1891.01.29
1.047 στίχοι · 7.967 λέξεις · 102 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
τῆς 29 Ἰανουαρίου 1891.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρύτανις τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου δι’ ἐγγράφου του ἀναγγέλλει, ὅτι τὴν προσεχῆ Τετάρτην, αὔριον δηλαδή, τελεῖ τὸ Πανεπιστήμιον μετ’ ἀρχιερατικῆς ἱεροτελεστίας τὸ ἐτήσιον μνημόσυνον ὑπὲρ τῶν εὐεργετῶν αὐτοῦ ἐν τῷ ἱερῷ ναῷ τῆς Μητροπόλεως, τὴν ὥραν 9 π. μ. Παρακαλεῖ δὲ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ παρευρεθῶσι κατὰ τὴν ἱεροτελεστίαν ταύτην. Ὁ Δ. Κακαρᾶς δι’ ἀναφορᾶς του συνιστᾷ τὴν ἀποκοπὴν τοῦ εἰς τοὺς πρόσφυγας Κρῆτας χορηγουμένου βοηθήματος.
§2ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ παράκλησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἀσθενοῦντος, καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων προθεσμίας. Κατὰ τὸν νόμον ὁ χρόνος τῆς προθεσμίας πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων λήγει εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἕνεκα τῆς ἀφθόνως πεσούσης χιόνος, δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ καταστρωθῶσιν αἱ ἐργασίαι εἰς ὅλα τὰ Εἰρηνοδικεῖα, ἰδίως τῶν ὀρεινῶν μερῶν, ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία τῆς ἀναθεωρήσεως μέχρι τῆς 15 Φεβρουαρίου. Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον εἶναι κατεπεῖγον, παρακαλῶ, ὅπως εὐθὺς ἀμέσως ἀναγνωσθῇ εἰς αʹ συζήτησιν.
§3ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§4ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ εἰς αʹ συζήτησιν, διότι δὲν ἔχει κἀμμίαν ἔννοιαν ἡ πρώτη συζήτησις. Αὔριον λήγει ἡ προθεσμία· ὥστε, εἴτε σήμερον ἀναγνωσθῇ εἰς αʹ συζήτησιν, εἴτε αὔριον, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό· μόνον θὰ παραβῶμεν ἐπίτηδες τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§5ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι ἐπεῖγον τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, καθόσον πρόκειται νὰ ἀπολεσθῶσι δικαιώματα πολιτῶν.
§6ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται ν’ ἀπολεσθῇ οὐδενὸς πολίτου Ἕλληνος τὸ δικαίωμα. Ἄλλως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ δυσχέρεια αὕτη διὰ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ὤφειλε νὰ φροντίσῃ περὶ τούτου ταχύτερον, νὰ μὴ ἀναγκάζῃ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ παραβαίνῃ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ· ἄλλως τε δὲν ἔχομεν ἢ νὰ παρατείνωμεν ἐπὶ 5 ἔτι ἡμέρας τὴν προθεσμίαν, ἥτις παρατείνεται ἐπὶ 15 ἡμέρας, ἵνα μὴ χάσῃ κἀνεὶς τὸ δικαίωμά του. Ἂς παύσῃ πλέον αὐτὴ ἡ παρανομία.
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ παραβάσεως Κανονισμοῦ. Ἡ νομολογία τῆς Βουλῆς καθιέρωσαν ἤδη, ὅτι, ὁσάκις αὕτη θεωρῇ νομοσχέδιόν τι κατεπεῖγον, ἐπιτρέπει τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν αὐτοῦ καὶ πρὸ τῆς τυπώσεως καὶ διανομῆς. Οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὑπάρχει καὶ σήμερον περίπτωσις κατεπείγουσα, ἥτις προὐκάλεσε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων προθεσμίας. Ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν θέλει ἐπιτρέψει τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας ταύτης, ἐνῷ ἡ ἐκτέλεσις ὅλων τῶν διατυπώσεων τοῦ Κανονισμοῦ, ἀντὶ παρατάσεως, θέλει φέρει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν χορήγησιν νέας προθεσμίας. Ἕνεκα τούτου δὲν βλέπω ἰσχυρόν τινα λόγον, ὅπως ὀχυρωθῶμεν ὄπισθεν τοῦ γράμματος τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπερ διὰ νομολογίας ἡρμηνεύθη ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Δὲν ὑπάρχει δὲ οὐδὲν τὸ οὐσιῶδες, οὐδὲν τὸ πολύπλοκον εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον νὰ ἀπαιτῇ τὴν προηγουμένην γνῶσιν αὐτοῦ, ὅπως μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν αὐτοῦ σήμερον.
§8ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι πολὺ περίεργος ἡ λογικὴ, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον, καὶ αὔριον εἰς δευτέραν, τότε θὰ ἔχωμεν παράτασιν τῆς προθεσμίας· ἐὰν ψηφισθῇ αὔριον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν θὰ ἔχωμεν παράτασιν, ἀλλ’ ἀνανέωσιν. Νομίζω ὅτι, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκπροσωπῶν τὴν Κυβέρνησιν, ἔπρεπε κἄπως σπουδαιότερον νὰ σκέπτηται καὶ σπουδαιότερον νὰ ἐκφέρῃ τὰ ἐπιχειρήματά του. Εἴτε σήμερον εἴτε αὔριον ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, θὰ ὑπάρξῃ, ὄχι πλέον παράτασις, ἐκτὸς ἐὰν δώσωμεν ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νέα προθεσμία 15 ἡμερῶν, διότι αὕτη θὰ ἄρξηται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νομοθετήματος εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Μὴ λέγωμεν λοιπὸν, ὅτι σπουδαιολογοῦμεν, ὅταν θέλωμεν ἄνευ οὐδενὸς λόγου νὰ καταστήσωμεν τὸ ἔκτροπον καὶ παράνομον καὶ ἀντίθετον πρὸς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ τακτικὸν, διὰ νὰ κατορθῶμεν εἰς ἄλλην περίστασιν, ὅτε θὰ πρόκηται περὶ οὐσιώδους νομοσχεδίου, νὰ καταστρατηγώμεθα τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὔτε ὑπόχρεος εἶσθε, οὔτε δικαίωμα ἔχετε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν. Ὁ Πρόεδρος ὀφείλει νὰ τηρῇ τὸν Κανονισμόν. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι σαφὴς καὶ ἀνεπίδεκτος ἀντιῤῥήσεως· κατ’ αὐτὸν, πᾶσα πρότασις, ὑποβαλλομένη εἰς τὴν Βουλὴν, πρέπει νὰ τυποῦται καὶ διανέμηται εἰς τοὺς Βουλευτὰς, μετὰ ταῦτα δὲ ἀναγράφεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διὰ νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν σειράν της. Αὐτὸ διατάσσει ὁ Κανονισμὸς, καὶ τοῦτο ὁ Πρόεδρος ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ, δὲν τῷ εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον νὰ ζητῇ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· διότι, ἐὰν καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, ἠμποροῦν νὰ συμβῶσι πολλὰ ἀτοπήματα. Ὑποθέσατε π. χ. ὅτι, προκειμένης συζητήσεώς τινος, ζητεῖ εἷς τῶν Βουλευτῶν νὰ ὁμιλήσῃ, πολλοὶ δὲ τῶν Βουλευτῶν, ἢ καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἀντιτείνῃ, λέγουσα ὅτι ἀρκετὰ ἐφωτίσθη περὶ τοῦ ζητήματος· δύνασθε σεῖς, ὡς Πρόεδρος, νὰ ζητήσητε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου; ἢ ὀφείλετε νὰ ἐπιμείνητε, ὥστε ὁ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὸν λόγον, νὰ τὸν λάβῃ καὶ ἀγορεύσῃ; Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπειδὴ τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ῥητὸν καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ὁ Πρόεδρος ὀφείλει νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὑπάρχει νομολογία τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν δύναται ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ νὰ παραβλέπηται· ἐγὼ διατελῶ ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς τὸ Βουλευτήριον τοῦτο, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι, μόνον ὁσάκις ἐπαρουσιάσθησαν νομοσχέδια καὶ προτάσεις, τῶν ὁποίων τὸ κατεπεῖγον καὶ τὸ χρήσιμον ἦτο τοσοῦτον ἀνεγνωρισμένον, ὥστε οὐδεὶς τῶν Βουλευτῶν ἔφερεν ἀντίῤῥησιν, τότε καὶ μόνον προέβη ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἄμεσον συζήτησιν, εἰς πᾶσαν δὲ ἄλλην περίστασιν, ὅπου δηλαδὴ καὶ εἷς τῶν Βουλευτῶν ἐπεκαλεῖτο τὸν Κανονισμὸν καὶ ἐζήτει νὰ προηγηθῇ ἡ τύπωσις, πάντοτε ἀνεβάλλετο ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Ἑπομένως, ἀφοῦ εἷς τῶν Βουλευτῶν ἐπιμένῃ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προχωρήσητε, οὔτε νὰ ζητήσητε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω περὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου ἀντίθετον ἰδέαν τῆς ὑμετέρας· φρονῶ ὅτι ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην του περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ὅτι, γενομένης ἀντιῤῥήσεως, εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Ὁσάκις ἰσχυρίζεταί τις, ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις, ἢ ὅτι παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ, ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἄλλων ἀντικειμένων, ἢ ὅταν προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐὰν τὰς προτάσεις ταύτας ὑποστηρίξωσι καὶ δέκα ἄλλοι Βουλευταί, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει πρῶτον περὶ τῶν παρεμπιπτόντων ζητημάτων, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου». Ἑπομένως ἐγὼ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν παραδέχηται, ὡς σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμόν, μὴ ἀντιβαῖνον εἰς αὐτὸν, νὰ συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ σήμερον ὑποβληθὲν νομοσχέδιον.
§13ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀφαιρέσητε καὶ τὸν λόγον ἔπειτα ἀπὸ τοὺς Βουλευτάς. Εἰς ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως δὲν ζητεῖται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς.
§14ΡΑΛΛΗΣ. Προτιμότερον ἦτο νὰ ἀναγνώσητε τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν εἰσάγονται τὰ νομοσχέδια. Ἀνεγνώσατε τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, διότι βλέπετε, ὅτι ἀφορᾷ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, ἐνῷ ἐκεῖνο ἔχει γενικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας δὲν δύνασθε νὰ παραβῆτε, ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ παραβῆτε τὸν Κανονισμόν.
§15Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὴν νομολογίαν, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ. Αὐτὴ ἡ νομολογία τοῦ παρελθόντος περὶ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ζητημάτων δύναται νὰ μᾶς ἀπελπίσῃ· διότι, ἐὰν ἐσφαλμένως ἐλύθησαν ζητήματα ἐν τῷ παρελθόντι, αὐτὰ οὐδόλως ὑποχρεοῦσιν ἡμᾶς. Ἂς παύσῃ λοιπὸν ἡ νομολογία τοῦ παρελθόντος, ὅταν δὲν στηρίζηται ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ νόμου, διότι μὲ αὐτὴν τὴν νομολογίαν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἀντέγραψε καὶ ὁλόκληρον τὸν προϋπολογισμὸν τῆς τέως Κυβερνήσεως... Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος ἐπικαλεῖται τὸ ἄρθρον 29, καὶ τὸ ἐπικαλεῖται ἀκαταλλήλως, κατὰ τὴν γνώμην μου, διότι ῥητῶς λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι, «ὁσάκις ἰσχυρίζηταί τις, ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις...» Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον, εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ παρὸν νομοσχέδιον; μόλις πρὸ ὀλίγου ἐμάθομεν, ὅτι πρόκειται περὶ τούτου τοῦ νομοσχεδίου· πῶς λοιπὸν θὰ ἐφαρμόσητε τὸ ἄρθρον 29; Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν δὲν εἶχον ἀφορμὴν παραπόνου κατὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ὀλίγον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως διετύπωσα τοῦτο πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, οὗτος δὲ, καλῇ τῇ πίστει βεβαίως, παρερμηνεύων ὅμως τὸν Κανονισμόν, μοὶ ἔδωκεν ἀπάντησιν, ἥτις οὐδόλως μὲ ἱκανοποίησε, καὶ ἐπειδὴ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα ἀφορᾷ εἰς γενικώτερα, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ οὕτω πῶς, μετὰ σπουδῆς, διότι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐξεσχίσθησαν καὶ κανονισμοὶ καὶ νόμοι καὶ Σύνταγμα. Εἶχον ὑποβάλει, Κύριοι, πρὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροέδρων νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καί, κατὰ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν, ἔπρεπε νὰ ἦναι τὸ πρῶτον ἀντικείμενον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι τὸ ἄρθρον 34, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, λέγει ῥητῶς, ὅτι πᾶσα πρότασις Ὑπουργοῦ ἢ Βουλευτοῦ παραδίδεται εἰς τὸν Πρόεδρον ἐγγράφως καὶ ἰδιοχείρως ὑπογεγραμμένη, καταχωρίζεται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον κλπ. (Ἀναγινώσκει τὸ 34ον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ). Ἀφοῦ προηγουμένως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ πρότασις, δύναται νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα, ἀλλ’ οὐδέποτε πρέπει νὰ συζητῆται πρὶν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἄλλως ἡμέραν τινὰ θὰ ἐξυπνήσωμεν καὶ θέλομεν ἀκούσει ἴσως διὰ νόμου καταργούμενον αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζωμεν οὔτε ἡμεῖς οἱ Βουλευταί. Ὁ κ. Πρόεδρος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀνεκοινώθη τὸ παράπονόν μου, μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι, κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κανονίζει ἡ Βουλή, ἀφοῦ δὲ, κατὰ τεκμήριον, τῆς πλειονοψηφίας ἡγεῖται ἡ Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις κανονίζει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν... Καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν ἐρωτᾶται; Διαφωνῶ πρὸς τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, ἣν δίδει ὁ κ. Πρόεδρος, τοῦ ὁποίου ἄλλως ὑπολήπτομαι τὰς γνώμας· διότι πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἅμα ἐρωτηθῇ, τότε δύναται νὰ κανονισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἡγεῖται τῆς πλειονοψηφίας, διότι ὑπάρχουσι καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, καίτοι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε νὰ προτάξῃ, ἐπειδὴ ὅμως θὰ ἤκουε τὰς γνώμας τῶν Βουλευτῶν, ἤθελε συναινέσει νὰ προταχθῶσι. Συμπεραίνων λοιπὸν, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, νὰ μὴ ἀκούῃ τὴν νομολογίαν, ὅταν αὕτη δὲν στηρίζηται εἰς τὸν Κανονισμόν, εἰς τοὺς νόμους, εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὑποστηρίζω δὲ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχει ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο πάντοτε. Παρακαλῶ ἐπίσης τὴν Βουλήν, κατόπιν τῆς συζητήσεως ταύτης, νὰ προτάξῃ τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς νομοσχέδιόν μου, διότι ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ δύνανται νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἰδέαι, αἵτινες ἐνδέχεται νὰ ἀποκρουσθῶσιν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι, αἵτινες δυνατὸν νὰ γείνωσι δεκταί.
§16ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἶναι ἁπλούστατον, οὐδὲ καταστρέφει τὸ Σύνταγμα. Ἐπεκτείνει τὴν προθεσμίαν πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. Γνωστὸν εἶναι εἰς ὅλους, ὅτι ὁ χειμὼν ἦτο βαρύτατος ἐφέτος, ὅτι κατεστράφησαν χωρία, ἀπεκλείσθησαν ἄλλα, ἐπνίγησαν ἄνθρωποι κλπ. Οὕτω λοιπὸν ἐχόντων τῶν πραγμάτων, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν πρὸς ἐνάσκησιν τῶν ἐκλογικῶν δικαιωμάτων; καὶ θὰ παραβλαφθῇ τὸ Σύνταγμα, ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα ἡ ὑπόθεσις αὕτη; Νομίζω ὅτι δὲν προσκρούομεν εἰς τίποτε, ἐὰν εἴπωμεν τοῦτο ἐνταῦθα· ἂς προσέξωμεν εἰς ἄλλα, ἂς περιορίσωμεν τὴν πολυλογίαν μας, ἂς γείνωμεν πρακτικώτεροι. Τοὺς νόμους καὶ τοὺς κανονισμοὺς οὐδὲν Κοινοβούλιον ἠμπορεῖ νὰ τοὺς φυλάξῃ κατὰ γράμμα· ἀναλόγως τῶν περιστάσεων προβαίνουσιν, ἀρκεῖ ὅμως εἰς τοῦτο νὰ δεσπόζῃ ἡ φρόνησις καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Ἄλλως τὸ ἄρθρον 34 λέγει, ὅτι ἕκαστον ἀντικείμενον συζητεῖται κατὰ τὴν σειράν του, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ κηρύξῃ αὐτὸ κατεπεῖγον.
§17ΡΑΛΛΗΣ. Τί ἄτοπον εὑρίσκετε, ἐὰν ψηφισθῇ αὔριον;
§18ΔΑΓΡΕΣ. Χάνονται αἱ ἡμέραι.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖαι ἡμέραι;
§20ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἂν τῷ ὄντι δὲν ἠγείρετο ἀντίῤῥησις, βάσιν ἔχουσα τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, βεβαίως δὲν ἤθελον ζημιωθῇ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως ἀπὸ σήμερον τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ἐγείρεται συζήτησις, βάσιν ἔχουσα τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἡ προθεσμία τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐνστάσεων κατὰ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου λήγει αὔριον, 30 Ἰανουαρίου, καὶ οὐχὶ τῇ 31. Ἑπομένως, ἐὰν συναινέσῃ ἡ Βουλή, — ἵνα φανῇ, ὅτι σεβόμεθα καὶ τὸν Κανονισμὸν, — ὅπως τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ αὔριον, οὐδεμία ἐπέρχεται ζημία, διότι καὶ ἀπόψε ἐὰν συζητηθῇ εἰς πρώτην συζήτησιν, δὲν κερδίζομεν τίποτε, πρέπει νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον, νὰ κυρωθῇ παρὰ τοῦ Βασιλέως, καὶ νὰ δημοσιευθῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ὥστε νομίζω, ὅτι οὐδεμίαν πρακτικὴν σημασίαν θέλει ἔχει ἡ ἐπίσπευσις αὕτη ἀπὸ τῆς σήμερον. Δὲν γνωρίζω δὲ καλῶς, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἐδῶ, ἂν ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ἀπὸ τῆς σήμερον συζήτησιν. Μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ οἱ συνάδελφοι τοῦ κ. Προέδρου, ἐνθυμούμενοι καλλίτερον, ὅτι αὔριον λήγει ὁπωσδήποτε ἡ προθεσμία τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐνστάσεων, δὲν θέλουσιν ἐπιμείνει. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι σαφὴς, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ σεβασθῶμεν αὐτὸν, πρέπει νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ διανεμηθῇ. Τὸ πρᾶγμα δὲ δύναται νὰ διορθωθῇ, διότι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ προθεσμία δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ 20 ἡμέρας ἢ καὶ ἐπὶ ἕνα μῆνα. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσῳ ἁπλοῦν, ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι ἠθέλομεν δείξει μᾶλλον πεισμονὴν εἰς ὅ,τι εἴπομεν, ἢ ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀπόφασιν πρακτικήν.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ πείσματος. Μήτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μήτε ἡμεῖς, οἱ παρόντες Ὑπουργοὶ, νομίζομεν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη τις βλάβη εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Πρόκειται ὅμως περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν νομοσχεδίου τινὸς, παρὰ ἀφοῦ πρῶτον τυπωθῇ τοῦτο, διανεμηθῇ καὶ ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Δύναται δὲ νὰ ἑρμηνευθῇ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «συζητεῖται δὲ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ κηρύξῃ αὐτὸ κατεπεῖγον καὶ ὁρίσῃ ἄλλην ἡμέραν», ὡς ἔχουσα τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἀπαγορεύει τὴν συζήτησιν παντὸς νομοσχεδίου πρὸ τῆς τυπώσεως καὶ τῆς ἐγγραφῆς αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δύναται ὅμως νὰ ἑρμηνευθῇ καὶ ὅτι οὗτος δὲν ἀπαγορεύει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα ἐν λίαν κατεπειγούσῃ περιπτώσει νὰ προβῇ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ πρὸ τῆς τυπώσεως αὐτοῦ. Ἴσως ἡ πρώτη ἑρμηνεία πλησιάζει μᾶλλον εἰς τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 34, ἀλλὰ καὶ ἡ δευτέρα ἑρμηνεία δὲν εἶναί τι ὅλως ἀπέχον αὐτοῦ. Ἡ Βουλὴ δὲ, πολλάκις συζητήσασα τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἔλυσεν ὑπὲρ τῆς δευτέρας ἑρμηνείας. Τὸ ἔλυσεν οὕτω πρὸ ἑνὸς περίπου μηνός. Δὲν ἔχω παραδείγματα, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οὕτως ἐλύθη πολλάκις καὶ ἐπὶ ἄλλων Κυβερνήσεων.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἐννοῆτε ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, βεβαίως ἔχετε ἄδικον, διότι ἡμεῖς πάντοτε ἐδηλώσαμεν, τοιαῦτα προτείνοντες, ὅτι τότε μόνον ἐνοοῦμεν ὅτι ἐφέρομεν τὴν πρότασιν, ἂν οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἐγίνετο, καὶ ὅτι, ἂν ἀντίῤῥησις ἐγίνετο, ἐνοοῦμεν ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδὲ ἠδύνατο αὕτη νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ.
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ ἑρμηνεία, ἣν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δίδει εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἶναι ἑρμηνεία πλησιάζουσα μᾶλλον εἰς τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, ἢ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου. Ἐὰν πράγματι ὁ Κανονισμὸς ἀπαγορεύῃ ῥητῶς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου πρὸ τῆς τυπώσεως καὶ διανομῆς αὐτοῦ, δὲν ἕπεται, ὅτι ἐπιτρέπει αὐτὴν ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις. Εἴτε ὑπάρχει εἴτε δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἂν τὴν ἀπαγορεύῃ ὁ Κανονισμός, τὴν ἀπαγορεύει ἀπολύτως. Ἄν ἡ ἀντίῤῥησις ἐξασκῇ ἐπήρειάν τινα ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, τότε ἀποβαίνει ζήτημα ἀμφισβητήσεως, ὅπερ πρέπει νὰ λύσῃ αὐτὴ ἡ Βουλή, ἥτις δικαιοῦται ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ τῆς ἀμφισβητήσεως, διότι ἄλλως ἠθέλομεν ἐξαρτήσει τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀντιῤῥήσεως καὶ ἑνὸς μόνου Βουλευτοῦ. Ὥστε ἡ δοθεῖσα ἑρμηνεία, καὶ ἂν ἐδόθη διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἐπιτρέπει βεβαίως διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία δύναται νὰ διαφέρῃ ἴσως τοῦ ἀκριβοῦς γράμματος τοῦ ἄρθρου 34, ἀλλ’ ὡς εἶπον, πάντοτε ἴσχυσεν αὕτη. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἐπιμένομεν εἰς τὴν τοιάνδε ἢ τοιάνδε λύσιν τοῦ σήμερον συζητουμένου ζητήματος. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὴν ἑρμηνείαν, ἣν πρὸ ὀλίγου ἀνέφερον, δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν κατὰ πρῶτον σήμερον, ἀλλ’ εἶναι ἑρμηνεία, ἡ ὁποία πάντοτε ἐφηρμόσθη. Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἠδύνατο ποτὲ Βουλὴ νὰ θεσπίσῃ, ὅτι ἀπαγορεύει εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐν περιπτώσει ἐπειγούσης ἀνάγκης καὶ κινδύνου ἴσως τοῦ Κράτους ἐπιτρέπῃ τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν συζήτησιν νομοσχεδίου τινὸς καὶ πρὶν ἐκτελεσθῶσιν ὅλαι αἱ διατυπώσεις τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, ψηφίζουσα τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς, ἤθελε δεσμεύσει τὰς χεῖρας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τοιοῦτον βαθμόν.
§24ΡΑΛΛΗΣ. Μόνον μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ὅτι μὲ τὰς θεωρίας του δύναται νὰ καταργήσῃ καὶ τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις ψήφισιν τῶν νόμων, διότι δὲν ὑπάρχει Βουλή, ἡ ὁποία ἐν περιπτώσει κατεπειγούσῃ ἤθελεν ὑπαχθῇ εἰς τὴν διάταξιν, ὅτι εἰς τρεῖς συνεδριάσεις πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν ἔχητε ῥητὸν γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, μὴ τὸ παραβαίνετε, καὶ μὴ πέρνετε, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, τόσον εὔκολα κατήφορον, διότι θὰ μετανοήσητε αὔριον.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα.
§26ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶναι λίαν κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον, δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν τὴν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ψήφισιν αὐτοῦ διὰ τὴν αὔριον, χωρὶς νὰ ὑποβάλητε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τὸ ὑποβάλητε, διὰ νὰ δείξητε, ὅτι δὲν ἔχομεν κἀνὲν σέβας πρὸς τὸν Κανονισμόν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πᾶσαν διαφωνίαν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ Βουλευτοῦ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Οὐδεὶς, φρονῶ, δύναται νὰ κανονίζῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν γνώμην του.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ εἴδομεν μέχρι τοῦδε. Μετὰ θλίψεως βεβαίως ὑπήχθητε εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου. Εἶναι ἐλεύθερος ἕκαστος νὰ τὴν ἐκτιμᾷ ὅπως θέλει.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς ὅμως δὲν εἶσθε ἐλεύθερος· πρέπει νὰ τηρῆτε τὸν Κανονισμόν.
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιμένομεν, κύριε Πρόεδρε.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 116).
§34ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπὶ τῆς ταχυτέρας δημοσιεύσεως τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔκθεσιν αὐτῆς.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 117).
§36ΣΧΙΝΑΣ. Ὅτε, Κύριοι, κατελίπομεν τὴν ἐπαρχίαν ἡμῶν, οἱ ἐκλογεῖς τρεῖς μόνον εὐχὰς ἐξέφρασαν πρὸς ἡμᾶς, ἤτοι, νὰ δώσωμεν αὐτοῖς δικαιοσύνην, τῆς ὁποίας τὰ καλὰ ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην δὲν ἐδοκίμασαν, σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἔπαυσαν λειτουργοῦντα καθ’ ὅλον τὸ δεκαετὲς τοῦτο διάστημα εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον τὰ γράμματα ἐκαλλιεργήθησαν πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἔδωκαν τοὺς μεγαλειτέρους διδασκάλους τοῦ ἔθνους, καὶ τρίτον συγκοινωνίαν. Ζωηραὶ ἀντηχοῦσιν εἰς τὰ ὦτά μου αἱ περὶ τῆς συγκοινωνίας λέξεις. Διότι ἡ ὡραία χώρα τοῦ Πηλίου, ὡς πρὸς τὴν συγκοινωνίαν, εὑρίσκεται δυστυχῶς εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, εἰς ἣν ὁ πλάστης τὴν ἔπλασε. Περὶ ὁδοποιίας ἐλήφθη φροντὶς εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ 1867, βλέπων ὅτι τὰ παρεχόμενα ὑπὸ τῶν προϋπολογισμῶν μικρὰ ποσὰ δὲν ἀνταπεκρίνοντο εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς συγκοινωνίας, ὑπέβαλε νόμον εἰς τὴν Βουλήν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἓν τῶν ὡραίων κοινοβουλευτικῶν τέκνων τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, τὸν ὑπὸ στοιχ. ΣΚϚʹ νόμον περὶ ὁδοποιίας καὶ περὶ συστάσεως ἰδιαιτέρου ταμείου ὁδοποιίας. Ὁ νόμος οὗτος, Κύριοι, φέρει δύο θεμελιώδεις διατάξεις. Ἡ πρώτη θεμελιώδης διάταξις ἦτο, ὅτι συνιστᾶτο ἰδιαίτερον ταμεῖον ὁδοποιίας, καὶ ἑτέρα θεμελιώδης διάταξις, ἡ ἐν τῷ 8ῳ ἄρθρῳ, ὅτι τοὺς ἀπολογισμοὺς κλπ. ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ τὸν νόμον τοῦτον (ἐπιτρέψατέ μοι τὴν παρέκβασιν ταύτην, ἵνα γείνω καταληπτὸς εἰς τὰ μετέπειτα πρὸς τοὺς συναδέλφους καὶ τοὺς ἀκροατὰς ὅλους,) ἐδημοσιεύθησαν νόμοι τινὲς, διὰ τῶν ὁποίων αἱ εἰσπράξεις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας ηὐξήθησαν, ὅπως τὸ ταχύτερον συντελεσθῇ ἡ ὁδοποιία. Τέλος δὲ διὰ μιᾶς παραγράφου ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ καὶ δάνειον 20,000,000, πρὸς ταχυτέραν ἔτι ἀποπεράτωσιν τοῦ δι’ ἁμαξιτῶν συμπλέγματος. Ἐν τοσούτῳ κατὰ τὸ 1887 ἐψηφίζετο νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνετρέποντο δύο τῶν κυριωτέρων θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, ἤτοι ἡ σύστασις τοῦ ἰδιαιτέρου ταμείου τῆς ὁδοποιίας κατηργεῖτο κρύφα, καὶ τὸ ἰδιαίτερον τοῦτο ταμεῖον ἐῤῥίπτετο εἰς τὸ γενικὸν ταμεῖον τοῦ Κράτους, ἐξαφανιζομένης τῆς περιουσίας αὐτοῦ· δι’ ἑτέρας δὲ διατάξεως ἐπετρέπετο εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ συνομολογῇ δάνεια κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ, ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας καὶ διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ κυριωτέρα τροποποίησις τῶν ἀρχικῶν διατάξεων εἶναι, ὅτι οἱ ἀπολογισμοὶ κτλ. δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει πρὸς τούτοις διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις, κατὰ μὲν τὸν ἀρχικὸν νόμον ΣΚϚʹ, ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν, κατὰ δὲ τὸν τελευταῖον, ἐντὸς τοῦ πρώτου ἑξαμήνου, νὰ συντάσσωνται οἱ ἀπολογισμοὶ τῆς ὁδοποιίας καὶ νὰ δημοσιεύωνται, διάταξις ἀναγραφεῖσα ὡραιότατα εἰς τὸν δεύτερον νόμον, οὐδέποτε δὲ δυστυχῶς ἐφαρμοσθεῖσα, διότι δυστυχῶς τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἀφέθη εἰς τὴν τύχην του, καὶ οὐδεὶς φροντίζει διὰ τὸ σπουδαῖον αὐτὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θέλετε ἴδει, ὅτι ἐγκλείει ἑκατομμύρια, ὄχι 5, ὄχι 10, ὄχι 20, ὄχι 30, ὄχι 40, ἀλλὰ πολὺ περισσότερα καὶ ἴσως διπλάσια. Κατὰ τὸν νόμον, Κύριοι, τοῦ 1887 ὑποχρεοῦται ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ὁδοποιίας νὰ συντάσσῃ ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς ὁδοποιίας τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Ἡ διάταξις αὕτη, καίτοι ψηφισθεῖσα τὸ 1887, δυστυχῶς οὐδ’ ἀπὸ τοῦ πρώτου ἐφηρμόσθη ἔτους, ἅπαντες δ’ οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς ὁδοποιίας ἐκυρώθησαν ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου καὶ ἔπειτα, οὐχὶ δὲ, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου. Τούτου δ’ ἕνεκα καὶ σήμερον δὲν εὑρίσκεται εἰς χεῖρας ἡμῶν ἢ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ὁδοποιίας τοῦ 1890. Ἐπ’ αὐτοῦ, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μικρὸν, διὰ νὰ σᾶς ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ἐπὶ μερικῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς προξενήσωσιν ἔκπληξιν ἀληθῆ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον τοῦ 1890 ἀναγράφεται ποσὸν ἐν ὅλῳ δαπάνης 9,017,184. Ἐκ τούτου τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι διατεθειμένα συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΣΚϚʹ νόμου τοῦ 1867, εἶναι τὰ ἀκόλουθα, ἤτοι τὰ ἀναφερόμενα ἀπὸ τοῦ κεφαλαίου Ϛʹ ἕως τοῦ ΙΓʹ, ἐξαιρέσει τοῦ κεφαλαίου ΙΑʹ, ἅτινα ἐπιπροστιθέμενα ἀπαρτίζουσι τὸ ποσὸν 5,550,960. Ἑπομένως μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὅλου ποσοῦ ἀπομένει ποσὸν 3,466,224. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου (καθόσον διὰ μιᾶς λαθροχειρίας παρανόμως ἀνεγράφη ποσὸν εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας) πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν — καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω ἔπειτα διατί — τῶν δραχμῶν 2,167,000. Ἑπομένως μένει δαπάνη ἐπιστασίας, συντηρήσεως κτλ. 1,299,224. Ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο διαιρέσητε διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δαπανῶμεν εἰς ἔργα, ἀφοῦ πολλαπλασιάσητε ἐπὶ 100, θέλετε εὕρει, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 23,40% —ἅπαντα τὰ δημόσια ἔργα.
§37ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί συζητοῦμεν; ἁπλῆν ἐπερώτησιν;
§38ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Δαγρὲ, οἱ Βουλευταὶ κανονίζουσιν ὅπως θέλουν τὴν συζήτησιν. Ἔχετε τὴν κακὴν ἕξιν νὰ διακόπτητε. Ἡμεῖς εὐχαριστούμεθα ν’ ἀκούωμεν τὸν ἀγορεύοντα. Ἐάν τις δὲν εὐχαριστῆται, δύναται νὰ ἀπέλθῃ.
§39ΔΑΓΡΕΣ. Ἠρώτησα ἁπλῶς, τί εἶναι; ἐπερώτησις ἢ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ὁδοποιίας;
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι θὰ καταλήξῃ ὁ κύριος Βουλευτὴς εἰς ἐπερώτησιν. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν ποῦ θὰ φθάσῃ.
§41ΣΧΙΝΑΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Δαγρὲν, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ ἐκτείνω δι’ ἑνὸς προοιμίου, ἴσως σχοινοτενοῦς, τὴν ἐπερώτησίν μου, καθόσον πρόκειται, κύριε Δαγρὲ, οὐχὶ περὶ παρωνυχίδος, ἀλλὰ περὶ ὀκτὼ ὅλων δεκάδων ἑκατομμυρίων· ὅταν δὲ πρόκηται περὶ δεκάδων ἑκατομμυρίων, παρὰ νὰ συζητῶμεν περὶ τοῦ Α, ἢ τοῦ Β, ἢ τοῦ Γ, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν κεφαλαίων ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑμεῖς πολλάκις συνηγορήσατε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, τῶν κεφαλαίων τῆς ὁδοποιίας. Δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ τὰ ἀκούσητε; Δὲν ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλή; Οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ καταθέσω μίαν ἁπλῆν ἐπερώτησιν.
§42ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δὲν ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλή; Ἐξακολουθήσατε, κύριε Σχινᾶ. Οὐδεὶς δύναται νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τοῦ ὁμιλεῖν εἰς τὸν ἀγορεύοντα.
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε συνάδελφε.
§44ΣΧΙΝΑΣ. Μέχρι τοῦ ἔτους 1877 τὰ δημόσια ἔργα διηυθύνοντο ὑφ’ ἑνὸς κύκλου στρατιωτικῶν μηχανικῶν. Ἀπὸ τοῦ 1878, εὐτυχῶς διὰ τὸ σῶμα τῶν στρατιωτικῶν μηχανικῶν, τὰ ἔργα καθωρίσθησαν, καὶ ἐτάχθημεν ὅλως κεχωρισμένως ἀλλήλων· οἱ μὲν παρεμείναμεν εἰς τὰ ἔργα τὰ στρατιωτικὰ, οἱ δὲ ἐτάχθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς δύο ὡρισμένας ἐποχὰς, τὴν μεμακρυσμένην τοῦ 1876, καὶ τὴν χθεσινὴν τοῦ 1890, θέλετε ἴδει, ὅτι βαίνομεν εἰς τὸ βάραθρον, ὅτι καταστρέφομεν τὸ ἱερὸν χρῆμα τῆς ὁδοποιΐας, δαπανῶντες αὐτὸ τῇδε κἀκεῖσε, θέλετε ἴδει, διατὶ δὲν ἔχομεν δρόμους, διατὶ δὲν ἔχομεν συγκοινωνίαν, διατὶ πνίγεται ὁ συμπολίτης σας, διατὶ διαβαίνετε τοὺς ποταμοὺς μὲ σχοινία καὶ καλάθια· διὰ τοῦτο θέλετε ἀκούσει τὸν χωρικὸν φωνάζοντα πρὸς ὑμᾶς: διατὶ μὲ ἀφίνετε νὰ πνίγωμαι; Εἶχον τὴν εὐτυχίαν ἢ τὴν δυστυχίαν νὰ ὑποστῶ ἅπαντα τὰ μαρτύρια ταῦτα τῆς συγκοινωνίας, καὶ ἀναλογιζόμενος τί ὑποφέρουσιν οἱ χωρικοί, ἔσπευσα νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως περισώσω, ἔστω καὶ τὸ ἐναπομεῖναν μικρὸν ποσὸν τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιΐας. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876, ὡς καὶ τὰς δαπάνας, αἵτινες ἀναγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890, καθὼς καὶ τὰς δαπάνας τὰς ἀναγραφομένας παρανόμως, ἐναντίον τῶν νόμων ὅλων τῶν ψηφισθέντων τῆς ὁδοποιΐας. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ὁδοποιΐας ἀφῃρέθησαν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους αἱ δαπάναι τοῦ προσωπικοῦ,—διότι ὁ νόμος ἐπέτρεπε μόνον ἐπιστασίας καὶ οὐδὲν πλέον,—καὶ περιέλαβον τὰς μισθοδοσίας τῶν μηχανικῶν καὶ τῶν ἀκολούθων αὐτοῖς, τοὺς ὁποίους συνήθροισαν πανταχόθεν, διὰ νὰ δείξωσιν, ὅτι μετὰ 50 ἔτη ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ χαράξῃ καὶ κατασκευάσῃ ἔστω καὶ μίαν ὁδὸν διὰ τῶν ἰδίων της τέκνων, καὶ ἐπεβάρυναν τὸ δυστυχὲς ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον οὕτως ἐκμυζάνεται,—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις,— χωρὶς οὐδεὶς νὰ τὸ πάρῃ χαμπάρι, ὡς λέγουσι συνήθως. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876 ἐπληρόνοντο διὰ μισθοδοσίας προσωπικοῦ Διευθύνσεως δρ. 22,920, δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας δρ. 8,050, διὰ μισθοδοσίαν προσωπικοῦ 37,980, καὶ ἂν θέλετε νὰ περιλάβωμεν καὶ ὅλον τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξετέλει καὶ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἔχομεν δαπάνην 93,000, ἤτοι τὸ ὅλον, τὸ ὁποῖον ἐδαπανᾶτο διά τε τὰ δημόσια ἔργα καὶ διὰ τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ ὁλόκληρον, ἀνέρχεται εἰς 161,950 δραχμὰς, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 τί ἔχομεν; Αἱ δαπάναι αἱ ἀναγραφόμεναι τοῦ προσωπικοῦ τῆς Διευθύνσεως, ἀπὸ 22,920 ἐγένοντο 78,600, ἔξοδα ὑπηρεσίας 20 χιλιάδες, τὸ προσωπικὸν τῶν μηχανικῶν καὶ ἀρχιτεκτόνων ἀπὸ 37 χιλιάδας ἀνεβιβάσθη εἰς 151,200, καὶ τὸ ὅλον εἰς 249,800. Εἰς ταῦτα πρέπει νὰ προσθέσητε ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἀναγράψει εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ὁδοποιΐας διὰ μισθοδοσίαν καὶ λοιπὰ ἔξοδα τῶν κυρίων μηχανικῶν, τοὺς ὁποίους συνήθροισαν ἐκ περάτων τοῦ κόσμου καὶ τοῖς ἔδωσαν τοὺς παμμεγίστους ἐκείνους μισθοὺς, ἀνερχομένους ἐτησίως εἰς τὸ ποσὸν 1,385,234 δραχμῶν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων.
§45Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μήπως ὑπάρχει λάθος τι τυπογραφικόν;
§46ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι· ἐγγυῶμαι περὶ τῆς ἀκριβείας ἁπάντων τούτων. Εἰς ταύτας θὰ προσθέσητε καὶ ἄλλας 14,400 δραχμὰς, πληρονομένας κατὰ τὸ κεφ. 8 ἄρθρ. 12 τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ οὕτως ἀνέρχεται τὸ ὅλον τῆς ἐτησίας δαπάνης διὰ τοὺς μηχανικούς, ἤτοι διὰ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, εἰς 1,649,434 δραχμὰς, ἀπέναντι τῶν 161,950, αἵτινες ἐδαπανῶντο πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ἤτοι τὸ 1876.
§47Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς ἠρώτησα, μήπως ὑπάρχει λάθος, διότι μὲ ἐξέπληξεν ὁ ἀριθμὸς, καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ δικασταὶ πεινῶσι.
§48ΣΧΙΝΑΣ. Δι’ αὐτὸ θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ μοὶ παράσχητε μικρὰν ἐπιείκειαν καὶ ὑπομονὴν, ἵνα μάθητε πράγματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἦτο ἀδύνατον νὰ μάθητε, καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν περιμένετε ν’ ἀκούσητε. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω, τί ἐδαπανῶντο εἰς μισθοδοσίας, καὶ τί δαπανῶνται, διότι βεβαίως τὰ ἔργα ηὐξήθησαν· ἀλλὰ διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, τίνα ἔργα ἐξετελέσθησαν κατὰ τὸ 1876, καὶ τίνα ἔργα ἐψηφίσθησαν ἢ προϋπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1890. Τοῦτο θὰ σᾶς τὸ δώσω διὰ πραγμάτων, δι’ ἄρθρων τῶν προϋπολογισμῶν. Ἐὰν ἀναδιφήσητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1876, θὰ ἴδητε, ὅτι εἰς τὸ κεφάλ. 9 ἄρθρ. 4–8 καὶ 10–13 ἔχουσιν ἀναγράψει δι’ ἔργα δαπάνην 477,880 δραχμῶν, εἰς δὲ τὴν σελίδα 11 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ὁδοποιΐας τοῦ ἔτους 1876 ἀναγράφεται ποσὸν, δαπανώμενον εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, δρ.2,262,009, ἤτοι τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν κατὰ τὸ ἔτος 1876 εἶναι 2,739,889 δραχμαί. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1890 πόση εἶναι ἡ δαπάνη; Κατὰ μὲν τὸ κεφ. 8, ἄρθρ. 4–11 καὶ 13 τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι δαπάνη δι’ ἔργα 591,000 δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς ὁδοποιΐας τοῦ 1890, δραχ. 5,466,950, τὸ ὁποῖον, προστιθέμενον εἰς τὰ ἄλλα, μᾶς φέρει ποσὸν 6,057,950. Διὰ νὰ φθάσωμεν ἤδη εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὴν δαπάνην, ἥτις ἀπητεῖτο διὰ μισθοδοσίας μηχανικῶν, ἀφοῦ τὴν πολλαπλασιάσωμεν ἐπὶ 100, διὰ τοῦ ποσοῦ τῆς δαπάνης τῶν ἔργων, διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν ἀναλογίαν ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἐὰν ἐνεργήσητε ἁπλούστατα ἀριθμητικὰς πράξεις, ἤτοι κάμητε τὴν ἀναλογίαν ἐπὶ τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἐγίνετο κατὰ τὸ 1876, πολλαπλασιαζομένης ἐπὶ 100, διὰ τοῦ δαπανηθέντος ποσοῦ, ἔχετε ὅτι ἡ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν δαπάνη εἶναι δραχ. 5,91. Κατάδηλον, Κύριοι, βεβαίως εἶναι, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ κυκλοφορία ἑνὸς καταστήματος ἢ τὰ ἔργα αὐξάνουσιν, ἡ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν δαπάνη δὲν συναυξάνει, πρέπει φυσικῶς καὶ λίαν λογικῶς νὰ μειωθῇ. Ἀλλ’ εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα θὰ φθάσητε, ἐὰν διαιρέσητε τὸ ποσὸν τοῦ 1,565,424, πολλαπλασιαζόμενον ἐπὶ 100, διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήσαμεν, τῶν 6,141,960; Ἔχετε ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν δαπάνην 25,48. Ἑπομένως, ἀντὶ νὰ ἔχητε ὀλιγωτέραν τοῦ 5,91 ἔχετε 25,48. Οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους δίδω πρὸς ὑμᾶς, εἶναι ἀριθμοὶ ἀκριβεῖς, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἂς ἐπιτρέψῃ νὰ τυπωθῶσιν αἱ καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ἐνταῦθα.
§49Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ τυπωθῶσι, κύριε Πρόεδρε.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῶσι;
§51ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 118).
§53ΣΧΙΝΑΣ. Ποῖον τὸ προσωπικὸν κατὰ τὸ 1876 καὶ ποῖον κατὰ τὸ 1890; Εὐτυχῶς περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου (διότι συλλέγω φυλλάδια) φυλλάδιόν τι, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχον οἱ σχετικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐξεφύτρωναν ὡς ἀμανῖται καὶ προσέθετον 5 ἐδῶ, 5 ἐκεῖ, μισθοδοτουμένους διὰ τῶν ἁδροτέρων μισθῶν. Ἔχω πίνακα τῶν ψηφισθέντων διαφόρων νόμων περὶ τοῦ σώματος τῶν πολιτικῶν λεγομένων μηχανικῶν. Μὴ ἐκπλήττεσθε! 64 εἴμεθα εἰς τὸ 1876, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν πολιτικῶν ἀρχιτεκτόνων· προστιθεμένων δὲ εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον καὶ 35 ὑπαξιωματικῶν, ἀνηρχόμεθα ἐν ὅλῳ εἰς 99. Σήμερον τὸ προσωπικὸν αὐτὸ ἀνέρχεται εἰς 307, ἐξαιρέσει τῶν 40 ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν καὶ τῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Κατὰ τὸ 1883 ἐξεδόθη Β. Διάταγμα περὶ τῶν κατασκευαστέων ὁδῶν, περιέχον 76 ὁδοὺς, αἵτινες κατὰ προτίμησιν ἦσαν κατασκευαστέαι· ἀλλ’ ἡ τότε Κυβέρνησις, θεωροῦσα ὅτι ὁ κατάλογος τῶν ὁδῶν τούτων δὲν ἦτο ἐπαρκὴς, ἢ ὅτι δὲν ἦτο πλήρης, συνέστησε διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὸ 1886 ἐπιτροπὴν ἐκ στρατιωτικῶν μηχανικῶν, συγκειμένην ἐκ τῶν κυρίων συνταγματάρχου Κολοκοτρώνη, ἀντισυνταγματάρχου Ἰσχομάχου, ταγματαρχῶν Τσαμαδοῦ, Παπάγου, Λυκούδη καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ λοχαγοῦ Κωνσταντινίδου. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἰργάσθη καὶ ἐμελέτησεν ἐπισταμένως τὰ διάφορα ζητήματα, καὶ ἐξέφερε τὴν γνώμην αὑτῆς ἐν ἐκθέσει, ὑπογεγραμμένῃ ὑφ’ ὅλων τῶν μελῶν αὐτῆς, ἣν καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον τὴν 28 Ἰουλίου 1886. Τὰς κατασκευαστέας ὁδοὺς ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἔταξεν εἰς δύο κατηγορίας, τὴν κατηγορίαν τῆς συγκοινωνίας ὑπὸ ἐμπορικὴν καὶ κοινωνικὴν ἔποψιν, καὶ τὴν κατηγορίαν τὴν στρατιωτικήν. Διότι πάντα τὰ ἔθνη σήμερον οὐδὲν ἕτερον ἐπιζητοῦσιν ἢ πῶς νὰ φέρωσι πρὸς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν ταχύτερον στρατεύματα. Τὰ ἄλλα ἔθνη ζητοῦσι τοῦτο διὰ τῶν σιδηροδρόμων, ἡ δὲ Ἑλλὰς ζητεῖ νὰ τὸ πράξῃ διὰ τῶν ἁμαξιτῶν. Ἐν τοσούτῳ καὶ αὐτὸ τὸ πρωτόκολλον ἐκοιμήθη. Ὁ νόμος τοῦ 1887 ἔθεσεν ὡραίας διατάξεις, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἐπροτίμων τὸν κακὸν νόμον τοῦ 1867, καλῶς ἐφαρμοζόμενον, παρὰ διατάξεις τινάς, δι’ ὧν ἀντικατέστησαν τὰς τοῦ 1867 καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐῤῥίφθη τὸ μέλι μετὰ τοῦ δηλητηρίου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Κατ’ ἔτος συντάσσεται, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1887, ὡς γνωρίζετε, ὁ προϋπολογισμός, διὰ τοῦ ὁποίου διατίθενται τὰ κεφάλαια τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου ἐνεργοῦνται αἱ διάφοροι πληρωμαὶ καθόσον εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5, ἔχουσα οὕτω (ἀναγινώσκει): «Πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ὁδοποιΐας χορηγοῦνται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τοὺς ὅρους τοῦ ἀνωτέρω δευτέρου ἄρθρου.» Ἑπομένως, ὅπως λειτουργεῖ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, οὕτω πρέπει νὰ λειτουργῇ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐγκρίνεται παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν δὲ ἦναι ἐννέα ἑκατομμυρίων, δὲν βλάπτει. Ἄλλοτε ἦτο τόσος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω, κατὰ πόσον αἱ διατάξεις, αἱ ἀποβλέπουσαι τὴν αὔξησιν τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὴν ἐξ ἴσου διανομὴν τῶν ἔργων, ἐφηρμόσθησαν εἰς τοὺς διαφόρους νομούς, καὶ κατὰ πόσον ἐπίσης ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου τοῦ 1887 ἐτηρήθη. Δὲν θέλω ν’ ἀπομακρυνθῶ. Μεταβαίνω εἰς τὴν Εὔβοιαν. Ἔχω ἐδῶ πίνακα τῶν δοθεισῶν πιστώσεων κατὰ τὰ ἔτη 1888, 1889 καὶ 1890. Εἰς τὰ 1888 ἐδόθη πίστωσις διὰ τὸν νομὸν Εὐβοίας 200,000 δραχμῶν. Τί ἔργον ἐξετελέσθη; Ἐξετελέσθησαν καὶ ἐπληρώθησαν καὶ ἐνετάλησαν πληρωμαὶ ἐφ’ ἑνὸς τμήματος τῆς ὁδοῦ Χαλκίδος–Ξηροχωρίου, ἀριθ. 5, δρ. 404,520, διὰ τοῦ ἀριθ. 6 δρ. 1,104,300, διὰ τοῦ ἀριθ. 7 δρ. 656,077.
§54ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τί εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ 5, 6, 7;
§55ΣΧΙΝΑΣ. Εἶναι οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὴν σελίδα 135 τοῦ παραρτήματος τῆς συλλογῆς νόμων τοῦ κ. Νικολάου Κίτσου. Ἑπομένως ἀπέναντι τῆς πιστώσεως τῶν 200,000 δραχμῶν ἐπληρώθησαν 2,164,897 δραχμαί.
§56ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μήπως ἔχετε λάθος;
§57ΣΧΙΝΑΣ. Ἔχω ἐνταῦθα περὶ ὅλων τούτων τοὺς πίνακας.
§58ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Καὶ σιδηρόδρομος ἐὰν ἐγίνετο, δὲν ἤθελε κοστίσει τόσον. Πόσων χιλιομέτρων εἶναι ἡ ὁδός;
§59ΣΧΙΝΑΣ. 78,879 μέτρων. Θὰ ἔλθωμεν ἄλλοτε εἰς τὰς λεπτομερείας. Σήμερον παρουσιάζω εἰς ὑμᾶς τὰ γενικὰ μόνον. Θὰ εἰσέλθω ἄλλοτε εἰς τὰς λεπτομερείας, διὰ νὰ ἴδητε, πῶς ἐδαπανᾶτο τὸ χρῆμα τοῦ λαοῦ, τὸ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, τῇδε κακεῖσε.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Πόθεν ἐλήφθησαν αὐτὰ τὰ χρήματα;
§61ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ τὸ ἴδητε.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τὰ καταγράφει εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλ’ ὑπῆρχε τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐκεῖθεν καταβάλλονται.
§63ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ράλλης ἔφερε τὸν λόγον περὶ δανείου, δίδω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 20,000,000 τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1887, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν τόκων, τὸ ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς δρ. 19,065,846 καὶ 20/00, ἐπληρώθησαν δὲ μετὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1887 δραχ., 1,208,701, καὶ ἔμεινεν ὀφειλὴ τὴν 30 Ἰουνίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους 17,857,145, ἑπομένως εἰς τὰ 1888 ἦτο ἐξηντλημένον τὸ δάνειον, ἐλήφθησαν δὲ ἐκ τῶν ἄλλων κεφαλαίων, ἤτοι παρεβιάσθη ἡ διάταξις τοῦ 5ου ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ 1887. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἕως ἐδῶ περιωρίσθησαν; Ἔχομεν τὴν ὁδὸν Ἀλιβερίου–Κύμης, εἰς τὴν ὁποίαν, ἐπὶ μήκους 26 χιλιομέτρων, ἐδαπανήθησαν 940,434 δραχμαί. Περαίνων τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ περὶ ἑνὸς ἄλλου ἀντικειμένου, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι ὁ νέος ὑμῶν συνάδελφος ἀπὸ τοῦ 1879 εἶχε προΐδει τὸ βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔβαινε γοργῷ τῷ βήματι τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ διεκήρυττον, ἀλλ’ ἤμην λοχαγὸς ἀκόμη, καὶ δὲν εἰσηκουόμην. Ἔγραφον, ἀλλ’ ἔγραφον ἀνυπογράφως, διότι δὲν ἐπετρέπετο. Καὶ τὰ τότε γραφέντα θὰ παραδώσω εἰς ὑμᾶς, καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἀντικειμένων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελέσωσιν, οὕτως εἰπεῖν, ἕνα φαεινὸν ἀστέρα, ὑπὸ τὴν λάμψιν τοῦ ὁποίου θὰ ἐξετάσωμεν τὴν διαχείρισιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἂς ἐγκαταλείψωμεν τὴν Εὔβοιαν καὶ ἂς μεταβῶμεν εἰς ἄλλους νομούς. Κατεσκευάσθη ἡ ὁδὸς Ναυπάκτου–Ἀγρινίου. Τί νομίζετε ὅτι ἐδαπανήθη εἰς αὐτὴν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1883, ὅτε ἤρξατο ἡ κατασκευή της, μέχρι τοῦ 1888;—δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν ἀπεπερατώθη ἔτι.
§64ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κἂν ὁδός.
§65ΣΧΙΝΑΣ. Ἐδαπανήθησαν 1,000,373 δραχμαί, εἶναι δὲ 36 χιλιομέτρων καὶ 443 μέτρων μήκους.
§66ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσον ὑπολογίζετε τὸ χιλιόμετρον;
§67ΣΧΙΝΑΣ. Κατὰ τὴν ὁδόν· ἀλλὰ συνήθως 20 δραχμὰς περίπου κατὰ μέτρον. Θὰ ἴδητε ἐκ τῶν δημοσιευθέντων παρ’ ἐμοῦ κατὰ τὸ 1889, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγω σήμερον, εἶχον προΐδει τότε· θὰ ἴδητε πόσα ἐδαπανῶντο τότε, καὶ πόσα δαπανῶνται ἤδη, ὅτε ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν στρατιωτικῶν ἀνηρπάγησαν αἱ ὁδοί. Εἰς τὰ 1883 ἔχομεν τὴν ὁδὸν Βιτρινίτσης–Λιδωρικίου, μήκους 14,596 μέτρων, δι’ ἣν ἐδαπανήθησαν 216,420 δραχμαί, καὶ τίνες δι’ αὐτῆς βαίνουσιν; Ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν, τραγιά!
§68ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ αὐτὰ πηγαίνουν ἀπὸ ἄλλον δρόμον, συντομώτερον.
§69ΣΧΙΝΑΣ. Ἀλλ’ εἰς τὴν δυστυχῆ Θεσσαλίαν, ἥτις εὑρίσκεται εἰς τὴν παραμεθόριον γραμμὴν, περὶ τῶν ἔργων τῆς ὁποίας ἀπεφάνθη ἐπιτροπὴ διὰ σχοινοτενοῦς ἐκθέσεως, ἐν ὅλῳ προϋπελογίσθησαν δραχμαὶ 678,950...
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ σιδηρόδρομοι;
§71ΣΧΙΝΑΣ. Περιμείνατε. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς προσθέσω, ὅτι ἡ ὁδὸς Τυρνάβου–Λαρίσσης, μία τῶν κυριωτέρων ἀρτηριῶν τῆς Λαρίσσης πρὸς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, ἔχει μείνει ἐν τῇ αὐτῇ καταστάσει ἀπὸ τοῦ 1885, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξετοξεύθησαν κατ’ ἐμοῦ λόγοι πικροί, διότι, ἐκ καθήκοντος στρατιωτικοῦ, ἐφρόντισα διὰ σημειώσεως πρὸς τὸν μακαρίτην Παπαμιχαλόπουλον, Ὑπουργὸν ὄντα τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ζητηθῇ παρὰ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ κατασκευὴ τοὐλάχιστον ξυλίνων γεφυρῶν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἵνα μὴ διακοπῇ ἡ συγκοινωνία. Ἀλλὰ τί συνέβη; παρασυρθείσης τῆς λιθίνης γεφύρας τοῦ ποταμοῦ Τιταρησίου (Ξεριᾶ,) τοῦ πρὸ τοῦ Τυρνάβου ῥέοντος, κατεσκευάσθη τὸ 1888 ξυλίνη. Ἡ γέφυρα αὕτη κατέῤῥευσεν ἤδη, καὶ οὐδεμία μέριμνα ἐλήφθη περὶ ἐπισκευῆς αὐτῆς, τοὐλάχιστον προσωρινῶς. Ἂν δ’ αὔριον συμβῇ ταραχή τις, ὁ στρατὸς τῆς μεθορίου γραμμῆς εἶναι κεχωρισμένος ἀφ’ ἡμῶν, εἶναι αἰχμάλωτος. Προβαίνω βήματι ταχεῖ, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω. Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι, ὅταν ἔχητε χρήματα εἰς τὸ χρηματοφυλάκιόν σας, οὐδέποτε θὰ δανεισθῆτε, οὐδέποτε θὰ πληρώσητε τόκους· δανείζεται ὁ μὴ ἔχων. Καὶ ἐν τοσούτῳ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς — προσέξατε, Κύριοι, παρακαλῶ, εἰς τὸ κεφάλαιον Δʹ καὶ ἄρθρον 1ον δὶς, — ἄνευ βασιλικοῦ διατάγματος, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐντολῆς, ἀνέγραψε δαπάνην μικρὰν 2,167,000 δραχμῶν. Τὸ ἄνω ἄρθρον περιέχει τρία ποσά. Τὸ πρῶτον εἶναι τόκος τοῦ δανείου τῶν 20,000,000 δραχμῶν, ἤτοι ποσὸν 967,000. Τοῦ δανείου αὐτοῦ τῶν 20,000,000 οὐδ’ οἱ τόκοι δὲν ἐπιβαρύνουσι τὰ κεφάλαια τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα δυνάμει τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ ΣΚϚʹ νόμου ἔχουσιν ὡρισμένην χρῆσιν, ἑπομένως δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ ταμεῖον αὐτὸ διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου. Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶ πρὸς στιγμήν, ὅτι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶχον. Ἐρωτῶ, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγράψωσι τὸ ποσὸν τῶν 967,000 δραχμῶν; Ὄχι! Διότι, ὅταν χρεωστῶ, πληρόνω μόνον τοὺς τῆς ὀφειλῆς τόκους. Ὅταν, Κύριοι, τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας τῶν 20,000,000 κατὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου τοῦ 1890 ἀνήρχετο εἰς 2,111,545 δραχμὰς, πρὸς 5½%, δὲν πιστεύω, ἐκτὸς ἐὰν ἔχασα τοὺς ὑπολογισμούς μου, ὅτι ἀπαιτεῖ τόκον 967,000, ἀλλὰ μόνον 110,000, ὡς ἔγγιστα.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγένετο συζήτησις μακρὰ πέρυσιν. Ὁλοκλήρου τοῦ δανείου τοὺς τόκους τοὺς περιέλαβεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸν λογαριασμὸν τῆς ὁδοποιΐας, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι χάριν τῆς ὁδοποιΐας ἐγένετο τὸ δάνειον, καὶ πρέπει τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας νὰ πληρόνῃ.
§73ΣΧΙΝΑΣ. Πολὺ καλά· ἀλλὰ δίδω μίαν πληροφορίαν συμπληρωτικήν. Κατὰ τὰ ἔτη 1888 καὶ 1889 δὲν ἀνεγράφη ποσὸν πρὸς πληρωμὴν τόκων ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῆς ὁδοποιΐας, ἀνεγράφη εἰς τὸν προϋπολυγισμὸν τοῦ 1890, καὶ ἑπομένως φυσικῶς ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν οἱ τόκοι τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπελείπετο εἰς τὴν Τράπεζαν, καθόσον ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 20 ἑκατομμυρίων, συνομολογηθέντος πρὸς πληρωμὴν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας, κατεβλήθησαν ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ εἰδικῶς ψηφισθέντος νόμου περὶ πληρωμῆς τῶν τόκων, πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ δανείου αὐτοῦ, ἤτοι φορολογία ἀνερχομένη εἰς τὰ 2 ἑκατομμύρια. Ἐπειδὴ δὲ τὸ δάνειον εἶναι χρεωλυτικὸν, ἐπληρόνοντο δραχμαὶ 291,964 καὶ 35)00 καθ’ ἑξαμηνίαν, ἑπομένως τὸ δάνειον κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 ἀνήρχετο εἰς δρ. 2,111,545.
§74ΠΕΡΡΟΣ. Εἶχεν ἐξοφληθῆ δηλαδὴ τὸ δάνειον τῶν 17,000,000;
§75ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα.
§76ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλεται τὸ δάνειον, ἀδιάφορον ἐὰν ἐτράπη.
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐτράπη τὸ δάνειον, ἐξοφληθὲν ἐκ πόρων ἑτέρων δανείων.
§78ΣΧΙΝΑΣ. Σήμερον ἐκ τοῦ δανείου τοῦ ψηφισθέντος τῶν 20 ἑκατομμυρίων φαίνεται εἰς τὰ βιβλία τὰ ἐπίσημα, τὰ ἐπισημότατα, καὶ τοὺς ἀπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, καὶ ἰδίως εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὅτι ἀπέμεινε τὴν 1ην Ἰανουαρίου τοῦ 1890 ποσὸν δραχ. 2,111,545, τὴν 1ην Ἰανουαρίου δὲ τοῦ 1891 ποσὸν 1,758,856 καὶ 90)00.
§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ 1891 πιστεύομεν θὰ ἐξοφληθῇ.
§80ΠΕΡΡΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν πρὸ δύο ἐτῶν διὰ δύο πόρων νὰ πληρωθοῦν 17,000,000;
§81ΣΧΙΝΑΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1887, κύριε συνάδελφε, τὸ ποσὸν ἀνήρχετο εἰς 17,857,145. Τὴν 30 Ἰουνίου ἤρχισεν ἡ χρεωλυτικὴ δόσις, ἡ ὁποία ἀνήρχετο εἰς 691,964 δρ. καὶ 35)00 καθ’ ἑξαμηνίαν, δυνάμει δὲ τῆς ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1888 συμβάσεως, ἐγένετο πάγιον τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου αὐτοῦ πρὸς 5½%, ἤτοι τὸ ὑπόλοιπον τὴν 1 Ἰανουαρίου ἦτο δραχ. 17,580,146, ἐπληρώθησαν δὲ τὸ 1889 ἀπέναντι δραχμαὶ 15,468,601.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ πόρων δανείων, ὄχι ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν χρεωλυτικῶν πληρωμῶν, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων ἐκτάκτων πόρων.
§83ΣΧΙΝΑΣ. Ἐκ τῶν ἐκτάκτων, μάλιστα. Σήμερον, ἤτοι τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1891, τὸ χρέος τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιΐας τὸ ἀπομένον εἶναι 1,758,856 δρ. καὶ 90|00.
§84ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, μέχρις οὗ κατατεθῶσι πληροφορίαι ἐπ’ αὐτῶν; Εἶναι καλὸν νὰ γνωρίζωμεν, ἐὰν αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, ἦναι ἀκριβῆ.
§85ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ δώσωσι τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ ζητήσω. Ἐγὼ καταθέτω τοιαύτας, καὶ ἂς τυπωθῶσι, διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους δίδω εἰς τοὺς συναδέλφους μου. Ἐν τέλει, Κύριοι, εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἀνεγράφη «Εἰσφορὰ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν».
§86ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐψηφίσθη αὕτη.
§87ΣΧΙΝΑΣ. Ἀνεγράφη ὅμως. Τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκεται κατὰ τύχην προσηρτημένον ἐδῶ, (ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς ὁδοποιΐας) δὲν ἠξεύρω πῶς ἔτυχε. Ὑπεβλήθη τὴν 1ην Νοεμβρίου, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς αὐτός, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἐνεκρίθη εἰς τὰς 9 Μαρτίου 1890. Ἀφοῦ δὲν ἐψηφίσθη, πῶς ἀνεγράφη; Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω, πῶς ἀναγράφεται, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις πέμπεται, συνεπείᾳ τοῦ νόμου ΣΞϚʹ ἄρθρ. 2 (ἀναγινώσκει) «ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐγκρίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ προηγουμένην ὑπὲρ αὐτοῦ γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀνακοινοῦται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ δημοσιεύεται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ δὲ ἀπολογισμὸς παραπέμπεται εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον πρὸς ἐξέλεγξιν.» Οὔτε ἀπολογισμὸς ὑπάρχει μέχρι τοῦδε, οὔτε τίποτε.
§88ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάττωμα τοῦ νόμου.
§89ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀπολογισμὸς τῆς ὁδοποιΐας;
§90ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα.
§91ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐδημοσιεύθη.
§92ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ τοῦ ἔτους 1888 εἶναι δημοσιευμένος. Ὑπολείπεται ὁ τοῦ 1889 καὶ 1890. Ὁ τοῦ ἔτους 1890 ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἐντὸς τῶν ἓξ πρώτων μηνῶν τοῦ 1890 δημοσιευμένος, καὶ μολονότι συνεπληρώθη τὸ 1890, ἀκόμη δὲν εἶδε τὸ φῶς τοῦ ἡλίου.
§93ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι δημοσιεύεται ἤδη ὁ τοῦ 1889.
§94ΣΧΙΝΑΣ. Ἀλλὰ Κύριοι, δανειζόμεθα. Διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς ἐν ἰσότητι, πρέπει τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας νὰ κάμῃ δάνειον 3,586,220 δραχμῶν, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Τὸ δάνειον αὐτὸ θὰ ἐπραγματοποιεῖτο δυνάμει τῶν τελευταίων λέξεων τῆς παραγράφου τοῦ ἄρθρου 90, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ συνομολογήσῃ δάνειον εἰς λογαριασμὸν καὶ βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν εἶχεν ἀνάγκην τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας νὰ κάμῃ δάνειον. Εἶχε χρήματα ἢ δὲν εἶχεν; Εἶχε! καὶ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ τὸ εἴπω, ὅτι εἶχε· καὶ ὅταν ἔχῃ, δὲν πρέπει νὰ δανείζηται. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, Κύριοι, τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1888. Ἀλλ’ ἔγειναν τόσῳ περιπεπλεγμένοι καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ οἱ ἀπολογισμοί, ὥστε σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ᾖναί τις — καὶ δὲν τὸ λέγω δι’ ἑαυτὸν — λίαν ἐντριβής, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ τὴν συνάφειαν τῶν κονδυλίων, τὰ ὁποῖα λίαν τεχνηέντως εἶναι συνδεδεμένα καὶ λίαν δυσκόλως λύονται. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἔχει δύο εἰδῶν εἰσπράξεις, ταμειακὰς καὶ τελωνειακάς· διότι ἔχει ἐκ τῶν τελωνείων, δυνάμει νόμου, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποίου, καὶ τὰς ταμειακὰς εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ ἀρχικαί. Ἀλλ’ εἰσέρχονται τὰ χρήματα αὐτὰ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας; Ὄχι! Ὑπάρχουν καθυστερήσεις. Ποῖαι καθυστερήσεις ὑπάρχουν, Κύριοι; Κατὰ τὸ 1888 εἰσῆλθον μόνον αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1887 μέχρι τοῦ Μαΐου, ὥστε ὑπολείπονται ἀπὸ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὰς πιστώσεις τῶν διαφόρων κεφαλαίων, οἱ μῆνες Ἰούνιος μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τοῦ 1887 καὶ ὅλον τὸ 1888, ἤτοι μῆνες 19. Ἐὰν δὲ ἐξ ἀναλογίας ὑπολογίσητε τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐκ τῶν ταμειακῶν εἰσπράξεων τοῦ 1888, ἀνέρχονται εἰς 1,746,000 δρ. αἱ καθυστερούμεναι ταμειακαί. Ἐκ δὲ τῶν τελωνειακῶν εἰσήχθησαν κατὰ τὸ 1888 ἔτος αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1887 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, ἤτοι μᾶς λείπεται ὁ Νοέμβριος καὶ Δεκέμβριος τοῦ 1887 καὶ ὁλόκληρον τὸ 1888, ἤτοι δεκατεσσάρων ὅλων μηνῶν αἱ εἰσπράξεις δὲν εἰσήχθησαν. Ἐὰν δὲ λάβητε τὴν ἀναλογίαν τῶν μηνιαίων εἰσπράξεων διὰ τοὺς 14 μῆνας, ἔπρεπε τὸ ταμεῖον νὰ ἔχῃ 3,500,000 δραχμὰς, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὰς ἀνωτέρω, ἀποτελοῦσι κεφάλαιον 5,246,000 δραχμῶν, ἤτοι τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἔχει λαμβάνειν παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ ταμειακὰς καὶ τελωνειακὰς εἰσπράξεις, αἵτινες εἰσεπράχθησαν καὶ δὲν ἀπεδόθησαν, 5,246,000 δραχμάς. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἡ καθυστέρησις αὕτη ἐξακολουθεῖ ὑπάρχουσα, δὲν ἔχω δὲ οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐὰν δὲν ᾖναι ἡ αὐτή, θὰ ηὐξήθη οὐκ ὀλίγον.
§95ΠΕΡΡΟΣ. Εἰς τὰ 1888 δὲν εἰσήχθησαν τοῦ 1887 αἱ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι σημειωμέναι;
§96ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς γίνεται 6 καὶ 7 μῆνας μετὰ τὸ κλείσιμον τῶν λογαριασμῶν, δηλ. ἐγένετο εἰς τὰ 1889, ἤτοι εἶναι κεκλεισμέναι αἱ χρήσεις καὶ ἑπομένως τὰ καθυστερούμενα ποσὰ εἰσεπράχθησαν.
§97ΠΕΡΡΟΣ. Αὐτὰ τὰ εἰσπραχθέντα εἶναι μόνον τοῦ 1887 ἢ καὶ τοῦ 1888;
§98ΣΧΙΝΑΣ. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἐκ μὲν τῶν ταμειακῶν εἰσπράξεων εἰσήχθησαν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας μόνον αἱ εἰσπράξεις μέχρι τοῦ Μαΐου τοῦ 1887, καθυστεροῦνται δὲ αἱ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1887 καὶ ὅλου τοῦ 1888, ἐκ δὲ τῶν τελωνειακῶν ὑπάρχει καθυστέρησις δύο μηνῶν τοῦ 1887 καὶ ὁλοκλήρου τοῦ 1888, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἰδέαν· ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι μετὰ τὸν δεύτερον ἢ τρίτον μῆνα οἱ ταμίαι, ἀφοῦ βεβαιώσωσι τὰς εἰσπράξεις των, ὀφείλουσιν ν’ ἀποδώσωσι τὰς εἰσπράξεις, ὀφείλουσι ν’ ἀποδώσωσι τὰ δικαιώματα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τοὺς προϋπολογισμούς, νὰ τὰ ἀποδώσωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Οἱ λόγοι οὗτοι, Κύριοι, μὲ ἔφερον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἄκρῳ δακτύλῳ ἁψάμενος τῆς διαχειρίσεως τῶν ἱερῶν τῆς ὁδοποιΐας κεφαλαίων, καταδείξω εἰς τοὺς συναδέλφους ἅπαντας, ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦτο κακῶς ἔχει, ὅτι ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τοῦ ταμείου τούτου πρέπει νὰ δοθῇ μεγάλη προσοχὴ, διότι δυνάμει τοῦ προχθὲς δημοσιευθέντος Β. Διατάγματος, ἡ σπεῖρα ἐκείνη τῶν Γάλλων, ἡ ὁποία ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας οὐκ εὐκαταφρόνητα ποσὰ, ἐναντίον τῶν νόμων, ἐξακολουθεῖ δυστυχῶς νὰ παραμένῃ ἐπὶ 18 εἰσέτι μῆνας ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀποῤῥοφῶσα καὶ ἐκμυζῶσα αὐτό. Ὡς ἐκ τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συμπλήρωσιν, καὶ πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν διαφόρων δαπανῶν τῆς ὁδοποιΐας, τὰς ἑξῆς πληροφορίας (ἀναγινώσκει): «1) Νὰ ὑποβάλῃ τοὺς ἀναγκαίους πίνακας, συμφώνως τῷ κεφ. 1 ἄρθρ. 99 τοῦ ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου 1852 ΣΙΒʹ νόμου περὶ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους. «2) Νὰ ὑποβάλῃ γενικὸν πίνακα τῶν ἐν Ἑλλάδι κατὰ νομοὺς κατασκευασθεισῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἐν ᾧ νὰ δηλοῦται: αʹ) Τὸ ὁλικὸν τῆς ὁδοῦ μῆκος. βʹ) Τὸ ὁλικὸν τῆς ὁδοῦ πλάτος. γʹ) Τὸ πλάτος τῆς διὰ σκύρων στρώσεως. δʹ) Τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἐγένετο ἔναρξις τῆς κατασκευῆς, καὶ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἀπεπερατώθη. εʹ) Ἡ ὁλικὴ δαπάνη τῆς ὁδοῦ καθὼς καὶ ἡ κατὰ τρέχον μέτρον δαπάνη. ϛʹ) Αἱ ὑπάρχουσαι γέφυραι, μετὰ τοῦ ἀνοίγματος καὶ ὕψους αὐτῶν καὶ τοῦ χιλιομέτρου, εἰς ὃ ὑπάρχουσι· καὶ ζʹ) Πᾶσα σχετικὴ πληροφορία. «3) Νὰ ἐπιζητήσῃ ἐκ παντὸς τρόπου τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 1ου τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΑΧΛΓʹ νόμου τῆς 26 Δεκεμβρίου 1887. «4) Νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ ὁδοποιΐας, δι’ οὗ, καθισταμένου ἰδιαιτέρου (συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΣΚϚʹ νόμου τῆς 20 Ἀπριλίου 1867) τοῦ τῆς ὁδοποιΐας ταμείου, νὰ συνοψισθῶσιν εἰς ἕνα καὶ μόνον νόμον οἱ κατὰ καιροὺς ἐκδοθέντες ὑπὸ στοιχ. ΣΚϚʹ, ΣΞΓʹ, ΣΞϚʹ καὶ ΑΧΛΓʹ νόμοι, τηρουμένων ἰδίᾳ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΑΧΛΓʹ νόμου, συνδεομένων μετὰ τῶν τελευταίων διατάξεων τοῦ ἄρθρ. 14 § ηʹ τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΣΚϚʹ νόμου, παραλειπομένης τῆς περὶ συνομολογήσεως δανείων διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΑΧΛΓʹ νόμου. «5) Νὰ ὑποβάλῃ συγκριτικὸν πίνακα τῶν δυνάμει βασιλικῶν διαταγμάτων, ὡς π. χ. τοῦ τῆς 9 Σεπτεμβρίου 1881 καὶ 3 Αὐγούστου 1883, κατὰ προτίμησιν κατασκευαστέων ὁδῶν πρὸς τὰς κατασκευασθείσας, μετὰ δικαιολογίας τῶν παραλειφθεισῶν ἐκ τῶν ἀναφερομένων ἐν τοῖς διαφόροις βασιλικοῖς διατάγμασι. «6) Νὰ ὑποβάλῃ πίνακα τῶν ἐν ὅλῳ γενομένων εἰσπράξεων τῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1882 καὶ κατ’ ἔτος τῶν γενομένων δαπανῶν εἴς τε τὴν ἐθνικὴν καὶ ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν κατὰ νομούς. «Ὁμοίως, ἕτερον πίνακα ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τέλους τοῦ 1890. «Συγκριτικὸν πίνακα ἀπὸ τοῦ ἔτους 1888 μέχρι τέλους τοῦ 1890 τῶν κατὰ νομοὺς διατεθεισῶν πιστώσεων διὰ τῶν προϋπολογισμῶν πρὸς τὰς κατὰ νομοὺς γενομένας δαπάνας εἴς τε τὴν ἐθνικὴν καὶ ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν, εἰ δυνατόν, κεχωρισμένως. «8) Πίνακα τῶν ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν καὶ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς χαραχθεισῶν ὁδῶν (δεικνυομένου τοῦ μήκους ἑκάστης ὁδοῦ μετὰ παρατηρήσεων, ἂν τὸ ἔδαφος ᾖναι ὁμαλὸν, ἀνώμαλον, ἢ δασῶδες,) καὶ ὀνομαστικὴν κατάστασιν τῶν παρ’ ἑκάστου τῶν μηχανικῶν τούτων χαραχθεισῶν ὁδῶν εἰς χιλιόμετρα. «9) Γενικὴν κατάστασιν τῆς τοποθετήσεως τοῦ προσωπικοῦ ἐν γένει τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων ὡς καὶ τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν κατὰ τὸ 1891. «10) Πίνακα τῶν ἐκτελουμένων ἤδη κατὰ νομοὺς ἐργασιῶν.» Ἀπὸ τοῦ 1885, Κύριοι, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησε κατάστασιν τῶν ὑπαρχουσῶν ἐν Ἑλλάδι ἁμαξιτῶν, ἐν ᾗ νὰ ἐμφαίνηται οὐ μόνον τὸ μῆκος αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ πλάτος καὶ ἄλλα τινὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα. Ἐγὼ αὐτὸς, ὄχι δὶς καὶ τρὶς, ἀλλὰ πολλάκις, ὡς καὶ ὁ κ. Σέχος, ὡς διευθυντὴς τότε τοῦ ἐπιτελικοῦ γραφείου, ἐζητήσαμεν δι’ ὅλων τῶν μέσων τὰς καταστάσεις ταύτας. Εἴμεθα εἰς τὸ 1891, καὶ καταστάσεις τοιαῦται δὲν ἐδημοσιεύθησαν εἰσέτι. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἔχομεν τὰς καταστάσεις ταύτας, δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν συντήρησιν καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ προεῖπον, ὅτι κατὰ τὸ 1879 ἐπραγματεύθην λίαν ἐκτενῶς τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας εἰς ἄρθρα δημοσιευθέντα εἰς τὴν τότε ἐκδιδομένην ἐφημερίδα αἱ «Νέαι Ἰδέαι», τινὰ τῶν ὁποίων ἀνετυπώθησαν παρὰ τοῦ μακαρίτου Οἰκονόμου εἰς τὴν «Οἰκονομικὴν Ἐπιθεώρησιν», καὶ ἐπειδὴ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα πραγματεύονται ἐν λεπτομερείᾳ τὸ θέμα τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία μέλλει νὰ γείνῃ, καὶ δέον νὰ μὴ ἐπανέλθω εἰς τὰ αὐτὰ, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ νὰ τυπωθῶσιν, ὄχι τὸ ὅλον, ἀλλὰ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι κυρίως τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Γʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλεπαΐδος. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 119). Αὔριον θὰ κάμωμεν συνεδρίασιν;
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· μεθαύριον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μεθαύριον. Μήπως θέλετε νὰ μεταβάλωμεν, Κύριοι, τὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεων;
§102ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὄχι. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 20′ μ. μ.