1890.12.22
4.518 στίχοι · 34.756 λέξεις · 309 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
τῆς 22 Δεκεμβρίου 1890.
(Σάββατον)
Ὥρα 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐδαφίου γʹ τοῦ ἄρθρου 4 (σελ. 14 τῶν πρακτικῶν) τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων εἶπον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν ταμείων μεταξὺ τῶν γραφέων καὶ τῶν Εἰρηνοδικῶν· καὶ ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι, ἐὰν αὐτοὶ ἦναι ὁμοιόβαθμοι, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ γίνωνται καὶ αὐτοὶ γραμματεῖς ἐπαρχείων. Δὲν ἀναφέρεται ὅμως τοῦτο, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§2Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§3ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τοὐλάχιστον νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἐστενογραφημένα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως εἰς τὰ ἐστενογραφημένα εἶναι πάντα σημειωμένα· ἄλλως τε ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σημειωμένη εἰς τὰ πρακτικά. (Μετά τινας ἄλλας παρατηρήσεις τὰ πρακτικὰ διορθωθέντα ἐπικυροῦνται).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα τοῦ μακαρίτου Ξενοφῶντος Γραμματικοπούλου, ἄλλοτε ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς, αὐτοκτονήσαντος, ὡς οἱ ἀρχαιότεροι τῶν Βουλευτῶν γνωρίζουσι, δι’ ἀναφορᾶς ἐξαιτεῖται τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§6ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δώσῃ κἄτι τι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ της, διότι ὁ μακαρίτης Γραμματικόπουλος ἦτο ἐκ τῶν ἀρχαίων καὶ μᾶλλον ἐργατικῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ ἀναφορὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ Ὑπουργεῖον θὰ δώσῃ τρεῖς δραχμάς.
§7ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παραδέχομαι τοῦτο, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς ἔχει ἀναγράψει κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἀνταποκρίνονται πρὸς ἀνάγκας ἄλλας, καὶ ὄχι εἰς τὴν ἀνάγκην, περὶ ἧς πρόκειται· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται μόνον νὰ συστήσῃ στενῶς τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§8ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἀφορῶσα πολυμελῆ οἰκογένειαν, ἐπαρουσιάσθη καὶ πέρυσιν. Ὁ πόθος τῆς Βουλῆς, νὰ παρασχεθῇ μικρά τις βοήθεια εἰς τὴν δυστυχῆ ταύτην οἰκογένειαν, εἶναι δίκαιος, ἀλλὰ τὸ νὰ σταλῇ ἁπλῶς ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἰσοδυναμεῖ πρὸς ἀπόθεσιν αὐτῆς εἰς τὰ ἀρχεῖα.
§9ΚΟΡΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν ἐν αὐτῷ μικρὸν κονδύλιον πρὸς βοήθειαν τῆς δυστυχοῦς οἰκογενείας τοῦ Γραμματικοπούλου, ἀφοῦ οὗτος ἦτο ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιφυλάσσεται ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ της.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ θέλω προθύμως φροντίσει, ἵνα ἐκπληρώσω τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς· λέγω δὲ τοῦτο, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτῆς τοιαύτην πίστωσιν. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὰ ἔξοδα αὐτῆς, τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων της. Τὸ βοηθεῖν τοὺς πένητας, τοὺς δεομένους βοηθείας, δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Βουλὴν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ διαβιβάσω τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἑτέρα ἀναφορὰ τοῦ Δρακούλη Ν. Κουράκου, ἐπικαλουμένου ἐπίσης τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἕνεκα καταιγίδος ἐκρημνίσθη ἡ οἰκία του. Παραπέμπεται καὶ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐζήτησε τὸν λόγον πρῶτος ὁ κ. Ζυγομαλᾶς.
§13ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διὰ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἡ πρώην Κυβέρνησις ἐπέβαλε φόρον βαρύτατον εἰς πάντας τοὺς κυνηγούς, κατώρθωσε δὲ οὕτω νὰ ἐλαττώσῃ σπουδαίως τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, διότι τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 10 καὶ 20 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ὁ καθείς. Πρὸς τούτοις δὲ ἡ βαρεῖα αὕτη φορολογία ἐχρησίμευσεν ὡς προτροπὴ τῶν πολιτῶν νὰ παραβαίνωσι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, διότι πάντες οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ κυνηγήσωσιν ἐπορίζοντο ἁπλῶς ἄδειαν ὁδοιπορίας ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς, καὶ οὕτω διέστρεφον ἢ μᾶλλον ἐκαλπονόθευον τὸν νόμον. Νομίζω ὅτι τὸ κακὸν αὐτὸ δύναται νὰ ἀρθῇ, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἐλαττωθῇ εἰς 3 δραχμὰς κατὰ τριμηνίαν καὶ 5 δραχμὰς ἐτησίως. Τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωμεν καὶ αὔξησιν ἐσόδων ἀναμφισβήτητον, συγχρόνως δὲ καὶ ἐλευθερίαν τῆς κυνηγεσίας, ἥτις πάντοτε ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξεν ἀπαραβίαστος. Κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω, ποῖα τὰ ὀφέλη, τὰ ἐκ τῆς ἐπιδόσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς τὴν κυνηγεσίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐρωστίαν τοῦ σώματος, τὴν σκληραγωγίαν, τὴν συνήθειαν περὶ τὴν χρῆσιν τοῦ ὅπλου καὶ ἄλλα πολλά. Συμπολῖταί μου περὶ τοὺς 400 ὑπέγραψαν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μεταβιβάσῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα.
§15ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἷς συνάδελφος χθὲς ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον, καὶ ἐκείνου, ὅπερ εἰσέπραττε κατὰ τὸν προηγούμενον. Ἐκ τῆς παραβολῆς ταύτης θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ Δημόσιον διὰ τῆς μονοδράχμου καὶ τριδράχμου ἀδείας κυνηγίου εἰσέπραττε περισσότερα ἢ νῦν μὲ τὰς δεκαδράχμους καὶ εἰκοσαδράχμους ἀδείας.
§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς ἐγένετο τοιαύτη ἐρώτησις, καὶ ἔσπευσα νὰ ζητήσω τὰς σχετικὰς πληροφορίας ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον, αἱ ὁποῖαι, ἅμα δοθῶσι, θέλουσι κατατεθῆ.
§17ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δεύτερον, θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγνωρίσωσι τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, τὰ βασανιστήρια, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται πάντες οἱ πολῖται τῆς Ἑλλάδος ἐκ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. Καὶ δὴ, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀπαλλασσομένους, ὑπάρχουν πρῶτοι ὀρφανοὶ γυναικὸς ἐν χηρείᾳ διατελούσης, πρῶτοι ὀρφανοὶ πατρὸς καὶ μητρὸς, ἔχοντες ἀδελφοὺς μικροτέρους· ὁ νόμος περὶ αὐτῶν ἐν ἄρθρῳ 33 ὁρίζει, ὅτι ἀπαλλάσσονται· δὲν κάμνει διάκρισίν τινα, δὲν λέγει, ὅτι, ἅμα ὁ ὀρφανὸς ἦναι ἔγγαμος, δὲν ἀπαλλάσσεται. Ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου τὴν διάταξιν περὶ ἀντισηκωμάτων. Ὁ στρατὸς ἔχει πλείστους ὅσους πτωχοὺς, οἵτινες εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσουν. Αὐτοὶ δὲ ἔχουν τὸ ἀτύχημα νὰ ἦναι ὀρφανοὶ καὶ νὰ ἔχουν βάρη οἰκογενειακὰ δυσβάστακτα, καὶ καταστρέφονται καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των· ὁ νόμος περὶ αὐτῶν δὲν ἐπρονόησεν ἀρκούντως. Τρίτον ἐλάττωμα τοῦ νόμου σπουδαιότατον εἶναι ἡ διάταξις περὶ διαθεσίμων· ἐγὼ βεβαίως εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῆς διατάξεως περὶ διαθεσίμων· ἡ διαφορὰ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας, ἡ διαίρεσις τῶν ὑποχρέων εἰς διετεῖς καὶ τριμήνους δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, διότι πάντες οἱ Ἕλληνες ἐξ ἴσου πρέπει νὰ ὑπέχωσι τὴν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ διατηρῇ πάντας τοὺς κληρωτοὺς ἐπὶ διετίαν, διὰ τοῦτο ἔκρινεν ἀναγκαῖον, τινὲς νὰ ὑπηρετῶσιν ἐπὶ τρίμηνον. Οὗτοί εἰσιν οἱ λαμβάνοντες τὸν μεγαλείτερον κλῆρον καὶ τασσόμενοι ὡς διαθέσιμοι· ἀτυχῶς ὅμως ὑφίστανται ὑποχρεώσεις διὰ τοὺς ἀνυποτάκτους, ὑποχρεοῦνται δηλαδὴ νὰ ὑπηρετήσωσιν ἀντ’ αὐτῶν. Τοῦτο οὐ μόνον ἄδικον εἶναι, ἀλλ’ εἶναι καὶ λίαν ἐπιζήμιον, καθόσον ὁ πολίτης πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζῃ τίνα ὑποχρέωσιν ὑπέχει· διότι πρὶν ἢ καταταχθῇ κανονίζει τὰ τῆς οἰκογενείας, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐπαγγέλματός του ἐν γένει, οὕτως ὥστε νὰ προστατεύωνται ἐπαρκῶς τὰ συμφέροντά του. Κατατάσσεται ἐν τῷ στρατῷ διὰ τρεῖς μῆνας, ἀλλ’ αἴφνης εἰς τῶν ὑποχρέων διὰ διετίαν εἶναι ἄγνωστος, ἄλλος κηρύσσεται ἀνυπότακτος· ὑποχρεοῦται ὁ ἀτυχὴς διαθέσιμος νὰ ὑπηρετήσῃ ἀντ’ αὐτοῦ, καὶ οὕτω καταστρέφεται καὶ ἡ περιουσία αὐτοῦ καὶ ἡ οἰκογένειά του· ἐνῷ, ἐὰν ἐγνώριζε τοῦτο ἐξ ἀρχῆς, θὰ διηυθέτει ἄλλως τὰ τοῦ οἴκου του.
§18ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐλαττώματα τοῦ στρατολογικοῦ νόμου εἶναι ἀναρίθμητα.
§19ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βλέπετε, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ὅτι καὶ ὁ κ. Ἀργυρόπουλος καὶ πάντες ὑμεῖς ἀντιλαμβάνεσθε τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, καὶ αὐτὸς βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἀναγνωρίζει. Τούτου ἕνεκα, ἐπειδὴ κατὰ τὰς ἑορτὰς εἶναι δυνατὸν,—καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχουν ὁμολογουμένως στρατιωτικοὶ εἰδικώτατοι περὶ τὸ ἔργον τῆς στρατολογίας, καὶ μεταξὺ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχουν τινὲς τῶν συναδέλφων, οἵτινες εἰδικώτερον κατέγειναν εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα· δύναμαι νὰ μνημονεύσω τοῦ κ. Κόρπα τοῦ κ. Ἀργυροπούλου καὶ ἄλλων...
§20ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ὑμεῖς αὐτὸς πρὸ πάντων.
§21ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ, ἐὰν θέλετε, δὲν ἀρνοῦμαι νὰ ἐργασθῶ, ὅπως καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ ἔκ τινων Βουλευτῶν καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις νὰ δώσῃ γνώμην περὶ νομοσχεδίου πλήρους καὶ ἀρτίου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, διότι ἄλλως προσγίγνεται μεγάλη ζημία εἰς τοὺς πολίτας πάσης τάξεως. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν διαθεσίμων, δύναται τὸ Κράτος εὐκόλως νὰ ἀπαλλαχθῇ αὐτῶν, ἐὰν ὁρίσῃ ὡρισμένως τὸν ἀριθμὸν τῶν διετῶν καὶ συγχρόνως ὁρίσῃ πλεονάζοντα τὸν ἀριθμὸν, ὥστε νὰ μὴ ὑπαχθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τρεῖς μῆνας εἰσῆλθον εἰς τὸ στράτευμα. Ἐγὼ ἔχω ἰδέαν τινὰ, καθ’ ἣν καὶ ἡ γενικὴ στρατολογία θὰ δύναται νὰ λειτουργήσῃ καὶ ἡ ἀνισότης διετῶν καὶ τριμήνων νὰ ἐκλείψῃ. Ἀλλὰ περὶ τούτων ἐν καιρῷ. Πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, ὀφείλω νὰ ἐκτελέσω καὶ ἓν θλιβερὸν καθῆκον. Ἔλαβον προσκλητήριον διὰ τὴν κηδείαν τοῦ Ἑῤῥίκου Σλῆμαν, τοῦ δεινοῦ ἀρχαιοδίφου, ὅστις οὐδὲ δαπανῶν μεγάλων, οὐδὲ πολλῶν ἄλλων θυσιῶν ἐφείσθη, ὅπως ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἀρχαιολογίας. Ὁμολογουμένως δὲ συνετέλεσε μεγάλως εἰς διαφωτισμὸν αὐτῆς καὶ εἶναι εἷς τῶν πρώτων καὶ γενναιοτέρων ἐργατῶν τῆς ἐρεύνης τῶν Ἑλληνικῶν προϊστορικῶν χρόνων, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ἔδωκε σάρκα καὶ ὀστᾶ εἰς τὴν ὁμηρικὴν ποίησιν. Νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς, ὁ διευθύνων τὸ τμῆμα τῆς ἀρχαιολογίας, νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν κ. Γενικὸν Ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, ὅπως καταθέσῃ στέφανον ἐπὶ τῆς σοροῦ τοῦ δεινοῦ ἀρχαιοδίφου.
§22ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς;
§23ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὅπερ ἄριστα δύναται ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ, καὶ ἕνεκα τῆς εἰδικότητος αὐτοῦ, ὁ διακεκριμένος ἐπιστήμων καὶ Γενικὸς Ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος κ. Π. Καββαδίας.
§24ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ δηλωθῇ ἀκόμη μίαν φορὰν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι αἱ ἐφημερίδες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διαστρέφουσι καὶ παραμορφόνουσιν ἀχρείως τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἐμπαίζωσι καὶ νὰ καταφρονῶσι τοὺς Βουλευτὰς, οἵτινες δὲν εἶναι ἀρεστοὶ εἰς τὸν πάτρωνα αὐτῶν. Πρέπει νὰ τὸ μάθωσιν οἱ πολῖται, διὰ νὰ μὴ δίδωσι καμμίαν προσοχὴν εἰς τὰ ὑπ’ αὐτῶν δημοσιευόμενα· πρέπει νὰ τὸ μάθωσι πάντες, ὅσοι δὲν γνωρίζουσιν ὁποῖα καθάρματα, ὁποῖα περιτρίμματα τῶν ἀγυιῶν τῶν ἀνατολικῶν πόλεων, Ἀρμένιοι καὶ Βερουτιανοί, διαχειρίζονται τὴν δημοσιογραφίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοὺς ὁποίους περισυνέλεξεν ἐνταῦθα ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, καὶ συνεταιρίσθη μετ’ αὐτῶν, διότι εἶναι ὅμοιοί του καὶ διότι ἐν αὐτοῖς μόνον ἠδύνατο νὰ εὕρῃ ὄργανα κατάλληλα τῶν ἀντεθνικῶν σκοπῶν του. Καὶ εἶπον εἰς τοὺς ἀχρείους, —διότι τοιοῦτοι εἶναι οἱ διαστρέφοντες καὶ παραμορφόνοντες τὰ πράγματα, καὶ διότι δὲν ἔχω νὰ φοβηθῶ τίποτε ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὄντα, καθόσον δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ δημοσιεύσωσιν οὐδεμίαν κακὴν πρᾶξίν μου, οὐδεμίαν κακοήθειαν, ἐξ ἐκείνων, ἐκ τῶν ὁποίων γέμει ὁ βίος αὐτῶν· τοὺς προκαλῶ μάλιστα νὰ διερευνήσωσι τὸν βίον μου ἅπαντα, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν θὰ δυνηθῶσι νὰ εὕρωσι τὸ ἐλάχιστον παράπτωμά μου. Δὲν ἔχουσι νὰ γράψωσιν ἄλλο τι, καὶ ἔγραψαν, ὅτι ὑβρίζω. Ἀλλὰ δὲν ὑβρίζει ὁ λέγων τὴν ἀλήθειαν, ὑβρίζει ὁ συκοφαντῶν, ὁ ἀδικῶν· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠδίκησα ποτέ τινα, τοὐναντίον κατέβαλα μεγάλην προσοχὴν νὰ μὴ πειράξω ποτὲ καλὸν ἄνθρωπον. Εἶπον πάντοτε κλέπτην τὸν κλέπτην, καὶ ἀχρεῖον τὸν ἀχρεῖον, καὶ δὲν θὰ παύσω οὕτω πράττων. Μετὰ τοῦτο ἔχω νὰ ὑποβάλω παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Φέρω εἰς γνῶσίν του, ὅτι ὁ ἐν Ἀγρινίῳ οἰκονομικὸς ἔφορος Στεφανόπουλος κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του καὶ μετέβη εἰς τὴν Ἀχαΐαν, καὶ ἀνεμίχθη τοσοῦτον σκανδαλωδῶς εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὥστε δὲν ἐδίστασε νὰ παραστῇ ὡς ἀντιπρόσωπος ὑποψηφίου, ὡς μαρτυροῦσι τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς καὶ αἱ ὑπ’ αὐτὰ ὑπογραφαί του. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου φέρει χαρακτῆρα μὴ συμβιβαζόμενον πρὸς τὰ ἔργα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δέον.
§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ πέμψῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν, καὶ βεβαίως, ἐὰν τοιοῦτόν τι ἔπραξεν ὁ Ἔφορος οὗτος, θὰ τιμωρηθῇ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διατυπωθῇ ἡ ἐπερώτησις ἐγγράφως, ἵνα ταχύτερον ἀποσταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§27ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§28ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Γνωρίζω τὰ τῆς ὑποθέσεως τῶν ὑδάτων ἐκείνων, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ ὁμιλία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας συναδέλφου ἐγένετο πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ταχεῖα τῷ ὄντι ἡ κυβερνητικὴ ἐνέργεια, καὶ δὲν θέλουσι μείνει ὁ λόγοι αὐτοῦ ἄνευ ἀποτελέσματος, διότι ἄλλως δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ συνάδελφος δὲν ἤθελεν ὁμιλήσει, ὅπως φανῇ μόνον ὅτι ὡμίλησε. Μίαν παρατήρησιν ποιοῦμαι, χρησιμωτάτην εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ τέλμα ἢ ἡ λίμνη τῆς Στυμφαλίας σχηματίζεται ἀπὸ τὰ διαρκῶς ῥέοντα ὕδατα, τὰ ἐπὶ τόπου πηγάζοντα καὶ τὴν πηγὴν τῶν Κιονίων ἀποτελοῦντα, καὶ ἀπὸ τὰ εἰσρέοντα καὶ διαρκῆ ἐπίσης ὕδατα τοῦ ποταμοῦ Δούσια, τὰ περισσεύοντα ἀπὸ τῆς ἀρδεύσεως, τὴν ὁποίαν κάμνουν οἱ κάτοικοι τοῦ μέρους ἐκείνου, καὶ τέλος ἀπὸ τὰ περιοδικὰ ὕδατα τοῦ χειμάῤῥου Λαύκα. Τὰ ἔργα, ἅτινα ἔκαμεν ἡ κηρυχθεῖσα ἔκπτωτος ἑταιρία, διηυκόλυναν τὴν διέξοδον τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας τῶν τε τῆς πηγῆς τῶν Κιονίων καὶ τῶν τῆς πηγῆς τῆς Ντούσης, καὶ τὴν εἰσροὴν αὐτῶν εἰς τὸν ποταμὸν Ἀσωπὸν, τὸν διὰ τῆς κοιλάδος τῆς Νεμέας ῥέοντα, καὶ τὰ ὕδατα ταῦτα φθάνουν μέχρι τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου. Ἐὰν πρόκηται νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως τὰ ὕδατα τῶν Κιονίων, τὰ πολλαχῶς χρήσιμα, χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἐλάχιστον θέλει μείνει ποσὸν ὕδατος, ἢ μᾶλλον δὲν θὰ μείνῃ ποσῶς, διὰ τὴν ἄρδευσιν τοῦ μεταξὺ Σικυῶνος καὶ Κορίνθου μέρους, ἐκτὸς ἐὰν τοῦτο γείνῃ προχείρως καὶ μέχρι τῆς διαθέσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας καὶ τῶν περισσευόντων ὑδάτων τῆς Ντούσης· τὸ τοιοῦτον ἔργον εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ γείνῃ καὶ ταχέως. Ἀλλὰ πρὸ τούτου πολὺ ἐπεῖγον εἶναι διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως ὅλων τῶν ὑδάτων ἐκείνων, καὶ ἡ μέριμνα, ἥτις ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἦτο βεβαίως ὄχι ἡ προσήκουσα. Ἐζήτει διοχέτευσιν ὕδατος πολὺ τῆς ἀνάγκης μεγαλειτέρου ποσοῦ ἐν τῇ Ἀττικῇ, ὅπως ὄχι μόνον ποτίζηται ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἀρδεύηται τὸ Ἀττικὸν πεδίον. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν θέλει δεχθῆ τὸ σχέδιον τοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου ἀδικεῖται εὔφορος τόπος, μεγίστην ἀνάγκην ἔχων τοῦ ὕδατος, ἡ Ἀργολὶς καὶ ἡ Κορινθία. Ἀρκεῖ νὰ διοχετευθῇ πρὸς πόσιν ὕδωρ εἰς τὴν Ἀττικὴν ἐκ τῆς πηγῆς τῶν Κιονίων, τὸ δὲ ὑπόλοιπον, πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως διοχετευθῇ, τὸ μὲν εἰς τὴν Κορινθίαν, τὴν ἴσως ἔχουσαν ἀνάγκην μικροτέραν πρὸς ἄρδευσιν καὶ τὸ ἄλλο εἰς τὴν Ἀργολίδα, τὴν μεγίστην ἔχουσαν ἀνάγκην ὕδατος πρὸς ἄρδευσιν ἐπίσης. Διὰ τοῦτο, ὅταν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀνεξάρτητος ἡ διάθεσις τῶν ὑδάτων τῶν Κιονίων ἀπὸ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ γείνωσι πρὸς διοχέτευσιν τῶν σήμερον εἰσρεόντων εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον ὑδάτων, δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τοῦτο, ὅτι, ἐὰν διοχετευθῶσι τὰ ὕδατα ἐκεῖνα, δὲν θὰ μείνῃ ὕδωρ ἐπαρκὲς πρὸς ἄρδευσιν τοῦ μεταξὺ Σικυῶνος καὶ Κορίνθου μέρος. Φρονῶ,—διότι εἶναι ἐλαχίστης δαπάνης ἔργον—ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σπεύσῃ ἀμέσως, ὅπως, μέχρι τῆς διαθέσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, τὰ ῥέοντα εἰς τὴν πεδιάδα ἐκείνην ὕδατα, διὰ δαπάνης ὄχι μεγάλης, διοχετευθῶσιν, ὅπως ἀρδεύωνται αἱ γαῖαι τῆς Κορινθίας, ἰδίως τὰ μεταξὺ Σικυῶνος καὶ Κορίνθου χωρία. Παρατηρῶ ὅτι θέλει προσκόψει μόνον εἰς ἓν προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ χωρίον Βασιλικὰ, τοῦ νὰ ἀπολαμβάνῃ τοῦ ποτιστικοῦ δικαιώματος τῶν ὑδάτων τοῦ Ἀσωποῦ, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι περιωρισμένον καὶ δύναται ἢ νὰ ἐξαγορασθῇ, ἢ νὰ ἀποχωρισθῇ τοῦ ζητήματος τῆς ἀρδεύσεως. Τοσοῦτον δὲ θεωρῶ εὔκολον τὸ ἔργον καὶ κατεπεῖγον, ὥστε δικαιοῦμαι νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἡ Κυβέρνησις θέλει τὸ πραγματοποιήσει.
§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ, λαβοῦσα ἀφορμὴν ἐκ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἐγένοντο περὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰς πολλὰς συνεδριάσεις, ἐψήφισε νόμον κατὰ τὸ 1887, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεχρεώθη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δημοσιεύῃ κατὰ τριμηνίαν τεῦχος, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δημοσιεύωνται αἱ ἐκθέσεις ἰδίως τῶν εἰσαγγελικῶν ἐπιθεωρήσεων. Ἐνθυμοῦμαι, διότι ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνέταξε τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ καὶ διάταξις, ῥητῶς τιμωροῦσα τὴν παράλειψιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τότε ὁ κ. Βουλπιώτης, ὢν βουλευτὴς καὶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἐθεώρησε τοῦτο περιττὸν, διότι, εἶπεν, ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργικῆς προβλέπει τοιαύτας παραβάσεις· ἔκτοτε ὅμως ἓν τεῦχος μόνον εἶδον. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν αὐτὰ τὰ τεύχη ἐδημοσιεύθησαν, καὶ ἐὰν ἐδημοσιεύθησαν καὶ ὑπάρχουν πολλὰ ἀντίτυπα, νὰ σταλῶσιν εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ἄλλως, νὰ σταλῇ τοὐλάχιστον ἀνὰ ἓν δι’ ἑκάστην τριμηνίαν. Ἐπίσης, ἐπειδὴ ἔλαβον ἀφορμὴν, ἐξετάζων τὰ περὶ Εἰρηνοδικείων, νὰ εὕρω, ὅτι πολλὰ συνεστήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κομματικῶν συμφερόντων, ζητῶ πληροφορίας σχετικὰς μὲ τὴν σύστασιν ὅλων τῶν Εἰρηνοδικείων τοῦ Κράτους, δηλ. πότε συνεστήθησαν, τίνα πληθυσμὸν ἔχουσι καὶ καθεξῆς, ἐπίσης εἰς τίνας εἰρηνοδίκας ἔχουσιν ἀνατεθῆ καθήκοντα συμβολαιογράφου, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ἡ ἐπερώτησις αὕτη. Ἐπίσης, ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς συζητήσεως εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, εἶχον ἐκφράσει τὴν γνώμην, ὅτι κλάδοι τινὲς τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους πρέπει νὰ εὑρίσκωνται μακρὰν τῶν κομμάτων. Μεταξὺ αὐτῶν πρέπει νὰ θεωρηθῇ πρωτίστως ὁ στρατός· ἀτυχῶς ὅμως ὅλως τὸ ἐναντίον συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῆς τέως καὶ ἐπὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Ἐνθυμοῦμαι πολλὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπεδείχθη, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ καταδικασθέντες διὰ καταδικαστικῆς ἀποφάσεως δὲν ἐστεροῦντο τοῦ βαθμοῦ των· ἔλαβον δὲ ἀφορμὴν ἐπ’ ἐσχάτων νὰ ἴδω εἰς τὸν νομὸν Λαρίσσης ἐνωμοτάρχην, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐπιτεθῆ κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, παρόντος τοῦ προϊσταμένου του· ἠρώτησα καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι αὐτὸς ὁ ὑπενωμοτάρχης κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1890 εἶχε καταδικασθῆ διὰ καταδικαστικῆς ἀποφάσεως εἰς ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ του, ἕνεκα ἐκλογικῶν ἀδικημάτων. Δὲν εἶμαι ἐνήμερος εἰς τοὺς εἰδικοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ καταταχθῇ ἐκ νέου, ἀφοῦ ὑπῆρχε καὶ ἀπόφασις· δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης εἶχε κάμει νεώτερον νόμον καὶ κατήργησε τοὺς προγενεστέρους, διὰ τοῦτο ἐρωτῶ, ἐὰν ἦναι ἀκριβῆ ταῦτα. Ἐπειδὴ δὲ ἐμνήσθην τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ φανῇ αὐστηροτέρα εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, ὑπηνίχθην δὲ τὴν ἀκύρωσιν διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχον κηρυχθῆ ἔκπτωτοι ὑπαξιωματικοί τινες ἢ ἐτιμωροῦντο ἕνεκα παραπτωμάτων τινῶν, δὲν ἔχω μορφώσει γνώμην, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ψέξω τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ ζητῶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἵνα πεισθῶ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἐνήργησε συμφώνως μὲ τὸν νόμον. Ἐπίσης κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς παρελθούσης Συνόδου ἡ Βουλή, συγκινηθεῖσα ἐπὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἐψήφισε νόμον περὶ ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὁ ἱστορικὸς λόγος τοῦ νόμου ἐκείνου εἶναι, ὅτι ἐπὶ 8 μῆνας δὲν εἶχε βρέξει. Ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐφηρμόσθη, φαίνεται, κομματικῶς· ὅπου ὑπῆρχον κοινότητες, ἐκδηλώσασαι πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως, ἐξηρέθησαν. Περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος πολὺ ὀλίγον ἐβοήθησε, διότι εἶναι ἀπίστευτον νὰ σᾶς εἴπω, ἀλλ’ εἶναι ἀκριβέστατον, ὅτι ἔσπειραν χωρὶς νὰ θερίσουν εἴς τινα μέρη παντελῶς, εἴς τινα μέρη ἔλαβον κάτω τοῦ ἡμίσεως σπόρου, ἀλλ’ εἰς τὰ 8|10 δὲν ἐθέρισαν· ὅπου ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ σοφώτατον μέτρον τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸ ὁποῖον ἐθαύμασε πολὺ ὁ κ. τέως Πρωθυπουργὸς, ἔχει τὸ ἐλάττωμα νὰ πληρόνῃ φόρον καὶ ὅταν δὲν θερίζῃ κἀνείς. Διὰ τοῦτο ἐμνήσθησαν οἱ δυστυχεῖς Θεσσαλοὶ τὸ τουρκικὸν τῆς δεκάτης σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὅταν ἀπελάμβανον, ἐπλήροναν. Ἐπειδὴ ἔλαβον παράπονα ἰδίως ἀπὸ τρία χωρία τοῦ νομοῦ Λαρίσσης, διότι ἐγένετο γενικὴ πρόσκλησις τῶν φορολογουμένων νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον, — σημειώσατε ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν εἶχον βεβαίως σπείρει, δὲν εἶχον βεβαίως τὴν τροφὴν ἑαυτῶν, τὴν τροφὴν τῶν κτηνῶν των, δὲν εἶχον πλέον πίστωσιν, διότι εἶναι ἐξηντλημένοι, ὥστε δὲν δύνανται νὰ κινηθῶσιν εἰς πολλὰ μέρη, — καὶ ἡ γενομένη πρόκλησις ὡς ἀποτέλεσμα βεβαίως θὰ ἔχῃ νὰ εἰσαχθῶσιν ὅλοι αὐτοὶ σωρηδὸν εἰς τὰς φυλακὰς, νὰ τροφοδοτῶνται δὲ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ἐὰν μὲν ἐγένετο ἀπόφασις τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, — διότι δυνάμει τοῦ νόμου τούτου εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐπρόκειτο νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν χωρίων αὐτῶν, — νὰ ἴδωμεν, ποῦ ἐστηρίχθη, ἐὰν δὲ δὲν ἐγένετο, νὰ λάβῃ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, καὶ ἐὰν συντρέχωσιν αἱ περιστάσεις τοῦ νόμου, νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ τὰ χωρία αὐτὰ εἰς τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου. Τὴν τελευταίαν δὲ ταύτην ἐπερώτησιν ὑποβάλλω ἐκ μέρους καὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κ. κ. Σχινᾶ καὶ Γεωργιάδου.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ δώσῃ παραγγελίαν εἰς τὰ γραφεῖα, ὅπως διαβιβάσουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν, περιέχον τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐκ Κορίνθου καὶ Ναυπλίας περὶ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως δὲ τοῦ ἐκ Λαρίσσης κ. Βουλευτοῦ, ὅταν ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, θέλω σπεύσει νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, δύναμαι δὲ καὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ πληροφορήσω αὐτὸν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ προκατόχου μου ἠκυρώθη, διότι περιεῖχε δύο ἐλαττώματα· πρῶτον, διότι ἡ γενομένη ἀνάκλησις ἐγένετο, μηδόλως τηρηθεισῶν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δεύτερον, διότι τὸ ἀνακριτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον συνέστη, συνέστη διὰ παραβάσεως ὡσαύτως πασῶν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου. Τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐμελέτησα ἐγὼ αὐτὸς, ὄχι ὡς Ὑπουργὸς, ἐμελέτησα αὐτὴν ὡς Βουλευτὴς, μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅταν δὲν ἐπρόκειτο παντάπασιν ὅτι ἤθελον διορισθῆ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, γενόμενος δὲ προέβην εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης ἕνεκα τῶν λόγων τούτων.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἀνέφερεν, ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριξε ῥιζικώτερα μέτρα ὑπὲρ τῶν παθόντων χωρικῶν τοῦ νομοῦ Λαρίσσης, ἀλλ’ ἐξ ὅσων γνωρίζω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐξετέλεσε μετὰ ἔρευναν τὴν ἐργασίαν της, καὶ ὥρισε τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα ἔπαθον ἐκ τῆς ξηρασίας, ἥτις ἐμάστισε τὸν νομὸν Λαρίσσης· οὐχ ἧττον θὰ ἐξετάσω καὶ τὰ ἀφορῶντα τὰ τρία χωρία, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ θὰ ἴδω, ἐὰν περιελήφθησαν ἐντὸς τοῦ καταλόγου τῆς ἐπιτροπῆς· καὶ ἂν μὲν περιελήφθησαν, θὰ τύχωσι καὶ ταῦτα τοῦ εὐεργετήματος τοῦ νόμου, ἐὰν δὲ δὲν περιελήφθησαν, θὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν περιελήφθησαν.
§32ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Παρελείφθησαν, ὡς μὴ περιεχόμενα ἐν τῇ πεδιάδι τῆς Θεσσαλίας· ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβε διαταγὴν νὰ ἐξετάσῃ τὰ χωρία τῆς Θεσσαλικῆς πεδιάδος.
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐξετάσω διατὶ παρελείφθησαν· καὶ ἐὰν παρελείφθησαν κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, βεβαίως θὰ διορθωθῇ τὸ σφάλμα.
§34ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ θεραπείας ἀδικημάτων, θ’ ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸν μίαν σύστασιν πρὸς θεραπείαν ἀδικήματος τῷ ὄντι καταφανοῦς. Κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον προεκηρύχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διαγωνισμὸς πρὸς εἰσαγωγὴν νέων ἐν τῇ Σχολῇ τῶν ναυτικῶν δοκίμων· ὁ διαγωνισμὸς ἐγένετο τῷ ὄντι δημοσίᾳ ὑπὸ ἐπιτροπῆς διορισθείσης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τοῦ διαγωνισμοῦ τούτου, κατὰ τὸν κείμενον νόμον περὶ Ναυτικῆς Σχολῆς, ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· εἰς τὸν διαγωνισμὸν τοῦτον ἐπέτυχον 13 ἐν ὅλῳ ὑποψήφιοι οἵτινες ἐθεωρήθησαν ἱκανοὶ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν, ἀλλ’ ἐκ τούτων ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰσήγαγε μόνον 10, οἱ δὲ 3 τελευταῖοι, καίτοι ἐπιτυχόντες, δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὴν Ναυτικὴν Σχολὴν, ἐνῷ ἐχήρευον θέσεις. Λέγω δὲ, ὅτι ἐγένετο ἀδίκημα, διότι εἴτε κατὰ σύμπτωσιν, —διότι δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἄλλο τι, ἅτε μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὰς γραπτὰς ἐξετάσεις τῶν νέων τούτων, καὶ μὴ γνωρίζων τί συνέβη κατὰ τὰς προφορικὰς, ἀφοῦ δὲν παρέστην εἰς αὐτὰς,—εἴτε ἄλλως, εἰσῆλθον δέκα νέοι, ἀνήκοντες εἰς οἰκογενείας φίλα φρονούσας πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, εἰσῆλθε λ. χ. ὁ υἱὸς τοῦ κ. Μελᾶ, ὁ υἱὸς τοῦ κ. Καρτάλη, ἕτερος ἐκ Κερκύρας, ὁ υἱὸς τοῦ κ. Μακᾶ καί τινες ἄλλοι, οἱ δὲ τρεῖς μὴ εἰσελθόντες, κατὰ σύμπτωσιν φαίνεται ἐπίσης, ἀνῆκον εἰς πτωχοὺς ὑπαλλήλους, στερουμένους ἴσως τῶν μέσων νὰ ἐκπαιδεύσωσι τὰ τέκνα αὐτῶν. Ἐλέχθησαν τότε πολλὰ περὶ τῶν ἐξετάσεων τούτων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐγὼ ταῦτα, ἐφ’ ὅσον, ὡς προεῖπον, δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς γραπτὰς ἐξετάσεις τῶν νέων, ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, τί συνέβη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς, ἐπειδὴ ὑπῆρχον τρεῖς ἔτι χηρεύουσαι θέσεις καὶ δὲν εἰσῆλθον οἱ τρεῖς οὗτοι, καίτοι ἐπιτυχόντες, καίτοι ἱκανώτεροι τῶν εἰσελθόντων, λέγω ὅτι ἐγένετο ἀδίκημα, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς τὰς γραπτὰς ἐξετάσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἤ, ἐὰν προτιμᾷ, νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα, εἴτε αὐτοπροσώπως, εἴτε διὰ τῶν ὑπαλλήλων του, ἢ διὰ καθηγητῶν, εἰς τὰς γραπτὰς ἐξετάσεις τῶν τότε διαγωνισθέντων νέων, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον, καὶ θέλει βεβαιωθῆ περὶ τοῦ ἀδικήματος, διότι θὰ παρατηρήσῃ, ὅτι οἱ μὴ εἰσελθόντες ἔχουσιν ὀλιγώτερα σφάλματα ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰσῆλθον εἰς τὴν Σχολήν· ἑπομένως ἐγένετο προφανῶς ἀδίκημα, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, εἰσάγων τοὺς τρεῖς τούτους νέους εἰς τὴν Σχολὴν, ἀφοῦ προηγουμένως βεβαιωθῇ περὶ τοῦ γενομένου ἀδικήματος.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι εἶχε γραφῆ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅταν ἐγένοντο αἱ ἐξετάσεις, περὶ ὧν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνέφερε, περὶ ἀτοπημάτων, συμβάντων κατὰ τὰς ἐξετάσεις ἐκείνας ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, μοὶ εἶχε δὲ μείνει εἰς τὴν μνήμην τοῦτο, διότι μοὶ εἶχε κάμει ἐντύπωσιν. Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐζήτησα νὰ ἐξετάσω τὰ περὶ τούτου, καὶ ἐξετάσας εὗρον, ὅτι εἰς τὰ γραπτὰ ὑπάρχουν πολλὰ ἀδικήματα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐκεῖνοι ἐκ τῶν νέων, οἵτινες ἐθεωρήθησαν ὡς μὴ ἱκανοὶ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Σχολὴν, ἔγραψαν πολὺ ὀρθότερον τῶν εἰσελθόντων, καὶ μάλιστα περὶ τῶν τριῶν τελευταίων δύναταί τις μετὰ βεβαιότητος νὰ εἴπῃ, ὅτι πολὺ καλλίτεροι φαίνονται εἰς τὰ γραπτὰ, καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ἓν περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι εἰς μαθηματικόν τι ζήτημα γραπτὸν ἐδόθησαν δύο θέματα, ἐκ τῶν ὁποίων εἷς τῶν νέων τῶν εἰσελθόντων, τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς τώρα τὸ ὄνομα, ἔλυσε μόνον τὸ ἓν, εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἄλλου μὴ τολμήσας νὰ εἰσέλθῃ, ἐνῷ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ὡς μὴ εἰσακτέοι εἰς τὴν Σχολὴν, ἔλυσαν ἀμφότερα τὰ ζητήματα. Παρετήρησα ὅτι καὶ εἰς τὰ Γαλλικὰ ἐγένοντο ἀδικήματα ὡς πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῶν βαθμῶν ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀναγνωρίζω τὰ ἀδικήματα ταῦτα, ὁ νόμος μὲ ἐμποδίζει νὰ ἀποδώσω δικαιοσύνην εἰς τοὺς ἀδικηθέντας αὐτοὺς νέους· ὁ νόμος εἶναι ῥητὸς, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν καὶ ἐμελέτησα ἐπὶ μακρὸν καὶ μετὰ δικηγόρων καὶ μετὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐγὼ αὐτὸς μόνος τὴν ὑπόθεσιν, εὑρίσκομαι ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἐπανορθώσω τὸ ἀδίκημα. Ὁ προκάτοχός μου ὥρισε δυνάμει τοῦ νόμου, ὅτι 10 θὰ ἦναι οἱ εἰσακτέοι εἰς τὴν Σχολὴν ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων νέων, ἐνῷ ἀληθῶς ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαγάγῃ τρεῖς ἀκόμη, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν 40, τὸν ὁποῖον ὁρίζει ὡς τελευταῖον ὅριον ὁ νόμος· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἕνεκα τίνων λόγων,—δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐξαγάγω ἐκ τῶν ἐγγράφων,—ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐδέχθη νὰ εἰσαγάγῃ μόνον 10. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν ἐξέτασιν ἐφαίνετο ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσέλθωσι καὶ οἱ τρεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν μὴ εἰσακτέοι, ἐσταμάτησεν ἡ ἐξέτασις ἐπὶ δύο ἡμέρας, καὶ μετὰ τοῦτο ἔγεινεν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσθη, οἱ μὲν τρεῖς νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μὴ εἰσακτέοι, οἱ δὲ ἄλλοι νὰ εἰσαχθῶσι.
§36ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πῶς ἐξηρέθησαν οἱ τρεῖς αὐτοί;
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὰς γραπτὰς ἐξετάσεις ἐγένοντο ἀδικήματα· ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀπέδωκε τὸν βαθμὸν τὸν πρέποντα εἰς τοὺς ἐξετασθέντας μαθητάς.
§38ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀριθμὸς 10 ὡρίσθη πρὸ τοῦ διαγωνισμοῦ ἢ κατόπιν;
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ τοῦ διαγωνισμοῦ. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι πρέπει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὁρίζῃ πόσοι πρέπει νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν πρὸ τοῦ διαγωνισμοῦ.
§40ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις αἰτιολογικὴ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ πῶς δικαιολογεῖ τὴν ἀπόφασίν της; Διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, ὑποθέτω ὅτι ἐκθέτει σκέψεις· ὑπάρχουσι τοιαῦται σκέψεις;
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βαθμολογεῖ τὰ γραπτὰ καὶ τὰ προφορικὰ ἡ ἐπιτροπή, λαμβάνει ἐν συνόλῳ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν βαθμῶν ἐπὶ ἑκάστου γραπτοῦ καὶ προφορικοῦ μαθήματος, καὶ κατατάσσει εἰς τὴν σειρὰν τοὺς ἀριθμοὺς καὶ εἶτα ὑποβάλλει τὸν πίνακα· ἀλλὰ τὰ γραπτὰ καταδεικνύουσιν, ὅτι οἱ βαθμοί, οἱ ὁποῖοι ἐδόθησαν ἐν αὐτοῖς, δὲν εἶναι οἱ πρέποντες. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀδυνατῶ, ὡς ἐκ τοῦ νόμου, νὰ ἀποδώσω δικαιοσύνην· εὑρίσκω μὲν, ὅτι ἔχουσι δίκαιον, ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Σχολὴν οἱ τρεῖς μὴ εἰσαχθέντες, ἀλλ’ ὁ νόμος μὲ ἐμποδίζει. Σκέπτομαι ἤδη, ἐὰν δύναμαι νὰ λάβω ἄλλο μέτρον νομοθετικόν. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιθυμῇ, δύναμαι νὰ φέρω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὰ πρακτικὰ αὐτῶν τῶν ἐξετάσεων, ἀλλὰ καλλίτερον νομίζω νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐξετάσῃ ὁ ἴδιος τὸ ζήτημα.
§42ΚΟΡΠΑΣ. Χαίρω, διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν ἐπισήμως, ὅτι ὅσα ἐγὼ πρὸ μικροῦ ἀνέφερα ἀπὸ τοῦ βήματος εἶναι ἀναντίῤῥητα, διότι βεβαίως εἶναι γνωστόν, ὅτι διὰ προκηρύξεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου ὡρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξεταστέων εἰς δέκα· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερεν ὡς ἐπιτυχόντας, ἤτοι ὡς λαβόντας τὸν ἀριθμόν, τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν, 13, δέκα τρεῖς δὲ ὑπῆρχον θέσεις κεναί· δὲν γνωρίζω δὲ, διατὶ ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς ὥρισε τοὺς ἐξεταστέους εἰς 10 καὶ οὐχὶ εἰς 13. Σήμερον ὅμως ἀναγνωριζομένου τοῦ ἀδικήματος οὕτως ἐπισήμως, ὑπαρχουσῶν δὲ καὶ τριῶν χηρευουσῶν θέσεων ἐν τῇ Ναυτικῇ Σχολῇ, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, ἵνα εἰσαγάγῃ καὶ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς νέους εἰς τὴν Σχολήν.
§43ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν βυρσοδεψῶν τῶν χωρίων Μακρυνίτσης, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν ἵδρυσιν λοιμοκαθαρτηρίου ἐν Βόλῳ ἵνα καθαρίζωνται ἐκεῖ τὰ δέρματα, τὰ ὁποῖα φέρουσιν ἐξ Εὐρώπης. Ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως λοιμοκαθαρτηρίου ἀναγκάζονται οἱ ἔμποροι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Σῦρον καὶ ἀγοράζωσι τὰ δέρματα· οὕτω δὲ ζημιοῦνται πολὺ, καὶ ἐξ 125 καταστημάτων ἤδη ἀπέμειναν 35 μόνον. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ φλοιοῦ.
§44ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικειμένης τῆς διακοπῆς τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐνασχοληθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἑορτῶν εἰς τὴν παρασκευὴν διαφόρων νομοθετημάτων, ὡς καὶ αὐτὴ ἐδήλωσεν ἤδη καὶ ὡς οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὑποβλητέων εἰς τὸ προσεχὲς τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ταύτης. Κρίνω δὲ ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ἐπί τινων ἀντικειμένων, περὶ τῶν ὁποίων θὰ εἰσαχθῶσι νομοθετήματα· τὰς συστάσεις ταύτας δύναται, ἐὰν θέλῃ, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις. Κατὰ τὰς δύο τελευταίας Συνόδους τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς Περιόδου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ συστήσω εἰς τὸν τότε κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν σπουδαιότατον ζήτημα, τὴν κωδικοποίησιν τῶν φορολογικῶν νόμων. Ὑπάρχουσιν, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, ἄπειροι τοιοῦτοι νόμοι, ἰσχύοντες ἕκαστος ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, καὶ ἀποτελοῦντες ὅλοι ὁμοῦ τὸ νομοθέτημα τὸ φορολογικόν· διὰ νὰ ἔχῃ τις ὅμως ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν φορολογουμένων εἰδῶν καὶ τοῦ φόρου, ὅστις ἐπιβάλλεται εἰς ἕκαστον τούτων, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξῃ εἰς νόμους ἢ διατάγματα ἢ ἐγκυκλίους, ἐκδοθέντα πρὸ 30 ἢ καὶ πρὸ 35 ἐτῶν. Ἔχομεν νῦν ἐν ἰσχύϊ, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, 20 ἐπετείους φορολογικοὺς νόμους, τὸν ἕνα ἀνατρέχοντα καὶ παραπέμποντα εἰς τὸν ἕτερον, ἔχομεν 9 παγίους φορολογικοὺς νόμους, ἅπαντας τροποποιοῦντας ἀλλήλους, ἔχομεν 1 ψήφισμα τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, 3 βασιλικὰ διατάγματα, ἅπαντα δὲ ταῦτα κανονίζουσι τὴν φορολογίαν τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων. Ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἔχομεν 5 νόμους, 6 ἐκτενεστάτας ἐγκυκλίους, αἵτινες διασαφίζουσι τοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ συγχύζουσιν αὐτοὺς ἐν πολλοῖς. Πλὴν τούτων, ἔχομεν 6 νόμους, ἐπιβάλλοντας προσθέτους φόρους ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἡ σύγχυσις εἶναι μεγίστη. Εἶχον εὐτυχῶς ἀκούσει κατὰ τὰς τελευταίας τακτικὰς Συνόδους τῆς παρελθούσης Περιόδου ἀγορεύοντα ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μου καὶ τὸν νῦν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὡς Βουλευτὴν τότε. Τὴν σύστασίν μου ἐκείνην ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν νῦν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καταθέτω δὲ αὐτὴν καὶ ἐγγράφως, ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Συνιστῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ συντάξεως καὶ εἰσαγωγῆς καὶ ὑποστηρίξεως ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχεδίου, σκοποῦντος νὰ περιλάβῃ εἰς ἓν πάντας τοὺς ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἰσχύοντας νόμους «περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων» ἐπετείους καὶ παγίους, τὰ σχετικὰ πρὸς αὐτοὺς βασιλικὰ διατάγματα, τὰ μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1855 ἀνερχόμενα, καὶ τὰς ἐν διαφόροις ἑρμηνευτικαῖς ἐγκυκλίοις περιλαμβανομένας οὐσιώδεις διατάξεις. «Ὡς γνωστόν, περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὑπάρχουσιν ἐν καθολικῇ ἢ μερικῇ ἰσχύϊ εἴκοσιν ἐπέτειοι νόμοι, ἐννέα πάγιοι, ἓν ψήφισμα τῆς Βʹ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ τέσσαρα Β. διατάγματα, παραλειπομένων τῶν πολυπληθῶν ἐγκυκλίων. Πλὴν δὲ τούτων ἔχομεν ἑτέρους ἕξ νόμους, ἐπιβάλλοντας προσθέτους φόρους ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας. «Τοῦτ’ αὐτὸ συνιστῶ καὶ διὰ τοὺς νόμους τοὺς κανονίζοντας τὴν φορολογίαν τῶν ἀροτριώντων, κτηνῶν, περὶ ἧς ἰσχύουσι πέντε νόμοι καὶ ἓξ μακροσκελεῖς ἐγκύκλιοι.» Κατὰ τὸ 1885 ὁ τότε καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε διατάξει καὶ ἐγένετο μεγάλη ἀληθῶς διευκόλυνσις τῶν φορολογούντων καὶ φορολογουμένων εἰς τὸ εἶδος τοῦτο, διότι ἐξεδόθησαν δύο ὀγκώδη τεύχη, τὸ ἓν «περὶ φολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων», τὸ δ’ ἕτερον «περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν». Εἰς τὰ τεύχη ταῦτα περιελήφθησαν ἅπαντες οἱ σχετικοὶ νόμοι μετὰ παρατηρήσεων περὶ τῶν ἐπελθουσῶν μεταβολῶν δι’ ἐγκυκλίων ἢ βασιλικῶν διαταγμάτων κλπ. ἀλλ’ ἡ σύγχυσις προβαίνει ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ μία γενικωτέρα πρόνοια. Ἐπίσης ποιοῦμαι ἑτέραν σύστασιν. Κατὰ τὴν τρίτην Σύνοδον τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς Περιόδου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μακρὸν ὑπόμνημα περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον τοσάκις, καὶ πρὶν ἢ λάβω τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήσω εἰς τὸν περίβολον τοῦτον καὶ μετὰ ταῦτα, ἀνεκινήθη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Εἶναι τὸ ζήτημα τῶν δόσεων τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν. Ὁ σεβαστὸς φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος εἶχε συνηγορήσει περὶ τούτου πέρυσι, καὶ κατώρθωσε νὰ γείνῃ τι, τοὐλάχιστον ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας του ἢ ἐπαρχιῶν τινων τοῦ νομοῦ, ὃν ἀντιπροσωπεύει. Ὁ κ. Δαγρὲς ἐπίσης προχθὲς ὑπέβαλεν ὁμοίαν σύστασιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκκαθαρισθῶσι τὰ χρέη τῶν δηλωτῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἵνα γινώσκῃ ἕκαστος, τί ὀφείλει πρὸς τὸ Δημόσιον. Ὁμολογουμένως τὸ Δημόσιον ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐξασκεῖ μίαν ἀδικωτάτην πρᾶξιν, ἵνα μὴ χαρακτηρίσω αὐτὴν διὰ βαρυτέρας λέξεως. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ διατάξῃ ν’ ἀνατυπωθῇ ἡ ἔκθεσίς μου ἐκείνη, ἵνα τεθῇ ὑπ’ ὄψιν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν· καὶ σημειῶ ἐνταῦθα νῦν, ποῦ ἔχει τυπωθῆ ἡ ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τότε ὡς πόρισμα τῆς ἐκθέσεώς μου ἐκείνης ὑπέβαλον, ἵνα καταστῇ οὕτω δυνατὸν νὰ φθάσῃ ἡ Βουλή, εἰσηγουμένης τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀποβαίνει ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἐπιτακτικώτερον καὶ ἐκ τῶν μᾶλλον ἀναγκαίων διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἔχων δὲ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, προβαίνω καὶ εἰς τινας ἑτέρας συστάσεις, ὑπὸ τὸ αὐτὸ πάντοτε πνεῦμα, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ, νὰ λάβῃ αὐτὰς ἤ τινας ἐξ αὐτῶν ἤ τινα μόνην ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἣν θὰ παρασκευάσῃ κατὰ τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἤδη ἀξιότιμος συνάδελφος ἔφερε τὸν λόγον ἐπί τινος τούτων. Πρόκειται περὶ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Ὁ νόμος οὗτος, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος προηγουμένως ἀνέφερεν, εἶναι ἐν πολλοῖς ἀδικώτατος, ἀλλ’ ὅπερ εὑρίσκω ὄχι μόνον ἄδικον, ἀλλὰ καὶ ἀπρεπὲς καὶ ἀνελεύθερον, εἶναι ἡ διὰ χρημάτων ἐξαγορὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καθ’ ἃ ἀναφέρει ὁ ἐν ἰσχύϊ στρατολογικὸς νόμος. Συνιστῶ λοιπὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν ἄρθρων τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἅτινα ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς ἐξαιρουμένους ἢ ἀπαλλασσομένους τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἢ πεμπομένους εἰς διαθεσιμότητα, ἢ κρινομένους ἱκανοὺς μόνον διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, χρηματικὸν τίμημα. Ὁ φόρος οὗτος, ἀπὸ τῆς εὐγενεστάτης χροιᾶς καὶ φύσεως, ἡ ὁποία ἀνήκει αὐτῷ, μετέπεσεν εἰς χυδαῖον φόρον χρηματικὸν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ Δημόσιον προτιμᾷ νὰ λαμβάνῃ χρήματα καὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ τὸν εὐγενῆ φόρον τοῦ αἵματος, ὅπως λέγεται ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία. Ἐπίσης συνιστῶ νὰ καταργήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου περὶ μεταθέσεως τῶν διαθεσίμων εἰς τὰς τάξεις τῶν ὑποχρέων διὰ διετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀδικώτατον. Δὲν λέγω περὶ τούτου πλείονα, διότι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος ἀρκετὰ σαφῶς καὶ εὐγλώττως ἀνέπτυξε τὰ περὶ τούτου. Εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἄρθρων 33 καὶ 34, τὰ ὁποῖα διαλαμβάνουσι περὶ τῶν ἀπαλλαγῶν καὶ ἐξαιρέσεων. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἐγκυκλίου του μακροσκελεστάτης, περὶ τῆς ὁποίας καὶ ἄλλοτε, ὁμιλῶν περὶ τοῦ στρατολογικοῦ ζητήματος, ἐποιησάμην λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ τότε ἐπέδειξα καὶ νῦν ἐπιδεικνύω πρὸς ὑμᾶς, ἀποτελουμένην ἐκ δώδεκα φοβερωτάτων σελίδων, ἑρμηνεύων ὅπως αὐτὸς ἤθελε τὸν στρατολογικὸν νόμον, ἀνέτρεψε καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ἀναφέρω εἰδικῶς ἐκ τοῦ 21 ἄρθρου τῆς ἐγκυκλίου (διότι ἕνεκα τοῦ τεραστίου μεγέθους αὐτῆς ἔπρεπε νὰ διαιρεθῇ καὶ εἰς ἄρθρα καὶ ἐδάφια) ἀναφέρω ἐκ τοῦ 21ου κεφαλαίου αὐτῆς τὰ ἐδάφια κζʹ κθʹ καὶ λʹ, τὰ ὁποῖα καθ’ ὁλοκληρίαν ἀρνοῦνται εἰς τοὺς στρατευομένους πολίτας τὰ εὐεργετήματα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ῥητῶς ἀπονέμει αὐτοῖς διὰ τῶν ἄρθρων 33 καὶ 34. Καὶ ταύτας ὡς καὶ τὰς λοιπὰς συστάσεις μου καταθέτω ἐγγράφως εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα διαβιβασθῶσιν εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, ὅπως λάβωσιν αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, ἐφ’ ὅσον θέλουσι καὶ δύνανται.
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ γνώμη τῆς κωδικοποιήσεως τῶν φορολογικῶν νόμων εἶναι γνώμη, ἡ ὁποία πολλάκις ἐπανελήφθη ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐγὼ αὐτὸς, νομίζω, πρὸ ἐτῶν τὴν ἐπανέλαβον. Ἐλθὼν δὲ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἠσχολήθην περὶ αὐτῆς, καὶ ἔχω ἑτοίμην ἐργασίαν τινά. Ἀλλ’ ἡ κωδικοποίησις παρουσιάζει πολλὰς τὰς δυσκολίας, καὶ δὲν γνωρίζω, ἐὰν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ἐπερώτησιν, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἀπαντῶν εἰς ἑτέρου κυρίου συναδέλφου ἐπερώτησιν, τοῦ κ. Δαγρέ. Εἰς ἐκκαθάρισιν τῶν χρεῶν τῶν ἀναφερομένων εἰς παραχωρητήρια τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν καὶ ἅτινα ἀνέρχονται εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων, ὑπάρχουσι πολλαὶ καθυστερήσεις. Ἀπὸ ἑνὸς δὲ περίπου μηνὸς ἔλαβον γνῶσιν τούτου, καὶ ἔδωκα παραγγελίαν, ὅπως ἐπιταχυνθῇ ἡ τακτοποίησίς των· θέλω δὲ ἐπαναλάβει τὴν παραγγελίαν ταύτην.
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τὸ ἀναγκαῖον προσωπικόν.
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως τὸ προσωπικὸν δὲν εἶναι καθ’ ὅλα ἐπαρκές. Θεραπεία δέ τις ἐπέρχεται εἰς τοὺς ἀδικουμένους διὰ τῆς εἰς αὐτοὺς ἐπιστροφῆς τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὁριζομένου μέρους τῶν προσωρινῶν δόσεων, αἵτινες ἤθελον καταβληθῆ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν παραχωρητηρίων καὶ πρὸ τῆς τακτοποιήσεως τῶν παγίων δόσεων.
§48ΡΑΛΛΗΣ. Θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς πλείστας οἰκογενείας, συνεπείᾳ τῆς παρερμηνείας, ἡ ὁποία γίνεται, τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου διὰ τῆς ἐγκυκλίου, περὶ τῆς ὁποίας προηγουμένως ὡμίλησεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Ὁ νόμος τοῦ 1887 περιέλαβε μίαν περιπλέον εὐεργετικὴν διάταξιν ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν, δηλαδὴ ἀνέγραψεν ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 33 ἀπαλλαγὴν ὑπὲρ τοῦ δευτέρου ὀρφανοῦ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πρῶτος ὀρφανὸς ἤθελε τύχει ἔχων ἰδίαν οἰκογένειαν καὶ ἀποτελεῖ ἰδίαν τοιαύτην, καὶ ὥρισεν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ δεύτερος ὀρφανὸς ἀφομοιοῦται πρὸς τὸν πρῶτον, δηλαδὴ ἐθεώρησεν, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην ἰδίας προστασίας ἡ οἰκογένεια αὕτη. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῆς ἐγκυκλίου του προῆλθεν εἰς τὴν ἑξῆς ἑρμηνείαν· εἶπεν ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὀρφανὸς, ὁ ὁποῖος καλεῖται πρὸς στράτευσιν, ἐὰν ἦναι ἔγγαμος, δὲν ἔχει τὸν λόγον τῆς ἀπαλλαγῆς. Ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται τὸ σχετικὸν ἄρθρον τῆς ἐγκυκλίου. (Ἀναγινώσκει αὐτό). Εἰς τίνα θέσιν τίθεται ἡ ὀρφανικὴ οἰκογένεια διὰ τῆς τοιαύτης παρερμηνείας τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου; Ὑποθέσατε ὅτι ἡ ὀρφανικὴ οἰκογένεια ἔχει ἕνα υἱὸν, καλούμενον πρὸς στράτευσιν, ἔγγαμον καὶ ἄλλους ἐντελῶς ἀνηλίκους. Ἀληθῶς ἡ προστασία, ἡ ὁποία θὰ χορηγηθῇ ἐκ μέρους τοῦ ἐγγάμου, δὲν θὰ ἦναι τοιαύτη, ὁποία θὰ ἦτο, ἐὰν δὲν ἦτο ἔγγαμος, ἀλλ’ ὅπως δήποτε ὁ ἔγγαμος οὗτος χορηγεῖ προστασίαν τινὰ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ ἦναι ἔγγαμος αὐτὸς, ἀποκλείεται ἀπὸ τῆς εὐεργετικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 33. Καὶ ἐν τούτοις ὁ νομοθέτης ἀπέβλεψε διὰ τῆς διατάξεως ταύτης εἰς τὸ νὰ χορηγήσῃ μίαν πρόσθετον ὑποστήριξιν εἰς τὴν ὀρφανικὴν οἰκογένειαν. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις νὰ προβῇ ἀμέσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι διὰ τῆς παρερμηνείας ταύτης κρατοῦνται ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ πολλοὶ στρατεύσιμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§49ΚΟΡΠΑΣ. Πολλὰ δυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν παραδείγματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ ἐν ἰσχύει στρατολογικὸς νόμος εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον πλημμελής. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῶν ἐχόντων πλημμελεῖς διατάξεις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι ὀρθόν. Ἐὰν τῷ ὄντι ἀναγνώσῃ τις τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν ἑρμηνεύουσαν τὸν στρατολογικὸν νόμον, θέλει εὕρει πλείστας ὅσας ἀντιφάσεις τῆς ἐγκυκλίου πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Ἑπομένως καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, ὅτι μία μελέτη τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἁπλουστάτη δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἔκδοσιν μιᾶς ἑρμηνευτικῆς ἐγκυκλίου, ἡ ὁποία νὰ ἦναι σύμφωνος πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν, διότι ἡ σπουδή, μεθ’ ἧς μεταῤῥυθμίζονται οἱ στρατολογικοὶ νόμοι καὶ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ἔφερον αὐτὴν τὴν σύγχυσιν. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ καταρτίσῃ δι’ ἐπιτροπῶν, ἀποτελουμένων ὑπὸ προσώπων ἁρμοδίων, νομοσχέδιον στρατολογικόν, μεταῤῥυθμίζον τὸ ὑπάρχον, νὰ ὑποβάλῃ δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, καὶ αὕτη νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως συστήσῃ ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ μελετήσῃ αὐτὸ καὶ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην της.
§50ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ εἰς ἕν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον σήμερον μοὶ ἐγένετο γνωστόν. Κρεωπῶλαί τινες μοὶ παρεπονέθησαν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὸ ἐμπόριόν των, ἐνόσῳ εἰσάγονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ δέρματα· διότι πραγματικῶς εἰσάγεται πληθὺς δερμάτων ἀτελῶς, πωλοῦνται δὲ εὐθηνότατα, τὰ δὲ ἐρχόμενα ἐκ Ρωσσίας οὐκ ὀλίγην ὠφέλειαν δίδουσιν εἰς τοὺς φέροντας ταῦτα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν ὑπάρχει στήλη εἰς τὸ δασμολόγιον, ἐν ᾗ νὰ φορολογῶνται τὰ ἐξ Εὐρώπης ἐρχόμενα δέρματα; Δεύτερον, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. ἐκ Λαρίσσης Βουλευτοῦ, ἐνεθυμήθην τὸν γνωστὸν Λεμπεσόπουλον, οὗ ἕνεκα ἐγένετο σπουδαία καὶ μακρὰ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς συζήτησις. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν τότε ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος ἐστιγμάτισε τότε τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔγειναν τὰ ποταπώτερα ὄργανα τῆς ἐξουσίας, ἐζήτει δὲ λόγον παρὰ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, διατὶ δὲν ἐφήρμοσε τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν, δι’ ἧς ὁ Λεμπεσόπουλος ὄχι μόνον ἀπώλεσε τὰ πολιτικά του δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ καθηρεῖτο τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἐνωμοτάρχου,— καὶ ὅμως ἀντὶ νὰ καθαιρεθῇ προὐβιβάσθη εἰς ἐνωμοτάρχην πρώτης τάξεως,— παρακαλῶ, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἂν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ὁ τότε Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδέχθη.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας, κύριε Βουλευτά.
§52ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§53ΦΙΛΙΟΣ. Ἐν ἔτει 1883 ἐκ τῆς ἐπισυμβάσης πλημμύρας ἐν Λαρίσσῃ ἡ Κυβέρνησις εἶχε συστήσει ἐπιτροπὴν πρὸς συλλογὴν ἐράνων. Ἐκ τοῦ συναχθέντος τότε ποσοῦ ἐκ τοῦ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμοῦ ποσόν τι διετέθη, ἀπέμεινε δὲ ποσὸν περὶ τὰς 40 χιλιάδας δραχμῶν, ἐναποταμιευμένον εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης. Ἔκτοτε παρῆλθον ἓξ ὁλόκληρα ἔτη, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ 1886 δὲν ἐμερίμνησε νὰ διανεμηθῶσι τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς ἐκείνους, τῶν ὁποίων αἱ οἰκίαι καὶ τὰ ἔπιπλα κατεστράφησαν ἐκ τῆς πλημμύρας. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως διατάξῃ τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν ν’ ἀποστείλῃ τὰ βοηθήματα ταῦτα, συνιστῶσα ἐπιτροπὴν πρὸς διανομήν. Διὰ τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἀνεστέλλετο ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀνεστάλη συγχρόνως ἡ εἴσπραξις τοῦ δημοτικοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος εἰσεπράττετο συγχρόνως μετὰ τοῦ δημοσίου. Ἐκ τῆς ἀναστολῆς ἐκείνης οἱ ὀκτὼ δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Λαρίσσης στεροῦνται τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ, ἵνα ἀπαντήσωσι τὰς κυριωτέρας δαπάνας των δὲν μισθοδοτοῦνται οὔτε οἱ κλητῆρες, οὔτε οἱ ἀστυνόμοι, οὔτε οἱ δήμαρχοι, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ψηφίσουν δάνεια. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ τὰ δάνεια ταῦτα εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης Συνόδου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Κεφάλαιον Βʹ. Ἄρθρον 1. Μισθὸς Διευθυντοῦ, πρὸς δραχ. 350 κατὰ μῆνα, δραχ. 4200». (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). «Μισθὸς λογιστοῦ, πρὸς δραχ. 330 κατὰ μῆνα, δραχ. 3960».
§56ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ θέσις τοῦ λογιστοῦ τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ καταργηθῇ, καὶ τὸ δι’ αὐτὸν ἐγγεγραμμένον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσὸν τῶν 3960 δραχμῶν πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι ὁ λογιστὴς τῆς Βουλῆς οὐδὲν ἐκτελεῖ ἔργον. Τὰς πληρωμὰς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τὰς ἐνεργεῖ ὁ κεντρικὸς ταμίας, τὴν δὲ μισθοδοτικὴν κατάστασιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, ἥτις ἔχει ἐλαχίστην ἐργασίαν, τὴν γράφει ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γραφείου, ὁ δὲ λογιστὴς τῆς Βουλῆς, οὐδεμίαν ἔχων ἐργασίαν, δὲν προσέρχεται εἰς τὸ γραφεῖον, εἶναι ἑπομένως ἄχρηστος ἐντελῶς, καὶ ἡ θέσις περιττὴ, ὡς εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσι καὶ ἀναμφισβήτητον. Ἐν ἑκάστῃ Βουλευτικῇ Συνόδῳ ἔρχεται ἐνταῦθα ὁ λογιστὴς τῆς Βουλῆς ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἀληθῶς ἐργάζεται μετὰ τῆς μεγαλειτέρας δραστηριότητος καὶ ἐπιτηδειότητος, κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς πρόκειται νὰ ἐκλιπαρήσῃ τοὺς Βουλευτὰς νὰ μὴ καταργήσωσι τὴν ἄχρηστον θέσιν του. Καὶ μέχρι τοῦδε μὲν ἡ διατήρησις τῆς θέσεως αὐτοῦ εἶχε λόγον, διότι ὁ κατέχων αὐτὴν ἦτο ἐκ τῶν φατριαστικωτέρων ὀργάνων τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὑβριστῶν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος, νομίζω, δὲν δικαιολογεῖ τὴν περαιτέρω διατήρησιν αὐτοῦ, τοῦ ὅλως ἀχρήστου καὶ κατ’ ὄνομα μόνον ὑπαλλήλου, καὶ τὴν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου πληρωμὴν δραχμῶν 4,000 κατ’ ἔτος. Ἤκουσα, ὅτι καὶ τώρα ὑπάρχει λόγος τις, διὰ τὸν ὁποῖον Κύριοί τινες ἀπαιτοῦσι τὴν διατήρησιν τῆς θέσεως χάριν τοῦ κατέχοντος αὐτὴν, ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος, ἄσχετος πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ὑποχρεοῖ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος πληρωμήν. Ἀμφιβάλλω ἂν θὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ὀρθὴ καὶ δικαία αὕτη πρότασίς μου, διότι γνωρίζω, πόσον ἐπηρεάζονται ἐκ τῆς κολακείας πολλοὶ ἄνθρωποι, οἵτινες, μὴ θέλοντες νὰ φαίνωνται κακοὶ πρὸς πρόσωπα, προβάλλουσι τὸ κατηραμένον ἐκεῖνο «δὲν θὰ διορθώσω ἐγὼ τὸ Ρωμαίικο», ἐνῷ τότε θὰ διωρθοῦτο ἀληθῶς τὸ Ρωμαίικο, ὅταν πᾶς Βουλευτής, πᾶς πολίτης ἐνήργει ὡς νὰ ἐξηρτᾶτο ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου ἡ διόρθωσις τῶν κοινῶν, ὡς νὰ ἐξηρτᾶτο αὕτη ἐκ μόνης τῆς ἀποκρούσεως τοῦ πρώτου τυχόντος ἀτόπου. Ἀμφιβάλλω, λέγω, περὶ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεώς μου, ἀλλ’ ἐγὼ θέλω στιγματίσει μετὰ τῆς μεγαλειτέρας δριμύτητος πᾶν ἄτοπον, ἀδιαφορῶν ἂν θὰ γείνωσιν ἐχθροί μου ἐκεῖνοι, ὧν τὰ ἄδικα συμφέροντα παραβλάπτονται ἐκ τούτου. Λέγω δὲ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ καταψηφίσουν τὴν πρότασίν μου, ὅτι θὰ προσφέρωσι κακὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, θὰ ἐνθαῤῥύνωσι τοὺς κηφῆνας, τοὺς ἀργομισθίους ὑπαλλήλους, τοὺς μόνον περὶ τὸ κολακεύειν ἐπιτηδειοτάτους, καὶ θ’ ἀπογοητεύσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἀφοσιώσεώς των καὶ μόνης εἰς τὸ καθῆκον προσπαθοῦσι νὰ στηριχθῶσι καὶ προαχθῶσι. Καὶ λέγω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν ὑποστήριξιν τῶν ὀργάνων τῆς τρικουπικῆς ἐπιδρομῆς, ὅτι διαπράττουσι κακὸν κατὰ τῆς κεφαλῆς των, ὅτι διαπράττουσι προδοσίαν εἰς τὸ ἐθνικὸν κόμμα, ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ ὁποίου τοσοῦτον ἐμοχθήσαμεν, καὶ ἐργάζονται ἵνα ἐπαναφέρωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸν ἀπαίσιον ἄνθρωπον, διὰ νὰ συνεχίσῃ καὶ περατώσῃ τὸ κατὰ τῆς πατρίδος ἔργον του. Εἶναι φρικτὸν, ἐντὸς τῆς Βουλῆς, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων, νὰ ὑπάρχουν θέσεις ἀργίας καὶ πολυτελείας! Λαμβάνων δὲ ἀφορμὴν ἐκ τοῦ χθεσινοῦ ἐπεισοδίου τοῦ κ. Γρυπάρη, λέγω, ὅτι κακῶς ὑπηρετοῦσι τὴν πατρίδα οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι, ὁσάκις στιγματίζεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπάλληλός τις φίλος των, νομίζουσιν ὅτι ἐκπληροῦσι καθῆκον φιλικὸν, ἐρχόμενοι εἰς ὑπεράσπισιν αὐτοῦ διὰ λέξεων ἀορίστων, λέγοντες ὅτι εἶναι καλὸς ὑπάλληλος· διότι οὕτω πως ἐνθαῤῥύνονται οἱ κακοὶ ὑπάλληλοι. Λέγω δὲ εἰδικῶς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Γρυπάρη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐντραπῶσιν, ὑπερασπίζοντες ἄνθρωπον, ἐπὶ τοῦ μετώπου τοῦ ὁποίου εἶναι κεχαραγμένον βαθέως τὸ στίγμα τοῦ προδότου τῆς πατρίδος. Καὶ τὸν ὑπερησπίσθησαν, ἰσχυρισθέντες ὅτι ἐξεπλήρωσε τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἠρνήθην, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι αὗται ἦσαν προδοτικαὶ, ἐνῷ ἀντὶ τούτου ἔπρεπε νὰ μὲ προκαλέσουν ν’ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου, ὅπερ ἐν τούτοις θέλω πράξει καὶ χωρὶς νὰ προκληθῶ ἐν λίαν προσεχεῖ χρόνῳ. Ἐπανερχόμενος δὲ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ κονδύλιον τῶν 3960 δραχ. τὸ διὰ τὸν λογιστὴν τῆς Βουλῆς ἀναγεγραμμένον, πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ. Ζητήσατε νὰ προσαχθῶσι τὰ βιβλία τοῦ λεγομένου τούτου λογιστοῦ, καὶ ἐξ αὐτῶν θὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου, ὅτι οὐδεμίαν ἀπολύτως προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ὅστις, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, εἶναι καὶ ὑπάλληλος ἔμμισθος σιδηροδρομικῆς τινος ἑταιρίας, παρὰ τῇ ὁποίᾳ ἀσχολεῖται. Τότε οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς ἀχρήστου ταύτης θέσεως δὲν θὰ ἀρνηθῶσιν, ὅτι διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν συντελοῦσιν εἰς τὴν ἁρπαγὴν δημοσίου χρήματος· ἀλλ’ οὕτω, Κύριοι, εἶναι ἀδύνατον νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὴν τρικουπικὴν σπατάλην, καὶ μὲ αὐτὰς τὰς ὑποχωρήσεις δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ἐπαγγελίας ἡμῶν περὶ τῆς διορθώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων.
§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἂν πρόκηται περὶ ὡρισμένου τινὸς προσώπου· διότι, ἂν τὸ πρόσωπον φατριάζῃ, ἠμπορεῖ ν’ ἀντικατασταθῇ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν ὑπάρχῃ ἐργασία, ἀπαιτοῦσα τὴν δαπάνην αὐτὴν, ναὶ ἢ ὄχι. Νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δύναται νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο, ἡ δὲ Βουλή, μετὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ Προεδρείου, θὰ δυνηθῇ ἐν ἐπιγνώσει νὰ προβῇ εἰς τὴν παραδοχὴν ἢ ἀπόῤῥιψιν τοῦ κονδυλίου.
§58ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Κυκλάδων ἐστήριξε τὴν περὶ ἀπαλείψεως τοῦ κονδυλίου τούτου πρότασίν του εἰς δύο τινά, πρῶτον εἰς τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπαλλήλου, περὶ οὗ πρόκειται, καὶ δεύτερον εἰς τὴν μὴ χρησιμότητα αὐτοῦ. Ὅπως ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τὸ ζήτημα τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, ἰδίως μάλιστα ὡς πρὸς τοὺς πολιτικοὺς χαρακτηρισμούς, οὓς τῷ ἀπέδωκεν ὁ ἐκ Κυκλάδων Βουλευτής, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποκύπτει βεβαίως οὔτε εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Βουλευτοῦ, οὔτε εἰς τὴν τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον τῆς ἀποκλειστικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Προεδρείου, καὶ τὸ Προεδρεῖον βεβαίως, ἀποτελούμενον ἀπὸ τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὰ ἄλλα μέλη, θέλει ἐξετάσει τὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα, περὶ τοῦ ἂν ἦναι χρήσιμος, ἂν ἡ θέσις ἔχῃ χρησιμότητα, ἔχω νὰ ἀντείπω εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, διότι ἡ θέσις αὕτη εἶναι νενομοθετημένη διὰ ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς πρέπει βεβαίως νὰ φέρῃ τροπολογίαν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ φέρῃ πρότασιν περὶ τούτου. Ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ πράξῃ τοῦτο σήμερον, δύναται νὰ τὸ πράξῃ βραδύτερον· τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Σήμερον συζητοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν αὐτῷ δαπάνας στηρίζεται βεβαίως ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἐνόσῳ δὲν τροποποιήσητε τὸν Κανονισμόν, δὲν δύνασθε ν’ ἀπαλείψητε θέσιν ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένην. Ὅτι εἶναι χρησιμωτάτη ἡ θέσις αὕτη, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι, ἀφ’ ἧς συνεκροτήθη ἡ πρώτη Βουλή, ὑπὸ τὴν σημερινὴν δυναστείαν, λογιστὴς ὑπῆρχεν εἰς τὴν Βουλήν, τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ ἀνεγνώρισαν ἅπασαι αἱ Βουλαὶ καὶ οἱ προεδρεύσαντες πάντες, οὐδέποτε δ’ ἐγεννήθη ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν χρησιμότητα τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὰ μέχρι τοῦδε παραδεδεγμένα, μὴ δεχομένη τὴν πρότασιν τοῦ Βουλευτοῦ Κυκλάδων.
§59ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἐξετάζω, οὔτε ἐπεμβαίνω εἰς τὴν πολιτικὴν διαγωγὴν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ὑπαλλήλου· ἐξετάζω μόνον, ἂν ἦναι χρήσιμος καὶ ἀναγκαῖος, ἂν ἐκτελῇ ὑπηρεσίαν τινὰ ἐν τῇ Βουλῇ. Τοιαύτην ἐγὼ δὲν βλέπω. Βεβαίως ἀνεγράφη ἡ θέσις αὕτη εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πρώτην Βουλευτικὴν Περίοδον, τότε ὅμως ἀνεγράφη καὶ ἄλλη δαπάνη. Τότε ἡ Βουλὴ ἐξέλεγεν ἕνα ἐκ τῶν Βουλευτῶν ὡς ταμίαν της, διότι δὲν ἐνόει νὰ τρέχουν οἱ Βουλευταὶ εἰς τὰ ταμεῖα νὰ πληρώνωνται. Ἐκλέγουσα ἡ Βουλὴ τὸν ταμίαν της, εἶχεν ἀνάγκην νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν καὶ ἕνα βοηθόν. Σήμερον, ὅτε πάντες ἀνομολογοῦμεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην οἰκονομιῶν, διότι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ ἔθνους εἶναι λίαν δυσάρεστος, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ δείξῃ τὸ παράδειγμα τῆς φειδοῦς καὶ τῆς οἰκονομίας, ὄχι μόνον δι’ αὐτὴν τὴν θέσιν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλας, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς βλέπω μίαν δαπάνην δι’ ἐκτάκτους κλητῆρας 7,000 καὶ πλέον δραχμῶν. Νομίζω καὶ τὴν δαπάνην ταύτην περιττήν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δείξῃ καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν κοινωνίαν τὸ παράδειγμα τῆς οἰκονομίας. Ἐὰν, Κύριοι, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀρχίσῃ νὰ συνιστᾷ ἕνα ἔκτακτον κλητῆρα ἢ γραφέα, τότε ποῦ θὰ φθάσωμεν; Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μᾶς δώσῃ μίαν σημείωσιν τῶν ὑπαρχόντων σήμερον κλητήρων, διότι ἐγὼ πλέον τῶν δεκαπέντε ἢ δεκαοκτὼ κλητήρων δὲν εἶδον ἐνταῦθα. Εἶναι ἀνάξιον τῆς ἀποστολῆς ἡμῶν νὰ μισθοδοτῶμεν ἀνθρώπους μὴ κλητῆρας, μὴ ἐργαζομένους. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ γείνῃ γνωστὸς εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργαζομένων κλητήρων.
§60ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ λογιστὴς τῆς Βουλῆς ἐχρησίμευεν ὅτε ἐξελέγετο καὶ ταμίας τῆς Βουλῆς ἓν μέλος ἐξ αὐτῆς. Σήμερον δὲν χρησιμεύει, ὅτε δὲν ἐκλέγεται ταμίας; ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς φρονεῖ, ὅτι ἡ θέσις αὕτη εἶναι χρήσιμος; Ἐὰν ναὶ, νὰ τὴν ἀφήσωμεν· ἐὰν ὅμως νομίζῃ, ὅτι εἶναι πολυτέλεια, νὰ τὴν διαγράψωμεν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι χρήσιμος, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀφήσωμεν.
§61ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναμφισβήτητος ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁ λογιστὴς οὐδὲν ἐκτελεῖ ἔργον, ἀπολύτως οὐδεμίαν ἐργασίαν κάμνει· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κάμνει, ἤτοι τὰς πληρωμὰς τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐλαχίστη ἐργασία, καὶ διαρκεῖ μόνον κατὰ τοὺς ὀλίγους μῆνας, καθ’ οὓς ἐργάζεται ἡ Βουλή, διότι κατὰ τοὺς ἄλλους μῆνας ἐνεργοῦνται αἱ πληρωμαὶ ἀπὸ τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον· ὥστε δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ λόγος περὶ αὐτῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητος ἀλήθεια, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ λογιστὴς τῆς Βουλῆς οὐδεμίαν ἐκτελεῖ ἐργασίαν.
§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ὅστις προΐστασθε τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, φρονῆτε, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ θέσις αὕτη, πειθόμεθα εἰς τὴν γνώμην ὑμῶν. Βεβαίως καλὸν εἶναι νὰ διατηρηθῇ ἡ θέσις αὕτη, ἀφοῦ προβλέπεται ἀπὸ τὸν Κανονισμόν. Ἐὰν δὲ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ ἐσκανδάλισέ τινας τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὸν μισθὸν τοῦ λογιστοῦ.
§63ΦΙΛΙΟΣ. Ἀφοῦ ἐργάζεται ἐπὶ τρεῖς μῆνας, — διότι ἐπὶ τρεῖς μῆνας μόνον πληρόνει τοὺς μισθοὺς τῶν κλητήρων, — δώσατέ του ὀλίγας δραχμὰς διὰ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς μῆνας, διότι δὲν κάμνει ἄλλην ἐργασίαν.
§64ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν συμφωνῶ παντάπασι μὲ τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ ἐπιῤῥίψουν ὅλην τὴν εὐθύνην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ἵνα ἀποφασίσῃ αὐτὸς, ἂν πρέπῃ νὰ διατηρηθῇ ἢ ὄχι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς, ὡς παρέχων χρησιμότητα ἢ μηδὲν πράττων. Δὲν ἐπερίμενα τοῦτο ἀπὸ ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρες Περιόδους παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὁ ὑπάλληλος τοῦ λογιστοῦ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν λέγεται οὔτε λογιστὴς οὔτε ταμίας, ὁ δὲ βοηθὸς τοῦ λογιστοῦ, οὗτος βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸν μισθὸν τῶν 330 δραχμῶν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ, πάντες γινώσκομεν, ὅτι οὐδεμίαν ἐργασίαν ἐκτελεῖ. Προσκομίσατε ἐνταῦθα τὰ λογιστικὰ βιβλία τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου. Ἐὰν ὑπάρχῃ συμπάθεια πρὸς τὰ ἄτομα, δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται νὰ λέγουν ἐνταῦθα, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη. Ὁ κ. Πρόεδρος ἂς λύσῃ αὐτὴν τὴν ἀπορίαν, διατάσσων νὰ ἔλθουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ λογιστικὰ βιβλία αὐτῆς. Δώσατε 150 δραχμὰς, νὰ ἱκανοποιηθῇ αὐτὸ τὸ πρόσωπον. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὡμίλησα καὶ εἰς τὴν Περίοδον τοῦ 1885, καὶ τότε ἡ Βουλή, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς μεγάλην συζήτησιν, παρεδέχθη τὸ κονδύλιον αὐτὸ, ἀλλὰ σήμερον, ἀφοῦ ἔγεινε τόση συζήτησις, δὲν πρέπει νὰ λέγεται ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Κυκλάδων ἐσκανδαλίσθη. Δὲν σκανδαλίζεται, διότι δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθουν τὰ χρήματα τοῦ κονδυλίου αὐτοῦ εἰς τὰ θυλάκιά του· λέγει τὴν ἀλήθειαν.
§65ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι, παρατηρῶ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς παρούσης Βουλῆς εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς παρελθούσης Βουλῆς. Νομίζω ὅτι ἡ σημερινὴ Βουλὴ ἔχει ἄλλην καταγωγὴν καὶ ἄλλην ἀποστολήν. Ἂς ἐνθυμηθῶμεν ὑπὸ τίνα ὅρον ἐξέλεξεν ἡμᾶς Βουλευτὰς ὁ λαός. Οὐδεὶς θὰ μοῦ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡμεῖς, περιερχόμενοι τοὺς διαφόρους δήμους τοῦ νομοῦ μας, ὑπεσχέθημεν πολλά, καὶ ἐλάττωσιν ἐξόδων καὶ φόρων. Ἂν παραδεχθῶμεν λοιπὸν τὸν προϋπολογισμόν, ὡς τὸν κατήρτισεν ἡ παρελθοῦσα Βουλή, τοῦτο θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε ἐξ ὅσων ὑπεσχέθημεν. Εἰς ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον αὐτὸ εἶναι δαπάναι περιτταί.
§66ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Καὶ εἰς τὸ ἄρθρον «ἔκτακτοι κλητῆρες» δὲν δύναταί τις νὰ ἐννοήσῃ, τίνες εἶναι οἱ ἔκτακτοι κλητῆρες τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ σημειωθῇ ποσὸν 7,460 δραχμῶν δι’ αὐτούς. Ὁ Κανονισμὸς ἀναφέρει ῥητῶς, ὅτι «τὸ Προεδρεῖον διορίζει ἐπίσης ἕνα εὐταξίαν, ἕνα ἀρχικλητῆρα καὶ δεκαπέντε ἄλλους κλητῆρας», ἤτοι ἐν ὅλῳ 17 κλητῆρας. Τὸ κονδύλιον λοιπὸν τὸ διὰ τοὺς ἐκτάκτους κλητῆρας εἶναι πολυτέλεια, ἡ ὁποία εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπεται.
§67Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὡς φαίνεται, οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἔχει συνταχθῇ πρὸ 25 ἐτῶν, καὶ ἑπομένως ἄλλαι ἦσαν αἱ ἀνάγκαι αἱ τότε. Διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, ὁποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῆς Βουλῆς ἐπακριβῶς, ἔπρεπε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος νὰ εἶχε δοθῆ ἐργολαβικῶς ἡ ὑπηρεσία τῆς Βουλῆς, καὶ τότε ἠδύνατο νὰ θέσῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς. Ἄλλως, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἡ Ἐπιτροπή, ὁποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις; Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ Βουλὴ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ ἑκατὸν κλητῆρας εἰς ἐνέργειαν, διότι ἔπρεπε νὰ συνάζῃ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τοὺς Βουλευτάς. Σήμερον ἔθεσεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἓν κονδύλιον ἐξ 7,460 δραχμῶν, καὶ ἂν τὸ Προεδρεῖον νομίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμοι πολλοὶ κλητῆρες, ἠμπορεῖ νὰ μὴ διορίσῃ τοιούτους. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὑπάλληλον τὸν λογιστικόν, δὲν γνωρίζω τὸν ἄνθρωπον· ἡ Ἐπιτροπὴ εὗρεν ὑπάλληλον τοιοῦτον· ὁποία εἶναι ἡ χρησιμότης του, δὲν γνωρίζω. Τάσσομαι μετὰ τῶν προλαλησάντων, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δύναται κάλλιον ἡμῶν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν χρησιμότητά του.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δύο προτάσεις προτείνονται· πρῶτον περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ λογιστοῦ· δεύτερον, ἐὰν ὁ κ. Δαγρὲς ἐπιμένῃ, περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκτάκτων κλητήρων.
§69Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πίστωσις περιελήφθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἀλλ’ ἀνετέθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἦναι ἀνάγκη, νὰ διορίζῃ ἐκτάκτους κλητῆρας.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐτελείωσε. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ θέσις τοῦ λογιστοῦ τῆς Βουλῆς. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§71ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ θέσις τοῦ λογιστοῦ ἀπηλείφθη.
§73ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐρωτήσατε τὸ ἀντίθετον.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως τοῦ λογιστοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ θέσις τοῦ λογιστοῦ ἀπηλείφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ κονδυλίου τῶν ἐκτάκτων κλητήρων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται τὰ λοιπὰ ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 1).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ κεφαλαίου Βʹ, πλὴν τῆς θέσεως τοῦ λογιστοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 2ον ἄρθρον. (Ἀναγινώσκεται).
§76ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὰ τὰ καυσόξυλα εἰς τί χρησιμεύουν; διότι ἡμεῖς παγόνομεν ἀπὸ τὸ ψῦχος!
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν συνέστησα ῥητῶς νὰ ἦναι αἱ θερμάσται πᾶσαι εἰς ἐνέργειαν διαρκῶς.
§78ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἀκόμη μία θερμάστρα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Γʹ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§80ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς παρελθούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς διὰ μισθοδοσίαν στενογράφων εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν ὅλῳ ποσὸν 17,600 δραχμῶν· εἰς τὸν φετεινὸν προϋπολογισμὸν προστίθενται δύο δόκιμοι στενογράφοι. Βεβαίως ἡ ἀνάγκη τῶν στενογράφων εἶναι μεγάλη, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἑτοιμασμένους στενογράφους, ὥστε ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἀναπληρῶμεν τοὺς τυχὸν ἀπουσιάσοντας ἢ ἀπαλλαχθησομένους. Παρακαλῶ τὰς θέσεις τῶν στενογράφων νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ διὰ διαγωνισμοῦ εἰς τοὺς ἱκανούς. Εἶναι ἡ μόνη θέσις, ἡ ὁποία δικαίως πρέπει νὰ δίδεται διὰ διαγωνισμοῦ.
§81ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ λέγω ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, τὸ Προεδρεῖον νὰ μεριμνήσῃ, ὥστε νὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν στενογράφων. Εἰς πάντα τὰ Κοινοβούλια τῆς Εὐρώπης ἀνὰ δύο λεπτὰ τῆς ὥρας ἀλλάζει ὁ στενογράφος· ἐνταῦθα τοὺς ἔχομεν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν ἐργαζομένους, καὶ εἶναι θαῦμα, πῶς ἔχομεν στενογραφήματα καλὰ καὶ ὀρθά.
§82ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ οἱ δόκιμοι στενογράφοι, κύριε Πρόεδρε, θὰ λαμβάνουν μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις;
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§84ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι μαθητευόμενοι, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐργασθῶσι. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰ καθήκοντα τῶν στενογράφων ἡ ῥῆσις, ὅτι εἶναι δόκιμοι.
§85ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ μᾶλλον ἐργαζόμενος ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ στενογράφος, κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς πᾶσαν εὐκολίαν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφάλαιον Γʹ, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κεφάλαιον Δʹ. (Ἀναγινώσκεται).
§87ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἀφοῦ ἔχομεν ταξινόμον πρὸς 3,960 δραχμὰς τὸν χρόνον, τί τὸν θέλομεν τὸν βοηθόν;
§88ΣΑΚΚΗΣ (Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου). Δὲν ἐπαρκεῖ.
§89ΣΧΙΝΑΣ. Ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ὁμολογῶ ὅτι εἶναι λίαν ἀνεπαρκὲς,—ἔλαβον δὲ ἀφορμὴν νὰ ἀντιληφθῶ ἰδίοις ὀφθαλμοῖς τὴν ἀνεπάρκειαν· —ἐὰν δὲ ἀσθενήσῃ τις τῶν ὑπαλλήλων, δὲν ὑπάρχει ὁ ἀναπληρωτής του. Ἀλλὰ εἰς τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ κεφαλαίου Δʹ παρατηρῶ μίαν δαπάνην διὰ τὸν Ἔφορον τῆς Βουλῆς ἐκ δραχμῶν 2,000. Δὲν ἐννοῶ, ποῦ ἔγκειται ἡ δαπάνη αὕτη. Ὁ Ἔφορος τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν Κανονισμὸν ὀφείλει νὰ ἦναι ἐκ τῶν κατοικούντων διαρκῶς ἐν Ἀθήναις, ἢ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ πρότερον ἐχρημάτισαν τοιοῦτοι· ἑπομένως ὁ κατοικῶν ἐδῶ εἰς οὐδεμίαν ὑπόκειται δαπάνην, ὥστε νὰ λάβῃ 2,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος ὡς ἀμοιβήν.
§90ΣΑΚΚΗΣ. Εἶναι πίστωσις ἀπονεμομένη ἄλλοτε κατὰ τὸ διπλάσιον. Ὁ κ. Φιλήμων εἶχε 3,900 δραχμὰς δι’ ἔξοδα τῆς Βιβλιοθήκης· ὁ προκάτοχός μου περιώρισε τὸ ποσὸν εἰς 1900· ἐγὼ ἠθέλησα νὰ κατατάξω τὸ κονδύλιον εἰς διαφόρους κατηγορίας ἐκτάκτων ἐξόδων. Εἶναι 300 ἢ 400 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας θὰ πληρώσωμεν διὰ τὴν Βιβλιοθήκην ἑνὸς Σταματίου, ἡ ὁποία μᾶς ἐδωρήθη, διὰ παραλαβὴν αὐτῆς. Ὅταν μᾶς χαρίζουν βιβλία, βεβαίως πρέπει νὰ στέλλωμεν νὰ τὰ παραλαμβάνωμεν.
§91ΣΧΙΝΑΣ. Ἀναγνωρίζω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλ’ ἐννοῶ νὰ ἀναγραφῇ ἓν κονδύλιον ὄχι ἐφόρου, ἀλλ’ ἐφορίας, ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ.
§92ΣΑΚΚΗΣ. Πάντοτε δίδεται λογαριασμός.
§93ΔΑΓΡΕΣ. Μοὶ μένει ἀμφιβολία, ἂν τὸ ποσὸν τῶν 7,000 δραχμῶν δι’ ἐκτάκτους κλητῆρας ἀπηλείφθη ἢ μένῃ.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μένει· ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀπάλειψις.
§95ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀντὶ νὰ ζητῇ ἐλάττωσιν, παρακαλῶ τὸν κ. Ἔφορον νὰ μοὶ εἴπῃ, διατὶ δὲν περιλαμβάνεται πίστωσις διὰ τὸν κατάλογον τῆς Βιβλιοθήκης.
§96ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν αὔξησιν αὐτοῦ τοῦ κονδυλίου, καὶ συνῄνεσα εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἀγορᾶς βιβλίων, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ μὴ ἀγορασθοῦν διόλου, διότι τὸ ποσὸν διὰ τὴν ἀγορὰν βιβλίων πρέπει νὰ ἦναι πολὺ μεγαλύτερον, καθόσον ἡ Βιβλιοθήκη στερεῖται ὅλων τῶν νεωτέρων συγγραμμάτων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν νομοθεσίαν τὴν εὐρωπαϊκὴν καὶ ἐν γένει εἰς τὰς πολιτικὰς ἐπιστήμας· ἀλλ’ ὑπῆρξε μία τάσις πρὸς οἰκονομίαν. Ἐνόμισα ὅμως ἀπαραίτητον τὴν αὔξησιν τοῦ κονδυλίου τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου, διότι ἄνευ αὐτοῦ δὲν γνωρίζει οὔτε τί ἔχει ἡ Βιβλιοθήκη. Πέρυσι τὸ κονδύλιον αὐτὸ δὲν ἐχρησιμοποιήθη, διότι ἦτο ἐλάχιστον, μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν τοῦ τότε ἐφόρου κ. Καλογεροπούλου καὶ τοῦ ταξινόμου, ὅστις κατὰ τὸ πλεῖστον συνετέλεσεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν δελτίων, ἔχον συνεργάτην τότε τὸν κ. Πολίτην, ἐργασθέντα λίαν φιλοτίμως. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ κονδυλίου δι’ ἀγορὰν βιβλίων, καὶ νὰ αὐξήσῃ τὸ κονδύλιον διὰ τὴν σύνταξιν καταλόγου.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίνα πρότασιν ὑποβάλλετε, κύριε Σχινᾶ;
§98ΣΧΙΝΑΣ. Νὰ τεθῇ οὐχὶ «ἔξοδα ἐφόρου», ἀλλ’ «ἔξοδα ἐφορίας».
§99ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ γείνῃ ἡ διόρθωσις οὕτω, διότι, ὅπως ἀναγράφεται, ἔχει τι τὸ ἀντισυνταγματικόν. Ὁ κ. Σάκκης οὐδέποτε βεβαίως ἐνόησε νὰ λάβῃ χρήματα δι’ ἑαυτόν· εἶναι ἔξοδα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πληρωθοῦν.
§100ΣΑΚΚΗΣ. Θὰ πληρωθοῦν 1300 δραχμαὶ δι’ ἐκκρεμῆ λογαριασμόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ κεφαλαίου Δʹ ὡς ἔχει).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. Λοιπὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ φράσις «ἔκτακτα ἔξοδα ἐφόρου» εἰς «ἔκτακτα ἔξοδα ἐφορίας».
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 μὲ τὴν τροποποίησιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ κεφαλαίου Δʹ. (Ἀναγινώσκεται).
§104ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπηλείφθη παντελῶς τὸ σπουδαιότατον κονδύλιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ Βιβλιοθήκη. Ἡ Βιβλιοθήκη εἶναι πολύτιμος καὶ πολύτομος, ἀλλὰ θὰ γείνῃ ἕρμαιον, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει κατάλογος. Νὰ ἀναγραφοῦν τοὐλάχιστον 2,000 δραχμαὶ, ὥστε νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐργασία ἀπὸ τοῦ ἔτους αὐτοῦ. Δεύτερον, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ἔφορον, ἐκ τῶν 5,000 δραχμῶν δι’ ἀγορὰν βιβλίων νὰ ἀφιερώσῃ ἓν μέρος εἰς τὰ νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα αἱ διάφοροι Βουλαὶ τοῦ Βελγίου, τῆς Πρωσσίας, τῆς Γαλλίας, τῆς Ἰταλίας ἐκδίδουσι.
§105ΣΑΚΚΗΣ. Εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀγορὰν τοιούτων βιβλίων, διότι δι’ ἀνταλλαγῆς ἠμποροῦμεν νὰ τὰ ἔχωμεν. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη ἀγορᾶς βιβλίων χρησιμωτάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὴν νεωτέραν νομοθεσίαν. Τὸ δὲ κονδύλιον τῆς συντάξεως καταλόγου δὲν ἀρκεῖ, διότι καὶ πέρυσι δὲν ἐπήρκεσε. Θέλομεν δύο ὑπαλλήλους τοὐλάχιστον, γνωρίζοντας τὴν Γερμανικὴν καὶ τὴν Γαλλικὴν, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἀντιγράφουν. Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν ἐξ ἀρχῆς 4,000 δραχμάς.
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§107ΣΑΚΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῆς πιστώσεως δι’ ἀγορὰν βιβλίων δὲν φέρω παρατήρησιν. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν 4,000 δραχμῶν θέλομεν χρησιμοποιήσει δι’ ἐκκρεμῆ λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον εὗρον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ κ. Φιλήμονος, καὶ ἔγεινε κατάσχεσις συντηρητικὴ ἐκ μέρους ἑνὸς Μανούσου. Τὸ ποσὸν διὰ συνδρομὴν ξένων ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν πρέπει νὰ αὐξηθῇ εἰς 4,200, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ περιώρισε, μὴ γνωρίζουσα, ὅτι αἱ ἐγγραφαὶ εἰς αὐτὰ ἔχουν γείνει ἤδη.
§108ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀναγκαία πίστωσις νὰ περιληφθῇ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων ἐκ παρελθόντος προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἀνάμιξις τῶν πιστώσεων πρὸς πιστώσεις παρελθούσας.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ζητηθῇ συμπληρωματικὴ πίστωσις, ὅταν παρουσιασθῇ ἀνάγκη.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἠκούσατε, εἰς τὸ ἐδάφιον «διὰ συνδρομὰς ξένων ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν» ὁ κ. Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης ὑπέβαλεν, ὅτι εἶναι ἤδη ὑπόχρεως ἡ Βιβλιοθήκη νὰ πληρώσῃ οὐχὶ 3,500 ἀλλὰ 4,200 δραχμάς. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ εἰς 4,200 δραχμὰς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα ἐκτὸς τῶν τεσσάρων ἐδαφίων τοῦ ἄρθρου 3, ἠκούσατε, ὅτι προτείνεται κονδύλιον 4,000 δραχμῶν πρὸς σύνταξιν καταλόγου.
§111ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ τύπωσιν.
§112ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς νὰ μᾶς δοθῇ ἡ πληροφορία, μέχρι ποίας ἐποχῆς εἶναι δυνατὸν νὰ συνταχθῇ ὁ κατάλογος. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὸν κατάλογον ἀποτελοῦσιν ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ φύλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν, παρὰ νὰ συνδεθοῦν, διὰ νὰ γείνῃ ὁ κατάλογος.
§113ΣΑΚΚΗΣ. Ὁ κ. Ράλλης ἔχει δίκαιον κατὰ τοῦτο, ὅτι εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς Βιβλιοθήκας συντάσσονται πράγματι δελτία, φύλλα, ἀλλ’ εἰς διπλοῦν, καὶ τὸ ἀντίγραφον τοῦ ἑνὸς δελτίου τὸ κολλοῦν ἐπὶ ἑνὸς βιβλίου· ἀλλ’ ἐδῶ δὲν τηρεῖται αὐτὴ ἡ τάξις.
§114ΡΑΛΛΗΣ. Ποῦ εὑρίσκεται ὁ κατάλογος;
§115ΣΑΚΚΗΣ. Πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ, τεμάχια μόνον εἶναι.
§116ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ συμπληρωθῇ ὁ κατάλογος τῆς Βιβλιοθήκης.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρὸς σύνταξιν καταλόγου ζητεῖται δαπάνη. Τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης ταύτης ὁ κ. Ἔφορος τὸ ἀνεβίβασεν εἰς δραχμὰς 4,000. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προστεθῇ εʹ ἐδάφιον εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ κεφαλαίου Δʹ ἐκ 4,000 δραχμῶν πρὸς σύνταξιν καταλόγου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ κεφαλαίου Δʹ μὲ τὴν προσθήκην ταύτην καὶ μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ κονδυλίου «διὰ συνδρομὰς ξένων ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν» ἀπὸ δραχμῶν 3,500 εἰς 4,200 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ κεφάλαιον Εʹ. «Διάφορα ἔξοδα», ἤτοι ἀποζημιώσεις καὶ λοιπὰ ἔξοδα τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ μεταβῶσι πρὸς ἐξέτασιν ἐκλογικῶν ἐνστάσεων εἴς τινας δήμους τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, δραχμαὶ 2,250.
§118ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ἔχομεν τὴν ἀπαίτησιν νὰ μεταβῶσι πεζοὶ οἱ Βουλευταὶ εἰς τὰς Θήβας καὶ τὴν Λεβαδείαν, διότι μόνον οὕτω θὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφέν. Μία ἅμαξα μέχρι Λεβαδείας πληρόνεται μέχρις 100 δραχμῶν· μόνον ἐὰν διπλασιάσωμεν τὰ ποσὰ τὰ ἀναγεγραμμένα, θὰ ἐπαρκέσωμεν ὅπως δήποτε.
§119ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν παρετήρησα τὸν προϋπολογισμὸν καὶ εἶδον ὅτι ἀναγράφεται ἡ φράσις «ἀποζημίωσις καὶ λοιπὰ ἔξοδα.» Αὐτὸς ὁ τίτλος μοὶ φαίνεται προσβλητικὸς διὰ τὰς ἐπιτροπάς· ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὸν ἀποδέχομαι. Ἡμεῖς εἴπομεν νὰ μεταβῶμεν καὶ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ ὅταν ἐπανέλθωμεν, νὰ ὑποβάλωμεν λογαριασμόν.
§120ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «ἀποζημίωσις».
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο προτάσεις ὑπεβλήθησαν· ἡ μία, νὰ διπλασιασθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁρισθὲν διὰ τὰς δαπάνας τῶν ἐπιτροπῶν, ἡ ἑτέρα, νὰ ἀπαλειφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ποσὸν, ἐπιφυλαττομένων τῶν ἐπιτροπῶν νὰ ὑποβάλωσι κατόπιν λογαριασμόν. Νομίζω ὅτι ὅλοι εἶναι σύμφωνοι εἰς τὸ νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «ἀποζημίωσις».
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διαγράφεται ἡ λέξις «ἀποζημίωσις». Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἑτέραν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν νὰ διπλασιασθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγεγραμμένον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅπως ἀντὶ τῶν 2,250 δραχμῶν ἀναγραφῶσι 4,500. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς διὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον δραχ. 398,460. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§124ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ προσθέσητε εἰς τὰ ἀπρόβλεπτα ἔξοδα καὶ ἓν ποσὸν διὰ μίαν ἀκόμη θερμάστραν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης, καὶ θὰ ζητήσωμεν ἰδίαν πίστωσιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ᾼΦΝΔʹ νόμου τῆς 30 Ἰουνίου 1887.
§126Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, ἐξαντλουμένη συνήθως εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προσωπικῶν καὶ κομματικῶν ζητημάτων, δύναταί τις μετὰ λύπης νὰ παρατηρήσῃ μεγίστην ἀδιαφορίαν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν κυρίως βουλευτικῶν καθηκόντων, δηλαδὴ κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Καὶ αὐτοὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους συνήθως ψηφίζονται ἢ μᾶλλον μετὰ σιδηροδρομικῆς ταχύτητος ἀναγινώσκονται ὑπὸ τοῦ γραμματέως, δίκην ἐξαψάλμου, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ τὸ μεσονύκτιον, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πιέσεως τῆς πλειονοψηφίας, διότι οἱ κκ. Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἐξ ἄκρας πρὸς τὸν ἀρχηγόν των πεποιθήσεως, σπεύδουσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς πατρίδας των ἄνευ συζητήσεως, οἱ δὲ τῆς μειονοψηφίας, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀντέχωσιν εἰς ἀτελευτήτους παννυχίδας, ἀποσύρονται. Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις νευρικῆς ἀνυπομονησίας καλούμεθα καὶ σήμερον νὰ συζητήσωμεν, ἐν οὕτω προκεχωρημένῃ ὥρᾳ, τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, τῶν κκ. Βουλευτῶν ἑτοιμαζομένων, εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν ἀπόψε, νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς πατρίδας των χάριν τῶν ἑορτῶν. Ἐν τούτοις τὰ δικαστικὰ ταῦτα νομοσχέδια, θίγοντα ὕψιστα τῆς Πολιτείας συμφέροντα, ὑπεβλήθησαν ἐσπευσμένως, λίαν ἄωρα, ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, διαφωνοῦντος, ὡς μᾶς εἶπε, πρὸς τὴν γνώμην ἐμοῦ, ὅστις ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης ὑπαγορεύει νὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς τὰς χεῖρας ὅσον οἷόν τε δεδεμένας. Ἀνυπομονοῦσιν οἱ κυβερνῶντες νὰ λύσωσι τὰς χεῖρας ἀπὸ νομοθετικῶν τινων προσκομμάτων, καὶ τὴν ἀνυπομονησίαν ταύτην μετέδωκαν εἰς τοὺς πολιτικούς των φίλους, πολυειδῶς ἐκδηλώσαντας τοῦτο κατὰ τὰς δύο προηγουμένας συζητήσεις, καθ’ ἃς ἐγὼ εἶχον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως δεόντως βασανισθῶσι τὰ νομοσχέδια. Δὲν θέλω νὰ προσβάλω τινὰ τῶν κκ. συναδέλφων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοιαύτην γνώμην ἐσχημάτισαν ἐκ προκαταλήψεως καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς δεούσης μελέτης αὐτῶν. Τολμῶ καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν πάντες ὑμεῖς ἐμελετήσατε τὰ συζητούμενα νομοσχέδια, καὶ ἂν ἀκριβῶς ἐννοῆτε τὰς ζητουμένας μεταβολὰς εἰς τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν, ἀφοῦ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐξῆλθον τόσον σκοτεινὰ, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ εἰδικῶς περὶ τὰ νομικὰ ἀσχολούμενοι, καὶ αὐτοὶ οἱ ἐκ τοῦ σύνεγγυς παρακολουθοῦντες τὰς ἐν τῇ δικαστικῇ ὀργανώσει μεταβολὰς δὲν δύνανται νὰ καυχηθῶσιν, ὅτι τοιαῦτα νομοσχέδια δύνανται νὰ χωνευθῶσιν ἐκ τῆς προχείρου καὶ ξηρᾶς ἀναγνώσεως. Ἀπόδειξις τῆς ἀδικαιολογήτου σπουδῆς εἶναι καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠναγκάσθη ν’ ἀποσύρῃ τὸ περὶ προσόντων νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ τὴν ἀπατηλὴν μορφὴν τροπολογίας νὰ ὑποβάλῃ χθὲς περὶ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ὀλίγοι Βουλευταὶ ἦσαν παρόντες, νέον ὅλως νομοσχέδιον. Εἰς δὲ τὰ ἄλλα ὑπάρχει τόση ἀτέλεια, ἀσάφεια καὶ ἀντιφατικότης περὶ τὴν διατύπωσιν, ὥστε θλίβομαι, διότι δὲν κατενοήθη καὶ ὑπὸ τῆς νέας Κυβερνήσεως ἡ ἀνάγκη τῆς δεούσης ἐπεξεργασίας τῶν εἰσαγομένων νομοσχεδίων καὶ μάλιστα τῶν δικαστικῶν, ἰδίως δὲ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ λύσις τοῦ σπουδαιοτέρου τῶν ζητημάτων, ἤτοι ἡ μόρφωσις τῶν καλῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Λίαν ταχέως ἡ νῦν Κυβέρνησις ἐλησμόνησεν ὁπόσον εἶχε κατακρίνει τὴν τέως Κυβέρνησιν, ἥτις δίκην ταχυδρόμου μετέφερεν ἐκ τοῦ ὑπουργικοῦ γραφείου τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα διὰ τριῶν ἀναγνώσεων, καὶ τούτων ἀτελῶν, μετέβαλεν εἰς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὤθησαν τὸν τόπον εἰς τὸ χεῖλος τοῦ βαράθρου, ὅπου εὑρίσκεται. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπεστάλημεν ἡμεῖς ὑπὸ τῶν ἐκλογέων, ἵνα σταματήσωμεν τὴν ἐν τῷ βαράθρῳ πτῶσιν. Δὲν πιστεύω, οὔτε ὑμεῖς οἱ ἀκούοντες εὐάριθμοι συνάδελφοι, οὔτε οἱ ἀπόντες, οἱ ὁποῖοι, παρασκευαζόμενοι ἴσως διὰ τὸ ταξείδιόν των, δὲν εὑρίσκουσι φαίνεται τὴν ἀνάγκην νὰ ἀκούσωσι τὰ ψηφιζόμενα νομοσχέδια, δὲν πιστεύω, λέγω, ὅτι θὰ θελήσητε νὰ ἀντείπητε, ὅτι διὰ τοῦτο περιήλθομεν εἰς ὃ σημεῖον εὑρισκόμεθα, ἕνεκα δηλαδὴ μὴ ὑπάρξεως τῆς δεούσης δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἐπιτρέπεται οὕτως ἐπιπολαίως νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς θεραπείας; Ὄχι. Ἰδοὺ διατὶ κατ’ ἐπανάληψιν εἶχον παρακαλέσει νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῶν νομοσχεδίων, ἐπεκράτησεν ὅμως ἡ ἐναντία γνώμη οὐ μόνον παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῖς ἀξιοτίμοις συναδέλφοις. Ἀντελήφθην, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νομίζει, ὅτι αὐτὰ τὰ νομοσχέδια εἶναι ἡ πανάκεια τῆς νοσούσης δικαιοσύνης. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ πολλοὶ ταῦτα φρονοῦσιν ἐν καλῇ πίστει· πιθανόν τινες νὰ ἔχωσι καὶ προσωπικώτερά τινα ζητήματα, ἀλλ’ ἐν γένει οἱ πολλοὶ παραδόξως ὑποστηρίζουσιν, ὅτι, εὐθὺς ὡς λυθῶσιν αἱ χεῖρες τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε οὗτος νὰ δύναται ἐλευθέρως νὰ μεταθέτῃ τὸν Πρωτοδίκην τῆς Σπάρτης εἰς Τρίκκαλα, καὶ τὸν ἐκ Τρικκάλων εἰς Ἀθήνας, εὐθὺς ὡς κατορθωθῇ ἡ διαρκοῦντος τοῦ ἔτους ἀδικαιολόγητος ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μετάθεσις τοῦ Εἰρηνοδίκου, εὐθὺς ὡς ἴδωσι τὸν Ὑπουργὸν, δυνάμενον νὰ παύῃ ἀκωλύτως καὶ διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς του τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ Ἀντεισαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Πρωτοδικῶν, τοὺς δικαστικοὺς γραμματεῖς καὶ γραφεῖς, ἡ θεραπεία θέλει ἐπέλθει ἀμέσως καὶ ἀσφαλῶς. Πλάνη οἰκτρά! Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ χαρακτηρίσω τὴν τοιαύτην γνώμην σφάλμα ἀσύγγνωστον διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις ὤφειλε νὰ ἔχῃ μεμορφωμένην γνώμην περὶ τῶν τῆς δικαιοσύνης, μεμελετημένην καὶ ἐπὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν πραγμάτων στηριζομένην. Βεβαίως δὲν ἀξιῶ, ὅτι αἱ ἐμαὶ ἰδέαι εἶναι ἀναμάρτητοι, ἀλλ’ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὢν λειτουργὸς τῆς Θέμιδος καὶ ὡς δικηγόρος πολλὰ μελετήσας ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον, πρὸ πολλοῦ δὲ εἰδικώτερον ἀσχολούμενος εἰς τὰ περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου πρὸς δικαστικὴν ἀναδιοργάνωσιν, νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἔχω γνώμην ἐπὶ τῶν ψηφιζομένων νομοσχεδίων, χωρὶς νὰ ἐκτεθῶ εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι εἶμαι ἄνθρωπος τοῦ σπουδαστηρίου μόνον, ὡς ἔσκωπτε τοὺς ὑποστηρίξαντας, ὅτι δὲν ἔπταισε καὶ ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ἀλλ’ ἡ κακὴ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Ὤφειλε δὲ ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἀξιοῦσα ὅτι ἔχει καὶ ὅτι θέλει διατηρήσει τὴν καλὴν πίστιν, νὰ δοκιμάσῃ τὰ νομοθετήματα, ἅτινα ἔσπευσε νὰ καταδικάσῃ ἀδικαιολογήτως. Γνωρίζω καὶ ἐγώ, ὡς καὶ πάντες ὑμεῖς, ὅτι βεβαίως οὐδὲν νομοθέτημα δύναται νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ὅταν ὅλη ἡ ἀτμόσφαιρα δὲν ἦναι ὑγιής. Δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ ἀπὸ κανένα τὴν καλὴν πίστιν καὶ τὴν καλὴν θέλησιν· ἀλλὰ, καὶ μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρέπει νὰ μὴ λησμονῇ καὶ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἤδη ἡ Πολιτεία. Πολλάκις ἐπανελήφθη καὶ ἐβεβαιώθη παρ’ ὅλων τῶν Ὑπουργῶν ἀνεξαιρέτως, μηδὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξαιρουμένου, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις παρέλαβεν ἐξ ἀπογραφῆς, οὕτως εἰπεῖν, τὴν διοίκησιν, τὴν δικαιοσύνην, τὰ οἰκονομικὰ, τὸν στρατὸν καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν δημιουργηθεῖσαν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς ἀναμίξεως τῶν Βουλευτῶν εἰς ἔργα ὑπουργικά. Δὲν ἐννοοῦσι λοιπὸν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι εὐθὺς ὡς λυθῶσιν αἱ χεῖρες τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐκλείψωσι τὰ προσόντα ἢ μειωθῶσιν, εὐθὺς ὡς ἀποκτήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἀναδείξῃ ἱκανοὺς τοὺς ἀνικάνους καὶ τοὺς ἁλιεῖς σοφοὺς, τί θέλει συμβῆ; ἁπλούστατον· θέλει περιτριγυρισθῆ ὑπὸ ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς 14ης Ὀκτωβρίου συνίσταται εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀλλαγὴν τῶν προσώπων, ἅτινα ἐσύστησαν οἱ φίλοι τῆς πρώην Κυβερνήσεως, διὰ προσώπων, ἅτινα θέλουσι συστήσει οἱ φίλοι τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Καὶ περὶ τούτων λοιπὸν ὁ ἀγών;
§127ΠΕΡΡΟΣ. Διὰ τοῦτο θέλομεν νὰ ἦναι ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν θὰ τὸ πράξῃ.
§128Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διὰ τοῦτο, λέγουσι, τὸν θέλουσιν ἐλεύθερον, διὰ νὰ δοκιμάσωσιν, ἂν ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἀντισταθῇ, καὶ λησμονοῦσιν ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι καὶ λογικῶς καὶ φυσικῶς καὶ πρακτικῶς βέβαιον· καὶ ὀφείλετε, ἀξιότιμε συνάδελφε, νὰ τὸ γνωρίζητε, καὶ ὡς δικαστικὸς λειτουργὸς καὶ ὡς ζῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης εἶναι τόσον εὐρὺ, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ, ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον, οὐχὶ νὰ τὸ ἐξαντλήσω, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀρχίσω μόνον, ὤφειλον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους· ἀλλ’ οὔτε ἐγὼ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ ὥρας, οὔτε ὑμεῖς ἔχετε διάθεσιν νὰ μὲ ἀκούητε, ἐν οὕτω προκεχωρημένῃ ὥρᾳ καὶ μὲ τοιαύτην ἀνυπομονησίαν, ὅπως χάριν τῶν ἑορτῶν ἐπανέλθητε εἰς τὰς οἰκογενείας σας. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, τὴν πρὸ τῶν ἑορτῶν, δὲν εἶναι βεβαίως ἡ καταλληλοτέρα στιγμή, ἵνα ἀνοίξωμεν τὰς βίβλους, ὅπως ἴδωμεν πόθεν ἤρχισεν ἡ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι, ποίαν πορείαν ἠκολούθησε μέχρι τοῦδε, ποῦ κατήντησε, ποῦ εὑρίσκεται καὶ ποῦ θέλει φθάσει διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πῶς ἠδύνατο, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, νὰ θεραπευθῇ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δὲν θέλει καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον συζητηθῆ περὶ τὴν 12ην ὥραν τῆς νυκτὸς, ὡς ἄλλοτε, ἐν διαστήματι ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας· διότι βεβαίως, ἐὰν ὑπὸ τοιούτους ὅρους πρόκηται νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἀκούσω τινὸς τῶν συναδέλφων, λέγοντός μοι «ὁρίστε νὰ συζητήσητε», δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι δὲν θὰ συγκινηθῶ εἰς τοιαύτην πρόσκλησιν· ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν φορὰν ταύτην νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τότε θέλω ἐπανέλθει καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ ἡσύχως, ὅτε θὰ ἐξετάσω ὅλους τοὺς κλάδους καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ ἐπέλθῃ, ὡς ἐγὼ φρονῶ, ἡ βελτίωσις. Ὤ! βεβαίως τότε θέλει, πιστεύω, ἐπέλθει μετάνοια διὰ τὰ σήμερον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ψηφιζόμενα νομοσχέδια, ἀλλὰ θὰ ἦναι πλέον ἀργά· διότι αἱ ὑπουργικαὶ προτάσεις θὰ ἦναι νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ θὰ ἔχωσι τοποθετήσει εἰς τὰς εἰσαγγελικὰς θέσεις πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ διαχειρίζωνται τὴν δικαιοσύνην....
§129ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἦναι χειρότερα τῶν ὑπαρχόντων.
§130Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Περὶ τούτου δὲν δύνασθε νὰ ἐγγυηθῆτε, καὶ ἂν ἀκόμη ἐγνωρίζετε ὅλους τοὺς διορισθησομένους.
§131ΧΑΤΖΗΓΑΚΗΣ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ μᾶς ἀπαλλάξητε ἀπὸ τὸν Μπούρην.
§132Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ζητεῖτε τὴν ἐλευθέραν καὶ ἀπεριόριστον τῶν ἰσοβίων μετάθεσιν. Ἀλλ’ ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν τὸν κακοηθέστερον τύπον δικαστικοῦ λειτουργοῦ, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ πλάσῃ ἡ φαντασία σας· ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ τὸν παύσητε, νομίζετε ὅτι, ἐὰν μεταφερθῇ ἡ ἀκαθαρσία αὕτη τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἀπὸ τῆς μιᾶς γωνίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἑτέραν, θέλετε βελτιώσει τὴν δικαιοσύνην; μήπως πρόκειται νὰ τὸν μεταθέσητε ἐκτὸς τῶν ἑλληνικῶν ὁρίων;
§133ΠΕΡΡΟΣ. Εἴς τινα μέρη τινὲς τῶν δικαστῶν ἔχουσι συνάψει σχέσεις μετὰ τῶν ἐντοπίων.
§134Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κακοήθης πάντοτε εἶναι κακοήθης. Μεταφέρετε τὴν πληγὴν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους τοῦ σώματος εἰς ἄλλο, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἔχει συνάψει σχέσεις ὁ κακοήθης! Βεβαίως ἔχει συνάψει σχέσεις, καὶ ἀπορῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συνάπτῃ, ἀφοῦ τοιοῦτο τὸ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης διδόμενον μάθημα, ἀφοῦ οὐδεμία πρόνοια ἐγένετο ποτὲ σπουδαία περὶ δικαιοσύνης τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ συνάπτῃ σχέσεις, ἀφοῦ τὸν ἐδίδαξαν, ὅτι διὰ τῶν σχέσεων προάγεται. Δὲν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσω ἐν συνόλῳ τὸ ζήτημα τῆς ἰσοβιότητος, διότι ἀμφιβάλλω, ἐάν ποτε συνεζητήθη καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μορφωθῇ γνώμη πεφωτισμένη ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἀλλ’ ἀδιστάκτως πρεσβεύω, ὅτι καὶ ἡ ἰσοβιότης, ὡς καὶ ἄλλοι θεσμοὶ, ἐλειτούργησεν ἀτελέστατα, διότι εἰσήχθη ἀτελῶς. Χωρὶς νὰ θεωρηθῶ, Κύριοι, ὅτι εἶμαι ἄνθρωπος θεωρητικὸς καὶ τῶν βιβλίων, δὲν δύναμαι ἐν τούτοις νὰ παραλείψω, ὅτι, ὅταν νομοθετῶμεν, ἔχομεν καθῆκον τὰ πάντα νὰ ἐρευνῶμεν, καὶ νὰ ἐξετάζωμεν, τί γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ νὰ μελετῶμεν κατὰ πόσον δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἢ οὔ, τὰ καὶ ἀλλαχοῦ γενόμενα. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει ἡ μεγαλειτέρα σοφία, καὶ ὅτι οἱ πολέμιοι τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰσοβιότητος εἶναι οἱ σοφώτεροι τῆς ὑφηλίου, οὔτε ὅτι ἡ Ἑλλὰς διατελεῖ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐν αὐτῇ ἡ ἰσοβιότης. Τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων τὸν εὑρίσκετε μέχρι σήμερον πεφυτευμένον καὶ προαγόμενον εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ἐκτὸς τῆς Τουρκίας βεβαίως, καὶ οὐ μόνον τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀμετακλήτου τῶν δικαστῶν, δηλαδὴ ἐκεῖνο, ὅπερ οἱ Γάλλοι ἐννοοῦσι διὰ τῆς λέξεως inamovibilité· ὅταν λέγωμεν ἀμετάκλητον, ἐννοοῦμεν ἐκτὸς τοῦ ἰσοβίου καὶ τὸ ἀμετάθετον. Μακρὰ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ θεσμοῦ περὶ τοῦ ἀμετακλήτου τῶν δικαστῶν· εἶναι θεσμὸς βασανισθείς, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος. Πολλαὶ ἐγένοντο συζητήσεις εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς· τὸν εὑρίσκετε καλῶς λειτουργοῦντα σχεδὸν ἁπανταχοῦ. Οὕτω ἰσόβιοι ἅμα καὶ ἀμετάθετοι εἶναι οἱ δικασταὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Σουηδίᾳ, ἐν Κάτω Χώραις, ἐν Βαυαρίᾳ, ἐν Βυρτεμβέργῃ, ἐν Βρασιλίᾳ, ἐν Πορτογαλλίᾳ, ἐν Βελγίῳ, ἐν Πρωσσίᾳ, ἐν Ρωσσίᾳ, ἐν Αὐστρίᾳ, ἐν Ἰρλανδίᾳ, ἐν Δανίᾳ, ἐν Ἰσλανδίᾳ καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα Κράτη. Δὲν ἔλειψαν καὶ εἰς ἄλλα Κοινοβούλια οἱ πολέμιοι τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Εἰς ἀντίκρουσιν τῶν τοιαῦτα φρονούντων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅ,τι εἷς ἔξοχος ῥήτωρ ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ ἔλεγε πρὸς τοὺς συναδέλφους του, ὅτε συνεζητεῖτο ἐκεῖ ἡ ἐπὶ χρόνον τινὰ ἀναστολὴ τοῦ ἀμετακλήτου τῶν δικαστῶν. Ὑπῆρχε καὶ τότε ἐπί τινα χρόνον ἡ καταφορὰ κατὰ ἀμεταθέτων καὶ ἰσοβίων δικαστῶν. Ἀλλ’ ὁ ῥήτωρ ἐκεῖνος ἐνόμισεν, ὅτι καὶ ἀτελῶς λειτουργῶν ὁ θεσμὸς, ἦτο χρησιμώτατος, ἐπικίνδυνος δὲ καὶ αὐτὴ ἡ προσωρινὴ ἀναστολὴ τοῦ θεσμοῦ. Ὁ εὐφραδὴς ῥήτωρ Royer Collard ὑπεστήριξε καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι ἐν πάσῃ Πολιτείᾳ οὐδὲν ἄλλο συμφέρον ὑπάρχει μεῖζον τῆς δικαστικῆς ἀκεραιότητος, καὶ οὐδεμία ἄλλη ὑπάρχει λειτουργία σπουδαιοτέρα τῆς τοῦ δικαστοῦ (ἀναγινώσκει): «Ὅταν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία (ἔλεγε) διὰ τῶν ἁρμοδίων, τῶν ἐπιτετραμμένων ἐν ὀνόματι τῆς Πολιτείας νὰ διορίσωσι τὸν δικαστὴν, καλῇ πολίτην, ἵνα λάβῃ τὸ ἔξοχον τοῦτο λειτούργημα, τῷ λέγει: «Σὲ καθιστῶ ὄργανον τοῦ νόμου· ἀξιῶ καὶ σὺ νὰ μείνῃς ἀπαθὴς ὡς αὐτός. Ὅλα τὰ πάθη θέλουσι σὲ περικυκλώσει. Σὺ ὅμως, ἱστάμενος ἐν μέσῳ αὐτῶν, ὀφείλεις νὰ διατηρήσῃς ἀταραξίαν ψυχῆς. Ἐὰν δὲ αἱ ἐμαὶ πλάναι καὶ τὰ ἐπὶ τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπιδρῶντα, ἀφ’ ὧν μοὶ καθίσταται δυσχερὲς νὰ προφυλαχθῶ ἐντελῶς, ἁρπάσωσι παρ’ ἐμοῦ διαταγὰς ἀδίκους, παράκουσον πρὸς αὐτάς. Ἐναντιώθητι εἰς τοὺς δελεασμοὺς καὶ τὰς ἀπειλάς μου. Ἀνερχόμενος εἰς τὸ δικαστικὸν βῆμα, ἀπόβαλε ἐκ τῆς καρδίας σου πάντα φόβον καὶ πᾶσαν ἐλπίδα. Ἔσο ἀπαθὴς, ὡς ὁ νόμος.» Ὁ δὲ πολίτης ἀπαντᾷ: «Λησμονεῖς, ὅτι ἄνθρωπός εἰμι. Ζητεῖς ἀπ’ ἐμοῦ ἔργον ὑπεράνθρωπον. Εἶσαι ἰσχυρώτατος, ἐγὼ δὲ λίαν ἀσθενής. Ἄνισος ὁ ἀγὼν, καὶ βεβαία ἡ ἧττά μου. Θέλεις βραδύτερον παραγνωρίσει τὰ αἴτια τῆς ἀντιστάσεως, ἣν ὡς καθῆκον μοὶ διαγράφεις σήμερον, καὶ τότε βεβαίως θέλεις μὲ τιμωρήσει δι’ αὐτήν. Ἀδύνατον ν’ ἀναβῶ εἰς τοιοῦτον ὕψος ἀρετῆς, ἐὰν μὴ μὲ βοηθήσῃς νὰ προφυλαχθῶ καὶ ἀπὸ ἐμὲ αὐτὸν καὶ ἀπὸ σέ. Βοήθησον λοιπὸν τὴν ἐμὴν ἀδυναμίαν. Ἀπάλλαξον ἐμὲ καὶ ἀπὸ τὸν φόβον καὶ ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Ὑποσχέθητι, ὅτι δὲν θέλεις μὲ καταβιβάσει ἐκ τῆς δικαστικῆς ἕδρας, ἐὰν μὴ βεβαιωθῇ δικαστικῶς, ὅτι προὔδωκα ὅσα νῦν μοὶ ἐπιβάλλεις χρέη.»
§135ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὰ πρόκειται νὰ καταργηθῇ ἡ ἰσοβιότης;
§136Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι, διότι δὲν τὸ ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν τοῦτο ἦτο δυνατόν, θὰ ἦτο κατηργημένη καὶ αὕτη ῥητῶς. Ἀλλὰ καταργεῖτε αὐτὴν ἐμμέσως, καθ’ ἑκάστην παντοιοτρόπως χαλαροῦντες τὸν θεσμόν. Ἴσως προτιμοτέρα ἡ καθ’ ὁλοκληρίαν κατάργησις, ἂν πρόκηται νὰ λειτουργήσῃ ὡς λειτουργεῖ. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἐκ τοῦ Συντάγματος εἶσθε δεσμευμένοι νὰ τὸν διατηρήσητε, δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἐξαρτᾶτε τὸν δικαστὴν τὸν ἰσόβιον ἀπὸ τὸν φόβον καὶ τὴν ἐλπίδα. Δὲν εἶναι φόβος, ὅταν ἀπειλῆτε αὐτόν, οἰκογενειάρχην καὶ πένητα, — ὡς ἀξιοῖ ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀρνουμένου τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν αὐτῶν, — ἐν μέσῳ τοῦ χειμῶνος, μὲ τέκνα, νὰ τὸν πέμπητε μακράν, ἐκ Καλαμῶν εἰς Τρίκκαλα; Νομίζετε, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν καταργεῖτε τὴν ἰσοβιότητα; Πράττετε ὅ,τι ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ὅ,τι ἐννοεῖ ἡ περὶ δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας ῥήτρα τοῦ Συντάγματος; Καταργεῖτε τὴν ἰσοβιότητα, καὶ τὴν καταργεῖτε καθ’ ἑκάστην, καὶ τὴν καταργεῖτε σκοπίμως· καταργεῖτε τὴν ἰσοβιότητα, —καὶ τὸ γνωρίζετε καλῶς,—ὅταν ἐξαρτᾶτε τὸν διορισμὸν καὶ τὴν προαγωγὴν ἀπὸ τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ἢ μᾶλλον ἀπὸ τὸν Βουλευτήν, ἢ μᾶλλον ἀπὸ τὸν κομματάρχην, ἀπὸ τὸν ἐκλογέα καὶ ἀπὸ τὸν διάδικον! Ἐννοῶ λοιπὸν τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουσι «καταργηθήτω ἡ ἰσοβιότης!» Καταργήσατε τὴν ἰσοβιότητα, ἐὰν δύνασθε· ἀλλ’ ἐὰν δὲν δύνασθε νὰ καταργήσητε τὴν ἰσοβιότητα, δὲν ἔχετε καθῆκον νὰ τὴν συμπληρώσητε; Ἀντὶ τούτου ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ῥίπτετε ἀπὸ ἕνα λίθον τοῦ θεσμοῦ τούτου, σαλεύοντες τὰς βάσεις τῆς δικαιοσύνης· καὶ ταῦτα πάντα ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀναμορφώσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου! Περιέμενον, Κύριοι, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς 24ης Ὀκτωβρίου, ἀπὸ τὴν ἐντολοδόχον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, σοβαρὰ μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης, ἵνα κρίνω τὰ ἔργα αὐτῆς καὶ περὶ ἄλλων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶμαι εἰδικός. Σᾶς λέγω ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀπηλπίσθην περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ τόπου, ὅταν Κυβέρνησις, ἐρχομένη μὲ τοσαύτην δύναμιν ἐκ τοῦ λαοῦ, ἐξήρτησε τὸ μέλλον τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀτυχῆ νομοσχέδια! Εἶναι ἀπελπισία, Κύριοι, καὶ πρέπει νὰ θρηνήσωμεν, διότι εἰς τὴν ἀποτυχίαν τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἴδωμεν τὴν ἀποτυχίαν τοῦ διεξαχθέντος ἀγῶνος· πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ αὐτοδικία, ἡ ἀναρχία εἶναι ἐπὶ θύραις. Ἐὰν τοὐλάχιστον, Κύριοι, εἴχομεν τὴν παραμικρὰν ἐλπίδα, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσι καὶ ἄλλα τινὰ νομοσχέδια, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ὑπέσχετο τοῦτο, ἴσως θὰ ἐλέγομεν: ἂς περιμείνωμεν ἔτι, ἵνα ὁριστικῶς κρίνωμεν τὰ κυβερνητικὰ σχέδια. Ἀλλ’ ἡ ἀνυπομονησία τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον ἄνευ αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων, τί δηλοῖ; ὅτι δὲν ἔθεσεν ἀκόμη τὴν χεῖρα εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, δὲν εἶδε τὰς πληγὰς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δὲν τὰς γνωρίζει. Εἶναι κεκαλυμμέναι ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν της, ἢ προσποιεῖται ὅτι δὲν τὰς γνωρίζει; ἂς παραδεχθῶ τὸ πρῶτον· καταλήγω εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα. Ἕξ εἶναι, Κύριοι, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὄχι μετὰ βάσανον ἀτυχῶς, ὑπέβαλεν ὡς τὸ ἀναμορφωτικὸν πρόγραμμα τῆς ἐν Ἑλλάδι πασχούσης δικαιοσύνης. Καὶ τί πρόκειται νὰ γείνῃ δι’ αὐτῶν; διὰ τοῦ πρώτου δύναται νὰ μεταθέτῃ, ὡς τὸν τελευταῖον χωροφύλακα, τὸν Πρωτοδίκην· διὰ τοῦ δευτέρου πρόκειται νὰ μεταθέτῃ ἐπίσης τὸν Εἰρηνοδίκην, ὡς τὸν τελευταῖον κλητῆρα· διὰ τοῦ τρίτου πρόκειται νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα σχεδὸν ἐγγύησις περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀνακριτῶν, ἐξαφανιζομένης καὶ αὐτῆς τῆς μικρᾶς βελτιώσεως, ἥτις εἶχεν ἐπέλθει, καὶ διὰ τρόπου διατυπώσεως μάλιστα ἱκανῶς περιέργου, τὸν ὁποῖον θὰ ἐξηγήσω βραδύτερον· περὶ τοῦ τετάρτου δὲν ἐντρέπομαι, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἐμόρφωσα ὡρισμένην γνώμην περὶ ὅλων τῶν ζητουμένων τροποποιήσεων· δὲν ἠδυνάμην νὰ μελετήσω ἐπαρκῶς τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ πρῶτον, ὑποβληθὲν μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, δι’ οὗ ἐζητεῖτο ἡ τροποποίησις δύο ἄρθρων, ἀπεσύρθη, καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τροπολογίας ὑπεβλήθη τὴν τελευταίαν στιγμὴν νέον νομοσχέδιον, δι’ οὗ τροποποιοῦνται πολλὰ ἄρθρα, τὸ νόημα ὅμως ὅλων αὐτῶν ἀρκούντως ἐνόησα μετὰ μακρὰν μελέτην. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, τί ψηφίζετε ἐκ τοῦ νόμου περὶ προσόντων; ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχητε μελετήσει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, διότι καὶ ἐγὼ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους τὸ κείμενον τῶν νόμων τοῦ 1877 καὶ τοῦ 1887, τὸ πρῶτον νομοσχέδιον καὶ τὸ τελευταίως ὑποβληθὲν, τέσσαρα κείμενα ἐν ὅλῳ, διὰ νὰ ἴδω, τί γίνεται καὶ τί δὲν γίνεται. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν δύο ἑτέρων νομοσχεδίων περὶ τῶν κλητήρων, διότι αὐτὰ εἶναι ὑπηρεσιακά. Τὸ πρῶτον, λέγω, τῶν νομοσχεδίων καταργεῖ τὴν μικρὰν ἐκείνην ἐγγύησιν, ἥτις εἰσήχθη ἐν τῇ νομοθεσίᾳ χάριν τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν πλασμάτων, τῶν ἐν Ἑλλάδι λειτουργῶν τῆς Θέμιδος, τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία διὰ τῶν ὀργάνων της ὠθεῖ εἰς τὴν κακοήθειαν, τῶν λεγομένων ἰσοβίων δικαστῶν, τοὺς ὁποίους θέλομεν ἀδάμαντας, ἀλλ’ ἄνευ ἄρτου, τοὺς ὁποίους θέλομεν ἀδάμαντας, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν ἄλλων, ὄχι ὅταν θίγωσι συμφέροντα ἡμέτερα, διότι τότε πρέπει νὰ ὑψώσωμεν ἄνωθι τῆς κεφαλῆς των τὸ ξίφος τῆς μεταθέσεως. Ποία εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ μεταθετοῦ τῶν δικαστῶν ἐν Ἑλλάδι; Ἰδοὺ αὕτη ἐν συντόμῳ. Εἰσήχθη διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843 ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος, ἐν τῷ χάρτῃ μόνον· ἀλλὰ δὲν εἰσήχθη μόνον ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος, εἰσήχθη καὶ τὸ ἀμετάκλητον διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843· τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον· οἱ δικασταὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 ἀπέκτων οὐ μόνον τὸ ἰσόβιον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀμετάθετον· δὲν ὑπάρχει διπλῆ γνώμη περὶ τούτου· τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο ἐγένετο διὰ νὰ γείνῃ, δὲν ἐψηφίσθη ὅμως ὁ εἰδικὸς νόμος, ὅστις ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ, διὰ ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἰσοβιότης. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Συνέλευσις τοῦ 1843 ἐψήφισε τὸ ἀμετάκλητον τῶν δικαστῶν. Ἦλθε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη περίπου ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ψηφίζονται τὰ νομοσχέδιά μας· οἱ τυχόντες ἐξ ὑμῶν νὰ ἦσθε ἐκ τῶν πληρεξουσίων τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος παροξυσμοῦ ἀνυπομονησίας ἐψηφίσθησαν τὰ τελευταῖα περὶ Δικαιοσύνης ἄρθρα καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀπειλῆς τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ὅτι, ἐὰν ἐντὸς δέκα ἡμερῶν δὲν ἐψηφίζετο τὸ Σύνταγμα, καθίστατο ὑπεύθυνος ἡ Συνέλευσις διὰ τὰς περαιτέρω συνεπείας. Δὲν ἐγένοντο λοιπὸν συζητήσεις, δὲν ἀνεπτύχθησαν καὶ τότε τὰ ζητήματα, καὶ δι’ αὐτὸ πάντοτε θὰ κτυπῶμεν τὰς κεφαλὰς ἡμῶν, ἐὰν τὰ σπουδαιότερα τῶν ζητημάτων ψηφίζωμεν ἐσπευσμένως. Ἐγεννήθη ἔκτοτε τὸ ζήτημα, ἐὰν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καθιέρωσε τὸ ἀμετάθετον ἢ μόνον τὸ ἰσόβιον· τὸ ζήτημα τοῦτο μένει ἀκόμη ὑπὸ συζήτησιν· ὑπάρχουσι διάφοροι γνῶμαι, ἐπεκράτησεν ὅμως ἡ γνώμη, ὅτι διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 δὲν καθιερώθη τὸ ἀμετάθετον. Ὁμολογῶ, Κύριοι, καὶ ἐγὼ, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἴσως θὰ ἦτο καὶ δύσκολον ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν νὰ καθιερωθῇ τὸ ἀμετάθετον ἀπεριορίστως. Ἔστω· ἀλλ’ οἱ χρόνοι παρέρχονται, διὰ νὰ μὴ προοδεύωμεν ποτέ; δὲν ἔπρεπε βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, ἐπωφελούμενοι τῆς πείρας τῶν αἰώνων καὶ τῆς ἱστορίας τῶν ἐθνῶν, νὰ βαδίσωμεν πρὸς τὸ ἀμετάθετον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅρος ἀπαραίτητος διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰσοβιότητος; Ἰδοὺ διατὶ καὶ ἐγὼ διά τε νομοσχεδίου εἰς προηγουμένας Συνόδους καὶ διὰ τῆς γραφίδος εἰς εἰδικὰς μελέτας ὑπεστήριξα, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ βαδίσωμεν πρὸς τὸ ἀμετάθετον· δὲν ἔδωκα τὴν γνώμην πρὸς τὸ διὰ μιᾶς ἀμετάθετον, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον καὶ τοῦτο νὰ γείνῃ. Ἐπικροτῶ λοιπὸν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1887 περὶ ἀμεταθέτου ἐπὶ διετίαν, ὅστις συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντων νομοσχεδίων τὸ 1884 καὶ 1885. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ὁ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔκαμε κακὴν χρῆσιν· σᾶς ἀπαντῶ: «κάμετε σεῖς καλὴν χρῆσιν τοῦ νόμου.»
§137ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ κάμνω καλὴν χρῆσιν, ὅταν ἦμαι ἐλεύθερος.
§138Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶσθε ἐλεύθερος, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκτελέσητε τὸ καθῆκόν σας· διότι ὑπάρχουσι τρόποι, βοηθοῦντες ὑμᾶς νὰ μεταθέσητε δικαστὴν παρεκτραπέντα· ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ ἔχητε τοιούτους περιορισμοὺς, —τὸ λέγετε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας,—τὸ θεωρεῖτε ὕβριν μάλιστα, διότι εἷς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ζητεῖ τὴν γνώμην ὑφισταμένων ἀρχῶν. Τί νὰ σᾶς εἴπω; ἐγὼ θεωρῶ τὸ ἀνάστημα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ τῆς Ἑλλάδος μέγα, ἀλλὰ δὲν τὸ θεωρῶ καὶ μεγαλείτερον ἀπὸ ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη. Τί εὑρίσκω, Κύριοι, ἐν Ἰταλίᾳ; Ἐν Ἰταλίᾳ, δυνάμει τοῦ ἀπὸ 4 Ἰανουαρίου 1880 νόμου, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν δύναται νὰ μεταθέσῃ ἰσόβιον δικαστὴν ἄνευ προηγουμένης γνωμοδοτήσεως πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς. Ἐκεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑφίσταται αὐτὸν τὸν ἐξευτελισμόν, νὰ μὴ ἀποφασίζῃ μόνον του νὰ μεταθέσῃ ἰσόβιον, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην μιᾶς γνωμοδοτήσεως. Ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς ἐνταῦθα στενοχωροῦνται ὁσάκις ὑπάρχῃ τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα εἰς τὴν θέλησιν αὐτῶν καὶ τῶν πολιτικῶν των φίλων· διότι πρέπει αἱ μεταθέσεις νὰ γίνωνται αὐθωρεὶ, εἰ δυνατόν. Ὄχι, Κύριοι· νὰ γίνωνται ἐπὶ τοῦ παρόντος αἱ μεταθέσεις, ἐὰν εἷς δικαστὴς ἦναι κακοήθης,— καὶ βεβαίως δύνανται νὰ ὑπάρχωσι καὶ τοιοῦτοι,— ἀλλὰ τηρήσατε τὰς ἐγγυήσεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἵνα προφυλαχθῆτε ἀπὸ ἀδίκους προτάσεις περὶ μεταθέσεως δικαστῶν, εἰς οὐδὲν ἄλλο πταιόντων ἢ ὅτι δὲν θέλουσι νὰ γείνωσι τὰ ὄργανα τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας. Ἀλλὰ θέλετε νὰ δημιουργήσωμεν λόγον μεταθέσεως, ὅπου δὲν ὑπάρχει τι; ἐὰν θέλετε νὰ δημιουργήσωμεν ἓν ξίφος ἀπειλῆς κατὰ τῶν ἰσοβίων, τότε βεβαίως καλὸν εἶναι τὸ νομοθέτημά σας. Ἀλλὰ δὲν σκέπτεσθε τοὐλάχιστον τὰς ἀνασυζητήσεις, ἃς θέλετε παρασκευάσει, καὶ τὴν ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ παραλυσίαν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ δικαστικοῦ ἔτους; Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς μετά τινα χρόνον περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ νόμου σας, καὶ τότε πιστεύω, διότι ἔχω ὑπόληψιν εἰς τὴν καλήν σας πίστιν, ὅτι ὑμεῖς ὁ ἴδιος θέλετε καταδικάσει τὸ νομοσχέδιόν σας τοῦτο, ὡς καὶ τὰ ἄλλα....
§139ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποίαν περιστολὴν ἔκαμε τῶν Ὑπουργῶν ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν χαρίτων, γνωρίζετε;
§140Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν συζητῶ περὶ χαρίτων.
§141ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποίαν περιστολὴν ἔκαμε τῶν μεταθέσεων ὁ νόμος τοῦ 1887;
§142Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διότι κατεδολιεύθησαν ἐκεῖνοι τὸν νόμον, σεῖς δύνασθε νὰ μὴ τὸν καταδολιευθῆτε.
§143ΖΑΙΜΗΣ. Εἰς τὰ 1887, τὸ πρῶτον ἑξάμηνον, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 2 Αὐγούστου, μετετέθησαν Πρωτοδίκαι 37, καὶ ἀπὸ 3 Αὐγούστου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, 35, δηλ. πρὸ καὶ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νόμου ἐκείνου 72....
§144ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ 1888 πόσοι; τὸ 1886; τὸ 1885; ἔχετε;
§145ΖΑΙΜΗΣ. Ὄχι... Εἰρηνοδίκαι δὲ, κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ 1887, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος, 106, κατὰ τὸ δεύτερον δὲ ἑξάμηνον, ὅτε ὑπῆρχεν ὁ νόμος, 100. Ἐν συνόλῳ ἀπὸ τῆς 3 Αὐγούστου 1887 μέχρι τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης μετετέθησαν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου 149 Πρωτοδίκαι καὶ 537 Εἰρηνοδίκαι. Δὲν ἐννοῶ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤλλαξε, πῶς, ὑπάρχοντος αὐτοῦ τοῦ νόμου, μετετέθησαν τόσοι· εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσητε, ὅτι αἱ γνωμοδοτήσεις ἦσαν εἰλικρινεῖς;
§146Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν μὲ πτοοῦσι διόλου αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι σας, διότι γνωρίζομεν, ὅτι ὁ νόμος κατεδολιεύθη· ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴ καταδολιεύωνται οἱ νόμοι· καὶ ἠδυνάμεθα τὸν ὑπάρχοντα νόμον νὰ τὸν βελτιώσωμεν, οὐχὶ δὲ νὰ τὸν καταστρέψωμεν. Ὁμοιάζομεν, Κύριοι, εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κραυγάζουσι κατὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, κραυγάζουσι κατὰ τοῦ Συντάγματος, κραυγάζουσι περὶ θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι, κακῶς λειτουργοῦντες, παρουσιάζουσιν ἐξαιρετικῶς ἀνωμαλίας τινὰς, καὶ ἀντὶ νὰ φροντίζωσι νὰ βελτιώσωσιν αὐτοὺς, ζητοῦσι τὴν κατάργησιν· ὁμοιάζομεν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, διότι ἐκρυολόγησαν ἀπὸ τὸ ψῦχος, θέλουσι νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀήρ! Τί ἐγένετο, Κύριοι, διὰ τοὺς Εἰρηνοδίκας; ἁπλούστατον. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887 ἀπηγορεύθη ἡ μετάθεσις αὐτῶν διαρκοῦντος τοῦ δικαστικοῦ ἔτους, ἐπετράπη δὲ αὕτη εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις. Τί δικαιότερον τούτου, νὰ μὴ γίνωνται μετακινήσεις Εἰρηνοδικῶν διαρκοῦντος τοῦ ἔτους, εἰμὴ μόνον ὅταν ἡ ὑπηρεσία τὸ ζητήσῃ; Ὁ δικαστὴς, Κύριοι, ἔχει ἀνάγκην νὰ γνωρίζῃ καὶ τὰ πρόσωπα, πολλάκις καὶ τὰ πράγματα, ἀφοῦ εἶναι ὁ ἔμψυχος νόμος καὶ ὀφείλει νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον ἐπὶ τῶν προσώπων καὶ περὶ τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ὅταν ὁ δικαστὴς ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος, τῆς ἠθικῆς, ἢ τοῦ νόμου, ἔρχεται ἡ Διοίκησις, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ τὸν μεταθέτῃ, ὄχι, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ τὸν μεταθέτῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν παραδίδῃ εἰς τὰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν κρίσιν τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων. Ἔχετε τὴν ἱκανότητα νὰ λειτουργήσωσι τὰ πειθαρχικὰ συμβούλια; Δύνασθε νὰ μᾶς προτείνητε κατάλληλα μέσα, ὅπως ἀποκτήσωμεν Εἰσαγγελεῖς, ἀξίους τῆς ἀποστολῆς των; Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ περιμένητε πραγματικὴν βελτίωσιν ἐκ τῆς εὐκολίας τῶν μεταθέσεων· ὅταν πεισθῆτε περὶ τῆς κακοηθείας δικαστοῦ τινος, λάβετε αὐτὸν ἀπὸ τὸ οὖς καὶ πετάξατέ τον ἔξω τοῦ ναοῦ τῆς Θέμιδος. Εἰς τί θὰ σᾶς ὠφελήσωσι τὰ Τρίκκαλα, ἡ Ἄμφισσα καὶ ὅλοι οἱ τόποι τῆς ἐξορίας, ἵνα συλλέγητε ἐκεῖ ὅλους, ὅσους θέλετε δικαίως ἢ ἀδίκως νὰ τιμωρήσητε; Ἡ μετάθεσις λοιπὸν εἶναι ποινή; Ἕλληνες δὲν θέλουσι δικασθῆ παρ’ αὐτῶν καὶ εἰς τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον τοὺς μεταθέτετε; Πῶς θὰ δυνηθῆτε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τοῦτο; Εἰς τοῦτο σᾶς προκαλῶ. Ποῖα μέτρα λαμβάνετε, ὅπως ἀποκαταστήσητε ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς ἀνεξαρτήτους τοὺς δικαστάς; Πῶς θὰ ἀπομακρύνητε ἀπὸ αὐτοὺς τὸν φόβον καὶ τὴν ἐλπίδα; Πῶς θὰ λειτουργήσωσι τὰ πειθαρχικὰ συμβούλια; Ποία μέτρα λαμβάνετε, ἵνα ἔχητε καλοὺς Εἰσαγγελεῖς; Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ θρηνήσωμεν τὸ μέλλον τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἀκούωμεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζει ἑαυτὸν εὐτυχῆ, διότι θὰ ἀποκτήσῃ Εἰσαγγελεῖς καλοὺς, κατὰ τὴν γνώμην του, τὴν πρώτην στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ δύναται νὰ παύῃ διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του πάντας τοὺς Εἰσαγγελεῖς! Ἐὰν θέλῃ, οὐδένα περιορισμὸν ἔχει. Ἀλλὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς ἔχουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, τὴν διαχειρίζονται ἄλλοι. Ὁ δικαστικὸς κλητὴρ, Κύριοι, ὁ Συμβολαιογράφος, ὁ Εἰρηνοδίκης δὲν δύνανται νὰ παυθῶσιν ἀνεξετάστως, διότι ἀπαιτοῦνται γνωμοδοτήσεις τῶν ἁρμοδίων· ὁ Εἰσαγγελεὺς πρέπει νὰ παύηται ἀνεξελέγκτως! Πρέπει νὰ παυθῇ· διατί; διότι εἶναι, λέγουσι, διοικητικὸς ὑπάλληλος.
§147ΖΑΙΜΗΣ. Καὶ διοικητικός.
§148Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι μᾶλλον δικαστικὸς ἢ διοικητικὸς, ὑποστηρίζω ἐγώ.
§149ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ποῦ εἴδετε τὸ περὶ παύσεως τῶν Εἰσαγγελέων; (διάλογοι).
§150Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 20 τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων, ὡς ζητεῖται ἡ τροποποίησις τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Ἐγένετο, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε λόγος περὶ Εἰσαγγελέων, καὶ ἡ Βουλὴ μετ’ ἀγανακτήσεως ἤκουσεν, ὅτι τὰ σπουδαιότερα ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης, αὐτοὺς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους ἐμπιστεύεσθε τὰ πάντα καὶ αὐτὴν τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα, εἰς τοὺς ὁποίους ἐμπιστεύεσθε τοὺς ἐκλογικοὺς θεσμοὺς καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, τὴν ζωὴν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν σας, αὐτοὺς τοὺς Εἰσαγγελεῖς δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἔχητε ἐξασφαλίσει ἀπὸ τὰς κομματικὰς καταδιώξεις! Ἐν τῇ Συνελεύσει ἐγένετο λόγος νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν ἰσοβιότητα, καὶ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις, διότι, εἶπον, εἶναι καὶ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι. Ὁ θεσμὸς τῆς Εἰσαγγελίας, ὡς γινώσκετε, ἔχει τὴν ἀρχὴν του ἀπὸ τὸ ἀττικὸν δίκαιον, τὸν εὑρίσκομεν βραδύτερον ἐπὶ Κωνσταντίνου· ἀλλὰ κυρίως ὁ θεσμὸς ὁ Εἰσαγγελικὸς ἀνεπτύχθη πλειότερον ἐν Γαλλίᾳ. Τί ἠθέλετε νὰ κάμῃ ὁ Ναπολέων; ὁ Procurreur de l'empereur βεβαίως τότε ἦτο διοικητικὸς ὑπάλληλος.
§151ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ καταγωγὴ τοῦ θεσμοῦ εἶναι φεουδαλική.
§152Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως ἀπὸ τοῦ ΙΔʹ αἰῶνος, ἀλλ’ ἰδίως ἐπὶ Ναπολέοντος ἐτελειοποιήθη. Εὑρίσκομεν καὶ πολλοὺς ἄλλους θεσμοὺς Ναπολέοντος τοῦ Μεγάλου, οἱ ὁποῖοι, μὲ ὅλα τὰ φιλελεύθερα Συντάγματα, ἐξακολουθοῦσι λειτουργοῦντες ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους βασανιζόμεθα ἔτι· ἀλλὰ σήμερον βεβαίως ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι μᾶλλον δικαστικὸν ὄργανον ἢ διοικητικόν. Ἐὰν, Κύριοι, μοὶ ἐπετρέπατε νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, τί ἀλλαχοῦ γίνεται, τότε θὰ σᾶς ἔλεγον, παραλείπων τὰ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ὅτι κατὰ τὸν τελευταῖον ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων τῆς Γερμανικῆς ὁμοσπονδίας τοῦ ἔτους 1877 δικασταὶ ἰσόβιοι, τηροῦντες τὰ ἐκ τῆς ἰσοβιότητος δικαιώματά των, κατόπιν δικαστικῆς ὑπηρεσίας διορίζονται Εἰσαγγελεῖς, λαμβάνοντες καὶ χρηματικὴν ἐπιχορήγησιν. Ἔχουσι δὲ τὸ δικαίωμα μετὰ τριετῆ εἰσαγγελικὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν δικαστικήν των θέσιν. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἐὰν ἡμεῖς ἔχωμεν περισσοτέραν σοφίαν, ἀλλὰ βεβαίως ἐκεῖνοι εἶχον λόγους, καὶ λόγους σπουδαιοτάτους, ὅπως νομοθετήσωσι τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν Εἰσαγγελέων. Προσπαθήσατε νὰ ἐξασφαλισθῆτε ἀπὸ τῶν κακῶν Εἰσαγγελέων, καὶ ἐξασφαλίζεσθε διὰ τῶν καταλλήλων μέσων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄγνωστα, ἐὰν σπουδαίως θελήσητε νὰ μελετήσητε, καὶ τότε ἔχετε ἄλλην κατάστασιν πραγμάτων· ἀλλ’ ἐὰν δὲν θέλητε νὰ ἔχητε ἰσοβίους Εἰσαγγελεῖς, δὲν ὑπάρχει μέσος ὅρος; πρέπει ἢ νὰ ἔχητε ἐλευθέρας τὰς χεῖρας, ἢ νὰ ἔχητε τὴν ἰσοβιότητα; Ὑπάρχει καὶ μέσος ὅρος. Ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1887, κατέκρινα αὐτὸν, διότι δὲν ἐλάμβανεν ἐπαρκῆ μέτρα περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν παρὰ Πρωτοδίκαις ἰδίως Εἰσαγγελέων διότι δὲν ἠρκούμην ἐγὼ εἰς τὴν γνωμοδότησιν μόνον τῶν Εἰσαγγελέων. Ἀλλὰ σεῖς ἐπανέρχεσθε εἰς τὴν ναπολεόντιον καὶ τὴν βαυαρικὴν ἐξάρτησιν τῶν Εἰσαγγελέων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ! Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δικαιολογῶν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀνέφερε γεγονός τι περὶ Εἰσαγγελέως ἀνωτάτου Δικαστηρίου· καὶ ἂν καλῶς ἐξήγησα τὸν ὑπαινιγμὸν, ἐνόησα, ὅτι εἶχεν ἄδικον, διότι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλει, μένει ἐν τῷ νόμῳ ἕνεκα λόγου εἰδικοῦ, ὄχι ἠσφαλισμένον διὰ μέτρου τινός. Ἠδύνατο λοιπὸν ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ διαλόγου, τὸν ὁποῖον κατέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν γνωστὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν παῦσίν του. Ἐν Ἑλλάδι, Κύριοι, ἐπεκράτησε δυστυχῶς ἡ κακὴ ἀρχὴ, νὰ θεωρῶμεν τὰς δημοσίας θέσεις πολλάκις ὡς πρυτανεῖον· εἰς τὰς ἀνωτάτας θέσεις ἀνέρχονται πρόσωπα, σεβαστὰ ἄλλως τε, ἀλλ’ ἀκαταλληλότατα. Τὸ πρόσωπον, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἔχει μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μας, εἶναι δὲ καὶ ἄμεμπτον· ἀλλὰ δὲν ἦτο τὸ καταλληλότερον ὅλων, διὰ νὰ τῷ δοθῇ ἡ ἀνωτάτη εἰσαγγελικὴ ἐποπτεία... Βεβαίως ἔπρεπε νὰ παυθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι, κύριε Χατζηγάκη, κύριε Γεωργόπουλε καὶ ὅστις ἄλλος μετ’ ἀγανακτήσεως μὲ διέκοψε, ζητῶν ἀνυπομόνως τὴν παῦσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετῶν, ὑπὸ τὰ ὄμματα αὐτοῦ εἰργάζετο ὁ κ. Μπούφης· ἢ ἐγνώριζε, τί ἐγένετο ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ τότε διατὶ δὲν ἐπρότεινε τὴν παῦσίν του; ἢ δὲν ἐγνώριζε, καὶ τότε εἶναι Εἰσαγγελεὺς ξένου Κράτους, διότι δὲν γνωρίζει τί γίνεται ἐν Ἑλλάδι· δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῆς ἀπολογίας του, εἰμὴ μόνον διὰ νὰ τηρήσῃ τὸν κανόνα, ὅτι οὐδεὶς πρέπει νὰ μένῃ ἀναπολόγητος. Καὶ ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἦναι εἰς τὴν διάθεσίν σας,—διότι παρεστάθη, καὶ δικαίως, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε τὸν ἀνώτατον δικαστικὸν λειτουργὸν καὶ ἐπόπτην τοῦ Εἰσαγγελικοῦ κλάδου νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ τὸν ἐκλέγῃ ἄνευ περιορισμῶν,— διατὶ στενοχωρεῖσθε; Εἷς ἄγρυπνος Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχει ὅλους τοὺς Εἰσαγγελεῖς εἰς τὴν θέσιν των, διότι θὰ ἐποπτεύῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, καὶ οὗτοι θὰ ἔχωσι τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ Ἀντεισαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν των. Κύριοι, συμβαίνει ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, τὸ κακὸν, νὰ εἰσάγωνται τὰ νομοσχέδια χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ τοὺς καταργουμένους νόμους. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀξιῶμεν ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς ὅλους, καὶ μάλιστα τοὺς μὴ νομικοὺς, νὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ εὑρίσκωσι καὶ νὰ ἐννοῶσι νόμους, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν των. Καταργεῖται ὁ νόμος ΑΦΝΔʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1887· ποῖος εἶναι αὐτός; Σᾶς λέγει τινὰ περὶ αὐτοῦ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου δι’ ἐκθέσεώς του πολὺ συντόμου, μὴ ἐπαρκοῦς· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας καὶ τὰ κείμενα, διὰ νὰ κρίνητε τὸν καταργούμενον νόμον. Πολλὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ἐπὶ τῶν δύο νομοσχεδίων περὶ ἀκωλύτου μεταθέσεως τῶν ἰσοβίων καὶ τῶν Εἰρηνοδικῶν, ἀρκοῦμαι ὅμως εἰς ὅσα εἶπον, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ τρίτον νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἀνακριτῶν. Τὰ περὶ ἀνακριτῶν εἶχον κανονισθῆ διὰ τῶν ἄρθρων 118 καὶ 234 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ὀργανισμοῦ, ὅστις, ὡς γνωρίζετε, ὡς καὶ ἄλλοι νόμοι, εἶχε γείνει ἀπὸ Βαυαρούς, μὲ τὰς ἰδέας τῶν Βαυαρῶν, μὲ πολλὰς ἀτελείας, διότι πολλὰ δὲν ἐγνώριζον οἱ νομοθέται ἐκεῖνοι, ξένοι τῶν παρ’ ἡμῖν ἠθῶν, καὶ πολλὰ ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν ἄλλως εἶχον τότε· ἀκολούθως ἐγένετο ἓν Διάταγμα τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1838, ὅπερ προέβλεψε περὶ τῆς διαρκείας τῶν ἀνακριτῶν· ἔκτοτε οὐδεμία πρόνοια εἶχε ληφθῆ περὶ τῶν ἀνακριτῶν, πάντες ὅμως παρεπονούμεθα. Ἐγένετο ὁ νόμος τοῦ 1887. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι τέλειον νομοθέτημα· ἀλλὰ καὶ ποῖον νομοθέτημα εἶναι τέλειον; Ἦτο βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρός, καὶ διὰ τῆς πείρας ἠδυνάμεθα νὰ τὸ βελτιώσωμεν. Μὴ ἀρκούμενοι εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὡς ἀρχικῶς εἶχον ἐγὼ προτείνει διὰ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων μου. Τώρα, Κύριοι, ἀντὶ νὰ τὸ βελτιώσωμεν, ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ 1834, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ, σημειώσατε, ἐδημοσιεύθησαν πολλοὶ νεώτεροι ὀργανισμοὶ τῶν Δικαστηρίων διαφόρων Κρατῶν· εὑρίσκετε ἐκεῖ μέσα πλοῦτον γνώσεων, διατάξεις, αἱ ὁποῖαι παρέχουσιν ἀφορμὴν εἰς σπουδαίαν μελέτην καὶ αἵτινες βεβαίως δὲν εἶναι ἀνεφάρμοστοι ἐν Ἑλλάδι· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ 1834! Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι ἡ πρόοδος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου! Τὸ ἄρθρον 118 ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Εἰς πᾶν δικαστήριον πλημμελειοδικῶν εἷς ἤ, κατὰ τὴν ἀνάγκην, πλειότεροι ἐκ τῶν δικαστῶν διορίζονται κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστου ἔτους δι’ ὅλην τὴν διάρκειαν αὐτοῦ ὡς ἀνακριταὶ εἰς προανάκρισιν τῶν πλημμελημάτων καὶ κακουργημάτων. Ἄν κατὰ πρότασιν τῆς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης Γραμματείας δὲν διατάξῃ ἄλλως ὁ Βασιλεὺς, ὁ διορισμός των ἀνήκει εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου, ὅστις, κωλυομένου τοῦ ἤδη διορισθέντος, διορίζει ἄλλον ἀντ’ αὐτοῦ.» Ὁ νόμος τοῦ 1887 ἠθέλησε νὰ καταργήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνήθως ἐγίνετο πρίν: οἱ ἀπειρότεροι, οἱ νεώτεροι δικασταὶ νὰ γίνωνται ἀνακριταί, ἐφαρμόζοντες, τὴν ποινικὴν δικονομίαν τὴν Βαυαρικὴν, μὲ ὅλας της τὰς ἀτελείας. Ἐὰν ἐδέχεσθε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, θὰ σᾶς ἐζήτουν στατιστικὰς πληροφορίας περὶ ἀνακρίσεως τῶν διαφόρων ἐτῶν καὶ ἄλλας πληροφορίας, καὶ ἠθέλομεν κρίνει ἀσφαλέστερον τὸν καταργούμενον νόμον, ἐὰν δηλαδὴ μετὰ τὴν ψήφισίν του ἐπῆλθεν, ἢ οὔ, μεταβολή τις, καὶ ποία. Μ’ ὅλα ταῦτα γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι μετὰ τὸν νόμον αὐτὸν, ὅστις ἀπῄτησε διετῆ ὑπηρεσίαν Πρωτοδίκου καὶ γνωμοδοτήσεις διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ ἄλλας ἐγγυήσεις, μετὰ τὸν θεσμὸν αὐτὸν, βεβαίως σχετική τις βελτίωσις ἐπῆλθεν. Ἀλλὰ πῶς γίνονται τόσοι φόνοι; Μὴ νομίζετε, ὅτι κατεσκευάσατε οἰκοδομὴν, ἂν παρασκευάσητε ἓν παράθυρον ἢ μίαν θύραν καλήν; Νομίζετε δὲ, ὅτι χωλαίνει ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἕνεκεν τοῦ καταργουμένου νόμου, ἢ πταίει διὰ τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης ἐν γένει ἡ ἐγκληματικὴ ἀδιαφορία τῆς νομοθετικῆς καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ἔλλειψις μερίμνης ὡς εἶπον, περὶ ἀρτιότητος τοῦ θεσμοῦ τῶν δικαστῶν καὶ περὶ λειτουργίας τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων, ἥτις ἀφίνει τοὺς δικαστὰς αὐτοὺς πενομένους καὶ διὰ τοῦτο ἀνυπομόνως ἐπιθυμοῦντας νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τοῦ ἀχαρίστου αὐτῶν ἐπαγγέλματος εἰς πρώτην εὐκαιρίαν; Τίς, Κύριοι, δικηγόρος, δυνάμενος νὰ ἐργασθῇ ἐπωφελῶς διὰ τῆς πελατείας του, θὰ ἀνταλλάξῃ τὴν θέσιν του μὲ τὴν θέσιν τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ; Σκοπῶ πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ ἰδίως τὸ περὶ δικαστικῶν μισθῶν, νὰ ἐξετάσω διὰ μακρῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ....
§153ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμολογεῖ ἐν τῇ ἐκθέσει του τὸ ἀνεπαρκὲς τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν.
§154Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὴν ὁμολογίαν αὐτήν, κύριε Ζυγομαλᾶ, οὐδεὶς τῶν Ὑπουργῶν παρέλειψεν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε Ζυγομαλᾶ, ὅτι καὶ ὁ κ. Κοντόσταυλος, μὲ πολλὴν συγκίνησιν ἀνομολογήσας τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν δικαστικῶν μισθῶν καὶ τὰς μεγάλας ὑπηρεσίας τῶν δικαστῶν, ἠρκέσθη εἰς τὰ πλατωνικὰ ταῦτα αἰσθήματα, ὑποσχεθείς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπρόκειτο ταχέως νὰ προβῇ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δῆθεν κυβερνητικοῦ τούτου πόθου· ἂν καλῶς μάλιστα ἐνθυμοῦμαι, καὶ δι’ ἐγκυκλίου ὑπουργικῆς ἐκαλοῦντο εἰς ἐξέτασιν οἱ νέοι δικηγόροι ἐπὶ ῥητῇ τοιαύτῃ ὑποσχέσει, καὶ οὕτως ἠπατήθησαν οἱ νέοι ἐκεῖνοι. Λυποῦμαι, διότι εἶναι ἀπὼν τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ κ. Κοντόσταυλος. Εἰσῆλθον λοιπὸν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δικασταί τινες, πλανηθέντες ἐκ τῶν ὑποσχέσεων, οἱ ὁποῖοι δὲν βλέπουσι τὴν ὥραν πότε νὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ τὴν ἰσοβιότητα, καὶ ἐξῆλθον μάλιστά τινες. Μέγα συμφέρον ὑπάρχει, ὅπως μὴ ἦναι ἀνεξάρτητος ἡ δικαιοσύνη· ἐὰν δὲ συνετέλεσέ τις εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, κατὰ πολὺ συνετέλεσε καὶ ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, ὅστις τὴν ἀνύψωσίν του εἰς τοῦτο ἐστήριξεν. Ἠθέλησε δὲ νὰ εἰσαγάγῃ τὸν σάρακα καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διὰ νὰ καταργήσῃ καὶ τὴν εὐθύνην, δημιουργήσας καὶ τὸν θεσμὸν τῶν νομικῶν συμβούλων μὲ μεγαλειτέρους μισθοὺς, δι’ ὧν ἀπομακρύνει καλοὺς Ἀρεοπαγίτας. Καὶ μήπως ἠρνήθη ὁ κ. Τρικούπης τὴν αὔξησιν ὅλων τῶν δικαστικῶν μισθῶν διὰ.... λόγων, κύριε Ζυγομαλᾶ; Δὲν παραξενεύομαι, ἂν καὶ ὁ κ. Ζαΐμης δίδῃ εἰς τοὺς δικαστικοὺς μίαν ἐλπίδα περὶ αὐξήσεως· ἀλλὰ μὲ ἐλπίδας, κύριε Ζαΐμη, οὔτε νὰ τραφῇ δύναται εἷς δικαστής, οὔτε νὰ πληρώσῃ τὸ ἐνοίκιόν του. Μὴ ἐμπαίζετε πλέον τοὺς δυστυχεῖς δικαστικοὺς λειτουργούς.
§155ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐκτελέσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του ἐν καιρῷ, τότε ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐλέγξωμεν· τώρα πρέπει νὰ τὸν συγχαρῶμεν, διότι ἀναγνωρίζει τὸ ἄδικον καὶ ὑπόσχεται.
§156Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις δὲν εὑρίσκει δεδικαιολογημένην τὴν διαφορὰν τοῦ μισθοῦ μεταξὺ ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ πολιτικῆς. Εἰς τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων τοῦ 1834 ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 234, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει νὰ λαμβάνωσιν οἱ ἀνακριταὶ ἓν ἐπιμίσθιον· αὐτὸ ἐκανονίσθη καλλίτερον διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887. Δὲν εὑρίσκει, λέγει ἡ ἔκθεσις, τὴν διαφοράν. Ἡ διαφορὰ εἶναι φανερά· δὲν ἠδύνατο τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ αὐξήσῃ ὅλους τοὺς μισθοὺς, ὡς ἔλεγεν· ἐπειδὴ ὅμως ἐκοπίαζον οἱ ἀνακριταὶ πλειότερον καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχωσι ζῆλον περισσότερον, ἐδόθη δι’ αὐτοὺς ἡ αὔξησις. Δὲν θέλετε διαφοράν; Εἴμεθα σύμφωνοι. Αὐξήσατε ὅλους τοὺς δικαστικοὺς μισθούς. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιόν σας τί λέγει; «Καταργεῖται ὁ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ᾼΥΞΓʹ ἀπὸ 28 Μαΐου 1887 νόμος περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἄρθρων 118 καὶ 234 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων». Αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι τὸ κείμενον. Ἐνταῦθα παρατηρῶ, καὶ θέλω τὸ παρατηρεῖ αἰωνίως, ἕως ὅτου ἴδω θεραπευόμενον τὸ εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας καθ’ ἑκάστην γινόμενον κακὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσάγωνται τοιοῦτοι νόμοι, ἀτελεῖς, ἀσαφεῖς καὶ διατετυπωμένοι οὐχὶ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Συντάγματος, ὅπερ θέλει τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν εἰς τρεῖς συνεδριάσεις. Θέλουσι νὰ ἀναβιώσῃ ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων; νὰ μᾶς φέρωσι τὸ κείμενον· διότι τοιαύτη διατύπωσις τῶν νομοσχεδίων εἶναι ἀναξία ὄχι μόνον τοῦ 1890, ἀλλὰ καὶ τοῦ 1827, ὅτε εἴμεθα εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν. Καταργεῖται, λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὁ δεῖνα νόμος, καὶ ἀναβιοῖ τί; τρέχα γύρευε. Ἀλλὰ τὰ ζητήματα εἶναι τοσοῦτον ἐπείγοντα, ὥστε εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν ὑπαλληλίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀντιγράψῃ δύο ἄρθρα τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων; Ἔχω νὰ παρατηρήσω καὶ τεχνικόν τι εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου· διότι, ὡς ἔχει τοῦτο, ὡς τοὐλάχιστον ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι, καταργουμένου τοῦ νόμου τοῦ 1887, καταργεῖται καὶ ἓν ἄρθρον τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, καὶ μένομεν μὲ λευκὸν χάρτην! Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, καταδικάζουσα τὸν νόμον τοῦ 1887, καταλήγει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὅθεν φρονῶ ὅτι δέον νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ περὶ ἀμοιβῆς τῶν ἀνακριτῶν διάταξις τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων». Ἀλλὰ διὰ τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ σᾶς ἀνέγνων, θέλετε τὴν ἀναβίωσιν ἀμφοτέρων τῶν ἄρθρων τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ὡς εἶχον ἀρχικῶς! Πῶς συμβιβάζεται τοῦτο μὲ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν; Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν τοῦτο ἐγένετο κατὰ παραδρομὴν, καὶ ἐννοῆτε, ὅτι ἀναβιοῖ μόνον τὸ ἄρθρον 118, τί γίνεται τὸ ἀπὸ 14 Ὀκτωβρίου 1838 νομοθετικὸν διάταγμα, δι’ οὗ εἶχε τροποποιηθῆ τὸ ἄρθρον 118 καὶ ὅπερ εἶχε καταργηθῆ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887; Τί ἀπαντᾶτε εἰς ὅλα ταῦτα τὰ τραγελαφικά; Ἀφοῦ ἀναβιοῖ ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων διὰ τῶν νομοσχεδίων σας, ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει λέγετε, ὅτι καταργεῖτε καὶ αὐτὸν! Τώρα τί μένει; ὁ λευκὸς χάρτης.
§157ΡΑΛΛΗΣ. Καλὸ καὶ αὐτό.
§158Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βλέπετε, Κύριοι, ποῦ μᾶς φέρει ἡ σπουδή; Δὲν εἶχον ἄδικον, ὅταν ἐγὼ παρεκάλουν, καὶ σήμερον παρακαλῶ, νὰ ἀναβληθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Σεῖς δὲν τὰ ἐμελετήσατε, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε εἰς τὸν τύπον ἐδώκατε τὸν προσήκοντα πρὸς μελέτην χρόνον. Προσέξατε! μὴ μιμεῖσθε τὸν κ. Τρικούπην καὶ εἰς τὸν τρόπον τῆς κατασκευῆς τῶν νόμων. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων οὔτε ἐπιλαμβάνομαι νὰ συζητήσω, — εἶναι ὠκεανὸς — οὔτε ἠδυνήθην, ἐπὶ πολὺ μελετῶν, νὰ ἐννοήσω ἐπακριβῶς, τί ὑπῆρχε, τί καταργεῖται καὶ τί ἀπομένει. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ὑμεῖς, εὐτυχέστεροι ἐμοῦ, ἐκ τῆς προχείρου τὴν στιγμὴν ταύτην ἀναγνώσεως τὸ πρῶτον ἠδυνήθητε νὰ ἐννοήσητε· ἐγὼ δὲν ἐνόησα, ἢ δὲν ἐνόησα ἐπαρκῶς.
§159ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάθεσις.
§160ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τότε δὲν θὰ ψηφίσητε εὐσυνειδήτως.
§161Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σεῖς ὅμως, κύριε Πετσάλη, εἴχατε ὑπερβολικὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ὑπουργικὰ νομοσχέδια, καὶ ἀμφιβάλλω, ἐὰν τὰ ἀνεγνώσατε. Ἐγὼ θὰ τὰ καταψηφίσω, λίαν εὐσυνειδήτως, ὅταν πείθωμαι, ὅτι οὔτε ὁ Ὑπουργὸς, οὔτε ἡ Βουλὴ γνωρίζουσιν ἐπαρκῶς, τί νομοθετοῦσι.
§162ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐνοήσατε, πρέπει νὰ δώσητε λευκὴν ψῆφον.
§163Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐνόησα τὰ οὐσιωδέστερα μέρη τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, ὅστις εἶναι τὸ λύσιμον τῶν ὑπουργικῶν χειρῶν, ὡς πρὸς τοὺς εἰσαγγελεῖς, ἀντεισαγγελεῖς, γραμματεῖς, ὑπογραμματεῖς καὶ γραφεῖς, ἐνῷ ἐγὼ, ὀπαδὸς τῶν ἀποκεντρωτικῶν ἰδεῶν, θέλω δεδεμένον τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τοὺς δικαστὰς ἀπηλλαγμένους ἀπὸ τὸν φόβον καὶ ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Ἄλλως ἐγὼ ἐζήτησα χρόνον, διὰ νὰ τὰ μελετήσω. Ἐπιφυλάσσομαι, Κύριοι, διὰ νὰ μὴ κρατῶ περισσότερον τὸ βῆμα,—διότι ἐπὶ πολὺν χρόνον, ὁμολογῶ, τὸ ἐκράτησα,—ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὰ καθέκαστα τῆς συζητήσεως τῶν ἄρθρων νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, εἰς δὲ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης νὰ συζητήσω ἀνετώτερον. Καταλήγω δὲ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς δικαιοσύνης εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει αὕτη νὰ ἦναι πολὺ προσεκτική· ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ δὲν ἐμελετήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐμελετήθησαν ὑπὸ τῶν εἰσηγητῶν, δὲν ἐμελετήθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἔπρεπε ν’ ἀναβληθῶσιν, ἔπρεπε μετὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν κ. κ. Βουλευτῶν κατὰ τὸ δεύτερον τμῆμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου νὰ συζητηθῶσιν, ἵνα φέρωμεν, ὅσοι εἴμεθα εἰς θέσιν, τροπολογίας, ἐξαιροῦντες τὸ ζήτημα τὸ νομοθετικὸν ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· διότι, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἐξετασθῇ διττῶς: ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐλέγχου, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομοθετικήν. Διὰ τοῦ ἐλέγχου δύναμαι νὰ ἔχω οἱανδήποτε γνώμην καὶ περὶ τῆς πρώην Κυβερνήσεως καὶ περὶ τῆς νῦν· τὸ νομοθετεῖν εἶναι ἄλλο· νομοθετοῦμεν διὰ τὸ μέλλον. Ὡς καὶ χθὲς εἶπον, ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης προσωπικῶς καὶ εἰς τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τίς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ διὰ τὰς κακὰς εἰσηγήσεις; τίς ἐγγυᾶται διὰ τὸ μέλλον; τοὺς νόμους αὐτοὺς οἱ διάδοχοί των δύνανται νὰ τοὺς μεταχειρισθῶσιν οὐχὶ καλῶς, καὶ νὰ τοὺς κρατῶσιν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν δικαστῶν καὶ εἰσαγγελέων ὡς ξίφος Δαμοκλέους φοβερόν! Ὁ ἔχων ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ δικαστὰς,—λέγει ὁ Henrion de Pansey—εὐλόγως δύναται νὰ ὑποπτευθῇ ὡς δυνάμενος νὰ νοθεύσῃ καὶ αὐτὰς τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις. Εὐκταῖον λοιπὸν θὰ ἦτο, ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, δεχόμεναι τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, ἐδέχοντο καὶ τὴν ἀναβολήν· ἐὰν δὲ ἀναβληθῶσι θέλω ὑποβάλει τροπολογίας, τὰς ὁποίας θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ. Ἐὰν πάλιν ὑπερισχύσῃ ἡ ἄλλη γνώμη, τοῦ λίαν ἐπείγοντος, ὡσεὶ ὁ ἐχθρὸς εἶναι ἐπὶ θύραις, ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος καὶ τῶν τεσσάρων νομοσχεδίων. Ἂς ψηφισθῶσιν ὅμως τοὐλάχιστον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὁ Ὑπουργὸς ἀπαραίτητα, διὰ νὰ διοικήσῃ, ὡς εἶπεν, ἃς ἀναβληθῶσι δὲ αἱ διατάξεις αἱ ἄλλαι, ἵνα μελετηθῶσιν ἐπισταμένως. Οὕτως ἢ ἄλλως θεωρῶ τὰ νομοσχέδια οὐ μόνον ὡς μὴ ἀνταποκρινόμενα εἰς τὰς ἐπαγγελίας τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως περὶ βελτιώσεως τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπιβλαβῆ. Ὅταν δὲ συστηματικώτερον λαλήσω, θέλω ὑποδείξει, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλω ἀποδείξει, ὡς ἀπὸ τοῦ 1882 ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ μόνη, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, διέξοδος ὑπάρχει εἰς τὴν μεθοδικὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ προσωπικοῦ διὰ τῆς ὑπουργικῆς καὶ εἰσαγγελικῆς ἐποπτείας, ἅμα δὲ καὶ διὰ τῆς λειτουργείας τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων, εἰς τὴν πλήρη ἀνεξαρτησίαν τοῦ δικαστοῦ, ὅστις δέον νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸν φόβον καὶ τὴν ἐλπίδα τῶν κομμάτων, καὶ εἰς τὴν ἀνάλογον αὔξησιν τῶν μισθῶν ὅλων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ὑπηρετῶν.
§164ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σκοπῶ, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ παρακολουθήσω τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα εἰς τὰς μεγάλας αὐτοῦ ἐκδρομὰς, τάς τε θεωρητικὰς καὶ τὰς μὴ θεωρητικὰς, τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ θέμα, τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὴν ἐν γένει δικαιοσύνην. Νομίζω μάλιστα, ὅτι τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια ἐνδεικνύουσιν ἡμῖν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀντλήσωμεν εἴτε ὑπὲρ αὐτῶν, εἴτε κατ’ αὐτῶν ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν καινοτομιῶν, τὰς ὁποίας δι’ αὐτῶν εἰσήγαγεν ἡ πρώην Κυβέρνησις. Ἐὰν ἐπρόκειτο κατὰ πρῶτον νὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις καινοτομίας εἰς τὴν Νομοθεσίαν μας, θὰ ἤξιζεν ἀληθῶς τὸν κόπον νὰ μελετήσωμεν σπουδαίως τὸ θέμα, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν αἱ καινοτομίαι αὗται δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι βλάβην ἢ ὠφέλειαν εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἆρά γε περὶ καινοτομιῶν σήμερον πρόκειται; Τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια δὲν σκοποῦσι νὰ εἰσαγάγωσι καινοτομίας εἰς τὴν Νομοθεσίαν ἡμῶν, ἀλλὰ ν’ ἀνατρέψωσι τοιαύτας, εἰσαχθείσας ἀπὸ τὴν πρώην Κυβέρνησιν. Ἐξεταστέον λοιπὸν εἶναι, ἐὰν καλῶς ἐπιδιώκηται ἡ κατάργησις τῶν καινοτομιῶν τούτων, ἢ κακῶς. Τοῦτο ἐξαχθήσεται ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκεν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν. Ἐῤῥέθη ἐπανειλημμένως, ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ λύσῃ τὰς χεῖρας αὐτῆς, φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι πεπλανημένη. Τίς σπουδαίως δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι αἱ καινοτομίαι, αἱ εἰσαχθεῖσαι ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἐδέσμευον τὰς χεῖρας αὐτῆς; Ἔχετε τάχα ἀνάγκην ν’ ἀκούσητε ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι καὶ μετ’ αὐτὰς ἐγένοντο μεταθέσεις δικαστῶν, ὅσαι ἐγένοντο καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἵνα μάθητε, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐδέσμευε τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως; Αἱ καινοτομίαι, αἱ εἰσαχθεῖσαι παρὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, δύο τινὰ ἀποτελέσματα δύνανται νὰ φέρωσιν. Εἰ μὲν πρόκειται περὶ χρηστῆς Κυβερνήσεως, ὑποδουλόνεται αὕτη εἰς πολλοὺς οὐχὶ χρηστοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς, εἰ δὲ πρόκειται περὶ διεφθαρμένης Κυβερνήσεως, ὑποδουλόνει αὕτη τοὺς δικαστὰς, καὶ ἔχει πρὸ πάντων ὑποχείριον τὴν ἀνάκρισιν. Καὶ ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι κενοὺς λέγω λόγους, θὰ σᾶς ἀναφέρω παραδείγματα, διὰ τῶν ὁποίων νομίζω, ὅτι θὰ πεισθῶσιν ὅλοι, ὅτι ἀκριβῶς τὰ πράγματα ἔχουν, ὅπως τὰ παριστῶ. Τὸ ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ἡ διάταξις, καθ’ ἣν δίδεται εἰς τοὺς ἀνακριτὰς ἐπιμίσθιον, ἡ ὑπόσχεσις ἀμοιβῆς ἐνιαυσίου, ὅλα αὐτὰ εἶναι μέσα, διὰ τῶν ὁποίων κατέστησαν πολλοὺς δικαστὰς ὄργανα τῆς ἑαυτῶν θελήσεως οἱ πρώην Ὑπουργοί. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῶσι τὰ νομοθετήματα ταῦτα, ἐγένετο πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Πατρῶν, ὅπως διορισθῶσιν ἀνακριταὶ οἱ καλλίτεροι σχετικῶς, ὅταν δὲ αἱ γνωμοδοτήσεις αὗται τοῦ Εἰσαγγελέως ἦλθον ἐνταῦθα, ἐπεστράφησαν, διὰ νὰ ἀντικατασταθῶσι τὰ ὀνόματα, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, διατελῶν ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἠναγκάσθη ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ ὀνόματα καὶ ἐπιστρέψῃ τὴν γνωμοδότησιν διὰ τοῦ Γραμματέως. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα, ἐὰν ἤθελε νὰ μὲ διαψεύσῃ, τὸν ἀποστομώσω, ἐπικαλούμενος ὡρισμένα ὀνόματα. Βραδύτερον, Κύριοι, ἀφοῦ διωρίσθησαν τέλος πάντων οἱ ἀνακριταὶ καὶ ἔπρεπε νὰ μείνωσι δύο ἔτη, εἴδομεν ν’ ἀπαλλαχθῶσι πολλοὶ τοιοῦτοι, διὰ πάντα ἄλλον λόγον, ἢ διὰ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπικαλοῦμαι παράδειγμα, τοῦ ὁποίου ἐγένετο χρῆσις ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Βουλῆς. Εἶχε διορισθῆ ἀνακριτὴς ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἀμφίσσης δικαστής τις, ὁ ὁποῖος ὅμως μετ’ ὀλίγον χρόνον ἀπηλλάγη, κατόπιν γνωμοδοτήσεως τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν. Ὁ τότε βουλευτὴς κ. Ἀναγνωστόπουλος ἐπηρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα πληροφορηθῇ, τίνες ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ γνωμοδοτήσωσιν ὑπὲρ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ ἀνακριτοῦ αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατὰ τὸ εἰωθὸς, ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας, καὶ μετὰ πολὺν χρόνον καὶ πλείστας ὑπομνήσεις ἦλθεν ἐνταῦθα καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν δὲν συνεφώνει μετὰ τοῦ τῶν Ἐφετῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας, καὶ διέταξεν ἀνακρίσεις. Τί δὲ συνέβαινεν; Ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν ὁ ἀντεισαγγελεὺς ὑπέβαλε πρότασιν, καθ’ ἣν ὁ ἀνακριτὴς, διαταχθεὶς νὰ μεταβῇ ἐκτὸς τῆς ἕδρας, ὅπως ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ, καὶ ἐζήτει τὴν ἀπαλλαγήν του. Ὅτε δ’ ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, καὶ διετάχθησαν ἀνακρίσεις, ὁ ἀνακριτὴς ἐξετασθεὶς ἀπήντησεν, ὅτι ὅλα αὐτὰ ἦσαν μῦθοι. Ἰδοὺ πῶς ἀπήλλασσε τοὺς ἀνακριτὰς καὶ μετὰ τὸν νόμον του ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης! Ἀλλὰ τί ἀφῆκεν ὄρθιον ἡ προηγουμένη διοίκησις; Ἄλλος ἀνακριτὴς ἐν Λαμίᾳ ἀπαλλάσσεται· διατί; Οὐδεὶς γνωρίζει τὸν λόγον. Ἐκεῖνος τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζει τίποτε. Προσέρχεται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ ἐρωτᾷ, διατὶ ἀπηλλάγη, λαμβάνει δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος, ἀλλὰ τὶ νὰ γείνῃ! Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Δύνασθε λοιπὸν νὰ λέγητε, μετὰ τοιαῦτα παραδείγματα, ὅτι εἶναι δεσμευμέναι αἱ χεῖρες τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν νομοθετημάτων, τῶν ὁποίων σήμερον σκοπεῖται ἡ κατάργησις; Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ προλαλήσας: «Ἐὰν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἔκαμε κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας της, ἐὰν ἠθέλησε νὰ διαφθείρῃ τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς, ἡ νῦν Κυβέρνησις ἂς μὴ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα ἐκείνης.» Ναὶ, ἀλλὰ τότε γνωρίζετε εἰς ποῖον σημεῖον θὰ εὑρεθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις; Τότε πρέπει νὰ συνθηκολογήσῃ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτῶσιν, ἂν δὲ δὲν συνθηκολογήσῃ, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐργασθῇ πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς δικαιοσύνης, διότι δὲν θὰ δύναται νὰ μετακινήσῃ τοὺς δικαστὰς ἢ ἀνακριτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεδείχθησαν ἀνάξιοι τοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς θέσεώς των. Βεβαίως, οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι τὰ τῆς δικαιοσύνης ἔχουσι παρ’ ἡμῖν ἥκιστα καλῶς, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ἐπίσης καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι διὰ τῶν μέσων, ἅτινα πρόκειται νὰ καταργηθῶσιν, οὐδὲν δύναται νὰ προέλθῃ καλόν. Ἐὰν ἔχητε διοίκησιν τιμίαν, ἡ δικαιοσύνη δύναται ν’ ἀνορθωθῇ ἐντὸς ὀλίγου, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς δεσμός. Ἐὰν ἐξ ἐναντίας ἔχητε διοίκησιν φαύλην, διοίκησιν διεφθαρμένην, καὶ τοὺς μεγαλειτέρους περιορισμοὺς ἂν θέσητε, εἰς οὐδὲν θὰ ὠφελήσουν οὗτοι. Ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ τροποποιήσωμεν μέρος τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, βεβαίως τὸ ζήτημα θὰ ἦτο πολὺ σπουδαῖον, θὰ ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ μελετηθῶσι τὰ νομοσχέδια, νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὰς, νὰ γείνῃ εὐρυτάτη συζήτησις. Ἀλλὰ πρόκειται μόνον νὰ ἐκλείψουν τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ἀντὶ νὰ ἀνυψώσωσι, κατέῤῥιψαν καὶ ἐξηυτέλισαν τὴν δικαιοσύνην ἐν πολλοῖς. Γνωρίζω δικαστὰς, οἵτινες, διὰ νὰ διορισθῶσιν ἀνακριταὶ καὶ λαμβάνωσι τὸ ἐπιμίσθιον, ὑπετάγησαν εἰς τοὺς κατὰ τόπους ἰσχύοντας πολιτικούς! Καὶ ἐπιμένετε, μεθ’ ὅλα ταῦτα, νὰ νομίζητε, ὅτι ἐξασφαλίζουσι τὴν δικαιοσύνην αἱ εἰσαχθεῖσαι καινοτομίαι τῆς πρώην Κυβερνήσεως; Ἐπιμένετε νὰ νομίζητε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη περαιτέρω μελέτης, καὶ ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια εἰς ἐπιτροπὴν, ὅπως τὰ συζητήσωμεν μετὰ τὰς ἑορτάς; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ, καὶ βλέπω εὐχαρίστως, ὅτι ἐπιμένει νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Δὲν πρέπει, ὁσάκις πρόκηται περὶ τοιούτων ζητημάτων, νὰ προσφεύγωμεν εἰς θεωρίας. Πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἐγκύπτωμεν εἰς τὴν πρᾶξιν, νὰ ἀντλῶμεν τὰς ὑπαγορεύσεις ἡμῶν ἐκ τῆς πείρας. Ἀπορῶ δὲ μὲ τὸν συνάδελφον κ. Φιλάρετον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν περισσότερον παντὸς ἄλλου δρώντων ἐνταῦθα δικηγόρων, ἀπορῶ, λέγω, πῶς νομίζει, ὅτι οἱ θεσμοὶ, ὧν ζητεῖται ἡ κατάργησις, ἐξησφάλισαν ὁπωσδήποτε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαιοσύνης. Δὲν βλέπει πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του τί τελεῖται ἐν Ἀθήναις; Δὲν ἠξεύρει ὁ προλαλήσας τὰς τερατώδεις πλαστογραφήσεις, τὰς ἐξαφανίσεις ὁλοκλήρων δικογραφιῶν, τὰς ἐξαφανίσεις πρωτοτύπων ἀποφάσεων ἐν μέσαις Ἀθήναις; Καὶ ἔπειτα μοῦ λέγετε, ὅτι θὰ ἐξασφαλισθῇ ὁπωσδήποτε ἡ ἀνεξαρτησία τῶν δικαστῶν διὰ τοιούτων διατάξεων! Πρὸ μικροῦ ἔλεγέ τις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι κατέστησαν τύραννοι οἱ δικασταί. Ἀληθῶς, κατέστησαν τύραννοι πολλοὶ δικασταί, διότι φατριάζουν δυστυχῶς, ἐξυπηρετοῦντες κομματικὰ συμφέροντα. Συμπεραίνων λοιπὸν, Κύριοι, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι, ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν καταργοῦνται οἱ περιορισμοὶ τῆς μεταθέσεως κλπ., ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν ἐλάχιστον δισταγμόν, ὅπως προβῇ ἀμέσως εἰς ἐπιψήφισιν, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων, περὶ αὐτοῦ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὸν προλαλήσαντα, δυνάμεθα δὲ νὰ τὸ ἀφήσωμεν, ὅπως τὸ συζητήσωμεν μετὰ τὰς ἑορτάς.
§165ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θέλω νὰ πιστευθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι οὔτε πνεῦμα ἀντιδράσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε σκοπὸς ὑπερασπίσεως τοῦ παρελθόντος μὲ ἀναγκάζει νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἀλλὰ κῆδος πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ (ἄς μοι ἐπιτρέψῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) κῆδος πρὸς τὴν ὑπόληψιν τοῦ ὀνόματος, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ συνεχίσῃ αὐτός. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ἐνώπιόν σας, ἐζήτησαν νὰ ὑποστηρίξωσί τινες διὰ τοῦ λόγου, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν ὑπὸ τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν οἱ δι’ αὐτῶν τροποποιούμενοι νόμοι. Ἀλλ’ ἐὰν νόμος καλὸς καταδολιεύηται ὑπό τινος, εἶναι τάχα λόγος τοῦτο νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος; ἢ εἶναι λόγος νὰ παύσῃ ἡ καταδολίευσις; Ἰδοὺ τὸ ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἤκουσα πάντοτε φερόμενον. Ἄλλο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον μὲ λύπην μου ἤκουσα, ἐπίσης πολλάκις ἐπαναλαμβανόμενον ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, εἶναι ἡ κατάκρισις τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς σποραδικά τινα παραδείγματα. Σᾶς εἶδον ὅμως ἐν ταῖς ἐξελέγξεσι τῶν ἐκλογῶν, νὰ καταφεύγητε μόνον εἰς τοὺς δικαστάς, καὶ αὐτῶν μόνον τὰς ἐκθέσεις ἐκρίνατε ὡς δικαιολογήσεις τῶν ἀποφάσεών σας, καὶ ἐπ’ αὐτῶν βασιζόμενοι, καταγίνεσθε νὰ καταστήσητε σεβαστὰς τὰς ἀποφάσεις σας ὡς Βουλῆς. Διατὶ σήμερον κατεξανίστασθε κατὰ τοῦ δικαστικοῦ σώματος;
§166ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμιλήσαμεν κατὰ τοῦ δικαστικοῦ σώματος.
§167ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἤκουσα παρ’ ὑμῶν τοῦ ἰδίου νὰ ἀποκαλῆτε πανδαιμόνιον τὴν αἴθουσαν τοῦ ἀκροατηρίου τοῦ Δικαστηρίου, νὰ ἐπικαλῆσθε ἐξαφανίσεις δικογραφιῶν καὶ πρωτοτύπων ἀποφάσεων, καὶ ἐρωτῶ σᾶς, διατὶ, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ παρεκτροπῶν τινων, διατὶ γενικεύοντες ὁμιλεῖτε περὶ ὅλων τῶν δικαστῶν;
§168ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Διαμαρτύρομαι. Ἡ Βουλὴ δὲν κατηγόρησεν ὅλον τὸν δικαστικὸν κόσμον.
§169ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖ ὑπὲρ τῶν δικαστῶν, τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν ἐσεβάσθη κατὰ τὸ 1882 καὶ 1883.
§170ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μισῶ τὰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις. Ἂν δὲν τὰς ἐμίσουν, ἤθελον σὲ κάμει νὰ λυπηθῇς.
§171ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεμίχθητε πάντοτε εἰς ὅλα, καὶ ὁμιλεῖτε πάντοτε ἐπὶ πληρωμῇ.
§172ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ μὲν, ἀφ’ ὅτου πολιτεύομαι, οὐδέποτε ἐπάτησα τὸν οὐδὸν δικαστηρίου τινὸς τοῦ Ναυπλίου ὡς δικηγόρος, εἰς σὲ δὲ ὑπενθυμίζω τὴν στατιστικὴν τοῦ Κακουργιοδικείου Ναυπλίας, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ σιωπήσῃς.
§173ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λύσωμεν τὰ δικαστικὰ ζητήματα διὰ προσωπικοτήτων, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν νὰ ἐκχύσουν τὴν χολήν των κατὰ τοῦ ἀγορεύοντος, κύριε Πρόεδρε, νὰ τοὺς περιορίσητε.
§174ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε συνάδελφε. Οἱ θέλοντες νὰ χύσωσι χολὴν θὰ αἰσθανθῶσιν, ὅτι ἐγὼ μὲν δὲν τιτρώσκομαι, αὐτοὶ δὲ δὲν ἔχουσιν ὀδόντας ἀρκετὰ στερεούς. Ὅταν ἀκολουθῶ τὴν ἀλλαχοῦ γινομένην προεργασίαν δικαστικῶν νομοθετημάτων, αἰσθάνομαι θλίψιν, βλέπων ἐνταῦθα τὴν εὐκολίαν, μεθ’ ἧς ῥίπτονται νομοσχέδια ἀφορῶντα εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ τὴν εὐκολίαν, μεθ’ ἧς συζητοῦνται τοιαῦτα. Οὐδαμοῦ ἠκούσθη νὰ ζητῆται ἐπιψήφισις νομοσχεδίων ἀφορώντων εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐρωτηθῶσι τὰ Συμβούλια τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ παρ’ ἡμῖν εἶναι καθιερωμένη ἡ αὐτοτέλεια τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἐν τῷ καταστατικῷ τοῦ Κράτους χάρτῃ, ἐνῷ ἀλλαχοῦ τὸ ζήτημα ἀμφισβητεῖται. Ἐλησμόνησαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τὸ ἀξίωμα, ὅτι περὶ τῶν πράξεων, δι’ ἃς δὲν ἔχουσιν εὐθύνην, δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ δικαιώματα. Ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξόχως οὐδεμίαν φέρει εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις τῶν δικαστῶν, καὶ οὐδὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν δικαστῶν δικαίωμα, οὐδὲ ἤδη νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως αὐτῶν ἀπόλυτον εἰς χεῖράς του. Πολλὰ εἴπατε περὶ ἐπαναστατικῆς καταγωγῆς τῆς Βουλῆς ταύτης, καὶ φοβοῦμαι, μήπως ἡ ἐπαναστατικὴ τάσις σας, ἐκδηλουμένη ἀμέσως πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, εἰσβάλῃ ἐν τῷ δικαστικῷ σώματι, ὅπερ θεωρῶ ἄμεσον καὶ μέγαν κίνδυνον αὐτοῦ, καὶ σπεύδω νὰ προσπαθήσω, εἰ δυνατὸν, νὰ σώσω αὐτὸ ἀπὸ τοιούτου κινδύνου. Ἠξεύρω, ὅτι ὀλίγον πρέπει νὰ ἐλπίζω, ἀλλ’ ἠξεύρω ἐπίσης, ὅτι πρέπει νὰ ἀγωνισθῶ περὶ τούτου. Δὲν καταφεύγω εἰς λεπτομερῆ τῶν νομοσχεδίων ἀνάλυσιν, διότι τὸ νομίζω περιττόν. Ὅσα στοιχειωδῶς παρατηρῶ, εἶναι τὰ ἑξῆς. Δι’ αὐτῶν ἐπιζητεῖται ἀπόλυτος τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξουσία πρὸς τὸ μεταθέτειν τοὺς δικαστὰς πάντας, ἀπὸ τοῦ Εἰρηνοδίκου μέχρι τοῦ Ἐφέτου, κατάργησις τῶν δοθεισῶν ἐγγυήσεων ὑπὲρ τῶν γραμματέων τῶν Δικαστηρίων, κατάργησις τῶν καθιερωθέντων ὑπὲρ τῶν ἀνακριτῶν, ὅπως ἐνισχυθῇ ἡ φιλοπονία αὐτῶν, καὶ κατορθωθῇ νὰ ἐκκαθαρισθῶσι τὰ γραφεῖα τῶν ἀνακρίσεων ἀπὸ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν συσσωρευθεισῶν ποινικῶν δικογραφιῶν ἐπὶ ἔτη πολλὰ, ἀπόλυτος ἐξουσία παύσεως τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τελευταῖον μεταβολαὶ εἰς τὸν νόμον περὶ προσόντων, μεταβολαὶ, ὧν τὴν λυσιτέλειαν δὲν δύναμαι νὰ ἀναγνωρίσω καὶ τὰς ὁποίας πολὺ ὑποπτεύω. Βλέπω π. χ. ὅτι εἰς ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 13 γίνεται μία μόνον προσθήκη, ἤτοι ὅτι εἰς Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν δύναται νὰ προβιβασθῇ καὶ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν. Διατρέχω τὸν κατάλογον τῶν Προέδρων, καὶ ὁ φόβος μου ἐνισχύεται. Ἀπορῶν δ’ ἐρωτῶ, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεῖδε τὴν ἰδιαιτέραν μόρφωσιν τῶν εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον ἀσκουμένων δικαστῶν ἀπὸ τῶν ἐπιδεδομένων εἰς τὰ καθαρῶς δικαστικὰ ἔργα, καὶ διατὶ ἐζήτησε τὴν σύγχυσιν τοῦ καθαρῶς δικαστικοῦ προσώπου πρὸς τὰ μέλη τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς; Ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ μετέχει δικαστικῆς φύσεως, ἀλλὰ μετέχει καὶ δικαστικῆς. Εἶναι τὸ μέσον, δι’ οὗ συγκοινωνεῖ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ ὑπόκειται καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸ Δικαστήριον. Τὴν διπλῆν ταύτην φύσιν τοῦ Εἰσαγγελέως ἔπρεπε νὰ μὴ βλέπωμεν συγχυζομένην ἐντὸς τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλετε. Ἡ νομοθετικὴ ἀκρασία δύναται νὰ συγχωρῆται εἰς ἄλλους κλάδους, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἀείποτε δὲ ἡ νομοθετικὴ ἀκρασία ἐπάγεται ἀκρασίαν διοικητικὴν, καὶ τοιαύτη ἀκρασία ἐν τοῖς Δικαστηρίοις εἶναι αὐτὸ τοῦτο καταστροφή. Ἤκουσα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ποιουμένου ἀποστροφὴν ἀξίαν λόγου. Ἤκουσα αὐτοῦ λέγοντος ὅτι, «ἐὰν δὲν ψηφισθῶσι τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, δὲν δυνάμεθα νὰ κυβερνήσωμεν»· καὶ μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἐπιθυμία νὰ ἐρωτήσω αὐτόν: διὰ τῆς Δικαιοσύνης λοιπὸν θέλετε νὰ διοικήσητε; Τίνα σχέσιν ἔχετε σεῖς ἐν τῇ Κυβερνήσει μετὰ τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ ἂν σᾶς χρησιμεύῃ ἡ Δικαιοσύνη διὰ νὰ κυβερνήσητε, σᾶς ἐρωτῶ, κατὰ τίνα τρόπον θὰ πράξητε τοῦτο; Ἐνώπιον τοιούτων ἀποριῶν σᾶς λέγω: Ἄφετε τὴν Δικαιοσύνην νὰ λειτουργῇ μόνη της, καὶ τότε θὰ σᾶς παρέχῃ ἀληθῆ ὑπηρεσίαν διὰ τὴν κυβέρνησιν τῶν δημοσίων, καὶ τότε θὰ ἦσθε ἀξιέπαινοι, ὅτι περὶ αὐτῆς δὲν τυρβάζετε καὶ οὐδὲ ὑπεισέρχεσθε εἰς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς ὑπηρεσίας. Ἂν μέλη τινὰ αὐτῆς ὑπερβαίνωσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν ἢ παρεκτρέπωνται, ἀσκεῖτε αὐστηρῶς τὴν ἐπίβλεψιν ὑμῶν, τὴν πειθαρχικὴν ὑμῶν ἐξουσίαν, καὶ οὕτω δεικνύετε, ὅτι σέβεσθε καὶ τὰ ὑμῶν αὐτῶν καὶ τὰ ἐκείνων δικαιώματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ φυσικὴ ἡμῶν καὶ ἐκείνων σχέσις. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον καταργεῖτε, ὁ παρέχων ὑπὲρ τῶν Εἰσαγγελέων τὴν ἐγγύησιν τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν ἀνωτέρων, ὁ νόμος οὗτος σᾶς ἀφῆκε μίαν θύραν ἀνοικτὴν, ἀλλὰ δικαστικὴν θύραν. Σᾶς λέγει, ὅτι διὰ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν ἀπαιτεῖται γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν γνωμοδότησις τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, γνωρίζω ὅτι θέλει νὰ ἀποσυρθῇ τῆς ὑπηρεσίας. Εὐκολύνατε αὐτῷ τὴν ἀπομάκρυνσιν, καὶ θὰ τῷ κάμητε εὐεργεσίαν· ὅταν δ’ εὕρητε τὸ κατάλληλον πρόσωπον νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν αὐτοῦ, ζητήσατε παρ’ αὐτοῦ εὐσυνείδητον γνωμοδότησιν περὶ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, καὶ ὅταν παρ’ αὐτοῦ λάβητε πρότασιν παύσεως αὐτῶν, τότε παύετε ἐν ἐγκρίσει τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Οἱ οὕτω διορισθησόμενοι Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν σᾶς προτείνουσι ποίους Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν ν’ ἀντικαταστήσητε. Τότε ἀντικαθιστᾶτε αὐτοὺς δεδικαιολογημένως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς, δι’ ἧς δέον νὰ εἰσέλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, βραδεῖα ὀλίγον, δικαστικὴ ὅμως, οὐχὶ δ’ ἐπαναστατική. Ἅμα ἠθέλετε εὕρει πρόσωπον ἱκανὸν νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, θὰ εἶχον πάντες τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ γνωμοδότησις αὐτοῦ θὰ εἶχε τὸ κῦρος ἀνδρὸς δικαστικοῦ, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ εἶχε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ δείξῃ ἑαυτὸν σεβόμενον τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ σεῖς ζητεῖτε ἀπόλυτον ἐλευθερίαν. Θὰ τὴν λάβητε. Εὔχομαι ὅμως νὰ μὴ εὑρεθῆτε εἰς τὴν θέσιν ἀπολογουμένου, διότι ἡ ἀπολογία σας δὲν θὰ ᾖναι πιστευτή. Διὰ τοῦ ἄλλου νόμου καταργεῖται πᾶν ἐμπόδιον πρὸς μετάθεσιν δικαστῶν (Ἐφετῶν, Πρωτοδικῶν καὶ Εἰρηνοδικῶν). Τί θέλετε ἐπιδιώξει διὰ τούτου; Πῶς διὰ τοιαύτης ἐλευθερίας φρονεῖτε ὅτι θὰ κυβερνήσετε; Τί ἡ καθόλου διοίκησις ἢ ἡ κυβέρνησις τοῦ τόπου θὰ πάθῃ, ἂν οἱ δικασταὶ οὗτοι μείνωσιν ἐδῶ μᾶλλον ἢ ἐκεῖ; Τάχα δὲν θὰ δικάζωσι πολίτας Ἕλληνας, ἐὰν εὑρίσκωνται ἐν Καρδίτσῃ, ἐν Τρικκάλοις, ἢ ἐν Ἀθήναις; Μήπως ἔχετε φίλους ἐν τῷ δικαστικῷ σώματι, καὶ θέλετε νὰ ἀμείψητε αὐτούς; Μὴ φρονεῖτε, ὅτι ἔχετε ἐχθροὺς, οὓς πρέπει νὰ ἐκδικηθῆτε διὰ μεταθέσεων; Τί ἄλλο;....Ἀλλὰ τότε ὁμολογεῖτε, ὅτι πράττετε πολιτικὸν καὶ οὐχὶ δικαστικὸν ἔργον.
§175ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θέλομεν νὰ βγάλωμεν ἔξω τῶν Χρηματιστηρίων τοὺς δικαστάς.
§176ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἰδού, ὁ κ. συνάδελφος κατηγορεῖ τῶν δικαστῶν, ὅτι εἰσέρχονται εἰς τὰ χρηματιστήρια. Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ αὐτῷ: Τίνα σχέσιν ἔχουσι τὰ πρόσωπα πρὸς τὸν θεσμόν; Ὑπῆρξε γνώμη ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ἐν τῇ διατάξει τοῦ Συντάγματος περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν περιέχεται καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμεταθέτου αὐτῶν. Τὸ ζήτημα ἤχθη μέχρις ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἐλύθη κατὰ τοῦ ἀμεταθέτου διὰ μιᾶς μόνης ψήφου. Ὑπερεψήφισε δὲ τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ ἀμετάθετον περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἰσοβιότητα, καὶ ὁ ἀοίδιμος ποτὲ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἀδελφὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τί θὰ γείνῃ, ἄν, ἐπανερχομένου τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, ἀποφανθῇ τοῦτο ὑπὲρ τοῦ ἀμεταθέτου; Ἐννοεῖτε, τί θὰ γείνῃ, ἂν αὔριον οἱ δικασταὶ ἀρνηθῶσι νὰ ἐκτελέσωσι τὴν διαταγὴν τῆς μεταθέσεως, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἀμετάθετοι; Ὁ πρὸ ἐμοῦ κατέχων τὸ βῆμα καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θέλοντες νὰ δείξωσιν, ὅτι δικαίως ζητεῖται ἡ κατάργησις τοῦ νόμου, τοῦ περιορίζοντος τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τῆς τῶν δικαστῶν μεταθέσεως, ἐπεκαλέσθησαν τὰς γενομένας μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου μεταθέσεις, καὶ ἐδήλουν, ὅτι διὰ τούτου δὲν ἐδεσμεύθη ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ δὲ προαγορεύσας εἶπεν, ὅτι καὶ ἐξεβίαζε τὰς μεταθέσεις. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω οὐδὲν τούτων. Δὲν θέλω ν’ ἀπολογηθῶ ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου. Θὰ ἐπανέλθῃ οὗτος ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ μάθῃ τὰ λεγόμενα, φωνὴν ἔχει, καὶ θ’ ἀπαντήσῃ εἰς ταῦτα. Ἐγὼ λέγω, πρὸς τί καταφέρεσθε κατὰ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι καθ’ ἑαυτὸν κακὸς καὶ ὃν δὲν κατηγορεῖτε ὡς ἐπιβλαβῆ; Διατὶ ζητεῖτε τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, ὡς δῆθεν κακῶς ἐφαρμοσθέντος, ἐνῷ, ἐὰν θέλητε σεῖς, κάμνετε καλὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ;
§177ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ συνθηκολογήσωμεν μὲ τοὺς φατριαστάς.
§178ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν πρέπει οἱ Ὑπουργοὶ νὰ κρύπτωνται ὄπισθεν τῶν ἐκθέσεων τῶν Εἰσαγγελέων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ φέρωσι τὴν εὐθύνην ὅλων τῶν πράξεών των.
§179ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἐκθέσεως, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνει μετὰ ζωηρότητος ὁ διακόψας. Διὰ νὰ ἐννοήσητε, τίνα ἀξίαν ἔχει τοῦτο, σᾶς παρατηρῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, συνεπὴς πρὸς τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ τοῦτο, ἔδει νὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν ὅλων τῶν νόμων, τῶν περιοριζόντων τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν καλὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἦσαν περιττοὶ οἱ νόμοι ἐν γένει. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχωμεν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν περιστάσεων, αἵτινες περιστοιχίζουσιν αὐτὸν, καὶ δὴ τὸν νεαρὸν Ὑπουργὸν, ἐρωτῶ, εἶναι περιττοὶ τότε οἱ περιορισμοί; Καὶ διατὶ δὲν τοὺς καταργεῖτε ὅλους, ἀλλ’ ἐκείνους μόνον, ὅσων τὴν κατάργησιν ὑπαγορεύουσιν οἱ πολιτικοὶ ὑπολογισμοί σας; Συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς, καταργήσατε τὸν νόμον περὶ τῆς διὰ διαγωνισμοῦ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ εἴπατε: «ἐσμὲν πεπεισμένοι, ὅτι ἡ καλὴ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ ἐκλέξῃ τοὺς καλλιτέρους τῶν διδακτόρων». Καταργήσατε τὰ προσόντα, καὶ εἴπατε, ὅτι «πεπείσμεθα, ὅτι ἐκ καλῆς θελήσεως ὁ Ὑπουργὸς θὰ προαγάγῃ τὸν χθεσινὸν Πρωτοδίκην εἰς Ἀρεοπαγίτην». Πῶς; δὲν σᾶς ἀρέσκει τοιαύτη ἐλευθερία; Ἀλλ’ ἀπὸ τοιαύτης ἀφετηρίας τοιαύτη συνέπεια εἶναι φυσική. Ἔπειτα ἔχομεν ἓν νομοσχέδιον, εὐκολύνον τὴν ἀπόλυτον παῦσιν τῶν Γραμματέων τῶν Δικαστηρίων, καὶ εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι αἰσθάνεται ἑαυτὸν προσβαλλόμενον, ἐὰν ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ ὑποδεεστέρου, τουτέστι τοῦ Εἰσαγγελέως: «Τουλάχιστον νὰ ἔχω ἐγὼ τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν». Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς ᾖναι ὑποδεέστερος σοῦ, κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι ὅμως προϊστάμενος ἐκείνων, καὶ ἔχει εἰδικότητα, ἣν δὲν ἔχεις σύ. Προσθέτει ἡ ἔκθεσις, ὅτι ἡ παῦσις τῶν Γραμματέων τῶν Δικαστηρίων εἶναι ἀζήμιος. Πολὺ ὀλίγην πεῖραν ἔχει τῶν πραγμάτων ὁ κ. Ὑπουργός. Οἱ Γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικείων εἶναι φύλακες τῶν διαθηκῶν, τῶν ἀποφάσεων, τῶν περὶ ἐγγυήσεως ἐκθέσεων, τῶν δικογραφιῶν, τῶν δικογράφων, τοῦ δικαστικοῦ ἀρχείου περιέχοντος πολλὰ ἐπίσημα ἔγγραφα· καὶ θεωρεῖτε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπουσιῶδες; ἢ ἀφίνετε νὰ ὑποπτεύσωμεν, ὅτι ἀπὸ τοὺς εἴκοσιν ἕνα Γραμματεῖς Πρωτοδικῶν ἐξαρτῶνται ἄλλοι διακόσιοι δέκα ὑπογραμματεῖς καὶ τοὺς ἐξ τῶν Ἐφετῶν ἕτεροι ἑβδομήκοντα ὑπάλληλοι; Αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑμῖν συστάσεις τῶν φίλων σας, αἵτινες θ’ ἀντικαταστήσωσι τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Εἰσαγγελέων, θέλουσι κανονίσει καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νόμου τούτου. Τελευταῖος τῶν νόμων εἶναι ὁ περὶ προσόντων. Σᾶς ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι αὐτὸν δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ, εἰμὴ ἐν τῷ πρώτῳ νομοσχεδίῳ, τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν τῷ δευτέρῳ, ὅπερ μοὶ ἔδωκαν σήμερον μόλις, δὲν ἠδυνήθην, καίτοι προσεπάθησα, νὰ διευκρινήσω τὰς τροποποιήσεις. Φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ σήμερον τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς πρὸς τρίτην ψήφισιν τοῦ δευτέρου τούτου, τοῦ σήμερον ὑποβληθέντος, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ὅλως νέον, καὶ ὀφείλει νὰ τὸ εἰσαγάγῃ εἰς πρώτην συζήτησιν· καθότι, ἐνῷ διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου προτείνεται ἡ τροποποίησις δύο μόνον ἄρθρων τοῦ νόμου, διὰ τοῦ δευτέρου προτείνεται ἡ τροποποίησις καὶ κατάργησις ἑπτὰ ὅλων ἄρθρων, τουτέστι πέντε περισσοτέρων. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ ἦναι τροπολογία τοῦ πρώτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι δικαιολογεῖ τὸν νόμον, λέγων, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ἢ παράλειψιν αὐτοῦ, καὶ νὰ μὴ μεταφέρηται αὕτη εἰς τοὺς ὑφισταμένους. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, τῷ ἀπαντῶ, τὴν εὐθύνην μεταφέρετε ἐκεῖ, διότι ἐκεῖ κεῖται καὶ ἡ εὐθύνη τῆς πράξεως. Σεῖς δὲν θὰ ἔχητε δικαίωμα πρὸς διορισμὸν ἢ μετάθεσιν, ὅταν στηρίζησθε εἰς τὴν γενομένην ὑμῖν γνωμοδότησιν, ἐνῷ διατηροῦντες πλήρη ἐλευθερίαν θὰ διορίζητε ὃν ἂν ἰδιῶται συνιστῶσιν ὑμῖν, ἢ ὃν ἂν σεῖς θέλητε, καὶ οὐδεμίαν θὰ ὑπέχητε εὐθύνην, οὐδὲ πολιτικῶς νὰ δώσητε λόγον περὶ τοῦ προσώπου. Λοιπὸν οὕτω καὶ τὸ δικαίωμα κρατεῖτε, καὶ τῆς εὐθύνης δὲν ἀπαλλάττεσθε, καὶ ὑπεύθυνον οὐδένα ἀφίνετε. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐὰν θελήσω νὰ διατρίψω καὶ ἀποδείξω, ὁποῖα ἄτοπα θέλουσι γείνει καὶ εἰς ὁποίους κινδύνους ἐκτίθενται τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, ἤθελον ματαίως ἀναλώσει τὸν χρόνον ἡμῶν. Καὶ σήμερον μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποφαίνεται περὶ ἑαυτοῦ. Πλὴν λησμονεῖ, ὅτι δὲν νομοθετεῖ δι’ ἑαυτὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς διαδόχους του. Ποίαν πεποίθησιν, τὸν ἐρωτῶ, ἔχει περὶ τῆς καλῆς θελήσεως τῶν διαδόχων του; Ὁμιλῶν περὶ ἑαυτοῦ, ὑποθέτει ὅλους τοὺς διαδόχους του ἔχοντας τὴν αὐτὴν καλὴν θέλησιν; Ἀλλ’ οἱ νόμοι δὲν γίνονται διὰ τὰ πρόσωπα, γίνονται διὰ νὰ ζήσωσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον καὶ διὰ τὸ μέλλον, καὶ διὰ τὸ μέλλον ἔπρεπε νὰ προΐδῃ. Ποίαν δ’ ἀξίαν ἔχει μόνη ἡ καλὴ θέλησις ἀπέναντι τῆς ἰσχύος τοῦ φρονήματος καὶ τῆς φορᾶς τῶν πραγμάτων; Ἐπηρεάζεσθε οἱ πλεῖστοι ἐκ τοῦ παρελθόντος. Αὐτὸ εἶναι πλάνη, ἥτις θὰ ὁδηγήσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς πολλὰ ἄτοπα. Ἀλλ’ οὐδ’ ἐννοῶ ἐγὼ οὐδὲ βλέπω κατὰ τί δεικνύετε μέριμναν, λαμβάνοντες τὴν ἐλευθερίαν, ἣν ζητεῖτε. Ὡς πρὸς τοὺς ἀνακριτὰς δὲ, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἠδύνατο ὁ εἰσηγητὴς τοῦ τροποποιουμένου νόμου ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, καθ’ ὃ τὸν ἀνακριτὴν διορίζει ὁ Πρόεδρος, καὶ ἐν ἐλλείψει αὐτοῦ διορίζεται ὁ ἀνακριτὴς διὰ Β. Διατάγματος. Ἀλλ’ ἡ διάταξις ἐκείνη ἐλειτούργησεν ἐπὶ πολὺν χρόνον, καὶ ἀποτέλεσμα ἦτο, ὅτι χιλιάδες ποινικῶν δικογραφιῶν εἶχον συσσωρευθῆ, καὶ ἀδύνατος κατέστη ὁ καθαρισμὸς τῶν ἀνακριτικῶν γραφείων, ἅτινα εἶχον γείνει ἄλλοι σταῦλοι Αὐγείου. Λησμονεῖτε, ὅτι ἀφίνοντες εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ κανονίζῃ ἐκ τῶν προστυχουσῶν περιπτώσεων τὸν ἀνακριτήν, θὰ ἔχητε ἀνακριτάς, οἵτινες θὰ στερῶνται τὴν πεῖραν, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ αὐτοὺς εἰς ἀνακάλυψιν τῶν ἐγκλημάτων; Δὲν θέλω ν’ ἀπαντήσητε εἰς ταῦτα, ἐπικαλούμενοι παραδείγματα προσωπικά· διότι ταῦτα οὐδὲν ἀποδεικνύουσι. Δὲν θέλω ν’ ἀπαντήσητε ἐπικαλούμενοι παραβάσεις ἢ ὑπερβασίας τινῶν δικαστικῶν· διότι οὔτε ἀποστολὴν ἔχω ν’ ἀπολογηθῶ ὑπὲρ τῶν τυχὸν κατηγορηθησομένων προσώπων, οὔτε θὰ δεχθῶ κατηγορίας κατ’ αὐτῶν, δικαστικὸς ὢν, ἄνευ ἀποδείξεων καὶ ἐρεύνης. Ὁμιλήσατε, ἂν θέλητε, δι’ ἐπιχειρημάτων, δικαιολογούντων τὰς τροποποιήσεις, τὰς καταδαφίσεις τῶν φραγμῶν, ἃς ζητεῖτε, καὶ τότε θ’ ἀπαντήσω. Ὁ γενικὸς χαρακτηρισμὸς τῶν νομοσχεδίων εἶναι ἀπόλυτος ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς τύχης τῶν μελῶν τοῦ δικαστικοῦ σώματος ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησιν, ἀπόλυτος ἐξουσία αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξιν τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς καὶ τῶν δικαστικῶν γραμματέων, κατάῤῥιψις τῶν δικαστικῶν προσώπων εἰς ἣν θέσιν καὶ οἱ κατώτεροι τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἄλλων κλάδων, τουτέστι παραγνώρισις καὶ καταπάτησις τῆς ἀρχῆς, ἣν ἐγκλείει τὸ ἄρθρον 28 τοῦ Συντάγματος. Ὁ γενικὸς χαρακτὴρ εἶναι ἡ ἀποστροφὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἠθέλησε νὰ τῷ λύσωσι τὰς χεῖρας, ἵνα τὰς ἔχῃ ἐλευθέρας. Θὰ τῷ λύσητε αὐτάς, καὶ θὰ αἰσθανθῇ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν. Ὅμως τὸν ἐρωτῶ: αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῷ τὸ σθένος τῆς ψυχῆς τοῦ Κυναιγείρου, ἵνα ἴδῃ τὰς χεῖράς του, τὰς ἐλευθέρας, κοπτομένας τὴν μίαν μετὰ τὴν ἄλλην, καὶ εἶτα τὴν κεφαλήν του, τὴν ὑπουργικὴν, πίπτουσαν, ὅπως συγκρατήσῃ τὸ κλυδωνισθησόμενον τῆς δικαιοσύνης σκάφος, πρὶν ἴδῃ αὐτὸ ἁρπαζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων τῶν ἐπιδρομῶν; Τὸ εὔχομαι, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐλπίζω.
§180ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον, καθόσον ἀφορᾷ τὴν βάσιν τῆς κοινωνίας. Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει τοὺς πρεσβυτέρους, ἂν τὰ Δικαστήρια ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος ἦσαν εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, ὁπότε οὔτε ἰσοβιότης ὑπῆρχεν, οὔτε ἀμετάθετον, οὔτε ἀπητοῦντο τόσα προσόντα πρὸς προβιβασμόν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τότε ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐλειτούργει κακῶς, καὶ μάλιστα ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπέδρα καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν ὁ ἰδιαίτερος γραμματεὺς τοῦ Βασιλέως, ὁ Βέτλανδ. Οἱ δικασταὶ τότε καὶ εἰς αὐτὰ ἔτι τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα ἦσαν πολὺ δικαιότεροι, αὐστηρότεροι καὶ ἀμεροληπτότεροι. Εἰς ἐμὲ αὐτὸν, φυλακισθέντα ὡς συνωμότην κατὰ τὸ 1857, εὑρέθη Εἰσαγγελεὺς, ὁ μακαρίτης Ἀρ. Κασιμάτης, ὁ ὁποῖος διεῖδε τὴν ἀθωότητά μου καὶ ὅτι ἀδίκως ἐτυραννούμην εἰς τὰς φυλακὰς, ὕψωσε φωνὴν καὶ ἐπέμεινε νὰ μὲ ἀπολύσωσιν, ὡς καὶ ἀπελύθην. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν προαγορεύσαντα κ. Ποταμιᾶνον, ἀντιπρόσωπον τοῦ νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας, νὰ μοὶ εἴπῃ ἐν συνειδήσει, ἂν ἡ κατάστασις τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου σήμερον ἦναι τοιαύτη, οἵα ἦτο πρότερον, ὅτε ἐλειτούργουν οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ ἀναιρέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§181ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ εἴπω, ὅτι σήμερον εἶναι χειροτέρα ἡ κατάστασις, οὔτε δέχομαι τὴν θεωρίαν ὅτι σήμερον τὰ Δικαστήρια εἶναι χειρότερα ἢ ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος. Λέγω, ὅτι σήμερον οἱ δικασταὶ καὶ εὐσυνείδητοι εἶναι καὶ μᾶλλον ἀνεπτυγμένοι.
§182ΔΑΓΡΕΣ. Μὴ γενικεύετε τὸ ζήτημα. Ἐν τοῖς πολυμελέσι σωματείοις ὑπάρχουσι καὶ ἄνθρωποι, ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκόν των. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ Δικαστηρίου τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος καὶ τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, καὶ θέλει φρίξει ἡ Βουλὴ, ἂν μάθῃ τὴν κατάστασίν των. Πάντοτε ἐζήτησα νὰ ἀνυψωθῇ ἡ δικαιοσύνη, καὶ ἐσύστησα νὰ σταλῶσι καλοὶ δικασταὶ ἀμερόληπτοι. Τὸ γνωρίζει ὁ κ. Ζαΐμης· ὑπάρχουσι χιλιάδες ὑποθέσεων ποινικῶν καὶ πολιτικῶν ἐκεῖ, ὡς καὶ ἐν τῷ Ἐφετείῳ Ναυπλίου, ὅπερ δὲν δυσκολεύομαι νὰ εἴπω, ὅτι εὑρίσκεται ἐν πλήρει παραλυσίᾳ· ἴσως εἶναι βαρεῖα ἡ λέξις, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Καλαμῶν χιλιάδες ὑποθέσεων ποινικῶν ἐκκρεμῶν κατ’ ἀνθρώπων ἰσχυόντων, κατηγορουμένων δι’ ἀποδεδειγμένα ἐγκλήματα, ἐπὶ νοσφίσει δημοτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν χρημάτων, καὶ οὐδεὶς τῶν Εἰσαγγελέων ἐτόλμησε νὰ ἐνεργήσῃ κατ’ αὐτῶν. Πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς δὲ τοῦ νόμου τούτου δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ κατάστασις. Θέλετε νὰ διαιωνίσητε αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἢ θέλετε νὰ διατηρήσητε δικαστάς, διότι συμφέρει εἴς τινας;
§183ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀγνοῶ τίνες εἶναι Ἐφέται ἐν Ναυπλίῳ. Γνωρίζω μόνον, ὅτι ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν δικαστῶν πολλοὶ φίλα φρονοῦντες πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἠξεύρω εἰδικῶς, ὅτι ἐκ τῶν Ἐφετῶν τινες μὲ καθύβριζον πάντοτε, καὶ ὅμως ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου δὲν εἶναι εἰς παραλυσίαν, διότι Πρόεδρος εἶναι εἷς τῶν ἐγκριτωτάτων δικαστῶν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, διότι δὲν ἔχω σχέσεις μὲ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην τοῦ Ναυπλίου. Κατώρθωσα νὰ πείσω τοὺς ἐκλογεῖς μου νὰ μὴ ζητῶσι τὴν συνδρομήν μου ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων, καὶ ἔπεισα αὐτοὺς νὰ μὲ ἀπαλλάξωσιν.
§184ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πεποιθήσει τὰ λέγετε αὐτά;
§185ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν ὑπηρετησάντων ἐν Ναυπλίῳ, οὐχὶ τώρα, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1882, Εἰσαγγελέων, Ἀντεισαγγελέων, Προέδρων καὶ δικαστῶν, ἄν ποτε προσέφυγα εἰς αὐτοὺς διὰ ποινικὴν ὑπόθεσιν, ὑπὲρ ἢ κατά τινος· καὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διαψεύσωσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τοῦ Ἐφετείου ἐργασίαν, παρατηρῶ, παραβάλλων τοὺς ἀριθμοὺς, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων ὑπερέβη τοὺς τοῦ προηγουμένου ἔτους. Γνωρίζω δὲ προσέτι, ὅτι ἐλάχισται τῶν ἀποφάσεων ἀκυροῦνται ὑπὸ τοῦ ἀκυρωτικοῦ. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τῶν παραπόνων περὶ δικογραφιῶν ἐκκρεμῶν.
§186ΔΑΓΡΕΣ. Οἱ Πρόεδροι, οὓς ἐξύμνησεν ὁ κ. Ποταμιᾶνος, ἐγκαταλιμπάνουσι τὰς θέσεις των ἄνευ ἀδείας· καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξετάσῃ, καὶ θέλει πεισθῆ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου. Ἕν βούλευμα, ἀφορῶν τὸν ἀρχιεπίσκοπον Πανάρετον, καὶ ἓν ἕτερον, ἀφορῶν ἕνα κακῆς πίστεως διαχειριστὴν τῶν δημοσίων συμφερόντων, τὸν Χριστοφίδην, ὁ ὁποῖος παρεπέμφθη ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον Καλαμῶν ἐπὶ κακουργήματι, τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, τροποποιῆσαν αὐτὸ, ἐχαρακτήρισε τὴν πρᾶξίν του ὡς παράβασιν ἁπλοῦ καθήκοντος, καὶ τὸ Πλημμελειοδικεῖον Καλαμῶν ἀπήλλαξεν αὐτὸν πανηγυρικῶς, ἐναντίον τῶν καταθέσεων 40 μαρτύρων. Προχθὲς διεξήχθη δίκη ἐν τῷ Κακουργιοδικείῳ Ναυπλίου, δίκη πολύκροτος, καὶ ἀπεδείχθη ἡ ἐνοχὴ τῶν κατηγορουμένων ἐκ τῶν μαρτυρικῶν ἀποδείξεων· ἀλλ’ ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν θεμιτὰ καὶ ἀθέμιτα μέσα, καὶ ἀπεσύρθη ἡ ὑπόθεσις, ἐμοιράσθησαν δὲ καὶ ἄπειρα χρήματα. Τὰ αὐτὰ συνέβησαν καὶ συμβαίνουσιν ἐν Μεσσηνίᾳ.
§187ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νοσεῖ παρ’ ἡμῖν, θὰ ἦν τόλμη νὰ διαμφισβητήσῃ τις. Ὁ ἀμφιβάλλων δὲν ἔχει ἢ νὰ τείνῃ τὸ οὖς, ὅπως ἀντιληφθῇ τὰ παράπονα, ἅτινα ἀθρόα ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ ἄλλου διατυποῦνται κατὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἀληθῶς ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν πολλοὶ ἔντιμοι δικασταί, ἀλλ’ οὗτοι, καίτοι μὴ ἀποτελοῦντες εὐτυχῶς τὴν ἐξαίρεσιν, δὲν ἠδυνήθησαν, μεθ’ ὅλον τὸν ζῆλον, ὃν ἀναπτύσσουσι κατὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων των, μεθ’ ὅλην τὴν ἀμεροληψίαν, ἣν τηροῦσι κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, νὰ μειώσωσι τὴν πεποίθησιν, τὴν κρατήσασαν ἐν τῷ τόπῳ, ὅτι ὁ δικαστικὸς κλάδος νοσεῖ. Καὶ ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀναμφισβήτητον, ἔχομεν καθῆκον ὑπέρτατον, ἀποτεινόμενοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐρωτήσωμεν, κατὰ τί ἐλπίζουσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, νὰ θεραπευθῇ ἡ νόσος διὰ τῶν νομοθετημάτων, ἅτινα ὑπέβαλον; Νομίζουσιν ὅτι ταῦτα ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς δικαίας ἀξιώσεις, τὰς ἐπιτακτικὰς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας ἡμῶν; Νομίζουσιν ὅτι διὰ τῆς προσθήκης τῆς λέξεως «Πρόεδρος» ἐν τῷ ἄρθρῳ 13 τοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου, διὰ τῆς καταργήσεως τῆς μονιμότητος τῶν δικαστικῶν γραμματέων, διὰ τῆς καταργήσεως τῆς μονιμότητος καὶ ἀνεξαρτησίας τῶν Εἰσαγγελέων, ὅτι θέλει βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν Δικαστηρίων; Τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο μία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀπάντησις, ὅτι διὰ τοιούτων σχεδίων οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ ἐλπίσῃ τις βελτίωσιν τῆς παρούσης καταστάσεως, ἀποδεικνύεται δ’ ἐξ αὐτῶν ἐντελῶς ἀνίκανος ἡ Κυβέρνησις νὰ θεραπεύσῃ τὴν κατατρύχουσαν τὸ δικαστικὸν σῶμα νόσον. Ἴσως θέλουσι συντελέσει τὰ σχέδια τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν τελείαν καταστροφήν. Καὶ ἐὰν πρόκηται περὶ νομοθετημάτων προσωρινῶν, ἐὰν ὑπόσχηται, ὅτι μετ’ ὀλίγον, ὅτε θέλει ἔχει πᾶσαν ἄνεσιν καὶ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, θέλει μεριμνήσει ἡ Κυβέρνησις περὶ θεραπείας, καὶ θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοθετήματα, ἐξ ὧν νὰ δύναται νὰ ἐλπίσῃ ὁ τόπος, ὅτι θέλει ἀνυψωθῆ ὁ δικαστικὸς κλάδος, πρῶτος ἐγὼ θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῶν ἤδη ὑποβληθέντων. Ἐὰν ὑπόσχηται ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι, ἀφοῦ τῷ λύσωμεν τὰς χεῖρας, θέλει ζητήσει παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ δέσῃ αὐτὰς, προθύμως διὰ τῆς ψήφου μου θέλω συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ αἴτησίς του. Ἀληθῶς ἡ κατάστασις ἦτο καὶ εἶναι οἰκτρὰ, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἐρχομένη νὰ διευθύνῃ τὰ κοινὰ ὡς Κυβέρνησις ἐθνικὴ, ὤφειλε κατὰ πρῶτον λόγον νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἐκλίπῃ παρὰ τοῖς πολίταις ἡ γενικῶς κρατοῦσα ἰδέα, ὅτι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης γίνεται ἀναλόγως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δύναται ὁ διάδικος νὰ διαθέτῃ. Ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν φιλοτιμίαν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἄμεσον θεραπείαν τῶν μαστιζόντων τὸν δικαστικὸν κλάδον κακῶν, ὤφειλε κατὰ πρῶτον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες ῥυθμίζουσι τὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τὰς δικαστικὰς ἀρχάς. Θέλετε νὰ παύσωσιν οἱ δικασταὶ νὰ ὦσι τύραννοι τῆς κοινωνίας, ὡς ἤκουσα νὰ τοὺς ἀποκαλῆτε; θέλετε νὰ παύσωσιν οἱ διάδικοι ζητοῦντες σωτηρίαν, καὶ πρὸς τοῦτο ἀξιοῦντες καὶ τὴν παρέμβασιν αὐτῶν τῶν πολιτευομένων; Τοῦτο δὲν θέλετε κατορθώσει διὰ τῶν μεταθέσεων καὶ τῶν παύσεων, δὲν θέλετε τὸ ἐπιτύχει διὰ τῆς καταλύσεως τῆς μονιμότητος τῶν δικαστικῶν γραμματέων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων. Ἐμπνεύσατε εἰς τὸν δικαστὴν, ἐμπνεύσατε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐκπληρῶν αὐστηρῶς καὶ μετὰ ζήλου τὸ καθῆκόν του, θέλει ἀμειφθῆ, ἐμπνεύσατε πρὸς αὐτοὺς κυρίως τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλουσι τιμωρηθῆ ἀπηνῶς καὶ ἀδυσωπήτως διὰ τὴν μεροληπτικὴν ἢ τὴν ὀλίγωρον διεξαγωγὴν τῆς ἐμπεπιστευμένης αὐτοῖς ἐντολῆς, καὶ θέλετε ἀμέσως θεραπεύσει τὰς κατατρυχούσας τὴν δικαστικὴν ἡμῶν ἐξουσίαν πληγάς. Πρὸς τοῦτο ὅμως ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ ἀσκῆται ἀδιαλείπτως καὶ ἀμερολήπτως, νὰ αἰσθάνηται εἰς πᾶσαν αὐτοῦ ἐνέργειαν τὴν ἐποπτείαν αὐτῆς ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ δικαστής. Ἀλλὰ καταργοῦντες τὴν μονιμότητα τῶν δικαστικῶν γραμματέων, τῶν ὑπογραμματέων, καταργοῦντες τὴν μονιμότητα τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τὸ ἐπὶ διετίαν ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν, τί πράττετε; Ἴσως συντελεῖτε εἰς τὸ νὰ καταστῇ ἡ νόσος ὀξυτέρα, εἰς τὸ νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα ἐλπὶς περὶ ἀνορθώσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Εἰσάγετε τὴν σύγχυσιν ἐν τοῖς δικαστικοῖς γραφείοις, τὸν δὲ Εἰσαγγελέα, τὸν δικαστὴν, καθιστᾶτε ὑποχείριον τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἀντὶ νὰ χειραφετήσητε αὐτόν. Ἀλλ’ ὅταν σκεφθῆτε ὡρίμως περὶ τῆς διοργανώσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, περὶ τῆς χειραφετήσεως ἀπὸ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ δικαστοῦ, ὀφείλετε περιπλέον νὰ σκεφθῆτε νὰ καταστήσετε τὸν δικαστὴν ὑλικῶς ἀνεξάρτητον. Ὅταν ὁ δικαστὴς λιμοκτονῇ, πεινᾷ δὲ ἡ οἰκογένειά του, καὶ ἔχῃ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ ἑκατομμυρίων, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς πειρασμὸν, καὶ ὅτι δύναται νὰ μὴ ἀποφασίσῃ ἀμερολήπτως. Ἀποδώσατέ τῳ τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως, χορηγήσατε τοῖς δικασταῖς σχετικήν τινα ὑλικὴν ἀνεξαρτησίαν, καὶ τότε δύνασθε μετὰ πεποιθήσεως ν’ ἀποβλέψητε εἰς τὸν δικαστικὸν ἡμῶν κλάδον, ὅστις οὐδ’ ἱκανοτήτων οὐδὲ χαρακτήρων στερεῖται. Ὀφείλω νὰ προείπω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ἐὰν ἀρκεσθῇ εἰς τὰ σημερινὰ νομοσχέδια, τὰς στατιστικὰς πληροφορίας, ἃς εὐηρεστήθη νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸ ὀλίγου, ἄλλος θέλει τῷ τὰς ἀνακοινώσει εἰς βάρος του, πρὶν ἢ προφθάσῃ νὰ καταλίπῃ τὴν θέσιν, εἰς ἣν σήμερον εὑρίσκεται. Ἡ νόσος, ἐξ ἧς νοσεῖ ὁ δικαστικὸς ἡμῶν κλάδος, εἶναι νόσος τῆς κοινωνίας ἡμῶν ὁλοκλήρου, οὐχὶ δὲ ἡ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ νῦν, οὐχὶ ἡ θέλησις ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οἱαδήποτε θέλησις, ὅσον καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἰσχυρὰ, δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ κατισχύσῃ ἄνευ φραγμῶν νομοθετικῶν τῶν πλημμυρουσῶν τὴν κοινωνίαν ἡμῶν κακῶν ἕξεων. Ὅταν λάβῃ τὴν πικρὰν πεῖραν τῶν προκατόχων του, τότε θέλει ἐννοήσει τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων ἐκείνων, οἵτινες ἀνθίστανται εἰς τὰ πρόχειρα νομοθετήματά του, δι’ ὧν καταῤῥίπτεται πᾶς φραγμός. Ἀληθῶς ἀπὸ τῆς ἀνόδου του εἰς τὴν ἐξουσίαν δὲν εἶχε τὸν καιρὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ τὰ ἐκτεθέντα ζητήμητα καὶ νὰ συναρμολογήσῃ ἓν σύστημα πλῆρες· μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχῃ πᾶσαν τὴν δυνατὴν ἄνεσιν, ὅπως τὸ πράξῃ, ἃς μὴ ὀλιγωρήσῃ δὲ νὰ ἀσχοληθῇ ἐνδελεχῶς περὶ τὴν μελέτην ταύτην, ἵνα μὴ πικρῶς μεταμεληθῇ.
§188Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ τελευταῖος τῶν ἀγορευσάντων ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἠρκέσθη τοὐλάχιστον νὰ μᾶς ἀπευθύνῃ συμβουλάς. Ἀλλ’ οἱ πρὸ αὐτοῦ εἶχον ἀπελπισθῆ περὶ ἡμῶν, οὐδ’ ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο πλέον καιρὸς νὰ μᾶς συμβουλεύσωσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ἰδίως, αὐτὸς, ὅστις δὲν ἀνήκει εἰς κἀνὲν κόμμα, αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ φύλαξ τοῦ νόμου καὶ ὁ τηρητὴς τῆς δημοσίας ἠθικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς χρηστότητος, ἀγορεύων προχθὲς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἔλεγεν ὅτι ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἦτο ἡ τυραννία, ἐπὶ τῆς παρούσης δὲ ἡ ὀχλοκρατία. Καὶ ἡμεῖς δὲν συνεληρώσαμεν ἀκόμη δύο μῆνας ἐν τῇ κυβερνήσει! Καὶ ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡμεῖς ἤλθομεν διὰ τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων νὰ ἀπειλήσωμεν τὴν δικαιοσύνην. Ὁ δὲ δεύτερον ἀγορεύσας, αὐτὸς μικροῦ δεῖν νὰ μᾶς παραστήσῃ, ὅτι ἡμεῖς ἐσμεν οἱ ἐπὶ ὀκταετίαν κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἡμεῖς οἱ εὐθυνόμενοι διὰ τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθον πάντες οἱ κλάδοι τῆς δημοσίας διοικήσεως. Δὲν θέλω νὰ ἀναμνήσω εἰς αὐτὸν τὰς κατὰ τὸ παρελθὸν πολιτικὰς γνώμας του· ἕκαστος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς πολιτικὰς γνώμας, τὰς ὁποίας κατὰ πάντα καιρὸν καὶ κατὰ πᾶσαν περίστασιν ἐξαγγέλλει εἰς τὸ κοινόν. Καὶ μᾶς εἶπον, ὅτι ἀπειλεῖται ἡ νόμιμος τάξις ἐν Ἑλλάδι, διότι εἶπέ τις τῶν συναδέλφων Βουλευτῶν κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ὅτι ἡμεῖς ἐξεπορεύθημεν ἐξ ἐπαναστατικῆς περιόδου. Καὶ λοιπὸν θέλετε νὰ δημιουργήσητε τὴν ἐπανάστασιν ὡς νόμιμον τάξιν; Θέλετε νὰ ἀνατρέψητε καὶ αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην, διὰ τὴν ὁποίαν τοσοῦτον οἱ συνάδελφοι σπαίρουσι καὶ ἀσχάλλουσιν; Ἀληθῶς αἱ τελευταῖαι βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ μικρὸν διέφερον ἐπαναστάσεως, ἤ, διὰ νὰ εἴπω κάλλιον, αὗται ἀπέδειξαν, ὅτι ἐν τῷ Κράτει ἦτο ἀληθὴς ἐπανάστασις, ἐπανάστασις ὅμως ὑπὲρ τῶν νόμων, ἐπανάστασις, ἥτις ἐτελέσθη χωρὶς νὰ διαταράξῃ τὴν νόμιμον τάξιν. Ἡ ἐπανάστασις αὕτη ἦτο ἐκ τῶν ἐπαναστάσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας οἱ λαοὶ προσδοκῶσιν ἐκ μόνου τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ μόνον ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ἣν στηρίζουσιν ἐπὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἱκανότητος. Καὶ ἀληθῶς ὁ λαὸς ἀπέδειξεν, ὅτι ἐκτήσατο ἤδη ἀνατροφὴν συνταγματικὴν καὶ ἱκανότητα πολιτικὴν, καὶ ἠδυνήθη διὰ τῆς πράξεως τῆς 14ης Ὀκτωβρίου νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν νόμιμον τάξιν, νὰ ἀπωθήσῃ δὲ ἀληθῆ ἐπανάστασιν, ἀνατρεπτικὴν τῆς νομίμου τάξεως, ἥτις ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἠπείλει τὸ Κράτος καὶ τὴν κοινωνίαν. Τοιαύτης ἐπαναστάσεως ἐσμὲν προϊόντα, ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία συνετελέσθη, ἵνα ἀπακαταστήσῃ τὸ κῦρος τῶν νόμων, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν δικαιοσύνην, ἵνα ἐνισχύσῃ τὴν πολιτικὴν χρηστότητα καὶ ἐπαναγάγῃ τὸν εὐγενέστατον τοῦτον λαὸν εἰς τὰς παραδόσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκ τῶν πατέρων του, καὶ αἵτινες πρὸ παντὸς ἐδίδασκον εἰς αὐτὸν τὴν χρηστότητα καὶ τὴν ἠθικήν. (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα). Καὶ ἐνῷ πάντες πρὸ μικροῦ, ὅταν ἐξηλέγχοντο αἱ ἐκλογαὶ, ἔφρισσον ἀκούοντες τὰ διαδραματισθέντα κατὰ τὰς ἐκλογὰς, διαδραματισθέντα οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἀγωνιζομένων πολιτικῶν κομμάτων, οὐχὶ ὑπὸ τῶν πολιτῶν, ἐριζόντων πρὸς ἀλλήλους, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως, ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν αὐτῆς ὀργάνων, καὶ ἐνῷ φρίσσοντες ἐζήτουν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὄχι μᾶς φωνάζει ὁ Βουλευτὴς Λαρίσσης, ἡ ἰσοβιότης, ἡ ἐγκατασταθεῖσα διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἡ ἰσοβιότης, ἡ ἐπαγγελθεῖσα διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843, ἀθετεῖται, διότι ζητεῖτε νὰ ἄρητε τὸ ἐν τῇ ἰσοβιότητι περιεχόμενον καὶ διὰ τοῦτο ὑπὸ τῶν θεσμῶν ἐξασφαλισθὲν ἀμετάθετον τῶν δικαστῶν. Καὶ ἐὰν, ἔλεγεν ὁ ἄλλος, ὁ δεύτερον ἀγορεύσας, οἱ μετατιθέμενοι δικασταὶ ἀρνηθῶσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς θέσεις, εἰς τὰς ὁποίας μετατίθενται, καὶ ἐὰν ὁ Ἄρειος Πάγος ἀποφήνηται ὅτι τὸ ἀμετάθετον περιλαμβάνεται ἐν τῇ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθιερωθείσῃ ἰσοβιότητι, ἐννοεῖτε ποῦ εὑρίσκεσθε; Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι θαυμάζω τῶν ἀνδρῶν τούτων. Δὲν γνωρίζω μέχρι τίνος σημείου δύναται νὰ ἀγάγῃ τοὺς ἐν τῇ πολιτικῇ παλαίστρᾳ διαγωνιζομένους εἴτε ἡ ἀντιπάθεια εἴτε ὁ πόθος· ἀλλὰ δὲν ἐπίστευον, ὅτι δύο μηνῶν μόλις διαμονή μας ἐν τῇ κυβερνήσει ἤθελε μᾶς περιαγάγει εἰς θέσιν, ὥστε οἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀναπληροῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ὑπολάβωσιν, ὅτι ἠδύναντο καὶ νὰ μᾶς ἐγκαλῶσι. Καὶ τί ἐζητοῦμεν ἡμεῖς; Ἐζητοῦμεν τὸ δικαίωμα νὰ δυνάμεθα νὰ προτείνωμεν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος νὰ ἐπιτυγχάνωμεν τὴν μετάθεσιν τῶν Εἰσαγγελέων. Καὶ τὸ ἐζητοῦμεν ἀφοῦ ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, προχθὲς τὴν Παρασκευήν, 12 τοῦ Ὀκτωβρίου, δύο ἡμέρας πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς τεταγμένης πρὸς ψηφοφορίαν, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, παραμένων ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, ἀνεῦρε μέγαν κίνδυνον τῆς δημοσίας τάξεως, ὕβριν κατὰ τοῦ νόμου καὶ τῆς δικαιοσύνης, διότι ἐν πολιτικῇ διαδηλώσει τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχεν ἰδεῖ ἕνα πολίτην, καθ’ οὗ ὑπῆρχεν ἐκδεδομένον ἔνταλμα συλλήψεως. Καὶ διότι δὲν ἠδύνατο νὰ συλλάβῃ αὐτὸν, ἐζήτησε παρὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως νὰ πυροβολήσῃ κατὰ τῆς διαδηλώσεως, νὰ πληγώσῃ τοὺς διαδηλωτὰς, νὰ διαλύσῃ διαδήλωσιν ἐκλογικὴν, γιγνομένην δύο ἡμέρας πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας. Καὶ αὐτὸς ὁ ἐπικίνδυνος ἄνθρωπος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου διελύθη διὰ τῶν ὅπλων διαδήλωσις ἐκλογική, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀνῃρέθη συνταγματικὸν δικαίωμα τῶν πολιτῶν, ἦτο τοσοῦτον ἐπικίνδυνος, ὥστε συνελήφθη μὲν τότε, μετὰ δύο δ’ ἡμέρας ἀπελύθη διὰ βουλεύματος, διότι ἀναιτίως εἶχεν ἐκδοθῆ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα συλλήψεως. Δὲν καταγγέλλω ἐγὼ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν, κατήγγειλεν αὐτὸν ἡ «Παλιγγενεσία», ἡ ἐφημερὶς τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ἥτις, διὰ νὰ ἐξευμενίσῃ τὸ κοινὸν, ἐξεδόθη τὴν ἐπιοῦσαν θρηνοῦσα ἐπὶ τοῖς γενομένοις, καταγγέλλουσα δ’ ἐπὶ τούτοις τὸν κ. Εἰσαγγελέα ὡς ὑπαίτιον τῆς ἐκθέσμου ἐκείνης σκηνῆς. Λησμονοῦσιν ἴσως, ἢ δὲν ἔμαθον ἔτι, ὅτι ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἠπειλήθη ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν ἀνακριτῶν. Ἦσαν ταπεινότατα ὄργανα τοῦ κομματισμοῦ. Τί λέγω ταπεινότατα; Εἰς τὰ στενὰ τῆς Ρόμβης ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι ἐνεδρεύσαντες ἐπυροβόλησαν κατὰ διαδηλώσεως τοῦ λαοῦ, ἐφόνευσαν πολίτην, κατηγγέλθησαν εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἀλλ’ οὐδ’ ἡ ἀνάκρισις ἐποίησεν ἓν βῆμα ἐπὶ τῆς καταγγελίας, οὐδ’ ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ἐμερίμνησε περὶ τούτου. Καὶ μήπως ταῦτα μόνον; Ποῦ εἶναι ἡ δίκη τοῦ πρώην Δημάρχου Ἀθηναίων; Ποίαν ἰσχὺν ἔχουσι τὰ βουλεύματα, διὰ τῶν ὁποίων εἶχε παραπεμφθῆ ἐπὶ πλημμελήμασι; Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκάλουν τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἠρώτων αὐτὸν, διατὶ ἐσταμάτησεν ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, καὶ μοὶ ἔδωκεν ἔκθεσιν, βεβαιοῦσαν ὅτι ἀληθῶς εἶχε σταματήσει ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη. Μήπως τὴν εἶχε σταματήσει ἡ Ἀντιπολίτευσις; Καὶ ἡ δικαιοσύνη εἶχε σταματήσει πρὸ τοῦ βλέμματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι περιδεὴς ἵσταντο πρὸ αὐτοῦ καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ ἀνακριταὶ, καὶ πᾶσα ἡ δικαιοσύνη εἶχε καταστῆ δούλη τῆς πολιτικῆς. Καταγγέλλονται διὰ μηνύσεων βάσανοι, διαπραττόμεναι ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ἐν τοῖς ἀστυνομικοῖς ὑπογείοις. Δημοσίᾳ ἐλέγετο, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων εἶχον καταταχθῆ καὶ κύνες, ἵνα δάκνωσιν τοὺς συλλαμβανομένους! Ποῦ εἶναι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει τὰς βασάνους; Ποῦ εἶναι οἱ Εἰσαγγελεῖς, αὐτοὶ οἱ πολυόμματοι Ἄργοι, οἱ φύλακες τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, οἱ προστάται τοῦ πολίτου καὶ τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ ἐλευθερίας; ἐλησμονήσατε τὸ ἀληθῶς ἀκατανόητον καὶ ἀπίστευτον ἐκεῖνο συμβεβηκός, ὅτε 4,000 πολιτῶν ἐκαλοῦντο εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον διὰ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς νόμος ἐτιμώρει; Λοιπὸν, μᾶς λέγουσι, σεβασθῆτε τὸν Εἰσαγγελέα, μὴ μετακινῆτε τὸν Εἰσαγγελέα, τῶν Ἀθηνῶν μὴ μετακινῆτε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, μηδὲ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν. Ἀλλὰ καταδιώξατε τὰ ἐγκλήματα τὰ ἐκλογικὰ, ἀλλὰ σύρατε ἀπὸ τὸ οὖς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς, οἵτινες ἠσέβησαν πρὸς τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν, ἁμιλλώμενοι νὰ συμπράττωσι πρὸς αὐθάδη Κυβέρνησιν. Καὶ θέλετε νὰ διδάξητε οὕτω τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν χρηστότητα εἰς τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως! Δὲν γνωρίζω, ἐὰν δύναμαι νὰ δώσω τὴν βεβαίωσιν, ὅτι πάντες οἱ διαχειριζόμενοι δημόσια ἢ δημοτικὰ χρήματά εἰσιν ἀνώτεροι πάσης ὑπονοίας. Γνωρίζω ὅτι τὸ δημοτικὸν ταμεῖον Ἀθηνῶν διατελεῖ πρὸ χρόνων ὑπὸ λεηλασίαν. Ἑξακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν ἔλλειμμα μέχρι τοῦ 1883 ἢ 1884 δὲν ἠξεύρω πόσας ἑκατοστύας χιλιάδας ἔλλειμμα ἀφίνει ἡ διαχείρισις ἡ ἐνεστῶσα. Ἐν τῷ ταμείῳ τοῦ Πανεπιστημίου ἔλλειμμα καὶ σύγχυσις. Ἐν τῷ ταμείῳ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Τηλεγράφων σύγχυσις καὶ θόρυβος καὶ ταραχή! Ποῦ ν’ ἀποβλέψῃ τις; Θέλετε νὰ ἐκδράμω εἰς τὰς Πάτρας; Εἰς διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν ἀνέρχεται τὸ ἔλλειμμα τοῦ δημοτικοῦ ταμείου Πατρῶν. Καὶ ζητοῦμεν ν’ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὰ ὄργανα τὰ εἰσαγγελικὰ, τὰ ὁποῖα εἶχε περισυλλέξει ἡ προγενεστέρα διοίκησις, ἀλλ’ ὑμεῖς μᾶς λέγετε, ὅτι ἀσεβοῦμεν εἰς τὴν δικαιοσύνην, ὅτι κλονίζομεν τὰς βάσεις αὐτῆς. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην ταύτην σήμερον, ὅτε προΐσταμαι τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη μετὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς καὶ συνεπείᾳ τῆς δηλώσεως τῶν ἐκλογέων. Τὴν γνώμην ταύτην εἶχον ὅταν ἤμην ἀντιπολιτευόμενος. Ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ βήματος ἤλεγχον τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καθήμενον ἐκεῖ, καὶ ἔλεγον εἰς αὐτὸν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1887, αὐτὸ τὸ τέκνον του, ἦτο πονηρὸν διασκεύασμα, διὰ νὰ δεκάσῃ τὴν εὐθύτητα τῶν δικαστῶν, διὰ νὰ ὑποτάξῃ τὸ φρόνημα αὐτῶν, διὰ νὰ μετατρέψῃ τὴν αὐτοτέλειαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς ὑποτέλειαν. Καὶ ἀπαιτεῖτε, Κύριοι, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἦναι ὑπέρτεροι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ζητεῖτε νὰ μὴ ἐπηρεάζηται ὁ δικαστὴς, ὅταν τῷ ἐπιδεικνύητε ὡς δέλεαρ 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα ἐπιμίσθιον, καὶ ἀμοιβὴν 500 δραχμὰς κατ’ ἔτος! Καὶ ἐὰν ἐπηρεάζηται, ἔχετε πλέον ἀνακριτὴν εὐθὺν καὶ ἀμερόληπτον; Στρέψατε εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἀρχὴν, τὴν παρὰ τῷ Πλημμελειοδικείῳ Ἀθηνῶν. Ἐνθυμηθῆτε τὴν ἱστορίαν τῆς καταδιώξεως τῶν ἀρχαιοκαπήλων καὶ τῆς κλοπῆς τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου, καὶ θέλετε εὕρει, ὅτι οἱ ἀνακριταὶ εἶχον μεταβληθῆ εἰς ῥέπορτερ ἐφημερίδων, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἡ δημοσιογραφία μετέδιδεν εἰς τὸ κοινὸν τὰ ἀγγέλματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀνάκρισις εἶχε κατορθώσει νὰ συναγάγῃ, ἢ τὰ ὁποῖα ὑπετίθετο ὅτι εἶχε δῆθεν συναγάγει τὴν προτεραίαν. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διὰ νὰ πείσῃ τὴν Ἀθηναϊκὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι αὐτοὶ καταδιώκουσι τὰ ἐγκλήματα, καὶ ὅτι ἀόκνως ἐργάζονται, διὰ νὰ ἀνακαλύψωσι τὰ κλαπέντα ἀρχαῖα νομίσματα. Ἀλλὰ, λέγουσιν, ὁ νόμος τοῦ 1887 διεστράφη ὑπὸ τῶν ἐκτελεστῶν αὐτοῦ, τῶν γονέων αὐτοῦ, εὐλαβηθῆτε σεῖς αὐτόν· καὶ ἂν σεῖς εὐλαβηθῆτε τὸν νόμον τοῦ 1887, ἐξασφαλίζετε τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ παντὸς πειρασμοῦ. Δὲν τυγχάνω διατεθειμένος οὔτε νὰ διαψεύσω, οὔτε νὰ ἐπιβεβαιώσω τὸν προσδιορισμὸν τοῦ Εἰσαγγελέως, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης, ἑρμηνεύων ὅσα περὶ ἑνὸς Εἰσαγγελέως ἀνωτάτου τινὸς Δικαστηρίου εἶπον προχθές. Δύναμαι ὅμως κατηγορηματικῶς νὰ εἴπω, ὅτι ἐνεφανίσθη ἐνώπιόν μου ἄνθρωπος, διαχειριζόμενος εἰσαγγελικὴν ἐξουσίαν, καὶ μὲ ἠρώτησε, ποίας ἔχω διαταγὰς ἐπὶ δίκης ποινικῆς. Ζητοῦσι λοιπὸν οἱ Βουλευταὶ οἱ ἀγορεύσαντες νὰ μᾶς εἰσαγάγωσιν εἰς αὐτὴν τὴν τύρβην, διὰ συνεννοήσεως ν’ ἀποκτῶμεν ὅσας θέλωμεν προτάσεις καὶ διὰ παρακελεύσεων καὶ εἰσηγήσεων νὰ διαχειριζώμεθα ἡμεῖς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην; Βεβαίως δὲν προσήκει εἰς ἡμᾶς τοιαύτη πολιτικὴ, οὐχὶ μόνον διότι προήλθομεν ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, οὐχὶ μόνον διότι ἐπὶ τούτοις ἰδίως κατηγγείλαμεν πολλάκις τοὺς προκατόχους ἡμῶν, οὐχὶ μόνον διότι οἱ λόγοι ἡμῶν ἐκεῖνοι συνετέλεσαν πιθανῶς νὰ διαμορφώσωσι τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον ἐξεδηλώθη ὑπὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ διότι σεβόμεθα ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ διότι πονοῦμεν τὸν τόπον τοῦτον. Οὐδὲ ἡ μέχρι τοῦδε πολιτικὴ ἡμῶν ἔδωκεν εἴς τινα τὴν ἀφορμὴν ἵνα νομίσῃ, ὅτι μᾶς κάμνει χάριν, ἐὰν μᾶς λέγῃ ὅτι εἴμεθα καλῆς πίστεως, ὡς νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι εἴμεθα κακῆς πίστεως. Καὶ μᾶς κατέδειξαν τοὺς μεγάλους κινδύνους, τοὺς ὁποίους διορῶσιν ἐν τῷ περιορισμῷ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας ὁ νόμος τοῦ 1887 παρέσχεν εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ εἰς τοὺς ἀνακριτὰς, ἰδίως δὲ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διορῶσιν ἐν τῇ ἐλαττώσει ἢ τῷ περιορισμῷ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπογραμματέων τῶν Πρωτοδικῶν. Καὶ μέχρι τοῦ 1887 ἐκινδύνευσε ποτὲ ἡ δικαιοσύνη διὰ μεταθέσεων τοῦ προσωπικοῦ τῶν γραμματέων τῶν Πρωτοδικῶν; Παρωράθησαν τότε δικαιώματα ὑπογραμματέων, ὑπηρετησάντων πολλὰ ἔτη; Ἠδικήθη ἡ χρηστότης καὶ ἡ ἐπιμέλεια αὐτῶν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος; Καὶ διὰ τοὺς ὑπογραμματεῖς τούτους ἀπῄτει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίου νὰ ἴδῃ τὸν κ. Ζαΐμην Κυναίγειρον, ἀποφασίζοντα νὰ δώσῃ τὴν μίαν χεῖρά του, ἵνα τὴν ἀποκόψωσι, καὶ μετὰ τοῦτο τὴν ἄλλην χεῖρά του, ἵνα ἀποκόψῃ καὶ αὐτὴν, καὶ μετὰ ταῦτα τὴν κεφαλὴν, ἵνα καὶ αὕτη πέσῃ πρὸ τῶν ποδῶν του! Ἀλλὰ ὁμιλεῖτε περὶ τῶν διαδόχων ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω ποῖοι θέλουσιν εἶσθαι· ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἄνδρες χρηστοὶ, σεβόμενοι τοὺς νόμους τῆς χώρας, πονοῦντες τὴν πατρίδα των, θέλουσι καὶ ἐκεῖνοι μετ’ εὐλαβείας προσενεχθῆ πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐφαρμόσει εὐσυνειδήτως τὰς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας διὰ τῶν νομοσχεδίων ζητοῦμεν νὰ μᾶς παραχωρήσητε. Ἐὰν δὲ δὲν ἦναι χρηστοὶ, οὐδεὶς νόμος περιστέλλει αὐτοὺς, ὅπως δὲν περιέστειλε τοὺς προκατόχους ἡμῶν ὁ νόμος τοῦ 1887, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ζητεῖτε νὰ σκιασθῆτε, λησμονήσαντες ὅτι ὑπὸ τοὺς κλῶνας αὐτοῦ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη σᾶς ἔκαυσεν ὁ ἥλιος. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῶν Βουλευτῶν, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἡμεῖς δὲν πτοούμεθα ἀπὸ τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν ἤθελον προσπαθήσει νὰ ἐνασκήσωσιν ἐφ’ ἡμᾶς οἱ φίλοι ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως ὑπηνίχθησαν οἱ πρὸ ἡμῶν ἀγορεύσαντες. Οἱ φίλοι ἡμῶν, ἐὰν ἦναι φίλοι ἡμῶν καὶ δὲν ἦναι πολέμιοι ἡμῶν, δὲν θέλουσί ποτε προβάλει εἰς ἡμᾶς ἀξιώσεις, αἵτινες θὰ ἀντίκηνται εἰς τὰ καθήκοντα ἡμῶν. Μόνον οἱ πολέμιοι ἡμῶν, μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἐπιθυμήσωσι νὰ μᾶς ἴδωσιν ἐξασθενουμένους, νὰ ἴδωσι τὴν περὶ ἡμῶν γνώμην τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος μειουμένην, νὰ ἴδωσιν ἡμᾶς καταπίπτοντας ὑπὸ τὸ βάρος αἰτιάσεων καὶ ὑπονοιῶν, μόνον ἐκεῖνοι θὰ ἠδύναντο ν’ ἀπευθύνωσιν εἰς ἡμᾶς παραπλησίας ἀξιώσεις. Καὶ ἂν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τῆς πατρίδος ἡμῶν ἤθελον μᾶς ἐπιτρέψει νὰ διαχειρισθῶμεν ἐπὶ χρόνον μακρὸν τὰ κοινὰ τῆς πατρίδος, βεβαιῶ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Ναυπλίου, ὅτι δὲν θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπολογηθῶμεν, πλὴν ἐὰν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἴσως ἀξιώσουσι νὰ μᾶς ὑπαγάγωσιν εἰς τοιαύτην ὑποχρέωσιν, ἐμπνέωνται ἀπὸ τὰς αὐτὰς περὶ ἡμῶν γνώμας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐνεπνέετο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίου. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῶν Βουλευτῶν, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§189ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μολονότι ἐγὼ προέλαβον καὶ εἶχον ζητήσει, ἵνα ἡ γενησομένη ἀπάντησις εἰς τὰς παρατηρήσεις μου περὶ τῶν νομοσχεδίων μὴ στραφῇ εἰς παραδείγματα μόνον, μ’ ὅλον τοῦτο ἡ ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων ἀπολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περιεστράφη εἰς μόνον τὴν ἀνάμνησιν τεσσάρων ἢ πέντε παραπόνων, καὶ ὅλων καθ’ ἑνὸς Εἰσαγγελέως τοῦ Κράτους, καὶ εἰς μαρτυρίαν τῶν παραπόνων τούτων ἐπεκαλέσθη οὐδὲν ἄλλο ἢ τὰς καταγγελίας ἐφημερίδων. Δὲν θέλω καταγείνει ν’ ἀπαντήσω εἰς πράγματα μὴ ἀφορῶντά με οὐδ’ ἀπωτάτω. Θέλω περιορισθῆ κατὰ πρῶτον εἰς τὸ νὰ διευκρινίσω τὴν ἐμὴν θέσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· διότι ἠξίουν, ὅτι, ἀφοῦ ἐδήλωσα, ὅτι οὔτε ἀπὸ πνεύματος ἀντιδράσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ἀπὸ ἄλλου τινὸς ἐλατηρίου πολιτικοῦ ὡρμήθην νὰ ζητήσω τὴν κατὰ τῶν νομοσχεδίων ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἔδει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ μὲ θεωρήσῃ ἀναπληροῦντα τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ὁμολογῶ ὅτι συμπολιτευόμενος δὲν εἶμαι. Ἀλλ’ ἐντολὴν ν’ ἀναπληρώσω τὴν Ἀντιπολίτευσιν δὲν ἔλαβα, πᾶν δ’ ὅ,τι πράττω τὸ πράττω ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ παρελθόν μου, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ μοὶ ὑπομνήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ ἀτενίζω μειδιῶν πάντοτε μετ’ εὐχαριστήσεως, καὶ οὐδὲν μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ μετανοήσω δι’ αὐτό. Τὸ παρελθόν μου θὰ συνεχίσω, καὶ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι, ἐὰν ὁ τόπος καὶ τὸ Κοινοβούλιον εὑρεθῶσιν εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκονται νῦν, ὑπὸ τὴν σημαίαν ἐκείνην καὶ πάλιν θ’ ἀγωνισθῶ. Οὔτε ν’ ἀπαρνηθῶ ἐμαυτὸν, οὔτε τὰς πράξεις μου ν’ ἀπιδοκιμάσω, ἔχω ἀφορμήν τινα Εἰπὼν δὲ, ὅτι οὐχὶ ἐξ ἀντιδράσεως ἤθελα κρίνει τὰ νομοσχέδια, ἤλπιζα νὰ μὴ ἴδω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀπάγοντα τὸ ζήτημα εἰς τὴν κονίστραν πολιτικῆς συζητήσεως, ἐν ᾗ ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ τὸ φέρω, καὶ νὰ μὴ ἀκούσω αὐτοῦ ν’ ἀναφέρῃ τὰς ὑπερβασίας τὰς γενομένας, κατ’ αὐτὸν, εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ προκειμένου περὶ τοῦ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν, νὰ μὴ ἀκούσω αὐτοῦ νὰ μνημονεύῃ, ἐπαναλέγω, πράξεις καὶ ὑπερβασίας τινὰς σποραδικάς. Ἡ τοιαύτη ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων ἀπολογία του, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐνίσχυσεν ἐν ἐμοὶ τὴν περὶ αὐτῶν κακὴν γνώμην. Μετὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ σημειώσω, ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς ὑπαρχούσας ἐν τῷ δικαστικῷ σώματι ἐλλείψεις, (τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζω) ἐν αὐτῷ εὑρίσκω, ὅτι πάντοτε ἡ κοινωνία καὶ ἐγγύησιν καὶ ἀσφάλειαν εὗρε, καὶ οἱ πολιτικοὶ δὲ, οἱ πρὸς τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἀντίθετοι, ἐν αὐτῇ ἐζήτησαν καὶ εὗρον συνδρομὴν ἀνάλογον τῶν περιστάσεων. Ὀφείλω ἀκόμη νὰ σημειώσω, ὅτι, ἐὰν μεταξὺ τῶν δικαστῶν δύνανταί τινες νὰ κατακριθῶσιν ἐπὶ ἀτελείᾳ μορφώσεως, καί τινες ἐπὶ ἀσθενείᾳ χαρακτῆρος, ἀλλ’ ἐπὶ ἐλλείψει χρηστότητος δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσι τόπον ὀλίγοι, ὥστε ἡ ἀναλογία αὐτῶν νὰ μὴ ἦναι ἢ δύο ἢ τρία ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους, εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, ἡ ἀναλογία εἶναι ἀσυγκρίτως πολὺ μεγαλειτέρα. Καὶ ἐὰν ἔχωσιν ἐλλείψεις τινὰς, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, αἱ ἐλλείψεις αὗται ὀφείλονται κατὰ πρῶτον εἰς τὸ ὅτι διεισέδυσαν ἐν τῷ δικαστικῷ σώματι ὄχι διὰ τῆς εὐθείας ὁδοῦ, καὶ προήχθησαν ὄχι διὰ τῆς προσηκούσης, πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι. Ταῦτα δὲ εἶναι ὀλίγα. Κατὰ δεύτερον δὲ, τὰ τυχὸν νοσήματα ὀφείλονται εἰς τὴν ἀτέλειαν καὶ τὴν γλισχρότητα τοῦ μισθοῦ. Οἱ δικασταὶ πένονται. Ἡ θέσις αὐτῶν εἶναι, ὑπὸ πᾶσαν ὄψιν, δυστυχὴς, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο εὐτυχῶς, μάρτυρες τοῦ καθήκοντός των, διαχειρίζονται ἑκατομμύρια καὶ διανέμουσιν αὐτὰ, καὶ δὲν δύνανται νὰ κατηγορηθῶσιν, ὅτι ποτὲ ὁ πλοῦτος, περὶ τοῦ ὁποίου ἀποφαίνονται, ἔκαμψε τὴν εὐθεῖαν αὐτῶν συνείδησιν. Ἴσως περισσότερον ἔδρασεν ἐπὶ τῶν ἀσθενεστέρων μία ἀπειλὴ πολιτική. Ἐν τούτοις εἶναι ἀνάγκη ἀναπόδραστος καὶ ταχίστη ν’ αὐξηθῇ, καὶ οὐσιωδῶς, ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἰδέα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἣν ἐκφράζει ἔν τινι τῶν ἐκθέσεών του, ὑπὲρ αὐξήσεως τῶν μισθῶν· ἡ ἰδέα του μόνη δὲν ἀρκεῖ νὰ ζήσωσιν οἱ δικασταὶ πενόμενοι. Πρέπει νὰ τὴν κάμῃ ἔργον· διότι, ἐὰν σήμερον ἔχωμεν ἕν, ἢ δύο, ἢ τρία κρούσματα δωροληψίας, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἀπὸ τῶν κρουσμάτων εἰς τὴν ἐπιδημίαν ἡ μετάβασις δὲν εἶναι δύσκολος, ἂν δὲν ληφθῶσι μέτρα· μέτρον δὲ μόνον εἶναι ἡ γενναία, ἀλλὰ ταχεῖα τοῦ μισθολογίου τῶν δικαστῶν αὔξησις. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπε καὶ περὶ ἀταξιῶν γενομένων εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, καὶ περὶ ἀταξιῶν καὶ ἀνωμαλιῶν ἀνακαλυφθεισῶν εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν Πατρῶν καὶ περὶ ἄλλων τινῶν. Τίνα σχέσιν ταῦτα ἔχουσι μὲ τὰ νομοσχέδια;
§190ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μένουσιν ἀκαταδίωκτα.
§191ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι, ὁσάκις ἤχθησαν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης πράξεις ἀφορῶσαι εἰς κατάχρησιν δημοσίου ὑπαλλήλου, ὑπέστησαν αὐστηροτάτην ἐξέτασιν καὶ ὑπὸ τῆς ἀνακρίσεως καὶ ὑπὸ τῶν Συμβουλίων. Καὶ κατὰ τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίου δὲ διαδικασίαν ἐξετυλίχθησαν μέχρις ἐσχάτης πτυχῆς.
§192ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γεγονός, ὅτι κατεστράφησαν μηνύσεις, καὶ ἄλλαι ἐτέθησαν εἰς τὰ ἀρχεῖα καὶ κατεστράφησαν.
§193ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἰδοὺ ἀντιλογία. Αὐτὰ εἶναι πράξεις ἀποτελοῦσαι παράβασιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, καὶ δύνανται νὰ καταδιωχθῶσιν ἐνώπιον τῆς ποινικῆς ἀρχῆς. Κατηγγέλθησαν καὶ δὲν κατεδιώχθησαν; Τίς ἔκαμε τὰς ἐξαφανίσεις; Δικασταὶ ἢ δικηγόροι; ἢ διάδικοι; ἢ τρίτοι; Τοιαῦτα ἀόριστα οὐδὲ προσοχῆς χρῄζουσιν. Ἀλλὰ μήπως καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας ἀλλάσσετε τοὺς δικαστὰς, ἢ δύνασθε ν’ ἀντικαταστήσητε αὐτούς; Μόνον νὰ μεταθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς θὰ δύνηται. Τί μοὶ ἀπαντᾶτε λοιπόν, ὡς νὰ ἐλπίζητε τάχα ὅτι διὰ τῆς ἐλευθερίας τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ μεταβαπτίσητε τοὺς κακοὺς τῶν δικαστῶν ἔν τινι λουτρῷ τοῦ Σιλωὰμ, καθιστῶντες αὐτοὺς ὑγιεῖς; Ἔχετε τρόπον τινὰ νὰ μεταβάλητε τὰ πρόσωπα τῶν δικαστῶν, ὡς ὀρθῶς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς; Μεταβάλετε αὐτὰ, καὶ τότε μάλιστα. Δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἰσοβιότητος, εἶμαι ὑπὲρ αὐτῆς· καὶ τόσῳ περισσότερον λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν, ὅσον πλειότερα νομοσχέδια, ὡς τὰ ὑπὸ συζήτησιν, βλέπω φερόμενα ἐνώπιόν μας παρ’ Ὑπουργῶν.
§194Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ἐὰν σεῖς ἦσθε εὐχαριστημένος, οὐδεὶς Ἕλλην εἶναι εὐχαριστημένος παρὰ τῆς Δικαιοσύνης.
§195ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀσκῶ τὴν δικηγορίαν ἐπὶ εἴκοσι καὶ ἓν ἔτος. Διεχειρίσθην συμφέροντα πελατῶν πολὺ μεγάλα. Ἤγαγον ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας περιεστοίχισαν διάφοροι συνδυασμοὶ συμφερόντων ἐναντίων, καὶ ἐπιθέσεων παντοίων, καὶ δὲν ἔχω ἀφορμὰς σπουδαίας νὰ παραπονῶμαι, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν ἔκρινεν ἀνεπηρεάστως, εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατὰ τῶν ἐντολέων μου ἀπεφάνθη. Αὐτὸ δύναμαι ἐγὼ νὰ βεβαιώσω, καὶ νομίζω ὅτι τοιαύτη πεῖρα δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ παραδείγματα, τὰ στρεφόμενα πάντοτε εἰς πολιτικὰ ζητήματα καὶ εἰς κρίσεις τινῶν ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι. Οὐδὲ ἠμφισβήτησα τὴν ἀγαθὴν θέλησιν τῶν Ὑπουργῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὐδὲ ἠπείλησα οὐδὲ κατήγγειλα τοὺς Ὑπουργούς. Δὲν εἶχον τοιαύτην πρόθεσιν· ἔχω μάλιστα καθῆκον νὰ πιστεύω εἰς τὴν καλὴν πίστιν τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινά, καὶ πλὴν τοῦ καθήκοντος τούτου ἔχω καὶ ἄλλο, νὰ πιστεύω περὶ τῶν σήμερον διαχειριζομένων τὴν ἐξουσίαν Ὑπουργῶν, ὅτι ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος θὰ ὁδηγηθῶσιν εἰς τὴν διαχείρισίν των. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ αὐτὴ ἢ κἂν αὐτὴ μόνη. Ὅσοι θεωροῦσι ταύτην ἐπαρκῆ, δεικνύουσιν ἀπειρίαν μὲν τῶν καθ’ ἡμᾶς καὶ τῶν κανονιζόντων τὴν κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, ἄγνοιαν δὲ τῆς ἱστορίας τῶν ἐλευθέρων Κυβερνήσεων. Διὰ τοῦτο τὴν ἐξέγερσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εὑρίσκω οὐδόλως σύμφωνον πρὸς συζήτησιν, γινομένην περὶ δικαστικῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀκόμη καὶ τὴν παραβολήν μου περὶ Κυναιγείρου ἠθέλησε νὰ μεταστρέψῃ. Δὲν προσέχω, ἐπαναλέγω, εἰς τὰ παραδείγματά του ἐγώ. Ἠξεύρω ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἢ συντρίβονται ἠθικῶς Ὑπουργοί, καὶ ἐλάχιστον ἂν ἐνδώσωσιν εἰς τὸν σάλον, τὸν ἐγειρόμενον περὶ αὐτοὺς ὑπὸ τῶν φίλων των ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ τῷ κομματικῷ, ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ τῷ συναπτομένῳ περὶ τὴν ἐξουσίαν, ἢ πίπτουσιν ἀνθιστάμενοι. Ἀναδιφῶ τὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων χρόνων, καὶ βλέπω ὅτι Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης εὗρον ἐχθροὺς ἐν τοῖς κόμμασιν αὐτῶν, διότι ἠθέλησαν ν’ ἀντιστῶσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις των, ἐχθροὺς προσωπικοὺς τοὺς πολιτικοὺς φίλους. Βλέπω δύο Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης, ὑποχωρήσαντας μέν, ἀλλ’ ὄχι ἐπαρκῶς, εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς πολιτικῆς, καὶ μετὰ ἑξάμηνον μόνον, τὸν μὲν ἀποβαλλόμενον τῆς ἐξουσίας, τὸν δέ, ἀτελῶς κορέσαντα ἴσως τὰς κομματικὰς ἀξιώσεις, μὴ ἐπανερχόμενον εἰς τὴν ὑπουργικὴν ἕδραν, καίτοι μηδὲν ἐλαττωθέντα. Οἱ κίνδυνοι οὗτοι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ νεαροῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· Θέλει αἰσθανθῆ, ὡς τῷ παρετήρησεν ὁ προλαλήσας, (διαχειρισθεὶς ἐπὶ ἀρκετὸν χρόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης) ὁπόσον βαρεῖα εἶναι ἡ ἐλευθερία τῶν χειρῶν του, καὶ τότε θὰ ἐπιθυμήσῃ νὰ τὰς εἶχε δεδεσμευμένας, καὶ θὰ κρίνῃ τῶν καταργουμένων νόμων τὴν εὐεργετικὴν καὶ δι’ αὐτὸν ἀποστολήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι φίλοι του θὰ ἦναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ζητῶσι τὰ χρήσιμα καὶ τὰ καλά. Καὶ τίς ἀμφιβάλλει περὶ πάντων τῶν πολιτευτῶν, ὅτι ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος τὰ καλὰ καὶ τὰ χρήσιμα ζητοῦσιν; ἀλλὰ τίς δὲν γνωρίζει ἐπίσης, ὅτι ἐν ταῖς αἰτήσεσι ταῖς πολιτικαῖς, αἱ πεντήκοντα ἐκ τῶν ἑκατὸν τῶν ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος ζητουμένων ἀπολήγουσιν εἰς καταστροφὴν τῆς ὑπηρεσίας; Ἀγνοεῖ ταῦτα ὁ τοσαύτην πεῖραν ἔχων τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων Πρωθυπουργός; ἢ τὰ γνωρίζει καὶ λέγει ὅσα εἶπεν; Ἐγὼ τοὐλάχιστον, καίτοι μὴ διαχειρισθεὶς Ὑπουργεῖον, γνωρίζω αὐτά, καὶ, ἂν καὶ ἀναγνωρίζω τὴν πλήρη χρηστότητα τῶν συστάσεων καὶ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν, ἠξεύρω συγχρόνως, ὅτι ἡ χρηστότης αὕτη εἰς οὐδὲν συντελεῖ, ἵνα ἀποσοβήσῃ τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἐπάγεται ἡ πραγματοποίησις τῶν αἰτήσεων τούτων. Δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὰς καταγγελθείσας πράξεις περὶ τῆς συλλήψεως ἢ τοῦ πυροβολισμοῦ ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, περὶ τοῦ πυροβολισμοῦ εἰς τὸ στενὸν τῆς Ρόμβης, περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅστις ἐπαρουσιάσθη καὶ ἐζήτησε διαταγὰς ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργόν. Δικαστικὸς ἀνὴρ ὤν, ἠξεύρω νὰ κρίνω πράξεις ἀπὸ ἐγγράφων καὶ μετὰ ἔρευναν, καὶ διὰ τοῦτο τοιαύτας πράξεις δὲν θέλω ἐπικαλεσθῆ ποτε ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἠξεύρω, ὅτι πράξεις ἀφορῶσαι εἰς παραβάσεις τοῦ ποινικοῦ νόμου δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἐπιχειρήματα κοινοβουλευτικά, ὅσαι δὲν εἶναι ἀποδεδειγμέναι, εἰμὴ μόνον πρὸς ῥητορικὸν θόρυβον. Τοιαῦται κατηγορίαι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἔρευναν δικαστικὴν, καὶ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν πταίῃ ὁ καταγγελλόμενος ὑπὸ τῆς «Παλιγγενεσίας» ἢ τῆς «Ἀκροπόλεως» ἢ τῆς «Πρωΐας» ἢ οἱασδήποτε ἄλλης ἐφημερίδος. Ἤθελον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ μοὶ ἀνατρέψῃ τὸν συλλογισμόν: διατὶ ὁ δικαστής, ὁ ὑπηρετῶν ἐν Λαρίσσῃ, πρέπει νὰ μετατεθῇ εἰς Κέρκυραν; καὶ κατὰ τί θὰ μεταβληθῇ, μετατιθέμενος; δὲν θὰ δικάσῃ Ἕλληνας ἐκεῖ καὶ ἐκεῖ; Δὲν ἐννοεῖ, ὅτι διὰ δυσμενῶν μεταθέσεων, εἰς μὲν τῶν δικαστῶν τὴν ψυχὴν ἐμβάλλει τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἀφοῦ οἱ Πρωθυπουργοὶ θέλουσι τοὺς δικαστὰς μέλη κόμματος, πρέπει νὰ ἀνήκωσι καὶ αὐτοὶ εἰς κόμμα, εἰς δὲ τῶν πολιτῶν τὴν συνείδησιν κλονίζει τὴν πρὸς τὰ Δικαστήρια πεποίθησιν, διότι οἱ διαδικαζόμενοι θὰ θεωρῶσι τοὺς δικαστὰς κομμάτων ὄργανα; Ἠξεύρει ποίας δυσχερείας θὰ γεννήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοιαύτη τῶν πολιτῶν πρόληψις; Διὰ τοῦτο θέλετε ἐλευθερίαν;
§196ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ λείψουν αἱ σχέσεις.
§197ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀπάτη. Ἀκριβῶς αἱ προσωπικαὶ σχέσεις οὐδ’ ὠφελοῦν, οὐδὲ βλάπτουσι. Τάχα αἱ αὐταὶ σχέσεις δὲν γεννῶνται μετὰ διετίαν, ἐὰν θὰ ἦναι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ; ἀντὶ τῶν προσωπικῶν σχέσεων δὲν θὰ ἔχητε πολιτικὰς γεννωμένας ἐκ τῶν δυσμενῶν ἢ εὐμενῶν τοποθετήσεων; Πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, ὅτι ὑπῆρξαν δικασταὶ, οἵτινες κατ’ ἐμοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἦσαν κακῶς διατεθειμένοι. Ἐσχάτως μάλιστα εἷς ἐξ αὐτῶν ἀπροκαλύπτως ἐξεφράζετο. Ὁ δικαστὴς αὐτὸς ἐν τούτοις, ὅστις διαμένει ἐν Ναυπλίῳ ἀπὸ ἐτῶν, εἶναι ἐκ τῶν ἀκεραίων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ δικαστῶν. Βλέπετε πῶς ὁμιλῶ περὶ ἀνθρώπων ἐναντίον μου; Οὕτως ἐννοῶ νὰ κρίνωνται τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, καὶ ὄχι ἀπὸ τοῦ πνεύματος τῆς πρώτης ὁρμῆς, ἡ ὁποία ἐπέρχεται μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας. Προσθέτω ἀκόμη, ὅτι εὔχομαι αἱ ὑπόνοιαι, τὰς ὁποίας ἔχω, νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσι. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἐλευθερία αὕτη δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ σοβήσῃ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἀκουσίως, λανθανόντως, ἄνευ τῆς θελήσεως οὐδενὸς ἐξ ὑμῶν, μὲ ὅλην τὴν ἀγαθὴν θέλησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μὲ τὴν ἀγαθωτάτην τῶν συνεργαζομένων μετ’ αὐτῶν προσώπων, θὰ εἰσέλθωσιν ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο ἦτο περιττὴ ἡ πρὸς ἐμὲ ἀποστροφὴ περὶ τοῦ ὅτι ἠμφισβήτησα τὴν καλὴν θέλησιν, ἢ περὶ τοῦ ὅτι ἔχω περὶ αὐτῆς ἀμφιβολίαν. Ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων, ἡ ἔξωθεν ἐρχομένη, εἶναι καὶ τῆς καλῆς θελήσεως καὶ τῶν ἀγαθῶν προθέσεων ἰσχυροτέρα. Εἶπον ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ διακρίνω σύγχυσιν μεταξὺ τῆς δικαστικῆς καὶ τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς. Καὶ πῶς ὄχι, ὅταν βλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι Εἰσαγγελεὺς ὑπηρετήσας ἐπὶ ἑπταετίαν ὡς τοιοῦτος, ἄν ποτε ὑπηρέτησε τριετίαν ὡς Πρωτοδίκης, δύναται νὰ διορισθῇ Ἐφέτης; Ἐρωτῶ: Εἷς Εἰσαγγελεὺς δύναται νὰ ἦναι δι’ Ἐφέτην καταλληλότερος τῶν δικαστῶν, τῶν ἐν τῇ πολιτικῇ ἐργασίᾳ ἀσκηθέντων καὶ μᾶλλον χρησίμων; Δὲν δύναμαι νὰ φοβῶμαι, ὅτι ἀπὸ γωνίας τινὸς πρόκειται νὰ ἀνασυρθῇ παλαιός τις Εἰσαγγελεύς, ἵνα περιβληθῇ διὰ τῆς ἰσοβιότητος τοῦ Ἐφέτου; Ἡ προσθήκη αὕτη δὲν ὑπαγορεύεται ὑπὸ μελέτης τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἴσως ὑπὸ ἀνάγκης προσώπου. Θὰ συνήνουν κατ’ ἀρχὴν ὡς πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς,— ἂν καὶ ἡ ψῆφός μου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ λύουσαν δύναμιν ἀπέναντι τῆς ὑπερεκατοστύος τῶν ψήφων σας,—θὰ συνήνουν θεωρητικῶς νὰ μεταβάλῃ τὰ περὶ Εἰσαγγελέων, καὶ νὰ λάβῃ πλήρη ἐλευθερίαν ὁ Ὑπουργὸς, καὶ οὕτω ν’ ἀντικαταστήσῃ ὅσους Εἰσαγγελεῖς νομίζῃ ἀντικαταστατέους· ἀλλὰ διὰ τοὺς δικαστὰς τοιαύτην ἐλευθερίαν θεωρῶ ὀλεθρίαν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε περὶ προσώπων, δὲν νομίζω πρόσφορον τὸ κοινοβουλευτικὸν βῆμα, ἵνα γίνωνται ἀπ’ αὐτοῦ κρίσεις περὶ προσώπων. Ἠξεύρω ὅτι Εἰσαγγελεύς τις δύναται νὰ ἦναι ἐνταῦθα πρόσφορος καὶ ἀλλαχοῦ ἀπρόσφορος, ὅτι Εἰσαγγελεὺς ἐξυμνηθεὶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του εἰς ἕνα τόπον ὑφ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, κατηγορεῖται εἰς ἄλλον παρ’ ἄλλου. Ταῦτα δὲν εἴχετε ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ εἰσηγάγετε τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τῶν ἐκλογικῶν σας ἐντυπώσεων. Ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια. Ἐπεθύμουν ν’ ἀφήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν νόμον νὰ λειτουργήσῃ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα αὐτοῦ μέρη, νὰ μελετήσῃ αὐτὸς ἐξ ἰδίας πείρας τὴν εἰλικρινῆ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους τροποποιεῖ. Νὰ ζητήσῃ ἐπὶ πᾶσι τὴν γνώμην τῆς ὁλομελείας τῶν Συμβουλίων τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Πρωτοδικῶν, διὰ νὰ ἴδῃ πόσων δικαστῶν θὰ λάβῃ τὴν ἔγκρισιν εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὡς πρὸς τὸ μεταθετὸν τῶν δικαστῶν. Ἀμφιβάλλω, ἐὰν θὰ εὑρεθῶσι πολλοί, οἱ ὁποῖοι νὰ εἴπωσιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς καλῶς σκέπτεται, θέλων ν’ ἀντικαθιστᾷ εὐκόλως τοὺς Γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, ἢ νὰ μεταθέτῃ εὐκόλως τοὺς Εἰρηνοδίκας, τοὺς Πρωτοδίκας καὶ τοὺς Ἐφέτας. Τοιαύτην δὲ ἐγὼ ἔχων γνώμην, καὶ ἀφορμώμενος ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἣν ἔθηκα, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ὡς αὐτοτελής, δὲν προσδίδει οὐδεμίαν εὐθύνην εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλὰ μόνη αὐτὴ φέρει τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων ἑαυτῆς πράξεων, ἐξήνεγκα γνώμην προῤῥίζως ἐναντίαν τῆς ἀρχῆς τῶν νομοσχεδίων, καὶ μετὰ πόνου ὑπεστήριξα αὐτήν. Ἴσως ἐδικαιούμην νὰ προβῶ καὶ πέραν ἔτι. Ἴσως ἠδυνάμην νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι τὰς μεταθέσεις πρέπει νὰ ἐγκρίνωσι τὰ ἀνώτερα συμβούλια, ἅτινα νὰ δικαιολογῶσι προτάσεις Εἰσαγγελέων, ἢ ἐπιτροπαὶ ἐκ δικαστῶν συγκροτούμεναι καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν προσώπων καὶ τὰς ὑπηρεσίας λαμβάνουσαι ὑπ’ ὄψιν. Τότε ἡ αὐθυπαρξία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας θὰ ἦτο πληρεστέρα, καὶ ἡ εὐθύνη αὐτῆς μείζων. Ἀλλ’ ἕως αὐτοῦ δὲν προέβην, ἀναγνωρίσας τὸ δικαίωμα τοῦ μεταθέτειν μετὰ διετίαν, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς νόμου, καὶ ἂν φρονῇ αὐτοὺς ὀλίγους ὁ Ὑπουργὸς, ἂς προσθέσῃ καὶ ἄλλους. Θὰ ἦμαι ὑπὲρ παντὸς νέου λογικοῦ περιορισμοῦ τῆς ὑπουργικῆς αὐθαιρεσίας, ἣν σεῖς ἀποκαλεῖτε ἐλευθερίαν. Τοιαῦτα φρονῶν, θὰ καταψηφίσω τὰ νομοσχέδια. Ἡ γνώμη μου ἔχει αὐτὴν τὴν σημασίαν, ὅτι προέρχεται ἀπὸ ἀγαθοῦ συνειδότος ὡς πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ ἀπὸ πείρας, καθότι παρετήρησα ἐν πολλαῖς περιστάσεσιν, ὅτι πλέον τῶν Ὑπουργῶν, πλέον τῶν Εἰσαγγελέων, πλέον τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν, ὁ δικηγόρος γνωρίζει βαθύτερον, ὁποῖοι εἶναι οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων δικασταὶ, καὶ πῶς οὗτοι λειτουργοῦσι, καὶ ποῖα τὰ αἴτια τῆς ἀτελοῦς ἢ τελείας, τῆς ὑγειοῦς ἢ νοσηρᾶς αὐτῶν πολιτείας. Θέλουσι ψηφισθῆ τὰ νομοσχέδια. Ἐγὼ δὲν θὰ μετανοήσω, διότι ὑπεστήριξα τὴν κατ’ αὐτῶν γνώμην μου. Εὔχομαι καὶ ὁ Ὑπουργὸς, ὁ εἰσηγησάμενος τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, νὰ μὴ μετανοήσῃ ἐπίσης.
§198Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ἀλλ’ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω· νομίζω ἐπαρκῆ ὅσα εἶπον, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀνῄρεσεν ὅσα ἐγὼ ὑπεστήριξα. Δὲν θὰ ὁμιλήσω καὶ αὖθις, διότι ὅσα ὑπεστήριξα ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοι δὲν ἀνῃρέθησαν δι’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀπαντήσω ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Δεύτερον ἤδη καταγγέλλομαι ὡς διαπράξας τὸ ἔγκλημα νὰ μὴ ἀνήκω εἰς κόμμα! Δὲν ἐπερίμενα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ν’ ἀκούσω δευτέραν φορὰν οὕτω λαλοῦντα· ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελε προσβληθῆ ἀπὸ τὸ πάθημα, τὸ λεγόμενον ἡ μέθη τῆς ἰσχύος. Οἱ Γάλλοι λέγουσιν, ὅτι οἱ πολιτευταὶ πάσχουσιν ἐνίοτε ὑπὸ τοῦ παθήματος enivrement du pouvoir, ἐνῷ τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια ἀπαιτοῦσι ψυχραιμίαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔπρεπε νὰ ἀναλύσῃ τὰς ἰδέας καὶ τὰ ἐπιχειρήματά μου, νὰ μὴ καταφύγῃ εἰς τοιαύτας ἐκφράσεις· δὲν ἔπρεπε μάλιστα, νομίζω, νὰ ψέξῃ οὕτω πικρῶς ἐκείνους, οἵτινες ἐδῶ ἐκπληροῦσι συνταγματικὸν καθῆκον· δὲν ἔπρεπε νὰ λυπηθῇ, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ Συντάγματος, ἐκπροσωπῆται ἔστω καὶ δι’ ὀλίγων ἐνταῦθα, ἐκφραζόντων τὰς ἰδέας των, ἕκαστος καθ’ οἱανδήποτε ἔχει ἰδίαν γνώμην. Κατηγόρησεν ἐμοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἀνήκω εἰς κόμμα, καὶ οἱονεὶ ἐξέφρασε τὴν λύπην του, διότι δὲν ἀνήκω εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ εἴπω, ἀφοῦ μὲ προκαλεῖ μετὰ τοιούτου στόμφου, ὅτι δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τοῦ κόμματός του, διότι οὐδὲν ἔχω παρήγορον, τὸ ὁποῖον νὰ μὲ παρακινῇ εἰς τοῦτο. Εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν ἐπὶ τετραετίαν ὡς ἀντιτρικουπικοί, ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885, καὶ ὅταν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἦλθε τὸ 1885, κατόπιν ἄλλης ἠθικῆς ἐπαναστάσεως, οὐδὲν ἔπραξεν, ὅπως βελτιώσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα. Ἐὰν τοὐλάχιστον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ζητήματι ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ τόπου, ἐὰν ἀντὶ τῆς ἀμφιβόλου πολιτικῆς του εἶχεν ἐκπεφρασμένην εἰρηνικὴν ἢ πολεμικὴν, ἤθελον φανῆ συγκαταβατικός· ἀλλ’ οὔτε τοῦτο ἐγένετο! Οὐδὲν ἔχω παρήγορον νὰ ἐνθυμηθῶ ἀπὸ τῆς πρώτης περιόδου τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἐγὼ τοὐλάχιστον, καθὼς ἀντιλαμβάνομαι τὰ πράγματα. Καὶ εἶπε μὲν πολλὰ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἐφαρμόσῃ τὰ ψηφιζόμενα νομοσχέδια, νομίζων ἐπαρκῆ τὴν προσωπικὴν τῶν Ὑπουργῶν ὑπόσχεσιν καὶ καλὴν θέλησιν· ἀλλ’ ἀφοῦ μὲ προκαλεῖ, δὲν δύναμαι νὰ μὴ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχω τόσῳ λαμπρὰς ἀναμνήσεις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεχειρίσθη ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τὴν δικαιοσύνην ἐν ἔτει 1885, ὡς πρὸς τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων, καὶ αὐτῶν τῶν ἀνωτάτων. Εἶμαι ἕτοιμος ἐν τούτοις, ἐὰν ὁ κ. Δηλιγιάννης, εἴτε ἐξ ἀνωμάλων ἐξωτερικῶν περιστάσεων, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ τόπου τότε, νὰ βοηθήσω διὰ τῆς μικρᾶς δυνάμεώς μου εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε τὸ δεύτερον ἤδη· ἀλλὰ θέλω νὰ ἴδω διὰ τῶν ἔργων, ὅτι τὸ ἀνέλαβε σπουδαίως, πρὸς μεταβολὴν τῶν πραγμάτων, καὶ ὄχι διὰ τῶν λόγων, πρὸς ἀλλαγὴν προσώπων. Δὲν μοὶ ἀρκεῖ ἡ ἁπλῆ ὑπόσχεσις, ὅτι πρόκειται νὰ κάμῃ καλὴν χρῆσιν τῶν νομοσχεδίων· θέλω νὰ ἴδω τὰ πράγματα, καὶ ἄλλα νομοσχέδια, διὰ νὰ πεισθῶ, ὅτι πραγματικῶς πρόκειται δι’ ἔργων καὶ ὄχι διὰ λόγων νὰ ἀνορθώσῃ τὴν δικαιοσύνην. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι, καὶ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ θεραπευθῇ ἀπὸ τὸ νόσημα τῆς μέθης τῆς ἰσχύος, διότι αὕτη δὲν εἶναι ὁ καλλίτερος σύμβουλος διὰ τοὺς κυβερνήτας, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ψήφισιν δικαστικῶν νομοσχεδίων.
§199Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μήπως ἦλθε κἀνεὶς καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸν ἀπέστειλα ἐγὼ, νὰ σᾶς παρακαλέσῃ νὰ ἔλθητε εἰς τὸ κόμμα; (ἱλαρότης).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κλητήρων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης).
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΑΥΞΓʹ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται).
§202ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἰδοὺ πῶς πρέπει νὰ ἀντικατασταθῇ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Καταργεῖται ὁ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΑΥΞΓʹ νόμος τῆς 28 Μαΐου 1887, καὶ ἐπανέρχεται ἐν ἰσχύει τὸ ἄρθρον 118 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων».
§203ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ 234.
§204ΖΑΙΜΗΣ. Ὄχι, καταργεῖται, διὰ νὰ ἦναι σύμφωνος ὁ νόμος.
§205Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀναβιοῖ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 118;
§206ΖΑΙΜΗΣ. Μάλιστα.
§207Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἓν Διάταγμα τοῦ 1838, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ὡς συναφές· τί γίνεται αὐτὸ τὸ Διάταγμα;
§208ΖΑΙΜΗΣ. Ἐὰν τὸ Διάταγμα ἦναι σύμφωνον μὲ τὸ ἄρθρον 118, μένει ἐν ἰσχύει.
§209Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ γείνῃ μνεία.
§210ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη....
§212Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σταθῆτε, κύριε Πρόεδρε, νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα. Ὁ σήμερον ψηφιζόμενος νόμος φέρει ἐν ἰσχύει τὸ ἄρθρον 118 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ Διάταγμα συναφές· τί γίνεται αὐτό;
§213ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωμεν νομοσχέδια· ὅταν πρόκηται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἀποφανθῇ περί τινος νομοθετήματος, πρέπει νὰ γνωρίζῃ περὶ τίνος πρόκειται καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἀντικείμενον. Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει Διάταγμα; Ἀφήσατε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ μετὰ τὰ ἄλλα, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἂς παρατηρήσωμεν εἰς τοὺς κώδικας περὶ τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ. Εἶναι ὁ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα εὐσυνειδήτως νὰ νομοθετῶμεν, ἀλλ’ ὄχι νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι, ἐὰν τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἦναι σύμφωνον μὲ τὸ ἄρθρον 118, μένει ἐν ἰσχύϊ.
§214ΖΑΙΜΗΣ. Ἔστω. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ψηφισθῇ κατόπιν. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΦΝΕ’ τῆς 30 Ἰουνίου 1887).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΦΝΓ τῆς 30 Ἰουνίου 1887. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§217Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης χθὲς τὸ ἑσπέρας ὑπέβαλε νέας τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας οὐδεὶς τῶν κυρίων Βουλευτῶν πιστεύω ὅτι ἔλαβε καιρὸν νὰ μελετήσῃ, καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐμελέτησα, διότι δὲν μοὶ ἐδόθη ὁ καιρός. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§218ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν ἔχει ἀνάγκην οὐδεμιᾶς μελέτης, διότι τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον χθὲς, εἶναι ἀντιγραφὴ τῶν ἄρθρων τοῦ νόμου τοῦ 1877, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστότατος εἰς ὅλον τὸν δικαστικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, διότι ἴσχυεν ἐπὶ δεκαετίαν.
§219ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ἐπέρχηται μεταβολή τις διὰ τῶν ἄρθρων 10, 11 καὶ 12 ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου. Ἐὰν ἤθελε νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸν νόμον τοῦ 1877, ἀκριβῶς καὶ ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ καὶ τὰ ἄρθρα ταῦτα.
§220ΖΑΪΜΗΣ. Ὅλα τὰ ἄρθρα τὰ περιέλαβον’ εἶναι ἀκριβὴς ἀντιγραφὴ τοῦ πρωτοτύπου.
§221Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς τὸ 12ον ἄρθρον ὑπάρχει τροποποίησις ὡς πρὸς τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας. Εἰς τὸ νομοσχέδιον ὑπάρχουσι 2 ἔτη, ἐν δὲ τῷ κειμένῳ ἀναγράφονται 10 ἔτη.
§222ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι τυπογραφικὸν λάθος· 10 ἔτη ἀναφέρει τὸ πρωτότυπον.
§223ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκούσατε παρακαλῶ τὸ ἄρθρον, ἵνα ἴδητε, ὅτι παρεισέφρυσαν βεβαίως σφάλματα τυπογραφικά. (Ἀναγινώσκει)... Τώρα ἐννοεῖτε ὅτι ἐξομοιοῦται ὁ Ἀντεισαγγελεὺς παρ’ Ἐφέταις μὲ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν; Ἔχει καλῶς ἐν τῷ κειμένῳ;
§224ΖΑΪΜΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερον τυπογραφικὸν λάθος· ἀντὶ «πενταετίαν» πρέπει νὰ λέγῃ «ἑξαετίαν». Οὕτως ἔχει ἐν τῷ κειμένῳ.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου τοῦ 1877 εἰς ψηφοφορίαν.
§226Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ἄρθρον 20 μεταβάλλεται οὐσιωδῶς· δὲν εἶναι ἀπαράλλακτον.
§227ΖΑΪΜΗΣ. Μάλιστα· διότι ἀντεγράφη ἐκ τοῦ πρώτου κειμένου. Ἡ τροπολογία μου ἐπαναφέρει καθ’ ὅλα τὸ κείμενον τοῦ νόμου τοῦ 1877.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι. Πρῶτον ἡ τοῦ κ. Βαλσαμάκη (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Δεύτερον ἡ τοῦ κ. Ταταράκη (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Μένει πρὸς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἤτοι τὸ κείμενον τοῦ παλαιοῦ νόμου.
§229Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὸ νομοσχέδιον τὸ πρῶτον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδέχθη νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι δὲν μετατίθεται ὁ Ἀρεοπαγίτης εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν ἄνευ τῆς συναινέσεώς του. Σήμερον δὲν ἔχω, παρὰ νὰ ζητήσω τὸ αὐτὸ, διότι μετεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο.
§230ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Ἀρεοπαγίτης δὲν δύναται νὰ μετατεθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν ἄνευ τῆς συναινέσεώς του.
§231ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ παραιτηθῇ τῆς αἰτήσεώς του· διότι, ὅταν τὸ Σύνταγμα ὁρίζῃ τινὰ Ἀρεοπαγίτην, βεβαίως αὐτὸς θὰ μείνῃ Ἀρεοπαγίτης, πᾶσα δ’ ἐξήγησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, σημειουμένη εἰς τὰ πρακτικὰ, μειοῖ τὴν δύναμιν τῆς ῥήτρας ταύτης τοῦ Συντάγματος.
§232Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν βλάπτει νὰ σημειωθῇ καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πᾶν ὅ,τι ἐλέχθη ἐσημειώθη ἤδη λεπτομερέστατα εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§234Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ σημειωθῇ καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά;
§236ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι περιττὸν, διότι ὑπάρχει διάταξις τοῦ Συντάγματος.
§237ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τοιαύτη ἀπάντησις τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, διότι ἄνευ τῆς αἰτιολογίας, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, ἡ τοιαύτη ἀρνητικὴ ἀπόφασίς της δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἄρνησις τῆς δοθείσης ἑρμηνείας.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ σημειωθῇ ἡ δήλωσις αὕτη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§239ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων, ὅπως διορισθῇ τις Εἰσαγγελεὺς, ἀπαιτοῦνται ὡρισμένα προσόντα καὶ δοκιμασία ὑπὸ ἐπιτροπῆς, πολυετὴς δὲ ὑπηρεσία, ὅπως δυνηθῇ ὁ ἀντεισαγγελεὺς νὰ προαχθῇ εἰς Εἰσαγγελέα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νόμου ΣΞϚʹ τοῦ 1877, πολὺ ὀρθῶς εἶχεν ὁ νομοθέτης κανονίσει, ὅπως διακεκριμένοι δικηγόροι μετὰ πολυετῆ ὑπηρεσίαν διορίζωνται Πρόεδροι Πρωτοδικῶν· ἀλλὰ παρεισέφρυσε καὶ διάταξις, καθ’ ἣν δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ Εἰσαγγελεῖς μετὰ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν. Ἡ διάταξις αὕτη καθιέρωσεν ἐξαίρεσιν τὸ τοιοῦτον, κανόνα δὲ τὴν προαγωγὴν ἀπὸ Ἀντεισαγγελέως εἰς Εἰσαγγελέα. Ἀτυχῶς ὅμως ἡ ἐξαίρεσις ἐγένετο κανὼν, κανὼν δὲ ἡ ἐξαίρεσις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως τοὐλάχιστον τηρῆται μία ἀναλογία, νὰ λαμβάνωνται διὰ τὴν θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως πρῶτον ἐκ τοῦ κλάδου τῶν Ἀντεισαγγελέων, τῶν δικαιουμένων εἰς τὴν προαγωγὴν, ἤτοι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τὰ ⅔, καὶ τὸ ⅓ ἢ τὸ ½ ἐκ τῶν δικηγόρων. Ὡς τροπολογίαν προτείνω τοῦτο. Ἐὰν δὲ δὲν ἦναι δυνατὸν σήμερον νὰ δεχθῇ αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς, παρακαλῶ νὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν, κατὰ τὴν προσεχῆ δὲ συζήτησιν νομοθετήματος προσόντων ἐν γένει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§240ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δύναται νὰ δεχθῇ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ μὲν θέσις τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν εἶναι θέσις, ἔχουσα ἐξουσίαν, ὅσην ἴσως οὐδεμία ἄλλη ἀρχὴ ἔχει, διακεκριμένοι δὲ δικηγόροι σπανίως δέχονται δικαστικὴν θέσιν, μάλιστα δὲ Εἰσαγγελέως, ὅστις μένει τὸ ἕρμαιον τοῦ πρώτου ἰσχυροῦ. Διὰ τοῦτο πᾶς περιορισμὸς, τιθέμενος κατὰ τὴν ἔννοιαν, ἣν ὁ συνάδελφος ἀνέπτυξε, νομίζω δίκαιον νὰ νομοθετηθῇ, διότι ἀφίεται ἡ εὐκολία εἰς τοὺς δικηγόρους, ὅσοι δὲν δύνανται νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμά των, νὰ διορίζωνται Εἰσαγγελεῖς, καὶ πᾶς Ὑπουργὸς, θέλων νὰ προσφέρῃ προσωπικὴν ὑπηρεσίαν, τοὺς καθιστᾷ τοιούτους. Τοῦτο ἴσως εἶναι μία τῶν αἰτιῶν, δι’ ἃς τὸ εἰσαγγελικὸν ἀξίωμα κατέπεσεν, ὡς σήμερον βλέπομεν, ὥστε νὰ γεννῶνται τοιαῦται ἰδέαι. Δικηγόρος, ἀφίνων τὸ ἐπάγγελμά του διὰ νὰ διορισθῇ Εἰσαγγελεὺς, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι θὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὄργανον κομματικὸν, τὸ ὁποῖον πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀλλάξῃ, δὲν θὰ ἦναι διακεκριμένος, ὡς θέλετε. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν ἔχει ἐξουσίαν, ὅσην οὐδεμία ἄλλη ἀρχὴ, καὶ τὴν ἐξουσίαν του ταύτην ὀλίγοι (ἂν μὴ οὐδεὶς) Εἰσαγγελεῖς μέχρι τοῦδε ἤσκησαν. Ἡ Εἰσαγγελία περιωρίσθη μόνον νὰ ἐγείρῃ τὴν δημοσίαν ἀγωγὴν καὶ νὰ διεκπεραιοῖ τὰς μηνύσεις. Ἐὰν θέλητε τὴν Εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν νὰ τὴν ἀφήσητε ἐκεῖ, ὅπου εἶναι, ἀφήσατέ την ἀλλ’ ἐὰν θέλητε νὰ τὴν ἀνυψώσητε, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν τοῦ συναδέλφου.
§241ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν σήμερον, διότι θὰ ὑποβάλῃ προσεχῶς τοιαύτην.
§242ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω κἄτι σχετικὸν μὲ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγράφεται δι’ ἕκαστον Δικαστήριον ποσόν τι διὰ τοὺς γραφεῖς καὶ ὑπογραμματεῖς, 60 δραχμαὶ κατὰ μῆνα δι’ ἕκαστον γραφέα καὶ 90 δραχμαὶ δι’ ἕκαστον ὑπογραμματέα. Ἀλλ’ ἀνέκαθεν ἐπεκράτησε μέχρι σήμερον ἡ συνήθεια νὰ κανονίζῃ ὁ γραμματεὺς τοὺς μισθοὺς τῶν γραφέων καὶ ὑπογραμματέων, ὡς αὐτὸς κρίνῃ καταλληλότερον. Προχθὲς ὁ κ. Ράλλης εἶπεν, ὅτι ἡ τοιαύτη συνήθεια εἶναι κατάχρησις μεγίστη, ὅτι φέρει βλάβην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ καταστροφὴν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν διαδίκων· ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν καὶ ὁ κ. Ράλλης οὐδεμίαν ὡρισμένην περίστασιν ἀνέφερε πρὸς βεβαίωσιν τῶν λόγων του, παρεδέχθη τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ράλλη. Ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἡ συνήθεια αὕτη ὄχι μόνον δὲν εἶναι κατάχρησις καὶ δὲν φέρει βλάβην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὰ συμφέροντα τῶν διαδίκων, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι χρησιμωτάτη εὐκολία εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ ἱκανότης καὶ χρησιμότης τῶν ἐν ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ ὑπαλλήλων δὲν διακρίνεται εἰς δύο μόνον τάξεις, ἀλλ’ εἰς πολλάς, ὅταν δὲ οἱ μισθοὶ κανονίζωνται ἀναλόγως τῆς χρησιμότητος ἑκάστου, ἀποδίδεται δικαιοσύνη πρὸς ὄφελος τῆς ὑπηρεσίας. Ὅταν ὑπάλληλός τις λαμβάνῃ δραχμὰς 60 κατὰ μῆνα, ὀφείλει δὲ νὰ περιμένῃ μετὰ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθός του, ἀπογοητεύεται· ἐνῷ, ὅταν ἔχῃ νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι κατὰ διαστήματα μικρότερα καὶ κατὰ μικρὰ ποσὰ θὰ αὐξάνῃ βαθμηδὸν ἡ μισθοδοσία του, τότε γίνεται ἐπιμελὴς καὶ προσπαθεῖ νὰ δικαιώσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ του. Οὕτω δὲ ὁ γραμματεύς, δυνάμενος νὰ ἱκανοποιῇ τὴν ἀξίαν ἑκάστου, ὑποκαίει τὴν φιλοτιμίαν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων. Ὅταν λοιπὸν ἡ τοιαύτη συνήθεια, μακρὰν τοῦ νὰ φέρῃ βλάβην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τοὐναντίον γίνεται πρόξενος μεγίστης ὠφελείας δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ ἐμποδισθῇ Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἄρῃ τὸν φραγμὸν τοῦτον, τὸν ὁποῖον προχθὲς παρεδέχθη, νὰ ὁρίσῃ δὲ μόνον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδεται μισθὸς ἀνώτερος τῶν 90 καὶ κατώτερος τῶν 60 δραχμῶν.
§243ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Δικαστηρίων δὲν ὁρίζονται ὅπως οἱ μισθοὶ τῶν ὑπηρετῶν, οὔτε ὁ γραμματεὺς πρέπει νὰ ὁρίζῃ αὐτούς. Ὅπως εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους εἶναι ὡρισμένοι οἱ μισθοὶ, οὕτω πρέπει νὰ γείνῃ καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Δικαστηρίων.
§244ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων νομίζῃ, ὅτι ἕνεκα τῆς διαφόρου ἱκανότητος τῶν ὑπογραμματέων καὶ γραφέων πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ μισθοδοσίας, δύναται νὰ προτείνῃ τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς ὁρίζει, ὅτι εἰς δύο τάξεις διαιροῦνται ὡς πρὸς τὸν μισθόν· ἐνόσῳ δὲ ὁ προϋπολογισμὸς ὁρίζει τοῦτο, πρέπει καὶ νὰ τηρῆται, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἐνόμισα, ὅτι εἶναι κατάχρησις νὰ ὑπάρχουν ἄλλαι ὑποδιαιρέσεις τῆς μισθοδοσίας, παρεδέχθην τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον, ὡς διωρθώθη, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΑΥΞΓʹ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887.
§246ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 118 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Διατάγματος τῆς 14 Ὀκτωβρίου τοῦ 1838. Τὸ Διάταγμα τοῦτο περιλαμβάνει δύο διατάξεις, τὴν μίαν ὁριστικὴν, καὶ τὴν ἄλλην προσωρινήν. Νομίζω, ὅτι συμφερώτερον εἶναι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 118, διότι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι κατὰ τὴν ἔναρξιν ἑκάστου δικαστικοῦ ἔτους, ὁ κανονισμὸς τῶν Δικαστηρίων ὁρίζει, πῶς καταρτίζονται τὰ διάφορα τμήματα· ἀφοῦ δὲ καταρτίζονται παντὸς ἔτους δικαστικοῦ τὰ τμήματα, ἀναγκαίως πρέπει νὰ δύναται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, νὰ ὁρίζῃ καὶ τίνες ἔσονται οἱ ἀνακριταὶ κατὰ τὸ δικαστικὸν ἔτος.
§247Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τότε νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 118 ὡς ἔχει, οὐχὶ τὸ νομοσχέδιον, διότι θὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, ἂν ἀναβιοῖ τὸ ἄρθρον 118· νὰ τεθῇ τὸ κείμενον τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων.
§248ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τεθῇ ἐκ νέου ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 118.
§249Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἐνδέχεται νὰ προκύψῃ ἀμφιβολία κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ἂν τὸ ἄρθρον 118 ἰσχύῃ ὡς ἐδημοσιεύθη, ὡς ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων περιέλαβεν αὐτὸ, ἢ ἰσχύῃ ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1838, πρὸς ἄρσιν παντὸς τοιούτου δισταγμοῦ, ἂς γραφῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 118. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη. Εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις τοῦ Κράτους», καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δρ. 65,443:65 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπεκτάσεως τῆς διατάξεως τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ΑϚΘʹ τῆς 30 Μαρτίου 1883 περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν καὶ περὶ δημαιρεσιῶν νόμου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται).
§251ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὡς β ἐδάφιον τοῦ μόνου ἄρθρου τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως αὐτοῦ». Διότι, ἐὰν δὲν προστεθῇ τοῦτο, ὁ νόμος εἶναι περιττός. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς ἀνωτέρω προσθήκης, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ΑΥϞΓʹ νόμου τῆς 27 Μαΐου 1887 περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν ἀντιπροσώπων.)
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 14 Δεκεμβρίου 1887 ΑΦΠϚʹ νόμου περὶ ἀναθεωρήσεως κυβερνητικῶν πράξεων σχετιζομένων μετὰ τῆς καταστάσεως ἢ τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου).
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Γεωργαντᾶ. (Ἀναγινώσκεται).
§254Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καταργούμενος νόμος ᾼΦΠϚʹ περιεῖχεν, ὡς ἀνεγνωρίσθη παρὰ πάντων, διατάξεις ἀντισυνταγματικὰς, ἀλλὰ περιεῖχε συνάμα καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιώριζον τὸ δικαστικὸν δικαίωμα τοῦ δικαστοῦ, ἤτοι ἔδιδον τὸ δικαίωμα, ὁ δικαστὴς ὁ δικάζων νὰ ἐξετάζῃ μόνον τοὺς τύπους καὶ οὐδέποτε τὴν οὐσίαν. Ἑπομένως ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Κληρωτοῦ Δικαστηρίου πολλαὶ ὁριστικαὶ καὶ ἀνέκκλητοι ἀποφάσεις κατὰ τῶν εἰς αὐτὰ προσφυγόντων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἀπώλεσαν τὴν ἀρχαιότητα, τὸν βαθμὸν καὶ τοὺς μισθοὺς αὐτῶν. Κύριοι, γνωρίζομεν πάντες, ὅτι ὁ μισθὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶναι ἀναφαίρετος, κατὰ τοὺς παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντα νόμους, ἀλλ’ ὁ τρόπος, ὃν ἐχρήσατο ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἂν ἠθέλομεν τηρήσει τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου σήμερον ζητοῦμεν τὴν κατάργησιν, τίθησιν εἰς ἀμφιβολίαν τὸ σταθερὸν τῆς κυριότητος τοῦ ἀποκτηθέντος ἅπαξ βαθμοῦ παντὸς ἀξιωματικοῦ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, οὐδεὶς δύναται πλέον νὰ ἦναι ἀσφαλὴς, ἂν δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν νὰ ἀφαιρῇ τὸ κεκτημένον δικαίωμα παντὸς βαθμοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀντλοῦσα τὴν πρὸς τοῦτο δύναμιν ἐκ τῆς ἰδίας κρίσεως καὶ σκέψεως, ἤτοι ἄλλοτε μὲν νὰ παρουσιάζηται μὲ τὴν ἀσπίδα καὶ τὸ ἀκόντιον τοῦ Ἄρεως, ἄλλοτε δὲ μὲ τὴν τήβεννον τῆς Θέμιδος· τοῦθ’ ὅπερ ἀντίκειται ὄχι μόνον εἰς τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς. Τοῦτο ἀναγνωρίσασα καὶ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ ἐκείνου νόμου. Ἀλλὰ, καίτοι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ σταματήσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸ κακὸν, ὅπερ προέκυψεν ἐκ τοῦ νόμου τοῦ καταργουμένου ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ἰδίως εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἐν τούτοις τὰ παράπονα τῶν ἀδικηθέντων ἀξιωματικῶν μένουσιν ἀκέραια, διότι τὰ ἀντισυνταγματικὰ ἐκεῖνα δικαστήρια περιωρίζοντο νὰ δικάζωσι μόνον τοὺς τύπους τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐπαρουσίαζεν ἐνώπιον τῶν συμβουλίων αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου της δίδει δικαιώματά τινα, καταργοῦσα τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος νόμον. Ἐγὼ διὰ τροπολογίας ζητῶ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς σεβαστῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀδικηθέντας ἀξιωματικοὺς νὰ κινήσωσιν ἀγωγὴν ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, καὶ δικασθῶσιν αἱ ὑποθέσεις αὐτῶν οὐ μόνον κατὰ τύπους, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς προτείνει τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 2ου διὰ τῆς τροπολογίας, ἣν ἠκούσατε. Οἱ παραδεχόμενοι ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἔχει. Εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης καὶ διαγραφῶν ἐν προσηρτημένοις εἰς τὸν ᾼΦΛΓʹ νόμον τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νόμου πίναξιν.
§257ΣΕΧΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ὁμιλήσω ἐκ τοῦ προχείρου ἐφ’ ὅλων τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ τὰ ἀναβάλῃ. Ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταί, ἐνεποίησαν εἰς ἐμὲ ἐντύπωσιν τὰ ὑπ’ ὄψιν τρία νομοσχέδια, καὶ ἰδίως ἡ κατεπείγουσα ψήφισις αὐτῶν καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς ἀναφερόμενα. Τὸ πρῶτον στρατιωτικὸν νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἐπιθεωρητάς. Δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ καταργηθῶσιν οἱ εἰδικοὶ ἐπιθεωρηταί, καὶ νὰ διορισθῇ γενικὸς ἐπιθεωρητής. Ἐπεθύμουν ἡ μεγάλη αὕτη μηχανὴ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων νὰ μὴ ἐταράσσετο καθ’ ἑκάστην, διότι οὕτως ἐνοχλεῖται ἡ κανονικὴ λειτουργία αὐτῆς. Λέγω καθ’ ἑκάστην, διότι συνεχῶς ὑποβάλλονται ἐν τῇ Βουλῇ νομοσχέδια καὶ ἐπικυροῦνται ἄνευ προηγουμένης βασάνου καὶ μελέτης ἐπισταμένης. Δὲν λέγω ὅτι ὅλαι αἱ ὑπάρχουσαι διατάξεις δὲν ἔχουσι λόγον μεταῤῥυθμίσεως, ἀλλ’ ὁσάκις ἡ μεγάλη μηχανὴ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δυνάμεων ἔχῃ ἀνάγκην ἐπισκευῆς, ἀνασκευῆς ἢ καὶ κατασκευῆς, πρέπει ν’ ἀποστέλληται εἰς τὸν εἰδικὸν τεχνίτην, εἰς τὸ εἰδικὸν ἐργοστάσιον, εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἵνα ἐξετάζηται, ἐὰν λειτουργῇ καλῶς ἢ οὔ. Ὡς πρὸς τὸν στρατιωτικὸν ἐπιθεωρητήν, τοῦτο μόνον λέγω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ πεποιθήσεως, ὅτι ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητής, προκειμένου νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ πυροβολικόν, τὸ μηχανικόν, τὸ πεζικόν, τὸ ἱππικόν, δὲν θὰ δυνηθῇ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῶν ἀτόμων. Οἱ στρατηγοὶ ἡμῶν ἀτυχῶς εἶναι στρατηγοὶ τοῦ ὅπλου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρέτησαν, δὲν δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι γενικοὶ ἀξιωματικοί, διότι παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουσι τὰ μέσα, ἵνα μορφωθῶσιν οὗτοι ὡς γενικοὶ ἀξιωματικοί. Ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητής, μεταβαίνων νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ ἱππικὸν π. χ., θὰ ἀποφανθῇ περὶ τῶν ἀτόμων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰσηγήσεως τοῦ ἐπιτελείου αὐτοῦ. Δὲν λέγω ὅτι εἷς στρατηγὸς ἐπιθεωρητὴς δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀξιωματικῶν τῶν ἐπιτελῶν, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ δύναται νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῶν ἀτόμων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διηγηθῶ ἕν παράδειγμα. Ὁ στρατηγὸς Σοῦτσος ἐπεθεώρει τὸ μηχανικόν, εἰς ἕν δὲ τάγμα, οὗ ἤμην διοικητής, μικροῦ δεῖν νὰ ἀποφανθῇ κατὰ λοχαγοῦ, ὅτι δὲν ἐγνώριζε τὰ καθήκοντά του, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ, οὓς εἶχε πλησίον του ὁ στρατηγός, ἐξ ἐσφαλμένων πεποιθήσεων ἔλεγον, ὅτι ὁ λοχαγὸς δὲν ἐγνώριζε τὰς ἀσκήσεις· φιλονεικία δὲ ἐγεννήθη μεταξὺ τοῦ ὑποδιοικητοῦ τοῦ τάγματος καὶ αὐτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεμίχθη καὶ ἐγώ, καὶ μὲ ἠνάγκασαν νὰ εἴπω εἰς τὸν στρατηγόν, ὅτι «οἱ ἀξιωματικοί, τοὺς ὁποίους ἔχετε πλησίον σας, σᾶς εἶπόν τι μὴ ἀληθές· διότι ἰδοὺ ὁ κανονισμός». Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ πεζικὸν πρέπει νὰ ἐπιθεωρῆται ὑπὸ στρατηγοῦ προελθόντος ἐκ τῶν τάξεων τοῦ πεζικοῦ, ἐπίσης τὸ ἱππικὸν καὶ τὰ λοιπὰ σώματα πρέπει νὰ ἐπιθεωρῶνται παρὰ στρατηγῶν προαχθέντων ἐκ τοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον ἐπιθεωροῦσι. Σᾶς λέγω ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι οὐδεμίαν κρίσιν δύναται νὰ φέρῃ ἀξιωματικὸς τοῦ ἱππικοῦ ἐπὶ τοῦ πεζικοῦ, δηλαδὴ ἀξιωματικός τις, ἀνήκων εἴς τι σῶμα, δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τὰς λεπτομερείας ἑτέρου σώματος, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν νὰ ὑπάρχωσιν εἰδικοὶ ἐπιθεωρηταὶ δι’ ἕκαστον σῶμα. Ἄν δὲ τοῦτο ἀπαιτῇ δαπάνην, προτιμότερον εἶναι ὁ ἀρχαιότερος συνταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ π. χ. νὰ ἐπιθεωρῇ τὸ ἱππικόν, παρὰ στρατηγὸς ἐξελθὼν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ πεζικοῦ. Ὅ,τι δὲ περὶ ἱππικοῦ λέγω, τὸ αὐτὸ ὑποστηρίζω καὶ διὰ τὸ πυροβολικὸν καὶ διὰ τὸ μηχανικόν. Θὰ ὁμιλήσω ὀλίγον ἀπροκαλύπτως καὶ εἰλικρινῶς. Ἄν στρατηγὸς τοῦ πεζικοῦ ἀποσταλῆ νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ πυροβολικὸν, δὲν γνωρίζει οὔτε κἂν πόσων εἰδῶν βολὰς ἔχει ἕκαστον πυροβόλον καὶ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν βολῶν. Λοιπὸν πῶς θέλετε γενικὸν ἐπιθεωρητὴν γνωρίζοντα τὰ πάντα; Ἄν θέλετε νὰ ὑπάρχῃ καὶ εἷς γενικὸς ἐπιθεωρητὴς, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει εἰδικοὶ ἐπιθεωρηταὶ νὰ ἐπιθεωρῶσι τὰ σώματα, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῶν τῶν ἰδίων προερχόμενα. Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάργησιν ἑνὸς νόμου εὐεργετικοῦ τοῦ 1887. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ εἶχον περισσότερον καιρὸν, ἵνα διαφωτίσω τὴν Βουλὴν δι’ ἀριθμῶν. Ὑπῆρχε νόμος τοῦ 1864, λειτουργήσας ἐπὶ 26 ἔτη· δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τούτου, δηλαδὴ κατὰ πόσον ἡ ἐφαρμογή του ἐβάρυνε τὸ Δημόσιον, καὶ κατὰ πόσον ἠδίκησε τὰ ἄτομα· λέγω ἠδίκησε τὰ ἄτομα, διότι, ἀφοῦ μετὰ δεκαετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν, κατ’ ἐκεῖνον τὸν νόμον, εἶχε τὸ ἄτομον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως μὲ προαγωγήν, ἐπήρχετο τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἑπομένως ἠδικοῦντο τὰ ἄτομα. Δὲν εἶχον καιρὸν νὰ ἐρευνήσω, ἐὰν ὁ νόμος οὗτος ἠδίκησε τὰ ἄτομα, ἢ ὠφέλησε τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ παρὰ τοῦ νόμου τούτου ὁριζόμενος χρόνος πρέπει νὰ συνδυασθῇ μὲ τὸν χρόνον τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ἔχομεν ἤδη τὸν νόμον τοῦ 1887, καὶ ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα μόνον διὰ τοὺς συνταγματάρχας. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ· διότι ἔχω καὶ προσωπικὸν συμφέρον ἴσως. Ὁ ὅλος ἀριθμὸς τῶν συνταγματαρχῶν εἶναι 43· ἐξ αὐτῶν 2 εἶναι τοῦ 1884, 27 τοῦ 1886 καὶ 14 τοῦ 1890 Μέχρι τοῦδε διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ 1887, τοῦ πράγματι εὐεργετικοῦ, μόνον δύο συνταγματάρχαι ἔγειναν ὑποστράτηγοι, ἀλλὰ καὶ οἱ δύο οὗτοι δὲν ἤθελον λάβει τὴν ἀποστρατείαν των, ἐὰν δὲν ἐβιάζοντο, οὕτως εἰπεῖν. Διότι ἀληθὲς καὶ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐξ ἡμῶν οὐδεὶς θέλει νὰ λάβῃ τὴν σύνταξίν του· ἔχομεν ὅλοι τὴν ἰδέαν νὰ γίνωμεν στρατηγοί· καὶ αὐτὸ τὸ αἴσθημα εἶναι μέγα διὰ τὸ ἄτομον, εἶναι μέγα διὰ τὸν στρατὸν, καὶ εἴθε νὰ ἀνεπτύσσετο καὶ εἰς τὰς τάξεις τῶν ὁπλιτῶν, διότι τότε θὰ ἐφηρμόζετο μία μεγάλη ἀρχὴ τοῦ μεγαλειτέρου στρατάρχου τοῦ αἰῶνος τούτου, ὅτι ἐκεῖνος εἶναι καλὸς στρατιώτης, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι εἰς τὸν σάκκον του ἔχω τὴν βακτηρίαν τοῦ στρατάρχου. Ὁ μὴ ἔχων τὴν ἰδέαν νὰ ἀνέλθῃ εἰς ὑψηλότερον βαθμὸν δὲν εἶναι καλὸς στρατιώτης. Ὥστε οὐδεὶς θὰ ἔτρεχε πρὸς τὴν σύνταξιν, καίτοι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς συντάξεως. Ἑπομένως οὐδεὶς ὑπάρχει φόβος νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον, ἐκτὸς ἐὰν πιεσθῇ τις. Σήμερον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ κάμωσι χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, εἶναι δύο, μετὰ δύο δὲ ἔτη θὰ ἦναι 27. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι θέλει τις τὴν ἀποστρατείαν του; Εὐάριθμοι. Εἰς τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν εὑρίσκω μίαν ἐξήγησιν, διότι τὸ ὑπ’ ὄψει νομοσχέδιον λέγει νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1864, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται ἀξιωματικὸς μετὰ δεκαετῆ ὑπηρεσίαν νὰ προαχθῇ εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν, ἐκτὸς τοῦ συνταγματάρχου. Ἡ κυρία δικαιολόγησις εἶναι, ὅτι οἱ συνταγματάρχαι, οἱ ὡς στρατηγοὶ ἀποστρατευόμενοι εἶναι ἔφεδροι, καὶ ἐν ἀποστρατείᾳ δὲν θὰ ἔχωσι τὴν πεῖραν τὴν κατάλληλον, διότι δὲν ὑπηρέτησαν ὡς στρατηγοὶ εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατόν. Ἀντὶ τούτου θὰ ἐπροτίμων κάλλιον νὰ φροντίσωμεν, ἵνα τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ στρατηγοὺς καταστήσωμεν ἱκανοὺς νὰ διοικήσωσι στρατεύματα· διότι ἀπροκαλύπτως λέγω, ὅτι οὐδεὶς τῶν στρατηγῶν μας εἶναι γενικὸς ἀξιωματικός· εἶναι ἀξιωματικὸς μόνον τοῦ ὅπλου, εἰς ὃ ἀνήκει, ὡς καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ἐὰν στρατηγὸς ἐγινόμην. Ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταστήσῃ τοὺς στρατηγοὺς γενικοὺς ἀξιωματικοὺς, δὲν πρέπει νὰ προάγῃ ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου τοὺς μόνον ὑπηρετήσαντας εἰς τὸ πεζικὸν, τὸ πυροβολικὸν, τὸ μηχανικὸν, τὸ ἱππικὸν, ἀλλὰ τοὺς συνταγματάρχας τοὺς ὑπηρετήσαντας εἰς ὅλα τὰ ὅπλα· ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καλοὺς στρατηγούς. Τοῦτο μοὶ ἐνθυμίζει ἱστορικόν τι γεγονὸς, συμβὰν ἐπὶ Μοροζίνη. Ὅτε ὁ Μοροζίνης ἐκυρίευσε τὴν Κόρινθον καὶ ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλισθῇ, προσεκάλεσε τοὺς στρατηγούς του, ἵνα ὑποβάλωσιν ἕκαστος ἓν ὑπόμνημα, περὶ ἀσφαλείας τῆς χώρας, ἣν ἐκυρίευσαν. Ὁ τοῦ μηχανικοῦ εἶπε νὰ κόψῃ μίαν διώρυγα, ὁ τοῦ πυροβολικοῦ νὰ βάλῃ πυροβόλα, ὁ τοῦ πεζικοῦ ὑπεστήριξεν, ὅτι αἱ λόγχαι καὶ τὰ στήθη τῶν ἀνδρῶν θὰ ὑπερησπίζοντο τὴν χώραν, ὁ τοῦ ἱππικοῦ, ἐπειδὴ εἶναι πεδιὰς, ἐπρότεινε νὰ ἀναπτύξῃ τὸ ἱππικόν. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ σημερινοὶ στρατηγοὶ ἐν Ἑλλάδι.
§258ΜΑΥΡΟΣ. Καὶ ποῖος ἐξ ὅλων τῶν συνταγματαρχῶν θὰ ἔχῃ τὰ προσόντα;
§259ΣΕΧΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ κάμνῃ στρατηγοὺς, παρὰ μόνον τοὺς συνταγματάρχας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν, εἰς τὸ πεζικὸν, ἱππικὸν, πυροβολικὸν καὶ μηχανικὸν, διότι μόνον οὗτοι δύνανται νὰ ὦσι γενικοὶ ἀξιωματικοί.
§260ΜΑΥΡΟΣ. Θέλετε νὰ τοὺς θέσητε ὑπὸ δοκιμασίαν;
§261ΣΕΧΟΣ. Νὰ μάθωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζουσι.
§262ΜΑΥΡΟΣ. Σχολεῖον συνταγματαρχῶν θέλετε;
§263ΣΕΧΟΣ. Εἶναι ἰδέα, ἣν ὑποστηρίζω, ὅτι οἱ σήμερον γενόμενοι ὑποστράτηγοι δὲν εἶναι ἀνώτεροι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποστρατευθῶσιν ὑποστράτηγοι.
§264ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Καὶ πόσος χρόνος χρειάζεται δι’ ἕνα συνταγματάρχην νὰ διέλθῃ ὅλα τὰ σώματα καὶ γείνῃ κάτοχος τῆς διοικήσεως καὶ ὑπηρεσίας αὐτῶν;
§265ΣΕΧΟΣ. Μία ἑξαμηνία τοὐλάχιστον εἰς ἕκαστον σῶμα εἶναι ἀρκετὴ δι’ ἕνα συνταγματάρχην, διοικήσαντα εἰς τὸ ὅπλον, εἰς ὃ ἀνήκει.
§266ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἂν μία ἑξαμηνία ἦναι ἀρκετὴ, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εἷς συνταγματάρχης, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὴν εὐτυχίαν νὰ λάβῃ τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ, θὰ δυνηθῇ εἰς τὸ διάστημα τοῦτο νὰ μάθῃ ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον εἰς αὐτόν.
§267ΣΕΧΟΣ. Εἶναι μία ἰδέα, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς διὰ τὴν μόρφωσιν ἀξιωματικῶν γενικῶν. Ἂν δὲν θέλετε νὰ τὴν ἐφαρμόσητε εἰς τὸν συνταγματάρχην, ἐφαρμόσατέ την εἰς τὸν λοχαγὸν, εἰς τὸν ταγματάρχην. Θέλω ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἐν τῇ ἐκθέσει ἰδέα εἶναι ἐσφαλμένη, διότι παρ’ ἡμῖν οἱ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ στρατηγοὶ ἔχουσι τὴν αὐτὴν πεῖραν διοικήσεως στρατευμάτων, οἵαν καὶ οἱ ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ συνταγματάρχου ἀποστρατευόμενοι μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου. Ἔχω τὴν γνώμην τῆς ἀναβολῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα κάλλιον μελετηθῇ τοῦτο, ἀφοῦ δὲν ἐπείγει, διότι οὐδένα ἔχομεν σήμερον συνταγματάρχην δικαιούμενον ν’ ἀποστρατευθῇ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου· διότι οἱ 27 συνταγματάρχαι, οἱ ὁποῖοι εἶναι τοῦ 1886, θέλουν ἀκόμη δύο ἔτη, διὰ ν’ ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο· ὡριμωτέρα δὲ μελέτη δύναται βεβαίως νὰ ἐπιφέρῃ καλλίτερα ἀποτελέσματα, ἵνα μὴ κάμωμεν ἕνα νόμον καὶ μεθαύριον τὸν μεταβάλωμεν. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου δὲν ἔχω τίποτε περισσότερον νὰ προσθέσω. Ἔρχομαι εἰς τὸ τρίτον νομοσχέδιον, τῆς διδασκαλίας. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὸ ἐπιμίσθιον ἀπὸ τοὺς διδάσκοντας, δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ προσελκύσωμεν τοὺς ἱκανούς.
§268Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἀφαιροῦμεν τὸ ἐπιμίσθιον, ἀλλὰ τὰ ἐπιμίσθια.
§269ΣΕΧΟΣ. Ἴσως αὐτὰ βαρύνουν τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι, ὅταν εἷς ἀξιωματικὸς ἔχῃ μίαν ὑπηρεσίαν, ἔχῃ δὲ συνάμα καὶ διδασκαλικὰ καθήκοντα, δὲν δύναται ἐν συνειδήσει νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του· τὸ δὲ διπλοῦν ἐπιμίσθιον εἴς τινας περιστάσεις μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι δίκαιον. Ἤκουσα τὸν συνάδελφόν μου κ. Σχινᾶν λέγοντα: «Ἔχομεν διὰ τὴν ὁπλομαχητικὴν ἕνα ἢ δύο διδασκάλους. Δύνανται οὗτοι μὲ ἕνα μισθὸν νὰ διδάσκουν εἰς 2 ἢ καὶ 3 σχολεῖα;» Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ διπλοῦν ἐπιμίσθιον, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι οἰκονομία. Φέρω ἓν παράδειγμα. Ὁ κ. Γονατᾶς παραδίδει εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν ὁδοποιΐαν· ἐὰν οὗτος ἔχῃ μόνον τὴν διδασκαλίαν ταύτην, εὐκόλως δύναται νὰ παραδίδῃ καὶ εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν Τεχνῶν διὰ μιᾶς ἀντιμισθίας μόνον, ἐνῷ, ἐὰν θέσητε δεύτερον καθηγητὴν, θέλετε δαπανήσει διπλᾶ· καὶ νομίζω, ὅτι τὸ διπλοῦν ἐπιμίσθιον, ὅταν ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἔχῃ ἄλλο καθῆκον, παρὰ μόνον τὴν καθηγεσίαν, εἶναι οἰκονομία διὰ τὸ Δημόσιον. Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ καταργήσῃ τὸν εὐεργετικὸν νόμον, ὅπως μελετηθῇ τοῦτο καλλίτερον.
§270Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὡμίλησεν ἐπὶ τριῶν νομοσχεδίων. Νομίζω ὅτι πρέπει καὶ ἐγὼ νὰ φέρω τὰς γνώμας μου ἐπὶ τῶν τριῶν νομοσχεδίων, προσδοκῶν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ πείσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ἀξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ, ὅτι οἱ λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθησαν τὰ τρία ταῦτα νομοσχέδια, εἰσὶ βάσιμοι. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἐπανάγει τὴν γενικὴν ἐπιθεώρησιν, καταργεῖ δὲ τὰς δύο εἰδικὰς ἐπιθεωρήσεις τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ ἱππικοῦ, τὰς ὁποίας ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ νομοσχεδίου κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἐξετάσω τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐνομοθετήθησαν ταῦτα, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ καταστείλω τὸν λόγον τοῦτον. Ὅσοι ἦσαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἤκουσαν τὰς συζητήσεις γνωρίζουσι τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνομοθετήθησαν ταῦτα. Τοιαῦτα νομοθετήματα, σκοπὸν ἔχοντα προσωπικὸν, εἶναι μέσα διαφθείροντα τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην, περὶ τὴν ὁποίαν ταῦτα περιστρέφονται. Ἐὰν δὲ ἡ ὑπηρεσία ἐκείνη ἦναι ὑπηρεσία στρατιωτικὴ, συμφέρον ἔχει τὸ Κράτος νὰ διδαχθῶσι πάντες, ὅτι πρέπει ν’ ἀποφεύγωσι τοιαῦτα μέσα, ἵνα προάγωνται ἐν τῷ στρατῷ. Αὕτη εἶναι ἡ ἐμπειρικὴ θεωρία, ἡ συνηγοροῦσα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐκτὸς ταύτης καὶ ἐπιστημονικὴ θεωρία συνηγορεῖ ὑπὲρ αὐτοῦ. Τί εἶναι προτιμότερον, νὰ ἔχωμεν εἰδικὰς ἐπιθεωρήσεις, ἢ νὰ ἔχωμεν γενικὴν ἐπιθεώρησιν; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνήκει εἰς τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ, εἶχε τὴν μετριοφροσύνην νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι, ἐὰν ἐγίνετο ὑποστράτηγος, δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιθεωρήσῃ κἀνὲν ἄλλο ὅπλον, παρὰ μόνον τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ. Τιμῶ τὴν μετριοφροσύνην τοῦ ἀνδρὸς, ὑπάρχουσιν ὅμως οἱ φρονοῦντες, ὅτι τὰ πορίσματα τῆς εἰδικῆς ἐπιθεωρήσεως δὲν εἶναι πλήρη καὶ ἀκέραια, οὐδὲ πρέπει ὁ διοικῶν τὰς στρατιωτικὰς ὑποθέσεις νὰ στηρίζηται ἐπὶ πορισμάτων τοιούτων, ἐν ᾧ ἡ γενικὴ ἐπιθεώρησις παράγει διὰ τῆς συγκρίσεως ἀποτελέσματα ἄρτια καὶ ἀκέραια. Ταῦτα εἶπον ἐπὶ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τροποποίησιν τοῦ ὀργανισμοῦ διὰ τῆς θέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ πεζικοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ ἱππικοῦ, διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς δὲ τῆς θέσεως τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἐὰν ἔχητε τὴν εὐχαρίστησιν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τότε ἐπὶ τοῦ δευτέρου θέλω πάλιν ὁμιλήσει.
§271ΣΕΧΟΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ διατηρήσωμεν τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ πεζικοῦ, ἢ τὴν θέσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ ἱππικοῦ,—τὰς θέσεις ταύτας δυνάμεθα νὰ τὰς καταργήσωμεν, ἐὰν τὰς θεωρῶμεν δαπανηρὰς,—ἀλλ’ ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ ἱππικὸν εἶναι προτιμότερον νὰ ἐπιθεωρηθῇ ἀπὸ τὸν ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τοῦ ἱππικοῦ, διότι οὗτος εἶναι εἰς κατάστασιν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς εἰδικότητος τοῦ σώματος, εἰς ὃ ἀνήκει, ἐν ᾧ ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς δὲν δύναται, ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης θὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ εἰς τὸ ἐπιτελεῖόν του ἀνήκοντος εἰδικοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω, ἂν πρόκηται περὶ δαπάνης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ ἱππεὺς πρέπει νὰ ἐπιθεωρῆται ἀπὸ τὸν ἱππέα, ὁ μηχανικὸς ἀπὸ τὸν μηχανικὸν, ὁ πυροβολητὴς ἀπὸ τὸν πυροβολητήν. Δύναται ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς, ἐὰν θέλητε, νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ τοὺς εἰδικοὺς ἐπιθεωρητὰς, ἀλλ’ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως δὲν δύναται νὰ κρίνῃ τὰς λεπτομερείας ἑκάστης εἰδικότητος, καὶ οὕτως ἡ τύχη ἑκάστου ἀξιωματικοῦ θὰ μένῃ εἰς τὴν κρίσιν ἰσοβάθμου του ἐπιτελέως ἢ καὶ κατωτέρου του. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον αὐτοῦ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§272ΚΟΡΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ συνόλου παρακαλῶ δύο λέξεις. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ μακρηγορήσω, καθόσον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν ὡμίλησα ἐπὶ μακρὸν διὰ τὴν σύστασιν δύο θέσεων, τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ ἱππικοῦ· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν θὰ ὁμιλήσω, διότι τὸ νομοσχέδιον σχεδὸν ἐψηφίσθη. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, περὶ τῆς ὁποίας πολλάκις συνηγόρησα ἐν τῇ Βουλῇ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω δύο μόνον λέξεις. Ἐὰν συνέβησαν ἐν τῷ στρατῷ ἀτοπήματα κατὰ τοὺς ἑκάστοτε γιγνομένους προβιβασμοὺς, συνέβησαν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Τῶν ἀτόπων τούτων πολλάκις ἐγένετο μνεία καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ κατὰ τὴν εἰδικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν ἰδιαιτέραις συζητήσεσιν. Λοιπὸν ὑποστηρίζω τὴν σύστασιν τῆς θέσεως τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, πρὸς ἄρσιν πάντων τῶν ἀτοπημάτων, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ εἶπον. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.)
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν πλειόνων τοῦ ἑνὸς ἐπιμισθίων τῶν στρατιωτικῶν καθηγητῶν.
§274ΣΕΧΟΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι τὸ περὶ ἐπιμισθίων δὲν ἀντιτάσσομαι.
§275ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Γίνεται λόγος περὶ ἐπιμισθίων μόνον τῶν στρατιωτικῶν;
§276Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τῶν διδασκόντων ἐν ταῖς στρατιωτικαῖς σχολαῖς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ).
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσσης κ. Σχινᾶ, ὡς πρόσθετον ἐδάφιον, καθ’ ἣν «ἐξαιροῦνται οἱ διδάσκαλοι τῆς ὁπλομαχητικῆς, οἵτινες δύνανται νὰ ἀναλάβωσι τὴν διδασκαλίαν τοῦ μαθήματός των εἰς διαφόρους σχολὰς, ἀπολαμβάνοντες παρ’ ἑκάστης ἀνάλογον ἐπιμίσθιον.»
§278ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν, ἀλλὰ μετὰ τοῦ προσδιορισμοῦ, ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀξιωματικοί.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, ἀντὶ «οἱ διδάσκαλοι τῆς ὁπλομαχητικῆς» θὰ τεθῇ «οἱ πολιτικοὶ διδάσκαλοι τῆς ὁπλομαχητικῆς κλπ.» (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη. Εἶτα δὲ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ᾼΦΠΔʹ νόμου τῆς 14 Δεκεμβρίου 1887 περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ εἰς ἀποστρατευομένους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης κλπ. καὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἀπὸ 13 Νοεμβρίου 1864 ϞΑʹ νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης νόμων.
§281Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1864 οἱ συμπληρώσαντες τὸν νενομισμένον χρόνον, τὸν ἐπιτρέποντα τὴν ἀποστράτευσιν, ἀποστρατευόμενοι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ προβιβασθῶσιν εἰς βαθμὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἶχον, ἐὰν εἶχον διατελέσει ἐπὶ 10 ἔτη εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Ἑπομένως ὁ λοχαγὸς, ἐὰν εἶχε δεκαετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, ἀποστρατευόμενος, ἐπροβιβάζετο εἰς ταγματάρχην, ὡσαύτως ὁ ταγματάρχης εἰς ἀντισυνταγματάρχην καὶ καθεξῆς. Κατὰ τὸ 1887 ὅμως ὁ νόμος οὗτος ἐτροποποιήθη, καὶ ἐμειώθη τὸ χρονικὸν διάστημα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προτείνομεν, σκοποῦμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον τοῦ 1864· οἱ ἀποστρατευόμενοι νὰ μὴ προβιβάζωνται, ἐὰν δὲν ἔχωσι δεκαετῆ ὑπηρεσίαν. Προσεθέσαμεν καὶ ἕνα περιορισμὸν, ὅτι ὁ προβιβασμὸς νὰ γίνηται μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου. Οἱ συνταγματάρχαι ὅμως καὶ οἱ πλοίαρχοι, ἀποστρατευόμενοι, καὶ ἐὰν ἔχωσι δεκαετῆ ὑπηρεσίαν, νὰ μὴ ἔχωσι δικαίωμα νὰ προβιβάζωνται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου ἢ τοῦ ὑποναυάρχου. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐξετέθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι οἱ ἀποστρατευόμενοι ἐξακολουθοῦσιν ἔχοντες μίαν ὑποχρέωσιν, τὴν ὑποχρέωσιν ἐν ἐπιστρατεύσει νὰ ἔρχωνται ἐν ἐνεργείᾳ. Λοιπὸν οἱ ἀποστρατευθέντες καὶ ἐρχόμενοι ἐν ἐνεργείᾳ ὡς ὑποστράτηγοι ἢ ὑποναύαρχοι ἐν ἐπιστρατεύσει οὐδεμίαν ἔχουσι χρησιμότητα, διότι δὲν ἐπροβιβάσθησαν, ὡς ἔχοντες τὰ προσόντα, ἀλλὰ μόνον, ὡς ἔχοντες δεκαετῆ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου ἢ τοῦ πλοιάρχου ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος λέγει, ὅτι αὐτὴ ἡ πρόνοια, ἡ ὁποία λαμβάνεται, εἶναι πρόνοια περιττὴ, διότι μήπως αὐτοὶ οἱ στρατηγοὶ, τοὺς ὁποίους ἔχετε ἐν ἐνεργείᾳ, εἶναι καλλίτεροι; Ἀλλ’ οἱ στρατηγοὶ καὶ οἱ ναύαρχοι νομίζω, ὅτι εἶναι ἓξ: ὁ κ. Καραϊσκάκης, ὁ κ. Βαλτινὸς, ὁ κ. Ἡρακλῆς Πετιμεζᾶς, ὁ κ. Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης, ὁ κ. Ἰωάννης Ζυμπρακάκης καὶ ὁ κ. Γεράσιμος Μεταξᾶς. Οἱ συνταγματάρχαι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι προβιβασθῆ ὑποστράτηγοι μετὰ δεκαετῆ ὑπηρεσίαν ἐντὸς τῶν δύο τούτων ἐτῶν, ἀνέρχονται εἰς 27. Λοιπὸν, ἐὰν τυχὸν ἦναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου,—καὶ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀκριβὲς, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶναι ἀξιωματικὸς διακεκριμένος καὶ γνωρίζει τοὺς συναδέλφους του,— ἐὰν ἦναι ἀκριβὲς, τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τὸ ὑπερτετραπλασιάζομεν. Δὲν εἶναι δὲ φρόνιμον, ἀσχολούμενοι ὅπως οἱ ἡμέτεροι ὑποστράτηγοι κατασταθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι μᾶλλον ἱκανοὶ, νὰ ἀνοίξωμεν τὰς θύρας εἰς ὅλους τοὺς συνταγματάρχας καὶ πλοιάρχους. Ἐγὼ ὅμως, ἐὰν πρόκηται δι’ ἄλλους λόγους νὰ σκεφθῇ τὸ Κράτος εὐνοϊκῶς πρὸς τοὺς ἀποστρατευομένους μετὰ δεκαετῆ ὑπηρεσίαν συνταγματάρχας καὶ πλοιάρχους, συμμερίζομαι τοιαύτην προαίρεσιν, ἑπομένως δέχομαι νὰ χορηγηθῇ αὐτοῖς τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ.
§282ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Εἰς τὴν διάταξιν ταύτην πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοί.
§283ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ κατώτεροι προβιβάζονται.
§284ΣΕΧΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ὑπηρεσία τῶν νῦν ἀξιωματικῶν, καὶ πρέπει νὰ σχετισθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον μὲ τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας· διότι, ὅταν θέσητε δεκαετίαν, τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας θὰ πάρῃ πολλούς, καὶ οὐδεὶς θὰ ἔχῃ τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Δι’ αὐτὸ παρεκάλεσα νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφησις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
§285ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐμελετήθη ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας.
§286ΚΟΡΠΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον βεβαίως ἐξηγήθη ἀρκούντως καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος συναδέλφου. Ἐγὼ ἑπομένως ὀλίγα θὰ προσθέσω, μόνον ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐπαναφορὰν ἐν ἰσχύει τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ συντάξεως τοῦ 1864, καθ’ ἣν ἀπαιτεῖται δεκαετὴς ὑπηρεσία ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, ἵνα ὁ μετατιθέμενος εἰς ἀποστρατείαν ἀξιωματικὸς προβιβασθῇ εἰς ἀνώτερον βαθμόν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1887, εἴδετε, ὅτι παρεχωρήθη εὐεργέτημα, καὶ διὰ τοὺς ἔχοντας ὑπηρεσίαν 35 ἐτῶν ἀπητοῦντο 8 μόνον ἔτη, ὅπως λάβουν τὸν ἀνώτερον βαθμὸν, διὰ τοὺς ἔχοντας 40 ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἀπητοῦντο 7, καὶ διὰ τοὺς ἔχοντας 45 ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἀπητοῦντο 6 ἔτη. Ἤδη ἀπαιτοῦνται 10 ἔτη διὰ πάντας τοὺς βαθμούς. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1864, δὲν ὑπῆρχε νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἑπομένως ἠδύνατο ὁ ἀξιωματικὸς νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ἐπὶ 10 ἔτη καὶ πλέον, καὶ νὰ ἀποστρατευθῇ προαγόμενος εἰς ἀνώτερον βαθμόν. Σήμερον ὅμως, λειτουργοῦντος τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας, εἶναι πολὺ πιθανὸν, καὶ μάλιστα, ἐὰν γένηται μελέτη ἐπὶ τοῦ μητρώου τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς παρατήρησις, ὅτι δύναται νὰ συμβῇ, κατώτερος ἀξιωματικὸς, πρὶν ἢ διανύσῃ τὰ 10 ἔτη ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, νὰ καταληφθῇ ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ἑπομένως νὰ ἀποστρατευθῇ μὲ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει. Δύνανται νὰ συμβῶσιν, ὅπως συνέβησαν, πολλὰ τοιαῦτα ἀδικήματα· λ. χ. λοχαγὸς, διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ὁποίου ὅριον ἡλικίας ἐθεωρήθη τὸ 56ον ἔτος, νὰ φθάσῃ εἰς τὸ 55ον καὶ 6 μῆνας, νὰ ὑπάρχῃ χηρεύουσα θέσις, νὰ μὴ πληρωθῇ αὕτη, νὰ καταληφθῇ ὁ λοχαγὸς οὗτος ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, καὶ νὰ ἀποστρατευθῇ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ὑπηρετήσῃ μέχρι τοῦ 65ου ἔτους ὡς ταγματάρχης καὶ νὰ ἀπολαμβάνῃ σύνταξιν καὶ αὐτὸς καὶ τὰ τέκνα του ἀνωτέραν. Ἰδοὺ τί δύναται νὰ συμβῇ, διότι δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι δὲν πληροῦνται αἱ χηρεύουσαι θέσεις, καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δυστυχῶς περιέπεσε πολλάκις εἰς τὸ ἄτοπον τοῦτο· ἐποιήσατο ἐξαίρεσιν μόνον δι’ ἕνα συμπολίτην αὑτοῦ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, δι’ ἕνα κἄποιον Ντάην, καὶ οὕτως ἐῤῥίπτοντο εἰς τὰς ὁδοὺς οἱ ἀξιωματικοί. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ἤτοι νὰ τροποποιηθῇ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ 1864, μεταβαλλομένης τῆς προθεσμίας τῶν 10 ἐτῶν εἰς 8 ἔτη. Τοῦτο δὲ δύναται πρὸ πάντων νὰ ἦναι ὠφέλιμον διὰ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς, οὐδεὶς δὲ θὰ δύναται νὰ παραπονεθῇ, ἐὰν τεθῶσιν ὡς ὅρος τὰ 8 ἔτη διὰ πάντα βαθμὸν, τηρουμένων πασῶν τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου.
§287Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δύναται νὰ συμβῇ, ὁποιανδήποτε καὶ ἂν προσδιορίσητε διάρκειαν. Σᾶς φέρω παράδειγμα ἀτοπήματος ἢ ἀδικήματος, λαβόντος χώραν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου τοῦ 1887. Εἷς συνταγματάρχης, ἐντιμότατος ἀξιωματικός, προσενεγκὼν μεγάλας ὑπηρεσίας καὶ διακριθεὶς, ἐπειδὴ ἔλειπον ἀπὸ αὐτὸν τέσσαρες μῆνες, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν, παρέσυρεν αὐτὸν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, καὶ ἀπεστρατεύθη συνταγματάρχης. Καὶ ἦλθεν εἰς ἐμὲ, παραπονούμενος· ἀλλ’ εἶπον αὐτῷ: «τί νὰ σᾶς κάμω; ὁ νόμος εἶναι τοιοῦτος». Λοιπὸν, οἱονδήποτε χρονικὸν διάστημα καὶ ἂν προσδιορίσητε, καὶ ὀκτὼ ἔτη, καὶ 10 ἔτη, καὶ 2 ἔτη, δύνανται νὰ συμβῶσι τοιαῦτα ἀδικήματα. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἰσχυρογνώμων καὶ ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην μου, δέχομαι τὴν ὀκταετίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Τερτίπη.
§289ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη, Κύριοι, δὲν προσκρούει διόλου εἰς τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι διά τινας ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας θὰ στερηθῶσι τοῦ δικαιώματος τοῦ εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον τοῖς εἶχε δώσει ὁ νόμος· δὲν πρόκειται, παρὰ μόνον περὶ δύο ἢ τριῶν ἀξιωματικῶν.
§290ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ δὲν τὸ ἔχουσι;
§291ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Τὸ ἔχουσι.
§292ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχουσιν ἑξαετίαν;
§293ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ὀκταετίαν θὰ συμπληρώσωσι. Πρόκειται περὶ δύο ἢ τριῶν ἀξιωματικῶν, κατωτέρων μάλιστα· μὴ θελήσητε νὰ τοὺς ἀδικήσῃ τὸ Δημόσιον δι’ ὀλίγους μῆνας.
§294ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς ἔχει ἡ τροπολογία;
§295ΤΕΡΤΙΠΗΣ. (ἀναγινώσκει). «ἐξαιρέσει τῶν ἐντὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1891 συνεπείᾳ τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας ἀποστρατευομένων ἀξιωματικῶν». Αὕτη νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου.
§296ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης ἐν τέλει τοῦ νομοσχεδίου).
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται). Ἐνταῦθα εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κόρπα καὶ ἡ τοῦ κ. Σχινᾶ.
§298ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κόρπα ἐδέχθην.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Σχινᾶ.
§300ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι παρών· δὲν ὑποστηρίζεται.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σχινᾶ ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκεται): «Μετὰ τὰς λέξεις «δὲν παράγεται ὑπὲρ τῶν συνταγματαρχῶν...» τεθήτωσαν: «τοῖς δὲ συνταγματάρχαις χορηγεῖται μόνον ἡ σύνταξις τοῦ ὑποστρατήγου».
§302ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴν τὴν ἀπεδέχθην ἤδη.
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ δὲ τοῦ κ. Κόρπα ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Βʹ) ἐὰν ἔχωσιν ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν». Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ἐὰν παραδέχηται τὸ ἄρθρον 2 ὡς διὰ τῶν δύο τροπολογιῶν διεμορφώθη.
§304ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους· πρῶτον ἡ δεκαετία ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ἀποστρατευομένου νὰ περιορισθῇ εἰς ὀκταετίαν, δεύτερον ὁ ἀποστρατευόμενος νὰ προβιβάζηται εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑποστρατήγου καὶ ὑποναυάρχου, ἑπομένως οἱ συνταγματάρχαι καὶ οἱ πλοίαρχοι νὰ μὴ προβιβάζωνται ὑποστράτηγοι καὶ ὑποναύαρχοι, ἀλλὰ νὰ ἀποστρατεύωνται μὲ τὸν αὐτὸν βαθμὸν, ἀπονεμομένης ὅμως τούτοις τῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου καὶ ὑποναυάρχου ἀντιστοιχούσης συντάξεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, οὕτω συναρμολογηθέντος. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τοῦ ᾼΨΛΔʹ νόμου τῆς 27/31 Μαρτίου 1889 περὶ παραρτημάτων τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων» καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τοῦ ΠΙʹ νόμου τῆς 19 Φεβρουαρίου 1881 περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἀστικοῦ νόμου καὶ περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου.»
§305ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ πρακτικὰ, κύριε Πρόεδρε.
§306ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ, κύριε Πρόεδρε, καλέσατε τοὐλάχιστον τοὺς κκ. Βουλευτὰς νὰ προσέλθωσιν, ὅπως ὦμεν ἐν ἀπαρτίᾳ.
§307ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ ἔγκρισις τῶν πρακτικῶν νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§308ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ κληθῶσιν οἱ Βουλευταὶ, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι τόσοι νόμοι ἐψηφίσθησαν τῆς Βουλῆς οὔσης ἐν ἀπαρτίᾳ.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, θὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά· καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 1½ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.