| 2339 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Νικόλ. Καλογερόπουλος | Ο | |
| 2340 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | ||
| 2341 | Γ. Σισμάνης | Ο | Ν. Παπανικολάου | ||
| 2342 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Νικόλ. Καφετζόγλους | Ο | |
| 2343 | Ἀθ. Ἴσκος | Ἰωάννης Πεζᾶς | |||
| 2344 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Κωνσταντ. Σινέλης | Ο | |
| 2345 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Βασίλειος Βουδούρης | Ο | ||
| 2346 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | |
| 2347 | Μ. Ἰατρίδης | Ο | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | |
| 2348 | Δ. Χατζόπουλος | Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης | Ο | ||
| 2349 | Γεώργιος Μίλησης | Διον. Λομβάρδος | Ο | ||
| 2350 | Σπυρίδων Νοταρᾶς | Γεώργιος Θεοτόκης | Ο | ||
| 2351 | Γεώργιος Κούστας | Κωνστ. Βασιλάκης | |||
| 2352 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Ἀντ. Καποδίστριας | ||
| 2353 | Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Νικόλαος Βασιλάκης | ||
| 2354 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς | ||
| 2355 | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | ||
| 2356 | Δημ. Πετρίδης | Σ. Ἀλαμάνος | |||
| 2357 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Θεόφ. Προβατᾶς | |||
| 2358 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Γ. Σκάρπας | Ο | ||
| 2359 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | |||
| 2360 | Χρῆστος Χρηστόπουλος | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | ||
| 2361 | Φίλιππος Βάρβογλης | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | ||
| 2362 | Ἠλίας Φλέσσας | Νικ. Βαλσαμάκης | |||
| 2363 | Κωνστ. Κωνσταντόπουλος | Γερ. Μουσούρης | Ο | ||
| 2364 | Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος | Παν. Βενιεράτος | |||
| 2365 | Παναγ. Μανέτας | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | |||
| 2366 | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Γεώργ. Κόρπας | |||
| 2367 | Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | Στεφ. Σκουλούδης | ||
| 2368 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | ||
| 2369 | Δ. Ζέγγελης | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | ||
| 2370 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Νικ. Νομικός | |||
| 2371 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | ||
| 2372 | Γεώρ. Χ. Παχὺς | Ο | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ο | |
| 2373 | Στέφανος Δραγούμης | Ο | Δωρέντζος Δελαρόκας | ||
| 2374 | Δημ. Γ. Ράλλης | Δημοσθ. Καΐρης | Ο | ||
| 2375 | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | Νικ. Κρίσπης | Ο | |
| 2376 | Φωκίων Νέγρης | Ο | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | ||
| 2377 | Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Ἰωάν. Γκιὼν | Ο | ||
| 2378 | Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Κων. Κοσσονάκος | Ο | |
| 2379 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | ||
| 2380 | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | |||
| 2381 | Νικόλ. Δ. Δεβίδης | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | ||
| 2382 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Νικήτ. Βαρβιτσώτης | Ο | |
| 2383 | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Λεων. Καπετανάκος | Ο | |
| 2384 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Ξανθὸς Πιχουλάκης | Ο | |
| 2385 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Γεώργ. Πετροπουλάκης | |||
| 2386 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Κωνστ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | |
| 2387 | Α. Φωτήλας | Ο | Ἰω. Καρτάλης | ||
| 2388 | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | |
| 2389 | Ἀντ. Ρικάκης | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο | ||
| 2390 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Ν. Κοκκολῆς | ||
| 2391 | Ἰω. Κρεστενίτης | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | ||
| 2392 | Ν Κουμανιώτης | Κων. Μαρκίδης | Ο | ||
| 2393 | Χρ. Στεφανόπουλος | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | ||
| 2394 | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| 2395 | Ἀρ. Κοντογούρης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | ||
| 2396 | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο | |
| 2397 | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Α. Ταχιατζῆς | Ο | ||
| 2398 | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Γ. Τάχης | |||
| 2399 | Κων. Κουμουνδοῦρος | Ν. Ταρμπάζης | |||
| 2400 | Περ. Πεῤῥωτῆς | Ζ. Φαλιάγκας | |||
| 2401 | Δημήτ. Τζάνες | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ο | ||
| 2402 | Περικλῆς Μποῦτος | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | |
| 2403 | Παναγ. Σάκκης | Ἀνάργυρος Σιμόπουλος | Ο | ||
| 2404 | Νικ. Παπαλέξης | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | ||
| 2405 | Νικ. Μισυρλῆς | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | ||
| 2406 | Νικ. Καράπαυλος | Ο | Νικόλαος Κοντογιάννης | ||
| 2407 | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | ||
| 2408 | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | |
| 2409 | Δημ. Κάρτσωνας | Κωνστ. Χατζίισκος | Ο | ||
| 2410 | Δημ. Π. Γουδῆς | Ο | Δημήτριος Ζουλούμης | ||
| 2411 | Σ. Χατζηγάκης | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | |||
| 2412 | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | Θεμιστοκλ. Κανάρης | Ν | |
| 2413 | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο |
1890.05.11
2,673 rows · 20,299 words · 1 table · 157 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
Τῆς 11 Μαΐου 1890.
(Παρασκευὴ)
Ὥρᾳ 6 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατέθεσε τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 250,000 καὶ περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 97,460 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 131–132). Ἡ Φωτεινὴ θυγάτηρ Κωνσταντίου Τρύφωνος ἀγωνιστοῦ αἰτεῖται χορηγίαν μηνιαίαν βοηθήματος διὰ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ πατρός της, πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ὁποίων ἐπισυνάπτει ἐν τῇ ἀναφορᾷ της καὶ ἀντίγραφα διαφόρων πιστοποιητικῶν. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν παρεκάλεσα δι’ ἐπερωτήσεώς μου τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν λειτουργῶσι τὰ τηλεγραφικὰ καὶ ταχυδρομικὰ γραφεῖα, τὰ ὁποῖα συνέστησεν εἰς δύο κεφαλοχώρια τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας, ἕκαστον τῶν ὁποίων κατοικεῖται ἀπὸ πλείονας τῶν 100 οἰκογενειῶν, ἐχούσας πολλὰς δοσοληψίας. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε σημείωμα, τοῦ ὁποίου τὸ περιεχόμενον νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀκούσῃ ἡ Βουλή. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τηλεγραφεῖα, λέγει ὅτι ἐξεδόθησαν μὲν τὰ διατάγματα, ἀλλ’ ἡ κατασκευὴ τῶν σχετικῶν γραμμῶν εὑρίσκεται εἰσέτι ὑπὸ μελέτην. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ὁποία μελέτη ἀπαιτεῖται διὰ τὴν σύστασιν ἑνὸς τηλεγραφείου. Ἐγὼ ἕως τώρα ἐνόμιζον, ὅτι διὰ τὴν σύστασιν τηλεγραφείου τινὸς δὲν ἀπαιτεῖται ἄλλη μελέτη, παρὰ ἡ ἐξέτασις, ἐὰν τὸ τηλεγραφεῖον ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἀναγκαῖον. Ἡ μελέτη αὕτη δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐγένετο, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς προεκλήθησαν τὰ βασιλικὰ διατάγματα. Μετὰ ταῦτα δὲν ἐννοῶ ποία περαιτέρω μελέτη χρειάζεται, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐμποδίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ τὰ τηλεγραφεῖα. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κατασκευασθῇ σιδηρόδρομος ἢ ἁμαξιτὴ ὁδὸς, γέφυρα, διῶρυξ ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον, ἦτο ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ καὶ μελέτη καὶ σχέδιον, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ συστάσεως τηλεγραφικῆς γραμμῆς, ἡ ὁποία μετὰ γενομένην ἐξέτασιν ἐθεωρήθη ἀναγκαία, δὲν πιστεύω νὰ χρειάζηται τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ σταλοῦν οἱ ἀναγκαῖοι πάσσαλοι καὶ τὸ ἀπαιτούμενον σύρμα μὲ τοὺς μονωτῆρας, καὶ νὰ ἐνεργηθῇ ἡ τοποθέτησις. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἀντὶ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, ἔλεγεν, ὅτι μετενόησε, διότι προεκάλεσε τὰ διατάγματα ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐσύστησε τὰ ἐν λόγῳ τηλεγραφεῖα, καὶ ὄχι διότι δὲν ἐπερατώθησαν αἱ μελέται. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ταχυδρομεῖα, ὁ Ὑπουργὸς μὲ πληροφορεῖ, ὅτι ἡ ἀλληλογραφία, ἡ διαμειβομένη διὰ τῶν ταχυδρομείων τούτων, ἀποστέλλεται εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας καὶ ἐκεῖθεν διὰ τῶν δημοτικῶν ταχυδρομείων ἑκάστου δήμου μετακομίζεται. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, τί ἄλλο ἐγίνετο πρὸ τῆς συστάσεως τῶν ταχυδρομικῶν γραφείων; Φρονεῖ ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι πρὶν συστήσῃ τὰ δύο ταῦτα ταχυδρομικὰ γραφεῖα οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων δὲν εἶχον κἀμμίαν ἀλληλογραφίαν, ἔζων μεμονωμένοι· ἐγὼ δύναμαι νὰ τὸν πληροφορήσω, ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ἡ ἀλληλογραφία τῶν δήμων αὐτῶν ἐγίνετο καθ’ ὃν τρόπον λέγει, ὅτι γίνεται καὶ σήμερον, μετὰ τὴν σύστασιν δηλαδὴ τῶν ταχυδρομικῶν του γραφείων, ἀπεστέλλετο πάντοτε δημοτικὸς ταχυδρόμος εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, καὶ ἔφερε καὶ ἐλάμβανε τὰς ἐπιστολάς. Ὅταν εἶδον, ὅτι συνεστήθησαν ταχυδρομικὰ γραφεῖα, ὑπέθεσα ὅτι ἀναλαμβάνει πλέον τὸ Δημόσιον τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταχυδρομείων αὐτῶν, καὶ ἑπομένως ὅτι ἤθελε παύσει πλέον ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοτικοῦ ταχυδρόμου, ὅτι ἤθελεν ἀντικαταστήσει αὐτὸν δημόσιος ταχυδρόμος, ὅτι ἤθελε δοθῆ ἀνάλογος ἀμοιβὴ εἰς τὸν διευθύνοντα τὸ γραφεῖον καὶ ἐπὶ τέλους ὅτι ἤθελεν ἀκόμη ληφθῆ πρόνοια, ὥστε ἡ ἀλληλογραφία νὰ μὴ γίνηται διὰ τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας, ἀλλὰ διὰ τῆς συντομωτέρας ὁδοῦ. Ἀφοῦ κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ διαθέτῃ καὶ τοὺς πόρους τῶν εἰδικῶν ταμείων καὶ τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι τίθενται εἰς τὴν διάθεσίν της, κατὰ βούλησιν καὶ ὄχι ὅπως τὰ συμφέροντα τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν κατοίκων ἀπαιτοῦσιν, ἦτο περιττὸν νὰ προκαλῇ διατάγματα, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἄλλο εἶναι, παρὰ μία ἁπλῆ εἰρωνεία καὶ ἐμπαιγμὸς τῶν κατοίκων ἐκείνων, χάριν τῶν ὁποίων φαίνεται ὅτι προεκλήθησαν. Μετὰ τοῦτο μεταβαίνω εἰς ἄλλο ἀντικείμενον γενικώτερον καὶ σημαντικώτερον, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει πολλὴν σχέσιν μὲ ὅσα ἐῤῥέθησαν περὶ φυλακῶν. Ἔλαβον ἔντυπον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάγνωσις, σᾶς ὁμολογῶ, μοὶ ἐπροξένησε λίαν ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν, μὲ ἐκίνησε μάλιστα εἰς μεγάλην ἀγανάκτησιν, ὡς ἐκ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν λαμβάνουν χώραν τὰ ἐν τῷ ἐντύπῳ τούτῳ ἐκτιθέμενα, διότι, ἐνῷ ψηφίζομεν καθ’ ἑκάστην πιστώσεις πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν καὶ ἑκατομμυρίων δι’ ἀντικείμενα ἀμφιβόλου χρησιμότητος καὶ ὠφελείας, ἀφ’ ἑτέρου, καθὼς θέλετε ἴδει, χάριν οἰκονομίας ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν, τὸ Κράτος καταδικάζει εἰς τὴν μεγαλειτέραν ἀθλιότητα ἀνθρώπινα πλάσματα, πολλὰ τῶν ὁποίων δὲν ἡμάρτησαν, δὲν ἐγκλημάτισαν, ἀλλ’ ἕνεκα περιπετειῶν οἰκονομικῶν εὑρίσκονται εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ περιέλθουν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους. Τὸ ἔντυπον τοῦτο εἶναι ἔκθεσις τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν διώρισε τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν φυλακῶν τῆς πόλεως Πατρῶν. Εἶναι τῷ ὄντι διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην ἀξιέπαινον καὶ τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ διορίσῃ ἐπιτροπὴν, ἀξιέπαινα δὲ καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης διὰ τὴν προθυμίαν καὶ τὸν ζῆλον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐξετέλεσαν τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς αὐτὰ ἐντολὴν, καὶ διὰ τὴν παῤῥησίαν, μεθ’ ἧς ἐκθέτουν τὰς ἐντυπώσεις των. Πολλὰ, Κύριοι, ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ, ὅτι ὑπῆρχε τοιαύτη ἀθλιότης εἰς τὴν δευτερεύουσαν πόλιν τοῦ Κράτους, ὅπου ἑδρεύει Νομάρχης, τόσαι δικαστικαὶ καὶ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ, καὶ ὅπου ὑπάρχει ἀκόμη καὶ Σύλλογος Κυριῶν, ἐπιμελούμενος τὰ τῶν φυλακῶν. Ὀλίγα χωρία ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης θέλω σᾶς ἀναγνώσει, διὰ νὰ ἴδητε κατὰ πόσον εἶχον δίκαιον νὰ ἀγανακτήσω, ἐλπίζω δὲ, ὅτι τὴν ἀγανάκτησιν μου θέλετε συμμερισθῆ καὶ πάντες ὑμεῖς (ἀναγινώσκει): «Ἐν ταῖς διὰ χρέη φυλακαῖς εὕρομεν ἀναμὶξ 108 ἄτομα, ἐξ ὧν μόλις 34 εἰσὶν, οὕτως εἰπεῖν, οἱ νόμιμοι τούτων δικαιοῦχοι, προσωποκρατούμενοι ἐκ τῶν λοιπῶν 74, 49 μέν εἰσιν ὑπόδικοι, 25 δὲ κατάδικοι, ἐκτίνοντες ποινὰς ἀπὸ 2 ἕως 4½ ἐτῶν. Διαιτῶνται δὲ τὰ 108 ταῦτα ἀνθρώπινα πλάσματα ἐν 7 δωματίοις, ὧν τὸ μέγιστον ἔχει ἐμβαδὸν 15 περίπου τετραγωνικῶν μέτρων, καὶ βιοῦσιν ἐν αὐτῷ 22 ἄτομα μετὰ τῶν ἀποσκευῶν αὐτῶν καὶ τοῦ κοινοῦ ἀποχωρητηρίου. Ἐν ταῖς τῶν καταδίκων ποινικαῖς φυλακαῖς εὕρομεν 134 ἄτομα, καταδίκους καὶ ὑποδίκους ἀναμὶξ, ἐν τρισὶ δωματίοις διαιτώμενα. Τέλος ἐν ταῖς τῆς Ἀκροπόλεως εὕρομεν 135 ἄτομα ἐν 5 δωματίοις, ἐξ ὧν εἰσι κατάδικοι 97, ὑπόδικοι δὲ 38. «Ἡ ἐν γένει ἐντύπωσις, ἡ προσγενομένη ἡμῖν ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῶν ἑκατέρων, (φυλακῶν καὶ φυλακισμένων) εἶναι ἡ τῆς φρίκης. Δὲν λέγομεν ὑπερβολὴν, ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι δὲν εὕρομεν ἐν τῷ λεξικῷ τῆς ἡμετέρας γλώσσης λέξεις καταλλήλους πρὸς ἀκριβῆ παράστασιν τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελοῦσι φυλακαί τε καὶ πεφυλακισμένοι καὶ κατ’ ἐξοχὴν αἱ φυλακαὶ Συψώμου, αἱ προωρισμέναι μάλιστα διὰ τοὺς μηδαμῶς πρὸς τὸν ποινικὸν νόμον προσκρούσαντας, ἀλλὰ διὰ τοὺς ναυαγοὺς τῶν βιωτικῶν τρικυμιῶν, οἱ ὁποῖοι, στερούμενοι τὴν προσωπικὴν αὐτῶν ἐλευθερίαν, δικαιοῦνται ν’ ἀπαιτήσωσιν, ἵνα μὴ στερῶνται τὰ πρὸς ἀνθρωπίνην διαβίωσιν ἀπαιτούμενα....» Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ἀφοῦ ὑπάρχει ἰδιαίτερον κατάστημα διὰ τοὺς προσωπικῶς κρατουμένους, καὶ αὐτὸ εἶναι προσδιωρισμένον διὰ τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, ὡς προεῖπον, δὲν ἐγκλημάτισαν, ἀλλ’ ἕνεκα περιπετειῶν τῆς τύχης κατεδικάσθησαν νὰ χάσωσι τὴν προσωπικήν των ἐλευθερίαν, εἶναι πρέπον, εἶναι δίκαιον, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ ἦναι ὑποχρεωμένοι νὰ συναγελάζωνται μὲ καταδίκους, μὲ κακούργους, μὲ ἀνθρώπους κατηγορουμένους διὰ βαρέα ἐγκλήματα, καὶ ταῦτα πάντα, ἐνῷ ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκονται, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς οὔτε εἰς αὐτούς; Ἀκούσατε δὲ εἰς ὁποίαν κατάστασιν εἶναι τὸ κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι (ἀναγινώσκει): «.... Πλὴν ὅμως τῆς τηλικαύτης μεταξὺ περιέχοντος καὶ περιεχομένου δυσαναλογίας, πάντα τὰ δωμάτια διατελοῦσιν οὐχὶ ἐν ἐλεεινῇ, ἀλλ’ ἐν αἰσχρᾷ καταστάσει. Τὰ πατώματα, ἕνεκα τῶν διηνεκῶς χυνομένων ἐπ’ αὐτῶν παντοειδῶν ὑγρῶν, διατελοῦσιν ἐν σεσηπυίᾳ καταστάσει, πάντα τελείως κατεστραμμένα. Οἱ τοῖχοι ὑγροὶ καὶ κατάστικτοι ἐξ αἱμάτων τῶν φονευομένων κορέων καὶ ἄλλων ἐντόμων. Τὰ παράθυρα ἄνευ παραθύρων καὶ ὑελοπινάκων· αἱ θύραι, ὅπου ὑπάρχουσι, πᾶν ἄλλο εἰσὶν ἢ θύραι, ἡ δὲ κλίμαξ αἰσχρὸν ἰδέσθαι! Αἱ στέγαι κατ’ ἐπίφασίν εἰσι τοιαῦται, καὶ κατ’ οὐδὲν θὰ χειροτερεύσῃ ἡ κατάστασις τῶν πεφυλακισμένων, ἂν ἀρθῶσιν, ἀφοῦ οὐδὲ σταγόνος τῶν ὀμβρίων ὑδάτων κωλύουσι τὴν εἰς τὰς φυλακὰς κάθοδον.» Μὰ πρὸς Θεοῦ, Κύριοι, αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κάθηνται εἰς τὰς φυλακὰς αὐτὰς, θὰ ἦσαν ἔμποροι, εὐκατάστατοι ἄλλοτε, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἐν ἀνέσει, ἐν τρυφηλότητι ἴσως, καλλίτερα βεβαίως ἀπὸ πολλοὺς, ἵνα μὴ εἴπω ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους, ἐξ ἡμῶν, ἐὰν δὲ ἡ περιπέτεια τῆς τύχης τοὺς ἔφερεν εἰς αὐτὴν τὴν δυσάρεστον θέσιν, εἶναι δίκαιον νὰ τοὺς καταδικάσητε νὰ ζοῦν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; καὶ δύναται ἄνθρωπος νὰ ζήσῃ ἕνα μῆνα, ὅταν τὸν βάλητε εἰς τοιοῦτον κατάστημα; Καὶ διατὶ τοῦτο; διότι φείδεται ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ ὀλίγας δραχμὰς, διὰ νὰ διορθώσῃ τὴν στέγην ἢ τὰ πατώματα, καὶ νὰ θέσῃ ὑελοπίνακας, καὶ διότι θέλει εἰς τὰς φυλακὰς αὐτὰς νὰ τοποθετῇ καὶ διαφόρους καταδίκους, τῶν ὁποίων ἡ θέσις εἶναι προσδιωρισμένη ἀλλαχοῦ. Ἡ αὐτὴ ὡς ἔγγιστα κατάστασις εἶναι καὶ εἰς τὰς δύο ἄλλας φυλακὰς, περὶ τῶν ὁποίων λέγει ἡ ἔκθεσις, ὅτι δὲν διατηρεῖται οὐδεμία τάξις, διότι εἰς μὲν τὰς φυλακὰς τὰς λεγομένας τῶν καταδίκων ὑπάρχουν καὶ ὑπόδικοι, κατηγορούμενοι διὰ βαρύτατα ἐγκλήματα, εἰς δὲ τὰς φυλακὰς τῶν ὑποδίκων ὑπάρχουν κατάδικοι, πολλῶν τῶν ὁποίων ἡ ποινὴ περιορίζεται εἰς ἕνα μῆνα ἢ καὶ ὀλίγας ἡμέρας. Φαντάσθητε, μεταξὺ τῶν ὑποδίκων, τῶν κατηγορουμένων διὰ κακουργήματα, ἐγκλείονται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καταδικασμένοι εἰς ὀλιγοήμερον φυλάκισιν, ἐνῷ εἰς τὰς φυλακὰς τῶν προσωποκρατουμένων τοποθετοῦνται κακοῦργοι, ἀποτίοντες ποινὴν τριῶν, τεσσάρων καὶ πλέον ἐτῶν! Ὅλα δὲ ταῦτα ἠδύναντο νὰ διορθωθοῦν προσωρινῶς, μέχρις οὗ ληφθῇ μέτρον τι, διὰ μιᾶς ἀσημάντου δαπάνης. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καλὸν νὰ προτείνω, ἀφοῦ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς ἀναπληρωτικὴ πίστωσις περὶ χορηγίας ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, νὰ προστεθῇ καὶ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις 50 χιλιάδων δραχμῶν, ἡ ὁποία νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἐπισκευὴν τῶν φυλακῶν τούτων, ἴσως καὶ ἄλλης τινὸς, ὁμοίας μὲ αὐτήν· διότι παρετήρησα, ὅτι εἰς τὸν ἐφετεινὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶναι σημειωμέναι μόνον 11 χιλιάδες δραχμαὶ, καὶ αὐταὶ δὲν θέλουν ἀρκέσει. Τὸ ἔντυπον τοῦτο καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ὄχι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι αὐτὸς, γνωρίζω ὅτι, ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ τίποτε, ἀλλὰ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐξαρτῶνται τὰ πάντα, καὶ ὁ ὁποῖος, ὅσον σκληρὰν καρδίαν καὶ ἂν ἔχῃ, θέλει συγκινηθῆ καὶ ἀγανακτήσει, διότι δὲν ἐγένετο γνωστὴ εἰς αὐτὸν ἡ τοιαύτη κατάστασις, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι θέλει σπεύσει νὰ ἐπιφέρῃ τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν.
§3ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλάκις καὶ εἰς ἐμὲ ἀνηνέχθησαν προσωπικῶς οἱ ἀτυχεῖς ἐκεῖνοι προσωποκρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Πατρῶν καὶ μοὶ παρέστησαν τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστασίν των, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφῇ διὰ λόγων. Ἀλλὰ δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω οἱανδήποτε σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι, ὅσαι καὶ ἂν ἐγένοντο τοιαῦται συστάσεις, δὲν ἔτυχον τῆς δεούσης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως προσοχῆς καὶ ἐκτιμήσεως. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, εἶναι κατώτερα τῆς πραγματικότητος. Σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ λέξεων καὶ εἰκόνων νὰ γίνῃ πιστὴ καὶ ἀκριβὴς περιγραφὴ τῆς ἀθλιότητος, ἥτις βασιλεύει ἐν ταῖς τρώγλαις ἐκείναις, αἵτινες ὀνομάζονται φυλακαί. Φαντασθῆτε δωμάτιον, ἔχον ἔκτασιν ὅσον τὸ τέταρτον τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐντὸς τοῦ χώρου τούτου διαιτῶνται 50 πρόσωπα. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι κατάδικοι καὶ ὑπόδικοι ἐπὶ διαφόροις κακουργήμασι, καὶ κρατούμενοι διὰ πολιτικὰ χρέη! Ἐκεῖ μαγειρεύουσιν, ἐκεῖ τρώγουν, ἐκεῖ κοιμῶνται, ἐκεῖ ἔχουσι τὰ μαγειρικά των σκεύη, ἐκεῖ τέλος πάντων ἐκτελοῦσιν ὅλας τὰς ἀνάγκας των. Εἶναι ἀδύνατον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ περιγράψῃ τις τὴν κατάστασιν αὐτὴν, οἵα πράγματι εἶναι. Ἐν τούτοις οὔτε αἱ ἀρχαὶ αἱ ἐπιτόπιοι, οὔτε ἡ Κυβέρνησις λαμβάνουν μέτρον πρὸς θεραπείαν. Καὶ πρέπει μὲν βεβαίως νὰ ληφθῇ φροντὶς περὶ τῆς ἐν γένει βελτιώσεως τῶν φυλακῶν, ἀλλ’ εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρέπει διὰ τοὺς κρατουμένους διὰ χρέη νὰ ἐνοικιασθῇ ἰδιαίτερον οἴκημα. Θὰ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὴν ἀνάλογον πρὸς τοῦτο πίστωσιν; Βεβαίως ὄχι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἰσαγάγῃ αἴτησιν πρὸς πίστωσιν δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν. Πρέπει περιπλέον νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε νὰ μὴ κρατῶνται οἱ βαρύποινοι κατάδικοι μετὰ τῶν ἐλαφροποίνων καὶ τῶν ὑποδίκων, διότι τοῦτο εἶναι ἄτοπον καὶ φέρει εἰς πολλὰς ἄλλας δυσαρέστους συνεπείας.
§4ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν τὰ λεγόμενα ἦναι ἀκριβῆ, βεβαίως εἶναι ἄξια προσοχῆς καὶ δημιουργοῦσι βαρεῖαν εὐθύνην τῶν ἐν Πάτραις ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι, ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ τῶν κατ’ ἐπανάληψιν διαταχθέντων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐπέτρεψαν τὴν τοιαύτην ἀνάμιξιν καὶ τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Βεβαιῶ ὅτι οὐδέποτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἠρνήθη πίστωσιν, ζητηθεῖσαν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν, πρὸς ἐπισκευὴν καὶ ἐπιδιόρθωσιν παραθύρων καὶ στεγῶν κλπ. Δὲν ὑπάρχει μία αἴτησις, ὁθενδήποτε τοῦ Κράτους, πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν τείνουσα, ἡ ὁποία παραχρῆμα καὶ τηλεγραφικῶς νὰ μὴ ἐνεκρίθη. Θέλω ζητήσει ἀμέσως πληροφορίας καὶ θέλω φροντίσει νὰ καταστήσω κοινωνὸν τὴν Βουλὴν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θὰ λάβω, καὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρὸς διόρθωσιν θέλω διατάξει. Ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν δὲ παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας περὶ τῆς ἀναμίξεως τῶν βαρυποίνων μετὰ τῶν ἐλαφροποίνων, πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι οὐδεὶς βαρύποινος κατάδικος εὑρίσκεται σήμερον ἐν ταῖς φυλακαῖς ταῖς ἐν Πάτραις’ 43 βαρύποινοι ἦσαν μέχρι πρὸ ὀλίγου ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ φρουρίου τῶν Πατρῶν, σήμερον δὲ, κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας τῶν ἀρχῶν, βαρύποινος κατάδικος δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ. Ὡς πρὸς τὰ τῆς καταστάσεως τῶν πολιτικῶν φυλακῶν θέλω ἀμέσως ἐξετάσει, καὶ θέλω λάβει πᾶν μέτρον, συντελεστικὸν πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῶν.
§5ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μία καὶ ἡ αὐτὴ φυλακὴ ὑπάρχει ἐν Πάτραις διὰ τοὺς ὑποδίκους καὶ διὰ τοὺς κρατουμένους διὰ χρέη. Τὸ ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐνοικιασθῇ ἰδιαιτέρα οἰκία διὰ τοὺς κρατουμένους διὰ χρέη.
§6ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πιθανὸν νὰ ἦναι μία οἰκία, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ διαμερίσματα. Τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐν Λευκάδι, διετάχθη δὲ, ἵνα εἰς ὡρισμένον μέρος τῆς οἰκίας ἐκείνης τοποθετῶνται οἱ διὰ χρέη κρατούμενοι. Πρὸ ὀλίγων μάλιστα ἡμερῶν προεκλήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ στείλῃ μηχανικὸν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν φυλακῶν ἐκεῖ, καὶ ἵδρυσιν εἰδικοῦ ἐντελῶς καταστήματος διὰ τοὺς κρατουμένους διὰ χρέη.
§7ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι πολὺς καιρὸς, καθ’ ὃν εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνω παραστάσεις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν, καὶ νὰ παραπονεθῶ ἰδίως διότι δὲν ἐξετελέσθη ὁ τελευταῖος νόμος περὶ τῶν φυλακῶν. Ἐνόσῳ τὰ χρηματικὰ μέσα τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν τὸ ἐπέτρεπον, ἐνόσῳ δὲν εἶχε ληφθῆ πρόνοια περὶ δημοσίων κτιρίων καὶ περὶ ἄλλων ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο ἀναγκαῖα, ἦτο ἴσως συγκεχωρημένον νὰ ὑποφέρωμεν καὶ νὰ ἀνεχώμεθα τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν, ὁποία δυστυχῶς ἀπ’ ἀρχῆς ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι· ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ 1888 ἰδίως, ὅτε νόμος εἰδικὸς ἐψηφίσθη, ὅτε περὶ τῶν φυλακῶν συνεστήθη ἰδιαιτέρα διεύθυνσις, ὅτε ὁ προϋπολογισμὸς τῶν φυλακῶν ηὔξησεν, ὅτε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἔφθασεν εἰς ἀρκούντως μέγα ποσὸν, ὑπάρχει δὲ ἐντὸς αὐτοῦ καὶ δαπάνη διὰ δημόσια κτίρια, νομίζω ὅτι ἡ πρώτη φροντὶς, ἡ ὁποία ἔδει νὰ ληφθῇ, ἦτο νὰ οἰκοδομηθῶσι τὰ ἀναγκαῖα καταστήματα δι’ ἕδραν δικαστηρίων, καὶ ἡ διοίκησις τῶν φυλακῶν νὰ κανονισθῇ συμφώνως μὲ τὸν νέον νόμον, καὶ νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ δέουσα ἐπίβλεψις. Ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν εἶναι τὸ κυριώτερον ἔργον, ἐκ τοῦ ὁποίου φαίνεται ὁ πολιτισμὸς ἑνὸς ἔθνους· συνδέεται τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἀτόμου, μὲ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν μόρφωσιν τοῦ ἀτόμου. Ἡ μεγαλειτέρα δὲ ἔλλειψις εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἤδη ἐπὶ τριετίαν ἐπιθεωρητὴς τῶν φυλακῶν, ὁ ὁποῖος θ’ ἀνεπλήρου πολλὰς τῶν ἐλλείψεων, διότι ἐπὶ τόπου μεταβαίνων καὶ ἔχων ἰδίαν εὐθύνην, συναισθανόμενος δὲ καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει διὰ τὸ ὑψηλὸν τῆς θέσεως, ἤθελε κάμνει παραστάσεις, ἤθελε ζητεῖ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκ τῶν παραστάσεων τούτων ἠθέλομεν λαμβάνει ἀφορμὴν νὰ φροντίζωμεν. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον, ἀναλαβὼν αὐτὸ, ἀνέλαβεν εὐθύνην μεγάλην.
§8ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται κωμικὸν τὸ νὰ ἀκούῃ τις τὸν Ὑπουργὸν λέγοντα, ὅτι θὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῶν συμβάντων ἐκεῖ, ὡς νὰ μὴ ἦναι ἐν γνώσει ἡ Κυβέρνησις καὶ πᾶς τις τῶν συμβαινόντων πανταχοῦ καὶ τῆς διεπούσης ἡμᾶς καταστάσεως. Ἔχομεν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐπέβαλεν εἰς τὸν λαὸν φόρους ἐπὶ φόρων, ζητεῖ ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ συστήσῃ συμπλέγματα σιδηροδρόμων, νὰ ἐκτελέσῃ ὑδραυλικὰ ἔργα, νὰ ἠθικοποιήσῃ τὴν κοινωνίαν, καὶ κατόπιν πολυετοῦς τοιαύτης διοικήσεως, μετὰ τοιαύτας ἐπαγγελίας, συζητοῦμεν ἐν τῇ Βουλῇ, ὁποία τις εἶναι ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν ἐν Πάτραις, ἐν τῇ δευτερευούσῃ πόλει τοῦ βασιλείου, καὶ μανθάνει ἐν τῇ Βουλῇ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἰς ἕνα στενότατον χῶρον ὑπάρχουσιν ἐγκαθειργμένοι ἐκεῖ προσωποκρατούμενοι καὶ κατάδικοι. Καὶ ἔρχεται Βουλευτὴς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης καὶ ἐκθέτει τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγει, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν πληροφορίαν, καὶ νομίζει, ὅτι ἄνευ εὐθύνης δύναται νὰ λέγῃ τοῦτο. Ἀλλὰ τότε πρὸς τί οἱ ὑπάλληλοί σας, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ; ποῖον εἶναι τότε τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ταύτης;
§9ΤΖΑΝΕΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν εἶναι ζήτημα τοσούτῳ σπουδαῖον, ὥστε δὲν εἶναι ὥρα κατάλληλος, ὅπως συζητηθῇ ἤδη. Ὑποθέτω ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ σώσωμεν τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἀτυχίαν νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰς φυλακὰς, πολλάκις ὡς ὀφειλέται δέκα ἢ καὶ ὀλιγωτέρων δραχμῶν. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως τοὐλάχιστον διὰ χρέη μέχρι χιλίων δραχμῶν, ἵνα δυνηθῶμεν τοὐλάχιστον νὰ σώσωμεν τοὺς μικροὺς ὀφειλέτας. Κύριοι, διατὶ νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ ζητήματος τῶν φυλακῶν καὶ νὰ ζητήσωμεν τὴν βελτίωσιν αὐτῶν, ἐνῷ ὁ σάραξ εἶναι ὁ νόμος, ὅστις ὑποστηρίζει τὴν ἀσχημίαν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, τὸ ἄτοπον νὰ ὑπάρχῃ ποινὴ προσωπικῆς κρατήσεως; Εἶναι κρῖμα διὰ τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν νὰ ἀνεχώμεθα θεσμὸν, ὁ ὁποῖος σὺν τοῖς ἄλλοις διδάσκει τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, εὑρισκομένους εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην νὰ ἦναι φυλακισμένοι διὰ 10 δραχμὰς, διδάσκει τὰ πλέον ἀσεμνότερα, τὰ πλέον κακουργότερα διδάγματα. Διότι φαντασθῆτε τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους συναγελαζομένους μετὰ κακούργων, μετ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι περιέπεσαν εἰς ἐγκλήματα, μετ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἐξ ἀνάγκης ἐγκλημάτισαν, ἀλλ’ ἐκ κακῆς φύσεως ῥέποντες εἰς τὸ ἔγκλημα ἐγκλημάτισαν. Εἶναι λυπηρὸν, ἐπαναλέγω, νὰ ὑφίσταται ποινὴ, ἡ ὁποία νὰ στερῇ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, νὰ στερῇ τὸν παράγοντα ἐκεῖνον, ὅστις ὑποστηρίζει τὴν ἐργασίαν. Καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι ἡ ἐργασία εἶναι ἡ βάσις τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ἥτις δίδει ὕπαρξιν εἰς τὰ ἔθνη. Λοιπὸν, ἐπειδὴ ἡ παροῦσα Βουλὴ ἐκπνέει ὅσον οὔπω, ὀφείλει ἡ μέλλουσα νὰ σκεφθῇ σπουδαίως περὶ τῆς καταργήσεως τῆς ποινῆς ταύτης, ἥτις σὺν τοῖς ἄλλοις, ἐπαναλέγω, διδάσκει τοὺς συμπολίτας ἡμῶν τοιαῦτα πράγματα, ὥστε, καὶ ἂν ἐναπελείφθη αὐτοῖς μικρά τις ἠθικὴ, καὶ αὐτὴν τὴν ἀποβάλλουσιν ἐν τοιαύταις φυλακαῖς, οἷαι αἱ παρ’ ἡμῖν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μεριμνήσῃ περὶ καταταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· περὶ δὲ τῆς βελτιώσεως τῶν φυλακῶν, αὐτὸ ἔγκειται εἰς ἐπιτροπὴν ἴσως πολυμελῆ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν φυλακῶν, ὅτε εὑρίσκοντο ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἦτο οὔτε τελεία, οὔτε ὠφέλιμος, καὶ διὰ τοῦτο ἐδώκαμεν τὴν διαχείρισιν αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἔκτοτε ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν ἐβελτιώθη κἄπως, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἁρμοδιώτερον παντὸς ἄλλου, δύναται νὰ γνωρίζῃ ὁποῖα μέσα πρέπει νὰ μετέρχηται πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν.
§10ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὰ λεχθέντα ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς εἴπῃ, διατὶ δὲν προέβη εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν φυλακῶν. Δὲν νομίζει τὴν θέσιν σπουδαίαν, ἢ δὲν εὑρίσκει πρόσωπον κατάλληλον; Εἶναι βεβαίως ἀπελπιστικὸν νὰ ἔρχηται ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ἐγνώριζε τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν Πατρῶν. Φαντασθῆτε ποία θὰ ἦναι ἡ κατάστασις τῶν ἄλλων φυλακῶν, τῶν πλέον ἀπομεμακρυσμένων! Διατὶ λοιπὸν δὲν προέβη εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ;
§11ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δυστυχῶς δὲν ἐπετεύχθη ἡ συναίνεσις τῶν προταθέντων ὡς καταλλήλων διὰ τὴν θέσιν ταύτην· ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι χρήζει μεταῤῥυθμίσεως ὁ σχετικὸς νόμος.
§12ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, ὅτι εἴτε διὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν φυλακῶν, εἴτε διὰ τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως θέλει ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τοῦ ἀληθοῦς στίγματος τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν ἡμῶν. Αἱ φυλακαὶ ἡμῶν ἀποδίδουσιν εἰς τὴν κοινωνίαν ἀνθρώπους διεφθαρμένους κατὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν. Ἐκεῖθεν πηγάζει ἡ καθ’ ἡμέραν αὐξανομένη ἐγκληματικότης. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν γίνεται λόγος περὶ τῶν φυλακῶν. Πολλοὶ τῶν συναδέλφων καὶ ἐγὼ τελευταῖος μεταξὺ αὐτῶν ἐζητήσαμεν, ὅπως μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς καταστάσεως τῶν φυλακῶν, ἀλλ’ οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐγένετο, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀφοῦ ἐξωμολογήθη, ὡς ἐξωμολογήθη, περὶ τῆς ἀγνοίας του διὰ τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν Πατρῶν, εἶπε περιπλέον, ὅτι δὲν κατωρθώθη νὰ εὑρεθῇ τὸ κατάλληλον φατριαστικὸν ὄργανον, διὰ νὰ διορισθῇ ἐπιθεωρητής. Ἀλλὰ τί προσδοκᾶτε ἐξ αὐτοῦ, ὅταν ἐν γένει δὲν ἔχητε καταστήματα, ὅταν ἐν γένει ἡ διοίκησις τῶν φυλακῶν χρησιμεύῃ μόνον πρὸς φατριαστικοὺς σκοπούς; Τί ἐπράξατε ὑπὲρ τῶν φυλακῶν ἀπὸ τετραετίας; Κατὰ τί ἐβελτιώθη, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσηνίας, ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν ἐκ τῆς μεταθέσεως τῆς ἐποπτείας αὐτῶν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης; Ἐξέλιπε καὶ τὸ ἐλάχιστον τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν βλέπομεν συμβαίνοντα; Ἐξέλιπον αἱ μάχαι, αἱ συμπλοκαί, αἱ ἀποδράσεις, ἡ διαφθορὰ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς; Ἄλλοτε εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ διαιρέσῃ τὰς φυλακὰς εἰς φυλακὰς καὶ εἰς σωφρονιστήρια καὶ δὲν ἠξεύρω εἰς τί ἄλλο· ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα ἔλαβεν ἐν τῷ νῷ. Δὲν εἶναι μόνον ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν Πατρῶν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν παντὸς, εἶναι ὅλων τῶν φυλακῶν ἐν γένει ἡ κατάστασις τοιαύτη, καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταστάσεως οὐδὲν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέτεινε τὴν θέσιν τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν φυλακῶν εἰς τὸν δεῖνα, ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ ἔβλεπεν ὅτι αἱ φυλακαὶ θὰ διοικῶνται ὡς μέχρι τοῦδε, δὲν ἐδέχθη, προέτεινεν αὐτὴν εἰς δεύτερον, ὁ ὁποῖος ἐκ λόγων καθαρῶς προσωπικῶν δὲν ἐδέχθη, καὶ ἐκεῖ ἐσταμάτησεν. Ἀλλ’ ἂς μᾶς εἴπῃ, ποῖον μέτρον ἔλαβεν ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν φυλακῶν, ἢ ἐπὶ μιᾶς τοὐλάχιστον ἐξ ὅλων; Βεβαίως δὲν εἶναι ὥρα, ὅπως ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ἴσως ἡ περίστασις αὕτη χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι παρημέλησεν ἓν τῶν κυριωτέρων αὑτῆς καθηκόντων, ὅτι, ἐνῷ πολλὰ ἐδαπάνησε καὶ ἐσπατάλησεν, οὐδὲν ἔπραξε περὶ μιᾶς ἀνάγκης τοῦ τόπου. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ παρέλθῃ καὶ πάλιν χρόνος πολὺς, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ διοίκησις, ὁποία εἶναι, καὶ πάλιν θὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐνταῦθα αἱ ἱερεμιάδες, τὰς ὁποίας σήμερον ψάλλομεν, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ οὐδεμία βελτίωσις.
§13ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι εὔκολον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιδείξῃ ἱδρυμένα καταστήματα φυλακῶν κατὰ τὸ σύστημα τὸ κριθὲν κατάλληλον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἡ ἀπάντησις εἶναι δυσχερής· δὲν εἶναι δὲ εὔκολον νὰ ἐπιδείξῃ τοιαῦτα ἱδρύματα καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διότι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα δὲν ἐπέτρεψε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ ληφθῇ ῥιζικὴ πρόνοια. Πλὴν τούτου, εἶναι δυσχερὲς εἰς πάντα Ὑπουργὸν νὰ ἀναφέρῃ ῥητῶς καὶ εἰδικῶς, τί ἐπὶ ἑκάστης τῶν φυλακῶν πρὸς βελτίωσιν ἐκ τῶν ἐνόντων τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἐγένετο. Δὲν εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἀκουσθῶ χθὲς τὸ ἑσπέρας παρὰ τοῦ κυρίου συναδέλφου, ἀπόντος ἐντεῦθεν, ὅτε συντόμους μὲν, ἀλλ’ ἀρκετὰς ἔδωκα πληροφορίας περὶ τοιαύτης μερίμνης. Πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι ἐγένετο πᾶν ὅ,τι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ γίνῃ πρὸς βελτίωσιν τῶν φυλακῶν, πλὴν τοῦ ῥιζικοῦ ζητήματος τῆς ἱδρύσεως κτιρίων, τὸ ὁποῖον δὲν κατωρθώθη νὰ λυθῇ, καὶ μέριμνα ὡς πρὸς τὴν τροφοδοσίαν καὶ τὴν ἐνδυμασίαν καὶ τὴν ἐργασίαν ἀκόμη τῶν φυλακῶν ἐλήφθη, καὶ εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Χαλκίδος ῥιζικὴ, δύναμαι νὰ εἴπω, μεταβολὴ ἐπῆλθε, καὶ εἰς τὰς φυλακὰς Πύλου διόρθωσις ἐγένετο, καὶ τοῦ Ρίου τὰς φυλακὰς, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν ταχέως νὰ ἀφομοιώσωμεν σχεδὸν πρὸς φυλακὰς σωφρονιστικοῦ συστήματος. Ὑπὸ ἐνέργειαν εἶναι αἱ φυλακαὶ τῆς Ἰθάκης, ἐν ταῖς ὁποίαις ἀντὶ τῶν 60 καταδίκων, οἵτινες μέχρι τοῦδε ἐκρατοῦντο, θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ κρατῶνται 200 περίπου. Ὁμοίας πληροφορίας ἔδωκα περὶ τῶν φυλακῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ. Πᾶν λοιπὸν ὅ,τι ἦτο ἐκ τῶν ἐνόντων δυνατὸν, ἀσχέτως πρὸς τὴν καθολικὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ συστήματος, ἐξηρτημένην ἀπὸ ἄλλων λόγων, εἶπον ὅτι ἐγένετο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται. Εἶχον ἐλπίδα, μεθ’ ὅσα εἶπον, ὅτι ἤθελον ἀρκεσθῆ εἰς ταῦτα. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκάκισε τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὴν μὴ πλήρωσιν τῆς θέσεως ἐπιθεωρητοῦ, καὶ ἔδωσε τὴν προχειροτέραν ἐξήγησιν, ὅτι δὲν εὑρίσκεται τὸ κατάλληλον φατριαστικὸν πρόσωπον· ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος γινώσκει, ὅτι ἐζητήθησαν τὰ πρόσωπα τὰ κατάλληλα, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀναγνωρίζει ἐν τοῖς προσώποις ἐκείνοις τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ νόμος, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ νόμος δεικνύει, ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον ὅσων εἶπεν ὁ συνάδελφος ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἀφῃρέθη σημαντικὴ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐξουσία, μετενεχθεῖσα πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐσκόπει ἢ ἐθεώρει ἐπιτετραμμένον νὰ πληρώσῃ τὴν θέσιν ταύτην διὰ προσώπου φίλου αὐτῆς ἢ ἁπλῶς τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, ἀμοιροῦντος δὲ τῶν προσόντων ἐκείνων, ἀπὸ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιτρέπηται νὰ ζητηθῇ διόρθωσις τῶν φυλακῶν, ἡ θέσις δὲν θὰ ἦτο κενή· ἀκριβῶς δὲ τοῦτο ἀποδεικνύει τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐντελῶς ἐναντίας τῶν προθέσεων, τὰς ὁποίας ὁ συνάδελφος ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτήν. Τὸ ὅτι κρατοῦμεν τὴν θέσιν κενὴν, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἐδημιουργήσαμεν αὐτὴν διὰ νὰ τὴν πληρώσωμεν διὰ τοῦ τυχόντος εὐνοουμένου, γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι πολὺ ἐπιζήτητος εἶναι ἡ θέσις, ἀλλὰ μένει κενὴ, διότι δὲν ἐπετεύχθη ἡ εὕρεσις τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον νὰ πληροῖ ὅλους τοὺς ὅρους, τοὺς δυναμένους νὰ γεννήσωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ διὰ τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἡ ἐπιζητουμένη βελτίωσις.
§14ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον πρόσωπον.
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν εὑρέθη.
§16ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐξ αὐτοῦ ἀποδεικνύεται, ἢ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔκαμέ τι σπουδαῖον, διότι ἔκαμε νόμον ἀνεφάρμοστον, ἢ ὅτι δὲν εὑρίσκεται πρόσωπον κατάλληλον ἐν τῇ πολιτείᾳ, καὶ τοῦτο εἶναι πολὺ δυσάρεστον.
§17ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, στέγη δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς φυλακὰς τῶν Πατρῶν, συμπλοκαὶ καθ’ ἑκάστην γίνονται εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους, διότι σήμερον πάλιν εἴδομεν συμπλοκὰς εἰς τὰς Καλάμας μὲ ἕνα φόνον, ὥστε ἔχομεν συμπλοκὴν ἐξακολουθοῦσαν ἴσως ἐν ταῖς φυλακαῖς Ζακύνθου, καὶ συμπλοκὴν ἐν Καλάμαις, καὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ συμπλοκὴ ἐν ταῖς φυλακαῖς Ζακύνθου προσέλαβε φυλετικὸν χαρακτῆρα· λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ τηρήσωμεν τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ τί συζητοῦμεν ἐνταῦθα, κατὰ τρόπον ἀληθῶς ἀβδηρητικόν; ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ κατασκευάσῃ καταστήματα φυλακῶν, ὅτι δὲν εὑρέθη ἀκόμη ὁ ἐπιθεωρητὴς ὁ κατάλληλος, καὶ μέχρις ὅτου γίνουν αὐτὰ, πρέπει νὰ διεξάγωνται συμπλοκαὶ ἐν ταῖς φυλακαῖς φονικαὶ, νὰ ἦναι ἄστεγοι αἱ φυλακαὶ, νὰ σήπωνται οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ μέσα! Ἀκούων τις τὸν Ὑπουργὸν, θὰ φαντασθῇ, ὅτι εἴμεθα εἰς Κράτος ἐκ τῶν προοδευσάντων εἰς τὸν πολιτισμὸν, τὰ ὁποῖα ἔχουσι στατιστικὰς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς βελτιώσεως, ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται διὰ τῶν φυλακῶν, καὶ ὅτι εὑρίσκονταί τινες ἐλλείψεις τελειοποιήσεως, οὕτως εἰπεῖν, φιλοσοφικῆς. Ὅταν ἀκούῃ τις περὶ ἐπιθεωρητοῦ καὶ περὶ κατασκευῆς καταστημάτων συμφώνων πρὸς τοὺς νέους νόμους, θὰ ὑπονοήσῃ, ὅτι τὰ τοιαῦτα μένουν ἀκόμη πρὸς τελειοποίησιν τῶν φυλακῶν, δὲν δύναται νὰ φαντασθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ συμπλοκῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ὅτι αἱ φυλακαὶ εἶναι γυμναστήρια ἐγκληματικότητος, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν δι’ ἀνθρωποκτονίαν, πρέπει ἐντὸς τῶν φυλακῶν νὰ ἐξακολουθήσουν χειριζόμενοι τὴν μάχαιραν πρὸς ἰδίαν συντήρησιν, νὰ ἐξέλθωσι δὲ οὐχὶ βελτιωμένοι, ἀλλὰ ἠσκημένοι ἔτι μᾶλλον εἰς τὸ ἔγκλημα. Δὲν εἶσθε λοιπὸν εἰς κατάστασιν τὰ στοιχειώδη νὰ παράσχητε εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ μᾶς λέγετε νὰ περιμείνωμεν τὴν ἵδρυσιν καταλλήλων καταστημάτων!
§18Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν προέβη εἰς μελέτην τινὰ περὶ τῆς δαπάνης πρὸς ἀνέγερσιν φυλακῶν κατὰ τὸ νέον σύστημα.
§19ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχουν διάφορα σχέδια φυλακῶν, κατὰ δὲ τὸ 1882 ἐκλήθη καὶ ξένος ὀργανωτὴς, ὅστις ὅμως ταχέως ἀπῆλθε, τὸν δὲ λόγον τῆς ταχείας ἀναχωρήσεώς του δύναται νὰ ἐξηγήσῃ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Ράλλης. Χθὲς ἔλεγον, ὅτι πλὴν μελέτης, ἡ ὁποία γίνεται διὰ τὴν φυλακὴν Κεφαλληνίας, ἵνα μεταβληθῇ εἰς σωφρονιστήριον, καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν φυλακῶν Λευκάδος, ὑπὸ μελέτην εἶναι καὶ ἡ ἵδρυσις φυλακῆς κεντρικῆς ἐν Πύλῳ, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπιτευχθῇ νὰ τελῶσι τὴν ποινὴν αὐτῶν ὑπὸ σύστημα σωφρονιστικὸν πάντες οἱ εἰς ἐγκληματικὰς ποινὰς καταδικασθέντες. Ὑπὸ μελέτην εἶναι τὸ ζήτημα ἱδρύσεως φυλακῶν μικρῶν καὶ ἐν ταῖς ἕδραις τῶν Πρωτοδικείων, δυναμένων ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ἐν ἑκάστῳ τόπῳ ἀνάγκας, ὡς πρὸς τοὺς ὑποδίκους καὶ τοὺς ἐλαφροποίνους.
§20Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπηύθυνα τὴν ἐρώτησιν ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐνόμιζον, ὅτι εἶχεν ἤδη προβῆ εἰς μελέτας πλήρεις, καὶ ἤθελα νὰ μάθω, πόση ἀπαιτεῖται δαπάνη πρὸς εὐόδωσιν τοῦ ἔργου τούτου, τοῦ σπουδαιοτέρου παντὸς ἄλλου. Ἐγὼ δὲν ἔκαμον μελέτας, ἀλλ’ ἐξ ὑπολογισμῶν νομίζω, ὅτι δαπάνη πλέον τῶν 5 ἢ 6 ἑκατομμυρίων δὲν ἀπαιτεῖται πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι τὴν δαπάνην ταύτην δὲν νομίζω τοσούτῳ μεγάλην, ὥστε νὰ ὑποχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὁ τόκος τῶν 6,000,000 ἀνέρχεται κατ’ ἔτος εἰς 360,000 δραχμάς. Ἀλλὰ μήπως τὸ Κράτος δὲν δαπανᾷ πρὸς ἐνοικίασιν καὶ πρὸς ἐπισκευὴν ἐλεεινῶν φυλακῶν; Κατ’ ἐμὲ, οὐδέποτε θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν διὰ τῶν δῆθεν ἐμβαλωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ μόνον θὰ λυθῇ διὰ τῆς ἀνεγέρσεως πλήρους συστήματος φυλακῶν· καὶ ἐὰν ἐπὶ τέλους εἴχομεν Κυβέρνησιν γλίσχρον εἰς τὰς δαπάνας, θὰ τὸ ἐνόουν, ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν Κυβέρνησιν, ἥτις ἀφθόνως δαπανᾷ, νομίζω, ὅτι καὶ ἕνα σιδηρόδρομον ἀκόμη δυνάμεθα ν’ ἀποκόψωμεν, ἴσως μάλιστα καὶ τὸν σιδηρόδρομον Ἀγρινίου–Μεσολογγίου, διὰ νὰ κατασκευάσωμεν τὰς φυλακάς. Ἐγὼ, ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θ’ ἀνειχόμην οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ κατέχω τὸ ἀξίωμα τοῦτο, ἐὰν δὲν ἐλύετο αὐτὸ τὸ ζήτημα· παρακαλῶ δὲ αὐτὸν, ἐφ’ ὅσον διατελεῖ Ὑπουργὸς, νὰ λάβῃ τὸ πρᾶγμα ὑπὸ σπουδαιοτέραν ἔποψιν καὶ νὰ τὸ λύσῃ, ἐὰν ἦναι δυνατόν.
§21ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς ἐξήγησα, τὸ ζήτημα εἶναι ὑπὸ μελέτην, χωρὶς νὰ ἦναι βεβαιωμένον, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς ἱδρύσεως φυλακῶν καταδίκων μόνον ἤθελον εἶσθαι τόσαι, ὅσας εἶπεν ὁ συνάδελφος. Εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι φυλακαὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἱδρυθῶσιν ἄνευ δαπάνης 2,000 τοὐλάχιστον δραχμῶν κατ’ ἄτομον. Εἶναι ὑπὲρ τοὺς 10,500 οἱ κατάδικοι, ὥστε ὑπερδιπλασία τῆς ζητουμένης δαπάνη χρειάζεται· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι βεβαίως λόγος διὰ νὰ ἀπόσχῃ τις ἀπὸ τῆς μερίμνης πρὸς πλήρωσιν τοσούτῳ κατεπειγούσης καὶ ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δυστυχῶς δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1883 οὐδὲν ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν φυλακῶν, ἐκτὸς τῶν προχείρων ἐκείνων ἐπισκευῶν, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν ἀποτελοῦσι μεταῤῥύθμισιν ῥιζικήν. Τότε ἐγένετο σχέδιον φυλακῶν ἀπομονωτικῶν, τὸ ὁποῖον ὁ διάδοχός μου ἐφιλοτιμήθη νὰ περικόψῃ, ἀντ’ αὐτοῦ δὲ ἐκτίσθησαν αἱ φυλακαὶ τοῦ Συγγροῦ, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἀρχικῶς ὑπολογισθέντος συστήματος. Ἔκτοτε ὅμως οὐδὲν πλέον ἐγένετο, οὐδεμία μελέτη πραγματικὴ ἔλαβε χώραν. Ἡ δαπάνη τῶν τοιούτων τελείων φυλακῶν πρέπει ἴσως νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 2,000 κατ’ ἄτομον, ἀλλ’ ἡ δαπάνη αὕτη—καὶ ἐπ’ αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἡ Κυβέρνησις—θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης, τῆς διοικήσεως καὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα βελτιοῖ καλὸν σύστημα ποινικῶν φυλακῶν. Σήμερον ἔχομεν φυλακὰς, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδιδράσκουσιν οἱ κατάδικοι. Διὰ τὴν ἀνασύλληψιν αὐτῶν δὲν ἀπαιτεῖται δαπάνη; Ἔχομεν φυλακὰς, ἐν ταῖς ὁποίαις διαφθείρονται οἱ ἐγκλειόμενοι. Ἕνεκα τῶν νέων ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ διαπράξουν, ἐξερχόμενοι τῶν φυλακῶν, δὲν ἀπαιτοῦνται νέαι δαπάναι διὰ τὴν σύλληψιν, διὰ τὴν ἐκδίκασιν καὶ διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν εἰς τὰς φυλακὰς διὰ τὸ νέον ἔγκλημα; Ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι θὰ ἐκλείψωσιν, ὅταν εἰσαχθῇ σπουδαῖον σύστημα φυλακῶν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύναταί τις νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀναμόρφωσιν τῶν φυλακισμένων. Ἀλλ’ ὑπὸ τοιούτους ὅρους, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ δαπάνη, θέλει εἶσθαι μηδαμινὴ ἀπέναντι τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ προσπορισθῇ ἡ κοινωνία καὶ τὸ Κράτος.
§23ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ὁ φόρος τῶν ἐξαγομένων προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου κατὰ κανόνα ὁρίζεται ἐπὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν, πιστοποιουμένης καθ’ ἑβδομάδα παρὰ ἐπιτροπῆς, συνισταμένης κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Ἰονίου Κράτους. Ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνανεωθῇ, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, θεραπεύει τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου μεταβάλλει τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπὶ τῆς ἀξίας φορολογίας τῶν προϊόντων, καὶ τὴν μεταβάλλει εἰς τρόπον αὐθαίρετον, καθότι ζημιόνει τοὺς Ἑπτανησίους. Τούτου ἕνεκα ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν, δι’ ἧς προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 3 καὶ τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως «ταύτην» διὰ τῆς λέξεως «τυχόν»: διότι οὕτω, μενούσης ἀκεραίας τῆς ἐπὶ τῆς ἀξίας φορολογίας τοῦ εἴδους τούτου, ἐξασφαλίζεται τὸ συμφέρον τοῦ παραγωγοῦ, χωρὶς νὰ παραβλάπτηται τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Τὴν τροπολογίαν ταύτην συνοδεύω καὶ δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 133).
§25ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν 3ην Δεκεμβρίου 1889 διεξήχθη ἐνταῦθα μειοδοτικὴ δημοπρασία πρὸς κατασκευὴν γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Ἐρυμάνθου, εἰς τὴν ὁδὸν μεταξὺ Τριπόλεως καὶ Πύργου. Εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου τούτου ἦτο διατεθειμένος νὰ συναγωνισθῇ ἐργολάβος τις ἐκ Τριπόλεως, Ὑπέθετον οὗτος, ὅτι ἡ μειοδοτικὴ δημοπρασία ἤθελεν ἐνεργηθῆ, ὡς εἶναι εἰθισμένον, ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα τὸ ἔργον ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῇ, περιέμενε δὲ ἀμέριμνος τὴν ἐποχὴν τῆς προκηρύξεως τῆς μειοδοσίας, ἵνα λάβῃ μέρος εἰς τὸν συναγωνισμόν. Ἀλλ’ εὑρισκόμενος ἐν Τριπόλει τὴν 2 Δεκεμβρίου 1889 λαμβάνει Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ χρονολογίαν 25 ἢ 26 Νοεμβρίου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνευρίσκει διακήρυξιν, καθ’ ἣν ἡ μειοδοσία ἐπρόκειτο νὰ διεξαχθῇ τὴν ἑπομένην ἐν Ἀθήναις. Μὴ ἔχων δὲ τὸν καιρὸν νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ συναγωνισθῆ, διεβίβασε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): «Ἕνεκεν μὴ ἐπαρκοῦς χρόνου, διότι χθὲς μόλις ἐλήφθη Ἐφημερὶς Κυβερνήσεως, ἐμπεριέχουσα διακήρυξιν δημοπρασίας γεφύρας Ἐρυμάνθου, δὲν δύναμαι προσελθεῖν αὐτόσε πρὸς μειοδότησιν. Παρακαλῶ Ὑπουργεῖον γνωστοποιῆσαί μοι ἐγκαίρως καὶ ἐγγράφως ἀποτέλεσμα ταύτης, προτιθέμενος μειοδοτήσω». Τὸ τηλεγράφημα ἐλήφθη ἐγκαίρως ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀλλὰ ποσῶς δὲν ἠμπόδισε τὴν περαιτέρω πορείαν τῆς ὑποθέσεως. Ἐγένετο ἡ δημοπρασία τὴν 3ην Δεκεμβρίου, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἄνευ εἰδοποιήσεώς τινος πρὸς τὸν ἀναφερόμενον, ἐνέκρινε τὴν μειοδοτικὴν δημοπρασίαν, καὶ ἕνεκα τούτου οὐ μόνον τὰ δημόσια συμφέροντα παρεβλάφθησαν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀτομικὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου, ὅστις παρεκάλεσε τὸν συνάδελφον κ. Παπαγιαννακόπουλον, ἵνα ὑποβάλῃ ἐπερώτησιν περὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ ζητήσῃ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων. Ἡ ἐπερώτησις ὑπεβλήθη εἰς προηγουμένας Συνόδους, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβράδυνε νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ μόλις μετὰ ἐπανειλημμένας ὑπομνήσεις ὑπέβαλε ταῦτα. Ἀνέγνωσα τὴν ἔγγραφον ἀπάντησιν, ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς δίδει εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, ἀλλ’ ἐκ τῆς μελέτης αὐτῆς ἐπείσθην, ὅτι πράγματι ὁ ἀναφερόμενος εἶχε δίκαιον, ὑποστηρίζων ὅτι ἐπιζημίως εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου διεξήχθη ἡ ὑπόθεσις. Ὡς εἶπον, εἴθισται, καὶ νομίζω ὅτι περὶ τούτου ὑπάρχει καὶ διάταγμα, νὰ διεξάγωνται αἱ μειοδοτικαὶ δημοπρασίαι ἐγγὺς τοῦ τόπου, ὅπου πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἐκεῖ ἦτο εὐχερέστερον νὰ ληφθῶσιν ἀσφαλέστεραι πληροφορίαι περὶ τῶν δαπανῶν, εἰς ἃς θὰ ὑποβληθῶσιν οἱ ἀναλαμβάνοντες τὰ ἔργα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου αὐτὴ ἡ συνήθεια δὲν ἐτηρήθη. Ἀντὶ νὰ διεξαχθῇ ἡ δημοπρασία ἐν Τριπόλει ἢ ἐν Πύργῳ, διεξήχθη ἐν Ἀθήναις. Εἰς ταῦτα ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ξυλίνης γέφυρας μειοδοτικὴ καὶ τελικὴ δημοπρασία ὡρίσθη, ὅπως διεξαχθῇ ἐν Ἀθήναις, καθόσον ἐπρόκειτο περὶ κατασκευῆς σπουδαιοτάτου τεχνικοῦ ἔργου, ἤτοι μεγάλης ξυλίνης γέφυρας ἐπὶ πασσάλων, διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁποίας ἀπῃτεῖτο ἐργολάβος πεπειραμένος καὶ ἱκανὸς νὰ φέρῃ εἰς αἴσιον πέρας ἐργασίαν τοιαύτην, ἣν δυσκόλως, ἂν οὐχὶ οὐδόλως, δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις συνήθων ἔργων ἐργολάβοι...» Τώρα, Κύριοι, ἐγὼ δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις, μεταβάλλουσα τακτικήν. Ὑπέθεσεν ἆρά γε, ὅτι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δὲν ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσι κατάλληλοι ἐργολάβοι, καὶ ὅτι ἀπῃτεῖτο νὰ γίνῃ ἐνταῦθα ἡ δημοπρασία, πρὸς ἀνεύρεσιν τοιούτων; Ἀλλὰ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶναι βάσιμος· διότι, γενομένης ἐν Ἀθήναις τῆς δημοπρασίας, τίνες εἶναι οἱ πεπειραμένοι ἐργολάβοι, οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν ἵνα ἐκτελέσωσιν ἔργον, τὸ ὁποῖον οἱ ἐπαρχιῶται ἐργολάβοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτελέσωσιν; Εἷς καὶ μόνος ἐργολάβος παρουσιάσθη, ἐκ τῆς αὐτῆς ἀκριβῶς ἐπαρχίας, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ ὁ ἀναφερθεὶς τηλεγραφικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ὥστε δὲν ἐπῆλθε βελτίωσίς τις ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ τόπου τῆς μειοδοσίας, δὲν εὑρέθη τις ἐκ τῶν εἰδικῶν ἐργολάβων, τοὺς ὁποίους ἐπεδίωκεν ἡ δημοπρασία, ἀλλὰ κατεκυρώθη τὸ ἔργον εἰς συνάδελφον καὶ συμπολίτην τοῦ ἀναφερομένου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ δημοπρασία ἐν Ἀθήναις, δὲν ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παραχωρήσῃ τοὐλάχιστον μείζονα προθεσμίαν, ὥστε νὰ λάβωσι τὸν καιρὸν οἱ ἀλλαχοῦ τοῦ Κράτους ἐργολάβοι νὰ μάθωσι τὴν εἴδησιν, καὶ νὰ μεταβῶσιν ἐγκαίρως εἰς Ἀθήνας πρὸς συναγωνισμόν; Οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο. Τὴν 21 Νοεμβρίου φέρει χρονολογίαν ἡ διακήρυξις· ὑποθέτω ὅτι κατεχωρίσθη μετὰ 2 ἢ 3 ἡμέρας εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως· ὅλα δὲ ταῦτα ἐγνώσθησαν εἰς τὴν Τρίπολιν τὴν 2 Δεκεμβρίου, ὥστε κατέστη ἀδύνατον νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ συναγωνισθῶσιν. Ἡ Κυβέρνησις, ἀποφασίσασα νὰ μεταβάλῃ τὸν συνήθη τόπον ἐνεργείας τῆς δημοπρασίας, δὲν ἐμερίμνησε περὶ τοῦ στοιχειώδους καθήκοντος, νὰ χορηγήσῃ προθεσμίαν, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ πᾶσα ἡ ἀναγκαία δημοσίευσις πρὸς διαγωνισμόν. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἐγένετο ἡ δημοπρασία, ἡ δὲ Κυβέρνησις, πρὶν ἢ ἐγκρίνῃ ταύτην, λαμβάνει τηλεγράφημα ἑτέρου ἐργολάβου, τῆς αὐτῆς τάξεως μὲ ἐκεῖνον, εἰς ὃν κατακυρώθη τὸ ἔργον, ὅστις παρακαλεῖ νὰ τῷ γνωστοποιηθῇ τὸ ἀποτέλεσμα, ἵνα μειοδοτήσῃ. Τίς ὁ λόγος, ὁ παρακινήσας τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐνδώσῃ εἰς αὐτὴν τὴν αἴτησιν τοῦ ἀναφερομένου; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῇ ἐγγράφῳ ἀπαντήσει του εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἀναφέρει τὴν ἑξῆς αἰτιολογίαν (ἀναγινώσκει): «Ἡ δημοπρασία ἐγένετο ἐνταῦθα τὴν 3 Δεκεμβρίου 1889, μετὰ τὴν ἐνέργειαν δὲ τῆς δημοπρασίας οἱαδήποτε προσφορὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὡς οὔσης τελικῆς.» Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀνέγνωσεν αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία περιέχεται εἰς αὐτὸ τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει μετὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς δημοπρασίας ἄλλη προσφορά, ὡς οὔσης τῆς δημοπρασίας τελικῆς. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὸ ἔγγραφον τοῦτο, δὲν ἤθελεν ὑποβάλει αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὴ αὕτη ἡ διακήρυξις τῆς δημοπρασίας ἐν τέλει ἐπιφυλάσσει πᾶσαν ἐλευθερίαν ἐνεργείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἑπομένως οὐ μόνον δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ἀλλ’ ἦτο καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψει. Ἡ ἀξίωσις τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν προσφοράν, διότι ἡ δημοπρασία ἦτο τελική, εἶναι ἀνυπόστατος. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ διάταγμα, προκληθὲν κατὰ τὸ 1884 ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ῥητῶς διατάσσει, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ τελικαὶ δημοπρασίαι ὑπάγονται πάντοτε εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ὁ τελευταῖος μειοδότης ἐν περιπτώσει μὴ ἐγκρίσεως τῆς δημοπρασίας. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐπρόκειτο περὶ ἔργου ἀξίας 25,000 δραχμῶν· διατὶ λοιπὸν ἡ δημοπρασία αὕτη, ἡ ἐκτελεσθεῖσα ἐκτάκτως ἐνταῦθα, καὶ μάλιστα ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν διακήρυξιν, νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς τελική; Ἔπραξαν ἆρά γε οὕτω, ἵνα εὕρωσιν ἐπιχείρημα πρὸς ματαίωσιν παντὸς μεταγενεστέρου διαγωνισμοῦ; Ἐπεζήτησαν, λέγουσι, πεπειραμένον καὶ εἰδικὸν ἐργολάβον, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν εὗρον τοιοῦτον, δὲν ὤφειλον νὰ μὴ ἐγκρίνωσι τὴν δημοπρασίαν, καὶ νὰ διατάξωσι τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς; Διὰ τοῦτο εὑρίσκω δικαίαν τὴν ἀξίωσιν τοῦ πολίτου, ὅτι οὐ μόνον αὐτὸς ἐζημιώθη, ἀλλὰ καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα δὲν ἐπροστατεύθησαν δεόντως. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια μάλιστα διεγείρει ὑπονοίας, ἴσως ἀνυποστάτους, ὅτι ἐξεπίτηδες ἐνηργήθη οὕτως ἡ δημοπρασία, ἵνα μὴ δυνηθῶσι νὰ συναγωνισθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο.
§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπονοίας κατὰ τίνος;
§27ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τῆς ὑπηρεσίας. Τίνες εἶναι οἱ διεξάγοντες αὐτὴν καὶ κατὰ πόσον οὗτοι ἐπιτηροῦνται ὑπὸ τῶν προϊσταμένων, ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω.
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Γνωρίζω ἐγώ.
§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων χρήζει μεγίστης ἐπιτηρήσεως. Πρό τινων ἡμερῶν ἔλαβον μέρος εἰς δικηγορικὸν συμβούλιον, ἀφορῶν εἰς ὑπόθεσιν τοῦ λιμένος Καλαμῶν κατὰ τῶν ἀναλαβόντων τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ ἐργολάβων, καὶ ἐκ τῆς μελέτης αὐτῆς ἐλάβομεν ἀφορμὴν καὶ οἱ συνάδελφοί μου καὶ ἐγὼ νὰ οἰκτείρωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, θέλουσα νὰ λάβῃ τὴν περὶ τῆς ἐννοίας ἄρθρου τῆς συμβάσεως γνώμην μέλους τινὸς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, δὲν ἔδωκεν εἰς τὸν μηχανικὸν τὸ γαλλικὸν κείμενον τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ μετέφρασε Γαλλιστὶ τὸ ἑλληνικὸν κείμενον τῆς συμβάσεως, ἐν ᾧ ἐκ παραδρομῆς κακῶς εἶχε διατυπωθῆ ἡ ἔννοια τοῦ γαλλικοῦ κειμένου, ἡ μόνη ὀρθὴ καὶ σαφής. Δι’ ὃ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναγνώσῃ ἔντυπον διατριβὴν, πρό τινων ἡμερῶν δημοσιευθεῖσαν, περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ φυλλάδιον ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ, καὶ μοὶ ἐνεποίησεν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν.
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν αὐτὴν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν θέλει ἐμποιήσει καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ πείσει, ἐλπίζω, αὐτὸν ν’ ἀποπέμψῃ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ μετέβαλεν εἰς τόπον συναλλαγῆς καὶ ἱκανοποιήσεως ἰδιοτελῶν συμφερόντων, ἀντὶ νὰ χρησιμεύῃ πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἀναφέρει ἐν τέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ ἐργολάβος δὲν ὠφελήθη ἐκ τῆς ἐργολαβίας, καὶ ἕνεκα τούτου προτίθεται ἡ ὑπηρεσία νὰ τὸν κηρύξῃ ἔκπτωτον τῶν δικαιωμάτων του. Δὲν γνωρίζω τί συμβαίνει μεταξὺ τοῦ νέου ἐργολάβου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως ἂν ἔλαβεν ἀπὸ τὸ Δημόσιον χρήματα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ τύχη τοῦ ἐργολάβου τούτου, κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν προηγουμένην ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἔλλειψιν πάσης προσοχῆς πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.
§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ πέρυσιν ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ γίνῃ λόγος περὶ τοῦ ζητήματος τῶν τελικῶν δημοπρασιῶν· ἀφ’ ἧς εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εὗρον ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου τῶν δημοπρασιῶν καὶ ἐτέθην ἐν ἀμφιβολίᾳ περὶ τὴν λύσιν αὐτοῦ. Ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ἐπέμεινε νὰ συνιστᾷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς καὶ οἱ ἄριστοι τῶν ἡμετέρων μηχανικῶν, τὴν παῦσιν τοῦ συστήματος τῶν ἐπαναληπτικῶν δημοπρασιῶν, ὡς συνεπαγομένου μέγιστα ἀτοπήματα, καὶ τὴν καθιέρωσιν τοῦ ἐν Γαλλίᾳ ἀκολουθουμένου συστήματος τῶν τελικῶν δημοπρασιῶν. Πολὺ ἐδίστασα, πρὶν ἢ ἀποφανθῶ ὑπὲρ τούτου ἢ τοῦ ἑτέρου συστήματος, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἔκλινα ὑπὲρ τῆς μὴ ἐπαναληπτικῆς δημοπρασίας, διότι τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει ὀλιγώτερα ἐλαττώματα, καὶ ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς πᾶσαι αἱ δημοπρασίαι αἱ προκηρυσσόμεναι εἶναι τελικαί. Ὤφειλον ἄρα νὰ ἦμαι καλῆς πίστεως. Ἐγνώριζον ὅτι ὑπῆρχεν ἡ διάταξις, ἡ ἐν τέλει ἑκάστης διακηρύξεως,—διότι αἱ διακηρύξεις εἶναι ὁμοιόμορφοι—κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀπόκειται νὰ ἐπικυρώσῃ ἢ μὴ τὰ πρακτικά, ἀλλ’ ἐγνώριζον καὶ εἶχον ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς καλῆς πίστεως καθῆκον πρὸς τοὺς συναγωνιζομένους νὰ μὴ λησμονῶ, ὅτι αἱ δημοπρασίαι εἶναι τελικαὶ καὶ ἐπικυρωτέαι, ἐκτὸς ἐὰν λόγοι σπουδαιότατοι ἀναγκάζωσι τὴν ὑπηρεσίαν εἰς ἀκύρωσιν τοῦ ἀποτελέσματος αὐτῶν. Ὑπάρχει δὲ παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον συνέβη νὰ ἐπέλθῃ μετὰ τὴν τέλεσιν τῆς δημοπρασίας μειοδοσία καὶ 5 καὶ 10%, καὶ ἐν τούτοις, ἐπειδὴ προεκηρύχθη τελική, δὲν ἐγένετο ἀκύρωσις· τοῦτο πράξας, νομίζω ὅτι ἔπραξα καὶ κατὰ τὸ καθῆκον, τὸ ὑπὸ τῆς καλῆς πίστεως ὑπαγορευόμενον, καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου στηριζόμενος, διότι ὁ νόμος δὲν ἀπαιτεῖ δημοπρασίας ἐπαναληπτικάς· ἐφρόντισα περὶ τούτου νὰ λάβω καὶ τὴν γνώμην τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ νομικοῦ συμβούλου· εἶναι δὲ ἡ διάταξις τοῦ ἡμετέρου νόμου ἀντίγραφον τοῦ γαλλικοῦ. Προεκηρύχθη λοιπὸν ἡ δημοπρασία τελικὴ ἀντὶ ποσοῦ δραχμῶν 25,500, καὶ προεκηρύχθη ἐν ἐν Ἀθήναις, ὡς συμβαίνει συχνὰ ἐπὶ ἔργων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ τελεσθῶσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, προκηρύσσονται δὲ πολλάκις καὶ εἰς πόλεις ἄλλων ἐπαρχιῶν καὶ οὐχὶ μόνον εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, ἐν ᾧ πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον· διότι ἐν τοῖς μεγάλοις κέντροις εὑρίσκονται εἰδικοὶ ἐργολάβοι, καὶ ὅσον μείζονα εἶναι τὰ ἔργα, τόσον πλέον περιωρισμένος εἶναι ὁ κύκλος τῶν δυναμένων νὰ ἀναλάβωσιν αὐτά. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔργου ὡρίσθη τόπος δημοπρασίας αἱ Ἀθῆναι, (ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ ὁρισθῇ καὶ ἄλλη τις πόλις) ὅπου πάντες ἠδύναντο νὰ προσέλθωσι καὶ αὐτὸς ὁ παραπονούμενος ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου· ἠδύνατο νὰ παρασταθῇ ἐνταῦθα ἢ αὐτὸς ἢ δι’ ἀντιπροσώπου, καὶ νὰ μειοδοτήσῃ. Ἀλλὰ τί ἐσκόπει οὗτος τηλεγραφῶν; νὰ καταστήσῃ τὸν Ὑπουργὸν ὑπεύθυνον καὶ προσεκτικόν, ὡς νὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη τούτου· παρακαλεῖ τὸν Ὑπουργὸν νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ περὶ τοῦ ἀποτελέσματος, διὰ νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του. Τοιαύτην διαδικασίαν δὲν ἠξεύρω ποῦ εὗρε. Ζητεῖ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου νὰ τῷ γνωστοποιήσῃ τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ δὲν φροντίζει αὐτός, ὡς ὤφειλε, περὶ τῆς ἰδίας ὑποθέσεως. Τοιαῦτα καθήκοντα δὲν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἂν ἔτι πρόκηται περὶ ἐπαναληπτικῆς δημοπρασίας, ἀλλ’ ἔτι ὀλιγώτερον ὅταν πρόκηται περὶ τελειωτικῆς. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας προσήχθη εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὅστις ἐπεκύρωσεν αὐτήν. Ἀλλὰ κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας ὁ προσελθὼν ἐργολάβος δὲν ἀπεδείχθη ἐν τῷ ἔργῳ τοιοῦτος, ὁποῖος ὤφειλε νὰ ἦναι· διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία ἀσχολεῖται εἰς κήρυξιν αὐτοῦ ἐκπτώτου τοῦ ἔργου. Τοιαύτη εἶναι ἡ ὑπόθεσις.
§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ὑποβάλω συντόμως παρατηρήσεις τινάς· πρῶτον, ὅτι, ἀφοῦ ἐξέδωκε τὴν διακήρυξιν, ὤφειλεν, ὄχι μόνον νὰ τὴν δημοσιεύσῃ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν ἀποστείλῃ νὰ τοιχοκολληθῇ ἐγκαίρως καὶ εἰς τὰ μέρη, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον, ἔπρεπε δὲ νὰ ὑπάρχουν αἱ ἀποδείξεις περὶ τῆς δημοσιεύσεως ταύτης, διότι ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι ὅλος ὁ κόσμος δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ λαμβάνῃ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζομεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου πότε ἐξεδόθη καὶ πότε ἀπεστάλη, δύναμαι μάλιστα νὰ βεβαιώσω, ὅτι πολὺ ἀτάκτως διανέμεται καὶ ἐνταῦθα ἀκόμη ἡ ἐφημερὶς αὕτη. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὴν λαμβάνωμεν τακτικῶς, καὶ ἀπαιτοῦμεν τοῦτο καθ’ ἑκάστην, πολλάκις τὴν λαμβάνομεν μετὰ 4 ἢ 5 ἡμέρας· δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι αὐτὸ τοῦτο γίνεται καὶ εἰς τὴν ἀλλαχοῦ ἀποστολὴν τῆς ἐφημερίδος ταύτης. Διὰ πρώτην φορὰν μανθάνω, ὅτι ἐκδίδονται διακηρύξεις περὶ ἐκτελέσεως σπουδαίων ἔργων, καὶ αἱ διακηρύξεις αὗται δὲν δημοσιεύονται διὰ τοιχοκολλήσεως ἢ καὶ ἐπ’ ἐκκλησίας ἀναγνώσεως, ὅπως ἐγίνετο ἄλλοτε καὶ ὅπως οἱ κείμενοι νόμοι ῥητῶς διακελεύουσιν. Ὠφείλατε τὴν διακήρυξιν αὐτὴν ν’ ἀποστείλητε εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ κατασκευασθῇ ἡ γέφυρα, εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, καὶ ν’ ἀπαιτήσητε τὴν δημοσίευσιν αὐτῆς ἐγκαίρως. Μετὰ τοῦτο παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ λέξις τελικὴ δημοπρασία, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται, εἶναι λέξις πρωτοφανὴς, δὲν εἶναι λέξις συνειθισμένη, οὔτε γνωρίζει κἀνεὶς ποίαν σημασίαν δύναται ν’ ἀποδώσῃ· εἰς τοὺς σχετικοὺς νόμους ἀπαντᾶται ὁ ὅρος «τελευταία δημοπρασία» καὶ ὁ ὅρος «τελειωτικὴ δημοπρασία», ὅτε προστίθενται καὶ αἱ λέξεις «ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Δημόσιον». Ἡ τελευταία δημοπρασία διαφέρει ἀπὸ τὴν τελειωτικὴν καὶ ὑποχρεωτικὴν, καθόσον ἡ Διοίκησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἄλλην δημοπρασίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ὑποχρεωμένη νὰ ἐγκρίνῃ τὸ ἀποτέλεσμα, διότι ἐπιφυλάσσεται εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐγκρίνῃ, ἐὰν τὸ θεωρήσῃ συμφέρον· ἄλλως ἀκυροῖ τὴν δημοπρασίαν αὐτὴν, ἢ ἐκτελεῖ τὸ ἔργον ἰδίᾳ δαπάνῃ, δι’ ἴδιον λογαριασμὸν, ἢ ἀναβάλλει τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ εἰς ἄλλην ἐποχήν· ὅταν ὅμως ἡ δημοπρασία κηρύττηται τελειωτικὴ καὶ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Δημόσιον, εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Ὑπουργὸς ἢ ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ νὰ ἐγκρίνῃ τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν προκηρύσσωνται τοιαῦται δημοπρασίαι, δὲν τίθεται ὁ ὅρος, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα μένει ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀντίφασις. Ὅταν λοιπὸν ἐνοεῖτε νὰ κάμητε τελειωτικὴν δημοπρασίαν, ἔπρεπε ν’ ἀφαιρέσητε τὴν τελευταίαν διάταξιν, ἡ ὁποία ἐπεφύλαττεν εἰς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνητε ἢ ὄχι τὸ ἀποτέλεσμα· ἀφοῦ τοῦτο δὲν ἐκάμετε, δὲν εἶσθε καθόλου δεσμευμένος νὰ μὴ δεχθῆτε τὴν καλλιτέραν προσφορὰν, ἡ ὁποία σᾶς ἐδόθη· τὸν δὲ ὅρον «τελικὴ» πρώτην φορὰν ἀκούω.
§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν εὗρον.
§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε εἰς νόμον ἀναφέρεται, οὔτε εἰς διάταγμα, καὶ ἑπομένως εἶναι ἐντελῶς ἀκατάληπτος, καὶ ἐδικαιοῦτο πᾶς πολίτης, ἀφοῦ ἔβλεπε μάλιστα τὴν τελευταίαν διάταξιν τῆς διακηρύξεώς σας, ὅτι ἐπεφυλάττεσθε σεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνητε ἢ ὄχι, εἶχε καθεὶς, λέγω, τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύῃ, ὅτι μετὰ τὴν δημοπρασίαν αὐτὴν, πρὶν παρέλθῃ ἡ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ ἀρχὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς δημοπρασίας, ἠδύνατο νὰ κάμῃ προσφοράν· ὥστε, ἂν ἠπατήθη ὁ πολίτης, ὑμεῖς καὶ ὄχι ἐκεῖνος εἶναι παραίτιος. Τώρα δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐκ τῆς ἐνεργείας ταύτης ἐζημιώθη ἢ ὄχι τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ εἰς δύο τινά· πρῶτον, νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν, ὥστε αἱ διακηρύξεις νὰ δημοσιεύωνται καὶ διὰ τοιχοκολλήσεως εἰς τὰ μέρη, ὅπου ὑπάρχουσι τὰ ἔργα, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἐκτέλεσις, καὶ δεύτερον νὰ κάμνῃ σαφεστέρας τὰς διακηρύξεις του, νὰ λέγῃ δηλ. ῥητῶς, ἐὰν αἱ δημοπρασίαι ἦναι τελειωτικαὶ καὶ ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸ Δημόσιον, ἢ δὲν ἦναι, καὶ ὅταν ἦναι, ν’ ἀφαιρῇ ἀπὸ τὸ ἔντυπόν του τὴν τελευταίαν διάταξιν, τὴν ἐπιφυλάττουσαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως, ἐξ ἧς δικαιοῦται πᾶς πολίτης νὰ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ κάμῃ καὶ μετὰ τὸ πέρας καλλιτέρας προσφοράς.
§36ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶχον εἰσαγάγει τὴν ἐπερώτησιν, ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Δι’ ὧν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζω ὅτι προσεπάθησε νὰ ἐκτοπίσῃ τὸ ζήτημα, ὅπως εὕρῃ ἔδαφος κατάλληλον πρὸς ὑπεράσπισιν. Εἶπε δηλαδὴ, ὅτι συνήθεια ἐπεκράτησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται, ἵνα αἱ δημοπρασίαι κατὰ τὸ πλεῖστον ἦναι τελικαὶ, διότι ἐθεωρήθη τὸ σύστημα αὐτὸ καταλληλότερον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ καίριον σημεῖον τῆς ὑποθέσεως. Ἐγὼ ἀλλαχοῦ εὑρίσκω τὸ ἄτοπον. Πρὸς τί δηλαδὴ ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου σπασμωδικὴ ἐνέργεια τῆς ὑπηρεσίας; Ἐνῷ ἐξεδόθη ἡ διακήρυξις μόλις τὴν 21 Νοεμβρίου, ἐδημοσιεύθη δὲ τὴν 23 ἰδίου μηνὸς, ἡ δημοπρασία ἐτελέσθη μετὰ 6 ἡμέρας! Καὶ πότε γίνεται αὐτὴ ἡ ταχύτης, ἡ ἀνεξήγητος; Εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ δημοπρασία ἐν Ἀθήναις, νὰ κατασκευασθῇ δὲ τὸ ἔργον ἐν Τριπόλει. Εἴπατέ μοι, σᾶς παρακαλῶ, εἶναι δυνατὸν εἰς διάστημα 6 ἡμερῶν νὰ λάβουν γνῶσιν ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως οἱ ἐν Τριπόλει διαμένοντες ἐργολάβοι καὶ νὰ ἔλθουν ἐνταῦθα νὰ μειοδοτήσωσι; Τί σᾶς λέγει αὐτὸς, ὁ ὁποῖος προσεφέρετο νὰ μειοδοτήσῃ; Ὅτι μόλις τὴν προτεραίαν τῆς δημοπρασίας ἔλαβε γνῶσιν ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο οὔτε αὐτοπροσώπως οὔτε διὰ πληρεξουσίου νὰ παραστῇ εἰς τὰς Ἀθήνας, διὰ νὰ μειοδοτήσῃ, δι’ αὐτὸ σᾶς παρεκάλεσε νὰ μὴ σπεύσητε, ὅπως δυνηθῇ καὶ αὐτὸς νὰ μειοδοτήσῃ. Καὶ ὅμως σεῖς προέβητε εἰς τὴν τέλεσιν τῆς δημοπρασίας, ἣν ἐχαρακτηρίσατε ὡς τελικήν. Εἴπατε περιπλέον, ὅτι συνήθεια ἐπεκράτησεν, ὥστε, προκειμένου περὶ ἔργου μεγάλης ἀξίας, νὰ γίνηται εἰς μεγάλα κέντρα ἡ δημοπρασία, ὅπως παρουσιάζωνται καταλληλότεροι ἐργολάβοι. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ποῖος ἦλθε καὶ ἐμειοδότησεν ἐν Ἀθήναις; Ἦλθε κἀνεὶς ἐκ τῶν Ἀθηνῶν; Ὄχι. Ἦλθεν εἷς ἐκ Τριπόλεως, δύναμαι δὲ νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι αὐτὸς εἶχεν ἔλθει ἐνταῦθα, καὶ παρηκολούθησεν ὅλην τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς προκηρύξεως μέχρι τῆς τελέσεως τῆς δημοπρασίας. Διὰ τί λοιπὸν ἐγένοντο ὅλα αὐτά; Ἴσα ἴσα, διὰ νὰ κατακυρωθῇ τὸ ἔργον ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ, τοῦ μόνου συναγωνισθέντος, ὄχι ἐξ Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ἐκ Τριπόλεως. Ἀλλὰ, λέγετε, ὅτι τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτε, διότι δὲν ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον, καθ’ ἃ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνύεται. Ἀλλὰ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι γνωστὸν τοῦτο καὶ ἐκ τῶν προτέρων; Εἴπατε ὅτι ὁ ἀναλαβὼν τὸ ἔργον ἐργολάβος ἐκηρύχθη ἔκπτωτος· ἀλλ’ ἐὰν ἦτο ἄλλος ἐργολάβος καλλίτερος, θὰ ἔφερεν εἰς πέρας τὸ ἔργον· ἰδοὺ δὲ, ὅτι ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον ἀρνητικῶς. Ἔπειτα τίς ἐγγυᾶται, ὅτι ὁ εἷς καὶ μόνος μειοδότης δὲν ἔλαβεν ἐκ τῶν προτέρων χρήματα καὶ τὰ ἐνοσφίσθη; Αἱ ὑπόνοιαι λοιπὸν, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς, εἶναι πλέον ἢ βάσιμοι. Ἐγένετο ἡ δημοπρασία ὑπὸ τοιαύτας ὑπόπτους περιστάσεις πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ὠφεληθῇ ὡρισμένον πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον κατεκυρώθη τὸ ἔργον διὰ λαθροχειρίας, χωρὶς νὰ λάβῃ οὐδεὶς ἄλλος γνῶσιν. Αὐτὰ ἐγὼ τὰ λέγω κατηγορηματικώτερον καὶ σαφέστερον τοῦ προλαλήσαντος, ἀναλαμβάνω δὲ πλήρη τὴν εὐθύνην. Θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως, ὅτι πταίει ἡ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιτηρῆτε τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὄχι νὰ τήν ἀφίνητε νὰ πράττῃ ἐλευθέρως ὅ,τι θέλει, καὶ κατόπιν νὰ ἔρχησθε νὰ υἱοθετῆτε τὰ ὑπ’ αὐτῆς πραττόμενα.
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸν φάκελλον τὸν εἶδον.
§38ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν εἴδετε, ἀλλὰ δὲ νομίζω, ἐξ ὅσων εἴπετε, ὅτι ἐχωνεύσατε τὴν ὑπόθεσιν· διότι περιωρίσθητε εἰς τὸ νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι ἔχετε τὸ σύστημα νὰ διακηρύττητε τελικὴν δημοπρασίαν. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ ζήτημα εἶναι, διατὶ ἐντὸς 6 ἡμερῶν νὰ γίνῃ δημοπρασία ἐν Ἀθήναις δι’ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ τελεσθῇ ἐν Τριπόλει. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εὐθύνεσθε διὰ πάντα ταῦτα· τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐδῶ ἐν σμικρῷ, συμβαίνει ἀλλαχοῦ εἰς μεγίστας διαστάσεις. Πόσα ἆρά γε καὶ τίνα ὄργια τελοῦνται ἐπὶ τῶν μεγάλων ἔργων;
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τὰ πράγματα εἶναι ὅλα κανονικά. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπορεῖ, πῶς ἐτέθη τόσον μικρὰ προθεσμία διὰ τὴν δημοπρασίαν τοῦ ἔργου, τοῦ δημοπρατουμένου ἐν Ἀθήναις. Συνήθως αἱ προθεσμίαι, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται περὶ ἔργων ἐκτάκτου σπουδαιότητος, δὲν εἶναι πολὺ μακραὶ, συνήθως εἶναι 15–20 ἡμερῶν ἢ ἑνὸς τὸ πολὺ μηνὸς, καὶ τοιαύτη περίπου εἶναι καὶ ἡ ἐνταῦθα. Ἔπειτα, προκειμένου περὶ ἔργου δημοπρατουμένου ἐν Ἀθήναις, βεβαίως δὲν ἠδύνατό τις ποτὲ νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἡ προθεσμία ἀπὸ τῆς 21 Νοεμβρίου μέχρι τῆς 3 Δεκεμβρίου, ὅτε ἐγένετο ἡ δημοπρασία, δὲν ἦτο ἐπαρκής. Ἐπίσης, προκειμένου περὶ δημοπρασίας ἐν Ἀθήναις, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις περὶ Τριπόλεως καὶ Καλαμῶν. Βεβαίως, ἂν προεκαλεῖτο τότε εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἡ προσοχὴ, ἤθελε δοθῆ καὶ μεγαλειτέρα προθεσμία, ἀλλὰ δὲν ἐφαντάσθη ὁ προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας, ὅστις ἀπέβλεπεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ δώσῃ μείζονα προθεσμίαν, διότι ἁπλῶς προέκειτο περὶ ἔργου ἐν Τριπόλει· ἡ προθεσμία ἀπέβλεπεν οὐχὶ εἰς τὸ ἔργον, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἐργολάβους· ἐκ τούτου ἄρα δὲν δύναται νὰ ἐπιῤῥιφθῇ ψόγος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἄλλην παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καθ’ ἣν ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως» δὲν εἶναι ἐπαρκὴς τρόπος εἰδοποιήσεως. Οὗτος εἶναι ὁ πάντοτε κρατῶν· καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, τοῦτο δὲ καὶ ἐγὼ πιστοποιῶ, ὅτι ἡ διανομὴ τῆς ἐφημερίδος δὲν γίνεται πάντοτε ὡς δεῖ καὶ ὅσον δεῖ ταχέως, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι, ἂν ἀγνοῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας καὶ ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ δημοσιευόμενα περὶ δημοπρασιῶν ἀγγέλματα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἡ ὁμὰς τῶν ἐργολάβων γνωρίζει ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως τὰ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» προκηρυσσόμενα· δὲν φαντάζεταί τις ὁπόσον ταχέως πληροφοροῦνται περὶ αὐτῶν. Κατὰ τὰ λεχθέντα, πρόκειται περὶ ἔργου δημοπρατηθέντος ἐν Ἀθήναις· ἡ ἐργασία ἐγένετο κανονικῶς, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐγκαίρως ἐλήφθη γνῶσις παρὰ πάντων τῶν ἐν Ἀθήναις εἰδικῶν ἐργολάβων τῆς διακηρύξεως, τῆς ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», δημοσιευθείσης, τοῦτο δὲ ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ.
§40ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ ἀναιρέσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν ὑπεχρεοῦτο νὰ ἐκθέσῃ τὸ ἔργον εἰς ἐπαναληπτικὴν δημοπρασίαν· ἐπίσης δὲν ἀποκρούω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἠδύνατο νὰ διεξαγάγῃ αὐτὴν τὴν δημοπρασίαν καὶ ἐν Ἀθήναις, ἂν ἐνόμιζεν ὅτι πρὸς τοῦτο ὑπῆρχον εἰδικοὶ λόγοι· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐγκρίνω τὴν γνώμην του, ὅτι ἡ καλὴ πίστις τῷ ἐπέβαλλε, προκειμένου περὶ τελικῆς δημοπρασίας, νὰ τὴν ἐγκρίνῃ ἀνεξετάστως.
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκτὸς, εἶπον, ὅλως ἐκτάκτων λόγων, καταχρήσεως, σκανδάλου καὶ τῶν τοιούτων· τοιοῦτον δέ, εἶπον, δὲν προέκυπτεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§42ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι αἱ μεταβολαί, τὰς ὁποίας ἐθεώρησε καλὸν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὡς πρὸς τὴν τελικὴν δημοπρασίαν, ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ καθῆκον νὰ χορηγῇ μακρὰν προθεσμίαν, ἴσα ἴσα διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ κἀμμία ζημία εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὡς ἐκ τῶν μέτρων, ἅτινα εἰσήγαγε. Δὲν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, διὰ τῆς διακηρύξεως νὰ λάβωσι γνῶσιν τοῦ ἐκτελεστέου ἔργου μόνον οἱ ἐν Ἀθήναις ἐργολάβοι, οἵτινες μάλιστα καὶ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως ἀκόμη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀξιόλογα δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Πρόκειται νὰ λάβωσι γνῶσιν ὅλοι οἱ ἐργολάβοι τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, μεταβάλλητε τὰ κείμενα καὶ ὁρίζητε τελειωτικὴν δημοπρασίαν, δὲν ὀφείλετε νὰ λάβητε πρόνοιαν, ὅπως χορηγήσητε τοὐλάχιστον μίαν μακρὰν προθεσμίαν, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἐπέλθῃ ἡ κατάλληλος δημοσιότης; Ἀλλ’ ἐξεταστέον, τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς, ὅταν τέλος πάντων διεξαχθῇ μία τοιαύτη δημοπρασία; Ἡ καλὴ πίστις, λέγει, τὸν ὑποχρεοῖ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν δημοπρασίαν, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ σκάνδαλόν τι. Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν θεωρίαν, Κύριοι, τὴν ἀποκρούω. Καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ, κατ’ ἐμὲ, εἶναι νὰ ἀποβλέψῃ εἰς μόνην τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἄν πεισθῇ, ὅτι ἡ δοθεῖσα προσφορὰ εἶναι μεγάλη, καὶ ὅτι εἶναι ἐλπὶς νὰ δοθῇ μικροτέρα προσφορά, προκειμένου περὶ μειοδοτικῆς δημοπρασίας, καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ μὴ ἐγκρίνῃ ποτὲ, ἀλλὰ νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν δημοπρασίαν, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου εὐχερῶς ἠδύνατο νὰ πεισθῇ ὁ Ὑπουργὸς, ἂν ἦτο δυνατὴ προσφορὰ μικροτέρα, διότι ἐργολάβος ὅμοιος ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον κατεκυρώθη τὸ ἔργον, τηλεγραφικῶς ἀναφέρεται πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ λέγει αὐτῷ: «δὲν ὑπάρχει ὁ ὑλικὸς καιρὸς, ἵνα ἔλθω εἰς τὰς Ἀθήνας, ὡς ἐκ τῆς ταχθείσης διὰ τὴν δημοπρασίαν μικρᾶς προθεσμίας· εὐαρεστηθῆτε νὰ μὲ εἰδοποιήσητε, τίς ἡ δοθησομένη τελευταία προσφορὰ, διὰ νὰ συναγωνισθῶ.» Βεβαίως δὲν εἶχε καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀπαντήσῃ· ἐγὼ δὲν τὸν ἐγκαλῶ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος ἀπαντήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος τῆς προστασίας τῶν δημοσίων συμφερόντων. Χάριν τῶν δημοσίων συμφερόντων ἠδύνατο νὰ ἀνακοινώσῃ διὰ τοῦ Νομάρχου εἰς τὸν ἀναφερόμενον τὴν τελευταίαν προσφορὰν, καὶ ν’ ἀναμείνῃ τὴν ἀπάντησίν του. Φρονῶ, ὡς ἐκ τούτων, ὅτι ἡ διαγωγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, οὐ μόνον διότι ἔταξε μικρὰν προθεσμίαν, ἀλλὰ κυρίως διότι τὸ ποιὸν τοῦ ἐργολάβου, εἰς ὃν κατεκυρώθη τὸ ἔργον, ἡ ὅλως ἀσήμαντος 1% μείωσις τῆς τιμῆς, ἡ πρότασις ἑνὸς ἄλλου ἐργολάβου, ὅτι δύναται νὰ συναγωνισθῇ, ἂν μάθῃ τὴν τελευταίαν προσφορὰν, ἦσαν λίαν ἐπαρκεῖς λόγοι, ἵνα πείσωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ ποσῶς τὴν γενομένην δημοπρασίαν, ἀλλὰ νὰ διατάξῃ νέαν, ἢ τέλος πάντων νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν ἀναφερθέντα ἐργολάβον, καὶ νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἀπάντησίν του. Τώρα καλῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ διακηρύξει, καίτοι τελικῆς οὔσης τῆς δημοπρασίας, νὰ ἐπιφυλαχθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μή; Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὑπέβαλεν, ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν ὑποστηρίζουσι τὴν ἀποφατικὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιέχηται τοιαύτη ἐπιφύλαξις εἰς τὰς τελειωτικὰς δημοπρασίας· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε κατὰ τὸ 1884 διάταγμα, ἐν τῷ ὁποίῳ ῥητῶς διατάσσεται, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν τελικῶν ἀκόμη δημοπρασιῶν εἶναι ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐγκρίνῃ ἢ ὄχι, καὶ οὐδὲν ἔχει ὁ ἐργολάβος δικαίωμα διὰ τὴν μὴ ἔγκρισιν τῆς τελειωτικῆς δημοπρασίας. Ὅταν λοιπὸν ῥητὸν διάταγμα δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐγκρίνῃ, ἦτο ἐπιτετραμμένον πλέον ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀπαντήσῃ ἐγγράφως εἰς τὴν Βουλήν, «δὲν ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ προσφορὰν ἐλάσσονα, διότι ἡ δημοπρασία ἦτο τελική»;
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ προφορικῶς τὸ εἶπον.
§44ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διάταγμα βασιλικὸν λέγει εἰς τὸν Ὑπουργόν: «ὀφείλεις, Κύριε, νὰ μὴ ἐγκρίνῃς καὶ αὐτὴν τὴν τελειωτικὴν δημοπρασίαν, ὅταν πείθησαι, ὅτι δὲν εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸ Δημόσιον»· καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει: «ἐγὼ δὲν ὑπακούω εἰς τὸ διάταγμα, καὶ θὰ ἐγκρίνω πάσας τὰς δημοπρασίας τὰς τελικάς.» Νομίζω ὅτι αἱ θεωρίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν δύνανται νὰ καλύψωσι τὴν παράβασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσε, μὴ καταβαλὼν ὅλην τὴν ἀπαιτουμένην μέριμναν πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.
§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κανών, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλεν εἰς ἑαυτὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ καθ’ ὃν πρέπει τυφλοῖς ὄμμασι νὰ ἐγκρίνῃ τὰς δημοπρασίας, τὰς ὁποίας χαρακτηρίζει ὡς τελικάς, εἶναι κανὼν καλὸς δι’ Ὑπουργοὺς ὀκνηρούς, ἀλλὰ βεβαίως κατάλληλος δι’ Ὑπουργούς, οἵτινες ἐννοοῦν νὰ ἐπιτηρῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Γνωρίζομεν,—καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ,—πῶς γίνονται αἱ δημοπρασίαι ἐνταῦθα. Ἀνέπτυξεν οὗτος κατὰ μίαν τῶν παρελθουσῶν Συνόδων θεωρίαν ὁλόκληρον περὶ τοῦ πῶς διεξάγει τὰς δημοπρασίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, θεωρίαν ὀρθὴν καὶ καθ’ ἣν ὄχι μόνον ὀφείλει ν’ ἀκυροῖ πᾶσαν δημοπρασίαν, ἐν ᾗ βλέπει, ὅτι ὑπάρχει συμπαιγνία τις ἢ σκάνδαλον ἢ οἱαδήποτε πρᾶξις ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ αὐτὴν καὶ δὶς καὶ τρὶς καὶ τετράκις. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθὴς κανών, καὶ τοῦτον τὸν κανόνα ἔχουσι καθῆκον νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς ἑαυτοὺς οἱ κύριοι Ὑπουργοί, οἱ διαχειριζόμενοι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· ὀφείλουσι νὰ μελετῶσι τὰς δημοπρασίας, καὶ ὁσάκις εὑρίσκωσιν, ὅτι ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, κατὰ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἐκ τοῦ νόμου καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται ν’ ἀπεκδυθῶσι, νὰ ἀκυρῶσι τὰς τοιαύτας δημοπρασίας. Ἐν τῇ εἰδικῇ δὲ ταύτῃ περιπτώσει βεβαίως ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο δὲ εἶναι, ὅτι ἐδημοσιεύθη μόνον ἐνταῦθα ἡ προκήρυξις τῆς δημοπρασίας ταύτης, ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν κἆν τὸ κέντρον τοῦ νομοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον, ὅτι ἐργολάβος ἀξιόχρεος τὴν προτεραίαν μόνον ἔλαβε γνῶσιν, εἰδοποίησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι πρόκειται καὶ οὗτος νὰ μειοδοτήσῃ ἐν τῇ δημοπρασίᾳ ταύτῃ, καὶ ὅτι ἡ μειοδοσία, ἡ διεξαχθεῖσα ἐνταῦθα, ἔφερε κατὰ ἓν μόνον τοῖς ἑκατὸν ἐλάττωσιν τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου προϋπολογισθείσης δαπάνης. Ἐνδέχεται ἡ ἐκτίμησις τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων νὰ μὴ ἦτο ἀκριβής, καὶ ὁ ἀναλαβὼν ἐργολάβος νὰ μὴ ἔκαμεν ἐπικερδῆ ἐπιχείρησιν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον πάντοτε αἱ μειοδοσίαι ἐπιφέρουσιν ἀποτελέσματα πολὺ ἀνώτερα τῆς ἐλαττώσεως ταύτης τοῦ 1%. Εἶχε λοιπὸν πολλὰ διδόμενα ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ τὴν δημοπρασίαν ταύτην. Νομίζω δέ, ὅτι ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς δημοπρασίας ταύτης, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πασῶν τῶν δημοπρασιῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλει ἄλλον κανόνα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἑαυτὸν καὶ ὄχι τὸν κανόνα τῆς ἄνευ ἐξετάσεως καὶ μελέτης ἐπικυρώσεως τῶν δημοπρασιῶν, τὰς ὁποίας χαρακτηρίζει ὡς τελικάς. Ὀφείλει, ὅπου νομίζει ὅτι ὑπάρχουσι συμφέροντα τοῦ Δημοσίου βλαπτόμενα, νὰ ἀρνῆται τὴν ἐπικύρωσιν τῶν δημοπρασιῶν.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου κέκτηται τὸ δικαίωμα τῆς προεκτάσεως τῆς γραμμῆς Πατρῶν καὶ Πύργου διὰ διακλαδώσεως εἰς τὸν λιμένα Κυλλήνης. Ἤδη συνεβλήθη ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ὅπως ἀπὸ σημείου τινὸς τῆς διακλαδώσεως κατασκευάσῃ σιδηροδρομικὴν γραμμὴν ἕως τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων Κυλλήνης, ταὐτοχρόνως δὲ συνεβλήθη πρὸς αὐτὴν περὶ παραχωρήσεως εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς διαχειρίσεως τῶν ἰαματικῶν τούτων ὑδάτων ἐπὶ 50 ἔτη. Καὶ τοῦ μὲν σιδηροδρόμου ἡ παραχώρησις γίνεται ἐπὶ τοῖς συνήθεσιν ὅροις τῶν παραχωρήσεων πρὸς τὰς Πελοποννησιακὰς ἑταιρίας, τουτέστιν ἐπὶ ἐπιχορηγήσει, ἥτις ὅμως ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ὡς ἐκ τῆς σχέσεως τῆς γραμμῆς πρὸς τὴν παραχώρησιν τῶν ὑδάτων, δὲν ὁρίζεται εἰς 20,000 δραχμὰς κατὰ χιλιόμετρον, ἀλλ’ εἰς 15,000.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ......
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μέχρι Κυλλήνης θέλει ἡ ἑταιρία κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον κατόπιν τοῦ δικαιώματος, ὅπερ κέκτηται ἐκ προγενεστέρας συμβάσεως· ἤδη παραχωρεῖται εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τῆς προεκτάσεως τῆς γραμμῆς ταύτης μέχρι τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων τῆς Κυλλήνης, ἅτινα παραχωροῦνται εἰς αὐτὴν ἐπὶ 50 ἔτη, ὅπως αὕτη, κατασκευάζουσα ἐκεῖ καταστήματα λουτρῶν, διαχειρίζηται ταῦτα.
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄνευ ἀνταλλάγματός τινος πρὸς τὸ Δημόσιον;
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ εἰσοδήματα νῦν ἐκ τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων Κυλλήνης νομίζω ὅτι ἀνέρχονται εἰς δισχιλίας δραχμὰς κατ’ ἔτος, τουτέστιν εἰς ποσὸν κατώτερον τῆς δαπάνης, εἰς ἣν ὑποβάλλεται τὸ Δημόσιον διὰ τὴν συντήρησιν ἐκεῖ τοῦ ἰατροῦ καὶ δι’ ἄλλας τινὰς μικροτέρου λόγου ἀνάγκας. Ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις εἰς τὴν ἑταιρίαν, ὅπως οἰκοδομήσῃ κατάστημα λουτρῶν ἀξίας τοὐλάχιστον 250,000 δραχμῶν, πλὴν δὲ τούτου, ὅπως οἰκοδομήσῃ ξενοδοχεῖον καὶ ἀγοράν· παραχωρεῖται δὲ εἰς αὐτὴν χῶρος εἰς πλήρη ἰδιοκτησίαν χάριν τῶν οἰκοδομῶν, ὁρίζεται δὲ καὶ χῶρος πρὸς οἰκοδομὴν ναοῦ, καὶ πρὸς παραχώρησιν γηπέδων δωρεὰν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ οἰκοδομήσωσι, κατὰ λόγον τῆς δαπάνης τῆς οἰκοδομῆς. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ ὅροι τῆς διὰ δύο συμβάσεων παραχωρήσεως τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων Κυλλήνης.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ μῆκος τοῦ σιδηροδρόμου τούτου;
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ μῆκος τοῦ σιδηροδρόμου τούτου δὲν λογίζεται κατὰ τὴν σύμβασιν, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ χορήγημα, ὑπέρτερον τῶν δώδεκα χιλιομέτρων. Ὑποτίθεται, ὅτι ἴσως καὶ ὀλιγώτερα θὰ ὦσι τὰ χιλιόμετρα, ἐδέησεν ὅμως νὰ ὁρισθῇ εἰς 12 ὁ ἀνώτατος ὅρος, διότι ἐνδείκνυνταί τινες περιστροφαὶ, αἵτινες θέλουσι προσδώσει εἰς τὴν γραμμὴν ἀνάπτυξιν μείζονα τῆς εὐθείας.
§53ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καθωρισμένον ἀπὸ τίνος σημείου τῆς γραμμῆς θ’ ἀρχίζῃ ἡ διακλάδωσις;
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ὡρισμένον τὸ σημεῖον.
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μελέται ἐγένοντο;
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ παραχώρησις γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συνήθους χιλιομετρικοῦ χορηγήματος καὶ μάλιστα ἐπὶ μειώσει τοῦ τεταρτημορίου, δὲν εἶναι ἀνάγκη εἰδικῆς μελέτης, διότι ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ταύτης δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα μείωσιν τοῦ χορηγήματος. Τὸ χορήγημα τῶν 20 χιλιάδων θεωρεῖται ὡς τὸ κατώτατον, ἡ δ’ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ γινομένη μείωσις ὀφείλεται εἰς τὸν σύνδεσμον τῶν δύο ἐπιχειρήσεων. Πλὴν τούτου παρουσιάζω καὶ νομοσχέδιον, παρέχον ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν οἰκοδομῆς καταστημάτων λουτρῶν ἐν Ὑπάτῃ καὶ Μεθάνοις. Περὶ τῶν Μεθάνων εἶχε ψηφισθῆ νόμος, ἐπιτρέπων τὴν παραχώρησιν τῶν ὑδάτων εἰς ἑταιρίαν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν ἐπετεύχθη ἡ ὑπὸ τῆς ἑταιρίας ἀναδοχὴ τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἐκρίναμεν δὲ κατὰ κανόνα περὶ τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων, ὅτι, ὅπου δὲν παρουσιάζεται ἑταιρία ζητοῦσα τὴν παραχώρησιν ὑπὸ ὅρους ἐπωφελεῖς τῇ πολιτείᾳ, θὰ ἦτο πρέπον τὸ Δημόσιον νὰ θυσιάζῃ τὴν ἐτησίαν πρόσοδον, ὅπως διὰ τοῦ κεφαλαίου, τοῦ ἀντιστοιχοῦντος πρὸς τὴν πρόσοδον ταύτην, προνοεῖ περὶ τοῦ ἀμιγοῦς τῶν ὑδάτων, ἱδρύῃ καταστήματα καὶ ἐκτελῇ ἔργα ἐξυγιάνσεως καὶ καλλωπισμοῦ. Ἐλπίζεται ὅτι ἡ θυσία τῆς προσόδου, ὑπὸ τοιούτους ὅρους γινομένη, θὰ ἦναι φαινομένη· διότι, ἂν τὰ ὕδατα τῆς Ὑπάτης, λόγου χάριν, παρέχωσι πρόσοδον σήμερον εἰς τὸ Δημόσιον 10 χιλιάδων δραχμῶν, εἰς ἣν ἀντιστοιχεῖ κεφάλαιον 200,000 δραχμῶν, οἰκοδομηθῇ δὲ κατάστημα καὶ ἐξυγιανθῇ ὁ πέριξ χῶρος ἀντὶ δαπάνης 200,000 δραχμῶν, εἶναι ἐλπὶς, ὅτι τὰ ὕδατα θέλουσιν ἀποδώσει πρόσοδον τοσοῦτον ἀνωτέραν τοῦ τόκου τοῦ δαπανηθέντος χρήματος, ὥστε καὶ μετὰ τὴν καταβολὴν χρεωλυσίου νὰ ὑπολείπηται περίσσευμα, οὐχὶ ἔλασσον ἴσως τῆς οὕτω διατεθείσης ἀρχικῆς προσόδου. Κατὰ ταῦτα ὁρίζεται ποσὸν 250,000 δραχμῶν διὰ τὸ κατάστημα τῶν λουτρῶν Μεθάνων, καὶ 200,000 διὰ τὸ κατάστημα τῶν λουτρῶν Ὑπάτης. Καταθέτω συνάμα μετὰ τῶν νομοσχεδίων καὶ τοὺς προϋπολογισμούς, εἰς τὸ γραφεῖον δὲ τῆς Βουλῆς τὰ σχέδια τῶν καταστημάτων. Ἕτερον νομοθέτημα ἀπησχόλησε ἀπὸ καιροῦ τὴν Κυβέρνησιν, ἀφορᾷ δὲ τοῦτο εἰς τοὺς γεωργοὺς ἰδίως τῆς Θεσσαλίας καὶ τοῦ τμήματος τῆς Ἠπείρου, τοῦ ἑνωθέντος μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Γινώσκομεν πάντες τὰ ζητήματα, ἅτινα ἐκεῖ ἐγεννήθησαν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν γεωργῶν, δεομένων ἀμέσου ἀντιλήψεως. Ἀμέσου ἀντιλήψεως δέονται καὶ οἱ γεωργοὶ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος, ἰδίᾳ δὲ δέονται τῆς ἀντιλήψεως τῆς ἐκ τῶν ὠφελημάτων τῆς δημοσίας πίστεως, καὶ εἰς ταῦτα ἠσχολήθημεν καὶ ἀσχολούμεθα. Γινώσκετε δὲ καὶ ἐκ τοῦ νόμου, ὃν προετείναμεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὅστις κεῖται ὑπὸ τὰς ὄψεις ὑμῶν, περὶ συντάξεως χάρτου κτηματικοῦ, ὅτι ἐθεωρήσαμεν ὡς ἀναγκαίαν βάσιν πρὸς ἐπιτυχῆ ἐνέργειαν εἰς τὰ τῆς κτηματικῆς πίστεως τὴν ψήφισιν διατάξεων, περὶ ὧν προνοεῖ ὁ νόμος ἐκεῖνος. Ἀλλὰ παραλείπων ἐν τῷ παρόντι τὰ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῶν γεωργῶν καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι καὶ τῶν ληπτέων μέτρων εἰς προστασίαν αὐτῶν, λέγω, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδίως καὶ ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης παρουσιάζεται ζήτημα, μὴ ἔχον ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ, ἣν ἐκεῖ ἔχει ἔντασιν, διότι ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ τῷ νομῷ Ἄρτης πολλὰ ὑπάρχουσι χωρία, κατοικούμενα ὑπὸ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν. Τοιαῦτα χωρία ὑπάρχουσι καὶ ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ, ἀλλ’ ὀλίγα καὶ διατελοῦντα ὑπὸ ὅρους μὴ προκαλοῦντας τὴν λῆψιν μέτρων ἀμέσων, ἐν τοῖς νομοῖς ὅμως Λαρίσσης, Τρικκάλων καὶ Ἄρτης προκαλεῖται ἄμεσος τῆς Κυβερνήσεως παρέμβασις, ταύτην δὲ ἐρχόμεθα ἵνα προτείνωμεν γενικὴν συνιστῶντες εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοθετήματος, ὅπερ ἤδη ὑποβάλλω εἰς αὐτήν. Ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης ἡ θεραπεία ἤρξατο καὶ ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ θεμελιώδης θεραπεία ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι ἡ χειραφέτησις τῶν ἐπιμόρτων τούτων καλλιεργητῶν ἀπὸ τῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν διὰ τῆς ἀποκτήσεως παρ’ αὐτῶν τοῦ κτήματος. Καὶ τῳόντι ἀπεκτήθησαν μετὰ τὴν ἕνωσιν τῶν τριῶν τούτων νομῶν κτήματά τινα παρὰ τῶν καλλιεργητῶν αὐτῶν, διότι μετὰ τὴν ἕνωσιν μετεβλήθησαν οἱ ὅροι τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ οἱ νέοι ἰδιοκτῆται, οἱ διαδεχθέντες τοὺς Ὀθωμανοὺς, εἶναι μᾶλλον εὐδιάθετοι πρὸς τοιαύτην συναλλαγὴν μετὰ τῶν καλλιεργητῶν αὐτῶν, δύνανται δὲ καὶ εὐχερέστερον νὰ συνεννοηθῶσι μετ’ αὐτῶν ὡς ὁμόφυλοι. Αἱ συνεννοήσεις ὅμως αἱ ἐπελθοῦσαι δὲν φαίνονται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δυνάμεναι καὶ νὰ παράσχωσι διαρκῆ τὴν ὠφέλειαν, διότι, ἐξ ὧν ἔχομεν πληροφοριῶν, κινδυνεύουσι πολλὰ τῶν χωρίων τῶν χειραφετηθέντων νὰ ἴδωσι τὰ κτήματα ἐπανερχόμενα εἰς τοὺς πωλήσαντας αὐτὰ πρὸς τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητὰς, καὶ τοῦτο, διότι οἱ καλλιεργηταὶ, ὡς ἐκ τοῦ βαρέως σχετικῶς τόκου καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀλληλεγγύης, ὑφ’ ἣν ἐγένετο ἡ πώλησις, εἶναι ἐλλιπεῖς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν. Ἡ ἀλληλεγγύη τῶν ἀγοραστῶν καθιστᾷ τοὺς ἐνημέρους ὑποχειρίους τῶν μὴ ἐνημέρων· ἢ πρέπει ὁ ἐνήμερος εἰς τὰς πληρωμὰς αὐτοῦ νὰ πληρώσῃ αὐτὸς καὶ τὰ τῶν μὴ ἐνημέρων, ἢ θέλει ἐξωσθῆ μετ’ ἐκείνων. Ἀνάγκη ἄρα τῆς διαλύσεως τῆς ἀλληλεγγύης, ἀνάγκη ἐπίσης καὶ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ τόκου, διότι τόκος 8% ἢ 9%, ὑφ’ ὃν ἐγένοντο αἱ συμφωνίαι ἐν τοῖς νομοῖς ἐκείνοις, δυσκόλως δύναται ν’ ἀποτιθῇ κανονικῶς ὑπὸ τῶν ἀγοραστῶν. Ἀπεβλέψαμεν εἰς τὰς προνομιούχους Τραπέζας, ἵνα τύχωμεν παρ’ αὐτῶν τῆς συνδρομῆς, εἰς ἣν δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπιτυχῶς μέτρον πρὸς ἀνακούφισιν τῶν γεωργῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ἀλλ’ εἰς τὰς προνομιούχους Τραπέζας, ἑπομένως καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας, ἧς τὸ καταστατικὸν εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ τὰ εἰς τὸ θέμα ἀφορῶντα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δανείζωσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας πλέον τοῦ ἡμίσεως τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος· ἑπομένως ἡ ἀπόκτησις τοῦ κτήματος παρὰ τῶν καλλιεργητῶν δὲν δύναται νὰ γένηται, εἰμὴ ἂν καὶ διὰ τὸ ἕτερον ἥμισυ παρασχεθῇ εἰς αὐτοὺς πίστωσις. Ταύτην τὴν πίστωσιν νομίζομεν, ὅτι ἡ πολιτεία καθῆκον ἔχει, ἵνα προσφέρῃ εἰς αὐτοὺς, καὶ τοῦτο δι’ ἐγγυήσεως εἰς τὰς προνομιούχους Τραπέζας, μεθ’ ὧν συμπράττουσα ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν δανείων, ἐξασφαλίζει καὶ τὰ ἴδια αὐτῆς δικαιώματα, τὰ ἐκ τῆς ἐγγυήσεως ἀποῤῥέοντα, καὶ τὰ κανονιζόμενα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ ὑποβαλλομένῳ ὧδε.
§57ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγκαίρως, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διαδόσεως.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγκαίρως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς προθυμίας πάντων τῶν Βουλευτῶν, ἵνα παραμείνωσιν ἐνταῦθα, ὅπως συζητήσωσι τὰ προτεινόμενα καὶ τὰ ψηφίσωσι. Πρὶν ἢ ὑποβάλωμεν τὸ μέτρον εἰς τὴν Βουλὴν, συνεννοήθημεν μετὰ τῶν Τραπεζῶν, δι’ ὧν θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ πραγματοποίησις αὐτοῦ, καὶ εὕρομεν αὐτὰς συμφώνους εἰς τὰ προτεινόμενα· ὥστε γινώσκομεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μέτρου δυναμένου νὰ μείνῃ ἐπὶ τοῦ χάρτου ὡς ἁπλῆ θεωρία. Ὅρος τοῦ τόκου τῶν δανείων εἶναι 6%. Λαμβάνεται δὲ καὶ πρόνοια, ὅπως ἀρθῇ ἡ ἀλληλεγγύη ἐπὶ τῶν τέως ἀγορασθέντων παρὰ τῶν καλλιεργητῶν κτημάτων, καὶ ὅπως ἐπιτρέπηται καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἡ ἄρσις τῆς ἀλληλεγγύης, τουτέστιν ἡ διανομὴ τοῦ κτήματος.
§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καταργεῖτε ὑπαρχούσας συμβάσεις πρὸς ἰδιώτας; (γέλως ἐν τῇ δεξιᾷ).
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταργήσωμεν ἰδιωτικὰς συμβάσεις; Μὴ ἀνησυχῆτε. Ἡμεῖς οὐδὲν προτείνομεν, τὸ ἐπηρεάζον τὰς σχέσεις τὰς ἀστικὰς τῶν ἰδιωτῶν· ἡμεῖς παρέχομεν μόνον διὰ τῆς προσφερομένης ἐγγυήσεως τῆς Κυβερνήσεως τὴν εὐκολίαν εἰς τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητὰς, ὅπως ἔλθωσιν εἰς συναλλαγὴν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας εἰς ἀπόκτησιν τοῦ κτήματος αὐτῶν, ἂν συμφωνήσωσι· νομίζομεν δὲ, ὅτι, ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης γινώσκῃ, ὅτι ὁ ἐπίμορτος καλλιεργητὴς δὲν παρουσιάζεται ἐν μόναις ταῖς ἰδίαις αὐτοῦ δυνάμεσιν, ἀλλ’ ὡς ἐκπροσωπῶν τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως, θέλει προθύμως συναλλαχθῆ μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ ὅροις, ὁποίους τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει. Ὡς πρὸς δὲ τὰς συμφωνίας τὰς τετελεσμένας, παρέχομεν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς, ἐφ’ ὅσον πληροῦσι τοὺς ὅρους τοῦ νόμου, τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἀποκτήσωσι χρῆμα εἰς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ μὴ ἐξωσθῶσιν. Ὁ τόκος, ὡς εἶπον, εἶναι 6%. Τὸ ποσὸν τὸ δανεισθησόμενον ἐπὶ ἑκάστου κτήματος ὁρίζεται ἐξ ἀναλογίας, ἐκ τῶν προτέρων κεκανονισμένης, τοῦ κεφαλαίου πρὸς τὴν πρόσοδον, βεβαιουμένην τῇ συμπράξει τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς προνομιούχου Τραπέζης ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς τελευταίας πενταετίας κατὰ τρόπον ἐπίσης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθοριζόμενον. Ἀναλογία τις ὡρισμένη ἐν τῷ νόμῳ, ἡ τοῦ δεκαεξαπλασίου, ἀποτελεῖ τὸ κεφάλαιον, τοῦτο δὲ τὸ κεφάλαιον ἐγγυᾶται τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ ἥμισυ, τοῦ ἑτέρου ἡμίσεως παρεχομένου ὑπὸ τῆς προνομιούχου Τραπέζης ἄνευ ἐγγυήσεως, συμφώνως πρὸς τὸ καταστατικὸν τῆς Τραπέζης. Πλὴν τοῦ τόκου ἀποτίνεται πάντοτε καὶ χρεώλυτρον, ἀλλ’ ἐνῷ ὁ τόκος ὁρίζεται κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 6%, τὸ χρεώλυτρον ὁρίζεται κατὰ κατώτατον ὅρον εἰς 1%, ἑπομένως ἡ ἐτησία δόσις θὰ ἀνέρχηται εἰς 7%. Αὐτὴ δὲ ἡ ἐτησία δόσις δέον κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ διατελῇ ἐν σχέσει ὡρισμένῃ, ἐν ἀρτιότητι πρὸς τὴν πρόσοδον, τὴν βεβαιωθεῖσαν, ὡς εἶπον πρότερον, ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῆς πενταετίας· ἡ δόσις δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῆς προσόδου τοῦ κτήματος. Ἐνομίσαμεν ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου καθορισμοῦ ἡ ἐγγύησις τῆς Κυβερνήσεως καλύπτεται, ἀφίενται δὲ καὶ εἰς τὸν καλλιεργητὴν τὰ πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας του, διότι ἐν τῷ προσδιορισμῷ τῆς προσόδου τοῦ κτήματος δὲν περιλαμβάνονται τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, τουτέστι τὸ μίσθωμα τῆς ἐργασίας τοῦ νέου ἰδιοκτήτου, τὸ δὲ μίσθωμα τοῦ ἰδιοκτήτου, τοῦ καλλιεργητοῦ, ὅστις ἐγένετο ἰδιοκτήτης, παρέχει εἰς αὐτὸν τὸ μέσον τῆς ὑπάρξεως. Ἄλλαις λέξεσιν, ἡ πρόσοδος, ἡ τέως, ἀπηρτίζετο ἐκ τοῦ καθαροῦ ἐσόδου, τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁριζομένου, καὶ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, τοῦ ἀντιστοιχοῦντος εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ καλλιεργητοῦ, τοῦ ἀποκτήσαντος τὸ κτῆμα. Τοῦτο τὸ ποσόν, τὸ ἐκ τῆς ἐργασίας αὐτοῦ ἀποκτώμενον, μένει πάντοτε ἄθικτον ἐν χερσὶν αὐτοῦ ἐκ τῆς ἐτησίας δόσεως, ἣν ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ἀπέναντι τοῦ κτήματος· ἡ δόσις αὕτη, περιλαμβάνουσα οὐ μόνον τὸν τόκον, ἀλλὰ καὶ τὸ χρεωλύσιον, θίγει μόνον τὴν καθαρὰν πρόσοδον, ἀφίνει δὲ ἄθικτον πᾶν τὸ περιπλέον, ἑπομένως καὶ τὸ ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐκπεσθὲν ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου μίσθωμα τοῦ καλλιεργοῦντος τὸ κτῆμα νέου ἰδιοκτήτου. Τοιαύτη ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἔντυπον, θέλει διανεμηθῆ εὐθὺς εἰς τοὺς κκ. Βουλευτὰς, καὶ νομίζω ὅτι δύναται νὰ συζητηθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων.
§61ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι ἐξήνεγκον ποίαν γνώμην ἔχω περὶ τοῦ πραγματοποιησίμου τῶν μεγάλων σχεδίων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὐχ ἧττον συνιστῶ, ὅπως ἐν τῇ μελετωμένῃ γραμμῇ ἢ μᾶλλον διακλαδώσει γραμμῆς ἀπό τινος σημείου τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου μέχρι Κυλλήνης ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ εὐχὴ τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων, οἵτινες πολλάκις δι’ ἀναφορῶν των ὑπέδειξαν τὴν ἀνάγκην τῆς προεκτάσεως τῆς γραμμῆς ταύτης μέχρι τοῦ χωρίου Βαρθολομιοῦ. Τὸ Βαρθολομιὸ εἶναι μία τῶν εὐπορωτέρων καὶ πολυανθρωποτέρων κωμοπόλεων, παράγει δὲ μέγα ποσὸν σταφιδοκάρπου, τὸ ὁποῖον θὰ μεταφέρηται εἰς τὴν Κυλλήνην, ἥτις καὶ ὡς λιμὴν καὶ ὡς ἐμπορικὸς σταθμὸς θὰ ἔχῃ μεγίστην σημασίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ εὔλογος αὕτη εὐχὴ τῶν κατοίκων Βαρθολομιοῦ, καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, ὀλίγον ἐλπίζω εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐπαγγελλομένων μεγάλων ἔργων· δὲν ἐννοῶ δὲ, πῶς, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει κάλλιστα, ὅτι ὀλίγισται ἡμέραι ὑπολείπονται ἐκ τῆς Συνόδου ταύτης καὶ μετὰ δυσκολίας χωροῦμεν εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν, δὲν ἐννοῶ, λέγω, τὸν λόγον, δι’ ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος, οἱονεὶ κρατῶν μαγικὴν ῥάβδον, ὡς Μωϋσῆς, καὶ ἀναγγέλλει τὴν ἐκτέλεσιν μεγάλων ἔργων, τὴν τακτοποίησιν τῶν ἰαματικῶν λουτρῶν, τὴν ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν ἐν αὐτοῖς, τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν καὶ τὴν καταπλημμύρησιν τῶν αὐχμηρῶν τόπων ἐκ διαυγεστάτων ὑδάτων. Ὅλα αὐτὰ, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω καὶ νὰ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖα καὶ σοβαρά. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐκτιμήσῃ προσηκόντως πάντα ταῦτα. Ἀλλ’ ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητα τοιαῦτα τεχνάσματα, ἅτινα εἰς πάντα πολιτευτὴν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένα, ἀλλ’ ἀπολύτως ἀπαγορεύονται εἰς ἕνα Πρωθυπουργόν.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλομεν νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχοντες τοὺς ὑποχρέους πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν. Ἡ σύμβασις δὲν συνωμολογήθη πρὸς ἀφερεγγύους, συνωμολογήθη πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πατρῶν–Πύργου, ἥτις ἔχει πάντα τὰ μέσα, ἵνα ἐκτελέσῃ καὶ ταῦτα καὶ πολλαπλάσια τούτων. Αὕτη δὲ ἡ ἑταιρία ἀνέλαβε διὰ τῆς συμβάσεως τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἐκτελέσῃ πάντα τὰ ἔργα καὶ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν οἰκοδομῶν ἐν τοῖς ἰαματικοῖς ὕδασιν ἐντὸς 18 μηνῶν. Ὥρισε δὲ τοὺς 18 μῆνας, καίτοι ἠξεύρω, ὅτι αἱ μελέται αὐτῆς ἐνδεικνύουσιν εἰς περαίωσιν τοῦ ἔργου χρόνον βραχύτερον· ἀναλαμβάνουσα ὅμως ὑποχρεώσεις, λαμβάνει πρόνοιαν καὶ κατὰ τῶν ἀπροόπτων. Ἀλλὰ καὶ 18 μῆνες νομίζω ὅτι δὲν εἶναι διορία ἄνευ τέρματος, ὑποπίπτοντος εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν αὐτήν· 18 μῆνες εἶναι διάστημα βραχύτατον, ἐνῷ ὑπὸ τῆς ὑποβληθείσης συμβάσεως ἐξασφαλίζεται ἡ συντέλεσις τοῦ ἔργου, περιλαμβάνοντος καὶ τὸ χωρίον Βαρθολομιὸν, περὶ οὗ ἐγένοντο μελέται. Τὸ χωρίον Βαρθολομιὸν, ἔχον πληθυσμὸν 2,500 κατοίκων, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, αὐτὴ δὲ ἡ ἑταιρία ἐν ταῖς μελέταις περὶ τῆς γραμμῆς πρῶτον σημεῖον ἔθηκε τὸ χωρίον τοῦτο. Γινώσκομεν ἄρα, ὅτι ἡ εὐχὴ αὕτη τῶν κατοίκων εἶχε πληρωθῇ πρὶν ἢ ἐκφρασθῇ, ἡ δὲ πλήρωσις τῆς εὐχῆς εἶχεν ὑπαγορευθῆ ἐκ τοῦ συμφέροντος τῆς ἑταιρίας, διότι χωρίον ἔχον πληθυσμὸν τοσοῦτον δὲν ἠδύνατο νὰ παροραθῇ ἐν τοσούτῳ μικρᾷ γραμμῇ. Εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἄλλα νομοσχέδια ὑποβάλλονται κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Συνόδου, ἀπαντῶ, ὅτι, ἂν μὴ ἐπέκειτο ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἴσως τινὰ τῶν μέτρων ἤθελον διατελεῖ ἔτι ὑπὸ διαπραγμάτευσιν, ἀλλὰ παρεστήσαμεν εἰς τὰς ἑταιρίας, ὅτι, ἂν μὴ ἔσπευδον, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἐλπὶς ψηφίσεως κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἐπισπεύδουσιν ἄρα αὗται τὴν συμφωνίαν, ποιούμεναι ὑποχωρήσεις, ἃς δὲν θὰ ἐποιοῦντο ἐπίσης ἑτοίμως, ἐὰν ὁ χρόνος δὲν ταῖς ἦτο τοσούτῳ στενός.
§63ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει καὶ εὐχὴ ἀπὸ μέρους τῶν κατοίκων Νεμέας περὶ παρεκτάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ τῆς θέσεως Ματίνα μέχρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, περὶ τὰ 7 χιλιόμετρα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ παραπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλούμενον νὰ συσχετίσῃ καὶ τὴν αἰτουμένην παρέκτασιν ταύτην μὲ τὰς λοιπὰς, καὶ νὰ διαπραγματευθῇ πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ἥτις ἀνέλαβε τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἄλλης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, διότι θὰ ἐξυπηρετήσῃ οὕτω οὐσιώδη συμφέροντα τῶν κατοίκων τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, θὰ εὐκολύνῃ δὲ καὶ τὴν συγκοινωνίαν τῶν κατοίκων καὶ τὴν μεταφορὰν πολλῶν προϊόντων τῶν δήμων Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ, οἱ ὁποῖοι συνορεύουσι μὲ τὴν κωμόπολιν Ἁγίου Γεωργίου.
§64Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φαίνεται ὅτι ἔχει πολὺ ταπεινὴν ἰδέαν περὶ τῆς νοημοσύνης τῶν κατοίκων τῶν νομῶν Τρικκάλων, Ἄρτης καὶ Λαρίσσης· διὰ τοῦτο, ὁσάκις προσεγγίζουν ἐκλογαὶ, ἢ γενικαὶ ἢ μερικαὶ, ὑποβάλλει ἀνὰ ἓν νομοσχέδιον, πότε μὲν ὑδραυλικὸν, πότε δὲ γεωργικόν. Ἐγὼ ὅμως ἔχω τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς, ἐπειδὴ συνέπεσεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἑνώσεώς του μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος νὰ διοικῆται ἀπὸ τὸν σημερινὸν Πρωθυπουργὸν, ἐγνώρισεν ἀρκούντως αὐτὸν, ἑπομένως δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ πιστεύσῃ τὰς ἐπαγγελίας, ἃς ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος κάμνει κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Ὅσον δὲ ἀφορᾶ τὰ σιδηροδρομικὰ τῆς Πελοποννήσου, ταύτης ὁ λαὸς ἠλευθερώθη πολλὰ ἔτη πρὸ τῶν Θεσσαλῶν καὶ ἑπομένως εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐννοῇ τὰ πυροτεχνήματα ταῦτα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ νὰ μὴ ἀπατᾶται ὑπὸ τῶν δημοκοπικῶν ἐπαγγελιῶν αὐτοῦ.
§65ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ὁλόκληρος ὁ λαὸς τῆς Πελοποννήσου διατελεῖ ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν δουλείαν τὴν τουρκικήν. Ἔξωθεν τῆς Τριπόλεως ὑπάρχει χωρίον Θάνα.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περιλαμβάνεται καὶ αὐτό.
§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ χωρίον τοῦτο εἶναι ὑπὸ τὴν κυριότητα Ὀθωμανῶν, οἱ δὲ χωρικοὶ πληρόνουν φόρον ἐπικαρπίας εἰς τοὺς Ὀθωμανούς. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν πρόκειται νὰ λάβῃ γενικὴν πρόνοιαν περὶ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, νομίζω ὅτι τὸ χωρίον τοῦτο πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ περὶ τῶν γεωργῶν τῶν Θεσσαλῶν, διότι αὐτὸ διατελεῖ ὑπὸ χείρονας περιστάσεις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν καλλιεργητῶν γαιῶν, γνωρίζω καὶ πολλοὺς σταφιδοκτηματίας, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς εἶναι χρεωμένοι πρὸς τὰς Τραπέζας καὶ πρὸς ἰδιώτας ἀκόμη, καὶ πληρόνουν τόκον 10 καὶ 12% πρὸς αὐτοὺς καὶ 8% πρὸς τὰς Τραπέζας. Ἀφοῦ λοιπὸν πρόκειται νὰ ληφθοῦν τόσον εὐεργετικὰ μέτρα ὑπὲρ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, δέον νὰ ἐπεκταθῶσι ταῦτα καὶ εἰς τοὺς σταφιδοκτηματίας.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τοῦ χωρίου Θάνα ἔχει εἰδικὴν γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐκ τῶν παραστάσεων τῶν γενομένων εἰς αὐτὴν ἐκ Τριπόλεως παρὰ τοῦ Δημάρχου καὶ ἄλλων, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲ τούτῳ περιλαμβάνεται ἅπαν τὸ Κράτος, καὶ τοῦτο, διότι γινώσκομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι μόνον ἐν τοῖς τρισὶ νομοῖς χωρία ἀνήκοντα εἰς μεγάλους ἰδιοκτήτας, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ τῆς Εὐβοίας, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἐν Πελοποννήσῳ, ἰδίᾳ δὲ τοῦτο τὸ χωρίον Θάνα. Ὥστε πᾶν τὸ ψηφισθησόμενον περὶ τῶν χωρίων τῆς Θεσσαλίας καὶ τοῦ νομοῦ Ἄρτης θὰ ἰσχύῃ καὶ περὶ τοῦ χωρίου Θάνα, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ψηφιζομένου, θέλουσιν ἐπωφεληθῆ οἱ κάτοικοι, ἵνα χειραφετηθῶσι.
§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐσχάτως ἔμαθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρὰ τοῦ Δημάρχου Τριπόλεως περὶ τοῦ χωρίου Θάνα. Ἀπὸ τοῦ 1883 εἶχον ὑποβάλει ἐγὼ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶν προτάσεις ὡρισμένας περὶ τοῦ χωρίου Θάνα, καὶ κατ’ ἐντολὴν τοῦ κ. Καλλιγᾶ εἶχον συντάξει καὶ νομοσχέδιον, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἐπὶ τόσον καιρὸν εἶχον ταῦτα λησμονηθῆ καὶ ἤδη ἐκρίθη καλὸν νὰ γίνῃ φροντὶς περὶ τούτων.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν βροχὴν αὐτὴν τῶν ἐπαγγελλομένων ἔργων θὰ φροντίσῃ ἆρά γε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ συμπληρώσῃ καὶ τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Ἀγρινίου– Μεσολογγίου διὰ προεκτάσεως αὐτῆς μέχρις Ἄρτης;
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυστυχῶς δὲν συνεπληρώθησαν τὰ παρασκευαζόμενα, ὅπως ὑποβληθῇ τὸ πόρισμα κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι κατὰ τὴν μέλλουσαν Σύνοδον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν καὶ περὶ τούτου νομοσχέδιον (ἱλαρότης).
§72ΣΑΚΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ μᾶλλον δικαιουμένη τάξις νὰ τύχῃ εὐεργετημάτων περισσοτέρων καὶ προστασίας τοιαύτης εἶναι ἡ τάξις τῶν σταφιδοκτημόνων, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι εὑρίσκονται εἰς χείρονα κατάστασιν ἢ ὅλοι οἱ γεωργικοὶ κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος. Μὴ νομίζετε, ὅτι ὁ πλοῦτος, ὁ εἰσερχόμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς σταφίδος, περιέρχεται εἰς αὐτούς; διότι εἰς οὐδεμίαν σταφιδοφόρον ἐπαρχίαν ὁ τόκος εἶναι κατώτερος τῶν 24%. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Τραπέζης, ὅτι πρέπει νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ μὴ περιορίζῃ τὰς πιστώσεις αὐτῆς, καὶ ὄχι μόνον νὰ μὴ περιορίζῃ τὰς πιστώσεις, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναβάλῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν εἰς αὐτὴν ὀφειλομένων, διότι οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι οἱ σταφιδοκτήμονες εὑρέθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς πολὺ δυσχερῆ θέσιν.
§73ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ μὴ συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὰς ἰδέας αὐτῶν. Ὑπέθεσαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ φίλοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἁπλῶς ἐπαγγέλλεται, καὶ ὅλα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων γίνεται ἐπαγγελία ἐντεῦθεν, δύνανται νὰ ἦναι γεγραμμένα μόνον ἐν τῷ χάρτῃ καὶ νὰ μὴ ἐκτελῶνται· παρατηροῦσι δὲ συγχρόνως, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι αὗται γίνονται ἕνεκα γνωστῶν πολιτικῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ τόπος. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ εἴπω, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι αὗται δύνανται νὰ ἦναι καὶ ἀποτελεσματικαὶ καὶ νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἀρκεῖ οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ κατανοήσωσι τὴν εὐκαιρίαν, ἥτις παρέχεται. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες περιορίζονται εἰς μόνον λόγους· ὅταν παρίσταται ἡ ἀνάγκη, ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες τῷ ὄντι προβαίνουσι καὶ εἰς ἔργα· κατὰ πόσον τὰ ἔργα ταῦτα τὰ διέπει ἡ περίσκεψις καὶ ἡ πρόνοια, τὸ τοιοῦτον εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἀρκεῖ λοιπὸν οἱ ἐνδιαφερόμενοι πολῖται καὶ ἐκλογεῖς νὰ ἐννοήσωσι τὴν εὐκαιρίαν καὶ ἐπωφεληθῶσιν ὑπὲρ τῶν ἰδίων συμφερόντων. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον πρέπει νὰ προσέξωσι, διότι ἴσως μετ’ ὀλίγον δὲν θὰ ἔχωσι πλέον τὴν εὐκαιρίαν, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ τι τὸ διανεμηθησόμενον. Εἶναι ἡ τελευταία περίοδος τῶν παροχῶν τούτων, θὰ ἦναι ἴσως ἡ τελευταία αὕτη εὐκαιρία, τὴν ὁποίαν ὡς κοινοὶ ἄνθρωποι δὲν πρέπει νὰ ἀπολέσωσιν ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν των, διότι ὀφείλουσι καὶ θὰ ὀφείλωσιν εὐθύνας εἰς τὰς ἰδίας αὑτῶν ἐπαρχίας, ἐὰν συντελουμένης τῆς τοιαύτης γενικῆς τῶν δημοσίων λεηλασίας, ἥτις ἄγει ἡμᾶς εἰς τὸν ὄλεθρον, δὲν ἐπωφεληθῶσιν ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἐπαρχιῶν, διότι αὔριον ἴσως δὲν θὰ ἔχωσι τὴν εὐκαιρίαν, διότι αὔριον, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἡ πρόθεσις εἰς τοὺς σήμερον κυβερνῶντας, δὲν θὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διανεμηθῇ.
§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεμίαν δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην, ὅπως ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ τὰ ὁποῖα ἐλπίζω νὰ ἐρευνηθῶσι προσηκόντως καὶ νὰ λάβωσι τὴν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ προσδιωρισμένην σειράν. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις μετέρχεται κατὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο στάδιον τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη δὲν μοὶ φαίνεται καταδηλοῦσα εὐλάβειαν οὔτε πρὸς τὸ Κοινοβούλιον οὔτε πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν καταδηλοῖ εὐλάβειαν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, διότι ἡ ἡμέρα τῆς σήμερον εἶναι ἡ ἑνδεκάτη Μαΐου, γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι τὰ μέλη τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρατείνωσι τὴν διαμονὴν αὑτῶν ἐν Ἀθήναις πέραν ὡρισμένου τινὸς χρόνου, καλούμενα εἰς τὰς ἐπαρχίας αὑτῶν ὑπὸ τῶν γεωργικῶν ἐργασιῶν των καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων βιωτικῶν μεριμνῶν των. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἠσχολεῖτο ἕξ μῆνας ἢ ἓν ἔτος διὰ νὰ μελετήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντιζε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἐάν ποτε γένωνται νόμοι, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐλαβῆται αὐτήν, θέλει δ’ εὐλαβεῖσθαι τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, ὅταν παρέχῃ εἰς αὐτὴν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως μελετήσῃ τὰ νομοθετήματα ταῦτα, νομοθετήματα τοσαύτην ἐνασκοῦντα ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς τύχης τῆς χώρας, τοσαύτας ἐπιβάλλοντα ὑποχρεώσεις εἰς τὸ Κράτος, τοσαῦτα ὑπισχνούμενα ἀγαθὰ εἰς τὸν τόπον. Ἤθελεν εἶσθαι ἀνευλαβὲς εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀξιοῖ τις κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ βίου της, καθ’ ὃν χρόνον αἱ ἡμέραι αὐτῆς μετροῦνται ἐπὶ τῶν δακτύλων, νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοσαῦτα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ μελετῶνται ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀλλαχοῦ διατάσσονται κοινοβουλευτικαὶ ἔρευναι (enquêtes parlementaires), καὶ ἐξετάζονται τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν, καὶ χρησιμεύουσιν ὡς ὁδηγὸς τῶν Βουλῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς δὲν δίδοται, εἰμὴ μετὰ ἐπιστημονικὴν μελέτην καὶ τοῦ σκοποῦ τῶν προτεινομένων νομοθετημάτων καὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν, καὶ τῆς διαδικασίας, ἥτις δι’ αὐτῶν εἰσάγεται, καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θέλουσι παραγάγει. Ἐάν τις ἤθελεν ἐλπίσει, ὅτι ἄλλην τινὰ τάξιν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Βουλή, ἐκδηλοῖ, ὅτι ἀφομοιοῖ ταύτην πρὸς τὰ νευρόσπαστα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἰδίαν βούλησιν, δὲν ἔχουσιν ἰδίαν ὕπαρξιν, τὰ ὁποῖα κινοῦνται δι’ ἑνὸς ἐλατηρίου, ἀλλ’ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ διδόντος τὰς παραστάσεις. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἀκόμη δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἡ λειτουργία εἶναι παράστασις εἰκονική, παράστασις νευροσπάστων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη δὲν εἶναι εὐλαβὴς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει, ὅτι τὴν 4ην Ἰανουαρίου 1887 μετέδωκε τὴν ἐντολὴν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, οἵτινες τὴν ἐντολὴν ταύτην διεχειρίσθησαν τρία ἤδη ἔτη καὶ ἱκανοὺς μῆνας, δὲν ὑπολείπονται δὲ πρὸς ἐργασίαν, εἰμὴ ἐλάχισται ἡμέραι. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει, ὅτι μετά τινας ἡμέρας οἱ ἀντιπρόσωποί του δὲν ἔχουσι πλέον δικαίωμα νὰ παρίστανται ὡς τοιοῦτοι, ἡ ἐντολή των ἐκπνέει. Ὁμοιάζουσι πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπερεγήρασαν, οἵτινες ἀριθμοῦσιν 80 ἢ 90 ἔτη τοῦ βίου των, καὶ οἵτινες περιμένουσι νὰ κλείσωσι τοὺς ὀφθαλμούς των ἀνωδύνως. Ἐὰν κατὰ τὰς ὥρας ἐκείνας τῆς προσδοκίας τοῦ θανάτου προσέλθῃ τις εἰς αὐτοὺς, καὶ ζητήσῃ παρ’ αὐτῶν νὰ μελετήσωσι καὶ ν’ ἀποφασίσωσι μέτρα, δι’ ὧν ἔμελλε νὰ διατεθῇ πᾶσα ἡ περιουσία αὐτῶν, βεβαίως δὲν θέλουσι στέρξει, διότι κρίνουσιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωσιν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς κληρονόμους αὑτῶν νὰ πράξωσιν ὅ,τι καὶ ἐκεῖνοι ἐγκρίνουσι συμφέρον. Πῶς ἡμεῖς, οἵτινες εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κύριος τῆς τύχης του, θέλομεν τολμήσει, κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ θανάτου ἡμῶν, νὰ κανονίσωμεν τὴν τύχην αὐτοῦ, ἐνῷ αὐτὸς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλει κληθῆ ν’ ἀποστείλῃ ἄλλους ἀνθ’ ἡμῶν, ὅπως μεριμνήσωσι περὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ; Ἐν οὐδενὶ τῶν συνταγματικῶν Κρατῶν, ἔνθα τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα λειτουργεῖ προσηκόντως, ἔνθα εὐλαβοῦνται τὸν θεσμὸν, καὶ ζητοῦσι νὰ πραγματοποιήσωσι τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν οὐσίαν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, δὲν ἀρκοῦνται δὲ μόνον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τύπων, θυσιάζοντες τὴν οὐσίαν καὶ τὸν σκοπὸν αὐτῶν, οὐδαμοῦ περιμένουσι τὴν 365ην ἡμέραν τοῦ τετάρτου ἔτους, ἵνα κατ’ αὐτὴν εἴπωσιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των. Πανταχοῦ σπεύδουσι, πρὶν ἢ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα αὕτη, ν’ ἀπολύσωσιν αὐτοὺς, διότι ζητοῦσι διὰ τούτου νὰ δηλώσωσιν οἵαν εὐλάβειαν ἔχουσι πρὸς τὸ δημόσιον φρόνημα τῆς χώρας, νὰ δηλώσωσιν, ὅτι σπεύδουσι, νέας προκηρύσσοντες ἐκλογὰς, ἀνυπόμονοι νὰ μάθωσι, ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς χώρας, οὐχὶ περὶ τοῦ παρελθόντος, οὐχὶ περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ περὶ τῆς πολιτείας τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ, περὶ τῆς τύχης αὐτοῦ. Καὶ μάλιστα ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι τοσοῦτον αἰσιόδοξος, ὡς χαριεντιζόμενος πρός τινας Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὁμιλῶν καὶ κανονίζων τὰς ἐργασίας τῆς μελλούσης τακτικῆς Συνόδου τῆς ἑπομένης Περιόδου μετὰ τοιαύτης πεποιθήσεως καὶ βεβαιότητος. Ἀφοῦ ὑπὸ τοιαύτης πεποιθήσεως ἐμφορεῖται, ἄπορον, πῶς ζητεῖ ν’ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς τώρα, ὅτε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θέλομεν ἀποθάνει, διὰ μελετῶν τοσοῦτον σπουδαίων, ἄπορον, πῶς ζητεῖ νὰ τῷ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας, ὅπως ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, διὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται πεντήκοντα ἢ ἑξήκοντα ἑκατομμύρια νὰ δαπανηθῶσιν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκει ὑπάρχον ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Ἠπείρῳ, ὅπου ὑπάρχουσιν ἐπίμορτοι γεωργοὶ, δὲν διαβλέπει δὲ ἀλλαχοῦ τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἠδυνάμην, ὡς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὅπως ἐκδηλώσω πόσον ἀνευλαβὴς εἶναι ἡ τακτικὴ αὕτη τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν λαόν.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§76ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν). Ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν περιμένω πληροφορίας περὶ τῆς εἰδήσεως, τὴν ὁποίαν καταβαίνων τὸ βῆμα ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βουλευτής· διότι ἠκούσθη ἐνταῦθα καὶ μοὶ ἀνηγγέλθη ὑπὸ συγγενῶν τοῦ Χριστοδουλάκη καὶ ἄλλων Κρητῶν ἐνδιαφερομένων, ὅτι ἐλήφθη τοιαύτη τις εἴδησις, ἐζήτουν δὲ νὰ ἐξακριβώσω τὸ ἀληθὲς ἢ μὴ αὐτῆς. Ἐζήτησα πληροφορίας, περιμένω δ’ ἔτι αὐτάς.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ Ρόδου μοὶ εἶχον μεταδώσει πληροφορίας ἄλλοι ἰδιῶται περὶ τῆς διαίτης καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν μεταχειρίζονται αὐτόν.
§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐλήφθησαν λεπτομέρειαι καὶ καλαὶ καὶ κακαὶ κατὰ περιόδους· εἶναι δὲ προτιμότερον νὰ σιωπήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν.
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ἐπιστέλλοντες μοὶ παρέστησαν κακίστην τὴν δίαιταν.
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὤφειλον ἀληθῶς εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Μεσσηνίας ἀπάντησιν εἰς παράστασιν, οὐχὶ ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς κοιλάδος τῆς Παμίσου, πρὸ καιροῦ δ’ εἶχον τὴν ἀπάντησιν πλήρη, ἀλλ’ ἐκ λήθης, διὰ τὴν ὁποίαν ζητῶ συγγνώμην, δὲν ὑπέβαλον αὐτήν. Ἐπειδὴ ὅμως μοὶ ὑπεμνήσθη τὸ πρᾶγμα ἀπόψε, καθῆκον ἔχω νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερῆ περιγραφὴν τῶν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας περατουμένων μελετῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς κοιλάδος ταύτης, μελετῶν σπουδαιοτάτων, καὶ ὑπισχνουμένων, ὅτι τάχιστα θέλομεν προβῆ εἰς ἐκτέλεσιν ἔργου οὕτως ἐπιμελῶς μελετηθέντος. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι συντεταγμένη περὶ τὰ τέλη Μαρτίου, διότι τότε ἐγένετο ἡ ἐργασία τῆς προμελέτης τῶν ἔργων, ἥτις θ’ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τῆς προκληθησομένης μειοδοσίας, ἡ μελέτη αὕτη περατοῦται μέχρι τέλους Μαΐου ἢ ἀρχὰς Ἰουνίου, ἅμα δὲ τῇ ἀποπερατώσει αὐτῆς θέλομεν προβῆ ἀμέσως, ἔχοντες εὐτυχῶς ἐκ τοῦ νόμου τοὺς πόρους, εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἔργου τούτου, τοῦ μεγάλου καὶ ἰδιαίτατα ἐνδιαφέροντος εἰς τὴν Μεσσηνίαν, θέλομεν προβῆ ἀμέσως εἰς πρόκλησιν διαγωνισμοῦ πρὸς κατακύρωσιν τοῦ ἔργου καὶ ἔναρξιν αὐτοῦ, μέλλουσαν πιθανῶς νὰ συμπέσῃ πρὸς τὴν δημοπρασίαν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας.
§81ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Εἰς ὅσα ἤκουσα λεγόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Μεσσηνίας ὡς πρὸς τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα ἐν Μεσσηνίᾳ, παρατηρῶ ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις συνετέλεσε τὰ πλεῖστα τῶν ἔργων ἐν Μεσσηνίᾳ, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε πρότερον εἶχον μελετηθῆ, οὔτε ἐλήφθη πρόνοιά τις περὶ αὐτῶν παρὰ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων. Ταῦτα δὲ τὰ ἔργα εἶναι ἱκανὰ νὰ πείσωσι τὸν συνάδελφον περὶ τῆς μερίμνης καὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς Μεσσηνίας.
§82ΣΑΚΚΗΣ. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπὸ τοῦ συναδέλφου λεχθέντων θέλω ζητήσει πίνακα τῶν ἀπὸ τοῦ 1880 ἐκτελεσθέντων ἐν Μεσσηνίᾳ ἔργων, διότι γνωρίζω, ὅτι οὐδὲν ἔργον ἐξετελέσθη, καὶ ἡ συγκοινωνία ἐκεῖ εὑρίσκεται εἰς κακὴν κατάστασιν, ἡ δὲ ὁδὸς ἀπὸ Μεσσήνης εἰς Μελιγαλᾶ εἶναι ἐν πλήρει ἀχρηστίᾳ. Πρὸς βεβαίωσιν λοιπὸν τῆς ἀληθείας παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ πίναξ τῶν ἐν Μεσσηνίᾳ ἐκτελεσθέντων δημοσίων ἔργων ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1890.
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ σπεύσω νὰ ὑποβάλω τὸν πίνακα τοῦτον καὶ νὰ φέρω σημείωμα, ἂν καὶ θεωρῶ, ὅτι ἡ προσεχὴς περιοδεία τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ εἰς τὸν νομὸν θέλει δώσει ἀφορμὴν εἰς αὐτὸν νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς προόδους, τὰς ὁποίας ὁ τόπος ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἡμῶν ἐποιήσατο καὶ ὑπὸ ἔποψιν τῆς ἄλλης συγκοινωνίας καὶ ὑπὸ ἔποψιν σιδηροδρομικήν.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὸν φίλον μου κατάδικον Χριστοδουλάκην, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν φρονῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ τὴν κάμωμεν, διότι δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ δεινώσωμεν τὴν θέσιν τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Ὡς πρὸς δὲ τὸ λεκανοπέδιον τῆς Μεσσηνίας θὰ μελετήσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ θὰ λάβω τὸν λόγον.
§85ΜΠΟΥΤΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐν οὐ δέοντι προεκλήθη ἡ προκειμένη συζήτησις. Ὁ συνάδελφος κ. Κουμουνδοῦρος, σκοπῶν νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν περὶ Χριστοδουλάκη, ἄνευ λόγου ἐξέδραμε καὶ εἰς τὰ περὶ Μεσσηνίας, καὶ ἐνῷ ἐζήτησε νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὠλιγώρησε περὶ τὴν κατασκευὴν δημοσίων ἔργων ἐν Μεσσηνίᾳ καὶ τὴν παράτασιν τῶν ἐκεῖ ὑδραυλικῶν ἔργων, ἐπειράθη ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Μεσσηνίας ἠμέλησαν νὰ ἐργασθῶσι περὶ τούτων. Ἐνόμισεν ὁ συνάδελφος, ὅτι τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἔλθῃ τιμητὴς τῆς πολιτικῆς τῶν συναδέλφων του, ἐνῷ οὗτοι γινώσκουσι νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκον αὑτῶν πρεπόντως καὶ συμφερόντως πρὸς τὸν τόπον. Ποῖα ἦσαν τὰ ὡρισμένα σημεῖα, περὶ τὰ ὁποῖα ἐνδιέτριψεν ὁ συνάδελφος; Παρεπονέθη ὅτι πρὸ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1887 τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως τῶν πεδίων τῆς Μεσσηνίας ἦτο ἐπὶ τοῦ τάπητος. Δὲν εἶναι ἀληθές. Αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1887 ἐγένοντο χωρὶς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ᾖναι γνωστόν. Τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως τῶν πεδίων τῆς Μεσσηνίας Ἁγίου Φλώρου καὶ Μακαρίας μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ 1887 ἐφέρθη εἰς τὴν Βουλὴν τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καθ’ ὃν χρόνον οὐδεὶς ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ἦτο ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνῆκεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ δὲν ἦτο παρών, ἐπίσης καὶ ἐγὼ, καὶ τὴν πρωτοβουλίαν ἔλαβεν ὁ κ. Τζάνες. Λοιπὸν δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. συνάδελφος νὰ ποιῆται λόγον περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Μεσσηνίας, συνδέων ταῦτα πρὸς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1887, ἐνῷ ὁ νόμος ἐγένετο κατὰ 1888 καὶ ἐνῷ αἱ μελέται ἔκτοτε ἐξηκολούθουν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ἐκείνου γίνονται αἱ εἰσπράξεις. Γνωρίζει δὲ ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι οἱ μηχανικοὶ ἐργάζονται ἀόκνως πρὸς μελέτην τῶν ἔργων τούτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τυχαῖα, οὔτε ἀσήμαντα. Ἡ δὲ κατάθεσις τῶν περὶ τούτων σχετικῶν ἐγγράφων τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως ἐργάζονται ἀνενδότως, προτρέποντες καὶ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ φέρῃ εἰς πέρας ὅσον τάχιον τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μικρά· εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ λειτουργήσῃ ἔτι ὁ νόμος, ἵνα συλλεχθῶσιν ἀρκετὰ κεφάλαια πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἔκαμε μνείαν περὶ καταστροφῆς τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Μεσσήνης εἰς Μελιγαλᾶ. Ἔχει μίαν ἀξίωσιν ὁ συνάδελφος, περὶ ἧς θὰ κάμω λόγον. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν εἶναι εἰς ἐνέργειαν, διότι ἐκρημνίσθησαν δύο γέφυραι τοῦ Πίρνακος καὶ Λιγιδίου, αἵτινες ὅμως ἐξετέθησαν εἰς δημοπρασίαν. Ἡ τοῦ Πίρνακος δὲ ἀπαιτεῖ καὶ μεγάλας δαπάνας, διότι οἱ μηχανικοὶ ἐγνωμοδότησαν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ σιδηρᾶ, καὶ εὔκολος δὲν εἶναι ἡ κατασκευὴ αὐτῆς. Οὐδὲν ἕτερον παράπονον ἤκουσα ἢ μόνον, ὅτι οἱ συνάδελφοί του δὲν τὸν ἐβοήθησαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ἐν Μεσσηνίᾳ, περὶ τῶν ὁποίων πολλάκις ἐλάλησεν· ἀλλὰ τὸ παράπονόν του δὲν εἶναι δικαιολογημένον· ὁ κ. Κουμουδοῦρος δύναται νὰ ἔχῃ φίλους καὶ συναδέλφους ἐκ τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι δικαία ἡ ἀξίωσίς του νὰ ἔχῃ ὀπαδοὺς εἰς εἰς τὸ νὰ τὸν συντρέχουν. Πλὴν τούτων, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον, ὅλα τὰ ἄλλα δὲν εἶναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· αἱ ἐκλογαὶ θὰ ἐνεργηθῶσιν ἐν Μεσσηνίᾳ μετὰ μῆνάς τινας καὶ ἄδηλον ἔσται ποῖοι θ’ ἀποτελέσωσι τὸν ἕνα συνδυασμὸν καὶ ποῖοι τὸν ἄλλον, καὶ ἂν θὰ ἦναι ὁ συνδυασμὸς ἀμιγὴς ἢ μικτός. Ἡμεῖς ἔχομεν ἓν παράδειγμα, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὑπεστήριζε φίλους τῆς Κυβερνήσεως εἰς μεμονωμένην ἐκλογήν, καὶ μόνον ἐσυλλογίσθη ἤδη τὰ περὶ ἀμιγοῦς συνδυασμοῦ, ἅτινα ὅμως ἐλησμόνησε τότε. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τοῦ παραδείγματος, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν 4 Ἰανουαρίου εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1887 δὲν κατήρτισε συνδυασμὸν μετὰ φίλων τῆς Κυβερνήσεως; Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὰ θέματα ταῦτα καλὸν εἶναι νὰ μὴ ἔρχωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι δὲν εἶναι ἀντικείμενα κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως.
§86ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τὸν χειραγωγήσω εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· οὐχ ἧττον φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βιάσῃ τὴν προσαγωγὴν ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ σχεδιογράμματος, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἀποξήρανσιν τῶν μεσσηνιακῶν λεκανοπεδίων· καὶ ἰδοὺ διατὶ εὐχαριστῶ τὸν συνάδελφον ἐκ Μεσσηνίας κ. Μποῦτον, διότι ὑπέδειξε διὰ τῆς δηλώσεως, ὅτι ἐγὼ ἔσχον τὴν πρωτοβουλίαν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις μὲ ὤθει, διότι προέβλεπον τὸν κίνδυνον ἐπικείμενον, καὶ διότι ἀφεώρα τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου· διὰ τοῦτο καθ’ ἑκάστην μετέβαινον εἰς τὸν γραφεῖον τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἐρωτῶν περὶ τῆς προόδου τῶν ἐργασιῶν, ἔμαθον δὲ παρὰ τοῦ κ. Κελλενὲκ ἰδίως καὶ κατενόησα τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν· διότι τὰ ἔργα ταῦτα μελετῶνται ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἵνα συλληφθῇ, οὕτως εἰπεῖν, πλήρης ἡ ἰδέα τῆς κατασκευῆς· διότι, ἐὰν ἐπισπευθῶσι, δύνανται νὰ καταστραφῶσι. Διὸ καὶ παρεκάλεσα νὰ μὴ ἐπισπευθῇ ἡ ἐργασία, ἀλλὰ νὰ βαδίσωμεν μετὰ περισκέψεως καὶ τὴν ἐπιστήμην ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, διότι καθ’ ἑκάστην τὸ ἔδαφος ἐκεῖ περιπίπτει εἰς μετατροπάς, ἕνεκα τῶν καιρικῶν μεταβολῶν. Μίαν μόνην παράκλησιν θ’ ἀπευθύνω· ἂν ἦναι δυνατὸν, ἐπειδὴ τὸ μέρος, τὸ κοινῶς λεγόμενον Γύρα, προξενεῖ βλάβας, ἕνεκα τῶν πλημμυρῶν, νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ὅπως ἐπέλθῃ πρόσκαιρος θεραπεία εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Καὶ ἐπειδὴ εἶμαι ἐπὶ τοῦ ξύλου τούτου, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται βῆμα, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ, ὥστε νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ Νέδοντος, διότι ἐξ αὐτῆς ἐξαρτᾶται καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς πόλεως, ἐν ᾗ ἐγεννήθην καὶ ἐν ᾗ κατοικῶ, καὶ λύεται οὕτω καὶ τὸ μέγα ζήτημα τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως Καλαμῶν. Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν, εἰ δυνατὸν, τὴν ἐρχομένην Δευτέραν νὰ διέλθῃ τὸ νομοσχέδιον τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ πάντοτε λησμονεῖται τὸ παρελθὸν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω παρατήρησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Μεσσηνίας. Ἐνθυμεῖται ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Αὐγερινὸς, ὅτι ὁ πατήρ μου, ὅτε περιώδευε τὴν Πελοπόννησον, συνοδευόμενος ὑπ’ αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, καὶ ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Σκαλιστήρη, ἐπεσκέφθη καὶ τὰ λεκανοπέδια τῆς Μεσσηνίας, καὶ ὅτι ἀπὸ τότε ἤρχισεν ἡ μελέτη τῆς ἀποξηράνσεως αὐτῶν καὶ τῆς διοχετεύσεως τοῦ ποταμοῦ. Ὁ κ. συνάδελφος συνέτρωγε τότε μετὰ τοῦ πατρός μου, καθήμενος εἰς τοῦ μακαρίτου Καρατζᾶ.
§88ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν ἐνόησα νὰ εἴπω, ὅτι ὁ πατήρ σας δὲν εἰργάσθη διὰ τὴν Μεσσηνίαν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον μέχρι τέλους ἤμην φίλος αὐτοῦ. Καὶ ἂν δὲν ἀνεγνώριζον εἰς αὐτὸν καὶ πατριωτισμὸν καὶ ἱκανότητα καὶ ὅλα τὰ πλεονεκτήματα, τὰ παρακολουθοῦντα ἕνα μέγαν πολιτικὸν ἄνδρα, δὲν θὰ ἤμην φίλος του.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε διατὶ λέγετε, ὅτι τὴν πρωτοβουλίαν ἔσχεν ὁ κ. Τζάνες;
§90ΜΠΟΥΤΟΣ. Εἶπον ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, οὐδεὶς ἄλλος ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Μεσσηνίας ἦτο ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἀρνοῦμαι τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐξετάσας εὗρον τὰς μελέτας τοῦ μακαρίτου Σκαλιστήρη καὶ ἐργασίας τοῦ πατρός μου. Δὲν ἐλησμόνησα δὲ τὰς ἐργασίας τοῦ πατρός μου ὡς πρὸς τὴν Μεσσηνίαν, καὶ ὁσάκις παρουσιάζεται περίστασις, θὰ τὰς ὑπενθυμίζω. Ὅταν δὲ εἶπον, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν μοὶ ἔδιδον τὴν συνδρομήν των, δὲν ἐνόουν, ὅτι δὲν μὲ συνέδραμον ὡς ὀπαδοί μου, ἀλλ’ ὡς ἐκ τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν, ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς Μεσσηνίας, νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῶν τοιούτων συμφερόντων. Αἱ ἀρχηγίαι καὶ τὰ κόμματα δὲν ἀποκτῶνται παρὰ διὰ τῆς ἱκανότητος, τὴν ὁποίαν δεικνύει τις ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης· ὅστις θέλει νὰ γίνῃ ἀρχηγὸς καὶ διοικήσῃ τὸ Κράτος, ἐντεῦθεν θέλει ἀναδειχθῆ. Δὲν ζητῶ νὰ κάμω φίλους ἐκ τῆς ἀνάγκης τοῦ συνδυασμοῦ. Δὲν ἐπιζητῶ νὰ γίνω ἀρχηγὸς συστήματος λέγων, ὅτι ὤφειλεν ὁ συνάδελφος νὰ μὲ ὑποστηρίξῃ, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ ἐνθυμηθῇ τὸ καθῆκόν του. Ὁσάκις γίνεται πρότασις κοινωφελής, ἀδιαφόρως εἴτε ἐκ τῆς μιᾶς πτέρυγος εἴτε ἐκ τῆς ἑτέρας, πρέπει νὰ δίδεται ἐπικουρία, ὅπως ἐπιψηφισθῇ. Ἄν ἔκαμα ἢ ὄχι μικτὸν συνδυασμόν, ὁ κ. Μποῦτος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ ἠξεύρῃ, διότι δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς πτέρυγος ταύτης, ἵνα γνωρίζῃ τὰ οἰκογενειακὰ τῶν φίλων. Συνεκρούσθην πρὸς τὸν κ. Πεῤῥωτῆν διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους γνωρίζει ἐκεῖνος καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συγγενεῖς αὐτοῦ, καὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωμεν χεῖρα, ἀλλ’ ἐγένετο ἐπὶ τέλους καὶ ἐδώσαμεν χεῖρα πρὸς τοὺς ἀντιθέτους, ὅπως νικήσωμεν· δὲν εἶχον δ’ ἔλθη τὰ ζητήματα μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον εὑρίσκονται· δὲν εἶχε μακροβιώσει ὁ κ. Τρικούπης, ὥστε νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ πολιτεία αὐτοῦ καὶ τὸ σύστημα, τὸ διέπον τὴν πατρίδα. Προσωπικοὶ λόγοι μᾶς ἐχώρισαν, καὶ προσωπικοὶ μᾶς συνήνωσαν. Ἀπό τινος χρόνου τὸ σύστημα τοῦ Τρικούπη ὑπῆρξε τοιοῦτον, ὥστε δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ συναντηθῶ πρὸς τοὺς φίλους αὐτοῦ. Πῶς δὲ ὑπεστήριξα τὸν κ. Καράπαυλον, τὸν προκαλῶ λόγῳ τῆς τιμῆς του νὰ ἀπαντήσῃ, νὰ εἴπῃ πότε τὸν προσεκάλεσα νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας καὶ πότε τοῦ ἔδωσα τὴν συνδρομήν μου, ἀφοῦ εἰργάσθην ἐπὶ ματαίῳ ἐκτὸς τῆς ἐπαρχίας νὰ ὑποδείξω ὅντινα ἤθελον οἱ συγγενεῖς ὡς ὑποψήφιον Βουλευτήν. Ὁ κ. Γερωκοστόπουλος μὲ ἐξεβίασεν ἑσπέραν τινὰ νὰ ὑπάγω εἰς τοῦ μακαρίτου Παπαμιχαλοπούλου, ἵνα μοὶ συστήσῃ νὰ ὑποχωρήσω· ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος μοὶ ἔθεσε τὸ ζήτημα ὑπὸ ὑψηλοτέραν ἔποψιν· καὶ ἔφθασα μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑποστηρίξω τὸν κ. Καρατζᾶν, ἔστω καὶ ἀντίπαλον· εἶπον δὲ, ὅτι δύναμαι νὰ τὸν ὑποστηρίξω, ἀρκεῖ νὰ ὑπογράψῃ πρόγραμμα Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ταῦτα ἀνήγγειλα εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλ’ ἄλλοι ἔλεγον «μὴν ἀκοῦς τὸν Κώστα, δὲν λέγει ἀλήθειαν.» Ἀπελπισθεὶς ἔγραψα εἰς τὸν κ. Καράπαυλον: «κινδυνεύει ἡ ὑποψηφιότης σου! ἐλθὲ εἰς Ἀθήνας.» Τῷ εἶπον: «πάντες συνησπίσθησαν νὰ ὑποστηρίξωσι τὸν Καρατζᾶν. Ἐγὼ δὲν θὰ τὸν ὑποστηρίξω.» Κατέφυγον λοιπὸν εἰς τὸν κ. Καράπαυλον, ἵνα ἀντιταχθῶ κατὰ τῶν πολεμούντων με, καὶ ἔδωσα τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, ὅτι ἤθελον ὑποστηρίξει τὸν κ. Καράπαυλον μὲ πᾶσαν τὴν δύναμίν μου· καὶ ἐξετέλεσα τὸν λόγον μου, ἀμυνθεὶς κατὰ ἐπιθέσεως, διότι φέρω ἱστορίαν, ἡ ὁποία μοὶ ἐπιβάλλει νὰ εὑρίσκωμαι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ἂν δὲν ἤμην Κουμουνδοῦρος, δὲν θὰ εἶχον τοιαύτην ὑποχρέωσιν, καὶ πιστεύσατε, ὅτι δὲν θὰ ἐπολιτευόμην, διότι ἔχω ἀπογοητευθῆ· σᾶς τὸ λέγω ὡς στρατιώτης καὶ ὡς Κουμουνδοῦρος. Ἐὰν ἀγωνίζωμαι ὑπὲρ ἀμιγοῦς συνδυασμοῦ, τὸ πράττω χάριν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐχὶ χάριν ἐμοῦ. Τὸ μόνον δὲ ὀχύρωμα, εἰς ὃ ἔχομεν νὰ καταφύγωμεν, εἶναι ἡ Πελοπόννησος· ἐν αὐτῇ δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν νίκην πανταχοῦ· καὶ ἂν ἐν αὐτῇ ἡττηθῶμεν, εἶναι δύσκολον τὸ μέλλον. Ἐπιθυμῶ δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ καταρτίσω ἀμιγῆ συνδυασμὸν, διότι ὁ μικτὸς θὰ συνδυάσῃ τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα πρὸς ζημίαν τοῦ τόπου. Δὲν κάθημαι ἐκεῖ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) διότι δὲν ἔχω θέσιν ἐδῶ (δεικνύει τὴν δεξιάν)· δὲν κάθημαι ἐκεῖ, διότι εἶναι δύσκολος ἡ θέσις μου πλησίον μιᾶς Κυβερνήσεως· δὲν κάθημαι ἐκεῖ διὰ προσωπικὸν λόγον παρελθόντος. Εἶμαι υἱὸς ἀνδρὸς ἀνήκοντος εἰς τὴν ἱστορίαν, δὲν ὀφείλω νὰ σκεφθῶ τοὺς προσωπικούς μου λόγους· ἔχω καθῆκον νὰ κοιμηθῶσιν ἐν ἐμοὶ πάντα τὰ προσωπικὰ αἰσθήματα πρὸ τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος μου. Ἐὰν ἐπίστευον, ὅτι, ὅπως πολιτεύεται ὁ κ. Τρικούπης, ἡ πολιτεία αὐτοῦ συμβάλλει εἰς τὸ ἀγαθὸν, πεισθῆτε ὅτι δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν κἀμμίαν νὰ διασκελίσω τὸν τάφον τοῦ πατρός μου καὶ νὰ δώσω τὴν χεῖρα πρὸς αὐτόν. Φρονῶ ὅτι ἡ ἀνάῤῥησις τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν μοὶ δίδει πολλὰς καὶ ποικίλας ἐγγυήσεις, ὅτι ἡ πολιτεία αὐτοῦ θὰ ἦναι διὰ τὸ ἀγαθὸν τῆς πατρίδος μου, καὶ διὰ τοῦτο ἐῤῥωμένως ὑποστηρίζω αὐτὸν, ἄνευ ὑστεροβουλίας τινός. Ἐὰν λοιπὸν συνηνώθην πρὸς τοὺς φίλους τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὸ παρελθὸν, εἶχον καθῆκον ἀμυνόμενος νὰ δώσω τὸ χέρι πρὸς ἐκείνους, καὶ συνηνώθην, ἀφοῦ κατηρτίσθη ὁ συνδυασμὸς τῶν ἀντιπάλων μου· ὑπεστήριξα τὸν κ. Καράπαυλον, ἀφοῦ ἀπηλπίσθην ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς πείσω νὰ ὑποστηρίξουν τοὐλάχιστον, μὲ πρόγραμμα ἀντιπολιτευτικὸν, τὸν κ. Καρατζᾶν· ἐὰν δὲ ἐχωρίσθην τελευταῖον ἀπὸ τὸν Καράπαυλον, τὸ συμφέρον τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐμμένω καὶ ὑπηρετῶ, μοὶ ἐπέβαλε νὰ χωρισθῶ ἀπ’ αὐτοῦ, καὶ νὰ ζητήσω πάσῃ δυνάμει νὰ συντελεσθῇ ἀμιγὴς συνδυασμὸς ἐν τῷ νομῷ μου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία μου ἡ πολιτική· οὐδέποτε ἐκρύφθην ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μου, οὐδέποτε ἐν προγράμματι θὰ εἴπω ἄλλα εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ ἐρχόμενος ἐνταῦθα νὰ ἐγκαταλείψω τὰς ὑποσχέσεις μου καὶ ξεσχίσω τὴν ὑπογραφήν μου. Ἀπὸ τοῦ ἐξώστου ἐν Μεσσηνίᾳ συνηντήθημεν ὑπουργικοὶ καὶ ἀντιπολιτευόμενοι, καὶ ἐζητοῦμεν εἰλικρινῶς τὰς ψήφους τοῦ τόπου μας, καὶ ἐθεώρησαν ὑπουργικοὺς πάντας οἱ Μεσσήνιοι, ἐκτὸς ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, καὶ εἰς μόνους ἡμᾶς ἔδωκαν τὰς ψήφους των ἀπέναντι τοῦ λεγομένου ἀντιπολιτευομένου συνδυασμοῦ. Ἡ δήλωσις δὲ, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας σήμερον, ὅτι δὲν ὑπάρχει μικτὸς συνδυασμὸς, δὲν εἶναι πλήρης· ἰδοὺ ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς δηλώσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ σεβαστός μου φίλος κ. Σωτηρόπουλος ποιεῖται πάντοτε, γράφων πρὸς τοὺς συμπολίτας του· ὁ σκοπὸς εἶναι, νὰ ἀφήσουν τὸν συνδυασμὸν μετέωρον, διὰ νὰ μὴ δυνηθῶ ν’ ἀποτελέσω συνδυασμόν· διότι, ὅταν θὰ ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ὡς λοχαγὸς, δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ ἦμαι εἰς τὸν νομόν μου, ἀλλὰ ὅπου θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὰς Ἀθήνας, εἰς τὴν Λάρισσαν, εἰς τὰ Τζουμέρκα, εἰς τὰ Πράμμαντα ἢ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ· θὰ ζητήσω τὴν συνταγματικὴν ἄδειαν, καὶ διδομένης μοι ταύτης, θὰ ἀναχωρήσω διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ ἤδη παρέλθει χρονικὸν διάστημα ἀρκετὸν, καὶ συνδυασμὸν ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κάμω, δὲν θὰ ἔχω καιρὸν οὔτε νὰ περιηγηθῶ τὴν ἐπαρχίαν μου. Ἰδοὺ τὸ πολιτικὸν σχέδιον, χάριν τοῦ ὁποίου δηλοῦται σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μικτὸς συνδυασμὸς δὲν ἐγένετο. Ἀπησχόλησα ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλὴν δι’ οἰκογενειακὰ ἐντελῶς, δύναμαι νὰ εἴπω, ζητήματα· ἐπειδὴ ὅμως εἶμαι Βουλευτὴς καὶ ἔχω καθῆκον νὰ δίδω λόγον τῶν πράξεών μου προκαλούμενος, μοὶ ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ καὶ εἶχον καθῆκον νὰ πληροφορήσω τοὺς συμπολίτας μου περὶ τῆς πολιτείας μου τῆς παρελθούσης. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ κατέλθω εἰς λεπτομερείας περισσοτέρας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ ἀμυνθῶ, καὶ ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διότι ἐκ τῆς ὀργῆς μου μοὶ ἐξέφυγε προηγουμένως μία λέξις, καὶ μοὶ ἐξέφυγε διότι ὑβρίσθην ἀπὸ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν ὤφειλε νὰ ὑβρίσῃ τὸ παρελθὸν ἐν οὐ δέοντι, ἀλλ’ ὤφειλε μεγαλείτερον σεβασμὸν πρὸν τὸ παρελθόν. Ἐλέχθη ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις συνετέλεσε τοιαῦτα ἔργα, τὰ ὁποῖα οὐδὲ ἐσκέφθησαν αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις, καὶ ἡ ἀσέβεια αὕτη πρὸς τὸ παρελθὸν μὲ ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξέλθω τῆς τροχιᾶς, τῆς ἐμπρεπούσης εἰς ἐμὲ καὶ ὡς Κουμουνδοῦρον καὶ ὡς ἀξιωματικόν. Τὰ μηχανικὰ ἔργα, περὶ ὧν ἐκάμαμεν πρὸ μικροῦ λόγον, δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ν’ ἀπαιτήσουν τεσσάρων ἐτῶν μελέτην· οὐδὲ περὶ τοῦ ἰσθμοῦ τοῦ Σουὲζ ἢ περὶ τοῦ πορθμοῦ, τὸν ὁποῖον μελετᾷ ἡ Γαλλία διὰ νὰ διέλθῃ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἤθελε παρέλθει τόσος χρόνος, διὰ νὰ γίνωσιν αἱ μελέται, ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, οἱ ἐντεταλμένοι νὰ καταμετρήσωσι καὶ ὑποβάλωσι διαγράμματα, ν’ ἀποῤῥοφήσουν ὅ,τι εἰσπράττεται ἐκ τοῦ φόρου διὰ τὸ ἔργον τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον οὐδὲ λεπτὸν ὑπάρχει εἰς τὸ ταμεῖον ἐκ τοῦ φόρου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὑπέμνησεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ ἀληθῆ περὶ τούτου κατάστασιν.
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπέβαλον.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ ἀληθής· διότι, ἐὰν ὑπολογίσωμεν τοὺς μισθοὺς καὶ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, θὰ ἴδωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ κατάστασις.
§94ΤΖΑΝΕΣ. Εἶπον ὅτι ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ἀπεφάνθη, ὅτι τὸ ἔργον ἔχει ἀνάγκην μελέτης, ἄλλως δὲν γίνεται.
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πᾶν ἔργον βεβαίως ἔχει ἀνάγκην μελέτης, ἀλλ’ ὄχι πάντοτε μακρᾶς, περὶ δὲ τῶν ἔργων τοῦ Μεσσηνιακοῦ λεκανοπεδίου δύναμαι νὰ ἔχω καὶ ἐγὼ κἄποιαν γνώμην, ὄχι βεβαίως ἴσης ἀξίας πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Κελενὲκ... (κίνησις ἐν τῇ δεξιᾷ). Ἀλλὰ, Κύριοι, διατὶ δυσφορεῖτε; Δὲν πρόκειται περὶ ἀντεγκλήσεων ἤδη, πρόκειται περὶ λεκανοπεδίου ἀρκετὰ μεγάλου, περὶ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀνάγκη ὄχι αὐτῆς τῆς συζητήσεως, τῆς ἐν παρόδῳ γιγνομένης, ἀλλὰ συζητήσεων σοβαρῶν ἐπὶ ἡμέρας. Ἐγώ, παρουσιασθείσης μοι τῆς εὐκαιρίας, ὀφείλω νὰ εἴπω μετὰ παῤῥησίας τὴν γνώμην μου, ἀδιάφορον ἂν θὰ ἦμαι αὔριον ἢ δὲν θὰ ἦμαι Βουλευτής· καὶ ἂν δὲν μοὶ ἐγίγνετο ὁ ἀμείλικτος αὐτὸς πόλεμος, ὁ ὁποῖος ὡς πρόγραμμα ἔχει τὴν ἐκ Μεσσηνίας ἔξωσίν μου, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐξετιθέμην εἰς τὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ θὰ ἐξέθετον τὸν ἀδελφόν μου· ἀλλ’ ἀμύνομαι ἀπέναντι τοιαύτης ἐπιθέσεως καὶ θὰ ἀμυνθῶ, ἕως οὗ ἀποδείξω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐκδιωχθῶ τῆς Μεσσηνίας ἐγὼ, διότι ἡ οἰκογένεια Κουμουνδούρου ἔχει δικαιώματα. Ὁμιλῶ λοιπὸν περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου μου, δὲν ὁμιλῶ διὰ νὰ δημοκοπήσω· ἀξιῶ νὰ μὲ πιστεύσητε· δὲν σᾶς ἔδωκα οὐδεμίαν ἀφορμὴν ποτὲ περὶ τοῦ ἐναντίου· δὲν ἤρχισα τὰ περὶ τούτου σήμερον, διότι πρόκειται αὔριον νὰ συναντηθῶ μὲ τοὺς ἐκλογεῖς μου, τὰ περὶ τούτου ἤρχισα ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν εἰσῆλθον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Μεσσηνίαν γενικόν τι μέτρον, ὑπάρχει, δύναμαι νὰ εἴπω, τῇ πρωτοβουλίᾳ ἐμοῦ, ἅμα γενομένου τὸ πρῶτον Βουλευτοῦ. Δὲν καταδέχομαι νὰ ἔλθω εἰς λεπτομερείας, τὸ λέγω ὡς ἐν παρόδῳ· ὅταν δὲ ἠγωνιζόμην ὑπὲρ τοῦ τόπου μου, ὑπουργοῦντος τοῦ πατρός μου, οὐδέποτε περὶ τούτου ὡμίλησα, ὥστε νὰ μάθῃ ὁ τόπος μου, ὅτι ἐγὼ μόνος ἠγωνιζόμην ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι τὸ ἐθεώρουν ἀναξιοπρεπὲς, ἐνῷ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑποβαλὼν σήμερον τὰ νομοσχέδια, δὲν ἐθεώρησεν ὅτι εἶναι καὶ δι’ αὐτὸν τοῦτο ἐπιβεβλημένον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§96ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος συνειθίζει, ἐνῷ εἶναι ὁ ἐπιτιθέμενος πάντοτε, νὰ παρουσιάζηται ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ὑπολήψεώς του, ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς του θέσεως. Καὶ τίς, κύριε Πρόεδρε, προεκάλεσε τὴν συζήτησιν ταύτην; Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος προεκάλεσεν αὐτήν, ἐπερωτήσας τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ ἔργων μὴ τελεσθέντων ἐν Μεσσηνίᾳ. Βεβαιότατα ἡμεῖς, οἱ ἀντίπαλοι αὐτοῦ, δὲν εἴχομεν δικαίωμα ν’ ἀπαντήσωμεν· ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀπαντήσῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐν οὐ δεόντι ἦλθεν ἐδῶ καὶ ἠθέλησε νὰ μᾶς καταγγείλῃ, ὅτι ἡμεῖς, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας, δὲν ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας ὡς ἔδει· καὶ βεβαίως διὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον αὐτὸ εἶναι ἴσως τὸ συμφέρον του νὰ παραστήσῃ, ἀλλὰ βεβαίως, τοὐλάχιστον διὰ τὸν ἑαυτόν μου, ἐνόσῳ παρακάθημαι εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην καὶ ὑποστηρίζω τὴν Κυβέρνησιν, βεβαιότατα δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἔρχωμαι νὰ ἐπερωτῶ τὴν Κυβέρνησιν ἢ νὰ ζητῶ τὴν συντέλεσιν ἢ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων διὰ τὸν νομὸν Μεσσηνίας, διότι ἤθελον ἀκούσει ὅ,τι συνήθως ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης ἀκούουν οἱ Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅταν ἔρχωνται καὶ κάμνουν ἐπερωτήσεις· δηλ. λέγουσι πρὸς αὐτούς: «διατὶ δὲν τὰ λέγετε αὐτὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἔρχεσθε ἐδῶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ τὰ λέγετε, διὰ νὰ δημοκοπήσητε;» Αὐτὰ ἐὰν εἶχε ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ καθῆκόν μας, ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς Μεσσηνίας, τὸ ἐξεπληρώσαμεν πάντες ὡς ἔπρεπε, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Ἂν δὲ, κύριε Πρόεδρε, εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος εἶχε τὸ παράπονον, ὅτι δὲν ἔχει ὀπαδοὺς, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ φίλους, δὲν τὸ εἶπον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐξέλαβεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Βεβαίως ἡ αἴθουσα αὕτη εἶναι ἡ μόνη, ἡ ὁποία ἀναδεικνύει ἐκείνους, οἵτινες ἔχουν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἔχωσιν ὀπαδοὺς, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ τὸ ὑποδείξῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· ἀλλ’ ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι τὸ βῆμα ἐκεῖνο εἰς πάντα εἶναι προσιτὸν καὶ πᾶς ὅστις αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῷ τὸ σθένος τὸ ἀπαιτούμενον, δύναται ν’ ἀνέλθῃ εἰς αὐτὸ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ τὰς ἰδέας του καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐκλέγεται. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐξετράπη καὶ πέραν τούτου· ἐνόμισε πρέπον νὰ κάμῃ λόγον καὶ περὶ προγραμμάτων, καὶ νὰ ἐλέγξῃ τινὰς τῶν ὑπογραψάντων τὸ ἀντιπολιτευτικὸν πρόγραμμα, ὅτι δὲν ἐτήρησαν τὸ πρόγραμμά των ἐκεῖνο. Ναὶ, κύριε Πρόεδρε, ὑπεγράψαμεν τῷ ὄντι πρόγραμμα ἀντιπολιτευτικὸν κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐτηρήσαμεν τὴν ὑπόσχεσίν μας· ἐμένομεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ κατὰ τὴν Σύνοδον τὴν πρώτην, πολεμοῦντες τὴν Κυβέρνησιν· δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον νὰ λεχθῇ, διατὶ τινὲς ἔμειναν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει καὶ διατὶ τινὲς ὑπεστήριξαν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ὅσον τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, τόσον ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εὑρίσκεται ἐν τῷ ἀδίκῳ του· διότι, ἐνῷ πρὸ μικροῦ ὑπεστήριξεν, ὅτι ποτὲ δὲν συνέβη νὰ πολιτευθῇ διὰ προσωπικὸν λόγον, ὅτι χάριν τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως μένει εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ἄνευ ὑστεροβουλίας, καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔλεγεν, ἐλησμόνησεν ὅτι πρὸ μικροῦ εἶπεν, ὅτι διὰ προσωπικὸν λόγον δὲν ὑπεστήριξεν ὑποψήφιον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὑπεστήριξε τὸν κ. Καράπαυλον, εἰς τὴν μεμονωμένην ἐκλογήν. Τοιαύτη ὑποστήριξις ἰδεῶν καὶ ἀρχῶν εἰς ἐμὲ εἶναι ἀκατάληπτος. Εἶπον, κύριε Πρόεδρε, ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ἑαυτὸν ἀμυνόμενον, ἐνῷ εἶναι ὁ ἐπιτιθέμενος πάντοτε· ἐγὼ τοὐλάχιστον καθ’ ὅλην τὴν πρὸ μικροῦ ἀγόρευσίν μου ἐφρόντισα ὥστε νὰ μὴ δώσω ἀφορμὴν κἀμμίαν, καὶ ἐνῷ δὲν ἔδωκα ἀφορμὴν κἀμμίαν, ἠναγκάσθην κατὰ τὴν δευτερολογίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου νὰ ποιήσωμαι ἐξηγήσεις τινὰς, διότι βεβαίως δὲν ἦλθε ποτὲ ἐν τῷ νῷ μου νὰ κατακρίνω τὸ παρελθὸν καὶ τὴν πολιτείαν ἀνδρὸς, τὸν ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ εἰκοσαετίαν παρηκολούθησα.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁσάκις τῷ ἐγίνετο παράπονον ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιλεύσεως δι’ οἱονδήποτε ἔργον, ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, ἔλεγεν, ὅτι καὶ φίλοι του συμπολιτευόμενοι ἔκαμαν τὸ παράπονον τοῦτο καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη περὶ τούτου, οὐδέποτε ὅμως εἶπε διὰ τὸν φίλον του, τὸν ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφον, καὶ συνεπῶς εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω, καὶ τὸ πιστεύω, ὅτι οὐδεμίαν φροντίδα ἐλάμβανεν ὁ κ. συνάδελφος περὶ τῶν πραγμάτων τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μας καὶ ἰδίως περὶ αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων. Αὐτὰς τὰς ὀλίγας λέξεις εἶχον νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἐπήραξε τὸ παρελθὸν, ὅταν ἀνέφερεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε καὶ τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθη νὰ διορθώσῃ ὕστερον· ἀλλὰ, ἐὰν ἐσέβετο ἢ δὲν ἐσέβετο τὸν ἀρχηγόν του τὸν τότε, δὲν γνωρίζω· ἐνθυμοῦμαι μόνον, ὅτι, ὅταν ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ Κουμουνδοῦρος ἦναι τίμιος ἢ ὄχι, ὁ κ. συνάδελφος ἠρνήθη ψῆφον.
§98ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν τελευταίαν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ὁμιλίαν. Βεβαίως ἠρνήθην ψῆφον, ἀλλ’ ἠρνήθην καὶ νὰ ὑπογράψω, καίτοι μοὶ ἐπαρουσίασαν, κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Κουμουνδούρου· ἐδήλωσα δὲ τότε τὸν λόγον, διατὶ δὲν ὑπογράφω, διότι θὰ ὑπέγραφον κατηγορητήριον ἐναντίον ἐμοῦ αὐτοῦ, ὑποστηρίξαντος τὸν Κουμουνδοῦρον. Ἀλλ’ ἂς μάθῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι ἠρνήθην ψῆφον ὄχι εἰς φανερὰν ψηφοφορίαν, διότι εἰς φανερὰν ψηφοφορίαν εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω καθαρὰ τὸ Ὄχι, ὅτι δηλ. ὁ Κουμουνδοῦρος εἶναι ἀθῶος· ἀλλ’ ὅταν ἐγένετο ψηφοφορία μυστικὴ, ἤτοι διὰ σφαιριδίων, βεβαιότατα δὲν ἠθέλησα νὰ θέσω εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ψῆφόν μου, διότι οὐδεὶς ἤθελε πιστεύσει, ὅτι ἐν ψηφοφορίᾳ μυστικῇ ἤθελον δώσει ψῆφον λευκὴν εἰς τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον. Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐνθυμήθη νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα οἱ ἐν Σύρῳ Κρῆτες μοὶ εἶχον ἀνακοινώσει, καὶ ἂν ἔλαβε μέτρα.
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔλαβον πληροφορίας παρὰ τῆς ἐνταῦθα ἐπιτροπῆς, αἵτινες δὲν μοὶ ἐφάνησαν ἐπαρκεῖς, ἄν καὶ ἐβεβαίου ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἀπέστειλε τὰ χρήματα, τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς διανομὴν ἐν Σύρῳ· ἑπομένως διεβίβασα τὰς πληροφορίας ταύτας σήμερον τηλεγραφικῶς εἰς Σῦρον, καὶ αὔριον ἐλπίζω νὰ ἔχω ἐκεῖθεν ἀπάντησιν, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια.
§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδίως σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ λησμονήσητε νὰ ἐξετάσητε, ἐὰν πράγματι ἡ ἐν Σύρῳ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς Κρῆτας ν’ ἀπέλθωσι τῆς Σύρου.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πλοιάρχων, τῶν ἀντιπλοιάρχων, τῶν λογιστῶν, τῶν ὑποναυπηγῶν καὶ τῶν μηχανικῶν αʹ τάξεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον.
§104ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Προτείνω ὅπως ἐν τῷ 1ῳ ἄρθρῳ, ἀντὶ τῆς ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ λέξεως «λογιστῶν», τεθῇ ἡ λέξις «ἀνθυποφροντιστῶν», καὶ ἀντὶ τῆς ἐν τῇ ἕκτῃ γραμμῇ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου φράσεως «οἱ τῶν λογιστῶν εἰς τριάκοντα ἕξ» νὰ τεθῇ ἡ φράσις «οἱ τῶν ἀνθυποφροντιστῶν εἰς εἴκοσι δύο».
§105ΚΑΝΑΡΗΣ. Χθὲς ὑπέβαλον τροπολογίαν ἀφορῶσαν εἰς τοὺς ὑποφροντιστὰς, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔδωκε κἀμμίαν ἐξήγησιν, ἐὰν ἀποδέχηται ἢ μὴ τὴν τροπολογίαν. Νομίζω ὅτι ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῶν ἀνωτέρων καὶ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου τοῦ ναυτικοῦ εἶναι τοσοῦτον δυσανάλογος, ὥστε οὐδόλως δικαιολογεῖ τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ δεχθῇ τὴν ἐπαύξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποφροντιστῶν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, εἰς ποίαν ἐπικράτειαν ὑπάρχει τοιαύτη ἀναλογία μεταξὺ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ κλάδου τούτου, Νομίζω ὅτι, ὅπως ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν τὴν ἀφορῶσαν τοὺς ἀνθυποφροντιστὰς, καὶ ἀφῄρεσε τοὺς λογιστὰς, οὕτως εἶναι δίκαιον καὶ πρέπον νὰ δεχθῇ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἐπαυξηθῇ καὶ ἡ ἀναλογία τῶν ὑποφροντιστῶν.
§106ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, εὑρίσκω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ αὐξηθῇ ἡ ἀναλογία τῶν ὑποφροντιστῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2ον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἰατρικοῦ κλάδου τοῦ Β. ναυτικοῦ.
§108ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου.
§109ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§110ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ἡ τροπολογία εἰς τὰς προηγουμένας ἀναγνώσεις, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς τύπωσιν· ὑποβαλλομένη ἤδη, πρέπει νὰ ληφθῇ ἀμέσως ὑπ’ ὄψει.
§111ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ τροπολογία, καὶ πρὸς τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε τὴν ἀναβολήν;
§113ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§115ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Νικόλ. Καλογερόπουλος | Ο |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Ν. Παπανικολάου | |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Νικόλ. Καφετζόγλους | Ο |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ἰωάννης Πεζᾶς | ||
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Κωνσταντ. Σινέλης | Ο |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Βασίλειος Βουδούρης | Ο | |
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο |
| Μ. Ἰατρίδης | Ο | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο |
| Δ. Χατζόπουλος | Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης | Ο | |
| Γεώργιος Μίλησης | Διον. Λομβάρδος | Ο | |
| Σπυρίδων Νοταρᾶς | Γεώργιος Θεοτόκης | Ο | |
| Γεώργιος Κούστας | Κωνστ. Βασιλάκης | ||
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Ἀντ. Καποδίστριας | |
| Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Νικόλαος Βασιλάκης | |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς | |
| Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | |
| Δημ. Πετρίδης | Σ. Ἀλαμάνος | ||
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Θεόφ. Προβατᾶς | ||
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Γ. Σκάρπας | Ο | |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | ||
| Χρῆστος Χρηστόπουλος | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | |
| Φίλιππος Βάρβογλης | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | |
| Ἠλίας Φλέσσας | Νικ. Βαλσαμάκης | ||
| Κωνστ. Κωνσταντόπουλος | Γερ. Μουσούρης | Ο | |
| Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος | Παν. Βενιεράτος | ||
| Παναγ. Μανέτας | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | ||
| Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Γεώργ. Κόρπας | ||
| Ἠλίας Παλαμήδης | Ο | Στεφ. Σκουλούδης | |
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | |
| Δ. Ζέγγελης | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | |
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Νικ. Νομικός | ||
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | |
| Γεώρ. Χ. Παχὺς | Ο | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ο |
| Στέφανος Δραγούμης | Ο | Δωρέντζος Δελαρόκας | |
| Δημ. Γ. Ράλλης | Δημοσθ. Καΐρης | Ο | |
| Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Ο | Νικ. Κρίσπης | Ο |
| Φωκίων Νέγρης | Ο | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | |
| Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Ἰωάν. Γκιὼν | Ο | |
| Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Κων. Κοσσονάκος | Ο |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Γ. Μαυρομιχάλης | |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | ||
| Νικόλ. Δ. Δεβίδης | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ο | Νικήτ. Βαρβιτσώτης | Ο |
| Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Λεων. Καπετανάκος | Ο |
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Ξανθὸς Πιχουλάκης | Ο |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Γεώργ. Πετροπουλάκης | ||
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Κωνστ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν |
| Α. Φωτήλας | Ο | Ἰω. Καρτάλης | |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο |
| Ἀντ. Ρικάκης | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο | |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Ν. Κοκκολῆς | |
| Ἰω. Κρεστενίτης | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | |
| Ν Κουμανιώτης | Κων. Μαρκίδης | Ο | |
| Χρ. Στεφανόπουλος | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | |
| Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο |
| Ἀρ. Κοντογούρης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο |
| Ἀχιλ. Λογιωτάτου | Α. Ταχιατζῆς | Ο | |
| Σωτ. Σωτηρόπουλος | Γ. Τάχης | ||
| Κων. Κουμουνδοῦρος | Ν. Ταρμπάζης | ||
| Περ. Πεῤῥωτῆς | Ζ. Φαλιάγκας | ||
| Δημήτ. Τζάνες | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ο | |
| Περικλῆς Μποῦτος | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο |
| Παναγ. Σάκκης | Ἀνάργυρος Σιμόπουλος | Ο | |
| Νικ. Παπαλέξης | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| Νικ. Μισυρλῆς | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | |
| Νικ. Καράπαυλος | Ο | Νικόλαος Κοντογιάννης | |
| Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο |
| Δημ. Κάρτσωνας | Κωνστ. Χατζίισκος | Ο | |
| Δημ. Π. Γουδῆς | Ο | Δημήτριος Ζουλούμης | |
| Σ. Χατζηγάκης | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | Θεμιστοκλ. Κανάρης | Ν |
| Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο |
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 77, ἐξ ὧν 5 ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς καὶ 72 κατά. Συνεπῶς ἡ πρότασις τοῦ ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἰατρικοῦ κλάδου τοῦ βασιλικοῦ ναυτικοῦ ἀπεῤῥίφθη.
§118ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις, κύριε Πρόεδρε, ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ πρέπει ν’ ἀναβληθῇ δι’ οὓς λόγους θὰ σᾶς εἴπω· διότι, ὅπως εἶναι διεσκευασμένον τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται ὄχι μόνον νὰ συντελεσθῇ ἀδίκημα, ἀλλὰ καὶ νὰ καταπατηθῶσι κεκτημένα δικαιώματα. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον διέρχεται τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, πραγματεύεται ἐπὶ ἄλλων βάσεων τὰ περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἰατρικοῦ κλάδου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου τούτου «οὐδεὶς δύναται νὰ καταταχθῇ ἀνθυπίατρος ἐν τῷ βασιλικῷ ναυτικῷ, ἐὰν μὴ ὑπηρετήσῃ προηγουμένως ὡς πολιτικὸς ἰατρὸς εἰς θέσιν κενὴν ἀνθυπιάτρου». Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, οἱ ὑπηρετήσαντες ἤδη ὡς πολιτικοὶ ἰατροὶ ὄχι μόνον ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἀλλ’ ἐπὶ ἔτος καὶ ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, τί θὰ γίνωσι;
§119ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι.
§120ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μόλις ἀπελύθησαν, ἔπαυσαν τοῦ νὰ ἦναι· ἑπομένως, ἐὰν ἔχωσιν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν κλάδον τὸν ὑγειονομικὸν, πρέπει νὰ ὑποστῶσι νέον διαγωνισμὸν, καὶ ἐὰν ἐπιτύχωσιν εἰς αὐτὸν, δύνανται νὰ καταταχθῶσι πάλιν.
§121ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παραπλησία ἐπιφύλαξις πρὸς τὴν πρότασίν μου ἐτέθη καὶ ἐν τῷ νόμῳ ΩϞΒʹ τοῦ 1881, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ τεθῇ καὶ ἐνταῦθα. Διὰ τοῦτο ἠθέλησα ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ ἤμην βέβαιος, ὅτι ἤθελεν ἐγκρίνει αὐτήν· ἐὰν δὲ μετὰ ἔρευναν ἀξίαν τοῦ θέματος δὲν ἤθελε δεχθῇ τοῦτο, τότε δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπιμείνω. Ἀλλὰ νὰ ψηφισθῇ σήμερον τὸ νομοσχέδιον χωρὶς ἡ πρότασίς μου αὕτη νὰ μελετηθῇ, δὲν δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ, καὶ θέλω ἀντιστῆ, ὅσον εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιστῇ εἷς Βουλευτής, εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία σας εἶναι εἰς τὸ 3ον ἄρθρον. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§123ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον.
§125ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Οὐδεὶς δύναται νὰ καταταχθῇ ἀνθυπίατρος εἰς τὸ βασιλικὸν ναυτικὸν, ἂν μὴ ὑπηρετήσῃ προηγουμένως ἐπὶ 6 τουλάχιστον μῆνας ὡς πολιτικὸς ἰατρὸς εἰς θέσιν κενὴν ἀνθυπιάτρου». Προτείνω νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν μὴ ὑπηρέτησεν ἐπιτυχὼν ἐν διαγωνισμῷ, ἢ ἂν μὴ ὑπηρετήσῃ προηγουμένως κλπ».
§126ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Καθ’ ἣν στιγμὴν κανονίζομεν τὰ προσόντα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸν κλάδον ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων τὰ προσόντα δὲν εἶναι βεβαιωμένα. Ἀκριβῶς σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι ὁ κανονισμὸς τῶν προσόντων, τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον. Ἄλλως τε, ἐὰν οἱ κύριοι οὗτοι, περὶ ὧν ἀσχολεῖσθε, ἔχωσι τὰ προσόντα, δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς διαγωνισμὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχουσι νὰ πάθωσι τίποτε.
§127Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον τότε, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀποφασισθῇ τὸ περὶ τούτου. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 78 Βουλευταί.
§130ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου οὐδεὶς δύναται νὰ καταταχθῇ ἀνθυπίατρος ἐν τῷ βασιλικῷ ναυτικῷ, ἂν μὴ ὑπηρετήσῃ προηγουμένως ἐπὶ 6 τουλάχιστον μῆνας ὡς πολιτικὸς ἰατρὸς εἰς θέσιν ἀνθυπιάτρου. Τὰ περὶ τούτου ἔχουσι κανονισθῆ διὰ προηγουμένου νόμου, ὅστις μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἰσχύει, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς βαθμολογεῖται ἀνθυπίατρος τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἐὰν δὲν ἦναι ἀνεγνωρισμένος ὑπὸ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου καὶ ἐφωδιασμένος μὲ δίπλωμα ἰατροῦ καὶ χειρούργου, ἐὰν δὲν ἐξασκήσῃ τὸ ἐπάγγελμά του ἐπὶ τρία καὶ ἥμισυ ἔτη, ἐξ ὧν ἓν ἥμισυ ὡς πολιτικὸς ἰατρὸς ἐπὶ πολεμικοῦ πλοίου εἰς κενὴν θέσιν ἀνθυπιάτρου τοῦ Β. ναυτικοῦ, καὶ ἐὰν δὲ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀντέχει εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ὅτι δὲν ναυτιᾷ. «Οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο μέλλοντες νὰ καταταχθῶσιν ἐπὶ πολεμικῶν πλοίων ὡς πολιτικοὶ ἰατροὶ ἐκλέγονται διὰ συναγωνισμοῦ, ὑποβαλλόμενοι εἰς ἐξετάσεις κανονισθησομένας διὰ Β. διατάγματος...» Ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν δύο τούτων ἄρθρων, τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κειμένου νόμου καὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, ἅτινα πραγματεύονται περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, κατανοεῖτε εὐχερῶς, ὅτι ὁ κείμενος νόμος, ὅπως παραδεχθῇ πολιτικὸν ἀνθυπίατρον ἐν τῷ Β. ναυτικῷ, πρὸς πλήρωσιν κενῆς θέσεως ἀνθυπιάτρου, ἀπαιτεῖ πολλῷ μείζονα προσόντα ἢ ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι κατὰ τὸν κείμενον νόμον ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ ὑπηρετήσει ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ἐν τῷ Β. ναυτικῷ, ἢ τρία ἥμισυ ὡς ἰατρὸς, καὶ νὰ ἔχῃ δίπλωμα ἰατροῦ καὶ χειρούργου. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν λοιπὸν νομοσχεδίου ἐλαττοῦνται αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ὁ παλαιὸς νόμος. Εὑρισκόμεθα δὲ πρὸ τοῦ ἑξῆς σολοικισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ μέγιστον ἀδίκημα· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐν τῷ Β. ναυτικῷ ἐφωδιασμένοι μὲ τὰ προσόντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ κείμενος νόμος, αὐτοὶ θὰ ἦναι ἐν ἥσσονι μοίρᾳ ἐν τῷ μέλλοντι, παρ’ ὅσον δὲν εἶναι οἱ πολιτικοὶ ἰατροὶ, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν προσὸν φέρουσιν. Ἐν τούτοις, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ὁ κείμενος νόμος, τῇ εἰσηγήσει τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐτέθη ἡ ἑξῆς διάταξις, ἡ ὁποία εἶναι δικαιοτάτη (ἀναγινώσκει): «Ἐξαιροῦνται δὲ τοῦ ἄρου τούτου οἱ χρηματίσαντες μέχρι τοῦδε ἐπὶ πολεμικῶν πλοίων πολιτικοὶ ἰατροί». Ἀπῃτοῦντο τότε διὰ τοὺς μέλλοντας νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ Β. ναυτικὸν τόσα καὶ τόσα. Αὐτῶν λοιπὸν τῶν ἰατρῶν, τῶν ἐχόντων ὅλα αὐτὰ τὰ προσόντα, τῶν ὑπηρετησάντων μετὰ διαγωνισμὸν ἐπὶ ἓν καὶ πλέον ἔτος εἰς τὸ Β. ναυτικὸν καὶ παρανόμως ἀπολυθέντων, αὐτῶν ζητῶ νὰ σεβασθῶμεν τὰ δικαιώματα. Δὲν εὑρίσκω δὲ ἄλλον λόγον τοῦ νὰ ἀνθίσταται εἰς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς, παρὰ διότι δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν προτείνω ἀπόψε, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀναβολὴν, διότι πρέπει νὰ τῷ δοθῇ καιρὸς, ὅπως μελετήσῃ τὴν πρότασίν μου, ἡ ὁποία τείνει νὰ ἐξασφαλίσῃ κατά τινα τρόπον κεκτημένα δικαιώματα. Τίνα ἀξίαν ἄλλως ἔχουσιν οἱ διαγωνισμοὶ, ἀφοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕκαστον Ὑπουργὸν νὰ μεταβάλλῃ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ διαγωνισμοῦ, οἱ δὲ ἐπιτυχόντες κατ’ αὐτὸν καὶ καταταχθέντες ἐν τῷ Β. ναυτικῷ νὰ ἐξοβελίζωνται ἐξ αὐτοῦ διὰ νέου νομοθετήματος; Θεωροῦνται οὕτω πάντα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησέ τις δυνάμει τῶν κειμένων νόμων καὶ τῶν διαγωνισμῶν, διαγεγραμμένα· εἶναι οὗτος εἷς τρόπος, δι’ οὗ καταστρέφεται πᾶν κεκτημένον δικαίωμα, καὶ ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις θὰ κάμῃ νέον νόμον, δι’ οὗ οἱ διὰ τοῦ νέου τούτου νόμου ἀποκτήσαντες προσόντα καὶ δικαιώματα ἐξοβελισθήσονται. Ποίαν ἀξίαν λοιπὸν ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῶν ψηφιζόμενα; οἱ διαγωνισμοί; Οὐδεμίαν. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ κανονισμοῦ προσόντων, ὑποτίθεται ἐκ τῆς λέξεως, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποκτήσεως ἐφοδίων, τὰ ὁποῖα, δοκιμασθέντα ἐν διαγωνισμῷ, νὰ ἀποτελῶσιν ἐγγύησιν μονιμότητος διὰ τὸν κατέχοντα αὐτά· ἀλλ’ ἡ ἀπειλὴ νέου διαγωνισμοῦ ποίαν μονιμότητα παρέχει εἰς τοὺς ἅπαξ διαγωνισθέντας; Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι νομοσχέδιον ἐντελῶς προσωπικὸν καὶ αὐθαίρετον, διότι παρέχει προσόντα, τὰ ὁποῖα δὲν μέλλουν νὰ ζήσουν, παρὰ ἐφ’ ὅσον ζήσῃ μία Κυβέρνησις· ὁ ἱκανὸς τῆς σήμερον δὲν θὰ ἦναι ἱκανὸς τὴν αὔριον, καὶ ἐλπίζετε νὰ μορφώσητε οὕτω πως σῶμα πολιτικῶν ἰατρῶν ἐν τοῖς βασιλικοῖς πλοίοις; Δι’ αὐτὸ ἐπιμένω εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας μου ταύτης, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένω νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν αὔριον, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι μελέτη μετ’ εὐθύτητος καὶ καλῆς πίστεως, μετ’ ἀληθοῦς μερίμνης ὑπὲρ τοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον προτίθεται νὰ ὀργανώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θ’ ἀπολήξῃ εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεώς μου.
§131ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἕπεται, ὅτι ὁ πρὸ δεκαετίας διαγωνισθεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι «διηγωνίσθην πρὸ δεκαετίας, τοποθετήσητέ με ὡς ἀνθυπίατρον». Ἡ μονιμότης δὲν ἀποκτᾶται παρ’ ὅταν φθάσῃ τις εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπιάτρου. Σεῖς θέλετε διὰ νόμου νὰ δώσητε μονιμότητα εἰς τὸν πολιτικὸν ἰατρόν, ἡμεῖς ἔχομεν ἄλλην ἀρχὴν, ἔχομεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἰατρὸς ὀφείλει νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ ἓξ μῆνας, πρὶν ἢ ἀποκτήσῃ τὴν μονιμότητα. Διὰ βασιλικοῦ διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ ποῖα προσόντα κατὰ τὸ ἑξάμηνον αὐτὸ πρέπει νὰ καταδείξῃ, ὅπως ἀποκτήσῃ τὴν μονιμότητα· σεῖς θέλετε διὰ μόνης τῆς ἐπιτυχίας ἐν τῷ διαγωνισμῷ ν’ ἀποκτήσῃ τὴν μονιμότητα, ἡμεῖς δὲν θέλομεν οὕτω, θέλομεν ὁρίσει, ὡς εἶπον, διὰ Β. διατάγματος, ποῖαι δοκιμασίαι εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσιν ἄξιόν τινα ν’ ἀποκτήσῃ τὴν μονιμότητα.
§132ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὑπάρχουσι δύο στάδια κατὰ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸν διορισμόν τινος ὡς μονίμου ἀνθυπιάτρου. Πρῶτον εἶναι τὸ στάδιον τοῦ διαγωνισμοῦ, ἵνα βεβαιωθῇ ἡ ἐπιστημονικὴ ἱκανότης τοῦ ὑποψηφίου, καὶ δεύτερον εἶναι τὸ στάδιον τῆς ἐν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ δοκιμασίας, ἵνα βεβαιωθῇ, ὅτι ὁ ἐπιστημονικῶς εὐδοκιμήσας εἶναι κατάλληλος νὰ ὑπηρετῇ καὶ ἐπὶ πλοίων τοῦ βασιλικοῦ ναυτικοῦ. Ἄν ὁ ἐν τῷ διαγωνισμῷ εὐδοκιμήσας ἀποδειχθῇ κατόπιν διὰ τῆς πρακτικῆς δοκιμασίας, ὅτι ὑπόκειται εἰς τὴν ναυτίαν, πῶς θέλετε νὰ ὑποχρεώσητε τὸν Ὑπουργὸν, ὅπως κρατῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ναυτικοῦ ἰατρὸν ἄῤῥωστον ἐν ὥρᾳ τρικυμίας; Τὸ αὐτὸ ῥητέον καὶ ἂν ὁ εὐδοκιμήσας θεωρητικῶς ἀποδειχθῇ, ὅτι ἔχει ἐλαττώματα, οἷον τὴν μέθην καὶ ἄλλα παραπλήσια.
§133ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ συναδέλφου εἶναι πειστικώταται μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἐλαχίστην ἔρευναν τῆς λογικῆς. Ποῖος θ’ ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἐπιτυχίας, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἐν τῷ δευτέρῳ σταδίῳ ὁ ὑποψήφιος ἀνθυπίατρος; Λοιπὸν εἰπέτε το καθαρά· μὴ θέλετε νὰ πιστευθῆτε, ὅτι κάμνετε νόμον, ἐξασφαλίζοντα δῆθεν διὰ διαγωνισμοῦ αὐτὴν τὴν τάξιν· εἰπέτε ὅτι «θὰ διορίζωμεν ὅντινα θέλομεν». Θὰ προκαλῆτε μίαν γνωμοδότησιν παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου ἢ παρ’ οἱουδήποτε ἀνωτέρου, παρὰ τῷ ὁποίῳ ὑπηρετεῖ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἰατρὸς, ὅτι εἶναι ἀκατάλληλος, καὶ θὰ προβαίνητε εἰς τὴν ἀπόφασίν σας. Εἰπέτε το καθαρὰ, ὅτι δὲν ἀποκτᾶται οὐδεμία ἀσφάλεια, οὐδεμία ἐγγύησις, καὶ ὁ νέος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπίστευσεν ὅτι μελετῶν, καταγινόμενος, καταρτιζόμενος κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ νόμου, ἀποκτᾷ τὰ προσόντα συνεπείᾳ ἐπιτυχίας ἐν διαγωνισμῷ, καθ’ ἣν στιγμὴν νομίζει, ὅτι κρατεῖ εἰς τὰς χεῖράς του ἀσφαλές τι, θὰ πλανηθῇ. Ἐπιθυμῶ νὰ τύχῃ εὐρυτέρας συζητήσεως τὸ πρᾶγμα· ἂς λάβωμεν καιρὸν νὰ τὸ σκεφθῶμεν.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δι’ ἕνα Παπαθανασίου γίνονται ὅλα αὐτά.
§135ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν μελλόντων νὰ ἐπιτύχωσιν ἐν διαγωνισμῷ, καὶ θέλω νὰ προκύψῃ κἄποια ἐγγύησις· νὰ μὴ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν θέλησιν οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ.
§136Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἤκουσα πρὸ ὀλίγου τὸν ἀξιότιμον κ. Μουτσόπουλον νὰ λέγῃ: «δι’ ἕνα παληογιατρὸν γίνεται αὐτὴ ἡ συζήτησις».
§137ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§138ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς σεβαστὸν συνάδελφον. Διὰ νὰ πεισθῇ ὁ κ. Μουτσόπουλος, πόσον κακὸν εἶναι νὰ μὴ μετέχῃ τῶν συζητήσεων καὶ νὰ κρίνῃ ἐκ τῶν διαδρόμων, θὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ὡμίλησα περὶ παρελθόντος, ἀλλὰ περὶ μέλλοντος.
§139ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν συζήτησιν τὴν ἐξηντλήσατε· ἐξ φορὰς ἐζητήσατε πληροφορίας καὶ σᾶς ἐδόθησαν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις;
§141Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἴπομεν νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§143ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15.
§145ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα δύο.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον.
§147Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τότε κάμνω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 76 Βουλευταί. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον.
§150ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι μεσονύκτιον.
§151ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἠξεύρομεν.
§152ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ σημειωθῇ, ὅτι εἶναι μεσονύκτιον, καὶ ἐπιθυμῶ ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄνθρωπος τοῦ κόσμου καὶ ἔχει καὶ πεῖραν, νὰ μοὶ ἀναφέρῃ ἓν Κοινοβούλιον τοιοῦτον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ συνεδριάζουν νήστεις αὐτὴν τὴν ὥραν, καὶ τότε ἐλπίζω ὅτι θὰ πεισθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν αὔριον. Πρόκειται περὶ ζητημάτων, ὡς γνωρίζετε, προσωπικῶν, προκειμένου νὰ ἔλθουν τρία πλοῖα καὶ νὰ αὐξήσῃ τὸ προσωπικόν. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ ἐννοοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ μὲ ἥσυχον πνεῦμα καὶ ἀκμαίας τὰς δυνάμεις, καὶ ὄχι τὸ μεσονύκτιον, μὲ κενὸν τὸν στόμαχον. Λοιπὸν νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν ἄλλα Κοινοβούλια συνεδριάζουν κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν.
§153ΤΖΑΝΕΣ. Πολλάκις.
§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ λέγει ὁ κ. Τζάνες «πολλάκις». Τὸν ἐρωτῶ, ἐὰν κάθηται πολλὴν ὥραν εἰς τὸ ἐδώλιόν του.
§155ΤΖΑΝΕΣ. Πῶς νὰ καθήσω εἰς τὸ ἐδώλιόν μου; Τί ν’ ἀκούσω;
§156ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην βεβαίως ν’ ἀκούσῃ ὁ κ. Τζάνες...
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 12 μ. μ.