1890.12.20
2.955 στίχοι · 22.668 λέξεις · 245 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
τῆς 20 Δεκεμβρίου 1890.
(Πέμπτη).
Ὥρα 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς καὶ ἄλλων Βουλευτῶν τοῦ νομοῦ, περὶ διαιρέσεως τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ–Φαρσάλων εἰς δύο ἐπαρχίας. Ἡ ἐπαρχία αὕτη ἐπὶ τουρκοκρατίας ἦτο διῃρημένη. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ διαῤῥύθμισις τῆς χώρας καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν κατοίκων τῆς χώρας ὑπαγορεύει τὴν διαίρεσιν εἰς δύο ἐπαρχίας. Θὰ ἀποτελῆται δὲ ἡ ἐπαρχία Φαρσάλων ἐκ τριῶν δήμων, ἡ δὲ ἐπαρχία Δομοκοῦ ἐκ πέντε δήμων.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 74).
§3ΚΟΡΠΑΣ. Ὑποβάλλω δύο τροπολογίας, μίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ ἑτέραν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τύπωσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 75–76). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν ΑΤϞΑʹ καὶ ΑΤΞΒʹ νόμων κατέθηκαν τροπολογίας εἷς τῶν Βουλευτῶν Κυκλάδων καὶ ἕτερος τῶν Βουλευτῶν Λαρίσσης· ἐπὶ δὲ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσόντων νόμων κατέθηκαν τροπολογίας εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἕτερος τῶν Βουλευτῶν Λαρίσσης καὶ δύο τῶν Βουλευτῶν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Εἷς δὲ τῶν Βουλευτῶν Κεφαλληνίας κατέθηκε πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ μὴ διορισμοῦ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμων. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 77–84).
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν κ. Δαγρὲς ἐζήτησε χθὲς πληροφορίας τινὰς περὶ τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντων ὑπὲρ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τοῦ Παμίσου, καὶ περὶ τῶν δαπανηθέντων διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἐπορίσθην ἀπὸ τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου, καὶ σπεύδω νὰ καταθέσω αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν: 1ον) Ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1888, ὅτε ἤρξατο ἡ εἴσπραξις τῶν διὰ τοῦ ΑΧΜΖʹ νόμου ἐπιβληθέντων εἰδικῶν φόρων, μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. εἰσεπράχθησαν δραχ. 182,618:99. 2ον) Μέχρι τῆς αὐτῆς ἐποχῆς ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς μελέτας ἐπὶ τοῦ Παμίσου κλπ. δραχμαὶ 30,586:32. Ἀπομένει λοιπὸν ὑπόλοιπον, κατατεθειμένον ἐν τοῖς ταμείοις Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης, δραχ. 152,032:67. Αἱ διὰ τὰς μελέτας γενόμεναι δαπάναι ἀφορῶσι αʹ) πληρωμὰς μισθῶν καὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν μηχανικῶν Φ. Σάφνερ καὶ Α. Μαναράκη καὶ τῶν ἐργοδηγῶν Νικολάου Ἐμμανουὴλ καὶ Νικολ. Βενιέρη· βʹ) πληρωμὰς ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ Ε. Κελλενὲκ καὶ τῶν μηχανικῶν Καρόλου Ζάχμαν καὶ Ἰω. Δ’ Ἴστρια· γʹ) ἀγορὰν διαφόρων ἐργαλείων καὶ ὑλικῶν, χρησίμων διὰ τὰς μελέτας, καὶ δʹ) πληρωμὴν ἐνοικίων τοῦ ἐν Καλάμαις συσταθέντος γραφείου. Οὐδὲν ἐδαπανήθη διὰ τὴν κατασκευὴν ἔργων, διότι δὲν κατηρτίσθησαν εἰσέτι τὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενα διαγράμματα προϋπολογισμοῦ καὶ λοιπὰ σχετικά, ἅτινα ἔσονται περατωμένα ἐντὸς τριμηνίας τὸ πολὺ, ὡς ὁ κ. Κελλενὲκ μᾶς ἐπληροφόρησε. Καθ’ ἃς δὲ πληροφορίας ἔχει ἡ Διεύθυνσις, τῶν ἐκτελεσθησομένων ἔργων ἡ ἀξία θέλει ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 3,500,000, μὴ περιλαμβανομένου τοῦ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις ποσοῦ, ἀνερχομένου εἰς δραχμὰς 500,000.
§6ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν ὁ ἀναλαβὼν τὴν μελέτην τοῦ ἔργου Ζαχμὲ ἦναι ἐδῶ· διότι ἔμαθον, ὅτι λείπει πρὸ 5 ἢ 6 μηνῶν.
§7ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ζαχμὲ εἶναι μεταξὺ ἐκείνων, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπληρώθησαν ὁδοιπορικὰ ἔξοδα. Ἀλλ’ ἂν ἦναι ἐδῶ ἢ ὄχι, δὲν ἠξεύρω, ἀλλὰ θὰ σᾶς πληροφορήσω. Οἱ μηχανικοὶ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἔχουσι δικαίωμα, κατὰ τὴν σύμβασιν, νὰ λαμβάνωσιν ἄδειαν ἀπουσίας κατὰ πᾶν ἔτος ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Θέλω λοιπὸν ἐξετάσει, ἂν ἐτύγχανεν ἀπὼν κατὰ τὸ δικαίωμα τὸ ἐκ τῆς συμβάσεως. Ὁ ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς μοὶ ἀπηύθυνεν ἐρώτησιν χθὲς περὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν, αἵτινες μέλλουσι νὰ γένωνται κατ’ αὐτὰς πρὸς πλήρωσιν χηρευσασῶν θέσεων Δημάρχων. Μέχρι τοῦδε ἐγένοντο πέντε δημοτικαὶ ἐκλογαὶ πρὸς πλήρωσιν χηρευσασῶν θέσεων Δημάρχων, ἐν τοῖς δήμοις Ἀλαγονίας, Ἄσσου, Χαλκίδος, Φενεοῦ καὶ Κορίνθου, μένουσι δὲ δύο ἐκλογαὶ ἐκκρεμεῖς ἐν τοῖς δήμοις Μονεμβασίας καὶ Οἰτύλου, ἀμφότεραι δὲ αὗται διετάχθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως διὰ τὴν 30 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. Ἀλλ’ ἐν μὲν τῷ δήμῳ Μονεμβασίας οὐδεὶς ὑποψήφιος ἐξετέθη, ἐν δὲ τῷ τῆς Οἰτύλου ἐξετέθησαν ὑποψήφιοι. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τῆς 10 Μαρτίου 1883, § βʹ, ἄρθρον 8, «ἐκλογὴ δὲν ἐνεργεῖται, ὅταν μεταξὺ τοῦ χρόνου τῆς χηρείας τῆς θέσεως καὶ τῆς λήξεως τῆς δημοτικῆς περιόδου μεσολαβῇ ἐνιαύσιον χρονικὸν διάστημα, ὑπάρχει δὲ Δημαρχικὸς πάρεδρος πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐκλιπόντος Δημάρχου.» Εἰς τοὺς δύο δήμους, περὶ ὧν πρόκειται, παρητήθησαν οἱ Δήμαρχοι, διότι ἐξετέθησαν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, παρητήθησαν δὲ εἰς τὰς ἀρχὰς Σεπτεμβρίου.
§8ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸν δῆμον Μυρεσίου.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ παρητήθησαν ἐκτὸς τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἔταξεν· ἡ δημαρχικὴ περίοδος λήγει τῇ 25 Σεπτεμβρίου 1891, ἑπομένως ἡ χηρεία τῆς θέσεως ἔλαβε χώραν πέραν τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον ἔταξεν ὁ νόμος, ἡμέρας τινάς. Ὁ Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἐδήλωσεν, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί· ἀλλὰ διὰ νὰ γένηται ἡ ἀναβολὴ, ἀπαιτεῖται νόμος. Ἐξετάσας εὗρον ὅτι ἐν τοῖς ῥηθεῖσι δήμοις ὑπάρχει πλῆρες τὸ προσωπικὸν, ἵνα διοικηθῶσι κατὰ τὸ μεσολαβοῦν διάστημα. Ἀφοῦ ὁ νόμος ἐπέτρεψε τὴν ἀναβολὴν, ἐὰν ἡ χηρεία συμβῇ κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς δημαρχικῆς περιόδου, ἤθελεν εἶσθαι σχολαστικισμὸς διὰ τὴν διαφορὰν τῶν 25 ἡμερῶν, νὰ ἐπιμείνωμεν νὰ γείνῃ νέα ἐκλογή· διὰ τοῦτο δὲν ἐδίστασα νὰ συντάξω νομοσχέδιον, δι’ οὗ προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκλογῆς εἰς τοὺς δύο δήμους.
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) πόσοι οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατούμενοι κατὰ τὴν 15 Νοεμβρίου 1890 ἕνεκεν ἀποτίσεως ποινικῶν ἐξόδων, ἀπὸ τίνος ἐποχῆς κρατοῦνται πρὸς τοῦτο καὶ διὰ τίνα ποσὰ, καὶ τίνα ποινὴν ἀπέτισαν· 2) πόσοι οἱ κατὰ τὴν 15 Νοεμβρίου 1890 δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ᾼΥΙΓʹ τῆς 2 Ἀπριλίου 1887 κρατούμενοι εἰς τὰς φυλακὰς, ἐφωδιασμένοι δὲ διὰ πιστοποιητικῶν πενίας, ἀπὸ τίνος ἐποχῆς κρατοῦνται, καὶ διατὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἀποτίσεως τῆς ποινῆς των δὲν τροφοδοτοῦνται· 3) ἐὰν τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ἀπὸ 2 Ἀπριλίου 1887 νόμου ᾼΥΙΓʹ ἐφαρμόζηται καὶ διὰ τοὺς καταδικασθέντας πρὸ τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως ταύτης.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας κ. Παπαμιχαλόπουλος ὑπέβαλεν ἐγγράφως τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν. «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν διατελεσάντων ὑπαλλήλων ἐν τῷ τμήματι τῶν δημοσίων χρεῶν ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1890 μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου ἰδίου ἔτους. Πρὸς δὲ ὅμοιον κατάλογον τῶν κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.»
§12ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ διαφόρους ἐποχὰς μεγάτιμοι ἄνδρες ἐκληροδότησαν ποσὰ εἰς τὸ ἔθνος δι’ ὡρισμένας χρήσεις, πολλοὶ δ’ ἐκ τούτων πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων εἴτε ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, εἴτε ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Δυστυχῶς εἰς ὅλους σχεδὸν τοὺς Ἕλληνας εἶναι ἄγνωστα ὅ τε βίος ὡς καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν καὶ τὰ ποσὰ, ἔτι δὲ καὶ ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν τὰ ποσὰ ταῦτά εἰσι διατεθειμένα.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει τυπωμένος κατάλογος τῶν κληροδοτημάτων ὅλων.
§14ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εὑρίσκεται ὅμως οὐδαμοῦ, κύριε Πρωθυπουργέ.
§15ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἐγένετο ἡ ἐργασία αὕτη κατὰ τὸ 1869 ἐκ μέρους τοῦ γέροντος Λεβίδου.
§16ΣΧΙΝΑΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατατεθῶσι: 1) Πίναξ τῶν διαφόρων κληροδοτημάτων καὶ τῶν ἐφ’ ἑκάστου τούτων ἐτησίων προσόδων. 2) Πίνακες ἐτήσιοι ἀπὸ τοῦ 1885, εἰς οὓς νὰ σημειῶνται τὸ ὄνομα, ἡ πατρὶς καὶ τὸ ποσὸν τῶν διὰ εἰσοδημάτων ἐκπαιδευθέντων. 3) Ἀπολογισμὸς λεπτομερὴς ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1882 τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἐκ Ζαγορᾶς ἀειμνήστου ναυάρχου Κρήτσκη. 4) Πίνακες τῆς διαθέσεως τῶν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τούτου ἐκπαιδευθέντων, ὡς τοὺς αἰτουμένους ἐν § 2, ὡς καὶ πᾶσα σχετικὴ πληροφορία. Μετὰ τῶν συναδέλφων μου τοῦ νομοῦ Λαρίσσης ἐθεωρήσαμεν καθῆκον νὰ ἐπισκεφθῶμεν τὰς ἐν Βόλῳ φυλακὰς, περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ὁποίων ἐπιφυλάσσομαι καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου νὰ ὁμιλήσωμεν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι. Ἤδη ὅμως, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐπερχομένων ἁγίων ἑορτῶν, θεωρῶ καθῆκον μου νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἀκόλουθα. Εἰς τὰς φυλακὰς Βόλου κρατοῦνται τέσσαρες ἄνθρωποι, ὁ Χρῆστος Δ. Φοντάνας ἐξ Ἠπείρου καὶ ὁ Δ. Παπᾶς ἐξ Ἀπεραντίων τῆς Ἀκαρνανίας, ἀμφότεροι καταδικασθέντες ἀπὸ τοῦ 1888. Ἡ ποινὴ αὐτῶν ἔληξε κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1889, ἀπὸ τοῦ Μαΐου δὲ τοῦ 1889 κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς λόγῳ πληρωμῆς δικαστικῶν ἐξόδων 78 δραχμῶν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, ἐὰν εἶχον νὰ πληρώσωσι τὸ ἄνω ποσὸν, βεβαίως δὲν θὰ προετίμων νὰ μένωσιν εἰς τὰς φυλακὰς, τὸ δὲ Δημόσιον νὰ ἐπιβαρύνηται διὰ ποσοῦ πολὺ μεγαλειτέρου, ἤτοι διὰ τῆς καταβολῆς τῶν ἐξόδων τῆς διατροφῆς των. Ἐπίσης ὁ Ἰωάννης Σκανδάλης ἐκ Σκοπέλου ἀπέτισε τὴν ποινήν του τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1889, καὶ μένει εἰσέτι εἰς τὰς φυλακὰς διὰ δικαστικὰ ἔξοδα δραχ. 35, τέταρτος δὲ, ὁ Ἀθ. Κοντογιάννης, κρατεῖται ἐπὶ 14 ὅλους μῆνας εἰς τὰς αὐτὰς φυλακὰς δι’ ἔξοδα 33 δραχ. Νομίζω ὅτι τὸ Δημόσιον δωρεὰν ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλλῃ δι’ ἕκαστον αὐτῶν 15 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἤτοι 60 δραχμὰς ἐν ὅλῳ· ἐκτὸς δὲ τούτου, διατηρεῖ συμπεπυκνωμένας καὶ τὰς φυλακὰς, πρὸς βλάβην τῆς ὑγείας τῶν ἐν αὐταῖς κρατουμένων. Διὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διατάξῃ τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν εἰρημένων τεσσάρων δυστυχῶν ἀνθρώπων.
§17ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ συστάσεως ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς γνωρίζετε, γίνεται ἀναλογία τις, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας συνεισφέρουν καὶ οἱ δῆμοι, ἀλλ’ ὁ νόμος προέβλεψεν, ὥστε ὁ ὅρος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπελογίσθη ἡ εἰσφορὰ αὕτη, νὰ ἀφίνῃ ἓν ποσὸν 2,000 δραχμῶν τοὐλάχιστον, ὅπως συντηρῶνται οἱ δῆμοι. Συμβαίνει ὅμως εἴς τινας τούτων, ὥστε τὰ προϋπολογιζόμενα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων γίνεται ἡ εἰσφορά, νὰ μὴ εἰσπράττωνται. Τὸ ἀποτέλεσμα λοιπὸν ποῖον εἶναι; Ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ λογιστικοῦ ἔτους δὲν περισσεύει νὰ λάβῃ ὁ δῆμος δι’ ἔξοδα διοικήσεως οὐδὲ λεπτὸν, διότι, ἀφαιρουμένης τῆς εἰσφορᾶς, ἡ ὁποία κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογιζομένων, ἀλλὰ μὴ εἰσπραττομένων, δὲν μένει ὑπόλοιπον. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου δύο τοιούτους, ἤτοι τοὺς δήμους Θυάμου καὶ Ἰδομένης τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, ἐν τοῖς ὁποίοις οἱ Δήμαρχοι ἐπὶ τρία ἔτη δὲν ἔλαβον οὐδὲ λεπτόν. Ἐρωτᾶτε λοιπόν: Θὰ μένουν ἀδιοίκητοι αὐτοὶ οἱ δῆμοι; Διότι βεβαίως δὲν δύνανται οἱ Δήμαρχοι νὰ καταβάλουν ἐξ ἰδίων διὰ τὴν διοίκησιν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, νομίζω, ὅτι οἱ ταμίαι παρερμηνεύουν τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ἐνόει νὰ μένουν πάντοτε αἱ 2,000 διὰ τοὺς δήμους, ὥστε, ὅταν βλέπουν, ὅτι δὲν μένει ὑπόλοιπον μετὰ τὴν εἰσφοράν, πρέπει νὰ ἐπιστρέφηται αὕτη. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ νὰ προκαλέσῃ ἑρμηνευτικὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἑρμηνεύηται τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ περὶ συστάσεως ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου, ἢ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, μεταῤῥυθμίζον τὸν περὶ οὗ πρόκειται νόμον, ἂν δὲν προτιμᾷ νὰ διατάξῃ τοὺς Ταμίας, ἵνα, ὁσάκις δὲν περισσεύωσι χρήματα εἰς τοὺς δήμους δι’ εἰσφοράν, παραιτῶνται αὐτῆς, ὅπως μένωσιν αἱ 2,000 δραχμαὶ εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἐπαρκῆ εἰσοδήματα.
§18ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπέμνησα ἄλλοτε τὸ ἄτοπον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Καταντᾷ τῷ ὄντι σκανδαλῶδες, καὶ πολὺ δικαίως ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι δὲ κατεπεῖγον νὰ λυθῇ, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν δήμους, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν δημοτικὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι νὰ λειτουργοῦν. Εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ὑπάγονται πολλοὶ δῆμοι, καὶ εἶναι μεγάλη εἰρωνεία νὰ λέγωμεν, ὅτι ἔχομεν δήμους, ὅπως μάλιστα σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναπτύξῃ τὰ τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν δήμων, ὅταν ὑπ’ ὄψιν ἔχωμεν μίαν τοιαύτην κατάστασιν, καὶ ἐν τούτοις δὲν τὴν θεραπεύωμεν. Καὶ νομίζω ὅτι, ἐπικειμένων τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, εἶναι καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν σπουδαία ἡ θεραπεία τοῦ ἀτόπου· διότι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κινοῦνται ὑπὸ εὐγενοῦς φιλοτιμίας νὰ ἀποδυθῶσιν εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, βεβαίως οὐδέποτε δύνανται νὰ τὸ ἀποφασίσωσιν ὑπὸ τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Ἂν ἡ τοιαύτη κατάστασις ἐξακολουθήσῃ, ποία πρόσωπα θὰ ἔχωμεν ὡς ὑποψηφίους Δημάρχους; Ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ὑπάρχουν· καὶ ἂν ὑπάρξουν, θὰ ἦναι βεβαίως ἐξ ἐκείνων τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα....
§19ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ὁποῖα θὰ ὑπολογίζουν ἐπὶ τῆς κλοπῆς.
§20ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ὁποῖα, ὡς λέγει ὁ συνάδελφος, θὰ ὑπολογίζουν ἐπὶ τῆς καταχρήσεως. Λοιπὸν τὸ πρᾶγμα ἐπείγει, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον, διὰ μιᾶς προχείρου διατάξεως νὰ θεραπευθῇ τὸ κακὸν, καὶ θεραπεύεται ὅπως ὑπέδειξεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ἂν εἰς τὸν σχετικὸν νόμον, ἀντὶ τῆς λέξεως «τῶν προϋπολογιζομένων», τεθῇ «τῶν εἰσπραττομένων»· ἄλλως δὲν ἔχομεν διοίκησιν δήμων.
§21ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ὑπεχρεώθην νὰ λάβω πολλάκις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἀντικειμένου, οἱ παρευρισκόμενοι δὲ τότε κατὰ τὰς συνεδριάσεις ἐνθυμοῦνται, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εὑρέθησαν εἰς δύσκολον θέσιν, διότι δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ διευκρινισθῇ μεταξὺ αὐτῶν, τίς ὁ ἁρμόδιος νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν. Ἡ ἐρώτησις ἀφεώρα εἰς ἀδικίαν, γενομένην καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν τῆς εἰσφορᾶς εἰς δήμους τινὰς τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας, τῆς ὁποίας ἐπὶ τέλους τὸ βάρος ἐῤῥίφθη ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, διότι ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζετο, ὅτι οὐδαμῶς ἐνείχετο εἰς τὴν διάπραξιν τῆς ἀδικίας ἐκείνης. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ ἦτο, ὅτι ὑπεχρεώθη ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόδοσιν τῶν παρανόμως ληφθέντων χρημάτων. Τοιαύτη κατάστασις δὲν θὰ διορθωθῇ διὰ τῆς θεραπείας, ἣν προτείνουσιν οἱ συνάδελφοι. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σκεφθῇ ῥιζικώτερον ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ ἀναγγέλλει, ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα πρὸς καλὴν διοίκησιν καὶ ἀνεξαρτησίαν τῶν δήμων. Διὰ τοῦ ἰσχύοντος περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου συνέβησαν καὶ συνεχῶς λαμβάνουσι χώραν ἀδικίαι πολλαὶ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν, διότι πολλοὶ δῆμοι καταβάλλουσι χρήματα πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν ἰδίων δημοτῶν, ταῦτα δὲ χρησιμεύουσι πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν δημοτῶν ἄλλων δήμων. Δὲν ἀρκεῖ ἑπομένως ἡ μεταῤῥύθμισις, ἡ ὑπὸ τῶν συναδέλφων ὑποβαλλομένη, ἵνα θεραπεύσῃ τὰ τοιαῦτα κακά. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁριστικῶς πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ προηγούμενον σύστημα· καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲν δύναται ἄλλως νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀδικίας καὶ τὰ συμβαίνοντα ἑκάστοτε ἄτοπα, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ προηγούμενον σύστημα, τὸ ὁποῖον συνᾴδει πληρέστατα μὲ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, καὶ εἰς ἃς ἀφορᾷ ἡ σύστασις τῶν δήμων.
§22ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶναι ἀκριβῶς τῶν αὐτῶν ἰδεῶν, καὶ ματαιοπονοῦμεν, φανταζόμενοι ὅτι δύναται τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα νὰ λειτουργήσῃ ἄνευ θεσμῶν ἀποκεντρωτικῶν, ἄνευ αὐτοδιοικήσεως, καὶ μάλιστα ἐν Ἑλλάδι.
§23ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§24ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προσθέσω ὀλίγα τινά. Ὅσοι ἦσαν εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐνθυμοῦνται καλῶς, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον ἐξετυλίχθη ἐπανειλημμένως ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν, καὶ, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἔλαβε μέρος καὶ ὁ ἤδη κ. Πρωθυπουργός· ἀπέδειξαν δὲ τότε οἱ ἀγορεύσαντες, ἐν οἷς καὶ ἐγὼ, ὅτι αἱ κυριώτεραι ἐλλείψεις τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς εἰσφορᾶς εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι δύο· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἔφερα πίνακας καὶ ἀπέδειξα δι’ ἀριθμῶν τὰ ἄτοπα ταῦτα, περὶ ὧν καὶ ἤδη θὰ κάμω λόγον. Τὸ ἓν εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὁ νόμος ἐκεῖνος λέγει, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων κανονίζεται ἡ δημοτικὴ εἰσφορά. Πολλοὶ λοιπὸν ἐκ τῶν Δημάρχων, τῶν ἐπιτηδείων καὶ εὐνοουμένων ὑπὸ τῆς Διοικήσεως, ἐκ συμπαιγνίας μετ’ αὐτῆς, ἠλάττωσαν σκοπίμως τὰ προϋπολογιζόμενα ἔσοδα, καὶ τοιουτοτρόπως, ἀντὶ 10,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, πραγματικῶν ἐσόδων, ἐπαρουσίαζεν ὁ προϋπολογισμὸς ἔσοδα 2,000 μόνον, καὶ οὕτως ὁ δῆμός των δὲν δίδει τίποτε, ἢ δίδει ἐλάχιστον ποσὸν, ὡς εἰσφορὰν, οἱ δὲ ἄλλοι δῆμοι δίδουν τὸ ὅλον τῶν ἐσόδων των· συμβαίνει μάλιστα, ὅπως εἷς ἐκ τῶν προαγορευσάντων εἶπεν, ὄχι μόνον νὰ μὴ μένῃ τίποτε διὰ τὴν διοίκησιν τῶν δήμων, ἀλλὰ καὶ νὰ μένωσι χρεῶσται οἱ δῆμοι. Τότε ἀπέδειξα, ὅτι εἷς ἐκ τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, τὸν ὁποῖον ἀνέφερον τότε, ἀπὸ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου τούτου δὲν ἔλαβεν οὔτε λεπτὸν, καὶ οὕτως ὁ Δήμαρχος ἠναγκάσθη νὰ δαπανήσῃ ἐξ ἰδίων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου. Τὸ ἕτερον ἄτοπον ἀπαιτεῖ εὐρεῖαν συζήτησιν· μὴ ἐπιθυμῶν ὅμως νὰ φέρω ἐμπόδιον εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, καθόσον μάλιστα ὁ καιρὸς κατεπείγει, ἀρκοῦμαι νὰ συστήσω μόνον εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τοὺς πίνακας τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον ἐξετυπώθησαν, καὶ ἐξ αὐτῶν θέλουσιν ἴδει, ὅτι δῆμος, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ δώσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰσφορὰν 3,000 ἢ 5,000 δραχμῶν, ἐν παραδείγματι, ἔδωκε μόνον 400 δραχμάς· ἐκ τούτου δὲ ἐζημιώθη τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως σπουδαίως. Τοῦτο δύναται ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ τὸ διορθώσῃ, καλοῦσα τοὺς δήμους ἐκείνους νὰ παρακαταθέσωσι τὸ οὕτω πως ἀδίκως παρακρατηθὲν ποσόν. Αὐτὰ νομίζω ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκετά· ἡ δὲ μελέτη τῶν ἄλλων ζητημάτων ἀπαιτεῖ χρόνον πολύν. Οὐχ ἧττον καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον κἄπως ἀνθρωπινώτερον καὶ δικαιότερον τοῦ ὑπάρχοντος νόμου.
§25ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αἱ παρατηρήσεις περὶ τῶν πλημμελειῶν τοῦ νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἐν πολλοῖς ὀρθαί· δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο προὐκάλεσε τὴν προσοχήν μου, καὶ ἤδη ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, οὗ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι, ποιεῖται μελέτας, ὅπως καταρτισθῇ νομοσχέδιον, ἢ μεταῤῥυθμίζον τὸν κείμενον νόμον, ἢ καὶ ἐντελῶς καταργοῦν αὐτὸν, ἐὰν ἐκ τῶν μελετῶν δειχθῇ, ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτος βελτιώσεως διὰ μεταῤῥυθμίσεων. Ἐλπίζω κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν νὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλω τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν τούτων καὶ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§26ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Πρὸ ἐτῶν ἀπεφασίσθη ἡ κατασκευὴ μικρᾶς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς μεταξὺ Διακοφτοῦ καὶ Καλαβρύτων, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις. Ἐνῷ δὲ ὑπελογίζετο, ὅτι ἐντὸς 6 μηνῶν ἤθελεν ἀποπερατωθῆ, παρῆλθον ἔκτοτε δύο ἔτη, χωρὶς νὰ τελειώσῃ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ γραμμὴ εἶναι δυσκολωτάτη, ἀλλ’ εἶναι καὶ μεγάλη ἡ ἀμέλεια τῶν διευθυνόντων τὰ ἔργα. Κατὰ συνέπειαν ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πρῶτον νὰ ἐξετάσῃ, πῶς τελεῖται ἐν γένει ἡ ἐργασία αὕτη. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἡ Νομαρχία Πατρῶν πρὸ ἔτους ὁλοκλήρου δὲν προέβη εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν γαιῶν, δι’ ὧν θέλει διέλθει ἡ γραμμὴ ἀπὸ Ζαχλωροῦς εἰς Καλάβρυτα, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ, ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς ἡ Νομαρχία ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλπίζω ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν αὔριον τὴν αἰτουμένην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων πληροφορίαν· ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐπερώτησίν του ἐγγράφως.
§28ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Μάλιστα.
§29ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν· πόσον ποσὸν ἐδαπανήθη μέχρι τοῦδε εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς εἰρημένης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, καὶ πόσον εἶχεν ὑπολογισθῆ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐκτὸς τῶν ἐν αὐτῇ ἀναγεγραμμένων ἀντικειμένων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς ἠκούσατε, ὑπέβαλε πρὸ μικροῦ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ δημαιρεσιῶν νόμων. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι λίαν κατεπεῖγον, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπῃ...
§31ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· ἔχω ἀντίῤῥησιν. Παρακαλῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς, καὶ πρὸ παντὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ σταλῇ εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, διότι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου καθαρῶς προσωπικοῦ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως δύο δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἀκούω ψιθυριζόμενον, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται εἷς πάρεδρος ν’ ἀναλάβῃ τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, διὰ τοῦτο εἰσάγω νομοσχέδιον προσωπικόν. Τὴν ἐπερώτησιν περὶ νομοσχεδίου ὑπέβαλεν ὁ βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Κυριακούλης Μαυρομιχάλης. Ὁ Δημαρχικὸς πάρεδρος, ὁ ὁποῖος διευθύνει εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, δὲν εἶναι πολιτικὸς φίλος τοῦ κ. Μαυρομιχάλη. Τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη, οὐχὶ διὰ λόγον προσωπικὸν, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς δημότας Οἰτύλου καὶ Μονεμβασίας τῆς ἐκλογῆς, ἐκ τῆς ὁποίας ἐν μὲν τῷ δήμῳ Μονεμβασίας οὐδεὶς ἤθελεν ἀναδειχθῆ, διότι οὐδεὶς ἐζήτησε ν’ ἀνακηρυχθῇ ὑποψήφιος, ἐν δὲ τῷ δήμῳ Οἰτύλου πρόκειται νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογὴ μετὰ 6 μῆνας.
§34ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω ἐγὼ, τίς εἶναι ὁ πάρεδρος, ὁ διευθύνων τὴν δημαρχίαν τοῦ δήμου, περὶ οὗ πρόκειται· ἀλλ’ ἐξ ὅσων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε καὶ νῦν καὶ πρὸ ὀλίγου, ὅτε εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, ἐξάγω, ὅτι πρόκειται ἀκριβῶς περὶ μιᾶς καὶ μόνης ἐκλογῆς, διότι εἰς τὸν δῆμον Μονεμβασίας δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ ἐκλογὴ, ἀφοῦ οὐδεὶς ἀνεκηρύχθη ὑποψήφιος. Λοιπὸν, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς ἕνα καὶ μόνον δῆμον; Βεβαίως ὄχι. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς πρέπει περισσότερον νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, παρὰ ἡ τυχὸν διατάραξις τῶν ἐκλογέων, νὰ μὴ τροποποιῶνται δὲ σπουδαῖοι νόμοι μετὰ τόσης εὐκολίας, ὡς ἀπεδείχθη ἐπὶ προηγουμένων νομοσχεδίων. Ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον τακτικῶς εἰς συζήτησιν, θὰ λάβω τὸν λόγον.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ποία εἶναι;
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Πᾶσα πρότασις Βουλευτοῦ ἢ Ὑπουργοῦ παραδίδεται εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔγγραφος καὶ ἰδιοχείρως παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὴν ὑπογεγραμμένη, καταχωρίζεται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, ἀριθμουμένη καθ’ ἣν εἰσάγεται χρονολογικὴν τάξιν, ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου κατὰ τὸ 21 ἄρθρον, τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς. Συζητεῖται δὲ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ, κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην προηγουμένην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.»
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμόν.
§38ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ προέβη εἰς τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου, κηρύξασα αὐτὸ κατεπεῖγον. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, πρόκηται νὰ συνεδριάσωμεν καὶ τὴν Δευτέραν,— καὶ ἑπομένως ἔχομεν τρεῖς συνεδριάσεις — τότε δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον· ἐὰν ὅμως πρόκηται νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν Δευτέραν συνεδρίασιν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ ἀπὸ σήμερον τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ μεταβληθῇ ἐγκαίρως εἰς νόμον.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θαυμάζω, ὅτι ἐπιτρέπετε τὴν συζήτησιν μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ὄχι μόνον ἐπῆλθεν ἡ ἀναβολὴ, ἀλλὰ κατόπιν ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ γραμματέως τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐννοῶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀντελήφθη ἰδιαιτέρας ὁμιλίας μου, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, πῶς ἐπιτρέπετε συζήτησιν ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Ἀντιτάσσομαι λοιπὸν κατὰ πάσης ψηφοφορίας.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν ἐπροκάλεσε συζήτησιν, ἀλλ’ ἰδίαν γνώμην ἐξέφρασε. Γενομένης ἀντιῤῥήσεως κατὰ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ Πρόεδρος, ἀνάγκη εἶναι νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή· ἑπομένως ὁ Πρόεδρος φρονεῖ, ὅτι εἶναι ὑπόχρεος κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν, ποίαν γνώμην ἔχει ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι τὸ κατεπεῖγον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ πρὸ τῆς τυπώσεως, ἀλλ’ εἰς τὸ μετὰ τὴν τύπωσιν στάδιον, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν πρὸ τῆς τυπώσεως νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ὡρισμένον νομοσχέδιον ἦναι κατεπεῖγον ἢ ὄχι· ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, παρὰ μόνον μετὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ.
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ὑμεῖς προεδρεύετε τῶν συνεδριάσεων. Εἰσήχθη νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως δύο δωδεκατημορίων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι θεωρεῖ κατεπεῖγον αὐτὸ, καὶ προέβητε εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον ἐπράξατε ὑμεῖς, ἐπράττετο πάντοτε ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν θεωρεῖ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς δὲν ἀπαγορεύει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον, οὐδ’ ἀπαγορεύει νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς συζήτησιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§43Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὑπάρχουσι προσωπικοὶ λόγοι, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι λίαν ἀώρως ὑποβάλλεται πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἐκλογῶν δι’ ὡρισμένον σκοπὸν, καὶ παραλείπεται ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου Μυρεσίου, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν (διάλογοι). Κυρίως ὅμως ἔλαβον τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, διότι θέλω νὰ παύσῃ πλέον, κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον γνώμην, ἡ ἀναδρομὴ εἰς τὸ παρελθὸν, τὸ πεπλανημένον· τὸ ὅτι ἐγένετο καὶ χθὲς ἢ προχθὲς ἢ ἀντιπροχθές, ἢ εἰς ἄλλην Σύνοδον, οὐδένα ὑποχρεοῖ νὰ τὸ σεβασθῇ, ἐὰν τοῦτο δὲν στηρίζηται εἰς τὸν Κανονισμόν· ὀρθότατα ἀνεγνώσατε ὑμεῖς αὐτὸς, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ὀρθότατα ἑρμηνεύσαντες αὐτὸ, προέβητε εἰς τὰ περαιτέρω. Τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφέστατον, καὶ δὲν ἐπιδέχεται διπλῆν ἑρμηνείαν. Ἀλλ’ ἐπεκαλέσθητε καὶ νομολογίαν κοινοβουλευτικὴν, Κύριοι, ἀκριβῶς καὶ αὐτὴν δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ, ὅτι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ κἀμμία ἀντίῤῥησις, ἴσως δύναται νὰ γείνῃ, ὄχι βεβαίως ὀρθῶς· ἐγὼ καὶ τοῦτο δὲν θεωρῶ κανονικὸν, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι ἐγὼ, ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δύναμαι νὰ ἔχω σπουδαῖον κώλυμα καὶ νὰ μὴ ἔλθω εἰς τὴν συνεδρίασιν· ὅταν ὅμως γνωρίζω, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ καὶ συζητηθῇ νομοσχέδιον μὴ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, περὶ τῆς ἀναβολῆς π. χ. τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Μυρεσίου, θὰ ἔλθω ὅπως κι’ ὅπως.
§44ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι καὶ δευτέρα καὶ τρίτη συζήτησις.
§45Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πράγματι τοῦτο ὠφελεῖ, κύριε Λεβίδη, διότι αἱ τρεῖς ἀναγνώσεις δὲν ὡρίσθησαν ματαίως· ἐὰν δὲν ὑπῆρχε σκοπὸς, δὲν θ’ ἀνεγράφοντο· εἶναι δικαίωμα τοῦ συζητοῦντος τοῦτο. Ἐρχόμενος ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή· αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἐὰν ὁ Πρόεδρος ἀμφιβάλλῃ περὶ τῆς ἑρμηνείας του, τότε διαφέρει· ἐὰν ὅμως δὲν ἀμφιβάλλῃ, καὶ νομίζω ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, εἶναι περιττὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ὁ Πρόεδρος ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι εἰς οὐδεμίαν περίστασιν δύναται αὐτὸς ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν ἕτερος τῶν Βουλευτῶν ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην· ἔργον τῆς Βουλῆς ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ν’ ἀποφαίνηται· αὐτὸς εἶναι ὁ κανών. Ἑπομένως ἐγὼ δὲν δύναμαι, εἰμὴ νὰ θέσω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ τὴν ἐρωτήσω, ἐὰν ἐγκρίνῃ, σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν περὶ κατεπείγοντος, νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, ταύτην τὴν ἑσπέραν.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεμνήσθη μόνον τὸ προηγούμενον τῆς χθὲς, ἀλλὰ δὲν ἀνεμνήσθη ὅλων ὅσα συνέβησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς. Αὐτὸς πρῶτος, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ἡ πρώην ἤθελε νὰ ἐπισπεύσῃ,—ὅπως σήμερον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπισπεύδει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδὲν τὸ κατεπεῖγον ἔχει,—τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου εἰσαχθέντος καὶ μήπω τυπωθέντος, μηδὲ διανεμηθέντος, ἀντέστη καὶ ὑπέβαλεν ἀντίῤῥησιν, καὶ ἡ ἀντίῤῥησις ἐκείνη εἰσηκούσθη. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία διεῖπε τὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον καὶ ἡ ὁποία εἰσηγεῖτο τῆς πλειοψηφίας, ἦτο εὐλαβεστέρα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς. Σήμερον ἔλαβε χώραν κάτι τι ὅλως ἔκτροπον, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Εἰσάγεται ὁ προϋπολογισμὸς καὶ δὲν εἰσάγεται, δὲν γνωρίζει καλῶς, ἡ Βουλή, ὅτι πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς. Ἐὰν κατετέθη ὁ προϋπολογισμὸς, παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ ἐδῶ· κατετέθησαν ἴσως πίνακες γενικοὶ, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν κατετέθη.
§48ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐστάλη εἰς τὸ τυπογραφεῖον.
§49ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἐστάλη εἰς τὸ τυπογραφεῖον, παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ τώρα, διότι πρόκειται νὰ συζητηθῶσι δύο δωδεκατημόρια. Κατετέθη ἐδῶ ὁ προϋπολογισμός; τὸν εἴδατε ὑμεῖς; τὸν ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;... Καὶ ἐν τούτοις, πρὶν ἢ κατατεθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, εἰσάγεται νομοσχέδιον περὶ δύο δωδεκατημορίων, καὶ ψηφίζεται ἀπνευστεί· ἀμέσως προσκαλοῦνται τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰσέρχονται εἰς ἓν δωμάτιον τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει των μόνον ἓν νομοσχέδιον, ἀπὸ δύο στίχους συγκείμενον, ἐγκρίνουν τὴν πίστωσιν, εἰσάγεται αὕτη καὶ ψηφίζεται. Νομίζετε ὅτι ὑπάρχει προηγούμενον τόσον ἀληθὲς, δυνάμενον νὰ τὸ ἐπικαλεσθοῦν; Βεβαίως ὄχι· ἴσως ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἐπῆλθε κἀμμία ἀντίῤῥησις, δικαιολογοῦνται πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ἀλλ’ ἀπεύχομαι νὰ ἐπαναληφθῶσι ταῦτα, διότι φρονῶ, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὁ ἔλεγχος πλέον τῆς Βουλῆς καθίσταται εἰκονικὸς καὶ οἱ Βουλευταὶ δὲν ἔχουσι κἀνένα λόγον ὑπάρξεως. Ἐὰν ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς τῶν Ὑπουργῶν πρόκηται νὰ ψηφίζωνται πιστώσεις δύο δωδεκατημορίων, δηλ. τῶν 2|16 τῆς ἐνιαυσίου δαπάνης καὶ τῶν ἐσόδων, ἀλλοίμονον πλέον εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην! εἶναι ἀξία νὰ καταδικασθῇ εἰς ἐντελῆ ἀφασίαν!
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω καθῆκόν μου νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἴσως ἦτο ἀπὼν κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δὲν ἤκουσεν ὅσα ἐξέθηκα.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Ἤμην ἀπὼν, μάλιστα.
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπὼν καὶ μοὶ ἀκούσας τί ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν δικαιοῦται ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμός. Ὑπέβαλον τοὺς γενικοὺς πίνακας. Δὲν ἔφερον δὲ συγχρόνως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς πίνακας τῶν λεπτομερειῶν, διότι ἐδόθησαν οὗτοι εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ὅπως τυπωθῶσι. Νομίζω ὅτι ἀδικεῖ ἑαυτὸν ὁ κ. συνάδελφος, ἰσχυριζόμενος ἀνακριβῶς, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμός. Ὑπέβαλον αὐτὸν, καὶ ἀνέπτυξα συγχρόνως τὰ πλεῖστα τῶν κεφαλαίων τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ὅτε δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπεφάσισεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν δύο δωδεκατημορίων, εἶχε γνῶσιν τῶν κυριωτέρων κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δὲ ἤθελε νομίσει ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ γνῶσιν οἱωνδήποτε λεπτομερειῶν, ἠδύνατο νὰ μοὶ ζητήσῃ αὐτὰς, καὶ ἤθελα τὰς ὑποβάλει εἰς αὐτήν.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀκριβῶς βεβαιοῦσιν ὅσα εἶπον ἐγώ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι, ἀντὶ νὰ κατατεθῇ ὁ προϋπολογισμὸς μὲ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, ἀπεστάλη εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ ἐπειδὴ ἀπεστάλη εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ἦσαν δὲ ἐδῶ πίνακες, οἱ ὁποῖοι δὲν κατετέθησαν, ἀλλ’ ἀπεστάλησαν εἰς τὸ τυπογραφεῖον, διὰ τοῦτο ἐξεπληρώθη ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος! Ἀλλὰ περιπλέον προέβη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς μίαν ὁμολογίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐξεπλάγην, προέβη εἰς τὴν ὁμολογίαν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔλαβε γνῶσιν τῶν κυριωτέρων μερῶν αὐτοῦ, δηλ. ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μηδὲ τοὺς γενικοὺς πίνακας εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της.
§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ἤκουσεν ἐδῶ ὅλα.
§55ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ, ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς εἰσαγωγῆς, γενομένης ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἀποφαίνεται· ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θέλει ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν δωδεκατημορίων, προηγουμένως ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ κατὰ προκαταβολὴν πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της τοὺς πίνακας, καὶ ὅμως σεῖς, ὡμολογήσατε, ὅτι δὲν τοὺς ἐθέσατε ὑπ’ ὄψιν της. Καὶ ἐν τούτοις προέβη εἰς μίαν γνωμοδότησιν, διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ οὐδὲν περιπλέον. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων. Τὸ προηγούμενον λοιπὸν τὸ χθεσινὸν οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ· ἴσως ἐκ τῆς ἐλλείψεως πάσης ἀντιῤῥήσεως δύναται νὰ δικαιολογηθῇ μόνον.
§56ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις ἐνόμισε πρέπον νὰ χαρακτηρίσῃ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, συνελθόντα πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ σοβαροῦ αὐτῶν καθήκοντος, ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπιβεβλημένου, ὅτι προέβησαν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος τούτου ἐλαφρῶς. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ λέξις αὕτη, προφερομένη ἐκ τῶν χειλέων τοῦ κ. συναδέλφου, φέρει τὸν χαρακτῆρα τὸν κοινοβουλευτικόν, οὔτε θέλω νὰ προβῶ εἰς τὴν περαιτέρω ἑρμηνείαν τῆς λέξεως ταύτης. Ὁ κ. συνάδελφος, ἀπὼν τῆς Βουλῆς, βεβαίως δὲν ἤκουσε τὸν ἐμπεριστατωμένον καὶ ἠκριβωμένον λόγον, τὸν ὁποῖον ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ προτάξῃ, ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς πίνακας καὶ τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη εἰς τύπωσιν. Ἐὰν ἦτο παρών, ἤθελε φωτισθῆ ὁμολογουμένως, ὅπως πάντες ἡμεῖς, περὶ τῶν κυριωτάτων γραμμῶν καὶ τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἐν χρόνῳ ὁμολογουμένως μικροτάτῳ, ὅστις τῇ ἐδόθη, ἔθηκε τὰς βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1891. Ὡς γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, ἡ μελέτη τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἐξακρίβωσις τῶν λογαριασμῶν αὐτοῦ, καὶ ἡ μελέτη τῶν διαφόρων πόρων αὐτοῦ, καὶ ἡ μελέτη τῆς αὐξήσεως τῶν πόρων αὐτοῦ, καὶ ὁ κανονισμὸς τῶν δαπανῶν εἶναι ἐργασία μεγίστη, χαλεπωτάτη, καὶ μάλιστα εἰς τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διεδέχθη τὴν προκάτοχον, καὶ ὑπὸ τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὗρε καὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ κατάστιχα τοῦ Κράτους, ὅπως χθὲς διὰ μακρῶν ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διετύπωσεν. Ἐὰν ἦτο παρὼν ὁ κ. συνάδελφος, ἤθελεν ἀκούσει, ὅτι ἐπὶ τῶν πλείστων κεφαλαίων τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, μετ’ ἀκριβείας καὶ ὀξυδερκείας ὁμολογουμένως ἐξετάσας αὐτά, μᾶς ἐξήγησε, τίνες εἶναι οἱ πόροι ἑκάστου τῶν κυριωτέρων ἐσόδων, καὶ τίνες ἐξ αὐτῶν προοιωνίζονται εἰς αὔξησιν, ἤθελεν ἀκούσει ὅλας τὰς λεπτομερείας ἐκείνας ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἰδίως δὲ ἤθελε μείνει πολὺ ηὐχαριστημένος ἐπὶ τῇ εἰλικρινείᾳ, μεθ’ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξήγησε τὰ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ τοῦ μεγάλου κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μετὰ τὴν ἐπιμελῆ καὶ μετὰ διαυγείας τοιαύτης ἔκθεσιν τῶν κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, ἐπειδὴ ἐπήρχοντο αἱ ἑορταὶ, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ διοικηθῇ τὸ Κράτος κατά τινα τρόπον, διότι δὲν ἠδύνατο οὔτε ὁ στρατὸς, οὔτε ἡ διοίκησις, οὔτε αἱ ἄλλαι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὴν ἀξίωσιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ πληρωθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, δι’ ὧν συντηρεῖται, διὰ νὰ μείνωμεν εἰς τὸν Ἑβραϊκὸν κανονισμὸν τοῦ τύπου, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὁρίζονται τὰ τῆς συντάξεως τῶν ἐκθέσεων τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τί ἔπρεπε νὰ κάμωμεν; Νὰ σώσωμεν τὸν τύπον τοῦ κανονισμοῦ, ἢ νὰ δώσωμεν τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διοικηθῇ τὸ Κράτος; Βεβαίως, ἐὰν εἴχομεν καιρὸν, πάντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχουσι καὶ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐρευνήσωσιν ἐν ὅλῃ τῇ λεπτομερείᾳ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς θὰ πράξωσι τοῦτο, εὐθὺς ὡς ἐπέλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἐξετάσεως ὅλου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πάντες λοιπὸν ἡμεῖς, οἱ ἀκούσαντες ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891, ἔχοντες πεποίθησιν ἐπὶ τοὺς σκοποὺς καὶ τὰς ἰδέας, αἵτινες κρατοῦσιν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συνήλθομεν καὶ εἴπομεν νὰ δώσωμεν τὰ μέσα, διὰ νὰ διοικηθῇ τὸ Κράτος ἐπὶ δύο μῆνας. Ὑπῆρξαν μάλιστα μέλη τινὰ, τὰ ὁποῖα ὄχι τόσον ἐλαφρῶς, ὅσον ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν, ἀλλὰ μετὰ πολλῆς σοβαρότητος, ἐπέμειναν, ὅτι ἐπιφυλάσσονται νὰ ἐπιφέρωσι πάσας τὰς δυνατὰς παρατηρήσεις καὶ πάσας τὰς δυνατὰς ἐλαττώσεις ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν βλέπω κατὰ τί ἠμελήσαμεν, ὥστε νὰ ὑποστῶμεν αὐτὸν τὸν πικρὸν ἔλεγχον ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅστις ἐκ τῆς πείρας του γνωρίζει, ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὄχι τὸ πρῶτον σήμερον, προέβη ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ συνηθέστατα ὡς ἐκ τῆς ἀνωμαλίας, ὑπὸ τῆς ὁποίας διείποντο τὰ κοινωνικὰ καὶ πολιτικά μας πράγματα’ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι κατὰ ἓν ἔτος ἐπὶ 5 ἢ 6 ἢ 7 μῆνας ἔζη τὸ Κράτος διὰ παροχῶν δωδεκατημορίων, διότι αἱ περιστάσεις τοῦ τόπου δὲν ἔδωκαν τὸν καιρὸν εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ συζητήσῃ ἐν ὅλῃ τῇ ἀνέσει, καὶ καθ’ ὃν χρόνον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Λυποῦμαι δὲ, διότι ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ῥηθῶσιν ὅλοι αὐτοὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπειγούσης, δὲν μοὶ φαίνονται πολὺ ἀναγκαῖοι.
§57ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, πρὶν ἢ ὑπογραφῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, τινὰ τῶν μελῶν αὐτῆς ἐφοβοῦντο μήπως ἐκ τούτου ἠμποδίζετο ἡ γνώμη των διὰ τὴν μελέτην κατόπιν τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐδόθη ἡ ἐξήγησις, ὅτι εἶναι ἐλευθέρα ἡ γνώμη των ἐπὶ τῶν καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως ὑπέγραψαν.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀληθῶς περίεργοι ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι γίνονται γνωσταὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐγνώρισε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Βλέπετε μέχρι τίνος σημείου ὑπῆρξαν εὐλαβεῖς πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὰ ἴδια αὑτῶν δικαιώματα· ἐσκέπτοντο, ἐὰν, δίδοντες τυφλῶς τὴν γνώμην των ἐπὶ τῶν δύο δωδεκατημορίων, χωρὶς νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των οὔτε τοὺς γενικοὺς πίνακας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν οὕτω πως δὲν προεξώφλουν πᾶν δικαίωμα ἐλέγχου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ διότι τέλος πάντων ἐπεφυλάξατο τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐδέχθη καὶ ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τῶν δύο δωδεκατημορίων. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, δὲν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν ὁ νόμος καὶ τὸ Σύνταγμα; Δύναται ὁ κ. Πετρίδης νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίληψιν τόσῳ ὀξεῖαν, ὥστε ν’ ἀντιλαμβάνηται ὅλας ἐκείνας τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας οὐδὲ κἂν ἐξέθηκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι περιωρίσθη εἰς τὸ ν’ ἀναπτύξῃ τὰς γενικὰς γραμμὰς, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσῃ τις ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκτίθηνται οἱ προϋπολογισμοὶ καθ’ ὅλας των τὰς λεπτομερείας· ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πετρίδης ἔχῃ τοσοῦτον ὀξεῖαν τὴν ἀντίληψιν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὁμολογήσω ταπεινῶς, ὅτι ἐγὼ δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐτυχῆ ταύτην θέσιν, ὅτι προτιμῶ, ὅταν μάλιστα δὲν ὑπάρχωσιν αἱ ἐπείγουσαι περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ ὡς ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις τῆς παραλείψεως καθήκοντος, ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ὅτι προτιμῶ, λέγω, νὰ μένω εἰς τὸ Ἰουδαϊκὸν κείμενον καὶ εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν διαγραφομένων παρὰ τοῦ κειμένου νόμου. Διότι τέλος πάντων, Κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλον, πρὶν ἢ κατατεθῇ —καὶ βεβαιῶ ὅτι δὲν κατετέθη— ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, νὰ συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπή, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ κἂν οὔτε τοὺς γενικοὺς πίνακας ὑπ’ ὄψιν της, ἀλλὰ μόνον τὴν ὀξεῖαν ἀντίληψιν τοῦ κ. Πετρίδου, νὰ γνωμοδοτήσῃ τυφλῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν δύο δωδεκατημορίων; Σᾶς λέγουσιν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους· καὶ τὸ πιστεύουσι, προκειμένου περὶ πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον. Κατὰ τὸ πλεῖστον, κατὰ τὰ 9/10, αἱ δαπάναι ἑκάστου μηνὸς πληρόνονται εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς· ὑπάρχουσί τινες δαπάναι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπείγουσαι, καὶ αἱ ὁποῖαι πληρόνονται καθ’ ὅσον προβαίνει ὁ μήν· αἱ δαπάναι αὗται εἶναι αἱ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς δαπάνας ταύτας προέβλεψεν ὁ νομοθέτης, ὅπως μὴ ἀναγκάσῃ τὸν κ. Πετρίδην νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ὀξείας του ἀντιλήψεως, καὶ ἔδωκε προκαταβολὰς καὶ εἰς τὰ δύο ταῦτα Ὑπουργεῖα. Ὑποθέτουν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ συνέλθῃ μέχρι τέλους Φεβρουαρίου; ὑποθέτουν ὅτι αἱ ἑορταὶ τῶν Χριστουγέννων θὰ παραταθοῦν ἐπὶ δύο μῆνας ἐφέτος; Αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύει ὀξεῖαν τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀργολίδος, ἐξ ἐναντίας ἀποδεικνύει ὅ,τι εἶπον ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον, τὸ εἰς αὐτὴν ἐπιβαλλόμενον. Δύναται νὰ ἔχῃ πᾶσαν πεποίθησιν ἐπὶ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Καραπάνου ἢ τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρούσης, ἀλλ’ ὅταν ἀναλαμβάνουν δυνάμει τῶν κειμένων νόμων τὴν ἐπιτέλεσιν καθήκοντος, ὀφείλουν θρησκευτικῶς καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουν ἐπὶ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιτελοῦν τὸ καθῆκόν των. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· τὸ ζήτημα τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν δύο δωδεκατημορίων ἦλθεν ὅλως διόλου τυχαίως· μὴ λησμονῶμεν, τίς εἶναι ἡ συζήτησις, καὶ ποῖον τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως τῆς παρούσης. Πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀποβλέποντος εἰς τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῆς τῇ 30 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. εἰς ἕνα καὶ μόνον δῆμον, διότι περὶ τῶν ἄλλων δήμων βεβαίως δὲν ἐσκέφθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ οὐδὲ γνῶσιν κἂν εἶχε περὶ τοῦ δευτέρου δήμου, περὶ δὲ τοῦ τρίτου, τοῦ τῆς Μονεμβασίας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ ἐκτεθοῦν οἱ ἐκλογεῖς εἰς μάταιον ἀγῶνα. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς καὶ μόνου δήμου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τόσῳ ἐπεῖγον, ὡς εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιψηφίσεως τῶν δύο δωδεκατημορίων; μὴ πρόκειται νὰ καταστραφῶσι τιμαλφέστατα συμφέροντα τοῦ Κράτους; μὴ πρόκειται νὰ μείνῃ ἀδιοίκητον τὸ Κράτος; Περὶ οὐδενὸς πρόκειται τοιούτου· πρόκειται περὶ τοῦ νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἐκλεχθῇ ὁ μόνος ἀνακηρυχθεὶς ὑποψήφιος, ὁ ὁποῖος ἴσως δὲν εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος κατὰ τὰς ἰδέας πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσηγήσαντο τὸ νομοσχέδιον.
§59ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο· πολλοὶ ἀνεκηρύχθησαν.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μοὶ δίδετε τὴν πληροφορίαν.
§61ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ λέγητε πράγματα ἀληθῆ παρακαλῶ. Ἐγώ, ὅταν ἐζήτουν νὰ ἀνασταλῇ ἡ δημοτικὴ ἐκλογὴ Οἰτύλου, ἐνόμισα ὅτι εἶναι πολλαὶ τοιαύτης κατηγορίας δημοτικαὶ ἐκλογαί, ὡς ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι τρεῖς.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἦσαν δύο, καὶ σήμερον ἀνεφάνη ἡ τρίτη. Ἐλπίζω δ’ ὅτι ἡ πληροφορία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας δὲν εἶναι ἐντελεστέρα ἀπὸ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται, περὶ τοῦ πῶς ν’ ἀποφύγωσι τὸν συναγωνισμὸν εἰς ἕνα ὡρισμένον δῆμον, καὶ χαίρω ἀκριβῶς, διότι ἐπῆλθεν ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ ὅτι πρόκειται περὶ συναγωνισμοῦ. Φοβεῖσθε λοιπὸν τὸν συναγωνισμὸν, καὶ διότι φοβεῖσθε τὸν συναγωνισμὸν, δὲν εὑρίσκετε τίποτε ἄλλο καλλίτερον. Ὅ,τι ἐγένετο ἐπὶ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως διὰ τῶν Β. Διαταγμάτων, θὰ τὸ κάμητε διὰ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἤδη εἰσερχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλω νὰ ἐπεκτείνωμαι εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἐπιφυλάττομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐν ᾗ περιπτώσει, κατὰ παράβασιν ὅλων τῶν νομίμων διατυπώσεων, εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀργὰ ἐνεθυμήθη τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, καὶ ἐζήτησε νὰ προσφύγῃ αὖθις εἰς αὐτὸ, ἀφοῦ ὅμως προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἰσχυρισμοὺς, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδέτερος εἶναι ἀληθής. Προέβαλε τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέβη τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν ἦλθε νὰ ἐξαπατήσῃ τὴν Βουλὴν· δεύτερον ἰσχυρίσθη καὶ ἄλλον ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τυφλῶς ἐγνωμοδότησεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως δύο δωδεκατημορίων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἔλαβε παντάπασιν ὑπ’ ὄψει τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Ἡ Βουλὴ συνῆλθε κατὰ τὴν 29 Ὀκτωβρίου, κατὰ δὲ τὸ Σύνταγμα, ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ καθῆκον νὰ εἰσαγάγῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου· ἑπομένως τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ λήγει τὴν 29 Δεκεμβρίου, ἀλλὰ τὴν 29 Δεκεμβρίου Βουλὴ δὲν θὰ ὑπάρχῃ, διότι ἐπέρχονται αἱ ἑορταὶ καὶ οἱ Βουλευταὶ θέλουσιν ἀπέλθει εἰς τὰς ἑστίας των· διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἠναγκασμένη νὰ καταθέσῃ τὸν προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς λήξεως τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ταχθείσης προθεσμίας, πρὸ τῆς 29 Δεκεμβρίου, καὶ κατεθήκαμεν αὐτὸν τὴν 19 Δεκεμβρίου. Καὶ ἀπήτει νὰ μὴ εἰσαγάγωμεν μόνον αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχωμεν αὐτὸν ἐκτετυπωμένον. Καθ’ ὅλα ἐν τούτοις τὰ ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦδε ἔτη οὐδέποτε τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν εἰσήγετο ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν, διενεμήθη ὁ προϋπολογισμὸς ἐκτετυπωμένος. Ποίαν λοιπὸν παράβασιν Συντάγματος ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν μετὰ τοσαύτης τόλμης κατήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς; Ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον αὑτῆς. Οὔτε εἶναι ἀκριβὲς τὸ ἄλλο λεχθὲν, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου πληρόνονται κατὰ τὸ τέλος Ἰανουαρίου, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο δὲν ἦτο ἀναγκαία ἡ ζητουμένη πίστωσις τῶν δύο δωδεκατημορίων. Πληρόνονται κατὰ τὸ τέλος τοῦ Ἰανουαρίου τὰ ἔξοδα τῶν μισθῶν, ἀλλὰ τὰ ἔξοδα τὰ πραγματικὰ δὲν πληρόνονται εἰς τὸ τέλος Ἰανουαρίου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ πρώτου μηνὸς τοῦ ἔτους ἄρχονται τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς ἐκείνου· ἑπομένως καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ ὑπὸ τῶν νόμων ἐπιτρεπόμενα ἔξοδα, διότι δὲν ἐγνώριζεν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐπαναλάβει τὰς ἐργασίας της κατὰ τὰς ἀρχὰς Φεβρουαρίου ἢ κατὰ τὰ τέλη Ἰανουαρίου. Ἐὰν δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν γνωμοδοτικὴν, διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιαν περὶ χορηγίας πιστώσεως δύο μηνῶν, ἐὰν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον αὑτῆς εὐσυνειδήτως ἢ ὄχι, δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἐλέγξῃ αὐτὴν, ἔχει δικαίωμα νὰ δώσῃ ψῆφον μέλαιναν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται, ἐὰν ὁ εἷς Βουλευτὴς ἐξετέλεσε τυφλῶς τὰ καθῆκόν του ἢ μὲ ἀνοικτοὺς ὀφθαλμούς. Ἐγὼ δὲν εἶμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐὰν ἤμην μέλος αὐτῆς, βεβαίως δὲν ἤθελον ἀπαντήσει εἰς ὅσα μετὰ τοιαύτης ἀνευλαβείας πρὸς συνάδελφον ἀπήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Τὸ θέμα εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν ἐκλογῶν δύο Δημάρχων, ἢ καὶ τριῶν, ἂν ἦναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία, ἣν μοὶ ἔδωκεν ὁ ἐκ Λαρίσσης κ. Βουλευτής. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νομίζει, ὅτι εἶναι εἰς αὐτὸν ἐπιτετραμμένον νὰ ἀποδίδῃ εἰς τοὺς ἄλλους πονηροὺς σκοποὺς ἢ ἰδιοτελεῖς. Παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸν νόμον ἐφέραμεν, ἵνα παράσχωμεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου τὴν εὐκολίαν νὰ ἀποφύγῃ τὸν ἀνταγωνισμόν. Ὅταν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου τὸν ἐβεβαίωσεν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, τότε ὠπισθοχώρησε, καὶ ἐπέπληξε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου, διατὶ ἀποφεύγει τὸν συναγωνισμὸν, καὶ δὲν μεταβαίνει νὰ συναγωνισθῇ. Ἕκαστος δύναται νὰ διατιμᾷ ὡς θέλει τὰ πράγματα, ἔχει ὅμως πάντοτε τὴν εὐθύνην τῆς διατιμήσεως, ἣν ποιεῖται, καὶ ὅταν διατιμᾷ ἀδίκως, ἀποδίδων εἰς τοὺς ἄλλους ἰδιοτελεῖς σκοποὺς, βεβαίως ἀδικεῖ, καὶ πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ τὸν χαρακτηρισμόν, ὅτι ἀδίκως κρίνει ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν τὸ νομοσχέδιον θεωρῇ κατεπεῖγον ἢ ὄχι. Ἂν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νομίζῃ, ὅτι πρότασις τοιαύτη δὲν δύναται κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, τότε δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν. Ἀλλὰ θὰ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι οὕτως ἐφηρμόσθη πάντοτε ὁ Κανονισμός· διότι, ἐὰν ἤθελον παρουσιασθῆ ἔκτακτα συμβάντα, τὰ ὁποῖα ἀπήτουν τὴν σύμπραξιν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένη ἡ ἄμεσος ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, εἰμὴ μόνον τὴν ἐπιοῦσαν, τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἤθελον διατρέξει τὸν κίνδυνον νὰ ζημιωθῶσιν, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀνακηρύξῃ τὰς προτάσεις ταύτας κατεπειγούσας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἔννοια τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιτρέπει ν’ ἀποφανθῇ σήμερον ἡ Βουλή, ἂν κρίνῃ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον ἢ ὄχι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§64ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανορθώσω μίαν ἀνακρίβειαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰπόντος, ὅτι εἰς τὰ τελευταῖα ἔτη ὁ προϋπολογισμὸς οὐδέποτε εἰσήγετο πλήρης εἰς τὴν Βουλήν. Ἐξ ἐναντίας, ἐάν τι καλὸν ὑπὲρ ἑαυτῆς δύναται νὰ προβάλῃ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, τοῦτο εἶναι, ὅτι, ὅτε ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἑκάστοτε τὸν προϋπολογισμόν, τὸ τεῦχος αὐτοῦ εὑρίσκετο εἰς χεῖρας τῶν Βουλευτῶν ἔντυπον.
§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδέποτε.
§66ΡΑΛΛΗΣ. Πάντοτε.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ζητήσατε τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἴδητε, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα καὶ τὸν λόγον, κατακρίνας τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν διενεμήθη τὸ τεῦχος.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως ὑπάρχει μία μόνη ἐξαίρεσις. Ἀληθῶς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, σεῖς ἄλλοτε κατεκρίνατε, κατὰ τὸ 1881, ὅτι δὲν κατετέθησαν οἱ πίνακες, εἰσαχθέντος τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὰ 1881 ἐγὼ δὲν ἤμην Βουλευτής.
§70ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπίσης κατέκρινε τὸν τρόπον τοῦτον, ὅτε ἦτο ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ 1879, ὅτε εἰσήγετο ὁ προϋπολογισμός, ὁ ἐκ Μεσολογγίου Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζεται διὰ τὸν πείσμονα χαρακτῆρά του, ἐζήτησε τὰ φύλλα τῶν λεπτομερειῶν τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ. Ἐγώ, τυγχάνων τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐβεβαίωσα αὐτὸν, ὅτι τὰ ζητούμενα φύλλα εἶχον ἀποστείλει εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ὅπως ἐκτυπωθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἀλλ’ ἐκεῖνος ἐπέμεινε, ζητῶν νὰ ἴδῃ τὰ φύλλα τῆς λεπτομερείας. Ἂν καὶ ἡ πείσμων ἀπαίτησις αὐτοῦ ἐνεῖχε τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν, εἶχον δὲ διὰ τοῦτο δικαίωμα νὰ μὴ ἐνδώσω εἰς τὴν αἴτησιν αὐτοῦ, ἔπεμψα οὐχ ἧττον εἰς τὸ τυπογραφεῖον καὶ ἐζήτησα τὰ ἀναλυτικὰ φύλλα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἐκομίσθησαν ἐνταῦθα, καὶ εἶδεν αὐτά. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπεθύμησε νὰ δώσῃ πειράματα πείσματος, οἷον ἔδειξεν ἡ κατὰ τὸ 1879 Ἀντιπολίτευσις. Προτιμότερον ἦτο δι’ αὐτὸν, ἐὰν θέλῃ νὰ δείξῃ, ὅτι ἔχει γνώμην ἐναντίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εὑρίσκῃ πλημμελεῖς πράξεις αὐτῆς καὶ νὰ ἐλέγχῃ αὐτὰς, καὶ νὰ μὴ ἀντιγράφῃ τὴν πείσμονα τακτικὴν ἄλλων. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§72ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἦναι εἰς τὰς συμβουλάς του φειδωλότερος πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτῶν. Τὸ προηγούμενον τὸ ἐνθυμεῖται καλλίτερον ἐμοῦ, διότι ἀπέβλεπεν εἰς αὐτὸν καὶ δύναται σήμερον νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, διότι πράγματι αἱ λεπτομέρειαι ὑπῆρχον εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον, ἀλλὰ δὲν εἶπε τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν κατετέθησαν, ἐνῷ σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν κατετέθησαν.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διετάχθη τὸ Γενικὸν Λογιστήριον νὰ στείλῃ τοὺς πίνακας εἰς τὸ τυπογραφεῖον. Ἐκφράζετε δυσπιστίαν.
§74ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προτάσεως δυσπιστίας, ἀλλὰ περὶ αἰτήσεως, στηριζομένης εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Βουλευτοῦ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖον τὸ τεῦχος· ἐρωτῶ τὸν Ὑπουργὸν, γνωρίζει ἐὰν ἐστάλη εἰς τὸ τυπογραφεῖον;
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω μήτε λέξιν εἰς ὅσα εἶπον. Ἂν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς θέλῃ νὰ ἐκφράσῃ δυσπιστίαν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἂς ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν τὴν τοιαύτην δυσπιστίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς συμμερίζωνται καὶ ἄλλοι Βουλευταί. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§76ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δυσπιστίας, πρόκειται περὶ βεβαιώσεως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. (Ποδοκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, θόρυβος ἐν τῇ Βουλῇ).
§77Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως ἡ πλειοψηφία δὲν ἐπιδοκιμάζει τὸν τοιοῦτον τρόπον τῶν ἀκροατηρίων.... Ἀλλὰ βλέπω ἐντὸς τῆς αἰθούσης πολλοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι Βουλευταί.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ διέταξα νὰ ἐξέλθωσιν οἱ μὴ Βουλευταὶ, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ κ. κ. Βουλευταὶ εἰσάγουσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐντὸς τῆς αἰθούσης, φίλους των, δὲν δύνανται δὲ οἱ κλητῆρες τῆς Βουλῆς νὰ ἔρχωνται εἰς σύγκρουσιν πρὸς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς νὰ μὴ εἰσάγωσιν ἀκροατὰς ἐν τῇ αἰθούσῃ. Ὡς πρὸς τὰ ἀκροατήρια, ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, δίδει τὴν ἄδειαν νὰ ἐκκενώσω αὐτὰ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀτακτήσωσι;
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§80ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ ἑκάστης ἀταξίας πρέπει νὰ ἐπέρχηται εἰδικὴ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Εὐτυχῶς ἡ παρέμβασις αὕτη τῶν ἀκροατηρίων συνετέλεσεν, ἵνα κατευνασθῇ ἡ ἔξαψις, ἣν ἤγειρεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ. Παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησα νὰ βεβαιώσῃ, ἂν ἀπεστάλησαν τὰ φύλλα τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον, θέλων οὕτω νὰ βεβαιωθῶ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὁλόκληρος κατετέθη· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ἐκφράζει δυσπιστίαν ἡ πρότασίς μου, καὶ ζητεῖ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· ἐγὼ δὲν θὰ τὸν ἐμποδίσω, ἀφοῦ νομίζει, ὅτι δύναται νὰ παίξῃ μὲ τὰ ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης· εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ πράξῃ.
§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ ἀνακαλεῖτε, δὲν ἐπιμένω.
§82ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀνακαλῶ τίποτε· δὲν εἶσθε τόσον ὑψηλοῦ ἀναστήματος, ὥστε νὰ ἀνακαλέσω, οὐδ’ ἔπρεπε νὰ προκαλέσητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης παιδαριῶδες.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε;
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὸν κ. Ράλλην). Κύριε Βουλευτὰ, παρακαλῶ νὰ ἦσθε εὐπρεπέστερος εἰς τὰς ἐκφράσεις σας.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Ἠθέλησε δι’ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε λόγον, ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔθηκα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἔψεξε, διότι ἐπραγματεύθην περὶ τῶν δύο δωδεκατημορίων καὶ περὶ τῶν λαβόντων χώραν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐὰν ἐγὼ εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν αἴτησιν περὶ ἀμέσου ἐπιψηφίσεως, ἀνέφερε τὴν χθεσινὴν ψηφοφορίαν, δὲν εἶναι δὲ τόλμη, — καὶ πλανᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πιστεύων τὸ ἐναντίον, — δὲν εἶναι τόλμη τὸ νὰ ἐκπληροῖ τις τὸ καθῆκόν του· τόλμη εἶναι τὸ νὰ μὴ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του. Ἴσως ἡ μὴ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος εἶναι εὐκολωτέρα, ἀλλὰ κατόπιν δυσχέρειαι γεννῶνται. Βεβαίως ἠθέλησα νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, νὰ σέβηται τὸν Κανονισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι νόμος τῆς Βουλῆς. Τὴν πλειοψηφίαν τὴν ἔχετε, καὶ δύνασθε ν’ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν σέβεσθε τὸν νόμον τῆς Βουλῆς. Ἐμὲ δὲν θὰ βλάψῃ τοῦτο, ἀλλ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποδειχθῆ ὑπαίτιοι τῆς τοιαύτης παραβάσεως ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ ἀνταγωνισμὸς δὲν θὰ ἀπολεσθῇ ἐκ τοῦ ὅτι θ’ ἀποτραπῇ μία δημοτικὴ ἐκλογὴ, τὴν ὁποίαν φοβοῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι νὰ τὴν διεξαγάγωσι.
§86ΚΥΡΙΑΚ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν φοβεῖται κἀνείς· θέλομεν μόνον ν’ ἀποφύγωμεν τὸν σάλον τὸν ἐκλογικόν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται· καὶ τὸ γνωρίζετε.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶσθε ὑποψήφιος Δήμαρχος. (Θορυβώδεις διαλέξεις μεταξὺ Ράλλη καὶ Κυριακούλη Μαυρομιχάλη). Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ κατεπεῖγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν, ὅπως κατορθώσωσι νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ παραβῇ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ποῦ εἶναι αὐτὸ τὸ κατεπεῖγον; Ὁ κ. Μαυρομιχάλης λέγει, ὅτι ἠθέλησε ν’ ἀποφύγῃ τὸν σάλον τὸν ἐκλογικὸν εἰς τὸν δῆμόν του· ἀλλ’ ἐγὼ ἠξεύρω, ὅτι ἀξία προσοχῆς εἶναι μᾶλλον ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν θελήσῃ τις νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἁπλουστέραν αὐτοῦ μορφὴν, τί βλέπει; βλέπει ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος ἔθηκεν ἓν ὅριον.... (θόρυβος).
§88ΚΥΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἡ ἄμυνα εἶναι δύσκολος εἰς τοὺς ἄλλους. Εἶμαι πρόθυμος... (θόρυβος).
§89ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ Κύριοι πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐγὼ πολιτεύομαι πρὸ 18 ἐτῶν, καὶ ὅτι δὲν ὑπῆρξα συμπολιτευόμενος, εἰμὴ ἐπὶ 16 μόνον μῆνας, καὶ ἐσυνείθισα ἐντεῦθεν νὰ ἀντιμετωπίζω τὰς πλειοψηφίας. Οἱαδήποτε ὕβρις καὶ ἂν ἐκτοξεύηται, οὐδεμίαν ἐντύπωσιν μοὶ προξενεῖ. Αἱ ὕβρεις μένουν εἰς βάρος τῶν ἐκφερόντων αὐτὰς (θόρυβος) καὶ νομιζόντων ὅτι εἶναι ὕβρις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι τυφλῶς ἐπεκύρωσεν ἡ ἐπιτροπή· εἶναι λέξις παραδεδεγμένη εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν λεξικὸν, δὲν εἶναι ὕβρις, διότι δὲν ἀπέβλεπεν εἰς οὐδὲν πρόσωπον, δὲν εἶναι ὀνειδισμός· πρόκειται περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης. Εἶναι λοιπὸν περιττὸν νὰ κάμνητε ὑπαινιγμοὺς, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν εὐφυΐαν ἀποδεικνύουσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀντικειμένου τόσον ἐπείγοντος καὶ τόσον σπουδαίου, ὥστε νὰ παραβῇ ἡ Βουλὴ τὸν νόμον καὶ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ.
§90ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἤθελε κάμει καλὰ, ἀντὶ νὰ ἔρχηται ἐνταῦθα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν καὶ νὰ ἀποδίδῃ ὕβρεις, οὐχὶ δῆθεν μὲ τὴν πρότασιν νὰ ὑβρίσῃ, καὶ νὰ λέγῃ ἁπλῶς, ὅτι δέκα συνάδελφοι τυφλῶς ἔδωσαν τὴν ἄδειαν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ διαχειρισθῶσι 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν, κάλλιον θὰ ἔπραττε νὰ μανθάνῃ ἀκριβῶς τὰ γιγνόμενα ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς καὶ νὰ ἀναμετρῇ τὰς φράσεις του, διότι πρὸ ὀλίγου ἀπεκάλεσε τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παιδαριώδη. Ὁ κ. συνάδελφος ἔπρεπε νὰ ἦναι παρὼν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέθηκε τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τότε ἡ Βουλὴ πᾶσα ἀντελήφθη καὶ ἡμεῖς, τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπίσης, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὡς ῥητῶς εἶπεν ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, δὲν προτείνεται οὔτε αὔξησις φόρων, οὔτε δαπάνης, οὔτε νέα δάνεια. Ἐτήρησαν τὴν τάξιν τοῦ προηγουμένου προϋπολογισμοῦ, μέ τινας ἀσημάντους τροποποιήσεις. Ἡ Ἐπιτροπὴ, ἀφοῦ ἐνταῦθα ἤκουσε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐβεβαιώθη, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ προσθέσῃ νέους φόρους, οὐδὲ νὰ γείνωσι νέα δάνεια, οὐδὲ νὰ προστεθῶσι νέαι δαπάναι, ἐβεβαιώθη δὲ πρὸ πάντων, μετὰ μακρὰν συζήτησιν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Ἐπιτροπῆς, — καὶ τοῦτο δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ εἰσηγητὴς, ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος καὶ ἄλλοι, — ὅτι δύναται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν προτέρων νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῶν δύο δωδεκατημορίων, ἀφοῦ τοῦτο τῇ ἐπιβάλλει συνταγματικὴ ἀνάγκη, πάντες δ’ εὑρέθημεν σύμφωνοι, ὅτι ἡ παροχὴ τῶν δύο δωδεκατημορίων κατ’ οὐδὲν ὑποχρεοῖ τὴν Βουλὴν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψῆφόν της εἰς τὸ μέλλον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, — ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ἐπὶ ἐκείνου νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἀκεραίαν, — ἀφοῦ, λέγω, ἐβεβαιώθη περὶ ὅλων τούτων ἡ Ἐπιτροπὴ, ἐνέκρινε τὴν πίστωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐδίδομεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὰ δύο δωδεκατημόρια, τί ἤθελε συμβῆ; τότε ἀκριβῶς ἠθέλομεν παραβῆ τὸ καθῆκον ἡμῶν. Καὶ διότι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ διότι ἐθέσαμεν ἐν τῇ ἐκθέσει λέξεις, αἱ ὁποῖαι πρώτην φορὰν τίθενται ἐν ἐκθέσει πλειοψηφίας, διὰ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἔρχεται νὰ ψέξῃ ἡμᾶς, ὡς τυφλῶς καὶ ἀσυνειδήτως παραδεχθέντας τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως! Δὲν εἶχε δίκαιον ὁ συνάδελφος· ἐλπίζω δ’ ὅτι, ἀναγνωρίζων τὴν ἀδικίαν, θέλει ἀνακαλέσει τὴν βαρεῖαν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν. Ἡμεῖς ἐνταῦθα θὰ ἐκτελῶμεν τὸ καθῆκόν μας, ἀδιαφοροῦντες, ἐὰν ὑπάρχῃ τις, ὁ ὁποῖος δὲν ἀρέσκεται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπέδειξεν ἡμῖν τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ συμπολίτης μου ἠθέλησε νὰ κάμῃ σήμερον τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον κάμνει. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπό τινος χρόνου φλέγεται ὑπὸ ἐπιθυμιῶν ἀνωτέρων· εἶδεν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς παρελθούσης ἐποχῆς, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἄλλοτε εἶχε ζητήσει πεισμόνως νὰ ἴδῃ τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἱ ὁποῖαι πάντοτε στέλλονται εἰς τὸ τυπογραφεῖον, τυποῦνται καὶ διανέμονται, καὶ κατὰ προτίμησιν εἰς φυλλάδια καθυποβάλλονται εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς· εἶδεν ὅτι τότε ἐπέμεινεν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ὅτι ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ. Σήμερον ἀπουσιάζει ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς Χαρίλαος Τρικούπης, ὁ δὲ κύριος συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ καταλλήλως, καὶ νὰ κάμῃ νέον θόρυβον εἰς τὰ 1890! Ἐγὼ δὲν τὸν συγχαίρω διὰ τὸν θόρυβον αὐτὸν (ἱλαρότης).
§91ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑποχρεοῦμαι νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν αἰτιάσεων καὶ τῶν μομφῶν, ὅσας ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἕνεκα τῶν ἑορτῶν θὰ ἠναγκάζετο ἡ Κυβέρνησις μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἂν δὲν ἐλάμβανε τὰ δύο δωδεκατημόρια, νὰ κυβερνήσῃ ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἑπομένως ἐθεωρήσαμεν ὡς ἀπαραίτητον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἐχορηγήθησαν τὰ δύο δωδεκατημόρια, τοῦτο δὲ εἴπομεν διὰ τῆς ἐκθέσεώς μας, οὐχὶ ἐλαφρῶς καὶ τυφλῶς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ράλλης, ἀλλὰ μετὰ συζήτησιν παρατεταμένην, καθ’ ἣν ἐγὼ αὐτὸς ἐξήνεγκον τὴν ὑπόνοιαν, μήτοι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως δεσμεύηται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐθεωρήθη δὲ, ὅτι οὐδόλως δεσμευόμεθα. Ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως μάλιστα, τὴν ὁποίαν συνετάξαμεν, ἐπειδὴ ὑπῆρχεν ἐν τῷ σχεδίῳ ἡ φράσις «Εὑρίσκομεν βάσιμον τὸ νομοσχέδιον», ἀντικατεστήσαμεν τὴν λέξιν «βάσιμον» διὰ τῆς λέξεως ἀπαραίτητον, ἵνα μὴ μείνῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι ἡμεῖς προεξωφλήσαμεν τὴν γνώμην μας. Αὐτὰ εἶχον μόνον νὰ εἴπω, ἵνα πείσω τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν περὶ ἡμῶν ἐξήνεγκεν, ἦτο λίαν ἄτοπος, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι θὰ μεταμεληθῇ διὰ τοῦτο.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδήλωσα καὶ προηγουμένως τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν δέχηται νὰ τεθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ψηφοφορίαν. — Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς διατάξεως τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ΑϞΘʹ τῆς 30 Μαρτίου 1883 περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν καὶ δημαιρεσιῶν νόμου», καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου 1891. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται)
§95ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Μοὶ φαίνεται περιττὸν νὰ τεθῇ τὸ ποσὸν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἐνδέχεται νὰ μεταβληθῇ εἴτε διὰ δηλώσεων, εἴτε διὰ τροπολογιῶν.
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, ἂς ἀπαλειφθῇ τὸ ποσόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, μὲ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ποσοῦ «ἐκ δραχ. 99,253,390». Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 3,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890. Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 400,000, πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐκ Κρήτης ἀπόρων προσφύγων. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 6,980. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 339,530:25 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 5,034,721:90 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 1,000,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 648,700 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1890. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 115,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 65,443:65 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν ΑΤϞΑʹ καὶ ΑΤϞΒʹ νόμων τῆς 12 Ἰουλίου 1886 περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν καὶ ὡς πρὸς τὴν περιφέρειαν. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§98ΡΑΛΛΗΣ. Θέλω ὑποδείξει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν τυπικὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἔχει τι τὸ ἀντισυνταγματικόν. Δυνάμει τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία προτείνεται εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, πρόκειται ν’ ἀναβιώσωσι νόμοι, καταργηθέντες διὰ προηγουμένων νομοθετικῶν πράξεων· οἱ νόμοι ὅμως ἐκεῖνοι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐψηφίσθη ἡ κατάργησις αὐτῶν, τὸ δὲ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐψήφισε τὴν κατάργησιν ταύτην ἐκυρώθη καὶ ἐδημοσιεύθη, ἔπαυσαν ἀπὸ τοῦ νὰ ὑπάρχωσι σήμερον, ἐὰν δ’ ἔπαυσαν ἀπὸ τοῦ νὰ ὑπάρχωσι τοιοῦτοι, δὲν δύνανται ν’ ἀναβιώσωσι σήμερον, δὲν δύνανται διὰ τῆς διατάξεως ὅτι καταργεῖται ὁ νόμος, ὅστις κατήργησε προηγούμενον νόμον, νὰ κάμῃ ἢ Βουλὴ, ὥστε ν’ ἀναβιώσῃ νόμος, ὅστις κατηργήθη ἤδη. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, δηλ. νὰ ψηφίσῃ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον ὁλοκλήρους τοὺς νόμους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους προτίθεται νὰ κάμῃ ν’ ἀναβιώσωσιν. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε προβῆ εἰς ἐπιψήφισιν ἄρθρον πρὸς ἄρθρον ὅλων τῶν διατάξεων τῶν νόμων τῶν καταργηθέντων καὶ ἀναβιούντων ἤδη, νομίζω ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι δὲν ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ὅπως ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Τὴν τυπικὴν ταύτην παρατήρησιν ὤφειλον νὰ κάμω, διὰ νὰ ᾖναι ἐν γνώσει ἡ Βουλὴ περὶ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχει, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν προβῇ εἰς ἐπιψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅπως εἶναι συντεταγμένον.
§99ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου. Αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων, δὲν παραβιάζονται, ἂν δὲν ἀναγνωσθῇ τρὶς τὸ κείμενον τοῦ ἀναβιοῦντος νόμου. Εἶναι ἀπαραίτητον τῷ ὄντι, προκειμένου περὶ νομοθετήσεως, νὰ λαμβάνωμεν γνῶσιν τοῦ ψηφιζομένου νόμου, ὅπως ἐν ἐπιγνώσει νομοθετῶμεν, ἀλλὰ ἡ ῥήτρα αὕτη πληροῦται ἤδη, ἀφοῦ οὐδεὶς ἀγνοῇ τὸν ἀναβιοῦντα νόμον, ὅστις εἶχε βεβαίως ψηφισθῆ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν.
§100ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐκτὸς τούτου, ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν κατηργήθη ὁλόκληρος ὁ νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησεν ὁ κ. συνάδελφος, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου, νὰ ψηφίσωμεν ὁλόκληρον αὐτὸν ἐκ νέου· τροποποίησις μόνον αὐτοῦ ἐγένετο διὰ τῆς καταργήσεως ἄρθρων τινῶν· ταῦτα τὰ καταργηθέντα ἄρθρα πρόκειται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον νὰ ἐπαναφέρῃ. Ἐὰν δὲ ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρηται περὶ καταργήσεως τῶν νόμων τῆς 12 Ἰουλίου 1886 περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τῶν περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμων, τοῦτο δὲν ἐγένετο, εἰμὴ μόνον διὰ νὰ ἐκφρασθῇ ἡ ἔννοια αὕτη.
§101ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας ἀκριβῶς ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἦτο διόλου δυσχερὲς, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν προεβάλλετο εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς τὸ κείμενον ἐκείνων τῶν ἄρθρων τοῦ καταργηθέντος νόμου. Ἐγὼ λέγω, ὅτι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἱ ἐκ τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι κατηργήθησαν διὰ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προτιθέμεθα σήμερον νὰ ψηφίσωμεν, δὲν δύνανται νὰ ἀναβιώσωσιν, εἰμὴ καθ’ ὅσον ἤθελον ψηφισθῆ, διατηρουμένων τῶν διατυπώσεων, τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπιβαλλομένων διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαϊοήλιδος γνωρίζει κάλλιστα τὰς διατάξεις ἐκείνας, διότι ἐπανειλημμένως ἐξελέγη Βουλευτής· ἀλλ’ ἡ γνῶσις ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν οἱασδήποτε διατάξεως δὲν ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως τὴν Βουλὴν νὰ τηρήσῃ τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Τάχα τόσον ἀμβλεῖα εἶναι ἡ ἀντίληψίς μας, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ κατανοήσωμεν ἅπαξ ἀναγινωσκόμενον τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ θὰ νομοθετηθῇ ἡ μὴ κατ’ ἔτος ἐκτύπωσις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων; Ἐν τούτοις ὀφείλει νὰ ψηφισθῇ τρὶς κατὰ τὸ Σύνταγμα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω φρονιμώτερον, εἶναι ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἄλλος λόγος, πρέπει νὰ συμμορφώμεθα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Αἱ διατάξεις περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, αἱ καταργηθεῖσαι διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ καταργήσωμεν, δὲν ὑφίστανται πλέον, δὲν δύνανται νὰ ἀναβιώσουν· τί πρέπει νὰ γείνῃ; Πρέπει ἀκριβῶς νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ ῥήτρα τοῦ Συντάγματος περὶ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ψηφίζεται παρὰ τῆς Βουλῆς οἱονδήποτε νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι δὲ διόλου ἔργον μακρὸν, ὥστε νὰ φοβηθῶμεν, ὅτι δὲν θὰ προφθάσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτο νομοσχέδιον· ἀκριβῶς δὲ πρόκειται περὶ ὡρισμένων διατάξεων τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, αἵτινες ἤδη θέλουν ἀναβιώσει. Θὰ ἦτο εὐκολώτατον εἰς τὴν Κυβέρνησιν,—καὶ τοῦτο δύναται νὰ πράξῃ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν διὰ μιᾶς τροπολογίας,—νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν ῥήτραν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ὑπέμνησα εἰς τὴν Βουλὴν, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προβαίνῃ εἰς ἐπιψηφίσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται κατόπιν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀκύρως γενόμεναι, ἢ ὡς γενόμεναι ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
§102ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅτε ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι, περὶ τῆς καταργήσεως τῶν ὁποίων πρόκειται νῦν, μεταξὺ τῶν ἄλλων λόγων, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἐθεωρήθησαν ὡς κακῶς εἰσαχθέντες καὶ μὴ παραδεκτοί, καθ’ ἃ ἰσχυρίσθησαν πολλοί, εἶναι καὶ διότι ἐφρόνουν καὶ φρονοῦσι πολλοί, —καὶ μεταξὺ αὐτῶν εἶμαι καὶ ἐγὼ,—ὅτι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἦσαν ἀντισυνταγματικοί, ὅτι διὰ τῶν νόμων ἐκείνων παρεβιάζετο ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἂν λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχηται τὴν γνώμην ἐκείνην ὡς ὀρθήν, καὶ κατὰ συνέπειαν, ὅτι οἱ ψηφισθέντες τότε νόμοι, περὶ τῆς καταργήσεως τῶν ὁποίων πρόκειται σήμερον, εἶναι ἀντισυνταγματικοί, ἕπεται ὅτι διὰ τῆς ἀκυρώσεως τῶν νόμων τούτων ἐπέρχεται ἡ αὐτοδικαίως ἀναβίωσις τῶν καταργηθέντων νόμων, διότι, ἀφοῦ κηρύσσονται ἀντισυνταγματικοί, ἕπεται ὅτι δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι ἔλαβον ὕπαρξιν.
§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι καταργοῦνται οἱ νόμοι οὗτοι.
§104ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀλλὰ ὁ Βουλευτὴς, δίδων τὴν ψῆφόν του, τὴν δίδει σχηματίζων πεποίθησιν, εἴτε ἐκ τῶν λόγων, οἵτινες ἀναφέρονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἴτε ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐπικαλοῦνται κατὰ τὴν συζήτησιν, εἴτε ἐξ ἐκείνων, οὓς αὐτὸς ἔχει. Ἐγώ, καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἴσως, θέλω δώσει ψῆφον ὑπὲρ τῆς καταργήσεως αὐτῶν, διότι τοὺς θεωρῶ ὡς ἀντισυνταγματικούς. Λοιπὸν, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ ἀκύρωσις αὐτῶν ἐπιφέρει τὴν ἐξαφάνισιν αὐτῶν καὶ ἑπομένως τὴν αὐτοδικαίως ἀναβίωσιν τῶν νόμων ἐκείνων, οἵτινες κατηργήθησαν δι’ ἀντισυνταγματικῶν νόμων· προκειμένου δὲ περὶ ἀναβιώσεως νόμων, οἵτινες ὑπέστησαν τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτουμένην διαδικασίαν, ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἐπανάληψις αὐτῆς.
§105ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ θεωρία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας ἠξεύρετε ποῦ δύναται νὰ μᾶς ἀγάγῃ; εἰς τὸ νὰ καταργήσωμεν πάσας ἐκείνας τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ὁπωσδήποτε ἐνήργησεν ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοῦ 1887. Βεβαίως τὸ ἄτοπον εἶναι τόσον μέγα, ὥστε εἶναι ἀδύνατον σήμερον, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νὰ θελήσωμεν νὰ περιπέσωμεν εἰς αὐτό. Ἄλλως ἐκ τοῦ ὅτι ὡρισμένοι Βουλευταὶ ἐθεώρησαν τοὺς νόμους ἐκείνους ὡς ἀντισυνταγματικούς, δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι πράγματι ἀντισυνταγματικοί. Ἐξ ἐναντίας ἐκεῖνοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐθεώρησαν ὡς ἀντισυνταγματικούς, — καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἤμην καὶ ἐγὼ, διότι πρῶτος ἔλαβον τὸν λόγον, καταπολεμήσας τὰ νομοσχέδια περὶ εὐρείας περιφερείας, περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν κλπ.—οἱ Βουλευταί, λέγω, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τὰ εἰρημένα νομοσχέδια, διὰ τὴν ἀντισυνταγματικότητα αὐτῶν, ἀπεδέχθησαν ἀκριβῶς τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐπολέμησαν δι’ ἄλλους λόγους· διότι, ἂν εἶχον πεποίθησιν περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος αὐτῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ συμμετάσχουν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία οὕτως ἀντισυνταγματικῶς κατηρτίσθη, καὶ τὸ πρῶτον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κάμῃ ὁ Βουλευτὴς Κεφαλληνίας, ἦτο νὰ ἀκυρώσῃ καὶ ἐμὲ καὶ ἑαυτὸν καὶ ὅλας τὰς ψήφους, τὰς ὁποίας ἔδωκε καὶ αὐτὸς καὶ ἐγώ. Τὸ ἄτοπον εἶναι τόσον μέγα, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ σκεφθῇ τις σπουδαίως περὶ αὐτῆς τῆς γνώμης. Ἄλλως τὸ νομοσχέδιον δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀκυρώσεως, — τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἦτο ἡ ἁρμόζουσα λέξις, ἂν ἐθεωροῦντο ὡς ἀντισυνταγματικοὶ οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, — ἀλλὰ περὶ καταργήσεως, καὶ πρέπει ν’ ἀντιμετωπίζωμεν τὰ ζητήματα ὡς τίθενται.
§106ΛΕΒΙΔΗΣ. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ συζητουμένου ζητήματος, παρατηρῶ μόνον εἰς τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι πλανᾶται καὶ λησμονεῖ, πιστεύων ὅτι πρῶτος αὐτὸς ὡμίλησε περὶ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τῶν νόμων ἐκείνων. Πρῶτος ὡμίλησεν ὁ μακαρίτης Δημητρακάκης, δεύτερος δ’ ἐγώ, ἐτέθη δὲ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ διελύθη ἡ συνεδρίασις. Ἐν τῇ δευτέρᾳ συζητήσει τῶν νομοσχεδίων ἠγόρευσαν ἄλλοι συνάδελφοι κατὰ τῶν ἀντισυνταγματικῶν αὐτῶν νομοσχεδίων, ἐν τῇ τρίτῃ συζητήσει ἠγόρευσαν ἄλλοι. Ὁ Βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας νῦν, καὶ τότε Ἀττικῆς, οὐδέποτε ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἀντισυνταγματικῶν νομοσχεδίων ὡμίλησεν. Ἂν δὲ νομίζῃ ὅτι ἠγόρευσεν, ἂς ἀνατρέξῃ εἰς τὰ πρακτικά, καὶ θέλει πεισθῆ περὶ τοῦ ἐναντίου.
§107ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμην ἐκ τῶν ὄχι μόνον ψηφισάντων, ἀλλὰ καὶ ἀγορευσάντων τότε κατὰ τῆς ἐκλογικῆς ἐκείνης μεταῤῥυθμίσεως. Κρίνω περιττὸν νὰ σπεύσω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἔχω βεβαίως σπουδαίους λόγους νὰ διαφωνῶ πρὸς τὴν πάγκοινον καταδίκην τῆς ἐκλογικῆς ἐκείνης μεταῤῥυθμίσεως· ἴσως διαφωνῶ πρὸς πολλοὺς ὡς πρὸς τοὺς λόγους, δι’ οὓς πρέπει νὰ καταργηθοῦν οἱ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντες νόμοι, δηλ. ὁ περὶ εὐρείας περιφερείας, ἴσως ἔχω καὶ γνώμας τινὰς, τροποποιούσας τὰς ἐπικρατούσας ἤδη ἰδέας, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν θεωρῶ χρήσιμον οὐδὲ ἐπίκαιρον νὰ σπεύσω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη, ὑπὲρ τῆς εὐρείας περιφερείας, ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην μου, ὅτι παραβίασις τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχει. Τὴν γνώμην ταύτην, πιστεύω, ἔχει καὶ μέλος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης ὑπὲρ τῆς εὐρείας περιφερείας, νομίζω ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ καὶ οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐρείας περιφερείας πρέπει νὰ καταργηθῇ ὡς ἀντισυνταγματικός, νομίζω ὅτι δὲν δύνανται νὰ συμμερισθῶσι τὴν βάσιν τῶν σκέψεων τοῦ κ. Βαλσαμάκη, οὐ μόνον διότι δὲν τίθεται τοῦτο ὡς λόγος καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ εὐρείας περιφερείας, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ θεωρία, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος, ὁ ψηφιζόμενος κατὰ τοὺς νομίμους τύπους ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἂν τυχὸν προσβάλλῃ τὸ Σύνταγμα, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει παντάπασι. Θίγεται τοιουτοτρόπως τὸ μέγα ζήτημα, τὸ ὁποῖον διαιρεῖ τοὺς νομοδιδασκάλους, ἂν νόμος, ἔστω καὶ ἀντισυνταγματικός, ἐνῷ ἐψηφίσθη κατὰ τοὺς νομίμους τύπους, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ὑπάρχων παντάπασι. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σχετικὸν πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τῶν δικαστῶν νὰ ἐξετάζωσιν ἢ μή, ἂν νόμος τις ᾖναι ἀντισυνταγματικός. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο τὸ ζήτημα ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἤθελε τυχὸν εἶσθαι κατ’ οὐσίαν ἀντισυνταγματικός, οὐχ ἧττον ἔχει, ἅμα ἐψηφίσθη κατὰ τοὺς νομίμους τύπους, ἰσχὺν, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν γνώμην ὁ δικαστὴς ὑποχρεοῦται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, καίτοι βλέπων, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Διότι, Κύριοι, ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν ἐπιβάλλει τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν, νὰ θεωρῆται ὑπάρχων ὁ νόμος, καίτοι προσκρούων εἰς τὸ Σύνταγμα. Ποῖος δὲ εἶναι ἁρμόδιος νὰ καταδικάζῃ ἀντισυνταγματικὸν νόμον; Τὸ ζήτημα ἀπόκειται μόνον εἰς τὸν κυρίαρχον λαόν. Ἂν ὑποθέσητε, ὅτι Βουλή τις ἐξακολουθεῖ νὰ νομοθετῇ ἀντισυνταγματικοὺς νόμους, δὲν ὑπάρχει ἀνωτέρα ἐξουσία, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ δικάσῃ καὶ ἀκυρώσῃ τὰς πράξεις αὐτῆς. Βουλὴ ἄλλη ἐρχομένη δὲν ἔχει νὰ πράξῃ ἄλλο τι, εἰ μὴ νὰ καταργήσῃ· δὲν δύναται νὰ εἴπῃ: «ἀκυρῶ καὶ θεωρῶ μὴ ὑπάρξαντας τοὺς νόμους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ προηγουμένη Βουλὴ ἐψήφισε»· διότι, κατὰ τὸν κανόνα τοῦτον, ἔρχεται κατόπιν ἄλλη Βουλή, ἡ ὁποία ἀκυροῖ τὰς πράξεις τῆς τελευταίας Βουλῆς, καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ ὅταν εἴπητε «ἀκυρῶ», τότε φθάνετε εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ράλλης, ὅτι τὸ ἄκυρον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα. Λοιπὸν οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἠδύναντο νὰ ἔχωσι, καὶ οἱ νόμοι ὅλοι, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εὐρείας περιφερείας, εἶναι ἄκυροι. Λοιπὸν κατάργησις μόνον ὑπάρχει καὶ ὄχι ἀκύρωσις νόμου. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ράλλη, δὲν θεωρῶ ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει· διότι τὸ Σύνταγμα δὲν θέτει τοιοῦτον περιορισμὸν, τουλάχιστον ῥητῶς. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἤθελον θεωρήσει, ὅτι δὲν ἀντιβαίνει εἰς γράμματι τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὅσον ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ καταργούμενος, δὲν ἀποθνήσκει καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν, ὡς βλέπετε, εἶναι ἐν τῇ ζωῇ αὐτὸς ὁ καταργούμενος νόμος· διότι, ἐὰν συμβῇ μία συμπληρωματικὴ ἐκλογή, διότι ἐκενώθη θέσις Βουλευτοῦ, ὁ νόμος ἐκεῖνος ὑφίσταται· ὥστε, οὕτως εἰπεῖν, δὲν εἶναι τεθνηκὼς καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ νόμος, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται βέβαια νὰ μνημονεύηται ὡς ζῶν ἀκόμη. Οὐχ ἧττον οὐσιωδῶς θεωρῶ σπουδαίαν τὴν ἄλλην παρατήρησιν τοῦ κ. Ράλλη, ἀλλ’ ἱκανοποιουμένην εὐχερέστατα. Ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γείνῃ πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς γνώμης ταύτης, τῆς εὐλόγου οὐσιωδῶς, γίνεται διὰ τῆς προσθήκης ἑνὸς ἢ δύο ἄρθρων.
§108ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε θὰ ἀναγνωσθῇ; Δὲν πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ τρίς;
§109ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τροπολογία.
§110ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί τροπολογία; εἶναι προσθήκη ἄρθρου.
§111Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ ἐλαττώματος τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἐλαττώματος, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ αὐτὸ ἀντισυνταγματικὸν, χρεωστῶ νὰ παρατηρήσω, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλήν, συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται κατ’ ἄρθρον τρίς. Τὸ εἰς τὴν Βουλὴν προταθὲν καὶ συζητούμενον νομοσχέδιον πραγματεύεται περὶ καταργήσεως νόμου. Αὐτὸ συζητεῖται καὶ ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, οὐδεὶς δ’ ἠξίωσεν, ἵνα, ἐὰν τοῦτο ἔχῃ δύο ἢ τρία ἄρθρα, ψηφισθῶσι συλλήβδην τὰ τρία ἄρθρα. Δὲν ψηφοφοροῦμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου, ἀλλὰ ψηφίζομεν νόμον περὶ καταργήσεως. Ἂν τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου συνέπεια ἦναι ἡ ἀναβίωσις, ἡ Βουλὴ ὅμως δὲν ψηφίζει, εἰμὴ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, ἤτοι νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως. Ποῦ εὑρίσκεται τὸ ἀντισυνταγματικόν;
§112Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀποδεχθῇ τις ὡς συνταγματικὸν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, βεβαίως δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι εἶναι διατετυπωμένον κατὰ τοὺς συνταγματικοὺς κανόνας. Ὡς ὀρθότατα παρετηρήθη, ὁ νόμος τοῦ 1886 κατήργησε τὸν νόμον ἐκεῖνον· ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐξηφάνισε τὰ τρία ἄρθρα ὁριστικῶς· δὲν ὑπάρχει τίποτε ἐκ τοῦ παρελθόντος. Ἤδη πρόκειται νὰ νομοθετηθῶσι διατάξεις ὅμοιαι· ἐξ ἐκείνου τοῦ νόμου δὲν μένει τίποτε· ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὰ ἐξηφάνισεν, ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα νὰ τὰ ἀναβιώσῃ. Ἀναβιοῖ αὐτὰ διὰ μιᾶς διατάξεως, ὡς διατυποῦται αὕτη, ὅτι καταργεῖται ὁ νόμος οὗτος καὶ ἀναβιοῦσιν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι; Ἐγὼ νομίζω ὄχι· διότι ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου διατυποῦται τοῦτο, συμπεριλαμβάνει τρία ἄρθρα. Τὰ τρία ταῦτα ἄρθρα πρέπει κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ συζητηθῶσι τρὶς, ἓν ἕκαστον χωριστά. Ἐκτὸς δὲ τοῦ νόμου τοῦ 1877 ἀναβιοῦσι καὶ ἄλλοι νόμοι, τοὺς ὁποίους ὁ εἰσάγων, παραλείψας νὰ ὑποβάλῃ δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν, οὐδὲ κἂν μνημονεύει. Νομίζω ὅτι ὀλίγον περισσότερος κόπος τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι προπαρεσκεύασαν τὴν νομοθετικὴν ταύτην ἐργασίαν, ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς πέρας ἓν τόσῳ μικρὸν ἔργον. Κύριοι, ὁ τρόπος περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν νόμων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἠδύνατο νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἐπὶ πολλὰς ἴσως ἡμέρας, ἐὰν δὲν ὑπῆρχόν τινες τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι νὰ θεωρῶσι πάντα περιττὰ, τὰ ἐνταῦθα λεγόμενα. Πρὸ μικροῦ διεκόπην, διότι ὑπετέθη, ὅτι ἐγὼ ἀξιῶ νὰ ἦμαι διδάσκαλος, ἐνῷ ἐγὼ διερμηνεύω ἁπλῶς τὸ φρόνημά μου. Βεβαίως σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν νόμων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἂν καὶ ἦναι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα· διότι, ἐὰν ἐδίδετο μεγαλειτέρα προσοχὴ περὶ τὴν κατασκευὴν τῶν νόμων, πόσα καὶ πόσα κακὰ δὲν θὰ ἐγίνοντο καὶ πόσα καὶ πόσα κακὰ δὲν θὰ γείνουν! Δὲν νομίζω, ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα εἶναι ζητήματα ἐμπιστοσύνης· ἐκτιμῶ τὰς περιστάσεις· μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔχει πολλὰς ὑποχρεώσεις καὶ εὗρεν ἓν κακὸν προηγούμενον, καὶ αὐταὶ αἱ προσωπικαὶ ἀπαιτήσεις δύνανται νὰ ἀπασχολῶσιν αὐτὴν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ χρόνον νὰ παρασκευάσῃ οἷα θέλῃ νομοθετήματα. Δὲν δύναμαι νὰ ψέξω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δὲν ἔλαβε τὸν καιρὸν, ἀφοῦ εἶχε καθῆκον, μεταξὺ τῶν πρώτων νόμων νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὸν νόμον τοῦτον. Λοιπὸν, ἂν ἔγεινεν ἓν λάθος, ἢ ἂν ἡ μεγάλη αὕτη σπουδὴ ὑπό τινα λόγον δικαιολογίας φέρεται κατὰ τὴν συζήτησιν ὡς μία ἀπόδειξις, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη βελτιώσεως, δὲν βλέπω διατὶ νὰ μὴ ψηφισθῇ ὁ νόμος. Κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀναμιμνήσκει εἰς ἡμᾶς τὴν κατάστασιν τοῦ Ἰουστινιανοῦ· ἔχομεν ἀνάγκην γενικῆς ἀνακαθάρσεως. Ἐνθυμεῖσθε τὸν νόμον τοῦ χαρτοσήμου, ὁ ὁποῖος εἶχε περιέλθει εἰς τοιοῦτο σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ τμηματάρχαι οἱ ἴδιοι δὲν ἠδύναντο νὰ τὸν ἑρμηνεύσωσι. Τὸ αὐτὸ ἤρχισε νὰ συμβαίνῃ καὶ μὲ τὸν ἐκλογικὸν νόμον· περιεπέσαμεν εἰς ἐκλογικὸν κυκεῶνα, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ ἄγνοια νόμου· οἱ νόμοι πρέπει νὰ ἦναι νοητοὶ τοῖς πᾶσιν. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν, ὄχι ὁ τελευταῖος πολίτης, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ἐπιστήμων, ὁ ἐπὶ πολλὰς περιόδους Βουλευτὴς, νὰ ἀντιληφθῇ ἀναγινώσκων τί ἐγένετο; Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τοὺς νόμους τοὺς ἀναβιοῦντας, τί θέλετε εὕρει; θέλετε εὕρει πολλὰς διατάξεις, περιεχομένας εἰς τρία ἄρθρα. Τώρα ὅμως πρέπει νὰ ἀρχίσητε μίαν μελέτην μακρὰν, νὰ ἀνατρέξητε εἰς τὰ φύλλα τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἡ ὁποία ἔγεινεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Τρικούπη ἀνοικονομήτως ὀγκώδης, διὰ νὰ εὕρητε, ποῖοι εἶναι οἱ ἀναβιοῦντες οὗτοι νόμοι. Ἂν λοιπὸν δὲν παραδεχθῶμεν, ὅτι εἶναι προφανῶς ἀντισυνταγματικὸς ὁ ψηφιζόμενος νόμος, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι καὶ κανονικὸς, ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ὁ προσήκων τρόπος τοῦ νομοθετεῖν, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ συνεχίζωμεν τὸν τρόπον τοῦ νομοθετεῖν, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ τέως Κυβέρνησις, κατὰ τῆς ὁποίας ἔχομεν καὶ αὐτὸ τὸ παράπονον, ὅτι μᾶς ἔφερεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε καὶ ἡμεῖς, οἱ περὶ τὰ νομικὰ ἀσχολούμενοι, νὰ μὴ γνωρίζωμεν τοὺς νόμους. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, Κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶναι ἁπλούστερον, ἀντὶ τοῦ ἑνὸς ἄρθρου, νὰ ψηφισθῶσιν αἱ διατάξεις αἱ ἀναβιοῦσαι, νὰ γείνῃ δὲ καὶ εὐρυτέρα ἐκλογικὴ μεταῤῥύθμισις.
§113ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν ἀνακρίβειαν, τὴν ὁποίαν διέπραξα εἰς τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν μου, ζητῶ νὰ ἐπανορθώσω. Ὁ πρῶτος λαβὼν τὸν λόγον κατὰ τὸ 1887 ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων ἡ κατάργησις ζητεῖται, εἶναι ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Φιλάρετος, ὁ ὁποῖος καταλήγει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀπέχω νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων τεσσάρων νομοσχεδίων. Χωρίς, λέγω, νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἀρκοῦμαι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἢ ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, νὰ πράξῃ δηλ. ὅ,τι παρελείφθη ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως, δεύτερον δὲ νὰ παραδεχθῇ νὰ παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς τακτικὰς ἐπιτροπάς, ἢ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.» Μετὰ τοῦτον ὡμίλησεν ὁ μακαρίτης Λομβάρδος, μετὰ τοῦτον ἐγώ, καὶ ὁ μακαρίτης Δημητρακάκης ἔλαβε τὸν λόγον εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§115ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἐγείρονται παράπονα, τὰ ὁποῖα, φρονῶ, δίκαιον εἶναι νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ ὑπαχθῇ ὅλη ἡ Κέρκυρα μετὰ τῆς νήσου τῶν Παξῶν εἰς μίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Ἀλλὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Πρῶτον, τὸ ζητούμενον ἀντίκειται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δεύτερον ἡ τροπολογία συγχωνεύει πράγματα, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἦσαν χωρισμένα. Ἀντίκειται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι δι’ αὐτοῦ καθιεροῦται ἡ μικρὰ περιφέρεια, ἐνῷ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κωνσταντᾶ καθιδρύει τὴν εὐρεῖαν διὰ τῆς συγχωνεύσεως τεσσάρων ἐπαρχιῶν. Ὁ χωρισμὸς τῶν ἐπαρχιῶν ἐν Κερκύρᾳ ἔγεινε, κύριοι Βουλευταὶ, διότι ὑπῆρξαν λόγοι. Διαφωνίαι μεταξὺ τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως, ἐχόντων ἀντίθετα συμφέροντα, συνετέλεσαν εἰς τὸν σχηματισμὸν διαφόρων ἐκλογικῶν περιφερειῶν. Αἱ διχοστασίαι αὗται ἀγνοῶ ἐὰν ἐξέλιπον, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα. Ἐν τῇ Βουλῇ δὲν εὑρίσκονται ἀντιπρόσωποι τῆς πόλεως, ἵνα ἀκούσωμεν τὴν γνώμην των, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ἀπουσιάζουσί τινες· ὥστε δὲν πρέπει κατεσπευσμένως νὰ προχωρήσωμεν. Ἡ ἀναβολὴ ἄλλως τε δὲν βλάπτει τὸν κ. Βουλευτὴν, ἀφοῦ δύναται καὶ βραδύτερον, ὅτε ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι πλήρης, νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, νὰ τὸ συζητήσῃ εὐρύτατα καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συγχώνευσιν τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Κερκύρας εἰς μίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς συγχωνεύσεως πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ Παξοί. Ἡ νῆσος αὕτη καὶ ἐπὶ τῆς Ἰονίου Πολιτείας ἀπετέλει πάντοτε χωριστὴν περιφέρειαν· δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ συγχωνευθῇ. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ περιπέσωμεν εἰς ἄτοπα. Ἐμεμφόμεθα τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, τὴν ὁποίαν καθίδρυσεν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις, ψηφίζομεν νομοσχέδιον καταργοῦν ταύτην, καὶ ἐπαναφέρον τὴν μικρὰν προϋπάρχουσαν, καὶ ἐν τούτοις διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ζητοῦμεν νὰ πέμψωμεν τοὺς Παξίους, ἵνα εὑρίσκωσι τοὺς ἀντιπροσώπους των εἰς Κέρκυραν. Τὸ πρᾶγμα τοῦτο μοὶ φαίνεται τόσον ἄτοπον, ὥστε δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ τὸ παραδεχθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ φανῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνακόλουθος, δι’ ἀποφάσεως, ἥτις ἤθελεν ἀδικήσει μικροτάτην ἐπαρχίαν. Συμφώνως πρὸς τ’ ἀνωτέρω, ὑποβάλλω τροπολογίαν, ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ δύο ἑτέρων συναδέλφων τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψει μετὰ τῶν ἄλλων τροπολογιῶν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ᾼΦΞΑʹ νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου 1843 νόμου περὶ διαιρέσεως τῶν νομαρχιακῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ἀρχῶν καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τούτου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον. (Ἀναγινώσκεται).
§119ΤΡΑΚΑΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον βεβαίως ὀρθῶς ὁρίζει, ὅτι οἱ διατελοῦντες διευθυνταὶ Νομαρχίας καὶ οἱ γραμματεῖς πρέπει νὰ θεωρηθῶσι πεπαυμένοι, ἀλλ’ οἱ γραφεῖς καὶ οἱ κλητῆρες νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, διότι οὗτοι εἶναι διωρισμένοι συμφώνως μὲ τοὺς κειμένους νόμους ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔπαυσε τοὺς πρότερον ὑπάρχοντας καὶ ἀντικατέστησεν αὐτούς.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπεδέχθητε ὡς ἀκριβές, ὅτι ἐπαύθησαν καὶ ἀντικατεστήθησαν πανταχοῦ οἱ γραφεῖς καὶ οἱ κλητῆρες. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
§121ΤΡΑΚΑΣ. Δύναται τὸ Ὑπουργεῖον, ὅταν θέλῃ, νὰ τοὺς παύσῃ, ἀλλὰ νὰ μὴ θεωρῶνται αὐτοδικαίως πεπαυμένοι διὰ τοῦ νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν περὶ νομαρχιακῶν συμβουλίων νόμων.
§123ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποβάλλω μίαν αἴτησιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν δυνάμει τοῦ προηγουμένου νομοθετήματος ζητηθέντων παρὰ τῶν δήμων πρὸς πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων. Ἀκριβῶς δὲν γνωρίζομεν, τοὐλάχιστον διὰ τὸ τελευταῖον χρονικὸν διάστημα, τίνα εἶναι τὰ εἰσπραχθέντα καὶ τίνα τὰ ὁριστικῶς δαπανηθέντα μέχρι σήμερον, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἡ πρώην Κυβέρνησις εἶχε δώσει ἄλλοτε, ἦναι ἀκριβεῖς καὶ δὲν ἐτροποποιήθησαν τὰ τότε ἀποτελέσματα συνεπείᾳ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου, εἶναι νῦν γνωστὸν, ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῆς τοιαύτης εἰσφορᾶς τῶν διαφόρων ταμείων, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν εἰσφορὰν, εἶναι ὑπέρτερα τῶν δαπανῶν, καὶ τότε ἐρωτῶ, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, τί θὰ γείνωσι τὰ οὕτω πως εἰσπραχθέντα; ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν· ἀλλ’ ὅπως ἀποδοθῶσι, πρέπει νὰ περιληφθῇ μία διάταξις ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀπεδίδοντο ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν, διότι δὲν ἐπιτρέπεται βεβαίως εἰς τὸ Δημόσιον νὰ κρατήσῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξεν ἀπὸ τοὺς δήμους καὶ τὰ εἰδικὰ ταμεῖα πρὸς ὡρισμένον σκοπόν.
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπάρχωσι χρήματα εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν εἰδικῶν ταμείων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ τὰ χρήματα ταῦτα πλεονάζωσιν, ἤτοι περισσεύωσι μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων, δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ συγχωνευθῶσι ταῦτα μὲ τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰς τὰ εἰδικὰ ταμεῖα.
§125ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἐδῶ ἔχετε ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ὅλων τῶν συνεισφερόντων εἰς τὸ ταμεῖον. Θὰ κάμητε μίαν διανομὴν διὰ τὴν ἀπόδοσιν πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἔχητε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς.
§126ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ γένωνται πράξεις πρὸς ἀπόδοσιν τῶν περισσευόντων χρημάτων, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀπαιτεῖται δὲ ἡ σύμπραξις τῆς νομοθετικῆς, βεβαίως δὲν θέλομεν παραλείψει νὰ προβάλωμεν νομοσχέδιον περὶ τούτου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσόντων νόμων.
§128ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὑπεβλήθη ἤδη νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, νομίζω ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες πρέπει νὰ ᾖναι τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως.
§129ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Συνέστησα ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν ἀνέθηκα νὰ μελετήσῃ τοὺς προξενικοὺς νόμους, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προξενικοῦ νόμου πορίσματα τῆς ὑπηρεσίας. Ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἂν καὶ κατὰ πόσον πρέπῃ νὰ τροποποιηθῶσι τὰ προσόντα καὶ αἱ ἄλλαι ἐγγυήσεις, αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ προξενικῷ νόμῳ. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος δὲν δύναμαι ἐντελῶς νὰ συμφωνήσω. Θεωρῶ, ὅτι ὑπάρχει διαφορά τις μεταξὺ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν προξενικῶν. Διὰ τῶν πρώτων ἡ Κυβέρνησις διοικεῖ τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ Κράτους, καὶ ὅταν ἦναι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἢ διωρίσθησαν ἐκλεχθέντες μεταξὺ ἑνὸς κόμματος, ἢ κατέστησαν κομματικοὶ ὑπάλληλοι, ὅπως διατηρηθῶσι, δὲν δύναται δι’ αὐτῶν νέα Κυβέρνησις μετ’ ἐμπιστοσύνης νὰ διοικήσῃ, διότι οὗτοι συμπαθοῦσιν, ἢ συνεδέθησαν πρὸς τὸ ἀντίπαλον κόμμα, ἑπομένως, ἢ ποσῶς δὲν διοικοῦσιν, ἢ κακῶς διοικοῦσιν. Ἐπὶ τῶν προξενικῶν ὅμως ὑπαλλήλων δὲν συμβαίνει τὸ αὐτό. Οὗτοι δὲν διοικοῦσιν, ἀκριβῶς εἰπεῖν, ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπηκόους Ἕλληνας· ὑπάρχουσι βεβαίως ὑπήκοοι Ἕλληνες ἐν πολλαῖς περιφερείαις, ἀλλὰ τὸ κύριον αὐτῶν ἔργον δὲν εἶναι τὸ διοικεῖν τοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας, διότι ἄλλο Κράτος καὶ ἄλλαι ἀρχαὶ προΐστανται. Αἱ ἐν Ἑλλάδι κομματικαὶ διαιρέσεις ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουσιν. Ἐκτὸς τούτου, ἐπὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων δὲν ὑπάρχουσιν αἱ εὐκολίαι ἐκεῖναι, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ἐσωτερικοῦ πρὸς μόρφωσιν καλῶν ὑπαλλήλων. Ὁ ὑπάλληλος τοῦ ἐσωτερικοῦ ἔχει πλεῖστα προσόντα, ἁπλῶς διότι εἶναι Ἕλλην καὶ ὑπηρετεῖ μεταξὺ Ἑλλήνων, ὅπως εὐκολώτερον ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ, διότι γνωρίζει τὸν τόπον, κατάγεται ἐξ αὐτοῦ, γνωρίζει τὴν γλῶσσαν, τὰ ἤθη, καὶ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον τὴν νομοθεσίαν· δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ αὐτὸ μὲ τὸν ὑπάλληλον, τὸν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπηρετοῦντα. Οὗτος σχεδὸν πάντοτε οὔτε τὸν τόπον, εἰς ὃν μεταβαίνει, γνωρίζει, οὔτε τὰ ἤθη, οὔτε τὴν νομοθεσίαν, οὔτε τὰ πρόσωπα, ἀγνοεῖ δὲ πολλάκις τὴν γλῶσσαν. Ἐξ ἀνάγκης, ὁ νόμος πρέπει ν’ ἀπαιτήσῃ προσόντα παρ’ αὐτοῦ, προσόντα δυνάμενα ν’ ἀναπληρώσωσι τὴν ἄγνοιαν ἐκείνην. Τὰ προσόντα ταῦτα εἶναι ἐκ τῶν προτέρων. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη καὶ ἄλλων, π.χ. μακρὸν χρόνον ὁ προξενικὸς ὑπάλληλος νὰ διαμείνῃ ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ, ἐν ᾧ εἶναι διωρισμένος, ὅπως καταστῇ ἱκανὸς, μανθάνων τὰ ἤθη, τοὺς νόμους, τὴν γλῶσσαν, τὰ πρόσωπα. Ἀπαιτεῖται ἑπομένως, ἐκτὸς τῶν προσόντων καὶ μονιμότης τις. Ὥστε ἀπολύτως κατὰ προσόντων καὶ κατά τινων ἐγγυήσεων ὑπὲρ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων νομίζω αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ κηρυχθῶ. Οὐχ ἧττον ὅμως ὑπάρχουσιν ἐν τῷ προξενικῷ νόμῳ πολλὰ τὰ αὐθαίρετα. Οὕτω π.χ. δύναται ὁ Ὑπουργὸς ἄνευ οὐδενὸς προσόντος νὰ εἰσάγῃ ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ γενικοὺς προξένους, καὶ ἐν τούτοις δὲν δύναται, ἐνῷ εἰσήχθησαν ἐκ τοῦ νόμου ἄνευ προσόντος, νὰ τοὺς παύσῃ, ἅπαξ εἰσαχθέντας, εἰμὴ διὰ λόγους, οἵτινες σπανίως παρουσιάζονται. Βεβαίως ἂν ἐπρόκειτο περὶ γενικῶν προξένων, τοὺς ὁποίους ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὁ Ὑπουργὸς καὶ μετὰ δοκιμασίαν καὶ τὴν νενομισμένην ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς προήγαγεν, ἐννοῶ ὁ τοιοῦτος γενικὸς πρόξενος αὐθαιρέτως νὰ μὴ παύηται. Ἀλλ’ ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔλαβεν οὐχὶ ἐκ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἔξωθεν, τινὰ καὶ διώρισε γενικὸν πρόξενον, ἢ ὅταν οὐδ’ ἐπὶ μακρὸν χρόνον τουλάχιστον διετέλεσεν οὗτος ἐν τῇ θέσει ταύτῃ, ὥστε νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀπέκτησε δικαίωμά τι ἐκ τῆς ἀρχαιότητος, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ᾖναι περιωρισμένος ὁ Ὑπουργὸς ἐκ τῶν διατάξεων, ἃς ὁ νόμος ὥρισεν ὑπὲρ τῶν ἄλλων προξενικῶν ὑπαλλήλων κατὰ τῆς αὐθαιρέτου παύσεώς των, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ δι’ ἄλλου ἱκανωτέρου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατόν τινες περιορισμοὶ εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ ν’ ἀφαιρεθῶσιν. Ἐπίσης εὑρίσκω εὐκταῖον νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὅπως ἀπαλλάσηται ἡ Κυβέρνησις ὑπαλλήλων προξενικῶν, οἵτινες, καίτοι δὲν ὑπέπεσαν ὑπ’ οὐδεμίαν τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ὁρίζει ὡς περιπτώσεις, δικαιολογούσας τὴν παῦσιν, νὰ δύνανται νὰ παύωνται ἕνεκα ἄλλων λόγων, μὴ ἀποτελούντων μὲν βεβαίως παράβασιν πειθαρχικὴν κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ἀλλ’ ἀποδεικνυόντων ἄχρηστον ὑπάλληλόν τινα. Αὐτὰς τὰς ἰδέας γενικῶς δύναμαι σήμερον νὰ ἐκθέσω, ἀλλὰ πλὴν τῆς ἐργασίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἐν ἀρχῇ ἀνήγγειλα, δὲν δύναμαι, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ προλαλήσαντος Βουλευτοῦ, νὰ δώσω θετικὴν καὶ λεπτομερῆ ἀπάντησιν.
§130ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ εἰσαχθῇ ἐντὸς τῆς παρούσης συνόδου.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, ποῖαι θὰ ἦναι αἱ διαστάσεις τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκα εἰς Ἐπιτροπήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται).
§133ΤΡΑΚΑΣ. Ὁ ἔχων ἀπολυτήριον Γυμνασίου δὲν δύναται νὰ διορισθῇ βʹ τάξεως γραφεύς· ὥστε καὶ αὐτὸς ὑποχρεοῦται νὰ διορισθῇ γʹ τάξεως καὶ μετὰ ἕξ μῆνας νὰ γείνῃ γραφεὺς βʹ τάξεως. Νομίζω τοῦτο ἄδικον· οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου, πρέπει νὰ διορίζωνται ἀμέσως γραφεῖς βʹ τάξεως. Ἐκτὸς τούτου, οἱ ὑπάρχοντες γραφεῖς βʹ τάξεως καὶ ὑπηρετοῦντες δύο ἔτη πρέπει νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ διορισθῶσι γραφεῖς βʹ τάξεως. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν § 2 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσόντων νόμων νομοσχεδίου νὰ προστεθῇ ἐπὶ τέλους: «ἐν αὐτοῖς δὲ διορίζεται γραφεὺς βʹ τάξεως ὁ διατελῶν τοιοῦτος ἢ ἔχων ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ἢ προϋπηρετήσας ἐπὶ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος εἰς θέσιν γʹ τάξεως γραφέως.»
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει). Ἄρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκεται).
§135Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ νομοσχέδιον προβιβάζεται ὑπουργικὸς γραμματεὺς βʹ τάξεως καὶ ὁ γραφεὺς αʹ τάξεως μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν ἐν ὅλῳ, ἐὰν ἔχῃ ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Φρονῶ ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ προστεθῇ, ὅτι προβιβάζονται καὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ἀλλ’ ὑπηρετήσαντες ἐπὶ ὀκτὼ τοὐλάχιστον ἔτη ὡς γραφεῖς αʹ τάξεως.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοιαύτη τοῦ κ. Κόρπα, θέτουσα ὡς ὅριον ὑπηρεσίαν δεκαετῆ.
§137Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὴν περιορίζω εἰς ὀκταετῆ ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τοῦ κ. Λεβίδου, καθ’ ἣν προτείνεται νὰ προστεθῇ εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον, ὅτι διορίζεται ὑπουργικὸς γραμματεὺς αʹ τάξεως καὶ ὁ ἐπὶ διετίαν διατελέσας γραμματεὺς πολυμελοῦς δικαστηρίου. Ὅλαι αἱ τροπολογίαι θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§139ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι ἓν τῶν πρωτίστων προσόντων τοῦ νόμου πρέπει νὰ ᾖναι ἡ σαφήνεια, ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγηθῇ τὸ ἑξῆς. Τὸ τρίτον ἐδάφιον λέγει, ὅτι, διὰ νὰ προαχθῇ τις εἰς ὑπουργικὸν γραμματέα αʹ τάξεως, πρέπει νὰ προϋπηρετήσῃ ἐπὶ τριετίαν ὡς γραμματεὺς βʹ τάξεως. Ἐννοεῖ νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς γραμματεὺς βʹ τάξεως ἐν Ὑπουργείῳ, ἢ εἰς πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν;
§140Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ περὶ προσόντων τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Οἱ ἔχοντες ὑπηρεσίαν εἰς ἄλλους κλάδους, ἔχοντες δὲ βαθμόν τινα, δύνανται μὲ τὸν αὐτὸν βαθμὸν νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἔχει).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Τὸ ἐδάφιον γʹ ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ πρὸ τοῦ νόμου ΑΦΞΑʹ τῆς 27 Μαΐου 1887 ὑπηρετήσας ὡς γραμματεὺς Ὑπουργείου ἐπὶ πενταετίαν, ἐὰν συνεπλήρωσεν ὀκταετῆ ἐν ὅλῳ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ διοικητικῷ κλάδῳ». Δηλαδὴ ἀντικατεστάθη ἡ λέξις δεκαετῆ διὰ τῆς λέξεως ὀκταετῆ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§143ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν ἐν τῷ δʹ ἐδαφίῳ ὁριζομένην τριετῆ ὑπηρεσίαν θεωρῶ πολλὴν διὰ διδάκτορας· τοὐλάχιστον νὰ ἐλαττωθῇ εἰς ἓν ἔτος.
§144ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς, διότι εἶναι καὶ θεολόγοι καὶ φαρμακοποιοί.
§145Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσι, διότι εἶναι προλύται. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, ἡ αὐτὴ ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἐν τῷ δʹ ἐδαφίῳ.
§146ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ δίπλωμα εἶναι ἀρκετόν.
§147ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δίπλωμα εἶναι ἔνδειξις, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐδιδάχθη, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἔνδειξις, ὅτι ἔχει καὶ τὴν πρακτικὴν τὴν ἀρκετήν.
§148ΣΧΙΝΑΣ. Πολὺ ἀπέχει ἡ θεωρία τῆς πράξεως. Ἐγὼ, ὡς ὑπηρετῶν ἐν τῷ στρατῷ, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι πολὺ διαφέρει ὁ ἄνθρωπος ὁ σπουδάσας πολλὰ καὶ ἐρχόμενος εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν σπουδῶν του. Ἑπομένως τὴν τριετῆ ὑπηρεσίαν τὴν θεωρῶ καὶ μικρὰν, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχῃ πτυχίον.
§149Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἔχῃ πληθὺν ἐπιστημόνων, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῇ φροντὶς ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ θὰ ἦναι τιμὴ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἶναι δικαιοτάτη· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἂς περιορισθῇ ἡ ὑπηρεσία τοὐλάχιστον εἰς ἓν ἔτος.
§150ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θέλω νὰ καθησυχάσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους. Δὲν ἔχουν παρὰ νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψει τὰς τελευταίας λέξεις τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου τούτου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους νομίζουν ἀξίους τόσης προνοίας, δύνανται ἀξιόλογα ἄνευ οὐδενὸς προσόντος νὰ διορισθῶσιν ἔπαρχοι. Διορίζονται λοιπὸν Ἔπαρχοι, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν προβιβάζονται.
§151ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Εἶναι ἡ τριετία.
§152ΡΑΛΛΗΣ. Κἀμμία τριετία δὲν εἶναι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 μετὰ τῆς ἐν τῷ γʹ ἐδαφίῳ διορθώσεως τῆς λέξεως «δεκαετῆ» εἰς «ὀκταετῆ». Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς νόμου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§155Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία μοὶ παρέστησεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυϊάτρων εἶναι ἀνεπαρκής, καὶ ὅτι δέον ἀντὶ τεσσάρων ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς ἕξ, μετὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου νὰ τροποποιηθῇ οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυϊάτρων ἀναβιβάζεται εἰς ἕξ, ἀλλ’ ἵνα διορισθῇ τις ἀστυΐατρος, ἀπαιτεῖται κλπ.»
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§158ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ μάθω, διατὶ τάχα αἱ θέσεις τοῦ γραφέως, τοῦ λογιστοῦ καὶ τοῦ ὑπογραμματέως τῆς Ἀστυνομίας ἐθεωρήθησαν τόσον πολύτιμοι, ὥστε ὑπὲρ αὐτῶν ἔπρεπε νὰ σωθῶσι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα καταργοῦνται εἰς ὅλας τὰς ἄλλας θέσεις. Δὲν βλέπω διάκρισιν· διότι φρονῶ, ὅτι αἱ θέσεις αὗται εἶναι αἱ εὐτελέστεραι πασῶν τῶν θέσεων, τῶν ὑπαρχουσῶν ἐν τῇ Διευθύνσει τῆς Ἀστυνομίας. Πρέπει νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψει τὰ καθήκοντα τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι ἀληθῶς ἔπρεπε νὰ ἀπαιτηθῇ προσόν τι ὑπὲρ αὐτῶν. Λόγου χάριν οἱ ἀστυνόμοι καὶ οἱ ὑπαστυνόμοι ὄχι μόνον πρέπει νὰ ᾖναι ἐγγράμματοι, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν προανακρίσεων, τὰς ὁποίας διεξάγουσι καθ’ ἡμέραν, ὀφείλουν νὰ ἔχουν τοὐλάχιστον καὶ τὰς στοιχειώδεις γνώσεις τῆς νομικῆς ἐπιστήμης.
§159Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ὁ γραφεὺς καὶ ὁ ὑπογραμματεὺς καὶ ὁ λογιστὴς ἀνήκουσιν εἰς τὰ γραφεῖα τὰ ἀστυνομικὰ, ὁ δὲ ἀστυνόμος καὶ οἱ ὑπαστυνόμοι εἰσὶν ὄργανα διοικήσεως. Δι’ ὃν λόγον ὁ νόμος περὶ προσόντων ἀπήλλαξε τὴν διοίκησιν νὰ διορίζῃ νομάρχας ἔχοντας ὡρισμένα προσόντα, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ ἡ διοίκησις, ὅταν πρόκηται νὰ διορίζῃ ἐπάρχους, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ διοικοῦσι μικροτέρας περιφερείας τῶν νομαρχῶν, ὅταν πρόκηται νὰ διορίζῃ ἀστυνόμους καὶ ὑπαστυνόμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὄργανα καθαρᾶς διοικήσεως καὶ ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ προσδιορισμὸς τῶν προσόντων κατὰ τὸ παρεληλυθὸς διάστημα δὲν ἐξησφάλισεν οὐδὲ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, οὐδὲ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν· ἐξ ἐναντίας, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν δυνάμει τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἀνέγραψαν, ἀνεδείχθησαν οἱ χείριστοι τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ διορισμοῦ ἀγραμμάτων ἢ ἐγγραμμάτων· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις προτείνει εἰς τὸν Βασιλέα τὸν διορισμὸν τῶν ἀστυνόμων καὶ ὑπαστυνόμων, ἔχει πρώτιστον συμφέρον, τὰ ὄργανα ταῦτα νὰ ἔχωσι τὴν ἱκανότητα, τὴν σχετικὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἡ ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἀπαιτεῖ· ὁ προσδιορισμὸς ἐκ τῶν προτέρων τῶν προσόντων δὲν παρέχει οὐδεμίαν ἐγγύησιν. Καὶ εἶναι προσὸν, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἰδιότης τινὸς, ὅτι διετέλεσε Δήμαρχος, διὰ νὰ ἀποκλείσῃ πάντας τοὺς ἄλλους, οἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσι περισσοτέραν ἄσκησιν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀστυνομικῆς; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑπέλαβον, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶσι τὰ προσόντα εἰς μόνους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τὰ γραφεῖα τὰ ἀστυνομικὰ, ἐκείνους δὲ, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, νὰ ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τῶν προσόντων.
§160ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τότε, μὲ τὸν συλλογισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔπρεπε νὰ καταργήσωμεν τὰ προσόντα ὡς πρὸς πάντας τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Ἐὰν λόγος τῆς καταργήσεως τῶν προσόντων ὡς πρὸς τοὺς ἀστυνόμους καὶ ὑπαστυνόμους ἦναι, ὅτι οὗτοι εἶναι ὄργανα διοικητικὰ, ὅλοι οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι ἔπρεπε νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην προσόντων. Κατὰ τοῦτο ὑπάρχει κἄποια ἀντίφασις μεταξὺ τῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως· βλέπω προσόντα καθιερούμενα ὡς πρὸς τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, δὲν βλέπω προσόντα καθιερούμενα ὡς πρὸς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς ὄργανα διοικητικά· ἡ ἀντίφασις εἶναι προφανής. Ἀληθῶς τὰ προσόντα κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εἰσαγάγουν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπαλλήλους, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ δύναται νὰ ἔχῃ πεποίθησιν ὁ πολίτης, καὶ κατὰ τοῦτο, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ὠφέλησαν πολὺ τὰ προσόντα. Δὲν ὠφέλησαν ὅμως τὰ προσόντα, διότι τὰ προσόντα ἐχαλκεύθησαν ἢ ἐχύθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσωπικῶν ἀπαιτήσεων, εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ὁποίων ἀπέβλεψεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, καὶ καθ’ ὅσον ἐπαρουσιάζετο εἷς πρώην δήμαρχος φίλος, ὁ ὁποῖος ἠξίου νὰ λάβῃ θέσιν ἀστυνόμου ἢ ὑπαστυνόμου, ἀνεγράφετο ἐν τῷ νόμῳ περὶ προσόντων καὶ ἡ διάταξις, ὅτι ὁ πρώην δήμαρχος δύναται νὰ ἔχῃ τὸ προσὸν τοῦ ἀστυνόμου. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ προσόντων, ὡς εἶχον παρασκευασθῆ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἶναι τέλειαι, ἐξ ἐναντίας πλεῖσται ὅσαι διατάξεις εἰς τοὺς νόμους ἐκείνους περιελήφθησαν μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν ἱκανοποιήσεως προσωπικῶν ἀξιώσεων. Ἀλλ’ οἱ νόμοι περὶ προσόντων ἐκεῖνοι ἠδύναντο νὰ βελτιωθῶσι, ταύτην δὲ τὴν βελτίωσιν ἀκριβῶς δὲν εὑρίσκω ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου. Βλέπω κατάργησιν· καὶ ἂν προβαίνω εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας διὰ τὴν κατάργησιν, πράττω τοῦτο, ὄχι διότι φρονῶ, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑπῆρχον τὰ προσόντα, ἀναγκαίως θὰ ἐγίνετο ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καλλιτέρα ἐκλογὴ προσωπικοῦ — ἡ μακρὰ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν μέχρι σήμερον, ἀποδεικνύει τὸ ἐναντίον, — ἀλλὰ διότι διὰ τῶν προσόντων τοὐλάχιστον ἀνακόπτεται ἡ τάσις πρὸς τὴν θεσιθηρίαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα κέρδος, τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν ὅτι ἀπεκτήσαμεν ἐκ τῶν νόμων περὶ προσόντων· ἐσταμάτησεν ἐκεῖνο τὸ ῥεῦμα, ἐκείνη ἡ τάσις πρὸς τὴν θεσιθηρίαν. Καὶ δὲν εἶναι, Κύριοι, αὕτη μικρὰ πληγὴ, ὄχι μόνον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι μόνον διὰ πάντας ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν τόπον ὁλόκληρον· διότι, ἐν ὅσῳ παρίσταται ἀνοικτὴ ἡ θύρα, διὰ τῆς ὁποίας δύναται νὰ εἰσδύσῃ τις εἰς μίαν δημοσίαν θέσιν, τὸ ἄτομον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς αὐτὴν, οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον σκέπτεται περὶ καταρτίσεως ἑνὸς σταδίου γονιμωτάτου καὶ ἀσφαλεστέρου, προσέχει διαρκῶς εἰς τὰς κυβερνητικὰς μεταβολὰς, ἀποβλέπον μόνον, πῶς θὰ κατορθώσῃ νὰ ἀποκτήσῃ μίαν μικρὰν θέσιν, οὕτω δὲ γίνεται φυγόπονος, ἄεργος, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐκπίπτει καὶ ἐκ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, καὶ καλεῖται θεσιθήρας. Εἰς αὐτὸ ἀποβλέπων, ὑποστηρίζω τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως νόμων περὶ προσόντων· ἀποβλέπω ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ κλείσῃ αὐτὴ ἡ θύρα, καὶ εἰς τὸ νὰ ἀναγκασθῇ ὁ πολίτης νὰ σκεφθῇ, ὅτι πρέπει διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του νὰ κερδήσῃ τὸν ἄρτον του. Ἀληθῶς δὲ δὲν μὲ παρηγοροῦν τὰ νομοθετήματα ταῦτα, τὰ προβαλλόμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὕτως εὑρισκόμεθα δυστυχῶς ἀκόμη ἐν τῇ ἐποχῇ τῆς πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Κατὰ τὸ 1864 ἐμάστιζε τὸν τόπον ἡ πληγὴ, ἡ ὁποία μαστίζει αὐτὸν μέχρι σήμερον, καὶ ἡ ὁποία θὰ γείνῃ ἀκόμη φοβερωτέρα ἐν ᾗ περιπτώσει καταπέσουν τὰ προσόντα, τὸ Σύνταγμα δὲ ὥρισεν ὡς ἓν τῶν πρώτων καθηκόντων τῆς πρώτης Βουλῆς τὴν ψήφισιν προσόντων, μετὰ εἴκοσι δὲ καὶ ἓξ ἔτη θεωροῦμεν περιττὰ τὰ προσόντα. Καταργήσατέ τα· σεῖς θὰ κτυπήσητε τὴν κεφαλήν σας!
§161Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐννοῶ, ποῦ ἀνεῦρεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἡμεῖς καταργοῦμεν τὰ προσόντα, καὶ μετὰ τόνου τοσοῦτον συγκινητικοῦ ἐθρήνησε τὴν τύχην τῆς πατρίδος διὰ τοὺς μέλλοντας κινδύνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀπειλήσει αὐτήν. Ἡμεῖς διατηροῦμεν τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως τὸν διατηροῦμεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν διατηροῦμεν ἐν τῷ κλάδῳ τῶν δικαστηρίων, τὸν διατηροῦμεν ἐν τῇ διοικήσει τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐν τῷ κλάδῳ τῷ ἐκπαιδευτικῷ, ἐν τῷ κλάδῳ τῆς καθαρᾶς διοικήσεως· ἐζητήσαμεν μόνον νὰ λύσωμεν τὰ δεσμὰ, τὰ ὁποῖα δεσμεύουσι τὰς χεῖρας ἡμῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κυβερνᾷ τις καὶ νὰ διοικῇ τὴν χώραν, ἔχων ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ἡ προτέρα διοίκησις, καὶ τὰ ἐδημιούργησε κατὰ τρόπον, καθ’ ὃν ἐδημιούργησεν αὐτὰ, μὴ ἀποβλέψασα εἰς οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ μόνον εἰς τὰ κομματικὰ αὐτῆς συμφέροντα, καὶ τὰ ἐδημιούργησε κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ τὰ παρασκευάσῃ ὄργανα φατρίας, καταδιωκτικὰ παντὸς, ὅστις δὲν συνεμερίζετο τὸ φρόνημα ἐκείνων. Ἂν ἐζητήσαμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὰ κυρίως διοικητικὰ ὄργανα ἀπὸ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν προσόντων, τὸ ἐπράξαμεν δι’ ὃν λόγον καὶ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, ὅτε εἰσήγαγον τὸν νόμον τοῦ 1884, ἐζήτησαν νὰ ἀπαλλαγῶσι. Καὶ ἐζητήσαμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ ἐπιζήτησιν προσόντων κατὰ τὸν διορισμὸν τῶν ἐπάρχων, τῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν ὑπαστυνόμων. Κατὰ τί διαφέρουσι, Κύριοι, οἱ ἔπαρχοι ἀπὸ τοὺς νομάρχας; Ἐὰν οἱ νομάρχαι ἔχωσι τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἐπί τινων ζητημάτων τῆς διοικήσεως, οἱ ἔπαρχοι δὲν εἶναι μόνον προπαρασκευαστικὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐν πολλοῖς διοικοῦσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ. Δὲν διαχειρίζονται αὐτοὶ τὴν ἀνωτέραν ἀστυνομίαν ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ; Καὶ θέλετε αὐτοὺς νὰ τοὺς μεταχειρισθῆτε ὡς μεταχειρίζεσθε τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς πρωτοκολλητὰς ἐν τοῖς γραφείοις; Μήπως δὲν πρόκειται περὶ διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ περὶ ὑπαλλήλων ἀσχολουμένων ἐν τοῖς διοικητικοῖς γραφείοις; Πρόκειται περὶ ὀργάνων καθαρᾶς διοικήσεως, περὶ ὀργάνων δηλονότι διοικούντων. Καὶ ὅταν λέγω ταῦτα περὶ ἐπάρχων, θέλετε νὰ σᾶς μνημονεύσω τῶν ἀστυνόμων καὶ ὑπαστυνόμων τῶν Ἀθηνῶν; Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐπιτηροῦντες, διὰ νὰ προλαμβάνωσι πᾶσαν διατάραξιν τῆς τάξεως, καὶ ἐὰν οὗτοι ἦναι ὄργανα ἀνήκοντα εἰς κόμμα, τίς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ τῷ παρακειμένῳ δήμῳ, τῷ δήμῳ τοῦ Πειραιῶς; Ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν νὰ καταργήσωμεν τὰ προσόντα, ἀδίκως δὲ συνεκινήθη τοσοῦτον ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἐζητήσαμεν νὰ καταργήσωμεν τοὺς διαγωνισμούς, διότι οἱ διαγωνισμοὶ κατέστρεφον πᾶσαν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιζήτησις τῶν προσόντων παρεῖχεν. Οἱ διαγωνισμοὶ διεξήγοντο μὲ ἐπιτροπὰς, τὰς ὁποίας οἱ Ὑπουργοὶ συνίστων, αὗται δὲ αἱ ἐπιτροπαὶ ἐγνωμοδότουν ὑπὲρ παραδοχῆς ὡρισμένων προσώπων, κατὰ τὰς εἰσηγήσεις τῶν Ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους προσεπάθουν νὰ εὐχαριστήσουν, καὶ ἐπεζήτουν νὰ μάθωσι προηγουμένως τὴν γνώμην τῶν Ὑπουργῶν· ἦτο φενάκη, ἦτο πλαστογράφησις τοῦ νόμου περὶ προσόντων. Ἐὰν δὲ οἱ Ὑπουργοὶ θέλωσι μεταξὺ τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα πολλῶν ἀνθρώπων νὰ ἐκλέξωσιν ἕνα οἱονδήποτε, ἂς ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην τῆς ἐκλογῆς αὐτοὶ, ἂς μὴ κρύπτωνται ὄπισθεν τῆς εὐθύνης ἐπιτροπῶν, αἵτινες διεξάγουσι τοὺς διαγωνισμούς. Τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι προσῆκεν εἰς πάντα Ὑπουργὸν Συνταγματικοῦ Κράτους, καὶ ἐζήτησα διὰ τοῦτο τὴν κατάργησιν τῶν διαγωνισμῶν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμω λόγον περὶ τῆς καταργήσεως τῶν περιορισμῶν, οἵτινες ὑπῆρχον μέχρι τοῦδε κατὰ τοὺς νόμους περὶ προσόντων εἰς τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως τῶν ὑπαλλήλων. Διατηρῶ πάντας τοὺς περιορισμοὺς κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν ὑπαλλήλων, καὶ πάσας τὰς ἐγγυήσεις εἰς τὸν διορισμὸν αὐτῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς περιορισμὸς εἰς τὴν παῦσιν. Ἐὰν ἡ διαγωγὴ τῶν ὑπαλλήλων καθιστᾷ αὐτοὺς ἐκπτώτους τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς δέον νὰ ἔχῃ ἐπὶ τοὺς ὑπαλλήλους, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀπομακρύνῃ αὐτοὺς, καὶ νὰ ἀπαλλάσσηται ὁ Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς δυσαρέστου ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν κατὰ τὸ παρεληλυθὸς, νὰ δυσφημῶσι τοὺς ὑπαλλήλους· διότι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἠναγκάζοντο νὰ πέμπωσι πρότασιν οἱ Ὑπουργοὶ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ νὰ προκαλῶσιν αὐτὸ ν’ ἀποφαίνηται, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ ἔδειξαν διαγωγὴν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ ἀξίωμά των· τὸ τοιοῦτον ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς τὴν Διοίκησιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἦναι καλῆς πίστεως, νὰ ἦναι εἰλικρινὴς, νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἔχῃ γνώμην, νὰ μὴ κρύπτηται ὑπὸ ἄλλους, καὶ νὰ μὴ μεταμφιέζῃ τὰς ἰδέας αὑτῆς ὑπὸ λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀληθεῖς.
§162ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἴσως διότι δὲν ἐξεφράσθην σαφῶς, δὲν ἀντελήφθη τῶν λόγων μου. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ μονιμότητος, ὡμίλησα περὶ προσόντων, δὲν ὡμίλησα περὶ καταργήσεως τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀλλὰ περὶ τῆς καταργήσεως τῶν προσόντων ὡς πρὸς τὰς θέσεις τὰς ὑψηλοτέρας τῆς ἀστυνομίας. Βεβαίως τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν, εἶναι σπουδαιότατα, καὶ ἔχω ἀκριβῶς ἀντίθετον γνώμην πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀναχωρῶν ἐκ τῆς ὑψίστης ἐκείνης ἰδέας, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα, τῆς στειρεύσεως τῆς πηγῆς τῶν θεσιθηρῶν. Ἐὰν οἱ διαγωνισμοὶ δὲν ἀπέδωκαν μέχρι τοῦδε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως ἤθελον ἀποδώσει, ἐὰν διεξήγοντο εἰλικρινῶς, τὸ σφάλμα δὲν εἶναι εἰς τὸ σύστημα τῶν διαγωνισμῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ σύστημα τῆς καταδολιεύσεως τῶν διαγωνισμῶν· ἐὰν τοὺς συναγωνισμοὺς τοὺς ἐκτελέσητε εἰλικρινῶς, βεβαίως θέλετε ἔχει τοὺς ἀρίστους μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων· ἐὰν δὲ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς, τοὺς εἰσερχομένους οὕτω διὰ τῆς μεγάλης θύρας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀσφαλίσητε τὴν μονιμότητα, θέλετε καταστήσει αὐτοὺς πρότυπα ὑπαλλήλων, θέλετε καταστήσει αὐτοὺς ἀρίστους. Ἀλλὰ θέλετε νὰ ἀπαλλαγῆτε τῶν ὑπαλλήλων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ πρὸς δικαιολογίαν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προβάλλετε τὸ ποιὸν αὐτῶν· τὸ ποιόν των εἶναι γνωστὸν, οὐδεὶς ὑπάρχει ἀμφιβάλλων, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων συνελέγησαν εἰς τὰς τάξεις τῆς φατρίας· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν σᾶς βοηθεῖ εἰς τὸ ν’ ἀπαλλαγῆτε αὐτῶν, σᾶς ὑποχρεοῖ τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ ἡ διάταξις εἰς τὸ ν’ ἀναγκασθῆτε νὰ στρατολογήσητε τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, — καὶ ἂν δὲν τὸ πράξητε σεῖς, θὰ τὸ πράξῃ μία ἄλλη Κυβέρνησις, εὑρισκομένη ὑπὸ τὰς πιέσεις τῶν ἀπαιτήσεων, — ἐκ τοῦ στρατοπέδου τῆς φατρίας, διότι τὰ προσόντα αὐτῶν ὡς πρὸς τὰς θέσεις τὰς ὑψηλοτέρας τὰς ἀστυνομικὰς ἐκλείπουσιν. Ἐκεῖ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος· θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, καθ’ ἣν θέλει συζητηθῆ, κατὰ πόσον ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ὁ διαγωνισμὸς, κατὰ πόσον ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ἡ μονιμότης. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται μήτε περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ διαγωνισμοῦ, μήτε περὶ τῆς καταργήσεως τῆς μονιμότητος, πρόκειται περὶ τῆς καταργήσεως παντὸς προσόντος πρὸς τὴν κατάληψιν ἀστυνομικῶν θέσεων, ἐκείνων τῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν πάντοτε ἡ πληγὴ τοῦ πολίτου, διότι εἶναι πηγὴ καταχρήσεων. Καὶ ὡς πρὸς τὰς θέσεις ταύτας νομίζετε ὅτι τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἔχετε σήμερον, θέλει σᾶς ἀσφαλίσει καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον, ὅπως μὴ πεισθῆτε καὶ τὰς παραδώσητε, ἂν ὄχι σεῖς, ἀλλ’ ἄλλοι, εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἀναξίων;
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ᾼΨϞΓʹ νόμου περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν ἀντιπροσώπων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡ ὑπηρεσία μοὶ παρέστησεν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς διάταξις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα· εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, μετὰ τὰς λέξεις «ἐπὶ τῇ βάσει ἀποδείξεων», νὰ προστεθῇ: «Δὲν ἀπαιτοῦνται τοιαῦται δι’ ἔξοδα μὴ ὑπερβαίνοντα τὰς δραχμὰς πρὸς ἀποζημίωσιν ἀχθοφόρων, λεμβούχων καὶ ἁμαξηλατῶν»· διότι εἶναι δύσκολον πολὺ εἰς τοὺς ταξειδεύοντας ὑπαλλήλους νὰ ζητῶσι τοιαύτας ἀποδείξεις.
§167ΣΧΙΝΑΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μένει μία μεγάλη ἀοριστία, ἡ ὁποία ἐγέννησε πάντοτε ἀφορμὰς παραπόνων δικαίων ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων. Εἰς ἄλλους μὲν τῶν ὑπαλλήλων οἱ ἐλέγχοντες ἐγκρίνουν 10, εἰς ἄλλους 9 καὶ εἰς ἄλλους 8 δραχμὰς διὰ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον. Φρονῶ ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι λίαν ἄδικον. Ἄδικον δὲ ἐπίσης εἶναι, ὅτι ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τάσσονται εἰς μίαν κατηγορίαν· βεβαίως ἐξ ἴσου δὲν δύναται νὰ ταξειδεύσῃ ὁ νομάρχης, ὁ ἔπαρχος καὶ ὁ γραμματεύς. Ἑπομένως φρονῶ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταρτισθῇ πίναξ ἀνάλογος τῶν κατὰ βαθμὸν ὁδοιπορικῶν ἀποζημιώσεων.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται διάκρισις.
§169ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ μένει ἀοριστία εἰς τὸν ἐλέγχοντα, καὶ εἰς μὲν τὸν Αʹ νομάρχην π. χ. ἐγκρίνει οὕτως, εἰς δὲ τὸν Βʹ ἐγκρίνει ἄλλως. Συνέβη εἰς ἐμὲ αὐτὸν τοῦτο, μὲ ὅλην τὴν λεπτομερῆ κατάστασιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπανῆλθον μετὰ τοῦ στρατοῦ ἐκ Χαλκίδος πεζῇ, ἐδικαιούμην νὰ λάβω 22 δραχμὰς, τὰς ὁποίας καὶ ἔλαβον· ὅτε δὲ μετέβην μόνος ὡς ἀξιωματικὸς εἰς Χαλκίδα, μοὶ ἐνεκρίθησαν 11 μόνον δραχμαὶ, μὲ ὅλην τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν φρονῇ τὸ τοιοῦτον ὀρθὸν, νὰ διατάξῃ τὸν καταρτισμὸν πίνακος ὁδοιπορικῶν ἀποζημιώσεων.
§170Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ ὑπάρχει, καὶ αὐτὸ ζητοῦμεν νὰ μεταβάλωμεν. Ὑπάρχει νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ὑπάλληλοι λαμβάνουσιν ἀποζημίωσιν ἡμερησίαν, ὅταν ἀπομακρύνωνται ἐκ τῆς ἕδρας των. Τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην ἀφίνομεν, οὐδὲ τροποποιοῦμεν· ἀλλ’ ὑπάρχει νόμος, ὅτι τὰ ἔξοδα τὰ ὁδοιπορικὰ κανονίζονται καὶ ὑπολογίζονται κατὰ χιλιόμετρον, ὑπολογιζομένων πέντε χιλιομέτρων ἀντὶ μιᾶς ὥρας, καὶ δραχμῶν τριῶν ὡς ἀποζημιώσεως κατὰ πᾶσαν ὥραν. Νομίζω ὅτι τὸ ὀρθότερον εἶναι, νὰ παρουσιάζωσι τὰς ἀποδείξεις τῶν τελευταίων ληπτόρων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποδείξεων νὰ πληρώνωνται. Ὁ εἷς ὑπάλληλος εἶναι ἄγαμος, καὶ ὁδοιπορεῖ οὕτως, ὁ ἄλλος ἄλλως, καὶ ἀναλόγως κανονίζονται τὰ ἔξοδα.
§171ΣΧΙΝΑΣ. Εἰς τὸν στρατὸν ὑπάρχει εἷς πίναξ....
§172ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ αὐτὸς ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§173ΣΧΙΝΑΣ. Ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν τιμὴν τῶν 5 δραχμῶν καθ’ ὥραν.
§174ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐπλήρωσα 64 δραχμὰς ὡς ἔξοδα πορείας ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Δημητσάναν. Ὅσοι γνωρίζουν τὴν ἀπόστασιν θὰ ἀπορήσουν, πῶς ἐπλήρωσα 64 δραχμάς, Ἐπλήρωσα 584 δραχμὰς δι’ ὁδοιπορικὰ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Ἀθήνας. Τοιοῦτοι ὑπολογισμοὶ δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου.
§175ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐνόησα, ὅτι εἶναι περιττὴ ἴσως ἡ ἰδιαιτέρα μνεία ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τῶν ἐγγάμων ὑπαλλήλων, τῶν ἐχόντων οἰκογένειαν, διότι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καταργεῖται, ποιῆται ῥητὴν μνείαν ὑπὲρ τῶν τοιούτων ὑπαλλήλων· τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ῥητῶς δὲν ἀναφέρει τι· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρῃ;
§176ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§177ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ, ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 14 Δεκεμβρίου 1887 ᾼΦΠϚʹ νόμου περὶ ἀναθεωρήσεως κυβερνητικῶν πράξεων σχετιζομένων μετὰ τῆς καταστάσεως ἢ τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§180Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Προτείνω ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν τελευταίαν περίοδον τοῦ ἄρθρου τούτου ἀπὸ τῆς λέξεως «εἶχεν ἀνατραπῆ» διὰ τῶν ἑξῆς: «εἶχε παραγραφῆ, μὴ ἐνασκηθὲν ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ᾼΦΠϚʹ ὁριζομένης προθεσμίας.»
§181ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι διετής;
§182ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἐνιαύσιος νομίζω.
§183ΡΑΛΛΗΣ. Τότε δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν περιορίσητε εἰς δύο μῆνας, διότι τὴν περιορίζετε καὶ εἰς δύο μῆνας, ὅταν λέγητε: «Ἐπιτρέπεται νὰ ἐγερθῶσιν ὡς πρὸς ταύτας ἀγωγαὶ ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου κλπ.» Ἐὰν παρεγράφη τελείως, δὲν ὑπάρχει πλέον τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις τοῦ νόμου προβλέπει τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν παρεγράφη· τώρα δύναται νὰ μὴ παρεγράφη, εἴτε διότι δὲν παρῆλθεν ἡ πρώτη ἡμέρα, εἴτε διότι δὲν παρῆλθεν ἡ τριακοσιοστὴ ἑξηκοστὴ πέμπτη ἡμέρα τοῦ ἐνιαυτοῦ· ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν παρῆλθεν ἡ 365η ἡμέρα, περιορίζετε τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναφέρεται, τὸ ἔτος εἰς δύο μῆνας, καὶ ἐν τούτοις δὲν εἶναι ἡ πρόθεσίς σας αὕτη, ἡ πρόθεσίς σας εἶναι, νὰ ἀφήσητε τὸ δικαίωμα ἀκέραιον τῆς προσφυγῆς εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Ἐὰν καταρτίσητε ὅπως λέγετε τὴν τελευταίαν περίοδον τοῦ ἄρθρου 2, ἀναγκαίως θέλετε περιορίσει τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος δι’ ἐκείνους, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους δὲν ἤρξατο νὰ τρέχῃ ἢ μόλις ἤρξατο νὰ τρέχῃ ἡ παραγραφὴ τοῦ ἔτους, εἰς δύο μόνον μῆνας.
§184ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ πρόκειται μόνον περὶ τῶν δικῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον εἰσαχθῆ καὶ δὲν εἶχον δικασθῆ, δὲν πρόκειται περὶ ὅλων τῶν δικῶν.
§185ΡΑΛΛΗΣ. Τότε διατυπώσατε τὸ τελευταῖον· ἐὰν παρεγράφη, εἶναι περιττὸν νὰ σκέπτησθε.
§186ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι περιττόν.
§187ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀνατροπῆς, θὰ ἐνόουν τὴν διάταξιν ταύτην· ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ παραγραφῆς, δὲν ἐννοῶ τὴν διάταξιν· διότι πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι μία διαδικασία ὑποκαθίσταται εἰς μίαν ἄλλην διαδικασίαν· λοιπὸν, ὑφισταμένης τῆς διαδικασίας ἐκκρεμοῦς, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ παραγραφὴ, δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀνατροπή. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἀσφαλίζονται τὰ δικαιώματα ἐκείνων, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους καταργεῖται ἡ διαδικασία τοῦ κληρωτοῦ καὶ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ δικαστηρίου, παραπέμπονται δὲ αἱ ὑποθέσεις των εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθήκης καὶ διαγραφῶν ἐν προσηρτημένοις εἰς τὸν ᾼΦΛΓ’ νόμον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νόμου πίναξι).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν πλειόνων τοῦ ἑνὸς ἐπιμισθίων τῶν στρατιωτικῶν καθηγητῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 1!.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκεται).
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὴν τελευταίαν περίοδον, μετὰ τὰς λέξεις «ἐν τῷ σχολείῳ τῶν Εὐελπίδων», νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἢ ἐν τῇ ναυτικῇ σχολῇ τῶν δοκίμων.»
§191ΣΧΙΝΑΣ. Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ ἐπιμισθίου, θεωρῶ αὐτὸ πολὺ μικρόν· διότι ὁ διατελῶν εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν, ἀναδεχόμενος δὲ καὶ καθήκοντα καθηγητοῦ εἰς στρατιωτικὸν σχολεῖον, γνωρίζω ἐκ πείρας, ὅτι οὐ μόνον καταβάλλει πολλοὺς κόπους, ἀλλ’ ὑπόκειται, ἐὰν θέλῃ νὰ ἦναι καθηγητὴς, καὶ εἰς μεγάλας δαπάνας δι’ ἀγορὰν τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα τῷ εἶναι χρήσιμα καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκει εἰς τὰς βιβλιοθήκας μας. Ἄλλοτε τὸ ἐπιμίσθιον τοῦτο ἦτο ὡρισμένον εἰς 100 δραχμὰς, ἔπειτα δὲ περιωρίσθη εἰς 60. Ἐὰν δὲ δὲν ὁρισθῇ πάλιν εἰς 100 δραχμὰς, βεβαίως ὅμως δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ μέχρι τῶν 50. Προσέτι δὲ φρονῶ, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ἡ εἰς τὸν αὐτὸν καθηγητὴν ἀνάθεσις τῆς διδασκαλίας πλειοτέρων τοῦ ἑνὸς μαθημάτων· τοῦτο πιθανὸν νὰ συμφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν συμφέρει εἰς τὴν διδασκαλίαν, διότι εἶναι ἀδύνατον στρατιωτικὸς καθηγητὴς, διδάσκων εἰς ἓν ἢ εἰς διάφορα σχολεῖα πλέον τῶν δύο ὡρῶν καθ’ ἑκάστην, νὰ κατορθόνῃ καὶ τὴν διδασκαλίαν του μετὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας νὰ ἐκτελῇ καλῶς, καὶ τὴν ἀναγκαιοῦσαν προμελέτην νὰ ἐπιτελῇ. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, καὶ τὸ μὲν ἐπιμίσθιον νὰ ἀφήσῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 60, ὅσον ἦτο μέχρι τοῦδε, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται δὲ ἡ ἀνάθεσις δευτέρου μαθήματος εἰς οὐδένα τῶν στρατιωτικῶν καθηγητῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ὡς ἔχουσι, τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ΑΦΠΔʹ νόμου περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ εἰς ἀποστρατευομένους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης κλπ. καὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ϞΑʹ νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης νόμων.
§193ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ ἤδη εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐλήφθη ἓν μέτρον, δι’ οὗ οἱ ἀποστρατευόμενοι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου καὶ συμπληρώσαντες ἑξαετῆ ἢ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν νὰ μὴ λαμβάνωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου. Τοῦτο δὲ ἐγένετο, ἵνα μὴ ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως ἀναλαμβάνωσι διοίκησιν σώματος· διότι, τασσόμενοι δυνάμει τοῦ νόμου ἐν ἐφεδρείᾳ, καὶ καλουμένης ἐπιστρατεύσεως, ὡς μὴ ὑπαγομένων τῶν στρατηγῶν εἰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἀναλαμβάνουσιν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν. Οἱ συνταγματάρχαι ἀποστρατευόμενοι ἀπέρχονται, μὴ ἔχοντες, παρὰ εὐτελῆ σύνταξιν, σχετικῶς πρὸς τὰς ἀποδοχὰς τοῦ μισθοῦ των. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ νὰ τοῖς δώσῃ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου, καλὸν εἶναι, ὅπως εἰς τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι βεβαίως 40 ἐτῶν τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν, — διότι ἐγὼ ἔχω ἤδη 25 ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ εἶμαι ταγματάρχης, — δοθῇ τοὐλάχιστον ἡ σύνταξις τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ.
§194Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο...
§195Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, κύριε Βουλευτὰ νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν, ἐλπίζω, ὅτι θέλω σᾶς πείσει ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, προκαλῶν τὴν παρατήρησίν σας· Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἀπὸ 14 Δεκεμβρίου 1887 ΑΦΠΔʹ νόμου, περὶ ἀπονομῆς ἀνωτέρου βαθμοῦ εἰς ἀποστρατευομένους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἀνθυπασπιστὰς τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, καταργεῖται». Ὅλη ἡ περιγραφὴ αὐτὴ εἶναι ἡ περίληψις, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ νόμος, καὶ ἐπειδὴ πρέπει νὰ προσδιορίζωμεν τοὺς νόμους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀναφερόμεθα, σημειοῦντες οὐ μόνον τὸ ἀριθμητικὸν ὄνομα αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν χρονολογίαν αὐτῶν καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, διὰ τοῦτο περιελήφθη πᾶσα αὕτη ἡ περιγραφή. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν ἕπεται, ὅτι καταργεῖται τὸ ἄρθρον 1, καταργεῖται τὸ ἄρθρ. 2, καὶ τὸ ἄρθρον 2 δὲν ἀναφέρει περὶ ἀνθυπασπιστῶν, τὸ ἄρθρον 1 ἀναφέρει περὶ αὐτῶν, καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 δὲν καταργεῖται. Σᾶς ἐσκανδάλισεν ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περίληψις τοῦ καταργουμένου νόμου, καὶ ὑπελάβετε, ὅτι καταργοῦνται καὶ τὰ περὶ ἀνθυπασπιστῶν.
§196Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν δύναται νὰ ἀποσβεσθῇ ἡ λέξις «ἀνθυπασπιστάς»;
§197Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναται, διότι εἶναι ἡ περίληψις τοῦ νόμου· ἀλλ’, ὡς σᾶς εἶπον, τὰ περὶ ἀνθυπασπιστῶν δὲν καταργοῦνται.
§198Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νὰ σημειωθῇ παρακαλῶ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἐξήγησις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§200ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Σχινᾶ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ τῆς τούτου συντάξεως»· διότι καλὸν μὲν εἶναι νὰ μὴ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτοὺς ὁ βαθμὸς τοῦ ὑποστρατήγου, ἀλλ’ ἡ σύνταξις πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτούς. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΑΦΝΔʹ νόμου.
§202Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἦναι δυνατόν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν τεσσάρων δικαστικῶν νομοσχεδίων, τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 21, 24, 25 καὶ 26, ἵνα δοθῇ καιρὸς εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ὅπως κατὰ τὰς ἑορτὰς μελετήσωσιν αὐτά.
§203ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πρέπει ν’ ἀναβληθῶσι, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν δικαστήριον.
§204Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην, ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν, νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ὑπ’ ἀριθ. 26 καὶ 27 περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμμίσθων κλητήρων, δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν, καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὰ δὲν παρέχουσιν ἀφορμὴν πρὸς συζήτησιν· ἀλλὰ τὰ λοιπὰ εἶναι σπουδαιότατα, καὶ ἔχουσιν ἀποτελέσματα πολὺ μεγάλα.
§205ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐπείγει πρωτίστως ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι ἀτυχῶς ἀκόμη μᾶς διοικεῖ ὁ Μπούφης καὶ οἱ λοιποὶ, καὶ πρέπει νὰ προβῶμεν, ὅπως λύσωμεν τὰ χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως.
§206Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν, ἵνα λύσωμεν τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ δὲ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ δέσωμεν αὐτάς. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὅταν σήμερον ἐψηφίσαμεν 20 νομοσχέδια καὶ ἡ ὥρα εἶναι ἐννάτη καὶ ἡμίσεια, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ μείνωμεν ἕως ἐδῶ. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζῃ, τί ψηφίζει, διότι αὐτὰ τὰ νομοσχέδια δὲν ἀναφέρουσι κἄν τοὺς καταργουμένους νόμους.
§207ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅλων τῶν νομοσχεδίων προτάσσονται αἰτιολογικαὶ ἐκθέσεις, πάντες δὲ οἱ ἀναγνώσαντες αὐτὰς γνωρίζουσι περὶ τίνος πρόκειται.
§208Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπαρκῆ τὰ γραφόμενα ἐν ταῖς ἐκθέσεσι· μία μελέτη εἶναι ἀναγκαία εἰς τοὺς Βουλευτάς.
§209ΖΑΙΜΗΣ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν εἰσάγουσι νέας διατάξεις εἰς τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν· τὰ νομοσχέδια ταῦτα καταργοῦσι διατάξεις εἰσαχθείσας διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἐνόμιζον δὲ, ὅτι ὅλοι εἶναι σύμφωνοι περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιψηφίσεώς των.
§210ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§211Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, διαμαρτύρομαι.
§212ΖΑΙΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης διαμαρτύρεται, καὶ ἔχει δίκαιον νὰ διαμαρτύρηται, ἀφοῦ νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λυθῶσιν αἱ χεῖρες τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ δεθῶσιν. Ἡ ἔκφρασις τῆς γνώμης ταύτης τοῦ κ. Βουλευτοῦ δεικνύει ὅτι δυσπιστεῖ πρὸς τήν Κυβέρνησιν. Ἐγώ, ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δυσπιστῶ πρὸς αὐτήν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον δυσπιστῶ πρὸς ἐμαυτόν. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§213ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ δυσπιστῇ πρὸς ἑαυτὸν, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἀπέδειξεν, ὅτι δικαιοῦται τοσαύτην πρὸς ἑαυτὸν νὰ ἔχῃ πεποίθησιν· τοὐλάχιστον ἡ Βουλὴ οὐδὲν γνωρίζει, ἐμπνέον τοσαύτην πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην. Ἐὰν πρόκηται νὰ λυθῶσιν αἱ χεῖρες τῆς Κυβερνήσεως, εὐκόλως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὸ πράξῃ· ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καὶ ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως λυθῶσιν αἱ χεῖρές της, ὑπολανθάνῃ ἡ καταστροφὴ ἐκ βάθρων τοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου, καὶ ἰδίᾳ ἡ ἀναστάτωσις τῶν δικαστικῶν γραφείων, ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ μετὰ πάσης περισκέψεως. Διὰ τοῦ ἑνὸς τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων καταλύεται ἡ μονιμότης τῶν δικαστικῶν γραμματέων, καταλύεται ἡ ἐπίβλεψις τῶν δικαστικῶν συμβουλίων ἐπὶ τοὺς γραμματεῖς σχετικῶς πρὸς τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς παύσεις τῶν δικαστικῶν γραφέων καὶ ὑπογραμματέων, οἵτινες ἀφίενται ἔρμαιον εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ γραμματέως, ἐντελῶς ὑποχειρίου τῆς κεντρικῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ γίνεται καί τι πλέον, ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς γραμματεῖς νὰ κατακερματίζωσι τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπογραμματέων καὶ τῶν δικαστικῶν γραφέων, ἀποτέλεσμα δὲ τούτων πάντων ἔσεται, νὰ καταπλημμυρήσῃ τὰ δικαστικὰ γραφεῖα συρφετὸς ἀνικάνων. Ἐὰν σήμερον, ὡς λέγουσιν, ἡ κατάστασις αὐτῶν δὲν ᾖναι καλή, πρὸ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ζητεῖτε νὰ καταργήσητε, ἦν χειροτέρα. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ᾖ ἀλλοία, ἀφοῦ ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς νὰ κατακερματίζηται καὶ αὐτὸς ὁ εὐτελὴς μισθὸς τῶν 60 δραχμῶν, διανεμόμενος εἰς δύο καὶ τρία πρόσωπα. Μὲ μισθὸν τοιοῦτον ἦν δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ὑπογραμματεῖς, ἔχοντες οἱανδήποτε ἱκανότητα; Δὲν γνωρίζετε εἰς τὸν περιορισμὸν τίνος καταχρήσεως ἀπέβλεψεν ἡ διάταξις τοῦ νόμου, δι’ ἧς δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάτμησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν γραφέων· ἀπέβλεψεν ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ περιορίσῃ τὴν κατάχρησιν, ἥτις γίνεται ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Τί πράττομεν ἐνταῦθα; Ὅταν δὲν ἔχωμεν ἱκανὰς θέσεις, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς ἁπάσας τὰς ἀξιώσεις, κατακερματίζομεν τὸν μισθὸν τῶν κλητήρων, καὶ οὕτω κατορθοῦται ὁ διορισμὸς περισσοτέρων, ἀδιάφορον ἂν δὲν ὑπάρχῃ εἷς ἱκανὸς νὰ προσκομίσῃ ἓν βιβλίον. Τοῦτο ἐνταῦθα δὲν ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, ἀλλ’ ἐν τοῖς δικαστικοῖς γραφείοις μεταβάλλει ὄψιν, διότι ἐν αὐτοῖς πρόκειται περὶ συμφερόντων τῶν διαδίκων, χάριν δὲ τῆς καταλήψεως μιᾶς θέσεως ὑπογραμματέως ἢ δικαστικοῦ γραφέως παρὰ προσώπου ὅλως ἀνικάνου δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῶσι τὰ συμφέροντα ταῦτα ἐκτεθειμένα. Προσέξατε εἰς τὸ ζήτημα τὸ δικαστικόν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέτριψε τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διεσκόρπισε τὴν παρελθοῦσαν πλειονοψηφίαν, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀνευλάβεια τῶν τελευταίων ἐτῶν πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Καὶ οὐδὲ δύναται νὰ διέλθῃ τοῦ νοός μου, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη ἀνευλάβεια πρὸς τὴν δικαιοσύνην ἐκ μέρους οἱασδήποτε ἄλλης Κυβερνήσεως· ἀλλὰ προσέξατε, ἐπαναλαμβάνω, μή, λύοντες τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καταστήσητε τὴν παραλυσίαν ἐν τοῖς δικαστικοῖς γραφείοις. Καὶ ἡ παραλυσία δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ ὑπάρξῃ πλήρης, ὅταν εἰς τὸν γραμματέα, καθιστάμενον ὑποχείριον τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἀφίεται πλῆρες τὸ αὐθαίρετον δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς δικαστικοὺς ὑπογραμματεῖς. Τί ἡ διάταξις, ἧς ζητεῖται ἡ κατάργησις, εἶχε τὸ ἄτοπον; ἂς μᾶς εἴπῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ διάταξις ἐκείνη ἀπῄτει τὴν ἔγκρισιν τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου διὰ τὸν διορισμὸν καὶ τὴν παῦσιν τῶν ὑπογραμματέων καὶ τῶν δικαστικῶν γραφέων. Ἡ ἐποπτεία τῶν δικαστικῶν συμβουλίων δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ᾖ σώτειρα διὰ τὰ δικαστικὰ γραφεῖα, ἅτινα νῦν καταδικάζονται εἰς τελείαν παραλυσίαν.
§214ΔΑΓΡΕΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ράλλη, νὰ ἐξετάσητε καὶ μάθητε, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων τῶν ἐπαρχιῶν· χιλιάδες δικῶν εἶναι ἐκκρεμεῖς· δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ κἀμμία ὑπόθεσις!
§215ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν κατάστασιν τῶν δικαστηρίων τὴν γνωρίζω καλλίτερον παντὸς ἄλλου, τὴν γνωρίζω ὡς δικηγόρος, δὲν ἔχω δὲ ἀνάγκην πληροφοριῶν.
§216ΔΑΓΡΕΣ. Ἔχετε ἀνάγκην. Ἄλλη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων καὶ τῆς διοικήσεως ἐν τῇ πρωτευούσῃ.
§217ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε μέγα λάθος.
§218ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἔχω διόλου λάθος· περιέλθετε τὰς ἐπαρχίας, διὰ νὰ μάθητε, ποῦ εὑρισκόμεθα. Ὅταν εἶδον κατὰ πρῶτον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τῶν συναδέλφων μου, τῷ εἴπομεν: «Κύριε Ὑπουργὲ, λάβετε πρόνοιαν περὶ τῶν δικαστηρίων, ἰδίως διὰ τὴν Μεσσηνίαν, νὰ διορίσητε δικαστὰς, τοὺς ὁποίους νὰ μὴ γνωρίζωμεν, νὰ διορίσητε τοιούτους δικαστὰς, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐκτελοῦν τὸ καθῆκόν των καὶ νὰ μὴ χαρίζωνται εἰς κἀνένα». Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ ψηφισθοῦν τὰ ἀναγκαῖα νομοσχέδια, καὶ νὰ μὴ δημιουργῶμεν ἀφορμὰς συζητήσεων.
§219Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἦλθεν ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον· τότε ἡ Βουλὴ θὰ ἀκούσῃ ἑνὸς ἑκάστου τὴν γνώμην· δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ οὐχὶ εὐάρεστος κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν, ὀφείλεται εἰς τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν δικαστηρίων. Πᾶσα λοιπὸν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ γίνεται περιεσκεμμένως, καὶ δὲν γίνεται διόλου περιεσκεμμένως, ὅταν τοιαύτην ὥραν, μετὰ τόσον κόπον καὶ γοργῷ τῷ βήματι, ψηφίζωμεν ἢ μᾶλλον ἀναγινώσκωμεν νομοσχέδια δικαστικά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀντισταθεὶς εἰς τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν, ἣν ἐθεώρησεν ὡς ἐκδήλωσιν δυσπιστίας, εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνος ἔχει ἐμπιστοσύνην καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς ἑαυτόν. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ὀπαδὸς τῆς θεωρίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον πλέον ἢ ἅπαξ ἤκουσα λέγοντα, ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα στηρίζεται εἰς τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ παντὸς ζητήματος δυσπιστίαν, διότι οἱ νόμοι γίνονται ὄχι περὶ προσώπων, ἀλλὰ περὶ πραγμάτων. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει τὸν κ. Ζαΐμην ἢ τὸν κ. Δηλιγιάννην. Εὔχομαι εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, τὸν τόσην πρὸς ἑαυτὸν ἔχοντα ἐμπιστοσύνην, νὰ ἦναι ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν Ὑπουργός· καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπίσης· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι φυσικῶς δυνατόν. Δὲν πρόκειται περὶ δυσπιστίας πρὸς τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ πρόκειται περὶ νομοθετημάτων, ἐὰν δὲ, Κύριοι, ἐξαρτᾶτε τὴν βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης ἐκ τῶν τεσσάρων τούτων ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις ἀνέμενεν ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 14 Ὀκτωβρίου ψηλαφητὰς ἀποδείξεις περὶ βελτιώσεως τῶν καθ’ ἡμᾶς ἐν γένει! Ὅταν θὰ λεπτολογήσωμεν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τότε θὰ ἴδωμεν, τί ζητεῖται δι’ αὐτῶν. Πρόκειται, Κύριοι, δι’ αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων νὰ παραδοθῇ ἡ δικαιοσύνη εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἑκάστοτε γενικοῦ γραμματέως καὶ τοῦ κόμματος.
§220ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ πρότερον ἦτο.
§221Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λέγουσιν, ὅτι καὶ πρότερον ἦτο· ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται νὰ συνεχίσωμεν τὸ παρελθὸν, δὲ ἐννοῶ πρὸς τί ἠγωνίσθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν 14 Ὀκτωβρίου. Γνωρίζω τὴν ἀνυπομονησίαν πολλῶν ἐξ ὑμῶν πρὸς ψήφισιν τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων· θέλετε νὰ μὴ ἔχητε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις σας ἐκεῖνα τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρεξετράπησαν ἴσως πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἢ κατὰ τὰς ἐκλογάς· ἀλλὰ διὰ τῆς μεταθέσεως, ἐρωτῶ ὑμᾶς, θὰ βελτιώσητε τὰ πράγματα; τὰ πρόσωπα αὐτὰ θὰ ἐξέλθωσι τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος;
§222ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς παύσεως.
§223Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς μεταθέσεως τῶν ἰσοβίων καὶ τῶν Εἰρηνοδικῶν. Σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Νομίζετε, ὅτι θεραπεύετε τὸ κακὸν, διότι θὰ μεταθέσητε τὸν πρωτοδίκην ἐκ τῆς Λαρίσσης π. χ. εἰς τὴν Ζάκυνθον, ἢ ἐκ τῆς Ζακύνθου εἰς τὴν Λάρισσαν; Ἀλλοίμονον, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἀναμορφωτικὸν, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ συνίσταται εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ μεταθέτῃ τὰ δικαστικὰ πρόσωπα! Ὅταν συζητήσω καὶ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον περὶ Εἰσαγγελέων, τότε θ’ ἀποδείξω διὰ λόγων αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸ 1884, ὅτι τὸ παράπονόν του ἦτο ἀκριβῶς, ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς ἐξηρτῶντο ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ κόμμα, διότι ἠδύναντο νὰ παύωνται ἄνευ προσκόμματος. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ συζητήσω σήμερον τὸ νομοσχέδιον· ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν σας τὴν πρότασίν μου περὶ καλλιτέρας μελέτης. Ἐὰν, Κύριοι, ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων δὲν χρησιμεύσωσι τοὐλάχιστον αἱ εἰδικαὶ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς, δὲν ἐννοῶ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, πρὸς τί γίνεται καὶ ἡ συνταγματικὴ αὕτη κωμῳδία τῆς ἐκλογῆς των. Σεῖς αὐτοὶ ἐξελέξατε ἐπιτροπὰς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἄλλας· ἐννοῶ, ἐὰν ὑπάρχῃ κατεπειγότης, ἢ ἐὰν πρόκηται περὶ νομοσχεδίων ἐπουσιωδῶν, νὰ παραλειφθῇ ἡ προπαρασκευαστικὴ τῶν ἐπιτροπῶν μελέτη· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται, Κύριοι, περὶ μεταβολῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ὅταν πρόκηται περὶ τόσῳ θεμελιωδῶν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὀργανικῶν διατάξεων, νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς, σχεδὸν ἀσυζητητεὶ καὶ δι’ ἀναγνώσεως νὰ ψηφίζητε τοιαῦτα νομοσχέδια; Ἐὰν ὑποθέσω πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἀποῤῥίπτεται ἡ πρότασίς μου, πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις· ἀλλ’ ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούητε ὁμιλοῦντα ἐπὶ μίαν ὥραν; ἢ δύνασθε νὰ ἀπαγορεύσητε τὸν λόγον; καὶ δύνασθε νὰ ζητήσητε ἀπὸ ἐμὲ ὑπερανθρώπως νὰ ἐργάζωμαι, ὡς σεῖς οἱ ἴδιοι δὲν ἠθέλετε νὰ ἐργασθῆτε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς τέως Κυβερνήσεως; Ὁσάκις ἤρχετο ἡ 8η ἢ καὶ ἡ 9η ὥρα, ἤρχιζον αἱ ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, τοῦ ἀρχηγοῦ σας λέγοντος ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ τραφῇ. Πῶς πάντα ταῦτα καὶ οὕτω ταχέως ἐλησμονήσατε; Νομίζω, ὅτι ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης προτάσεως, σκοπούσης τὴν βελτίωσιν σπουδαίων νομοθετημάτων, δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιτείνῃ.
§224Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δὲν φρονοῦμεν, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς προσήκει νὰ παρατείνωνται πέραν ὡρισμένου τινὸς χρόνου, καὶ ὅταν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰσηγεῖτο εἰς τὴν πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν διηύθυνε, νὰ μένῃ εἰς τὰ ἐδώλια αὐτῆς μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ μέχρι τῶν πρωϊνῶν ὡρῶν, κατεκρίνομεν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, καὶ προσεπαθοῦμεν τῷ ὄντι διὰ προτάσεων ἀπαρτίας νὰ ματαιώσωμεν τὴν πονηρὰν αὐτῆς προαίρεσιν· Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐπεθύμει νὰ ἀπαυδήσῃ τὴν μειοψηφίαν, νὰ ἀναγκάσῃ αὐτὴν νὰ καταλίπῃ τὸ Βουλευτήριον, ὥστε νὰ μείνῃ μόνη καὶ ψηφίσῃ μόνη ἄνευ συζητήσεως πάντα τὰ νομοσχέδια. Ἡμεῖς κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τοῦ χρόνου εὑρισκόμεθα εἰς ἐξαιρετικήν τινα περίστασιν. Μετὰ δύο ἡμέρας, τὸ προσεχὲς Σάββατον, θέλουν ἀναχωρήσει οἱ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν εἰς τὰς πατρίδας των, χάριν τῶν ἑορτῶν, ἡ Βουλὴ δὲν θέλει εἶσθαι ἱκανὴ νὰ συνεδριάζῃ, ἔπρεπε δὲ νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ τῶν δύο, ἢ νὰ ἀναβάλωμεν πᾶσαν ταύτην τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν διὰ τὸ μετὰ τὰς ἑορτὰς διάστημα, ἢ νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοθετήματα ταῦτα πρὸ τῶν ἑορτῶν· προετιμήσαμεν δὲ τοῦτο, χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς διοικήσεως, τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους. Τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους εἶναι, νὰ μὴ μείνωσιν ἀκαταδίωκτοι αἱ ἀξιόποινοι πράξεις, αἱ ὁποῖαι διεπράχθησαν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Ἡμεῖς αὐτοὶ, καὶ ὁμιλοῦντες πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ὁμιλοῦντες πρὸς τὴν Βουλὴν, ὑπεσχέθημεν, ὅτι θέλομεν εἶσθαι ἀδυσώπητοι τιμωροὶ τῶν παραβάσεων τῶν ἐκλογικῶν, διὰ νὰ κρατύνωμεν ἐν ταῖς πεποιθήσεσι τοῦ κοινοῦ τὸ πρὸς τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους σέβας, τὴν εὐλάβειαν παντὸς κυβερνῶντος πρὸς τὰς ἐκλογικὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐνῷ ταῦτα ὑπεσχέθημεν, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ διατηρῶμεν εἰς τὰς εἰσαγγελικὰς θέσεις ἀνθρώπους, οἵτινες, ἀγνοῶ ἐὰν ἀνήκωσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, βεβαίως ὅμως δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀνήκωσιν εἰς κόμματα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐνεφανίσθη ἐνώπιόν μου εἷς Εἰσαγγελεὺς,—δὲν θέλω νὰ τὸν ὀνομάσω, ἦτο Εἰσαγγελεὺς ἀνωτάτου τινὸς Δικαστηρίου,—καὶ ἀφοῦ μὲ συνεχάρη, μὲ ἠρώτησε, ποίας διαταγὰς ἔχω· τῷ εἶπον: δὲν ἔχω διαταγὰς, εἰμὴ μίαν καὶ μόνην, νὰ ἐκτελῇ τοὺς νόμους καὶ τὰ καθήκοντά του. «Ἡμεῖς, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐκτελοῦμεν τοὺς νόμους καὶ τὰ καθήκοντά μας.» «Ἀμφιβάλλω, ἀπεκρίθην, ἐὰν τὰ ἐκτελῆτε, καὶ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι σεῖς ἰδίως δὲν τὰ ἐκτελεῖτε, διότι εἶσθε ἐν Ἀθήναις, εἶσθε ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὲν γνωρίζετε ποῖά τινα ἐλέχθησαν περὶ ἑνὸς Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν· ἐὰν δὲ γνωρίζητε αὐτὰ, σᾶς ἐρωτῶ, πῶς μέχρι τοῦδε δὲν ἐσπεύσατε νὰ φωτίσητε τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ Εἰσαγγελέως ἐκείνου τῶν Ἐφετῶν; Σεῖς εἶσθε ὁ ἀνώτατος ἐπόπτης τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας, εἰς σᾶς ἐνεπιστεύθη ἡ Πολιτεία τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὀργάνων τούτων τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας· ποίαν ἐποιήσατε χρῆσιν τοῦ καθήκοντός σας, τῆς ἐνασκήσεως αὐτῆς;» «Κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκούω ὅσα λέγονται, οὐδὲ νὰ ἀναγινώσκω τὰς ἐφημερίδας», μοὶ ἀπεκρίθη ἐκεῖνος. Ἀπήντησα δ’ εἰς αὐτόν: «Εἶσθε ὑποχρεωμένος, καὶ νὰ ἀκούητε τὰ λεγόμενα καὶ τὰ γραφόμενα, καὶ νὰ ἐρευνᾶτε, ἐὰν τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας ἔχωσι βάσιν ἢ ὄχι, καὶ ἂν δὲν ἔχωσι βάσιν, νὰ τὰ περιφρονῆτε, ἄλλως νὰ ἐνεργῆτε τὸ καθῆκον σας». Ἐνῷ δὲ ταῦτα ἔλεγον πρὸς αὐτὸν, γνωρίζω ὅτι ἀλλαχόθεν, εἰς ἄλλα πρόσωπα ἀπευθυνθέντες, ἠρώτων: «τί ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμωμεν;» Τοιαῦτα εἶναι τὰ ὄργανα τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας. Θέλετε νὰ καταστρατηγῶμεν καὶ ἡμεῖς τοὺς νόμους; θέλετε νὰ λέγωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ οὖς αὐτῶν: «προτείνατε τὰς προτάσεις ταύτας ἢ ἐκείνας»; Νομίζω ὅτι δὲν προσήκει εἰς Κυβέρνησιν συνταγματικὴν νὰ καταστρατηγῆται τοὺς νόμους, καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν νὰ καθιστᾷ εἰκονικήν. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν πᾶν ὅ,τι ἐνομίσαμεν συμφέρον εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ ὑποβάλωμεν τὰ νομοθετήματα ταῦτα, διὰ νὰ ἀποδοθῇ ἐλευθερία εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μετακινῇ ἢ ἀντικαθιστᾷ τὰς εἰσαγγελικὰς ἀρχάς. Ἐνομίσαμεν ὅτι συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀφαιρέσωμεν τοὺς περιορισμοὺς, οὓς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου τοῦ 1887 ἐνομοθέτησε, διὰ νὰ ταπεινώσῃ τὸ φρόνημα τῶν δικαστῶν, διὰ νὰ διαφθείρῃ τὰς δικαστικὰς συνειδήσεις. Ἤλθομεν λοιπὸν μετὰ παῤῥησίας, καὶ ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ψήφισιν τῶν νομοθετημάτων τούτων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἀναβάλῃ, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσσης ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν, ἂς ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν θέλῃ ἢ δὲν θέλῃ. Ἀλλ’ ὅταν προκαλῆτε ἡμᾶς ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν νομοθετημάτων τούτων, ὅταν λέγητε εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ παραδώσωμεν τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὸ κόμμα, ἔχομεν δικαίωμα νὰ παραπονώμεθα, ὅτι εἶσθε ἄδικοι· διότι οὔτε τὸ παρελθὸν ἡμῶν, οὔτε τὸ ἐνεστὸς σᾶς ἔδωκεν ἀφορμὴν, ἵνα τοιαύτην περὶ ἡμῶν ἐξενέγκητε γνώμην. Ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ λέγωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ζητῶμεν τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν, νομίζομεν ἀναγκαίαν, ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν, καὶ τὴν ὁποίαν θέλομεν ἐνασκήσει ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους· ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία, ἐὰν θέλῃ, νὰ μᾶς τὴν χορηγήσῃ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§225Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω πρότασιν, ὅπως τὰ 4 δικαστικὰ νομοσχέδια παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεώς σας;
§227Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπιμένω.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραπομπὴν τῶν τεσσάρων δικαστικῶν νομοσχεδίων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κλητήρων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπήνεγκε τροποποιήσεις τινὰς, ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον, ὅπως τυπωθῇ ἐκ νέου. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ καταργήσεως τοῦ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΑΥΞΓʹ νόμου. 2) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΑΦΝΕʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1887).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΑΦΝΓʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1887. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Βαλσαμάκη, ἀλλ’ ἀναβάλλεται διὰ τὴν γʹ συζήτησιν.
§231ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι δὲν εἶναι σχετικαὶ μὲ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖ τὸν νόμον.
§232ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει ἐντελῶς δίκαιον, παρατηρῶν, ὅτι οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἢ νὰ προσθέσῃ μίαν μόνην λέξιν εἰς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου τοῦ 1887. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ περιορισθῇ εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὤφειλε δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ἔχῃ καὶ τὴν φιλοτιμίαν, ὅπως ἐπαναφέρῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1877, ὅστις ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει τοῦ μακαρίτου πατρός του, καὶ καθόσον αἱ διατάξεις αὗται διεστράφησαν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887. Ἐὰν ἐμελέτα τὸν τελευταῖον τοῦτον νόμον, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῷ διατάξεις, ἄλλαι μὲν, οὐδεμίαν πρακτικὴν ἔννοιαν ἔχουσαι, ἄλλη δὲ ἀσυστόλως ἀντισυνταγματικὴ, ἀνατρέπουσα τὴν δικαστικὴν ἱεραρχίαν. Ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1887 ἀναγράφεται, ὅτι εἰς Εἰσαγγελέα παρ’ Ἐφέταις προάγεται ὁ Ἀρεοπαγίτης. Ἀλλ’ ὅστις ἔχει πεῖραν τῶν πραγμάτων θέλει σκεφθῆ, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ Ἀρεοπαγίτης τόσον παράφρων, ὥστε ν’ ἀνταλλάξῃ τὴν θέσιν τοῦ Ἀρεοπαγίτου πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Μοὶ παρατηροῦσιν, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις, ἀλλ’ ἡ περίπτωσις αὕτη ἤθελε σκοπεῖ εἰς τὴν καταστρατήγησιν τοῦ νόμου περὶ συντάξεων, καὶ ἡ καταστρατήγησις αὕτη δὲν πρέπει νὰ κυρωθῇ νομοθετικῶς. Διάταξις δὲ ἀσυστόλως ἀντισυνταγματικὴ, ἀντιστρατευομένη εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν δικαστῶν καὶ τὴν δικαστικὴν ἱεραρχίαν, εἶναι ἐκείνη, καθ’ ἣν ὁ Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου δύναται νὰ μετατεθῇ εἰς θέσιν Προέδρου Ἐφετῶν, καὶ ἐναλλάξ. Τοιαύτη διάταξις μόνον ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἠδύνατο νὰ ἀποῤῥεύσῃ, ἀλλ’ ἤλπιζον, ὅτι ἤθελε παρατηρήσει τὸ ἄτοπον αὐτῆς ὁ νῦν Ὑπουργὸς, καὶ τοὐλάχιστον ἐκ φιλοτιμίας οἰκογενειακῆς, ὡς εἶπον, ἤθελε σπεύσει νὰ τὴν διαγράψῃ. Ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, εἶναι προφανές. Ὅταν τὸ Σύνταγμα ὁρίζῃ, ὅτι οἱ Ἀρεοπαγῖται εἶναι ἰσόβιοι, ἕπεται ὅτι δὲν δύνανται νὰ μετατεθῶσιν, εἰμὴ ἐὰν ὑπάρξωσι δύο δικαστήρια Ἀρείου Πάγου. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1887 ἀντιστρατεύεται καὶ εἰς τὸν καλὸν καταρτισμὸν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου. Σφάλλουσιν οἱ νομίζοντες, ὅτι πᾶς δικαστὴς τῆς οὐσίας δύναται νὰ ἦναι καὶ καλὸς Ἀρεοπαγίτης. Νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον ν’ ἀντικαταστήσητε τοὺς πλείστους ἐκ τῶν νῦν Ἀρεοπαγιτῶν; Ἀναζητήσατε μεταξὺ τῶν καλλιτέρων ἡμῶν Ἐφετῶν, καὶ θέλετε δυσκολευθῆ νὰ ἀνεύρητε τοὺς ἀντικαταστάτας. Εἰς οὐδένα, ὅστις ἔχει καὶ ἀτελῆ γνῶσιν τῶν δικαστικῶν, ἐπιτρέπεται νὰ θεωρῇ, ὅτι δικαστὴς τῆς οὐσίας δύναται νὰ ἦναι καλὸς δικαστὴς τῶν τύπων, καὶ τὸ ἀντίθετον· τὸ ἔργον τοῦ ἑνὸς εἶναι ἐντελῶς διάφορον ἀπὸ τὸ τοῦ ἄλλου· καὶ ἐν τούτοις διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εὐθύνεται ὁ νῦν Ὑπουργὸς, εἰμὴ καθ’ ὅσον ἤθελε τὴν ἐπαναλάβει, ἔχομεν πλήρη σύγχυσιν τῶν δικαστῶν τῆς οὐσίας καὶ τῶν δικαστῶν τῶν τύπων. Ἄλλως καταῤῥίπτεται ἡ ἀξιοπρέπεια ἡ δικαστικὴ, ὅταν ὁ Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου δύναται νὰ ἐκσφενδονισθῇ, ὡς ὁ τελευταῖος Εἰρηνοδίκης ἢ Πταισματοδίκης, εἰς Λάρισσαν ἢ εἰς Κέρκυραν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς τροποποιήσεως, ἣν ἔφερεν εἰς τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἀπέβλεψεν εἰς τὸ νὰ ἐπανορθώσῃ ὡρισμένον ἀδίκημα πρὸς ὡρισμένην τάξιν δικαστῶν, ἀπέβλεψεν εἰς τὸ νὰ χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς εἰς Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν καὶ εἰς τὸν ἐπὶ δεκαετίαν Πρόεδρον Πρωτοδικῶν. Εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν ταύτην ἢ συμπλήρωσιν τοῦ νόμου ἀντιστρατεύεται σπουδαία ἀρχὴ, καθ’ ἣν ἡ ἱεραρχία ἡ εἰσαγγελικὴ πρέπει νὰ ἦναι ὅλως διακεκριμένη ἀπὸ τὴν ἱεραρχίαν τὴν δικαστικὴν, καὶ νὰ μὴ δύνανται ἐκ τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου νὰ μεταπηδῶσιν εἰς τὸν δικαστικόν, καὶ ἐκ τούτου εἰς τὸν εἰσαγγελικόν. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον τὴν ἀρχὴν ταύτην καθιερουμένην ἐν τῷ περὶ προσόντων νόμῳ ἡμῶν, διότι ἄλλη ἡ ἰδιοφυΐα τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ ἄλλη ἡ τοῦ δικαστοῦ, ἄλλα τὰ καθήκοντα ἐκείνου καὶ ἄλλα τὰ καθήκοντα τούτου· ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι προστίθεται ἤδη μία λέξις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἢ ἐκ τοῦ ὅτι ἀφῃρέθη μία λέξις διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887 καὶ ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ 1877, βεβαίως δὲν καθιερώθη ἡ διάκρισις, εἰς ἣν ἀποβλέπω. Ἐὰν ἐπειθόμην, ὅτι ἡ διάκρισις αὕτη ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἤδη, ἤθελον ἐκθύμως ὑπὲρ αὐτῆς ἀγωνισθῆ. Ἀλλ’ ἀφοῦ, ὡς φαίνεται, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε μόνην τὴν φιλοτιμίαν ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ κείμενον τοῦ νόμου τοῦ 1877 ὡς πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὴν φιλοτιμίαν ν’ ἀποκαταστήσῃ αὐτὸ ὡς πρὸς πάσας τὰς διατάξεις ἐκείνας, ἃς παρεισήγαγεν ὁ νόμος τοῦ 1887. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναφέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων, αἵτινες ἐπηνέχθησαν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20. Ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ νόμου τοῦ 1887 διεγράφησαν πρῶτον πέντε λέξεις ἐκ τῆς ἀρχῆς τῆς πρώτης παραγράφου, αἱ ἑξῆς: «οἱ δικαστικοὶ ἐν γένει γραμματεῖς», ἀλλὰ διεγράφησαν περιπλέον πᾶσαι αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπογραμματεῖς καὶ γραφεῖς. Ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγει, ὅτι ἀπέβλεψεν εἰς τὸ νὰ καταργήσῃ τὴν μονιμότητα τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν δικαστικῶν γραμματέων, κατὰ παραδρομὴν ὅμως κατήργησε καὶ τὴν σχετικὴν μονιμότητα τῶν δικαστικῶν ὑπογραμματέων καὶ γραφέων, διότι, ὡς εἶπον ἤδη, κατήργησε τὴν παρὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887 ἀπαιτουμένην ἔγκρισιν τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου διὰ τὸν διορισμὸν ἢ τὴν παῦσιν τῶν δικαστικῶν γραφέων, πρὸς δὲ καὶ τὴν ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως πρότασιν περὶ τῶν ἐν τοῖς εἰσαγγελικοῖς γραφείοις ἐργαζομένων ὑπογραμματέων. Ἴσως ἡ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Ὑπουργοῦ ἀναπτυσσομένη δικαιολογία, ὅτι οἱ Εἰσαγγελεῖς μετέχουσι τοῦ διοικητικοῦ μέρους τῶν Δικαστηρίων, καὶ ὅτι δι’ αὐτῶν ἀσκεῖται ἡ ἐπ’ αὐτὰ ἐποπτεία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ κατά τι τὴν κατάργησιν τῆς σχετικῆς διατάξεως πρὸς τὴν μονιμότητα τῶν Εἰσαγγελέων. Ἐγὼ ἔχω ἀντίθετον καὶ ὡς πρὸς τοῦτο γνώμην, διότι δὲν ἐξετάζω τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑφ’ ἣν ἐξετάζουσιν αὐτὰ πλεῖστοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἔχοντες ἴσως ἐντελῶς δίκαιον, ἐὰν εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν ἀποβλέψῃ τις. Σᾶς λέγουσι: δύνασθε ν’ ἀνεχθῆτε τὸν Α ἢ τὸν Β ὡς Εἰσαγγελέα; Βεβαίως ὄχι· ἀλλ’ ἐντεῦθεν δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὴν μονιμότητα τῶν εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν. Ἐὰν οἱ Εἰσαγγελεῖς, οἱ τόσον κατακρινόμενοι, διέπραξαν πράγματι πάνθ’ ὅσα ἐπανειλημμένως καταγγέλλονται κατ’ αὐτῶν, νομίζετε ὅτι αἱ χεῖρες τῆς Κυβερνήσεως εἶναι δεσμευμέναι, καὶ ὅτι δὲν ἔχετε τὸ μέσον ν’ ἀπαλλάξητε καὶ ἡμᾶς καὶ τὸν τόπον ὁριστικῶς ἀπ’ αὐτῶν; Ἡ θεραπεία, τὴν ὁποίαν σήμερον ἐπιδιώκετε, δὲν εἶναι πραγματικὴ θεραπεία, διότι, ἀπολυόμενοι δυνάμει τοῦ ψηφιζομένου νομοθετήματος, θὰ ἐπανέλθωσι πάλιν αὔριον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν χειρότεροι ἢ πρότερον, διότι θὰ ἔχωσι νὰ ἐκδικήσωσι καὶ τὸ δῆθεν γενόμενον αὐτοῖς ἀδίκημα. Ἐὰν δὲ, ὡς παρατηροῦσι, δὲν θὰ μείνωσιν ἀκαταδίωκτοι, οὐδόλως ἀναγκαία ἡ κατάλυσις τῆς μονιμότητος. Ἀλλὰ δικαιολογεῖ, εἶπον, ἡ ἔκθεσις ἡ συνοδεύσασα τὸ νομοσχέδιον, ὁπωσδήποτε τὴν κατάλυσιν τῆς μονιμότητος τῶν Εἰσαγγελέων, ἀλλὰ τὴν κατάλυσιν τῆς μονιμότητος τῶν δικαστικῶν γραμματέων δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ἔτι δ’ ὀλιγώτερον τὴν κατάλυσιν τῆς σχετικῆς μονιμότητος τῶν ὑπογραμματέων. Μὴ λησμονῶμεν, τίς ἡ πηγὴ τῆς κακοδιοικήσεως, ἥτις μαστίζει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἐὰν δ’ ἔχωμεν ταύτην ὑπ’ ὄψιν, εὐκόλως θέλομεν δυνηθῆ νὰ τὴν στειρεύσωμεν. Ἡ πηγὴ αὕτη εἶναι μία, ἡ συγκέντρωσις εἰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν πάσης ἐξουσίας. Καθ’ ἡμέραν ὁμιλοῦμεν περὶ ἀποκεντρώσεως, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῇ αἰθούσῃ, μὴ ἐννοῶν, ὅτι ἡ σωτηρία ἡμῶν ἔγκειται ἐν τῇ ἀποκεντρώσει, καὶ ἐν τούτοις καθ’ ἡμέραν ψηφίζομεν νόμους συγκεντρωτικούς. Διότι τί πράττετε, ὅταν καταργῆτε τὴν μονιμότητα τῶν δικαστικῶν γραμματέων, ὅταν καταργῆτε τὴν σχετικὴν μονιμότητα τῶν ὑπογραμματέων; Καθιεροῦτε τὴν συγκέντρωσιν, ἀφοῦ ἐκ μόνης τῆς θελήσεως τοῦ γραμματέως θὰ ἐξαρτᾶται καὶ ὁ διορισμὸς καὶ ὁ μισθὸς τῶν ὑπογραμματέων, ὁ δὲ γραμματεὺς θὰ ἐξαρτᾶται ἀμέσως ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§233ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς μονιμότητος τῶν Εἰσαγγελέων θεωρῶ οὐσιωδεστάτην. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ὅμως τοῦ διορισμοῦ τῶν ὑπογραμματέων τῇ προτάσει τῶν συμβουλίων τῶν δικαστικῶν, λέγω ὅτι ἐζήτησα τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως ταύτης, διότι ἐθεώρησα αὐτὴν ἐντελῶς περιττὴν καὶ τυπικήν· διότι οὐδεμίαν δυσκολίαν παρεμβάλλουσι τὰ δικαστικὰ συμβούλια εἰς τὸ ν’ ἀποδέχωνται τὰς προτάσεις τῶν γραμματέων. Ἠδυνάμην ἴσως ἐντὸς ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος νὰ ἔχω περὶ τούτου γνωμοδοτήσεις ὅλων τῶν δικαστικῶν συμβουλίων. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Βουλευτής, περὶ καταχρήσεων, τουτέστιν, ὅτι ὁ γραμματεὺς μεταβάλλει τὸν μισθὸν τῶν ὑπογραμματέων, τοῦτο δύναμαι διὰ προσθήκης ἑνὸς ἄρθρου νὰ παρεμποδίσω, διότι πράγματι ἔλαβον πληροφορίας, μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι συχνότατα συμβαίνει αὐτὸ τὸ ἄτοπον.
§234ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πιστεύει, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ἐντὸς ἑβδομάδος γνωμοδοτήσεις περὶ ὅλων τῶν Εἰσαγγελέων καὶ γραμματέων. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἀνεγνωρίσαμεν ἀκόμη τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλετε, δὲν ὑψούμεθα μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ δυνηθῶμεν νὰ διορθώσωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα. Ἐγώ, Κύριοι, θὰ ἐθλιβόμην, ἐὰν εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶχον τὴν αὐτὴν ἰδέαν περὶ τῶν δικαστικῶν ἡμῶν συμβουλίων· ἐγὼ περὶ τῶν δικαστικῶν συμβουλίων ἔχω καλλιτέραν ἰδέαν. Ὑπάρχουσι γραμματεῖς καὶ ὑπογραμματεῖς, διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῶσι τὰ δικαστικὰ συμβούλια νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν περὶ ἀπολύσεως, ἀλλ’ οὗτοι εὐκόλως θέλουσιν ἀπολυθῆ ἤδη, ἐξαρτώμενοι ἐκ τῆς γνώμης μόνον τοῦ γραμματέως, οὐδεμίαν χαίροντος μονιμότητα καὶ πιεζομένου.
§235ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη δικηγορῶν ἐν Ἀθήναις, γνωρίζω, κύριε Ράλλη, ὅτι διετηροῦντο ὑπὸ τὸ ἄλλο σύστημα ἐπὶ εἰκοσαετίαν δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ οὐδεὶς τοὺς ἐπήραξε· μετὰ τὸ 1887, ὑπὸ τὸ νέον σύστημα, γνωρίζει ὁ κ. Ράλλης, ὅτι οὐδεὶς ἔμεινεν ἐκ τῶν παλαιῶν ὑπαλλήλων, ἐκτὸς ἴσως ἑνὸς ἢ δύο. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις τοῦ Κράτους», καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τοῦ ΑΨΛΔʹ νόμου περὶ παραρτημάτων τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων»).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ΠΓʹ νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἀστικοῦ νόμου» καὶ περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§238ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι ἐζήτησαν τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος καταργεῖται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ ἴσως εἶμαι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος τὸ ἐζήτησα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπικροτῶ εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀκριβῶς ὁ νόμος αὐτὸς ἐλειτούργησεν ἐπὶ τῆς ῥάχεώς μου, καὶ ἕνεκεν ἐμοῦ ἑκατοντάδες ἢ μᾶλλον χιλιάδες ἐκλογέων ἐδημιουργήθησαν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ἐννοῶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2. Ἐδῶ πρόκειται περὶ μιᾶς ἐλλείψεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ ἀστικῷ νόμῳ, καὶ τὴν ἔλλειψιν ταύτην πρόκειται νὰ πληρώσωμεν, ἀλλὰ ἡ κατόπιν περίοδος....
§239Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὴ περιττεύει ἐντελῶς.
§240ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν διαγράφετε;
§241Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§242ΡΑΛΛΗΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, διαγραφεισῶν τῶν λέξεων «ὡς καὶ ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ἀστικοῦ νόμου χρονικὴ διάρκεια τῆς ἐν Ἑλλάδι κατοικίας αὐτοῦ». Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§243ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ λοιπὰ νομοσχέδια δὲν ἔχουσί τι τὸ κατεπεῖγον.
§244Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐκουράσθη ἡ Βουλή, ἂς μείνωσι δι’ αὔριον.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 30′ μ. μ.