| 1115 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο | |
| 1116 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ν | |
| 1117 | Γ. Σισμάνης | Γεώργιος Χ. Παχὺς | |||
| 1118 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Στέφανος Δραγούμης | Ο | |
| 1119 | Ἀθ. Ἴσκος | Δημ. Γ. Ράλλης | Ν | ||
| 1120 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | ||
| 1121 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Φωκίων Νέγρης | Ο | |
| 1122 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Ν | |
| 1123 | Μ. Ἰατρίδης | Νικόλ. Μπουφίδης | |||
| 1124 | Δ. Χατζόπουλος | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | ||
| 1125 | Γεώργιος Μίλησης | Ν | Δημ. Καλλιφρονᾶς | ||
| 1126 | Σπυρίδων Νοταρᾶς | Νικ. Λεβίδης | Ν | ||
| 1127 | Γεώργιος Κούστας | Ὄθων Μακρυγιάννης | ἀρν. | ||
| 1128 | Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | Ο | Τρύφ. Μουτσόπουλος | ||
| 1129 | Σωτήριος Δανόπουλος | Θάνος Κανακάρης | Ο | ||
| 1130 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | |
| 1131 | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | |
| 1132 | Δημήτριος Πετρίδης | Α. Φωτήλας | |||
| 1133 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο | |
| 1134 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Ἀντ. Ῥικάκης | ||
| 1135 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | ||
| 1136 | Χρ. Χρηστόπουλος | Ἰω. Κρεστενίτης | |||
| 1137 | Φίλιππος Βάρβογλης | Ν | Ν. Κουμανιώτης | ||
| 1138 | Ἠλίας Φλέσσας | Χρ. Στεφανόπουλος | |||
| 1139 | Κων. Κωνσταντόπουλος | Ἀλέξ. Ζαΐμης | |||
| 1140 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ἀριστ. Κοντογούρης | |||
| 1141 | Παναγιώτης Μανέτας | Ν. Καλογερόπουλος | |||
| 1142 | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | |
| 1143 | Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | Ν. Παπανικολάου | ||
| 1144 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ν. Καφετζόγλους | Ο | ||
| 1145 | Δ. Ζέγγελης | Ἰω. Πεζᾶς | |||
| 1146 | Κων. Σινέλης | Ο | Ἀρ. Κανταρτζῆς | Ν | |
| 1147 | Βασίλ. Βουδούρης | Ο | Εὐάγ. Σταμούλης | Ν | |
| 1148 | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Ν. Κοκωσλῆς | ||
| 1149 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν | |
| 1150 | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Κ. Μαρκίδης | Ν | ||
| 1151 | Διον. Λομβάρδος | Ο | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ν | |
| 1152 | Γεώργ. Θεοτόκης | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν | |
| 1153 | Κωνστ. Βασιλάκης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | ||
| 1154 | Ἀντ. Καποδίστριας | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν | ||
| 1155 | Ν. Βασιλάκης | Ἀχ. Λογιωτάτου | |||
| 1156 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Σωτ. Σωτηρόπουλος | |||
| 1157 | Πολυχρ. Π. Κωνσταντᾶς | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ν | ||
| 1158 | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Περικλῆς Πεῤῥωτῆς | |||
| 1159 | Θεόφιλος Προβατᾶς | Δημήτριος Τζάνες | Ο | ||
| 1160 | Γ. Σκάρπας | Ο | Περικλῆς Μποῦτος | ||
| 1161 | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Παναγιώτης Σάκκης | Ν | ||
| 1162 | Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | Ο | Νικόλ. Παπαλέξης | ||
| 1163 | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Νικόλ. Μισυρλῆς | Ν | ||
| 1164 | Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ν. Καράπαυλος | Ο | ||
| 1165 | Γεράσιμος Μουσούρης | Ἀσημάκης Χρηστόπουλος | |||
| 1166 | Παναγ. Βενιεράτος | Εὐστάθιος Κοκκέβης | |||
| 1167 | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Δημήτριος Κάρτσωνας | |||
| 1168 | Γεώργιος Κόρπας | Ν | Δημήτριος Π. Γουδῆς | ||
| 1169 | Στέφανος Σκουλούδης | Ο | Σ. Χατζηγάκης | ||
| 1170 | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | |
| 1171 | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| 1172 | Νικόλ. Νομικός | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ν | |
| 1173 | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | Α. Ταχιατζῆς | Ο | |
| 1174 | Γεώργιος Μπούμπουρας | Ο | Γ. Τάκης | ||
| 1175 | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | Ν. Ταρμπάζης | ||
| 1176 | Δημοσθένης Καΐρης | Ο | Ζη. Φαλιάγκας | ||
| 1177 | Νικόλ. Κρίσπης | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο | |
| 1178 | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | Ν | Θεόδωρος Γκίκας | ||
| 1179 | Ἰω. Γκιὼν | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | ||
| 1180 | Κωνστ. Κοσσονάκος | Ο | Κ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| 1181 | Γεώργ. Μαυρομιχάλης | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | |||
| 1182 | Ἀριστ. Πετρουλάκης | Ν. Κοντογιάννης | |||
| 1183 | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| 1184 | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | Γ. Λιδωρίκης | Ο | |
| 1185 | Λεων. Καπετανάκος | Ο | Κ. Χατζῖσκος | ||
| 1186 | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | Δ. Ζουλούμης | ||
| 1187 | Γ. Πετρουλάκης | Ν | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| 1188 | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | Θεμιστ. Κανάρης | Ν | |
| 1189 | Ἰωάνν. Καρτάλης |
1890.05.30
2,420 rows · 18,430 words · 1 table · 110 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
τῆς 30 Μαΐου 1890.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 6½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Τριπόλεως ἐκ μέρους ἐπιτροπῆς τῶν αὐτόθι συντεχνιῶν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνιστᾷ τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῶν προσόδων, δανείων καὶ βαρῶν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρεκάλεσα χθὲς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα περὶ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Μεσσηνίας καὶ τῶν ἐν τῷ χωρίῳ Ζευγολατίῳ ἱερέων, διότι βλέπω μετὰ λύπης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θέλει νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Μεσσηνίαν ἐκ τοῦ ἄγους τούτου, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ. Ματαιοπονεῖ μεταθέτουσα εἰσαγγελεῖς καὶ δικαστὰς, ματαιοπονεῖ ἀποστέλλουσα τὸν Μπαϊρακτάρην, ἐν ὅσῳ ἡ Ἐκκλησία προκαλεῖ σκηνὰς καὶ σκηνὰς τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι καταλήγουν εἰς τὴν ἀπορφάνωσιν οἰκογενειῶν. Εἷς λόγος τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα βλέπετε ἀναγραφόμενα ἑκάστοτε εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ εἷς λόγος τῆς ἀνάγκης στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων ἐπὶ κεφαλῆς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ δεδοκιμασμένου, εἶναι αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία, ἥτις κατώρθωσε τὸν Μεσσηνιακὸν λαὸν νὰ τὸν πείσῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει θρησκεία, δὲν ὑπάρχει ἠθική. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀναφέρω ἓν πρὸς ἓν τὰ ἐγκλήματα τοῦ ἀρχιεπισκόπου Μεσσηνίας, νὰ τὰ ἀναπτύξω τοιουτοτρόπως, ὥστε εἰς πάντα ἐξ ὑμῶν νὰ γείνωσι καταληπτὰ καὶ ψηλαφητὰ, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλῶ ἄνευ μαρτύρων, ἄνευ ἀποδείξεων, ἄνευ ἐγγράφων, καὶ διὰ τοῦτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν σχετικῶν ἐγγράφων, ἵνα ἀποδείξω δι’ αὐτῶν τὴν κατεπείγουσαν ἀνάγκην τῆς ἀπομακρύνσεως τοιούτου ἱεράρχου ἀπὸ τοῦ τόπου ἐκείνου. Ὑπάρχει συνάδελφος τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν), ὁ ὁποῖος γνωρίζει ἀκριβῶς τὰ περὶ τοῦ ἱεράρχου αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη δὲν θὰ θεωρηθῇ ὑστερόβουλος, τοῦ ὁποίου οἱ λόγοι θὰ θεωρηθῶσιν ἀκριβέστατοι, καὶ ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὁμιλήσῃ, ἐὰν ἔχω δίκαιον, παραπονούμενος στεντορείᾳ τῇ φωνῇ ἐντεῦθεν περὶ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, τῆς βασιλευούσης ἐν Μεσσηνίᾳ, ἐὰν ἔχω δίκαιον παραπονούμενος κατὰ τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν γνωρίζει τὰ κατὰ τὸν ἱεράρχην τοῦτον· εἰς δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐδόθη νύξις ἐντεῦθεν, καὶ τῷ ἐπεβάλλετο νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὸν ἱεράρχην. Ἔκτοτε παρῆλθε μακρὸς χρόνος, ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου μέχρις Ἀθηνῶν δὲν εἶναι μακρὰ, καὶ ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν, νὰ τὴν μελετήσῃ, καὶ ἤθελε πεισθῆ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκδιώξῃ ἐκεῖθεν τοιοῦτον ἄνθρωπον. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω, καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ μακρὸν, διὰ νὰ ἐξαναγκάσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς, νὰ ζητήσῃ τὰ ἔγγραφα, νὰ μελετήσῃ αὐτὰ, καὶ ἐὰν νομίζῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκτυλιχθῶσιν ἐνταῦθα τὰ ὄργια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἴδῃ ἐν τῇ δικογραφίᾳ, νὰ σπεύσῃ νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τοιούτου ἱεράρχου. Δὲν δυνάμεθα ἄλλως νὰ ζητήσωμεν δίκαιον, νὰ ζητήσωμεν ἄλλως ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἄλλως νὰ ἀμυνθῶμεν κατὰ τοιαύτης καταστάσεως, εἰμὴ κωλυσιεργοῦντες ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἐξαναγκάζοντες δηλ. τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ καθῆκον αὑτῆς. Γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ ἱεράρχης ἐκεῖνος κατηγγέλθη, ὅτι διεξήχθη ἀνάκρισις ἐπὶ μακρὸν χρόνον, γνωρίζει ὅτι καὶ πάλιν, ὅτε ἐγίνετο ἐδῶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Μητροπολίτου, καὶ τότε κατηγγέλθη, καὶ ὅμως θέλουσα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὴν ψῆφον αὐτοῦ διὰ τὸν Μητροπολίτην, παρεγνώρισε, παρεῖδεν ὅ,τι δὲν ὤφειλε νὰ παρίδῃ, καὶ ἠκούσατε ἐδῶ, ἀναγραφόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου, ἢ καὶ πρότερον, ἢ καὶ ὕστερον, διάφορα ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ ἐγκλήματα, τελούμενα ὑπὸ τοῦ ἱεράρχου ἐκείνου, ὡς προεξάρχοντος. Κατηγγέλθη ἐπὶ χειροτονίαις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τὸν ἀποθανόντα Μητροπολίτην εἶχον χαρακτηρισθῆ ὡς μὴ πραγματοποιήσιμοι· εἶχε καταντήσει καὶ ἐν μέσαις Ἀθήναις πλειοδοτικὴ δημοπρασία ἡ χειροτονία! Πρὸ ἡμερῶν ἠπείλησα τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα καὶ θὰ ἐκτυλίξω ταῦτα πάντα, τὴν ἠπείλησα, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ συνετίσω αὐτὴν, θὰ τὴν ἐξαναγκάσω εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός της· ἀλλὰ ματαίως ἤλπισα, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος σήμερον νὰ ψαύσω ἄκρῳ δακτύλῳ τὴν κατάστασιν ταύτην, διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ἂν ἐπιμένῃ τηροῦσα τὴν τοιαύτην τακτικὴν, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἐκτυλίξω τὰ πάντα ἐντεῦθεν, μὴ ὑπολογίζων ποῖον κακὸν θὰ προέλθῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐκ τῆς δημοσίας ἐκτυλίξεως τοιούτων πραγμάτων, καὶ μάλιστα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὁπόθεν τὰ πάντα εἰς τὸ ἄκρον τῆς Ἑλλάδος διαδίδονται. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἄλλοτε ἐν Ζακύνθῳ μετεχειρίσθη τρόπον ἄσεμνον καὶ ἔκνομον, διὰ νὰ ἐκδιώξῃ ἐκεῖθεν τὸν ἱεράρχην, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο φίλος αὐτῆς· ἔπλασεν ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας προβλέπουσι καὶ διατάττουσι τὴν παῦσιν τοῦ ἐπισκόπου....
§3ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Καὶ ἐπαύθη.
§4ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶχε σωματικὴν ἀνικανότητα.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠσθένει τέλος πάντων· ἐπρόκειτο περὶ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐθεωρήθη ὡς ἀνίκανος σωματικῶς, καὶ τὸν καθῄρεσεν ἡ Κυβέρνησις. Ἤδη πρόκειται περὶ ἱεράρχου ἀσελγήσαντος καὶ τὸν διατηρεῖ ἐν τῇ ἀρχῇ! Ἐτόλμησε μάλιστα ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ ἱερουργήσῃ ἐν τῇ Μητροπόλει, καὶ ἡ σεβαστὴ ἡμῶν Ἄνασσα νὰ ἀσπασθῇ τὴν χεῖρα τοιούτου ἱεράρχου. Ὁμιλῶ περὶ τῆς Βασιλίσσης, ἀναφέρω ταύτην, διότι εἰς αὐτὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπονέμει τὸν μέγιστον σεβασμὸν, διότι εἶναι ἀξία τοιούτου σεβασμοῦ. Καὶ εἰς τοιαύτην γυναῖκα, εἰς τοιαύτην Βασίλισσαν ἐπέτρεψεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀσπασθῇ τοιούτου ἱεράρχου τὸ χέρι! Μοὶ ἐπιβάλλεται, Κύριοι, νὰ ὁμιλῶ κατὰ τοῦ ἱεράρχου τούτου μέχρι βαθμοῦ τοιούτου, ὥστε νὰ ἐγερθῆτε ὅλοι νὰ μοῦ κλείσητε τὸ στόμα. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς ἐπὶ πλέον νὰ ἀνεχθῶμεν τὴν κατάστασιν ταύτην ἐν τῷ νομῷ τῆς Μεσσηνίας, νὰ διδάσκωνται ἐκ τῆς διαγωγῆς τοιούτου ἱεράρχου τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν ἡμῶν αἰσχρότητας καὶ κακοηθείας. Στενοχωροῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐκτυλίξω ἐλευθέρως ὅ,τι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀκούσητε, διὰ νὰ ἀναγκάσητε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της. Ἐὰν ἐπίστευον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις μυστικὴν συνεδρίασιν, ἤθελον προκαλέσει τοιαύτην, διὰ νὰ φρίξητε, διὰ νὰ στιγματίσητε τὴν Κυβέρνησιν σεῖς, οἱ φίλοι αὐτῆς, διὰ τὴν τοιαύτην διαγωγήν της ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Θὰ διακόψω τὸν λόγον, Κύριοι, ἐὰν λάβω ῥητὴν διαβεβαίωσιν ἐκ μέρους τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, ἰδίᾳ δὲ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅ,τι τὸ καθῆκον καὶ ὁ νόμος ὑπαγορεύει εἰς αὐτόν· θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ συνάδελφός του ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀρνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, νὰ καταθέσῃ αὐτὸς τὴν σχετικὴν δικογραφίαν, διότι ἄλλως θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ παρουσιάσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀντίγραφα τῶν ἀνακρίσεων, καὶ νὰ λάβω τὸν λόγον ἄνευ τῆς δικογραφίας, νὰ μὴ φεισθῶ δὲ οὐδενὸς, καὶ νὰ μὴ σταματήσω πρὸ οὐδενός. Δὲν θέλω νὰ προσθέσω τι πλέον περὶ τοῦ σκανδαλώδους τούτου ζητήματος. Ἀναμένω νὰ ἴδω τί θ’ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τί σκέπτεται νὰ πράξῃ.
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἀπαντήσῃ;
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ δώσω ἔγγραφον ἐπερώτησιν, καὶ δύναται νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως ὁ κ. Ὑπουργός. Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, ἐν Καλάμαις ὑπάρχει σχολάρχης τις, Διονύσιος Πετρόπουλος, ὁ ὁποῖος παραβιάζει τὸν νόμον· τίνι τρόπῳ; τὸ γράφω ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ ν’ ἀποσταλῇ καθηγητής τις εὐϋπόληπτος, διὰ νὰ κάμῃ ἀνακρίσεις καὶ ἐξετάσῃ τοὺς μάρτυρας, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπερώτησίς μου ἀναφέερι. Ἐπιθυμῶ νὰ πιστοποιηθῇ διὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ὅσα λέγω εἶναι ἀκριβῆ, καὶ εἰς τοῦτο δύναμαι νὰ προκαλέσω συνάδελφον ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, ὅπως βεβαιώσῃ τοὺς λόγους μου. Ἔντιμε συνάδελφε κύριε Δημήτριε Τζάνε, παρακαλῶ νὰ εἴπῃς, τί εἶναι ὁ σχολάρχης οὗτος, λόγῳ τιμῆς, καὶ τίς ὁ γυμνασιάρχης, ὁ ὁποῖος συμφωνεῖ μετὰ τοῦ σχολάρχου. Ἐπικαλοῦμαι δὲ καὶ πάντας τοὺς ἐν Καλάμαις διαμένοντας, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὸν ἄνθρωπον αὐτόν. Καταθέτω τὴν ἔγγραφον ἐπερώτησίν μου, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Τζάνες θέλει ἀπαντήσει.
§8ΤΖΑΝΕΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι διηγοῦνται πολλὰ περὶ τοῦ σχολάρχου, τὰ ὁποῖα καὶ ἀνήγγειλα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι πρόκειται νὰ στείλῃ ἀνακριτὴν πρὸς ἔρευναν. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει καὶ ἀλλαχόθεν εἴδησιν περὶ τοῦ σχολάρχου τούτου, ὅτι διαπράττει ἐκβιάσεις κατὰ τὰς ἐξετάσεις καὶ τὰ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἁρμοδιώτερος νὰ γνωρίζῃ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον;
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περιμένω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, τί θὰ κάμῃ περὶ τοῦ ἱεράρχου· διότι, ἂν σιωπήσῃ, δὲν ἐννοῶ νὰ δεχθῶ τὴν σιωπήν του, καὶ γνωρίζει πῶς δὲν ἐννοῶ νὰ τὴν δεχθῶ.
§11ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Περὶ τοῦ πρώτου ζητήματος δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω βαθεῖαν λύπην δι’ ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν ὁ προλαλήσας περὶ ἱεράρχου. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς θρησκείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας, νὰ μὴ ἐλέγοντο. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, οὐδεμίαν γνώμην ἔχω, καθόσον ἀγνοῶ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ὑπόθεσιν, ἑπομένως οὐδεμίαν ἀπάντησιν δύναμαι νὰ δώσω. Ἐζητήσατε ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κατάθεσιν ἐγγράφων· ἐὰν νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ κατατεθῶσι, τότε θὰ λάβω γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ἀπολύτως ἀγνοῶ· δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις, ἂν ἐξεδόθη ἀπόφασις ἢ ὄχι· θὰ ζητήσω περὶ τούτων πληροφορίας· ἐὰν δὲ μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἴδω, ὅτι ἐπιβάλλεταί μοι ἰδιαίτερόν τι καθῆκον, θέλω τὸ ἐπιτελέσει. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν ἐπερώτησιν, τὴν σχετικὴν πρὸς τὸν σχολάρχην, λέγω ὅτι πράγματι ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καταγγελία περί τινων πράξεων τοῦ σχολάρχου· ἀμέσως ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ γυμνασιάρχου καὶ ἄλλας πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ οὗτοι μὲ ἔπεισαν, ὅτι τὰ καταγγελθέντα δὲν ἦσαν ἀληθῆ, ἀλλ’ ἐπειδὴ Βουλευταὶ τοῦ νομοῦ ἐπιμένωσιν ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν τούτων, θέλω διατάξει τὴν μετάβασιν ἐκεῖ καθηγητοῦ τινος ἢ γυμνασιάρχου, ὅπως ἐξετάσῃ καὶ ἀναφέρῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· μετὰ τὴν ἐξέτασιν δὲ τῶν πραγμάτων καὶ τὴν ἀναγγελίαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν πορισμάτων τῆς ἐξετάσεως θέλω λάβει τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ὑποδεικνύουσι.
§12ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν ἐδήλωσα, ὅτι ἐζητήθη παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ἡ δικογραφία, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής. Σήμερον προσθέτω τὴν πληροφορίαν, ὅτι καὶ ἀπεστάλη αὕτη, θέλω δὲ καταθέσει αὐτὴν εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, ἢ θέλω δώσει πληροφορίας, ἀφοῦ μελετήσω τὴν ὑπόθεσιν.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δὲν λέγω ἄλλο τι παρ’ ὅτι πολὺ ἀργὰ ἔρχεται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν παραγγελίαν. Πρὸς δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θὰ ἐκφράσω τὸν οἶκτόν μου, οὐχὶ τὴν λύπην, διὰ τὴν τοιαύτην ἀναλγησίαν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἀρχιεπισκόπου Μεσσηνίας. Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν κατήγγειλον ἰδιαιτέρως τὸ πρᾶγμα. Λυποῦμαι δὲ διότι μετὰ τοσαύτης παῤῥησίας ἐζήτησε νὰ ἀπευθύνῃ μομφὴν κατ’ ἐμοῦ, καὶ λυποῦμαι τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὁ μόνος Ὑπουργὸς, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπω τοιαύτην γλῶσσαν, προκειμένου περὶ τοιούτων ζωντανῶν καὶ καταφανῶν πραγμάτων καὶ περιστάσεων, εἶναι ὁ κ. Θεοτόκης· δὲν ἐπιτρέπω τοῦτο, διότι ὁμολογῶ, ὅτι, ὁσάκις ἐντεῦθεν ἐγένετο ἐπερώτησις ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, κατεφαίνετο εἰς τὸ πρόσωπόν του ἡ στενοχωρία καὶ ἡ συναίσθησις, τὴν ὁποίαν εἶχε περὶ τῶν κοινῶν τῆς πατρίδος· ἀλλὰ σήμερον τὸν βλέπω ἄλλον παρ’ οἷος παρίστατο. Ἦλθε νὰ ἐπιῤῥίψῃ μομφὴν ἐπ’ ἐμοῦ, ἐνῷ καὶ ἄλλοτε ἐντεῦθεν μετὰ τῆς αὐτῆς γλώσσης καὶ τοῦ αὐτοῦ πόνου καὶ πείσματος ὡμίλησα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τοῦ ἱεράρχου, καὶ ἔψεξα τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἔσπευσε νὰ καταθέσῃ τὴν δικογραφίαν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δεικνύει τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει πρὸς τὸν ἱεράρχην τοῦτον, καὶ μᾶς πείθει πλέον, ὅτι ἡ Μεσσηνία δὲν ἔχει νὰ ἐλπίζῃ τίποτε ἐκ τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ· εἶναι καταφανὲς, ὅτι ὑπάρχει ἀλληλεγγύη μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἱεράρχου, ὑπόσχεσις προηγουμένη περὶ τῆς ἀσφαλείας αὐτοῦ, ἐν ᾗ περιπτώσει ψηφίσῃ, ὅπως ἐψήφισε, τὸν Μητροπολίτην καὶ γείνῃ τυφλὸν ὄργανον αὐτοῦ. Καὶ οἰκτείρω τὸν τρόπον ὑμῶν, διότι κατήλθετε μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου χάριν κομματικῶν συμφερόντων! Δὲν ὑπολογίζετε τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης διαχειρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζετε, ἀφοῦ καὶ μέχρι τῆς Ἐκκλησίας ἔφθασαν αἱ κομματικαὶ αὐτοῦ ἐνέργειαι. Ἐπεθύμουν κύριε Θεοτόκη, νὰ εἴχετε τὸν ἱεράρχην αὐτὸν εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ νὰ ἦσθε εἰς τὴν θέσιν μου, διὰ νὰ ἔβλεπον, τί ἠθέλατε εἰπεῖ, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς σᾶς ἀπήντα ὅπως ὑμεῖς ἀπηντήσατε. Ἀνακρίσεις ἐπὶ μακρὸν χρόνον διεξάγονται ἐν Μεσσηνίᾳ, ὁ τύπος ὡμίλησε περὶ τούτου· σεῖς ἔπρεπε νὰ ἦσθε ἐν γνώσει, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ἐκ περιεργείας ἔτι. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει τὰ πάντα, καὶ διὰ τοῦτο κρατεῖ δέσμιον εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ τὸν ἀρχιερέα καὶ ὄργανον τυφλὸν τῶν ὀρέξεών του. Καὶ ὅμως παρέρχονται ἀπαρατήρητα πάντα ταῦτα, καὶ ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις τὸν ἱεράρχην αὐτὸν νὰ ἱερουργήσῃ ἐν τῇ Μητροπόλει, ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως! Ἐγνώριζεν ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ψηφοφορία περὶ τοῦ Μητροπολίτου, καὶ ὅτι ἐγὼ κατηγόρησα τοῦ ἀρχιερέως Μεσσηνίας καὶ μέλους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ἐπέδωσα διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος τὴν κατηγορίαν. Δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε τοιαῦτα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; δὲν γνωρίζετε ὅτι ἐγένετο περὶ τούτου συζήτησις ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ; πόσαι ἐφημερίδες δὲν ἔγραψαν τὰ περὶ τούτου; καὶ δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔδωσε κἀμμίαν προσοχὴν εἰς ὅλα ταῦτα, καὶ ὅταν μάλιστα τὸ ζήτημα ἦτο ἐπὶ τοῦ τάπητος; Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πειθόμεθα εἰς ποίαν πλάνην εὑρισκόμεθα, πιστεύσαντες ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε πράξει τὸ καθῆκόν της. Διὰ τοῦτο ἀπαιτῶ, ἐν τῷ δικαιώματί μου ὡς Βουλευτοῦ, νὰ καταθέσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν δικογραφίαν, διότι θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην, διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν εὐθύνην, νὰ ἔλθω ἐνταῦθα μὲ τὰ ἀντίγραφα τῶν ἀνακρίσεων. Δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀφήσω νὰ διέλθῃ αὐτὴ ἡ ἐποχὴ, χωρὶς νὰ ἀπαλλαχθῇ ἡ Μεσσηνία ἀπὸ τοιοῦτον ἱεράρχην. Δίδω τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χειροτονήσῃ νέον φίλον της, οἱονδήποτε, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὗτος δὲν θὰ κατέλθῃ ποτὲ εἰς οἷον σημεῖον ἀσεβείας κατῆλθεν ὁ ὑπάρχων σήμεραν ἱεράρχης. Δὲν θὰ εἶχον ἀντίῤῥησιν, καὶ ἂν εἶχεν ἀδελφὸν ὁ κ. Τρικούπης ἢ ἐξάδελφον, νὰ τὸν στείλῃ ἱεράρχην ἐν Μεσσηνίᾳ, διότι πιστεύω, ὅτι οὗτος δὲν ἤθελεν ὑπερβῆ τὰ ἐσκαμμένα. Ἀπαιτῶ λοιπὸν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν καὶ ἀκολούθως ν’ ἀποστείλῃ αὐτὴν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ νὰ ἐνεργήσωσιν ἀμφότεροι δραστηρίως· ἄλλως νὰ καταθέσωσι τὰ ἔγγραφα, διότι τότε μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξαναγκάσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ σεβασθῇ τὸν νόμον καὶ νὰ κρατήσῃ τὸ γόητρον τῆς Ἐκκλησίας. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ μὲ ἀναγκάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα μὲ τὰ ἀντίγραφα τῶν ζητουμένων ἐγγράφων καὶ νὰ κάμω πάντας ὑμᾶς νὰ φρίξητε διὰ τὴν τοιαύτην διαχείρισιν τῆς ἀρχῆς.
§14ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸ πρᾶγμα, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν εἶναι διόλου σύνηθες, οὐδὲ δύναται νὰ μὴ συγκινήσῃ τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, πρωτίστως δὲ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐνδιαφέρηται ὑπὲρ τοῦ γοήτρου τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα, καὶ ἂν ἐνδιαφέρηται ὑπὲρ τοῦ ἱεράρχου, νομίζω ὅτι πρὸς τιμὴν αὐτοῦ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὰς δεούσας ἀνακρίσεις, καὶ νὰ καταθέσῃ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν. Περὶ παντὸς ὑπαλλήλου δύναται νὰ ὑπάρχῃ οἱαδήποτε ὑπόνοια, ἀλλ’ οὐδέποτε περὶ τῆς ἀνωτάτης ἐν τῷ τόπῳ ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, ἥτις ἔχει ἐντολὴν νὰ κήδηται τῆς τιμῆς τῆς Ἐκκλησίας, καὶ νὰ ἠθικοποιῇ τὴν κοινωνίαν. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις ἀμέσως νὰ φροντίσῃ νὰ ἐνεργήσῃ τὰς δεούσας ἀνακρίσεις καὶ πρὸς τιμὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ πρὸς ἠθικὸν ὄφελος. Ὅσα διεξετραγῳδήθησαν περὶ τοῦ ἱεράρχου τούτου πρέπει νὰ ἀναγκάσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν. Δὲν ἀναφέρω πράξεις, διότι νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἤδη πρόκειται, εἶναι νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀνακρίσεις, διὰ νὰ μάθῃ ἡ κοινωνία, ἂν ὁ ἐπίσκοπος οὗτος εὑρίσκηται ὑπὸ τὸν ῥύπον τοῦτον, — διότι ῥύπος εἶναι αἱ κατ’ αὐτοῦ καταγγελίαι.
§15ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι συμφέρον εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν Καλάμαις ἡ θέσις τοῦ ἱεράρχου τούτου δὲν εἶναι εὐάρεστος. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὰ μυστήρια τῆς ἀνακρίσεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἀποφανθῶ κατ’ αὐτοῦ· τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι πολλὰ λέγονται, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ ἱκανοποιηθῇ, οὕτως εἰπεῖν, ἡ κοινωνία ἐν Καλάμαις, ἡ ὁποία πιστεύει, ὅτι ὁ ἅγιος Μεσσηνίας δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του· λέγονται πλεῖστα ὅσα, λέγεται ὅτι αἱ χειροτονίαι ὑπερέβησαν πᾶν ὅριον, λέγεται ὅτι λαμβάνει χρήματα καὶ ἐπιτρέπει εἰς ἀπηγορευμένους ἱερεῖς νὰ ἱερουργῶσιν, ὅτι μεταφέρει ἀπὸ τῆς ἀργίας εἰς ἐνέργειαν ἀνηθίκους ἱερεῖς· λέγονται καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ κατάλληλος τόπος νὰ λεχθῶσιν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι κάτοχος τῶν μυστηρίων τῆς ἀνακρίσεως, εἶπον, ἀλλ’ οὐχ ἧττον φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ λέγωνται τὰ τοιαῦτα, εἴτε ἰδιαιτέρως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι χρησιμεύουσιν ὡς καυτήριον πρὸς θεραπείαν· ἄλλως ἐπέρχεται βλάβη. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἐὰν δὲν ἦναι ἀληθῆ ὅσα λέγονται, νὰ παύσῃ τέλος πάντων ἡ κακολογία ἐναντίον ἑνὸς ἄρχοντος τῆς Ἐκκλησίας, κατέχοντος τὸν θρόνον τῆς Μεσσηνίας, θρόνον περίβλεπτον. Πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ πρόνοια σπουδαία, διότι φοβοῦμαι μήπως ἡ κοινωνία τῶν Καλαμῶν βαδίσῃ τὰ πέρα Γαδείρων· διότι, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς γίνεται ἐπικίνδυνος, εἶναι ὅταν τοῦ ὑβρίσῃς τὴν πίστιν.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἤθελον ἄλλον συνήγορον, παρὰ τὸν προλαλήσαντα, κάτοικον τῆς πόλεως Καλαμῶν, διὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός της.
§17ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τεσσάρων μηνῶν κατεκυρώθη ἐν πλειοδοσίᾳ ὁ λιμενικὸς φόρος Βόλου ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Γεωργίου Κανταρτζίδου εἰς τιμὴν λίαν συμφέρουσαν διὰ τὸ Δημόσιον, τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας ἐπεκυρώθησαν ὑπό τε τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Νομαρχίας Λαρίσης, ἐν τούτοις παραδόξως ἠκυρώθησαν κατόπιν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς κοινὴν κατάπληξιν τῶν κατοίκων, μὴ ἐννοούντων τὸν λόγον τῆς ἀκυρώσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας.
§18Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, τυχὼν ἐν Βόλῳ, ἤκουσα παρὰ πολλῶν τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, οἵτινες μοὶ διηγήθησαν τὰς λεπτομερείας μετ’ ἀγανακτήσεως. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγένετο μόνον χάριν προσώπων· διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ πρόσωπα, ἐθυσίασε περιουσίαν τοῦ λιμενικοῦ ταμείου 190,000 δραχμῶν. Ὅτε συνηγωνίζετο ἐν τῇ δημοπρασίᾳ ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ λιμενικοῦ φόρου, ἔλεγε πρὸς τοὺς συναδέλφους του, ὅτι συναγωνίζεται ἀφόβως, καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἐγίνωσκον, τίς ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔλεγε τοῦτο, ἐκ τῶν ὑστέρων δὲ ἀπεδείχθη, ὅτι ἐνόει ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἦτο ὄργανόν του, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπικυρώσει τὴν δημοπρασίαν, ἐὰν ἦτο συμφέρουσα εἰς αὐτὸν, καὶ ἀκυρώσει αὐτὴν, ἐὰν δὲν ἦτο συμφέρουσα. Εἶναι τῷ ὄντι σκάνδαλον, κύριε Πρόεδρε, διότι ἡ πρᾶξις αὕτη χρησιμεύει καὶ σήμερον ὡς ἀπειλὴ, ὡς μέσον κερδοσκοπίας. Καὶ ἀληθῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἐγκρίνῃ μίαν τοιαύτην δημοπρασίαν, διότι οὐδέποτε ἀνεβιβάσθη ἡ πρόσοδος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς εἰς 190,000 δραχμῶν, ἠκύρωσε τὴν δημοπρασίαν καὶ ἀνέθηκε τὴν εἴσπραξιν εἰς αὐτήν. Θέλω λοιπὸν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τίς ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθη νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκμίσθωσιν ταύτην, καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας, τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ἀπόφασίν του, τότε δὲ θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως εὐρύτερον.
§19ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐρευνήσῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀρνοῦνται ν’ ἀποδώσωσι τὴν ὀφειλομένην ἀποζημίωσιν διὰ τὰς ἀπαλλοτριωθείσας γαίας τοῦ δήμου Εὐρωστίνης, ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1885, ὅτε κατεσκευάζετο ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Πελοποννήσου.
§20ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν παρέρχεται ἡμέρα, κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἀνακοινῶνται εἰς τὴν Βουλὴν, εἴτε ἐκ μέρους τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, εἴτε δι’ ἀναφορῶν τῶν δυστυχῶν φυλακισμένων, παράπονα κατὰ τῶν ἐπιστατῶν διαφόρων φυλακῶν τοῦ Κράτους. Σήμερον μοὶ ἀπεστάλη ἀναφορὰ, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ ἑκατοντάδων καταδίκων, κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Ναυπλίου, οἵτινες παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐπιστάτου των· λέγουσι μάλιστα, ὅτι τὸ Νοσοκομεῖον τὸ μεταχειρίζεται ὡς μέσον χρηματισμοῦ καὶ ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ εἰσέλθῃ ἐν αὐτῷ ἢ πληρόνων ποσόν τι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα.
§21ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ αὐτὰς πρόκειται νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις οἱ μαθηταὶ τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς, καὶ βεβαίως μετὰ τοῦτο πάντες, ὅσοι θὰ ἐξέλθωσι τῆς τελευταίας τάξεως, θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ διορισθῶσιν εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἐκανονίσθη ἡ ὑπηρεσία τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ διὰ τοῦτο, φαίνεται, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προεῖδε καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως ὅμως τοῦ ὁποίου δὲν ἐλήφθη πρόνοια. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλήν, νὰ λάβωσι πρόνοιαν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον.
§22ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μοὶ δώσῃ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τῶν ἀργούντων δημοτικῶν σχολείων τοῦ χωρίου Ἁγίου Βασιλείου τῶν Πατρῶν.
§23ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δημοδιδάσκαλοι διωρίσθησαν πρὸ πολλοῦ ἐν Ἁγίῳ Βασιλείῳ, ἐὰν δὲ δὲν λειτουργῶσι τὰ σχολεῖα, τοῦτο προῆλθε διότι κατέστη ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν διδακτήρια. Ἐσχάτως, ὅτε μετέβη ἐκεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐκήρυξεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει προβῆ εἰς τὴν μετάθεσιν τῶν ἐκεῖ διδασκάλων, ἐλάβομεν πρότασιν περὶ ἐνοικιάσεως καταστήματος ἀντὶ 30 δραχμῶν κατὰ μῆνα, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἤδη θὰ κατηρτίσθη ἡ μίσθωσις, καθ’ ἃς ἐδώσαμεν διαταγάς.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναστολῆς εἰσπράξεως φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ 1890 ἐν τῷ νομῷ Λαρίσσης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον μόνον. Εἶναι δύο τροπολογίαι, μία τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ ἑτέρα τοῦ κ. Ρικάκη.
§26ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συγχωνεύονται.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δηλιγιάννη, εἰς ἣν συγχωνεύεται ἡ τοῦ κ. Ρικάκη, ἔχει ὡς ἑξῆς.
§28ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον μόνον. Ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δημοσίου καὶ δημοτικοῦ φόρου τοῦ ἔτους 1890 οἱ κάτοικοι τῶν τοῦ νομοῦ Λαρίσσης χωρίων, τοὺς ὁποίους ἤθελεν ὁρίσει, μέχρι τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένου χρόνου πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου, ὡς ὑποστάντας καταστροφὴν τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας τῶν πρωΐμων δημητριακῶν καρπῶν ἐπιτροπή, ἀπαρτιζομένη ἐκ τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετῶν, τῶν Προέδρων τῶν ἐν Λαρίσσῃ καὶ Βόλῳ Πρωτοδικῶν, τοῦ Διοικητοῦ τῆς Προνομιούχου Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας καὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφόρων Λαρίσσης καὶ Βόλου. Ἡ ἐπιτροπὴ συνέρχεται ἐν Λαρίσσῃ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν, ὀφείλοντος ν’ ἀνακοινώσῃ τὰ πεπραγμένα δι’ ἐκθέσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. «Εἰς ἕκαστον τῶν κατοίκων τούτων, ὧν ἡ ἐφετεινὴ συγκομιδὴ κατεστράφη, θέλει χορηγηθῆ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ποσὸν σίτου ἢ κριθῆς τοσοῦτον, ὅσον ὑπῆρξε τὸ παρ’ ἑκάστου αὐτῶν διατεθὲν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἰς σπορὰν, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς γεωργικὰς ἐργασίας των.»
§29ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὴν ἑρμηνείαν, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς πρὸς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον διαφωνία μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς τροπολογίας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἠθέλησεν, εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, νὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον νὰ κανονίσῃ τὸ ποσοστόν. Ἐκ τοῦ ὅτι δὲ θέλει κανονισθῆ τὸ ποσοστὸν ἐν μελλούσῃ Συνόδῳ ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ Βουλευτικὴ ἐκείνη Σύνοδος δύναται καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ ἐντελῶς τοῦ φόρου· λοιπὸν ὀρθότερον εἶναι ἀπὸ τοῦδε νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀπαλλαγήν. Ἀντὶ λοιπὸν τοῦ «ἀναστέλλεται» νὰ τεθῇ «ἀπαλλάσσονται». Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη τροπολογία, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅπως ἐπέλθῃ πλήρης συνεννόησις ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, καλὸν εἶναι νὰ τεθῇ μία προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ὁρισθοῦν τὰ ἀπαλλακτέα τοῦ φόρου χωρία.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, ἵνα γένηται ἡ ἀναστολή, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τοῦτο ἐπιτυγχάνεται μόνον ἂν ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον εὐθὺς μετὰ τὴν ψήφισιν. Ὥστε, εἴτε προστεθῇ ἡ προτεινομένη διορία, εἴτε μὴ, τὰ τῆς ἐφαρμογῆς δὲν μεταβάλλονται· νομίζω δὲ προτιμότερον νὰ μὴ τεθῇ διορία, ὡς ἐνδεικνύουσα ἐνδεχομένην βραδύτητα, ἐνῷ οὐδὲ στιγμῆς ἐπιτρέπεται ἀναβολὴ τῆς ἐνεργείας, τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένης. Τὸ περὶ ἀναγραφῆς δὲ ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου ἔχει μεγαλειτέραν σημασίαν, διότι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιφυλάξωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα, ἵνα μὴ ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου ἰδιοκτήτας εὐπόρους. Ἂν ἐπιτυγχάνηται νομοθετικῶς ἡ διάκρισις, δέον πάντως νὰ γενῇ· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν εἴμεθα πλέον εἰς θέσιν, ἵνα ἀποφανθῶμεν· ὁ φόρος καταβάλλεται μὲν ὑπὸ τῶν καλλιεργητῶν, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου εἰς λογαριασμὸν αὐτοῦ, βεβαίως δὲ σκοπὸς ἡμῶν ἁπάντων εἶναι νὰ μὴ ἀπαλλάξωμεν τοῦ φόρου πλουσίους ἰδιοκτήτας. Ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι ἀπαλλακτέος τοῦ φόρου, ἂν αὐτὸς ἦναι καὶ καλλιεργητής· οὐδαμῶς ὅμως ὅταν καλλιεργητὰς ἔχῃ τοὺς χωρικούς, καὶ μάλιστα ὅταν ἦναι ἐκ τῶν βαθυπλούτων, τῶν ἐχόντων ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ ἀπεράντους. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ἵνα, ὅταν προέλθωμεν εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν τῆς ἀποδόσεως ἢ μὴ τοῦ φόρου, οὗτινος νῦν ἀναστέλλεται ἡ εἴσπραξις, προσπαθήσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τὴν διάκρισιν, περὶ ἧς ὡμίλησα.
§31ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφισθῇ, νὰ ἑρμηνευθῇ ἀπὸ ἡμᾶς, ἢ νὰ ἐξηγηθῇ, βεβαίως θὰ ἤρκουν αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον ἔδωσε τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι ἐπιφυλάττει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ μετὰ τὰς ἐκθέσεις τὰ περὶ ἀπαλλαγῆς ἢ μὴ ἀπαλλαγῆς. Ἀλλὰ ὁ νόμος αὐτὸς θ’ ἀποτελέσῃ μέρος τῆς νομοθεσίας, ἡ ὁποία θὰ μείνῃ καὶ διὰ τοὺς μεταγενεστέρους. Ἐγὼ λοιπὸν νομίζω, ὄχι διὰ τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ δι’ αὐτὴν τὴν νομοθεσίαν, νομίζω ἄτοπον νὰ ὑπάρχῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ, ὅτι ἀναστέλλεται ἡ εἴσπραξις λόγῳ θεομηνίας, καὶ ἔπειτα νὰ λέγῃ, ὅτι δι’ ἐνιαυσίου νόμου θὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσοστόν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ἂν εὑρίσκετε ὀρθὸν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε ὅτι ἐννοεῖτε, καὶ τὸ ὁποῖον ὅλοι παραδεχόμεθα, νὰ ἐκφρασθῇ καθαρώτερον, ὄχι ὅτι ἐπιφυλάσσεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κανονίσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ ἀτόκως ὁ ὀφειλέτης, ἀλλ’ ὅτι «μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων τούτων δι’ εἰδικοῦ νόμου θέλουσι κανονισθῆ τὰ τοῦ ἀνωτέρω φόρου». Τίποτε ἄλλο· μία ἐπιφύλαξις.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν τὴν διάταξιν ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ, ὁρίζοντες ὅτι «διὰ τῶν ἐνιαυσίων νόμων περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐγγείων φόρων ὁρισθήσονται τὰ τῆς ἀπαλλαγῆς ἢ τὰ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον φόρου...»
§33ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε πρὸ ὀλίγου. Ἡ ἰδέα του εἶναι, ὅτι οἱ γεωργοὶ πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσιν, ἀλλ’ ὄχι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄδηλον ἔτι.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀναχωρήσαντες, ἐθέσατε καὶ δευτέραν διάταξιν. Τώρα, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε διατυπωθῆ οὕτω πως ἡ δευτέρα παράγραφος, ὥστε νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἢ περὶ τοῦ ποσοστοῦ, δὲν σημαίνει ἐντεῦθεν, ὅτι περιλαμβάνεται ἐν τῷ νόμῳ ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ κάμῃ ὁ νομοθέτης μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ, δὲν περιλαμβάνεται.
§37ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ὁ νομοθέτης θὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ μέλλον εἰς αὐτὴν τὴν δυσκολίαν· ὥστε πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἀκριβέστερον αὐτὴ ἡ ἰδέα, ὅτι θεωροῦμεν ὡς ἀπαλλαγὴν ὁριστικὴν ἀπὸ τοῦδε γενομένην ὡς πρὸς τοὺς γεωργοὺς, ἀλλὰ θεωροῦμεν ὡς μὴ ἀφιέμενον τὸν φόρον ἢ κανονισθησόμενον τὸν φόρον ὡς πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας· θὰ ἐνόουν τοῦτο. Ἀλλὰ, ὅπως τὸ ἔχετε διατυπώσει, «οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων», καὶ ἂν περιλάβητε τὴν τροπολογίαν ἐν τῷ νόμῳ, δὲν κάμνετε τὴν διάκρισιν.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πράγματι δὲν τὴν κάμνω, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὴν κάμω, ἐπιθυμῶ νὰ ὑπάρχῃ μάλιστα πλήρης ἐπιφύλαξις, ὅπως ἡ μέλλουσα νομοθετικὴ ἐξουσία ᾖ ἐντελῶς ἐλευθέρα νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα εἴτε ὑπὲρ τῆς διακρίσεως εἴτε κατὰ τῆς διακρίσεως, διότι βραδύτερον θὰ ἦναι ἐντελῶς παρεσκευασμένη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρὸς τὴν λύσιν, ἐνῷ σήμερον δὲν εἶναι. Ταύτην λοιπὸν τὴν ἐπιφύλαξιν θέλω νὰ ἀναγράψω, καὶ νομίζω ὅτι ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τὴν ἐπιφύλαξιν ποιούμεθα πλήρη· οὕτω δὲ τὸ ἐδάφιον θὰ μείνῃ ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ προστεθῶσι δ’ ἐν τέλει αἱ λέξεις: «ἢ τὰ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου».
§39ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐπιφύλαξις εἶναι ὅλως διόλου περιττή. Ἐνόουν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀρχικῶς κατηρτίσθη, διότι ἐκ τοῦ ὅτι ἀναστέλλεται ὁ φόρος σήμερον δὲν ἐννοεῖται ὅτι αὔριον δὲν δύναται νὰ δωρηθῇ. Πρὸς τί λοιπὸν αἱ τροπολογίαι. Λοιπὸν ἡ ἔννοια αὕτη εἶναι λίαν σαφῶς διατετυπωμένη ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ. Τώρα ἐννοεῖται ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀφήσῃ πάντα τὸν φόρον. Ἡ ἐπαγγελία αὕτη εἶναι τόσον κενὴ, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ τεθῇ ἡ τροπολογία. Ἡμεῖς ὅμως ἐννοοῦμεν τὴν ἄφεσιν τοῦ φόρου, καὶ θὰ ἐπιμείνωμεν.
§40ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι αἱ τροπολογίαι ἢ μᾶλλον αἱ τροπολογίαι τῶν τροπολογιῶν δὲν λύουν τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα λύεται διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν παῤῥησίαν νὰ εἴπωμεν καθαρὰ, τὶ ἐννοοῦμεν· ἐννοοῦμεν νὰ ἀπαλλάξωμεν δυστυχήσαντας γεωργοὺς, ναὶ ἢ ὄχι; Ὅταν θέτωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν, καθ’ ἣν ἐπιτροπὴ πολυτελεστάτη μὲ πάσας τὰς ἐγγυήσεις μέλλει νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῶν χωρίων, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν ἔκτακτον θεομηνίαν, διατὶ νὰ μὴ ὁρίσωμεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἀπαλλάσσονται παντὸς φόρου; Ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία προσοχῆς, εἶναι ἐκείνη, ἣν ἐπρόβαλεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς γεωργοκτηματίας, ἀλλὰ τοῦτο δύναται νὰ ἐξηγηθῇ προχείρως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου οἱ κάτοικοι καλλιεργηταί.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ἂν ὁ ἰδιοκτήτης ἦναι καλλιεργητής; Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην χρόνου, ἵνα ἐξεύρωμεν τὰ τῆς διακρίσεως.
§42ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἰδιότης τοῦ καλλιεργητοῦ κυριεύει.
§43ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποφασισθῇ ἀπὸ τοῦδε, νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ὁριστικὴ ἀπαλλαγὴ, διότι οἱ γεωργοὶ θέλουν νὰ πιστεύσουν, ὅτι τοὺς ἀπαλλάσομεν, ἐνῷ δὲν τοὺς ἀπαλλάσσομεν, ἴσως μάλιστα καθιστῶμεν τὴν θέσιν των δυσχερεστέραν, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν τοὺς ζητοῦμεν σήμερον, θὰ τὸ ζητήσωμεν ἀργότερα, ὅτε θὰ πέσωσιν ἀθρόα εἰς αὐτοὺς τὰ βάρη. Ἑπομένως κατὰ τὰ ἄλλα μέρη δύνανται τὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ κανονισθῶσιν εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπέρχηται ἀπαλλαγὴ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ βεβαίως καθόσον ἀφορᾷ τοὺς γεωργοὺς, τοὺς ἰδίᾳ χειρὶ ἀροτριῶντας τὴν γῆν, περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ γείνῃ ὁριστικὴ ἀπαλλαγὴ, ἄλλως τὸ νομοσχέδιον εἶναι εἰκονικόν.
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα, ἐξεταζόμενον καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀπολύτου δικαίου, δὲν ἐπιδέχεται τὴν διάκρισιν μεταξὺ τῶν γεωργῶν καὶ τῶν κτηματιῶν· τὴν διάκρισιν δὲ ταύτην πολὺ ὀλιγώτερον ἐπιδέχεται ὑπὸ τὴν πρακτικὴν αὐτοῦ σημασίαν. Λέγω δὲ, ὅτι δὲν ἐπιδέχεται ταύτην ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀπολύτου δικαίου, διότι ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι ὁ ἀντικαταστήσας τὸν φόρον τῆς δεκάτης, τὸν φόρον δηλ. ἐπὶ τῆς προσόδου τῆς γῆς. Ἂν παραδεχθῶμεν ὡς ἀναντίῤῥητον, ὅτι πρόσοδος γῆς ἐν τοῖς χωρίοις τούτοις δὲν ὑπάρχει, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ φόρος ἐπὶ τῆς προσόδου ταύτης. Ἐπειδὴ δὲ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς προσόδου τῆς γῆς διὰ νομικοῦ τεκμηρίου καὶ πλάσματος ἀντιπροσωπεύεται παρ’ ἡμῖν ὑπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, νομίζω ὅτι ἡ ἀπόλυτος δικαιοσύνη ἐπιβάλλει ἡμῖν νὰ μὴ στηριχθῶμεν πλέον ἐπὶ τοῦ τεκμηρίου, ἀφοῦ ἔχομεν γεγονὸς θετικὸν καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι τοιαύτη πρόσοδος δὲν ὑπάρχει. Ἡ ἀπόλυτος δικαιοσύνη ἐπιβάλλει ἑπομένως τὴν πλήρη ἀπαλλαγὴν ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Τὸ μόνον δὲ ἐπιχείρημα, ὅπερ ἐμποδίζει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην ταύτην, τὸ νὰ μὴ ἐπωφεληθῶσι δηλ. ἐξ αὐτοῦ καὶ οἱ εὔποροι ἰδιοκτῆται τῶν κτημάτων, ἀνέτρεψεν ὁ ἴδιος, παραδεχθεὶς τὸ δυσχερὲς τῆς διακρίσεως τοῦ πληρόνοντος τὸν φόρον. Εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν διάκρισιν ταύτην, διότι ὁ φόρος πληρόνεται ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ καλλιεργητοῦ καὶ ἐν ταῖς ἰδιοκτησίαις ταῖς ἀνηκούσαις εἰς μεγάλους ἰδιοκτήτας, ἐλάχιστοι δὲ εἶναι οἱ καλλιεργηταὶ, οἱ συνάψαντες εἴτε συμβόλαια εἴτε ἄλλας συμβάσεις μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, ὅπως οὗτοι πληρόνωσι τὸ ⅓ τοῦ φόρου, τὸ εἰς αὐτοὺς δηλ. ἀναλογοῦν ἐκ τῆς μετοχῆς, ἣν λαμβάνουσιν εἰς τὴν πρόσοδον τοῦ κτήματος. Ἀφοῦ δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἐπίσημος ἀπόδειξις, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ὁ καλλιεργητὴς ἐν συνεννοήσει μὲ τὸν ἰδιοκτήτην θὰ παρουσιασθῇ πάντοτε ὡς ὀφειλέτης τοῦ φόρου. Ὅθεν ἡ διάκρισις καὶ ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν θὰ ἀποβῇ ἀπραγματοποίητος, ἄδικος δὲ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀπολύτου δικαίου. Ἂν θὰ χαρισθῇ ὁ φόρος εἰς τὸν καλλιεργητὴν, διατὶ νὰ μὴ χαρισθῇ καὶ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὅστις ἐνδέχεται νὰ ἦναι πτωχότερος τοῦ καλλιεργητοῦ; Καὶ ὑπὸ δικαιολογικὴν καὶ ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν καθαρὰν καὶ τελείαν ἀπαλλαγήν.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προκειμένου περὶ μέτρου φιλανθρωπίας, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δειχθῇ εὐδιάθετος, ἵνα ἐλευθερίως λύσῃ τὸ ζήτημα πρὸς τὸν καλλιεργητὴν, δὲν πρέπει ὅμως νὰ δειχθῇ εὐδιάθετος, ἵνα λύσῃ αὐτὸ ἐλευθερίως πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην. Ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι ἐκ τῶν ἐπιβαλλομένων ἀσχέτως πρὸς τὰ ἀποτελέσματα ἑκάστου ἔτους, τὸ δ’ ἐν ἀφορίᾳ καὶ μετὰ θεομηνίαν ἐπαχθὲς τοῦ φόρου ἀντισηκοῦται δι’ ἀναλόγου μετριασμοῦ τοῦ βάρους ἐν εὐφορίᾳ καὶ ἐν πλουσιοπαρόχῳ ἐσοδείᾳ ἄλλου ἔτους. Τοιούτους φόρους ἔχομεν καὶ ἄλλους, ἐν τῇ κανονικῇ δ’ ἐφαρμογῇ αὐτῶν οὐδὲν λαμβάνεται μέτρον ἀναστολῆς, ἢ καταργήσεως φόρου ἐν ἔτει ἀτυχεῖ, ἔστω καὶ λόγῳ θεομηνίας· ἀλλ’ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἔλαβε τοιαύτας διαστάσεις τὸ κακὸν, ὥστε ἐπιβάλλεται πρόνοια φιλανθρωπικὴ, ἀλλ’ ὑπὲρ μόνον τῶν εὐλόγως δυναμένων νὰ ἐπικαλεσθῶσι φιλανθρωπικὴν ἀντίληψιν, τοιοῦτοι δὲ εἶναι οἱ καλλιεργηταὶ, οὐχὶ ὅμως καὶ οἱ ἰδιοκτῆται. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσι καὶ πρακτικαὶ δυσχέρειαι εἰς ἐφαρμογὴν τῆς διακρίσεως· τοῦτο ἀναγνωρίζοντες, δὲν ἐποιησάμεθα τὴν διάκρισιν ἀπὸ τοῦδε. Ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θ’ ἀποδειχθῇ ἐφικτὴ ἡ διάκρισις· βεβαίως δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ αὕτη διὰ τῆς ἁπλῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κειμένου νόμων, θὰ δεήσῃ ὅπως ὁ νέος νόμος, ὅστις θὰ κανονίσῃ τὰ τῆς διακρίσεως, κανονίσῃ καὶ ἴδιον τρόπον εἰσπράξεως τοῦ φόρου παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν διότι, γινομένης τῆς εἰσπράξεως κατὰ τὰ κείμενα, τουτέστι διὰ τοῦ καλλιεργητοῦ, ὁ ἰδιοκτήτης θέλει ἀπαλλαχθῆ τοῦ φόρου, ἢ θέλει ἐπιῤῥίψει εἰς ἐκεῖνον τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος θέλει νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς αὐτόν. Ἐλπίζομεν, ὅτι, κανονιζομένων τῶν τῆς ἀποδόσεως τοῦ φόρου, ἐφ’ ὅσον οὗτος ἐπιβαρύνει τὸν ἰδιοκτήτην, διὰ τρόπου ἄλλου ἢ τοῦ κεκανονισμένου, θὰ ἐπιτευχθῇ κατὰ τοῦτο καὶ μόνον τὸ ἔτος, ἡ ἀπότισις αὐτοῦ παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου ἀπ’ εὐθείας ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τοῦ καλλιεργητοῦ. Ἄν τοῦτο ἐπιτυγχάνηται, τοιαύτην λύσιν θὰ ἀσπασθῇ βεβαίως ἡ μέλλουσα νομοθετικὴ ἐξουσία, ἂν ὅμως ἀποδειχθῇ τοῦτο ἀνέφικτον, τότε ἕνεκα τῶν δυσχερειῶν τῆς ἐφαρμογῆς καὶ οὐχὶ ἕνεκα τοῦ δικαίου θέλει ἀπαλλαχθῆ καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, ἵνα μὴ χάριν τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἐπιβαρυνθῇ καὶ ὁ καλλιεργητὴς, ὅν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ εὐνοήσῃ.
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι εἰθισμένον διὰ τῶν νόμων νὰ παρέχωνται ἐλπίδες. Διὰ τῶν νόμων χορηγοῦνται δικαιώματα ἢ ἐπιβάλλονται ὑποχρεώσεις, ἐλπίδες ὅμως δι’ οὐδενὸς νόμου οὐδαμοῦ ποτε παρεσχέθησαν· ἡμεῖς δὲ πρόκειται νὰ δώσωμεν ἐλπίδας διὰ τοῦ νόμου, ὃν συζητοῦμεν, εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ νομοῦ Λαρίσσης, ὅτι πιθανὸν εἶναι νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου. Ἀλλὰ λέγουσιν αὐτοῖς διὰ τοῦ νόμου, ὅτι τοῦτο θέλει διαταχθῆ κατόπιν, τὸ δὲ νῦν ἔχον δὲν δυνάμεθα νὰ διατάξωμεν ἄλλο τι ἢ νὰ ἀναστείλωμεν τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ὀφείλουσι τώρα νὰ καταβάλωσι, δίδομεν δὲ αὐτοῖς καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς καὶ ἀπὸ τοῦ φόρου. Τὸ σύστημα τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι πολιτικῶς ὀρθὸν καὶ λυσιτελές. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς συνέταξεν αὐτὸ ὁ Πρωθυπουργὸς, εὑρίσκω τέλος πάντων στηριζόμενον ἐπὶ μιᾶς βάσεως, ἀλλὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου προτείνει, εὑρίσκω ἐντελῶς ἀποκρουστέαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐδέχθημεν τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν περιέχει λογικὰς διατάξεις. Ἄν οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τοῦ νομοῦ Λαρίσσης δὲν συνεκόμισαν οὐδὲ στάχυν, ἂν ἀπώλεσαν πᾶσαν τὴν συγκομιδὴν, νομίζω ὅτι, νὰ καλώμεθα ἡμεῖς ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία, ἵνα δώσωμεν ψῆφον, ὅπως ἀνασταλῇ μόνον ἡ ὑποχρέωσις ἡ πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου, εἶναι εἰρωνεία, εἰς τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ μετάσχωμεν. Ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ πράξῃ ὅ,τι εἶναι δίκαιον νὰ πράξῃ, καὶ ὄχι ὅ,τι παρουσιάζεται ὡς ἀναγκαῖον. Τὸ δίκαιον δὲ εἶναι νὰ ἀπαλλάξῃ ἐντελῶς τῆς φορολογίας τοὺς ἀτυχήσαντας γεωργούς. Ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ μέτρον ὑπαγορεύει λόγος φιλανθρωπίας· νομίζω ὅτι ἔσφαλε, διότι ἡ φιλανθρωπία, τὴν ὁποίαν προκαλούμεθα νὰ ἐκδηλώσωμεν, δὲν εἶναι φιλανθρωπία, εἶναι δικαιοσύνη. Καὶ ὄντως ναὶ μὲν τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐν ἐνεργείᾳ, ἀφίνει εἰς τὸν καλλιεργητὴν τὴν ἐλευθερίαν, ἄλλοτε μὲν νὰ παράγῃ περισσότερα ὅσων προσεδόκα ὅτι θέλει παραγάγει, καὶ ὁ φόρος αὐτὸς νὰ καταλήγῃ εἰς ποσοστὸν ὀλιγώτερον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπολογισθῆ, ὅτι ἐπεβάρυνεν αὐτὸν, καὶ ἄλλοτε τὸ ποσοστὸν νὰ παρουσιάζηται μεγαλείτερον, ἀλλὰ τώρα πρόκειται περὶ γεωργῶν, οἵτινες οὐδὲν παρήγαγον· ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῶσιν ἁπλῶς, διότι δὲν παρήγαγον τόσον, ὅσον ὑπελογίσθη, ἀλλ’ ὀλιγώτερον, ἀλλὰ πρόκειται νὰ καταβάλωσι φόρον, τὸν ὁποῖον ὀνομάζομεν φόρον, ἕνεκα τῆς ἀτελείας τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος. Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἀποτελεῖ λόγον ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης παραγόμενον καὶ ἐπιβαλλόμενον εἰς ἡμᾶς. Λοιπὸν ἡ φιλανθρωπία ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τοῦ φόρου γεωργοὺς, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν συνεκόμισαν προϊὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἀπαιτήσωμεν φόρον. Ὁ Πρωθυπουργὸς παρέστησε δύο πρακτικὰς δυσκολίας· ἡ πρώτη πρακτικὴ δυσκολία εἶναι, ὅτι ἀκόμη οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι παρασκευασμένοι, ὅπως σχηματίσωσι γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ γεωργοὶ τοῦ φόρου· ἡ ἑτέρα, ὅτι ἐπιθυμεῖ, ἂν νομοθετηθῇ ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ φόρου, αὐτῆς τῆς ὠφελείας νὰ μὴ μετάσχωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι βαθύπλουτοι. Τὸ τελευταῖον τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀποτελεῖ δισταγμὸν μὴ πραγματικόν. Βαθύπλουτοί εἰσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἑνὸς χωρίου· ἀλλ’ οὗτοι δὲν κατοικοῦσιν ἐν τοῖς χωρίοις, κατοικοῦσιν ἐν ταῖς διαφόροις μεγαλοπόλεσιν, ἡμεῖς δὲ ἀπαλλάσσομεν τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων Λαρίσσης. Τὸ δεύτερον δὲ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀβάσιμον. Ποίων πληροφοριῶν ἔχει ἀνάγκην ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία; Δὲν ἀρκεῖ τὸ συμβεβηκὸς, ὅτι δὲν παρήχθη οὐδέν; Μόνον αὐτὸ ἀρκεῖ, ἵνα πείσῃ αὐτὴν νὰ μὴ ἔχῃ οὐδένα δισταγμὸν καὶ νὰ παραδεχθῇ τὴν προτεινομένην ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου. Ὅτι ὑπάρχουσι χωρία, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι δὲν συνεκόμισαν οὐδὲν, εἶναι ὁμολογούμενον. Ἔχομεν αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἐδῶ, καὶ ἀριθμοῦνται τὰ χωρία ταῦτα εἰς 125. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι εἰσὶν 80 ἢ 70 ἢ 50. Εἶναι εὔλογον, εἶναι δίκαιον, νὰ λέγωμεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἀκόμη δὲν γνωρίζομεν ἐν πόσοις χωρίοις κατεστράφη ἐντελῶς ἡ συγκομιδή, ἡμεῖς διστάζομεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων τούτων ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου; Ἀλλ’ ἡ τροπολογία ἀπεδέχθη τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ συνιστᾶται ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνατίθεται ἡ ἐξέτασις, τίνων χωρίων οἱ κάτοικοι πρέπει νὰ τύχωσι τοῦ πλεονεκτήματος τῆς ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν εἰσάγομεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ τροπολογίᾳ, ἵνα ἀποφανθῇ τίνων χωρίων οἱ κάτοικοι πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου. Τὴν τροπολογίαν δὲ ταύτην δὲν κατηρτίσαμεν ἡμεῖς. Ἡ γνώμη ἡμῶν μάλιστα εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη κατηρτίσθη κακῶς, διότι ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν ἢ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν οὐδεμίαν γνώμην δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν εἶναι πολυτέλεια. Ἴσως τείνουσι νὰ ἐμποιήσωσιν ἐντύπωσίν τινα εἰς τὸν ἀκούοντα ὅτι σπουδαῖόν τι γίνεται, ἀλλὰ δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ πράγματα, διότι οἱ Πρόεδροι αὐτοὶ οὐδὲ καιρὸν ἔχουσι νὰ ἐξετάσωσιν εἰς ποῖον χωρίον ὑπῆρξε καταστροφὴ, τὴν δὲ γνώμην των θέλουσι σχηματίσει ἀπὸ γνώμας ἄλλων, αἱ ὁποῖαι ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦναι ἀκριβεῖς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπῆρχεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡμεῖς, διὰ νὰ μὴ φέρωμεν δυσκολίας, ἀπεδέχθημεν τὸν σχηματισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς. Τοιουτοτρόπως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἡ ὁποία καλεῖται κατὰ τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ὑπῆρξε καταστροφὴ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἀναστείλῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θέλει ἐξετάσει, ἐὰν ὑπῆρξε καταστροφὴ καὶ θέλει κηρύξει ἀπαλλασσόμενα τὰ χωρία, ἐν τοῖς ὁποίοις ἡ καταστροφὴ ἐπῆλθε.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ἐναντίον τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ προθεσμία ἀναποφεύκτως πρέπει νὰ μείνῃ· ὁ λόγος δὲ ἁπλοῦς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἠθέλομεν δώσει προθεσμίαν, ἠδυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελεν ὑπολάβει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν πρᾶξιν πρὶν ἢ παρέλθῃ ἡ προθεσμία. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν· ἡ προθεσμία τίθεται ἐπιτακτικῶς καὶ ὅπως μὴ δυνηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑπερβῇ τὴν προθεσμίαν ταύτην, διότι φοβοῦμαι, ὅτι, ἐὰν δὲν ταχθῇ προθεσμία, εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ μεροληψία· ὑπάρχει δὲ καί τις λόγος πρακτικὸς, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν ἄμεσον λειτουργίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ λόγος δὲ εἶναι ὁ ἑξῆς. Μετὰ 1 ἢ 2 μῆνας εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζητε, ἐὰν τὸ δεῖνα πρόσωπον παρήγαγεν ἢ ὄχι, ἐνῷ σήμερον δύνασθε νὰ τὸ γνωρίζητε· ὥστε πρέπει νὰ ὁρίσητε τὴν προθεσμίαν σύντομον. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ περιλάβῃ τὴν προθεσμίαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ του.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω ἵνα περιληφθῇ καὶ πλέον τούτου, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, τουτέστι ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ συνέλθῃ εὐθὺς, διότι πρέπει μηδὲ ἡμέρα ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου νὰ παρέλθῃ ἄπρακτος· ἀλλ’ ὡς εἶπον, τούτου ἡ ἀναγραφὴ μεγάλην σπουδαιότητα δὲν ἔχει, διότι ἀναμφιβόλως ἡ ἐπιτροπὴ, κατανοοῦσα τὴν σπουδαιότητα τῆς ἐντολῆς αὐτῆς, θὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου αὐτῆς μετὰ ζήλου. Περὶ δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι ἡ λέξις «κατοίκων» ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐν τῇ τροπολογίᾳ τῇ ὑπ’ αὐτοῦ προταθείσῃ περιλαμβάνει τὴν διάκρισιν, περὶ ἧς ἐποιησάμην λόγον, καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι οὗτος ἀκριβὴς, οἱ δὲ κατὰ τὴν τροπολογίαν αὐτοῦ ἀπαλλασσόμενοι κάτοικοι δὲν θὰ ἦναι οἱ παρ’ αὐτοῦ ὑποτιθέμενοι. Ἐὰν τῷ ὄντι εἶχεν ἡ λέξις «κάτοικοι» τὴν ἔννοιαν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀξιοῖ ὅτι ἔχει, οἱ κάτοικοι καλλιεργηταὶ θὰ ἦσαν ὑπόχρεοι νὰ πληρώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ μερίδιον τοῦ φόρου, τὸ ἀνῆκον εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Τοῦτο δὲ βεβαίως δὲν προτιθέμεθα. Ἐννοοῦμεν τὴν ἀναστολὴν πλήρη, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ οὐδὲ ἡ ἀναστολὴ εἶναι πλήρης διότι ἡ ἀπαλλαγὴ, ἥτις ἀντικαθιστᾷ τὴν ἀναστολὴν ἐν τῇ τροπολογίᾳ αὐτοῦ, θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς μόνους τοὺς κατοίκους, οἵτινες κατ’ αὐτὸν εἶναι οἱ καλλιεργηταὶ, τὸ δὲ ὀφειλόμενον παρὰ μὴ καλλιεργητῶν εἶναι ἀποδεκτέον, θὰ τὸ ἀποδώσῃ δὲ ὁ κάτοικος καλλιεργητής. Ταῦτα δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ. Εἰς τὴν ἀναστολὴν ὑπάγεται πᾶσα πληρωμὴ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν· ὅταν δὲ βραδύτερον κανονισθῶσι τὰ περὶ ὁριστικῆς ἀπαλλαγῆς, τότε θὰ γενῇ διάκρισις ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, καὶ τότε θὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ τρόπου τῆς ἀποδόσεως τοῦ φόρου ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον εἰσπράξεως τοῦ φόρου παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ καλλιεργητοῦ. Ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ περὶ ἀρχῆς τινος νομοθετικῆς δῆθεν, ὅτι οἱ νόμοι δὲν πρέπει νὰ δίδωσιν ἐλπίδας. Ἀλλὰ πᾶς νόμος, ἀφίνων ζήτημά τι ἄλυτον, ἀφίνει ἐν τῷ ἀλύτῳ καὶ τὴν ἔμφυτον εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐλπίδα. Λέγοντες ὅτι δὲν ἐπιτρέπομεν παροχὴν ἐλπίδος ὑπὸ τῶν νόμων, λέγομεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπομεν τὴν ἐν τοῖς νόμοις ἀναβολὴν τῆς λύσεως ζητημάτων. Συνήθως οἱ νόμοι δὲν κανονίζουσι πᾶσαν τὴν σχετικὴν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτῶν ὕλην, ἀλλὰ μάλιστα νόμοι ὡς ὁ προκείμενος, προσωρινὸς, ἔκτακτος, ὑπαγορευόμενος ἐκ περιστάσεων ὅλως ἀπροόπτων καὶ ἔχων χαρακτῆρα φιλανθρωπικόν· διότι βεβαίως περὶ μέτρου φιλανθρωπίας ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ πρόκειται, οὐδαμῶς δὲ περὶ μέτρου δικαιοσύνης. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ δικαίου ἐν τῷ μέτρῳ τῆς ἀναστολῆς δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν οἱ δυνάμενοι νὰ πληρώσωσι, καὶ ὅμως ἐπεξετάθη καὶ ἐπ’ αὐτοὺς τὸ εὐεργέτημα, διὰ τὸ ἀνέφικτον ἐν τῷ παρόντι τῆς διακρίσεως τῶν εὐπορούντων, τῶν δεομένων ἀντιλήψεως. Μηδόλως ἄρα ἐπηρεαζόμενοι ὑπὸ τῆς προβληθείσης ἀρχῆς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιφύλαξις τοῦ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τῶν κατὰ τὸ εὐεργέτημα, ὡς ὑποδαυλίζοντος ἐλπίδας, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὸ προσωρινὸν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἐπιδιώξωμεν τὸν καταρτισμὸν διατάξεων ὁριστικῶν, βραδύτερον ψηφισθησομένων καὶ παγιουσῶν μὲν τὸ εὐεργέτημα ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν, ἀνακαλουσῶν δὲ αὐτὸ ἀπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν.
§49ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρετήρησεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ, πῶς οἱ νόμοι δὲν πρέπει νὰ παρέχωσιν ἐλπίδα, ὅτι οἱ νόμοι, κατὰ τὴν ἰδέαν του, πρὸ πάντων ἔχουσιν αὐτὸ τὸ χαρακτηριστικὸν, τοῦ νὰ παρέχωσιν ἐλπίδας. Ἐγὼ δὲν θαυμάζω διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ πολλῶν πράξεών του νομοθετικῶν μᾶς παρέσχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι περὶ τὸ νομοθετεῖν ἔχει ἀληθῶς ἰδιοῤῥύθμους ἰδέας, καὶ ἠδυνάμην μάλιστα νὰ προβῶ καὶ περαιτέρω, ὅτι ἀκριβῶς οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους εἰσηγεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δύνανται πάντοτε νὰ παρέχωσιν ἐλπίδας· ἀλλὰ πρὸ πάντων περιέχουσιν ἐν ἑαυτοῖς τὴν ἐλπίδα τῆς μελλούσης ἀνακλήσεως αὐτῶν, καὶ ὅλοι οἱ νόμοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διαπρέπουσιν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἰδιότητι, διότι ὅλοι ὑπέστησαν ἐν μικροτάτῳ χρόνῳ εἴτε τροποποίησιν ῥιζικὴν, εἴτε καὶ πλήρη ἐγκατάλειψιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐννοεῖ, ὅτι οἱ νόμοι λύουσι ζητήματα, περὶ δὲ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀφίνει ἄλυτα, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ποιήσῃ ὑπαινιγμοὺς, οὐδ’ ἐν ταῖς συζητήσεσι περὶ τῶν νόμων γίνεται τοιοῦτος λόγος, ὅτι τὸ ψηφίζομεν σήμερον, ἀλλὰ τὸ ψηφίζομεν, διότι αὔριον δυνάμεθα νὰ συντάξωμεν ἄλλο. Οὐσιώδης καὶ ἀπαραίτητος χαρακτὴρ τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι ἐν ἑαυτῷ φέρει τὴν ἀξίωσιν τῆς διαρκείας. Αὐτὸ λοιπὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι στοιχειῶδες δίδαγμα τοῦ νομοθετεῖν, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἔλαβεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ φαίνεται, ἀγνοεῖ οὐχὶ θεμελιώδεις καὶ γενικὰς ἀρχὰς, ἀλλ’ ἀγνοεῖ ποία εἶναι ἡ δικαιολογητικὴ βάσις τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ φρονεῖ, ὅτι δικαιολογητικὴ βάσις εἶναι τὸ τεκμήριον τῆς γενικῆς ἀπορίας. Ἀλλὰ πλανᾶται πλάνην οἰκτράν· δὲν πρόκειται περὶ φιλανθρωπίας πρὸς ἀπόρους· ἡ μόνη ἐπιτρεπομένη βάσις εἶναι ἡ καταστροφὴ τοῦ τεκμηρίου, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὴν φορολογίαν τοῦ τεκμηρίου τῆς ὑπάρξεως ἀροτριώντων κτηνῶν. Τί φορολογοῦμεν διὰ τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν; φορολογοῦμεν τὸ τεκμήριον τῆς παραγωγῆς. Ὑποτίθεται, ὅτι ὑπάρχει παραγωγὴ, διότι ὑπάρχουν ἀροτριῶντα κτήνη. Λοιπὸν φορολογοῦμεν τὰ ἀροτριῶντα κτήνη οὐχὶ διὰ νὰ φορολογῶμεν ταῦτα, ἀλλὰ διὰ νὰ φορολογῶμεν ἐμμέσως τὴν παραγωγὴν, τὴν ὁποίαν τεκμαίρεται ὁ νόμος διὰ τῆς ὑπάρξεως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἀλλ’ ὅταν τὸ τεκμήριον καταστρέφηται, τότε παύει ἡ βάσις τῆς ὑπάρξεως φόρου. Ἔρχεται μία θεομηνία, καταστρέφεται ἡ βάσις τῆς ὑπάρξεως φόρου. Ἐὰν πρόκηται νὰ πράξητε εὐποιΐαν, κύριε Πρωθυπουργὲ, τότε πράξατέ την πρὸς ὅλους τοὺς γεωργοὺς τῆς Ἑλλάδος, διότι ὅλοι οἱ γεωργοὶ εἶναι ἄποροι. Θέλετε νὰ παράσχητε εἰς τὸν πιθανὸν μὲν ἄπορον, ἀλλὰ πιθανὸν καὶ εὐποροῦντα γεωργὸν τῆς Θεσσαλίας μίαν παροχὴν λόγῳ θεομηνίας; Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ παράσχητε καὶ εἰς τὸν γεωργὸν τῆς Εὐρυτανίας καὶ τῆς Ναυπακτίας, διότι αὐτὸς εἶναι πάντοτε ἄπορος, διότι αὐτὸς μεταφέρει τὸ χῶμα ἐπὶ τῶν ὤμων του, διὰ νὰ καλλιεργήσῃ ἕνα ἀγρὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου, ἐργαζόμενος μεθ’ ὅλης τῆς οἰκογενείας του, θὰ λάβῃ μόνον τριῶν μηνῶν ἀραβόσιτον, τὸν ὁποῖον καὶ αὐτὸν φορολογεῖτε. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξετάσητε, ποῖος ὁ ἄπορος καὶ ποῖος ὁ εὔπορος, τότε πρέπει νὰ ἔλθητε εἰς ἄλλο ζήτημα, πολὺ ἀκανθῶδες, διότι τότε δύνανται νὰ σᾶς εἴπωσιν οἱ γεωργοὶ ἄλλων μερῶν, ὅτι «δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ φορολογῆτε ἡμᾶς, ὡς δῆθεν εὐποροῦντας, ὅπως παράσχητε τὴν παροχὴν ταύτην εἰς τοὺς δῆθεν ἀποροῦντας· διότι, ἐὰν ἐκεῖ ὑπῆρξε θεομηνία ἐπὶ ἓν ἔτος, εἰς ἡμᾶς ὑπάρχει διαρκὴς θεομηνία.» Λοιπὸν ἡ ἀπαλλαγὴ ἔχει μόνην βάσιν τὴν θεομηνίαν, τὴν καταστροφὴν τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας, καὶ μόνον ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει δύνασθε νὰ καλέσητε τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ὅλου λαοῦ, ὅπως παράσχωσιν αὐτὴν τὴν παροχήν. Ἡ βάσις ἑπομένως δὲν εἶναι λόγος φιλανθρωπίας. Ἀλλὰ τότε πῶς δύναται τὸ νομοσχέδιόν σας νὰ δικαιολογηθῇ; τί σημαίνει ἀναστολή; ποῖοι εἶναι οἱ εὔποροι ἢ οἱ ἄποροι; Ὥστε μόνον ἡ ἀπαλλαγὴ δύναται νὰ ἦναι ἡ βάσις, καὶ τότε δὲν ἔχετε νὰ ἐξετάσητε περὶ εὐπόρων ἢ ἀπόρων. Ὅταν αὕτη ἦναι ἡ ἰδέα, τότε νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ἕτερον, παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ἡ τροπολογία τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅταν τοιαύτη ἦναι ἡ λύσις, περιττὴ ἡ ἐξέτασις, ἐὰν οἱ κάτοικοι αὐτοὶ ἦναι ἀπόντες καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἦναι, ἀλλὰ βεβαίως εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἰδέας ἐπέρχεται αὐτὴ ἡ διάκρισις, ἡ ὁποία συμπληροῦται διὰ τῆς τροπολογίας, διότι οἱ κατοικοῦντες βεβαίως αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄποροι.
§50ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν προθεσμίαν. «Ἡ ἐπιτροπὴ συνέρχεται ἐν Λαρίσσῃ εὐθὺς....»· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ συνέρχηται, πρέπει καὶ ν’ ἀποφασίζῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ προθεσμία ὡρισμένη «ἐντὸς ἑνὸς μηνός»· διότι ἔχω σκοπὸν νὰ προτείνω καὶ πρόσθετον ἄρθρον, ὅτι ὁ νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· ἂς τεθῇ: «Ἡ ἐπιτροπὴ συνέρχεται εὐθὺς ἐν Λαρίσσῃ, ἀποφασίζει δὲ ἐντὸς μηνός». Ἐν τέλει δὲ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου προσθέτω: «ἢ τὰ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου».
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἠκούσατε, ὁ κ. Ρικάκης συνεχώνευσε τὴν τροπολογίαν του εἰς τὴν τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀναγνωσθείσης τροπολογίας τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχομεν τὴν ἄλλην τροπολογίαν περὶ παροχῆς σπόρου. Νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὴν, περιορίζοντες τὸ ποσὸν μέχρι 200,000 δραχμῶν καὶ τὴν διανομὴν εἰς τοὺς μᾶλλον παθόντας· καὶ ἂν πραγματικῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοῇ νὰ πράξῃ οὐ μόνον ἔργον δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἔργον φιλανθρωπίας, πρέπει νὰ παραδεχθῇ τοῦτο, διότι μόνη ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ φόρου δὲν παρέχει εἰς τοὺς παθόντας χωρικοὺς τὸ μέσον νὰ καλλιεργήσωσι τὰς γαίας των. Κατὰ τὰς πληροφορίας μας ἡ καταστροφὴ τῶν γεννημάτων εἶναι ῥιζικὴ, οἱ δὲ χωρικοὶ δὲν θὰ θερίσωσι κἂν τοὺς ἀγρούς των, καὶ δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ σπείρωσιν αὐτοὺς κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ νομοθετικῆς πράξεως τὴν παροχὴν τοῦ σπόρου, καὶ νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς ἁπλῆν μόνον σύστασιν πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἵνα δανείσῃ εἰς τοὺς χωρικοὺς τὸ πρὸς προμήθειαν σπόρου ἀναγκαῖον ποσόν.
§54ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψουν ὅμως οἱ κύριοι συνάδελφοι....
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἀπεῤῥίφθη.
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὂχι· τὸ ζήτημα τὸ διῃρέσαμεν εἰς δύο· καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι συνεζητήσαμεν ἀποκλειστικῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλαγῆς.
§57ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐὰν θεωρηθῇ ὅτι δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦ σπόρου, τότε θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὴν ἄδειαν νὰ ἐκφέρω ἀμφιβολίαν, ἐὰν πρότασις τοιαύτη, φερομένη ἐκ μέρους Βουλευτοῦ, ἦναι παραδεκτὴ δυνάμει τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Βουλευτὰς νὰ φέρωσι προτάσεις εἰς ὄφελος προσώπου ἢ εἰς ὄφελος προσώπων· νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι εἰς ὄφελος προσώπων πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται χορηγία εἰς ὡρισμένα πρόσωπα.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἡ γνώμη αὕτη δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τότε βεβαίως ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ προτείνωσιν οἱανδήποτε αὔξησιν ἢ ἐλάττωσιν φόρου. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ γνώμη αὕτη δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Δὲν πρόκειται περὶ ὡρισμένων προσώπων, μετὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ὑπάρχῃ προσωπικὸς δεσμὸς καὶ συμφέρον τοῦ προτείνοντος Βουλευτοῦ, ἅτινα ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὸ Σύνταγμα ἐποιήσατο τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ὁλοκλήρου τάξεως ἀνθρώπων μὴ ὡρισμένων καὶ γνωστῶν, οἵτινες ἕνεκα γεγονότων ὅλως ἀπροβλέπτων ἔρχονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τύχωσιν ἀρωγῆς παρὰ τοῦ Κράτους. Τοιαῦτα ἦσαν καὶ τὰ πρὸ ἐτῶν καὶ πέρυσι συμβάντα δυστυχήματα ἐν Πελοποννήσῳ ἐκ τοῦ σεισμοῦ, ὅτε οὐδεὶς ἐσκέφθη ὅτι προτείνων νὰ ἔλθῃ τὸ Κράτος ἀρωγὸν, παρεβίαζε τὸ Σύνταγμα. Ὅμοιον εἶναι καὶ τὸ σήμερον ἐν Θεσσαλίᾳ συμβαῖνον δυστύχημα, χάριν τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἀρωγὴ τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς τοῦτο, ὅπως ἐπεβλήθη καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄλλοτε τὸ νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς εἰς ἄλλους πληθυσμοὺς, παθόντας ἐξ ἄλλων δυστυχημάτων.
§59ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ὅλου, πρόκειται περὶ παροχῆς, περὶ δωρεᾶς διδομένης εἰς ὡρισμένα ἄτομα· εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν τὰ ἄτομα ἦναι ἓν ἢ πολλά, τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει ἐπιῤῥοήν· εἴτε πρόκειται νὰ δωρηθῇ ὡρισμένον ποσὸν εἰς ἓν ἄτομον, εἴτε εἰς ὁμάδα ἀτόμων, εἶναι ἀδιάφορον. Δὲν ἐπηρεάζει λοιπὸν παντάπασι τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ πρότασις τῶν κυρίων συναδέλφων ἀφορᾷ εἰς ἓν ἄτομον ἢ εἰς πολλά. Ἡ πρότασις καθαρῶς περιέχει τὴν ἔννοιαν τῆς δωρεᾶς, ἐὰν δὲ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην, τότε θὰ ἔχωμεν καθ’ ἑκάστην αἰτήσεις ὑπὲρ ὡρισμένων χωρίων, μὴ ἀτόμων· τοῦτο προενόησε τὸ Σύνταγμα καὶ ἀπηγόρευσε τοιαύτας παροχὰς.
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ περὶ προφάσεων δὲν χωροῦσιν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις πάντως θὰ ἐκφράσῃ γνώμην, μηδόλως παρακωλυομένη ἐκ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς προτάσεως λόγῳ ἀντισυνταγματικότητος. Τὸ ἀπαράδεκτον, ἐὰν ἐπιβάλληται ἡ ἀποδοχὴ αὐτοῦ, νομίζω δὲ ὅτι ἐπιβάλλεται, κατὰ τὴν ψηφοφορίαν θέλει παρουσιασθῆ προτασσόμενον τῶν ἄλλων θεμάτων, οὐδαμῶς δὲ περιστέλλει τὴν συζήτησιν. Ἡ πρότασις εἶναι συνταγματικῶς ἀπαράδεκτος, παρὰ Βουλευτοῦ εἰσαγομένη, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ δηλώσῃ, ἂν αὐτὴ θέλῃ ὑποβάλει τὴν πρότασιν, καὶ ἂν ἀρνῆται νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν, τοὺς λόγους τῆς ἀρνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ μὴ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Κατὰ τὰς πληροφορίας ἡμῶν, αἵτινες δὲν εἶναι αὐθεντικαὶ, οὐδὲ προβάλλονται ὡς ἀκριβεῖς ἐν τῇ λεπτομερείᾳ, ἀλλὰ προσεγγίζουσιν εἰς τὸ ἀκριβὲς, ὁ εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τοὺς ἐκ τῆς θεομηνίας παθόντας ἀναγκαῖος σπόρος εἶναι κοιλὰ 200,000, στοιχίζοντα πρὸς δραχμὰς 6 τὸ κοιλὸν, δραχ. 1,200,000. Μᾶλλον ὅμως ἐπείγουσα τῆς ἀνάγκης τοῦ σπόρου εἶναι ἡ τοῦ χόρτου πρὸς τροφὴν τῶν κτηνῶν, κινδυνευόντων νὰ καταστραφῶσιν· ἐὰν ἄρα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἀναπληρωθῶσι τὰ τῶν ἀναγκῶν τούτων, θὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον διὰ δαπάνης ἑκατομμυρίων. Τοσαύτη νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Δημόσιον θυσία, πρακτικωτέραν δὲ κρίνω τὴν αἴτησιν ὡς διετυπώθη παρ’ αὐτῶν τῶν παθόντων, τουτέστιν ὅπως φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τοῖς πιστωτικοῖς καταστήμασιν, ἵνα ταῦτα παράσχωσιν εἰς αὐτοὺς τὴν συνδρομήν. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἡ αἴτησις αὕτη εἶναι πρακτικωτέρα, καθόσον τὸν σπόρον ὑποχρεοῦνται νὰ παράσχωσιν οἱ ἰδιοκτῆται, ἀλλὰ καὶ οὗτοι, πλὴν τῶν πλουσιωτέρων, δὲν δύνανται νὰ ἐπιτελέσωσι τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῶν ταύτην, ἐὰν μὴ συνδράμωσιν αὐτοὺς τὰ πιστωτικὰ καταστήματα. Ὡς πρὸς τοῦτο, τουτέστι τὴν φροντίδα παρὰ τοῖς πιστωτικοῖς καταστήμασιν, ὅπως παράσχωσιν εὐκολίας εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην μέχρις ἐπιβολῆς εἰς τὸ Δημόσιον ἀμέσων βαρῶν. Ἡ τοῦ Δημοσίου ἐπιβάρυνσις θὰ ἦτο ἄτοπος, καὶ διὰ τὸ μέγεθος τοῦ ποσοῦ καὶ διὰ τὴν καθιέρωσιν προηγουμένου, ὅπερ θὰ καθίστα τοιαύτας παροχὰς κανονικὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, διότι αἱ θεομηνίαι εἶναί τι ἔκτακτον πρὸς τὸ διαμέρισμα, εἰς ὃ ἐνσκήπτουσιν, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ τῆς χώρας εἶναι συνήθεις. Κατ’ ἔτος ὑφίσταται ἡ χώρα θεομηνίας τοπικὰς, τὸ δὲ Δημόσιον δυσχερῶς θέλει ἀρνεῖσθαι τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ, ἅπαξ ἀναγνωρισθείσης τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου αἰτουμένας παροχάς. Νομίζω ἄρα, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν περὶ παροχῆς εἰς τοὺς παθόντας τοῦ σπόρου ἢ τοῦ πρὸς ἀγορὰν αὐτοῦ ἀναγκαίου χρήματος, ἐπίσης ὅμως νομίζω ὅτι ἔχει τὸ καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παρεμβῇ παρὰ ταῖς Τραπέζαις, ὅπως αὗται καταστήσωσιν ἐφικτὴν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν πρὸς τοὺς καλλιεργητάς.
§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑπολογίζων ὅπως ὑπολογίζει τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν, εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὰ ἴδια αὐτοῦ ἐπιχειρήματα, ἰδίως δὲ πρὸς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν ὑπάρχουσι πολλοὶ ἄνθρωποι πλούσιοι. Ἐὰν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς παθόντας ἐκ τῆς θεομηνίας ταύτης τοὺς ἰδιοκτήτας τοὺς πλουσίους, θέλει εὑρεθῆ ἀπέναντι ἀριθμοῦ καλλιεργητῶν τοσούτου, ὥστε ποσὸν, ὁριζόμενον εἰς 200,000 δραχμῶν περίπου, θέλει ἀρκέσει δι’ αὐτούς. Τὸ ζήτημα τοῦ χόρτου εἶναι ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύναται δυστυχῶς οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἄλλος τις νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς, διότι δὲν ἀρκεῖ ν’ ἀποσταλῇ ἐκεῖ χόρτον ξηρὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ὅλα τὰ ζῶα δὲν δύνανται νὰ τραφῶσι. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐν ταῖς θεομηνίαις δὲν ἔρχεται ἀρωγὸν τὸ Κράτος εἰς τοιαῦτα δυστυχήματα. Δὲν πρόκειται δὲ νὰ καθιερώσωμεν σήμερον τὴν ἀρχὴν τῆς ἀρωγῆς τοῦ Κράτους πρὸς πάσχοντας πληθυσμούς. Ἡ θεομηνία αὕτη εἶναι ἐκ τῶν σπανιώτατα παρουσιαζομένων, ἐνέσκηψε δὲ ἐπὶ ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν. Δὲν γνωρίζομεν δ’ ἀκριβῶς οὔτε τὸ ποσὸν τῶν χωρίων, οὔτε τὸν ἀριθμὸν τῶν παθόντων προσώπων, καὶ ἕνεκα τούτου ἀφίνομεν αὐτὰ νὰ ὁρισθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν σχηματίζει τὸ νομοσχέδιον.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται τὸ ἀπαράδεκτον. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι....
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν προτείνει τὸ ἀπαράδεκτον, ἐξ ἐναντίας δι’ εὐστρόφου στροφῆς ἀπέφυγε νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ ζήτημα ἀπαραδέκτου, ἠθέλομεν συζητήσει ἐπὶ πολλὴν ὥραν· διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι περιορισμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ στροφὴ, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μᾶς ἐξάγει ἀπὸ μίαν φαινομενικὴν δυσκολίαν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε.
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅπως θέλετε· ψηφίζομεν τὴν οὐσίαν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρωτῶ ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ἐχούσης ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς ἕκαστον τῶν κατοίκων τούτων, ὧν ἡ ἐφετεινὴ συγκομιδὴ κατεστράφη, θέλει χορηγηθῆ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ποσὸν σίτου ἢ κριθῆς τοσοῦτον, ὅσον ὑπῆρξε τὸ παρ’ ἑκάστου αὐτῶν διατεθὲν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἰς σπορὰν, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς γεωργικὰς ἐργασίας των.»
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν προτείνετε καλλίτερον ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§69ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι· εἶναι ἀπαρτία· θὰ μείνωμεν νὰ ψηφίσωμεν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τὴν ἀναγνωσθεῖσαν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κουμουνδούρου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ν |
| Γ. Σισμάνης | Γεώργιος Χ. Παχὺς | ||
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Στέφανος Δραγούμης | Ο |
| Ἀθ. Ἴσκος | Δημ. Γ. Ράλλης | Ν | |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Φωκίων Νέγρης | Ο |
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Ν |
| Μ. Ἰατρίδης | Νικόλ. Μπουφίδης | ||
| Δ. Χατζόπουλος | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | |
| Γεώργιος Μίλησης | Ν | Δημ. Καλλιφρονᾶς | |
| Σπυρίδων Νοταρᾶς | Νικ. Λεβίδης | Ν | |
| Γεώργιος Κούστας | Ὄθων Μακρυγιάννης | ἀρν. | |
| Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος | Ο | Τρύφ. Μουτσόπουλος | |
| Σωτήριος Δανόπουλος | Θάνος Κανακάρης | Ο | |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν |
| Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν |
| Δημήτριος Πετρίδης | Α. Φωτήλας | ||
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Ἀντ. Ῥικάκης | |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | |
| Χρ. Χρηστόπουλος | Ἰω. Κρεστενίτης | ||
| Φίλιππος Βάρβογλης | Ν | Ν. Κουμανιώτης | |
| Ἠλίας Φλέσσας | Χρ. Στεφανόπουλος | ||
| Κων. Κωνσταντόπουλος | Ἀλέξ. Ζαΐμης | ||
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ἀριστ. Κοντογούρης | ||
| Παναγιώτης Μανέτας | Ν. Καλογερόπουλος | ||
| Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο |
| Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | Ν. Παπανικολάου | |
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ν. Καφετζόγλους | Ο | |
| Δ. Ζέγγελης | Ἰω. Πεζᾶς | ||
| Κων. Σινέλης | Ο | Ἀρ. Κανταρτζῆς | Ν |
| Βασίλ. Βουδούρης | Ο | Εὐάγ. Σταμούλης | Ν |
| Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Ν. Κοκωσλῆς | |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν |
| Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Κ. Μαρκίδης | Ν | |
| Διον. Λομβάρδος | Ο | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ν |
| Γεώργ. Θεοτόκης | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν |
| Κωνστ. Βασιλάκης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | |
| Ἀντ. Καποδίστριας | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν | |
| Ν. Βασιλάκης | Ἀχ. Λογιωτάτου | ||
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Σωτ. Σωτηρόπουλος | ||
| Πολυχρ. Π. Κωνσταντᾶς | Κ. Κουμουνδοῦρος | Ν | |
| Σπυρ. Ἀλαμάνος | Περικλῆς Πεῤῥωτῆς | ||
| Θεόφιλος Προβατᾶς | Δημήτριος Τζάνες | Ο | |
| Γ. Σκάρπας | Ο | Περικλῆς Μποῦτος | |
| Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Παναγιώτης Σάκκης | Ν | |
| Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς | Ο | Νικόλ. Παπαλέξης | |
| Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Νικόλ. Μισυρλῆς | Ν | |
| Νικόλ. Βαλσαμάκης | Ν. Καράπαυλος | Ο | |
| Γεράσιμος Μουσούρης | Ἀσημάκης Χρηστόπουλος | ||
| Παναγ. Βενιεράτος | Εὐστάθιος Κοκκέβης | ||
| Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Δημήτριος Κάρτσωνας | ||
| Γεώργιος Κόρπας | Ν | Δημήτριος Π. Γουδῆς | |
| Στέφανος Σκουλούδης | Ο | Σ. Χατζηγάκης | |
| Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο |
| Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο |
| Νικόλ. Νομικός | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ν |
| Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | Α. Ταχιατζῆς | Ο |
| Γεώργιος Μπούμπουρας | Ο | Γ. Τάκης | |
| Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | Ν. Ταρμπάζης | |
| Δημοσθένης Καΐρης | Ο | Ζη. Φαλιάγκας | |
| Νικόλ. Κρίσπης | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ο |
| Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | Ν | Θεόδωρος Γκίκας | |
| Ἰω. Γκιὼν | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | |
| Κωνστ. Κοσσονάκος | Ο | Κ. Χαλκιόπουλος | Ο |
| Γεώργ. Μαυρομιχάλης | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | ||
| Ἀριστ. Πετρουλάκης | Ν. Κοντογιάννης | ||
| Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο |
| Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | Γ. Λιδωρίκης | Ο |
| Λεων. Καπετανάκος | Ο | Κ. Χατζῖσκος | |
| Ξανθὸς Πικουλάκης | Ο | Δ. Ζουλούμης | |
| Γ. Πετρουλάκης | Ν | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | |
| Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | Θεμιστ. Κανάρης | Ν |
| Ἰωάνν. Καρτάλης |
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 80. Ἐκ τούτων 30 εἶπον Ναὶ, 49 εἶπον Ὄχι καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Συνεπῶς ἡ τροπολογία ἀπεῤῥίφθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, μετὰ τῶν ἐπενεχθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τροποποιήσεων).
§72ΡΑΛΛΗΣ. Ἄς ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας.
§74ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν· ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ψηφοφορία περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁδοποιΐας.
§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀργὰ ἐφέρατε τὴν ἀντίῤῥησίν σας (θόρυβος).
§76Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀπορῶ, μάλιστα πῶς τὸ Προεδρεῖον, δὲν ἐνεθυμήθη τὴν διακοπεῖσαν ψηφοφορίαν. Ἡμεῖς δὲν ἐφέραμεν πρότερον τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅπως μὴ φέρωμεν πρόσκομμα εἰς τὸ ἤδη ψηφισθὲν νομοσχέδιον ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν γεωργῶν.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν ἂς προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§78ΡΑΛΛΗΣ. Προχθὲς ὑπεβάλομεν τὴν πρότασιν, ὅπως προταχθῇ μετὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἄρτι ψηφισθὲν, τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 16 τῆς ἡμερησίας διατάξεως νομοσχέδιον. Ἐπὶ τούτου ἐγένετο ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ δὲν εὑρέθη ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ· ἡ ψηφοφορία λοιπὸν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι οὐδὲν νομοσχέδιον πρέπει νὰ προταχθῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας, καὶ ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.
§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὴν γνώμην σας θὰ τὴν ὑποστηρίξητε διὰ τῆς ψήφου σας.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Πρὶν ἢ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία, ὀφείλω νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν, ἣν πρὸ ὀλίγου ἔκαμα, ὅτι πρέπει νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ, διότι δὲν γνωρίζω, ἂν μετ’ ὀλίγον θὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀπέλθῃ πρὶν ἢ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτμοπλοΐας καὶ τὰ λοιπὰ ἐπείγοντα νομοσχέδια. Τὴν εὐθύνην θὰ φέρωσιν οἱ παραλύοντες τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς.
§83ΡΑΛΛΗΣ. Εἴδετε ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μόλις κατωρθώθη ἀπαρτία, ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ θεσσαλικόν. Αὔριον δὲν θὰ ἔχητε ἀπαρτίαν· μὴ θέλοντες νὰ ἐπικυρώσητε τὰ πρακτικὰ σήμερον, εἶναι ὡς νὰ θέλητε νὰ ματαιώσητε τὸ ψηφισθὲν σήμερον νομοσχέδιον.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐξαρτᾶται νὰ ἔχωμεν ἀπαρτίαν· ἂν προσέλθωσι δύο μόνον ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως Βουλευταὶ, εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἀπαρτία ἀποτελεῖται. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπέτυχε διὰ τῆς κωλυσιεργίας, ὅπως κουράσῃ τὴν Συμπολίτευσιν, καὶ δυσκόλως ἤδη ἔχομεν ἀπαρτίαν. Σήμερον εἴχομεν ἀπαρτίαν, ἀλλὰ μὴ συμπραττούσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν εἶναι βέβαιον, ἂν θὰ ἔχωμεν ἀπαρτίαν αὔριον. Βεβαίως ὅμως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀπαρτίαν ἐπὶ 5 ἡμέρας ἔτι, ἐὰν θέλωσι νὰ συμπράξωσιν οὐχὶ πάντες, οὐδ’ οἱ ἡμίσεις τῶν παρόντων Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ δύο ἢ τρεῖς μόνον Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν δυνάμεθα ἄρα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅπως ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ σήμερον, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ τοσοῦτον ἐπιλήσμων τοῦ καθήκοντος αὑτῆς, ὥστε νὰ μὴ προσέλθῃ αὔριον καὶ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀπαρτίαν.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι μία καὶ ἑνιαία, καὶ κακῶς ἐκτιμᾷ αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν νομίζῃ ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἷς, ὁ ὁποῖος θὰ προσέλθῃ αὔριον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτῆς ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, συνέτρεξε δὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἄρτι ψηφισθέν. Τὰ ὑπόλοιπα νομοσχέδια, περὶ ἀτμοπλοΐας, περὶ μεταφορᾶς ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, περὶ διαπυλίων κλπ. θεωρεῖ οὐχὶ ὥριμα πρὸς συζήτησιν, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἰς ταῦτα δὲν θὰ συντρέξῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως, ἂν δὲν ἐπικυρωθῶσι σήμερον τὰ πρακτικὰ, ἡ Κυβέρνησις θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην.
§86ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέφρασε τὴν γνώμην, ὅτι, ἂν θέλῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, πρέπει νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀπαρτίαν πρὸς ἐπιψήφισιν τῶν τριῶν νομοσχεδίων, περὶ ἀτμοπλοΐας, ὑδάτων Στυμφαλίας καὶ τῶν διαπυλίων τελῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἔχω ὅλως ἐναντίαν γνώμην. Καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ μὴ συντελέσω εἰς τὴν ἀπαρτίαν πρὸς ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, καὶ λέγω τοῦτο μετὰ παῤῥησίας. Ὁμολογῶ ὅτι πᾶν δικαίωμα, ὅπερ ἔχω ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ τὸ ἐξαντλήσω, ἵνα μὴ προχωρήσῃ ἡ Βουλή, ἐὰν γείνῃ ἀπόπειρα πρὸς ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ἀπέσχον νὰ λάβω μέρος εἰς τὰς προκαταρκτικὰς συζητήσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ μετοχετεύσεως ὑδάτων καὶ περὶ ἀτμοπλοΐας, ἀκριβῶς διότι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος, ὅπως ἐπισπευθῇ ἡ ἐπιψήφισις αὐτῶν, διότι δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα, ὅπως συζητήσωμεν. Παρῆλθον τόσαι ἡμέραι καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν μᾶς προσήγαγον τὴν σύμβασιν, ἵνα ἴδωμεν κατὰ πόσον ἐξασφαλίζονται τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων τῆς ἑταιρίας Σύρου, καὶ κατὰ πόσον ἡ νέα ἑταιρία δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς θυσίας τοῦ ἔθνους ὑπὲρ αὐτῆς. Ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἦτο ἐν γνώσει τῶν ὅρων, καὶ ἐν ταῖς ἐσχάταις αὐτῶν λεπτομερείαις, περὶ τῆς συμβάσεως. Βραδύτερον ἐγένοντο ἔτι μᾶλλον γνωστοὶ οἱ ὅροι, διότι εἴδομεν, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ πρώην ἑταιρία Σύρου, ἡ ὁποία κατ’ ἀρχὰς διεμαρτύρετο κατὰ τῆς συστάσεως τῆς νέας ἑταιρίας, προσεχώρησεν εἰς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπόδειξις, ὅτι ἡ σύμβασις ἦτο κατηρτισμένη. Καὶ ὅμως, ἐνῷ αὕτη δὲν προσάγεται, ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει ἡ Κυβέρνησις: ψηφίσατε τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν. Ἀλλὰ τίς ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη; Πῶς δὲν ἀφίνετε καιρὸν νὰ μελετηθῶσι τὰ ζητήματα καὶ μετὰ πέντε μῆνας, ὅταν ἔλθῃ ἡ νέα Βουλή, νὰ γείνῃ ἡ περὶ τούτου συζήτησις; Μήπως ἕως τότε δὲν δύναται νὰ συγκροτηθῇ νέα ἑταιρία, μείζονας παρέχουσα ἐγγυήσεις, ἀνταποκρινομένη καὶ πρὸς τὰς θυσίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας; Ἐνδεχόμενον αὐτὴ ἡ ἑταιρία, ἥτις παρουσιάζεται σήμερον, νὰ μετανοήσῃ κατόπιν. Μήπως τὰ κεφάλαια, ἅτινα δύναται νὰ διαθέσῃ σήμερον, δὲν δύναται νὰ τὰ διαθέσῃ καὶ μετὰ 5 μῆνας; Ἂν ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἐντεῦθεν ὁμιλήσας προχθὲς καὶ εἰπὼν ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ ἑταιρία νὰ μεταμεληθῇ, εἶχεν ἄλλο τι κατὰ νοῦν καὶ δὲν θέλῃ νὰ τὸ ἐκφράσῃ, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελε νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ κεφαλαιοῦχοι δὲν εὑρίσκουσι συμφέρον νὰ ἐργασθῶσι μὲ ἄλλην Κυβέρνησιν. Ἂν τοῦτο ἐνόει, τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς ἡμετέρας συνειδήσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἡμετέρας ψήφου ἡ γνώμη του. Ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον περὶ μετοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ποσάκις σᾶς ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς φέρητε τὰ προχειρότερα τῶν στοιχείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασιζόμενοι, νὰ ἐκφέρωμεν καὶ ἡμεῖς πεφωτισμένην κρίσιν; Ἕν τῶν σπουδαιοτέρων στοιχείων, ἄνευ τῆς γνώσεως τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, εἶναι ἡ ἔκθεσις τῆς ἀναλύσεως τῶν ὑδάτων. Ἐφέρατε ἔκθεσιν ἀναλύσεως; Πῶς μᾶς ζητεῖτε νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ δοθῶσιν 60 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὅπως ἐπιβαρυνθῶσι διὰ βαρυτάτης φορολογίας ἐπὶ ἕνα αἰῶνα αἱ πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς; Καὶ τίς ἡ ἀνάγκη, ἡ βία, ἡ σπουδὴ, ἥτις ὑπαγορεύει νὰ καθήμεθα ἐδῶ ἐν Ἰουνίῳ μηνὶ, νὰ ψηφίζωμεν τὸ τοιοῦτο νομοσχέδιον; Μήπως πρόκειται νὰ ἔλθῃ μετὰ 3 ἢ 4 μῆνας ὁ ποταμὸς τῆς Στυμφαλίας, ἵνα δροσίσῃ τοὺς κατοίκους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἢ μήπως θὰ φέρητε τὸ ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν ἠξεύρετε μήπως ἔλθῃ ἄλλη Κυβέρνησις καὶ μεταμεληθοῦν οἱ κεφαλαιοῦχοι; Ἂν ὑπάρχουν σήμερον 12 ἑταιρίαι, ὡς εἴπετε, θὰ ὑπάρχουν καὶ τότε, ὅτε θὰ ἦσθε εἴτε σεῖς εἴτε ἄλλοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι θὰ φύγουν τὰ κεφάλαια καὶ αἱ ἑταιρίαι. Διατὶ νὰ φύγουν; Μία μόνον ὑπόθεσις ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ, ὅτι, ἂν ὑπάρχουν πράγματι ἑταιρίαι καὶ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα σήμερον προσφέρονται, ἐνῷ δὲν θὰ προσφέρωνται ἐπὶ ἄλλης Κυβερνήσεως, θὰ εἰπῇ ὅτι σήμερον θὰ ἔχουν νὰ πραγματοποιήσουν ἀθέμιτα κέρδη, τὰ ὁποῖα θέλουν χάσει μετὰ τέσσαρας μῆνας, ὅτε ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἄλλη Κυβέρνησις εἰς τὰ πράγματα. Ἀποκρούω βεβαίως παρομοίαν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν εὑρίσκω ἐν τῇ συνειδήσει μου οὐδένα λόγον, ἐξηγοῦντα τὴν σπασμωδικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις, ὄπισθεν τῆς ὁποίας σιωπᾷ ἡ πλειοψηφία, ἥτις, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐνδομύχως ἀποκρούει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἔχει ὅμως τὸ θάῤῥος εἰς τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν «στῆθι!» Ἐπὶ 4 ἔτη, Κύριοι, ἐπιδαψιλεύσατε ἀμέριστον, ἀνεπιφύλακτον, τὴν συνδρομήν σας καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην σας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συνετελέσαμεν δὲ καὶ ἡμεῖς εἰς τοῦτο, ὅσον ἦτο δυνατόν. Δὲν ἐλάβατε τόσα καὶ τόσα νομοσχέδια; Δὲν ἐλάβατε τὰ σιδηροδρομικὰ, δὲν ἐλάβατε τὰ περὶ πιστώσεων, καὶ τὰ τῶν τοπικῶν καὶ γενικωτέρων συμφερόντων; Ἀλλὰ θέλετε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Στυμφαλίας, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο μετὰ 5 μῆνας νὰ κατακλύσωμεν τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ ἀπὸ τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας· θέλετε τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο αὔριον νὰ ἔχωμεν τὰ ἀτμόπλοια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν ζηλωτῇ φαντασμαγορίᾳ ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ δύνανται νὰ συναγωνίζωνται πρὸς τὰ μεγαλείτερα ναυτικὰ Κράτη καὶ δὴ καὶ αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν. Ἂν δύναται νὰ συγκροτηθῇ σήμερον ἑταιρία, δύναται νὰ συγκροτηθῇ αὕτη καὶ κατόπιν, ὅτε θὰ ἦναι εἰς καλλιτέραν θέσιν ἡ Βουλή. Ποῦ εὑρίσκετε λοιπὸν τὸν λόγον τῆς σπουδῆς; Ἀφοῦ ἐπὶ μίαν τετραετίαν ἐψηφίσατε ὅσα νομοσχέδια ἠθέλατε, θέλετε τώρα, ὅτε μόλις καὶ μετὰ βίας συγκρατεῖται ἡ ἀπαρτία, ὅτε καὶ οἱ φίλοι σας ἐτράπησαν εἰς φυγὴν, οἷον ὁ Γκίκας, ὁ Γουδῆς καὶ ἄλλοι, θέλετε μὲ τὴν ψυχὴν εἰς τὰ δόντια νὰ ψηφίζητε τοιαῦτα νομοσχέδια, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τι τὸ κατεπεῖγον; Θέλετε νὰ πίητε τὸ ποτήριον τῆς στερήσεως πάσης αὐτοβουλίας μέχρι τῆς ὑποστάθμης; Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων τελῶν; Κατωρθώσατε, δὲν ἠξεύρω πῶς καὶ διατὶ, νὰ πιστευθῇ ἀπὸ τὸν κόσμον, ὅτι ἡμεῖς ἀντιλέγομεν κατὰ τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων. Ἐστὲ εἰλικρινεῖς· μὴ λέγετε ὅτι δὲν θέλομεν τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων· οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀρνεῖται, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῶσι ταῦτα, ἀλλὰ σᾶς εἴπομεν, ὅτι δὲν θεωροῦμεν κατάλληλον τὴν περίστασιν, ὅπως ἀντὶ τοῦ καταργουμένου ἐπιβάλωμεν βάρη εἰς τὸ δασμολόγιον εἰς εἴδη τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης τῶν πενομένων τάξεων. Σᾶς εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ εὕρωμεν καλλίτερον τρόπον πρὸς κατάργησιν, ἵνα ἐπέλθῃ ἀνακούφισις τῆς κοινωνίας· ἀλλὰ μᾶς λέγετε: «ἡμεῖς αὐτὸ τὸ μέσον ἔχομεν, σεῖς δὲ προτείνατε καταλληλότερον». Ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν εἴμεθα Κυβέρνησις. Ἡμεῖς φέρομεν μόνον τὰς παρατηρήσεις μας.
§87ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Φέρατε τροπολογίας.
§88ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρομεν τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὅμως οὐδέποτε δέχεσθε. Λοιπὸν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ φέρωμεν ἴδιον νομοσχέδιον, ὅπως καταλληλότερον ἀντικαταστήσωμεν τὸν φόρον τῶν διαπυλίων τελῶν, ἀλλὰ καὶ ἂν εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, θὰ ἤμεθα ἐκ τῶν προτέρων βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν οἱαδήποτε τροπολογία. Διατὶ δὲ νὰ ἀναμίξητε δάνεια εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων τελῶν; τί θέλετε τὸ δάνειον τῶν 10 ἑκατομυρίων; Διὰ νὰ κατασκευάσητε, λέγετε, κτίρια δημοτικῶν σχολείων. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο σπουδαία δικαιολογία πρὸς σύναψιν δανείου 10 ὅλων ἑκατομμυρίων δραχμῶν; Νομίζετε κατάλληλον πρὸς τοῦτο τὴν παροῦσαν ὥραν; Εἷς Βουλευτὴς ἔλεγε χθὲς, ὅτι, ἂν δὲν ἦναι κατάλληλα τὰ νομοσχέδια, ἡ εὐθύνη βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸ εἶναι θεωρία συνταγματικὴ, ἀλλὰ προϋποθέτει πάντοτε κανονικὰς περιστάσεις πραγμάτων. Προϋποθέτει καιρὸν πρὸς μελέτην, ὅταν ἡ Βουλὴ συνεδριάζῃ ἐν τακτικῇ Συνόδῳ. Προκειμένου ὅμως περὶ ἐκτάκτου Συνόδου, πρέπει νὰ ἦναι ἔκτακτα καὶ τὰ νομοθετήματα, ἤτοι ἐκτάκτως κατεπειγούσης ἀνάγκης, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τοῦ 1891. Τοῦτο δύναμαι νὰ εἴπω καὶ διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ Στυμφαλίας. Μόνον μετὰ 8 ἔτη εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσι τὰ ὕδατα, ὡς ἠκούσατε πολλάκις. Καὶ μᾶς φέρουν προμελέτην τόσον ἀτελῆ, ὥστε οἱ δυνάμενοι ἐκ τῆς θέσεώς των νὰ γνωρίζωσι τὰ κατὰ τὴν Στυμφαλίαν σᾶς λέγουσιν, ὅτι τόσον ἀπέχει ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Κελενὲκ λεγομένων, ὥστε δὲν γνωρίζουν ἀπὸ ποῖα κτήματα θὰ διέλθῃ ὁ ὀχετός. Πρόκειται λοιπὸν περὶ προμελέτης ἀτελεστάτης· καὶ ὅμως μᾶς λέγετε, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Εἶναι κατάστασις αὐτή; Καὶ νομίζετε ἔπειτα, ὅτι ἡμεῖς θὰ δυσκολευθῶμεν νὰ εἴπωμεν μετὰ παῤῥησίας, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἀπαρτίαν, ἵνα μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, διακηρύττω ὅτι ἀναλαμβάνω πᾶσαν εὐθύνην ἐπὶ τῇ μὴ ἐπιψηφίσει τοιούτων νομοσχεδίων, καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ συντελέσω εἰς ἀπαρτίαν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ παρατείνητε αὐτὸ τὸ ἐλεεινὸν παιγνίδιον, νὰ ἔρχησθε δηλαδὴ ἐνταῦθα καὶ ν’ ἀποπειρᾶσθε νὰ ψηφίσητε τὰ νομοσχέδια, ἐλπίζοντες νὰ εὕρητε ἐν ταῖς τάξεσιν ἡμῶν κἀνένα ἀσθενῆ χαρακτῆρα, ἐπηρεαζόμενον ἀπὸ τοὺς κενοὺς λόγους σας. Σᾶς λέγω, ὅτι οὐδένα θὰ ἐπηρεάσητε· ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ κάμητε τοιαύτην ἀπόπειραν, θὰ ἀποτύχητε οἰκτρῶς. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Τόμαν).
§89ΚΟΡΠΑΣ. Ὅσον θὰ συμφωνήσω πρὸς τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα περὶ τῆς ἐν γένει τακτικῆς, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ἡ Κυβέρνησις ἐν παντὶ θέματι, τόσον δὲν θὰ συμφωνήσω πρὸς αὐτὸν εἰδικώτερον ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας. Ἐὰν ὁ συνάδελφος ἐγίνωσκεν ἐκ τοῦ πλησίον, ὅπως ἐγὼ καὶ πλεῖστοι ἴσως ἄλλοι γινώσκουσι, τὴν κατάστασιν τῆς ἤδη ὑπαρχούσης Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, βεβαίως δὲν θὰ ἐπέμενεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ψηφισθῇ σήμερον ἢ τουλάχιστον νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, καὶ νὰ καταδειχθῶσι τὰ πλημμελῆ αὐτοῦ μέρη. Ἡ κατάστασις, Κύριοι, τῆς παλαιᾶς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας οὐ μόνον δὲν εἶναι εὐχάριστος, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ἡ ἑταιρία αὕτη εὑρίσκεται εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε ἴσως ταχέως θὰ ἴδωμεν τὰ ἀτμόπλοια αὐτῆς κατασχόμενα καὶ δενόμενα εἰς τὸν λιμένα Σύρου. Ἀνάγκη ἑπομένως νὰ ἔλθῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἐπίκουρος καὶ ἀρωγὸς εἰς τὴν ὑφισταμένην Ἑλληνικὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν. Ηὐχόμην καὶ εὔχομαι ἀκόμη νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ βιώσῃ ἡ ὑπάρχουσα Ἑλληνικὴ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία καθ’ ὅλον τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἀκόμη κέκτηται τὸ δικαίωμα τὸ ἐκ τῆς συμβάσεως, καὶ ἂν τοῦτο ἦτο δυνατὸν, βεβαίως θὰ τὸ ἐπροτίμων, ἂν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς νὰ μελετηθῇ πλειότερον καὶ νὰ ὑποβληθῇ καὶ σύμβασις εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ψηφισθῇ ἐν ἐπιγνώσει, προκειμένου περὶ ἔργου τοσοῦτον μακροῦ, περὶ ἔργου ἔχοντος διάρκειαν πολυετῆ. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο δὲν ἦναι δυνατὸν, πρέπει τουλάχιστον νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, ὅπως ἴδωμεν ὑπὸ ποίους ὅρους ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν διὰ νὰ συμβληθῇ πρὸς τοὺς κεφαλαιούχους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναλάβουν τὸ μέγα τοῦτο ἔργον. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδωμεν τοῦτο, πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ βασανίσωμεν αὐτὸ, διότι, ἂν δὲν ἔλθῃ σήμερον εἰς συζήτησιν, ἡ ἑταιρία αὕτη μετά τινας μῆνας θὰ διαλυθῇ βεβαίως.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ συζητήσητε ἐπὶ τοιούτου σοβαροῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ ἔχητε μίαν σύμβασιν ἐνώπιόν σας. Τί θὰ συζητήσωμεν; περὶ τίνος πρόκειται; νὰ δώσωμεν μόνον τὴν ἄδειαν νὰ σχηματισθῇ ἑταιρία; ἀλλὰ ὑπὸ ποίους ὅρους θὰ σχηματισθῇ ἡ ἑταιρία αὕτη;
§91ΚΟΡΠΑΣ. Ἐὰν ἐπροσέχετε, ἠθέλατε ἀκούσει, ὅτι ηὐχήθην νὰ εἴχομεν ἐνώπιόν μας σύμβασιν, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ βιώσῃ ἀκόμη ἡ ὑφισταμένη ἑταιρία.
§92ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ ἡ ἑταιρία, καὶ ἔχει ἀκόμη ἐνώπιον αὐτῆς βίον τριάκοντα ὅλων μηνῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει, καταργεῖ ἓν ἐθνικὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τουλάχιστον διὰ νόμου δικαίωμα νὰ ζήσῃ, ἂν ὄχι ἄλλοθεν, τὸ καταργεῖ δὲ διὰ τοῦ ἄρθρου 3. Βεβαίως δύναται νὰ ζήσῃ ἡ ἑταιρία.
§93ΚΟΡΠΑΣ. Ἀλλὰ διὰ νὰ καταδειχθῶσι πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς γινώσκετε καὶ τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ γινώσκω καὶ πλεῖστοι ἄλλοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ μάθῃ καὶ ὁ κόσμος ὅλος, ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ὑφισταμένης ἑταιρίας καὶ ἂν τῷ ὄντι ἦναι δυνατὸν νὰ βιώσῃ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζήσῃ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, δὲν δύναται ἡ κοινωνία νὰ πεισθῇ, ὅτι ὀρθῶς καὶ δικαίως ἀντιτασσόμεθα κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐπανέρχομαι λοιπὸν εἰς τὸ θέμα. Ἐπεθύμουν νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ βιώσῃ ἡ παλαιὰ ἑταιρία, ἐπεθύμουν ἀκόμη νὰ ὑπεβάλλετο, ὡς εἶπον εἰς τὸν συνάδελφον, τὸν διακόψαντά με πρὸ μικροῦ, νὰ ὑπεβάλλετο ἡ σύμβασις, διότι ἐπὶ τῆς συμβάσεως ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐγὼ καὶ οἱ εἰδικώτεροι ἐμοῦ, ἂν οἱ ὅροι, οἱ ἐπιβαλλόμενοι εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, ἦναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλουσι καὶ τὰ ἄλλα Κράτη εἰς τὰς διαφόρους ἑταιρίας, διότι βεβαίως ὁ προσδιορισμὸς τῆς ταχύτητος τῶν ἀτμοπλοίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσωσι τὸ σύνολον τῶν ἀτμοπλοίων τῆς ἑταιρίας, πρέπει νὰ ἦναι ὡρισμένος, ὄχι διὰ νὰ ποιῆται χρῆσιν ὡρισμένην τῆς ταχύτητος, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐν ἀνάγκῃ νὰ δύναται νὰ ποιῆται χρῆσιν τῆς ταχύτητος ταύτης· πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ χωρητικότης τῶν ἀτμοπλοίων, πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσι καὶ ἄλλοι ὅροι, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλουσι τὰ ἄλλα Κράτη εἰς τὰς διαφόρους ἑταιρίας. Ἀλλὰ διὰ νὰ καταδειχθῶσι πάντα ταῦτα, πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, ἄλλως ἀδίκως ἀντιτασσόμεθα.
§94ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὥστε θὰ συντελέσητε εἰς τὴν ἀπαρτίαν.
§95ΚΟΡΠΑΣ. Ἔρχομαι εἰδικῶς μόνον διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας· διότι φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ. Ἐπαναλέγω, ὅσον συμφωνῶ μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει τακτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐτήρησε καθ’ ὅλον σχεδὸν τὸ διάστημα τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, τόσον δὲν εὑρίσκομαι πρὸς αὐτὸν σύμφωνος ὡς πρὸς τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποστηριζομένην ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, διότι νομίζω, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν, συζητοῦντες ἐν εὐρύτητι, νὰ καταδείξωμεν τὰς πλημμελείας, τὰς ὑπαρχούσας ἐν τῇ ὑφισταμένῃ ἑταιρίᾳ, καὶ τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Ἑπομένως δὲν θὰ συμφωνήσω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προταχθῇ τοῦ περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας νομοσχεδίου ἕτερον νομοσχέδιον, τοὐναντίον θὰ ψηφίσω μετ’ ἐκείνων, οἵτινες θὰ ζητήσωσι νὰ προταχθῇ ἢ νὰ μείνῃ ἐν τῇ θέσει, ἐν ᾗ εὑρίσκεται, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας.
§96Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου βουλευτὴς ἐκ Κέας κ. Κόρπας, ἐκ τοῦ μεγάλου ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον εὐλόγως αἰσθάνεται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς μητροπόλεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται ἡ ἐπαρχία τῆς Κέας καὶ Κύθνου, ἔκρινε πρὸ μικροῦ ἀναγκαῖον νὰ συμβουλεύσῃ, ὅτι πρέπει νὰ γένηται συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας, διότι ἐθεώρησεν ἀναπόφευκτον νὰ πληροφορηθῶσιν ἐκ τῆς συζητήσεως οἱ κάτοικοι τῆς Ἑρμουπόλεως, οἵτινες ἐνδιαφέρονται τὰ μάλιστα περὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας, ποῖαί εἰσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προβάλλεται πρὸς συζήτησιν, νὰ κατανοήσωσιν ἂν ἔχῃ τοῦτο καὶ ποίας ἀτελείας, καὶ ἑπομένως νὰ πεισθῶσιν, ὅτι εὐλόγως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀρνεῖται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ ὁ λόγος. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἂν δὲν ἦτο τοσούτῳ μέγα τὸ ὑπὲρ τῆς Ἑρμουπόλεως καὶ τῶν Κυκλάδων ἐνδιαφέρον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κέας, ἤθελε προχείρως ἐννοήσει ὁ φίλος μου, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Ἑρμουπόλεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τυγχάνωσιν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται· ἂν δ’ ἡμεῖς, οἵτινες δὲν εἴμεθα Ἑρμουπολῖται, οἵτινες δὲν συνειθίσαμεν, ἵνα εἰσάγωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς εἰς τὴν μελέτην τῶν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας, διότι δὲν συμβιοῦμεν ὡς ἐκεῖνοι μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας ἐπὶ 40 ἤδη ἔτη περίπου, ἂν ἡμεῖς κατανοῶμεν τὰς ἀτελείας τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ὑπεκφυγὰς τῶν συντακτῶν αὐτοῦ, τὰς ἀμφιβόλου ἐννοίας διατάξεις αὐτοῦ, τὴν εὐρύτητα τῆς δι’ αὐτοῦ μεταβιβαζομένης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσίας, καὶ τὰς παγίδας, αἵτινες διὰ τῆς τοιαύτης διασκευῆς αὐτοῦ στήνονται πρὸς ἀποπλάνησιν τῶν πολλῶν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου τοσαῦται καὶ ἐπὶ τόσα ἔτη ἐπιβάλλονται δι’ αὐτοῦ εἰς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις, οἱ Ἑρμουπολῖται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐννοῶσι κάλλιον ἡμῶν πάντα ταῦτα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ διορῶσιν ἐν Ἑρμουπόλει τὰ κενὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὰς λεπτομερείας, αἵτινες δὲν κανονίζονται δι’ αὐτοῦ, τὴν μεγάλην ἐλευθερίαν, ἣν παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν συνιστωμένην ἑταιρίαν, ἥτις ἐλευθερία θέλει πάντως ἀποβῆ πρὸς ζημίαν τῶν προσδοκιῶν τῆς Ἑρμουπόλεως; Οἱ Ἑρμουπολῖται δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῶν ἡμετέρων συζητήσεων, ὅπως φωτισθῶσι περὶ τούτων. Νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωσιν ἐν Ἑρμουπόλει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἤτοι ὅτι ἡ ἰδέα τῆς συστάσεως μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας προέκυψε μόνον τελευταῖον, καὶ ἰδίως ἀφ’ οὗ περιῆλθεν εἰς οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν ἡ ὑπάρχουσα ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία; Νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωσιν ἐκεῖ, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία περιῆλθεν εἰς οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν μόνον κατὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἔτος, ἢ κατὰ τὸ προηγούμενον αὐτοῦ, ὡς ἔλεγε προχθὲς ὁ ἐκ Σύρου Βουλευτής, καὶ ὅτι πρὸ τούτων διετέλει ἐν εὐπορίᾳ καὶ ἀκμῇ; Ταῦτα δύνανται νὰ λέγωσιν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι γνωρίζουσιν, ὅτι οἱ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους κύριοι Βουλευταὶ ἀγνοοῦσιν ἐν λεπτομερείᾳ τὰ περὶ τούτου· ἀλλὰ τῆς Ἑρμουπόλεως οἱ κάτοικοι γνωρίζουσιν ἀπὸ τίνος χρόνου προέκυψεν ἡ ἀπὸ τίνος ἐπροτάθη δημοσίᾳ ὡς προκύψασα ἡ ἰδέα περὶ συστάσεως μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Θὰ ἐνθυμοῦνται βεβαίως ἐν Σύρῳ, ὅτι κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1880 ἀνεγράφετο ἐν τῷ νόμῳ, τῷ κυρώσαντι τὴν ἀπὸ 24 Νοεμβρίου 1880 μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας σύμβασιν, ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 8 τοῦ 1 ἄρθρου αὐτοῦ, ὅτι, «ἐὰν μετὰ παρέλευσιν τριετίας ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1881 καὶ ἐντὸς τῶν τριῶν ἀμέσως ἑπομένων ἐτῶν καταρτισθῇ ἄλλη ἐγχώριος ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία μετὰ πραγματικοῦ κεφαλαίου 15 ἑκατομμυρίων τοὐλάχιστον δραχμῶν, ἀναλαμβάνουσα τὴν δι’ ἰδιοκτήτων ἀτμοπλοίων ἐπὶ ἐπωφελεστέροις ὅροις συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν παραλίων τοῦ Κράτους», ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ συναγωνισμόν, καὶ, ἂν ἤθελε μετὰ τὸν συναγωνισμὸν συναφθῆ νέα σύμβασις, νὰ θεωρήσῃ ἄκυρον αὐτοδικαίως τὴν σύμβασιν τῆς 24 Νοεμβρίου 1880, ἣν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐκύρου, καὶ πρὶν ἢ ἐπέλθῃ ὁ χρόνος, μέχρι τοῦ ὁποίου εἶχε συνομολογηθῆ διὰ τῆς συμβάσεως ἡ διάρκεια αὐτῆς. Ἡ σύστασις μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας ἦτο ἓν τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα οἱ νῦν κυβερνῶντες ἐπρότειναν ἀφ’ ἧς ἐπεφάνησαν εἰς τὴν πολιτικὴν, κρύπτοντες ὑπὸ τὸ φαινόμενον τοῦτο ἀγαθὸν τὸν σκοπὸν, ὃν εἶχον, νὰ καταστρέψωσι τὴν ὑπάρχουσαν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, διὰ νὰ τιμωρήσωσιν αὐτήν, μὴ στέρξασαν νὰ ὑπηρετήσῃ αὐτοὺς ἐν τῇ πολιτικῇ. Αὐτὸ τὸ μέγα ἀγαθὸν, τὸ τῆς συστάσεως μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ὁμοιάζει πρὸς ἄλλο μέγα ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον προβάλλει δι’ ἄλλου νομοσχεδίου, περὶ διοχετεύσεως εἰς Ἀθήνας καὶ εἰς Πειραιᾶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ ὡσαύτως νὰ ἐπιψηφίσωμεν ἐντὸς τῆς σήμερον καὶ τῆς αὔριον, μολονότι, καὶ ἂν ἤθελε ψηφισθῆ σήμερον καὶ τεθῇ ἀμέσως εἰς ἐκτέλεσιν, δὲν θέλει μᾶς ἀποφέρει τοὺς καρπούς του, εἰμὴ μετὰ ὀκτὼ ἔτη. Ὁμοιάζει πρὸς ἄλλο μέγα ἀγαθὸν, τὸ τῆς καταργήσεως τῶν ἐκτάκτων ἐμμέσων δημοτικῶν δασμῶν, τὸ ὁποῖον προβάλλει δι’ ἄλλου νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, ὑπὸ τὸ ὁποῖον κρύπτεται ἡ αὔξησις τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττομένων εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ 30 καὶ κατὰ 50 τοῖς ἑκατὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιμένει ὡσαύτως νὰ ἐπιψηφίσωμεν ἐντὸς τῆς σήμερον καὶ τῆς αὔριον. Ὁμοιάζει πρὸς ἄλλο μέγα ἀγαθὸν, τὸ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ Δημοσίου παρὰ ταῖς προνομιούχοις Τραπέζαις ὑπὲρ δανείων τῶν γεωργῶν, ὅπως ἐξαγοράσωσι τὰ ὑπ’ αὐτῶν καλλιεργούμενα κτήματα, τὸ προταθὲν διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπεψηφίσαμεν ἤδη. Ὁμοιάζει πρὸς ἄλλο μέγα ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπρότεινε διὰ τῶν νομοσχεδίων περὶ κατασκευῆς πέντε σιδηροδρόμων, διὰ τοὺς ὁποίους θέλει δαπανήσει τὸ δημόσιον ταμεῖον 12 ἑκατομμύρια καὶ 500 χιλ. δραχμῶν τὰ ὁποῖα νομοσχέδια ἐπεψηφίσαμεν ἤδη. Ὁμοιάζει πρὸς πολλὰ ἄλλα μεγάλα ἀγαθὰ, περὶ τῶν ὁποίων ἐπεφύλασσε νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περὶ αὐτῶν νομοσχέδια κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα προετάθησαν οὐχὶ μετὰ προαιρέσεως σπουδαίας, ἀλλὰ συνηρμολογήθησαν πάντα, ὅπως ἀποτελέσωσιν ἐκλογικὸν πρόγραμμα, καὶ προετάθησαν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας τῆς Βουλῆς, οὐχὶ διότι ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῶσι προσεχῶς ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς χώρας, ἀλλὰ πρὸς ἀποπλάνησιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸ πρόγραμμα τῶν ὑποσχέσεων τοῦ 1880, περὶ οἰκονομιῶν, ὅπως ἐλαττωθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου ταμείου, περὶ διαῤῥυθμίσεως τῆς φορολογίας, ὅπως οἱ φόροι ἐπιβάλλωνται ἐξ ἴσου εἰς πάντας καὶ μὴ ἀποβαίνωσι καταθλιπτικοὶ, περὶ ἀνακουφίσεως τῆς γεωργίας διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, περὶ προστασίας τῆς ἐργασίας καὶ ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς στρατιωτικῆς θητείας, δὲν ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ πιστευθῇ. Ποῖος ἤθελε πιστεύσει τοιούτους λόγους, προφερομένους ἀπὸ ἀνθρώπους σπαταλήσαντας ἀσυνειδήτως τὸ χρῆμα τοῦ δημοσίου ταμείου, αὐξήσαντας τεραστίως τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, καταπνίξαντας τὴν παραγωγὴν καὶ ἐξασθενίσαντας τὴν κατανάλωσιν διὰ βαρυτάτης καταθλιπτικῆς φορολογίας, καταδιώξαντας ἀσπλάγχνως τοὺς ἐργαζομένους τὴν γῆν ἢ τὰς τέχνας, ἐνταῦθα μὲν διὰ τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν ἀποσπασμάτων, ὅπως εἰσφέρωσιν εἰς τὸ ταμεῖον καὶ τὰ σκεύη τῆς καλύβης αὐτῶν, ἐκεῖ δὲ διὰ τῆς λόγχης καὶ τοῦ ξίφους, ὅπως ὑποτάξωσιν αὐτοὺς εἰς τὴν ἀπληστίαν τῶν κυρίων τῆς γῆς; Ποῖος ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ πλέον ἐκείνους, οἵτινες καὶ τὴν στρατολογίαν μετέβαλον εἰς χρηματισμὸν, καὶ ταύτην κατεδίκασαν ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἐκλογικὸν μέσον; Τὸ πρόγραμμα τῶν ὑποσχέσεων τοῦ 1884, δι’ οὗ, ἐπαγγελλόμενοι τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, ἐζήτουν κατὰ τὸ 1884 νὰ τρέψουν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸν ἐθνικὸν ἐνθουσιασμὸν, δὲν δύνανται πλέον νὰ ἀναμιμνήσκωσιν εἰς τὸν λαὸν οἱ ἐργάται τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ 1886 καὶ τῶν προνομίων τῆς ἡρωϊκῆς μεγαλονήσου οἱ νεκροθάπται. Τὸ πρόγραμμα τῆς ὁδοποιΐας δὲν ἠδύναντο νὰ προβάλωσιν ἐκ νέου οἱ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν διανείμαντες τὰ χρήματα τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς τοὺς φίλους αὑτῶν. Τὸ πρόγραμμα τοῦ ἰσοζυγίου, χάριν τοῦ ὁποίου ἐπεφάνησαν κατὰ τὸ 1887 ζητοῦντες τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς αὐτοὺς, ἀφοῦ τὰ ἰσοζύγια κατωρθώθησαν διὰ πλαστογραφιῶν, τὰ δ’ ἐλλείμματα ἐκαλύφθησαν διὰ δανείων. Ἐλπίδες ἄλλαι, ὑποσχέσεις ἄλλαι δὲν ἔμενον, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀποπλανήσωσι καὶ αὖθις τὸν λαὸν, ἀφοῦ τὰ πράγματα διέψευσαν μέχρι τοῦδε πάσας τὰς ὑποσχέσεις καὶ πάσας τὰς ἐλπίδας, ἃς εἶχον δώσει. Ἐπενόησαν λοιπὸν νέας ἐλπίδας, ὅπως καὶ αὖθις ἀπατήσωσι τοὺς ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ταύτας προσῆλθον νὰ δώσωσι διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγον κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητοῦσι νὰ ἐπιψηφίσωμεν ἀσυζητητεὶ σήμερον καὶ αὔριον. Ἀναβλύζει τὸ δάκρυ ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου, μᾶς ἔλεγε προχθὲς ὁ καθήμενος κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία περιῆλθεν εἰς τὴν ἐσχάτην οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, διότι ἀποθνήσκει. Ἀλλὰ σήμερον ἐπῆλθεν ἡ συμφορὰ αὕτη; Σήμερον ἐπεφάνη ὁ κίνδυνος τοῦ θανάτου τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας; Τὸν θάνατον αὐτῆς τόσα ἔτη ἠγωνίζοντο νὰ παρασκευάσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιφαίνονται μεριμνῶντες νῦν περὶ συστάσεως ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, καθ’ ὅλα δὲ τὰ ἔτη ἐκεῖνα ὑπεστήριζε διὰ τῆς ψήφου του καὶ διὰ τοῦ λόγου ὁ κύριος Βουλευτὴς αὐτοὺς, τοὺς τὸ μέγα τοῦτο δεινὸν κατεργαζομένους. Ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν προσεπάθουν νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν ὥραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἔμελλον νὰ ἴδωσιν αὐτὴν ἐκπνέουσαν, καὶ ὄπισθεν αὐτῶν ἤρχετο ὑποβοηθῶν τὰς προσπαθείας των καὶ ὁ κύριος Βουλευτὴς, ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ ὁποίου ἀναβλύζει νῦν τὸ δάκρυ. Καὶ ἀφοῦ κατώρθωσαν τέλος πάντων νὰ ἴδωσιν ἐπελθόντα καταφανῶς τὸν κίνδυνον τῆς ζωῆς αὐτῆς, ἐπεφάνησαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ μεριμνῶντες δῆθεν νὰ σώσωσι τὴν ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν, νὰ σώσωσι τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων, καὶ ζητοῦσι νὰ μᾶς κρατήσωσι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, διὰ νὰ ἐπιψηφίσωμεν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμελετήσαμεν, διὰ τῶν ὁποίων δὲν ζητοῦσι νὰ κυρώσωμεν συμβάσεις, ἀλλὰ ζητοῦσι νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν αὐτοὺς νὰ συνομολογήσωσι συμβάσεις, οἵας αὐτοὶ θέλουσι, καὶ οὐχὶ οἵας τὰ ἐθνικὰ καὶ τοπικὰ συμφέροντα ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν νὰ ἐπιθυμῶμεν. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει μόνον δικαίωμα, ἔχει καθῆκον νὰ ζητήσῃ νὰ γνωρίσῃ ποῖαι θέλουσιν εἶσθαι αἱ ῥῆτραι τῆς συνομολογηθησομένης συμβάσεως, ποῖαι ἐν λεπτομερείᾳ θέλουσιν εἶσθαι αἱ δι’ αὐτῆς συνομολογηθησόμενα ὑποχρεώσεις· διότι ἡ σύμβασις περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας θέλει κανονίσει τὰ τῆς ἐσωτερικῆς θαλασσίας συγκοινωνίας, θέλει κανονίσει τὴν μετὰ λιμένων τῆς ἀλλοδαπῆς ἔν τε τῇ Ἀνατολῇ καὶ τῇ Δύσει ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν ἡμῶν, θέλει κανονίσει τοπικὰ συμφέροντα, θέλει ἐπηρεάσει τὸν κανονισμὸν ἐθνικῶν συμφερόντων, συνδέεται μετὰ τῆς πολιτικῆς. Ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ ἐν Ἑρμουπόλει συμπολῖται ἡμῶν νὰ ἀκούσωσι τὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ; Δὲν βλέπουσιν οἱ Ἑρμουπολῖται, ὅτι αὐτὴ ἡ συνιστωμένη ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία, ὡς τὸ νομοσχέδιον εἶναι συνεταγμένον, δὲν ἔχει πραγματικὰ κεφάλαια, εἰμὴ μόνον 10,000,000; Ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον 35 ἑκατομμύρια ὡς κεφάλαιον αὐτῆς, ἀλλὰ τὰ 15 ἐξ αὐτῶν θέλει πορισθῆ διὰ δανείου, ἐὰν δὲ δὲν εὕρῃ δανειστὰς, τὰ δεκαπέντε ἑκατομμύρια ἀποβαίνουσιν ἰδανικά. Δύναμαι νὰ εἴπω ὑμῖν τινα περὶ τούτου, περὶ τῶν κεφαλαίων τῆς ἑταιρίας. Ἀφοῦ, ὅταν ἤχθη εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, ἠγορεύσαμεν ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ κατεδηλώσαμεν τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠναγκάζετο νὰ λάβῃ, ὅπως σταματήσῃ τὸ παρασκευαζόμενον κακὸν, ἔντιμος φίλος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἐξέφραζε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ συνεννοηθῇ μετ’ ἐμοῦ, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐπεθύμει νὰ παρακωλύσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ νὰ πράξῃ ὅ,τι χρεωστεῖ νὰ πράξῃ πρὸς ἀποκατάστασιν πλήρους ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας, πρὸς ἐγκατάστασιν ἐξωτερικῆς συγκοινωνίας, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἀτμοπλοΐας καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ἐδέχθην προθύμως τὴν πρότασιν νὰ συνεννοηθῶ μετ’ αὐτοῦ. Προέβαλον λοιπὸν αὐτῷ, ὅτι εἶναι ἀμφίβολον, ἂν τὸ δάνειον θὰ πραγματοποιηθῇ, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιείχετο μόνον ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἑταιρίας νὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας, ἀλλ’ οὐδεμία συνωμολογεῖτο ὑπό τινος ὑποχρέωσις νὰ ἀγοράσῃ αὐτάς. Τότε ὁ μεθ’ οὗ ἡ συνεννόησις φίλος μου ἐφρόντισεν, ἵνα συνομολογηθῇ τοιαύτη ὑποχρέωσις, καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι θέλει ἀγορασθῆ τὸ δάνειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων ferme. Ἐὰν δὲν προεβάλομεν τὴν ἀντίῤῥησιν, οὐδὲ τοῦτο ἤθελε ῥητῶς κανονισθῆ, καὶ ἠθέλομεν ἐπιψηφίσει τὸ νομοσχέδιον ὡς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ὃ ἤθελε σχηματισθῆ ἑταιρία, ἥτις πράγματι δὲν ἤθελεν ἔχει, εἰμὴ 10 μόνον ἑκατομμύρια, ἐκ τῶν ὁποίων ἑπτὰ ἴσως ἤθελον διατεθῆ ἵνα ἀγορασθῶσι τὰ ἀτμόπλοια τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, καὶ ἴσως καὶ τὰ ἀτμόπλοια τῆς Πανελληνίου. Ἀλλὰ διότι ἀνεδέχθησαν ἢ ὑπεσχέθησαν νὰ ἀγοράσωσι τὸ δάνειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων ferme, ἐπληρώθησαν τάχα πάντα τὰ κενὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ποῖα μᾶς προβάλλουσιν ἐπιχειρήματα, ἵνα μᾶς πείσωσι νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον; Μᾶς λέγουσιν ὅτι δι’ αὐτοῦ θέλει ἀποκατασταθῆ ἡ συγκοινωνία τοῦ Αἰγαίου καὶ τῶν παραλίων τοῦ Κράτους· εἷς μάλιστα ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῶν Κυκλάδων, ἵνα μᾶς συγκινήσῃ προχθὲς, μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν Κυκλάδων καὶ νῆσοι, ἐν μηδεμιᾷ τυγχάνουσαι συγκοινωνίᾳ μετὰ τοῦ ἄλλου Κράτους, ὅλως κεχωρισμέναι ἀπ’ αὐτοῦ καὶ ἐστερημέναι τῶν ἀγαθῶν, τῶν ὁποίων ἀπολαμβάνει ἡ Στερεὰ, ἤτοι τῆς συγκοινωνίας. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ βεβαιώσωμεν αὐτό; Δὲν πρέπει νὰ μάθωμεν, ποῖαι νῆσοι θέλουσι συγκοινωνήσει πρὸς ἀλλήλας, ποῖαι θέλουσιν εἶσθαι τὰ δρομολόγια τῆς ἑταιρίας, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν πράγματι ἡ εἰσφορὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἣν θέλομεν ὑποσχεθῆ δι’ ὁλόκληρον ἥμισυν αἰῶνα, θέλει ἐξασφαλίσει πλήρη τὴν ἐσωτερικὴν συγκοινωνίαν; Μᾶς ἔλεγον προχθές, ὅτι ἡ συστηθησομένη ἑταιρία θέλει εἶσθαι μεγάλη· ἀλλὰ διατὶ δὲν στέργουσι νὰ μᾶς εἴπωσι πόσα ἀτμόπλοια θέλει ἔχει κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, πόση θέλει εἶσθαι ἡ ἀξία αὐτῶν, ποίαν θέλουσιν ἔχει χωρητικότητα, ποίαν ταχύτητα, ποίαν ἡλικίαν; Οὐδὲν περὶ τούτων μᾶς λέγουσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου· δι’ αὐτοῦ μόνον ζητοῦσι νὰ δώσωμεν αὐτοῖς ἐξουσίαν. Μᾶς ἐζήτησαν καὶ ἐδώκαμεν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἐξουσίαν νὰ δανείζηται ὅσα θέλει χρήματα, νὰ συνομολογῇ ὅσα δάνεια θέλει πάγια, ὅσα δάνεια θέλει προσωρινά, ἐπὶ τῷ λόγῳ νὰ μετατρέπῃ δι’ αὐτῶν τὰ ὑπάρχοντα χρεωλυτικὰ δάνεια εἰς πάγια, καὶ ἀνεβίβασε τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου εἰς 880 ἑκατομμύρια. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ζητεῖ ἐξουσίαν νὰ συνομολογήσῃ οἱανδήποτε θέλει σύμβασιν πρὸς σύστασιν ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, καὶ νὰ ὑποσχεθῇ ἐτησίως πληρωμὴν 650 χιλιάδων, ἢ μᾶλλον 850 χιλιάδων δραχμῶν ἐπὶ 50 ἔτη. Ὅταν δὲ κατέδειξα εἰς τὸν φίλον μου κατὰ τὴν ἔμμεσον συνεννόησιν, ἣν μετ’ αὐτοῦ ἔσχον, τὰ εἰρημένα κενά, ὁ φίλος μου μίαν μόνον μοὶ ἔδωκε πληροφορίαν, ὅτι ἡ συστηθησομένη ἑταιρία ἤθελεν ἔχει καὶ ἀτμόπλοια χωρητικότητος μεγαλειτέρας τῶν 1200 τόνων. Δὲν ἠγνόουν ὅμως, ὅτι ἡ ἑταιρία ἤθελε κατασκευάσει καὶ ἀτμόπλοια 2000 τόνων, ἀλλὰ τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα ἤθελον εἶσθαι φορτηγὰ (de transport), πόσα ὅμως ἤθελε κατασκευάσει τοιαῦτα, πόσα ἤθελε κατασκευάσει χωρητικότητος 1200 τόνων, πόσα ἐξ αὐτῶν ἤθελε κατασκευάσει ἔχοντα ταχύτητα μέχρι 15 μιλίων καθ’ ὥραν; Προχθὲς ἔλεγέ τις ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἑταιρία νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἔχῃ ἀτμόπλοια ταχύτητος 15 μιλίων, διότι ἤθελεν ἐπιβαρύνεσθαι ἡ ἑταιρία διὰ δαπανῶν, ἂν τὰ ἀτμόπλοια αὐτῆς ἐποίουν τοσούτῳ ταχεῖς πλόας. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ζητῶ ἡ ἑταιρία νὰ διατάξῃ τὰ ἀτμόπλοια αὐτῆς νὰ διανύωσι 15 μίλια καθ’ ὥραν, ὅταν ἐκτελῶσι ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀρκοῦμαι μάλιστα νὰ διανύωσιν 9 ἢ 10 μίλια καθ’ ὥραν κατὰ τοὺς πλόας των τούτους, ἐπιθυμῶ ὅμως τὰ ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα θέλει κατασκευάσει, νὰ ἔχωσι ταχύτητα δεκαπέντε μιλίων καθ’ ὥραν, ἵνα, ἐάν ποτε παραχωρηθῶσιν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, δύνωνται ταῦτα νὰ διανύωσι 15 μίλια, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους ἤθελε τὸ ἀπαιτήσει. Καὶ νομίζετε, φίλε συνάδελφε, ὅτι ἐξασφαλίζετε τὰ συμφέροντα τῆς Ἑρμουπόλεως ὑμεῖς, ὁ τοσοῦτον ὑπὲρ αὐτῆς ἐνδιαφερόμενος, ἐνᾧ τὸ 6 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου διατάσσει, ὅτι «ἡ ἕδρα τῆς ἑταιρίας ὁρισθήσεται διὰ τοῦ Καταστατικοῦ, ἡ δὲ Διεύθυνσις θὰ ἑδρεύῃ ἐν Σύρῳ»; Δὲν διορᾶται ἐν αὐτοῖς τὸν δόλον;
§97ΚΟΡΠΑΣ. Ἔχω τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ.
§98ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεγάλη ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία δὲν δύναται νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἐν τοῖς ἐν Ἑρμουπόλει ἐργοστασίοις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, πρέπει δὲ ταῦτα νὰ αὐξηθῶσι καὶ εὐρυνθῶσιν· ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῇ δεξαμενή. Καὶ νομίζετε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ γνωρίζῃ, ποῦ θέλουσιν ἱδρυθῆ τὰ μεγάλα ταῦτα ἐργοστάσια, ἂν θέλωσιν αὐξηθῆ καὶ εὐρυνθῆ τὰ ἐν Ἑρμουπόλει, ἢ ἄν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ταῦτά εἰσιν ἀνεπαρκῆ, θέλουσιν ἀλλαχοῦ οἰκοδομηθῆ τοιαῦτα; Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ γνωρίζῃ, ἂν καὶ πότε θέλει κτισθῆ δεξαμενή, καὶ ποῦ θέλει αὕτη κτισθῆ; Ὑπάρχει ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία μεγάλη, ὡς ζητοῦσι νὰ χαρακτηρίσωσι τὴν συστηθησομένην, λαμβάνουσα χορήγημα τοῦ Κράτους, ἥτις δὲν ἔχει δεξαμενήν; Ποία ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία ἐν Εὐρώπῃ, λαμβάνουσα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου χορηγίαν, δὲν ὑπεβλήθη εἰς τοιαύτην ὑποχρέωσιν; Ἀλλὰ μήπως εἰσὶ ταῦτα μόνον; Ἡ συστηθησομένη ἑταιρία, ἥτις θέλει συστήσει συγκοινωνίαν τῶν λιμένων τοῦ Κράτους καὶ μετὰ τῆς ἀλλοδαπῆς, πρέπει νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις της πρὸς τὸ Κράτος. Ἐὰν τὸ Κράτος ζητήσῃ νὰ ἀποσπασθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσι κεκανονισμέναι αἱ τοιαῦται σχέσεις τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς τὴν ἑταιρίαν; Λοιπὸν ποίας ἀποζημιώσεις θέλει πληρόνει τὸ δημόσιον ταμεῖον καθ’ ὥραν καὶ οὐχὶ κατὰ μίλιον, ὡς ἐκανονίζετο διὰ τῆς ἰσχυούσης συμβάσεως μετὰ τῆς ὑπαρχούσης ἑταιρίας, διότι τοιαύτη βάσις χρησιμεύει εἰς καταχρήσεις, πόση ἡ ἀποζημίωσις καθ’ ὥραν ἐν πλῷ, πόση αὕτη ἐν ἀργίᾳ; Καὶ ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ μεγάλη συγκοινωνία, ἐὰν πρόκηται ἡ Ἑλληνικὴ σημαία νὰ φέρῃ εἰς ἐπικοινωνίαν λιμένας τῆς ἡμεδαπῆς μετὰ λιμένων τῆς ἀλλοδαπῆς, δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ τίνες ἔσονται οἱ λιμένες οὗτοι; Διὰ ταῦτα πάντα ἀπαιτεῖται σύμβασις λεπτομερὴς, κανονίζουσα πᾶσαν σχέσιν μὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον, πᾶσαν σχέσιν μὲ τὸ Κράτος, πᾶσαν σχέσιν μὲ τὴν κοινωνίαν. Καὶ ὅταν ἐγὼ ἐδήλωσα εἰς τὸν φίλον μου ἐκεῖνον, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ὑποσχεθῶ ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι αὕτη ἤθελε στέρξει νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν ὑπεβάλλετο εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασις ῥητὴ, ἐγένετο γνωστὸν πόσον δύσκολον ἐκρίνετο τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ πῶς τοῦτο εἶναι δύσκολον; Οἱ κεφαλαιοῦχοι, οἵτινες θέλουσι συναλλαγῆ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ θέλουσιν ἀποτελέσει τὴν ἑταιρίαν ταύτην, εἰσὶ γνωστοί· ποία ἡ δυσκολία νὰ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις; Δὲν ἔχετε ἀνάγκην περαιτέρω συζητήσεων, διὰ νὰ φωτίσητε τὸν λαὸν τῶν Κυκλάδων, διὰ νὰ φωτίσητε τοὺς κατοίκους τῆς Ἑρμουπόλεως. Ἂν δὲ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ διὰ μέσων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω, κατώρθωσαν νὰ παρασύρωσι τὸν λαὸν τῆς Ἑρμουπόλεως, νὰ παρασύρωσι τὰ ἐκεῖ τοπικὰ κόμματα εἰς συλλαλητήρια, ὅπως δηλώσωσιν ἐπιθυμίαν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, νομίζετε ὅτι ἕνεκα τούτου ἡμεῖς δὲν ἔχομεν πλέον καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ἐὰν τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ἐὰν τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, ἐὰν τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς Ἑρμουπόλεως ἐπιτρέπῃ εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιψηφίσωμεν αὐτό; Ἀξιότιμοι ἔμποροι ἐκ Πατρῶν συνιστῶσιν ἡμῖν διὰ τηλεγραφημάτων νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων τελῶν. Πρέπει διὰ τοῦτο νὰ συντελέσωμεν νὰ ἐπιψηφισθῇ, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπιψηφισθῇ, ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐπιψηφισθῇ; Πολῖται ἔντιμοι τῶν Ἀθηνῶν, δι’ ἀναφορῶν πρὸς τὴν Βουλὴν συνιστῶσι νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Πρέπει διὰ τοῦτο νὰ σπεύσωμεν νὰ ἐπιψηφίσωμεν αὐτὸ, καὶ ἂν ἐκ τῆς μελέτης αὐτοῦ ἐπείσθημεν, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι ἀμελέτητον, ὅτι δὲν ἐβασανίσθη ἔτι δεόντως, ὅτι οὐδὲ τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας ἀνελύθησαν, ὅτι οὐδὲ τὰ δικαιώματα τῶν χωρῶν, δι’ ὧν ταῦτα θέλουσι διοχετευθῆ, ἠρευνήθησαν, οὐδὲ τὰ ἐκτελεσθησόμενα τεχνικὰ ἔργα ἐμελετήθησαν ἐπισταμένως καὶ λεπτομερῶς; καὶ ἂν ἐκ τῆς μελέτης αὐτοῦ ἐπείσθημεν, ὅτι τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα δι’ αὐτοῦ ζητούμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ εἰς τὴν τοῦ Πειραιῶς, εἰσὶν ὑπέρογκα, ὅτι ἡ διάρκεια ἑνὸς ὅλου αἰῶνος, ἐννενήκοντα ἐννέα ἐτῶν, ὅση προσδιορίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἐπιβληθῆ τὰ βάρη ταῦτα, καθιστᾷ τὸ πρᾶγμα βαρὺ καὶ ἀφόρητον; Μοὶ ἐκομίσθη ἀντίγραφον τῶν ἀναφορῶν, αἵτινες ἐκυκλοφόρησαν τελευταῖον ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ὑπεγράφησαν ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν Ἀθηναίων, καὶ ἐπεδόθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ ὧν ἐξεδηλώθη ἡ εὐχὴ τῶν ὑπογεγραμμένων ἐν αὐταῖς νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας νομοσχέδιον. Τὸ ἀντίγραφον τοῦτο τῆς εἰρημένης ἀναφορᾶς ἦτο γεγραμμένον τῇ χειρὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου τῆς Δημαρχίας Ἀθηνῶν. Ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων, περὶ τοῦ ὁποίου προχθὲς ἐποιήσατο λόγον εἷς τῶν ἀξιοτίμων ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτῶν, ὑπέλαβεν ὅτι ἠδύνατο καὶ αὐτὸς κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην ὥραν νὰ ἐπιφανῇ ἐπίκουρος εἰς τὸ ἐκλογικὸν σχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐπῆλθε καὶ αὐτὸς νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς πρὸς ἀποπλάνησιν τῶν πολιτῶν Ἀθηναίων προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως, ζητησάσης νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν λειψυδρίαν τῆς πρωτευούσης διὰ τοῦ περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας νομοσχεδίου της. Ὁ κ. Δήμαρχος τρία ἤδη ἔτη συνεπλήρωσεν ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ δήμου, δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσα συνωμολόγησεν εἰς βάρος τοῦ δήμου δάνεια, ὅπως δυνηθῇ δαπανῶν νὰ ἀνεύρῃ ὕδατα καὶ αὐξήσῃ τὰ τοῦ ὑδραγωγείου τῆς πόλεως, ἀγνοῶ πόσα ἐδαπάνησεν ἐξ αὐτῶν, ἀλλ’ αἱ ἐκδρομαὶ, τὰς ὁποίας αἱ ὑπουργικαὶ ἐφημερίδες ἀνήγγελλον ἑκάστοτε, ὅτι ἐποιήσατο κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐπὶ τὸν Πάρνηθα καὶ ἐπὶ τὸ Πεντελικὸν, ἦσαν τοσαῦται, οἱ λόγοι ἐπὶ παντὸς ῥυακίου, τὸ ὁποῖον διήρχετο, ἦσαν τόσοι, αἱ προπόσεις ἦσαν τοσαῦται, ὥστε, ἂν ἤρκουν ταῦτα πρὸς αὔξησιν τῶν ὑδάτων, ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ἤθελε κατακλυσθῆ μέχρι τοῦδε. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσα καὶ τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἔλεγε προχθὲς, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ ξεκολλήσῃ ἀπὸ τὴν ῥάχιν της τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος κ. Δήμαρχον, διότι αὕτη ἐσύστησεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ δήμου τῶν Ἀθηναίων. Τὸ λεχθὲν εἶναι καὶ δὲν εἶναι ἀληθές. Εἶναι ἀληθές, διότι πράγματι ἡμεῖς ἐσυστήσαμεν τὸν νῦν Δήμαρχον Ἀθηναίων εἰς τοὺς ἐκλογεῖς Ἀθηνῶν. Δὲν εἶναι ὅμως ἀληθές, διότι δὲν ἐσυστήσαμεν αὐτὸν ἡμεῖς αὐτοβούλως, ἀλλὰ διότι μᾶς εἶχεν ὑποδειχθῆ ὑπὸ πολλῶν πολιτῶν τῆς πρωτευούσης, ἀναγκασθέντας νὰ δεχθῶμεν αὐτὸν καὶ νὰ τὸν συστήσωμεν. Ἡμεῖς εἴχομεν τότε περὶ αὐτοῦ γνώμην, διότι εἴχομεν γνωρίσει τὸν ἄνδρα καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ· ἀλλὰ συντεχνίαι τῆς πόλεως, ἀντιπροσωπεύουσαι πολίτας διαφόρων τάξεων, ἀπηυθύνθησαν τότε πρὸς ἡμᾶς καὶ μᾶς ἐξεδήλουν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ συστήσωμεν διὰ τὴν θέσιν τοῦ Δημάρχου τὸν κ. Φιλήμονα, δηλ. νὰ παρακαλέσωμεν τοὺς πολίτας τῶν Ἀθηνῶν νὰ ψηφοφορήσωσιν αὐτόν. Μοὶ δίδεται εὐκαιρία νὰ ἐκφράσω ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εὐγνωμοσύνην πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς Ἀθηνῶν, οἱ ὁποῖοι τοσαύτην κατεδήλωσαν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀποδεχθέντες τότε τὴν σύστασιν αὐτῆς καὶ ψηφοφορήσαντες τὸν κ. Φιλήμονα. Ἀλλ’ ὁ κ. Φιλήμων ἐφιλοτιμήθη ν’ ἀποδείξῃ ἀληθεῖς τὰς εἰκασίας καὶ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας περὶ αὐτοῦ εἴχομεν. Ἀφοῦ δὲ, ἅμα ἐκλεχθεὶς, μετ’ ὀλίγον ἐνέκρινε νὰ λησμονήσῃ ὅτι εἶναι Δήμαρχος, ὑπολαβὼν ὅτι ἡ ἐκλογή του ἀνέῳξεν αὐτῷ τὴν θύραν νὰ προσεγγίσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ δημοκρατικὸς, ὁ ὁρκιζόμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι διατηρεῖ τὴν ἐλευθερίαν του, ὅπως φρονῇ δημοκρατικῶς, ἐνέκρινε νὰ μεταποιήσῃ ἑαυτὸν εἰς συνταγματικὸν καὶ βασιλικὸν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐλησμόνησε τὸν ὅρκον, ὃν τὴν νύκτα, καθ’ ἣν εἶχεν ἐκλεχθῆ, εἶχε δώσει κάτωθεν τῆς οἰκίας μου, καὶ δι’ οὗ ἐβεβαίου, ὅτι ἐν τῇ διοικήσει τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἤθελεν ἀσχοληθῆ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑπὲρ τῆς πόλεως καὶ τοῦ δήμου εὐχὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐδήλωσε μέχρι τοῦδε δημοκρατικὰ φρονήματα, πλανᾶται δὲ ὅστις ἐψιθύρισε τοῦτο. Οἱ ἄνδρες, οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν, δὲν ἐπεφάνησαν ἐν τῇ πολιτικῇ χθὲς, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν πολιτεύονται πρὸ 40 ἐτῶν, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῶν 40 ἐτῶν ἔδωκαν ἀποδείξεις τῶν φρονημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι περὶ τῆς συντάξεως τῆς πολιτείας, δὲν εἶναι δὲ πρέπον, ὅσοι θέλουσι νὰ φαίνωνται σοβαροί, νὰ ἀγνοῶσι ποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει φρονήματα. Καὶ ἔσπευσεν ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων, καὶ εἰσῆλθε δρομαίως εἰς τὴν θύραν, ἥτις ἐφάνη αὐτῷ, ὅτι ἀνεῴχθη, καὶ ἀφῆκεν ἑαυτὸν ν’ ἀποῤῥοφηθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις μίαν εἶχε τότε ἐπιθυμίαν, νὰ ἐκθέσῃ αὐτὸν καὶ νὰ καταδείξῃ αὐτὸν ὁποῖος ἦτο. Διεχειρίζετο τὴν ὑδραυλικὴν ὑπηρεσίαν ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων ἢ ἡ δημοσία διοίκησις, ἥτις διώρισεν ὑδραυλικὸν τοῦ δήμου οἷον αὕτη ἤθελε, καὶ ἥτις δι’ αὐτοῦ ἐνήργει ὅ,τι αὕτη ἐνέκρινε, τοῦ μακαρίου Δημάρχου ἀρκουμένου εἰς τὰς ἐκδρομὰς καὶ τὰς προπόσεις; Διεχειρίζετο ἐξουσίαν τινὰ ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων, ὅστις ἐσταμάτα εἰς τὴν ἐξώθυραν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἱκετεύων νὰ ἀξιωθῇ τῆς τιμῆς νὰ παρουσιασθῇ εἰς ὑπάλληλόν τινα τοῦ Ὑπουργείου, εἴτε γραμματεὺς ἦτο οὗτος, εἴτε τμηματάρχης, εἴτε γενικὸς γραμματεύς; Ἡ δημοσία διοίκησις ἀληθῶς περιήγαγεν αὐτὸν εἰς ἣν σήμερον ἔφθασε κατάστασιν, ἡ ὁποία εὔλογον βεβαίως παρέσχεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅπως εἴπῃ ὅσα εἶπε προχθὲς περὶ τοῦ Δημάρχου. Δὲν δύνανται νὰ ἐπιῤῥίψωσιν ἐπὶ τὴν εὐθύνην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως οὐδὲ τὴν ἀνικανότητα, οὐδὲ τὴν ἀβελτηρίαν, οὐδὲ τὰ παραπτώματα τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, διότι ἐχειραγωγεῖτο ὑπὸ τῆς δημοσίας διοικήσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἅμα ἰδοῦσα αὐτὸν τοιοῦτον, ἔπαυσε πᾶσαν μετ’ αὐτοῦ σχέσιν, οὔτε συνεβούλευσέ ποτε αὐτὸν, οὐδὲ καθωδήγησεν αὐτὸν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του. Ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ παρῆλθον ἔτη ἀφ’ ἧς κυβερνῶσιν, ἐνεθυμήθησαν δὲ τὴν λειψυδρίαν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν νῦν, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἵνα ἐκμεταλλευθῶσι τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ἕνεκα τῆς ἀμελείας αὐτῶν· ἐφαντάσθησαν τὴν ἀγανάκτησιν τῶν πολιτῶν κατὰ Ἰούνιον καὶ Ἰούλιον ὅτε θέλει ξηραίνεσθαι ἡ γλῶσσα αὐτῶν, ἕνεκα τῆς λειψυδρίας, κατὰ τὴν θερμὴν ἐκείνην ὥραν τοῦ ἔτους, καὶ ἐπεθύμησαν τὴν ἀγανάκτησιν ταύτην νὰ τρέψωσι κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν σπεύδει σήμερον νὰ ψηφίσῃ ἄνευ μελέτης, ἄνευ ἐξετάσεως, ἄνευ ἐρεύνης τὸ περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας νομοσχέδιον. Ἐνόμισαν ὅτι, συντάξαντες ἄνευ μελέτης τινὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἤθελον πιστευθῆ ὑπὸ τῶν πολιτῶν, ὅτι αὐτοὶ εἰργάσθησαν νὰ λυτρώσωσι τοὺς πολίτας ἀπὸ τῆς λειψυδρίας. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπεψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον σήμερον, ἤθελον διοχετευθῆ τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας μέχρι τοῦ Ἰουλίου καὶ τοῦ Αὐγούστου; Αὐτοὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι τοῦτο θέλει κατορθωθῆ μόλις μετὰ ἑπτὰ ἔτη· διατὶ λοιπὸν δὲν ἐφρόντισαν νὰ διοχετεύσωσι τὰ ὕδατα τοῦ Πάρνηθος, τὰ γνωστὰ ὕδατα τῆς Γκούρας, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μεθαύριον, τὸν Ἰούνιον καὶ Ἰούλιον, ἂν ἤρχιζαν νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τοῦτο ἀπὸ τοῦ περυσινοῦ Μαΐου; Δὲν ζητοῦσι νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐπὶ δεινοῦ, τὸ ὁποῖον παρεσκεύασεν εἰς τὴν πόλιν ἡ ἀνικανότης ἢ ἡ ἀβελτηρία τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἑπτὰ ἤδη ἔτη, ἐξυπηρετηθεῖσα κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη καὶ ἀπὸ τὴν ἀνικανότητα τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων; Καὶ ζητοῦσι νὰ παραστήσωσιν ἡμᾶς, ὡς ἐμποδίζοντας δῆθεν αὐτοὺς νὰ φέρωσιν ἐκ τῆς Στυμφαλίας ὕδατα εἰς τὴν πόλιν, τρέχει δὲ κατόπιν αὐτῶν μὲ ἀναφορὰς καὶ ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων, ὅπως ὑποβοηθήσῃ τὰς προσπαθείας αὐτῶν! Ὡς δ’ ἀπεπλάνησαν τὸν λαὸν τῆς Ἑρμουπόλεως διὰ τοῦ Νομάρχου τῶν Κυκλάδων καὶ δι’ ὧν ἐκεῖνος ἔθετο ἐν ἐνεργείᾳ μέσων, παριστῶντες ὡς σωτήριον διὰ τὴν πόλιν ἐκείνην τὸ περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας νομοσχέδιον, καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς παρακωλύουσαν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ· ὡς ἐπειράθησαν νὰ ἀποπλανήσωσι δύο μεγαλοπόλεις τῆς Πελοποννήσου, τὰς Πάτρας καὶ τὴν Τρίπολιν, παραστήσαντες ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐμποδίζει αὐτοὺς, προσπαθοῦντας δῆθεν νὰ καταργήσωσι τὰ διαπύλια τέλη, καὶ ἀπαλλάξωσι τὸν λαὸν ἀπὸ τῶν περὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν αὐτῶν καταθλίψεων, οὕτω ζητοῦσι νὰ ἀποπλανήσωσι καὶ τοὺς πολίτας τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ὅτι, ἂν βασανίσῃ αὐτοὺς κατὰ Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον ἡ λειψυδρία, ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ. Τίς ἀρνεῖται, ὅτι εἶναι τὰ μάλιστα καταθλιπτικὴ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ ἐκτάκτου δημοτικοῦ δασμοῦ, ὅστις ἐπιβάλλεται κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν ὑπὲρ τῶν δήμων; Ἀλλὰ προτείνει ἡ Κυβέρνησις τὴν κατάργησιν αὐτοῦ μόνον; Οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὴν πρότασιν. Ὑπὸ τὸ ἀγαθὸν ὅμως τῆς καταργήσεως κρύπτονται βάρη ἄλλα μεγάλα, τὰ ὁποῖα συγχρόνως ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλωσι. Τέσσαρα ἢ πέντε ἑκατομμύρια θέλουσι ζημιωθῆ οἱ δῆμοι. Ἀλλὰ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν ἄλλα ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἑκατομμύρια ζητοῦσιν ἀντὶ τούτων νὰ ἐπιβάλωσιν. Ἡ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν τελῶν κατέστησε τὸν βίον ἀδύνατον· οὐδαμοῦ εἶναι τόσον ἀκριβὴ ἡ ζωή· ἐξετάσατε τὰς τελωνειακὰς εἰσπράξεις, ἵνα μάθητε, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐλαττοῦνται. Ἡ μείωσις τῶν ἐσόδων καθ’ ἕκαστον ἔτος εἶναι μεγαλειτέρα τῆς μειώσεως κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ κατανάλωσις περιέπεσεν εἰς ἀτονίαν· καὶ ζητεῖτε νὰ τὴν ἐπιβαρύνητε ἀκόμη; Δὲν ἀναβάλλετε τὸ νομοσχέδιόν σας, ἵνα σκεφθῆτε ἐμβριθέστερον, ἵνα ἐξετάσητε σπουδαιότερον διὰ τίνων μέσων θέλετε δυνηθῆ νὰ ἀναπληρώσητε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν θέλουσι στερηθῆ οἱ δῆμοι; Καὶ δὲν ἠρκέσθησαν μόνον νὰ ἀναμίξωσι μετὰ τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν τὴν αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς κατὰ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἑκατομμύρια· διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ἐζήτησαν τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσωσι δάνειον δέκα ἑκατομμυρίων, διὰ τοῦ αὐτοῦ ἐζήτησαν τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιβάλωσι φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων, διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ἐζήτησαν τὴν ἄδειαν νὰ ἐνοικιάζωσι τὰς πλατείας τῶν πόλεων καὶ τὰ πεζοδρόμια τῶν ὁδῶν. Καὶ κατεσκεύασαν ὡς νομοσχέδιον ἕνα τραγέλαφον, καὶ ζητοῦσι νὰ ψηφίσωμεν τὸν τραγέλαφον αὐτὸν, καὶ ἀποπλανῶσι τοὺς συμπολίτας ἡμῶν τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Τριπόλεως, ἵνα μᾶς τηλεγραφῶσι καὶ μᾶς συνιστῶσι καὶ αὐτοὶ νὰ ψηφίσωμεν κατασκεύασμα τοιαύτης ἀμαθείας καὶ κακοπιστίας! Ὁμιλοῦσι, Κύριοι, περὶ κωλυσιεργίας, καὶ φιλοτιμοῦνται οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου, ὅσοι λαμβάνουσι τὸν λόγον, νὰ ἐπαναλαμβάνωσι τὸ χυδαῖον τοῦτο ἐπιχείρημα, ὅπως αἰτιῶνται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐφρόνουν ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι αἱ μειοψηφίαι δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ παρακωλύσωσι τὰς πλειοψηφίας ἀπὸ τοῦ νὰ περιβάλλωσι τὴν θέλησιν αὐτῶν διὰ τοῦ κύρους τῆς νομοθετικῆς ἰσχύος. Παρεδέχοντο μίαν καὶ μόνην ἐξαίρεσιν, ἐὰν τὰ συζητούμενα θέματα ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἢ ἐὰν ἀναιρῶσιν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τοῦ πολιτεύματος τὰς βάσεις. Κατὰ τὰς δύο ταύτας περιπτώσεις ἀπεδέχοντο, ὅτι ἐπετρέπετο εἰς τὰς μειοψηφίας νὰ παρακωλύωσι τὰς πλειοψηφίας ἀπὸ τοῦ νὰ προβαίνωσιν εἰς ἀποφάσεις τοιοῦτον ἐχούσας χαρακτῆρα. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις παρεστάθησαν πλειοψηφίαι τυφλῶς τεταγμέναι εἰς τὸν κομματισμὸν, ἀφ’ ἧς παρεστάθησαν ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις πλειοψηφίαι, αἵτινες, τυφλώττουσαι πρὸς τὸ φῶς, κωφεύουσαι πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἀρνούμεναι τὰ πράγματα, ἀπογυμνοῦσαι ἑαυτὰς ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδίαν αὐτῶν βούλησιν καὶ θέλησιν, παρεδίδοντο ὡς νευρόσπαστα εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἡγουμένων αὐτῶν, ἐπικυρόνουσαι πάσας τὰς πράξεις των, καὶ μετέβαλον τὴν συνταγματικὴν Κυβέρνησιν εἰς Κυβέρνησιν τυραννικὴν, ἔκτοτε δὲν ὑπάρχει Κοινοβούλιον, οὐδ’ ὑπάρχει συγγραφεὺς, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνομολογεῖ ὡς δικαίωμα τῶν μειοψηφιῶν νὰ προσπαθῶσι νὰ σταματῶσι τὰς πλειοψηφίας ἐν τῇ τοιαύτῃ κατωφερείᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν ὠλίσθησαν. Ἐὰν μάλιστα ἡ βασιλικὴ ἀρχὴ, ἑρμηνεύουσα κατά τινα περίεργον τρόπον τὸ πολίτευμα, ἀξιοῖ, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν γιγνομένων, ἀλλ’ ὅτι ὀφείλει νὰ ὑποτάξῃ ἑαυτὴν εἰς τὰς θελήσεις τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἧς οὕτω καὶ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἀνεγνωρίσθη ὡς δικαίωμα τῆς πλειοψηφίας, αἱ οὕτω πως καταρτισθεῖσαι καὶ οὕτω πως λειτουργοῦσαι πλειοψηφίαι καθίστανται ἀπεχθέστεραι τοῦ χυδαιοτέρου τῶν τυράννων. Συγγραφεὺς συνταγματικοῦ δικαίου παραβάλλει τὰ πολυμελῆ πολιτικὰ σώματα, ἐὰν ἐν αὐτοῖς τοιαῦται καθιδρύωνται πλειοψηφίαι, ἀπηλλαγμέναι τοῦ κινδύνου τῆς διαλύσεως, πρὸς τὰ ἄγρια θηρία, τὰ ὁποῖα καταβιβρώσκουσι πᾶν τὸ προστυχόν. Καὶ οὕτω καταβιβρώσκουσι τὰ Κράτη καὶ τὰς κοινωνίας τοιαῦται πλειοψηφίαι. Δὲν εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος ἤθελε προταθῆ ὑπὸ τῶν ὁδηγούντων αὐτὰς, τὸν ὁποῖον προθύμως δὲν ἀποδέχονται. Δὲν εἶναι πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἔπραξαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὁδηγοῦσιν αὐτὰς, ὅσον ἐπιζήμιος, ὅσον ἀπομεμακρυσμένη ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἂν ἦναι, τὴν ὁποίαν δὲν αἰδοῦνται νὰ κυρώσωσι. Καὶ ἡ μειοψηφία αὕτη τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ποσάκις δὲν εὑρέθη εἰς τοιαύτην θέσιν, φωνάζουσα ὑπὲρ τῶν νόμων, διαμαρτυρομένη κατὰ τῆς ἀθετήσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, κατακρίνουσα τὴν σπατάλην, ζητοῦσα νὰ σταματήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ κατωφερείᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους φέρεται, στιγματίζουσα τὴν παραλυσίαν τῆς διοικήσεως, καὶ ἐκτραγωδοῦσα τὴν ἀρξαμένην τῆς πολιτείας ἀποσύνθεσιν! Ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ταύτης ἔχει κεκλεισμένα τὰ ὦτα καὶ τοὺς ὀφθαλμούς. Καὶ ὅμως ἡ νομιμοφροσύνη ἡμῶν, δι’ ἣν ἐνδεχόμενον νὰ μᾶς κατακρίνῃ ἡ ἱστορία μίαν ἡμέραν, ἡ μεγάλη νομιμοφροσύνη ἡμῶν, ἧς ἕνεκα οὐδέποτε ἀπεστρέψαμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν ἀπὸ τῶν νόμων, μᾶς καθήλωσεν εἰς τὰ ἐδώλια ταῦτα. Καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1887 ἐψηφίσθησαν 170 νόμοι, οὓς εὗρον ἀναγεγραμμένους ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1887, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1888 ἐψηφίσθησαν 67 νόμοι, διότι τόσους εὗρον ἀναγεγραμμένους ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1889 ἐξεδόθησαν 115 νόμοι, καὶ κατ’ αὐτὸ δὲ τὸ 1890, μολονότι πρὸ ἑνὸς ἢ δύο μόνον μηνῶν ἐπανελάβομεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν, ἐξεδόθησαν μέχρι τοῦδε 43 νόμοι, διότι μέχρι τῆς 23 τοῦ Μαΐου τοσούτους εὗρον δημοσιευθέντας διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, πολλοὶ δ’ ἄλλοι πλὴν τούτων ἔχουσι ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μ’ ὅλα ταῦτα τολμῶσι νὰ αἰτιῶνται ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ τὴν Ἀντιπολίτευσιν! Δὲν συστέλλονται νὰ λέγωσιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν θέλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της; Καὶ ποῖα νομοσχέδια δὲν συνεζητήσαμεν καὶ δὲν ἐψηφίσαμεν; Κατὰ τοὺς τελευταίους μάλιστα τούτους μῆνας ἡ αἴθουσα αὕτη μετεβλήθη εἰς πίθον Πανδώρας, ἐκ τοῦ ὁποίου ἠδύνατό τις, εἰσάγων τὴν χεῖρα, νὰ ἐξάγῃ ἓν δῶρον εἴτε πρὸς περιφερείας, εἴτε πρὸς τάξεις τῆς κοινωνίας, εἴτε πρὸς κατηγορίαν δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ ὑπηρετῶν, εἴτε πρὸς ὡρισμένα ἐπιτηδεύματα, εἴτε πρὸς δήμους, εἴτε πρὸς ἄτομα. Καὶ πρῶτον διὰ τῶν περὶ πιστώσεων νομοσχεδίων, ἅπερ κατ’ αὐτὰς τὰς ἑβδομάδας ἐπεψηφίσαμεν, ἐχορηγήσαμεν πιστώσεις ἀναπληρωτικὰς καὶ ἐκτάκτους ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1888, 1889 καὶ 1890 ἑκατὸν καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίων, 724 χιλιάδων καὶ 751 δραχμῶν. Ἐκ τούτων 3,646,309 προσετέθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, τοῦ ὁποίου τὰ ἔξοδα εἶχον προσδιορισθῆ διὰ τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ εἰς 92,677,585, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα διὰ τριῶν ἄλλων νόμων, ἐκδοθέντων κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1888 εἶχον προστεθῆ πιστώσεις ἄλλαι, ἀνελθοῦσαι εἰς δρ. 626,504. Οὕτως ἀνεβιβάσαμεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν πιστώσεων τὰ ἔξοδα τοῦ 1888 ἀπὸ 92,677,585 εἰς 96,950,398. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 προσετέθησαν πιστώσεις δραχ. 506,142, 35, καὶ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμῆ νομοσχέδια, δι’ ὧν ζητοῦνται προσέτι πιστώσεις δρ. 965,169:07· οὕτω δὲ, ἐνῷ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 προσδιωρίσθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς 95,974,420, διὰ τῶν πιστώσεων τούτων προσετέθησαν 1,471,311:42, καὶ ἀνεβιβάσθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους τούτου εἰς δραχμὰς 97,445,731:42. Καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 προσετέθησαν διὰ τῶν ἐπιψηφισθεισῶν πιστώσεων δρ. 97,592,300, καὶ διὰ τῶν ἐκκρεμῶν ζητοῦνται προσέτι 5,565,520, οὕτω δὲ τὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 προσδιορισθέντα ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς 91,258,850:20 ἀνεβιβάσαμεν εἰς 194,396,660:69, ἀφοῦ προσεθήκαμεν διὰ τῶν ψηφισθεισῶν καὶ ζητουμένων πιστώσεων δραχ. 103,137,820:49. Εἶπον, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ ἱστορία νὰ μὴ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν νομιμοφροσύνην ἡμῶν, ἀφοῦ ἕνεκα ταύτης εἰς τοιαύτην περιῆλθον διαχείρισιν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Φαντάζεσθε προϋπολογισμὸν ἐξόδων κατὰ τὸ 1890 ἐκ δραχμῶν 194 ἑκατομμυρίων καὶ 396 χιλιάδων; Ἀλλ’ ἐφαντάζετό τις, ὅτι κατὰ τὸ 1890 τὰ χρέη τοῦ Κράτους ἤθελον ἀναβιβασθῆ, ὡς ἠρίθμησα αὐτὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς 760,841,757:37; Ἐξετάσατε πόσα ἐξ αὐτῶν εἰσι συνωμολογημένα εἰς χρυσὸν, ὅπως προσθέσητε τὴν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ διαφοράν. Εἰς 511 ἑκατομμύρια, 246 χιλιάδας καὶ 644 φράγκα ἀνέρχονται τὰ εἰς χρυσὸν συνωμολογημένα χρέη τοῦ Κράτους. Προσθέσατε λοιπὸν καὶ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ εἰς τὰ 760,841,757:37, πρὸς 25 λεπτὰ τὸ φράγκον, διὰ νὰ μάθητε, ὅτι τὰ χρέη ἀνέρχονται εἰς 888 ἑκατομμύρια, 653 χιλιάδας καὶ 418 δραχμὰς, μὴ συμπεριλαμβανομένου εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ θρυλληθέντος δανείου λόγῳ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσσης ἐξ 80 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, μὴ συμπεριλαμβανομένου δ’ ὡσαύτως καὶ ἄλλου τινὸς διαφημισθέντος μικροῦ δανείου, ὅπερ συνωμολόγησεν ἢ σκοπεῖ νὰ συνομολογήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐνδεχόμενον ἡ ἱστορία νὰ ἐρωτήσῃ, πῶς ἐστέρξαμεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν νὰ ἀναβιβασθῶσι τὰ χρέη τοῦ Κράτους εἰς τοσοῦτον κολοσσιαῖον ποσὸν, ἡμεῖς δὲ πρὸς δικαιολογίαν δὲν ἔχομεν νὰ προβάλωμεν, εἰμὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προβάλλει πρὸς δικαιολόγησίν του ὁ Πρωθυπουργός. Κατεσκευάσαμεν δημόσια ἔργα, ἐδαπανήσαμεν εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς. Ἀλλὰ πόσα ἦσαν ταῦτα; 52,221, 059:63 διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885, 19,602,469 διὰ κατασκευὴν τῶν τριῶν θωρηκτῶν, 7,864,734:80 διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς τοῦ 1884, 14,862, 917:99 διὰ σιδηροδρόμους καὶ ἀποζημιώσεις κτημάτων. Ἤτοι 94,551,191:42 τὸ ὅλον. Ἀλλὰ χάριν αὐτῶν ηὐξήσαμεν τοὺς φόρους, καὶ εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν αὐξήσεων τῶν φόρων δρ. 126,898,745· χάριν αὐτῶν ἐδανείσθημεν διὰ τῶν διαφόρων δανείων δρ. 348,133,533, ἤτοι εἰσεπράξαμεν 474,527,294. Ἀφοῦ λοιπὸν εἰς σιδηροδρόμους, εἰς θωρηκτὰ, εἰς κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ εἰς τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1885 δὲν ἐδαπανήσαμεν, εἰμὴ μόνον 94,551,191, τί ἐγένοντο τὰ ἄλλα 379,976,103, δι’ ὧν ἐπεβαρύναμεν τὸν τόπον μας, ἀφαιρέσαντες ἀπὸ τοὺς πολίτας διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων 126 ἑκατομμύρια καὶ 900 χιλιάδας περίπου, χρεώσαντες δὲ τὸ Κράτος διὰ 348,133,553; Καὶ ἀφοῦ ἐψηφίσαμεν νόμους εἰς τοιαῦτα ἀγαγόντας τὴν χώραν ἀποτελέσματα, τολμῶσι νὰ ἐγκαλῶσιν ἡμᾶς ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ! Δέκα καὶ ἑπτὰ νόμους περὶ πιστώσεων ἐπεψηφίσαμεν μόνον κατὰ τὸ 1887! Πέντε ἑκατομμύρια καὶ 365 χιλιάδας ζητοῦσιν ἀκόμη ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον τυγχάνει νῦν ἐκκρεμὲς, διὰ νὰ κτίσωσι στρατιωτικὰς οἰκοδομὰς, δανειζόμενοι τὸ ποσὸν τοῦτο! Καὶ ὅταν δὲν ἐστέργομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, προβάλλοντες, ὅτι, ἂν πρόκηται δι’ οἰκοδομὴν Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου, παρέχομεν αὐτοῖς πίστωσιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τὰ ἄλλα ποσὰ δὲ, ὅσα ζητοῦσιν, ἂς παραχωρήσῃ εἰς αὐτοὺς ἡ μέλλουσα Βουλή, ἀφοῦ, μέχρις οὗ αὕτη συνέλθῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ οἰκοδομήσωσι τόσας οἰκοδομὰς, ὥστε νὰ δαπανήσωσι πέντε καὶ εἴκοσιν ἑκατομμύρια, οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔστεργον, ἐπιμένοντες νὰ δώσωμεν αὐτοῖς ἀκεραίαν τὴν πίστωσιν τῶν 5,565,520, ἣν ἕνεκα τούτου δὲν ἐπεψηφίσαμεν. Εἶπον, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἐγκατεστήσαμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Βουλευτηρίου τὸν πίθον τῆς Πανδώρας. Ἐπιθυμοῦσιν ἐν Πελοποννήσῳ μέσα συγκοινωνίας περισσότερα; Ἑπτὰ σιδηροδρόμων τὴν κατασκευὴν ἐπεψηφίσαμεν, ἐκτάσεως 418 χιλιομέτρων, διὰ τοὺς ὁποίους θέλουσι δαπανηθῆ 12 ἑκατομμύρια καὶ 500 χιλιάδες. Γίγνεται λόγος περὶ τῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἄρτης, ὡς μὴ ἐχόντων ἰδιοκτήτους ἀγροὺς, ἀναγκαζομένων δὲ νὰ ἐργάζωνται ἐν τσιφλικίοις, ὡς ἐπίμορτοι γεωργοί; Νομοσχέδιον ἐπεψηφίσαμεν, ὅπως ἐγγυηθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τὰς προνομιούχους Τραπέζας καὶ δανείσωσιν αὗται χρήματα εἰς αὐτοὺς, ἵνα ἀγοράσωσι τσιφλίκια. Παράπονα εὔλογα ἠκούοντο ἐν τῷ στρατῷ κατ’ ἀδίκου μέτρου, τὸ ὁποῖον εἶχε νομοθετήσει ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀπαγορεύσας διὰ νόμου τοὺς προβιβασμούς; Νομοσχέδιον ἐπεψηφίσαμεν, διὰ τοῦ ὁποίου οὐ μόνον καταργεῖται ἡ ἀπαγόρευσις ἐκείνη, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται νὰ προβιβασθῇ καὶ εἷς συνταγματάρχης φίλος εἰς ὑποστράτηγον, καὶ ἄλλος νὰ γένηται ἐπιθεωρητής. Δὲν εἶναι χρήσιμον νὰ ἦναι εὐχαριστημένον τὸ Ναυτικόν; Νομοσχέδιον ἐπεψηφίσαμεν, δι’ οὗ προσεθήκαμεν 4 πλοιάρχους, 5 ἀντιπλοιάρχους, 22 ἀνθυποφροντιστὰς, 2 ὑποναυπηγοὺς, 5 μηχανικούς. Ἀλλὰ νὰ μὴ παράσχωμεν καί τινας εὐκολίας εἰς τὸν ἰατρικὸν κλάδον τοῦ Ναυτικοῦ; Νομοσχέδιον ἐπεψηφίσαμεν καὶ περὶ τούτου. Καὶ τὸν φαρμακευτικὸν κλάδον τοῦ Ναυτικοῦ νὰ ἐγκαταλίπωμεν; Παντάπασι· καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐπεψηφίσαμεν νομοσχέδιον. Καὶ τὸν ἀρχιμουσικὸν, ὅστις ὑπηρετεῖ τόσα ἔτη; Καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐπεψηφίσαμεν. Ἀλλὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Λαρίσσης εἶχον λησμονηθῆ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐξελέχθη βουλευτὴς ὁ κ. Λογιωτάτου. Καὶ περὶ τούτων νομοσχέδιον ἐπιψηφισθέν. Ἀλλ’ ἐν Ἀγρινίῳ καὶ ἐν Παμίσῳ ἐπιθυμοῦσι νὰ συντηρήσωσι καὶ συστήσωσι Γυμνάσια, ζητοῦντες τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιβάλωσι πρὸς τοῦτο εἰδικοὺς φόρους. Δὲν ὀκνεῖ ἡ Κυβέρνησις, οὐδ’ ἐξετάζει, ἂν ἡ σύστασις Γυμνασίων χρησιμεύῃ εἰς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν, ἢ ἂν καταστρέφῃ αὐτήν, παρασκευάζουσα ἡμιμαθεῖς καὶ ἀχρήστους. Νομοσχέδια πάραυτα, ἐπιψηφισθέντα ἤδη. Πρὸ ἐτῶν παραπονοῦνται οἱ κατασκευάζοντες λουκούμια καὶ ζαχαρωτὰ, πληρόνοντες βαρέα τέλη εἰσαγωγῆς τῆς ζακχάρεως, ἐνῷ ἐξάγουσιν ἐκτὸς τοῦ Κράτους τὰ δι’ αὐτῆς κατασκευαζόμενα λουκούμια καὶ ζαχαρωτά· ἀλλ’ οὐδεὶς εἰσήκουε τῆς φωνῆς αὐτῶν, ἐνεθυμήθησαν δὲ τοὺς βιομηχάνους τούτους χθὲς, ὅτε ἐσήμανεν ἡ ὥρα τῶν ἐκλογῶν, καὶ εἰσήγαγον νομοσχέδιον, ἐπιψηφισθὲν ἤδη. Μήπως χθὲς μόνον δὲν ἐνεθυμήθησαν τοὺς παράγοντας στεατίνην, διὰ νὰ ζητήσωσι νὰ νομοθετήσωμεν ἀτέλειαν τῶν εἰσαγομένων ἔξωθεν χρησίμων πρὸς παραγωγὴν αὐτῆς πρώτων ὑλῶν; Μήπως χθὲς μόλις δὲν ἐνεθυμήθησαν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἐν Καλάμαις ἀπειλεῖ ὁ Νέδων, ὁσάκις κατέρχεται ὁρμητικὸς, ἂν καὶ εἶχον ἀπαυδήσει ἐπὶ ἔτη φωνάζοντες οἱ ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων Βουλευταὶ; Μήπως δὲν ἐνεθυμήθησαν χθὲς μόνον τὸ περὶ ὑποθήκης πλοίων νομοσχέδιον, ἂν καὶ ἡ ὑπάρχουσα ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία πρὸ δύο καὶ πλέον ἐτῶν εἶχε συντάξει τοιοῦτον καὶ εἶχε δώσει εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, παρακαλέσασα αὐτοὺς νὰ προτείνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ μελετήσωσι καὶ τροποποιήσωσιν αὐτὸ ὡς θέλουσι; Μήπως, ἐνῷ πρὸ πολλῶν μηνῶν εἶχε λήξει ἡ ἐκμίσθωσις τῆς σμύριδος, δὲν ἐνεθυμήθησαν χθὲς μόνον, διὰ νὰ ζητήσωσι παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ λάβωσιν ἐξουσίαν, ὅπως διαθέσωσιν αὐτὴν ἐπὶ 12 ἔτη, ἀλλὰ κυρίως ὅπως παραδώσωσιν αὐτὴν εἰς διαρπαγήν; Ποία ὑπὸ τίνος ἐδηλώθη ἐπιθυμία, καὶ δὲν ἀνεμνήσθησαν αὐτῆς τὰς ἡμέρας ταύτας, ὅπως εἰσαγάγωσι νομοσχέδιον περὶ ταύτης; Ὑπάρχουσι λουτρὰ ἐν Μεθάνοις, ὑπάρχει μάλιστα παλαιὸς φίλος, ἄλλοτε Βουλευτὴς, ἔχων ἐκεῖ ἐπιχειρήσεις; Νομοσχέδιον περὶ οἰκοδομῆς καταστήματος λουτρῶν, περὶ ἐξωραϊσμοῦ τοῦ πέριξ χώρου, περὶ κατασκευῆς ὁδῶν πλατειῶν, περὶ δενδροστοιχιῶν καὶ περιπάτων. Καὶ ἡμεῖς, οἱ ἐγκαλούμενοι ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ, ἐψηφίσαμεν αὐτὸ, μὴ ζητήσαντες οὐδὲ σχέδια, οὐδὲ προϋπολογισμούς, μήτε κἂν ἐρωτήσαντες νὰ μάθωμεν, τί εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουσιν ἐξωραϊσμοὺς, πόσα δὲ δι’ αὐτοὺς ἰδίᾳ θέλουσι δαπανηθῆ. Ἀλλὰ καὶ ἐν Ὑπάτῃ ὑπάρχουσι λουτρὰ, περὶ ὧν ἦσαν αἱ μακραὶ δίκαι τῶν κυρίων Χατζίσκων, καὶ ἐκεῖ λουτρά. Ἀλλὰ καὶ ἐν Κυλλήνῃ ἰαματικὰ ὕδατα. Καὶ περὶ αὐτῶν νομοσχέδιον περὶ συμβάσεως μετὰ ἑταιρίας, εἰς ἣν θέλουσι ταῦτα παραχωρηθῆ. Ἔν τισι δήμοις τῆς Ἠλείας ἰσχυρίζοντό τινες, ὅτι τὰ δημοτικὰ ταμεῖα ὤφειλον εἴς τινας χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπλήρονον αὐτοῖς. Καὶ περὶ τούτου νομοσχέδια, ἵνα ἐπιβληθῶσι πρόσθετοι φόροι· καὶ ἐζήτουν καὶ ταῦτα νὰ ψηφίσωμεν, χωρὶς νὰ στέρξωσι νὰ μᾶς εἴπωσιν οὔτε πόσα εἶναι τῶν δήμων τούτων τὰ εἰρημένα χρέη, οὔτε διατὶ δὲν ἐπληρόνοντο, οὔτε διατὶ δὲν ἐπήρκουν πρὸς ἐξόφλησιν αὐτῶν τὰ τακτικὰ ἔσοδα τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος δήμων, χωρὶς κἂν νὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν δήμων τούτων. Καὶ ἐπεψηφίσαμεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπετρέψαμεν νὰ δανεισθῇ ὁ δῆμος Ἑρμουπόλεως 500 χιλιάδας δραχμῶν καὶ νὰ κατασκευασθῇ σιδηρόδρομος ἑνόνων τὴν Ἑρμούπολιν μετὰ τῆς Ποσειδωνίας, χωρὶς νὰ μᾶς εἴπωσιν οὐδὲ πόσων χιλιομέτρων ἔκτασιν ἔχει ἡ ὁδὸς, οὐδ’ ἂν ἐγένοντο μελέται, οὐδ’ ἂν προσδιωρίσθη διὰ τῶν μελετῶν τούτων τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης, οὐδ’ ἂν ὑπῆρξεν ἰδέα νὰ συνδεθῶσι τὰ δύο ταῦτα μέρη δι’ ἱπποσιδηροδρόμου, κινουμένου δι’ ἀτμομηχανῆς, οὐδὲ διατὶ προετιμήθη αὐτοῦ ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμου. Καὶ ἐγκαλοῦσιν ὡς κωλυσιεργὸν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις ἐπεψήφισε ταῦτα πάντα, ἂν καὶ ἀπὸ τοῦδε μέχρι τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς νέας Βουλῆς οὐδ’ οἱ σιδηρόδρομοι εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῶσιν, οὐδὲ τὰ δάνεια τῶν γεωργῶν πρὸς ἀγορὰν τῶν ἰδιοκτήτων χωρίων νὰ πραγματοποιηθῶσιν, οὐδὲ τὰ καταστήματα τῶν λουτρῶν ἐν Μεθάνοις καὶ ἐν Ὑπάτῃ καὶ ἐν Κυλλήνη νὰ οἰκοδομηθῶσιν, οὐδ’ οἱ ἐξωραϊσμοὶ νὰ γένωνται ἐν Μεθάνοις, οὐδ’ οἱ περίπατοι καὶ αἱ πλατεῖαι νὰ διαῤῥυθμισθῶσιν, οὐδ’ οἱ συνοικισμοὶ ἐν Κυλλήνῃ νὰ τελειώσωσι· καὶ ὡς εἴπομεν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν στέργομεν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν διάθεσιν τῆς σμύριδος ἐπὶ 12 ἔτη, ἀλλ’ ἐπὶ μόνον τὸ τρέχον ἔτος, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν αὐτῷ, ὅτι οὐδὲ ταῦτα στέργομεν νὰ ψηφίσωμεν κατὰ τὴν τελευταίαν ἑβδομάδα τοῦ τετραετοῦς βίου ἡμῶν, καθ’ ἣν ἐξέλιπε καὶ ἡ ἀσθενεστάτη πρόληψις, ὅτι ἐξακολουθοῦμεν νὰ διερμηνεύωμεν τὸ φρόνημα τῆς χώρας. Ἂν εἴχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅτι δὲν ἐμπιστευόμεθα αὐτοὺς νὰ διαχειρισθῶσι τὰ δημόσια χρήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐζήτουν διὰ τῶν νομοσχεδίων των, ἀφοῦ τοσαύτην ἀπεκαλύψαμεν μέχρι τοῦδε σπατάλην ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτῶν, ὅτι δὲν ἐμπιστευόμεθα νὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτοὺς τοσούτων καὶ τοσούτων νόμων τὴν ἐκτέλεσιν, ἀφοῦ τοσαύτην κακοπιστίαν ἔδειξαν μέχρι τοῦδε ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν νόμων, ἐπενεγκόντες τὴν παραλυσίαν τῆς διοικήσεως, κατὰ πλείονα λόγον εἴχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι «ἂν καὶ μέχρι τοῦδε δὲν διερμήνευσας τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, τώρα, κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τοῦ βίου σου, καθ’ ἣν πρόκειται ὁ λαὸς νὰ κρίνῃ καὶ σὲ καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ νὰ ἐκλέξῃ νέους ἀντιπροσώπους, παῦσον πλέον νὰ ψηφίζῃς νόμους, διότι ἡ ἐξουσία σου δὲν ἔχει πλέον ἰσχύν». Καὶ ἡμεῖς οὐδὲν τοιοῦτον εἴπομεν, ἐψηφίσαμεν δὲ πάντα ταῦτα· ἀλλ’ ὅταν ἠρνήθημεν νὰ νομοθετήσωμεν, ἵνα ἐπὶ ἐννενήκοντα ἐννέα ἔτη ὑποβληθῇ ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπάγει ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἐβεβαίωσεν εἰσέτι μελέτη ἐπισταμένη, ἀκριβὴς καὶ λεπτομερὴς, ἀλλὰ προσδιώρισεν ἐπιπολαιότης ἀσύγγνωστος, ὅταν ἠρνήθημεν νὰ νομοθετήσωμεν ἵνα ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη δεσμευθῇ τὸ Κράτος μετὰ ἑταιρίας ἀτμοπλοϊκῆς, τῆς ὁποίας οὐδ’ αἱ ὑποχρεώσεις, οὐδ’ αἱ σχέσεις μετὰ τῆς κοινωνίας, μετὰ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ μετὰ τοῦ Κράτους εἶχον μετ’ ἀκριβείας κανονισθῆ, ὅταν εἴπομεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες ἐπέσπευδον τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωσι ταῦτα, ὅπως μελετήσωσιν αὐτὰ ἐμβριθέστερον, ὅπως ἐπ’ αὐτῶν ἀποφανθῇ ἡ νέα Βουλὴ, καὶ οὐχὶ ἡμεῖς κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, καθ’ ἣν ἐκπνέομεν, ὁ Πρωθυπουργὸς ἠγέρθη νὰ ἐλέγξῃ ἡμᾶς, ὅτι παραβαίνομεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, διότι κωλυσιεργοῦμεν. Ναὶ, κωλυσιεργοῦμεν, διότι ἔχομεν καθῆκον νὰ κωλυσιεργήσωμεν. Ἐν ἐμοὶ κρατεῖ ἡ πεποίθησις, ὅτι ἠθέλομεν διαχειρισθῆ ἀστόργως τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἐὰν συνετελοῦμεν νὰ ψηφισθῶσι τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια, ὅτι δὲ καθῆκον ἔχομεν νὰ συντελέσωμεν νὰ μὴ ψηφισθῶσι ταῦτα. Ἂν δ’ ἤθελον ζητηθῆ ἐπὶ τούτοις εὐθύναι παρ’ ἡμῶν, θέλομεν μετὰ θάῤῥους ἐξηγήσει τοὺς λόγους εἰς τὸν λαὸν, πρὸ τοῦ ὁποίου μετ’ ὀλίγον θέλομεν παρασταθῆ, προσδοκῶ δὲ, ὅτι ὁ λαὸς θέλει ὁμολογήσει χάριτας πρὸς ἡμᾶς, διότι δὲν ἐστέρξαμεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὸν τοσαῦτα βάρη, ἐνῷ πεποίθησιν μὲν δὲν εἴχομεν, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτά, ἐκρίναμεν δ’ ὅτι πιθανῶς ἠθέλομεν τὸν ἐπιβαρύνει καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας. (Εὖγε! εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἐκκρεμῆ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ προτάξεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου ΣΞΓʹ τοῦ 1867 κλπ.
§100Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί νομοσχέδιον; Καλὸν εἶναι νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά.
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σεῖς κάμετε τὰς ἐνστάσεις σας.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου ΣΞΓʹ τοῦ 1867, τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ΑΨΙΒʹ τοῦ 1878 καὶ τοῦ νόμου ΧΜΒʹ τοῦ 1889 λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δι’ ἀναστάσεως, κύριε Πρόεδρε.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ψηφοφορία ἀρξαμένη δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι νέα ψηφοφορία.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§108ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολέκτου τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 11 μ. μ.