1890.12.19
1.913 στίχοι · 14.450 λέξεις · 121 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
τῆς 19 Δεκεμβρίου 1890.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐν τῇ μνείᾳ τῶν ὀνομάτων τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκληρώθησαν διὰ τὴν Μεγάλην Πρέσβευσιν, ἥτις θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα μετὰ τοῦ Προεδρείου, παρελείφθη τὸ ὄνομα τοῦ κ. Γεωργιάδου, διότι κατὰ λάθος ὑπετέθη, ὅτι δὲν ἦτο διατεθειμένος νὰ μεταβῇ, καὶ ἐκληρώθη ἀντ’ αὐτοῦ ὁ κ. Βαλσαμάκης, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἀποδέχεται· ἀλλ’ ὁ κ. Γεωργιάδης ἀποδέχεται, καὶ ἑπομένως νομίζω καλὸν νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικά, τιθεμένου τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Γεωργιάδου ἀντὶ τοῦ κ. Βαλσαμάκη.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Οὕτω διορθωθέντα τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς διὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 61). Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Ι. Ἀντωνόπουλος ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσόντων νόμων. Ἑτέραν τροπολογίαν ὑπέβαλεν ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Βαλσαμάκης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΑΦΝΓʹ νόμου. Θὰ τυπωθῶσιν ἀμφότεραι, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 62–63).
§4ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπεβλήθησαν διάφοροι πιστώσεις καὶ ἐγένοντο αἱ ἐκθέσεις. Ἠσθάνθην δυσχέρειάν τινα καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλα μέλη διὰ τὴν ὑπογραφὴν δύο ἐκθέσεων, ἀφορωσῶν εἰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μίαν ἐξ 600,000 δραχ. διὰ διαφορὰν συναλλάγματος καὶ ἑτέραν ἐκ 5 ἑκατομμυρίων, διότι εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀνέγνωσα, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις διατείνεται, ὅτι παρὰ τοῦ Hambro et Co, οἴκου τραπεζιτικοῦ, προὐτάθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης εἰς χρυσὸν εἰς τὴν τιμὴν τῶν 89%, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐδέχθη αὐτὸ, καὶ ἕνεκα τούτου σήμερον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀγοράσῃ συναλλάγματα καὶ ἑπομένως νὰ πληρώσῃ διαφορὰν τοῦ νομίσματος διὰ τῶν πιστώσεων τούτων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ἐὰν τῷ ἐγένετο τοιαύτη πρότασις καὶ δὲν ἐδέχθη αὐτήν· διότι, ἐὰν τῷ ἐγένετο καὶ δὲν τὴν ἐδέχθη, κακῶς ἔπραξεν, ἐὰν ὅμως δὲν τῷ ἐγένετο, νὰ γείνῃ γνωστὸν τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑπογράψωμεν τὰς ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεμία πρότασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐγένετο παρὰ τοῦ οἴκου Hambro, ἀπολύτως οὐδεμία. Ἡ μόνη ἀνακοίνωσις, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αὕτη ἐμμέσως, εἶναι ἡ ξηρὰ καὶ ἀπόλυτος ἄρνησις τοῦ οἴκου τούτου τοῦ νὰ λάβῃ οἱονδήποτε μέρος ἐκ τοῦ ἡμίσεως δανείου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπὸ αἵρεσιν, δηλαδὴ à option.
§6ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι μετὰ ἓξ ἢ ἑπτὰ μῆνας τὸ πολὺ πρόκειται νὰ ἐνεργηθῶσι δημοτικαὶ ἐκλογαὶ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἐπειδὴ Δήμαρχοί τινες παρῃτήθησαν, ὅπως ἀποδυθῶσιν εἰς τὸν βουλευτικὸν ἀγῶνα, ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ καθήκοντι, τὸ ὁποῖον εἶχε, διέταξε τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐκλογῶν πρὸς πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα ἐν παραμοναῖς δημοτικῶν ἐκλογῶν, δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀναστείλῃ τὰς ἐπαναληπτικὰς ταύτας ἐκλογὰς, καὶ ἔστω βεβαία, ὅτι θέλει εὐεργετήσει τοὺς δήμους, ἐν οἷς πρόκειται νὰ γείνωσιν αὗται.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον νὰ δώσω πληροφορίας ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου προέβαλεν. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσιν ἐκκρεμεῖς δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, αἵτινες προσδιωρίσθησαν νὰ γένωνται πρὸς πλήρωσιν χηρευουσῶν θέσεων Δημάρχων κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦδε μέχρι τοῦ χρόνου τῆς ἐνεργείας τῶν γενικῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν διάστημα, νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ματαία ἡ ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν, ἠθέλομεν δὲ θέσει εἰς ἄσκοπον ἀγῶνα τοὺς δήμους ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον κληθῆ καὶ τώρα νὰ ἐκλέξωσι τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν καὶ μετ’ ὀλίγον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν ἔχω δυσκολίαν τινὰ νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τούτου.
§8ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ρητὸς νόμος ἀπαγορεύει τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἐὰν ἐχήρευσαν θέσεις μετὰ τὴν πρώτην Ὀκτωβρίου τελευταίου ἔτους. Ἐὰν λοιπὸν ἐχήρευσαν θέσεις Δημάρχων μετὰ τὴν πρώτην Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ., βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογή· ἐὰν ὅμως ἐχήρευσαν αἱ θέσεις πρὸ τῆς πρώτης Ὀκτωβρίου, τότε νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἤδη ἐνεργηθῆ αἱ ἐκλογαί.
§9ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ αἵτινες ἀναγράφονται σήμερον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὡς πρῶτον ἀντικείμενον συζητήσεως. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐπὶ τῶν πιστώσεων τούτων ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφανθῆ ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐπὶ τετελεσμένων γεγονότων, ὥστε δὲν χωροῦν πολλαὶ παρατηρήσεις· οὐχ ἧττον ἐπί τινων ἐξ αὐτῶν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι παρατηρήσεις τινές. Καὶ ὡς πρός τινας μὲν ἐκ τῶν πιστώσεων, αἱ παρατηρήσεις εἶναι μικροῦ λόγου ἄξιαι....
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιφυλάττεσθε, κύριε Βουλευτὰ, νὰ ἀναπτύξητε τὰς παρατηρήσεις σας κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν πιστώσεων τούτων;
§11ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ἔστω.... Ὑποβάλλω λοιπὸν ἁπλῶς τὰς ἐκθέσεις. Ὡς πρὸς μίαν ὅμως τῶν πιστώσεων καλὸν εἶναι νὰ παρακληθῇ ἀπὸ τοῦδε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, πληροφορίας τινάς. Ζητεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 39,530:25 διὰ τὰ ἔξοδα τῆς κοπῆς καὶ τῆς συσκευῆς τοῦ καπνοῦ, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς προβλέπει περὶ ποσοῦ σχεδὸν ἴσου. Πῶς συνέβη λοιπὸν νὰ λείψῃ ἀπὸ τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περὶ τούτου ὑπάρχουσαν πίστωσιν ποσὸν ἴσον; ἐξηντλήθη τόσον ἐνωρίς; Βεβαίως θὰ ἐγένετο μεγάλη σπατάλη.
§12Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως ταύτης ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει δώσει τὰς προσηκούσας πληροφορίας, θέλετε δὲ τότε πεισθῆ, ὅτι ἡ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγηθεῖσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πίστωσις οὐδὲ κατὰ τὸ 1890, οὐδὲ κατὰ τὸ 1889, οὐδὲ κατὰ τὸ 1888, οὐδὲ κατὰ τὸ 1887 ἐπήρκεσεν, ἀλλὰ πολλαὶ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἐπῆλθον, συμπληρώσασαι τὴν πίστωσιν ἐκείνην.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι διάφορον τὸ ζήτημα, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐπικριθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως τῆς πιστώσεως ταύτης. Ὅτι ὅμως ἡ πίστωσις δὲν ἐπήρκεσεν, ὡς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα. Δὲν εἶναι δὲ τὸ πρῶτον, ὁπότε αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις δὲν ἀρκοῦσι.
§14ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ, ὅπως μετὰ τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες ἐζητήθησαν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς φέρῃ καὶ κατάστασιν τοῦ ποσοῦ τῶν ὀκάδων τοῦ κοπέντος καπνοῦ εἰς τὸ σύνολον τῶν καπνοκοπτηρίων.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύεται δελτίον κατὰ μῆνα, καὶ ἑπομένως εἶναι εὔκολον νὰ συναθροισθῶσι τὰ ποσά.
§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ τὸ Γραφεῖον, ὅπως πέμπῃ εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα τὰς διαφόρους ἐπερωτήσεις, τὰς σχετικὰς πρὸς ἕκαστον Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ προσάγωνται ἐγκαίρως αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ὑποβάλλωσιν ἐγγράφως πάντοτε τὰς ἐπερωτήσεις των· οὕτω μόνον εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθῃ κἀμμία κακὴ συνεννόησις, οὔτε βραδύτης, διότι μέχρι τῆς ἐγκρίσεως τῶν πρακτικῶν παρέρχεται πάντοτε καιρὸς.
§18ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπέβαλα ἐπερώτησιν περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἁπάντων τῶν καπνοκοπτηρίων τοῦ Κράτους ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1890 μέχρι τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε τὴν ὑπεβάλατε;
§20ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Προχθές· ἀλλὰ τὴν ὑποβάλλω καὶ σήμερον ἐγγράφως.
§21ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει νόμος, κύριοι Βουλευταὶ, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Ἀθήναις καθηγητῶν, τῶν διδασκόντων εἰς τὰ διάφορα Γυμνάσια. Ἐξωδίκως ἔμαθον, ὅτι ἡ πρώην Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὸν νόμον αὐτὸν ἐθέσπισεν, ὄχι μόνον δὲν τὸν διετήρησεν, ἀλλὰ κἄτι τι περισσότερον ἔκαμε, καὶ ἕνεκα τούτου ἐνταῦθα ὑπάρχει σωρεία καθηγητῶν, ἐν ᾧ αἱ ἐπαρχίαι δὲν ἔχουσι καθηγητὰς, καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν δυστυχῶς δὲν ἐκπληροῦσι τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν διωρίσθησαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ μᾶς ὑποβάλῃ κατάλογον, πόσοι καθηγηταὶ εἶναι διωρισμένοι ἐν τοῖς Γυμνασίοις Ἀθηνῶν καὶ τίνα μαθήματα διδάσκει ἕκαστος αὐτῶν. Τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην καταθέτω καὶ ἐγγράφως. Πρὸς τούτοις πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ Δικαστηρίου Καλαμῶν, διότι δυστυχῶς μεταξὺ τῶν ἐκεῖ δικαστῶν ἐπῆλθε διχογνωμία, ἡ ὁποία εἶχε καταντήσει τὸ Δικαστήριον εἰς βαθμὸν ἀνοικονόμητον· δὲν ἠδύναντο νὰ κάμωσι συνεδριάσεις διὰ πολιτικὰς ὑποθέσεις, διότι ἔνιοι τῶν δικαστῶν ἐθεώρουν τὸν προεδρεύοντα ὡς μὴ δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν συνεδριάσεων, οἱ δὲ, δι’ ἄλλους λόγους, ἀπεῖχον νὰ λάβωσι μέρος. Ἕνεκα τούτου 500 καὶ πλέον ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον προτιμηθῆ, ἔμειναν νεκραὶ, δισχίλιαι δὲ περίπου ἦσαν αἱ ἀναγεγραμμέναι εἰς τὰ πινάκια τοῦ Δικαστηρίου, καὶ κἀμμία ἐξ αὐτῶν δὲν ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ· οἱ δὲ δικηγόροι περιῆλθον εἰς σημεῖον πολὺ δυσάρεστον, διότι ἠνωχλοῦντο ἀπὸ τοὺς πελάτας των, ζητοῦντας πληροφορίας περὶ τῶν ὑποθέσεών των, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ τοῖς δώσωσιν ὡρισμένην πληροφορίαν· κατάστασις λίαν οἰκρὰ διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ πατρίδι μου. Παρεκάλεσα λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ ἐξετάσῃ, τί συμβαίνει εἰς τὸ Δικαστήριον αὐτὸ, καὶ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ ἐπέλθῃ καὶ μία τιμωρία· διότι, ὅπως οἱ δικασταὶ κατήντησαν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρατείνηται τὸ παιγνίδιον αὐτὸ, καθόσον οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν, ὅπως ἀπονέμωσι τὴν δικαιοσύνην, δὲν πρέπει νὰ δίδουν τὸ παράδειγμα τῆς ἀνυποταξίας εἰς τοὺς νόμους. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν δὲν ἔλαβε πρόνοιαν τινα πρὸς διόρθωσιν κακοῦ, νὰ λάβῃ.
§22ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοιαύτης ἐπερωτήσεώς σας.
§23ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρεκαλέσω τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐὰν δὲν ἀπέστειλε τὴν ἔγγραφον ἐπερώτησίν μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ τὴν ἀποστείλῃ.
§24ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διὰ νὰ παρηγορηθῆτε, κύριε συνάδελφε, σᾶς παραπέμπω εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἠλείας.
§25ΑΣ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει παρά τισι συναδέλφοις ἡ τάσις νὰ λέγωσι περισσότερα τοῦ δέοντος, εἴτε ἐπὶ ἐπερωτήσεων εἴτε ἐπὶ ἄλλων συζητήσεων, βεβαίως καὶ ἡ κατάστασις τοῦ Πρωτοδικείου Ἠλείας καὶ ἡ κατάστασις τοῦ Πρωτοδικείου Καλαμῶν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω καὶ τὴν ὁποίαν περιέγραψε μὲ τόσον μέλανα χρώματα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ᾖναι ἡ αὐτή. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, διὰ νὰ γίνηται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει, καὶ νὰ ψηφίζωνται οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι εἰς τοῦτο συντελοῦσι, πρέπει νὰ παύσωμεν ὁμιλοῦντες τόσον.
§26ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ μομφὴ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ νὰ μὴ ὁμιλῇ τις πολλὰ, εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ λέγεται.
§27ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρὸ τριῶν ἐτῶν, νομίζω, ἐψηφίσθη εἷς νόμος περὶ διαφόρων ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας, ὡς καὶ τῆς Μεσσηνίας. Ἡ μελέτη τῶν ἔργων τούτων ἀνετέθη εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, καὶ ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ πρὸ τριῶν σχεδὸν ἐτῶν ἤρξατο τῆς ἐργασίας ταύτης. Νομίζω ὅτι παρῆλθον τρία ἔτη καὶ ἀκόμη ἡ μελέτη ἐπὶ τῆς ἐργασίας ταύτης δὲν ἐπερατώθη. Ἐν τούτοις διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπεβλήθησαν φόροι, καὶ οἱ φόροι εἰσπράττονται, καὶ φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἐξαντληθῇ τὸ ταμεῖον τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων μὲ μόνην τὴν μελέτην. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἐργασίας ταύτης, ἐὰν ἐπερατώθη καὶ ἂν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς ἢ ὄχι· διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ κύριοι τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς πληρόνονται ἁδρότατα, καὶ πληρονόμενοι ἁδρότατα, πρέπει καὶ ἁδρότατα νὰ ἐργάζωνται· ἐπειδὴ δὲ κατοικῶ εἰς τὸν τόπον, ἐν ᾧ γίνεται ἡ μελέτη αὕτη, δὲν βλέπω τὴν ἐργασίαν ταύτην ἀνάλογον πρὸς τὰς θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται τὸ ταμεῖον αὐτό. Δευτέραν ἐπερώτησιν ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν καὶ διαλελυμένων Μονῶν, ἤτοι κατὰ τὸ 1871, ἤμην Βουλευτής· κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν ἐπροτάθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν πολλὰ καὶ διάφορα. Ὁ νόμος αὐτὸς ἔθετο ὡς ὅρον, ὅτι καλοῦνται οἱ κάτοχοι ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν νὰ δηλώσωσιν αὐτὰς ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν καὶ νὰ πληρώσωσι προκαταβολὴν τεσσάρων δραχμῶν κατὰ στρέμμα, καὶ οὕτω μόνον θὰ θεωροῦνται κύριοι τοῦ κτήματος· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν δηλώσωσιν ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας καὶ δὲν προκαταβάλωσι τὰς 4 δραχμὰς, χάνουν τὰ ἐπὶ τοῦ κτήματος δικαιώματά των, καὶ τὸ κτῆμα αὐτὸ περιήρχετο εἰς τὴν κυριότητα καὶ κατοχὴν τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ τὸ διαθέσῃ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον περὶ φθαρτῶν κτημάτων. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐγὼ ἠγωνίσθην καὶ πολλάκις ἐλάλησα, ὑποστηριχθεὶς καὶ παρ’ ἄλλων Βουλευτῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ἐπροτείναμεν δὲ μετ’ αὐτῶν μίαν ἀντίθετον πρότασιν, καὶ εἴπομεν, ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς εἶναι ἀπαραίτητος διὰ πάντα κακῆς πίστεως κάτοχον, ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Δημόσιον δεχθῇ τὴν δήλωσιν καὶ τὴν προκαταβολὴν καὶ δὲν δώσῃ τὰ παραχωρητήρια, τί γενήσεται; Τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἀνεπτύχθη δὲ συζήτησις, διαρκέσασα ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα, ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ μετὰ πολλὰ ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τὴν πρότασίν μου, ὅτι, ἐὰν ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς δηλώσεως τὸ Δημόσιον δὲν δώσῃ τὰ παραχωρητήρια, παύει τοῦ νὰ λαμβάνῃ δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ τοῦ δηλωθέντος κτήματος. Τοῦτο περιλαμβάνεται εἰς τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νόμου περὶ φυτειῶν. Δυστυχῶς ὅμως ἕτερος νόμος μεταγενέστερος, ὁ τοῦ 1873, κατήργησε τὴν διάταξιν ταύτην. Κατὰ τὸν ἀρχαιότερον νόμον οἱ κάτοχοι φυτειῶν ὑπεχρεοῦντο νὰ πληρόνωσιν ἐπὶ 18 ὁλόκληρα ἔτη τὴν ἀναλογίαν τῶν δόσεων ἐπὶ τοῦ τιμήματος ὅλου τῆς δηλωθείσης φυτείας των, καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ πληρόνωσιν ἔκτοτε ἄχρι τοῦ νῦν, καὶ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει φυλακίζονται καὶ κατάσχεται ἡ περιουσία αὐτῶν. Ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι διά τινας γαίας, αἱ ὁποῖαι ἐξετιμήθησαν ἀντὶ 20 καὶ 30 δραχμῶν τὸ στρέμμα, εἶναι τρεῖς φορὰς, ἂν ὄχι τέσσαρας καὶ πέντε, πληρωμένον τὸ ὁλικὸν χρέος· νομίζω δὲ τώρα, ὅτι δι’ ἑνὸς νόμου κακῶς ἐννοουμένου προσετέθη εἰς ἓν πεμπτημόριον τὸ τίμημα τῶν γαιῶν αὐτῶν. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, τουτέστι νὰ πληρόνωσιν οἱ κάτοχοι τῶν φυτειῶν αἰωνίως, καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν καὶ οἱ κληρονόμοι αὐτῶν; ἢ πρέπει νὰ καθαρισθῶσι τὰ χρέη των αὐτὰ, καὶ νὰ δοθῶσι τὰ παραχωρητήρια, τὰ δὲ περιπλέον πληρωθέντα εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς τοὺς κατόχους;
§28ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δι’ ἕκαστον κτῆμα δὲν εἶναι ὡρισμένον τὸ ὁλικὸν τίμημα;
§29ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς προνοεῖ περὶ ὅλων, καὶ περὶ ἐπιτροπῶν. Ἐπιτροπαὶ μετέβησαν εἰς ὅλα τὰ μέρη, ἐξετίμησαν τὰς γαίας, καὶ εἶπον: ἡ περιφέρεια αὐτὴ ἐκτιμᾶται διὰ τόσας δραχμὰς, ἡ ἄλλη διὰ τόσας· εἶναι δι’ 20 δραχμὰς, διὰ 40, δι’ 60, 80 καὶ 100 δρ. ἕκαστον στρέμμα. Οὐδέποτε, Κύριοι, θὰ γείνῃ συζήτησις, ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ τότε, καὶ ἠναγκάσθη ὁ κ. Σωτηρόπουλος νὰ συνταχθῇ μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐζήτει νὰ τεθῇ προθεσμία ἑνὸς ἔτους, μεθ’ ἣν νὰ χάνῃ τὸ Δημόσιον τὰ δικαιώματά του ἐπὶ τῶν φυτειῶν, ἐὰν δὲν ἐκοινοποίει τὰ παραχωρητήρια ἐντὸς διετίας· καὶ εἶπον καὶ ἐδέχθη ἡ Βουλὴ τὰ δύο ἔτη. Αἱ φυτεῖαι λοιπὸν, αἱ ἐκτιμηθεῖσαι ἀντὶ 20 δραχμῶν τὸ στρέμμα, ἔχουσι πληρωθῆ τρὶς καὶ τετράκις, ὡς προεῖπον· ὁ φόρος, ὁ τεθεὶς κατόπιν, δὲν ἐτέθη ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ἀλλ’ ἀπολύτως ἐτέθη, καὶ ἐξακολουθοῦν κάτοχοι φυτειῶν, ἐκτιμηθεισῶν ἀντὶ 20 δραχμῶν τὸ στρέμμα, νὰ πληρόνουν ἀνὰ 4 δραχμὰς τὸ στρέμμα, καὶ ἔχουν πληρώσει ἐπὶ 18 ἔτη. Εἶναι ζήτημα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μεγάλην μερίδα τῆς κοινωνίας, ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, διότι οὐδεμία ἐπαρχία στερεῖται φυτειῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ ἐκκαθάρισις· ἐὰν δὲ τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν δὲν ἐπαρκῇ πρὸς τοῦτο, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ζητήσῃ πίστωσιν, ἵνα προσλάβῃ ἔκτακτον προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐργασθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς καθαρισμὸν, ἐντὸς βραχείας προθεσμίας, τῆς ὀφειλῆς τῶν κατόχων, ἵνα μὴ φορολογῆται ὁ λαὸς ἀδικαιολογήτως.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, τὴν ἐπερώτησίν σας περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τοῦ Παμίσου νὰ τὴν ἐκθέσητε γραπτῶς.
§31ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ εἶπον ἁπλῶς νὰ ἐξετάσητε καὶ μᾶς φέρητε πληροφορίας.
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν ἑκάστης τακτικῆς Συνόδου. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἔρχομαι νὰ ἐκπληρώσω σήμερον. Ἤθελεν εἶσθαι βεβαίως προτιμότερον, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τυπωμένος καὶ διανεμηθῇ τὸ τεῦχος αὐτοῦ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Ἡ βραχύτης ὅμως τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, τοῦ διελθόντος ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐκλήθημεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, κατέστησεν ἀδύνατον τὴν ταχυτέραν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν τύπωσιν τοῦ τεύχους αὐτοῦ, ὅπερ θέλει διανεμηθῆ μετὰ τὰς ἑορτάς. Ἐπεθύμουν ὡσαύτως νὰ ὑποβάλω σὺν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1891 καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1888 καὶ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889 καὶ τὴν μέχρι σήμερον κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1890. Δυστυχῶς ὅμως καὶ τοῦτο δὲν ἀπέβη δυνατόν, ἕνεκα τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὗρον τὰ λογιστικὰ βιβλία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εὗρον ἐν πλήρει ἀνωμαλίᾳ καὶ ἀταξίᾳ. Κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον δὲν εἶχον εἰσέτι περαιώσει τὰς ἐγγραφὰς καὶ τὴν συγκέντρωσιν τῶν διαφόρων λογαριασμῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Ἦτο ἐν πλήρει καθυστερήσει εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τὰς ἐγγραφὰς τῶν διαφόρων λογιστικῶν στοιχείων τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ὧν τινες δὲν ἐξετελέσθησαν καὶ μέχρι σήμερον. Δὲν εἶχε δὲ κἄν ἀρχίσει τὸν ἔλεγχον καὶ τὰς ἐγγραφὰς τῶν λογιστικῶν στοιχείων τῆς χρήσεως τοῦ 1890. Τὸ ἕτερον οὐσιῶδες λογιστικὸν τμῆμα, τὸ τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ ὁποῖον χάριν εὐκολίας τῆς ὑπηρεσίας εἶχε σχηματισθῆ δι’ εἰδικοῦ νόμου κατὰ τὸ 1887, δι’ ἀποσπάσεως ἀπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τῆς σχετικῆς πρὸς τὰ δάνεια ἐργασίας, εὗρον ἐν πλήρει ἀνυπαρξίᾳ. Εἶχε διορισθῆ τμηματάρχης αὐτοῦ, ὅστις ὅμως μήτε γνῶσιν εἶχε τῶν ἀφορώντων τὰ συνομολογούμενα δάνεια, μήτε ἀνάμιξιν εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν. Ἐπίσημα βιβλία, ἐν οἷς νὰ καταγράφωνται αἱ πράξεις, αἱ σχετιζόμεναι μὲ τὰς ἐκ τῶν δανείων εἰσπράξεις καὶ μὲ τὴν διάθεσιν αὐτῶν, δὲν ὑπῆρχον. Αἱ πράξεις αὗται ἀνεγράφοντο ἐν ἰδιωτικαῖς σημειώσεσιν, οὐδένα ἐχούσαις ἐπίσημον χαρακτῆρα. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐλεύσεώς μου ἐπέσπευσα τὸν τακτικὸν σχηματισμὸν τοῦ τμήματος τούτου καὶ τὴν σύνταξιν ἐπισήμων βιβλίων, δι’ ὧν νὰ δύνηται καὶ ὁ Ὑπουργὸς καὶ πᾶς ἄλλος νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν λογαριασμῶν, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ δημόσια δάνεια, τὰς ἐξ αὐτῶν εἰσπράξεις καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διατίθενται αὗται. Ἡ τοιαύτη κατάστασις τῶν κυριωτέρων λογιστικῶν τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατέστησεν ἀδύνατον οὐ μόνον τὴν ἔγκαιρον σύνταξιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1888, τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1889 καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ 1890, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν καθαρὰν καὶ πλήρη ἀντίληψιν τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Αἰσθανόμενος ὅμως τὸ καθῆκον, ἵνα καὶ ἐγὼ αὐτὸς λάβω ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ ἵνα ἀνακοινώσω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν, προσεπάθησα διαφοροτρόπως νὰ ἐπιτύχω τοῦτο. Διώρισα ἐπιτροπὴν, ἥτις, μελετήσασα τὰ ὑπάρχοντα λογιστικὰ στοιχεῖα, μοὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν διαφόρων δημοσίων λογαριασμῶν τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1890, καὶ σημειώσεις περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1889. Εὑρὼν ταύτας ἀτελεῖς, παρεκάλεσα τὸν παρ’ ἡμῖν ἐμπειρότερον περὶ τὰ λογιστικὰ τοῦ Δημοσίου, τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἵνα συμπληρώσῃ αὐτάς. Οὗτος δὲ, καίτοι ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐργασθεὶς μετὰ πολλῆς τῆς προθυμίας, δὲν ἠδυνήθη νὰ μορφώσῃ καὶ μοὶ ἀνακοινώσῃ πλήρη καὶ ἀκριβῆ ἰδέαν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν διαχειρίσεων τοῦ 1889 καὶ 1890. Μὴ δυνηθεὶς νὰ ἐπιτύχω παρὰ τῶν ἁρμοδίων προσώπων τὴν ἐπὶ τῶν ἐπισήμων στοιχείων στηριζομένην ἔκθεσιν τῆς καταστάσεως τῶν διαχειρίσεων τούτων, ἠναγκάσθην νὰ ἀσχοληθῶ ἐγὼ αὐτὸς εἰς τὴν συλλογὴν τῶν διαφόρων στοιχείων, καί, συνδυάζων αὐτὰ μὲ τὰς παρὰ τῶν προσώπων τούτων δοθείσας εἰς ἐμὲ πληροφορίας, νὰ σχηματίσω τὴν πιθανωτέραν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν διαχειρίσεων τοῦ 1889 καὶ 1890 γνώμην, πρὸς ἰδίαν ἐμοῦ πληροφορίαν καὶ ὅπως ὑποβάλω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ὡς πρώτην βάσιν τῆς ἐργασίας ταύτης ἔλαβον τὰ ἐν ἑκάστῃ τῶν διαχειρίσεων τούτων συνομολογηθέντα δάνεια, τὰ ἐξ αὐτῶν καὶ ἄλλων ἐκτάκτων πόρων εἰσπραχθέντα ποσὰ, καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διετέθησαν ταῦτα. Εὗρον δὲ, ὅτι κατὰ τὸ 1889 εἰσεπράχθησαν, ἐκ μὲν τῶν δανείων τῶν συνομολογηθέντων ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου φρ. 131,721,000 εἰς χρυσὸν, ἐκ δὲ τῶν λογαριασμῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 6,896,000 δραχμαὶ, καὶ ἐκ τῶν διαφόρων χρηματικῶν λογαριασμῶν, ὡς π. χ. τῶν παρακαταθηκῶν καὶ τῶν ἐγγυήσεων, συνυπολογιζομένων καὶ τῶν ὑπολοίπων τῶν ταμείων, δραχ. 3,124,000 πλέον τῶν πληρωθέντων ποσῶν διὰ τοὺς ἰδίους χρηματικοὺς λογαριασμοὺς, ἤτοι ἐν ὅλῳ φράγκα 141,743,000....
§33ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια;
§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα.... Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐπληρώθη εἰς ἐξόφλησιν δανείων, συνομολογηθέντων εἴτε πρὸ τοῦ 1889, εἴτε καὶ ἐντὸς αὐτοῦ, ποσὸν 112,380,000 φράγκων. Παρατηρῶ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔν τε τῇ εἰσπράξει καὶ ἐν τῇ πληρωμῇ δὲν ποιοῦμαι διάκρισιν μεταξὺ δραχμῶν καὶ φράγκων, ὅπως ἁπλοποιήσω καὶ καταστήσω εὐληπτοτέρους τοὺς διαφόρους λογαριασμοὺς, οὓς ὑποβάλλω εἰς αὐτήν. Ἐπληρώθησαν προσέτι διὰ δημόσια ἔργα, μὴ ἔχοντα εἰδικὸν πόρον, καὶ ἄλλας ἐκτάκτους δαπάνας δραχ. 2,692,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δι’ ἔκτακτα ἔξοδα δραχ. 115,072,000· ὑπολείπεται δὲ ποσὸν δραχ. 26,660,000, τὸ ὁποῖον, μὴ δαπανηθὲν εἰς τὴν θεραπείαν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, διετέθη κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἰς τὴν πληρωμὴν τακτικῶν ἐξόδων. Ἡ αὐτὴ ἐργασία ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1890 παρουσιάζει τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Εἰσεπράχθη ἐκ τῶν συνομολογηθέντων δανείων ποσὸν 62,250,000 φράγκων, καὶ ἐκ τῶν λογαριασμῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας περίπου 4,000,000· λέγω δὲ περίπου, διότι ὑπάρχουσι μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης λογαριασμοί τινες, σχετιζόμενοι μὲ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ οἵτινες δὲν ἐκαθαρίσθησαν εἰσέτι· εἰσεπράχθησαν προσέτι ἐκ κερματικῶν γραμματίων δραχ. 5,500,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐλήφθη ἐκ τῶν Τραπεζῶν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ ἐφθαρμένων γραμματίων· καὶ ἐπραγματοποιήθη μὲν ἡ ἀνταλλαγὴ αὕτη διὰ μέρος ἐκ τοῦ ληφθέντος ποσοῦ, ἔμεινεν ὅμως ὑπόλοιπον ἐκ δρ. 5,500,000, τὸ ὁποῖον διετέθη εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, χωρὶς νὰ καταστραφῇ ἀντίστοιχον ποσὸν ἐφθαρμένων γραμματίων. Τὸ ἐξ ἐκτάκτων πόρων κατὰ τὸ 1890 εἰσπραχθὲν ποσὸν ἀνέρχεται οὕτως εἰς δραχ. 71,770,000. Ἐξ αὐτῶν ἐπληρώθησαν, εἰς ἐξόφλησιν διαφόρων δανείων δραχ. 44,369,000, εἰς δημόσια ἔργα, μὴ ἔχοντα εἰδικὸν πόρον, 2,660,000, εἰς περίθαλψιν τῶν Κρητῶν 950,000, καὶ εἰς τοὺς ἐργολάβους τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης δρ. 2,981,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 50,960,000. Ὑπολείπονται δὲ δραχ. 20,810,000, δαπανηθεῖσαι ἐντὸς τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1890 εἰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, μεταξὺ τῶν ὁποίων συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ πληρωμὴ τοῦ τοκομεριδίου τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἥτις οὐσιαστικῶς δὲν πρέπει νὰ βαρύνῃ τὴν διαχείρισιν ταύτην, ἥτις ὅμως ἀνεγράφη ἐν αὐτῇ, ὅπως παύσῃ ἐκτελούμενον τὸ ἀπὸ ἐτῶν καθιερωθὲν ἄτοπον τῆς ἀναγραφῆς αὐτῶν ἐν τῇ ἑπομένῃ διαχειρίσει καὶ χρήσει, εἰς ἣν δὲν ἀνήκουσι. Τοιαῦτά εἰσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν διαχειρίσεων τοῦ 1889 καὶ 1890. Ἀλλὰ, ὅπως γνωρίζομεν, ἐν τῇ διαχειρίσει ἑκάστου ἔτους κατὰ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας αὐτοῦ συμβαδίζουσι δύο χρήσεις. Κατὰ τὸ 1889 ἑπομένως μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου συνεβάδισεν ἡ χρῆσις τοῦ 1888 καὶ ἡ τοῦ 1889, κατὰ δὲ τὸ 1890 μέχρι 31 Ὀκτωβρίου συνεβάδισεν ἡ χρῆσις τοῦ 1889 καὶ ἡ τοῦ 1890. Τῆς συμβαδίσεως δὲ ταύτης συνέπεια εἶναι, ὅτι μέρος τῶν 46,000,000 δραχμῶν, αἵτινες ἐντὸς τῶν δύο διαχειρίσεων διετέθησαν εἰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου, ἐχρησίμευσαν πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων βαρυνόντων τὴν χρῆσιν τοῦ 1888· ὡς τοιοῦτον πρέπει νὰ χαρακτηρίσωμεν τὸ ποσὸν 6,000,000 φρ. περίπου, τὸ πληρωθὲν διὰ τὰ τοκομερίδια διαφόρων δανείων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1888. Ἀφοῦ, ὡς εἶπον, χάριν ἐπανορθώσεως τῆς ἀπὸ ἐτῶν ἐπικρατούσης λογιστικῆς ἀταξίας κατελογίσαμεν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1890 τὰ τοκομερίδια τῆς δευτέρας αὐτοῦ ἑξαμηνίας, ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ καταλογίσωμεν τὰ ἀνάλογα τοκομερίδια τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1889 εἰς βάρος τῆς χρήσεως αὐτοῦ, τὰ δὲ τοῦ 1888 εἰς ἴδιον αὐτοῦ βάρος. Μετὰ τὴν μεταφορὰν δὲ εἰς χρέωσιν τοῦ 1888 τοῦ ἐκ φρ. 6,000,000 περίπου ποσοῦ τῶν τοκομεριδίων τούτων, μένει ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν 40,000,000 περίπου, ὅπερ, εἰσπραχθὲν ἐκ δανείων καὶ ἄλλων ἐκτάκτων πόρων, ἐδαπανήθη εἰς τακτικὰ τοῦ Δημοσίου ἔξοδα. Ἐκ τῶν 40,000,000 τούτων ἐδαπανήθη βεβαίως ποσόν τι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς χρήσεως τοῦ 1888 κατὰ τοὺς 10 τελευταίους αὐτῆς μῆνας, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν 40,000,000. Ἀλλὰ μένουσιν εἰσέτι οἱ δέκα τελευταῖοι μῆνες τῆς χρήσεως τοῦ 1890, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ δαπανηθῇ, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ποσὸν ἀντίστοιχον πρὸς τὸ δαπανηθὲν κατὰ τοὺς 10 τελευταίους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Δικαιολογούμεθα ἑπομένως συμψηφίζοντες τὰ ποσὰ ταῦτα καὶ παραδεχόμενοι τὸ ποσὸν τῶν 40,000,000 ὡς ἐνδεικνύον, μετά τινος πιθανότητος, τὴν σημασίαν τοῦ ἐλλείμματος τῶν δύο ἐτῶν, δηλαδὴ τοῦ 1889 καὶ 1890. Ἠθέλησα καὶ δι’ ἑτέρας ὁδοῦ νὰ εὕρω, κατὰ πόσον πλησιάζει εἰς τὴν ἀλήθειαν ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος, ὁ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν δύο διαχειρίσεων. Κατέφυγον δὲ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Καὶ ἡ κατάστασις αὕτη παρουσιάζει πολλὰς ἀτελείας, διότι πολλὰ ἐκ τῶν στοιχείων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται, δὲν ἐξηλέγχθησαν εἰσέτι. Κατ’ αὐτὴν, ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1889 μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1890 εἰσεπράχθησαν 83,789,000 δραχμαὶ ἐκ τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Ἐν αὐτοῖς ὅμως συμπεριλαμβάνεται ἔσοδον ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς συναλλάγματος, κακῶς ὑπολογιζόμενον μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, τῆς προερχομένης ἐκ τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, εἰσπραττομένων εἰς μεταλλικὸν, οἷά εἰσι τὰ τῶν προξενικῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ περὶ διαφορᾶς προερχομένης ἐκ πληρωμῶν ἐνεργουμένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς λογαριασμὸν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, διὰ μεταλλικοῦ νομίσματος, εἰσπραττομένου ἐκ δανείων, καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ μὲν τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ ὑπολογίζεται εἰς τὸ ἄρτιον, κατὰ δὲ τὴν πληρωμὴν εἰς τὴν τρέχουσαν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος. Ἡ τοιαύτη διαφορὰ εἶναι ὅλως εἰκονικὴ, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῇ ὡς τακτικὸν ἔσοδον τοῦ Δημοσίου. Ἐκ ταύτης δὲ ἀναγράφονται δρ. 450,000 περίπου μεταξὺ τῶν εἰσπραχθέντων ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Ἀφαιρουμένης αὐτῆς, ὑπολείπονται τακτικὰ ἔσοδα διὰ τὸ 1889 δρ. 83,239,000. Ἐὰν λεπτομερέστερον ἐξετάσωμεν τὰ ἔσοδα ταῦτα, θέλομεν εὕρει μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἕτερον ποσὸν, κακῶς ἀναγραφόμενον μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, καὶ ὡς τοιοῦτον μνημονεύω ἁπλῶς τὸ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ὑλικοῦ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας. Τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1889, κατὰ τὴν ἰδίαν κατάστασιν, ἀνέρχονται εἰς δρ. 88,283,000· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν δύο ἑκατομμύρια δρ. περίπου, δαπανηθέντα δι’ ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι δημόσια ἔργα κλπ. οὕτω δὲ τὰ ἔξοδα περιορίζονται εἰς δρ. 86,283,000. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἤτοι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889, ἀνέρχεται εἰς δρ. 3,000,000 περίπου. Ἡ κατάστασις ὅμως αὕτη δὲν περιλαμβάνει τὸ ὅλον τῶν τακτικῶν δαπανῶν. Τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε διὰ λογαριασμὸν τῆς ὁδοποιΐας τῶν δήμων, τῶν φάρων καὶ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὸ 1889 δραχ. 5,800,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο ὤφειλε νὰ πληρώσῃ ὁλόκληρον εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, διὰ λογαριασμὸν τῶν ὁποίων τὸ εἰσέπραξεν. Ἀλλ’ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν διαφόρων πληρωμῶν, ἐν ᾧ ἀναγράφονται αἱ ὑπηρεσίαι αὗται, σημειοῦται ποσὸν δαπάνης δρ. 3,230,000· μένει ἑπομένως ὑπόλοιπον εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ἐκ δρ. 2,570,000, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τὰς προμνησθείσας ὑπηρεσίας. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 πίστωσις ἐκ δρ. 38,663,000, ἐπληρώθησαν δὲ μόνον δρ. 29,801,000. Τὸ ὑπόλοιπον, ἤτοι δρ. 8,862,000, ἐπληρώθη βεβαίως εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ μέρος αὐτοῦ, ἀνῆκον εἰς τόκους καὶ ἀνερχόμενον εἰς δρ. 2,860,000 περίπου, ἐπληρώθη συγχρόνως μὲ τὸ κεφάλαιον διαφόρων ἐξοφληθέντων δανείων, καὶ κατελογίσθη ὡς ἔκτακτον ἔξοδον, καταβληθὲν ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν χάριν τῆς ἐξοφλήσεως ταύτης συνομολογηθέντων νέων δανείων. Τὸ ἕτερον δὲ μέρος, ἀνερχόμενον εἰς δρ. 6,000,000 περίπου, ἀποτελεῖ τὴν νομισματικὴν διαφοράν, περὶ ἧς πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους. Ὀφείλομεν ἑπομένως νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ 86,283,000 δρ., ἃς περιέχει ἡ κατάστασις τοῦ 1889, ὡς τακτικὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως αὐτοῦ, καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ μὴ ἀναγραφόμενα ἐν αὐτῇ, καὶ ἅτινα ἀνέρχονται εἰς δρ. 11,431,000 Τοιουτοτρόπως δὲ αἱ δαπάναι, αἱ ἀναμφισβητήτως πληρωθεῖσαι ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ἀνέρχονται εἰς 97,715,000. Ἀφαιροῦντες δ’ ἐξ αὐτῶν τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν τῶν δρ. 83,239,000, εὑρίσκομεν ἔλλειμμα δρ. 14,475,000. Ἡ ὁριστικὴ ἐξέλεγξις τῶν διαφόρων λογιστικῶν στοιχείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται ἡ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1889, ἐφ’ ἧς στηρίζω τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον, δύναται νὰ παρουσιάσῃ διαφοράς τινας ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ αἱ διαφοραὶ αὗται δὲν δύνανται νὰ ἀνέλθωσιν εἰς ποσὸν οὐσιωδῶς ἐπηρεάζον τὸ ἐξ αὐτῆς ἐξαγόμενον ἔλλειμμα. Πληρεστέρα δὲ ἐξέλεγξις τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1889 θέλει βεβαίως αὐξήσει αὐτὸ διὰ τῆς κατατάξεως εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα καὶ πολλῶν ἄλλων πληρωμῶν, καταλογισθεισῶν μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων, καὶ ἄλλων, μὴ ἐκτελεσθεισῶν ὁλοσχερῶς, οἷαί εἰσι π. χ. αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, δι’ ἃς οὐκ ὀλίγα καθυστεροῦνται ποσά. Κατ’ ἀμφοτέρους τοὺς ὑπολογισμούς, ἡ χρῆσις τοῦ 1889 παρουσιάζει σπουδαῖον ἔλλειμμα. Κατὰ μὲν τὸν στηριζόμενον εἰς τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν ἐκ δανείων καὶ ἄλλων ἐκτάκτων πόρων εἰσπραχθέντων ποσῶν, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 20,000,000 περίπου, κατὰ δὲ τὸν στηριζόμενον εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1889, εἰς 14,475,000. Μεταξὺ τῶν δύο τούτων ποσῶν κεῖται ἀναντιῤῥήτως τὸ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1889, κατὰ πᾶσαν δὲ πιθανότητα καὶ τὸ τοῦ 1890. Ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἣν δεικνύουσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς τρεχούσης καὶ τῆς παρελθούσης χρήσεως, βεβαίως δὲν εἶναι εὐχάριστος· εἶναι δυσάρεστος καὶ εἰς ἐμέ, ὅστις εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ ἐκθέσω αὐτήν, καὶ εἰς ὑμᾶς, δὲν ἀμφιβάλλω, οἵτινες λαμβάνετε αὐτῆς γνῶσιν. Ὅτε ἐκλήθημεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, ἠσθάνθην εἰλικρινῆ πόθον, ἵνα τὰ πράγματα διαψεύσωσι τὰς γνώμας, ἃς καὶ ἐγὼ καὶ πᾶσα ἡ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς Ἀντιπολίτευσις ἐξεφράσαμεν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν· τοῦτο ἐπόθουν. Ἐπεθύμουν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ πράγματα διαψεύδουσι τὴν γνώμην ἡμῶν, καὶ ὅτι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δὲν εἶναι οἵα ἡμεῖς τὴν ἀντελαμβανόμεθα. Δυστυχῶς ὅμως τὰ πράγματα οὐ μόνον δὲν διαψεύδουσι τὴν τότε ἀντίληψιν ἡμῶν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἐπιτείνουσι τὴν περὶ αὐτῶν δυσάρεστον γνώμην, ἣν εἴχομεν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ὅσον ὅμως δυσάρεστος καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων βεβαιουμένη κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἐθεώρησα καθῆκον νὰ γνωρίσω αὐτὴν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀληθὴς αὐτῆς γνῶσις ἔσεται ἐπωφελεστέρα τῆς ἀποκρύψεως αὐτῆς, διότι αὕτη θὰ μᾶς ἀναγκάσῃ πάντας νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως καὶ νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς διορθώσεως αὐτῶν. Ἡ θέσις, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐπιβάλλει τὴν σκέψιν ῥιζικωτέρων μεταῤῥυθμίσεων καὶ ἐν τῇ μορφώσει τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου καὶ ἐν τῇ τακτοποιήσει τῶν δαπανῶν αὐτοῦ. Δὲν ἦτο ὅμως δυνατόν, ἐντὸς τοῦ βραχέως διαστήματος, τοῦ διελθόντος ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐλεύσεως ἡμῶν, ν’ ἀσχοληθῶμεν ἐπισταμένως εἰς τὴν μελέτην τοιούτων μεταῤῥυθμίσεων. Ἐκτὸς τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας, διάφοροι ἔκτακτοι καὶ ἐπείγουσαι ἐργασίαι εἵλκυσαν ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν προσοχὴν καὶ τὴν φροντίδα ἡμῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ, εὑρέθην ἀπέναντι τῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ διαφόρων ἄλλων ἐκτάκτων πληρωμῶν, διὰ τὰς ὁποίας δὲν εὗρον εἰδικήν τινα μέριμναν καὶ προετοιμασίαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον εἶχεν αὕτη συνομολογήσει δάνειον ἐκ 3,595,000 λιρῶν στερλινῶν, ἤτοι 89,875,000 φράγκων, πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης. Ἐκ τοῦ δανείου τούτου εἶχεν ἐκχωρήσει ὁριστικῶς (ferme) τὸ ἥμισυ καὶ εἰσπράξει 40,050,000 φράγκων. Ἐξ αὐτῶν ἐπλήρωσεν 1,832,000 φράγκα εἰς τοὺς ἀναδόχους τοῦ σιδηροδρόμου, ἔμενον δὲ παρὰ τοῖς συνομολογήσασι τὸ δάνειον κκ. Hampro καὶ υἱῷ φρ. 7,694,000. Τὸ ὑπόλοιπον ἐκ φρ. 30,522,000 εἶχε διατεθῆ ὁλόκληρον εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, δηλ. εἰς τὴν ἐξόφλησιν προηγουμένων προσωρινῶν δανείων ἐκ φράγκων 17,738,000, καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἄλλων τακτικῶν δαπανῶν, δι’ ἃς ἐπληρώθησαν φρ. 12,784,000. Ἐν παντὶ ἄλλῳ Κοινοβουλίῳ, εἰδικὴ ἤθελον ἀπευθυνθῆ μομφὴ κατὰ Κυβερνήσεως, ἥτις ἤθελε συνομολογήσει δάνειον πρὸς ὡρισμένον σκοπόν, πρὸς ἐκτέλεσιν δηλ. δημοσίου τινὸς ἔργου, καὶ ἥτις ἤθελε διαθέσει εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους τὸ προϊὸν τοῦ τοιούτου δανείου. Ἐνταῦθα ὅμως, νομίζω, δὲν ὑφίσταται ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη τοιαύτης εἰδικῆς μομφῆς. Αὕτη ἐμπεριέχεται εἰς τὴν γενικὴν μομφήν, ἣν ἀπὸ πενταετίας ἐπαναλαμβάνομεν κατὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τῆς ἐφαρμοσθείσης ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ μεταξὺ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ὁποίας περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀνάγκη, ἥτις θέλει ἐπιβάλλεσθαι συχνὰ εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, νὰ διαθέτῃ τοὺς εἰδικοὺς πόρους, τοὺς διὰ δανείων προμηθευομένους, εἰς ἀνάγκας ἀλλοίας ἐκείνων, χάριν τῶν ὁποίων συνομολογοῦνται τὰ δάνεια. Πολλάκις ἐπανελάβομεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ ἐφαρμοζομένη οἰκονομικὴ πολιτική, οὐ μόνον θέτει τὸ Κράτος εἰς ἐξάρτησιν ἀπὸ τῶν χρηματιστηρίων καὶ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐξαναγκάζει αὐτό, ἵνα ἐκρύθμως διαχειρίζηται τὰ οἰκονομικά του, καὶ προετοιμάζει μέγιστον δι’ αὐτὸ κίνδυνον διὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν περιστάσεις ἀπρόβλεπτοι μὲν, ἀλλὰ πιθαναί, ἤθελον στειρεύσει τὴν πηγὴν τῶν δανείων καὶ τοῦ ἐξ αὐτῶν πόρου τοῦ Δημοσίου, ὅστις ἀπὸ ἐκτάκτου καὶ ἐξαιρετικοῦ μετεβλήθη παρ’ ἡμῖν εἰς πάγιον καὶ ἀναπόφευκτον. Συνέπεια τῆς τοιαύτης πολιτικῆς ἦτο καὶ ἡ ἐκ τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν παρεκτροπὴ τῶν ἐκ τοῦ δανείου εἰσπραχθέντων χρημάτων, ἅμα ὡς ἀνάγκαι ἐπείγουσαι ἐπέβαλλον αὐτήν. Ἡ τοιαύτη δὲ μοιραία συνέπεια, ἥτις ἐπεβλήθη εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, θέλει ἐπιβάλλεσθαι εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἐπεβλήθη δὲ καὶ εἰς ἡμᾶς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρώσωμεν τὰ τοκομερίδια τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1890, χωρὶς νὰ ποιήσωμεν χρῆσιν τοῦ ὑπολοίπου τοῦ τελευταῖον συνομολογηθέντος δανείου. Ἀλλὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο δὲν ἦτο ἀρκετὸν πρὸς πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ τῶν 12 περίπου ἑκατομμυρίων, ὅπερ ἀπῄτει ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους καὶ αἱ ἄλλαι εἰς μεταλλικὸν ἀπαιτηταὶ πληρωμαὶ πρὸς τοὺς ἐργολάβους τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ ἄλλους δικαιούχους. Ἠναγκάσθημεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν συνομολόγησιν ἐσωτερικοῦ δανείου, διότι δὲν ἐνομίσαμεν, ὅτι ἀμέσως, τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐλεύσεως ἡμῶν, ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν προσωρινὸν δάνειον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, χωρὶς νὰ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ βλάψωμεν τὴν πίστιν τοῦ Δημοσίου, ἣν ἐθεώρησαν ὡς ἀντικείμενον τοῦ πείσματος καὶ τῆς ἐχθρότητος αὐτῶν πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐπηγγέλλοντο, ὅτι θεωροῦσιν αὐτὴν ὡς ἱερὸν αὐτῶν μέλημα, ὅταν ἄλλοι καὶ οὐχὶ ἡμεῖς κατεῖχον τὴν ἐξουσίαν. Ἕνεκεν τούτου συνωμολογήσαμεν ἐσωτερικὸν δάνειον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκ φρ. χρυσῶν 3,515,000, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐξοφλήσεως αὐτοῦ, εἴτε δι’ ἀγορᾶς συναλλάγματος, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πραγματοποιουμένης ἐν τῷ τόπῳ, εἴτε δι’ ἐπιστροφῆς τοῦ λαμβανομένου μεταλλικοῦ. Ὅτε συνωμολογήσαμεν τὸ δάνειον τοῦτο, κατὰ τὰς ἀρχὰς δηλ. τοῦ Νοεμβρίου, ἐν τῷ τόπῳ ὑπῆρχεν ἄφθονον συνάλλαγμα. Ἕνεκα τῆς τότε ὑπαρχούσης ζητήσεως τῆς σταφίδος, καὶ ἐν Πάτραις καὶ ἐνταῦθα ὑπῆρχεν οὐ μικρὰ προσφορὰ συναλλάγματος. Οὐδεμία δὲ ὑπῆρχε τότε ὑπόνοια περὶ διαταράξεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Εὐρώπης, ἥτις ἐπῆλθεν ἀκολούθως ἐκ τῶν γνωστῶν γεγονότων, ἅτινα ἐπήνεγκον τὴν πτῶσιν ἑνὸς ἐκ τῶν ἰσχυροτέρων τραπεζικῶν οἴκων τῆς Ἀγγλίας, τῶν ἀδελφῶν Μπέριγκ. Ἀναφέρω ταῦτα, ὅπως δώσω μίαν νέαν ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἀδυναμίας, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ Δημόσιον, νὰ προμηθευθῇ ἐν τῷ τόπῳ ποσὸν ἄξιον λόγου ἐκ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην. Ἐν στιγμῇ σπουδαίας προσφορᾶς συναλλάγματος ἡ παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀγορὰ ποσοῦ, ἀνερχομένου μόλις εἰς 2 ἑκατομμύρια φράγκων, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν κερδοσκοπίαν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς αὐτοῦ καὶ τὴν διατάραξιν τῶν νομισματικῶν συναλλαγῶν. Μόλις ἐθεραπεύσαμεν τὴν πρώτην ἀνάγκην μεταλλικοῦ νομίσματος, εὑρέθημεν ἐνώπιον ἑτέρας, οὐχ ἧττον ἐπιβλητικῆς, τῆς ἀνάγκης εὑρέσεως ἑτέρων 15,750,000 φράγκων χρυσῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐντόκων γραμματίων, ὧν ἡ προθεσμία λήγει τὴν πρώτην προσεχοῦς Ἰανουαρίου. Τὰ ἔντοκα ταῦτα γραμμάτια ἐξεδόθησαν τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890, τὸ δὲ προϊὸν αὐτῶν ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν ἐξόφλησιν τοῦ παγίου δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825. Οὐδεμία ὅμως ἐλήφθη εἰδικὴ πρόνοια περὶ τῆς πληρωμῆς αὐτῶν. Ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης, ἵνα ἐξοφλήσωμεν αὐτά, καὶ τῆς ἀδυναμίας νὰ εὕρωμεν ἐν τῷ τόπῳ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν εἰς μεταλλικόν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλο τι ἢ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν εὕρεσιν χρημάτων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Δὲν ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ κ. κ. Hambro, οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης, εἶχον τὸ δικαίωμα αἱρέσεως ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἡμίσεως αὐτοῦ. Οἱ κκ. Hambro, οὓς ἠρωτήσαμεν, τί σκέπτονται νὰ πράξωσι διὰ τὸ δεύτερον τοῦτο ἥμισυ τοῦ δανείου, οὐδεμίαν μᾶς ἔδιδον θετικὴν ἀπάντησιν. Μετὰ δὲ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας τῆς αἱρέσεως, τὴν 5)17 Δεκεμβρίου, μᾶς εἰδοποίησαν, ὅτι ἐγκαταλιμπάνουσιν αὐτήν. Ἅμα ἐλάβομεν οὕτω τὴν ἐλευθέραν διάθεσιν τοῦ ἡμίσεως τοῦ δανείου, ἠρχίσαμεν διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἔληξαν εἰς τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως μετὰ τῆς ἐνταῦθα Γενικῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἥτις, σχηματίσασα ὁμάδα ἐκ διαφόρων Τραπεζῶν καὶ τραπεζιτῶν, ἠγόρασεν ὁριστικῶς τὸ ⅓ τοῦ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου ἀπομείναντος ἐκ τοῦ δανείου καὶ τὰ ἕτερα ⅔ ὑπὸ αἵρεσιν, πρὸς 86%. Ἡ τιμὴ αὕτη εἶναι κατὰ 3% μικροτέρα ἐκείνης, εἰς ἣν εἶχε συνομολογηθῆ τὸ δάνειον κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον. Δικαιολογεῖται ὅμως ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων, ἐν αἷς εὑρίσκοντο τότε αἱ χρηματιστικαὶ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης, καὶ ἐκείνων, ἐν αἷς εὑρίσκονται αὗται σήμερον. Κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1890 ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Εὐρώπης ἦτο ἀνθηρά, καὶ ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων τῶν δευτερευόντων Κρατῶν ἦτο ὑποστηριγμένη. Σήμερον ὅμως οἰκονομικὴ στενοχωρία ὑπάρχει ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἰδίως ἐν Λονδίνῳ, τὰ δὲ χρεώγραφα τῶν δευτερευόντων Κρατῶν ὑπετιμήθησαν οὐκ ὀλίγον. Μὴ ὄντες κύριοι τῶν περιστάσεων, καὶ πιεζόμενοι ὑπὸ ἀνάγκης, ἣν ἐκληροδότησεν ἡμῖν τὸ παρελθόν, πιστεύομεν ὅτι ἐπράξαμεν πᾶν ὅ,τι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου μᾶς ἐπέβαλλε, συνομολογήσαντες τὴν σύμβασιν ταύτην, καὶ ἐξασφαλίσαντες δι’ αὐτῆς τὴν εὕρεσιν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου μέχρι τοῦ προσεχοῦς Ἰουνίου. Συνομολογήσαντες τὴν σύμβασιν ταύτην, διὰ τῆς ὁποίας διεθέτομεν ὑπὲρ τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου καὶ ἕτερον μέρος τοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης ἐκδοθέντος δανείου, ὑπεβλήθημεν εἰς τὴν μοιραίαν ἀνάγκην, ἥτις θὰ ἐπιβάλληται ἐπὶ πάσης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐφαρμογὴν τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διὰ τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἡμεῖς ὑπέχομεν εὐθύνην, καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου ἀντετάχθημεν ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ προληφθῶσι τὰ ἐξ αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα δὲν δυνάμεθα σήμερον μήτε νὰ παρεμποδίσωμεν, μήτε νὰ προλάβωμεν. Ὀφείλομεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν δανειζόμενοι, ἐφ’ ὅσον μᾶς ἐπιτρέπει τοῦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Εὐρώπης, ἥτις οὐδόλως ἐξαρτᾶται ἐξ ἡμῶν, καὶ ἐφ’ ἧς οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ ἐξασκήσωμεν ἐπιῤῥοήν. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν καὶ θὰ πράξωμεν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δάνεια, εἶναι νὰ μὴ καταχρασθῶμεν τῆς πίστεως ἡμῶν, νὰ μὴ συνομολογήσωμεν τοιαῦτα πέραν τῶν ὁρίων τῶν ἐπιβαλλομένων ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ νὰ περιστείλωμεν ἐντὸς ὡρισμένου κύκλου τὰς ἐκτάκτους αὐτοῦ ἀνάγκας. Μετὰ μεγαλειτέρας δὲ πεποιθήσεως καὶ μετὰ πλειοτέρας ἐλπίδος ἐπιτυχίας δυνάμεθα ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Δυνάμεθα νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν μελέτην τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος καὶ προσπαθήσωμεν νὰ ῥυθμίσωμεν αὐτὸ κατὰ τρόπον ἐλαττοῦντα τὰ ἐκ τῆς κακῆς διανομῆς διαφόρων φόρων προερχόμενα ἄτοπα. Δυνάμεθα ὡσαύτως νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν βελτίωσιν τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, καὶ θέλομεν πράξει τοῦτο. Τὰς ἐργασίας ὅμως ταύτας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἐντὸς τοῦ βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, τοῦ διελθόντος ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἑπομένως νὰ συντάξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1891 ἐπὶ βάσεων τοιαύτης ῥιζικωτέρας μελέτης καὶ διαῤῥυθμίσεως τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ἐξ ἀνάγκης συνετάξαμεν αὐτὸν ἐπὶ τῶν αὐτῶν περίπου βάσεων τῶν ὑφισταμένων πόρων καὶ τῶν λειτουργουσῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζετο καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν ὅμως τῶν ἐσόδων καὶ τῶν δαπανῶν εἰσηγάγομεν διαφόρους μεταβολὰς, ὁδηγούμενοι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων κατὰ τὸ τρέχον καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ ἐκ τῶν γνωστῶν ἀναγκῶν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Ἐν τοῖς ἐσόδοις τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων ἐτῶν καὶ εἰδικαὶ περιστάσεις μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ προϋπολογίσωμεν διά τινας φόρους ἀνωτέραν ἀπόδοσιν τῆς κατὰ τὸ 1890 προϋπολογισθείσης.
§35ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιωθέντων, ἢ τῶν εἰσπραχθέντων;
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς συντάσσεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιωθέντων, δὲν δυνάμεθα δὲ ἀμέσως νὰ μεταβάλωμεν τὴν τοιαύτην θεμελιώδη αὐτοῦ βάσιν. Αὔξησιν ἀποδόσεως προϋπολογίζομεν διὰ τοὺς ἐγγείους φόρους, τοὺς εἰσπραττομένους ἐν τοῖς τελωνείοις, καὶ ἰδίως διὰ τὸν φόρον ἐξαγωγῆς τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου, ἕνεκα τῆς ἐκεῖ μεγάλης ἐσοδείας τοῦ ἐλαίου. Ἐκ τοῦ φόρου τούτου προϋπολογίζομεν αὔξησιν ἀποδόσεως περίπου 2,400,000 δραχ. Αὔξησιν ὑπόσχονται ὡσαύτως τὰ μονοπώλια τῶν πυρείων, τῶν παιγνιοχάρτων, τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, ἐξ αὐτῶν δὲ ὑπολογίζομεν ἀποδόσεις κατὰ 1,100,000 περίπου ἀνωτέρας τῶν ἀναγραφεισῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890. Καὶ ἄλλοι τινὲς φόροι ὑπόσχονται αὐξήσεις ἐσόδων. Τὸ ὅλον δὲ τῶν προϋπολογιζομένων αὐξήσεων ἀνέρχεται εἰς 5,732,000 δραχμῶν περίπου. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ ἀναγράψωμεν καὶ ἐλαττώσεις εἰς διαφόρους φόρους, τῶν ὁποίων ἡ ἀπόδοσις ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1899 ἀνωτέρα τῶν ἀποδειχθέντων ἀποτελεσμάτων τῆς βεβαιώσεως αὐτῶν. Τὸ ὅλον δὲ τῶν τοιούτων ἐλαττώσεων ἀνέρχεται εἰς 2 ἑκατομμύρια δραχμῶν περίπου.
§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ποῖοι φόροι ἔχουν ἐλάττωσιν;
§38Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀφοῦ ἐπετρέψατε εἰς ἄλλον, παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἐμὲ μίαν ἐρώτησιν. Οἱ ὑπολογισμοί σας ποῦ στηρίζονται;
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐλαττώσεις παρουσιάζουσιν οἱ ἑξῆς κυρίως φόροι· ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐκτὸς τοῦ τῆς Ἑπτανήσου, ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὰ τελωνειακὰ τέλη, ἂν καὶ ταῦτα κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας παρουσιάζουσι σχετικήν τινα αὔξησιν, ὁ φόρος καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, τὰ ὑπερβάλλοντα τέλη τοῦ χαρτοσήμου, τὰ προξενικὰ τέλη, τὸ ἀντάλλαγμα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἄλλοι τινὲς δευτερεύοντες φόροι. Ὁ φόρος δὲ, ὅστις πλειότερον τῶν ἄλλων εἵλκυσε τὴν προσοχὴν ἡμῶν, εἶναι ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ. Καὶ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ φόρου τούτου ὑπάρχουσιν ἀδικίαι καὶ ἀτέλειαι, παραβλάπτουσαι τὰ συμφέροντα καὶ τῶν καταναλωτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου. Μόλις τὸ ἥμισυ ἢ καὶ ὀλιγώτερον τοῦ ἡμίσεως τῶν ποιουμένων χρῆσιν τοῦ καπνοῦ φορολογεῖται. Αἱ τοιαῦται ἀτέλειαι μᾶς ἔπεισαν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν ἐπὶ πολὺ τὴν μελέτην τοῦ φόρου τούτου. Ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ δὲ τῆς βελτιώσεως τῶν ὅρων τοῦ φόρου αὐτοῦ ἀνεγράψαμεν ἐλάττωσιν ἀποδόσεως ἐξ αὐτοῦ ἐλάσσονα ἐκείνης, ἣν ὑποδεικνύουσι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1890. Ἔπρεπε ν’ ἀναγράψωμεν ἐλάττωσιν 1,000,000 περίπου, ἀναγράφομεν δὲ τοιαύτην ἐκ δραχ. 180,000, στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν μεταῤῥυθμίσεων, ἃς μελετῶμεν νὰ φέρωμεν ἐν τῇ ἰσχυούσῃ περὶ αὐτοῦ νομοθεσίᾳ, διὰ νομοσχεδίου, ὅπερ ἐλπίζομεν νὰ ὑποβάλωμεν προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου θὰ προσπαθήσωμεν νὰ στηρίξωμεν αὐτὸν ἐπὶ βάσεων συντελουσῶν εἰς τὴν δικαιοτέραν αὐτοῦ διανομὴν, εἰς πλειοτέραν ἱκανοποίησιν τῶν καταναλωτῶν καὶ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἐκτὸς τῶν ἐλαττώσεων τοῦ προϋπολογιζομένου ποσοῦ τῆς ἀποδόσεως διαφόρων φόρων, διεγράψαμεν ὡσαύτως ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ ποσὸν 1,000,000, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 διὰ τόκους δανείων, συνομολογουμένων δι’ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, ὡς εἰσφορὰ δηλ. τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἔχει προορισμὸν τὴν κατασκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν ὁδῶν, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν πληρωμὴν τόκων, οἵτινές εἰσι τακτικὸν ἔξοδον, βαρύνον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἔχει δὲ τὸ ταμεῖον τοῦτο περισσεύματα, ὅπως συνεισφέρῃ ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν δημοσίων ἀναγκῶν. Οὐδεμίαν ἑπομένως δύναται νὰ ἔχῃ θετικὴν βάσιν ἡ ἀναγραφὴ τοιούτου ἐσόδου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Τὸ ὑπόλοιπον τῶν προϋπολογιζομένων αὐξήσεων τῶν ἐσόδων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐλαττώσεων ἀνέρχεται εἰς δραχ. 2,530,000 περίπου. Ἡ ἔνδειξις δ’ αὕτη τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποδόσεως διαφόρων φόρων εἶναι τὸ μόνον παρήγορον καὶ εὐχάριστον σημεῖον, ὅπερ εὑρίσκομεν ἐν τῇ καταστάσει τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀρκετὴ ἡ ἔνδειξις αὕτη, ὅπως μεταβάλῃ τὴν γνώμην ἡμῶν, ὅτι τὸ λειτουργοῦν φορολογικὸν σύστημα εἶναι ἐν πολλοῖς ἄδικον καὶ πιεστικὸν διὰ τὸν τόπον. Δεικνύει ὅμως, ὅτι, μολονότι, καθ’ ἃ πανταχόθεν ἀντιλαμβανόμεθα, κατεπονήθη ἐκ τῆς τοιαύτης φορολογίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, οὐχ ἧττον ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ ἐνεργητικότης δὲν συνετρίβη εἰς βαθμὸν καθιστῶντα ἀδύνατον πᾶσαν βελτίωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἡ ἐνεργητικότης δὲ αὕτη παρέχει πλήρη τὴν ἐλπίδα, ὅτι τυγχάνουσα τῆς δεούσης ὑποστηρίξεως δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δημοσίου. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων πᾶσαν κατέβαλεν ἡ Κυβέρνησις φροντίδα πρὸς ἐλάττωσιν αὐτῶν. Δὲν ἔσχομεν ὅμως, ὡς εἶπον, τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ὅπως ἐπιζητήσωμεν τοιαύτην ἐλάττωσιν διὰ ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων τῶν ἐπιδεκτικῶν τοιούτων δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἐπεζητήσαμεν αὐτὴν ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν λεπτομερειῶν, ἐλαττώσαντες τὰς δαπάνας, ὅπου τοῦτο ἦτο δυνατόν, ἄνευ βλάβης τῆς λειτουργίας τῆς ὑπηρεσίας. Ἠλαττώσαμεν διαφόρους δαπάνας, ἀλλ’ ἠναγκάσθημεν ν’ ἀναγράψωμεν πλειοτέρας αὐξήσεις ἐξόδων, τοῦτο μὲν πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων ἀναληφθεισῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τοῦτο δὲ πρὸς ἀποφυγὴν τῆς πληθύος τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, αἵτινες ἀπὸ μέτρου ἐξαιρετικοῦ εἶχον μεταβληθῆ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς μέτρον πάγιον καὶ τακτικόν. Ἡ κυριωτέρα τῶν αὐξήσεων τούτων, ὑπερβαίνουσα τὰ 6,000,000, εἶναι ἡ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαγράψωμεν ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν τὴν δαπάνην ταύτην. Τοὺς λογαριασμοὺς ὡς καὶ τὰς εἰσπράξεις καὶ πληρωμὰς ἐκτελοῦμεν πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει νομίσματος, χρησιμεύοντος εἰς καταμέτρησιν πασῶν τῶν ἀξιῶν. Τοῦτο δὲ παρ’ ἡμῖν εἶναι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Ὅπως κατανοήσωμεν τὴν ἀξίαν πάσης εἰσπράξεως καὶ πάσης δαπάνης, ὀφείλομεν νὰ μετατρέψωμεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πᾶν νόμισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνεργοῦνται αὗται. Ἄνευ τοιαύτης μετατροπῆς δὲν εἶναι δυνατὸν μήτε ἐν τῇ δημοσίᾳ μήτε ἐν τῇ ἰδιωτικῇ οἰκονομίᾳ νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ἀξίαν τῶν ποσῶν, ἅτινα εἰσπράττομεν καὶ δαπανῶμεν. Καὶ τὰς ἐκτάκτους εἰσπράξεις, τὰς ἐκ δανείων, ὀφείλομεν νὰ μετατρέψωμεν εἰς τὸ τρέχον παρ’ ἡμῖν νόμισμα, καταλογίζοντες τὴν ἐξ αὐτῶν διαφορὰν τοῦ νομίσματος εἰς πίστιν τῶν ἐκτάκτων πόρων, καὶ τὰς τακτικὰς δὲ πληρωμὰς ὡσαύτως, καταλογίζοντες τὴν ἐξ αὐτῶν διαφορὰν νομίσματος εἰς βάρος τῶν τακτικῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως, ἐν ᾗ ἐκτελοῦνται αὗται. Ἑτέρα οὐσιώδης αὔξησις δαπάνης εἶναι ἡ ἐπιβαλλομένη ἐκ τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς λειτουργίας τῶν τριῶν νέων θωρηκτῶν, ἅτινα ἔσονται ἐν Ἑλλάδι ἐντὸς τοῦ 1891. Τρίτη ἀξία λόγου αὔξησις δαπάνης εἶναι ἡ προερχομένη ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ διοικητικοῦ συστήματος, ἥτις ὅμως, ὅπως ἀνέπτυξεν, εἰσάγων τὰ σχετικὰ νομοσχέδια, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνεπιφέρει ἀνάλογον σχεδὸν οἰκονομίαν εἰς τὰς δαπάνας τῶν δήμων καὶ τῶν ἄλλων κοινῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες συνεισέφερον εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τῶν καταργουμένων νομαρχιακῶν συμβουλίων. Τὸ σύνολον τῶν ἀναγραφομένων αὐξήσεων ἀνέρχεται εἰς 8,996,000 δραχμὰς, τὸ δὲ τῶν ἐπιτευχθεισῶν ἐλαττώσεων εἰς δραχ. 1,000,000 περίπου....
§40ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πόσα ἀπαιτοῦσι τὰ θωρηκτά;
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄνω τοῦ 1,000,000.... Ἀποτέλεσμα δὲ τῶν διαφόρων αὐξομειώσεων εἶναι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1891 παρουσιάζει δαπάνην κατὰ 7,994,000 δρ. ἀνωτέραν, ἐκείνης ἥτις ἀνεγράφετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1890. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῆς συγκρίσεως τοῦ ὑποβαλλομένου προϋπολογισμοῦ πρὸς τὸν ψηφισθέντα τοιοῦτον διὰ τὸ 1890. Ἂν συνυπολογίσωμεν ὅμως καὶ τὰς ψηφισθείσας ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, τὰς βαρυνούσας τὴν χρῆσιν τοῦ 1890, ἡ αὔξησις αὕτη ἀνέρχεται εἰς ποσὸν κατώτερον τῶν 4,000,000. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὃν ὑποβάλλομεν εἰς τὴν μελέτην ὑμῶν ἐπὶ τῶν βάσεων, ἃς ἀνέπτυξα, ἀναγράφει ἔσοδα μὲν δρ. 96,971,000, ἔξοδα δὲ δρ. 99,253,000. Τὰ ἔσοδα ἑπομένως ὑπολείπονται τῶν ἐξόδων κατὰ 2,282,000 δραχμὰς, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ ἔλλειμμα τῶν βεβαιώσεων ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς δαπάνας. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἶναι τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα, ὅπερ θὰ παρουσιάσῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1891; Οὐχί. Θὰ ἠδύνατο καὶ νὰ ἐλαττωθῇ, ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θ’ αὐξήσῃ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τρία τινὰ θὰ ἐπηρεάσωσι κυρίως τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην· ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων, ἡ εἴσπραξις αὐτῶν καὶ ἡ διάθεσις τῶν πιστώσεων. Ἐὰν βεβαιωθῶσι τὰ προϋπολογιζόμενα ποσὰ καὶ εἰσπραχθῶσι συνάμα ταῦτα, ἐκτελεσθῶσι δὲ αἱ δαπάναι ὅπως ἀναγράφομεν αὐτὰς, τὸ ἔλλειμμα καὶ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔσεται οἷον τὸ ὑπολογίζομεν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς βεβαιώσεις τῶν φόρων, ἐλπίζομεν ὅτι δὲν θὰ ὑπολειφθῶσιν οὐσιωδῶς τῶν προϋπολογιζομένων ποσῶν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν, ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἀμερόληπτος καὶ ἡ ἔγκαιρος αὐτῆς ἐκτέλεσις εἶναι ἐπωφελὴς, οὐ μόνον διὰ τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς φορολογουμένους. Τοιαύτην δὲ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ καταστήσωμεν αὐτήν. Εἰς τὴν διαχείρισιν δὲ καὶ διάθεσιν τῶν πιστώσεων θὰ φροντίσωμεν ν’ ἀφήσωμεν τοιαύτας ἀδιαθέτους πανταχοῦ, ὅπου ἡ κανονικὴ λειτουργία τῆς ὑπηρεσίας ἐπιτρέψῃ τοῦτο. Ἡ δικαία καὶ ἀμερόληπτος βεβαίωσις τῶν φόρων καὶ ἡ τακτικὴ καὶ ἔγκαιρος εἴσπραξις, ὡς εἶπον ἤδη, ὠφελεῖ, οὐ μόνον τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ τοὺς φορολογουμένους, οἵτινες ἐκ τῆς ἀδίκου καὶ τῆς μεροληπτικῆς βεβαιώσεως καὶ ἐκ τῆς κακῆς καὶ ἀκαίρου εἰσπράξεως ὑποβάλλονται εἰς ζημίας καὶ πληρόνουσι ποσὰ πολὺ ἀνώτερα ἐκείνων, ἅτινα εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἡ πρόληψις τῶν ἀτόπων τούτων καὶ ἡ καλὴ ἐκτέλεσις τῶν βεβαιώσεων καὶ τῶν εἰσπράξεων ἐξαρτᾶται κυρίως ἐκ τῆς μετὰ ζήλου ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, εἰς τοὺς ὁποίους αἱ ὑπηρεσίαι αὗταί εἰσιν ἀνατεθειμέναι. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἵλκυσεν ἰδίως τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Ὡς πρῶτον δὲ μέτρον, ὅπερ ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον, εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν. Κατὰ τὴν νομοθεσίαν ταύτην καὶ κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐφαρμόζεται, δὲν ἐκτελεῖται τακτικὴ ἐπιθεώρησις τῶν ἀρχῶν αὐτῶν. Οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί εἰσι κυρίως συμπληρωτικοὶ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, ἐκτελοῦντες ἐκτάκτους ἐπιθεωρήσεις καὶ χρησιμεύοντες, εἴτε ὅπως συνεργάζωνται μετ’ ἄλλων τακτικῶν ὑπαλλήλων, εἴτε ὅπως ἀντικαθιστῶσιν αὐτούς. Ἡ ἔλλειψις δὲ συστηματικῆς καὶ τακτικῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν φέρει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μὴ ἐνθάῤῥυνσιν, ἐνίοτε δὲ καὶ τὴν παραγνώρισιν τῶν ἱκανῶν ὑπαλλήλων ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἀμελῶν καὶ κακῶν τοιούτων εἰς τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἡ θεραπεία τῆς ἐλλείψεως ταύτης, καὶ ἡ γνῶσις, ἣν θὰ ἔχωσιν οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, ὅτι ἡ ἐργασία αὐτῶν θὰ ἐπιβλέπηται καὶ θὰ ἐξελέγχηται τακτικῶς καὶ συστηματικῶς, θὰ γίνηται δὲ γνωστὴ εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, ἥτις θὰ ἀμείβῃ τοὺς ἱκανοὺς καὶ θὰ τιμωρῇ τοὺς ἀνικάνους καὶ ἀμελεῖς, θέλει συντελέσει, ὅπως ἐνθαῤῥύνῃ ἢ ἐξαναγκάσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Ὑπὸ τοιοῦτον δὲ πνεῦμα μελετῶμεν τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν, ὅπερ ἐλπίζω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὰς ἑορτάς. Ἐὰν διὰ τοιούτου μέτρου καὶ διὰ τῶν φροντίδων, ἃς θέλομεν καταβάλει, ἐπιτύχωμεν, ὅπως αἱ βεβαιώσεις μὴ ἀπομακρυνθῶσι τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἱ δὲ εἰσπράξεις μὴ μείνωσιν ἐν καθυστερήσει τοιαύτῃ, οἵαν παρατηροῦμεν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐλπίζομεν τότε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1891 δύναται νὰ μὴ ὑπερβῇ κατὰ πολὺ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον. Εἰς τοῦτο δὲ ἐλπίζομεν ὅτι θέλουσι συντελέσει καὶ αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις, ἃς θὰ φροντίσωμεν ν’ ἀφήσωμεν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐξόδων. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὃν ὑποβάλλομεν ὑμῖν, διαφέρει τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑποβληθέντων, καθότι αὐτὸς μὲν παρουσιάζει ἔλλειμμα 2,283,000, ἀλλὰ παρέχει τὴν ἐλπίδα, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ δὲν θὰ ἐπέλθῃ ὑπερβολικὴ αὐτοῦ αὔξησις διὰ σωρείας ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἐκεῖνοι δὲ ἀνέγραφον μὲν ἰσοζύγιον καὶ περισσεύματα, κατέληγον ὅμως ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτῶν εἰς ἐλλείμματα 15 μέχρις 20 ἑκατομμυρίων. Ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐλλείμματος τῶν 2,283,000 δραχμῶν, καὶ ἂν ἀκόμη ὑποθέσωμεν, ὅτι ἤθελε διπλασιασθῇ ἢ καὶ τριπλασιασθῇ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν μᾶς πτοεῖ. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν κέκτηται πολλοὺς καὶ ποικίλους πόρους, καὶ ὅτι ἡ ἐνεργητικότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑποστηριζομένη καὶ καθοδηγουμένη, δύναται ν’ ἀναπτύξῃ τοὺς πόρους τούτους, καὶ αὐξάνουσα τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον νὰ φέρῃ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου καὶ τὴν ἐξίσωσιν αὐτῶν πρὸς τὰς δαπάνας του. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἰδίως μᾶς ἀπασχολεῖ, εἶναι ἡ νομισματικὴ κατάστασις τοῦ τόπου. Κατὰ τὰς στατιστικὰς ἡμῶν πληροφορίας ἐξάγομεν κατ’ ἔτος προϊόντα ἀξίας περίπου 100,000,000 δραχμῶν, εἰσάγομεν δὲ ἐμπορεύματα σχεδὸν τῆς αὐτῆς ἀξίας. Τὸ εἰσαγωγικὸν ἐμπόριον ἡμῶν δύναται οὕτω νὰ θεραπεύσῃ καὶ θεραπεύει τὰς νομισματικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας, τῆς ἀποστολῆς δηλ. συναλλάγματος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐκεῖ ἀγοραζομένων ἐμπορευμάτων του, διὰ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος αὐτὸ συναλλάγματος, ὅπερ διαθέτει τὸ ἐξαγωγικὸν ἡμῶν ἐμπόριον. Ἐὰν εἰς τοῦτο περιωρίζοντο αἱ νομισματικαὶ ἡμῶν συναλλαγαὶ καὶ ἀνάγκαι, ἡ θέσις ἡμῶν ἤθελεν εἶσθαι ὁμαλή, οὐδὲν δὲ δυσάρεστον θὰ εἴχομεν νὰ φοβηθῶμεν ἐκ τῆς νομισματικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως. Τὴν ὁμαλὴν ὅμως ταύτην θέσιν, τὸ νομισματικὸν τοῦτο ἰσοζύγιον τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς ἡμῶν, ἔρχονται νὰ διαταράξωσιν αἱ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου. Αἱ τακτικαὶ δὲ τοιαῦται ὑποχρεώσεις, αἱ κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβανόμεναι, ὑπερβαίνουσι τὰ 25.000,000 φράγκων διὰ τὰ τοκομερίδια τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ φθάνουσιν εἰς ἕτερα τρία ἢ τέσσαρα ἑκατομμύρια διὰ τὴν πληρωμὴν διαφόρων εἰδῶν, ἔξωθεν εἰσαγομένων καὶ ἀναγκαίων εἰς τὰ μονοπώλια καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἡ προμήθεια δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 28,000,000 ἔρχεται νὰ ταράξῃ τὸ νομισματικὸν ἰσοζύγιον τοῦ γενικοῦ ἡμῶν ἐμπορίου. Δὲν δύναται τὸ Δημόσιον νὰ εὕρῃ ἐν τῷ τόπῳ τὸ εἰς αὐτὸ ἀναγκαῖον μεταλλικὸν νόμισμα, καὶ ἀδυνατεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις του διὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ πόρων, διὰ τῶν χρημάτων δηλαδὴ, ἅτινα τὸ ἔθνος χορηγεῖ εἰς αὐτό. Ἐνταῦθα δὲ κεῖται ἡ κυρία ἀσθένεια τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Τὴν ἀσθένειαν ταύτην χαρακτηρίζουσα φαίνεται ὡς ὅλως ἀθεράπευτον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τῆς ἐξευρέσεως μέσου τινὸς, δυναμένου νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν θεραπείαν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, ἥτις εἶναι τὸ ἄμεσον ἐπὶ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομικῆς ταύτης ἀσθενείας, ἐπί τινα μὲν ἔτη διέγραφεν ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Δημοσίου, κατὰ τὸ τρέχον δὲ ἔτος διέγραψε καὶ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῶν. Καθιέρωσε δ’ οὕτως ἐπισήμως τὴν ἀρχὴν, ὅτι οὐδὲν ἐξωτερικὸν ἡμῶν χρέος θέλομεν καταβάλλει ἐκ τῶν ἰδίων ἡμῶν πόρων, καὶ ὅτι πάντα ταῦτα θέλομεν πληρόνει ἐκ τῶν εἰς μεταλλικὸν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ προμηθευώμεθα δι’ ἐξωτερικῶν δανείων. Διὰ τῆς τοιαύτης δ’ ἐπισήμου καθιερώσεως τοιαύτης ἀρχῆς ἐπαγιώθη ἡ ἀσθένεια αὕτη τῶν οἰκονομικῶν ὑμῶν καὶ ἀνεγνωρίσθη ὡς χρονία καὶ ἀθεράπευτος. Ἡ εὐθύνη τοιαύτης οἰκονομικῆς πολιτικῆς δὲν βαρύνει βεβαίως ἡμᾶς, οἵτινες ἐγκαίρως ἐπεκρίναμεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ εὐθύνη δὲν μᾶς βαρύνῃ, αἱ συνέπειαι ὅμως αὐτῆς πιέζουσι καὶ ἡμᾶς καὶ θὰ πιέζωσι πᾶσαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο καθῆκον θεωροῦμεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τὴν νομισματικὴν ἡμῶν κατάστασιν, καὶ νὰ μὴ παραμερίζωμεν τὴν περὶ θεραπείας αὐτῆς φροντίδα. Θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως ἀπὸ τοῦδε νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἐξευρέσεως τρόπου, δυναμένου νὰ συντελέσῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς τὴν ἐν τῷ μέλλοντι πληρωμὴν τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους τοῦ Δημοσίου διὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ πόρων. Δύο ὅμως ἐπιπροσθοῦσιν ἐμπόδια εἰς τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν τοιούτου μέτρου: τὸ πάγιον ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπερ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ Δημοσίου τὴν ἐλευθέραν διάθεσιν τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀντικρυσμάτων τῶν διὰ δανείων πληρονομένων χρημάτων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ αἱ διὰ τὰ δημόσια ἔργα, καὶ ἰδίως τοὺς σιδηροδρόμους, ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις. Ἐφ’ ὅσον μέγα μὲν μέρος τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀντικρυσμάτων ἀποῤῥοφᾶται ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἱ δὲ ἀναληφθεῖσαι ἔκτακτοι ὑποχρεώσεις διὰ τὰ δημόσια ἔργα ἐπαυξάνουσι τὰς εἰς μεταλλικὸν πληρωμὰς τοῦ Δημοσίου, δὲν εἶναι εὔκολος ἡ εὕρεσις μέτρου, δυναμένου νὰ θεραπεύσῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὰς νομισματικὰς ἡμῶν ἀνάγκας. Πρὶν δὲ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτου μέτρου, ὀφείλομεν ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ τῆς προσφορωτέρας διαῤῥυθμίσεως καὶ περὶ τῆς καλλιτέρας διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, οὕτως ὥστε νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀπαλείψωμεν, οὐχὶ εἰκονικῶς, ἀλλὰ θετικῶς, ἀπὸ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Δημοσίου τὰ πάγια αὐτῶν ἐλλείμματα. Ὀφείλομεν δὲ συνάμα ν’ ἀσχοληθῶμεν καὶ περὶ τῆς διὰ δανείων εὑρέσεως τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν δημοσίων ἔργων. Ἡ ἐπιτυχία ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ ἐνασχολήσει ἡμῶν δὲν ἐξαρτᾶται κυρίως ἐξ ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Εὐρώπης καὶ ἐκ τῆς ἀληθοῦς ἐκτιμήσεως τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος τῆς χώρας καὶ τῆς πίστεως αὐτῆς, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ὁποίας οὐδεμιᾶς θέλομεν φεισθῆ θυσίας καὶ φροντίδος. Τὸ καθῆκον δὲ τῆς προσφόρου διαῤῥυθμίσεως καὶ τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν θέλομεν ἐπιτελέσει μετὰ πάσης ἐπιμελείας καὶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν, στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς προόδου τοῦ ἔθνους, νὰ φθάσωμεν εἰς εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Πρὸς ἐπίτευξιν δὲ τούτου εἶναι ἀναγκαία ἡ σύμπραξις καὶ ἡ ὑποστήριξις τοῦ ἔθνους καὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμενοι καὶ πεποιθότες, ἐλπίζομεν νὰ ὑπερνικήσωμεν τὰς ἀπείρους δυσκολίας, ἃς ἀπαντῶμεν, καὶ νὰ διορθώσωμεν τὰς λυπηρὰς ἀνωμαλίας καὶ ἐλλείψεις, ἃς εὑρίσκομεν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου καθ’ ὅλους αὐτοῦ τοὺς κλάδους. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ εἰσαχθεὶς προϋπολογισμὸς δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν μήτε νὰ συζητηθῇ μήτε νὰ ψηφισθῇ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους· ἐπειδὴ δὲ πρέπει νὰ λειτουργήσωσιν αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας τῆς πιστώσεως δύο δωδεκατημορίων, ἐλπίζων ὅτι ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν τοῦ προσεχοῦς ἔτους θέλει ψηφισθῆ ὁ προϋπολογισμός. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ φροντίσῃ, ὅπως, εἰ δυνατόν, συνέλθῃ ἀμέσως ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι περιττόν.
§45Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εὐαρεστηθῶσι νὰ συνέλθωσι τὴν ὥραν ταύτην, καὶ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας τῆς ζητουμένης πιστώσεως, θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἔχωμεν τὴν ἔκθεσιν αὐτῶν μετ’ ὀλίγον, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν κατὰ τὰς ὑπολειπομένας ἡμέρας πρὸ τῶν ἑορτῶν.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι αἱ πιστώσεις. Αἱ περὶ αὐτῶν ἐκθέσεις ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν· ὥστε δυνάμεθα νὰ τὰς συζητήσωμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Πρῶτον εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 3,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890.
§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1890 ἐχορηγήθη πίστωσις δραχμῶν 10,000 διὰ μικρὰ βοηθήματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὅτε δ’ ἀνήλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲν σχεδὸν εὕρομεν ὑπόλοιπον ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης.
§49ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογος τῶν προσώπων, εἰς ἃ ἐδόθησαν βοηθήματα ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου, τοὐλάχιστον ἄνω τῶν 25 δραχμῶν; Διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸ κονδύλιον τοῦτο ἐξαντλεῖται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας τῶν ἑορτῶν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει ἤδη, ὅτι ἐξηντλήθη, πρὶν ἢ ἔλθωσιν αἱ ἡμέραι αὗται.
§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἑτοιμασθῇ τοιοῦτος κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 400,000 πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐκ Κρήτης ἀπόρων προσφύγων.
§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην εἶχε χορηγηθῆ διὰ νόμου πίστωσις ἔκτακτος ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ἐκ δραχμῶν 400,000, διαρκούσης δὲ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1889, ἐδαπανήθησαν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου 399,999 δρ. καὶ λεπτὰ 50, ἑπομένως ἐξηντλήθη ἡ πίστωσις αὕτη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Κατὰ τὸ 1890 ἐχορηγήθη ἐπίσης πίστωσις ἐκ δραχμῶν 959,000, ἥτις ἐδαπανήθη, πλὴν ὀλίγου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔμεινε κατατεθειμένον εἰς χεῖρας τοῦ ταμείου τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις διένεμε τὰ βοηθήματα, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δεικτάκη. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶχον πληρωθῆ βοηθήματα εἰς τοὺς πρόσφυγας ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἦτο παροῦσα, ἠναγκάσθην νὰ παρακαλέσω τὸν ταμίαν νὰ πληρώσῃ ὑπὸ ἰδίαν ἡμῶν εὐθύνην ποσά τινα, ὅπως διανεμηθῶσι μικρὰ βοηθήματα, ἕως ἂν καταρτισθῇ ἡ Βουλὴ πρὸς ἐργασίαν. Ἡ ζητουμένη πίστωσις ἐκ 400,000 δραχμῶν θέλει ἐπαρκέσει ἐπί τινα καιρὸν, διότι ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θέλει φέρει μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ καταλόγου τῶν βοηθημάτων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου γίγνεται ἡ διανομὴ, διὰ τῶν μεταβολῶν δὲ τούτων ἐλπίζομεν, ὅτι θέλει ἐπέλθῃ οἰκονομία τις.
§53ΔΑΓΡΕΣ. Τίνα εἰσὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς;
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετέβαλον τὸν παλαιὸν κατάλογον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν συνέστησα ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ στρατηγοῦ κ. Σαπουντζάκη, καὶ ἥτις ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ἰατρὸν κ. Λυμπρίτην καὶ ἀπὸ τοὺς ἰατροὺς κ. κ. Χαράλαμπον καὶ Ἀντώνιον Παπαδάκην, ἔχοντας συμπράκτορα τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας.
§55ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐκ τῆς προχείρου προεξελέγξεως τῆς διανομῆς τῶν βοηθημάτων τούτων ἐβεβαιώθη, ὅτι τοιαῦται βοήθειαι ἐδόθησαν εἰς Κρῆτας καὶ δὲν ἐδαπανήθησαν πρὸς ἐκλογικοὺς σκοπούς.
§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοιαύτην φήμην δὲν εἶχον ἀκούσει. Μοὶ ἐγεννήθη ὅμως ἡ ἐπιθυμία νὰ βεβαιώσω, ἐὰν τὰ εἰς πρόσφυγας Κρῆτας διανεμηθέντα χρήματα διανεμήθησαν πράγματι εἰς Κρῆτας καὶ ἰδίως εἰς Κρῆτας πρόσφυγας. Ἐξετάσας περὶ τούτου, ἔμαθον ὅτι ὁ πρώην ὑπάλληλος τῆς Νομαρχίας, ὅστις διεχειρίζετο τὰ τῆς διανομῆς τῶν βοηθημάτων, καὶ ὁ ὁποῖος συνέπραττε μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς, εἶχε συλλέξει τὰς ἀποδείξεις τῶν λαβόντων τὰ βοηθήματα, ἀλλ’ αὗται ἔκειντο ἀναμίξ. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ ὑποβάλω αὐτὰς εἰς ἔλεγχον, ἐπειδὴ δ’ αὐτὸς δὲν ἔστερξε νὰ καταστρώσῃ τὰ ὀνόματα ἐν πίνακι, ὅπως ὁ ἔλεγχος καταστῇ εὔκολος, ἐσφράγισα τὰς ἀποδείξεις, ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον, εὐθὺς ὡς κατορθωθῇ νὰ εὑρεθῶσιν οἱ ἐλέγξοντες αὐτάς.
§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ποσὸν ἐδαπανήθη μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τῶν προσφύγων τούτων;
§58ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 1,449,999 καὶ 50/00. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 6,980).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 339, 530:25 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890.
§60Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν τυγχάνει παρὼν, δύναμαι δ’ ἀντ’ αὐτοῦ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προέβαλεν. Ὁ κ. Ζωγράφος ἐδήλωσεν ἀπορίαν, πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ ποσὸν τὸ ζητούμενον δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως τῆς χορηγηθείσης διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προβλέπονται αἱ πιθαναὶ ἀνάγκαι, καὶ προσδιορίζεται τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀναγκαῖα πρὸς πλήρωσιν αὐτῶν. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσδιώρισε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ποσὸν εἰς 350,000 δραχμὰς, ἐνδέχεται νὰ ἔσφαλε κατά τινας χιλιάδας, δὲν εἶναι δὲ πιθανὸν νὰ ἔσφαλε κατὰ 339,000, ὅσαι τοῦ ζητοῦνται. Ἀλλ’ ἐὰν ἐρευνηθῶσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης τῶν καπνοκοπτηρίων κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888, 1889 καὶ 1890, τότε θέλουσι λυθῆ πάντες οἱ δισταγμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων. Πληροφορῶ ἐν τούτοις αὐτὸν, ὅτι ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ 1890 ὅ,τι ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ παρελθόν· κατὰ τὸ παρελθὸν ἐζητήθη ποσόν τι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐζητήθη δὲ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, διότι τὸ ποσὸν ἐκεῖνο δὲν ἤρκεσεν, ἐζητήθη δὲ καὶ δευτέρα ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, ἐπειδὴ δὲ καὶ αὕτη δὲν ἤρκεσεν, ἐζητήθη καὶ ἄλλη διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων· ἕνεκα τούτου δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ, τί ἀπῃτεῖτο πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν ἠσχολεῖτο νὰ τὸ μάθῃ, διότι, ἂν καὶ ἐγνώριζε πόσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1887, κατὰ πλείονα δὲ λόγον πόσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1888 καὶ κατὰ πλείονα λόγον τὸ 1889 καὶ τὸ 1890, οὐχ ἧττον ἐζήτησε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε ζητήσει κατὰ τὸ 1887, τὸ 1888 καὶ 1889.
§61ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ποσὸν τὸ δαπανηθὲν κατὰ τὰ ἔτη 1887, 1888 καὶ 1889 εἶναι μεγαλείτερον ἢ μικρότερον τοῦ δαπανηθέντος κατὰ τὸ 1890;
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦλθεν ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ δύναται νὰ σᾶς δώσῃ τὴν πληροφορίαν. Ἀλλ’ ἐγὼ, ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ μάθω περὶ τούτου, νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ δαπανώμενον διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην ἀνέρχεται εἰς ἓν ἑκατομμύριον.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὔριον δύναμαι νὰ φέρω πληροφορίας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 5,034,721:90 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1,000,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1890. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 648,700 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1890).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 115,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως 1890.
§65Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μεταξὺ τῶν εὐεργετικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους εἰσηγήσατο ἡ τέως Κυβέρνησις καὶ ἐψήφισεν ἡ πρώην Βουλὴ, εἶναι, ὡς γνωρίζετε, καὶ ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων δημοσίων ἐσόδων. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, καὶ αὐτοὶ οἱ ἔχοντες πιστοποιητικὰ πενίας ὀφείλουσι νὰ μένωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Περὶ τούτου θέλομεν ἀσχοληθῆ, ὑποθέτω, εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ ἐξόδων διατροφῆς ὑποδίκων καὶ καταδίκων, παρακαλῶ τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, σχετικῶς μὲ τὴν πίστωσιν ταύτην, ἐὰν ἦναι ἐν γνώσει τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐὰν τοῦτο γίνηται δυνάμει νόμου, ὅτι δηλ. αὐτοὶ, οἵτινες μένουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, καίπερ ἀποτίσαντες τὴν ποινὴν αὐτῶν, μόνον καὶ μόνον διὰ δικαστικὰ ἔξοδα, καὶ μάλιστα πένητες ἐφωδιασμένοι μὲ πιστοποιητικὰ πενίας, ἐὰν, λέγω, αὐτοὶ ἔχωσι καταδικασθῆ ὑπὸ τῆς Πολιτείας εἰς τὸν δι’ ἀσιτίας θάνατον. Εἰς ἐμὲ παρεπονέθησαν δι’ ἐπιστολῶν πολλάκις, ὅτι εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἄνθρωποι ὀφείλοντες π. χ. 23 δραχμάς· μένουσιν οἱ δυστυχεῖς εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δὲν ἔχουσιν οὔτε τὸν ἄρτον των, διότι παύει ἡ χορήγησις καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπετίθη ἡ ποινή!
§66ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ὑπάρχουν πολλοὶ τοιοῦτοι.
§67Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων τῶν καταδίκων, οἵτινες, ὀφείλοντες π. χ. 30 δραχμάς, μένουσιν εἰς τὰς φυλακὰς ἓν ἔτος· διότι περὶ αὐτῶν θέλω ὁμιλήσει ἄλλοτε, θὰ ὁμιλήσω εἰδικῶς, καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν φέρῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, θέλω, πιστεύω, ὑποβάλει ἐγὼ τοιοῦτον· ὁμιλῶ ὡς περὶ κατεπείγοντος ζητήματος, διότι πρόκειται περὶ τῆς ζωῆς αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία γνωρίζῃ τοῦτο, καὶ τί σχετικῶς ἐνήργησεν· ἤ, ἐὰν δὲν γνωρίζῃ, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐνεργήσῃ. Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν σήμερον, ἂς προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας αὐτὰς εἰς τὴν ἄλλην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν ᾼΤϞΑʹ καὶ ᾼΤϞΒʹ νόμων τῆς 12 Ἰουλίου 1886 περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν καὶ ὡς πρὸς τὴν περιφέρειαν.
§69ΣΧΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ ἀναφέρονται νόμοι προηγούμενοι ἄλλων ἐτῶν, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ τροποποιήσῃ, δὲν ἀναφέρονται ὅμως οὔτε τὰ ἔτη, ἀλλὰ μόνον τὰ στοιχεῖα τῶν νόμων.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἔτη ἀναφέρονται.
§71ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ πολλάκις, ἐπειδὴ ὅλοι δὲν εἴμεθα ἐντριβεῖς περὶ τοὺς νόμους καὶ δὲν παρακολουθοῦμεν ὅλοι τὴν νομολογίαν, τὴν ὁποίαν καὶ ὅλοι δὲν ἔχομεν, ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀνατρέχωμεν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν, ὁσάκις ὑποβάλλεται νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνατρέχει εἰς ἄλλους προγενεστέρους νόμους, εἰ δυνατὸν, διὰ μιᾶς σημειώσεως προχείρου, ἡ ὁποία εἶναι εὔκολος εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Ὑπουργείων, νὰ σημειῶται καὶ ὁ ἀριθμὸς τῆς σελίδος τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπου εὑρίσκεται ὁ νόμος, διὰ νὰ ἀνατρέχῃ ἕκαστος εὐκόλως.
§72Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, ὁσάκις γίνεται μνεία νόμου ἐν τοῖς νομοσχεδίοις διὰ μόνου τοῦ ἀλφαβητικοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ, ὁ τοιοῦτος προσδιορισμὸς εἶναι ἀτελής, καὶ μεγάλη δυσκολία παρέχεται εἰς τοὺς μελετῶντας τοὺς νόμους· ἐγὼ πολλάκις ἠναγκάσθην νὰ κατατρίψω ὁλοκλήρους ὥρας, ἵνα ἀνεύρω νόμον τινά. Διὰ τοῦτο ἐφρόντισα ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ καὶ δὲν περιέλαβον μόνον τὸν ἀλφαβητικὸν ἀριθμὸν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἡμερομηνίαν καὶ τὴν περίληψιν αὐτοῦ.
§73ΣΧΙΝΑΣ. Εἶναι κατωτέρω ἄλλα νομοσχέδια, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐσημειώθη τὸ τοιοῦτον.
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ζητήσητε εἰς τὸν πίνακα τῶν περιεχομένων, θὰ τοὺς εὕρητε εὐκόλως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται).
§76ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, ἵνα ζητήσω πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ νομοσχέδιον θέτει ὡς βάσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλεκτέων Βουλευτῶν τὰς 12 χιλιάδας τῶν δημοτῶν. Ἐρωτῶ, ὡς βάσις τοῦ πληθυσμοῦ θὰ λαμβάνηται ἡ τελευταία ἀπογραφή;
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, πάντοτε.
§78ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἀπογραφὴ αὕτη εἶναι πλήρης, ὅταν παραλείπῃ νὰ ἀπογράφῃ τὸν κινητὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους; Ἐξηγοῦμαι σαφέστερον. Εἰς τὴν πατρίδα μου ὑπάρχει πολὺς πληθυσμὸς, ὅστις τὸ θέρος ἀπουσιάζει, καθ’ ὃν χρόνον συντάσσεται ἡ ἀπογραφὴ, ἀλλὰ μονίμως ὁ πληθυσμὸς αὐτὸς κατοικεῖ ἐν τῷ τόπῳ, διότι ἕνεκα βιομηχανικῶν ἢ ναυτικῶν ἔργων ἢ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων ἀπουσιάζει ἐπὶ μῆνάς τινας τὸ θέρος, καὶ ἐπανέρχεται τὸν χειμῶνα, αὐτὸς δὲ ὁ πληθυσμὸς συνίσταται εἰς χιλιάδας. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ὁ πληθυσμὸς αὐτὸς, τὸν ὁποῖον βεβαιοῖ ἡ ἀπογραφὴ, τουτέστιν ὁ εὑρεθεὶς ἀριθμὸς καθ’ ὃν χρόνον συνετάχθη; Νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικον, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μειοῦται τὸ δικαίωμα μιᾶς ἐπαρχίας.
§79ΑΣ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἰκογενειακῶς ἀπουσιάζουσι;
§80ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πολλάκις καὶ οἰκογενειακῶς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀτοπήματος πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοιά της.
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει διαφορὰ καὶ κατὰ τοῦτο μεταξὺ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἴσχυε μέχρι τοῦ 1886, καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀντικατέστησεν αὐτὸ κατὰ τὸ ἔτος 1886 διὰ τῶν δύο νόμων, τῶν σήμερον καταργουμένων διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Διότι κατὰ μὲν τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δημοτῶν, ἐνῷ διὰ τῶν νόμων τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὸ 1886 δὲν ἐλήφθη ὡς βάσις πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ὁ πληθυσμὸς τῶν δημοτῶν, ἀλλ’ ὁ πληθυσμὸς τῶν ψυχῶν, καὶ κατὰ τοῦτο μοὶ ἐφαίνετο, ὅτι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἦσαν ἀντισυνταγματικοί. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον διορθώνει κατὰ τοῦτο τοὺς νόμους ἐκείνους, καὶ ἀποδέχεται τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δημοτῶν. Ἀλλὰ πόθεν θέλομεν ἀρυσθῆ τὸν ἀληθῆ ἢ τὸν πιθανῶς ἀληθῆ ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν ἑκάστου δήμου; Οὐδεμίαν ἄλλην πηγὴν ἔχομεν, εἰμὴ τὴν ἀπογραφὴν τὴν ἐπίσημον. Αὕτη παριστᾷ ὡς πόρισμα ἐπισήμου ἐρεύνης τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸν τοιοῦτον πληθυσμὸν ἑκάστου τῶν δήμων. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τήνου Βουλευτὴς προέβαλε πρὸ μικροῦ, στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἀληθῶς καὶ εἰς τὸν δῆμον τῆς νήσου Τήνου καὶ εἰς τοὺς δήμους ἄλλων νήσων τοῦ Αἰγαίου καὶ εἰς τοὺς δήμους νήσων τοῦ Ἰονίου πελάγους καὶ πολλῶν μερῶν τῆς Πελοποννήσου οἱ πληθυσμοὶ δὲν μένουσι διαρκῶς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἐν ταῖς κατοικίαις αὑτῶν, ἀλλὰ μεταβαίνουσιν ἀλλαχοῦ, πρὸς πορισμὸν τῶν μέσων τοῦ βίου. Ἀλλὰ περὶ ἐκείνων, οἵτινες διαμένουσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι ὁ κατὰ τὴν ἀπογραφὴν ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν τῶν δήμων, ὁ δημοσιευθεὶς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, περιλαμβάνει καὶ τούτους· ὡς ἐγένετο ἡ ἀπογραφὴ ἐν τῷ Κράτει, ἐγένετο καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐν πᾶσι τοῖς Προξενείοις, ἀνευρέθησαν δ’ ἐκεῖ οἱ παρεπιδημοῦντες Ἕλληνες, ἐγνώσθη ὁ δῆμος, εἰς τὸν ὁποῖον ἕκαστος ἀνῆκεν, ἀπεστάλησαν εἰς τοὺς διαφόρους δήμους ὑπὸ τῶν Προξενείων τὰ ὀνόματα αὐτῶν, καὶ περιελήφθησαν ἐν τῇ ἀπογραφῇ τοῦ δήμου, μετὰ τοῦτο δὲ ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὁ πληθυσμὸς τῶν δημοτῶν ἑκάστου δήμου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου θέλει γίγνεσθαι ἡ ἀναλογία τῶν Βουλευτῶν.
§82ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Παραδέχομαι αὐτὸ, διότι γίνεται καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀπογραφή· ἀλλὰ κινητὸς πληθυσμὸς δὲν εἶναι μόνον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, εἶναι καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ.
§83ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ αὐτὸ γίνεται πανταχοῦ. Καὶ ἐν Τήνῳ ἐὰν εὑρεθῇ δημότης Γορτύνιος, θέλει περιληφθῆ εἰς τὸν πληθυσμὸν τοῦ δήμου Γόρτυνος.
§84ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐὰν ἀνευρίσκηται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ πληθυσμὸς, τότε καλῶς ἔχει.
§85ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, κύριε Πρόεδρε, ἐπανέρχεται πάλιν τὸ δικαίωμα εἰς τὰς ἐπαρχίας πρὸς ἐκλογὴν ἰδίων Βουλευτῶν, καταργουμένης τῆς νομαρχιακῆς περιφερείας, ἐπανέρχεται δὲ τὸ αὐτὸ δικαίωμα καὶ εἰς προνομιοῦχά τινα διαμερίσματα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἢ ἀρχαιόθεν εἶχον τὸ προνόμιον πρὸς ἐκλογὴν ἰδίων Βουλευτῶν, ἀνεξαρτήτως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν, καθ’ ὃ μέτρον ἐν τῷ ἄλλῳ Κράτει γίνεται, ἢ μετὰ ταῦτα προσεκτήσαντο τοιοῦτο προνόμιον. Κρίνω καλὸν κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παρατήρησιν, ὡς ὑπόμνημα, ἐὰν συμμερισθῇ αὐτὴν, νὰ ἐπαναφέρῃ καὶ τὸ προνόμιον τοῦ δήμου Ἀδάμαντος, ὅστις εἶχεν ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ ἰδιαίτερον Βουλευτήν. (Ψιθυρισμοὶ ἀπαραδέκτου).
§86Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐννοῶ, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν σπουδὴν, ἥτις ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑποβάλῃ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κληθῇ καὶ ὁ ἐπικήδειος λόγος τῆς εὐρυτάτης ἐκλογικῆς περιφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ τέως Κυβέρνησις εἶχε στηρίξει τὰς ἐλπίδας αὐτῆς περὶ βελτιώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων, τὰ ὁποῖα ὅμως, ὡς ὅλοι γνωρίζομεν, ἀντὶ νὰ βελτιωθῶσιν, ἀτυχῶς ἐχειροτέρευσαν. Ἐννοῶ ἐπίσης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, σπεύσασα νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως μελετήσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἴδῃ, μὴ ἔχωσιν ἀνάγκην τροποποιήσεων καὶ ἄλλαι τινὲς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, ἐὰν συζητήσῃ ἐπισταμένως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἂν, ἐπὶ τῇ καλῇ ταύτῃ εὐκαιρίᾳ, ἐξετάσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων, αἵτινες ἀπεδείχθησαν ἀναγκαῖαι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς. Πιστεύω νὰ μὴ ἦμαι ὁ μόνος, ὅστις ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐκτὸς τῶν δύο τούτων διατάξεων, περὶ ὧν ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὰς λεπτομερείας νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, διότι ἔχω διάφορόν τινα γνώμην ὡς πρὸς τὴν πρώτην διάταξιν, ἐκτὸς, λέγω, τῶν δύο τούτων διατάξεων, αἵτινες τροποποιοῦνται, ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ ἄλλαι, ἀρκετὰ σπουδαῖαι καὶ οὐσιώδεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ τροποποιηθῶσι. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη πρὸς ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ Κυβέρνησις, ὡς παρατηρῶ, διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ πρώτου ἄρθρου προβλέπει τί ποιητέον ἐν περιπτώσει ἐκλογῆς πρὸς πλήρωσιν κενουμένης θέσεως. Ἑπομένως δυνάμεθα μὲν νὰ σπεύσωμεν, ἀλλὰ βραδέως, νὰ συζητήσωμεν δηλ. ἐντὸς τῆς Συνόδου τὸν νόμον, ἀλλὰ μελετῶντες ἐπακριβῶς καὶ εὑρίσκοντες, ἐὰν δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ ἄλλας σπουδαίας διατάξεις. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ὡς παρατήρησιν καὶ πρότασιν ταὐτοχρόνως εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἐπεξεργασθῇ τοῦτο προηγουμένως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι,
§88Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ὑποβάλλω γνώμην· ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλῃ. Δὲν ἐννοῶ παντελῶς νὰ παρεμποδίσω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου· ἐννοῶ, εἰ δυνατὸν, νὰ συντελέσω εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ. Ἐλπίζω, — καὶ τοὐλάχιστον τοῦτο δεικνύει ἡ παροῦσα Βουλὴ, — ὅτι ἔχει διάθεσιν νὰ ψηφίσῃ νόμους καὶ ὄχι διαταγὰς πρωθυπουργικὰς, ὡς μέχρι τοῦδε ἐγίνετο· αὐτὸ εἶναι παρήγορον. Ἐὰν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, νομίζω ὅτι καὶ ὁ θεσμὸς περὶ τῶν ἐπιτροπῶν πρέπει εἴς τινας περιπτώσεις νὰ λειτουργήσῃ· ἐὰν δὲ δὲν λειτουργήσῃ, προκειμένου λόγου περὶ μεταῤῥυθμίσεως ἐκλογικῶν νόμων, δὲν γνωρίζω πότε ἄλλοτε θὰ λειτουργήσῃ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ Κανονισμοῦ, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπή. Καὶ ὄχι τυπικῶς νὰ ἀποφασίσῃ ἡ ἐπιτροπή· πρέπει νὰ ἐξετάσῃ καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ ἔχωσι τὰ μέλη αὐτῆς, καὶ τίνες ἄλλαι διατάξεις ἀκόμη δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἀκόμη νὰ φέρῃ τὰς κρίσεις της. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπηται μάλιστα, ἐγὼ ἤθελον προτείνει γενικωτέραν τινὰ πρότασιν, νὰ γένηται εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ πολὺς χρόνος, ὅπως προσαχθῇ μία ἔκθεσις μιᾶς τοιαύτης ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν πρότασίν μου ταύτην, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἂς τὴν ἐγκρίνῃ, ἐὰν δὲ δὲν τὴν δεχθῇ, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω ἐγὼ αὐτὸς τροπολογίας τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐξεπλάγη διὰ τὴν σπουδὴν, μεθ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, διότι φαίνεται, ὅτι δὲν ἐνόησε τοὺς λόγους τῆς τοιαύτης σπουδῆς. Δὲν γνωρίζω ποίους αὐτὸς διεῖδε λόγους· ἀλλ’ ἐὰν διεῖδεν ἄλλους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θέλω εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλὴν, λυποῦμαι, διότι ἐπλανήθη. Καὶ ἐφ’ ὅσον τις ἐπιθυμεῖ νὰ διαφέρῃ ἀπὸ τοὺς ἄλλους κατὰ τὰς πολιτικὰς γνώμας, καὶ νὰ παριστᾷ ἑαυτὸν ὡς ἐξαίρεσιν τῶν γενικῶν κανόνων, ἐπὶ τοσοῦτον ὀφείλει νὰ προσέχῃ, ἵνα ᾖ δίκαιος πρὸς τοὺς ἄλλους, νὰ μὴ ἀδικῇ δὲ οὐδένα. Οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐσπεύσαμεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν εἶναι λόγοι ὑπαγορευόμενοι ἀπὸ κερδοσκοπίαν, δὲν εἶναι λόγοι ἀναμεμιγμένοι μετὰ βλέψεώς τινος πολιτικοῦ συμφέροντος, εἶναι λόγοι, τοὺς ὁποίους ἕκαστον τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχεν ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, ὅταν ἐψηφίζομεν νόμους, τοὺς ὁποίους ἐθεωροῦμεν ἀντισυνταγματικούς. Εἴχομεν καθῆκον, εὐθὺς ὡς ἡ μειοψηφία ἤθελε μεταβληθῆ εἰς πλειοψηφίαν, μηδὲν ἄλλο νὰ πράξωμεν πρῶτον, πάντων νὰ ἀπόσχωμεν, πρὶν ἢ ἀνορθώσωμεν καὶ νὰ σπεύσωμεν νὰ ἀνορθώσωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνετέλουν εἰς τὴν διαστροφὴν τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Διὰ τοῦτο καταθέσαμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα, διὰ νὰ ἀνορθώσωσι τὴν λειτουργίαν τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα διὰ νόμων, κατὰ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν, εἶχον διαστρέψει αὐτήν. Καὶ ὄντως εἶχε διαστραφῆ ἡ λειτουργία τοῦ Συντάγματος διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, εἰσαχθέντος μετὰ τοῦ σκοποῦ τούτου. Ὑπῆρξεν ὁ σκοπὸς νὰ κατασταθῇ τοῦ πολιτεύματος ἡ λειτουργία ἀσθενεστέρα, χαλαρωτέρα καὶ πλέον ὑποκλινὴς πρὸς τὰ βουλεύματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Αὐτὴν καὶ μόνον εἴχομεν τὴν προαίρεσιν, ὅταν ἐσπεύσαμεν νὰ καταθέσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν ταύτην, διότι ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ παραλίπῃ νὰ εἴπῃ, ποῖοι κατὰ τὴν γνώμην του ἦσαν οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐσπεύσαμεν, τοῦτο δὲ ἔδιδεν εἰς ἕκαστον τὴν ἐλευθερίαν νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι καὶ ἡμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ζητοῦμεν νὰ κερδοσκοπήσωμεν. Παντάπασι. Τὸ πολιτικὸν ἡμῶν συμφέρον ἀπῄτει νὰ διατηρήσωμεν τὸ σύστημα τῆς κατὰ νομοὺς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν, ὠφείλομεν μάλιστα τοῦτο νὰ πράξωμεν, ἀναμιμνησκόμενοι τῆς προθυμίας, μεθ’ ἧς διὰ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔσπευσε νὰ μᾶς ἐπιδοκιμάσῃ. Ἔπρεπεν ἀληθῶς νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ὀλίγος καιρὸς, ἵνα μὴ δείξωμεν, ὅτι εἴμεθα δυσαρεστημένοι ἐκ τῆς τελευταίας ἐτυμηγορίας αὐτοῦ, τῆς ἐξενεχθείσης διὰ τοῦ συστήματος τῆς εὐρείας περιφερείας. Ταῦτα ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον διὰ τὴν πρώτην παρατήρησιν κατὰ τὴν προεισαγωγὴν τοῦ λόγου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλε πρὸ μικροῦ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας ὅμως τῆς προτάσεως αὐτοῦ παρατηρῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐμελετήθη παρὰ πάντων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, τὸ ὁποῖον σχεδὸν κατὰ λέξιν ἀποστηθίζουσι πάντες, εἶναι τὸ νομοθέτημα περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν. Δὲν ὑπάρχει πολιτικὸς ἀνὴρ, διανοηθεὶς νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἐκλογὰς, ὅστις νὰ μὴ ἐσπούδασε τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν καὶ ἐγένοντο Βουλευταὶ, γνωρίζουσι τὰ τῶν ἐκλογικῶν νόμων τοσοῦτον καλῶς, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος γνωρίζει ταῦτα. Αὐτοὶ δὲ οὐ μόνον γνωρίζουσιν, ἀλλὰ καὶ προχείρους ἔχουσι τὰς γνώμας αὑτῶν περὶ τῶν ἐλλείψεων ἢ τῶν ἀτελειῶν, τὰς ὁποίας εἶχον οἱ ἰσχύοντες πρὸ τοῦ 1886 ἐκλογικοὶ νόμοι. Μετὰ τὴν εἰσαχθεῖσαν ἐν αὐτοῖς μεταβολὴν διὰ τοῦ μονοημεροῦς τῆς ψηφοφορίας, μετὰ τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν παρέσχεν εἰς τὴν γνησιότητα τῆς ἐκλογῆς ἡ νομοθετηθεῖσα ἀναγκαίως παρουσία δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, τὸ νομοθέτημα εἶχε τελειοποιηθῆ οὕτως, ὥστε ἐξέλιπον ὅλως αἱ ἀσχημίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐλάμβανον πρότερον χώραν. Ἡμεῖς δὲν φρονοῦμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη περαιτέρω μεταβολῆς τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου· ἀλλὰ λέγοντες τοῦτο, δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ φρονῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι δεκτικὸς ὁ νόμος οὗτος μεταβολῆς τινος· ἐὰν συνάδελφοι ἤθελον προβάλει μεταβολήν τινα, προθύμως ἀποδεχόμεθα νὰ συζητήσωμεν αὐτὴν, καὶ νὰ τὴν ἀποδεχθῶμεν, ἐὰν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι εἶναι ἀναγκαία. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δύναται, ἐὰν ἔχῃ πρότασιν νὰ προβάλῃ πρὸς μεταβολὴν τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ τὴν προβάλῃ· ἐπειδὴ δὲ οὐδεὶς ὑπάρχει φόβος, ὡς εἶπε, πρωθυπουργικῶν διαταγῶν, διότι οὔτε διατάσσων τις ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχει, οὔτε διαθέσεις Βουλευτῶν ὑπάρχουσι, διὰ νὰ ἀκούωσι διαταγὰς, ἔστω βέβαιος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι εἶναι περιττὸν πλέον νὰ κάμῃ τοιοῦτον ὑπαινιγμὸν δι’ ἡμᾶς, καὶ δύναται νὰ προβάλῃ οἱανδήποτε πρότασιν θέλῃ, νὰ συζητήσῃ αὐτὴν ἐφ’ ὅσον θέλῃ, οὐδὲ νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι θὰ μᾶς εὕρῃ προθύμους νὰ τὸν ἀκούσωμεν.
§90Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τοῦτο ἐκπλήσσομαι, διότι εἰς ἀπάντησιν τῶν ἐπαίνων, τοὺς ὁποίους ἔκαμα διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἠγέρθη νὰ μοὶ ἀπαγγείλῃ μίαν κατηγορίαν. Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἐνόησα, πῶς ἀντελήφθη, ὅτι διενοήθην ν’ ἀποδώσω εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἢ τὴν Κυβέρνησιν του μομφήν τινα, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, τίνα κερδοσκοπίαν ἠδυνάμην ν’ ἀποδώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰσάγουσαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Φαίνεται ὅτι ἠτύχησα εἰς τὸ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, καὶ ἠρέθισα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μοὶ δώσῃ ἓν μάθημα, τοῦ ὁποίου, ὁμολογῶ, οὐδεμίαν εἶχον ἀνάγκην. Σφάλλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζων ὅτι ἀξιῶ νὰ ἀποτελῶ ἐξαίρεσιν· δὲν ἀξιῶ τοῦτο· εἶμαι εἷς ἀντιπρόσωπος, ὡς πάντες ὑμεῖς· ἡ μόνη διαφορὰ, τὴν ὁποίαν παρεξηγεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἕνεκα τῆς παρεξηγήσεώς του ταύτης ἀναγκάζομαι νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν, εἶναι, ὅτι διΐσταμαι ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς πολιτείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς μερίδος ταύτης (δεικνύει τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα), ὡς διϊστάμην καὶ πρὸς τὸν τρόπον τῆς πολιτικῆς τῆς μερίδος τῆς τέως Κυβερνήσεως. Δύναμαι νὰ ἔχω τὰς πολιτικάς μου δοξασίας, τοῦτο ὀφείλουν νὰ ἐξετάσωσιν οἱ ἐκλογεῖς μου· νομίζω δηλαδὴ, ὅτι χρειάζονται ῥιζικώτερα μέτρα, καὶ νομίζω ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ τέως Κυβέρνησις καὶ λαμβάνει ἡ νῦν, δὲν εἶναι καλὰ, δὲν εἶδον δὲ καὶ τὰς ἀναμορφωτικὰς προτάσεις πρὸς ῥιζικὰ μέτρα, ἵνα ἀποφασίσω καὶ καταταχθῶ καὶ ἐγὼ ὡς στρατιώτης εἰς τὴν φάλαγγα, τὴν ὁποίαν διευθύνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς (κίνησις).
§91ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν εἴμεθα στρατιῶται, εἴμεθα Βουλευταὶ, ἀνήκοντες εἰς ἓν κόμμα.
§92Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βουλευταὶ, μάλιστα... Νὰ γείνω λοιπὸν συστρατιώτης,—δὲν ἐννοῶ ν’ ἀποδώσω μομφὴν,—νὰ καταταχθῶ, ἐὰν προτιμᾶτε τὴν φράσιν, καὶ ἐγὼ μέλος τοῦ κόμματος· δὲν ἐννοῶ νὰ καταβιβάσω παντελῶς τὴν ἀξίαν τῶν ὑποστηριζόντων τὸ κυβερνητικὸν κόμμα. Κύριοι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐγὼ ἐπῄνεσα τὴν σπουδὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἐνόμισα, ὅτι διερμηνεύει τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων ὅλων, καὶ ἐδήλωσα μάλιστα, ὅτι συμφωνῶ καὶ ἐγώ, ἀλλ’ ὅτι ἔχω τροποποιήσεις τινὰς εἰς τὰς λεπτομερείας. Ὥστε ἐγὼ οὔτε ἀπέδωκα οὔτε ν’ ἀποδώσω ἠδυνάμην πλάγιον σκοπὸν καὶ κερδοσκοπίαν, τὴν ὁποίαν ἀκόμη δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι συντελῶ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ νόμου, καὶ οὐδὲν πλέον. Μὲ παρεξήγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως μὲ παρεξήγησε καὶ εἰς τὴν φράσιν περὶ πρωθυπουργικῶν διαταγῶν, διότι ἐγὼ ἀκριβῶς ἐπῄνεσα τὴν μέχρι τοῦδε πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπορῶ δὲ, πῶς συνετέλεσα εἰς τὴν παρεξήγησιν αὐτοῦ ταύτην, ὥστε νὰ καταλήξῃ εἰς ὃ κατέληξε συμπέρασμα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἀπαγορεύῃ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, θὰ τὴν εἴπω· ἐὰν ἀπαγορεύῃ τοῦτο....
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κἀνεὶς δὲν ἀπαγορεύει.
§94ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπέβλεπε διὰ τῆς προτάσεώς του εἰς μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἀλλὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν ἀποβλέπει εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένας διατάξεις αὐτοῦ. Ἀποβλέπει εἰς τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας τὴν Βουλὴν, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ἑπομένως εἶναι ὥριμον καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ἕκαστος ἔχει μεμορφωμένην τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τούτου. Ὡς ἐκ τούτου θεωρῶ ὅλως περιττὴν τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν, καὶ ἑπομένως τὴν μεταβολὴν τῶν διατάξεων αὐτοῦ· διότι, ἐὰν ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἔχῃ ἀνάγκην καὶ ἄλλων μεταῤῥυθμίσεων,—καὶ πρὸς τοῦτο συμφωνῶ μετὰ τοῦ συναδέλφου— τὸ τοιοῦτον ἐπιτευχθήσεται δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐὰν ὑποβάλῃ, ὄχι μόνον εὐχαριστοῦμεν ἐκ τῶν προτέρων τὸν κ. Φιλάρετον, ὁσάκις ἐννοῇ νὰ μᾶς διαφωτίζῃ διὰ τῶν γνωμῶν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ θέλομεν τὸν παρακολουθεῖ, ὁσάκις μᾶς πείθῃ, ὅτι ὠφέλιμος παρίσταται ἡ μεταβολὴ εἰς τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια· διότι ἐννοεῖται, ὅτι πάντες οἱ παρευρισκόμενοι ἐνταῦθα δὲν προεξωφλήσαμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ὑπεσχέθημεν νὰ ψηφίζωμεν συμφώνως μὲ τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ὑπέβαλε πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ᾼΦΞΔʹ νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου 1845 νόμου περὶ διαιρέσεως τῶν νομαρχιακῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ἀρχῶν καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τούτου. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Κωνσταντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§97ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἡ Κέρκυρα, ἑνωθεῖσα μετὰ τῆς Ἑλλάδος, μετέφερεν εἰς τὸ Κράτος καὶ τὰς κοινωνικὰς ἀνωμαλίας της. Ὁ λαὸς αὐτῆς, ὡς εἷς ἄνθρωπος, ἐζήτει δικαιοσύνην νομοθετικὴν, ἵνα μὴ αἱ ἐργατικαὶ τάξεις πιέζωνται καὶ ἀδικῶνται ὑπὸ τῶν προνομιούχων καὶ τῶν πλουσιωτέρων. Καὶ ἵνα τοῦτο ἐπιτύχῃ, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῶν πληρεξουσίων τῆς Κερκύρας διὰ τὴν Βʹ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ἀπέκλεισε πάντας τοὺς ἀριστοκρατικοὺς ὑποψηφίους, καὶ ἐξελέξατο μόνον χωρικούς. Μὴ λυθέντος τοῦ κοινωνικοῦ ζητήματος ἐν τῇ Συνελεύσει, ἡ Κυβέρνησις συνέστησεν ἐπιτροπὴν πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίων, ψηφισθησομένων ἐν τῇ πρώτῃ Βουλῇ, καὶ ἵνα μὴ συζητηθῶσι ταῦτα ἐρήμην τῶν ἀνωτέρων τάξεων τῆς νήσου, τὴν ἀπ’ αἰώνων ἐπαρχίαν τῆς Κερκύρας διῄρεσεν εἰς τρεῖς μικροσκοπικὰς, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς προσωρινότητος καὶ ἵνα μὴ βλαφθῶσι πράγματι διὰ τῆς διαιρέσεως μιᾶς καὶ μόνης κοινωνίας εἰς πολλὰς σπουδαιότατα συμφέροντα τοῦ τόπου. Ὁ μακαρίτης Δημήτριος Μαυροκορδάτος, ὡς Νομάρχης Κερκύρας, ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔκθεσιν, δικαιολογοῦσαν τὸ φύσει ἀδιαίρετον τῆς νήσου εἰς ἐπαρχίας πλείονας τῆς μιᾶς, τὸ δὲ διαιρετὸν αὐτῆς ἐπιτρεπόμενον προσωρινῶς, διὰ τὴν ἔκτακτον ἀνάγκην τῆς ἐκλογῆς ἀντιπροσώπων ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων τάξεων εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν ἐνδίκων σχέσεων τῆς ἀκινήτου ἐν Κερκύρᾳ κτήσεως. Σᾶς ἀναγινώσκω, Κύριοι, τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἵνα πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου. (Ἀναγινώσκει αὐτήν). Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προὐκάλεσε τὴν προσωρινὴν ταύτην διαίρεσιν τῆς νήσου, ἐλύθη ὁριστικῶς ἤδη διὰ τοῦ πολυκρότου ΣΜΔʹ νόμου τοῦ 1869 περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀκινήτων ἀπὸ τῶν ἐπιβαρυνόντων αὐτὰ βαρῶν. Μετὰ δὲ τὴν ἐπελθοῦσαν ταύτην λύσιν καὶ τὴν παῦσιν τῶν ἐνδίκων ἀνωμαλιῶν τῆς ἰδιοκτησίας καθίσταται ἐπιβλητικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπανελεύσεως τοῦ πρώην καθεστῶτος, ἤτοι ἡ ἀποκατάστασις τῶν νήσων εἰς μίαν μόνην ἐπαρχίαν. Μόνον λόγοι ἀντεθνικοὶ καὶ προσωπικοὶ δικαιολογοῦσι τὴν περαιτέρω διατήρησιν τῆς διαιρέσεως, ἵνα στοιχεῖα μισελληνικὰ τῆς πόλεως δύνανται ν’ ἀποστέλλωσι τοὺς ὁμοίους των εἰς τὴν Βουλὴν καὶ χρησιμοποιῶσιν αὐτοὺς κατὰ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, ὁσάκις ἐνσκήπτωσι περιπέτειαι ἐξ ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν, ὡς τοῦτο συνέβη ἐν ἔτει 1886. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει διαιωνίσει τὴν κατάστασιν ταύτην, πρὸς βλάβην τοῦ Κερκυραϊκοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἐθνικοῦ τῆς Ἑλλάδος μέλλοντος. Ἔχω ἀπεναντίας τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θέλουσι νὰ ἄρωσι κατάστασιν τοιαύτην διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ συζητουμένου κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπανέρχονται αἱ ἐπαρχίαι, καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν Βουλευτῶν κατ’ ἐπαρχίας, κατὰ τὸ πρὸ τῆς εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας σύστημα. Ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἐπέρχεται καὶ ἡ διαίρεσις τῆς νήσου Κερκύρας εἰς τρεῖς ἐπαρχίας, καὶ ἡ διαίρεσις τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς. Δέον ἄρα νὰ μεταβληθῇ οὕτω τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ἡ νῆσος Κέρκυρα μετὰ τῶν Παξῶν καὶ τῶν ἄλλων περὶ αὐτὴν νησιδίων ἀποτελεῖ μίαν ἐπαρχίαν ὑπὸ διοικητικὴν καὶ ἐκλογικὴν περιφέρειαν.» Περιέλαβον δὲ καὶ τοὺς Παξοὺς, διότι ἔχουσι κοινὰ συμφέροντα μετὰ τῆς Κερκύρας, εἶναι νησὶς αὐτῆς, ὀλίγον ἀπέχουσα, ὁ πληθυσμὸς αὐτῶν ζῇ ἐν Κερκύρᾳ, προικίζεται μὲ σπουδαίαν προστασίαν βουλευτικὴν καὶ μὲ τὰ πλεονεκτήματα τῆς μεγάλης κοινωνίας τῆς Κερκύρας, καὶ μετέχουσι τῶν κληροδοτημάτων, τῶν ὁδικῶν ταμείων καὶ ἄλλων τοπικῶν συμφερόντων. Ἄλλως τε ὁ πληθυσμὸς αὐτῶν, ἀνερχόμενος μόλις εἰς πέντε χιλιάδας ψυχῶν, δὲν εἶναι ἀποχρῶν, ὅπως ἀποτελέσῃ κοινωνίαν ἐπαρχιακὴν, ζῶν δὲ κατὰ τὸ ἥμισυ ἐν Κερκύρᾳ, μόλις δύναται ν’ ἀποτελέσῃ μίαν καὶ μόνην δημοτικὴν κοινωνίαν καὶ διοίκησιν. Τὴν πρότασιν ταύτην ὑπέβαλον καὶ ἄλλοτε εἰς τὰς σκέψεις τῆς νῦν Συμπολιτεύσεως, ὅτε ὡς Ἀντιπολίτευσις, συνεδριάσασα ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς, συνεσκέφθη περὶ ὑποβολῆς προτάσεως εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπάνοδον τοῦ ἐπαρχιακοῦ καθεστῶτος, καὶ ἐγένετο παμψηφεὶ δεκτή. Ἐλπίζω, ὅτι αἱ γνῶμαι αὐτῆς δὲν μετεβλήθησαν, καὶ ὅτι αἱ ἀποφάσεις ἐκεῖναι θέλουσι μεταβληθῆ εἰς νόμον διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεώς μου.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ λόγοι τοῦ προλαλήσαντός εἰσι λόγοι, τῶν ὁποίων τὴν ἀλήθειαν καὶ ὀρθότητα ἀνομολογῶ. Πρὸ τοῦ 1886 εἶχε γενῆ περὶ τούτου συζήτησις, καὶ ἔμεινα σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Κωνσταντᾶ, καὶ εἶπον αὐτῷ, ὅτι ἐσκόπουν νὰ φέρω νομοσχέδιον εἰδικόν. Ἀλλὰ νῦν ὑπέλαβον, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ συστήματος ἄνευ τροποποιήσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν περιέλαβον τὴν τροπολογίαν ταύτην· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς προέβαλε τὴν τροπολογίαν, δηλῶ ὅτι ἀποδέχομαι αὐτήν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κωνσταντᾶ θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν περὶ νομαρχιακῶν συμβουλίων νόμων).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ 1891. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ συζήτησιν καὶ εἶτα νὰ παραπεμφθῇ πρὸς τύπωσιν;
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσόντων νόμων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκεται).
§104Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ ὑπάρχει παράληψις· μετὰ τὰς λέξεις «τριετῆ» λείπουσιν αἱ λέξεις «ἐν ὅλῳ», καὶ παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§106ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς τροπολογία: «καὶ ὁ ἐπὶ διετίαν ὑπηρετήσας ὡς γραμματεὺς πολυμελοῦς δικαστηρίου»· διότι καὶ ὁ γραμματεὺς οὗτος ἰσοδυναμεῖ πρὸς γραμματέα ὑπουργικὸν αʹ τάξεως.
§107Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, μήπως ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχῃ ἡ διάταξις αὕτη, ἣν ζητεῖτε· ἐὰν δὲν περιλαμβάνηται, τότε ἀποδέχομαι τὴν ὑμετέραν πρότασιν.
§108Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς ἄλλους Κανονισμοὺς εἶναι ἐπιβεβλημένον, ὁσάκις ὑποβάλλωνται νομοσχέδια, νὰ ὑποβάλλωνται μετὰ αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων, διότι αὗται χρησιμεύουσι πρὸς ἑρμηνείαν τῶν νόμων. Πολλὰ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων ἔχουσιν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἄλλα δὲ δὲν ἔχουσιν, ἐνῷ ἤδη μάλιστα εἶναι τοῦτο ἀπαραίτητον, ὅτε ἔχομεν νὰ τροποποιήσωμεν τὸν Τρικουπικὸν κώδικα, διότι σήμερον ἴσως παρίσταται ἀνάγκη νὰ καταταχθῇ τις ἐκ νέου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἵνα μάθῃ τοὺς νόμους. Ἐγὼ δὲν κρύπτω, ὅτι δὲν εἶμαι ἐνήμερος εἰς τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἤδη ψηφίζομεν νομοσχέδιον, ἐφ’ οὗ δὲν ὑπάρχει αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Θὰ παρακαλέσω, ὁσάκις ὑποβάλλεται νομοσχέδιον, νὰ ὑποβάλληται μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, εἶπέ τινας λέξεις, ἀλλὰ δὲν ἦσαν ἀρκεταί. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὑποβάλλω διὰ τὸ μέλλον.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθή· τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, καὶ ὑπεβάλομεν ἡμεῖς μετὰ τῶν αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων πολλά, ἀλλ’ εἰργαζόμεθα μετὰ τοσαύτης σπουδῆς, ἵνα προλάβωμεν τὴν ἕνεκα τῶν ἑορτῶν διακοπὴν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ὥστε διά τινα δὲν συνετάξαμεν τοιαύτας ἐκθέσεις. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως διὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι εἰσὶν ἐν αὐτῷ ἐκτεθειμέναι αἱ μεταβολαὶ, τὰς ὁποίας προτείνομεν. Οὕτω καταργοῦμεν τὸν διαγωνισμὸν καὶ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος τοῦ 1884 εἶχεν ἀναγράψει, περὶ τῆς ἀπολύσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Κατὰ τὴν δευτέραν δὲ συζήτησιν θέλω σᾶς δώσει λεπτομερεστέρας πληροφορίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 μετὰ τῆς προσθήκης τῶν λέξεων «ἐν ὅλῳ», ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον. (Ἀναγινώσκεται).
§111ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐπειδὴ οἱ Θεσσαλοὶ δὲν ηὐτύχησαν νὰ ἔχωσι προγενεστέρας ὑπηρεσίας πολυχρονίους, κατὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων, νὰ λάβῃ εἰδικὴν πρόνοιαν περὶ αὐτῶν, διότι εἶναι πολλοὶ ὑπάλληλοι Θεσσαλοί, οἵτινες ἔχουσιν ὁμολογουμένως μεγάλην ἱκανότητα. Ἔχομεν 350 Εἰρηνοδίκας εἰς τὸ Κράτος, καὶ οὐδεὶς τούτων εἶναι Θεσσαλός.
§112ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ εἰσέλθωσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν προϊόντος τοῦ χρόνου.
§113Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑποβάλει καὶ ἐγὼ τροπολογίαν.
§114ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἔχει).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6. (Ἀναγινώσκεται).
§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐνόησα καλῶς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ διορισθῇ τις ἔπαρχος, οὐδὲν προσὸν ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις;
§117Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ ὃν λόγον οἱ νομάρχαι δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωσιν οὐδὲν προσόν. Καὶ ὁ ἔπαρχος τυγχάνει ὄργανον τῆς Διοικήσεως ἄμεσον, οὐδ’ εἶναι ὑπάλληλος γραφείου, πρώτιστον δὲ προσὸν αὐτοῦ εἶναι ἡ δεξιότης, τὴν ὁποίαν δέον νὰ ἔχῃ διὰ τὴν διοίκησιν τῆς ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητά του ταχθείσης περιφερείας. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 6 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς νόμου).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 14 Δεκεμβρίου 1887 ΑΦΠΣʹ νόμου περὶ ἀναθεωρήσεως κυβερνητικῶν πράξεων σχετιζομένων μετὰ τῆς καταστάσεως ἢ τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης.
§119Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅσον καὶ ἂν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι εἶμαι ἐνοχλητικός, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ὑποβάλω. Ἀγνοῶ, Κύριοι, ἐὰν ἀνεγνώσθησαν κἄν τὰ νομοσχέδια, διότι σήμερον μόλις μᾶς διενεμήθησαν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν, τῆς ψηφίσεως δεκατριῶν νομοσχεδίων καὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι πλέον ἢ ἀρκετή· δὲν πρέπει νὰ κατηγορηθῶμεν ἀκριβῶς, ὅτι ἐπαναλαμβάνομεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐψέγομεν.
§120Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ὀλίγαι ὑπολείπονται ἡμέραι, καὶ κατὰ ταύτας εὐκταῖον εἶναι νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι τὰ εἰσαχθέντα νομοσχέδια, ἐπιφερομένων ἐπ’ αὐτῶν τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐγκρίνει. Ἀλλὰ τοῦτο ἠδύνατο νὰ γένηται ἐφ’ ὅσον οἱ Βουλευταὶ πάντες ἔχουσι τὴν αὐτὴν γνώμην. Ἐὰν ὅμως τις τῶν συναδέλφων φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν, διότι θέλει νὰ μελετήσῃ αὐτά, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 35′ μ. μ.