότε οἱ ἀντιφρονοῦντες, καὶ οὐχὶ ὁ Πρόεδρος, φρονῶ ὅτι ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ἐπὶ τῆς εἰδικῆς ταύτης προτάσεως πρέπει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις, καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς διάφορα ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ ἢ τὴν μεταῤῥύθμισιν αὐτοῦ.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀληθῶς παραξενεύομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κεφαλληνίας καὶ μὲ τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε· διότι βλέπω ὅτι τὸ συμπέρασμα τοῦτο εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετον καὶ πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κεφαλληνίας ἐπρέσβευσε πάντοτε, καὶ πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν ὅτι πάντοτε ἐπρέσβευσε, καὶ σχετικῶς μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀκριβῶς δὲ, διότι τοιαύτη ὑπῆρξε πάντοτε ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, προσεπάθησε νὰ μετατοπίσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο, οὐχὶ περὶ ἑρμηνείας, ἀλλὰ περὶ τοῦ τί διατάσσει τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, ἦλθε καὶ ἐζήτησε δῆθεν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ τί ὁρίζει καὶ πῶς ἑρμηνεύεται τὸ ἄρθρον 29. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι μετετόπισε τὸ ζήτημα, διότι εἶδεν, ὅτι τὸ ἔδαφος τοῦ ἄρθρου 34 ὑπὸ τοὺς πόδας του ἐξέφευγε. Τί ἐπρέσβευε μέχρι τοῦδε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὡς Βουλευτὴς,—καὶ εὐτυχῶς δὲν εἶναι νέος,—σᾶς τὸ εἶπεν: ὅτι, πρὶν ἢ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ πρὸ 24 ὡρῶν οἱαδήποτε πρότασις, δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις ἔχει λόγον τινὰ, ἢ ὀφείλεται εἰς παραδρομὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς παραδρομὴν ὅλων τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ συνεπαγάγῃ ἡ διάταξις αὕτη καὶ τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη καὶ ἐπικαλεῖται συχνὰ πυκνὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει λόγον οὐσιαστικόν· ἐννοεῖ νὰ καταστήσῃ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν ἐπιβάλλουσαν τὴν τριπλῆν συζήτησιν καὶ τὴν τριπλῆν ἀνάγνωσιν, νὰ τὴν καταστήσῃ πρᾶγμα· διότι, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι παρουσιάζεται ἓν νομοσχέδιον πολύπλοκον μὲ πάμπολα ἄρθρα, ὅπως ἐπαρουσιάσθη τὸ χθεσινὸν, καὶ ζητεῖται ἡ ἄμεσος συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις αὐτοῦ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ τρίτη ἀνάγνωσις; εἰς οὐδὲν θὰ χρησιμεύσῃ· θὰ πρόκηται περὶ πληρώσεως τύπου ἐντελῶς κενοῦ, ἀλλὰ θὰ πρόκηται κυρίως περὶ καταργήσεως τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς Κεφαλληνίας, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πάντοτε ἐπρέσβευσαν ὅ,τι ὁρίζει ἐπιτακτικῶς τὸ ἄρθρον 34. Τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο δὲν ἔχει ἀνάγκην ἑρμηνείας. Ὅταν λέγῃ τις, ὅτι πρέπει νὰ ἑρμηνεύσῃ ἡ Βουλὴ ἢ πρέπει νὰ ἑρμηνεύσῃ οἱοσδήποτε μίαν οἱανδήποτε διάταξιν, πρέπει ἡ διάταξις αὕτη νὰ ἦναι καὶ ἐπιδεκτικὴ ἀμφισβητήσεως, νὰ ἦναι ἐπιδεκτικὴ διαφόρου ἑρμηνείας. Ἀλλὰ ἁπλῆ ἀνάγνωσις ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λαρίσσης, μὲ τὴν τελείαν καὶ τὸ κόμμα, τοῦ ἄρθρου 34 σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη δὲν εἶναι ἑρμηνευτέα. Σᾶς στενοχωρεῖ ἡ διάταξις ἐκείνη, ὡς στενοχωροῦσι τὸν ἄγριον τὰ πέδιλα; τροποποιήσατέ την.
§44ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀναγκαίως παραβιάζεται.
§45ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ αὐτὸ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ κάμῃ, ἢ νὰ προσπαθήσῃ νὰ κάμῃ, ὅταν τῷ ὑπέδειξα ὅτι παραβιάζει τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, προβάλλων εἰς συζήτησιν ἄμεσον μίαν πρότασιν περὶ ἑρμηνείας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ οὐσιαστικὸν λόγον τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, μὴ ζητεῖτε νὰ παρερμηνεύσητε αὐτὸ, ὁσάκις σᾶς συμφέρῃ. Καὶ σημειώσατε, Κύριοι,—ἡ ἱστορία ἡ κοινοβουλευτικὴ εἶναι πρόχειρος —ὅτι παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ συμφέροντος φατριαστικοῦ. Δὲν εἶναι πολλὴ ὥρα, ἴσως μία ὥρα παρῆλθεν ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς σπουδαιότατα γενικὰ συμφέροντα, νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον, ἵνα τὸ καταστήσωμεν τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἰσχύσῃ, ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, τὸ περὶ ἀναβολῆς τῆς προθεσμίας μέχρι τῆς 15 Μαρτίου διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ τέλους τῶν 20%. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐζήτησε νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς πρώτην συζήτησιν σήμερον, καίτοι πρόκειται περὶ τοσούτῳ σπουδαίων γενικῶν συμφερόντων. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ νομοσχεδίου ἀφορῶντος εἰς συμφέροντα ἀτομικὰ, εἰς συμφέροντα φατριαστικὰ, ἠθέλετε ἴδει, ὅτι θὰ ἐτηρεῖτο καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τηρεῖται πάντοτε ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων. Κύριοι, εἷς εἶναι ὁ κανὼν, διὰ τοῦ ὁποίου ἑρμηνεύονται αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἡ καλὴ πίστις. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἀναγνωρίσω καλὴν πίστιν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ λέγει, ὅτι μέχρι χθὲς τοιαύτην εἶχε γνώμην περὶ τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ, σήμερον, ὅτε ἀνῆλθεν ἐκεῖ, καὶ ὑπείκει, ἂν καὶ δὲν ὤφειλε νὰ ὑπείκῃ, εἰς τὰ νεύματα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, μεταβάλλει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐπρέσβευε καὶ ὑπεστήριζε πάντοτε. Μὴ μετατοπίζετε τὸ ἔδαφος, μὴ μετατοπίζετε τὸ ζήτημα. Εἰπέτε μοι, ἐὰν τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἦναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ ἄλλως ἢ ὅπως τὸ γράμμα αὐτοῦ ὁρίζει. Θέλετε δὲ νὰ ἴδητε εἰς ποῖα ἄτοπα διὰ τῆς τοιαύτης μετατοπίσεως τοῦ ζητήματος φθάνετε; δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἴδητε, τί ἐπράξατε. Προχθὲς παραπονεῖτό τις περὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ; Ὁ Πρόεδρος ὁ ἴδιος ἐπρόκειτο νὰ παραβιάσῃ τὸν Κανονισμὸν, καὶ εἶπε: τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν παραπονεῖταί τις, ὅτι παραβιάζεται ὁ Κανονισμὸς, ἐὰν ὑποστηρίζωσι τὴν πρότασιν αὐτοῦ καὶ δέκα ἄλλοι Βουλευταὶ, τότε ἀποφασίζει ἡ Βουλή. Ἀλλὰ κἀνεὶς δὲν παραπονέθη, ὅτι παρεβιάζετο παρά τινος ἄλλου τὸ ἄρθρον 29, ἀλλ’ ὅτι παρεβιάζετο ἀκριβῶς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 34 παρ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι φύλαξ τοῦ ἄρθρου τούτου. Λοιπὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατρέψητε ἀκριβῶς τὰ πράγματα; Πῶς εἶναι δυνατὸν, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὤφειλεν ἐκ τοῦ νόμου νὰ τηρήσῃ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἔρχηται νὰ λέγῃ· ἆ! ὑπάρχει παράπονον, ὅτι παραβιάζεται ἡ διάταξις αὐτοῦ, καὶ θέτω τὸ ζήτημα εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς! Κύριοι, μὴ φοβεῖσθε, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ὅσον αὐθαίρετος καὶ ἂν ὑπάρξῃ εἷς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπιβάλῃ ἐν οὐ δέοντι τὴν θέλησίν του. Πλειοψηφία θὰ ὑπάρξῃ πάντοτε ἀρκετὰ ἀνεξάρτητος, ὥστε νὰ τὸν περιορίσῃ εἰς τὰ καθήκοντά του. Τὸν νόμον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν δικονομίαν αὐτῆς, ἀφήσατέ τον ἄθικτον, καὶ μόνον ὑπαγορεύσατε εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, ὅπως ἐν καλῇ πίστει ἑρμηνεύῃ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν ἐν καλῇ πίστει ἑρμηνεύῃ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, οὐδεμία ἐπίκειται σύῤῥαξις. Δὲν εἶναι φόβος, ὅτι θὰ θελήσῃ ὁ Πρόεδρος αὐθαιρέτως νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν εἶναι φόβος, ὅτι δὲν θὰ ἐξαναστῇ κατὰ τῆς τοιαύτης ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου ἡ Βουλή. Ἐδῶ τὸ ἄρθρον 34 ὁρίζει σαφῶς καὶ ῥητῶς, τίς ἡ διαδικασία διὰ τὰς εἰσαγομένας προτάσεις. Μὴ θέλετε λοιπὸν μίαν τοσούτῳ σαφῆ διάταξιν νὰ τὴν παρερμηνεύσητε διὰ μιᾶς δικαιολογίας παραπόνου περὶ παρερμηνείας τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ.
§46ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τῳόντι ἄξιον ἐπιμελοῦς προσοχῆς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, διότι πρόκειται περὶ διατάξεως, καθ’ ἣν θὰ κανονίσῃ εἰς τὸ μέλλον τὰς ἐργασίας αὐτῆς, προκειμένου περὶ τῆς τάξεως τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων, ὅσα ἡ Κυβέρνησις, ἡγουμένη τῆς πλειοψηφίας, κηρύττει ὡς κατεπείγοντα. Ὁμολογῶ ὅτι πολλάκις ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἤγειρα φωνὴν διαμαρτυρίας, προκειμένου περὶ αὐθαιρεσιῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τῆς μειοψηφίας ἐπήνεγκεν οὐχὶ σπανίως ἡ πλειοψηφία κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐκ τῶν γνωμῶν μου ἐκείνων νὰ παραλείψω σήμερον νὰ ἐκφέρω γνώμην, ἣν, ἀκούσας τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύοντας, ἐσχημάτισα· οὐδ’ ἀντίκειται τὸ παράπαν ἡ σημερινή μου γνώμη πρὸς ἐκείνας, ἀλλὰ μᾶλλον τὰς ἐνισχύει. Κατ’ ἐμὲ, τὸ ζήτημα τὸ ὑπὸ συζήτησιν προῆλθε προδήλως ἐξ οὐσιώδους παραλείψεως, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ χάσματος ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς. Βεβαίως τὸ ἄρθρον 34 οὐδενὶ ἀφίνει τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι εἶναι κατηγορηματικῶς καὶ ἀναμφιλέκτως ἀπαγορευτικὴ ἡ διάταξις αὐτοῦ, νὰ μὴ συζητῆται ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδιον μὴ τυπωθὲν πρότερον καὶ μὴ διανεμηθέν. Οὔτε τὰ κόμματα οὔτε αἱ τελεῖαι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσσης Βουλευτοῦ ἐχρησίμευσαν πρὸς σαφεστέραν ἑρμηνείαν τοῦ ἀφ’ ἑαυτοῦ σαφεστάτου τούτου ἄρθρου. Τὸ ἄρθρον εἶναι κατηγορικώτατα σαφές· πρὸς τί οἱ μάταιοι λόγοι καὶ αἱ ἄσκοποι ἀντιῤῥήσεις; Μόνον ἐὰν ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν τοῦ νομοσχεδίου κρίνῃ ἀναγκαῖον νὰ προταχθῇ, τότε καὶ μόνον ἐπιτρέπεται νὰ προταχθῇ πᾶν νομοσχέδιον. Καὶ εἶμαι συμφωνότατος κατὰ τοῦτο πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὅτι ἡ ῥητὴ καὶ κατὰ γράμμα καὶ κατ’ ἔννοιαν διάταξις τοῦ νόμου τούτου σκοπὸν εἶχε νὰ περιφρουρήσῃ τὴν σοφωτάτην καὶ χρησιμωτάτην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τοῦ νὰ ἐρευνῶνται βαθέως τὰ νομοσχέδια κατὰ τρεῖς κανονικὰς πλήρεις καὶ εὐρείας συζητήσεις. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι, ἐάν ποτε συμφέροντα τοῦ Κράτους πολύτιμα, ἀνώτερα καὶ τῶν κανονισμῶν καὶ τῶν τύπων, καθιστῶσιν ἐπάναγκες νὰ ἐπισπευθῇ ἡ συζήτησις νομοσχεδίου τινὸς μοναδικοῦ, φρονῶ, λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεσμευθῇ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοιαύτην τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ῥητὴν ἔστω, διάταξιν, τοῦ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν ἡγέτην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειοψηφίας νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα προηγηθῇ καὶ ἄνευ τυπώσεως ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἀφοῦ ὁ ἔχων τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου καὶ τοῦ Βασιλέως, ἐν ὀνόματι τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, τῆς πανσθενοῦς, παρουσιαζόμενος, ἀπαιτεῖ τοῦτο πρὸς σωτηρίαν δικαιωμάτων ἢ συμφερόντων, καὶ σᾶς λέγει: «ὁμολογῶ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ῥητῶς ἀπαγορευτική, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπιβάλλουσι τὴν συζήτησιν τὴν ἄμεσον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἧς ἄνευ σπουδαῖα συμφέροντα ἀπειλοῦνται, ἢ καὶ κίνδυνος μεγαλείτερος.» Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον κινδυνῶδες νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν ἔκτακτον πασιδήλως κινδυνώδη περίστασιν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην μου ἔχω αὐτὸ τὸ ὡς ἔθιμον σιωπηρῶς καθιερωθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐπιβληθὲν ὑπὸ τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων. Διότι εἶναι βέβαιον καὶ ἀνωμολογήθη, ὅτι παρεβιάσθη οὐχὶ ἅπαξ σιωπηρῶς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἤδη. Ἐὰν δὲ δὲν ἀποδώσωμεν κατὰ τεκμήριον εἰς τὸν ἡγούμενον τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως τόσην πολιτικὴν ἠθικότητα, ἀλλὰ θεωρήσαμεν αὐτὸν τοσούτῳ ταπεινὸν φατριαστήν, ὥστε νὰ ἀθετήσῃ τὸν Κανονισμὸν δι’ ἓν συμφέρον φατριαστικόν, τότε, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς νόμος ἤθελε δυνηθῆ νὰ σταματήσῃ τὸν ἀνήθικον ἐκεῖνον ἄνθρωπον, περιβεβλημμένον τοιαύτην ἐξουσίαν, νὰ πράξῃ τὰ αἴσχιστα, ἀθετῶν καὶ τοὺς νόμους καὶ τοὺς κανονισμοὺς ἀνερυθριάστως· οὐδὲ θὰ ἦτο βιώσιμον Κράτος τι Συνταγματικὸν ὑπὸ τοιοῦτον ἡγέτην. Ἀλλ’ ἀρκεῖ δι’ αὐτὸν ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ· ἡ ψῆφος τῆς κοινῆς γνώμης εἶναι φοβερὰ ἐν ἐλευθέρῳ πολιτεύματι, ἐν τῷ ὁποίῳ καθ’ ἑκάστην ὑπόκειται ὁ κυβερνῶν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ λαοῦ. Ὥστε, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ ποτε, ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτός τις φατριαστὴς, θὰ ἐπέλθῃ βαρυτάτη ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς τάχιστα, ἵνα τὸν κατασυντρίψῃ. Ταύτην ἔχων τὴν γνώμην, φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐδάφιον ἕτερον, καθ’ ὅ, ὅταν πρόκηται πασιδήλως περὶ μεγάλων συμφερόντων τοῦ Κράτους, νὰ ἦναι ἐπιτετραμμένον ἐκτάκτως εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβαίνῃ καὶ εἰς τὴν πρὸ τῆς τυπώσεως συζήτησιν. Ἄλλως νομίζω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς, κύριοι συνάδελφοι, δίδει πολλὰ καὶ ἱκανὰ δικαιώματα καὶ εἰς ἕκαστον μέλος τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν μειοψηφίαν, ὅπως μὴ ὑπάρξῃ φόβος ἐκ τούτου καταπιέσεως. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω, ὅτι μία μειοψηφία ἐκτραχηλιζομένη δύναται νὰ βασανίσῃ καὶ νὰ παραλύσῃ, ἂν θελήσῃ, τὴν πλειοψηφίαν· καὶ ἂς μὴ θέλωμεν ἑκάστοτε νὰ δέσωμεν τὰς χεῖρας τῆς πλειοψηφίας ἀπέναντι οὕτως ἰσχυρῶς περιφρουρουμένης μειοψηφίας. Διὰ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναταί τις νὰ ἀγορεύῃ ἐπὶ 24 συνεχεῖς ὥρας, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τὰ στέρνα τοῦ Ἡρακλέους, διὰ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναταί τις νὰ σταματᾷ καθ’ ἑκάστην στιγμὴν τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, διὰ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπὶ παντὸς ζητήματος δύνανται 15 μέλη νὰ ἐπιβάλλωσι ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κατατριβούσης χρόνον, εἴμεθα κατὰ πάντα ἀπέναντι τῆς πλειοψηφίας ἐξησφαλισμένοι. Οὐδὲ θὰ διακινδυνεύσωμεν τὸ παράπαν, ἐὰν ἐν τῷ Κανονισμῷ παρεντεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν νὰ ἐπιτρέπηται εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις ἡ ἄνευ τῆς τυπώσεως ψήφισις νομοσχεδίων κατεπειγόντων, ἐξ ὧν ἐξαρτῶνται ὕψιστα τοῦ Κράτους συμφέροντα. Βεβαίως δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξουσίαν, ὅπως ἕνεκα οἱουδήποτε λόγου, ἀλόγου καὶ γελοίου, ἑκάστοτε προβάλλῃ ἀσάφειαν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐρωτᾷ δῆθεν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ὅπως παραβαίνηται ὁ Κανονισμὸς ἐνόχως καὶ ἀσκόπως. Ἀλλ’ οἱοσδήποτ’ ἂν ἦναι ὁ ὑψωθεὶς εἰς τὴν ὑψηλὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, φρονῶ ὅτι θέλει σεβασθῆ καὶ τὸ ἀξίωμά του καὶ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν αὐτόν· οὐδέποτε δ’ ἐπαρουσιάσθη τοιοῦτος εἰδεχθὴς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος καθ’ ἑκάστην νὰ θελήσῃ νὰ παραβαίνῃ τὸν Κανονισμόν, καλυπτόμενος ὄπισθεν τῆς πλειοψηφίας. Τοιοῦτον φόβον δὲν ἔχω, πεποιθὼς εἰς τὴν παγίωσιν παρ’ ἡμῖν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς δημοσίας συνειδήσεως. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιτελέσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τοῦ ὁποίου ἠμφισβητήθη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἡ καλὴ πίστις ἐν οὐ δέοντι καὶ ἀδίκως. Περὶ τίνος πρόκειται; Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔχει ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ γράμματος ἢ τῆς ἐννοίας τοῦ 34ου ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ ζητεῖ τὴν ψῆφόν σας; οὐδόλως· ὁ κ. Πρόεδρος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἔχει τὴν γνώμην, ἣν ἔχουσι πάντες, ὅτι τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἐπιτρέπει τὴν συζήτησιν, εἰμὴ τετυπωμένου νομοσχεδίου· ἀλλὰ τῷ ἐγεννήθη, εἶπεν, ὁ δισταγμὸς περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τούτου, διότι παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον τοῦτο, σιωπώσης τῆς Βουλῆς, ἐπὶ μακρὰ ἤδη ἔτη, καὶ προχθὲς ἔτι παρὰ τῆς παρούσης Βουλῆς.
§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε πρὸ ἑνὸς μηνὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔφερε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, καὶ ἠγέρθη ἡ ἀντίῤῥησις παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ράλλη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως, πρὶν τυπωθῇ, ἐγὼ, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸ ἔδωκα εἰς τὸν ὑπάλληλον πρὸς τύπωσιν. Ἠγέρθη ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἶπεν, ὅτι δύναται νὰ συζητηθῇ. Τί ἔπραξα τότε; ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν τότε ἀμέσως, ὅτι, γενομένης ἀντιῤῥήσεως περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ, ὑποστηριζομένης ὑπὸ πλείστων μελῶν, ὤφειλον νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν· ἐπὶ δὲ τῇ ἐρωτήσει μου, ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐγένετο δεκτὴ διὰ μεγάλης πλειοψηφίας. Ἐπετρέπετο πλέον εἰς τὸν Πρόεδρον, μετὰ τὴν τοιαύτην γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, νὰ δώσῃ ἐναντίαν ἑρμηνείαν εἰς τὸ ἄρθρον;
§48ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κατάδηλον ἐκ τούτων, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος, ἠρύσθη τὴν ἀσάφειαν οὐχὶ ἐκ τοῦ γράμματος τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐθίμου, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν ἐν ὁμοίᾳ περιστάσει. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ βεβαίως παρεβιάσθη, ἀλλ’ οὐδέποτε περὶ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, τοῦ ὁποίου τὰ φῶτα καὶ ἡ πεῖρα ἐκ μακρᾶς ὑπηρεσίας εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὰ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅσα ἀναρμόστως εἶπεν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς· καὶ ὅταν, κύριοι Βουλευταὶ, προΐστανται τῆς Βουλῆς ἄνδρες, οἷος ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ὅστις ἐπὶ μακρὰ ἔτη διαχειρισθεὶς ὕψιστα ὑπουργήματα τοῦ Κράτους, ἐξῆλθε μὲ τὸ μέτωπον ἀπαστράπτον καὶ ἀκηλίδωτον, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν μέσῳ τῆς συζητήσεως, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη ζωηρὰ, τοιούτων ἀνδρῶν ν’ ἀμφισβητῆται ἡ καλὴ πίστις. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐτέθη, ἵνα περιστείλῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειοψηφίας, ἀλλ’ ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν σοβαρότητα τῶν συζητήσεων, καὶ ἰδίως τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Διότι φρονῶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐπιβεβλημένον ἐκ τῆς ἀνθρωπίνης ἀτελείας νὰ λύωνται τὰ ζητήματα, οὐχὶ ὅπως εἰς τὴν ἀρχαιότητα, ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ σοφούς, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς πλείονας, ἐπιβάλλεται εἰς πάντας νὰ ὑποτάσσωνται ἀγογγύστως εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειοψηφίας ἄνευ πεισμονῆς. Ἑπομένως οὐδένα, φρονῶ, κίνδυνον διατρέχουσιν οὔτε τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, οὔτε ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Βουλῆς, οὔτε ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, οὔτε τὰ δικαιώματα μέλους τινὸς τῆς μειοψηφίας, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν σιωπηρῶς, ὁσάκις αἱ Κυβερνήσεις θεωρῶσι τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς νόμου ἀναγκαίαν ἅμα τῇ ὑποβολῇ του, νὰ ἦναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφαίνηται ὑπὲρ τῆς ἄνευ ἀναβολῆς συζητήσεως αὐτοῦ.
§49ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θέλω νὰ κάμω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν Ἀργολιδοκορινθίας, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι κἄπως ἐτροποποίησε τὰς ἰδέας του περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς πλειονοψηφίας ἀπὸ πέρυσιν. Ἐγὼ οὔτε κατ’ ἐλάχιστον μετέβαλον γνώμην, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ συζήτησις, ὑπάρχει ἀπόλυτος ἰσότης μεταξὺ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόφασιν δὲν δύναται νὰ ἐξαναστῇ ἡ μειονοψηφία. Ἐγὼ πρῶτος βεβαίως ἤθελον ἐξαναστῆ κατὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον θέλει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ εἰσαγάγῃ, διότι ἴσως νομίζει, ὅτι τῷ συμφέρει ὁ νόμος οὗτος ἤδη, κατὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐπιβαλλομένου τῆς ἀνάγκης καὶ τοῦ ὑπερτέρου ἀριθμοῦ. Ἡ μειονοψηφία ἔχει ἀκέραια τὰ δικαιώματά της, ὅταν πρόκηται περὶ συζητήσεως, καὶ οὐδεὶς θέλει τολμήσει νὰ τὰ θίξῃ, διότι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ τολμήσῃ νὰ τὰ θίξῃ, θέλει πάθει ὅ,τι ἔπαθον αἱ πλειονοψηφίαι, αἱ ἐξελθοῦσαι τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον τοῖς ἐπεβάλλετο, καὶ τοῦ σεβασμοῦ, ὃν ὤφειλον πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἕκτον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τοῦ Βʹ τμήματος τοῦ δήμου Διστομίων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 123).
§51ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν καὶ δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ὃν ἀφορᾷ ἡ παράκλησις, τὴν ὁποίαν θέλω κάμει, μ’ ὅλον τοῦτο, ἐπειδὴ ἔχω ἀνάγκην τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θέλω ζητήσει, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, πρὸς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, καὶ θὰ δώσω κατόπιν ἔγγραφων περίληψιν τῆς αἰτήσεώς μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ δικαιοσύνη ἐν τῷ Κράτει, καὶ περὶ μέτρων ληπτέων πρὸς ἀνόρθωσιν αὐτῆς, εἶχον σκοπὸν καὶ ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ἐν τῇ συζητήσει, ἥτις ἐγένετο πρὸ ἡμερῶν περὶ τούτου ἐπὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὡς ὁ κ. Ράλλης ἐδήλωσεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα εἶναι προσωρινὰ, ὅτι δὲν εἶναι ταῦτα ἐκεῖνα, ἅτινα μέλλουσι ν’ ἀνορθώσωσι τὴν δικαιοσύνην, καὶ ὅτι προσεχῶς θέλουσιν ὑποβληθῆ ἄλλα, φέροντα ῥιζικωτέρας μεταβολὰς ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐγίνετο εὐρυτέρα συζήτησις, καὶ διότι ἐσπεύδομεν νὰ δώσωμεν πέρας εἰς τὴν συζήτησιν, ἐπειδὴ προσήγγιζεν ἡ ἕνεκεν τῶν ἑορτῶν διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἀφήκαμεν ἄνευ ἀντικρούσεως τὰ τερατολογήματα τοῦ ἐκ Ναυπλίου βουλευτοῦ κ. Ποταμιάνου, ὅστις, ἐνῷ εἶναι πασίγνωστον καὶ πανθομολογούμενον, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐν τῷ Κράτει ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἔφθασεν εἰς τοιαύτην διαφθοράν καὶ ἀχρειότητα, εἰς ἣν οὐδέποτε εἰς οὐδὲν Κράτος ἔφθασεν αὕτη, αὐτὸς ἐκήρυξεν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐλειτούργησε λαμπρῶς, εὐσυνειδήτως, ἀξιεπαίνως· καὶ ἐν ᾧ εἶναι παρὰ πάντων παραδεδεγμένον, ὅτι τὰ δύο τρίτα τῶν δικαστῶν καὶ εἰσαγγελέων ἐπὶ τοσοῦτον παρεξετράπησαν, ὥστε οὐ μόνον τῆς ὑπηρεσίας ἔπρεπε νὰ ἀποβληθῶσιν, ἐὰν τοῦτο ἦτο δυνατόν, ἀλλὰ καὶ ἄλλως νὰ τιμωρηθῶσι παραδειγματικῶς, αὐτὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ ἐννέα δέκατα τῶν δικαστῶν ἐξεπλήρωσαν τοσοῦτον τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν των, ὥστε ἀνήκει αὐτοῖς ὁ στέφανος τοῦ μαρτυρίου καὶ ὀφείλεται ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πιστεύω ὅτι προσεχῶς θὰ γείνῃ ἐνταῦθα πολὺς λόγος περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς συζητήσεως ἀπαραιτήτων μέτρων, ἅτινα πρέπει νὰ ληφθῶσι συντόνως πρὸς ἀνόρθωσιν αὐτῆς. Τότε θὰ ἐκτεθῶσιν ἐνταῦθα χιλιάδες περιστάσεων, πᾶν ἄλλο ἀποδεικνυουσῶν ἢ τοὺς λόγους τοῦ κ. Ποταμιάνου. Σκοπῶν δέ, ὡς εἶπον, νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ τότε, παρακαλῶ ἀπὸ τοῦδε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς δύο δικογραφίας, ἐκ τῶν ὁποίων θέλω ἀντλήσει δύο ἐκ τῶν περιφανεστάτων ἀποδείξεων τῆς δικαστικῆς διαφθορᾶς καὶ ἀχρειότητος. Αἱ δικογραφίαι εἶναι ἐκεῖναι, καθ’ ἃς δὶς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατηγορήθην ἐπὶ ἐντελῶς ἀνυπάρκτοις ἐγκλήμασιν ἐπιθέσεως καὶ προσβολῆς, καταδικασθεὶς διὰ τὴν μίαν εἰς φυλάκισιν δύο ἑβδομάδων, προφυλακισθεὶς δὲ διὰ τὴν ἄλλην. Θέλω σᾶς ἐκθέσει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπλάσθησαν αἱ κατηγορίαι, τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξήχθησαν αἱ δίκαι, τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγένετο κατ’ ἐμοῦ ἡ καταδίωξις καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ποινῆς, καὶ θέλετε φρίξει, καὶ θέλετε συμπεράνει, ὁποῖα ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης διεπράχθησαν ἐν τῷ Κράτει, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς Τρικουπικῆς τυραννίας, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτολμηθέντα ἐν μέσαις Ἀθήναις, πρὸς κορεσμὸν κομματικοῦ πάθους κατὰ προσώπου πολιτευομένου, διατελέσαντος ἐπὶ μακρὰ ἔτη δικαστικοῦ ὑπαλλήλου καὶ κολακευομένου νὰ πιστεύῃ, ὅτι χαίρει δημοτικότητά τινα ἐν Ἀθήναις, οὗ ἕνεκα τὸ κοινὸν παρηκολούθει μετ’ ἐνδιαφέροντος τὰς δικαστικὰς ἐνεργείας καὶ ἀντελαμβάνετο τῶν ὀργίων. Θέλετε τότε ὁμολογήσει πάντες, ὅτι εἰς τὰ μέτωπα τῶν Ράγκων καὶ τῶν Μάνεση, τῶν Μελετοπούλων, καὶ τῶν Μεϊδανοπούλων καὶ τοῦ γελοίου ἐκείνου ἀντεισαγγελέως, ὁ ὁποῖος φέρει τὸ ἐπώνυμον τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἀνήκει ὁ ὑπὸ τοῦ κ. Ποταμιάνου τεθεὶς στέφανος τοῦ μαρτυρίου, ἀλλ’ ὁμοιάζει αὐτοῖς μᾶλλον στέφανος ἀπὸ μουντζούραις.
§52ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, διατὶ ἀπήλλαξε τοὺς διδασκάλους τῶν ναυτικῶν μαθημάτων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτουν εἰς τὰ διάφορα ναυτικὰ σχολεῖα.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ἐγὼ ν’ ἀπαντήσω· εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Ἐγὼ προέβην εἰς τὴν ἀπόλυσιν δυνάμει ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας.
§54ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἀπαντᾷ;
§55ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἀπήντησα διότι ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, γνωρίζων τὰ εἰθισμένα, θέλει ὑποβάλει ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν του. Πῶς θέλετε ἐκ τοῦ προχείρου ν’ ἀπαντήσω;
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἂς ὑποβάλῃ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν του.
§57ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Βουλευτὴς εἰς τοῦτο.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν τὸ λέγει.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 34, περὶ οὗ τοσοῦτος ἐγένετο λόγος, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Προέδρου, ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ αὗται πρέπει νὰ γίνωνται ἐγγράφως, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην.
§60ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τούτου. Ἴσως εἶναι ὁπωσοῦν λυπηρὸν νὰ γίνηται εἰς ἡμᾶς ὑπόμνησις τῶν στοιχειωδῶν καθηκόντων, τῶν ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι νομοθετικὰ καὶ πολιτικὰ, τὰ ὁποῖα ἐνασκοῦνται διὰ τῆς ἐπερωτήσεως.
§61ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα. Περὶ τίνος ὁμιλεῖτε;
§62ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένω νὰ ὁμιλήσω, καὶ ἀπορῶ πῶς λέγετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς λέγει, ὅτι πᾶσα ἐπερώτησις πρέπει νὰ κατατίθηται ἐγγράφως.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπον ὡς γνώμην ἀτομικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§64ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἁπλῶν φωνῶν, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξέφρασε γνώμην. Θὰ μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ἐὰν τῷ ἀπευθύνω μίαν ὑπόμνησιν, ὅτι, προκειμένου, περὶ ἐνασκήσεως πολιτικῶν καὶ οὐχὶ νομοθετικῶν καθηκόντων, δὲν εἶναι ὑπόχρεως ὁ Βουλευτὴς νὰ ὑποβάλλῃ ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ὡς λέγει ὁ κ. Πρόεδρος· διότι ἡ λέξις πρότασις εἰς τὸν Κανονισμὸν ἐννοεῖ τὰ συνήθη καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ τὰ νομοθετικὰ, καὶ οὐχὶ τὰ πολιτικά· ἄλλο τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἔχῃ ἀνάγκην ἐγγράφου ἐπερωτήσεως, καὶ δηλώσῃ τοῦτο ῥητῶς εἰς τὸν Βουλευτήν· τότε βεβαίως θὰ ἐκτελῆται τοιαύτη ἀπαίτησις. Καὶ δὲν ἔπρεπε κακοζήλως νὰ μιμηθῇ τὸ μέχρι τοῦδε γενόμενον ὁ κ. Ὑπουργὸς, σιωπῶν καὶ μὴ δικαιολογούμενος, διατὶ δὲν ἀπαντᾷ. Πιστεύω ὅτι δὲν ὑπῆρχε πρόθεσις· ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἀπήντησε, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησίν του. Δὲν εἶναι μάντις ὁ Βουλευτὴς, διὰ νὰ ἐννοῇ, διατὶ σιωπᾷ ὁ Ὑπουργός. Διὰ νὰ μὴ γίνωνται λοιπὸν αὐταὶ αἱ παρεξηγήσεις, θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅταν πρόκηται περὶ ἐπερωτήσεως, ν’ ἀπαντῶσιν, ἐὰν δύνανται, παραχρῆμα, ἄλλως, νὰ ἀπαιτῶσιν εἰδικῶς ἐπὶ ἑκάστης περιπτώσεως νὰ κατατίθηται ἡ πρότασις ἔγγραφος, πρὸς εὐκολίαν των· ἀλλ’ ἡ ἐξ ἀρχῆς ὑποβολὴ ἐγγράφου προτάσεως δὲν ἔχει ὑποχρεωτικὴν ἔννοιαν.
§65ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ προσπαθῶμεν νὰ γεννῶμεν ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κυκλάδων ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ λόγου, ὅστις μοὶ ὑπηγόρευσε τὴν ἀπόλυσιν τῶν ναυτοδιδασκάλων. Ἀλλ’ οἱ ναυτοδιδάσκαλοι διορίζονται καὶ παύονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ τοῦτο ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ἠθέλησε πρὸς τούτοις νὰ μάθῃ καὶ τὸν ἐσωτερικὸν, οὕτως εἰπεῖν, λόγον, ὅστις προὐκάλεσε τὴν ἐνέργειαν ταύτην· οὗτος ἀληθῶς σχετίζεται μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τοῦτο ὑπεσχέθην ἤδη νὰ προσαγάγω πάντα τὰ στοιχεῖα, τὰ περιεχόμενα ἐν ἐγγράφοις, ὅπως ἱκανοποιήσω τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο εἶχον ἀνάγκην ἐγγράφου διατυπώσεως τῆς ἐπερωτήσεως. Ἐκ τοῦ σημείου τούτου προαχθεὶς ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, ἤγειρε ζήτημα, ἐὰν ἦναι ὑπόχρεως ὁ Βουλευτὴς νὰ ὑποβάλλῃ, ἢ οὔ, ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησίν του. Βεβαίως ὁ Βουλευτὴς δὲν εἶναι πρὸς τοῦτο ὑπόχρεως, οὐχ ἧττον ἐπεκράτησε, καὶ λίαν εὐλόγως, ἡ συνήθεια, ἐπειδὴ οἱ Ὑπουργοὶ, πολυάσχολοι ὄντες, δὲν δύνανται νὰ ἐνθυμηθῶσι τὰς λεπτομερείας τῶν ἐπερωτήσεων, νὰ καταθέτωσι τὰς ἐπερωτήσεις των ἐγγράφως οἱ κύριοι Βουλευταί. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ὑποχρεώσεως τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, οὐδὲ περὶ ζητήματος Κανονισμοῦ, ὅπως ἠθέλησαν νὰ τὸ παραστήσωσι. Τὴν ἐξήγησιν ταύτην εἶχον καθῆκον νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἤγειρεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προεθέμην νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἀφορᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ἀπόντα, νομίζω καλὸν νὰ τὴν ἀναβάλω δι’ αὔριον.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔγγραφον τῆς ἐπερωτήσεώς μου, τὴν ὁποίαν ἐπέδωκα πρὸ τεσσαράκοντα περίπου ἡμερῶν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, δὲν κατώρθωσε νὰ σώσῃ αὐτὴν «ἀπὸ τῆς αὐθαιρεσίας τῆς μνήμης του», κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν νὰ ἐπαναλάβω διὰ δευτέραν φορὰν ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἀφορῶσαν εἰς τὰς ἐν Λακεδαίμονι καὶ Ἐπιδαύρῳ Λιμηρᾷ γενομένας δηλώσεις φυτειῶν καὶ γαιῶν.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐνόμιζον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔμεινεν ἱκανοποιημένος ἐκ τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκα εἰς ἀπαράλλακτον ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσσηνίας. Ἀλλὰ προχθὲς εἶδον ἐπαναλαμβανομένην τὴν αὐτὴν ἐπερώτησιν, καὶ τότε ἔδωκα τὰς ἀναλόγους διαταγὰς εἰς τὸ τμῆμα, ὅπως συλλέξῃ τὰς πληροφορίας καὶ τὰς ὑποβάλω.
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν διὰ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς, ἕνεκα τῆς ἀσθενείας, ἥτις κατέλαβεν αὐτὸν, ἀπουσιάζει, ἀλλὰ θὰ καταθέσω ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησιν, καὶ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ μεταβιβάσῃ αὐτὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις, ὡς μανθάνω εὐχαρίστως, εὑρίσκεται ἐν ἀναῤῥώσει, ἐργαζόμενος, καὶ δύναται νὰ ζητήσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας· εὔχομαι δὲ ταχέως νὰ δυνηθῇ νὰ μοὶ δώσῃ τὴν αἰτουμένην πληροφορίαν. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ τίνα λόγον διέταξε τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ ἐν Σπάρτῃ τάγματος πεζικοῦ εἰς Καλάμας, πλὴν ἑνὸς λόχου, ἐπὶ ἀδικίᾳ ὑλικῇ καὶ ἠθικῇ μιᾶς τῶν πρωτευουσῶν νομῶν ἐν Πελοποννήσῳ, τοσαῦτα καταβαλλούσης εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ πληρέστατα δικαιουμένης εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἔχειν ἐν ἑαυτῇ ἓν κἂν τάγμα στρατοῦ.»
§72ΜΑΥΡΟΣ. Ἔχει λόγον ὑπηρεσίας.
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἴδωμεν τὸν λόγον ἐν τῇ ἀπαντήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πολλάκις, κύριε Πρόεδρε, κατὰ πολλὰς συνεδριάσεις τῶν συνόδων τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου, ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους καὶ πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ κατὰ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν καὶ ὑπὲρ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὤφειλον τότε νὰ ἀπολογῶνται ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἡμεῖς πρὸ πάντων, οἱ ἀποτελέσαντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν καθ’ ὁλόκληρον τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον, πολλάκις ἐποιησάμεθα λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ναυτικοῦ, καὶ πολλὰ ἐμέμφθημεν αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ πολλοῖς ἐζητήσαμεν λόγον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι προσωπικῶς ἐγὼ οὐδέποτε ὑπέβαλον τοιαύτην ἐπερώτησιν, ἢ τοιαύτην μομφὴν, ἀλλ’ ἀπετέλουν μέρος τῆς ἑνιαίας τότε καὶ συμπαγοῦς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην καὶ διὰ τῆς ψήφου μου ὑπεστήριζον καὶ συνεμεριζόμην τὰ τότε λεγόμενα παρὰ τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει συναδέλφων μου. Αἱ ἐκλογαὶ τῆς 14ης Ὀκτωβρίου μετέβαλον τὰ πράγματα, ἐπήνεγκον τὴν μεταβολὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἀνάῤῥησιν εἰς αὐτὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῶν συμπαρέδρων αὐτῷ κ.κ. Ὑπουργῶν. Τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητῶ νῦν, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲ μάτην ἐζήτει παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἔχει κατὰ τὸ παρὸν ἐν χερσὶν αὐτῆς ἡ νῦν Κυβέρνησις. Ἔχων καὶ νῦν τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν, ἣν καὶ τότε εἶχον, (ἐλπίζω δ’ ὅτι αὐτὴν συμμερίζονται καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων μου ἐνταῦθα) νὰ μάθω, ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ἡμετέρου ναυτικοῦ, ὑποβάλλω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν ἐπερώτησιν, τῆς ὁποίας τὰ κεφάλαιά εἰσι τὰ τρία ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Αʹ) Ὁποία τυγχάνει οὖσα ἡ κατάστασις τῶν διαφόρων σκαφῶν τοῦ ἡμετέρου πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἐν ὅλῳ καὶ ἐν ἑκάστῳ μέρει, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν τορπιλλοβόλων. Βʹ) Πῶς εὑρίσκεται ἔχον τὸ πολεμικὸν ὑλικὸν, τό τε ἐπὶ τῶν πλοίων φερόμενον καὶ τὸ ἐν ταῖς ἑκασταχοῦ ἀποθήκαις ἀποτεθειμένον. «Ὁπόση εἶναι ἡ ναυτικὴ δύναμις τοῦ Κράτους εἰς ἄνδρας.» Ὑποβάλλων τὰ ἐρωτήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγγράφως θὰ παραδώσω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, ἐννοῶ πληρέστατα τὴν σοβαρότητα, ἣν ταῦτα περικλείουσι. Διὰ τοῦτο δηλῶ, ὅτι ἀφίεμαι καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ἵνα οὗτος ὁρίσῃ καὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας, καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ δώσῃ αὐτὰς, καὶ τὸ μέτρον, εἰς ὃ αὐτὸς οὗτος κρίνει, ὅτι πρέπει νὰ φθάσῃ, ἐξηγούμενος δημοσίᾳ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ τῶν τοιούτων πραγμάτων.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀπαντῶ πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ τῷ δώσω οἱανδήποτε πληροφορίαν, ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ περιμείνῃ, ἵνα λάβῃ πρῶτος αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τὰς πληροφορίας, νὰ τὰς ἐκτιμήσῃ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν πρέπῃ νὰ δώσῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ κ. συνάδελφος.
§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀφίεμαι καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ περὶ πάντων τούτων, διότι ἐκτιμῶ πληρέστατα τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος.
§76ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Δὲν εἶμαι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔσχεν ὁ κ. Βουλευτής, περὶ τῆς μετασταθμεύσεως τοῦ τάγματος ἐκ Σπάρτης εἰς Καλάμας· καὶ λέγω τοῦτο, οὐχὶ ὅπως ἐλέγξω τὴν ἀνακρίβειαν τῆς πληροφορίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἵνα μὴ ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐπερωτήσεως μέχρι τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἀπαντήσεως ἀνησυχήσῃ, καὶ δικαίως, ὁ τόπος τῆς Σπάρτης, ἥτις ἔχει συμφέρον εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ ἐκεῖ τάγματος. Διετάχθησαν, καθ’ ἃς ἐγὼ ἔλαβον πληροφορίας, 40 στρατιῶται νὰ μεταβῶσιν εἰς Καλάμας πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐκεῖ ὑπηρεσίας, ἡ ἕδρα δὲ τοῦ τάγματος, καὶ τὰ στελέχη, διαβεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι μένουσιν ἐν ἐν Σπάρτῃ.
§77ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ὁποῖα μέτρα ἔλαβε διὰ τὸν λιμένα καὶ τὸν φανὸν τῆς Λευκάδος, καταστραφέντα τελευταίως ἐκ τῆς καταιγίδος τῆς 19ης Ἰανουαρίου, ἐξ οὗ ἐπῆλθε μεγάλη ζημία εἰς τὰ συμφέροντα τὰ ἰδιωτικὰ καὶ τὰ δημόσια. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν σκέπτηται, μετὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ λιμένος, νὰ ἐνεργήσῃ, ἵνα κατασκευασθῇ νέος λιμὴν ἐγγύτερον τῆς πόλεως Λευκάδος, κατὰ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκπονήσει ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ κατὰ διαταγὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Καταθέτω τὴν ἐπερώτησίν μου ἐγγράφως.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλεπαΐδος. Τὸ τμῆμα διὰ τῆς ἐκθέσεώς του προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμων βουλευτῶν τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας τῶν κ. κ. Ν. Ζώτου καὶ Ν. Φαρμάκη. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νομίμους βουλευτὰς τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας τοὺς κ. κ. Νικόλαον Ζῶτον καὶ Νικόλαον Φαρμάκην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νομίμους βουλευτὰς τοὺς εἰρημένους Ζῶτον καὶ Φαρμάκην. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς δήμων τινῶν τῶν ἐπαρχιῶν Μεγαρίδος, Αἰγίνης, Θηβῶν καὶ Λεβαδείας.
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων προθεσμίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται).
§83ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι ὁ χρόνος πρέπει νὰ παραταθῇ μέχρι τέλους Φεβρουαρίου.
§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως θὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἀναγκαίως πρέπει νὰ δοθῇ ὀπισθενεργὸς δύναμις εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι ἄλλως θὰ παρέλθῃ ὅλος ὁ χρόνος εἰς μάτην, ὅπως γείνωσιν ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἄλλως παρατηρῶ εἰς τοὺς ζητοῦντας μεγαλειτέραν παράτασιν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὴν παράγραφον αὐτὴν συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ πρὸς τὰς μελλούσας ἐκλογάς· δὲν πρέπει νὰ παρατείνωμεν ἐπ’ ἄπειρον τὴν προθεσμίαν, μήπως δὲν κατορθωθῇ νὰ ἑτοιμασθῶσιν οἱ κατάλογοι μέχρι τῆς 4 Ἰουλίου, ὅτε γίνονται αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως, ἵνα μὴ φέρω ἐμπόδιον εἰς τὴν ψήφισιν, τὴν ἤδη ἀρξαμένην, θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἢ τὸν ἐκπροσωποῦντα αὐτὸν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἀπουσία τοῦ ἁρμοδίου, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικνύοντα τὴν ἀνάγκην τοῦ ἐκτάκτου τούτου μέτρου· διότι τὸ μέτρον εἶναι ὅλως ἔκρυθμον, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀποδεδειγμένη δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ ἀναντιῤῥήτων γεγονότων, ἵνα ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς τοιαύτη διάταξις, ἀφορῶσα εἰς εἰδικὰς περιστάσεις καὶ οὐχὶ εἰς γενικὸν κανονισμόν, ὡς προσήκει εἰς τὴν νομοθεσίαν. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν θὰ δυσκολευθῇ νὰ ὑποβάλῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, ὧν ἄνευ θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητος ἡ ψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου πρὸς συμπλήρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ ΑΧΜΒʹ νόμου τῆς 4 Ἰανουαρίου 1887 διὰ τὰς λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ἀπαλλοτριώσεις καταλαμβανομένων κτημάτων.
§88ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν εἶναι παρών· πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ, μέχρις οὗ ἔλθῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἵνα ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ὑποβληθησομένας πρὸς αὐτὸν παρατηρήσεις.
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὥραν ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων, ἔχομεν προσδιωρισμένην τὴν 3ην μ. μ. καὶ ἐν τούτοις παρέρχεται καὶ ἡ 5η καὶ ἀκόμη ἡ συνεδρίασις δὲν ἄρχεται. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ὑμᾶς, νὰ ἔρχησθε τακτικῶς κατὰ τὴν προσδιορισθεῖσαν ὥραν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.