1890.12.14
452 rows · 3,469 words · 31 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
τῆς 14 Δεκεμβρίου 1890.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουν λάθος· διότι δὲν εἴπομεν χθὲς, ὅτι θὰ συνέλθωμεν σήμερον, ἵνα ὁρίσωμεν τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου· ἡ ἡμέρα εἶχε προσδιορισθῆ ἀπὸ χθές.
§3ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπομεν χθὲς, ὅτι πιθανὸν αὔριον, δηλ. σήμερον, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, μολονότι αὐτὸ δὲν ἔχει κἀμμίαν σημασίαν, διότι καὶ πέρυσι συνήλθομεν εἰς τοιαύτην συνεδρίασιν καὶ κατ’ αὐτὴν ἀπεφασίσαμεν καὶ ἐξελέξαμεν ἀμέσως τὸν Πρόεδρον.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐξετέθησαν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀκριβῶς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα χθές. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ συνέλθωσιν εἰς συνεδρίασιν σήμερον, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, ἂν ἤμεθα πρὸς τοῦτο ἕτοιμοι, ἢ νὰ ἀναβάλωμεν, οὐχὶ ἵνα προσδιορίσωμεν σήμερον τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θέλει ἐνεργηθῆ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι παροῦσα, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡμεῖς ἐπεσπεύσαμεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, διὰ νὰ στερήσωμεν αὐτὴν τῆς εὐκαιρίας νὰ μετάσχῃ τῆς ψηφοφορίας. Διὰ τοῦτο συναινῶ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου δι’ αὔριον, τὰ δὲ πρακτικὰ νὰ διορθωθῶσιν, ὅπως μὴ ἀναφέρωσιν, ὅτι σήμερον ἦτο προσδιωρισμένη ἡμέρα διὰ νὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου. Οὕτω καλὸν εἶναι νὰ συνέλθωμεν αὔριον εἰς τὰς 10 τὸ πρωῒ καὶ ἐκλέξωμεν τὸν Πρόεδρον, τοὺς ἀντιπροέδρους καὶ τοὺς γραμματεῖς, νὰ συνέλθωμεν δὲ καὶ μετὰ μεσημβρίαν, διὰ νὰ ἐκλέξωμεν τὰς ἐπιτροπάς. (Οὕτω διορθωθέντα τὰ πρακτικὰ, ἐπικυροῦνται).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον εἰς τὰς 10 πρὸ μεσημβρίας θὰ συνέλθωμεν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ Προεδρείου.
§6Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν βεβαίως ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως.
§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου.
§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰθισμένον εἶναι νὰ θεωρῆται ἡ Βουλὴ κατηρτισμένη μετὰ τὰς ἀρχαιρεσίας· ἂν θέλετε ὅμως, κάμετε τὴν ἐπερώτησίν σας· δὲν ἀντιλέγω.
§9Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀφοῦ οὐδὲν ἕτερον πρόκειται νὰ πράξωμεν σήμερον, διατὶ νὰ ἀπολέσωμεν τὸν χρόνον; Ὑπάρχει δὲ μεγάλη κατεπειγότης τῆς ἐπερωτήσεώς μου, διότι σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἀνυπομόνως περιμένει τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως συσκεφθῶμεν περὶ θέματος ἐνδιαφέροντος αὐτὸ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο. Ἡ Ἐκκλησία ἐν διωγμῷ! οἱ ναοὶ κεκλεισμένοι! Δικαίως ἐπιθυμῶ νὰ μάθω,—ἂν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους τὸ ἐπιτρέπωσι καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ἐπιτρέπουσιν, — εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ Πατριαρχικὸν ζήτημα, καὶ ὁποῖα ἐλήφθησαν μέτρα πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν ἀδικαιολογήτως συλληφθέντων τελευταῖον Χριστιανῶν. Οὐδεμίαν προτίθεμαι νὰ κάμω ἀνάπτυξιν, διότι ἁπλῶς ὑποβάλλω ἐρώτησιν, καὶ ἐπαναλαμβάνω μάλιστα, ὅτι τὴν ἐρώτησιν τὴν ὑποβάλλω μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν, ἂν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους τὸ ἐπιτρέπωσι καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ἐπιτρέπουσι. Ἄν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἦναι διατεθειμένοι νὰ μοὶ δώσωσιν ἀκρόασιν, θὰ παρακαλέσω αὐτοὺς, ἀφοῦ σήμερον δὲν πρόκειται ν’ ἀπασχοληθῶσιν ἀπὸ ἄλλο ἀντικείμενον, νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς ἐπὶ ζητήματος σπουδαίως ἐνδιαφέροντος ὅλους ἡμᾶς, τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμόν. Πρόκειται περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, πρόκειται νὰ ὑποβάλω τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἥτις βεβαίως θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ, θὰ συζητήσῃ τὰς προτεινομένας τροποποιήσεις. Πρὸ πολλοῦ, Κύριοι, παράπονα δίκαια καὶ ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, πρὸ ἐτῶν γίνονται, διότι ἡ Βουλὴ ἀπώλεσε τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς, διότι ἐπὶ στιγμάς τινας, ἐν τῇ στιγμῇ πολιτικῆς ἐξάψεως, γίνονται πράξεις, ἀντιβαίνουσαι εἰς τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ. Τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον ζήτημα, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ ἐγὼ δὲν ἀποφασίζω νὰ φέρω τροποποίησιν εἰς τὸν Κανονισμόν, διότι, ὅπως τροποποιηθῇ ὁ Κανονισμὸς ὡς πρὸς τοῦτο, ἀπαιτεῖται μεγαλειτέρα σκέψις καὶ συνεννόησις καθολικωτέρα. Ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς προσκρούει εἰς τὸ ὅτι δὲν συνερχόμεθα τὴν ὡρισμένην ὥραν. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ Βουλὴ πάντοτε ἀποφασίζει νὰ συνέρχηται εἰς ὡρισμένην ὥραν, οὐδέποτε δὲ ἐκτελεῖ τὰ ἀποφασιζόμενα. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι οἱ σεβόμενοι τὸν Κανονισμὸν καὶ οἱ θέλοντες νὰ ἐργασθῶσιν ἔρχονται τὴν προσδιωρισμένην ὥραν, καὶ παραμένουσι μίαν, μίαν καὶ ἡμίσειαν καὶ δύο ὥρας πολλάκις, ἕως ὅτου γείνῃ ἀπαρτία. Νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικον τοῦτο, καὶ ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ τρόπος ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς Βουλῆς, δι’ οὗ νὰ γείνῃ σεβαστὸν τὸ δικαίωμα ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν, διότι ὑπάρχει ἀνισότης, πολλοὶ νὰ παραμένωσιν εἰς τὸ φρέαρ τοῦτο τὸ ἀρχιτεκτονικὸν μίαν καὶ δύο ὥρας περιπλέον τῶν ἄλλων συναδέλφων. Ἐγένοντο πολλαὶ ἀπόπειραι, ἀλλ’ ὅλαι ἀπέτυχον, διότι δὲν ἐγένοντο μὲ ἀπόφασιν νὰ τηρηθῶσι τ’ ἀποφασιζόμενα, ἐκτὸς τούτου ὅμως, διότι δὲν ἐβοήθει καὶ ὁ Κανονισμός. Ἰδοὺ ἓν σημεῖον, κατ’ ἐμὲ, πολὺ σπουδαῖον, περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ, ἐγὼ δὲ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρω καὶ ὡρισμένην πρότασιν, καὶ περὶ τούτου φέρω πρότασιν. Ἕτερον ζήτημα, Κύριοι, εἶναι αἱ ἀλλεπάλληλοι ἐνστάσεις περὶ ἀπαρτίας. Καὶ ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγίου βουλευτὴς κ. Μεσηνέζης εἶχεν ὑποβάλει πρότασιν, ἥτις ὅμως δὲν συνεζητήθη καὶ δι’ ἧς ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ τὸ ἀπεριόριστον αὐτὸ δικαίωμα τῶν ἐνστάσεων περὶ ἀπαρτίας, ὁρίσας ὅτι δέκα Βουλευταὶ ὤφειλον νὰ ἦναι οἱ προτείνοντες τὴν ἔνστασιν. Νομίζω ὅτι καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὸ πάντων, δύναμαι νὰ εἴπω, σπουδαιότερον εἶναι τὸ τελευταῖον, περὶ τοῦ ὁποίου θέλω κάμει λόγον. Ὁ λαὸς, Κύριοι, τρέφεται διανοητικῶς διὰ τοῦ τύπου, ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἀποστέλλει ἡμᾶς ἐνταῦθα, δικαίως ζητεῖ εἰς τὰς ἐφημερίδας νὰ εὕρῃ, τί πράττομεν ἐνταῦθα, τί λέγομεν, ἵνα κρίνῃ τὰ ἔργα ἡμῶν, διὰ νὰ κρίνῃ, ἂν ἤμεθα συνεπεῖς ἢ οὔ. Πολλάκις ὅμως δηλητηριάζεται ἀπὸ δημοσιογραφικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς χθὲς ὀρθῶς ἐχαρακτήρισε, καὶ ἅτινα, ἐπιλανθανόμενα τῶν καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων αὐτῶν τῶν ὑψίστων, αἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὰ, νομίζουσιν ὅτι ἔχουσιν ἰδίαν περιουσίαν τὴν διαμόρφωσιν τῆς κοινῆς γνώμης, ὅπως ἂν αὐτὰ θέλωσι νὰ τὴν στρεβλόνωσιν. Ὅλοι, Κύριοι, ἀναγινώσκετε τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσι καταχωριζόμενα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς ἀνεξαιρέτως, ἂν εἰς αὐτὰ εὑρίσκητε τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἐνταῦθα λεγομένων. Εἷς ἐκ τῶν λόγων εἶναι, ὅτι εἰς τὸ κτίριον αὐτὸ τὸ ἐλεεινὸν δὲν ἐλήφθη πρόνοια ἀνέκαθεν περὶ καταλλήλου θέσεως τῶν δημοσιογράφων, οἵτινες ἐν στιγμῇ θορύβου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιληφθῶσι τὰ συμβαίνοντα. Ἐντεῦθεν, ὅταν ἰδίως Βουλευτής τις συμπίπτῃ νὰ μὴ ἔχῃ φωνὴν ἀρκετὰ ἰσχυρὰν, δὲν δύνανται νὰ ἀκούσωσι τίποτε. Ὑπάρχουσι λοιπὸν καὶ δημοσιογράφοι καλῆς πίστεως, οἵτινες, κακῶς ἀντιλαμβανόμενοι, κακῶς διαβιβάζουσι τὰ γινόμενα, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ δημοσιογράφοι κακίστης πίστεως, οἵτινες σκοπίμως διαστρέφουσι τὰ λεγόμενα καὶ πραττόμενα ἐνταῦθα.
§10ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ τί σᾶς πειράζει;
§11Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐμὲ ἀτομικῶς οὐδόλως, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ· ὁ λαὸς ὀφείλει νὰ μανθάνῃ τὴν ἀλήθειαν ὡς ἐν κατόπτρῳ.
§12ΛΕΒΙΔΗΣ. Διαρκῶς τὰ γράφουν, καὶ ἐν τούτοις διαρκῶς ὁ λαὸς μᾶς ἀποστέλλει εἰς τὴν Βουλήν· ὥστε μὴ συγχύζεσθε. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι τὰ γράφουν, λαμβάνουν ἀπὸ τὸν λαὸν 5 ἕως 10 ψήφους, ἡμεῖς δὲ, ὁ τελευταῖος ἐπιτυχὼν, ἐλάβομεν 20,000 ψήφους καὶ πλέον, καὶ ἤλθομεν ἐδῶ.
§13Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, κύριε Λεβίδη.
§14ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ λέγω, διὰ νὰ σᾶς ἐνθαῤῥύνω.
§15ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρέπει νὰ ἐνδιαφέρῃ, Κύριοι, ὅλους ἡμᾶς τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ πολλοὺς καὶ μυρίους λόγους· διότι δὲν πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν στρέβλωσιν τῆς ἀληθείας, τὴν κακὴν χρῆσιν τοῦ τύπου, διότι πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως ὁ λαὸς μανθάνῃ τὴν ἀλήθειαν, καθόσον αἱ ἐφημερίδες εἶναι καὶ αἱ πηγαὶ τῆς συγχρόνου ἱστορίας.
§16ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι πᾶσαι· αἱ καλαί.
§17ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου, διὰ τοῦτο ἐν τῶν πρώτων καθηκόντων μου ἐθεώρησα τοῦτο, κατὰ σύμπτωσιν δὲ καὶ μία τῶν ἐν Ἀθήναις ἐκδιδομένων ἐφημερίδων γράφει σχετικά τινα, τῶν ὁποίων θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω μόνον τὰς δύο πρώτας παραγράφους. (Ἀναγινώσκει περικοπὰς ἐκ τῆς «Ἐφημερίδος»). Ἰδοὺ, Κύριοι, τὰ τρία θέματα, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσελκύσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Καὶ περὶ μὲν τοῦ πρώτου, ὡς εἶπον, πρέπει νὰ γείνῃ σπουδαιοτέρα σκέψις, περὶ δὲ τῶν ἄλλων ἔχω προτάσεις ὡρισμένας, ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ἂν ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ φέρῃ αὐτὰς εἰς συζήτησιν, ὅταν τυπωθοῦν, νὰ τὰς ἀναπτύξω πλειότερον. Ἄν ἡ Βουλὴ θέλῃ σήμερον, θὰ τὰς ἀναγνώσω, ἁπλῶς συνιστῶν, διατὶ προτείνω ἑκάστην αὐτῶν τῶν προτάσεων καὶ ἄλλας τινὰς, αἵτινες, καίτοι φαίνονται ἐπουσιώδεις, οὐχ ἧττον ἔχουσι τὴν χρησιμότητά των. Ἐπειδὴ, Κύριοι, πᾶς νόμος καὶ πᾶσα πρότασις πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, διὰ τοῦτο, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ τι σπουδαιότερον νὰ πράξῃ, καὶ θέλῃ, δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς προτάσεις μου. Γνωρίζετε ὅτι κατ’ ἀρχὰς γίνονται μάταιαι συνεδριάσεις· ἐρχόμεθα ἐνταῦθα, διὰ νὰ ὑποβάλλωνται ἐκθέσεις τῶν τμημάτων, καὶ ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται ἄνευ σκοποῦ. Νομίζω ὅτι δύνανται αὐταὶ αἱ ἐκθέσεις νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, εἰς τὸν Πρόεδρον εἰς τὸν Γραμματέα. Λοιπὸν προτείνω ὡς πρὸς τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Κανονισμοῦ τροποποίησιν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15 προτείνω τὸ ἑξῆς· νὰ προστεθῇ ὡς παράγραφος βʹ (ἀναγινώσκει): «Ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ὑποστηριζομένη ὑπὸ 5 τοὐλάχιστον Βουλευτῶν, ὑποχρεοῖ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας βεβαιώσῃ δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως τὸν ἀριθμὸν τῶν παρόντων Βουλευτῶν». Διότι, ὅταν πέντε προτείνωσιν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, θὰ ἦναι σπουδαία ἡ ἔνστασις, ὅταν ὅμως εἷς, τότε εἶναι ἀμφίβολον, ἐὰν τὸ πράττῃ σπουδαίως, ἢ μόνον διὰ νὰ παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16, εἰς τὸ τέλος, λέγω νὰ προστεθῇ τοῦτο: νὰ διανέμηται ἡ ἡμερησία διάταξις εἰς τὰς οἰκίας τῶν Βουλευτῶν πάντοτε πρὸ τῆς μεσημβρίας....
§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ γίνεται καὶ τώρα.
§19Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ Βουλευτὴς, καὶ γνωρίζω, ἂν γίνεται.... Ὁ λόγος δὲ, δι’ ὃν θέλω νὰ γίνηται πάντοτε, εἶναι εὐνόητος· διότι πρέπει νὰ γνωρίζομεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διὰ νὰ ἀκολουθῶμεν τὰς ἐργασίας τῆς συνεδριάσεως, δι’ αὐτὸ ἐπιθυμῶ νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένον τοῦτο ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἀκολούθως ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἄρθρου προτείνω ἑτέραν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ πολὺ σπουδαίαν· καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς δίδουσι τὸ δικαίωμα εἰς πάντα Βουλευτὴν νὰ ὑποβάλλῃ προτάσεις καὶ νομοσχέδια, εἰς ἕκαστον δὲ πολίτην τὸ Σύνταγμα δίδει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι· ἐν τούτοις ὅλα αὐτὰ κατήντησαν χάρτης ἄγραφος ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς τέως Κυβερνήσεως. Ἄλλοτε θέλομεν συζητήσει διὰ μακρῶν, πῶς καὶ διατὶ νομοθετοῦσιν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ διοικοῦσιν οἱ Βουλευταί....
§20ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§21ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἂν ἦναι ἀληθὲς ἢ ὄχι, θὰ τὸ συζητήσωμεν.... Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, Κύριοι, καὶ πρὸς τὸ φαινόμενον, πρέπει νὰ διατηρηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίων παρὰ Βουλευτῶν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τῆς συζητήσεως· διότι, ἂν πρόκηται ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ὑποβάλλῃ τις νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔρχηται εἰς συζήτησιν, οὐδεὶς θὰ ἔχῃ τὴν ὄρεξιν νὰ ἐργασθῇ. Καὶ αὐτὰ δὲ τὰ ἀποῤῥιπτόμενα νομοσχέδια παρέχουσιν ὠφέλειαν εἰς τὸν τόπον, διότι πᾶσα συζήτησις ὠφελεῖ αὐτὸν, διότι καὶ ἐκ τῆς ἐσφαλμένης πολλάκις προτάσεως παρέχεται μία ὀρθὴ καὶ ἐπωφελὴς ἰδέα. Καὶ εἰς ἄλλων ἐθνῶν Κανονισμοὺς, καθ’ ὅσον γνωρίζω, ὑπάρχουσιν ἄρθρα, κατὰ τὰ ὁποῖα συζητοῦνται ὑποχρεωτικῶς αἱ προτάσεις καὶ τὰ νομοσχέδια τῶν Βουλευτῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι μίαν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος πρέπει νὰ φυλάξωμεν καὶ δι’ ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ συζητῶνται πρὸ παντὸς τὰ βουλευτικὰ νομοσχέδια, καὶ ἂν ὑπάρχῃ χρόνος, νὰ συζητῶμεν καὶ τὴν λοιπὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω περὶ τούτου τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Προσέτι πᾶς πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι. Τί ἔμεινεν εἰς τὸν δυστυχησμένον πολίτην, εἰμὴ νὰ εἴπῃ τὸ παράπονόν του; διὰ τοῦτο ἀνεγράφη εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δίκην ἐξαψάλμου ἀκούομεν τὸν Γραμματέα ἀναγινώσκοντα, ὅτι ὑπεβλήθη ἡ δεῖνα ἀναφορά, καὶ τίς οἶδε, ποσάκις ὑπὸ τὴν ἀναφορὰν ταύτην κρύπτεται ἓν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὴν βουλευτικὴν ἀρωγήν! καὶ τίς οἶδε, ἐὰν ὑπὸ τὴν ἀναφορὰν ταύτην δὲν κρύπτηται μία ἀδικία καὶ τόσα ἄλλα! Ὑπάρχει διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται ἐκθέσεις καθ’ ἑβδομάδα τῶν ὑποβαλλομένων ἀναφορῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφαρμόζεται, ἀλλ’ ἅμα ὑπάρχῃ καλὴ πίστις τοῦ Προεδρείου, τὰ πάντα γίνονται. Νομίζω ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συζητῶνται αἱ βουλευτικαὶ προτάσεις, δύναται νὰ γίνηται καὶ ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἀναφορῶν. Ἤδη, Κύριοι, ἔρχομαι ὡς πρὸς τὴν ὥραν τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων. Ὅτε τὸ πρῶτον εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλήν, ἐνόμισα ὅτι, ἂν ἀπεφάσιζεν ἡ Βουλὴ τὴν πρώτην ἡμέραν, νὰ συνέρχηται τὴν ἐπιοῦσαν τὴν τρίτην π. χ. μετὰ μεσημβρίαν, εἰς τὰς τρεῖς ἢ τρεῖς καὶ δέκα λεπτὰ θὰ συνεδρίαζεν. Ἀφοῦ ἐπέμεινα ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις, κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι σκιαμαχεῖ ἐκεῖνος, ὅστις νομίζει, ὅτι δύναται νὰ κατορθώσῃ τι, φωνάζων ἐκ τῆς θέσεώς του νὰ συνερχώμεθα εἰς ὡρισμένην ὥραν, ἂν τὸ Προεδρεῖον δὲν ἀποφασίσῃ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἂν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφασίσῃ νὰ συμπράξῃ, νὰ ὑποβοηθήσῃ τὸ ἔργον. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ πρὸ παντὸς ποιήσω ἔκκλησιν πρὸς πάντας τοὺς ἀντιπροσώπους, ὅπως τὸ ζήτημα αὐτὸ δυνηθῇ νὰ λυθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς, πρέπει νὰ διατυπώσω καὶ ἐν τῷ Κανονισμῷ ὡρισμένην διάταξιν· ὥρισα δὲ, ὅτι ἡ ὥρα τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων πρέπει νὰ ᾖναι ἡ τρίτη μετὰ μεσημβρίαν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ εἰσήχθησαν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ αἱ ἀγγλικαὶ βουλευτικαὶ ἀγρυπνίαι, διότι ὁ τέως Πρωθυπουργὸς εἶχε μεταβάλλει τοὺς Βουλευτὰς εἰς ἀνθρώπους λέγοντας ναὶ καὶ ὄχι, ἠξίου δὲ παρ’ αὐτῶν τὴν διαμονὴν μόνον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οὐχὶ δὲ ἐργασίαν, οὐχὶ προσοχὴν, διότι ἀκριβῶς εἶχεν ἀνάγκην νὰ μὴ προσέχωσιν οἱ Βουλευταὶ τῆς πτέρυγος, ἥτις ὑπεστήριζεν αὐτὸν, εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔλεγε, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν καὶ συνεδριάσεις διαρκεσάσας δέκα ἕξ ὁλοκλήρους ὥρας.... Φαντασθῆτε, Κύριοι, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, ἄνθρωπος, ἔχων τὴν καλλιτέραν σωματικὴν δύναμιν, νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκτελῇ εὐσυνειδήτως καὶ εὐόρκως τὰ βουλευτικὰ αὑτοῦ καθήκοντα ἐπὶ δέκα ἕξ ὁλοκλήρους ὥρας συνεχῶς! Ἐὰν, Κύριοι, ἐπικρατήσῃ πρακτικότης καὶ σκοπιμότης τῶν συζητήσεων, καλὴ θέλησις καὶ καλὴ διεύθυνσις ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου, ὅπως ἐλπίζω, δὲν εἶναι αἱ πολλαὶ ὧραι, διὰ τῶν ὁποίων θέλομεν δυνηθῆ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον θέλομεν, νὰ ψηφίσωμεν δηλαδὴ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκομεν, καὶ νὰ ἐπιτελέσωμεν τὰ ἄλλα ἡμῶν καθήκοντα· ἀρκεῖ πεντάωρος ἐργασία. Πεντάωρος ἐργασία νομίζω ὅτι θὰ ᾖναι ἀρκετὴ, ἐὰν καθ’ ἑκάστην συνερχώμεθα. Διὰ τοῦτο ὥρισα, ὅτι τὴν 8ην ὥραν πρέπει νὰ λύηται ἡ συνεδρίασις, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως παρατείνῃ τὴν ὥραν τῆς ἐργασίας· διότι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ τις ὁμιλῶν, ἢ ἔκτακτός τις περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνάγκη νὰ ἐργασθῇ καὶ πλειότερον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 55 ὑποβάλλω σπουδαιοτάτην νομίζω τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Καθ’ ἃ γνωρίζετε, τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος ἀπαιτεῖ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀφοῦ προηγουμένως ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προπολογισμοῦ· καὶ τοῦτο μόνον γίνεται, ὅταν ὑποβάλληται ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλὰ ποῦ καταλήγωσιν ὅλα αὐτά; νὰ ψηφισθῇ νέος Προϋπολογισμὸς, χωρὶς νὰ ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ τυπωθῇ κἂν ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ Βουλευτοῦ· ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀποφαίνεται ἡ ἐπιτροπὴ, ἔρχεται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων αὐτῶν νὰ ἀποφανθῇ, καὶ τί τελευταῖον συμβαίνει; ἔρχεται τελευταῖον εἷς Ὑπουργὸς,—καὶ ἀλλοίμονον, ἂν τύχῃ Ὑπουργὸς ὁ κ. Τρικούπης!—καὶ σᾶς μεταβάλλει ὁλόκληρον τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ψηφίζετε Προϋπολογισμὸν νέον. Συνέβη τοῦτο πλέον ἤ ἅπαξ. Διὰ τοῦτο, διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν προτείνω εἰς τὸ ἄρθρον 55, θεωρῶ ἀπαραίτητον τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁσάκις ὑποβάλλεται τροποποίησις. Ἂς φροντίζωσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ὑποβάλλωσιν ἐγκαίρως τὰς τροποποιήσεις των, ὅπως ἀναγινώσκωνται αὗται, τυπῶνται καὶ ἐγκαίρως ἀποστέλλωνται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα γνωρίσῃ ταύτας αὕτη, γνωρίσῃ δὲ καὶ ἡ Βουλὴ περὶ τίνος συζητεῖ καὶ ψηφίζει. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 60 ὑποβάλλω ἄλλην τροποποίησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψηφοφορίαν. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, λόγον δικαιολογοῦντα τὴν ἄρνησιν τῆς ψήφου, ἐγένετο δὲ νομίζω, καὶ κατάχρησίς τις ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Ὁ Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ σχηματίσῃ μίαν γνώμην, καταφατικὴν ἢ ἀποφατικὴν, ναὶ ἢ ὄχι.
§22ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ἄρνησις δὲν εἶναι γνώμη;
§23Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἄρνησις δὲν εἶναι γνώμη, διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὅλοι οἱ ἐκλογεῖς, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύει ὁ Βουλευτὴς, θνήσκουσι πολιτικῶς, οὐδεμίαν ἔχοντες γνώμην· γνώμη εἶναι τὸ ναὶ ἢ ὄχι. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς ἄλλην τροποποίησιν, νὰ καταργηθῇ ἡ ἄρνησις τῆς ψήφου· ὁ μὴ θέλων νὰ ψηφοφορήσῃ δύναται νὰ ἀπουσιάσῃ τοὐλάχιστον. Ἐπὶ τῶν ἄρθρων 66 καὶ 68 προτείνω τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας, αἵτινες δύνανται νὰ ἐξαφανίσωσι τὴν κακὴν πίστιν τῶν θελόντων νὰ διαστρεβλῶσι τὰ λεγόμενα καὶ πραττόμενα ἐνταῦθα, καὶ ἐκείνων, οἵτινες, ἕνεκα τῆς κακῆς ἀρχιτεκτονικῆς τοῦ κτιρίου, δὲν δύνανται νὰ ἀντιλαμβάνωνται καλῶς. Καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 5 Ἰουλίου 1886 ἔλαβον ἀφορμὴν διὰ μακρῶν νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, οἵτινες μετέσχον εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προεκάλεσα τότε, καὶ παρατήρησα αὐτὰ, τὰ καὶ νῦν συμβαίνοντα· παρῆλθον ἔκτοτε, Κύριοι, τέσσαρα περίπου ἔτη, καὶ ἐγένετο μὲν βελτίωσίς τις, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπαρκής. Ἄλλοτε, Κύριοι, καὶ αὐτὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἐπεκυροῦντο ἐρήμην ἡμῶν, συνετάσσοντο καλῇ τῇ πίστει πολλάκις ὑπὸ τοῦ γραμματέως ἀνακριβῆ, ἀνεγινώσκοντο χωρὶς νὰ ἀκούωνται, καὶ ἐπεκυροῦντο, Κύριοι, τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα θέλει προστρέξει ὁ δικαστὴς, ὁ νομοθέτης, ὁ ἱστορικὸς, διὰ νὰ συγγράψῃ τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, διὰ νὰ ἀπονείμῃ τὸ δίκαιον. Τότε, Κύριοι, συνεπείᾳ τῆς προτάσεώς μου, ἀπεφασίσθη νὰ τυπώνωνται καὶ διανέμωνται τὰ πρακτικὰ πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως. Τότε εἶχον προτείνει καὶ ἄλλο, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλὰ δὲν ἐξετέλεσεν· εἶχον προτείνει δηλαδὴ τὰ πρακτικὰ νὰ μὴ γράφωνται οὕτω πως, ξηρῶς, ἀλλὰ νὰ δημοσιεύηται περίληψις τῆς ἀγορεύσεως τοῦ λαλοῦντος ἐπίσημος, αὐτὸ τὸ συντασσόμενον ὑπὸ τοῦ συντάκτου τῶν πρακτικῶν νὰ δημοσιεύηται τὴν ἐπιοῦσαν μέχρι τῆς μεσημβρίας, ἐὰν δὲ ἡ συνεδρίασις διαρκέσῃ καὶ πλέον τῶν πέντε ὡρῶν, τότε νὰ δίδεται παράτασις εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν. Αὐτὸ, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι δύσκολον· δυνατὸν ν’ ἀπαιτήσῃ προσθήκην δαπάνης τινὸς, ἀλλὰ καὶ ἡ δαπάνη αὕτη δὲν θὰ ἦναι μεγάλη· ἀλλὰ καὶ μεγάλη ἂν ἦναι, θὰ ἦναι χρησιμωτάτη. Κατ’ ἀρχὰς τὰ πρακτικὰ συνετάσσοντο λεπτομερέστερον, ἀκολούθως ὅμως, τὴν 27 Φεβρουαρίου 1887, ὅτε ἐγὼ δὲν ἤμην Βουλευτὴς, εὑρίσκω μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ ἀναγράφωνται μόνον αἱ ἀποφάσεις, τὰ γεγονότα καὶ αἱ προτάσεις· διὰ τοῦτο νῦν ὁ συντάκτης τῶν πρακτικῶν εἶναι δεσμευμένος, νὰ μὴ γράφῃ τι πλειότερον.
§24ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχει μεγάλην ἱστορίαν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον βλέπετε.
§25Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν δύνασθε νὰ μᾶς τὸ ἀναπτύξητε. Πρῶτον, Κύριοι, προτείνω νὰ μνημονεύωνται εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τὰ ὀνόματα τῶν ἀγορευόντων, διότι οὐδένα λόγον εὑρίσκω νὰ μὴ μνημονεύωνται. Λέγουσιν «εἷς Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας»· ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας; δὲν εἶναι ἄγνωστος, διότι δύνασθε νὰ προστρέξητε εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ νὰ τὸν εὕρητε. Πρέπει λοιπὸν νὰ γράφωνται τὰ ὀνόματα τῶν ἀγορευσάντων. Τὸ δὲ ἄλλο διετύπωσα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Περίληψις ἀκριβὴς τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ὑπαλλήλου, δημοσιεύεται ἀπαρεγκλίτως καὶ ὑπὸ προσωπικὴν εὐθύνην τοῦ διευθύνοντος τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης, αἱ δὲ οὕτω δημοσιευόμεναι περιλήψεις ἀπαρτίζουσι τεῦχος, ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς». Ἀντίγραφα τῶν περιλήψεων κεκυρωμένα χορηγοῦνται καὶ εἰς οἱονδήποτε ἀντιπρόσωπον ἐφημερίδος. «Ἐὰν ἡ συνεδρίασις ἐξακολουθῇ πέραν τῆς 8ης ὥρας μ. μ. ἡ δημοσίευσις τῆς περιλήψεως τῶν πρακτικῶν δύναται νὰ γείνῃ καὶ 24 ὥρας βραδύτερον.» Τώρα ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσι καὶ σκόπελοι, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ὑποδεικνύει. Θέλομεν συζητήσει, τίνες εἶναι οἱ σκόπελοι οὗτοι καὶ κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ τοὺς ὑπερπηδήσωμεν· διότι δυνάμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ δημοσιεύωμεν τὰ πρακτικὰ, καὶ μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῶν ἂς μανθάνῃ ὁ λαὸς, ἔστω καὶ μίαν ἡμέραν ἀργότερον, τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τώρα, Κύριοι, εἶναι τὸ τελευταῖον, τὸ ὁποῖον προτείνω καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔχω τὴν συνδρομὴν τῆς ὅλης Βουλῆς. Θὰ ἀποφασίσωμεν νὰ συνερχώμεθα, ἀλλ’ ὅπως τὸ ἐκτελῶμεν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἄλλος τις λόγος, ἐξαναγκάζων ὑμᾶς· διότι μὲ ἁπλᾶς ὑποσχέσεις οὐδὲν θέλομεν πράξει. Ἐγὼ ἀνέτρεξα εἰς τοὺς Κανονισμοὺς ξένων Κρατῶν, ἀνέτρεξα ἰδίως εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς Γερουσίας, καὶ ἠρύσθην ἐκεῖθεν διάταξιν, ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τοῦτο. Ἐνόμισα δηλαδὴ, ὅτι, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἀναγράφει, ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις δίδεται μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν βουλευτικῶν, δηλαδὴ εἰς τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, ἕνεκα δὲ παρερμηνείας ἢ μᾶλλον ἕνεκα παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος γίνεται τὸ ἐναντίον, εἶναι καλὸν νὰ βοηθηθῶμεν ἐκ τῆς συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως, ὅπως ἤμεθα ὅλοι παρόντες ἐνταῦθα. Ἰδοὺ δὲ, ἵνα μὴ πολυλογῶ, πῶς διετύπωσα τὴν πρότασίν μου (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἀπαρτίας ἢ κατὰ τὴν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν ἀπουσία Βουλευτοῦ τινος στερεῖ αὐτὸν διὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποζημιώσεώς του, ἐκ τῆς ὁποίας, πληρονομένης μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, κατὰ τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Συντάγματος, ἀφαιρεῖται δι’ ἑκάστην συνεδρίασιν τόσον ποσὸν, ὅσον ἀναλογεῖ εἰς μίαν τοιαύτην, διαιρουμένου τοῦ ὅλου ποσοῦ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως διὰ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνόδου.»
§26ΜΑΥΡΟΣ. Ποτὲ δὲν θὰ λάβῃ ὁ Βουλευτὴς τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, νὰ μὴ ἀπουσιάσῃ ἐκ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τριάντα ἢ σαράντα δραχμάς.
§27Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, τὸ ἄρθρον 115 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ἀπὸ 16 Ἰουνίου 1876 καὶ τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαλλικῆς Γερουσίας ἀναγράφουσιν ὁμοίαν διάταξιν. Ἀφοῦ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀφοῦ δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καλλιτέραν λειτουργίαν τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν, δὲν ἐννοῶ, διατὶ νὰ τὴν ἀποκρούσωμεν. Τελευταῖον, Κύριοι, προτείνω τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 93, ἢ μᾶλλον τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἄρθρου εἰς τὸ πρώην καθεστὸς, τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκλεχθῇ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου ὁ μὴ Βουλευτής, λαμβάνων μάλιστα καὶ ἀποζημίωσιν· διότι, καθὼς γνωρίζετε, κατὰ τὸ 1882 εἶχε γείνει ἡ τροποποίησις αὕτη χάριν τοῦ τότε Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑφίσταται τοιαύτη ἀνάγκη· ἑπομένως ὁ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου πρέπει νὰ ἐκλέγηται ἐκ τῶν Βουλευτῶν, καὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ ἀποζημίωσιν. Ταῦτα, Κύριοι εἶχον νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ τι ἐξ αὐτῶν ὀρθὸν, ἂς τὸ κυρώσῃ διὰ τῆς ψήφου της.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου ὑποβληθεῖσαι τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 27).
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἔντιμος ἐκ Λαρίσσης Βουλευτὴς μὲ προσεκάλεσε νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα περὶ τῶν προνομίων τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Νομίζω ὅτι οὐδόλως βλάπτει τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐκθέσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι κανονικώτερον εἶναι νὰ πράξῃ τοῦτο μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς.
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 5 καὶ 20′ μ. μ.