1891.01.28
1.789 στίχοι · 13.900 λέξεις · 76 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
τῆς 28 Ἰανουαρίου 1891.
(Δευτέρα)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἀπεστάλησαν τὰ πρακτικὰ τῶν ἐνεργηθεισῶν ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν ἐν τοῖς δήμοις Κηρέως καὶ Νηλέως, ὡς καὶ τῆς ἐκλογῆς Νέων Ψαρῶν. Παρακαλοῦνται τὰ οἰκεῖα τμήματα τῆς Βουλῆς νὰ συνέλθωσι καὶ ἐπιληφθῶσι τῶν ἐργασιῶν τῆς προεξελέγξεως.
§2ΠΕΡΡΟΣ. Εἰς τὸ Σʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐνεργηθείσης ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ δήμῳ Κλεπαΐδος, ὅπως ἐσφραγίσθησαν μετὰ τὴν ἐκλογήν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ἀνακήρυξις τῶν ἐπιτυχόντων ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου. Τοιαύτη ἀνακήρυξις δὲν ἐστάλη εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν δύναται τὸ τμῆμα νὰ προβῇ εἰς προεξέλεγξιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπεστάλησαν τὰ πρακτικὰ παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου;
§4ΠΕΡΡΟΣ. Δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην· ὑπῆρχε μόνον διοικητικὸς, οὗτος δὲ παρέδωκε τὰ πρακτικὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπ’ εὐθείας. Ἂν νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι δύναται τὸ τμῆμα νὰ προβῇ εἰς τὴν προεξέλεγξιν καὶ ἄνευ τῆς ἀνακηρύξεως τῶν ἐπιτυχόντων ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν.
§5ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀνακήρυξις, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς τμήματος μόνον, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς εἶναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προβῇ τὸ τμῆμα εἰς τὴν προεξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κλεπαΐδος ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, τῆς ἀνακηρυττούσης τοὺς ἐπιτυχόντας Βουλευτὰς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ διαφόρων κατοίκων τῆς Κυπαρισσίας, ἐξαιτουμένων νὰ ἐπανέλθωσιν αἱ ἀρχαὶ ἐκ τοῦ συνοικισμοῦ τῆς παραλίας εἰς τὴν πόλιν τῆς Κυπαρισσίας, ὅπου καὶ πρὶν ὑπῆρχον.
§7ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τοῦτο. Κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῆς παρελθούσης Περιόδου συνεζητήθη πάλιν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἔλαβον τὴν τιμὴν τότε νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν, καὶ ν’ ἀποδείξω τὸ ἄδικον, τὸ ἄτοπον καὶ τὸ παράνομον τῆς μεταθέσεως τῶν ἀρχῶν ἐκ τῆς πόλεως Κυπαρισσίας εἰς τὴν παραλίαν. Ἐν συντόμῳ θέλω περιορισθῆ νὰ ὑπομνήσω εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐτύγχανον νὰ ἦναι μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τότε καὶ ἤκουσαν τὰ λεχθέντα, νὰ γνωρίσω δὲ ταῦτα καὶ πρὸς τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἦσαν μέλη τῆς προηγουμένης Βουλῆς. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, τίνες ὑπολανθάνοντες λόγοι ἠνάγκασαν τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν νὰ μεταθέσῃ τὰς ἀρχὰς ἐκ πόλεως ἱστορικῆς, οἵα εἶναι ἡ Κυπαρισσία, κατοικουμένης ὑπὸ 10,000 ψυχῶν, εἰς παραλίαν ἔρημον καὶ σχεδὸν ἀκατοίκητον, ἔνθα οὔτε κἂν ἰδέα περὶ συνοικισμοῦ, τοὐλάχιστον σήμερον καὶ πρὸ τριῶν ἔτι ἐτῶν, ὅτε ἔγεινεν ἡ μετάθεσις τῶν ἀρχῶν ἐκ τῆς πόλεως εἰς τὴν παραλίαν, ὑφίσταται, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ, εἰμὴ 60–70 οἰκίαι, δὲν ὑπάρχει οὐδὲν μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος, ὁ δικαστής, ὁ διάδικος, ὁ ὁπωσδήποτε ἔχων ἀνάγκην τῆς προστασίας τῶν ἀρχῶν, νὰ συντηρηθῇ, διότι οὔτε ξενοδοχεῖον ὑπάρχει, οὔτε ἄλλα καταστήματα, τὰ ὁποῖα νὰ πληροῦν τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων, ὑφίστανται. Διὰ τοῦτο οἱ κάτοικοι, ἐρχόμενοι ἀπὸ τὰ ἀπώτατα μέρη τῆς δικαστικῆς περιφερείας πρὸς ἐκτέλεσιν ὑποθέσεών των, καταγανακτοῦσι καὶ καταρῶνται ἐκείνους, οἵτινες εἰσηγήσαντο εἰς τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν τὴν τοιαύτην τῶν ἀρχῶν μετάθεσιν. Πλὴν τούτου, κύριε Πρόεδρε, τὸ μέτρον τοῦτο τῆς μεταθέσεως τῶν ἀρχῶν εἶναι παράνομον, διότι ἡ παραλία, ἔνθα ἤδη τὰ δημόσια γραφεῖα, ἀπέχει τῆς πόλεως περὶ τὴν ἡμίσειαν ὥραν, οὐδεμία δὲ συνέχεια οἰκιῶν ὑπάρχει, τοὐναντίον μάλιστα ἡ πόλις χωρίζεται ἐκ τῆς παραλίας ἀποτόμως δι’ ἀγρῶν καὶ ἄλλων κτημάτων· ἑπομένως, τούτου τεθέντος, παρανόμως ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ διατάγματος μόνον μετέθεσε τὰ γραφεῖα, ἀφοῦ διὰ τοὺς ῥηθέντας λόγους ἀπαιτεῖται νόμος εἰδικὸς, ἐπιτρέπων τὴν τοιαύτην μετάθεσιν. Οἱ δικασταὶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἐργασθῶσιν, ἔχουσιν ἀνάγκην τῶν μέσων ἐκείνων, ἅτινα, ἐὰν μὴ καθιστῶσι τὸν βίον αὐτῶν ἄνετον, τοὐλάχιστον νὰ καθιστῶσιν αὐτὸν ὑποφερτόν. Δὲν γνωρίζω ὅμως, ἐὰν οἱ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐκείνῃ παραλίᾳ δικασταὶ πληρῶσι τὸν προῤῥηθέντα ὅρον. Ἕνεκα τούτου ἐκλείπει ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ ὁ ζῆλος αὐτῶν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των· διότι, ὅταν ὁ δικαστὴς στερῆται ὅλων τῶν μέσων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ὁ ἄνθρωπος, δὲν δύναται μετὰ ζήλου καὶ προθυμίας νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Καὶ εἶναι βέβαιον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὰ ἀποτελοῦντα τὸ Δικαστήριον Κυπαρισσίας μέλη δὲν ἔδωσαν τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν, ὅπως μοὶ χορηγήσωσι τὸ δικαίωμα τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ μεμφθῶ τινα ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχουν δικασταὶ εὐσυνείδητοι ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἐκπληροῦντες τὸ ἑαυτῶν καθῆκον μετὰ ζήλου, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅπως μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις τῶν κατοίκων Κυπαρισσίας, ὅπως τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἐκλείψῃ νῦν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίως δὲ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἔν τινι προσεχεῖ συνεδριάσει φέρῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὑτοῦ· δὲν ἔχω δὲ οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ τηλεγράφημα πολλῶν εὐϋπολήπτων κατοίκων, ἰδίως διακεκριμένου δικηγόρου τῆς πόλεως ἐκείνης, τοῦ κ. Ψιλογαλάνη, καὶ τὰς κατὰ τὴν παροῦσαν συνεδρίασιν παρατηρήσεις μου, θέλει σχηματίσει γνώμην καὶ πεποίθησιν, ὅτι, ὅ,τι ἐγένετο περὶ τοῦ Δικαστηρίου τούτου, εἶναι ἄτοπον, ἄδικον καὶ παράνομον.
§8ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καθὼς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἐγένετο πολὺς λόγος καὶ πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ὑπεβλήθη τότε ἀναφορὰ, φέρουσα πολλὰς ἑκατοντάδας ὑπογραφῶν τῶν κατοίκων Κυπαρισσίας καὶ διαλαμβάνουσα, ὅτι πρὸ πολλῶν ἐτῶν συνεστήθη συνοικισμὸς εἰς τὸ παράλιον τῆς Κυπαρισσίας, ἀπὸ τὸ ὁποῖον διὰ νὰ ἀνέλθῃ τις εἰς τὸ κέντρον τῆς πόλεως, ὅπου ὑπάρχει ἡ πλατεῖα ἢ ἡ ἀγορὰ, ἀπαιτεῖται ἡμισείας ὥρας ἐπίπονος ὁδοιπορία, ὅτι ὁ συνοικισμὸς αὐτὸς δὲν προώδευσεν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ ἐμψυχώσῃ αὐτὸν, ἐπεξέτεινε τὸ σχέδιον αὐτοῦ μέχρι τῆς πόλεως, περιλαβοῦσα ἀσκόπως ἐντὸς τοῦ σχεδίου ὅλους τοὺς ἐν τῷ μεταξὺ ὑπάρχοντας ἀγροὺς καὶ φυτείας, μετὰ τοῦτο δὲ, κηρύξασα τὸν συνοικισμὸν συνοικίαν τῆς πόλεως, ἐνοικίασεν ἡμιτελῆ τινα κτίρια, τὰ ὁποῖα ἐφρόντισαν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ τελειοποιήσουν, καὶ μετέφερεν ἐκεῖ τὸ Πρωτοδικεῖον, τὴν Εἰσαγγελίαν, τὴν Ἐφορίαν, τὸ Ταμεῖον, τὸ Τηλεγραφεῖον, τὸ Ταχυδρομεῖον, τὴν Ὑπομοιραρχίαν, τὸ Εἰρηνοδικεῖον καὶ ὅλας τὰς ἀρχάς· ταύτας δὲ παρηκολούθησε καὶ τὸ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα κατάστασις πρωτοφανὴς καὶ λίαν ἀνώμαλος· ἀφ’ ἑνὸς ὑπάρχει, καθὼς παρέστησεν ὁ προαγορεύσας, πόλις κατοικουμένη ἀπὸ 8–9 χιλιάδας κατοίκων, καὶ ἡ πόλις αὐτὴ δὲν ἔχει οὔτε τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας φροντίζουσιν αἱ κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις νὰ συνιστῶσι καὶ ἐν ταῖς μικροτέραις κωμοπόλεσιν, ἀφ’ ἑτέρου κεῖνται σποραδικῶς οἰκίαι τινὲς, εἰς τὰς ὁποίας δὲν κατοικοῦσιν, εἰμὴ 20 ἕως 25 ἐντοπίων οἰκογένειαι καὶ αἱ ἀρχαί. Καταλαμβάνει λοιπὸν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, ὁποῖαι δυσκολίαι παρουσιάζονται καὶ εἰς τοὺς κατοίκους καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ εἰς τοὺς ἔξωθεν ἐρχομένους. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν κατοίκων ὑπεστήριξε τότε ἐκθύμως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ Βουλευτὴς τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάγεται καὶ ἡ Κυπαρισσία· μετὰ τοῦτον ὡμίλησα καὶ ἐγὼ, καὶ μετ’ ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας. Ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις ἡμῶν δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς προηγουμένης Βουλῆς ὁ Δήμαρχος Κυπαρισσίας ἀνεφέρθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παριστῶν, ὅτι τὸ κακὸν προχωρεῖ, ὅτι αἱ ζημίαι καὶ αἱ δυσχέρειαι αὐξάνουσιν ὁσημέραι, καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν θεραπείαν τοῦ πράγματος. Ἔμαθον δὲ, ὅτι συνεπείᾳ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης διημείφθη ἀλληλογραφία τις, ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις ἐσταμάτησεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Διὰ τοῦτο καταθέτω ἔγγραφον σημείωμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν λαβοῦσαν χώραν ἀλληλογραφίαν συνεπείᾳ τῆς τελευταίας ἀναφορᾶς τοῦ Δημάρχου, καὶ συγχρόνως νὰ ἀποφανθῇ, ποίαν γνώμην ἔχει περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ καὶ τί θέλει πράξει. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ἀφοῦ συμβαίνει νὰ ἦναι ἐν τῇ Κυβερνήσει εἷς τῶν Βουλευτῶν τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησεν ἄλλοτε τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ γνωρίζει ἐκ τοῦ πλησίον τὰς ζημίας καὶ τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον προσγίγνονται, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ διστάσῃ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ γενόμενον ἀδίκημα. Σχετικῶς δὲ μὲ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὑποβάλλω εἰδικὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἧς τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ πληροφορήσῃ, διατὶ ἀπὸ τριῶν ἤδη ἐτῶν δὲν συνεστήθη Κακουργοδικεῖον εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ἐὰν δὲ ἀληθεύῃ, ὅτι τοῦτο προέρχεται διότι τὸ δικαστικὸν κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον μετεφέρθη τὸ Πρωτοδικεῖον, δὲν ἐπαρκεῖ, καὶ διότι εἰς τὸ παράλιον τῆς Κυπαρισσίας δὲν κατοικοῦσι πολλοὶ ἄνθρωποι, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἀναπληρῶνται οἱ ἐλλείποντες ἔνορκοι, τότε θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σκεφθῇ, ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν, καὶ πρὶν ἢ διαταχθῶσιν αἱ ἀρχαὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πόλιν, νὰ συστηθῇ Κακουργοδικεῖον ἐν αὐτῇ, ἐνοικιαζομένου ἰδιαιτέρου οἰκήματος. Ἕνεκα τῆς μὴ συστάσεως Κακουργοδικείου καὶ ἡ πόλις ζημιοῦται καὶ ἡ Δικαιοσύνη, — ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, — παραβλάπτεται, διότι τὸ Κακουργοδικεῖον τῆς Κυπαρισσίας διεκρίθη πάντοτε διὰ τὴν ἀκεραίαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τῆς Συνόδου ταύτης εἶχον ζητηθῆ πληροφορίαι περὶ τῶν ἐκδοθεισῶν ἀδειῶν ὁπλοφορίας· ἀπεστάλη δὲ συνάμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀναφορὰ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὑπογεγραμμένη παρὰ διαφόρων πολιτῶν. Καταθέτω τὰς πληροφορίας ταύτας, ὅπως λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν οἱ ζητήσαντες αὐτάς.
§10ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περὶ τῆς σχετικῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου;
§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας καταθέτω, σχετίζονται μὲ τὴν ἀναφορὰν, ἥτις ζητεῖ καὶ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι ἀφορῶσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκδοθεισῶν ἀδειῶν ὁπλοφορίας ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου 1888 μέχρις 20 Δεκεμβρίου 1890, τῆς ἡμέρας δηλαδὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις. Τὰς πληροφορίας ταύτας καταθέτω.
§12ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραχθέντων;
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως.
§14ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ τυπωθῶσι.
§15ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου τί ἀπεφασίσθη;
§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καταθέτω ἁπλῶς τὰς ζητηθείσας πληροφορίας· περὶ τοῦ ζητήματος δὲ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου δὲν πρόκειται σήμερον. Καταθέτω φυλλάδιον, περιέχον τέσσαρα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ὑποβάλλονται εἰς κύρωσιν τῆς Βουλῆς διάφοροι πιστώσεις, ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι, τῶν χρήσεων τοῦ 1889 καὶ 1890, χορηγηθεῖσαι εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ τὰ διάφορα διατάγματα, τὰ σχετικὰ μὲ τὰς πιστώσεις, εἶναι ἤδη τυπωμένα καὶ δύνανται νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Καταθέτω ὡσαύτως καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως διὰ τὰς πληρωμὰς τῶν ὑπολοίπων τῶν μετατραπέντων δανείων τῶν 25,000,000, 4,000,000, 6,000,000, 10,000,000 καὶ 60,000,000. Τὰ ὑπόλοιπα ταῦτα ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 422,000, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπληρώθησαν μέχρι σήμερον. Ἐπειδὴ δὲ συχνὰ παρουσιάζονται ὁμολογίαι τῶν δανείων τούτων πρὸς ἐξόφλησιν, ἡ δὲ πίστωσις, ἡ ὁποία εἶχε χορηγηθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς, μετεβιβάσθη εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, ζητῶ νέαν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν πίστωσιν. Καταθέτω ὡσαύτως νομοσχέδιον, μετ’ ἐκθέσεως εἰσηγητικῆς, ἀφορῶν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ ἕτερον νομοσχέδιον μετ’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ἀφορῶν τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθέντα νομοσχέδια κλπ. θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 102–110). Οἱ φοιτηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, προσελθόντες ἐνώπιόν μου, μοὶ ἐνεχείρισαν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι νὰ ὁρισθῇ διὰ νόμου, ἵνα ἡ στρατιωτικὴ αὐτῶν ἐκγύμνασις γίνηται ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ.
§18ΜΑΝΕΤΑΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ τυπωθῇ;
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§22ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὰς δύο ἐπιτροπὰς ἡνωμένας, τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον θὰ τυπωθῇ καὶ κατόπιν ἡ Βουλὴ θὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ πρακτέου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 111). Ὁ Ἀγγελῆς Καταλακτάκης, ἐντελῶς πρὸς ἐργασίαν ἀνίκανος, ἕνεκεν τῶν κακώσεων, ἃς ὑπέστη ἀγωνιζόμενος ἐν Κρήτῃ, ζητεῖ νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ σύνταξις. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Οἱ κρατούμενοι ἐν ταῖς στρατιωτικαῖς φυλακαῖς Συγγροῦ ὑποβάλλουσι διάφορα παράπονα κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν φυλακῶν. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἐν Καλαβρύτοις λαϊκὸς σύλλογος «Ἅγιος Κωνσταντῖνος» παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ συστάσεως Πρωτοδικείου ἐν Καλαβρύτοις. Παραπέμπεται καὶ ἡ αἴτησις αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Ἰωάννης Νικολάου, πρώην γλασαξῆς τοῦ ἐν Καΐρῳ Ἑλληνικοῦ Προξενείου, παρακαλεῖ ὅπως ἀναδιορισθῇ εἰς τὴν θέσιν ταύτην, εἰς ἣν ἐπὶ 23 ἔτη ὑπηρέτει. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Οἱ κάτοικοι Ἁγίου Γεωργίου τῆς Νεμέας παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ μετατεθῶσιν ἐκεῖθεν οἱ δημοδιδάσκαλοι Ἀθανάσιος Μπενέκας καὶ Βασίλειος Δασκαλόπουλος. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ ἀπόστρατος ἐνωμοτάρχης Κ. Βαφειαδάκης παραπονεῖται, ὅτι παρανόμως τῷ ἀπενεμήθη σύνταξις κατωτέρα τῆς τοῦ βαθμοῦ του. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἕτερος ἀναφερόμενος, ὁμογενὴς ἐκ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τοῦ ὁποίου δυσανάγνωστος ἡ ὑπογραφή, παραπονεῖται κατὰ τῆς ἐλαττωματικότητος τοῦ παρ’ ἡμῖν συστήματος τῆς μεταγραφῆς. Ὁ κωφάλαλος Ν. Γ. Νικηταράκος ζητεῖ χρηματικὸν βοήθημα, διότι εἶναι ἐντελῶς ἄπορος. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ ἀπόστρατος μουσικὸς Γεώργιος Βυριδάκης ἐξαιτεῖται νὰ ἀφομοιωθῇ ἡ σύνταξίς του πρὸς τὴν τῶν μετὰ τὸ ἔτος 1885 ἀποστρατευθέντων ὁμοιοβάθμων του. Ὁ ἐκ Μόσχας Ἰωάννης Πετρὼφ παρακαλεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ τὸ ἥμισυ τῶν δαπανῶν, ἃς κατέβαλε πρὸς ἐκπόνησιν τοῦ ἱστορικοῦ ἄτλαντος τοῦ ἀγῶνος, ἀνερχομένων εἰς 16 χιλιάδας δραχμῶν. Οἱ λεμβοῦχοι καὶ οἱ ἐμποροπλοίαρχοι Ναυπάκτου παραπονοῦνται, ὅτι οἱ κατὰ καιροὺς κυβερνῆται τοῦ σταθμεύοντος εἰς Ψαθόπυργον πολεμικοῦ πλοίου «Ἀηδόνος» παρανόμως διαπορθμεύουσι δωρεὰν τοὺς ταξειδιώτας εἰς Ναύπακτον, τοιουτοτρόπως δὲ οἱ ἀναφερόμενοι ζημιοῦνται. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Διάφοροι κατάδικοι ἐκ Θεσσαλίας, κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου, ἐξαιτοῦνται τὴν ἀπονομὴν βασιλικῆς χάριτος, ὡς ἀδίκως καταδικασθέντες ἐπὶ ἐγκλήμασι, τὰ ὁποῖα διέπραξαν πρὸ τοῦ 1881 ἐν τῷ ὀθωμανικῷ κατὰ Ὀθωμανῶν. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Δήμαρχος Ἀμβρακίας τῆς Τριχωνίας ἐξαιτεῖται τὴν ἐπιστροφὴν χρηματικοῦ ποσοῦ, ἀνήκοντος τῷ δήμῳ αὐτοῦ, παρανόμως δὲ κρατουμένου ὑπὸ τοῦ ταμίου Τριχωνίας. Παραπέμπεται ἡ αἴτησίς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Καλαμῶν ἐξαιτοῦνται νὰ δίδωνται καὶ εἰς αὐτοὺς τὰ πρὸς πλύσιν τῶν ἐνδυμάτων ἀναγκαῖα χρήματα.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μετ’ ἰδιαιτέρας συστάσεως, διότι αὐτὰ εἶναι γενικὰ παράπονα ὅλων τῶν φυλακισμένων τοῦ Κράτους. Δίδεται εἰς αὐτοὺς δέκα ἢ εἴκοσι λεπτῶν ἐπίδομα διὰ τὴν πλύσιν τῶν ἐνδυμάτων των’ εἶναι δὲ γνωστόν, πόσον συντελεῖ ἡ καθαριότης εἰς τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν νοσημάτων. Παρακαλεῖται λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν του εἰς τοῦτο.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Διάφοροι πολιτοκρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Κερκύρας ἐξαιτοῦνται αὔξησιν τοῦ σιτηρεσίου καὶ περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς φυλακίσεως ἀναλόγως τῶν ὀφειλομένων. Παραπέμπεται καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Δημήτριος Μανιάτης, φοιτητὴς τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, ζητεῖ χρηματικὸν βοήθημα πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν σπουδῶν του. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§26ΠΕΡΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, τῆς μεταβάσης εἰς τοὺς δήμους τῶν ἐπαρχιῶν Αἰγίνης καὶ Μεγαρίδος πρὸς ἐξέτασιν τῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω.
§28ΠΕΡΡΟΣ. Ὑπεβλήθη εἰς τὸ γραφεῖον.
§29ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἔχει ἀναγραφῆ νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν περὶ συστάσεως Τραπέζης ἐν Κερκύρᾳ. Ἐκ τούτου λαμβάνω ἀφορμήν, ὅπως παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Τραπέζης καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, καθόσον τοῦτο κατέστη σήμερον ὄχι μόνον κοινωνικὴ ἀνάγκη, ἀλλὰ καὶ ἐθνική. Ὅλοι οἱ κλάδοι τῆς βιομηχανίας ὡς καὶ τῆς γεωργίας συνεισφέρουσι διὰ τῶν ἔργων των εἰς τὴν εὐπορίαν τῆς ἀνθρωπότητος, ὅλοι ἔχουσι τὴν ὠφελιμότητά των, ὅλοι συνυποστηρίζονται καὶ ἀλληλοβοηθοῦνται καὶ κατὰ συνέπειαν ἅπαντες ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἀξίωσιν τῆς ἐνδελεχοῦς μερίμνης τῶν Κυβερνήσεων. Θεωρουμένων ὅμως κατὰ τάξιν τῶν κατ’ ἐξοχὴν ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι τὰ πρωτεῖα ἀνήκουσι τῇ γεωργίᾳ καὶ τῷ οὐσιωδεστάτῳ αὐτῆς κλάδῳ τῆς σταφιδαμπελουργίας. Τὰ πρωτεῖα ταῦτα κατέχει ἡ γεωργία, ὄχι μόνον διότι παρέχει εἰς τὴν ἀνθρωπότητα τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα πρὸς συντήρησιν αὐτῆς, ἀλλὰ διότι εἶναι καὶ ἡ πρωτίστη πηγὴ ἐργασίας, τοὐλάχιστον ἐν Ἑλλάδι. Βεβαίως τὸ ἔθνος ἐγκλείει καὶ πλείστας ἄλλας πηγὰς ἐργασίας, ἀνεκμεταλλεύτους δι’ ἔλλειψιν κεφαλαίων. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἐργασία, ἡ πηγάζουσα ἐκ τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς, εὑρίσκεται ἐν πλήρει δραστηριότητι, ἐν πλήρει ἐνεργητικότητι, καὶ ἐπειδὴ παράγει τὸ πλεῖστον τῶν ἐθνικῶν προσόδων τοῦ Κράτους, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἰδιαιτέραν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διότι τοῦτο ἐπιτυγχάνεται ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων τῶν ἄλλων βιοτεχνιῶν. Ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πρόοδον ἐκείνης, θὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν προαγωγὴν καὶ ἐνίσχυσιν καὶ τῶν ἄλλων. Ὅπως ἡ διοίκησις μιᾶς Κυβερνήσεως ἀποδείξῃ, ὅτι ἐκτελεῖ τὸ καθῆκον αὐτῆς, δὲν ὀφείλει μόνον νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τάξιν, τὴν ἀσφάλειαν, τὴν εὐνομίαν, τὴν δικαίαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, τὴν προαγωγὴν τῶν πολιτῶν διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλ’ ὀφείλει συνάμα νὰ ἐνισχύσῃ καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν προαγωγὴν τῶν ὑλικῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἀποῤῥεόντων ἐκ τῆς ἐθνικῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἐνεργείας τῶν κεφαλαίων τῶν ἐνεργητικῶν τῆς τε βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν παγίων κεφαλαίων τῆς γῆς. Ὅλαι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐφρόντισαν καὶ εἰργάσθησαν πρὸς ἐνίσχυσιν τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐπιχειρήσεως πρὸς ἐξεύρεσιν τοιούτου κλάδου βιομηχανίας, πρὸς ἐξεύρεσιν τοιαύτης τινὸς ἐργασίας, ἣν κρίνουσιν ἰδιαιτέρως ὠφέλιμον καὶ παραγωγικὴν εἰς τὴν χώραν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις θέλει δείξει ἅμιλλαν μεγαλειτέραν καὶ δραστηριωτέραν τῆς προκατόχου της καὶ ὅλων τῶν προκατόχων, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐργασίας ταύτης, τῆς ἀποῤῥεούσης ἐκ τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς. Αἱ καλαὶ καὶ πατριωτικαὶ Κυβερνήσεις περιποιοῦνται τὴν γῆν, ὡς οἱ γονεῖς τὴν τροφὸν τῶν τέκνων των, διότι ἡ γῆ, αὐτὸ τὸ μέγα καὶ κολοσσιαῖον καὶ φυσικὸν ἐργοστάσιον, εἶναι ἡ πρωτίστη πηγὴ τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ πλούτου. Ἀλλ’ ἡ ἐργασία, ἂν μὴ γονιμοποιηθῇ ὑπὸ τῶν κεφαλαίων, παράγει καρποὺς περιωρισμένους καὶ μένει σχετικῶς ἄγονος. Διὰ μόνης τῆς χρήσεως τῶν ἀτομικῶν πόρων καὶ δυνάμεων ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἔργα μεγάλα καὶ σπουδαῖα, διὰ τῆς ἑνώσεως ὅμως τῆς ἐργασίας καὶ τῶν κεφαλαίων οὐ μόνον αἱ δυνάμεις ἑκάστου χρησιμοποιοῦνται, ἀλλὰ καὶ καθίστανται ὠφελιμώτεραι. Τὰ κεφάλαια ὅμως ταῦτα, τραπέντα εἰς ἄλλας ἐπιχειρήσεις, εἴτε ἐπωφελεστέρας εἴτε ἀσφαλεστέρας, ἐπήνεγκον τὴν δυσφορίαν τῆς ἀγροτικῆς τάξεως, καὶ ἐνίσχυσαν τὴν τοκογλυφίαν, τὴν τρομερωτέραν μάστιγα τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας.
§30ΔΑΓΡΕΣ. Τροποποιήσατε τὸν περὶ ἐκτελέσεως νόμον, καὶ θέλετε εὕρει χρήματα.
§31ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτὸ, κύριε συνάδελφε. Σήμερον οἱ πλεῖστοι τῶν γεωργῶν καὶ κτηματιῶν δανείζονται ὑπὸ ὅρους ἐπαχθεστάτους, μὲ τόκους βαρυτάτους, μὲ τόκους τοιούτους, ὥστε αἱ δανειζόμεναι προκαταβολαὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν κτήματός τινος ἀποῤῥοφῶσιν ἅπασαν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον τοῦ κτήματος τούτου, καὶ ἐνίοτε καὶ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν τοῦ ἰδιοκτήτου. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ πρωτίστη αἰτία τῆς τοκογλυφίας εἶναι ἡ ἔλλειψις ἐπαρκῶν κεφαλαίων, διατιθεμένων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς γεωργίας· τὸ ἐμπόριον, ὑπὲρ οὗ ἔχουσι διατεθῆ ἀρκετὰ χρήματα, δανείζεται διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ ὑπὸ ὅρους εὐνοϊκοὺς, καίπερ ὑποκείμενον εἰς μυρίας περιπετείας καὶ πλείστους κινδύνους, ἡ δὲ γεωργία, ἡ παρέχουσα ἀσφαλῆ ἐχέγγυα τὰ θετικὰ καὶ πάγια κεφάλαια τῆς ἰδιοκτησίας, δανείζεται ὑπὸ ὅρους ἐπαχθεῖς καὶ βαρυτάτους, διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς χρηματικῶν κεφαλαίων, διότι τῇ κατ’ ἀριθμητικὸν λόγον ζητήσει τῶν κεφαλαίων συμπαρομαρτυρεῖ ἡ κατὰ γεωμετρικὸν λόγον αὔξησις τῶν τόκων. Ὡς λέγει ὁ κ. Δαγρὲς, βεβαίως ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τις αἰτία τῆς τοκογλυφίας, τὴν ὁποίαν συνιστῶ εἰς τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ προκύπτουσα ἐκ τῆς πολυχρονίου καὶ πολυπλόκου διαδικασίας, εἰς ἣν ἐκτίθενται οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐκ τοῦ πλημμελοῦς μερικῶν διατάξεων καὶ διατυπώσεων τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Αἱ ἐθνικαὶ πρόσοδοι τοῦ Κράτους, καταπονηθεῖσαι ὑπὸ τῆς φορολογίας, ἐξαιτοῦται σήμερον τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δυνάμεθα νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὰ κεφάλαια διὰ τῶν κεφαλαίων. Ἡρακλείους στήλας δὲν ἔθετο ἡ θεία πρόνοια εἰς τὴν ἀνθρωπίνην διάνοιαν καὶ δραστηριότητα· παρατηρήσατε τοὺς πρὸ εἰκοσαετίας ἐθνικοὺς πόρους, συγκρίνατε αὐτοὺς πρὸς τοὺς τῆς σήμερον, καὶ θέλετε ἐκπλαγῆ ἐκ τῆς γιγαντιαίας προόδου αὐτῶν, προελθούσης ἐκ μόνης τῆς ἀτομικῆς φιλοπονίας. Τὴν ἀτομικὴν ταύτην φιλοπονίαν ὀφείλει νὰ ἐνισχύσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ περιστείλῃ τὴν τοκογλυφίαν, τὴν τείνουσαν εἰς τὴν διαίρεσιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς δύο τάξεις, τὴν τῶν πενήτων, στερουμένων καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, καὶ τὴν τῶν πλουσίων, ἀπολαμβανόντων τῶν πάντων ἐν ἀνέσει. Ἅπαντες εἶναι ἱκανοὶ πρὸς ἀπόκτησιν πλούτου καὶ δόξης, καὶ μόνον ἂν ἐν μέσῳ ἡμῶν παρατηρήσητε, θέλετε εὕρει ἀνωτάτους ἀξιωματικοὺς τοὺς πρὶν στρατιώτας, ἀνωτάτους ὑπαλλήλους καὶ Ὑπουργοὺς τοὺς πρὶν γραφεῖς, τραπεζίτας τοὺς πρὶν ὑπαλλήλους καταστήματός τινος, ἅπαντας ἀνελθόντας τὰς ὑπάτας τῆς κοινωνίας βαθμίδας διὰ τῆς φιλοπονίας. Ἡ σύστασις Γεωργικῆς Τραπέζης θέλει δώσει ὤθησιν εἰς νέας παραγωγικὰς ἐπιχειρήσεις, καὶ θέλει αὐξήσει τὰς ἐθνικὰς προσόδους τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῶν ὁποίων αἱ Κυβερνήσεις δέον νὰ στηρίζωσι τὸ οἰκονομικὸν αὑτῶν οἰκοδόμημα, ὅπως σώσωσι τὸ κλυδωνιζόμενον ἐθνικὸν σκάφος ἀπὸ τοῦ ἐπαπειλοῦντος αὐτὸ οἰκονομικοῦ ναυαγίου.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητῶ νὰ διευκολύνω τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ναυτικοῦ. Ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας κυρίως καὶ ἡ ναυπήγησις τῶν θωρηκτῶν ἠνάγκασε τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν νὰ προαγάγῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ. Κατὰ συνέπειαν εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὴν ἀδυναμίαν, ὅπως διὰ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων πληρώσωμεν ὑπηρεσίας εἰδικὰς, εἴτε ἐμπιστοσύνης. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδιον, δι’ οὗ καθίστανταί τινες τῶν θέσεων θέσεις θαλασσίου ὑπηρεσίας, ὥστε νὰ δύνανται οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ εἰδικοὶ τῆς ἐμπιστοσύνης νὰ λαμβάνωσι τὰς θέσεις ταύτας, καὶ οὕτω νὰ λειτουργήσῃ εὐχερῶς ἡ ὑπηρεσία. Τὴν μεταβολὴν ταύτην περιορίζω εἰς δύο ἔτη μόνον, ἕως ὅτου κανονισθῶσι τὰ τῶν θέσεων αὐτῶν. Δύο ταμεῖα, τὸ τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ καὶ τὸ τῶν χηρῶν, εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν δύσκολον, ἴσως μετὰ μικρὸν χρονικὸν διάστημα ἀδυνατήσωσι νὰ ὑπάρχωσι. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ταμείων τούτων, δὲν γνωρίζω δὲ τίνες περιστάσεις δὲν τὴν ἔφεραν εἰς ἀποτέλεσμα. Τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰς περιστάσεις τῶν δύο αὐτῶν ταμείων, καὶ ἐσκέφθη περὶ τρόπου βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν καταστάσεως· ἐπειδὴ δὲ ἄλλος τρόπος δὲν ἦτο δυνατὸς, ἠθέλησε νὰ ἀφομοιώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ταμεῖον τοῦτο πρὸς τὰς παροχὰς, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ ταμεῖον τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς. Δὲν ἔλαβον εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου ὅλα τὰ πλεονεκτήματα καὶ ὅλας τὰς δωρεὰς, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἐκεῖνος παρέχει εἰς τὰ ἄλλα ταμεῖα, ἔλαβον μόνον ἐκείνας αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὸ ναυτικόν. Τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον μετ’ ἐκθέσεως ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ληφθῇ ἀνάγκη καὶ ζητηθῶσιν ἐξηγήσεις, θέλω δώσει αὐτὰς κατὰ τὴν συζήτησιν. Ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς Παρασκευῆς μοὶ ἐζήτησε τὸν λόγον τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ ἀπολύσεως τῶν ἀνδρῶν τοῦ πληρώματος τοῦ θωρηκτοῦ «Ὕδρας», τῶν ὁποίων εἶχε λήξει ἡ θητεία, καὶ εἶπον ὅτι εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ προβῶ εἰς τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν, διότι δὲν ἦτο εὐκαταφρόνητος ὁ ἀριθμὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἀπέλθωσι κατὰ τὸν νόμον. Ὑποβάλλω τὴν κατάστασιν ταύτην, ἐκ τῆς ὁποίας θέλει φωτισθῆ ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ οἱ συνάδελφοι, οἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ λάβωσι γνῶσιν· ἐὰν δὲ ζητήσῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος λεπτομερείας, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ παράσχω ταύτας.
§33ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἑκατὸν ἓξ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἀφεθῶσι.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 112–113).
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, προεκλήθη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ σκεφθῇ καὶ λάβῃ μέτρα διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ἀρχῶν ἀπὸ τῆς παραλίας τῆς Κυπαρισσίας εἰς τὴν Κυπαρισσίαν. Ἥκιστα ἥρμοζεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὴν πρόκλησιν ταύτην, ν’ ἀπευθύνωσιν αὐτὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς. Οἱ κύριοι οὗτοι εἶχον ἄλλον σκοπὸν καὶ ὄχι νὰ ὑπηρετήσωσι τὸν τόπον. Οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὴν πρόκλησιν, εἶναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μετὰ τῶν Ὑπουργῶν συναντῶνται, καὶ δι’ ἐπιστολῶν ἀκόμη συνδιαλέγονται μετ’ αὐτῶν. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πρόσκλησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν λαμβάνει μέρος, καὶ ἠδύνατο καὶ τότε, ἠδύνατο καὶ πάντοτε, συναντῶν τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ παραστήσῃ αὐτοῖς τὸ πρᾶγμα, τὴν ἀνάγκην τῆς μεταθέσεως τῶν εἰρημένων ἀρχῶν. Οἱ πλεῖστοι τῶν παρόντων Βουλευτῶν ἦσαν μέλη τῆς παρελθούσης Βουλῆς καὶ γνωρίζουσι τὴν ἱστορίαν τοῦ ζητήματος τούτου, οἱ νεωστοὶ δὲ ἐλθόντες εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ οἱ ἐκτὸς αὐτοῦ παρηκολούθησαν καὶ ἐνθυμοῦνται τὰς μακρὰς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀγορεύσεις. Ἐπαναλαμβάνω λέγων, ὅτι ἥκιστα ἥρμοζεν εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, σοβαρὸν ἄνδρα, ἀξιοῦντα τὴν πρώτην θέσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν ἰδιαιτέραν αὐτοῦ πατρίδα. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του, ὅτι «ἰδοὺ καὶ πάλιν ἀναμιμνήσκομαι τοῦ τρυφεροῦ ὑμῶν ζητήματος». Ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ ἰδιαιτέρως, ὅπως ἐπέλθῃ τὸ προσῆκον ἀποτέλεσμα, ἐὰν ἡ γνώμη του ἦτο ὀρθή. Ἐκεῖνος ὅμως, τὸν ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ κατηγορήσωσιν οἱ δύο ἔντιμοι συνάδελφοι, εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν οὔτε τὰς ἰδέας του οὔτε τὰς ἀρχάς του ἐλησμόνησεν, οὔτε ἑαυτόν. Ἐνόσῳ Ἤμην ἀντιπολιτευόμενος, ἐξέφραζον τὰς γνώμας μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παρελθοῦσαν· ὅταν ὅμως ἦμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἄτομον, δὲν ἔρχομαι ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ὑποσχεθῶ εἰς τοὺς συμπολίτας μου πράγματα, ἀλλὰ μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐκθέτω τὰς αἰτήσεις μου, αἵτινες πραγματοποιοῦνται, καὶ τότε βλέπουσιν οἱ συμπολῖταί μου, ἐὰν ἐργάζωμαι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῶν. Ἡ ἱστορία μου καὶ τὸ παρελθόν μου μαρτυρεῖ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πολιτεύομαι. Τοιοῦτος ὑπῆρξα καὶ ὡς φίλος τῶν Κυβερνήσεων, τοιοῦτος καὶ ὡς ἀντίθετος. Οἱ συμπολῖταί μου, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐτίμησαν διὰ τόσον καταπληκτικῆς πλειονοψηφίας, γνωρίζουσιν ὅτι, εἴτε φίλος εἶμαι τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε μὴ, εἴτε εἶμαι Ὑπουργὸς, εἴτε μὴ, πάντοτε θέλω ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν μου.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς σταλείσης εἰς Σαλαμῖνα, Αἴγινα καὶ Μεγαρίδα πρὸς ἐξέτασιν τῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 114).
§38ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ τυπωθῶσι καὶ ὅλαι αἱ ἐκθέσεις καὶ αἱ βεβαιώσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ συνεκέντρωσεν ἐκ διαφόρων σημείων, καὶ ἐφ’ ὧν ἐστήριξε τὰς γνώμας της.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὗται εὕρηνται εἰς τὸ γραφεῖον, καὶ ὅστις θέλει δύναται νὰ τὰς ἀναγνώσῃ.
§40Α. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπεχείρησε νὰ μᾶς δώσῃ ἓν μάθημα περὶ τῶν καθηκόντων μας. Ὑπηνίχθη δὲ εἰς τὴν ὁμιλίαν του τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὁ ὁποῖος, δὲν ἀμφιβάλλω, θέλει δώσει εἰς αὐτὸν τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν, καὶ ἐμέ. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι παρὰ Ὑπουργοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος. «Εἶσθε φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ δύνασθε ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, εἰς τὰ ἰδιαίτερα δωμάτια καὶ τὰς αἰθούσας τῶν Ὑπουργείων, νὰ κάμητε τὰς δεούσας παραστάσεις περὶ ἑκάστης ὑποθέσεως.» Τὴν θεωρίαν ταύτην οὔτε τὴν ἀνέγνωσα εἰς κἀνὲν δημοσιολογικὸν σύγγραμμα, οὔτε τὴν ἤκουσα ποτὲ ἐκφερομένην παρά τινος, οὔτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὔτε ἀλλαχοῦ. Ὁ Βουλευτής, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ἔχει δικαιώματα καὶ καθήκοντα, καὶ τὴν ἐνάσκησιν αὐτῶν ποιεῖται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπισήμως. Ὅταν πρόκηται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Βουλευτὴς περὶ ὑποθέσεως τόσον σημαντικῆς, οἷα εἶναι ἡ μετάθεσις τῶν δημοσίων ἀρχῶν ἀπὸ τῆς πόλεως Κυπαρισσίας εἰς τὴν παραλίαν, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τοὺς προθαλάμους τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς ὁμιλεῖ ἐνταῦθα... Περὶ τίνος πρόκειται σήμερον; Σήμερον ἐδόθη ἀφορμὴ περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐξητάσθη ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν· ἔλαβον δὲ τὸν λόγον, ἵνα συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο· δὲν ἔπραξα κατὰ τὴν συμβουλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν· ἴσως συμμορφωθῶ πρὸς αὐτὴν, ἀφοῦ μελετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, μὴ ἀκούων τὰς συμβουλὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, θέλοντος νὰ φιμώσῃ τὸ στόμα μου, διότι εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Βουλευτὴς ἐν οἱᾳδήποτε στιγμῇ, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὀφείλει τὰς παραστάσεις του, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ ζήτημα, νὰ ποιῆται δημοσίᾳ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἠπόρησα ὅταν εἶδον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἀνελθόντα εἰς τὸ βῆμα καὶ λαβόντα μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐπερωτήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν πρῶτος ἔδωσα ἀφορμὴν ἐγὼ, κατόπιν δ’ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σωτηρόπουλος. Ἤδη δὲ βλέπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μετεσχηματίσθη εἰς Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐθεώρησα ὅτι ὤφειλον νὰ κάμω, κατόπιν τῆς μομφῆς, τὴν ὁποίαν ἐπέῤῥιψε κατ’ ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διὰ τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς ἐμὲ σήμερον. Θέλω δὲ σκεφθῆ, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον δύναμαι νὰ ὠφεληθῶ ἀπὸ μάθημα τοῦτο. Ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος περίστασις, διὰ νὰ δώσῃ τοιοῦτον μάθημα, διότι οὔτε ὁ κ. Χρηστόπουλος οὔτε ἐγὼ ὑπεβάλομεν ἐπερώτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Πρόεδρος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν κατοίκων Κυπαρισσίας, καὶ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς ἐλάβομεν ἀμφότεροι τὸν λόγον. Τὸ πρᾶγμα ἦτο ἁπλούστατον, καὶ δὲν ἐννοῶ διατὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἤθελε νὰ παρεξηγήσῃ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὡμιλήσαμεν.
§42Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπικειμένης τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις πιστεύω ὅτι δὲν θὰ γείνῃ εἰκονική, ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω πληροφορίας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τῆς σήμερον ζητῶν τοιαύτας· παρακαλῶ δὲ τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου νὰ καταθέσωσιν αὐτὰς ἐγκαίρως. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλω ἀσχοληθῆ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ περὶ τοῦ τῆς δικαιοσύνης. Καὶ διὰ τοῦτο σήμερον ἐπαναλαμβάνω ἐπερώτησιν, ἣν εἶχον ὑποβάλει πρὸ τεσσάρων ἐτῶν καὶ πλέον καὶ ἥτις δὲν ἔτυχεν ἀπαντήσεως διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, εἴτε διότι δὲν ἤθελε ν’ ἀπαντήσῃ, εἴτε διότι δὲν εἶχε τὴν ἀριθμητικὴν ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίαν, κλονισθεῖσα ἐπὶ δύο περίπου ἡμέρας, προέβη εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς τοιχοκολλήσεως εἰς τὴν θύραν τοῦ Κοινοβουλίου διατάγματος περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶχον κατέλθει εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1887. Κατὰ τὴν ἐσχάτως δὲ γενομένην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, εἶπον ὅτι μετὰ τέσσαρα ἔτη ἀπὸ τῆς διαλύσεως ἐκείνης τῆς Βουλῆς ἔρχομαι νὰ συζητήσω τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ. Τότε ὁ μέχρι τοῦδε κατὰ τεκμήριον, πιστεύω δὲ καὶ ὁριστικῶς, συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς κ. Μπουφίδης, εἰρωνευόμενός με, ἠμφισβήτησε τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν, βεβαιουμένην ἐκ τῶν ἐπισήμων καὶ ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς· μὲ προεκάλεσε δὲ, ἐὰν τολμῶ, νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἤδη τὴν ἐπερώτησίν μου. Ταύτην ἐπαναλαμβάνω σήμερον, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ μορφώσω γνώμην ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς τε πρώην καὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Τὴν ἐπερώτησίν μου ἐπαναλαμβάνω σήμερον κατὰ λέξιν, ὡς τότε ὑπεβλήθη· συμπίπτει δ’ εὐτυχῶς ἡ ὑποβολὴ αὕτη μὲ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ ἐπάνοδον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ φίλων, πρό τινος ἀπομακρυνθέντων ἐκ τῶν βουλευτικῶν συνεδριάσεων. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἐκείνη κατὰ λέξιν ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν παρακαλῶ. «1) Νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς περιαγωγῆς τῶν αἰχμαλώτων τῆς Κούτρας ἐν Μακεδονίᾳ καὶ μέχρι Θεσσαλονίκης σχετικὰ ἔγγραφα, πληροφορῶν ταὐτοχρόνως αὐτὴν, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε λάβει ὑπόσχεσιν περὶ ἀμοιβαίας ἀνταλλαγῆς τῶν αἰχμαλώτων καὶ τῶν θέσεων, ἐὰν παρεβιάσθη ἡ ὑπόσχεσις αὕτη ἐκ μέρους τῶν Ὀθωμανῶν, καὶ ἂν ἐζητήθη διὰ τοῦτο λόγος. «2) Τί ὡρισμένως ἔλαβε χώραν, διαρκοῦντος τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἐν Σκιάθῳ· ἐὰν κατελήφθη ὑπὸ τῶν Αὐστριακῶν τὸ Ἑλληνικὸν τηλεγραφεῖον, ἐὰν ἐδόθη ἱκανοποίησις ἐπαρκὴς, καὶ ἂν ἐζητήθη ἀποζημίωσις διὰ τὰς ἐν τῷ λοιμοκαθαρτηρίῳ συμβάσας ὑπὸ Αὐστριακῶν ναυτῶν ζημίας.» Κύριοι, εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν σχεδὸν τὰ ¾ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατωρθώθη νὰ ἀποῤῥοφῶνται ἀπὸ τὸ λεγόμενον ἐξωτερικὸν ζήτημα, νομίζω ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἐκτελέσει τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἐὰν δὲν ὡδηγούμεθα ἐκ τῶν παθημάτων μας πρὸς μόρφωσιν πολιτικῆς, συμφερούσης εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τά τε ἐξωτερικὰ καὶ τὰ ἐσωτερικά· διότι, κατ’ ἐμὲ, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα εἶναι μᾶλλον ἐξωτερικὸν καὶ δικαστικόν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἐπερώτησιν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ. Τὸν παρακαλῶ δ’ ἐπίσης νὰ ἀνακοινώσῃ ἐπισήμως τὰ περὶ τοῦ Πατριαρχικοῦ ζητήματος, διότι ἀναγινώσκομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ περὶ τούτου, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπίσημα, καὶ ἐπὶ ζητήματος τόσον σπουδαίου ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἀπάντησις ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως εἰς τὴν περὶ τούτου ἐπερώτησίν μου, ἣν πρὸ πολλοῦ εἶχον ὑποβάλει. Καὶ τότε μὲν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐζήτησεν ἀναβολήν· ἐγὼ δὲ, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνδέχεται νὰ εἶχε λόγον σπουδαῖον πρὸς τοῦτο, δὲν ἐπέμεινα. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἤδη ἤρθη πᾶν πρόσκομμα, καὶ, ἐὰν οὕτως ἔχωσι τὰ περὶ τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀπαντήσῃ. Ἐπίσης, Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐρωτήσεις τινὰς εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν. Εἶχον ἐπιστολὰς ἰδίως ἐκ Βόλου καὶ ἐκ Χαλκίδος, ὅτι ἐπὶ μῆνας τὰ δικαστήρια δὲν δικάζουσι πολιτικὰς ὑποθέσεις, ἐκτὸς αἰτήσεων. Ἐγένετο τὸ ἄτοπον, τὸ ἀσυγχώρητον κατ’ ἐμὲ, νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου, οὕτω δὲ ἀπωλέσθη διὰ τὴν Δικαιοσύνην ὁ χρόνος δύο περίπου μηνῶν. Νομίζω ὅτι ἦτο ἀρκετὴ ἡ ἀπώλεια ἐκείνη, καὶ δὲν ἔπρεπε τὸ κακὸν νὰ ἐπιταθῇ. Ἐὰν, ὡς ὑποθέτω, ὁ λόγος ἦναι διότι φοβοῦνται οἱ δικασταὶ τὴν μετάθεσίν των, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, οὐχὶ εἰς μικρὰς δόσεις, ἀλλὰ διὰ μιᾶς γενναίας δόσεως νὰ μετακινήσῃ ὅσους σκοπεύει, ἵνα λειτουργήσει ἡ ἀργοῦσα Δικαιοσύνη. Ἐὰν αἱ ἐκ Βόλου δοθεῖσαί μοι πληροφορίαι ἦναι ἀκριβεῖς, πρὸ δύο μηνῶν οὐδεμία ὑπόθεσις πολιτικὴ συνεζητήθη ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ ἐκ τῶν πινακίων. Ἐπίσης ἐν Χαλκίδι πρὸ τριῶν μηνῶν οὐδεμία ὑπόθεσις πολιτικὴ συνεζητήθη ἐκ τοῦ πινακίου. Λαμβάνων δὲ ἀφορμὴν ἀπὸ τὸ ζήτημα τὸ δικαστικὸν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἔλυσεν ἤδη τὰς χεῖράς του καὶ εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερος εἰς ἀπεριορίστους μεταθέσεις, νὰ ἐκδώσῃ, εἰ δυνατὸν, μίαν ἐγκύκλιον διὰ τοὺς κυρίους Εἰσαγγελεῖς, ἵνα μὴ κοινοποιῶσι τὰ διατάγματα τῶν μεταθέσεων πρὶν ἢ δημοσιεύωνται αἱ ἀποφάσεις τῶν ἐκκρεμῶν ὑπὸ διάσκεψιν ὑποθέσεων· διότι αἱ ἀνασυζητήσεις εἶναι ἐπιζημιώταται ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ τοῦ χρόνου καὶ τῆς δαπάνης. Οὐχὶ βεβαίως διότι πρόκειται περὶ σπουδαίου τινὸς, ἀλλ’ ἀφοῦ, ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλω ἄλλας ἐπερωτήσεις, ἐνόμισα ὅτι, ἂν καὶ ἐπουσιῶδες τὸ πρᾶγμα, δύναμαι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀπαντήσῃ, διατὶ οἱ κύριοι Εἰσαγγελεῖς, Πρόεδροι καὶ Εἰρηνοδίκαι ἐπιτρέπουν τὸ κάπνισμα ἐντὸς τῶν αἰθουσῶν τῶν δικαστικῶν συνεδριάσεων, αἵτινες οὕτω μεταβάλλονται εἰς καπηλεῖα. Ὁποίαν περὶ αὐτῶν ἐντύπωσιν δύνανται νὰ σχηματίσωσιν οἱ ξένοι, ἐπισκεπτόμενοι τὰ δικαστήριά μας! Ἐπίσης ὑποβάλλω παράπονον τριῶν συμπολιτῶν μου, κρατουμένων διὰ πολιτικὰ χρέη εἰς τὰς φυλακὰς Βόλου, οἵτινες ἐκτυπήθησαν διὰ τοῦ ξίφους καὶ ἐξυβρίσθησαν δεινῶς ὑπὸ τοῦ ἀρχιφύλακος ἀνθυπολοχαγοῦ Ἀλέκου Μυλωνᾶ, καταγγέλλουσι δὲ καὶ εἰς τὴν ἐπιτόπιον ἐφημερίδα «Ἐθνικὸν Μεγαλεῖον» ἐν ἐκτάσει τὴν πρᾶξιν, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἐὰν ταῦτα ἦναι ἀληθῆ, καὶ ἂν ἐτιμωρήθη ὁ παρεκτραπείς. Πολὺς λόγος ἐγένετο κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Λαρίσσης ἐναντίον ἑνὸς ἀνθυπασπιστοῦ τοῦ πεζικοῦ, τοῦ Βλαχώνη, ὅστις διεδραμάτισε πρόσωπον ἡρωϊκώτατον. Καταγγελίαι πολλαὶ περὶ σπουδαιοτάτων ἀξιοποίνων πράξεων ἐδόθησαν ἔκτοτε. Εἶδον δ’ εὐχαρίστως, ὅτι ζητεῖται ὁ λόγος παρ’ ἐκείνων, οἵτινες κατηγγέλθησαν δι’ ἐκλογικὰ ἀδικήματα, καὶ χωρὶς νὰ προδικάσω τὴν καταγγελίαν κατὰ τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, δὲν ἐλυπήθην, διότι ἐκλήθη νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του συμφώνως μὲ τὸν νόμον· ἀλλὰ ἐπιθυμῶ νὰ τηρηθῇ μέτρον ἀμεροληψίας δι’ ὅλους. Ἐπειδὴ πολὺς καιρὸς παρῆλθε, τὰ δὲ ἀδικήματα καὶ αἱ βάσανοι, αἱ παρὰ τοῦ εἰρημένου ἀνθυπασπιστοῦ διαπραχθεῖσαι, ἦσαν πολὺ δεινότεραι τῶν κατηγοριῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἀνέγνων ὅτι καταδιώκεται ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τί ἔγεινεν ἔκτοτε καὶ περὶ τοῦ Βλαχώνη, διότι ἐδῶ εἰσήχθη ὁ Δήμαρχος ἀπ’ εὐθείας εἰς δίκην, ἐνῶ ἐκεῖ ἐγένετο καὶ ἀνάκρισις πρὸ μηνῶν, ἐν τούτοις ἀκόμη δὲν εἰσήχθη φαίνεται εἰς δίκην.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐκάματε ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν περὶ αὐτοῦ;
§44Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι, ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἦτο ἀπεσπασμένος εἰς τὴν χωροφυλακὴν, πρόκειται δὲ καὶ περὶ ἐκλογικῶν ἀδικημάτων. Τελευταῖον, Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ ταχέως τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον εὗρον αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις καὶ τὴν στιγμὴν νὰ σκεφθῶσι περὶ μεγάρου ἐν Ἀθήναις τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις εἶναι κεκρυμμένη εἴτε εἰς ἐρείπια, εἴτε εἰς κτίρια, τὰ ὁποῖα πρὸς πᾶν ἄλλο δύνανται νὰ ὁμοιάζωσι, παρὰ πρὸς μέγαρα τῆς Θεᾶς Θέμιδος. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν καὶ πᾶν τυχὸν σχεδιάγραμμα, ἵνα κρίνωμεν, διατὶ μέχρι τοῦδε οὐδεμία ἐνέργεια πρὸς τοῦτο ἐγένετο. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν πληροφοριῶν θέλω φέρει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τελευταίας μου ἰδίως ἐρωτήσεως. Ὑποβάλλω, εὑρισκόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ ἀναφορὰν πλείστων συμπατριωτῶν μου ἐκ Βόλου, οἵτινες παραπονοῦνται κατὰ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τοῦ καπνοῦ, καὶ ζητοῦσι τὴν κατάργησιν τῶν καπνοκοπτηρίων. Συνιστῶ δὲ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλήν. Τέλος ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Κατὰ τὸ 1883, Κύριοι, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἐπανέλαβον δὲ τὴν ὑποβολὴν ἐκθέσεως συντόμου καὶ εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον, δηλ. εἰς τὴν Βʹ Σύνοδον τῆς Θʹ Περιόδου. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ἡ τότε Κυβέρνησις ἤκουσεν εὐμενῶς πως τὴν πρότασιν, δὲν προέβη ὅμως εἰς τὴν συζήτησιν. Ὑπάρχουσι θεσμοί τινες, οἵτινες πρέπει νὰ ὡριμάσουν, διὰ νὰ ψηφισθῶσι, καὶ ἄλλοι, οἵτινες διὰ τοῦ χρόνου γηράσκουσιν. Ἀπὸ τῆς πρώτης παρ’ ἐμοῦ ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου διέῤῥευσεν ἐννεαετία περίπου, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὡρίμασεν ἐπαρκῶς ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καταργηθέντος εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ ἄλλα Κράτη, ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας. Κατὰ τὸ 1884 καὶ 1885, νομίσας ὅτι εἶναι δυνατὸν τοὐλάχιστον, ἂν ὄχι νὰ ψηφισθῇ ῥιζικῶς ἡ κατάργησις, νὰ μετριασθῇ ὅμως τὸ αὐστηρὸν τοῦ θεσμοῦ, εἶχον ὑποβάλει εἰς δύο Συνόδους νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἐζήτουν τοὐλάχιστον νὰ περιορισθῇ ἡ προσωπικὴ κράτησις διὰ τοὺς ὑπογράφοντας ἐμπόρους μόνον συναλλαγματικὰς καὶ γραμμάτια, οὐδέποτε δὲ νὰ ἐπιβάλληται προσωπικὴ κράτησις διὰ ποσὸν κατώτερον τῶν 300 δραχμῶν· ἀλλὰ καὶ τότε δὲν ἐψηφίσθησαν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἐγένετο ὅμως ψηφοφορία της, ἵνα προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ πρότασις, καὶ παρετήρησα τότε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐφάνη εὐδιάθετος. Κατὰ τὴν τελευταίαν Περίοδον ἄλλος συνάδελφος, ὁ κ. Τζάνες, ὑπέβαλε τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ὥστε ἡ Βουλὴ, νομίζω, εἶναι πλέον ἕτοιμος νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον. Δύναται νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ, ἐὰν ἡ πλειοψηφία δὲν τὸ δέχηται· ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἔλθῃ μία συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀκουσθῶσιν αἱ ἐπὶ τούτου γνῶμαι τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Τὸ νομοσχέδιόν μου ἔχει καὶ σύντομον αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δείξῃ διάθεσιν πρὸς συζήτησιν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ συζητήσω καὶ διὰ μακρῶν ν’ ἀποκρούσω τὴν γνώμην τὸν τυχὸν ἐναντιοφρονούντων.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 115.)
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ τῆς πρώτης αἰτήσεως τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, ὅπως καταθέσω τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν περιαγωγὴν τῶν αἰχμαλώτων τῆς Κούτρας ἐν Μακεδονίᾳ, καθὼς καὶ τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν κατάληψιν τοῦ τηλεγραφείου Σκιάθου, ὅταν λάβω τὴν ἐπερώτησιν ἐγγράφως, θέλω ἀναζητήσει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰς ὑποθέσεις ταύτας, ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ κρίνῃ, ἐὰν δύναται νὰ παρουσιάσῃ αὐτὰ ἄνευ βλάβης τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ἐὰν τοῦτο ἀβλαβῶς δύναται νὰ γείνῃ, βεβαίως θέλω τὰ καταθέσει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ περὶ τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ζήτημα, ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐπερατώθη, ἐπερατώθη δὲ, καθ’ ὅσον γνωρίζομεν, συμφώνως πρὸς τὰς αἰτήσεις τοῦ Πατριαρχείου καὶ συμφώνως πρὸς τὰς τάσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ ὀκταετίας ἐπεδείξαντο. Ἐν τῷ μακρῷ τούτῳ ἀγῶνι τὸ Πατριαρχεῖον ἐπεζήτησε νὰ ἐπιτύχῃ παρὰ τῆς Ὑ. Πύλης τὴν πλήρη ἀναγνώρισιν καὶ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν ὅλων τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ ἀρχαῖα βεράτια καὶ κατὰ τοὺς κανονισμοὺς ἀνεγνωρίσθησαν. Ταύτην ὅμως τὴν στιγμὴν δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἂν ἦναι πλήρης καὶ ἀκεραία ἡ ἀναγνώρισις τῶν προνομίων, διότι ὁ ἰραδὲς δὲν μετεφράσθη εἰσέτι ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ δὲν ἐστάλη ἔτι. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰραδὲ αὐτοῦ ἐξεδόθη ὁ τελευταῖος τεσκερὲς, ὁ ἀποσταλεὶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὰ Πατριαρχεῖα· οὐδεμίαν ὅμως ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐκ τῆς ἡμετέρας Πρεσβείας ἐν Κωνσταντινουπόλει, εἶναι ἀληθὴς, διότι προέρχεται ἐξ αὐτῶν τῶν Πατριαρχείων. Ἐν αὐτῷ λοιπὸν τῷ ἰραδὲ, ἐν αὐτῷ τῷ τεσκερὲ, ὅστις συνοψίζει ἢ συμπληροῖ ὅλους τοὺς προηγουμένους τεσκερέδες, διὰ τῶν ὁποίων ἀλληλοδιαδόχως ἀνεγνωρίσθησαν τὰ διάφορα θέματα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν περὶ τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου συζήτησιν ἀπὸ ὀκταετίας, ἐν αὐτῷ τῷ ἰραδὲ εὕρηται ὅ,τι τὸ Πατριαρχεῖον ἰσχυρίζετο ὅτι εἶχε παραχωρηθῆ πρὶν ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἴσχυε. Τὰ θέματα ταῦτα ἦσαν πολλά. Ἦσαν τὸ περὶ ὁρκωμοσίας καὶ κρατήσεως τῶν κληρικῶν, τὸ περὶ λύσεως τοῦ γάμου καὶ περὶ ἀποδόσεως προικὸς καὶ περὶ τραχώματος, τὸ περὶ διατροφῆς τῆς συζύγου μετὰ τὴν λύσιν τοῦ γάμου καί τινες ἄλλαι λεπτομέρειαι τῆς διατροφῆς· τὸ περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν σχολείων, τὸ περὶ ἁρμοδιότητος καὶ δικαιοδοσίας ἐπὶ τῶν διαθηκῶν. Ὅλα ταῦτα, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ἐπισήμους ἡμῶν, ἐλύθησαν διαδοχικῶς διὰ τῶν διαφόρων τεσκερέδων· τέλος δὲ διὰ τοῦ ἰραδὲ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου συνετάχθη ὁ τελευταῖος τεσκερὲς, συνεπληρώθησαν αἱ ἐξηγήσεις συμφώνως πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Πατριαρχείου. Ὅταν ἀποσταλῇ ἡμῖν μεταπεφρασμένος ὁ ἰραδὲς οὗτος, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ λάβῃ λεπτομερεστέραν γνῶσιν τῶν ἀποφασισθέντων, δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω πληρέστερον τὰ ἐν αὐτῷ.
§47ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον καὶ εἰς τὸν κ. Χρηστόπουλον, ὅτι οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως Βουλευταὶ δύνανται νὰ ὑποβάλλωσι τὰς συστάσεις των καὶ τὰς παρακλήσεις των ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ δὲν πρέπει νὰ φέρωσιν αὐτὰς ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν μὲ ἔπεισε νὰ μὴ κάμω εἰς αὐτὸν μίαν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ἐσκόπουν νὰ κάμω. Εἶναι πασίγνωστον, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὀλίγην ἢ μᾶλλον οὐδεμίαν προσοχὴν δίδουσιν εἰς τὰς δικαίας παρακλήσεις καὶ συστάσεις τῶν φίλων αὐτῶν Βουλευτῶν, διὰ λόγον ἐντελῶς ἀκατανόητον· καὶ ἐννοῶ μᾶλλον τοὺς ἄλλους Ὑπουργοὺς, παρὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Οἱ συμπολῖταί μας δὲν γνωρίζουσι τοῦτο, νομίζουσι δὲ, ὅτι ἡμεῖς παραμελοῦμεν νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν μας. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη, δι’ ὁμιλιῶν τουλάχιστον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ γνωρίζωσιν οἱ συμπολῖται ἡμῶν, ὅτι ἡμεῖς ἐργαζόμεθα διὰ τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν μας, ὅσον δυνάμεθα. Ἂν δὲ οἱ κύριοι Ὑπουργοί, διὰ λόγον, ἐπαναλαμβάνω, ἐντελῶς ἀκατανόητον, δὲν θέλωσι νὰ δίδωσι κἀμμίαν προσοχὴν εἰς τὰς δικαίας παρακλήσεις μας, ἡμεῖς δὲν πταίομεν. Διὰ τοῦτο θὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου γνωρίζω, ἐκ παραστάσεων τῶν ναυτικῶν τῆς ἐπαρχίας μου καὶ ἐξ ἐνεργειῶν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Ἄνδρου, ὅτι ἀπόλυτος καὶ κατεπείγουσα ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ τοποθετηθῇ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν τοῦ λιμένος Ἄνδρου ὑπαρχόντων ὑφάλων φανὸς, διότι ἐκ τῆς ἐλλείψεως τούτου λαμβάνουσι χώραν δυστυχήματα, συχνότατα προσκρουόντων ἐπὶ τῶν ὑφάλων αὐτῶν πλοίων, καὶ ἡ ἔλλειψις αὕτη εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἀτάκτου συγκοινωνίας τῆς Ἄνδρου, διότι ἐν καιρῷ νυκτὸς καὶ χειμῶνος τὰ ἀτμόπλοια καὶ τὰ ἄλλα πλοῖα δὲν τολμῶσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν λιμένα, διὰ τὸν φόβον τῆς προσκρούσεως αὐτῶν εἰς τοὺς εἰρημένους ὑφάλους. Ὅτε δὲ προχθὲς ὁ κ. Σχινᾶς ὡμίλησε σχετικῶς, ἤτοι περὶ τοῦ φωτισμοῦ τῶν ἑλληνικῶν παραλίων, καὶ ἀνέφερε περὶ τεύχους, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐδημοσιεύθησαν αἱ ἐκθέσεις ἁρμοδίας τινὸς ἐπιτροπῆς περὶ τῶν κατασκευαστέων φάρων καὶ φανῶν, ἀνέτρεξα εἰς τὸ τεῦχος τοῦτο καὶ εἰς τὸν ταὐτοχρόνως ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τῶν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, καὶ μετ’ ἀπορίας εἶδον, ὅτι οὔτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μεταξὺ τῶν ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου κατασκευασθησομένων φάρων καὶ φανῶν ἀναγράφεται ὁ περὶ οὗ πρόκειται φανὸς, οὔτε μεταξὺ τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινομένων ἑκατὸν περίπου τοιούτων, καὶ ἐκ τούτου προκύπτει, ὅτι ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Σχινᾶς, ὅτι ἐπιπολαίως ἔκρινε περὶ τῶν μέτρων τοῦ φωτισμοῦ τῶν παραλίων ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ σοφοῦ κ. Μαρκοπούλου. Ἐζήτησα πληροφορίας ἐκ μέρους συμπολιτῶν μου, γνωριζόντων κάλλιον τὰ ναυτικὰ τοῦ τόπου, καὶ ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχοντα σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητος ἡ ἀνάγκη καὶ τὸ κατεπεῖγον τῆς ἱδρύσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται φανοῦ (ἀναγινώσκει): «Καὶ ἄλλοτε, λέγει ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπή, ἀνεφέραμεν τῷ Σ. Ὑπουργείῳ τοὺς μεγίστους κινδύνους, οὓς ὑφίστανται οἱ ναυτιλλόμενοι ἕνεκεν τῶν ἔξωθι τοῦ λιμένος Ἄνδρου ὑπαρχόντων ὑφάλων, καὶ παρεκαλέσαμεν νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως τεθῇ ἐπ’ αὐτῶν φανὸς, πρὸς ἀποσόβησιν τῶν κινδύνων, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18,860 ἔτους 1887 ἐγγράφου του παρήγγειλε τῷ Νομομηχανικῷ Κυκλάδων νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν, μετὰ προϋπολογισμοῦ, διαγράμματος καὶ ὑδρογραφικοῦ χάρτου, ἀλλ’ ὁ μηχανικὸς δὲν ἐξετέλεσε τὴν παραγγελίαν, καὶ ἔκτοτε παρημελήθη ἡ ὑπόθεσις. Ἤδη δὲ, λαμβάνουσα ἀφορμὴν ἐκ τῆς πρὸ ἡμερῶν γενομένης ἐπὶ τῶν ὑφάλων ἐν καιρῷ νυκτὸς προσκρούσεως πλοίου τινὸς, οὗτινος οἱ ναῦται καὶ οἱ ἐπιβάται διέτρεξαν σπουδαῖον κίνδυνον νὰ ἀπολεσθῶσι, παρακαλεῖ τὸ Ὑπουργεῖον ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ, νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, ὅπως ὅσον τάχιον ἱδρυθῇ ὁ φανὸς, πρὸς ἄρσιν τῶν κινδύνων καὶ τῶν ζημιῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ Ἄνδρος, ἐκ τῶν κατ’ ἐξοχὴν ναυτικῶν ἐπαρχιῶν οὖσα, προσφέρει διὰ τῆς ναυτιλίας της εἰς τὸ ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν μεγάλα ποσὰ, καὶ δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ ἐκ τούτου τὴν κατασκευὴν φανοῦ, ἀπαιτοῦντος δαπάνην οὐχὶ μεγάλην.» Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι κατὰ τὸν χειμῶνα καὶ τοῦ κ. Γουδῆ τὰ ἀτμόπλοια καὶ τὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας συχνότατα καθυστεροῦσι καὶ δὲν προσεγγίζουσιν εἰς Ἄνδρον, διότι, ἐπειδὴ αἱ ἡμέραι εἶναι μικραί, κάμνουσι δὲ καὶ ἄλλας προσεγγίσεις, δὲν προφθάνουν νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἄνδρον καὶ ν’ ἀναχωρήσωσιν ἐκεῖθεν ἐν καιρῷ ἡμέρας, φοβοῦνται δὲ νὰ εὑρεθῶσι πρὸ τῶν ὑφάλων ἐκείνων ἐν καιρῷ νυκτὸς, καὶ πολλάκις τὰ ἀτμόπλοια, μόλις ἔφθασαν ἔξωθι τοῦ λιμένος, ἐπέστρεψαν, χωρὶς νὰ προσεγγίσωσιν, ἐπαναφέροντα τοὺς ἐπιβάτας εἰς Σῦρον. Τὰ δὲ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας Κουρτζῆ, πολλάκις φθάσαντα ἀργὰ εἰς Ἄνδρον, δὲν εἰσῆλθον εἰς τὸν λιμένα, διὰ τὸν φόβον τῶν ὑφάλων ἐν καιρῷ νυκτὸς, ἀλλὰ διηυθύνθησαν εἰς Σμύρνην, καὶ μετέφερον ἐκεῖ καὶ τοὺς δι’ Ἄνδρον ἐπιβάτας καὶ ἐμπορεύματα· ἐκ τούτου δ’ ἐγένοντο καὶ γίνονται πολλαὶ ζημίαι εἰς τοὺς ἐπιβάτας. Ἐκτὸς τῆς εἰρημένης χρησιμότητος τοῦ φανοῦ, θὰ χρησιμεύσῃ οὗτος καὶ εἰς πρόληψιν ναυαγίων, ἰδίως ξένων πλοίων, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συχνὰ λαμβάνουσι χώραν εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀνατολικῇ παραλίᾳ τῆς Ἄνδρου ἐκτεινομένους ἀποτόμους βράχους, τῶν πλοίων ἐκείνων, ἅτινα εἰς τρικυμιώδεις νύκτας, παρεκκλίνοντα πρὸς νότον, χάνουσι τὸ φῶς τοῦ μεγάλου ἐπὶ τῆς Ἄνδρου φάρου, τοῦ ἀπέναντι τοῦ Καφηρέως, καὶ ἑπομένως χάνουσι τὴν μεταξὺ Εὐβοίας καὶ Ἄνδρου διάβασιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ παραγγείλῃ τῇ ἁρμοδίᾳ ὑπηρεσίᾳ νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ὅσον τάχιον, ἵνα πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν συμπεριληφθῇ καὶ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος μεταξὺ τῶν φανῶν, οἵτινες θὰ κατασκευασθῶσι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, παραλειπομένου ἑνὸς ἄλλου, ὀλιγώτερον κατεπείγοντος. Ἐπειδὴ δὲ μοὶ παρετηρήθη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι εἶναι ζήτημα, ἐὰν ὁ φανὸς αὐτὸς πρέπῃ νὰ κατασκευασθῇ διὰ δαπάνης τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν, ἢ διὰ δαπάνης τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Ἄνδρου, λέγω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι καθόλου ζήτημα· ὁ νόμος ῥητῶς ἀναφέρει, ὅτι μόνον οἱ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τῶν λιμένων χρησιμεύοντες φανοὶ κατασκευάζονται δαπάνῃ τῶν λιμενικῶν ταμείων, οἱ δὲ γενικωτέρας χρήσεως τοιοῦτοι, οἱ βοηθητικοὶ λεγόμενοι, οἷος εἶναι ὁ περὶ οὗ πρόκειται, κατασκευάζονται δαπάνῃ τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸ μάθημα, ἔντιμε συνάδελφε, δὲν ἦτο γενικὸν, τὸ μάθημα ἦτο δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξαιτοῦνται τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ μάθημα ἦτο διὰ νὰ περιστείλῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκπληροῦσι πραγματικῶς τὸ καθῆκόν των, καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἐξελθόντα τῆς τροχιᾶς του ὡς Ὑπουργοῦ, ἐνῷ ἴσως ὤφειλε νὰ σιωπήσῃ· ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ἀμυνθῇ, καὶ ἠμύνθη. Τοιαῦται ἐπερωτήσεις, ὡς ἡ ἰδική σας, προέρχονται ἀπὸ χρηστοῦ καὶ εἰλικρινοῦς συνειδότος, καὶ τοιαῦται ἐπερωτήσεις δύνανται ν’ ἀπευθύνωνται πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκ τῆς θέσεως ταύτης. Τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ ἐγεννήθη ἡ συζήτησις, ἦτο ζήτημα ἐξαντληθὲν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς τὴν Μεσσηνίαν, εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὸ Κράτος ὁλόκληρον, ὅτι οἱ Βουλευταὶ τῆς Μεσσηνίας, οἱ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐκτὸς ἑνὸς, ἐπεδίωξαν καὶ ἐπεζήτουν τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ἀρχῶν εἰς τὴν πόλιν· ἦτο περιττὴ κατὰ συνέπειαν ἡ ἐπερώτησις, ἡ ἀπασχολήσασα τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, φειδόμενος τοῦ χρόνου, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀμυνόμενος Βουλευτής, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ δώσω μάθημα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἐλησμόνησαν ἑαυτοὺς, τὸ ἀξίωμά των καὶ τὸ παρελθόν. Εἰς τὴν ὑμετέραν ἐπερώτησιν καὶ εἰς τὴν τοῦ ἐντίμου ἐκ Λαρίσσης συναδέλφου δὲν θ’ ἀπαντήσω σήμερον εἰς τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ δώσω πλήρη τὴν ἰδέαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἐπειδὴ ὅμως εἶμαι εἰς τὸ βῆμα, θὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Λαρίσσης συνάδελφον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ κανονίσασα τὰ σημεῖα, ἐφ’ ὧν θὰ ἀνεγερθῶσι φανοὶ, δὲν ἀπετελεῖτο μόνον ἀπὸ τὸν Κελλενὲκ καὶ τὸν Μαρκόπουλον, ὁ ὁποῖος εἰδικῶς κατέγεινε εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἓξ νομίζω ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, τῶν ὁποίων δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ ὀνόματα κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, παρήγγειλα ὅμως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μοὶ τὰ σημειώσωσι, καὶ ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελε διαρκέσει ἀκόμη ἡ ὁμιλία σας, ὥστε νὰ φθάσῃ ἐν καιρῷ ἡ σημείωσις, ἵνα τὴν ἀναγνώσω καὶ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ τὰ ὀνόματα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τῶν συσκεψαμένων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη οὐδ’ ἐπιπολαίως ἐσκέφθη, οὐδ’ ἀπετελεῖτο ἐκ μελῶν, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἔχωσι γνώσεις καὶ πεῖραν, ὡς ἐκ τοῦ βαθμοῦ, ὃν εἶχον, διὰ νὰ κανονίσωσιν ἀκριβῶς τὰ σημεῖα, ἐφ’ ὧν ἔπρεπε νὰ ἱδρυθῶσι φανοί. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἀξιωματικοὺς ἱκανωτάτους καὶ πείρας οὐ τῆς τυχούσης, διότι εἶναι ναύαρχοι καὶ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, καὶ ἡ μελέτη αὐτῶν δὲν ἦτο ἐπιπόλαιος, ἦτο μελέτη προερχομένη ἐκ πληροφοριῶν, ἃς ἔδωσαν ὅλα τὰ ναυτιλλόμενα Κράτη, ὅλαι αἱ ἑταιρίαι, αἱ ὁποῖαι διέρχονται τὰ παράλια ἡμῶν, ἦτο μελέτη, ἣν ἔκαμαν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀξιωματικοὶ, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των διερχόμενοι ἐκ τῶν παραλίων ἡμῶν, ἦτο μελέτη, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν καὶ ὁ Κελλενὲκ καὶ ὁ Μαρκόπουλος ἐπὶ τόπου. Ἀναφέρω ταῦτα, ἵνα ἐξαγάγω τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ μιᾶς ἀνακριβείας, καὶ ἀποκρούσω, οὕτως εἰπεῖν, τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν προσῆψεν εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ διὰ τοῦτο παρέτεινα ὀλίγον τὴν ὁμιλίαν μου· θέλω ὅμως ὁμιλήσει ἄλλοτε ἐκτεταμένως, ἀφηγούμενος τὴν ἱστορίαν τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ νὰ λείψῃ πᾶς ὑπαινιγμὸς εἰς τὸ μέλλον καὶ πᾶσα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπίθεσις, ἣν ἔκαμεν ὁ τὸ πρῶτον ἤδη εἰσελθὼν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συνάδελφος κ. Σχινᾶς.
§49ΣΧΙΝΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐλάμβανε τὴν καλωσύνην νὰ διέλθῃ τὴν πρώτην σελίδα τοῦ τεύχους «περὶ φωτισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν παραλίων», τὸ ὁποῖον χθὲς εἶχον ἀνὰ χεῖρας, καὶ ἔπειτα διήρχετο καὶ τὰς λοιπὰς σελίδας, ἤθελε παρατηρήσει, ὅτι ἐν μὲν τῇ πρώτῃ σελίδι ῥητῶς ἀναφέρεται ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν συνέστησεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, συνισταμένη ἐξ εὐϋπολήπτων ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους τιμῶ καὶ ἐκτιμῶ, ὡς τοῦτο ἐδήλωσα εἰς τὴν προτέραν μου ὁμιλίαν, μὴ παραλείψας νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν συνέστησεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶναι ἐπιτροπὴ συνισταμένη ἀπὸ ἄνδρας εἰδικοὺς καὶ ἐπιστήμονας, διότι γνωρίζω καὶ τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, καὶ σέβομαι τὰς γνώσεις ἁπάντων. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν παρατηρήσητε εἰς τὸ τέλος τῆς ἐκθέσεως τῆς αὐτῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι, θέλετε ἴδει καὶ θέλετε μάθει, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνέστησε καὶ ὑπέδειξε μόνον τὰς θέσεις, οἱ δὲ κύριοι Κελλενὲκ καὶ Μαρκόπουλος συνέταξαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν αὐτοί, δὲν ὑπέβαλον δὲ εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἐπιτροπὴν, ἵνα τὴν κυρώσῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς της. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ ἔκθεσις τῶν κυρίων Κελλενὲκ καὶ Μαρκοπούλου δὲν φέρει τὸ κῦρος τῆς ὑπογραφῆς τῶν ἐπισήμων ναυτικῶν, δὲν τὴν δέχομαι· δὲν τὴν δέχομαι δὲ, διότι, ὡς γνώστης τῶν παραλίων ἐκείνων, καὶ ὡς μελετήσας εἰδικῶς καὶ ἐγὼ, δύναμαι νὰ ἐπιφέρω γνώμην. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, ὁ ἐκπλέων ἐκ τοῦ Εὐβοϊκοῦ κόλπου καὶ διευθυνόμενος πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην θὰ προτιμήσῃ τὸ μεταξὺ τῆς στερεᾶς τῆς Θετταλομαγνησίας στενὸν, ἢ θέλει ἀναπτυχθῆ, διαπλέων ἀνωφελῶς ἕως 15 μίλια, διὰ νὰ διέλθῃ τὸ φωτιζόμενον αὐτὸ στενὸν, ἤτοι τὸ μεταξὺ Σκοπέλου καὶ Σκιάθου; Εἶπον ὅτι σήμερον διά τε τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν οὐδὲν ἄλλο ζητεῖται ἢ ἡ συντομία, τὸ κέρδος τοῦ χρόνου. Πῶς λοιπὸν θέλετε, ἐν χειμῶνι, εἰς τὴν ἀναπεπταμένην ἐκείνην θάλασσαν, τὴν βρίθουσαν νησιδίων, πῶς θέλετε νὰ ἀναπτυχθῇ ἐπὶ 10 καὶ 15 ἢ 20 μίλια ὁ ναυτικὸς, ὄχι ὁ πλέων διὰ τοῦ ἀτμοῦ, ἀλλ’ ὁ διὰ τῶν ἱστίων; Ἀλλ’ ὁ πλέων διὰ τῶν ἱστίων πῶς θέλει δυνηθῆ, πνεόντων μάλιστα βορειοανατολικῶν ἀνέμων, νὰ διευθυνθῇ πρὸς τὴν Σκόπελον καὶ νὰ κάμψῃ τὴν ἀνατολικῶς τοῦ ΜΑ. ἀκρωτηρίου τῆς Σκοπέλου νησίδα Ζογριὰν, διὰ νὰ διέλθῃ τὸ μεταξὺ Σκιάθου καὶ Σκοπέλου στενόν; Ἀλλ’ ἐὰν αὔριον, κύριε Ὑπουργὲ, παραστῇ ἀνάγκη νὰ μεταφέρωμεν στρατὸν εἰς Τσάγιαζι, πῶς θέλουσι διαπλεύσει τὴν νύκτα τὰ ἀτμόπλοια τὰ ἰδικά μας, τὰ διαπλέοντα τὸν Εὐβοϊκὸν κόλπον καὶ ἐξερχόμενα τούτου; θὰ κάμψωσι τὴν Σηπιάδα ἄκραν, ἢ θὰ παραπλεύουσι τὰ ΜΑ. τῆς Σκιάθου νησίδια, δαπανῶντα ἐπὶ πλέον δύο ὥρας; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι στρατιωτικὸς, καὶ γνωρίζει καὶ ἡμισείας ὥρας βραδύτης, τί σημαίνει εἰς τὰς στρατιωτικὰς κινήσεις. Ἔπρεπε δὲ νὰ γνωρίζῃ, πρὶν ἢ μοὶ ἀποδώσῃ τὴν αἰτίασιν, ὅτι ἤλεγξα σεβαστοὺς πρὸς ἐμὲ ἀξιωματικοὺς, ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῶν ἰδίων ἀξιωματικῶν, ἐὰν ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξῃ Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ᾖναι ὀρθὴ ἢ ὄχι, ἐὰν ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου, ἡ προταθεῖσα ὄχι μόνον ἐπὶ τῇ βάσει ἰδίας ἐμοῦ μελέτης, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει μελετῶν ἐξενεχθεισῶν ἀπὸ ὅλους τοὺς παραπλέοντας ἐκεῖθεν συμπατριώτας μου, ἐὰν ἡ γνώμη αὕτη ᾖναι ὀρθὴ ἢ οὔ, καθόσον κατὰ τὰ ἄλλα τὸ τεῦχος δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ πιστεύσω, ὅτι ἀξιωματικοὶ, τῶν ὁποίων θὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματα, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν μετὰ τοῦ Κελλενὲκ καὶ τοῦ Μαρκοπούλου τὸ σχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν παρ’ αὐτῶν, ἐὰν δὲν ἦσαν σύμφωνοι ὡς πρὸς τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξαν πρὸς αὐτοὺς ὁ Κελλενὲκ καὶ ὁ Μαρκόπουλος, δὲν πιστεύω ποτὲ, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἤθελον κάμει ἀμέσως παραστάσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ὑπῆρχε σήμερον εἰς τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων τὸ ζήτημα τοῦτο, διαμαρτηρία αὐτῶν. Δὲν πιστεύω δὲ, οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς καὶ ἂν ἦτο ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἦτο δυνατὸν τοιαύτην διαμαρτυρίαν νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ μὴ φέρῃ διόρθωσιν τῶν πραγμάτων, συμφώνως πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν. Ποῖοι δὲ ἦσαν οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖον ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν; ὁ ὑποναύαρχος Κανάρης, ὁ Λεβὲν, ὁ Σταματέλος, ὁ Σαχτούρης, ὁ Μιαούλης, ὁ ἀντιπλοίαρχος Ἀνδρέας Μιαούλης, ἅπαντες ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, διελθόντες πολλάκις τὰ παράλια αὐτὰ καὶ κινδυνεύσαντες εἰς τὴν νεότητά των ὡς ἀξιωματικοὶ, ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπῆρχον φανοὶ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα· ὥστε καὶ ἐκ πείρας ἰδίας εἶχον πλήρη γνῶσιν καὶ πλήρη εἰκόνα τῆς καταστάσεως ταύτης. Δὲν ἠδύναντο λοιπὸν, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, νὰ φέρωσι τροποποιήσεις τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον ὁ Κελλενὲκ καὶ ὁ Μαρκόπουλος; καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συστήσωσι συμπληρωτικὰ σημεῖα, διὰ νὰ φωτισθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ φωτισθῶσι; Διὰ τοῦτο εἶπον ὅ,τι εἶπον πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον, ὄχι διὰ νὰ τὸν μεμφθῶ, ἀλλὰ διὰ νὰ τῷ ὑποδείξω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιῤῥίψῃ μομφὴν τοιαύτην πρὸς ἐπιτροπήν, ἔχουσαν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ναύαρχοι καὶ ὑποναύαρχοι, ἀλλὰ καὶ διευθυνταὶ μικρῶν πλοίων, δυναμένων νὰ διέρχωνται ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα. Οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ, ἔχοντες τοιαύτην πεῖραν, δὲν εἶχον ἀνάγκην κἂν τῶν γνώσεων τῶν Κελλενὲκ καὶ Μαρκοπούλου, διὰ νὰ ἐκφέρωσι γνώμην, καὶ ἂν εἶχον ἀντίθετον γνώμην, θὰ εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ὑποβάλωσιν αὐτήν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὤφειλε νὰ τὴν σεβασθῇ. Τὴν ἀκόλουθον τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔκαμε τὴν ἐπερώτησίν του, μεταβὰς εὗρον τὸν κ. Μαρκόπουλον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐργάζεται σήμερον παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἠρώτησα καὶ ἀξιωματικούς, εἰς τὰς γνώσεις καὶ τὴν πεῖραν τῶν ὁποίων ἔχω πεποίθησιν· ἅπαντες δὲ μοὶ ἐξέφρασαν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν τοῦ συναδέλφου σήμερον, ἀλλὰ θὰ ὑποβάλω τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ ἔχω σχηματίσει καὶ ἐγὼ ἰδίαν πεποίθησιν, ἐκ τῶν ἐξετάσεων, τὰς ὁποίας θὰ κάμω· δὲν ἔχω σκοπὸν ὅμως διόλου νὰ παρεκκλίνω τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεγνώρισεν, εἰμὴ ὅταν ἀναγκασθῶ ἐκ τῶν περιστάσεων νὰ συγκαλέσω καὶ πάλιν τὴν ἰδίαν ἐπιτροπὴν, καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔκαμε παραστάσεις ὁ ἔντιμος ἐκ Λαρίσσης συνάδελφος, ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ τεθῶσι φανοὶ, καὶ τότε νὰ ἐπιβάλω εἰς τὸ ταμεῖον τῶν φάρων τὴν δαπάνην διὰ τὴν ἀνέγερσιν αὐτῶν.
§51ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐξακολουθεῖ παρανοῶν με καὶ διαστρέφων ὅ,τι εἶπον.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν λέξιν «διαστρέφων», διότι κἀμμίαν πρόθεσιν διαστροφῆς δὲν ἔχω, τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ σέβωμαι τὰς παραστάσεις τῶν συναδέλφων μου, καὶ νὰ πράττω πᾶν τὸ δυνατὸν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας.
§53ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Δὲν ἠθέλησα νὰ κατακρίνω τὸ τεῦχος, τὸ ὁποῖον εἶχον ἀνὰ χεῖρας, δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω τίποτε κατὰ τῶν ἐντίμων ἀξιωματικῶν, οὓς σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ. Ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι ἐν τῷ τεύχει ἐκείνῳ παρημελήθη μία τῶν κυρίων διαβάσεων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν συγκοινωνίαν μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης διὰ τοῦ Εὐβοϊκοῦ κόλπου. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται, κύριε Ὑπουργέ. Οἱ ἔξωθεν πλέοντες διὰ τῆς ἀνατολικῆς παραλίας τῆς Εὐβοίας πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην, ἢ ἀπὸ ταύτης καταπλέοντες, δύνανται νὰ προτιμήσουν τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον στενόν· οἱ ἐκπλέοντες ὅμως τοῦ Εὐβοϊκοῦ κόλπου καὶ πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην διευθυνόμενοι θέλουσι προτιμήσει τὸ μεταξὺ Θετταλομαγνησίας καὶ Σκιάθου στενόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ παράκλησίς μου πρὸς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ αὐτὴν παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐὰν δηλαδὴ θὰ προτιμήσῃ ὁ ἐκπλέων τοῦ Εὐβοϊκοῦ κόλπου ἐκ τῆς βορειοανατολικῆς ἄκρας τῆς Εὐβοίας πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην, ἤτοι ἐὰν συμφέρῃ εἰς αὐτὸν, νὰ διέλθῃ διὰ τοῦ ἑνὸς στενοῦ ἢ διὰ τοῦ ἄλλου. Ἐν τέλει, δὲ, καίπερ σεβόμενος ἀπείρως τὰς γνώμας τῶν ναυτικῶν ἀξιωματικῶν, δηλῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι, ὁσάκις πρόκηται περὶ ἀνεγέρσεως φάρων, εἰς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ναυτικοί, περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἔμπειροι, ἀνοίγονται εἰς τὰ Λιμεναρχεῖα κατάλογοι τῆς τοποθετήσεως τῶν φανῶν, καὶ ἕκαστος τῶν ναυτιλλομένων καὶ διευθυνόντων μικρὸν ἢ μέγα πλοῖον ἐκθέτει ἐν τῷ βιβλίῳ τὰς ἰδέας του, καὶ αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι, συγκεντρούμεναι καὶ ὑποβαλλόμεναι εἰς ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν εἰδικήν, μελετῶνται, καὶ κατόπιν ἐκφέρονται αἱ ἀποφάσεις περὶ τῆς ἀνεγέρσεως τῶν φάρων. Δὲν ἀπαιτοῦνται λοιπὸν πρὸς τοῦτο μόνον ἐπιστημονικαὶ γνώσεις.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι συνέστη ἐπιτροπή, ὁ δὲ τμηματάρχης τῶν φάρων ἀπηυθύνθη πρὸς ὅλα τὰ ναυτικὰ Κράτη, πρὸς ὅλας τὰς ἑταιρίας, τῶν ὁποίων τὰ πλοῖα παραπλέουσι τὰς ἑλληνικὰς θαλάσσας, καὶ λαβὼν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰς γνώμας αὐτῶν περὶ ἱδρύσεως φάρων εἰς τὰ διάφορα σημεῖα.
§55ΣΧΙΝΑΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Μαρκόπουλος, ἀφορᾷ τὴν διεθνῆ θαλασσοπλοΐαν. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τῆς ἑλληνικῆς ἀκτοπλοΐας καὶ τῶν στρατιωτικῶν σκοπῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ δώσωμεν βάσιν καὶ νὰ προτιμήσωμεν ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὴν διεθνῆ ἀκτοπλοΐαν, ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν συμφέρουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα· καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου ἐκείνην, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ θέσητε τὸ ζήτημα ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς προηγουμένως διετύπωσα, ἤτοι ἂν ὁ διαπλέων τὸν Εὐβοϊκὸν κόλπον καὶ ἐξερχόμενος διὰ τὴν Θεσσαλονίκην θὰ προτιμήσῃ τὸ μεταξὺ Σκιάθου καὶ Σκοπέλου ἢ τὸ μεταξὺ Θετταλομαγνησίας καὶ Σκοπέλου στενόν. Ὑπομιμνήσκω δὲ πάλιν, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑφάλου, ἡ ὁποία εὑρίσκεται μεταξὺ Θετταλομαγνησίας καὶ Σκοπέλου, πρὸ δύο ἐτῶν ἐξώκειλε ἀτμόπλοιον τῆς ἑταιρίας Φραισινέ· τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ ἡ διεθνὴς ἀτμοπλοΐα διέρχεται διὰ τοῦ στενοῦ ἐκείνου. Ἐὰν δὲ λάβῃ τὸν κόπον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μελετήσῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο καὶ μόνος ἐπὶ τοῦ χάρτου, θέλει πεισθῆ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου καὶ τῆς δυνάμεως τῶν ἰσχυρισμῶν μου.
§56ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατά τινα τῶν πρώτων συνεδριάσεων τῆς Συνόδου ταύτης, ὅτε ἡ Βουλὴ ἠσχολεῖτο περὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς κατέθηκε πίνακα ἐγγράφων τινῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν βεβαίωσίν του δὲν εὑρίσκοντο εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐξήγησε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔκρινεν, ὅτι τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἵνα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ζητήσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Εἶπεν ὅτι ὑποθέτει, ὅτι οἱ πρώην Ὑπουργοὶ εἶχον ἔγγραφα ἀνήκοντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καθόσον πρὸ δύο ἡμερῶν τῷ εἶχον ἀποσταλῆ παρὰ τοῦ πρώην Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τρία ἔγγραφα, ἀνήκοντα εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Προσέθηκε δ’ ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο ἄλλως πως νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς πρώην Ὑπουργούς, εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην, ἵνα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ζητήσῃ τὰ ἔγγραφα. Ὡς πρὸς τὸν πρῶτον λόγον παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν ἔγγραφον, ἀνῆκον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, εἶχεν ὁ πρώην Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· οὗτος εἶχε τρία ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τῷ εἶχον σταλῆ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Τομπάζη, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπεστάλησαν εἰς αὐτὸν ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ, ὡς Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀνεῦρεν ἐν τῷ γραφείῳ αὐτοῦ καὶ τὰ ἀπέστειλεν εἰς τὸν νῦν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου οὗτος δὲ, μὴ προσέξας ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀνῆκον εἰς τὸ Προεδρεῖον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διεβίβασε ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ἐπῆλθεν ἡ σύγχυσις, ἡ ὁποία ἔκαμε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ κ. πρώην Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶχεν ἔγγραφα ἀναγόμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ὡς πρὸς τὸν ἕτερον λόγον, παρατηρῶ ὅτι μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ πίνακος συνήντησα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε δυσκολίαν νὰ ἀποτείνῃ εἰς ἐμὲ τὸν λόγον, καὶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ποῖος ἦτο ὁ κύριος λόγος, ὁ ὁποῖος τὸν παρεκίνησε νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῶν ἐγγράφων. Ἐπειδὴ ὁ λόγος αὐτὸς δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν Βουλὴν, εἶναι περιττὸν νὰ τὸν ἀναφέρω. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν εἶπον τότε ῥητῶς, ὅτι οὐδὲν ἔγγραφον τῶν ζητουμένων εἶχον παρ’ ἐμοί. Ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι ἡ δήλωσις αὕτη ἤρκει. Ἀλλὰ μετ’ ἐκπλήξεως εἶδον τὴν ἐπιοῦσαν ὅλας τὰς ἐφημερίδας, τάς τε ἐπισήμους, ἡμιεπισήμους καὶ ἀσήμους, τοῦ Ὑπουργείου, ἀναγγελλούσας εἰς τὸ Ἑλληνικὸν, ὅτι εὑρέθη Ὑπουργὸς Ἕλλην, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς ἔγκλημα, ὁ ὁποῖος προέβη δηλαδὴ εἰς τὴν ὑπεξαίρεσιν ἐγγράφων ἐπισήμων, ἀνηκόντων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Δὲν ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀντεπεξέλθω κατὰ τῆς κατηγορίας ταύτης· τὴν εὗρον γελοίαν, τὴν εὗρον ποταπήν. Καὶ τὴν εὗρον γελοίαν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐγνώριζεν, ὅτε κατέθετε τὸν πίνακα τῶν ἐγγράφων, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα προέρχονται ἐξ ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουσι πρωτόκολλα· ἐγνώριζεν ἑπομένως, ὅτι, ἐὰν ἀπετείνετο εἰς τὰς ἀρχὰς ταύτας, ἠδύνατο ἀμέσως νὰ λάβῃ ἀντίγραφα τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζήτει. Δὲν ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὑπάρχει τις, ὑποθέτων με τοσοῦτον ἠλίθιον, ὥστε νὰ προβῶ εἰς ὑπεξαίρεσιν ἐγγράφων, τῶν ὁποίων τὰ πρωτότυπα ὑπάρχουσι παρ’ ἄλλαις ἀρχαῖς. Ἀλλ’ εὗρον τὴν κατηγορίαν ποταπὴν, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ κατηγορηθῇ Ὑπουργὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐπὶ πράξει, ἥτις ἀπάδει καὶ πρὸς τὴν θέσιν του τὴν κοινωνικὴν καὶ πρὸς τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατεῖχεν. Ἀλλ’ ἐὰν οὐδεμίαν ἔδωκα προσοχὴν εἰς τὴν κατηγορίαν ἐπὶ ὑπεξαιρέσει, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον, ἵνα κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, καθ’ ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρευρεθῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα τῶν ἐγγράφων τούτων, ὅπως τὸ ἐξετάσω ἐνώπιον ὑμῶν. Ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κατάλογος, ἐν ᾧ διάφορα ἔγγραφα ἀναφέρονται, καὶ τὰ πλεῖστα τούτων, Κύριοι, εἶναι ὑπηρεσιακὰ, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σχεδὸν οὐδέποτε περιέρχονται εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀφορῶντα εἰς καθέκαστα τῆς ὑπηρεσίας ὅλως ἀσήμαντα. Ὑπάρχουσιν ὅμως καί τινα, προερχόμενα ἐκ τῆς ἐν Παρισίοις Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, καὶ ἄλλα, ἀποσταλέντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον παρὰ τοῦ κυβερνήτου τῶν «Σπετσῶν», καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς σχετιζόμενα πρὸς τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων. Πρὶν ἢ εἰσέλθω ὅμως εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ καταλόγου, χρεωστῶ νὰ εἴπω τι ὡς πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ κατάλογος οὗτος συνετάχθη. Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἔλαβον τὸν κόπον νὰ ῥίψωσιν ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ καταλόγου τούτου, θὰ εὗρον κἄτι τι περίεργον, ὅτι ἀπέναντι τεσσάρων ἐγγράφων ἀπαντᾶται ἡ σημείωσις «εὑρίσκεται», «εὑρίσκεται», «εὑρίσκεται», «εὑρίσκεται». Ἄρα πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τοσαύτη βία ὑπῆρχεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως καταστρωθῇ κατάλογος ἐγγράφων δῆθεν μὴ ὑπαρχόντων, ὥστε συνετάσσετο ὁ πίναξ, ἐνῷ συγχρόνως ἐγίνετο ἡ ἐργασία πρὸς ἀναζήτησιν ἀκριβῶς τῶν ἐγγράφων, τῶν ἐν τῷ πίνακι ἀναγραφομένων· ἐνῷ δ’ ἐγράφετο ὁ κατάλογος τῶν ἐγγράφων τούτων παρά τινος τῶν ὑπαλλήλων, αἴφνης φθάνει ἕτερος ὑπάλληλος καὶ τῷ λέγει: μὴ γράφεις αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, διότι εὑρίσκεται. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ὑπάλληλος δὲν ἤθελε νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ καταστρέψῃ τὸν ἤδη συνταχθέντα κατάλογον, περιωρίσθη νὰ θέσῃ τὴν λέξιν «εὑρίσκεται». Ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν, Κύριοι, ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ ἀρχείου τοῦ Ὑπουργείου ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων. Ὅπως ἀποφύγω πᾶσαν τυχὸν ἀταξίαν εἰς τὴν ἐγγραφὴν ἐν τοῖς ἀρχείοις καὶ εἰς τὴν τοποθέτησιν καὶ φύλαξιν τῶν ἐγγράφων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων, ἐθεώρησα ὅτι εἶχον καθῆκον, ἵνα τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ δωματίῳ τοῦ Ὑπουργοῦ τηρήσω· ἀνέθηκα δὲ τὴν τήρησιν τοῦ ἀρχείου τούτου, τοῦ εἰδικοῦ, εἰς τὸν τμηματάρχην τοῦ Λογιστηρίου κ. Ἐργαστηριάρην. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἦσαν τοποθετημένα εἰς ὀκτὼ θήκας· ἐν ἑκάστῃ δὲ θήκῃ ὑπῆρχον οὐ μόνον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἄλλα καὶ εὑρετήριον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνεγράφοντο σαφῶς τὰ ἐν τῷ ἐγγράφῳ περιεχόμενα. Τοιουτοτρόπως ὑπῆρχε φάκελλος μεθ’ εὑρετηρίου τῶν γενομένων προκαταρκτικῶν ἐργασιῶν πρὸ τῆς ναυπηγήσεως τῶν πλοίων (ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τῆς Γαλλίας, ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ ὑποναυάρχου κ. Λεζέν). Δεύτερος φάκελλος μεθ’ εὑρετηρίου τῆς μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ ἀρχιναυπηγοῦ κ. Δυπὸν ἀμειφθείσης ἀλληλογραφίας. Τρίτος φάκελλος μετὰ εὑρετηρίου τῆς μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς ἐν Παρισίοις Β. Πρεσβείας διαμειφθείσης ἀλληλογραφίας. Τέταρτος φάκελλος μετὰ εὑρετηρίου τῆς μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ ὑποναυπηγοῦ Γ. Βίμπου διαμειφθείσης ἀλληλογραφίας. Πέμπτος φάκελλος μετὰ εὑρετηρίου τῆς μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ κυβερνήτου τῆς «Ὕδρας» πλοιάρχου Μ. Βότσαρη διαμειφθείσης ἀλληλογραφίας. Ἕκτος φάκελλος μετὰ εὑρετηρίου τῆς μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ κυβερνήτου τῶν «Σπετσῶν» πλοιάρχου Κωνσταντίνου Σαχτούρη διαμειφθείσης ἀλληλογραφίας. Ἕβδομος φάκελλος μετὰ εὑρετηρίου τῆς μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ κυβερνήτου τῶν «Ψαρῶν» πλοιάρχου Μιλτιάδου Σαχτούρη διαμειφθείσης ἀλληλογραφίας. Τέλος φάκελλος μετὰ εὑρετηρίου τῆς μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ ἐπιμηχανικοῦ Ἐπαμεινώνδα Τσακάλη διαμειφθείσης ἀλληλογραφίας. Τῶν εὑρετηρίων τούτων, Κύριοι, πρὶν ἢ ἐγκαταλείψω τὸ Ὑπουργεῖον, ἔλαβον ἀντίγραφα καὶ ἔχω παρ’ ἐμοί. Ὅτε δ’ ἐπρόκειτο νὰ ἀναχωρήσω ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ἔδωκα ῥητὴν ἐντολὴν εἰς τὸν τμηματάρχην κ. Ἐργαστηριάρην, ἵνα, μόλις μεταβῇ ὁ διάδοχός μου, ἐγχειρίσῃ εἰς αὐτὸν τὴν κλεῖδα τοῦ ἑρμαρίου, τοῦ περιέχοντος τὰς θήκας ταύτας, καὶ παραδώσῃ τὰ περιεχόμενα ἔγγραφα, ὡς ἐπίσης ἔδωκα εἰς αὐτὸν ἐντολήν, ἵνα παραδώσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἔγγραφα ἐσφραγισμένα, περιέχοντα προτάσεις περὶ κατασκευῆς ἀνιχνευτικῶν πλοίων, ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησα, ὅτι δὲν εἶχον πλέον τὸ δικαίωμα ἵνα ἀποσφραγίσω, καθόσον ἐπρόκειτο περὶ προσφορῶν ἐνσφραγίστων ἐπὶ προκηρυχθείσης δημοπρασίας. Παρὰ τοῦ κ. Ἐργαστηριάρη, τμηματάρχου τοῦ Λογιστηρίου, ἔλαβον τὴν βεβαίωσιν, ὅτι παρέδωκε τὴν κλεῖδα, ἡ ὁποία κλεὶς παρεδόθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸν τότε ὑπασπιστὴν κ. Δαμιανὸν, καὶ ὅτι ὁ κ. Δαμιανὸς μετὰ παρέλευσιν τριῶν ἡμερῶν ἐβεβαίωσε τὸν κ. Ἐργαστηριάρην, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν ἐγγράφων, τῶν ἐν τῷ εὑρετηρίῳ περιεχομένων, ἔλειπεν. Ἀλλὰ προβαίνω περαιτέρω. Ἐν τοῖς ἀρχείοις ἀφῆκα ὄχι μόνον τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων ἔγγραφα, ὅλα τὰ ἐπίσημα, ἀλλὰ καὶ ἕτερα, μὴ ἐπίσημα· βεβαίως δὲ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἀρχεῖα αὐτὰ, θὰ εὗρεν, ὅτι ἐν αὐτοῖς καὶ ἰδιωτικὰς ἐπιστολὰς, παρὰ τοῦ κ. Βότσαρη ἢ ἄλλων προερχομένας, ἀφῆκα. Ἔχω δὲ αὐθεντικὰς πληροφορίας, ὅτι ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων, ὑπῆρχον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου αὗται ἦναι ἀκριβεῖς, ἢ ὄχι.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Θὰ ἀπαντήσω.
§58ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι λοιπὸν, μετὰ τὴν ὑμετέραν ἀπάντησιν, νὰ ἀναφέρω, ποῖαι εἶναι αἱ αὐθεντικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὑπαινίττομαι, καὶ νὰ προβῶ εἰς τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀπάντησις ὑμῶν θὰ μοὶ ὑπαγορεύσῃ.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς, ἀφότου ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἔλλειψιν ἀπὸ τῶν ἀρχείων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, καὶ ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτι δὲν ὑπέδειξα ὅτι ὑπεξήρεσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὰ ἔγγραφα. Ἐὰν αἱ ἐφημερίδες ἄλλως παρέστησαν τότε τὸ πρᾶγμα, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω. Καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ φράσις «ποταπὴ συκοφαντία», τὴν ὁποίαν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐξεστόμισεν ἐντεῦθεν, ἐὰν ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ, εἶναι ἄδικος, καὶ ἂν ἐπιμένῃ νὰ τὴν ἀποδίδῃ εἰς ἐμὲ, τὴν ἐπιστρέφω πρὸς αὐτόν· διότι διὰ πᾶν πρᾶγμα, ὅπερ δὲν ἔπραξα, ἐὰν μοὶ ἐπιῤῥίπτηται μομφὴ ἢ ὕβρις, δὲν δύναμαι νὰ τὴν δεχθῶ· θὰ τὴν ἐπιστρέψω εἰς ἐκεῖνον, ὅστις μοὶ τὴν ἀπευθύνει. Ἐγὼ εἶπον τότε, ὅτι τοιαύτη ὑπῆρχεν ἀταξία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ὥστε τὰ διάφορα τμήματα αὐτοῦ ἐνήργουν τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἔφερε σύγχυσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ διεξαγάγῃ τὸ τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ, εὑρίσκεται εἰς τὸ τμῆμα τοῦ Λογιστηρίου. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ διεξαγάγῃ τὸ τμῆμα τοῦ ὑλικοῦ, διεξαγόμενον ὑπὸ τοῦ τμήματος τῶν φάρων. Ἡ σύγχυσις αὕτη ἔφερε μεγάλην ἀταξίαν, οὕτως ὥστε πολλὰ τῶν ἐγγράφων τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας νὰ μὴ φθάσουν μέχρι τῆς καταχωρήσεως, καὶ ὅταν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας ἔλαβον ἀνάγκην ἐγγράφου τινὸς, ζητήσας αὐτὸ, δὲν τὸ εὗρον· ἐκ τῆς περιστάσεως δὲ ταύτης μοὶ ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι πολλὰ τῶν ἐγγράφων ἐλλείπουσιν. Ἐζήτησα νὰ μοὶ κάμωσι κατάστασιν καὶ μοὶ ἀναφέρωσι τὰ ἔγγραφα· γινώσκων δὲ καλλίτερον τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας παντὸς Ὑπουργείου καὶ παντὸς κλάδου, διότι ὑπῆρξα στρατιώτης, ἐργασθεὶς εἰς διάφορα γραφεῖα, καὶ υἱὸς Ὑπουργοῦ καὶ Βουλευτὴς, ἤξευρα ποῦ νὰ ζητήσω τὰ διάφορα ἔγγραφα. Μοὶ ὑπέβαλον τὴν κατάστασιν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ μοὶ ἀνέφερον, ὅτι τινὰ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἀνευρέθησαν. Ἐγὼ ἐπέστρεψα τὴν κατάστασιν, καὶ παρήγγειλα νὰ συντάξωσι νέαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ μοὶ ἀναφέρωσι τὰ εὑρεθέντα, διὰ νὰ ζητήσω τὰ ἐλλείποντα, καθ’ ὃν τρόπον τὰ ἐζήτησα. Τότε ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὅτε ἠγόρευεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἔντιμος συνάδελφος, ἐπειδὴ πρὸς αὐτὸν μὲ συνδέει φιλία, ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην νὰ ἀστειευθῶ πρὸς αὐτόν· ἀλλὰ τὴν ἀστειότητα, τὴν ὁποίαν εἶπον εἰς τρόπον ὥστε μόνος αὐτὸς νὰ τὴν ἀκούσῃ, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος παρεξήγησεν ἴσως, καὶ κατερχόμενος τοῦ βήματος, μοὶ ἀπηύθυνεν ὕβριν, ἥτις μὲ ἐξώθησεν εἰς τὸ νὰ παραγγείλω νὰ μοὶ στείλωσι τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος κατάστασιν· ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι κατὰ λάθος δὲν μοὶ ἔστειλαν τὴν καθαρογραφημένην κατάστασιν, ἀλλὰ τὴν ἄλλην, χωρὶς δὲ καὶ ἐγὼ νὰ ἐξετάσω αὐτὴν καλῶς, ἀπήντησα εἰς τὸν συνάδελφον ἐκεῖνον, παρακαλέσας αὐτὸν νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ ὅταν ἐγὼ ἀπέλθω τοῦ Ὑπουργείου, νὰ παραλληλίσῃ τὴν διοίκησίν μου μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ προκατόχου μου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ ὁμιλία τοῦ κ. συναδέλφου. Ἐζήτησα δὲ τὰ ἔγγραφα καὶ δι’ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ καὶ δι’ ἄλλης ὁδοῦ. Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἠξιώθη νὰ ὑπογράψῃ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, προτοῦ νὰ ὑπογράψῃ ταύτην, διεξήγαγεν ἀγῶνα ἐθνικὸν μὲ τὰ διάφορα Κράτη. Ἅμα τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἔπεσεν, ἡ διάδοχος Κυβέρνησις καὶ οἱ φίλοι αὐτῆς ἀνῆλθον τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ κατηγόρησαν αὐτοῦ, ὅτι διεξήγαγε προδοτικῶς καὶ κατὰ τρόπον ἀτιμάζοντα τὴν Ἑλλάδα τὸ ζήτημα! Ὁ μετὰ τῶν συναδέλφων του συκοφαντούμενος Ὑπουργὸς τότε τῶν Ἐξωτερικῶν ἐζήτησε νὰ τῷ δοθῶσι τὰ ἔγγραφα, διὰ ν’ ἀπολογηθῇ, ἀλλὰ δὲν τῷ ἐδόθησαν· ὅτε δ’ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον κατηγόρουν ὡς προδότην, εὑρέθη, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα ὁ προκάτοχος αὐτοῦ Ὑπουργὸς, ὁ κ. Τρικούπης, τὰ εἶχεν εἰς τὴν οἰκίαν του. Εἶναι παρὼν, καὶ ἂς μὲ διαψεύσῃ, ἐὰν δὲν λέγω ἀλήθειαν.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὰ εἶχον εἰς τὴν οἰκίαν μου, ὅπως καὶ τότε ἐξηγήθη, ἀλλ’ εὑρίσκοντο ἐν ἰδιαιτέρῳ ἑρμαρίῳ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ εἶπον τότε, ἐν τίνι ἑρμαρίῳ ἠδύναντο νὰ τὰ εὕρωσι· διότι, ὡς ἔγγραφα ἀνήκοντα εἰς τὸ ἐμπιστευτικὸν ἀρχεῖον, δὲν ἔπρεπε νὰ κατατίθηνται εἰς τὸ γενικὸν ἀρχεῖον.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐζητήθησαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ ἐν τοῖς ἀρχείοις καὶ ἐν τοῖς ἑρμαρίοις, ἀλλὰ δὲν εὑρέθησαν, καὶ ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἀπήντησεν, οὐδ’ ἠθέλησε νὰ δώσῃ τὰ ἔγγραφα· μετὰ μίαν δ’ ἑβδομάδα, ὅτε ὁ ὑπάλληλος τῆς ἐμπιστοσύνης του τὰ ἔθηκεν ἐκεῖ, ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Τρικούπης, καὶ μᾶς ἀπήντησεν ὡς ἀπήντησε, καὶ τότε κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Συνήθειαν λοιπὸν ἔχει ὁ κ. Τρικούπης νὰ κρατῇ ἐν τοῖς γραφείοις του ἔγγραφα ἀνήκοντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ διατὶ νὰ τρέξω τόσῳ μακράν; Μήπως καὶ πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Θεοτόκης, κατερχόμενος τοῦ βήματος, δὲν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εὑρίσκοντο εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον τοῦ κ. Τρικούπη; Ἱστορία τοῦ παρελθόντος, ἡ ἀποστολὴ τῶν ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν ἐκ μέρους τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, μοὶ ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσω, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἦναι ἔγγραφα τοιαῦτα εἰς χεῖρας τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαῦτα ἔγγραφα ὑπῆρχον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου δύνανται νὰ εὑρεθῶσι πρὸς μελέτην, ἠδύνατο νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι τὰ ὑπεξήρεσε; Τοιοῦτόν τι, κύριε Θεοτόκη, δὲν ἐξῆλθε τῶν χειλέων μου, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ, θὰ ἦτο δὲ παραλογισμὸς, ἐὰν τὸ ἔλεγον· διότι, ἐὰν ὑπῆρχεν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ θέσῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν διαχείρισιν ἢ τὴν διοίκησίν σας, ἠθέλατε εὕρει τὸν τρόπον, ὥστε σεῖς, ὡς Ὑπουργὸς, νὰ κατορθώσητε δι’ ἑτέρου ἐγγράφου τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο νὰ μὴ θεωρηθῇ σοβαρόν. Λοιπὸν δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος ἐγὼ δι’ ὅσα γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες, εἶμαι ὑπεύθυνος μόνον δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ἂν ὁ κ. Θεοτόκης δὲν θέλῃ νὰ τὰ ἐνθυμηθῇ, δὲν εἶναι καλῆς πίστεως. Δὲν εἶναι ἴσως γλῶσσα Ὑπουργοῦ αὐτὴ, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζομαι σήμερον, μὲ ἠνάγκασεν ὅμως ἡ συμπεριφορὰ τοῦ προκατόχου μου, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ μοὶ ἐπιῤῥίψῃ τοιαύτην ὕβριν, ὀχυρούμενος ὄπισθεν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες. Ὅπως, ὅτε κατὰ πρῶτον ἀνῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ πατήρ μου, οἱ τότε ἀντίπαλοι αὐτοῦ ἤρχισαν νὰ καυτηριάζωσι τὸ πρῶτόν του βῆμα, τὸ ἐπίσημον, τὸ πολιτικὸν, τὴν αὐτὴν τακτικὴν ἠθέλησαν οἱ φέροντες τὸ ὄνομα τῶν ἀντιπάλων ἐκείνων τοῦ πατρός μου ν’ ἀκολουθήσωσι πρὸς ἐμὲ κατὰ τὸ πρῶτον ἐπίσημον πολιτικόν μου βῆμα. Ὅτε τὸ πρῶτον ὁ πατήρ μου ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ εἰρημένοι ἀντίπαλοι αὐτοῦ εἶπον εἰς τὸν ἀείμνηστον Ὄθωνα, ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος εἶναι κλέπτης, καὶ ἀπὸ τότε ἤρχισεν ἡ κατὰ τοῦ πατρός μου ὕπουλος συκοφαντία, ὑποδαυλιζομένη μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ υἱὸς τοῦ ἀντιπάλου ἐκείνου καὶ νῦν ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξετέλεσε τὸ ἔργον τοῦ πατρός. Τοιαύτην τακτικὴν ἠθελήσατε ν’ ἀκολουθήσητε καὶ ἐπὶ τοῦ υἱοῦ ἐκείνου, τὸ πρῶτον ἐπισήμως ἀνερχομένου εἰς τὰ ὕψιστα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα. Ἀφοῦ τὸ βέλος τῆς συκοφαντίας σας δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ μέχρις ἐμοῦ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐσύρατε εἰς τὰς ὁδοὺς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς πατρίδος σας, συκοφαντοῦντες αὐτὸν μετὰ τοιαύτης τέχνης, ὥστε ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν καὶ ἡ Εὐρώπη νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ κατηγορία, τὴν ὁποίαν τῷ ἀπηυθύνατε, ἦτο ἀκριβὴς, ἐτολμήσατε, ἀφοῦ τότε δὲν ἠδυνήθητε νὰ σκεφθῆτε κἂν περὶ ἐμοῦ, ὅταν συλλήβδην περιεβάλλετε ὁλόκληρον τὴν οἰκογένειάν μου διὰ τῆς συκοφαντίας, ἐτολμήσατε σήμερον νὰ καυτηριάσητε τὴν τιμήν μου, καὶ ἐθέσατε εἰς τὴν γραφίδα τῶν ὀργάνων σας ὕβριν καὶ συκοφαντίαν, τὴν ὁποίαν, ἐὰν δὲν ἤμην Ὑπουργὸς, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνος τρόπου ἤθελεν ἀποπλύνει. Ἐρωτῶ σήμερον ἐγὼ, ὁ Βουλευτὴς τῆς Ἑλλάδος, ἦτο κλοπὴ ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν μὲ κατηγορεῖτε; Ἀπολογηθῆτε σεῖς, διότι σεῖς εἶσθε οἱ ἐργάται τῆς πράξεως ἐκείνης. Εὗρεν ἔδαφος ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀπευθύνῃ κατηγορίαν κατ’ ἐμοῦ καὶ νὰ θέσῃ εἰς τὸ στόμα μου λέξιν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἀπηύθυνα. Ἔψεγον τοὺς σήμερον ἀντιπολιτευομένους, ἀλλ’ οὐδέποτε τοιοῦτον στίγμα ἀπέδωσα εἴς τινα. Καὶ ὁμιλοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐπίκραναν τοσοῦτον, —καὶ οὗτοι ἔπρεπε νὰ λάβωσι βέλος παρ’ ἐμοῦ,— διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας ἠδυνάμην νὰ ὑπαινιχθῶ, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξα, σεβόμενος ἐμαυτὸν καὶ τὴν πατρίδα μου. Λοιπὸν δὲν κατηγόρησα τὸν πρώην Ὑπουργὸν ὡς κλέπτην, ἀλλὰ κατέδειξα ἐκ τῆς θέσεως ταύτης τὴν ἀνωμαλίαν καὶ τὴν σύγχυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
§62ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μετὰ προσοχῆς ἠκολούθησα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκτενῆ ἀγορεύσει του δὲν εὗρον σαφῆ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἣν ῥητῶς τῷ ἀπηύθυνα: εὑρίσκονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ναὶ ἢ ὄχι, τὰ ἔγγραφα τὰ σχετιζόμενα δῆθεν πρὸς τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν;
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα εὑρίσκονται, ἀλλ’ ὅταν τὰ ἐζήτησα, δὲν εὑρίσκοντο.
§64ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι ὁ ἐπιφορτισμένος τὴν τήρησιν τῶν ἐγγράφων μὲ ἐβεβαίωσεν ἐπισήμως, ὅτι πάντα τὰ ἔγγραφα, εὑρίσκοντο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, καὶ ὅτι τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην ἔλαβε παρὰ τοῦ ὑπασπιστοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέδωκε τὴν κλεῖδα. Ἀλλ’ ἔστω, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐγίνωσκε τὴν ἡμέραν τῆς ὑποβολῆς τοῦ πίνακος, ὅτι ἅπαντα τὰ ζητούμενα ἔγγραφα εὑρίσκοντο ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ἔμαθεν ὅμως κατόπιν· τί ἔπραξε;
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτε ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν κατάστασιν, τὰ ἔγγραφα δὲν εὑρίσκοντο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις σας μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐξήτασα τοὺς φακέλλους, καὶ μετὰ ἡμέρας ἀνευρέθησαν.
§66ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας δὲν εὑρέθησαν, τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὴν ἀπειρίαν τῶν ὑπαλλήλων σας, οἵτινες ἀνεζήτουν ταῦτα εἰς τὸ γενικὸν ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ἰδιαίτερον ἀρχεῖον, τὸ ὁποῖον παρεδόθη ὑμῖν παρὰ τοῦ κ. Ἐργαστηριάρη. Ἀλλ’ ἀδιάφορον. Ἐκ τῆς ὁμολογίας ὑμῶν ἐξάγεται, ὅτι, γενομένης τῆς δεούσης ἐρεύνης, εὑρέθησαν· τί ἐπράξατε μετὰ τὴν εὕρεσιν τῶν ἐγγράφων, ὅπως διασκεδάσητε κατηγορίαν, στηριζομένην ἐπὶ τῆς παρ’ ὑμῶν ἐν τῇ Βουλῇ καταθέσεως τοῦ πίνακος; Οὐδέν! Ἔχω λοιπὸν δικαίωμα νὰ κατηγορήσω τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι, ἐνῷ ἀπὸ τῆς 8ης Δεκεμβρίου, ὡς τοῦτο αὐθεντικῶς γνωρίζω, ἐγίνωσκεν, ὅτι εὑρέθησαν τὰ ἔγγραφα, ἐνῷ ἐγίνωσκε πόσος πάταγος ἐγένετο, καὶ πόσον ἡ ὑπόληψίς μου διεσύρθη οὐ μόνον παρὰ τῶν ἡμιεπισήμων φύλλων τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης, ἥτις, κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν γνώμην, παρ’ αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου γράφεται, δὲν ἐνόησεν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν τὸ καθῆκον, ἵνα εἴπῃ, ὅτι τὰ ἔγγραφα εὑρέθησαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἐλέγχω ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι μὲ ἀφήσατε ἔκθετον εἰς τὴν κατηγορίαν ὑπεξαιρέσεως ἐγγράφων, ἐνῷ ἐγινώσκετε, ὅτι δὲν ἦτο ἀληθής. Κάκιστα ἐπράξατε. Ἀλλ’ ἐνῷ λέγω, ὅτι κάκιστα ἐπράξατε, δὲν ἐκπλήσσομαι ἐπὶ τούτῳ· ἀτυχῶς ταῦτα εἶναι τὰ πολιτικὰ ἤθη τῆς ἐποχῆς, ἐν ᾗ ζῶμεν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ προέκυψεν ἕτερον ζήτημα, καὶ ἀναγκάζομαι ἵνα ἐπὶ τούτου εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐφημερίς τις, ἐπὶ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν βασιζομένη, προσέβαλεν ὑμᾶς ἀδίκως. Ἡ καθ’ ὑμῶν γενομένη προσβολὴ αὐτὴ αὕτη ἀπεδείκνυεν, ὅτι οὐδεμία ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ σχέσις μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν καθ’ ὑμῶν γραφέντων, διότι ἀπεδίδετο ὑμῖν πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ προέβην ὡς Ὑπουργὸς καὶ οὐχὶ ὑμεῖς. Τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἤρκει νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι οὐδεμία ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ σχέσις μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐπληροφόρησαν τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἐφημερίδα. Ἀλλά, καίτοι τοῦτο εἶναι καταφανὲς, ὅλαι αἱ ἐφημερίδες τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἡ ἐπίσημος ἔτι ἐφημερὶς αὐτοῦ, ἡ κατὰ τὴν κοινὴν ὁμολογίαν γραφομένη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἠρκέσθησαν, ὡς ἔπρεπεν, εἰς ἄμυναν τοῦ ἀδίκως προσβαλλομένου Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ προέβησαν εἰς κατηγορίας κατὰ τοῦ προκατόχου, καὶ ἐζήτουν λόγον παρ’ ἐμοῦ, πῶς προέβην εἰς συμφωνίας μετὰ τοῦ Moravia πρὸς προμήθειαν χρωμάτων, ἐναντίον ῥητῆς γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς πρὸς τοῦτο συστηθείσης. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θέλω φέρει τὸν λόγον, καὶ θέλω ἀποδείξει τὸ ὅλως ἀβάσιμον τῆς κατηγορίας· ἀλλὰ πρὸ τούτου ἔχω ἀνάγκην νὰ λάβω πληροφορίας τινάς. Παρακαλῶ λοιπὸν ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, ἵνα εὐαρεστηθῆτε νὰ καταθέσητε εἰς τὴν Βουλὴν· αʹ) τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπηύθυνε πρὸς τὴν ἑταιρίαν Moravia περὶ προμηθείας χρωμάτων· βʹ) τοὺς λογαριασμοὺς τῆς ἑταιρίας ταύτης κατὰ τὰ πέντε παρελθόντα ἔτη, καθ’ ἃ ἐχορήγει τὸ χρῶμα τοῦτο· γʹ) ἀντίγραφον γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς, ἐὰν τοιαύτη γνωμοδότησις ὑπάρχῃ, περὶ μὴ χρήσεως τοῦ χρώματος Moravia. Ὅταν τὰ ἔγγραφα ταῦτα καταθέσητε, θέλομεν ἐπανέλθῃ ἐπὶ τὸ ζήτημα. Σήμερον ἀρκοῦμαι, ἵνα ἐπαναλάβω, ὅτι κατ’ οὐδένα τρόπον ἐνέχομαι εἰς τὴν ἀποδοθεῖσαν ὑμῖν κατηγορίαν. Δὲν δύνασθε ὅμως νὰ εἴπητε ὑμεῖς τὸ αὐτὸ ὡς πρὸς τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα εἰς ὑμᾶς, ὅτι, ἐνῷ πρὸ δύο μηνῶν ἐγινώσκετε, ὅτι τὰ ἔγγραφα ὑπῆρχον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, οὐδὲ λέξιν εἴπατε, ἵνα μὲ ἀπαλλάξητε ἀδίκου κατηγορίας.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ δημοσιεύω ἀπαντήσεις εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω, τὸ εἶπον ἐκ τῆς θέσεως ταύτης· κατὰ συνέπειαν τὸ παράπονον τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχει θέσιν. Τότε ἠδυνάμην ἐγὼ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅταν ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔλεγον, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς ὑπεξήρεσε τὰ ἔγγραφα· ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον μόνον, ὅτι τοιαύτη σύγχυσις ἐβασίλευεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὥστε δὲν εὑρίσκοντα τὰ ἔγγραφα, καὶ βεβαίως θὰ τὰ εἶχεν ὁ τότε Ὑπουργός· καὶ ἐπειδὴ εἶχον τὸ προηγούμενον τῆς ἱστορίας τοῦ κ. Τρικούπη, ἔστειλα κλητῆρα, διὰ νὰ τὰ ζητήσῃ. Ὡς πρὸς δὲ τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὸ ἡμιεπίσημον θεωρούμενον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχει δίκαιον· αἱ ἐφημερίδες, αἱ φίλα φρονοῦσαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἠμύνθησαν κατὰ τῆς κατηγορίας, ἡ ὁποία προσήφθη εἰς ἐμὲ, καὶ κατεχώρησαν ὅλα τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψα τὸ συμβόλαιον μὲ τὸν Μοράβια, καὶ ἠρώτων τὴν «Ἀκρόπολιν», τί ἔχει ν’ ἀπαντήσῃ ὕστερον ἀπὸ αὐτὰ, ἠρώτων τὴν γνώμην της, ἀφοῦ ἐκείνη ἔγραψεν, ὅτι ἐγὼ ἐν ὥρᾳ νυκτὸς, κατὰ τὴν 19ην Δεκεμβρίου, ἐν κρυπτῷ ὑπέγραψα συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ὑπεχρέου τὸ Κράτος διὰ τρία ἔτη, ἐνῷ πρᾶξις τῆς ἐπιτροπῆς ἀπέκρουε τὴν τοιαύτην πρότασιν, καὶ ὅτι δὲν ὤφειλον ἐγὼ νὰ κάμω τὸ συμβόλαιον τοῦτο· καὶ ἔλεγον τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, ὅτι διεσπάθησα τὸ δημόσιον χρῆμα, ὅτι εἶμαι κλέπτης, καὶ ὅτι συνεταιρίσθην μετὰ τοῦ Μοράβια! Ὕστερον ἀπὸ τὴν ἐπίσημον ταύτην κατηγορίαν, ἠρώτησαν τὰ φύλλα τῆς Συμπολιτεύσεως, τί ἔχει ν’ ἀπαντήσῃ ἡ «Ἀκρόπολις», δὲν ἤγειραν δὲ κἀμμίαν κατηγορίαν εἰς τὸν κύριον προλαλήσαντα. Ταῦτα εἶχον ν’ ἀπαντήσω ἐπὶ ἀμφοτέρων τῶν ζητημάτων εἰς τὸν κ. Θεοτόκην.
§68ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην παρὼν, ὅτε ἐδευτερολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἤμην παρὼν, ἤθελον δώσει ἐγὼ πρῶτος τὸ παράδειγμα, ὅπως λήξῃ τέλος πάντων τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορμὴν πρῶτος ἔδωσεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός.
§69ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν νῦν καὶ τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κκ. Ὑπουργοὺς, πρωτίστως δὲ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, νὰ δώσουν προσοχὴν καὶ νὰ ἀκούσουν, ἐὰν ἐπιθυμῶσι, τὰ ἑξῆς, ἅπερ δὲν ἐπεθύμουν μὲν νὰ φέρω κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι ἤθελε θεωρηθῆ δευτέρα ἀταξία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ εἶχον δηλώσει τὴν πρόθεσίν μου, δὲν ἠδυνάμην καὶ νὰ ὑποχωρήσω. Κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ παρελθόντος ἔτους προεκηρύχθη δημοπρασία περὶ κατασκευῆς δύο φάρων ἐν τῇ νήσῳ Θήρας. Ἡ δημοπρασία διεξήχθη νομίμως ἐνώπιον τῆς κατὰ νόμον ἐπιτροπῆς, καὶ ἀνεδείχθη τελευταῖος μειοδότης εἷς ἐργολάβος. Ἀλλ’ ὁ ἐργολάβος οὗτος δὲν ἐτύγχανε φίλος τοῦ τότε ἰσχύοντος συστήματος· ἑπομένως ἐδέησε νὰ ἀκυρωθῇ ἡ δημοπρασία, ἀδιάφορον ἂν ὁ εἰρημένος ἐργολάβος εἶχε καταβιβάσει τὸ ἔργον κατὰ 23%. Προεκηρύχθη δευτέρα δημοπρασία, ἀλλ’ ἡ δημοπρασία αὕτη ἐγένετο εἰκονικῶς. Ὁ διευθύνων τότε τὸ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῶν φάρων καὶ φανῶν προεκήρυξε δημοπρασίαν, καὶ ἀνεβίβασε τὴν ἐγγύησιν τῆς δημοπρασίας, ἀντὶ 5% κατὰ τὸν νόμον, εἰς 10,000 δραχμῶν αὐθαιρέτως· διότι τὸ ποσὸν τῆς δημοπρασίας ἀνήρχετο εἰς 44 ἢ 45 χιλιάδας δραχμῶν. Ἐπαρουσιάσθη εἷς ἐργολάβος διὰ πληρεξουσίου ἑνὸς οἰνοπώλου Θηραίου, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν πρώτην ἀποτυχίαν — διότι καὶ εἰς τὴν πρώτην δημοπρασίαν εἶχε συναγωνισθῆ καὶ εἶχε καταβιβάσει 9 ἢ 12%, — ὑπέβαλεν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ἀντὶ 9%, ἅπερ προσέφερε διὰ τῆς ἐνσφραγίστου προσφορᾶς του, μετὰ τὸ ἄνοιγμα τῶν φακέλλων προσφέρει 24% ὀλιγώτερον. Ὁ κύριος τμηματάρχης, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου διεξήγοντο αἱ δημοπρασίαι, ἐδέχθη κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην δημοπρασίαν τὸν οἰνοπώλην, ὡς ἀντιπρόσωπον ἐργολάβου τινὸς, ἀλλὰ δὲν ἐδέχθη τὸν ἕτερον ἐργολάβον, ὁ ὁποῖος ἐπαρουσίασεν ὡς ἐγγύησιν γραμμάτιον οὐχὶ 10,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, 5%. Ὁ ἐργολάβος ἐκεῖνος διεμαρτυρήθη, καὶ ἐζήτησε τὴν ἐπιτροπήν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας, κατὰ τὸν νόμον, ἔδει νὰ διεξάγωνται αἱ δημοπρασίαι. Ὁ κύριος τμηματάρχης ὅμως ἀπέβαλε τὸν ἐργολάβον, ἐξαπατήσας αὐτὸν, καὶ εἰπών, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ δημοπρασία, καθόσον ἡ ἐπιτροπὴ δὲν παρίσταται. Ἀλλὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐξεδόθη ἔγκρισις ἐπ’ ὀνόματι τοῦ οἰνοπώλου. Ἡ ἐγγύησις ὅμως τῶν 10 χιλιάδων δραχμῶν (καὶ παρακαλῶ τὸν κ. πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἀκούσῃ αὐτὸ τὸ γεγονὸς) δὲν κατετέθη παρ’ οὐδενός! Καὶ δὲν ἐνέχεται μὲν ὁ πρώην Ὑπουργὸς εἰς τοῦτο, ἀλλὰ οἱ τμηματάρχαι, τοὺς ὁποίους συμβουλεύονται οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ ὁποῖοι ἐξαπατῶσι τοὺς Ὑπουργούς. Καὶ ἰδοὺ μία περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐξηπατήθη. Προεκηρύχθη ἐγγύησις, ὡς εἶπον, 10,000 δραχμῶν διὰ τὸ ἔργον τῶν φάρων, ἀλλ’ ἡ ἐγγύησις αὕτη μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου δὲν κατετέθη, οὔτε κἂν ἡ νόμιμος τῶν 5%. Ὁ εἷς τῶν φάρων ᾠκοδομήθη, ὁ ἕτερος ἴσως εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ. Κατὰ τὴν ὁμολογίαν ὅμως ὅλων τῶν εἰδημόνων ἐν Θήρᾳ, οἱ φάροι οὗτοι ᾠκοδομήθησαν ἐναντίον καθ’ ὁλοκληρίαν τῶν ὅρων τῆς δημοπρασίας καὶ τῶν κανόνων τῆς τέχνης, ὁ δὲ μηχανικὸς, ὁ ὁποῖος ἐπεστάτησε τελευταῖον ἐπί τινας ἡμέρας εἰς τοὺς φάρους αὐτούς, ἐλάμβανε χρήματα καὶ ἔδιδε πιστοποιήσεις, ὅτι ἡ ἐργασία ἐκτελεῖται κανονικῶς. Ἐφιστῶ λοιπὸν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τῶν φάρων αὐτῶν, διότι ὁ ἐργολάβος κ. Κορωναῖος ἐκ Πειραιῶς ἀνέλαβε μὲν τὸ ἔργον, δὲν μετέβη ὅμως παντάπασι, καὶ ἡ ἐργασία ἐπιστατεῖται καὶ ἐκτελεῖται ὑφ’ ἑνὸς οἰνοπώλου· καὶ ἐπειδὴ τὸ ποσὸν τῶν 35,000 δραχμῶν δὲν δύναται νὰ δαπανηθῇ, ὅταν οἱ τοῖχοι γίνωνται κατὰ τὸν Θηραϊκὸν τρόπον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ εἶδος τῆς ἐργασίας, πρὶν ἢ παραληφθῇ τὸ ἔργον καὶ πρὶν ἢ πληρωθῇ τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου, ἐὰν μέχρι σήμερον δὲν ἐπληρώθη· διότι πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἔχει προπληρωθῆ, οὐδεμία δ’ ἐγγύησις εἶναι κατατεθειμένη διὰ τὴν καλὴν κατασκευὴν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος φάρων. Λέγω δὲ, ὅτι ἠπατήθη ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, διότι δὲν ἐπρόσεξεν, ὅταν ἐπεκύρωσε τὴν δημοπρασίαν, ἐὰν τὸ γραμμάτιον τῆς ἐγγυήσεως ἐμπεριείχετο ἐν τῷ φακέλλῳ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀναλαβὼν τὴν πληρεξουσιότητα τοῦ ἐργολάβου οἰνοπώλης εἶναι ὁ καλπονοθευτὴς τοῦ 1887, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ παρουσιάσῃ ὡς ψηφίσαντας 600 εἰς τὸν δῆμον Οἴας, ἐκεῖ, ὅπου ποτὲ πλειότεροι τῶν 350 δὲν ἐψήφισαν, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς ἠθέλησε νὰ κάμῃ καλπονόθευσιν ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ, ἀλλὰ δὲν τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον πλέον, ὅπως τὸ 1887.
§70ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ὄνομά του;
§71ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Γεώργιος Ἀλεφοῦζος, οἰνοπώλης Ἀθηνῶν καὶ ἐργολάβος ἤδη τῶν φάρων Θήρας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ἐὰν καὶ μέχρι σήμερον δὲν κατετέθη ἔτι ἡ ἐγγύησις.
§72ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἕτερος ἐργολάβος;
§73ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὁ Ἀντώνιος Γαβαλᾶς, ἀρχιτέκτων, ὁ γνωστὸς ἐν τῇ κοινωνίᾳ Ἀθηνῶν καὶ ἔχων δίπλωμα τοῦ Πολυτεχνείου. Κατόπιν τούτου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὁ φόρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος δυνάμει νόμου εἰς τοὺς κατασκευαστὰς ἀσβέστου, δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῆς νήσου Θήρας, ἐκεῖ, ὅπου οὐδεμία ξυλεία ὑφίσταται. Ἡ καύσιμος ὕλη, δι’ ἧς κατασκευάζεται ἡ ἄσβεστος ἐν Θήρᾳ, πληρόνει φόρον ὑλοτομίας, ἐὰν προέρχηται ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, καὶ φόρον εἰσαγωγῆς, ἐὰν προέρχηται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὁπόθεν δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ, διότι πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ἔχει ἀπαγορευθῆ, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ φυλλοξήρας. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐπαρουσιάσθη ἐσχάτως, πρὸ δύο μόνον μηνῶν. Πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ὑπῆρχον αἱ κάμινοι, καὶ οὐδέποτε ἐλειτούργησε τοιοῦτος νόμος ἐκεῖ. Πρὸ δύο μηνῶν, ἅμα τῇ ἐλεύσει τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἰς τὰ πράγματα, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Θήρας ἐνόμισε καλὸν νὰ κλείσῃ τὰς καμίνους τῆς Θήρας, διὰ νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν περίστασιν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἡμῶν καὶ νὰ λέγουν: ἰδοὺ, ἡ νέα Κυβέρνησις, οἱ νέοι Βουλευταὶ, ἐπέβαλον νέους φόρους, πρὶν ἔλθῃ ἡ Βουλὴ νὰ τοὺς ψηφίσῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως ἀσύνηθες εἰς τὴν Θήραν καὶ τὸ ὁποῖον βλάπτει ἡμᾶς τοὺς πολιτευομένους· καὶ ἐννοοῦμεν νὰ μὴ βλαπτώμεθα ἐκ τῶν ῥαδιουργιῶν καὶ τῶν πράξεων ὑπαλλήλων τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 45′ μ. μ.