1890.11.30
2.553 στίχοι · 20.318 λέξεις · 103 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8
Τῆς 30 Νοεμβρίου 1890.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὁ βουλευτὴς Ψαῤῥῶν κ. Θεμιστοκλῆς Α. Κανάρης ἐζήτησε νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα ἀφορῶντα τὴν παῦσιν τοῦ πρώην κεντρικοῦ λιμενάρχου Πατρῶν κ. Θεμιστοκλέους Βρατσάνου. Καταθέτω αὐτά.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας.
§3ΣΑΚΚΗΣ. Ἤλπιζον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ὁ κ. τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἀναλαβὼν τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ἐκλογῆς του, ἤθελεν ἀναμνησθῆ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας, οὐχὶ εἰς πολὺ παρῳχημένους χρόνους, ἵνα μὴ μετὰ τοσαύτης εὐκολίας ἀφήσῃ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν χειλέων του ἡ λέξις προγραφή. Ὁ κ. Βουλπιώτης ἠδύνατο ν’ ἀναλογισθῇ, ὅτι διὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ καὶ τῶν φίλων του κατὰ τὸ 1882 ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, καὶ προεγράφη ὁ τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, διότι μόνον προγραφὴν δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης, ἂν συγκρίνῃ τὴν μηδαμινότητα τῶν ἀκυρωτικῶν λόγων, οἵτινες τότε ἐπαρουσιάσθησαν, πρὸς τὰς σήμερον ἐν τῇ παρανομωτάτῃ ἐκλογῇ Αἰτωλοακαρνανίας παρουσιαζομένας ἐκλογικὰς ἀνομίας· ἠκυρώθη, λέγω, ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη, κατόπιν μάλιστα οὐχὶ τόσον πειστικῆς ἀγορεύσεως ἐγκρίτου μέλους τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, ἐπικαλουμένου τὴν σωτηρίαν τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἀνώρυξις ἑνὸς φρέατος καὶ ἡ ἀποστολὴ πεντήκοντα στρατιωτῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου κατέστησαν εἰκονικάς! Ἀλλὰ τί δύναται νὰ εἴπῃ τις σήμερον, ὁπόταν βλέπῃ τὴν δικαιοσύνην περιβληθεῖσαν τὸ ἔνδυμα τοῦ Τρικουπικοῦ κομματάρχου, τὸν στρατὸν ἀναλαβόντα τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς κάλπης τοῦ κ. Τρικούπη, τὴν διοίκησιν μεταβληθεῖσαν εἰς ἐκλογικὸν πρακτορεῖον; ποίαν γνώμην δύναται νὰ ἔχῃ μία Βουλή, ὅταν ἀναλογισθῇ, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἐνηργήθη ἡ ἐκλογὴ ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλοακαρνανίας, ὅτι στρατιαὶ ὁλόκληροι, τὸ τέταρτον ἴσως τῶν ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικῶν τοῦ Ἔθνους δυνάμεων, μετέβησαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκεῖ, ὡς ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου καταγόμενοι; Ὁποῖαι λοιπὸν εἶναι αἱ ἀνομίαι αὗται, συγκρινόμεναι πρὸς τὰς ἀνομίας ἐκείνας, δι’ ἃς ἐζητήσατε, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, τὴν ἀποβολὴν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὸ ἔτος 1882 τοῦ κ. Βαλτινοῦ, καὶ κατόπιν τοσούτων ἀνομιῶν, κύριε τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργέ; ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἀπαντήσατε· ἡμεῖς προγράφομεν σήμερον, ζητοῦντες τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς σας; ἢ σεῖς ἐπρογράψατε τότε νομίμως ἐκλεχθέντας Βουλευτάς; σεῖς ἐπρογράψατε· ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ κράτος τῶν νόμων, οὓς σεῖς ἐθέσατε ἐκποδὼν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὀκταετοῦς διοικήσεώς σας, καὶ πρὸ πάντων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν τῆς 14ης Ὀκτωβρίου. Ἀλλ’ ἵνα ἐνισχύσω τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων, μοὶ ἐπιβάλλεται ν’ ἀναφέρω περικοπάς τινας τοῦ λόγου, τοῦ ἀπαγγελθέντος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, κατηγοροῦντος τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Βαλτινοῦ, διότι μετέβησαν δεκάδες τινὲς στρατιωτῶν, οἵτινες, ὡς ἰσχυρίζετο τότε, οὐσιωδῶς μετέβαλον τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων, καὶ ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη δὲν ἦτο ἀπόῤῥοια τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως αὐτῶν, προσέθεσε δὲ, ὅτι καὶ ἡ μετάβασις ἐκεῖ ἑνὸς καὶ μόνου ἀξιωματικοῦ, τοῦ κ. Σκυλοδήμου, ἤρκεσε νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἰδοὺ τί ἔλεγε τότε ὁ μακαρίτης Λομβάρδος. (Ἀναγινώσκει περικοπὰς τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ). Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, οἱ ὅροι ἦσαν ἀνεστραμμένοι· ὁ μέχρι πρό τινος κυβερνῶν τὴν Ἑλλάδα ἐφρόνει τότε, ὅτι, ἀκυρῶν τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, δὲν προέγραφε Βουλευτὰς μὴ νομίμως ἐκλεγέντας, κατὰ τὴν γνώμην τῆς τότε πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἐζήτει τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, καὶ ἔπρεπε νὰ πείσῃ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἐρχόμενος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἤθελεν εἶσθαι ἄγρυπνος φύλαξ αὐτῶν. Ἀλλ’ οἱ καιροὶ ἐκεῖνοι παρῆλθον, ὁ σκοπὸς αὐτοῦ συνετελέσθη, ἡ ἐξουσία κατελήφθη, ἔπρεπεν ὅμως νὰ μὴ διαφύγῃ καὶ τῶν χειρῶν του, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἡ λεοντὴ κατέπεσε καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀνεγνώρισε τὴν πλάνην του, διεῖδε μάλιστα πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅτι ὑπ’ οὐδενὸς ἄλλου ἐκυβερνᾶτο ἢ ὑπὸ ἑνὸς φιλάρχου, οὐδόλως εἰς αὐτὸν χρησίμου καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου μεριμνῶντος ἢ περὶ τῆς διατηρήσεώς του ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων τὸ τοιοῦτον δὲν θὰ κατωρθοῦτο, καὶ ἵνα μὴ διαφύγῃ ἡ προσφιλὴς αὐτῷ ἐξουσία τῶν ἀνοσίων καὶ ἀνόμων χειρῶν του ἔδει νὰ τεθῶσιν ἐκποδὼν πάντες οἱ νόμοι, οὓς οἱ κατὰ καιρὸν κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα ἔθεντο πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν, καὶ οὕτως ἡ παρανομία ἐτέθη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἦτο ἀρκετὸν προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. τέως Πρωθυπουργοῦ, ἔδει νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν καὶ πολλὰ ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρθησαν ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, καὶ νομίζω περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω· ἐγὼ περιορίζομαι μόνον εἰς τὸ θέμα τοῦ ἐπηρεασμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀναφέρων τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰς τὸν νομόν μεταβάντων κατὰ τὴν ἐκλογὴν στρατιωτῶν καὶ ἀξιωματικῶν. Ἰδοὺ οὗτος: Ἐκτὸς τῆς δυνάμεως τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ συντάγματος, τοῦ ὁποίου πάντες οἱ ἀξιωματικοί, ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἦσαν ἐντόπιοι καὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς τῶν δύο ταγμάτων τῶν εὐζώνων, τῶν ἑδρευόντων ἐν Ἀγρινίῳ, καὶ τῶν ὁποίων ὡσαύτως πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἦσαν ἐντόπιοι, ἐκτὸς λέγω ὅλων τούτων, προσεκολλήθησαν, ὡς ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ἐκεῖ ἢ μετετέθησαν διὰ λόγους ἄλλους ὑπηρεσίας καὶ πολλοὶ ἕτεροι ἀξιωματικοὶ ἐντόπιοι, ἐξ ὧν τινες καὶ πολιτεύονται ἐν τῷ νομῷ, ὡς οἱ κκ. Βλαχόπουλος καὶ Μάνεσης. Κατόπιν λοιπὸν τοσούτου ἀριθμοῦ στρατιωτῶν, 1500, ὡς νομίζω ἀναφέρουν τὰ ἔγγραφα, καὶ τοσούτων ἀξιωματικῶν ἐντοπίων, ἠθέλατε νὰ ἔχητε γνήσιον ἀποτέλεσμα ἐκλογῆς;
§4ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πόσοι ἦσαν ἐντόπιοι ἀξιωματικοί;
§5ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸν κατάλογον, ἀλλ’ ἦσαν, νομίζω, ἑβδομήκοντα τέσσαρες. Ἐὰν λοιπὸν, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Βαλτινοῦ, πεντήκοντα μόνον στρατιῶται, μεταβάντες ἐκεῖ, ὡς ἐλέχθη, μετέβαλον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης, ὁποῖον ἐπηρεασμὸν δὲν ἤθελον φέρει 1500 στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι, ἐπὶ κεφαλῆς ἔχοντες ἀξιωματικούς, μετέβαινον εἰς τὰ χωρία καὶ ἐποιοῦντο χρῆσιν πάσης αὐθαιρεσίας; Ἀλλὰ καὶ ὁ διορισμὸς ἀξιωματικοῦ εἰς θέσιν ἐπιθεωρητοῦ δασῶν εἶναι πρᾶξις ὁμοιάζουσα πολλὰς τοιαύτας, διενεργηθείσας ὑπὸ τοῦ κ. τέως κ. Πρωθυπουργοῦ. Μετ’ ὀλίγον συνάδελφός τις θέλει ἀναφέρει τὸν νόμον, ὅστις ῥητῶς ἀπαγορεύει τὴν ἐποπτείαν δασῶν εἰς ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς κκ. ἀξιωματικοὺς δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος ΦΜʹ τῆς 11 Νοεμβρίου 1875, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει ῥητῶς τὸν διορισμὸν ἀξιωματικοῦ ἢ ὑπαξιωματικοῦ ἐπὶ κεφαλῆς ἀποσπάσματος εἰς ἐπαρχίαν, ἐξ ἧς κατάγεται ἢ εἰς ἣν εἶναι ἐγκατεστημένος; Ἀλλ’ ἔδει χάριν τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Τρικούπη καὶ τῶν φίλων του νὰ τεθῇ καὶ οὗτος εἰς ἀχρηστίαν, ἔδει νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, προσκαίρως τοὐλάχιστον, διότι, ἂν ἐφηρμόζετο, βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ εἶχε τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηται ἐνταῦθα, μεθ’ ὅλας τὰς εὐεργεσίας, τὰς ὁποίας παρέσχεν εἰς τὸν τόπον, διότι ὁ τόπος ἄλλως ἐξετίμησεν αὐτόν. Ἀλλὰ, καίτοι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν, μετέβαλον κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων, δὲν προτίθεμαι νὰ ζητήσω τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς ὅλους τοὺς ἐπιτυχόντας Βουλευτὰς τῆς τότε κυβερνητικῆς μερίδος. Θέλω ἐξαιρέσει τὸν κ. Τρικούπην, οὐχὶ διότι νομίζω, ὅτι ὁ ἐπηρεασμὸς τῶν τοιούτων ἀνομιῶν δὲν ἐπενήργησε καὶ διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοὐναντίον σπουδαίως ἐπενήργησε καὶ ἐπὶ τοῦ προσώπου αὐτοῦ, ἀλλὰ διότι ἐπιθυμῶ νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἵνα παρακολουθήσῃ τὰς μετ’ ὀλίγον ἀναπτυχθησομένας ἐν ταὐτῷ κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι παρὼν, ἵνα ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ αὐτοῦ ἀπολογουμένου καὶ μορφώσῃ ἀσφαλῆ γνώμην, ἐὰν τῷ ὄντι αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ προτίθεται ν’ ἀπαγγείλῃ κατ’ αὐτοῦ, ἦναι βάσιμοι, καὶ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ λόγον τῶν πράξεών του. Ἀλλὰ τὴν αὐτὴν γνώμην δὲν ἔχω καὶ ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ πρόσωπα, τὰ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ ἐπιτυχόντα, διότι δὲν παρουσιάζονται οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἱ ἀναγκάζοντές με νὰ ἐξαιρέσω τὸν κ. Τρικούπην, καὶ ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν, ἕνεκα ὅλων τῶν ἀναπτυχθέντων αἰτιῶν, δὲν εἶναι ἀπόροια τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τῶν ἐκλογέων, διότι, ὡς εἶπον, ἐὰν σκεφθῶμεν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βαλτινὸς ὡς Ὑπουργὸς μετεχειρίσθη κατὰ τὰ 1882, καὶ συγκρίνωμεν ταῦτα πρὸς τὰ μέσα τῆς διαφθορᾶς, τὰ ὁποῖα ἡ τέως Κυβέρνησις διέθεσε, τὰ πρῶτα ἦσαν μηδαμινὰ ἀπέναντι τῶν σημερινῶν, τῶν ἐν τῇ ἐκλογῇ ταύτῃ παρουσιαζομένων. Ὀφείλω δὲ νὰ μὴ παραλείψω, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξελέγη δι’ ἀριθμοῦ ψήφων πολὺ ἀνωτέρου ἐκείνου, δι’ οὗ ἐξελέγησαν οἱ φίλοι τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ τοὺς ὀλίγους δὲ τούτους δὲν ἐπηρέασαν βεβαίως οἱ 100 ἐντόπιοι ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ χίλιοι πεντακόσιοι στρατιῶται, οὐδὲ ἡ πληθὺς τῶν τοσούτων ἄλλων ἀνομιῶν. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δώσῃ ἓν παράδειγμα εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἐσεβάσθησαν τοὺς κοινοβουλευτικοὺς νόμους, δὲν ἐσεβάσθησαν αὐτὴν τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τῶν ἐκλογέων, καὶ ὀφείλει νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν. Δὲν συμφωνῶ δὲ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι τὴν μερικὴν ἀκύρωσιν ὡς πρὸς τοὺς ἐπιτυχόντας τέσσαρας Βουλευτὰς τοῦ νομοῦ ἐκείνου, ἀλλὰ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ ὡς πρὸς τοὺς τέσσαρας ἐπιτυχόντας Βουλευτὰς ἐκ τοῦ τότε κυβερνητικοῦ συνδυασμοῦ, πλὴν τοῦ κ. Τρικούπη.
§6Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τέσσαρα ὁλόκληρα παρῆλθον ἔτη, ἀφ’ ἧς ἡμέρας συνεπείᾳ ἑνὸς διατάγματος, τοιχοκολληθέντος εἰς τὴν θύραν τοῦ Βουλευτηρίου, ἐξεδιώχθην μετὰ τῶν τότε συναδέλφων μου ἐντεῦθεν, διότι εἶχον ζητήσει τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς μεθοριακὰς συγκρούσεις. Μετὰ τετραετίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου, καὶ πρῶτον ἤδη ζητῶν τὸν λόγον, ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας. Ἐὰν, Κύριοι, εἰς πᾶσαν ἐξέλεγξιν ἐκλογῆς, κατὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ἀκύρωσις, πρέπῃ νὰ γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις, πολὺ εὐρυτέρα πρέπει νὰ γείνῃ ἐπὶ τῆς προκειμένης, εἰς ἣν πρὸς τούτοις πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ ὅλα τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως, καθὼς καὶ εἰς πᾶσαν προσβαλλομένην ἐκλογήν. Διὰ τοῦτο χθὲς ὑπεστήριξα ἀξιότιμον συνάδελφον, ζητήσαντα τὴν τύπωσιν καὶ ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων. Εὐρεῖα συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ, διότι πρόκειται οὐ μόνον περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ ἁπλῆς καὶ συνήθους ἐκλογῆς, ἀλλὰ πρόκειται νὰ κριθῇ ἡ πολιτεία τοῦ τέως κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐγὼ ἰδιαιτέρως ὀφείλω νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ διότι, εὑρεθεὶς ἐν τῷ προεξελεγκτικῷ τμήματι, ἤκουσα ὅλην τὴν προφορικὴν ἀνάπτυξιν, καὶ διότι δὲν συνεφώνησα μετὰ τῶν συναδέλφων μου ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Καθ’ ἣν ἐμόρφωσα γνώμην, ἡ ἐκλογὴ ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας καὶ οὐχὶ μόνον τῶν τριῶν δήμων, πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ὡς πρὸς τοὺς κ. κ. Σισμάνην, Μαυρομμάτην καὶ Ράγκον, οὐχὶ δὲ ὡς πρὸς τὸν κ. Τρικούπην καὶ τὸν κ. Βουλπιώτην, μολονότι παραδέχομαι, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς δὲν ἐξέφρασαν ἐλευθέρως τὸ φρόνημά των καὶ ὡς πρὸς αὐτούς. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς τὰς σκέψεις μου, ἵνα κρίνῃ τὸ ὀρθὸν ἢ μὴ τοῦ συμπεράσματός μου. Ἄλλως, κύριοι συνάδελφοι, καὶ δι’ ἕτερον λόγον ἐπιβάλλεται ἡ εὐρυτέρα ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης συζήτησις, διότι ταὐτοχρόνως δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι γίνεται συζήτησις καὶ ὡς πρὸς τὰς ἄλλας ἐκλογὰς, ἀφοῦ τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς ἐπιθέσεως κατὰ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν ἀπαντᾷ εἰς ὅλας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι προετίμων ἄλλοι ἀντ’ ἐμοῦ νὰ λάβωσι τὸν λόγον, καὶ περιέμενον μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς νὰ ἀκούσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, διαδεχόμενον τὸν πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀντιμετωπίζοντα αὐτόν· περιέμενον ἑτέρους συναδέλφους ἐκ τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, ἵνα ἐννοήσωμεν, ἂν τὰ τηλεγραφήματα, τὰ σταλέντα κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ἦσαν ἀκριβῆ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ, Κύριοι, θὰ ἐξετάσω τὴν ἐκλογὴν ταύτην ὑπὸ γενικὴν ὅλως ἔποψιν, ἀφίνων τὰς λεπτομερείας εἰς τοὺς εἰδικωτέρους· διὰ νὰ καταλήξωμεν ὅμως εἰς ἓν συμπέρασμα, πρέπει νὰ κατανοήσωμεν ἕως ποῦ προχωρεῖ ἡ ἁρμοδιότης ἡμῶν καὶ κατὰ τίνας κανόνας πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ σκέψιν ζητήματος. Εἴμεθα ἆρά γε τακτικοὶ δικασταὶ, οἵτινες μὲ τὴν Δικονομίαν ἀνὰ χεῖρας πρόκειται νὰ κρίνωμεν τὸ δίκαιον ἢ ἄδικον τῆς ἐκλογῆς, ἢ εἴμεθα ἔνορκοι, οἵτινες, τὸ σύνολον τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, εἰς οὐδένα ἄλλον ἔχομεν νὰ δώσωμεν λόγον ἢ εἰς τὴν συνείδησίν μας καὶ εἰς τὸν Θεόν; Ἀλλ’ ἂν ἤμεθα ἔνορκοι, εἴμεθα καὶ ἔνορκοι Βουλευταί; Δηλαδὴ θέλομεν δικάσει ὡς ἔνορκοι δικασταὶ, ἢ καὶ μὲ εὐρυτέραν ἀκόμη ἁρμοδιότητα; Ὅτι θέλομεν δικάσει μόνον κατ’ οὐσίαν καὶ ὡς ἔνορκοι, οὐδεὶς πιστεύω δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ τις ὁ ἀμφιβάλλων, παραπέμπω αὐτὸν εἰς τοὺς εἰδικοὺς συγγραφεῖς, Ἕλληνας καὶ ξένους, πραγματευθέντας τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐξηγοῦντας δὲ τὸ ἀξίωμα, ὅτι ὁ Βουλευτὴς, ἐξελέγχων τὸ κῦρος ἐκλογῆς, δὲν δικάζει ὡς δικαστὴς τακτικὸς, ἀλλ’ ὡς ἔνορκος. «Non comme un juge, mais comme juré». Εὑρίσκεται εἰς τὸν Dalloz, ἐν τῇ λέξει Droit politique, ἀριθ. 593. Θέλετε εὕρει, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν χάνεται εἰς τοὺς τύπους καὶ εἰς τὰς μικρολογίας, ἀλλ’ ἐξετάζει, ἂν τὰ γεγονότα ἐπέδρασαν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς. Ἔρχεται ἤδη ἄλλη σκέψις. Ἂν πρόκηται νὰ δικάσωμεν ὡς αὐστηροὶ δικασταὶ καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν εἶχε τὸ αὐτὸ σύστημα ἐπιθέσεως, πρὸς ἀλλοίωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος, εἰς ποῖον συμπέρασμα πρέπει νὰ καταλήξωμεν; Διὰ μιᾶς ἀποφάσεως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅλοι οἱ δι’ ἀμιγῶν συνδυασμῶν ἐπιτυχόντες τότε ὑπουργικοὶ δὲν εἶναι τὸ συμπέρασμα τῆς γνησίας ἐκδηλώσεως τῶν ἐκλογέων; Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι δικάζομεν οὐ μόνον ὡς ἔνορκοι, ἀλλὰ καὶ ὡς Βουλευταί, διότι καὶ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ὑποθέσει ὀφείλομεν νὰ μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι ἡ συνταγματικὴ μηχανὴ δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς ἄνευ ἀντιπολιτεύσεως· καὶ ἐπὶ ὑποθέσει λοιπὸν ἀναμφισβητήτου ἀκυρότητος τῶν ἐκλογῶν ὅλων τῶν τότε ὑπουργικῶν ὑποψηφίων, δὲν πρέπει νὰ ἐκδιωχθῶσι τοῦ Βουλευτηρίου ἅπαντες, ἀφοῦ ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἔχει τὴν ἀτέλειαν νὰ μὴ προβλέπῃ περὶ ἐκπροσωπήσεως τῆς ἑκάστοτε μειονοψηφίας. Εἶπον ἤδη διατὶ θέλομεν δικάσει καὶ ὡς Βουλευταί· ἀλλ’ ἤδη ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ λόγοι, ὑπαγορεύοντες νὰ ἀποφανθῶμεν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκδικαζομένην ἐκλογὴν ὡς πρὸς ὅλους τὸ ἄκυρον, ἢ ὡς πρός τινας τὸ ἄκυρον καὶ ὡς πρὸς ἄλλους τὸ ἔγκυρον. Ἐνταῦθα ὅμως ἐνδέχεται νὰ μὲ διακόψῃ τις, ἵνα μοὶ εἴπῃ: καὶ πῶς ἀντιστρατεύεσαι εἰς τὸ ἀδιαίρετον τῆς ἐκλογῆς; Ἀνέγνων μάλιστα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ τέως Πρωθυπουργὸς σκοπὸν ἔχει νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον καὶ ἀναπτύξῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι σολοικίζομεν, παραδεχόμενοι τὸ διαιρετὸν τῆς ἐκλογῆς. «Ἤκουσα καὶ ἐν τῷ τμήματι ἐκφραζομένην τοιαύτην τινὰ ἀπορίαν: καὶ πῶς παραδέχεσθε τὸ ἄκυρον διὰ τοὺς μὲν, τὸ ἔγκυρον διὰ τοὺς δέ; Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς τοῦτο, ἐὰν δηλαδὴ ὁ τέως Πρωθυπουργὸς πρόκηται νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην γνώμην. Ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ποτὲ, ὅτι λογικῶς καὶ πειστικῶς δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τοιαύτην γνώμην, ὅτι δηλαδὴ, προκειμένου περὶ ἀνθρώπων παλαιόντων κατὰ τῶν κυμάτων τοῦ φατριασμοῦ καὶ τοῦ κομματισμοῦ, περὶ ἀνθρώπων, οἵτινες ἐν τῇ ἀνίσῳ ταύτῃ πάλῃ σώζονται εἰς σανίδα, νὰ τολμῶσιν οἱ δικασταὶ νὰ τοῖς λέγωσι, σᾶς βυθίζομεν εἰς τὸν πυθμένα τῆς ἀκυρώσεως, διότι ἐσώθητε. Δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τοῖς λέγωσιν οἱ καταδιώξαντες αὐτοὺς, ὅτι «πᾶν ὅτι ἐπράξαμεν τὸ ἐπράξαμεν διὰ νὰ ἐπιτύχητε». Τοιοῦτον συλλογισμὸν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ στηρίξω τοῦτο εἰς τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, θέλων νὰ τὸ κυρώσω καὶ διὰ τῆς γνώμης ἑνὸς συγγραφέως, τὸν ὁποῖον ἐγὼ, καὶ πιστεύω καὶ ὅσοι ὑμῶν τὸν γνωρίζετε, ὑπολήπτομαι μεγάλως διὰ τὸ ὀρθὸν τῆς κρίσεώς του, καὶ ὅστις τελευταῖον ἑρμηνεύσας τὸν ἐν ἰσχύϊ παρ’ ἡμῖν ἐκλογικὸν νόμον καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τοὺς εἰδικῶς συγγράψαντας περὶ τούτου, ἐκφράζεται ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὡς ἑξῆς. Ἄν ἡ Βουλὴ μοὶ ἐπιτρέπῃ νὰ ἀναγνώσω ὀλίγας γραμμὰς, θὰ ἴδῃ, πῶς ὁ ἐφέτης κ. Λυκούδης ἐκφράζεται περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἐν τῷ ἐκλογικῷ κώδικι, σελ. 166, λέγει τὰ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀρχὴ τῆς ἀδιαιρεσίας τῆς ἐκλογῆς, ἡ καὶ ἀλλαχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν ὑποστηριχθεῖσα (Σαριπ. Συνταγμ. δικ. § 455), δὲν μοὶ φαίνεται στηριζομένη ἐπὶ ὀρθῆς καὶ πρακτικῆς βάσεως. Ὀρθῶς δὲ ἡ παρ’ ἡμῖν κοινοβουλευτικὴ νομολογία δὲν παρακολουθεῖ συνήθως αὐτήν. Διὰ τίνα λόγον οἱ ἐκλογεῖς τῶν τμημάτων, ἐν οἷς οὐδὲν συνέβη παράπτωμα, νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὸν ἀγῶνα, ἕνεκα ἐλαττωμάτων τῆς ἐκλογῆς, λαβόντων χώραν ἐν ἄλλοις τμήμασι; Διὰ τίνα λόγον νὰ ἀκυρῶται ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς Βουλευτὴν, ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ὁποίου οὐδόλως ἐπέδρασαν αἱ παρανομίαι; Π. χ. Ἐν ἐκλογικῷ τινι τμήματι ἀνηρπάγη κάλπη τις καὶ διεσκορπίσθησαν τὰ σφαιρίδια, ἀσκεῖ δὲ ἐπιῤῥοὴν τοῦτο ἐπὶ τοῦ καθολικοῦ ἀποτελέσματος. Διὰ τίνα λόγον ἡ ἀναγκαίως ἀπαγγελθησομένη ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ τμήματι ἐκείνῳ καὶ ἡ ἐπανάληψις τῆς ψηφοφορίας δέον νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ἐκλογικὰ τμήματα; Ἔν τινι νομῷ ἀπροκάλυπτος στρατιωτικὴ βία μετῆλθεν ἀποδεδειγμένα μέσα ἐκφοβίσεως τῶν ἐκλογέων καὶ πιέσεως, ὅπως ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων. Ἐξελέχθησαν οἱ κυβερνητικοὶ ὑποψήφιοι καὶ εἷς τῶν ἀντιπολιτευομένων. Ἀκυρουμένης λόγῳ τούτου τῆς ἐκλογῆς, διὰ τίνα λόγον εἰς τὴν ἀκυρότητα δέον νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ ἐκ τῶν καθ’ ὧν ἡ βία ἀπηυθύνετο; Διὰ νὰ βραβευθῇ ἡ ἐπιβουλή; Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον καὶ ἐκτὸς πάσης λογικῆς ἀμφισβητήσεως, ὅτι, ἂν μεθ’ ὅλην τὴν βίαν ἐξελέχθη, ἄνευ ταύτης θὰ ἐξελέγετο δι’ ἔτι μείζονος πλειονοψηφίας. Τούτων ἕνεκα οὔτε κατὰ τὰ ἐκλογικὰ τμήματα, οὔτε κατὰ τὰ ἐκλεχθέντα πρόσωπα ἔχει λογικήν τινα ὑπόστασιν τὸ δόγμα τοῦ ἀδιαιρέτου τῆς ἐκλογῆς.» Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐναντία γνώμη. Ὅταν ἀκούσω τὰ ἐναντία ἐπιχειρήματα, θέλω κρίνει. Μετὰ τοὺς γενικοὺς τούτους κανόνας, οἵτινες, κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον κρίσιν, θέλουσι βοηθήσει ἡμᾶς, ὅπως καταλήξωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα, μὴ ἀπομακρυνόμενον καὶ τῶν κανόνων τῶν ἀνεγνωρισμένων ἐκ τῆς κοινοβουλευτικῆς νομολογίας, ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις πρὸς τὸν πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸν, ὅστις χθὲς ἀνῆλθε τὸ βῆμα, νομίζων ὅτι ὁμιλεῖ πρὸς πρόσωπα ἄγνωστα. Ἴσως ἐνόμισεν, ὅτι ἐνταῦθα παρακάθηνται ἄνθρωποι ἐλθόντες ἀπὸ τὸ Φεζὰν, οἵτινες ἀγνοοῦσι τὰ συμβαίνοντα· ἐλησμόνησεν, ὅτι ὅλοι ἡμεῖς, ἐνταῦθα μένοντες, γνωρίζομεν καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, εἴμεθα εἰς θέσιν τὰ πάντα νὰ ἐκτιμήσωμεν. Ὅταν δὲ ὁ κ. Βουλπιώτης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξεστόμισεν ἐναντίον τοῦ τμήματος, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι τὴν αὐτὴν γνώμην, τὰς βαρείας λέξεις περὶ προγραφῆς καὶ πραξικοπήματος, ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι, εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην ὁμιλῶν, ἀκούεται παρ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ νὰ μὴ ὑποθέσῃ, ὅτι μὲ τὰς λέξεις του δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα. Ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλπιώτης, ὅτι ὁ Γουτεμβέργιος εὗρε τὴν τυπογραφίαν καὶ ὅτι τυπόνονται ὅλα τὰ γινόμενα καὶ λεγόμενα. Ἐλησμόνησεν ὅτι ἐν ἔτει 1881, οὐχὶ δηλαδὴ πρὸ πολλῶν δεκάδων ἐτῶν, ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ ὁ συνάδελφός του κ. Πρωθυπουργὸς εἶχον παρασκευάσει οὐ μόνον προγραφὴν κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως καὶ τοῦ συλλογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησε χθὲς, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, ἀλλὰ καὶ κἄτι βαρύτερον. Δὲν θέλω νὰ ἀναξέσω παλαιὰς πληγὰς, οὐδὲ νὰ λυπήσω τινὰ τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι τὸ μικρὸν πέμπτον κόμμα ἔκαμε πτέρυγας διὰ δημοσιογραφικῶν διαδόσεων, αἵτινες ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι ἐσκόπουν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἀγαθῶν τοῦ ἔθνους αἰσθημάτων πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν· διότι, ὅταν εὑρέθησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τοῖς εἶπον ὅτι, «ἐὰν νομίζητε, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς δημοσιεύετε, εἶναι ἀληθῆ, τότε ἐμπρὸς, ἐκτελεσθήτω ὁ νόμος», ὠπισθοδρόμησαν.... Μὴ ῥίπτετε, κύριε Βουλπιώτη, τοιαύτας λέξεις, διότι ἐννοήσατε καλῶς, ὅτι τοιαῦται λέξεις εὐθὺς θέλουσι φέρει εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν πολλὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν θὰ ἦναι πρὸς ὄφελός σας. Δὲν παραδέχομαι ἐγὼ, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ τοῦ 1881 ἔκαμε προγραφὰς, ἀλλ’ ὁ ὁμιλήσας οὐχὶ εὐπρεπῶς τέως Ὑπουργὸς ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν ἔτει 1882 ἐπρότεινε διὰ τῶν τμημάτων τὴν ἀκύρωσιν πολλῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, καὶ ἠκύρωσε μάλιστα τὴν ἐκλογὴν δέκα Βουλευτῶν, ἑνὸς δὲ καὶ δίς. Ἂς ἐνθυμηθῇ ὅσα ἄλλα ὁ πρὸ μικροῦ λαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπέμνησε περὶ τῆς ἐκλογῆς Βάλτου, ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὁ τότε ὑποψήφιος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ὥρας πολλὰς ὡμίλησεν ἐντεῦθεν καὶ ἀνέπτυξε τοῦ τότε ἐπίσης ὑποψηφίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τὴν ἔκθεσιν, λέγων ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ πρώτου ἐπιλαχόντος πρὸς τὸν τελευταῖον ἐπιτυχόντα εἶναι διαφορὰ 400 ψήφων. Νομίζω ὅτι περὶ αὐτοῦ δὲν ἀνέφερέ τι ὁ κ. Σάκκης, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἀναφέρω ἐγώ. Ἔλεγεν ὁ τὴν 19ην Φεβρουαρίου 1882 ἀγορεύσας, ὅτι, ἐὰν παραδέχησθε ὅτι διακόσιοι ἐκλογεῖς μετεκινήθησαν, πρέπει νὰ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Βαλτινοῦ, τοῦ μὴ περιοδεύσαντος εἰς τὴν ἐπαρχίαν του· ἔλεγεν ὅτι εἰς ἄλλα μέρη ἐξετάζεται καὶ αὐτὴ ἡ ὑποψηφιότης ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἄλλαις λέξεσιν, εἶχε τὴν διάθεσιν ὁ διερμηνεύων τὸ φρόνημα τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνῆκε, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἀπηγορεύετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ ἦναι ὑποψήφιος εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, διότι, ὡς ἔλεγε, τὸ γόητρον τῆς ὑπουργικῆς ἰδιότητος νοθεύει τὴν θέλησιν· ἔλεγε προσέτι, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς εἰς τὴν ἐμφάνισιν ἀποσπάσματος 4 ἢ 5 στρατιωτῶν ἀνατριχιάζουσιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ὡς ἔλεγον, δὲν ἐξετάζομεν ἁπλῶς, ἐὰν ἡ τοποθέτησις τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων μετεκίνησε διακοσίας ψήφους· ταῦτα ὑπεστήριζον οἱ δορυφόροι τοῦ κυρίου Τρικούπη κατὰ τὸ 1882. Καὶ ὅταν, Κύριοι, ἔχητε ἤδη μίαν ἐκλογὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πρῶτος ἐπιλαχὼν πρὸς τὸν τελευταῖον ἐπιτυχόντα ἔχει διαφορὰν τριάκοντα πέντε μόνον ψήφων, κύριε Βουλπιώτη, καὶ ὅταν, κύριε πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὲ, ὁ δεύτερος ἐπιλαχὼν ἔχῃ διαφορὰν 50 μόνον ψήφων, ἡ μετακίνησις δὲ 17 ἢ 26 ψήφων δύναται νὰ ἀλλοιώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα, νομίζετε ὅτι γίνεσθε πιστευτοὶ, ὁμιλοῦντες ἐντεῦθεν περὶ πραξικοπήματος καὶ περὶ προγραφῆς; Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, τὰ πράγματα ἦσαν ἀλλοῖα, τότε ἄλλη λογικὴ, ἄλλη δικαιοσύνη, ὁ δὲ νόμος περὶ τοποθετήσεως τῶν ἐντοπίων ἀξιωματικῶν εἶχεν ἄλλην ἑρμηνείαν, τώρα ἔχει ἄλλην, τὸ βρέφος ἐγένετο νεανίσκος καὶ τέλος ἠνδρώθη! καὶ ἔρχεσθε ἐνταῦθα, ὁμιλοῦντες πρὸς τὸ ἐθνικὸν συνέδριον, τὸ συγκείμενον ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτούς των καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, νομίζοντες ὅτι ἔχετε τοιοῦτο δικαίωμα παραγνωρίσεως τῆς νοημοσύνης τῶν ἀκροατῶν σας! καὶ νομίζετε, ὅτι δύνασθε σπουδαίως νὰ εἴπητε ταῦτα, λαμβάνοντες τὸν φάκελλον τοῦτον (δεικνύει τὸν φάκελλον τῶν ἐκλογικῶν ἐγγράφων) καὶ διεξερχόμενοι αὐτὸν ἀβρόχοις ποσὶ, τὰ μὲν παραλείποντες, τὰ δὲ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, διαστρέφοντες, τὰ δὲ λίαν ἐλαφρῶς ἐκτιμῶντες! καὶ παραξενεύεσθε, πῶς εὑρίσκονται ἄνθρωποι, νὰ μέμφωνται τοῦ Δημάρχου Κλεπαΐδος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠδυνήθη νὰ φονεύσῃ, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐκδιώξῃ ἐκ τῆς οἰκίας τῆς χήρας τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ τότε ἀντιπολιτευομένου συνδυασμοῦ! Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, τὸ ἐμὸν ἔργον δὲν εἶναι νὰ κατατρίψω τὸν χρόνον εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ τοπικῶς μόνον περὶ τῆς Αἰτωλοακαρνανίας· τὸ ἐμὸν ἔργον εἶναι νὰ ῥίψω ἓν ταχὺ βλέμμα εἰς τὰς κορυφὰς, καὶ νὰ ἐξετάσω τὰ γεγονότα χονδρικῶς, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε τὴν λέξιν. Ἐγὼ θὰ ἐξετάσω, ὁποία ἰδέα ἐπεκράτει εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν, πῶς ἐνόει νὰ κάμῃ τὰς ἐκλογὰς καὶ πῶς τὰς ἐνήργησεν, ὁποῖον εἶχε σχέδιον καὶ πῶς τὸ ἐξετέλεσεν. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Βουλπιώτην καὶ αὖθις, ὅτι ἡμεῖς δὲν δεσμευόμεθα ἀπὸ διάταξιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἢ τῆς δικονομίας, ἵνα ἀποδείξωμεν ἐγγράφως τὰς κατὰ τῆς ἐκλογῆς ἐνστάσεις· ὅπου δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἀποδείξεις διὰ τὴν Ἀκαρνανίαν εἰδικῶς, δι’ ἐκδρομῆς εἰς Λάρισσαν, εἰς Κέρκυραν, εἰς Εὔβοιαν, εἰς Φθιώτιδα συμπληροῦμεν τὰς ἀποδείξεις μας. Πρὶν τούτου ὅμως, Κύριοι, ἵνα καταστήσω ψηλαφητοτέραν τὴν διαφορὰν, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὰ διάφορα στάδια τῆς πολιτείας τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλιγίστας γραμμὰς ἑνὸς Βασιλικοῦ λόγου, ἀπαγγελθέντος κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1875, πρωθυπουργοῦντος καὶ τότε τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ. Ἐνήργησε καὶ τότε ὁ κ. Τρικούπης ἐκλογάς· οἱ πρεσβύτεροι ἐνθυμοῦνται καλλίτερον διὰ τίνος τρόπου ἐγένετο Πρωθυπουργός· ἀφίνω εἰς ἐκείνους νὰ μὲ συμπληρώσωσιν· ἐγὼ εἰς τὴν βιβλιοθήκην μου εὑρίσκω τοὺς λόγους οὓς ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως, διότι, χάρις εἰς τὴν εὐεργετικὴν τοῦ Γουτεμβεργίου ἀνακάλυψιν, εὑρίσκεται ἀκέραιος ὁ Βασιλικὸς ἐκεῖνος λόγος τετυπωμένος. Ἦλθε τότε ὁ κ. Τρικούπης νὰ ἀνοίξῃ τὴν Βουλὴν, καὶ τί εἶπε; (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησίς μου ἀπέσχεν εὐλαβῶς ἀπὸ πάσης ἐπὶ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ ἐπηρείας, καὶ εἰργάσθη συντόνως εἰς περιφρούρησιν τῆς ἐλευθέρας ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐκλογέων. Συγχαίρω δὲ τῷ ἔθνει ἐπὶ διαγωγῇ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἀποδεικνυούσῃ αὐτὸ ἄξιον τῶν ἐλευθεριῶν του. Εἰς τὴν Κυβέρνησίν μου ὑπολείπεται ἤδη ἡ δραστηρία ἐξακολούθησις καὶ συμπλήρωσις τῆς νομίμου καταδιώξεως τῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων. Τὴν δὲ κορωνίδα εἰς τὴν γνησίαν ἀντιπροσώπευσιν τοῦ ἔθνους θέλετε ἐπιθέσει ὑμεῖς, ἐξελέγχοντες δι’ ἐννόμου αὐστηρότητος τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν.» Μὲ ἄλλας θεωρίας ἦλθεν ὁ κ. Τρικούπης τότε· δὲν γνωρίζω ἐὰν καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1887 θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ αὐτὰ, ἤ, ἂν ἤδη εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν, ἐὰν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιγράψῃ αὐτὰς τὰς ὡραίας καὶ γοητευτικὰς παραγράφους. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Τρικούπην, εἶναι, ὅτι κατόπιν τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ μετὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, μετὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον, τὸν πάρα πολὺ δυνατὸν, κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἦλθεν ἐνταῦθα, καὶ τὸν ἐνθυμούμεθα ὅσοι εἴμεθα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἡμεῖς ἰδίως οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἐλθόντες καὶ ἀναμένοντες τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων μὲ τὴν προσοχὴν τεταμένην, ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν οὐδὲ συλλαβὴν ἐκ τῶν λέξεών του, λέγοντα (ἀναγινώσκει): «Ποία εἶναι ἡ γνώμη αὕτη; Ἡ γνώμη αὕτη συνοψίζεται εἰς ὀλίγας λέξεις: ἡ ἀνόρθωσις τοῦ νόμου. Τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ νόμου ζητεῖ παρ’ ἡμῶν ἡ κοινωνία· ζητεῖ φραγμοὺς κατὰ πάσης αὐθαιρεσίας, κατὰ πάσης ὑπερβασίας, (τότε πρώτην φορὰν εἶχον ἀκούσει τὴν λέξιν ταύτην) κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν παντὸς ἰσχύοντος (βεβαίως ἐννοεῖ καὶ τοὺς ὑπὲρ τὴν Κυβέρνησιν ἱσταμένους· προέβαινε μέχρι τοῦ ἀνευθύνου,) καὶ κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τῆς Βουλῆς, ζητεῖ τουτέστιν ἡ κοινωνία, ὅπως διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑπαρχόντων νόμων καὶ διὰ τῆς ψηφίσεως νέων νόμων, ἂν οἱ ὑπάρχοντες ἦναι ἀτελεῖς, περιορισθῇ ἑκάστη ἐξουσία ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς.» Προχωρῶν ὁ κ. Τρικούπης, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, καὶ ἀνερχόμενος εἰς ὕψος δυσθεώρητον ἐπὶ Θεσσαλικῶν πτερύγων, ἔλεγεν, ὅτι ἔρχεται εἰς τὴν ἐξουσίαν εὑρίσκων τὴν παραλυσίαν εἰς ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς κλάδους· ὑπέσχετο δὲ κομπαστικῶς πρὸς ἡμᾶς, τοὺς ἄρτι ἐλευθερωθέντας Θεσσαλοὺς, τὸ μέγιστον τῶν εὐεργετημάτων τῆς πολιτείας, τὴν εὐνομίαν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες τὸν ὑπεστήριξαν κομματικῶς, ἀρκεσθεὶς νὰ ψηφίζω μόνον ὅσα νομοσχέδια ἐθεώρουν καλὰ κατὰ τὴν κρίσιν μου· ἀλλ’ οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ, κατὰ τῶν ὁποίων τοσάκις ἐξετοξεύθησαν ἐντεῦθεν σφοδραὶ κατηγορίαι διὰ τὴν εἰς αὐτὸν γενομένην ὑποστήριξιν, τὸν ὑπεστήριξαν καλῇ τῇ πίστει, πιστεύω, καὶ δικαίως μέχρι τινὸς, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῇ ἐκεῖνο τὸ λαοσωτήριον πρόγραμμα τῆς 3 Μαρτίου τοῦ 1882. Ἤδη ἔρχομαι εἰς ἕτερον στάδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι σχετικὸν μὲ τὸ σημερινὸν ἔργον μας. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐννοήσωμεν, τί ἐμαγείρευσεν ὁ κομματικὸς λέβης ἐπὶ ἐννέα ὁλόκληρα ἔτη, πρέπει νὰ μὴ περιορισθῶμεν εἰς τὴν 14ην Ὀκτωβρίου, διότι τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἴχομεν τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα παρεσκευάσθησαν ἐπὶ σειρὰν μακρὰν ἐτῶν. Δὲν εἶναι βεβαίως σήμερον ὁ καιρὸς, ὅπως καὶ κατηγορηματικώτερον ζητήσωμεν τὰς εὐθύνας παρὰ τῶν κυβερνησάντων, διότι ὁμιλοῦμεν μὲ τὸ τεκμήριον τοῦ ἀντιπροσώπου, ἀφοῦ δὲν ἐγένετο ἔτι ἡ ἐξέλεγξις καὶ τῶν ἐκλογῶν ἡμῶν· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον καὶ καθ’ ὅσον σχετίζεται τὸ ἔργον ἡμῶν μὲ τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, οὐδὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ ἐξετάσω πάντα ταῦτα, ἐπιφυλασσόμενος ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, ἵνα μὴ κατηγορηθῶ ἐπὶ ἀοριστίᾳ, νὰ κατατάξω ἐν τῷ νῷ μου τὰ γεγονότα καὶ συζητήσω μετὰ τῶν τέως Ὑπουργῶν ἢ μᾶλλον μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι Ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ 1882 δὲν ὑπῆρχον, ὑπῆρχεν εἷς παντοδύναμος ἢ παντοκράτωρ Πρωθυπουργός. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν λοιπὸν, Κύριοι, τί ἐγένετο τὴν 14ην Ὀκτωβρίου, δὲν πρέπει νὰ σπαταλήσωμεν τὸν χρόνον εἰς τὰς μικρὰς λεπτομερείας, ἀφοῦ διὰ τῆς γενικωτέρας ἐπισκοπήσεως καὶ ἀπὸ ὑψηλοτέρας οὕτως εἰπεῖν ἀπόψεως εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσωμεν τὰ πάντα ἀλανθάστως. Διαιρῶ τὰς παρατηρήσεις μου εἰς τοὺς γενικωτέρους κλάδους, καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τῆς διοικήσεως. Διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἐξέρχομαι ὅλως διόλου τοῦ θέματος, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέλθω εἴς τινας λεπτομερείας· δὲν φοβοῦμαι δὲ καὶ τὰ πρόσωπα νὰ ὀνομάσω, τοὐναντίον ἔχω καθῆκον περὶ ὅσων προσώπων εἶμαι πεπεισμένος ὅτι παρεξετράπησαν, νὰ τὰ ὀνομάσω ἐντεῦθεν. Δὲν ἔχω, Κύριοι, στατιστικὰς πληροφορίας, δὲν ἔχω καταλόγους, δὲν θὰ ἀνατρέξω ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890, θὰ περιορισθῶ ἐγὼ εἰς τοὺς τελευταίους τούτους μῆνας. Ἄρχομαι κυρίως ἀπὸ τὴν κατηγορίαν, ἥτις γίνεται κατὰ τοῦ Νομάρχου Αἰτωλοακαρνανίας, τοῦ καὶ φίλου μου κ. Ἀριστείδου Βαμβᾶ· ἀναγινώσκω μεταξὺ τῶν πολυπληθῶν ἐνστάσεων ῥητὴν καὶ σαφῆ κατηγορίαν, ἥτις δὲν εἶναι δι’ ἐμὲ ἄσχετος, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἀναφέρεται ὡς γενομένη τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς ἢ εἰς τὰς παραμονὰς, ἀλλ’ ἐγένετο μῆνάς τινας πρὶν, οὐδὲ κωλυόμεθα, ὡς λέγει ὅτι φρονεῖ ὁ κ. Βουλπιώτης, ἡμεῖς, διότι ὁ κ. Σακελλαρόπουλος ὡμίλησε περὶ ἐκείνης, τοῦ νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς, καθ’ ὅσον ὅλαι αἱ πράξεις ἐκεῖναι ἐγένοντο χάριν τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1890. Τί λέγεται ἐνταῦθα; Τὰ ἀνεγνώσατε, δὲν τὰ ἐπαναλαμβάνω· τί σᾶς ἀπήντησεν ὁ κ. Βουλπιώτης; «Ἡμεῖς ἐλάβομεν ἀφορμὴν ἐκ τῆς «Πρωΐας». Καὶ ἔπραξε καλῶς νὰ ὑπομνήσῃ τοῦτο· δὲν κατακρίνω τοῦτο· πολλὰ, τὰ ὁποῖα λέγονται εἴτε ἐντεῦθεν, εἴτε ἐκεῖθεν, (δεικνύει ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας) ἔρχονται περιστάσεις καιρικαὶ καὶ τὰ λησμονοῦμεν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, κύριε Βουλπιώτη· ἐρωτῶ, ὁ κ. Βαμβᾶς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ κάμω καὶ βραδύτερον λόγον, ὁ Νομάρχης Αἰτωλοακαρνανίας, ὅταν τῷ ἀποδίδονται ὡρισμέναι καὶ σαφεῖς κατηγορίαι, ὅτι μετεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν του καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως μετέβη καὶ συνέλαβε πρώην Βουλευτὰς, Δημάρχους, καὶ λέγει εἰς αὐτούς: «σᾶς ἀπολύομεν, Κύριοι, ἐὰν ὁμολογήσητε πίστιν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν», ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἐσυκοφαντήθη, δὲν ὤφειλε νὰ καταγγείλῃ ἔκτοτε τοὺς ἀποδώσαντας εἰς αὐτὸν τοιαύτας πράξεις ἀξιοποίνους; Ἐρωτῶ σᾶς, κύριε Βουλπιώτη, κατήγγειλέ τινα περὶ τούτου; Καὶ δὲν εἶχε, νομίζετε, καθῆκον ὁ Νομάρχης Αἰτωλοακαρνανίας νὰ καταγγείλῃ; Μᾶς φέρετε βουλεύματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμελέτησα· τὰ δέχομαι, καὶ θέλω νὰ ἦμαι ἐπιεικὴς εἰς τὴν πρώτην αὐτὴν κατηγορίαν, διότι δὲν εἶχον καὶ τὸν καιρὸν νὰ ἐξετάσω τὰ βουλεύματα, ἵνα ἦμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω. Τίς διεδέχθη τὸν κ. Βαμπᾶν, ὁ ὁποῖος ἴσως ἐφάνη καὶ ἀκατάλληλος διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν σχεδίων; Διεδέχθη αὐτὸν ὁ κ. Σοφιανός. Ἐνταῦθα εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ ἄλλων μερῶν, δηλ. περὶ τοῦ νομοῦ Λαρίσσης, διότι ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου ἀπεστάλη ὁ κ. Σοφιανός· ἐγνώρισα τὰ ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ μου νομῷ. Ὁ κ. Σοφιανὸς ἀνεχώρησεν ἐκ Λαρίσσης, ἀφοῦ προηγουμένως κατηγγέλθη, ὅτι ὡς ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν παρέβη τὸ καθῆκόν του καὶ ἐπλαστογράφησε· παρὰ τίνος κατηγγέλθη; Παρὰ τοῦ κ. Ἅγιδος Κλεομένους, τοῦ τότε Νομάρχου Λαρίσσης. Δὲν γνωρίζω καὶ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, τί ἐγένετο ἡ κατηγορία αὕτη, διότι δὲν εἶχον τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω· νομίζω μάλιστα, ὅτι ἠθωώθη· ἀλλ’ εὑρίσκω εἰς τὴν «Ἐφημερίδα» τῆς 24 Μαΐου 1889 γνωμοδότησιν, ἡ ὁποία συνέπεσε νὰ εὑρίσκηται εἰς τὸ γραφεῖόν μου, καὶ βλέπω ἐκεῖ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν καὶ ἔλυσαν οὐχὶ πρὸς ὠφέλειαν τοῦ κ. Σοφιανοῦ οἱ κκ. Κωνσταντόπουλος, Ψαῤῥᾶς, Παπαῤῥηγόπουλος, Στούπης, Ζέρμας καὶ Μπογιατζόγλους. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, τί ἀπέγεινεν ἡ κατηγορία ἐκείνη, καὶ θέλω ἐξετάσει· γνωρίζω μόνον, ὅτι ἐν Λαρίσσῃ ἐγένετο σειρὰ σκανδάλων παντοίων καὶ ποικίλων, περὶ τῶν ὁποίων ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θὰ γείνῃ λόγος· σήμερον κρατῶ ὑπὸ σημείωσιν τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ πρώην ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν τοῦ νομοῦ Λαρίσσης, ὁ διὰ βαρυτάτας ἀξιοποίνους πράξεις κατηγορηθεὶς ὑπὸ τοῦ Νομάρχου κ. Ἅγιδος Κλεομένους, τοῦ γνωστοῦ διὰ τὸν δεδοκιμασμένον χαρακτῆρά του, ἐκρίθη κατάλληλος νὰ μεταβῇ καὶ προπαρασκευάσῃ τὰ τῆς ἐκλογῆς εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας, νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἐξουσίαν ἐν γένει ὡς Νομάρχης. Ἤκουσα τὸν ἐνιστάμενον καὶ ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐνστάσεις του, μὲ ὅλην τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ φέρῃ, ὅτι ὁ κ. Σοφιανὸς, ὁ πρώην πρωτοδίκης, ὁ πρώην ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ διὰ τοῦτο προαχθεὶς ἴσως, διότι εὑρέθη εἷς Νομάρχης, οἷος ὁ κ. Κλεομένης, νὰ τὸν καταγγείλῃ, προήχθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ Νομάρχου Αἰτωλοακαρνανίας, ἔνθα πολιτεύεται ὁ τέως Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, καὶ ἐξῆλθεν εἰς ἐκλογικὴν περιοδείαν, μετὰ τίνος; μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου καὶ διευθυντοῦ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, μετὰ τοῦ κ. Ἰωάννου Τρικούπη, τοῦ πρώην ἀντεισαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, παραιτηθέντος δὲ καὶ ἐπὶ τούτῳ ἀποκλειστικῶς ἐκεῖ μεταβάντος. Δὲν ἤκουσα τὸν κ. Βουλπιώτην ν’ ἀναιρέσῃ πάντα ταῦτα, καὶ ἐπειδὴ εἶδον αὐτὸν ἐπιμένοντα εἰς τὸ νὰ ἀναιρέσῃ ὅσον ἠδύνατο πλειότερον ἄλλας μομφὰς καὶ ἀναξίας πολλοῦ λόγου, ἀναγκάζομαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι δι’ ὅσα δὲν ἀπήντησε τὰ ἀνωμολόγησεν, ἢ τοὐλάχιστον δὲν εἶχε σπουδαῖα ἐπιχειρήματα νὰ φέρῃ καὶ δὲν ἀπεφάσισε νὰ τὰ ἐκθέσῃ, ἵνα μὴ ἐκτεθῇ πλειότερον. Ἔχω λοιπὸν μίαν ἔνστασιν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ γεγονὸς, ἤδη δὲ σεῖς κρίνατε περὶ αὐτοῦ. Παρέλειψα ὅμως νὰ εἴπω καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι ὁ κ. Βουλπιώτης μᾶς ἐξηκόντισεν ἐντεῦθεν μύδρους ἐναντίον τοῦ Γʹ τμήματος, διότι ἐτολμήσαμεν νὰ προγράψωμεν τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μας, καὶ ὀρθότατα ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Σχινᾶς παρετήρησεν εἰς τὸν κ. Βουλπιώτην, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ παραπονῆται, διότι δὲν ἐνεφανίσθη, ὡς ὤφειλεν, ἐνώπιον τοῦ τμήματος νὰ ἀντικρούσῃ. Ὁμολογῶ ὅτι ἐκ τῆς διηγήσεως, ἥτις ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ κ. Δεσποταίου ἐνώπιον τοῦ τμήματος, ἐγεννήθη τοιαύτη φρικίασις, ὥστε ἠρώτων ἐμὲ αὐτὸν, ἐὰν εὑρισκώμεθα ἐν Ἑλλάδι ἢ εἰς ἄγρια τῆς Ἀφρικῆς μέρη· εἶχον ἀναγνώσει κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας τὰ παθήματα τοῦ Πασχίδου· παρεκάλεσα τότε κατ’ ἐπανάληψιν τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ τμήματος νὰ καλέσῃ τοὺς ἀντιπάλους νὰ ἀπαντήσωσιν, ηὐχόμην δὲ ἐνδομύχως ν’ ἀναιρεθῶσι πειστικῶς τοιαῦτα ἄγρια ἐκλογικὰ, κηλιδοῦντα τὴν σύγχρονον πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος ἱστορίαν. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. προέδρου, παρόντος ἤδη, τοῦ κ. Πετρίδου, ὅστις κατ’ ἐπανάληψιν στεντορείᾳ τῇ φωνῇ ἐκάλεσεν, ἀλλ’ ἀτυχῶς οὐδεὶς ἐνεφανίσθη. Τί νὰ παραδεχθῶ ἐκ τῆς μὴ ἐμφανίσεως τοῦ κ. Βουλπιώτου; νὰ παραδεχθῶ, ὅτι περιεφρόνησε τὸ τμῆμα; δὲν τολμῶ· εἶναι ἀρκετὰ ἁβρὸς τοὺς τρόπους ὁ κ. Βουλπιώτης· ἐντούτοις τὸ τμῆμα εἶναι ἡ προδικασία τῆς ἐκλογῆς· διατὶ δὲν ἐνεφανίσθη νὰ φωτίσῃ τὸ τμῆμα, νὰ εἴπῃ τὸ ἓν δέκατον ἀπὸ ὅσα εἶπε χθὲς, ἵνα προλάβῃ τοὺς συναδέλφους του νὰ προγράψωσιν, ὡς αὐτὸς λέγει; εἶχε καταδικάσει τὰ μέλη τοῦ τμήματος, ὅτι ἦσαν προαπεφασισμένα διὰ προγραφὰς συναδέλφων; δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐπισήμως, ὅτι τίποτε δὲν ἐγνώριζον περὶ τῆς ἐκλογῆς, ἐκτός τινων δημοσιευθέντων· τὰ ἔμαθον ἐκεῖ· ἠδύνατο ὁ κ. Βουλπιώτης ἢ ἄλλος τις νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ τμήματος νὰ μᾶς φωτίσῃ. Ἀδικαιολόγητα λοιπὸν καὶ σχεδὸν εἰπεῖν ἄτοπα τὰ κατὰ τοῦ τμήματος παράπονά του. Ἐπανέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας. Ὁ κ. Σοφιανὸς, ὁ Νομάρχης, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Κυβερνήσεως, λαμβάνει τὸν κ. Ἰωάννην Τρικούπην, τὸν κομματικὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐξέρχεται εἰς ἐκλογικὴν περιοδείαν. Δὲν σᾶς ἀναγινώσκω τὴν περὶ τούτου λεπτομερῆ ἔκθεσιν· ἐδημοσιεύθησαν ταῦτα, τὰ εὑρίσκετε εἰς τὴν «Ἐθνικὴν», ἡ ὁποία τὰ ἐδημοσίευσε.
§7ΠΕΡΡΟΣ. Τὰ βεβαιοῖ καὶ ὁ νῦν Νομάρχης.
§8Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Φαίνεται ὅμως, ὅτι καὶ ὁ κ. Σοφιανὸς δὲν ἐπήρκεσεν· ἐζητήθη ἐπικουρία ἐκ τῆς Θεσσαλίας, καὶ εἰσπηδᾷ εἰς τὸ μέσον ἄλλος φίλος μου, ὁ κ. Βλαχάβας, κάλλιστος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὅμως ἤδη κατηγορεῖται ὑπὸ τοῦ ἐνισταμένου, ὅτι μόλις μεταβὰς εἰς Μεσολόγγιον ἤρχισε νὰ ἔχῃ ἐπιθυμίαν νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ μέρη τοῦ νομοῦ καὶ αὐτὰ τὰ πλέον ἀπόκεντρα. Δὲν τὸν γνωρίζω ἀσχολούμενον εἰς γεωγραφικὰς μελέτας, οὐδὲ ἡ ὑγεία του εἶχεν ἀνάγκην καθαροῦ ἀέρος (ἱλαρότης). Μετέβη λοιπὸν καὶ κατὰ σύμπτωσιν περιῆλθε τὸν δῆμον Θυάμου, ὅπου, μὲ ὅλην τὴν σπάνιν τῶν ἀντιπολιτευομένων δημάρχων, ὁ Σκυλοδῆμος ἦτο ἀντιπολιτευόμενος· διατὶ δὲ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ σπάνις, ἥτις παρετηρήθη καὶ εἰς τὸν νομόν μας, θὰ τὸ ἐξηγήσω ἀργότερον (ἀναγινώσκει): «Ὁ δὲ διάδοχος νομάρχης Βλαχάβας, ἅμα ἀφίκετο, μετέβη εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου, ἀναφανδὸν ἐνεργῶν ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων, ἀπειλήσας τὸν πρὸς αὐτοὺς ἐναντιοφρονοῦντα δήμαρχον Θυάμου Σκυλοδῆμον καὶ δημοσίως εἰς ἐπήκοον τῶν κατοίκων αὐτοῦ ἀπαγγείλας λόγον παραινετικὸν ἅμα καὶ ἀπειλητικὸν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ, ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ὁποίας ὑπέσχετο πολλά, ἐν οἷς ἰδίως τὴν εἰς τὴν κοινότητα Φλωριάδος δωρεὰν παραχώρησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειβαδίων Συγγενᾶ καὶ Δρομονερίου, πραγματοποιηθεῖσαν μάλιστα, εἰς δὲ τὴν κοινότητα Λαγγάδος τὴν παραχώρησιν ἐθνικῶν γαιῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ χωρίου Μενιδίου». Ἠρώτησα, ἐὰν τὰ παρὰ τοῦ κ. Βλαχάβα ἐπισκεφθέντα μέρη ἦσαν πλησίον τῆς ἕδρας του, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι εἶναι εἰς μεγάλην ἀπόστασιν ἀπ’ αὐτῆς. Ἐνθυμούμενος ὅτι εἰς Βόλον τὸν εἶδον ὀλίγας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἡμέρας καὶ τῷ εἶπον νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν τὰ ἀνδραγαθήματα ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, δὲν ἐφανταζόμην ποτέ, ὅτι ἤθελεν ἔχει τὸν καιρὸν νὰ μεταβῇ τόσον ταχέως εἰς Μεσολόγγιον καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τόσον ἐσπευσμένως περιοδείαν ἐκλογικήν. Περὶ τούτου ὅμως ὁ φίλος μου κ. Βουλπιώτης οὐδὲν ἐξήγησεν εἰς ἡμᾶς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἴσως δὲν σᾶς ἔπεισα, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφέρω ἄλλο παράδειγμα ἐνεργείας νομαρχιακῆς τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως, τῆς αὐτῆς ἐποχῆς, μὲ τὰς αὐτὰς διαταγὰς, φανερὰς καὶ μυστικάς· θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε λοιπὸν νὰ ἀναφέρω καὶ τὸν Νομάρχην τῆς Λαρίσσης, ἀλλ’ ὄχι τὸν Νομάρχην, διότι σκοπίμως τοιοῦτος δὲν εἶχε σταλῆ, ἀλλὰ τὸν διευθύνοντα τὴν Νομαρχίαν Λαρίσσης· διότι, ἐὰν ἔχωμεν δυσκολίαν νὰ ἴδωμεν, ὡς ἐκ τῆς ἀποστάσεως, πῶς διῳκεῖτο ἡ ἰδιαιτέρα πατρὶς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δυνάμεθα νὰ ἀντλήσωμεν ἐκ τῆς ἰδίας ἡμῶν πατρίδος ἐπαρκεῖς ἀποδείξεις, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν, τί ἐγένετο καὶ εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν, ἀφοῦ τὸ αὐτὸ συμφέρον ὑπῆρχε καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Φαίνεται μάλιστα ἰδιάζουσά τις ἀδυναμία εἰς ἐκλογικὰς ἐπεμβάσεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν νομὸν τῆς Αἰτωλοακαρνανίας καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἡ ὁποία ἕνεκα παρεξηγήσεων βεβαίως ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη καὶ τῶν δορυφόρων του ἓν καλὸ τσιφλίκι κομματικόν· ἀλλ’ οἱ Θεσσαλοὶ ἀπέδειξαν τὴν φορὰν ταύτην, ὅτι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των· ἐνόησαν, ὅτι εἶναι καιρὸς, ἀφοῦ εἶδον, ὅτι ὁ παρ’ αὐτῶν ὑποστηριχθεὶς δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας των, νὰ τὸν καταβιβάσωσιν ἐκ τοῦ ὕψους, εἰς ὃ τὸν εἶχον ἀναβιβάσει· καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ παράπονον· τῷ ἔδωκαν πολὺ μακρυνὴν προθεσμίαν, μάλιστα κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ κακίστην ἐποιήσατο χρῆσιν αὐτῆς. Κύριοι, ἦλθε νομίζω καιρὸς νὰ ὁμιλῶμεν ἀπροκαλύπτως, ἐὰν θέλωμεν νὰ διορθωθῶμεν. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἐκλογῶν, ἀλλὰ καλῶς ὠνόμασαν αὐτὰς ἠθικὴν ἐπανάστασιν· ἐὰν ὅμως ἡ ἐπανάστασις αὕτη περιορισθῇ εἰς τὸ νὰ παυθῇ ὁ Γιάννης καὶ διορισθῇ ὁ Κώστας, εἰς τὸ νὰ διορθώσῃ ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν κἀμμίαν συγγενικὴν ὑπόθεσιν καὶ τὰ συνήθεα–συνήθη, χαμένοι οἱ λόγοι......
§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν γίνονται αὐτά.
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δύνανται νὰ γείνωσιν, ἐὰν δὲν γίνωνται. Ἀλλ’ ἦλθε καιρὸς, ἐὰν σπουδαίως θέλωμεν νὰ διορθωθῶμεν, νὰ προβῶμεν εἰς ἓν βῆμα βελτιώσεως,—βλέπετε ὅτι καὶ ἡ ἡλικία μου καὶ ἡ πεῖρα μὲ ἔκαμον πρακτικώτερον, δὲν εἶμαι πολὺ ἀπαιτητικὸς,—ἔστω καὶ ἓν βῆμα βελτιώσεως, ἀλλὰ πραγματικὸν, οὐχὶ ψευδές. Δὲν λέγω ταῦτα λοιπὸν ἀσκόπως ἐντεῦθεν, τὰ λέγω, ἵνα μὲ ἀκούσωσι καὶ ἐκεῖνοι, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοὺς διαδέχονται, διότι ἐστάλην ἐνταῦθα, διὰ νὰ συνεχίσω τὴν ὁμιλίαν μου καὶ διὰ τὸν διάδοχον τοῦ κ. Στεφάνου, τοῦ διευθύναντος τὸν νομὸν Λαρίσσης, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐκπληρώσῃ δεόντως τὸ καθῆκόν του. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰδικῶς διὰ τὸν κ. Στεφάνου, ὁ ὁποῖος ἔπαιξεν ἢ τὸ πρῶτον ἢ τὸ δεύτερον πρόσωπον εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς τοῦ νομοῦ Λαρίσσης, διότι τὸ πρῶτον ἀμφισβητοῦσιν ὑπὲρ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ὁ κ. Στεφάνου εἶναι πρόσωπον γνωστὸν ἀτυχῶς ἐκ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Δὲν γνωρίζω τί καὶ ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει ὑπὲρ ἢ κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ εἶναι πασίγνωστον, ὅτι εἶναι εἷς τῶν κατηγορηθέντων διὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ταμείου Θηβῶν. Φαίνεται ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρχε τοιαύτη σπάνις δημοσίων ὑπαλλήλων, ὥστε ἐζητήθη καὶ αὖθις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὡς ἀπαραίτητος, ἀπεστάλη δὲ ὡς καταλληλότερος διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἄρχεται σειρὰ πράξεων, ἐξεγειρασῶν τὴν ἀγανάκτησιν τῶν συμπολιτῶν μου, ὁ δὲ προϊστάμενος αὐτοῦ καὶ γνωστὸς διὰ τὸ ἀδέκαστον τοῦ χαρακτῆρός του κ. Ἄγις Κλεομένης ἠναγκάσθη νὰ καταγγείλῃ αὐτὸν δι’ ἐκβίασιν, δωροδοκίας κτλ. κτλ. Τότε ἐμφανίζεται ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς ὁ κ. Χ. Σοφιανὸς, ἀντεισαγγελεὺς μὲν τῶν Ἐφετῶν, ἀλλ’ ὄργανον φαίνεται τοῦ αὐτοῦ κόμματος, ὅστις ἐξ ὑπερμέτρου ζήλου πρὸς τὸν κ. Στεφάνου φαίνεται παρεκτραπεὶς τῶν καθηκόντων του τοσοῦτον, ὥστε ὁ κ. Κλεομένης καὶ εἰς ῥητὴν κατ’ αὐτοῦ καταγγελίαν προέβη, ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον, ἐπὶ πλαστογραφίᾳ τῶν μαρτυρικῶν καταθέσεων, ἐπὶ ἐλευθερώσει φυλακισμένου, ἀποσιωπήσει τῆς ἰδίας συμμετοχῆς, ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος καὶ τῆς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ὀφειλομένης ἐχεμυθείας. Ἀλλ’ ὁ κ. Στεφάνου, μεθ’ ὅλα ταῦτα, παρεπέμφθη εἰς τὸ Κακουργιαδικεῖον ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετῶν. Τότε ἐζητήθη νέα ἐπικουρία πρὸς ἀθώωσιν τοῦ κ. Στεφάνου, καὶ ὁ κ, Μπούφης ἀνταλλάσσει τὰς Πάτρας μὲ τὴν Λάρισσαν. Μετ’ οὐ πολὺ ὁ κ. Στεφάνου ἐξήρχετο ἐκ τοῦ Κακουργιοδικείου Λαρίσσης ἀθωότερος περιστερᾶς, διότι, ὡς διηγοῦνται, ὑπὸ τοὺς θόλους τοῦ δικαστικοῦ καταστήματος ἠκούσθησαν καὶ ἔπαινοι ὑπὲρ τοῦ θύματος τῆς πλάνης τῶν Ἐφετῶν! Ἐν τούτοις ἡ δίκη ἐκείνη ἔμεινεν ἱστορικὴ εἰς τὰ χρονικὰ τῆς Θεσσαλίας, οἱ δὲ ἁπλοϊκοὶ συμπατριῶταί μου ἀκόμη ἐνθυμοῦνται, ὅτι ὑπὸ τῆς κατηγορίας ἐθεωροῦντο κατηγορούμενοι μᾶλλον οἱ μάρτυρες, οἵτινες ἐτόλμων νὰ ἀνοίξωσι τὸ στόμα των κατὰ τοῦ κατηγορουμένου! Ἐν τούτοις, μεθ’ ὅλα ταῦτα, λυποῦμαι, διότι δὲν ἔχω ἀντίγραφον τοῦ βουλεύματος τῶν Ἐφετῶν Λαρίσσης, ἵνα κρίνητε, ἐὰν ὁ κ. Στεφάνου ἦτο ἄξιος τοιαύτης προστασίας ἐκ μέρους τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Ὁ κ. Βουλπιώτης, ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἐπεκαλέσθη βουλεύματα Ἐφετῶν, καὶ ἐγὼ τοιαῦτα ἐπικαλοῦμαι. Λοιπὸν πέντε Ἐφέται, ἀξιοτιμότατοι ἐπίσης, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι τῶν Πατρῶν, παρέπεμψαν τὸν κ. Στεφάνου διὰ πράξεις ὄχι πολὺ ἐπαινετάς· ἀλλ’ ὁ κ. Στεφάνου ἦτο ἓν ὄργανον χρησιμώτατον, εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. Τρικούπη. Διὰ ταῦτα εἴδομεν τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ταχεῖ τῷ βήματι διευθυνθέντα εἰς Λάρισσαν ἐκ Πατρῶν μετὰ τὴν ἐκδρομὴν ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν εἶχε καταγγελθῆ δημοσιογραφικῶς, τῆς ὁποίας ὅμως καταγγελίας οὐδεμίαν ἔκαμεν ἀναίρεσιν· ἐγὼ ἔμενα ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ οἱ ἐλθόντες ἐκεῖθεν Θεσσαλοὶ πατριῶταί μου, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ καλὰ τῆς εὐνομίας, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη ὁ κ. Τρικούπης τὸ ἔτος 1882, ἐφρικίασαν μὲ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξήγετο ἡ δίκη, διότι οἱ δυστυχεῖς μάρτυρες τῆς κατηγορίας ἐφοβήθησαν μήπως κατηγορηθῶσι καὶ ἐπὶ συκοφαντίᾳ! Διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἐπιῤῥίπτω μομφὰς ἀδίκους, παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους μου νὰ ἐρωτήσωσιν οἱονδήποτε ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπρόσωπον, εἰς οἱανδήποτε πτέρυγα καὶ ἂν παρακάθηται, καὶ λάβωσι τὰς πληροφορίας των, διότι πρέπει νὰ φειδώμεθα βεβαίως τῆς ὑπολήψεως παντὸς καὶ μάλιστα τῶν δημοσίων λειτουργῶν, καὶ πρὸ πάντων τῶν δικαστικῶν· ἀλλὰ καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα ἀμείλικτοι, ὁσάκις πρόκηται περὶ οὕτω σκανδαλωδῶν πράξεων, ἐὰν εἰλικρινῶς ἐπιδιώκωμεν τὴν βελτίωσιν. Εἰλικρινῶς δὲ λυποῦμαι δι’ ὅσα κατὰ καθῆκον μνημονεύω περὶ τοῦ κ. Μπούφη. Ὁ κ. Στεφάνου δὲν ἐτελείωσε τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ παίξῃ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, Κύριοι. Ἠθωώθη, ἀλλὰ, διὰ νὰ ἀθωωθῇ, ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ, ὄχι διὰ χρημάτων, ἀλλὰ δι’ ἄλλου τρόπου πολυτίμου. Εἶχον καὶ ἐγὼ μεταβῆ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ τελευταίου Ἰουλίου νὰ ἴδω ἐκεῖ τὴν φυσιογνωμίαν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, τῆς εὐρυτάτης τοῦ κ. Τρικούπη, διὰ τὴν ὁποίαν πιστεύω νὰ μετανοῇ καὶ ὁ ἴδιος, καὶ εἶδον τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας ἐν γένει, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε πάλιν θὰ ἀπεικονίσω, ἐψιθυρίζετο δὲ, ὅτι ὁ κ. Στεφάνου ἐπανέρχεται ὡς διευθύνων τὴν Νομαρχίαν, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς πέντε Ἐφέτας, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἀναίδειαν νὰ τὸν παραπέμψωσιν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ θράσος νὰ τὸν καταγγείλωσι, καὶ ὅτι πέμπεται διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς, συμπράττων μετὰ τοῦ κ. Μπούφη, ὅστις ἕως τότε συνεννοεῖτο μετὰ τῶν πολιτικῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς καταρτισμὸν τῶν συνδυασμῶν. Οὐδεὶς τὸ ἐπίστευεν, ὅσοι ὅμως ἐγνώριζον, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἶχεν ἀναχωρήσει ἐκ Βόλου δι’ Ἀθήνας μετὰ τοῦ κ. Γ. Καρτάλη, τοῦ δημάρχου Παγασῶν, τοῦ ἐκ τῶν παρασκηνίων διευθύνοντος τὸ Τρικουπικὸν κόμμα ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐκεῖνοι ἐθεώρησαν τὴν εἴδησιν ὡς σπουδαίαν. Ὁ μὲν κ. Κλεομένης εἶχε παραιτηθῆ, ἵνα μὴ παυθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Δραγούμη, ὅστις φαίνεται δείξας ἀγάπην ὑπέρμετρον ὑπὲρ τοῦ κ. Στεφάνου, ὅστις ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν εἰς Ἀθήνας ἄφιξιν τῶν κ. κ. Γ. Καρτάλη καὶ Μπούφη διωρίσθη ἐκ νέου καὶ μετὰ πολλῆς ταχύτητος ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, φέρων τὸν διορισμὸν τοῦ διευθύνοντος τὴν Νομαρχίαν, ἔμεινε δὲ ὡς νομαρχεύων μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν, ὅτε ἀντικατέστη ὑπὸ τῆς νέας Κυβερνήσεως. Ἄπειρα δύναμαι νὰ εἴπω περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Λαρίσσης, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι περιττὰ, παραπέμπω ὅμως τοὺς βουλομένους οὐχὶ εἰς ὅσα κατὰ διαφόρους ἐποχὰς εἰς πολλὰς ἐφημερίδας ἐδημοσιεύθησαν, ἀλλ’ εἰς τοὺς σημερινοὺς «Καιροὺς», εἰς τοὺς ὁποίους κατὰ τύχην εἶδον δημοσίευμα ἐνυπόγραφον παρ’ ἑνὸς κ. Μ. Λεπίδα, τὸν ὁποῖον οὐδόλως ἐγνώρισα καὶ ὅστις μεταξὺ ἄλλων ἀξίων μελέτης ὑπὸ τῶν τέως καὶ ὑπὸ τῶν νῦν κυβερνητῶν λέγει καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκλογικὴ κίνησις δὲν εἶχεν ἀρχίσει ἔτι ἐν Λαρίσσῃ, ἤρξατο δὲ πρῶτος αὐτὸς ἐκλογικῶν ἐνεργειῶν. Τὰς ὁδηγίας ἐλάμβανεν ἐξ Ἀθηνῶν, ὡς ὁ ἴδιος κομπαστικῶς διεσάλπιζεν, ἠξίου δὲ ἡ γνώμη του νὰ ἔχῃ κῦρος καὶ ἰσχύν. Οἱ μᾶλλον ἐνδιαφερόμενοι οὐδὲν ἐγνώριζον περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Τρικουπικοῦ συνδυασμοῦ, ὁ δὲ κ. Μπούφης εἰς μὲν τὸν κ. Καμβουκίδην διεβίβαζε συγχαρητήρια διὰ τὴν πρόσληψίν του, εἰς δὲ τὸν ἰατρὸν κ. Γρυπάρην ἀνήγγελλε διὰ τοῦ Δημάρχου Λαρίσσης, ὅτι ἀπεκλείετο ὁριστικῶς ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ. Ἂν μὴ ἀπατῶμαι, 17 συνεκροτήθησαν ἐκλογικὰ συμβούλια μέχρι τῆς 13 Σεπτεμβρίου ἐν τῇ Νομαρχίᾳ, καὶ πάντων τούτων προήδρευεν ὁ κ. Μπούφης. Πιστὴ περιγραφὴν τῶν 5 πρώτων συμβουλίων ἐδημοσίευσα ἐν τοῖς «Καιροῖς». Ἐκ τῶν δημοσιευμάτων δ’ ἐκείνων ἐθορυβήθη ὁ κ. Βαρελίδης καὶ ἔσπευσε νὰ ἐρωτήσῃ τηλεγραφικῶς τὸν κ. Στεφάνου, Διευθυντὴν τῆς Νομαρχίας, «ἐὰν τὰ δημοσιευθέντα εἰσὶν ἀληθῆ καὶ περιῆλθον εἰς γνῶσιν τοῦ ἀνταποκριτοῦ τῶν «Καιρῶν». Ὁ κ. Στεφάνου ἀφελῶς καὶ τηλεγραφικῶς ἀπήντησεν, ὅτι τὰ ἐν τοῖς «Καιροῖς» δημοσιευθέντα δὲν στεροῦνται ὑποστάσεως, ἐγνώσθησαν δὲ ταῦτα ὑπὸ τοῦ δημάρχου Ἁγυιᾶς κ. Σαμπαρέλου, ὅστις ἐκηρύχθη ἀντιπολιτευόμενος.» Βλέπετε λοιπὸν, ὁπόσον ἦτο σπουδαῖον τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Στεφάνου εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ τῷ κάμω τὴν τιμὴν νὰ τὸν ἀναφέρω, ὅταν πρόκηται περὶ ἐκτιμήσεως νομαρχιακῆς ἐκλογικῆς ἐνεργείας, ἵνα κρίνω κατ’ ἀναλογίαν καὶ τί ἄρά γε ἐγίνοντο κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ. Ἴσως ὅμως δὲν ἠδυνήθην ἀκόμη νὰ πείσω τὸ ἀκροατήριον ἢ τὸν φίλον μου κ. Βουλπιώτην, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ προγράψω τινὰ, ἀλλὰ νὰ κάμω τὸ καθῆκόν μου. Θέλετε καὶ ἄλλον τύπον ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη καὶ τοῦ κ. Βουλπιώτου; Ἀνοίξατε τὸ τεῦχος, εὕρετε τὴν ἐκλογὴν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἀναγνώσατε τὰ ἀφορῶντα τὴν Νομαρχίαν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, καὶ συμπληροῦτε τὰς πληροφορίας σας. Ὁ Νομάρχης τῆς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κατηγορήθη κατ’ ἐπανάληψιν, καὶ οὐδὲν ἀπήντησεν εἰς ἀπολογίαν του· ἑπομένως δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ τὴν κατηγορίαν ὡς ἀληθῆ· ἀλλὰ ταῦτα ἐβεβαιώθησαν καὶ δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων καὶ τηλεγραφημάτων· ἐβεβαιώθη, ὅτι ἐνήργησε—λυποῦμαι, Κύριοι, νὰ τὸ εἴπω,—ἀπάτην, χάριν ἐκλογικῶν σκοπῶν, διότι ἐν γνώσει τοῦ ψεύδους, τοῦ ὅτι δὲν εἶχε συστηθῆ Εἰρηνοδικεῖον εἰς Νέαν Μιτζέλην, ἐξέδωκε τηλεγραφικὴν ἐγκύκλιον πρὸς τέσσαρας Δημάρχους κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, βεβαιώσας, ὅτι συνέστη Εἰρηνοδικεῖον ἐν Νέᾳ Μιτζέλῃ.
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ὀνομάζεται ὁ Νομάρχης;
§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τί σᾶς ἐνδιαφέρουν τὰ πρόσωπα καὶ τὰ ὀνόματα; Λυποῦμαι, διότι σᾶς ἀνέφερα ἄλλα, ἵνα μὴ θεωρηθῶ ἀοριστολογῶν, ἄλλως εὐχαρίστως θὰ παρέλειπον καὶ ἐκεῖνα. Ἡ ἰδιότης τοῦ Νομάρχου δὲν θὰ σᾶς κάμνῃ νὰ φρίττητε, ὅτι ἐν ἔτει 1890 εὑρίσκονται συμπολῖται ἡμῶν, οἵτινες ἔχουσι καὶ οἰκογενειακὰς παραδόσεις καλὰς, οἵτινες ἔχουσιν ὑποχρεώσεις πρὸς ἑαυτοὺς, πρὸς τὴν κοινωνίαν, πρὸς τὰ τέκνα των καὶ πρὸς τοὺς συγγενεῖς των, καὶ οἵτινες τολμῶσιν, ἐν τῇ πεποιθήσει τῆς ἀτιμωρησίας, νὰ διαπράττωσι τοιαῦτα ἐγκλήματα! Καὶ τολμᾷ ὁ φίλος μου κ. Βουλπιώτης νὰ μᾶς δίδῃ τὸν τίτλον τῶν προγραφόντων! Νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων, ὅπως μορφώσωμεν τὴν πεποίθησίν μας; καὶ τί μᾶς ἐμποδίζει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅταν ἔχωμεν τοιαύτας ἀποδείξεις, ὅτι ἀπανταχοῦ καὶ καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τοιαῦτα ἐγένοντο; ἢ διότι ἡ Βουλὴ φαίνεται ἀνεκτικὴ εἰς τὰς ἐκφράσεις της διὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν τμημάτων,—διότι πολλαὶ ἐκθέσεις ἠδύναντο νὰ ἦναι λεπτομερέστεραι καὶ αὐστηρότεραι,—ἐλάβετε τὸ θάῤῥος νὰ χαρακτηρίσητε τὴν μετ’ ἐπιεικείας ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μας προγραφήν; Καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ σπουδὴ τῶν ἐξελέξεων, ὅπως εὑρεθῶσι καὶ τὰ περισσότερα ἀποδεικτικὰ μέσα, ἐντεῦθεν ἔπρεπε νὰ λάβητε τόσην ἐλευθερίαν, ὥστε νὰ μᾶς στιγματίσητε μὲ τὸν τίτλον τῶν προγραφόντων! καὶ ἀνεβιβάσατε τὸ ἔργον ἡμῶν εἰς τὸ ὕψος τοῦ πραξικοπήματος! καὶ λέγετε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι οὔτε εἰς τὰς εἰδεχθεστέρας σελίδας τῆς πολιτικῆς ἱστορίας δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐποχὴ, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν σημερινήν! Κύριοι, ὡς εἶπον, θέλω ν’ ἀποφύγω εἰδικὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν. Τίς ἐξ ἡμῶν, τῶν ὡς ἀντιπολιτευομένων ἐκτεθέντων, δὲν γνωρίζει τὰς ἀδείας τῶν ὑπουργικῶν φίλων, τῶν ἐχόντων θέσεις τινὰς, αἵτινες ἐδόθησαν πρὸς ἐκλογικοὺς σκοπούς; καὶ μήπως αἱ ἄδειαι αὗται περιωρίσθησαν τοὐλάχιστον εἰς ἐφόρους καὶ ταμίας καὶ εἰσπράκτορας; Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν ἔδωκεν ἀδείας εἰς πρωτοδίκας, ὡς ἀληθῶς ἐβεβαίωσαν οἱ ἐνιστάμενοι διὰ τὴν Λαμίαν, εἰς πρωτοδίκας, οἵτινες εὑρίσκοντο ἐκεῖ πρὸς ἐκλογικοὺς σκοποὺς ἀτυχῶς; Παραλείπω τὰ περὶ δημοσίων ἔργων, τὰ περὶ ἐρυθρῶν σημαιῶν, διηνεκῶς κινουμένων εἰς τὰς Θεσσαλικὰς πεδιάδας κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, οὐχὶ βεβαίως ἕνεκεν ἐπιθέσεως κατὰ τῶν Τούρκων, ἀλλ’ ἕνεκεν ἐξαπατήσεως τῶν ἐκλογέων· τὰς ψευδεῖς ἐπιδείξεις ὅλοι τὰς γνωρίζομεν· δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι περιττὸν καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς λεπτομερείας. Ἔρχομαι εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἐννοῶ νὰ ἐξαντλήσω εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν, διότι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογή μου, ἐλπίζω νὰ λάβω τὸν καιρὸν νὰ συζητήσω πλέον ἢ ἅπαξ. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τὰ ὁποῖα ἐμὲ περισσότερον παντὸς ἄλλου λυποῦσι· μὲ λυποῦσι πρῶτον, διότι ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μου περιῆλθεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ἦναι βεβαιωμένον, ὅτι εἷς Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἀπεστάλη ἐντεῦθεν μὲ ὡρισμένας ἐντολὰς, νὰ διορίσῃ δέκα Βουλευτὰς τοῦ κόμματος. Λυποῦμαι, Κύριοι, διὰ τὸ πρόσωπον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, διότι εἶναι νέος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῇ, ὅτι ἀνῆλθεν εἰς ὕψος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἀτενίσωσι πολὺ ἱκανώτεροί του, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῇ, ὅταν ἔφθασεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, νὰ ἐκπληρώσῃ τοὐλάχιστον ἓν μέρος τοῦ καθήκοντός του. Ἀνεγίνωσκον, Κύριοι, ἐν Ἀθήναις εὑρισκόμενος, κατ’ ἐπανάληψιν ῥητὰς καὶ φρικτὰς, δύναμαι νὰ εἴπω, κατηγορίας κατὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ προσώπου τοῦ ἐν τῷ νομῷ Λαρίσσης, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔχω τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ πολιτεύωμαι. Βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν τὰ ἐπίστευσα, περιέμενον μίαν ἀνασκευὴν, περιέμενον μίαν καταγγελίαν· ἐνήργησα καὶ ἐγὼ τὰς ἀνακρίσεις μου, ὅπως ὤφειλον νὰ ἐνεργήσωσι τὰς ἀνακρίσεις των καὶ πάντες οἱ κατελθόντες εἰς τὸν ἄνισον ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ὡς εἶχε καταστῆ καὶ σκοπίμως ἄνισος, οὐ μόνον ἕνεκα τῆς εὐρύτητος τῆς περιφερείας, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα ἄλλων λόγων, περὶ τῶν ὁποίων θὰ δοθῇ εἰς ἡμᾶς ἡ ἀφορμὴ εἰς ἄλλην περίστασιν νὰ συζητήσωμεν, καὶ δὲν κρύπτω, ὅτι, ἐνῷ ἐδίσταζον νὰ ἐκτεθῶ ὡς ὑποψήφιος, διότι αἱ ἰδιαίτεραι περιστάσεις δὲν μοὶ ἐπέτρεπον νὰ ἐξακολουθήσω αὐτὸ τὸ λίαν ἐπίμοχθον ἔργον τῆς ἀντιπροσωπείας, ἀλλ’ ἐδίστασα πολὺ πλειότερον νὰ δεχθῶ καὶ τὴν πρότασιν τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐκλογέων τοῦ Πηλίου, ἵνα εἰσέλθω εἰς συνδυασμόν. Ὅταν ὅμως εἶδον, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις, μεθ’ ὅσα σᾶς εἶπον κατὰ τὸ 1882, παρέδωκε τὴν Θεσσαλίαν ὁλόκληρον εἰς χεῖρας ἑνὸς Δημάρχου Παγασῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπεδόθη, καὶ δικαίως, ὑπὸ τῶν εὐφυῶν Πηλιοριτῶν ὁ τίτλος τοῦ Ἀλῆ–πασσᾶ, ἕνεκα τῶν αὐταρχικῶν καὶ λίαν συγκεντρωτικῶν διαθέσεων, καὶ ὅταν, Κύριοι, ἐβεβαιώθην ὅτι ἡ δικαιοσύνη εὑρίσκεται εἰς χεῖρας ἑνὸς Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὅστις ἀνεχώρει ἀπὸ ἐκλογικὰς ἐκδρομὰς τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, ἵνα τὰς συνεχίσῃ εἰς τὰς πεδιάδας τῆς Θεσσαλίας, καὶ ὅταν εἶδον τὸ φρικῶδες θέαμα ἑνὸς λαοῦ, ἀπελευθερωθέντος ἀπὸ τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ, ἵνα πέσῃ εἰς τὸν Τρικουπικὸν ζυγόν....(παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Παρακαλῶ τὰ ἀκροατήρια, δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ν’ ἀπέχωσιν ἀπὸ χειροκροτήματα. Ἀφήσατε πλήρη καὶ ἀνεπηρέαστον ἐλευθερίαν εἰς τὸ βῆμα. Ἐπέμψατε ἀντιπροσώπους, δυναμένους νὰ διερμηνεύσωσι τὸ φρόνημά σας. Ὅταν, Κύριοι, ἐπεσκέφθην τὴν Θεσσαλίαν καὶ εὗρον αὐτὴν τρομοκρατουμένην, ὅταν εὗρον αὐτὴν ἁλυσίδετον εἰς χεῖρας τῶν Δημάρχων τοῦ ἰσχύοντος κόμματος, ὅταν εἶδον τὴν δικαιοσύνην κυλιομένην εἰς τὸν βόρβορον διὰ πολλῶν Εἰρηνοδικῶν καὶ Πταισματοδικῶν καὶ διά τινων Εἰσαγγελέων, δὲν ἀνεγνώρισα τὸν τόπον. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐπαινέσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, πρέπει νὰ ἐπαινέσωμεν τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν, ὅστις δὲν κατέφυγεν εἰς τὰ ὅπλα πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων του (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἀκούσατε, Κύριοι, διότι εἶναι ἡ ἱστορία τῆς πατρίδος μου, ἱστορία λυπηρὰ, διότι, ἂν πρόκηται νὰ ἐξακολουθῇ τοιαύτη κατάστασις, βεβαίως ὁ λαὸς ὀφείλει νὰ καταφύγῃ καὶ εἰς τὰ ὅπλα, ἐὰν πρόκηται νὰ συνεχισθῇ τοιαύτη οἰκτροτάτη κατάστασις. Δὲν ἔχουν ἄδικον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐχαρακτήρισαν τὸν ἀγῶνα τῆς 14ης Ὀκτωβρίου ὡς ἠθικὴν ἐπανάστασιν. Ἐὰν ὑπάρχῃ δυσπιστία ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑποσχέσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αὐτὸ οὐδένα πρέπει ν’ ἀποδειλιάσῃ, διότι ὁ λαὸς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον του. Πρέπει ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐλησμόνησαν ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὅτι ὑπάρχει Σύνταγμα, νὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των καὶ πολιτικῶς καὶ ποινικῶς ἀκόμη, ἐὰν ὑπάρχῃ περίστασις ἀποδεδειγμένη· ἀλλὰ σπουδαίως καὶ οὐχὶ πρὸς πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν. Ταῦτα ὅμως λέγων, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ μὴ παραλείψω, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις ἀνέλαβε βαρείας, βαρυτάτας ὑποχρεώσεις, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν προσωπικῶν, τὰ ὁποῖα ἐσφαλμένη πολιτικὴ, ἥτις μαστίζει τὸν τόπον τοῦτον, ἠνάγκασεν ἴσως ἄκουσαν αὐτὴν ν’ ἀκολουθήσῃ εἴς τινα, ὀφείλει ὅμως νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον, διότι ἡ πτῶσις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἀποτύχῃ, πρέπει νὰ ἦναι καὶ οἰκτροτέρα, διότι ὁ λαὸς πρέπει τέλος πάντων νὰ ἀπελευθερωθῇ ἀπὸ τὸν φατριασμόν. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, Κύριοι, νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ θέματος καὶ νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς ποία αὐτὴ ἡ κατάστασις, οὐδὲ νὰ εἴπω τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νομίζω, ὅτι θὰ θεραπευθῇ ἡ κατάστασις αὕτη. Διὰ νὰ μὴ κάμω τοιαύτην παρέκβασιν, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα, λέγων, ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μου ἐκυλίσθη εἰς τὸν βόρβορον, ὅτι ἡ διοίκησις κατέστη μάστιξ τῶν ἀντιπάλων καὶ μέσον ἐκμεταλλεύσεως καὶ πλουτισμοῦ τῶν φίλων τοῦ κόμματος. Εἶπον προτήτερα, ὅτι ὑπῆρχε σπάνις Δημάρχων ἀντιπολιτευομένων· ἤδη προσθέτω, ὅτι ἀπεδείχθησαν καὶ ἥρωες οἱ Δήμαρχοι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι· καὶ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω διατί. Ἥρωες ἦσαν οἱ Δήμαρχοι, οἱ τότε ἀντιπολιτευόμενοι, οἱ ὁποῖοι ἔμενον μέχρι τέλους εἰς τοιοῦτον σφοδρὸν ἀγῶνα· δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν παρασήμων, διὰ τῶν ὁποίων ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἐξεμεταλλεύθη τὴν ἐνηλικίωσιν τοῦ Διαδόχου, διότι δὲν θεωρῶ τόσον ἁπλοῦς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, νὰ παρασυρθῶσιν ἀπὸ τοιαῦτα λιλιὰ, ἀνάξια πάσης ὀνομασίας, ὅπως τὰ κατέστησαν, ἀλλ’ ἀναφέρω τὸν ἀγῶνα τῆς καταδιώξεως, τῆς ἀπηνοῦς, τῆς λυσσαλέας, κατὰ τῶν ἀντιπάλων Δημάρχων. Τίς ἐξ ὑμῶν δὲν γνωρίζει τοιαῦτα παραδείγματα; Ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς ἕκαστον δῆμον, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπῆρχε Δήμαρχος συμπολιτευόμενος, εὗρον καὶ ἕνα τυραννίσκον, λαμβάνοντα τὰς ὁδηγίας του ἀπὸ τὸν τοποτηρητὴν ἐν τῷ νομῷ, καὶ ἐκεῖνος ἐκ τοῦ ἀντιθαλάμου τοῦ κ. Τρικούπη, ὁ ὁποῖος, λέγουσί τινες τῶν φίλων του, ὅτι ἠσχολεῖτο εἰς τὰ μεγάλα, διότι παρεσκεύαζε τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον, διότι δὲν εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ καταγίνηται εἰς τὰ μικρὰ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠσχολήθη καὶ περὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν καλὴν διοίκησιν. Ἐγὼ γνωρίζω, διατὶ δὲν ἠσχολήθη περὶ τὴν δικαιοσύνην· διότι, ἂν ὑπῆρχε δικαιοσύνη, τὸ κόμμα δὲν θὰ εὑρίσκετο ὅπως εὑρίσκετο· διότι, ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἐλάμβανε τὰς διαταγὰς ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τοῦ κόμματος, ὅπως γνωρίζομεν ὅτι τὰς ἐλάμβανε, καὶ ὁ ἀντεισαγγελεὺς ἐπίσης, ἢ ἐὰν ὁ Εἰρηνοδίκης δὲν ἐτίθετο ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Δημάρχου, καὶ ὁ Πταισματοδίκης δὲν ἐλάμβανε κατάλογον ὀνομαστικὸν ἀπὸ τὸν Δήμαρχον μὲ σταυροὺς διὰ τοὺς καταδικασθησομένους,—καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀναφέρω Εἰρηνοδίκην, ἐὰν θελήσῃ νὰ μὲ προκαλέσῃ ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς,—μὲ σταυροὺς, πρὸς διάκρισιν τῶν συμπολιτευομένων ἀπὸ τοὺς ἀντιπολιτευομένους, δὲν γνωρίζω τί θὰ ἐγίνετο τὸ κόμμα. Κύριοι, τίς ἐξ ὑμῶν δὲν γινώσκει τὸν νόμον περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ὅστις κατήντησε τὸ φόβητρον τῶν δυστυχῶν ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν ἤθελον νὰ ὁμολογήσωσι πίστιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ποῖος δὲν γνωρίζει, κατὰ τίνα τρόπον ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου περὶ φυγοδίκων; Καὶ ἐπειδὴ εἶναι συναφὲς τὸ ζήτημα μὲ τὰς μεγάλας ἀσχολίας τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη περὶ παρασκευῆς στρατοῦ καὶ στόλου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν ὡρισμένον γεγονὸς, ὡς μικρὸν δεῖγμα τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου εἰργάσθησαν τὰ ὄργανα τῆς τέως Κυβερνήσεως. Ὅταν ὁμιλῶ διὰ γενικῶν κατηγοριῶν, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ὅλοι ἀνεξαιρέτως εἶναι οἱ αὐτοὶ, πολλοῦ γε καὶ δεῖ· μάλιστα εἰς τὸ Πήλιον εἴχομεν καὶ ἀξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας τοῦ καθήκοντος, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ πολιτικὴ, ἥτις βασιλεύει, ἰδίως κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, τῆς ὁποίας ὅλην τὴν εὐθύνην φέρει ὁ κ. Τρικούπης, διότι ἦλθε πανίσχυρος, ἡ πολιτικὴ αὕτη ἔῤῥιψεν ὡς σάρακα τὸ κόμμα εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, τῆς δικαιοσύνης, τοῦ στρατοῦ, — καὶ ὅταν καταδιώκηταί τις ἀπὸ τὸ ἓν κόμμα, κατ’ ἀνάγκην θὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἄλλο, καὶ ὅταν καταδιώκηται ἐντεῦθεν, κατ’ ἀνάγκην θὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα, — ἐξηνάγκασαν τὸν τόπον νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο στρατόπεδα, τυραννούντων καὶ τυραννουμένων, καταδιωκόντων καὶ καταδιωκομένων, φορολογούντων καὶ φορολογουμένων. Σᾶς ἀναφέρω λοιπὸν ἓν παράδειγμα, διὰ νὰ ἴδῃ ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς κατὰ τίνα τρόπον ἀπενεμήθη ἡ δικαιοσύνη εἴς τινα ὑπόθεσιν, καὶ κατὰ τίνα τρόπον εἰργάσθη ὁ στρατὸς, ὅστις ἐπρόκειτο νὰ καταλάβῃ τὴν Θεσσαλίαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Τρικούπη. Μεταξὺ τῶν μαρτύρων ἀντιπολιτευομένων Δημάρχων ἦτο καὶ ὁ Δήμαρχος τοῦ δήμου Σηπιάδος, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι δημότης· ἔτυχεν ὅμως νὰ ἔχω ἕτερον συνδημότην μου ὑποψήφιον ἐπίσης, τὸν κ. Ζορμπᾶν, ὅστις εἶναι ἀξιοτιμότατος καθ’ ὅλα, ἀλλὰ πολὺ ἀργὰ συλλογισθεὶς νὰ δηλώσῃ τὴν πρόθεσίν του, ὅτι θὰ πολιτευθῇ, καὶ πρὸ πάντων μὴ ἐξετάσας τοὺς συντρόφους του, ἀγνοῶν δὲ καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, ἦλθεν ἐκεῖ· καὶ ὅ,τι πρόκειται νὰ εἴπω δὲν τὸ ἀποδίδω εἰς τὸν κ. Ζορμπᾶν, ὅστις ἦτο ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως τῶν τελεσθέντων. Εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν ἐδόθη προσοχὴ ἰδιαιτέρα, ἴσως διότι τυγχάνω τῆς ἀγάπης τῶν συνδημοτῶν μου. Ἐκτὸς ἄλλων ἐνεργειῶν, ἐδημιουργήθη κατὰ τοῦ Δημάρχου μία κατηγορία, ἥτις, καὶ ἀληθὴς ὑποτιθεμένη, ἦτο παραβίασις τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου, τιμωρουμένη διὰ προστίμου, ἐχαρακτηρίσθη δὲ ὑπεξαίρεσις καὶ πλαστογραφία ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Βόλου, ὑπεξαίρεσις δὲ μόνον ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου. Ὁ ἄνθρωπος, ἐν τῇ συναισθήσει τῆς ἀθωότητός του, δὲν εἶχεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν δικαιοσύνην τοῦ κ. Βουλπιώτου, καὶ ἐκρύπτετο· ἰδοὺ μία πηγὴ τῶν φυγοδίκων, λάβετέ το ὑπὸ σημείωσιν. Ἐζητήθη κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν κατάλογος τῶν φίλων του, καὶ διορίζεται ἀποσπασματάρχης ὁ ἀνθυπασπιστὴς κ. Βλαχώνης. «Θὰ ὑπάγῃς εἰς τὸν δῆμον Σηπιάδος, τῷ λέγουσι, θὰ λάβῃς αὐτὸν τὸν κατάλογον καὶ θὰ καλέσῃς αὐτοὺς τοὺς κυρίους, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὑποκρύπτουσι φυγοδίκους.» Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ἐκδόσεως ἐνταλμάτων κατὰ τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ Σύνταγμα πρὸ πολλοῦ εἶναι ἱστορικὸν μόνον μνημεῖον· δὲν πρόκειται περὶ συλλήψεως κατὰ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ ἀποσπασματάρχης, ὅταν συνεννοηθῇ ἐπαρκῶς μὲ τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχῃ ὡρισμένην ἐντολὴν ἀπὸ τὸν ἀνώτερόν του, δὲν ἔχει καὶ ἐκεῖνος νὰ φοβηθῇ τίποτε. Μεταβαίνει λοιπὸν ἀφόβως ὁ κ. Βλαχώνης, συλλαμβάνει ἱερεῖς, γυναῖκας, γέροντας, τοὺς βασανίζει· ἐὰν θέλετε, σᾶς ἀναφέρω καὶ τὰ ὀνόματα, τὸν Δ. Γαϊτανᾶν, ἱερέα, τὴν Μορφοῦλαν Ἀνδρεάνη, τὸν Δ. Χριστούλην, τὸν Εὐστάθιον Ἀναγνώστου....
§13ΛΕΒΙΔΗΣ. Τίς ἦτο Εἰσαγγελεὺς Βόλου;
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κύριος Σπανίδης... Τοὺς δένει, ῥίπτει κατὰ γῆς ὡρισμένον πρόσωπον, τὸν Ἀπόστολον Ντόβαν, τὸν ποδοπατεῖ, μὲ τὸ ξῖφός του τὸν κτυπᾷ εἰς τὸ οὖς, τὸν φυλακίζει ἐπὶ ἱκανὰς ὥρας ἄνευ ἐντάλματος, ἀφοῦ προηγουμένως τῷ ἔκαμεν ὅλην τὴν ἀνάκρισιν περὶ τῶν πολιτικῶν δοξασιῶν του, καὶ τῷ εἶπεν: «ἂν θέλῃς, μὴ πηγαίνῃς μὲ τὸν δεῖνα, (τὸν ἀρχηγὸν δηλαδὴ τοῦ κόμματός του) μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας εἶμαι ἐδῶ, θὰ σὲ σύρω μὲ τὸ ἄλογόν μου εἰς τὸ Πήλιον!»
§15ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατηγγέλθη;
§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀμέσως.
§17ΣΧΙΝΑΣ. Κατηγγέλθη καὶ ἀπὸ ἐμὲ ἐπὶ ἐξυβρίσει κατ’ ἀνωτέρου.
§18Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μεταβαίνει εἰς τὴν πατρίδα μου τὴν ἰδιαιτέραν, τὸ Προμύριον· ἐκεῖ συλλαμβάνει ἕτερον γέροντα, τὸν Κωνσταντῖνον Κυριάκου, τὸν βασανίζει, τὸν δέρει, τῷ ἀφαιρεῖ καὶ ἕνα τράγον. Ἦλθόν τινες τῶν παθόντων εἰς Βόλον εἰς κατάστασιν ἀπογνώσεως, καὶ ἐκεῖ εἴδομεν τὰς πληγὰς τοῦ Ντόβα, καὶ μετέβημεν ἀμέσως μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Σχινᾶ ἐπιτοπίως καὶ ἐνηργήσαμεν ἀνακρίσεις ἐνώπιον 70 καὶ 80 ἀνθρώπων, καὶ ἐβεβαιώθημεν περὶ πάντων, καὶ εἴδομεν ἀκόμη τὰ ἴχνη τοῦ δεσίματος τοῦ Προμυριώτου Κυριάκου· ἐτηλεγραφήσαμεν δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐζητήσαμεν τὴν ἀποπομπὴν αὐτοῦ τοῦ ἀποσματάρχου, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκώφευσε, καὶ μετέβημεν εἰς τὴν Λάρισσαν καὶ παρουσιάσθημεν μετὰ τοῦ κ. Γεωργιάδου καὶ τοῦ κ. Σχινᾶ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, ὅστις οὐδὲν ἔπραξε, τοὐναντίον μάλιστα ἐφάνη ἀμφισβητῶν καὶ ὅσα ἡμεῖς ἰδίοις ὀφθαλμοῖς ἐβεβαιώθημεν. Οὕτω ὁ κ. Βλαχώνης, πρὸς ἐμπαιγμὸν τοῦ στρατοῦ σας, κύριε Τρικούπη, διετηρήθη. Ἀλλὰ μήπως τὰ τηλεγραφήματά μας τὸν ἔκαμον προσεκτικώτερον; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! καὶ ἡ σιωπὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν κατέστησε θρασύτερον· ἦτο τὸ ὄργανον τῶν ἀδικιῶν· καὶ ἡμέραν τινὰ λαμβάνει ἐντολὴν νὰ ἐπιτεθῇ ἐντὸς τῆς πόλεως Βόλου κατά τινος Μακρυνιτσιώτου, συμπατριώτου τοῦ κ. Σχινᾶ, κουρέως τὸ ἐπάγγελμα· ἀλλὰ μὴ γνωρίζων καλῶς τὸ πρόσωπον, κτυπᾷ κατὰ λάθος ἕνα ἄλλον, Φώσκολον ἐκ Τήνου, ὁ ὁποῖος ἦλθε τετραυματισμένος τὴν ῥῖνα καὶ τὴν χεῖρα διὰ τοῦ ξίφους τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ ἀπεφάσισεν ὁ ἄνθρωπος νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του διὰ τῶν χειρῶν του, ἀλλὰ μετὰ δυσκολίας τὸν ἐκρατήσαμεν, καὶ κατηγγείλαμεν τὴν πρᾶξιν τηλεγραφικῶς· ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ ἐξυβρίσῃ μετά τινας ἡμέρας τὸν κ. Σχινᾶν, καὶ ὁ κ. Σχινᾶς νὰ τὸν καταγγείλῃ ἐπὶ ἐξυβρίσει κατ’ ἀνωτέρου. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἂν θέλητε, μερικὰ δείγματα. Ἀλλὰ παρέλειψα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ μέγας ἐκεῖνος ἐγκληματίας, ὁ Δήμαρχος Σηπιάδος, ἐνεφανίσθη εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος ἡμῶν μετὰ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ δικασθεὶς ἠθωώθη πανηγυρικῶς. Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ μεθόριος γραμμὴ ἐμαστίζετο ὑπὸ λῃστῶν. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Κυβέρνησις τηλεγραφικῶς ἀπησχόλει τὰ εἰσαγγελικὰ ὄργανα καὶ τὰ στρατιωτικὰ εἰς τοιαύτας ἐκλογικὰς ἐνεργείας ἐκθέσμους, οἱ δυστυχεῖς συμπατριῶταί μου ἐλῃστεύοντο. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἤρχετο ἐδῶ, ὅταν τὸ ἀτμόπλοιον ἀνεχώρει ἐκ Βόλου, ἵνα συντελέσῃ εἰς τὴν κατάρτισιν ἰσχυροῦ συνδυασμοῦ, ἐγὼ δὲ διηυθυνόμην εἰς Ἁγυιάν· μετέβην ἐκεῖ τὴν ἐπιοῦσαν λῃστείας μετὰ βασάνων εἰς τὸ Τουρκοχῶρι, ἤτοι εἰς ἀπόστασιν ἡμισείας ὥρας ἀπὸ τὴν Ἁγυιάν· ὑπῆρξε σύμπτωσις νὰ ἦναι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν ἐκεῖ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον αὐτό· ἐγίνοντο πολλαὶ λῃστρικαὶ πράξεις· ἀκόμη αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ σύνορα τὰ Ἑλληνικὰ δὲν εἶναι πολὺ καθαρὰ, δηλαδὴ τὸ μόνον, ὅπερ εἶχον ἀποκτήσει οἱ συμπατριῶταί μου, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ αὐτὸ τὸ ἀπώλεσαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ γεγονότα εἶναι τόσον πολλὰ, ὥστε ἔχω τὴν δυσκολίαν τῆς ἐκλογῆς των, καὶ ἐντεῦθεν βλέπετε τὴν στενοχωρίαν μου· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ὅλων, ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω, ἔπρεπε νὰ σᾶς κουράσω καὶ περισσότερον, διότι ἴσως κατεχράσθην καὶ τῆς ὑπομονῆς σας. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσω γεγονότα τινά; πῶς νὰ μὴ ἐνθυμηθῶ τὸν φυγάδικον ἐκεῖνον, ὅστις ἔλαβε τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν κάλπην τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ; Ὁ κ. Βουλπιώτης, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔφερε βούλευμα, ὅτε δὲ μᾶς διηγεῖτο αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ μᾶς ἀνέφερεν, ὅτι ὁ Νιάφας παρεπέμφθη ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, διέκρινα ἓν εἶδος ἀγανακτήσεως, πῶς συνέβη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, νὰ παραπεμφθῇ δηλαδὴ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν φίλος τοῦ κ. Βουλπιώτου· ἀλλὰ τὸ γεγονὸς, ὅπερ κατηγγέλθη, ὅτι δηλαδὴ εἷς φυγόδικος ἐξεπροσώπει τὴν κάλπην τοῦ κ. Τρικούπη, ἀναιρεῖται διὰ τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλπιώτης; Οὐχί. Ἂς ἀφήσωμεν ὅμως τὸν Νιάφαν, ἂς θεωρήσωμεν ἐπουσιῶδες τὸ γεγονός· ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἴπω πικρὰς, ἀλλὰ δικαίας λέξεις κατὰ τοῦ πρωτοδίκου κ. Καμάρα, διὰ νὰ ἐκφράσω εἰς ποῖον σημεῖον περιέστη ἡ δικαιοσύνη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Βουλπιώτη; διότι ἐκ τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας του περιέμενεν ἴσως νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὰ εὐχαριστήριά της πρὸς αὐτὸν, διότι ἠγωνίσθη τοσοῦτον νὰ βελτιώσῃ τὰ κακῶς ἐν τῇ δικαιοσύνῃ ἔχοντα, ὥστε ἀπορεῖ, πῶς εὑρίσκονται ἀκόμη ἄνθρωποι, οἵτινες νὰ μὴ ἦναι σύμφωνοι μετ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. Καμάρας ὑπέβαλε μίαν ἔκθεσιν μὲ χρονολογίαν 17 Ὀκτωβρίου 1890, πρὶν ἢ ἀκόμη γνωσθῇ τὸ ἀποτέλεσμα οὐ μόνον τὸ ὁλικὸν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας. Χάρις εἰς τὴν εὐρυτάτην, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς ἐκλογῆς, ὁ κ. Ζῶτος ἐνόμιζεν ἑαυτὸν μεταξὺ τῶν ἐπιτυχόντων. Εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ὁ κύριος Καμάρας ὅλα τὰ συμβάντα ἐκεῖνα ὄργια κατὰ τὴν παραμονὴν ἢ κατὰ τὴν νύκτα τοῦ Σαββάτου πρὸς τὴν Κυριακὴν ἐν τῷ δήμῳ Κλεπαΐδος ἐθεώρησε λέγει ὡς περιττὰ καὶ ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητός του ὄντα, διότι δὲν ἐγένοντο ἐν καιρῷ ἐκλογῶν· ἐγὼ ὅμως ἐζήτησα ἐνώπιον τοῦ τμήματος νὰ τηλεγραφήσω, ὅπως ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος τοῦ δήμου Κλεπαΐδος δώσῃ πληροφορίας· ἐκ τοῦ τηλεγραφήματός του δ’ ἐβεβαιώθημεν οὐ μόνον, ὅτι εἶχον λάβει χώραν τὰ γεγονότα, ἀλλὰ καὶ ὅτι εἰς τοσοῦτον τρόμον εὑρίσκοντο καὶ οἱ πρωτοδίκαι, ὥστε δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των, διότι ἐφοβοῦντο τὰς συνεπείας· ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν δύναται ν’ ἀφήσῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀπαρατήρητον, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δίδω μεγάλην σημασίαν εἰς τὸν θεσμὸν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς· εἶναι ἡ μόνη ἄγκυρα τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας, καὶ πρέπει ὅλοι νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των θρησκευτικῶς καὶ πρὸ πάντων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ἀποκλειστικὸν τοῦ δικαστοῦ ἔχουσι καθῆκον, ἀφοῦ καὶ ὡς δικηγόροι πάντοτε ἐξετέλεσαν πολὺ καλὰ τὸ καθῆκόν των. Ἰδοὺ λοιπὸν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκοντο οἱ ἰσόβιοι δικασταὶ κατὰ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου· ὄργια ἐκλογικὰ δὲν ἐτόλμησεν ὁ πρωτοδίκης ἐκεῖνος νὰ ἀναφέρῃ, διότι δὲν ἐφρόντισεν ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταστήσῃ τὸν δικαστὴν ἀνεξάρτητον ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς, διὰ νὰ τὸν ἔχῃ ὑποχείριον καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν μεταθέσεων καὶ τῶν ἀδειῶν καὶ εἰς πᾶν ἄλλο. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθω εἰς τὸ περὶ Κλεπαΐδος, ἂν, Κύριοι, ἤμην ἐντελῶς ξένος καὶ δι’ ἑνὸς ἀεροστάτου εἰσεπήδων εἰς τὴν γῆν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἤκουον τὸν κ. πρώην Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἑρμηνεύοντα τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἤθελον ἀπορήσει, πῶς ὑπάρχουν ἄνθρωποι, τὰ ἐναντία φρονοῦντες. Μᾶς παρέστησεν ὅτι τὰ ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ εἶναι μηδαμινά. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἔχετε ἐνώπιόν σας τετυπωμένα ἐν τῷ ἐκλογικῷ τεύχει· ἁπλῶς καὶ μόνον ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις μᾶς κατηγορεῖ ἐπὶ προγραφῇ συναδέλφων, ἐθεώρησεν, ὅτι εἷς Δήμαρχος, τιθέμενος ἐπὶ κεφαλῆς φυγοδίκων καὶ στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ἐκδιώκων ἀντιπροσώπους ἀντιπάλων ἐν καιρῷ νυκτὸς διὰ πυροβολισμῶν λίθων καὶ......
§19ΣΙΣΜΑΝΗΣ. Ἀναγνώσατέ το.
§20Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν σᾶς ἀρκοῦν, κύριε Σισμάνη, τὰ καταγγελλόμενα καὶ βεβαιούμενα ἐπισήμως; Φαντασθῆτε ἐν καιρῷ νυκτὸς μετὰ τὴν 10ην ὥραν καὶ μὲ βροχὴν νὰ μεταβαίνῃ ὁ Δήμαρχος ἐπὶ κεφαλῆς ἔστω μὴ φυγοδίκων, ἀλλ’ ὁπλοφόρων καὶ στρατιωτῶν, καὶ ν’ ἀρχίζῃ πυροβολισμοὺς κατὰ προσώπων, νὰ βεβαιῶται, ὅτι κατέστρεψεν ἓν μέρος τῆς οἰκίας, καὶ νὰ παρίσταται ἐνταῦθα ὁ κ. Βουλπιώτης, ἀδημονῶν διατὶ παραδεχόμεθα, ὅτι αὐτὰ εἶναι γεγονότα ἄξια λόγου, ἀφοῦ δὲν ἐφονεύθη κἀνεὶς, ἀφοῦ δὲν ἐξεδιώχθη κἀνεὶς ἐκ τῆς οἰκίας. Καὶ ἐπειδὴ εἶμαι εἰς τὸν δῆμον Κλεπαΐδος, δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητον καὶ μίαν ἐπίσημον διαβεβαίωσιν ἀντιπροσώπου τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, βεβαιοῦντος ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι οἱ στρατιῶται ἦσαν ἐντόπιοι καὶ ἐπεδεικνύοντο ὡς συμπολιτευόμενοι, καὶ ὅτι, μὴ ἔχων ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτοὺς, δὲν ἐτόλμησε (προσέξατε παρακαλῶ) νὰ καλέσῃ κἀνένα καὶ νὰ τῷ εἴπῃ πῶς ὀνομάζεται, δηλαδὴ οὔτε νὰ ἀνακρίνῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πατρὶς ἡ ἰδιαιτέρα τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, οἱ ὁποῖοι μᾶς κατηγοροῦσιν, ὅτι προγράφομεν. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἐπιδημίας, ἥτις συνέπεσε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς πολιτευομένους καὶ οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἀναῤῥωτικὰς ἀδείας καὶ ἐπεσκέφθησαν τὸν νομὸν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἴπω ἔστω καὶ ὀλίγας λέξεις διὰ τὸν κ. Βλαχόπουλον; Ὁ κ. Βλαχόπουλος εἶναι ἓν τῶν ἐξεχόντων πολιτευομένων προσώπων· νομίζω ὅτι ἐθεωρεῖτο κατ’ ἀρχὰς καὶ ὡς ὑποψήφιος τοῦ ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ εἰς τὴν τελευταίαν ἐκλογήν. Ὁ κ. Βλαχόπουλος ἦτο ἀναγκαῖος εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς, καὶ μὲ μίαν διαταγὴν λαμβάνει τὸν τίτλον τοῦ ἀνωτέρου ἐπιθεωρητοῦ τῶν δασῶν, τῶν ἐναπομεινάντων, χάρις εἰς τὴν ἀμέλειαν τὴν δικαστικὴν, διότι, ἂν ἡ δικαιοσύνη λειτουργήσῃ, τὰ δάση σώζονται. Καὶ ἐν τούτοις δεύτερον παράσημον ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὴν μετάβασιν τοῦ κ. Βλαχοπούλου πρὸς διατήρησιν τῶν δασῶν· δὲν ὑπῆρχε καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἄλλο κατάλληλον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ φέρῃ αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ὑπὲρ τῶν δασῶν, εἰμὴ μόνον ὁ κ. Βλαχόπουλος, ὅστις ἐθεωρήθη ἀναντικατάστατος ὡς πρὸς τοῦτο! Δὲν ἐγένετο ὁ διορισμὸς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐχὶ βεβαίως χάριν τῆς σωτηρίας τῶν δασῶν. Μεταβαίνων ὁ κ. Βλαχόπουλος εἰς μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν δάση, εἰς τὰ ὁποῖα δίδεται ἄδεια πρὸς ὑλοτομίαν, ἤρκει νὰ μετατρέψῃ τὸ φρόνημα ἐκλογέων οὐχὶ 18, ὅσοι ἀπῃτοῦντο πρὸς μεταβολὴν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος, ἀλλὰ καὶ 200. Ὀλίγας λέξεις ἔτι—καὶ ζητῶ συγγνώμην, διότι σᾶς ἐκοπίασα,—περὶ τοῦ στόλου, ὁ ὁποῖος τὰς ἡμέρας μας ἀπασχολεῖ, ὡς ἐκ τῆς ἀφίξεως ἑνὸς θωρηκτοῦ· καὶ λέγω τοῦτο, μήπως καὶ αἱ «Σπέτσαι» κἀμμίαν ἡμέραν χρησιμεύσωσιν ὡς ἀτμόπλοιον πρὸς ἐκλογικὴν περιοδείαν τῶν φίλων τῆς νέας Κυβερνήσεως. Δὲν ἐξετάζω τὰ περὶ τοῦ θωρηκτοῦ, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς κατεσκευάσθη, οὐδὲ εἰδικὸς εἶμαι, δὲν εἶναι δὲ καὶ τοῦ παρόντος· ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ φακέλλου τούτου ἐπείσθην, ὅτι ὁ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἐκπροσωπῶν καὶ διερμηνεύων τὸ φρόνημα τῆς πεσούσης κομματικῆς μερίδος, σκοπίμως οὐδὲν ἀπήντησε περὶ τῆς «Ἀηδόνος», καίτοι λαλήσας περὶ ἄλλων ὡς ἀηδών. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐγὼ δύο ἔγγραφα, διὰ νὰ σᾶς πείσω ὅτι τὰ δημοσιογραφικὰ ὄργανα τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ κ. Βουλπιώτου καὶ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅταν σᾶς λέγωσιν, ὅτι εἰργάσθησαν οὗτοι διὰ νὰ κατασκευάσωσι στόλον, ἵνα κατατροπώσωσι τοὺς Τούρκους, δὲν πρέπει νὰ τὰ πιστεύητε. Εὑρίσκω ἐνταῦθα, ὅτι ἓν ἐθνικὸν πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Τρικούπης ἄλλοτε διὰ τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ἐχρησίμευσε βραδύτερον διὰ τὰ τελωνεῖα, τελευταῖον ἐχρησίμευσε διὰ τὰς ἐκλογάς. Ὁ κυβερνήτης τῆς «Ἀηδόνος»,—διότι καὶ Ἀηδόνες εἰργάσθησαν ὑπὲρ τοῦ κόμματος τοῦ κ. Τρικούπη,—ἐρωτηθεὶς ἂν μετέφερεν ἐκλογεῖς ἐπαίτας, ἀπήντησεν ὄχι· ἀλλὰ κατόπιν ἀπαντᾷ, ὅτι μετέφερε· καὶ ἐνταῦθα ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ διὰ τὸν κυβερνήτην αὐτὸν, διὰ νὰ ἐνεργηθῶσιν ἀνακρίσεις διότι ἄλλα βεβαιοῖ πρότερον καὶ ἄλλα ἔπειτα. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι τὸ ὀρθὸν εἶναι τὸ μεταγενέστερον ἔγγραφον, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ δοθεῖσαι πληροφορίαι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 164 ἀναφορᾶς μας συνεπείᾳ 22160 τηλεγραφικῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, ἀφορῶσι τὴν μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐνέργειάν μας. Ἤδη ἀναφέρομεν εὐσεβάστως, ὅτι εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν διεπορθμεύσαμεν περὶ τοὺς πεντήκοντα ψηφοφόρους ἐπαίτας, ὡς καὶ ἑτέρους τοιούτους κατὰ διαφόρους ἐποχὰς πρὸ τῶν ἐκλογῶν». Καὶ ὁ λόγος, δι’ ὃν παραδέχομαι τοῦτο, εἶναι ὁ ἑξῆς· διότι ὁ κ. Βουλπιώτης ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τούτου οὐδὲν ἀπήντησεν· ἄλλως δὲν ἐλησμόνησα καὶ τὴν Εὔβοιαν, γνωρίζω δὲ καὶ ἐξ ἄλλων ἰδιαιτέρων καὶ ἀσφαλῶν πληροφοριῶν μου, ὅτι καὶ τὸ πολεμικὸν «Σῦρος», φέρον πλήρωμα εὐβοϊκὸν, περιήρχετο τὴν Εὔβοιαν δι’ ἐκλογικοὺς σκοπούς. Ὁ κ. Πετσάλης καὶ ὁ κ. Φλογαΐτης γνωρίζουσιν, ὅτι τὸ ἐθνικὸν πλοῖον «Σῦρος» ἐξετέλεσεν αὐτὴν τὴν ἐκλογικὴν καὶ οὐδόλως ἐθνικὴν ἀποστολήν. Τοιοῦτόν τι συνέβη καὶ ἐν Κερκύρᾳ, ὡς λέγουσιν οἱ ἐνιστάμενοι, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸ πρᾶγμα. Αὐτὰ τὰ προηγούμενα μὲ πείθουν νὰ πιστεύω, ὅτι τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ διὰ τῆς «Ἀηδόνος». Νομίζω ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν κ. Θεοτόκην νὰ λάβῃ ἀτμόπλοιον καὶ ὡς Ὑπουργὸς νὰ περιοδεύῃ. Οἱ Βουλευταὶ Κερκύρας δύνανται νὰ μᾶς πληροφορήσωσιν, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς ἢ ὄχι.
§21ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ὁ κ. Βουλπιώτης ἐταξείδευε μὲ πολεμικὸν ἀτμόπλοιον.
§22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἔτι δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἤκουσα. Μᾶς λέγουσι: «Διατί παραπονεῖσθε; Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὸν μακαρίτην Βούλγαρην, τί ἔπραττε κατὰ τὰς ἐκλογάς; δὲν εἶσθε εὐχαριστημένοι ὅπου ζῆτε; δὲν εἶσθε εὐχαριστημένοι, ὅτι δὲν ἔχομεν λαιμητόμον νὰ φονεύωμεν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοὺς ἀντιπάλους μας;» Αὐτὰ μᾶς εἶπον. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν μίαν ὡραίαν περικοπὴν τοῦ δημοσιολόγου Μιγκέτη καὶ πρώην Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἰταλίας. Ὁ Μιγκέτης, ὁμιλῶν περὶ ληστείας, εἶπε: «Καὶ κατὰ τί διαφέρουν οἱ λησταὶ τῶν ὀρέων ἀπὸ τοὺς ληστὰς τῶν πόλεων;» Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ ληστείας βεβαίως, ἀλλὰ τὸ παράδειγμα ἔχει τὴν θέσιν του· διότι, ἂν ἄλλοτε, εἰς ἀγριωτέραν ἐποχήν, ὁ μεγαλείτερος κίνδυνος ὑπῆρχεν εἰς τὰ ὄρη, σήμερον δὲ μετεβιβάσθη εἰς τὰς πόλεις, εἰς τὰ δικαστήρια καὶ τὰ δημόσια γραφεῖα, ὁ κίνδυνος εἶναι ἆρά γε ἧττον οὐσιώδης; Ἀκούσατε τί λέγει ὁ Μιγκέτης (ἀναγινώσκει): «Αἱ γενεαὶ διαδέχονται ἀλλήλας, εὐέλπιδες ὅτι θὰ ἐγκαταλίπωσι τὰ τέκνα αὐτῶν ἐν βελτίονι καταστάσει, ἀλλ’ ἀπατῶνται. Νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πλέον πειραταὶ, οὔτε λησταὶ, οὔτε ἀπαταιῶνες· ἀλλ’ εἶναι φενάκη. Οἱ πειραταὶ μετήνεγκον τὰς ἐπιχειρήσεις αὑτῶν εἰς τὴν ξηρὰν, καὶ πορίζονται ἐξ αὐτῶν κέρδη, ἅπερ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐλπίσωσιν ὅτε διέσχιζον τὰς θαλάσσας· οἱ δὲ λησταὶ δὲν ζῶσι πλέον ἐν τοῖς ἄντροις τῶν ὀρέων, ἀλλὰ γαυριῶσιν ἐν ταῖς ἀγοραῖς, καὶ δὲν προσλαμβάνουσι πλέον τὰς φοβερὰς καὶ ἀπειλητικὰς ἐκείνας ἐπωνυμίας, ὡς ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλὰ καλοῦνται διὰ τῶν ὀνομάτων αὑτῶν καὶ διὰ τοῦ τίτλου συνταγματάρχου, στρατηγοῦ, προέδρου· τὸ δὲ αἰσχροκερδὲς τυχηρὸν παίγνιον μετεβλήθη εἰς χρηματισμὸν, καὶ διεξάγεται ὡς κολλυβιστικὴ πρᾶξις. Ὥστε δύναταί τις τῇ ἀληθείᾳ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀφαιρῶν τὸν δέκατον ἔννατον αἰῶνα τὸ ἀπατηλὸν προσωπεῖον, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ τόσον περιώνυμος αὐτοῦ εὐπροσωπεία καλύπτει τὴν θηριωδίαν τοῦ δωδεκάτου αἰῶνος, μάλιστα δ’ ἐξ ἀνάγκης θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἐκεῖνος ἦτο ὀλιγώτερον ἔνοχος καὶ ὀλιγώτερον ἄτιμος τοῦ παρόντος.» Δὲν ἔχομεν πλέον, Κύριοι, τὰς ἐκλογὰς τοῦ Ὄθωνος, διότι ἐξεδιώξαμεν τὸν Ὄθωνα· δὲν ἔχομεν τὰς ἐκλογὰς τοῦ μακαρίτου Βούλγαρη, διότι ἐτιμωρήθη ὁ Βούλγαρης, διότι ὁ λαὸς δικαίως ἐξανέστη κατὰ τῶν βιαιοπραγιῶν· ἀλλὰ μήπως τὸ ἔργον ἡμῶν ἐτελείωσε; προστίθεμαι εἰς τὴν γνώμην τοῦ διασήμου δημοσιολόγου, καὶ λέγω, ὅτι προτιμῶ τὸν Βούλγαρην, διότι ἐγνώριζον ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι, κατερχόμενος εἰς τὸν ἀγῶνα, ἔπρεπε νὰ ὁπλισθῶ· προτιμῶ τὴν κατάστασιν ἐκείνην τῆς νῦν ἐπαισχύντου, κατὰ τὴν ὁποίαν μὲ κατεδίωκε διὰ τοῦ ποινικοῦ νόμου, διὰ τῆς ποινικῆς δικονομίας, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ ὁ Νομάρχης. Ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν, Κύριοι δὲν εἶναι, ὡς εἶπον, ξηρὸν δικαστικὸν ἔργον, εἶναι τὸ πρῶτον ἔργον τῆς βουλευτικῆς περιόδου, τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης ἀνέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια· εἶναι ἡ πρώτη ἀφετηρία, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ διοίκησις καὶ ἡ δικαιοσύνη τοῦ τόπου, ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ναυτικῶν. Καταλήγων τὸν λόγον, Κύριοι, νομίζω ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πραξικοπήματος, κύριε πρώην Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν πρόκειται περὶ προγραφῆς· ὅ,τι σήμερον γίνεται, γίνεται δικαίως. Μὴ ἔχωμεν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά· τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας εἶναι ἓν καὶ ἀδιαίρετον· ἐὰν ἐντεῦθεν παραλείψωμεν τὸ καθῆκον ἢ ἐκεῖθεν, (δεικνύει ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας)—ἐγὼ δὲν ἔχω θέσιν ὡρισμένην,—τὸ καθῆκον εἶναι ἓν, αἱ ὑποχρεώσεις εἶναι αἱ αὐταί. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ὑποστηρίξω, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον, τὴν ἀκύρωσιν ὅλων τῶν ἐκλογῶν τῶν ἀμιγῶν ὑπουργικῶν τότε συνδυασμῶν· εἶναι πρέπον νὰ ἐπικρατήσῃ πνεῦμα ἐπιεικείας, ἕνεκεν τῶν λόγων, οὓς ἐξήγησα ἀρχόμενος. Ἀλλὰ τὰ γεγονότα δὲν πρέπει νὰ παρέλθωσιν ἀπαρατήρητα· ὅπου τὸ κακὸν ἔχει προχωρήσει εἰς γαγγραινώδη κατάστασιν ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον τοῦ χειρουργοῦ· ὅπου εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ἀναμφισβητήτως δὲν εἰσῆλθον οἱ ἐντολοδόχοι τοῦ λαοῦ οὔτε διὰ τῆς θύρας, οὔτε διὰ τοῦ παραθύρου, ἀλλ’ ἐκ μικρῶν ὀπῶν, παραβιάζοντες τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν, ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ προβῶμεν εἰς ἀκύρωσιν. Πιθανὸν νὰ ἐπλανήθην εἰς τὰς σκέψεις μου, ἀλλὰ προσεπάθησα νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν ἐμὲ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλοακαρνανίας δὲν ἐνηργήθη κατὰ τὸν νόμον, ὅτι ἐνοθεύθη τὸ φρόνημα τοῦ τόπου, καὶ εἰσῆλθον ἐκ τούτου πέντε φίλοι τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, δὲν προτείνω τὴν ἀκύρωσιν διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ διὰ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν. Ὅταν κατηγορῆται ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ βήματος διὰ τοιαύτας πράξεις, πρέπει νὰ ᾖναι παροῦσα, διότι ἔχει πολιτικὰς εὐθύνας. Τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης θέλω νὰ ᾖναι ἐνταῦθα, διὰ νὰ μὴ ἀναγινώσκω εἰς τὰς ἐφημερίδας των τὰς ἀπολογίας, οὐδὲ ὅτι τοὺς ἐξεδιώξαμεν, ὅπως στερήσωμεν ἀπὸ αὐτοὺς τὸ βῆμα. Ἡ μόνη τιμωρία κατ’ ἐμὲ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἐπέτυχον διὰ τοιαύτης ἐκλογῆς, εἶναι ἡ δημοσίευσις τῶν τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἂν θέλητε, καὶ ἡ μετάφρασις Γαλλιστὶ καὶ Ἀγγλιστὶ, ἵνα σταλῇ καὶ εἰς τοὺς ξένους δημοσιογράφους καὶ εἰς τὰς Λαίδας, αἱ ὁποῖαι, διερχόμεναι ἐκ τῆς Ἑλλάδος, παραπονοῦνται διατὶ ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος δὲν ἀναγνωρίζει ὡς σωτῆρα τοῦ τόπου καὶ μόνον ἄξιον Πρωθυπουργὸν τὸν κ. Τρικούπην. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§23ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πέῤῥος καθὼς καὶ οἱ δύο προλαλήσαντες, καὶ ἰδίως ὁ κ. Φιλάρετος, νομίζω ὅτι ἀνέπτυξαν ἀρκούντως τὸ θέμα περὶ τοῦ ἂν ἡ ἐκλογὴ Αἰτωλοακαρνανίας διεξήχθη ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς διακελεύει ὁ νόμος, ἢ οὔ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἰδίως ἀνέτρεψεν ὅλους τοὺς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλπιώτου προταθέντας ἰσχυρισμοὺς κατὰ τῆς ὑπὸ τοῦ Γʹ τμήματος τῆς Βουλῆς ἐξενεχθείσης γνώμης ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ταύτης. Οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, μετὰ τὰ λεχθέντα, καὶ ἐξ ὅσων προκύπτουσιν ἐκ τῶν ἐνθάδε κατατεθέντων ἐγγράφων, περὶ τῶν διαπραχθεισῶν ἐπεμβάσεων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐκλογῇ ταύτῃ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τὴν συνείδησιν παντὸς πολίτου εἶναι ἐγκεχαραγμένη ἡ πεποίθησις, ὅτι ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ, ὡς καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς τοῦ Κράτους νομοῖς, αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας, τῆς πιέσεως καὶ τῆς παρανομίας. Ὁ κ. Βουλπιώτης μᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος ἐν τάξει, καὶ ἰδίως ἐν τῇ Αἰτωλοακαρνανίᾳ, διότι ἐκεῖ ἐβασίλευεν ἄκρα ἡσυχία, ἡ ἀμερόληπτος ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἡ μετ’ εὐλαβείας τήρησις τῶν νόμων. Τί τάχα, ἂν ὁ λοχαγὸς Γκόκας ἐκρέμασέ τινας, ἢ ἔδειρεν ἀνηλεῶς ἄλλους; Τί τάχα, ἂν ὁ ὑποστράτηγος Καραϊσκάκης καὶ ὁ συνταγματάρχης Μάνεσης ἐξῆλθον εἰς περιοδείαν ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων, ἢ ἂν τὰ ἀποσπάσματα συνελάμβανον πολλοὺς ἀντιθέτους τῶν ἐν τῇ Αἰτωλοακαρνανίᾳ ὑπουργικῶν ἄνευ ἐντάλματος; Στρατὸς ὁλόκληρος εἰσβάλλει εἰς τὴν Αἰτωλοακαρνανίαν, ψηφοθηρῶν ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων, καὶ ὅμως ὁ κ. Βουλπιώτης μᾶς λέγει, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἐπηρεάσθη τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ ἐκ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ ἐκ τῆς περιοδείας του! Τί δὲ ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὁ Νομάρχης Σοφιανὸς, ὁ κ. Κρεστενίτης δύναται κάλλιον ἐμοῦ νὰ σᾶς εἴπῃ, διότι ὑπῆρξε θῦμα τῶν ἐπεμβάσεων αὐτοῦ εἰς τὰς κατὰ τὸ 1887 ἐνεργηθείσας δημοτικὰς ἐκλογὰς, ὄντος τότε τοῦ Σοφιανοῦ Εἰσαγγελέως ἐν Ἠλείᾳ, καὶ εἰς αὐτὸν ὀφείλει τὴν ἀπώλειαν τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς. Τίνα ἐπιῤῥοὴν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, μᾶς εἶπεν, εἷς μικρὸς συμβιβασμὸς μετὰ τοῦ Γλάγκα διὰ 10,000 δραχμὰς, ἀφοῦ καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις ἔκαμον παρομοίους συμβιβασμούς; Τί εἶναι ἡ δωρεὰ μερικῶν λειβαδίων, χορηγηθέντων πρὸς νομὴν εἰς τινας ποιμένας, ἀφοῦ καὶ παρ’ ἄλλων Κυβερνήσεων ἐγένοντο παρόμοιαι δωρεαί; Βεβαίως ὁ κ. Βουλπιώτης θὰ ἐνόει τὸν συμβιβασμὸν, ὃν ἔκαμον μετὰ τοῦ πρώην βουλευτοῦ κ. Παπαλέξη, καὶ τὰς δωρεὰς, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησίς των καὶ ἐψήφισεν ἡ προκάτοχος Βουλή. Διατὶ, μᾶς λέγει, αἰτιώμεθα τοῦ μοιράρχου Βλαχοπούλου, ὡς μεταβάντος πρὸς ἐνέργειαν ὑπὲρ αὐτῶν, ἐνῷ αὐτὸς μετέβη δι’ ἄλλην ἐντολὴν, δι’ ὑπηρεσίαν, καὶ χάρις εἰς ταύτην ἐσώθησαν τὰ δάση μας ἐκ τῶν πυρκαϊῶν; Γνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς κάλλιστα τὸν κ. Βλαχόπουλον, ὡς καὶ τὴν ἐπιῤῥοὴν, ἣν κέκτηται ἐν τῷ νομῷ του, καὶ κατὰ πόσον ἐπέδρασαν αἱ ὑπὲρ αὐτῶν ἐνέργειαί του. Πῶς λοιπὸν ἀφέθη ὁ λαὸς τοῦ νομοῦ σας ἐλεύθερος νὰ ἐκδηλώσῃ τὸ φρόνημά του; Κύριε πρώην Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ὁ λαὸς ἀφίετο ἐλεύθερος νὰ ἐκδηλώσῃ τὸ αἴσθημά του, ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος, ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ ἐκάθησθε σήμερον δέκα ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τῆς πτέρυγος ταύτης. Ἴσως δι’ ὑμᾶς ταῦτα πάντα εἶναι μικροῦ λόγου ἄξια, ἀπέναντι τῶν ὅσον διεπράχθησαν κατὰ τὸ ἐννεαετὲς διάστημα τῆς Κυβερνήσεώς σας. Τί εἶναι, μᾶς λέγει, τὰ ἐν τῷ δήμῳ Κλεπαΐδος συμβάντα; —διότι ταῦτα μόνον ἐφείλκυσαν ἐπ’ ὀλίγον τὴν προσοχήν του. Ἐκεῖ πιθανὸν, λέγει, νὰ ἔλαβον χώραν μερικαὶ ἀντεγκλήσεις, μερικαὶ ὕβρεις, πιθανὸν νὰ ἐδόθησαν καί τινα ῥαπίσματα, ὡς συμβαίνει συνήθως κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἴσως νὰ ἐῤῥίφθησαν καί τινες πυροβολισμοὶ, ἴσως νὰ εἰσῆλθον καί τινες σφαῖραι ἐν τῇ οἰκίᾳ, ἐν ᾗ κατῴκει ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Δεληγεώργη’ δύνανται ὅμως ταῦτα νὰ φέρωσιν ἐπηρεασμὸν καὶ νὰ μετατρέψωσι τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων; Κατὰ τὸν κ. Βουλπιώτην δὲν δύνανται, ἐνῷ φόβος καὶ τρόμος εἶχε καταλάβει τοὺς ἐκεῖ ὀλίγους φίλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Βεβαίως, λέγει, φόνοι δὲν ἐγένοντο, ἀλλὰ καὶ φόνοι ἐὰν ἐγίνοντο, ἡ ἐκλογὴ δὲν πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ, ἀφοῦ διεξήχθη, κατ’ αὐτὸν, νομίμως. Κύριοι, ἡ φράσις, «καὶ φόνοι ἐὰν ἐγίνοντο», ἐξερχομένη ἐκ τοῦ στόματος τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι, εἶναι σοβαρωτάτη, μεγίστης δεομένη προσοχῆς. Ἡ φράσις αὕτη μᾶς ἀποδεικνύει ὑπὸ ποίας προθέσεις ὤφειλον νὰ ἐνεργήσωσι τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Καὶ φόνους ἂς διέπραττον, ἤρκει νὰ τοῖς ἐξησφάλιζον τὴν ἐπιτυχίαν, καὶ αὐτοὶ θὰ ἐπεκύρουν τὰς τοιαύτας ἐκλογάς! Ἐὰν, κύριε τέως Ὑπουργὲ, δὲν συνέβησαν φόνοι, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν θελήσεως καὶ προθέσεως ἐκ μέρους πολλῶν ὀργάνων σας, καὶ ἔστε περὶ τούτου βέβαιος. Διὰ παντὸς τρόπου καὶ μέσου ἐξώθησαν τὸν λαὸν, ἵνα προβῇ εἰς τοιαῦτα ἀπεγνωσμένα μέτρα, εὐτυχῶς ὅμως ἡ σύνεσις τοῦ λαοῦ τὰ ἐπρόλαβε. Ναὶ, διότι ὁ λαὸς ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἓν μάθημα εἰς τὴν τέως Κυβέρνησίν σας διὰ μόνης τῆς ψήφου του. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐσχημάτισα ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη διεξήχθη διὰ παρανομιῶν καὶ ἐπέτυχον καὶ οἱ πέντε τέως ὑπουργικοὶ Βουλευταὶ διὰ τῶν ἐπεμβάσεων. Ἀγνοῶ, τί ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ κ. Τρικούπη, ἐὰν πρέπῃ καὶ αὐτὸς νὰ τύχῃ τῆς αὐτῆς μετὰ τῶν συντρόφων του τύχης ἢ ὄχι. Δὲν εἶμαι ὅμως τῆς αὐτῆς γνώμης μὲ τὸν κ. Φιλάρετον ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Βουλπιώτην. Ὁ κ. Βουλπιώτης πρέπει νὰ ὑποστῇ τὴν αὐτὴν τύχην μετὰ τῶν λοιπῶν συντρόφων του.
§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατὶ ἐξαιρεῖς τὸν κ. Τρικούπην;
§25ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ἐὰν ἀκυρωθῇ ὁ δῆμος Κλεπαΐδος μόνον, δὲν ἐπηρεάζεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιτυχίας τοῦ κ. Τρικούπη.
§26ΤΙΝΕΣ. Ἐπηρεάζεται.
§27ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἐπηρεάζεται, ἀλλ’ ἐὰν ἐπηρεάζεται, δὲν πρέπει καὶ δι’ αὐτὸν ἡ δικαιοσύνη νὰ φανῇ συγκαταβατική· ἡ δικαιοσύνη εἶναι μία καὶ ἴση δι’ ὅλους.
§28ΡΑΓΚΟΣ. Εἶχον τὴν ἀξίωσιν, κύριοι Βουλευταὶ, πεποιθὼς ὅτι ἀνεδείχθην ἀντιπρόσωπος τοῦ νομοῦ τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἐξ ἁγνῆς θελήσεως τῶν ἐκλογέων, νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, ἵνα ἐκπληρώσω τὰ ἐπιβεβλημένα μοι μεγάλα καθήκοντα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐνστάσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως, καὶ ἀνέμενον, Κύριοι, τὴν ἔναρξιν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν, ἵνα παραστῶ καὶ συντελέσω κατὰ τὸ ἐνόν μοι εἰς τὸ ἔργον, δι’ ὃ ἐκλήθην. Ἀποφεύγων, Κύριοι, τὸν ὑψίστης σημασίας καὶ ταραχώδη βίον τοῦ πολιτευτοῦ, ἡσύχαζον ἰδιωτεύων, ἂν καὶ ἡ ἐπαρχία μου, ἥτις εἶναι ἡ τοῦ Βάλτου, μὲ ἐκάλει εἰς ἀντιπροσωπείαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Παρελθὸν μεγαλεῖον, κύριοι Βουλευταί, δρᾶσις οἰκογενειακὴ ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ προσωπικὴ ἐξυπηρέτησις ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον ἐπέδρασαν εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῆς ἀντιπροσωπείας μου, καὶ δὶς κατὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογὰς, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται σήμερον ἡ συζήτησις, ἐπίθεσις μοὶ ἐγένετο ὑπὸ ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ, ἵνα ἀποδυθῶ εἰς τὸν βίον τοῦ πολιτευτοῦ. Δὲν ἠδυνάμην, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀντιστῶ πλέον, διότι αἱ ἐναντιώσεις μου ἐθεωροῦντο ὅλως διόλου μάταιαι, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀντιστῶ, διότι ἐξετόξευσαν ὕβρεις ἐναντίον μου, ὅτι δὲν ἤμην γνήσιος ἀπόγονος τῆς γενεᾶς τῶν Ράγκων, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον αὐτὸ τὸ ἔνδυμα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπεβάλλετο, οἰκογενείας, ἥτις ἔδρασε στρατιωτικῶς ἐν τῷ ἀγῶνι, πολιτικῶς ἐνταῦθα, καὶ ἥτις κατέχει ἱστορίαν ἐν τῷ Ἑλληνισμῷ. Τὰ γεγονότα ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς τοὺς ἐπιτυχόντας Βουλευτὰς τοῦ νομοῦ μου, μὲ ἔφερον ἐνταῦθα. Καὶ ἐνῷ, κύριοι Βουλευταὶ, ἀνέμενον τὴν ἔναρξιν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν, ἄλλη ἐπίθεσις μὲ κατέλαβεν, ἐπίθεσις ἵνα παραστῶ ἐνταῦθα καὶ ἀποκρούσω τὰς ἐνστάσεις, αἵτινες ἐγένοντο γνωσταὶ εἰς τὸν νομὸν τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Καὶ δὲν μοὶ ἐγένετο πλέον ἡ ἐπίθεσις αὕτη ἀπὸ τοὺς ὑποστηρίξαντάς με, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀντιθέτους μου, διότι πάντες ἐπεκρότησαν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν μου, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ὑπῆρξε νοθεία, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἀπαύγασμα τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως καὶ φρονήματος ἀνεπηρεάστου τῶν ἐκλογέων. Κατῆλθον λοιπὸν καὶ εἰς τὸ στάδιον τοῦτο κατ’ ἀπαίτησιν τῶν ἐκλογέων μου, ἵνα μετ’ εὐχαριστήσεως δυνηθῶ νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι καὶ ἐν μικρῷ ὑπῆρξα ἄξιος ἀντιπρόσωπός των. Δὲν ἠσθάνθην, Κύριοι, οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν κυβερνητικήν· σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδεμίαν ἠσθάνθην οὐδέποτε, καὶ ὄχι μόνον δὲν τὴν ἠσθάνθην, ἀλλ’ οὔτε τὴν ἐζήτησα, οὔτε μοὶ τὴν ἔδιδεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν τὴν εἶχον, θὰ ἐκράτουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μαζῆ μου πρὸ τῆς ἐκλογῆς, θὰ ἐκράτουν τοὺς δημάρχους Καραγιάννην καὶ Σκυλοδῆμον· ἔφυγαν, Κύριοι, καὶ μετέστησαν εἰς τοὺς ἀντιθέτους, διότι ὁ κύριος Πρόεδρος δὲν ὑπεχώρει εἰς τὰς αἰτήσεις των, αἵτινες ἄλλως δὲν ἦσαν ἐπέμβασις, ἀλλ’ ἦσαν κυβερνητικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἔβλαπτον, ἐὰν ἐλαμβάνοντο. Συνετέλεσεν ὑπὲρ ὑμῶν, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ κυβερνητικὴ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ κύριος Πρόεδρος, διότι μᾶς ἀπεξένωσεν ἐντελῶς πάσης προστασίας ἐν τῷ νομῷ, πάσης ἀντιμετωπίσεως ἐν τῷ νομῷ καθ’ ὑμῶν, οἵτινες περιήρχεσθε πανταχοῦ καὶ ἐλέγετε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς οὐδεὶς νὰ εὑρίσκηται νὰ σᾶς ἀντικρούσῃ.
§29ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔλεγεν ὁ λαός.
§30ΡΑΓΚΟΣ. Τὰ ἔλεγον πάντες οἱ προϊστάμενοι. (Ποδοκοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§31ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λαὸς εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν δύσιν τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ δι’ αὐτὸ μὲ ἔστειλεν ἐνταῦθα (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ διακόπτωσι τὸν ἀγορεύοντα· ἐμὲ οὐδεὶς μὲ διέκοψε.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἐκκενώσω τὰ ἀκροατήρια.
§34ΡΑΓΚΟΣ. Λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, οὐδεμία παροχὴ ἐδόθη ἐν Βάλτῳ, οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀναφερομένων, οὔτε ἀξιωματικοί, οὔτε ὑπαξιωματικοί, οὔτε Νομάρχαι ἐπέδρασαν εἰς οὐδὲν οὐδαμῶς. Ἐν Βάλτῳ, κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ κατηγγελλόμην δι’ ἀδράνειαν, καὶ δὲν μετέβην εἰς οὐδὲν ἄλλο μέρος, παρὰ εἰς τὸν Καρβασαρᾶν, εἶχον δὲ ἐπιθέσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι συνέτειναν ὑπὲρ τῶν ἀντιπολιτευομένων, εἶχον τοὺς Δημάρχους οἵτινες ἔτρεχον τῇδε κἀκεῖσε ὑπὲρ αὐτῶν καὶ οἵτινες μὲ ἐγκατέλιπον εἴκοσιν ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν δολίως καὶ ἀπατηλῶς. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἐκ Βάλτου κύριος Ἴσκος, ἵνα συναντηθῶ μετ’ αὐτοῦ εἴς τινα τῶν λεχθησομένων. Ἡ παροχή, Κύριοι, εἰς τὸ χωρίον Φλωριάδος δὲν ἐδόθη μόνον κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, ἐδόθη καὶ κατὰ τὸ 1885, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Βουλπιώτης· ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἐδόθη πρὸς τὸν κ. Ἴσκον καὶ κατὰ τὸ 1887, ἀλλ’ ἡ παροχὴ ἐκείνη δὲν συνετέλεσε καθόλου ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς μου, ἦσαν φίλοι μου ἐκεῖνοι καὶ ἦτο τὸ πρᾶγμα τοιοῦτον, ὥστε ἦτο ἀπανθρωπία νὰ τὸ ἀποφύγῃ τις, ἀφοῦ μάλιστα ἐπανειλημμένως ἐγένοντο εὐχαὶ περὶ τούτου ἐν τῷ Νομαρχιακῷ Συμβουλίῳ. Πρέπει δὲ καὶ ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ξένοι, τὸ κτῆμα τοῦτο κατὰ κυριότητα.
§35ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι ξένοι· μένουσι διαρκῶς ἐν Φλωριάδι.
§36ΡΑΓΚΟΣ. Εἶναι ξένοι μετανάσται, ἐλθόντες ἀπὸ τὴν Σκουλικαριὰ, ὅτε αὕτη διετέλει ὑπὸ τὸ Τουρκικὸν Κράτος.
§37ΣΧΙΝΑΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀργότερον.
§38ΡΑΓΚΟΣ. Καταγγέλλονται ἐπίσης ἄλλαι πράξεις, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετέβη ὁ νομάρχης Βλαχάβας εἰς Μενίδιον διά τινα συνοικισμόν. Αὐτὸ, Κύριοι, δὲν εἶναι παροχὴ ἰδική μας, οὔτε τῆς Κυβερνήσεως, χάριν ἐξαναγκασμοῦ ψήφων, αὐτὸ εἶναι αἴτησις τοῦ δημάρχου Σκυλοδήμου, ὅστις ἦτο ἀντίθετός μας, ὁ δὲ νομάρχης Βλαχάβας μόνος, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του, μετέβη ἐκεῖ. Καὶ τί νὰ κάμῃ, Κύριοι, ὁ νομάρχης Βλαχάβας εἰς τὸν Βάλτον; οὔτε ἤθελον κἂν νὰ τὸν ἴδω ἐκεῖ. Καταγγέλλεται, Κύριοι, περὶ τοῦ φυγοδίκου Νιάφα. Τοῦτο ἀφορᾷ ἐμὲ, καὶ ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἔχω κηλίδα ἐπὶ τοῦ μετώπου μου περὶ φυγοδικίας, θὰ σᾶς εἴπω περὶ αὐτοῦ, διότι ἐγὼ τὸν διώρισα ἀντιπρόσωπον εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Τρικούπη, χωρὶς αὐτὸς νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν γνῶσιν. (Φωνὴ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων: «εἶσαι σύντροφος τοῦ Τάκη!»)
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ εὑρεθῇ αὐτὸς, κύριε Πρόεδρε, καὶ νὰ τιμωρηθῇ.
§40ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Πρέπει, κύριε Πρόεδρε, νὰ προσπαθήσητε νὰ τηρήσητε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς θέσεως καὶ τοῦ ἀξιώματός σας, καὶ ἐφαρμόζοντες τὸν Κανονισμὸν, νὰ ἐκκενώσητε τὰ ἀκροατήρια.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα νὰ ἐκκενωθῇ τὸ ἀτακτῆσαν ἀκροατήριον.
§42Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ μεριμνήσητε περὶ τῆς τάξεως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι δὲν εἶναι κατάστασις αὐτὴ, καὶ ἡμεῖς ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ μιμηθῶμεν τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. (Ἐκκενοῦται τὸ ἀκροατήριον, ἐξ οὗ προῆλθεν ἡ φωνή).
§43ΡΑΓΚΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, οὔτε ὁ Ἀθανάσιος Νιάφας οὔτε ὁ Γεώργιος Νιάφας ἦσαν φυγόδικοι, καὶ ἐὰν ἦσαν φυγόδικοι, ἦσαν κατὰ τυπικὸν μόνον λόγον. Ἠγνόουν τὸν φυγόδικον αὐτὸν, καὶ αὐτοὶ καὶ ἐγὼ οὐδεμίαν εἶχον γνῶσιν οὔτε ἀξιοποίνου πράξεως οὔτε φυγοδικίας. Ἐὰν ἀναγνώσητε ἐπισταμένως τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον σᾶς προσεκομίσθη χθὲς, θὰ ἴδητε τὸ ἀκριβὲς τοῦ πράγματος, ὅπως ἐγὼ σᾶς τὸ παριστῶ. Πρόκειται περὶ κατηγορίας ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς ἀπόπειρα ἀναιρέσεως διὰ τῆς μηνύσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ πλὴν τοῦ κυρίως ἐνόχου Ἐμμανουὴλ Νιάφα συμπεριλαμβάνονται καὶ ὁ Γεώργιος καὶ ὁ Ἀθανάσιος Νιάφας. Καὶ κατὰ μὲν τοῦ Γεωργίου Νιάφα δὲν ἐξεδόθη παντάπασι κατασχετήριον, διότι οὗτος, λαβὼν κλῆσιν ὡς ὁ κύριος δράστης, ἦλθεν εἰς Μεσολόγγιον, ἀνεκρίθη καὶ ἀπελύθη διὰ προβουλεύματος, διότι ἡ πρᾶξις δὲν ἔφερε στοιχεῖα τοιαῦτα, συνεπάγοντα προφυλάκισιν· κατόπιν δὲ, διὰ νὰ περαιωθῇ ἡ δικογραφία, ἐξεδόθη τυπικῶς κατασχετήριον, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη πρὸς κοινοποίησιν μόλις τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς, ὅτε πλέον ὁ Γεώργιος Νιάφας εἶχεν ἀναχωρήσει ἐκ Καρβασαρᾶ, καὶ οὕτω οὐδ’ αὐτὸς ἐγνώριζέ τι οὔτε ἐγὼ περὶ κατασχετηρίου. Λοιπὸν, Κύριοι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ τοῦ κ. Φιλαρέτου, ὅτι πρέπει νὰ δικάζωμεν ὡς ἔνορκοι κατ’ οὐσίαν, δὲν πρέπει διόλου νὰ δίδωμεν προσοχὴν εἰς τοιοῦτο τυπικὸν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν. Ὁ Νιάφας, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε Δήμαρχος ἐπὶ πολλὰ ἔτη, τὸν ὁποῖον ἐγὼ κατέβαλον ἀπὸ Δήμαρχον χάριν τοῦ κ. Ἴσκου, εἶναι φυγόδικος! Ταῦτα εἶναι τὰ τρία τὰ ψεκτὰ διὰ τὸν δῆμον Θυάμου, τὰ ὁποῖα ὅμως, Κύριοι, εἶναι ὅλως ἀδικαιολόγητα καὶ δὲν δικαιολογοῦσι τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Ὡς λίαν προσφυῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ἡ ἀκύρωσις τοῦ δήμου Κτημενίων εἶναι ἐπίσης ἀδικαιολόγητος, διότι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις τοῦ δήμου τούτου, εἶναι ὀλιγώτεροι τῶν λόγων, οἵτινες προβάλλονται κατ’ ἄλλων τμημάτων. Καὶ ὁ δῆμος Κλεπαΐδος δὲν φέρει τι τὸ οὐσιωδῶς μεμπτέον. Δὲν δύναται, Κύριοι, νὰ ἐπηρεάσῃ ἐμὲ, τὸν ἀναδειχθέντα ἀντιπρόσωπον, τὸ ὅτι ὁ Δεσποταῖος δὲν ἐγένετο δεκτὸς παρὰ τῶν ἐκλογέων τοῦ τμήματος ἐκείνου. Ὁ Δεσποταῖος, Κύριοι, δὲν ἔπαθέ τι, δυνάμενον νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς ἐκλογῆς. Βεβαίως, Κύριοι, ἀφοῦ δὲν τὸν ἤθελον νὰ ὑπάγῃ νὰ καθήσῃ ἐκεῖ, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάγῃ ὁ Δεσποταῖος· καὶ αὐτὸ ἐζητεῖτε, Κύριοι, εἰς τὰς ἐκλογὰς, αὐτὸ ἐζητεῖτε σεῖς, νὰ μὴ εὑρίσκωμεν ἡμεῖς πουθενὰ οἴκημα, καὶ ἤδη τὸ προβάλλετε ἐναντίον μας! Ψέγετε, κύριε Φιλάρετε, τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον, διότι εἰς τὴν πρώτην ἔκθεσίν του δὲν ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν, ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἀπέκρυψε, διότι φρονεῖτε, ὅτι αὐτὸς ἦτο δεσμευμένος, καὶ δὲν τὴν ἔλεγε κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, ἀλλ’ ἡ πρώτη ἔκθεσίς του εἶναι μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς καὶ ἐκ Ναυπακτίας, ὅτε ἦτο γνωστὸν τὸ ἀποτέλεσμα περὶ τοῦ Ὑπουργείου· διατὶ δὲν τὸν ψέγετε, ὅτι κατόπιν εἰς τὴν ἄλλην ἔκθεσίν του δὲν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν; Καὶ ἐκεῖνο εἶναι τὸ ὀρθὸν, Κύριοι· διότι, ἐὰν ἦτο ἀληθὲς τὸ πρῶτον, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποκρύψῃ· ἄλλως, Κύριοι, καὶ περὶ τοῦ δευτέρου δὲν εἶμαι βέβαιος, διότι δὲν ἀποῤῥέει ἀπὸ γεγονότων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπελήφθη ἀνακρίσεων. Πιθανὸν, Κύριοι, νὰ ἠρώτησε τὸν Δεσποταῖον καὶ ὁ ἴδιος νὰ τῷ εἶπεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν τῇ Βουλῇ παρεστήσατε. Ὥστε, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ τμήματος τούτου δὲν δύναται νὰ ἐπιδράσῃ κἀνείς. Ἡ προγραφή, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ἐπεδοκίμασεν ὁ κ. Φιλάρετος, εἶναι ἐνδεδειγμένη ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει, εἶναι ἐνδεδειγμένη δὲ διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· διότι πολεμεῖτε τὸ γνήσιον τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἔχετε τὸ νόθον διὰ τῆς ἀκυρώσεως. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ δήμου Κλεπαΐδος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἀπολείπωνται πλέον τοῦ ἡμίσεως τῶν ψήφων, διότι 150 μέχρι σήμερον ἔλαβον διαβατήρια διὰ τὸ ἐξωτερικόν, 350 δὲ εἶναι διεσπαρμένοι ἀνὰ τὰ ἄκρα τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ προγραφή, Κύριοι, καὶ ἡ προγραφὴ αὕτη ἐπηρεάζει ἐμὲ σπουδαίως καὶ τὸν κ. Μαυρομμάτην. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἐκλογὴ κατὰ τὸ θέρος, δὲν θὰ ἐπτοούμεθα παντελῶς, διότι θὰ ἐλαμβάνομεν πλειοτέρας ψήφους, ἀλλ’ ἤδη μᾶς καταῤῥίπτει ἡ ἀφαίρεσις τῶν ψήφων, ἡ ὁποία αὐτοδικαίως ἐπέρχεται. Δὲν εἶναι λοιπὸν προγραφὴ αὕτη; Θέλετε τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ δήμῳ Κτημενίων, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι τελευταῖος ἐπιτυχών, ὑπερβαίνω τοὺς συντρόφους μου κατὰ 100–120 ψήφους· ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ νὰ ἀποβληθῶ ἐγώ, διότι αὐτοδικαίως θὰ πέσω, ἀφοῦ κατὰ τὸ ὅλον τῆς ἐκλογῆς ὑπερβαίνω κατὰ ὀλίγας ψήφους, τὰς ὁποίας δὲν θὰ δυνηθῶ σήμερον νὰ λάβω, διότι καὶ ἐκεῖ ἀπολείπονται ἐκλογεῖς, καὶ διότι ὁ ἀντιπρόσωπός μου, μοὶ εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι θὰ λάβω περισσοτέρας ψήφους, διότι θὰ μὲ ὑποστηρίξουν οἱ ἀδελφοὶ Χριστοδουλαῖοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀντίθετοι τοῦ Γαλῆ· ἀλλ’ οὗτοι δὲν θὰ μοὶ δώσουν τώρα ψήφους, διότι οἱ Χριστοδουλαῖοι θέλουν καλλίτερα τὸν Ζῶτον ἀπὸ ἐμέ. Ἀλλὰ, Κύριοι, μεθ’ ὅλα ταῦτα, δὲν θὰ πράξητε τίποτε ἄλλο, παρὰ προγραφὴν ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Μαυρομμάτη. Καὶ ἐμὲ μὲν δὲν μὲ ἐνδιαφέρει παντελῶς· προγράψατέ με, ἀκυρώσατε τὴν ἐκλογήν μου· θὰ μεταβῶ εἰς τὸν εὐάρεστον βίον, τὸν ὁποῖον θέλω· σεῖς ὅμως θὰ πραξικοπήσητε, καὶ θὰ μελανώσητε τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλίου.
§44ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι Βουλευταί. Τὸ προοίμιον τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βουλπιώτου μὲ ἀναγκάζει σήμερον νὰ λάβω τὸν λόγον, οὐχὶ διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλπιώτην, ἀλλὰ διὰ νὰ παραδώσω εἰς τὴν ἀθανασίαν τὰ μέσα, τοὺς τρόπους, τὰ τεχνάσματα καὶ τὰς ἐκβιάσεις, αἵτινες ἐτελέσθησαν εἰς ὅλους τοὺς νομοὺς τῆς Ἑλλάδος, κυρίως δὲ ἐν Αἰτωλίᾳ καὶ Ἀκαρνανίᾳ, ὅπου εἶχον τὸ συμφέρον νὰ ὑποστηρίξωσιν ὅλαις δυνάμεσι τὸν συνδυασμόν των ὁλόκληρον, συγκεντρώσαντες ἐκεῖ ὅλας τὰς δυνάμεις· διότι ἐκεῖ, ἐγνώριζον πολὺ καλὰ, ὅτι εἶχον ἀντιθέτους ἰσχυροὺς, πρὸς τοὺς ὁποίους ὤφειλον νὰ πολεμήσωσι, καὶ νὰ πολεμήσωσιν ἐῤῥωμένως. Λέγω ἐῤῥωμένως, διότι γνωρίζω ἐν μεγίστῃ λεπτομερείᾳ τὸν νομὸν αὐτὸν, καὶ πολλάκις περιώδευσα τὰ μέρη ταῦτα· γνωρίζω δὲ ποῖος ἐξ ὅλων εἶναι ἰσχυρὸς, καὶ ποῦ δύναται ἕκαστος νὰ κατισχύσῃ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλπιώτης νὰ εἰσέλθω τὸ πρῶτον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὐτοῦ. Δὲν θὰ εἰσέλθω ὅμως διὰ τῆς Λάσπης, τοῦ χωρίου ἐννοῶ, διότι δὲν θέλω καὶ ἐγὼ νὰ περιπέσω εἰς λάσπην, οὐδὲ νὰ διέλθω ὑπὸ τὴν ἁψῖδα, τὴν ὁποίαν λέγουσιν, ὅτι ἔπηξαν λῃστοφυγόδικοι, βοηθούμενοι ὑπὸ χωροφυλάκων. Τοιοῦτόν τι διετράνωσαν ἐν ταῖς ἐνστάσεσιν οἱ ἐνιστάμενοι, καὶ ἐν τοσούτῳ κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης, δημοσιευθείσης μάλιστα καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας, οὐδὲν εἶπεν ὁ κ. Βουλπιώτης. Δὲν προσεπάθησε τοὐλάχιστον νὰ διαψεύσῃ τὴν κακὴν ἐκείνην φήμην δι’ Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, περιβαλλόμενον μὲ ὅλους τοὺς τύπους τῆς ὑπουργικῆς αἴγλης, ὅτι λῃστοφυγόδικοι ἔστησαν ἁψῖδα.
§45ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μοὶ συγχωρεῖτε μίαν διακοπήν;
§46ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα, ὅσας θέλετε.
§47ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸ ψευδὲς αὐτὸ γεγονὸς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεώς του διέψευσεν ὁλόκληρος ἡ κοινότης τῆς Λάσπης καὶ ὁ πάρεδρος αὐτῆς, ὑπογεγραμμένοι ἐν διατριβῇ δημοσιευθείσῃ ἐν τῇ «Ἀκροπόλει».
§48ΣΧΙΝΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς τὰς πληροφορίας νὰ τὰς ἐδίδετε ἐνώπιον τοῦ τμήματος. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐκάμετε, ἐκ προθέσεως, διὰ νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς λέγητε, ὅτι αὐτὸ (δεικνύει τὸ τεῦχος τῶν ἐκθέσεων) εἶναι ἄθυρμα κακοβουλίας καὶ προγραφῶν. Ὄχι! εἶναι ἄθυρμα εὐσυνειδησίας καὶ ἐπιεικείας, εὐσυνειδησίας ὑπερβάσης τὰ ὅρια. Ἐὰν ὁ κ. Βουλπιώτης ἤθελε ν’ ἀναιρέσῃ τὴν κακὴν αὐτὴν φήμην, τὴν ὁποίαν μετὰ λύπης ἐπαναλαμβάνω, εἶχε καθῆκον νὰ παραστῇ πρὸ τοῦ τμήματος καὶ ἀντικρούσῃ τοὺς ἐνισταμένους. Ὁ κ. Βουλπιώτης τυγχάνει προσωπικός μου φίλος πρὸ εἰκοσαετίας, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνέλθω, οὐχὶ μὲ πλειοψηφίαν 10 ψήφων, οὐχὶ μὲ 20, ἀλλὰ μὲ 4 χιλιάδων ἀπὸ τὸν πρῶτον ἐπιλαχόντα· ἔρχομαι μὲ 4 χιλιάδων ψήφων πλειοψηφίαν καὶ ὄχι μὲ τὴν μικρὰν πλειοψηφίαν τοῦ κ. Βουλπιώτου, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφός μου, παρεσκεύασε διὰ μυρίων ὅσων ἐκνόμων ἐνεργειῶν, προβὰς μέχρι καὶ τῆς τυραννίας αὐτῆς καὶ μέχρι τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν κατέστησαν ἕρμαιον καὶ ληϊσμὸν τῶν φιλτάτων των. Θὰ εἰσέλθω λοιπὸν εἰς τὴν Εὐρυτανίαν δι’ ἀτραποῦ, διὰ νὰ εὕρω τὴν ἀλήθειαν λευκὴν καὶ ἁγνὴν, ὡς εἶναι αἱ χιόνες, αἱ ὁποῖαι καλύπτουσι σήμερον τὰ ὄρη τῆς ἐπαρχίας ταύτης. Ὁ κ. Βουλπιώτης ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὸ πανίσχυρον ἑαυτοῦ καὶ τοῦ συνδυασμοῦ του ἐν τῷ δήμῳ Κτημενίων, καὶ ποῦ ἀνέτρεξε, Κύριοι; δὲν σᾶς εἶπεν: «ἔχω ἐπιῤῥοὴν, εἶμαι ἰσχυρὸς», ἀλλ’ ἀνέτρεξεν εἰς τὰς τοῦ 1881 καὶ 1882 ἐκλογάς. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλπιώτης, ὅτι καὶ ἄλλοι τινὲς περιώδευσαν, ὄχι λόγῳ ἐκλογικῆς ἐνεργείας, ἀλλὰ γνώσεως τῆς παλαιᾶς ὁροθετικῆς μας γραμμῆς· ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλπιώτης, ὅτι ἐδῶ, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, εἰσῆλθε καὶ ἁπλοῦς τις στρατιωτικὸς, γνωρίσας τὴν Ἑλλάδα κατ’ ἐλάχιστον· ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλπιώτης, ὅτι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἠθέλησε ν’ ἀποκλείσῃ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1882, τοὺς στρατιωτικοὺς λέγω, ὅτι ἐκεῖνοι εἰσῆλθον θυσιάσαντες ἅπαντα καὶ ὑπακούσαντες εἰς τὴν φωνὴν τῶν συμπατριωτῶν των· εἰσήλθομεν διὰ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ καὶ μόνου τοῦ πανισχύρου λαοῦ (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ὁ κ. Βουλπιώτης εἶναι ἰσχυρὸς εἰς τὸν δῆμον Κτημενίων, περὶ τούτου δὲ θέλετε πεισθῆ, ἐὰν ἁπλοῦν βλέμμα ῥίψητε εἰς τὰ ἐξαγόμενα, τὰ ὁποῖα ἔχει αὐτὸ τὸ ἔντυπον (δεικνύει τὸν πίνακα τῶν ἀποτελεσμάτων), τὸ ὁποῖον ηὐδόκησαν συνάδελφοί τινες νὰ ζητήσωσιν ὅπως τυπωθῇ, διὰ νὰ φανῇ ὅτι ὁ κ. Βουλπιώτης ἔχει 454 ψήφους, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἄλλοι τοῦ ἀντιθέτου συνδυασμοῦ, οἱ τότε ἀντιπολιτευόμενοι, ἔλαβον πλειοτέρας· τοῦτο δὲ καταδεικνύει τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων μου περὶ τῆς ἰσχύος καὶ τοῦ πανισχύρου, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλπιώτης. Ὁ κ. Βουλπιώτης μετεχειρίσθη ἅπαντα τὰ μέσα, ὅπως κατορθώσῃ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐπιῤῥοήν του· κατέφυγεν εἰς τὰ παρελθόντα, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν, εἰς τὸ ὁποῖον προσέφυγεν, εἶχεν ἀρωγὸν τὸν σήμερον ἀντίπαλόν του κ. Ζῶτον.
§49ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μᾶς ὑπεστήριξεν ἄλλοτε, τὸ γνωρίζω πολὺ καλά. Ἐγνώριζον καὶ τὸν μακαρίτην Γαλῆν (διάλογοι).
§50ΣΧΙΝΑΣ. Ἀπορῶ, Κύριοι, πῶς θέλετε νὰ ἐπικυρώσητε μίαν ἐκλογὴν εἰς ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ ὅλην τὴν λάμψιν τῆς ὑπουργικῆς αἴγλης εἰσῆλθε· διότι ἐτηλεγράφησεν ὡς Ὑπουργὸς, ὅτι μεταβαίνει ὡς Ὑπουργὸς, καὶ κατὰ τὰ κεκανονισμένα οἱ ἀξιωματικοὶ ἅπαντες ἐν μεγάλῃ στολῇ καὶ αἱ ἀρχαὶ ἅπασαι προσῆλθον εἰς τὸ χωρίον Λάσπη, ἀπέχον οὐκ ὀλίγον τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας (τὴν ὁποίαν ὅμως κατήργησε), διὰ νὰ ὑποδεχθῶσι τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, καὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ, ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ, χωροφύλακες καὶ λοιποὶ παρηκολούθουν τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς ὅλας αὐτοῦ τὰς περιοδείας.
§51ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Σᾶς ἠπάτησαν· οὔτε ἐτηλεγράφησα εἰς κἀνένα, οὔτε ἀρχὴ κἀμμία ἦτο εἰς τὴν Λάσπην· ὅλα εἶναι ψευδέστατα.
§52ΣΧΙΝΑΣ. Πολὺ ἀργὰ τὸ λέγετε, κ. Βουλπιώτη, διότι ζητεῖτε τοιουτοτρόπως μίαν ἀναβολὴν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ζητήσωμεν νὰ βεβαιώσωμεν πράγματα ὑποστηριχθέντα καὶ βεβαιωθέντα ὑπὸ τῶν ἀντιθέτων σας. Φρονῶ ὅτι εἴχετε καθῆκον νὰ προσέλθητε ἐνώπιον τοῦ τμήματος, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφος, τοῦ πρωτοδίκου τούτου δικαστηρίου, καὶ νὰ δώσητε λόγον, ἵνα ἀμυνθῆτε κατὰ τῶν καταγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καθ’ ὑμῶν· ἀλλ’ ἐνομίσατε πρέπον νὰ μὴ τὸ πράξητε, καὶ νὰ ἔλθητε τώρα νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι ἐκ κακοβουλίας καὶ ἐκ προθέσεως θέλομεν νὰ σᾶς ἐκβάλωμεν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀποδίδοντες τοιουτοτρόπως μομφὴν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε παρέσχον ἀφορμὴν εἰς μομφὰς, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς οὐδένα νὰ τοῖς ἀποδίδῃ τοιαύτας. Ὁ κ. Βουλπιώτης πρὸς τούτοις ἐπεζήτησε νὰ ἀποδείξῃ τὴν ὑπουργικήν του λάμψιν, τὴν ὁποίαν τῷ ἔδωκεν ὁ πανίσχυρος λαὸς, καὶ πρὸς τοῦτο μετέβη καὶ εἰς τὸ κέντρον τῆς Ἀκαρνανίας, εἰς τὴν Μονὴν τῆς Τατάρνας. Ἡ Μονὴ τῆς Τατάρνας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, εἶναι ἡ κεντρικωτέρα τῶν Μονῶν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, κειμένη παρὰ τὴν ἀριστερὰν ὄχθην τοῦ Ἀχελώου καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Εὐρυτανίας, ἐξ ἧς κατάγεται ὁ κ. Βουλπιώτης. Ἐν τῇ Μονῇ ταύτῃ κατὰ τὴν 8 Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους τελεῖται ἐμπορικὴ πανήγυρις, εἰς τὴν ὁποίαν συνέρχονται ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ ἀκόμη καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἐκεῖ ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ δείξῃ τὴν λάμψιν του καὶ μετέβη εἰς τὴν Μονὴν, καθ’ ἑκάστην δὲ κατήρχετο, διότι ἡ Μονὴ κεῖται ἐπὶ ὑψώματος, ἡ δὲ πανήγυρις τελεῖται ἐν τῇ κάτωθι πεδιάδι, παρὰ τὴν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ, ὅπου πήγνυνται καὶ παραπήγματα, ἀκολουθούμενος παρ’ ὅλων τῶν ἐκεῖ εὑρισκομένων ἀρχῶν· μὴ ἀρκούμενος δὲ εἰς ταῦτα, διέταξε τὴν κατάληψιν ἑνὸς παραπήγματος καὶ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ κατόχου καὶ τὴν παραχώρησιν εἰς ἕτερον φίλον του. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδιδεν οὕτω τὴν δικαιοσύνην εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§53ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οἱ ἐν ταῖς ἐνστάσεσι γράψαντες αὐτὰ ἰσχυρίζοντο, ὅτι τέσσαρας ἡμέρας πρὶν ἐγὼ μεταβῶ ἐκεῖ, μετέβαλε τὴν τοποθέτησιν πραγμάτων τινῶν ὁ Ὑπομοίραρχος. Αὐτὰ εἶναι γεγραμμένα ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ, ἀνύπαρκτα μὲν, ἀλλὰ τέλος εἶναι γεγραμμένα· ὥστε ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲν σᾶς ἐπλάνησαν, ἀλλὰ πλανᾶσθε σεῖς ὁ ἴδιος.
§54ΣΧΙΝΑΣ. Πείθομαι εἰς τοὺς λόγους σας, κ. Βουλπιώτη, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὁ Ὑπομοίραρχος οὗτος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξώσῃ τὸν ἕνα, ἵνα τοποθετήσῃ τὸν ἄλλον. Σεῖς δὲ τί ἐνηργήσατε κατὰ τοῦ Ὑπομοιράρχου τούτου; Τὸν κατηγγείλατε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν παράνομον ταύτην πρᾶξίν του; (διάλογοι).
§55ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἂς ἀκυρωθῶσιν οἱ δῆμοι ὅλοι.
§56ΣΧΙΝΑΣ. Θ’ ἀκυρωθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ δῆμοι, ἐν οἷς ἐγένοντο ὑπὸ τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν παράνομοι ἐνέργειαι, ὅπως καταπνίξητε τὴν ἐλευθέραν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐτυμηγορίαν. Ἐρωτῶ λοιπὸν τοὺς ἀντιπροσώπους ἅπαντας, ἐὰν φρονῶσιν, ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐπιτρέπεται εἰς Ὑπουργὸν, ἐπὶ ἐννέα ὁλόκληρα ἔτη ἢ ἑπτὰ διατελέσαντα ὡς τοιοῦτον, ἐὰν ἐπιτρέπηται λέγω ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς, μὲ ὅλην τὴν λάμψιν τῆς ὑπουργικῆς αἴγλης, νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ νὰ ζητῇ διὰ παντὸς τρόπου νὰ καταπτοήσῃ τὰ πνεύματα δι’ ὑποσχέσεων, διὰ παροχῶν κτλ., διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε κατηγορήθη καὶ ἅτινα λίαν δαψιλῶς, ὡς γνωρίζω, ἀπένειμεν εἰς ὅλους ἐκεῖ. Δὲν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω περισσότερον εἰς τὴν ἐπαρχίαν ταύτην, καθόσον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὐτῇ, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι ἰσχυραὶ οἰκογένειαι εἶναι ἄλλαι. Βεβαίως ὅμως ἔχει τὴν ἀγάπην καὶ ὁ κ. Βουλπιώτης ἢ μᾶλλον τὴν εἶχε πρὶν ἀποτελέσῃ μέρος τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἀφ’ ὅτου ὅμως ἀπετέλεσε μέρος καὶ παρέδωκε τὴν δικαιοσύνην εἰς χεῖρας ἀνοσίων, οἱ ὁποῖοι καὶ τὴν κρατοῦν, ἀπὸ τότε ἔχασε τὴν ἀγάπην, τὴν ὁποίαν εἶχε, καὶ ἐζήτησε διὰ τῆς προσωπικῆς του μεταβάσεως νὰ προσκτήσῃ νέαν ἀγάπην, διὰ νέων ὑποσχέσεων, διὰ νέων παροχῶν. Ἀλλ’ ὁ λαὸς εἶναι νοήμων, ὁ λαὸς δὲν ἐξηπατήθη καὶ πάλιν, τὸν ἐξηπάτησαν μὲ ὑδραυλικὰ ἔργα, τὸν ἐξηπάτησαν δὶς, ἀλλὰ τὴν φορὰν αὐτὴν τοὺς ἐμαύρισε, καθ’ ὁλοκληρίαν.
§57ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἀπατᾶσθε μὲ χρήματα.
§58ΣΧΙΝΑΣ. Περιμείνατε ὀλίγον, καὶ θὰ ἴδητε τὰ χρήματα διὰ τίνων δίδονται καὶ πῶς δίδονται. Θὰ μεταβῶμεν ἤδη, Κύριοι, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου. Βεβαίως ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας κ. Ράγκος, γνωρίζω κάλλιστα, διαβεβαιῶ δὲ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον ἤθελεν ἢ ἐπεζήτει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ὑπουργικὸν μάλιστα συνδυασμόν· μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας ἠρνεῖτο νὰ μετάσχῃ τοῦ συνδυασμοῦ, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς μόνος γνωρίζει καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὁ κ. Ράγκος βεβαίως ἔχει ἱκανὴν μερίδα ἐν Βάλτῳ, ἀλλὰ τὸν Βάλτον ὁ κ. Ράγκος δὲν γνωρίζει καλῶς, ὡς τοῦτο εἶπον καὶ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου. Ὁ κ. Ράγκος ὑπέκυψεν εἰς ἀνωτέραν δύναμιν καὶ εἰσῆλθεν ὅλως ἄκων εἰς συνδυασμόν· βεβαίως ἠθέλησε νὰ περιβάλῃ τὸν ἑαυτόν του διὰ μιᾶς ἰδιαιτέρας ἀγάπης τοῦ λαοῦ. Ἂν ὁ λαὸς τὸν ἤθελεν, ἂς ἤρχετο ὁ λαὸς νὰ τὸν προτείνῃ, ὡς ἐπρότεινεν ἐμὲ μετὰ τῶν συναδέλφων μου, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐπρότεινεν ὁ λαὸς, τὸν προσέλαβεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς πρώην Κυβερνήσεως.
§59ΡΑΓΚΟΣ. ... (διάλογοι).
§60ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπιθυμῶ, κύριε Ράγκε, νὰ μάθω πόσας ψήφους ἐλάβατε εἰς τὸν Καρβασαρᾶν, τὸν ὁποῖον ἐπεσκέφθητε δὶς ἢ τρίς.
§61ΡΑΓΚΟΣ. 399.
§62ΣΧΙΝΑΣ. Ἐκ ποσοῦ ψήφων 800. Ἐγώ, μὴ μεταβὰς εἰς τὴν πατρίδα μου Μακρυνίτσαν διόλου, ἐπὶ 789 ψήφων ἔλαβον 710 ψήφους λευκάς· εἰς ἄλλον δῆμον, τὸν τοῦ Αἰαντείου, ἐπὶ 222 ψηφοφορησάντων ἔλαβον 211 λευκὰς καὶ 21 μελαίνας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη, κύριε Ράγκε, τοῦ λαοῦ, καὶ ὅταν ἔχω ἐπὶ τῆς ῥάχεώς μου τὸ βάρος 4 χιλιάδων ψήφων, τότε μόνον δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι μὲ θέλει ὁ λαός. Ὁ κ. Ράγκος εἰσῆλθεν εἰς τὸν συνδυασμόν. Πρόκειται δὲ ἤδη ὄχι περὶ ὁλοκλήρου τῆς πρώην ἐπαρχίας Βάλτου, ἀλλὰ μόνον περὶ τοῦ δήμου Θυάμου. Εἰς τὸν δῆμον Θυάμου ἢ μᾶλλον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου εὑρέθησαν οἱ φυγόδικοι; Ἡ ἐπαρχία Ἀκαρνανίας δὲν εἶχε φυγοδίκους; ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας δὲν εἶχε φυγοδίκους; ἡ ἐπαρχία Ναυπακτίας δὲν εἶχε φυγοδίκους; καὶ μόνον εὑρέθησαν φυγόδικοι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου, διὰ νὰ σταλῇ ἐκεῖσε ὁ Νικόλαος Γκιόκας πρὸς καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων; Ἐλησμόνησε χθὲς ὁμιλῶν ὁ κ. Βουλπιώτης καὶ ζητήσας νὰ θεμελιώσῃ, ἐὰν δὲν τὸν διέκοπτον, ἔρεισμα ἰσχυρὸν ἐπὶ ἑνὸς λάθους παρεισφρήσαντος ἐκ τύχης εἰς τὴν τύπωσιν, ἐλησμόνησεν ὅτι ὁ κ. Γεώργιος Γκιόκας διετέλεσεν ἀρχηγὸς τοῦ μεταβατικοῦ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς 25 Ἰουνίου 1890 διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 26,082 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῷ ἐχορηγήθη δίμηνος ἀναῤῥωτικὴ ἄδεια διὰ τὸ Ἀγρίνιον, ἀλλ’ ὅτι τὴν ἀναῤῥωτικὴν αὐτὴν ἄδειαν δυστυχῶς, ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω, βεβαιοῦται ὅτι ὁ κ. Γκιόκας δὲν διήνυσεν ἐν Ἀγρινίῳ, ὡς ὤφειλεν, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου· τὸ διατὶ, δὲν ἠξεύρω.
§63ΡΑΓΚΟΣ. Ὁ Γεώργιος Γκιόκας ἔμεινεν εἰς τὸν Βάλτον;
§64ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα.
§65ΡΑΓΚΟΣ. Ποτέ.
§66ΣΧΙΝΑΣ. Βεβαιώσατε τὸ ἐναντίον σεῖς.
§67ΡΑΓΚΟΣ. Ἐγὼ ἐπήγαινα εἰς τὸν Βάλτον καὶ δὲν τὸν εἶδον.
§68ΣΧΙΝΑΣ. Μετέβητε μόνον εἰς τὸν Καρβασαρᾶν, ἀλλ’ ὁ Γκιόκας μετέβη ἀλλαχοῦ, ὅπου ὑμεῖς δὲν μετέβητέ ποτε, καὶ δι’ αὐτὸ ἔχετε δίκαιον νὰ λέγητε ὅτι δὲν μετέβη. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ προσκομίσῃ αὐτὰς ἐν τῇ Βουλῇ, ποῦ ὁ λοχαγὸς κ. Γκιόκας κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ καὶ τὸ μετέπειτα ἔτι διῆλθε τὸν χρόνον τῆς ἀδείας του. Ἔχομεν ἤδη καὶ μίαν παραχώρησιν εἰς τοὺς κατοίκους Φλωριάδος. Δὲν γνωρίζει κἀνεὶς τί νὰ εἴπῃ· εἰς ἐποχήν τινα γίνεται παραχώρησις καὶ εἰς ἑτέραν οὔ, ἤτοι τελεῖται εἶδος συμπαιγνίας νόμου καθαροῦ. Εἶναι ὁ νόμος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΚΘʹ τοῦ 1864. Γνωρίζω ὅτι ἐγένετο παραχώρησις εἰς τὰ 1884 καὶ 1887 εἰς τὸν κ. Ἴσκον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ράγκος, ἀλλ’ ὁ κ. Ἴσκος, ὁπόταν ἡ παροχὴ αὕτη ἐγένετο, ποίαν θέσιν εἶχεν ὡς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἦτο ὑπουργικὸς, ὑπουργικώτατος. Αἱ παροχαὶ λοιπὸν πρὸς παράβασιν τῶν νόμων ἢ πρὸς καταπίεσιν τῶν κατοίκων γίνονται δυνάμει νόμου καὶ ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν νόμων εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν διὰ τοὺς ὑποψηφίους τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, διότι θέλω μὲν νὰ δίδωνται παροχαὶ ὠφελείας εἰς τὸν λαὸν, ἀλλ’ ὄχι τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, διότι τότε μεταβάλλονται εἰς δωροδοκίας αὗται. Ὁ κ. Ράγκος σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ Βλαχάβας μετέβη εἰς Βάλτον, ὡς Νομάρχης βεβαίως, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν.
§69ΡΑΓΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
§70ΣΧΙΝΑΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βλαχάβας, ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ράγκος, ὅτι κατὰ τὸ 1870 ἐτύγχανε πρωτοδίκης καὶ ἀνακριτὴς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν Μεσολογγίῳ, καὶ βεβαίως ἐγνώρισεν ἐκεῖ πρόσωπα, διότι καὶ ἐγὼ, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι ἔχω πολλοὺς φίλους ἐκεῖ, καίπερ παραμείνας πολὺ ὀλίγον χρόνον, καὶ ἑπομένως ἠδύνατο, ὡς γνώστης τῶν προσώπων καὶ τοῦ τόπου, καίπερ διακρινόμενος, νὰ πράττῃ ὅ,τι ἐπέβαλλον αὐτῷ οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλπιώτης, ὡς εἶπεν, ἐφρόντισε νὰ σᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι περιέσωσε τὰ δάση, καὶ ὅτι οὐδεμία πυρκαϊὰ ἐγένετο. Καὶ ἐγὼ τὸ λέγω, ἀλλὰ ποῖα δάση νὰ κάψουν; Τὰ ὡραῖα δάση τοῦ Μακρυνόρους εἶναι κεκαυμένα, ἡ ὡραία κλεὶς τοῦ Μακρυνόρους, τὸ στενὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Στερεὰ Ἑλλὰς κατὰ τῶν ἐξ Ἠπείρου εἰσβολῶν τῶν Τούρκων, ἀπεψιλώθη· ἀλλὰ δὲν ἠρημώθη ἐκ τῶν πυρκαϊῶν μόνον, ἀλλ’ ἐπῆλθεν εἰς συντέλεσιν τῆς καταστροφῆς αὐτοῦ καὶ ἡ ἀνθρακοποιΐα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας διὰ πόσας χιλιάδας στατῆρας ἀνθράκων ἄδειαι ἐδόθησαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν πρὸς ἀνθρακοποιΐαν καὶ πρὸς τίνας, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν δήλωσιν ταύτην νὰ ἔχωμεν ἐγκαίρως. Ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος τὴν 23 Σεπτεμβρίου ἐξέδιδε τὸ κατασχετήριόν του κατὰ τοῦ φυγοδίκου Νλάφα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἦτο εὐπρόσδεκτος τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἢ ἐκ πεποιθήσεως ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, ἢ τὸ ἔπραξε διὰ νὰ προσεταιρισθῶσι τὸν Νλάφαν μὲ ἐκεῖνο τὸ χαρτὶ, τὸ κατασχετήριον, νὰ τὸν φοβίσουν, ὅπως ἐφόβισε καὶ κἄποιος ἄλλος Εἰσαγγελεὺς πολλοὺς Δημάρχους, μὲ τὴν δικαιολογίαν «παύει πρὸς καιρὸν ἡ καταδίωξις»; καὶ διατί; διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν ἓν παληόχαρτον. Εἶδον Εἰσαγγελέα μεθ’ ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖτο δῆθεν διὰ πλαστὰ ἑκατοντάδραχμα, καθήμενον ἐν κεντρικῷ καφενείῳ γόνυ πρὸς γόνυ καὶ προκαλοῦντα διὰ τῆς στάσεως καὶ τῆς ὁμιλίας του τὴν προσοχὴν ὅλων τῶν παρακαθημένων, οἵτινες ἠπόρουν, πῶς εἷς Εἰσαγγελεὺς κατήρχετο ἀπὸ τοῦ ὕψους αὐτοῦ πρὸς ἕνα ἄνθρωπον σχεδὸν ὑπόδικον. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς! Ἐὰν δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ζητήσῃ σήμερον ἔλεγχον τῶν γενομένων τότε, θὰ εὕρῃ ὅτι ἐκεῖνοι, εἰς χεῖρας τῶν τῶν ὁποίων ἐνεπιστεύθη τὸ Κράτος τὴν δικαιοσύνην τῆς Ἑλλάδος, παρέδωκαν αὐτὴν εἰς τὸν φατριασμόν. Ἀλλ’ ἤδη, κύριοι Βουλευταὶ, ἂς κατέλθωμεν εἰς τὸ ἄκρον τοῦ Βάλτου, εἰς τὰ χειμαδιὰ, εἰς τοὺς Καραγκούνιδες. Οἱ καϋμένοι οἱ Καραγκούνιδες ἦσαν ἀπαραίτητα στοιχεῖα διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας ἄλλοτε καὶ διὰ τὴν καταδίωξιν ψήφων σήμερον. Οἱ Καραγκούνιδες ἔδωσαν χρήματα εἰς τὸν ἀοίδιμον Θ. Γρίβαν τῷ 1862, ἐρχόμενον ἐδῶ μετὰ τὴν Μεταπολίτευσιν, ἐκίνησαν ἔκτοτε ἀγωγὴν, πότε δ’ ἔγεινεν ὁ συμβιβασμός; Τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἔλαβον 10,000 δραχμάς. Δὲν εἶμαι νομικὸς, ἐπαναλαμβάνω, ἀλλ’ ἐν τῷ τμήματι ἐγένετο συζήτησις, ἐὰν ἡ χρῆσις αὕτη ἢ τὰ δικαιώματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐξ ἐκχωρήσεως δικαιωμάτων, ἦναι παραγεγραμμένη ἀπαίτησις καὶ ἑπομένως μὴ νόμιμος· ἀλλὰ καὶ νόμιμος ἐὰν ἦτο, διατὶ, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 1888 ὑπῆρχε γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διατὶ ἐπραγματοποιήθη αὕτη κατὰ τὸ 1890; Ἀλλ’ οἱ Καραγκούνιδες τοῦ Μίχα Γλάγκα εἶναι συνοικισμός τις παρὰ τὴν δεξιὰν ὄχθην τοῦ Ἀχελώου, ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς ἀρχαίας Στράτου, ὅλον δὲ τὸ πέριξ πεδίον εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἰδιοκτησία ἰδίως τῆς οἰκογενείας Γλάγκα, ἥτις, κατέχουσα ἱκανὰς ἐκτάσεις, βόσκει ἐντὸς αὐτῶν περὶ τὰς 5,000 αἰγοπρόβατα. Ἐν τούτοις ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον ἐπ’ ἐσχάτων νὰ παραχωρηθῶσιν αὐτῷ ἐκ τοῦ στρατοπέδου τῆς Λεπενοῦς 1000 στρέμματα.
§71ΡΑΓΚΟΣ. Ὄχι Μίχα Γλάγκα, Ὄχθια.
§72ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ράγκος ὁ ἐντόπιος ζητεῖ νὰ μὲ διαψεύσῃ, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἀναγνώσῃ τὴν περίληψιν (δεικνύει τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Γραμματεῦ, ν’ ἀναγνώσητε τὸ ἔγγραφον, διότι ἅπαντα τὰ μέλη τοῦ τμήματος ἐμελέτησαν τὰ ἔγγραφα γραμμὴν πρὸς γραμμήν.
§73ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον).
§74ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ νόμος ΚΘʹ, Κύριοι, ὁρίζει ῥητῶς ποῖοι εἶναι οἱ μετέχοντες εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ πῶς αὕτη κανονίζει τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν βοσκησίμων γαιῶν. Ἐν τοσούτῳ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διατάττει ὡρισμένως νὰ παραχωρηθῶσιν ἐκτάσεις εἰς ποιμένας, τῶν ὁποίων ἄγνωστος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν διαφόρων ζώων, μέχρι 1000 στρεμμάτων, καὶ πιστεύω, ὅτι, ἐὰν ἀναδιφήσωμεν τὰ ἔγγραφα, θὰ ἴδωμεν ὅτι παρεχωρήθησαν αὐτὰ τὰ 1000 στρέμματα. Αἱ παροχαὶ αὗται, ἐὰν ἐγίνοντο διαρκῶς καὶ μονίμως εἴτε πρὸς τὸν Μίχα Γλάγκα, εἴτε πρὸς τὸν Πάγκλον, εἴτε πρὸς τὸν Κατσαρὸν, εἴτε πρὸς τὸν Κουτσομπίναν, ἢ εἰς ἄλλους ἀπὸ τοὺς Καραγκούνιδες ἢ τοὺς Ἀρβανιτοβλάχους, ἢ πρὸς κοινότητας, δὲν θὰ εἶχόν τι τὸ τρωτόν· ἀλλ’ ὅταν αἱ παροχαὶ αὗται γίγνωνται ἐκτάκτως ὅλως καὶ εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν, βεβαίως ἀποτελοῦσι τὸ καλλίτερον πειστήριον δωροδοκίας. Δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ παραχωρηθῶσιν αἱ ἀνωτέρω βοσκήσιμοι γαῖαι· διατί; Σᾶς ἐξηγῶ. Γνωστὸν τοῖς πᾶσιν εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ ἀριθμὸς τῶν ποιμνίων, ἕνεκα τῆς μεγάλης ξηρασίας, ἐμειώθη, ἐδῶ δὲ, καὶ εἰς αὐτὰ τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν, αὐτοὶ οἱ κτηνοτρόφοι τὰ γεννώμενα πρόβατα τὰ ἐπέτων, διὰ νὰ σώσουν τὰς μητέρας,—φίλος μου στενὸς εἶδεν αὐτὸ τὸ θέαμα καὶ ἔφριξεν,—ἐφέτος δὲ, μετ’ αὐτὴν τὴν γενικὴν καταστροφὴν καὶ ἐλάττωσιν τῶν ποιμνίων, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραχωρήσωσι μεγαλειτέρας ἐκτάσεις, διὰ νὰ βοσκήσωσι τὰ μικροτέρου ἀριθμοῦ πρόβατά των! Θὰ ἐπανέλθω ὅμως, διότι ὅμοιον πραξικόπημα ἐγένετο καὶ ἀλλαχοῦ. Καταλείπω τὰ χειμαδιὰ, κατέρχομαι πρὸς τὴν παραλίαν. Πλησίον τοῦ Μεσολογγίου, εἰς τὸ Αἰτωλικὸν καὶ τὸ Ἀγρίνιον, τί ἐγένετο; Συνέβη πρὸ δύο ἐτῶν σεισμὸς καὶ ἐπῆλθεν ζημίαι εἰς τε τὸ Ἀγρίνιον καὶ τὸ Αἰτωλικόν. Εἰς τὰς ζημίας ταύτας λίαν καλῶς καὶ ἀξιεπαίνως ἡ Κυβέρνησις ἐπῆλθεν ἀρωγὸς καὶ ἔδωκεν 25,000 δραχμάς. Ἀλλὰ τοὺς καϋμένους τοὺς Θεσσαλοὺς, τῶν ὁποίων τὰ πρόβατα καὶ τὰ ζῶα, μὴ εὑρίσκοντα χόρτον, ἔτρωγον αὐτὸ τὸ χῶμα, τοὺς ἐλησμόνησαν· οὐδεμία φωνὴ ὑψώθη ὑπὲρ αὐτῶν, τοὺς ἐθεώρησαν εἵλωτας! Οὐδεὶς ἤγειρεν ὑπὲρ αὐτῶν φωνὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δὲν λέγω ἐξ ὑμῶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων ἀντιπροσώπων αὐτῶν· οὐδ’ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε τοὐλάχιστον νὰ μάθῃ ὁποία ἦτο ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων. Τὰ ἐντάλματα ἐξεδόθησαν εἰς ὡρισμένην ἐποχήν. Ἀλλὰ πότε τὰ χρήματα διενεμήθησαν; Μετὰ τόσης ἐκπλήξεως τὸ ἠκούσαμεν ἐν τῷ τμήματι, ὥστε δὲν τὸ ἐπιστεύσαμεν. Τὰ μὲν τὸν Ἰούνιον καὶ Ἰούλιον ἐν Ἀγρινίῳ, τὰ δὲ 3 ἢ 4 ἡμέρας πρὸ τῆς 14 Ὀκτωβρίου ἐν Αἰτωλικῷ. Αὐτὰ τὰ λέγω καὶ ὀφείλει νὰ τὰ γνωρίζῃ ὅλος ὁ κόσμος, καὶ νὰ μείνουν ἐν τῇ ἀθανασίᾳ διὰ τῶν στενογραφημένων, διὰ νὰ ἠξεύρῃ ποῖα μέτρα μετεχειρίσθησαν εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ ἐθορυβήθη τὸ τμῆμα ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τούτῳ, ὥστε ἐδέησε νὰ ζητήσῃ ἐπισήμως πληροφορίας παρὰ τῶν ἐν Μεσολογγίῳ ἀρχῶν, αἵτινες ἐβεβαίωσαν τὰ ἀνωτέρω παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Ἄς στραφῶμεν ἤδη πρὸς ἀνατολὰς καί ἂς εἰσέλθωμεν εἰς Ναυπακτίαν. Ἐν Ναυπακτίᾳ τί εὑρίσκομεν; Εὑρίσκομεν ἕδραν διλοχίας τοῦ 6ου εὐζωνικοῦ τάγματος. Ἡ διλοχία, ὡς πάντες γνωρίζετε, ἔχει 5, 6, ἐν μεγίστῃ δὲ ἀνάγκῃ 8 ἀξιωματικοὺς, καὶ τοῦτο, ὁπόταν αἱ τάξεις ἦναι πλήρεις· ἐν τῇ διλοχίᾳ ταύτῃ ἔχω ὀνομαστὶ τοὺς ἀποτελοῦντας μέρος αὐτῆς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι, διαδοχικῶς ἐπιπροστιθεμένων τῶν μὲν ἐπὶ τῶν δὲ, ἔφθασαν τὸν ἀναθεματισμένον ἀριθμὸν 13. Δύο λόχοι εἶχον 13 ἀξιωματικοὺς ἀντὶ 8· ἀλλὰ πόσους ἄνδρας ἠρίθμει ἡ διλοχία; Εἶχε δύναμιν 10 μόνον ὑπαξιωματικῶν, ἑνὸς σαλπιγκτοῦ καὶ ἕνδεκα στρατιωτῶν, κατ’ ἐπισήμους βεβαιώσεις, ἐξαχθείσας ἐξ ἐπισήμων ἀρχείων τοῦ Ὑπουργείου. Δυστυχῶς οἱ προαγορεύσαντες ἐπὶ τῶν περιστατικῶν τούτων οὐδὲν εἶπον καὶ οὐδὲν λέγουσιν· ἀνέγνωσαν βεβαίως τὰ πάντα, ἀλλ’ οὐδὲν ἀπήντησαν· ἠθέλησαν νὰ μᾶς παραστήσωσιν ἁγνότητα, ἀγάπην, ὑποστήριξιν ἔνθερμον, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν πραγματικῶν ἐνστάσεων, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ταύτης οὐδὲν εἶπον. Κατὰ τὰς τελευταίας ὅμως ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐπρόκειτο νὰ γείνουν αἱ ἐκλογαὶ, τὸ Ἀρχηγεῖον Μεσολογγίου ἐθεώρησεν ἀνεπαρκεῖς τοὺς τρισκαίδεκα τούτους ἀξιωματικοὺς καὶ ἀπέστειλε δύο ἀνθυπασπιστὰς, ἡγουμένους 30 στρατιωτῶν. Ἀλλὰ τίνες οἱ στρατιῶται οὗτοι, θέλω ἀναπτύξει κατωτέρω. Ἂς εἰσέλθωμεν ἤδη εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς Ναυπακτίας, διὰ νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς τὸν δῆμον τῆς Κλεπαΐδος. Τώρα ὁ Εὔηνος ποταμὸς δὲν μᾶς ἐμποδίζει, τὸ καλοκαῖρι δὲν ἔχει κατεβασιαῖς· φθάνομεν εἰς τὴν Ἀράχωβαν τὴν νέαν, ἥτις εἶναι πρωτεύουσα τοῦ δήμου Κλεπαΐδος, κειμένην εἰς τὰ ὅρια τῆς Εὐρυτανίας καὶ τῆς Ναυπακτίας. Ἐκεῖ, ἐπωφελούμενοι οἱ κύριοι τοῦ ἀποκέντρου τῆς θέσεως, ἐνέβαλον διὰ παντὸς τρόπου, καὶ διὰ τῶν φυγοδίκων ἔτι, τὸν φόβον εἰς τοὺς κατοίκους. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὸν κάτοικον, ὁ ὁποῖος ἐτόλμα νὰ δείκνυται ὑπὲρ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἀντιθέτου· τὸ κτῆμά του ἐκαίετο, τὰ ζῶά του ἐφονεύοντο, ἡ περιουσία του διηρπάζετο. Ὅ,τι δὲ λέγω βεβαιοῦται ἐκ καταγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἐν τοῖς ἀρχείοις. Ἐκεῖ, ἐν Κλεπαΐδι ἢ ἐν Ἀραχώβῃ, τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς μετέβη ὁ κ. Ι. Δεσποταῖος, δικηγόρος ἐκ τῶν εὐϋπολήπτων ἐν Μεσολογγίῳ, ἀπολαύων ἀγάπης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ναυπακτίας καὶ ἀνέκαθεν γνωστὸς εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, ὅπως παραστῇ ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν ἀντιπολιτευομένων. Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, ὅπερ ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας, καταφαίνεται, ὅτι ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ αὐτοῦ ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ ἄλλοι ἔλαβον 100, ἄλλοι 150 καὶ ἄλλοι 200 ψήφους. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν 200 ψήφων θὰ ἦσαν βεβαίως καὶ 20, 30 ἢ 40 ἀνήκοντες ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν ἀντιπολιτευόμενον συνδυασμόν Ἐν τούτοις ἀξιοπαρατήρητον εἶναι, ὅτι οὐδεὶς, ναὶ, οὐδεὶς τῶν κατοίκων αὐτῶν ἐτόλμησε νὰ ξενίσῃ ἢ τοὐλάχιστον νὰ δώσῃ στέγην ἐν καιρῷ βροχῆς εἰς τὸν κ. Δεσποταῖον, ὅστις ἐκ τούτου ἠναγκάσθη νὰ προσποιηθῇ ἀναχώρησιν ἐκ τοῦ χωρίου καὶ νὰ εἰσέλθῃ κρύφα μετὰ τῶν μετ’ αὐτοῦ εἴς τινα οἰκίαν, ὅπου ἐπίστευεν, ὅτι ἤθελεν εὕρει στέγην τοὐλάχιστον κατὰ τῆς βροχῆς. Ἀλλ’ οἱ κατάσκοποι τὸν παρηκολούθησαν· διότι δυστυχῶς καὶ ἡ κατασκοπία παντοῦ καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου αὐτῇ καὶ ἐν τῷ νομῷ εἶχεν ἀναπτυχθῆ εἰς τὸν ὕπατον βαθμόν· κατάσκοποι σᾶς παρηκολούθουν κατὰ πᾶν βῆμα, ἐκμεταλλευόμενοι πᾶν κίνημα· ἔτι δὲ εἴχομεν καὶ ὠτακουστὰς, ἀνήκοντας δυστυχῶς εἰς καλὰς οἰκογενείας, διότι καὶ ἐκείνους ἐπότισε τὸ δηλητήριον τοῦ φανατισμοῦ. Ὁ κ. Δεσποταῖος λοιπὸν ἐζήτησε στέγην, ἀλλὰ μόλις οἱ καταδόται εἰδοποίησαν ὅτι ἐστεγάσθη ὁ Δεσποταῖος, ἐπῆλθον κατ’ αὐτοῦ οἱ ἀντίθετοι. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν οὗτοι ἦσαν φυγόδικοι, ἐὰν ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν ἦτο ὁ Δήμαρχος μεθ’ ὁπλοφόρων, ἀλλ’ ἐντούτοις αὐτοὶ ἐπετέθησαν διὰ τῶν ὅπλων, καὶ ἐπυροβόλησαν κατὰ τῶν ἐνοίκων, καὶ κατέῤῥιψαν διὰ λίθων μέρος τῆς στέγης, (διότι ἡ οἰκία ἦτο εἰς ἀνωφέρειαν) ὅπερ ὀλίγον ἔλειψε νὰ φονεύσῃ τοὺς ἐντὸς αὐτῆς καταφυγόντας. Ὁ κ. δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος, ἀκούσας τοὺς πυροβολισμούς, ἠθέλησε κατὰ τὸ ἑσπέρας ἐκεῖνο νὰ ἐξέλθῃ, ἀλλὰ τὸν ἀπεπλάνησαν· ἡ δὲ στρατιωτικὴ δύναμις δὲν ὑπήκουσε, διότι ὅ τε ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικὸς ὡς καὶ οἱ στρατιῶται ἦσαν, κατ’ ἐκλογὴν καὶ ὑπόδειξιν, ἐντόπιοι.
§75ΡΑΓΚΟΣ. Δὲν ἔκαμεν ἐν τούτοις κἀμμίαν πρᾶξιν;
§76ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς εἶπον πρὶν, ὅτι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ χαρτὶ τοῦ κ. Καμάρα.
§77ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐὰν ἐγένετο βία, ἠδύνατο κατόπιν νὰ καταγγείλῃ τὴν βίαν.
§78ΣΧΙΝΑΣ. Τὴν πρωΐαν ποῦ νὰ εὕρῃ τοὺς μάρτυρας;
§79ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί λέγει ἡ ἔκθεσις;
§80ΣΧΙΝΑΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης τὴν ἔχει, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ τὴν ἀναγνώσῃ.
§81ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου κ. Καμάρα).
§82ΣΧΙΝΑΣ. Ποίαν ἄλλην διαβεβαίωσιν θέλετε ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου; Αὐτὴν μεταχειριζόμεθα. Ἡμεῖς (οἱ ἐν τῷ τμήματι) βλέπετε ὅτι σᾶς προελάβομεν καὶ συμπεριελάβομεν ταύτην ἐν τῇ ἐκθέσει, ὡς ἀπαραιτήτως ἀναγκαίαν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἡ γνώμη, ἣν ἐξήνεγκε τὸ τμῆμα, στηρίζηται ἐπὶ βεβαίας βάσεως. Δὲν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω περισσότερον εἰς τὸν δῆμον Κλεπαΐδος. Μεταβαίνω εἰς ἕτερον. Ἐγένετο λόγος περὶ μεταβάσεως ἑνὸς φίλου μου ταγματάρχου τῆς χωροφυλακῆς εἰς τὸν νομόν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Εἶναι Μοίραρχος, ὑπηρετῶν εἰς ἕτερον νομόν. Ὁ κ. Βουλπιώτης ἐλησμόνησεν, ὅτι ἔχομεν εἰς χεῖρας ἡμῶν ἔγγραφα ἐπίσημα, ἐφ’ ὧν ἐρειδόμενοι, ἐξηνέγκαμεν τὴν ἀπόφασίν μας· τὰ ἔγγραφα δὲν καταγγέλλουσιν, ὡς ἰσχυρίσθη, τὸν κ. Λιβάνιον, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ἐκ τῶν ἱκανωτέρων καὶ ἀρχαιοτέρων ταγματαρχῶν, ὅστις ἔρχεται δεύτερος μετὰ τὸν κ. Μπασδέκην, προβιβασθεὶς εἰς τὰ 1882 εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ἐνῷ ὁ κ. Βλαχόπουλος ἐπροβιβάσθη εἰς τὰ 1888, ἑπομένως εἶναι κατὰ 6 ἔτη νεώτερος αὐτοῦ. Ὁ κ. Βλαχόπουλος, καταγόμενος ἐκ τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, μετασχὼν ἄλλοτε καὶ ἐκλογῶν, ἐθεωρήθη τὸ κατάλληλον πρόσωπον διὰ νὰ μεταβῇ, κατὰ τὴν φρᾶσιν τοῦ κυρίου Βουλπιώτου, καὶ ἐξελέγξῃ τὸν κ. Λιβάνιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλπιώτης, ὁ γνώστης τῶν νόμων, ὁ τηρητὴς καὶ ἐφαρμοστής αὐτῶν, ἐλησμόνησεν, ὅτι καί τις ἄλλος ἀνέγνωσε τὸν νόμον ΧΙΓʹ τοῦ 1877, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ῥητῶς λέγει, ὅτι «ἡ δασικὴ χωροφυλακὴ διατελεῖ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ οἰκείου Μοιράρχου»· ὁ νόμος οὗτος ὁρίζει τίνες οἱ χωροφύλακες, οἱ ὀφείλοντες νὰ ἀσχολῶνται εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ δεκάτῳ ἀπαγορεύει νὰ ἦναι ἐντόπιοι, ἤτοι νῦν ἐκ τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ, ἐν ἑτέρῳ δὲ ὁρίζει, ὅτι οἱ χωροφύλακες, οἱ ἀποτελοῦντες μέρος τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, πρέπει νὰ διορίζωνται κατὰ τὸ βασιλικὸν διάταγμα, τὸ ἐπέχον τόπον νόμου, τοῦ 1833. Τοῦτο ἐγράφη ἰδίᾳ χειρὶ καθ’ ὑπόδειξιν ἰδικήν μου κατὰ τὸ 1877, ὅτε ὑπηρέτουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπὸ τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην. Ὅτε δὲ ὁ ἀοίδιμος ἀνὴρ ἔμαθεν, ὅτι ὑπῆρχον χωροφύλακες, κατατασσόμενοι εἰς τὴν χωροφυλακὴν μεθ’ ἐνιαύσιον ὑπηρεσίαν, ἔμεινεν ἐμβρόντητος, διότι οἱ χωροφύλακες δὲν εἶχον τὰ προσόντα, κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ τριετῆ ὑπηρεσίαν, διαγωγὴν ἄμεμπτον ἢ ἐξαίρετον, καὶ γνῶσιν γραμμάτων, ἀπαιτεῖ δ’ ἔτι νὰ ἦναι γεγραμμένον ὄπισθεν τῆς ἀφέσεως ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ, ὅτι ἔχει τὰ προσόντα διὰ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Τοιαύτην λοιπὸν δασοφυλακὴν ἐζήτησεν ὁ νόμος, ἀντὶ τούτου ὅμως ἔχομεν χωροφύλακας, προερχομένους μετὰ ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ὅταν συζητηθῇ τὸ περὶ δασοφυλάκων, τότε θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ καταναλώσω μίαν ἢ δύο ὥρας, ἵνα ἀναπτύξω ἐπαρκῶς τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἤδη ἔχομεν καὶ ἕτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι καταργοῦνται ὅλα τὰ ἄλλα τῶν δασοφυλάκων καὶ μένουσι, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, δύο ἐπιθεωρηταί, γνωρίζοντες τὰ καθήκοντα. Ὁ νόμος αὐτὸς, γενόμενος τὸ 1877, ἐπὶ τῆς τότε Οἰκουμενικῆς, ἦτο προσωρινὸς, ἦτο διὰ νὰ ἐπουλώσῃ μίαν μεγάλην πληγὴν, ἥτις ἐπήρχετο εἰς τὰ δάση ἕνεκα τῶν συστάσεων τοῦ Α καὶ τοῦ Β, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς διενοεῖτο ταχέως νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1877 παρῆλθον δέκα καὶ τρία ὅλα ἔτη καὶ οὐδὲν ἐγένετο. Τὸ ἔγγραφον τὸ ἀπευθυνθὲν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν κ. Βλαχόπουλον, λέγει ὅτι ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος ἐγείνονται παράπονα κατὰ ἀνομημάτων χωροφυλάκων, καὶ ὅτι πρέπει νὰ μεταβῇ ἐκεῖ διὰ νὰ ἐπιθεωρήσῃ κλπ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ Αἰτωλία καὶ Ἀκαρνανία δὲν ἔχει τὰ περισσότερα δάση· ἔχει μόνον τὰ δάση τῶν βελανιδεῶν, τὰ ὁποῖα φυλάττουσιν αὐτοὶ οἱ χωρικοὶ, διότι ἐκεῖθεν ζῶσι· τὰ ἄλλα δάση εἶναι ἐντὸς ἕλους. Ἕτερα δάση εἶναι τὰ τῆς Μακρυνείας, τὰ ὁποῖα ἐπίσης φυλάσσονται ἀπὸ τοὺς χωρικούς. Εἰς τοῦτον λοιπὸν τὸν νομὸν ἐθεωρήθη ἐπάναγκες, ἐν παραμοναῖς μάλιστα ἐκλογῶν, νὰ σταλῇ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς πρὸς ἐπιθεώρησιν. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον ὁ ἀνωτέρω ἀξιωματικὸς παρέμεινεν ἀπὸ τῆς τριακοστῆς Ἰουλίου μέχρι τῆς εἰκοστῆς ἐννάτης Αὐγούστου, καὶ ἔλαβεν ὡς ὁδοιπορικὰ ἔξοδα 1355 δραχμὰς, τὸ δὲ δεύτερον, συνεπείᾳ τῆς αὐτῆς διαταγῆς, καὶ χωρὶς ἐκ νέου νὰ διαταχθῇ, καὶ ἄνευ γνώσεως τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, μετέβη αὖθις τὴν δεκάτην τετάρτην Σεπτεμβρίου καὶ ἐπανῆλθε τὴν εἰκοστὴν πρώτην τοῦ αὐτοῦ. Ἔλαβε δὲ 312 δραχμὰς καὶ 38 λεπτὰ, ἤτοι ἐν ὅλῳ 1667 καὶ 38)00. Εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἡ ἐποπτεία τῶν δασῶν ἐξησκεῖτο ὡς ἔπρεπε, διότι εἶναι ὁ πολυτιμότερος πλοῦτος τῆς Ἑλλάδος· θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν μέριμναν τὸ ζήτημα τῶν δασῶν. Ἡ Αὐστρία ἀποζῇ ἐκ τοῦ πλούτου τῶν δασῶν, ὡς καὶ μέγα μέρος τῶν παραδουναβείων χωρῶν· εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲ κατέρχεται ξυλεία καὶ ἀπὸ τὴν Νορβηγίαν ἀκόμη. Δὲν ἤρκεσαν, Κύριοι, ὅλα ταῦτα, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ στρατὸς, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ μένῃ καθ’ ὁλοκληρίαν μακρὰν τῆς ἐκλογικῆς πάλης, ἐθεωρήθη καὶ αὐτὸς ἀπαραίτητος πρὸς ἀνάμιξιν. Ἀνήκω εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω μίαν ἀλήθειαν. Οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ λοιποὶ δὲν εἶναι οὐδ’ ἀπὸ πέτραν οὐδὲ ἀπὸ σίδηρον, ἔχουν καὶ αὐτοὶ τοὺς φίλους των καὶ τοὺς συγγενεῖς των. Ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ ἦναι τηρητὴς τοῦ καθήκοντος· ὅταν σφάλλῃ, πρέπει οὐχὶ νὰ μετατίθηται, ἀλλὰ νὰ τιμωρῆται παραδειγματικῶς. Ἡ μετάθεσις εἶναι ὑπηρεσία· ἀλλὰ τὴν μετάθεσιν σήμερον τὴν μεταχειρίζονται ὡς μέσον τιμωρίας. Θὰ παρακαλέσω δὲ μετὰ δυσκολίας νὰ γίνηται ἡ μετάθεσις, οὐχὶ μόνον τῶν ἀνωτέρων, ἀλλὰ καὶ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν· διότι, ὅταν ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, δίκην τελευταίου ὑπαλλήλου, μετατίθεται τῇδε κἀκεῖσε, ὁ τοιοῦτος δὲν ἔχει καιρὸν νὰ γνωρίσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς, τοὺς στρατιώτας. Σήμερον κατήντησαν, ἕνεκα τῶν μεταθέσεων, οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ὡς ὁ πέμπτος τροχὸς τῆς ἁμάξης· (ἐγὼ ἐτύγχανον τῆς ἰδιαιτέρας ἀγάπης τοῦ κ. Τρικούπη καὶ μοὶ ἀνέθεσε καὶ ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν προθύμως ἀνέλαβον). Ἀλλὰ πῶς, Κύριοι, κατήντησεν ὁ στρατός; Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι δὲν ἐτόλμων οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ χαιρετίσωσι τοὺς καθηγητάς των, τοὺς ὁποίους ἐπὶ τρία ἔτη εἶχον ἐν τῷ σχολείῳ. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι δύο ἀξιωματικοὶ, ὁ κ. Καλοπήτας μεθ’ ἑτέρου τινὸς κ. Ἰωαννίδου, ἐπλησίασαν ἐμὲ ὡς καὶ τὸν κ. Φιλάρετον εἴς τι καφενεῖον τῆς Λαρίσσης, καὶ οὗτοι τὴν ἑπομένην ἡμέραν τηλεγραφικῶς ἐξεσφενδονίσθησαν εἰς Ναύπλιον.
§83Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὴν ἰδίαν νύκτα.
§84ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ αὐτὸ συνέβη ἄλλοτε εἰς ἄλλους ἀξιωματικούς, οἵτινες εἰς Ἄρταν μετέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Παχύ· εἰς τούτους δὲ ὡρίσθη καὶ ἡ ὁδὸς, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ διέλθωσι, μεταβαίνοντες εἰς Λάρισσαν διὰ τῶν ὀρέων τῆς Πίνδου. Ἀναφέρω τὰ περιστατικὰ ταῦτα, διότι προξενοῦσιν ἄλγος καὶ ἀπελπισίαν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, κυρίως δὲ εἰς τοὺς ἀνωτέρους.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τέσσαρες ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τάγματος Καλαμῶν μετετέθησαν διότι μὲ ἐχαιρέτισαν εἰς τὸ καφενεῖον.
§86ΣΧΙΝΑΣ. Εἶναι καὶ ἕτερον χειρότερον δυστύχημα, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ τὸ λέγω μετὰ λύπης. Ἐνέπνευσαν εἰς πολλοὺς ἀξιωματικούς, τυγχάνοντας ἰδιαιτέρας προστασίας, τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι σεβασμὸν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς λαμβάνοντας συνταγματικὴν ἄδειαν, λησμονοῦντες ὅτι οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ εἶναι παντοῦ καὶ πάντοτε ἀνώτεροι. Καὶ σᾶς ὑπομιμνήσκω ἓν καὶ μόνον παράδειγμα· καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας. Ἤμεθα εἰς Τύρναβον μετὰ διαδήλωσίν τινα ὑποδοχῆς τῶν ὑποψηφίων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καθ’ ἣν ἀπηυθύναμεν ὀλίγας λέξεις πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς· μετά τινα ὥραν διηρχόμην μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Παπαδοπούλου καφενείου τινὸς, εἰς ὃ ἐκάθηντο τέσσαρες καλοὶ πολῖται τοῦ Τυρνάβου καὶ εἷς ἐνωμοτάρχης, καλούμενος Δακόπουλος· ὅτε ἐπλησιάσαμεν, οἱ τέσσαρες πολῖται, μικρὸν προσηκωθέντες, μᾶς ἐχαιρέτισαν, αὐτὸς δὲ ὁ ἐνωμοτάρχης ἔστρεψε δεξιά· ἐγὼ ἠθέλησα ἐν ἀρχῇ νὰ παρίδω τὸ γενόμενον, ἀλλὰ συναισθανθεὶς ὅτι δὲν παύομαι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, τὸν ἐκάλεσα καὶ τὸν ἠρώτησα, ἂν μὲ γνωρίζῃ· μοὶ ἀπήντησεν: «εἶσθε ὁ ταγματάρχης Σχινᾶς»· καὶ ὤφειλε νὰ μὲ γνωρίζῃ, διότι εἶναι ἐνωμοτάρχης, διότι ἡ εἰκὼν ἡ ἰδική μου ἦτο εἰς ὅλα τὰ καταστήματα τοῦ Τυρνάβου. Τὸν ἐνωμοτάρχην αὐτὸν κατήγγειλα εἰς τὸν ἀρχηγὸν, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν ἐτιμωρήθη· δὲν ἠθέλησα νὰ καταστήσω προσωπικὸν τὸ ζήτημα, διότι ἐνόμισα, ὅτι κατέρχομαι πολὺ τῆς θέσεως τοῦ ταγματάρχου.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ὑπόσχομαι νὰ ἐξετάσω.
§88ΣΧΙΝΑΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. Ὁ συνάδελφος κ. Φιλάρετος ἐκ τοιούτου ζητήματος ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ζητήσῃ τὴν τιμωρίαν καὶ ἑτέρου ἀξιωματικοῦ, τοῦ ὁποίου τὰ ἄθλα εἶναι πολλὰ καὶ διάφορα. Οὗτος εἶναι ὁ ἀνθυπασπιστὴς Βλαχώνης, ὅστις ἑσπέραν τινὰ ἐγένετο παραίτιος συγκρούσεως· εἰδοποιηθεὶς ἐκτάκτως, ἔσπευσα ἐπὶ τόπου ἀσθμαίνων· τὸν ἐρωτῶ, πρὶν πλησιάσω τοὺς πολίτας, τί συμβαίνει, ὁ δὲ ἀνθυπασπιστὴς, διὰ τρόπου ἀπάδοντος εἰς εὐγενῆ ἄνθρωπον, μοὶ ἀπαντᾷ· «δὲν εἶσαι ταγματάρχης, δὲν εἶσαι τίποτε!» Καὶ ταῦτα 3 ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀνθυπασπιστὴς οὗτος ἔλαβε τὸν βαθμὸν αὐτόν· εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ζητήσητε τὸ φύλλον ποινῶν του, θέλετε εὕρει ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένας μυρίας ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις.
§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸν κατηγγείλατε;
§90ΣΧΙΝΑΣ. Τὸν κατήγγειλα.
§91Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὸς ἔχει καὶ ἄλλας καταγγελίας.
§92ΣΧΙΝΑΣ. Ἕτερος ἀνώτερος ἀξιωματικός, φέρων τὸν βαθμὸν συνταγματάρχου, δὲν ἔτυχεν οὐδὲ τοῦ τυπικοῦ χαιρετισμοῦ παρὰ τῶν ὑφισταμένων του. Ὁ κ. Μακρῆς ἠγαπᾶτο παρ’ ὅλων τῶν κ. ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ εἶχον ἐμπνεύσει τοιοῦτον φόβον εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ὥστε δὲν ἐτόλμων οὐδὲ τὸν τυπικὸν χαιρετισμὸν ν’ ἀποδώσωσι πρὸς ἀνώτερον! Καὶ θέλετε οὕτω νὰ συντηρηθῇ στρατὸς, καὶ μάλιστα ὅταν λείπῃ τὸ σέβας καὶ ὁ τρόπος τοῦ καλῶς συμπεριφέρεσθαι! Μία ἄλλη παράβασις, παράβασις ἄντικρυς τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Πάντες γνωρίζετε, ὅτι συμφώνως πρὸς τὸν ἰσχύοντα στρατολογικὸν νόμον καὶ τὰς ἐπελθούσας εἰς αὐτὸν διαδοχικὰς μεταῤῥυθμίσεις καὶ τροποποιήσεις, ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ ἅπαντες οἱ κληρωτοὶ, τασσόμενοι εἰς τὰ σώματα παρὰ τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, καλοῦνται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ σώματα, τὰ ὁποῖα ὁρίζει προηγουμένως Β. Διάταγμα. Ἅπαντες δ’ οὗτοι, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὀφείλουσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἕδρας τῶν σωμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐτάχθησαν· λέγω εἰς τὰς ἕδρας, διότι ἐκ τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἔπρεπε νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ ἐν Ἄρτῃ εὐζωνικὸν τάγμα κληρωτοὶ 127, εἰς τὸ 2ον εὐζωνικὸν, τὸ ἑδρεῦον νῦν ἐν Ἀθήναις καὶ πρώην ἐν Ἀγρινίῳ, τοῦ ὁποίου ἡ ἕδρα διὰ Β. Διατάγματος μετετέθη εἰς Ἀθήνας, 46, καὶ 180 διετεῖς εἰς τὰ σώματα τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ, ἤτοι τὸ ὅλον 350. Οἱ 350 οὗτοι κληρωτοὶ τῆς ἐφετεινῆς ἀπογραφῆς, παρὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ στρατολογίας, ἐθεωρήθη καλὸν νὰ παραμείνωσιν ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Ἀλλὰ βεβαίως θὰ μοὶ εἴπῃ τις, αὐτοὶ δὲν ἔχουσι ψῆφον...
§93ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχουσι, διότι ἐνεγράφησαν εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον τὸν Ἰανουάριον καὶ εἶτα ἐκληρώθησαν.
§94ΣΧΙΝΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ· ἔμαθον μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία ἴσως μὲ εἶχε διαφύγει.... Οἱ κληρωτοὶ λοιπὸν οὗτοι, 350 τὸν ἀριθμὸν, παρέμειναν ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἰδίως δὲ οἱ τοῦ 2ου εὐζωνικοῦ τάγματος, 46 τὸν ἀριθμὸν,—περὶ τῶν ἄλλων δὲν ἔχω θετικὰς πληροφορίας —εἶμαι βεβαιότατος ὅτι παρέμειναν ἐν Ἀγρινίῳ, ἐνῷ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν κατατεταγμένοι καὶ προσεκλήθησαν εἰς Ἀθήνας, ἐνῷ ἐν Ἀγρινίῳ δὲν ὑπῆρχεν ὁ ὑπὸ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ὁριζόμενος ἔμπεδος λόχος· οὐδεμία ἔκτακτος περίστασις ὑπῆρχεν, ἵνα συστηθῇ ἔμπεδος λόχος· τοὺς ἐκράτησαν δὲ ἐκεῖ ἐπὶ μόνῳ τῷ σκοπῷ νὰ περιποιηθῶσι τοὺς γονεῖς καὶ συγγενεῖς των. Ἓν λοιπὸν τῶν μεγάλων ῥουσφετίων, ἂς μὴ εἴπω παροχῶν, ὑπῆρξεν ἡ παραμονὴ τῶν 46 αὐτῶν εὐζώνων ἐν Ἀγρινίῳ καὶ τῷ νομῷ.
§95ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ ἐρωτήσω; ἢ ἐρωτήσατε ὑμεῖς τὸν τέως ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἐὰν ἐν γνώσει του ἐγένοντο αὐτὰ τὰ πράγματα.
§96ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἀπαντήσω περὶ ὅλων.
§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲ προειδοποιῶ ὑμᾶς, ὅτι θὰ σᾶς ἐρωτήσω καὶ δι’ ἐκεῖνο τὸ μικρὸν ἐπεισόδιον τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐν Ἐπιδαύρῳ Λιμηρᾷ, καὶ τότε θὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ τὴν ἀπάντησιν.
§98ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ἐρωτήσω διὰ τὸν Λεμπεσόπουλον.
§99ΣΧΙΝΑΣ. Οἱ στρατιῶται οὗτοι παρέμειναν ἐκεῖ, ἐν ᾧ δὲ ἦσαν ἀγύμναστοι, τοῖς ἐδόθησαν ὅπλα, παρὰ τοὺς κανονισμούς, καὶ ἐπὶ πλέον ἀπεσπάσθησαν ἀνὰ 6 καὶ 8 μετὰ ὑπαξιωματικῶν εἰς τὰς περιφερείας ἢ τοὺς δήμους, ἀφ’ ὧν κατήγοντο· καὶ τοῦτο βεβαίως, ἵνα ὑποχρεωθῶσι περισσότερον οἱ συγγενεῖς των καὶ συμψηφίσωσι μετὰ τῶν φίλων των ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν. Ἐπεθύμουν νὰ κατορθωθῇ, ὅπως ἅπαντες οἱ κληρωτοὶ μένωσι καὶ ἐκγυμνάζωνται εἰς τὰς περιφερείας των, ἐφ’ ὅσον τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἐπιτρέπει τοῦτο, καὶ ἐπὶ πλέον οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ μὴ μετατίθηνται ἐκ τοῦ τόπου των. Τοῦτο δὲ ἤθελε καὶ ἐπεζήτησεν ὁ ἀοίδιμος Ὑπουργὸς Δημ. Μ. Βότσαρης, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοῦτο θὰ κατέληγεν εἰς καλὸν, διότι ὁ ἀξιωματικὸς εἶναι τὸ ἐχέγγυον τῆς τάξεως καὶ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅταν παραμένῃ, ὡς ἄλλοτε, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὑτοῦ, βέβαιος εἶμαι, ὅτι ἔχει συνείδησιν τοῦ καθήκοντος, εὐλαβεῖται τοὺς συγγενεῖς του, τοὺς φίλους του, καὶ τηρεῖ τὴν θέσιν του, σέβεται τὰ δικαιώματα πάντων καὶ προασπίζεται ταῦτα· ἀλλὰ πρέπει πᾶς ὁ ἐπιλαθόμενος τῆς θέσεως αὑτοῦ, ὁ λησμονῶν τὰ καθήκοντά του, νὰ τιμωρῆται, νὰ μετατίθηται καὶ νὰ μὴ ἐπανέρχηται πλέον. Κατὰ τοὺς κειμένους ὅμως νόμους, οἱ 46 ἐκεῖνοι εὔζωνοι ἔπρεπε νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ σώματά των ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου, καὶ δὲν ἐπετρέπετο νὰ μένωσιν εἰς τὰς ἑστίας των. Ἐξ ὅλων τούτων καταφανὲς γίνεται, ὅτι ὁ κ. Βουλπιώτης, ἀνελθὼν τὸ βῆμα τοῦτο καὶ θελήσας νὰ ἐκτοξεύσῃ λέξεις λίαν πικρὰς κατὰ τῶν μελῶν τοῦ τρίτου τμήματος, δὲν εἶχε καθόλου δίκαιον. Ἅπαντες οἱ κκ. Βουλευταὶ καὶ ἅπαντες οἱ ἀκροώμενοι θέλουσι πεισθῆ, ὅτι τὸ τρίτον τμῆμα οὐ μόνον δὲν προέγραψεν, ἀλλὰ ἐδείχθη λίαν ἐπιεικὲς, θελῆσαν νὰ περιβάλῃ τὰ πάντα μὲ τὴν χλαμύδα, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔδωκαν, τὴν χλαμύδα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθησαν, ἵνα κερδήσωσι τὴν ἐκλογήν. Ἀλλ’ ἤδη τῇ Βουλῇ ἀπόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἐφ’ ὅσον θέλει, νὰ συμμερισθῇ τὴν γνώμην τοῦ τρίτου τμήματος, ἢ ν’ ἀκυρώσῃ μόνον τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Κλεπαΐδος διὰ τοὺς τέσσαρας ἐπιτυχόντας ὑπουργικοὺς Βουλευτάς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερος τὸν λόγον;
§101ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐγὼ, ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν.
§102ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 35′ μ. μ.