1890.12.18
2.011 στίχοι · 15.611 λέξεις · 41 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
τῆς 18 Δεκεμβρίου 1890.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Ὁ Πρόεδρος προσεφώνησεν Αὐτῷ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει,): «Μεγαλειότατε. «Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἅμα καταρτισθὲν, λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, ἵνα προσφέρῃ τὸ σέβας του καὶ ἀναγγείλῃ τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος. «Ἀγαλλόμενον δὲ μεθ’ ὅλου τοῦ Ἔθνους ἐπὶ τῷ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἀπαγγελθέντι χαρμοσύνῳ γεγονότι τῆς γεννήσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, δέεται τοῦ Ὑψίστου, ὅπως διαφυλάττῃ ὑπὸ τὴν σκέπην του τὸν Βασιλέα, τὴν Βασίλισσαν, τὸν Διάδοχον καὶ ἅπασαν τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν.» Ἡ δὲ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀντιφωνήσας ηὐδόκησε νὰ ἐκφράσῃ τὴν χαράν του διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Προεδρείου, νὰ εὐχαριστήσῃ αὐτὸ διὰ τὰς ἐπὶ τῇ ἀποκτήσει τοῦ υἱοῦ τοῦ Διαδόχου καὶ ἐν γένει ὑπὲρ τοῦ Βασιλικοῦ οἴκου εὐχάς του, καὶ ηὐχήθη, ἵνα ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ εὐοδωθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας κ. Κωνσταντᾶς ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ ἱδρύσεως Κερκυραϊκῆς Τραπέζης, καὶ ἑτέραν περὶ ἐξαγωγῆς ἰδιοκτήτων ἁλάτων Κερκύρας. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 57–58). Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Ροβέρτος Ρώμας.
§2Ρ. ΡΩΜΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ δικαστικὸν τμῆμα καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, τὰς σχετιζομένας πρὸς τὴν τελευταίαν ἐργολαβίαν τῶν ἁλικῶν Ζακύνθου, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο σχετικὸν ἔγγραφον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει τὸν λόγον.
§4ΣΑΚΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, βεβαίως τὸ Ἔθνος ἡμῶν, ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ τοῦ εὐτυχοῦς γεγονότος, τῆς γεννήσεως υἱοῦ τοῦ διαδόχου, τῇ ἀναγγελθείσῃ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, ἠσθάνθη μεγάλην χαρὰν, διότι διὰ τῆς συνεχίσεως, οὕτως εἰπεῖν, τῶν βασιλικῶν θεσμῶν ἡ Βασιλεία, ἡ ὁποία μέχρι σήμερον δὲν παρέσχεν εἰς τὸ ἔθνος εὔλογον ἀφορμὴν, ὅπως σκεφθῶμεν περὶ μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος, ἢ περὶ εἰσχωρήσεως εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἄλλων ἰδεῶν, ἡ Συνταγματικὴ, λέγω, Βασιλεία βεβαίως δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ μόνον πολίτευμα, τὸ δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἔθνους ἡμῶν. Διὰ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὰς ξένας δυνάμεις εἶναι φιλικαὶ καὶ ὁμαλαί. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον εὑρίσκει τῷ ὄντι, ὅτι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἔθνους εἶναι, ὅπως αἱ σχέσεις αὐτοῦ πρὸς τὰ ἄλλα ἔθνη τηρῶνται ὁμαλαὶ καὶ φιλικαί, ἵνα οὕτω τὸ Ἔθνος μένῃ ἥσυχον καὶ μεριμνᾷ περὶ τῆς τακτοποιήσεως τῶν ἐσωτερικῶν αὐτοῦ πραγμάτων. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὁ πόθος οὗτος δὲν θὰ παύσῃ συνδεόμενος καὶ πρὸς τὰ ἐπιβεβλημένα καθήκοντα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὸ Ἔθνος ἔχει ἀπέναντι τῶν ὁμοφύλων αὐτοῦ. Αἱ ἐκλογαί, αἱ διεξαχθεῖσαι πρό τινος, ἀληθῶς ἦσαν ἡ δεδηλωμένη γνώμη τοῦ λαοῦ, δι’ ἧς κατεδικάσθη τὸ παρελθὸν, δηλαδὴ αἱ πράξεις τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἡ πολιτικὴ τῆς ὁποίας μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παρήγαγεν εἰς τὸν τόπον τοσαῦτα ὀλέθρια ἀποτελέσματα, ἠθέλησε δὲ ὁ λαὸς διὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ κατὰ τὴν 14 Ὀκτωβρίου νὰ ἀποστείλῃ ἀντιπροσώπους, δι’ ὧν νὰ ζητήσῃ τὴν διόρθωσιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως, παρὰ δὲ τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἥτις εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς ψήφου ἐκείνης, ἀναμένει τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ καταπεσόντος ἐθνικοῦ ἡμῶν γοήτρου. Τὸ φρόνημα τῆς ἐκλογῆς τῆς 14 Ὀκτωβρίου, δύναταί τις εἰπεῖν, ἦτο καθαρὸν καὶ σαφὲς, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς, ἀποστείλαντες ἡμᾶς εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀπαιτοῦσι παρ’ ἡμῶν ἀληθῆ διόρθωσιν τῶν σφαλμάτων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· δὲν ἀμφιβάλλει δὲ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι οἱ νῦν κυβερνῶντες εὐθὺς ἤρξαντο νὰ μεριμνῶσιν, ὅπως ἀνταποκριθῶσιν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, εἰς τὰς τοιαύτας ἐλπίδας τοῦ λαοῦ, δείξαντος ἔτι ἅπαξ, ὅτι εἶναι ἄξιος τῶν ἐλευθεριῶν, ἃς θεσμοὶ διὰ τοσούτων θυσιῶν ἀποκτηθέντες τῷ ἐχορήγησαν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον εὗρεν ὀρθὴν τὴν διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἐπαγγελθεῖσαν μεταβολὴν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Τῷ ὄντι τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, τὸ μέχρι τοῦδε διέπον τὴν ἐκλογικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, ὑπῆρξε πλημμελὲς, καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, ἂν καὶ δὲν ὑπῆρξαν εὐνοϊκὰ πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ὑπῆρξαν ὅμως τοιαῦτα, ὥστε οὐδεὶς νὰ δύναται νὰ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον ἐκλογικὸν σύστημα, διότι αἱ πιέσεις καὶ αἱ παροχαὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄπειρα ἄλλα μέσα δύνανται σπουδαίως νὰ ἐπηρεάσωσι καὶ μεταβάλωσι τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ· εἰς τὴν κατὰ τὰς ἐκλογὰς δὲ ἧτταν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἔφεραν ἐμπόδιόν τι τὰ τοιαῦτα κυβερνητικὰ ἀνομήματα, τοῦτο ἦτο ἡ εἰρηνικὴ, οὕτως εἰπεῖν, ἐπανάστασις τοῦ λαοῦ, ἥτις προεκλήθη ἐξ ὑπερβολικῆς αὐτοῦ ἀγανακτήσεως, παριδόντος πάντα κίνδυνον, ὅπως λυτρωθῇ ἐκ τῆς κακοδαιμονίας, εἰς ἣν ἀνίκανος Κυβέρνησις ἔῤῥιψεν αὐτόν. Ἐπὶ τῶν ὑποβληθησομένων λοιπὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχεδίων, σκοπὸν ἐχόντων τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ συστήματος τούτου, ἐλπίζει ἡ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐπιτροπὴ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, καὶ ὅτι ἡ ἐπαναφορὰ συστήματος, βάσιν ἔχοντος τὸ προηγούμενον ἐκλογικὸν σύστημα, θέλει πληρέστατα ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἐλπίδας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, περὶ ἐξασφαλίσεως τοῦ ἐλευθέρου αὐτοῦ φρονήματος. Βεβαίως τὴν Βουλὴν θέλουσιν ἀπασχολήσει καὶ ἄλλα σπουδαιότατα ζητήματα· λέγω σπουδαιότατα ζητήματα, διότι ταῦτα ἀφορῶσιν οὐ μόνον εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, διότι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἡμῶν εἶναι συνδεδεμένη πρὸς τόσας ἄλλας ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἄνευ αὐτῆς δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως σκοπὸν ἔχει νὰ λάβῃ τοιαῦτα οἰκονομικὰ μέτρα, ὥστε νὰ ἀποκαταστήσῃ ἀληθὲς καὶ πραγματικὸν ἰσοζύγιον, καὶ οὐχὶ, ὡς ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, νὰ παρουσιάσῃ εἰκονικὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα σκοπὸν εἶχον τὴν ἀποπλάνησιν κερδοσκόπων, ὅπως παρέχωσι πρὸς τὸ Κράτος δάνεια, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον εἰς οὐδὲν ἄλλο συνετέλεσαν, εἰμὴ εἰς τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ τόπου, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα βεβαίως ὁ τόπος ἐπὶ πολὺν καιρὸν θέλει δυσφορεῖ, ἀναλογιζόμενος, ὅτι φέρει ἐπὶ τῆς ῥάχεώς του βάρη τοιαῦτα, ἅτινα μόνον πρὸς κομματικὴν ἐπίῤῥωσιν τῶν πρώην κυβερνητῶν συνετέλεσαν, καὶ ὄχι πρὸς εὐπραγίαν αὐτοῦ. Παντὸς Ἕλληνος, καὶ πρὸ πάντων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ἡ γνώμη βεβαίως εἶναι, ὡς καὶ ἡ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἡ διοίκησις τῆς χώρας καταστῇ δυνατὴ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, διότι τῷ ὄντι ἀγαθὴ διοίκησις δύναται νὰ ἔχῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα τάχιστα θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν πλήρη ἀποκατάστασιν τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Τὸ Ἔθνος μέγιστον καθῆκον ἔχει νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων. Πᾶν ἔθνος καθῆκον ἔχει πρὸς τοῦτο, πρὸ πάντων δὲ ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἡ ἱστορία τῇ ἐδώρησεν. Ἄν λοιπὸν μεριμνήσωμεν περὶ ἀποκαταστάσεως στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τελείου, οἷον σήμερον τὰ πολεμικώτερα τῶν Ἐθνῶν παρουσιάζουσι, βεβαίως θέλομεν ἀνταποκριθῆ εἰς τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπὸ τοιούτων πάντοτε αἰσθημάτων ἐμφορεῖται, δὲν ἀμφιβάλλει ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι οὐδενὸς πρὸς τοῦτο θέλει ἀμελήσει, παράδειγμα ἔχουσα τὸν πατριωτισμὸν τῶν προγόνων ἡμῶν καὶ ἐμπνεομένη ὑπ’ αὐτοῦ. Οἱ δημοτικοὶ θεσμοὶ ἀληθῶς πρέπει νὰ λειτουργῶσι σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Μέχρι σήμερον δὲν δυνάμεθα ἀληθῶς νὰ ἔχωμεν τοιαύτας ἐλπίδας. Ἡ δημοτικὴ ἡμῶν νομοθεσία εἶναι εἰκονικὴ, ἥκιστα ἀνταποκρινομένη εἰς τὰς προσδοκίας, τὰς ὁποίας τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐνέβαλεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήχθη. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐπαγγελλομένη τοιαύτην βελτίωσιν τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, ἀνταποκρίνεται οὐ μόνον εἰς τὰς διατάξεις αὐτὰς τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν παντὸς Ἕλληνος, τοῦ νὰ ἴδῃ χειραφετούμενον τὸν πολίτην ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν δημοτικῶν ἐκείνων ἀρχοντίσκων, οἵτινες κατατυραννοῦσι τοὺς δημότας αὐτῶν παντοιοτρόπως, καὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ πλεῖστον, ἵνα μὴ εἴπω κατὰ τὸ ὅλον, νομίζουσιν ἴδιον κτῆμα τὸ δημοτικὸν ἀξίωμα. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν δὲν ἀμφιβάλλει, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις τάχιστα θέλει μεριμνήσει καὶ περὶ τῆς πλήρους ἀποκαταστάσεως τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν. Τοσαῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὰ θέματα, τὰ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἐπαγγελθέντα, ἡ δὲ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἀποδεχθῆ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ θέλει ἀνταποκριθῆ πληρέστατα εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, παρέχουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διὰ τῶν ἐπαγγελλομένων αὐτῆς ἔργων θέλει βεβαίως ἀποκαταστήσει τὴν διασαλευθεῖσαν τάξιν, θέλει ἐπαναφέρει εἰς τὴν κανονικὴν αὑτῆς τροχιὰν τὴν ἐκτροχιασθεῖσαν δικαιοσύνην, θέλει ἀνορθώσει τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, θέλει συντελέσει εἰς τὴν διοργάνωσιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πατριωτικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν, καὶ θέλει συντελέσει, ὅπως ἡ ἐν γένει διοίκησις καταστῇ τοιαύτη, οἵαν ἀπαιτεῖ ἡ προσδοκία τοῦ Ἔθνους.
§5ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως συνέβη ἓν λάθος. Κατὰ τὸ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθὲν σχέδιον, ἡ περίοδος «πεπείσμεθα δὲ ἀκραδάντως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει καθιστᾷ κατάδηλον τὸν πόθον τοῦτον ἐν πάσαις ταῖς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος μερίμναις, μὴ ἐπιλανθομένη, ὅτι ὁ πόθος οὗτος ἐνισχύεται ἐν ἡμῖν καὶ ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς ἱστορίας ἐπιβεβλημένων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καθηκόντων», καθίσταται ἐκ πρώτης ὄψεως δυσνόητος. Πῶς ὁ πόθος τῆς διατηρήσεως τῶν φιλικῶν σχέσεων ἐν Ἑλλάδι ἐνισχύεται ἐκ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῆς ἱστορίας; Ἠδύνατό τις νὰ συλλάβῃ ἀκριβῶς ἀντίθετον ἰδέαν. Ἐγὼ εἶχον δώσει ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ τῆς ἑξῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον προσθέσει κατ’ ἀρχάς: «εὔχεται δὲ ἡ Βουλὴ περὶ διατηρήσεως τῶν ὅρων ἐκείνων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δύναται νὰ καλλιεργῇ τὰς φιλικὰς σχέσεις». Ἀντὶ τοιαύτης φράσεως ἐγένετο σκέψις ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ νὰ τεθῇ ἄλλη, ἐκτενεστέρα καὶ σαφεστέρα ἴσως. Ἀλλ’ ἐν τῷ σχεδίῳ ὑπῆρχεν οὐχὶ «ἐνισχύεται», ἀλλὰ «συνδέεται πρὸς τὰ ἐκ τῆς ἱστορίας ἐπιβεβλημένα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καθήκοντα». Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ποικίλα εἶναι τὰ καθήκοντα ταῦτα· λ. χ. ἡ ἱστορία ἡ πρόσφατος ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ καθῆκον τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὰς Δυνάμεις τὰς Εὐρωπαϊκὰς, ἀλλ’ ἐπιβάλλει καὶ ἄλλα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα καὶ τὸ διεθνὲς δίκαιον ἔχει καθιερώσει, ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ὑποδούλους ἀδελφούς. Πολλὰ ὑπάρχουν τοιαῦτα καθήκοντα, ἀλλ’ ἡ ἰδέα, ἥτις θέλει ἐκφράζεσθαι διὰ τῆς φράσεως αὐτῆς, «ὅτι ὁ πόθος οὗτος συνδέεται μετὰ τῶν ἐκ τῆς ἱστορίας ἐπιβαλλομένων καθηκόντων», ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι νομίζω ἐντελῶς ἀνεπίληπτος.
§6ΡΟΒΕΡΤΟΣ ΡΩΜΑΣ. Σήμερον, κύριοι Βουλευταί, ὅτε πρόκειται ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ μὴ περιορισθῶμεν εἰς ἁπλῆν τυπικὴν ἀπάντησιν, ἀλλὰ δέον, τὸ κατ’ ἐμὲ, ὁ Βασιλεὺς νὰ ἀκούσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς εἰλικρινεῖς ἐκείνας σκέψεις, τὰς ὁποίας ὑπαγορεύει ἡμῖν τὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἀληθὲς καθῆκον καὶ ἡ πρὸς τὸν Θρόνον ἀφοσίωσις ἡμῶν. Ὅτε κατὰ τὸ 1886, ἕνεκα τῶν γνωστῶν περιστάσεων καὶ ἀνωμαλιῶν, ἐπανῆλθεν ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὰ πράγματα καὶ εἰσήγαγε πρὸς ἐπιψήφισιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ νομοσχέδια, τὰ λεγόμενα τῆς ἀναμορφώσεως, ἐγὼ κατεψήφισα αὐτῶν, διότι ἐγεννήθησαν ἐν ἐμοὶ δισταγμοὶ, ἂν οἱ ὑποβαλόντες τὰ μεταῤῥυθμιστικὰ ἐκεῖνα νομοσχέδια ἀπέκτησαν ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει τῶν Ἑλλήνων τὸ ἀπροσμάχητον ἐκεῖνο κῦρος τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἀμέμπτου πατριωτικῆς διοικήσεως πρὸς ἀνάληψιν τοιούτου ἔργου. Ἐφοβήθην δὲ, μήπως αἱ οὐσιώδεις ἐκεῖναι μεταβολαὶ, θίγουσαι τὸ καθεστὸς, ἀντὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσωσιν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην καὶ τὴν ποθητὴν πρόοδον, μᾶς ῥίψωσιν αἴφνης εἰς τὸ τρικυμιῶδες πέλαγος τῶν ἐσωτερικῶν περισπασμῶν καὶ τῶν ἐμφυλίων διχοστασιῶν, καὶ τότε ἔσται ἡ δευτέρα ἀναμορφωτικὴ πλάνη χείρων τῆς πρώτης. Ἀλλ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν εἶχον τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ἐσωτερικὴν ἀξίαν, οἱασδήποτε καὶ ἂν ἐθεράπευον ἀνάγκας τῆς χώρας, ἐγὼ βεβαίως ἤθελον καταψηφίσει αὐτῶν, διότι ἡμέρας τινὰς πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τὴν ἀνάῤῥησιν αὐτῆς εἰς τὰ δημόσια πράγματα, ἡ Βουλὴ διετέλει ὑπὸ διαρκῆ, οὕτως εἰπεῖν, ψυχολογικὴν βίαν, ὑπὸ τὴν ἀπειλητικὴν σπάθην τῆς διαλύσεως, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν ταύτης καὶ μόνης ἀνεφάνη ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις, καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχήν. Τοιαύτη τακτικὴ ἔτεινεν εἰς τὸ νὰ παραστήσῃ τὴν Βουλὴν δουλόφρονα καὶ ταπεινὴν, ἐγὼ δὲ, ὡς Βουλευτὴς, τὴν τοιαύτην ταπείνωσιν καὶ δουλοφροσύνην ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δὲν ἠδυνάμην νὰ στέρξω, οὐδὲ διὰ τῆς ψήφου μου νὰ ἐπιδοκιμάσω, οὐδ’ εἶναι προωρισμένη ἡ ἐλευθέρα τῶν Ἑλλήνων Βουλὴ νὰ μεταβληθῇ εἰς ἄβουλον καὶ δειλόψυχον θεραπαινίδα οἱουδήποτε κυβερνήτου. Δύναται ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ ἀρνηθῇ πάντα ταῦτα, ἐὰν εὐαρεστῆται· ἀλλ’ εἶναι γεγονὸς πασίγνωστον, ὅτι πράκτορες ἐπίσημοι καὶ φίλοι τῆς τέως Κυβερνήσεως ἐψιθύριζον εἰς τὸ οὖς ἑνὸς ἑκάστου Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ διελύετο ἐν τῷ ἅμα, ἐὰν μὴ ψηφίσῃ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ καὶ ἐπιδιώκει ὁ κ. Τρικούπης. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ παρίσταται ἐνώπιον ἡμῶν ὡς ὁ ἀποκλειστικὸς διαχειριστὴς καὶ θεματοφύλαξ τῶν βασιλικῶν προνομίων, διότι τὸ τοιοῦτον μαραίνει τὸ γόητρον, ἀφαιροῦν τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν αἴγλην τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος. Ἕνεκα τούτου ἠκούσαμεν πολλάκις τὸ ὄνομα τῆς Βασιλείας ἀσεβῶς προφερόμενον, καὶ τὸν θεσμὸν αὐτῆς διασυρόμενον καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Εἴδομεν δὲ τοὺς συμβούλους τοῦ Στέμματος, παρὰ τὸ ἐπιτακτικὸν αὐτῶν καθῆκον, νὰ κάθηνται ὡς ἀπολιθωμένοι ἐπὶ τῆς ἕδρας των, ὅτε διεσύρετο ἡ Βασιλεία, τοὺς συμβούλους δηλαδὴ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ Βασιλεία ἀνέσυρεν ἐκ τῆς ἀφανείας, καὶ ἀνήγαγεν εἰς τὰ ὕψιστα τοῦ Κράτους ἀξιώματα. Ἡ Βασιλεία, Κύριοι, παρ’ ἡμῖν τυγχάνει ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικὸς θεσμὸς, καθότι τὸν θεσμὸν τοῦτον καθιέρωσαν καὶ ἐθεμελίωσαν ὑπέρταται καὶ ἐπιβλητικαὶ κοινωνικαὶ, πολιτικαὶ καὶ ἐθνικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους. Μακρὰ πεῖρα, ἐθνικαὶ ταλαιπωρίαι καὶ δειναὶ συμφοραὶ πικρῶς ἐδίδαξαν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι τὴν πτῶσιν τῆς Βασιλείας διαδέχεται καὶ ἀμέσως παρακολουθεῖ ἀχαλίνωτος ἀναρχία καὶ κοινωνικὴ ἀποσύνθεσις. Ταύτης ἐκλειπούσης, ζοφερώτατα νέφη, ἁπανταχόθεν ὁρμώμενα καὶ συμπυκνούμενα, ἐν ἀκαρεῖ καλύπτουσι τὸν πολιτικὸν ἡμῶν ὁρίζοντα, ἀπειλοῦντα διαρκῶς βιαίαν ἔκρηξιν καταιγίδων καὶ αἱματηρῶν σκηνῶν μεταξὺ τῶν ἐριζόντων καὶ ἀλληλομαχούντων πολιτικῶν κομμάτων καὶ φατριῶν. Λυσσαλέα τότε καὶ ἀκράτητος πάλη θὰ διεξάγηται, οὐχὶ πρὸς ἐπικράτησιν πολιτικῶν ἀρχῶν καὶ κοινωνικῆς προόδου, ἀλλὰ χάριν προσωπικῶν ἀντιποιήσεων, κυρίως δὲ χάριν τῆς διαρπαγῆς τῶν λαφύρων τῆς ἐξουσίας. Πολιτικαὶ λοιπὸν καὶ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι ἐπέβαλον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐγκαθιδρύσῃ ἐκ νέου τὴν Βασιλείαν ἐν Ἑλλάδι, ὁ δὲ βασιλεὺς Γεώργιος, κατερχόμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὀρθότατα ἐννοήσας τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, ἔλεγεν: «ἰσχύς μου εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ μου». Τὴν σωτήριον ταύτην ἁρμονίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλείας, διατὶ ὁ κ. Τρικούπης ἠθέλησε νὰ διαταράξῃ, οἰκειοποιούμενος τὴν εὔνοιαν καὶ τὴν ἀποκλειστικὴν ὑπὲρ ἑαυτοῦ χρῆσιν τῶν βασιλικῶν προνομίων; Καὶ ἐὰν εἰς τοῦτο κατώρθονεν ὁ κ. Τρικούπης νὰ πείσῃ τοὺς Ἕλληνας, ὁποῖον λόγον ὑπάρξεως θὰ εἶχε πλέον ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας ἐν Ἑλλάδι; Μὴ συνειθίσας νὰ μεταβάλλω φρονήματα ἐπὶ θεμελιωδῶν πολιτειακῶν ἀρχῶν, ἀλλ’ ἀνέκαθεν πιστεύων ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖος ἐν Ἑλλάδι, ἔχω καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ εἴπω μετὰ παῤῥησίας, ὅτι ὑποσκάπτουσι τὰ θεμέλια τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου ὅσοι θέλουσι νὰ παρίστανται ἐν τῇ δρώσῃ Πολιτείᾳ ὡς οἱ προνομιοῦχοι εὐνοούμενοι τοῦ Στέμματος, ὑποδυόμενοι συγχρόνως πρόσωπον δικτάτορος· θεωρῶ δὲ ὡς τοὺς μεγαλειτέρους ἐχθροὺς τῆς Βασιλείας τοὺς θέλοντας νὰ παραστήσωσι τὸν βασιλέα Γεώργιον ὡς ἀναμιγνυόμενον εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἡμῶν διαμάχας καὶ κλείνοντα ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ ἑνὸς καὶ μόνου πολιτευτοῦ, οὗτινος μοναδικὸς πόθος ἀνέκαθεν ὑπῆρξεν ἡ ἐκπόρθησις τῆς ἐξουσίας, πρὸς κόρεσιν ἁπλῶς τῆς κενοδόξου φιλαρχίας του, ἄνευ οὐδενὸς ὑψηλοτέρου ἰδανικοῦ ἢ ἐπιθυμίας πρὸς ἐπανόρθωσιν ἀληθῶς τῶν κακῶς ἐχόντων. Εἶσθε, Κύριοι, πάντες ἐν γνώσει τῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ διαδραματιζομένων, καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι μόλις διεδίδετο, ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς παρελθούσης Περιόδου εἶχεν ἀνατρεπτικὰς τάσεις κατὰ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, εὐθὺς οἱ περὶ τὸν κ. Τρικούπην σκανδαλωδέστατα καὶ μετ’ ἐπισήμου τόνου διεφήμιζον, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἦτο προεξησφαλισμένη εἰς τὰς χεῖρας τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ, καὶ οὕτως ἐματαιοῦτο πᾶσα κατ’ αὐτοῦ κοινοβουλευτικὴ ἀντίδρασις. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι διετελοῦμεν ὑπὸ τὸ κράτος δικτατορικῆς αὐτόχρημα αὐθαιρεσίας, περιβεβλημένης τὸν τύπον συνταγματικῆς παρῳδίας τοῦ χειροτέρου εἴδους. Ἐγὼ δὲ προσωπικῶς ἀποκρούω μετὰ πάσης ἀγανακτήσεως τὴν ὀλεθρίαν καὶ δολίαν διάδοσιν, ὅτι ὁ βασιλεὺς Γεώργιος καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς εἶχε προεξοφλήσει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κ. Τρικούπη τὰ βασιλικὰ αὐτοῦ προνόμια, ἐὰν αἱ ἐκλογαὶ ἔφερον ὡς ἐξαγόμενον ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἢ μεγάλην μειονοψηφίαν ἢ μικρὰν πλειονοψηφίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ διαδόσεις αὗται εἶχον καταντήσει πάγκοινοι, ἡ δὲ Βουλὴ διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς διαλύσεως ἐκινδύνευσε ν’ ἀποβάλῃ καὶ τὸ τελευταῖον ἴχνος τῆς ἐλευθέρας αὐτῆς σκέψεως καὶ αὐτοβουλίας, διὰ τοῦτο θέλω δώσει πάντοτε μέλαιναν ψῆφον κατὰ πάσης τοιαύτης δικτατορικῆς Κυβερνήσεως, ἐπιζητούσης τὴν πλήρη ἐξουδένωσιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἵνα οὕτω περιφρουρήσω τὴν ψῆφόν μου ἀπὸ πάσης ἀπειλῆς καὶ οἱασδήποτε ἐπιδράσεως, σκοπούσης τὴν ὑποδούλωσιν τῆς βουλευτικῆς μου ἀνεξαρτησίας. Κατερχόμενος τοῦ βήματος τούτου, ἐπάναγκες, Κύριοι, θεωρῶ νὰ κάμω μίαν τελευταίαν παρατήρησιν, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἑβδόμη Ἀπριλίου τοῦ 1885 καὶ ἡ 14η Ὀκτωβρίου τοῦ 1890 προφανέστατα ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ δεδηλωμένη ἦτο χάρτινος πύργος, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἐκρύπτετο ὁ πρώην ἀντισυνταγματικὸς δικτάτωρ Πρωθυπουργὸς, καὶ τέλος ὅτι, ἐὰν ἐγκαίρως ἐγίνετο χρῆσις τῶν βασιλικῶν προνομίων, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἤθελε περιέλθει εἰς τὸν ἀδιέξοδον λαβύρινθον τῆς κακοδαιμονίας, εἰς τὸν ὁποῖον τώρα εὑρίσκεται, καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀγνοῶ, πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξέλθῃ. Μετὰ τὰ εἰρημένα λαμβάνω τὴν τιμὴν, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μικρὰν τροπολογίαν ἐν τῇ τετάρτῃ παραγράφῳ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ αὕτη καὶ διανεμηθῇ.
§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§8Ρ. ΡΩΜΑΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλὴ θεωρεῖ ὡς ἱερὸν αὑτῆς καθῆκον νὰ ὑποβάλῃ εὐλαβῶς τῇ Ὑμετέρᾳ Μεγαλειότητι τὴν σκέψιν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς δεδηλωμένης, ὅταν αὕτη δὲν ἀντιπροσωπεύῃ τὸ γνήσιον δημόσιον φρόνημα, ἀναιρεῖ τὰ συνταγματικὰ προνόμια τοῦ Θρόνου, ὁσάκις δὲν γίνεται ἐγκαίρως χρῆσις αὐτῶν, ἐπὶ μεγίστῃ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους».
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ᾖναι μόνη ἡ ἀπάντησις αὕτη, ἢ νὰ συμπεριληφθῇ ἐν ἰδιαιτέρᾳ παραγράφῳ;
§10Ρ. ΡΩΜΑΣ. Μάλιστα, νὰ συμπεριληφθῇ.
§11ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τόσον ἀναμφισβήτητοι αἱ ἰδέαι, εἰς τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας κατέληξεν, ὥστε καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἀναμφισβήτητον αὐτῶν, κατ’ ἐμὲ θὰ ἦτο περιττὸν καὶ νὰ γραφῇ ἡ τροπολογία, ἡ ἄλλως βεβαίως τὴν ἑαυτῆς ἀξίας ἔχουσα, ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Τῷ ὄντι καὶ ἐγὼ φρονῶ, καὶ νομίζω ὅτι πάντες τὴν αὐτὴν ἰδέαν ἔχουσιν, ὅσοι ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν κανόνων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐσκέφθησαν, ὅτι, ἐὰν ᾖναι ἰδέα καὶ θεωρία, ἡ ὁποία ἀνατρέπει ἐκ βάθρων τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, εἶναι ἡ θεωρία ἐκείνη, ἡ διὰ τῆς πολυθρυλήτου αὐτῆς λέξεως, τῆς δεδηλωμένης, ἐκφρασθεῖσα καὶ πολλὰς συνεπείας καὶ σχετικὰς ἰδέας ἐγκλείουσα ἐν ἑαυτῇ. Φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ κλεὶς, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀνατεθειμένον οὐσιωδῶς τῇ ἀνωτάτῃ ἀρχῇ. Ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑποβάλητε εἰς ἄλλους περιορισμοὺς, πλὴν τῶν περιορισμῶν τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἐπικρατούσης παρὰ τινι λαῷ γνώμης, παρὰ λαῷ συνταγματικῶς κυβερνωμένῳ, ἐὰν ὑποβάλητε εἰς ἄλλους περιορισμοὺς τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἢ μᾶλλον τὸ καθῆκον τῆς Βασιλείας τοῦ νὰ διαλύῃ ὁπόταν πρέπῃ τὴν Βουλὴν, συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν ἔχετε. Καὶ ὅμως ἐπέπρωτο μεταξὺ ἄλλων ἔργων καὶ δογμάτων παραδόξων ἔν τε τῇ νομοθεσίᾳ καὶ τῇ διοικήσει νὰ ἴδωμεν καθιερωθεῖσαν,—καθιερωθεῖσαν ἴσως καὶ κατ’ ἀνοχὴν ἁρμοδίων δυσεξήγητον,—τὴν ἀρχὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐκ βάθρων ἀνατρέπει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐπέπρωτο ἐσχάτως, ὅτε ἐνομίσαμεν, ὅτι προωδεύσαμεν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον ἐν Ἑλλάδι, νὰ ἴδωμεν εἰσαχθεῖσαν καὶ πολλάκις ἐφαρμοσθεῖσαν τὴν ἀρχὴν ταύτην. Εἰς τί συνίσταται ἡ ἀρχὴ αὕτη; εἰς τὸ ὅτι ὁ Βασιλεὺς, καὶ προκειμένου ἀκόμη περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει, εἰμὴ «ὑποχρεωτικῶς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειοψηφίαν.» Ἅμα ταύτην τὴν ἀρχὴν πρὸς στιγμὴν παραδεχθῆτε, πολίτευμα συνταγματικὸν δὲν ἔχετε, ἔχετε πολίτευμα οὐσιωδῶς δημοκρατικόν, ἀλλὰ πολίτευμα δημοκρατικόν, ἔχον ὅλα τὰ ἐλαττώματα τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, οὐδὲν δὲ πλεονέκτημα τοῦ συνταγματικοῦ. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἡ κλεὶς τοῦ μηχανισμοῦ ἐν τῇ οὕτω πολυσυνθέτῳ μηχανῇ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἔγκειται ἐν αὐτῷ τῷ προνομίῳ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καλῶς ἐκτιμωμένῳ καὶ προσηκόντως λειτουργοῦντι. Μόνον τοῦτο τὸ δικαίωμα εἶναι τὸ κατ’ ἐμὲ ἐξόχως χαρακτηρίζον τὴν συνταγματικὴν βασιλικὴν ἀρχήν. Ὅλα τὰ ἄλλα, κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ κατὰ τὴν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων, κατ’ ἀνάγκην ὑποβάλλονται οὐ μόνον εἰς τὴν πλήρη εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, ἥτις, ὡς θέλω ἐξηγήσει, ἔχει εὐρυτάτην ἐφαρμογὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὅλως διακριτικὴν, οὕτως εἰπεῖν, αὐτῶν ἐξουσίαν. Ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων ὁ συνταγματικὸς Βασιλεὺς δύναται ἴσως νὰ θεωρηθῇ καὶ ὑπερβαίνων τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, ἐὰν τυχὸν ἤθελεν ἐπιβάλει τὴν ἑαυτοῦ γνώμην εἰς τὴν πλειονοψηφίαν· βεβαίως δὲν θὰ ἦναι ὑπέρβασις τῶν καθηκόντων Βασιλέως συνταγματικοῦ αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γίνωνται πρὸς τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργοὺς, καὶ αἱ παρατηρήσεις αὗται, γινόμεναι ἐν δέοντι, δὲν εἶναι δυνατὸν, εἰμὴ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε κυβερνώντων Ὑπουργῶν, ὅταν μάλιστα ἦναι ἀνεγνωρισμένον, ὅτι δύναται ἐπὶ τέλους ὁ Βασιλεὺς νὰ σχηματίσῃ γνώμην καὶ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῶν παρατηρήσεων, ἀλλὰ πᾶσα ἄλλη πλέον ἐναργὴς ἐπέμβασις εἰς καθήκοντα ἄλλα, εἰς καθήκοντα ἐπιβεβλημένα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἠδύνατο νὰ θεωρῆται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ὡς παρακωλύουσα τὴν ἐλευθέραν αὐτῶν ἐνέργειαν καὶ ἑπομένως μειοῦσα τὴν εὐθύνην αὐτῶν. Ἄλλως ὅμως ἔχει τὸ πρᾶγμα, προκειμένου περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Εἰς τί χρησιμεύει ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς; Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἀκριβῶς ἔχει τὴν ἐναντίαν ἔννοιαν πρὸς τὴν ἔννοιαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει ἡ θεωρία τῆς δεδηλωμένης. Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δεδομένον εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, εἰμὴ κυρίως, ὅπως συντρίβῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν πλειονοψηφίαν, προκαλῶν τὸν λαὸν νὰ ἀποφασίσῃ διὰ νέων ἐκλογῶν ἐπὶ τῆς πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν διαφωνίας. Αὐτὴ εἶναι οὐσιωδῶς ἡ θεωρία ὅλων τῶν δημοσιολόγων. Διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὁ Βασιλεὺς ἔρχεται συνήθως εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, συντρίβει αὐτὴν, καὶ ἐρωτᾷ τὸν λαὸν, ὅταν κατόπιν πολλῶν παρατηρήσεων μορφώσῃ ὁ Βασιλεὺς γνώμην, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸ ἀληθὲς δημόσιον φρόνημα, ἢ δὲν ἐκτελεῖ τὰ τῷ Κράτει συμφέροντα. Λοιπὸν δὲν εἶναι ὅλως παράλογον τὸ νὰ θεωρῆται, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἶναι ὑποβεβλημένον εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἀρχῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ματαιώσῃ; εἰς τὴν κρίσιν ἐκείνης τῆς πολιτικῆς δυνάμεως, καθ’ ἧς ἀκριβῶς ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα; Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος ἐπόπτης τῆς κινήσεως τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς· ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀντιπροσωπεία τοῦ λαοῦ, κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ὄχι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, —κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς αὑτοῦ, καὶ τὸ γράμμα τοῦτο τοῦ Συντάγματος, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονῶμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν πραγματικὸν Σύνταγμα ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ ὑπενθυμίζωμεν, διότι δὲν ἐγράφη οὕτω, διὰ νὰ παραβιάζηται καθ’ ὁλοκληρίαν, — ἡ ἀντιπροσωπεία, λέγω, τοῦ λαοῦ ἐμμέσως μόνον ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὸν σχηματισμὸν τῶν Κυβερνήσεων. Ὁ κανὼν πάντοτε εἶναι, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς αὑτοῦ, καὶ δὲν θὰ ἴδητε βεβαίως εἰς οὐδὲν Σύνταγμα ἀναγεγραμμένον, ὅτι οἱ Βουλευταὶ διορίζουσι καὶ παύουσι τοὺς Ὑπουργούς. Τί ὅμως συνέβη ἐν τοῖς πράγμασιν; Ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀληθῶς αὐτὴ ὑποδεικνύει τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ τοῦτο συνέβη ὡς ἱστορικὴ ἀνάγκη, οὕτως εἰπεῖν, καθιερώθη δὲ διὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, ὡς κοινοβουλευτικὴ ἀνάγκη. Προέκυψε τοῦτο, διότι ἓν Ὑπουργεῖον ἔχει ἀνάγκην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἔχει ἀνάγκην τῆς νομοθετικῆς αὐτῆς συνδρομῆς, πρὸ πάντων δὲ ἔχει ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῆς νομοθετικῆς προκειμένου περὶ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς τὸν λαόν. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς πρὸς μίαν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν τυχὸν δὲν εὐνοεῖ καὶ δὲν ἐμπιστεύεται, δύναται νὰ ἀρνῆται ἢ νὰ περιορίζῃ καὶ τροποποιῇ τὰ μέσα ταῦτα, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπέρχεται μία σύγκρουσις ἐξουσιῶν, ἡ ὁποία ἤθελε ματαιοῖ τὴν λειτουργίαν ἐν γένει τῆς ὅλης κυβερνητικῆς ἐξουσίας. Λοιπὸν ἐκ τοιαύτης ἀνάγκης πηγάζει ἡ ὑπόδειξις τῶν Ὑπουργείων ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὑπόδειξις ὅμως, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἐπιτρέπεται νὰ γίνηται ῥητῶς. Ἀλλὰ τί ἐγένετο κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη; Μονονουχὶ πλήρης ἡ κατάργησις τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας. Ὅτε ἐκηρύττετο, ὅτι θὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ὑποδείξῃ Κυβέρνησιν, (μετὰ τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦτο ἐγένετο) ὅτε προεκηρύχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ καλεῖται, ὅπως διορίσῃ Ὑπουργούς, οὐδὲν ἠδύνατο νὰ πραχθῇ ἀνατρεπτικώτερον τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προκύπτει ὡς ἁπλῆ γνώμη, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύεται ἁπλῶς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται διὰ τῆς ἐμμέσου μόνον, οὐχὶ δὲ τῆς ἀμέσου συμπράξεως τῆς Βουλῆς, προεκηρύχθη ὡς ἀρχή, ὅτι ἡ Βουλὴ διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργούς, τοῦτο ἀκριβῶς ἐγένετο ὅταν διωρίσθη ἄχρουν Ὑπουργεῖον, ἵνα καλέσῃ τὴν Βουλὴν πρὸς σχηματισμὸν κοινοβουλευτικοῦ. Καὶ νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἁπλῆ ἰδεολογία τὸ νὰ ἐνασχολώμεθα ἐπί τινας στιγμὰς καὶ εἰς τὰς τοιαύτας ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διέπουν τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος παρ’ ἡμῖν, καὶ θεωρῶ ἄξιον ἐπαίνου αὐτὸ τὸ πρὸ ὀλίγου γενόμενον, ὅτι ἐθίχθησαν ὁπωςδήποτε τὰ τοιαῦτα ζητήματα· διότι, ἐὰν, Κύριοι, συνετέλεσαν καὶ ἄλλα πολλά, συνετέλεσαν ὅμως παρ’ ἡμῖν καὶ αἱ θεωρίαι ἐκεῖναι αἱ σφαλεραὶ, εἰς τὸ νὰ περιέλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον, κατάστασιν, καθ’ ἣν ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν μετὰ θλίψεως, πᾶν ἄλλο παρήγαγε καὶ παράγει, ἀλλ’ οὐχὶ τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶμεν ἐξ αὐτῆς. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν μετὰ λύπης, ὅτι σήμερον ἐν γένει ἡ διοίκησις παρ’ ἡμῖν, ἐν γένει ὁ τρόπος τοῦ πολιτεύεσθαι, ὑπάρχει ἐπὶ τοιούτων βάσεων καὶ ἐπὶ τοιούτων κανόνων, ὥστε δὲν ἠξεύρω, ἐάν τις, σπουδαίως σκεπτόμενος, δύναται νὰ θεωρήσῃ βιώσιμον ἀκόμη τὴν κατάστασιν ταύτην ἐπὶ πολύ. Συνετέλεσαν λοιπὸν μεγάλως αἱ θεωρίαι ἐκεῖναι, συνετέλεσαν καὶ ὡς μία λίαν σφαλερὰ διδασκαλία πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ὅστις βεβαίως, ὡς συνταγματικὸς Βασιλεὺς, ἴσως ὑπερμέτρως συνταγματικὸς, οὕτως εἰπεῖν, προσέχει εἰς τὸ ποῖαι ἰδέαι ἐπικρατοῦσι καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὅπως τὰς ἰδέας ταύτας ἀκολουθῇ. Ἐπεκράτησε λοιπὸν ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ τὸ ὄργανον τῶν διαταγῶν τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ὁ Βασιλεὺς καὶ ἐν τῷ δικαιώματι τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι, εἰμὴ ὑπηρέτης τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὴν πλειονοψηφίαν. Συνέλαβε λοιπὸν, φαίνεται, τὴν ἰδέαν καὶ ὁ Βασιλεὺς, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἰσχύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ πλέον γελοῖον τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅτι περὶ ἁπάντων ἐνεργεῖ ὅ,τι κελεύει ὁ κοινοβουλευτικὸς Πρωθυπουργός. Ἀφαιρέσατε τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Βασιλέως, ἐκτελοῦντος τὴν διάλυσιν ὑπὸ τὴν κοινοβουλευτικὴν πάντοτε εὐθύνην τῶν κληθησομένων πρὸς τοῦτο Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ὑπευθύνου ἠθικῶς ἐνώπιον τῆς ἱστορίας, ὑπευθύνου ἠθικῶς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὑπευθύνου ἠθικῶς ἐνώπιον τῆς συνειδήσεώς του, ἀφαιρέσατε τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὑποβάλετέ το εἰς κοινοβουλευτικοὺς δῆθεν περιορισμοὺς, καὶ δὲν ἔχετε πλέον κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, δὲν ἔχετε τὸν θαυμάσιον, ἀλλὰ καὶ πολυσύνθετον συνάμα μηχανισμὸν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἔχετε μίαν παρῳδίαν συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Καὶ εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον ὑπάρχει· τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἶναι κατὰ τῆς πλειοψηφίας, οὐχὶ ὑπὲρ τῆς πλειοψηφίας, τοὐλάχιστον κατὰ κανόνα. Ὁ ἀνώτατος λοιπὸν ἄρχων, προκειμένου περὶ τοῦ δικαιώματος τούτου, οὐδένα ἄλλον ἔχει πρὸ παντὸς νὰ συμβουλευθῇ, εἰμὴ τὴν κοινὴν γνώμην, τὴν ἰδίαν του συνείδησιν, τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν φέρει ἐνώπιον τῆς ἱστορίας. Τὸ ἐνασκεῖ βεβαίως ὑπὸ εὐθύνην Ὑπουργῶν, ὑπὸ τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, οὓς θὰ καλέσῃ πρὸς διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπ’ εὐθύνην ἑαυτοῦ ἠθικὴν, παρακολουθοῦσαν πάντοτε τὸν ἔχοντα ἐξουσίαν οἱανδήποτε. Οὐδόλως λοιπὸν ἐννοῶ, ὅτι ἐκλείπει πᾶσα ὑπουργικὴ εὐθύνη, προκειμένου περὶ τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν τὴν θεωρῶ πάντοτε ἐκτεινομένην εἰς πᾶσαν πρᾶξιν βασιλικὴν, καὶ τοῦτο εἶναι μία ἄλλη ἀρχή, τὴν ὁποίαν τὰ κοινοβουλευτικῶς πολιτευόμενα Κράτη, νομίζω, ὄχι μόνον ἐφαρμόζουσιν, ἀλλὰ καὶ ὁλονὲν ἐκτείνουσιν. Ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὰ Κράτη τὰ κοινοβουλευτικῶς πολιτευόμενα ἐκτείνεται μέχρι πάσης πράξεως τοῦ Βασιλέως, τολμῶ δὲ εἰπεῖν, μέχρι καὶ ἰδιωτικῶν θεωρουμένων πράξεων τοῦ Βασιλέως· καὶ ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ταύτην τὴν στιγμὴν μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὁ μακαρίτης Διομήδης Κυριακοῦ ἐξέφραζεν ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου, προκειμένου περὶ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ὑποστηρίζων τὴν ἰδέαν ταύτην ἔλεγεν: «Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἓν Ὑπουργεῖον Συνταγματικὸν δύναται νὰ ἦναι ὑπεύθυνον καὶ νὰ ἐπερωτηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ διὰ τὸν πῖλον, τὸν ὁποῖον ἐν περιπάτῳ ἐφόρεσεν ὁ Βασιλεύς»· ἀλλ’ ἵνα ἐπερωτηθῇ ἓν Ὑπουργεῖον διὰ τὸ ὅτι ἡ Α. Μ. ἐφόρεσεν ἕνα πῖλον, ὄχι τὸν πρέποντα, ἐν περιπάτῳ, καὶ τὸ Συνταγματικὸν Ὑπουργεῖον νὰ θεωρῆται ὅτι ἐκ τούτου φέρει εὐθύνην, τί συνάγεται; Συνάγεται, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ συμβουλεύσῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὰς γνώμας του μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς ἰδιωτικῆς, οὕτως εἰπεῖν, συμπεριφορᾶς του. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, εἶναι σωτήριος καὶ γονιμωτάτη ἡ ἀρχὴ αὕτη τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἐκτεινομένης εἰς ὅλας τὰς πράξεις τῆς Βασιλείας, διότι ἓν Ὑπουργεῖον ὑπεύθυνον ἔχει ἀνάγκην καὶ τῆς αἴγλης τῆς Βασιλείας, διὰ νὰ ἔχῃ δύναμιν ἐκ ταύτης, διὰ νὰ δύναται νὰ ὑποστηρίζῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διὰ νὰ δύναται διὰ τοῦ γοήτρου τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς νὰ συντελῇ πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ὅταν οἱαδήποτε πρᾶξις Βασιλέως συνταγματικοῦ, ἢ συμπεριφορὰ αὐτοῦ ἡ ἰδιωτικὴ ἔρχηται εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὰς γνώμας τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἄλλως πως συμπεριφερόμενος δύναται νὰ συντρέχῃ πληρέστερον τοὺς ὑπευθύνους αὑτοῦ Ὑπουργούς· ἐὰν δὲ ἐπιμένῃ ὁ Βασιλεὺς εἰς ἄλλας ἰδέας, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ὁ Ὑπουργὸς νὰ παραιτηθῇ. Λοιπὸν ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἔχῃ μεγάλην κατ’ ἐμὲ ἔκτασιν, περιλαμβάνουσα πᾶσαν πρᾶξιν τοῦ Βασιλέως, ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν ὑπάρχει βεβαίως καὶ ἐν τῷ δικαιώματι τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θέλει προσλάβει ὁ Βασιλεὺς, ὅπως ἐκτελέσῃ τὴν πρόθεσίν του περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, εἶναι ὑπεύθυνοι κοινοβουλευτικῶς· ὁ δὲ Βασιλεὺς μένει μόνον ἠθικῶς ὑπεύθυνος διὰ τὴν προσήκουσαν χρῆσιν τῆς βασιλικῆς αὑτοῦ προνομίας. Τὸ δικαίωμα λοιπὸν καὶ τὸ καθῆκον τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, ὅπως ἐν δέοντι διαλύῃ τὴν Βουλὴν, δὲν δύναται νὰ ὑποβάλληται εἰς τυπικοὺς περιορισμοὺς, καὶ ἄν δὲν ὑποβάλληται εἰς ἄλλους περιορισμοὺς, δὲν δύναται νὰ ὑποβάλληται εἰς τὸν πλέον παράλογον περιορισμὸν, τοῦ νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν κρίσιν τῆς πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν συνήθως πρόκειται νὰ συντρίψῃ. Μόνον ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν, διὰ τὸ ἀναμφισβήτητον τῆς ὀρθότητος τῶν ἰδεῶν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ἂν τοιαύτας ἰδέας ἐξέφρασε, θεωρῶ, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἡ διάψευσις μιᾶς ἀρχῆς, ἐπικρατησάσης ἴσως μέχρι τοῦδε, μιᾶς θεωρίας ὀλεθρίας, διότι τῷ ὄντι τοιαύτη θεωρία θὰ ἦτο καὶ ἀναξία ἀντικρούσεων.
§12Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, οὔτε περὶ Βασιλέως, πρόκειται ὁ Βασιλεὺς νὰ ἀκούσῃ, ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις τῆς Βουλῆς.
§13ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ποιοῦμαι τὴν ὑπόμνησιν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπεκράτησεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἡ ἰδέα τῆς παρακολουθήσεως τοῦ Βασ. λόγου κατὰ γράμμα, οὕτως εἰπεῖν. Ὁ θεσμὸς οὗτος τοῦ Βασ. λόγου καὶ τῆς ἀπαντήσεως βεβαίως εἰς πολλὰς περιστάσεις δύναται νὰ ἦναι γόνιμος εἰς συνεπείας· κατὰ τὰς συζητήσεις τῶν ἀπαντήσεων εἰς τοὺς Βασιλικοὺς λόγους. Ἐκεῖ προπάντων κρίνεται ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ ἐκφράζονται ὅλαι αἱ ἰδέαι, αἱ ἐπικρατοῦσαι ἐν γένει περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας, καὶ ἡ Βουλὴ καταλήγει εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα φέρουσι κρίσιν πολλάκις πολιτικήν. Συνήθως βέβαια συμβαίνει, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον, τοῦ νὰ μὴ ὑφίσταται δηλ. κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κατεδικάσθη κοινοβουλευτικῶς, ἀλλὰ πρὶν ἐκφρασθῇ ἡ Βουλὴ, νὰ ὑπάρχῃ ἄλλη Κυβέρνησις, ὡς προϊὸν δηλωθείσης πλειοψηφίας. Ἐπειδὴ δὲ ὁ σκοπὸς τῆς ἀπαντήσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον καὶ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ πεδίου διεξάγονται, δὲν εἶναι θεωρία τις ἁπλῆ, δὲν εἶναι, ὅπως ἐκφρασθῶσιν οἱαιδήποτε ἰδέαι τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἢ ἐκ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς ἢ ἐκ τῆς μειοψηφίας, καὶ ὑπάρχει σκοπὸς βεβαίως πρακτικώτερος καὶ πολιτικώτερος, ὑπάρχει ὁ σκοπὸς, ὅπως ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἑαυτῆς γνώμην περὶ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, καὶ ἀκριβῶς διότι, ὡς εἶπον προηγουμένως, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἀμέσως νὰ ἐκφράζηται περὶ τῶν Ὑπουργῶν, περὶ τοῦ τίνας θέλει νὰ κυβερνῶσι τὸν τόπον, διότι τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο παραβίασις τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος τῆς Βασιλείας τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς, τὸ στάδιον τοῦτο τῆς ὑποδείξεως, τῆς ἐμμέσου συμπράξεως τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ στάδιον τοῦτο ἀνοίγεται κατὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Σήμερον ἡ τοιαύτη περίπτωσις δὲν ὑπάρχει· ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν, ἡ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασ. λόγον, ἠκολούθησε τὸ συνήθως ἐφαρμοζόμενον, δηλ. τὴν συμμόρφωσιν τῆς ἀπαντήσεως καὶ κατὰ περίοδον καὶ κατὰ φράσιν ἀκόμη πρὸς τὸν Βασ. λόγον· τοῦτο ἐκφράζει τὴν εὐλάβειαν τὴν ὀφειλομένην πρὸς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐκφέρονται ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ στόματος. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ γένηται ἐπὶ παραβιάσει τῶν οὐσιωδῶν ἰδεῶν μιᾶς πλειοψηφίας, ἀπαντώσης εἰς τὸν Βασιλέα. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν αἱ γενικαὶ γραμμαί, ἐφ’ ὅσον αἱ βάσεις τῶν ἰδεῶν τῆς πλειοψηφίας καὶ τῶν ἰδεῶν τῶν ἐκφραζομένων ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ ὑπάρχουσιν αἱ αὐταί, εἴθισται νὰ παρακολουθῆται σχεδὸν κατὰ γράμμα ὁ Βασιλικὸς λόγος. Ἠδύνατο καὶ ἡ πλειοψηφία καὶ ἕκαστον μέλος τῆς πλειοψηφίας νὰ ἐκφρασθῇ ἴσως μᾶλλον συγκεκριμένως ἐπὶ διαφόρων σημείων, ἐντὸς τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐντὸς τοῦ προγράμματος τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἐκφρασθῇ μᾶλλον ἐπεξηγηματικώτερον· ἐπεκράτησεν ὅμως ἡ ἀντίθετος γνώμη, ὅτι, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ οὐδεμιᾶς παραβιάσεως ἰδέας ἐπικρατούσης εἰς τὴν πλειοψηφίαν, πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ συνήθως ἐφαρμοζόμενον, δηλ. νὰ ἀκολουθήσῃ κατὰ γράμμα τὸν Βασιλικὸν λόγον, νὰ ἀπαντήσῃ εἰς πᾶσαν φράσιν τοῦ Βασιλέως. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς γνωστόν, οὐδεμία διαφωνία ὑπάρχει σήμερον μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο δυνατόν, εἰ μὴ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον νὰ ἦναι, οὕτως εἰπεῖν, πανομοιότυπον τοῦ Βασιλικοῦ λόγου.
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί. Ὁ παρακολουθῶν τὴν ἱστορίαν τοῦ ἐν Ἑλλάδι συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1821 μέχρι τοῦ 1833, καὶ ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦδε, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ παρατηρήσῃ τὸν ἀστεῖον πιθηκισμὸν τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων. Πιθηκίζομεν, Κύριοι, παραλαμβάνοντες ἐκ τῶν ξένων Συνταγμάτων καὶ ἐκείνας τὰς διατάξεις, αἵτινες χωνεύονται, καὶ ἐκείνας τὰς διατάξεις, αἵτινες δὲν χωνεύονται, καὶ ἐκείνας, αἵτινες ἔχουσι λόγον τινά, καὶ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι οὐδένα ἔχουσι λόγον. Ἀλλὰ πράττομεν καὶ ἄλλο τι χειρότερον τούτου· ἐκλέγομεν πολλάκις ἐκ τοῦ πολιτικοῦ βίου τῶν ξένων Κρατῶν τὸ κακὸν, καὶ μωωπάζομεν πρὸ τοῦ καλοῦ. Ὁσάκις πρόκηται νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ κακόν, ἐπικαλούμεθα τὸ Σύνταγμα Α ἢ Β, ὁσάκις δὲ πρόκηται περὶ τοῦ καλοῦ, λησμονοῦμεν, τί καὶ ἀλλαχοῦ γίνεται. Κύριοι, τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὡς καλῶς γινώσκετε πάντες, ἔχει τὰς διατάξεις τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα. Τὰ συνταγματικὰ ὅμως ἔθιμα πρέπει νὰ ἦναι αὐτοφυῆ, πρέπει νὰ παράγωνται ἐν τῷ τόπῳ· διότι ἄλλως ὁμοιάζομεν ἐκείνους, οἵτινες καταγίνονται εἰς τὸν μάταιον κόπον τοῦ νὰ μεταφυτεύσωσι ξένα φυτὰ εἰς ἀκατάλληλα κλίματα. Εἰς τοιοῦτο συνταγματικὸν ἔθιμον πρέπει νὰ κατατάξωμεν τὸ ζήτημα τῆς ὑπουργικῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον διεμορφώθη εἰς τρόπον τερατωδέστατον ἐν Ἑλλάδι ἐπ’ ἐσχάτων· εἰς τοιοῦτο συνταγματικὸν ἀνόητον — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις —ἔθιμον πρέπει νὰ κατατάξωμεν καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου,—ζήτημα καθαρὸν ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς,—κακῶς θεωρούμενον ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τίς λησμονεῖ, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ ἀνεβιβάσθησαν εἰς ζητήματα ἐμπιστοσύνης καὶ αὐταὶ αἱ κινήσεις τῶν χειρῶν τῶν Βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας; δὲν ἠδύνατό τις νὰ κινήσῃ τὰς χεῖρας, ἐὰν δὲν ἐλάμβανε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν ἀρχηγόν του. Τίς ἠδύνατο νὰ τολμήσῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσῃ ἐναντίον τῶν νομοσχεδίων του; λησμονεῖτε ἀξιότιμον συνάδελφον, καταψηφίσαντα τὴν πρότασίν του ἐπὶ νομοσχεδίου οὐχὶ οὐσιώδους, οὐχὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης; Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι, οὔτε πρέπει νὰ ἦναι ὅλα ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Ζητήματα ἐμπιστοσύνης πρωτίστως εἶναι δύο: ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους· εἴς τινα μάλιστα Κράτη καὶ αὐτοὶ οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι, οἵτινες δίδουσι τὸ χρῆμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα κυβερνήσῃ, δὲν θεωροῦνται ὡς ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Ἠδυνάμην, Κύριοι, ἀναδιφῶν τὴν σύγχρονον ἱστορίαν τῶν ξένων Κρατῶν, νὰ σᾶς ἀναφέρω πλεῖστα ὅσα παραδείγματα, ἀλλ’ ἀρκοῦμαι εἰς ἓν μόνον, τελευταῖον λαβὸν χώραν ἐν Γαλλίᾳ, ἔνθα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ρουβιὲ εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον φορολογικὸν, τὸ ὁποῖον ἀπέῤῥιψεν ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ ὁ Ὑπουργὸς καὶ μετὰ τοῦτο ἔμεινεν εἰς τὴν θέσιν του, διότι δὲν ἐθεωρήθη ὡς στερηθεὶς τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς· ἐν Ἑλλάδι ὅμως, Κύριοι, δι’ αὐτὸ κατέπεσε τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, πρὸ πάντων διότι διαμορφοῦμεν αὐτὸ μὲ τὰ ἑκάστοτε συμφέροντα ἡμῶν, διότι ἀπεῤῥοφήθη τὸ πᾶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνίοτε ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ μόνον. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ δανείσῃ ὀλίγην ἀκρόασιν, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ματαιοπονήσω, διότι πρώτην ἤδη φορὰν ἀρχόμεθα τῶν κυρίων ἡμῶν ἐργασιῶν, καὶ πρέπει μεταξὺ ἡμῶν νὰ συνεννοηθῶμεν ἐπί τινων ζητημάτων, οὕτω δὲ δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν ταχύτερον εἰς τὰς ἐργασίας μας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ματαία ἡ συζήτησις, ἡ σήμερον γιγνομένη, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ αὕτη, διότι ἠκούσαμεν ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὸν Βασιλέα ὅλα, ὅσα διετυπώθησαν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ γνωρίζομεν κατὰ τὸ συνταγματικὸν ἔθιμον, ὅτι ταῦτα εἶναι αἱ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως, τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως· ταῦτα πάντα ὅμως φέρουσιν εἰς τὸ μέσον τὴν πορείαν τῆς τέως Κυβερνήσεως, ἀδιάφορον εἰς ἡμᾶς, ἐὰν ἦναι ἀπόντες οἱ φίλοι αὐτῆς. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γείνῃ ἀπάντησις τυπική; Τυπικὴ, λέγουσι· καὶ ὁ πρὸ μικροῦ κατελθὼν τοῦ βήματος εἶπεν, ὅτι ἡ τυπικὴ εἶναι ἀρκετή. Ἀλλὰ τότε ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι τοιαύτη ἀπάντησις εἶναι ματαιοπονία· τότε καταργηθήτω ὁ Βασιλικὸς λόγος, διότι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ κωμῳδία συνταγματική. Ἐὰν πρόκηται, Κύριοι, νὰ ἐπαναλάβωμεν λέξιν πρὸς λέξιν ὅσα ὁ Βασιλεὺς εἶπε, διότι ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ στόματος ἐξηνέχθησαν καὶ ἐν γνώσει ἡμῶν, ὅτι εἶναι ἰδέαι κυβερνητικαί· ἐὰν ἡμεῖς δὲν τολμῶμεν νὰ ἐκφράσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν, τὸ φρόνημα τοῦ τόπου διερμηνεύοντες, τότε παίζομεν κωμῳδίαν ἀηδῆ. Κύριοι, κατόπιν ἑνὸς ἀγῶνος μεγάλου, ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος διαρκεῖ ἀπὸ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1882, τὸ ἔθνος ἀνέμενε νὰ ἀναπνεύσῃ· ἐνόμισεν ὅτι ἀνέπνευσε προσωρινῶς τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885. Ἀλλ’ ἡ τελευταία ὑπουργικὴ μεταβολὴ ἔφερεν εἰς τὰς σκέψεις πάντων ἐκ νέου καὶ ἐντονώτερον τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο ζήτημα: τί θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; θέλει ἆρά γε ἀνταποκριθῆ εἰς τὰς ἐπαγγελίας της καὶ εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ τόπου; Πολλοὶ, μὴ διακείμενοι ἐχθρικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θέλοντες νὰ βοηθήσωσι τὸ ἔργον αὐτῆς, βλέποντες ὅμως τὰ ὑφιστάμενα προσκόμματα, δὲν ἐμποδίζονται νὰ εἴπωσι τὰς σκέψεις των καθαρῶς, ἄλλοι δὲ, διαστρέφοντες τὰς περιστάσεις, ἀλλ’ ἐξ ὅλων θέλοντες νὰ ὀφελῶνται κομματικῶς, ἐπιλαμβάνονται τῆς εὐκαιρίας νὰ παραστήσωσι τὰ πράγματα οὕτω πως, ὥστε νὰ ἐπικρατήσωσιν αἱ ἰδέαι των, πάντοτε πρὸς τὸν ὡρισμένον σκοπὸν τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπανόδου ἐκείνων. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι δὲν τολμῶσι πλέον νὰ ἐπανέλθωσι μὲ τὸ αὐτὸ πρόγραμμα· τοὐλάχιστον, ἐὰν πιστεύσωμεν τὰ δημοσιογραφικὰ αὐτῶν ὄργανα, ὑπόσχονται νέον κυβερνητικὸν πρόγραμμα, ὁμολογοῦντες τὴν ἧττάν των. Προσοχὴ ὅμως εἰς τὸ νέον αὐτῶν πρόγραμμα, διότι εἶναι ἄνθρωποι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εὕρωσιν ὀπαδοὺς, ἵνα παρατείνωσι τὰς ἀγωνίας τοῦ τόπου. Ἦτο φυσικὸν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας νὰ γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ πρακτέου μετὰ τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Θέλει βαδίσει ἡ νέα Κυβέρνησις τὴν αὐτὴν ὁδόν; Πολλοὶ λέγουσιν, οὐχί· ἄλλοι λέγουσι πταίει τὸ πολίτευμα, ἄλλοι πταίει ἡ Κυβέρνησις, πταίει ὁ λαὸς, πταίει ὁ σκορδοφάγος λαὸς, ὡς ἐκάλεσαν αὐτὸν εἰς μίαν ἐποχήν· ἄλλοι ἀναβαίνουσι πλέον ὑψηλὰ, καὶ λέγουσι, πταίει ἡ Βασιλεία· ἄλλοι, ὅτι πταίουσιν οἱ Βουλευταὶ, οἱ κομματάρχισκοι, οἱ ἐκλογεῖς, ἡ καθολικὴ ψηφοφορία.... Δὲν παρεξενεύθην λοιπὸν, ὅταν ἤκουσα καὶ τοὺς προλαλήσαντας νὰ θίγωσι τοιαῦτά τινα ζητήματα. Καὶ περὶ μὲν τοῦ πολιτεύματος νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διπλῆ γνώμη· μεθ’ ὅσα ἂν ἠθέλησάν τινες, διαστρέφοντες τὰς ἰδικάς μου ἰδέας, νὰ εἴπωσιν, οὐδέποτε ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἔφθασεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον ἀναπτύξεως πολιτικῆς, ὥστε νὰ ζητήσῃ ἀμέσως τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος· καὶ ἰδοὺ ἔρχεται στιγμὴ, ἵνα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπισήμως ὑπομνήσω εἰς τοὺς κυρίους ἐκείνους ὅ,τι ἐγὼ πάντοτε ὑπεστήριξα. Ἡ συνταγματικὴ μοναρχία καθίσταται ἀναγκαία διὰ τὸ ἐνεστός· ἀλλὰ τοῦτο δὲν κωλύει νὰ καλλιεργῶμεν καὶ φιλελευθερωτέρας ἰδέας διὰ τὸ μέλλον· ὅσοι θέλουσιν ἀνατρέξει εἰς τὰ ἐκλογικά μου προγράμματα, θέλουσιν ἴδει, ὅτι τοιαῦτα πάντοτε ἔλεγον, προτείνων καὶ τὰ κατάλληλα πρὸς κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος μέτρα, διότι οὕτω δύνανται νὰ μορφωθῶσι πολῖται καὶ νὰ παρασκευασθῇ ἔδαφος, ὅπως ἐπ’ αὐτοῦ καλλιεργηθῇ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τελεσφόρως τὸ μόνον φυσικὸν καὶ λογικὸν πολίτευμα δι’ ὅλους τοὺς ἐνηλίκους λαούς. Παρατηρεῖται, ὅτι ὑπάρχει τάσις τις διαστροφῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἡ τάσις αὕτη παρατηρεῖται παρ’ ἐκείνοις, οἵτινες συμφέρον ἔχουσιν εἰς τὴν διαστροφὴν ταύτην· ἀλλ’ ὁ λαὸς καὶ ἰδίως οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ πρέπει νὰ τοὺς παρακολουθῶσιν. Ἐνθυμεῖσθε καλῶς, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1875 ἄλλα πολιτικὰ γεγονότα, ἐπίσης σπουδαῖα, τὰ στηλιτικὰ, ἀπησχόλησαν τὸν τόπον, καὶ ὅτε πολιτευτής τις, μόλις φανεὶς τότε εἰς τὸν πολιτικὸν ὁρίζοντα, εὗρεν ὡς πταίστην τὸν Βασιλέα δι’ ἑνὸς ἄρθρου του, δημοσιευθέντος ἐν τοῖς «Καιροῖς», μετ’ οὐ πολὺ ὁ πολιτευτὴς ἐκεῖνος ἐκαλεῖτο ὡς Πρωθυπουργὸς, ἵνα διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἐνεργήσῃ ἐκλογάς. Καὶ τότε μὲν ὁ Βασιλεὺς ἔπταιεν, ἀλλὰ πρὸ πολλοῦ δι’ ἐκεῖνον ἔπαυσε νὰ πταίῃ ὁ Βασιλεὺς, καὶ σήμερον πταίει ὁ λαός· ἀλλ’ ὁ λαὸς πταίει μόνον, ὅταν δὲν κατορθοῦται νὰ διαστρέφηται τὸ φρόνημα αὐτοῦ, καὶ ὅταν ὁ κατήγορός του δὲν δύναται νὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ! Κατηγόρησαν ἄλλοι ὡς αἴτιον τοῦ κακοῦ τὸ Σύνταγμα, κατηγόρησαν τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν· καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἂν δὲν εἴχομεν τώρα τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ;
§15ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπανάστασις!
§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως ἐπανάστασις. Ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔπραττε τὸ καθῆκόν του θρησκευτικῶς, ὡς κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, θὰ ἠναγκαζόμεθα νὰ καταφύγωμεν εἰς ἐπανάστασιν, καὶ ἂν δὲν εἴχομεν τὰς δυνάμεις νὰ καταφύγωμεν εἰς ἐπανάστασιν, ἵνα σώσωμεν τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, ὁ τόπος ἤθελε καταντήσει εἰς ἀλληλοκτονίαν, εἰς δολοφονίας, ἤθελε φθάσει εἰς ἀναρχίαν. Ἀκόμη δὲν ὑπάρχουσι τὰ ἴχνη τῆς ἀναρχίας ἐκ τοῦ παρελθόντος; Δὲν πταίει, Κύριοι, τὸ Σύνταγμα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην· τὸ Σύνταγμα, περὶ τοῦ ὁποίου πολλοὶ λαλοῦσιν, ἀτυχῶς ὀλίγοι γνωρίζουσιν, ὅτι οὐδέποτε ἐφηρμόσθη. Ἐὰν ἐπετρέπετο ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος νὰ ἀναπτύξω ἐν πλάτει τὸ θέμα τοῦτο, ἤθελον ἀποδείξει ὁριστικῶς, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι τοῦ 1890 οὐδέποτε ἐφηρμόσθη τὸ Σύνταγμα· καὶ ἀφοῦ δὲν ἐφηρμόσθη εἷς θεσμός, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ἐὰν ἀπέτυχεν ἢ ἐπέτυχε. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εὐθὺς μετὰ τὴν ἐθνικὴν παλιγγενεσίαν ἀπέκτησε τὸ Σύνταγμα τῆς Ἐπιδαύρου, βραδύτερον τὸ τοῦ Ἄστρους, εἶτα τὸ τῆς Τροιζῆνος,—ἅπαντα δημοκρατικά, διότι δημοκρατία ὑπῆρχεν,—ἀκολούθως τὸ Βασιλικὸν Σύνταγμα τοῦ Ναυπλίου, ὡς ἐκλήθη ἔκτοτε· ἀλλ’ ἡ ἀνωμαλία τῶν περιστάσεων δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Συνταγμάτων ἐκείνων. Αἱ διαθέσεις δὲ τοῦ Κυβερνήτου, ἐλθόντος ἐκ Ρωσσίας καὶ ἔχοντος ἐμπνεύσεις αὐταρχικὰς ἐκ τῆς ῥωσσικῆς αὐλῆς, δὲν ἦσαν ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς Συντάγματος, καὶ μάλιστα δημοκρατικοῦ. Ἦλθεν ἡ Βασιλεία τοῦ Ὄθωνος· οὔτε ἡ Ἀντιβασιλεία κατ’ ἀρχάς, οὔτε ἡ Βασιλεία τοῦ Ὄθωνος καθὼς γνωρίζετε, ἐφήρμοσε τὸ Σύνταγμα τοῦ Ναυπλίου· ἀλλὰ τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν δὲν ἠδύνατο νὰ ζήσῃ ἄνευ Συντάγματος· γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἐμεσολάβησε δεκαετία, ἀπὸ τοῦ 1833–1843, καθ’ ἣν τὸ ἔθνος ἦτο εἰς διηνεκῆ ἐπαναστατικὸν ἐρεθισμὸν· ἐγένετο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843, ἀλλὰ δὲν ἤρκει ν’ ἀναγραφῶσι λέξεις τινὲς εἰς τὸν χάρτην ἄνευ τῶν ὀργανικῶν νόμων· ὀργανικοὶ δὲ νόμοι ἴσχυον οἱ τοῦ Ναπολέοντος, οἵτινες κατεπλημμύρησαν ὅλην τὴν Εὐρώπην, οἵτινες ἐταξείδευσαν μέχρι τῆς Βαυαρίας καὶ οἵτινες ἐκεῖθεν ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἕτοιμοι διὰ τὴν Βαυαρίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀκατάλληλοι, καὶ, ὡς τοὺς παρωμοίαζεν ὁ Κολοκοτρώνης, ἦσαν «ὡς τὰ παπούτσια τοῦ Χατζηπέτρου εἰς τὰ πόδια τοῦ Λόντου», τοῦ Χατζηπέτρου, ἑνὸς γίγαντος, εἰς τοὺς πόδας τοῦ Λόντου, ἑνὸς νάνου κατὰ τὸ ἀνάστημα. Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον ὑπῆρχεν ἡ καλὴ πίστις τῆς Βασιλείας; μὴ ἡ Βασιλεία τοῦ Ὄθωνος ὑπέγραφε τὸ Σύνταγμα, ἵνα τὸ ἐφαρμόσῃ; ἢ τὸ ἔσχιζε διὰ τῆς ἀριστερᾶς χειρός, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ ὑπέγραφε διὰ τῆς δεξιᾶς; ὅλοι τὸ γνωρίζετε καλῶς, πρὸ πάντων δὲ οἱ πρεσβύτεροι ἐμοῦ. Ἀλλὰ τί λοιπὸν συμβαίνει εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη; ποῖον τὸ νόσημα, ὑπὸ τοῦ ὁποίου πάσχουσιν ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, ἐν αὐτῇ τῇ δημοκρατουμένῃ Γαλλίᾳ; Ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ κακὴ λοιπὸν ἐφαρμογὴ καὶ οὐχὶ τὸ πολίτευμα πταίει. Τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ τρεῖς ἐξουσίας, πρὸς ὡρισμένον σκοπὸν ἑκάστην: τὴν Νομοθετικήν, δύο καὶ μόνα καθήκοντα ἔχουσαν, τὸ νομοθετεῖν καὶ τὸ ἐλέγχειν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῆς. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία βεβαίως σύγκειται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀρνησικυρίας. Ἐκτὸς αὐτῆς, ἡ Δικαστικὴ ἐξουσία, ἡ δικάζουσα κατὰ τοὺς νόμους, καὶ ἡ Ἐκτελεστικὴ, ἡ ἐφαρμόζουσα τοὺς νόμους καὶ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις. Τὸ Σύνταγμα λοιπὸν ἐννοεῖ τὰς τρεῖς αὐτὰς ἐξουσίας, ἐχούσας ὡρισμένας σφαίρας, συνδεομένας δὲ δι’ ἑνὸς λεπτοῦ οὕτως εἰπεῖν νήματος, ἀλλὰ λειτουργούσας ἀκωλύτως περὶ τὸν ἄξονά των. Ἐὰν εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν κατορθώσητε τοῦτο, δὲν ἔχετε συνταγματικὸν πολίτευμα, ἀλλὰ βαβυλωνίαν, ἢ κάλλιον τυραννίαν. Ἐὰν ὁ Βουλευτὴς δὲν ἦναι νομοθέτης, δὲν ἦναι ἐλεγκτὴς, ζητῶν εὐθύνας, δὲν ἔχετε συνταγματικὸν πολίτευμα· διότι οὐδὲν τερατωδέστερον δύναταί τις νὰ φαντασθῇ ἢ συνταγματικὸν πολίτευμα ἄνευ εὐθύνης, καὶ εὐθύνη δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι· καὶ δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, διότι ὅλος ὁ ἀγὼν γίνεται, οὐχὶ ἵνα δοθῶσιν εὐθύναι, ὡς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου κ. Στεφάνου ἔλεγε πρὸ ἡμερῶν περὶ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἑτοίμου πάντοτε πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ἀκριβῶς, πῶς νὰ μὴ δοθῶσι· καὶ περὶ τούτου ἐφρόντισεν ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ἑκάστοτε ὅλον αὐτὸν τὸν ἀγῶνα πρὸς ἀπόκτησιν πλειοψηφίας συμπεπυκνωμένης, ἀφώνου καὶ ὑποβεβλημένης εἰς τὸν ἔσχατον ἐξευτελισμὸν, τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ὁ Βουλευτής· διὰ τοῦτο παρέστημεν εἰς τὸ οἰκτρότατον ἐκεῖνο θέαμα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, τὸ ὁποῖον εὔχομαι νὰ μὴ ἐπανίδωμεν πλέον. Ὑπῆρξε Βουλὴ, ἡ κληθεῖσα Chambre introuvable, ἥτις, δυστυχῶς πολὺ πρὸς τὴν Αἰγυπτιακὴν ὁμοιάζουσα, ἐβίωσε τελευταῖον καὶ ὑπὸ τὴν Ἀκρόπολιν τῶν Ἀθηνῶν. Εἶχον ἀναγνώσει περὶ τῶν parlamenti muti τῆς Ἑπτανήσου, καὶ εἶδον αὐτὰ λειτουργοῦντα ἐν Ἀθήναις. Ἀντὶ νὰ προοδεύωμεν, ὀπισθοδρομοῦμεν! Κύριοι, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου εἶναι ἴσως ἡ μόνη συζήτησις μετὰ τῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τόσον διεξοδικὰς σκέψεις καὶ συζητήσεις, ὥστε θὰ κατεχρώμην τῆς καλωσύνης σας, ἐὰν ἤθελον νὰ ἐξαντλήσω ὅλην ἐκείνην τὴν σειρὰν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο ἔρχονται εἰς τὴν μνήμην μου. Διὰ τοῦτο ἁπλῶς μόνον θέλω πειραθῆ νὰ θίξω αὐτὰ, καὶ ἂν ἀφίνω πολλὰ κενὰ κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν, ἀποδοτέον τοῦτο εἰς τὸ ὅτι δὲν θέλω νὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς σας. Θέλει δοθῆ εἰς ἡμᾶς καὶ βραδύτερον εὐκαιρία νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς πολλὰ ἐκ τῶν θιγομένων σήμερον θεμάτων. Δὲν πταίει λοιπὸν, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον γνώμην, τὸ πολίτευμα, ἀλλὰ δὲν πταίει καὶ ὁ ἐκλογεὺς, οὐδὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μέχρι τοῦδε ἔδωκεν ἀποδείξεις τρανὰς, ὅτι τὸ καλὸν παράδειγμα εἶναι πάντοτε ἕτοιμος νὰ ἀκολουθήσῃ· πταίει ἡ κακὴ ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος, διότι ὑπάρχει ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν, καὶ δὲν δύναται νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ σύγχυσις αὕτη, διότι δὲν λειτουργεῖ σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ ἡ δικαιοσύνη, δικαιοσύνη ὡς τὴν ἐννοεῖ εἷς καλὸς συνταγματικὸς χάρτης, δικαιοσύνη, ἥτις ἀναγκάζει τὸν πολίτην νὰ ἐνθυμῆται, ὅτι εἶναι μὲν συνταγματικὸς πολίτης καὶ ἔχει δικαιώματα, ἀλλ’ ὅτι ἔχει καὶ καθήκοντα. Πρὸ μικροῦ, Κύριοι, ἀνεπτύχθη ἐνταῦθα ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων τὸ δόγμα τῆς δεδηλωμένης πλειονοψηφίας, ἤκουσα δὲ καὶ παράπονα κατὰ τῆς Βασιλείας, ἥτις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ «Τίς πταίει» ἠκολούθησε τὸ δόγμα τοῦτο, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐντελῶς ἐλευθέρα εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις της. Παρετήρησα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου κυρίως δύο γνώμας, τὴν μίαν ἄκραν, τὴν τῆς δεδηλωμένης, τὴν ἄλλην ἐπίσης ἄκραν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς του σχεδὸν ἀνεξελέγκτως. Νομίζω ὅτι τὸ ἀληθὲς εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ. Βεβαίως ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι μηχανὴ πρὸς ὑπογραφὴν, ὁ Βασιλεὺς ἔχει ζωὴν, δὲν εἶναι σφραγιστὴρ νόμων καὶ διαταγμάτων· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βασιλείαν τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς Ὑπουργοὺς αὐτῆς αὐτοβούλως· δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη περίστασις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι δεδικαιολογημένη· ἐγὼ δὲν κατηγορῶ τὴν Βασιλείαν, διότι ἠκολούθησε τὸ δόγμα τῆς δεδηλωμένης πλειονοψηφίας· προτιμῶ νὰ δεικνύῃ σεβασμὸν εἰς τὴν δεδηλωμένην πλειονοψηφίαν, παρὰ νὰ ἐκτεθῇ εἰς σφάλμα τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἀνυπολογίστους συνεπείας. Δύναται βεβαίως νὰ ὑπάρξῃ καὶ περίστασις ἔκτακτος, δικαιολογοῦσα τὴν χρῆσιν τοῦ βασιλικοῦ τούτου δικαιώματος, οὗτινος ὅμως ἡ χρῆσις πρέπει νὰ γίγνηται μετὰ περισκέψεως πάντοτε. Ἀρκεῖ, Κύριοι, νὰ δεικνύῃ ὁ Βασιλεὺς ἐνδιαφέρον τι, ἀρκεῖ νὰ ἐξετάζῃ τὰ πράγματα, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐκ μέρους του ἡ γνῶσις τῶν προσώπων καὶ τῶν περιστάσεων, καὶ ἁπλῶς καὶ μόνον ἡ δήλωσις τοῦ βασιλικοῦ ἐνδιαφέροντος εἶναι ἱκανὴ νὰ φέρῃ τὸ εὐάρεστον ἀποτέλεσμα· ἀλλ’ ἐγώ, ὡς ἀντιπρόσωπος, δὲν ἐπιτρέπω εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑπογραφὴν διαταγμάτων, ὑποβαλλομένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Ὑπάρχει ἀντιπροσωπεία, ὑπάρχει ἀντιπροσωπεία δυναμένη καὶ ὀφείλουσα νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ τοιοῦτο καθῆκον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, παρεκτρεπομένη, ὑποβάλῃ εἰς τὸν Βασιλέα μέτρον οὐχὶ καλόν, οὐχὶ συντελεστικὸν διὰ τὸ ἔθνος, ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ ψῆφον δυσπιστίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ φέρῃ ἄλλην Κυβέρνησιν. Τὰ κυβερνητικὰ ἔργα ἐν γένει ἐλέγχει ἡ Βουλὴ. Ἀλλά, ὡς προεῖπον, δύνανται νὰ ὑπάρξωσι καὶ περιστάσεις ἐξαιρετικαί, παραδείγματος χάριν ἀπουσία τῆς Βουλῆς, ἔγκλημα τῆς βουλευτικῆς πλειονοψηφίας, ἐξωτερικὸν ζήτημα καὶ καθεξῆς, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην ἐξαίρεσιν. Ἤδη, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε συντόμως νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς ἑκάστην τῶν παραγράφων τῆς τροπολογίας μου, διότι δὲν ἐννοῶ, ὡς προεῖπον, νὰ παίζωμεν κωμῳδίαν, ἐπαναλαμβάνοντες ἀνουσίως τὰς λέξεις τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Εἶναι εὔκαιρος περίστασις, ἰδίως διὰ τὴν Βασιλείαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μάθωσι τὸ φρόνημα τοῦ τόπου. Φίλοι δὲ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βασιλείας δὲν εἶναι οἱ συμφωνοῦντες πάντοτε μετ’ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι νὰ προλάβωσι τὰ σφάλματά των, διότι ἀνθρώπινον τὸ πλανᾶσθαι. Δὲν εἶμαι λοιπὸν οὔτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν οὔτε πρὸς τὴν Βασιλείαν πολέμιος, ἐκφράζων τὴν προσωπικήν μου γνώμην, ἀνεπηρέαστον πάσης ὀπισθοβουλίας, ἀλλ’ ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, διὰ τὸ ὁποῖον μὲ ἀπέστειλαν οἱ ἐκλογεῖς μου. Ἐκ τριῶν παραγράφων σύγκειται τὸ πρῶτον μέρος τῆς τροπολογίας μου εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, ἀναγομένων εἰς τὰ ἐσωτερικά, ἐκ τριῶν δ’ ἑτέρων διὰ τὰ ἐξωτερικά. Ἡ πρώτη παράγραφος τῆς τροπολογίας μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν 14ην Ὀκτωβρίου δι’ εὐγλώττων ἀριθμῶν ἀπεδοκίμασε τὴν πολιτικὴν τῆς τέως Κυβερνήσεως πορείαν· ἀλλ’ ἡ ὑπουργικὴ μεταβολὴ συνετελέσθη προώρως, διότι ἡ τὴν Βουλὴν τῆς ΙΑʹ Περιόδου διαλύσασα Κυβέρνησις ὤφειλε, πρὶν τῆς παραιτήσεώς της, νὰ δώσῃ λόγον τῶν πεπραγμένων ἐνώπιον τῶν νέων τοῦ ἔθνους ἀντιπροσώπων.» Ἀναφέρεται ἡ παράγραφος αὕτη εἰς τὸ ὅτι δι’ εὐγλώττων ἀριθμῶν ὁ λαὸς κατεδίκασε τὴν τέως Κυβέρνησιν. Νομίζω, ὅτι τὸ θετικώτερον πάντων εἶναι οἱ ἀριθμοί· ἐπ’ ἐσχάτων ὅμως ἤκουσα καὶ τοῦτο διαμφισβητούμενον, ὅτι δηλαδὴ οἱ ἐκλογεῖς κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἦσαν ὑπὲρ τῆς τέως Κυβερνήσεως, διότι ἐγένετο ὑπολογισμός, πόσας ψήφους ἔλαβον οἱ ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι, καὶ πόσας οἱ ἀνθυπουργικοί· δὲν ἐνόησα καλῶς τοὺς τοιούτους ὑπολογισμούς· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω ἀδιστάκτως, εἶναι ὅτι, ἂν δὲν συνέβαινον ὅσα ἠκούσαμεν ἐνταῦθα κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, οἱ ὑπὲρ τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως ἀριθμοὶ θὰ ἦσαν μείζονες. Ἐὰν κατόπιν τοιούτων κυβερνητικῶν καὶ ἐκλογικῶν ὀργίων κατωρθώθη νὰ ἐκφρασθῇ ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν ἐννοοῦσιν, ὅτι ἄνευ αὐτῶν τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν κατὰ πολὺ μείζονα; Ἔχω ὅμως μίαν ἑτέραν περικοπὴν, ὅτι ἡ ὑπουργικὴ μεταβολὴ συνετελέσθη προώρως· ἔλαβον εἰς τοῦτο ἀφορμὴν ἀπὸ τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅστις θεωρεῖ ὡς συμπέρασμα ἀπαραίτητον τῶν ἐκλογῶν τὴν ἤδη γενομένην ὑπουργικὴν μεταβολήν. Κύριοι, ὡς προεῖπον, τὸ Σύνταγμα διαστρέφεται. Δὲν ἦτο παράδοξον, πῶς ἐπὶ Ὄθωνος τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ἐχαρακτήριζεν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς· γνωρίζετε, ὅτι διελύθη ἡ ἱστορικὴ ἐκείνη Βουλὴ τὸ 1860 μόνον καὶ μόνον διότι ἡ Κυβέρνησις ἀπέτυχεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου· καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862, ἧς ἀποτέλεσμα ἡ κατάργησις τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος. Ἐν τούτοις ἐξακολουθοῦμεν τὴν αὐτὴν τακτικὴν, διότι καὶ ἐπὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐπανελήφθη τὸ δόγμα τοῦτο, — αἱ κακαὶ ἕξεις δυσκόλως ἐξαλείφονται, — ἔκτοτε δ’ ἔμεινεν ἡ θεωρία, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρὸ μικροῦ ἐμνήσθη ὁ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συνάδελφος, ὅτι μετὰ ἐκλογὴν Προέδρου παρῃτήθη ὁ κ. Βάλβης καὶ ἦλθεν ὁ κ. Τρικούπης Πρωθυπουργὸς τὸ ἔτος 1886. Ἀλλ’ ὡς εἰ μὴ ἤρκει ὁ κατ’ ἐμὲ παράλογος οὗτος τρόπος τῆς βουλευτικῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπ’ ἐσχάτων ὁ κ. Τρικούπης, — ὁ ὁποῖος, λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν νὰ μὲ ἀκούσῃ, — εἰσήγαγε καὶ ἄλλον νεωτερισμόν. Γίνονται αἱ ἐκλογαὶ τῆς 14 Ὀκτωβρίου καὶ ὁ τέως Πρωθυπουργὸς μετὰ τοὺς ὑπολογισμούς του λέγει: «δὲν ἔχω πλειονοψηφίαν, παραιτοῦμαι». Παρῃτήθη δὲ πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως τῶν Βουλευτῶν ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων! Τελευταῖον ἐγένετο καὶ ἡ κωμικὴ σκηνὴ, χάρις εἰς τὴν εὐρυτάτην ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ὥστε νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. Τρικούπης, νὰ κληθῇ ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ νὰ λέγῃ εἰς τὸν Βασιλέα: «δόσατέ μοι τὸν κατάλογον τῶν Βουλευτῶν, ὅπως μάθω ἐξ αὐτοῦ, ποῖοι εἶναι οἱ φίλοι μου, διὰ νὰ συντάξω τὸν κατάλογον τῶν Ὑπουργῶν.» Εἶχε πράξει τὸ αὐτὸ ὁ κ. Τρικούπης τὸ 1885, τραπεὶς εἰς φυγὴν πρὶν ἢ συνέλθῃ ἡ Βουλή, καὶ ἐπειδὴ τότε συνεχωρήθη τοῦτο, τὸ ἐπανέλαβε. Λυποῦμαι, διότι ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, ἴσως ἐξ ἀνυπομονησίας ἀδικαιολογήτου, δὲν ἐδίδαξε τοὺς τέως Ὑπουργοὺς, ὅτι πολὺ ἐβιάσθησαν νὰ καταθέσωσι τὴν ἐντολὴν, καὶ ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ παραμείνωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅπως ἐμφανιζόμενοι ἐνώπιον τῶν νέων ἀντιπροσώπων δώσωσι λόγον τῶν πεπραγμένων· νὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ν’ ἀκούσῃ ὁ κ. Τρικούπης τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, οὐχὶ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν· διότι τοῦτο μὲν εἶναι δικαστικὸν ἔργον, ἐκεῖνο δὲ ζήτημα ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς καλῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα καὶ οὐχὶ νὰ τραπῇ εἰς φυγὴν καὶ ἐκ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, νὰ τιμωρήσῃ διὰ τοῦ λόγου τοὺς τυχὸν παρεκτραπέντας εἰς συκοφαντίας, ὡς γράφουσι τὰ δημοσιογραφικά του ὄργανα, νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἀπάντησις τῆς μειοψηφίας εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ τότε, ἀλλὰ τότε μόνον ἠδύνατο νὰ παραιτηθῇ. Εἴδομεν ἐνταῦθα εἰσερχόμενον τὸν Βασιλέα καὶ ἀναγινώσκοντα τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἀπολογούμενον δὲ τρόπον τινὰ διὰ τὴν διάλυσιν· ἀλλ’ ἔπρεπεν ὁ κ. Τρικούπης νὰ δώσῃ τὸν λόγον εἰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως. Ὤφειλεν ὁ τέως Πρωθυπουργὸς νὰ δικαιολογήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατὶ αὐτὸς, ἐκ τῶν ἕνδεκα μέχρι τοῦδε διαταγμάτων περὶ διαλύσεως, αὐτὸς κατὰ προτίμησιν τετράκις διέλυσε τὴν Βουλὴν, καὶ τίνα χρῆσιν ἐποιήσατο τῆς παντοδυναμίας του. Ἡ Βουλὴ ἀπαντῶσα θὰ ἐδήλου, ἂν ἐδέχετο τὸ πρόγραμμά του, ἢ ἐὰν κατεδίκαζεν αὐτὸ, ζητοῦσα τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι ὅ,τι ἐγένετο δὲν ἦτο ὀρθόν· διὰ τοῦ ἤδη γενομένου σχηματισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἀκριβῶς καὶ ἐπισήμως νὰ γνωρίζῃ τοὺς φίλους της; Ὑπάρχουσι πολλοὶ Βουλευταὶ, οἵτινες δὲν εἶχον πρόγραμμα ἐκλογικὸν, ἄλλοι, οἵτινες τὸ πρῶτον ἐξελέγησαν· μόνον εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου δύναται μία Κυβέρνησις νὰ μετρήσῃ τοὺς φίλους της, καὶ τότε θὰ κατηρτίζετο τὸ συνάλλαγμα, οὕτως εἰπεῖν, μεταξὺ πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι προώρως ἐδέχθη ἡ νῦν Κυβέρνησις νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον, καὶ ὑπεβοήθησεν ἐμμέσως τὸ ἄτοπον, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν παρέσυρε σκοπίμως, φρονῶ, ἡ τέως Κυβέρνησις. Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν συνέβη ἄλλοτε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Τρικούπη συνέβη. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι νεωτερισμὸς, οὐχὶ πολὺ ἐπωφελὴς διὰ τὸν τόπον. Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὀλίγας λέξεις νὰ προσθέσω ἔτι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Προέδρου, διότι πιθανὸν νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ὀρθὴ γνώμη ἐν τῷ μέλλοντι τοὐλάχιστον· εὐτυχῶς — καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ νῦν Προέδρου — ἡ ἐκλογὴ τῆς Βουλῆς ἦτο καλὴ, καὶ ἐπικροτῶ καὶ ἐγὼ εἰς αὐτὴν, μολονότι δὲν ἔδωκα τὴν ψῆφον εἰς τὸν κ. Κωνσταντόπουλον, διότι τὸ ζήτημα τοῦ Προέδρου καθιερώθη ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ δι’ αὐτοῦ ὑπολογίζονται οἱ κυβερνητικοὶ κύαμοι. Ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ ὑπολογισθῶ ὡς ἀνήκων εἰς τὸ κυβερνητικὸν κόμμα, διότι δὲν ἐπιδοκιμάζω τὴν Κυβέρνησιν καθ’ ὁλοκληρίαν, ὡς θέλω μετ’ οὐ πολὺ ἐξηγηθῆ πλατύτερον. Ἀλλὰ ποσάκις δὲν συνέπεσεν, ἡ Βουλὴ νὰ ἐκλέγῃ Πρόεδρον μόνον χάριν τοῦ κόμματος καὶ μὴ ἐνεργοῦντα τὰ προεδρικὰ καθήκοντα κατὰ τὸν Κανονισμόν; Ἐκ τοῦ Προέδρου ἐξαρτᾶται ἡ κοσμία συζήτησις, ἡ πειθαρχία τῆς Βουλῆς, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ, τὰ πάντα. Ἐν τούτοις εἰς τοσούτῳ σπουδαῖον ζήτημα ἐλησμονήσαμεν, τί συμβαίνει ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἐκεῖ ὁ Πρόεδρος ἐκλέγεται κατὰ Περίοδον καὶ οὐχὶ κατὰ Σύνοδον, θεωρεῖται μᾶλλον δικαστὴς παρὰ βουλευτής· εἶναι κἄτι τι ἔξοχον, καὶ εἰς τοσοῦτον βαθμὸν εἶναι ὄργανον τοῦ νόμου καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὥστε δὲν ἀγορεύει, ἵνα μὴ ἐκφράσῃ γνώμην· δὲν ἔχει ψῆφον, εἰμὴ ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας, διότι ἡ Βουλὴ ἐκεῖ ἀναζητεῖ Πρόεδρον εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἐξετάζει εἰς τὸ προεδρικὸν ζήτημα δεξιὰν ἢ ἀριστερὰν πτέρυγα. Διατὶ ἡμεῖς, οἱ πιθηκίζοντες ὅσα δὲν πρέπει, δὲν μιμούμεθα τοὺς Ἄγγλους εἰς ὅσα πρέπει; Ἡ δευτέρα παράγραφος τῆς τροπολογίας μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ Ἕλληνες ἐκλογεῖς, ἀξιεπαίνως ὑπὲρ τῶν ἐκλογικῶν ἐλευθεριῶν ἀγωνισθέντες, κατεδίκασαν τοὺς μὴ σεβασθέντας τοὺς νόμους καὶ ἐπιβουλευθέντας συνταγματικὰς διατάξεις· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀξιοῦσι δικαίως τὴν ἀμερόληπτον τιμωρίαν τῶν ἀνομημάτων, ἵνα οἱ νόμοι γείνωσι σεβαστοί.» Ἀναγράφω καὶ ἐγὼ τὴν νίκην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις ἠγωνίσθη πραγματικῶς ὑπὲρ τῆς ἐκλογικῆς ἐλευθερίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ἀρκεῖ τοῦτο, ἢ πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς νίκης; Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατεδίκασε τὴν τέως Κυβέρνησιν· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ἡ πτῶσις μόνον αὐτῆς, διότι ὅσα ἔπαθεν ὁ λαὸς εἶναι τοιαῦτα, ὥστε πρέπει νὰ προσελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς· καὶ αὐτὸς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὀφείλει νὰ παρακολουθήσῃ ἡμᾶς, οἵτινες ἤλθομεν, ὑποσχεθέντες νὰ βελτιώσωμεν πραγματικῶς καὶ οὐχὶ διὰ λόγων τὰ κακῶς ἔχοντα. Πολλάκις ἐπανελήφθη καὶ ἐβεβαιώθη, ὅτι ἡ τέως Κυβέρνησις παρεβίασε νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα· ἐὰν τοῦτο ἀποδειχθῇ, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν καὶ ποινικὰς εὐθύνας· ἀλλ’ ὅταν λέγω τοῦτο, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν τὸ ζήτημα, ὅπως ὑψώσωμεν ξίφος κατηγορίας χάριν κερδοσκοπίας πολιτικῆς, ὡς ἄλλοτε ἔπραξε τοῦτο ὁ τέως Πρωθυπουργός· ἐὰν ὑπάρχῃ περίστασις ἀναμφισβήτητος παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων, ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν μας, ἀμνηστεύοντες τὴν τέως Κυβέρνησιν; Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, ὁποῖον εἶδος πολιτεύματος ἔχομεν, ὅταν ὁ μὲν Βασιλεὺς ἦναι ἀνεύθυνος, καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἀνεύθυνος εἰς συνταγματικὴν μοναρχίαν, ἀλλ’ ὅταν καὶ ἡ Κυβέρνησις μένῃ ἀνεύθυνος! Ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνησις φροντίζει νὰ ἦναι ἀνεύθυνος, διότι ἴσως καὶ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ καθιερώσῃ τὸ προηγούμενον τῆς εὐθύνης. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐκταθῶ πλειότερον ἐπὶ συγκεκριμένων περιστάσεων, ἀλλ’ ἀρκοῦμαι εἰς πρόχειρά τινα παραδείγματα, ἵνα θίξω ἁπλῶς ἐκ τοῦ προχείρου τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, καὶ ὅτι ὑπάρχουσι γεγονότα, τὰ ὁποῖα δύνανται, καταλλήλως ἐξελεγχόμενα, νὰ φέρωσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρεβίασε τοὺς νόμους· καὶ τότε πρὸς τί νὰ συκοφαντῆται ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος μας; Ἀλλ’ ἐὰν ἀληθῶς παρεβίασε ῥητὰς τῶν νόμων διατάξεις, καὶ μάλιστα συνταγματικάς, ὡς δὲν ἔπαυσε λέγουσα ἡ τέως Ἀντιπολίτευσις, ὀφείλει νὰ λειτουργήσῃ ὁ περὶ εὐθύνης νόμος. Ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ὑπεστηρίζετο ὑπὸ τῶν ῥητόρων, ὅτι ἐγένετο ἀπόπειρα πλαστογραφίας τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος, καὶ ὅτι αὕτη ἐγένετο ἐν γνώσει καὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθές, νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ σιωπήσωμεν; Εἶναι καὶ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ φανῶμεν ἐπιεικεῖς, ἀλλ’ εἶναι καὶ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ φανῶμεν ἀμείλικτοι. Ἡ συμμετοχὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν διαφθορὰν τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ στόλου χάριν ἐκλογικῶν σκοπῶν, εἶναι πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ σιωπήσωμεν; Ἤκουσα ἀξιότιμον συνάδελφον χθές, ζητοῦντα νὰ διπλασιασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἀπαντῶ εἰς αὐτόν: Πρέπει προηγουμένως νὰ μὲ βεβαιώσητε, ἂν τὰ πλοῖα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι δὲν πρόκηται νὰ ἐνεργήσωσιν ἐκλογικὰς περιπολίας, ἂν δὲν πρόκηται νὰ περιφέρωσι τοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους ἐπιδεικτικῶς, καθιστῶντες ἄνισον τὸν ἀγῶνα τῶν ἀντιπάλων σας, διαφθείροντες πολιτικῶς τὸ φρόνημα τῶν πληρωμάτων καὶ σπαταλῶντες τοὺς ἄνθρακας χάριν γυμνασίων ἐκλογικῶν! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγένετο ὑπεξαίρεσις δημοσίων ἐγγράφων· καὶ ἀφοῦ τὸ βεβαιοῖ εἷς Ὑπουργός, καὶ μάλιστα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, πρέπει νὰ παραδεχθῶ, ὅτι εἶναι πρᾶξις ἀξία ἐξετάσεως. Ἐὰν ἀντίθετός τις τῆς τέως Κυβερνήσεως ὑπεξῄρει ἐπίσημον ἔγγραφον, θὰ εὑρίσκετο εἰς τὰς φυλακάς· δὲν θέλω νὰ προδικάσω, διότι πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ παρανόησις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι πάντα ταῦτα· ἐγένετο καταγγελία παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ ἀφαιρέσει ἐγγράφων, σκοπούσῃ, ὡς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπε, τὴν ἐξάλειψιν τῶν ἰχνῶν τοῦ ἐλέγχου· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρέπει τὰ τοιαῦτα νὰ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς κερδοσκοπίας, πρέπει νὰ τὰ σταθμίσωμεν καλῶς, καὶ μόνον ὅταν πεισθῶμεν, νὰ ἐκτελέσωμεν αὐστηρῶς τὸ καθῆκόν μας, ἵνα βεβαιώσωμεν, ὅτι οἱ νόμοι δὲν εἶναι ἱστὸς ἀράχνης διὰ τοὺς ἰσχυρούς. Νομίζω προσέτι, Κύριοι, ὅτι τὸ ἔργον τῆς τιμωρίας τῶν ἐκλογικῶν ἀδικημάτων πρέπει νὰ τεθῇ ἐν πλήρει καὶ τακτικῇ ἐφαρμογῇ· μετ’ εὐχαριστήσεώς μου ἀνέγνων περὶ τούτου μίαν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν πίνακος ὅλων τῶν ἐκλογικῶν ἀδικημάτων...
§17ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατετέθησαν.
§18Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν κατετέθησαν πᾶσαι αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι. Ἐγὼ ἐζήτησα πίνακα λεπτομερέστατον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἕκαστος θὰ ἴδῃ ὅλα τὰ πρόσωπα τὰ γνωστά, καὶ ἂν πράγματι ὁ νόμος πρόκηται νὰ λειτουργήσῃ ἀμερολήπτως. Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε κατάστασιν, περιέχουσαν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἑκάστη τῶν καταγγελιῶν δι’ ἐκλογικὰ ἀδικήματα, πότε ἐγένοντο αἱ μηνύσεις, παρὰ τίνος καὶ διὰ τίνας πράξεις, καὶ πᾶσαν ἐν γένει σχετικὴν καὶ δυνατὴν πληροφορίαν· διότι πρέπει νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, πρέπει δὲ καὶ ὁ τελευταῖος τῶν πολιτῶν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἀτιμωρητεὶ δὲν δύναται νὰ παραβιάζῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Νομίζω, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῶν ὀργάνων τῆς τέως Κυβερνήσεως θὰ κατασταθῇ πλήρης, οὐ μόνον ἐὰν λειτουργήσῃ ἡ δικαιοσύνη, ἀλλὰ καὶ ἐὰν γείνῃ ὁ ἔλεγχος τῶν δημοσίων ταμείων, τῶν δημοτικῶν, τῶν κοινοτικῶν· καὶ παρακαλῶ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, ὡς καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβωσι σημείωσιν τῆς παρακλήσεώς μου, διότι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἀφορμὴ πολλῶν ἐγκλημάτων, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀτυχῶς καὶ πολλοὺς Δημάρχους εἰς τὴν τέως Κυβέρνησιν· ψιθυρίζονται εἰς πολλὰ μέρη καταχρήσεις τῶν δημοτικῶν ταμείων, αἱ ὁποῖαι ὀφείλονται εἰς τὴν πεποίθησιν, ἥτις ἐσχηματίσθη, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης εἶναι ἰσόβιος Πρωθυπουργός, διότι ἐθεωρεῖτο, ὡς ὑπὸ τῶν φίλων του ἐλέγετο, ὁ Βίσμαρκ τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ ἀτιμωρησία ἐξώθησε πολλοὺς ἄρχοντας τῶν δήμων εἰς παρεκτροπὰς, καὶ πρέπει νὰ βεβαιωθῇ, ἂν τὸ δημοτικὸν χρῆμα ἐχρησίμευσεν, ὅπως καταπολεμηθῶσιν οἱ πολιτικοὶ τῶν Δημάρχων ἀντίπαλοι, ἢ χάριν τῶν δημοτικῶν ἀναγκῶν. Ἀλλὰ ὁ ἔλεγχος πρέπει νὰ ἦναι ἀκριβὴς καὶ ἀμερόληπτος· διότι τότε καὶ μόνον θέλομεν σωθῆ· ἄλλως τὴν ἰδίαν Κυβέρνησιν θέλουσιν ἐκθέσει οἱ φίλοι αὐτῆς, μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ· διότι οἱ φίλοι αὐτῆς Δήμαρχοι εἶναι ἑπόμενον, ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας τῶν ἤδη παρεκτραπέντων ἐνθαῤῥυνόμενοι, νὰ εἴπωσι: «καὶ διατὶ δὲν πράττομεν καὶ ἡμεῖς τὸ αὐτό;» Δέν μοι ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὡς ἐδήλωσε καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει προσπαθήσει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της ὡς πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἀρκεῖ ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν ἀρκεῖ· διότι ἡ δικαιοσύνη δὲν λειτουργεῖ, καὶ δὲν λειτουργεῖ, διότι εἰς τὴν δικαιοσύνην εἰσέδυσεν ὁ σάραξ τῶν προσωπικῶν κομμάτων, ἅτινα διὰ τῆς ἐγκληματικῆς ἀδιαφορίας τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης ὤθησαν τὰ πράγματα εἰς σημεῖον ἀπογνώσεως· καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μὲ τοιοῦτον πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ ἐν Ἑλλάδι δικαιοσύνη ἀπὸ τὴν ἑκάστοτε Κυβέρνησιν, διὰ τῆς ἀδιαφορίας, διὰ τῆς ἐπεμβάσεώς της πολλάκις, διὰ τῆς μεροληπτικῆς προαγωγῆς, διὰ τῆς γλισχρότητος τῶν μισθῶν, ἀπορῶ καὶ πῶς σῴζεται ἴχνος δικαιοσύνης, καὶ πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ἀληθεῖς μάρτυρας ἐκείνους τοὺς δικαστὰς, οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των· διότι ἡ δικαιοσύνη ἀφέθη εἰς τὴν τύχην τοῦ κόμματος. Ὁ δικαστικὸς κλάδος εἶναι ὁ μᾶλλον ἀμεληθεὶς καὶ ὁ τὰς μείζονας πάντοτε παρασχὼν καὶ παρέχων εἰς τὸ ἔθνος ὑπηρεσίας. Ἡ τῆς δικαιοσύνης καλὴ καὶ ταχεῖα ἀπονομὴ, Κύριοι, εἶναι μᾶλλον ζήτημα προσηκούσης ἐκλογῆς τοῦ προσωπικοῦ ἢ ζήτημα νόμων. Ὁ δικαστής ἐστὶν ὁ ἔμψυχος νόμος. Ὁ Dupin ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν κακῶν νόμων οἱ καλοὶ δικασταὶ εὑρίσκουσι τὸ μέσον νὰ πράξωσι τὸ καλὸν, ἀλλ’ οἱ κακοὶ δικασταὶ, καταχρώμενοι καὶ τοὺς καλοὺς νόμους, διαπράττουσι τὸ κακόν. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην λοιπὸν ὁ τόπος ἑκατοστύων ἢ καὶ χιλιάδων νόμων, εἰς τοὺς ὁποίους ἠσχολήθη ὁ τέως Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ δικαστῶν μεμορφωμένων ἐναρέτων καὶ φιλοπόνων, διὰ τοῦτο δὲ καὶ καλοπληρονομένων. Ἐμερίμνησε περὶ τούτου; Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τόσον εὐρὺ, ὥστε δὲν ἀποφασίζω οὔτε νὰ προχωρήσω, διότι ἤθελον μακρηγορήσει. Σκοπῶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν εἰσαχθέντων δικαστικῶν νομοσχεδίων νὰ ὁμιλήσω ἐκτενέστερον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἡ δικαιοσύνη χειροτερεύει. Δύναμαι νὰ εἴπω, πρὸς τιμὴν τοῦ ἐνταῦθα παρακαθημένου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ὃν χρόνον ἐκυβέρνησεν ἐκεῖνος, ἡ δικαιοσύνη ἦτο βεβαίως εἰς καλλίτερον σημεῖον· ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔφθασεν εἰς σημεῖον ἀπογνώσεως. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ὁμιλήσω περὶ βελτιώσεως τῆς δικαιοσύνης ἀλλὰ προκειμένης συζητήσεως περὶ τῶν κακῶς ἐχόντων, πρέπει νὰ λεχθῶσι λέξεις τινὲς περὶ τῶν γενικῶν γραμμῶν τοῦ θέματος τούτου, διότι κατ’ ἐμὲ τὰ πάντα ἀνεξαιρέτως στηρίζονται ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο διετύπωσα τὴν γʹ παράγραφον τῆς τροπολογίας μου ὡς ἀκολούθως (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτακτικῶς ὁ τόπος ἀναμένει ἐκ τῆς ἐπελθούσης πολιτικῆς μεταβολῆς τὴν διὰ τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων ἐκκαθάρισιν τῶν λειτουργῶν τῆς Θέμιδος καὶ τὴν διὰ τῆς αὐστηρᾶς ἐποπτείας καὶ τῶν ἀναγκαίων νομοθετικῶν μεταῤῥυθμίσεων—μὴ παραλειπομένης τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν—ἀνύψωσιν τοῦ γοήτρου τῆς δικαιοσύνης, ἧς ἄνευ οὐδεμία ὑπόσχεσις περὶ κανονικῆς λειτουργίας τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου, οὐδὲ περὶ διοικητικῆς καὶ δημοτικῆς ἀποκεντρώσεως, οὐδὲ περὶ ἐκπαιδευτικῆς προόδου, οὐδὲ περὶ προσηκούσης ἀφομοιώσεως, ἐν περιπτώσει προσαρτήσεως νέων χωρῶν, δύναται νὰ θεωρηθῇ σπουδαία οὐδεμία ἐλπὶς περὶ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ περὶ ἐμψυχώσεως τῆς γεωργίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας δύναται νὰ φαιδρύνῃ τὰς ἀπεγνωσμένας φυσιογνωμίας τῶν δεινῶς φορολογουμένων χάριν πολυτελοῦς ὑπαλληλίας, θεραπευούσης τὰ κομματικὰ συμφέροντα.» Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας καὶ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην νὰ ἐργασθῇ περὶ βελτιώσεως τῆς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης· ἐπειδὴ δὲ εἷς τῶν λόγων, δι’ οὓς δίδω ψῆφον δυσπιστίας εἰς τὴν νῦν Κυβέρνησιν, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης, ὀφείλω νὰ σᾶς ἐξηγήσω πλατύτερον τὰ περὶ τούτου. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἦλθε καὶ κατὰ τὸ 1885 Πρωθυπουργός· καὶ τότε ἐναγωνίως περιέμενον εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον νὰ ἀκούσω λέξιν παρήγορον περὶ δικαιοσύνης. Ὡς ἀντιπολιτευόμενος ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶχε λάβει ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ κατακρίνῃ τὴν πρώην Κυβέρνησιν, τὴν ὑπὸ τὴν πρωθυπουργίαν τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀνέγραψε λοιπὸν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον τῆς Αʹ Συνόδου τῆς Ιʹ Περιόδου ταύτας καὶ μόνας τὰς λέξεις (ἀναγινώσκει): «Τὴν νομοθετικὴν δὲ ταύτην περίοδον δέον νὰ ἀπασχολήσωσι καὶ αἱ πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης μελέται.» Μελέται! μελέται μόνον! Ἀλλ’ οὔτε περὶ μελετῶν ἐφρόντισε. Καὶ δὲν λησμονῶ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς πρώτης πρωθυπουργίας τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἀπησχολήθη ὁ τόπος ὑπὸ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου οὐδὲν ἔπραξεν· ὁ κ. Τρικούπης ἦτο τότε ἀντιπολιτευόμενος, καὶ ὅταν εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον προέτεινα τὸν καταρτισμὸν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίων, συζητηθησομένων εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην Σύνοδον, ὁ κ. Τρικούπης προθύμως τὸ ἐδέχθη, τὸ ἐδέχθη δὲ καὶ ἡ πτέρυξ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἡ δὲ Βουλὴ ἀνέθηκεν εἰς τὸν τότε Πρόεδρον νὰ ἐκλέξῃ τὴν ἐπιτροπήν· ἀλλὰ, μολονότι ἐγὼ ὑπέμνησα τοῦτο, ἡ ἐπιτροπὴ οὔτε κἄν συνεκροτήθη· ὑπέβαλον μὲν ἐγὼ δικαστικὰ νομοσχέδια, ταῦτα ὅμως δὲν ἔλαβον τὴν τιμὴν τῆς συζητήσεως. Περιέμενον ἤδη νὰ ληφθῇ τὸ ἔργον τοῦτο ὑπὸ σπουδαιοτέραν ἔποψιν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς καὶ εἰς τὸν τελευταῖον Βασιλικὸν λόγον εὑρίσκω μίαν παράγραφον ἀόριστον, ἀσαφῆ, θέτουσαν μεταξὺ πολλῶν ἄλλων θεμάτων καὶ τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης. Δύνανται ὅμως νὰ μοὶ εἴπωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί: «διατὶ προδικάζεις;» Ἀλλὰ δὲν προδικάζω, ἀφοῦ ἐκ τῶν ἤδη ὑποβληθέντων δικαστικῶν νομοσχεδίων ἐπείσθην, ὅτι πρόκειται οὐ μόνον νὰ ἐπαναληφθῶσι τὰ αὐτὰ, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ καὶ χειροτέρευσις νὰ ἐπέλθῃ, διότι νόμοι, οἵτινες εἶχον ἐν μέρει δέσει τὰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν, ἵνα, ὅταν Βουλευτής τις πιεζόμενος ζητῇ παρ’ αὐτῶν πράγματα οὐχὶ δίκαια, δύνανται νὰ τῷ λέγωσι «τί νὰ σᾶς κάμω; ἐμποδίζομαι ὑπὸ τοῦ νόμου!», καταργοῦνται διὰ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σᾶς ζητεῖ νομοσχέδια, νὰ ἀνοίξητε τὰς πύλας τοῦ Ὑπουργείου του, ἵνα εὐκολώτερον εἰσέρχωνται οἱ φίλοι τοῦ κόμματος. Ἰδοὺ ὁλόκληρον τὸ ἀναμορφωτικὸν σχέδιον τῆς νέας Κυβερνήσεως πρὸς βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης! Κύριοι, ἀναβάλλω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι, πρὶν ἢ μεταβῶ εἰς ἄλλο θέμα, νὰ μὴ προσθέσω, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα κατάστασις τῆς Δικαιοσύνης, ἐκτὸς ἄλλων συνεπειῶν, εἶχε καὶ τὸ δυσάρεστον ἀποτέλεσμα τῆς ἀναχωρήσεως τῶν Τούρκων ἐξ Ἑλλάδος, ἕνεκα δὲ τούτου ἡ Θεσσαλία σήμερον πάσχει καὶ ἕνεκεν ἐλλείψεως χειρῶν· οἱ Ὀθωμανοὶ ἀνεχώρησαν ἀτυχῶς, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς τὸ βεβαιώσω, ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τῆς προσηκούσης δικαιοσύνης καὶ ἀπὸ καταπιέσεις, τὰς ὁποίας ὑφίσταντο ἀπὸ κατώτερα ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι λυπηρὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τοὺς ἤκουσα λέγοντας, ὅτι ἐπὶ τουρκοκρατίας εἶχον καλλιτέραν δικαιοσύνην· τοὐλάχιστον ἦτο ταχυτέρα! Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτήσητε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, πῶς δύνασθε νὰ θεωρηθῆτε, ὅτι σπουδαίως ὑπόσχεσθε μέριμναν ὑπὲρ τῆς γεωργίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, ὅτι φροντίζετε περὶ βελτιώσεως τῆς διοικήσεως, ἐὰν δὲν ἐξασφαλίσητε τὴν δικαιοσύνην; Ἀναγνωρίζετε, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἀποκεντρώσεως ἐν τῇ διοικήσει, ὅτι οἱ δῆμοι πρέπει νὰ ἀναπνεύσωσιν ἐκ τῶν βασάνων τῆς κομματικῆς διοικήσεως. Οὐδεμίαν ὅμως ἐγὼ ἐνέργειάν σας δύναμαι νὰ θεωρήσω σπουδαίαν, ἐὰν δὲν σᾶς ἴδω ἐπιλαμβανομένους πρωτίστως καὶ πρεπόντως τῆς βελτιώσεως τῶν τῆς δικαιοσύνης. Ἡ συζήτησις θὰ φέρῃ εἰς φῶς τὴν σχετικὴν ἀλήθειαν· ἀλλὰ δὲν σᾶς βλέπω οὔτε παρασκευασθέντας, οὔτε διατεθειμένους πρὸς τοιοῦτο ἔργον. Ἀρκούμενος, Κύριοι, εἰς ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ζήτημα, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχητε ὀλίγην ὑπομονήν, ὅπως προσθέσω καὶ ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἐσωτερικὸν, ἐὰν ἐπιτρέπηται τὸ κἄπως ὀξύμωρον αὐτὸ σχῆμα. Μάτην ἀγωνιζόμεθα περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅταν ἐσωτερικῶς εὑρισκώμεθα εἰς βαβυλωνίαν. Ἀπηλευθερώθη ἡ Θεσσαλία καὶ μία Ἠπειρωτικὴ λωρίς, ἀλλὰ δὲν εὑρέθημεν ἀτυχῶς παρεσκευασμένοι, ὅπως δωρήσωμεν εἰς τοὺς τέως ὑποδούλους ἀληθῆ ἐλευθερίαν. Ἐὰν συλλογισθῆτε, πῶς ἐγένετο ἡ ἀφομοίωσις καὶ τίνα ἀποτελέσματα ἀντεθνικὰ ἐπῆλθον, ὡς ἐκ τῆς ὀλιγωρίας τῆς κυβερνητικῆς, καὶ τῆς ἐπονειδίστου κομματικῆς συμπεριφορᾶς τῶν λειτουργῶν τοῦ Κράτους, τότε θέλετε πεισθῆ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι καλῶς δὲν γνωρίζομεν, τί ζητοῦμεν, ἢ μᾶλλον πόθεν πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν, καὶ πῶς νὰ μὴ παραλείπωμεν τὰ ἐσωτερικὰ χάριν τῶν ἐξωτερικῶν· διότι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν διέθεσε καλῶς τὰ τοῦ ἰδίου του οἴκου, δὲν εἶναι ὁ καταλληλότερος νὰ μεριμνήσῃ πρεπόντως περὶ τοῦ ἐν τῇ γειτονίᾳ του μένοντος ἀδελφοῦ του. Δὲν λέγω, Κύριοι, νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν ἀπέναντι τῶν ἀδελφῶν μας· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραλείψω, ὅτι δὲν ἐμελετήθη ἐπαρκῶς τὸ λεγόμενον ἐξωτερικὸν ζήτημα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι συζητουμένης τῆς ἐκλογῆς Αἰτωλοακαρνανίας εἶπον πολλὰ καὶ διὰ τὸν νομὸν Λαρίσσης, καὶ ἀρκοῦμαι εἰς ἐκεῖνα, διὰ νὰ ἐννοήσητε, ὅτι οἱ ἐντολεῖς ἡμῶν εὑρέθησαν ἀτυχῶς εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἐνθυμηθῶσι προγενεστέρας ἐποχάς. Κύριοι, ὁ γράψας τὸν Βασιλικὸν λόγον ἠθέλησε νὰ συμβιβάσῃ τὰ συμβίβαστα ἀληθῶς. Ὁμολογῶ, ὅτι ἦτο ὀλίγον δυσχερὴς ἡ θέσις του, ἕνεκα τοῦ συνταγματικοῦ αὐτοῦ ἐθίμου, καὶ διὰ τοῦτο διετύπωσε μίαν φράσιν ἐλαστικήν, περιφραστικὴν, ἡ ὁποία ἀποσιωπᾷ ὅλα καί, δύναμαι νὰ εἴπω, δὲν λέγει τίποτε. Ἡ διατύπωσις τῆς τρίτης παραγράφου ἔφερεν εἰς δυσχέρειαν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅθεν καὶ ἐκείνη ἠναγκάσθη νὰ παρακολουθήσῃ λέξιν πρὸς λέξιν τὸν Βασιλικὸν λόγον· καὶ ἔχομεν δύο Βασιλικοὺς λόγους, τὸν ἀπαγγελθέντα καὶ τὴν ἀπάντησιν. Ἀλλὰ πρὸς τί ἡ τοιαύτη κωμῳδία; Δὲν λέγει ὁ Βασιλικὸς λόγος καθαρῶς, ὅτι αἱ διεθνεῖς σχέσεις εἶναι ὁμαλαί, ἀλλὰ ποθεῖ νὰ τὰς ἔχῃ· ἀποφεύγει μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας νὰ ἀναφέρῃ καὶ τὴν ἐλαχίστην λέξιν, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ δυσαρεστήσῃ τὰ νεῦρα τῶν γειτόνων ἡμῶν, ἢ ἄλλων, ἀσπαζομένων τὴν εἰρηνικὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ, Κύριοι, πῶς θέλετε, ἐγὼ νὰ ψηφίσω τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, τοιαῦτα λέγουσαν, ἀποσιωπῶσαν δ’ ἐκεῖνα, περὶ ὧν ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας πάντες ὁμιλοῦμεν; Ἠκούσατε ἀξιότιμον συνάδελφόν μας χθές, ἀναπτύξαντα διὰ μακρῶν τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ μήπως πάντες ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν, ὅτι, μακρὰν τοῦ νὰ ἦναι ὁμαλαὶ καὶ φιλικαὶ αἱ διεθνεῖς σχέσεις, περιῆλθον εἰς τόσον ὀξὺ σημεῖον, ὥστε ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν φθάσει ἀτυχῶς, ὡς ἐκ τῶν ἐσωτερικῶν ἀνωμαλιῶν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα θέσιν, διὰ νὰ μὴ ἤμεθα ἐν πολέμῳ; Πῶς εἶναι δυνατόν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ὑποδούλους ἀδελφοὺς ἡμῶν, ὅτι δὲν γνωρίζομεν ὅτι τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἐσεβάσθησαν οἱ τυραννικώτεροι τῶν Σουλτάνων, ἀφῃρέθησαν, ἀφοῦ ἀληθεύει, ὅτι ἡμεῖς τὸ γνωρίζομεν; Ἀλλ’ ἐὰν τὸ γνωρίζωμεν, διατὶ δὲν τὸ λέγομεν; Μακρὰν τοῦ νὰ ἦναι ὁμαλαὶ καὶ φιλικαὶ αἱ διεθνεῖς σχέσεις, εἶναι ἐχθρικαὶ, ἐπαναλαμβάνω, καὶ δὲν ἐνεργοῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐν τῇ ἰδίᾳ τροπολογίᾳ ἀνέπτυξα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι τὸ ἔθνος ἡμῶν ὑπέστη ἐκτάκτους θυσίας καὶ χρήματος καὶ αἵματος χάριν τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν καθήκοντος; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν τὰς βασάνους τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν Κρητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο τὸ θῦμα τῆς Τουρκικῆς πονηρίας, ὑποβοηθουμένης δυστυχῶς καὶ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Πῶς εἶναι δυνατὸν, συζητοῦντες ἐνταῦθα περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἑκατομμύρια ὁμογενῶν ἡμῶν ἔχουν κεκλεισμένους τοὺς ναοὺς καὶ τὰ σχολεῖα αὐτῶν; Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια δὲν ὠφελεῖ, λέγουσιν. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ ἀλήθεια πάντοτε ὠφελεῖ. Κύριοι, ἐπὶ πολλὰς ὥρας ἠδύνατο νὰ μὲ ἀπασχολήσῃ ἐνταῦθα τὸ ζήτημα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἐξεταζόμενον ὅμως ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι σήμερον. Διὰ νὰ κατανοήσωμεν τὴν περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων πολιτικὴν, θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς πολὺ ἀρχαίαν ἐποχήν· εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐνθυμηθῶμεν τοὐλάχιστον τὸ 1862 καὶ τὴν ἔξωσιν τοῦ Ὄθωνος· εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐνθυμηθῶμεν τὸ 1854, τὸ 1867–1868, τὸ 1877–1878 καὶ τὸ 1885–1886· βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἐπιχειρήσω σήμερον τοιαύτην συζήτησιν, ἥτις ἤθελέ με κρατήσει πολλὴν ὥραν εἰς τὸ βῆμα. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ εἴπω, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, εἶναι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1864 ἰδίως κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις μᾶλλον, ὅτι ἐπικρατεῖ εἰς τὰς σκέψεις καὶ εἰς τὰς πράξεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, σχεδὸν ἄνευ διαλείμματός τινος, ἡ ἀγγλικὴ πολιτικὴ ἡ δὲ ἀγγλικὴ πολιτικὴ κανονίζεται κατὰ τὰ ἀγγλικὰ συμφέροντα, καὶ τὰ ἀγγλικὰ συμφέροντα εἶναι φιλότουρκα, ἀφοῦ δὲ εἶναι φιλότουρκα, δὲν δύνανται νὰ ἦναι φιλελληνικὰ, διότι τὰ συμφέροντα ἡμῶν εἶναι πολέμια πρὸς τὰ τῶν Τούρκων. Ἴσως τινὲς ἐξ ὑμῶν ἀνέγνωσαν ὑπὸ ποίους ὅρους ἡ Ἀγγλία καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις παρεχώρησε τὴν Ἑπτάνησον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, τυχούσης ἄλλης εὐκαιρίας, νὰ ἀναπτυχθῶ περισσότερον, ἀλλ’ ἀρκοῦμαι νὰ σημειώσω, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἔχει θέσει τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ λαιμοῦ ἡμῶν, ἐπὶ τοῦ λαιμοῦ τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ ἐν ὅσῳ ἐπικρατεῖ τοιαύτη πολιτικὴ, μάτην ἀγωνιζόμεθα· ἀφ’ ἑνὸς τὸ ἔθνος ὀργᾷ, ζητεῖ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του, καὶ οὕτω ἔχομεν τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τῶν ἱστορικῶν παραδόσεων· ἀφ’ ἑτέρου ἡ δύναμις τῆς Ἀνάσσης, ἥτις ἐπιβάλλεται ἀτυχῶς, ἐμποδίζει πᾶσαν ἐνέργειαν. Τί παράγεται ἐντεῦθεν; μία ἀλληλοσύγκρουσις τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων· ἡ μία ὠθεῖ τὸ ἔθνος εἰς δαπάνας ἀνυπολογίστους, ἡ ἄλλη ἐξαφανίζει καὶ ἐξουδετερόνει αὐτάς. Πρέπει, Κύριοι, νὰ καθαρίσῃ τὸ ἔθνος ἡμῶν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν· ἐὰν δὲ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ, οἵα καὶ μέχρι τοῦδε, πολιτικὴ, ἀπατῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, νομίζοντες, ὅτι ἐργαζόμεθα ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν· καταπονοῦμεν τὸν τόπον, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω, διατὶ ἐγὼ δὲν κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς ἀμέσου πολεμικῆς ἐνεργείας. Πεῖρα μακρὰ, ἀρχομένη ἰδίως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1877, μὲ ἔφερεν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα. Εἶχον τὴν εὐτυχίαν ἢ ἀτυχίαν νὰ λάβω μέρος εἰς τὰς ἐν Θεσσαλίᾳ ἐνεργείας τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ 1878 καὶ νὰ ἀντιληφθῶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τῆς ἐξ Ἀθηνῶν ἀντιδράσεως εἰς τὸν ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως ἐνθουσιασμὸν, νὰ λάβω δὲ καὶ μέρος ἐνεργὸν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὸ 1885–1886. Τὰ παθήματα ἐκεῖνα μὲ ἠνάγκασαν νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἐν ὅσῳ ἐπικρατεῖ ἡ ἀμφίβολος στάσις ὑμῶν καὶ ἡ ἀλληλοσυγκρουομένη πολιτικὴ, οὔτε ἐξωτερικῶς προχωροῦμεν, οὔτε ἐσωτερικῶς βελτιούμεθα. Ἴσως ὅμως τις, ἀντικρούων με, θελήσῃ νὰ μοὶ εἴπῃ: «ἀρνεῖσθε τὰς ὑπηρεσίας τῆς τέως Κυβερνήσεως; ἀρνεῖσθε ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς νύκτας ὁλοκλήρους ἀπησχολήθη εἰς τὴν σύνταξιν ἀπείρων νομοσχεδίων περὶ στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας καὶ σχολῶν στρατιωτικῶν κτλ. κτλ.; ὅτι ὁ τέως ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἐφρόντισε νὰ δωρήσῃ εἰς τὸν τόπον στόλον ἀξιόμαχον; πῶς ἀρνεῖσθε, ὅτι ἔχομεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεργείας;» Ἀρνοῦμαι, Κύριοι, καὶ μετὰ πολλῆς πεποιθήσεως· διότι ὁ κ. Τρικούπης περὶ παντὸς ἄλλου ἐφρόντιζεν ἢ περὶ μορφώσεως στρατοῦ καὶ στόλου. Ἐξελεγχομένων τῶν ἐκλογῶν, ἠκούσατε εἰς ποῖον σημεῖον ἠθέλησε νὰ ὠθήσῃ τὸν στρατόν, τὸν ὁποῖον παρέδωκεν εἰς τὸ κόμμα· καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἐθνικὰ πλοῖα ἐχρησίμευσαν εἰς ἐκλογικὰς περιοδείας! Δὲν λέγω, ὅτι εὗρεν ὅλον τὸν στρατὸν σύμφωνον, ἀλλ’ ἀτυχῶς εὗρε μέρος αὐτοῦ· ἀντὶ νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸν στρατὸν τὴν μεγάλην ἰδέαν,—σμικρυνθεῖσαν φρικωδῶς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, —προσεπάθησε νὰ διδάξῃ εἰς αὐτὸν μόνον ἐκλογικὰς ἐνεργείας. Διὰ τοῦτο ἄλλοι, ἀντιφρονοῦντες εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἦτο ἑπόμενον νὰ σταθῶσιν ἀντιμέτωποι· καὶ ἰδοὺ ἔχομεν δύο στρατόπεδα· κατ’ ἀνάγκην ἔχομεν σήμερον,—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις,—Τρικουπικοὺς καὶ Δηλιγιαννικούς. Ἀντὶ νὰ φροντίσῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 8 ἔτη ὁλόκληρα ἐκυβέρνησε τὸν τόπον μὲ τὴν ἀμέριστον βοήθειαν τῆς Βουλῆς, νὰ ἀνυψώσῃ τὸν στρατόν, ἐφρόντισε νὰ μορφώσῃ αὐτὸν μόνον δι’ ἐκλογάς, μόνον διὰ παροχάς· ὁσάκις δ’ εἶχεν ἀνάγκην ἑκατομμυρίων τινῶν, τὰ ὁποῖα ἀκολούθως διεσπαθίζοντο χάριν κομματικῶν ἀναγκῶν, τότε ἐνεθυμεῖτο τὴν μεγάλην ἰδέαν, τὸν κυματισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας εἰς τὴν Μεσόγειον!.... Ἆ! Κύριοι, φροντίζει σπουδαίως ἐκεῖνος περὶ στόλου, ὅστις ἐπιτρέπει, τὰ ἐθνικὰ πλοῖα νὰ περιφέρωνται εἰς τὰς ἀκτάς, φέροντα τοὺς ὑποψηφίους Βουλευτὰς, μεταφέροντα ἐπαίτας ἐκλογεῖς; πῶς σήμερον θὰ ζητήσητε τὸν φόρον τοῦ δυστυχισμένου αὐτοῦ λαοῦ χάριν τοιούτων πλοίων, ἐὰν δὲν πείσητε αὐτὸν, ὅτι τὰ πλοῖα πρόκειται νὰ χρησιμεύσωσι διὰ ναυτικὰ γυμνάσια καὶ διὰ τὸν καιρὸν τῆς ἐνεργείας; Ἰδοὺ διατὶ καὶ αὐτὴ ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία ἐσαλεύθη. Γνωρίζω τὰ Λαρισσαϊκά· δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπαινέσω τὰ συμβάντα ἐν Λαρίσσῃ ἐκ μέρους τοῦ στρατοῦ· ἐννοῶ τὴν ἀγανάκτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ πρὸς ἀπόκτησιν εἰδικοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει ἄλλα μέσα, εὐκολώτερα καὶ καταλληλότερα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ διεκδικήσῃ τὰ δίκαιά της· ἰδοὺ ὅτι ἦλθεν ἡ 14η Ὀκτωβρίου, ἡ ὁποία ἐτιμώρησε τὰς παρεκτροπὰς τῆς πρώην Κυβερνήσεως, χωρὶς ὅμως νὰ δώσῃ εἰς τὸν στρατὸν εἰδικὸν Ὑπουργόν· ἀλλὰ τοῦτο οἱ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ μάλιστα οἱ ἀξιωματικοί, ὀφείλουσι νὰ ψέξωσι δεόντως. Μὴ ἐπαινῶν ὅμως τὸ κίνημα ἐκεῖνο, οὐδὲ τὰ περὶ στρατοῦ μέτρα τοῦ κ. Τρικούπη, δὲν ἐπαινῶ καὶ τὴν νῦν Κυβέρνησιν, ἥτις ἀπὸ τῶν πρώτων στιγμῶν ἐνεθυμήθη τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἀνεφέροντο ὡς λαβόντες μέρος εἰς τὸ στασιαστικὸν ἐκεῖνο κίνημα· διότι, ἐὰν ὁ τέως Πρωθυπουργὸς ὤθησε τοὺς κατὰ πάντα ἄλλως τε ἀξιοτίμους ἀξιωματικούς, εἰς τοιαύτην ἀγανάκτησιν, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἔπρεπε μὲ κίνδυνον τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας νὰ ἐπέλθῃ ἡ οἱονεὶ ἀμοιβὴ εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἦσαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐντεταλμένοι νὰ ζητήσωσι τὴν διεκδίκησιν τῶν δικαίων τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο σκοπῶ ἄλλοτε νὰ ἐξετάσω καὶ ἐὰν ἡ ἀκύρωσις τοῦ διατάγματος περὶ ἐκπτώσεως τοῦ βαθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἕνεκεν τῶν ἐν Λαμίᾳ συμβάντων ἦναι νόμιμος. Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ δὲν δυνάμεθα ἀτυχῶς νὰ δώσωμεν χεῖρα βοηθείας εἰς τοὺς πάσχοντας ἀδελφούς μας· διότι ἐσωτερικῶς δὲν ἐφροντίσαμεν νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς δεόντως· διότι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική, ἡ πίεσις τῶν ξένων, εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ κινήσωμεν τὰς χεῖρας ἡμῶν, δὲν ἐφροντίσαμεν δὲ νὰ χειραφετηθῶμεν ἀπὸ αὐτοὺς, δὲν ἠξιώθημεν νὰ χαράξωμεν μίαν πολιτικὴν Μαυροβουνίου, μικροῦ μὲν τὸ ἀνάστημα, ἀλλὰ μεγάλου τὴν καρδίαν καὶ σταθεροῦ εἰς τὸ ἐθνικόν του φρόνημα, καὶ διὰ τοῦτο ἐρωτωμένου, ὁσάκις πρόκηται περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀπελπισθῶσιν οἱ πάσχοντες, δὲν πρέπει νὰ ἀπελπισθῶμεν πάντες ἡμεῖς. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συναισθάνεται τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἀπὸ τοῦ 1821–1827, κατὰ τὸ 1854, ὡς πρὸ μικροῦ εἶπον, τὸ 1867 καὶ 1868 κατὰ τὸ 1878, τὸ 1885 καὶ 1886 ἀπέδειξεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς καὶ σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος διὰ πραγμάτων, ὅτι εἶναι ἕτοιμον εἰς πᾶσαν θυσίαν· ἀλλ’ αἱ ἀποτυχίαι, αἵτινες ἐπῆλθον ἕνεκα τῶν λόγων, οὓς προεῖπον, καὶ πρὸ πάντων ἕνεκα τῆς μὴ κατ’ ἐμὲ συμφερούσης εἰς τὸ ἔθνος ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἐπήνεγκον ἀπογοήτευσιν καὶ ἐξασθένησιν τῶν ὑλικῶν τῆς χώρας δυνάμεων. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι πρέπει ν’ ἀπελπισθῶμεν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπεγοητεύθη ὁ τόπος, διότι ἀπὸ ἀποτυχίας εἰς ἀποτυχίαν φέρεται, πρέπει νὰ σκεφθῇ σπουδαίως, καὶ πρέπει νὰ μὴ δοθῇ εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐνεργείας, ἐὰν δὲν ὠφεληθῇ ἐξ ὅλων τῶν παθημάτων τοῦ παρελθόντος. Κύριοι, παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ· οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχω πρόθεσιν νὰ ἐπιῤῥίψω μομφήν τινα· ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἀκεραίαν, διότι ἄλλως ἤθελον παραλείψει τὸ καθῆκόν μου. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐμπνευσθῇ, νὰ ἐνθουσιασθῇ· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐνθουσιασθῇ, ἐὰν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐτάχθησαν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὡς ἀρχηγοὶ τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, δὲν θελήσωσι νὰ τὸν ἐνθουσιάσωσιν. Ἐὰν ἀσπάζωνται εἰρηνικὴν πολιτικὴν, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ τὴν ὑποστηρίξωσιν· εἶναι καὶ αὐτὸ ἓν σύστημα πολιτικῆς, ἡ ἰδέα τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος· νὰ μὴ ἀφίνωσιν ὅμως νὰ πλανᾶται καὶ καταπονῆται ὁ τόπος ἐν μέσῳ ὀνείρων ἐπιζημίων, καὶ τὰ ὁποῖα ἐῤῥίψαν εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ φορολογουμένου λαοῦ ἑκατοστύας ἑκατομμυρίων, ἀφαιροῦσι δὲ τοὺς ἐργατικωτέρους βραχίονας ἐκ τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας. Ἐννοῶ τὴν εἰρηνικὴν πολιτικὴν, ἢ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ περιμένωμεν, ὅταν εὐδοκήσῃ ἡ Ἄνασσα νὰ δώσῃ ἐξ οἴκτου καὶ εἰς ἡμᾶς ψυχίον τι· διότι εἶναι γνώμη ἀκεραία καὶ εὐνόητος, ὅσον καὶ ἂν δὲν συνάδῃ μὲ τὰς ἱστορικὰς παραδόσεις μας. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν ἀλληλοσυγκρουομένην πολιτικήν· νὰ φαινώμεθα, ὅτι φροντίζομεν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, νὰ δαπανώμεθα, ν’ ἀφανιζώμεθα καὶ νὰ παραλύωμεν τὰ ἐσωτερικά· νὰ δαπανῶμεν ἑκαντοντάδας ἑκατομμυρίων ἀσκόπως, καὶ νὰ ἀρνούμεθα εἰς τοὺς δικαστὰς σχεδὸν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, ὁ δὲ γεωργὸς, στερούμενος Γεωργικῆς Τραπέζης, νὰ δανείζηται πρὸς 24 καὶ 30%! Ἐνῷ πᾶσαι αἱ θυσίαι αὗται κατ’ οὐδὲν ἐβελτίωσαν ἢ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ βελτιώσωσι τὴν θέσιν τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν μας! Ἐπίσης, Κύριοι, δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ ἐπιῤῥίψω μομφήν τινα διὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ νέου Ὑπουργείου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν, λέγοντες νὰ διπλασιασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ν’ αὐξήσῃ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν δὲν πρόκηται νὰ διαχειρισθῶσι τὸ χρῆμα αὐτὸ ἄνδρες εἰδικοί. Ὑπολήπτομαι διὰ τὰ αἰσθήματα αὐτοῦ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον· θὰ τὸν ἐθεώρουν ἴσως χρησιμώτερον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ἄλλοι καταλληλότεροι· ἀλλ’ ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν θεωρῶ αὐτὸν ὡς τὸν εἰδικώτερον, ἵνα παρασκευάσῃ τὸν στόλον κατὰ τῶν Τούρκων. Ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς τιμήν του, ὅτι ἔχει καὶ ἄριστα αἰσθήματα. Ἡ ἐγκύκλιός του, τὴν ὁποίαν εἶδον δημοσιευμένην, συνιστᾷ αὐτὸν, καὶ θὰ ηὐχόμην ὁμοίαν ἐγκύκλιον νὰ ἀνεγίνωσκον ἐν προγράμματι κοινῷ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἀνεγνώσατε ὅλοι μίαν ἐγκύκλιον, δι’ ἧς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ ναύτας νὰ μεταχειρίζωνται πλάγια μέσα, ἀλλ’ ὅταν θεωρῶσιν ἑαυτοὺς ἠδικημένους, νὰ προσέρχωνται ἐνώπιόν του, καὶ θέλουσιν εὕρει τὸ δίκαιόν των, καὶ ἂν πρόκηται νὰ παραπονεθῶσι περὶ πράξεων ἀναφερομένων εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον. Ὥστε τὸ διοικητικὸν αὐτὸ μέτρον εἶναι ἀξιέπαινον. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι εἶναι καὶ ὁ καταλληλότερος διὰ νὰ παρασκευάσῃ τὸν στόλον. Καὶ τοῦτο ὅμως εἶναι ἓν κακὸν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ὁ κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν τυραννήσας διὰ τῆς πρωθυπουργικῆς ἀνευθύνου τυραννίας. Εὑρίσκω, ὅτι τὸ 1875 ὁ κ. Τρικούπης προσέλαβεν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τὸν κ. Γονατᾶν· ἴσως ὁ κ. Γονατᾶς εἶχε καὶ ἄλλα τινὰ προσόντα· δὲν τὸν ἐγνώρισα προσωπικῶς, ἀλλὰ δὲν ἦτο ὁ καταλληλότερος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὢν ἀξιωματικὸς τῆς ξηρᾶς. Τὸ 1880 προσέλαβεν ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τὸν κ. Γ. Δ. Βούλγαρην, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἦναι ἀξιότιμος, ἀλλ’ οὐδὲν ἄλλο προσήνεγκε τότε, παρὰ τὴν ψῆφόν του, ἴσως καὶ ἄλλην τινά. Ἔρχεται τὸ 1882, κατόπιν ἐκείνου τοῦ λυσσαλέου ἀγῶνος κατὰ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, διὰ νὰ ἀπελευθερώσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν τὸν πάσχοντα, καὶ προσλαμβάνει ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τὸν κ. Γεώργιον Ῥοῦφον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἦναι ἄριστος, ἐὰν θέλετε, ἀλλ’ ὄχι ὁ καταλληλότερος διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἔρχεται τὸ 1886 κατόπιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, καὶ προσλαμβάνει ὁ κ. Τρικούπης τὸν κ. Θεοτόκην, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως εἶναι πολὺ κατηρτισμένος δι’ ἄλλας ἐργασίας, ἀλλὰ μετὰ τῆς θαλάσσης οὐδὲν κοινὸν ἔχει, παρ’ ὅτι ἡ Κέρκυρα, ἐξ ἧς ἐκλέγεται, εἶναι παραθαλασσία πόλις. Ἀλλὰ μὴ καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν συμβαίνουσι τὰ αὐτά; Νομίζω, ὅτι, ἂν σπουδαιολογῶμεν, πρέπει νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὴν θέσιν ἡμῶν, νὰ μάθωμεν, ἂν σπουδαίως ἐνεργῶμεν· νὰ σαφηνίσωμεν, ὁποίαν πολιτικὴν ἀσπαζόμεθα, καὶ ὕστερον αἱ κρίσεις ἔρχονται ψυχρότερον μὲν, ἀλλ’ ἀσφαλέστερον. Ἰδοὺ διατὶ διετύπωσα τὰς τρεῖς τελευταίας παραγράφους τῆς τροπολογίας μου οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ἑλληνισμὸς μετ’ ἄλγους ἔμαθεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς Σου εὑρίσκει ὁμαλὰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις αὐτῆς, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἑκατομμύρια ὑποδούλων ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ ἰδίως οἱ πολυπαθεῖς Κρῆτες, ἀπηνῶς καταδιώκονται, προνόμια ἀναμφισβήτητα ἀφαιροῦνται ἐκ τοῦ Πατριαρχείου, τὰ δὲ σχολεῖα καὶ αἱ ἐκκλησίαι τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν ἐκλείσθησαν, ἀκριβῶς ἕνεκα μεγίστων ἀνωμαλιῶν περὶ τὰς διεθνεῖς σχέσεις. «Ἀτυχῶς, Βασιλεῦ, πολιτικὴ ἐξωτερικὴ, ἐξυπηρετοῦσα μᾶλλον τὰ ξένα ἢ τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα, καὶ κατάστασις τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας οὐχὶ εὐάρεστος, ὀφειλομένη εἰς Ὑπουργοὺς μόνον περὶ ἐπικρατήσεως τοῦ κόματός των μεριμνήσαντας, παρέχουσιν εἰς πάντα πονοῦντα Ἕλληνα τὸ σπαρακτικὸν θέαμα τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, κρατούσης τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας πρὸ τῶν βασανιζομένων καὶ πολυειδῶς ἀδικουμένων ἀδελφῶν μας. «Ἀναντίῤῥητον εἶναι, Βασιλεῦ, ὅτι οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες ἀπεδείχθησαν ἀείποτε ἕτοιμοι εἰς πᾶσαν θυσίαν αἷματος καὶ χρήματος, ἄξιοι δὲ, ὅπως συνεχίσωσι τὸ ἡμιτελὲς ἔργον τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας, ἀλλ’ ἔχουσιν ἀνάγκην ἀρχηγοῦ, ἐμπνέοντος τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ τὴν πεποίθησιν, ἔχουσιν ἀνάγκην κυβερνητῶν εἰδικῶν πρὸς ἐκρίζωσιν τοῦ κομματισμοῦ ἀπὸ ὅλους τοὺς κλάδους καὶ ἰδίως ἀπὸ τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον. Ἄνευ αὐτῶν μάτην καταπονεῖται ὁ τόπος καὶ ἐξαντλοῦνται αἱ οἰκονομικαὶ αὐτοῦ δυνάμεις μὲ προφανῆ καὶ ἄσκοπον θυσίαν τῆς ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως.» Καταλήγων, Κύριοι, εἰς τὸ συμπέρασμά μου, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι κακοδαιμονοῦμεν, καὶ κακοδαιμονοῦμεν τοσοῦτον, ὥστε ἀγνοῶ, ἂν καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις θέλῃ δυνηθῇ, μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀξιεπαίνως ἀνέλαβε· διότι εὗρε προηγουμένην κατάστασιν λίαν ἀνώμαλον, καὶ διότι δὲν παρατηρῶ αὐτὴν βαίνουσαν πρὸς ῥιζικὰ μέτρα. Ἄν πρόκηται νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον αὐτὸ μὲ μικράς τινας παραλλαγάς, οὐδὲν τὸ ὄφελος· ἀναβολὴ, Κύριοι, εἶναι, ἀναβολὴ καὶ οὐδὲν πλέον· μετὰ τινα χρόνον τὰ αὐτὰ καὶ χείρονα θὰ ἐπαναληφθῶσιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις πρόκηται νὰ ζητήσῃ πραγματικῶς τὴν βελτίωσίν μας, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ προβῇ εἰς ῥιζικὰ μέτρα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ πόθου τῶν ἐντολέων μας, οἵτινες δικαίως θέλουσι φανῆ ἀμείλικτοι, ἐὰν λησμονήσῃ τὰς ἐπαγγελίας της. Ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐὰν ἐπιτρέπηται νὰ δώσω γνώμην εἰς Ὑπουργοὺς, πονοῦντας τὸν τόπον, πεπειραμένους καὶ πολλάκις κυβερνήσαντας αὐτόν,—διότι δικαιοῦμαι νὰ διερμηνεύσω τὸ φρόνημα ἐκλογέων ἢ μερίδος τινῶν ἐκλογέων,—ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν δὲν διαγράψῃ γενναιοτέραν τινὰ πορείαν, κυβερνῶσα οὐχὶ ὅπως συντηρήσῃ τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὅπως ἐκπληρώσῃ διὰ πάσης θυσίας τὸ καθῆκον αὑτῆς, ἀδιαφοροῦσα διὰ τὰ περαιτέρω, θέλει περιέλθει ἀναμφισβητήτως εἰς ναυάγιον. Κατ’ ἐμὲ δὲ κριτὴν, ῥιζικὰ μέτρα θεωρῶ πρὸ παντὸς μὲν τὴν βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης, τὴν διαμόρφωσιν δικαστῶν ἀξίων τῆς ἀποστολῆς αὑτῶν κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον θέλω λάβει ἄλλοτε τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν ἐνώπιόν σας καὶ τὸν ὁποῖον ἁπλῶς θίγω διὰ τῆς τροπολογίας μου, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, δένουσαν καὶ οὐχὶ λύουσαν τὰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν. Ἀνάγκη φροντίδος καὶ περὶ ἐκπαιδεύσεως, ἥτις θέλει δώσει τοὺς καρποὺς αὑτῆς βραδύτερον, ἀλλ’ ἄνευ τῆς ὁποίας καὶ τὸ ἔργον τοῦ νομοθέτου καὶ τὸ τοῦ δικαστοῦ εἶναι ἀτελές. Εἶναι ἀδύνατον, Κύριοι, μὲ τὴν συγκέντρωσιν, ἥτις βασιλεύει παρ’ ἡμῖν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλπίζωμεν τὴν κανονικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος. Πολλοὶ δημοσιολόγοι ἠσχολήθησαν εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ὅλοι καταλήγουσιν εἰς τὰ αὐτὰ θεραπευτικὰ συμπεράσματα: δικαιοσύνη καὶ διάκρισις ἐξουσιῶν, ἀποκέντρωσις, ἐκπαίδευσις, μόρφωσις ἠθῶν. Πῶς εἶναι δυνατόν, ὅταν τὰ πάντα καταλήγωσιν εἰς ἕνα Πρωθυπουργὸν ἢ ἕνα ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,— ὅλαι αἱ ἐξουσίαι συγκεντροῦνται ἐκεῖ, ὡς διεμορφώθη τὸ πολίτευμα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη,—πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσωμεν; «Ὁ ἐπιχειρῶν νὰ συμβιβάσῃ, κατὰ τὸν Laboulaye, τὴν διοικητικὴν συγκέντρωσιν, ἥτις εἶναι ἡ ἄρνησις τῆς ἐλευθερίας, μετ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐλευθερίας, ἥτις εἶναι ἡ ἄρνησις τῆς συγκεντρώσεως, περιπίπτει θεωρητικῶς εἰς παραλογισμόν, ἐπιχειρεῖ δὲ τὴν ἐκτέλεσιν ἀδυνάτων. Ἐκ τῶν δύο τούτων δυνάμεων ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἡ μία. Ἡ συγκέντρωσις οὐκ ὀλίγων κακῶν πρόξενος ὑπῆρξε· νομίζομεν ὅτι ἦλθεν ἡ σειρὰ τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας, ἣν ἐπιβάλλουσιν ὡς ἀνάγκην ὅ τε αἰὼν καὶ ὁ τόπος.» Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ διακρίσεως ἐξουσιῶν, πῶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἀποκεντρώσεως δημοτικῆς καὶ κοινοτικῆς, ὅταν δὲν ἔχωμεν τὴν ἐγγύησιν τῆς δικαιοσύνης; Διὰ τοῦτο πολλὰ τὰ ἀπαραίτητα· ἀλλὰ νὰ σκεφθῶμεν πόθεν θὰ ἀρχίσωμεν· πρέπει νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν δικαιοσύνην, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως. Κύριοι, ἐτελείωσα ὅσας παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω· δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἄλλο. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ συγκρίνω τὴν μέχρι τῆς 14ης Ὀκτωβρίου κατάστασιν πρὸς τὴν νῦν ἐπικρατήσασαν. Σήμερον ἀνέπνευσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός· ὁ ἐφιάλτης, ὅστις ἐκάθητο ἐπὶ τοῦ στήθους αὐτοῦ, ὁ ἐφιάλτης τῆς συγκεντρώσεως ἐκείνης δὲν ὑπάρχει πλέον. Ἀλλὰ μὴ πλανώμεθα ἐκ τοῦ φαινομένου τούτου· εἶναι προσωρινὴ ἡ κατάστασις ἡμῶν· θὰ ἦναι ἀναβολὴ τῆς ὁριστικῆς καταστροφῆς μας καὶ οὐδὲν πλέον, ἐὰν ἀπὸ τοῦδε δὲν λάβωμεν μέτρα σπουδαῖα, ἀνάλογα πρὸς τὸν ὑπάρχοντα κίνδυνον. Ἐργασθῶμεν ὅλοι ἐν συμπνοίᾳ καὶ καλῇ πίστει, ὅπως ἐξεύρωμεν τὰ κατάλληλα καὶ ῥιζικὰ μέτρα, διότι ἄλλως, Κύριοι, προβλέπω ὀχλοκρατίαν, ἥτις θὰ διαδεχθῇ τὴν τυραννίαν, οὐχὶ βεβαίως χάριν τῶν συμφερόντων εἰς τὸν τόπον, ἢ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον συνέχειαν τῆς πρωθυπουργικῆς ἀνευθύνου τυραννίας, ἥτις πιέζει δεινῶς τὸν τόπον, καὶ διαστρέφει τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου, καλῶς ἐφαρμοζομένου.
§19ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἢ νὰ ἀπαλείψωμεν ἢ νὰ διορθώσωμεν τὴν τελευταίαν φράσιν τῆς τρίτης παραγράφου.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἐπρότεινεν ἤδη τὴν διόρθωσιν τῆς παραγράφου.
§21ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος καθ’ ὁλοκληρίαν· θέλω ῥιζικωτέραν τὴν διόρθωσιν. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ καθῆκον ἔχει νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς πλήρη, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ὁμαλότητος τῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις· ἡ φράσις «ἡ Κυβέρνησις θέλει καθιστᾷ κατάδηλον τὸν πόθον τοῦτον ἐν πάσαις ταῖς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος μερίμναις, μὴ ἐπιλανθανομένη, ὅτι ὁ πόθος οὗτος ἐνισχύεται ἐν ἡμῖν καὶ ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς ἱστορίας ἐπιβεβλημμένων εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καθηκόντων» δὲν εἶναι κατάλληλος, τοὐναντίον μάλιστα διδάσκει ἡ ἱστορία. Προτείνω ὅπως ἡ φράσις διορθωθῇ οὕτω: «μὴ ἐπιλανθανομένη, ὅτι ὁ πόθος οὗτος δέον νὰ συμβιβάζηται μετὰ τῶν ἐκ τῆς ἱστορίας ἐπιβεβλημένων εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καθηκόντων.»
§22ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὡμίλουν, φαίνεται ὅτι δὲν μὲ ἤκουσεν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς. Εἶπον ὅτι ἐγένετο λάθος ἐν τῇ ἀντιγραφῇ, καθόσον δὲν ἦτο δυνατὸν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ περιπέσωσιν εἰς τοιοῦτον λάθος, εἰς κἄτι τι ἀκατανόητον· ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ποτε, ὅτι ὁ πόθος οὗτος τῆς τηρήσεως φιλικῶν καὶ εἰρηνικῶν σχέσεων ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τῆς ἱστορίας ἄνευ ὅρων; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐθεωρήθη, ὅτι ἐπετρέπετο ὑπόμνησίς τις ἐνταῦθα, προσθήκη μιᾶς φράσεως, τῆς ὁποίας ἡ ἔννοια ἐξυπακούεται καὶ εἰς τὰς ἐκφράσεις τὰς περιεχομένας εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἐθεωρήθη ὅτι ἠδύνατο νὰ προστεθῇ ἡ ἔκφρασις «μὴ ἐπιλανθανομένη ὅτι ὁ πόθος οὗτος συνδέεται παρ’ ἡμῖν μετὰ τῶν καθηκόντων τῶν ἐπιβαλλομένων ἐκ τῆς ἱστορίας».
§23ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. «Δέον νὰ συμβιβάζηται μετὰ τῶν ἐκ τῆς ἱστορίας ἐπιβεβλημένων εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καθηκόντων»· τοῦτο δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν πᾶσα ἡ Βουλὴ καὶ βεβαίως ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει.
§24ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται βλέπω ἁπλῶς περὶ τῆς λέξεως· δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἑρμηνεύσω, διατὶ ἡ λέξις «συνδέεται» ἐκφράζει περισσότερον τὴν ἔννοιαν τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, διότι τοῦτο θὰ ἦτο καθαρῶς βυζαντινὴ συζήτησις. Ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτου μεγάλου ζητήματος, νομίζω ὅτι προτιμότερον ἴσως θὰ ἦτο ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων νὰ ἐκφρασθῇ σιωπῶσα. Καὶ τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο μοὶ ἐνθυμίζει τι, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα εἰς μίαν πραγματείαν σοφοῦ τινος. Οὗτος λέγει, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν πλημμυροῦσιν οἱ λόγοι, τότε τὰ ἔργα ἐκλείπουσιν, οἱ χαρακτῆρες δὲν ὑπάρχουσιν. Ἡ πλημμυρὶς λόγων εἴς τινα κοινωνίαν εἶναι εἰς ἀντιπεπονθότα λόγον πρὸς τὰ ἔργα καὶ τοὺς χαρακτῆρας. Καὶ ἂν ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων προκαλοῦνται μακραὶ συζητήσεις, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ σιωπῶμεν, ἔχοντες καὶ διατηροῦντες μόνον ἐν ἡμῖν τὸ αἴσθημα καὶ τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος πρὸς ὅσα ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιδεικνύωμεν διαθέσεις πολεμικάς. Ἀναπολῶ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι ἡ Γερμανία, ἥτις παρεσκεύαζε τὸν πόλεμον, κατὰ τὰς παραμονὰς αὐτὰς τοῦ πολέμου ἰσχυρίζετο διὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς καὶ διεμαρτύρετο περὶ τῶν προθέσεων αὐτῆς, λέγουσα, ὅτι διὰ παντὸς τρόπου ποθεῖ τὴν διατήρησιν τῆς εἰρήνης, ἀλλὰ βεβαίως ἡ Γερμανία παρεσκευάζετο. Οὕτω πράττουσι τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, προκειμένου περὶ μεγάλων ἐθνικῶν σκοπῶν, οὓς αἰσθάνονται ἐνδομύχως, καλλιεργοῦσιν ἀκαταπαύστως ἐν τοῖς πράγμασι τὰς ἰδέας καὶ τοὺς πόθους αὐτῶν. Καὶ ὅταν αἰσθάνωνται καὶ ἐνεργῶσιν, οἱ λόγοι εἶναι περιττοί. Ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον νὰ μὴ προσθέσῃ μίαν φράσιν, ἀφοῦ ἐγένετο ὁπωσδήποτε λόγος ἐν τῇ βασιλικῇ προσφωνήσει πρὸς τὴν Βουλὴν, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ προσθέσῃ μίαν φράσιν σχετικήν· διότι, συμπράττουσα μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελεν οὕτω, ἂν καὶ ὡς ἐκ περισσοῦ, νὰ παράσχῃ καὶ ῥητήν τινα ἐνίσχυσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑποδειχθῇ τοῖς ἁρμοδίοις, ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσῃ μία Κυβέρνησις, εἴτε ἐκ σκέψεως καὶ ἀρχῆς, εἴτε ἐξ ἀδυναμίας, ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας, ὁσονδήποτε θέλει νὰ τηρήσῃ τὴν εἰρήνην, δὲν θὰ τὸ κατορθώσῃ. Καὶ βεβαίως ἀπειλοῦνται τοιαῦται περιστάσεις. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἤμεθα εἰρηνικοί, καὶ εἴμεθα βεβαίως εἰρηνικοί, δὲν ἠξεύρομεν, ποῖος θὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ δύναται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐξακολουθήσῃ καλλιεργοῦσα τὰς φιλίας σχέσεις, ὅταν κατόπιν τοῦ κλεισίματος τῶν ἐκκλησιῶν ἐπέλθωσι ταραχαὶ εἰς τὸ ὅμορον Κράτος καὶ ἀρχίσουν αἱ σφαγαὶ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωνται ἐν σχέσει πρὸς τὴν θρησκείαν ἡμῶν καὶ τοῦ ὑποδούλου ἔθνους· δὲν ἠξεύρω, ποία Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τόσην δύναμιν, ὥστε νὰ καταστείλῃ τοιαύτην πυρκαϊάν. Δὲν θὰ πρόκηται πλέον οὐδὲ περὶ τμήματός τινος χώρας, ἵνα ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, εἴτε ἐξ ἀρχῆς τινος, εἴτε ἐξ ἀδυναμίας, δύναται νὰ θυσιάσῃ τὸ τμῆμα τοῦ Κράτους χάριν τῆς εἰρήνης· θὰ πρόκηται περὶ ζητήματος φυλετικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ, καὶ δὲν θὰ δυνάμεθα τότε νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς εἰρηνικὰς ἡμῶν διαθέσεις, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσωμεν. Ἤκουον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τί συμβαίνει ἐν Σμύρνῃ, ἀπὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἐκεῖθεν. Ἐνταφιάζουν ἄνευ νεκρωσίμου ἀκολουθίας! δὲν δύνανται νὰ βαπτίζουν! Τοιαύτη κατάστασις, συμβαίνουσα εἰς ὅλην τὴν ὑπόδουλον Ἑλληνικὴν χώραν, δύναται ἆρά γε νὰ ἦναι ἀκίνδυνος ἐπ’ ἄπειρον; Μόνον τοῦτο ἀληθῶς δὲν ἐχρειάζετο νὰ ὑπομνήσωμεν, δηλ. τὴν ἀνάγκην τὴν ὀδυνηράν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ περιέλθῃ σύμπας ὁ Ἑλληνισμός· διότι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν μᾶς ὑποθέσουν ἀδυνάτους, δὲν δύνανται νὰ μᾶς θεωρήσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον ἀφ’ ἑτέρου ἱκανοὺς, ὥστε νὰ ἐγκαταλείψωμεν ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμὸν σφαζόμενον, καὶ σφαζόμενον ἐν ὀνόματι τῆς θρησκείας. Διὰ τοῦτο εἶπον, νὰ διορθωθῇ ἡ περίοδος αὕτη, καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ εἶναι πολὺ ὀρθή.
§25ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πῶς ἔχει τὸ χειρόγραφον;
§26ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ χειρόγραφον ἔχει ὡς εἶπεν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, ἀλλ’ ἔγεινε λάθος κατὰ τὴν ἀντιγραφήν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε παραδέχεσθε τὴν τροποποίησιν τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, ἢ ἐπιμένετε εἰς τὴν ὑμετέραν;
§28ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παραδέχομαι πᾶν ὅ,τι ὑμεῖς γράψετε ὡς κατάλληλον ἔκφρασιν αὐτῆς τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἡ βάσις τῆς συζητήσεως. Ἐπὶ τῆς τρίτης παραγράφου, ὡς ἠκούσατε, προὐτάθη τροποποίησις ὑπὸ τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ. Ἐκτὸς τούτου ὁ κ. Ρώμας ὑποβάλλει ἑτέραν τροποποίησιν, ἵνα προστεθῇ εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἐκτὸς τούτου, ὁ κ. Γ. Φιλάρετος συνέταξεν ἴδιον σχέδιον ἀπαντήσεως, περιέχον ὅλως νέας ἐννοίας, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἔχετε ἐνώπιόν σας. Φρονῶ ὅτι ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχθη. Ἤδη θὰ προβῶμεν κατὰ παράγραφον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σχεδίου τοῦ συνταχθέντος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. (Γίνονται δεκταὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἡ αʹ καὶ βʹ παράγραφος).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παράγραφος τρίτη.
§31ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ πόθος τῆς Ἑλλάδος, τοῦ νὰ διατηρῇ πάντοτε φιλίας καὶ ὁμαλὰς τὰς διεθνεῖς αὐτῆς σχέσεις, εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς πεποιθήσεως, ὅτι οὕτω δὲν παρακωλύονται, ἀλλὰ προάγονται καὶ συμπληροῦνται καὶ τὰ ἐσωτερικὰ τῆς χώρας συμφέροντα, πεπείσμεθα δὲ ἀκραδάντως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει καθιστᾷ κατάδηλον τὸν πόθον τοῦτον ἐν πάσαις ταῖς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος μερίμναις, μὴ ἐπιλανθανομένη, ὅτι ὁ πόθος οὗτος ἐνισχύεται ἐν ἡμῖν ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς ἱστορίας ἐπιβεβλημένων εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καθηκόντων.»
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, ὅπως ἡ φράσις «ὁ πόθος οὗτος ἐνισχύεται ἐν ἡμῖν ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς ἱστορίας ἐπιβεβλημένων εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καθηκόντων» διορθωθῇ ὡς ἑξῆς: «ὁ πόθος οὗτος δέον νὰ συμβιβάζηται μετὰ τῶν ὑπὸ τῆς ἱστορίας ἐπιβεβλημένων εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καθηκόντων», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα ἔρχεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ κ. Ρώμα, ὡς προσθήκη εἰς τὸ ἀναγνωσθὲν σχέδιον.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ ἔντιμος συνάδελφος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου δὲν θὰ ἐπιμείνῃ, ἵνα τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις αὐτοῦ. Αἱ πολιτικαὶ ἔννοιαι, τὰς ὁποίας ἡ πρότασις τοῦ κ. Ρώμα περιέχει, εἰσὶν ἀλλότριαι τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον καὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Ἐγὼ αὐτὸς ἄλλοτε τὰς αὐτὰς περίπου ἐξήνεγκα γνώμας περὶ τῆς ἐννοίας διατάξεών τινων τοῦ Συντάγματος, ὡς μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑποθέτω δὲ, ὅτι καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ πλεῖστοι τῶν πολιτῶν, ἔχουσι τὰς αὐτὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ρώμας ἐξέθηκεν ἐν τῇ τροπολογίᾳ αὑτοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον δὲν εἶναι προωρισμένη νὰ περιλάβῃ διδάγματα συνταγματικά, οὐδὲ γνώμας περὶ τῶν ἐννοιῶν τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦτο δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος θέλει στέρξει νὰ μὴ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασίς του.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένει ὁ κ. Ρώμας νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασίς του;
§35Ρ. ΡΩΜΑΣ. Ὄχι· τὴν ἀποσύρω. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταὶ καὶ αἱ λοιπαὶ παράγραφοι τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς.)
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταί, ἐγκρίνετε, καλὸν εἶναι νὰ προβῶμεν ἀμέσως καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Μεγάλης Πρεσβεύσεως, ἥτις θέλει ἀνακοινώσει τῷ Βασιλεῖ τὴν ἀπάντησιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.). Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 65,433:65 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως 1890.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 59).
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἐγὼ καταθέτω νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ΑΥϞΓʹ νόμου περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν ἀντιπροσώπων.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 60). (Γίνεται ἡ κλήρωσις πρὸς ἐκλογὴν τῆς Μεγάλης Πρεσβεύσεως, ἥτις μετὰ τοῦ Προεδρείου θέλει ἀνακοινώσει τῷ Βασιλεῖ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μέλη τῆς Μεγάλης Πρεσβεύσεως ἔλαχον οἱ ἑξῆς: Γ. Κόρπας, Ι. Κρεστενίτης, Λουδοβῖκος Ρώμας, Ν. Μισυρλῆς, Σπυρίδων Παγανέλης, Φ. Βάρβογλης, Κομνᾶς Τράκας, Δ. Πετρίδης, Ν. Βαλσαμάκης καὶ Γρηγόριος Μαυρομαρᾶς. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει πρὸς συζήτησιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.