1890.05.28
2.926 στίχοι · 23.088 λέξεις · 145 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
Τῆς 28 Μαΐου 1890.
(Δευτέρα)
Ὥρα 6 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔμποροι Πατρῶν, συνελθόντες ἐν συλλαλητηρίῳ, συνέταξαν τηλεγράφημα πρὸς τὴν Βουλήν, δι’ οὗ εὔχονται ὑπὲρ τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῶν προσόδων, δανείων καὶ βαρῶν.
§2ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὅμοια τηλεγραφήματα ἐστάλησαν πρὸς ὅλους τοὺς Βουλευτὰς τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὑπογεγραμμένα ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἐκλεγείσης ἐν συλλαλητηρίῳ καὶ ἀποτελουμένης ἐκ τῶν μεγαλειτέρων ἐμπόρων τῆς πόλεως, ἐκπροσωπούντων ὅλον τὸ ἐμπόριον τῶν Πατρῶν, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίᾳ δὲ ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς τοῦ νομοῦ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, ὡς ὠφέλιμον εἰς τὸ ἐμπόριον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δεχθῶσι νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφοῦ ὅλος ὁ ἐμπορικὸς κόσμος τῶν Πατρῶν ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισίν του.
§3ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἀφορμὴν νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κηρύσσομαι ἐξ ὀνόματος τῶν συμπολιτῶν μου ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ διαπυλίων. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν, διότι ἐκεῖθεν μοὶ παριστῶσιν, ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀλλ’ ἐν γένει εἰς ἅπασαν τὴν κοινωνίαν θ’ ἀποβῇ ὠφέλιμος ὁ νόμος. Ἰδίᾳ ἐν Μεσσηνίᾳ, μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν διαπυλίων, ἐλπίζεται ὅτι μέγα μέρος καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας θὰ ἐξασφαλισθῇ, διότι, ὅπως κατὰ τὰ διόδια ἐπήρχοντο ῥήξεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐργασίας καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν, οὕτως ἐπέρχεται ῥῆξις μεταξὺ τῶν πολιτῶν καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τοὺς φόρους τῶν διαπυλίων καὶ καθίστανται τύραννοι. Ψηφιζομένου δὲ τοῦ νόμου, θὰ ἐκλείψωσι ταῦτα. Ἔχω ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου ἀντικειμένου. Ἔχω ἐπιστολὴν ἐξ Ἑρμουπόλεως, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ καθίσταται γνωστόν, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου περὶ Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὠφελημάτων, θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ τόπου, διότι μοὶ λέγει ῥητῶς, ὅτι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ὁ νόμος, θὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς Σύρου χίλιοι καὶ πλέον ἄνθρωποι, οἵτινες κίνδυνος εἶναι νὰ καταντήσωσι μαχαιροβγάλται κύριε Πρόεδρε, διότι ἡ πεῖνα δὲν βλέπει. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, τὸ ἀφίνω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς τῶν Κυκλάδων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω κἀμμίαν εἰδοποίησιν ἀπὸ τοὺς συμπολίτας μου περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας, ἐὰν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, θ’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι κοινωφελὲς, ὅτι ἡ δι’ αὐτοῦ ἱδρυομένη νέα ἑταιρία δὲν εἶναι ἁρμοδία εἰς τοιαύτην ἐργασίαν, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἐμπορευομένων καὶ τῶν ταξειδευόντων, πρόκειται νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα ὑπόδουλον εἰς μίαν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία συνίσταται ἐκ χρηματιστῶν, φίλων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἱ ὁποῖοι συνεισφέρουν εἰς πᾶσαν ἐκλογὴν καὶ ὅταν ὑπάρχουν ἐνίοτε ἀνάγκαι πολιτικαί. Θέλει ἡ ἑταιρία νὰ ἀποζημιωθῇ διὰ χρηματιστικὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον γείνει ἐσχάτως διὰ τὸ Λαύριον, καὶ νὰ ἀναστηλωθῇ διὰ τοιαύτης ἐπιχειρήσεως. Λοιπὸν ἐγὼ, ὁ ὁποῖος φρονῶ, ὅτι θὰ ἀδικηθῇ τὸ Ἔθνος, θὰ πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον, μεθ’ ὅλον τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ἐκ Σύρου καὶ τὸ ὁποῖον προεκλήθη ἐντεῦθεν, διότι φρονοῦσι, φαίνεται, ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ δὲν ἔχομεν οὔτε γνῶσιν τῶν πραγμάτων, οὔτε ἰδέαν, οὔτε πεποίθησιν, καὶ ὅτι ψηφοφοροῦμεν ἐδῶ ἁπλῶς, διὰ νὰ φαινώμεθα ὅτι εἴμεθα ἀντιπολιτευόμενοι. Ἐγὼ, ἐὰν ἦμαι ἐναντίον τῆς προτεινομένης νέας ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, εἶμαι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Σύρου, καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω ἀπὸ τοῦ βήματος ἐν καιρῷ.
§5ΤΖΑΝΕΣ. Εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι δὲν ἔχει ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν του εἴδησιν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν διαπυλίων. Ἐγὼ ὅμως ἔχω, ἴσως διότι εἶμαι προγενέστερος αὐτοῦ· ἐδῶ ἔχω 14 ἔτη, καὶ δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι ὑπερήσπισα πάντοτε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὅπως ἔπρεπεν. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω περὶ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ, ἀρνεῖται ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι θὰ ἀφαιρεθῇ ὁ ἄρτος χιλίων ἐργατῶν;
§6ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατί;
§7ΤΖΑΝΕΣ. Διότι δὲν θὰ ἔχουν ἐργασίαν· σεῖς ἔχετε νὰ φᾶτε, ἀλλ’ ἐκεῖνοι δὲν ἔχουν.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ὁ κ. Τζάνες δὲν ἔλαβεν ἐπιστολήν· ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τοιαύτην, ἐγὼ ὅμως δὲν ἔλαβον τοιαύτην ἐντολήν· ἄλλως τε ὡς πρὸς τοὺς χιλίους αὐτοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Τζάνες, αὐτὸς δὲν τοὺς γνωρίζει· ἐγὼ τοὺς γνωρίζω, ὅπως τοὺς γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν πηγὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἴχετε τὴν εὐκαιρίαν νὰ τοὺς γνωρίσητε ὑμεῖς, τοὺς γνωρίζω καὶ ἐγώ, καὶ διὰ τοῦτο ἀντιτάσσομαι, διότι θέλω νὰ τοὺς σώσω.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ λαὸς τῆς Ἑρμουπόλεως καὶ τῆς Σύρου διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους ἐπιτροπῆς πολιτῶν εὔχεται ὑπὲρ τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας καὶ τῆς ἱδρύσεως τῆς νέας ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, πρὸς σωτηρίαν τῆς Σύρου.
§10Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, θέλομεν λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις καὶ τὰς εὐχὰς τοῦ λαοῦ τῆς Σύρου πρὸς τὴν Βουλήν.
§11ΤΟΜΑΝ. Ἀγορεύων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς κ. Κουμουνδοῦρος καὶ θέλων νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι ἔδει κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην νὰ προταχθῇ τοῦ νομοθετήματος περὶ συστάσεως μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας τὸ νομοθέτημα περὶ τοῦ Γυμνασίου Παμίσου, ἔλεγε πρὸς αὐτήν, ὅτι ἤθελεν ἀντιστρατευθῆ πάσῃ δυνάμει κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοθετήματος τούτου καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ ἀναπτυχθέντας, ἰδίᾳ δὲ διότι, ἐὰν τοῦτο ἐπεψηφίζετο, ἤθελον σπουδαίως παραβλαβῆ τὰ συμφέροντα τῆς νήσου Σύρου, ὡς διεβίβαζον αὐτῷ ἐκεῖθεν πολιτικοί του φίλοι. Ὅταν δὲ ἐγὼ παρεκάλεσα τὸν κύριον Βουλευτὴν, ὅπως ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τίνες οἱ οὕτω καὶ μετὰ τόσης ζέσεως κρύφα συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Σύρου, ἔλαβον ἀπάντησιν παρ’ ἑτέρου συναδέλφου, τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω ἐνταῦθα νῦν, ὅτι ἀγνοῶ τὰ φρονήματα τῶν συμπολιτῶν μου. Εἰς τὴν μομφὴν ταύτην ἀπήντησα τότε, ἐκθέσας ἐν τῇ Βουλῇ ὁποῖα τὰ φρονήματα αὐτῶν, ἅτινα ἦσαν εἰς ἐμὲ γνωστά, διότι εἶχον ἐκδηλωθῆ, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ δι’ ἑτέρων τηλεγραφημάτων, προγενεστέρων τούτου, πρός τε τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἑτέρα ἀπάντησις δίδεται τοῖς ἐντίμοις συναδέλφοις μου σήμερον διὰ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ τηλεγραφήματος τούτου, ἀπάντησις εἰς τὰ τότε λεχθέντα, ἀπάντησις καὶ εἰς τὰ σήμερον λεχθέντα, σαφής, καθαρὰ, ἀναμφισβήτητος, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἀνασκευασθῇ, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι οἱ διαβιβάζοντες πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς εὐχὰς ὁλοκλήρου τῆς νήσου, αἵτινες καὶ εὐχαὶ ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ τυγχάνουσιν, εἰσὶν οἱ Δήμαρχοι τῶν δύο πόλεων, οἱ πρῶτοι τῶν ἐργοστασιαρχῶν, οἱ πρῶτοι τῶν ναυπηγῶν, οἱ πρῶτοι τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν βιομηχάνων, ζητοῦντες, ὅπως ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ ψηφίσῃ τὸ εἰς αὐτὴν ὑποβληθὲν νομοθέτημα περὶ συστάσεως μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου καταφανῆ γίνονται δύο τινὰ, τὸ μὲν, ὅτι ἐσφαλμένας πληροφορίας διεβίβασαν οἱ ἐκ Σύρου ἐπιστέλλοντες πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μου, τὸ δὲ, ὅτι, προκειμένου περὶ νομοθετημάτων γενικῆς μὲν ὠφελείας, θιγόντων ὅμως τὰ συμφέροντα καὶ νομοῦ τινος, ἁρμοδιώτεροι νὰ κρίνωσι περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων εἰσὶ πάντοτε οἱ Βουλευταὶ, οἱ ἐκπρσωποῦντες τὸν νομὸν ἐκεῖνον. Μετὰ τὴν σαφῆ καὶ ἀκριβῆ καὶ ἀναμφισβήτητον δήλωσιν ταύτην, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ ἐγερθῇ ἐνταῦθα συζήτησις περὶ τοῦ ἐὰν τὸ νομοθέτημα τοῦτο συμφέρῃ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἢ οὔ. Τί δὲ ζητοῦσιν οἱ ἀναφερόμενοι; Παρακαλοῦσιν εὐσεβάστως τὴν Βουλὴν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ψηφίσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐνόμισα ὅτι ἔχω καθῆκον, ἵνα μὴ ξηρῶς οὕτως εἰπεῖν ἡ εὐχὴ αὕτη ὁλοκλήρου πόλεως καὶ νομοῦ διὰ τηλεγραφήματος ἁπλῶς ἀνακοινωθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν, νὰ ἐπαναλάβω τὴν παράκλησιν την ταύτην καὶ προφορικῶς πρὸς αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα μὴ μία τοιαύτη αἴτησις ἀγωνιώσης — τὸ λέγω ἐν ὅλῃ τῇ ἀληθείᾳ — πόλεως παρέλθῃ ἐν σιγῇ καὶ ἄνευ προφορικῆς τινος ἀναπτύξεως. Ἔκρινα τὸ καθῆκον τοῦτο ἔτι μᾶλλον ἐπιβαλλόμενόν μοι, διότι προεκλήθην καὶ σήμερον παρὰ τοῦ αὐτοῦ ἐντίμου συναδέλφου. Εὐχαριστῶ συνεπῶς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιὰν) διὰ τὴν ἐπιμονὴν καὶ τὴν μέριμναν, ἣν δεικνύει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν φροντίδα, ἣν ἔλαβεν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ κατὰ τὴν κρίσιν της, ἥτις καὶ ἐμὴ τυγχάνει, τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου μου δι’ ἱδρύσεως ἑταιρίας, ἐχούσης κέντρον τῶν ἐργασιῶν της τοῦτον. Παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, τοὺς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐχὶ νὰ ἐπιψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν νομίζητε ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὠφέλιμον, ἢ ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰς ἀρχὰς ὑμῶν, ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὴν Βουλὴν, συζητοῦντες τοῦτο, νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ κατὰ τὰ κείμενα, ἐὰν θεωρήσῃ, ὅτι θ’ ἀποβῇ ὠφέλιμον μὲν ἐν γένει εἰς τὸ Κράτος, θὰ ἐξασφαλίσῃ δὲ οὕτως εἰπεῖν διὰ παντὸς τὸ μέλλον μιᾶς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων πόλεων αὐτοῦ. Ἐὰν τοῦτο θὰ παράσχῃ ὠφελείας εἰς τὴν ναυτιλίαν ἐν γένει, εἰς τὴν συγκοινωνίαν ἐν γένει καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ συζητήσω, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἰσῆλθεν ἔτι κανονικῶς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ κανονίζῃ τὰς ἑαυτῆς ἐργασίας ἐπὶ τῇ βάσει τηλεγραφημάτων, εὐχῶν, ἀναφορῶν συλλαλητηρίων καὶ διαδηλώσεων· ἀναγνωρίζω ὅτι ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, εἰσερχόμενος ἐνταῦθα, δέον νὰ ἔχῃ πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου αὑτοῦ καὶ τῆς γνώμης αὑτοῦ· ἀναγνωρίζω ὅτι οἱ παρακαθήμενοι εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα εἶναι εἰς θέσιν κάλλιον παντὸς ἄλλου νὰ κρίνωσιν, ἐὰν νομοθέτημά τι δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ γενικὰ ἢ τοπικὰ συμφέροντα μετὰ μείζονος ἢ ἐλάσσονος ἐπιτυχίας. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ἀναγνωρίζω ταῦτα πάντα, δὲν δύναμαι ἢ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι, καθήμενοι ἐνταῦθα, ἔχομεν μίαν ὑποχρέωσιν, νὰ λαμβάνωμεν τοὐλάχιστον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἑκάστοτε ἐκδηλούμενα φρονήματα τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, νὰ προσέχωμεν εἰς ταῦτα, νὰ συζητῶμεν τὰ νομοθετήματα, τὰ ἀφορῶντα ἰδίᾳ αὐτοὺς καὶ ἐφ’ ὧν τὴν προσοχὴν ἡμῶν προκαλοῦσι, καὶ νὰ ψηφίζωμεν μὲν ταῦτα, ἐὰν τὰ νομίζωμεν ἐπωφελῆ, ν’ ἀποῤῥίπτωμεν δὲ, ἐὰν τὰ θεωρῶμεν ἐπιβλαβῆ. Αὐτὴν κυρίως τὴν παράκλησιν ἀπευθύνω νῦν πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοθετήματος τούτου, καὶ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν πάσης ἐπ’ αὐτοῦ γνώμης, εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του, ἐὰν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νομίζῃ, ὅτι ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ θέλει προσγείνει ὠφέλεια εἴτε εἰς γενικὰ εἴτε εἰς τοπικὰ συμφέροντα. Ἀφοῦ ἐψηφίσαμεν, Κύριοι, νομοθετήματα, πολλὰ τῶν ὁποίων διὰ πολλῶν καὶ μεγάλων δαπανῶν τοῦ Κράτους θέλουσιν ἀποβῆ εὐεργετικώτατα εἰς πλείστους νομοὺς, ἀφοῦ ἐψηφίσαμεν ἑκατομμύρια διὰ τὴν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν, ἀφοῦ ἐψηφίσαμεν χρῆμα ὑπὲρ ἀνεγέρσεως δημοσίων κτιρίων, χρῆμα ὑπὲρ βελτιώσεως λουτρῶν, χρῆμα ὑπὲρ διοχετεύσεως ῥυάκων ἢ ἀποξηράνσεως χειμάῤῥων, δὲν νομίζετε ὅτι ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς ἕνα νομὸν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ ἀτμοπλοΐας νομοσχεδίου τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, παρέχοντες αὐτῷ διὰ τούτου τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀποτελῇ μέρος τοῦ Κράτους; Διότι, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπάρχουν καὶ νῆσοι, αἵτινες στεροῦνται αὐτοῦ τοῦ πρωτίστου διὰ πάντα πληθυσμὸν τοῦ Κράτους δικαιώματος, στερούμεναι δὲ καὶ τηλεγραφείων αἱ πλεῖστοι τούτων, εὑρίσκονται ἐν ἀποκλεισμῷ πλήρει πρὸς τοὺς συγγενεῖς των καὶ πρὸς τοὺς φίλους των. Τὴν παράκλησιν ταύτην διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τῆς ἐπιτροπῆς ἀπευθύνει πρὸς ὑμᾶς ἡ ἐμπορικωτέρα πόλις τῆς Ἑλλάδος, ζητοῦσα τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ μέλλοντος αὐτῆς διὰ τῆς ἱδρύσεως νέας ἑταιρίας ἐν αὐτῇ, τῆς ὑπαρχούσης σχεδὸν ἐκλιπούσης. Δὲν ἐπιδιώκει τοῦτο διὰ ν’ ἀναπτύξῃ μόνον τοὺς πόρους αὐτῆς, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ μόνον τὴν εὐημερίαν αὐτῆς, τὴν βιομηχανίαν της, τὸ ἐμπόριόν της, τὸ ἐπιζητεῖ καὶ πρὸς ἴδιον αὐτῆς ὄφελος, καὶ ἵνα δυνηθῇ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἐργαζομένη ὅπως ἐργάζεται, νὰ ἐξακολουθήσῃ εἰσφέρουσα τὴν αὐτὴν καὶ νῦν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον πλουσίαν εἰσφοράν. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρά τινος τῶν κκ. Βουλευτῶν, ὅτι δὲν θέλει ἐπιτραπῆ οὔτε ἡ συζήτησις τοῦ νομοθετήματος τούτου. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς διερμηνεύῃ γνώμην ἰδίαν ἑαυτοῦ, ἢ γνώμην τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκει.....
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἀναφέρησθε εἰς ἐμὲ, σᾶς λέγω, ὅτι διερμηνεύω ἰδίαν γνώμην.
§13ΤΟΜΑΝ. Εὐχαριστοῦμαι ἀκούων ὅτι ἰδίαν μόνον διερμηνεύετε γνώμην. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἔχετε πᾶσαν τὴν δύναμιν, πᾶν σθένος, πᾶν μέσον, νὰ τὸ πράξητε· δύνασθε εὐχερῶς, κάτοχος ὄντες τοῦ λόγου, νὰ παρακωλύσητε τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας νομοσχεδίου· δύνασθε, τῇ ἀδείᾳ τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπισωρεύοντες ἐνστάσεις ἐπὶ ἐνστάσεων περὶ μὴ ἀπαρτίας, νὰ μὴ ἀφήσητε νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ὁ Κανονισμὸς αὐτῆς οὐδένα περιορισμὸν ἐπιβάλλει ὑμῖν· ἀλλ’ ὅταν προσεχῶς—καὶ εἶναι προσεχὴς ἡ ἡμέρα — ἐπέλθῃ τὸ ἀτύχημα εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον τῆς πτώσεως τῆς νῦν λειτουργούσης ἑταιρίας, ὅταν μίαν πρωΐαν ὁ ἐργατικὸς ἐκεῖνος πληθυσμὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τζάνες, θὰ ἴδῃ τὰς θύρας τῶν ἐργοστασίων αὐτῆς καὶ τῶν νεωρείων κεκλεισμένας, τὰ πλοῖα δ’ αὐτῆς δεδεμένα, θὰ ἐπιστρέφῃ δὲ εἰς τὴν πόλιν ἄπελπις, ἄνευ ἐργασίας, μὲ τὸν πόνον ἐν τῇ ψυχῇ, διότι δὲν θὰ ἴδῃ ἴσως ἀνασυνιστωμένην τὴν ἑταιρίαν, τὴν δίδουσαν εἰς αὐτὸν ζωὴν καὶ ὕπαρξιν, τότε θὰ κατέλθωμεν καὶ ἡμεῖς ἐκεῖ, καὶ θὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς, ἀναμιγνύοντες τὸ δάκρυ μας μὲ τὸ δάκρυ των, καὶ μὴ ἐμποδιζόμενοι ἀπὸ οὐδένα κανονισμὸν, ὅτι ἔχομεν παράπονον κατὰ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συναδέλφων μας, διότι δὲν μᾶς συνέδραμον εἰς τὸ νὰ ἀποτραπῇ ἡ πανωλεθρία ἀπὸ τὴν πόλιν ἐκείνην.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἀναβλύσει ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων κ. Τόμαν τὸ δάκρυ ἐπὶ τοῖς παθήμασι τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ, εὔχομαι νὰ ἦμαι παρ’ αὐτῷ, ἵνα τῷ δώσω ῥινόμακτρόν μου, ὅπως σπογγίσῃ τὸ δάκρυ ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ. Λυποῦμαι ὄντως, ὅτι συγκινεῖται κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1890, ἐνῷ ἐπὶ τετραετίαν ὅλην ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία τῆς Σύρου, ὑπὲρ ἧς προμαχεῖ, πρὸς τὴν ὕπαρξιν τῆς ὁποίας συνδέονται τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν του, ἐπὶ τετραετίαν ὅλην ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία ἔσπαιρε, διερχομένη τοὺς τελευταίους σπασμοὺς τοῦ ἐπωδύνου βίου, τὸν ὁποῖον διῆγεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως ἐμερίμνα τότε καὶ ἐσκέπτετο νὰ ψηφίζῃ ἐν Ἀθήναις ἑκατοντάδας νόμων, διακοσίους κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον, ἑβδομήκοντα κατὰ τὴν δευτέραν, ἀγνοῶ πόσους κατὰ τὴν τρίτην, δὲν ἐνεθυμήθη δὲ τότε τὴν Ἑρμούπολιν, δὲν ἐνεθυμήθη τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, τὴν ζῶσαν τὴν Ἑρμούπουλιν, δὲν ἐνεθυμήθη τοὺς ἐργάτας τῶν νεωλκείων καὶ τῶν ἐργοστασίων τῆς ἑταιρίας, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετ’ ὀλίγον, ὡς μᾶς παρέστησαν, θέλουσι μεταβληθῆ εἰς ἐπαίτας. Οἱ κύριοι ἐξ Ἑρμουπόλεως, οἵτινες ἔκρινον, ὅτι εἶχον καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ τηλεγραφήσωσι πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὑπέλαβον ὅτι ὤφειλον νὰ κοινοποιήσωσι τὸ τηλεγράφημα αὐτῶν τοῦτο καὶ πρὸς ἐμέ. Ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα, καὶ ἀνέγνων τὰς ὑπ’ αὐτὸ ὑπογραφὰς, καὶ εὗρον ὅτι τυγχάνουσιν ὑπογεγραμμένοι πάντες σχεδὸν οἱ ἐπιφανεῖς πολῖται τῆς Ἑρμουπόλεως, ἡ δὲ δήλωσις αὕτη, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ τηλεγράφημα, εἶναι πράγματι δήλωσις πάντων τῶν πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν Ἑρμουπόλει. Ἑπομένως, ἂν καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχῃ πολιτικοὺς φίλους ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, καὶ τῶν φίλων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αἱ ὑπογραφαὶ ὑπάρχουσι γεγραμμέναι ὑπὸ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο. Ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει, ὡς εἶπεν, ὅτι ἐκδήλωσις τῆς εὐχῆς τοῦ λαοῦ διὰ τηλεγραφημάτων, ἢ διὰ συλλαλητηρίων, ἢ δι’ ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξε τὸ Σύνταγμα πρὸς ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ, ὅτι ταῦτα περιορίζουσι τὴν ἐλευθερίαν τῶν Βουλευτῶν. Παντάπασιν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ ἐκδηλώσεις αὐταί εἰσιν ἀναγκαῖαι ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, διότι αὗται συντελοῦσι νὰ φωτίζωσι τὰς γνώμας ἡμῶν, τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς μάλιστα, ἂν ἔχωμεν παράπονον, ἂν κατηγορήσαμεν τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες κυβερνῶσιν ἐν τῷ παρόντι τὴν χώραν, κατηγορήσαμεν αὐτῶν διότι οὐδέποτε ἀφῆκαν εἰς τὴν Βουλὴν καιρὸν ἐπαρκῆ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν κατὰ δεκάδας προβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητοῦσιν ἐπειγόντως νὰ ψηφίσωμεν αὐτά. Ἐγὼ ἀποδίδω πᾶσαν ἀξίαν εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν οἱ Ἑρμουπολῖται ἐκφέρουσιν ἐν τῷ τηλεγραφήματι, ὅπερ ἀπέστειλαν καὶ πρός με. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, καὶ ἔχω καὶ τὸ θάῤῥος νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι τὴν αὐτὴν προσοχὴν ἐξεδήλωσαν καὶ οἱ λοιποὶ φίλοι, οἵτινες τυγχάνουσι μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις μετὰ ἴσης εὐλαβείας θέλει ἐξετάσει τὰ συμφέροντα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται. Ἀλλὰ τὰ συμφέροντα ταῦτα δὲν εἶναι μόνον τοπικὰ, δὲν εἶναι μόνον τῆς Ἑρμουπόλεως, εἶναι πρὸ πάντων καὶ συμφέροντα ἐθνικὰ, εἶναι καὶ συμφέροντα πολιτικὰ, καὶ ὀφείλομεν ἡμεῖς, ἐξετάζοντες τὰ συμφέροντα ταῦτα, νὰ συναρμολογήσωμεν τὰ τοπικὰ συμφέροντα μετὰ τῶν ἐθνικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν, ἵνα μὴ χάριν τῶν πρώτων ζημιωθῶσι τὰ δεύτερα. Ὀφείλομεν μάλιστα νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀντιλαμβάνονται οἱ ἀξιότιμοι κάτοικοι τῆς Ἑρμουπόλεως τῶν ἰδίων αὐτῶν συμφερόντων, ἐὰν ὁ τρόπος οὗτος ἦναι ὀρθὸς, ἐὰν ἀντιλαμβάνωνται τῶν πραγμάτων ὀρθῶς οἱ συμπολῖται τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ἐὰν ἔχωσι σαφῆ καὶ ἀκριβῆ γνῶσιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διὰ τοῦ νομοσχεδίου κανονίζονται τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος συμφέροντα. Διότι, ἂν μᾶς μεταβιβάζωσιν οἱ συμπολῖται ἡμῶν τὰ φῶτα αὐτῶν, ἡμεῖς στέργομεν εὐγνωμόνως εἰς τὰς ἀνακοινώσεις των, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν, ἂν ταῦτα ἦναι φωτεινὰ, ἂν αἱ γνῶμαι αὐτῶν ἦναι ὀρθαὶ, ἂν συμβιβάζωνται καὶ μὲ τὰ συμφέροντα αὐτῶν καὶ μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Λυποῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως ἔσπευσε νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Βεβαίως εἶχε συμφέρον καὶ ἐπιθυμίαν νὰ ἐπιδείξῃ τὴν μεγάλην στοργὴν πρὸς τοὺς συμπολίτας αὐτοῦ καὶ τὴν μεγάλην θερμότητα, μεθ’ ἧς ἀντιλαμβάνεται τῶν συμφερόντων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἂν ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελεν ἀγορεύσει οὕτως, ὡς ἠγόρευσεν, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ ἀναβάλῃ νὰ ἀγορεύσῃ, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν ἤθελεν ἀκούσει ὅ,τι ἴσως δὲν γνωρίζει, διότι κρίνω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Τόμαν, καίτοι δὲν συνδέομαι δι’ ἰδιαιτέρας σχέσεως μετ’ αὐτοῦ, τυγχάνει καλῆς πίστεως. Ὅταν ἐπέλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει ἐκθέσει τὰς γνώμας αὑτῆς, θέλει δὲ ἰδεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐργάζεται πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀτομικῶν συμφερόντων, οὐδὲ κερδοσκοποῦσα ἐπὶ τῶν ναυαγίων τῆς πατρίδος. Ἡ Ἀντιπολίτευσις γνωρίζει τίνα καθήκοντα ἔχει πρὸς τὴν πατρίδα, αἱ δὲ ὑπομνήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἑρμουπόλεως ἦσαν ὅλως ἄχρηστοι.
§15ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἀγαθῇ τύχῃ! δυνάμεθα τέλος νὰ εἴπωμεν. Τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, ἣν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπέδειξε νῦν εἰς τὸν λόγον του, πρὸ πολλοῦ ἀνεμένομεν μετὰ μεγάλης, μετὰ ἐναγωνίου ἀνυπομονησίας, βεβαιωθῆτε δὲ, Κύριοι, ὅτι ἡ πρὸ μικροῦ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἑρμουπόλεως συναδέλφου εἰς τοῦτο κυρίως καὶ εἰς μηδὲν ἄλλο ἀπέβλεπεν, εἰς τὸ νὰ γείνῃ κατάδηλον, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀρνῆται νὰ συζητήσῃ τὸ περὶ ἱδρύσεως μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας νομοσχέδιον, ἢ οὔ. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ συζητήσεως, οὐδέποτε ἐζητήσαμεν τοιοῦτό τι, ζητοῦμεν μόνον νὰ συζητηθῇ, καὶ ἂν κατὰ τὴν συζήτησιν πεισθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἔχει χρείαν βελτιώσεως, νὰ βελτιωθῇ, ἐὰν τοῦτο ἦναι δυνατόν. Ζητοῦμεν νὰ συζητηθῇ, ὅπως πεισθῇ ὁ νομὸς τῶν Κυκλάδων, ὅτι δὲν θεωρεῖται ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας μόνος αὐτὸς ἀπόκληρος. Εἶναι περιττὸν νὰ ὑπομνήσω, ὅτι δὲν ἔμεινε διαμέρισμα ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἔμεινε γωνία ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἥτις δὲν ἐπροικοδοτήθη διά τινος δημοσίου ἐπωφελοῦς μεγάλου ἔργου. Ἐν Πελοποννήσῳ δὲν ὑπάρχει πλέον νομὸς ἄνευ σιδηροδρόμου, ἐν τῇ Στερεᾷ καὶ τοπικοὶ καὶ διεθνεῖς σιδηρόδρομοι κατασκευάζονται, ἐν Θεσσαλίᾳ παρέχομεν χρήματα εἰς τοὺς ἀκτήμονας, ὅπως γείνωσιν ἰδιοκτῆται τῆς γῆς. Πᾶσα ἐπαρχία δαψιλῶς εὐηργετήθη διὰ δημοσίων ἔργων ἢ ἐπωφελῶν παροχῶν, καὶ αὐτὴ ἡ Ὀλυμπία θὰ ὀφείλῃ τὸ μέλλον της εἰς τὸν Ἑρμῆν τοῦ Πραξιτέλους, χάριν τοῦ ὁποίου ἀποκτᾷ νῦν καὶ σιδηρόδρομον. Διατὶ εἰς μόνον τὸν νομὸν τῶν Κυκλάδων ἀρνεῖσθε τὴν εὐεργετικὴν τοῦ Κράτους προστασίαν; μήπως αἱ Κυκλάδες δὲν εἶναι μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου; μήπως εἶναι τόπος ξένος; Διὰ τοῦτο χαίρω, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπέδειξεν, ὅτι καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως ἔσπευσε νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν χαράν του, διότι ἀνεῦρεν ἐν τοῖς λόγοις μου ὑπόσχεσιν, δὲν ἠξεύρω τίνα. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶναι δεινὸς περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων, ἀγνοῶ δὲ, ἂν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀντλῇ ὑποσχέσεις ἐκ τῶν λόγων ἐκείνων, μεθ’ ὧν συναλλάσσεται ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ ἢ ἐν ταῖς συνεννοήσεσιν αὐτοῦ περὶ τῶν χρηματιστικῶν ὑποθέσεων. Παρακαλῶ λοιπὸν αὐτὸν νὰ μὴ δίδῃ εἰς τοὺς λόγους μου ἄλλην ἔννοιαν ἢ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν οὗτοι ἔχουσιν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ ἢ νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ ἐπὶ τούτου τὸ καθῆκόν της, τὸ ὁποῖον γνωρίζει νὰ πράττῃ καὶ τὸ ὁποῖον πάντοτε ἔπραξεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως ὡμίλησε περὶ τοῦ τοπικοῦ διαμερίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει. Ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἐκδηλώσω ἔκπληξιν, ἀκούων, ὅτι καταστρέφεται ἡ Ἑρμούπολις, ἂν δὲν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἐπεθύμουν, ἐὰν ἐπρόκειτο τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον καὶ ὁ νόμος οὗτος νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ νὰ ἐπέλθωσι τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ἐπεθύμουν τότε νὰ μεταβῇ εἰς Σῦρον, διὰ νὰ ἴδῃ τίνα δεξίωσιν θέλει εὑρεῖ παρὰ τοῖς συμπολίταις του καὶ παρὰ τοῖς ἐργάταις τῶν ἐργοστασίων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἶσθαι τότε κεκλεισμένα. Ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα περὶ τοῦ διαμερίσματος, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, περὶ τοῦ φιλελληνισμοῦ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν. Ἐνδιαφερόμεθα, ἐὰν μὴ περισσότερον, τοὐλάχιστον ἐξ ἴσου πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν· παρακαλῶ δ’ αὐτὸν νὰ μὴ ἀνησυχῇ περὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν περὶ τῶν συμπολιτῶν του.
§17ΤΟΜΑΝ. Συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εὐχὴν, τὴν διαβιβασθεῖσαν τηλεγραφικῶς παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐκλεχθείσης ἐν κοινῇ ἐξεγέρσει τῶν δύο δήμων, καὶ ἀποτεινόμενος παρακλητικῶς πρὸς τὴν Βουλὴν, ἰδίως πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα, δὲν ὑπενόουν, ὅτι ἡ πτέρυξ αὕτη εἶχεν ἀνάγκην παρατηρήσεως πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἑαυτῆς καθηκόντων. Ἐνόμισα ὅτι ἐπεβάλλετό μοι, ὡς ἐνδιαφερομένῳ, ὡς ἀντιπροσωπεύοντι τὸν νομὸν ἐκεῖνον, καὶ διὰ ζώσης νὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους μου εἰς τοῦτο. Κατηγορήθην ἐπὶ ἀκηδείᾳ καὶ μετὰ πικρίας ἤκουσα φωνῆς ἐλεγχούσης με καὶ λεγούσης μοι: «τί ἐποίησας, κύριε Βουλευτὰ, ἐπὶ 4 ἔτη, ψηφίζων σωρείαν νόμων; πῶς δὲν ἐφρόντισας τότε περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑρμουπόλεως, περὶ ἧς τόσῳ θερμὴν σήμερον φωνὴν ἐγείρεις;» Ἀπαντῶ εἰς τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτήν: ἐψήφιζον νομοθετήματα, ἅτινα κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν ἐνόμιζον συντελεστικὰ εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ Κράτους.
§18ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ διωρίζετε καὶ τὸν Ντούνιαν.
§19ΤΟΜΑΝ. Μοὶ ἀπαντᾶτε σεῖς; Ἐγώ, ἂν συνηγόρησα, κύριε Λεβίδη, ὑπὲρ τῆς πτωχείας καὶ τοῦ ἄρτου τοῦ πτωχοῦ, ἔχω τοὐλάχιστον τὴν συνείδησιν ἥσυχον, ὅτι συνηγόρησα ὑπὲρ πράξεως ἀγαθῆς· σεῖς ὅμως, ὁσάκις ἐλάβετε τὸν λόγον, ἢ ὁσάκις συνηγορήσατε περὶ πράξεώς τινος, συνηγορήσατε διὰ νὰ φέρητε τὴν ἀπώλειαν καὶ τὴν καταστροφὴν, ἢ τὸ σκάνδαλον.
§20ΛΕΒΙΔΗΣ. Συνηγορήσατε ὑπὲρ τοῦ λαθρεμπόρου.
§21ΤΟΜΑΝ. Ὁμιλῶ μετὰ πολλῆς λεπτότητος, καὶ φέρομαι πρὸς πάντας μετὰ πολλῆς ἁβρότητος· ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ πράξητε τὸ αὐτὸ καὶ σεῖς, ἐὰν δύνασθε, κύριε Βουλευτά· ἀλλὰ δυστυχῶς φαίνεται ὅτι δὲν δύνασθε. Ἐψήφιζον λοιπὸν τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα, τὰ ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ Κράτους κατ’ ἐμὴν γνώμην συντελεστικά· ἀλλ’ ἐνῷ ἐψήφιζον ταῦτα, δὲν ὤκνουν,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν φιλαλήθειαν τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ,—δὲν ὤκνουν, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ἀφορῶντος τὸν νομὸν ἡμῶν, περὶ ζητήματος ἀφορῶντος τὸν κόσμον τὸν βιομηχανικὸν, τὸν κόσμον τὸν ἐμπορικὸν, τὸν τόπον μου ἰδίᾳ, νὰ ἐγείρω τὴν φωνήν μου ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ νὰ πράξω ὑπὲρ τούτου ὅ,τι αἱ ἀσθενεῖς μου δυνάμεις ἐπέτρεπον. Τί νὰ ζητήσω ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, ὅταν τὰ τῆς ἑταιρίας περιῆλθον ἐσχάτως εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται; καὶ ποῖα δικαιώματα εἶχον, νὰ ὑποβάλλω ἐγὼ μέτρα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅταν ἐγνώριζον, ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ πολλοῦ μελετᾷ, ἐργάζεται, ἀγωνιᾷ, ὅπως ἐξασφαλίσῃ μέτρον τι ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς ἑταιρίας ταύτης διὰ τῆς συγχωνεύσεώς της εἰς ἑταιρίαν μεγάλην, ἔχουσαν κέντρον τῶν ἐργασιῶν της τὴν Σῦρον; Νὰ ἀνέλθω ἐγὼ τὸ βῆμα καὶ νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τούτου, ἐνῷ ἐγνώριζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐργάζεται, διὰ νὰ δημοκοπήσω, ὡς ἄλλοι, καὶ διὰ νὰ δείξω εἰς τοὺς συμπολίτας μου, ὅτι ὁμιλῶ καὶ φροντίζω ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῶν; Ὅταν ὁ νόμος περὶ ὑποθήκης τῶν πλοίων ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ, ἐνθυμεῖσθε, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι ἤγειρα πολλάκις φωνήν, παρακαλῶν τὴν Βουλὴν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ψήφισιν τούτου, διότι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἠρξάμεθα ἀνησυχοῦντες περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἑταιρίας. Μὲ ἠδικήσατε λοιπὸν, κύριε συνάδελφε ἐξ Ἀρκαδίας,—καὶ σᾶς τὸ λέγω μετὰ πόνου,—μὲ ἠδικήσατε, εἰπόντες ὅτι ὠλιγώρουν ἐπὶ τέσσαρα ἔτη καὶ ὅτι τώρα μόνον θέλω νὰ δείξω, ὅτι μεριμνῶ ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μου καὶ τοῦ τόπου μου· εὔχομαι δὲ νὰ μὴ εὑρεθῆτε ἐκεῖ, ὡς ἐπεθυμήσατε, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συμφορᾶς, ἣν ἀνέφερον,—καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἐπέλθῃ αὕτη,—εὔχομαι νὰ μὴ εὑρεθῆτε ἐκεῖ, διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῶ νὰ ἀποκρούσω τὸ ῥινόμακτρον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐδηλώσατε, ὅτι θὰ μοὶ προσφέρητε, ὅπως ἀπομάξω τὸ δάκρυ μου, καὶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ μοὶ τείνητε αὐτὸ τότε, διότι εἴχετε τὸ μέσον νὰ προλάβητε τὴν συμφορὰν ταύτην, ἀλλὰ δὲν ἠθελήσατε νὰ τὸ πράξητε.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ὁμιλῆτε περὶ ἐμοῦ, ὡς ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἠδύνατο νὰ προλάβῃ τὸ δάκρυ αὐτό. Ἠδύναντο νὰ προλάβωσιν αὐτὸ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον τὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ καθῆκον νὰ προνοήσωσιν, ἐὰν ἡ διοίκησις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας διεξήγετο οὐχὶ καλῶς, διεξήγετο πλημμελῶς, νὰ προλάβωσι τὴν κακὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων αὐτῆς. Ἐὰν ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία εἶχεν ἀνάγκην συνδρομῆς, ἠδύναντο νὰ προλάβωσι τὸ δάκρυ τοῦ κ. Τόμαν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον τὸ καθῆκον καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ παράσχωσι συνδρομὴν εἰς τὴν ἑταιρίαν. Τὸ δάκρυ τοῦ κ. Τόμαν εἶχον καθῆκον καὶ ἐξουσίαν νὰ προλάβωσιν οἱ φίλοι τοῦ κ. Τόμαν, πληρόνοντες κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὴν ἑταιρίαν ὅσα τὸ δημόσιον ταμεῖον ὤφειλε, μὴ καθυστεροῦντες δ’ αὐτοῖς τὰ ὀφειλόμενα, ἵνα στενοχωρήσωσιν αὐτὴν καὶ τὴν ἀγάγωσιν εἰς οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν.
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδὲ λεπτὸν τῇ ὀφείλεται.
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δάκρυ τοῦ κ. Τόμαν ἠδύναντο νὰ προλάβωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες, ἀντὶ νὰ πληρώσωσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν ὅσα ὤφειλον, ἐπέβαλλον καὶ νέα βάρη εἰς τὴν ἑταιρίαν, ὅταν διὰ νόμου ἠνάγκαζον αὐτὴν νὰ ἀγοράσῃ τὴν «Μυκάλην» καὶ τὴν «Σφακτηρίαν», ἐνῷ δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῶν πλοίων τούτων. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον ἔδωκε τότε ψῆφον καὶ ὁ κ. Τόμαν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως, ὁ ὁποῖος θρηνεῖ νῦν διὰ τὰ δεινὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ Ἔθνος καὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν θὰ ἐλησμόνησαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναφέρω. Ἐνθυμοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ὅτε τὸ πρῶτον ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἀνήρχετο ἐπὶ τὴν ἀρχὴν διὰ τηλεγραφημάτων καὶ τότε, συλλαλητηρίων καὶ εὐχῶν, ἀπευθυνομένων ὑπὸ τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν, κατώρθωσε νὰ συναρπάσῃ τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ βῳδολογικὸν νομοσχέδιον. Ἐγὼ τότε καὶ ὁ μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος—καὶ τὸ λέγω διὰ νὰ καυχηθῶ—μόνοι ὑψώσαμεν φωνὴν διαμαρτυρίας, καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ βῳδολογικοῦ νόμου. Ὁ νόμος τῆς δεκάτης ἐτυράννει τὸν λαὸν, ἀλλ’ ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ διὰ τοῦ βῳδολογικοῦ ἦτο ἐπιζήμιος. Κατήργησεν ὁ Τρικούπης τὴν δεκάτην, καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐζητωκραύγει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, κατεδίκαζε δὲ ἡμᾶς, πληρόνει ὅμως σήμερον ἁδρὰ τὰ συγχαρητήρια, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυνε τότε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ἀναστρέφει τὰ παράπονα. Τὰ τηλεγραφήματα ἐκεῖνα ἔσυραν εἰς τὸ ἅρμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν, ἐκτὸς δύο, ἐπαναλαμβάνω, ἐμοῦ καὶ τοῦ μακαρίτου Παπαμιχαλοπούλου. Τὰ συγχαρητήρια ἐκεῖνα πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τὰ ἐπλήρωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δι’ ἑπτακοσίων ἑκατομμυρίων χρεῶν καὶ δὲν ἠξεύρω πόσων ἑκατομμυρίων φόρων. Ὅμοιον θὰ συμβῇ, ἐὰν κατὰ δυστυχίαν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, περὶ μεγάλης ἀτμοπλοίας. Ἡ ἑταιρία, ἥτις θ’ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον, σύγκειται ἐκ χρηματιστῶν, στενοτάτων φίλων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πολλῶν δὲ μελῶν τῆς ἑταιρίας ταύτης κινδυνεύει ἡ περιουσία, ἕνεκα χρηματιστικῶν ἐκ τοῖς χρηματιστηρίοις παιγνιδίων, ἅτινα διὰ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης ζητοῦσι νὰ ἀναστηλωθῶσιν. Ὅθεν δὲν ἐξυπηρετεῖται ὁ μέγας σκοπὸς, ὁ ἀναγραφόμενος ὡς ἐπικεφαλὶς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπιδιώκεται ἡ ἐξυπηρέτησις ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἑταιρία· ὑπάρχει ἑταιρία συγκειμένη ἐξ ἀνδρῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ ἀτμοπλοϊκά. Ὑπάρχει ἑταιρία, ἡ ὁποία εἶναι εἰς θέσιν νὰ καταθέσῃ μεγάλα κεφάλαια, ἔχει δὲ καὶ τὰ μέσα· εἶναι ἑτοίμη ἤδη πρὸς τοῦτο, καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν θὰ σᾶς τὰ ἀναφέρω, διότι ἔχω πρὸς τοῦτο ἐντολὴν, ὅπως προλάβω τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐὰν ἀληθῶς πρόκηται νὰ σκεφθῶμεν πρὸς καταρτισμὸν μεγάλης ἑταιρίας ἀτμοπλοϊκῆς, ἐξυπηρετούσης τὰ ἐθνικὰ καὶ κοινωνικὰ συμφέροντα, δὲν θὰ περιορίσωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῆς Ἑρμουπόλεως. Ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία εἶναι ἐθνικὸν ἔργον· δὲν θὰ ὑπηρετήσῃ μόνον τὸν νομόν τῶν Κυκλάδων, θὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον· θὰ ἑνώσῃ κατὰ θάλασσαν τὸ Κράτος ἡμῶν μὲ ὅλον τὸν ἄλλον κόσμον. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι αἱ παρακλήσεις καὶ αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, αἱ περιορίζουσαι τὸ ζήτημα εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἑρμουπόλεως, δὲν εἶχον οὐδεμίαν θέσιν. Ὅλοι ἔχομεν, Κύριοι, τὸ συμφέρον καὶ τὸ καθῆκον νὰ σπουδάσωμεν, διὰ νὰ γνωρίσωμεν, ἐὰν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ἐξυπηρετῇ πάσας τὰς ἀνάγκας μιᾶς μεγάλης ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, λέγω εἰς τὸν συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονεῖ, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἐξυπηρετῆται ἡ Ἑρμούπολις, ὅπως καὶ ὑπὸ τῆς παλαιᾶς ἑταιρίας, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν θὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Σῦρον, διότι δὲν θὰ ἔχῃ ἐκεῖ τὴν ἕδραν της· λέγεται μὲν σήμερον τοῦτο, καὶ τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἀναγράφεται εἰς τὸν νόμον, καθιστάμενον οὕτω ὑποχρέωσις, ἀλλ’ αὔριον, ὅταν παρέλθωσιν αἱ ἐκλογαί, θὰ μάθῃ ἡ Σῦρος, ἐὰν κατὰ δυστυχίαν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἐκεῖ θὰ ἦναι μόνον ἓν ἁπλοῦν πρακτορεῖον, καὶ ὅτι ἡ ἑταιρία θὰ ἔχῃ τὸ κέντρον καὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν της εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὡς εἶπον, ὅτι δὲν ἀναγράφεται ῥητῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ ἕδρα θὰ ἦναι ἐν Σύρῳ· γνωρίζω δὲ αὐτὸ καὶ ἐξ ἰδιαιτέρων πληροφοριῶν. Τότε δὲ καὶ μόνον τότε θέλει ἐκτιμήσει ἡ Σῦρος τοὺς λόγους τῆς ἀντιστάσεώς μας. Βεβαίως, ἐὰν δὲν εἴχομεν ἄλλην ἑταιρίαν, ἐὰν δὲν εἴχομεν ἐνώπιόν μας τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑποθήκης τῶν πλοίων, θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ δεχθῶμεν τὴν συζήτησιν καὶ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, εἴμεθα ἐν καιρῷ μετ’ ὀλίγον χρόνον, ὅτε θὰ ἤμεθα πάλιν ἐνταῦθα, νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ πρότερον μελετήσωμεν αὐτὸ καὶ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἔχομεν καὶ ἄλλην ἑταιρίαν, ἱκανωτάτην καὶ ἁρμοδίαν πρὸς τοῦτο, τῶν μελῶν τῆς ὁποίας τὰ ὀνόματα θὰ σᾶς ἀναφέρω ἀμέσως. Εἶναι οἱ ἑξῆς: Γουδῆς, Πανελλήνιος Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία, Θεοφιλάτος, Σταθάτοι, Χρυσοβελόνης, Ἐμπειρῖκοι καὶ πολὺ πιθανὸν καὶ Βαλλιάνος. Σᾶς ἐρωτῶ: ἡ ἑταιρία αὕτη δὲν εἶναι ἁρμοδιωτέρα τῆς ὑποδειχθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Βεβαίως. Καὶ μὲ ποίαν ὠφέλειαν διὰ τὸ Κράτος; Μὲ μεγάλην ὠφέλειαν, διότι ἀναλαμβάνουσιν οἱ ἑταῖροι τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην οὐχὶ ὑποδουλοῦντες τὸ Κράτος διὰ 50 ἔτη, ἀλλὰ δεχόμενοι τὸ προνόμιον μόνον δι’ 20. Μόνον τοῦτο ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποδουλώσητε τὸ Κράτος εἰς μίαν ἑταιρίαν χρηματιστῶν, ἀναρμοδίαν πρὸς τοιαύτην ἐπιχείρησιν, ἐπὶ 50 ἔτη, εἶναι ἀρκετὸν νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον.
§26ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἑταιρία αὕτη θὰ ἔχῃ ἕδραν τὴν Σῦρον;
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω τὰς λεπτομερείας, ἀλλ’ ὑποθέτω δὲν θὰ ἔχῃ πρὸς τοῦτο δυσκολίαν. Δὲν πιστεύετε δὲ, ὅτι καὶ ἄλλαι ἑταιρίαι θὰ παρουσιασθῶσιν, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ θὰ ὑπάρξῃ ἀνταγωνισμὸς, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τὴν δύναμιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ σύμβασιν μὲ ἑταιρίαν ἄλλην ὑπὸ συμφερωτέρους ὅρους; Δὲν φρονεῖτε ὅτι ἔχουσα τὴν δύναμιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ νέους ὅρους, θὰ δυνηθῇ νὰ ἀρνηθῇ τοὺς προαιρετικοὺς πλόας εἰς τὴν ἑταιρίαν ταύτην, καὶ θὰ δύναται νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτὴν νὰ κατασκευάζῃ κατὰ χρονικὰ διαστήματα, ἐπειδὴ τὰ εἰσοδήματά της θὰ αὐξάνωσι, νέα πλοῖα, ὑπὸ ὅρους καὶ συνθήκας κατασκευῆς, τοὺς ὁποίους αὐτὴ θὰ ὁρίζῃ; Διατὶ βιάζεσθε; κατεστράφη ὁ τόπος; δὲν δύναται μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑποθήκης τῶν πλοίων νὰ ἀναζήσῃ ἐπί τι χρονικὸν διάστημα ἡ ὑπάρχουσα ἑταιρία; δὲν ἐξυπηρετεῖ τὴν συγκοινωνίαν ἡ Πανελλήνιος καὶ ἡ τοῦ κ. Γουδῆ, ὥστε βιάζεσθε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀσυζητητεὶ μάλιστα; Μόνον διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει καὶ ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τὴν τελευταίαν στιγμὴν, καὶ ζητεῖ κατεσπευσμένως νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ οὐχὶ νὰ συζητηθῇ, μόνον τοῦτο ἔπρεπε νὰ σᾶς θέσῃ εἰς ἀμφιβολίαν, ὅσον καὶ ἂν ἤθελεν εἶσθαι συμφέρον τὸ νομοσχέδιον καὶ οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως, ἂν εἶχεν ὑποβάλει τοιαύτην, νὰ ἀντιστῆτε. Δὲν πρέπει, Κύριοι, διὰ μίαν φορὰν τέλος πάντων νὰ παραστήσωμεν, ὅτι εἴμεθα Κοινοβούλιον; Διὰ τοιαῦτα ζητήματα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι γίνεται εἰς τὸν ἄλλον κόσμον, ὁσάκις ἀνέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα; Σᾶς ἀνέφερον εἰς ἄλλας συνεδριάσεις πλεῖστα παραδείγματα, πῶς συζητοῦνται εἰς τὰ διάφορα Κράτη τοιούτου εἴδους ζητήματα. Πᾶσα Κυβέρνησις παντὸς Κράτους, Κύριοι, ὅταν ὑποβάλλῃ τοιαῦτα νομοσχέδια ὑπ’ ὄψει τῶν Βουλῶν, ὑποβάλλει σὺν αὐτοῖς καὶ πάντα μέχρις ἑνὸς τὰ ἀναγκαῖα, διὰ νὰ φωτισθῶσι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ νὰ φωτισθῇ ἡ κοινὴ γνώμη, δίδεται καὶ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος εἰς τὴν δημοσιογραφίαν νὰ ἀναλάβῃ τὸν ἀγῶνα, διότι ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὄντες εἰδικοὶ, οἱ ὁποῖοι ὡς τοιοῦτοι δύνανται νὰ ἐκθέσωσι τὰς γνώμας των καὶ νὰ ὠφελήσωσιν. Αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, δὲν καθιστῶσι ταῦτα ζητήματα ἐμπιστοσύνης, διὰ νὰ δεσμεύωσι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε πολλάκις ζητήματα σοβαρὰ, ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἀποῤῥιφθῶσι καὶ δι’ αὐτῆς ἀκόμη τῆς ψήφου τῶν φίλα φρονούντων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ παραιτηθῇ, διότι δὲν τὰ κατέστησεν, ὡς εἶπον, ζητήματα κομματικά· εἶναι ζητήματα κοινοῦ καὶ ἐθνικοῦ συμφέροντος. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν δίδετε προσοχὴν, τί γίνεται εἰς ὅλον τὸν κόσμον, δὲν ἐννοεῖτε, τί πρέπει νὰ πράξητε σεῖς οἱ ἴδιοι, ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἐρχόμενοι; ἐὰν δὲν δίδετε προσοχὴν, τί γίνεται εἰς τὴν Εὐρώπην, δὲν στρέφετε εἰς τὸ παρελθὸν τῆς ἱστορίας τοῦ Κοινοβουλίου μας; δὲν ἐνθυμεῖσθε ὅτι πίστωσις ἁπλῆ συνεζητήθη ἐπὶ 15 ἡμέρας, καὶ κατετέθησαν ὅλαι αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπανειλημμένως ἀνέβη ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔδωκεν ὅλας τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην ἡ Βουλή, καὶ ἐξήγησε διὰ τίνα λόγον ἐζήτει τὴν πίστωσιν; Καὶ ἀφοῦ τοιαῦται ἐγένοντο συζητήσεις διὰ μίαν ἁπλῆν πίστωσιν, πρέπει τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ σπουδαιότατον διὰ τὸ ἔθνος, νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἀσυζητητεὶ εἰς τρεῖς ἡμέρας; Ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία, Κύριοι, δὲν ἔχει σκοπὸν μόνον νὰ μεταφέρῃ τὸν κ. Τόμαν ἢ οἱονδήποτε ἄλλον ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἄλλο. Ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία ἔχει σκοπὸν νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ ἐμπόριον, νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ναυτιλίαν, νὰ παραδώσῃ ἡμέραν τινὰ καὶ ναύτας καὶ ἀξιωματικοὺς εἰς τὸ Κράτος, ὅταν τοῦτο εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτήν. Ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία νὰ παραδώσῃ καὶ τὰ σκάφη αὐτῆς ἐν ἀνάγκῃ εἰς τὴν πατρίδα, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις σύμβασιν, ἡ ὁποία νὰ καθορίζῃ πόσα πλοῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ ἑταιρία, ποίας ταχύτητος καὶ ποίας χωρητικότητος, καὶ ποίας ἀντοχῆς νὰ ὦσι ταῦτα. Οὕτω ἐγένετο εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν τῆς Ρωσσίας, εἰς τὴν τοῦ Λόϋδ, εἰς τὴν τοῦ Φραισσινὲ καὶ εἰς τὴν τοῦ Μεσαζερή· ὑπεχρεώθησαν τουτέστιν εἰς ταῦτα, ἀναλαβοῦσαι τὴν ἐπιχείρησιν. Ποίαν σημασίαν λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι δι’ ἐμὲ καὶ τοὺς ὀρθοφρονοῦντας καὶ ἐπιθυμοῦντας νὰ ἀναπτύξωσι τὸν τόπον καὶ τὴν ναυτιλίαν, τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦνται ἐντεῦθεν, ἕνεκα ὑποσχέσεων μὴ πραγματοποιηθησομένων, ἀλλὰ προτεινομένων μόνον, ὅπως ἐκβιασθῇ ἡ ψῆφος τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἕνεκα τῶν μελλουσῶν ἐκλογῶν; Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι εἶναι δυνατὸν, μία Κυβέρνησις, εἰς ἐμπορικὸν μάλιστα τόπον, νὰ κεντήσῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὅλοι, μὴ βλέποντες ποῦ ἔγκεινται τὰ ἀληθῆ συμφέροντα, ὁμοθυμαδὸν νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ῥητὴν ἐντολὴν καὶ σπουδαίαν ἀποστολὴν, νὰ παρασυρώμεθα ἀπὸ τοιαύτας διαδηλώσεις καὶ τοιαῦτα τηλεγραφήματα, καὶ νὰ μὴ ἐκπληρῶμεν ἐμπρεπόντως καὶ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκον ἡμῶν. Ὁ κύριος Τόμαν καὶ ὁ κύριος Σκουλούδης φρονοῦσιν, ὅτι οἱ συμπολῖται αὐτῶν εἶναι ξένοι ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ὅτι ἁπλῶς καὶ μόνον ὡς Βουλευταὶ διαφερόμεθα περὶ ἑνὸς νομοῦ ἢ μιᾶς πόλεως. Τοὺς διαβεβαιῶ, ὅτι εἰς τὴν Ἑρμούπολιν εἶναι πολὺς κόσμος, περὶ τοῦ ὁποίου διαφερόμεθα, εἶναι Λάκωνες πλεῖστοι, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λακωνίας συνάδελφοι ἐνδιαφέρονται· εἶναι πλεῖστοι Πελοποννήσιοι, Μεσσήνιοι κλπ. Ἔχομεν λοιπὸν ἐκτὸς τοῦ καθήκοντος τοῦ Βουλευτοῦ καὶ ἰδιαίτερον ὅλως συμφέρον, διότι καὶ οὗτοι εἶναι μέλη οἰκογενειῶν συμπολιτῶν μας.
§28ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἡμεῖς δὲν κάμνομεν αὐτὰς τὰς μικρὰς διαιρέσεις, ἐννοοῦμεν ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Ἑρμουπόλεως.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν μὲ ἐνοήσητε. Ἐξηγοῦμαι λοιπὸν, διὰ νὰ μὲ ἐννοήσῃ ὁ κ. Σκουλούδης. Ὁ κ. Σκουλούδης ἐνδιαφέρεται διότι πολιτεύεται ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, καὶ οὐχὶ καθοδηγούμενος ὑπὸ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἔχει ὡς Βουλευτής· ἐὰν δὲν ἦτο ἐξ Ἑρμουπόλεως, ὡς Βουλευτὴς, ἀμφιβάλλω ἐὰν ἐμερίμνα, πλὴν ἂν εἶχε μέρος εἰς τὴν ἑταιρίαν.... Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἔχητε.
§30ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ὄχι.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνῷ ἐγὼ, ἐνῷ δὲν εἶμαι ἀπὸ τὴν Ἑρμούπολιν, ἐνῷ δὲν ἔχω ἐκλογικὰ συμφέροντα εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἔχω σχέσεις ὅμως πρὸς αὐτὸν τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι δὲν μοὶ ἐπιτρέπουσι νὰ παραβάλω τὰ εἰδικὰ συμφέροντα τοῦ κ. Σκουλούδη μὲ τὰ αἰσθήματά μου· ἐγὼ ἐπιθυμῶ τὴν εὐημερίαν τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι ἐκεῖ ἀσκοῦσι τὰ ἀστικὰ καὶ τὰ πολιτικὰ αὑτῶν δικαιώματα, ὡς Βουλευτὴς δὲ ἐννοῶ εὐσυνειδήτως νὰ ἐκπληρῶ τὰ καθήκοντά μου, συμβιβάζων ταῦτα πρὸς τὰ ἰδιαίτερα αἰσθήματα, ἅτινα τρέφω διὰ τοὺς συμπολίτας μου. Ἀλλ’ ἐνδιαφερόμενος τοιουτοτρόπως καὶ διατηρῶν τὴν ψυχραιμίαν μου, δὲν συγκινοῦμαι οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐννοῶ περὶ τίνος πρόκειται, ὅπως συμβαίνει εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ἐξ Ἑρμουπόλεως καὶ τὸν λαὸν ἐκεῖνον, διότι νομίζω, ὅτι καλῇ τῇ πίστει οἱ κ.κ. συνάδελφοι ἐπιμένουσιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ λαὸς, πιστεύων εὐκόλως καὶ λησμονῶν ὅτι ἄλλοτε δι’ ἀπάτης ὁμοίας ἡ ἰδία σπεῖρα ἀφήρεσε τὸ χρῆμα ἐκ τῶν θυλακίων αὐτοῦ, ζητεῖ παρ’ ἡμῶν νὰ τῷ παράσχωμεν τὴν συνδρομήν μας. Καὶ ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ μικρᾶς ἑταιρίας, ὁμοίας τῆς ἐκπνεούσης, ἥτις θὰ ἐξυπηρετήσῃ μόνον τὴν ἐν τῷ Κράτει ἀκτοπλοΐαν. Δὲν πρόκειται, ὡς βλέπετε, περὶ μεγάλης ἑταιρίας. Ἡ ἑταιρία αὕτη, μὴ ἔχουσα τοὺς εἰδικοὺς ἄνδρας, ἀλλ’ ἀπαρτιζομένη ἀπὸ διοίκησιν ἐκ χρηματιστῶν, μὴ ἁρμοδίων καὶ μὴ εἰδικῶν, οὔτε ἀσχολουμένων μόνον εἰς τὰ ἀτμοπλοϊκὰ, οὔσα καὶ μικρὰ, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ προκόψῃ, μὲ ὅλην τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην μετὰ χρονικὸν διάστημα, καὶ ἐὰν εἰλικρινῶς ἔχῃ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἔχῃ τὴν ἕδραν της ἐν Σύρῳ, χάριν τῶν συμφερόντων της καὶ τῆς ὑπάρξεώς της, νὰ μεταφέρῃ καὶ τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν διοίκησιν εἰς Πειραιᾶ, διότι ἐκεῖ ὁ σιδηρόδρομος Λαρίσσης θὰ συγκεντρώσῃ τὸ ἐμπόριον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς Σῦρον θὰ μείνῃ ἓν ἁπλοῦν πρακτορεῖον. Ζητῶ νὰ προλάβω, ζητῶ ἀναστολὴν ὀλίγων μηνῶν, μέχρι τῆς νέας Βουλῆς, διότι ἕως τότε καὶ ὁ κόσμος καὶ οἱ νέοι Βουλευταὶ θὰ ἔχωσι μελετήσει τὸ ζήτημα, θὰ δώσωμεν δὲ καιρὸν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις νὰ προστρέξωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ καταρτισθῇ μία ἑταιρία, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ θὰ ἀπολαμβάνῃ, καὶ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον θὰ ἐξυπηρετῇ καὶ τὸ εἰδικὸν συμφέρον παντὸς τόπου, δὲν θὰ εὑρεθῇ δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην, ὡς τοιαύτη, νὰ αἰτήσηται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως προαιρετικοὺς πλόας, οὔτε ἡ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραχωρήσῃ τοιούτους, διὰ νὰ καταπολεμήσῃ τοὺς συναγωνισμοὺς καὶ ὑποδουλώσῃ ἐπὶ 50 ἔτη τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ μονοπώλιόν της, ἐμποδίζουσα οὕτω πᾶσαν ἐμπορικὴν πρόοδον. Εἶχον ἀνάγκην νὰ εἴπω ταῦτα, διὰ νὰ φωτίσω τὴν Βουλὴν, ὅπως μὴ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· καὶ ἐπειδὴ ἔχομεν τὴν ἀτυχίαν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἴσως ἀναγκασθῶ νὰ προβῶ εἰς ἐκτενεστέραν ἐκτύλιξιν τοῦ ζητήματος καὶ καταδείξω τὴν μεγίστην ζημίαν, ἥτις θὰ προσγείνῃ εἰς τὸν τόπον καὶ τοὺς Ἑρμουπολίτας, ἐὰν βιασθῆτε νὰ ψηφίσητε τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον.
§32ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ ἀδιαφορῶ, ἐὰν ἡ διοίκησις ἢ ἡ διεύθυνσις τῆς νέας ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας θὰ ἦναι ἐν Σύρῳ ἢ ἐν Πειραιεῖ, ὡς ἐπίσης ἀδιαφορῶ, ἐὰν οἱ ἱδρυταὶ αὐτῆς ὀνομάζωνται Ἐθνικὴ Τράπεζα ἢ Ἠπειροθεσσαλικὴ, ἢ ἂν διευθυνταὶ καὶ πράκτορες ἦναι ὁ Α ἢ ὁ Β· ἐγὼ ἐπιθυμῶ, ἐπειδὴ ἀνήκω εἰς νομὸν ἀποτελούμενον ἀποκλειστικῶς ἀπὸ νήσους, ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν ἰσχυρὰν καὶ σοβαράν· ἀτμοπλοΐα τοιαύτη δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ γενναίας χρηματικῆς χορηγίας ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις μᾶς φέρῃ νομοσχέδιον, ἐπικυροῦν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγω, ἢ σύμβασιν, ἥτις ὑπόσχεται νὰ παράσχῃ εἰς τὴν συγκοινωνίαν τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ὅσα πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ ἦμαι εἷς ἐκ τῶν πρώτων, ὅστις θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν σύμβασιν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Κούστας ὑποβάλλει ὑπόμνημα, ἐν ᾧ ἐκτίθησι σκέψεις περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας.
§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 157).
§36ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Προκληθεῖσα ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐκ Κυκλάδων κ. Τόμαν νὰ δηλώσῃ τὰς προθέσεις αὐτῆς περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀτμοπλοΐας τῆς νέας, ἀπήντησε διὰ τοῦ ἡγέτου αὐτῆς, ὅστις, πρὸς εὐχαρίστησιν ἁπάντων ἡμῶν, ἐξήνεγκε φράσεις σαφεῖς, ὑποδηλούσας ὅτι θέλει προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ θέλει καταδείξει τὰ μειονεκτήματα αὐτοῦ καὶ τὰς ἐλλείψεις. Ἐκ τῆς τοιαύτης διαβεβαιώσεως πάντες ηὐχαριστήθησαν· ἀλλ’ ἀμέσως κατόπιν, θελήσαντος τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐκ Κυκλάδων κ. Σκουλούδη νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπαντήσεως, ἐξήνεγκεν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λοξόν τινα χρησμὸν, ἀκατάληπτον εἰς ἡμᾶς· πρὸ μιᾶς στιγμῆς διαβεβαίου, ὅτι θὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ θὰ καταδείξῃ τὰς ἐλλείψεις τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ μίαν στιγμὴν, ὅτε τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην ἠθελήσαμεν νὰ βεβαιώσωμεν διὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σκουλούδη, ὅτε τὴν χαρὰν ἡμῶν ἐπὶ τούτῳ ἐξεδηλώσαμεν, ἀμέσως ἠκούσαμεν διαμαρτυρίαν, ὅτι παρενοήθη, ὅτι γινώσκει ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ποῖον τὸ καθῆκον αὐτῶν, ἀποκρούει ὅμως τὰς παρερμηνείας, ἐπιτρεπομένας ἀλλαχοῦ! Μετὰ τὸν χρησμὸν τοῦτον, τὸν λοξότατον, τί δέον νὰ εἰκάσωμεν; ὁλόκληρος νομὸς συγκινεῖται καὶ συνταράσσεται ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῷ κινδύνῳ τοῦ νὰ μὴ ψηφισθῇ, νομὸς ναυτικὸς ἵσταται ἐπὶ ποδὸς, ἀναμένων καὶ ἐπισκοπῶν τὰ ἐνταῦθα γινόμενα, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις κρύπτει τὴν διάνοιαν αὐτῆς ὑπὸ τὸν πέπλον ἑνὸς χρησμοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐκδηλοῖ τὴν διάνοιαν καὶ τὰς προθέσεις καὶ τὰς ἐπιθυμίας αὑτοῦ μόνος ὁ νομὸς Κυκλάδων· εἰς τὴν ἐκδήλωσιν ταύτην εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος, ὅτι ἅπαντες οἱ ναυτικοὶ τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τῆς μιᾶς ἄκρας μέχρι τῆς ἄλλης, τὰ αὐτὰ αἰσθήματα αἰσθάνονται, ἀπέναντι δὲ τῆς ἐγέρσεως ταύτης τοῦ λαοῦ δὲν ἔχομεν τὴν εὐχαρίστησιν κἂν νὰ ἀκούσωμεν ποία τις ἡ πρόθεσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ποία τις ἡ πρόθεσις τοῦ ἡγέτου αὐτῆς· θὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν; δὲν θὰ προβῇ; θὰ ψηφίσῃ ἢ θὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον; Οὐδὲν ἐξ ὅλων τούτων ἠδυνήθημεν ἀσφαλῶς νὰ εἰκάσωμεν· μόνον λέξεις ὡραίας, λαμπρότατα ἐκπεφρασμένας ἠκούσαμεν, ἀλλὰ ποία τις ἡ ἔννοια αὐτῶν; Πρέπει νὰ ἀπέλθωμεν εἰς Δελφοὺς, ἵνα ἐρωτήσωμεν τὴν Πυθίαν, ποία τις ἡ ἔννοια.
§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ζητεῖτε προώρως ἀπὸ ἡμᾶς γνώμην. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θέλετε ἀκούσει τὰς γνώμας ἡμῶν. Θέλετε νὰ προεξοφλήσωμεν τὰς γνώμας μας;
§38ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἀλλ’ ἀμέσως μεθ’ ὑμᾶς, ἀξιότιμε συνάδελφε, ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος ἕτερον μέλος ἔντιμον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἔχω δὲ λόγον νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι διερμηνεύει τὰς διαθέσεις ὑμῶν, κατὰ τὸν συνάδελφον δὲ αὐτὸν, ἔχομεν καιρὸν μετὰ 6 μῆνας, ὅταν ἔλθῃ ἡ νέα Βουλὴ, νὰ συζητήσωμεν τὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν τοιαύτην διαβεβαίωσιν παρὰ μέλους, ἐπαναλαμβάνω, ἀσφαλῶς ἀκολουθοῦντος ὑμᾶς προερχομένην, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὑπολαμβάνω ὡς ὑμῶν αὐτῶν πληροφορίαν.
§39Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ποῖον Κοινοβούλιον ἐγείρονται Βουλευταὶ καὶ ζητοῦσι νὰ εἴπωσι τὰ κόμματα τὰ πολιτικὰ τὰς γνώμας αὐτῶν ἐπὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦλθον ἀκόμη εἰς συζήτησιν; Καὶ ἀπορεῖτε, διότι ἡμεῖς δὲν σᾶς δίδομεν σαφεῖς πληροφορίας, ὡς ἂν ἤμεθα κατηγορούμενοι καὶ ἡμεῖς ἦσθε Εἰσαγγελεύς! Ποῖον δικαίωμα ἔχετε, πόθεν τὸ ἐπορίσθητε, καὶ ζητεῖτε γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως;
§40ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τῆς Πυθίας τὸν χρησμὸν εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ὁρίσω καὶ ἑρμηνεύσω, διότι δὲν τὸν ἐννοῶ· ἀλλὰ τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ τοῦ χρησμοῦ, τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ ἐντίμου μέλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῶ ὡς ὑμῶν αὐτῶν ἑρμηνείαν, ἐκτὸς ἐὰν τὴν διαψεύσητε.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτε ὡμίλει ὁ κ. Τόμαν, προκληθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ, εἶπον ὅτι διηρμήνευον τὴν γνώμην τὴν ἐμήν· καὶ προκαλῶ τὸν κ. Τόμαν νὰ τὸ βεβαιώσῃ.
§42ΤΟΜΑΝ. Εἴπετε ὅτι διερμηνεύετε τὴν ὑμετέραν γνώμην, ὡς ὡμιλήσατε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν. Ἐὰν δὲ τὴν ὑμετέραν μόνον ἐξηκολουθεῖτε νὰ διερμηνεύητε γνώμην καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ ἀγορεύσει σας, περὶ αὐτοῦ ἀμφιβάλλει ὁ κ. συνάδελφος.
§43ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἡ κοπὶς τῶν λόγων μου κεῖται ἐν χερσὶ τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν πρόκειται περὶ κατηγορουμένου, δὲν πρόκειται περὶ κατηγορίας, ἀλλὰ περὶ διαμείψεως ἰδεῶν. Ἠμφισβήτησα τὴν γνώμην ὑμῶν; παρερμήνευσα τὴν φράσιν ὑμῶν; δὲν ἔχετε παρὰ νὰ μὲ διαψεύσητε, παρὰ νὰ δώσητε σαφῆ ἑρμηνείαν τοῦ χρησμοῦ, ὃν ἐξηνέγκατε προηγουμένως.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχω νὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν.
§45ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἐὰν ἀρνῆσθε, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὑπολαμβάνω, ὅτι ἡ γνώμη ἐκείνη, ἣν ἐξήνεγκεν ἀξιότιμον μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι γνώμη ἀσπαστὴ παρ’ ὑμῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ παρερμηνειῶν δυστυχῶς· μήπως δὲν κεῖται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Κοινοβουλίου, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς κοινωνίας, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἁπάντων ἡ ὑμετέρα συμπεριφορά; Ποῖον ἔργον ὑπεβοηθήσατε; ποῖον ἔργον δὲν κατεπολεμήσατε; εἰς τὰ πάντα δὲν ἀντέστητε;
§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σταματήσατε, κύριε Πρόεδρε, τὸν ἀγορεύοντα εἰς τὸν κατήφορον, εἰς τὸν ὁποῖον εἰσῆλθε, διότι θὰ μετανοήσῃ.
§47ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δὲν μὲ πτοοῦν αἱ ἀπειλαί σας. Προκειμένου περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀγαθοῦ, ηὐχόμην ἐκ καρδίας νὰ συντελέσητε εἰς αὐτὸ, ἀλλὰ προφανῶς τὸ καταπολεμεῖτε, διότι δὲν τολμᾶτε νὰ διαβεβαιώσητε τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλετε ἀμέσως ἐν καιρῷ, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν. Ὅταν δὲν ἔχητε αὐτὴν τὴν διάθεσιν, νὰ διαβεβαιώσητε τὴν Βουλὴν, νὰ ἡσυχάσητε ὁλόκληρον κοινωνίαν ἀνεστατωμένην, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ προβῆτε εἰς τὴν συζήτησιν, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἐκ Μεσσηνίας κ. Βουλευτὴς, περὶ ἀναβολῆς εἰς τὸ μέλλον, εἶναι ἡ γνώμη ὑμῶν· ἀλλὰ κατὰ τῆς τοιαύτης γνώμης θέλει ἐξεγερθῆ ὄχι μόνον ἡ γνώμη τοῦ νομοῦ τῶν Κυκλάδων—δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τούτου—ἀλλὰ ὁλόκληρος ὁ ναυτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος θέλει καταδικάσει ὑμᾶς· οὐδεμίαν περὶ τούτου αἰσθάνομαι ἀμφιβολίαν· καὶ διατί; διότι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐξηνέγκατε κατ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι πρόχειρα εἰς τὴν μνήμην ὅλων, ἀκόμη βομβοῦσιν εἰς τὰς ἀκοὰς ἁπάντων ἡμῶν· νὰ σᾶς τὰ εἴπω; ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ πρὸς στιγμὴν νὰ τὰ ὑπομνήσω ὑμῖν. Λέγετε ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη δὲν εἶναι σπουδαία, ὁ δὲ ἐκ Μεσσηνίας ἀξιότιμος συνάδελφος προσέθηκε καὶ ὅτι καταρτίζεται αὕτη ἀπὸ χρηματιστάς· ποῖοι δὲ ὀνομάζονται χρηματισταί; τὸ ἀνώτερον ἐν Ἑλλάδι πιστωτικὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὴν χορηγίαν τῶν 15 ἑκατομμυρίων τῶν ὁμολογιῶν, τὸ ὁποῖον καταθέτει ὡς μετοχικὸν κεφάλαιον 4 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐν ὅλῳ 19,000,000, αὐτοὺς ὀνομάζετε χρηματιστὰς μετ’ ἐννοίας περιφρονητικῆς! Ἀπέναντι δὲ αὐτῶν τί ἀντιτάσσετε; ὀνόματα ἐμπόρων ἀγαθὰ,— δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τούτου,—ἀλλὰ πρόσωπα, ἅτινα ὑπὸ χρηματιστικὴν ἔποψιν εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τοῦ πιστωτικοῦ ἐκείνου ἱδρύματος. «Θὰ συστηθῇ, λέγετε, ἑτέρα ἑταιρία· μὴ ἀμφιβάλλετε περὶ τούτου· ὑπάρχει ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, ἔχομεν δὲ ἓν κομμάτι χαρτὶ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι σημειωμένα τὰ ὀνόματα ταῦτα.» Καὶ ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει αὐτῇ, ἐπὶ τῇ ἐπιδείξει ἑνὸς τεμαχίου χάρτου, πρέπει νὰ ἀποκρούσωμεν πρότασιν ὡρισμένην, προβαλλομένην, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ τοῦ σπουδαιοτέρου κατὰ τὴν Ἀνατολὴν πιστωτικοῦ ἱδρύματος! Δὲν εἶναι σπουδαία ἡ ἑταιρία, λέγετε, διότι ναὶ μὲν συνίσταται ἐξ 20,000,000 ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ μόνον τὰ 10,000,000 θὰ καταβληθῶσι, τὰ δὲ 10 ταῦτα ἑκατομμύρια θ’ ἀποτελεσθῶσιν ἀπὸ τῶν πλοίων τῆς παλαιᾶς ἑταιρίας, τῆς Πανελληνίου, καὶ τίς οἶδε τίνος ἄλλου, τὰ ἄλλα 10 ἑκατομμύρια εἶναι εὐσεβὴς ἐπιθυμία, δὲν θὰ καταβληθοῦν ποτέ. Καὶ πρὸς στιγμὴν αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμὸς ὑμῶν γεννᾷ ἀμφιβολίας, δισταγμοὺς, καὶ κλονίζει τὴν πεποίθησιν τοῦ ἀκροατοῦ· ἀλλ’ ἀμέσως ὑμεῖς αὐτοὶ, προβαίνοντες περαιτέρω καὶ ἀντικρούοντες τὸν ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴν κ. Μπασιᾶν, ἐκφέροντα ἀμφιβολίας τινὰς περὶ αὐτοῦ τοῦ ἱδρύματος, τί τῷ ἀπαντᾶτε; ὅτι καθ’ ὑμᾶς πᾶς ὅστις ἔχει διαθέσιμον μέγα ἢ μικρὸν κεφάλαιον, εἰς αὐτὸ τὸ ἵδρυμα πρέπει νὰ τὸ καταθέσῃ, διατί; διότι ἔχει ἐξησφαλισμένον τὸ 7% διὰ τῆς ἐπιχορηγήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἐξησφαλισμένον τὸ 7%, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τῆς καταθέσεως καὶ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεως τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου. Ὑμεῖς πρὸ δύο γραμμῶν ἠμφισβητεῖτε τὴν σπουδαιότητα τῆς καταβολῆς τῶν ἑτέρων 10 ἑκατομμυρίων, καὶ μετὰ δύο γραμμὰς ὁ ἴδιος ὡμολογεῖτε, ὅτι εἶναι ἀσφαλὴς αὕτη, διότι ὑμεῖς ὁ ἴδιος ἐλέγετε, ὅτι τὸ κεφάλαιον θ’ ἀπολαύσῃ τὸ 7%, καὶ συνεβουλεύετε πάντα Ἕλληνα ὑπὸ ἔποψιν χρηματιστικὴν νὰ λάβῃ μέρος. Ποίαν λοιπὸν σπουδαιότητα νὰ δώσω ἐγὼ εἰς ἐκεῖνον τὸν ἰσχυρισμόν; μήπως τρώγομεν ἄχυρα; κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον· δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἀπὸ τὰ 2 ἕως τὰ 4; μήπως μόνοι ὑμεῖς κρατεῖτε ἀπὸ τῆς κόμης τὴν λογικήν; μήπως οἱ ἄλλοι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν εἰς ἐνέργειαν τὰς δυνάμεις τὰς πνευματικὰς, μὲ τὰς ὁποίας ἐπροίκισεν ἡμᾶς ἡ φύσις καὶ ἡ μελέτη τῶν πραγμάτων; Ἔν τινι ὁμιλίᾳ μου προηγουμένῃ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἶπον, ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῆς μικρᾶς ἐπιχορηγίας, ἣν θὰ δώσῃ ἡ Πολιτεία, ὁ δὲ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ράλλης μὲ ἠρώτησε λέγων, τίς ἀμφισβητεῖ τοῦτο; μοὶ ἀπηύθυνε τὴν μομφὴν, ὅτι συζητῶ περὶ πράγματος, εἰς ὃ συναινεῖ καὶ ἐκεῖνος, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται ἀληθῶς περὶ γλισχροτάτης ἐπιχορηγήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Ράλλης, μεμφόμενος ἐμὲ ἐπὶ τούτῳ, διότι ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θέλων νὰ τρομάξῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν ἐπὶ τῷ χορηγήματι, ὑπελόγισεν ὅτι εἰς 42 ἑκατομμύρια θὰ φθάσῃ ἡ ἐπιχορήγησις τοῦ Δημοσίου, καὶ περὶ 42 λοιπὸν ἑκατομμυρίων πρόκειται νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλή. Ἰδοὺ, κύριε Ράλλη, ποῖος ἠμφισβήτησε τὸ γλίσχρον αὐτῆς τῆς ἐπιχορηγήσεως. Κατὰ τὸν κ. Δηλιγιάννην αὐτὸ εἶναι πλέον ἢ ὑπέρβασις τῶν δυνάμεων τοῦ Δημοσίου, διότι θὰ χορηγήσῃ 42 ἑκατομμύρια, χωρὶς νὰ ὑπολογίσῃ ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι θὰ τὰ χορηγήσῃ μὲν, ἀλλ’ ἐπὶ 50 ἔτη, ἐν τῷ διαστήματι δὲ αὐτῷ τὸ ἵδρυμα τοῦτο ποίας τινὰς ὑπηρεσίας θὰ παράσχῃ εἰς τὴν Πολιτείαν; ποῖα ἀνταλλάγματα θὰ παράσχῃ τῇ κοινωνίᾳ; τὸ ὑπελογίσατε ποτέ; ποίαν δύναμιν θὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν σημαίαν ἡμῶν, τὴν κυματιζομένην κατὰ τὰς θαλάσσας τῆς Μεσογείου καὶ τοῦ Εὐξείνου; ποῖον χρῆμα θὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν κοινωνίαν; ὑπελογίσατε, ἐὰν τὸ ἀντάλλαγμα ἦναι κατώτερον ἢ ἀνώτερον τῶν 42 ἑκατομμυρίων; Αὐτὸς εἶναι ὁ δεύτερος ἰσχυρισμὸς, ὅστις πρέπει νὰ κάμῃ τὴν Βουλὴν νὰ τρομάξῃ, ὡς νὰ μὴ σπαταλῶνται κατ’ ἔτος πολὺ περισσότερα, ὡς νὰ μὴ χορηγῶνται αἱ 650,000 καὶ νῦν ἀκόμη εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἑταιρίαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ δεύτερος ἰσχυρισμὸς, ὃν μετὰ δυνάμεως καὶ τέχνης λόγου μεθ’ ὑποκρίσεως ἀνωτέρας μὲν παντὸς ἐπαίνου, ἀλλ’ ἀξίας καλλιτέρας ὑποθέσεως ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλ’ εἰς τοὺς θέλοντας νὰ λεπτολογήσωσιν ἐπὶ τῶν ἰσχυρισμῶν αὐτῶν, οὗτοι εἶναι κατώτεροι πάσης ἐρεύνης καὶ πάσης ἀντικρούσεως. Καὶ ἄλλον προεβάλατε ἰσχυρισμὸν, θέλοντες ἡ ἑταιρία νὰ σᾶς παρέσχῃ καὶ πλοῖα κατάλληλα καὶ ἀντέχοντα ἐν πολέμῳ καὶ ταχύτητος ἄνω τῶν 15 μιλίων. Ἀλλὰ δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι τοιοῦτόν τι θὰ ἐσήμαινε ναυάγιον ἐξ ὑπαρχῆς τοῦ ἱδρύματος; Δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τοιούτων ὅρων θὰ ἦτο χύσις χρυσοῦ εἰς τὴν θάλασσαν; Αὐτοὶ εἶναι οἱ τρεῖς ἰσχυρισμοὶ ὑμῶν· ἂν εἴχετε ἄλλο τι, θὰ τὸ ἐλέγετε· διότι, καίτοι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οὐχ ἧττον ἐκφέρονται πρὸ αὐτῆς, οὐκ οἶδα πῶς, πᾶσαι αἱ ἰδέαι ὑπὲρ καὶ κατὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου συνέβη, προελθούσης τῆς συζητήσεως ἐκ προτάσεως περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Αὐτοὺς τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἀντιτάσσετε, κύριε ἀρχηγὲ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐνδιαφέρεσθε ὑπὲρ τοῦ νομοῦ· δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν ὑπάρχει, ὡς λέγετε, αἴσθημα μικρᾶς τινος συμπαθείας πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ὑπὸ τίνος δαίμονος παρασυρόμενος, ἀρνεῖσθε τὸ ἀγαθὸν, καὶ προτιμᾶτε νὰ πάθῃ ὁ νόμος ἐκεῖνος, προτιμᾶτε νὰ πάθῃ τὸ Κράτος ἐκ πείσματος πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Τὰ πάντα παρακωλύετε, δὲν εἴχετε τὴν δύναμιν νὰ κατορθώσητε τὸν σκοπόν σας, διότι ἀντετάσσετο καθ’ ὑμῶν σοβαρὰ πλειοψηφία, ἴσως δὲ καὶ εἰς τοὺς κόλπους ὑμῶν εἴχετε τοὺς ἀντιλέγοντας, καὶ δὲν ἠδυνήθητε νὰ ἐμποδίσητε τὸ ἀγαθόν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ναυαγήσωσιν αἱ προσπάθειαι ὑμῶν. Ἐγὼ ἠθέλησα μόνον διὰ τῶν ὀλίγων, ἅτινα εἶπον, νὰ καταδείξω τὴν διάνοιαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§48ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ νὰ μὲ διαφωτίσῃ, διότι ἤθελον νὰ ἐννοήσω περὶ τίνος πρόκειται, διότι δὲν εἶχον κατορθώσει νὰ ἐννοήσω· ἐπέστησα δὲ τὴν προσοχήν μου, διὰ νὰ σχηματίσω γνώμην, καὶ ὑπέθεσα κατ’ ἀρχὰς, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ὅτι συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον· ἠρώτησα καὶ ἄλλους, καὶ μοὶ εἶπον ὅτι συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας. Ἡ συζήτησις αὕτη ἔχει τι τῷ ὄντι τὸ ψυχολογικόν· γίνεται συζήτησις περὶ τῶν προθέσεων, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις· γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐπιτρέψῃ ἢ ἂν δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ προβῶμεν ταχέως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις αὕτη μοὶ ἀνέμνησε τὴν κωμῳδίαν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν εἷς, θέλων νὰ συστήσῃ εἰς ἄλλον συντομίαν, ἠγόρευσε διὰ μακρῶν περὶ συντομίας· διότι εἶναι παράδοξον ὁμολογουμένως νὰ γίνεται ἐπὶ τόσην ὥραν συζήτησις, ὄχι ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μόνον ἐὰν θὰ ἐπισπευθῇ ἢ ὄχι ἡ συζήτησις. Ἡ συζήτησις αὕτη ἦτο συζήτησις περὶ διδασκαλίας καθηκόντων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἐπρόκειτο φαίνεται περὶ ψυχικῆς αὐτῆς σωτηρίας· διότι ἄλλον χαρακτηρισμὸν δὲν δύναμαι νὰ δώσω. Προυκαλεῖτο εἰς ἓν εἶδος ἐξομολογήσεως, καὶ διὰ τοῦτο, νομίζω, λίαν δικαίως ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπεπειράθη νὰ φέρῃ τοὺς ἀξιοτίμους ἀγορεύσαντας εἰς τὴν ἐπίγνωσιν, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην τοὐλάχιστον περίπτωσιν δὲν κρατοῦσιν ἀπὸ τῆς κόμης τὴν λογικὴν, διότι περιστρέφουσι τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προθέσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ζητοῦσιν ἐξηγήσεις ὡς πρὸς τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ὑπεράνθρωπον δύναμιν, ὅπως μαντεύῃ ποῖος δύναται νὰ ἔχῃ τὸν λόγον ἐπὶ διαφόρων ἐπερωτήσεων, ποίας ἰδέας θὰ ἔχῃ ὁ εἷς καὶ ποίας ὁ ἄλλος, καὶ ἐπὶ πόσην ὥραν ἕκαστος θὰ ἀγορεύῃ. Περὶ τοιούτων ἐρευνῶν διεξήχθη ἡ μακρὰ αὕτη συζήτησις. Ἂν ἡμεῖς ἀπησχολοῦμεν τὴν Βουλὴν εἰς τοιούτου εἴδους συζήτησιν, θὰ ἐμέμφοντο ἡμῶν ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ. Καὶ διατὶ ταῦτα πάντα; Διότι θέλετε νὰ ἐκμεταλλευθῆτε τὴν ἰδέαν τοῦ νομοσχεδίου τὴν γενικὴν, τὸν τίτλον οὕτως εἰπεῖν αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ τὴν οὐσίαν. Ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι περὶ ἀναπτύξεως τῆς ἀτμοπλοΐας. Βεβαίως τοῦτο εἶναι ἀγαθόν. Καὶ ἐπειδὴ ἓν κυβερνητικὸν νομοσχέδιον φέρει τοιαύτην ἐπιγραφὴν, ἄρα ἡ Κυβέρνησις μεριμνᾷ περὶ ἀναπτύξεως τῆς ἀτμοπλοΐας. Ἐν γένει σεῖς θέλετε εἰς τὰ νομοσχέδια νὰ ἐπωφελῆσθε ἐκ τῆς ἐπιγραφῆς. Ἐπειδὴ εἶναι καλὸν νὰ ἔχωμεν ἐν Ἀθήναις ὕδατα, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν οὐδεμίαν ἄλλην σκέψιν· εἶναι καλοὶ οἱ σιδηρόδρομοι, πρέπει πᾶν σχετικὸν νομοσχέδιον νὰ ψηφίσωμεν· ἀλλὰ παραβλάπτονται οὐσιωδῶς καὶ ἐν πράγματι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; ἀδιάφορον! Καὶ ταῦτα πάντα κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Συνόδου! Ὠχυρώθησαν ὄπισθεν τῶν ἐπιγραφῶν. Ὅλαι ἐπαγγέλλονται κἄποιον ἔργον ἀγαθὸν, καὶ ἔχομεν ὁλόκληρον κόσμον ἀγαθῶν, δημιουργηθέντα κατὰ τὰς τελευταίας τῆς Περιόδου ἡμέρας, καὶ παρεστάθη ὥς τι κατεπεῖγον ἡ ἐπιχείρησις ὅλων αὐτῶν! Ἐθεωρήθη ἴσως, ὅτι τὸ Κράτος δὲν δύναται πλέον μετὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ ὑπάρξῃ, δὲν θὰ ἔχῃ ἄνδρας νὰ σκεφθῶσι περὶ τῶν συμφερόντων του· καὶ ἐπειδὴ εὑρέθησαν μερικοὶ εὐεργέται τοῦ Κράτους καὶ ἀπεφάσισαν νὰ θυσιάσωσιν ἑαυτοὺς, ἀναδεχόμενοι σήμερον ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπιχειρήσεις, ἠθέλησαν νὰ προλάβωσιν οἱ προνοητικοὶ κυβερνῆται, μὴ τυχὸν ἐκλείψωσιν ἢ μετανοήσωσιν οἱ εὐεργετικοὶ ἐπιχειρηματίαι.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διέστρεψε τὴν γνώμην μου ὁ κ. Μπογιατζόγλους καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτόν. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν ζηλεύω τὸν κ. Μπογιατζόγλουν διὰ τὴν ἀγόρευσίν του, μᾶλλον τὸν λυποῦμαι· τὸν λυποῦμαι δὲ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸν ἀγαπῶ καὶ τὸν ὑπολήπτομαι. Δὲν ἐπίστευον ὅτι ἤθελε παίξει τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔπαιξεν· ἠθέλησε νὰ ἀποκτήσῃ πολιτικὸν κέρδος, ἠθέλησε νὰ δημοκοπήσῃ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐκλέξῃ ἄλλο μέρος· μετεχειρίσθη δὲ τρόπον ἀνάρμοστον, ἐσχημάτισεν ἰδέας καὶ πύργους, καὶ ἐζήτησεν ἐπ’ αὐτῶν νὰ ὀχυρωθῇ. Εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἀντιπροσωπεύω τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁλοκλήρου, ἐνῷ ἠκούσατε πάντες, ὅτι εἶπον, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀντιπροσωπεύω τὴν ἐμὴν γνώμην καὶ τὰς ἰδίας πεποιθήσεις. Εὐτυχῶς εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος πάντες οἱ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλ’ εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ διαστρέφῃ τὴν γνώμην μου καὶ πρὸ πάντων εἰς Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν ἔχει μετ’ ἐμοῦ σχέσιν, οὐδὲ συνάφειαν. Ἀλλ’ ἦτο σοβαρὸς ὁ κ. Μπογιατζόγλους, κατηγορῶν ὑμᾶς, ὅτι παρακωλύομεν τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων; Ὅταν οὕτω διασκευάζωνται τὰ νομοσχέδια, ὥστε ἀφοῦ γείνωσι νόμοι τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον ἀνατρέπονται ἄρδην καὶ καθίστανται ἀγνώριστοι, πῶς θέλετε νὰ συνδράμωμεν ὑμᾶς εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτων νόμων; πῶς θέλετε νὰ σᾶς βοηθήσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτων νομοσχεδίων, ὅταν μᾶς ἀπαγορεύητε, ὡς ἐκ τῆς ταχύτητος τῆς συζητήσεως, νὰ μελετήσωμεν ἐπισταμένως τὰ νομοσχέδια; Ἀλλ’ ἦτο ζήτημα νὰ τεθῇ ἐνώπιον ἡμῶν ἡ ἐρώτησις, ποίαν γνώμην ἔχομεν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων; ὁ κ. Μπογιατζόγλους εἶναι ἄνθρωπος ἐπιστήμων καὶ γνωρίζει νὰ συμπεριφέρηται καὶ νὰ πολιτεύηται, γνωρίζει δὲ πῶς διεξάγονται εἰς ὅλα τὰ Κράτη αἱ κοινοβουλευτικαὶ συζητήσεις. Ἀλλὰ ποῦ ἠκούσθη, εἰς ποῖον Κράτος, νὰ προκαλῇ ἡ Κυβέρνησις τοιαῦτα τηλεγραφήματα, νὰ ὑποδαυλίζῃ τοιαῦτα συμφέροντα καὶ οὕτω νὰ ἐκβιάζῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; διατὶ δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς πείσῃ περὶ τοῦ δικαίου τῶν νομοσχεδίων της, ἀλλὰ προκαλεῖ ἔξωθεν ἐπικουρίας; Διατὶ δὲν μᾶς δίδει τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως, ἀλλὰ μᾶς ἐκβιάζει; Κύριε Βουλευτὰ τῆς Σύρου, γνωρίζετε, διότι εἶσθε καταγωγῆς γαλλικῆς, πῶς γίνονται ἐν Γαλλίᾳ αἱ κοινοβουλευτικαὶ συζητήσεις;
§50ΤΟΜΑΝ. Ἐκεῖ συζητοῦσιν, ἐκεῖ συνέρχονται πάντα τὰ μέλη, ἀναγνωρίζοντα ὅτι ἐξελέχθησαν ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὅτι ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ σώματος· ἐκεῖ πάντα τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαφίνωσι τὴν εὐθύνην εἰς 80 ἀνθρώπους, ἐκεῖ δὲν κρύπτονται ὄπισθεν τῶν παρασκηνίων, ἀναμένοντες νὰ ἀποτελέσῃ ἡ ἄλλη μερὶς τὴν ἀπαρτίαν, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ἐκεῖ γίνεται συζήτησις, καὶ δὲν παρακωλύεται ἡ συζήτησις διὰ τῶν ἐνστάσεων περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ δι’ ἄλλων παρεμπιπτόντων ζητημάτων πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡμεῖς ἀνομολογοῦμεν, ὅτι πᾶν νομοσχέδιον χρήζει καὶ ἐρεύνης καὶ μελέτης, ὅτι ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἢ μετὰ λύπης νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι τοῦ δικαιώματος τούτου ἐγένετο κατάχρησις, ἐγένετο κατάχρησις τοῦ Κανονισμοῦ. Μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὸ θάῤῥος· ὁ πόνος, ὁ ὁποῖος κατακλύζει τὸ στῆθός μου, μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω ταῦτα. Ἀφίνετε 80 ἀνθρώπους ἐνταῦθα, ἐν μέσῳ τοσούτου καύσωνος, καταγινομένους πρὸ δύο μηνῶν, ἀναμένοντας νὰ συγκροτῶσι μόνοι τὴν ἀπαρτίαν, ἐὰν δέ τις ἡμῶν ἀσθενήσῃ, σεῖς ἀμέσως κρύπτεσθε καὶ περιμένετε νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἀπαρτία, ὡς ἐὰν τὸ ἔθνος ἀπέστειλε μόνον ἡμᾶς πρὸς συγκρότησιν τῆς Βουλῆς. Μᾶς ἐγκαταλείψατε πάντες, καὶ ἀπόψε μόνον βλέπω, μετὰ 30 ἡμέρας, ἔντιμον συνάδελφον, ἐλθόντα διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀπαρτίαν.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι σπουδαίως—καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου,—διότι προηγουμένως ὅτε ἠγόρευον, ὁ κ. Τόμαν ἦτο εἰς τὸ καπνιστήριον· διότι, ἐὰν ἦσθε ἐξ ἀρχῆς ἐδῶ, κύριε συνάδελφε, ἠθέλατε ἀκούσει διατὶ σᾶς κατηγορῶ. Σᾶς κατηγορῶ διότι μετεβάλατε τὸ Κοινοβούλιον εἰς συνάντησιν ἀνθρώπων μὴ ἐχόντων φωνὴν, οὔτε ὦτα, ἀφοῦ τὰ νομοσχέδια δὲν παραπέμπονται εἰς τὰς ἐπιτροπὰς οὔτε ὑφίστανται ἐξέλεγξιν, οὔτε συντάσσονται ἐκθέσεις, διὰ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ συζητῶνται καθὼς πρέπει. Ἐρωτῶ, ποῖον νομοσχέδιον ὑπεβάλατε εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς; καὶ ποία ἀνάπτυξις καὶ συζήτησις ἐγένετο σπουδαία; πότε ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἔδωσεν ὅλα τὰ μέσα, διὰ νὰ φωτισθῶμεν; Σεῖς λοιπὸν εἶσθε οἱ ἐργάται τῆς τοιαύτης καταστάσεως τοῦ Κοινοβουλίου! Καὶ ἀπευθύνω τὴν κατηγορίαν πρὸς ὑμᾶς. Καὶ εἶναι δυνατὸν, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νὰ ἐκπληρώσῃ τις τὸ καθῆκόν του εὐόρκως καὶ εἰλικρινῶς; Ἕν νομοσχέδιον ὑπεβάλατε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ εὗρεν ἐντελῶς μωρόν· ἀλλ’ ἀμέσως ὁ Πρωθυπουργὸς τὸ ἥρπασεν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐζήτησεν ἐπιμόνως τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ὑπέβαλον ἰδίας γνώμας, τροποποιούσας τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο λογικώτατα, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ δεχθῆτε, ἀλλὰ δὲν θέλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας· καὶ ὅμως σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, κατὰ τὴν προσεχῆ Περίοδον ὁ ἴδιος Πρωθυπουργὸς θὰ ὑποβάλῃ νέον νομοσχέδιον, ἔχον ὡς βάσιν τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης.
§52ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἦναι Πρωθυπουργὸς τότε.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι καὶ εἰς τὴν ζωήν. Τί ζητῶ ἐγὼ, Κύριοι; ζητῶ τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας νομοσχεδίου. Ζητῶ τοῦτο ἄνευ λόγου; Ὄχι· διότι προσφέρονται ἑταιρίαι μὲ καλλιτέρους ὅρους, καὶ διὰ νὰ μᾶς δοθῇ χρονικὸν διάστημα νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σοβαρόν. Ἀφοῦ ἐδώσαμεν τὸν νόμον περὶ ὑποθήκης πλοίων, ἐξυπηρετοῦνται αἱ ἀνάγκαι τῆς χώρας τοὐλάχιστον ἐπὶ ἓξ μῆνας. Διατὶ, Κύριοι, νὰ ὑποχρεώσωμεν ἐπὶ μίαν πεντηκονταετίαν τὸ Κράτος τόσον ἀμελετήτως καὶ ἐν σπουδῇ; Καὶ διὰ τὴν αἴτησίν μου ταύτην καταγγέλλομαι ὅτι κωλυσιεργῶ, ὅτι βλάπτω τὰ συμφέροντα τῆς Ἑρμουπόλεως! Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠξεύρετε διατὶ ἐπιμένει; διὰ νὰ κερδήσῃ τοὺς 12 Βουλευτὰς Κυκλάδων καὶ κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται, καὶ διὰ τοῦτο καταγγέλλουσιν ἡμᾶς ἐνώπιον τῶν συμπολιτῶν μας τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, ὅτι παρακωλύομεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Ταῦτα πάντα πράττει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ κερδήσῃ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, διότι ἄλλως θὰ λάβῃ τὴν εἰς Ἀγγλίαν ἄγουσαν. Ἐνόμισεν ὅτι εἶναι εἰς τὸ 1881, ὅτε κατώρθωσε διὰ τῶν χρηματιστῶν νὰ συναρπάσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ καταλάβῃ τὴν ἐξουσίαν. Καὶ τότε κατήργησε τὴν δεκάτην, διὰ νὰ φέρῃ Βουλευτὰς, ἀδιαφορῶν ἂν διὰ τῆς καταργήσεως ταύτης ἔμελλε νὰ βλάψῃ τὴν Πολιτείαν καὶ νὰ καταντήσῃ τὸ Κράτος διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέας φορολογίας ἐκεῖ, ὅπου τὸ κατήντησε. Τὸ ἴδιον κάμνει καὶ τώρα, καὶ ἐνῷ μετέβαλε τὴν Βουλὴν εἰς αἴθουσαν, ἐν ᾗ εὑρίσκονται ἀγάλματα νεύοντα διὰ μηχανισμοῦ, μὴ ἔχοντα νοῦν καὶ φωνὴν, κατηγορούμεθα ὑπὸ τοῦ κ. Τόμαν, ὅτι παρακωλύομεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς! Εἴθε νὰ παρεκωλύομεν ἀπ’ ἀρχῆς τὴν πορείαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ· δὲν θὰ ἤμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον. Ἴσως σκέπτεται ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ διορθώσῃ τὰ κακὰ τὰ ἐπελθόντα, καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ κρατήσῃ τὰ συντρίμματα. Μέγα εὐεργέτημα θὰ κάμῃ εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἦναι ἀργά.
§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω, ὀψέποτε ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν σειράν του ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἰς συζήτησιν. Τότε ἔχω πολλὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων ἐκ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν ἀπορίας περὶ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς ἐν γένει πορείας αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐλησμόνησαν, ὅτι μᾶς ἔδωκαν σήμερον ἔτι τὸ δικαίωμα νὰ ἀπορῶμεν ἡμεῖς ἐπὶ τῇ τακτικῇ, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι ἠκολούθησαν, καὶ νὰ ἀπορῶμεν, πῶς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον ἔσπευσαν νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ χύσωσι δάκρυα κροκοδείλια ἐπὶ τῇ δῆθεν ἀπελπιστικῇ καταστάσει τῆς Σύρου. Ἐλησμόνησαν ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι πόλιν μεγίστην, ἐν ζωῇ καὶ δράσει καὶ ἐμπορικῇ κινήσει, ἐνόμισαν δὲ, ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι πόλιν ἐκπνέουσαν, ἔχουσαν ἀνάγκην τεμαχίου ἄρτου, ἵνα ζήσῃ! Οὕτως ὡμίλησαν περὶ τῆς Σύρου, ἥτις ἔκαμεν αὐτοῖς τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηνται ἐνταῦθα. Παραλείπω δὲ, πῶς ἐπραγματεύθησαν τὸ ζήτημα τῆς Παλαιᾶς Ἑταιρίας, τὴν ὁποίαν ὠνόμασαν ψυχοῤῥαγοῦσαν κλπ. Ἐπιφυλάσσομαι λοιπὸν νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§55ΚΟΡΠΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου. Μόλις ἀφιχθεὶς, ἔμαθον ὅτι συνάδελφος ἀγορεύων ὑπηνίχθη ὅτι σκοπίμως ἀνεχώρησα ἐντεῦθεν. Δηλῶ, Κύριοι, ὅτι λόγοι οἰκογενειακοὶ μὲ ἠνάγκασαν νὰ μεταβῶ εἰς Κύθνον, ὅτι οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχε τὸ ταξείδιόν μου τοῦτο ἢ λόγους οἰκογενειακούς. Δὲν εἶχον δὲ ἀνάγκην νὰ κρυβῶ, καθόσον, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀνεχώρησα, τὰ περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας δὲν εἶχον οὔτε δυσχέρειαν, οὔτε εἶχον φανῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον οἱ Βουλευταὶ νὰ ὁμιλῶμεν ἐπὶ τοῦ θέματος, χωρὶς νὰ παρεκτρεπώμεθα καὶ ὑπαινισσώμεθα ἄλλους λόγους πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Ἐπιφυλάσσομαι λοιπὸν νὰ ἐκφέρω τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναστελλομένης εἰσπράξεως φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ 1890 ἐν τῷ νομῷ Λαρίσσης.
§57ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ὡς εἶναι διεσκευασμένον τὸ νομοσχέδιον καὶ ὅπως κατὰ μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἀνεπτύχθη, πρόκειται περὶ δυστυχήματος προελθόντος ἐκ θεομηνίας. Κατεστράφη ἡ ἐσοδεία ὁλόκληρος, οἱ δὲ γεωργοὶ τῆς Θεσσαλίας οὔτε τὸν σπόρον δὲν εἰσεκόμισαν. Προκειμένου περὶ θεομηνίας, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τῆς νομοθεσίας νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀναστέλλει μόνον τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου, ἐνῷ κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς περὶ θεομηνίας, ὅλαι αἱ σχέσεις καὶ αἱ συναλλαγαὶ διαλύονται, ὅλαι αἱ ὑποχρεώσεις καταργοῦνται. Θὰ ἦτο δὲ ἀτοπώτατον νὰ εἴπωμεν, ὅτι πραγματικῶς δὲν ὑπάρχει παραγωγὴ, ἀλλ’ ἡμεῖς θὰ λάβωμεν τὸ μερίδιον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνήκει ἀπὸ αὐτὴν τὴν παραγωγὴν, καὶ ἐπιφυλαττόμεθα νὰ τὸ λάβωμεν βραδύτερον. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλαχθῶσιν ἐντελῶς καὶ ὁριστικῶς τοῦ φόρου τούτου τοῦ ἔτους οἱ ὑποστάντες τὴν ἐν λόγῳ θεομηνίαν.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤδη δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πλέον ἢ ὅτι ἀναστέλλεται ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου, ἀφοῦ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς καὶ ἀποφανθῇ, τότε θὰ μορφώσωμεν γνώμην περὶ τοῦ τελικῶς πρακτέου, τούτου δ’ ἕνεκα ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ λέγομεν, ὅτι δι’ ἄλλου νόμου θέλουσι κανονισθῆ τὰ τῆς ὁριστικῆς διαῤῥυθμίσεως.
§59ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ βʹ ἐδάφιον (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῶν ἐνιαυσίων νόμων περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐγγείων φόρων ὁρισθήσεται τὸ ποσοστὸν τοῦ κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον φόρου, τὸ πληρωτέον ἀτόκως μετὰ τοῦ αὐτοῦ φόρου τῶν ἑπομένων ἐτῶν.»
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τουτέστιν ἄνευ νόμου δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀπαίτησις. Ἂν μὴ ψηφισθῇ νόμος, ὁρίζων ποσοστὸν καταβλητέον, οὐδὲν θὰ πληρωθῇ.
§61ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἔννοιά σας δὲν εἶναι αὐτή.
§62Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1 προβλέπει περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν Λαρίσσης καὶ Βόλου θέλουσιν ἐκπληρώσει τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος των ἐκ πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἥτις πληρωμὴ ἀναστέλλεται διὰ τοῦ νόμου τούτου. Οἱ δὲ κάτοικοι Λαρίσσης καὶ Βόλου μοὶ ἐπέστειλαν τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκω. Οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Βόλου ἀναφέρουσιν (ἀναγινώσκει): «Ἀνάγκη ἀπόλυτος χαρισθῆναι φόρος ἀροτριώντων κτηνῶν ἐ. ἔ., ἀποσταλῇ δὲ σῖτος πρὸς σπορὰν ἐπὶ ἀποδόσει. Ἐξέτασις Κυβερνήσεως περὶ καταστραφέντων χωρίων ματαία ἀπώλεια χρόνου, καθόσον πασίγνωστον, ὅτι περὶ τὰ 125 χωρία δὲν θὰ θερίσωσιν οὔτε σπόρον οὔτε ἄχυρον. Γεωργικὸν νομοσχέδιον Κυβερνήσεως περὶ δανείου τοῖς γεωργοῖς τῆς Θεσσαλίας ἐπὶ ἐγγυήσει τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀγορὰν τσιφλικίων δυσεκτέλεστον διὰ τὸ μέλλον, ἐντελῶς δὲ ἀνωφελὲς διὰ παροῦσαν κρίσιμον κατάστασιν γεωργίας, χρῃζούσης συντόνου καὶ συγκεκριμένης συνδρομῆς, ὅπως μὴ τέλεον καταστραφῇ». Οἱ δὲ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Λαρίσσης τηλεγραφοῦσι ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἐκζητήσατε παρακαλοῦμεν ἀπαλλαγὴν φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ παροχὴν σπόρου σίτου καὶ κριθῆς. Αὐτὸ καὶ μόνον δύναται σήμερον σῶσαι Θεσσαλίαν, καὶ περὶ τούτου ἐπιμείνατε, ὅπως εἰσαχθῇ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὑποβάλλοντες ἐν ἀνάγκῃ ὑμεῖς τοιοῦτον. Ὁ περὶ δανείων τῶν γεωργῶν ἐπὶ ἐγγυήσει τῆς Κυβερνήσεως νόμος, ὅλως ἄσχετος πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας, καὶ ἀπραγματοποίητος τυγχάνει καὶ ἀλυσιτελὴς κατὰ τὸ πλεῖστον». Συνεπείᾳ τῶν τηλεγραφημάτων τούτων συνέταξα τροπολογίαν, ἣν ὑποβάλλω. Αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον μόνον. Ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δημοσίου καὶ δημοτικοῦ φόρου τοῦ ἔτους 1890 οἱ κάτοικοι τῶν τοῦ νομοῦ Λαρίσσης χωρίων, τοὺς ὁποίους ἤθελεν ὁρίσει μέχρι τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένου χρόνου πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου, ὡς ὑποστάντας καταστροφὴν τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας τῶν πρωΐμων δημητριακῶν καρπῶν ἐπιτροπή, ἀπαρτιζομένη ἐκ τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετῶν, τῶν Προέδρων τῶν ἐν Λαρίσσῃ καὶ Βόλῳ Πρωτοδικῶν, τοῦ Διοικητοῦ τῆς Προνομιούχου Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας καὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφόρων Λαρίσσης καὶ Βόλου. Ἡ ἐπιτροπὴ συνέρχεται ἐν Λαρίσσῃ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν, ὀφείλοντος ν’ ἀνακοινώσῃ τὰ πεπραγμένα δι’ ἐκθέσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. «Εἰς ἕκαστον τῶν κατοίκων τούτων, ὧν ἡ ἐφετεινὴ συγκομιδὴ κατεστράφη, θέλει χορηγηθῆ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ποσὸν σίτου ἢ κριθῆς τοσοῦτον, ὅσον ὑπῆρξε τὸ παρ’ ἑκάστου αὐτῶν διατεθὲν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἰς σπορὰν, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς γεωργικὰς ἐργασίας των.» Δὲν εἶναι δὲ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν τὸ Κράτος τοιαύτην ἀναλαμβάνει μέριμναν περὶ ἀτυχησάντων γεωργῶν. Ἐνθυμοῦμαι καὶ δύναμαι μάλιστα νὰ μνημονεύσω νόμου, ἐκδοθέντος κατὰ τὸ 1855, ὅτε ἐπὶ παρομοίας θεομηνίας, ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπέτρεψεν ἵνα χορηγηθῇ σπόρος, διὰ νὰ ἐξακολουθήσουν οἱ δυστυχήσαντες ἐκ θεομηνίας τὰς γεωργικὰς ἐργασίας. Ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνοι δὲν ὑπεβάλλοντο εἰς πληρωμὴν φόρου, διότι τότε ὁ φόρος ἐβεβαιοῦτο καὶ εἰσεπράττετο ἐπὶ τοῦ παραχθέντος ποσοῦ, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἀπαλλαχθῶσι τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν παραχθέντων καρπῶν, διότι καρποὶ δὲν εἶχον παραχθῆ. Νῦν ὅμως, ὅτε δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει, ἂν παρήγαγον ἢ ὄχι οἱ γεωργοί, ὅτε εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσουν φόρον, καὶ ἂν δὲν παρήγαγον, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι σκληρότατον ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ στέργῃ νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Ὅτι δὲ ἀπαιτεῖται νομοσχέδιον, ὡς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργός, πρὸς ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου, βεβαίως οὐδεὶς ἀντιλέγει. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι τοιαύτην ἔννοιαν ἔχει ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀναγινώσκω τὴν δευτέραν ταύτην παράγραφον, διὰ νὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν προὐτάθη εἰς αὐτὴν ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ φόρου, οὔτε περιέχει διατάξεις προπαρασκευαστικὰς τοιούτου τινὸς μέτρου (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῶν ἐνιαυσίων νόμων περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐγγείων φόρων ὁρισθήσεται τὸ ποσοστὸν τοῦ κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον φόρου, τὸ πληρωτέον ἀτόκως μετὰ τοῦ αὐτοῦ φόρου τῶν ἑπομένων ἐτῶν.» Ὥστε τὸ δεύτερον ἐδάφιον δὲν δίδει οὐδὲ ὑπόσχεσιν, οὐδὲ ἐπαγγελίαν περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν γεωργῶν ἀπὸ τοῦ φόρου, ἐξ ἐναντίας κανονίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλουσιν οὗτοι ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τοῦ 1890 ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἤτοι κατὰ δόσεις.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον βεβαίως οὐδεμίαν ποιεῖται μνείαν περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ φόρου, διότι τὸ νομοσχέδιον περιορίζεται πρὸς τὸ παρὸν εἰς μόνην τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως. Σήμερον ἐπιτρέπομεν μόνον ἀναστολὴν, ἐπιφυλαττομένου τοῦ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ βραδύτερον. Ἵνα ἔχωμεν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν βραδύτερον, ἔπρεπεν ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ νὰ ἐκφρασθῶμεν ὡς ἐξεφράσθημεν. Κατὰ τὴν ἔκφρασιν ὅμως τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου τοῦ ἔτους τούτου ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει, ἂν διὰ νέου νόμου μὴ ἐπιτραπῇ ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ. Ὁ νέος ἐκεῖνος νόμος, ὅστις θέλει κανονίσει τοῦτο καὶ ὅστις, κατὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον, εἶναι ὁ ἐτήσιος περὶ φορολογίας νόμος, ὁ νέος ἐκεῖνος νόμος θέλει ἀπαλλάξει αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ φόρου, ἂν ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς ἤδη διατασσομένης ἐξετάσεως, ὅτι εἶναι οὗτοι ἀπαλλακτέοι, δὲν θέλει δὲ ἀπαλλάξει αὐτοὺς, ἀλλὰ θέλει κανονίσει τὰ τῆς ἀπαιτήσεως ποσοστοῦ μικροτέρου ἢ μεγαλειτέρου, ἂν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐρεύνης ἀποδείξῃ, ὅτι οὕτω πρέπει νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ θέματος. Ἂν ἄλλως προβῶμεν, λύομεν ἀπὸ τοῦδε τὸ ζήτημα, περὶ οὗ δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι, ἵνα ἀποφανθῶμεν. Ψηφίζοντες δὲ τὴν παροχὴν τοῦ σπόρου, θὰ ἐξεθέτομεν τὸ Δημόσιον εἰς ὑποχρέωσιν ἑκατομμυρίων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ παροχῆς σπόρου, γενομένης κατὰ τὸ 1855, ὅτε τὸ Δημόσιον εἶχεν ἀποθήκην σιτηρῶν, καὶ ὅτε παρεῖξεν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν αὑτοῦ τὸν σῖτον εἰς διαστάσεις πολὺ μικροτέρας τῶν παρουσιαζομένων ἤδη. Βεβαίως καλὸν θὰ ἦτο νὰ παρείχετο ὁ σπόρος, ἀλλὰ πάλιν μετὰ διάκρισιν, ἣν δὲν ποιεῖται ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ὡς ἔχουσι τὰ τῆς Θεσσαλίας, οἱ πλεῖστοι τῶν καλλιεργητῶν λαμβάνουσι τὸν σπόρον παρὰ τῶν δυναμένων νὰ τὸν παράσχωσιν αὐτοῖς, δὲν ἔχουσι δὲ οἱ καλλιεργηταὶ ἀνάγκην δωρεᾶς σπόρου πρὸς αὐτοὺς, ἔχουσιν ἀνάγκην παροχῆς συνδρομῆς πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἵνα ἐκεῖνοι δώσωσι πρὸς αὐτοὺς τὸν σπόρον, καθ’ ἃς ἔχουσι πρὸς τοῦτο ὑποχρεώσεις καὶ συμφωνίας. Ἐν περιστάσεσι τοιαύταις δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ ἔλθωμεν διὰ νόμου ἤδη παρέχοντες ἀδιακρίτως τὸν σπόρον πιθανώτατα οὐχὶ εἰς τὸν καλλιεργητὴν, ἀλλ’ εἰς τὸν εὔπορον ἰδιοκτήτην. Τὸν ἰδιοκτήτην πρέπει νὰ διευκολύνωμεν, ὅπως οὗτος παράσχῃ τὸν σπόρον εἰς τὸν καλλιεργητὴν, παρ’ οὗ θέλει τὸν ἐπαναλάβει βραδύτερον, κατὰ τὰ νενομισμένα ἐν τοιαύτῃ συνεργασίᾳ. Ἀλλὰ κανονισμὸς ἐκ τῶν προτέρων, ὡς ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ, θέλει ἐκθέσει τὸ Δημόσιον εἰς μεγίστην ζημίαν, δὲν θέλει δὲ συμβάλει καὶ εἰς πραγματικὴν ἀρωγὴν τῶν καλλιεργητῶν.
§64ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι ἀπάντησις εἰς συναδέλφους ἐκ Θεσσαλίας, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἀμφισβητήσωσι τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἡμῶν, ὅτι σήμερον οἱ Θεσσαλοὶ καὶ κυρίως οἱ κάτοικοι τοῦ νομοῦ Λαρίσσης ἔχουσιν ἀνάγκην περισσοτέρων πραγμάτων τοῦ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὑποσχομένων αὐτοῖς. Δὲν ἔχει τις ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὰς θεωρίας περὶ θεομηνίας, ἵνα δυνηθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ὡς καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἀρκεῖ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καθῆκον καὶ συμφέρον τοῦ Κράτους εἶναι νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν παραγωγὴν καὶ νὰ ἐνθαῤῥύνῃ αὐτὴν, διὰ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν· ὁπωσδήποτε καὶ ἂν θελήσῃ νὰ τὸ δικαιολογήσῃ ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτὸ, βεβαίως δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ, εἰμὴ κατὰ ἕνα μόνον τρόπον, ὅτι ἀναστέλλει καὶ δὲν ἀναστέλλει τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπιφυλάσσει δὲ εἰς τὸν ἐνιαύσιον νόμον τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ, τοῦ καταβληθησομένου παρὰ τῶν Θεσσαλῶν, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους θέλει ἀνασταλῆ ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου καθ’ ἕκαστον ἑπόμενον ἔτος. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, θεωροῦμεν ὅτι αἱ ἀνάγκαι εἶναι τοιαῦται, ὥστε πρέπει ἀναποφεύκτως νὰ δωρηθῇ παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς φορολογουμένους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν εἰς τὸν ἔσχατον βαθμὸν τῆς πενίας, ἕνεκα ὅλως ἀνεξαρτήτων περιστάσεων, νὰ δωρηθῇ εἰς αὐτοὺς ὁριστικῶς ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἐνομίσαμεν δὲ, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους εἶναι νὰ χορηγήσωμεν τὰ μέσα πρὸς τοὺς χωρικοὺς, ὅπως δυνηθῶσι νὰ σπείρωσιν. Ὑπὸ τοιαύτας ἰδέας συνετάχθη ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶναι εὔκολον νὰ εὕρῃ τις τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ δωρηθῇ ὁριστικῶς ἡ σπορὰ αὕτη, ἀλλὰ νὰ κανονισθῇ ἡ χρῆσις αὐτῆς ὡς χρησιδάνειον. Εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἀναστέλλει, διότι δὲν ὁρίζει προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ προβλεπομένη παρὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, καὶ δὲν ὁρίζει διαδικασίαν, ἐξαρτᾷ δὲ καὶ δὲν ἐξαρτᾷ—διότι τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀβέβαιον —τὸν προσδιορισμὸν ἐκ τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργείου.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς.
§66ΡΑΛΛΗΣ. Τί ἐννοεῖτε διὰ τῆς φράσεως «ὀφείλοντος νὰ ὑποβάλῃ ἐκθέσεις τῶν πεπραγμένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν»; ἐννοεῖτε ὅτι αἱ πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὰς ἀρχὰς τὰς οἰκονομικάς; Ἐγὼ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νομοσχεδίου εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποθέτω, ὅτι ἐξήρτηται ἡ ἀναστολὴ οὐχὶ ἐκ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἤθελε σχηματίσει τὸ Ὑπουργεῖον κατόπιν τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως τῶν πεπραγμένων. Τὰ πεπραγμένα δὲν εἶναι ἡ ἀναστολὴ, εἶναι ὁ προσδιορισμὸς τῶν χωρίων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ δοθῇ ἡ ἀναστολὴ, ἡ δὲ ἀναστολὴ θὰ δοθῇ διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργείου. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν νομίζω τροποποιήσιμον τὸ νομοσχέδιον· ἐν πρώτοις ἀναστολὴν δὲν διορῶ, δὲν ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον προθεσμίαν, καὶ φαίνεται ἐξαρτῶν τὴν ἀναστολὴν ἐκ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργείου.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀναστολὴ εἶναι ἀπόλυτος καὶ ἐκ τοῦ νόμου ἀποῤῥέουσα. Οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ παρεμβῇ εἰς τὰ τῆς ἀναστολῆς, διότι ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι ἀναστέλλεται ἡ εἴσπραξις, δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀναστολὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἐπιτροπὴ θέλει μόνον κανονίζει τὴν περιφέρειαν τῆς ἀναστολῆς, οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει ἄλλος περιορισμὸς εἰς τὰ τῆς ἀναστολῆς, ἣν παρέχει ὁ νόμος. Ἀπόδειξις ἐκ τοῦ νόμου τὸ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου μόνου, καθ’ ὃ ἡ ἁρμοδιότης τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐπεκτείνεται πέραν τοῦ ὁρισμοῦ τῶν χωρίων, εἰς ἃ ἐφαρμόζεται ἡ περὶ ἀναστολῆς διάταξις, ἡ δὲ ὑποχρέωσις τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ὑποβάλῃ ἐκθέσεις περὶ τῶν πεπραγμένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει ἁπλῶς κανονιστικὴν ἔννοιαν· ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἰς ποῖον κλάδον τῆς ὑπηρεσίας ἀνήκει, διότι θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι μᾶλλον δικαστικὴ ἐπιτροπὴ, ἐὰν μὴ ἐλαμβάνετο ἡ πρόνοια, ἵνα ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῆς συνδέεται ἀμέσως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θὰ φροντίσῃ εὐθὺς περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, εἰδοποιοῦν ἕκαστον περὶ τῶν ἐπιβεβλημένων αὐτῷ καθηκόντων κατὰ τὰ εἰς τὴν ὑπουργικὴν ἐποπτείαν ἀναγόμενα. Τὰ δὲ περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου, ὅπως προετάθησαν ταῦτα, νομίζω ὅτι κακῶς ἤθελον κανονισθῆ· οἱ προτείναντες δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἀπαλλαγὴ ἀπὸ φόρου, καὶ ἂν ὑπῆρχε θεομηνία πλήρης, δὲν πρέπει νὰ γένηται ἐπὶ τῆς μερίδος τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῆς μερίδος τοῦ καλλιεργητοῦ. Ὅταν ἀποφανθῶμεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ζητήσῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, τοῦτο ἀρκεῖ πρὸς τὸ παρὸν, ἐπιφυλαττομένης οὕτω τῆς λύσεως παντὸς ἄλλου ζητήματος εἰς μεταγενεστέραν ἐνέργειαν. Περὶ δὲ τῆς παροχῆς τοῦ σπόρου οὐχὶ, ὡς ἐῤῥήθη, ἐπὶ χρησιδανείῳ, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀποδόσεως τοῦ αὐτοῦ σπόρου, ἀλλ’ ἐπὶ ἀποδόσει, τοῦτο ἤρτηται τὸ μὲν ἐκ τῆς εὐπορίας τοῦ Δημοσίου, τὸ δὲ ἐκ τῆς γνώσεως, ἣν ἔχει ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἰδιοκτήτου πρὸς τοὺς καλλιεργητάς. Ἐὰν τὰ τῶν καλλιεργητῶν εἶχον ἐν Θεσσαλίᾳ ὡς ἔχουσιν ἐν τῇ ἄλλῃ Ἑλλάδι, ἔνθα οὐδεμίαν οὗτοι ἀπεκδέχονται παρ’ οὐδενὸς συνδρομὴν, διότι καὶ πρὸς οὐδένα ὑπέχουσιν ἀντιστοίχους ὑποχρεώσεις, τὸ πρόβλημα θὰ ἦτο διάφορον· ἀλλ’ ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπάρχουσιν ἰδιοκτῆται εὔποροι, ὑπέχοντες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς, ἐξ ὧν δὲν πρέπει ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς, καὶ τοῦτο ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐκ τῆς παροχῆς τοῦ σπόρου μεγάλην ἐπιβάρυνσιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁπωσδήποτε, ὅ,τι ἐλέχθη κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν εἶναι ἀληθές. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐλθοῦσα ἐνταῦθα, ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ζητεῖ τοῦτο, διότι διετέλουν ἐγὼ ἐν τῇ πλάνῃ, ὅτι τὴν παροχὴν σπόρου κυρίως ἐζήτει ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ περὶ ταύτης ἠρξάμην διαλεγόμενος πρὸς αὐτήν. Οὗτοι διετράνωσαν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου καὶ ὅτι ἐζήτουν ἁπλῶς ἀναστολὴν εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐν τῷ παρόντι. Τοῦτο δὲ, ὅπερ ἐγὼ ὑπεσχέθην ἔκτοτε, ἤτοι πολὺ πρὶν ἢ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, περιλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ τοῦτο, ἐὰν αἱ περιστάσεις τῆς Βουλῆς δὲν ἐπέτρεπον ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, εἶχε σκοπὸν νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ μέτρου διοικητικοῦ, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Εὐτυχῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως ἠθέλησε νὰ μοὶ δώσῃ καὶ ἓν μάθημα νομικὸν, ἀλλ’ ἐὰν συνεβουλεύετο τοὺς παρακαθημένους του, θὰ ἐμάνθανεν ὅτι τὰ ἀντικαταστατὰ εἶναι ἀντικείμενον χρησιδανείου, ἀποδίδονται δὲ ὄχι τὰ αὐτὰ, ἀλλ’ ἡ αὐτὴ ποσότης καὶ ἡ αὐτὴ ποιότης. Ἐὰν ζητήσῃ τις δάνειον ἑνὸς κοιλοῦ σίτου, θὰ ἀποδώσῃ ἓν κοιλὸν σίτου, χωρὶς ἐν τούτοις εἷς ἕκαστος τῶν κόκκων τοῦ σίτου νὰ ἦναι ὁ αὐτός. Εἶναι πράγματα ἀναμφισβήτητα, θὰ λυπηθῶ δὲ, ἐὰν ἴδω τινὰ τῶν συναδέλφων, τῶν ἀσκούντων τὴν νομικὴν, ἀμφισβητοῦντα τοῦτο.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλοι ἐνταῦθα τὸ ἀμφισβητοῦσι.
§70ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ δάνειον αὐτὸ εἶναι χρῆσις δανείου καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἀποδοθῶσιν οἱ αὐτοὶ κόκκοι τοῦ σίτου, ἀλλὰ δίδεται σπορὰ καὶ ἀποδίδεται σπορά. Ἀλλ’ ἤδη δὲν πρόκειται κυρίως περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, διότι αἱ ἀνάγκαι, εἰς τὰς ὁποίας σήμερον εὑρίσκονται οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας, εἶναι ὑπέρτεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὑπηρετεῖ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι ἐπαρκὲς διὰ δύο λόγους, πρῶτον διότι ἐπαγγέλλεται μόνον ἀναστολὴν, ἀντὶ ἀφέσεως, καὶ δεύτερον διότι δὲν προβλέπει περὶ μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ σπείρουν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀλλὰ περιπλέον τὸ νομοσχέδιον εἶναι καὶ ἀτελὲς, διότι δὲν τάσσει προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἤθελε προβῆ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν παθόντων χωρίων. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον μείνῃ ὡς ἔχει, δύναται κάλλιστα νὰ ἐπέλθῃ ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ, καὶ ἐν τούτοις νὰ ὑποχρεωθοῦν οἱ χωρικοὶ ἐκεῖνοι νὰ πληρώσουν τὸν φόρον, διότι δὲν ἀναστέλλει τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τοῦδε τὴν πληρωμὴν, ἀναστέλλει ὑπὸ ὅρους καὶ ὡς πρὸς ἐκείνους, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους ἤθελε προσδιορίσει τὴν ἀναστολὴν ταύτην ἡ ἐπιτροπή. Δύναται σήμερον νὰ δίδῃ ἀλλοίαν ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως ταύτης ὁ Πρωθυπουργὸς, διότι θεωρεῖ, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τοὺς σκοποὺς, δι’ οὓς ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, διότι φαίνεται ὅτι θεωρεῖ, ὅτι ἡμεῖς κατωρθώσαμεν νὰ ὑπερκοντίσωμεν αὐτὸν, καὶ ἐν τούτοις ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δὲν εὑρίσκομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῆς πλήρους ἀτελείας· ἐν περιπτώσει ὅμως, καθ’ ἣν μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, βεβαίως ὁ νέος νόμος θὰ δύναται νὰ ἀπαλλάξῃ ἐντελῶς, ἀλλὰ θὰ δύναται ἐπίσης νὰ προσδιορίσῃ ποσοστὸν πληρονόμενον ἐκ τοῦ φόρου, τοῦ ὁποίου ἡ εἴσπραξις σήμερον ἀναστέλλεται.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔστερξε νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν τελευταίαν περίοδον τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ μοναδικοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, αἴρει τοὺς δισταγμοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔλεγεν, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ ἔκθεσιν τῶν πεπραγμένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδήλου ὅτι αἱ πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς ἦσαν ἀνίσχυροι, ἐνόσῳ δὲν ἤθελον ἐγκριθῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅτι τοῦτο ἤθελον ἀποφασίσει, ἐὰν ἔπρεπεν ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνασταλῇ ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει τοιαύτην ἔννοιαν· ἀλλ’ ἔδωκε καὶ λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἔθεσε τὴν διάταξιν ταύτην, διότι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ πλανηθῶσιν οἱ ἐκτελοῦντες τὸν νόμον καὶ νὰ ὑπολάβωσιν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἦτο δικαστικὴ, καὶ νὰ στείλωσι τὴν ἔκθεσίν των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐντεῦθεν ἤθελεν ἐπέλθει σύγχυσις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε μείνει ἀλλότριος εἰς τὸ ἔργον τοῦτο. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐξίσταμαι καὶ θαυμάζω τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν ἐπίνοιαν. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ὁρίζεται ἵνα ἐρευνήσῃ, ἐὰν κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος ἀπώλεσαν τὸ ἐισόδημά των, ἐὰν θεομηνία κατέστρεψε τὸν σπόρον αὐτῶν, αὕτη ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ζήτημα, ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δικαστικὴ, νὰ ἀρχίσῃ ἀλληλογραφίαν μὲ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἢ μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ναυαγήσῃ ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Αὐτὸ, σᾶς βεβαιῶ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ὅτι ὑπάρχουσι διατάγματα, ἐκδεδομένα ἀπὸ τῆς 3 Ἀπριλίου 1833, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι ποία εἶναι ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ποῖαί εἰσιν αἱ δικαστικαὶ ὑποθέσεις, ποῖαί εἰσιν οἰκονομικαὶ ὑποθέσεις· θαυμάζω δὲ, πῶς Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ἐὰν ἤθελε θεωρηθῆ ὡς δικαστικὴ ἢ ὡς οἰκονομικὴ τοιαύτη ἐπιτροπὴ, καὶ ἤθελε πείσει ἑαυτὴν νὰ περιλάβῃ διάταξιν ἐν τῷ νόμῳ, ὅπως διευκρινήσῃ τοῦτο. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται ὡς Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν προεβάλομεν, ὅπως χορηγηθῇ σπόρος εἰς τοὺς γεωργοὺς, τῶν ὁποίων ἡ συγκομιδὴ κατεστράφη, διὰ δύο λόγους, αʹ) διότι τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ πληρώσῃ ἑκατομμύρια, βʹ) διότι ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν τινες, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦσιν εἰς λογαριασμὸν τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τοιαύτης ἐπικουρίας. Ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς λέγῃ, ὅτι τοιαύτη συνδρομὴ τοῦ δημοσίου ταμείου ἤθελεν ἀπαιτήσει ἑκατομμύρια, βεβαίως θέλει ἀντιστρατευθῆ εἰς τὴν πρότασίν μου, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδὲ εἰς ἑκατομμύρια πολλὰ ἀνέρχεται ἡ τοιαύτη δαπάνη, οὐδὲ εἰς ἑκατομμύριον, οὐδὲ εἰς ἥμισυ ἑκατομμυρίου, ἴσως δὲ οὐδὲ εἰς τρεῖς ἑκατοντάδας χιλιάδας δραχμῶν. Ἐὰν ἓν κοιλὸν στοιχίζῃ 5 δραχμάς, νομίζω ὅτι 40,000 κοιλῶν, τῶν ὁποίων τὸ ἀντίτιμον ἤθελεν ἀνέλθει εἰς 200,000 δραχμάς, ἤθελον ἀρκέσει ὡς βοήθεια εἰς τοὺς πενεστέρους τῶν γεωργῶν· ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς ἰδιοκτήτας, τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμνημόνευσε, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πρόφασις, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησιν, διότι τὸ κείμενον τῆς τροπολογίας ἡμῶν ῥητῶς ἐνδεικνύει εἰς τίνας προτείνομεν νὰ δοθῇ ἡ ἀναστολὴ τοῦ φόρου, εἰς τίνας πρόκειται νὰ χαρισθῇ ὁ φόρος (ἀναγινώσκει): «Ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τοῦ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δημοσίου καὶ δημοτικοῦ φόρου τοῦ ἔτους 1890 οἱ κάτοικοι τῶν τοῦ νομοῦ Λαρίσσης χωρίων....» Ὁ κ. Στεφάνοβικ, ὁ κ. Ζάππας, ὁ κ. Χρηστάκης ἐφέντης δὲν εἶναι κάτοικοι τῶν χωρίων Λαρίσσης, ἀλλὰ κάτοικοί εἰσιν οἱ καλλιεργοῦντες δι’ ἴδιον ὄφελος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἰδίαν γνώμην. Εἰς τὴν ἀρχὴν εἶπεν, ὅτι εἶχεν ἐν τῷ νῷ νὰ δωρήσῃ τὸν φόρον, καὶ διὰ τοῦτο περιέμενε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεων, καὶ ὅτι, ὅταν προσδιώριζε διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου, ὅτι κατ’ ἔτος θέλει προσδιορίζεσθαι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος τῶν γεωργῶν ἤθελε συνεισφέρει, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὸν φόρον τοῦ 1890, ἔπραττε τοῦτο, διότι διὰ τοῦ ἄλλου νόμου ἤθελε φροντίσει νὰ διαταχθῶσι τὰ περὶ τούτου. Ἀλλὰ κατόπιν ἐλησμόνησε, καὶ εἶπε τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐκ Λαρίσσης ἐλθοῦσα, δὲν ἐζήτησεν ἀπαλλαγὴν πληρωμῆς φόρου, καὶ ὅτι συνέταξε τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν πρέπει οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς φόρου, καὶ ὅτι ἐζήτησαν μόνον ἀναστολήν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια, μὴ ὀρθῶς δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι εἶχεν ἐν τῷ νῷ νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τοῦ φόρου καὶ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ παρεσκεύασε τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀπαλλαγὴν τῶν γεωργῶν ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεροκωστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφήσατε, παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, νὰ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι, καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν λαμβάνετε τὸν λόγον.
§74ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποθήκης πλοίων.
§76Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁδοποιΐας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δυνάμεθα. Νὰ μείνῃ ἡ ἡμερησία διάταξις ὡς ἔχει.
§78ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τότε τὸ ἀποκρούετε.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ ἀποκρούω.
§80Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Προτείνω τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος).
§81ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ κ. Γεωργαντᾶς δὲν ἐπιμένει.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποθήκης πλοίων.
§83ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ περὶ ὑποθήκης πλοίων νομοσχεδίου. Προσεπάθησα νὰ παραστήσω, ὅσον ἠδυνάμην σαφῶς, εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀντικείμενα, περὶ ὧν ἐκαλεῖτο νὰ ἀποφανθῇ, καὶ νὰ ὑποδείξω συγχρόνως εἰς αὐτὴν, πῶς ἕκαστον τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων ἐκανόνισε τὰ ἀντικείμενα ταῦτα, καὶ τοῦτο, ἵνα τεθῇ ἡ Βουλὴ εἰς θέσιν νὰ ἐκλέξῃ ποῖον ἐκ τῶν τριῶν νομοσχεδίων ἔδει νὰ τεθῇ ὁριστικῶς ὡς βάσις τῶν περαιτέρω συζητήσεων καὶ ἀποφάσεων αὐτῆς. Τοιούτου ὄντος τοῦ σκοποῦ τῆς ἀγορεύσεώς μου, ὤφειλον ἐξ ἀνάγκης νὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν μόνον τῶν θεμελιωδῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκανονίζοντο ὑπὸ τῶν νομοσχεδίων, νὰ παραλείψω δὲ πᾶσαν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ προβῶ εἰς αὐτὴν, ὅταν ἤθελεν ἔλθει ἡ κατ’ ἄρθρον ἀνάγνωσις ὡρισμένου τινὸς ἐκ τῶν τριῶν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου, ἤλπιζον δὲ, μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτι ἤθελον τέλος εὐαρεστηθῆ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ δηλώσωσιν ὡρισμένως εἰς τὴν Βουλὴν, ποῖον ἐκ τῶν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς νομοσχεδίων ἔδει νὰ τεθῇ ὡς βάσις τῆς περαιτέρω συζητήσεως. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἀπήντησαν, ὡς ὤφειλον, ἔλαβε δὲ τὸν λόγον μόνον ὁ ἐκ Κυκλάδων βουλευτὴς κ. Μπογιατζόγλους, ὅστις δὲν περιωρίσθη εἰς τὴν ἐξέτασιν μόνον τῶν θεμελιωδῶν ἰδεῶν, τῶν γενικῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν λεπτομερειῶν τινων τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη νὰ χαρακτηρίσῃ οὐ μόνον ὡς ἐσφαλμένας, ἀλλ’ ἴσως καὶ ὡς κωμικὰς, διότι βεβαίως αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ ἀνεύρεσις μαργαριτῶν ἐν ὡρισμένῳ ἄρθρῳ τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου. Ὀφείλω, Κύριοι, ν’ ἀκολουθήσω, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, τὴν ὁδὸν, ἣν αὐτὸς ὁ ἴδιος διέγραψεν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι παρεδέχθην τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ αὐτοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον παράσχει κοινὰ δάνεια ἐπὶ πλοίων, διότι τὴν ἀρχὴν ταύτην καὶ ἄλλοι παρεδέχθησαν, διὰ δὲ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς ἐπῆλθον ἀποτελέσματα, οὐχὶ βεβαίως οἷα προσεδοκῶντο, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εὐχάριστα. Ὡς ἐκ τούτου ἐξήτασα κατὰ προσθήκην, κατὰ ποῖον τρόπον ὀφείλομεν νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τὴν ἐξασφάλισιν ταύτην τῶν κοινῶν δανείων, τῶν διδομένων εἰς τὰ πλοῖα. Ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς ὑποθήκης ἐπὶ τῶν πλοίων, ὅπερ παραδέχεται τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ εἶναι ὀρθότερον νὰ προτιμήσωμεν ἕτερον σύστημα, τὸ τῆς καθιερώσεως νέου προνομίου ὑπὲρ τῶν κοινῶν ἐπὶ τῶν πλοίων δανείων; Ἐγὼ ἐν τῷ ἐμῷ νομοσχεδίῳ παραδέχομαι καὶ πραγματοποιῶ τὴν δευτέραν ἰδέαν, τὴν ἰδέαν τῆς καθιερώσεως νομίμου προνομίου πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν κοινῶν δανείων ἐπὶ τῶν πλοίων. Οἱ λόγοι, ἐφ’ ὧν ἐστήριξα τὴν προτίμησιν ταύτην, εἶναι, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ὑποθήκης ἐπὶ τῶν πλοίων εἶναι πολὺ στενοτέρα τῆς ἐννοίας τῆς ὑποθήκης ἐπὶ τῶν ἀκινήτων. Ἡ ἔννοια τῆς ἐπὶ τῶν ἀκινήτων ὑποθήκης περιέχει καὶ ὑποθήκας δυνάμει ἀποφάσεων ἢ δυνάμει τοῦ νόμου ἐγγραφομένας, ἐνῷ τοιαύτην ἔννοιαν δὲν ἔχει ἡ ἐπὶ τῶν πλοίων ὑποθήκη. Ἐπίσης διὰ τῆς ὑποθήκης ἐπὶ τῶν ἀκινήτων προστατεύονται οὐ μόνον αἱ ἐκ δανείων ἀπαιτήσεις, ἀλλὰ καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἀπαιτήσεις, οἷαι φερ’ εἰπεῖν αἱ ἀπαιτήσεις περὶ προικὸς, τὰς ὁποίας ὑποθέτω, ὅτι δὲν σκοπεῖ οὔτε τὸ ὑπουργικὸν οὔτε τῆς ἐπιτροπῆς τὸ νομοσχέδιον νὰ προστατεύσῃ δι’ ἐγγραφῆς ὑποθήκης ἐπὶ τῶν πλοίων. Καὶ ἄλλαι τινὲς ἔννοιαι, σχετικαὶ πρὸς τὴν ἐπὶ τῶν ἀκινήτων ὑποθήκην, δὲν ὑπάρχουσιν ἐπὶ τῆς ὑποθήκης ἐπὶ τῶν πλοίων, ὡς ἐκ τούτου δὲ παρίσταται ἡ ἀνάγκη περαιτέρω διασαφήσεων, περιεχομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τοὐναντίον ἡ ἰδέα τῆς καθιερώσεως προνομίου ὑπὲρ τῶν ἐπὶ τῶν πλοίων δανείων εἶναι γνωστὴ εἰς τὴν νομοθεσίαν, διότι ἀνευρίσκεται ἐπὶ ὅλων τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ ἐμπορικὸς νόμος ἐπὶ τῶν πλοίων, καὶ ἰδίως ταυτίζεται μὲ τὸ προνόμιον τῶν ναυτοδανείων. Ἑπομένως δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ καὶ συντομώτερον καὶ ἁπλούστερον καὶ χρησιμώτερον. Ὁ κ. ἐκ Κυκλάδων Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἡ περὶ καθιερώσεως νομίμου προνομίου καὶ οὐχὶ ὑποθήκης γνώμη μου εἶναι ἁπλῆ μεταβολὴ λέξεων, οὐδεμίαν ἔχουσα ἐσωτερικὴν σημασίαν· ἀνέφερε δὲ καὶ τὸν Ἰταλικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος καθιεροῖ οὐχὶ ὑποθήκην, ἀλλ’ ἐνέχυρον. Ἐφρόνουν, ὅτι ἡ ἐπίκλησις τοῦ ἰταλικοῦ νόμου ὤφειλε νὰ πείσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ μεταβολῆς λέξεων, διότι οὐδὲν ἐκώλυε τὸν Ἰταλὸν νομοθέτην νὰ παραδεχθῇ τὴν λέξιν ὑποθήκην, τὴν ὁποίαν εὗρεν εἰς τὸν γαλλικὸν νόμον. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ ἁρμόζουσαν τὴν λέξιν ἐνέχυρον, διότι αὕτη, προκειμένου περὶ κοινοῦ ἐνεχύρου, περιέχει τὴν ἀρχὴν τῆς κατοχῆς τοῦ ἐνεχυριασμένου πράγματος, ἡ ὁποία ἀποκρούεται ἐπὶ τῶν πλοίων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀμφοτέρων τῶν λέξεων τούτων εἶναι προτιμοτέρα ἡ ἁπλῆ καθιέρωσις νομίμου προνομίου ὑπὲρ τῶν ἁπλῶν δανείων ἐπὶ τῶν πλοίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς προέβη καὶ περαιτέρω, ἐξέφρασε τὴν ἔκπληξίν του καὶ μὲ ἐπετίμησε, διότι δῆθεν ὑπέλαβον, ὅτι ἔκαμα σπουδαιοτάτην ἀνακάλυψιν, προτείνας τὴν ἀρχὴν τῆς καθιερώσεως νομίμου προνομίου ἐπὶ τῶν πλοίων· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πόθεν ἔλαβεν ἀφορμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἐγὼ ἐθεώρησα ὡς ἀνακάλυψιν τὴν καθιέρωσιν νομίμου προνομίου ὑπὲρ τῶν ἐπὶ πλοίων δανείων, καὶ ἐζήτησα τιμὰς διὰ τὴν ἀνακάλυψιν ταύτην. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς προηγουμένην τινὰ συνεδρίασιν ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ συλλαβὼν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἀλλ’ ἔπραξα τοῦτο, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε οἱ παρευρεθέντες κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὁ κ. Ράλλης, ἀντικρούων τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ παραπομπῆς τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου αὖθις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, πρότασιν, ἣν θεωρῶ ὀρθοτάτην καὶ δυναμένην πολλὰ νὰ προλαμβάνῃ ἄτοπα, ἰσχυρίζετο, ὅτι περὶ πασῶν τῶν ἰδεῶν, τῶν περιεχομένων ἐν τῷ ἐμῷ νομοσχεδίῳ, ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ· διὰ τοῦτο ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς καθιερώσεως νομίμου προνομίου ἐπὶ τῶν ἁπλῶν ἐπὶ πλοίων δανείων τὸ πρῶτον παρ’ ἐμοῦ ἐπροτάθη, καὶ ἦτο ἄγνωστος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συζητήσῃ περὶ αὐτῆς. Ἐν τούτοις τὴν ἰδέαν ταύτην θεωρῶ ἁπλουστάτην, καὶ τόσον ἁπλῆν τὴν θεωρῶ, ὥστε ἀπορῶ, πῶς διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυκλάδων κ. Βουλευτοῦ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἴτε καθιερώσωμεν νόμιμον προνόμιον ἐπὶ τῶν πλοίων, εἴτε παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν ἀναγνωρίσεως ὑποθήκης ἐπὶ τῶν πλοίων, ἔχομεν πάντοτε ἀνάγκην νὰ ἐγγράψωμεν τὸ προνόμιον ἢ τὴν ὑποθήκην αὐτὴν εἰς δημόσιόν τι βιβλίον. Τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαῖον ζήτημα τῆς προκειμένης συζητήσεως. Ποῖον τρόπον ἐγγραφῆς ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν; τὸν τρόπον τὸν ἤδη ἐν χρήσει, ἐφαρμοζόμενον πρὸ τεσσαρακονταετίας, προκειμένου περὶ ναυτοδανείου, ἢ τὸν τρόπον τὸν παραδεδεγμένον εἰς τὴν νομοθεσίαν τῆς Γαλλίας καὶ τὸν ὁποῖον εἰσάγει παρ’ ἡμῖν τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου; Ἐγὼ, καὶ πάλιν ὡρίμως σκεφθεὶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι οὐδένα εὑρίσκω λόγον, δυνάμενον νὰ πείσῃ ἡμᾶς ν’ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ ὁδοῦ πρὸ τεσσαρακονταετίας ἀπροσκόπτως τηρουμένης. Τί ζητοῦμεν, Κύριοι; Νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἀνεύρεσιν κεφαλαίων εἰς τὴν ναυτιλίαν. Ποῖον τῶν δύο συστημάτων δύναται νὰ διευκολύνῃ πράγματι τὴν προμήθειαν κεφαλαίων ὑπὲρ τῆς ναυτιλίας; Ὅπως χορηγήσῃ δάνειον, ἀπαιτεῖται νὰ γνωρίζῃ ὁ δανειστὴς τὰ βάρη τὰ ἐπὶ τοῦ πλοίου ὑπάρχοντα, καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ κατὰ βαρῶν μεταγενεστέρως ἐπιβαλλομένων. Ἀμφότερα τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα παρουσιάζει τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου, διότι ἐν αὐτῷ ἀναφέρονται οὐ μόνον πᾶσα μεταβολὴ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ πλοίου, ἀλλὰ καὶ πολλὰ τῶν ἐπὶ τοῦ πλοίου βαρῶν, ὡς τὸ ἀντίτιμον τῶν προμηθειῶν, αἵτινες ἐδόθησαν εἰς τὸ πλοῖον πρὸς ἀπόπλουν, καὶ τὰ κατὰ τὸν διάπλουν συνομολογηθέντα δάνεια. Πάντα ταῦτα ἐλλείπουσιν ἀπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν μόνον περὶ προηγουμένων ὑποθηκῶν δίδουσι πληροφορίας. Ἀλλὰ τότε μόνον θέλει εἶσθαι εἰς θέσιν ὁ δανειστὴς νὰ λαμβάνῃ πληροφορίας, ὅταν εὑρίσκηται ἐν ᾧ τόπῳ ὑπάρχουσι τὰ ἀκίνητα βιβλία, τὰ ὁποῖα καθιερώνει τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Τοὐναντίον, κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα, ὁ δανειστὴς λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου, βλέπει τὰ ἐν αὐτῷ βάρη, καὶ ἐγγράφει ἀμέσως τὴν ἀπαίτησίν του. Ἀντετάχθη ὅτι ἐνδέχεται ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ πλοίου, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἡμέτερον, νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ συνάψῃ δάνειον, ὡς ἐκ τῆς διαμονῆς τοῦ πλοίου εἰς ἕτερον μέρος. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἡ ἰδία ἔλλειψις καὶ εἰς τὸ ἕτερον σύστημα; Μόνον ἐὰν ὁ δανειστὴς εὑρίσκηται εἰς τὸν τόπον, ἔνθα τηροῦνται τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν, δύναται νὰ ἐγγράψῃ ἀσφαλῶς τὴν ἀπαίτησίν του, ἐν γνώσει τῶν προηγουμένων. Ἄλλως ὁ δανειστὴς θὰ ἀποστείλῃ τὰ ἔγγραφά του εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἀλλὰ τότε δύναται ν’ ἀποστείλῃ αὐτὰ καὶ εἰς τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται τὸ πλοῖον, ἵνα γείνῃ ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὸ βιβλίον αὐτοῦ. Σπανίως μάλιστα θὰ παρουσιασθῇ τοιαύτη ἀνάγκη, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν πλοίων παραμένουσιν οἱ ἴδιοι ἐν αὐτοῖς, ὅσοι δὲ δὲν παραμένουσιν, ἔχουσιν ἐν αὐτῷ πληρεξουσίους, δυναμένους νὰ συνομολογήσωσι δάνεια, ὥστε πάντοτε δύνανται νὰ δανεισθῶσι. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ πλοίου εἶναι λίαν δύσκολον νὰ εὕρῃ δάνειον ὁ ἰδιοκτήτης, διότι τὸ πλοῖον ταξειδεῦον ἐνδέχεται νὰ ὑποστῇ ζημίας, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων νὰ λάβῃ δάνειον προηγούμενον, περὶ δὲ τῆς περιστάσεως αὐτῆς ὁ μὲν ἰδιοκτήτης ἔχει γνῶσιν, ἀλλ’ ὁ δανείζων θὰ ᾖναι ἐν ἀγνοίᾳ καὶ δὲν τολμᾷ νὰ δανείσῃ. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, εἶναι λίαν τολμηρὸν νὰ προβῶμεν ἄνευ οὐδενὸς σπουδαίου λόγου εἰς μεταβολὴν συστήματος λειτουργοῦντος ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν καὶ ἐπενεγκόντος λίαν εὐάρεστα ἀποτελέσματα, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἠμφισβήτησε καὶ τὰ μεγάλα ἀποτελέσματα, ἅτινα ἔσχε τὸ ἰσχύον σύστημα ὡς πρὸς τὴν ναυτιλίαν. Ἀλλὰ ταῦτα ἐξάγονται ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς περὶ τοῦ νόμου ἐκθέσεως, ἣν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, καὶ δι’ ἧς ὁ τότε Ὑπουργὸς συνώδευσε τὸ εἰσαχθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον. Ἐξ αὐτῆς προκύπτει ἀριδήλως, ὅτι εἰς λίαν κακὴν κατάστασιν εὑρίσκετο ἡ ναυτιλία ἡμῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις (ἀναγινώσκει): «Ἀπό τινος χρόνου ἡ ἐπελθοῦσα ἀκινησία τοῦ ἐμπορίου καὶ ἡ ἀπληστία καὶ κακὴ διαγωγὴ τινῶν ἐκ τῶν Ἑλλήνων πλοιάρχων ἐγένετο παραίτιος τοῦ νὰ ὑποπέσωσιν οὗτοι εἰς διαφόρους καταχρήσεις, ἐπενεγκούσας τὴν προσβολὴν τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας εἰς τὸν ἔξω κόσμον καὶ τὴν νέκρωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἓν ἐκ τῶν οὐσιωδεστέρων αὑτῆς καθηκόντων νὰ θέση φραγμὸν εἰς τὴν περαιτέρω πρόοδον τοῦ κακοῦ, καὶ νὰ προλάβῃ καὶ ἐξαλείψῃ τὰς ὡς εἴρηται καταχρήσεις. Ἐνησχολήθη λοιπὸν εἰς τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου περὶ βιβλίου ναυτοδανείων, εἰς ἣν ἔλαβον μέρος οἱ διακρινόμενοι μεταξὺ τῶν νομομαθῶν....» (Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ἀπὸ τὸν μακαρίτην Ποτλῆν, τὸν μακαρίτην Ράλλην καὶ ἀπὸ ἕνα ἄλλον τρίτον, ὑποθέτω αὐτὸν τὸν τότε Ὑπουργὸν μακαρίτην Δαμιανόν). «Τὸ προκείμενον λοιπὸν νομοσχέδιον (ἐξακολουθεῖ ἡ ἔκθεσις) προτίθεται νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ὑπολειφθεῖσαν ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀτοπημάτων ἐθνικὴν ὑπόληψιν, καὶ νὰ ἐμψυχώσῃ τὸ ἐμπόριον.» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἀνάγκη ἀληθὴς ἐμψυχώσεως τῆς ναυτιλίας εἶχε προκαλέσει τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου, καὶ ὅτι μετὰ τὸν νόμον τοῦτον ἐπῆλθεν ἡ ἀκμὴ ἐκείνη τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας, διὰ τὴν χαλάρωσιν τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ νὰ λυπώμεθα καὶ νὰ μεριμνῶμεν. Διατὶ λοιπὸν ἐπιχειροῦμεν νῦν τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου ἐκείνου; Ἠκούσθη ἔκτοτε παράπονόν τι, ἀφορῶν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς εἰς τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου ἐγγραφῆς τῶν προνομιούχων ἀπαιτήσεων; Ἠκούσατε φωνήν τινα, διατεινομένην ὅτι παρεμποδίζεται ἡ πρόοδος τῆς ναυτιλίας, διότι ὁ κύριος τοῦ πλοίου δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐν ἀπουσίᾳ αὑτοῦ, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ προλαλήσας; Οὐδέποτε ἠκούσθη τοιοῦτο παράπονον. Δικαίως λοιπὸν ὑποστηρίζω, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἰσχύοντος νόμου, τὰ ὁποῖα βεβαίως ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἀποδεικνύουσιν ὅτι ὁ νόμος εἶναι λίαν χρήσιμος καὶ εὐεργετικὸς εἰς τὴν ναυτιλίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερεν, ὅτι περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ ἐπεκαλέσθη δίκην τινὰ, ἣν καὶ ἐγὼ εἶχον ἐπικαλεσθῆ πρότερον, διότι ἤμην δικηγόρος ἐν τῇ δίκῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ τί ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς δίκης ταύτης; Ὅτι ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι περὶ τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ νόμου, πρὸς ἄρσιν τῶν ὁποίων ἐγὼ ἐμερίμνησα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μου. Οὐδέποτε ὅμως ὑπῆρξεν ἀμφιβολία περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐγγραφῆς. Μὴ ἔχων δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἕτερόν τι νὰ ἀντιτάξῃ κατὰ τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου, διότι τὰ περὶ συγχρόνου ἀπωλείας καὶ τοῦ βιβλίου τοῦ πλοίου καὶ τοῦ βιβλίου τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ τίτλου, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ δανειστοῦ, δὲν εἶναι ὁμολογουμένως σπουδαῖαι ἐλλείψεις, δυνάμεναι νὰ προταθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἰσχυρίσθη, ὅτι διὰ τοῦ ἰσχύοντος συστήματος παραβλάπτονται αἱ περὶ δημοσιότητος ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἡ βάσις παντὸς ὑποθηκικοῦ συστήματος. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔχει περὶ δημοσιότητος λίαν εὐρείας ἰδέας, ἐπεκτείνει τὴν ἰδέαν τῆς δημοσιότητος μέχρι σημείου ἀγνώστου εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὴν εἰσήγαγον. Ἡ δημοσιότης τῶν βιβλίων τῶν ὑποθηκῶν πρὸς τοῦτο κυρίως εἰσήχθη, ἵνα παράσχῃ τὰ μέσα νὰ γνωρίσωσι τὰ περὶ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῶν ἐπ’ αὐτῆς βαρῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι νόμιμον συμφέρον νὰ μάθωσι ταῦτα· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο ἀδύνατον νὰ διακρίνωνται ἐκ τῶν προτέρων τίνες οἱ ἔχοντες ἀληθῶς νόμιμον τοιοῦτον ἐνδιαφέρον, ἠναγκάσθη ὁ νομοθέτης νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς πάντας τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐγένετο ἆρά γε τοῦτο διὰ νὰ παράσχῃ εἰς ἕκαστον περίεργον, εἰς ἕκαστον κακεντρεχῆ, τὰ μέσα, ὅπως γνωρίζῃ τὴν ἰδιαιτέραν κατάστασιν τῶν συμπολιτῶν του; Οὐχὶ βεβαίως· διότι, ἂν ἦτο τοῦτο ὀρθὸν καὶ συμφέρον, ἤθελεν ἐπιτρέψει ὁ νόμος νὰ λαμβάνῃ ἕκαστος γνῶσιν ὅλων τῶν συμβολαίων, τῶν συντασσομένων ἐνώπιον συμβολαιογράφων· καὶ ὅμως τὸ ἄρθρον 193 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ῥητῶς ἀπαγορεύει εἰς τὸν συμβολαιογράφον νὰ κοινοποιῇ τὸ περιεχόμενον αὐτῶν εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας συμφέρον. Κύριοι, τὸ σύστημα τῆς ἐγγραφῆς τῆς ὑποθήκης καὶ εἰς βιβλία, τηρούμενα ἐντὸς τῶν πλοίων, εἶχεν εἰσαχθῆ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἐλειτούργησεν ἐπὶ ἔτη, ἀλλὰ βραδύτερον κατηργήθη, διὰ τὸν ῥητὸν λόγον, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ ὑποθηκῶν εἰς τοιαῦτα βιβλία ἔχει ὡς συνέπειαν, ὅτι πλεῖστοι λαμβάνουσι γνῶσιν, καὶ τοῦτο συντελεῖ εἰς τὴν μείωσιν τῆς πίστεως. Ἤδη ὁ κύριος Βουλευτὴς ἰσχυρίζεται, ὅτι οὐ μόνον τῶν ἐν τοῖς πλοίοις, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Πρωτοδικείου ὑπαρχόντων βιβλίων ἐνδέχεται νὰ μὴ λαμβάνωσι γνῶσιν οἱ ἀδιάφοροι ἄνθρωποι, ὅπερ ἐνδεχόμενον ἀληθῶς, διότι οἱ ἔχοντες συμφέρον νὰ ἐγγράψωσι τὰς ἀπαιτήσεις των ἀναγκαίως θὰ λάβωσιν αὐτῶν γνῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦναι τοῦτο ἀκριβές, ἀποτελεῖ λόγον συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῶν περὶ δημοσιότητος ἰδεῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ; Καὶ δὲν εἶναι μόνον ταῦτα, Κύριοι, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα δύναμαι ὑπὲρ τοῦ ἰσχύοντος συστήματος νὰ εἴπω. Τὸ ἰσχύον σύστημα εἶναι ἁπλούστατον, διότι κατ’ αὐτὸ ἀντιγράφεται ἁπλῶς ὁ τίτλος τῆς ἀπαιτήσεως εἰς τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου. Τοὐναντίον κατὰ τὸ σύστημα τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς θέλετε ἴδει, ἂν τυχὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ληφθῇ ὡς βάσις τῆς συζητήσεως, ἡ ἐγγραφὴ περιλαμβάνει πλείστας διατυπώσεις, καὶ ἂν ἀναγνώσητε τοὺς συγγραφεῖς, τοὺς ἑρμηνεύοντας τὰς διατυπώσεις ταύτας, θέλετε ἴδει συζητήσεις περὶ τοῦ τίνες ἐξ αὐτῶν εἶναι αἱ ἐπὶ ἀκυρότητος διατεταγμέναι καὶ τίνες οὐχί. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Πρὸς τοῦτο δὲ πρέπον θὰ ἦτο νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, πρὸς μείζονα μελέτην. Ἄλλως, Κύριοι, παραδεχόμενοι ὅτι πρέπει νὰ διατηρήσωμεν ἐν ἰσχύϊ τὸ ναυτοδάνειον, ὅπως οἱ πολῖται ποιῶνται χρῆσιν ἢ τοῦ ναυτοδανείου ἢ τοῦ ἁπλοῦ ἐπὶ πλοίων δανείου, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν συμφερόντων αὐτῶν, ὀφείλομεν ἀναγκαίως νὰ τροποποιήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εἰσήγαγεν ἡ ἐπιτροπή, διότι τοῦτο, ὡς ἁπλῆ μετάφρασις τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, πραγματεύεται κυρίως περὶ δανείου ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἕνεκα δὲ τῆς ἐλλείψεως ταύτης γεννῶνται πλεῖστα ζητήματα, δεόμενα ἰδιαιτέρας μελέτης. Πάντα τὰ ἐκτεθέντα ἀνάγονται, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν θεμελιωδῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἕκαστον τῶν εἰς ἡμᾶς ὑποβληθέντων νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ὡς εἶπον πρότερον, ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐνόμισε καλὸν νὰ ἐρευνήσῃ καὶ τὰς λεπτομερείας τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου, καὶ εὗρεν, ὡς εἶπε, μαργαρίτας, περιεχομένους εἰς τὰ ἄρθρα 23 καὶ 24 αὐτοῦ! Ἐὰν δὲν ἐγνώριζον τὴν ἐμβρίθειαν καὶ νομομάθειαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἤθελον παύσει πᾶσαν περαιτέρω πρὸς αὐτὸν συζήτησιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σπουδαία συζήτησις μετὰ ἀνθρώπου ἐκλαμβάνοντος ὡς μωρὰς τὰς ὀρθοτέρας τῶν διατάξεων. Τί λέγω εἰς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ ἐμοῦ νομοσχεδίου; (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἀλλοδαπὸν πλοῖον περιῆλθεν εἰς ὑπήκοον Ἕλληνα οὐχὶ δι’ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως, τὰ ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχοντα προνόμια διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπεσβέσθησαν κατὰ τὸ ἄρθρον 193 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου. Προηγοῦνται ὅμως αὐτῶν τὰ μετὰ τὴν μεταβίβασιν τοῦ πλοίου εἰς τὸν ἡμεδαπὸν ἀποκτηθέντα κατὰ τοὺς ἡμεδαποὺς νόμους.» Τὴν διάταξιν ταύτην, δι’ ἧς διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ ὅλα τὰ ἐπὶ τοῦ ἀλλοδαποῦ πλοίου προνόμια, ἐθεώρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς ἐξαιρετικῶς εὔνουν πρὸς τοὺς ἡμεδαποὺς καὶ δυσμενῆ πρὸς τοὺς ἀλλοδαπούς, καὶ μὲ κατηγορεῖ ἐπὶ μισοξενίᾳ, ἐνῷ ὑπερέβην πᾶν ὅριον προστασίας τῶν ἀλλοδαπῶν καὶ μᾶλλον ἐπὶ ὑπερβολῇ φιλοξενίας πρὸς τοὺς ἀλλοδαποὺς ἠδυνάμην νὰ κατηγορηθῶ. (Διάλογοι μεταξὺ Κωνσταντοπούλου καὶ Μπογιατζόγλου). Ἐρχόμεθα εἰς τὸν δεύτερον μαργαρίτην, τὸν ὁποῖον ἀνεκάλυψεν ὁ κ. Βουλευτής· περιέχεται κατ’ αὐτὸν εἰς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νομοσχεδίου μου, καθ’ ὃ «τὰ ναυτοδάνεια, περὶ ὧν δὲν πραγματεύεται ὁ παρὼν νόμος, διέπονται ὑπὸ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου.» Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὀρθοτάτη. Αὕτη περιέχεται εἰς τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, ἐγὼ δὲ τὴν ἐνέγραψα συντομώτερον. Δὲν ὑπάρχουσι ναυτοδάνεια μόνον ἐπὶ πλοίου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων, περὶ τῶν τοιούτων δὲ ναυτοδανείων ἐμερίμνησε ῥητῶς καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διατάξαν ὅτι ἡ ἐγγραφὴ αὐτῶν γίνεται εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Πρωτοδικείου. Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς εἰδικῆς μνείας τῶν περὶ ἐγγραφῆς διατάξεων, ὀρθότερον εἶναι νὰ γείνῃ περὶ πάντων γενικὴ παραπομπὴ εἰς τὰς περὶ ναυτοδανείων διατάξεις τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου. Διότι, ὡς γνωστόν, ὁ ἀνέκαθεν ἰσχύων παρ’ ἡμῖν ἐμπορικὸς νόμος εἶχε πλήρεις διατάξεις περὶ τῶν ἐκ ναυτοδανείων προνομίων καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐγγραφῆς αὐτῶν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ἐμποροδικείου, ἀλλ’ ὁ περὶ ναυτοδανείων νόμος τοῦ 1851 ἐκανόνισεν ἄλλως τὰ πράγματα ὡς πρὸς τὰ ἐπὶ πλοίων ναυτοδάνεια, διατάξας νὰ ἐγγράφωνται εἰς τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου, καὶ τροποποιήσας τὰς περὶ προνομίων διατάξεις. Ἐγένετο μάλιστα τότε καὶ ἓν λάθος, ὅτι κατηργήθη ἐν γένει τὸ ἄρθρον 312 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, ὅπερ ἐκανόνιζε τὸν τρόπον τῆς ἐγγραφῆς οὐ μόνον τῶν ἐπὶ πλοίων ναυτοδανείων, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων, περὶ ὧν δὲν ἐπραγματεύετο ὁ νόμος τοῦ 1851· διὰ τοῦτο δὲ ὁ μακαρίτης Ράλλης ἐθεώρησεν ἰσχύον τὸ ἄρθρον 312 ὡς πρὸς τὰ ναυτοδάνεια ἐκεῖνα, καίτοι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καταργηθέν. Συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην ταύτην παραπέμπω καὶ ἐγὼ ἐν γένει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου ὡς πρὸς τὰ ναυτοδάνεια ταῦτα. Καὶ ὅμως ἡ ὀρθοτάτη αὕτη διάταξις ἐκλαμβάνεται ὡς μαργαρίτης! Τώρα, Κύριοι, καὶ ἄλλα τινὰ εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, καὶ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς πάντα, διότι δὲν γνωρίζω ποῖον τῶν νομοσχεδίων θὰ τεθῇ ὡς βάσις συζητήσεως. Ἠρώτησε λοιπὸν ὁ κ. συνάδελφος, διατὶ ἐτροποποίησα τὸ ἄρθρον 191 ἐδάφιον 7ον τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου. Ἡ τροποποίησίς μου ἀφορᾷ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, τὸν κατὰ τὸν διάπλουν δανειζόμενον. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι, ἀφοῦ ὁ πλοίαρχος δύναται νὰ δανεισθῇ, δύναται ἐπίσης νὰ δανεισθῇ καὶ ὁ ἰδιοκτήτης. Ἀλλ’ ὁ ἐμπορικὸς νόμος χορηγεῖ εἰς τὸ ἄρθρον 191 ἐδ. 7ον προνόμιον ὑπὲρ ὅλων τῶν ναυτοδανείων τῶν πρὸ τοῦ ἀπόπλου διδομένων. Τοὐναντίον τὸ ἐδάφιον 7ον πραγματεύεται περὶ τῶν δανείων ἐν γένει τῶν κατὰ τὸν διάπλουν ὑπὸ τοῦ πλοιάρχου συνομολογουμένων. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη ζήτημα, ἂν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἰδιοκτήτης δανεισθῇ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ πλοίου ἄνευ τηρήσεως τῶν ἐν τῷ ἐδαφ. 7 διαγραφομένων διατυπώσεων, ἂν, λέγω, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀποκτᾷ προνόμιον ὁ δανειστής. Ἐγὼ διὰ τῆς τροπολογίας μου ἠθέλησα νὰ λύσω ὅλα ταῦτα τὰ ζητήματα, περί τινων τῶν ὁποίων ἀπεφάνθη καὶ αὐτὸς ὁ Ἄρειος Πάγος, καὶ πρὸς τοῦτο ἀποφαίνομαι, ὅτι, ἵνα ἔχῃ ὁ δανειστὴς τὸ προνόμιον τοῦ ἐδαφ. 7, ὀφείλει καὶ αὐτὸς ὁ ἰδιοκτήτης δανειζόμενος νὰ τηρήσῃ τὰς ἐν αὐτῷ διατυπώσεις· καὶ οὕτω διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐκλείπει πᾶσα ἀσάφεια.
§84ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν ἐκάματε εἰς τὸ ἐδάφιον 7ον, διότι πρόκειται περὶ δανείων διδομένων κατὰ τὸν διάπλουν δι’ ἀνάγκας τοῦ πλοίου μὴ ἐπιτρεπούσας ἀναβολὴν καὶ βεβαιουμένας ὑπὸ τῶν ἀρχῶν καὶ ὑπὸ τοῦ πληρώματος. Τί λέγετε ὑμεῖς ἤδη; «θέλω νὰ ἐπιτρέπηται, ἐὰν τὸ πλοῖον εὑρίσκηται εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, νὰ δανείζηται»· ἀλλὰ πρὸς τί; μήπως οὕτω πληροῦται κἀμμία ἀνάγκη; ἀφοῦ ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὸν ἀντιπρόσωπον αὑτοῦ ἐν τῷ πλοίῳ, τὸν πλοίαρχον, ὅταν παρουσιασθῇ τρικυμία καὶ ὑποστῇ ζημίας τὸ πλοῖον, δύναται νὰ δανείζηται.
§85ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχη ἀνάγκη διασαφήσεως, διότι εἰς ὑπόθεσιν, ἣν ὡς δικηγόρος ὑπερασπίσθην, ὁ ἰδιοκτήτης κατὰ τὸν διάπλουν ἔλαβε ναυτοδάνειον χωρὶς νὰ ἀναπληρώσῃ τὰς διατυπώσεις ἐκείνας, καὶ ὅμως ὁ δανείσας ἰσχυρίζετο, ὅτι ἔχει προνόμιον, ἐπὶ λόγῳ ὅτι αἱ διατυπώσεις ἐκεῖναι ἀφορῶσι τὸν πλοίαρχον καὶ ὄχι τὸν ἰδιοκτήτην. Ἑπομένως εἰσήγαγον τὴν τροπολογίαν οὐχὶ ἵνα δώσω τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ δανείζηται, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀδείας, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξασφαλίσω τοὺς πρὸ τοῦ ἀπόπλου δανειστὰς κατὰ νέων μετὰ τὸν ἀπόπλουν δανείων, λαμβανομένων ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου ἄνευ τῶν ἐν ἄρθρῳ 191 ἐδ. 7 διατυπώσεων. Ἰδοὺ ἡ ἔννοια τῆς διατάξεώς μου. Πλὴν ταύτης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπέκρινε καὶ ἄλλας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου μου. Ἠρώτησε π. χ. διατὶ ἡ προθεσμία τῆς παραγραφῆς τοῦ προνομίου (κατ’ ἐμὲ) ἢ τῆς ὑποθήκης (κατ’ αὐτὸν) ἀναστέλλεται δι’ ἐπερχομένης κατασχέσεως. Δίδω τὴν διασάφησιν. Καὶ κατὰ τὸν νόμον τὸν γαλλικὸν ἡ ὑποθήκη διαρκεῖ ὡρισμένον χρόνον, 10 ἔτη, ἐκτὸς ἐὰν ἀνανεωθῇ δι’ ἐγγραφῆς. Γίνεται δὲ ἡ ἀνανέωσις δι’ ἁπλῆς δηλώσεως τοῦ δανειστοῦ πρὸς τὸν ὑποθηκοφύλακα. Ὅπου ὑπάρχουσι δημόσια βιβλία, κατὰ τὸ σύστημα, ὅπερ ὑποστηρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἡ δήλωσις γίνεται εὐχερῶς. Ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποστηρίζω, καθ’ ὃ βιβλίον ὑποθηκῶν εἶναι τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου, πῶς ὁ δανειστὴς δύναται νὰ ἐγγράψῃ ἀνανέωσιν εἰς τὸ βιβλίον τοῦτο, ὅταν ὁ ὀφειλέτης δὲν θέλῃ νὰ τὸ παρουσιάσῃ; Ἐσκέφθην ὅτι ἠδύναντο νὰ προσβληθῶσι τὰ δικαιώματα τοῦ δανειστοῦ, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν μέσων τῆς ἐγγραφῆς τῆς ἀνανεώσεως. Διενοήθην νὰ γίνεται ἡ αἴτησις εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Πρωτοδικείου, ἵνα ἐγγράφηται εἰς τὸ παρ’ αὐτῷ βιβλίον· ἀλλ’ οἱ δανείζοντες μόνον τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου ἔχουν συνήθως ὑπ’ ὄψιν. Τέλος ἀπεφάσισα νὰ παραδεχθῶ ἀναστολὴν τῆς προθεσμίας τῆς παραγραφῆς ἐν περιπτώσει κατασχέσεως, ἵνα παράσχω εἰς τοὺς δανειστὰς μέσον ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Τὸ μέσον τοῦτο ἀνεῦρον εἰς τὰ περὶ ὑποθηκῶν ἐν γένει γαλλικὰ συγγράμματα, ἐν οἷς ἀμφισβητεῖται τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα τῆς κατασχέσεως. Ἐν τούτοις οὐδένα ἔχω λόγον νὰ μὴ παραδεχθῶ τὸ μέτρον τῆς εἰς τὸν Πρόεδρον κοινοποιήσεως τῆς περὶ ἀνανεώσεως δηλώσεως. Συνεπῶς πρὸς τὰ ἐκτεθέντα φρονῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον κανονίζει τὰ ἀντικείμενα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἀποφανθῆτε, ἁπλούστερον, χρησιμώτερον, σαφέστερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὰς ἕξεις τοῦ ἡμετέρου ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, καὶ ὅτι θέλετε πράξει ἔργον συμφέρον εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, ἂν τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον παραδεχθῆτε ὡς βάσιν τῆς ὑμετέρας συζητήσεως, ὅτε ἐπιφυλάσσομαι νὰ δώσω οἱασδήποτε ζητήσητε διασαφήσεις.
§86ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μετὰ τὴν δευτέραν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξε, Κατ’ ἐμὲ, τὸ σύστημα τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ὅπερ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ του διαγράφει, εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ σύστημα τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου. Δύναται νὰ διαφέρῃ κατὰ τὰς λέξεις, ἡ οὐσία ὅμως εἶναι ἡ αὐτή. Δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς ὀνομασίας τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιόν του, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον ἐν ταῖς λεπτομερείαις νὰ ἐννοήσωμεν ἄλλο τι παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὰ προκείμενα τρία νομοσχέδια ἀναγνωρίζουσι, δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν. Καὶ εἰς τὰ τρία νομοσχέδια εὐχερῶς ἀνευρίσκομεν, ὅτι ἐπιζητεῖται ἡ καθιέρωσις τοῦ δικαιώματος τῆς προτιμήσεως καὶ ἡ καθιέρωσις τῆς ἐπιδιώξεως εἰς χεῖρας τρίτου. Ὁπωσδήποτε θέλετε ὀνομάσατε τὰ δικαιώματα, τὰ ἀποτελοῦντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα· ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἀρχῶν αὐτῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῆτε, ὅτι πρόκειται περὶ ἑτέρου τινὸς ἢ περὶ δικαιώματος ὑποθήκης. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τρομάζει τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφον καὶ τὸν ἐξαναγκάζει εἰς ἀναζήτησιν ἰδεῶν νέων καὶ ὀνομασιῶν νέων, προκειμένου περὶ τῆς ἑνώσεως τῶν δύο δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα καὶ τὰ τρία νομοσχέδια ἀναγνωρίζουσιν, εἶναι τὸ ὄνομα τῆς ὑποθήκης. Ὑποθήκη ἐπὶ πλοίου! Ἐὰν φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς ἐκφυλλίσεως τῶν καθιερωμένων νομικῶν ὅρων, ὥστε νὰ καθιερωθῇ ὑποθήκη καὶ ἐπὶ κινητῶν, νὰ ἐνασκήσῃ καὶ ἐπὶ κινητῶν πραγμάτων τὸ κράτος της, ἴσως δεινὰ ἐπίκεινται. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κυκλάδων καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπεκαλέσθη, ὅτι καὶ αἱ ξέναι νομοθεσίαι δὲν ἐδίστασαν νὰ δεχθῶσι τὸ ὄνομα τῆς ὑποθήκης ἐπὶ πλοίων. Ἐπικαλοῦμαι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δὲν ἐννοῶ διατὶ τὸ σύστημα τῆς ὑποθήκης δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ κινητῶν πλοίων· διότι τάχα ἡ θετικὴ ἡμῶν νομοθεσία, προκειμένου περὶ κινητῶν, καθιέρωσε τὸ ἐνέχυρον; Ἓν καὶ μόνον εἶναι τὸ παρακωλύον νὰ ὀνομασθῇ τὸ ἐνέχυρον ὑποθήκη, ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ τεθῇ εἰς χεῖρας τοῦ δανειστοῦ τὸ εἰς αὐτὴν ὑποκείμενον πρᾶγμα. Ἂν ἡ ἀνάγκη αὕτη δὲν ὑφίσταται ἄνευ κινδύνου τῶν συμφερόντων τῶν τρίτων, δὲν ὑπάρχει δυσκολία ἡ ἐπὶ τῶν ἀκινήτων πραγμάτων ὑποθήκη νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν φύσει κινητῶν πλοίων. Τὸ πλοῖον ἀληθῶς εἶναι ἐξ ἐκείνων, τῶν ὁποίων εὐκόλως δύναται νὰ εὑρεθῇ ὁ κάτοχος καὶ ἐφ’ ὧν δύναται πᾶς δανειστὴς νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματά του. Ἕνεκα τῆς ἐξαιρετικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦσι τὰ πλοῖα, τοῦ νὰ ἔχωσιν ἓν ὄνομα, νὰ εὑρίσκωνται ἐγγεγραμμένα εἰς ἐπίσημα βιβλία τοῦ Κράτους, νὰ ταξειδεύωσι φέροντα ἔγγραφα βεβαιοῦντα τὴν ταυτότητά των, ὑπάρχει πλήρης ἡ ὕλη, ἥτις εἶναι ἀναγκαία, ὅπως ἐπὶ τῶν πλοίων ἐγκαθιδρυθῇ ὑποθήκη, διότι ὑπάρχουσι τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν δύνανται νὰ ἐξευρεθῶσι καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ κυρίου καὶ τὰ τυχὸν ὑπάρχοντα δικαιώματα τρίτων. Ἂς ἀφήσωμεν τὰς θεωρίας αὐτὰς τὰς γενικωτέρας, καὶ ἂς μὴ ζητῶμεν καταδίκην τοῦ συστήματος τῶν ὑποθηκῶν, μόνον καὶ μόνον διότι ἡ ὑποθήκη, ἀφ’ ὅτου ἐπενοήθη, διαρκῶς μέχρι τοῦδε ἐφηρμόσθη ἐπὶ ἀκινήτων. Ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα, ὅπερ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ὑποστηρίζει, δὲν εἶναι ἄμεμπτον παραβιάσεων τῶν καθιερωμένων γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Ἐὰν ὑπενθυμίσω αὐτῷ, ὅτι εἰς τὰ προνόμια δὲν ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιδιώξεως τοῦ πράγματος εἰς χεῖρας τρίτου, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ νομοσχεδίου του ῥητῶς καθιεροῖ τοιοῦτον δικαίωμα, τί δύναται νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ; τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὀνομάσω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν, δικαίωμα προνομίου, φθάνει μόνον τὸ δικαίωμα τοῦτο πράγματι νὰ περιλαμβάνῃ καὶ δικαίωμα προτιμήσεως καὶ δικαίωμα ἐπιδιώξεως εἰς χεῖρας τρίτου, καὶ νὰ κανονίζηται δι’ ἀσφαλοῦς συστήματος δημοσιότητος, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς, ὃν ἅπαντες ἐπιδιώκομεν. Ἐκεῖνο ἀληθῶς, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὰ τρία νομοσχέδια, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος. Μεγάλη φροντὶς καταβάλλεται κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν, ὅπως ἐξευρεθῇ τρόπος εὐκολωτέρας ἐξευρέσεως τοῦ κεφαλαίου ὑπὸ τοῦ δανειζομένου, ἀλλ’ ἐξετάζεται οὕτω τὸ ἓν μέρος τοῦ ζητήματος, δὲν ἐξετάζεται δὲ καὶ τὸ ἕτερον. Ἐὰν ἐπιζητῶμεν τὸν εὐκολότερον τρόπον πρὸς λῆψιν τῶν κεφαλαίων, πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν καὶ τὸν εὐκολώτερον τρόπον πρὸς παροχὴν τῶν κεφαλαίων· τοῦτο δὲ κατορθοῦται μόνον διὰ καταλλήλου συστήματος δημοσιότητος, τελείως ἐξασφαλίζοντος τὸν δανειστήν. Ἐνταῦθα εἶναι ἡ κυρία πηγὴ τῆς διαφορᾶς ἡμῶν, διότι βεβαίως καὶ ἐν τῷ ὑπὸ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ναυτικῶν ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ καὶ ἐν τῷ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας διατυπωθέντι τοιαύτη πρόνοια σοβαρὰ δὲν λαμβάνεται. Τὸ πρῶτον σπουδαῖον πράγματι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀντιτάσσει κατὰ τοῦ συστήματος τῆς δημοσιότητος, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ μετὰ μακρὰν συζήτησιν καθιέρωσεν, εἶναι τοῦτο: Πῶς ἔρχεσθε ὑμεῖς, μὲ αὐτὴν τὴν εὐκολίαν, μὲ ἐλαφρὰν τὴν καρδίαν, νὰ καταστρέψητε σύστημα δημοσιότητος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη λειτουργεῖ δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1851 περὶ βιβλιαρίων; Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος ἐκ Κυκλάδων Βουλευτὴς καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἀντέταξε. Κρίνω ὅμως ἀπαραίτητον νὰ ἐμμείνω εἰς ἓν ἐπιχείρημα, τὸ κατ’ ἐμὲ, οὐσιωδέστατον, τοῦ ὁποίου ἐγένετο χρῆσις οὐχὶ ἀνεπτυγμένως, καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἀνάγεται κυρίως εἰς τὴν ἐξασφάλισιν οὐχὶ τοῦ δανειζομένου, ἀλλὰ τοῦ δανειστοῦ. Ὁ νόμος τοῦ 1851, ὡς ἄριστα ἀνέπτυξεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, εἶχε σκοπὸν νὰ κανονίσῃ μίαν κατάστασιν πραγμάτων, ἥτις καθίστα τὴν παροχὴν ναυτοδανείων ἀδύνατον. Ἐὰν πολλοὶ ἐδάνειζον ναυτικῶς πρὸ τοῦ ἀπόπλου πλοίου τινὸς, κατὰ τὸ ἄρθρον 191 ἐδάφ. θʹ τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου εἶχον ἅπαντες τὸ αὐτὸ προνόμιον, ἀνεξαρτήτως τῆς χρονολογίας ἑκάστου δανείου ἢ τῆς δηλώσεως ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Πρωτοδικείου, οὕτω δὲ κατ’ ἀνάγκην συνέτρεχον εἰς τὴν διανομὴν τοῦ ἐκπλειστηριάσματος μετὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἐχόντων ἐπικρατέστερον προνόμιον δανειστῶν. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν δανείων κατὰ τὸν διάπλουν, ἅτινα ἔχουσι προνόμιον ἐπικρατέστερον, ἀλλὰ περὶ τῶν δανείων ἀκριβῶς τῶν πρὸ τοῦ ἀπόπλου, περὶ ὧν ὁ νομοθέτης τοῦ 1851 ἠθέλησε νὰ μεριμνήσῃ καὶ πράγματι ἐμερίμνησεν ἐπαρκῶς. Ὁ νομοθέτης ὅμως τοῦ 1851, περὶ τούτου καὶ μόνου τοῦ πράγματος ἀσχοληθείς, καὶ τοῦτο κανονίσας ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῆς προτιμήσεως μεταξὺ τῶν δανειστῶν, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸν αὐτὸν λόγον τῆς προτιμήσεως, ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὸ διὰ βιβλιαρίων σύστημα δημοσιότητος, ἐπαρκὲς ἵνα κανονίσῃ τὴν μεταξὺ δανειστῶν τάξιν. Ἐὰν ὑπάρχωσι ναυτοδάνεια, ὑπαγόμενα εἰς τὸ ἐδάφ. θʹ τοῦ ἄρθρου 191 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου τοῦ 1851, εἶπεν ὅτι τὰ ναυτοδάνεια ταῦτα κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς των εἰς τὸ βιβλιάριον τοῦ πλοίου θὰ ἐξοφληθῶσι καὶ θὰ ἰσχύῃ ὁ κανὼν «prior tempore, potior jura». Εἰς τὰ ναυτοδάνεια ὅμως ἐκεῖνα ἔλειπε τὸ ἕτερον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ σήμερον ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου καθιεροῦται καὶ ὅπερ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἀπαρτίζει ἐμπράγματον δικαίωμα, ἔλειπε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιδιώξεως τοῦ πλοίου εἰς χεῖρας τρίτου, ὅπερ μόνον δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν ἐπὶ πλοίων δανείζοντα· τῷ ὄντι, ἐὰν τὸ πλοῖον ἤθελε περιέλθει εἰς χεῖρας τρίτου, ὁ ναυτοδανειστὴς δὲν ἔχει σήμερον δικαίωμα ἐπιδιώξεως εἰς χεῖρας τούτου ἰδιαίτερον, ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1851 καθιερωμένον, ἀλλ’ ἔχει τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ πρῶτος ἐνεχυρόγραφος δανειστὴς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 193 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου, καὶ τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα διαρκοῦσιν ἐφ’ ὅσον τὸ πλοῖον μεταβιβασθὲν δὲν ἤθελεν ἐκτελέσει ἕνα πλοῦν μετὰ τὴν μεταβίβασιν ὑπὸ τὸ ὄνομα καὶ μὲ τὸν κίνδυνον τοῦ ἀγοραστοῦ καὶ χωρὶς νὰ γείνῃ ἀντίστασις ὑπὸ τῶν δανειστῶν τοῦ πωλητοῦ. Ἐὰν τοιοῦτος πλοῦς ἐκτελεσθῇ, πᾶν προνόμιον καὶ πᾶσα ἀπαίτησις ἐπὶ τοῦ πλοίου ἀποσβέννυνται τέλεον. Σήμερον ὅμως, Κύριοι, τί ἔχομεν νὰ κανονίσωμεν; Σήμερον ἔχομεν νὰ κανονίσωμεν ἐκτὸς τοῦ δικαιώματος τῆς προτεραιότητος μεταξὺ τῶν δανειστῶν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐγγυήσεως καὶ ἐξασφαλίσεως τοῦ ἐμπραγμάτου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῦμεν διὰ τῆς ἐπιδιώξεως τοῦ πλοίου εἰς χεῖρας τῶν τρίτων. Λάβετε τὸ δικαίωμα αὐτὸ, καὶ θελήσατε νὰ τὸ περιβάλητε μὲ τοὺς τύπους τῆς δημοσιότητος. Ποῖον ἆρά γε θὰ ἐκλέξητε, διὰ νὰ φυλάξῃ τὰ ἐπίσημα βιβλία, τὰ χρησιμεύοντα διὰ τὴν δημοσιότητα; Θὰ ἐκλέξητε ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει συμφέρον νὰ καταστρέψῃ τὸ ἐνοχλοῦν αὐτὸν ἐμπράγματον δικαίωμα; Ἀληθῶς θὰ ἦναι παράδοξος ὁ τρόπος τῆς ἐξασφαλίσεως· εἶναι ὡς νὰ ἐμπιστευθῆτε τὸν λύκον, ἵνα φυλάξῃ τὰ πρόβατα. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει κύριον καὶ πρώτιστον συμφέρον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιδιώξεως τοῦ πλοίου εἰς χεῖράς του νὰ μὴ τελεσφορήσῃ, εἶναι προδήλως ὁ ἑκουσίως ἀγοράσας τὸ πλοῖον, καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὸ σύστημα τῆς διὰ βιβλιαρίων δημοσιότητος αὐτὸς θὰ παραλάβῃ τὸ βιβλιάριον τοῦ πλοίου, αὐτὸς, ὁ ἔχων τὸ συμφέρον, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιδιώξεως νὰ μὴ παραβλάψῃ τὴν ἀγοράν του, θὰ λάβῃ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του τὸ πλωτὸν ὑποθηκοφυλακεῖον, διὰ νὰ γείνῃ ὁ νόμιμος φρουρὸς καὶ ὁ νόμιμος διακάτοχος τοῦ σπουδαιοτέρου δημοσίου ἐγγράφου, ἐξ οὗ ἐξαρτῶνται τὰ δικαιώματα τοῦ δανειστοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον ἐλάττωμα, κατ’ ἐμὲ, τοῦ συστήματος τῆς δημοσιότητος, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ καθιερώσῃ τὸ ὑπὸ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ναυτικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνει καὶ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Ἄλλαι ὅμως αἱ σημεριναὶ ἀνάγκαι, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ἵνα καλῶς ἐννοηθῶ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1851, ὁ ἀρκεσθεὶς εἰς τὰ βιβλιάρια, δὲν εἶχε νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπιδιώξεως εἰς χεῖρας τρίτων, διότι ἀνάγκη ἐπείγουσα τότε παρίστατο νὰ κανονισθῇ ἡ προτεραιότης μόνον μεταξὺ διαφόρων ναυτοδανείων. Προκειμένου μόνον περὶ τῆς προτεραιότητος, ὁμολογουμένως ὁ διακάτοχος τοῦ βιβλιαρίου, ὁ πλοίαρχος, οὐδὲν εἶχε συμφέρον νὰ ἀποκρύψῃ τὸ βιβλιάριον ἐκ δυσμενείας πρὸς τὸν δανειστὴν Α, ἵνα καταταχθῇ κατὰ προτίμησιν ὁ δανειστὴς Β. Ὅταν ὅμως ἔχωμεν σήμερον δημιουργούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ πραγματικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ μείζων ἐξασφάλισις διὰ τὸν δανειστὴν, τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιδιώκῃ ὁ δανειστὴς τὸ πλοῖον, εἰς οἱουδήποτε χεῖρας καὶ ἂν εὑρίσκηται, δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσητε τὸ ὑποθηκοφυλακεῖον ἐντὸς τοῦ πλοίου, νὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὸν ἔχοντα τὸ μέγιστον συμφέρον τῆς ἐξαλείψεως τῶν ἐπὶ τοῦ πλοίου βαρῶν, ἵνα γείνῃ αὐτὸς ὁ νόμιμος διακάτοχος τοῦ βιβλίου τῶν ὑποθηκῶν, καὶ νὰ μυκτηρίζῃ ἐν ἀνάγκῃ τὸν δανειστήν. Ἐδῶ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος, καὶ ἐδῶ ἐστηρίχθη ἡ ἐπιτροπή, διὰ νὰ προτείνῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχει τὸ ὑπ’ αὐτῆς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἔντιμος συνάδελφος, ἀναζητῶν τὰς συμβάσεις, ἃς δύναται νὰ συνομολογήσῃ ὁ δανειζόμενος, εἰσῆλθε καὶ εἰς περαιτέρω ἐρεύνας καὶ κατεδίκασε τὸ σύστημα τῆς ἐπιτροπῆς, εἰπὼν, ὅτι δι’ αὐτοῦ δύνανται καὶ προῖκες νὰ ἐξασφαλισθῶσι καὶ ἄλλαι ἀπαιτήσεις, ἐντελῶς ἄσχετοι πρὸς τὰς ληψοδοσίας ἐπὶ πλοίων. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμελῶς ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα, χωρὶς νὰ ὀνομασθῶσι προῖκες αἱ διάφοροι πιστώσεις, δὲν δύνανται ἆρά γε νὰ χρησιμεύσωσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου του καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν προικός; Εἷς πλοιοκτήτωρ θέλει νὰ ἐκδώσῃ εἰς γάμον τὴν θυγατέρα του, καὶ θέλει νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν προῖκα· τί κάμνει; Ναυτοδανείζεται εἰκονικῶς παρὰ τοῦ γαμβροῦ, καὶ καθιστᾷ προνόμιον ὑπὲρ τοῦ γαμβροῦ. Καὶ πῶς θὰ ἀποβάλῃ τὸ προνόμιόν του τὸ δάνειον αὐτὸ, ἂν περιβληθῇ μὲ ὅλους τοὺς τύπους τοῦ ναυτοδανείου; Πῶς θέλει ἀμφισβητηθῆ εἰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ δανειστοῦ ἡ ἀπαίτησις, ἵνα προτιμηθῶσιν ἄλλοι; καὶ πῶς θέλουσιν εἴπει εἰς τὸν δανειστὴν αὐτόν: «δὲν ἐδάνεισες, ἀλλ’ ἔλαβες εἰς προῖκα»; Ἀλλὰ προβαίνω καὶ περαιτέρω. Ζητεῖ ὁ πλοιοκτήτωρ χρήματα, καὶ λέγει ὅτι θέλει νὰ ἐκπέμψῃ τὸ πλοῖον εἰς τὰς θαλάσσας, τὰ χρήματα ὅμως λαμβάνει καὶ τὰ δίδει εἰς τὸν γαμβρόν. Ὑπάρχει τάχα διαφορά; Ποῦ λοιπὸν ἡ ἀσφάλεια καὶ ποῦ ὁ ἀποσκορακισμὸς αὐτῶν τῶν ξένων ἀπὸ τὴν ναυτιλίαν ἀπαιτήσεων;
§87ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
§88ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἴπατε προδήλως. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, μὴ ἔχουσα τελείαν πεποίθησιν εἰς τὰς δυνάμεις της, ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸν γαλλικὸν νόμον. Καὶ ἐπὶ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου συνεζήτησε καὶ τοῦ γαλλικοῦ νόμου ἐνίας διατάξεις ἐτροποποίησεν, ἵνα παρουσιάσῃ νομοσχέδιον σύμφωνον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἡμετέρας ναυτιλίας καὶ πρὸς τὰς ἐν γένει ἀνάγκας τοῦ τόπου. Δὲν φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ φύγωμεν μακρὰν ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔχει μόνον τὸν στενὸν προορισμὸν νὰ προσκομίσῃ ἁπλῶς τὰ κεφάλαια εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην νὰ ἐκπλεύσωσι πλοιάρχους, ἔχει σκοπὸν εὐρύτερον πολὺ, νὰ διευκολύνῃ τουτέστι τὴν ναυπήγησιν νέων πλοίων· διότι, ἂν προώρισται ἡ ἐμπορικὴ ἡμῶν ναυτιλία νὰ ζήσῃ, μόνον διὰ τῆς ναυπηγήσεως νέων πλοίων δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν ναυτιλίαν. Τὸ σύστημα λοιπὸν τῆς ἐπιτροπῆς ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐνίσχυσιν πρὸς ναυπήγησιν νέων πλοίων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐζήτησε, κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δάνεια χάριν τῆς ναυπηγήσεως νέων πλοίων, ἐζήτησεν εἰς τὸν ἔχοντα ἓν πλοῖον νὰ παράσχῃ τὸ μέσον, ὅπως, χορηγῶν εἰς ὑποθήκην καὶ τὸ ὑπάρχον καὶ τὸ κατασκευασθησόμενον πλοῖόν του, κατορθώσῃ νὰ κατασκευάσῃ καὶ τὸ δεύτερον, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου πᾶν ἄλλο δύναται νὰ κατορθωθῇ. Οὐδεμίαν δυσκολίαν αἰσθάνομαι νὰ εἴπω, ὅτι ἠπόρησα, πῶς τόσον ὀλίγον ἐπρόσεξεν ὁ πολυμαθέστατος συνάδελφος εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα χορηγοῦνται ἐπὶ τοῦ ναυπηγουμένου πλοίου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐφρόντισεν, ἅμα τὸ πλοῖον ἀρχίσῃ νὰ κατασκευάζηται εἰς τὸ ναυπηγεῖον, νὰ δύναται ἀμέσως νὰ ἐγγραφῇ ἐπ’ αὐτοῦ ὑποθήκη, ὁ δὲ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐφρόντισε μόνον νὰ συνταχθῇ ἔκθεσις ἐπὶ ἑνὸς φύλλου περὶ ὑποθήκης ἐπὶ τοῦ πλοίου, νὰ ῥιφθῇ ὑπὸ τοῦ τυχόντος ὑπαλλήλου ἡ τοιαύτη ἔκθεσις εἰς τὰ ἑρμάρια τοῦ ὑπολιμεναρχείου, καὶ κατόπιν νὰ γείνῃ φροντὶς περὶ ἐγγραφῆς τῆς ὑποθήκης, ὅταν περατωθῇ ἡ ναυπήγησις τοῦ πλοίου’ τότε θὰ ἐγγραφῇ ἡ ὑποθήκη εἰς τὸ βιβλιάριον καὶ τότε θὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ δανειστής. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῷ μεσοχρόνῳ τούτῳ διαστήματι ὁ μικρὸς ἐκεῖνος ὑπάλληλος, τῇ ἐπινεύσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, μεταβῇ εἰς ἕτερον μέρος τοῦ Κράτους, καὶ δὲν φροντίσῃ ἐπαρκῶς νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν, ἥτις προώρισται νὰ ἐγγυηθῇ τὴν πληρωμὴν σπουδαίας ἀπαιτήσεως χρηματικῆς, τί γενήσεται; εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ ὁ δανειστής αὐτός; Καὶ ἂν ἕτερος ἐπιμελέστερος δανειστής, μεταγενέστερος ὅμως, κατορθώσῃ νὰ ἐγγράψῃ προηγουμένως εἰς τὸ βιβλάριον τὴν ἀπαίτησιν αὐτοῦ, τί γίνονται τὰ δικαιώματα τοῦ πρώτου δανειστοῦ; Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἔχει καὶ ἑτέραν διάταξιν, ἡ ὁποία μοὶ ἐφάνη τὰ μάλα ὑπερβολική. «Ἐν περιπτώσει, λέγει ἐν τέλει τὸ ἄρθρον 13, μὴ συντάξεως τῆς ἀνωτέρω ἐκθέσεως, ἢ μὴ ἀντιγραφῆς αὐτῆς εἰς τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου, τὸ ἐπὶ τοῦ ναυπηγουμένου πλοίου δοθὲν δάνειον στερεῖται τοῦ νομίμου προνομίου ὡς πρὸς τὰς πρὸ αὐτοῦ ἐγγραφείσας ἐν τῷ βιβλίῳ προνομιούχους ἀπαιτήσεις....» Ἐννοεῖτε ποίαν σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν δανειστῶν παρομοία διάταξις, ὅταν περιβάλληται μὲ τοιαύτην ἐξουσίαν ὁ μικρὸς ἐκεῖνος λιμενικὸς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος φυλάττει τὰς ἐκθέσεις ὅπου θέλει καὶ ἐγγράφει τὰς ὑποθήκας καθ’ ἣν ἡμέραν περατωθῇ ἡ ναυπήγησις τοῦ πλοίου. Δὲν φρονῶ ὅτι τοιαῦτα ἐλαττώματα παρατηροῦνται εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ κατήρτισε. Δὲν αἰσθάνομαι ἔρωτα πρὸς ἔργον μου,— διότι καὶ ἐγὼ ἔσχον τὴν εὐτυχίαν νὰ παρακολουθήσω τὰ ἔργα τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐγὼ ἔσχον τὴν προθυμίαν νὰ μελετήσω τὸ νομοσχέδιον,—ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἔχω στοργὴν πρὸς ἔργα μου τοιαύτην, οἵαν ἐπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, βεβαίως θὰ ἐφρόντιζον νὰ τὰ καταστήσω τελειότερα ἀφ’ ὅ,τι κατήρτισε τὸ ἰδικόν του ὁ κ. Κωνσταντόπουλος. Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διότι ὑπέδειξα εἰς ποῖα σημεῖα διαφωνοῦμεν πρὸς τὰ ἕτερα δύο νομοσχέδια καὶ ποῦ συναντώμεθα, κατέδειξα δὲ τοὺς λόγους, δι’ οὓς διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος· νομίζω ὅμως καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τρία ἄρθρα, ἀποτελοῦντα προσωρινὰς διατάξεις, ὑποτροπολογῶν κατά τι τὴν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου φίλου μου καὶ βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων κ. Τόμαν ὑποβληθεῖσαν σχετικὴν τροπολογίαν. Ἠκούσατε ὅτι ἐπανειλημμένως ἐζητήθη ἡ ψήφισις τοῦ περὶ ναυτικῶν ὑποθηκῶν νομοσχεδίου, ἐθεωρήθη δὲ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον δι’ ὡρισμένην τινὰ ἑταιρίαν, τῆς ὁποίας αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις εἶναι κατά τι δυσχερεῖς. Ἐνόμισα ὅτι πρέπον εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ ἀκρόασιν εἰς τοιαύτην αἴτησιν τῆς ἑταιρίας, ἥτις ἀληθῶς, ἂν ἔσχε σφάλματα περὶ τὴν ἐσωτερικὴν αὑτῆς διαχείρισιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, πάντοτε ἐδείχθη προθυμοτάτη. Ἐθεώρησα ὅμως, ὅτι, προκειμένου περὶ ἑταιρίας ἐχούσης ἄμεσον ἀνάγκην, δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐν νομοσχεδίῳ γενικῷ νὰ τεθῇ, οὕτως εἰπεῖν, μία προσωπικὴ διάταξις, καὶ προέκρινα νὰ καταστρωθῇ διάταξις ὑπὸ τύπον γενικώτερον, ἐπιτρέποντα πάντοτε εἰς τὴν ἐνδιαφερομένην ἑταιρίαν νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰς περιστάσεις. Βεβαίως, ἂν ἀποφασίσῃ ἄλλως ἡ Βουλή, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Κατὰ ταῦτα διὰ προσθέτου ἄρθρου 37 ζητῶ, ἵνα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 34 Β. Διατάγματος δύναται νὰ συστηθῇ ὑποθήκη ἐπὶ ἀτμοπλοίων ἀνηκόντων εἰς ἀνωνύμους ἀτμοπλοϊκὰς ἑλληνικὰς ἑταιρίας, ὑπὸ τὸν ὅρον ἡ ὑποθήκη νὰ συνομολογηθῇ διὰ δημοσίου ἐγγράφου, τὸ δημόσιον ἔγγραφον νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα τοῦ τόπου, εἰς ὃν τὰ πλοῖα τῆς ἑταιρίας εἶναι νηολογημένα, νὰ συνταχθῇ ἔκθεσις καὶ νὰ καταχωρισθῇ ἡ τοιαύτη ἔκθεσις εἰς τὸ βιβλίον τῶν ἐκθέσεων, τὸ τηρούμενον διὰ τὰς ὑποθήκας ἐπὶ ἀκινήτων. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐννοεῖται ὅτι ἔχων τὸ ὑποθηκικὸν δικαίωμα ὁ δανειστής, θὰ δύναται νὰ ἐνασκήσῃ ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον παρέχει αὐτῷ, καὶ πᾶσα ὑποθήκη τοιαύτη ὑποβάλλεται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταγραφῇ εἰς τὰ καταρτισθησόμενα βιβλία ναυτικῶν ὑποθηκῶν, εὐθὺς ἅμα τὰ βιβλία ταῦτα καταρτισθῶσι προσηκόντως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς. Ἀληθῶς, ὡς θέλετε παρατηρήσει ἐν τῷ ἄρθρῳ 34 τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, προνοεῖται ὅπως διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθῇ ἡ ἔναρξις τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου καὶ τὰ περὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, κυρίως δὲ τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν βιβλίων καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ παρεχόμενα εἰς τὴν ἐπιτυχῆ λειτουργίαν τοῦ συστήματος. Μέχρις ὅτου ὅμως γείνουν πάντα ταῦτα, εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ χρονικὸν διάστημα ἀρκετὸν, καὶ νὰ μὴ πληρωθῇ οὕτως ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς ἑταιρίας, περὶ ἧς εἶπον προηγουμένως, νὰ συνάψῃ δηλονότι δάνειον καὶ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντά της.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀναγινώσκετε παρακαλῶ τὴν τροπολογίαν σας;
§90ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχουσι τὰ προτεινόμενα προσθέτως τρία ἄρθρα ὑπὸ τὸν τίτλον «Προσωριναὶ διατάξεις» (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 37. Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 34 Βασ. Διατάγματος δύναται νὰ συστηθῇ ὑποθήκη ἐπὶ ἀτμοπλοίων ἀνηκόντων εἰς ἀνωνύμους ἀτμοπλοϊκὰς ἑλληνικὰς ἑταιρίας διὰ δημοσίου ἐγγράφου, συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ παρόντος νόμου, κατατιθεμένου ἐν ἀντιπεφωνημένῳ ἀντιγράφῳ παρὰ τῷ ὑποθηκοφύλακι τοῦ τόπου, εἰς ὃν εἶναι νηολογημένον τὸ πλοῖον, μετὰ 2 περιλήψεων, κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ αὐτοῦ νόμου, καὶ συντασσομένης περὶ τῆς καταθέσεως ταύτης ἐκθέσεως ἐν τῷ βιβλίῳ τῷ ὁριζομένῳ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1836 Β. Διατάγματος περὶ ἐκτελέσεως τοῦ περὶ ὑποθηκῶν νόμου. «Ἄρθρον 38. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεως ταύτης χωροῦσιν ὑπὲρ τοῦ δανειστοῦ τὰ δικαιώματα, περὶ ὧν τὰ ἄρθρα 13 καὶ ἑπόμενα τοῦ παρόντος νόμου. «Ἄρθρον 39. Αἱ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀποκτηθεῖσαι ἐγκύρως ὑποθῆκαι ἐγγράφονται παρὰ τοῦ παρ’ ᾧ ἡ κατάθεσις ὑποθηκοφύλακος εἰς τὰ ἐπὶ τούτῳ συνταχθησόμενα ὑποθήκης πλοίων βιβλία εὐθὺς ὡς οὗτος ἐφοδιασθῇ διὰ τοιούτων καὶ πρὸ πάσης ἄλλης ἐγγραφῆς.»
§91ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὀρθότερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἐπιτραπῇ ἡ συνομολόγησις τοιαύτης ὑποθήκης μόνον ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας.
§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπρότεινε νὰ προσδιορισθῇ ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι τοῦτο γίνεται διὰ μόνην τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν; Ὑπάρχει ζημία της, ἂν τεθῇ ἡ ἄδεια ἐν τῷ νόμῳ ὑπὸ τύπον γενικώτερον.
§93ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι πρόκειται ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν, καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν δύο μόνον ἀνωνύμους ἑταιρίας, τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν καὶ τὴν Πανελλήνιον.
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσῳ πλέον περιωρισμένη εἶναι ἡ προσωρινὴ διάταξις, τόσῳ καλλίτερον.
§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, κύριοι Βουλευταὶ, εἶδον τὸν προαγορεύσαντα εἰς τὸ βῆμα, ὑπέθετον ὅτι ἤθελον ἀκούσει παρ’ αὐτοῦ νέα ἐπιχειρήματα, δυνάμενα νὰ πείσωσι καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ συνάδελφος, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἠκολούθησεν, εἶναι ἀληθῶς ὀρθότερον καὶ προτιμότερον· ἀλλ’ οὐδὲν ἤκουσα τοιοῦτον. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἀποβλέψῃ ἡ Βουλὴ, εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τοῦ δανειστοῦ κατὰ τῶν ἐνδεχομένων κινδύνων, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ διατρέξῃ κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον, ἤθελεν ἴδει, ὅτι καὶ μὲ τὸ ἓν σύστημα καὶ μὲ τὸ ἄλλο πλήρης λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἐξασφαλίσεως τοῦ ἐνυποθήκου ἢ ἐπὶ ἐνεχύρῳ δανείζοντος.
§96ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ τρόπου τῆς δημοσιότητος ὡμίλησα· εἶπον ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ὑμετέρου κινδυνεύει ὁ δανειστής.
§97ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε ὅτι κινδυνεύει ὁ δανειστὴς μὲ τὸ σύστημα τοῦ βιβλιαρίου, διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ περιέλθῃ τοῦτο εἰς χεῖρας τοῦ νέου ἀγοραστοῦ τοῦ πλοίου· καὶ ἐλησμονήσατε, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ πώλησις τοῦ πλοίου, ἂν δὲν ἐγγραφῇ αὕτη εἰς τὸ βιβλίον αὐτοῦ· καὶ ἐλησμονήσατε ὅτι ἀντίγραφον τοῦ βιβλίου ὑπάρχει εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Πρωτοδικείου· καὶ ἐλησμονήσατε ὅτι φέρει εἰς χεῖράς του αὐτὸς ὁ δανειστὴς τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἐγγραφῆς τοῦ δανείου καὶ τῶν προηγουμένων· καὶ ἐλησμονήσατε, ὅτι πρῶτον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσῃ ὁ ἀγοραστὴς τοῦ πλοίου, εἶναι τὸ βιβλιάριον, ἵνα γνωρίσῃ τίνα βάρη βαρύνουσι τὸ πλοῖον, ὃ πρόκειται νὰ ἀγοράσῃ! Προδήλως λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διαιρεῖ, ἂν πρέπῃ νὰ προτιμήσωμεν τὸ ἐν χρήσει βιβλίον τοῦ πλοίου ἢ τὸ δημόσιον βιβλίον τῶν ὑποθηκῶν, οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ ἀγοράζων πλοῖον πρῶτον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσῃ, εἶναι νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ πωλητοῦ τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου, ἵνα ἐγγράψῃ ἐν αὐτῷ τὴν πώλησιν καὶ ἵνα μάθῃ τίνα βάρη βαρύνουσι τὸ πλοῖον, καὶ ἂν δύναται ἀσφαλῶς νὰ ἀγοράσῃ αὐτό. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει οὐδέποτε θὰ κινδυνεύσωσιν οἱ δανεισταὶ, διότι αὐτὸς δὲν ἐφρόντισε νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τὸ πλοῖον. Δὲν ἔχει, Κύριοι, οὐδεμίαν σχέσιν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προσήγαγεν εἰς τὸ μέσον ὁ κ. συνάδελφος. Ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου συστήματος. Εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἰσχυρίσθην, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς δύνανται νὰ ἐξασφαλισθῶσιν αἱ προῖκες. Τοὐναντίον ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ὑποθέτω ὅτι ἐννοοῦσι νὰ ἐξασφαλίσωσι καὶ τὰς προῖκας, αἱ ὁποῖαι ἐν γένει ἐξασφαλίζονται διὰ τῆς κοινῆς ὑποθήκης, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ τοιαῦται ἰδέαι δύνανται νὰ ἐγερθῶσι, προτιμῶ τὸ σύστημα τοῦ νομίμου προνομίου, ἵνα λείψῃ πᾶσα περὶ τούτου ἀμφιβολία. Εἶπε κατόπιν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον περιέχει ἐλλείψεις καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ δανείου ἐπὶ ναυπηγουμένου πλοίου. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, Κύριοι, εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ. Περὶ τοῦ ναυπηγουμένου πλοίου λαμβάνει πρόνοιαν καὶ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον καὶ τὸ ἐμὸν, πληρεστάτην πρόνοιαν· ζητοῦμεν νὰ γίνωνται ἐκθέσεις ἐνώπιον τῆς λιμενικῆς ἀρχῆς περὶ τῶν ἐπὶ τοῦ πλοίου λαμβανομένων δανείων. Τῶν ἐκθέσεων τούτων πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ ἀντίγραφον, εἶναι ὁ δανειστὴς, ἵνα μὴ ἐξαρτᾶται ἡ τύχη του ἐκ τῆς ἐπιμελείας τοῦ Λιμενάρχου, καὶ αὐτὸς θὰ φροντίσῃ νὰ ἐγγραφῇ τὸ δάνειον. Ὅταν δὲ προβάλλητε τὰς δολιότητας τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰς λαμβάνητε ὡς ἐπιχείρημα, δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἀντιτάξω ἑτέρας δολιότητας τῶν ὑποθηκοφυλάκων. Ποσάκις δὲν ἐκδίδουσιν οὗτοι ψευδῆ πιστοποιητικὰ, ὅτι ἐπὶ τοῦ δεῖνα ἀκινήτου δὲν ὑπάρχουσι βάρη, ἐνῷ ὑπάρχουσιν; Ἀλλὰ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα εἶναι ἄσχετα πρὸς τὴν ὀρθότητα οιουδήποτε συστήματος. Ἄν δὲ δὲν ἀρέσκῃ ὑμῖν ἡ ἐγγραφὴ ἐνώπιον τοῦ Λιμενάρχου δι’ ἐκθέσεως, προτείνατε νὰ ἐγγράφηται ἐνώπιον τοῦ Ἐμποροδικείου, ἵνα προληφθῇ πᾶσα κατάχρησις. Μὴ ὑποστηρίζετε ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς ὑποθήκης, διότι λίαν ὀρθότερον καὶ χρησιμώτερον εἶναι τὸ πρῶτον. Τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀκριβὴς κατὰ τὸ πλεῖστον μετάφρασις τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ τὸ ὑπουργικὸν, μόνον καθόσον ἀφορᾷ τὸ σύστημα τῆς δημοσιότητος μεταβάλλει τὸ Γαλλικὸν, κατὰ τὰ λοιπὰ καθιεροῖ τὸ ἴδιον σύστημα, ἐπίσης καὶ τὸ ἐμὸν, διότι δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ ἐφεύρωμεν νέας ἰδέας, ἵνα καθιερώσωμεν αὐτὰς παρ’ ἡμῖν. Ὁ τρόπος τῆς διατυπώσεως αὐτῶν δύναται νὰ μᾶς διαιρέσῃ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς διατυπώσεως τῶν ἰδεῶν, ἀπὸ τῆς πρώτης ἀγορεύσεώς μου ὑπέβαλον, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς δὲν λαμβάνεται ἡ προσήκουσα πρόνοια περὶ τοῦ ναυτοδανείου, ὅπερ διατηρεῖται ἐν ἰσχύι καὶ τὸ ὁποῖον τρέχει τοὺς κινδύνους, οὓς ἐξεθέσατε πρότερον. Περὶ αὐτοῦ τοῦ ναυτοδανείου ἔχετε μόνον ἓν ἄρθρον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σας ἐλλιπέστατον· δι’ ὃ ἐγὼ ὑπέβαλον ὑμῖν πολλὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀναφυῶσι καὶ περὶ τῶν ὁποίων σιωπᾶτε ἐντελῶς, ἐνῷ τοὐλάχιστον τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἐμερίμνησε περὶ τούτων.
§98ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ περὶ ὑποθηκῶν πλοίων νόμου ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν ναυτοδανείων, ἐκτὸς τῆς διατάξεως περὶ παραγραφῆς.
§99ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐλέγετε τοῦτο, ἐγὼ δὲν ἤθελον φέρει τὴν ἐλάχιστον ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ λέγετε ῥητῶς τὸ ἐναντίον, καὶ ἀναγινώσκω πρὸς ὑμᾶς τὸ ἄρθρον σας, ἵνα τὸ συμπληρώσητε, διότι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν ἅπαντες, εἶναι νὰ συντάξωμεν νόμον σαφῆ καὶ μὴ γεννῶντα μυρίας ἀμφισβητήσεις. Ἰδοὺ τί λέγετε (ἀναγινώσκει): «Τὰ ναυτοδάνεια ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ὑποθήκης πλοίων νόμου, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐγγραφὴν καὶ τὴν κατάταξιν αὐτῶν καὶ τὰ ἐκ τούτων δίκαια....» Δὲν λέγετε ὅτι ὑπόκεινται εἰς ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ὑποθηκῶν νόμου.
§100ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ὑποθήκης πλοίων νομοσχεδίου, ὅλας θεωροῦμεν ἐφαρμοστέας καὶ εἰς τὰ ναυτοδάνεια, ἐξαιρουμένης μόνον τῆς περὶ παραγραφῆς διατάξεως.
§101ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, Κύριοι, καὶ ἄλλα τινὰ, ὅτι αὐτοὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ των καθιεροῦσι διατάξεις ἰσχυούσας εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, ἐνῷ ἐγὼ δὲν ἐπικαλοῦμαι παραδείγματα ἄλλων ἐθνῶν. Ἐγὼ καυχῶμαι, ὅτι ἐπικαλοῦμαι διατάξεις εὐδοκίμως ἰσχυούσας ἐν Ἑλλάδι, καὶ τοῦτο μὲ ἀρκεῖ. Καὶ ἔπειτα μήπως νομίζετε, ὅτι τὸ ἐμὸν σύστημα δὲν εἰσήχθη καὶ εἰς ἄλλα Κράτη; Αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ Ἰταλικὸν, τὸ ἰσχύον ἐν Ἰταλίᾳ, εἶναι τὸ σύστημα τῶν ὑποθηκῶν· τὸ ὀνομάζουν ἐνέχυρον. Αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ Γαλλικὸν πῶς εἶχε πρότερον; Ἀπῄτουν νὰ ἐγγράφωνται αἱ ὑποθῆκαι αὐταὶ οὐ μόνον εἰς τὸ βιβλίον τὸ ἀκίνητον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ πλοίου, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι αὐτοὶ ἐθεώρουν ὡς κύριον τὸ ἀκίνητον βιβλίον καὶ ὡς ἐπιβοηθητικὸν τὸ ἐν τῷ πλοίῳ ὑπάρχον, ἐνῷ ἡμεῖς θεωροῦμεν τὸ ἐν τῷ πλοίῳ βιβλίον ὡς κύριον, καὶ τὸ ἐν τῷ Ἐμποροδικείῳ ὡς ἐπιβοηθητικόν. Λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ ἐννοίας ἀγνώστου ἐν τῇ Γαλλικῇ νομοθεσίᾳ, διότι εἶχον εἰσαγάγει καὶ ἐκεῖ τὴν ἐν ἐγγράφῳ τοῦ πλοίου ἐγγραφὴν, ἀλλ’ ὑπελάμβανον ὡς κύριον τὸ βιβλίον τῆς ὑποθήκης. Καὶ ἴσως ἴσως, ἂν ἐγνώριζον ἀκριβῶς τὴν χρῆσιν τοῦ ἡμετέρου βιβλιαρίου, θὰ ἐπροτίμων τὸ ἡμέτερον σύστημα ἐκείνου, ὃ ἔχουσιν ἐν ἰσχύϊ.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς;
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§106ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῶν καθέκαστα ἔχω παρατηρήσεις. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, δὲν εὑρίσκω λόγον ἀποχρῶντα, ἵνα μεταβάλωμεν τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, καθόσον ἀφορᾷ τὰ συμβόλαια τὰ συναπτόμενα περὶ ὑποθήκης ἐπὶ τῶν πλοίων. Ἐπειδὴ ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου ἰσχύει δι’ ὅλα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἰσχύσῃ ἀκόμη καὶ διὰ τὰ ὑποθηκικὰ αὐτὰ δάνεια. Τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ παρέξωμεν τῇ ναυτιλίᾳ, ὀφείλομεν νὰ τὰς ἐπιδιώξωμεν ἐν τῇ ἐγγραφῇ τῆς ὑποθήκης, ἀπαλλάσσοντες τὴν ἐγγραφὴν παντὸς βάρους ἐξ ἐκείνων, εἰς ἃ ὑπόκειται πᾶσα ἄλλη ἐγγραφή· ἑπομένως ἐνταῦθα εἶναι περιττὸν νὰ κάμωμεν μνείαν περὶ τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου.
§107ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι ὁ συνάδελφος δὲν ἔχει δίκαιον, διότι ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προτείνομεν εἰς τὰ τέλη ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων, ἐλαττοῖ αὐτὰ κατὰ τὸ ἥμισυ. Διενοήθημεν ἆρά γε νὰ προτείνωμεν τὸ τοιοῦτον αὐθαιρέτως ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ὄχι· ὑπάρχει νόμος εἰδικὸς, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου εἰς τὰ δάνεια τὰ ἐπὶ ἐνεχύρῳ συναπτόμενα παρὰ ταῖς ἀνωνύμοις ἑταιρίαις. Τὰ δάνεια αὐτὰ εἶναι διαρκείας συνήθως μικρᾶς. Ἐπίσης καὶ τὰ ναυτοδάνεια θεωροῦνται ὅτι δὲν εἶναι προωρισμένα νὰ μένωσιν ἐπ’ ἀόριστον ἀνεξόφλητα. Ἐνομίσαμεν λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει ὁ αὐτὸς λόγος τῆς ἐπιεικοῦς χαρτοσημάνσεως, ἐνομίσαμεν δὲ περιπλέον, ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς ναυτιλίας, ὠφείλαμεν νὰ τὸ πράξωμεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκεται).
§109ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶναι πληρέστερον. Ἐκτὸς τοῦ ναυπηγείου, ἀπαιτεῖ νὰ σημειῶται ἐν τῇ δηλώσει αὐτῇ καὶ ὁ τόπος, ἐν ᾧ γίνεται ἡ ναυπήγησις. Τοῦτο δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς ταυτότητος. Μάλιστα τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἀπαιτεῖ νὰ γίνηται εἰς τὴν δήλωσιν αὐτὴν καὶ μνεία τοῦ βαθμοῦ, μέχρις οὗ προέβη ἡ ναυπήγησις. Φρονῶ, ὅτι αὐταὶ αἱ ἐλλείψεις ἀποκρούουσι τὴν τροπολογίαν, καὶ ζητῶ, ἀντὶ τοῦ ἄρθρου τῆς ἐπιτροπῆς νὰ τεθῇ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 6).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7ον (ἀναγινώσκεται).
§112ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 7 μετὰ τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου τοῦ Γαλλικοῦ νόμου περιέχει τὸ ἐδάφιον βʹ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὸ βιβλίον καὶ ἡ ἄδεια τῶν συνδιοκτητῶν μετὰ τοῦ συμβολαίου. Τὰ περὶ καταχωρήσεως εἰς τὸ βιβλίον κανονίζονται διὰ τῶν ἑπομένων ἄρθρων. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατὶ ἐν τῷ ἐδαφίῳ τούτῳ λαμβάνεται πρόνοια ἰδιαιτέρα περὶ καταχωρήσεως τῆς ἀδείας τῶν συνδιοκτητῶν, καὶ ἡ ἀπορία μου αὐξάνει, ὅταν παρατηρῶ, ὅτι περὶ ἀδείας τῶν συνιδιοκτητῶν δὲν πραγματεύεται μόνον τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ ἄρθρου 3, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐδάφιον βʹ, καὶ ἐκεῖνο ὁμιλεῖ περὶ ἀδείας τῶν συνιδιοκτητῶν, καὶ ἐν μὲν τῷ βʹ ὑπὲρ τοῦ πλοιάρχου, ἐν δὲ τῷ γʹ ὑπὲρ τοῦ συνιδιοκτήτου λαμβάνεται πρόνοια νὰ καταχωρῆται ἡ ἄδεια. Ἀλλὰ τότε διατὶ λαμβάνετε μόνον τὴν ἄδειαν εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐδαφίου γʹ, καὶ ὄχι καὶ τοῦ ἐδαφίου βʹ; Θέλω λοιπὸν νὰ λείψῃ ὅλως τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἢ νὰ γείνῃ μνεία καὶ τῶν δύο ἀδειῶν.
§113ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι ὀρθή, καὶ ὅτι δύναται ἀκινδύνως διὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 7 νὰ λείψῃ.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 7 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ἀπαλειφθέντος τοῦ βʹ ἐδαφίου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 8).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9ον (ἀναγινώσκεται).
§116ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ προκείμενον ἄρθρον λαμβάνει πρόνοιαν περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταφορᾶς τῶν ὑποθηκῶν, αἵτινες ἐνεγράφησαν διαρκούσης τῆς ναυπηγήσεως τοῦ πλοίου. Τὸ πλοῖον δύναται νὰ ναυπηγηθῇ εἴτε ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, εἴτε ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἐμερίμνησε περὶ ἀμφοτέρων τῶν περιπτώσεων, ὁρίσαν ἐν ἄρθρῳ 5 τί πρακτέον, ὅταν τὸ πλοῖον ναυπηγῆται ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, καὶ τί, ὅταν ναυπηγῆται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς οὐδόλως μεριμνᾷ περὶ τῆς περατώσεως τῆς ναυπηγήσεως τοῦ πλοίου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ὅπερ θεωρῶ σπουδαίαν ἔλλειψιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· δεύτερον, τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον προβλέπει περὶ μεταφορᾶς τῶν ἐγγράφων οὐ μόνον ὅταν τὸ ναυπηγούμενον πλοῖον πρόκηται νὰ καταταχθῇ εἰς λιμένα, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὸ κατατεταγμένον εἰς λιμένα πλοῖον μεταβάλλῃ λιμένα. Τὸ δὲ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐν μὲν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ προβλέπει περὶ κατατάξεως τοῦ ναυπηγηθέντος πλοίου, ἐν δὲ τῷ ἑπομένῳ δίδει προθεσμίαν ἰδιαιτέραν περὶ κατατάξεως εἰς ἄλλον λιμένα τοῦ ἤδη κατατεταγμένου. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ ὕπαρξις δύο ἄρθρων περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου πρέπει νὰ λείψῃ· δεύτερον πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ ἄρθρον, γινομένης μνείας περὶ τοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐγγεγραμμένου πλοίου.
§117ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Εἶναι ἀληθὴς ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς οὐδένα ποιεῖται λόγον περὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ναυπηγουμένων πλοίων, διότι δὲν ἐφαντάσθημεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἴσως ὁ κ. Κωνσταντόπουλος θεωρεῖ ὀρθὸν, ὅτι ἡ ἐξουσία τῆς ἡμετέρας κυριαρχίας ἐκτείνεται ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου. Ὅθεν εἴπομεν, ὅτι, προκειμένου περὶ ὑποθήκης, ἥτις ἀπεκτήθη ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐπὶ πλοίου ναυπηγουμένου ἐκεῖ, θέλει ἰσχύει ἡ νομοθεσία τοῦ τόπου ἐκείνου, διότι βεβαίως οἱ ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ ἐν Γαλλίᾳ δανείζοντες θέλουσι κατίδει, ὅτι τότε μόνον ἐξασφαλίζονται, ὅταν λάβωσιν ὑποθήκην συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ τόπου αὐτῶν. Ἐπρονοήσαμεν ὅμως περὶ τῶν κατόπιν, ὅταν δηλαδὴ τὸ πλοῖον περατωθὲν ἐγγραφῇ παρὰ τῶν τρίτων δανειστῶν. Ἐφροντίσαμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συμφωνότερον πρὸς τὸ ὀρθὸν, διότι, οἱανδήποτε διάταξιν καὶ ἂν λάβῃ ἡ ἡμετέρα πολιτεία περὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ναυπηγουμένων πλοίων, φρονῶ ὅτι ὁ Ἄγγλος π. χ. δικαστὴς, ὅστις θὰ λύσῃ τὴν διαφορὰν, θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει μόνον τὸν ἀγγλικὸν νόμον, δὲν ἐννοῶ δὲ, πῶς ἠδυνήθητε νὰ συλλάβητε τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ὁ Ἕλλην νομοθέτης νὰ φροντίζῃ περὶ τοῦ πῶς ἀποκτῶνται τὰ προνόμια ἐπὶ πλοίου ναυπηγουμένου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀφοῦ, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ὁρίσῃ περὶ τούτου, ὁ δικαστὴς τοῦ τόπου, ἔνθα εὑρίσκεται ναυπηγούμενον τὸ πλοῖον, θέλει κανονίσει τὰς μεταξὺ τοῦ δανειστοῦ καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου σχέσεις κατὰ τὸν νόμον τῆς ἰδίας αὐτοῦ πολιτείας. Ὁ Ἕλλην νομοθέτης μίαν εὐκολίαν ὀφείλει νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς ξένους, νὰ φροντίσῃ ὥστε τοὺς δανειστὰς τούτους νὰ ἐξασφαλίσῃ, ἐγγραφομένων τῶν ὑποθηκῶν αὐτῶν ἐπὶ τῆς προσωρινῆς ἀδείας πρὸς ἀπόπλουν. Οὕτω τὸ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ναυπηγηθὲν ὑπὸ Ἕλληνος πλοῖον δὲν θέλει ἀπαντήσει δυσκολίαν, ὅπως ἀναχωρήσῃ ἐκεῖθεν ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ καὶ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν, τοῦ δανειστοῦ γινώσκοντος, ὅτι τὸ προνόμιον αὐτοῦ διὰ τὸ κατὰ τὴν ναυπήγησιν χορηγηθὲν δάνειον εἶναι ἐπαρκῶς ἐξησφαλισμένον καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὁποίου ὑπάγεται τὸ πλοῖον μετὰ τὴν ἐκ τοῦ τόπου τῆς ναυπηγήσεως ἀναχώρησιν. Ἀλλ’ εἰς μάτην ὁ Ἕλλην νομοθέτης ἤθελεν ἐπιχειρήσει νὰ κανονίσῃ τὰ δάνεια τοῦ δανειστοῦ ἐπὶ πλοίου ναυπηγουμένου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καθόσον ἀρκεῖ αὐτῷ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν νόμον τοῦ τόπου τῆς ναυπηγήσεως, ὁ δὲ δανειστὴς ὁ ξένος, ἀδιαφορῶν πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου, θέλει ἐφαρμόσει τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ νόμου τῆς πολιτείας αὐτοῦ, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ ναυπηγούμενον πλοῖον.
§118ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐμερίμνησε καὶ περὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγγραφομένων ὑποθηκῶν, διότι τὸ ἄρθρον 10 λέγει ῥητῶς, ὅτι «αἱ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν συνομολογηθεῖσαι ὑποθῆκαι ἰσχύουσιν ἀπέναντι τῶν τρίτων ἐπίσης ὡς καὶ αἱ ἐν Ἑλλάδι συναμολογηθεῖσαι τοιαῦται, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐγγραφῆς αὐτῶν κτλ.» Καὶ βεβαίως, διότι πλὴν τῶν ἐπὶ ναυπηγουμένων πλοίων ὑποθηκῶν, τὰ πλοῖα τῆς Ἑλλάδος ἀδιακόπως περιπλέουσιν εἰς ἀλλοδαποὺς λιμένας· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ἐκεῖ συνομολογουμένων ὑποθηκῶν. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἐμερίμνησεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῶν ἐπὶ ναυπηγουμένων ἡμεδαπῶν πλοίων ὑποθηκῶν, παραχωρηθεισῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, διότι τὸ ἄρθρον πραγματεύεται μόνον περὶ τῆς περιπτώσεως τῆς πωλήσεως καὶ οὐχὶ τῆς κατασκευῆς. Οὐδεὶς δὲ λόγος ἐμποδίζει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν δανείων τῶν χορηγουμένων ἐπὶ πλοίου ναυπηγουμένου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ.
§119ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς νόμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ ξένου δικαστοῦ. Εἴχομεν παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἑξῆς περίστασιν. Κανονίζομεν τὰ περὶ ὑποθήκης πλοίων, χορηγοῦμεν προνόμια, ἀλλὰ τίς ἐξασφαλίζει τὸν δανειστὴν, ὅτι, ἂν τὸ πλοῖον αὐτὸ ἐκποιηθῇ ἐν Γαλλίᾳ ἢ ἐν Ἀγγλίᾳ, θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁ Ἑλληνικὸς νόμος; Οὐδείς. Δέον ὅθεν διὰ συνθήκης διεθνοῦς νὰ περιβάλωμεν τὸν νόμον αὐτὸν, ἵνα μὴ ἄλλως καταστῇ κατὰ τὸ πλεῖστον γράμμα νεκρὸν, προκειμένου περὶ πλοίων ἐκποιουμένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἔνθα εἶναι λίαν ἀμφίβολον, ἂν ὁ ξένος δικαστὴς θέλῃ κανονίσει τὰ πράγματα κατὰ τὸν νόμον τῆς ἐθνικότητος τοῦ πλοίου.
§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς ὑπολαμβάνει, ὅτι μόλις ναυπηγηθῇ τὸ πλοῖον, θὰ κατασχεθῇ, διὰ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοὺς νόμους τοῦ τόπου, ἐν ᾧ κατεσκευάσθη. Ἡμεῖς προβλέπομεν τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ναυπηγηθὲν πλοῖον, ἐφ’ οὗ παρεχωρήθη ὑποθήκη ὑπὲρ Ἕλληνος, λαβὸν ἄδειαν νὰ ἐκπλεύσῃ, ἔρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα βεβαρημένον μὲ τὴν ὑποθήκην αὐτὴν, καὶ μεριμνῶμεν, πῶς θὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς ἐνυποθήκους δανειστάς. Σεῖς τίνα πρόνοιαν ἐλάβατε περὶ ἐγγραφῆς αὐτῶν τῶν ὑποθηκῶν κατὰ τοὺς νόμους τοῦ ἡμετέρου Κράτους;
§121ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Οὐδεμίαν. Ὁ ἐνδιαφερόμενος θὰ προνοήσῃ· ἡ Πολιτεία δὲν κάμνει τὸν κηδεμόνα.
§122ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πῶς κάμνετε τὸν κηδεμόνα ὑπὲρ τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἐγγραφομένων; Ἐκτὸς δὲ τούτου, οὐδὲν εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητὴς περὶ τῆς ὑπάρξεως δύο ἄρθρων.
§123ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ὅπου μὲν εὕρομεν διάταξιν, καθ’ ἧς δὲν εἴχομεν ἀντίῤῥησιν, τὴν διετηρήσαμεν, ὅπου δὲ εὕρομεν διάταξιν, καθ’ ἧς εἴχομεν ἀντίῤῥησιν, μετὰ ὥριμον σκέψιν τὴν ἀπεκρούσαμεν. Διὰ τοῦτο εἶναι πιθανὸν νὰ ἦναι ὀρθὸν τὸ παρ’ ὑμῶν λεγόμενον. Τοῦτο εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 ὡς ἔχει, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10ον (ἀναγινώσκεται).
§125ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ ὑπάρχει ἓν λάθος ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει διὰ τοῦ ἐναντιωματικοῦ ἀλλ’ ὅμως. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι μετάφρασις τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος περιέχει ἐπίσης ἐναντιωματικὸν σύνδεσμον· ἀλλ’ οἱ Γάλλοι συγγραφεῖς ἀπέδειξαν, ὅτι κατὰ λάθος διετηρήθη ὁ ἐναντιωματικὸς σύνδεσμος, ὅστις εἶχε τεθῇ ἕνεκα προηγουμένου ἐδαφίου, ἐξαλειφθέντος κατόπιν, καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον ἀπετέλει ἐναντίωσιν τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον, τὸ ἀποτελέσαν τὸ ἄρθρον.
§126ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ, ἵνα ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «ἀλλ’ ὅμως».
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἐν ἀρχῇ τοῦ βʹ ἐδαφίου λέξεων «ἀλλ’ ὅμως» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς διωρθώθη. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρον 11–27.)
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 28 (ἀναγινώσκεται).
§129ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ τέλος τῆς τετάρτης σειρᾶς ὑπάρχει λάθος τυπογραφικόν· ἀντὶ «ἐπιδόσεως» δέον νὰ γραφῇ «ἐκδόσεως».
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Διωρθώθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 28 μετὰ τῆς ἀνωτέρω διορθώσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 29–35).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 36 (ἀναγινώσκεται).
§132ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἄρθρον 36 τοῦ νόμου καταργεῖ τοὺς προγενεστέρους νόμους καὶ πᾶσαν διάταξιν ἀντικειμένην εἰς τὸν παρόντα νόμον. Βεβαίως ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης δὲν δύναται νὰ ἐπεκταθῇ μέχρι τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος τὸ 1887 καὶ ἀφορῶντος εἰς τὰ ῥυμουλκὰ καὶ τὰ ποταμόπλοια, διότι γενικῶς εἶναι παραδεδεγμένον, καὶ τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἡμετέρου ἐμπορικοῦ νόμου, ὅτι τὰ τῶν ποταμῶν δὲν κανονίζονται ὑπὸ τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰ τῆς θαλασσοπλοΐας. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀρθῇ πᾶσα ἀμφιβολία, προσθέτω διὰ τροπολογίας ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 36 τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ᾼΦΛΕʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ ῥυμουλκῶν καὶ ποταμοπλοίων διατηροῦνται ἐν ἰσχύει.»
§133ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης θὰ φθάσητε ἀκριβῶς εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Ἐνῷ ἀληθῶς ὅλοι οἱ συγγραφεῖς παραδέχονται, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὰ ποταμόπλοια, θὰ φθάσητε εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις αἱ ἄλλαι, πλὴν τῆς διατάξεως ταύτης, θὰ ἀφορῶσιν εἰς τὰ ποταμόπλοια.
§134ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος. Ἂς προστεθῇ μόνον εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῶσι τὰ τοῦ νόμου εἰς τὰ ποταμόπλοια, καὶ ὅτι μένουσιν ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις τοῦ προηγουμένου νόμου ἐπ’ αὐτῶν. Οὕτως ἔχομεν τὸ σκοπούμενον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 36 μετὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν προταθείσης ἐν τοῖς πρακτικοῖς μόνον προσθήκης τῆς διατάξεως).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δύο ἕτεραι προσθῆκαι, ἡ τοῦ κ. Τόμαν καὶ ἡ τοῦ κ. Καλογεροπούλου.
§136ΤΟΜΑΝ. Μία εἶναι· τὰς συγχωνεύομεν.
§137ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦ κ. Καλογεροπούλου εἶναι ἡ τελειοτέρα.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Καλογεροπούλου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 34 Β. Διατάγματος δύναται νὰ συστηθῇ ὑποθήκη ἐπὶ ἀτμοπλοίων ἀνηκόντων εἰς ἀνωνύμους ἀτμοπλοϊκὰς ἑλληνικὰς ἑταιρίας διὰ δημοσίου ἐγγράφου, συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ παρόντος νόμου, κατατιθεμένου ἐν ἀντιπεφωνημένῳ ἀντιγράφῳ παρὰ τῷ ὑποθηκοφύλακι τοῦ τόπου, εἰς ὃν εἶναι νηολογημένον τὸ πλοῖον, μετὰ 2 περιλήψεων, κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ αὐτοῦ νόμου, καὶ συντασσομένης περὶ τῆς καταθέσεως ταύτης ἐκθέσεως ἐν τῷ βιβλίῳ τῷ ὁριζομένῳ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1836 Β. Διατάγματος περὶ ἐκτελέσεως τοῦ περὶ ὑποθηκῶν νόμου.»
§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ψηφισθῇ ὡς ἄρθρον 37. (Γίνεται δεκτὴ ὡς ἄρθρον 37 ἡ ἀναγνωσθεῖσα πρότασις τοῦ βουλευτοῦ κ. Καλογεροπούλου. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ βουλευτοῦ προταθέντα ἄρθρα 38 καὶ 39· εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§140Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τώρα νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασίς μου περὶ προτάξεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 36 νομοσχεδίου τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ προταχθησόμενον νομοσχέδιον εἶναι τὸ περὶ Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας.
§142Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§143ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ τροποποιηθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ι. Γεωργαντᾶ λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολέκτου τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 11 καὶ 40′ μ. μ.