1890.05.31
397 rows · 3,086 words · 15 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58
Τῆς 31 Μαΐου 1890.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 6 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπογιατζόγλους ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τὴν χθεσινὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου, καὶ τοῦ ἑτέρου ἐξ Ἀρκαδίας, ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἵνα ἀντικρούσω τὰ λεχθέντα παρ’ αὐτῶν σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀτμοπλοΐας, ἀλλ’ ἡ προκεχωρημένη ὥρα δὲν μοὶ ἐπέτρεψε νὰ πράξω τοῦτο, διὸ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω, ἔστω καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῶν φίλων, εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι πλέον ἢ σαθρά. Δὲν ἠθέλησαν νὰ προβῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σχετικοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τὴν σύμβασιν· ἐπεθύμουν νὰ ἔχωσι τὸ κείμενον αὐτῆς, ἵνα παρατηρήσωσι τὰς τυχὸν ἐλλείψεις, τὰ μειονεκτήματα, καὶ καταδείξωσιν αὐτὰ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐν παρόδῳ δὲ ἀνέφερον τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων κατ’ αὐτοὺς ἦτο ἀνάγκη καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ προΐδῃ ἡ σύμβασις. Ποίων διαστάσεων θὰ ἦναι τὰ ἀτμόπλοια; ἐκανόνισε τοῦτο ἡ σύμβασις; ποίας ταχύτητος; 15 καὶ ἄνω μιλίων ἢ κατωτέρω; Ταῦτα ἠρώτων οἱ φίλοι. Κατὰ τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ἀντίῤῥησις, ἣν προέβαλον αὐτῷ, ὅτι ἡ μεγάλη ταχύτης εἶναι χύσιμον χρυσοῦ εἰς τὴν θάλασσαν, δὲν εἶναι σπουδαία, διότι κατ’ αὐτὸν δὲν εἶναι ἀνάγκη τὸ ἀτμόπλοιον νὰ δαπανᾷ ὅλην τὴν ταχύτητα αὐτὴν ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἐμπορίου, ἀνάγκη ὅμως νὰ ἔχῃ αὐτὴν ἐν ἑαυτῷ τὸ ἀτμόπλοιον, ἐν περιπτώσει δὲ χρείας, νὰ ἀναπτύσσῃ αὐτήν. Τοῦτο κατ’ αὐτὸν δὲν εἶναι χύσιμον χρυσοῦ εἰς τὴν θάλασσαν. Ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως—καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν—ὁμιλεῖ ἐν ἀπολύτῳ ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων, δὲν γινώσκει ὅτι ἡ ἀπόκτησις μηχανῆς τοιαύτης ταχύτητος συνεπάγεται δαπάνην καὶ δαπάνην μεγάλην, ἀδιαφόρως ἐὰν θὰ τίθηται ἑκάστοτε εἰς κίνησιν μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν ταχύτητα ἡ μηχανή· ἀσχέτως πρὸς τοῦτο, ἀπαιτεῖται, ἐπαναλαμβάνω, δαπάνη πολλαπλασία ἐκείνης, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ μηχανὴν ἥττονος δυνάμεως. Ἐὰν ἔχητε π. χ. ἓν ἀτμόπλοιον 200 ἵππων δυνάμεως ὀνομαστικῆς, θὰ δαπανήσητε περίπου 24–25 χιλιάδας λιρῶν, ἐὰν ὅμως ἀπαιτήσητε νὰ ἔχῃ τὸ ἀτμόπλοιον αὐτῶν τῶν διαστάσεων ταχύτητα δέκα πέντε μιλίων, ἡ δαπάνη δὲν αὐξάνει κατ’ ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν, ἀλλὰ κατὰ γεωμετρικήν· ἀπαιτεῖται νὰ θέσητε μηχανὴν διπλασίας δυνάμεως· ἀντὶ 200 ἵππων πρέπει νὰ ἦναι μηχανὴ 400· λαμβάνει ἡ μηχανὴ διαστάσεις μείζονας, καταλαμβάνει χῶρον περισσότερον ἐν τῷ σκάφει τοῦ πλοίου· ἐλαττουμένου δὲ τοῦ χώρου, ἐλαττοῦται ἡ πρόσοδος ἡ ἐξ αὐτοῦ· οὔτε δι’ ἐμπορεύματα θὰ ἔχῃ ἄλλον χῶρον οὔτε δι’ ἐπιβάτας τοιαύτη μηχανή. Δὲν εἶναι δὲ μόνον τοῦτο· ἡ κατασκευὴ τοῦ πλοίου ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι ἑτέρα τις· ἄλλους δεσμοὺς ἀπαιτεῖ τὸ ἀτμόπλοιον τὸ κινούμενον μὲ ταχύτητα δέκα πέντε μιλίων, καὶ ἄλλους ἀπαιτεῖ τὸ ἀτμόπλοιον ἴσης χωρητικότητος, ἐὰν διατρέχῃ μόνον 11 μίλια καθ’ ὥραν. Ταῦτα πάντα εἶναι δαπάνη πολλαπλασία, καθόσον δι’ ἕκαστον ἵππον περιπλέον δυνάμεως ἀπαιτεῖται δαπάνη ἀπὸ 45–50 λιρῶν. Ἀλλ’ ἐὰν κατασκευάσητε τοιοῦτον ἀτμόπλοιον, πῶς δύναται τὸ πολυδάπανον τοῦτο νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς ἕτερον ἀτμόπλοιον ἴσης χωρητικότητος, ἀλλ’ ἐλάσσονος ταχύτητος; πῶς δύναται ν’ ἀνταγωνισθῇ ἐν τῷ ἐμπορίῳ; κατ’ ἀνάγκην θὰ περιπίπτῃ εἴτε εἰς μείωσιν τοῦ κέρδους, εἴτε καὶ εἰς ζημίας. Ἀπαιτοῦντες λοιπὸν τοιαύτην ταχύτητα παρὰ τῶν ἀτμοπλοίων, ἐκ τῶν προτέρων ὑποσκάπτομεν τὴν βάσιν τοῦ ἱδρύματος, καὶ προδικάζομεν τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὴ ἡ ἀντίκρουσις τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, εἶναι προφανὲς χύσιμον χρυσοῦ εἰς τὴν θάλασσαν ἡ ἀξίωσις περὶ ἀποκτήσεως ἀτμοπλοίων ἐκτάκτου ταχύτητος. Ἐφρόντισεν, ἠρώτησεν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ σύμβασις νὰ προνοήσῃ περὶ συνεργείων καὶ νεωλκείων, καὶ τὰ δύο τὰ ὑπάρχοντα, λέγει, ἐν Σύρῳ εἶναι διὰ μικροτέραν ἑταιρίαν· ἐφροντίσατε περὶ τούτου; ἐφροντίσατε ὥστε ἡ σύμβασις νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν πρὸς κατασκευὴν δεξαμενῆς; Καὶ ἡ ἀξίωσις αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐὰν μὲν τὸ συμφέρον τῆς ἑταιρίας ἀπαιτῇ τὴν πρόσκτησιν ἑτέρου νεωρείου, ἑτέρου νεωλκείου, ἢ καὶ δεξαμενῆς, τὸ συμφέρον αὐτὸ θέλει τὴν ἀναγκάσει νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν τοιούτων οἰκοδομημάτων, τῶν τοιούτων συνεργείων, τῆς τοιαύτης δεξαμενῆς· ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀσύμφορον τὸ τοιοῦτον εἰς αὐτὴν, διατὶ ν’ ἀπαιτήσωμεν τὴν κατασκευὴν τῶν τοιούτων; ἵνα ἐπέλθῃ τάχιον ἡ καταστροφὴ αὐτῆς; Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ταῦτα πάντα ὑπέβαλε, μελετήσας τὴν μετὰ τῆς ὑπαρχούσης ἑταιρίας ἀρχικὴν σύμβασιν, καθ’ ἣν λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ τῆς διαστάσεως τῶν ἀτμοπλοίων καὶ περὶ τῆς ταχύτητος καὶ περὶ συνεργείων καὶ νεωλκείων ἀλλ’ ἓν πρᾶγμα παρεῖδεν, ὅτι τὸ Δημόσιον κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἦτο συνέταιρον εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, εἶχε καταβάλει τὸ ⅓ τοῦ κεφαλαίου τῆς ἑταιρίας, ἑπομένως ἐδικαιοῦτο νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῆς ὡς συνέταιρος. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ Δημόσιον δὲν λαμβάνει μέρος εἰς τὴν ἐπιχείρησιν οὐδόλως, τὸ Δημόσιον ἐπιβάλλει μίαν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν, τὴν ἐκτέλεσιν δρομολογίου, ἀντὶ δὲ τούτου ἡ ἑταιρία δικαιοῦται εἰς μίαν ἀπαίτησιν ἀποζημιώσεως· ἀλλὰ μείζονα ἐπέμβασιν εἰς τὰ τῆς ἑταιρίας δὲν δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ. Πῶς δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ κανονίζῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ κεφαλαίου, μὴ οὖσα συνέταιρος, οὐδὲ μετέχουσα τῶν ζημιῶν καὶ τῶν ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως κινδύνων; Ἐπιβάλλει, ἐπαναλαμβάνω, δρομολόγιον τῇ ἑταιρίᾳ, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἡ ἑταιρία ἀξιοῖ μίαν ἀποζημίωσιν καὶ ἀποζημίωσιν ἴσην πρὸς τὴν νῦν χορηγουμένην καὶ διὰ δρομολόγιον πολὺ μεῖζον, πολὺ μεγαλειτέρας ἐκτάσεως ἢ τὸ σημερινόν. Ἡ σημερινὴ ἀτμοπλοΐα, ἡ ἤδη ὑπάρχουσα, ἔχει ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ δρομολογίου τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας, ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ δρομολογίου ἐπιβάλλεται νῦν τῇ νέᾳ ἑταιρίᾳ τὸ δρομολόγιον τῆς Ἀλβανίας, τῆς Μακεδονίας· γινώσκετε δὲ, τί σημαίνει τοῦτο; Μόνον διὰ φαρικὰ καὶ λιμενικὰ δικαιώματα ἡ νέα ἑταιρία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταβάλλῃ περὶ τὰς 125 χιλιάδας φρ. χρυσῶν διὰ τὰ παράλια τῆς Ἀλβανίας, ἄλλας τόσας εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταβάλῃ διὰ τὴν προσέγγισιν εἰς τὰ παράλια τῆς Μακεδονίας· τοῦτο τὸ γινώσκω ἐξ ἰδίας πείρας. Ὡς μέλος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Πανελληνίου, γινώσκω ὅτι ἠναγκάσθημεν χάριν αὐτῶν τῶν λιμενικῶν βαρῶν ν’ ἀποφύγωμεν τὰ παράλια τῆς Ἀλβανίας. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ νέα ἑταιρία θὰ καταβάλλῃ μόνον διὰ φαρικὰ καὶ λιμενικὰ δικαιώματα τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης πλευρᾶς τῆς Ἑλληνικῆς χερσονήσου 250 χιλιάδας φράγκων χρυσῶν περίπου, οὐχ ἧττον ἐπὶ τῷ αὐτῷ χορηγήματι ἀναλαμβάνει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ δρομολογίου τοῦ τε ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀλλὰ, λέγουν, τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, τὸ ζήτημα χρήζει μελέτης ἐκτεταμένης, καιρὸς δὲν ὑπολείπεται τῇ Βουλῇ. Καιρὸς ὑπῆρχεν εἰς τὴν Βουλήν· ἀπὸ τῆς 9ης Μαΐου κατετέθη τὸ νομοσχέδιον, ἡ μελέτη δ’ αὐτοῦ δὲν ἔχρῃζε τοσούτου χρόνου. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ χερσαίου τινὸς Κράτους, ἐπιχειροῦντος ναυτικήν τινα ἐπιχείρησιν, ὁμοίαν πρὸς τὴν παροῦσαν, τὸ ἐννοῶ, νὰ διατάσσῃ, νὰ συζητήσῃ, νὰ κρίνῃ, ἐὰν πρέπῃ νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν· ἀλλὰ προκειμένου περὶ Κράτους κατ’ ἐξοχὴν ναυτικοῦ, προκειμένου περὶ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπὸ μακροῦ χρόνου συνεζητήθη καὶ ὡμολογήθη ἡ ἀνάγκη πρὸς προαγωγὴν τῆς ναυτιλίας, ἡ κυρία βάσις τοῦ ζητήματος, ἐὰν πρέπῃ δηλαδὴ νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ναυτικὴ ἐπιχείρησις, εἶναι πρὸ πολλοῦ λελυμένη. Δὲν πρόκειται νῦν νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν τοιαύτη ἐπιχείρησις ἦναι ὠφέλιμος εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος· οἱ πατέρες ἡμῶν πρὸ πολλοῦ ἔλυσαν τὸ ζήτημα· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἑλλὰς ἄνευ ναυτικῆς ἰσχύος, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Ἑλληνικὸν Αἰγαῖον ν’ ἀπελευθερωθῇ ἄνευ ναυτικῆς δυνάμεως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ παραλία τῆς Ἀσίας ν’ ἀνακτήσῃ ποτὲ τὴν ἐλευθερίαν ἄνευ ναυτικῆς ἰσχύος. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα πρὸ πολλοῦ λελυμένον, καὶ ἂν ἐπρόκειτο ἤδη κατὰ πρῶτον νὰ συζητηθῇ, θὰ ἐνόουν νὰ παραπέμψωσιν ἡμᾶς εἰς τὸν μέλλοντα χρόνον. Ἐὰν πάλιν ἐπρόκειτο περὶ χορηγίας μεγίστης, πάλιν θὰ ἐνόουν αὐτὴν τὴν βραδύτητα· ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ οὔτε περὶ τούτου πρόκειται, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, ἐπὶ τῷ αὐτῷ χορηγήματι ἡ ἑταιρία ἡ νέα ἀναλαμβάνει μείζονας ὑποχρεώσεις. Μένει ἕτερον ὅμως κατὰ τοὺς κυρίους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· πρέπει νὰ συνδυασθῇ, λέγουν, ἡ ἐπιχείρησις πρὸς τοὺς ἐθνικοὺς πόθους. Οὐδεμία ἀντίῤῥησις οὐδὲ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀξιῶμεν ἀπὸ τὴν ναυτιλίαν τὴν ἐμπορικὴν πλειότερόν τι τοῦ ὅσον δύναται νὰ παράσχῃ πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους. Ν’ ἀπαιτῶμεν παρ’ αὐτῆς τὴν διαμόρφωσιν ναυτῶν, ν’ ἀπαιτῶμεν τὴν διαμόρφωσιν θερμαστῶν, τὴν διαμόρφωσιν πλοιάρχων, γινωσκόντων ἐπακριβῶς τὴν Μεσόγειον καὶ τὸν Εὔξεινον καὶ εἰ δυνατὸν καὶ ἄλλας θαλάσσας, αὐτὰ εὐλόγως ἀπαιτοῦμεν παρὰ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας· ἀλλὰ νὰ ζητῶμεν παρ’ αὐτῆς, ἵνα ὑποστῇ τὴν δαπάνην κατασκευῆς καταλλήλων καὶ πρὸς πόλεμον πλοίων, νὰ ζητῶμεν παρ’ αὐτῆς τὴν κατασκευὴν τοσούτῳ ταχέων, πλοίων, ὥστε ἐν πολέμῳ νὰ ἐπαρκέσωσι ταῦτα πρὸς τὸν ἀγῶνα τὸν πολεμικόν, τοῦτο εἶναι πλειότερον τοῦ δέοντος, τοῦτο θὰ καταλήξῃ εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ ἐκείνου τοῦ ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον εὐλόγως προσδοκῶμεν παρ’ αὐτῆς. Ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἀπουσιάζων νῦν συνάδελφος, ὁ χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος λαλήσας, εἶπε καὶ ἕτερόν τι· «ἀρκετὰ ἐζαλίσθητε, εἶπε, περὶ σιδηροδρόμων, ἀνάγκη ν’ ἀναπαυθῆτε ἐπ’ ὀλίγον, δὲν εἶναι οὐδεμία βία· μήπως τὰ κεφάλαια θὰ πετάξουν; μήπως δὲν θὰ ἦναι πρόχειρα καὶ κατόπιν;» Αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμὸς, σᾶς βεβαιῶ, μοῦ ἐτάραξε τὰ νεῦρα. Πῶς εἶναι δυνατὸν Ἕλλην νὰ φρονῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπίσης ἀναγκαῖον νὰ στρέψῃ ἡ Πολιτεία τὸ ὄμμα αὐτῆς καὶ πρὸς τὴν ναυτιλίαν; πῶς εἶναι δυνατὸν Ἕλλην, γινώσκων τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἡ ναυτιλία προσέφερεν εἰς τὸν ἀγῶνα, τὰς ὑπηρεσίας, ἃς εὐλόγως προσδοκᾷ τὸ ἔθνος ἐξ αὐτῆς ἔν τε εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ, πῶς εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ φαντάζηται, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἶναι δευτέρου λόγου ἄξιον; Βεβαίως, Κύριοι, ὁ ἐν θαλάσσῃ βίος δὲν ἀναπτύσσει μόνον τὰς σωματικὰς δυνάμεις τῶν ἀνδρῶν, ἀναπτύσσει κυρίως τὸ σθένος τὸ ψυχικόν· ὅταν ἐν τῇ τρικυμίᾳ, ὅταν ἐν τῇ βοῇ τῆς καταιγίδος ἀνέρχηται εἰς τὸν ἱστὸν ὁ ναύτης, καὶ κρατούμενος διὰ τῆς ἀγκάλης προσπαθῇ νὰ συστείλῃ τὰ ἱστία, τὰ ὁποῖα ὁ ἄνεμος ξεσχίζει, ὅταν ὁ μυκηθμὸς τῆς τρικυμίας μαίνηται περὶ αὐτὸν, καὶ μόνον ἡμιανοίγῃ τὸ συνεσφιγμένον στόμα, ἵνα ἐκσφενδονίσῃ κατὰ τοῦ θανάτου μίαν βλασφημίαν, τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸ σθένος τῆς ψυχῆς φθάνει εἰς ὕψος δυσθεώρητον. Ἡ σχολὴ ἐκείνη, ἡ πάλη ἐκείνη κατὰ τοῦ θανάτου διεμόρφωσε τὸν Μιαούλην, αὐτὴ διεμόρφωσε τὴν ψυχὴν τοῦ Κανάρη, αὐτὴ διέπλασε τὸν Κριεζῆν, αὐτὴ τὸν Σαχτούρην καὶ τοὺς μεγαθύμους ἐκείνους τοῦ ἀγῶνος ἄνδρας· νῦν δὲ, κατὰ τὸν χερσαῖον ἐκεῖνον συνάδελφον, ἡ σχολὴ αὕτη πρέπει νὰ κλείσῃ, ὑπάρχει καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν ἐν τῷ μέλλοντι περὶ αὐτῆς, οὐδὲν κατεπείγει· ἔχομεν πρὸς τοῦτο πολὺν καιρόν! Μήπως τὰ χρήματα θὰ πετάξωσι; Τὰ χρήματα, τῇ φροντίδι τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατωρθώθη, μετὰ μακροὺς ἀγῶνας, νὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν ἵδρυσιν αὐτῆς τῆς ἑταιρίας· ἀλλ’ ἐὰν αὔριον τὸ νομοσχέδιον μείνῃ ἄπρακτον, τὰ κεφάλαια θὰ ζητήσωσιν ἀλλαχοῦ κέρδος, θὰ ζητήσωσιν ἄλλην ἐπιχείρησιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐνασχοληθῶσιν· ὅταν δὲ μετὰ ἕξ μῆνας ἢ ἓν ἔτος ζητήσητε αὐτὰ, πολὺ πιθανὸν ἢ μᾶλλον βέβαιον, ὅτι θὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι διετέθησαν ἀλλαχοῦ. Μήπως εἶναι ἀκένωτος ὁ θησαυρὸς αὐτῶν τῶν χρηματιστῶν, περὶ ὧν μετὰ περιφρονήσεως ὡμίλει ὁ ἡγέτης, ὅστις φαίνεται ὅτι κατὰ τὴν ἰδίαν κρίσιν του ὄχι διὰ χρηματιστῶν, ἀλλὰ δι’ ἀχρημάτων πρόκειται νὰ ἱδρύσῃ τὰ ἔργα, εἴτε σιδηροδρόμους, εἴτε ἀτμόπλοια; Ἡ Βουλὴ, λέγουσιν, ἐκπνέει, δὲν ἔχει καιρὸν νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ἀλλ’ ὅταν δαπανῶσι τὸν χρόνον εἰς τὸ νὰ ἐρωτῶσι πόσοι καλόγηροι ἐχειροτονήθησαν, ὅταν δαπανῶσι τὸν χρόνον νὰ ἐρωτῶσι πόσα ἐδαπάνησεν ὁ Ἀδριανὸς διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον τῶν Ἀθηνῶν, ὅταν ἄλλοι κατασπαταλῶσι τὸν χρόνον εἰς τὸ νὰ ἐκτοξεύωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τρομερὰς κατηγορίας, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ προσαγάγωσι τὰς ἀποδείξεις, ὅταν οἱ κύριοι οὗτοι—καὶ λυποῦμαι διὰ τὸν συνάδελφον κ. Κουμουνδοῦρον—ὅταν, λέγω, οἱ κύριοι οὗτοι δὲν ἀρκῶνται εἰς τῆς δικαιοσύνης τὴν ἐνέργειαν, ὅταν νομίζωσιν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει ὑποχείριον τὴν δικαστικὴν, παρὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς ὁρισμοὺς αὐτοῦ, ὅταν δὲν ἔχωσι τὴν ὑπομονὴν νὰ ἴδωσι τί θέλει ἀποφανθῆ ἡ δικαιοσύνη, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ καιρὸς πρὸς ἀληθῆ ἐργασίαν. Καὶ τολμῶσι νὰ στηλιτεύωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἱεράρχην, εἰς τὸν ὁποῖον, κατ’ αὐτὸν τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατῆλθε κατὰ τὴν χειροτονίαν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα! Ἐνθυμεῖσθε ἐκείνην τὴν συζήτησιν τὴν παλαιὰν, ὅτε ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπετίθετο βαρὺς κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι ἐτόλμησε νὰ καλέσῃ εἰς τὸ μέγαρον τοῦ Ὑπουργείου, εἰς τὸ μέγαρον τῆς Πολιτείας, ἕνα τινὰ τῶν ἱεραρχῶν διὰ τῆς ἁμάξης αὐτοῦ· «πῶς! ἔλεγε τότε, νομίζετε τὴν Ἐκκλησίαν θεραπαινίδα τῆς Πολιτείας; δὲν εἶναι τοιαύτη· βαδίζει παραλλήλως ἡ Ἐκκλησία πρὸς τὴν Πολιτείαν· Ὑπουργὸς σεῖς τῆς Πολιτείας, Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι τοῦ Ὑψίστου, δὲν εἶναι θεράποντες ὑμῶν οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα τοὺς καλῆτε εἰς τὸ μέγαρόν σας». Τοιαῦτα ἔλεγεν ὁ ἡγέτης, καὶ προχωρῶν ἀκράτητος, προσέθετεν, ὅτι κατὰ τὴν θρησκείαν ἡμῶν, κατὰ τὰ δόγματα τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, ἡ χειροτονία τῶν ἱεραρχῶν γίνεται διὰ καταπέμψεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ θεωρία αὕτη τῆς παραλλήλου πρὸς τὴν Πολιτείαν πορείας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σαθρὰ κατ’ οὐσίαν, μὴ ἰσχύουσα παρ’ ἡμῖν, καθόσον μόνον εἰς τὰς καθολικὰς χώρας ἡ Ἐκκλησία βαδίζει παραλλήλως τῇ Πολιτείᾳ, παρ’ ἡμῖν δὲ ἡ Ἐκκλησία κεῖται ὑπὸ τὴν Πολιτείαν ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν αὐτῆς, τὴν μὴ σχετιζομένην πρὸς τὰ δόγματα. Ἀλλὰ τοιαῦτα ἔλεγεν ὁ ἡγέτης τότε, νῦν δὲ ἔρχεται καὶ ἐρωτᾷ: εἶναι ἐγγράμματοι οἱ χειροτονηθέντες καὶ πόσοι ἐχειροτονήθηταν; Θὰ τῷ ἀπήντων ἐγὼ, ὅτι ἐχειροτονήθησαν ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους κατῆλθε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
§3ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ....
§4ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Κατὰ τὸ ἡμέτερον πολίτευμα πρέπει νὰ συνδυασθῇ ἡ θέλησις τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν γνώμην τῆς Συνόδου, ἵνα ἐκλεχθῇ ὁ ἱεράρχης. Τοῦτο ὁρίζει ὁ ἡμέτερος νόμος. Ὑμεῖς ὅμως ἐθεωρήσατε παρανομίαν τὸ νὰ τολμήσῃ ἡ Πολιτεία νὰ ἐξενέγκῃ γνώμην περὶ ἱεραρχῶν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ὑμεῖς, ὡς δύναμις πολιτικὴ, ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἠξιοῦτε τὸ ἐναντίον, σεῖς νὰ ἔχητε ψῆφον κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἱεράρχου, ἡ δὲ Πολιτεία, ἡ ἐκπροσωπουμένη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, αὕτη νὰ μὴ ἔχῃ γνώμην. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ δογμάτων, εἰς ταῦτα δὲν ἐπεμβαίνει ἡ Πολιτεία· προκειμένου ὅμως περὶ διοικήσεως, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὑπὸ τὴν Πολιτείαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπ’ αἰώνων εἰς τὴν ἡμετέραν Πολιτείαν δὲν ἐπῆλθον αἱ τρομεραὶ ἐκεῖναι διενέξεις, αἱ διαιρέσασαι ἐπὶ αἰῶνας τὴν Εὐρώπην· διότι ἐκεῖ ἡ Ἐκκλησία βαδίζει παραλλήλως πρὸς τὴν Πολιτείαν, παρ’ ἡμῖν ὅμως δὲν βαδίζει παραλλήλως, εἶναι ἀνεξάρτητος ὡς πρὸς τὰ δόγματα, ἀλλ’ ὑποτελὴς ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν. Πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ μείνῃ χρόνος εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐργασθῇ, ὅταν σπαταλῶμεν τὸν χρόνον περὶ μηδαμινὰ πράγματα, ὅταν σπαταλῶμεν τὸν χρόνον εἰς τοιαύτας ἐπερωτήσεις, ὅταν ἀπευθύνωμεν ἑτέρας, κατ’ ἐμὲ ὄχι ὀλιγώτερον ἀκατανοήτους; Ἐδαπανήθησαν, λέγουσι, δέκα ἑκατομμύρια διὰ τὸ Ἀδριάνειον· τοῦτο παραχωρεῖται νῦν τῇ ἑταιρίᾳ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων, ἄρα τῇ παραχωροῦται 10 ἑκατομμύρια. Ἤθελον ἀνταπαντήσει εἰς τοὺς κυρίους τούτους, ὅτι τὸ ὑδραγωγεῖον αὐτὸ, ὁσαδήποτε ἑκατομμύρια καὶ ἂν ἐδαπανήθησαν δι’ αὐτὸ, δὲν ἀξίζει πλειότερον τοῦ ὕδατος, τὸ ὁποῖον εἰσκομίζει τῇ πόλει· ἐὰν εἰσκομίζῃ 10 ὀκάδας ὕδατος, ἔχει ἀξίαν 10 ὀκάδων ὕδατος, ἐὰν 100 ὀκάδας, ἔχει ἀξίαν 100 ὀκάδων ὕδατος. Βεβαίως τοιουτοτρόπως δὲν μένει χρόνος εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα ἐργασθῇ· ἀλλὰ τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης ἀπωλείας τοῦ χρόνου τὴν φέρει ἡ Ἀντιπολίτευσις, τὴν φέρει κυρίως ὁ ἡγέτης· λυποῦμαι δὲ διὰ τοὺς ἀκολούθους αὐτοῦ, οἵτινες προσέδεσαν τοὺς πόδας αὐτῶν εἰς τὴν τροχοπέδην ἐκείνου· ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐδῶ.... Κατηγοροῦσιν ἡμᾶς, ὅτι παρελείψαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἡμᾶς τοὺς ἐκ Κυκλάδων Βουλευτὰς, ἀγνοοῦντες ὅτι συνετελέσαμεν εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ὅπως αὐτοὶ ἐπεθύμουν. Πρὸ τετραετίας παρακαλέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ παρεμβάλῃ κἀνὲν πρόσκομμα εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ εἰσηκούσθημεν· ἐπείσαμεν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναλάβῃ τὴν «Σφακτηρίαν», ἵνα οὕτως ἡ ἑταιρία οἰκονομήσῃ ἱκανὸν χρηματικὸν ποσόν· ἐμεσιτεύσαμεν παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῇ Ἐθνικῇ, ἵνα κανονίσῃ τὰς δοσοληψίας τῶν χρεῶν τῆς ἑταιρίας, οὕτως ὥστε νὰ περισσεύῃ κεφάλαιόν τι διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἀτμοπλοΐας· ἡ Κυβέρνησις δὲ, ῥιζικώτερον καὶ κάλλιον ἡμῶν ἐνεργοῦσα, προέβη εἰς τὸ νὰ φέρῃ εἰς συνεννόησιν τὰ κεφάλαια πρὸς καταρτισμὸν νέας μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, καὶ ἐπὶ πολὺ ἀσχοληθεῖσα εἰς τοῦτο, τὸ κατώρθωσεν. Ἀλλ’ ὅ,τι κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ μηδενίσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τῆς ἀπραξίας, διὰ τῆς κωλυσιεργίας, διὰ τῆς τροχοπέδης, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν αὕτη εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἐκαυχήθη χθὲς ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τῇ ὑποδείξει αὐτοῦ ἐλύθη τὸ ζήτημα περὶ τῆς καταβολῆς τῶν 15,000,000 τῶν ὁμολογιῶν τῆς νέας ἑταιρίας, καὶ ἀνέφερεν ἱκανὰ περὶ τῆς συνεννοήσεως, ἣν ἔλαβε μετὰ κυρίου τινὸς, ἀνήκοντος εἰς σπουδαῖον πιστωτικὸν κατάστημα· ἀλλ’ ἀγνοεῖ ὁ κύριος ἡγέτης, ὅτι ἐν τῇ βάσει τῶν διαπραγματεύσεων, ἐν τῷ ἐγγράφῳ, τῷ καθορίζοντι τὰς βάσεις τῆς νέας ἑταιρίας, εἶναι ἀναγεγραμμένον, ὅτι οὐ μόνον τὰ 10,000,000 ἀναλαμβάνουσιν οἱ ἱδρυταὶ νὰ καταβάλωσιν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἕτερα 15 ἑκατομμύρια ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τῆς συμβάσεως· ἀγνοεῖ τοῦτο, καίπερ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ νομίζει ὅτι ἐκεῖνος τὸ κατώρθωσε. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κύριος ἐκεῖνος, ὃν ὑπαινίσσεται, ἤθελε νὰ περιποιηθῇ τὴν γεροντικήν του ἀδυναμίαν....
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ γεροντικὴ ἐκείνη ἀδυναμία σὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ λέγῃς ὅσα λέγεις. Θὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν μετ’ ὀλίγον.
§6ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δὲν ἐξέρχομαι τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§8ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Περιμένω νὰ φωτισθῶ παρ’ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος ἐξετάζετε μὲ τὴν διόπτραν τὴν ἐπιστημονικὴν ὅλα τὰ ζητήματα.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περιμένω ἀπὸ σᾶς νὰ φωτισθῶ.
§10ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἐγὼ περιορίζομαι εἰς ὅσα γνωρίζω· δὲν ἐξέρχομαι τοῦ κύκλου μου, ὡς ὑμεῖς. Ἀλλὰ τίς ἠμπόδιζε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἂν ἐνόμιζεν ὅτι ἐν τῇ συμβάσει ἔδει νὰ τεθῶσι καὶ ἕτεροι ὅροι, παρὰ τοὺς ἐμπεριεχομένους ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τίς ἠμπόδιζεν αὐτὴν νὰ φέρῃ προτάσεις καὶ περὶ διαστάσεως τῶν πλοίων, καὶ περὶ κατασκευῆς ἢ διασκευῆς αὐτῶν καὶ περὶ ταχύτητος καὶ περὶ δεξαμενῆς καὶ περὶ νεωλκείων ἢ συνεργείων καὶ περὶ οἱασδήποτε ἄλλης τροποποιήσεως; τίς τὴν ἠμπόδιζε νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀναγραφὴν τῶν ὅρων τούτων ἐν τῇ συμβάσει καὶ παντὸς ὅ,τι ἐνόμιζεν ἱκανὸν καὶ χρήσιμον διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐπιχειρήσεως, ἐὰν ἔπειθε τὴν Βουλὴν περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτῶν; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ ἔλλειψις τῆς προσαγωγῆς τῆς συμβάσεως ὁ ἀληθὴς λόγος τῆς ἀναβολῆς. Τοῦτο εἶναι ἁπλῆ πρόφασις, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠδύνατο νὰ ἀξιώσῃ νὰ τεθῇ ἐν τῇ συμβάσει πᾶν ὅ,τι ἐνόμιζεν ἀναγκαῖον καὶ ὠφέλιμον εἰς τὴν ἐπιχείρησιν. Λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι παρών....
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁμιλήσατε ἐλευθέρως· θ’ ἀναγνώσῃ τὸν λόγον σας ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§12ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἀλλὰ τί νὰ περιμένῃ τις ἀπὸ ἄνδρα, ὅστις, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ἔντιμος συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἠθέλησε νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν εὐχαρίστησιν αὐτοῦ καὶ τὴν ἐπιδοκιμασίαν διὰ τὴν τέλεσιν τῶν σιδηροδρομικῶν ἔργων ἐν Πελοποννήσῳ, ἔλεγε δὲ, ὅτι οἱ σιδηρόδρομοι πρὸς τοῖς ἄλλοις προφυλάττουσί τινα ἀπὸ τοῦ ἡλίου καὶ τῆς βροχῆς, οὗτος ἠγέρθη, καὶ μὲ φωνὴν πλήρη μένους καὶ θυμοῦ ἀπέτεινε τὸν λόγον εἰς αὐτὸν, προσθέτων: «δὲν εἶναι οἱ σιδηρόδρομοι οἱ ἀπὸ τοῦ ἡλίου καὶ τῆς βροχῆς προασπίζοντες»! Ὑποθέτω ὅτι θὰ ἐνεθυμήθη τὴν εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν ἐπὶ ὄνου ἀνὰ τὴν Ἀρκαδίαν ἐκδρομὴν αὐτοῦ. Βεβαίως ἡ τοιαύτη πορεία μὲ μίαν ὀμβρέλλαν εἰς τὸ χέρι, ἀνὰ μέσον τῶν κοιλάδων καὶ τῶν δρυμώνων τῆς Ἀρκαδίας, ἔχει τι τὸ θελκτικόν· ἀλλ’ οἱ ἔξυπνοι Μωραΐται ἐνόησαν, ὅτι παρῆλθεν ὁ καιρὸς τῆς ὀνοδρομίας καὶ ὀνηλασίας, καὶ ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην ταχύτητος μείζονος....
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος ἀγορεύων ὑβρίζει, δὲν ἀναιρεῖ τοὺς προλαλήσαντας. Ἐγὼ ἐπεθύμουν ν’ ἀφήσω τὸν κ. συνάδελφον νὰ ἀντικρούσῃ τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν καὶ νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ ἐκλογικά του ἐφόδια. Ἐπειδὴ ὅμως βλέπω, ὅτι ἐξέρχεται τῆς τροχιᾶς, ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἀνεχώρησεν ὁ κ. Μουτσόπουλος, ἀναχωρῶ καὶ ἐγὼ, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Παρακαλῶ τὸν κ. Κόρπαν νὰ προσέλθῃ ὡς ψηφολέκτης. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κόρπα.)
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· παρόντες μόνον 73 Βουλευταί. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 μ. μ.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ.
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
Κατὰ τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος κηρύττομεν τὴν λῆξιν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προσωρινῶς δὲ καὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ παρὸν Διάταγμα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Ἰουνίου 1890.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ