Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Δ› Sitting 64

1890.02.17

6,106 rows · 46,567 words · 2 tables · 231 turns

Date
1890.02.17
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Δ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1890)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64

τῆς 17 Φεβρουαρίου 1890.

(Πέμπτη)

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κτηματίαι Πύργου παραπονοῦνται διότι δὲν ἀπεζημιώθησαν διὰ τὰ καταληφθέντα ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου κτήματά των. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.

§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ διακόψω αὐτὴν χθὲς, ἀνακοινῶ ἤδη τὸ περιεχόμενον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὰς ἀρχὰς νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των. Ὁ συμπολίτης μου μεγαλέμπορος Νικόλαος Παπαφωτεινὸς μοὶ τηλεγραφεῖ τὰ ἀκόλουθα. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Ὁ ὑπογεγραμμένος εἶναι γνωστὸς διὰ τὰς ἀντιπολιτευτικάς του ἰδέας, καὶ διὰ τοῦτο, φαίνεται, τῷ συμβαίνουσι τοιαῦτα ἑκάστοτε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰ δυνατὸν, νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν τελώνην Βόλου, διατάσσων αὐτὸν νὰ στείλῃ ἐγκαίρως τὰ δηλωτικὰ, καὶ πρὸς τὸν τελώνην Καλαμῶν, νὰ παραδώσῃ τὸ ἐμπόρευμα εἰς τὸν ἔμπορον ὑπ’ ἐγγύησιν του οἱανδήποτε.

§3ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς, ὡς πρὸς τὸν πίνακα τῶν δημοσίων χρεῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀγνοεῖ πῶς, καὶ ὅτι πιθανῶς τοῦτο ἐκομίσθη ἢ διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ παρά τινος τῶν μελῶν αὐτῆς. Παρετήρησα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἀληθῶς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ εἶχον ζητήσει τοιοῦτον πίνακα, ἀλλὰ δὲν εἶχε σταλῆ ἕως οὗ ἔπαυσεν ἐργαζομένη, καὶ τὴν παράκλησίν μου ταύτην ἐπανέλαβον καὶ ὑπέμνησα ἀργότερον ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, συνεπείᾳ τῆς παρακλήσεώς μου, ὑπέβαλε τὸν πίνακα τοῦτον. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠρνεῖτο ὅτι ἔλαβον χώραν ταῦτα, γνωρίζων δὲ κατὰ πόσον ἡ μνήμη του δὲν τὸν λανθάνει ἐδίστασα περὶ τῆς ἐμῆς μνήμης, καὶ ἐξήτασα τὰ πρακτικὰ, διὰ νὰ βεβαιωθῶ ἐὰν ἡ μνήμη μου μὲ λανθάνῃ, ἢ ἐὰν ἡ μνήμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸν ἠδίκησεν. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς λοιπὸν τῆς 28 Νοεμβρίου 1889 ἀνευρίσκω, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Κεφαλληνίας ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ νὰ ἐπισπευθῇ ὁ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ αἰτηθεὶς πίναξ καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν. Ἤτοι πίνακα ἐμφαίνοντα τὸ δημόσιον χρέος ἑκάστου ἔτους ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τοῦ 1890, καὶ σημειοῦντα κεχωρισμένως δι’ ἕκαστον δάνειον: αʹ) τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου ἑκάστου ἔτους· βʹ) τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ποσὸν εἰς τόκους, εἰς χρεωλύσιον καὶ προμηθείας· γʹ) τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος». Παρῆλθεν ἔκτοτε ἀρκετὸς χρόνος, ἀλλὰ ὁ ζητηθεὶς πίναξ καὶ πάλιν δὲν ὑπεβάλλετο, διὸ κατὰ τὴν 5 Δεκεμβρίου 1889 ὑπέμνησα τὴν ἐπερώτησίν μου, ὡς αὐτολεξεὶ ἀναφέρουσι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ (ἀναγινώσκει): «Εἷς τῶν Βουλευτῶν Κεφαλληνίας ὑπέμνησε τὴν προσαγωγὴν τῶν ζητηθεισῶν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ πληροφοριῶν, τὴν αἴτησιν δὲ ταύτην ἐπανέφερε καί τις τῶν Βουλευτῶν Ἄρτης». Ἐκ τῶν πρακτικῶν ὅθεν ἀποδεικνύεται ἀριδήλως, ὅτι, ὅ,τι ἰσχυρίσθην χθὲς, ἦτο ἀκριβὲς, ὅτι πράγματι οὐ μόνον ὑπέβαλον τοιαύτην ἐπερώτησιν ἔγγραφον, καὶ συνεπείᾳ αὐτῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔφερε τὸν πίνακα, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ πίναξ οὗτος εἶναι αὐτὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα· τὸ δὲ σχετικὸν ἔγγραφον τοῦ Προεδρείου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ ζητεῖ τὰς ἑξῆς πληροφορίας: Ὁ κ. Βαλσαμάκης ζητεῖ 1) πίνακα ἐμφαίνοντα τὸ δημόσιον χρέος ἑκάστου ἔτους ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1890, σημειουμένου τοῦ κεφαλαίου ἑκάστου δανείου κεχωρισμένως. 2) Πίνακα ἐμφαίνοντα τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἑκάστου δανείου ποσὸν εἰς τόκους, χρεωλύσια καὶ προμηθείας. 3) Πίνακα ἐμφαίνοντα τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος». Ἐν τῷ σχετικῷ φακέλλῳ ὑπάρχουν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Καραπάνου, ἀλλὰ λείπει μόνον ὁ πίναξ, ὁ παρ’ ἐμοῦ ζητηθεὶς καὶ τὸν ὁποῖον, κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἐγὼ ἄλλην πληροφορίαν δὲν ἐζήτησα, εἰμὴ μόνον τὸν πίνακα τοῦτον, ὁ δὲ κ. Καραπάνος ἐζήτησε πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον πρὸς τὸν πίνακα. Τί ἐγένετο ὁ πίναξ, ὅστις βεβαίως ἐστάλη εἰς τὸ Τυπογραφεῖον καὶ ἐτυπώθη τῇ διαταγῇ τοῦ κ. Προέδρου; Ἐκ τοῦ Τυπογραφείου ὤφειλε νὰ ἐπιστραφῇ καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ φακέλλῳ τούτῳ. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ, τί πρέπει νὰ συμπεράνωμεν; Ἐπειδὴ ἡμεῖς βεβαίως οὐδὲν συμφέρον εἴχομεν νὰ ὑπεξαιρέσωμεν τὸν πίνακα, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τυχαίως ἀπωλέσθη, ἢ ὅτι ἀφῃρέθη, ἢ ὅτι δὲν ἐπεστράφη ἀπὸ τὸ Τυπογραφεῖον, διότι βεβαίως εἰς τὸ Τυπογραφεῖον παρεπέμφθη. Ἐκ τούτων προκύπτει ἀναμφιβόλως, ὅτι ὁ πίναξ, ὁ ὁποῖος ἐτυπώθη τῇ διαταγῇ τοῦ κ. Προέδρου καὶ διενεμήθη, εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον εἶχον ζητήσει ἐγὼ ἐπανειλημμένως καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου ἐν τῇ Βουλῇ, κατόπιν τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐκτελέσας τὴν παράκλησίν μου, τὸν προσήγαγε.

§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω πρὸς ποῖον σκοπὸν γίνονται αἱ παρατηρήσεις αὗται τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι ὅσα εἶπεν εἶναι σύμφωνα πρὸς ὅσα καὶ ἐγὼ εἶπον. Ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων ἐξάγεται, ὅτι πίναξ ἐζητήθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦτο εἶναι βέβαιον, ὅτι πίναξ ὑπεβλήθη, τοῦτο δ’ ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς χρονολογίας τοῦ πίνακος, 29 Νοεμβρίου, ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἐκθέσεώς της, ἔπαυσεν ἐργαζομένη τὴν 5 Δεκεμβρίου· ὥστε ὁ πίναξ εἶχε τυπωθῆ ἐν ὅσῳ ἡ Ἐπιτροπὴ συνεδρίαζε. Ταῦτα πάντα ἐν ἀγνοίᾳ μου, διότι, ὡς γινώσκετε, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἔχει ἐντολὴν νὰ συνεννοῆται ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπανέλαβε τὴν αἴτησίν του ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπεβλήθησαν οἱ δύο οὗτοι πίνακες, ὧν ἔγνων εὐθὺς ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τὸ ὁλοσχερῶς ἀνακριβὲς, εἶδον ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1882 δὲν εἶχε σημειωθῆ ἡ ὀφειλὴ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶχον σημειωθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1884 καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ ἔτη τὰ δάνεια, ὧν τὰ κεφάλαια διετέθησαν εἰς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐπειδὴ ἀπῃτεῖτο πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ποσὸν περίπου 100,000,000 δραχμῶν, εἵπετο, ὅτι ὑπῆρχε σφάλμα ἐν τῇ συντάξει τοῦ πίνακος ποσοῦ 100,000,000. Εἶδον προσέτι, ὅτι δὲν ἐγίνετο μνεία τοῦ δανείου τῶν τριῶν Δυνάμεων, ὅπερ ἐν μὲν τῷ πίνακι, τῷ ἀφορῶντι εἰς τὸ κεφάλαιον, ἴσως ἦτο πρέπον νὰ μὴ περιληφθῇ, ἀφοῦ τὰ τοῦ κεφαλαίου δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμένα, ἐν τῷ πίνακι ὅμως τῶν ἐτησίων πληρωμῶν ἔδει νὰ μὴ παραλειφθῇ χάριν μόνον λογιστικῆς ἀκριβείας, διότι ἡ σύγκρισις τῶν χρεῶν δὲν ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς παραλείψεως, ἀφοῦ καθ’ ὅλα τὰ ἔτη τὸ παραλειπόμενον ποσὸν εἶναι τὸ αὐτό. Τοιαύτας βεβαιώσας ἐν τῷ πίνακι ἐλλείψεις περὶ τὴν σύγκρισιν, ἐξικνουμένας μέχρι τοῦ ποσοῦ 100,000,000, παρατηρήσας δὲ καὶ ἄλλας μικροτέρου λόγου ἐλλείψεις, ὧν θέλετε ἀντιληφθῆ ἐν τοῖς πίναξιν, ὅταν προσαχθῶσιν ἀνατεθεωρημένοι, ἔκρινα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι οἱ πίνακες οὗτοι ἔλειπον. Πάντα τὰ ἄλλα διεβιβάσθησαν, δὲν διεβιβάσθησαν δὲ οἱ πίνακες οὗτοι, διότι ἔκρινα, ὅτι πρέπει νὰ ἀνατυπωθῶσιν. Ἀλλ’ ἡ διόρθωσις ἀπησχόλησε τὸ τμῆμα ἐπὶ πολὺ, οὐδὲ καὶ σήμερον εἶναι οἱ πίνακες ὁριστικῶς παρεσκευασμένοι πρὸς κατάθεσιν. Ἄλλως τε δὲν διακρίνω τὴν σπουδαιότητα τῆς προκαλουμένης συζητήσεως περὶ πινάκων, φερόντων μὲν ὑπογραφὴν τοῦ Τμηματάρχου τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλ’ ἀποδεικνυομένων πλημμελῶν. Ἐπὶ τῶν πινάκων τούτων δὲν δύνανται νὰ στηριχθῶσι δικαιώματα, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ζημία τῆς Πολιτείας ἐκ τῶν σφαλμάτων τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ συζήτησις θὰ ἠδύνατο καλῇ τῇ πίστει νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῶν, ἔστω καὶ ἂν περιεβάλλοντο μείζονα ἐπισημότητα τῆς παρεχομένης εἰς αὐτοὺς διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Τμηματάρχου, ἀφοῦ ἀποδεικνύονται πλημμελῶς συντεταγμένοι. Ὁ Ὑπουργὸς, εὐθὺς ὡς εἰς αὐτὸν ἀπετάθη ἡ Βουλὴ, αἰτησαμένη τοὺς πίνακας, ἔλαβε γνῶσιν τῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀποσταλέντων ὑπὸ τοῦ Τμηματάρχου, καὶ προεκάλεσε τὴν διόρθωσιν. Ἂν ὑπάρχωσιν οἱ ἐπιμένοντες ἵνα συζητήσωσιν ἐπὶ τῶν πινάκων ἀδιορθώτων, ἐγὼ θέλω συζητήσει περὶ αὐτῶν συμπεπληρωμένων διὰ προσθηκῶν καὶ ἐκκαθαρισμένων δι’ ἀφαιρέσεων κατὰ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἀναθεωρήσεως.

§5ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατόπιν τῶν χθὲς λεχθέντων ὡς πρὸς τὸν πίνακα, βεβαίως ὅσα εἶπε σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχουσι σπουδαιότητα. Ἐγὼ δὲν ἐπεκαλέσθην τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ πίνακος καὶ νὰ ἐπαναφέρω τὴν χθεσινὴν συζήτησιν. Τὴν ἀνακρίβειαν τοῦ πίνακος τὴν εἶχον καταδείξει τότε διάφορα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεκήρυξε τὸν πίνακα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις βεβαίως ὤφειλε νὰ στηρίξῃ τὰς σκέψεις καὶ τὰς κρίσεις της ἐπὶ τοῦ πίνακος, τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπὶ ποίων ἄλλων ἐγγράφων ἠδυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν συζητοῦντες; ἡμεῖς δὲν ἤμεθα βεβαίως εἰς θέσιν νὰ λάβωμεν ἄλλας πληροφορίας, μόνος ὁ ὁμιλήσας ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἠδυνήθη ἐπὶ ἀποκρύφων ἐγγράφων, ἐξαγομένων ἐκ τοῦ θυλακίου του, νὰ ὑποστηρίξῃ συζήτησιν διὰ λογαριασμόν του καὶ οὐχὶ διὰ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ Κυβέρνησις ὡμολόγησεν, ὅτι ὁ πίναξ δὲν περιέχει ὅλα τὰ δάνεια, ἠρνήθη δὲ καὶ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πίνακος. Ἐκ τῆς ἀρνήσεως ταύτης ἠγέρθη ἡ συζήτησις καὶ ἐπέμεινα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσήγαγε τὸν πίνακα συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἡ ἀνάγνωσις δὲ τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐπεκαλέσθην, ἀπέδειξε τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ὅτι δηλαδὴ ἐζήτησα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸν πίνακα καὶ δὲν μοὶ ἐδόθη, ἀπέδειξα, ὅτι τὸν ἐζήτησα ἐγγράφως ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐξηκολούθει ἡ ἄρνησις, ἀπέδειξα, ὅτι ὑπέμνησα τὴν αἴτησίν μου ταύτην, καὶ κατόπιν τούτου εἰς ὡρισμένην συνεδρίασιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε τὸν πίνακα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε προσέτι, ὅτι δὲν τὸν ὑπέβαλε, διότι παρετήρησεν, ὅτι ἦτο ἐλλιπής. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, ἤθελε σταλῇ ὁ πίναξ εἰς τὸ Τυπογραφεῖον καὶ τυπωθῇ; Βεβαίως οὐχί. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ μὴ διανεμηθῇ ὁ πίναξ, δὲν ἤθελε τὸν παραδώσει εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἢ ἐὰν τὸν παρέδιδε, βεβαίως κατόπιν ἤθελε παραγγείλει νὰ μὴ σταλῇ εἰς τὸ Τυπογραφεῖον, καὶ ἂν καὶ τοῦτο ἤθελε γίνῃ, ἤθελε δώσει κατόπιν ὁδηγίας νὰ μὴ διανεμηθῇ. Ἀλλ’ ἐν τούτοις διενεμήθη. Ὑπάρχει λοιπὸν ἀμφιβολία, ὅτι ὅ,τι λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἀνακριβές; Ἀλλὰ μίαν ἐρώτησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν· παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ποῖα εἶναι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθεσε, καὶ αἱ πληροφορίαι, αἱ ζητηθεῖσαι παρὰ τῶν δύο μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς; Ἐγὼ ἓν μόνον ἔγγραφον ἐζήτησα, καὶ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς λέγουσιν, ὅτι τὸ κατεθέσατε. Ἐὰν ἀποδείξητε, ὅτι κατεθέσατε ἄλλο ἔγγραφον, παραδέχομαι, ὅτι ὅσα λέγετε ἔχουν ὑπόστασιν· ἀλλὰ δὲν κατεθέσατε ἄλλο ἔγγραφον, τοῦτο κατεθέσατε, καὶ ἀπορῶ, πῶς ἀρνεῖσθε, ὅτι τὸ κατεθέσατε, ἐν ᾧ ἠδύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι «τὸ κατέθεσα χωρὶς νὰ τὸ μελετήσω, κατόπιν ὅμως εἶδον, ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὲς καὶ ὑπεχρεώθην νὰ ὁμολογήσω τὴν ἀτέλειαν τοῦ ἐγγράφου». Σεῖς δὲν συντάσσετε τὰ ἔγγραφα, σεῖς δίδετε παραγγελίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία συντάσσει αὐτὰ, διὰ τοῦτο δὲν σᾶς ἀδικῶ, ἐὰν ὑπεβάλετε ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὲν παρετηρήσατε. Ἀλλ’ ὅ,τι κατακρίνω, εἶναι ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἰσχυριζομένου, ὅτι οὔτε τοιοῦτον ἔγγραφον ὑπέβαλε, οὔτε ἐζητήθη τοιοῦτον, οὔτε εἶχε διανεμηθῆ.

§6ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι θεωρήσας τὸν πίνακα τοῦτον ἀτελῆ, ἠσχολήθη εἰς τὴν σύνταξιν ἀκριβεστέρου. Ἐπὶ τοῦ ἀκριβεστέρου δὲ τούτου πίνακος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐστήριξεν ὁλόκληρον τὴν ἀγόρευσίν του, διὰ τῆς ὁποίας ἀπήντησεν εἰς ὅσα ἡμεῖς ἀνεπτύξαμεν περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν οὗτος ἦναι μέχρι σήμερον ἀτελὴς, ἀπορῶ, πῶς ἐπὶ ἀτελοῦς πίνακος ἐστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιχειρήματα καὶ ἀντέκρουσε τὰ παρ’ ἡμῶν λεχθέντα. Ἐὰν δ’ ἀπεναντίας ἦναι ἀκριβὴς, διατὶ δὲν καταθέτει αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως καὶ ἡμεῖς λάβωμεν γνῶσιν αὐτοῦ;

§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ πίναξ ὑφίσταται ἐν τοῖς κυριώδεσιν ἀκριβὴς, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τινὰ, δεόμενα διορθώσεως ἐπισταμένης. Δὲν ἐπηρεάζονται ἐκ τούτων τὰ ἀποτελέσματα, ἀλλ’ ἀφοῦ θ’ ἀνακοινωθῇ πίναξ εἰς τὴν Βουλὴν, πρέπει νὰ ἦναι καθ’ ὅλα ἀκριβής. Τὰ συμπεράσματα, ὡς θέλετε ἴδει ὅταν δημοσιευθῶσιν οἱ πίνακες, εἶναι αὐτὰ τὰ ἐν τῇ ἀγορεύσει μου ἐκτεθέντα.

§8ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλω τὴν ἑπομένην ἔγγραφον ἐπερώτησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν: «Ὁ Δήμαρχος Ὀλυμπίων κατέσχεν ἵππον εἰς χεῖρας τοῦ Ἀνδρέου Παπαμιχαλοπούλου, ὅστις τὸν εἶχεν ἀγοράσει παρ’ ἄλλου. Ὁ κατασχὼν τὸν ἐν λόγῳ ἵππον ἰσχυρίσθη, ὅτι οὗτος ἦν κλοπιμαῖος, ἀλλ’ ἀντὶ, ὡς ὤφειλε, νὰ τὸν παραπέμψῃ μετὰ τῆς προσηκούσης ἐκθέσεως εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἐξακριβωθῇ, ἂν ἦτο ἢ μὴ κλοπιμαῖος, τὸν παρέδωκεν αὐθαιρέτως εἴς τινα ἄλλον, ἀξιοῦντα δικαίωμα κυριότητος ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ὁ εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου κατεσχέθη ὁ ἵππος ἔκαμε γνωστὴν τὴν παράνομον καὶ αὐθαίρετον ἐνέργειαν τοῦ Δημάρχου δι’ ἐγκλήσεως πρός τε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν Πύργου, καὶ τὸν τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδὲν εἰσέτι ἐνηργήθη. «Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ τὰς προσηκούσας ὁδηγίας πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Πύργου, διὰ πᾶσαν νόμιμον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν».

§9ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μίαν ἔγγραφον ἐπερώτησίν μου.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, συνεχίζων τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν του.

§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σήμερον ἐπαναληφθεῖσα συζήτησις περὶ τοῦ κατατεθέντος ἢ διαβιβασθέντος εἰς τὴν Βουλὴν πίνακος τῶν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 χρεῶν τοῦ Κράτους δύναται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ, ἵνα συναγάγωμεν περίεργα πορίσματα. Κατὰ τὴν 9 Ὀκτωβρίου ἤρξατο ἡ παροῦσα Σύνοδος, κατὰ τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ διὰ πίνακος πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους· παρῆλθον ὅλος σχεδὸν ὁ Νοέμβριος, κατὰ τὸ τέλος δ’ αὐτοῦ εἴτε κατετέθη ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, εἴτε διεβιβάσθη ὑπὸ τῶν γραφείων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίναξ, ὁ ὁποῖος περιεῖχε μὴ ἀκριβεῖς πληροφορίας, διότι παρίστα τὰ χρέη τοῦ Κράτους ὀλιγώτερα τῶν πραγματικῶν. Τοῦ πίνακος τούτου τὴν ἐξέλεγξιν ἐπεχείρησαν οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ κατέδειξαν, ὅτι ὁ πίναξ δὲν περιελάμβανεν ὡρισμένα δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐὰν περιελάμβανεν, ἤθελε παραστήσει τὰ χρέη τοῦ Κράτους ἀνερχόμενα οὐχὶ εἰς 603,103,417, εἰς ὅσα παρέστησεν αὐτὰ, ἀλλὰ εἰς ποσὸν πολλῷ μεγαλείτερον. Ὁ Πρωθυπουργὸς τότε ἀπεκήρυξε τὸν πίνακα, δηλώσας, ὅτι δὲν θεωρεῖ αὐτὸν ἐπίσημον καὶ ὅτι διέταξε νὰ συνταχθῇ ἄλλος πίναξ, ἀκριβής. Ἀλλὰ, εἰ καὶ παρῆλθεν ὁ μὴν Ἰανουάριος, εἰ καὶ εἰσήλθομεν καὶ προέβημεν εἰς τὸν Φεβρουάριον, διότι σήμερον εἶναι ἡ 17 Φεβρουαρίου, ὁ πίναξ ἀκόμη δὲν συνετάχθη, διότι δὲν κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν, οὕτω δὲ τρεῖς καὶ ἥμισυ μῆνες διέῤῥευσαν, οὐδ’ ἐγένετο κατ’ αὐτοὺς δυνατὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς χορηγήσῃ, διαρκούσης ἔτι τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζητήσεως, τὴν πληροφορίαν, πόσα τέλος πάντων εἰσὶ τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ τὸ Κράτος κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890. Ἐκεῖνοι, οἵτινες συνέταξαν τὸν πίνακα, ἢ διεβίβασαν αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν, συντάξαντες αὐτὸν τοιοῦτον, τοιαύτας ἐσκόπουν νὰ δώσωσι πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, ἤτοι νὰ μὴ δώσωσιν εἰς αὐτὴν πληροφορίας ἀκριβεῖς, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην; Ἢ ἕνεκα ἀπροσεξίας αὐτῶν τοιοῦτος συνετάχθη ἀτελὴς ὁ πίναξ, δὲν ὑπῆρχε δὲ προαίρεσις καὶ σκοπὸς μεμελετημένος; Ἐὰν ἀληθὲς τυγχάνῃ τὸ πρῶτον, ἦσαν μωροὶ, ὑπολαβόντες, ὅτι ὅσοι ἔμελλον νὰ μελετήσωσι τὰ τῶν δανείων δὲν ἤθελον ἐξελέγξει καὶ τὸν πίνακα καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδιδον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ τὸ δεύτερον, ὅπερ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμολογεῖ, δὲν δίδει εἰς ἡμᾶς ἀφορμὴν νὰ συγχαρῶμεν τὴν διοίκησιν, τὴν ὁποίαν ἐγκατέστησεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὁποίου τοσοῦτον κατὰ τὰ ἔτη, καθ’ ἃ κυβερνᾷ, προσέθηκε προσωπικόν. Γνωρίζετε πόσοι προσετέθησαν ὑπάλληλοι εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, τοῦ περιλαμβάνοντος καὶ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων χρεῶν, εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου; Πόσον μὲν μέγαν ἀριθμὸν ὑπαλλήλων προσέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας χθές. Ἐὰν θέλητε συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων τοῦ ἐκ Τριφυλίας κ. Βουλευτοῦ, δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω καὶ ἐγὼ, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων προσετέθησαν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους 250 χιλιάδες δραχμῶν κατ’ ἔτος. Καὶ ἀφοῦ τοσοῦτον ηὐξήσαμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἵνα καταστήσωμεν πλήρη διοίκησιν, δὲν ἠδυνήθημεν ἐπὶ τρεῖς καὶ ἥμισυ μῆνας νὰ λάβωμεν ἣν ἐζητήσαμεν πληροφορίαν, ἵνα μάθωμεν εἰς πόσον ἀνῆλθε κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ ἀρξαμένου ἔτους τὸ δημόσιον χρέος, καὶ ἡ πληροφορία δὲ, ἡ ὁποία ἐδόθη πρὸ μικροῦ, καὶ αὕτη κατηγγέλθη ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὡς μὴ ἀκριβὴς, ἢ ὡς ἀτελής. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, διατὶ ἐπιμένετε νὰ λάβητε πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1890 χρεῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀφοῦ τὴν πληροφορίαν ταύτην σᾶς δίδει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890. Ἀναφυλλίσατε αὐτὸν, διὰ νὰ εὕρητε τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖτε νὰ μάθητε. Τί ἔγραψεν ἐν τῷ περὶ οὗ ὁ λόγος πίνακι ὁ Τμηματάρχης τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν, ἢ τί λέγει εἰς ὑμᾶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε νὰ μάθητε, σᾶς τὸ εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἂν καὶ νῦν φαίνεται ἐπιθυμῶν νὰ σᾶς ἀποκρύψῃ αὐτὸ, προσπαθῶν νὰ ἀποφύγῃ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῆ τῶν χρεῶν τούτων πίνακα. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ λοιπὸν ἀναζητήσατε τὰ ποσὰ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἐξ αὐτοῦ πορισθῆτε τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Ἐγὼ ἐξ αὐτοῦ ἐπορίσθην αὐτὰς χθὲς, καὶ προεκάλεσα πάντα νὰ διαψεύσῃ αὐτὰς, ἀλλ’ οὐδεὶς ἠδυνήθη νὰ μοὶ προβάλῃ ἀντίῤῥησιν, τῶν ποσῶν δὲ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, τὸ ἄθροισμα παριστᾷ, ὅτι τὸ χρέος τοῦ Κράτους κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1890 ἀνῆλθεν εἰς 760,841, 757:37, ὑπολογισθέντων καὶ τῶν εἰς χρυσὸν συνομολογημένων δανείων εἰς τὴν τιμὴν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἤτοι μὴ ὑπολογισθείσης τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ. Ἂν ὅμως ὑπολογίσωμεν ἐπὶ τῶν εἰς χρυσὸν συνομολογημένων δανείων τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, κατὰ τὴν ἀγοραίαν αὐτοῦ τιμὴν, θέλομεν εὑρεῖ, ὅτι τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου ὑπερβαίνει τὸ εἰρημένον ποσόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Χθὲς ἠναγκάσθην νὰ μείνω ἐπὶ τοῦ βήματος δύο περίπου ὥρας, ἂν καὶ ἐφρόνουν, ὅτι ὅσα οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐγὼ εἴπομεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 ἦσαν ἱκανὰ οὐχὶ νὰ μεταδώσωσιν ἁπλῶς τὰς περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ νὰ πείσωσι πάντας ὑμᾶς καὶ περὶ τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ περὶ τῆς εἰλικρινείας καὶ εὐθύτητος, μεθ’ ὧν διεσκευάσθη ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ περὶ τῶν βεβαίων ἀποτελεσμάτων, εἰς ἃ θέλει καταλήξει. Ἐπειδὴ ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινων ἐτῶν εἰσήχθη σύστημα συζητήσεων ἀπαίσιον, μὴ προσῆκον εἰς Κοινοβούλιον, μηδ’ εἰθισμένον ἐν ταῖς πρὸς ἀλλήλους σχέσεσι τῶν ἐντίμων καὶ χρηστῶν πολιτῶν, τὸ σύστημα νὰ ἀμφισβητῆται ἡ ἀλήθεια, καὶ νὰ ἀντικαθίστανται, ἀντὶ τῆς πασιγνώστου ἀληθείας, γεγονότα μὴ ἀληθῆ καὶ πληροφορίαι μὴ ἀκριβεῖς, διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην, νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀνεχθῆτε χθὲς, δύο ὥρας ἀγορεύοντα, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς καὶ σήμερον νὰ μὲ ἀκούσητε, συνεχίζοντα τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην. Σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς, ὅτι «τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1885 δὲν ἐξετέλεσε τὸ πρόγραμμά του, διότι, ἐνῷ ἐκλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνδειχθὲν εἰς τὸν Ἡγεμόνα ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885 ἐνεργηθεισῶν ἐκλογῶν, ἐνδειχθὲν δὲ ὑπὸ τῶν ἐκλογέων τῆς Ἑλλάδος συνεπείᾳ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον οἱ ἀποτελοῦντες τότε τὴν Ἀντιπολίτευσιν πολιτικοὶ ἄνδρες εἶχον ἐξαγγείλει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1885 δὲν ἐξετέλεσε τὸ πρόγραμμά του τοῦτο. Οὕτως εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς τὸν λαὸν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, καὶ δὲν ἐξετέλεσε τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, ἀπατῆσαν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· καὶ οὐ μόνον δὲν ἐξετέλεσεν ὅσας ὑπεσχέθη ἐλαττώσεις, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπερέβη τὰς συνήθεις δαπάνας καὶ κατέληξεν εἰς ὑπέρβασιν ἐξόδων.» Πάντα ταῦτα δύναμαι νὰ ἀναιρέσω, διότι οὐδὲν τούτων εἶναι ἀληθές. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1885 ἀληθῶς ἐποιήσατο δι’ ἐμοῦ γνωστὸν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ποίαν ἔμελλε νὰ μετέλθῃ πολιτείαν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, ἡ δὲ πολιτεία του αὕτη διέφερεν ἄντικρυς ἀπὸ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοζεν ἐν τῇ οἰκονομικῇ πολιτικῇ τὸ προκάτοχον αὐτοῦ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνα ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885. Καὶ εἶχεν ἀληθῶς ἐνδειχθῆ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ Ὑπουργεῖον, οὗ προήδρευσα, διότι πρὸ τῶν ἐκλογῶν, περιηγηθείς τινας τῶν ἐπαρχιῶν, ἐδήλωσα εἰς τὸν λαὸν, ποῖον εἶχον οἰκονομικὸν πρόγραμμα. Ἀλλὰ τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἐτήρησα καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Καὶ ὄντως ὤφειλον νὰ ἀναιρέσω τὰ κατ’ ἐπανάληψιν περὶ τούτου λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν ἦσαν ἀληθῆ, ὠφελήθην δὲ τῆς εὐκαιρίας καὶ ἔπραξα τοῦτο χθὲς, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε παρέλιπον ἐξ ὑπερηφανίας νὰ τὸ πράξω. Διὰ τοῦτο ἐκόμισα ἐνταῦθα τοὺς ἐπισήμους ὑπολογισμοὺς, τοὺς φέροντας τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῶν ἐτῶν 1884 καὶ 1885, καὶ ἐπέδειξα ὑμῖν αὐτοὺς, καὶ ἐζήτησα νὰ παραβάλητε τὰ ἐν αὐτοῖς σημειούμενα ὡς δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1884 καὶ κατὰ τὸ 1885, ἵνα ἴδητε, ὅτι ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1885 ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν προϋπολογισμῶν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πολλῷ ὀλιγώτερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1884 ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Αἱ οἰκονομίαι, ἃς ἐπηνέγκομεν δι’ ἓν καὶ μόνον ἑξάμηνον, ἀνῆλθον εἰς 5,474,876:42. Ὤφειλον δὲ νὰ μὴ παραλίπω νὰ ἀναιρέσω καὶ αὐτὰ τὰ περὶ ὑπερβάσεων ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ψεύδη, πρὸς τιμὴν ἐκείνων, οἵτινες διῴκησαν τότε τὸ εἰρημένον Ὑπουργεῖον, τοὺς ὁποίους ἰδίως ἐσκόπει νὰ ἐπιβαρύνῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ νὰ ἀποδείξω διὰ τῶν ἀπολογισμῶν, ὅτι οὐ μόνον δὲν ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1884 δαπανηθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ ἐξετέλεσαν ἀκριβῶς τὰς ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, καὶ οὕτως, ἐνῷ κατὰ τὸ 1884 ὑπὸ τὸν ἐνεστῶτα Πρωθυπουργὸν οἱ διευθύνοντες τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐδαπάνησαν, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, 3,351,251:96, οἱ διοικήσαντες αὐτὸ κατὰ τὸ 1855 ἐδαπάνησαν, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους τούτου, μόνον 2,914,307:83, ἤτοι ἠλάττωσαν τὰ ἔξοδα κατὰ δραχ. 436,964:13. Ἤμην ὡσαύτως ἠναγκασμένος νὰ μὴ παραλίπω ν’ ἀναιρέσω ἄλλους οὐχὶ ὑπαινιγμοὺς, ἀλλ’ ἀφηγήσεις καὶ ἑρμηνείας, τὰς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων εἶχεν ἀπαγγείλει εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ Πρωθυπουργὸς παρηρμήνευσε τὰς ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην κατὰ τῶν φορολογικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους παρεσκεύασε, καὶ τοὺς ὁποίους ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ κατώρθωσε διὰ τῆς πλειονοψηφίας νὰ ψηφισθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς, καὶ παρέστησεν ὡς καταδηλούσας ἀπόφασιν νὰ καταργήσωμεν τὰ εἴδη τῶν φόρων, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν νόμων ἐκείνων εἶχον ἐπιβληθῆ. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶχον κατακρίνει τὸ φορολογικὸν σύστημα τοῦ καπνοῦ, καὶ ἐστιγμάτισα τὰς περὶ πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου νομοθετηθείσας διατάξεις ὡς ἐκβιασμὸν, τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος διαπράττει μετὰ τοσούτου θάῤῥους, ἵνα ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς πολίτας χρῆμα, τὸ ὁποῖον οὗτοι δὲν ὀφείλουσι ν’ ἀποτίσωσιν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠρώτα ἡμᾶς, διὰ τίνος φόρου ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσπράξωμεν τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα νῦν εἰσπράττει ἐκ τῶν φόρων τούτων, ὡς ἂν ἐγὼ εἶχον εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐσκοποῦμεν νὰ καταργήσωμεν τοὺς φόρους τούτους. Ὤφειλον ἀληθῶς νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως τὴν εἰσήγησιν ταύτην, διότι, ἂν ἐσιώπων, ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι πράγματι ἐσκόπουν νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις θέλει σχηματισθῆ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν κατάργησιν τῶν εἰρημένων φόρων. Τοιοῦτόν τι δὲν ἐσκοποῦμεν, ἀλλ’ εἴχομεν καθῆκον νὰ κατακρίνωμεν τὸ νενομοθετημένον σύστημα τῆς φορολογίας. Ὡσαύτως εἶχον καθῆκον νὰ ἀναιρέσω ὅσα ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπε περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τῆς ἡμετέρας δωδεκαμήνου διοικήσεως. Ἡμεῖς διετελέσαμεν ἐν τῇ Κυβερνήσει τέσσαρας μῆνας κατὰ τὸ 1886, κατελόγισε δὲ εἰς βάρος ἡμῶν τὰ ἐλλείμματα πάσης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἡμεῖς ἐκυβερνήσαμεν ὀκτὼ μῆνας κατὰ τὸ 1885, κατελόγισε δ’ ὡσαύτως εἰς βάρος ἡμῶν τὰ ἐλλείμματα πάσης τῆς χρήσεως τοῦ 1885. Εἶπον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἀναιρῶν τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, ὅτι ἡμεῖς βεβαίως ἐδαπανήσαμεν εἰς ἔκτακτα ἔξοδα χάριν τῆς ἐπιστρατείας, 52,221,069:63, ἂν καὶ ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων τὰ 44,860,865:94 ἐδαπανήσαμεν εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, τὸ ὁποῖον, ὅταν παρῃτήθημεν, ἀφήκαμεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις. Ὁ Πρωθυπουργὸς προσέθηκεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 52,221,069:63 καὶ τὸ χρέος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ παρέστησεν ὅτι τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1885 καὶ 1886 ἀνέρχονται εἰς 129 ἑκατομμύρια. Ὁ τοιοῦτος λογαριασμὸς εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ, καὶ ὀρθὸς ἂν ἦτο, πῶς λησμονεῖ ὅτι ἐκυβέρνησε καὶ αὐτὸς τοὺς ὀκτὼ μῆνας κατὰ τὸ 1886 καὶ τοὺς τέσσαρας κατὰ τὸ 1885; Ἐκ τῶν δύο ἐτῶν 1885 καὶ 1886 δώδεκα μῆνας ἐκυβερνήσαμεν ἡμεῖς, καὶ δώδεκα μῆνας ἐκυβέρνησεν αὐτός· πῶς καταλογίζει εἰς βάρος ἡμῶν καὶ τῶν δύο ἐτῶν τὰ ἐλλείμματα; Ἡ δωδεκάμηνος κυβέρνησις αὐτοῦ δὲν συνετέλεσεν εἰς τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει; Πῶς λοιπὸν εἰς τὴν διοίκησιν ἡμῶν τὴν δωδεκάμηνον ἐζήτησε νὰ καταλογίσῃ ἐλλείμματα 24 μηνῶν; Εἶχον καθῆκον νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδὲν εἶπεν ἀκριβὲς ὁ Πρωθυπουργὸς, οὐδ’ ὅσα εἶπε περὶ τῶν θωρηκτῶν. Ἐὰν ἐμνημόνευσα μόνον τῶν τριῶν ἐκείνων πλοιαρίων, τὰ ὁποῖα ἦσαν προωρισμένα διὰ τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν, ἐμνημόνευσα αὐτῶν διότι ἡ ἀγορὰ αὐτῶν ὑπῆρξε τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔκαμε διὰ ναυτικὰς παρασκευὰς, ἐμνημόνευσα αὐτῶν προσέτι, διότι κατεσκεύασε τὰ πλοιάρια ἐκεῖνα, οὐχὶ διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἀφοῦ προωρίζοντο καὶ ἔμελλον νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ δι’ ἐκτάκτων ἐσόδων, διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐζήτει νὰ δανεισθῇ δι’ ἐκτάκτους ναυτικὰς παρασκευάς, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὸν νὰ δανεισθῇ δι’ ἐκτάκτους ναυτικὰς παρασκευάς. Ἠδυνάμεθα νὰ σιωπήσωμεν δαπάνας γενομένας ἐκ δανείων; διὰ νὰ ἀγορασθῶσι τρία πλοιάρια χάριν τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας, καὶ τέσσαρα ἄλλα πλοῖα χάριν τῆς ἀστυνομίας τῶν παραλίων; Εἶχον ἀληθῶς καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως τὸν Πρωθυπουργὸν, εἰπόντα, ὅτι ἐδαπάνησεν οὐχὶ ἑπτὰ, ἀλλὰ τετράκις ἑπτὰ ἑκατομμύρια διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν, καὶ ὅτι τετράκις ἑπτὰ ἑκατομμύρια ἔπρεπε νὰ περιλάβω εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἀπηρίθμησα, ὅτι διέπραξεν ἐκ τῆς περισσείας τῶν ἐσόδων, ἅπερ κατὰ τὴν ἑπταετίαν εἰσέπραξε. Τετράκις ἑπτὰ ἑκατομμύρια ἀποτελοῦσιν 28 ἑκατομμύρια, δὲν ἠδυνάμην δὲ νὰ ἀποδεχθῶ, ὅτι ἐδαπάνησεν 28 ἑκαττομμύρια διὰ τὴν ναυπήγησιν θωρηκτῶν ἐκ τῶν τεραστίων ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξεν εἴτε διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, εἴτε διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, εἴτε διὰ τῆς συνομολογήσεως δανείων. Ἐὰν παρέλιπον νὰ προσθέσω τὰ διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1889, διότι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸν πίνακα τῶν ἐξόδων τοῦ 1889, ταῦτα ἦσαν μόνον 3,208,918, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ ἂν προσθέσω εἰς τὰ κατὰ τὸ 1888 δαπανηθέντα, κατὰ τὸν δεδημοσιευμένον πίνακα τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους τούτου, εἰς ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν 16,393,551, τὰ διὰ τὰ θωρηκτὰ δαπανηθέντα μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἀνέρχονται εἰς 28 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ εἰς 19,602,469. Οὐδ’ ἐλαττοῦται ἡ ἀμηχανία τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν προσθέσω εἰς τὰς δαπάνας αὐτοῦ καὶ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος 3,208,918, διότι, ἂν ἠρώτων αὐτὸν προχθὲς, ποῖα ἀγαθὰ προσεπόρισεν εἰς τὸν τόπον διὰ τῶν 383, 185,027:52, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε κατὰ τὴν ἑπταετῆ κυβέρνησίν του πέραν τῶν συνήθων δαπανῶν, τὴν αὐτὴν θέλω ἀπευθύνει αὐτῷ ἐρώτησιν καὶ νῦν, ἂν καὶ τὰ 383, 185,027:52 ἐλαττόνονται εἰς 379,976,139:52 διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν κατὰ τὸ 1889 δαπανηθέντων διὰ τὰ θωρηκτὰ 3,208,918. Ἢ τάχα δὲν εἶναι εὔλογον νὰ ἐρωτᾷ τις αὐτὸν, ποῖα παρέσχεν εἰς τὸν τόπον ἀγαθὰ, δαπανήσας ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη 379,976,139:52 περισσότερα ὅσων ἐδαπάνων οἱ πρὸ αὐτοῦ κυβερνήσαντες τὸ Κράτος; Καὶ ἀφοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε ν’ ἀποδείξῃ ἡμᾶς ἀβελτέρους, παριστῶν, ὅτι ἐν ᾧ αὐτὸς κατώρθωσεν οἰκονομίας ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν Προϋπολογισμῶν, διαχειρισθεὶς τὰς πιστώσεις μετὰ φειδοῦς, ἡμεῖς ἐκατηγοροῦμεν αὐτοῦ ἐπὶ τούτῳ, πῶς ἠδυνάμην νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι οὐχὶ οἰκονομίαν, ἀλλὰ λαθροχειρίαν ἐποιήσατο κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δὲ δὲν ἐδαπάνησεν ὅλας τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε ζητήσει παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ αὕτη εἶχε παραχωρήσει εἰς αὐτὸν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔπραξε τοῦτο, διότι ἐγκατέλιπεν ὅλως ἀθεραπεύτους τὰς ἀνάγκας, διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ὁποίων εἶχε ζητήσει τὰς πιστώσεις; Τοῦτο, τὸ ὁποῖον τολμᾷ νὰ παριστᾷ ὡς οἰκονομίαν, εἶναι ἀθέτησις τοῦ σεβασμοῦ, τοῦ ὀφειλομένου εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀναίρεσις τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν ἐπιτραπῇ νὰ προσέρχωνται οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὴν Βουλὴν, παριστῶντες κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ ζητοῦντες ὡρισμένας πιστώσεις διὰ νὰ θεραπεύσωσιν αὐτὰς, ἀφοῦ δὲ ἡ Βουλὴ ἐπιψηφίσῃ τὰς ζητηθείσας πιστώσεις, οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀφίνωσιν ἀθεραπεύτους τὰς ἀνάγκας ταύτας, μὴ δαπανῶντες τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δι’ αὐτὰς ἐζήτησαν καὶ ἡ Βουλὴ παρέσχεν, ἡ Βουλὴ θέλει περιαχθῆ εἰς ἀνικανότητα, διατιθεῖσα πάντα τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς ἀνάγκας μὴ θεραπευομένας, καὶ μὴ ἔχουσα πλέον μέσα, ἵνα θεραπεύσῃ ἄλλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας αὕτη ἔκρινε κατὰ δεύτερον λόγον ἐπειγούσας. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνα τὰ θέματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον ν’ ἀναιρέσω, διότι, ἐὰν μόνα ταῦτα εἶχον ν’ ἀναιρέσω, δὲν ἤθελον σήμερον σᾶς ἀπασχολήσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὅσον ὀφείλω νὰ ἐξακολουθήσω ἀγορεύων. Σᾶς ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς προχθές, ὅτε ἠγόρευεν, ὅτι μεγίστη παρατηρεῖται μεταβολὴ εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ἐμπορίου, προέτρεπε δὲ ὑμᾶς, νὰ διέλθητε τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ, νὰ εἰσέλθητε εἰς τὰ ἐμπορικὰ ἐργαστήρια, καὶ νὰ ζητήσητε παρὰ τῶν διευθυντῶν αὐτῶν πληροφορίας, διὰ νὰ μάθητε εὐχαρίστως, ὅτι πάντες εὑρίσκονται ἐν καταστάσει ἐνεργετικῇ. Καὶ ἀπέδιδε τοῦτο εἰς τὴν τελεσφόρον συνδρομήν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς παρέσχεν εἰς τὸ ἐμπόριον. Καὶ τίς εἶναι ἡ συνδρομὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν παρέσχεν ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ δι’ ἧς τοσαύτην εἰς τὴν πρόοδον αὐτοῦ ἔδωκεν ὤθησιν; εἶναι ὅτι ἐμείωσε τὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ μὲ ἀναγκάζει, νὰ ἐρευνήσω τὴν ἱστορίαν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἵνα σᾶς πληροφορήσω εἰς ποίαν κατάστασιν ἦτο τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Δημοσίου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καθ’ ὃν χρόνον τὸ δεύτερον ἀνῆλθεν εἰς τὴν κυβέρνησιν ὁ Πρωθυπουργός, εἰς ποίαν κατάστασιν εἶχεν ἀναβιβάσει αὐτὸ, ποῖος δ’ ἐπεχείρησε καὶ διέπραξεν ἐλαττώσεις αὐτοῦ. Κατὰ τὴν 9 Μαΐου 1886 ἐδημοσιεύθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 184 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν σελ. 912 τοῦ ὁποίου περιείχετο ἡ μηνιαία κατάστασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου τοῦ 1886· κατὰ τὴν κατάστασιν δὲ ταύτην τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀνήρχετο εἰς δραχ. 45,875,265:75, κατὰ δὲ τὴν 30 Νοεμβρίου 1887, ἤτοι μετὰ 19 μῆνας, τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρέος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἀνῆλθεν εἰς δρ. 65,701,545:87, ἤτοι κατὰ τοὺς 19 τούτους μῆνας ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τραπεζικὰ γραμμάτια ἀξίας 19,826,280:12, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως. Κατὰ τὸ τέλος ὅμως τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου 1887, ἤτοι τὴν 23 αὐτοῦ, ὁ Πρωθυπουργὸς συνωμολόγησε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς γραμμάτια δραχ. 13,515,000 ἀντὶ χρυσοῦ 10,200,000, τὸ ὁποῖον εἶχε δανεισθῆ, διὰ νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1887 (ὅρα σελ. 210 πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 24 Νοεμβρίου τοῦ 1887), ὅτε συνεζητοῦντο τὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ὅτι ἐζήτησαν μὲν νὰ καταθέσῃ εἰς γραμμάτια δραχ. 13,515,000, ἀλλ’ αὐτὸς «δὲν εἶχεν ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς καταθέσεως τοῦ ἀνωτέρου ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων, ἀφοῦ διὰ τῆς καταθέσεως περιωρίζετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ἀγορᾶς καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου». Ὅταν δὲ ὁ ἐξ Ἄρτης φίλος μου ἠρώτησεν αὐτὸν, ἂν ἔχῃ τραπεζικὰ γραμμάτια 13,515,000, ἀπήντησεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι «τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ποσὸν τὸ ἔχομεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ θέλομεν τὸ καταθέσει». Πλὴν τούτου, ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἐν σελ. 29, ἀναφέρει ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔδωκεν ὄχι μόνον τὰ 13,515,000, περὶ ὧν εἶπον, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἐλαττώσει τοῦ πρὸς αὐτὴν χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ὅτι ἔδωκε προσέτι τραπεζικὰ γραμμάτια 10,900,000 ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 400,000 λιρῶν εἰς χρυσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει, ἵνα πληρώσῃ τόκους καὶ χρεωλύσια. Οὕτω ὁ Πρωθυπουργὸς, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἐπανέλαβε καὶ διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἔδωκεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 13,515,000 καὶ 10,900,000, τὸ ὅλον 24,415,000. Ἑπομένως τὸ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρέος τοῦ Κράτους εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 24,415,000. Ἐὰν ὅμως εἶχε κατατεθῇ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοσοῦτον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ πρὸς αὐτὴν χρέος τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον, ὡς σᾶς εἶπον, ἀνήρχετο κατὰ τὸ τέλος Νοεμβρίου 1887 εἰς 65,701,545:87, ἐλαττούμενον κατὰ 24,415,000, ἤθελε περιορισθῇ εἰς 41,286,545:87, ἐνῷ κατὰ τὴν μηνιαίαν κατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς 31 Ἰανουαρίου 1890 ὀφείλομεν εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς γραμμάτια οὐχὶ 41,286,545:87, ἀλλὰ 54,609,000, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν κατετέθησαν εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ 24,415,000, ἀλλὰ μόνον 11,092,545: 87, καὶ ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκράτησε 13,322,454: 13, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι γνωστὸν τί ἔκαμε. Καὶ ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ βεβαιώσῃ ἐν σελ. 28 καὶ 29 τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ὅτι ἐποιήσατο δύο καταθέσεις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς μείωσιν τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέους, μίαν ἐκ δρ. 13,515,000 καὶ ἄλλην ἐκ δρ. 10,900,000!! Ἔχω δὲ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, τί ἐγένοντο τὰ ἐλλείποντα 13,322,454:13; Πῶς ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν πράγματα μὴ ἀληθῆ; Ἐδαπάνησε ταῦτα εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως; Τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης ταύτης δὲν εἶναι ἔλλειμμα; Ἀλλὰ καθῆκον εἶχον ὡσαύτως νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντέταξεν εἰς ὅσα περὶ ἐλαττώσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφος ἡμῶν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν δὲν ἀποδεικνύει τὸν κάματον τῆς καταναλώσεως, ἐξ ἐναντίας ἀποδεικνύει τὴν ῥώμην καὶ τὴν εὐεξίαν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἀποδεικνύει τὴν περίσσειαν τῶν ἀποθεμάτων τῶν πολιτῶν. Καὶ ὅτε ἔλεγον οἱ εἰρημένοι συνάδελφοι, ὅτι συνεχεῖς μῆνες τοῦ 1889 παρίστων κατὰ διαδοχὴν προβαίνουσαν τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ὁ Πρωθυπουργὸς μᾶς ἀνήγγελλεν, ὅτι ὁ μὴν Δεκέμβριος ἐκάλυψε πάσας τὰς ἐλαττώσεις καὶ ὅτι κατωρθώθη κατὰ τὸ 1889 τὰ εἰσπραχθέντα τελωνειακὰ τέλη νὰ ἐξισωθῶσι πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1888.

§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τοῦ καφὲ μόνον εἶπον.

§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον περί τοῦ καφφέ; ἡ ἐλάττωσις λοιπὸν μένει.

§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα· κατὰ 580,000 δραχμῶν.

§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πλεόνασμα, τὸ παρατηρηθὲν κατὰ τὰς εἰσπράξεις κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν, καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ, ἐντριβέστεροι δ’ ἐμοῦ περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ἔφερον τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ πλεόνασμα τοῦτο πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν προαγγελίαν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἔμελλον ν’ αὐξήσωσι κατὰ πολλὰ δεκατημόρια. Τῷ ὄντι τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων τελῶν προανήγγειλεν εἰς τὸν ἐμπορικὸν κόσμον, ὅτι, ἐὰν ἐψηφίζετο, ἤθελον αὐξηθῆ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ δύο δεκατημόρια ἐπὶ πάντων τῶν ἐμπορευμάτων, κατὰ τρία δεκατημόρια κατ’ ἐξαίρεσιν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, κατὰ ἓν δεκατημόριον μόνον ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, καὶ κατὰ δύο τέλος δεκατημόρια ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ εἰσπραττομένου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ τοῦ ζύθου. Τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον γνωρίζει καλῶς, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει συμπαγῆ πλειοψηφίαν, ὅτε ἐπληροφορήθη ὅτι εἰσήγαγε νομοσχέδιον, ἔκρινεν εὐλόγως, ὅτι πᾶσα, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν ἐπέλθῃ, ἀντίδρασις ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ νομοσχέδιον ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ, διὰ τοῦτο ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τελωνισμὸν πάντα τὰ εἴδη τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ ἔμποροι εἶχον εἰσαγάγει ὑπὸ διαμετακόμισιν. Τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη κατὰ τὴν 4 Νοεμβρίου 1889, καὶ τὸν Δεκέμβριον ἐκενώθησαν αἱ ἀποθῆκαι τῆς διαμετακομίσεως, ἐντεῦθεν δ’ ἐπῆλθεν ὁ πλεονασμὸς τῶν ἐσόδων. Ἀλλ’ ὁ πλεονασμὸς τῶν ἐσόδων κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον ἀποδεικνύει μεταβολὴν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας; ἀποδεικνύει ἐπελθοῦσαν τὴν εὐεξίαν; ἀποδεικνύει ἐπελθοῦσαν τὴν ῥώμην τῆς παραγωγῆς καὶ τὴν περίσσειαν τῶν ἀποθεμάτων τῶν πολιτῶν; Τὰ πλεονάσματα τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου ἦσαν προκαταβολὴ, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τὸ ἐμπόριον, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας προκαταβολῆς θέλει ἐπέλθει ἀνάλογος ἐλάττωσις εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους 1890, διότι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας 1890 θέλουσιν εἶναι ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας πρώτους μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους. Τὸ αὐτὸ συνέβη κατὰ τὸ 1884. Κατὰ τὸ 1884 καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ αἱ συζητήσεις περὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων καὶ ἡ ἀποτυχία τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ ἐπέφεραν μέγαν κλονισμὸν εἰς τὸ ἐμπόριον, ἠλαττώθησαν δ’ ἕνεκα τούτου τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, καὶ κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἔμελλε νὰ καταδειχθῇ σημαντικὴ ἐλάττωσις τῶν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἰσπραχθέντων. Εὐθὺς, ὡς ἐγνώσθη τοῦτο, ἐξευρέθη πάραυτα ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὸ φάρμακον. Αἱ ἐφημερίδες τοῦ Ὑπουργείου προανήγγειλαν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐσκόπει νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως· οὕτως ἠνάγκασε τοὺς ἐμπόρους νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τελωνισμὸν τὰ ποσὰ τῆς ζακχάρεως, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐν τῇ διαμετακομίσει· εἰσεπράχθησαν δὲ κατὰ Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1884 εἰσαγωγικὰ τέλη πολλῷ περισσότερα, διὰ τῆς περισσείας τῶν ὁποίων ἐκαλύφθη ἡ κατὰ τοὺς προηγηθέντας μῆνας τοῦ 1884 ἐλάττωσις τῶν ἐκ τούτων εἰσπράξεων. Ἡ αὔξησις μάλιστα ἐξηκολούθησε καὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1885. Ἀλλ’ ἐπῆλθον ὁ Φεβρουάριος, ὁ Μάρτιος καὶ ὁ Ἀπρίλιος καθ’ οὓς ἠλαττώθησαν ἐπαισθητῶς τὰ εἰσπραχθέντα εἰσαγωγικὰ τέλη, ἀποδειχθέντος ὅτι κατὰ τοὺς προηγηθέντας μῆνας εἰσεπράξαμεν προκαταβολικῶς ὅσα δὲν εἰσεπράξαμεν κατὰ τοὺς μῆνας αὐτούς. Οὕτω κατὰ Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον τοῦ 1885 ἐπληρώσαμεν τὴν προκαταβολὴν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν λάβει κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1884, καὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1885 τὴν προκαταβολὴν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν· καὶ ἐφέτος κατὰ τὸν Δεκέμβριον θέλομεν τὰ πληρώσει κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1890. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ παρασταθέντος πλεονάσματος ἐν ταῖς εἰσπράξεσι τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ μῆνα Δεκέμβριον. Ποῖα ὅμως πορίσματα πρέπει νὰ συναγάγῃ τις ἐκ τῆς ἐρεύνης τῶν εἰσπράξεων ἐν γένει ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν; Ἐγὼ ἠδυνήθην νὰ συναγάγω τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 1,793,742:75. Ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων διότι εἶχον προϋπολογισθῆ ποσὰ ὑπέρογκα, τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις δὲν ἦτο παντάπασι πιθανή; Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα προϋπελογίσθησαν ὡς προελευσόμενα ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1887, ἐτηρήθη ἡ προσήκουσα ἀκρίβεια. Οἱ μέσοι ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἐλήφθησαν ὡς βάσις τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν προϋπολογισθέντων τούτων ποσῶν, ἦγον εἰς ἀποτελέσματα ὑποδεέστερα τῶν πραγματικῶν· ἑπομένως τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέσων ὅρων ἦτο τοσοῦτον πιθανῶς εἰσπραχθησόμενον, ὅσον ἦτο ὑποδεέστερον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα αἱ πιθανότητες αἱ ὑπάρχουσαι ἐνεδείκνυον, ὅτι ἤθελον εἰσπραχθῆ. Ὁ μέσος ὅρος ἐλήφθη ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ τρία ἔτη 1883, 1884 καὶ 1885 εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἂν καὶ γνωστὸν ἦτο, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ ἔτους 1885 ἐπῆλθε μεγάλη ἐλάττωσις εἰσαγωγικῶν τελῶν, διότι ἡ ἐπικήρυξις τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιστρατείας ἐπήνεγκεν, ὡς φυσικῶς εἵπετο, ἀναστολὴν τῆς ἐμπορικῆς δραστηριότητος. Εἰς τὸν μέσον τοῦτον ὅρον, προσδιορισθέντα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνωτέρω εἰς 18,547,395, ἤτοι εἰς ποσὸν ἔλασσον τοῦ κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντος ἐκ τοιούτων τελῶν ποσοῦ, προσετέθησαν αἱ ψηφισθεῖσαι αὐξήσεις διὰ νόμου κατὰ τὸ 1886, προσετέθησαν αἱ ἐπιψηφισθεῖσαι διὰ τῶν νόμων τῆς 26 Νοεμβρίου καὶ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1885 αὐξήσεις, ὡς προσετέθησαν καὶ αἱ διὰ νόμου ὡσαύτως τοῦ 1887 νομοθετηθεῖσαι, καὶ οὕτω προσδιωρίσθη τὸ προϋπολογιστέον κατὰ τὸ 1887 ποσὸν εἰς 28,469,045. Εἰσεπράχθησαν ὅμως 26,675,302:25. Διατί; Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι πρόχειρος τῆς ἀπορίας ἡ λύσις. Διότι αἱ αὐξήσεις ἦσαν ὑπερβαλλόντως ὑπέρογκοι, διότι αἱ αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνομοθετήθησαν κατὰ τὸ 1887, προστιθέμεναι εἰς τὰς αὐξήσεις τὰς νομοθετηθείσας κατὰ τὸ 1885, ἀνῆλθον εἰς 71%, ἑπομένως ὑπερέβαινον τὰς δυνάμεις τῆς καταναλώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε παρασκευάσει ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ 1887 τοιαύτην παρήγαγεν ἐλάττωσιν εἰσαγωγικῶν τελῶν, κατὰ τὸ 1888 ἐπῆλθε νέα ἐλάττωσις ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1887, διότι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1888 ὀλιγώτερα τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τὸ 1887 κατὰ 1,723,714:22, ὀλιγώτερα δὲ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, κατὰ 1,897, 189:70. Οὕτω τὰ κατὰ τὸ 1888 εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1887 προϋπολογισθέντων κατὰ 3,517,456:97, διότι τοσοῦτον εἶναι τὸ ἄθροισμα τοῦ πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1887 ἐλλείμματος τῶν εἰσπραχθέντων καὶ τοῦ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1887 ἐλλείμματος τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1888. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1889 ἡ αὐτὴ προϊοῦσα ἐλάττωσις ἐπιφαίνεται κατὰ τὴν μελέτην τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐννέα πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους, ἤτοι πλὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν μηνῶν Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου, τὰ ὁποῖα δὲν μοὶ ἐγένοντο ἔτι γνωστά. Κατὰ τοὺς εἰρημένους ἐννέα μῆνας ἡ μελέτη αὕτη παριστᾷ, ὅτι ὑπῆρξε μείωσις ἐν παραβολῇ πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1888 κατὰ 2,160,509:59. Ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα τῶν μηνῶν Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου βελτιώσωσι τὰ πορίσματα ταῦτα, εὐχαρίστως ἤθελον ἀποδεχθῆ τὴν εὐχάριστον ταύτην μεταβολήν. Ἀλλὰ διατὶ ἐρευνῶμεν οὕτω τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα; Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι προσῆκον καὶ μᾶλλον ἁρμόζον εἰς τὰ σοβαρὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, νὰ ἐρευνήσωμεν τὴν μείωσιν ταύτην κατὰ τελωνεῖον, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖοι τέλος πάντων εἰσὶν οἱ πιθανώτεροι λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων τοιαῦτα παράγονται ἀποτελέσματα; Τὴν μελέτην ταύτην ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ μὴ παραλίπω. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ τελωνείου τοῦ Μεσολογγίου καὶ τῆς Βονίτσης. Αἱ ἐλαττώσεις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, τῶν εἰσπραττομένων ἐν τῷ τελωνείῳ Μεσολογγίου, περιωρίσθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1888 εἰς τοὺς ἕξ μόνον μῆνας, ἤτοι τὸν Ἰανουάριον, τὸν Φεβρουάριον, τὸν Ἀπρίλιον, τὸν Αὔγουστον, τὸν Σεπτέμβριον καὶ τὸν Νοέμβριον· κατὰ δὲ τὸ 1889 αἱ ἐλαττώσεις τῶν τελῶν τούτων ἐν τῷ τελωνείῳ Μεσολογγίου ἐκ τῶν ἐννέα μηνῶν, ὧν τὰ ἀποτελέσματα εἰσι γνωστά, περιορίζονται μόνον εἰς τρεῖς μῆνας, ἤτοι τὸν Ἀπρίλιον, τὸν Ἰούλιον καὶ τὸν Ὀκτώβριον. Ὡσαύτως τοῦ τελωνείου Βονίτσης αἱ ἐλαττώσεις ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1888 ἐκράτησαν κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας, ἤτοι τὸν Ἰανουάριον, τὸν Φεβρουάριον, τὸν Μάρτιον, τὸν Ἀπρίλιον, τὸν Μάϊον, τὸν Ἰούνιον, τὸν Ἰούλιον, τὸν Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον. Κατὰ δὲ τὸ 1889 περιωρίσθησαν εἰς ὀλιγωτέρους μῆνας. Ἐκ τῶν ἐλαττώσεων ὅμως τούτων δὲν ζητῶ νὰ συναγάγω πορίσματα, διότι γνωρίζω, ὅτι τὰ τελωνεῖα ταῦτα διατελοῦσιν ἐν ἐξαιρετικῇ καταστάσει. Πᾶσα ἡ παραλία τῆς Ἀκαρνανίας μαστίζεται ὑπὸ νόσου τελωνειακῆς, τῆς μᾶλλον ἐπικινδύνου, διότι δὲν ἀφαιρεῖ μόνον ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ εἰς αὐτὸ ἀνήκοντα δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ διαταράσσει τὸ ἐμπόριον, καταστρέφουσα τὸν ὑπὸ ἴσους ὅρους συναγωνισμόν. Καὶ ἡ νόσος αὕτη εἶναι ἡ λαθρεμπορία. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἡ λαθρεμπορία τῆς παραλίας ἐκείνης ἐπετάθη πέραν τῶν συνήθων ὁρίων, οὐδ’ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τοῦτο δι’ ἀριθμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέχω νὰ ἐπιφέρω τοιαύτην γνώμην. Δὲν τυγχάνει βεβαίως εἰθισμένον ὑπ’ ἐμοῦ νὰ διαβάλλω, ἢ νὰ συκοφαντῶ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, ἀφοῦ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1882 ἔτη ἡ λαθρεμπορία ἐμάστιζε τὴν χώραν ἐκείνην. Δύναμαι ὅμως ἐπὶ ἑνὸς νὰ προβάλω ἀπορίαν, διατὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἵπετο, ὅτι ἔμελλε καὶ ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι πρὸς περιστολὴν τῆς νόσου ταύτης, κατὰ τὰ ἑπτὰ ταῦτα ἔτη, καθ’ ἃ κυβερνᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργός, διατὶ δὲν παρήγαγον ἀποτελέσματα μᾶλλον εὐχάριστα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου; Πορίσματα ὅμως ἀνησυχητικὰ συνάγω ἐκ τῆς μελέτης τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως ἐν τῷ λιμένι Καλαμῶν ἰδίως, ὡς καὶ ἐν τῷ τελωνείῳ Ἀθηνῶν. Τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν ἴσως ἡ ἐμπορικὴ ἀργία, ἡ ὁποία καταλήγει εἰς μείωσιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τέσσαρας μόνον μῆνας τοῦ 1888 κατὰ 42,504:50 ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887, κατὰ δὲ τὸ 1889 κατὰ πάντας τοὺς ἐννέα μῆνας, ὧν τὰ ἀποτελέσματα ἐρευνῶ, καὶ ἀνέρχεται εἰς 119,330:25 ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1888, ἡ ἀργία, λέγω, τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως ἐν τῷ τελωνείῳ τούτῳ ἴσως δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἀναζήτησιν πορισμάτων, διότι ὑπάρχει στενὴ σχέσις μεταξὺ τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς· πολλάκις δὲ εὐκολίαι, παρεχόμεναι κατ’ ἐξαίρεσιν ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς, ἐπάγουσι τὸν τελωνισμὸν τῶν ἐμπορευμάτων ἐν τῷ τελωνείῳ ἐκείνῳ· ἀλλ’ ἐκ τούτου οὐδὲ ἀφαίρεσις τῶν δικαιωμάτων τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον ἐπέρχεται, οὐδὲ διατάραξίς τις συμβαίνει ἐν τῷ ἐμπορικῷ ἀνταγωνισμῷ. Ἡ ἐλάττωσις ὅμως, ἡ ἀδράνεια ὅμως τοῦ ἐμπορίου, ἡ μαρτυρομένη ἐκ τῆς μειώσεως τῶν εἰσαγομένων τελῶν τοῦ τελωνείου Καλαμῶν, μοὶ φαίνεται ἀξία μελέτης. Ὁ λιμὴν τῶν Καλαμῶν εἶναι λιμὴν εὐπόρου χώρας, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι καλλιεργοῦσι προϊόντα πολύτιμα, καὶ παράγουσιν ἔσοδα περισσότερα ἀπὸ ὅσα παράγουσιν οἱ καλλιεργοῦντες τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, ἡ ἐλάττωσις δὲ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν δηλοῖ ἀποθάῤῥυνσιν τοῦ ἐμπορίου διὰ νὰ δώσῃ παραγγελίας εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπως πορίζηται δι’ αὐτῆς ἐμπορεύματα πολλὰ, ἡ δὲ ἀποθάῤῥυνσις τοῦ ἐμπορίου εἶναι συνέπεια τῆς ἐλαττώσεως τῆς καταναλώσεως, διότι, ἂν ἡ κατανάλωσις δὲν ἤθελεν ἐλαττωθῇ, οἱ ἔμποροι εἶχον συμφέρον νὰ προμηθεύωνται ἐμπορεύματα περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσάγουσι νῦν εἰς τελωνισμόν. Καὶ βλέπω, ὅτι κατὰ τὸ 1889 τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐν τῷ τελωνείῳ Καλαμῶν ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1888, κατὰ τὸν Ἰανουάριον κατὰ δραχ. 30,602:92, κατὰ Φεβρουάριον κατὰ δραχ. 24,255:56, κατὰ Μάρτιον κατὰ δραχ. 6,466:05, κατὰ Ἀπρίλιον κατὰ δραχ. 13,242:10, κατὰ Μάϊον κατὰ δραχ. 7,136:31, κατὰ Ἰούνιον κατὰ δρ. 13,755:68, κατὰ Ἰούλιον κατὰ δρ. 33,366:29, κατὰ Αὔγουστον κατὰ 3,724:19, καὶ κατὰ Σεπτέμβριον κατὰ δρ. 20, 136:30. Οὕτω βλέπω ἐπὶ ἐννέα συνεχεῖς μῆνας τοῦ ἔτους μόνιμον καὶ σταθερὰν ἐλάττωσιν, ἐπιμένουσαν καὶ ἐξακολουθοῦσαν, τὰ δὲ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς μῆνας τούτους ἐν ὅλῳ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1888, κατὰ δραχ. 152,685:40 ὀλιγώτερα. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ τις, δυνάμενος νὰ ἑρμηνεύσῃ ἄλλως τὴν ἐλάττωσιν ταύτην, εἰμὴ ὡς ἀποθάῤῥυνσιν τοῦ ἐμπορίου κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ποσῶν τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα προμηθεύεται, τὴν δὲ ἀποθάῤῥυνσιν ταύτην ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τοῦ περιορισμοῦ τῆς καταναλώσεως. Ἀφίνω δ’ εἰς ὑμᾶς νὰ ἀναζητήσητε τὰς αἰτίας, ὧν ἕνεκα οἱ κάτοικοι τῆς χώρας ἐκείνης ἠναγκάσθησαν νὰ περιορίσωσι τὰ εἴδη ἢ ποσὰ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα καταναλίσκουσιν. Ἐὰν σᾶς ἀνακοινώσω δὲ μελέτας παραπλησίας ἐπὶ τοῦ τελωνείου Βόλου καὶ τοῦ τελωνείου Ναυπλίου, θέλω βεβαίως ἐντείνει τὰς ἀνησυχίας, ἃς τὰ μέχρι τοῦδε ἀνακοινωθέντα ὑμῖν ἀποτελέσματα βεβαίως ἐνεποίησαν εἰς ὑμᾶς. Τὰ εἰσπραχθέντα ὑπὸ τοῦ τελωνείου Βόλου εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ τὸ 1888 ἦσαν διαρκῶς ἐλάσσονα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887, μόνον δὲ κατὰ δύο μῆνας ἐσταμάτησεν ἡ ἐλάττωσις, κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον καὶ κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1888. Ἐν συνόλῳ δὲ εἰσεπράχθησαν ἐν τῷ τελωνείῳ Βόλου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1888 ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1887 κατὰ δραχ. 218,916:36. Οὕτως εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα κατὰ Ἰανουάριον δραχ. 6,802:04, κατὰ Φεβρουάριον δραχ. 43,204:50, κατὰ Ἀπρίλιον δραχ. 15,584:03, κατὰ Μάϊον δραχ. 9,111:51, κατὰ Ἰούνιον δραχ. 61,532:75, κατὰ Ἰούλιον δραχ. 34,868:62, κατὰ Αὔγουστον δραχ. 31,948:85, κατὰ Σεπτέμβριον δραχ. 16,089:50, κατὰ Ὀκτώβριον δραχ. 23,069:20, καὶ κατὰ Νοέμβριον δρ. 15,342:87. Ἡ ἐλάττωσις κατὰ τὸ 1889 δὲν ἐδείχθη τόσῳ συνεχὴς καὶ ἐπίμονος, ἐπεφάνη ὅμως ἐπὶ τοὺς πέντε μῆνας ἐκ τῶν ἐννέα μηνῶν, ὧν τὰ ἀποτελέσματα ἔχω ὑπ’ ὄψιν. Οὕτως εἰσεπράχθησαν ἐλάσσω τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1888 εἰσπραχθέντων, κατὰ Ἰανουάριον δραχ. 8,686:40, κατὰ Φεβρουάριον δραχ. 8,300:11, κατὰ Μάρτιον δραχ. 22,523:08, κατὰ Ἀπρίλιον δραχ. 14,759:65, κατὰ Αὔγουστον δραχ. 10,351:57, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 64,620:81. Καὶ ὁ λιμὴν τοῦ Βόλου εἰκονίζεται ὡς τὸ στόμα τῆς Θεσσαλίας, καὶ δὲν ἐξάγονται μόνον διὰ τοῦ Βόλου τὰ προϊόντα τῆς Θεσσαλίας, ὅταν ἡ συγκομιδὴ ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ τύχῃ εὐτυχής, ἀλλ’ εἰσάγονται διὰ τοῦ λιμένος ἐκείνου πάντα τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας καταναλίσκουσιν. Ἡ κατάστασις ὅμως τῆς Ἀργολικῆς πεδιάδος μοὶ φαίνεται τὰ μέγιστα ἀνησυχητική. Παρακαλῶ, φίλοι συνάδελφοι, νὰ ἀκούσητε πῶς προβαίνουσιν ἐλαττούμενα τὰ ἐν τῷ τελωνείῳ Ναυπλίου εἰσπραττόμενα εἰσαγωγικὰ τέλη, διὰ νὰ στρέψητε τὴν ὑμετέραν μέριμναν ἐπὶ τῆς περιφερείας ἐκείνης, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι εἰς τοιαύτην περιῆλθον στενοχωρίαν. Κατὰ τὸ 1888 ἡ ἐλάττωσις ὑπῆρξε σταθερὰ καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας τοῦ ἐνιαυτοῦ, πλὴν μόνου τοῦ Δεκεμβρίου, τὰ δὲ κατὰ τοὺς ἕνδεκα μῆνας εἰσπραχθέντα, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887, ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 112,798:03. Οὕτω καὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον καὶ κατὰ τὸν Φεβρουάριον καὶ κατὰ τὸν Μάρτιον καὶ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον καὶ κατὰ τὸν Μάϊον καὶ κατὰ τὸν Ἰούνιον καὶ κατὰ τὸν Ἰούλιον καὶ κατὰ τὸν Αὔγουστον καὶ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον καὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον καὶ κατὰ τὸν Νοέμβριον εἰσεπράττοντο ὀλιγώτερα. Δὲν ὑπῆρξαν διαλείψεις, δὲν ἦσαν ἀνωμαλίαι ἐμπορικῆς κινήσεως, ἦτο σταθερὰ κατάστασις, ἐμπορικὴ ἀδράνεια, καὶ τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναφέρω ὡς λαβὸν χώραν κατὰ τὸ 1888, θέλω σᾶς δείξει ἐπιφαινόμενον καὶ κατὰ τὸ 1889. Καὶ κατὰ τὸ 1889 ἐλάττωσις, καὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον καὶ κατὰ Μάρτιον καὶ κατὰ Ἀπρίλιον καὶ κατὰ Μάϊον καὶ κατὰ Ἰούνιον καὶ κατὰ Ἰούλιον καὶ κατὰ Αὔγουστον καὶ κατὰ Σεπτέμβριον καὶ κατὰ Ὀκτώβριον. Καὶ ἡ Ἀργολικὴ δὲν εἶναι χώρα ἄπορος, τὸ πεδίον τῆς Ἀργολίδος, τὸ καλλιεργήσιμον, καλλιεργεῖται μετὰ μεγάλης φιλοπονίας, καὶ τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦνται, δὲν εἶναι ἐντελῶς πενιχρὰ καὶ ἀνάξια προσοχῆς. Ἀλλ’ οἱ κατοικοῦντες τὴν περιφέρειαν ἐκείνην, ἥτις θεραπεύει τὰς ἀνάγκας της διὰ τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται διὰ τοῦ τελωνείου Ναυπλίου, ἀπώλεσαν τὴν δύναμιν νὰ προνοῶσι περὶ τῆς ἐπαρκοῦς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν των, καὶ ἀναγκάζονται νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς στερήσεις, τὰς ὁποίας ἡ οἰκονομικὴ αὐτῶν κατάστασις ἐπιβάλλει αὐτοῖς. Ἐὰν ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ ἄλλου τινὸς τελωνείου, τοῦ ὁποίου ἡ μεγάλη δραστηριότης ἐφημίζετο ἄλλοτε, τοῦ τελωνείου τῆς Σύρου, θέλετε συναγάγει καὶ ἐκ τούτου πληροφορίας μὴ εὐαρέστους. Ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας κατὰ τὸ 1888 προέβαινον ἐλαττούμενα τὰ ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἔσοδα τοῦ τελωνείου Σύρου, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887 εἰσπραχθέντα, ἡ δὲ κατὰ τοὺς μῆνας τούτους ἐλάττωσις συνεκεφαλαιώθη εἰς δραχ. 246,660:43. Ἐκ δὲ τῶν ἐννέα μηνῶν τοῦ 1889, εἰς τοὺς ὁποίους προσθέτω καὶ τὸν Ὀκτώβριον, διότι ἐγνώσθησαν τελευταῖον τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, δὲν ὑπῆρξε μήν, καθ’ ὃν δὲν ἐπεφάνη ἐλάττωσις τῶν εἰσπραχθέντων ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ ἔτους 1888. Οὕτως εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1888 εἰσπραχθέντων, κατὰ Ἰανουάριον δραχ. 43,307:43, ἂν καὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1888 εἶχον ὡσαύτως εἰσπραχθῆ εἰσαγωγικὰ τέλη ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1887. Κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1889 εἰσεπράχθησαν ἐπίσης ὀλιγώτερα τῶν κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1888 εἰσπραχθέντων κατὰ 87,494:15. Καὶ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 148,334:58. Καὶ κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 37,669:65. Καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ δρ. 92,729:11. Καὶ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 38,789:27. Καὶ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 77,237:54. Καὶ κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 307,814:81. Καὶ κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 196,359:71. Καὶ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 70,423:77. Οὕτω δὲ ἡ ἐλάττωσις τῶν κατὰ τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1889 εἰσπραχθέντων ἐν τῷ τελωνείῳ Σύρου, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1888, ἀνῆλθεν εἰς 1,100,159:99. Καὶ δύο ἄλλα ἐμπορικὰ κέντρα δὲν πρέπει νὰ παραλίπω. Δὲν πρέπει νὰ παραλίπω τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰσπράξεων τοῦ τελωνείου Πατρῶν, ὡς δὲν πρέπει νὰ παραλίπω ἐπίσης τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς εἰσπραχθέντων ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ἐν τῷ τελωνείῳ Πατρῶν, ἐκ τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ 1888, κατὰ τοὺς ὀκτὼ μῆνας ἐπεφάνη σταθερὰ ἡ ἐλάττωσις, τὸ ὅλον δὲ ποσὸν αὐτῆς, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰς κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887 γενομένας εἰσπράξεις, ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 558,595:20. Οὕτω κατὰ τὸ 1888 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887 εἰσπραχθέντων, κατὰ Ἰανουάριον δραχ. 98,756:88, κατὰ Φεβρουάριον δραχμαὶ 121,390:50, κατὰ Ἰούνιον δραχμαὶ 1,825:85, κατὰ Ἰούλιον δραχμαὶ 8,610:74, κατὰ Σεπτέμβριον δραχμαὶ 69,059:36, κατὰ Ὀκτώβριον δραχ. 115, 957:29, κατὰ Νοέμβριον δραχ. 75,135:58, καὶ κατὰ Δεκέμβριον δραχμαὶ 67,859. Ἐκ δὲ τῶν ἐννέα μηνῶν τοῦ 1889, ὧν εἰσι γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα, κατὰ τοὺς ὀκτὼ εἰσεπράχθησαν ἐπίσης ἐλάσσω εἰσαγωγικὰ τέλη τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1888 εἰσπραχθέντων. Οὕτω κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1889 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 63,585:36, κατὰ Φεβρουάριον κατὰ δραχ. 43,559: 02, κατὰ Μάρτιον ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 84,718:07, κατὰ Ἀπρίλιον ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 81,322:43, κατὰ Ἰούνιον ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 83,604:17, κατὰ Ἰούλιον ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 42,013:08, κατὰ Αὔγουστον ὡσαύτως κατὰ δραχ. 131,362:95, καὶ κατὰ Σεπτέμβριον ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 111,757:46. Καὶ ἡ πόλις τῶν Πατρῶν ἀποτελεῖ κέντρον ἐμπορικὸν, διὰ τοῦ τελωνείου δ’ αὐτῆς εἰσάγονται οὐ μόνον τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ πόλει Πατρῶν, καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν, καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἀχαΐᾳ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀναγκαιοῦντα καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν.

§16ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλης τῆς Γορτυνίας.

§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ οὕτως ἔχετε πόρισμα, τὰ μάλιστα πιθανὸν, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ Ἀργολικοῦ πεδίου καὶ πάσης τῆς Ἀργολικῆς, καὶ αὐτῆς τῆς Κορινθίας, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Μεσσηνίας, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Γόρτυνος, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ κάτοικοι τῆς Ἠλείας καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Ἀχαΐας ἠναγκάσθησαν νὰ περιορίσωσι τὰς ἀνάγκας των, νὰ ἐλαττώσωσι τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα κατηνάλισκον, διότι ἐμειώθησαν τὰ μέσα αὐτῶν πρὸς ἐπαρκῆ θεραπείαν πασῶν τῶν ἀναγκῶν των. Καὶ γνωρίζετε τὴν οἰκονομικὴν σημασίαν τῶν περιφερειῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα; Αἱ χῶραι ἐκεῖναί εἰσιν αἱ χῶραι, αἱ ὁποῖαι τρέφουσι τὴν Ἑλλάδα, διότι, ἂν ὑπάρχῃ παραγωγὴ, παραγωγὴ πλουσία καὶ ἐπαρκὴς, συντελοῦσα κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, αὕτη εἶναι ἡ τῶν χωρῶν, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσα. Ὁ λιμὴν Πειραιῶς εὑρίσκεται εἰς ἐξαιρετικὴν ὅλως κατάστασιν, διότι δι’ αὐτοῦ θεραπεύονται αἱ ἀνάγκαι οὐ μόνον τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν διαφόρων ὀλίγων μερῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἐμπορία εὑρίσκεται ἐν ἀνταποκρίσει καὶ σχέσει πρὸς τὸ ἐμπόριον τοῦ Πειραιῶς, ἀλλὰ θεραπεύονται καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς πρωτευούσης. Ἡ πρωτεύουσα διαφέρει οἰκονομικῶς ἀπὸ πάσας τὰς ἄλλας περιφερείας, διατελοῦσα ὑπὸ ὅρους οἰκονομικοὺς ἐντελῶς διαφόρους τῶν ἄλλων περιφερειῶν. Καὶ ὅμως καὶ ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς τὰ κατὰ τοὺς ὀκτὼ μῆνας τοῦ 1888 εἰσπραχθέντα εἰσαγωγικὰ τέλη ἦσαν ἐλάσσω τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887 εἰσπραχθέντων κατὰ δραχ. 421,841:23, μόλις δ’ ἐμειώθη ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἰς δραχ. 339,746:91 διὰ τῶν κατὰ τοὺς ἄλλους τέσσαρας μῆνας τοῦ 1888 γενομένων εἰσπράξεων. Ἐκ δὲ τῶν ἐννέα μηνῶν τοῦ 1889, ὧν μοὶ ἐγένοντο γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἐπὶ τοὺς πέντε μῆνας ὑπῆρξε σταθερὰ ἡ ἐλάττωσις, καὶ οὐ μόνον ἀπωλέσαμεν τὴν λεγομένην plus value, τὴν ἐκ τῆς φυσικῆς προόδου ἐπερχομένην αὔξησιν, ἀλλ’ ὑπελείφθημεν καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἀμέσως παρελθόντος ἔτους, καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου ὠπισθοχωρήσαμεν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν διετελοῦμεν κατὰ ἔτη, ἀφεστῶτα ἤδη ἀφ’ ἡμῶν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπεθύμησε νὰ ἀνεύρῃ ἐπιχείρημα, διὰ νὰ ἐξασθενίσῃ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν ἤθελεν ἐμποιήσει ἡ παράστασις τῶν ἐλαττώσεων τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, καὶ εὗρεν ἐπιχείρημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον, ἂν ἀποδεικνύῃ τὴν εὐφυΐαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, παριστᾷ ὅμως διὰ ποίας διαστροφῆς ζητεῖ νὰ ἀποκρύψῃ ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἔλεγε προχθὲς ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὴν μελέτην μόνον τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττομένων εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἵνα ἐκ ταύτης κρίνωμεν τὰ περὶ τοῦ καμάτου ἢ τὰ περὶ τῆς εὐρωστίας τῆς καταναλώσεως, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἐρευνῶμεν καὶ τὰ ἄλλα δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐκ διαχειρίσεων. Ἄν ἐρευνήσωμεν τὰς ἐκ τῶν δικαιωμάτων τούτων εἰσπράξεις, ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, θέλομεν εὑρεῖ ἐξ αὐτῶν αὔξησιν αὐτῶν, ἥτις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ, ἂν ὑπῆρχε κάματος τῆς καταναλώσεως, διότι ὁ κάματος οὗτος ἤθελε καταφανῆ ἐπίσης καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς εἰσπράξεως τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος φόρων καὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται ἐντὸς τοῦ ἔτους. Κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις καὶ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, ἐν ᾧ εἰσεπράξαμεν περισσότερα τῶν εἰσπράξεων ἐξ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τῶν εἰσπράξεων ἄλλων ὁμοίων αὐτοῖς τελῶν, ἐν ᾧ ἐξ ἑκάστου τούτων εἰσεπράξαμεν περισσότερα. Τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι τὰ εἰσπρατόμενα ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, εἴτε ἐκ τελῶν χαρτοσήμου, εἴτε ἐξ ἑκάστου τῶν τελῶν καὶ δικαιωμάτων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, εἰσπράττονται ἄκοντος τοῦ φορολογουμένου, οὕτως εἰπεῖν, ἀναγκαστικῶς. Ὁ πληρόνων αὐτὰ δὲν δύναται νὰ μὴ τὰ πληρώσῃ, οὔτε ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως αὐτοῦ νὰ μειώσῃ αὐτά. Πῶς νὰ μὴ πληρώσῃ τὸ ζητούμενον τέλος χαρτοσήμου ὁ διάδικος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἐγείρῃ ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐν ἐνεργείᾳ δίκην του, νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς; Ἑκὼν ἄκων θέλει καταβάλει τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου. Πῶς δύναται ὁ καλλιεργητὴς τοῦ καπνοῦ νὰ μὴ πληρώσῃ τὸν φόρον διὰ τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον παρήγαγεν; Ἄν ἐπεθύμει νὰ μὴ πληρώσῃ τοιοῦτον φόρον, ὤφειλε νὰ μὴ παραγάγῃ τοσοῦτον ποσὸν καπνοῦ, ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς ἐργασίας του, διὰ τῶν ὁποίων ζῇ. Ἀλλ’ ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπράττονται τέλη ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων, οἱ δὲ ἔμποροι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ εἰσάγωσι πολλὰ ἐμπορεύματα, νὰ εἰσάγωσι πολλὴν ζάκχαριν· εἰσάγουσι τοσαῦτα ἐξ ἑκάστου εἴδους ποσὰ, ὅσα ὑπολογίζουσιν ὅτι θέλουσι καταναλωθῆ, ὑπολογίζουσι δὲ τοῦτο ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὴν πώλησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν κατὰ τὸ παρελθόν. Ὅταν ἦναι μικρὰ ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν πώλησις αὐτῶν, εἰσάγουσιν ὀλιγώτερα. Ἡ ἔρευνα λοιπὸν τῶν ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰσπράξεων δύναται νὰ παράσχῃ ἐνδείξεις περὶ τῆς περισσείας ἢ τῆς ἐξαντλήσεως τῶν ἀποταμιευμάτων τῶν πολιτῶν, ἡ δὲ ἔρευνα τῶν ἄλλων τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἔρευνα, ἥτις εἰς οὐδὲν ὁδηγεῖ ἡμᾶς ὀρθὸν πόρισμα. Ἀλλοίμονον ἂν ἡ φορολογικὴ νομοθεσία ἠνάγκαζε τοὺς πολίτας νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς δίκας των, διότι δὲν ἀντέχουσι νὰ πληρώσωσι τὰ ἐπιβληθέντα ὑπέρογκα τέλη, ἢ ἂν ἠνάγκαζεν αὐτοὺς νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των, διότι δὲν δύναται νὰ πληρώσωσι τοὺς ἐπὶ τῶν προϊόντων αὐτῶν ἐπιβεβλημένους ὑπερόγκους φόρους. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς τέλος πάντων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ἐφάνη ὅτι ἤρξατο ὀπισθοδρομῶν βήματά τινα. Δὲν εἶναι πλέον ὁ ὁρμητικὸς ἐκεῖνος καὶ μετὰ μεγάλης ἐπιμονῆς ζητῶν νὰ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἐπετεύχθη. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὸν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1886, ὅτε εἰσῆγε τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν, πρὶν ἢ αὕτη διαλυθῇ· ἠγόρευε τότε περὶ ἰσοζυγίου ὡς περὶ πτηνοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκράτει ἐν τῇ παλάμῃ αὐτοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ διαφύγῃ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1887 εἰσῆγεν ἐκ δευτέρου τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ὅτε ἀνήγγελλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν θέλει μὲν εἶσθαι τοσοῦτον τὸ περίσσευμα, ὅσον εἶχεν ἀναγγείλει κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1886, ἀλλὰ πάντοτε ἐβεβαίου περίσευμα. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὸν κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1887, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, ὅταν ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐξησφάλισε τὸ ἰσοζύγιον. Προχθὲς ἔλεγεν, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἦναι, ἰσοζύγιον, καὶ δυνατὸν νὰ ἦναι, παραιτῶν δὲ τὰ περὶ ἰσοζυγίου, ἐφένετο προτιμῶν ἄλλο τι, καὶ ἐπὶ τοῦτο ζητῶν νὰ τρέψῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Μᾶς προέτρεπε νὰ ἐξετάσωμεν οὐχὶ τόσον τὰ τοῦ ἰσοζυγίου, ὅσον τὴν κατάστασιν τῆς παραγωγῆς. Αὐτῆς τῆς παραγωγῆς τὴν κατάστασιν ἠρευνήσαμεν ὅταν συνεζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, ἀγωνιζόμενοι νὰ σᾶς ἀποτρέψωμεν ἀπὸ τῆς κατωφερείας, εἰς ἣν τότε ἐτρέπεσθε. Αὐτῆς τῆς παραγωγῆς τὴν κατάστασιν ἠρευνῶμεν, ὅταν συνεζητοῦμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, ὅτε ἐποιήσατε ἔναρξιν τῆς δανειστικῆς πολιτικῆς σας. Αὐτῆς τῆς παραγωγῆς τὴν κατάστασιν ἐπεδεικνύομεν ὑμῖν, ὅτε συνεζητοῦμεν ἕκαστον τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1885, 1887, 1888 καὶ 1889. Καὶ διότι ἐβλέπομεν τὴν κατάστασιν τῆς παραγωγῆς τοιαύτην, ὁποία πράγματι εἶναι ἐζητοῦμεν νὰ σᾶς ἀναστείλωμεν ἀπὸ τῆς κατωφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὠλισθήσατε, ἐφαρμόζοντες πολιτικὴν τοσοῦτον πλημμελῆ καὶ ἄστοργον πρὸς τὸν τόπον. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἐσπουδαιολόγει ὁ Πρωθυπουργὸς, ζητῶν νὰ τρέψῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν εἰς τὴν ἔρευναν τῆς καταστάσεως τῆς παραγωγῆς; Τὸ ὀχύρωμα τοῦ ἰσοζυγίου εἶχε κατερειπωθῆ, ἐζήτει ἄλλο ὀχύρωμα, ἴσως τὸ τελευταῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ ὀχυρωθῇ. Βεβαίως κατηρειπώθη τὸ ὀχύρωμα τοῦ ἰσοζυγίου ἐκ τῶν ἐπιθέσεων οὐχὶ ἡμῶν, ἡμεῖς οὐδὲν κατωρθώσαμεν, ἂν καὶ τοσάκις συνεζητήσαμεν καὶ ἐπεμείναμεν συζητοῦντες, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐπιδρομῶν καὶ τῶν προσβολῶν τοῦ χρόνου, ὅστις κατέδειξε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ. Ὁ χρόνος κατηρείπωσε τὸ ὀχύρωμα τοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ δὲν ζητεῖ τώρα ὀχύρωμα ὁ Πρωθυπουργός. Τὰ ὀχυρώματα ταῦτα τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὁμοιάζουσι πρὸς τὰ προγράμματα αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀπήγγελλεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1882, ὅταν ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον αὐτῆς, ἵνα ἀναγγείλῃ τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου ἦτο Πρόεδρος, (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἡ γενικὴ τοῦ Κράτους πολιτικὴ», ἔλεγε τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, «ἦναι τοιαύτη, ὁποίαν τὴν διέγραψα, (δηλ. πολιτικὴ εἰρήνης) δυνάμεθα διὰ καταλλήλου τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων διευθετήσεως νὰ ἐπιτύχωμεν οὐχὶ ἀμέσως ἀλλ’ ἐν χρόνῳ, οὐχὶ πόῤῥω ἀπέχοντι, τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὅ,τι πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν σήμερον εἶναι, οὐχὶ ἐπίδειξις πλαστοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν σήμερον ἐν τῇ πολιτικῇ τοῦ Κράτους τὴν ὁδὸν, ἥτις θέλει φέρει ἀφεύκτως εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ἐὰν ἐμμείνωμεν ἀκραδάντως ἐν αὐτῇ. Ὀφείλομεν ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐπιζητήσωμεν αὐτὴν διὰ τῆς ὅσον ἔνεστιν ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν, ἐπιτρεπούσης ὅμως πλήρη τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀλλ’ ὀφείλομεν κυρίως νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῶν πόρων τοῦ Ἔθνους ἐπαύξησιν καὶ τῶν πόρων τοῦ Κράτους». Μετὰ τίνος δριμύτητος ἐποιεῖτο τότε μνείαν τῶν ἰσοζυγίων ὁ ἱστορικὸν πλέον κεκτημένος ὄνομα τοῦ δημιουργοῦ τῶν ἀνυπάρκτων καὶ ψευδῶν ἰσοζυγίων; Καὶ τότε ὡμίλει περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς. Ἀκούσατε αὐτὸν καὶ σήμερον, ὅτε τέλος πάντων ἀποκατέστησε τὸ ἰσοζύγιον, μᾶς παραγγέλλει, ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν παραγωγήν. Καὶ δὲν ἐνίσχυσε μέχρι τοῦδε αὐτὴν, καὶ δὲν ἐμερίμνησε περὶ ταύτης ὅσον εἴδατε; Ποίαν περαιτέρω νὰ προσδοκῶμεν παρ’ αὐτοῦ ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, ἀφοῦ ἐπὶ τὰ ἑπτὰ ἔτη, καθ’ ἃ κυβερνᾷ, περιήγαγεν αὐτὴν εἰς ἣν πρὸ μικροῦ περιέγραψα κατάστασιν; Ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων προχθὲς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, μετέστη εἰς τὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς, καὶ ἐπέδειξεν εἰς ἡμᾶς μεγίστην θυσίαν, τὴν ὁποίαν ὡς ἡγέτης πολιτικοῦ κόμματος ἐποιήσατο, προβαλὼν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιμείνας, ἵνα αὕτη ἐπιψηφίσῃ νόμον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων. Μᾶς ἤλεγξε μάλιστα προχθὲς ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων, πῶς ἐτολμήσαμεν νὰ μνημονεύσωμεν τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ἀφοῦ αὐτὸς ἕνεκα αὐτοῦ παρήτησεν ἢ ἀπηλλοτρίωσε τὴν ἐλευθερίαν νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ οἷον θέλει. Καὶ ὄντως, ἂν δὲν ὑπῆρχε νόμος περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ὁ Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ παύῃ καὶ νὰ διορίζῃ οἷον ἤθελεν, ἐν γνώσει δὲ παρῃτήθη τῆς ἐλευθερίας ταύτης, προβαλὼν χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς καθόλου διοικήσεως τὸν περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμον. Ὁ Πρωθυπουργὸς μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἀνατρέχωμεν αἰωνίως εἰς τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν εὑρισκόμεθα πλέον κατὰ τὸ ἔτος 1882, ὅτε ὁ λαὸς ἐπίστευεν εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ, διότι δὲν εἶχε τότε γνωρίσει αὐτὸν, οὐδ’ ἐζήτει τὴν ἐλαχίστην ἐγγύησιν, ἂν ὅσα ὑπέσχετο εἶχε τὴν προαίρεσιν νὰ ἐκτελέσῃ. Προωδεύσαμεν ἔκτοτε 7 ἢ 8 ἔτη, καθ’ ἃ εἰς μυρίας ὑπεκύψαμεν θυσίας, ἀλλ’ ἐκ τῶν 7 ἢ 8 τούτων ἐτῶν ἠδυνήθημεν νὰ γνωρίσωμεν τὸν διοικοῦντα καὶ κυβερνῶντα. Εἴδομεν τὰς πράξεις αὐτοῦ καὶ ἐξετιμήσαμεν οὐ μόνον τὴν ἀξίαν τῶν ὑποσχέσεων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰς πιθανότητας τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ἔδιδεν εἰς τὸν Ἑλληνισμόν. Ἂς ἀναδράμωμεν λοιπὸν εἰς τὴν γέννησιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων ὑπαλλήλων, διὰ νὰ ἴδωμεν ποίαν ἐλευθερίαν παρήτησεν ὁ Πρωθυπουργός. Ἀφοῦ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, κατὰ τὰ 1882, 1883 καὶ 1884 προέβη εἰς παύσεις 7,599 ὑπαλλήλων, εἰς διορισμοὺς 11,813 νέων ὑπαλλήλων, εἰς μεταθέσεις 7,175 ὑπαλλήλων, εἰς προβιβασμοὺς 2889 ἄλλων ὑπαλλήλων, καὶ εἰς ἀποδοχὴν παραιτήσεων 1272 ὑπαλλήλων, ἀφοῦ διὰ τοσούτων μεταβολῶν διεῤῥύθμισε τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐκλογὴν, ὡς ἂν αὐτὸς ἤθελεν, ἀφοῦ ἀπέπεμψεν ἀπὸ τῶν δημοσίων γραφείων, ἀπὸ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας πάντα, ὁ ὁποῖος δὲν ἔστεργε νὰ γένηται ἀσυνείδητον ὄργανον φατριασμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔτασσεν ἑαυτὸν ὑπὸ τὰ νεύματα αὐτοῦ, τὴν παραμονὴν ἀκόμη τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐδημοσίευσε τὸν νόμον περὶ προσόντων ὑπαλλήλων, διώρισε 1159 νέους ὑπαλλήλους, ἵνα περιβάλῃ αὐτοὺς διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένων προσόντων, ἔπαυσεν 688, ἵνα μὴ εὑρεθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, μετέθεσε 517, ἐπροβίβασεν 101, καὶ ἠνάγκασεν 86 ἑτέρους νὰ παραιτηθῶσι. Δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι μετὰ τὰς 30,748 μετακινήσεις ὑπαλλήλων, τὰς ὁποίας διέπραξε κατὰ τὴν τριετίαν τῶν 1882–1884, τὰς ὁποίας ἀνωτέρω ἀπηριθμήσαμεν, καὶ ἡ προσθήκη τῶν 2551 μετακινήσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τὰ ἀνωτέρω διέπραξε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς δημοσιεύσεως τοῦ περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου, ἀποδεικνύει εἰς ὑμᾶς μετὰ πόσης γενναιοφροσύνης παρῄτησεν ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ διορίζειν καὶ παύειν χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς διοικήσεως; μετὰ πόσης εὐλαβείας καὶ καλῆς πίστεως ἤρξατο νομοθετῶν καὶ ἐφαρμόζων τὸ σύστημα τοῦ προσδιορισμοῦ προσόντων ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς διοικήσεως; Ἀλλὰ θαυμάσατε τὴν εὐλάβειαν τοῦ ἀνδρὸς πρὸς τὰς ἐκλογικὰς ἐλευθερίας, τὸ σέβας αὐτοῦ πρὸς τὴν γνησίαν καὶ ἀδιάφθορον θέλησιν τῶν ἐκλογέων, τὴν εὐλάβειαν αὐτοῦ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, τὴν ἐγκράτειαν αὐτοῦ καὶ τὴν κοσμιότητα αὐτοῦ περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐμπεπιστευμένης εἰς αὐτὸν ἐξουσίας. Ἀκούσατε. Ἀπὸ τῆς κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1885 ἀρξαμένης ὑπουργικῆς κρίσεως μέχρι τῆς κατὰ τὸ δεύτερον δεκαήμερον τοῦ Φεβρουαρίου 1885 ἐπελθούσης διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὁ Πρωθυπουργὸς ἔπαυσεν 707 ὑπαλλήλους, διώρισε 477, μετέθεσε 508, ἐπροβίβασε 56, καὶ ἀπεδέχθη τὰς παραιτήσεις 48. Ἀπὸ τῆς διαλύσεως δὲ τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς 8 Ἀπριλίου 1885, ἐπιούσης τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας, ἔπαυσεν 799 ὑπαλλήλους, διώρισε 447, μετέθεσε 578, ἐπροβίβασε 51, καὶ ἀποδέχθη τὰς παραιτήσεις 240 ὑπαλλήλων. Ἄν, Κύριοι, μετὰ τοιαύτης ἀσυνειδησίας, μετὰ τοιαύτης ἐπαισχύντου ἰδιοτελείας ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι, ἂν οὕτως ἐκτελῶνται, θὰ ηὐχόμην οὐδείς ποτε νὰ ἐνομοθετεῖτο νόμος. Καὶ λοιπὸν οἱ νόμοι μετεποιήθησαν εἰς μαχαίρας, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν ἀνὰ χεῖρας οἱ πονηροί, ἵνα κόψωσι τὰς κεφαλὰς τῶν πειθομένων εἰς τοὺς νόμους; Ἡ Ἀντιπολίτευσις βεβαίως ἔχει καθῆκον, ἄν ποτε ἤθελε κληθῆ ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν, νὰ καταργήσῃ τὸν περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νόμον, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν λύμην, ἥτις διὰ φατριασμοῦ ἀχρείου, διὰ τοιαύτης κακοπιστίας περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, εἰσεχώρησεν ἐν τῇ διοικήσει. Βεβαίως καθῆκον ἔχει νὰ ἀποπέμψῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τὰ σκύβαλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν ἐν αὐτῇ, καὶ τὰ ὁποῖα ἐλησμόνησαν, ὅτι εἰσὶν ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, ὅτι ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς πατρίδος των, ἀλλ’ ὑπέλαβον, ὅτι εἰσὶν ὑπάλληλοι, ὑπηρέται αὐτῶν (δεικνύει τοὺς Ὑπουργούς), ὡς ἂν οἱ Ὑπουργοὶ ἐμισθοδότουν αὐτοὺς ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν ταμείων. Βεβαίως καθῆκον ἔχει νὰ ἐκκαθάρῃ τοιαύτην ὑπηρεσίαν ἀπὸ τοιούτων σκυβάλων, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀνορθώσῃ τὴν διοίκησιν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀποκαταστήσῃ ἐν τῇ διοικήσει τὸ σέβας τῶν διοικουμένων πρὸς τοὺς διοικοῦντας, καὶ τῶν διοικούντων πρὸς τὰς διατάξεις τῶν νόμων καὶ πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Κραυγάζετε καὶ παραπονεῖσθε διὰ τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις διαπραττόμενα ἀδικήματα, ἀφοῦ αἰτία τῶν ἀδικημάτων τούτων πρωτίστη εἶναι ἡ διοίκησις, ἀπώτεροι δημιουργοὶ αὐτῶν οἱ οὕτω κυβερνῶντες τὴν χώραν! Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, ποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει γνώμην περὶ τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἤκουσα αὐτοῦ προχθὲς λέγοντος, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρέπει νὰ ἦναι ἀνάξιος τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ θεσμοὶ ἀπένειμαν αὐτῷ, ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ κυβερνῶντες ἤθελον εἶσθαι τοιοῦτοι, οἵους ἡμεῖς περιεγράψαμεν αὐτούς. Καὶ ἀληθῶς περιεγράψαμεν τοὺς Ὑπουργοὺς, ὡς ἀθετοῦντας τοὺς νόμους, ὡς σπαταλῶντας τὰ δημόσια χρήματα, ὡς ἐπηρεάζοντας τὴν δικαιοσύνην, ὡς ὑπονομεύοντας, δολιευομένους καὶ πλαστογραφοῦντας τὸ πολίτευμα τῆς χώρας, καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ φρονῶμεν, ὅτι, ἂν καὶ τοιούτους θεωροῦμεν κατὰ πεποίθησιν τοὺς Ὑπουργοὺς, κρίνομεν ὅμως τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἄξιον τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ θεσμοὶ ἀπένειμαν εἰς αὐτόν. Δὲν θεωροῦμεν αὐτὸν ἀνάξιον, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελεν εἶσθαι λίαν μωρὸς, μηδεμίαν συνείδησιν ἔχων τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου εἰσὶ πολῖται, καὶ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, ἐὰν ἐλάμβανε τὰ ὅπλα, ἵνα ἀνατρέψῃ Κυβέρνησιν, μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς διαφθείρουσαν τὰ ἤθη τῶν πολιτῶν, μετὰ τοσαύτης δολιότητος ὑπομονεύουσαν τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει, καὶ δὲν προβαίνει μέχρι τοιούτου σημείου. Αἱ ἐπαναστάσεις δὲν γίνονται καθ’ ἡμέραν εἰς τὰ Κράτη. Καὶ ὅσοι νομίζετε, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν γίνεται ἐπανάστασις, διὰ τοῦτο σεῖς εἶσθε ἄξιοι τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ λαοῦ, εἴτε πλανᾶσθε, εἴτε ζητεῖτε διὰ σοφιστειῶν νὰ πλανήσητε τοὺς ἀκροωμένους ὑμῶν. Ἐνθυμοῦμαι τὸν ἐνεστῶτα Πρωθυπουργὸν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1881. Ἡτοιμάζετο ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἐδυσφόρει, διότι ἐπρόκειτο νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ὁ ἀείμνηστος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, καὶ διότι πρὸ τούτου δὲν ἐπῆλθεν ὑπουργική τις μεταβολὴ, ἥτις νὰ ἀναγάγῃ πιθανῶς αὐτὸν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὥστε αὐτὸς νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ αὐτὸς νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς ἔν τε τῷ ἄλλῳ Κράτει καὶ ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν τῇ Ἠπειρωτικῇ ταινίᾳ, ἥτις εἶχε προστεθῆ ἀρτίως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Καὶ ἐπειδὴ αἱ προσδοκίαι αὐτοῦ εἶχον ματαιωθῆ, εἶχον διαψευσθῆ, διὰ τοῦτο διὰ τῆς ἐφημερίδος, ἣν εἶχεν ἐν χερσὶ, καὶ διὰ τῆς ὁποίας διηρμήνευε τὰς γνώμας του, ἡ ὁποία ὅμως κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐξέφυγε τῶν χειρῶν αὐτοῦ, ἔγραφεν, ἀκούσατε ποῖά τινα. Ἀναγινώσκω ἐκ τῆς ἐφημερίδος «Ὥρας» τῆς 20 Ὀκτωβρίου τὰ ἑξῆς: «Περιμένομεν, δὲν λέγομεν μετὰ χαρᾶς, ἀλλὰ μετὰ πλήρους περὶ τῆς ἐκβάσεως πεποιθήσεως, τὴν ἐπιβεβαίωσιν τῶν περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς διασπειρομένων φημῶν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ἁρμοδία ὥρα, θὰ δηλώσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις ποίαν σημασίαν καὶ ποίας διαστάσεις προτίθεται νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἀγῶνα, εἰς ὃν προκαλεῖται. Τὸ γέρας τῆς πάλης δὲν εἶναι πλέον, ὡς ἄλλοτε, μετακίνησις προσώπων, ἀλλὰ τροποποίησις θεσμῶν. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ Βουλευτὰς, ἀλλὰ θὰ λάβῃ Πληρεξουσίους. Τὰ Ἔθνη, τὰ ἀπειλούμενα διαρκῶς ὑπὸ ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν, δὲν δύνανται νὰ ἀναστείλωσι τὴν ἀκόρεστον αὐτῶν πλεονεξίαν, εἰμὴ ἐὰν καταστήσωσι καταληπτὸν διὰ πραγμάτων, ὅτι δὲν θὰ περιορισθῶσιν ἁπλῶς νὰ ἀποκρούσωσι τὴν ἐπίθεσιν, ἀλλ’ ὅτι ἐπιτυγχάνοντα δὲν θὰ διστάσωσι νὰ εἰσβάλωσι καὶ εἰς τὴν ἐχθρικὴν γῆν, καὶ νὰ ἐπιβάλωσι τοὺς ὅρους, οὓς θὰ ὑφίσταντο ἡττώμενα.» Καὶ γνωρίζετε ποία ἦτο ἡ ἐχθρικὴ γῆ; Ἦτο ἡ γῆ, τὴν ὁποίαν κατῴκει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνήσκει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Αὕτη ἦτο ἡ ἐχθρικὴ γῆ, εἰς τὴν ὁποίαν ἠπείλει, ὅτι, ἐὰν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν ἐκ τῶν ἐκλογῶν, αἵτινες ἔμελλον νὰ γένωνται, ἤθελεν εἰσβάλει, ἵνα ἐπιβάλῃ τοὺς ὅρους εἰς τὴν ἡττηθεῖσαν Βασιλείαν. «Ὁ αὐτὸς κανὼν, (ἐξηκολούθει ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς τότε διὰ τῆς «Ὥρας»), εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ κατὰ τῶν ἐσωτερικῶν ἐχθρῶν. Οἱ ἐπιβουλευόμενοι τὰ ἐθνικὰ δικαιώματα πρέπει νὰ μάθωσιν, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπιδρομὴ αὐτῶν ἀποτύχῃ, δὲν θὰ ἐπανέλθωσι νὰ ἀναπαυθῶσιν ἡσύχως ὄπισθεν τῶν παλαιῶν ὁρίων των, ἀλλὰ θὰ ὑποστῶσιν ἐπὶ τοῦ ἰδίου αὐτῶν ἐδάφους ἀκρωτηριασμοὺς, οἵτινες νὰ θεραπεύσωσι ῥιζηδὸν πᾶσαν κατακτητικὴν ὄρεξιν. Ναὶ μὲν ἡ Βουλὴ ἐθεωρήθη ὡς μὴ ὑπάρχουσα, ἂν ἠλλοιοῦτο καὶ ἡ ὑλικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ ὄψις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ οἱ ψιττακοὶ τῆς δικτατορίας (καὶ ψιττακὸς τῆς δικτατορίας ἦτο ὁ ἀείμνηστος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης) ἠδύναντο νὰ προτάξωσιν ὡς ἀσπίδα τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ διϊσχυρισθῶσιν, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξε διαστροφὴ τῆς ἐννοίας, δὲν προῆλθεν ἐκ κακῆς προθέσεως. Ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ διὰ τοῦ νόμου τεταγμένη ὥρα, ἐὰν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἔθνους περιφρονηθῶσι, καὶ οἱ Ὑπουργοὶ φυγοδικήσωσι, κρυπτόμενοι ὄπισθεν τοῦ Θρόνου, τότε πλέον πᾶσα πρόφασις ἐκλείπει, καὶ τὸ πρόβλημα τίθεται καθαρὸν ἐνώπιον τοῦ εἰς τὰ τελευταῖα αὑτοῦ ὀχυρώματα ἐκβιαζομένου λαοῦ». Εὐτυχῶς παρῆλθον οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αἱ ἀπειλαὶ ἐκεῖναι κατὰ τῆς Βασιλικῆς ἀρχῆς συνετέλεσαν κατά τι, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ μεταβολὴ τῶν πραγμάτων, ἥτις ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου παρατηρεῖται, ὅτι ἐπῆλθεν. Εὐτυχῶς παρῆλθον οἱ καιροὶ τῶν ἀπειλῶν, καὶ ἂν οὐδέποτε, ἀφ’ ἧς ἐγένετο Πρωθυπουργὸς ὁ τότε ἀπειλῶν, ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας, ὁσάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐῤῥέθησαν ὑπαινιγμοὶ, εἶχεν ὅμως τέλος πάντων τὴν ἐπιείκειαν νὰ μὴ συνδυάσῃ ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ πρώτου συμβούλου τοῦ Στέμματος καὶ τὸν ἀπειλοῦντα τὸ Στέμμα διὰ τῆς περικοπῆς τῶν ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ στάσις, τὴν ὁποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς διετήρησε πρὸς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ἐκδηλοῖ τὴν εἰλικρίνειαν αὐτοῦ, ὡς δὲν γνωρίζω ὡσαύτως οὔτε ἂν κατὰ τὰς σχέσεις του πρὸς τὸν ἡγεμόνα ἡ στάσις αὐτοῦ ἐκδηλοῖ τὴν εἰλικρίνειάν του πρὸς τὸ Στέμμα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐγένετο εἰσηγητὴς νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ηὐχόμην νὰ μὴ εἰσήγοντο ἐν τῇ Βουλῇ, ἐγὼ, ὁ φίλος τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας, ἐγὼ, ὁ ἐπιθυμῶν οὐχὶ τὴν πρὸς ὥραν ῥιζοβόλησιν ἀλλὰ τὴν ἐπὶ αἰῶνα διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας καὶ τὴν ἔντασιν τῆς πρὸς τὸν καθήμενον ἐπὶ τοῦ θρόνου εὐλαβείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ στάσις αὐτοῦ μάλιστα κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους μῆνας καταδεικνύει ὅλον καὶ πλήρη τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀνδρὸς, ὅστις ἀπὸ ἀπειλοῦντος τὴν Βασιλείαν καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς παρέστη ἐπαιτήσας τὴν ἐπικουρίαν τῆς Βασιλικῆς ἀρχῆς, ἵνα ἐξέλθῃ ἀρτίως ἐκ περιπλοκῆς ἀδιεξιτήτου καὶ δυσκόλου, τὴν ὁποίαν παρήγαγε καὶ διεσκέδασεν ἡ φατριαστικὴ ἀπληστία αὐτοῦ, ἥτις τὸν παρώθησαν ἵνα ἐπιθυμήσῃ νὰ εἰσέλθῃ φατριάζων καὶ ἐν ἐκείνῳ τῷ κλάδῳ τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Κράτους, ἐν τῷ ὁποίῳ οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ὁ φατριασμὸς ἢ αἱ πρὸς τὸν πολιτικὸν κομματισμὸν ῥοπαί. Λυποῦμαι διότι διὰ τοιαύτης πολιτείας ἐγένετο δυνατὸν νὰ γένηται ἀνεκτὴ ἀρχὴ δῆθεν συνταγματική, ἀρχή, τῆς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ ἄγει εὐθὺ εἰς ἀνατροπὴν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἡ ἀρχὴ τῆς δεδηλωμένης. Λυποῦμαι, λέγω, διότι διὰ τοιαύτης πορείας ἐπετεύχθη νὰ γένηται ἀνεκτὴ τοιαύτη ἀρχή. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐν οὐδενὶ τῶν συγγραμμάτων τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, τὰ ὁποῖα ἀνέγνων, οὐδαμοῦ εὗρον τοιοῦτον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, παραλογισμόν. Ὁ διαχειριζόμενος τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του τοσαῦτα μέσα, ὥστε, ἂν ἡ συνείδησίς του τὸ ἐπιτρέπῃ, ἂν ἡ γνῶσις τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τὴν πατρίδα, δὲν τὸν ἐμποδίζῃ, νὰ ᾖναι δυνατὸν εἰς αὐτὸν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῶν Βουλευτῶν νὰ ἐνασκήσῃ σημαντικὴν δρᾶσιν, ὡσαύτως δὲ καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς νὰ ἀναζητῇ νὰ ἀνευρίσκῃ τὰς ἀνθρωπίνους ἀδυναμίας, καὶ διὰ τῆς θεραπείας αὐτῶν νὰ κατορθόνῃ νὰ σχηματίζῃ πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει πλέον Βασιλεία, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καὶ λαὸς, ὑπάρχει μόνον Πρωθυπουργὸς, διδοὺς καὶ λαμβάνων. Ὑπάρχει Πρωθυπουργὸς, λαμβάνων παρὰ τοῦ λαοῦ, ὡς ἀντάλλαγμα τῶν παροχῶν του πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, τοὺς Βουλευτὰς, τοὺς ὁποίους ἐσύστησεν, ὑπάρχει Πρωθυπουργὸς, συντηρῶν τὴν πλειονοψηφίαν διὰ τῆς θεραπείας τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν αὐτῶν, αἵτινες πανταχοῦ ὑπάρχουσιν. Ἀλλὰ ὑπὸ τοιοῦτο σύστημα τίς δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰς γνώμας αὐτοῦ; Τίς δύναται ν’ ἀναστείλῃ αὐτὸν ἀπὸ πορείας ἀντιβαινούσης εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀπὸ πράξεων ἀναιρουσῶν τὴν ἐθνικὴν ὕπαρξιν; Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι μειονοψηφία, αἱ δὲ ψῆφοι τῶν πλειόνων ἀποτελοῦσι τὴν ἀπόφασιν, καὶ ἡ ἀπόφασις εἶναι λευκὴ, φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἐπὶ τοῦ λευκοῦ μέρους τὴν ἐλευθερίαν νὰ γράψῃ ὁ Πρωθυπουργὸς ὅ,τι καὶ ἂν θέλῃ. Ἡ Βασιλεία; Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἡ δεδηλωμένη, ἡ δὲ Βασιλεία, κατὰ τὸ δόγμα τοῦτο, μένει ἀργὴ καὶ ἀπεκδεδυμένη τοῦ πολυτιμοτέρου τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς αὐτήν. Τί λέγω δικαιωμάτων; Τοῦ σημαντικωτέρου τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας ἐπάγει. Ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον τοῦτο; Νὰ ἐπισκοπῇ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπισκοπῇ τὴν πορείαν τῶν πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνταγωνίζονται. Ἰδιοτροπία ἢ πεισμονὴ τῆς μειονοψηφίας παρακωλύει τὴν πρόοδον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, παρεμβάλλει προσκόμματα εἰς τὴν νομοτελεστικήν; Βεβαίως ὁ λαὸς θέλει κατακρίνει τοὺς τοιαύτην πολιτείαν μετερχομένους Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δίδοται τότε ἡ διάλυσις εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, διὰ τῆς ὁποίας γίνεται ἔκκλησις εἰς τὸν λαὸν, καὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, οἱ οὕτω πολιτευθέντες, δὲν θέλουσι δυνηθῆ οὐδὲ νὰ παρασταθῶσιν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, διότι θέλει ἀποπέμψει αὐτοὺς, ὡς ἄνδρας παρεμβάλλοντας προσκόμματα εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, ὡς ἀντιπροσώπους λησμονήσαντας τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εἶχον πρὸς τοὺς ἀποστείλαντας αὐτούς. Ἀλλὰ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ Κυβέρνησις μετέρχονται πολιτικὴν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους,; Λησμονοῦσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν; Λησμονοῦσι τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς χώρας; Μετέρχονται ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πολιτείαν, ἥτις ἀπειλεῖ τὸ μέλλον τῆς χώρας; Ἡ Βασιλικὴ ἀρχὴ ἔχει δικαίωμα νὰ μεριμνήσῃ ἀμέσως, ὅπως σταματήσῃ τὸν ῥοῦν τῶν πραγμάτων, καὶ ποιήσηται ἔκκλησιν πρὸς τὸ Ἔθνος, ὅτε ὁ λαὸς θέλει ἀποφανθῆ, εἴτε στέργων τὴν νέαν κυβερνητικὴν κατάστασιν, εἴτε συναινῶν νὰ ἀφεθῇ, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς προηγηθείσης πολιτικῆς. Ἀλλ’ ἡ δεδηλωμένη ἀπογυμνόνει τὴν Βασιλείαν τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ τοῦ καθήκοντος, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ τόπου, ἐπὶ μειώσει τῆς λυσιτελείας καὶ τῆς χρησιμότητος, τὴν ὁποίαν ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας παρέχει εἰς τὸ Κράτος. Ἑρμηνευομένου τοῦ πολιτεύματος κατὰ τὸ σύστημα τῆς δεδηλωμένης, ἂν ἡ Βασιλεία δὲν ἔχῃ οὐδὲν δικαίωμα, θέλει ἐπιτυγχάνει ἡ κατὰ τὰς ἐκλογὰς Βουλευτῶν ἐπικράτησις τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου διὰ τῆς χρήσεως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία παρέχει· διὰ δὲ τῆς οὕτω σχηματιζομένης πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, ὑποστηριζούσης μονίμως καὶ συμπαγῶς πᾶσαν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργείου, μηδόλως ἀντιλεγούσης καὶ ἀναγνωριζούσης καὶ ἐπιδοκιμαζούσης καὶ τὰς πλέον ἐκρύθμους πράξεις καὶ ἀποφάσεις, θέλει παρέλθει ἡ τετραετία, καὶ ὅταν ἐπέλθῃ τῶν νέων ἐκλογῶν ἡ ἐνέργεια, ἡ διάλυσις θέλει δοθῆ αὖθις εἰς τὸν ἔχοντα τὴν τοιαύτην δεδηλωμένην, ὅστις, διαχειριζόμενος τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν καθ’ ὃν χρόνον γίνονται αἱ νέαι ἐκλογαί, θέλει μετέλθει πᾶν μέσον, ἵνα φέρῃ τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα καὶ συγκροτήσῃ αὖθις νέαν πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἰδοὺ ἡ κρίσιμος στιγμή. Ὅταν ὑπάρξῃ τοιαύτη ὑπὸ τῆς Βασιλείας ἐγκατάλειψις τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν λόγῳ ἐφαρμογῆς τοιούτου ἀνυπάρκτου καὶ παραλόγου δόγματος, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς βεβαίως ὀφείλει νὰ σκεφθῇ, καὶ βεβαίως τότε ὀφείλει νὰ ἀποδείξῃ, ἂν ἦναι τοιοῦτος, οἷον ὁ Πρωθυπουργὸς ἔκρινεν αὐτὸν, ἀνάξιος τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ θεσμοὶ ἀπένειμαν εἰς αὐτόν. Τὴν στιγμὴν ταύτην περιμένομεν μετὰ τοῦ θάῤῥους, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐμπνέουσιν αἱ πεποιθήσεις ἡμῶν. Τὴν περιμένομεν χωρὶς νὰ ἐκτοξεύωμεν ἀπειλὰς κατὰ τῆς Βασιλείας καὶ χωρὶς νὰ ὑβρίσωμεν τὸν λαόν. Ἔχομεν ὅμως καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν εὐσυνειδήτως, κηρύσσοντες σήμερον, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς καταστάσεως ταύτης εἴτε θέλει φέρει τὴν ἐξέγερσιν τῆς μερίμνης τοῦ λαοῦ περὶ τῶν ἰδίων αὑτοῦ συμφερόντων καὶ περὶ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, εἴτε θέλει ἀποδείξει, ἂν ὁ λαὸς ἀνέχηται τὴν ἐξακολούθησιν τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται παρὰ τῶν Ὑπουργῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).

§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει λὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὸ θεωρεῖον ὑπάρχουσι πολλοὶ ποδοκροτοῦντες, καὶ ὅτι ὁ στρατιώτης, ὁ τεθεὶς ἐκεῖ πρὸς φρούρησιν τῆς τάξεως, ἐκτύπησε τοὺς χειροκροτοῦντας.

§19ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Νὰ τιμωρηθῇ ὁ στρατιώτης διὰ τὴν αὐθάδειάν του.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα τὸν ἀξιωματικὸν νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν.

§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ μὴ τιμωρηθῇ ὁ στρατιώτης, λέγω ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ἀνδρέου Αὐγερινοῦ, προεδρεύοντος, τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος περιῆλθεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ πιστεύηται, ὅτι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ δὲν διεξάγεται συζήτησις σοβαρὰ, ἀλλ’ ἠθοποιοὶ διεξάγουσι παράστασιν, καὶ οἱ ἐγκάθετοι, οἱ πληρονόμενοι ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰ περιτρίμματα τῶν ἀγυιῶν, οἱ ἐκ τῶν φυλακῶν ἐξελθόντες χθὲς, ἔρχονται νὰ ὑβρίζωσι, βοηθούμενοι ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐλησμόνησε τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ πλειοψηφία τοῦ ἔδωσεν, ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατεβιβάσθη ἐκ τοῦ ὕψους τῆς θέσεως, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εὑρίσκηται. (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). (Ἀνέρχεται τὸ βῆμα ὁ κ. Κωνσταντόπουλος.)

§22ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνω πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.

§24ΡΑΛΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Χαρ. Τρικούπης ΟὌθων Μακρυγιάννης Ο
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΤρύφων Μουτσόπουλος Ο
Γ. Σισμάνης ΟΘάνος Κανακάρης Ο
Δ. Βουλπιώτης ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς
Ἀθ. Ἴσκος Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
Ν. Καλαντζόπουλος ΟΑ. Φωτήλας Ο
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ο
Μ. Γουλιμῆς ΟἈντ. Ῥικάκης
Μ. Ἰατρίδης ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος
Δ. Χατζόπουλος Ἰω. Κρεστενίτης
Γεώργ. Μίλησης ΝΝ. Κουμανιώτης
Σπυρ. Νοταρᾶς Χρ. Στεφανόπουλος Ο
Γ. Κούστας Ἀλέξ. Ζαΐμης
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ἀρ. Κοντογούρης
Σωτήριος Δανόπουλος ΟΝ. Καλογερόπουλος Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΝ. Παπανικολάου Ο
Δημήτριος Πετρίδης ΝΝ. Καφετζόγλους Ο
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ἰω. Πεζᾶς
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Κ. Σινέλης Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Β. Βουδούρης Ο
Χρῆστος Χριστόπουλος Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
Φίλιππος Βάρβογλης ΝΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
Ἠλίας Φλέσσας Ἀναστ. Λούντζης
Κ. Κωνσταντόπουλος ΝΔιον. Λομβάρδος Ο
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Γ. Θεοτόκης Ο
Παναγ. Μανέτας Κ. Βασιλάκης
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος Ἀντ. Καποδίστριας
Ἠλίας Παλαμήδης ΟΝ. Βασιλάκης
Κωνστ. Κατσικόπουλος Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Δ. Ζέγγελης Πολυχρ. Κωνσταντᾶς
Δημ. Ν. Βότσαρης Σπ. Ἀλαμάνος
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Θεόφ. Προβατᾶς
Γεώρ. Χ. Παχὺς ΟΓ. Σκάρπας
Στέφανος Δραγούμης ΟΕὐάγγ. Μπασιᾶς
Δ. Γ. Ῥάλλης ΝἈγαμ. Μεταξᾶς Ο
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΟἈνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
Φωκίων Νέγρης ΟΝικόλ. Βαλσαμάκης Ν
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΝΓεράσιμος Μουσούρης Ο
Νικόλ. Μπουφίδης Παναγ. Βενιεράτος
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ν
Δημ. Καλλιφρονᾶς Γεώργιος Κόρπας
Νικόλ. Δ. Λεβίδης Στέφανος Σκουλούδης Ο
Σπυ. Κουκούλεζας ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ο
Χαρίλ. Προβελέγγιος ΟΠερ. Πεῤῥωτής Ν
Νικόλαος Νομικός ΟΔημ. Τζάνες Ο
Μίνως ΜπογιατζόγλουςΟΠερ. Μποῦτος Ο
Γ. Μπούμπουρας ΟΠαν. Σάκκης Ο
Λωρέντζος Δελαρόκας ΟΝικ. Παπαλέξης Ο
Δημοσθένης Καΐρης ΟΝικ. Μισυρλῆς Ν
Ν. Κρίσπης ΟΝ. Καράπαυλος Ο
Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ἀσημ. Χριστόπουλος
Ἰωάννης Γκιὼν ΟΕὐστάθ. Κοκκέβης Ο
Κ. Κοσσονάκος ΟΔημήτρ. Κάρτσωνας
Γ. Μαυρομιχάλης Δημήτρ. Γουδῆς Ο
Ἀριστ. Πετροπουλάκης Σ. Χατζηγάκης
Γιαν. Μαυρομιχάλης ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
Νικήτας ΒαρβιτσιώτηςΟἈθ. Καζαμπάκας
Λεων. Καπετανάκος ΟΓ. Φραγκίδης Ο
Ξανθὸς Πικουλάκης ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
Γεώρ. Πετροπουλάκης Γ. Τάκης
Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν. Ταρμπάζης
Ἰωάν. Καρτάλης Ζ. Φαλιάγκας
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΣταμάτιος Μπουντούρης Ο
Εὐάγ. Σταμούλης ΟΘεόδωρος Γκίκας
Ν. Κοκωσλῆς Ἀνάργ. Σιμόπουλος
Ἰω. Παπαδόπουλος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Κωνστ. Μαρκίδης ΟὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΝικόλ. Κοντογιάννης
Δημ. Κουτσουμπλῆς ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
Εὐθ. Μπατζιᾶς ΟΓεώργιος Λιδωρίκης Ο
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
Ἀχιλ. Λογιωτάτου ΟΔημήτρ. Ζουλούμης Ο
Σωτ. Σωτηρόπουλος ΝΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Κων. Κουμουνδοῦρος Θεμιστοκλῆς Κανάρης

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς διὰ ψήφων 75 κατὰ 14, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 89. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§27ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐμοῦ ὑπάρχει ἐκκρεμὴς μικρός τις λογαριασμὸς, παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τακτοποιήσω ἐν συντόμῳ τὸν λογαριασμὸν τοῦτον. Ἐπιχειρήσας προχθὲς νὰ ἐξετάσω τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ 1882, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὤφειλον νὰ πραγματευθῶ καὶ περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθεν ἔκτοτε καὶ διατελεῖ νῦν παρ’ ἡμῖν ἡ ἀπονομὴ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐνόμισα, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο ἤθελον ἐκπληρώσει ἐπαξίως καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀπηυθυνόμην, καὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο, ἐὰν ἀπέφευγον πᾶσαν ἐξέτασιν εἰδικῶν περιστάσεων, καὶ πᾶσαν οἱανδήποτε αἰτίασιν κατὰ προσώπων, καὶ περιωριζόμην νὰ παραστήσω πρὸς ὑμᾶς ὅσον ἔνεστι πιστῶς καὶ ἀκριβῶς τὴν κατάστασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκεται νῦν παρ’ ἡμῖν ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Ἐφρόνουν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης ἀληθοῦς εἰκόνος ἠδύνατό τις εὐχερῶς καὶ τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης νὰ ἐπιλύσῃ, καὶ εἰς τὴν δέουσαν μελέτην νὰ προβῇ περὶ τῶν μέσων τῆς θεραπείας. Ὅτι ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἐπραγματεύθην τὸ ζήτημα, προκύπτει ἀριδήλως ἐκ τῆς ἐμῆς ἀγορεύσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω ἤδη ἀνὰ χεῖρας. Εὐχαρίστως ὡμολόγησα τότε ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι ὑπάρχουσιν εὐτυχῶς ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ ἔντιμοι, πεφωτισμένοι καὶ ἀκέραιοι δικασταί, οἵτινες, καίπερ γλίσχρως μισθοδοτούμενοι, καίπερ ὑπὸ μυρίας εὑρισκόμενοι στερήσεις καὶ πιέσεις, ἐργάζονται ἀνενδότως, ἵνα διατηρήσωσι τὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν περιωπὴν, εἰς ἣν ἔταξεν αὐτὴν ἡ Πολιτεία καὶ τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας. Ἀλλ’ ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποδείξω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι οἱ μόχθοι καὶ οἱ ἀγῶνες τῶν ἐντίμων τούτων λειτουργῶν τῆς δικαιοσύνης δὲν ἐπαρκοῦσι δυστυχῶς, ἵνα προλάβωσι πᾶν ἀτόπημα καὶ πᾶσαν ἀδικίαν. Ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι πλεῖστα καὶ σπουδαῖα λαμβάνουσι χώραν δυστυχῶς ἀτοπήματα καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἀπονομῇ τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης. Ἴσως ὑπάρχουσί τινες, φρονοῦντες, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας ἐπιβάλλει νὰ καλύπτωμεν καὶ νὰ ἀποκρύπτωμεν τὰ τοιαῦτα ἀτοπήματα, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ ἀπόκρυψις τῶν διαφόρων ἑλκῶν τῆς Πολιτείας συντελεῖ εἰς τὴν δείνωσιν τοῦ κακοῦ, καὶ ὅτι ἡ ἀποκάλυψις αὐτῶν εἶναι τὸ μᾶλλον τελεσφόρον μέσον τῆς θεραπείας. Διημερεύω ἑκάστοτε, ὡς ἐκ τοῦ ἔργου μου, ἐν τοῖς Δικαστηρίοις, καὶ καθ’ ἑκάστην ἀναστρεφόμενος μετὰ πλείστων ἐντίμων καὶ διακεκριμένων συναδέλφων, καὶ ἰδίαις αἰσθήσεσιν ἀντελήφθην καὶ παρ’ αὐτῶν ἔμαθον πλείστας περιστάσεις, ἀποδεικνυούσας πρόδηλον ἀμάθειαν, καὶ ἀσύγγνωστον φυγοπονίαν, ἔστιν ὅτε δὲ καὶ ἔνοχον μεροληψίαν ἐκείνων, εἰς οὓς ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη τὴν ἐξασφάλισιν τῆς περιουσίας, τῆς τιμῆς, τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν’ καὶ ἰδίαις αἰσθήσεσιν ἀντελήφθην καὶ ἔμαθον πλείστας περιστάσεις, καθ’ ἃς οἱ ἀτυχεῖς διάδικοι περιεπλανήθησαν ἐπὶ ἔτη ἀπὸ Δικαστηρίου εἰς Δικαστήριον, ταλαιπωρούμενοι καὶ δαπανῶντες χωρὶς νὰ δυνηθῶσι ποτὲ νὰ ἐπιτύχωσι δικαιοσύνην. Ἠδυνάμην, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν περιπτώσεων καὶ τῶν παραδειγμάτων τούτων, νὰ ὑποστηρίξω ἐνώπιον ὑμῶν τὸ θλιβερὸν συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἤκουσα παρὰ λίαν ἁρμοδίων ἀνθρώπων, ὅτι δὲν ὑπάρχει δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι δικαιοσύνη! Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἔπραξα τοῦτο, διότι ἐσκόπουν νὰ ἐπιχειρήσω ἔλεγχον, καὶ οὐχὶ νὰ προκαλέσω μελέτην περὶ θεραπείας, καὶ οὐχὶ νὰ κλονίσω ἔτι μᾶλλον τὴν πεποίθησιν τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ καταῤῥίψω ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Διὰ τοῦτο ἀμέσως ἐν τῇ περιόδῳ ταύτῃ τοῦ λόγου μου ἔσπευσα νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πλεῖστα τῶν τοιούτων ἀτοπημάτων πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν ἀτελῆ ἡμῶν νομοθεσίαν, τὴν παρέχουσαν πλείστας ἀφορμὰς ἀμφιβολίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν ἔλλειψιν παρ’ ἡμῶν σταθερᾶς καὶ πεφωτισμένης νομολογίας, δυναμένης νὰ ποδηγετήσῃ καὶ τοὺς δικαστὰς καὶ τοὺς δικαζομένους. Καὶ ὅμως ἡ ὀρθοτάτη καὶ παρὰ πάντων παραδεδεγμένη αὕτη ἐκτίμησις τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας διήγειρε παραδόξως τὴν ἔξαψιν καὶ τὴν ὀργὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅστις, ὑπολαμβάνων ἴσως, ὅτι συνεπλήρωσε καὶ αὐτὸς τὴν ἀναμόρφωσιν τῆς νομοθεσίας, καὶ ὅτι διὰ τῆς γνώμης μου ἐκείνης παραγνωρίζονται αἱ μεγάλαι αὐτοῦ πρὸς τὴν δικαιοσύνην ἐκδουλεύσεις, ἐνόμισεν ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὸν, νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα, ἵνα μετὰ κόμπου καὶ οὐχὶ μετὰ τῆς δεούσης εὐπρεπείας ἀπαριθμήσῃ ἐνώπιον ἡμῶν τοὺς πολλοὺς νόμους, οὓς αὐτὸς εἰσηγήσατο, καὶ διὰ τῶν ὁποίων νομίζει, ὅτι κατωρθώθη τέλος ἡ νομοθετικὴ ἀναμόρφωσις τοῦ Κράτους. Ἀπορῶ, Κύριοι, διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τοιαύτην ἐκτίμησιν τῆς ἀγορεύσεώς μου! Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιζητεῖ, φαίνεται, καὶ αὐτὸς δάφνας καὶ στεφάνους ἐπὶ τῇ πολυμόχθῳ ἐργασίᾳ, ἣν κατέβαλεν ὑπὲρ ἀναμορφώσεως τῆς δικαιοσύνης, νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσω ἐν συντόμῳ, ὁποία τις εἶναι ἡ ἐργασία αὕτη, ἐφ’ ἧς στηρίζει τοιαύτας ἀξιώσεις. Πρὸ χρόνων, Κύριοι, εἶχε καταδειχθῆ ἡ ἀνάγκη τῆς καταργήσεως τῶν Ἐμποροδικείων ὡς ἀχρήστων, καὶ ἡ κατάργησις τῆς ἀποπείρας συμβιβασμοῦ, ὡς ἀχρήστου καὶ ἐπιβλαβοῦς, καὶ περὶ τούτων εἶχον συντελεσθῆ πρὸ χρόνων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης αἱ δέουσαι ἐργασίαι, εἶχον συνταχθῆ τὰ προσήκοντα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ τὰ νομοσχέδια ταῦτα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἦσαν βεβαίως πλήρη, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι τὸ περὶ καταργήσεως τῶν Ἐμποροδικείων συνεπληρώθη, παραδεχθέντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τροπολογίαν, ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν. Τροπολογίαν τοιαύτην εἶχον ὑποβάλει καὶ περὶ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ καταργοῦντος τὴν ἀπόπειραν τοῦ συμβιβασμοῦ, προτείνας τὴν ἐξομοίωσιν τῶν συνοπτικῶν καὶ τῶν συνήθων ὑποθέσεων, καὶ τὴν τροπολογίαν ταύτην ὑπεστήριξαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέκρουσε τὴν τροπολογίαν ἐκείνην, καὶ ὁ νόμος ἐψηφίσθη, ὡς μὴ ὤφειλεν, ὅπως εἰσήχθη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε βεβαίως τὸ λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε τότε, ἀποκρούσας τὴν τροπολογίαν μου, διότι εἰσήγαγε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου συμπληρόνων τὸν νόμον ἐκεῖνον, τοῦτ’ αὐτὸ προτείνει, τὴν ἐξομοίωσιν τῶν συνοπτικῶν καὶ τῶν συνήθων ὑποθέσεων. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ μόνα ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἴσως ἄξια μνείας ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσηγήσατο καὶ πληθὺν ἑτέρων νόμων, δι’ ὧν, ὡς ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς, ἐπεδίωκε τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων κατὰ πάσης ἐπηρείας ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἐγὼ οὐδένα ἐκ τῶν νόμων τούτων ἐγκρίνω καὶ οὐδένα ἐξ αὐτῶν ἤθελον ψηφίσει, διότι ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι κακοποιόν τι θηρίον, τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ δεσμεύσωμεν χεῖρας καὶ πόδας, ἵνα προλάβωμεν τὰς ὑπ’ αὐτοῦ προξενουμένας ζημίας. Τοὐναντίον ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἔχων τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, καὶ ὁ ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἁρμονικὴν αὐτοῦ λειτουργίαν, πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ μέσα, τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ κατάργησις πάσης ἐπιδράσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δὲν συντελεῖ, ἵνα καταστήσῃ αὐτοὺς μᾶλλον ζηλωτὰς τῶν ἐπιβεβλημένων εἰς αὐτοὺς καθηκόντων, διότι πλὴν τῆς ἐπηρείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἄπειροι ὑπάρχουσι πειρασμοί, δυνάμενοι νὰ παρεκτρέψωσι τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος αὐτῶν. Ἡ ἀφαίρεσις ἑπομένως ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τῶν ἀναγκαίων ἵνα ἐκπληρώσῃ πρεπόντως τὸ καθῆκον αὐτοῦ μέσων, δύναται νὰ προλάβῃ, ἐννοεῖται, κακὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων τούτων κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ δύναται νὰ προκαλέσῃ πλεῖστα ἕτερα ἀτοπήματα ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων, ἐξ ἄλλων λόγων προερχόμενα. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον ἀνάξια προσοχῆς ἐθεώρησα πάντα τὰ σοφὰ ταῦτα νομοθετήματα τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐν ὅλοις αὐτοῖς τοῖς νόμοις ὑπάρχει πάντοτε ἀνοικτὴ ἡ θύρα, διὰ τῆς ὁποίας δύναται νὰ εἰσβάλῃ πάνοπλος ἡ πολιτικὴ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἀφορώντων εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους· καὶ εἴδομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μεταθέτοντα καὶ πρωτοδίκας, ἀπαλλάσσοντα καὶ ἀνακριτὰς τῶν καθηκόντων τῆς ἀνακρίσεως, συμφώνως βεβαίως πρὸς τοὺς ἐν τοῖς νόμοις ἀναγραφομένους τύπους, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ἐναντίον τῆς ἐννοίας τῶν νόμων, καὶ χάριν πολιτικῶν συμφερόντων. Δὲν δίδω λοιπὸν σημασίαν τινά, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην, εἰς τὴν σοφὴν ταύτην ἀναμόρφωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει, φαίνεται, τοιαύτην στοργὴν πρὸς τὰ ἴδια ἑαυτοῦ ἔργα, ὥστε ἐξακολουθεῖ νὰ θαυμάζῃ καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη, τῶν ὁποίων ἡ πεῖρα ἀπέδειξε τὴν πληρεστάτην ἀποτυχίαν. Ἔλεγε κομπάζων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι αὐτὸς διὰ νόμου ὑπεχρέωσε τοὺς ἀνακόπτοντας ἐρήμην ἀποφάσεις τῶν Πλημμελειοδικείων νὰ προκαταβάλλωσι πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς ἀνακοπῆς των τὰ δικαστικὰ ἔξοδα τῆς ἐρήμην δίκης! Ἡ ἐρημοδικία, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταπολεμηθῇ, διότι οὐ μόνον τὴν ταχύτητα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης παρακωλύει, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης δύναται νὰ παραβλάψῃ, δι’ ὃ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταστολῆς αὐτῆς πολλὰ ἐπροτάθησαν μέτρα, τινὰ τῶν ὁποίων ἐφηρμόσθησαν καὶ εἰς ξένας νομοθεσίας. Ἐκ πάντων τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξελέξατο τὸ μᾶλλον ἀνώδυνον, τὴν πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς ἀνακοπῆς προκαταβολὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων τῆς ἐρήμην δίκης. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ προκαταβολὴ τῶν ἐξόδων, κύριοι Βουλευταί, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ ἄλλους σκοποὺς, ἐπιδιωκομένους ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ σκοποὺς ἐπιτεύξεως τοῦ ἰσοζυγίου, δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἑτέραν λυπηρὰν συνέπειαν, ὅτι ἐνδέχεται ἄποροι ἄνθρωποι, μὴ ἔχοντες τὰ μέσα νὰ προκαταβάλωσι τὰ ἔξοδα, νὰ στερηθῶσι τοῦ δικαιώματος τῆς ὑπερασπίσεώς των. Ἀλλ’ εἰς τὴν καταστολὴν τῆς ἐρημοδικίας οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ τὸ ἐπινοηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μέτρον, καὶ ἀπόδειξις ἀλάνθαστος, ἀπέναντι τῆς ὁποίας δὲν θὰ δυνηθῇ οὐδὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀντιτάξῃ, εἶναι αἱ καταστάσεις, τὰς ὁποίας αὐτὸς προσάγει, καὶ ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀριθμὸς τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων, ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ, ηὔξησε μετὰ τοὺς νόμους, οὓς αὐτὸς εἰσήγαγεν. (Ἀναγινώσκει). Ἀλλ’ ὅταν ἀκούετε ἀριθμὸν ἐρήμην ἀποφάσεων ἀνερχομένων εἰς δεκάδας χιλιάδων, ἐρωτᾶτε πλέον, ἐὰν ἔφερον ἀποτέλεσμα τὰ μέτρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Μέτρον συντελεστικὸν ἤθελεν εἶσθαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν μέχρι χιλίων, μέχρι πεντακοσίων ἐρήμην ἀποφάσεων. Καὶ διὰ τὴν ἐφεύρεσιν τοιούτων νόμων τὸν εἴδατε ἐνταῦθα κομπάζοντα καὶ γαυριῶντα!

§28ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν δεδομένον, πόσας ἀνακοπὰς ἔχομεν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου.

§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν τοιαύτην κατάστασιν’ ἐκ τῆς πείρας ὅμως τῆς δικαστικῆς γνωρίζομεν, ὅτι σπανίως ἀπόφασις, ἐρήμην ἐκδοθεῖσα, δὲν ἀνακόπτεται. Φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὰ παρ’ ἐμοῦ ἐκτεθέντα περὶ τῆς πλημμελοῦς ἀπονομῆς τῆς τε πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης, περὶ τῶν ἐλλείψεων καὶ ἀτελειῶν τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας καὶ νομολογίας, πείθουσι πάντα περὶ τῆς ἀκριβείας αὐτῶν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου ἐπικαλεῖται τὴν ἐνημερότητα πολλῶν ἐκ τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους· ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι μόνη ἡ ἔκδοσις τῶν ἀποφάσεων κατ’ οὐδὲν πολλάκις συμβάλλει εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων. Καὶ ἐνθυμοῦμαι πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Κατσικόπουλος ἐπληροφόρει τὴν Βουλὴν, ὅτι κατέστη ἐνήμερον καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης, διότι ἐξέδωκεν ἁπάσας τὰς ἐκκρεμεῖς ἀποφάσεις, 170 περίπου τὸν ἀριθμὸν, περιεχούσας ἁπάσας μόνον τὰς δύο ἐκείνας λέξεις «Ὅρα Καστόριον» (ἱλαρότης). Τοιαῦτα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι, Κύριοι, τὰ νομοθετικὰ ἔργα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· καὶ ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς διέπεται εἰσέτι ὑπὸ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, τοῦ ἀχανοῦς, τοῦ ἀγνώστου, τοῦ ἀκαταλήπτου πολλάκις Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, ἐνῷ ἡ ἐμπορικὴ αὐτῆς νομοθεσία δεῖται γενικῆς τροποποιήσεως, ἐνῷ ἅπασα ἡ ποινικὴ νομοθεσία ἀπηρχαιώθη καὶ χρῄζει ῥιζικῆς ἀναθεωρήσεως, ἐνῷ ἅπαντες οἱ νεώτεροι παρ’ ἡμῖν ψηφισθέντες νόμοι, οἰκονομικοὶ, στρατιωτικοὶ, παντὸς κλάδου, περιέχουσι τοιαύτας ἐλλείψεις καὶ ἀτελείας, αἵτινες, κατὰ τὴν ῥῆσιν τοῦ σοφοῦ καθηγητοῦ κ. Παπαῤῥηγοπούλου, διασαλεύουσιν ἐκ θεμελίων τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἐννόμων σχέσεων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν ὅτι δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ δάφνας καὶ στεφάνους, διότι εἰσηγήσατο αὐτοὺς τοὺς νόμους, οὓς ἀνέπτυξα πρὸς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγου. Ἀλλὰ πῶς ἔχουσι, Κύριοι, ἀκριβῶς τὰ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης; Εἶναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1887 διέμειναν εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Κράτους 106,000 ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων; Ἠκούσατε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς μετ’ ὀργῆς καὶ ἀγανακτήσεως ἀπέκρουσε τὸν ἰσχυρισμόν μου τοῦτον, καὶ ὡς ἐν θριάμβῳ ἐπεδείκνυε πρὸς ἡμᾶς κατάστασιν, ἐξ ἧς προκύπτει, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ 106,000 ἀλλὰ μόνον περὶ 64,000 ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων! Ἠπόρησα, Κύριοι, διὰ τὸν θρίαμβον, τὸν ὁποῖον ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἦρεν. Ὑποθέτει ἆρά γε ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 64,000 ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων παριστᾷ ποινικὴν δικαιοσύνην ἐῤῥύθμως λειτουργοῦσαν; Δὲν ἐννοεῖ ὅτι πάντα ὅσα ἐγὼ εἶπον περὶ τῶν 106,000 πληρέστατα ἐφαρμόζονται καὶ ἐὰν πρόκηται περὶ 64, 000; Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ 1887 δὲν ἔμενον 106,000 ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ μόνον 64,000, ὅπως χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν; Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπολαμβάνει, ὅτι ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ ὑποθέσεις εὑρίσκονται εἰς τὰ εἰσαγγελικὰ γραφεῖα, εἰς τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα καὶ εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων, καὶ μόνας τὰς εἰς τὰ γραφεῖα ταῦτα ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, φθάνει εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 64,000 μόνον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις δὲν ὑπάρχουσι μόνον εἰς τὰ γραφεῖα ταῦτα, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἄπειροι ἐνώπιον τῶν γραφείων τῶν Πλημμελειοδικῶν, αἱ ἀναγραφόμεναι ὡς ἀναβληθεῖσαι ἢ ἐρήμην δικασθεῖσαι, διότι μένουσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Πλημμελειοδικείων μέχρις ἀντιγραφῆς τῶν ἀποφάσεων καὶ ἀποστολῆς αὐτῶν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ἐπίσης ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ ὑποθέσεις εὑρίσκονται ἐνώπιον τῶν Συμβουλίων τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ Ἐφετῶν καὶ προσέτι εἰς τὰς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν κατ’ ἀνακοπὴν τῶν βουλευμάτων. Εἰς ταύτας μάλιστα ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς οὐ μόνον αἱ κατὰ προφυλακισμένων, αἱ εἰσαγόμεναι εἰς τὰ Κακουργοδικεῖα, ἀλλὰ καὶ αἱ κατὰ τῶν φυγοδίκων, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς βεβαίως δὲν εἶναι ὀλίγος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, παραλείπων ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς, φθάνει εἰς τὸ συμπέρασμα τῶν 84,000, ἐξ ὧν ὑπελείφθησαν, ὡς εἶπε, νῦν αἱ 64 χιλιάδες. Βεβαίως ἐγὼ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπέσω εἰς παρόμοιον λάθος· ἐγὼ ἠρίθμησα ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). Τώρα ἤθελε μοὶ εἴπει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης αὐταὶ αἱ ἐκκρεμεῖς ἐργασίαι τῶν Πλημμελειοδικείων καὶ Συμβουλίων πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσιν ἰδιαιτέρως; Ἐγὼ εἶπον, καὶ εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτι ἐνδέχεται, νὰ ἠρίθμησα δὶς ἀριθμόν τινα ὑποθέσεων, ἀλλὰ τὴν ἐντεῦθεν ὑπέρβασιν ἐθεώρησα ἀναπληρουμένην ἀπὸ ὅλας ἐκείνας τὰς πηγάς, τὰς ὁποίας ἠρίθμησα ἐνώπιόν σας. Ἀλλ’ ὑπολογίζονται κατὰ τὴν κατάστασιν ἅπασαι αἱ ὑποθέσεις; Ὄχι· καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Πόσαι εἶναι, Κύριοι, αἱ ἐρήμην; 16,000· πόσαι αἱ ἀναβληθεῖσαι; 10,000· τὸ ὅλον 26,600. Πόσαι εἶναι ἐν ὅλῳ ἐνώπιον τῶν Εἰσαγγελέων; 20,000. Δύναται λοιπὸν ὁ ἐνώπιον τῶν Εἰσαγγελέων ἀριθμὸς νὰ ἦναι μικρότερος ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν, ὅστις ὑπάρχει εἰς τὰ Συμβούλια τῶν Πλημμελειοδικῶν; Ἀλλὰ πόσος τάχα νὰ ἦναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἄλλων ἐκείνων πηγῶν, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία γίνεται μνεία ἐν ταῖς καταστάσεσι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Πόσαι εἶναι αἱ ὑποθέσεις αἱ εἰσαχθεῖσαι εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν κατὰ τὸ 1887; 1532. Πόσαι εἶναι αἱ εἰσαχθεῖσαι κατὰ τὸ 1888; 2,076. Λοιπὸν, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐκ τοῦ κονδυλίου ἐκείνου τῶν ἐρήμην καὶ ἀναβληθεισῶν ὑποθέσεων δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμέν τινας, θέλομεν προσθέσει ἄλλας, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐπαναφέρει τὰ πράγματα εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Καὶ ἔπειτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τολμᾷ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐγὼ ὑποπίπτω εἰς λάθη καὶ οὐχὶ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος πλείονα ἔδει νὰ καταβάλῃ προσοχὴν εἰς τὴν μελέτην τῶν καταστάσεων, τὰς ὁποίας αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐκδίδει. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς ποιν. δικαιοσύνης μετὰ τὸ 1887 ἐβελτιώθη. Δυστυχῶς ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐξελέγξω ἀκριβῶς τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι αἱ καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἐν τῇ ἐφημερίδι δημοσιεύει δὲν περιέχουσι τὴν ἐργασίαν τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων· ἀλλ’ ἔστω, παραδέχομαι ὅτι ὁ ἀριθμὸς ἐβελτιώθη, ὅτι ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν 84,000, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποστηρίζει, κατήλθομεν εἰς τὰς 64,000· νομίζετε, ὅτι ἀρκεῖ τοῦτο; Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, κ. Βουλευταί, τὰ ἐκδοθέντα βουλεύματα, θέλετε ἴδει, ὅτι αἱ πλεῖσται ἐκ τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν ἐπερατώθησαν δι’ ἀθωώσεως, ἐλλείψει ἀποδείξεων, μέγας δὲ ἀριθμὸς αὐτῶν ἕνεκα παραγραφῆς. Τοῦτο εἶναι τὸ μοιραῖον τέλος τῶν ὑποθέσεων.

§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἄνευ ἀποδείξεων θέλετε νὰ παραπέμπωνται οἱ κατηγορούμενοι;

§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πῶς θέλετε νὰ ὑπάρχωσιν ἀποδείξεις, ἀφοῦ μετὰ δεκάδας ἐτῶν ἐνεργοῦνται αἱ περὶ αὐτῶν ἀνακρίσεις; Δὲν δύναται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς παρὰ τοῖς ἀνακριταῖς ἐκκρεμοῦς ἐργασίας νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα περὶ βελτιώσεων, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν διὰ τῶν ἀνακριτῶν διερχομένων ἀνακρίσεων δύναται νὰ αὐξομειωθῇ κατὰ τὰς ἰδέας ἢ τὰς διαθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων, δυναμένων νὰ ἀποστέλλωσιν αὐτὰς κατ’ ἀρέσκειαν ἢ εἰς τοὺς ἀνακριτὰς ἢ εἰς διαφόρους ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους. Ταῦτα οὕτως ἔχουσι. Τώρα τίς ὁ ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἀθλίαν καὶ ἐλεεινὴν καὶ ἀπελπιστικὴν ταύτην κατάστασιν, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης; Ἐγώ, Κύριοι, ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ἀρχαία. Ἐγὼ αὐτὸς, ὡς δικαστικὸς ὑπάλληλος, ἐμερίμνησα πολλάκις περὶ θεραπείας καὶ προσεπάθησα νὰ ἀνακόψω τὸν ἐπιβλαβῆ αὐτὸν χείμαῤῥον δι’ ὅλων τῶν μέσων, ὅσα εἶχον εἰς τὴν διάθεσίν μου, παρέστησα δὲ καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως εἰδικῶν Πταισματοδικείων. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπίσης γνωρίζω, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ πρὸ χρόνου ὑπάρχουσα, βαίνει ἐπὶ τὰ χείρω. Ὅταν λοιπὸν ἔχω ἐνώπιόν μου Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ 1882 διευθύνουσαν τὰ κοινὰ, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω αὐτὴν, τί ἔπραξεν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη πρὸς θεραπείαν αὐτῶν; Ἀλλ’ ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, μιμούμενος, φαίνεται, τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνόμισεν ἐπιτετραμμένον νὰ μετατρέψῃ τὴν συζήτησιν καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν αἰτίων τῆς καταστάσεως ταύτης, ἐπεχείρησε ν’ ἀπευθύνῃ κατηγορίαν κατὰ τῆς ἐπὶ ὀλίγους μῆνας παρεμπεσούσης Κυβερνήσεως καὶ ἀπέδωσεν εἰς αὐτὴν ὅλα τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ὑφιστάμεθα σήμερον· καταβιβάζων δὲ ἔτι μᾶλλον τὴν σπουδαιότητα τῆς συζητήσεως, ἐνησχολήθη νὰ ἀνακοινώσῃ ἡμῖν λεπτομερείας τινὰς, ὅλως ἀσημάντους, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπὸ ἑκατέρας τῶν Κυβερνήσεων μετατεθέντων ἢ ἐνταῦθα προσκληθέντων δικαστῶν, ὡς ἂν διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἠδύνατο νὰ ἀπαλλαχθῇ τῆς βαρείας εὐθύνης, ἣν ὑπέχει ἕνεκα τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, τί εἶπε τέλος πάντων κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τῆς ἐπ’ ὀλίγον χρόνον παρεμπεσούσης; Ὅτι 80,000 ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας εὗρεν ἐν τῷ διαστήματι τοῦ δωδεκαμήνου, ἀνεβίβασεν εἰς 89,000. Ἀλλ’ ὀφείλει ν’ ἀναμνησθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον διήρχοντο οἱ μῆνες ἐκεῖνοι, 80,000 νέοι διετέλουν ὑπὸ τὰς σημαίας ἐν τοῖς συνόροις, καὶ ἑπομένως πᾶσα ἀνακριτικὴ καὶ δικαστικὴ ἐργασία πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἐγκλημάτων ἀναγκαίως εἶχε διακοπῆ. Ἐμνήσθη καὶ τῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ Πταισματοδικείων, ἀλλὰ τὴν κατάργησιν ταύτην ἐγὼ πρῶτος, καίτοι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, κατέκρινα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι εἰς τὰς ἡμετέρας τάξεις, κύριοι Βουλευταὶ, ἕκαστος ἀφίεται κύριος τῶν πεποιθήσεών του καὶ δὲν θεωρεῖται ἀντιβαίνουσα εἰς τοὺς κομματικοὺς δεσμοὺς ἡ ἔκφρασις τῶν ἰδιαιτέρων ἑκάστου πεποιθήσεων.

§32ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ λέγητε ταῦτα, διότι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν εἰς ὡρισμένα ζητήματα ἐξήνεγκον γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὴν τῆς Κυβερνήσεως.

§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, μίαν ἰδίως ῥητὴν αἰτίασιν ἀπηύθυνα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐρωτήσας αὐτὸν, τί ἔπραξεν, ἔστω, ἀπὸ τῆς ἀνόδου αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὸ 1886 πρὸς βελτίωσιν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ κατῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, χωρὶς κἂν νὰ θίξῃ τὸ καῖον τοῦτο, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ζήτημα. Καὶ ἤκουσα εὐχαρίστως φωνήν τινα, ἐκ τῆς μερίδος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) προερχομένην καὶ ἐρωτῶσαν τὸν κ. Ὑπουργόν: «περὶ δὲ τοῦ Ἀρείου Πάγου, κύριε Ὑπουργὲ, τί λέγετε;» Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐρώτησιν ταύτην: περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, κύριε Ὑπουργὲ, τί σκέπτεσθε νὰ πράξητε; Ὁ κ. Ὑπουργὸς, Κύριοι, διὰ τοῦ τρόπου ἐκείνου, μεθ’ οὗ ὡμίλησεν, ἠθέλησε, φαίνεται, νὰ πείσῃ ἡμᾶς περὶ τοῦ μεγάλου αὑτοῦ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῆς δικαστικῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ κλάδου, τὸν ὁποῖον διευθύνει· ἀλλ’ ἂς ἦναι πεπεισμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἐπίδειξιν. Ἔχομεν ἡμεῖς πλῆθος ἄλλων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν, οἷον τρέφει σέβας καὶ πρὸς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀπέναντι αὐτῆς τῷ ἐπιβάλλονται. Ἡ Βουλὴ ἀκόμη εἶναι ἔναυλος ἀπὸ τὰς περὶ τούτου γενομένας συζητήσεις· ἑπομένως ἐγὼ τίποτε ἄλλο δὲν ἔχω νὰ προσθέσω, καὶ κατέρχομαι, Κύριοι, τοῦ βήματος, εὐχαριστῶν ὑμᾶς διὰ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἐπιείκειαν, μεθ’ ἧς μὲ ἠκροάσθητε.

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων.

§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατὶ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα τὰ δικαστικὰ, τὰ ἀφορῶντα τὰ Δικαστήρια καὶ τὴν δικαιοσύνην, τὰ ὁποῖα πρὸ καιροῦ ὑπεβλήθησαν, δὲν διενεμήθησαν ἀκόμη εἰς ἡμᾶς; τουλάχιστον ἐγὼ δὲν τὰ ἔλαβον. Ὡσαύτως προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει μου περὶ τῶν κατὰ τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ συντελεστικὸν εἰς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποθήκης πλοίων, ἀλλὰ τοῦτο οὐδὲ κἄν εἶναι ὑπ’ ὄψει ἡμῶν μέχρι τοῦδε. Ὡρίσθη ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἐρωτῶ, συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπή; τί γίνεται τὸ νομοσχέδιον;

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια ἐτυπώθησαν καὶ θὰ διανεμηθῶσι. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους).

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.

§38ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου.

§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἀφοῦ δὲν εἶναι ἐδῶ, δὲν δύναται νὰ περιμένῃ ἡ Βουλή.

§40ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, κύριε Πρόεδρε· νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν καθ’ Ὑπουργεῖον ψήφισιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου. Μέρος Αʹ. Ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Κεφάλαιον 1. Χρέος δημόσιον.

§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ κεφάλαιον Αʹ, εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, δηλ. εἰς τὸ δημόσιον χρέος, πρέπει νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς ποσά. Πρῶτον τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας. Ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας ἐξωφλήθησαν 12 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἔμεινεν ὑπόλοιπον 5,580,000 περίπου, δὲν ἐψηφίσθη δὲ ὁ νόμος, ὁ ἐπιτρέπων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ τὸν παρ’ αὐτῆς προτεινόμενον παραλογισμὸν τῆς ἐπιβολῆς εἰς ταμεῖον εἰδικὸν, καὶ σκοποῦν ὅλως ἐκτάκτους δαπάνας, πληρωμῆς τόκων, οἵτινές εἰσι τακτικὴ δαπάνη. Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι, χάριν τῶν ἠθικῶν καὶ τῶν ὑλικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ἡμῶν, νὰ μὴ ψηφισθῇ ὁ τοιοῦτος νόμος. Εὐτυχῶς μέχρι τοῦδε δὲν ἐψηφίσθη, ἑπομένως ὑφίσταται δάνειον, βαρύνον τὴν Κυβέρνησιν μὲ τόκον 330,000 περίπου δραχμῶν, δηλαδὴ 5½% ἐπὶ κεφαλαίου 5,580,000. Ἕτερον ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου, εἶναι οἱ τόκοι τῶν συνομολογηθέντων τελευταίων δανείων τῶν 15 ἑκατομμυρίων, τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τῶν 1,200,000, ἀνερχομένων ἐν ὅλῳ εἰς 26,000,000 φράγκα χρυσᾶ. Οἱ τόκοι οὗτοι ἀνέρχονται εἰς 1,750,000, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς προμηθείας αὐτῶν. Τὰ δάνεια ταῦτα συνωμολογήθησαν, οἱ τόκοι οὗτοι θὰ πληρωθῶσιν, ἑπομένως εἶναι ἄτοπον, ἐνῷ γνωρίζομεν ὅτι θὰ πληρωθῶσι, ν’ ἀφήσωμεν νὰ γίνῃ τοῦτο δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, αἵτινές εἰσι κακὸν, ὅπερ πᾶν Κράτος ἀποφεύγει. Ἐπειδὴ δὲ ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς κατ’ ἄρθρον, λέγω ταῦτα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Ἠκούσαμεν προσέτι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἦναι ἀκριβές, ὅτι τελευταῖον συνωμολογήθη καὶ ἕτερον δάνειον 3,000,000. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀκριβές, καὶ τούτου οἱ τόκοι πρέπει νὰ προστεθῶσι.

§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δάνεια ἀναγράφονται ἐνταῦθα ὡς εἶχον ὅτε συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμός· αἱ μεταβολαί, αἱ ἔκτοτε ἐπελθοῦσαι, δὲν ἀπαιτοῦσι τροποποίησιν τῶν ἄρθρων. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀπαριθμηθέντα, εἴτε ἀκριβῆ εἴτε μή, δὲν φέρουσι μεταβολὴν εἰς τὸ σύνολον τοῦ ἄρθρου, διότι τὰ δάνεια, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον, εἶναι προωρισμένα εἰς ἀπόσβεσιν ἄλλων δανείων, ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ περιλαμβανομένων, ἑπομένως ὅ,τι προστίθεται δι’ ἐκείνων ἀφαιρεῖται ἐκ τούτων. Θὰ ἦτο προτιμότερον ν’ ἀνεγράφοντο ἐν τοῖς ἄρθροις αἱ ἀντικαταστάσεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ λογιστικῶς ἀναγκαῖον, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν ἐν ἀκαρεῖ τὸ κείμενον τῶν ἄρθρων κατὰ τὰ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ συντελεσθέντα. Ὁ κ. Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου ἠρώτησε, τί ἐνεργεῖται περὶ δανείου 3,000,000 λιρῶν. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Τὸ δάνειον τῶν 3,000,000 δὲν συνωμολογήθη, ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχε συνομολογηθῆ, δὲν θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ μεταβάλωμεν τὰς ἀναγραφὰς τῶν πιστώσεων· καὶ ἐν τούτῳ, ὡς καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς, θὰ ἤρκει, προκειμένου περὶ τροπῆς δανείων, ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ περιλαμβανομένων, νὰ μὴ ὑπολείπηται τῆς δαπάνης ἡ πίστωσις. Ὡς πρὸς δὲ τὰ τῶν προσόδων τῆς ὁδοποιΐας, ἀφοῦ ἐν τῷ ἀνακοινωθέντι εἰς τὴν Βουλὴν γενικῷ σχεδίῳ περιλαμβάνονται καὶ τὰ τῆς ὁδοποιΐας, πρέπει τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐὰν δὲ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴ οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς δὲν ἀποσύρωμεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἐκφράσῃ γνώμην ἐναντίαν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι πρέπον ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν διατάξεων, αἵτινες φρονοῦμεν ὅτι θέλουσι ψηφισθῆ βραδύτερον· ἐὰν ὅμως δι’ οἱονδήποτε λόγον μὴ ψηφισθῶσιν αὗται, ἡ προκειμένη ἀναγραφὴ δὲν ἀποτελεῖ νομοθετικὴν ἔγκρισιν τῆς προταθείσης ἐνεργείας.

§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περιέχει μίαν ἀκρίβειαν, τὴν ὁποίαν παραδέχομαι. Πρέπει νὰ διαγραφῇ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ ὡς τόκος δανείων ἐξοφλουμένων. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ὑπεβίβασα τὸν τόκον τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ 970,000 δραχμῶν εἰς 330,000. Πρέπει δ’ ὡσαύτως νὰ διαγραφῇ καὶ ὁ τόκος τοῦ δανείου τῆς ἀνεξαρτησίας, διότι καὶ τὸ δάνειον τοῦτο ἐξωφλήθη ἐκ τῶν συνομολογηθέντων τελευταίων δανείων. Ἐξωφλήθη προσέτι καὶ ἓν ἑκατομμύριον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10,200,000 φράγκων. Ταῦτα συμπεριέλαβα εἰς τὸν ὑπολογισμόν μου. Τὰ ποσὰ ὅμως τὰ πληρωθέντα εἰσὶ πολὺ μικρότερα ἐκείνων, ἅτινα νεωστὶ ἐπιβαρύνουσι τὸν Προϋπολογισμόν. Τὸ περιπλέον ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ. Νομίζω δὲ ἀναγκαῖον τοῦτο, διότι καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ὁδηγώμεθα εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς ὑγιοῦς ἀρχῆς, καθ’ ἣν πρέπει ν’ ἀναγράφωνται ἐν αὐτῷ πᾶσαι αἱ δαπάναι, ἰδίως δὲ αἱ τοῦ δημοσίου χρέους, αἱ ἐπιβαρύνουσαι τὸ Δημόσιον. Αἱ δαπάναι δὲ αὗται, αἱ γνωσταί, καθ’ ἣν στιγμὴν ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμός, πρέπει νὰ ἀναγράφωνται ἐν αὐτῷ, διότι εἶναι γενικῶς παραδεδεγμένον, ὅτι ἡ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων πληρωμὴ τοιούτων δαπανῶν ἔχει τι, οὐ μόνον σόλοικον, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπιβλαβὲς διὰ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, εὔχομαι, χάριν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας ἡμῶν, νὰ μὴ ψηφισθῇ, τότε θὰ δύναται οὗτος ν’ ἀφήσῃ τὴν διὰ τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας δαπάνην μεταξὺ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, ὅπως ἀφίνει καὶ ἄλλας. Ἡ ἀναγραφὴ ὅμως αὐτῆς ἐπιβάλλεται οὐ μόνον ὑπὸ τῆς λογικῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ῥητῶν διατάξεων τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου, τὰς ὁποίας ἡ μὴ ἀναγραφὴ αὐτῆς παραβιάζει καὶ ἀναιρεῖ. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 τοῦ κεφαλαίου Αʹ ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. Ὑπερτίμησις συναλλάγματος διὰ τὰς εἰς μεταλλικὸν πληρωμὰς 500,000.

§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν τῶν 500,000 δραχμῶν πρέπει ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς 7,000,000 περίπου, διότι τοσοῦτον ποσὸν, κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμήν, ὡς διαφορὰν συναλλάγματος ἀπαιτοῦσιν αἱ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις ἡμῶν. Ἐὰν συνδυασμοὶ τοιοῦτοι, οἷοι ἐγένοντο μέχρι τοῦδε καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα ἀρκούντως ἀνεπτύξαμεν, θέλωσιν ἐξακολουθήσει πραγματοποιούμενοι, τοῦτο εἶναι ζήτημα μέλλοντος. Τὸ βέβαιον δὲ εἶναι, ὅτι ἡμεῖς σήμερον ὀφείλομεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὡρισμένον ποσὸν χρυσῶν φράγκων, ὅπερ πρέπει νὰ πληρώσωμεν. Τότε δὲ μόνον ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ἀναγράψωμεν τὴν διαφορὰν ταύτην, ὅταν παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς μεταλλικὸν, ἀλλὰ θὰ τὸ πληρώσωμεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τοιαύτην γνώμην δὲν ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις. Ἐδήλωσεν ἀπεναντίας, ὅτι θ’ ἀποφύγῃ διὰ τοῦ γνωστοῦ τεχνάσματος τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν της τὴν δαπάνην ταύτην. Τίνες ἔσονται οἱ συνδυασμοὶ αὐτῆς, θὰ τοὺς κρίνωμεν, ὅταν γίνωσι. Σήμερον ὅμως ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν γεγονὸς πραγματικὸν, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1890 ὀφείλομεν μὲν ἀφ’ ἑνὸς ἄνω τῶν 26 ἑκατομυρίων, ἅτινα πρέπει νὰ πληρώσωμεν εἰς χρυσὸν, ἔχομεν δ’ ἀφ’ ἑτέρου ἔσοδα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἐψήφισε πρὸ ὀλίγου ἡ Βουλὴ, θὰ πραγματοποιηθῶσιν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Εἴμεθα ἑπομένως ἠναγκασμένοι ν’ ἀγοράσωμεν τὸν χρυσόν. Ὀφείλοντες δὲ νὰ τὸν ἀγοράσωμεν, πρέπει νὰ τὸν ἐκτιμήσωμεν κατὰ τὴν σημερινὴν αὐτοῦ ἀξίαν, ἥτις ἀπαιτεῖ νομισματικὴν διαφοράν, ἣν πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν οὐχὶ 500,000 ἀλλὰ 7 ἑκατομμύρια.

§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὰς εἰς μεταλλικὸν πληρωμὰς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους δέον νὰ ἔχωμεν τὸ μέταλλον· καὶ ὁ μὲν κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης φρονεῖ, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ μέταλλον τοῦτο ἀγοράζοντες συνάλλαγμα ἀντὶ ποσοῦ 7 ἑκατομμυρίων, ἡμεῖς δὲ φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ μέταλλον δι’ ἄλλου τρόπου, μὴ ἐπαγομένου τὴν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου δαπάνην. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὴν ἡμετέραν. Ἐὰν ἡμεῖς ἐφαρμόσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, βεβαίως δὲν θέλομεν δαπανήσει τὰ πρὸς ἀπόκτησιν συναλλάγματος 7 ἑκατομμυρίων, διότι δὲν θέλομεν πραγματοποιήσει τὰς πληρωμὰς διὰ συναλλάγματος, θέλομεν τὰς πραγματοποιήσει κατ’ ἄλλο σύστημα, μὴ ἀπαιτοῦν δαπάνην, ἧς τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀποκρούω δ’ ἐγώ.

§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἓν μόνον δὲν ἀπήντησε. Δὲν εἶπον ἐγὼ, ἂν πρέπῃ, ἢ οὔ, ν’ ἀγοράσωμεν ἐν τῷ τόπῳ τὸ συνάλλαγμα. Εἶπον μόνον, ὅτι ὀφείλομεν χρυσὸν, ὀφείλοντες δὲ χρυσὸν, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν προμηθευθῶμεν αὐτὸν, ἔστω καὶ δανειζόμενοι, ὀφείλομεν νὰ τὸν ἐκτιμήσωμεν ὡς χρυσὸν, καὶ ὡς τοιοῦτον νὰ τὸν ἀντικρύσωμεν πρὸς τὰ ἔσοδα ἡμῶν. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν τὸν προμηθευθῶμεν, εἴτε δι’ ἀγορᾶς καὶ πληρωμῆς αὐτοῦ διὰ τῶν τακτικῶν ἡμῶν ἐσόδων, εἴτε διὰ δανείου, ὅπερ εἶναι ἔκτακτον ἔσοδον, ἀπαιτοῦν τὴν κατ’ ἔτος τακτικὴν πληρωμὴν τόκων, τὰ ἔσοδα ἡμῶν ὅλα ἀναγράφονται ἐν τῷ ὑπολογισμῷ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀφοῦ δὲ τὰ ἔσοδα ἡμῶν οὕτως ἀναγράφονται, ὀφείλομεν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ν’ ἀναγράψωμεν καὶ τὰ ἔξοδα, ὅπως πράττει τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναγράφων κατωτέρω τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος, τοῦ ἀναγκαίου δι’ ἄλλας προμηθείας τοῦ Δημοσίου. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλο νομισματικὸν μέτρον διὰ τὰ ἔσοδα ἡμῶν, καὶ ἄλλο διὰ τὰ ἔξοδα. Ὀφείλομεν νὰ μετρῶμεν ἀμφότερα διὰ τοῦ αὐτοῦ μέτρου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 τοῦ κεφαλ. Αʹ ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ κεφάλαια 2, 3 καὶ 4 μετὰ τῶν ἄρθρων αὐτῶν).

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 5. Νομοθετικὸν σῶμα. Ἄρθρον 1. Ἀποζημιώσεις Βουλευτῶν καὶ ἔξοδα Γραφείου Βουλῆς 401,658. Τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 5 δραχμαὶ 401,658.

§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον πίστωσις;

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.

§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ἀποῤῥίπτεται ἡ ἰδέα περὶ ἐκτάκτου Συνόδου;

§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν συνέλθῃ ἡ ἔκτακτος Σύνοδος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 5, ἄρθρον 1, ὡς ἀνεγνώσθη).

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ μέρους Αʹ δραχμαὶ 36,194,021. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διῃρημένα εἰς μέρος Βʹ, Γʹ καὶ Δʹ).

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890 δραχ. 52,472,209. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου. (Γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον, ἄρθρον καὶ σύνολον. Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890, ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 2,263,154).

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890. (Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–8 τοῦ κεφαλαίου 1).

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9. Εἰρηνοδικείων .... 609,600. Ἐνταῦθα ζητεῖται πίστωσις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δραχ. 6,120 πρὸς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Εἰρηνοδικείων.

§60ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνεκεντρώθησαν πληροφορίαι, ἐπιβάλλουσαι τὴν σύστασιν νέων Εἰρηνοδικείων πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ὑπηρεσίας. Αἱ συστάσεις αὗται εἶναι ἀρκεταὶ καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐθεώρησα καλὸν νὰ ζητήσω τριῶν Εἰρηνοδικείων τὴν σύστασιν.

§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ εἰσάγετε ἀρχὴν, ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς ὅλην τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, νὰ ζητῆτε τὴν ψήφισιν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν προεξηλέγχθησαν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ;

§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ ὀλίγου ὑμεῖς προετείνατε τὴν προσθήκην δαπάνης διὰ τὸ δημόσιον χρέος. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλωμεν τὴν παρὰ τῆς Βουλῆς ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ τροπολογεῖν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Βεβαίως, ἂν πρόκηται περὶ μεγάλης δαπάνης, εἶναι πρέπον, οὐχὶ ἐπιβαλλόμενον, νὰ παραπέμπῃ ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.

§63ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δικαιολογεῖ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ζητεῖ, ἐκ τῆς ὑπάρξεως γνωμοδοτήσεων τῶν ἁρμοδίων περὶ τῆς συστάσεως τριῶν Εἰρηνοδικείων. Ἀλλ’ ἀπέφυγε νὰ μᾶς ὀνομάσῃ ποῖα εἶναι τὰ τρία ταῦτα Εἰρηνοδικεῖα. Ἂν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ συστήσῃ εἰς ὡρισμένα μέρη Εἰρηνοδικεῖα χάριν συναλλαγῆς, νομίζω ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ συστηθοῦν Εἰρηνοδικεῖα ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ συστηθοῦν, λόγῳ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῆς ἀνάγκης τῆς δικαιοσύνης. Προτείνω λοιπὸν νὰ προστεθῶσι 10,000 δραχμαὶ, ὅπως συστηθῶσι 4 Εἰρηνοδικεῖα εἰς τὰς ἐπαρχίας Καλαβρύτων καὶ Ἠλείας. Ἄλλως νὰ μὴ ἀναγραφῇ ἡ προσθήκη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.

§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τῶν δραχ. 6,120 ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Χαρ. Τρικούπης ΝἈριστ. Σακελλαρόπουλος
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΠαναγ. Μανέτας
Δ. Σισμάνης ΝἸωάννης Ἀντωνόπουλος
Δ. Βουλπιώτης ΝἨλίας Παλαμήδης Ν
Ἀθ. Ἴσκος Κωνστ. Κατσικόπουλος
Ν. Καλαντζόπουλος ΝΔ. Ζέγγελης
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Δημ. Ν. Βότσαρης
Μ. Γουλιμῆς ΝΚωνστ. Γ. Καραπάνος
Μ. Ἰατρίδης ΝΓεώρ. Χ. Παχὺς Ν
Δ. Χατζόπουλος Στέφανος Δραγούμης Ν
Γεώργιος Μίλησης Δημ. Γ. Ῥάλλης
Σπυρίδων Νοταρᾶς Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Ν
Γεώργιος Κούστας Φωκίων Νέγρης Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΝἸω. Α. Γεωργαντᾶς
Σωτήριος Δανόπουλος ΝΝικόλ. Μπουφίδης Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης ΝΔημ. Μ. Καλλιφρονᾶς
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝΔημ. Καλλιφρονᾶς
Δημ. Πετρίδης ΟΝικόλ. Δ. Λεβίδης Ο
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Σπ. Κουκούλεζας Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟὌθων Μακρυγιάννης Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Τρύφων Μουτσόπουλος Ν
Χρῆστος Χριστόπουλος Θάνος Κανακάρης Ν
Φίλιππος Βάρβογλης ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς
Ἠλίας Φλέσσας Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος ΟΑ. Φωτήλας Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς ΝΓιανν. Μαυρομιχάλης Ν
Ἀντ. Ῥικάκης Νικήτ. Βαρβιτσώτης Ν
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Λεων. Καπετανάκος Ν
Ἰω. Κρεστενίτης Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
Ν. Κουμανιώτης Γεώργ. Πετροπουλάκης
Χρ. Στεφανόπουλος ΝΚωνστ. Παπαμιχαλόπουλος
Ἀλέξ. Ζαΐμης Ι. Καρτάλης
Ἀρ. Κοντογούρης Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν
Νικόλ. Καλογερόπουλος ΝΕὐάγγ. Σταμούλης Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν. Κοκωσλῆς
Ν. Παπανικολάου ΝἸω. Παπαδόπουλος Ν
Νικόλ. Καφετζόγλους ΝΚων. Μαρκίδης Ν
Ἰωάννης Πεζᾶς Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
Κωνσταντ. Σινέλης ΝΔημ. Κουτσουμπλῆς Ν
Βασίλειος Βουδούρης ΝΕὐθ. Μπατζιᾶς Ν
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΝἈναστ. Ζαρμάνης Ν
Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΝΑ. Λογιωτάτου Ν
Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης Σωτ. Σωτηρόπουλος
Διον. Λομβάρδος ΝΚων. Κουμουνδοῦρος
Γεώργιος Θεοτόκης ΝΠερ. Πεῤῥωτῆς
Κωνστ. Βασιλάκης Δημ. Τζάνες Ν
Ἀντ. Καποδίστριας Περ. Μποῦτος Ν
Νικόλαος Βασιλάκης Παν. Σάκκης
Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς Νικ. Παπαλέξης Ν
Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν. Μισυρλῆς
Σ. Ἀλαμάνος Ν. Καράπαυλος Ν
Θεόφ. Προβατᾶς Ἀσημάκης Χριστόπουλος
Σκάρπας Εὐστάθ. Κοκκέβης Ν
Εὐάγγ. Μπασιᾶς Δ. Κάρτσωνας
Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝΔ. Π. Γουδῆς Ν
Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝΣ. Χατζηγάκης
Νικ. Βαλσαμάκης Κ. Ζωγλοπίτης Ν
Γερ. Μουσούρης ΝἈθ. Καζαμπάκας Ν
Παν. Βενιεράτος Γ. Φραγκίδης Ν
Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΟΑ. Τακιατζῆς Ν
Γεώργ. Κόρπας Γ. Τάκης
Στέφ. Σκουλούδης ΝΝ. Ταρμπάζης
Ἀλοΐσιος Τόμαν ΝΖ. Φαλιάγκας
Χαρίλ. Προβελέγγιος ΝΣταμάτ. Μπουντούρης Ν
Νικ. Νομικός ΝΘεόδωρος Γκίκας
Μίνως Μπογιατζόγλους ΝἈνάργυρος Σιμόπουλος
Γεώργ. Μπούμπουρας ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Λωρέντζος Δελαρόκας ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
Δημοσθ. Καΐρης ΝΝικόλαος Κοντογιάννης
Νικ. Κρίσπης ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς Γεώργιος Λιδωρίκης Ν
Ἰωάν. Γκιὼν ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
Κων. Κοσσονάκος ΝΔημήτριος Ζουλούμης Ν
Γ. Μαυρομιχάλης Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
Ἀριστ. Πετροπουλάκης Θεμιστοκλ. Κανάρης

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν προσθήκην τῶν δραχ. 6,120 διὰ ψήφων 77 κατὰ 7, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 84. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ὅλον τοῦ κεφαλ. 1 ἐκ δρ. 2,204,400. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ὅλον τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890, ἀνερχόμενον εἰς δρ. 5,143,262:29).

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 1 καὶ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ, ἐν ὅλῳ δρ. 161,000.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 2. Διοίκησις νομῶν. Ἔχει τις τὸν λόγον;

§70ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου δευτέρου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Δὲν εὑρίσκω ἐν τούτῳ ἀναγεγραμμένην πίστωσιν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν Νομαρχιακῶν Συμβούλων καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Ὁ νόμος περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἐν τῷ τελευταίῳ αὐτοῦ ἄρθρῳ ὁρίζει τοὺς πόρους, οἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει εἰς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν Νομαρχιακῶν Συμβούλων, μέχρις οὗ ἰδιαίτερος νόμος κανονίσῃ τὰ τῶν πόρων τούτων. Τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον ὁρίζει, ὅτι μέχρι τῆς ψηφίσεως νέου νόμου τὰ ἔξοδα θέλουσι καταβάλλεσθαι ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν δήμων, καὶ ἐκ τῶν πόρων τῶν λιμενικῶν ταμείων, τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ ἑκάστου νομοῦ εὑρισκομένων. Ἡ διάταξις ὅμως αὕτη δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπει τὴν μὴ ἀναγραφὴν τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ δευτέρῳ· ἢ ἐνόμισαν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, εἰσάγοντες τὸν νόμον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι καὶ χρήσιμα; Καὶ ἔχουσι μὲν τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια ἐκ τοῦ νόμου ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δήμων, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἤντλησαν ἐκ τοῦ νόμου, καθ’ ὅσον οὗτος ἀπέσπασε μέρος τῶν ἀστυνομικῶν δικαιωμάτων τῶν Νομαρχῶν καὶ τὸ ἀπέδωκεν εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια. Πρόκειται περὶ θεσμοῦ, μέλλοντος νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καλλιτέραν διοίκησιν τῶν νομῶν, ἑπομένως ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἀναγκαία δαπάνη, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Θὰ μοὶ ἀντιτάξουν ἴσως τὴν διάταξιν τοῦ τελευταίου ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ πόροι ὁρίζονται ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἀπαλλάσσει τὴν Κυβέρνησιν τῆς ὑποχρεώσεως νὰ περιλάβῃ τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐκ τῶν προτέρων εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζωμεν τίνες οἱ πόροι, ἢ κατὰ πόσον εἶναι ἐπαρκεῖς, ἢ ἂν θὰ πλεονάζωσιν. Ἀναγκαίως ἐγένετο εἷς λογαριασμὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ γνωρίζῃ τις, ἐὰν οἱ πόροι, οἱ ἀναγεγραμμένοι ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ τοῦ νόμου περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ἦναι ἐπαρκεῖς, ἢ ἐὰν πλεονάζωσι· καὶ ἂν δὲν ἦναι ἐπαρκεῖς, ἐκ τίνος πιστώσεως θὰ πληρωθῶσιν οἱ Νομαρχιακοὶ Σύμβουλοι καὶ αἱ Νομαρχιακαὶ Ἐπιτροπαί; Ἐὰν δὲ ἡ δαπάνη ἦναι πλεονάζουσα, εἰς ποῖον ταμεῖον θὰ εἰσαχθῶσι τὰ πλεονάζοντα; Ἐγὼ γνωρίζω τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν ἐνεγράφη ἡ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἔπρεπε νὰ λησμονηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἀχρηστία τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος οὐχ ἧττον κοστίζει εἰς τὸ Κράτος 150,000 δραχμῶν. Τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια ἐγένοντο πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ δοθῇ ἄρτος εἰς κηφῆνας, τοὺς ὁποίους δὲν ἠδύναντο νὰ τοποθετήσωσιν ἀλλοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν νὰ ἐγγραφῇ ἡ ἀναγκαία δαπάνη, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι, ἐνῷ ἁρπάζομεν διὰ παντὸς τρόπου ἐκ τοῦ λαοῦ χρήματα, διανέμομεν παροχάς. Διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐξ ἡμῶν, οὔτε ὁ εἰσαγαγὼν τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ θεωρῇ, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη ἔχει τὴν ἐλαχίστην χρησιμότητα. Εἴπετέ μοι, τί ἔκαμαν μέχρι τοῦδε τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια; Τὰ Συμβούλια ταῦτα ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαινιάσουν νέαν περίοδον διοικητικῆς ἀνεξαρτησίας, τὴν ἀποκέντρωσιν ἐν τῷ Κράτει καὶ τῇ διοικήσει· ἐν τούτοις τί ἀπεδείχθη; Ὅτι αἱ θέσεις τῶν Νομαρχιακῶν Συμβούλων κατέχονται ἀπὸ ὄργανα τυφλὰ τῆς διοικήσεως, καὶ ἔχομεν ἓν ἔτι παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸν θεσμόν. Πρό τινων ἡμερῶν ἐζήτησα ἔγγραφά τινα, ἀναφερόμενα εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Σαλαμῖνος, καὶ ἡ περίπτωσις αὕτη, ἐὰν ἀναπτυχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος, θ’ ἀποδείξῃ τὸν σεβασμὸν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἴδιον αὐτῆς θεσμόν. Ἐπρόκειτο περὶ πράξεως τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου Ἀττικοβοιωτίας, μὴ ὑπαγομένης εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ ἄρθρον 26 τοῦ νόμου περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦ εἰσπράκτορος, τὸ ὁποῖον καθιέρου ὁ προηγούμενος νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκ τριῶν ὑποψηφίων ἐξελέγετο εἷς, διοριζόμενος διὰ Β. Διατάγματος. Κατὰ τὸν νόμον δὲ περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἀνετέθη ὁ διορισμὸς τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος εἰς αὐτό· ἐν τούτοις τί συνέβη; Τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἐπιληφθὲν τοῦ διορισμοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, διώρισεν ἕνα, ἡ πρᾶξις δὲ αὕτη δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῆς κυρώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι καθορίζονται ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ αἱ πράξεις, ἐφ’ ὧν ὁ Ὑπουργὸς ἐπεμβαίνει. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 29 § βʹ. «Ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου χρήζουσι τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ αἱ διατάσσουσαι δαπάνην ἀποῤῥιφθεῖσαν ἢ ἐλαττωθεῖσαν διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου, αἱ περὶ ἀποδοχῆς δωρεῶν ἢ κληροδοτημάτων ἡνωμένων μὲ βάρη, αἱ περὶ συγκαταβάσεως εἰς πληρωμὰς ἢ χορηγήσεως ἀμοιβῶν καὶ δώρων, αἱ περὶ ἐκποιήσεως ἢ ἀνταλλαγῆς ἀκινήτων καὶ αἱ περὶ δανείων ἢ συμβιβασμοῦ ἢ εἰσαγωγῆς δίκης». Ἐνταῦθα δὲν περιλαμβάνεται ὁ διορισμὸς τοῦ εἰσπράκτορος. Ἐν τούτοις τί συνέβη; Τὸ Συμβούλιον συνέρχεται καὶ ἐκδίδει μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸν Δήμαρχον, ὅπως προσκαλέσῃ τὸν ἐκλεχθέντα εἰσπράκτορα νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον καὶ τὴν ἀπαιτουμένην ἐγγύησιν, καὶ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνδιαφερόμενος ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, διότι πρόκειται περὶ περιφερείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἤσκει ἐπιῤῥοήν τινα, ἥτις σήμερον δὲν ὑφίσταται, καὶ ἔχων συμφέρον νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς μειοψηφοῦντας ἐν τῷ δήμῳ Σαλαμῖνος, τὸν πρώην Δήμαρχον, διὰ παντὸς τρόπου ἠθέλησε νὰ στρεβλώσῃ τὸν νόμον. Τί πράττει; ἐκδίδει μίαν ἐγκύκλιον πρὸς τὸν Νομάρχην καὶ τῷ λέγει, ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ πρᾶξις· διατί; διότι εἶναι ἄκυρος ἡ πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καθόσον ἔπρεπε νὰ διαβιβασθῇ διὰ τοῦ Νομάρχου πρὸς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, ἑπομένως τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον δὲν εἶχε δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. Τοιαύτην εὐλάβειαν ἀποδεικνύει πρὸς τὸν θεσμὸν, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν νὰ ἐγγραφῇ τὸ ποσὸν τῶν 150,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὰ λιμενικὰ καὶ δημοτικὰ ταμεῖα, ὅπως ἔχωσι τυφλὰ ὄργανα τὰ μέλη τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου. Ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῇ, διότι εἶναι δημοσία δαπάνη, ἀδιάφορον τίς εἰσφέρει, διότι ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἀφορᾷ εἰς τὴν καλλιτέραν διοίκησιν τοῦ νομοῦ. Τὸ ἄρθρον 40, μνημονεῦον περὶ τῶν πόρων, ἀναφέρει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Μεχρισοῦ διὰ νόμου κανονισθῶσι τὰ τῶν ἐσόδων τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, διατίθενται κατ’ ἔτος διὰ Β. Διατάγματος ποσοστά· αʹ) μέχρι πέντε ἑκατοστῶν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐν τῷ νομῷ δήμων, ὧν τὰ ἐτήσια ἔσοδα ὑπερβαίνουσι τὰς δέκα χιλιάδας δραχμὰς, καὶ βʹ) μέχρις ἡμίσεως ἑκατοστοῦ ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν ἐν τῷ νομῷ λιμενικῶν ταμείων καὶ τῶν ἐκ τῆς περιφερείας αὐτοῦ εἰσπράξεων τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Ἡ διαχείρισις ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν δημοσίων ταμείων». Λοιπὸν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ κανονίσωσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐγγράψωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν ἑκάστοτε εἰσφορὰν ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὸ κεφάλαιον 2ον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐγγράψωσι τὴν δαπάνην.

§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διὰ νὰ δύναται νὰ ἔχῃ πρακτικὴν σημασίαν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὰς παρατηρήσεις αὑτοῦ ἐγκαίρως, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ ἐσόδων, ἐν ᾧ, ἂν ἡ γνώμη αὐτοῦ ἦτο ὀρθή, ἔδει νὰ καταχωρισθῇ καὶ τὸ ἀντίστοιχον ποσὸν τῶν εἰσπράξεων, ἐξ οὗ ἤθελον πληρωθῆ οἱ Νομαρχιακοὶ Σύμβουλοι κατὰ τὸ ἔτος 1890. Ἀλλὰ καὶ ἡ βραδύτης οὐδεμίαν ἐπήνεγκε ζημίαν, διότι ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἐναντία τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου, πλάττει δύο πόρους, τοὺς ὁποίους εἰς τίνος τὴν διεύθυνσιν παραδίδει; εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἰσάγῃ αὐτοὺς εἰς τὸν δημόσιον προϋπολογισμὸν καὶ διὰ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν νὰ πληρόνῃ τὰ ἔξοδα τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτής, δεικνύει ὅτι τὸ ἐναντίον ἐκείνου, ὅπερ προτείνει, ὁρίζει ὁ νόμος ὁ κείμενος νὰ γίνηται, ἐνόσῳ εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς διατάξεως τῆς προσωρινῆς, τὴν ὁποίαν νομοσχέδιον ἑτοιμαζόμενον πρόκειται νὰ τροποποιήσῃ. Τὸ ἐδάφ. βʹ τοῦ ἄρθρου λέγει, ὅτι ἡ διαχείρισις ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν δημοσίων ταμείων, εἰς τὰ ὁποῖα εἰσάγονται οἱ πόροι πρὸς εἰδικὴν χρῆσιν, καθὼς οἱ πόροι τῆς ὁδοποιΐας δὲν συγχωνεύονται εἰς τὴν ἄλλην διαχείρισιν, ἀλλὰ δαπανῶνται ἐν ἰδίᾳ διαχειρίσει, τῇ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Πρόκειται δ’ ἐνταῦθα, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχή, περὶ σωματείου ἀντιπροσωπευτικοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ τοὺς πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ παρεχομένους πόρους διαχειριζομένους ἰδίᾳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος οὐχὶ τόσον ἵνα ὑποβάλῃ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας γινώσκει ὅτι παρακαίρως ὑπέβαλεν, ἢ νὰ κατακρίνῃ νόμον, περὶ τοῦ ὁποίου εἶναι πεπεισμένος ὅτι δὲν ἀπέτυχεν, ἀλλ’ ἵνα παρεμβάλῃ κατηγορίαν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς κακῶς διαχειριζομένου τὴν ἐξουσίαν αὑτοῦ, ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ συζητήσῃ ἐρήμην ζήτημα σχετιζόμενον πρὸς γενομένην ἐπερώτησιν, καὶ ἐξέλεξε τὴν ὥραν ταύτην, ἵνα συζητήσῃ περὶ ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ συζητήσῃ ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν συζητοῦνται αἱ ἐπερωτήσεις· ἐνόμισεν οὕτω, ὅτι ἠδύνατο τὴν ἐπερώτησιν νὰ διέλθῃ ἀβρόχοις ποσὶ, διὰ ν’ ἀποδείξῃ τὸν Ὑπουργὸν πταίσαντα καὶ ἀσεβήσαντα πρὸς τὸν θεσμόν. Ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ὅπως φθάσῃ εἰς τοῦτο, νὰ μεταβάλῃ καὶ μετέβαλε τὰ πράγματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων μετὰ τοσαύτης κατὰ τὸ φαινόμενον ἀκριβολογίας ἠγόρευσε· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι ὑπῆρχε πρότασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σαλαμῖνος περὶ τριῶν ὑποψηφίων εἰσπρακτόρων, καὶ ὅτι ταύτην ὁ Νομάρχης Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἔκρινεν ἀκύρως γενομένην, διότι δὲν διεβιβάσθη ἡ πρότασις διὰ τοῦ Νομάρχου εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ἐστάλη ἀπ’ εὐθείας. Τοῦτο καὶ μόνον ἤρκεσεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἵνα καθοδηγήσῃ τὸν Νομάρχην εἰς ἀκύρωσιν τῆς πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ταῦτα νομίζω ὅτι εἶπεν ἀρκετὰ σαφῶς ὁ κ. Βουλευτής. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Σαλαμῖνος προέτεινεν ὑποψηφίους δημοτικοὺς εἰσπράκτορας τρεῖς, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἦτο πρόεδρος καὶ ὁ ἕτερος μέλος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προέτεινε δηλαδὴ μεταξὺ τῶν τριῶν δύο πρόσωπα, περιβεβλημένα ἐκ τοῦ νόμου καθήκοντα, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν ἠδύναντο νὰ παραιτηθῶσι. Τὴν πρᾶξιν ταύτην ὁ Δήμαρχος δὲν ἐτόλμησε νὰ διαβιβάσῃ πρὸς τὸν Νομάρχην. Ἀλλὰ τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, ἐπιληφθὲν ἀπ’ εὐθείας καὶ ἀμέσως αὐτῆς, καὶ παραβλέψαν τὰς παρατηρήσεις τοῦ Νομάρχου ἐπὶ τῆς ἀτόπου εἰσαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως, ἀπεφάνθη ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ἐξηκολούθει νὰ ἦναι Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ συμβουλίου, ὁ ὁποῖος δὲν παρῃτήθη, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ, ὁ ὁποῖος τέλος, ἐὰν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ, ἔπρεπε νὰ εἶχε τὴν παραίτησιν αὐτοῦ ἐγκεκριμένην ὅτε ἐψηφίζετο, ὅτι, λέγω, ὁ τοιοῦτος Πρόεδρος ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ. Τοῦτο μόνον Ὑπουργὸς καὶ Νομάρχης ἀσεβῶν πρὸς τὸν νόμον ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ· ἀλλ’ Ὑπουργὸς καὶ Νομάρχης ἐνόμισαν, ὅτι τοιαύτη ἀσέβεια δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτοὺς, καὶ παρήγγειλαν τὸν Δήμαρχον Σαλαμῖνος νὰ φροντίσῃ νὰ ὑποβληθῇ ἐκ νέου ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον.

§72ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀντελήφθη ἀκριβῶς τὰ πράγματα. Ἀληθῶς δὲν ἐξέθηκα πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον σχέσιν πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διότι δὲν εἶχον κἀνένα λόγον νὰ τὰ ἐκθέσω. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἦτο ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, τὸ ζήτημα ἦτο, ὅτι εἴχετε ἐνώπιόν σας μίαν ἀπόφασιν τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἦτο ἀνεξέλεγκτος δυνάμει τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ νόμου, καὶ ἐν τούτοις ἐτολμήσατε νὰ θέσητε χεῖρα ἀσεβῆ εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην. Ἀποδεικνύεται λοιπὸν, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς, τὸν ὁποῖον καθιδρύσατε μόνον ὅπως προσθέσητε θέσεις ἀκόμη, εἶναι ἄχρηστος. Περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο, καὶ εἰς τοῦτο δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ κάμω μνείαν ὅλων αὐτῶν τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέφερον τὴν περίστασιν, ὅτι διεβιβάσθη ἡ πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον καὶ ὄχι διὰ τοῦ Νομάρχου, διότι ἡ διαβίβασις αὕτη ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τῆς ἀκυρώσεως τῆς πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἂς ἐξετάσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τώρα· διὰ πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐν τῷ ὁποίῳ οὐδεμίαν ψῆφον δύναται νὰ διαθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν σήμερον, ἐξελέγησαν τρεῖς ὑποψήφιοι δημοτικοὶ εἰσπράκτορες. Καὶ τί ὑπῆρχε τὸ ἀσυμβίβαστον εἰς αὐτό; Τὸ ἀσυμβίβαστον ὑπῆρχε μεταξὺ τῆς θέσεως τοῦ εἰσπράκτορος καὶ τῆς θέσεως τοῦ Συμβούλου ἢ τοῦ Προέδρου, ὄχι μεταξὺ τοῦ ὑποψηφίου εἰσπράκτορος καὶ τοῦ Συμβούλου ἢ τοῦ Προέδρου. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εὕρουν αὐτὸ τὸ πάτημα, διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ εἰσδύσουν πάλιν εἰς τὴν δημοτικὴν διοίκησιν τῆς Σαλαμῖνος. Ἀλλ’ ἠμπορεῖτε ν’ ἀκυρώσητε δεκάκις, ἀσεβοῦντες πρὸς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους σεῖς ἐψηφίσατε, τὴν πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· θὰ ἔχητε πάντοτε τὸν ἴδιον δημοτικὸν εἰσπράκτορα, καὶ ἠμπορεῖτε νὰ ζητήσητε δεκάκις πρᾶξιν περὶ ἀναθέσεως τῶν εἰσπρακτορικῶν καθηκόντων εἰς τὸν ταμίαν Μεγάρων· δὲν θὰ τὸ κατορθώσητε. Διὰ νὰ κατορθώσητε νὰ ἐκβιάσητε τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ δήμου Σαλαμῖνος, ἐβάλετε καὶ παρῃτήθη ὁ Δήμαρχος, καὶ ἐγκατεστήσατε τὸν τρίτον δημαρχικὸν πάρεδρον, ἀλλ’ ἐννοεῖτε, ὅτι τοῦτο δὲν ἠνέχθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸν πρῶτον δημαρχικὸν πάρεδρον, καὶ ἐκάθησε εἰς τὴν θέσιν του ὁ πρῶτος πάρεδρος. Δὲν θὰ κατορθώσῃ ποτὲ πλέον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μήτε νὰ κλονίσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, μήτε νὰ εἰσέλθῃ πλέον εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου ἐκείνου. Ἀνέφερον ταῦτα μόνον διὰ νὰ δείξω τὴν ἀσέβειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἴδιον ἑαυτῆς θεσμὸν, καὶ τὸ περιττὸν τοῦ θεσμοῦ. Εὑρισκόμεθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ δευτέρου κεφαλαίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀναγκαία πίστωσις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου οὐδαμοῦ ὑπάρχει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι οἱ Νομαρχιακοὶ Σύμβουλοι, αἱ Νομαρχιακαὶ Ἐπιτροπαὶ, καὶ αἱ δαπάναι τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων πληρόνονται δυνάμει τῶν ἐνταλμάτων τοῦ Νομάρχου, δηλαδὴ ἐκ χρημάτων, διαχειριζομένων ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει ἀναγκαίως νὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Τί θὰ γίνῃ, ἂν τὰ ἔσοδα, τὰ προωρισμένα διὰ τὰς δαπάνας τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει εἰς τὴν πληρωμὴν ὡρισμένων νομαρχιακῶν συμβούλων, εἴτε τῶν νομαρχιακῶν συμβούλων, οἱ ὁποῖοι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος εἶναι 80 καὶ ὧν ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 80,000 δραχμάς; Ὑποθέσατε περιπλέον, ὅτι εἰσπράττονται πλέον τῶν ἀναγκαίων· τί θὰ γίνουν αὐτὰ τὰ χρήματα; θὰ μένῃ ἓν κεφάλαιον νεκρὸν, καὶ μέχρι τίνος αἰῶνος; Ὑπάρχει ἓν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἡ Σύνοδος αὕτη λήγει καὶ τώρα μόλις τὸ ἐνθυμήθητε.

§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ ὠφελήθημεν ἐκ τούτου.

§74ΡΑΛΛΗΣ. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὠφεληθῆτε· διότι εἰπέτε μοι, ποῖα εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ψηφισθῶσι ἐνταῦθα κἄπως ἀνθρωπίνως; τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων εἶναι νομοσχέδιον ἄξιον ψηφίσεως; Βεβαίως τὸ καλοῦπι τῶν νομοσχέδιον τὸ ἔχετε, καὶ ἀδιάφορον, ἐὰν μετὰ τρεῖς ἢ ἓξ μῆνας εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ ἐπαναφέρηται τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι ἀπεδείχθη ὁ θεσμὸς, πρὶν τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, ὅτι δὲν εἶναι καλός. Σᾶς ἐμποδίσαμεν, διότι τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπρότεινε νὰ σᾶς δώσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, συνεπείᾳ δὲν ἠξεύρω τίνων ῥαδιουργιῶν μεταξὺ σας καὶ τῆς Αὐλῆς,—ἐπρόκειτο περὶ χορηγιῶν Βασιλικῶν; περὶ παροχῶν ἄλλων; δὲν γνωρίζω,—τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀνῆλθεν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἐζήτησε τὰ δύο δεκατημόρια. Μετὰ ταῦτα μᾶς προσεκαλέσατε διὰ τὴν 18 Ἰανουαρίου, ἀλλὰ μόλις τὴν 25 συνήλθετε. Ἀπὸ τότε παρῆλθον 20 ἡμέραι. Συνεζητήθησαν ὅλαι αἱ ἐκεῖναι αἱ πράξεις σας, διὰ τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ καυχηθῆτε, συνεζητήθη ἡ ὑπόθεσις τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης, συνεζητήθησαν τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ἄλλα. Παρῆλθον 20 συνεδριάσεις, καὶ ἀπόψε θὰ τελειώσῃ ὁ Προϋπολογισμός; Ἡμεῖς δὲν πταίομεν, ἐὰν δὲν ἐλάβετε τὸν Προϋπολογισμὸν, πταίει ἡ πολιτικὴ τῆς συναλλαγῆς, συναλλαγῆς πρὸς τὴν Αὐλὴν, συναλλαγῆς πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, καὶ βεβαίως, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἔκτακτος Σύνοδος, θὰ ἴδωμεν διατὶ κάθησθε ἀκόμη ἐπὶ τῶν θρονίων σας.

§75Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἠθέλησεν ἐπὶ προτάσεως νομιμωτάτης τοῦ συναδέλφου μου νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἐκ τῶν προτέρων εἴμεθα πεπεισμένοι περὶ τῆς μὴ νομιμότητος αὐτῆς. Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ἐπρότεινε νὰ ἀναγραφῇ ἡ δαπάνη διὰ τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων αὐτῶν, ἔφερε δὲ ὡς Παράδειγμα τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ὅπερ διαχειρίζεται ὑπὸ ἰδίας ἐπιτροπῆς. Λησμονεῖ, φαίνεται, ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς καθ’ ἑκάστην γινομένας αἰτιάσεις περὶ αὐτῶν. Βεβαίως τὰ χρήματα τῆς ὁδοποιΐας ἀνήκουσιν εἰς ἰδιαίτερον ταμεῖον, ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους δὲν ἀναγράφονται κατ’ ἔτος τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα αὐτοῦ; Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ τὸν πείσῃ, ὅτι ἔχομεν δίκαιον. Ἐρωτῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πόθεν ἐπλήρωσε τὰς δαπάνας τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων; ἢ δὲν τὰς ἐπλήρωσε; Καὶ ἂν τὰς ἐπλήρωσε, πῶς δὲν ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν δαπάνην αὐτῶν, ὡς καὶ τὰ ἔσοδα, τὰ ἔχοντα τὸν εἰδικὸν τοῦτον σκοπόν; (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1: Προσωπικὸν Νομαρχιῶν δραχ. 347,500).

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. Ἔξοδα ὑπηρεσίας Νομαρχιῶν 65,000.

§77ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δημόσιον εἶχεν ἐνοικιάσει πρὸ τῆς μεταβολῆς τοῦ διοικητικοῦ συστήματος οἰκίαν ἐν Ἄργει διὰ τὸ ἐκεῖ τότε ὑφιστάμενον Ἐπαρχεῖον. Μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν Ἐπαρχείων τὸ Δημόσιον ἐνόμισεν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸ νὰ μὴ ἐξακολουθῇ νὰ πληρόνῃ τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας, ἐνῷ ἡ ἐνοικίασις ἦτο πολυετής. Ὡς ἐκ τούτου ὁ ἰδιοκτήτης ἠναγκάσθη νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐνόμισε πρέπον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα, καὶ ἐπλήρωσε τὸν ἰδιοκτήτην, ζητῆσαν πρὸς τοῦτο ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν δραχ. 2,242 δι’ ἐνοίκιον καταργηθέντος Ἐπαρχείου τοῦ Ἄργους κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἀλλ’ ἤδη, ψηφιζομένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔλαβε πρόνοιαν νὰ ἐγγράψῃ καὶ πάλιν τὴν πίστωσιν αὐτὴν πρὸς πληρωμὴν τοῦ αὐτοῦ ἐνοικίου· ἑπομένως παρακαλῶ νὰ ἐγγράψῃ αὐτήν, ἵνα μὴ παρακωλυθῇ ἡ ἐμπρόθεσμος πληρωμή.

§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπάρχει ἐδάφιον «ἔξοδα ὑπηρεσίας Νομαρχιῶν», ὅπου διὰ τὴν μίσθωσιν καταστημάτων ὁρίζεται τὸ ποσὸν 42,000 δραχμῶν. Νομίζομεν, ὅτι οὐδὲν κωλύει νὰ πληρωθῇ ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης τὸ μίσθωμα τοῦ καταστήματος τούτου.

§79ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶναι διατεθειμένη δι’ ἄλλα καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Νομαρχιῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐν αὐτῇ περιέχεται καὶ τὸ ἐνοίκιον, περὶ οὗ πρόκειται, ἔχω πληροφορίας, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀρνεῖται νὰ ἐγκρίνῃ ἔνταλμα προωρισμένον δι’ ἐνοίκιον καταστήματος Ἐπαρχείου, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ὑπάρχουν πλέον τοιαῦτα· ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ εὕρῃ ἀντίῤῥησιν ἐκ μέρους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Κατὰ συνέπειαν νομίζω ἀναγκαῖον ἀπολύτως νὰ προστεθῇ ἡ δαπάνη αὕτη.

§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ πιθανώτερον εἶναι, ὅτι τὸ κατάστημα τοῦτο θὰ μετενεχθῇ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν, ἥτις θὰ καταβάλῃ τὰ πληρωτέα, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπόχρεων εἰς τὴν πληρωμήν· πίστωσις δὲ διαθέσιμος πρὸς ταύτην θὰ εὑρεθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἴτε ἐκ τούτου τοῦ ἄρθρου, ἐὰν διατηρηθῇ τὸ κατάστημα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Νομαρχίας, εἴτε ἐξ ἄλλου ἄρθρου, ἐὰν μετενεχθῇ εἰς ὑπηρεσίαν ἄλλην.

§81ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι ὀρθοί, διότι δὲν εὑρέθη κἀμμία πίστωσις, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ πληρωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης.

§82ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἀπετάνθην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὰ ἔσοδα τοῦ ἄρθρου δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, παρὰ τίνος θὰ πληρωθῶσιν οἱ νομαρχιακοὶ σύμβουλοι;

§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ πόροι ἀπεδείχθησαν τόσον ἐπαρκεῖς, ὥστε περισσεύει ἀρκετὸν ποσόν. Περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ λάβῃ πρόνοιαν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ ὁριστικῶς τὰ τῶν πόρων καὶ τὰ τῆς διαθέσεως τῶν περισσευμάτων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 3–6. Τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 2 δραχ. 450,350).

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 3ον. Δημοσία ἀσφάλεια. Ἄρθρον 1. Γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας 14,800. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2. Προσωπικὸν τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς 306,120.

§85ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρατηρήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, κυρίως τὸ κατώτερον, καθίσταται δὲ ἀνεπαρκέστερον διὰ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον διορίζονται πολλοὶ τῶν κλητήρων. Ἐν τῷ προσωπικῷ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ πολλοὶ λίαν ἱκανοί, ἀλλ’ εἶναι καὶ πλεῖστοι, οἱ ὁποῖοι μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθὸν διορίζονται. Ὅπως δήποτε ὅμως, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐλαττώματος τῆς ἐκλογῆς, ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τὸ κατώτερον προσωπικὸν ἰδίως, εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὲς, εἰς τοῦτο δὲ ὀφείλεται ἡ αὔξησις τῶν ἐγκλημάτων ἐν μέσαις Ἀθήναις καὶ ἐν μέσῳ Πειραιῶς, διότι πάντοτε, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας αὐτῶν, ἀναφαίνονται μετὰ τὴν διάπραξιν τῶν ἐγκλημάτων. Νομίζω δὲ, ὅτι ἔπρεπεν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ σκεφθῶσιν, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν καταστήσωσι τὸ προσωπικὸν τῆς Ἀστυνομίας ἐπαρκὲς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ προσωπικὸν αὐτὸ ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του, ἵνα παύσωσι πλέον πολλαπλασιαζόμενα αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τέλους θὰ πνίξωσιν αὐτούς.

§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἀφῆστέ τα πλέον αὐτά.

§87ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀπαρτία! Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, διὰ νὰ μάθωσι νὰ μὴ χωλοσκάνουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ λάβωσι τὸν Προϋπολογισμὸν ἐντὸς ἑνὸς τετάρτου. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βουλευτῶν).

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 83. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.

§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, λέγω ὅτι, ἀναγνωρίζοντες τὸ πασιδήλως ἀνεπαρκὲς τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῆς Δ. Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἴχομεν παρεσκευασμένον νομοσχέδιον, προνοοῦν καὶ περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τούτου καὶ περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως αὐτοῦ, ἐξ ἧς θέλει ἐπέλθει ἡ βελτίωσις τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἠδυνάμην καὶ ἀπόψε ἔτι νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἔχω τοῦτο ἐνταῦθα, ἀλλὰ παρατηρήσαντες τὸ ἀνωφελὲς τῆς καταθέσεως τοιούτων νομοσχεδίων, ἀπεφύγομεν νὰ ἐπιφορτίζωμεν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δι’ αὐτῶν. Εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τῆς ἐκτάκτου Συνόδου θέλει τὸ νομοσχέδιον κατατεθῆ, καὶ θὰ ἔχῃ τότε ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ περὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τοῦ προσωπικοῦ τῶν κλητήρων καὶ περὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῶν ἐγγυήσεων τῶν ἐν τοῖς ὑπάρχουσι νόμοις.

§90ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ κατώτερον προσωπικὸν τῆς Ἀστυνομίας, οἱ κλητῆρες χρήζουσι τῷ ὄντι προσοχῆς καὶ μεγάλης μερίμνης, ὄχι τόσον διὰ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, ὅσον διὰ τὴν γλισχρότητα τοῦ μισθοῦ αὐτῶν· τοῦτο δὲ συνιστῶ εἰς τὴν κυβερνητικὴν πρόνοιαν, καὶ πράγματι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον.

§91ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ περὶ τούτου προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον.

§92ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τοῦτ’ αὐτὸ ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι τόσον ὁ ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος θέλει συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ὅσον ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὶν ἢ ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἡμᾶς τὴν μομφὴν, ὅτι δὲν παρέχομεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν πρὸς ἐπιψήφισιν τῶν διαφόρων νομοσχεδίων του, ἂς ἐνθυμηθῇ πόσα νομοσχέδια ἀνάξια λόγου εἰσήγαγε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον περὶ τοῦ μισθοῦ τοῦ κλητῆρος τοῦ Ἰατροσυνεδρίου καὶ ἄλλα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τόσον χρόνον ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν.

§93Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς δίδει ὑποσχέσεις, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαρκὲς εἰς ἡμᾶς, ὅπως μὴ συζητήσωμεν. Ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια καθ’ ὅλον τὸ Κράτος διεσαλεύθη ἐκ βάθρων, καὶ ἐκλονίσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπὸ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν εὐθύνην τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἀρκεῖ νὰ μᾶς ἀναγγέλλῃ ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ ἓν νομοσχέδιον, ὅπως θεωρήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπηλλαγμένην τῆς εὐθύνης τῆς παρούσης καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Τὸ Ὑπουργεῖον πέρυσιν ἀνέγραψεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων τῶν κανονιζόντων τὴν ἀστυνομίαν εἰς τὰς ἐπαρχίας, δι’ οὗ ἤθελε νὰ μεταφέρῃ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, τὴν κρατοῦσαν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλ’ ἐὰν κρίνωμεν ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὁ θεσμὸς οὗτος ἀπέτυχε, διότι δὲν λειτουργεῖ ὅπως ἔδει νὰ λειτουργῇ. Τοῦτο δὲ ἐπέρχεται, διότι, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, ἅπαν τὸ ἄλλο προσωπικὸν δὲν εἶναι ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἦναι, καὶ διὰ τοῦτο καὶ οἱ ἱκανώτατοι τῶν Διευθυντῶν τῆς Ἀστυνομίας ἀποτυγχάνουσιν, ὅπως τοῦτο συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος καὶ ἐπὶ τοῦ νῦν Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, καίτοι ἀναγνωρίζω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους τούτους φίλους μου καὶ ἱκανότητα καὶ ἀκρίβειαν ὁμολογουμένην. Ἐκ τῆς καταστάσεως δὲ ταύτης τῆς ἀστυνομίας ἐπέρχονται καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ κακὰ, διὰ τῶν ὁποίων δυσφημίζεται τὸ Κράτος ἡμῶν. Διότι ἐκτὸς πολλῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι νὰ θίξω, ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ζήτημα τῶν χαρτοπαιγνίων, τὰ ὁποῖα εἶναι κέντρον πάσης διαφθορᾶς καὶ πηγὴ παντὸς σκανδάλου, περὶ τῶν ὁποίων ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνήργησεν ὅπως ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ. Μὴ δυναμένης δὲ τῆς ἀστυνομίας νὰ ἐμπνεύσῃ πλέον τὸν ἀναγκαῖον φόβον, κατέστησαν αἱ Ἀθῆναι τὸ κέντρον ἁπάντων τῶν λωποδυτῶν τῆς Ἀνατολῆς; οἵτινες, πανταχόθεν ἀποπεμπόμενοι, συγκεντροῦνται ἐνταῦθα. Διὰ ταῦτα πιστεύομεν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ χωρήσῃ εἰς μέτρα λίαν σοβαρά. Θέλομεν δὲ βεβαίως ἐπευφημήσει, ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου.

§94ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω συμφέρον ν’ ἀποκρούσω τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε καὶ σήμερον νὰ ἐπιῤῥίψῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καθ’ ἡμῶν. Ἐγὼ μάλιστα εἶμαι εὐδιάθετος καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ ἐκλέξῃ ἐξ αὐτῆς ὅσα νομοσχέδια θέλει, καὶ νὰ τὰ φέρῃ νὰ τὰ ψηφίσωμεν· δέχεται ἡ Ἀντιπολίτευσις εὐχαρίστως νὰ ψηφίσῃ αὐτά· ἓν μόνον ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ φέρῃ ἔκτακτον Σύνοδον.

§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα μάλιστα.

§96ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον ὑπόσχεται ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν ἀπαρτίαν καὶ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, τοὐλάχιστον οὕτω θέλει κατορθώσει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ οἰκονομήσῃ μίαν δαπάνην ἀρκετὰ σπουδαίαν, τὴν δαπάνην τῆς ἐκτάκτου Συνόδου. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔφερεν εἰς συζήτησιν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, διότι δὲν ἠθέλησεν, ὄχι διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐδέχετο νὰ τὰ συζητήσῃ. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς Συνόδου οὐδὲν ἄλλο ἀνέγραφεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἢ πιστώσεις, περὶ οὐδενὸς δὲ ἄλλου ἐμερίμνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ νὰ λάβῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ χαρτογραφικοῦ γραφείου. Καὶ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τόσον ὀλίγον πονεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸν τόπον, ὥστε, ἐὰν παρουσίαζεν ἓν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπηγγέλλετο τοὐλάχιστον τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου αὐτοῦ ἀπὸ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν οἱ ἴδιοι Ὑπουργοὶ τὸν ἔῤῥιψαν δι’ ὅλων ἐκείνων τῶν ἀναριθμήτων χαρίτων, δὲν ἤθελε συντείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ; Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι οὐδεὶς Ἕλλην σήμερον ἀμφιβάλλει ὅτι διὰ τῶν μέσων τῶν κομματικῶν δύναται νὰ ἐπιδράσῃ εἴτε ἐπὶ τὴν πολιτικὴν, εἴτε ἐπὶ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, εἰς αὐτὸ δὲ ὀφείλεται ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς δημοσίας τάξεως, εἰς αὐτὸ ὀφείλεται καὶ ἡ ἔκλειψις τῆς «Ὥρας». Μέχρι τινὸς εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἓν ὄργανον, μίαν ἐφημερίδα, διὰ διὰ τῆς ὁποίας διερμήνευε τὴν ἰδέαν του, ἀλλὰ μίαν πρωΐαν οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν ἔμαθον, ὅτι ἔπαυσε πλέον νὰ ἔχῃ εἰς χεῖράς του τὸ δημοσιογραφικὸν ἐκεῖνο ὄργανον· διατί; διότι ἔφθασε τέλος πάντων τὸ κακὸν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἐγερθῶσι πάντες, ἐχθροὶ καὶ φίλοι, καὶ νὰ ἐπιβάλωσι τὴν κατάργησιν μιᾶς κακοηθείας, ἡ ὁποία ἐλυμαίνετο τὴν κοινωνίαν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς καὶ ἡ ὁποία ὠφείλετο εἰς τὴν ἀνοχὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἀστυνομίας· τὴν στιγμὴν δὲ, καθ’ ἣν ἡ Ἀστυνομία ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, ἐτιμωρήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς διακοπῆς τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐφημερίδος του. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ συναλλαγὴ ἔφθασε μέχρι τοῦ τελευταίου σημείου. Θέλεις, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ ἔχῃς ἐφημερίδα; πρέπει νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃς νὰ ἔχω χαρτοπαίγνιον ἐν μέσῳ Ἀθηνῶν καὶ ἐν Πειραιεῖ. Τώρα δηλ. ἀντεστράφη τὸ λόγιον· ἢ χαρτοπαίγνιον μοὶ δίδεις, ἢ ἐφημερίδα δὲν γράφω. Εἶχε ληφθῆ ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1883, τὸ μέτρον τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν χαρτοπαικτείων, ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1883, ἐνῷ πρὸ τοῦ Μαΐου οἱ κλητῆρες ἐφύλαττον πρὸ τῶν θυρῶν τῶν χαρτοπαικτείων, τὴν ἐπιοῦσαν ἐπήδησαν ἐντὸς αὐτῶν. Ἂς ἐρωτήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἑαυτὸν, πῶς κατωρθώθη τοῦτο.

§97ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχω, προκειμένου περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, διότι πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸν λόγον περὶ χαρίτων, καὶ ὡς εἰσηγητὴς ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ διὰ μακρῶν ἠγόρευσα. Ἤθελεν εἶσθαι ἔλλειψις καθήκοντος, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις, προκειμένου περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀλλὰ καὶ ὅλου τοῦ Κράτους, περιωρίζετο εἰς τὰ ὀρθὰ μὲν καὶ δίκαια, ἅτινα οἱ κύριοι συνάδελφοι εἶπον, οὐχὶ ὅμως καὶ ἀρκοῦντα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ δηλώσω καὶ ἐγὼ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ἥτις εἶναι, ὅτι, εἴτε ψηφίζοντες εἴτε μὴ ψηφίζοντες τὸ τμῆμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, οὐδαμῶς ἐξεπληρώσαμεν τὸ πρὸς τὴν κοινωνίαν καθῆκον. Εἴτε γίνῃ ἔκτακτος Σύνοδος, περὶ ἧς ἐντελῶς ἀδιαφοροῦμεν, εἴτε μὴ, εἴτε γίνῃ τὸ πραξικόπημα νὰ κληθῇ καὶ πέμπτη τακτικὴ Σύνοδος, εἴτε ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαὶ, τύχω δὲ τῆς τιμῆς νὰ παρακάθημαι καὶ πάλιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, βεβαίως θέλω φέρει τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ θέλω συζητήσει αὐτὸ διὰ μακρῶν. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, τί ἐγένετο, πρωτοστατούσης τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τοῦ 1886 ἔτους· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐγκληματίαι ἐπλημμύρησαν τὰς πόλεις καὶ τὰς κώμας καὶ τὰ χωρία πάντα, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὑπὲρ τῶν ἐκλογικῶν σκοπῶν τῆς Κυβερνήσεως· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου πρῶτος ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ ἐνταῦθα τὰς τετρακισχιλίας δικογραφίας τῶν χαρίτων, ἃς ἀπένειμεν ἐναντίον γνωμοδοτήσεων τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν Προέδρων. Καὶ τότε, ἀναδιφῶν τὰς δικογραφίας καὶ ἐξετάζων τὸ πραξικόπημα ἐκεῖνο τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ καταστρέφων τὸν λόγον, ἐδείκνυον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δὲν θέλει παρέλθει πολὺς καιρὸς, καθ’ ὃν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θέλουσι μετανοήσει διὰ τὸ πραξικόπημα ἐκεῖνο, ὅπερ ἔπραξαν, ἀνοίξαντες καὶ τὰς θύρας καὶ τὰ παράθυρα τῶν δεσμωτηρίων, ἵνα ἐξέλθωσιν ὡς ἐν πομπῇ αἱ χιλιάδες ἐκεῖναι τῶν κακούργων. Ἀλλὰ τότε οἱ Ὑπουργοὶ, μεμεθυσμένοι ὄντες—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις—ἐκ τῆς ἐκλογικῆς ἐπιτυχίας, ἐμυκτήριζον τοὺς ἀγορεύοντας. Ἐπλανῶντο. Διότι σήμερον δὲν ὑπάρχει πολίτης Ἕλλην, ὅστις, βλέπων ὅτι καὶ ἡ προσωπικὴ αὐτοῦ ἀσφάλεια καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ καὶ ἡ ἀσφάλεια τῶν συμπολιτῶν του κινδυνεύει, νὰ μὴ ἐπιῤῥίπτῃ τὴν εὐθύνην τῶν ἐγκλημάτων ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν τέκνων αὐτῶν. Ἐρωτήσατε τὴν χήραν, ἐρωτήσατε τοὺς ἀπορφανιζομένους παῖδας, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πάντες αὐτοὶ ἕνα καταρῶνται, ἕνα κηρύτουσιν ἔνοχον, καὶ οὗτος εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τῶν χιλιάδων κακούργων καταδίκων, καὶ ἠνέῳξε τὰ δεσμωτήρια καὶ ἔσπειρε τὸ γένος τῶν κακούργων αὐτῶν καθ’ ὅλον τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔπρεπεν, ὅταν ζητῶμεν πληροφορίας περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, νὰ ζητῶσιν ἀναβολὰς, ἀλλ’ ὤφειλον σπεύδοντες νὰ καταθέτωσι ταύτας, πρὸς ἰδίαν ἀπολογίαν. Ἀλλὰ πόσος καιρὸς εἶναι ἀφ’ ὅτου ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ καταθέσῃ τὰς δικογραφίας τῶν ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων κατὰ τὸ 1889 ἔτος εἰς τὴν Βουλήν; Ὑπὲρ τὰς εἴκοσιν ἡμέρας! Ποῦ εἰσιν αἱ δικογραφίαι; Μετὰ πολλὰς ἡμέρας ὁ κ. Ὑπουργὸς, περὶ παντὸς ἄλλου ἢ περὶ τούτου φροντίζων, ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μέγα φυσῶν, εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει κίνδυνος ἀπωλείας τῶν δικογραφιῶν, δὲν καταθέτει ταύτας πρὸς τὸ παρὸν, ἐνῷ οὐδεμία δικογραφία ἀπωλέσθη, καταθέτει μόνον πίνακα τῶν ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων. Ἠγέρθη τότε ζήτημα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, τί θέλει γίνει ὁ πίναξ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀντήλλασσε διὰ τῶν βλεμμάτων τηλεγραφικὴν ἀνταπόκρισιν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἂν πρέπῃ ἢ οὒ νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ. Μέχρι σήμερον δὲν ἐξετυπώθη ὅμως. Ἂν σήμερον λοιπὸν ἡμεῖς δὲν συζητῶμεν εὐρέως ἐπὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν πράττομεν τοῦτο διότι δὲν προαιρούμεθα δῆθεν νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ τοῦ σπουδαιοτάτου ζητήματος, ὅπερ ἀπασχολεῖ καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν πολιτείαν τὴν Ἑλληνικὴν, ἀλλὰ διότι ἐλλείπουσι τὰ στοιχεῖα, ὧν ἓν, τὸ μέγιστον πάντων, εἶναι ἡ προσαγωγὴ τῶν δικογραφιῶν τῶν χαρίτων, δι’ ὧν θέλομεν ἴσως δυνηθῆ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι εἰς πολλοὺς κακούργους, ὁμοίους πρὸς τὸν Τάκην καὶ τὸν Ῥοκόφυλλον, ἀπενεμήθη βασιλικὴ χάρις. Ἠθέλομεν ἀποδείξει, ὅτι μία τῶν πηγῶν καὶ τῶν αἰτίων, δι’ ἃς ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία κινδυνεύει μυρίους κινδύνους, λόγῳ ἐλλείψεως ἀσφαλείας, εἶναι ἡ κατάχρησις τῆς βασιλικῆς προνομίας τῆς χάριτος. Βεβαίως καθῆκον πάσης ἄλλης, πλὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, εἶναι νὰ περιστείλῃ τὴν ἀπόλυτον ταύτην προνομίαν· εἶναι ἀνάγκη ὁ θεσμὸς τῆς βασιλικῆς προνομίας νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου, νὰ τεθῶσι φραγμοὶ καὶ ἐγγυήσεις περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος, οὐχὶ δὲ αὐτὴ ἡ γελοία ἐπιτροπὴ τῶν χαρίτων, ἥτις, προκειμένου περὶ Ῥοκοφύλλου καὶ Τάκη, ἐγνωμοδότησεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, οὔτε ὁ Τάκης, ὁ πεντήκοντα φόνους διαπράξας, οὔτε ὁ Ῥοκόφυλλος, ὁ πυρπολήσας οἰκίας κατῳκημένας καὶ ὁ κατακόψας τὴν ῥῖνα καὶ τοὺς μαστοὺς γραίας τινὸς θείας αὑτοῦ, ὅπως λῃστεύσῃ ταύτην. Λέγω, ὅτι ἓν τῶν αἰτίων τῆς τοιαύτης κακῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἶναι καὶ ἡ ἀνεξέλεγκτος καὶ κομματικὴ παραχώρησις τῶν χαρίτων. Εἰσὶ βεβαίως καὶ ἄλλα, καὶ δύναμαι ν’ ἀναφέρω ἐκ τοῦ προχείρου τὴν ἔλλειψιν πάσης πολιτικῆς ἀνατροφῆς ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις τοῦ Κράτους. Ἀντιγράφουσι καθ’ ἑκάστην τὰς ξένας νομοθεσίας, καὶ δὲν ἐνόησαν ἀκόμη, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἔπρεπεν ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις νὰ εἰσαχθῇ καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου, αἱ ἀρχαὶ τοῦ δημοσίου δικαίου, ὡς γίνεται εἰς πλεῖστα μέρη τοῦ παλαιοῦ καὶ νέου κόσμου. Ὑπάρχουσιν ἔτι καὶ ἄλλαι αἰτίαι· ἡ πεποίθησις τῶν ἐγκληματούντων, ὅτι προστάτας καὶ σωτῆρας καὶ ἐπικούρους θέλουσιν εὕρει τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, κυριώτατα δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὅστις εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Κραυγάζων ἦλθε συμπολίτης μου καὶ μοὶ κατήγγειλεν, ὅτι ὁ φονεὺς τοῦ νέου Ντάβαρη εἰς τὴν Πλάκα τῶν Ἀθηνῶν εὑρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ πολλὰς ὥρας.

§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ψεῦδος!

§99ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν· πρέπει νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ Ὑπουργὸς (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).

§100ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. Λεβίδης! (θόρυβος).

§101ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἀντελήφθην τὰ πράγματα, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατήγγειλε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἀπέκρυψεν ἕνα φυγόδικον· δὲν εἶπε κἀμμίαν λέξιν ὑβριστικήν.

§102ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τί ἤθελε χειρότερον;

§103ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἰδέαν περὶ τοῦ τίς εἶναι ἡ ὕβρις καὶ τίς ἡ συκοφαντία, ἐπιτρέπεται νὰ λέγωσι τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν σέβεται τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει. Τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν, εἶχε καθῆκον, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς θέσεώς του, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ σώματος, εἶχε καθῆκον νὰ ἀνακαλέσῃ, διότι μετὰ τὴν φράσιν ἐκείνην δὲν μένει παρὰ ἓν ῥάπισμα! (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).

§104ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἄνευ πολλῆς συζητήσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν ἐνοήσει, τί εἶπον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἔνοχοι κατὰ μέγα μέρος τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῆς ἀσφαλείας εἰσὶν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, διότι οἱ ἐγκληματοῦντες ἐσχημάτισαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀρκεῖ νὰ καταφύγωσιν εἰς τοὺς προστάτας αὐτῶν, ὅπως σωθῶσιν. Εἶπον, ὅτι σήμερον συμπολίτης μου μοὶ κατήγγειλεν, ὅτι ὁ φονεὺς τοῦ Ντάβαρη κατέφυγεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.

§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶναι ψεῦδος.

§106ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε ἐκεῖνοι, οἵτινες κατήγγειλαν τὴν πρᾶξιν ταύτην, λέγουσι ψεύδη.

§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐξετάζω, ποῖος τὸ λέγει· τὸ πρᾶγμα εἶναι ψευδές.

§108ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξηγῇ οὕτω τὸ πρᾶγμα, ἔχει καλῶς. Ἐγὼ δὲν φοιτῶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὥστε νὰ βεβαιώσω, ἂν τὸ πρᾶγμα ἦναι ἀληθές. Ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις βεβαιοῖ τὸ ψευδές, δύναται νὰ εἴπῃ τοῦτο πρὸς ἐκείνους, οἵτινες μοὶ κατήγγειλαν τὴν πρᾶξιν. Ἀλλὰ περὶ τούτου θέλει συνενοηθῆ μετ’ αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, ὅταν οὗτοι, προσερχόμενοι εἰς τὴν κάλπην, θὰ λέγωσιν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ: «δίδομεν μαύρην ψῆφον εἰς τὴν κάλπην τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἀπέκρυπτε τὸν φονέα τοῦ Ντάβαρη».

§109ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ψευδές.

§110ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐν τούτῳ τῷ παραδείγματι, ὅπερ ἀνήκει εἰς μίαν ἐκ τῶν πολλῶν αἰτιῶν τῶν ἐγκλημάτων. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐξ ἧς ἡ φωνὴ τοῦ ἀγορεύοντος ἀκούεται καθ’ ὅλα τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος, ἐπικαλούμενος τὴν συνείδησιν παντὸς Ἕλληνος, νὰ ὁμολογήσῃ, ἢ ν’ ἀρνηθῇ, ἐὰν μία τῶν αἰτιῶν τῶν ἐγκλημάτων ἐν Ἑλλάδι δὲν ἦναι ἡ πεποίθησις τῶν ἐγκληματούντων, ὅτι παρὰ τοῖς Ὑπουργοῖς θέλουσιν εὕρει προστασίαν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησιν αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἔχει ὑποκατάστατον ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ τῶν Ἀθηνῶν δικηγόρον. Ἂς μαρτυρήσῃ, ἐὰν οἱ πελάται τοῦ ὑποκαταστάτου αὐτοῦ, οἵτινες εἶναι πελάται τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐμφανίζωνται ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης μετὰ τοῦ φόβου ἐκείνου, μεθ’ οὗ ἐμφανίζονται οἱ πελάται τῶν ἄλλων δικηγόρων. Ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαντήσῃ, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος Α ἢ ὁ Β, ὁ καταφεύγων εἰς τὸν ὑποκατάστατον δικηγόρον τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν λέγω ὁ ἐγκληματίας ἐκεῖνος δὲν γνωρίζῃ, ὅτι δὲν ἵσταται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ὁ κατηγορούμενος πελάτης τῶν ἄλλων δικηγόρων. Χθὲς παρέστην ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου εἰς σκανδαλώδη ὑπόθεσιν, εἰς ἣν ἐπρωτοστάτουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶχε ποδοκυλισθῆ εἷς ἁμαξηλάτης ὑπὸ λοχίου τινὸς, ὅστις εἶχε καὶ ξιφουλκήσει κατ’ αὐτοῦ... Ὁ ἁμαξηλάτης ἦτο πολιτικὸς ἐνάγων, κατωρθώθη δ’ οὗτος νὰ μὴ λάβῃ εἴδησιν τῆς δικασίμου ἡμέρας, ὁ δὲ λοχίας νὰ ἀθωωθῇ. Χιλίους μάρτυρας ἐδύνατο νὰ φέρῃ τις, ὅτι ὁ λοχίας διέπραξε τὴν πρᾶξιν. Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀσφαλείας, περὶ ἧς ἐνταῦθα ποιούμεθα λόγον. Θέλομεν ὅμως εὐρύτερον συζητήσει, ὅταν κατατεθῇ ὁ πίναξ τῶν χαρίτων, ὁ μὴ τυπωθείς, καὶ ὅταν κατατεθῶσιν αἱ δικογραφίαι τῶν χαρίτων. Καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, δηλ. εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν δικογραφιῶν, διότι δὲν μοὶ ἀρέσκει νὰ καταγίνωμαι εἰς τετυπωμένους πίνακας, ἐπειδὴ δύνανται αὔριον νὰ εἴπωσιν ἡμῖν οἱ Ὑπουργοί, ὅτι ὁ πίναξ οὗτος ἦλθεν ἐξ ὀροφῆς, ὅπως εἶπον τοῦτο περὶ τοῦ πίνακος τῶν δανείων. Ὅταν ἔλθῃ ὁ πίναξ, θέλω διὰ μακρῶν καταγίνει ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ θέλω προτείνει τὰ κατάλληλα μέτρα.

§111ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐξήνεγκε τὴν γνώμην, ὅτι θεωρεῖ ἀνεπαρκὲς τὸ προσωπικὸν κατά τε ποιότητα καὶ ποσότητα. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὡς πρὸς μὲν τὴν ποιότητα ἔχει δίκαιον, ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν, ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐφεκτικώτερος, ἀφοῦ καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας κ. Κοσσονάκος καὶ πρώην Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ὡμολόγησε μετὰ παῤῥησίας, ὅτι τὸ προσωπικὸν δὲν εἶναι ἀνεπαρκὲς, ἀλλ’ οἱ κλητῆρες, ἐπειδὴ δὲν λαμβάνουσιν ἀνάλογον μισθὸν, δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκον των. Ἀναντίῤῥητον εἶναι, Κύριοι, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἥκιστα ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τῷ εἶναι ἀνατεθειμένα, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ αἴτια διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Κοσσονάκον, διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ μισθοῦ, ἥτις κάμνει τοὺς κλητῆρας, νὰ μὴ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκον των. Κατ’ ἐμὲ, κυρία αἰτία τούτου εἶναι ἡ ἐπέμβασις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας. Ὅλα τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου, δὲν ἔχουν μεταξύ των κοινὸν δεσμὸν πειθαρχίας ἢ ἱεραρχίας. Ὁ κλητὴρ, παραβαίνων τὸ καθῆκόν του, οὐδεμίαν ἔχει νὰ φοβηθῇ πειθαρχικὴν τιμωρίαν, διότι ἀποβλέπει εἰς τὸν Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος τὸν ἐσύστησεν. Ὁ ἀστυνόμος, παραβαίνων τὸ καθῆκόν του, δὲν ἔχει κανένα νὰ φοβηθῇ, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον. Καὶ αὐτὸς ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἀπεδείχθη πολλάκις, ὅτι δὲν ἀφίνεται ἐλεύθερος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον του, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον τόσαι ἄλλαι ἀποδείξεις, ἤρκει νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐκείνην, ἡ ὁποία δύναται νὰ πείσῃ καὶ τὸν εὐνούστατα διατεθειμένον ὑπὲρ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Διοικητικὴ Ἀστυνομία λειτουργεῖ κάκιστα ὑπὸ τὴν κομματικὴν ἐπίδρασιν. Ἐπὶ ἔτη πολλὰ, ἀφ’ ἧς ἀνεῤῥιχήθη εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὑπῆρχον ἐνταῦθα ἀναπεπταμέναι αἱ πύλαι εἰς πᾶν εἶδος διαφθορᾶς καὶ ἐξαχρειώσεως. Ὑπῆρχον ἄπειρα χαρτοπαικτεῖα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ὀνομασθῶσιν ἐργαστήρια ἐγκληματικὰ, καὶ ἐνῷ ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἐλειτούργουν τὰ ἐργαστήρια ταῦτα τοῦ ἐγκλήματος δημοσίᾳ, ἐν τούτοις οἱ διευθύνοντες τὴν ἀστυνομίαν ἀπεδεικνύοντο ἀνίσχυροι νὰ καταστείλωσι τὸ κακόν. Ὅταν ὅμως ἐξηγέρθησαν πάντες πρὸς παῦσιν τοῦ κακοῦ, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις, ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἐλευθερίαν ἐνεργείας, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Κοσσονάκον, δὲν ἐλάμβανον ἆρά γε τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τὸν αὐτὸν μισθὸν, ὅταν δὲν ἤθελον νὰ κλείσουν τὰ καταστήματα ταῦτα, καὶ τὸν ἴδιον ὅταν τὰ ἔκλεισαν; Κατὰ τί ἔπταισεν ἡ ἀνεπάρκεια τῆς μισθοδοσίας; Δὲν ἀντιλέγω, ὅτι τὸ προσωπικὸν πρέπει ν’ αὐξήσῃ, καὶ ὅτι ἡ μισθοδοσία πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἦναι ἀρκοῦσα πρὸς συντήρησιν οἰκογενείας κλητῆρος. Βεβαίως ὁ καλὸς μισθὸς θὰ συντελέσῃ ὅπως δήποτε εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἀλλὰ δὲν θέλετε ἀρνηθῆ, ὅτι μόνη ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς μισθοδοσίας δὲν ἀρκεῖ. Πρέπει νὰ παύσῃ ὁ φατριασμὸς καὶ νὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία ἐνεργείας εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Ἂς μάθῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ὅτι καὶ ὁ μικρὸς μισθὸς ἀρκεῖ, ὅταν ἔχῃ τις συναίσθησιν τῶν καθηκόντων του. Πρέπει ὅμως πρὸ πάντων νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀνώτερος, ὅστις θὰ ἐμπνεύσῃ τὴν πεποίθησιν ταύτην εἰς τὰ κατώτερα ἀστυνομικὰ ὄργανα. Μεταξὺ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ὀργάνων ὑπάρχει δεσμὸς, ὅστις σήμερον εἶναι λίαν χαλαρὸς, διότι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐξασκεῖται ὀλεθρία φατριαστικὴ ἐπίδρασις ἐφ’ ὅλων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἀπὸ τοῦ Διευθυντοῦ μέχρι τοῦ κλητῆρος. Ἠδυνάμην μάλιστα ἀπὸ τοῦδε νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ἀποτυχία τῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἥκιστα δικαιολογεῖ αὐτὴν, εἰσαγαγοῦσαν τὸ γνωστὸν νομοσχέδιον περὶ Διοικητικῶν Ἀστυνομιῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ συζητηθῇ εὐρέως ἐν καιρῷ, ἤδη δὲ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιτυχὴς λειτουργία τῆς νῦν Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς προσκρούει κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὴν φατριαστικὴν ἐκ μέρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέμβασιν, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς μισθοδοσίας.

§112ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ εὑρέθην εἰς ἀντίῤῥησιν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παρατηρήσῃ ὅτι, ἀφοῦ 298 κλητῆρες ἐν ὅλῳ σημειοῦνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἓξ κλητῆρες ἀναλογοῦσι κατὰ 1000 ψυχάς. Λάβετε οἱανδήποτε κώμην, καὶ θέλεται ἰδεῖ, ὅτι παντοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων εἶναι ἀναλόγως ὑπέρτερος. Αὐτὸς ὁ λόγος μὲ ἔφερεν εἰς τὸ νὰ θεωρήσω τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν ἀνεπαρκὲς, ἀλλὰ καθίσταται ἀνεπαρκέστερον διότι κατὰ τὸ πλεῖστον προμηθεύει αὐτὸ ἡ πολιτική. Ἐάν τις θελήσῃ νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς ὑπάρχοντας κλητῆρας, βεβαίως θὰ εὕρῃ πολλοὺς μὴ ὑπηρετοῦντας. Διὰ δὲ τοῦ ἐκτάκτου προσωπικοῦ ἡ κατάστασις βεβαίως χειροτερεύει, διότι οἱ ἔκτακτοι δὲν ἔχουν κἂν τὰ προσόντα τῶν τακτικῶν κλητήρων. Ἐντεῦθεν ἔχομεν ὁλόκληρον τὴν δαπάνην χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν ὠφέλειαν. Δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ νομοσχέδιον, συντασσόμενον ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου ἢ τῶν νομικῶν συμβούλων, διὰ νὰ κατασταθῇ τὸ προσωπικὸν ἐπαρκές· δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὁ κ. Ὑπουργὸς, παρὰ νὰ ἀναγράψῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν κλητήρων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον θεωρηθῆ ἐπαρκεῖς, καὶ νὰ προσθέσῃ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν διὰ τὸ προσωπικὸν τὸ πρόσθετον, καὶ οὔτε κατὰ ἓν λεπτὸν ἤθελον αὐξήσει αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους· διότι, ὅ,τι ἤθελε λάβει διὰ τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε προσθέσει, ἤθελε τὸ οἰκονομήσει ἐκ τοῦ ἐκτάκτου προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον πληρόνει, ὅπως μὴ ὑπηρετῇ, ἀλλ’ ὅπως ἴσως αὐξάνῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγκληματιῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ κεφαλ. 3, ἀνερχομένου ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 371,260).

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 4ον. Ἐκτέλεσις ἐκλογικοῦ νόμου. Ἄρθρον 1. Σύνταξις καὶ ἀνατύπωσις ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ παραρτημάτων 5,000. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 2,3 καὶ 4). Ἄθροισμα τοῦ κεφαλαίου 4ου δραχμαὶ 29,000.

§114Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ ἔτος 1889 ἐζητήθη πίστωσις 47,000 δραχμῶν, διὰ δὲ τὸ 1890 ζητεῖται 29,000 μόνον, δηλ. ὀλιγώτερον κατὰ 18,000 δραχ. Ἤτοι ἐπὶ μὲν τοῦ ἄρθρου «σύνταξις καὶ ἀνατύπωσις ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ παραρτημάτων», ἐνῷ διὰ τὸ 1889 εἶχον ψηφισθῆ 10,000 δραχμαὶ, διὰ τὸ 1890 περιωρίσθη ἡ πίστωσις εἰς 5,000. Δι’ «ὁδοπορικὰ», ἐνῷ διὰ τὸ 1889 εἶχον ψηφισθῆ 30,000 δρ., διὰ τὸ 1890 ζητοῦνται 20,000. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 3ον ὑπάρχει ποσὸν ἔλαττον 2,000 δραχ. καὶ 1000 δρ. εἰς τὸ ἄρθρον 4ον. Ἐγὼ ὑπέθετον, ὅτι διὰ τὸ 1890 ἔδει τὸ ποσὸν νὰ ᾖναι ἀνώτερον, διότι ὅλοι γινώσκετε, ὅτι διανύομεν ἤδη τὴν τελευταίαν τακτικὴν Σύνοδον τῆς Περιόδου καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ ἐνεργηθῶσι Βουλευτικαὶ ἐκλογαί. Ἄλλοτε εἶχε ψηφισθῆ νόμος ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, εἶχε δὲ τροποποιηθῆ εἰς τρόπον ὥστε κατ’ ἔτος νὰ ἐκτυποῦνται μόνον τὰ Παραρτήματα. Γενομένης ὅμως τότε παρατηρήσεως περὶ τοῦ ἀτόπου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ πρόκειται νὰ γίνωνται γενικαὶ ἐκλογαὶ, θέλουσιν ἐκτυποῦσθαι ὁλόκληροι οἱ κατάλογοι. Διὰ τοῦτο ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ δαπάνη ἀπὸ 10,000 δραχμὰς νὰ περιορισθῇ εἰς 5,000; Ἐπίσης δὲν ἐννοῶ, πῶς περιωρίσθησαν αἱ δαπάναι διὰ τὰ ὁδοπορικὰ καὶ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν δικαστικῶν καὶ τῶν διοικητικῶν ἀντιπροσώπων καὶ τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, νὰ πιστεύσῃ δὲ, ὅτι, συζητοῦντες τὴν ἑσπέραν ταύτην, συζητοῦμεν ἐν πλήρει συναισθήσει τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων ἡμῶν, νὰ μὴ στηριχθῇ δὲ ὄπισθεν τῆς προφάσεως, ὅτι τοῦτο πράττομεν πρὸς παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν (θόρυβος καὶ γέλωτας ἐκ δεξιῶν). Ὑμεῖς μόνον διὰ νὰ καγχάζητε εἶσθε ἱκανοὶ, ἡ δὲ Κυβέρνησις διὰ νὰ σιωπᾷ. Παρατηρεῖτε, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα 4 ἢ 5 μόνον ἀντιπολιτευόμενοι Βουλευταί. Ἐκ σεβασμοῦ τοὐλάχιστον πρὸς τὴν κατ’ ἀριθμὸν ἀδυναμίαν μας ἔπρεπε νὰ συμπεριφέρησθε μετὰ μείζονος ἁβροφροσύνης. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὰς ῥηθείσας πιστώσεις.

§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ποσὸν τὸ προλεχθὲν ἐθεωρήθη ἐπαρκὲς, κατὰ τὰς ἐνδείξεις, τὰς ὑπαρχούσας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διὰ τὰ κανονικῶς κατ’ ἔτος γινόμενα ἔξοδα. Τὸ ζήτημα τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἐποχῆς τῶν ἐκλογῶν δὲν εἶναι ζήτημα σχετιζόμενον πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα ἐπ’ αὐτοῦ νὰ στηρίξωμεν πίστωσιν.

§116ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία, ὑποθέτω, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ ἐπειδὴ εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὴν 4ην Ἰανουαρίου 1891 εἶναι ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν λήγει αὐτοδικαίως ἡ ἐντολὴ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὑποθέτω ὅτι ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει, ὅτι κατὰ τὸ 1890 ἀναγκαίως θὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαί. Εἶναι ἀδύνατον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πείσῃ ἑαυτὸν, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1890 δὲν θὰ καταπίῃ τὸ πικρὸν ποτήριον τῶν νέων ἐκλογῶν, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ νὰ τεθῇ ἐντελῶς ἐκτὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος. Μόνον ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε θεσπίσει, ὅτι ἡ Βουλευτικὴ Περίοδος περιλαμβάνει 5 Συνόδους, τότε δύναται νὰ μὴ διατάξῃ ἐκλογάς. Ἀναγκαίως λοιπὸν θὰ διεξαχθῶσιν αἱ νέαι ἐκλογαὶ πρὸ τῆς πρώτης Νοεμβρίου, καὶ τότε ἐρχόμεθα εἰς ἐκτέλεσιν τῆς πιστώσεως. Ἡ πίστωσις αὕτη βεβαίως δὲν θὰ ᾖναι ἐπαρκὴς διὰ τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις ἴση πρὸς τὴν ἀναγραφεῖσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 καὶ ὄχι ἴση πρὸς τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, ὅτε εἴχομεν τρεῖς ἢ τέσσαρας ἐπαναληπτικὰς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐπήρκεσε τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφέν. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν ἔχει σκοπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς κατὰ τὸ 1890, ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν δύναται νὰ κάμῃ, σημαίνει ὅτι εἶχε σκοπὸν ἔξοδα ἀναπόφευκτα νὰ τὰ μειώσῃ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο τὸ περίεργον ἰσοζύγιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἀρκετὰ ἐλέχθησαν. Δὲν δικαιολογεῖται δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν συμπληρώσῃ μεθαύριον τὸ ἐλλεῖπον ποσὸν δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καὶ ἡμεῖς ἀκριβῶς ὑποβάλλομεν τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὅπως ἐξαναγκάσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἢ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ἡμῶν περὶ ἀναγραφῆς ὁλοκλήρου τῆς πιστώσεως, ἢ μεθαύριον νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι, ἂν καὶ ὑπεμνήσθη εἰς αὐτὴν παρὰ Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ καθῆκόν της, οὐχ ἧττον δὲν τὸ ἔπραξε. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὰς δαπάνας, ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ ἐκλογαὶ πρόκειται νὰ διεξαχθῶσι κατὰ τὸ 1890 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρτι θεωρηθέντος ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις ὁλοκλήρων τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, διότι πῶς θὰ διεξαχθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ καταλόγου καὶ δύο ἢ τριῶν παραρτημάτων; Φαντασθῆτε εἰς μεγάλα ἐκλογικὰ τμήματα εἰς ποῖον κυκεῶνα θὰ εὑρεθῇ ἡ Ἐπιτροπή· θὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὸν ἀρχαῖον κατάλογον, εἰς τὸ 1ον, εἰς τὸ 2ον καὶ εἰς τὸ 3ον παράρτημα, μετὰ ταῦτα θὰ προστρέξῃ εἰς τοὺς διαγραπτέους ἢ τοὺς διαγραφέντας, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ὁ δεῖνα ἐκλογεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορήσῃ. Ἐννοεῖται ὅτι ὅλα αὐτὰ ἀναγκαίως θὰ φέρουν κωλύματα ἀνυπέρβλητα, γνωρίζετε δὲ, ὅτι τὰ κωλύματα αὐτὰ καθαρίζονται διὰ ῥήξεων μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων, δι’ ἐγκλημάτων, δι’ ἐπιθέσεων, διὰ τῆς μαχαίρας πρὸ πάντων καὶ διὰ τῶν ἐνστάσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθῶσι κατόπιν κατὰ τῶν ἐκλογῶν. Ἡμεῖς, ἔχοντες πεποίθησιν περὶ τῶν μελλουσῶν ἐκλογῶν, ἔχομεν καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, ὅπως οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι ἐκτυπωθῶσιν ἀπ’ ἀρχῆς χάριν τῆς εὐκολίας τῶν ἐκλογῶν, διότι ἀκριβῶς γνωρίζομεν, ὅτι εἰς τοιαῦτα μέσα θὰ καταφύγῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ κατορθώσῃ ν’ ἀλλοιώσῃ τὸ φρόνημα, τὸ ἤδη ἐκδηλούμενον. Ζητοῦμεν νὰ γίνῃ δαπάνη 15,000 δραχμῶν, ὅπως δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ διεξαγάγῃ τὰς ἐκλογὰς ἀνθρωπίνως, ἄνευ ῥήξεων, ἄνευ κακουργημάτων, ἄνευ φόβων.

§117Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ θεωροῦμεν ἀρκετὰ σοβαρόν· ἡμεῖς δὲν φροντίζομεν μόνον δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ δι’ ὑμᾶς. Αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος, ὁ τροποποιῶν τὸν προηγούμενον, διεβεβαίου, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ θὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ γενικαὶ ἐκλογαὶ, θὰ τυπωθῶσιν ὁλόκληροι οἱ κατάλογοι, τώρα δὲ δὲν συναινεῖ εἰς τὴν προσθήκην 10,000 δραχμῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Τὸν παρακαλῶ νὰ συναινέσῃ νὰ ἐγγραφῇ ἡ δαπάνη αὕτη, νὰ διατάξῃ δὲ τὴν ἐκτύπωσιν ὁλοκλήρου τοῦ καταλόγου, ὅπως μὴ τιμωρήσῃ καὶ ὑμᾶς τοὺς φίλους του, διότι γνωσταὶ τυγχάνουσιν αἱ δυσχέρειαι τῶν παραρτημάτων. Ἄλλως θὰ περιποιηθῇ καὶ μερικοὺς τυπογράφους, πρὸς τὸ συμφέρον του.

§118ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι καιρὸς ν’ ἀναβάλωμεν;

§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι.

§120ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κυρίων Βουλευτῶν).

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 80 Βουλευταί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄθροισμα τοῦ κεφαλαίου 4 ὡς ἔχει. Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–12 τοῦ κεφαλαίου 5ου).

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13.

§124ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνα ἔννοιαν ἔχει τὸ ἄρθρον 13 ἐκ δραχ. 5,000 διὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς δημοσίας ὑγείας τῆς Πρωτευούσης.

§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρουσιάζονται ἐνίοτε, ἕνεκα νόσων ἐνσκηπτουσῶν, ἀνάγκαι ἐκτάκτου καθαριότητος τῆς πόλεως, ἀπομονώσεως τῶν προσβαλλομένων, καὶ περὶ τούτων προνοεῖ τὸ ἄρθρον.

§126ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἐκτάκτου καθαριότητος; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι μᾶς λείπει καὶ ἡ τακτική· ἑπομένως, ἢ νὰ ὁρισθῇ ποσὸν ἐπαρκὲς, ἢ νὰ λείψῃ καὶ τοῦτο.

§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ἐκτάκτων. Ἡ τακτικὴ καθαριότης εἶναι εἰς βάρος τοῦ δήμου, ἀλλ’ ἐνίοτε παρουσιάζονται ἔκτακτοι ἀνάγκαι, πρὸς τὰς ὁποίας βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀνεπαρκὲς, ἀλλὰ περισσότερον δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ διαθέσωμεν.

§128ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἢ πρέπει νὰ διαγράψωμεν ἐντελῶς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς, ἢ νὰ τὸ καταστήσωμεν ἐπαρκὲς διὰ τὰς ἀνάγκας· δὲν μὲ παρηγορεῖ δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ τῆς καθαριότητος τῆς πόλεως ἀφίενται εἰς τὸν δῆμον. Γνωρίζομεν κάλλιστα, πῶς διεξάγονται τὰ τῆς καθαριότητος τῆς πόλεως, καὶ ἐνῷ δαπανᾷ ὁ δῆμος, κυρίως ἡ καθαριότης εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὴν Διοικητικὴν Ἀστυνομίαν, πάντες δὲ ζῆτε ἐν Ἀθήναις, καὶ γνωρίζετε κατὰ πόσον ἡ ὑπηρεσία αὕτη τῆς καθαριότητος τῆς πόλεως λειτουργεῖ. Ἀληθῶς πρέπει νὰ εὐγνωμονῶμεν πολὺ οἱ Ἀθηναῖοι, ὅτι τέλος παρέστη ἔκτακτός τις περίστασις, ἡ ὁποία ἐξήγειρε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὁδοί τινες ἐκαθαρίσθησαν, καὶ μάνδραι τινὲς περιετοιχίσθησαν. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐξέλιπεν ἡ ἔκτακτος ἐκείνη περίστασις, οὐδὲν πλέον ἐλήφθη μέτρον, τοὐναντίον μάλιστα τὰ ληφθέντα μέτρα συνέτειναν εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῆς καταστάσεως τῆς πόλεως. Χάρις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπὲρ τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἀπομονώσεως αὐτοῦ ἔλαβεν, ἐνέσκηψεν εἰς τὸν στρατὸν ἡ νόσος ἱλαρὰ, ἥτις, μεταδοθεῖσα εἰς τὴν πόλιν μὲ λίαν κακοήθη χαρακτῆρα, μαστίζει αὐτήν. Εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις πάντα τὰ μέτρα, ὅπως μὴ ἴδωμεν κατὰ τὸ ἐπερχόμενον θέρος πληθυνομένας τὰς ἐπιδημίας. Ἴσως ἔχει συμφέρον ἡ Κυβέρνησις νὰ μειωθῇ ὁ πληθυσμὸς τῆς πρωτευούσης, ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν ἀντίθετον συμφέρον, διότι ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι, ὅσον μεγαλείτερος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλογέων, τόσον μεγαλειτέρα θὰ ἦναι ἡ νίκη, τὴν ὁποίαν θὰ ἄρωμεν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν συμφέρον, ὅπως ἀναγραφῇ πίστωσις ἀρκοῦσα, διὰ τῆς ὁποίας νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ὑγείας τῆς πόλεως. Αὐταὶ αἱ 2,000 δραχμαὶ δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν, εἰμὴ δι’ εἴκοσι κάῤῥα ἢ δι’ εἴκοσιν ὁδοκαθαριστὰς κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὅπως ἐχρησίμευσε καὶ ἡ πίστωσις, ἡ δοθεῖσα διὰ τὴν ἀπογραφήν. Ἐὰν δὲν ἐφοβούμην, ὅτι ἤθελον πληγώσει καιρίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἤθελον τῷ ὑπομνήσει ἓν θλιβερὸν περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν οἰκογένειάν του, αὐτὸν τὸν ἴδιον· ἀλλ’ ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀκηδίας τῆς Κυβερνήσεως ἐκεῖνο τὸ φοβερὸν πάθημα, τὸ ὁποῖον ὑπέστη αὐτὸς, ὑπέστησαν χιλιάδες οἰκογενειῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Ἐπίσης ἀναγκάζομαι, νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τοῦ ὕδατος, τοῦ ἀναγκαίου εἰς τὴν πόλιν. Πρὸ μακροῦ χρόνου τὸ ζήτημα περὶ τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως εἶναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὅλων τῶν κατοίκων, πρὸ μακροῦ χρόνου μαστίζεται ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ ἀληθῆ λειψυδρίαν, ἐνθυμεῖσθε δὲ τοὺς λόγους μου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅτε ἐψηφίζετο μία πίστωσις ἐκ 500,000 δραχμῶν, νομίζω, ἡ ὁποία, μᾶς λέγουσι τὰ ἄρτι δημοσιευθέντα, εἰς τί ἐχρησίμευσεν. Ἐν μηνὶ Ἰανουαρίῳ ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν κέκτηται δεκατέσσαρας ὀκάδας ὕδατος· φαντασθῆτε, ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις τῶν κατοίκων τῆς πόλεως, ὅταν ἔλθῃ ὁ Μάϊος, ὁ Ἰούνιος, ὁ Ἰούλιος, καὶ ὁ Αὔγουστος, ὅτε εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ ὕδατα τῆς πόλεως ἐλαττοῦνται κατὰ τὸ ἥμισυ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν τὸ ἥμισυ τοῦτο, αἱ ἑπτὰ ὀκάδες νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν, διὰ τὸ κατάβρεγμα τῶν ὁδῶν, διὰ τὴν ἄρδευσιν τῶν κήπων, διὰ τὴν πόσιν; Βεβαίως ὄχι. Σημειώσατε δὲ, ὅτι, καθ’ ὅσον ἐλαττοῦται κατὰ ποσὸν τὸ ὕδωρ, ἐλαττοῦται καὶ κατὰ ποιόν. Τί θὰ γίνῃ δέ; Θὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προαγγέλλουσιν οἱ ὅροι, κατὰ τοὺς ὁποίους θέλομεν εὑρεθῆ κατὰ τὸ θέρος, ἡ δὲ Κυβέρνησις τί ἔπραξεν ἢ τί σκοπεῖ νὰ πράξῃ πρὸς θεραπείαν τῆς ἀναποφεύκτου ταύτης ἀνάγκης; Παρῆλθεν ὅλος ὁ χειμὼν, ὑπολείπεται δὲ μόνον ὁ Μάρτιος, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον θ’ ἀρχίσῃ ἡ λειψυδρία· τί σκοπεῖ νὰ πράξῃ; Ἐννοεῖ ν’ ἀφήσῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην τῆς προμηθείας τοῦ ὕδατος εἰς τὸν δῆμον; Ἤκουσα σχέδια περὶ διοχετεύσεως τοῦ ὕδατος τῆς Στυμφαλίας, ἤκουσα ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συστηθῇ πρὸς τοῦτο Ἑταιρία, ἀλλ’ οὐδὲν ἐκ τῶν σχεδίων ἐκείνων εἶδον πραγματοποιούμενον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ κεφαλαίου 5ου, ἀνερχομένου ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 183,260. Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–5 τοῦ κεφαλαίου 6).

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6. Στατιστικὴ 40,000.

§130ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ κεφαλαίου τούτου τῶν ἐξόδων τῆς στατιστικῆς ἐμειώθη ἀπὸ 90,000 δραχμὰς εἰς 40,000;

§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διότι ἡ ἀπογραφὴ, ἥτις ἀπῄτησε τὴν μεγάλην ταύτην δαπάνην, ἐπερατώθη.

§132ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀπογραφὴ ἀπῄτησεν ὅλως ἔκτακτον δαπάνην, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐχρησιμοποιήθη τὸ κονδύλιον αὐτὸ τῶν 90,000 δραχμῶν. Τὸ κονδύλιον αὐτὸ ἀναγράφεται ἑκάστοτε εἰς πάντα Προϋπολογισμὸν, τὸ βλέπομεν δὲ μειούμενον σήμερον κατὰ 50,000 δραχμάς. Φοβοῦμαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ ἐντελῶς νὰ καταλίπῃ τὴν στατιστικήν· ἴσως αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἠδυνήθη νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν τὴν ηὐχαρίστησαν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιθυμεῖ νὰ τὴν καταργήσῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ κεφαλαίου 6, ἐν ὅλῳ δραχ. 486,630).

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 7ον. Ταχυδρομεῖα καὶ Τηλεγραφεῖα. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–7). Ἄρθρον 8ον. Μετακομιδὴ τηλεγραφικῶν ἀνταποκρίσεων 286,500, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.

§134ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ κεφαλαίου 7ου ἀναγράφει διὰ τὴν μετακομιδὴν τῶν ταχυδρομικῶν ἀνταποκρίσεων δρ. 211,500, ἐνῷ τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἀνέγραφε 282,500. Ὑποθέτει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι κατὰ τοσοῦτον θέλει ἐλαττωθῆ ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία;

§135ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔχει αὐξηθῆ τὸ κεφάλαιον τοῦτο, περισσότερον μάλιστα κατὰ 4,000 δρ. τοῦ πέρυσιν ἀναγραφέντος.

§136ΡΑΛΛΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8ον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἶτα δὲ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ κεφαλαίου 7ου, δραχ. ἐν ὅλῳ 2,077,240).

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 8ον. Δημόσια ἔργα. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–5 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 6. Οἰκοδομήματα δικαιοδοσίας Ὑπουργείου Δικαιοσύνης δρ. 158,000.

§138Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἤλπιζον, ὅτι μεταξὺ τῆς πιστώσεως διὰ τὰ οἰκοδομήματα κατὰ τὸ ἔτος 1890 ἤθελον ἀνεύρει καὶ πίστωσιν πρὸς ἀνέγερσιν τῶν δικαστικῶν καταστημάτων ἐν Ἀθήναις. Δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε, κύριε Πρόεδρε, ὡς καὶ δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι δι’ ἐνοίκια τῶν δικαστικῶν καταστημάτων ἐν Ἀθήναις πληρόνονται ἐτησίως 46,000 δραχμῶν, ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον, ὑποχρέωσιν καὶ συμφέρον ἀκόμη, νὰ ἐγείρῃ δικαστικὸν μέγαρον, διότι τότε οὐ μόνον δὲν θὰ πληρόνῃ τὰς 46,000 δραχμὰς, ἀλλὰ συγκεντροῦσα ἐν αὐτῷ ἐκτὸς τῶν δικαστηρίων καὶ τὰ συμβολαιογραφεῖα καὶ τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα καὶ τὰ γραφεῖα τῶν δικαστικῶν κλητήρων, θὰ εἰσπράττῃ ἐτησίως 90,000 δραχμῶν περίπου, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ πληρόνωνται οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια δανείου ἑνὸς ἑκατομμυρίου, εἰς τὸ ὁποῖον θ’ ἀναβιβασθῇ ἡ δαπάνη τῆς οἰκοδομῆς, οὕτω δὲ μετὰ 30 ἢ 40 ἔτη θέλει καταστῆ τὸ Δημόσιον κύριον εὐπρεπῶν δικαστικῶν καταστημάτων ἐν Ἀθήναις. Τὸ ζήτημα τῶν δικαστικῶν καταστημάτων ἀποτελεῖ καὶ τοῦτο μέρος τῆς καλῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ὅταν ὁ κατηγορούμενος παρίσταται εἰς τρώγλας, ὅπως εἶναι ἡ αἴθουσα τοῦ ἐνταῦθα Πρωτοδικείου, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸν σεβασμὸν καὶ τὸν φόβον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ, ὅταν παρίσταται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Πολλάκις, κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐξηναγκάσθη τέλος κατὰ τὴν λῆξιν τῆς παρελθούσης Συνόδου νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ καταστήματος· ἀλλὰ νομίζετε ὅτι, ὅτε εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἐσκέπτετο περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ μεγάρου; Ἐσκέπτετο μόνον, πῶς νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον. Ἐπειδὴ τὸ Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἁρμοδίων ἰατρῶν καὶ ἐπιστημόνων, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἦναι τοιοῦτον ἄνευ βλάβης καὶ καταστροφῆς τῶν νοσηλευομένων, ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ποιήσηται συνδυασμόν τινα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κατορθώσῃ νὰ ἀνεγείρῃ ἀλλαχοῦ τὸ Νοσοκομεῖον, νὰ ῥίψῃ δὲ εἰς βάρος τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου τὸ ὑπάρχον σήμερον κτίριον τοῦ Νοσοκομείου. Καὶ τότε μὲν δὲν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ καλῶς δὲν ἐψηφίσθη, διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ δαπανήσῃ ἡ Κυβέρνησις 1,000,000 δραχμῶν, ὅπως ἀγοράσῃ τὸ γήπεδον τοῦ Νοσοκομείου, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἀπελπιστικόν· καλλίτερον νὰ βραδύνῃ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον, ὅταν δαπανηθῶσι χρήματα, νὰ δαπανηθῶσι καταλλήλως καὶ ν’ ἀποκτήσῃ ἡ πρωτεύουσα μέγαρον, ἄξιον αὐτῆς. Ἔκτοτε, κύριε Πρόεδρε, οὐδεὶς λόγος ἐγένετο περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ μεγάρου, ἐγκατελείφθη ἡ ἰδέα αὕτη. Παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ φωτίσῃ ἡμᾶς, διατὶ δὲν ἀποφασίζει τὴν ἀνέγερσιν δικαστικοῦ μεγάρου, ἀφοῦ διὰ τὰ ἐλεεινὰ δικαστικὰ καταστήματα, τὰ ὑπάρχοντα, πληρόνει τὸ Κράτος τοσαῦτα χρηματικὰ ποσὰ ἐτησίως.

§139ΙΩ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὑψίστης σημασίας, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἂν οὐχὶ χάριν τῶν διαδίκων, ἀλλὰ τοὐλάχιστον χάριν τῶν ξένων, οἵτινες, ἐρχόμενοι εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ὅπως ἐπισκεφθῶσι καὶ τὰ Δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος, εἰσέρχονται εἰς παράπηγμα παρὰ τὴν Μητρόπολιν, ὅπερ εἶναι ἄξιον οἴκτου καὶ τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευε δι’ ἕτερον σκοπὸν, μετετράπη δὲ εἰς αἴθουσαν πρὸς συνεδρίασιν τοῦ Δικαστηρίου. Νομίζω ὅτι ἐδῶ ἦτο περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὕρῃ ἕνα συνδυασμὸν, ἵνα συνάψῃ δάνειον μετὰ χρεωλυσίου πρὸς κατασκευὴν τῶν Δικαστηρίων. Τὸ ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἵδρυσιν τῶν Δικαστηρίων.

§140ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται ἄρθρον τι ἐν Κεφαλαίῳ 8 «ἀναθεώρησις σχεδίου Ἀθηνῶν». Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐπειδὴ εἶναι νέα ἡ ἐγγραφὴ, τί ἐννοεῖ μὲ αὐτὴν τὴν ἐγγραφὴν ἡ Κυβέρνησις;

§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπάρχει ἐπιτροπὴ μηχανικῶν Γάλλων καὶ Ἑλλήνων, ἡ ὁποία ἐργάζεται πρὸς τελειότερον καταρτισμὸν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἐκτελεῖ δὲ καὶ τοπογραφικὰς μελέτας τοιαύτας, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σχέδιον μετὰ τελείαν χωροστάθμισιν.

§142ΛΕΒΙΔΗΣ. Κάμνω τὴν ἐρώτησιν ταύτην, διότι, ἐὰν ἐξήρτητο ἀπ’ ἐμοῦ, δὲν ἤθελον ἐπιτρέψει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητῇ πίστωσιν πρὸς ἐκτέλεσιν ἀναθεωρήσεως δῆθεν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἐπειδὴ εἶμαι βέβαιος, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὸ παρὸν καὶ τὸ παρελθὸν, ὅτι καὶ τὸ κονδύλιον τοῦτο δὲν θέλει χρησιμεύσει εἰς τίποτε ἄλλοτε ἢ πρὸς ἄγραν ψήφων ὑπὲρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἔχω πρόχειρον παράδειγμα περὶ τούτου. Πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν συμπολίτης μού τις ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου, ὀλοφυρόμενος ἐπὶ τῇ ἀπειλουμένῃ κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ συμφορᾷ. Καὶ ποία ἦν αὕτη; Εἶχον χαρακτηρισθῆ τρεῖς οἰκίαι συνεχόμεναι ὡς ἑτοιμόῤῥοποι, ἡ οἰκία δὲ τοῦ συμπολίτου μου εὑρίσκετο ἐν τῷ μέσῳ τῶν δύο ἄλλων. Αἱ ἑκατέρωθεν δύο οἰκίαι ἀνῆκον εἰς πολίτας, οἵτινες προσήνεγκον ἁδρὰς καὶ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ δὲ οἰκία ἡ ἐν τῷ μέσῳ ἀνῆκεν εἰς φίλον μου πολιτικόν. Ἡμέραν τινὰ συμπολῖται τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Κοσσονάκου μετ’ ἀξινῶν καὶ πελέκεων εἶχον ἀνέλθει ἐπὶ τῆς ὀροφῆς, πρὸς κατεδάφισιν τῆς οἰκίας ταύτης τοῦ φίλου μου, ἐνῷ αἱ δύο ἑκατέρωθεν οἰκίαι διεμαρτύροντο διὰ τὸ μεροληπτικὸν τοῦτο συμβεβηκός. Ἠναγκάσθη ὁ συμπολίτης μου οὗτος νὰ πράξῃ ὅ,τι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἑκατέρωθεν οἰκιῶν, νὰ ὁμολογήσῃ πίστιν εἰς τὴν φατρίαν, καὶ ἡ οἰκία ἐσώθη ἐκ τοῦ βιαίου θανάτου. Ἐὰν ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν μου, ἤθελον ἀφαιρέσει καὶ μίαν δραχμὴν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἥτις ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ σχεδίου τῶν Ἀθηνῶν, διότι αὐτὴ ἡ πίστωσις δὲν θέλει χρησιμεύσει εἰς ἄλλο τι ἢ εἰς τὸ νὰ στείλῃ ἱεραποστόλους αὑτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, ἵνα ἴδωσι τίνες οἰκίαι εἰσὶν ἑτοιμόῤῥοποι, καὶ νὰ λέγωσιν εἰς τοὺς κυρίους αὐτῶν: «ἢ μοῦ δίδεις ψῆφον, ἢ σοῦ δίδω τοὺς λίθους τῆς οἰκίας σου». Ἡ διαδικασία εἶναι συντομωτάτη, διότι ἡ ἔφεσις κατὰ τοῦ Μηχανικοῦ γίνεται ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑπῆρχεν οἰκία ἐνταῦθα, ἣν κατῴκει Ἀθηναῖος εὐπατρίδης, ἔχων περιουσίαν ἑκατομμυρίων τινῶν. Δὲν ἠξεύρω δὲ τίνας λόγους ἐκδικήσεως εἶχε κατὰ τῶν συγγενῶν αὐτοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀμέσως χαρακτηρίζεται ἡ οἰκία τοῦ πολίτου τούτου ὡς ἑτοιμόῤῥοπος. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάστασις ἡ παροῦσα. Εἶναι ἡ τελευταία συνεδρίασις, καὶ θέλει γίνει ἐξομολόγησις, οὕτως εἰπεῖν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη, διότι δὲν γνωρίζω, ἂν θέλῃ γίνει καὶ ἔκτακτος Σύνοδος. Δὲν ἐγνώριζον, ὅτι σήμερον θέλει εἶσθαι ἡ τελευταία συνεδρίασις, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔλαβον μετ’ ἐμοῦ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾧ εἶχον πολλὰς σημειώσεις, ἐξ ὧν ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι πολλὰ ἑκατομμύρια κύριον σκοπὸν ἔχουσι τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ κόμματος διὰ τῆς συναλλαγῆς. Ἀλλὰ δυστυχῶς εἶμαι ἀπαρασκεύαστος τώρα πρὸς τοιοῦτον ἀγῶνα, διότι δὲν ἤξευρον, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν, ἐν μεσονυκτίῳ, ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ συζητῶμεν.

§143ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς οἰκοδομῆς δικαστικοῦ καταστήματος. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐπείσθη περὶ τοῦ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ οἰκοδόμησις καταστήματος Δικαστηρίων τῆς πρωτευούσης, ἀλλ’ ἐνῷ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης, συνηγορῶ ἐπίσης, ὅπως ἐγερθῶσι τοιαῦτα καταστήματα καὶ εἰς τὰς λοιπὰς πόλεις τοῦ Κράτους, ὅπου εἶναι Πρωτοδικεῖα καὶ Ἐφετεῖα. Ἴσως δὲ τοῦτο σκεπτομένη ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐνέγραψε πίστωσιν διὰ μόνα τὰ ἐνταῦθα Δικαστήρια, προτιθεμένη ἴσως νὰ λάβῃ γενικὸν μέτρον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοῦ ἐκίνησε τὴν περιέργειαν, εἶναι, ὅτι ἀνεγράφεται πίστωσις 60,000 δραχ. διὰ καλλωπισμὸν τῆς πρωτευούσης, ἐνῷ γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν ἑορτῶν τῶν γάμων τοῦ Διαδόχου ἐδαπανήθησαν διὰ καλλωπισμὸν τῆς πρωτευούσης 500,000 δραχμῶν. Εἶναι λοιπὸν ἐπιτετραμμένον, ἐν ταῖς οἰκονομικαῖς δυσχερείαις, ἐν αἷς διατελοῦμεν, νὰ ἐγγραφῶσιν αὖθις 60,000; Αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον. Ἄλλως δὲ, διατὶ νὰ μὴ ἐγγράφηται καὶ ποσόν τι πρὸς καλλωπισμὸν τῶν λοιπῶν πόλεων; Πολλὰ ἠδυνάμην νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλ’ ἴσως δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἡ κατάλληλος. Προτείνω νὰ διαγραφῇ τὸ κονδύλιον τοῦτο τῶν 60,000 δραχμῶν μετὰ τὴν δαπάνην τῶν 500,000.

§144ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐγνώριζε τὰς λεπτομερείας, ἤθελεν εὕρει καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα τῆς προτάσεώς του. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελε ληφθῆ μέριμνα περὶ συντηρήσεως τῶν ὑπαρχόντων κήπων. Δὲν ἔχω κἀνένα λόγον νὰ παραπονοῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέγραψε τὴν δαπάνην ταύτην πρὸς βελτίωσιν τῶν ὑπαρχόντων κήπων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν πίστωσιν, ἀλλ’ ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν ἀμέσως προηγουμένην τοῦ ἄρθρου 8, πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ σχεδίου Ἀθηνῶν. Πρέπει νὰ γνωρίζητε τὴν ἱστορίαν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, διὰ νὰ κρίνητε κατὰ πόσον ἔχομεν δίκαιον νὰ παραπονώμεθα διὰ τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἐν λόγῳ πιστώσεως. Ἀπὸ τοῦ 1875, δηλ. ἀκριβῶς πρὸ 15 ἐτῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπηγγέλθη, ὅτι ἐπρόκειτο τέλος ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ν’ ἀποκτήσῃ ἓν σχέδιον· ἐν τούτοις ἔκτοτε εὑρισκόμεθα εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς ὃ καὶ κατὰ τὸ 1875. Τὸ σχέδιον τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν χρησιμεύει ἀληθῶς, ὡς εἶπε προηγουμένως ὁ συμπολίτης μου, εἰς ἄγραν ψήφων. Ἴσως οἱ περισσότεροι ἐξ ὑμῶν ἐνθυμεῖσθε ὅσα εἶπον περί τινος σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἀκριβῶς τὴν 4 Ἰανουαρίου 1887, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο τὸ Ἔθνος νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του· τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἷς τῶν κομματαρχῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχων ὑπὸ μάλης τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», ἔτρεχεν εἰς διάφορα σημεῖα τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ὅπως ἀναγγείλῃ, ὅτι αἱ εὐχαὶ τῶν κατοίκων ἐγένοντο ἀποδεκταὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι ἐπεκτείνεται τὸ σχέδιον τῆς πόλεως. Ὡς εἶπον, ἀπὸ τοῦ 1875 ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ προικίσῃ τὴν πόλιν μὲ σχέδιον ὁριστικὸν καὶ ἀμετάκλητον, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἀποφύγει ὅλα τὰ ἀτομικὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν γίνονται, πότε εἰς τὴν στένευσιν τῆς δεῖνα ὁδοῦ καὶ πότε εἰς τὴν εὔρυνσιν, καὶ τοιοῦτόν τι συνέβη εἰς τὴν ὁδὸν Νίκης, τὴν ὁποίαν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκεῖ εἷς πολίτης ᾠκοδόμει οἰκίαν, ἀλλ’ ἤθελε νὰ τροποποιηθῇ τὸ σχέδιον· προσέτρεξεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κατώρθωσε νὰ τροποποιηθῇ ἡ γωνία τῆς ὁδοῦ Νίκης, νὰ προεκταθῇ ἡ οἰκία του εἰς τὴν ὁδὸν καὶ νὰ κερδήσῃ οὕτω μέτρα τινὰ τοῦ ἐδάφους τῆς ὁδοῦ εἰς βάρος τῆς δημοσίας ὁδοῦ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀδικήματα διὰ τὴν μὴ μόνιμον καὶ σταθερὰν ὕπαρξιν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως· διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχωσι τὰς ἰδιοκτησίας των ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιήσωσι ταύτας· τί γίνεται δέ; οἱ συμπολῖταί μου περιμένουν τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ τρέχει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἰδιοκτησίαν του ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἀπειλῶν καὶ κατορθόνων νὰ πιέσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπεκταθῇ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως μέχρι τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο παρατηρεῖτε, ὅτι ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, δὲν ἔχουν σχέδιον, ἄλλοι δὲ, ἀπωτέρω τούτων εὑρισκόμενοι, εἶναι ἐν τῷ σχεδίῳ· δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἐξετάσητε, τί συμβαίνει πρὸ τοῦ σταθμοῦ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Πατρῶν, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἰδιοκτῆται ἐντεῦθεν τοῦ σταθμοῦ εἶναι ἐκτὸς τοῦ σχεδίου, ἄλλοι δὲ ἀπώτερον εἶναι ἐντός· ταῦτα δὲ πάντα ἐγένοντο ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, πρὸς ἄγραν ψήφων. Ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, θεωρεῖται νῦν μεγαλόπολις· ἵνα κατασταθῇ λοιπὸν εὐπρεπὴς, πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἀμετάκλητον τὸ σχέδιον. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἀδικοῦμεν, διότι σᾶς κρατοῦμεν ἐνταῦθα μέχρι τῆς 1ης μετὰ τὸ μεσονύκτιον; Τὸ θέμα εἶναι λίαν σπουδαῖον διὰ τὴν πόλιν, ὥστε ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἀπορίαν περὶ ἑτέρου τινὸς ἄρθρου, τοῦ ἀναγράφοντος δαπάνην διὰ τὴν ἀγορὰν καὶ ἐπισκευὴν τοῦ καταστήματος τῶν φυλακῶν Ἀμφίσσης δραχ. 8,000. Ἐννοεῖτε, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ εἶναι κωμικὸν, διότι τί θὰ εἰπῇ ἀγορὰ οἰκίας καὶ ἐπισκευὴ 8,000 δραχμαὶ διὰ φυλακάς; τί οἰκία εἶναι αὕτη; Δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπῆλθε τέλος πάντων ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ περὶ διορθώσεως αὐτῆς τῆς καταστάσεως; Τὴν κατάστασιν τὴν γνωρίζετε, τὴν γνωρίζετε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν οἰκοδομημάτων, τὴν γνωρίζετε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐπιτηρητικοῦ, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν οἰκοδομημάτων· βεβαίως περὶ τῶν φυλακῶν αὐτῶν δὲν δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι δύνανται νὰ στεγάζωσιν ἀνθρώπους· δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς στέγασιν κτηνῶν, ἀλλ’ ἀνθρώπων ὄχι· εἶναι δὲ ὁ συναγελασμὸς τῶν καταδίκων καὶ ὑποδίκων τοιοῦτος ἐν ταῖς φυλακαῖς ἡμῶν, ὥστε ἀληθῶς αἱ φυλακαὶ συντελοῦσιν εἰς αὔξησιν τοῦ ἐγκλήματος. Δὲν πρόκειται περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει, τὴν κοινωνίαν, ὥστε νὰ ἀδημονῶσιν οἱ συνάδελφοι, δὲν πρόκειται περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖται τόσον εὐκόλως, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν 1ην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον νὰ κάμωμεν λόγον. Αἱ φυλακαὶ ἡμῶν εὑρίσκονται εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν, ἐν αὐταῖς διαῤῥέει ἀληθῶς τὸ λεγόμενον δηλητήριον τῶν φυλακῶν (le poison des présons)· ὁποιοςδήποτε εἰσέλθῃ ἐν αὐταῖς δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐξέλθῃ χειρότερος· ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀμέσως, ὡς εἰσέλθῃ ὁ κατάδικος ἢ ὑπόδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐμβολιάζεται διὰ τοῦ δηλητηρίου τῶν φυλακῶν, ἐμβολιάζεται δὲ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἠθικὴν, ἐμβολιάζεται καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν σωματικήν. Δὲν ἔχετε, παρὰ νὰ ἴδητε οἱονδήποτε διαμείναντα ἐν ταῖς φυλακαῖς ἡμῶν ἐπὶ ὀλίγας ὥρας, διὰ νὰ ἐννοήσητε τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται· ἡ μὲν ὄψις του εἶναι ἐντελῶς ἠλλοιωμένη, ἡ διάνοιά του ἐντελῶς καταπεπτωκυῖα· τί γίνονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαμένουσιν ἐπὶ ἔτη ἐν ταῖς φυλακαῖς ταύταις; εἰς ποίαν κατάστασιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς σωματικῆς καὶ διανοητικῆς ὑγείας ἐξέρχονται ἐκεῖθεν; Βεβαίως ἐξέρχονται ἔχοντες διεφθαρμένα ἀμφότερα, καταστάντες ἀνίκανοι νὰ μετέλθωσιν οἱονδήποτε ἔργον, βεβαίως ἐξέρχονται ἐντελῶς διεφθαρμένοι ἠθικῶς, διότι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διέμειναν ἐν αὐταῖς, δὲν εἶχον ἐνώπιόν των ἢ παραδείγματα, δι’ ὧν χειρότεροι θὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ ὅ,τι ἦσαν ὅτε εἰσῆλθον. Καὶ πῶς, ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν, ἐν ᾗ διατελοῦσιν αἱ φυλακαὶ ἡμῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσητε, ὅτι αἱ φυλακαὶ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἐπανόρθωσιν καὶ βελτίωσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγκλημάτισαν; Εἶναι τάχα ὑπερβολαὶ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω; δὲν τὰ γνωρίζετε ὅλοι; ἀλλ’ ἐνῷ ὅλοι τὰ γνωρίζετε, ἐνῷ ὅλοι εἶσθε πεπεισμένοι περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, διατὶ τάχα δὲν ἐγείρεσθε, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν διόρθωσιν αὐτῆς τῆς καταστάσεως; Σημειώσατε δέ, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης σχετικῶς εἶναι ἀσήμαντον ἀπέναντι τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν θέλει προσπορισθῇ καὶ ἡ κοινωνία ἐν γένει καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῆς ἀνεγέρσεως φυλακῶν, διότι ἡ κακὴ κατάστασις τῶν φυλακῶν, σχετιζομένη μὲ τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς λειτουργίας τῶν Δικαστηρίων, μὲ τὴν εὔκολον ἀπονομὴν τῶν χαρίτων, πολλαπλασιάζει τὰ ἐγκλήματα, πολλαπλασιάζουσα δὲ τὰ ἐγκλήματα, πολλαπλασιάζει ἀναγκαίως τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς σύλληψιν τῶν ἐγκληματούντων καὶ πρὸς ἐκδίκασιν αὐτῶν καὶ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἄξιον τῆς μερίμνης τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἄξιον τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ 10 λεπτὰ τῆς ὥρας ἢ ἡμίσειαν ὥραν, διὰ νὰ σκεφθῇ περὶ αὐτοῦ; Καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ σώματος, διὰ νὰ μὴ φανῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀλιγωρεῖ καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς τελευταίας Συνόδου ἐπὶ τοσοῦτον τῶν καθηκόντων αὐτῆς, ὥστε νὰ θέλῃ ἀπνευστεὶ νὰ διέλθῃ ὁλόκληρον τὸν Προϋπολογισμὸν, χάριν, λέγω, αὐτῆς τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ σώματος ζητῶ παρὰ τῶν ἐντίμων συναδέλφων νὰ ἐμμείνωσιν εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῶν φυλακῶν, διὰ νὰ ἀκουσθῇ τοὐλάχιστον μία γνώμη ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ ὁποία νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄμεσον περὶ αὐτῶν μέριμναν.

§145Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λίαν σπουδαῖον.... (διακοπαὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§146ΦΩΝΑΙ. Ἀρκετὰ πλέον (θόρυβος).

§147Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ (πρὸς τὸν κ. Μπουφίδην). Σιώπα σύ! (θόρυβος). Ὁ λόγος, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένομεν νὰ μὴ λήξῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι διότι ὑπάρχουσι μύρια ὅσα θέματα σπουδαιότατα, τὰ ὁποῖα νομίζομεν καθῆκον ἡμῶν νὰ ἀναπτυχθῶσιν ἐνταῦθα. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ὑπεδείξαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ὑποχωρήσῃ, ἵνα κατορθωθῇ νὰ ἀναπτυχθῶσιν αἱ ἰδέαι ἡμῶν. Νομίζουσιν οἱ κύριοι ἐκεῖνοι, ὅτι τὴν περὶ τῶν φυλακῶν συζήτησιν κάμνομεν, ἵνα κωλυσιεργήσωμεν, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἀπόψε, ἀλλ’ αὔριον; Σπουδαῖον τῷ ὄντι τὸ κέρδος!

§148ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς νὰ πράττωμέν τι ἔκθεσμον, καὶ μᾶς κατηγοροῦσιν.

§149Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἔκθεσμον εἶναι, κύριε Πρόεδρε, νὰ λαλῶμεν περὶ τῶν φυλακῶν, ὁπόταν ἀπὸ τοῦ 1886 καὶ ἐντεῦθεν ἐδαπανήθησαν 250 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Βεβαίως ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὅστις τοσοῦτον ἐπεβαρύνθη, ἔχει τοὐλάχιστον τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ, ὅπως τὰ τέκνα αὐτοῦ, τὰ ὑποπίπτοντα ὁπωσδήποτε εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις, μὴ εἰσέρχωνται εἰς μπουτρούμια, ἐξ ὧν ἐξέρχονται ἀχρειέστεροι καὶ μᾶλλον διεφθαρμένοι. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι καὶ 70 ἑκατομμύρια, ἐὰν ἀπητοῦντο, τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ φανῇ γλίσχρον πρὸς τοιοῦτον σκοπόν; καὶ νομίζετε, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος Μεσολογγίου–Ἀγρινίου εἶναι χρησιμώτερος ἀπὸ τὴν δαπάνην πρὸς ἀνέγερσιν φυλακῶν; Δυσανασχετοῦσιν οἱ Κύριοι, διότι νομίζουσιν, ὅτι ἐξελέγησαν μόνον ἵνα ψηφίζωσι φόρους, μόνον διὰ νὰ ὑποστηρίζωσι τυφλῶς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι δὲν ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητῶσι παρ’ αὐτῆς νὰ ἐκτελῇ τὰ ἔργα ἐκεῖνα, ἄνευ τῶν ὁποίων τὰ Κράτη δὲν δύνανται ν’ ἀξιῶσι νὰ λέγωνται πεπολιτισμένα! Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ζήτημα, ὅπερ ἠδύνατο νὰ καταναλώσῃ πολλὰς συνεδριάσεις, δυστυχῶς ὅμως ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι οὐδὲ κἂν ἀπάντησιν εἰς τὰ λεγόμενα πρέπει νὰ δώσῃ. Παριστῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς λοιπαῖς πόλεσι τοῦ Κράτους καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, καὶ σιγῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, λαλοῦμεν περὶ φυλακῶν καὶ σιγῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Ἓν μόνον ζητοῦσι, νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῶν καθέκαστα δηλαδὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ ἀνέλθῃ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἀναγνώσῃ τὸ Διάταγμα τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν τοιαύτην τακτικὴν καὶ τὴν ταχύτητα, μεθ’ ἧς ἀπαιτεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἑπτὰ ὅλων Ὑπουργείων εἰς μίαν μόνην ἑσπέραν. Ἐκ σεβασμοῦ τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ ψηφίζωνται τὰ καθέκαστα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν διαστήματι δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν. Νομίζετε ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν διάθεσιν νὰ διανυκτερεύσωμεν ἐνταῦθα; Βεβαίως δι’ ἡμᾶς εἶναι λίαν εὐχάριστον, ὅτι συνέπεσε νὰ συναντηθῶμεν ἀπόψε μεθ’ ὑμῶν ἐν τῇ συναναστροφῇ ταύτῃ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν προβαίνομεν μέχρι ζημίας τῆς ὑγείας μας. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διατὶ νὰ θέλωμεν νὰ σᾶς κρατῶμεν ἐνταῦθα ἄνευ σκοποῦ, ἐὰν δὲν ἐνομίζομεν ὅτι ἔχομεν τὸ καθῆκον, ὅταν συζητῆται τὸ μόνον καὶ τὸ κυριώτατον ἔργον τῆς Συνόδου (διότι διὰ τοῦτο καὶ μόνον καλούμεθα, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα καὶ συμπληρωματικὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,) νὰ ἀναπτύξωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ ἀφορῶντα εἰς ζητήματα σπουδαιότατα, ὅπως εἶναι τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν καὶ τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἀξιοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δίδῃ ἑκάστοτε τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, νὰ εἴπῃ, ἐὰν θεωρῇ ἄξιον λόγου τὸ περὶ φυλακῶν θέμα, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἐν τῷ μέλλοντι τοὐλάχιστον, ὅπως ἀποκτήσῃ τὸ Κράτος φυλακάς. Θὰ τὸ ἐνόουν ἐπὶ τέλους, μολονότι καὶ πάλιν δὲν θὰ ἦτο συγκεχωρημένον, ἐὰν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἦτο Κυβέρνησις γλίσχρος, Κυβέρνησις μὲ πρόγραμμα αὐστηρᾶς οἰκονομίας, ἀλλ’ ὁπόταν, Κύριοι, αὐξάνωμεν τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ 100 εἰς 260, ὁπόταν ἔχωμεν προσωπικὸν εἰς τὰ καπνοκοπτήρια ὑπερτριπλάσιον τοῦ ἀναγκαίου, ὁπόταν ἡ Κυβέρνησις μυρίας ἄλλας δαπάνας ἀχρήστους ποιῆται, ὁπόταν φροντίζῃ περὶ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου, ἵνα ταξειδεύωσιν ἀνέτως τὰ αὐγοτάραχα τοῦ Μεσολογγίου, νομίζετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνητε πρόνοιαν περὶ τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους; Ἀπαιτοῦμεν λοιπὸν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις· μᾶς εἶναι δὲ ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἂν δὲν θέλῃ νὰ τὰς δώσῃ. Τόσῳ τὸ χειρότερον δι’ αὐτήν. Ἕκαστος πολιτεύεται ὅπως νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ πολιτεύηται, μετ’ ὀλίγον δὲ θὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἡμῶν· ἐὰν οἱ ἐκλογεῖς ἡμῶν μᾶς καταδικάσωσιν, ἐὰν οἱ ἐκλογεῖς ἡμῶν ὑποδείξωσι καὶ αὖθις τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ὡς τὴν νόμιμον Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἡμεῖς θὰ παύσωμεν ἀγωνιζόμενοι κατὰ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ σκέφθητε, Κύριοι, ὅτι ἔχετε καὶ ὑποχρεώσεις, σκέφθητε ὅτι θὰ παρουσιασθῆτε ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ὑμῶν, καὶ δικαίως οὗτοι, ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῶν, θὰ σᾶς ἐρωτήσωσι, τί ἐπράξατε κατ’ αὐτὸ τὸ τετραετὲς διάστημα. Μὴ στενοχωρῆσθε λοιπὸν, ἂν ἡμεῖς ἀξιῶμεν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις μᾶς χορηγήσῃ τὰς ζητουμένας ἐξηγήσεις· ὑμεῖς μᾶλλον ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποχρεώσητε αὐτὴν, ἀφοῦ τοσαύτην τῇ παρέσχετε ὁμολογουμένως συνδρομὴν, ν’ ἀπαιτήσητε, ὅπως πράξῃ τι καὶ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ὅπως δυνηθῆτε καὶ ὑμεῖς νὰ εἴπητε εἰς αὐτὸν, ὅτι «βεβαίως σὲ ἐπεβαρύναμεν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὡς ἀντάλλαγμα τῆς τοιαύτης ἐπιβαρύνσεώς σου, σοὶ ἐχορηγήσαμεν καὶ τὰ ἀγαθὰ ταῦτα»· ἀλλὰ ποῖα ἀγαθὰ θὰ εἴπητε ὑμεῖς ὅτι τῷ ἐχορηγήσατε; ἐκτὸς ἐὰν νομίζητε, ὅτι χορήγησις ἀγαθοῦ εἶναι ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἐπιμένομεν λοιπὸν καὶ ἀξιοῦμεν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἀπαντήσῃ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν, ὅπερ θεωροῦμεν ὡς ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων.

§150ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ αὐθάδεια, μεθ’ ἧς προσηνέχθη πρὸς ἐμὲ ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ ἦτο βεβαίως ἀξία περιφρονήσεως, ἂν μὴ συνεδέετο μὲ τὰς διαμαρτυρήσεις του, ὅτι προῆλθεν εἰς τοῦτο, ἵνα καταδείξῃ ὅτι δὲν λαμβάνει τὸν λόγον, ὅπως παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, οὐδὲ αὐτὸς οὐδὲ ὁ ἕτερος συνάδελφος αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του καὶ καταδείξῃ εἰς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν πρὸ πάντων, περὶ τοῦ ὁποίου μεριμνᾷ, ὅτι ἀγωνίζεται ἀνενδότως, ἵνα ἀνακόψῃ τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνέργειαν πρὸς ψηφοθηρίαν. Ὅτι, κύριε Πρόεδρε, ὁ συνάδελφος πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παρακωλύῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐργάζεται, εἶναι καταφανὲς ἐκ τῆς ἐν γένει αὐτοῦ συμπεριφορᾶς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἀναμιγνύεται εἰς πάντα τὰ ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἔχει, οὐδὲ δύναται νὰ ἔχῃ, γνῶσιν. Ὁμιλεῖ λ. χ. περὶ φυλακῶν, ἐνῷ δὲν γνωρίζει οὔτε πῶς συνέστησαν αὗται, οὔτε τίς ὁ σκοπὸς αὐτῶν, οὔτε πῶς λειτουργοῦσιν· ὁμιλεῖ περὶ ζητήματος, ἀναγομένου εἰς τὴν σφαῖραν τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, μεθ’ ἧς συνδέεται, ὅσῳ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον μετὰ τῆς Αὐστραλίας· ὁμιλεῖ περὶ ζητημάτων, ἀναγομένων εἰς τὸ σχέδιον τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, καίπερ ἀγνοῶν τὰ κατ’ αὐτὸ, καὶ χρησιμεύει ἡ ἠχὼ τῶν λόγων τοῦ συναδέλφου του, ἀναμένων νὰ ἀκούσῃ, τί θὰ εἴπῃ ἐκεῖνος, διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς αὐτὰς λέξεις ἀνουσιώτερον· φρονεῖ δὲ ἀφελέστατα, ὅτι τοῦτο λέγεται συζήτησις. Ὅσοι θέλουσι νὰ συζητήσωσι σπουδαίως, πρέπει νὰ κατέχωσι τὰ ζητήματα, πρέπει νὰ ἔρχωνται παρεσκευασμένοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ὁμιλῶσιν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ πείθωσι καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀκούουσι, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀναγνώσωσι τὰ παρ’ αὐτῶν λεχθέντα. Ὅσοι δὲ ἔρχονται διὰ νὰ νὰ ὁμιλῶσι περὶ ζητημάτων, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἔχουσι γνῶσιν, ἐκεῖνοι βεβαίως πράττουσι τοῦτο διὰ νὰ παρακωλύσωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ προβῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, στέλλουσι δ’ ἐκεῖθεν ὁδηγίας, ὅπως δημοσιευθῇ αὔριον πρωῒ πρωῒ, ὅτι ἠγωνίζετο ἐκθύμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικοβοιωτίας συζητῶν καθ’ ὅλην τὴν νύκτα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· θέλει νὰ ἴδῃ αὔριον ἀναγινωσκόμενον τοῦτο ὡς κατόρθωμα, νομίζων, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συνιστᾶται εἰς τὸν κόσμον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι κατόρθωμα· εἶναι εὔκολον νὰ ἐκστομῇ τις λέξεις ἄνευ συνεχείας καὶ ἄνευ ἐννοίας· κατόρθωμα ἀληθῶς θὰ ἦτο, ἐὰν συνεζήτει σοβαρῶς, κατόρθωμα θὰ ἦτο, ἐὰν κατεῖχε τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου συζητεῖ, κατόρθωμα θὰ ἦτο, ἐὰν μεθ’ ὅλης τῆς ἀξιοπρεπείας, ἡ ὁποία ἐμπρέπει εἰς ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ, προέβαινεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ζητημάτων, ἵνα γένηται ἄξιος τῆς ἀπαντήσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ. Ἀλλὰ, καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλεῖ, πρέπει νὰ ᾖναι βέβαιος, ὅτι οὔτε συνάδελφός τις αὐτοῦ, κατὰ μείζονα δὲ λόγον οὔτε ἡ Κυβέρνησις θέλει ποτὲ τῷ ἀπαντήσει.

§151Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως δὲν ἀξιῶ, ὅτι ἔχω τὰς γνώσεις, τὴν παιδείαν καὶ τὴν ἀνατροφὴν τοῦ πρὸ ὀλίγου λαλήσαντος, ἑπομένως περὶ τούτου δὲν θὰ ἐκτείνω τὸν λόγον, καθόσον καὶ ἡ κοινωνία καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι γνωρίζουσι καὶ τὴν ἀνατροφὴν καὶ τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν παιδείαν ἑνὸς ἑκάστου. Ἀκόμη στεροῦμαι καὶ τῆς γνώσεως ξένων γλωσσῶν, ὧν κάτοχος εἶναι ὁ ἔντιμος συνάδελφος, καὶ δὲν εἶμαι ἑπομένως εἰς θέσιν νὰ ἀναγνώσω συγγράμματα, πραγματευόμενα τὰ ζητήματα ταῦτα· ἑπομένως θεωρῶ ἐντελῶς περιττὸν νὰ συζητήσω καὶ ἀμφισβητήσω τὴν ἰδέαν ταύτην τοῦ ἐντίμου συναδέλφου. Ἓν μόνον γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἐκπληρῶν τὰ βουλευτικά μου καθήκοντα, οὐδέποτε ἐσκέφθην νὰ χρησιμοποιήσω τὸ βουλευτικόν μου ἀξίωμα, ὅπως ἐξ αὐτοῦ ψωμίζωμαι. Ἐκεῖνοι, οἵτινες χρησιμοποιοῦσι τὴν θέσιν τὴν βουλευτικὴν, ἵνα ψωμίζωνται, ἐκεῖνοι δύνανται ἴσως νὰ ταράσσωνται, ἀλλ’ ὅσοι κατέστρεψαν εἰς τὰ πολιτικὰ περιουσίαν καὶ ἰδίαν καὶ τῶν γονέων αὐτῶν, βεβαίως δύνανται μὲν νὰ λυπῶνται, διότι δὲν ἔφθασαν εἰς τὸ ὕψος καὶ τῆς διανοίας καὶ τῆς μορφώσεως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, ἀλλὰ τοὐλάχιστον παρηγοροῦνται, ὅτι πολιτευόμενοι, πολιτεύονται ἐντίμως.

§152ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ συζήτησις, κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀνεγέρσεως τῶν φυλακῶν δὲν ἤθελεν ἔλθει εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἐὰν ἡ πτέρυξ, ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας αὐτῆς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πέρυσι δὲν παρώτρυνεν ἡμᾶς εἰς τοῦτο. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Πέρυσι συνεδρίαζεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ἔτους, ἧς καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος. Ἐκεῖ πολλαὶ καὶ σπουδαῖαι γνῶμαι καὶ μεμελετημέναι, ὡς ἀξιοῖ ὁ ἐκ Λεβαδείας συνάδελφος κ. Μπουφίδης, προὐτάθησαν. Λεπτομερέστατα συνεζητήθη ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος φυλακὰς, ὁ δὲ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Γεωργαντᾶς διὰ μακρῶν καὶ διὰ μελέτης λίαν ἐμπεριστατωμένης ἀνέπτυξε καὶ αὐτὸς, ὡς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι τῆς μειονοψηφίας καὶ ἐγὼ, τὰς ἰδέας περὶ τοῦ καταλληλοτέρου συστήματος πρὸς ἀνέγερσιν τῶν φυλακῶν. Δὲν λέγω ταῦτα, ἵνα ὑποστηρίξω τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμῆς ὑποστηρίξεως, λέγω ὅμως ταῦτα, ἵνα ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἕτερον συνάδελφον, τὸν κ. Μπουφίδην, ὅστις ἰσχυρίσθη, ὅτι, ἂν λαμβάνῃ χώραν ἐνταῦθα συζήτησις, ἡ συζήτησις αὕτη γίνεται κακῇ τῇ πίστει.

§153ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἰσχυρίσθην αὐτό.

§154ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαιῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν γίνεται κακῇ τῇ πίστει, ἐπὶ τοσοῦτον μάλιστα σπουδαίου ζητήματος. Ἤθελε δὲ εἶσθαι εὐχῆς ἔργον, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ πᾶν ἔτος συνεζητεῖτο ἀκόμη λεπτομερέστερον ἢ ὅσον κατὰ τὴν νύκτα ταύτην συζητεῖται. Διότι μὴ νομίζητε, ὅτι μόνον διὰ γενικῆς τινος συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, περιοριζομένης εἰς τὰ γενικὰ κεφάλαια, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν πρόοδον ἐκείνην, ἥτις ἐστὶν ἀναγκαία ἐν παντὶ ἔργῳ, ἑπομένως δὲ καὶ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν Κρατῶν. Ἐνθυμοῦμαι ἄριστα, ὅτι τοσαύτην ἐντύπωσιν ἐνεποίησαν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ αἱ ἰδέαι τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας, ὥστε ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, τῇ παρακελεύσει μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, ὧν μεταξὺ καὶ ὁ συμπολίτης μου κ. Μουτσόπουλος, οὗ τὴν μαρτυρίαν ἐπικαλοῦμαι, ἐζήτησαν, ἵνα αἱ γνῶμαι τῆς μειονοψηφίας περί τε τῆς ἐγέρσεως καταστημάτων καὶ περὶ μυρίων ἄλλων ζητημάτων, ὡς π. χ. περὶ δασῶν, ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἀνεγράφησαν. Ὥστε ἐὰν ἐλάβομεν τὸ θάῤῥος νὰ συζητήσωμεν ὁπωσδήποτε κατὰ τὴν νύκτα ταύτην, καὶ βεβαίως οὐχὶ διὰ μακρῶν, ἀλλ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν συντομώτερον, ἐπὶ τῆς κυριωτέρας ἰδέας περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων, δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο ἐξ ἰδίας μόνον προαιρέσεως. Οἱ ἀντιπρόσωποι ὑμῶν, Κύριοι, οἱ Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς περυσινῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔδωκαν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ τολμήσωμεν νὰ ὑποβάλωμεν γνώμας γενικὰς περὶ βελτιώσεως τῶν ἐν Ἑλλάδι φυλακῶν. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὥστε νὰ ἀπαιτῶσιν οἱ συνάδελφοι νὰ παρουσιάσωμεν ὁλόκληρον σύστημα, ἐν πάσαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις. Ταῦτά εἰσιν ἔργα τῶν κυβερνώντων. Παρουσιάζουσιν ἆρά γε οἱ Κύριοι οὗτοι τοιοῦτον σύστημα καὶ δὲν εὑρίσκουσιν ἡμᾶς κατηρτισμένους εἰς τὸ νὰ συζητήσωμεν αὐτό; «Ὅτε, Κύριοι, ἀνεγίνωσκον τὸν Βασιλικὸν λόγον, τὸν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης Περιόδου ἐκφωνηθέντα ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπ’ εὐθύνην αὐτῆς ταύτης, τῆς καὶ νῦν ἔτι ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, καὶ ἔβλεπον ἐν αὐτῷ τὰς διαφόρους ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως περὶ πολλῶν καὶ ποικίλων ἔργων, εἶπον ἐν ἐμοὶ, ὅτι ὁ λόγος οὗτος ὁμοιάζει μὲ κατάλογον, ὃν παρουσιάζουσιν ἡμῖν πτωχοί τινες διευθυνταὶ ξενοδοχείων, μὲ εἰκοσιπέντε! ἐξαίφνης φαγητὰ. Καὶ κατόπιν ζητεῖτε ἐξ αὐτῶν τῶν εἰκοσιπέντε! φαγητῶν νὰ εὕρητε ἕν, ἵνα γευματίσητε, καὶ δὲν εὑρίσκετε τίποτε. Κατάλογον, ἐὰν θέλετε νὰ γευματίσητε, ἔχετε, ἀλλὰ φαγητὰ δὲν ἔχετε. Τοιοῦτος ἦτο ὁ Βασιλικὸς λόγος. «Θέλομεν φροντίσει περὶ ἐγέρσεως σχολείων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ περὶ ἐγέρσεως καταστημάτων διὰ φυλακὰς, καὶ περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ διευθετήσεως χειμάῤῥων καὶ ποταμῶν». Εἶναι αἱ λέξεις τοῦ Β. λόγου· καὶ ἐάν τις Ἀμερικανὸς ἀνεγίνωσκε τὸν Β. λόγον, θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου τίποτε δὲν θέλει λείπει ἐν τῷ προτύπῳ αὐτῷ Βασιλείῳ, ἐξ ἐκείνων, ὅσα κλεΐζουσι τὰ μᾶλλον εὐνομούμενα Κράτη τοῦ τε νέου καὶ τοῦ παλαιοῦ Κόσμου. Καὶ ὅμως ἀπεμείναμεν, Κύριοι, καὶ περιμένομεν ἀκόμη μὲ τὸν κατάλογον τοῦ μαγείρου ἀνὰ χεῖρας, ἄνευ ὅμως φαγητῶν. Διότι περὶ οὐδενὸς ἐκ τῶν ἐν τῷ Β. λόγῳ κατονομαζομένων ἔργων ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πρόνοιαν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιαι αἱ μομφαὶ, αἵτινες ἐκφέρονται καθ’ ἡμῶν. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤθελον εὐχηθῆ,— λέγω δὲ τοῦτο ὑπὸ ἀτομικήν μου εὐθύνην, — ἵνα κατὰ πᾶν ἔτος, ὡς γίνεται ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὕτω πως κατόπιν ἡ Βουλὴ κατεγίνετο εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἤθελον εὐχηθῆ νὰ ἠκούοντο ἐνταῦθα γνῶμαι περὶ ἑκάστου κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ λεπτομερῶς. Διότι δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσι καλῶς καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν. Καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως τῶν ἀντιμαχομένων γνωμῶν δύναται νὰ προκύψῃ τι καλὸν ὑπὲρ τοῦ τόπου. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ἐντὸς μιᾶς νυκτὸς νὰ γένηται ἡ δέουσα ἀνάπτυξις καὶ συζήτησις τοσούτων σπουδαίων πραγμάτων, ἅτινα ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις ἀπόψε νὰ ψηφισθῶσιν. Ἢ μήπως ὁ Κατιλίνας ἦναι πρὸ τῶν πυλῶν τῆς πόλεως; Ὁ Κατιλίνας δὲν εἶναι! Τὸ Διάταγμα τῆς ἐκτάκτου Συνόδου εἶναι πρὸ τῶν πυλῶν τῆς πόλεως. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ Διάταγμα δύναται νὰ τροποποιηθῇ ὡς πρὸς τὴν χρονολογίαν. Ἐδῶ εἴδομεν τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν, φέροντα ὁλόκληρον πίνακα στατιστικῆς, καὶ κατόπιν ἀρνούμενον αὐτὸν, ὡς ἠρνήθη ὁ Πέτρος τὸν Χριστόν. Καὶ εἶναι ἀνάγκη τάχα νὰ μᾶς βγάλῃ τὴν ψυχὴν ἐδῶ ἀπόψε, ἐπειδὴ ἔχει τὸ Διάταγμα γεγραμμένον ὑπὸ σημερινὴν χρονολογίαν, ἥτις ἀναγκαίως πρέπει νὰ μεταβληθῇ, διότι ἡ σήμερον εἶναι ἢ αὔριον πλέον, ἀφοῦ παρῆλθε τὸ μεσονύκτιον; Ἔχετε, Κύριοι, καθῆκον νὰ συζητῆτε ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἀκόμη, πρὶν ἢ λήξῃ φυσικῶς ἡ παροῦσα Σύνοδος. Διατὶ τάχα κατέλαβεν ὑμᾶς αὐτὴ ἡ βία; Τὴν Δευτέραν ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν, καὶ νὰ φέρωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς σημειώσεις ἡμῶν, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν δύνασθε νὰ συζητήσητε καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§155ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἤκουσα τὸν συμπολίτην μου νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ κατακρίνῃ μετὰ τόσης δεινότητος τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν, ἀνέμενον, ὅτι ἤθελεν ἐκθέσει τοὐλάχιστον αὐτὰς τὰς ἰδέας του περὶ τῶν φυλακῶν. Ἀληθῶς ἐγένετο συζήτησις, ἀλλὰ εἰς ὅλους τοὺς μακροσκελεῖς ἐκείνους λόγους ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ οὐδεμίαν λέξιν περὶ τῶν φυλακῶν, εὑρισκόμεθα δὲ πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ σιωπήσωμεν καὶ νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἡ εὐκαιρία, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ἐκ τοῦ ἄρθρου 8, ἢ νὰ προκαλέσωμεν τὴν μῆνιν τῶν συναδέλφων, διότι ἀναγκάζομεν αὐτοὺς νὰ συνεδριάζουν τὴν 2 ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ἡμεῖς προτιμῶμεν τὴν μῆνιν αὐτῶν, διότι θέλομεν νὰ καυχηθῶμεν, ὅτι ἡμεῖς ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, οἱ δὲ Κύριοι δὲν τὸ ἐκτελοῦν, καὶ προσπαθοῦσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐμποδίσουν καὶ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν. Πότε πρέπει νὰ λαλήσωμεν περὶ φυλακῶν; κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐδὲν ἐλέχθη. Ἐὰν ὑπεβάλλομεν ἐπερώτησιν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ εὕρισκεν, ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ ν’ ἀπαντήσῃ. Δὲν φοβούμεθα, ὅτι θὰ καταγγελθῶμεν αὔριον, ὅτι παρακωλύομεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Τίνας ἐργασίας; μία ἐργασία ὑπολείπεται, ἡ ἀνάγνωσις τοῦ συνόλου, ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν καὶ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ Διατάγματος τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Καὶ κατὰ τί ἤθελε πάθει τὸ πολίτευμα ἢ τὸ Κράτος, ἐὰν ἀνεβάλλετο ἡ ἐργασία αὕτη διὰ τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Τρίτην; Λοιπὸν ἡμεῖς παραβαίνομεν τὸ καθῆκόν μας, ἢ σεῖς ὅπως δήποτε θέλετε νὰ κλείσητε τὴν φυλλάδα αὐτὴν, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους; Καὶ συζητοῦμεν, Κύριοι, περὶ τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ αὐτῷ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν, διὰ τὴν κατάστασιν τῶν οἰκοδομημάτων τῶν Δικαστηρίων, διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ἐπισκευῆς καὶ τῆς ἐπιστασίας τῶν ἄλλων οἰκοδομημάτων; Ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς τοὐλάχιστον εἰς ἐκεῖνα τὰ δημόσια ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθη κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Περιόδου, ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ Θεσσαλία ἐξομοιώθη. Ἐγγράφεται ἀληθῶς ὑπὸ τὸ ἄρθρον 13 μία πίστωσις 15,000 δραχμῶν μὲ τὴν ἐπιγραφὴν «ἀποξήρανσις ἑλῶν καὶ διοχέτευσις χειμάῤῥων καὶ ποταμῶν». Ἀλλὰ ποῦ εἶναι αἱ ἐπαγγελίαι ἐκεῖναι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐπηγγέλλετο — τὴν 4ην νομίζω Φεβρουαρίου — πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἀποξηράνῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέχρι τοῦ ἄλλου ἄκρου πάντα τὰ τέλματα τῆς Ἑλλάδος, νὰ διευθετήσῃ πάντας τοὺς χειμάῤῥους, νὰ καταστήσῃ ἀληθῆ γῆν τῆς ἐπαγγελίας τὴν Θεσσαλίαν; πῶς παρῆλθε ὅλην τὴν τετραετίαν, χωρὶς οὐδὲν νὰ πράξῃ; Ἡ Θεσσαλία ἐλησμονήθη, ἀναμένουν δὲ ἴσως νέας πλημμύρας, διὰ νὰ ἀποστείλουν τοὺς μηχανικοὺς, ὅπως κατὰ τὰς παραμονὰς πάλιν ἐκλογῶν δώσωσι νέας ἐπαγγελίας ψευδεῖς. Ἀλλ’ ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀνοίξωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν συνδρομὴν τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων, καὶ ἐὰν δὲν μᾶς τὴν χορηγήσωσιν, ἔχομεν καθῆκον νὰ τοὺς καταγγείλλωμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των, καὶ νὰ τοῖς εἴπωμεν: τί ἐπράξατε ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας; Δύο ἔτη παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν περιώδευσα τὴν Θεσσαλίαν. Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀφίξεώς μου ἐδημοσιεύθησαν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποικίλα περὶ τῶν μελετωμένων δημοσίων ἔργων διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Ἀλλὰ παρῆλθεν ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Λογιωτάτου. Ἐκεῖνος ἐμνήσθη ἅπαξ τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκεῖ ἔμεινε· καὶ ἔχω δικαίωμα νὰ τὸν καταγγείλω. Ἤθελον νὰ γνωρίζω, πῶς οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας θὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων των (θόρυβος δεξιᾷ). Ἐγὼ εὐχαρίστως ἀπαντῶ εἰς τὰς διακοπὰς, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ γίνωνται διὰ τρόπου, ὥστε νὰ δύναμαι ν’ ἀντιλαμβάνωμαι αὐτῶν. Ἴσως παραπονεῖσθε, ὅτι ἀποτείνομαι πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὸ στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε σήμερον ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀποτείνηταί τις πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς· διότι ὑμεῖς μὲν οὐδὲν ἔχετε νὰ ἀπολέσητε, οἱ δὲ ἐκλογεῖς ἔχουν τὰ πάντα νὰ ἀπολέσουν, ἐὰν χορηγήσωσιν ὑμῖν τὴν ὑποστήριξίν των. Τί δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐκ τῆς Βουλῆς; Τὴν σιγὴν, τὴν δουλικὴν ὑποταγὴν εἰς τὰ νεύματα, τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀποτεινώμεθα πρὸς αὐτὸν, καὶ ὄχι πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, πρέπει νὰ ἀποδεικνύῃ, ὅτι εἶναι ἄξιος τούτου. Οὐδέποτε τὸ ἀπεδείξατε. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν εἶσθε ἐντιμότατοι ἄνθρωποι, ἀλλ’ οὐδέποτε ἠθελήσατε νὰ ἐννοήσητε τὸ ὕψος τῆς ἐντολῆς, τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων σας· οὐδέποτε ἠθελήσατε νὰ κατανοήσητε τὴν ἰδικήν σας ἀξιοπρέπειαν.

§156ΠΑΧΥΣ. Τί εἶσαι σὺ, ποῦ τὰ λέγεις αὐτά;

§157ΡΑΛΛΗΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ σκέψεις αἱ ἰδικαί μου, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν σᾶς ἀρέσκουσιν. Ὑμεῖς, κύριε Παχῦ, τὰ καθήκοντά σας τὰ πολιτικὰ τὰ ἐκτελεῖτε ὄπισθεν τοῦ Προεδρείου, ἐγὼ τὰ ἐκτελῶ ἐντεῦθεν. Σεῖς ἐκεῖθεν συναλλάττεσθε.

§158ΠΑΧΥΣ. Σεῖς συναλλάττεσθε, ὄχι ἐγώ.

§159ΡΑΛΛΗΣ. Συναλλάττομαι πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου, ὑποσχόμενος πρὸς αὐτοὺς, ὅτι θέλω μεριμνήσει ὑπὲρ τῶν νομίμων συμφερόντων των, ἀλλὰ βεβαίως ποτὲ δὲν συνηλλάγην ἐπὶ ὅροις μὴ ἐντίμοις, καὶ ἐπεθύμουν νὰ εὑρίσκεσθε εἰς αὐτὴν τὴν εὐχάριστον θέσιν. Πρὸ παντὸς ὅμως οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἀποδεικνύονται τόσον εὐαίσθητοι, πρέπει νὰ ἐννοήσουν, ὅτι, ἀντὶ νὰ εὐκολύνουν τὸ ἔργον των, τὸ δυσχεραίνουν διὰ τῶν τοιούτων διακοπῶν, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω. Ἀφοῦ ἐπὶ 3½ ἔτη ἐσίγησε σιγὴν ἰχθύος ὁ κ. Παχὺς, κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν θέλει νὰ ἀκουσθῇ καὶ αὐτὸς, ἔστω καὶ διὰ διακοπῆς. Ἐνόσῳ σιωποῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὁμιλήσουν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ ἰδέαι μου εἶναι κάλλισται. Ἄλλως τε συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐνθυμηθῆτε τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐπηγγέλθη, ὅτι ἤθελε καταστήσει τὴν Θεσσαλίαν τὸν σιτοβολῶνα τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ἔπραξεν ἀληθῶς, ἀλλὰ διὰ τῆς λαθροχειρίας τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ τῶν πινάκων τῆς εἰσαγωγῆς, δι’ ὧν ἀπεδείχθη, ὅτι ἐξάγομεν σῖτον καὶ εἰσάγομεν χρυσόν. Ἀλλὰ αὐτὸ ἠναγκάσθη νὰ τὸ ὁμολογήσῃ ψευδὲς αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν δὲ κατὰ τὸ 1889 εἰσηγάγομεν σῖτον κατὰ 10,000,000 περισσότερον τοῦ κατὰ τὸ 1888, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τί ἔπραξε μέχρι τοῦδε, καὶ τί σκοπεῖ νὰ πράξῃ διὰ τῆς πιστώσεως τῶν 15,000 δραχμῶν ὡς πρὸς τὴν Θεσσαλίαν; ἡ ὁποία δύναται ἀληθῶς νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σιτοβολὼν τῆς Ἑλλάδος, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἡ μέριμνα ἡ κυβερνητικὴ, ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ θέλησις. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου βλέπω μόνον τὴν θέλησιν εἰς ἁρπαγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διακωμῳδηθῇ ὁ θεσμὸς οὗτος, διότι ἓν μόνον παράδειγμα ὑπάρχει εἰς τὴν ἱστορίαν τὴν κοινοβουλευτικὴν τῆς Ἑλλάδος ἐπιψηφίσεως Προϋπολογισμοῦ ἐντὸς μιᾶς νυκτὸς, κατὰ τὸ 1870. Ἔχομεν ἀκόμη 50 ἡμέρας μέχρι τῆς νομίμου λήξεως τῆς Συνόδου. Διατὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε ὁ Προϋπολογισμός; Ἴσως ὁ κ. Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου θὰ μᾶς πληροφορήσῃ, διότι οἱ ἄλλοι μένουν ἄλαλοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαντήσῃ κἀνείς. Ὁ κ. Καράπαυλος μάλιστα μειδιᾷ, ὡς ἀποδεχόμενος τοὺς λόγους μου. Κύριε Πρόεδρε, ἀκριβῶς δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προτείνω τὴν ἀναβολὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§160ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πολὺ συχνὰ, τὰς τελευταίας ἡμέρας μάλιστα, συζητουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατ’ ἐξοχὴν δὲ ταύτην τὴν ἑσπέραν, ἐνῷ οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπικρίνουσι τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως, ποιοῦσιν ἀποστροφὰς πρὸς τὴν δεξιὰν πτέρυγα, δι’ ὧν ἐπιῤῥίπτουσι τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῖς ἀστόχως, ὡς ἰσχυρίζονται, πεπραγμένοις καὶ ἐπὶ τῶν μελῶν τῶν συγκροτούντων τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐπειδὴ δὲ πραγματικῶς εἶναι ἄμεσος ἡ ὑφισταμένη ἀλληλλεγγύη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, οὐσιώδη δὲ παράγοντα τῆς μερίδος αὐτῆς ἀπετέλεσαν πάντοτε οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας, φρονῶ ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει καθῆκον ν’ ἀπολογηθῇ κατὰ τῶν μομφῶν αὐτῶν, καὶ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του. Ἡ τοιαύτη ὅμως ὑποχρέωσις ἐπεβάλλετο παρὰ πάντα ἄλλον εἰς ἐμὲ, διότι δὲν ἐλησμονήθη βέβαια ὁ παράλογος πάταγος, ὁ ἐγερθεὶς κατὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν τῆς 19 Ἰουνίου 1888, διατηρῶ δὲ ἀκόμη ζωηρὰν τὴν ἐνθύμησιν ἐπιθέτων οὐχὶ κολακευτικῶν, τὰ ὁποῖα ἐνησμενίσθησαν νὰ μοὶ ἀποδώσωσιν, ἄλλοι μὲν ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ἄλλοι δὲ διότι συνεπάθουν πρὸς τὸν ἀντίπαλόν μου, καὶ ἄλλοι τέλος ἐκ λόγων, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἐγίνωσκον, ἐνῷ ὀλίγοι ἴσως ἠγνόουν ὑπὸ τίνας περιστάσεις ἐτέθη ἡ ὑποψηφιότης μου, καθὼς καὶ ὅτι ὁ πρὸς τὸ πολιτεύεσθαι ἐνθουσιασμὸς εἶναι ἐλάχιστος παρ’ ἡμῖν. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Θεσσαλῶν, ἀφ’ ὅτου εἰσῆλθον εἰς τὸ Βουλευτήριον, δὲν εἶχον βεβαίως νὰ ἐπιδείξωσι πατραγαθίας, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἀνδραγαθίας, οὐδὲ εἶχον τὴν παιδαριώδη ἀξίωσιν νὰ ἐπισκιάσωσι τὴν αἴγλην καὶ τὰ φῶτα τόσων ῥητόρων, διαπρεπόντων ἐπὶ εὐρυμαθείᾳ καὶ εὐγλωττίᾳ, ὑπῆρξαν ὅμως ὁμολογουμένως στοιχεῖον νομιμοφροσύνην καὶ τάξεως. Ὁρμηθέντες δὲ ἀπὸ τὴν σκέψιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις διαρκὴς, ὅπως τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἐκ τῶν συχνῶν ὑπουργικῶν μεταβολῶν ἀβεβαιότητα, ἐνίσχυσαν τὴν μερίδα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας Βουλευτοῦ, περὶ οὗ ἦτο ἐσχηματισμένη ἡ γνώμη, ὅτι καὶ ἐσωτερικῶς ἤθελε διαῤῥυθμίσει τὴν Πολιτείαν προοδευτικῶς, καὶ ἐξωτερικῶς ἔμελλε νὰ παρασκευάσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα θέσιν ἀνταξίαν τῶν ἀξιώσεων αὐτῆς περὶ μεγάλου μέλλοντος. Πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δὲν τοὺς συνέδεεν ἰδιαιτέρα στοργὴ καὶ συμπάθεια, ἀλλ’ ὁ αὐτὸς δεσμὸς, ὁ συνδέων ἅπαντα τὰ ἀξιότιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς ἄλληλα, ἡ ἐντολὴ δηλονότι, μὲ τὴν ὁποίαν τοὺς περιέβαλον οἱ ἐκλογεῖς των, νὰ βουλεύωνται σοβαρῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων μεθ’ ὅλης τῆς ὀφειλομένης πρὸς τοὺς κειμένους θεσμοὺς εὐλαβείας καὶ σύμφωνα πρὸς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς συνειδήσεως καὶ τοῦ ὅρκου των. Διὰ τοῦτο, μ’ ὅλην τὴν ἐνίσχυσιν, τὴν ὁποίαν παρέσχον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐτήρησαν ἀμείωτον τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν ἀγῶνα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι, ὡς ἀδαεῖς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου, συναισθανόμενοι τὸ ὕψος τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς στάσεως των ἀνελάμβανον ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου, εἶχον ἀνάγκην τοῦ αὐστηροῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ἡ Ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ ἐκτιμῶσι κατὰ τὸ πρέπον τὰς ἐπαγγελίας καὶ τὴν δρᾶσιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἠκολούθουν. Τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἠσπάσθησαν, οὐχὶ διότι ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιβληθεῖσα φορολογία δὲν τοῖς ἐφαίνετο βαρεῖα, ἀλλὰ διότι ἡ ἀνάκτησις τῆς ἐλευθερίας των συνεπήγετο ὑποχρεώσεις. Τοιουτοτρόπως δὲν τοῖς ἐπετρέπετο νὰ λησμονήσωσιν, ὅτι ἱκανὸν μέρος τοῦ δημοσίου χρέους μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχε χρησιμοποιηθῆ πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Θεσσαλίας, οὐδὲ νὰ παρίδωσιν, ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς μεγάλας θυσίας, ὅπως συντελεσθῇ καὶ ἄλλων δούλων ἀδελφῶν ἡ ἕνωσις· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔπρεπε νὰ σκεφθῶσιν ἀμέσως, ὅτι, διὰ νὰ κατασταθῇ ἡ Θεσσαλία, κατὰ τὴν γενικὴν περὶ αὐτῆς φήμην, ὁ σιτοβολὼν ὅλης τῆς Ἑλλάδος, εἶχεν ἀνάγκην πολλῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ ταῦτα ἤθελον κατορθωθῆ μόνον διὰ τῆς εἰσροῆς ξένων κεφαλαίων ἐπὶ συγκαταβατικῷ τόκῳ εἰς τὸν τόπον, πρᾶγμα, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπίτευξιν ἑδραία πίστις καὶ Κυβέρνησις μόνιμος ἠδύναντο νὰ ἐγγυηθῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, αὗται καὶ νῦν ὑφίστανται· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατ’ ἐπανάληψιν ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ προαγωγὴ τῆς Θεσσαλίας ἀποτελεῖ τὴν ἰδιαιτέραν του μέριμναν· τὴν σύστασιν Γεωργικῆς καὶ Κτηματικῆς Τραπέζης ἐζητήσαμεν καὶ ζητοῦμεν ἐξακολουθητικῶς, ἡ σύστασις ὅμως τοιούτων πιστωτικῶν καταστημάτων προϋποθέτει καλῶς λειτουργοῦν κτηματολόγιον, εἰς τὸν καταρτισμὸν δὲ αὐτοῦ ἀνενδότως ἐργάζεται ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν θεωροῦμεν τοῦτο ζήτημα στενῶς Θεσσαλικὸν, ἀλλὰ ζήτημα Ἑλληνικὸν, σχετιζόμενον ἀμέσως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Τὸ Γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰσάγει σῖτον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀξίας 30,000,000 δραχμῶν καὶ πλέον κατ’ ἔτος, τὸ ποσὸν δ’ αὐτὸ ἀντιπροσωπεύει ἀξίαν 6,000,000 κοιλῶν σίτου· ταῦτα βεβαίως, μὲ καλὴν καλλιέργειαν καὶ σύμφωνον πρὸς τὸ προηγμένον Εὐρωπαϊκὸν καὶ Ἀμερικανικὸν σύστημα, ἠδύνατο νὰ παραγάγῃ ἡ Θεσσαλία· ἀπαιτοῦνται ὅμως πρωτίστως κεφάλαια, καὶ τούτων ἔχει ἀνάγκην ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας, οὗτινος ἡ θέσις, ὡς πολλάκις ἐῤῥέθη, δὲν εἶναι εὐχάριστος· καὶ ἀκριβῶς τοῦτο ἀπαιτοῦμεν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ τὴν Βουλὴν, καὶ τοιοῦτο ζήτημα περιεμένομεν νὰ γεννηθῇ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Εὐχαριστῶ πολὺ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικοβιωτίας, διότι μοὶ παρέσχε τὴν ἀφορμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ζήτημα Θεσσαλικὸν ὤφειλε πρὸ πολλοῦ νὰ ἐγερθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπειδὴ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι μόνον ἐμβριθὴς καὶ πεφωτισμένη συζήτησις περὶ Θεσσαλίας ἐν τῇ Βουλῇ, μεθ’ ὅσα λέγονται καὶ γράφονται παρὰ διαφόρων, δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς ὀρθὰ συμπεράσματα, ὅσον ἀποβλέπει τὴν παραδοχὴν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν προσφορωτέρων μέτρων, τῶν ὑπισχνουμένων ἀσφαλῆ καὶ ἀποτελεσματικὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργίας. Ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐσκόπει νὰ πραγματευθῇ τὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλίας, τὸ περιεμένομεν, τὴν προσδοκίαν δ’ ἡμῶν ἐπέῤῥωσεν ἐσχάτως ὑπαινιγμὸς περὶ τούτου ἐφημερίδος, φίλα φρονούσης τῇ Ἀντιπολιτεύσει, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ἀνέγνωσα. Ἐὰν, ὡς ἀνέγνων ἐν τῇ ἐφημερίδι ἐκείνῃ, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐργάζηται καὶ ἔχῃ ἕτοιμον νομοσχέδιον περὶ Θεσσαλίας, θέλω εὐγνωμονεῖ πολὺ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν σύσσωμον, ἡ εὐγνωμοσύνη μου δὲ θέλει εἶσθαι καὶ ἡ ἐκδήλωσις τοῦ φρονήματος τῶν συναδέλφων μου, τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα, καὶ τῶν συμπολιτῶν μου. Ἄς βεβαιωθῇ δὲ ἡ ὁλομέλεια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι, προκειμένου περὶ θεμάτων ἐξυπηρετούντων ζωτικώτατα συμφέροντα τῆς Πατρίδος, οὐδεμίαν διάκρισιν ποιοῦμαι μεταξὺ δεξιᾶς καὶ ἀριστερᾶς πτέρυγος. Καὶ ὀψέποτε ἡ ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοὺς καλέσῃ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ διὰ τοῦ προγράμματός των ἀποδείξωσιν, ὅτι πράγματι ἐμφοροῦνται ὑπὸ πνεύματος προόδου καὶ εὐημερίας ὑπὲρ τῆς ὅλης Ἑλλάδος καὶ τῆς Θεσσαλίας, πρῶτοι οἱ Θεσσαλοὶ θέλουσιν ἐπικροτήσει τὸν ἀγῶνα καὶ τὸ πρόγραμμά των.

§161ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔλαβον τὸ δεῖπνον αὐτῶν ἐπὶ τῆς ἐπισήμου ἐκείνης τραπέζης, πρὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, περιορίσαντες αὐτὸ εἰς μίαν ξηρὰν κουλούραν, ἐγὼ βεβαίως δὲν πταίω διὰ τοῦτο· οὐδὲ πιστεύω, ὅτι τις τῶν συναδέλφων μου, τῶν ἐντεῦθεν παρακαθημένων, εἶναι ἔνοχος τῆς ἀσχημίας ταύτης. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι ἥκιστα εὐχαρίστως εὑρίσκομαι κατὰ τὴν μεταμεσονύκτιον ὥραν ταύτην μακρὰν τῆς οἰκίας μου, εἰς τὴν ὁποίαν ἄλλως τε σπουδαῖος λόγος μὲ ἠνάγκαζε σήμερον νὰ παρευρίσκωμαι πρὸς ἐκτέλεσιν ὑψηλοτέρων καθηκόντων· ἐνόμισα ὅμως, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δέν μοι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀπουσιάζω κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐκ τῆς αἰθούσης τοῦ Βουλευτηρίου. Πρόκειται ἡμῖν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀνέμενον δὲ τὴν στιγμὴν ταύτην, διὰ νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμω ἐπί τινων κεφαλαίων αὐτοῦ· καὶ ἤθελεν εἶναι παράλειψις καθήκοντος ἐκ μέρους μου, ἐὰν ἀπουσίαζον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐντεῦθεν, ὅπου ἐνετάλην παρὰ τῶν ἐκλογέων μου νὰ παρευρίσκωμαι καὶ νὰ ἐπαγρυπνῶ. Δυστυχῶς ὅμως ἐνασκεῖται ἠθική τις πίεσις, καθαρὰ ἐκβίασις ἐφ’ ἡμῶν παρὰ τῶν συναδέλφων, τῶν ἐκεῖθεν καθημένων. Εἶναι πρόδηλος ἡ πίεσις, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦσιν ἐφ’ ἡμῶν, καὶ ὅμως ἐκεῖνοι νομίζουσιν, ὅτι ἐκβιάζονται, καὶ παραπονοῦνται καθ’ ἡμῶν. Ἄριστα ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ σεβαστὸς φίλος μου κ. Ῥάλλης, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανέλθω εἰς αὐτό. Ἀριδήλως ἀπέδειξε, τίνα τὰ καθήκοντα καὶ τῶν ἐκεῖθεν συναδέλφων καὶ τῶν ἐντεῦθεν, γενικῶς μὲν ἐν ταῖς κοινοβουλευτικαῖς ἐργασίαις, μάλιστα δὲ προκειμένης τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· κατὰ ταῦτα δὲ ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ νὰ συζητήσωμεν, ὅση ἑκάστῳ ἡμῶν δύναμις. Εὐχαριστότερον ὅμως ἠγέρθην τῆς θέσεώς μου τὴν στιγμὴν ταύτην, ἵνα λάβω τὸν λόγον, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐκεῖθεν πρὸ μικροῦ ἀγορεύσαντος συναδέλφου, τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Θεσσαλίας κ. Λογιωτάτου, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀφορμὰς νὰ ὑπολήπτωμαι καὶ τιμῶ καὶ ὡς ἄτομον, πλὴν τοῦ πρὸς συνάδελφον ὀφειλομένου σεβασμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας εἶπέ τινα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν ἄνευ παρατηρήσεως παρ’ ἐμοῦ, πρὶν ἢ φθάσω εἰς τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤμην διατεθειμένος νὰ λάβω τὸν λόγον. Ὁ κ. συνάδελφος, ἀληθῶς, ἀποδεικνύεται ἄξιος μεγαλειτέρας τιμῆς καὶ ὑπολήψεως ἐκ τῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ὁμιλίας αὐτοῦ, διότι ὡμολόγησεν (εἶναι δὲ εἷς τῶν ὀλιγίστων, οἱ ὁποῖοι ἔπραξαν τοῦτο,) ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι χρησιμώτατος διὰ τοὺς περὶ τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτὰς, ἵνα πείθῃ αὐτοὺς περὶ τῆς ὀρθότητος ἢ μὴ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ βοηθῇ αὐτοὺς πρὸς κανονισμὸν καὶ ἔκφρασιν τῆς τοιᾶσδε ἢ ἀλλοίας γνώμης αὐτῶν ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων. Βεβαίως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ἐκεῖθεν καθήμενοι, δὲν ἔχουσι νὰ παραπονεθῶσιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἤσκησε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, καὶ δὲν ἔδωκεν αὐτοῖς ἀφορμὴν εἰς πλείστας περιστάσεις, νὰ κρίνωσι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ῥυθμίσωσι τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν. Ἀλλ’ εὑρέθημεν, ὡς κατέστη πλέον πασίγνωστον, καὶ εὑρισκόμεθα ἔτι καὶ νῦν πρὸ περιστάσεως, ἥτις εἶναι ἥκιστα εὐελπιστικὴ διὰ τὸν ἡμέτερον ἀγῶνα, τῆς περιστάσεως, ὅτι οὐδεμία σύστασις ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδεμία παρατήρησις ἢ ἐπιτίμησις ἡμῶν πρὸς αὐτὴν, οὐδεὶς ἔλεγχος τῶν διαφόρων πράξεων αὐτῆς ἠδυνήθη νὰ μεταπείσῃ ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον ἕνα τῶν συναδέλφων, ἔστω καὶ εἰς μίαν κἂν μόνην περίστασιν, ἵνα μεταβάλῃ τὴν κεκτημένην ἰδέαν, τὴν προδιαγεγραμμένην γνώμην καὶ στάσιν αὐτῶν ὡς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι, κατ’ ἐμὲ, λίαν ἀποθαῤῥυντικὸν διὰ τὸν ἀγῶνα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἔπρεπε δὲ νὰ ὑπάρξῃ Ἀντιπολίτευσις, ὡς ἡ νῦν ὑφεστῶσα, μετὰ τοσαύτης ἀφοσιώσεως προσηλωμένη εἰς τὸ καθῆκον, μετὰ τοσαύτης αὐταπαρνήσεως ὑπερασπιζομένη τὰς θέσεις, ἐφ’ ἃς ἐτάχθη, ἵνα μὴ ματαιωθῇ ὁ ἀγὼν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ αὕτη τέλεον ἐκ τῆς αἰθούτης ταύτης, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὰς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ταῦτα μὲν γενικῶς. Ὡς πρὸς τὰ Θεσσαλικὰ δὲ ἔργα ἐρωτῶ: ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Λογιωτάτου εὑρίσκει καὶ κατ’ αὐτὴν ἔτι τὴν στιγμὴν μίαν μόνην ἀφορμὴν, ἵνα ἐπιῤῥωνύῃ τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν συμπάθειαν αὐτοῦ; Εὗρε μίαν κἂν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, πλὴν τῶν καθαρῶς κομματικῶν λόγων, οἵτινες ὑποχρεοῦσιν αὐτὸν νὰ παρέχῃ τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τοσαύτης ἀξιοτίμου ἐπιμονῆς — ἀξιοτίμου ὑπὸ ἔποψιν κομματικῆς ἐντιμότητος, ἐννοεῖται, — εὗρε, λέγω, μίαν κἂν τοιαύτην πρᾶξιν, δικαιολογοῦσαν τὴν ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ ἐμμονὴν αὐτοῦ; Δύναται δὲ νὰ μοὶ ὀνομάσῃ μίαν κἂν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, δικαιολογοῦσαν αὐτὸν καὶ δίδουσαν αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του: «τοῦτο ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας»; Ὁ κ. συνάδελφος ἔδωκεν ἤδη, δι’ ὅσων εἶπεν, ἀρνητικὴν τὴν ἀπάντησίν του εἰς τὸ ἐρώτημά μου τοῦτο, εἰπών: «Ἐτέθη ζήτημα Θεσσαλικὸν καὶ ὑφίσταται». Ἀλλὰ τῆς Θεσσαλίας ἡ τύχη, κύριε συνάδελφε, κατὰ τί ἐβελτιώθη; Ἀληθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέδωκε πρωίαν τινὰ κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Λογιωτάτου, ἓν «κοινοποιηθὲν», τὸ ὁποῖον εὑρέθη δημοσιευμένον ὡς διὰ μαγείας εἰς ὅλα τὰ φύλλα τῆς πρωτευούσης, τὰ πολιτικῶς φίλα φρονοῦντα τῇ Κυβερνήσει, κοινοποιηθὲν, ἀναγράψαν σωρείαν ἔργων, ἅτινα, συντελούμενα, ἤθελον μεταβάλει τὰς τύχας τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου ὑπὸ ἔποψιν δημοσίας οἰκονομίας καὶ ἐθνικοῦ πλούτου. Ἀλλὰ ἐκεῖναι αἱ χρυσαῖ ἐπαγγελίαι ἀπέπτησαν μετὰ τὴν ἐκλογὴν ὡς ἔπεα πτερόεντα! Ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν ἐνταῦθα 12,500,000 δραχμὰς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ἐκείνων, ἀλλ’ ἔργον οὐδὲν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐτελέσθη ἐν Θεσσαλίᾳ! Εἰς τοῦτο δὲ ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, πρὸς χαρὰν τῆς Θεσσαλίας, τῆς νεήλυδος ταύτης εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς ἐλευθερίας ἀδελφῆς χώρας, καὶ πρὸς χαρὰν τῆς Ἑλλάδος ὅλης, νὰ ἤκουον διαψεύδοντά με τὸν κ. συνάδελφον. Καὶ παρακαλῶ αὐτὸν κατηγορηματικῶς ν’ ἀπαντήσῃ, διακόπτων με. Περιμένω, βλέπετε, τὴν ἀπάντησιν. Σιωπᾷ· ἡ δὲ σιωπή του εἶναι ἔντιμος ὁμολογία τῆς ἐμῆς γνώμης. Δυστυχῶς ὅμως, καὶ ὡς μὴ ὤφειλεν, αὐτὸς τε καὶ ἅπαντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι ἀρκοῦνται εἰς τὴν «ὑπόστασιν» (ἵνα σχηματίσω καὶ ἐγὼ τὴν λέξιν μου ἐκ τοῦ ὑφίσταται), ἀρκοῦνται εἰς τὴν ὑπόστασιν τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος. Τοῦτο ἥκιστα δικαιολογεῖ αὐτοὺς ἐν τῇ ἐμμονῇ αὐτῶν εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην· καὶ ἄν τὰ διατυμπανισθέντα ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας, τὰ μὴ ἐκτελεσθέντα, εἶναι ὁ μόνος δεσμός, ὅστις κρατεῖ αὐτοὺς εἰς τὴν φιλίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ αὐτὸς ὁ κ. Λογιωτάτου καὶ λοιποὶ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι θὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι ὁ δεσμὸς οὗτος εἶναι τὰ μάλα ἀσθενής. Ὅτε ἐψηφίζοντο ἐν τῷ αἰθούσῃ ταύτῃ αἱ 12,500,000 δραχμαὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον ἰδιαιτέρως καὶ ζητήσω, ἵνα ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων ἐκείνων ἀφιερωθῶσι 500,000 δραχμαὶ τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ὁμοίας φύσεως ἔργων καὶ ἐν Πελοποννήσῳ, εἰδικώτερον δὲ ὑπέδειξα, διὰ δευτέραν τότε φοράν, διὰ τετάρτην δὲ σήμερον, ὡς λίαν ἀναγκαίαν τὴν ἀποξήρανσιν ἕλους τινός, κειμένου ἐν τῷ δήμῳ Τρινάσου τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος. Ἐπὶ τοῦ ἕλους ἐκείνου ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε διατάξει καὶ ἐγένοντο καταμετρήσεις καὶ πᾶσαι αἱ προπαρασκευαστικαὶ ἐργασίαι, ἵνα ἐπιχειρηθῇ ἡ ἀποξήρανσις αὐτοῦ. Ὑπελογίσθη δὲ ἡ ἀξία τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου εἰς δραχμὰς 60,000 ἢ 70,000· εἶχε μάλιστα διαταχθῆ καὶ ἡ ἔναρξις τῆς ἐκτελέσεως, νομίζω, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπεσεν, ἀνῆλθε δ’ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τὸ νῦν Ὑπουργεῖον. Πιθανὸν διὰ τὰ οἰκονομικὰ σχέδια τῆς νῦν Κυβερνήσεως τὸ ποσὸν τῶν 60,000 ἢ 70,000 δραχμῶν νὰ φανῇ ὑπέρογκον. Ὡς εἶπον καὶ προχθές, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν κεφαλαίῳ 8, ἄρθρῳ δὲ 13, ἀναγράφεται ποσὸν 15 χιλιάδων δραχμῶν «πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν, διευθέτησιν ποταμῶν καὶ χειμμάῤῥων κλπ.» Καὶ τότε συνέστησα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρεκάλεσα αὐτὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀφιερώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς τὴν ἐργασίαν ἐκείνην, περὶ ἧς, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τετάρτην φορὰν σήμερον ποιοῦμαι λόγον ἐνταῦθα. Προσέθεσα δὲ προχθὲς εἰς τὴν παρατήρησίν μου, ὅτι, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο τυχὸν ἤθελεν εἶσθαι ἤδη προσδιωρισμένον δι’ ἄλλο τι ἔργον, ἐξίσου ἀναγκαῖον εἰς τὸ Κράτος, νὰ προστεθῇ εἰς τὸ κονδύλιον τοῦτο μικρόν τι ποσὸν, 8,000 ἢ 10,000 δραχμῶν, ἵνα γίνῃ τοὐλάχιστον δι’ αὐτῶν ἔναρξις καὶ μερικὴ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου. Εἶναι δὲ τὸ πρᾶγμα σπουδαιότατον ὄχι μόνον διὰ τοὺς τέσσαρας περιοίκους δήμους, ἀλλὰ καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος καὶ ἐν μέρει διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω τοῦτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως αἱ 15,000 δραχμαὶ αὗται δὲν εἶναι ἀφιερωμέναι εἰς ἄλλο τι ἔργον, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δαπανήσῃ αὐτὰς, ἢ τοὐλάχιστον μέρος αὐτῶν, ὑπὲρ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τούτων. Τοιαῦται συζητήσεις βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ γίνωνται ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὑφ’ οὓς συνεδριάζομεν τὴν νύκτα ταύτην ἐν νυσταλέοις σώμασι καὶ νυσταλέαις ψυχαῖς, ἐν ὥρᾳ τρίτῃ μετὰ τὸ μεσονύκτιον! Ἡ Κυβέρνησις μᾶλλον ἔπρεπε νὰ προκαλῇ εὐρεῖαν συζήτησιν ἐπὶ τῶν τοιαύτης σπουδαιότητος κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἀκούῃ τὰς γνώμας ἡμῶν, νὰ προκαλῇ ἡμᾶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰς ἀνταλλαγὴν ἰδεῶν, εἰς ἔκφρασιν γνωμῶν περὶ τῶν διαφόρων ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ἵνα σχηματίζῃ τὴν γνώμην αὑτῆς ἀσφαλέστερον ἐπὶ τῶν τοιούτων. Δυστυχῶς δὲν συμβαίνει τοῦτο! Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκβιάζει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυκτί. Τί πταίομεν ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν, ἐπιτελοῦντες τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον φρονοῦμεν ὅτι ἔχομεν, λαμβάνομεν τὸν λόγον ἐν τῇ συζητήσει τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου διὰ τὸ Κράτος νομοθετήματος, τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ διατίθεται ἡ διὰ τῶν ἱδρώτων τοῦ λαοῦ συλλεγομένη ὑπέρογκος καὶ καταπληκτικὴ ποσότης τῶν 100,000,000 δραχμῶν; Προκειμένου δὲ περὶ τοιούτου ἔργου, οἵου ἐγὼ συνιστῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μετὰ παρακλήσεως τὴν ἐκτέλεσιν, εἶναι ἆρά γε ἁπλοῦν δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ζήτημα τῆς διαθέσεως αὐτῆς νὰ θέλῃ ἢ νὰ μὴ θέλῃ νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ; Κατ’ ἐμὲ, πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἡ τῶν τοιούτων ἔργων ἐκτέλεσις εἶναι ὑποχρέωσις καὶ οὐχὶ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως. Πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν, κύριε Πρόεδρε, εἰσπράττονται παρὰ τοῦ λαοῦ «φόροι βαρεῖς», οὐχὶ πλέον κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην καὶ τοὺς ἡμετέρους ἰσχυρισμοὺς, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἣν δὶς καὶ τρὶς κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἐπανέλαβεν ἐκεῖνος, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ ἐγὼ, οὐχὶ βεβαίως διὰ νὰ πληροφορήσω τὸν λαὸν περὶ αὐτοῦ, διότι οὗτος ἀρκετὰ δεινῶς αἰσθάνεται τὸ ἄχθος τῶν φόρων ἐπὶ τῆς ῥάχεώς του. Τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκφράσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὁ λαὸς πληρόνει «φόρους βαρεῖς», εἴδομεν ἐπιῤῥιπτομένην ἐναντίον ἡμῶν ὑπὸ τὸν τύπον μομφῆς, ὅτι ἀφήσαμεν μόνους τοὺς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης κυρίους συναδέλφους νὰ φέρωσι τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας βαρείας, καὶ ὅτι ἡμεῖς δὲν συνετελέσαμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν φόρων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ὁ λαὸς πληρόνει φόρους βαρεῖς, δίδει τὴν τροφὴν, τὴν ὁποίαν πορίζεται μετὰ κόπων καὶ πολλῶν ἱδρώτων, εἰς τὸ πολιτειακὸν σῶμα, ἵνα τοῦτο τραφῇ καὶ συντηρηθῇ, ἀλλὰ τοῦ πολιτειακοῦ σώματος εἶναι πάλιν αὐτὸς ὁ λαὸς τὰ μέλη καὶ τὰ ἄκρα καὶ τὰ κῶλα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν τύχην των, ἀλλὰ πρέπει νὰ συντηρηθῶσι. Πρέπει λοιπὸν τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον προσφέρει ὁ λαὸς εἰς τὸ πολιτειακὸν σῶμα ὡς τροφὴν, νὰ κυκλοφορήσῃ εἰς τὰς φλέβας αὐτοῦ, ὡς τὸ αἷμα ἐν τῷ φυσιολογικῷ ὀργανισμῷ, ὡς δύναμις παραγωγός. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐκτέλεσις τοιούτων ἔργων. Δὲν ζητῶ πολυτέλειαν· ὅ,τι ζητῶ ὑπὲρ τοῦ Τρινάσου καὶ τῶν γειτονευόντων δήμων εἶναι ἓν τῶν δικαιοτάτων πραγμάτων, τὰ ὁποῖά τις τῶν ἀντιπροσώπων ἐζήτησεν. Ἡ δαπάνη 15,000 δραχμῶν, ὅπως ἀποξηρανθῶσι χιλιάδες στρεμμάτων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ τραφῶσι μυριάδες λαοῦ δύο ἐπαρχιῶν, βεβαίως δὲν εἶναι δαπάνη δυναμένη νὰ κριθῇ ὡς πολυτελής. Δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ ἐκεῖθεν καθήμενοι συνάδελφοι ἐκ Λακωνίας ἐμερίμνησαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ συνέστησαν τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑποθέτω δὲ, ἐκ τῆς ἀγαθῆς ὑπολήψεως, ἣν εὐαρεστοῦμαι νὰ τηρῶ περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξ ἀγαθῆς διαθέσεως, ὅτι ἐν ταῖς ἰδιαιτέραις συνεννοήσεσιν αὑτῶν συνέστησαν τοῦτο. Πιθανὸν καὶ νὰ μὴ εἰσακούωνται· ἐγὼ ὅμως ὤφειλον, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑψώσω ἐντεῦθεν τὴν φωνήν μου καὶ ν’ ἀπευθύνω τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καίπερ μὴ προκληθεὶς παρ’ αὐτῆς. Εὐελπιστῶ δὲ, ὅτι δὲν κατεχράσθην πολὺ τῆς ὑπομονῆς τῆς Βουλῆς δι’ ὅσων εἶπον.

§162ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ἀληθῶς εὐτυχὴς, ὄχι μόνον διότι ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς τὴν παράτασιν τῆς συνεδριάσεως τῆς ἑσπέρας ταύτης, ὅπως παρατηρεῖ ὁ κ. Καλαντζόπουλος, ἐκ τῶν ἀγρυπνοτάτων ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διανυκτερεύων χάριν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λαρίσσης συνάδελφον νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Θεσσαλίας. Δὲν εἶχον οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐγνώριζε τὰς ἀνάγκας ταύτας ἀπὸ μακροῦ χρόνου, καὶ ὅτε ἐπηγγέλλετο πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς των τὴν θεραπείαν αὐτῶν, ἔπραττε τοῦτο ἐν πλήρει συνειδήσει καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι θὰ συντελέσῃ, ἐκλεγόμενος, εἰς τὴν κάλυψιν τῶν ἀπαιτήσεων καὶ ἀξιώσεων ἐκείνων, ἀλλὰ μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα αὐτὸν σήμερον, ἀφοῦ παρέσχε διὰ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐξέφερε, πᾶσαν τὴν συνδρομήν του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐρευνᾷ, τίνες εἶναι αἱ ἐπαγγελίαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς πρὸς τὴν Θεσσαλίαν. Φαίνεται, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀρκεῖται εἰς ἐπαγγελίας· ἐὰν ἀρκῆται εἰς ἐπαγγελίας, ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἔδωκεν ἀφθόνους τοιαύτας. Ἀκούσατε, τί λέγει κατ’ ἀντιμωλίαν πρὸς τὸν συνάδελφον διὰ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως (ἀναγινώσκει): «.... Ἀλλὰ δὲν θὰ προήγετο προσηκόντως ἡ δημοσία εὐημερία, ἐὰν, καταβαλλομένης πάσης φροντίδος πρὸς τελείωσιν τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου, παρημελεῖτο ὅλως τὸ ζήτημα τῆς συχνῆς ἐρημώσεως προσοδοφόρων ἐπαρχιῶν διὰ τῆς ὑπερχειλίσεως ποταμῶν, οἵτινες μεταποιοῦνται εἰς ὄργανα καταστροφῆς, ἐνῷ, τεχνικῶς διευθετούμενοι, θὰ καθίσταντο πηγὴ εὐπορίας. Ἡ κυβέρνησίς Μου ἠσχολήθη εἰς παρασκευὴν συστήματος ὅλου ὑδραυλικῶν ἔργων, περιλαμβάνοντος σύμπασαν τὴν Ἑλλάδα, πρὸς τακτοποίησιν ῥοῆς ποταμῶν καὶ ἀποξήρανσιν λιμνῶν καὶ τελμάτων, βαίνουσα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀπὸ τῶν σπουδαιοτέρων πρὸς τὰ ἧττον ἐπείγοντα. Ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων ἐκρίθησαν τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικὰ ἔργα, περὶ ὧν μέλλει νὰ ὑποβληθῇ ὑμῖν εἰδικὸν νομοσχέδιον, ἐξ οὗ ἀπεκδεχόμεθα τὴν γεωργικὴν ἀκμὴν τῆς εὐφόρου ἐκείνης χώρας.» Ἐπαγγελίας θέλει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· βλέπετε, ὅτι προσεκομίσαμεν, καὶ βλέπετε, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἀνακαινισθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐπιφάνεια τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, βλέπετε ὅτι ἐπρόκειτο περὶ διευθετήσεως ποταμῶν, περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν καὶ τελμάτων· ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι μόνη σκέψις περὶ λιμνῶν, ἡ ὁποία ἐγένετο, εἶναι ἡ γενομένη ὡς πρὸς τὴν λίμνην, ἥτις εἶναι γνωστὴ ἐν Θεσσαλίᾳ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης ἐκείνης, δι’ ἧς ἀποξηράνσεως ἔμελλον ν’ ἀποδοθῶσι χιλιάδες στρεμμάτων πρώτης ποιότητος εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐπρόκειτο μόνον περὶ αὐξομειώσεως τοῦ μισθώματος τῆς λίμνης ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐνοικιάζεται ὡς ἰχθυοτροφεῖον. Ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐπαγγελίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἰδικῶς πρὸς αὐτὸν καὶ χάριν αὐτοῦ ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις, τὸν ἐρωτῶ, πῶς δικαιοῦται ν’ ἀπευθύνηται πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ νὰ ζητῇ παρ’ αὐτῆς ἐπαγγελίας; Ὤφειλε ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ τῇ εἴπῃ· «σοὶ προσέφερον πᾶσαν τὴν συνδρομήν μου, οὐδέποτε σοὶ ἠρνήθην ψῆφον, μὲ ἠνάγκασες καὶ ἐπηγγέλθην πρὸς τοὺς συμπολίτας μου πανθ’ ὅσα ἐπηγγέλθης σὺ διὰ τοῦ Β. λόγου· τίνα ἐξετέλεσας ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν σου;» Αὐτὴ ἡ γλῶσσα ἥρμοζεν εἰς τὸν συνάδελφον, ὄχι νὰ ζητῇ λόγον ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὴν ὁποίαν ποτὲ δὲν ὑπεστήριξεν, εἰς ἥν ποτὲ δὲν ἔδωκε ψῆφον μήτε αὐτὸς μήτε οἱ συνάδελφοί του. Καὶ ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν τὸ δικαίωμα, οἱ ἐκ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος Βουλευταὶ, νὰ ζητήσωμεν τὸν αὐτὸν λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι τῆς Θεσσαλίας ἡ εὐημερία εἶναι εὐημερία ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, μόνον δὲ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ, μόνον διὰ τῆς ἀποδόσεως εἰς τὰς τόσας καὶ τόσον φιλοπόνους χεῖρας τοῦ γεωργικοῦ σας πληθυσμοῦ ὅλων ἐκείνων τῶν εὐφορωτάτων γαιῶν εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι θὰ εὐπορήσῃ, ὅτι θὰ δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς πολλὰς καὶ ἀκατανοήτους ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ὑπὸ τὴν σπάταλον διοίκησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅ,τι εἶναι διὰ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα ἡ Πελοπόννησος, τοῦτ’ αὐτὸ εἶναι διὰ τὴν νέαν Ἑλλάδα ἡ Θεσσαλία· εἶναι οἱ δύο πόδες ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Πελοπόννησος, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηθῇ ἡ εὐημερία τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐὰν ὁ εἷς χωλαίνῃ, ὁ ἕτερος ὑποσκάζει, διότι ὅ,τι θὰ ἐσοδεύῃ ἡ Πελοπόννησος θὰ ἐξοδεύῃ ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς, ἀναγκαζομένη νὰ μὴ εἰσπράττῃ ὅ,τι ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῆς Θεσαλίας. Ἀλλ’ ἴσως, Κύριοι, ἐβαρύνθητε, ἴσως θεωρεῖτε, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ παρέλθητε δι’ ἁπλῆς ἀναγνώσεως. Δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, ἐξ ἐναντίας νομίζω, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ καὶ ἡ προκειμένη ἀφορμὴ συζητήσεως ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν, βεβαίως θὰ κλεισθῇ τὸ στόμα ἡμῶν, βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Θεσσαλίας, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως διὰ τὴν Δευτέραν, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προτείνεται παρὰ τοῦ ἀπαιτουμένου ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἀριθμοῦ ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία τῆς προτάσεως.

§164ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ θέα τῶν ἑδωλίων τῆς Βουλῆς, τῶν ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ἤθελον ἐπιβάλει εἰς ὑμᾶς, εὐσυνειδήτως καὶ καλῶς ἐκπληροῦντα τὸ καθῆκον τοῦ Προέδρου, νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν, τὸ μὲν διὰ νὰ μὴ παρατείνηται ἐπὶ πολὺ ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ γελοία, τὸ δὲ, ἐκ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχετε, νὰ μὴ ἀφίνητε νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ ἀπαρτίας.

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸν Πρόεδρον, τὸν ἐκπληροῦντα εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκον του, ἐπιβάλλεται ἄλλο καθῆκον.

§166ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, κύριε Πρόεδρε.

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναται νὰ ἦναι τὸ αὐτὸ, ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς, τότε δὲν δύναται νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§168ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε προβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.

§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ).

§170Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δημοσίων ἔργων ἐν ἄρθρῳ 12, εἶναι ἀναγεγραμμένη πίστωσις ἐκ δραχμῶν 14,400 δι’ ἔκτακτον ἀρχιτεκτονικὴν ὑπηρεσίαν ἀλλοδαποῦ μηχανικοῦ. Ζητῶ τὴν ἀπάλειψιν τῆς πιστώσεως ταύτης, διότι παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῇ τακτικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Μηχανικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχει ἀριθμὸς ἐκ 30 περίπου μηχανικῶν, οἵτινες λαμβάνουσιν ὡς ἀποζημίωσιν κατ’ ἔτος 80,000 δραχμάς. Ἐνῷ λοιπὸν ἔχομεν τοσοῦτον ἀριθμὸν μηχανικῶν, δι’ οὓς δαπανῶμεν 80,000 δραχμὰς ἐτησίως, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸς ὁ ἀλλοδαπὸς μηχανικὸς, λαμβάνων μάλιστα 1200 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἐὰν ἦναι ἀπαραίτητος ἡ σύμπραξις αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ὑπερβολικῶς μέγα. Ἐὰν λοιπὸν ἡ πίστωσις μετριασθῇ εἰς τὸ ἥμισυ ποσὸν, νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι ἀρκετὰ ἱκανοποιητικὴ ἡ πληρωμή. Διὰ τοῦτο προτείνω, νὰ περιορισθῇ εἰς 7,000 δραχμὰς ἡ πίστωσις.

§171ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ὑπομνήσω, ὅτι δὲν εἶσθε 10 οἱ ζητοῦντες.

§173ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ σᾶς ὑπομνήσωμεν, ὅτι ἀναχωροῦντες ἀφίνομεν 75 μόνον Βουλευτάς.

§174ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, εἴμεθα 76.

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸν περιορισμὸν τῆς πιστώσεως εἰς 7,000 δραχμὰς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.

§176ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ, κύριε Πρόεδρε, καὶ διὰ μακρῶν.

§177ΤΙΝΕΣ. Ὁρίστε.

§178ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§179ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας πρό τινων ὡρῶν ἠρώτησεν, εἰς τί χρησιμεύει ἡ πίστωσις δι’ ἀλλοδαπὸν μηχανικὸν, ἡ ἐκ 14,400, προέτεινε δὲ τὴν ἐλάττωσιν αὐτῆς. Ὡσαύτως ἐζητήθη ἡ αὔξησις τῆς πιστώσεως διὰ τὴν ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ διευθέτησιν ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων. Περὶ μὲν τοῦ πρώτου λέγω, ὅτι ἀπὸ ἐτῶν καὶ πλέον ἀναγράφεται τοιαύτη πίστωσις, ὅπως σχηματισθῇ ἐν τῷ τμήματι τῶν δημοσίων ἔργων γραφεῖον ἀρχιτέκτονος. Τοιοῦτον γραφεῖον δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ τμήματος προσελήφθη εἷς μηχανικὸς ξένος. Τοῦ μηχανικοῦ τούτου ἡ πρόσληψις ἐπετεύχθη διὰ τῆς συμφωνίας τῆς χορηγήσεως εἰς αὐτὸν τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης ἀντιμισθίας. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, παρατηρῶ, ὅτι εὕρομεν τὸ ποσὸν, τὸ διὰ τὴν ἀνάγκην ἐκείνην ἀναγραφόμενον, μικρότερον, ἐφέτος δὲ ηὐξήσαμεν αὐτό.

§180Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πίστωσις, ἥτις ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολλὰς τῷ ὄντι ὥρας καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἀπάλειψιν ἢ τὴν μείωσιν ἐζητήσαμεν, ἐγέννησε καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς συνεδέλφους τὴν περιέργειαν, διότι τριάκοντα περίπου μηχανικοὶ Ἕλληνες, ἱκανοὶ, δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ἐργασίαν.

§181ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἀρχιτέκτονες οἱ μηχανικοὶ αὐτοί.

§182Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε «δι’ ἔκτακτον ὑπηρεσίαν». Ποῖαι εἶναι αἱ τακτικαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ τμήματος, καὶ ποῖαι αἱ ἔκτακτοι;

§183ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι τακτικὸς ὑπάλληλος, εἶναι ἔκτακτος ἀρχιτεκτονικὴ ὑπηρεσία, οὐδὲν δὲ ἄλλο κονδύλιον ὑπάρχει ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ, τὸ ὁποῖον νὰ σχετίζηται πρὸς τὴν ἀρχιτεκτονικήν. Ἐν τῷ τμήματι λοιπὸν τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων ἐσχηματίσθη γραφεῖον ἀρχιτεκτονικῆς, ἔνθα ἔχομεν καὶ μαθητευομένους· ἐργάζεται τακτικὰ καὶ ἔχω ἔκθεσιν περὶ τῶν ἐκτελεσθέντων ὑπ’ αὐτοῦ σχεδίων...

§184Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θεωρεῖ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀρχιτέκτονος πολύτιμον καὶ ἔκτακτον· εἶπε δὲ συγχρόνως, ὅτι διὰ συμφωνίας προσέλαβε ξένον ἀρχιτέκτονα ἀντὶ 1200 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ἐρωτῶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μειωθῇ τὸ ποσὸν αὐτό; Δὲν εἶναι ὑπερβολικὸν διὰ τὴν πτωχὴν Ἑλλάδα; Καὶ ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν τοιαύτην δαπάνην; Ἂν τοὐλάχιστον ἦτο ἡ δαπάνη δι’ ἓν ἢ δύο ἔτη, ὑπομονὴ, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦμεν νὰ πληρώνωμεν κατ’ ἔτος.

§185ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τοῦ ἀρχιτέκτονος ἡ ἀντιμισθία εἶναι συνήθως 5% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ἀνεγειρομένων κτιρίων, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ ἀντιμισθία τῶν 1200 δραχμῶν κατὰ μῆνα δὲν εἶναι ὑπερβολική. Τὸ Δημόσιον μόνον διὰ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων ἤθελε πληρώσει πολλαπλάσια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σήμερον πληρόνει. Ὁ ἀρχιτέκτων οὗτος συνετέλεσε πλήρη τὴν ἐργασίαν τὴν προπαρασκευαστικὴν πρὸς ἀνοικοδόμησιν τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου, τὸ ὁποῖον θὰ στοιχίσῃ 500,000 δραχμάς. Ἐὰν ἐπληρόνετο πρὸς 5% θὰ ἐλάμβανε μόνον διὰ τὸ ἀνάκτορον αὐτὸ 25,000 δραχμάς. Βλέπετε, ὅτι δι’ αὐτὰς τὰς δύο προχείρως ἀναφερθείσας ἐργασίας θὰ ἐλάμβανε πρὸ 5% πεντήκοντα χιλιάδας δραχμάς.

§186ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι περίεργος, ῥίπτεται δὲ κατὰ πρόσωπον ὅλων τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν καὶ ἀρχιτεκτόνων. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν μέχρι τοῦδε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐστερεῖτο ἀρχιτεκτόνων, ὅλα δὲ τὰ οἰκοδομήματα, ἢ τοὐλάχιστον τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν, τὰ οἰκοδομηθέντα καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὀφείλονται εἰς Ἕλληνας ἀρχιτέκτονας, ἐργαζομένους ἐν τῷ τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι δὲ ἀρκετὰ περίεργον, νὰ μὴ ἔχωμεν σήμερον οὐδένα ἀρχιτέκτονα καὶ νὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προσφύγωμεν εἰς ξένον, δίδοντες πρὸς αὐτὸν 1200 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ ἐν τούτοις νὰ ἔχωμεν ἐν τῇ Πολυτεχνικῇ Σχολῇ ἕδραν ἀρχιτεκτονικῆς. Ἂν εἴχομεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ τμήματος, ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι καὶ πολλοὶ εἶναι οἱ διδάσκοντες τὴν ἀρχιτεκτονικὴν καὶ πολλοὶ οἱ ἐξελθόντες ἐκ τοῦ τμήματος τούτου. Πῶς κατωρθώθη, μετὰ πάροδον τοσούτου χρόνου ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς, πῶς κατωρθώθη νὰ φθάσωμεν εἰς τόσην γυμνότητα, ὥστε νὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ μισθοδοτῶμεν πρὸς 1200 δραχμὰς ἀρχιτέκτονα ξένον, ὁ ὁποῖος διήνυσε τριάκοντα ὅλα ἔτη παρ’ ἡμῖν, χωρίς ποτε νὰ σκεφθῇ τὸ Δημόσιον νὰ τὸν χρησιμοποιήσῃ εἰς τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον τὸν χρησιμοποιεῖ σήμερον; Πρέπει ἀληθῶς νὰ ἀπελπισθῶμεν ἀπὸ τὴν νοημοσύνην τὴν Ἑλληνικὴν, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ κονδύλιον. Τίνα ἰδέαν δύνανται νὰ λάβουν καὶ οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ ξένοι, ὅταν μετὰ 60 ὅλα ἔτη ἔχωμεν ἀνάγκην, παρατρέχοντες ὅλους τοὺς μηχανικοὺς καὶ ἀρχιτέκτονας, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐσπούδασαν, ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν ξένον ἐκεῖνον ἀρχιτέκτονα, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ὡς ἐκτελεστὴς ξένων σχεδίων; Ἀληθῶς πρέπει νὰ ἀπελπισθῶμεν ἀπὸ τὴν νοημοσύνην τὴν Ἑλληνικήν. Ἴσως ὁ ξένος αὐτὸς ἀρχιτέκτων ἐσπούδασεν ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀρχιτέκτονας τοὺς ἐδῶ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ γνωρίσω ἀρχιτέκτονας, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν Ἑλλήνων ἀρχιτεκτόνων ὑστερεῖ τοῦ ἀρχιτέκτονος, τὸν ὁποῖον μισθοδοτοῦμεν διὰ 1200 δραχμῶν. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσῃ τις, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς δὲν εἶναι ἐμπειρότερος πολὺ ἀρχιτέκτων ἐκείνου τοῦ ξένου, τὸν ὁποῖον ἐστρατολόγησεν ἤδη τὸ Ὑπουργεῖον. Ἂν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ ξένου ἐκείνου ἦσαν τόσον πολύτιμοι, διατὶ δὲν ἐσκέφθη οὐδεμία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ἀφίχθη ἐνταῦθα ὅπως ἐκτελέσῃ τὸ σχέδιον τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Σίνα, διατὶ δὲν ἐσκέφθησάν ποτε νὰ τὸν μισθώσωσιν; Ἀνέφερον τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου καὶ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων· ἀλλ’ ἡ μὲν πίστωσις ὡς πρὸς τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου ἐψηφίσθη πολὺ κατόπιν ἀπὸ τῆς προσλήψεως τοῦ ἀρχιτέκτονος τούτου, ἡ δὲ περὶ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων καὶ ἐκείνη ἔχει μεταγενεστέραν χρονολογίαν. Ἐπλουτίσαμεν, φαίνεται, μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὰ δημόσια καταστήματα, τὰ καταστήματα πολυτελείας, τὰ ζαχαρένια καταστήματα, ὁποῖα εἶναι ἡ Ἀκαδημία, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν δὲν δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν τοὺς ἀρχιτέκτονας, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ μισθοδοτηθῶσι μὲ 400 ἢ 500 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν ξένον, νὰ τὸν ῥίψωμεν κατὰ πρόσωπον ὅλων τῶν Ἑλλήνων, νὰ ὑβρίσωμεν διὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ ὅλους ἐκείνους, ὅσοι ἐσπούδασαν καὶ προσέφερον εἰς τὸ Κράτος τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Πρέπει νὰ συλλογισθῶμεν καὶ περὶ οἰκοδομῆς ἑτέρου τινὸς ἀνακτόρου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν φάμπρικαν οἰκοδομῶν πολυτελείας, διότι τίς οἶδε ποῖα ἄλλα ἀκόμη θὰ κάμωμεν. Καὶ διατὶ λοιπὸν νὰ μισθοδοτῇ τὸ Κράτος ἐκεῖνον τὸν ξένον, ὁ ὁποῖος ἦλθε παρ’ ἡμῖν ἐντελῶς πένης καὶ σήμερον εἶναι πλουσιώτατος; ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ἡ γειτονεία τοῦ ξένου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε τὴν πίστωσιν ταύτην. Ὑποθέτω, ὅτι οἱοσδήποτε ἀρχιτέκτων, προσκαλούμενος ὅπως σχεδιάσῃ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ 10 ἕως 20 χιλιάδας δραχμάς· ὑποθέτω ἐπίσης, ὅτι ἴση δαπάνη θὰ ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοῶ, εἶναι ὅτι κατωρθώσαμεν μίαν ἔκτακτον δαπάνην νὰ τὴν καταστήσωμεν διαρκῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ γνωρίζετε τὴν Γαλλικὴν παροιμίαν «en mangeant l’ appetit vient». Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἔκτακτος αὕτη δαπάνη θὰ μᾶς κοστίσῃ καὶ ἄλλα, καὶ δεύτερον καὶ τρίτον μέγαρον. Ἐτελείωσαν ἢ ὄχι τὰ σχεδιογραφήματα τῶν δύο αὐτῶν μεγάρων, τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς καὶ τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου; ποῖα εἶναι τὰ σχέδια τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κάμῃ ὁ ξένος ἀρχιτέκτων καὶ ἐργάζεται νυχθημερόν; εἰς τί ἐργάζεται νυχθημερόν; ὑπάρχει κἀμμία ἐπείγουσα ἀνάγκη; τί κάμνομεν ἡμεῖς σήμερον; Ἡμεῖς ἀπολύομεν ἐκείνους τοὺς ἄνδρας ἐκ τοῦ στρατοῦ, τοὺς ὁποίους ἀναγνωρίζομεν ὡς ἀναποφεύκτως ἀναγκαίους πρὸς τὸν καταρτισμὸν, πρὸς τὴν ἐκγύμνασιν τῶν στελεχῶν, ἐντούτοις μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀξιώσεις ξένου ἀναγράφομεν πίστωσιν 14 χιλιάδων, διὰ τῆς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ διαθρέψωμεν, ἂν ὄχι τὸ ἥμισυ, ἀλλὰ ἓν τέταρτον λόχου. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐπιδείξῃ τίνων ἄλλων δημοσίων καταστημάτων πρόκειται νὰ παρασκευάσῃ τὰ σχέδια ὁ ξένος αὐτὸς ἀρχιτέκτων, θὰ ἐνόουν τὴν δαπάνην ταύτην, ἀλλ’ ὅταν σᾶς λέγῃ, ὅτι παρεσκεύασε τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου καὶ τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, σημαίνει, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ἐργασία του ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὸ Κράτος, δὲν νομίζω δὲ, ἐκ τοῦ ὅτι ἐδέχθημεν νὰ χορηγήσῃ τὴν ἐργασίαν του ἐπὶ ἔτος ἀντὶ δραχμῶν 1200 κατὰ μῆνα, καὶ ὅτι ἐδέχθη νὰ παρασκευάσῃ, καταταχθεὶς μεταξὺ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὰ σχέδια ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ὅτι διὰ τοῦτο ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ἐπὶ αἰῶνα τὸν ἅπαντα νὰ τὸν μισθοδοτῶμεν. Ἐν περιπτώσει, εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς, καθ’ ἣν, ἀντὶ νὰ ἀναγράψωμεν 14,000 εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, παρηγγέλλομεν ἐργολαβικῶς τὴν προπαρασκευὴν τῶν σχεδίων τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς καὶ τοῦ μεγάρου τοῦ Διαδόχου, ἠθέλομεν πληρώσει 50,000 δραχμάς. Ἀλλ’ εἶναι σπουδαῖα αὐτά; Βεβαίως δὲν εἶναι σπουδαῖα, οὐδὲ δικαιολογοῦσι τὴν δημιουργίαν τῆς θέσεως, ἀφοῦ περὶ οὐδενὸς ἑτέρου δυνάμεθα σήμερον νὰ σκεφθῶμεν οἰκοδομήματος πολυτελείας. Θέλετε νὰ μισθοδοτῶμεν τὸν κύριον αὐτὸν λόγῳ εὐγνωμοσύνης, διότι μᾶς κατήρτισε τὰ δύο ταῦτα σχέδια ἀντὶ ὡρισμένου τιμήματος; Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, τί θὰ ἔπραττεν ὁ ἀρχιτέκτων αὐτὸς, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν τῷ ἔδιδε τὸν μισθὸν αὐτὸν τὸ Κράτος. Ἀφίνω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂν εἶχεν ἀνάγκην σχεδίου διὰ τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου, ἠδύνατο ν’ ἀποταθῇ πρός τινα, ὁ ὁποῖος τῷ προσέφερε τὸ σχέδιον καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλεται καὶ τὸ σχέδιον τῆς Ἀκαδημίας καὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῶν πολυτελεστάτων μεγάρων, τὰ ὁποῖα κοσμοῦσι τὴν Βιέννην, ὁ ὁποῖος ἔδωσε καὶ τὸ σχέδιον τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης.

§187ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔδωκε τὸ σχέδιον τῆς Βιβλιοθήκης, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς προσλήψεως ὡρισμένου ἀρχιτέκτονος πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ εἰρημένου σχεδίου. Ἡμεῖς παρεκαλέσαμεν τὸν ἀρχιτέκτονα ἐκεῖνον νὰ σχεδιάσῃ τὴν Βιβλιοθήκην, διότι αὐτὸς ἦτο ὁ ἐνδεδειγμένος πρὸς τὴν ἐργασίαν ταύτην, ὡς σχεδιάσας καὶ τὴν Ἀκαδημίαν, τοῦτον δὲ μόνον ἐπέβαλεν αὐτὸς τὸν ὅρον εἰς ἀναδοχὴν τῆς ἐντολῆς, τὴν πρόσληψιν ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἀρχιτέκτονος κυρίου Τσίλλερ ἐπὶ ἁδρᾷ ἀμοιβῇ.

§188ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπέβαλεν ὡς ὅρον, νὰ παραλάβητε τὸν ἀρχιτέκτονα αὐτὸν, ἀλλ’ εἰς οἰκοδομὴν, ἡ ὁποία νὰ κατασκευασθῇ διὰ ξένης δαπάνης, δὲν ἐζήτησεν ὅμως ὁ Χάνσεν δι’ ἑαυτὸν τίποτε.

§189ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δι’ ἑαυτὸν οὐδέν.

§190ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Χάνσεν ἔχει ἐν τῷ χαρτοφυλακίῳ του, καὶ τὰ εἶδον ἐγὼ, διερχόμενος ἐκ Βιέννης, ποικίλα σχέδια, τὰ ὁποῖα ἤθελε προσφέρει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἔχει δὲ ἰδίως τὸ μέγαρον τοῦ Διαδόχου παρεσκευασμένον.

§191ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπερ θὰ στοιχίσῃ τέσσαρα ἑκατομμύρια, καὶ κατὰ τὴν ἰδέαν του πρέπει νὰ οἰκοδομηθῇ ἐν Πειραιεῖ.

§192ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ μέγαρον τοῦ Διαδόχου, ὅπως ἐσχεδιάσθη, ἀπαιτεῖ δαπάνην δύο ἑκατομμυρίων, ὄχι τεσσάρων.

§193ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐπιδειχθέν μοι ὑπὸ τοῦ κ. Χάνσεν θὰ στοιχίσῃ τέσσαρα ἑκατομμύρια. Εἶναι ὡραιότατον μέγαρον, ὁ δὲ κ. Χάνσεν εἶναι ἐκ τῶν πρώτων ἀρχιτεκτόνων τῆς ἐποχῆς, καὶ διὰ καλλιτεχνικὰ κτίρια σχεδὸν ἄνευ ἐφαμίλλου. Εἶναι τὸ μέγαρον ὡραῖον ὡς σχεδίασμα πρὸς μελέτας ἀρχιτεκτονικῆς καλαισθησίας, περὶ ἐκτελέσεως ὅμως οὐδεμία δύναται νὰ γενῇ σκέψις.

§194ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὲ παρεξηγεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, λέγων ὅτι δύο μόνον ἐργασίας ἔχει ὁ ἀρχιτέκτων ὁ προσληφθείς· οὗτος ἐργάζεται διηνεκῶς, ἀνέφερα δὲ τὰ δύο ταῦτα κτίρια, ὡς τὰ σπουδαιότερα τῶν μέχρι τοῦδε σχεδιασθέντων καὶ ὡς ἐν παραδείγματι. Ἀλλ’ ἔχομεν πλῆθος ἄλλων σχεδίων καὶ ἐργασιῶν, τὰ ὁποῖα ἢ ἐξετελέσθησαν ἤδη ἢ μέλλουσι νὰ ἐκτελεσθῶσι. Χάρις εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, ἐγένετο ἡ συμπλήρωσις, μεταῤῥύθμισις καὶ τελειοποίησις τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου· χάρις εἰς αὐτὸν, ἔχομεν πλῆρες τὸ σχέδιον τοῦ Ταχυδρομικοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ αὔξησιν, μὴ ἐπαρκοῦντος τοῦ σημερινοῦ χώρου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δεμάτων καὶ ἐπιταγῶν. Χάρις εἰς αὐτὸν, ἔχομεν σχέδιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ πλῆρες τὸ σχέδιον τῆς μετατροπῆς, τῆς πέρυσι σχεδιασθείσης, τοῦ Νοσοκομείου εἰς Δικαστήρια, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ ἐκείνου τοῦ κτιρίου, τὸ σχέδιον ἔμεινεν ἀνεκτέλεστον. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τῆς οἰκοδομῆς Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ὑπηρετήσει τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως ἐπὶ πολὰς δεκαετηρίδας, εἶναι πλῆρες.

§195ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τῆς ἐργασίας αὐτοῦ τοῦ ἀρχιτέκτονος ἀπεκτήσαμεν λοιπὸν τέσσαρα σχέδια: τῶν Δικαστηρίων, διὰ τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι θὰ ἐδαπανᾶτο περίπου 1,000,000, τοῦ Μουσείου, ἀξίας περίπου 500,000, τοῦ Ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου, ἀξίας 500,000, καὶ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς· ὥστε ἔχομεν ἤδη σχέδια τριῶν ἢ τεσσάρων περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰ ὁποῖα περισσεύουσιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Θὰ ἀποκτήσωμεν δὲ καὶ σχέδιον Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι διὰ τοὺς νέους αὐτοὺς ἐλεγκτὰς καὶ παρέδρους ἔπρεπε νὰ οἰκοδομηθῇ κατάστημα εὐπρεπὲς, διότι ἐλησμόνησαν τοὺς προδρόμους, εἰς τοὺς ὁποίους μέχρι χθὲς ἵσταντο. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ μάθω διὰ τίνων ὑπολογισμῶν θὰ κατασκευασθῶσιν αὐτὰ τὰ κτίρια. Ἡμεῖς ἐνομίζομεν, ὅτι διὰ τῆς τροπῆς τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν πόσον μᾶς ἐκόστισαν, καὶ διὰ τῆς μὴ πληρωμῆς τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος κατωρθώσαμεν νὰ ἑνώσωμεν τὴν μίαν ἄκραν μὲ τὴν ἄλλην. Λοιπὸν, ἐὰν τὸ ἰσοζύγιον ὑπάρχῃ, ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, πόθεν ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ τὰ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια;

§196ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ σήμερον πληρονόμενα εἰς μισθώματα θέλουσι διατεθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων.

§197ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἐνόουν ταῦτα πάντα, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῶσιν αὐτὰ τὰ ἔργα· ὅταν ὅμως βλέπω, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους περιλαμβάνεται μόνον ἡ μισθοδοσία αὐτοῦ τοῦ ἀρχιτέκτονος, οὐδὲν δὲ ποσὸν ἐπὶ πλέον χάριν αὐτῶν τῶν κτιρίων, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πιστεύω εἰς αὐτὰ τὰ σχέδια, καὶ ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτοποθετήθη εἷς ξένος, ὅστις εὐηρέστησεν αὐτοῖς.

§198Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εὐχαρίστως ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναγγέλλοντα, ὅτι τέλος πάντων ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων. Παρακαλῶ ὅμως αὐτὸν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν πληροφορίαν: Πρόκειται περὶ κατασκευῆς μεγάρου ἐκ θεμελίων, ἢ περὶ ἐπισκευῆς τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου;

§199ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι ὑπάρχει τι ὁριστικὸν, εἶπον ὅ,τι καὶ πέρυσι, δηλαδὴ, ὅτι ἐθεωρήθη τὸ κτίριον τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου πρόσφορον, ὅπως μετατραπῇ εἰς δικαστικὸν κατάστημα, δυστυχῶς ὅμως δὲν ἐφθάσαμεν εἰς ἀποτέλεσμα, ἐπειδὴ δὲ ὁμιλῶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, παρατηρῶ, ὅτι ἐσφαλμένως κατηγορήθημεν, ὅτι ἀνεγράψαμεν τὴν πίστωσιν ταύτην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀναγεγραμμένη κἀμμία πίστωσις δι’ ἐκτέλεσιν οἰκοδομῶν. Ἐν Κεφαλαίῳ 8ῳ καὶ ἄρθροις 4, 5 καὶ ἑπομ. βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει πίστωσις διὰ πολλὰς οἰκοδομὰς, αἵτινες θέλουσιν ἀνεγερθῆ ἢ μεταῤῥυθμισθῆ διὰ τοῦ Ἀρχιτεκτονικοῦ τούτου γραφείου.

§200Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Χαίρω πολὺ, ὅτι ἀπεφασίσθη ἡ ἀνέγερσις τῶν δικαστικῶν καταστημάτων, νομίζω ὅμως, ὅτι δέον ταῦτα νὰ ἀνεγερθῶσι τὸ ταχύτερον καὶ ἐν θέσει καταλλήλῳ, εἰς οἰκόπεδον δὲ τοῦ Δημοσίου, ὅπως μὴ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τῆς ἀγορᾶς οἰκοπέδων. Ὡς τοιοῦτον δὲ καταλληλότερον οἰκόπεδον εἶναι τὸ ἐφ’ οὗ οἱ Βασιλικοὶ σταῦλοι, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἡ Α. Μεγαλειότης, ἐὰν παρακληθῇ, θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ παραχωρήσῃ.

§201ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ σταῦλοι ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος, ὁ δὲ Βασιλεὺς πολὺ εὐχαρίστως θέλει ἴδει χρησιμοποιούμενον εἰς ἀνέγερσιν δημοσίου καταστήματος τὸ οἰκόπεδον αὐτῶν· ἀλλ’ ἐὰν δὲν οἰκοδομῆται ἐκεῖ τὸ μέγαρον τῶν Δικαστηρίων, τοῦτο προσέρχεται ἐξ ἄλλων λόγων· ὁ χῶρος οὗτος δὲν κρίνεται κατάλληλος.

§202Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Διατί;

§203ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτι ὁ χῶρος οὗτος ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, εἶναι ἀναμφισβήτητον· ἐν τούτοις θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ζητήσῃ, ἀλλ’ ἴσως δὲν θὰ εὕρῃ ἄλλο γήπεδον, οὐδέποτε δὲ τὸ Δημόσιον θὰ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ γηπέδου τῶν βασιλικῶν σταύλων, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔχει ἀξίαν ἄνω τῶν 2,000,000 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ θελήσῃ τὸ Δημόσιον νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ γήπεδον τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου δι’ ἀνέγερσιν τῶν δικαστικῶν καταστημάτων, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν δῆμον τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, ἤτοι τοὐλάχιστον 1,500,000, ἐὰν δὲ προσθέσωμεν εἰς ταῦτα καὶ 500,000, αἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ὑπάρχον οἰκοδόμημα, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ λάβωμεν ἀνάγκην νὰ δανεισθῶμεν, θ’ ἀναβιβασθῇ εἰς 2,000,000 δραχμῶν, τοῦ ὁποίου οἱ τόκοι βεβαίως δὲν δύνανται νὰ πληρώνωνται ἐκ τῶν ἐνοικίων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Διότι δὲν πρέπει νὰ ὑπολάβῃ τις, ὅτι διὰ τῆς οἰκοδομήσεως δικαστικῶν καταστημάτων πρόκειται νὰ καταργηθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐνοίκια, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Πρόκειται νὰ καταργηθῶσι μόνον τρεῖς πιστώσεις, αἱ διὰ τὰ καταστήματα τοῦ Πρωτοδικείου, τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἴσως δὲ καὶ ἡ τοῦ τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν. Ἀλλ’ ὅλαι αὗται αἱ πιστώσεις μόλις ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 45,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἐπαρκεῖ, ὅπως ἐξυπηρετηθῇ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον θέλει χρειασθῆ διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν Δικαστικοῦ μεγάρου, πρέπει νὰ οἰκοδομήσῃ ἐπὶ γηπέδου ἀνήκοντος εἰς τὸ Κράτος, καταλληλότερον δὲ τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀπὸ τὸ γήπεδον τῶν βασιλικῶν σταύλων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἀδίκως κατηγορεῖται ὅτι ἀνεγράφη ἡ πίστωσις τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἀρχιτέκτονος, χωρὶς νὰ ἀναγραφῇ καὶ πίστωσις, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα θέλει ἐργασθῆ ὁ ἀρχιτέκτων, καὶ ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη πίστωσις, καὶ ἀνέφερε τὸ κονδύλιον περὶ ἐπισκευῆς, συντηρήσεως καὶ ἐπιστασίας δημοσίων κτιρίων. Ἐπισκευὴ, συντήρησις καὶ ἐπιστασία. Ἐπειδὴ ἀναγινώσκω ὅτι εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην δὲν εὑρίσκετε ἀρχιτέκτονα, καὶ ἀπαιτεῖτε νὰ προσληφθῇ ξένος ἀντὶ δραχ. 14,000, ἐρωτῶ, δὲν εἶναι εἰς ταῦτα ἐπαρκεῖς ἀρχιτέκτονες Ἕλληνες; Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης, καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ ἐν γνώσει τοῦ πράγματος.

§204ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἤδη, ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τὴν 8ην ὥραν τῆς πρωΐας, δυνάμεθα νὰ ἐρευνήσωμεν, διατὶ συνέβη τὸ πρωτοφανὲς τοῦτο γεγονός. Ἦτο περίπου μεσονύκτιον, ὅτε ὁ ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος κ. Ἀντωνόπουλος ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὸν λόγον τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς πιστώσεως διὰ τὸν ἀλλοδαπὸν αὐτὸν μηχανικόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν συνήνει ν’ ἀπαντήσῃ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἔφθασεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἐπέμενεν ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ὥρας, ζητῶν τὸν λόγον τῆς τοιαύτης ἐγγραφῆς. Ἔπρεπε δὲ νὰ παρέλθωσι καὶ ἕνεκεν ἄλλων ἀγορεύσεων ἐπὶ τοῦ προκειμένου 8 ὧραι, ἵνα εὐδοκήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἀνοίξῃ τὸ στόμα καὶ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν, ἣν ἔδωσε. Καὶ τὰ πράγματα ὅπωςδήποτε ἔλαβον τότε τὴν κανονικὴν αὐτῶν τροχιάν. Δὲν ἔχει ἆράγε βεβαιωμένον τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ πεισμονὴ ἐνταῦθα, ἥτις εἶναι ἴδιον μόνον τῶν μικρῶν παιδίων; Τί κατώρθωσαν διὰ τοιαύτης συμπεριφορᾶς ἐπὶ 8 ὅλας ὥρας; Νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, ὅπου ἡμεῖς ἠθελήσαμεν, νὰ ὑποχρεωθῶσι, συμφώνως πρὸς τὰς κοινοβουλευτικὰς συνηθείας καὶ ὑποχρεώσεις, νὰ δώσωσιν ἀπάντησιν περὶ πιστώσεως ἀναγραφομένης, τοσοῦτον καθ’ ἡμᾶς ἀχρήστου, ὅσον καὶ σκανδαλώδους. Νομίζω, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ τῆς συζητήσεως θέλει πείσει τοὺς κ. κ. Ὑπουργούς, ὅτι παρῆλθον ἀνεπιτρεπτεὶ αἱ ἐποχαὶ, καθ’ ἃς τὰ πείσματα αὐτῶν εὕρισκον ἠχὼ καὶ πέρασιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, δέχονται νὰ τελειώσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἡμεῖς ἐσμὲν πρόθυμοι νὰ συζητήσωμεν ἀκόμη μόνον ἓν ἢ δύο κονδύλια τοῦ Ὑπουργείου τούτου, καὶ νὰ θέσωμεν πέρας εἰς τὴν σοβαρὰν ταύτην συνεδρίασιν. Δυνάμεθα αὔριον νὰ προσέλθωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συναινῇ εἰς τοιαύτην πρότασιν, ἣν ποιοῦμαι ὑπὸ ἀτομικήν μου εὐθύνην, καὶ ἣν δὲν ἔχουσι νομίζω λόγον καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοί μου νὰ μὴ ἀποδεχθῶσιν, ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν συναινέσῃ, νομίζω, ὅτι ἡ ὀκτάωρος συζήτησις περὶ ἑνὸς καὶ μόνου κονδυλίου δύναται νὰ πείσῃ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς, ὅτι δὲν εἶναι εὐχερὲς, ὅσον καὶ ἂν θελήσωσι, νὰ λάβωσι τοὺς ἐπιλοίπους προϋπολογισμούς. Ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον τὴν περὶ τούτου γνώμην τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Δὲν δύνανται νὰ κατηγορήσωσιν ἡμῶν, ὅτι παρεμβάλλομεν κωλύματα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ καὶ μέχρι τοῦδε μὲν ἐγένετο σπουδαία καὶ μακρὰ συζήτησις ὑπὸ τριῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐχὶ ὅμως ἔτι καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Πρόκειται ἐντὸς δύο ἢ τεσσάρων ὡρῶν νὰ παραδώσωμεν τὰ 93,000,000 δραχμῶν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, χωρὶς νὰ γένηται συζήτησίς τις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πῶς ἦτο δυνατὸν, νὰ δεχθῶμεν τοιαύτην ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Τί ἠθέλομεν εἰπεῖ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν; Εἶναι ἆρά γε τὸ τεῦχος αὐτὸ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἀλάνθαστον; Εἶναι ὁ Μωσαϊκὸς νόμος; Ἐπὶ ἑνὸς κονδυλίου ἐγένετο συζήτησις, καὶ εἴδατε πόσα σκάνδαλα ἀπεκαλύφθησαν, καταδηλοῦντα τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς θέλει πράξει ἔργον συνέσεως, ἐὰν δεχθῇ νὰ τεθῇ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν σήμερον μέχρι τέλους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν δὲν θέλῃ, τότε ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν ἀκόμη καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἢ μήπως κινδυνεύει νὰ παρέλθῃ ἡ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἑξάμηνος προθεσμία ἑκάστης τακτικῆς Συνόδου, ὥστε νὰ ἐπιμένῃ νὰ λάβῃ τὸν Προϋπολογισμόν; Παντάπασιν. Ὑπολείπονται ἀκόμη δύο καὶ ἐπέκεινα μῆνες. Τί τὸ κακὸν λοιπὸν, ποῖος ὁ ὄλεθρος, ἐὰν δαπανήσωμεν μίαν ἔτι ἡμέραν; Ἢ μήπως σπεύδει νὰ κηρύξῃ περαιωμένην τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα καρπωθῶμεν τὴν ἔκτακτον Σύνοδον; Ἀλλ’ οἱ ἐκλογεῖς ἡμῶν δὲν ἀπέστειλαν ἡμᾶς ἐνταῦθα, ἵνα ἀριθμῶμεν ἐπὶ τῶν δακτύλων ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσοτέρας Συνόδους, ἀλλ’ ἵνα ἀντιπροσωπεύωμεν αὐτοὺς ἐνταῦθα συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Δὲν φθάνει, ὅτι ἀπειλεῖται ἔκτακτος Σύνοδος τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἀκόμη λείπονται δύο μῆνες ἐκ τῆς τακτικῆς Συνόδου, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦσι νὰ θέσωσι φραγμὸν βίαιον, οὕτως εἰπεῖν, ἵνα τερματίσωσι τὴν τακτικὴν Σύνοδον. Τί θέλει εἴπει ὁ κόσμος διὰ τὴν τοιαύτην σπουδήν; Ἀλλὰ δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς ἡ ἔκτακτος Σύνοδος. Ἡμεῖς τότε μόνον θέλομεν παύσει συζητοῦντες, ὅταν πεισθῶμεν, ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ ἐν τῇ τακτικῇ Συνόδῳ ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν καθῆκον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον τοῦτο, ἐὰν δὲν συζητήσωμεν, οὐχὶ βεβαίως διὰ μακρῶν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον, τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐπιλοίπων τριῶν Ὑπουργείων.

§205ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, τίνας λόγους ἔχει, ὅπως μὴ μεταφέρῃ τοὺς σταύλους τοὺς βασιλικοὺς, σχετιζομένους μὲ συμφέροντα τοῦ Κράτους, εἰς ἄλλο γήπεδον.

§206ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι δὲν ἀπεφασίσθη ποία θὰ ἦναι ἡ χρησιμοποίησις τοῦ χώρου.

§207ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη ἴσως νὰ δοθῇ ἐκ μέρους ἡμῶν μία ἐξήγησις. Δυνατὸν ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ὑμῶν νὰ ἐνεπνεύσθη ἡ ἰδέα, ὅτι ἐλατήριον τῆς παρατάσεως τῆς συζητήσεως, ἥτις ὀφείλεται εἰς ἡμᾶς, δὲν εἶναι ἡ προαίρεσις πρὸς ματαίωσιν τῆς λήψεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ....

§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ δεξιῶν). Ὤ! τέτοια πράγματα!

§209ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ἤκουον τὰς σχετλιαστικὰς ταύτας ἀναφωνήσεις. Αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι δύο. Ἡ μὲν εἶναι συζήτησις γενικὴ, ἥτις, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της, εἶναι καὶ πολιτική. Ἐν τῇ γενικῇ ταύτῃ συζητήσει ὑπεστηρίχθη καὶ ἔπρεπε νὰ ὑποστηριχθῇ παρ’ ὑμῶν ἡ Κυβέρνησις· ἔρχεται κατόπιν ἡ λεγομένη μερικὴ συζήτησις ἐπὶ τῶν καθέκαστα. Δυστυχῶς ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν πρὸ πολλοῦ, ὅτι ἡ μερικὴ συζήτησις δὲν ἔχει κἀνένα λόγον, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναγινώσκῃ ὁ Γραμματεὺς, χωρὶς νὰ γίνηται κἀμμία παρατήρησις. Τὸ πρᾶγμα ὅμως δὲν ἔχει οὕτω, καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην συγγραφέως τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, ὅστις ἰδοὺ πῶς ἀποφαίνεται. (Ἀναγινώσκει). Σᾶς ἐρωτῶ: συνεμορφώθημεν ἡμεῖς ἀκριβῶς πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ συγγραφέως ἐκτιθεμένην γνώμην, ναὶ ἢ ὄχι; Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀπαντήσῃ ἀρνητικῶς. Ἐτελείωσεν ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ προέβημεν εἰς τὰ καθέκαστα. Πόθεν ἤρχισεν ἡ συζήτησις; Πρῶτον ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῆς προσθέτου δαπάνης δι’ Εἰρηνοδικεῖα. Ἡμεῖς, ἀποβλέποντες εἰς κατηγορηματικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, εἴπομεν, ὅτι δὲν δύνασθε ν’ ἀναγράψητε πρόσθετον πίστωσιν, διότι δὲν ὑπεβλήθη αὕτη εἰς τὴν βάσανον τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 60 περὶ τούτου (ἀναγινώσκει): «Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ τὴν ναυτολογίαν καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν ἑκάστης Συνόδου, ἡ δὲ ἐξέτασις αὐτοῦ γίνεται παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς καὶ ψηφίζεται ἅπαξ». Εἴπομεν δηλαδὴ, ὅτι, ἀφοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἀνεγράφη ἡ πίστωσις τῶν 6,000 δραχμῶν, δὲν ἠδύνασθε κατόπιν νὰ τὴν ἀναγράψητε ἐν τῷ ἰδίῳ Προϋπολογισμῷ μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις δὲν τὴν εἶχεν ὑπ’ ὄψει, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ζητήσητε αὐτὴν δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔδει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴν, καὶ ἀφοῦ αὕτη τὴν ἐγκρίνῃ, τότε νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν. Ἡ ἐπὶ τούτου συζήτησις, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι προαίρεσις εἰς ματαίωσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ μέρους ἡμῶν; Δὲν ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ζήτημα, τὸ ὁποῖον, καθὼς βλέπετε, συνδέετε στενῶς μὲ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Ἀλλὰ καὶ ἄλλο. Εὕρομεν εἰς τὰς δαπάνας ἀναγεγραμμένον ποσὸν δραχ. 60,000. Διατί; Διὰ καλλωπισμὸν τῆς Πρωτευούσης. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι διὰ τὸν καλλωπισμὸν τῆς Πρωτευούσης κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος ἐδαπανήθησαν 500,000 δραχμῶν. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν ν’ ἀναγράψωμεν ἤδη καὶ πρόσθετον πίστωσιν 60,000 δραχμῶν; Δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ σᾶς κάμωμεν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν; νὰ προκαλέσωμεν τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου; Σεῖς ἐν τῇ ἀναπτύξει τῶν περὶ τούτου εἴδετε εἰς τί ἐδαπανήθησαν αἱ 500,000 δραχμαὶ, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὸν καλλωπισμὸν τῆς Πρωτευούσης, εἴδετε, ὅτι οὐδὲ ἴχνος ἀφῆκαν τῆς διαβάσεως αὐτῶν. Σᾶς εἴπομεν λοιπόν: Κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε, ὅτι πολλοὶ συμπολῖταί σας φυλακίζονται διότι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσιν 20 δραχμὰς δι’ ἔξοδα, περικόψατε αὐτὴν τὴν δαπάνην τὴν περιττὴν τῶν 60,000. Καὶ πότε σᾶς τὰ λέγομεν αὐτά; Ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ἀντὶ τοὐλάχιστον ν’ ἀναγραφῇ ὅσον ποσὸν εἶχεν ἀναγραφῆ καὶ πέρυσιν, ἀναγράφεται διπλάσιον. Θὰ ἐπιδιωχθῇ, λέγουν, ἡ βελτίωσις τῶν ὑπαρχόντων κήπων καὶ ἡ δενδροφύτευσις τῶν πλατειῶν! Ἀλλὰ τέλος πάντων ἂν ἄλλο τι δὲν σᾶς ἐμποδίζῃ, δὲν φοβεῖσθε τοὐλάχιστον τὸν Θεόν; Βλέπετε καὶ γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι οἱ συμπολῖταί σας, καὶ ὅμως ψηφίζετε 60,000 δραχμὰς μετὰ τὴν δαπάνην τῶν 500,000, διὰ νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ βελτίωσις τῶν κήπων καὶ ἡ δενδροφύτευσις πλατειῶν εἰς τὰς Ἀθήνας! Καὶ λέγετε ἔπειτα εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, ὅτι κάμνομεν αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ματαιώσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι σπουδαιότερον. Προεκλήθη ἡ προσοχὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ αὐξήσῃ τὸ κονδύλιον, τὸ πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν καὶ τῶν τελμάτων. Τί ἄλλο, Κύριοι, διὰ τὸ Ἔθνος ἐπωφελέστερον καὶ ἀναγκαιότερον ἀπὸ αὐτό; Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν: ἀναγνωρίζω τὴν χρησιμότητα τοῦ κονδυλίου αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν. Καὶ ἐνῷ σᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν 10,000 δραχ. εἰς τὸ περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων κονδύλιον, ἀφ’ ἑτέρου σᾶς προσθέτει 60,000 δραχμὰς, διατί; διὰ νὰ κάμωμεν κήπους καὶ δενδροφυτείας ἐν ταῖς πλατείαις τῶν Ἀθηνῶν. Νομίζω, ὅτι διὰ τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα εἶπον, ἀπέδειξα, ὅτι αὐτὸ ἴσα ἴσα θέλομεν ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Θέλομεν, νὰ παύσῃ ἡ κακὴ ἐκείνη συνήθεια, καθ’ ἣν κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅπως μοὶ εἶπε συνάδελφος ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς πρὸ μικροῦ, τὰ ἔξοδα ἐν τοῖς καθέκαστα ἐψηφίζοντο ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως. Σᾶς ἀνέγνωσα γνώμην σπουδαίου συγγραφέως, ἀπέναντι τῆς ὁποίας πᾶσα διαφωνία εἶναι ἀναξία προσοχῆς. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν καθέκαστα οὐδεμίαν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς τύχης τῆς Κυβερνήσεως. Διατὶ λοιπὸν δὲν ἔρχεσθε, ἐν τῷ συμφέροντι τῶν ἐντολέων σας, νὰ περιορίσωμεν μερικὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἴσως καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἀνέγραψαν ἐν ἀγνοίᾳ; Δὲν ἐννοεῖτε λοιπὸν νὰ κάμητε τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅ,τι λέγει ἡ Κυβέρνησις; Ἐζητήσαμεν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, καθ’ ἣν πρέπει τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τοῖς καθέκαστα νὰ συζητῶνται μετὰ πάσης λεπτότητος ἐν ἁπάσαις καὶ ταῖς ἐσχάταις αὐτῶν λεπτομερίαις, νομίζω δὲ, ὅτι ἀληθῶς ἐπετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας. Ταύτην τὴν στιγμήν, ἴσως δὲν δίδετε προσοχὴν εἰς τὰ λεγόμενά μου, διότι δυσπιστεῖτε εἰς τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν, ἐκ τῆς ὁποίας ὁρμῶμαι, βραδύτερον ὅμως θὰ μάθητε, ὅτι, ἂν καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, θὰ ἦναι πολὺ συμφέρουσα εἰς τὸν τόπον. Ὅταν προχωρήσητε κατωτέρω, θὰ ἴδητε μερικὰ κονδύλια, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ σεῖς θ’ ἀπορήσητε διατὶ ἀναγράφονται καὶ πρὸς ποῖον σκοπόν· καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ ἀφήσωμεν οὐδὲν ἀσυζήτητον. Βλέπω π. χ. «οἰκοδομήματα Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, ἐπισκευαί, βελτιώσεις καὶ ἐπιστασία οἰκοδομημάτων 60,000 δραχμαί»· «οἰκοδομήματα δικαιοδοσίας Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ἐπισκευή, συντήρησις καὶ ἐπιστασία καὶ ἀνέγερσις νέων ταμίων καὶ ἐφοριῶν 100,000 δραχμαί»· «ἀνέγερσις τελωνειακῶν καταστημάτων κτλπ.» Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἀντιστοίχῳ στήλῃ ἀναγράφονται αἱ πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, παρετήρησα, μήπως κἀμμία τοιαύτη πίστωσις ἐπερίσσευσεν ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀλλ’ οὐδεμίαν εἶδον. Λοιπὸν ὅλαι αἱ πιστώσεις κατ’ ἔτος δαπανῶνται. Διατὶ λοιπὸν ἡμεῖς νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐφελκύσωμεν τὴν προσοχὴν ὑμῶν, τῶν ἀντιπροσώπων, διὰ νὰ κανονίσωμεν αὐτὰς τὰς δαπάνας καὶ τὰς περιορίσωμεν ὅσον τὸ δυνατόν; Ἐὰν δὲ προχωρήσητε καὶ ἔτι κατωτέρω, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, θέλετε ἴδει ἄλλας δαπάνας πάλιν, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς δύνανται νὰ περικοπῶσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς βλάβης τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε, ὅτι ἐκτὸς τῶν 250 δραχμῶν, ἃς λαμβάνει ὡς ἐπίδομα ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, λαμβάνει καὶ ἰδιαίτερον ποσὸν ὡς μίσθωμα ἁμάξης! Νομίζω, Κύριοι, ὅτι αὐτὰ εἶναι, ἂν ὄχι τι ἄλλο, ἀνάρμοστος δι’ ἡμᾶς πολυτέλεια, δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν, ὑπὸ ποίας φορολογικὰς περιστάσεις εὑρισκόμεθα. Ὅταν βλέπετε, ὅτι εἰς ἕνα ἀρχιτέκτονα ἀλλοδαπὸν δίδονται 1200 δραχμαὶ κατὰ μῆνα, ἐνῷ οὐδὲ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ Ἑλλάδι λαμβάνει αὐτὸ τὸ ποσὸν, πρέπει πολὺ νὰ τὸ σκεφθῆτε· οὐδὲ πρέπει νὰ σᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν ἡ δικαιολογία, ὅτι, ἂν εἰργάζετο ἰδιαιτέρως, θὰ ἐλάμβανε τὸ ποσὸν αὐτό. Τὸ συμπέρασμά μου λοιπὸν εἶναι, ὅτι μετὰ τὰς ἐπεξεγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκα, πρέπει νὰ πεισθῆτε, ἐὰν θέλητε, ὅτι ἐκ μέρους ἡμῶν δὲν ὑπάρχει κακὴ προαίρεσις. Ἐννοοῦμεν νὰ συζητήσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ κονδύλια τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν θὰ ὀπισθοχωρήσωμεν, ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ ν’ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν αὔριον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον—καὶ τὸ λέγω ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ὑπολήψεως τῶν Βουλευτῶν—ἡ ἐπιμονή, τὴν ὁποίαν δεικνύομεν, διὰ νὰ λάβωμεν μίαν ὥραν ταχύτερον τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅπως μετὰ δύο ἡμέρας φέρωμεν τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, θὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι πρὸς οὐδένα ἄλλον λόγον ἐσπεύσαμεν, παρὰ διὰ νὰ ἔχωμεν ἐξησφαλισμένην τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, πρὸς λῆψιν τῆς ἀποζημιώσεως. Εἶναι δὲ τοῦτο τόσῳ βέβαιον, ὥστε, ἐνῷ εἴμεθα ἀκόμη εἰς τὸν τέταρτον μῆνα τῆς τακτικῆς Συνόδου, ἔχομεν δὲ πρὸ ἡμῶν δύο ἄλλους μῆνας πρὸς ἐργασίαν, ἐν τούτοις προτιθέμεθα νὰ ἐργασθῶμεν ἐν ἐκτάκτῳ Συνόδῳ, ἀφοῦ μάλιστα σπουδαῖα νομοσχέδια διὰ ἔκτακτον Σύνοδον δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις. Τουλάχιστον μέχρι τοῦδε δὲν μᾶς ἔδωκε νὰ ἐννοήσωμεν, ποῖα εἶναι τὰ κατεπείγοντα ἐκεῖνα νομοσχέδια, δι’ ἃ πρέπει νὰ συγκληθῇ ἡ ἔκτακτος Σύνοδος. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν εἰς τοιαύτην εὑρισκόμεθα θέσιν, πρέπει νὰ μὴ σπεύσωμεν πολὺ εἰς τὴν λῆψιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι θὰ δώσωμεν ἴσως εὐλόγους ἀφορμάς, διὰ νὰ θεωρηθῶμεν ὡς θέλοντες νὰ καρπώμεθα τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ ἐντολεῖς μας πληρόνουσι δι’ ἱδρῶτος καὶ αἵματος.

§210ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι εἰς τὰ ἄρθρα 5, 6 καὶ 7 τοῦ κεφαλαίου 8ου τῶν δημοσίων ἔργων περιέχονται κονδύλια ἀρκετὰ σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἐν γένει ἐπισκευὰς δημοσίων καταστημάτων. Ὑπὸ τὴν Ἀγγλικὴν προστασίαν αἱ νῆσοι σχεδὸν ὅλαι, ἢ τοὐλάχιστον αἱ μεγαλείτεραι, εἶχον δημόσια καταστήματα, ἀναγκαῖα διὰ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, παρεδόθησαν δὲ ταῦτα, ἀναχωρησάντων τῶν Ἄγγλων, εἰς λαμπρὰν κατάστασιν. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διέμενεν ἐκεῖ ἡ Ἀγγλικὴ προστασία, διετηροῦντο εἰς πλήρη ἀκμήν. Ἐὰν σήμερον περιέλθῃ τις καὶ ἐξετάσῃ αὐτὰ, βεβαίως θέλει καταληφθῇ ὑπὸ λύπης· ὁμιλῶ δὲ μόνον διὰ τὴν νῆσον Κεφαλληνίαν, διότι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω τι καθόσον ἀφορᾷ τὰ καταστήματα τῶν ἄλλων νήσων, διότι πρὸ πολλοῦ καιροῦ δὲν μετέβην εἰς αὐτὰς, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι ἀκριβῶς καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ πιστοποιήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ καταστήματα ἐκεῖνα. Ἐν Κεφαλληνίᾳ ὑπάρχει κατάστημα διὰ Δικαστήρια, τὸ ὁποῖον εἶναι λαμπρότατον, ἐνῷ δὲ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀπαντᾷ τις ἀφειδῶς δαπάνας διὰ διορισμὸν κλητήρων καὶ φυλάκων, τὸ Δικαστήριον τῆς Κεφαλληνίας, τὸ δημόσιον τοῦτο κτίριον, εὑρίσκεται ἄνευ φύλακος· τίς δὲ ὁ φροντίζων περὶ τοῦ καταστήματος τούτου; τίς ὁ φροντίζων νὰ κλείωνται τὰ παράθυρα; τίς ὁ φροντίζων διὰ τὴν καθαριότητα αὐτοῦ; οἱ δικασταὶ κατέβαλλον ἐξ ἰδίων των χρηματικόν τι ποσὸν, διὰ νὰ διατηρῶσιν ὑπηρέτην ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ, εἰς ἐπικουρίαν τῶν δικαστῶν ἐρχομένων καὶ τῶν δικηγόρων πρὸς τοῦτο. Εἶναι λυπηρὸν, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ Πολιτείᾳ τοιαύτη ἀβελτηρία, ἐνῷ, ἂν μεταβῆτε εἰς τὰ διάφορα σχολεῖα, τὰ ταμεῖα, κλπ. θὰ εὕρητε ἀπὸ 2 ἢ 3 φύλακας, καὶ τὸ Δικαστήριον, ὅπερ εὑρίσκεται εἰς ἀδιάκοπον κίνησιν, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε, ὡς ναὸς τῆς Θέμιδος, ἔπρεπε νὰ παρουσιάζῃ καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τὸν ἐξωτερικὸν κοσμιότητά τινα, διατηρεῖται εἰς τοιαύτην ἐλεεινὴν κατάστασιν, ὥστε, μὴ νομίσητε ὅτι λέγω ὑπερβολὰς, ἐντὸς αὐτοῦ θὰ εὕρητε οὖρα καὶ παντὸς εἴδους ἄλλας ἀκαθαρσίας, ὁσάκις μάλιστα λειτουργεῖ τὸ Κακουργοδικεῖον! Καὶ γνωρίζετε διατί; Διότι ὅταν ἐργάζηται τὸ Κακουργοδικεῖον καὶ παρατείνωνται αἱ συνεδριάσεις αὐτοῦ μέχρι βαθείας νυκτὸς, δὲν ὑπάρχει φωτισμὸς ἢ μόνον εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων, καὶ ὅταν οἱ ἄνθρωποι λαμβάνωσιν ἀνάγκην καὶ ἦναι μάλιστα χειμὼν, εὑρίσκουσιν ἀνετώτερον νὰ ἀφίνωσι τὰς ἀκαθαρσίας εἰς διαφόρους γωνίας τοῦ Δικαστηρίου. Ἀδιακόπως ἐπισκευάζεται ἡ στέγη αὐτοῦ, καὶ ὅμως πολλάκις οἱ δικασταὶ καὶ οἱ δικηγόροι ὑποχρεοῦνται νὰ ἀνοίγωσι τὰ ἀλεξιβρόχιά των, διὰ νὰ μὴ βρέχωνται ἐντὸς τοῦ Δικαστηρίου! Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, θὰ εὕρητε σπουδαίαν δαπάνην διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ καταστήματος τούτου. Πῶς δὲν ἐρωτᾷ ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ, τί συμβαίνει; ὑπάρχει ἐλάττωμά τι; εἶναι κατάχρησις ἐκ μέρους τῆς ἐργολαβίας ἢ ἄλλων; εἶναι ἄλλος τις λόγος; Ὁσάκις ἐπιζητῆται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον πίστωσις πρὸς ἐπισκευὴν τῆς στέγης, δὲν ζητεῖ νὰ μάθῃ διατὶ ἡ στέγη αὕτη, ἡ ὁποία ἐπεσκευάσθη πρὸ ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, ἀπαιτεῖ πάλιν νέαν ἐπισκευήν; Δυστυχῶς δὲ, Κύριοι, ἐὰν δὲν φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς περὶ τῆς στέγης τοῦ καταστήματος τούτου, ὁσονούπω ἢ θὰ καταπέσῃ ἢ ὁπωσδήποτε θὰ ἦναι κίνδυνος νὰ εἰσέρχηταί τις εἰς αὐτὸ, διότι, ὅταν ἡ ξυλικὴ βρέχηται, ἡ διατήρησις αὐτῆς εἶναι πολὺ βραχεῖα καὶ ἡ σῆψις πολὺ ταχεῖα. Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Δικαστηρίου. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι ὑπῆρχον βιβλιοθῆκαι, ἑρμάρια καὶ ἄλλα ἔπιπλα. Ταῦτα πάντα ἐξηφανίσθησαν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον· ἐνῷ δὲ, τῇ ἐπιμονῇ καὶ τῇ φροντίδι δύο Προέδρων, φιλοτιμηθέντες οἱ δικηγόροι κατέβαλον ποσόν τι, καὶ ἐπρομηθεύθησαν ἔπιπλά τινα, καὶ ταῦτα ἔλαβον τὴν αὐτὴν τύχην, διότι οὐδεὶς φύλαξ ὑπάρχει παραλαμβάνων καὶ προσωπικῶς εὐθυνόμενος. Μεταβαίνω εἰς τὰς φυλακάς. Πολλάκις ἔφερα τὸν λόγον περὶ τῶν φυλακῶν Κεφαλληνίας. Ὁμιλοῦμεν περὶ σωφρονιστικῶν καταστημάτων, περὶ δαπανῶν πρὸς κατασκευὴν τοιούτων, περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ σωφρονιστικοῦ συστήματος ἐν γένει καὶ εἰς ἄλλας φυλακὰς, ἐφέραμεν μάλιστα καὶ ἐκτάκτους ἀποστολὰς, ὅπως ἐπισκοπήσωσιν, εἰ δυνατὸν, τὸν τόπον καὶ μᾶς ὑποδείξωσι τὰ μέσα, δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ διορθώσωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα· καὶ ταῦτα πάντα πράττομεν πότε; ὅταν παραλαμβάνωμεν καταστήματα κατεσκευασμένα διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὡραιότατα, συντηρηθέντα καὶ λειτουργήσαντα κατὰ τὸ σωφρονιστικὸν σύστημα, καὶ τὰ μεταβάλλωμεν εἰς μπουντρούμια. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἐπιτρέπεται πλέον εἰς Κυβέρνησιν καὶ Βουλὴν νὰ συζητῇ περὶ διορθώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων καὶ περὶ οἰκοδομῆς φυλακῶν, ὅταν τὰ εὑρεθέντα ὡραῖα καταστήματα καταστρέφωνται, ἢ οὕτω συντηροῦνται; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν φυλακαὶ καὶ καταστήματα, ἐνῷ εἰς χῶρον, ὁ ὁποῖος προωρίσθη νὰ περιλαμβάνῃ 100 τὸ πολὺ ἄνδρας, συνεσωρεύθησαν 300 καὶ πλέον; Πῶς εἶναι δυνατὸν, νὰ ὑπάρξουν φυλακαί, ὅταν μεταξὺ διαβοήτων κακούργων ὑπάρχουν καὶ παῖδες, ἡλικίας 12 καὶ 15 ἐτῶν; Ἔχει δικαίωμα τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ὁμιλῇ περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως, ἐνῷ, ἔχον πρόχειρα καταστήματα φυλακῶν καὶ ἄλλα δημόσια τοιαῦτα, δὲν ἐφρόντισε νὰ τὰ συντηρήσῃ; Συλλογισθῆτε, ὁποία φροντὶς λαμβάνεται περὶ τῶν φυλακῶν, ἀφοῦ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Σωφρονιστηρίου ὑπεχρεώθη ποτὲ ἐξ ἰδίων του νὰ πληρώσῃ τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν κλείθρων τῆς ἐξωτερικῆς θύρας, διότι παρήρχετο ὁ καιρὸς καὶ ὁ κίνδυνος τῆς δραπετεύσεως τῶν κρατουμένων ἦτο ἄφευκτος. Τὰ κλεῖθρα ἐν γένει εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, τὸ κατάστημα ἐσωτερικῶς ἐλεεινόν· καὶ ὅμως, Κύριοι, δαπανῶνται χρήματα πρὸς ἐπισκευὴν αὐτοῦ. Ἐσχάτως μάλιστα ἔφριξα, ἀκούσας μίαν δαπάνην. Οἱ κρατούμενοι ἤνοιξαν ὀπὴν, ἐξ ἧς ἐδραπέτευσαν δύο τούτων, ἡ ὀπὴ αὕτη ἠδύνατο νὰ κλείσῃ διὰ δαπάνης 60 ἕως 70 δραχμῶν, καὶ ὅμως ἐδαπανήθησαν δι’ αὐτὴν, ὡς ἐπληροφορήθην, 700 δραχμαί! Ὁ τότε Νομαρχῶν διεβίβασε τὰ περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῆς ὀπῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν· διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε φροντίδα τινὰ, ἵνα προλάβῃ ἢ ἀνακαλύψῃ τὴν κατάχρησιν, καίτοι ἐγένοντο αὐτῇ γνωστὰ πάντα; Δὲν εἶχεν ἄδικον ὁ προλαλήσας, ὅταν ὑπεστήριζεν, ὅτι εἶναι καλὸν τὰ κονδύλια ταῦτα νὰ λείψωσι, καὶ ἂν γίνεται ἐπισκευή τις, ἂς γίνεται καὶ ἂς χαρακτηρίζεται ὡς ἔκτακτος δαπάνη, ἀλλὰ μακρὰν ἀπὸ ἐμβαλώματα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἀφορμὴ τῆς ἀσυνειδήτου σπατάλης τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἀναγινώσκω ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ: «Ἀνέγερσις ἐπανορθωτικῶν φυλακῶν ἐν Κερκύρᾳ». Τοῦτο δὲ μὲ ὑποχρεοῖ εἰς τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Πλησίον τῶν φυλακῶν Κεφαλληνίας ὑπάρχει κατάστημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μὲν δημόσιον οἴκημα, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὴν ἐγχώριον περιουσίαν τῆς νήσου, ἥτις ἀνήκει εἰς τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα τῆς νήσου, διότι εἰς αὐτὰ μετεβιβάσθη ἡ περιουσία αὕτη. Τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο ἐχρησίμευεν ἄλλοτε ὡς ἐκκλησία Ἀγγλικανικὴ, τὸ παρεχώρησε δὲ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐγχώριον περιουσίαν, ἔκτοτε δὲ δὲν χρησιμεύει εἰς τίποτε. Σημειώσατε, ὅτι τοῦτο διαχωρίζεται ἀπὸ τὸ οἰκοδόμημα τῶν φυλακῶν διὰ μιᾶς ὁδοῦ, ὁδοῦ ὅμως, ἥτις δύναται νὰ κλεισθῇ καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ μάλιστα κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν ἀπὸ τὸ ἄνωθεν μέρος πρὸς δυσμὰς τοῦ οἰκοδομήματος. Ἂν δὲ τοῦτο γίνῃ, Κύριοι, δι’ ἑνὸς τοίχου κλείεται ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ χώρου καὶ τὸ ἤδη λειτουργοῦν κατάστημα τῶν φυλακῶν καὶ αὐτὴ ἡ οἰκοδομὴ, ἥτις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράρτημα τοῦ κεντρικοῦ καταστήματος τῶν φυλακῶν, καὶ νὰ ἐνδιαιτῶνται ἐντὸς αὐτοῦ οἱ ἐλαφρόποινοι, ἢ οἱ πολιτικῶς καταδικαζόμενοι. Διὰ τοῦ μέσου τούτου ἐπιτυγχάνονται δύο τινὰ, πρῶτον ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀραίωσις τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ἐν τῇ φυλακῇ, καὶ δεύτερον ἀποχωρίζονται οἱ ἐλαφρόποινοι, οἱ νέοι καὶ οἱ καταδικαζόμενοι διὰ χρέη, ἀπὸ τοὺς κακούργους. Τὸ τοιοῦτον συνέστησα καὶ ἄλλοτε, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, δύναται δὲ νὰ γίνῃ μὲ μικρὰν δαπάνην, ἐπαναλαμβάνω δὲ τὴν σύστασίν μου, διότι εἶδον ἐνταῦθα, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπανορθωτικῶν φυλακῶν ἐν Κερκύρᾳ. Ἡ Κέρκυρα ἔχει τὰ καλλίτερα δημόσια καταστήματα, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κεφαλληνία, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λάβῃ τὴν προσήκουσαν μέριμναν καὶ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα, θὰ ἀσπασθῇ τὴν πρότασίν μου καὶ ἀμέσως θὰ ἐπιληφθῇ τῆς οἰκοδομῆς. Κύριοι, διὰ νὰ μὴ καταναλώσω περισσοτέραν ὥραν, δὲν μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν λοιπῶν καταστημάτων, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πάντα τὰ καταστήματα ἐκεῖνα εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, καὶ εἶναι ἐντροπὴ καὶ ἀσύμφορος καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν ἡ τοιαύτη κατάστασις, διότι εἰς τὰς νήσους ἔρχονται ξένοι, καὶ μανθάνοντες, τί συμβαίνει, λαμβάνουσι πολὺ κακὴν ἰδέαν περὶ τοῦ τόπου καὶ περὶ ἡμῶν, διότι διὰ τὴν ἔλλειψιν καταστημάτων δημοσίων εἰς τὸ λοιπὸν Κράτος δικαιολογούμεθα, ὅτι προχθὲς ἐξηγέρθημεν ἐκ τῆς δουλείας, καὶ δὲν ἠδυνήθημεν ἐν βραχεῖ διαστήματι τὰ πάντα πράξωμεν, ἀλλ’ ἐν Ἑπτανήσῳ, ὅ,τι εὕρομεν ὠφείλαμεν νὰ τὸ διατηρήσωμεν, καὶ μὴ διατηροῦντας αὐτὸ, δικαίως μᾶς κατηγοροῦσιν οἱ ξένοι, ὅτι δὲν ἀπεμάθομεν εἰσέτι τὰς ἕξεις τὰς τουρκικάς. (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ κεφαλαίου 8ου ἐν ὅλῳ δρ. 751,200, εἶτα δὲ καὶ τὰ κεφάλαια 9 καὶ 10 μετὰ τῶν ἄρθρων αὐτῶν. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ ὅλον τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890, ἀνερχομένου εἰς δραχμὰς 4,887,001.

§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890.

§212ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπὸ σκοποῦ δὲν μετέσχον τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν ἦτο ἐπικαιρότερον νὰ ἐκθέσω καὶ τὴν ἐμὴν γνώμην καὶ τὰς σκέψεις περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν τῆς πατρίδος. Ἀνέβαλον τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος τούτου εἰς ἄλλην, οὐχ ἧττον ἐπίκαιρον, ὥραν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὑποβαλὼν πλήρη ὀργανισμὸν τῆς μέσης καὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως, ἤνοιξε στάδιον συζητήσεως καὶ μελέτης ἐν τῇ Βουλῇ εὐρείας περὶ τῶν πραγμάτων τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ σήμερον, προκειμένου νὰ ψηφίσωμεν τὰς πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἔχω καθῆκον ἀναπόφευκτον, διὰ βραχέων νὰ ἐκθέσω ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν, οὐδὲ νὰ κωλυσιεργήσω. Καὶ τοῦτο, ὄχι διότι νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει τις νὰ πράττῃ τοῦτο, ὅταν φρονῇ, ὅτι οὕτω ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του, ἐπιβαλλόμενον πολλάκις ὡς ἄμυναν κατὰ ἐπενεγκομένης βίας, ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει σκοπὸν πρακτικὸν ἡ λεπτομερεστέρα ἀγόρευσίς μου, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ διανοίξῃ τὰ ὦτα αὐτῆς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς ὀρθὰς καὶ πεφωτισμένας περὶ βελτιώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως γνώμας, ἐξενεχθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐν τούτοις κατωρθώθη πέρυσι κατὰ τὴν ἐργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ γίνῃ σοβαρωτάτη συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ νὰ ἐκφρασθῶσι γνῶμαι παρὰ πάντων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, αἱ ὁποῖαι ἤλπιζον ὅτι ἔμελον νὰ προσελκύσωσι τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἢ μᾶλλον αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τόσον ὀλιγώρως ἔχοντος. Διότι ἔφερον τὸ κῦρος οὐχὶ ἑνὸς ἢ δύο μελῶν, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰκοσαμελοῦς Ἐπιτροπῆς, ὁμοφώνως συστησάσης ὡρισμένας καὶ σαφεῖς προτάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὁ ἁρμόδιος νῦν Ὑπουργὸς, καίπερ φιλοτίμως ἐργασθεὶς ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς βελτίωσιν τῆς μέσης καὶ κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως, οὐδόλως ηὐηρεστήθη νὰ λάβῃ εἰς μελέτην ἢ ὑπ’ ὄψιν τὰς σοφὰς γνώμας τῆς Ἐπιτροπῆς. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἐμὴν καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀνισοῤῥοπία ὑπάρχει περὶ τὰς δαπάνας τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Οἱ φόροι τοῦ λαοῦ δαπανῶνται ἀνίσως εἰς τὴν ἐν πολυτελείᾳ ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων τῶν ἀνωτέρων καὶ εὐπορωτέρων τάξεων, πολὺ δὲ γλίσχρως εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ μόρφωσιν τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ, ἤτοι τῶν ἀπορωτέρων τάξεων, ἥτις ὡς ἐκ τούτου ἢ ἀτελέστατα λειτουργεῖ, ἢ μᾶλλον οὐδόλως ὑπάρχει. Εἰς τοῦτο ἔδει πρὸ πάντων νὰ ἐφελκυσθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ἂν ὑπάρχωσιν ἀνωμαλίαι κοινωνικαὶ, καὶ ἂν ἔκρυθμος κατάστασις ἠθικὴ ὑποθάλπῃ τὸ ἔγκλημα ἐν τῷ Κράτει, ἂν καὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἀκόμη κρατῇ ἀνωμαλία τοιαύτη, ἧς παριστάμεθα σήμερον μάρτυρες, αἰτία πάντων τούτων εἶναι, διότι δὲν παρέχεται φῶς ἐπαρκὲς εἰς τὸν λαὸν, παρ’ ᾧ πυκνὸν σκότος ἐπικρατεῖ. Ὁ λαὸς δυστυχῶς μένει εἰσέτι κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς σκότος βαθὺ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀναπτύσσονται ἐπικίνδυνα ἠθικὰ νοσήματα καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν. Οὔτε οἱ νόμοι, οὔτε τὸ πολίτευμα δύνανται νὰ λειτουργήσωσι. Διὰ τοῦτο ὁ Πρωθυπουργὸς, ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη κυβερνῶν τὸ Κράτος, καὶ δαπανήσας τόσα ἑκατομμύρια, ἐπαγγελλόμενος μάλιστα τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κοινῶν καὶ τὴν ἀναμόρφωσιν προκηρύξας ἐν τῇ Πολιτείᾳ πανταχοῦ, ἔπρεπε νὰ ὁρμηθῇ ἐκ τῆς ἐπιτάσεως τοῦ φωτὸς, τοῦ ἀναγκαιοῦντος νὰ φωτίζῃ λαὸν κυρίαρχον, πρὸς ὃν εἶναι ὑπεύθυνος πᾶσα ἐξουσία, καὶ μάλιστα πρὸς τὰς πολυπληθεστέρας κατωτάτας τάξεις αὐτοῦ. Τί συμβαίνει ὅμως; Ἐν ᾧ τὸ Πανεπιστήμιον, τῇ συνδρομῇ ἀξιοσεβάστων ὁμογενῶν ἀνδρῶν, ἀπέκτησεν ἱκανὸν σήμερον πλοῦτον, ὥστε καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ ὑπεραρκεῖ εἰς πληρωμὴν τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι πρὸς κανονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, ἐν τούτοις ἡ Πολιτεία ἐξακολουθεῖ νὰ δαπανᾷ ὑπὲρ τὰς 200 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ, καὶ τὸ Πανεπιστήμιον ἐξακολουθεῖ νὰ ἀποταμιεύῃ εἰς τὰ ἀποθέματα αὐτοῦ πλείονας τῶν 200 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος. Καὶ τοῦτο πότε; Ἐν ᾧ στερούμεθα πολλαχοῦ σχεδὸν παντελῶς δημοτικῶν σχολείων, ἐν ᾧ στερούμεθα στοιχειώδους ἐπιθεωρήσεως τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων, ἐν ᾧ στερούμεθα παντελῶς διδακτικοῦ προσωπικοῦ κατωτέρας καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, παρεσκευασμένου κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς σημερινῆς ἐπιστήμης καὶ κοινωνίας. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ γίνεται ἡ δαπάνη αὕτη πρὸς ὑπερτροφίαν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον ἔχει περιουσίαν μείζονα τῶν 5 ἢ 6 ἑκατομμυρίων; Τίς ἡ ἀνάγκη λοιπὸν νὰ μὴ ἀφεθῇ τὸ Πανεπιστήμιον νὰ συντηρῆται ἐκ τῶν ἰδίων πόρων, ἐπαρκῶν ὄντων, καὶ ἐφ’ ὅσον τυχὸν δὲν ἐξαρκοῦν οἱ πόροι, ἐπὶ τοσοῦτον νὰ ἔρχηται ἡ Πολιτεία εἰς ἐπικουρίαν αὐτοῦ; Διότι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ μεγαλείτερον ἀδίκημα ἢ νὰ στερῶμεν τὸν μέλανα πνευματικὸν ἄρτον τῶν πολυπληθεστέρων τοῦ λαοῦ τάξεων, τῶν χωρικῶν, τῶν ἀπόρων, ὅπως δίδωμεν Σικελικὰ συμπόσια ἐπιστημονικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις, τὰς εὐπορωτέρας, δυναμένας καὶ δι’ ἰδίων δαπανῶν νὰ ἐκπαιδεύωσι τὰ τέκνα των. Καὶ τοῦτο, ἐνῷ ἡ Πολιτεία ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπεκτείνῃ πρὸ πάντων τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ, ἡ ἔλλειψις τῆς ὁποίας τοσούτων κακῶν καὶ κοινωνικῶν δεινῶν γίνεται πρόξενος. Καὶ τὸ ἔγκλημα, καὶ ἡ ἀσέβεια πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τοὺς νόμους καὶ τὸ πολίτευμα, καὶ ὅλα τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα μαστίζουσι τὸν τόπον καὶ κατατρύχουσι τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν, τοσοῦτον παραμορφοῦντα τὴν φυσιογνωμίαν αὐτῆς, εὐλόγως δύνανται νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν ἀτελῆ μόρφωσιν ἢ μᾶλλον εἰς τὴν παχυλὴν ἀμάθειαν καὶ ἀπαιδευσίαν τῶν πολυπληθεστέρων τάξεων τοῦ λαοῦ, αἵτινες διὰ τῶν ψήφων τούτου τοῦ ἀπαιδεύτου λαοῦ παρίστανται ἐδῶ ἀφανῶς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν καὶ κρίνουσι καὶ ἀποφασίζουσι περὶ πάντων τῶν κυβερνητικῶν, τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν κοινωνικῶν ζητημάτων. Πλὴν τούτου, εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν ἀναλίσκονται πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ ὀκτακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Ἆρά γε πρὸς ὄφελος τῆς κοινωνίας, ἢ ὑπὲρ τῆς Πολιτείας; Ἡ πληθώρα ἄρα τῶν Γυμνασίων, ἐν τοῖς ὁποίοις παρέχεται ἡ κλασικὴ σπουδή, κατὰ τί ὠφελεῖ, οὕτως ἐπιπολαίως καὶ ἀλογίστως παρεχομένη; Ἡ Πολιτεία, πυκνὰ συστήσασα Γυμνάσια, προσκαλεῖ τὰ τῶν χωρικῶν τέκνα νὰ προσέρχωνται εἰς αὐτά· διότι, ὅταν οἱ πολῖται βλέπωσι τὰ κλασικὰ Γυμνάσια μετὰ τόσης ἀφειδίας ὑπὸ τοῦ Κράτους συνιστώμενα, εὐλόγως ὑποθέτουσιν, ὅτι ἀγαθόν τι θὰ ἐπιτύχωσιν, ἂν ἀποσπάσωσι τὰ τέκνα των ἀπὸ τὰ ἄροτρα καὶ τὰ ἄλλα βιωφελῆ καὶ προσοδοφόρα ἐπαγγέλματα, ὅπως διδαχθῶσιν ἐπιστήμας· καὶ ἐπληρώθησαν οὕτως ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι ἐκ Γυμνασίων, χωρὶς νὰ προϋπολογισθῇ εἰς τίνα ἐπαγγέλματα θὰ ἐπιδοθῶσιν οἱ ἐξερχόμενοι ἐξ αὐτῶν. Τί δὲ βλέπετε; Ὁλόκληρον τὸ ἐν ἱδρῶτι μιᾶς ἐπαρχιακῆς οἰκογενείας ἐνιαύσιόν τινος εἰσόδημα νὰ σπαταλᾶται ὑπὲρ ἑνὸς τέκνου, σπουδαστοῦ ἐπιστήμης. Διότι οἱ πλεῖστοι γονεῖς, ἀποστέλλοντες τὰ τέκνα αὐτῶν εἰς τὸ κλασικὸν Γυμνάσιον, ὑποθέτουσιν, ὅτι θὰ παρασκευάσωσιν ἕνα Ὑπουργὸν ἢ ἕνα Νομάρχην. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι φύσει εὐφάνταστος, οὐχ ἧττον δὲ φιλόδοξος. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ πληθώρα αὕτη τῶν φιλολογικῶν Γυμνασίων; Διατὶ δὲν συνιστᾶτε πρακτικὰ Γυμνάσια, δίδοντα πρακτικὰς γνώσεις εἰς τοὺς πολλοὺς, αἵτινές εἰσι καὶ μορφωτικαὶ καὶ χρησιμώτατοι εἰς τὸν ἐπαγγελματικὸν βίον; Διατὶ δὲν συνιστᾶτε εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπως καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ σᾶς ὑπέδειξε, Γυμνάσια πρακτικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ δώσητε χαρακτῆρα εἰς ἕκαστον ἀνάλογον τῶν ἐπαγγελμάτων τῶν κατοίκων τοῦ τόπου, ἐν τῷ ὁποίῳ θέλετε νὰ τὰ συστήσητε; Ἀλλαχοῦ δηλαδὴ δίδοντες χαρακτῆρα ναυτικὸν, ἀλλαχοῦ βιομηχανικὸν, ἀλλαχοῦ βιοτεχνικὸν, καὶ οὕτω πως νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποτρέψωμεν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν σκολιὰν ὁδὸν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτράπη, ἀποδίδουσα τὰ τέκνα της εἰς ἄγονα καὶ ὑπερπληθῆ ἐπιστημονικὰ στάδια, νὰ τὴν ἀποτρέψωμεν ἀπὸ τὴν κλασικὴν ἐκπαίδευσιν, ἡ ὁποία δὲν θεωρεῖται πολὺ χρήσιμος, ἀφειδῶς οὕτω μεταδιδομένη εἰς πτωχοὺς λαούς. Διότι ἡ Ἑλλὰς κατήντησε νὰ ἔχῃ τὸ νόσημα, τὸ ὁποῖον εἷς Γάλλος Ὑπουργὸς ἔλεγεν, οὐχὶ ὀρθῶς, ἐπὶ Λουδοβίκου ΙΔʹ, ὡς ἐπικείμενον τότε ἐν Γαλλίᾳ ἐκ τῆς μεγάλης διαδόσεως τῶν γραμμάτων τῶν κλασικῶν. Καθὼς, ἂν ἦσαν πυκνοὶ ὀφθαλμοὶ καθ’ ὁλόκληρον τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, θὰ ἦτο ἀδύνατος ἡ κίνησις, οὕτω κατήντησε καὶ ἡ τότε Γαλλικὴ κοινωνία πολυπληθεῖς νὰ ἔχῃ ὀφθαλμοὺς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδύνατο ἐλευθέρως νὰ βαδίζῃ Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ παρ’ ἡμῖν. Καὶ τί βλέπετε; ἐνῷ κατὰ τὰς ὀρεινὰς κωμοπόλεις ἀντηχοῦσι λατινικὰ καὶ ἡ διδασκαλία τῶν ᾠδῶν τοῦ Ὁρατίου, συνάμα ἀντηχοῦσι πυκνοὶ καὶ οἱ πυροβολισμοὶ τῶν φυγοδίκων. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ κερδοσκοπία ὤθησε πρὸ πάντων τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ ἄνευ ἀνάγκης πλείονα ἔτι τῶν δέκα Γυμνασίων. Καὶ ὡς βλέπετε, καὶ αὐτὰ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα φιλοτιμεῖται νὰ τὰ παρέχῃ, ὅπως συστήσωσι πολλαχοῦ ἔτι Γυμνάσια. Εἰς τὸ Νησίον, ἀπέχον τῶν Καλαμῶν μίαν μόνον ὥραν, συνιστᾶται Γυμνάσιον ἐκ τῶν πόρων τοῦ λιμένος, ἵνα διδάσκωνται καὶ ἐκεῖ τὰ λατινικὰ καὶ ἡ μετρική! Εὐλόγως ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἀφοῦ τέλος ἐσυστήθησαν τόσα Γυμνάσια, οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη περὶ τελειοτέρας μορφώσεως διδακτικοῦ προσωπικοῦ. Ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολή, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἦναι τὸ φυτώριον, ἀφ’ οὗ ἔπρεπε νὰ στρατολογηθῶσιν οἱ καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε οἱ ἐξερχόμενοι ἐξ αὐτῆς εἶναι ὑπὸ πρακτικὴν καὶ διδακτικὴν ἔποψιν ἐντελῶς ἀνεπιτήδειοι νὰ διδάσκωσι, μόλις δὲ μετὰ 4 ἢ 5 ἔτη κατορθόνουσι νὰ ἔχωσιν ἰδέαν τινὰ ἀτελῆ καὶ ἀμυδρὰν περὶ τοῦ προορισμοῦ των, περὶ τοῦ ἔργου των, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐξέρχωνται ἐκ τῆς Σχολῆς καὶ πρακτικῶς ἠσκημένοι. Φρονῶ διὰ τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν μεγάλην πίστωσιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐλαχίστη δαπάνη 30 μέχρι 40 χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως ἱδρυθῇ σχολεῖον πρότυπον παρὰ τῇ Φιλοσοφικῇ Σχολῇ, ἐν ᾧ νὰ ἀσκῶνται οἱ μέλλοντες καθηγηταὶ τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων. Μετὰ τοῦτο νομίζω ἀπολύτως ἀναγκαῖον, καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀρωγὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν εἶναι ζήτημα κωλυσιεργικὸν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν μέγα, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ λαϊκὴ ἐκπαίδευσις, ἂν δὲν μορφώσητε διδασκάλους. Ὑπενθυμίζω τὸ Γαλλικὸν ἐκεῖνο λόγιον, εἰς τὸ ὁποῖον συνοψίζεται ὑπερτάτη πολιτικὴ ἔννοια: «tant vaul le maitre tant vaul l'ecole, tant vaul l’ école tant vaul la societé». «Ὅσον δύναται ὁ διδάσκαλος, τόσην δύναμιν ἔχει τὸ σχολεῖον, ὅσην δύναμιν ἔχει τὸ σχολεῖον, τόσην δύναμιν ἔχει ἡ κοινωνία». Αὐτὰ δὲν συζητοῦνται πλέον εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος. Ἐν τῇ ἡμετέρᾳ μάλιστα χώρᾳ τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι πλέον ζήτημα νόμων καὶ διαταγμάτων, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα παρασκευῆς διδασκάλων. Καὶ ὅμως ἐν Ἑλλάδι, τῷ τόπῳ τῶν γραμμάτων, τῷ τόπῳ τῆς ἰδέας, ἔθνει ἀδυνάτῳ, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ συνεχίσῃ τὴν ἱστορίαν τῶν πατέρων του καὶ οὐχὶ τόσον διὰ τῶν ὅπλων, ὅσον διὰ τῆς ἰδέας, παρῆλθεν ὁλόκληρος δεκαετηρὶς ἐξ ὅτου κυβερνᾶτε, χωρὶς νὰ ληφθῇ ἡ ἐλαχίστη πρόνοια ῥιζικὴ περὶ βελτιώσεως τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ὅπως ἔχητε διδασκάλους τοῦ λαοῦ ἱκανοὺς, ἔχετε ἀνάγκην νὰ συστήσητε πολλὰ εἰδικὰ σχολεῖα πρὸς μόρφωσιν τοιούτων. Μετὰ δὲ τοῦτο ἔχετε ἀνάγκην διαρκοῦς ἐπιθεωρήσεως τῶν οὕτως ἐν Διδασκαλείοις μεμορφωμένων διδασκάλων· διότι, ἂν εἰς κοινωνίας τόσῳ πεφωτισμένας, τόσῳ προκεχωρηκυίας ἐν τῇ λεωφόρῳ τοῦ πολιτισμοῦ, ἄνευ ἐπιθεωρήσεως τῶν ἀγρύπνων, εἰδικῶν ἐπιστημόνων, πρὸς τοῦτο τεταγμένων, ὅπως ἐπιτηρῶσιν, ἐνισχύωσι καὶ καθοδηγῶσι τὸν διδάσκαλον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, καὶ ἂν ἐκεῖ θεωρῆται ματαία πᾶσα δαπάνη πρὸς συντήρησιν δημοτικῶν σχολείων ἄνευ δαπάνης πρὸς ἐπιθεώρησιν, τί θὰ εἴπητε διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἡ διδασκαλία προσκρούει πρὸς τόσα ἐπιπροσθοῦντα κοινωνικὰ κωλύματα; Ἀλλ’ ἔχετε ἐπιθεωρητάς; Οὐδαμοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη πίστωσις, ὅπως διορίζωνται ἐπιθεωρηταί. Λοιπόν, ἂν δὲν ἔχητε ἐπιθεωρητὰς νὰ ἐπιβλέπωσι τὰ σχολεῖα ἐπιστημονικῶς καὶ κανονικῶς, δὲν θὰ ἔχητε ποτὲ εὐμέθοδον καὶ τελεσφόρον δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, θὰ ἔχητε πάσας τὰς οἰκτρὰς συνεπείας τῆς ἐλλείψεως ταύτης, δηλαδὴ τὴν ἔκλυσιν τῆς πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας· διότι κατ’ ἀξίωμα, κυρωθὲν ἐν ταῖς νεωτέραις κοινωνίαις ὑπὸ τῆς ἱστορίας, ὅπου λειτουργεῖ ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, ἀργεῖ δὲ ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ λαοῦ, ἐκεῖ εἶναι ἀδύνατον ταχύτερον ἢ βραδύτερον νὰ μὴ ἐπέλθωσιν ἀντινομίαι καὶ δειναὶ ἀνωμαλίαι, πολιτικαὶ καὶ κοινωνικαὶ, τῶν ὁποίων παριστάμεθα μάρτυρες, ἂν δὲν ἐγενόμεθα θύματα εἰσέτι. Ἀπὸ τεσσάρων ἤδη ἐτῶν ἐπανέλαβον πολλάκις, ὅτι ἀνάγκη ἐπείγουσα ν’ ἀποστέλλωνται εἰς τὴν Βόρειον ἢ τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην κατ’ ἔτος εἰκοσὰς νέων διδακτόρων, ἐκλεγομένων διὰ διαγωνισμοῦ, οἵτινες, σπουδάζοντες ἐπιμελῶς τὰ παιδαγωγικὰ καὶ τὰς σχετικὰς γνώσεις, νὰ χρησιμεύσωσιν, ὅπως ῥιζοβολήσῃ καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ σύστημα πλῆρες δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ δὲν θὰ ἦναι μεγάλη ἡ πρὸς τοῦτο δαπάνη, οὐδὲ μείζω τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἐὰν τοῦτο, προταθὲν παρ’ ἐμοῦ καὶ δι’ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἐγίνετο ἀπὸ τοῦ 1883, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε διὰ διαγωνισμοῦ ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει ὑποτρόφους, θὰ εἴχομεν ἤδη μορφώσει ἱκανοὺς παιδαγωγικοὺς ἐπιστήμονας, βεβαίως δὲ τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θὰ ἦσαν ἀλλοῖα, ἠθέλομεν ἔχει τοὐλάχιστον πεντήκοντα τοιούτους νέους, καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συστήσωμεν σήμερον 5 ἢ 6 Διδασκαλεῖα. Ἐπιμένω διὰ τοῦτο νὰ ἐγγραφῇ πίστωσις πρὸς τοῦτο 60 χιλιάδων δραχμῶν ἐν τῷ ἐφετεινῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ εἶναι ἄξια τοσαύτης δαπάνης καὶ μερίμνης, ὅσης ἀπολαμβάνουσιν αἱ ἀραιαὶ δενδροστοιχίαι τῆς πρωτευούσης, ὑπὲρ ὧν δαπανῶμεν ἴσον ποσόν. Ἀφοῦ διὰ μίαν δενδροστοιχίαν τῶν Ἀθηνῶν θὰ ἐξοδευθοῦν 60 χιλιάδες δραχμῶν, θὰ θεωρηθῇ σπατάλη ἴση δαπάνη πρὸς διάδοσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Φέρετε νομοσχέδια περὶ ἐπιθεωρήσεως, βαθμολογοῦνται ἐπιθεωρηταί, ἀλλὰ πόθεν θὰ τοὺς στρατολογήσητε; Πρέπει ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ λαοῦ ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς μορφώσεως διδασκάλων. Στείλατε 15 ὑποτρόφους πρὸς σπουδὴν τῶν παιδαγωγικῶν, στείλατέ τους ἐπὶ τέλους ὡς ἐκλογικὴν παροχὴν, ἐκλέγοντες αὐτοὺς μεταξὺ τῶν φίλων σας, ἀρκεῖ νὰ ἦναι ἄνθρωποι δυνάμενοι νὰ μορφωθῶσι. Περὶ ἄλλων θεμάτων δὲν θὰ ὁμιλήσω σήμερον. Ἀλλ’ ἀρκοῦμαι ν’ ἀναγνώσω ἓν κεφάλαιον τῆς περυσινῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὴν κατ’ ἐμὴν εἰσήγησιν ὁμόψηφον αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πρότασιν (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 4 ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς παρατηρεῖ ταῦτα. Ἀφοῦ ἡ μόρφωσις τοῦ διδασκάλου καὶ ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ σχολείου εὐλόγως εἶναι καὶ δι’ ἄλλους λόγους ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, μάλιστα δὲ ἀπέναντι τῆς κοινότητος, βαρυνομένης ὑπὸ τῆς δαπάνης τῆς συντηρήσεως τοῦ σχολείου καὶ ἀξιούσης εὐλόγως νὰ παρέχῃ τὴν ἐκ τοῦ ὑστερήματος δαπάνην ἐπὶ τῇ ὠφελείᾳ τῆς μορφώσεως τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ, ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ μεριμνήσῃ περὶ συστάσεως ἀναλόγου πρὸς τὸν πληθυσμὸν τοῦ Βασιλείου ἀριθμοῦ Διδασκαλείων. Κατὰ δὲ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ μέγας ἐθνικὸς σκοπὸς τῆς μορφώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰμὴ διὰ συστάσεως δέκα τοὐλάχιστον Διδασκαλείων, καλῶς ὠργανισμένων, ἐν οἷς ἡ περὶ τὰ παιδαγωγικὰ εἰδικότης τριῶν τοὐλάχιστον καθηγητῶν, ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ πρὸς τοῦτο μορφωθέντων δι’ εἰδικῶν θεωρητικῶν καὶ πρακτικῶν σπουδῶν, κρίνεται ἀπαραίτητος, ἄν μέλλῃ νὰ ἐπιδιωχθῇ σοβαρῶς ἡ τοῦ διδασκάλου μόρφωσις· ἑπομένως τριάκοντα τοὐλάχιστον ὑπότροφοι διὰ διαγωνισμοῦ καὶ ἀποχρωσῶν ἐγγυήσεων εἶναι ἐπιβεβλημένοι ἀναγκαίως. Ἀλλὰ ἡ μόρφωσις τῶν διδασκάλων ἐν τοῖς εἰδικοῖς σχολείοις, θεωρητικὴ διδασκαλία καὶ πρακτικὴ ἄσκησις, καὶ τελειοτάτη γενομένη, ἀπεδείχθη πανταχοῦ ἀλυσιτελὴς πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ μόνη, ἄνευ διηνεκοῦς ἐπιθεωρήσεως καὶ ἐποπτείας τῶν σχολείων ὑπὸ εἰδικῶν περὶ τὰ παιδαγωγικὰ ἐπιστημόνων, ἐπανορθούντων τὰς ἐλλείψεις τοῦ διδασκάλου, ἐνθαῤῥυνόντων αὐτὸν ἐν ταῖς δυσχερείαις τοῦ ἔργου καὶ ἐμψυχούντων αὐτὸν δι’ ἐμπνεύσεως τοῦ πρὸς τὸ χαλεπὸν ἔργον ζήλου. Ὅθεν δευτέρα ἀδυσώπητος ἀνάγκη παρίσταται ἡ μόρφωσις σώματος ἐπιθεωρητῶν εἰδικῶν καὶ τὰς ἀναγκαίας ἐπιστημονικὰς γνώσεις κεκτημένων ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ. Πρὸς τοῦτο ἀνάγκη νὰ μορφωθῶσι σὺν τῷ χρόνῳ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον περὶ τοὺς 50 λειτουργοὺς τῆς ἐπιθεωρήσεως, οἵτινες θὰ διαδίδωσι καὶ θὰ διατηρῶσιν ἐν τοῖς σχολείοις τὴν ζωὴν καὶ θὰ ἦναι οἱ κυριώτατοι ἐργάται τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ, ἐκ τῶν ἰδεῶν τούτων ὁρμωμένη, συνιστᾷ θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν μελέτην τοῦ μεγάλου τούτου ἐθνικοῦ ζητήματος, τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεως 50,000 δραχμῶν, ὅπως ἀποσταλῶσι πρὸς τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν διὰ διαγωνισμοῦ δέκα νέοι σπουδασταὶ κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, εὐχομένη νὰ συνεχισθῇ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ὑποδειχθέντος ἀριθμοῦ τῶν εἰδικῶν ἐργατῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἑκάστοτε παραπονεῖται, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς ἀμελοῦσι τοῦ ἑαυτῶν ἐλεγκτικοῦ τῶν νομοσχεδίων καθήκοντος, αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἐργάζονται, ὅτι κατὰ τύπον μόνον ὑπάρχουσιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τίνα ποτὲ γνώμην ἐπιτροπῆς ηὐδόκησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει; τίνος ποτὲ πρότασιν περὶ οἱουδήποτε ζητήματος, καὶ ἐπὶ τῶν οὐδεμίαν ἐχόντων πρὸς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν σχέσιν, ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ ἀποδεχθῇ καὶ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ; Ὅθεν ἐπιμένω ἰσχυριζόμενος, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκέπτηται σπουδαίως καὶ ἐπιθυμῇ νὰ συντελέσῃ τοὐλάχιστον πρὸς ταχυτέραν ἀποσόβησιν τῆς φοβερᾶς καταστροφῆς, ἥτις γίνεται εἰς τὴν τοῦ λαοῦ ἐκπαίδευσιν, ὀφείλει ν’ ἀναγράψῃ τὴν προτεινομένην πίστωσιν τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀποστέλλονται κατ’ ἔτος δέκα ἢ καὶ πλείονες διὰ διαγωνισμοῦ καὶ ἐπὶ ἐγγυήσει ὑπότροφοι πρὸς σπουδὴν τῶν παιδαγωγικῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Πρὸς τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω κατὰ τὴν περυσινὴν Σύνοδον νομοσχέδιον, ἐν ᾧ κανονίζονται λεπτομερῶς τὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν ὑποτρόφων τούτων, λαμβανομένης πάσης προνοίας πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἂν μὴ ἐγκρίνῃ πάσας, νὰ διασκευάσῃ ὅσας κρίνῃ ἀναγκαίας ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ διατάξεων, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τάχιστα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἴσως, καίτοι τόσῳ βραδέως, γένηται τοὐλάχιστον σπουδαίως ἀπὸ τοῦ ἐρχομένου ἔτους ἔναρξις σοβαρᾶς ἐργασίας τῆς Πολιτείας πρὸς βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ πληρεστέραν διάδοσιν τῶν γραμμάτων ἐν ταῖς κατωτέραις τάξεσι τοῦ λαοῦ. Διότι πᾶσα ἀπόπειρα πρὸς βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἄνευ ταχείας καὶ συντόνου ἐνεργείας πρὸς ἀπόκτησιν παιδαγωγικῶν δυνάμεων, ὧν τελείως στερούμεθα, ἐξελέγχεται εἰς ματαιοσχολίας ψευδοεπίδειξις κυβερνητικῆς προνοίας, οὐδένα ἐπαγγελλομένη ν’ ἀποφέρῃ καρπόν. Καιρὸς, κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ μετανοήσητε δι’ ἣν ἐδείξατε, ἀπὸ δέκα ἤδη σχεδὸν ἐτῶν κυβερνῶντες τὸν ἀτυχῆ τοῦτον τόπον, ἄστοργον καὶ ἀκατονόμαστον ὀλιγωρίαν πρὸς πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ μόρφωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καιρὸς ν’ ἀφυπνισθῆτε τοῦ ληθάργου, εἰς ὃν κρατεῖ ἡμᾶς ἡ ἔμπληκτος σπουδαρχία. Καιρὸς νὰ ἐνωτισθῆτε τοὐλάχιστον τὴν κοινωνικὴν βοὴν καὶ τὸν θόρυβον, ὃν ἡ θρασύτης τοῦ ἐγκλήματος ἤγειρεν. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι ὁ λαὸς, κυβερνώμενος διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας, ἐν ἀπαιδευσίᾳ διατελῶν, ἀδύνατον νὰ μὴ καταπέσῃ εἰς ἔκλυσιν καὶ πολιτικὸν βάραθρον. Ἀφυπνίσθητε ἐφ’ ὅσον εἶναι καιρός.

§213ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αἱ πλεῖσται τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὁ προλαλήσας ἀνέπτυξεν, εὑρίσκονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ Γυμνάσια, γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι λαμβάνεται πρόνοια. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν γενομένην πρότασιν, νομίζω, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν δύναται ν’ ἀναγραφῇ ποσὸν, διότι ἀπαιτεῖται νόμος πρὸς τοῦτο.

§214ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ πρόφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἔχει βάσιν, διότι, ἐὰν ἡ πίστωσις ἀναγραφῇ καὶ δὲν ψηφισθῇ νόμος, θὰ μένῃ ἀδιάθετος. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ δειχθῇ ἡ προθυμία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.

§215ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, εἰδοποιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς μου, τὴν ἐπαρχίαν Πάλλης, ὑπάρχει ἰδιοσυντήρητον Γυμνάσιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἔτος σχεδὸν ἀπὸ τῆς ἑνώσεως ἔδιδε χορηγίαν 4, 5 ἢ 6 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐξαιρετικῶς ἐφέτος, διότι ἴσως κάθημαι ἐν τῇ θέσει ταύτῃ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐνόμισε κατάλληλον νὰ καταργήσῃ τὸ ἐπίδομα αὐτὸ, καὶ οὕτω τὸ Γυμνάσιον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ διδασκάλους δι’ ὅλας τὰς τάξεις. Τὸ Ληξούριον ἔχει 10,000 ψυχὰς, ἀποδίδει δὲ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον φόρον 40 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα ἐπὶ 15,000,000 σταφιδοκάρπου μόνον. Ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπραξεν ἀδίκημα κατὰ τῆς Πετριτσείου ταύτης Σχολῆς, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ χορήγημα τοῦτο.

§216ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πράγματι τὸ ποσὸν τῶν 6,000 δραχμῶν δὲν ἐνεγράφη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι τὸ Σχολεῖον τοῦτο δὲν ἔχει ἰδίους πόρους, συντηρεῖται διὰ λιμενικοῦ φόρου, ἑπομένως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἦτο δὲ περίεργον δι’ ἐμὲ νὰ ἴδω, ὅτι οὐδὲν τὸ Πετρίτσειον κληροδότημα συνεισέφερεν ὑπὲρ τοῦ σχολείου, καὶ ὅτι ἐκ τῆς συνεισφορᾶς τοῦ Δημοσίου ἀπετελεῖτο ὁλόκληρον τὸ ποσόν.

§217ΜΠΑΣΙΑΣ. Τὸ Πετρίτσειον κληροδότημα εἶχεν ἀρκοῦντας πόρους, ὅπως συντηρήσῃ καὶ Σχολεῖον καὶ Γυμνάσιον, ἀλλ’ ἐξηφανίσθησαν, ὅπως ἐξαφανίζονται συνήθως οἱ τοιοῦτοι πόροι, διαχειριζόμενοι παρὰ τρίτων. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ, ἐπειδὴ τὸ Δημόσιον δὲν ἤθελε νὰ συνεισφέρῃ, ὑπεχρεώθη νὰ καταβάλλῃ τὴν μισθοδοσίαν δύο καθηγητῶν· ὥστε συνετηρεῖτο τὸ Σχολεῖον ἐκ τῶν ἀπομεινάντων πόρων τοῦ κληροδοτήματος, καὶ ἐκ τῶν συνδρομῶν τοῦ λιμενικοῦ ταμείου καὶ τοῦ Δημοσίου. Σήμερον, καταργομένου τοῦ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου χορηγουμένου ἐπιδόματος, βεβαίως θὰ καταργηθῇ τὸ Σχολεῖον.

§218ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἐμὲ, τὸ ζήτημα εἶναι ὅλως διάφορον, παρ’ ὅτι τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Οἱ πόροι εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς συντήρησιν Γυμνασίου; Ἐὰν ἦναι ἐπαρκεῖς, ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πάλλης, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ καταργήσῃ τὸ Γυμνάσιον, ὅπως σώσῃ τοὐλάχιστον καὶ τοὺς πόρους, τοὺς ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, οἵτινες ἤθελον δαπανηθῆ εἰς μάτην. Ἐὰν οἱ πόροι δὲν ἦναι ἐπαρκεῖς, πρέπει ἀναγκαίως τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβλέψῃ, ὅπως ἢ συμπληρώσῃ τοὺς πόρους, ἢ καταργήσῃ τὸ Γυμνάσιον. Ἀφοῦ δ’ ἔλαβον τὸν λόγον, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω δύο λέξεις εἰς ὅσα λίαν εὐγλώττως ἐξέθεσεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δικαιοῦται ν’ ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, ἀφοῦ αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀνεγράφησαν ἐν νομοσχεδίῳ. Χωρὶς νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὰ σχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τοὐλάχιστον ἐν τοῖς σχεδίοις ἐφάνη λίαν γενναῖος, τί τὸν πειράζει σήμερον διὰ προσθήκης μικρᾶς τινος πιστώσεως ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς μίαν ἄμεσον ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν δύναται καὶ νὰ ἀναβάλῃ; Λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ δυσχερείας τυπικῆς, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη νόμος. Ὑπὸ τὰς περιστάσεις ἀληθῶς, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ πολιτικὴ, τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ ψηφισθῇ, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε κατορθώσει προσεχῶς νὰ ψηφισθῇ ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῶν νομοσχεδίων του, ἡ πίστωσις αὕτη δὲν ἤθελε τὸν βλάψει, διότι, ἐὰν ψηφισθῇ ὁλόκληρον τὸ σύστημα, ὁ Ὑπουργὸς θ’ ἀφήσῃ ἀδιάθετον τὴν πίστωσιν. Πᾶσα ἀναβολὴ, Κύριοι, ἱκανοποιήσεως τῶν ἀμέσων ἀναγκῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφ’ ἧς κατενοήσαμεν τὸν ἀδιέξοδον κύκλον, εἶναι ἀσώτευσις τοῦ δημοσίου χρήματος. Τί σημαίνει, νὰ συνιστᾶτε Σχολεῖα καὶ νὰ διορίζητε διδασκάλους, ὅταν αὐτοὶ οἱ διδάσκαλοι, ἀντὶ νὰ μορφώσουν, διαφθείρουν τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ; Ἡ πρώτη φροντὶς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ληφθῇ προχείρως, ἀμέσως, εἶναι ἡ τῆς μορφώσεως διδακτικοῦ προσωπικοῦ. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δύναται νὰ ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν ἐπὶ οἱᾳδήποτε προφάσει, ἔστω καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἴπῃ, ὅτι καταστρέφεται τὸ ἰσοζύγιον. Πρόκειται δὲ περὶ πιστώσεως 40,000 δραχμῶν, πρόκειται ἀφ’ ἑτέρου περὶ 6,000 δραχμῶν διὰ τὸ Γυμνάσιον τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, δι’ ὧν βεβαίως δὲν θὰ καταστραφῇ τὸ ἰσοζύγιον.

§219ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν περὶ ἐγγραφῆς τοῦ ποσοῦ, καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐδήλωσα, ὅτι ἀνεγνώρισα τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποστολῆς νέων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Εὑρίσκω ὅμως, ὅτι τὸ προτεινόμενον ποσὸν εἶναι ἀδύνατον σήμερον νὰ ἀναγραφῇ, χωρὶς νὰ ὁρισθῶσιν οἱ ὅροι τῆς ἀποστολῆς, αἱ ὑποχρεώσεις κτλ. τόσῳ μᾶλλον, καθόσον κατὰ τὸ παρελθὸν νέοι ἀποσταλέντες πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, ἐπανελθόντες, δὲν ἠθέλησαν νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος περιέμενεν ἀπ’ αὐτούς. Δυνάμεθα νὰ ἀποσπάσωμεν ἴσως ἐξ ὅλου αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως ἀποτελεσθῇ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ψηφισθῇ, περιλαμβάνον καὶ τὴν πίστωσιν, ὅπως πραγματοποιηθῇ ἀμέσως. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νομίζω, ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα ἐκλείπουν ἐντελῶς, καὶ δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν ἰδέαν ταύτην. Ὡς πρὸς τὴν Σχολὴν ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι διὰ τῶν πόρων τοῦ κληροδοτήματος, καλῶς διαχειριζομένου, καὶ διὰ τῶν πόρων τῶν ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου δύναται κάλλιστα νὰ συντηρηθῇ τὸ Γυμνάσιον.

§220ΜΠΑΣΙΑΣ. Οἱ πόροι οἱ λιμενικοὶ δὲν εἶναι παρὰ 45,000 δραχ. κατ’ ἔτος, ἑτοιμάζει δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ἔργα, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον ἐνέκρινε, 500,000 δραχμῶν, καὶ θέλετε νὰ συντηρήσωμεν καὶ Γυμνάσιον μὲ αὐτοὺς τοὺς πόρους! Διατὶ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἐνῷ καταργεῖτε τὸ ἐπίδομα, διωρίσατε δύο καθηγητὰς τῶν μαθηματικῶν; Αὐτοὶ εἶναι φίλοι μου καὶ ἀξιόλογοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἦτο σπατάλη ὁ διορισμὸς δύο.

§221ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ματαίως ἐπειράθη νὰ προτάξῃ λόγους, οἵτινες τὸν πείθουν, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἀναγραφῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ ἀναγκαία δαπάνη, τῆς ὁποίας δὲν ἠδυνήθη ὅμως ν’ ἀποφύγῃ τὴν ὁμολογίαν, ὅτι εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία. Ἐὰν συνέβη ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς Εὐρώπην νέοι ἄνευ διαγωνισμοῦ καὶ ἄνευ παροχῆς ἐγγυήσεων, ὅτι ἔμελλον νὰ ὑπηρετήσουν διὰ τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐδαπάνα ὑπὲρ αὐτῶν, τοῦτο δὲν εἶναι πλημμέλεια τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ χρήματος τοῦ δημοσίου ἠθέλησαν νὰ στείλωσι τοὺς φίλους ἢ τοὺς συγγενεῖς των ἄνευ ἐγγυήσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν πίστωσιν, ἔχομεν πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτόν· τῷ δίδομεν τὴν πίστωσιν ἄνευ ὅρων, διότι φρονοῦμεν, ὅτι θὰ κάμῃ χρῆσιν ὀρθοτάτην. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι προσωπικῶς τιμῶ τὸν ἄνδρα. Διατὶ δὲν θέλει νὰ τὴν λάβῃ; Διότι δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μετανοήσῃ. Εἶναι καιρὸς δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ μετανοήσῃ διὰ τὴν ὁποίαν ἔδειξε πρὸ 8 ἐτῶν ἀστοργίαν πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ. Μὴ ἀμφιβάλλετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τῆς εὐτυχίας ἢ τῆς κακοδαιμονίας τῶν ἐπερχομένων γενεῶν ἡ παροῦσα γενεὰ εἶναι ἡ αἰτία. Ὅπως ὁ πατὴρ, ἐὰν δὲν μορφώσῃ τὸ τέκνον του, εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς κακοδαιμονίας αὐτοῦ, καὶ ἡ ῥάβδος τοῦ τέκνου πίπτει πρότερον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του, οὕτω καὶ αἱ Κυβερνήσεις πίπτουσι θῦμα τῆς ἀστοργίας των.

§222ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἅπασαι ἐν γένει αἱ Κυβερνήσεις ἀνεγνώρισαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πάλλης τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ Γυμνάσιον.

§223Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη Γυμνασίων καὶ εἰς ἄλλας πόλεις.

§224ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν σύστασιν Γυμνασίων καὶ εἰς αὐτάς.

§225ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅταν ὁμιλῶ περὶ τοῦ Γυμνασίου Πάλλης, ἐννοῶ, ὅτι ὁμιλῶ καὶ περὶ παντὸς ἄλλου Γυμνασίου, λειτουργοῦντος ὡς τὸ τῆς Πάλλης. Λοιπὸν παρατηρῶ, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ πασῶν τῶν Κυβερνήσεων τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πάλλης νὰ ἔχῃ Γυμνάσιον, καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διατὶ μετέβαλε γνώμην καὶ δὲν θεωρεῖ, ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀνάγκη; Τὸ Δημόσιον ἦλθεν εἰς συνδρομὴν τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου, λαμβάνον ὡς ἀφετηρίαν τὴν πρόσοδον τῆς Πετριτσείου Σχολῆς, ἐπειδὴ δὲ αὕτη ἠλαττώθη, ἐζητήθη ἡ αὔξησις τῆς συνδρομῆς τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ τοῦτο οὐδὲν προσέθηκε, καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Πάλλης σκεφθέντες ἀνεπλήρωσαν τὴν ἐλάττωσιν τῆς προσόδου, ἐπιβαλόντες ἀνώτερον λιμενικὸν φόρον. Ἐὰν ἀναγνωρίζητε, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ διατήρησις τοῦ Γυμνασίου, καὶ ὅτι ἔχουσι δικαίωμα οἱ Παλλεῖς εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ, δὲν δικαιοῦσθε ν’ ἀφαιρέσητε τὸ διὰ τὸ Γυμνάσιον ἐκεῖνο ὡρισμένον ποσὸν πρὸ τόσων ἐτῶν, ποσόν, ὅπερ αἱ μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις ἐσεβάσθησαν.

§226ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ λυποῦμαι, καὶ ἐκφράζω δημοσίᾳ τὴν λύπην μου, ὅτι μετὰ 26 ἐτῶν ἑνωτικὸν βίον τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος εὑρέθη εἷς Ὑπουργὸς, καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς Ἑπτανήσου, ὁ ὁποῖος κατήργησε χορήγημα, διδόμενον εἰς Γυμνάσιον Ἑπτανησιακόν.

§227ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐνέγραφε πάντοτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μίαν πίστωσιν, τῆς ὁποίας δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ποσὸν, πίστωσιν ὑπὲρ τοῦ Διδασκαλικοῦ Συλλόγου. Νομίζω ὅτι ἡ διαγραφὴ τῆς πιστώσεως ταύτης εἶναι ἄδικος, καὶ οὐ μόνον ἄδικος, ἀλλὰ καὶ ἐπιζημία. Δυστυχῶς ἡ μισθοδοσία τῶν διδασκάλων εἶναι τόσον εὐτελὴς, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαιτήσῃ τις παρ’ αὐτῶν μεγάλας θυσίας πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συντηρήσεως ἑνὸς Συλλόγου, ὁ ὁποῖος ἐκ τῶν τελευταίων συζητήσεων ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων ἐφάνη λίαν χρήσιμος. Δὲν πραγματεύεται δὲ ὁ Διδασκαλικὸς Σύλλογος περὶ ζητημάτων ἀφορώντων εἰς ξένα πρὸς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ ἀντικείμενα. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἀδικήσῃ τὰ μέγιστα τὴν παιδείαν, ἐὰν στερήσῃ τὸν Σύλλογον τοῦτον τῶν μέσων τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ.

§228ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ ἑνώσω τὴν φωνήν μου πρὸς τὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, προκειμένου περὶ τοιαύτης ἱεροσύλου πράξεως, εἰς τὴν ὁποίαν βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐνέχεται, διότι προῆλθεν ἐκ ταπεινῆς ἐκδικήσεως ὀργάνων κατωτέρων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Τὴν αὐτὴν δὲ σύστασιν ὀφείλω ν’ ἀποτείνω καὶ διὰ τὴν συνδρομὴν, τὴν παρεχομένην μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν φίλων τοῦ Λαοῦ καὶ εἰς τὸν Δραμματικὸν Σύλλογον, διότι ἀμφοτέρων τούτων τῶν σωματείων ἔχομεν μεγίστην ἀνάγκην, πρὸς ψυχαγωγίαν καὶ ἐξημέρωσιν καὶ ἠθικὴν διάπλασιν τοῦ λαοῦ.

§229ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ἀφῃρέθησαν ὅλαι αἱ συνδρομαὶ, αἵτινες ἐχορηγοῦντο πρότερον, ἀπέμειναν δὲ μόνον δραχμαὶ 1000 διὰ τὸν Διδασκαλικὸν Σύλλογον, ἕτεραι 1000 διὰ τὴν Ἐθνογραφικὴν Ἑταιρίαν καὶ δραχμαὶ 500 διὰ τὴν Ἑταιρίαν τῶν φίλων τοῦ Λαοῦ. Περὶ τοῦ Δραματικοῦ Συλλόγου ἐσκέφθημεν, ὅτι ἡ συνδρομὴ, ἥτις ἐδίδετο εἰς αὐτὸν, ἦτο τόσον μικρὰ, καθὼς καὶ ἡ πρὸς τὰς ἄλλας ἑταιρίας, ὥστε αἱ ἑταιρίαι αὗται δύνανται νὰ ἐργασθῶσι διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν, ἢ δὲν δύνανται νὰ ἐργασθῶσι, καὶ τότε τὰ μικρὰ ταῦτα ποσὰ δὲν δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν πρόοδον αὐτῶν.

§230ΛΕΒΙΔΗΣ. Προκειμένου περὶ συνδρομῶν διὰ τοιούτους ἠθικοὺς σκοποὺς, καθῆκον ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συναινέσῃ νὰ ἀναγραφῇ ποσόν τι ὑπὲρ τοῦ ἑξῆς σκοποῦ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι εἰς τοῦτο ἔχω σύμφωνον τὴν ὁλοψηφίαν τῆς περυσινῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐκθέσει, ἐν ᾗ ἀναγινώσκομεν, ὅπως ἀναγραφῇ ποσὸν 6,000 δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ ἐν Ἀθήναις ναοῦ τῆς Μητροπόλεως. Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι ὁ ναὸς τῆς Μητροπόλεως, ἐὰν τὸ Κράτος δὲν ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν αὐτοῦ, ἐντὸς ὀλίγου χρόνου θέλει καταῤῥεύσει, διότι ὁ θόλος, ὡς ἐκ τῆς ἀμελείας, ἥτις ἔλαβε χώραν εἰς τὰ τοῦ ναοῦ ἄλλοτε, σχεδὸν εἶναι ἠνεῳγμένος καὶ πανταχόθεν εἰσρέουσι τὰ ὕδατα. Προσθέσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι ὁ ναὸς οὗτος στερεῖται ἐντελῶς ἐνοριακῶν προσόδων, καὶ ἐνῷ ἄλλοτε εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἅπαντα τὰ εἰσοδήματα τῆς Μονῆς Καισαριανῆς, ἐκ πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν, ἤδη τὰ εἰσοδήματα ταῦτα ἀφῃρέθησαν, καὶ δὲν ἔχει εἰμὴ τὰ εὐτελῆ πεντάλεπτα καὶ δεκάλεπτα, ἅτινα δίδουσιν οἱ χριστιανοὶ κατὰ τὰς ἑορτὰς καὶ τὰς Κυριακάς. Ὁ Μητροπολιτικὸς ναὸς Ἀθηνῶν ἔχει μεγαλειτέραν καὶ γενικωτέραν σημασίαν, διότι χρησιμεύει πρὸς τέλεσιν τῶν μεγάλων ἑορτῶν τοῦ Κράτους, καὶ εἶναι τὸ μεγαλείτερον προσκυνητήριον, τὸ ἐλεύθερον προσκυνητήριον ὅλων τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς. Προτείνω λοιπὸν, ἀφοῦ καὶ ἡ περυσινὴ ἐπιτροπὴ συνεφώνησεν εἰς τοῦτο, νὰ γένηται ἔναρξις ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου τῆς συνδρομῆς 6,000 δραχμῶν, ἢ 4,000, ἢ 5,000, διότι ὁ θόλος θέλει καταπέσει. Καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἐπιθυμῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως κατὰ τὰς ἐν τῷ ναῷ τούτῳ τελουμένας ἑορτὰς ἱστάμεθα μετ’ ἀλεξιβροχίων.

§231ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι δυνατὸν, ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰσφορὰ, διότι ὁ ναὸς οὗτος εἶναι καθαρῶς δημοτικὸς, καὶ τὸ Δημόσιον δὲν δύναται νὰ ἀναγράψῃ συνδρομὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐν τῷ ναῷ τούτῳ τελοῦνται ἅπασαι αἱ ἐπίσημοι ἑορταὶ καὶ ὅτι ὁ ναὸς οὗτος ἔχει γενικώτερον χαρακτῆρα, δι’ αὐτὸ δὲ φρονῶ, ὅτι τὸ Δημόσιον πρέπει δι’ ἄλλου τρόπου νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ὁ ναὸς οὗτος ἔχει, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ ἀνάγκης ἐπισκευῶν, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ἐπιτρόπων καὶ συνεισφέρῃ ὑπὲρ τῶν ἐπισκευῶν αὐτῶν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Τὸ ὅλον τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 3,224,430). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 π. μ. τῆς 18 Φεβρουαρίου 1890.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64
2τῆς 17 Φεβρουαρίου 1890.
3(Πέμπτη)
4(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
5τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
6§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κτηματίαι Πύργου παραπο-
7νοῦνται διότι δὲν ἀπεζημιώθησαν διὰ τὰ καταληφθέντα
8ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου κτή-
9ματά των. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουρ-
10γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
11§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα κατὰ
12τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ διακόψω αὐτὴν
13χθὲς, ἀνακοινῶ ἤδη τὸ περιεχόμενον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
14τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὰς ἀρ-
15χὰς νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των. Ὁ συμπολίτης μου με-
16γαλέμπορος Νικόλαος Παπαφωτεινὸς μοὶ τηλεγραφεῖ τὰ
17ἀκόλουθα. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα).
18Ὁ ὑπογεγραμμένος εἶναι γνωστὸς διὰ τὰς ἀντιπολιτευ-
19τικάς του ἰδέας, καὶ διὰ τοῦτο, φαίνεται, τῷ συμβαίνουσι
20τοιαῦτα ἑκάστοτε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν
21τῶν Οἰκονομικῶν, εἰ δυνατὸν, νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν
22τελώνην Βόλου, διατάσσων αὐτὸν νὰ στείλῃ ἐγκαίρως τὰ
23δηλωτικὰ, καὶ πρὸς τὸν τελώνην Καλαμῶν, νὰ παραδώσῃ
24τὸ ἐμπόρευμα εἰς τὸν ἔμπορον ὑπ’ ἐγγύησιν του οἱανδή-
25ποτε.
26§3ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς, ὡς πρὸς τὸν πί-
27νακα τῶν δημοσίων χρεῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη
28ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀγνοεῖ πῶς,
29καὶ ὅτι πιθανῶς τοῦτο ἐκομίσθη ἢ διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ
30Προϋπολογισμοῦ ἢ παρά τινος τῶν μελῶν αὐτῆς. Παρετή-
31ρησα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἀληθῶς ἐν τῇ Ἐπι-
32τροπῇ εἶχον ζητήσει τοιοῦτον πίνακα, ἀλλὰ δὲν εἶχε σταλῆ
33ἕως οὗ ἔπαυσεν ἐργαζομένη, καὶ τὴν παράκλησίν μου ταύ-
34την ἐπανέλαβον καὶ ὑπέμνησα ἀργότερον ἐν τῇ Βουλῇ,
35ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, συνεπείᾳ τῆς παρακλήσεώς μου,
36ὑπέβαλε τὸν πίνακα τοῦτον. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουρ-
37γὸς ἠρνεῖτο ὅτι ἔλαβον χώραν ταῦτα, γνωρίζων δὲ κατὰ
38πόσον ἡ μνήμη του δὲν τὸν λανθάνει ἐδίστασα περὶ τῆς
39ἐμῆς μνήμης, καὶ ἐξήτασα τὰ πρακτικὰ, διὰ νὰ βεβαιωθῶ
40ἐὰν ἡ μνήμη μου μὲ λανθάνῃ, ἢ ἐὰν ἡ μνήμη τοῦ κ. Πρω-
41θυπουργοῦ τὸν ἠδίκησεν. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς λοιπὸν τῆς
4228 Νοεμβρίου 1889 ἀνευρίσκω, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Κεφαλλη-
43νίας ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρα-
44καλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ
45νὰ ἐπισπευθῇ ὁ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ αἰτη-
46θεὶς πίναξ καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν. Ἤτοι πίνακα
47ἐμφαίνοντα τὸ δημόσιον χρέος ἑκάστου ἔτους ἀπὸ τοῦ 1880
48μέχρι τοῦ 1890, καὶ σημειοῦντα κεχωρισμένως δι’ ἕκαστον
49δάνειον: αʹ) τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου ἑκάστου ἔτους· βʹ) τὸ
50ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ποσὸν εἰς τόκους, εἰς χρεω-
51λύσιον καὶ προμηθείας· γʹ) τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγ-
52ματος».
53Παρῆλθεν ἔκτοτε ἀρκετὸς χρόνος, ἀλλὰ ὁ ζητηθεὶς πί-
54ναξ καὶ πάλιν δὲν ὑπεβάλλετο, διὸ κατὰ τὴν 5 Δεκεμ-
55βρίου 1889 ὑπέμνησα τὴν ἐπερώτησίν μου, ὡς αὐτολεξεὶ
56ἀναφέρουσι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ (ἀναγινώσκει): «Εἷς τῶν
57Βουλευτῶν Κεφαλληνίας ὑπέμνησε τὴν προσαγωγὴν τῶν
58ζητηθεισῶν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ πλη-
59ροφοριῶν, τὴν αἴτησιν δὲ ταύτην ἐπανέφερε καί τις τῶν
60Βουλευτῶν Ἄρτης».
61Ἐκ τῶν πρακτικῶν ὅθεν ἀποδεικνύεται ἀριδήλως, ὅτι,
62ὅ,τι ἰσχυρίσθην χθὲς, ἦτο ἀκριβὲς, ὅτι πράγματι οὐ μόνον
63ὑπέβαλον τοιαύτην ἐπερώτησιν ἔγγραφον, καὶ συνεπείᾳ αὐ-
64τῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔφερε τὸν πίνακα, ἀλλὰ καὶ ὅτι
65ὁ πίναξ οὗτος εἶναι αὐτὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐζήτησα· τὸ
66δὲ σχετικὸν ἔγγραφον τοῦ Προεδρείου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον
67τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπὶ τοῦ
68Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ ζητεῖ τὰς ἑξῆς πληροφορίας:
69Ὁ κ. Βαλσαμάκης ζητεῖ 1) πίνακα ἐμφαίνοντα τὸ δημό-
70σιον χρέος ἑκάστου ἔτους ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1890,
71σημειουμένου τοῦ κεφαλαίου ἑκάστου δανείου κεχωρισμένως.
722) Πίνακα ἐμφαίνοντα τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
73ἑκάστου δανείου ποσὸν εἰς τόκους, χρεωλύσια καὶ προμη-
74θείας. 3) Πίνακα ἐμφαίνοντα τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγ-
75ματος».
76Ἐν τῷ σχετικῷ φακέλλῳ ὑπάρχουν πάντα τὰ ἔγγραφα,
77τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Καραπάνου, ἀλλὰ λείπει μόνον
78ὁ πίναξ, ὁ παρ’ ἐμοῦ ζητηθεὶς καὶ τὸν ὁποῖον, κατὰ τὰ
79ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
80γὸς, διότι ἐγὼ ἄλλην πληροφορίαν δὲν ἐζήτησα, εἰμὴ μόνον
81τὸν πίνακα τοῦτον, ὁ δὲ κ. Καραπάνος ἐζήτησε πληροφο-
82ρίας, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον πρὸς τὸν πίνακα.
83Τί ἐγένετο ὁ πίναξ, ὅστις βεβαίως ἐστάλη εἰς τὸ Τυπο-
84γραφεῖον καὶ ἐτυπώθη τῇ διαταγῇ τοῦ κ. Προέδρου; Ἐκ
85τοῦ Τυπογραφείου ὤφειλε νὰ ἐπιστραφῇ καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἐν
86τῷ φακέλλῳ τούτῳ. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ, τί πρέπει νὰ
87συμπεράνωμεν; Ἐπειδὴ ἡμεῖς βεβαίως οὐδὲν συμφέρον εἴ-
88χομεν νὰ ὑπεξαιρέσωμεν τὸν πίνακα, πρέπει νὰ παραδε-
89χθῶμεν, ὅτι τυχαίως ἀπωλέσθη, ἢ ὅτι ἀφῃρέθη, ἢ ὅτι δὲν
90ἐπεστράφη ἀπὸ τὸ Τυπογραφεῖον, διότι βεβαίως εἰς τὸ
91Τυπογραφεῖον παρεπέμφθη. Ἐκ τούτων προκύπτει ἀναμ-
92φιβόλως, ὅτι ὁ πίναξ, ὁ ὁποῖος ἐτυπώθη τῇ διαταγῇ τοῦ
93κ. Προέδρου καὶ διενεμήθη, εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ πίναξ,
94τὸν ὁποῖον εἶχον ζητήσει ἐγὼ ἐπανειλημμένως καὶ ἐν τῇ
95Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ δι’ ἐγγράφου ἐπερω-
96τήσεώς μου ἐν τῇ Βουλῇ, κατόπιν τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυ-
97πουργὸς, ἐκτελέσας τὴν παράκλησίν μου, τὸν προσήγαγε.
98§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω πρὸς ποῖον
99σκοπὸν γίνονται αἱ παρατηρήσεις αὗται τοῦ κ. Βουλευτοῦ,
100διότι ὅσα εἶπεν εἶναι σύμφωνα πρὸς ὅσα καὶ ἐγὼ εἶπον.
101Ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων ἐξάγεται, ὅτι πίναξ ἐζητήθη ἐν
102τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦτο εἶναι βέβαιον,
103ὅτι πίναξ ὑπεβλήθη, τοῦτο δ’ ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς
104χρονολογίας τοῦ πίνακος, 29 Νοεμβρίου, ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ,
105ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἐκθέσεώς της, ἔπαυσεν ἐργαζομένη
106τὴν 5 Δεκεμβρίου· ὥστε ὁ πίναξ εἶχε τυπωθῆ ἐν ὅσῳ ἡ
107Ἐπιτροπὴ συνεδρίαζε. Ταῦτα πάντα ἐν ἀγνοίᾳ μου, διότι,
108ὡς γινώσκετε, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἔχει ἐντολὴν
109νὰ συνεννοῆται ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅτε ὁ
110κ. Βουλευτὴς ἐπανέλαβε τὴν αἴτησίν του ἐν τῇ Βουλῇ,
111ὑπεβλήθησαν οἱ δύο οὗτοι πίνακες, ὧν ἔγνων εὐθὺς ἐπὶ τῇ
112ἀναγνώσει τὸ ὁλοσχερῶς ἀνακριβὲς, εἶδον ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ
113ἔτος 1882 δὲν εἶχε σημειωθῆ ἡ ὀφειλὴ ἐκ τοῦ δανείου
114τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶχον σημειωθῆ κατὰ τὸ
115ἔτος 1884 καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ ἔτη τὰ δάνεια, ὧν τὰ κε-
116φάλαια διετέθησαν εἰς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκα-
117στικῆς κυκλοφορίας. Ἐπειδὴ ἀπῃτεῖτο πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ
118δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ποσὸν περίπου 100,
119000,000 δραχμῶν, εἵπετο, ὅτι ὑπῆρχε σφάλμα ἐν τῇ συν-
120τάξει τοῦ πίνακος ποσοῦ 100,000,000. Εἶδον προσέτι, ὅτι
121δὲν ἐγίνετο μνεία τοῦ δανείου τῶν τριῶν Δυνάμεων, ὅπερ
122ἐν μὲν τῷ πίνακι, τῷ ἀφορῶντι εἰς τὸ κεφάλαιον, ἴσως ἦτο
123πρέπον νὰ μὴ περιληφθῇ, ἀφοῦ τὰ τοῦ κεφαλαίου δὲν εἶναι
124ἐκκαθαρισμένα, ἐν τῷ πίνακι ὅμως τῶν ἐτησίων πληρωμῶν
125ἔδει νὰ μὴ παραλειφθῇ χάριν μόνον λογιστικῆς ἀκριβείας,
126διότι ἡ σύγκρισις τῶν χρεῶν δὲν ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς παρα-
127λείψεως, ἀφοῦ καθ’ ὅλα τὰ ἔτη τὸ παραλειπόμενον ποσὸν
128εἶναι τὸ αὐτό. Τοιαύτας βεβαιώσας ἐν τῷ πίνακι ἐλλείψεις
129περὶ τὴν σύγκρισιν, ἐξικνουμένας μέχρι τοῦ ποσοῦ 100,000,
130000, παρατηρήσας δὲ καὶ ἄλλας μικροτέρου λόγου ἐλλεί-
131ψεις, ὧν θέλετε ἀντιληφθῆ ἐν τοῖς πίναξιν, ὅταν προσαχθῶ-
132σιν ἀνατεθεωρημένοι, ἔκρινα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω
133αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ διὰ τοῦτο
134ὁ κ. Βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι οἱ πίνακες οὗτοι ἔλειπον.
135Πάντα τὰ ἄλλα διεβιβάσθησαν, δὲν διεβιβάσθησαν δὲ οἱ
136πίνακες οὗτοι, διότι ἔκρινα, ὅτι πρέπει νὰ ἀνατυπωθῶσιν.
137Ἀλλ’ ἡ διόρθωσις ἀπησχόλησε τὸ τμῆμα ἐπὶ πολὺ, οὐδὲ
138καὶ σήμερον εἶναι οἱ πίνακες ὁριστικῶς παρεσκευασμένοι
139πρὸς κατάθεσιν. Ἄλλως τε δὲν διακρίνω τὴν σπουδαιό-
140τητα τῆς προκαλουμένης συζητήσεως περὶ πινάκων, φερόν-
141των μὲν ὑπογραφὴν τοῦ Τμηματάρχου τοῦ δημοσίου χρέους,
142ἀλλ’ ἀποδεικνυομένων πλημμελῶν. Ἐπὶ τῶν πινάκων τού-
143των δὲν δύνανται νὰ στηριχθῶσι δικαιώματα, ὥστε νὰ
144ἐπέλθῃ ζημία τῆς Πολιτείας ἐκ τῶν σφαλμάτων τῆς ὑπη-
145ρεσίας, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ συζήτησις θὰ ἠδύνατο καλῇ τῇ
146πίστει νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῶν, ἔστω καὶ ἂν περιεβάλλοντο
147μείζονα ἐπισημότητα τῆς παρεχομένης εἰς αὐτοὺς διὰ τῆς
148ὑπογραφῆς τοῦ Τμηματάρχου, ἀφοῦ ἀποδεικνύονται πλημ-
149μελῶς συντεταγμένοι. Ὁ Ὑπουργὸς, εὐθὺς ὡς εἰς αὐτὸν
150ἀπετάθη ἡ Βουλὴ, αἰτησαμένη τοὺς πίνακας, ἔλαβε γνῶσιν
151τῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀποσταλέντων ὑπὸ τοῦ Τμηματάρ-
152χου, καὶ προεκάλεσε τὴν διόρθωσιν. Ἂν ὑπάρχωσιν οἱ ἐπι-
153μένοντες ἵνα συζητήσωσιν ἐπὶ τῶν πινάκων ἀδιορθώτων,
154ἐγὼ θέλω συζητήσει περὶ αὐτῶν συμπεπληρωμένων διὰ
155προσθηκῶν καὶ ἐκκαθαρισμένων δι’ ἀφαιρέσεων κατὰ τ’ ἀπο-
156τελέσματα τῆς ἀναθεωρήσεως.
157§5ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατόπιν τῶν χθὲς λεχθέντων ὡς πρὸς
158τὸν πίνακα, βεβαίως ὅσα εἶπε σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
159δὲν ἔχουσι σπουδαιότητα. Ἐγὼ δὲν ἐπεκαλέσθην τὰ ἔγγραφα
160διὰ νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ πίνακος καὶ νὰ ἐπαναφέρω τὴν
161χθεσινὴν συζήτησιν. Τὴν ἀνακρίβειαν τοῦ πίνακος τὴν εἶχον
162καταδείξει τότε διάφορα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ δὲ
163κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεκήρυξε τὸν πίνακα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις
164βεβαίως ὤφειλε νὰ στηρίξῃ τὰς σκέψεις καὶ τὰς κρίσεις της
165ἐπὶ τοῦ πίνακος, τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως,
166διότι ἐπὶ ποίων ἄλλων ἐγγράφων ἠδυνάμεθα νὰ στηριχθῶ-
167μεν συζητοῦντες; ἡμεῖς δὲν ἤμεθα βεβαίως εἰς θέσιν νὰ
168λάβωμεν ἄλλας πληροφορίας, μόνος ὁ ὁμιλήσας ἐπὶ τοῦ
169Προϋπολογισμοῦ Βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἠδυνήθη ἐπὶ ἀποκρύφων
170ἐγγράφων, ἐξαγομένων ἐκ τοῦ θυλακίου του, νὰ ὑποστη-
171ρίξῃ συζήτησιν διὰ λογαριασμόν του καὶ οὐχὶ διὰ τὰ μέλη
172τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ Κυβέρνησις ὡμολόγησεν, ὅτι ὁ πίναξ
173δὲν περιέχει ὅλα τὰ δάνεια, ἠρνήθη δὲ καὶ τὴν ὑποβολὴν
174τοῦ πίνακος. Ἐκ τῆς ἀρνήσεως ταύτης ἠγέρθη ἡ συζήτησις
175καὶ ἐπέμεινα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσήγαγε τὸν πίνακα
176συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἡ ἀνάγνωσις δὲ τῶν πρα-
177κτικῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐπεκαλέσθην, ἀπέδειξε τὴν ἀκρί-
178βειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ὅτι δηλαδὴ ἐζήτησα ἐν τῇ Ἐπι-
179τροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸν πίνακα καὶ δὲν μοὶ ἐδόθη,
180ἀπέδειξα, ὅτι τὸν ἐζήτησα ἐγγράφως ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐξη-
181κολούθει ἡ ἄρνησις, ἀπέδειξα, ὅτι ὑπέμνησα τὴν αἴτησίν
182μου ταύτην, καὶ κατόπιν τούτου εἰς ὡρισμένην συνεδρίασιν
183ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε τὸν πίνακα. Ὁ κ. Πρωθυπουρ-
184γὸς εἶπε προσέτι, ὅτι δὲν τὸν ὑπέβαλε, διότι παρετήρησεν,
185ὅτι ἦτο ἐλλιπής. Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, ἤθελε σταλῇ ὁ
186πίναξ εἰς τὸ Τυπογραφεῖον καὶ τυπωθῇ; Βεβαίως οὐχί.
187Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ μὴ διανε-
188μηθῇ ὁ πίναξ, δὲν ἤθελε τὸν παραδώσει εἰς τὸ Προεδρεῖον,
189ἢ ἐὰν τὸν παρέδιδε, βεβαίως κατόπιν ἤθελε παραγγείλει νὰ
190μὴ σταλῇ εἰς τὸ Τυπογραφεῖον, καὶ ἂν καὶ τοῦτο ἤθελε
191γίνῃ, ἤθελε δώσει κατόπιν ὁδηγίας νὰ μὴ διανεμηθῇ. Ἀλλ’
192ἐν τούτοις διενεμήθη. Ὑπάρχει λοιπὸν ἀμφιβολία, ὅτι ὅ,τι
193λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἀνακριβές; Ἀλλὰ μίαν
194ἐρώτησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν· παρακαλῶ
195νὰ μοὶ εἴπῃ, ποῖα εἶναι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθεσε,
196καὶ αἱ πληροφορίαι, αἱ ζητηθεῖσαι παρὰ τῶν δύο μελῶν τῆς
197Ἐπιτροπῆς; Ἐγὼ ἓν μόνον ἔγγραφον ἐζήτησα, καὶ τὰ ἐπί-
198σημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς λέγουσιν, ὅτι τὸ κατεθέσατε.
199Ἐὰν ἀποδείξητε, ὅτι κατεθέσατε ἄλλο ἔγγραφον, παραδέ-
200χομαι, ὅτι ὅσα λέγετε ἔχουν ὑπόστασιν· ἀλλὰ δὲν κατεθέ-
201σατε ἄλλο ἔγγραφον, τοῦτο κατεθέσατε, καὶ ἀπορῶ, πῶς
202ἀρνεῖσθε, ὅτι τὸ κατεθέσατε, ἐν ᾧ ἠδύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι
203«τὸ κατέθεσα χωρὶς νὰ τὸ μελετήσω, κατόπιν ὅμως εἶδον,
204ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὲς καὶ ὑπεχρεώθην νὰ ὁμολογήσω τὴν
205ἀτέλειαν τοῦ ἐγγράφου». Σεῖς δὲν συντάσσετε τὰ ἔγγραφα,
206σεῖς δίδετε παραγγελίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία συντάσσει
207αὐτὰ, διὰ τοῦτο δὲν σᾶς ἀδικῶ, ἐὰν ὑπεβάλετε ἔγγραφον,
208τὸ ὁποῖον δὲν παρετηρήσατε. Ἀλλ’ ὅ,τι κατακρίνω, εἶναι
209ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἰσχυριζομένου, ὅτι οὔτε
210τοιοῦτον ἔγγραφον ὑπέβαλε, οὔτε ἐζητήθη τοιοῦτον, οὔτε
211εἶχε διανεμηθῆ.
212§6ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι θεωρήσας
213τὸν πίνακα τοῦτον ἀτελῆ, ἠσχολήθη εἰς τὴν σύνταξιν ἀκρι-
214βεστέρου. Ἐπὶ τοῦ ἀκριβεστέρου δὲ τούτου πίνακος ὁ κ.
215Πρωθυπουργὸς ἐστήριξεν ὁλόκληρον τὴν ἀγόρευσίν του, διὰ
216τῆς ὁποίας ἀπήντησεν εἰς ὅσα ἡμεῖς ἀνεπτύξαμεν περὶ τοῦ
217Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν οὗτος ἦναι μέχρι σήμερον ἀτελὴς,
218ἀπορῶ, πῶς ἐπὶ ἀτελοῦς πίνακος ἐστήριξεν ὁ κ. Πρωθυ-
219πουργὸς ἐπιχειρήματα καὶ ἀντέκρουσε τὰ παρ’ ἡμῶν λεχθέντα.
220Ἐὰν δ’ ἀπεναντίας ἦναι ἀκριβὴς, διατὶ δὲν καταθέτει αὐτὸν
221εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως καὶ ἡμεῖς λάβωμεν γνῶσιν αὐτοῦ;
222§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ πίναξ ὑφίσταται ἐν τοῖς κυριώδεσιν
223ἀκριβὴς, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τινὰ, δεόμενα
224διορθώσεως ἐπισταμένης. Δὲν ἐπηρεάζονται ἐκ τούτων τὰ
225ἀποτελέσματα, ἀλλ’ ἀφοῦ θ’ ἀνακοινωθῇ πίναξ εἰς τὴν
226Βουλὴν, πρέπει νὰ ἦναι καθ’ ὅλα ἀκριβής. Τὰ συμπερά-
227σματα, ὡς θέλετε ἴδει ὅταν δημοσιευθῶσιν οἱ πίνακες, εἶναι
228αὐτὰ τὰ ἐν τῇ ἀγορεύσει μου ἐκτεθέντα.
229§8ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
230Δικαιοσύνης ὑποβάλλω τὴν ἑπομένην ἔγγραφον ἐπερώτησιν,
231καὶ παρακαλῶ νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν:
232«Ὁ Δήμαρχος Ὀλυμπίων κατέσχεν ἵππον εἰς χεῖρας τοῦ
233Ἀνδρέου Παπαμιχαλοπούλου, ὅστις τὸν εἶχεν ἀγοράσει παρ’
234ἄλλου. Ὁ κατασχὼν τὸν ἐν λόγῳ ἵππον ἰσχυρίσθη, ὅτι
235οὗτος ἦν κλοπιμαῖος, ἀλλ’ ἀντὶ, ὡς ὤφειλε, νὰ τὸν παρα-
236πέμψῃ μετὰ τῆς προσηκούσης ἐκθέσεως εἰς τὴν Εἰσαγγε-
237λίαν πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἐξα-
238κριβωθῇ, ἂν ἦτο ἢ μὴ κλοπιμαῖος, τὸν παρέδωκεν αὐθαιρέ-
239τως εἴς τινα ἄλλον, ἀξιοῦντα δικαίωμα κυριότητος ἐπ’
240αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ὁ εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου κατεσχέθη ὁ
241ἵππος ἔκαμε γνωστὴν τὴν παράνομον καὶ αὐθαίρετον ἐνέρ-
242γειαν τοῦ Δημάρχου δι’ ἐγκλήσεως πρός τε τὸν Εἰσαγγελέα
243τῶν Πλημμελειοδικῶν Πύργου, καὶ τὸν τῶν ἐν Πάτραις
244Ἐφετῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδὲν εἰσέτι ἐνηργήθη.
245«Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης
246νὰ δώσῃ τὰς προσηκούσας ὁδηγίας πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα
247Πύργου, διὰ πᾶσαν νόμιμον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν».
248§9ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
249γὸν τῆς Δικαιοσύνης μίαν ἔγγραφον ἐπερώτησίν μου.
250§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
251Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογι-
252σμοῦ τοῦ Κράτους, συνεχίζων τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν του.
253§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σήμερον ἐπαναληφθεῖσα συζήτησις περὶ
254τοῦ κατατεθέντος ἢ διαβιβασθέντος εἰς τὴν Βουλὴν πίνακος
255τῶν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 χρεῶν τοῦ Κράτους δύναται
256νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ, ἵνα συναγάγωμεν περίεργα πορίσματα. Κατὰ
257τὴν 9 Ὀκτωβρίου ἤρξατο ἡ παροῦσα Σύνοδος, κατὰ τὰς
258ἀρχὰς Νοεμβρίου ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐζή-
259τησε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ
260διὰ πίνακος πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν χρεῶν τοῦ
261Κράτους κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους· παρῆλθον ὅλος σχεδὸν
262ὁ Νοέμβριος, κατὰ τὸ τέλος δ’ αὐτοῦ εἴτε κατετέθη ὑπὸ
263τοῦ Πρωθυπουργοῦ, εἴτε διεβιβάσθη ὑπὸ τῶν γραφείων τοῦ
264Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ
265Προϋπολογισμοῦ πίναξ, ὁ ὁποῖος περιεῖχε μὴ ἀκριβεῖς
266πληροφορίας, διότι παρίστα τὰ χρέη τοῦ Κράτους ὀλιγώ-
267τερα τῶν πραγματικῶν. Τοῦ πίνακος τούτου τὴν ἐξέλεγξιν
268ἐπεχείρησαν οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ κατέ-
269δειξαν, ὅτι ὁ πίναξ δὲν περιελάμβανεν ὡρισμένα δάνεια, τὰ
270ὁποῖα ἐὰν περιελάμβανεν, ἤθελε παραστήσει τὰ χρέη τοῦ
271Κράτους ἀνερχόμενα οὐχὶ εἰς 603,103,417, εἰς ὅσα παρέ-
272στησεν αὐτὰ, ἀλλὰ εἰς ποσὸν πολλῷ μεγαλείτερον. Ὁ
273Πρωθυπουργὸς τότε ἀπεκήρυξε τὸν πίνακα, δηλώσας, ὅτι
274δὲν θεωρεῖ αὐτὸν ἐπίσημον καὶ ὅτι διέταξε νὰ συνταχθῇ
275ἄλλος πίναξ, ἀκριβής. Ἀλλὰ, εἰ καὶ παρῆλθεν ὁ μὴν Ἰανου-
276άριος, εἰ καὶ εἰσήλθομεν καὶ προέβημεν εἰς τὸν Φεβρουά-
277ριον, διότι σήμερον εἶναι ἡ 17 Φεβρουαρίου, ὁ πίναξ ἀκόμη
278δὲν συνετάχθη, διότι δὲν κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν, οὕτω
279δὲ τρεῖς καὶ ἥμισυ μῆνες διέῤῥευσαν, οὐδ’ ἐγένετο κατ’
280αὐτοὺς δυνατὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
281Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς χορηγήσῃ, διαρκούσης ἔτι τῆς ἐπὶ τοῦ
282Προϋπολογισμοῦ συζητήσεως, τὴν πληροφορίαν, πόσα τέλος
283πάντων εἰσὶ τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ τὸ Κράτος κατὰ τὴν 1
284Ἰανουαρίου 1890. Ἐκεῖνοι, οἵτινες συνέταξαν τὸν πίνακα,
285ἢ διεβίβασαν αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν, συντάξαντες αὐτὸν
286τοιοῦτον, τοιαύτας ἐσκόπουν νὰ δώσωσι πληροφορίας εἰς
287τὴν Βουλὴν, ἤτοι νὰ μὴ δώσωσιν εἰς αὐτὴν πληροφορίας
288ἀκριβεῖς, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην; Ἢ ἕνεκα ἀπροσε-
289ξίας αὐτῶν τοιοῦτος συνετάχθη ἀτελὴς ὁ πίναξ, δὲν ὑπῆρχε
290δὲ προαίρεσις καὶ σκοπὸς μεμελετημένος; Ἐὰν ἀληθὲς τυγ-
291χάνῃ τὸ πρῶτον, ἦσαν μωροὶ, ὑπολαβόντες, ὅτι ὅσοι
292ἔμελλον νὰ μελετήσωσι τὰ τῶν δανείων δὲν ἤθελον
293ἐξελέγξει καὶ τὸν πίνακα καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς
294ὁποίας ἔδιδον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ τὸ δεύ-
295τερον, ὅπερ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμολογεῖ, δὲν δίδει εἰς
296ἡμᾶς ἀφορμὴν νὰ συγχαρῶμεν τὴν διοίκησιν, τὴν ὁποίαν
297ἐγκατέστησεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν
298ὑπηρεσίαν τοῦ ὁποίου τοσοῦτον κατὰ τὰ ἔτη, καθ’ ἃ κυβερ-
299νᾷ, προσέθηκε προσωπικόν. Γνωρίζετε πόσοι προσετέθησαν
300ὑπάλληλοι εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονο-
301μικῶν, εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, τοῦ περιλαμ-
302βάνοντος καὶ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων χρεῶν, εἰς τὰ γρα-
303φεῖα τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου; Πόσον μὲν μέγαν ἀριθμὸν
304ὑπαλλήλων προσέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
305σᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας χθές. Ἐὰν θέλητε
306συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων τοῦ ἐκ Τριφυλίας
307κ. Βουλευτοῦ, δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω καὶ ἐγὼ, ὅτι
308διὰ τῆς προσθήκης αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων προσετέθησαν
309εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους 250 χιλιάδες δραχμῶν κατ’ ἔτος.
310Καὶ ἀφοῦ τοσοῦτον ηὐξήσαμεν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἵνα
311καταστήσωμεν πλήρη διοίκησιν, δὲν ἠδυνήθημεν ἐπὶ τρεῖς
312καὶ ἥμισυ μῆνας νὰ λάβωμεν ἣν ἐζητήσαμεν πληροφορίαν,
313ἵνα μάθωμεν εἰς πόσον ἀνῆλθε κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ
314ἀρξαμένου ἔτους τὸ δημόσιον χρέος, καὶ ἡ πληροφορία δὲ,
315ἡ ὁποία ἐδόθη πρὸ μικροῦ, καὶ αὕτη κατηγγέλθη ὑπὸ τοῦ
316Πρωθυπουργοῦ ὡς μὴ ἀκριβὴς, ἢ ὡς ἀτελής.
317Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, διατὶ ἐπιμένετε
318νὰ λάβητε πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν κατὰ τὴν 1
319Ἰανουαρίου τοῦ 1890 χρεῶν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀφοῦ
320τὴν πληροφορίαν ταύτην σᾶς δίδει ὁ Προϋπολογισμὸς
321τοῦ 1890. Ἀναφυλλίσατε αὐτὸν, διὰ νὰ εὕρητε τὰ ποσὰ,
322τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖτε νὰ μάθητε. Τί ἔγραψεν ἐν τῷ περὶ οὗ
323ὁ λόγος πίνακι ὁ Τμηματάρχης τοῦ τμήματος τῶν δημο-
324σίων χρεῶν, ἢ τί λέγει εἰς ὑμᾶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
325μικῶν; Ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε νὰ μάθητε, σᾶς τὸ εἶπεν ὁ Πρω-
326θυπουργὸς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἂν καὶ νῦν
327φαίνεται ἐπιθυμῶν νὰ σᾶς ἀποκρύψῃ αὐτὸ, προσπαθῶν νὰ
328ἀποφύγῃ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῆ τῶν χρεῶν
329τούτων πίνακα.
330Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ λοιπὸν ἀναζητήσατε τὰ ποσὰ
331τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἐξ αὐτοῦ πορισθῆτε τὰς ζητουμέ-
332νας πληροφορίας. Ἐγὼ ἐξ αὐτοῦ ἐπορίσθην αὐτὰς χθὲς, καὶ
333προεκάλεσα πάντα νὰ διαψεύσῃ αὐτὰς, ἀλλ’ οὐδεὶς ἠδυ-
334νήθη νὰ μοὶ προβάλῃ ἀντίῤῥησιν, τῶν ποσῶν δὲ, τὰ ὁποῖα
335ἀνέφερα, τὸ ἄθροισμα παριστᾷ, ὅτι τὸ χρέος τοῦ Κράτους
336κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1890 ἀνῆλθεν εἰς 760,841,
337757:37, ὑπολογισθέντων καὶ τῶν εἰς χρυσὸν συνομολογη-
338μένων δανείων εἰς τὴν τιμὴν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων,
339ἤτοι μὴ ὑπολογισθείσης τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρυσοῦ.
340Ἂν ὅμως ὑπολογίσωμεν ἐπὶ τῶν εἰς χρυσὸν συνομολογη-
341μένων δανείων τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, κατὰ τὴν
342ἀγοραίαν αὐτοῦ τιμὴν, θέλομεν εὑρεῖ, ὅτι τὸ χρέος τοῦ
343Δημοσίου κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου ὑπερβαίνει τὸ εἰρημένον
344ποσόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
345Χθὲς ἠναγκάσθην νὰ μείνω ἐπὶ τοῦ βήματος δύο περίπου
346ὥρας, ἂν καὶ ἐφρόνουν, ὅτι ὅσα οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι ἐκ τῆς
347Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐγὼ εἴπομεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
348τοῦ 1890 ἦσαν ἱκανὰ οὐχὶ νὰ μεταδώσωσιν ἁπλῶς τὰς
349περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου γνώμας τῆς
350Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ νὰ πείσωσι πάντας ὑμᾶς καὶ περὶ
351τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ οἰκονομικὴ πο-
352λιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ περὶ τῆς εἰλικρινείας καὶ εὐ-
353θύτητος, μεθ’ ὧν διεσκευάσθη ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ περὶ
354τῶν βεβαίων ἀποτελεσμάτων, εἰς ἃ θέλει καταλήξει. Ἐ-
355πειδὴ ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινων ἐτῶν εἰσήχθη σύστη-
356μα συζητήσεων ἀπαίσιον, μὴ προσῆκον εἰς Κοινοβούλιον,
357μηδ’ εἰθισμένον ἐν ταῖς πρὸς ἀλλήλους σχέσεσι τῶν ἐντίμων
358καὶ χρηστῶν πολιτῶν, τὸ σύστημα νὰ ἀμφισβητῆται ἡ
359ἀλήθεια, καὶ νὰ ἀντικαθίστανται, ἀντὶ τῆς πασιγνώστου
360ἀληθείας, γεγονότα μὴ ἀληθῆ καὶ πληροφορίαι μὴ ἀκρι-
361βεῖς, διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην, νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ
362ἀνεχθῆτε χθὲς, δύο ὥρας ἀγορεύοντα, καὶ διὰ τοῦτο παρα-
363καλῶ ὑμᾶς καὶ σήμερον νὰ μὲ ἀκούσητε, συνεχίζοντα τὴν
364ἀγόρευσίν μου ἐκείνην.
365Σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς, ὅτι «τὸ Ὑπουρ-
366γεῖον τοῦ 1885 δὲν ἐξετέλεσε τὸ πρόγραμμά του, διότι,
367ἐνῷ ἐκλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνδειχθὲν εἰς τὸν Ἡγε-
368μόνα ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ
3691885 ἐνεργηθεισῶν ἐκλογῶν, ἐνδειχθὲν δὲ ὑπὸ τῶν ἐκλο-
370γέων τῆς Ἑλλάδος συνεπείᾳ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον
371οἱ ἀποτελοῦντες τότε τὴν Ἀντιπολίτευσιν πολιτικοὶ ἄνδρες
372εἶχον ἐξαγγείλει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν, τὸ Ὑπουργεῖον
373τοῦ 1885 δὲν ἐξετέλεσε τὸ πρόγραμμά του τοῦτο. Οὕτως
374εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς τὸν λαὸν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, καὶ
375δὲν ἐξετέλεσε τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, ἀπατῆσαν τὸν Ἑλλη-
376νικὸν λαόν· καὶ οὐ μόνον δὲν ἐξετέλεσεν ὅσας ὑπεσχέθη
377ἐλαττώσεις, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησια-
378στικῶν ὑπερέβη τὰς συνήθεις δαπάνας καὶ κατέληξεν εἰς
379ὑπέρβασιν ἐξόδων.» Πάντα ταῦτα δύναμαι νὰ ἀναιρέσω,
380διότι οὐδὲν τούτων εἶναι ἀληθές. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1885
381ἀληθῶς ἐποιήσατο δι’ ἐμοῦ γνωστὸν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν
382λαὸν, ποίαν ἔμελλε νὰ μετέλθῃ πολιτείαν ἐπὶ τῶν οἰκονο-
383μικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, ἡ δὲ πολιτεία του αὕτη
384διέφερεν ἄντικρυς ἀπὸ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοζεν
385ἐν τῇ οἰκονομικῇ πολιτικῇ τὸ προκάτοχον αὐτοῦ Ὑπουρ-
386γεῖον, τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνα ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ Ἀπρι-
387λίου τοῦ 1885. Καὶ εἶχεν ἀληθῶς ἐνδειχθῆ ὑπὸ τοῦ Ἑλ-
388ληνικοῦ λαοῦ τὸ Ὑπουργεῖον, οὗ προήδρευσα, διότι πρὸ
389τῶν ἐκλογῶν, περιηγηθείς τινας τῶν ἐπαρχιῶν, ἐδήλωσα εἰς
390τὸν λαὸν, ποῖον εἶχον οἰκονομικὸν πρόγραμμα. Ἀλλὰ τὸ
391πρόγραμμα τοῦτο ἐτήρησα καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ
392Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν,
393καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Καὶ ὄντως ὤφειλον νὰ ἀναι-
394ρέσω τὰ κατ’ ἐπανάληψιν περὶ τούτου λεχθέντα ὑπὸ τοῦ
395Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν ἦσαν ἀληθῆ, ὠφελήθην δὲ τῆς
396εὐκαιρίας καὶ ἔπραξα τοῦτο χθὲς, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε παρέ-
397λιπον ἐξ ὑπερηφανίας νὰ τὸ πράξω. Διὰ τοῦτο ἐκόμισα ἐν-
398ταῦθα τοὺς ἐπισήμους ὑπολογισμοὺς, τοὺς φέροντας τὴν
399ὑπογραφὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῶν ἐτῶν 1884 καὶ 1885,
400καὶ ἐπέδειξα ὑμῖν αὐτοὺς, καὶ ἐζήτησα νὰ παραβάλητε τὰ
401ἐν αὐτοῖς σημειούμενα ὡς δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1884 καὶ
402κατὰ τὸ 1885, ἵνα ἴδητε, ὅτι ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ
4031885 ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν προϋπολογισμῶν τῶν διαφόρων
404Ὑπουργείων, καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τοῦ ἐπὶ
405τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦ
406ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
407καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πολλῷ ὀλιγώτερα τῶν δαπα-
408νηθέντων κατὰ τὸ 1884 ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
409Αἱ οἰκονομίαι, ἃς ἐπηνέγκομεν δι’ ἓν καὶ μόνον ἑξάμηνον,
410ἀνῆλθον εἰς 5,474,876:42. Ὤφειλον δὲ νὰ μὴ παραλίπω νὰ
411ἀναιρέσω καὶ αὐτὰ τὰ περὶ ὑπερβάσεων ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ
412προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν λε-
413χθέντα ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ψεύδη, πρὸς τιμὴν ἐκείνων, οἵ-
414τινες διῴκησαν τότε τὸ εἰρημένον Ὑπουργεῖον, τοὺς ὁποίους
415ἰδίως ἐσκόπει νὰ ἐπιβαρύνῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ νὰ ἀπο-
416δείξω διὰ τῶν ἀπολογισμῶν, ὅτι οὐ μόνον δὲν ὑπερέβησαν τὰ
417κατὰ τὸ 1884 δαπανηθέντα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπὶ τῶν
418Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουρ-
419γείου, ἀλλὰ καὶ ἐξετέλεσαν ἀκριβῶς τὰς ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας
420εἴχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, καὶ
421οὕτως, ἐνῷ κατὰ τὸ 1884 ὑπὸ τὸν ἐνεστῶτα Πρωθυπουργὸν
422οἱ διευθύνοντες τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ
423τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐδαπάνησαν, κατὰ τὸν ἀπολο-
424γισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, 3,351,251:96, οἱ διοικήσαντες
425αὐτὸ κατὰ τὸ 1855 ἐδαπάνησαν, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν
426τοῦ ἔτους τούτου, μόνον 2,914,307:83, ἤτοι ἠλάττωσαν
427τὰ ἔξοδα κατὰ δραχ. 436,964:13.
428Ἤμην ὡσαύτως ἠναγκασμένος νὰ μὴ παραλίπω ν’ ἀναι-
429ρέσω ἄλλους οὐχὶ ὑπαινιγμοὺς, ἀλλ’ ἀφηγήσεις καὶ ἑρμη-
430νείας, τὰς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων εἶχεν ἀπαγ-
431γείλει εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ Πρωθυπουργὸς παρηρμήνευσε τὰς
432ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην κατὰ τῶν φορολογικῶν
433νόμων, τοὺς ὁποίους παρεσκεύασε, καὶ τοὺς ὁποίους ἐπρό-
434τεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ κατώρθωσε διὰ τῆς πλειονοψη-
435φίας νὰ ψηφισθῶσιν ὑπ’ αὐτῆς, καὶ παρέστησεν ὡς καταδη-
436λούσας ἀπόφασιν νὰ καταργήσωμεν τὰ εἴδη τῶν φόρων,
437τὰ ὁποῖα διὰ τῶν νόμων ἐκείνων εἶχον ἐπιβληθῆ. Ἐπειδὴ
438λοιπὸν εἶχον κατακρίνει τὸ φορολογικὸν σύστημα τοῦ κα-
439πνοῦ, καὶ ἐστιγμάτισα τὰς περὶ πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρ-
440του νομοθετηθείσας διατάξεις ὡς ἐκβιασμὸν, τὸν ὁποῖον τὸ
441Κράτος διαπράττει μετὰ τοσούτου θάῤῥους, ἵνα ἀφαιρέσῃ
442ἀπὸ τοὺς πολίτας χρῆμα, τὸ ὁποῖον οὗτοι δὲν ὀφείλουσι ν’
443ἀποτίσωσιν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠρώτα ἡμᾶς, διὰ τίνος φό-
444ρου ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσπράξωμεν τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια,
445τὰ ὁποῖα νῦν εἰσπράττει ἐκ τῶν φόρων τούτων, ὡς ἂν ἐγὼ
446εἶχον εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐσκοποῦμεν νὰ καταργήσω-
447μεν τοὺς φόρους τούτους. Ὤφειλον ἀληθῶς νὰ μὴ ἀφήσω
448ἄνευ ἀναιρέσεως τὴν εἰσήγησιν ταύτην, διότι, ἂν ἐσιώπων,
449ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι πράγματι ἐσκόπουν νὰ συστήσω εἰς
450τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις θέλει σχηματισθῆ ἐκ τῆς Ἀντιπολι-
451τεύσεως, τὴν κατάργησιν τῶν εἰρημένων φόρων. Τοιοῦτόν
452τι δὲν ἐσκοποῦμεν, ἀλλ’ εἴχομεν καθῆκον νὰ κατακρίνωμεν
453τὸ νενομοθετημένον σύστημα τῆς φορολογίας.
454Ὡσαύτως εἶχον καθῆκον νὰ ἀναιρέσω ὅσα ὁ Πρωθυ-
455πουργὸς εἶπε περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τῆς ἡμετέρας δωδεκα-
456μήνου διοικήσεως. Ἡμεῖς διετελέσαμεν ἐν τῇ Κυβερνήσει
457τέσσαρας μῆνας κατὰ τὸ 1886, κατελόγισε δὲ εἰς βάρος
458ἡμῶν τὰ ἐλλείμματα πάσης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου.
459Ἡμεῖς ἐκυβερνήσαμεν ὀκτὼ μῆνας κατὰ τὸ 1885, κατελό-
460γισε δ’ ὡσαύτως εἰς βάρος ἡμῶν τὰ ἐλλείμματα πάσης τῆς
461χρήσεως τοῦ 1885. Εἶπον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἀναιρῶν
462τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτοῦ, ὅτι ἡμεῖς βεβαίως ἐδαπανήσαμεν
463εἰς ἔκτακτα ἔξοδα χάριν τῆς ἐπιστρατείας, 52,221,069:63,
464ἂν καὶ ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων τὰ 44,860,865:94
465ἐδαπανήσαμεν εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς
466καὶ τῆς θαλάσσης, τὸ ὁποῖον, ὅταν παρῃτήθημεν, ἀφήκα-
467μεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις. Ὁ Πρωθυπουργὸς προσέθηκεν εἰς
468τὸ ποσὸν τῶν 52,221,069:63 καὶ τὸ χρέος τῆς ἀναγκα-
469στικῆς κυκλοφορίας, καὶ παρέστησεν ὅτι τὰ ἐλλείμματα
470τοῦ 1885 καὶ 1886 ἀνέρχονται εἰς 129 ἑκατομμύρια. Ὁ
471τοιοῦτος λογαριασμὸς εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ, καὶ ὀρθὸς
472ἂν ἦτο, πῶς λησμονεῖ ὅτι ἐκυβέρνησε καὶ αὐτὸς τοὺς ὀκτὼ
473μῆνας κατὰ τὸ 1886 καὶ τοὺς τέσσαρας κατὰ τὸ 1885;
474Ἐκ τῶν δύο ἐτῶν 1885 καὶ 1886 δώδεκα μῆνας ἐκυβερ-
475νήσαμεν ἡμεῖς, καὶ δώδεκα μῆνας ἐκυβέρνησεν αὐτός· πῶς
476καταλογίζει εἰς βάρος ἡμῶν καὶ τῶν δύο ἐτῶν τὰ ἐλλείμ-
477ματα; Ἡ δωδεκάμηνος κυβέρνησις αὐτοῦ δὲν συνετέλεσεν
478εἰς τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει; Πῶς λοιπὸν
479εἰς τὴν διοίκησιν ἡμῶν τὴν δωδεκάμηνον ἐζήτησε νὰ κατα-
480λογίσῃ ἐλλείμματα 24 μηνῶν;
481Εἶχον καθῆκον νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδὲν
482εἶπεν ἀκριβὲς ὁ Πρωθυπουργὸς, οὐδ’ ὅσα εἶπε περὶ τῶν θωρη-
483κτῶν. Ἐὰν ἐμνημόνευσα μόνον τῶν τριῶν ἐκείνων πλοιαρίων,
484τὰ ὁποῖα ἦσαν προωρισμένα διὰ τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν,
485ἐμνημόνευσα αὐτῶν διότι ἡ ἀγορὰ αὐτῶν ὑπῆρξε τὸ πόρισμα
486τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν εἰς τὴν
487Βουλὴν, ὅτι ἔκαμε διὰ ναυτικὰς παρασκευὰς, ἐμνημόνευσα
488αὐτῶν προσέτι, διότι κατεσκεύασε τὰ πλοιάρια ἐκεῖνα, οὐχὶ
489διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἀφοῦ προωρίζοντο καὶ ἔμελλον
490νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ δι’
491ἐκτάκτων ἐσόδων, διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλεγεν εἰς
492τὴν Βουλὴν ὅτι ἐζήτει νὰ δανεισθῇ δι’ ἐκτάκτους ναυτι-
493κὰς παρασκευάς, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψεν εἰς
494αὐτὸν νὰ δανεισθῇ δι’ ἐκτάκτους ναυτικὰς παρασκευάς.
495Ἠδυνάμεθα νὰ σιωπήσωμεν δαπάνας γενομένας ἐκ δανείων;
496διὰ νὰ ἀγορασθῶσι τρία πλοιάρια χάριν τῆς τελωνειακῆς
497ὑπηρεσίας, καὶ τέσσαρα ἄλλα πλοῖα χάριν τῆς ἀστυνομίας
498τῶν παραλίων;
499Εἶχον ἀληθῶς καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως
500τὸν Πρωθυπουργὸν, εἰπόντα, ὅτι ἐδαπάνησεν οὐχὶ ἑπτὰ, ἀλλὰ
501τετράκις ἑπτὰ ἑκατομμύρια διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρη-
502κτῶν, καὶ ὅτι τετράκις ἑπτὰ ἑκατομμύρια ἔπρεπε νὰ περι-
503λάβω εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἀπηρίθμησα, ὅτι διέπρα-
504ξεν ἐκ τῆς περισσείας τῶν ἐσόδων, ἅπερ κατὰ τὴν ἑπταε-
505τίαν εἰσέπραξε. Τετράκις ἑπτὰ ἑκατομμύρια ἀποτελοῦσιν 28
506ἑκατομμύρια, δὲν ἠδυνάμην δὲ νὰ ἀποδεχθῶ, ὅτι ἐδαπά-
507νησεν 28 ἑκαττομμύρια διὰ τὴν ναυπήγησιν θωρηκτῶν ἐκ
508τῶν τεραστίων ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξεν εἴτε διὰ τῆς
509αὐξήσεως τῶν φόρων, εἴτε διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων,
510εἴτε διὰ τῆς συνομολογήσεως δανείων. Ἐὰν παρέλιπον νὰ
511προσθέσω τὰ διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν δαπανη-
512θέντα κατὰ τὸ 1889, διότι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸν πίνακα
513τῶν ἐξόδων τοῦ 1889, ταῦτα ἦσαν μόνον 3,208,918, τὰ
514ὁποῖα καὶ αὐτὰ ἂν προσθέσω εἰς τὰ κατὰ τὸ 1888 δαπα-
515νηθέντα, κατὰ τὸν δεδημοσιευμένον πίνακα τῶν ἐξόδων τοῦ
516ἔτους τούτου, εἰς ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν 16,393,551,
517τὰ διὰ τὰ θωρηκτὰ δαπανηθέντα μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ
518Πρωθυπουργοῦ δὲν ἀνέρχονται εἰς 28 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ
519εἰς 19,602,469. Οὐδ’ ἐλαττοῦται ἡ ἀμηχανία τοῦ Πρω-
520θυπουργοῦ, ἐὰν προσθέσω εἰς τὰς δαπάνας αὐτοῦ καὶ τὰ
521περὶ ὧν ὁ λόγος 3,208,918, διότι, ἂν ἠρώτων αὐτὸν προ-
522χθὲς, ποῖα ἀγαθὰ προσεπόρισεν εἰς τὸν τόπον διὰ τῶν 383,
523185,027:52, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε κατὰ τὴν ἑπταετῆ κυ-
524βέρνησίν του πέραν τῶν συνήθων δαπανῶν, τὴν αὐτὴν
525θέλω ἀπευθύνει αὐτῷ ἐρώτησιν καὶ νῦν, ἂν καὶ τὰ 383,
526185,027:52 ἐλαττόνονται εἰς 379,976,139:52 διὰ τῆς
527ἀφαιρέσεως τῶν κατὰ τὸ 1889 δαπανηθέντων διὰ τὰ θω-
528ρηκτὰ 3,208,918. Ἢ τάχα δὲν εἶναι εὔλογον νὰ ἐρωτᾷ
529τις αὐτὸν, ποῖα παρέσχεν εἰς τὸν τόπον ἀγαθὰ, δαπανήσας
530ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη 379,976,139:52 περισσότερα ὅσων ἐδαπά-
531νων οἱ πρὸ αὐτοῦ κυβερνήσαντες τὸ Κράτος;
532Καὶ ἀφοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε ν’ ἀποδείξῃ ἡμᾶς
533ἀβελτέρους, παριστῶν, ὅτι ἐν ᾧ αὐτὸς κατώρθωσεν οἰκονο-
534μίας ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν Προϋπολογισμῶν, διαχειρισθεὶς
535τὰς πιστώσεις μετὰ φειδοῦς, ἡμεῖς ἐκατηγοροῦμεν αὐτοῦ
536ἐπὶ τούτῳ, πῶς ἠδυνάμην νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀπο-
537δείξω, ὅτι οὐχὶ οἰκονομίαν, ἀλλὰ λαθροχειρίαν ἐποιήσατο
538κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δὲ δὲν ἐδα-
539πάνησεν ὅλας τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε ζητήσει παρὰ
540τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ αὕτη εἶχε παραχωρήσει εἰς
541αὐτὸν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔπραξε τοῦτο, διότι ἐγκα-
542τέλιπεν ὅλως ἀθεραπεύτους τὰς ἀνάγκας, διὰ τὴν θερα-
543πείαν τῶν ὁποίων εἶχε ζητήσει τὰς πιστώσεις; Τοῦτο, τὸ
544ὁποῖον τολμᾷ νὰ παριστᾷ ὡς οἰκονομίαν, εἶναι ἀθέτησις
545τοῦ σεβασμοῦ, τοῦ ὀφειλομένου εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀναί-
546ρεσις τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἐὰν ἐπιτραπῇ νὰ
547προσέρχωνται οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὴν Βουλὴν, παριστῶντες
548κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ ζητοῦντες ὡρι-
549σμένας πιστώσεις διὰ νὰ θεραπεύσωσιν αὐτὰς, ἀφοῦ δὲ ἡ
550Βουλὴ ἐπιψηφίσῃ τὰς ζητηθείσας πιστώσεις, οἱ Ὑπουργοὶ
551νὰ ἀφίνωσιν ἀθεραπεύτους τὰς ἀνάγκας ταύτας, μὴ δαπα-
552νῶντες τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δι’ αὐτὰς ἐζήτησαν καὶ ἡ
553Βουλὴ παρέσχεν, ἡ Βουλὴ θέλει περιαχθῆ εἰς ἀνικανό-
554τητα, διατιθεῖσα πάντα τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς ἀνάγ-
555κας μὴ θεραπευομένας, καὶ μὴ ἔχουσα πλέον μέσα, ἵνα
556θεραπεύσῃ ἄλλας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας αὕτη ἔκρινε κατὰ
557δεύτερον λόγον ἐπειγούσας.
558Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνα τὰ θέματα ταῦτα, τὰ
559ὁποῖα ὤφειλον ν’ ἀναιρέσω, διότι, ἐὰν μόνα ταῦτα εἶχον
560ν’ ἀναιρέσω, δὲν ἤθελον σήμερον σᾶς ἀπασχολήσει ἐπὶ το-
561σοῦτον, ὅσον ὀφείλω νὰ ἐξακολουθήσω ἀγορεύων. Σᾶς ἔλε-
562γεν ὁ Πρωθυπουργὸς προχθές, ὅτε ἠγόρευεν, ὅτι μεγίστη
563παρατηρεῖται μεταβολὴ εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ἐμπορίου,
564προέτρεπε δὲ ὑμᾶς, νὰ διέλθητε τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ, νὰ εἰσέλ-
565θητε εἰς τὰ ἐμπορικὰ ἐργαστήρια, καὶ νὰ ζητήσητε παρὰ
566τῶν διευθυντῶν αὐτῶν πληροφορίας, διὰ νὰ μάθητε εὐχα-
567ρίστως, ὅτι πάντες εὑρίσκονται ἐν καταστάσει ἐνεργετικῇ.
568Καὶ ἀπέδιδε τοῦτο εἰς τὴν τελεσφόρον συνδρομήν, τὴν ὁποίαν
569αὐτὸς παρέσχεν εἰς τὸ ἐμπόριον. Καὶ τίς εἶναι ἡ συνδρομὴ
570αὕτη, τὴν ὁποίαν παρέσχεν ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ ἐμπό-
571ριον, καὶ δι’ ἧς τοσαύτην εἰς τὴν πρόοδον αὐτοῦ ἔδωκεν
572ὤθησιν; εἶναι ὅτι ἐμείωσε τὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέος τοῦ
573Δημοσίου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ
574Πρωθυπουργοῦ μὲ ἀναγκάζει, νὰ ἐρευνήσω τὴν ἱστορίαν τῆς
575ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἵνα σᾶς πληροφορήσω εἰς ποίαν
576κατάστασιν ἦτο τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ
577Δημοσίου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καθ’ ὃν χρόνον τὸ
578δεύτερον ἀνῆλθεν εἰς τὴν κυβέρνησιν ὁ Πρωθυπουργός, εἰς
579ποίαν κατάστασιν εἶχεν ἀναβιβάσει αὐτὸ, ποῖος δ’ ἐπεχεί-
580ρησε καὶ διέπραξεν ἐλαττώσεις αὐτοῦ. Κατὰ τὴν 9 Μαΐου
5811886 ἐδημοσιεύθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 184 φύλλον τῆς Ἐφημε-
582ρίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν σελ. 912 τοῦ ὁποίου περιείχετο
583ἡ μηνιαία κατάστασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τοῦ μηνὸς
584Ἀπριλίου τοῦ 1886· κατὰ τὴν κατάστασιν δὲ ταύτην τὸ
585ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τῆς Κυβερνήσεως εἰς
586τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀνήρχετο
587εἰς δραχ. 45,875,265:75, κατὰ δὲ τὴν 30 Νοεμβρίου 1887,
588ἤτοι μετὰ 19 μῆνας, τὸ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρέος
589τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἀνῆλθεν εἰς δρ.
59065,701,545:87, ἤτοι κατὰ τοὺς 19 τούτους μῆνας ὁ Πρω-
591θυπουργὸς ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τραπεζικὰ
592γραμμάτια ἀξίας 19,826,280:12, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς
593ἀνάγκας τῆς διοικήσεως. Κατὰ τὸ τέλος ὅμως τοῦ μηνὸς
594Νοεμβρίου 1887, ἤτοι τὴν 23 αὐτοῦ, ὁ Πρωθυπουργὸς συν-
595ωμολόγησε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασιν, διὰ τῆς
596ὁποίας ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Ἐθνι-
597κὴν Τράπεζαν εἰς γραμμάτια δραχ. 13,515,000 ἀντὶ χρυ-
598σοῦ 10,200,000, τὸ ὁποῖον εἶχε δανεισθῆ, διὰ νὰ πληρώσῃ
599τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν εἰς
600τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1887 (ὅρα σελ. 210 πρα-
601κτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 24 Νοεμβρίου τοῦ 1887), ὅτε
602συνεζητοῦντο τὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ὅτι ἐζήτησαν μὲν
603νὰ καταθέσῃ εἰς γραμμάτια δραχ. 13,515,000, ἀλλ’ αὐτὸς
604«δὲν εἶχεν ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς καταθέσεως τοῦ ἀνωτέρου
605» ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων, ἀφοῦ διὰ τῆς καταθέσεως
606» περιωρίζετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς
607» ἀγορᾶς καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου». Ὅταν
608δὲ ὁ ἐξ Ἄρτης φίλος μου ἠρώτησεν αὐτὸν, ἂν ἔχῃ τρα-
609πεζικὰ γραμμάτια 13,515,000, ἀπήντησεν ὁ Πρωθυ-
610πουργὸς, ὅτι «τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ποσὸν τὸ ἔχο-
611» μεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ θέλομεν τὸ κατα-
612» θέσει». Πλὴν τούτου, ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ
613Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἐν σελ. 29, ἀναφέρει ὁ Πρωθυ-
614πουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔδωκεν ὄχι μόνον τὰ 13,515,
615000, περὶ ὧν εἶπον, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἐλαττώσει
616τοῦ πρὸς αὐτὴν χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’
617ὅτι ἔδωκε προσέτι τραπεζικὰ γραμμάτια 10,900,000 ἀπέ-
618ναντι τοῦ δανείου τῶν 400,000 λιρῶν εἰς χρυσὸν, τὸ ὁποῖον
619εἶχε λάβει, ἵνα πληρώσῃ τόκους καὶ χρεωλύσια. Οὕτω ὁ Πρω-
620θυπουργὸς, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἐπανέλαβε
621καὶ διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
6221890, ἔδωκεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 13,515,000 καὶ
62310,900,000, τὸ ὅλον 24,415,000. Ἑπομένως τὸ εἰς τὴν
624Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρέος τοῦ Κράτους εἰς τραπεζικὰ γραμ-
625μάτια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῇ
626κατὰ 24,415,000. Ἐὰν ὅμως εἶχε κατατεθῇ ὑπὸ τοῦ
627Πρωθυπουργοῦ τοσοῦτον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων
628εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ πρὸς αὐτὴν χρέος τοῦ Δη-
629μοσίου, τὸ ὁποῖον, ὡς σᾶς εἶπον, ἀνήρχετο κατὰ τὸ τέλος
630Νοεμβρίου 1887 εἰς 65,701,545:87, ἐλαττούμενον κατὰ
63124,415,000, ἤθελε περιορισθῇ εἰς 41,286,545:87, ἐνῷ
632κατὰ τὴν μηνιαίαν κατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
633τῆς 31 Ἰανουαρίου 1890 ὀφείλομεν εἰς τὴν Τράπεζαν εἰς
634γραμμάτια οὐχὶ 41,286,545:87, ἀλλὰ 54,609,000,
635ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν κατετέθησαν εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ
636Πρωθυπουργοῦ 24,415,000, ἀλλὰ μόνον 11,092,545: 87,
637καὶ ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκράτησε 13,322,454: 13, τὰ
638ὁποῖα δὲν εἶναι γνωστὸν τί ἔκαμε. Καὶ ὅμως ὁ Πρωθυ-
639πουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ βεβαιώσῃ ἐν σελ. 28 καὶ 29 τῆς
640εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ὅτι
641ἐποιήσατο δύο καταθέσεις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς
642μείωσιν τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τραπεζικὰ
643γραμμάτια χρέους, μίαν ἐκ δρ. 13,515,000 καὶ ἄλλην ἐκ
644δρ. 10,900,000!! Ἔχω δὲ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, τί ἐγέ-
645νοντο τὰ ἐλλείποντα 13,322,454:13; Πῶς ἀνέφερεν εἰς
646τὴν Βουλὴν πράγματα μὴ ἀληθῆ; Ἐδαπάνησε ταῦτα εἰς
647τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως; Τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης
648ταύτης δὲν εἶναι ἔλλειμμα;
649Ἀλλὰ καθῆκον εἶχον ὡσαύτως νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀναι-
650ρέσεως τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουρ-
651γὸς ἀντέταξεν εἰς ὅσα περὶ ἐλαττώσεως τῶν εἰσαγωγικῶν
652τελῶν εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρ-
653της Βουλευτὴς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφος
654ἡμῶν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κατά-
655στασις τῶν εἰσπράξεων ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν δὲν ἀπο-
656δεικνύει τὸν κάματον τῆς καταναλώσεως, ἐξ ἐναντίας ἀπο-
657δεικνύει τὴν ῥώμην καὶ τὴν εὐεξίαν τῆς ἐθνικῆς παραγω-
658γῆς, ἀποδεικνύει τὴν περίσσειαν τῶν ἀποθεμάτων τῶν πο-
659λιτῶν. Καὶ ὅτε ἔλεγον οἱ εἰρημένοι συνάδελφοι, ὅτι συνε-
660χεῖς μῆνες τοῦ 1889 παρίστων κατὰ διαδοχὴν προβαίνου-
661σαν τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ὁ Πρωθυπουρ-
662γὸς μᾶς ἀνήγγελλεν, ὅτι ὁ μὴν Δεκέμβριος ἐκάλυψε πάσας
663τὰς ἐλαττώσεις καὶ ὅτι κατωρθώθη κατὰ τὸ 1889 τὰ εἰσ-
664πραχθέντα τελωνειακὰ τέλη νὰ ἐξισωθῶσι πρὸς τὰ εἰσ-
665πραχθέντα κατὰ τὸ 1888.
666§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τοῦ καφὲ μόνον
667εἶπον.
668§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μόνον περί τοῦ καφφέ; ἡ ἐλάττω-
669σις λοιπὸν μένει.
670§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα· κατὰ 580,000 δραχμῶν.
671§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πλεόνασμα, τὸ παρα-
672τηρηθὲν κατὰ τὰς εἰσπράξεις κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον
673ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν, καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ, ἐντριβέστεροι δ’
674ἐμοῦ περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ἔφερον τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ
675πλεόνασμα τοῦτο πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν προαγγελίαν
676τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ εἰσαγω-
677γικὰ τέλη ἔμελλον ν’ αὐξήσωσι κατὰ πολλὰ δεκατημόρια.
678Τῷ ὄντι τὸ νομοσχέδιον περὶ διαπυλίων τελῶν προανήγ-
679γειλεν εἰς τὸν ἐμπορικὸν κόσμον, ὅτι, ἐὰν ἐψηφίζετο, ἤθελον
680αὐξηθῆ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ δύο δεκατημόρια ἐπὶ πάν-
681των τῶν ἐμπορευμάτων, κατὰ τρία δεκατημόρια κατ’ ἐξαί-
682ρεσιν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, κατὰ ἓν δεκατημόριον
683μόνον ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, καὶ κατὰ δύο τέλος δεκατημόρια
684ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ εἰσπραττομένου
685ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ τοῦ ζύθου. Τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον
686γνωρίζει καλῶς, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει συμπαγῆ πλειοψη-
687φίαν, ὅτε ἐπληροφορήθη ὅτι εἰσήγαγε νομοσχέδιον, ἔκρινεν
688εὐλόγως, ὅτι πᾶσα, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν ἐπέλθῃ, ἀντί-
689δρασις ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ νομοσχέδιον ἤθελεν
690ἐπιψηφισθῆ, διὰ τοῦτο ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τελωνισμὸν
691πάντα τὰ εἴδη τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ ἔμποροι
692εἶχον εἰσαγάγει ὑπὸ διαμετακόμισιν. Τὸ νομοσχέδιον εἰσή-
693χθη κατὰ τὴν 4 Νοεμβρίου 1889, καὶ τὸν Δεκέμβριον
694ἐκενώθησαν αἱ ἀποθῆκαι τῆς διαμετακομίσεως, ἐντεῦθεν δ’
695ἐπῆλθεν ὁ πλεονασμὸς τῶν ἐσόδων. Ἀλλ’ ὁ πλεονασμὸς
696τῶν ἐσόδων κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον ἀποδεικνύει μεταβο-
697λὴν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας; ἀποδει-
698κνύει ἐπελθοῦσαν τὴν εὐεξίαν; ἀποδεικνύει ἐπελθοῦσαν τὴν
699ῥώμην τῆς παραγωγῆς καὶ τὴν περίσσειαν τῶν ἀποθεμά-
700των τῶν πολιτῶν; Τὰ πλεονάσματα τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου
701ἦσαν προκαταβολὴ, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τὸ ἐμπόριον,
702καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας προκαταβολῆς θέλει ἐπέλθει ἀνάλο-
703γος ἐλάττωσις εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ
704ἔτους 1890, διότι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ τοὺς πρώτους
705μῆνας 1890 θέλουσιν εἶναι ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων
706κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας πρώτους μῆνας τοῦ παρελθόντος
707ἔτους. Τὸ αὐτὸ συνέβη κατὰ τὸ 1884. Κατὰ τὸ 1884
708καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Πρωθυπουρ-
709γοῦ καὶ αἱ συζητήσεις περὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυ-
710ρίων καὶ ἡ ἀποτυχία τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ ἐπέφεραν μέγαν
711κλονισμὸν εἰς τὸ ἐμπόριον, ἠλαττώθησαν δ’ ἕνεκα τούτου
712τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, καὶ κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἔμελλε
713νὰ καταδειχθῇ σημαντικὴ ἐλάττωσις τῶν κατὰ τὸ ἔτος
714ἐκεῖνο εἰσπραχθέντων. Εὐθὺς, ὡς ἐγνώσθη τοῦτο, ἐξευρέθη
715πάραυτα ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὸ φάρμακον. Αἱ ἐφημε-
716ρίδες τοῦ Ὑπουργείου προανήγγειλαν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον
717ἐσκόπει νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ αὐξή-
718σεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως· οὕτως
719ἠνάγκασε τοὺς ἐμπόρους νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τελωνισμὸν τὰ
720ποσὰ τῆς ζακχάρεως, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐν τῇ διαμετακομίσει·
721εἰσεπράχθησαν δὲ κατὰ Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1884
722εἰσαγωγικὰ τέλη πολλῷ περισσότερα, διὰ τῆς περισσείας τῶν
723ὁποίων ἐκαλύφθη ἡ κατὰ τοὺς προηγηθέντας μῆνας τοῦ
7241884 ἐλάττωσις τῶν ἐκ τούτων εἰσπράξεων. Ἡ αὔξησις
725μάλιστα ἐξηκολούθησε καὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1885.
726Ἀλλ’ ἐπῆλθον ὁ Φεβρουάριος, ὁ Μάρτιος καὶ ὁ Ἀπρίλιος
727καθ’ οὓς ἠλαττώθησαν ἐπαισθητῶς τὰ εἰσπραχθέντα εἰσα-
728γωγικὰ τέλη, ἀποδειχθέντος ὅτι κατὰ τοὺς προηγηθέντας
729μῆνας εἰσεπράξαμεν προκαταβολικῶς ὅσα δὲν εἰσεπράξαμεν
730κατὰ τοὺς μῆνας αὐτούς. Οὕτω κατὰ Φεβρουάριον καὶ Μάρ-
731τιον τοῦ 1885 ἐπληρώσαμεν τὴν προκαταβολὴν, τὴν ὁποίαν
732εἴχομεν λάβει κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ
7331884, καὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1885 τὴν προκατα-
734βολὴν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν· καὶ ἐφέτος κατὰ τὸν Δεκέμ-
735βριον θέλομεν τὰ πληρώσει κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, κατὰ
736τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1890.
737Ἀλλὰ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ παρασταθέντος πλεονάσματος
738ἐν ταῖς εἰσπράξεσι τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ μῆνα
739Δεκέμβριον. Ποῖα ὅμως πορίσματα πρέπει νὰ συναγάγῃ τις ἐκ
740τῆς ἐρεύνης τῶν εἰσπράξεων ἐν γένει ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν;
741Ἐγὼ ἠδυνήθην νὰ συναγάγω τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὸ 1887 εἰσε-
742πράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ.
7431,793,742:75. Ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋ-
744πολογισθέντων διότι εἶχον προϋπολογισθῆ ποσὰ ὑπέρογκα,
745τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις δὲν ἦτο παντάπασι πιθανή; Χρεω-
746στῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ποσῶν,
747τὰ ὁποῖα προϋπελογίσθησαν ὡς προελευσόμενα ἐξ εἰσαγω-
748γικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1887, ἐτηρήθη ἡ προσήκουσα ἀκρίβεια.
749Οἱ μέσοι ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἐλήφθησαν ὡς βάσις τοῦ προσδιορι-
750σμοῦ τῶν προϋπολογισθέντων τούτων ποσῶν, ἦγον εἰς ἀποτε-
751λέσματα ὑποδεέστερα τῶν πραγματικῶν· ἑπομένως τὸ προϋπο-
752λογισθὲν ποσὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέσων ὅρων ἦτο τοσοῦτον πι-
753θανῶς εἰσπραχθησόμενον, ὅσον ἦτο ὑποδεέστερον τῶν ποσῶν,
754τὰ ὁποῖα αἱ πιθανότητες αἱ ὑπάρχουσαι ἐνεδείκνυον, ὅτι
755ἤθελον εἰσπραχθῆ.
756Ὁ μέσος ὅρος ἐλήφθη ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ
757τρία ἔτη 1883, 1884 καὶ 1885 εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἂν
758καὶ γνωστὸν ἦτο, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ
759ἔτους 1885 ἐπῆλθε μεγάλη ἐλάττωσις εἰσαγωγικῶν τελῶν,
760διότι ἡ ἐπικήρυξις τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιστρατείας ἐπήνεγ-
761κεν, ὡς φυσικῶς εἵπετο, ἀναστολὴν τῆς ἐμπορικῆς δραστη-
762ριότητος. Εἰς τὸν μέσον τοῦτον ὅρον, προσδιορισθέντα ἐπὶ
763τῇ βάσει τῶν ἀνωτέρω εἰς 18,547,395, ἤτοι εἰς ποσὸν
764ἔλασσον τοῦ κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντος ἐκ τοιούτων
765τελῶν ποσοῦ, προσετέθησαν αἱ ψηφισθεῖσαι αὐξήσεις διὰ
766νόμου κατὰ τὸ 1886, προσετέθησαν αἱ ἐπιψηφισθεῖσαι διὰ
767τῶν νόμων τῆς 26 Νοεμβρίου καὶ τῆς 21 Δεκεμβρίου 1885
768αὐξήσεις, ὡς προσετέθησαν καὶ αἱ διὰ νόμου ὡσαύτως τοῦ
7691887 νομοθετηθεῖσαι, καὶ οὕτω προσδιωρίσθη τὸ προϋπολο-
770γιστέον κατὰ τὸ 1887 ποσὸν εἰς 28,469,045. Εἰσεπρά-
771χθησαν ὅμως 26,675,302:25. Διατί; Μοὶ φαίνεται, ὅτι
772εἶναι πρόχειρος τῆς ἀπορίας ἡ λύσις. Διότι αἱ αὐξήσεις
773ἦσαν ὑπερβαλλόντως ὑπέρογκοι, διότι αἱ αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι
774ἐνομοθετήθησαν κατὰ τὸ 1887, προστιθέμεναι εἰς τὰς αὐ-
775ξήσεις τὰς νομοθετηθείσας κατὰ τὸ 1885, ἀνῆλθον εἰς 71%,
776ἑπομένως ὑπερέβαινον τὰς δυνάμεις τῆς
777καταναλώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε παρασκευάσει ἡ οἰκονομικὴ
778κατάστασις τῆς χώρας.
779Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ 1887 τοιαύτην παρήγαγεν ἐλάττωσιν
780εἰσαγωγικῶν τελῶν, κατὰ τὸ 1888 ἐπῆλθε νέα ἐλάττωσις
781ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1887, διότι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ
7821888 ὀλιγώτερα τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τὸ
7831887 κατὰ 1,723,714:22, ὀλιγώτερα δὲ τοῦ ποσοῦ, τὸ
784ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, κατὰ 1,897,
785189:70. Οὕτω τὰ κατὰ τὸ 1888 εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλι-
786γώτερα τῶν κατὰ τὸ 1887 προϋπολογισθέντων κατὰ
7873,517,456:97, διότι τοσοῦτον εἶναι τὸ ἄθροισμα τοῦ πρὸς
788τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1887 ἐλλείμματος τῶν εἰσ-
789πραχθέντων καὶ τοῦ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1887
790ἐλλείμματος τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1888. Ἀλλὰ καὶ
791κατὰ τὸ 1889 ἡ αὐτὴ προϊοῦσα ἐλάττωσις ἐπιφαίνεται
792κατὰ τὴν μελέτην τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐννέα πρώτων
793μηνῶν τοῦ ἔτους, ἤτοι πλὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν μη-
794νῶν Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου, τὰ ὁποῖα δὲν
795μοὶ ἐγένοντο ἔτι γνωστά. Κατὰ τοὺς εἰρημένους ἐννέα μῆ-
796νας ἡ μελέτη αὕτη παριστᾷ, ὅτι ὑπῆρξε μείωσις ἐν παρα-
797βολῇ πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1888 κατὰ 2,160,509:59.
798Ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα τῶν μηνῶν Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου
799καὶ Δεκεμβρίου βελτιώσωσι τὰ πορίσματα ταῦτα, εὐχαρί-
800στως ἤθελον ἀποδεχθῆ τὴν εὐχάριστον ταύτην μεταβολήν.
801Ἀλλὰ διατὶ ἐρευνῶμεν οὕτω τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα;
802Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι προσῆκον καὶ μᾶλλον ἁρμόζον εἰς
803τὰ σοβαρὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρὸς τοὺς συμπο-
804λίτας ἡμῶν, νὰ ἐρευνήσωμεν τὴν μείωσιν ταύτην κατὰ τε-
805λωνεῖον, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖοι τέλος πάντων εἰσὶν οἱ πιθα-
806νώτεροι λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων τοιαῦτα παράγονται ἀπο-
807τελέσματα; Τὴν μελέτην ταύτην ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆ-
808κον νὰ μὴ παραλίπω. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ τελωνείου τοῦ
809Μεσολογγίου καὶ τῆς Βονίτσης. Αἱ ἐλαττώσεις τῶν εἰσα-
810γωγικῶν τελῶν, τῶν εἰσπραττομένων ἐν τῷ τελωνείῳ Με-
811σολογγίου, περιωρίσθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1888 εἰς τοὺς ἕξ
812μόνον μῆνας, ἤτοι τὸν Ἰανουάριον, τὸν Φεβρουάριον, τὸν
813Ἀπρίλιον, τὸν Αὔγουστον, τὸν Σεπτέμβριον καὶ τὸν Νοέμ-
814βριον· κατὰ δὲ τὸ 1889 αἱ ἐλαττώσεις τῶν τελῶν τούτων ἐν
815τῷ τελωνείῳ Μεσολογγίου ἐκ τῶν ἐννέα μηνῶν, ὧν τὰ ἀπο-
816τελέσματα εἰσι γνωστά, περιορίζονται μόνον εἰς τρεῖς μῆνας,
817ἤτοι τὸν Ἀπρίλιον, τὸν Ἰούλιον καὶ τὸν Ὀκτώβριον. Ὡσαύ-
818τως τοῦ τελωνείου Βονίτσης αἱ ἐλαττώσεις ἐξ εἰσαγωγι-
819κῶν τελῶν κατὰ τὸ 1888 ἐκράτησαν κατὰ τοὺς ἐννέα μῆ-
820νας, ἤτοι τὸν Ἰανουάριον, τὸν Φεβρουάριον, τὸν Μάρτιον,
821τὸν Ἀπρίλιον, τὸν Μάϊον, τὸν Ἰούνιον, τὸν Ἰούλιον, τὸν Σε-
822πτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον. Κατὰ δὲ τὸ 1889 περιωρίσθη-
823σαν εἰς ὀλιγωτέρους μῆνας.
824Ἐκ τῶν ἐλαττώσεων ὅμως τούτων δὲν ζητῶ νὰ συνα-
825γάγω πορίσματα, διότι γνωρίζω, ὅτι τὰ τελωνεῖα ταῦτα δια-
826τελοῦσιν ἐν ἐξαιρετικῇ καταστάσει. Πᾶσα ἡ παραλία τῆς
827Ἀκαρνανίας μαστίζεται ὑπὸ νόσου τελωνειακῆς, τῆς μᾶλ-
828λον ἐπικινδύνου, διότι δὲν ἀφαιρεῖ μόνον ἀπὸ τὸ δημόσιον
829ταμεῖον τὰ εἰς αὐτὸ ἀνήκοντα δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ δια-
830ταράσσει τὸ ἐμπόριον, καταστρέφουσα τὸν ὑπὸ ἴσους ὅρους
831συναγωνισμόν. Καὶ ἡ νόσος αὕτη εἶναι ἡ λαθρεμπορία. Δὲν
832γνωρίζω, ἐὰν κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἡ λαθρεμπορία
833τῆς παραλίας ἐκείνης ἐπετάθη πέραν τῶν συνήθων ὁρίων,
834οὐδ’ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τοῦτο δι’ ἀριθμῶν, καὶ
835διὰ τοῦτο ἀπέχω νὰ ἐπιφέρω τοιαύτην γνώμην. Δὲν τυγ-
836χάνει βεβαίως εἰθισμένον ὑπ’ ἐμοῦ νὰ διαβάλλω, ἢ νὰ συ-
837κοφαντῶ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, ἀφοῦ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι
838κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1882 ἔτη ἡ λαθρεμπορία ἐμάστιζε τὴν
839χώραν ἐκείνην. Δύναμαι ὅμως ἐπὶ ἑνὸς νὰ προβάλω ἀπορίαν,
840διατὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἵπετο, ὅτι ἔμελλε καὶ ἔπρεπε νὰ
841ληφθῶσι πρὸς περιστολὴν τῆς νόσου ταύτης, κατὰ τὰ ἑπτὰ
842ταῦτα ἔτη, καθ’ ἃ κυβερνᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργός, διατὶ δὲν
843παρήγαγον ἀποτελέσματα μᾶλλον εὐχάριστα ἐκείνων, τὰ
844ὁποῖα ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου; Πορίσματα ὅμως ἀνησυχητικὰ
845συνάγω ἐκ τῆς μελέτης τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως ἐν τῷ λι-
846μένι Καλαμῶν ἰδίως, ὡς καὶ ἐν τῷ τελωνείῳ Ἀθηνῶν. Τοῦ
847τελωνείου Ἀθηνῶν ἴσως ἡ ἐμπορικὴ ἀργία, ἡ ὁποία κατα-
848λήγει εἰς μείωσιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τέσσαρας
849μόνον μῆνας τοῦ 1888 κατὰ 42,504:50 ἐν παραβολῇ πρὸς
850τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ
8511887, κατὰ δὲ τὸ 1889 κατὰ πάντας τοὺς ἐννέα μῆνας, ὧν
852τὰ ἀποτελέσματα ἐρευνῶ, καὶ ἀνέρχεται εἰς 119,330:25
853ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοι-
854χοῦντας μῆνας τοῦ 1888, ἡ ἀργία, λέγω, τῆς ἐμπορικῆς
855κινήσεως ἐν τῷ τελωνείῳ τούτῳ ἴσως δὲν πρέπει νὰ χρησι-
856μεύσῃ εἰς ἀναζήτησιν πορισμάτων, διότι ὑπάρχει στενὴ σχέ-
857σις μεταξὺ τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ τελωνείου Πει-
858ραιῶς· πολλάκις δὲ εὐκολίαι, παρεχόμεναι κατ’ ἐξαίρεσιν ἐν
859τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς, ἐπάγουσι τὸν τελωνισμὸν τῶν ἐμπο-
860ρευμάτων ἐν τῷ τελωνείῳ ἐκείνῳ· ἀλλ’ ἐκ τούτου οὐδὲ ἀφαί-
861ρεσις τῶν δικαιωμάτων τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον
862ἐπέρχεται, οὐδὲ διατάραξίς τις συμβαίνει ἐν τῷ ἐμπορικῷ
863ἀνταγωνισμῷ. Ἡ ἐλάττωσις ὅμως, ἡ ἀδράνεια ὅμως τοῦ
864ἐμπορίου, ἡ μαρτυρομένη ἐκ τῆς μειώσεως τῶν εἰσαγομένων
865τελῶν τοῦ τελωνείου Καλαμῶν, μοὶ φαίνεται ἀξία μελέτης.
866Ὁ λιμὴν τῶν Καλαμῶν εἶναι λιμὴν εὐπόρου χώρας, τῆς
867ὁποίας οἱ κάτοικοι καλλιεργοῦσι προϊόντα πολύτιμα, καὶ
868παράγουσιν ἔσοδα περισσότερα ἀπὸ ὅσα παράγουσιν οἱ καλ-
869λιεργοῦντες τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, ἡ ἐλάττωσις δὲ τῶν
870εἰσαγωγικῶν τελῶν δηλοῖ ἀποθάῤῥυνσιν τοῦ ἐμπορίου διὰ
871νὰ δώσῃ παραγγελίας εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπως πορίζηται δι’
872αὐτῆς ἐμπορεύματα πολλὰ, ἡ δὲ ἀποθάῤῥυνσις τοῦ ἐμπορίου
873εἶναι συνέπεια τῆς ἐλαττώσεως τῆς καταναλώσεως, διότι, ἂν
874ἡ κατανάλωσις δὲν ἤθελεν ἐλαττωθῇ, οἱ ἔμποροι εἶχον συμ-
875φέρον νὰ προμηθεύωνται ἐμπορεύματα περισσότερα ἐκεί-
876νων, τὰ ὁποῖα εἰσάγουσι νῦν εἰς τελωνισμόν.
877Καὶ βλέπω, ὅτι κατὰ τὸ 1889 τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ εἰσα-
878γωγικῶν τελῶν ἐν τῷ τελωνείῳ Καλαμῶν ἦσαν ὀλιγώτερα
879τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ
8801888, κατὰ τὸν Ἰανουάριον κατὰ δραχ. 30,602:92, κατὰ
881Φεβρουάριον κατὰ δραχ. 24,255:56, κατὰ Μάρτιον κατὰ
882δραχ. 6,466:05, κατὰ Ἀπρίλιον κατὰ δραχ. 13,242:10,
883κατὰ Μάϊον κατὰ δραχ. 7,136:31, κατὰ Ἰούνιον κατὰ δρ.
88413,755:68, κατὰ Ἰούλιον κατὰ δρ. 33,366:29, κατὰ Αὔγου-
885στον κατὰ 3,724:19, καὶ κατὰ Σεπτέμβριον κατὰ δρ. 20,
886136:30. Οὕτω βλέπω ἐπὶ ἐννέα συνεχεῖς μῆνας τοῦ ἔτους μόνι-
887μον καὶ σταθερὰν ἐλάττωσιν, ἐπιμένουσαν καὶ ἐξακολουθοῦσαν,
888τὰ δὲ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς μῆνας τούτους ἐν ὅλῳ εἰσα-
889γωγικὰ τέλη, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς
890ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1888, κατὰ δραχ. 152,685:40
891ὀλιγώτερα. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ τις, δυνάμενος νὰ ἑρμη-
892νεύσῃ ἄλλως τὴν ἐλάττωσιν ταύτην, εἰμὴ ὡς ἀποθάῤῥυνσιν
893τοῦ ἐμπορίου κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ποσῶν τῶν ἐμπο-
894ρευμάτων, τὰ ὁποῖα προμηθεύεται, τὴν δὲ ἀποθάῤῥυνσιν
895ταύτην ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τοῦ περιορισμοῦ τῆς
896καταναλώσεως. Ἀφίνω δ’ εἰς ὑμᾶς νὰ ἀναζητήσητε τὰς
897αἰτίας, ὧν ἕνεκα οἱ κάτοικοι τῆς χώρας ἐκείνης ἠναγκά-
898σθησαν νὰ περιορίσωσι τὰ εἴδη ἢ ποσὰ τῶν ἀντικειμένων,
899τὰ ὁποῖα καταναλίσκουσιν.
900Ἐὰν σᾶς ἀνακοινώσω δὲ μελέτας παραπλησίας ἐπὶ τοῦ
901τελωνείου Βόλου καὶ τοῦ τελωνείου Ναυπλίου, θέλω βεβαίως
902ἐντείνει τὰς ἀνησυχίας, ἃς τὰ μέχρι τοῦδε ἀνακοινωθέντα
903ὑμῖν ἀποτελέσματα βεβαίως ἐνεποίησαν εἰς ὑμᾶς. Τὰ εἰσ-
904πραχθέντα ὑπὸ τοῦ τελωνείου Βόλου εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ
905τὸ 1888 ἦσαν διαρκῶς ἐλάσσονα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ
906τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887, μόνον δὲ κατὰ δύο
907μῆνας ἐσταμάτησεν ἡ ἐλάττωσις, κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον
908καὶ κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1888. Ἐν συνόλῳ δὲ
909εἰσεπράχθησαν ἐν τῷ τελωνείῳ Βόλου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν
910κατὰ τὸ 1888 ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1887
911κατὰ δραχ. 218,916:36. Οὕτως εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα
912κατὰ Ἰανουάριον δραχ. 6,802:04, κατὰ Φεβρουάριον δραχ.
91343,204:50, κατὰ Ἀπρίλιον δραχ. 15,584:03, κατὰ Μάϊον
914δραχ. 9,111:51, κατὰ Ἰούνιον δραχ. 61,532:75, κατὰ
915Ἰούλιον δραχ. 34,868:62, κατὰ Αὔγουστον δραχ. 31,948:85,
916κατὰ Σεπτέμβριον δραχ. 16,089:50, κατὰ Ὀκτώβριον δραχ.
91723,069:20, καὶ κατὰ Νοέμβριον δρ. 15,342:87. Ἡ ἐλάτ-
918τωσις κατὰ τὸ 1889 δὲν ἐδείχθη τόσῳ συνεχὴς καὶ ἐπί-
919μονος, ἐπεφάνη ὅμως ἐπὶ τοὺς πέντε μῆνας ἐκ τῶν ἐννέα
920μηνῶν, ὧν τὰ ἀποτελέσματα ἔχω ὑπ’ ὄψιν. Οὕτως εἰσε-
921πράχθησαν ἐλάσσω τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας
922τοῦ 1888 εἰσπραχθέντων, κατὰ Ἰανουάριον δραχ. 8,686:40,
923κατὰ Φεβρουάριον δραχ. 8,300:11, κατὰ Μάρτιον δραχ.
92422,523:08, κατὰ Ἀπρίλιον δραχ. 14,759:65, κατὰ Αὔ-
925γουστον δραχ. 10,351:57, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 64,620:81.
926Καὶ ὁ λιμὴν τοῦ Βόλου εἰκονίζεται ὡς τὸ στόμα τῆς
927Θεσσαλίας, καὶ δὲν ἐξάγονται μόνον διὰ τοῦ Βόλου τὰ
928προϊόντα τῆς Θεσσαλίας, ὅταν ἡ συγκομιδὴ ἐν τῇ χώρᾳ
929ἐκείνῃ τύχῃ εὐτυχής, ἀλλ’ εἰσάγονται διὰ τοῦ λιμένος ἐκεί-
930νου πάντα τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα οἱ κάτοικοι τῆς
931Θεσσαλίας καταναλίσκουσιν.
932Ἡ κατάστασις ὅμως τῆς Ἀργολικῆς πεδιάδος μοὶ φαί-
933νεται τὰ μέγιστα ἀνησυχητική. Παρακαλῶ, φίλοι συνά-
934δελφοι, νὰ ἀκούσητε πῶς προβαίνουσιν ἐλαττούμενα τὰ ἐν
935τῷ τελωνείῳ Ναυπλίου εἰσπραττόμενα εἰσαγωγικὰ τέλη,
936διὰ νὰ στρέψητε τὴν ὑμετέραν μέριμναν ἐπὶ τῆς περιφερείας
937ἐκείνης, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι εἰς τοιαύτην περιῆλθον στε-
938νοχωρίαν. Κατὰ τὸ 1888 ἡ ἐλάττωσις ὑπῆρξε σταθερὰ
939καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας τοῦ ἐνιαυτοῦ, πλὴν μόνου τοῦ Δεκεμ-
940βρίου, τὰ δὲ κατὰ τοὺς ἕνδεκα μῆνας εἰσπραχθέντα, ἐν
941παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦν-
942τας μῆνας τοῦ 1887, ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 112,798:03.
943Οὕτω καὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον καὶ κατὰ τὸν Φεβρουάριον
944καὶ κατὰ τὸν Μάρτιον καὶ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον καὶ κατὰ
945τὸν Μάϊον καὶ κατὰ τὸν Ἰούνιον καὶ κατὰ τὸν Ἰούλιον
946καὶ κατὰ τὸν Αὔγουστον καὶ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον καὶ
947κατὰ τὸν Ὀκτώβριον καὶ κατὰ τὸν Νοέμβριον εἰσεπράτ-
948τοντο ὀλιγώτερα. Δὲν ὑπῆρξαν διαλείψεις, δὲν ἦσαν ἀνωμα-
949λίαι ἐμπορικῆς κινήσεως, ἦτο σταθερὰ κατάστασις, ἐμπορικὴ
950ἀδράνεια, καὶ τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναφέρω ὡς λαβὸν
951χώραν κατὰ τὸ 1888, θέλω σᾶς δείξει ἐπιφαινόμενον καὶ κατὰ
952τὸ 1889. Καὶ κατὰ τὸ 1889 ἐλάττωσις, καὶ κατὰ τὸν Ἰανου-
953άριον καὶ κατὰ Μάρτιον καὶ κατὰ Ἀπρίλιον καὶ κατὰ Μάϊον
954καὶ κατὰ Ἰούνιον καὶ κατὰ Ἰούλιον καὶ κατὰ Αὔγου-
955στον καὶ κατὰ Σεπτέμβριον καὶ κατὰ Ὀκτώβριον. Καὶ ἡ
956Ἀργολικὴ δὲν εἶναι χώρα ἄπορος, τὸ πεδίον τῆς Ἀργο-
957λίδος, τὸ καλλιεργήσιμον, καλλιεργεῖται μετὰ μεγάλης
958φιλοπονίας, καὶ τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦνται,
959δὲν εἶναι ἐντελῶς πενιχρὰ καὶ ἀνάξια προσοχῆς. Ἀλλ’ οἱ
960κατοικοῦντες τὴν περιφέρειαν ἐκείνην, ἥτις θεραπεύει τὰς
961ἀνάγκας της διὰ τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται
962διὰ τοῦ τελωνείου Ναυπλίου, ἀπώλεσαν τὴν δύναμιν νὰ
963προνοῶσι περὶ τῆς ἐπαρκοῦς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν των,
964καὶ ἀναγκάζονται νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς στερήσεις, τὰς
965ὁποίας ἡ οἰκονομικὴ αὐτῶν κατάστασις ἐπιβάλλει αὐτοῖς.
966Ἐὰν ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ ἄλλου τινὸς τε-
967λωνείου, τοῦ ὁποίου ἡ μεγάλη δραστηριότης ἐφημίζετο
968ἄλλοτε, τοῦ τελωνείου τῆς Σύρου, θέλετε συναγάγει καὶ ἐκ
969τούτου πληροφορίας μὴ εὐαρέστους. Ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας κατὰ
970τὸ 1888 προέβαινον ἐλαττούμενα τὰ ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν
971ἔσοδα τοῦ τελωνείου Σύρου, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ κατὰ
972τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887 εἰσπραχθέντα, ἡ δὲ
973κατὰ τοὺς μῆνας τούτους ἐλάττωσις συνεκεφαλαιώθη εἰς
974δραχ. 246,660:43. Ἐκ δὲ τῶν ἐννέα μηνῶν τοῦ 1889, εἰς
975τοὺς ὁποίους προσθέτω καὶ τὸν Ὀκτώβριον, διότι ἐγνώσθη-
976σαν τελευταῖον τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, δὲν ὑπῆρξε μήν,
977καθ’ ὃν δὲν ἐπεφάνη ἐλάττωσις τῶν εἰσπραχθέντων ἐν παρα-
978βολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας
979μῆνας τοῦ ἔτους 1888. Οὕτως εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα
980τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1888 εἰσπρα-
981χθέντων, κατὰ Ἰανουάριον δραχ. 43,307:43, ἂν καὶ κατὰ
982τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1888 εἶχον ὡσαύτως εἰσπραχθῆ εἰσα-
983γωγικὰ τέλη ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸν
984Ἰανουάριον τοῦ 1887. Κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1889 εἰσε-
985πράχθησαν ἐπίσης ὀλιγώτερα τῶν κατὰ Φεβρουάριον τοῦ
9861888 εἰσπραχθέντων κατὰ 87,494:15. Καὶ κατὰ Μάρτιον
987τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 148,334:58. Καὶ κατὰ
988Ἀπρίλιον τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 37,669:65.
989Καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ δρ. 92,729:11.
990Καὶ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς
99138,789:27. Καὶ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ
992δραχ. 77,237:54. Καὶ κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1889 ὀλιγώ-
993τερα κατὰ δραχ. 307,814:81. Καὶ κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ
9941889 ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 196,359:71. Καὶ κατὰ
995Ὀκτώβριον τοῦ 1889 ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 70,423:77.
996Οὕτω δὲ ἡ ἐλάττωσις τῶν κατὰ τοὺς δέκα μῆνας τοῦ
9971889 εἰσπραχθέντων ἐν τῷ τελωνείῳ Σύρου, ἐν παραβολῇ
998πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας
999τοῦ 1888, ἀνῆλθεν εἰς 1,100,159:99.
1000Καὶ δύο ἄλλα ἐμπορικὰ κέντρα δὲν πρέπει νὰ παραλίπω.
1001Δὲν πρέπει νὰ παραλίπω τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐξ εἰσαγωγικῶν
1002τελῶν εἰσπράξεων τοῦ τελωνείου Πατρῶν, ὡς δὲν πρέπει
1003νὰ παραλίπω ἐπίσης τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐν τῷ τελωνείῳ Πει-
1004ραιῶς εἰσπραχθέντων ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ἐν τῷ τελω-
1005νείῳ Πατρῶν, ἐκ τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ 1888, κατὰ τοὺς
1006ὀκτὼ μῆνας ἐπεφάνη σταθερὰ ἡ ἐλάττωσις, τὸ ὅλον δὲ
1007ποσὸν αὐτῆς, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰς κατὰ τοὺς ἀντιστοι-
1008χοῦντας μῆνας τοῦ 1887 γενομένας εἰσπράξεις, ἀνῆλθεν εἰς
1009δραχμὰς 558,595:20. Οὕτω κατὰ τὸ 1888 εἰσεπράχθησαν
1010ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887
1011εἰσπραχθέντων, κατὰ Ἰανουάριον δραχ. 98,756:88, κατὰ
1012Φεβρουάριον δραχμαὶ 121,390:50, κατὰ Ἰούνιον δραχμαὶ
10131,825:85, κατὰ Ἰούλιον δραχμαὶ 8,610:74, κατὰ Σεπτέμ-
1014βριον δραχμαὶ 69,059:36, κατὰ Ὀκτώβριον δραχ. 115,
1015957:29, κατὰ Νοέμβριον δραχ. 75,135:58, καὶ κατὰ Δε-
1016κέμβριον δραχμαὶ 67,859. Ἐκ δὲ τῶν ἐννέα μηνῶν τοῦ
10171889, ὧν εἰσι γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα, κατὰ τοὺς ὀκτὼ
1018εἰσεπράχθησαν ἐπίσης ἐλάσσω εἰσαγωγικὰ τέλη τῶν κατὰ
1019τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1888 εἰσπραχθέντων. Οὕτω
1020κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1889 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα κατὰ
1021δραχ. 63,585:36, κατὰ Φεβρουάριον κατὰ δραχ. 43,559:
102202, κατὰ Μάρτιον ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 84,718:07,
1023κατὰ Ἀπρίλιον ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 81,322:43, κατὰ
1024Ἰούνιον ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 83,604:17, κατὰ Ἰούλιον
1025ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 42,013:08, κατὰ Αὔγουστον ὡσαύ-
1026τως κατὰ δραχ. 131,362:95, καὶ κατὰ Σεπτέμβριον ὀλι-
1027γώτερα κατὰ δραχ. 111,757:46. Καὶ ἡ πόλις τῶν Πατρῶν
1028ἀποτελεῖ κέντρον ἐμπορικὸν, διὰ τοῦ τελωνείου δ’ αὐτῆς
1029εἰσάγονται οὐ μόνον τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς τοὺς κατοικοῦν-
1030τας ἐν τῇ πόλει Πατρῶν, καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν, καὶ
1031ἐν πάσῃ τῇ Ἀχαΐᾳ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀναγκαιοῦντα καὶ εἰς
1032τοὺς κατοίκους τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν.
1033§16ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλης τῆς Γορτυνίας.
1034§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ οὕτως ἔχετε πόρισμα, τὰ μάλι-
1035στα πιθανὸν, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ Ἀργολικοῦ πεδίου καὶ
1036πάσης τῆς Ἀργολικῆς, καὶ αὐτῆς τῆς Κορινθίας, ὅτι οἱ
1037κάτοικοι τῆς Μεσσηνίας, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Γόρτυνος, ὅτι
1038καὶ αὐτοὶ οἱ κάτοικοι τῆς Ἠλείας καὶ οἱ κάτοικοι τῆς
1039Ἀχαΐας ἠναγκάσθησαν νὰ περιορίσωσι τὰς ἀνάγκας των,
1040νὰ ἐλαττώσωσι τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα κατηνάλισκον,
1041διότι ἐμειώθησαν τὰ μέσα αὐτῶν πρὸς ἐπαρκῆ θεραπείαν
1042πασῶν τῶν ἀναγκῶν των. Καὶ γνωρίζετε τὴν οἰκονομικὴν
1043σημασίαν τῶν περιφερειῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα; Αἱ χῶ-
1044ραι ἐκεῖναί εἰσιν αἱ χῶραι, αἱ ὁποῖαι τρέφουσι τὴν Ἑλλάδα,
1045διότι, ἂν ὑπάρχῃ παραγωγὴ, παραγωγὴ πλουσία καὶ ἐπαρ-
1046κὴς, συντελοῦσα κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὸ δημόσιον τα-
1047μεῖον, αὕτη εἶναι ἡ τῶν χωρῶν, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσα.
1048Ὁ λιμὴν Πειραιῶς εὑρίσκεται εἰς ἐξαιρετικὴν ὅλως κατά-
1049στασιν, διότι δι’ αὐτοῦ θεραπεύονται αἱ ἀνάγκαι οὐ μό-
1050νον τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν διαφόρων ὀλίγων μερῶν, τῶν
1051ὁποίων ἡ ἐμπορία εὑρίσκεται ἐν ἀνταποκρίσει καὶ σχέσει πρὸς
1052τὸ ἐμπόριον τοῦ Πειραιῶς, ἀλλὰ θεραπεύονται καὶ αἱ ἀνάγ-
1053και τῆς πρωτευούσης. Ἡ πρωτεύουσα διαφέρει οἰκονομικῶς
1054ἀπὸ πάσας τὰς ἄλλας περιφερείας, διατελοῦσα ὑπὸ ὅρους
1055οἰκονομικοὺς ἐντελῶς διαφόρους τῶν ἄλλων περιφερειῶν. Καὶ
1056ὅμως καὶ ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς τὰ κατὰ τοὺς ὀκτὼ
1057μῆνας τοῦ 1888 εἰσπραχθέντα εἰσαγωγικὰ τέλη ἦσαν ἐλάσ-
1058σω τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887 εἰσ-
1059πραχθέντων κατὰ δραχ. 421,841:23, μόλις δ’ ἐμειώθη ἡ
1060ἐλάττωσις αὕτη εἰς δραχ. 339,746:91 διὰ τῶν κατὰ τοὺς
1061ἄλλους τέσσαρας μῆνας τοῦ 1888 γενομένων εἰσπράξεων. Ἐκ
1062δὲ τῶν ἐννέα μηνῶν τοῦ 1889, ὧν μοὶ ἐγένοντο γνωστὰ
1063τὰ ἀποτελέσματα, ἐπὶ τοὺς πέντε μῆνας ὑπῆρξε σταθερὰ ἡ
1064ἐλάττωσις, καὶ οὐ μόνον ἀπωλέσαμεν τὴν λεγομένην plus
1065value, τὴν ἐκ τῆς φυσικῆς προόδου ἐπερχομένην αὔξησιν,
1066ἀλλ’ ὑπελείφθημεν καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἀμέσως πα-
1067ρελθόντος ἔτους, καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου ὠπισθοχωρήσα-
1068μεν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν διετελοῦμεν κατὰ ἔτη, ἀφε-
1069στῶτα ἤδη ἀφ’ ἡμῶν.
1070Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπεθύμησε νὰ ἀνεύρῃ ἐπιχείρημα, διὰ νὰ
1071ἐξασθενίσῃ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινο-
1072βουλίου καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν ἤθελεν ἐμποιήσει ἡ πα-
1073ράστασις τῶν ἐλαττώσεων τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, καὶ εὗρεν
1074ἐπιχείρημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον, ἂν ἀποδεικνύῃ τὴν εὐφυΐαν
1075τοῦ Πρωθυπουργοῦ, παριστᾷ ὅμως διὰ ποίας διαστροφῆς
1076ζητεῖ νὰ ἀποκρύψῃ ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὴν ἀλήθειαν.
1077Καὶ ἔλεγε προχθὲς ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
1078περιοριζώμεθα εἰς τὴν μελέτην μόνον τῶν ἐν τοῖς τελω-
1079νείοις εἰσπραττομένων εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἵνα ἐκ ταύτης
1080κρίνωμεν τὰ περὶ τοῦ καμάτου ἢ τὰ περὶ τῆς εὐρω-
1081στίας τῆς καταναλώσεως, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἐρευνῶ-
1082μεν καὶ τὰ ἄλλα δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα
1083εἰσπράττονται ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐκ διαχειρίσεων. Ἄν ἐρευ-
1084νήσωμεν τὰς ἐκ τῶν δικαιωμάτων τούτων εἰσπράξεις, ἔλε-
1085γεν ὁ Πρωθυπουργὸς, θέλομεν εὑρεῖ ἐξ αὐτῶν αὔξησιν
1086αὐτῶν, ἥτις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ, ἂν ὑπῆρχε κάματος
1087τῆς καταναλώσεως, διότι ὁ κάματος οὗτος ἤθελε καταφανῆ
1088ἐπίσης καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς εἰσπράξεως τῶν
1089περὶ ὧν ὁ λόγος φόρων καὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσπράτ-
1090τονται ἐντὸς τοῦ ἔτους. Κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν ἔπρεπε
1091νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις καὶ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τελῶν τοῦ
1092χαρτοσήμου, ἐν ᾧ εἰσεπράξαμεν περισσότερα τῶν εἰσπρά-
1093ξεων ἐξ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τῶν εἰσπρά-
1094ξεων ἄλλων ὁμοίων αὐτοῖς τελῶν, ἐν ᾧ ἐξ ἑκάστου τούτων
1095εἰσεπράξαμεν περισσότερα. Τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι ὀρθὸν,
1096διότι τὰ εἰσπρατόμενα ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ,
1097εἴτε ἐκ τελῶν χαρτοσήμου, εἴτε ἐξ ἑκάστου τῶν τελῶν καὶ
1098δικαιωμάτων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην,
1099εἰσπράττονται ἄκοντος τοῦ φορολογουμένου, οὕτως εἰπεῖν,
1100ἀναγκαστικῶς. Ὁ πληρόνων αὐτὰ δὲν δύναται νὰ μὴ τὰ
1101πληρώσῃ, οὔτε ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως αὐτοῦ νὰ
1102μειώσῃ αὐτά. Πῶς νὰ μὴ πληρώσῃ τὸ ζητούμενον τέλος
1103χαρτοσήμου ὁ διάδικος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἠναγκασμένος νὰ
1104ἐγείρῃ ἢ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐν ἐνεργείᾳ δίκην του, νὰ
1105ἐξακολουθήσῃ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς; Ἑκὼν ἄκων θέλει
1106καταβάλει τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου. Πῶς δύναται ὁ καλ-
1107λιεργητὴς τοῦ καπνοῦ νὰ μὴ πληρώσῃ τὸν φόρον διὰ τὸ
1108ποσὸν τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον παρήγαγεν; Ἄν ἐπεθύμει νὰ
1109μὴ πληρώσῃ τοιοῦτον φόρον, ὤφειλε νὰ μὴ παραγάγῃ τοσοῦ-
1110τον ποσὸν καπνοῦ, ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς ἐργασίας του,
1111διὰ τῶν ὁποίων ζῇ. Ἀλλ’ ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπράττονται
1112τέλη ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων, οἱ δὲ ἔμποροι δὲν
1113εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ εἰσάγωσι πολλὰ ἐμπορεύματα, νὰ
1114εἰσάγωσι πολλὴν ζάκχαριν· εἰσάγουσι τοσαῦτα ἐξ ἑκάστου
1115εἴδους ποσὰ, ὅσα ὑπολογίζουσιν ὅτι θέλουσι καταναλωθῆ,
1116ὑπολογίζουσι δὲ τοῦτο ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὴν πώλησιν, τὴν
1117ὁποίαν ἔκαμαν κατὰ τὸ παρελθόν. Ὅταν ἦναι μικρὰ ἡ κατὰ
1118τὸ παρελθὸν πώλησις αὐτῶν, εἰσάγουσιν ὀλιγώτερα. Ἡ ἔρευνα
1119λοιπὸν τῶν ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰσπράξεων δύναται
1120νὰ παράσχῃ ἐνδείξεις περὶ τῆς περισσείας ἢ τῆς ἐξαντλήσεως
1121τῶν ἀποταμιευμάτων τῶν πολιτῶν, ἡ δὲ ἔρευνα τῶν ἄλλων
1122τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἔρευνα, ἥτις εἰς
1123οὐδὲν ὁδηγεῖ ἡμᾶς ὀρθὸν πόρισμα. Ἀλλοίμονον ἂν ἡ φορο-
1124λογικὴ νομοθεσία ἠνάγκαζε τοὺς πολίτας νὰ ἐγκαταλεί-
1125ψωσι τὰς δίκας των, διότι δὲν ἀντέχουσι νὰ πληρώσωσι τὰ
1126ἐπιβληθέντα ὑπέρογκα τέλη, ἢ ἂν ἠνάγκαζεν αὐτοὺς νὰ
1127ἐγκαταλείψωσι τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των, διότι
1128δὲν δύναται νὰ πληρώσωσι τοὺς ἐπὶ τῶν προϊόντων αὐτῶν
1129ἐπιβεβλημένους ὑπερόγκους φόρους.
1130Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς τέλος πάντων κατὰ τὴν συζή-
1131τησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ἐφάνη ὅτι ἤρξατο ὀπι-
1132σθοδρομῶν βήματά τινα. Δὲν εἶναι πλέον ὁ ὁρμητικὸς ἐκεῖ-
1133νος καὶ μετὰ μεγάλης ἐπιμονῆς ζητῶν νὰ ἀποδεχθῶμεν,
1134ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἐπετεύχθη. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὸν κατὰ Νοέμ-
1135βριον τοῦ 1886, ὅτε εἰσῆγε τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν
1136διαλυθεῖσαν Βουλὴν, πρὶν ἢ αὕτη διαλυθῇ· ἠγόρευε τότε
1137περὶ ἰσοζυγίου ὡς περὶ πτηνοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκράτει ἐν τῇ
1138παλάμῃ αὐτοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ διαφύγῃ.
1139Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1887 εἰσῆγεν ἐκ
1140δευτέρου τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ὅτε ἀνήγγελλεν εἰς
1141τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν θέλει μὲν εἶσθαι τοσοῦτον τὸ περίσ-
1142σευμα, ὅσον εἶχεν ἀναγγείλει κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1886,
1143ἀλλὰ πάντοτε ἐβεβαίου περίσευμα. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὸν κατὰ
1144τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1887, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ
1145εἰσαγάγῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, ὅταν ἐβεβαίου
1146τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐξησφάλισε τὸ ἰσοζύγιον. Προχθὲς ἔλεγεν,
1147ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἦναι, ἰσοζύγιον, καὶ δυνατὸν νὰ ἦναι,
1148παραιτῶν δὲ τὰ περὶ ἰσοζυγίου, ἐφένετο προτιμῶν ἄλ-
1149λο τι, καὶ ἐπὶ τοῦτο ζητῶν νὰ τρέψῃ τὴν προσοχὴν
1150ἡμῶν. Μᾶς προέτρεπε νὰ ἐξετάσωμεν οὐχὶ τόσον τὰ
1151τοῦ ἰσοζυγίου, ὅσον τὴν κατάστασιν τῆς παραγωγῆς.
1152Αὐτῆς τῆς παραγωγῆς τὴν κατάστασιν ἠρευνήσαμεν
1153ὅταν συνεζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883,
1154ἀγωνιζόμενοι νὰ σᾶς ἀποτρέψωμεν ἀπὸ τῆς κατωφερείας,
1155εἰς ἣν τότε ἐτρέπεσθε. Αὐτῆς τῆς παραγωγῆς τὴν κατά-
1156στασιν ἠρευνῶμεν, ὅταν συνεζητοῦμεν τὸν Προϋπολογισμὸν
1157τοῦ 1884, ὅτε ἐποιήσατε ἔναρξιν τῆς δανειστικῆς πολιτι-
1158κῆς σας. Αὐτῆς τῆς παραγωγῆς τὴν κατάστασιν ἐπεδεικνύο-
1159μεν ὑμῖν, ὅτε συνεζητοῦμεν ἕκαστον τῶν Προϋπολογισμῶν
1160τῶν ἐτῶν 1885, 1887, 1888 καὶ 1889. Καὶ διότι ἐβλέ-
1161πομεν τὴν κατάστασιν τῆς παραγωγῆς τοιαύτην, ὁποία πράγ-
1162ματι εἶναι ἐζητοῦμεν νὰ σᾶς ἀναστείλωμεν ἀπὸ τῆς κατω-
1163φερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὠλισθήσατε, ἐφαρμόζοντες πολιτι-
1164κὴν τοσοῦτον πλημμελῆ καὶ ἄστοργον πρὸς τὸν τόπον.
1165Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἐσπουδαιολόγει ὁ Πρωθυπουργὸς,
1166ζητῶν νὰ τρέψῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν εἰς τὴν ἔρευναν τῆς
1167καταστάσεως τῆς παραγωγῆς; Τὸ ὀχύρωμα τοῦ ἰσοζυγίου
1168εἶχε κατερειπωθῆ, ἐζήτει ἄλλο ὀχύρωμα, ἴσως τὸ τελευ-
1169ταῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ ὀχυρωθῇ. Βεβαίως κατηρει-
1170πώθη τὸ ὀχύρωμα τοῦ ἰσοζυγίου ἐκ τῶν ἐπιθέσεων οὐχὶ
1171ἡμῶν, ἡμεῖς οὐδὲν κατωρθώσαμεν, ἂν καὶ τοσάκις συνεζητή-
1172σαμεν καὶ ἐπεμείναμεν συζητοῦντες, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐπιδρο-
1173μῶν καὶ τῶν προσβολῶν τοῦ χρόνου, ὅστις κατέδειξε τὰ
1174ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς
1175αὐτοῦ. Ὁ χρόνος κατηρείπωσε τὸ ὀχύρωμα τοῦ ἰσοζυγίου,
1176ἀλλὰ δὲν ζητεῖ τώρα ὀχύρωμα ὁ Πρωθυπουργός. Τὰ ὀχυ-
1177ρώματα ταῦτα τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὁμοιάζουσι πρὸς τὰ προ-
1178γράμματα αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον
1179ἀπήγγελλεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1882,
1180ὅταν ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον αὐτῆς, ἵνα ἀναγγείλῃ τὸν σχη-
1181ματισμὸν τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου ἦτο Πρόεδρος, (ἀνα-
1182γινώσκει): «Ἂν ἡ γενικὴ τοῦ Κράτους πολιτικὴ», ἔλεγε τότε
1183ὁ Πρωθυπουργὸς, «ἦναι τοιαύτη, ὁποίαν τὴν διέγραψα,
1184» (δηλ. πολιτικὴ εἰρήνης) δυνάμεθα διὰ καταλλήλου τῶν
1185»οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων διευθετήσεως νὰ ἐπιτύ-
1186»χωμεν οὐχὶ ἀμέσως ἀλλ’ ἐν χρόνῳ, οὐχὶ πόῤῥω
1187»ἀπέχοντι, τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἐν
1188» τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὅ,τι πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν σή-
1189»μερον εἶναι, οὐχὶ ἐπίδειξις πλαστοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ
1190»πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν σήμερον ἐν τῇ πολιτικῇ τοῦ Κρά-
1191»τους τὴν ὁδὸν, ἥτις θέλει φέρει ἀφεύκτως εἰς τὸ ἰσοζύγιον,
1192»ἐὰν ἐμμείνωμεν ἀκραδάντως ἐν αὐτῇ. Ὀφείλομεν ἐν τῇ
1193» διαῤῥυθμίσει τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐπιζητήσωμεν αὐτὴν διὰ
1194» τῆς ὅσον ἔνεστιν ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν, ἐπιτρε-
1195»πούσης ὅμως πλήρη τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν δυ-
1196»νάμεων τῆς χώρας, ἀλλ’ ὀφείλομεν κυρίως νὰ ἀποβλέπω-
1197»μεν εἰς τὴν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν παραγωγικῶν δυ-
1198»νάμεων τῶν πόρων τοῦ Ἔθνους ἐπαύξησιν καὶ τῶν πό-
1199»ρων τοῦ Κράτους».
1200Μετὰ τίνος δριμύτητος ἐποιεῖτο τότε μνείαν τῶν ἰσοζυ-
1201γίων ὁ ἱστορικὸν πλέον κεκτημένος ὄνομα τοῦ δημιουργοῦ
1202τῶν ἀνυπάρκτων καὶ ψευδῶν ἰσοζυγίων; Καὶ τότε ὡμίλει
1203περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς. Ἀκούσατε αὐτὸν καὶ
1204σήμερον, ὅτε τέλος πάντων ἀποκατέστησε τὸ ἰσοζύγιον, μᾶς
1205παραγγέλλει, ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν παραγωγήν.
1206Καὶ δὲν ἐνίσχυσε μέχρι τοῦδε αὐτὴν, καὶ δὲν ἐμερίμνησε
1207περὶ ταύτης ὅσον εἴδατε; Ποίαν περαιτέρω νὰ προσδοκῶ-
1208μεν παρ’ αὐτοῦ ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, ἀφοῦ ἐπὶ τὰ
1209ἑπτὰ ἔτη, καθ’ ἃ κυβερνᾷ, περιήγαγεν αὐτὴν εἰς ἣν πρὸ
1210μικροῦ περιέγραψα κατάστασιν;
1211Ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων προχθὲς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν
1212πραγμάτων, μετέστη εἰς τὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς,
1213καὶ ἐπέδειξεν εἰς ἡμᾶς μεγίστην θυσίαν, τὴν ὁποίαν ὡς ἡγέτης
1214πολιτικοῦ κόμματος ἐποιήσατο, προβαλὼν εἰς τὴν Βουλὴν
1215καὶ ἐπιμείνας, ἵνα αὕτη ἐπιψηφίσῃ νόμον περὶ προσόντων τῶν
1216ὑπαλλήλων. Μᾶς ἤλεγξε μάλιστα προχθὲς ὁ Πρωθυπουργὸς,
1217ἀγορεύων, πῶς ἐτολμήσαμεν νὰ μνημονεύσωμεν τὸν νόμον
1218περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ἀφοῦ αὐτὸς ἕνεκα αὐτοῦ
1219παρήτησεν ἢ ἀπηλλοτρίωσε τὴν ἐλευθερίαν νὰ διορίζῃ καὶ νὰ
1220παύῃ οἷον θέλει. Καὶ ὄντως, ἂν δὲν ὑπῆρχε νόμος περὶ προ-
1221σόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ὁ Πρωθυπουργὸς ἤθε-
1222λεν ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ παύῃ καὶ νὰ διορίζῃ οἷον ἤθε-
1223λεν, ἐν γνώσει δὲ παρῃτήθη τῆς ἐλευθερίας ταύτης, προ-
1224βαλὼν χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς καθόλου διοικήσεως τὸν
1225περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμον. Ὁ Πρω-
1226θυπουργὸς μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἀνατρέχωμεν αἰωνίως εἰς τὸ
1227παρελθὸν, ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν εὑρισκόμεθα πλέον κατὰ τὸ
1228ἔτος 1882, ὅτε ὁ λαὸς ἐπίστευεν εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ,
1229διότι δὲν εἶχε τότε γνωρίσει αὐτὸν, οὐδ’ ἐζήτει τὴν ἐλα-
1230χίστην ἐγγύησιν, ἂν ὅσα ὑπέσχετο εἶχε τὴν προαίρεσιν νὰ
1231ἐκτελέσῃ. Προωδεύσαμεν ἔκτοτε 7 ἢ 8 ἔτη, καθ’ ἃ εἰς μυ-
1232ρίας ὑπεκύψαμεν θυσίας, ἀλλ’ ἐκ τῶν 7 ἢ 8 τούτων ἐτῶν
1233ἠδυνήθημεν νὰ γνωρίσωμεν τὸν διοικοῦντα καὶ κυβερνῶντα.
1234Εἴδομεν τὰς πράξεις αὐτοῦ καὶ ἐξετιμήσαμεν οὐ μόνον τὴν
1235ἀξίαν τῶν ὑποσχέσεων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰς πιθανότητας
1236τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ἔδιδεν εἰς τὸν Ἑλληνισμόν.
1237Ἂς ἀναδράμωμεν λοιπὸν εἰς τὴν γέννησιν τοῦ νόμου περὶ
1238προσόντων ὑπαλλήλων, διὰ νὰ ἴδωμεν ποίαν ἐλευθερίαν
1239παρήτησεν ὁ Πρωθυπουργός. Ἀφοῦ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη
1240τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, κατὰ τὰ 1882, 1883 καὶ 1884
1241προέβη εἰς παύσεις 7,599 ὑπαλλήλων, εἰς διορισμοὺς
124211,813 νέων ὑπαλλήλων, εἰς μεταθέσεις 7,175 ὑπαλλήλων,
1243εἰς προβιβασμοὺς 2889 ἄλλων ὑπαλλήλων, καὶ εἰς ἀπο-
1244δοχὴν παραιτήσεων 1272 ὑπαλλήλων, ἀφοῦ διὰ τοσούτων
1245μεταβολῶν διεῤῥύθμισε τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων
1246κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐκλογὴν, ὡς ἂν αὐτὸς ἤθελεν, ἀφοῦ
1247ἀπέπεμψεν ἀπὸ τῶν δημοσίων γραφείων, ἀπὸ τῆς δημοσίας
1248ὑπηρεσίας πάντα, ὁ ὁποῖος δὲν ἔστεργε νὰ γένηται ἀσυνείδη-
1249τον ὄργανον φατριασμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔτασσεν ἑαυτὸν ὑπὸ τὰ
1250νεύματα αὐτοῦ, τὴν παραμονὴν ἀκόμη τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν
1251ἐδημοσίευσε τὸν νόμον περὶ προσόντων ὑπαλλήλων, διώ-
1252ρισε 1159 νέους ὑπαλλήλους, ἵνα περιβάλῃ αὐτοὺς διὰ τῶν
1253ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένων προσόντων, ἔπαυσεν 688,
1254ἵνα μὴ εὑρεθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς
1255ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, μετέθεσε 517, ἐπροβίβασεν 101,
1256καὶ ἠνάγκασεν 86 ἑτέρους νὰ παραιτηθῶσι. Δὲν σᾶς φαί-
1257νεται, ὅτι μετὰ τὰς 30,748 μετακινήσεις ὑπαλλήλων,
1258τὰς ὁποίας διέπραξε κατὰ τὴν τριετίαν τῶν 1882–1884,
1259τὰς ὁποίας ἀνωτέρω ἀπηριθμήσαμεν, καὶ ἡ προσθήκη τῶν
12602551 μετακινήσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τὰ ἀνωτέρω διέ-
1261πραξε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς δημοσιεύσεως τοῦ περὶ προ-
1262σόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου, ἀποδεικνύει εἰς
1263ὑμᾶς μετὰ πόσης γενναιοφροσύνης παρῄτησεν ὁ Πρωθυπουρ-
1264γὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ διορίζειν καὶ παύειν χάριν τοῦ
1265συμφέροντος τῆς διοικήσεως; μετὰ πόσης εὐλαβείας καὶ
1266καλῆς πίστεως ἤρξατο νομοθετῶν καὶ ἐφαρμόζων τὸ σύ-
1267στημα τοῦ προσδιορισμοῦ προσόντων ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων
1268τῆς διοικήσεως; Ἀλλὰ θαυμάσατε τὴν εὐλάβειαν τοῦ ἀν-
1269δρὸς πρὸς τὰς ἐκλογικὰς ἐλευθερίας, τὸ σέβας αὐτοῦ πρὸς
1270τὴν γνησίαν καὶ ἀδιάφθορον θέλησιν τῶν ἐκλογέων, τὴν
1271εὐλάβειαν αὐτοῦ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, τὴν ἐγκράτειαν
1272αὐτοῦ καὶ τὴν κοσμιότητα αὐτοῦ περὶ τὴν διαχείρισιν
1273τῆς ἐμπεπιστευμένης εἰς αὐτὸν ἐξουσίας. Ἀκούσατε. Ἀπὸ
1274τῆς κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1885 ἀρξαμένης ὑπουργικῆς
1275κρίσεως μέχρι τῆς κατὰ τὸ δεύτερον δεκαήμερον τοῦ Φε-
1276βρουαρίου 1885 ἐπελθούσης διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὁ Πρω-
1277θυπουργὸς ἔπαυσεν 707 ὑπαλλήλους, διώρισε 477, μετέ-
1278θεσε 508, ἐπροβίβασε 56, καὶ ἀπεδέχθη τὰς παραιτήσεις
127948. Ἀπὸ τῆς διαλύσεως δὲ τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς 8 Ἀπρι-
1280λίου 1885, ἐπιούσης τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας, ἔπαυσεν
1281799 ὑπαλλήλους, διώρισε 447, μετέθεσε 578, ἐπροβίβασε
128251, καὶ ἀποδέχθη τὰς παραιτήσεις 240 ὑπαλλήλων.
1283Ἄν, Κύριοι, μετὰ τοιαύτης ἀσυνειδησίας, μετὰ τοιαύτης
1284ἐπαισχύντου ἰδιοτελείας ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι, ἂν οὕτως
1285ἐκτελῶνται, θὰ ηὐχόμην οὐδείς ποτε νὰ ἐνομοθετεῖτο νόμος.
1286Καὶ λοιπὸν οἱ νόμοι μετεποιήθησαν εἰς μαχαίρας, τὰς
1287ὁποίας λαμβάνουσιν ἀνὰ χεῖρας οἱ πονηροί, ἵνα κόψωσι τὰς
1288κεφαλὰς τῶν πειθομένων εἰς τοὺς νόμους; Ἡ Ἀντιπολίτευ-
1289σις βεβαίως ἔχει καθῆκον, ἄν ποτε ἤθελε κληθῆ ἐπὶ τὴν
1290κυβέρνησιν, νὰ καταργήσῃ τὸν περὶ προσόντων τῶν ὑπαλ-
1291λήλων νόμον, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν λύμην, ἥτις
1292διὰ φατριασμοῦ ἀχρείου, διὰ τοιαύτης κακοπιστίας περὶ
1293τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, εἰσεχώρησεν ἐν τῇ διοικήσει.
1294Βεβαίως καθῆκον ἔχει νὰ ἀποπέμψῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν
1295τὰ σκύβαλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν
1296ἐν αὐτῇ, καὶ τὰ ὁποῖα ἐλησμόνησαν, ὅτι εἰσὶν ὑπάλληλοι
1297τοῦ Κράτους, ὅτι ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς πατρί-
1298δος των, ἀλλ’ ὑπέλαβον, ὅτι εἰσὶν ὑπάλληλοι, ὑπηρέται αὐ-
1299τῶν (δεικνύει τοὺς Ὑπουργούς), ὡς ἂν οἱ Ὑπουργοὶ ἐμι-
1300σθοδότουν αὐτοὺς ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν ταμείων. Βεβαίως
1301καθῆκον ἔχει νὰ ἐκκαθάρῃ τοιαύτην ὑπηρεσίαν ἀπὸ τοιού-
1302των σκυβάλων, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀνορθώσῃ τὴν διοίκησιν,
1303διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀποκαταστήσῃ ἐν τῇ διοικήσει τὸ σέβας
1304τῶν διοικουμένων πρὸς τοὺς διοικοῦντας, καὶ τῶν διοικούν-
1305των πρὸς τὰς διατάξεις τῶν νόμων καὶ πρὸς τὰ δικαιώματα
1306τῶν πολιτῶν. Κραυγάζετε καὶ παραπονεῖσθε διὰ τὰ ἐν
1307ταῖς ἐπαρχίαις διαπραττόμενα ἀδικήματα, ἀφοῦ αἰτία τῶν
1308ἀδικημάτων τούτων πρωτίστη εἶναι ἡ διοίκησις, ἀπώτεροι
1309δημιουργοὶ αὐτῶν οἱ οὕτω κυβερνῶντες τὴν χώραν!
1310Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, ποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει γνώ-
1311μην περὶ τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τοῦ
1312Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἤκουσα αὐτοῦ προχθὲς λέγοντος, ὅτι ὁ
1313Ἑλληνικὸς λαὸς πρέπει νὰ ἦναι ἀνάξιος τῶν δικαιωμάτων,
1314τὰ ὁποῖα οἱ θεσμοὶ ἀπένειμαν αὐτῷ, ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ
1315κυβερνῶντες ἤθελον εἶσθαι τοιοῦτοι, οἵους ἡμεῖς περιεγρά-
1316ψαμεν αὐτούς. Καὶ ἀληθῶς περιεγράψαμεν τοὺς Ὑπουργοὺς,
1317ὡς ἀθετοῦντας τοὺς νόμους, ὡς σπαταλῶντας τὰ δημόσια
1318χρήματα, ὡς ἐπηρεάζοντας τὴν δικαιοσύνην, ὡς ὑπονομεύ-
1319οντας, δολιευομένους καὶ πλαστογραφοῦντας τὸ πολίτευμα
1320τῆς χώρας, καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ φρονῶμεν, ὅτι, ἂν καὶ
1321τοιούτους θεωροῦμεν κατὰ πεποίθησιν τοὺς Ὑπουργοὺς, κρί-
1322νομεν ὅμως τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἄξιον τῶν δικαιωμάτων,
1323τὰ ὁποῖα οἱ θεσμοὶ ἀπένειμαν εἰς αὐτόν. Δὲν θεωροῦμεν
1324αὐτὸν ἀνάξιον, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελεν εἶσθαι λίαν
1325μωρὸς, μηδεμίαν συνείδησιν ἔχων τῶν συμφερόντων τοῦ
1326Κράτους, τοῦ ὁποίου εἰσὶ πολῖται, καὶ τῆς Ἑλληνικῆς φυ-
1327λῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, ἐὰν ἐλάμβανε τὰ ὅπλα, ἵνα
1328ἀνατρέψῃ Κυβέρνησιν, μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς διαφθείρου-
1329σαν τὰ ἤθη τῶν πολιτῶν, μετὰ τοσαύτης δολιότητος ὑπο-
1330μονεύουσαν τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα.
1331Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίζει τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα
1332ἔχει, καὶ δὲν προβαίνει μέχρι τοιούτου σημείου. Αἱ ἐπανα-
1333στάσεις δὲν γίνονται καθ’ ἡμέραν εἰς τὰ Κράτη. Καὶ ὅσοι
1334νομίζετε, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν γίνεται ἐπανάστασις, διὰ τοῦτο
1335σεῖς εἶσθε ἄξιοι τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ λαοῦ, εἴτε πλανᾶσθε,
1336εἴτε ζητεῖτε διὰ σοφιστειῶν νὰ πλανήσητε τοὺς ἀκροωμέ-
1337νους ὑμῶν.
1338Ἐνθυμοῦμαι τὸν ἐνεστῶτα Πρωθυπουργὸν κατὰ τὸν
1339Ὀκτώβριον τοῦ 1881. Ἡτοιμάζετο ὁ τότε Πρωθυπουργὸς,
1340ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν
1341τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἐδυσφόρει, διότι
1342ἐπρόκειτο νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ὁ ἀείμνηστος Βουλευτὴς
1343ἐκ Μεσσήνης, καὶ διότι πρὸ τούτου δὲν ἐπῆλθεν ὑπουργική
1344τις μεταβολὴ, ἥτις νὰ ἀναγάγῃ πιθανῶς αὐτὸν εἰς τὴν κυ-
1345βέρνησιν, ὥστε αὐτὸς νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ αὐτὸς νὰ
1346ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς ἔν τε τῷ ἄλλῳ Κράτει καὶ ἐν τῇ
1347Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν τῇ Ἠπειρωτικῇ ταινίᾳ, ἥτις εἶχε προσ-
1348τεθῆ ἀρτίως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Καὶ ἐπειδὴ αἱ
1349προσδοκίαι αὐτοῦ εἶχον ματαιωθῆ, εἶχον διαψευσθῆ, διὰ
1350τοῦτο διὰ τῆς ἐφημερίδος, ἣν εἶχεν ἐν χερσὶ, καὶ διὰ τῆς
1351ὁποίας διηρμήνευε τὰς γνώμας του, ἡ ὁποία ὅμως κατὰ
1352τοὺς τελευταίους χρόνους ἐξέφυγε τῶν χειρῶν αὐτοῦ, ἔγρα-
1353φεν, ἀκούσατε ποῖά τινα. Ἀναγινώσκω ἐκ τῆς ἐφημερίδος
1354«Ὥρας» τῆς 20 Ὀκτωβρίου τὰ ἑξῆς:
1355«Περιμένομεν, δὲν λέγομεν μετὰ χαρᾶς, ἀλλὰ μετὰ πλή-
1356»ρους περὶ τῆς ἐκβάσεως πεποιθήσεως, τὴν ἐπιβεβαίωσιν
1357»τῶν περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς διασπειρομένων φη-
1358»μῶν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ἁρμοδία ὥρα, θὰ δηλώσῃ ἡ Ἀντιπο-
1359»λίτευσις ποίαν σημασίαν καὶ ποίας διαστάσεις προτίθεται
1360»νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἀγῶνα, εἰς ὃν προκαλεῖται. Τὸ γέρας τῆς
1361»πάλης δὲν εἶναι πλέον, ὡς ἄλλοτε, μετακίνησις προσώ-
1362»πων, ἀλλὰ τροποποίησις θεσμῶν. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ
1363»Βουλευτὰς, ἀλλὰ θὰ λάβῃ Πληρεξουσίους. Τὰ Ἔθνη,
1364»τὰ ἀπειλούμενα διαρκῶς ὑπὸ ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν, δὲν δύ-
1365»νανται νὰ ἀναστείλωσι τὴν ἀκόρεστον αὐτῶν πλεονεξίαν,
1366»εἰμὴ ἐὰν καταστήσωσι καταληπτὸν διὰ πραγμάτων,
1367»ὅτι δὲν θὰ περιορισθῶσιν ἁπλῶς νὰ ἀποκρούσωσι τὴν
1368»ἐπίθεσιν, ἀλλ’ ὅτι ἐπιτυγχάνοντα δὲν θὰ διστάσωσι νὰ
1369»εἰσβάλωσι καὶ εἰς τὴν ἐχθρικὴν γῆν, καὶ νὰ ἐπιβάλωσι
1370»τοὺς ὅρους, οὓς θὰ ὑφίσταντο ἡττώμενα.»
1371Καὶ γνωρίζετε ποία ἦτο ἡ ἐχθρικὴ γῆ; Ἦτο ἡ γῆ, τὴν
1372ὁποίαν κατῴκει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνήσκει τὸ δικαίωμα τῆς
1373διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Αὕτη ἦτο ἡ ἐχθρικὴ γῆ, εἰς τὴν
1374ὁποίαν ἠπείλει, ὅτι, ἐὰν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν ἐκ τῶν
1375ἐκλογῶν, αἵτινες ἔμελλον νὰ γένωνται, ἤθελεν εἰσβάλει,
1376ἵνα ἐπιβάλῃ τοὺς ὅρους εἰς τὴν ἡττηθεῖσαν Βασιλείαν.
1377«Ὁ αὐτὸς κανὼν, (ἐξηκολούθει ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς
1378τότε διὰ τῆς «Ὥρας»), εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ
1379»κατὰ τῶν ἐσωτερικῶν ἐχθρῶν. Οἱ ἐπιβουλευόμενοι τὰ
1380»ἐθνικὰ δικαιώματα πρέπει νὰ μάθωσιν, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπι-
1381»δρομὴ αὐτῶν ἀποτύχῃ, δὲν θὰ ἐπανέλθωσι νὰ ἀναπαυθῶ-
1382»σιν ἡσύχως ὄπισθεν τῶν παλαιῶν ὁρίων των, ἀλλὰ θὰ ὑπο-
1383»στῶσιν ἐπὶ τοῦ ἰδίου αὐτῶν ἐδάφους ἀκρωτηριασμοὺς, οἵ-
1384»τινες νὰ θεραπεύσωσι ῥιζηδὸν πᾶσαν κατακτητικὴν ὄρεξιν.
1385»Ναὶ μὲν ἡ Βουλὴ ἐθεωρήθη ὡς μὴ ὑπάρχουσα, ἂν ἠλ-
1386»λοιοῦτο καὶ ἡ ὑλικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ ὄψις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’
1387»οἱ ψιττακοὶ τῆς δικτατορίας (καὶ ψιττακὸς τῆς δικτα-
1388»τορίας ἦτο ὁ ἀείμνηστος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης) ἠδύ-
1389»ναντο νὰ προτάξωσιν ὡς ἀσπίδα τὸ γράμμα τοῦ Συν-
1390»τάγματος, καὶ νὰ διϊσχυρισθῶσιν, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξε δια-
1391»στροφὴ τῆς ἐννοίας, δὲν προῆλθεν ἐκ κακῆς προθέσεως.
1392»Ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ διὰ τοῦ νόμου τεταγμένη ὥρα, ἐὰν
1393»τὰ δικαιώματα τοῦ Ἔθνους περιφρονηθῶσι, καὶ οἱ Ὑπουρ-
1394»γοὶ φυγοδικήσωσι, κρυπτόμενοι ὄπισθεν τοῦ Θρόνου, τότε
1395»πλέον πᾶσα πρόφασις ἐκλείπει, καὶ τὸ πρόβλημα τίθεται
1396»καθαρὸν ἐνώπιον τοῦ εἰς τὰ τελευταῖα αὑτοῦ ὀχυρώματα
1397»ἐκβιαζομένου λαοῦ».
1398Εὐτυχῶς παρῆλθον οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν
1399αἱ ἀπειλαὶ ἐκεῖναι κατὰ τῆς Βασιλικῆς ἀρχῆς συνετέλεσαν
1400κατά τι, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ μεταβολὴ τῶν πραγμάτων, ἥτις
1401ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου παρατηρεῖται, ὅτι ἐπῆλθεν. Εὐτυ-
1402χῶς παρῆλθον οἱ καιροὶ τῶν ἀπειλῶν, καὶ ἂν οὐδέποτε, ἀφ’
1403ἧς ἐγένετο Πρωθυπουργὸς ὁ τότε ἀπειλῶν, ἐνόμισεν ὅτι εἶχε
1404καθῆκον νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας, ὁσάκις
1405ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐῤῥέθησαν ὑπαινιγμοὶ, εἶχεν ὅμως τέ-
1406λος πάντων τὴν ἐπιείκειαν νὰ μὴ συνδυάσῃ ἐν τῷ προσώπῳ
1407αὐτοῦ καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ πρώτου συμβούλου τοῦ Στέμ-
1408ματος καὶ τὸν ἀπειλοῦντα τὸ Στέμμα διὰ τῆς περικοπῆς
1409τῶν ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ
1410στάσις, τὴν ὁποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς διετήρησε πρὸς τοὺς
1411συνταγματικοὺς θεσμοὺς κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, ἐκ-
1412δηλοῖ τὴν εἰλικρίνειαν αὐτοῦ, ὡς δὲν γνωρίζω ὡσαύτως
1413οὔτε ἂν κατὰ τὰς σχέσεις του πρὸς τὸν ἡγεμόνα ἡ στάσις
1414αὐτοῦ ἐκδηλοῖ τὴν εἰλικρίνειάν του πρὸς τὸ Στέμμα. Ἐνθυ-
1415μοῦμαι ὅτι ἐγένετο εἰσηγητὴς νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα
1416ηὐχόμην νὰ μὴ εἰσήγοντο ἐν τῇ Βουλῇ, ἐγὼ, ὁ φίλος τοῦ
1417θεσμοῦ τῆς Βασιλείας, ἐγὼ, ὁ ἐπιθυμῶν οὐχὶ τὴν πρὸς ὥραν
1418ῥιζοβόλησιν ἀλλὰ τὴν ἐπὶ αἰῶνα διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ
1419τῆς Βασιλείας καὶ τὴν ἔντασιν τῆς πρὸς τὸν καθή-
1420μενον ἐπὶ τοῦ θρόνου εὐλαβείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1421Ἡ στάσις αὐτοῦ μάλιστα κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους
1422μῆνας καταδεικνύει ὅλον καὶ πλήρη τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀν-
1423δρὸς, ὅστις ἀπὸ ἀπειλοῦντος τὴν Βασιλείαν καὶ τὰ δικαιώ-
1424ματα αὐτῆς παρέστη ἐπαιτήσας τὴν ἐπικουρίαν τῆς Βασι-
1425λικῆς ἀρχῆς, ἵνα ἐξέλθῃ ἀρτίως ἐκ περιπλοκῆς ἀδιεξιτήτου
1426καὶ δυσκόλου, τὴν ὁποίαν παρήγαγε καὶ διεσκέδασεν ἡ
1427φατριαστικὴ ἀπληστία αὐτοῦ, ἥτις τὸν παρώθησαν ἵνα ἐπι-
1428θυμήσῃ νὰ εἰσέλθῃ φατριάζων καὶ ἐν ἐκείνῳ τῷ κλάδῳ τῶν
1429ὑπηρετῶν τοῦ Κράτους, ἐν τῷ ὁποίῳ οὐδέποτε ἐπιτρέπεται
1430ὁ φατριασμὸς ἢ αἱ πρὸς τὸν πολιτικὸν κομματισμὸν ῥοπαί.
1431Λυποῦμαι διότι διὰ τοιαύτης πολιτείας ἐγένετο δυνατὸν
1432νὰ γένηται ἀνεκτὴ ἀρχὴ δῆθεν συνταγματική, ἀρχή, τῆς
1433ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ ἄγει εὐθὺ εἰς ἀνατροπὴν τοῦ Συνταγμα-
1434τικοῦ πολιτεύματος, ἡ ἀρχὴ τῆς δεδηλωμένης. Λυποῦμαι,
1435λέγω, διότι διὰ τοιαύτης πορείας ἐπετεύχθη νὰ γένηται
1436ἀνεκτὴ τοιαύτη ἀρχή. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐν οὐδενὶ τῶν
1437συγγραμμάτων τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, τὰ ὁποῖα
1438ἀνέγνων, οὐδαμοῦ εὗρον τοιοῦτον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις,
1439παραλογισμόν. Ὁ διαχειριζόμενος τὴν νομοτελεστικὴν ἐξου-
1440σίαν ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του τοσαῦτα μέσα, ὥστε, ἂν ἡ
1441συνείδησίς του τὸ ἐπιτρέπῃ, ἂν ἡ γνῶσις τοῦ καθήκοντος, τὸ
1442ὁποῖον ἔχει πρὸς τὴν πατρίδα, δὲν τὸν ἐμποδίζῃ, νὰ ᾖναι
1443δυνατὸν εἰς αὐτὸν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῶν Βουλευτῶν νὰ
1444ἐνασκήσῃ σημαντικὴν δρᾶσιν, ὡσαύτως δὲ καὶ μετὰ τὰς
1445ἐκλογὰς νὰ ἀναζητῇ νὰ ἀνευρίσκῃ τὰς ἀνθρωπίνους ἀδυνα-
1446μίας, καὶ διὰ τῆς θεραπείας αὐτῶν νὰ κατορθόνῃ νὰ σχη-
1447ματίζῃ πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώ-
1448σει δὲν ὑπάρχει πλέον Βασιλεία, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καὶ
1449λαὸς, ὑπάρχει μόνον Πρωθυπουργὸς, διδοὺς καὶ λαμβάνων.
1450Ὑπάρχει Πρωθυπουργὸς, λαμβάνων παρὰ τοῦ λαοῦ, ὡς
1451ἀντάλλαγμα τῶν παροχῶν του πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, τοὺς
1452Βουλευτὰς, τοὺς ὁποίους ἐσύστησεν, ὑπάρχει Πρωθυπουρ-
1453γὸς, συντηρῶν τὴν πλειονοψηφίαν διὰ τῆς θεραπείας τῶν
1454ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν αὐτῶν, αἵτινες πανταχοῦ ὑπάρχου-
1455σιν. Ἀλλὰ ὑπὸ τοιοῦτο σύστημα τίς δύναται νὰ μεταβάλῃ
1456τὰς γνώμας αὐτοῦ; Τίς δύναται ν’ ἀναστείλῃ αὐτὸν ἀπὸ
1457πορείας ἀντιβαινούσης εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀπὸ πρά-
1458ξεων ἀναιρουσῶν τὴν ἐθνικὴν ὕπαρξιν; Ἡ Ἀντιπολίτευσις
1459εἶναι μειονοψηφία, αἱ δὲ ψῆφοι τῶν πλειόνων ἀποτελοῦσι
1460τὴν ἀπόφασιν, καὶ ἡ ἀπόφασις εἶναι λευκὴ, φέρουσα τὴν
1461ὑπογραφὴν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἐπὶ τοῦ λευκοῦ μέρους
1462τὴν ἐλευθερίαν νὰ γράψῃ ὁ Πρωθυπουργὸς ὅ,τι καὶ ἂν θέλῃ.
1463Ἡ Βασιλεία; Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἡ δεδηλωμένη, ἡ δὲ Βασι-
1464λεία, κατὰ τὸ δόγμα τοῦτο, μένει ἀργὴ καὶ ἀπεκδεδυμένη
1465τοῦ πολυτιμοτέρου τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγ-
1466μα ἀνέθηκεν εἰς αὐτήν. Τί λέγω δικαιωμάτων; Τοῦ σημαν-
1467τικωτέρου τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ὁ θεσμὸς τῆς Βασι-
1468λείας ἐπάγει. Ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον τοῦτο; Νὰ ἐπι-
1469σκοπῇ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπισκοπῇ τὴν πορείαν
1470τῶν πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνταγωνίζονται. Ἰδιο-
1471τροπία ἢ πεισμονὴ τῆς μειονοψηφίας παρακωλύει τὴν πρόο-
1472δον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, παρεμβάλλει προσκόμματα
1473εἰς τὴν νομοτελεστικήν; Βεβαίως ὁ λαὸς θέλει κατακρίνει
1474τοὺς τοιαύτην πολιτείαν μετερχομένους Βουλευτὰς τῆς Ἀν-
1475τιπολιτεύσεως. Δίδοται τότε ἡ διάλυσις εἰς τὸν Πρωθυπουρ-
1476γὸν, διὰ τῆς ὁποίας γίνεται ἔκκλησις εἰς τὸν λαὸν, καὶ οἱ
1477ἀντιπολιτευόμενοι, οἱ οὕτω πολιτευθέντες, δὲν θέλουσι δυνηθῆ
1478οὐδὲ νὰ παρασταθῶσιν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, διότι θέλει ἀπο-
1479πέμψει αὐτοὺς, ὡς ἄνδρας παρεμβάλλοντας προσκόμματα
1480εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, ὡς ἀντιπροσώπους
1481λησμονήσαντας τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εἶχον πρὸς τοὺς
1482ἀποστείλαντας αὐτούς. Ἀλλὰ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ Κυβέρ-
1483νησις μετέρχονται πολιτικὴν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα
1484τοῦ Κράτους,; Λησμονοῦσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι
1485πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν; Λησμονοῦσι τὴν μέριμναν,
1486τὴν ὁποίαν ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι περὶ τῆς στρατιωτικῆς συν-
1487τάξεως τῆς χώρας; Μετέρχονται ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πολι-
1488τείαν, ἥτις ἀπειλεῖ τὸ μέλλον τῆς χώρας; Ἡ Βασιλικὴ
1489ἀρχὴ ἔχει δικαίωμα νὰ μεριμνήσῃ ἀμέσως, ὅπως σταμα-
1490τήσῃ τὸν ῥοῦν τῶν πραγμάτων, καὶ ποιήσηται ἔκκλησιν
1491πρὸς τὸ Ἔθνος, ὅτε ὁ λαὸς θέλει ἀποφανθῆ, εἴτε στέργων
1492τὴν νέαν κυβερνητικὴν κατάστασιν, εἴτε συναινῶν νὰ
1493ἀφεθῇ, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς προηγηθείσης
1494πολιτικῆς. Ἀλλ’ ἡ δεδηλωμένη ἀπογυμνόνει τὴν Βασιλείαν
1495τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ τοῦ καθήκοντος, ἐπὶ ζημίᾳ
1496τοῦ τόπου, ἐπὶ μειώσει τῆς λυσιτελείας καὶ τῆς χρησιμό-
1497τητος, τὴν ὁποίαν ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας παρέχει εἰς τὸ
1498Κράτος.
1499Ἑρμηνευομένου τοῦ πολιτεύματος κατὰ τὸ σύστημα τῆς
1500δεδηλωμένης, ἂν ἡ Βασιλεία δὲν ἔχῃ οὐδὲν δικαίωμα, θέλει
1501ἐπιτυγχάνει ἡ κατὰ τὰς ἐκλογὰς Βουλευτῶν ἐπικράτησις
1502τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου διὰ τῆς χρήσεως τῶν μέσων,
1503τὰ ὁποῖα ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία παρέχει· διὰ δὲ τῆς
1504οὕτω σχηματιζομένης πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, ὑποστη-
1505ριζούσης μονίμως καὶ συμπαγῶς πᾶσαν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουρ-
1506γείου, μηδόλως ἀντιλεγούσης καὶ ἀναγνωριζούσης καὶ ἐπιδο-
1507κιμαζούσης καὶ τὰς πλέον ἐκρύθμους πράξεις καὶ ἀποφά-
1508σεις, θέλει παρέλθει ἡ τετραετία, καὶ ὅταν ἐπέλθῃ τῶν νέων
1509ἐκλογῶν ἡ ἐνέργεια, ἡ διάλυσις θέλει δοθῆ αὖθις εἰς τὸν
1510ἔχοντα τὴν τοιαύτην δεδηλωμένην, ὅστις, διαχειριζόμενος
1511τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν καθ’ ὃν χρόνον γίνονται αἱ
1512νέαι ἐκλογαί, θέλει μετέλθει πᾶν μέσον, ἵνα φέρῃ τὸ αὐτὸ
1513ἀποτέλεσμα καὶ συγκροτήσῃ αὖθις νέαν πλειονοψηφίαν ἐν
1514τῇ Βουλῇ.
1515Ἰδοὺ ἡ κρίσιμος στιγμή. Ὅταν ὑπάρξῃ τοιαύτη ὑπὸ τῆς
1516Βασιλείας ἐγκατάλειψις τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν
1517λόγῳ ἐφαρμογῆς τοιούτου ἀνυπάρκτου καὶ παραλόγου δόγ-
1518ματος, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς βεβαίως ὀφείλει νὰ σκεφθῇ, καὶ
1519βεβαίως τότε ὀφείλει νὰ ἀποδείξῃ, ἂν ἦναι τοιοῦτος, οἷον
1520ὁ Πρωθυπουργὸς ἔκρινεν αὐτὸν, ἀνάξιος τῶν δικαιωμάτων,
1521τὰ ὁποῖα οἱ θεσμοὶ ἀπένειμαν εἰς αὐτόν.
1522Τὴν στιγμὴν ταύτην περιμένομεν μετὰ τοῦ θάῤῥους, τὸ
1523ὁποῖον μᾶς ἐμπνέουσιν αἱ πεποιθήσεις ἡμῶν. Τὴν περιμένο-
1524μεν χωρὶς νὰ ἐκτοξεύωμεν ἀπειλὰς κατὰ τῆς Βασιλείας καὶ
1525χωρὶς νὰ ὑβρίσωμεν τὸν λαόν. Ἔχομεν ὅμως καθῆκον, τὸ
1526ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν εὐσυνειδήτως, κηρύσ-
1527σοντες σήμερον, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς καταστάσεως ταύ-
1528της εἴτε θέλει φέρει τὴν ἐξέγερσιν τῆς μερίμνης τοῦ λαοῦ
1529περὶ τῶν ἰδίων αὑτοῦ συμφερόντων καὶ περὶ τῶν συμφερόν-
1530των τῆς χώρας, εἴτε θέλει ἀποδείξει, ἂν ὁ λαὸς ἀνέχηται
1531τὴν ἐξακολούθησιν τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται
1532παρὰ τῶν Ὑπουργῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς
1533χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
1534§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει λὰ λάβητε ὑπ’
1535ὄψιν, ὅτι εἰς τὸ θεωρεῖον ὑπάρχουσι πολλοὶ ποδοκροτοῦν-
1536τες, καὶ ὅτι ὁ στρατιώτης, ὁ τεθεὶς ἐκεῖ πρὸς φρούρησιν
1537τῆς τάξεως, ἐκτύπησε τοὺς χειροκροτοῦντας.
1538§19ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Νὰ τιμωρηθῇ ὁ στρατιώ-
1539της διὰ τὴν αὐθάδειάν του.
1540§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα τὸν ἀξιωματικὸν νὰ ἐπαναφέρῃ
1541τὴν τάξιν.
1542§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ μὴ τιμωρηθῇ ὁ στρατιώ-
1543της, λέγω ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ
1544πρακτικὰ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ἀνδρέου Αὐγερινοῦ,
1545προεδρεύοντος, τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος περιῆλθεν εἰς
1546τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ πιστεύηται, ὅτι ἐν τῷ
1547περιβόλῳ τούτῳ δὲν διεξάγεται συζήτησις σοβαρὰ, ἀλλ’
1548ἠθοποιοὶ διεξάγουσι παράστασιν, καὶ οἱ ἐγκάθετοι, οἱ πλη-
1549ρονόμενοι ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰ περιτρίμματα τῶν
1550ἀγυιῶν, οἱ ἐκ τῶν φυλακῶν ἐξελθόντες χθὲς, ἔρχονται νὰ
1551ὑβρίζωσι, βοηθούμενοι ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ
1552τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐλησμόνησε
1553τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ πλειοψηφία τοῦ ἔδωσεν, ὁ δὲ Πρό-
1554εδρος τῆς Κυβερνήσεως κατεβιβάσθη ἐκ τοῦ ὕψους τῆς θέ-
1555σεως, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εὑρίσκηται. (Χειροκροτήματα
1556καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
1557(Ἀνέρχεται τὸ βῆμα ὁ κ. Κωνσταντόπουλος.)
1558§22ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνω πρότασιν περὶ
1559ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως.
1560§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρα-
1561καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
1562§24ΡΑΛΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1563§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι
1564Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1565(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
1566ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, κατὰ
1567τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1568Χαρ. Τρικούπης ΟὌθων Μακρυγιάννης Ο
1569Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΤρύφων Μουτσόπουλος Ο
1570Γ. Σισμάνης ΟΘάνος Κανακάρης Ο
1571Δ. Βουλπιώτης ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς
1572Ἀθ. Ἴσκος Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν
1573Ν. Καλαντζόπουλος ΟΑ. Φωτήλας Ο
1574Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ο
1575Μ. Γουλιμῆς ΟἈντ. Ῥικάκης
1576Μ. Ἰατρίδης ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος
1577Δ. Χατζόπουλος Ἰω. Κρεστενίτης
1578Γεώργ. Μίλησης ΝΝ. Κουμανιώτης
1579Σπυρ. Νοταρᾶς Χρ. Στεφανόπουλος Ο
1580Γ. Κούστας Ἀλέξ. Ζαΐμης
1581Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ἀρ. Κοντογούρης
1582Σωτήριος Δανόπουλος ΟΝ. Καλογερόπουλος Ο
1583Ἀναστ. Δημητριάδης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος
1584Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΟΝ. Παπανικολάου Ο
1585Δημήτριος Πετρίδης ΝΝ. Καφετζόγλους Ο
1586Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ἰω. Πεζᾶς
1587Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Κ. Σινέλης Ο
1588Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Β. Βουδούρης Ο
1589Χρῆστος Χριστόπουλος Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ο
1590Φίλιππος Βάρβογλης ΝΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ο
1591Ἠλίας Φλέσσας Ἀναστ. Λούντζης
1592Κ. Κωνσταντόπουλος ΝΔιον. Λομβάρδος Ο
1593Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Γ. Θεοτόκης Ο
1594Παναγ. Μανέτας Κ. Βασιλάκης
1595Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος Ἀντ. Καποδίστριας
1596Ἠλίας Παλαμήδης ΟΝ. Βασιλάκης
1597Κωνστ. Κατσικόπουλος Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ν
1598Δ. Ζέγγελης Πολυχρ. Κωνσταντᾶς
1599Δημ. Ν. Βότσαρης Σπ. Ἀλαμάνος
1600Κωνστ. Γ. Καραπάνος Θεόφ. Προβατᾶς
1601Γεώρ. Χ. Παχὺς ΟΓ. Σκάρπας
1602Στέφανος Δραγούμης ΟΕὐάγγ. Μπασιᾶς
1603Δ. Γ. Ῥάλλης ΝἈγαμ. Μεταξᾶς Ο
1604Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΟἈνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΟ
1605Φωκίων Νέγρης ΟΝικόλ. Βαλσαμάκης Ν
1606Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΝΓεράσιμος Μουσούρης Ο
1607Νικόλ. Μπουφίδης Παναγ. Βενιεράτος
1608Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ν
1609Δημ. Καλλιφρονᾶς Γεώργιος Κόρπας
1610Νικόλ. Δ. Λεβίδης Στέφανος Σκουλούδης Ο
1611Σπυ. Κουκούλεζας ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ο
1612Χαρίλ. Προβελέγγιος ΟΠερ. Πεῤῥωτής Ν
1613Νικόλαος Νομικός ΟΔημ. Τζάνες Ο
1614Μίνως ΜπογιατζόγλουςΟΠερ. Μποῦτος Ο
1615Γ. Μπούμπουρας ΟΠαν. Σάκκης Ο
1616Λωρέντζος Δελαρόκας ΟΝικ. Παπαλέξης Ο
1617Δημοσθένης Καΐρης ΟΝικ. Μισυρλῆς Ν
1618Ν. Κρίσπης ΟΝ. Καράπαυλος Ο
1619Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ἀσημ. Χριστόπουλος
1620Ἰωάννης Γκιὼν ΟΕὐστάθ. Κοκκέβης Ο
1621Κ. Κοσσονάκος ΟΔημήτρ. Κάρτσωνας
1622Γ. Μαυρομιχάλης Δημήτρ. Γουδῆς Ο
1623Ἀριστ. Πετροπουλάκης Σ. Χατζηγάκης
1624Γιαν. Μαυρομιχάλης ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
1625Νικήτας ΒαρβιτσιώτηςΟἈθ. Καζαμπάκας
1626Λεων. Καπετανάκος ΟΓ. Φραγκίδης Ο
1627Ξανθὸς Πικουλάκης ΟΑ. Τακιατζῆς Ο
1628Γεώρ. Πετροπουλάκης Γ. Τάκης
1629Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ν. Ταρμπάζης
1630Ἰωάν. Καρτάλης Ζ. Φαλιάγκας
1631Ἀργ. Κανταρτζῆς ΟΣταμάτιος Μπουντούρης Ο
1632Εὐάγ. Σταμούλης ΟΘεόδωρος Γκίκας
1633Ν. Κοκωσλῆς Ἀνάργ. Σιμόπουλος
1634Ἰω. Παπαδόπουλος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
1635Κωνστ. Μαρκίδης ΟὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
1636Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΝικόλ. Κοντογιάννης
1637Δημ. Κουτσουμπλῆς ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
1638Εὐθ. Μπατζιᾶς ΟΓεώργιος Λιδωρίκης Ο
1639Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
1640Ἀχιλ. Λογιωτάτου ΟΔημήτρ. Ζουλούμης Ο
1641Σωτ. Σωτηρόπουλος ΝΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
1642Κων. Κουμουνδοῦρος Θεμιστοκλῆς Κανάρης
1643§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τῆς
1644ἀναβολῆς διὰ ψήφων 75 κατὰ 14, ψηφοφορησάντων ἐν
1645ὅλῳ 89.
1646Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1647§27ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί,
1648ὅτι μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐμοῦ
1649ὑπάρχει ἐκκρεμὴς μικρός τις λογαριασμὸς, παρακαλῶ δὲ
1650ὑμᾶς, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τακτοποιήσω ἐν συντόμῳ τὸν
1651λογαριασμὸν τοῦτον.
1652Ἐπιχειρήσας προχθὲς νὰ ἐξετάσω τὴν πολιτικὴν τῆς
1653παρούσης Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ 1882, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν
1654ἐξουσίαν, ὤφειλον νὰ πραγματευθῶ καὶ περὶ τῆς καταστά-
1655σεως, εἰς ἣν περιῆλθεν ἔκτοτε καὶ διατελεῖ νῦν παρ’ ἡμῖν ἡ
1656ἀπονομὴ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης.
1657Ἐνόμισα, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο ἤθελον ἐκπληρώσει ἐπα-
1658ξίως καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀπηυθυνόμην,
1659καὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου
1660ἐπρόκειτο, ἐὰν ἀπέφευγον πᾶσαν ἐξέτασιν εἰδικῶν περιστά-
1661σεων, καὶ πᾶσαν οἱανδήποτε αἰτίασιν κατὰ προσώπων, καὶ
1662περιωριζόμην νὰ παραστήσω πρὸς ὑμᾶς ὅσον ἔνεστι πιστῶς
1663καὶ ἀκριβῶς τὴν κατάστασιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκεται νῦν
1664παρ’ ἡμῖν ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Ἐφρόνουν, ὅτι ἐπὶ
1665τῇ βάσει τοιαύτης ἀληθοῦς εἰκόνος ἠδύνατό τις εὐχερῶς
1666καὶ τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης νὰ ἐπιλύσῃ, καὶ εἰς τὴν δέου-
1667σαν μελέτην νὰ προβῇ περὶ τῶν μέσων τῆς θεραπείας.
1668Ὅτι ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἐπραγματεύθην τὸ ζήτημα,
1669προκύπτει ἀριδήλως ἐκ τῆς ἐμῆς ἀγορεύσεως, τὴν ὁποίαν
1670ἔχω ἤδη ἀνὰ χεῖρας. Εὐχαρίστως ὡμολόγησα τότε ἐνώπιον
1671ὑμῶν, ὅτι ὑπάρχουσιν εὐτυχῶς ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ
1672ἔντιμοι, πεφωτισμένοι καὶ ἀκέραιοι δικασταί, οἵτινες, καί-
1673περ γλίσχρως μισθοδοτούμενοι, καίπερ ὑπὸ μυρίας εὑρισκό-
1674μενοι στερήσεις καὶ πιέσεις, ἐργάζονται ἀνενδότως, ἵνα δια-
1675τηρήσωσι τὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν περιωπὴν, εἰς ἣν ἔταξεν
1676αὐτὴν ἡ Πολιτεία καὶ τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας. Ἀλλ’
1677ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποδείξω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι οἱ μόχθοι
1678καὶ οἱ ἀγῶνες τῶν ἐντίμων τούτων λειτουργῶν τῆς δικαιο-
1679σύνης δὲν ἐπαρκοῦσι δυστυχῶς, ἵνα προλάβωσι πᾶν ἀτόπημα
1680καὶ πᾶσαν ἀδικίαν. Ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβάλω
1681πρὸς ὑμᾶς, ὅτι πλεῖστα καὶ σπουδαῖα λαμβάνουσι χώραν
1682δυστυχῶς ἀτοπήματα καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἀπονομῇ τῆς πολι-
1683τικῆς δικαιοσύνης. Ἴσως ὑπάρχουσί τινες, φρονοῦντες, ὅτι ἡ
1684ἀξιοπρέπεια τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τὸ συμφέρον τῆς
1685κοινωνίας ἐπιβάλλει νὰ καλύπτωμεν καὶ νὰ ἀποκρύπτωμεν
1686τὰ τοιαῦτα ἀτοπήματα, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν φρονούν-
1687των, ὅτι ἡ ἀπόκρυψις τῶν διαφόρων ἑλκῶν τῆς Πολιτείας
1688συντελεῖ εἰς τὴν δείνωσιν τοῦ κακοῦ, καὶ ὅτι ἡ ἀποκάλυψις
1689αὐτῶν εἶναι τὸ μᾶλλον τελεσφόρον μέσον τῆς θεραπείας.
1690Διημερεύω ἑκάστοτε, ὡς ἐκ τοῦ ἔργου μου, ἐν τοῖς Δικα-
1691στηρίοις, καὶ καθ’ ἑκάστην ἀναστρεφόμενος μετὰ πλεί-
1692στων ἐντίμων καὶ διακεκριμένων συναδέλφων, καὶ ἰδίαις
1693αἰσθήσεσιν ἀντελήφθην καὶ παρ’ αὐτῶν ἔμαθον πλείστας
1694περιστάσεις, ἀποδεικνυούσας πρόδηλον ἀμάθειαν, καὶ ἀσύγ-
1695γνωστον φυγοπονίαν, ἔστιν ὅτε δὲ καὶ ἔνοχον μεροληψίαν
1696ἐκείνων, εἰς οὓς ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη τὴν ἐξασφάλισιν
1697τῆς περιουσίας, τῆς τιμῆς, τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν’ καὶ ἰδίαις
1698αἰσθήσεσιν ἀντελήφθην καὶ ἔμαθον πλείστας περιστάσεις,
1699καθ’ ἃς οἱ ἀτυχεῖς διάδικοι περιεπλανήθησαν ἐπὶ ἔτη ἀπὸ
1700Δικαστηρίου εἰς Δικαστήριον, ταλαιπωρούμενοι καὶ δαπα-
1701νῶντες χωρὶς νὰ δυνηθῶσι ποτὲ νὰ ἐπιτύχωσι δικαιοσύνην.
1702Ἠδυνάμην, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν περιπτώσεων καὶ τῶν παρα-
1703δειγμάτων τούτων, νὰ ὑποστηρίξω ἐνώπιον ὑμῶν τὸ θλιβε-
1704ρὸν συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἤκουσα παρὰ λίαν
1705ἁρμοδίων ἀνθρώπων, ὅτι δὲν ὑπάρχει δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι
1706δικαιοσύνη!
1707Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἔπραξα τοῦτο, διότι
1708ἐσκόπουν νὰ ἐπιχειρήσω ἔλεγχον, καὶ οὐχὶ νὰ προκαλέσω
1709μελέτην περὶ θεραπείας, καὶ οὐχὶ νὰ κλονίσω ἔτι μᾶλλον
1710τὴν πεποίθησιν τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ καταῤῥίψω ἐν τῇ συνει-
1711δήσει αὐτῶν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Διὰ τοῦτο ἀμέσως
1712ἐν τῇ περιόδῳ ταύτῃ τοῦ λόγου μου ἔσπευσα νὰ δηλώσω
1713εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πλεῖστα τῶν τοιούτων ἀτοπημάτων
1714πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν ἀτελῆ ἡμῶν
1715νομοθεσίαν, τὴν παρέχουσαν πλείστας ἀφορμὰς ἀμφιβολίας,
1716ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν ἔλλειψιν παρ’ ἡμῶν σταθερᾶς καὶ
1717πεφωτισμένης νομολογίας, δυναμένης νὰ ποδηγετήσῃ καὶ
1718τοὺς δικαστὰς καὶ τοὺς δικαζομένους. Καὶ ὅμως ἡ ὀρθο-
1719τάτη καὶ παρὰ πάντων παραδεδεγμένη αὕτη ἐκτίμησις
1720τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας διήγειρε παραδόξως τὴν ἔξαψιν καὶ
1721τὴν ὀργὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅστις,
1722ὑπολαμβάνων ἴσως, ὅτι συνεπλήρωσε καὶ αὐτὸς τὴν ἀνα-
1723μόρφωσιν τῆς νομοθεσίας, καὶ ὅτι διὰ τῆς γνώμης μου ἐκεί-
1724νης παραγνωρίζονται αἱ μεγάλαι αὐτοῦ πρὸς τὴν δικαιο-
1725σύνην ἐκδουλεύσεις, ἐνόμισεν ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὸν, νὰ
1726ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα, ἵνα μετὰ κόμπου καὶ οὐχὶ μετὰ τῆς
1727δεούσης εὐπρεπείας ἀπαριθμήσῃ ἐνώπιον ἡμῶν τοὺς πολλοὺς
1728νόμους, οὓς αὐτὸς εἰσηγήσατο, καὶ διὰ τῶν ὁποίων νομίζει,
1729ὅτι κατωρθώθη τέλος ἡ νομοθετικὴ ἀναμόρφωσις τοῦ Κράτους.
1730Ἀπορῶ, Κύριοι, διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
1731σύνης τοιαύτην ἐκτίμησιν τῆς ἀγορεύσεώς μου! Ἀλλ’ ἐπειδὴ
1732ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιζητεῖ, φαίνεται, καὶ αὐτὸς δάφνας καὶ
1733στεφάνους ἐπὶ τῇ πολυμόχθῳ ἐργασίᾳ, ἣν κατέβαλεν ὑπὲρ
1734ἀναμορφώσεως τῆς δικαιοσύνης, νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλε-
1735ται τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσω ἐν συντόμῳ, ὁποία τις εἶναι ἡ
1736ἐργασία αὕτη, ἐφ’ ἧς στηρίζει τοιαύτας ἀξιώσεις.
1737Πρὸ χρόνων, Κύριοι, εἶχε καταδειχθῆ ἡ ἀνάγκη τῆς
1738καταργήσεως τῶν Ἐμποροδικείων ὡς ἀχρήστων, καὶ ἡ
1739κατάργησις τῆς ἀποπείρας συμβιβασμοῦ, ὡς ἀχρήστου
1740καὶ ἐπιβλαβοῦς, καὶ περὶ τούτων εἶχον συντελεσθῆ πρὸ
1741χρόνων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης αἱ δέουσαι ἐρ-
1742γασίαι, εἶχον συνταχθῆ τὰ προσήκοντα νομοσχέδια, τὰ
1743ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλήν, καὶ
1744ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ τὰ νομοσχέδια
1745ταῦτα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἦσαν βεβαίως πλήρη, καὶ
1746ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι τὸ περὶ καταργήσεως τῶν Ἐμποροδι-
1747κείων συνεπληρώθη, παραδεχθέντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τρο-
1748πολογίαν, ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν. Τροπολογίαν τοιαύ-
1749την εἶχον ὑποβάλει καὶ περὶ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ
1750καταργοῦντος τὴν ἀπόπειραν τοῦ συμβιβασμοῦ, προτείνας
1751τὴν ἐξομοίωσιν τῶν συνοπτικῶν καὶ τῶν συνήθων ὑποθέ-
1752σεων, καὶ τὴν τροπολογίαν ταύτην ὑπεστήριξαν καὶ ἄλλοι
1753συνάδελφοι ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὁ
1754κ. Ὑπουργὸς ἀπέκρουσε τὴν τροπολογίαν ἐκείνην, καὶ ὁ
1755νόμος ἐψηφίσθη, ὡς μὴ ὤφειλεν, ὅπως εἰσήχθη. Ὁ κ.
1756Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε βεβαίως τὸ λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέ-
1757πεσε τότε, ἀποκρούσας τὴν τροπολογίαν μου, διότι εἰσήγαγε
1758νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου συμπληρόνων τὸν νόμον ἐκεῖ-
1759νον, τοῦτ’ αὐτὸ προτείνει, τὴν ἐξομοίωσιν τῶν συνοπτικῶν
1760καὶ τῶν συνήθων ὑποθέσεων.
1761Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ μόνα ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἴσως
1762ἄξια μνείας ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουρ-
1763γὸς εἰσηγήσατο καὶ πληθὺν ἑτέρων νόμων, δι’ ὧν, ὡς ἔλεγε
1764πρὸς ἡμᾶς, ἐπεδίωκε τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαστικῶν
1765ὑπαλλήλων κατὰ πάσης ἐπηρείας ἐκ μέρους τῆς ἐκτελε-
1766στικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἐγὼ οὐδένα ἐκ τῶν νόμων τούτων
1767ἐγκρίνω καὶ οὐδένα ἐξ αὐτῶν ἤθελον ψηφίσει, διότι ἐγὼ
1768δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι κακο-
1769ποιόν τι θηρίον, τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ δεσμεύσωμεν χεῖ-
1770ρας καὶ πόδας, ἵνα προλάβωμεν τὰς ὑπ’ αὐτοῦ προξενου-
1771μένας ζημίας. Τοὐναντίον ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς
1772Δικαιοσύνης, ὁ ἔχων τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ δικαστι-
1773κοῦ κλάδου, καὶ ὁ ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἁρμονικὴν αὐτοῦ λει-
1774τουργίαν, πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ μέσα, τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐκ-
1775πλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ κατάρ-
1776γησις πάσης ἐπιδράσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν
1777δικαστικῶν ὑπαλλήλων δὲν συντελεῖ, ἵνα καταστήσῃ αὐτοὺς
1778μᾶλλον ζηλωτὰς τῶν ἐπιβεβλημένων εἰς αὐτοὺς καθηκόν-
1779των, διότι πλὴν τῆς ἐπηρείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας
1780ἄπειροι ὑπάρχουσι πειρασμοί, δυνάμενοι νὰ παρεκτρέψωσι
1781τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ
1782καθήκοντος αὐτῶν. Ἡ ἀφαίρεσις ἑπομένως ἀπὸ τῶν χει-
1783ρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τῶν ἀναγκαίων ἵνα
1784ἐκπληρώσῃ πρεπόντως τὸ καθῆκον αὐτοῦ μέσων, δύναται
1785νὰ προλάβῃ, ἐννοεῖται, κακὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων
1786τούτων κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ δύναται
1787νὰ προκαλέσῃ πλεῖστα ἕτερα ἀτοπήματα ὑπ’ αὐτῶν τῶν
1788ἰδίων, ἐξ ἄλλων λόγων προερχόμενα.
1789Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον ἀνάξια προσοχῆς ἐθεώρησα
1790πάντα τὰ σοφὰ ταῦτα νομοθετήματα τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δι-
1791καιοσύνης Ὑπουργοῦ, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐν ὅλοις αὐτοῖς
1792τοῖς νόμοις ὑπάρχει πάντοτε ἀνοικτὴ ἡ θύρα, διὰ τῆς
1793ὁποίας δύναται νὰ εἰσβάλῃ πάνοπλος ἡ πολιτικὴ εἰς
1794τὴν διαχείρισιν τῶν ἀφορώντων εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλ-
1795λήλους· καὶ εἴδομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης
1796μεταθέτοντα καὶ πρωτοδίκας, ἀπαλλάσσοντα καὶ ἀνακρι-
1797τὰς τῶν καθηκόντων τῆς ἀνακρίσεως, συμφώνως βεβαίως
1798πρὸς τοὺς ἐν τοῖς νόμοις ἀναγραφομένους τύπους, ἀλλὰ
1799κατ’ οὐσίαν ἐναντίον τῆς ἐννοίας τῶν νόμων, καὶ χάριν
1800πολιτικῶν συμφερόντων.
1801Δὲν δίδω λοιπὸν σημασίαν τινά, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην, εἰς
1802τὴν σοφὴν ταύτην ἀναμόρφωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δι-
1803καιοσύνης, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει, φαίνεται, τοιαύτην
1804στοργὴν πρὸς τὰ ἴδια ἑαυτοῦ ἔργα, ὥστε ἐξακολουθεῖ νὰ
1805θαυμάζῃ καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη, τῶν ὁποίων ἡ πεῖρα ἀπέδειξε
1806τὴν πληρεστάτην ἀποτυχίαν. Ἔλεγε κομπάζων ἀπὸ τοῦ
1807βήματος τούτου, ὅτι αὐτὸς διὰ νόμου ὑπεχρέωσε τοὺς ἀνα-
1808κόπτοντας ἐρήμην ἀποφάσεις τῶν Πλημμελειοδικείων νὰ
1809προκαταβάλλωσι πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς ἀνακοπῆς των
1810τὰ δικαστικὰ ἔξοδα τῆς ἐρήμην δίκης! Ἡ ἐρημοδικία, κύ-
1811ριοι Βουλευταί, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταπολεμηθῇ, διότι οὐ
1812μόνον τὴν ταχύτητα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης παρα-
1813κωλύει, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς
1814δικαιοσύνης δύναται νὰ παραβλάψῃ, δι’ ὃ πρὸς τὸν σκο-
1815πὸν τῆς καταστολῆς αὐτῆς πολλὰ ἐπροτάθησαν μέτρα,
1816τινὰ τῶν ὁποίων ἐφηρμόσθησαν καὶ εἰς ξένας νομοθεσίας.
1817Ἐκ πάντων τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξε-
1818λέξατο τὸ μᾶλλον ἀνώδυνον, τὴν πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς
1819ἀνακοπῆς προκαταβολὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων τῆς ἐρή-
1820μην δίκης. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ προκαταβολὴ τῶν ἐξόδων, κύριοι
1821Βουλευταί, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ ἄλλους σκοποὺς, ἐπι-
1822διωκομένους ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ σκο-
1823ποὺς ἐπιτεύξεως τοῦ ἰσοζυγίου, δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἑτέραν
1824λυπηρὰν συνέπειαν, ὅτι ἐνδέχεται ἄποροι ἄνθρωποι, μὴ ἔχον-
1825τες τὰ μέσα νὰ προκαταβάλωσι τὰ ἔξοδα, νὰ στερηθῶσι
1826τοῦ δικαιώματος τῆς ὑπερασπίσεώς των. Ἀλλ’ εἰς τὴν κατα-
1827στολὴν τῆς ἐρημοδικίας οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ
1828χρησιμεύσῃ τὸ ἐπινοηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μέτρον, καὶ
1829ἀπόδειξις ἀλάνθαστος, ἀπέναντι τῆς ὁποίας δὲν θὰ δυνηθῇ
1830οὐδὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀντιτάξῃ, εἶναι αἱ καταστάσεις,
1831τὰς ὁποίας αὐτὸς προσάγει, καὶ ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι
1832ἀριθμὸς τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων, ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ, ηὔξησε
1833μετὰ τοὺς νόμους, οὓς αὐτὸς εἰσήγαγεν. (Ἀναγινώσκει).
1834Ἀλλ’ ὅταν ἀκούετε ἀριθμὸν ἐρήμην ἀποφάσεων ἀνερχο-
1835μένων εἰς δεκάδας χιλιάδων, ἐρωτᾶτε πλέον, ἐὰν ἔφερον
1836ἀποτέλεσμα τὰ μέτρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης;
1837Μέτρον συντελεστικὸν ἤθελεν εἶσθαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύ-
1838νατο νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν μέχρι χιλίων, μέχρι
1839πεντακοσίων ἐρήμην ἀποφάσεων. Καὶ διὰ τὴν ἐφεύρεσιν τοι-
1840ούτων νόμων τὸν εἴδατε ἐνταῦθα κομπάζοντα καὶ γαυ-
1841ριῶντα!
1842§28ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν δεδομένον, πόσας
1843ἀνακοπὰς ἔχομεν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου.
1844§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν τοιαύτην κατά-
1845στασιν’ ἐκ τῆς πείρας ὅμως τῆς δικαστικῆς γνωρίζομεν, ὅτι
1846σπανίως ἀπόφασις, ἐρήμην ἐκδοθεῖσα, δὲν ἀνακόπτεται.
1847Φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὰ παρ’ ἐμοῦ ἐκτεθέντα περὶ
1848τῆς πλημμελοῦς ἀπονομῆς τῆς τε πολιτικῆς καὶ ποινικῆς
1849δικαιοσύνης, περὶ τῶν ἐλλείψεων καὶ ἀτελειῶν τῆς ἡμετέρας
1850νομοθεσίας καὶ νομολογίας, πείθουσι πάντα περὶ τῆς ἀκρι-
1851βείας αὐτῶν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς
1852ἀντίκρουσιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου ἐπικαλεῖται τὴν ἐνημερό-
1853τητα πολλῶν ἐκ τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους· ἀλλὰ πρέ-
1854πει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι μόνη
1855ἡ ἔκδοσις τῶν ἀποφάσεων κατ’ οὐδὲν πολλάκις συμβάλλει
1856εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων. Καὶ ἐνθυ-
1857μοῦμαι πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ
1858ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Κατσικόπουλος ἐπληροφόρει τὴν
1859Βουλὴν, ὅτι κατέστη ἐνήμερον καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρ-
1860της, διότι ἐξέδωκεν ἁπάσας τὰς ἐκκρεμεῖς ἀποφάσεις, 170
1861περίπου τὸν ἀριθμὸν, περιεχούσας ἁπάσας μόνον τὰς δύο ἐκεί-
1862νας λέξεις «Ὅρα Καστόριον» (ἱλαρότης). Τοιαῦτα, ἐπανα-
1863λαμβάνω, εἶναι, Κύριοι, τὰ νομοθετικὰ ἔργα τοῦ κ. Ὑπουρ-
1864γοῦ· καὶ ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς διέπεται εἰσέτι ὑπὸ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ
1865Δικαίου, τοῦ ἀχανοῦς, τοῦ ἀγνώστου, τοῦ ἀκαταλήπτου
1866πολλάκις Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, ἐνῷ ἡ ἐμπορικὴ αὐτῆς νομο-
1867θεσία δεῖται γενικῆς τροποποιήσεως, ἐνῷ ἅπασα ἡ ποινικὴ
1868νομοθεσία ἀπηρχαιώθη καὶ χρῄζει ῥιζικῆς ἀναθεωρήσεως,
1869ἐνῷ ἅπαντες οἱ νεώτεροι παρ’ ἡμῖν ψηφισθέντες νόμοι, οἰ-
1870κονομικοὶ, στρατιωτικοὶ, παντὸς κλάδου, περιέχουσι τοιαύ-
1871τας ἐλλείψεις καὶ ἀτελείας, αἵτινες, κατὰ τὴν ῥῆσιν τοῦ σο-
1872φοῦ καθηγητοῦ κ. Παπαῤῥηγοπούλου, διασαλεύουσιν ἐκ θε-
1873μελίων τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἐννόμων σχέσεων, ὁ κ. Ὑπουρ-
1874γὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν ὅτι δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ
1875δάφνας καὶ στεφάνους, διότι εἰσηγήσατο αὐτοὺς τοὺς νόμους,
1876οὓς ἀνέπτυξα πρὸς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγου.
1877Ἀλλὰ πῶς ἔχουσι, Κύριοι, ἀκριβῶς τὰ τῆς ποινικῆς δι-
1878καιοσύνης; Εἶναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβα-
1879λον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1887 διέμειναν εἰς
1880τὰ γραφεῖα τοῦ Κράτους 106,000 ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων;
1881Ἠκούσατε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς μετ’ ὀργῆς καὶ ἀγανακτή-
1882σεως ἀπέκρουσε τὸν ἰσχυρισμόν μου τοῦτον, καὶ ὡς ἐν θριάμ-
1883βῳ ἐπεδείκνυε πρὸς ἡμᾶς κατάστασιν, ἐξ ἧς προκύπτει,
1884ὅτι δὲν πρόκειται περὶ 106,000 ἀλλὰ μόνον περὶ 64,000
1885ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων! Ἠπόρησα, Κύριοι, διὰ τὸν θρίαμβον,
1886τὸν ὁποῖον ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἦρεν. Ὑποθέτει ἆρά
1887γε ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 64,000 ἐκκρεμῶν
1888ὑποθέσεων παριστᾷ ποινικὴν δικαιοσύνην ἐῤῥύθμως λειτουρ-
1889γοῦσαν; Δὲν ἐννοεῖ ὅτι πάντα ὅσα ἐγὼ εἶπον περὶ τῶν 106,
1890000 πληρέστατα ἐφαρμόζονται καὶ ἐὰν πρόκηται περὶ 64,
1891000; Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ 1887 δὲν ἔμε-
1892νον 106,000 ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ μόνον 64,000, ὅπως
1893χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν; Φαίνεται ὅτι
1894ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπολαμβάνει, ὅτι ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ ὑποθέ-
1895σεις εὑρίσκονται εἰς τὰ εἰσαγγελικὰ γραφεῖα, εἰς τὰ ἀνα-
1896κριτικὰ γραφεῖα καὶ εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλ-
1897λήλων, καὶ μόνας τὰς εἰς τὰ γραφεῖα ταῦτα ἐκκρεμεῖς ὑπο-
1898θέσεις λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, φθάνει εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 64,000
1899μόνον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐκκρεμεῖς
1900ὑποθέσεις δὲν ὑπάρχουσι μόνον εἰς τὰ γραφεῖα ταῦτα, ἀλλ’
1901ὑπάρχουσιν ἄπειροι ἐνώπιον τῶν γραφείων τῶν Πλημμελειο-
1902δικῶν, αἱ ἀναγραφόμεναι ὡς ἀναβληθεῖσαι ἢ ἐρήμην δικασθεῖ-
1903σαι, διότι μένουσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Πλημ-
1904μελειοδικείων μέχρις ἀντιγραφῆς τῶν ἀποφάσεων καὶ ἀπο-
1905στολῆς αὐτῶν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Ἐπίσης ἐκκρεμεῖς ποι-
1906νικαὶ ὑποθέσεις εὑρίσκονται ἐνώπιον τῶν Συμβουλίων τῶν
1907Πλημμελειοδικῶν καὶ Ἐφετῶν καὶ προσέτι εἰς τὰς Εἰσαγ-
1908γελίας τῶν Ἐφετῶν κατ’ ἀνακοπὴν τῶν βουλευμάτων. Εἰς
1909ταύτας μάλιστα ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς οὐ μόνον αἱ κατὰ
1910προφυλακισμένων, αἱ εἰσαγόμεναι εἰς τὰ Κακουργοδικεῖα,
1911ἀλλὰ καὶ αἱ κατὰ τῶν φυγοδίκων, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς
1912βεβαίως δὲν εἶναι ὀλίγος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, παραλείπων ὅλους
1913αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς, φθάνει εἰς τὸ συμπέρασμα τῶν 84,000,
1914ἐξ ὧν ὑπελείφθησαν, ὡς εἶπε, νῦν αἱ 64 χιλιάδες. Βε-
1915βαίως ἐγὼ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπέσω εἰς παρόμοιον
1916λάθος· ἐγὼ ἠρίθμησα ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). Τώρα ἤθελε
1917μοὶ εἴπει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης αὐταὶ αἱ
1918ἐκκρεμεῖς ἐργασίαι τῶν Πλημμελειοδικείων καὶ Συμβου-
1919λίων πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσιν ἰδιαιτέρως; Ἐγὼ εἶπον, καὶ
1920εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτι ἐνδέχεται,
1921νὰ ἠρίθμησα δὶς ἀριθμόν τινα ὑποθέσεων, ἀλλὰ τὴν ἐντεῦ-
1922θεν ὑπέρβασιν ἐθεώρησα ἀναπληρουμένην ἀπὸ ὅλας ἐκείνας
1923τὰς πηγάς, τὰς ὁποίας ἠρίθμησα ἐνώπιόν σας. Ἀλλ’ ὑπολο-
1924γίζονται κατὰ τὴν κατάστασιν ἅπασαι αἱ ὑποθέσεις; Ὄχι·
1925καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Πόσαι εἶναι, Κύριοι, αἱ ἐρήμην; 16,000·
1926πόσαι αἱ ἀναβληθεῖσαι; 10,000· τὸ ὅλον 26,600. Πόσαι εἶναι
1927ἐν ὅλῳ ἐνώπιον τῶν Εἰσαγγελέων; 20,000. Δύναται λοι-
1928πὸν ὁ ἐνώπιον τῶν Εἰσαγγελέων ἀριθμὸς νὰ ἦναι μικρότε-
1929ρος ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν, ὅστις ὑπάρχει εἰς τὰ Συμβούλια τῶν
1930Πλημμελειοδικῶν; Ἀλλὰ πόσος τάχα νὰ ἦναι ὁ ἀριθμὸς τῶν
1931ἄλλων ἐκείνων πηγῶν, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία γίνεται μνεία
1932ἐν ταῖς καταστάσεσι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Πόσαι εἶναι αἱ
1933ὑποθέσεις αἱ εἰσαχθεῖσαι εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν
1934κατὰ τὸ 1887; 1532. Πόσαι εἶναι αἱ εἰσαχθεῖσαι κατὰ
1935τὸ 1888; 2,076. Λοιπὸν, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐκ τοῦ
1936κονδυλίου ἐκείνου τῶν ἐρήμην καὶ ἀναβληθεισῶν ὑποθέσεων
1937δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμέν τινας, θέλομεν προσθέσει ἄλλας,
1938αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐπαναφέρει τὰ πράγματα εἰς τὸ αὐτὸ
1939σημεῖον. Καὶ ἔπειτα ὁ κ. Ὑπουργὸς τολμᾷ νὰ ἰσχυρισθῇ,
1940ὅτι ἐγὼ ὑποπίπτω εἰς λάθη καὶ οὐχὶ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος πλείονα
1941ἔδει νὰ καταβάλῃ προσοχὴν εἰς τὴν μελέτην τῶν κατα-
1942στάσεων, τὰς ὁποίας αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐκδίδει. Ἀλλ’ ὁ κ.
1943Ὑπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς ποιν. δικαιοσύ-
1944νης μετὰ τὸ 1887 ἐβελτιώθη. Δυστυχῶς ἐγὼ δὲν εἶμαι
1945εἰς θέσιν νὰ ἐξελέγξω ἀκριβῶς τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτὸν τοῦ κ.
1946Ὑπουργοῦ, διότι αἱ καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἐν τῇ ἐφημε-
1947ρίδι δημοσιεύει δὲν περιέχουσι τὴν ἐργασίαν τῶν ἀνακριτικῶν
1948ὑπαλλήλων· ἀλλ’ ἔστω, παραδέχομαι ὅτι ὁ ἀριθμὸς ἐβελ-
1949τιώθη, ὅτι ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν 84,000, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουρ-
1950γὸς ὑποστηρίζει, κατήλθομεν εἰς τὰς 64,000· νομίζετε, ὅτι
1951ἀρκεῖ τοῦτο; Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, κ. Βουλευταί, τὰ ἐκδο-
1952θέντα βουλεύματα, θέλετε ἴδει, ὅτι αἱ πλεῖσται ἐκ τῶν ὑπο-
1953θέσεων αὐτῶν ἐπερατώθησαν δι’ ἀθωώσεως, ἐλλείψει ἀποδεί-
1954ξεων, μέγας δὲ ἀριθμὸς αὐτῶν ἕνεκα παραγραφῆς. Τοῦτο
1955εἶναι τὸ μοιραῖον τέλος τῶν ὑποθέσεων.
1956§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἄνευ
1957ἀποδείξεων θέλετε νὰ παραπέμπωνται οἱ κατηγορούμενοι;
1958§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πῶς θέλετε νὰ ὑπάρχωσιν
1959ἀποδείξεις, ἀφοῦ μετὰ δεκάδας ἐτῶν ἐνεργοῦνται αἱ περὶ
1960αὐτῶν ἀνακρίσεις; Δὲν δύναται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ τῆς
1961ἐλαττώσεως τῆς παρὰ τοῖς ἀνακριταῖς ἐκκρεμοῦς ἐργασίας
1962νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα περὶ βελτιώσεων, διότι ὁ ἀριθ-
1963μὸς τῶν διὰ τῶν ἀνακριτῶν διερχομένων ἀνακρίσεων δύνα-
1964ται νὰ αὐξομειωθῇ κατὰ τὰς ἰδέας ἢ τὰς διαθέσεις τῶν Εἰ-
1965σαγγελέων, δυναμένων νὰ ἀποστέλλωσιν αὐτὰς κατ’ ἀρέ-
1966σκειαν ἢ εἰς τοὺς ἀνακριτὰς ἢ εἰς διαφόρους ἀνακριτικοὺς
1967ὑπαλλήλους.
1968Ταῦτα οὕτως ἔχουσι. Τώρα τίς ὁ ὑπεύθυνος διὰ τὴν
1969ἀθλίαν καὶ ἐλεεινὴν καὶ ἀπελπιστικὴν ταύτην κατάστασιν,
1970εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης;
1971Ἐγώ, Κύριοι, ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι
1972ἀρχαία. Ἐγὼ αὐτὸς, ὡς δικαστικὸς ὑπάλληλος, ἐμερίμνησα
1973πολλάκις περὶ θεραπείας καὶ προσεπάθησα νὰ ἀνακόψω τὸν
1974ἐπιβλαβῆ αὐτὸν χείμαῤῥον δι’ ὅλων τῶν μέσων, ὅσα εἶχον
1975εἰς τὴν διάθεσίν μου, παρέστησα δὲ καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
1976τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως εἰδικῶν Πται-
1977σματοδικείων. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπίσης γνωρίζω, ὅτι ἡ κατάστασις
1978αὕτη, ἡ πρὸ χρόνου ὑπάρχουσα, βαίνει ἐπὶ τὰ χείρω.
1979Ὅταν λοιπὸν ἔχω ἐνώπιόν μου Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ 1882
1980διευθύνουσαν τὰ κοινὰ, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω
1981αὐτὴν, τί ἔπραξεν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη πρὸς θεραπείαν αὐτῶν;
1982Ἀλλ’ ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, μιμούμενος,
1983φαίνεται, τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνόμισεν
1984ἐπιτετραμμένον νὰ μετατρέψῃ τὴν συζήτησιν καὶ ἀντὶ νὰ
1985δώσῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν αἰτίων τῆς
1986καταστάσεως ταύτης, ἐπεχείρησε ν’ ἀπευθύνῃ κατηγορίαν
1987κατὰ τῆς ἐπὶ ὀλίγους μῆνας παρεμπεσούσης Κυβερνήσεως
1988καὶ ἀπέδωσεν εἰς αὐτὴν ὅλα τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ὑφιστά-
1989μεθα σήμερον· καταβιβάζων δὲ ἔτι μᾶλλον τὴν σπουδαιό-
1990τητα τῆς συζητήσεως, ἐνησχολήθη νὰ ἀνακοινώσῃ ἡμῖν
1991λεπτομερείας τινὰς, ὅλως ἀσημάντους, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ
1992τῶν ὑπὸ ἑκατέρας τῶν Κυβερνήσεων μετατεθέντων ἢ
1993ἐνταῦθα προσκληθέντων δικαστῶν, ὡς ἂν διὰ τοῦ τρόπου
1994τούτου ἠδύνατο νὰ ἀπαλλαχθῇ τῆς βαρείας εὐθύνης, ἣν
1995ὑπέχει ἕνεκα τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως τῆς ποινικῆς δικαιο-
1996σύνης. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, τί εἶπε τέλος πάντων κατὰ
1997τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τῆς ἐπ’ ὀλίγον χρόνον παρεμπε-
1998σούσης; Ὅτι 80,000 ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας εὗρεν
1999ἐν τῷ διαστήματι τοῦ δωδεκαμήνου, ἀνεβίβασεν εἰς 89,000.
2000Ἀλλ’ ὀφείλει ν’ ἀναμνησθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, καθ’ ὃν
2001χρόνον διήρχοντο οἱ μῆνες ἐκεῖνοι, 80,000 νέοι διετέλουν
2002ὑπὸ τὰς σημαίας ἐν τοῖς συνόροις, καὶ ἑπομένως πᾶσα ἀνα-
2003κριτικὴ καὶ δικαστικὴ ἐργασία πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἐγκλη-
2004μάτων ἀναγκαίως εἶχε διακοπῆ. Ἐμνήσθη καὶ τῆς ὑπὸ τῆς
2005Κυβερνήσεως ἐκείνης καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ Πται-
2006σματοδικείων, ἀλλὰ τὴν κατάργησιν ταύτην ἐγὼ πρῶτος,
2007καίτοι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, κατέκρινα ἀπὸ τοῦ βήματος
2008τούτου, διότι εἰς τὰς ἡμετέρας τάξεις, κύριοι Βουλευταὶ,
2009ἕκαστος ἀφίεται κύριος τῶν πεποιθήσεών του καὶ δὲν θεω-
2010ρεῖται ἀντιβαίνουσα εἰς τοὺς κομματικοὺς δεσμοὺς ἡ ἔκφρασις
2011τῶν ἰδιαιτέρων ἑκάστου πεποιθήσεων.
2012§32ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ λέγητε ταῦτα,
2013διότι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν εἰς ὡρισμένα ζητήματα ἐξήνεγκον
2014γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὴν τῆς Κυβερνήσεως.
2015§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ,
2016μίαν ἰδίως ῥητὴν αἰτίασιν ἀπηύθυνα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
2017τῆς Δικαιοσύνης, ἐρωτήσας αὐτὸν, τί ἔπραξεν, ἔστω, ἀπὸ
2018τῆς ἀνόδου αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὸ 1886 πρὸς
2019βελτίωσιν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῆς Ἑλλάδος, τοῦ
2020Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ κατῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, χωρὶς
2021κἂν νὰ θίξῃ τὸ καῖον τοῦτο, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βου-
2022λευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ζήτημα. Καὶ ἤκουσα εὐχαρίστως
2023φωνήν τινα, ἐκ τῆς μερίδος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν)
2024προερχομένην καὶ ἐρωτῶσαν τὸν κ. Ὑπουργόν: «περὶ δὲ τοῦ
2025Ἀρείου Πάγου, κύριε Ὑπουργὲ, τί λέγετε;» Ἂς μοὶ ἐπι-
2026τρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐρώτησιν ταύτην:
2027περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, κύριε Ὑπουργὲ, τί σκέπτεσθε νὰ
2028πράξητε;
2029Ὁ κ. Ὑπουργὸς, Κύριοι, διὰ τοῦ τρόπου ἐκείνου, μεθ’ οὗ
2030ὡμίλησεν, ἠθέλησε, φαίνεται, νὰ πείσῃ ἡμᾶς περὶ τοῦ με-
2031γάλου αὑτοῦ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῆς δικαστικῆς ἀξιοπρε-
2032πείας καὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ κλάδου, τὸν ὁποῖον διευθύνει·
2033ἀλλ’ ἂς ἦναι πεπεισμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἦτο
2034ἀνάγκη νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἐπίδειξιν. Ἔχομεν ἡμεῖς
2035πλῆθος ἄλλων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν, οἷον
2036τρέφει σέβας καὶ πρὸς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς
2037τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀπέναντι αὐτῆς τῷ ἐπιβάλλονται.
2038Ἡ Βουλὴ ἀκόμη εἶναι ἔναυλος ἀπὸ τὰς περὶ τούτου γενο-
2039μένας συζητήσεις· ἑπομένως ἐγὼ τίποτε ἄλλο δὲν ἔχω νὰ
2040προσθέσω, καὶ κατέρχομαι, Κύριοι, τοῦ βήματος, εὐχαριστῶν
2041ὑμᾶς διὰ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἐπιείκειαν, μεθ’ ἧς μὲ
2042ἠκροάσθητε.
2043§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸν λόγον.
2044Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋ-
2045πολογισμοῦ τῶν ἐσόδων.
2046§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τούτου, κύριε Πρόεδρε,
2047ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατὶ τὰ νομο-
2048σχέδια ἐκεῖνα τὰ δικαστικὰ, τὰ ἀφορῶντα τὰ Δικαστήρια
2049καὶ τὴν δικαιοσύνην, τὰ ὁποῖα πρὸ καιροῦ ὑπεβλήθησαν,
2050δὲν διενεμήθησαν ἀκόμη εἰς ἡμᾶς; τουλάχιστον ἐγὼ δὲν
2051τὰ ἔλαβον.
2052Ὡσαύτως προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπὶ τῇ ἐπε-
2053ρωτήσει μου περὶ τῶν κατὰ τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν,
2054εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ συντελεστικὸν εἰς βελτίωσιν τῆς καταστά-
2055σεως αὐτῆς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑποθήκης
2056πλοίων, ἀλλὰ τοῦτο οὐδὲ κἄν εἶναι ὑπ’ ὄψει ἡμῶν μέχρι
2057τοῦδε. Ὡρίσθη ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἐ-
2058ρωτῶ, συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπή; τί γίνεται τὸ νομοσχέδιον;
2059§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια ἐτυπώθησαν καὶ θὰ δια-
2060νεμηθῶσι.
2061(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον
2062περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κρά-
2063τους).
2064§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.
2065§38ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ἐδήλωσεν,
2066ὅτι ἔχει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου.
2067§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἀφοῦ δὲν εἶναι ἐδῶ,
2068δὲν δύναται νὰ περιμένῃ ἡ Βουλή.
2069§40ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν εἴμεθα ἐν
2070ἀπαρτίᾳ, κύριε Πρόεδρε· νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
2071(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ ἐν
2072ἀπαρτίᾳ.
2073Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου
2074ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
2075§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν καθ’ Ὑπουργεῖον
2076ψήφισιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890.
2077Συζήτησις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν
2078Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου.
2079Μέρος Αʹ. Ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Κεφάλαιον 1.
2080Χρέος δημόσιον.
2081§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ κεφάλαιον Αʹ, εἰς τὰς ὑποχρεώ-
2082σεις τοῦ Κράτους, δηλ. εἰς τὸ δημόσιον χρέος, πρέπει νὰ
2083προστεθῶσι τὰ ἑξῆς ποσά. Πρῶτον τὸ δάνειον τῆς ὁδο-
2084ποιΐας. Ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας ἐξωφλήθησαν 12
2085ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἔμεινεν ὑπόλοιπον 5,580,000 πε-
2086ρίπου, δὲν ἐψηφίσθη δὲ ὁ νόμος, ὁ ἐπιτρέπων εἰς τὴν Κυ-
2087βέρνησιν νὰ πράξῃ τὸν παρ’ αὐτῆς προτεινόμενον παραλο-
2088γισμὸν τῆς ἐπιβολῆς εἰς ταμεῖον εἰδικὸν, καὶ σκοποῦν ὅλως
2089ἐκτάκτους δαπάνας, πληρωμῆς τόκων, οἵτινές εἰσι τακτικὴ
2090δαπάνη. Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι, χάριν τῶν ἠθικῶν καὶ τῶν
2091ὑλικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ἡμῶν, νὰ μὴ ψηφισθῇ ὁ
2092τοιοῦτος νόμος. Εὐτυχῶς μέχρι τοῦδε δὲν ἐψηφίσθη, ἑπομέ-
2093νως ὑφίσταται δάνειον, βαρύνον τὴν Κυβέρνησιν μὲ τόκον
2094330,000 περίπου δραχμῶν, δηλαδὴ 5½% ἐπὶ κεφα-
2095λαίου 5,580,000. Ἕτερον ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσ-
2096τεθῇ εἰς τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου, εἶναι οἱ τόκοι τῶν συνομολο-
2097γηθέντων τελευταίων δανείων τῶν 15 ἑκατομμυρίων, τῶν
209810 ἑκατομμυρίων, τῶν 1,200,000, ἀνερχομένων ἐν ὅλῳ εἰς
209926,000,000 φράγκα χρυσᾶ. Οἱ τόκοι οὗτοι ἀνέρχονται εἰς
21001,750,000, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς προμηθείας αὐ-
2101τῶν. Τὰ δάνεια ταῦτα συνωμολογήθησαν, οἱ τόκοι οὗτοι
2102θὰ πληρωθῶσιν, ἑπομένως εἶναι ἄτοπον, ἐνῷ γνωρίζομεν ὅτι
2103θὰ πληρωθῶσι, ν’ ἀφήσωμεν νὰ γίνῃ τοῦτο δι’ ἀναπληρω-
2104ματικῶν πιστώσεων, αἵτινές εἰσι κακὸν, ὅπερ πᾶν Κράτος
2105ἀποφεύγει.
2106Ἐπειδὴ δὲ ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς κατ’ ἄρθρον,
2107λέγω ταῦτα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Ἠκούσαμεν προσέτι, καὶ
2108παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μᾶς
2109εἴπῃ, ἂν ἦναι ἀκριβές, ὅτι τελευταῖον συνωμολογήθη καὶ
2110ἕτερον δάνειον 3,000,000. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀκριβές, καὶ τού-
2111του οἱ τόκοι πρέπει νὰ προστεθῶσι.
2112§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ δάνεια ἀναγράφον-
2113ται ἐνταῦθα ὡς εἶχον ὅτε συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμός·
2114αἱ μεταβολαί, αἱ ἔκτοτε ἐπελθοῦσαι, δὲν ἀπαιτοῦσι τρο-
2115ποποίησιν τῶν ἄρθρων. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀπαριθ-
2116μηθέντα, εἴτε ἀκριβῆ εἴτε μή, δὲν φέρουσι μεταβολὴν εἰς
2117τὸ σύνολον τοῦ ἄρθρου, διότι τὰ δάνεια, περὶ ὧν ἐποιήσατο
2118λόγον, εἶναι προωρισμένα εἰς ἀπόσβεσιν ἄλλων δανείων, ἐν
2119τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ περιλαμβανομένων, ἑπομένως ὅ,τι προστί-
2120θεται δι’ ἐκείνων ἀφαιρεῖται ἐκ τούτων. Θὰ ἦτο προτιμό-
2121τερον ν’ ἀνεγράφοντο ἐν τοῖς ἄρθροις αἱ ἀντικαταστάσεις,
2122ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ λογιστικῶς ἀναγκαῖον, οὐδ’ εἶναι δυνα-
2123τὸν νὰ μεταβάλωμεν ἐν ἀκαρεῖ τὸ κείμενον τῶν ἄρθρων
2124κατὰ τὰ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ συντελεσθέντα. Ὁ κ. Βου-
2125λευτὴς πρὸ ὀλίγου ἠρώτησε, τί ἐνεργεῖται περὶ δανείου
21263,000,000 λιρῶν. Δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία τοῦ
2127κ. Βουλευτοῦ. Τὸ δάνειον τῶν 3,000,000 δὲν συνωμολο-
2128γήθη, ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχε συνομολογηθῆ, δὲν θὰ ἦτο ἀναγ-
2129καῖον νὰ μεταβάλωμεν τὰς ἀναγραφὰς τῶν πιστώσεων· καὶ
2130ἐν τούτῳ, ὡς καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς, θὰ ἤρκει, προκειμένου
2131περὶ τροπῆς δανείων, ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ περιλαμβανομένων,
2132νὰ μὴ ὑπολείπηται τῆς δαπάνης ἡ πίστωσις. Ὡς πρὸς δὲ
2133τὰ τῶν προσόδων τῆς ὁδοποιΐας, ἀφοῦ ἐν τῷ ἀνακοινωθέντι
2134εἰς τὴν Βουλὴν γενικῷ σχεδίῳ περιλαμβάνονται καὶ τὰ τῆς
2135ὁδοποιΐας, πρέπει τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ
2136Προϋπολογισμῷ, ἐὰν δὲ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἐν
2137τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴ οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν.
2138Ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς δὲν ἀποσύρωμεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐφ’
2139ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἐκφράσῃ γνώμην ἐναντίαν τοῦ νομοσχε-
2140δίου, δὲν εἶναι πρέπον ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ Προϋπολο-
2141γισμοῦ τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν διατάξεων, αἵτινες φρονοῦμεν
2142ὅτι θέλουσι ψηφισθῆ βραδύτερον· ἐὰν ὅμως δι’ οἱονδήποτε
2143λόγον μὴ ψηφισθῶσιν αὗται, ἡ προκειμένη ἀναγραφὴ δὲν
2144ἀποτελεῖ νομοθετικὴν ἔγκρισιν τῆς προταθείσης ἐνεργείας.
2145§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
2146Οἰκονομικῶν περιέχει μίαν ἀκρίβειαν, τὴν ὁποίαν παραδέ-
2147χομαι. Πρέπει νὰ διαγραφῇ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ
2148ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ ὡς τόκος δανείων ἐξοφλουμένων.
2149Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ὑπεβίβασα τὸν τόκον τοῦ δανείου τῆς
2150ὁδοποιΐας ἀπὸ 970,000 δραχμῶν εἰς 330,000. Πρέπει
2151δ’ ὡσαύτως νὰ διαγραφῇ καὶ ὁ τόκος τοῦ δανείου τῆς ἀνε-
2152ξαρτησίας, διότι καὶ τὸ δάνειον τοῦτο ἐξωφλήθη ἐκ τῶν
2153συνομολογηθέντων τελευταίων δανείων. Ἐξωφλήθη προσέτι
2154καὶ ἓν ἑκατομμύριον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10,200,000
2155φράγκων. Ταῦτα συμπεριέλαβα εἰς τὸν ὑπολογισμόν μου.
2156Τὰ ποσὰ ὅμως τὰ πληρωθέντα εἰσὶ πολὺ μικρότερα ἐκείνων,
2157ἅτινα νεωστὶ ἐπιβαρύνουσι τὸν Προϋπολογισμόν. Τὸ περι-
2158πλέον ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ. Νομίζω δὲ
2159ἀναγκαῖον τοῦτο, διότι καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ὁδηγώμεθα
2160εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς
2161ὑγιοῦς ἀρχῆς, καθ’ ἣν πρέπει ν’ ἀναγράφωνται ἐν αὐτῷ
2162πᾶσαι αἱ δαπάναι, ἰδίως δὲ αἱ τοῦ δημοσίου χρέους, αἱ
2163ἐπιβαρύνουσαι τὸ Δημόσιον. Αἱ δαπάναι δὲ αὗται, αἱ
2164γνωσταί, καθ’ ἣν στιγμὴν ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμός,
2165πρέπει νὰ ἀναγράφωνται ἐν αὐτῷ, διότι εἶναι γενικῶς παρα-
2166δεδεγμένον, ὅτι ἡ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων πληρωμὴ
2167τοιούτων δαπανῶν ἔχει τι, οὐ μόνον σόλοικον, ἀλλὰ καὶ
2168λίαν ἐπιβλαβὲς διὰ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ Κρά-
2169τους. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
2170ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ ὁποῖον,
2171ἐπαναλαμβάνω, εὔχομαι, χάριν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας
2172ἡμῶν, νὰ μὴ ψηφισθῇ, τότε θὰ δύναται οὗτος ν’ ἀφήσῃ
2173τὴν διὰ τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας δαπάνην μεταξὺ τῶν
2174ἀδιαθέτων πιστώσεων, ὅπως ἀφίνει καὶ ἄλλας. Ἡ ἀνα-
2175γραφὴ ὅμως αὐτῆς ἐπιβάλλεται οὐ μόνον ὑπὸ τῆς λογικῆς,
2176ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ῥητῶν διατάξεων τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν
2177νόμου, τὰς ὁποίας ἡ μὴ ἀναγραφὴ αὐτῆς παραβιάζει καὶ
2178ἀναιρεῖ.
2179(Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 τοῦ κεφαλαίου
2180Αʹ ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
2181§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. Ὑπερτίμησις συναλλάγματος
2182διὰ τὰς εἰς μεταλλικὸν πληρωμὰς 500,000.
2183§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ποσὸν τῶν 500,000 δραχμῶν πρέ-
2184πει ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς 7,000,000 περίπου, διότι τοσοῦτον
2185ποσὸν, κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμήν, ὡς διαφορὰν συναλλάγ-
2186ματος ἀπαιτοῦσιν αἱ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις ἡμῶν.
2187Ἐὰν συνδυασμοὶ τοιοῦτοι, οἷοι ἐγένοντο μέχρι τοῦδε καὶ
2188τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα ἀρκούντως ἀνεπτύξαμεν, θέ-
2189λωσιν ἐξακολουθήσει πραγματοποιούμενοι, τοῦτο εἶναι ζή-
2190τημα μέλλοντος. Τὸ βέβαιον δὲ εἶναι, ὅτι ἡμεῖς σήμερον
2191ὀφείλομεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὡρισμένον ποσὸν χρυσῶν φράγ-
2192κων, ὅπερ πρέπει νὰ πληρώσωμεν. Τότε δὲ μόνον ἐπιτρέ-
2193πεται νὰ μὴ ἀναγράψωμεν τὴν διαφορὰν ταύτην, ὅταν
2194παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν τὸ ποσὸν
2195τοῦτο εἰς μεταλλικὸν, ἀλλὰ θὰ τὸ πληρώσωμεν εἰς τρα-
2196πεζικὰ γραμμάτια. Τοιαύτην γνώμην δὲν ἐδήλωσεν ἡ Κυ-
2197βέρνησις. Ἐδήλωσεν ἀπεναντίας, ὅτι θ’ ἀποφύγῃ διὰ τοῦ
2198γνωστοῦ τεχνάσματος τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν της
2199τὴν δαπάνην ταύτην. Τίνες ἔσονται οἱ συνδυασμοὶ αὐτῆς,
2200θὰ τοὺς κρίνωμεν, ὅταν γίνωσι. Σήμερον ὅμως ἔχομεν ἐνώ-
2201πιον ἡμῶν γεγονὸς πραγματικὸν, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1890 ὀφεί-
2202λομεν μὲν ἀφ’ ἑνὸς ἄνω τῶν 26 ἑκατομυρίων, ἅτινα πρέπει νὰ
2203πληρώσωμεν εἰς χρυσὸν, ἔχομεν δ’ ἀφ’ ἑτέρου ἔσοδα εἰς
2204τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἐψήφισε
2205πρὸ ὀλίγου ἡ Βουλὴ, θὰ πραγματοποιηθῶσιν εἰς τραπεζικὰ
2206γραμμάτια. Εἴμεθα ἑπομένως ἠναγκασμένοι ν’ ἀγοράσω-
2207μεν τὸν χρυσόν. Ὀφείλοντες δὲ νὰ τὸν ἀγοράσωμεν, πρέπει
2208νὰ τὸν ἐκτιμήσωμεν κατὰ τὴν σημερινὴν αὐτοῦ ἀξίαν, ἥτις
2209ἀπαιτεῖ νομισματικὴν διαφοράν, ἣν πρέπει νὰ ἀναγράψω-
2210μεν οὐχὶ 500,000 ἀλλὰ 7 ἑκατομμύρια.
2211§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὰς εἰς μεταλλι-
2212κὸν πληρωμὰς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους δέον νὰ
2213ἔχωμεν τὸ μέταλλον· καὶ ὁ μὲν κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης
2214φρονεῖ, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ μέταλλον τοῦτο
2215ἀγοράζοντες συνάλλαγμα ἀντὶ ποσοῦ 7 ἑκατομμυρίων, ἡμεῖς
2216δὲ φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ μέταλλον δι’
2217ἄλλου τρόπου, μὴ ἐπαγομένου τὴν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ
2218τραπεζικοῦ γραμματίου δαπάνην. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Βου-
2219λευτοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὴν ἡμετέραν. Ἐὰν
2220ἡμεῖς ἐφαρμόσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, βεβαίως δὲν
2221θέλομεν δαπανήσει τὰ πρὸς ἀπόκτησιν συναλλάγμα-
2222τος 7 ἑκατομμυρίων, διότι δὲν θέλομεν πραγματοποιήσει τὰς
2223πληρωμὰς διὰ συναλλάγματος, θέλομεν τὰς πραγματοποιή-
2224σει κατ’ ἄλλο σύστημα, μὴ ἀπαιτοῦν δαπάνην, ἧς τὴν
2225ἀναγραφὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ προτείνει ὁ κ. Βουλευ-
2226τὴς, ἀποκρούω δ’ ἐγώ.
2227§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἓν μόνον δὲν
2228ἀπήντησε. Δὲν εἶπον ἐγὼ, ἂν πρέπῃ, ἢ οὔ, ν’ ἀγοράσωμεν
2229ἐν τῷ τόπῳ τὸ συνάλλαγμα. Εἶπον μόνον, ὅτι ὀφείλο-
2230μεν χρυσὸν, ὀφείλοντες δὲ χρυσὸν, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν προ-
2231μηθευθῶμεν αὐτὸν, ἔστω καὶ δανειζόμενοι, ὀφείλομεν νὰ
2232τὸν ἐκτιμήσωμεν ὡς χρυσὸν, καὶ ὡς τοιοῦτον νὰ τὸν ἀντι-
2233κρύσωμεν πρὸς τὰ ἔσοδα ἡμῶν. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν τὸν
2234προμηθευθῶμεν, εἴτε δι’ ἀγορᾶς καὶ πληρωμῆς αὐτοῦ διὰ
2235τῶν τακτικῶν ἡμῶν ἐσόδων, εἴτε διὰ δανείου, ὅπερ εἶναι
2236ἔκτακτον ἔσοδον, ἀπαιτοῦν τὴν κατ’ ἔτος τακτικὴν πλη-
2237ρωμὴν τόκων, τὰ ἔσοδα ἡμῶν ὅλα ἀναγράφονται ἐν τῷ
2238ὑπολογισμῷ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀφοῦ δὲ τὰ ἔσοδα
2239ἡμῶν οὕτως ἀναγράφονται, ὀφείλομεν κατὰ τὸν αὐτὸν τρό-
2240πον ν’ ἀναγράψωμεν καὶ τὰ ἔξοδα, ὅπως πράττει τοῦτο
2241ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναγράφων κατωτέρω τὴν πραγματικὴν
2242ἀξίαν τοῦ νομίσματος, τοῦ ἀναγκαίου δι’ ἄλλας προμη-
2243θείας τοῦ Δημοσίου. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλο νομισμα-
2244τικὸν μέτρον διὰ τὰ ἔσοδα ἡμῶν, καὶ ἄλλο διὰ τὰ ἔξοδα.
2245Ὀφείλομεν νὰ μετρῶμεν ἀμφότερα διὰ τοῦ αὐτοῦ μέτρου.
2246(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 τοῦ κεφαλ. Αʹ ἄνευ ἑτέρας
2247ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ
2248ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ κεφάλαια 2, 3 καὶ 4 μετὰ τῶν ἄρ-
2249θρων αὐτῶν).
2250§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 5. Νομοθετικὸν σῶμα. Ἄρ-
2251θρον 1. Ἀποζημιώσεις Βουλευτῶν καὶ ἔξοδα Γραφείου Βου-
2252λῆς 401,658. Τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου 5 δραχμαὶ 401,658.
2253§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον
2254πίστωσις;
2255§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.
2256§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε ἀποῤῥίπτεται ἡ ἰδέα περὶ ἐκτά-
2257κτου Συνόδου;
2258§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν συνέλθῃ ἡ ἔκτακτος Σύνοδος.
2259(Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 5, ἄρθρον 1, ὡς ἀνε-
2260γνώσθη).
2261§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ μέρους Αʹ δραχμαὶ 36,194,
2262021. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
2263§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
2264§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
2265θῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2266(Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ κεφάλαια
2267καὶ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
2268νομικῶν, διῃρημένα εἰς μέρος Βʹ, Γʹ καὶ Δʹ).
2269§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
2270ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν χρῆσιν
2271τοῦ 1890 δραχ. 52,472,209. Οἱ παραδεχόμενοι παρακα-
2272λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ
2273παρεδέχθη.
2274Συζήτησις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
2275τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου.
2276(Γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον, ἄρθρον καὶ σύνολον.
2277Τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐ-
2278ξωτερικῶν Ὑπουργείου διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890, ἀνερχό-
2279μενον εἰς δραχ. 2,263,154).
2280§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογι-
2281σμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου διὰ
2282τὴν χρῆσιν τοῦ 1890.
2283(Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–8 τοῦ
2284κεφαλαίου 1).
2285§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9. Εἰρηνοδικείων .... 609,600.
2286Ἐνταῦθα ζητεῖται πίστωσις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δραχ.
22876,120 πρὸς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Εἰρηνοδικείων.
2288§60ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὴν
2289ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνεκεντρώθησαν πληροφο-
2290ρίαι, ἐπιβάλλουσαι τὴν σύστασιν νέων Εἰρηνοδικείων πρὸς
2291διευκόλυνσιν τῆς ὑπηρεσίας. Αἱ συστάσεις αὗται εἶναι ἀρ-
2292κεταὶ καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐθεώρησα καλὸν νὰ ζητήσω
2293τριῶν Εἰρηνοδικείων τὴν σύστασιν.
2294§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ εἰσάγετε ἀρχὴν, ἡ ὁποία ἀντί-
2295κειται εἰς ὅλην τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, νὰ ζητῆτε τὴν ψήφι-
2296σιν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν προεξηλέγχθησαν ἀπὸ τὴν
2297Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
2298§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ ὀλίγου ὑμεῖς προ-
2299ετείνατε τὴν προσθήκην δαπάνης διὰ τὸ δημόσιον χρέος.
2300Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλωμεν τὴν παρὰ τῆς Βουλῆς
2301ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ τροπολογεῖν εἰς τὴν ὑποχρέω-
2302σιν ταύτην. Βεβαίως, ἂν πρόκηται περὶ μεγάλης δαπάνης,
2303εἶναι πρέπον, οὐχὶ ἐπιβαλλόμενον, νὰ παραπέμπῃ ἡ Βουλὴ
2304τὴν πρότασιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
2305§63ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
2306Δικαιοσύνης δικαιολογεῖ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ζητεῖ,
2307ἐκ τῆς ὑπάρξεως γνωμοδοτήσεων τῶν ἁρμοδίων περὶ τῆς
2308συστάσεως τριῶν Εἰρηνοδικείων. Ἀλλ’ ἀπέφυγε νὰ μᾶς
2309ὀνομάσῃ ποῖα εἶναι τὰ τρία ταῦτα Εἰρηνοδικεῖα. Ἂν νο-
2310μίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ συστήσῃ εἰς ὡρι-
2311σμένα μέρη Εἰρηνοδικεῖα χάριν συναλλαγῆς, νομίζω ὅτι
2312ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ συστηθοῦν
2313Εἰρηνοδικεῖα ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ συ-
2314στηθοῦν, λόγῳ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῆς ἀνάγκης τῆς δικαιο-
2315σύνης. Προτείνω λοιπὸν νὰ προστεθῶσι 10,000 δραχμαὶ,
2316ὅπως συστηθῶσι 4 Εἰρηνοδικεῖα εἰς τὰς ἐπαρχίας Καλα-
2317βρύτων καὶ Ἠλείας. Ἄλλως νὰ μὴ ἀναγραφῇ ἡ προσθήκη
2318τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
2319§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τοῦ κ.
2320Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
2321§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστι-
2322κῆς κλήσεως.
2323§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τῶν
2324δραχ. 6,120 ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παρα-
2325δεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2326(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
2327ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, κατὰ
2328τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2329Χαρ. Τρικούπης ΝἈριστ. Σακελλαρόπουλος
2330Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΠαναγ. Μανέτας
2331Δ. Σισμάνης ΝἸωάννης Ἀντωνόπουλος
2332Δ. Βουλπιώτης ΝἨλίας Παλαμήδης Ν
2333Ἀθ. Ἴσκος Κωνστ. Κατσικόπουλος
2334Ν. Καλαντζόπουλος ΝΔ. Ζέγγελης
2335Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Δημ. Ν. Βότσαρης
2336Μ. Γουλιμῆς ΝΚωνστ. Γ. Καραπάνος
2337Μ. Ἰατρίδης ΝΓεώρ. Χ. Παχὺς Ν
2338Δ. Χατζόπουλος Στέφανος Δραγούμης Ν
2339Γεώργιος Μίλησης Δημ. Γ. Ῥάλλης
2340Σπυρίδων Νοταρᾶς Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Ν
2341Γεώργιος Κούστας Φωκίων Νέγρης Ν
2342Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΝἸω. Α. Γεωργαντᾶς
2343Σωτήριος Δανόπουλος ΝΝικόλ. Μπουφίδης Ν
2344Ἀναστ. Δημητριάδης ΝΔημ. Μ. Καλλιφρονᾶς
2345Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝΔημ. Καλλιφρονᾶς
2346Δημ. Πετρίδης ΟΝικόλ. Δ. Λεβίδης Ο
2347Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Σπ. Κουκούλεζας Ν
2348Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟὌθων Μακρυγιάννης Ν
2349Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Τρύφων Μουτσόπουλος Ν
2350Χρῆστος Χριστόπουλος Θάνος Κανακάρης Ν
2351Φίλιππος Βάρβογλης ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς
2352Ἠλίας Φλέσσας Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
2353Κωνστ. Κωνσταντόπουλος ΟΑ. Φωτήλας Ν
2354Ἀνδρ. Αὐγερινὸς ΝΓιανν. Μαυρομιχάλης Ν
2355Ἀντ. Ῥικάκης Νικήτ. Βαρβιτσώτης Ν
2356Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Λεων. Καπετανάκος Ν
2357Ἰω. Κρεστενίτης Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
2358Ν. Κουμανιώτης Γεώργ. Πετροπουλάκης
2359Χρ. Στεφανόπουλος ΝΚωνστ. Παπαμιχαλόπουλος
2360Ἀλέξ. Ζαΐμης Ι. Καρτάλης
2361Ἀρ. Κοντογούρης Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν
2362Νικόλ. Καλογερόπουλος ΝΕὐάγγ. Σταμούλης Ν
2363Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν. Κοκωσλῆς
2364Ν. Παπανικολάου ΝἸω. Παπαδόπουλος Ν
2365Νικόλ. Καφετζόγλους ΝΚων. Μαρκίδης Ν
2366Ἰωάννης Πεζᾶς Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
2367Κωνσταντ. Σινέλης ΝΔημ. Κουτσουμπλῆς Ν
2368Βασίλειος Βουδούρης ΝΕὐθ. Μπατζιᾶς Ν
2369Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΝἈναστ. Ζαρμάνης Ν
2370Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΝΑ. Λογιωτάτου Ν
2371Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης Σωτ. Σωτηρόπουλος
2372Διον. Λομβάρδος ΝΚων. Κουμουνδοῦρος
2373Γεώργιος Θεοτόκης ΝΠερ. Πεῤῥωτῆς
2374Κωνστ. Βασιλάκης Δημ. Τζάνες Ν
2375Ἀντ. Καποδίστριας Περ. Μποῦτος Ν
2376Νικόλαος Βασιλάκης Παν. Σάκκης
2377Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς Νικ. Παπαλέξης Ν
2378Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ν. Μισυρλῆς
2379Σ. Ἀλαμάνος Ν. Καράπαυλος Ν
2380Θεόφ. Προβατᾶς Ἀσημάκης Χριστόπουλος
2381Σκάρπας Εὐστάθ. Κοκκέβης Ν
2382Εὐάγγ. Μπασιᾶς Δ. Κάρτσωνας
2383Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝΔ. Π. Γουδῆς Ν
2384Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝΣ. Χατζηγάκης
2385Νικ. Βαλσαμάκης Κ. Ζωγλοπίτης Ν
2386Γερ. Μουσούρης ΝἈθ. Καζαμπάκας Ν
2387Παν. Βενιεράτος Γ. Φραγκίδης Ν
2388Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΟΑ. Τακιατζῆς Ν
2389Γεώργ. Κόρπας Γ. Τάκης
2390Στέφ. Σκουλούδης ΝΝ. Ταρμπάζης
2391Ἀλοΐσιος Τόμαν ΝΖ. Φαλιάγκας
2392Χαρίλ. Προβελέγγιος ΝΣταμάτ. Μπουντούρης Ν
2393Νικ. Νομικός ΝΘεόδωρος Γκίκας
2394Μίνως Μπογιατζόγλους ΝἈνάργυρος Σιμόπουλος
2395Γεώργ. Μπούμπουρας ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
2396Λωρέντζος Δελαρόκας ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
2397Δημοσθ. Καΐρης ΝΝικόλαος Κοντογιάννης
2398Νικ. Κρίσπης ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
2399Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς Γεώργιος Λιδωρίκης Ν
2400Ἰωάν. Γκιὼν ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
2401Κων. Κοσσονάκος ΝΔημήτριος Ζουλούμης Ν
2402Γ. Μαυρομιχάλης Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
2403Ἀριστ. Πετροπουλάκης Θεμιστοκλ. Κανάρης
2404§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν προσθήκην τῶν
2405δραχ. 6,120 διὰ ψήφων 77 κατὰ 7, ψηφοφορησάντων ἐν
2406ὅλῳ 84.
2407(Γίνεται δεκτὸν τὸ ὅλον τοῦ κεφαλ. 1 ἐκ δρ. 2,204,400.
2408Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὰ λοιπὰ
2409κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου
2410τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ὅλον τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
2411ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου διὰ τὴν χρῆ-
2412σιν τοῦ 1890, ἀνερχόμενον εἰς δρ. 5,143,262:29).
2413§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προϋπολογισμὸς ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου
2414τῶν Ἐσωτερικῶν.
2415(Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον 1 καὶ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ, ἐν
2416ὅλῳ δρ. 161,000.
2417§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 2. Διοίκησις νομῶν.
2418Ἔχει τις τὸν λόγον;
2419§70ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου δευτέρου τοῦ Ὑπουρ-
2420γείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν.
2421Δὲν εὑρίσκω ἐν τούτῳ ἀναγεγραμμένην πίστωσιν διὰ τὴν
2422πληρωμὴν τῶν Νομαρχιακῶν Συμβούλων καὶ διὰ τὰ ἔξοδα
2423τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Ὁ νόμος περὶ Νομαρχια-
2424κῶν Συμβουλίων ἐν τῷ τελευταίῳ αὐτοῦ ἄρθρῳ ὁρίζει τοὺς
2425πόρους, οἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει εἰς πληρωμὴν τῶν ἐξό-
2426δων τῶν Νομαρχιακῶν Συμβούλων, μέχρις οὗ ἰδιαίτερος
2427νόμος κανονίσῃ τὰ τῶν πόρων τούτων. Τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον
2428ὁρίζει, ὅτι μέχρι τῆς ψηφίσεως νέου νόμου τὰ ἔξοδα θέλουσι
2429καταβάλλεσθαι ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν δήμων, καὶ ἐκ τῶν
2430πόρων τῶν λιμενικῶν ταμείων, τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ ἑκά-
2431στου νομοῦ εὑρισκομένων. Ἡ διάταξις ὅμως αὕτη δὲν νομίζω
2432ὅτι ἐπιτρέπει τὴν μὴ ἀναγραφὴν τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως
2433ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ
2434δευτέρῳ· ἢ ἐνόμισαν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, εἰσάγοντες τὸν
2435νόμον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι
2436καὶ χρήσιμα; Καὶ ἔχουσι μὲν τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια
2437ἐκ τοῦ νόμου ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς διαχει-
2438ρίσεως τῶν δήμων, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἤντλησαν
2439ἐκ τοῦ νόμου, καθ’ ὅσον οὗτος ἀπέσπασε μέρος τῶν ἀστυνομι-
2440κῶν δικαιωμάτων τῶν Νομαρχῶν καὶ τὸ ἀπέδωκεν εἰς τὰ
2441Νομαρχιακὰ Συμβούλια. Πρόκειται περὶ θεσμοῦ, μέλλοντος
2442νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καλλιτέραν διοίκησιν τῶν νομῶν, ἑπο-
2443μένως ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἀναγκαία δαπάνη, ἡ ὁποία
2444θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Θὰ μοὶ ἀντιτάξουν
2445ἴσως τὴν διάταξιν τοῦ τελευταίου ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ Νο-
2446μαρχιακῶν Συμβουλίων, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ πόροι ὁρίζονται
2447ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἀπαλλάσσει τὴν
2448Κυβέρνησιν τῆς ὑποχρεώσεως νὰ περιλάβῃ τὴν ἀναγκαίαν
2449δαπάνην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐκ τῶν προτέρων εἶναι ἀδύνα-
2450τον νὰ γνωρίζωμεν τίνες οἱ πόροι, ἢ κατὰ πόσον εἶναι ἐπαρκεῖς, ἢ
2451ἂν θὰ πλεονάζωσιν. Ἀναγκαίως ἐγένετο εἷς λογαριασμὸς εἰς
2452τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων εἶναι φυσικῶς ἀδύ-
2453νατον νὰ γνωρίζῃ τις, ἐὰν οἱ πόροι, οἱ ἀναγεγραμμένοι ἐν τῷ
2454τελευταίῳ ἄρθρῳ τοῦ νόμου περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων,
2455ἦναι ἐπαρκεῖς, ἢ ἐὰν πλεονάζωσι· καὶ ἂν δὲν ἦναι ἐπαρ-
2456κεῖς, ἐκ τίνος πιστώσεως θὰ πληρωθῶσιν οἱ Νομαρχιακοὶ
2457Σύμβουλοι καὶ αἱ Νομαρχιακαὶ Ἐπιτροπαί; Ἐὰν δὲ ἡ
2458δαπάνη ἦναι πλεονάζουσα, εἰς ποῖον ταμεῖον θὰ εἰσαχθῶσι
2459τὰ πλεονάζοντα; Ἐγὼ γνωρίζω τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν ἐνε-
2460γράφη ἡ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ὁ λόγος εἶναι,
2461ὅτι ἔπρεπε νὰ λησμονηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἀχρηστία
2462τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος οὐχ ἧττον κοστίζει εἰς τὸ
2463Κράτος 150,000 δραχμῶν. Τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια
2464ἐγένοντο πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ δοθῇ ἄρτος εἰς κηφῆνας, τοὺς
2465ὁποίους δὲν ἠδύναντο νὰ τοποθετήσωσιν ἀλλοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς
2466νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν νὰ
2467ἐγγραφῇ ἡ ἀναγκαία δαπάνη, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι, ἐνῷ
2468ἁρπάζομεν διὰ παντὸς τρόπου ἐκ τοῦ λαοῦ χρήματα, δια-
2469νέμομεν παροχάς. Διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐξ ἡμῶν, οὔτε ὁ
2470εἰσαγαγὼν τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ θεωρῇ, ὅτι ἡ δαπάνη
2471αὕτη ἔχει τὴν ἐλαχίστην χρησιμότητα. Εἴπετέ μοι, τί
2472ἔκαμαν μέχρι τοῦδε τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια; Τὰ Συμ-
2473βούλια ταῦτα ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαινιάσουν νέαν περίοδον διοι-
2474κητικῆς ἀνεξαρτησίας, τὴν ἀποκέντρωσιν ἐν τῷ Κράτει καὶ
2475τῇ διοικήσει· ἐν τούτοις τί ἀπεδείχθη; Ὅτι αἱ θέσεις τῶν
2476Νομαρχιακῶν Συμβούλων κατέχονται ἀπὸ ὄργανα τυφλὰ
2477τῆς διοικήσεως, καὶ ἔχομεν ἓν ἔτι παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ,
2478τὸν ὁποῖον ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸν θεσμόν. Πρό τινων
2479ἡμερῶν ἐζήτησα ἔγγραφά τινα, ἀναφερόμενα εἰς τὸν διορι-
2480σμὸν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Σαλαμῖνος,
2481καὶ ἡ περίπτωσις αὕτη, ἐὰν ἀναπτυχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος,
2482θ’ ἀποδείξῃ τὸν σεβασμὸν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἴδιον
2483αὐτῆς θεσμόν. Ἐπρόκειτο περὶ πράξεως τοῦ Νομαρχιακοῦ
2484Συμβουλίου Ἀττικοβοιωτίας, μὴ ὑπαγομένης εἰς τὸν ἔλεγ-
2485χον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ ἄρθρον 26 τοῦ
2486νόμου περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰς
2487χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ δικαίωμα τῆς
2488ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦ εἰσπράκτορος, τὸ ὁποῖον
2489καθιέρου ὁ προηγούμενος νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκ τριῶν
2490ὑποψηφίων ἐξελέγετο εἷς, διοριζόμενος διὰ Β. Διατάγματος.
2491Κατὰ τὸν νόμον δὲ περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ἀνε-
2492τέθη ὁ διορισμὸς τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος εἰς αὐτό· ἐν
2493τούτοις τί συνέβη; Τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον Ἀττικῆς
2494καὶ Βοιωτίας, ἐπιληφθὲν τοῦ διορισμοῦ δημοτικοῦ εἰσπρά-
2495κτορος, διώρισεν ἕνα, ἡ πρᾶξις δὲ αὕτη δὲν εἶχεν ἀνάγκην
2496τῆς κυρώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι καθο-
2497ρίζονται ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ αἱ πράξεις, ἐφ’ ὧν ὁ Ὑπουρ-
2498γὸς ἐπεμβαίνει. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον
249929 § βʹ. «Ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβου-
2500λίου χρήζουσι τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
2501Ὑπουργοῦ αἱ διατάσσουσαι δαπάνην ἀποῤῥιφθεῖσαν ἢ ἐλατ-
2502τωθεῖσαν διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου, αἱ περὶ ἀπο-
2503δοχῆς δωρεῶν ἢ κληροδοτημάτων ἡνωμένων μὲ βάρη, αἱ
2504περὶ συγκαταβάσεως εἰς πληρωμὰς ἢ χορηγήσεως ἀμοιβῶν
2505καὶ δώρων, αἱ περὶ ἐκποιήσεως ἢ ἀνταλλαγῆς ἀκινήτων καὶ
2506αἱ περὶ δανείων ἢ συμβιβασμοῦ ἢ εἰσαγωγῆς δίκης».
2507Ἐνταῦθα δὲν περιλαμβάνεται ὁ διορισμὸς τοῦ εἰσπρά-
2508κτορος. Ἐν τούτοις τί συνέβη; Τὸ Συμβούλιον συνέρχεται
2509καὶ ἐκδίδει μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἀποσταλῇ
2510εἰς τὸν Δήμαρχον, ὅπως προσκαλέσῃ τὸν ἐκλεχθέντα εἰσ-
2511πράκτορα νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον καὶ τὴν ἀπαιτουμένην ἐγγύη-
2512σιν, καὶ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2513Ἐσωτερικῶν, ἐνδιαφερόμενος ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, διότι
2514πρόκειται περὶ περιφερείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἤσκει ἐπιῤῥοήν τινα,
2515ἥτις σήμερον δὲν ὑφίσταται, καὶ ἔχων συμφέρον νὰ ὑποστη-
2516ρίξῃ τοὺς μειοψηφοῦντας ἐν τῷ δήμῳ Σαλαμῖνος, τὸν
2517πρώην Δήμαρχον, διὰ παντὸς τρόπου ἠθέλησε νὰ στρεβλώσῃ
2518τὸν νόμον. Τί πράττει; ἐκδίδει μίαν ἐγκύκλιον πρὸς τὸν
2519Νομάρχην καὶ τῷ λέγει, ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ πρᾶξις· διατί;
2520διότι εἶναι ἄκυρος ἡ πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβου-
2521λίου, καθόσον ἔπρεπε νὰ διαβιβασθῇ διὰ τοῦ Νομάρχου
2522πρὸς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, ἑπομένως τὸ Νομαρ-
2523χιακὸν Συμβούλιον δὲν εἶχε δικαίωμα ν’ ἀποφανθῇ περὶ
2524τοῦ διορισμοῦ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. Τοιαύτην
2525εὐλάβειαν ἀποδεικνύει πρὸς τὸν θεσμὸν, περὶ τοῦ ὁποίου
2526πρόκειται.
2527Διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν νὰ ἐγγραφῇ τὸ ποσὸν τῶν 150,000
2528δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὰ λιμενικὰ καὶ δη-
2529μοτικὰ ταμεῖα, ὅπως ἔχωσι τυφλὰ ὄργανα τὰ μέλη τοῦ
2530Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου. Ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῇ, διότι εἶναι
2531δημοσία δαπάνη, ἀδιάφορον τίς εἰσφέρει, διότι ὁ θεσμὸς
2532αὐτὸς ἀφορᾷ εἰς τὴν καλλιτέραν διοίκησιν τοῦ νομοῦ. Τὸ
2533ἄρθρον 40, μνημονεῦον περὶ τῶν πόρων, ἀναφέρει τὰ ἑξῆς
2534(ἀναγινώσκει): «Μεχρισοῦ διὰ νόμου κανονισθῶσι τὰ τῶν
2535ἐσόδων τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, διατίθενται κατ’
2536ἔτος διὰ Β. Διατάγματος ποσοστά· αʹ) μέχρι πέντε ἑκατο-
2537στῶν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐν τῷ νομῷ δήμων, ὧν τὰ
2538ἐτήσια ἔσοδα ὑπερβαίνουσι τὰς δέκα χιλιάδας δραχμὰς, καὶ
2539βʹ) μέχρις ἡμίσεως ἑκατοστοῦ ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν ἐν τῷ
2540νομῷ λιμενικῶν ταμείων καὶ τῶν ἐκ τῆς περιφερείας αὐτοῦ
2541εἰσπράξεων τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Ἡ διαχείρισις ἐνεργεῖται
2542ὑπὸ τῶν δημοσίων ταμείων».
2543Λοιπὸν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ κανονίσωσι τὴν
2544ὑπηρεσίαν ταύτην συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου
2545περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐγγρά-
2546ψωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν ἑκάστοτε εἰσφορὰν ὡς
2547ἔσοδον τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὸ κεφάλαιον
25482ον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐγγράψωσι τὴν
2549δαπάνην.
2550§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διὰ νὰ
2551δύναται νὰ ἔχῃ πρακτικὴν σημασίαν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐντί-
2552μου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ νὰ ὑπο-
2553βάλῃ τὰς παρατηρήσεις αὑτοῦ ἐγκαίρως, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ
2554νόμος περὶ ἐσόδων, ἐν ᾧ, ἂν ἡ γνώμη αὐτοῦ ἦτο ὀρθή, ἔδει
2555νὰ καταχωρισθῇ καὶ τὸ ἀντίστοιχον ποσὸν τῶν εἰσπράξεων,
2556ἐξ οὗ ἤθελον πληρωθῆ οἱ Νομαρχιακοὶ Σύμβουλοι κατὰ
2557τὸ ἔτος 1890. Ἀλλὰ καὶ ἡ βραδύτης οὐδεμίαν ἐπήνεγκε
2558ζημίαν, διότι ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἐναντία τῶν
2559διατάξεων τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ, τὸ ὁποῖον
2560ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου, πλάττει δύο πόρους, τοὺς ὁποίους εἰς
2561τίνος τὴν διεύθυνσιν παραδίδει; εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ
2562Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε νὰ δύναται ὁ Ὑπουρ-
2563γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἰσάγῃ αὐτοὺς εἰς τὸν δημόσιον
2564προϋπολογισμὸν καὶ διὰ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν νὰ πληρόνῃ
2565τὰ ἔξοδα τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον,
2566τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτής, δεικνύει ὅτι τὸ ἐναν-
2567τίον ἐκείνου, ὅπερ προτείνει, ὁρίζει ὁ νόμος ὁ κείμενος νὰ
2568γίνηται, ἐνόσῳ εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς διατάξεως
2569τῆς προσωρινῆς, τὴν ὁποίαν νομοσχέδιον ἑτοιμαζόμενον
2570πρόκειται νὰ τροποποιήσῃ. Τὸ ἐδάφ. βʹ τοῦ ἄρθρου λέγει,
2571ὅτι ἡ διαχείρισις ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν δημοσίων ταμείων, εἰς
2572τὰ ὁποῖα εἰσάγονται οἱ πόροι πρὸς εἰδικὴν χρῆσιν, καθὼς
2573οἱ πόροι τῆς ὁδοποιΐας δὲν συγχωνεύονται εἰς τὴν ἄλλην
2574διαχείρισιν, ἀλλὰ δαπανῶνται ἐν ἰδίᾳ διαχειρίσει, τῇ τοῦ
2575ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Πρόκειται δ’ ἐνταῦθα, καὶ εἰς τοῦτο
2576πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχή, περὶ σωματείου ἀντιπροσω-
2577πευτικοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ τοὺς πρὸς συντήρησιν
2578αὐτοῦ παρεχομένους πόρους διαχειριζομένους ἰδίᾳ. Ἀλλ’ ὁ κ.
2579Βουλευτὴς ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος οὐχὶ τόσον
2580ἵνα ὑποβάλῃ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας γινώσκει ὅτι παρα-
2581καίρως ὑπέβαλεν, ἢ νὰ κατακρίνῃ νόμον, περὶ τοῦ ὁποίου
2582εἶναι πεπεισμένος ὅτι δὲν ἀπέτυχεν, ἀλλ’ ἵνα παρεμβάλῃ
2583κατηγορίαν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς κα-
2584κῶς διαχειριζομένου τὴν ἐξουσίαν αὑτοῦ, ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν
2585ὁποίαν ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ συζητήσῃ ἐρήμην ζήτημα
2586σχετιζόμενον πρὸς γενομένην ἐπερώτησιν, καὶ ἐξέλεξε τὴν
2587ὥραν ταύτην, ἵνα συζητήσῃ περὶ ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν
2588δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ συζητήσῃ ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν συζητοῦν-
2589ται αἱ ἐπερωτήσεις· ἐνόμισεν οὕτω, ὅτι ἠδύνατο τὴν ἐπερώ-
2590τησιν νὰ διέλθῃ ἀβρόχοις ποσὶ, διὰ ν’ ἀποδείξῃ τὸν Ὑπουρ-
2591γὸν πταίσαντα καὶ ἀσεβήσαντα πρὸς τὸν θεσμόν. Ὑπῆρ-
2592χεν ἀνάγκη, ὅπως φθάσῃ εἰς τοῦτο, νὰ μεταβάλῃ καὶ μετέ-
2593βαλε τὰ πράγματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων μετὰ τοσαύτης κατὰ τὸ
2594φαινόμενον ἀκριβολογίας ἠγόρευσε· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς
2595ἰσχυρίσθη, ὅτι ὑπῆρχε πρότασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου
2596Σαλαμῖνος περὶ τριῶν ὑποψηφίων εἰσπρακτόρων, καὶ ὅτι
2597ταύτην ὁ Νομάρχης Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἔκρινεν ἀκύρως
2598γενομένην, διότι δὲν διεβιβάσθη ἡ πρότασις διὰ τοῦ Νομάρ-
2599χου εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ἐστάλη ἀπ’ εὐ-
2600θείας. Τοῦτο καὶ μόνον ἤρκεσεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
2601τερικῶν ἵνα καθοδηγήσῃ τὸν Νομάρχην εἰς ἀκύρωσιν τῆς
2602πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ταῦτα νομίζω ὅτι εἶπεν
2603ἀρκετὰ σαφῶς ὁ κ. Βουλευτής. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον
2604Σαλαμῖνος προέτεινεν ὑποψηφίους δημοτικοὺς εἰσπράκτορας
2605τρεῖς, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἦτο πρόεδρος καὶ ὁ ἕτερος μέλος
2606τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, προέτεινε δηλαδὴ μεταξὺ τῶν
2607τριῶν δύο πρόσωπα, περιβεβλημένα ἐκ τοῦ νόμου καθήκοντα,
2608ἐκ τῶν ὁποίων δὲν ἠδύναντο νὰ παραιτηθῶσι. Τὴν πρᾶξιν
2609ταύτην ὁ Δήμαρχος δὲν ἐτόλμησε νὰ διαβιβάσῃ πρὸς τὸν
2610Νομάρχην. Ἀλλὰ τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, ἐπιληφθὲν
2611ἀπ’ εὐθείας καὶ ἀμέσως αὐτῆς, καὶ παραβλέψαν τὰς παρα-
2612τηρήσεις τοῦ Νομάρχου ἐπὶ τῆς ἀτόπου εἰσαγωγῆς τῆς ὑπο-
2613θέσεως, ἀπεφάνθη ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβου-
2614λίου, ὁ ὁποῖος ἐξηκολούθει νὰ ἦναι Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ
2615συμβουλίου, ὁ ὁποῖος δὲν παρῃτήθη, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τὸ δι-
2616καίωμα νὰ παραιτηθῇ, ὁ ὁποῖος τέλος, ἐὰν εἶχε τὸ δικαίω-
2617μα νὰ παραιτηθῇ, ἔπρεπε νὰ εἶχε τὴν παραίτησιν αὐτοῦ
2618ἐγκεκριμένην ὅτε ἐψηφίζετο, ὅτι, λέγω, ὁ τοιοῦτος Πρόεδρος
2619ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ. Τοῦτο μόνον
2620Ὑπουργὸς καὶ Νομάρχης ἀσεβῶν πρὸς τὸν νόμον ἠδύνατο
2621νὰ παραδεχθῇ· ἀλλ’ Ὑπουργὸς καὶ Νομάρχης ἐνόμισαν, ὅτι
2622τοιαύτη ἀσέβεια δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτοὺς, καὶ παρήγγει-
2623λαν τὸν Δήμαρχον Σαλαμῖνος νὰ φροντίσῃ νὰ ὑποβληθῇ ἐκ
2624νέου ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον.
2625§72ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
2626τερικῶν δὲν ἀντελήφθη ἀκριβῶς τὰ πράγματα. Ἀληθῶς
2627δὲν ἐξέθηκα πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον σχέσιν πρὸς τὴν
2628πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διότι δὲν εἶχον κἀνένα
2629λόγον νὰ τὰ ἐκθέσω. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἐὰν ἡ πρότασις
2630τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἦτο ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, τὸ ζή-
2631τημα ἦτο, ὅτι εἴχετε ἐνώπιόν σας μίαν ἀπόφασιν τοῦ Νο-
2632μαρχιακοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἦτο ἀνεξέλεγκτος δυνάμει
2633τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ νόμου, καὶ ἐν τούτοις ἐτολμήσατε νὰ
2634θέσητε χεῖρα ἀσεβῆ εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην. Ἀποδει-
2635κνύεται λοιπὸν, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς, τὸν ὁποῖον καθιδρύσατε
2636μόνον ὅπως προσθέσητε θέσεις ἀκόμη, εἶναι ἄχρηστος. Περὶ
2637αὐτοῦ ἐπρόκειτο, καὶ εἰς τοῦτο δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ κάμω
2638μνείαν ὅλων αὐτῶν τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον
2639χώραν, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέφερον τὴν περίστασιν, ὅτι διεβι-
2640βάσθη ἡ πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀπ’ εὐθείας εἰς
2641τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον καὶ ὄχι διὰ τοῦ Νομάρχου,
2642διότι ἡ διαβίβασις αὕτη ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τῆς ἀκυρώσεως
2643τῆς πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἂς ἐξετάσωμεν
2644καὶ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τώρα· διὰ πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ
2645Συμβουλίου, ἐν τῷ ὁποίῳ οὐδεμίαν ψῆφον δύναται νὰ δια-
2646θέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν σήμερον, ἐξελέγησαν τρεῖς
2647ὑποψήφιοι δημοτικοὶ εἰσπράκτορες. Καὶ τί ὑπῆρχε τὸ ἀσυμ-
2648βίβαστον εἰς αὐτό; Τὸ ἀσυμβίβαστον ὑπῆρχε μεταξὺ τῆς
2649θέσεως τοῦ εἰσπράκτορος καὶ τῆς θέσεως τοῦ Συμβούλου ἢ
2650τοῦ Προέδρου, ὄχι μεταξὺ τοῦ ὑποψηφίου εἰσπράκτορος καὶ
2651τοῦ Συμβούλου ἢ τοῦ Προέδρου. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εὕρουν
2652αὐτὸ τὸ πάτημα, διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ εἰσδύσουν πάλιν
2653εἰς τὴν δημοτικὴν διοίκησιν τῆς Σαλαμῖνος. Ἀλλ’ ἠμπο-
2654ρεῖτε ν’ ἀκυρώσητε δεκάκις, ἀσεβοῦντες πρὸς τοὺς νόμους,
2655τοὺς ὁποίους σεῖς ἐψηφίσατε, τὴν πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ
2656Συμβουλίου· θὰ ἔχητε πάντοτε τὸν ἴδιον δημοτικὸν εἰσπρά-
2657κτορα, καὶ ἠμπορεῖτε νὰ ζητήσητε δεκάκις πρᾶξιν περὶ
2658ἀναθέσεως τῶν εἰσπρακτορικῶν καθηκόντων εἰς τὸν ταμίαν
2659Μεγάρων· δὲν θὰ τὸ κατορθώσητε. Διὰ νὰ κατορθώσητε νὰ
2660ἐκβιάσητε τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ δήμου Σαλαμῖνος, ἐβάλετε καὶ
2661παρῃτήθη ὁ Δήμαρχος, καὶ ἐγκατεστήσατε τὸν τρίτον
2662δημαρχικὸν πάρεδρον, ἀλλ’ ἐννοεῖτε, ὅτι τοῦτο δὲν ἠνέχθη-
2663σαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸν πρῶτον δημαρχικὸν πάρε-
2664δρον, καὶ ἐκάθησε εἰς τὴν θέσιν του ὁ πρῶτος πάρεδρος.
2665Δὲν θὰ κατορθώσῃ ποτὲ πλέον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
2666κῶν, μήτε νὰ κλονίσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Δημοτικοῦ
2667Συμβουλίου, μήτε νὰ εἰσέλθῃ πλέον εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ
2668δήμου ἐκείνου. Ἀνέφερον ταῦτα μόνον διὰ νὰ δείξω τὴν
2669ἀσέβειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἴδιον ἑαυτῆς θεσμὸν,
2670καὶ τὸ περιττὸν τοῦ θεσμοῦ. Εὑρισκόμεθα αὐτὴν τὴν στιγ-
2671μὴν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ δευτέρου κεφαλαίου τοῦ Ὑπουρ-
2672γείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀναγκαία πίστωσις διὰ τὴν
2673ὑπηρεσίαν τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου οὐδαμοῦ ὑπάρχει.
2674Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι
2675οἱ Νομαρχιακοὶ Σύμβουλοι, αἱ Νομαρχιακαὶ Ἐπιτροπαὶ, καὶ
2676αἱ δαπάναι τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων πληρόνονται δυ-
2677νάμει τῶν ἐνταλμάτων τοῦ Νομάρχου, δηλαδὴ ἐκ χρημά-
2678των, διαχειριζομένων ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ διὰ
2679τοῦτο πρέπει ἀναγκαίως νὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις ἐν τῷ
2680Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Τί θὰ γίνῃ, ἂν τὰ ἔσοδα, τὰ
2681προωρισμένα διὰ τὰς δαπάνας τῶν Νομαρχιακῶν Συμβου-
2682λίων, δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει εἰς τὴν πληρωμὴν ὡρισμένων νο-
2683μαρχιακῶν συμβούλων, εἴτε τῶν νομαρχιακῶν συμβούλων,
2684οἱ ὁποῖοι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος εἶναι 80 καὶ ὧν ἡ δαπάνη
2685ἀνέρχεται εἰς 80,000 δραχμάς; Ὑποθέσατε περιπλέον, ὅτι
2686εἰσπράττονται πλέον τῶν ἀναγκαίων· τί θὰ γίνουν αὐτὰ τὰ
2687χρήματα; θὰ μένῃ ἓν κεφάλαιον νεκρὸν, καὶ μέχρι τίνος
2688αἰῶνος; Ὑπάρχει ἓν νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἡ Σύνοδος αὕτη λή-
2689γει καὶ τώρα μόλις τὸ ἐνθυμήθητε.
2690§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ ὠφελήθημεν ἐκ τούτου.
2691§74ΡΑΛΛΗΣ. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὠφεληθῆτε· διότι
2692εἰπέτε μοι, ποῖα εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δύνανται
2693νὰ ψηφισθῶσι ἐνταῦθα κἄπως ἀνθρωπίνως; τὸ νομοσχέδιον
2694περὶ διαπυλίων εἶναι νομοσχέδιον ἄξιον ψηφίσεως; Βεβαίως
2695τὸ καλοῦπι τῶν νομοσχέδιον τὸ ἔχετε, καὶ ἀδιάφορον, ἐὰν
2696μετὰ τρεῖς ἢ ἓξ μῆνας εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ ἐπαναφέ-
2697ρηται τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι ἀπεδείχθη ὁ θεσμὸς,
2698πρὶν τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, ὅτι δὲν εἶναι καλός. Σᾶς ἐμποδί-
2699σαμεν, διότι τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπρό-
2700τεινε νὰ σᾶς δώσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, συνεπείᾳ δὲν
2701ἠξεύρω τίνων ῥαδιουργιῶν μεταξὺ σας καὶ τῆς Αὐλῆς,—ἐπρό-
2702κειτο περὶ χορηγιῶν Βασιλικῶν; περὶ παροχῶν ἄλλων; δὲν
2703γνωρίζω,—τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀνῆλθεν ὁ Πρωθυπουργὸς
2704καὶ ἐζήτησε τὰ δύο δεκατημόρια. Μετὰ ταῦτα μᾶς προσε-
2705καλέσατε διὰ τὴν 18 Ἰανουαρίου, ἀλλὰ μόλις τὴν 25
2706συνήλθετε. Ἀπὸ τότε παρῆλθον 20 ἡμέραι. Συνεζητήθη-
2707σαν ὅλαι αἱ ἐκεῖναι αἱ πράξεις σας, διὰ τὰς ὁποίας βε-
2708βαίως δὲν δύνασθε νὰ καυχηθῆτε, συνεζητήθη ἡ ὑπόθεσις
2709τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης, συνεζητήθησαν τὰ στρατιω-
2710τικὰ καὶ τὰ ἄλλα. Παρῆλθον 20 συνεδριάσεις, καὶ ἀπόψε
2711θὰ τελειώσῃ ὁ Προϋπολογισμός; Ἡμεῖς δὲν πταίομεν, ἐὰν
2712δὲν ἐλάβετε τὸν Προϋπολογισμὸν, πταίει ἡ πολιτικὴ τῆς
2713συναλλαγῆς, συναλλαγῆς πρὸς τὴν Αὐλὴν, συναλλαγῆς πρὸς
2714τοὺς Βουλευτὰς, καὶ βεβαίως, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἔκτακτος Σύ-
2715νοδος, θὰ ἴδωμεν διατὶ κάθησθε ἀκόμη ἐπὶ τῶν θρονίων σας.
2716§75Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν,
2717ἠθέλησεν ἐπὶ προτάσεως νομιμωτάτης τοῦ συναδέλφου μου
2718νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἐκ τῶν προτέρων εἴμεθα πεπεισμένοι περὶ
2719τῆς μὴ νομιμότητος αὐτῆς. Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ἐπρό-
2720τεινε νὰ ἀναγραφῇ ἡ δαπάνη διὰ τὰ Νομαρχιακὰ Συμ-
2721βούλια, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήντησεν, ὅτι
2722δὲν ἔχει σχέσιν ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ τὴν διαχείρισιν τῶν
2723χρημάτων αὐτῶν, ἔφερε δὲ ὡς Παράδειγμα τὸ ταμεῖον τῆς
2724ὁδοποιΐας, ὅπερ διαχειρίζεται ὑπὸ ἰδίας ἐπιτροπῆς. Λησμονεῖ,
2725φαίνεται, ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς καθ’ ἑκάστην γινομένας αἰ-
2726τιάσεις περὶ αὐτῶν. Βεβαίως τὰ χρήματα τῆς ὁδοποιΐας
2727ἀνήκουσιν εἰς ἰδιαίτερον ταμεῖον, ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογι-
2728σμῷ τοῦ Κράτους δὲν ἀναγράφονται κατ’ ἔτος τὰ ἔσοδα καὶ
2729τὰ ἔξοδα αὐτοῦ; Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ τὸν πείσῃ,
2730ὅτι ἔχομεν δίκαιον. Ἐρωτῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
2731κῶν, πόθεν ἐπλήρωσε τὰς δαπάνας τῶν Νομαρχιακῶν Συμ-
2732βουλίων; ἢ δὲν τὰς ἐπλήρωσε; Καὶ ἂν τὰς ἐπλήρωσε, πῶς
2733δὲν ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν δαπάνην αὐτῶν,
2734ὡς καὶ τὰ ἔσοδα, τὰ ἔχοντα τὸν εἰδικὸν τοῦτον σκοπόν;
2735(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1: Προσωπικὸν Νομαρχιῶν
2736δραχ. 347,500).
2737§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. Ἔξοδα ὑπηρεσίας Νομαρχιῶν
273865,000.
2739§77ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δημόσιον εἶχεν ἐνοικιάσει
2740πρὸ τῆς μεταβολῆς τοῦ διοικητικοῦ συστήματος οἰκίαν ἐν
2741Ἄργει διὰ τὸ ἐκεῖ τότε ὑφιστάμενον Ἐπαρχεῖον. Μετὰ
2742τὴν κατάργησιν τῶν Ἐπαρχείων τὸ Δημόσιον ἐνόμισεν, ὅτι
2743ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸ νὰ μὴ ἐξακολουθῇ νὰ πληρόνῃ τὸ
2744ἐνοίκιον τῆς οἰκίας, ἐνῷ ἡ ἐνοικίασις ἦτο πολυετής. Ὡς ἐκ
2745τούτου ὁ ἰδιοκτήτης ἠναγκάσθη νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν ἐνώπιον
2746τῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐνόμισε πρέπον
2747νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα, καὶ ἐπλήρωσε τὸν
2748ἰδιοκτήτην, ζητῆσαν πρὸς τοῦτο ἀναπληρωματικὴν πίστω-
2749σιν δραχ. 2,242 δι’ ἐνοίκιον καταργηθέντος Ἐπαρχείου τοῦ
2750Ἄργους κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἀλλ’ ἤδη, ψηφιζομένου
2751τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔλαβε πρόνοιαν
2752νὰ ἐγγράψῃ καὶ πάλιν τὴν πίστωσιν αὐτὴν πρὸς πληρωμὴν
2753τοῦ αὐτοῦ ἐνοικίου· ἑπομένως παρακαλῶ νὰ ἐγγράψῃ αὐ-
2754τήν, ἵνα μὴ παρακωλυθῇ ἡ ἐμπρόθεσμος πληρωμή.
2755§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπάρχει
2756ἐδάφιον «ἔξοδα ὑπηρεσίας Νομαρχιῶν», ὅπου διὰ τὴν μίσθω-
2757σιν καταστημάτων ὁρίζεται τὸ ποσὸν 42,000 δραχμῶν.
2758Νομίζομεν, ὅτι οὐδὲν κωλύει νὰ πληρωθῇ ἐκ τῆς πιστώσεως
2759ταύτης τὸ μίσθωμα τοῦ καταστήματος τούτου.
2760§79ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπο-
2761λογισμῷ εἶναι διατεθειμένη δι’ ἄλλα καταστήματα, τὰ
2762ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Νομαρχιῶν. Ἀλλὰ
2763καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐν αὐτῇ περιέχεται καὶ τὸ ἐνοί-
2764κιον, περὶ οὗ πρόκειται, ἔχω πληροφορίας, ὅτι τὸ Ἐλεγ-
2765κτικὸν Συνέδριον ἀρνεῖται νὰ ἐγκρίνῃ ἔνταλμα προωρισμέ-
2766νον δι’ ἐνοίκιον καταστήματος Ἐπαρχείου, ἐπὶ τῷ λόγῳ,
2767ὅτι δὲν ὑπάρχουν πλέον τοιαῦτα· ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ
2768εὕρῃ ἀντίῤῥησιν ἐκ μέρους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Κατὰ
2769συνέπειαν νομίζω ἀναγκαῖον ἀπολύτως νὰ προστεθῇ ἡ
2770δαπάνη αὕτη.
2771§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ πιθανώτερον εἶναι,
2772ὅτι τὸ κατάστημα τοῦτο θὰ μετενεχθῇ εἰς ἄλλην ὑπη-
2773ρεσίαν, ἥτις θὰ καταβάλῃ τὰ πληρωτέα, ἀφοῦ τὸ Δημό-
2774σιον εἶναι ὑπόχρεων εἰς τὴν πληρωμήν· πίστωσις δὲ διαθέ-
2775σιμος πρὸς ταύτην θὰ εὑρεθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἴτε
2776ἐκ τούτου τοῦ ἄρθρου, ἐὰν διατηρηθῇ τὸ κατάστημα ἐν τῇ
2777ὑπηρεσίᾳ τῆς Νομαρχίας, εἴτε ἐξ ἄλλου ἄρθρου, ἐὰν μετε-
2778νεχθῇ εἰς ὑπηρεσίαν ἄλλην.
2779§81ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπο-
2780δεικνύεται, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν
2781εἶναι ὀρθοί, διότι δὲν εὑρέθη κἀμμία πίστωσις, ἐκ τῆς ὁποίας
2782νὰ πληρωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης.
2783§82ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἀπετάνθην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ
2784παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ, ἐν περιπτώσει,
2785καθ’ ἣν τὰ ἔσοδα τοῦ ἄρθρου δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, παρὰ τί-
2786νος θὰ πληρωθῶσιν οἱ νομαρχιακοὶ σύμβουλοι;
2787§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ πόροι
2788ἀπεδείχθησαν τόσον ἐπαρκεῖς, ὥστε περισσεύει ἀρκετὸν ποσόν.
2789Περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ λάβῃ πρόνοιαν τὸ νομοσχέδιον,
2790τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ ὁριστικῶς τὰ τῶν πόρων καὶ τὰ τῆς
2791διαθέσεως τῶν περισσευμάτων.
2792(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.
2793Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 3–6. Τὸ ὅλον τοῦ κεφα-
2794λαίου 2 δραχ. 450,350).
2795§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 3ον. Δημοσία ἀσφάλεια. Ἄρ-
2796θρον 1. Γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας 14,800.
2797(Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1).
2798Ἄρθρον 2. Προσωπικὸν τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας
2799Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς 306,120.
2800§85ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρατηρήσει εἰς τὸν
2801κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς
2802Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, κυρίως
2803τὸ κατώτερον, καθίσταται δὲ ἀνεπαρκέστερον διὰ τοῦ τρό-
2804που, μὲ τὸν ὁποῖον διορίζονται πολλοὶ τῶν κλητήρων. Ἐν
2805τῷ προσωπικῷ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας ὑπάρχουσι βε-
2806βαίως καὶ πολλοὶ λίαν ἱκανοί, ἀλλ’ εἶναι καὶ πλεῖστοι, οἱ
2807ὁποῖοι μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθὸν
2808διορίζονται. Ὅπως δήποτε ὅμως, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐλατ-
2809τώματος τῆς ἐκλογῆς, ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς
2810Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τὸ κατώ-
2811τερον προσωπικὸν ἰδίως, εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὲς, εἰς τοῦτο δὲ
2812ὀφείλεται ἡ αὔξησις τῶν ἐγκλημάτων ἐν μέσαις Ἀθήναις
2813καὶ ἐν μέσῳ Πειραιῶς, διότι πάντοτε, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας
2814αὐτῶν, ἀναφαίνονται μετὰ τὴν διάπραξιν τῶν ἐγκλημάτων.
2815Νομίζω δὲ, ὅτι ἔπρεπεν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ σκεφθῶσιν,
2816ὅπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν καταστήσωσι τὸ προσωπικὸν τῆς Ἀστυ-
2817νομίας ἐπαρκὲς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ προσωπικὸν αὐτὸ ἄξιον
2818τοῦ προορισμοῦ του, ἵνα παύσωσι πλέον πολλαπλασιαζό-
2819μενα αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τέλους θὰ πνίξω-
2820σιν αὐτούς.
2821§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἀφῆστέ τα πλέον
2822αὐτά.
2823§87ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀπαρτία! Νὰ ἀναγνω-
2824σθῇ ὁ κατάλογος, διὰ νὰ μάθωσι νὰ μὴ χωλοσκάνουν ἐκεῖ-
2825νοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ λάβωσι τὸν Προϋ-
2826πολογισμὸν ἐντὸς ἑνὸς τετάρτου.
2827(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. Βου-
2828λευτῶν).
2829§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 83. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
2830§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶν
2831εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, λέγω ὅτι, ἀναγνωρίζον-
2832τες τὸ πασιδήλως ἀνεπαρκὲς τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῆς
2833Δ. Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἴχομεν παρεσκευα-
2834σμένον νομοσχέδιον, προνοοῦν καὶ περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπι-
2835κοῦ τούτου καὶ περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως αὐτοῦ, ἐξ
2836ἧς θέλει ἐπέλθει ἡ βελτίωσις τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ νομοσχέδιον
2837τοῦτο ἠδυνάμην καὶ ἀπόψε ἔτι νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βου-
2838λὴν, διότι ἔχω τοῦτο ἐνταῦθα, ἀλλὰ παρατηρήσαντες τὸ
2839ἀνωφελὲς τῆς καταθέσεως τοιούτων νομοσχεδίων, ἀπεφύγο-
2840μεν νὰ ἐπιφορτίζωμεν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἡμερησίαν διά-
2841ταξιν δι’ αὐτῶν. Εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τῆς ἐκτάκτου Συνόδου θέλει
2842τὸ νομοσχέδιον κατατεθῆ, καὶ θὰ ἔχῃ τότε ὁ κ. Βουλευτὴς
2843τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ περὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τοῦ
2844προσωπικοῦ τῶν κλητήρων καὶ περὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῶν
2845ἐγγυήσεων τῶν ἐν τοῖς ὑπάρχουσι νόμοις.
2846§90ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπο-
2847μνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ κατώτερον προσωπικὸν τῆς
2848Ἀστυνομίας, οἱ κλητῆρες χρήζουσι τῷ ὄντι προσοχῆς καὶ
2849μεγάλης μερίμνης, ὄχι τόσον διὰ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, ὅσον
2850διὰ τὴν γλισχρότητα τοῦ μισθοῦ αὐτῶν· τοῦτο δὲ συνιστῶ
2851εἰς τὴν κυβερνητικὴν πρόνοιαν, καὶ πράγματι τοῦτο εἶναι
2852ἀναγκαῖον.
2853§91ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ περὶ τούτου προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον.
2854§92ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τοῦτ’ αὐτὸ ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ παρατη-
2855ρήσω, ὅτι δὲν εἶναι τόσον ὁ ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος θέλει συντε-
2856λέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἀστυνομίας,
2857ὅσον ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς
2858πρὶν ἢ ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἡμᾶς τὴν μομφὴν, ὅτι δὲν παρέχομεν
2859τὴν συνδρομὴν ἡμῶν πρὸς ἐπιψήφισιν τῶν διαφόρων νομο-
2860σχεδίων του, ἂς ἐνθυμηθῇ πόσα νομοσχέδια ἀνάξια λόγου
2861εἰσήγαγε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον περὶ τοῦ μισθοῦ
2862τοῦ κλητῆρος τοῦ Ἰατροσυνεδρίου καὶ ἄλλα τοιαῦτα, τὰ
2863ὁποῖα ἐπὶ τόσον χρόνον ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν.
2864§93Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
2865καιοσύνης μᾶς δίδει ὑποσχέσεις, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι
2866ἐπαρκὲς εἰς ἡμᾶς, ὅπως μὴ συζητήσωμεν. Ἡμεῖς γνωρίζο-
2867μεν, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια καθ’ ὅλον τὸ Κράτος διεσα-
2868λεύθη ἐκ βάθρων, καὶ ἐκλονίσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη
2869ὑπὸ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν εὐθύνην τῆς παρούσης Κυβερ-
2870νήσεως. Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς,
2871ὅτι ἀρκεῖ νὰ μᾶς ἀναγγέλλῃ ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ ἓν νομοσχέ-
2872διον, ὅπως θεωρήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπηλλαγμένην τῆς
2873εὐθύνης τῆς παρούσης καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφα-
2874λείας. Τὸ Ὑπουργεῖον πέρυσιν ἀνέγραψεν εἰς τὴν ἡμερησίαν
2875διάταξιν νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων τῶν
2876κανονιζόντων τὴν ἀστυνομίαν εἰς τὰς ἐπαρχίας, δι’ οὗ ἤθελε
2877νὰ μεταφέρῃ τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν, τὴν κρατοῦσαν
2878ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλ’ ἐὰν
2879κρίνωμεν ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθη-
2880νῶν καὶ Πειραιῶς, ὁ θεσμὸς οὗτος ἀπέτυχε, διότι δὲν λει-
2881τουργεῖ ὅπως ἔδει νὰ λειτουργῇ. Τοῦτο δὲ ἐπέρχεται, διότι,
2882ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, ἅπαν τὸ ἄλλο προσωπικὸν δὲν
2883εἶναι ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἦναι, καὶ διὰ τοῦτο καὶ οἱ ἱκανώ-
2884τατοι τῶν Διευθυντῶν τῆς Ἀστυνομίας ἀποτυγχάνουσιν,
2885ὅπως τοῦτο συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος καὶ
2886ἐπὶ τοῦ νῦν Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, καίτοι ἀναγνωρίζω
2887εἰς τοὺς ἀξιοτίμους τούτους φίλους μου καὶ ἱκανότητα καὶ
2888ἀκρίβειαν ὁμολογουμένην. Ἐκ τῆς καταστάσεως δὲ ταύτης
2889τῆς ἀστυνομίας ἐπέρχονται καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ κακὰ, διὰ
2890τῶν ὁποίων δυσφημίζεται τὸ Κράτος ἡμῶν. Διότι ἐκτὸς
2891πολλῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι νὰ θίξω, ὑπενθυμίζω
2892εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ζήτημα τῶν χαρτοπαιγνίων, τὰ
2893ὁποῖα εἶναι κέντρον πάσης διαφθορᾶς καὶ πηγὴ παντὸς
2894σκανδάλου, περὶ τῶν ὁποίων ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνήρ-
2895γησεν ὅπως ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ. Μὴ δυναμένης δὲ τῆς
2896ἀστυνομίας νὰ ἐμπνεύσῃ πλέον τὸν ἀναγκαῖον φόβον, κατέ-
2897στησαν αἱ Ἀθῆναι τὸ κέντρον ἁπάντων τῶν λωποδυτῶν
2898τῆς Ἀνατολῆς; οἵτινες, πανταχόθεν ἀποπεμπόμενοι, συγ-
2899κεντροῦνται ἐνταῦθα. Διὰ ταῦτα πιστεύομεν ἐν τῇ Ἀντι-
2900πολιτεύσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ χωρήσῃ εἰς
2901μέτρα λίαν σοβαρά. Θέλομεν δὲ βεβαίως ἐπευφημήσει, ἐὰν
2902τὰ μέτρα ταῦτα ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ
2903τόπου.
2904§94ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ἔχω συμφέρον ν’ ἀποκρούσω τὴν μομ-
2905φὴν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε καὶ σήμερον νὰ ἐπιῤῥίψῃ ὁ
2906Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καθ’ ἡμῶν. Ἐγὼ μάλιστα εἶμαι
2907εὐδιάθετος καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτε-
2908ρικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὴν ἡμερησίαν διάτα-
2909ξιν, νὰ ἐκλέξῃ ἐξ αὐτῆς ὅσα νομοσχέδια θέλει, καὶ νὰ τὰ
2910φέρῃ νὰ τὰ ψηφίσωμεν· δέχεται ἡ Ἀντιπολίτευσις εὐχα-
2911ρίστως νὰ ψηφίσῃ αὐτά· ἓν μόνον ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρ-
2912νησιν, νὰ μὴ φέρῃ ἔκτακτον Σύνοδον.
2913§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα μάλιστα.
2914§96ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον ὑπόσχεται ἡ Ἀντι-
2915πολίτευσις νὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν ἀπαρτίαν καὶ εἰς τὴν
2916ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, τοὐλάχιστον οὕτω θέλει κατορ-
2917θώσει ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ οἰκονομήσῃ μίαν δαπάνην
2918ἀρκετὰ σπουδαίαν, τὴν δαπάνην τῆς ἐκτάκτου Συνόδου.
2919Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔφερεν εἰς συζήτησιν τὰ νομοσχέδια
2920ἐκεῖνα, διότι δὲν ἠθέλησεν, ὄχι διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις
2921δὲν ἐδέχετο νὰ τὰ συζητήσῃ. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας
2922τῆς Συνόδου οὐδὲν ἄλλο ἀνέγραφεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ
2923ἡμερησίᾳ διατάξει ἢ πιστώσεις, περὶ οὐδενὸς δὲ ἄλλου ἐμε-
2924ρίμνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ νὰ λάβῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ
2925χαρτογραφικοῦ γραφείου. Καὶ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι
2926τόσον ὀλίγον πονεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸν τόπον, ὥστε,
2927ἐὰν παρουσίαζεν ἓν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπηγ-
2928γέλλετο τοὐλάχιστον τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου αὐτοῦ ἀπὸ
2929τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν οἱ ἴδιοι Ὑπουργοὶ τὸν ἔῤῥιψαν δι’
2930ὅλων ἐκείνων τῶν ἀναριθμήτων χαρίτων, δὲν ἤθελε συντείνει
2931εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ; Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβο-
2932λία, ὅτι οὐδεὶς Ἕλλην σήμερον ἀμφιβάλλει ὅτι διὰ τῶν
2933μέσων τῶν κομματικῶν δύναται νὰ ἐπιδράσῃ εἴτε ἐπὶ τὴν
2934πολιτικὴν, εἴτε ἐπὶ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, εἰς αὐτὸ
2935δὲ ὀφείλεται ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς δημοσίας τάξεως,
2936εἰς αὐτὸ ὀφείλεται καὶ ἡ ἔκλειψις τῆς «Ὥρας». Μέχρι τινὸς
2937εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἓν ὄργανον, μίαν ἐφημερίδα, διὰ
2938διὰ τῆς ὁποίας διερμήνευε τὴν ἰδέαν του, ἀλλὰ μίαν πρωΐαν
2939οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν ἔμαθον, ὅτι ἔπαυσε πλέον νὰ ἔχῃ
2940εἰς χεῖράς του τὸ δημοσιογραφικὸν ἐκεῖνο ὄργανον· διατί;
2941διότι ἔφθασε τέλος πάντων τὸ κακὸν μέχρις αὐτοῦ τοῦ
2942σημείου, ὥστε νὰ ἐγερθῶσι πάντες, ἐχθροὶ καὶ φίλοι, καὶ νὰ
2943ἐπιβάλωσι τὴν κατάργησιν μιᾶς κακοηθείας, ἡ ὁποία ἐλυ-
2944μαίνετο τὴν κοινωνίαν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς καὶ
2945ἡ ὁποία ὠφείλετο εἰς τὴν ἀνοχὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως
2946καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἀστυνομίας· τὴν στιγμὴν δὲ, καθ’ ἣν ἡ
2947Ἀστυνομία ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, ἐτιμωρήθη
2948ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς διακοπῆς τῆς ἐκδόσεως τῆς
2949ἐφημερίδος του. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι
2950ἡ συναλλαγὴ ἔφθασε μέχρι τοῦ τελευταίου σημείου.
2951Θέλεις, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ ἔχῃς ἐφημερίδα; πρέπει νὰ
2952μοὶ ἐπιτρέψῃς νὰ ἔχω χαρτοπαίγνιον ἐν μέσῳ Ἀθηνῶν καὶ
2953ἐν Πειραιεῖ. Τώρα δηλ. ἀντεστράφη τὸ λόγιον· ἢ χαρτοπαί-
2954γνιον μοὶ δίδεις, ἢ ἐφημερίδα δὲν γράφω. Εἶχε ληφθῆ ἄλλοτε,
2955κατὰ τὸ 1883, τὸ μέτρον τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν χαρτοπαι-
2956κτείων, ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1883, ἐνῷ πρὸ τοῦ
2957Μαΐου οἱ κλητῆρες ἐφύλαττον πρὸ τῶν θυρῶν τῶν χαρτο-
2958παικτείων, τὴν ἐπιοῦσαν ἐπήδησαν ἐντὸς αὐτῶν. Ἂς ἐρω-
2959τήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἑαυτὸν, πῶς κατωρθώθη τοῦτο.
2960§97ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχω, προκειμένου
2961περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου,
2962διότι πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔλαβον καὶ
2963ἐγὼ τὸν λόγον περὶ χαρίτων, καὶ ὡς εἰσηγητὴς ἐν τῷ ζητή-
2964ματι τούτῳ διὰ μακρῶν ἠγόρευσα. Ἤθελεν εἶσθαι ἔλλει-
2965ψις καθήκοντος, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις, προκειμένου περὶ
2966τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀλλὰ
2967καὶ ὅλου τοῦ Κράτους, περιωρίζετο εἰς τὰ ὀρθὰ μὲν καὶ
2968δίκαια, ἅτινα οἱ κύριοι συνάδελφοι εἶπον, οὐχὶ ὅμως καὶ
2969ἀρκοῦντα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ δηλώσω καὶ
2970ἐγὼ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ἥτις εἶναι, ὅτι, εἴτε ψηφί-
2971ζοντες εἴτε μὴ ψηφίζοντες τὸ τμῆμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
2972τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, οὐδαμῶς ἐξεπληρώ-
2973σαμεν τὸ πρὸς τὴν κοινωνίαν καθῆκον. Εἴτε γίνῃ ἔκτακτος
2974Σύνοδος, περὶ ἧς ἐντελῶς ἀδιαφοροῦμεν, εἴτε μὴ, εἴτε γίνῃ
2975τὸ πραξικόπημα νὰ κληθῇ καὶ πέμπτη τακτικὴ Σύνοδος, εἴτε
2976ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαὶ, τύχω δὲ τῆς τιμῆς νὰ παρακάθημαι
2977καὶ πάλιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, βεβαίως θέλω φέρει τὸ
2978ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ θέλω
2979συζητήσει αὐτὸ διὰ μακρῶν.
2980Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, τί ἐγένετο, πρωτοστατούσης τῆς
2981Κυβερνήσεως ταύτης, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευ-
2982τικῶν ἐκλογῶν τοῦ 1886 ἔτους· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐγκλημα-
2983τίαι ἐπλημμύρησαν τὰς πόλεις καὶ τὰς κώμας καὶ τὰ
2984χωρία πάντα, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὑπὲρ τῶν ἐκλογικῶν σκο-
2985πῶν τῆς Κυβερνήσεως· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως μετὰ
2986τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου πρῶτος ἐζή-
2987τησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ
2988ἐνταῦθα τὰς τετρακισχιλίας δικογραφίας τῶν χαρίτων, ἃς
2989ἀπένειμεν ἐναντίον γνωμοδοτήσεων τῶν Εἰσαγγελέων καὶ
2990τῶν Προέδρων. Καὶ τότε, ἀναδιφῶν τὰς δικογραφίας καὶ
2991ἐξετάζων τὸ πραξικόπημα ἐκεῖνο τῆς Κυβερνήσεως κατὰ
2992τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ καταστρέφων τὸν λόγον,
2993ἐδείκνυον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δὲν θέλει παρέλθει πολὺς και-
2994ρὸς, καθ’ ὃν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θέλουσι μετανοήσει διὰ τὸ
2995πραξικόπημα ἐκεῖνο, ὅπερ ἔπραξαν, ἀνοίξαντες καὶ τὰς
2996θύρας καὶ τὰ παράθυρα τῶν δεσμωτηρίων, ἵνα ἐξέλθωσιν ὡς
2997ἐν πομπῇ αἱ χιλιάδες ἐκεῖναι τῶν κακούργων. Ἀλλὰ τότε
2998οἱ Ὑπουργοὶ, μεμεθυσμένοι ὄντες—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ
2999ἔκφρασις—ἐκ τῆς ἐκλογικῆς ἐπιτυχίας, ἐμυκτήριζον τοὺς
3000ἀγορεύοντας. Ἐπλανῶντο. Διότι σήμερον δὲν ὑπάρχει
3001πολίτης Ἕλλην, ὅστις, βλέπων ὅτι καὶ ἡ προσωπικὴ αὐτοῦ
3002ἀσφάλεια καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ καὶ ἡ
3003ἀσφάλεια τῶν συμπολιτῶν του κινδυνεύει, νὰ μὴ ἐπιῤῥίπτῃ
3004τὴν εὐθύνην τῶν ἐγκλημάτων ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν Ὑπουρ-
3005γῶν καὶ τῶν τέκνων αὐτῶν. Ἐρωτήσατε τὴν χήραν, ἐρω-
3006τήσατε τοὺς ἀπορφανιζομένους παῖδας, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι
3007πάντες αὐτοὶ ἕνα καταρῶνται, ἕνα κηρύτουσιν ἔνοχον, καὶ
3008οὗτος εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἔκλεισε τοὺς
3009ὀφθαλμοὺς πρὸ τῶν χιλιάδων κακούργων καταδίκων, καὶ
3010ἠνέῳξε τὰ δεσμωτήρια καὶ ἔσπειρε τὸ γένος τῶν κακούργων
3011αὐτῶν καθ’ ὅλον τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλληνικῆς γῆς.
3012Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔπρεπεν, ὅταν
3013ζητῶμεν πληροφορίας περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, νὰ
3014ζητῶσιν ἀναβολὰς, ἀλλ’ ὤφειλον σπεύδοντες νὰ καταθέ-
3015τωσι ταύτας, πρὸς ἰδίαν ἀπολογίαν. Ἀλλὰ πόσος καιρὸς
3016εἶναι ἀφ’ ὅτου ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ κατα-
3017θέσῃ τὰς δικογραφίας τῶν ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων κατὰ τὸ
30181889 ἔτος εἰς τὴν Βουλήν; Ὑπὲρ τὰς εἴκοσιν ἡμέρας!
3019Ποῦ εἰσιν αἱ δικογραφίαι; Μετὰ πολλὰς ἡμέρας ὁ κ.
3020Ὑπουργὸς, περὶ παντὸς ἄλλου ἢ περὶ τούτου φροντίζων,
3021ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μέγα φυσῶν, εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ
3022ὑπάρχει κίνδυνος ἀπωλείας τῶν δικογραφιῶν, δὲν κατα-
3023θέτει ταύτας πρὸς τὸ παρὸν, ἐνῷ οὐδεμία δικογραφία ἀπω-
3024λέσθη, καταθέτει μόνον πίνακα τῶν ἀπονεμηθεισῶν χαρίτων.
3025Ἠγέρθη τότε ζήτημα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου
3026τῆς Βουλῆς, τί θέλει γίνει ὁ πίναξ, διότι ὁ κ. Ὑπουρ-
3027γὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀντήλλασσε διὰ τῶν βλεμ-
3028μάτων τηλεγραφικὴν ἀνταπόκρισιν πρὸς τὸν Πρόεδρον
3029τῆς Βουλῆς, ἂν πρέπῃ ἢ οὒ νὰ τυπωθῇ ὁ πίναξ. Μέχρι
3030σήμερον δὲν ἐξετυπώθη ὅμως. Ἂν σήμερον λοιπὸν ἡμεῖς
3031δὲν συζητῶμεν εὐρέως ἐπὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, δὲν
3032πράττομεν τοῦτο διότι δὲν προαιρούμεθα δῆθεν νὰ συζη-
3033τήσωμεν περὶ αὐτοῦ τοῦ σπουδαιοτάτου ζητήματος, ὅπερ
3034ἀπασχολεῖ καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν πολιτείαν τὴν Ἑλλη-
3035νικὴν, ἀλλὰ διότι ἐλλείπουσι τὰ στοιχεῖα, ὧν ἓν, τὸ μέγι-
3036στον πάντων, εἶναι ἡ προσαγωγὴ τῶν δικογραφιῶν τῶν
3037χαρίτων, δι’ ὧν θέλομεν ἴσως δυνηθῆ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι
3038εἰς πολλοὺς κακούργους, ὁμοίους πρὸς τὸν Τάκην καὶ τὸν
3039Ῥοκόφυλλον, ἀπενεμήθη βασιλικὴ χάρις. Ἠθέλομεν ἀπο-
3040δείξει, ὅτι μία τῶν πηγῶν καὶ τῶν αἰτίων, δι’ ἃς ἡ Ἑλλη-
3041νικὴ κοινωνία κινδυνεύει μυρίους κινδύνους, λόγῳ ἐλλείψεως
3042ἀσφαλείας, εἶναι ἡ κατάχρησις τῆς βασιλικῆς προνομίας
3043τῆς χάριτος.
3044Βεβαίως καθῆκον πάσης ἄλλης, πλὴν τῆς παρούσης
3045Κυβερνήσεως, εἶναι νὰ περιστείλῃ τὴν ἀπόλυτον ταύτην
3046προνομίαν· εἶναι ἀνάγκη ὁ θεσμὸς τῆς βασιλικῆς προνομίας
3047νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου, νὰ τεθῶσι φραγμοὶ καὶ ἐγγυή-
3048σεις περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος, οὐχὶ δὲ αὐτὴ ἡ γε-
3049λοία ἐπιτροπὴ τῶν χαρίτων, ἥτις, προκειμένου περὶ Ῥοκο-
3050φύλλου καὶ Τάκη, ἐγνωμοδότησεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπικίνδυνοι
3051εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, οὔτε ὁ Τάκης, ὁ
3052πεντήκοντα φόνους διαπράξας, οὔτε ὁ Ῥοκόφυλλος, ὁ πυρ-
3053πολήσας οἰκίας κατῳκημένας καὶ ὁ κατακόψας τὴν ῥῖνα
3054καὶ τοὺς μαστοὺς γραίας τινὸς θείας αὑτοῦ, ὅπως λῃστεύσῃ
3055ταύτην. Λέγω, ὅτι ἓν τῶν αἰτίων τῆς τοιαύτης κακῆς
3056καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἶναι καὶ ἡ ἀνεξέ-
3057λεγκτος καὶ κομματικὴ παραχώρησις τῶν χαρίτων. Εἰσὶ βε-
3058βαίως καὶ ἄλλα, καὶ δύναμαι ν’ ἀναφέρω ἐκ τοῦ προχείρου
3059τὴν ἔλλειψιν πάσης πολιτικῆς ἀνατροφῆς ἐν τοῖς δημοτικοῖς
3060σχολείοις τοῦ Κράτους. Ἀντιγράφουσι καθ’ ἑκάστην τὰς
3061ξένας νομοθεσίας, καὶ δὲν ἐνόησαν ἀκόμη, ὅτι πρὸ πολλοῦ
3062ἔπρεπεν ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις νὰ εἰσαχθῇ καὶ ἡ διδα-
3063σκαλία τοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ ποινικοῦ νόμου, αἱ ἀρ-
3064χαὶ τοῦ δημοσίου δικαίου, ὡς γίνεται εἰς πλεῖστα μέρη τοῦ
3065παλαιοῦ καὶ νέου κόσμου. Ὑπάρχουσιν ἔτι καὶ ἄλλαι αἰτίαι·
3066ἡ πεποίθησις τῶν ἐγκληματούντων, ὅτι προστάτας καὶ σω-
3067τῆρας καὶ ἐπικούρους θέλουσιν εὕρει τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς,
3068κυριώτατα δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ὅστις
3069εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Κραυγάζων ἦλθε
3070συμπολίτης μου καὶ μοὶ κατήγγειλεν, ὅτι ὁ φονεὺς τοῦ νέου
3071Ντάβαρη εἰς τὴν Πλάκα τῶν Ἀθηνῶν εὑρίσκετο ἐν τῇ οἰ-
3072κίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ πολλὰς ὥρας.
3073§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι
3074ψεῦδος!
3075§99ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν· πρέπει νὰ
3076ἀνακαλέσῃ ὁ Ὑπουργὸς (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
3077§100ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ
3078κ. Λεβίδης! (θόρυβος).
3079§101ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἀντελήφθην τὰ πράγματα, ὁ κ. Βουλευ-
3080τὴς ἐξ Ἀττικῆς κατήγγειλε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτε-
3081ρικῶν, ὅτι ἀπέκρυψεν ἕνα φυγόδικον· δὲν εἶπε κἀμμίαν λέξιν
3082ὑβριστικήν.
3083§102ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τί ἤθελε χειρό-
3084τερον;
3085§103ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἰδέαν περὶ
3086τοῦ τίς εἶναι ἡ ὕβρις καὶ τίς ἡ συκοφαντία, ἐπιτρέπεται νὰ
3087λέγωσι τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπέδειξεν,
3088ὅτι δὲν σέβεται τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει. Τὴν λέξιν,
3089τὴν ὁποίαν εἶπεν, εἶχε καθῆκον, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς
3090θέσεώς του, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ σώματος, εἶχε καθῆ-
3091κον νὰ ἀνακαλέσῃ, διότι μετὰ τὴν φράσιν ἐκείνην δὲν μένει
3092παρὰ ἓν ῥάπισμα! (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ).
3093§104ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἄνευ πολλῆς συζητήσεως ὁ κ.
3094Ὑπουργὸς ἤθελεν ἐνοήσει, τί εἶπον. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἔνοχοι
3095κατὰ μέγα μέρος τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῆς ἀσφαλείας
3096εἰσὶν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, διότι οἱ ἐγκληματοῦντες ἐσχημάτι-
3097σαν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀρκεῖ νὰ καταφύγωσιν εἰς τοὺς προ-
3098στάτας αὐτῶν, ὅπως σωθῶσιν. Εἶπον, ὅτι σήμερον συμπο-
3099λίτης μου μοὶ κατήγγειλεν, ὅτι ὁ φονεὺς τοῦ Ντάβαρη
3100κατέφυγεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσω-
3101τερικῶν.
3102§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶναι ψεῦδος.
3103§106ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε ἐκεῖνοι, οἵτινες κατήγγειλαν τὴν πρᾶ-
3104ξιν ταύτην, λέγουσι ψεύδη.
3105§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐξετάζω, ποῖος τὸ λέγει· τὸ πρᾶγμα
3106εἶναι ψευδές.
3107§108ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξηγῇ οὕτω τὸ
3108πρᾶγμα, ἔχει καλῶς. Ἐγὼ δὲν φοιτῶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ
3109κ. Ὑπουργοῦ, ὥστε νὰ βεβαιώσω, ἂν τὸ πρᾶγμα ἦναι ἀλη-
3110θές. Ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις βεβαιοῖ τὸ ψευδές, δύναται νὰ
3111εἴπῃ τοῦτο πρὸς ἐκείνους, οἵτινες μοὶ κατήγγειλαν τὴν
3112πρᾶξιν. Ἀλλὰ περὶ τούτου θέλει συνενοηθῆ μετ’ αὐτῶν ἐν
3113ἡμέρᾳ κρίσεως, ὅταν οὗτοι, προσερχόμενοι εἰς τὴν κάλπην,
3114θὰ λέγωσιν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ: «δίδο-
3115μεν μαύρην ψῆφον εἰς τὴν κάλπην τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι
3116ἀπέκρυπτε τὸν φονέα τοῦ Ντάβαρη».
3117§109ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ψευδές.
3118§110ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν
3119μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐν τούτῳ τῷ παραδείγματι,
3120ὅπερ ἀνήκει εἰς μίαν ἐκ τῶν πολλῶν αἰτιῶν τῶν ἐγκλημά-
3121των. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐξ ἧς ἡ φωνὴ τοῦ
3122ἀγορεύοντος ἀκούεται καθ’ ὅλα τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος, ἐπι-
3123καλούμενος τὴν συνείδησιν παντὸς Ἕλληνος, νὰ ὁμολογήσῃ,
3124ἢ ν’ ἀρνηθῇ, ἐὰν μία τῶν αἰτιῶν τῶν ἐγκλημάτων ἐν Ἑλ-
3125λάδι δὲν ἦναι ἡ πεποίθησις τῶν ἐγκληματούντων, ὅτι παρὰ
3126τοῖς Ὑπουργοῖς θέλουσιν εὕρει προστασίαν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν
3127συνείδησιν αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις
3128ἔχει ὑποκατάστατον ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ τῶν Ἀθη-
3129νῶν δικηγόρον. Ἂς μαρτυρήσῃ, ἐὰν οἱ πελάται τοῦ ὑποκα-
3130ταστάτου αὐτοῦ, οἵτινες εἶναι πελάται τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐμ-
3131φανίζωνται ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης μετὰ τοῦ φόβου ἐκεί-
3132νου, μεθ’ οὗ ἐμφανίζονται οἱ πελάται τῶν ἄλλων δικηγό-
3133ρων. Ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
3134τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαντήσῃ, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος Α ἢ
3135ὁ Β, ὁ καταφεύγων εἰς τὸν ὑποκατάστατον δικηγόρον τοῦ
3136Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν λέγω ὁ ἐγκλημα-
3137τίας ἐκεῖνος δὲν γνωρίζῃ, ὅτι δὲν ἵσταται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ
3138ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ὁ κατηγορούμενος πελάτης τῶν ἄλλων
3139δικηγόρων.
3140Χθὲς παρέστην ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου εἰς σκαν-
3141δαλώδη ὑπόθεσιν, εἰς ἣν ἐπρωτοστάτουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ
3142Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶχε ποδοκυλισθῆ εἷς ἁμα-
3143ξηλάτης ὑπὸ λοχίου τινὸς, ὅστις εἶχε καὶ ξιφουλκήσει κατ’
3144αὐτοῦ... Ὁ ἁμαξηλάτης ἦτο πολιτικὸς ἐνάγων, κατωρθώθη
3145δ’ οὗτος νὰ μὴ λάβῃ εἴδησιν τῆς δικασίμου ἡμέρας, ὁ δὲ
3146λοχίας νὰ ἀθωωθῇ. Χιλίους μάρτυρας ἐδύνατο νὰ φέρῃ τις,
3147ὅτι ὁ λοχίας διέπραξε τὴν πρᾶξιν. Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι
3148ἡ κατάστασις τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀσφα-
3149λείας, περὶ ἧς ἐνταῦθα ποιούμεθα λόγον. Θέλομεν ὅμως
3150εὐρύτερον συζητήσει, ὅταν κατατεθῇ ὁ πίναξ τῶν χαρίτων,
3151ὁ μὴ τυπωθείς, καὶ ὅταν κατατεθῶσιν αἱ δικογραφίαι τῶν
3152χαρίτων. Καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, δηλ. εἰς τὴν κατάθεσιν
3153τῶν δικογραφιῶν, διότι δὲν μοὶ ἀρέσκει νὰ καταγίνωμαι
3154εἰς τετυπωμένους πίνακας, ἐπειδὴ δύνανται αὔριον νὰ εἴπω-
3155σιν ἡμῖν οἱ Ὑπουργοί, ὅτι ὁ πίναξ οὗτος ἦλθεν ἐξ ὀροφῆς,
3156ὅπως εἶπον τοῦτο περὶ τοῦ πίνακος τῶν δανείων. Ὅταν
3157ἔλθῃ ὁ πίναξ, θέλω διὰ μακρῶν καταγίνει ν’ ἀναπτύξω τὸ
3158ζήτημα τοῦτο τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ θέλω προτείνει
3159τὰ κατάλληλα μέτρα.
3160§111ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ προσ-
3161θέσω ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας
3162Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευ-
3163τὴς ἐξήνεγκε τὴν γνώμην, ὅτι θεωρεῖ ἀνεπαρκὲς τὸ προσω-
3164πικὸν κατά τε ποιότητα καὶ ποσότητα. Νομίζω, ὅτι ὁ
3165ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὡς πρὸς μὲν τὴν ποιότητα ἔχει δίκαιον,
3166ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν, ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐφεκτικώτε-
3167ρος, ἀφοῦ καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας κ. Κοσσονάκος
3168καὶ πρώην Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ὡμολόγησε μετὰ
3169παῤῥησίας, ὅτι τὸ προσωπικὸν δὲν εἶναι ἀνεπαρκὲς, ἀλλ’ οἱ
3170κλητῆρες, ἐπειδὴ δὲν λαμβάνουσιν ἀνάλογον μισθὸν, δὲν ἐκπλη-
3171ροῦσι τὸ καθῆκον των. Ἀναντίῤῥητον εἶναι, Κύριοι, ὅτι τὸ
3172προσωπικὸν τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἥκιστα
3173ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τῷ εἶναι
3174ἀνατεθειμένα, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ αἴτια διαφωνῶ πρὸς τὸν
3175κ. Κοσσονάκον, διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια
3176τοῦ μισθοῦ, ἥτις κάμνει τοὺς κλητῆρας, νὰ μὴ ἐκπληρῶσι
3177τὸ καθῆκον των. Κατ’ ἐμὲ, κυρία αἰτία τούτου εἶναι ἡ ἐπέμ-
3178βασις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας.
3179Ὅλα τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι
3180τοῦ κατωτάτου, δὲν ἔχουν μεταξύ των κοινὸν δεσμὸν
3181πειθαρχίας ἢ ἱεραρχίας. Ὁ κλητὴρ, παραβαίνων τὸ κα-
3182θῆκόν του, οὐδεμίαν ἔχει νὰ φοβηθῇ πειθαρχικὴν τιμω-
3183ρίαν, διότι ἀποβλέπει εἰς τὸν Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος τὸν ἐσύ-
3184στησεν. Ὁ ἀστυνόμος, παραβαίνων τὸ καθῆκόν του, δὲν ἔχει
3185κανένα νὰ φοβηθῇ, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον. Καὶ αὐτὸς ὁ
3186Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἀπεδείχθη πολλάκις, ὅτι δὲν
3187ἀφίνεται ἐλεύθερος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον του, καὶ ἂν
3188δὲν ὑπῆρχον τόσαι ἄλλαι ἀποδείξεις, ἤρκει νὰ ἐπικαλεσθῶ
3189ἐκείνην, ἡ ὁποία δύναται νὰ πείσῃ καὶ τὸν εὐνούστατα δια-
3190τεθειμένον ὑπὲρ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Διοικη-
3191τικὴ Ἀστυνομία λειτουργεῖ κάκιστα ὑπὸ τὴν κομματικὴν
3192ἐπίδρασιν. Ἐπὶ ἔτη πολλὰ, ἀφ’ ἧς ἀνεῤῥιχήθη εἰς τὴν ἐξου-
3193σίαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὑπῆρχον ἐνταῦθα ἀναπεπτα-
3194μέναι αἱ πύλαι εἰς πᾶν εἶδος διαφθορᾶς καὶ ἐξαχρειώσεως.
3195Ὑπῆρχον ἄπειρα χαρτοπαικτεῖα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ
3196ὀνομασθῶσιν ἐργαστήρια ἐγκληματικὰ, καὶ ἐνῷ ἦτο γνω-
3197στὸν, ὅτι ἐλειτούργουν τὰ ἐργαστήρια ταῦτα τοῦ ἐγκλήμα-
3198τος δημοσίᾳ, ἐν τούτοις οἱ διευθύνοντες τὴν ἀστυνομίαν ἀπε-
3199δεικνύοντο ἀνίσχυροι νὰ καταστείλωσι τὸ κακόν. Ὅταν ὅμως
3200ἐξηγέρθησαν πάντες πρὸς παῦσιν τοῦ κακοῦ, ἠναγκάσθη ἡ
3201Κυβέρνησις, ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἐλευθερίαν ἐνεργείας,
3202καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Κοσσονάκον,
3203δὲν ἐλάμβανον ἆρά γε τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τὸν αὐτὸν
3204μισθὸν, ὅταν δὲν ἤθελον νὰ κλείσουν τὰ καταστήματα ταῦ-
3205τα, καὶ τὸν ἴδιον ὅταν τὰ ἔκλεισαν; Κατὰ τί ἔπταισεν ἡ
3206ἀνεπάρκεια τῆς μισθοδοσίας; Δὲν ἀντιλέγω, ὅτι τὸ προ-
3207σωπικὸν πρέπει ν’ αὐξήσῃ, καὶ ὅτι ἡ μισθοδοσία πρὸ πάν-
3208των πρέπει νὰ ἦναι ἀρκοῦσα πρὸς συντήρησιν οἰκογενείας
3209κλητῆρος. Βεβαίως ὁ καλὸς μισθὸς θὰ συντελέσῃ ὅπως δή-
3210ποτε εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἀλλὰ
3211δὲν θέλετε ἀρνηθῆ, ὅτι μόνη ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ
3212καὶ τῆς μισθοδοσίας δὲν ἀρκεῖ. Πρέπει νὰ παύσῃ ὁ φατρια-
3213σμὸς καὶ νὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία ἐνεργείας εἰς τὴν ἀστυνομίαν.
3214Ἂς μάθῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ὅτι καὶ ὁ μικρὸς
3215μισθὸς ἀρκεῖ, ὅταν ἔχῃ τις συναίσθησιν τῶν καθηκόντων
3216του. Πρέπει ὅμως πρὸ πάντων νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀνώτερος, ὅστις
3217θὰ ἐμπνεύσῃ τὴν πεποίθησιν ταύτην εἰς τὰ κατώτερα ἀστυ-
3218νομικὰ ὄργανα. Μεταξὺ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ὀργάνων
3219ὑπάρχει δεσμὸς, ὅστις σήμερον εἶναι λίαν χαλαρὸς, διότι ἐκ
3220μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐξασκεῖται ὀλεθρία φατριαστικὴ
3221ἐπίδρασις ἐφ’ ὅλων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἀπὸ τοῦ
3222Διευθυντοῦ μέχρι τοῦ κλητῆρος. Ἠδυνάμην μάλιστα ἀπὸ
3223τοῦδε νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ἀποτυχία
3224τῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας
3225Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἥκιστα δικαιολογεῖ αὐτὴν, εἰσαγα-
3226γοῦσαν τὸ γνωστὸν νομοσχέδιον περὶ Διοικητικῶν Ἀστυνο-
3227μιῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ
3228συζητηθῇ εὐρέως ἐν καιρῷ, ἤδη δὲ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιτυχὴς
3229λειτουργία τῆς νῦν Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ
3230Πειραιῶς προσκρούει κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὴν φατρια-
3231στικὴν ἐκ μέρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέμβασιν, κατὰ δεύτερον
3232δὲ λόγον εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς μι-
3233σθοδοσίας.
3234§112ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ εὑρέθην εἰς ἀντίῤῥησιν πρὸς τὴν
3235γνώμην τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, θὰ παρακαλέσω τὴν
3236Βουλὴν νὰ παρατηρήσῃ ὅτι, ἀφοῦ 298 κλητῆρες ἐν ὅλῳ
3237σημειοῦνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἓξ κλητῆρες ἀναλο-
3238γοῦσι κατὰ 1000 ψυχάς. Λάβετε οἱανδήποτε κώμην, καὶ
3239θέλεται ἰδεῖ, ὅτι παντοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων εἶναι
3240ἀναλόγως ὑπέρτερος. Αὐτὸς ὁ λόγος μὲ ἔφερεν εἰς τὸ νὰ
3241θεωρήσω τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν ἀνεπαρκὲς, ἀλλὰ καθί-
3242σταται ἀνεπαρκέστερον διότι κατὰ τὸ πλεῖστον προμη-
3243θεύει αὐτὸ ἡ πολιτική.
3244Ἐάν τις θελήσῃ νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς ὑπάρχοντας κλητῆρας,
3245βεβαίως θὰ εὕρῃ πολλοὺς μὴ ὑπηρετοῦντας. Διὰ δὲ τοῦ
3246ἐκτάκτου προσωπικοῦ ἡ κατάστασις βεβαίως χειροτερεύει,
3247διότι οἱ ἔκτακτοι δὲν ἔχουν κἂν τὰ προσόντα τῶν τακτικῶν
3248κλητήρων. Ἐντεῦθεν ἔχομεν ὁλόκληρον τὴν δαπάνην χωρὶς
3249νὰ ἔχωμεν τὴν ὠφέλειαν. Δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ
3250νομοσχέδιον, συντασσόμενον ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουρ-
3251γείου ἢ τῶν νομικῶν συμβούλων, διὰ νὰ κατασταθῇ τὸ
3252προσωπικὸν ἐπαρκές· δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὁ κ. Ὑπουργὸς,
3253παρὰ νὰ ἀναγράψῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν κλητήρων, οἱ ὁποῖοι
3254ἤθελον θεωρηθῆ ἐπαρκεῖς, καὶ νὰ προσθέσῃ τὴν ἀναγκαίαν
3255πίστωσιν διὰ τὸ προσωπικὸν τὸ πρόσθετον, καὶ οὔτε κατὰ
3256ἓν λεπτὸν ἤθελον αὐξήσει αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους· διότι,
3257ὅ,τι ἤθελε λάβει διὰ τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε προσ-
3258θέσει, ἤθελε τὸ οἰκονομήσει ἐκ τοῦ ἐκτάκτου προσωπι-
3259κοῦ, τὸ ὁποῖον πληρόνει, ὅπως μὴ ὑπηρετῇ, ἀλλ’ ὅπως
3260ἴσως αὐξάνῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγκληματιῶν.
3261(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.
3262Μεθ’ ὃ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ κεφαλ. 3,
3263ἀνερχομένου ἐν ὅλῳ εἰς δραχ. 371,260).
3264§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 4ον. Ἐκτέλεσις ἐκλογι-
3265κοῦ νόμου. Ἄρθρον 1. Σύνταξις καὶ ἀνατύπωσις ἐκλο-
3266γικῶν καταλόγων καὶ παραρτημάτων 5,000.
3267(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 2,3 καὶ 4).
3268Ἄθροισμα τοῦ κεφαλαίου 4ου δραχμαὶ 29,000.
3269§114Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ ἔτος 1889
3270ἐζητήθη πίστωσις 47,000 δραχμῶν, διὰ δὲ τὸ 1890 ζητεῖ-
3271ται 29,000 μόνον, δηλ. ὀλιγώτερον κατὰ 18,000 δραχ.
3272Ἤτοι ἐπὶ μὲν τοῦ ἄρθρου «σύνταξις καὶ ἀνατύπωσις ἐκλο-
3273γικῶν καταλόγων καὶ παραρτημάτων», ἐνῷ διὰ τὸ 1889
3274εἶχον ψηφισθῆ 10,000 δραχμαὶ, διὰ τὸ 1890 περιωρίσθη ἡ
3275πίστωσις εἰς 5,000. Δι’ «ὁδοπορικὰ», ἐνῷ διὰ τὸ 1889
3276εἶχον ψηφισθῆ 30,000 δρ., διὰ τὸ 1890 ζητοῦνται 20,000.
3277Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 3ον ὑπάρχει ποσὸν ἔλαττον 2,000
3278δραχ. καὶ 1000 δρ. εἰς τὸ ἄρθρον 4ον. Ἐγὼ ὑπέθετον, ὅτι
3279διὰ τὸ 1890 ἔδει τὸ ποσὸν νὰ ᾖναι ἀνώτερον, διότι ὅλοι
3280γινώσκετε, ὅτι διανύομεν ἤδη τὴν τελευταίαν τακτικὴν
3281Σύνοδον τῆς Περιόδου καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ ἐνεργηθῶσι Βου-
3282λευτικαὶ ἐκλογαί. Ἄλλοτε εἶχε ψηφισθῆ νόμος ὅσον ἀφορᾷ
3283τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, εἶχε δὲ τροποποιηθῆ εἰς τρό-
3284πον ὥστε κατ’ ἔτος νὰ ἐκτυποῦνται μόνον τὰ Παραρτή-
3285ματα. Γενομένης ὅμως τότε παρατηρήσεως περὶ τοῦ ἀτόπου,
3286ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι κατὰ τὸ
3287ἔτος, καθ’ ὃ πρόκειται νὰ γίνωνται γενικαὶ ἐκλογαὶ, θέλου-
3288σιν ἐκτυποῦσθαι ὁλόκληροι οἱ κατάλογοι. Διὰ τοῦτο ἐρωτῶ,
3289πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ δαπάνη ἀπὸ 10,000 δραχμὰς νὰ
3290περιορισθῇ εἰς 5,000; Ἐπίσης δὲν ἐννοῶ, πῶς περιωρίσθη-
3291σαν αἱ δαπάναι διὰ τὰ ὁδοπορικὰ καὶ τὰς ἀποζημιώσεις
3292τῶν δικαστικῶν καὶ τῶν διοικητικῶν ἀντιπροσώπων καὶ
3293τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν. Παρακαλῶ τὴν
3294Κυβέρνησιν νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, νὰ
3295πιστεύσῃ δὲ, ὅτι, συζητοῦντες τὴν ἑσπέραν ταύτην, συζη-
3296τοῦμεν ἐν πλήρει συναισθήσει τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθη-
3297κόντων ἡμῶν, νὰ μὴ στηριχθῇ δὲ ὄπισθεν τῆς προφάσεως,
3298ὅτι τοῦτο πράττομεν πρὸς παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν
3299(θόρυβος καὶ γέλωτας ἐκ δεξιῶν). Ὑμεῖς μόνον διὰ νὰ καγχά-
3300ζητε εἶσθε ἱκανοὶ, ἡ δὲ Κυβέρνησις διὰ νὰ σιωπᾷ. Παρατη-
3301ρεῖτε, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα 4 ἢ 5
3302μόνον ἀντιπολιτευόμενοι Βουλευταί. Ἐκ σεβασμοῦ τοὐ-
3303λάχιστον πρὸς τὴν κατ’ ἀριθμὸν ἀδυναμίαν μας ἔπρεπε νὰ
3304συμπεριφέρησθε μετὰ μείζονος ἁβροφροσύνης.
3305Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὰς δεού-
3306σας ἐξηγήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὰς ῥηθείσας πιστώσεις.
3307§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ποσὸν
3308τὸ προλεχθὲν ἐθεωρήθη ἐπαρκὲς, κατὰ τὰς ἐνδείξεις, τὰς
3309ὑπαρχούσας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διὰ τὰ κανονικῶς κατ’ ἔτος
3310γινόμενα ἔξοδα. Τὸ ζήτημα τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἐποχῆς
3311τῶν ἐκλογῶν δὲν εἶναι ζήτημα σχετιζόμενον πρὸς τοὺς
3312προϋπολογισμοὺς, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα ἐπ’ αὐτοῦ νὰ
3313στηρίξωμεν πίστωσιν.
3314§116ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία, ὑποθέτω, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της
3315τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ ἐπειδὴ
3316εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὴν 4ην Ἰανουαρίου 1891 εἶναι ἡ ἡμέρα,
3317καθ’ ἣν λήγει αὐτοδικαίως ἡ ἐντολὴ τῶν κυρίων Βουλευ-
3318τῶν, ὑποθέτω ὅτι ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει, ὅτι κατὰ τὸ 1890
3319ἀναγκαίως θὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαί. Εἶναι ἀδύνατον ὁ κ.
3320Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πείσῃ ἑαυτὸν, ὅτι ἐντὸς τοῦ
33211890 δὲν θὰ καταπίῃ τὸ πικρὸν ποτήριον τῶν νέων ἐκλογῶν,
3322ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ νὰ τεθῇ ἐντελῶς ἐκτὸς τῶν ὅρων τοῦ Συν-
3323τάγματος. Μόνον ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε θεσπίσει, ὅτι ἡ
3324Βουλευτικὴ Περίοδος περιλαμβάνει 5 Συνόδους, τότε δύνα-
3325ται νὰ μὴ διατάξῃ ἐκλογάς. Ἀναγκαίως λοιπὸν θὰ διε-
3326ξαχθῶσιν αἱ νέαι ἐκλογαὶ πρὸ τῆς πρώτης Νοεμβρίου, καὶ
3327τότε ἐρχόμεθα εἰς ἐκτέλεσιν τῆς πιστώσεως. Ἡ πίστωσις
3328αὕτη βεβαίως δὲν θὰ ᾖναι ἐπαρκὴς διὰ τὰς Βουλευτικὰς ἐκ-
3329λογὰς, ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις ἴση πρὸς τὴν ἀναγρα-
3330φεῖσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 καὶ ὄχι ἴση πρὸς τὴν
3331ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, ὅτε εἴχομεν τρεῖς ἢ τέσ-
3332σαρας ἐπαναληπτικὰς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς καὶ ἐν τούτοις
3333δὲν ἐπήρκεσε τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφέν. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι
3334δὲν ἔχει σκοπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς
3335κατὰ τὸ 1890, ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν δύναται νὰ κάμῃ,
3336σημαίνει ὅτι εἶχε σκοπὸν ἔξοδα ἀναπόφευκτα νὰ τὰ μειώσῃ
3337διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο τὸ περίεργον ἰσοζύγιον, περὶ
3338τοῦ ὁποίου ἀρκετὰ ἐλέχθησαν. Δὲν δικαιολογεῖται δὲ ἡ
3339Κυβέρνησις, ἐὰν συμπληρώσῃ μεθαύριον τὸ ἐλλεῖπον ποσὸν
3340δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, καὶ ἡμεῖς ἀκριβῶς ὑποβάλ-
3341λομεν τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὅπως ἐξαναγκάσωμεν τὴν
3342Κυβέρνησιν, ἢ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ἡμῶν περὶ ἀναγραφῆς
3343ὁλοκλήρου τῆς πιστώσεως, ἢ μεθαύριον νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι,
3344ἂν καὶ ὑπεμνήσθη εἰς αὐτὴν παρὰ Βουλευτῶν τῆς Ἀντι-
3345πολιτεύσεως τὸ καθῆκόν της, οὐχ ἧττον δὲν τὸ ἔπραξε.
3346Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὰς δαπάνας, ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ
3347ἐκλογαὶ πρόκειται νὰ διεξαχθῶσι κατὰ τὸ 1890 ἐπὶ τῇ
3348βάσει τοῦ ἄρτι θεωρηθέντος ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀναγ-
3349καίως ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις ὁλοκλήρων τῶν ἐκλο-
3350γικῶν καταλόγων, διότι πῶς θὰ διεξαχθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐπὶ
3351τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ καταλόγου καὶ δύο ἢ τριῶν παραρ-
3352τημάτων; Φαντασθῆτε εἰς μεγάλα ἐκλογικὰ τμήματα εἰς
3353ποῖον κυκεῶνα θὰ εὑρεθῇ ἡ Ἐπιτροπή· θὰ ἀνατρέξῃ εἰς
3354τὸν ἀρχαῖον κατάλογον, εἰς τὸ 1ον, εἰς τὸ 2ον καὶ εἰς τὸ
33553ον παράρτημα, μετὰ ταῦτα θὰ προστρέξῃ εἰς τοὺς δια-
3356γραπτέους ἢ τοὺς διαγραφέντας, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ὁ δεῖνα
3357ἐκλογεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορήσῃ. Ἐννοεῖται
3358ὅτι ὅλα αὐτὰ ἀναγκαίως θὰ φέρουν κωλύματα ἀνυπέρ-
3359βλητα, γνωρίζετε δὲ, ὅτι τὰ κωλύματα αὐτὰ καθαρίζονται
3360διὰ ῥήξεων μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων, δι’ ἐγκλημάτων, δι’ ἐπι-
3361θέσεων, διὰ τῆς μαχαίρας πρὸ πάντων καὶ διὰ τῶν ἐνστά-
3362σεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθῶσι κατόπιν κατὰ τῶν ἐκλο-
3363γῶν. Ἡμεῖς, ἔχοντες πεποίθησιν περὶ τῶν μελλουσῶν ἐκλο-
3364γῶν, ἔχομεν καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, ὅπως οἱ
3365ἐκλογικοὶ κατάλογοι ἐκτυπωθῶσιν ἀπ’ ἀρχῆς χάριν τῆς
3366εὐκολίας τῶν ἐκλογῶν, διότι ἀκριβῶς γνωρίζομεν, ὅτι εἰς
3367τοιαῦτα μέσα θὰ καταφύγῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ κατορ-
3368θώσῃ ν’ ἀλλοιώσῃ τὸ φρόνημα, τὸ ἤδη ἐκδηλούμενον. Ζη-
3369τοῦμεν νὰ γίνῃ δαπάνη 15,000 δραχμῶν, ὅπως δυνηθῇ ἡ
3370Κυβέρνησις νὰ διεξαγάγῃ τὰς ἐκλογὰς ἀνθρωπίνως, ἄνευ
3371ῥήξεων, ἄνευ κακουργημάτων, ἄνευ φόβων.
3372§117Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τοῦτο
3373τὸ θεωροῦμεν ἀρκετὰ σοβαρόν· ἡμεῖς δὲν φροντίζομεν μόνον
3374δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ δι’ ὑμᾶς. Αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
3375τερικῶν, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος, ὁ τροποποιῶν τὸν προ-
3376ηγούμενον, διεβεβαίου, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ θὰ ἐνερ-
3377γηθῶσιν αἱ γενικαὶ ἐκλογαὶ, θὰ τυπωθῶσιν ὁλόκληροι οἱ
3378κατάλογοι, τώρα δὲ δὲν συναινεῖ εἰς τὴν προσθήκην
337910,000 δραχμῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Τὸν παρακαλῶ
3380νὰ συναινέσῃ νὰ ἐγγραφῇ ἡ δαπάνη αὕτη, νὰ διατάξῃ δὲ
3381τὴν ἐκτύπωσιν ὁλοκλήρου τοῦ καταλόγου, ὅπως μὴ τιμω-
3382ρήσῃ καὶ ὑμᾶς τοὺς φίλους του, διότι γνωσταὶ τυγχάνου-
3383σιν αἱ δυσχέρειαι τῶν παραρτημάτων. Ἄλλως θὰ περι-
3384ποιηθῇ καὶ μερικοὺς τυπογράφους, πρὸς τὸ συμφέρον του.
3385§118ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, κύριε Πρό-
3386εδρε, ὅτι εἶναι καιρὸς ν’ ἀναβάλωμεν;
3387§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι.
3388§120ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
3389§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
3390(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κυρίων
3391Βουλευτῶν).
3392§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες 80
3393Βουλευταί.
3394(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄθροισμα τοῦ κεφαλαίου 4 ὡς ἔχει.
3395Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα
33961–12 τοῦ κεφαλαίου 5ου).
3397§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13.
3398§124ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ
3399τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνα ἔννοιαν
3400ἔχει τὸ ἄρθρον 13 ἐκ δραχ. 5,000 διὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς
3401δημοσίας ὑγείας τῆς Πρωτευούσης.
3402§125ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρου-
3403σιάζονται ἐνίοτε, ἕνεκα νόσων ἐνσκηπτουσῶν, ἀνάγκαι ἐκ-
3404τάκτου καθαριότητος τῆς πόλεως, ἀπομονώσεως τῶν προσ-
3405βαλλομένων, καὶ περὶ τούτων προνοεῖ τὸ ἄρθρον.
3406§126ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἔχομεν
3407ἀνάγκην ἐκτάκτου καθαριότητος; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι μᾶς λεί-
3408πει καὶ ἡ τακτική· ἑπομένως, ἢ νὰ ὁρισθῇ ποσὸν ἐπαρκὲς,
3409ἢ νὰ λείψῃ καὶ τοῦτο.
3410§127ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ἐκτά-
3411κτων. Ἡ τακτικὴ καθαριότης εἶναι εἰς βάρος τοῦ δήμου,
3412ἀλλ’ ἐνίοτε παρουσιάζονται ἔκτακτοι ἀνάγκαι, πρὸς τὰς
3413ὁποίας βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀνεπαρκὲς, ἀλλὰ πε-
3414ρισσότερον δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ διαθέσωμεν.
3415§128ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἢ πρέπει νὰ διαγράψωμεν
3416ἐντελῶς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς,
3417ἢ νὰ τὸ καταστήσωμεν ἐπαρκὲς διὰ τὰς ἀνάγκας· δὲν μὲ πα-
3418ρηγορεῖ δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὰ
3419τῆς καθαριότητος τῆς πόλεως ἀφίενται εἰς τὸν δῆμον. Γνω-
3420ρίζομεν κάλλιστα, πῶς διεξάγονται τὰ τῆς καθαριότητος
3421τῆς πόλεως, καὶ ἐνῷ δαπανᾷ ὁ δῆμος, κυρίως ἡ καθαριότης
3422εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὴν Διοικητικὴν Ἀστυνομίαν, πάν-
3423τες δὲ ζῆτε ἐν Ἀθήναις, καὶ γνωρίζετε κατὰ πόσον ἡ ὑπη-
3424ρεσία αὕτη τῆς καθαριότητος τῆς πόλεως λειτουργεῖ. Ἀλη-
3425θῶς πρέπει νὰ εὐγνωμονῶμεν πολὺ οἱ Ἀθηναῖοι, ὅτι τέλος
3426παρέστη ἔκτακτός τις περίστασις, ἡ ὁποία ἐξήγειρε τὴν
3427Κυβέρνησιν, καὶ ὁδοί τινες ἐκαθαρίσθησαν, καὶ μάνδραι
3428τινὲς περιετοιχίσθησαν. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἐξέλιπεν ἡ ἔκτακτος
3429ἐκείνη περίστασις, οὐδὲν πλέον ἐλήφθη μέτρον, τοὐναντίον
3430μάλιστα τὰ ληφθέντα μέτρα συνέτειναν εἰς τὴν χειροτέρευ-
3431σιν τῆς καταστάσεως τῆς πόλεως. Χάρις εἰς τὸν Ὑπουργὸν
3432τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπὲρ τῆς
3433ὑγείας τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἀπομονώσεως αὐτοῦ ἔλαβεν,
3434ἐνέσκηψεν εἰς τὸν στρατὸν ἡ νόσος ἱλαρὰ, ἥτις, μεταδοθεῖσα
3435εἰς τὴν πόλιν μὲ λίαν κακοήθη χαρακτῆρα, μαστίζει αὐτήν.
3436Εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις πάντα
3437τὰ μέτρα, ὅπως μὴ ἴδωμεν κατὰ τὸ ἐπερχόμενον θέρος
3438πληθυνομένας τὰς ἐπιδημίας. Ἴσως ἔχει συμφέρον ἡ Κυβέρ-
3439νησις νὰ μειωθῇ ὁ πληθυσμὸς τῆς πρωτευούσης, ἀλλ’ ἡμεῖς
3440ἔχομεν ἀντίθετον συμφέρον, διότι ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι,
3441ὅσον μεγαλείτερος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλογέων, τόσον
3442μεγαλειτέρα θὰ ἦναι ἡ νίκη, τὴν ὁποίαν θὰ ἄρωμεν κατὰ
3443τὰς ἐκλογὰς, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν συμφέρον, ὅπως ἀνα-
3444γραφῇ πίστωσις ἀρκοῦσα, διὰ τῆς ὁποίας νὰ δυνηθῇ ἡ Κυ-
3445βέρνησις νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ὑγείας τῆς πόλεως. Αὐταὶ
3446αἱ 2,000 δραχμαὶ δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν, εἰμὴ δι’
3447εἴκοσι κάῤῥα ἢ δι’ εἴκοσιν ὁδοκαθαριστὰς κατὰ τὰς παρα-
3448μονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὅπως ἐχρησίμευσε καὶ ἡ πίστωσις, ἡ δο-
3449θεῖσα διὰ τὴν ἀπογραφήν. Ἐὰν δὲν ἐφοβούμην, ὅτι ἤθελον
3450πληγώσει καιρίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἤθε-
3451λον τῷ ὑπομνήσει ἓν θλιβερὸν περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ
3452τὴν οἰκογένειάν του, αὐτὸν τὸν ἴδιον· ἀλλ’ ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι
3453ἕνεκα τῆς ἀκηδίας τῆς Κυβερνήσεως ἐκεῖνο τὸ φοβερὸν
3454πάθημα, τὸ ὁποῖον ὑπέστη αὐτὸς, ὑπέστησαν χιλιάδες
3455οἰκογενειῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν.
3456Ἐπίσης ἀναγκάζομαι, νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τοῦ ὕδατος,
3457τοῦ ἀναγκαίου εἰς τὴν πόλιν. Πρὸ μακροῦ χρόνου τὸ ζή-
3458τημα περὶ τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως εἶναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
3459διατάξει ὅλων τῶν κατοίκων, πρὸ μακροῦ χρόνου μαστί-
3460ζεται ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ ἀληθῆ λειψυδρίαν, ἐνθυ-
3461μεῖσθε δὲ τοὺς λόγους μου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον
3462τῆς Βουλῆς, ὅτε ἐψηφίζετο μία πίστωσις ἐκ 500,000 δραχ-
3463μῶν, νομίζω, ἡ ὁποία, μᾶς λέγουσι τὰ ἄρτι δημοσιευθέντα,
3464εἰς τί ἐχρησίμευσεν. Ἐν μηνὶ Ἰανουαρίῳ ἡ πόλις τῶν
3465Ἀθηνῶν κέκτηται δεκατέσσαρας ὀκάδας ὕδατος· φαντα-
3466σθῆτε, ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις τῶν κατοίκων τῆς πόλεως,
3467ὅταν ἔλθῃ ὁ Μάϊος, ὁ Ἰούνιος, ὁ Ἰούλιος, καὶ ὁ Αὔγουστος,
3468ὅτε εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ ὕδατα τῆς πόλεως ἐλαττοῦνται
3469κατὰ τὸ ἥμισυ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν τὸ ἥμισυ τοῦτο, αἱ
3470ἑπτὰ ὀκάδες νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν κατοί-
3471κων τῶν Ἀθηνῶν, διὰ τὸ κατάβρεγμα τῶν ὁδῶν, διὰ τὴν
3472ἄρδευσιν τῶν κήπων, διὰ τὴν πόσιν; Βεβαίως ὄχι. Σημειώ-
3473σατε δὲ, ὅτι, καθ’ ὅσον ἐλαττοῦται κατὰ ποσὸν τὸ ὕδωρ,
3474ἐλαττοῦται καὶ κατὰ ποιόν. Τί θὰ γίνῃ δέ; Θὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ
3475ὁποῖον προαγγέλλουσιν οἱ ὅροι, κατὰ τοὺς ὁποίους θέλομεν
3476εὑρεθῆ κατὰ τὸ θέρος, ἡ δὲ Κυβέρνησις τί ἔπραξεν ἢ τί σκο-
3477πεῖ νὰ πράξῃ πρὸς θεραπείαν τῆς ἀναποφεύκτου ταύτης
3478ἀνάγκης; Παρῆλθεν ὅλος ὁ χειμὼν, ὑπολείπεται δὲ μόνον
3479ὁ Μάρτιος, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον θ’ ἀρχίσῃ ἡ λειψυδρία· τί
3480σκοπεῖ νὰ πράξῃ; Ἐννοεῖ ν’ ἀφήσῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην
3481τῆς προμηθείας τοῦ ὕδατος εἰς τὸν δῆμον; Ἤκουσα σχέ-
3482δια περὶ διοχετεύσεως τοῦ ὕδατος τῆς Στυμφαλίας, ἤκουσα
3483ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συστηθῇ πρὸς τοῦτο Ἑταιρία, ἀλλ’ οὐδὲν
3484ἐκ τῶν σχεδίων ἐκείνων εἶδον πραγματοποιούμενον.
3485(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.
3486Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ
3487ἄρθρα τοῦ κεφαλαίου 5ου, ἀνερχομένου ἐν ὅλῳ εἰς δρ. 183,
3488260.
3489Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–5 τοῦ κεφα-
3490λαίου 6).
3491§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6. Στατιστικὴ 40,000.
3492§130ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ
3493τὸ ἄρθρον 6 τοῦ κεφαλαίου τούτου τῶν ἐξόδων τῆς στατι-
3494στικῆς ἐμειώθη ἀπὸ 90,000 δραχμὰς εἰς 40,000;
3495§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διότι ἡ
3496ἀπογραφὴ, ἥτις ἀπῄτησε τὴν μεγάλην ταύτην δαπάνην,
3497ἐπερατώθη.
3498§132ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀπογραφὴ ἀπῄτησεν ὅλως ἔκτακτον
3499δαπάνην, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐχρησιμοποιήθη τὸ κονδύλιον
3500αὐτὸ τῶν 90,000 δραχμῶν. Τὸ κονδύλιον αὐτὸ ἀναγράφε-
3501ται ἑκάστοτε εἰς πάντα Προϋπολογισμὸν, τὸ βλέπομεν δὲ
3502μειούμενον σήμερον κατὰ 50,000 δραχμάς. Φοβοῦμαι, ὅτι
3503ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ ἐντελῶς νὰ καταλίπῃ τὴν στατιστι-
3504κήν· ἴσως αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μέχρι
3505τοῦδε ἠδυνήθη νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν τὴν ηὐχαρίστη-
3506σαν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιθυμεῖ νὰ τὴν καταργήσῃ.
3507(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.
3508Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ
3509ἄρθρα τοῦ κεφαλαίου 6, ἐν ὅλῳ δραχ. 486,630).
3510§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 7ον. Ταχυδρομεῖα καὶ Τη-
3511λεγραφεῖα.
3512(Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–7).
3513Ἄρθρον 8ον. Μετακομιδὴ τηλεγραφικῶν ἀνταποκρίσεων
3514286,500, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
3515§134ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ κεφαλαίου 7ου ἀναγράφει
3516διὰ τὴν μετακομιδὴν τῶν ταχυδρομικῶν ἀνταποκρίσεων
3517δρ. 211,500, ἐνῷ τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
3518τοῦ 1889 ἀνέγραφε 282,500. Ὑποθέτει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
3519κατὰ τοσοῦτον θέλει ἐλαττωθῆ ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία;
3520§135ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουρ-
3521γοῦ ἔχει αὐξηθῆ τὸ κεφάλαιον τοῦτο, περισσότερον μάλιστα
3522κατὰ 4,000 δρ. τοῦ πέρυσιν ἀναγραφέντος.
3523§136ΡΑΛΛΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
3524(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8ον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἶτα
3525δὲ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ κεφαλαίου 7ου, δραχ. ἐν ὅλῳ
35262,077,240).
3527§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 8ον. Δημόσια ἔργα.
3528(Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–5 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
3529Ἄρθρον 6. Οἰκοδομήματα δικαιοδοσίας Ὑπουργείου Δι-
3530καιοσύνης δρ. 158,000.
3531§138Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἤλπιζον, ὅτι μεταξὺ τῆς πιστώ-
3532σεως διὰ τὰ οἰκοδομήματα κατὰ τὸ ἔτος 1890 ἤθελον
3533ἀνεύρει καὶ πίστωσιν πρὸς ἀνέγερσιν τῶν δικαστικῶν κατα-
3534στημάτων ἐν Ἀθήναις. Δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε, κύριε Πρόε-
3535δρε, ὡς καὶ δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι δι’ ἐνοίκια τῶν δικαστικῶν
3536καταστημάτων ἐν Ἀθήναις πληρόνονται ἐτησίως 46,000
3537δραχμῶν, ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον, ὑποχρέωσιν
3538καὶ συμφέρον ἀκόμη, νὰ ἐγείρῃ δικαστικὸν μέγαρον, διότι
3539τότε οὐ μόνον δὲν θὰ πληρόνῃ τὰς 46,000 δραχμὰς, ἀλλὰ
3540συγκεντροῦσα ἐν αὐτῷ ἐκτὸς τῶν δικαστηρίων καὶ τὰ συμ-
3541βολαιογραφεῖα καὶ τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα καὶ τὰ γραφεῖα
3542τῶν δικαστικῶν κλητήρων, θὰ εἰσπράττῃ ἐτησίως 90,000
3543δραχμῶν περίπου, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ πληρόνωνται
3544οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια δανείου ἑνὸς ἑκατομμυρίου, εἰς
3545τὸ ὁποῖον θ’ ἀναβιβασθῇ ἡ δαπάνη τῆς οἰκοδομῆς, οὕτω δὲ
3546μετὰ 30 ἢ 40 ἔτη θέλει καταστῆ τὸ Δημόσιον κύριον
3547εὐπρεπῶν δικαστικῶν καταστημάτων ἐν Ἀθήναις. Τὸ ζή-
3548τημα τῶν δικαστικῶν καταστημάτων ἀποτελεῖ καὶ τοῦτο
3549μέρος τῆς καλῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ὅταν ὁ κα-
3550τηγορούμενος παρίσταται εἰς τρώγλας, ὅπως εἶναι ἡ αἴθουσα
3551τοῦ ἐνταῦθα Πρωτοδικείου, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ
3552τὸν σεβασμὸν καὶ τὸν φόβον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ
3553ἔχῃ, ὅταν παρίσταται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Πολλά-
3554κις, κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, ἡ δὲ Κυβέρ-
3555νησις ἐξηναγκάσθη τέλος κατὰ τὴν λῆξιν τῆς παρελθούσης
3556Συνόδου νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ ἀνεγέρσεως δικαστι-
3557κοῦ καταστήματος· ἀλλὰ νομίζετε ὅτι, ὅτε εἰσήγαγε τὸ
3558νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἐσκέπτετο περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ
3559μεγάρου; Ἐσκέπτετο μόνον, πῶς νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ
3560Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον. Ἐπειδὴ τὸ Δημοτικὸν Νοσοκο-
3561μεῖον, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἁρμοδίων ἰατρῶν καὶ ἐπιστη-
3562μόνων, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἦναι τοιοῦτον ἄνευ
3563βλάβης καὶ καταστροφῆς τῶν νοσηλευομένων, ἐσκέφθη ἡ
3564Κυβέρνησις νὰ ποιήσηται συνδυασμόν τινα, διὰ τοῦ ὁποίου
3565νὰ κατορθώσῃ νὰ ἀνεγείρῃ ἀλλαχοῦ τὸ Νοσοκομεῖον, νὰ
3566ῥίψῃ δὲ εἰς βάρος τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου τὸ ὑπάρχον σή-
3567μερον κτίριον τοῦ Νοσοκομείου. Καὶ τότε μὲν δὲν ἐψηφίσθη
3568τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ καλῶς δὲν ἐψηφίσθη, διότι, ἐὰν
3569πρόκηται νὰ δαπανήσῃ ἡ Κυβέρνησις 1,000,000 δραχμῶν,
3570ὅπως ἀγοράσῃ τὸ γήπεδον τοῦ Νοσοκομείου, τὸ πρᾶγμα
3571θὰ ἦτο ἀπελπιστικόν· καλλίτερον νὰ βραδύνῃ, ἀλλὰ τοὐ-
3572λάχιστον, ὅταν δαπανηθῶσι χρήματα, νὰ δαπανηθῶσι κα-
3573ταλλήλως καὶ ν’ ἀποκτήσῃ ἡ πρωτεύουσα μέγαρον, ἄξιον
3574αὐτῆς. Ἔκτοτε, κύριε Πρόεδρε, οὐδεὶς λόγος ἐγένετο περὶ
3575ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ μεγάρου, ἐγκατελείφθη ἡ ἰδέα αὕτη.
3576Παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ φωτίσῃ ἡμᾶς, διατὶ
3577δὲν ἀποφασίζει τὴν ἀνέγερσιν δικαστικοῦ μεγάρου, ἀφοῦ
3578διὰ τὰ ἐλεεινὰ δικαστικὰ καταστήματα, τὰ ὑπάρχοντα,
3579πληρόνει τὸ Κράτος τοσαῦτα χρηματικὰ ποσὰ ἐτησίως.
3580§139ΙΩ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὑψίστης σημα-
3581σίας, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἂν
3582οὐχὶ χάριν τῶν διαδίκων, ἀλλὰ τοὐλάχιστον χάριν τῶν
3583ξένων, οἵτινες, ἐρχόμενοι εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ὅπως ἐπισκε-
3584φθῶσι καὶ τὰ Δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος, εἰσέρχονται εἰς
3585παράπηγμα παρὰ τὴν Μητρόπολιν, ὅπερ εἶναι ἄξιον οἴκτου
3586καὶ τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευε δι’ ἕτερον σκοπὸν, μετετράπη δὲ
3587εἰς αἴθουσαν πρὸς συνεδρίασιν τοῦ Δικαστηρίου. Νομίζω
3588ὅτι ἐδῶ ἦτο περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο ὁ Ὑπουρ-
3589γὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὕρῃ ἕνα συνδυασμὸν, ἵνα συνάψῃ
3590δάνειον μετὰ χρεωλυσίου πρὸς κατασκευὴν τῶν Δικαστηρίων.
3591Τὸ ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ
3592φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἵδρυσιν τῶν Δικαστηρίων.
3593§140ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται ἄρθρον
3594τι ἐν Κεφαλαίῳ 8 «ἀναθεώρησις σχεδίου Ἀθηνῶν».
3595Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐπειδὴ εἶναι νέα ἡ ἐγγραφὴ, τί ἐννοεῖ
3596μὲ αὐτὴν τὴν ἐγγραφὴν ἡ Κυβέρνησις;
3597§141ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπάρχει
3598ἐπιτροπὴ μηχανικῶν Γάλλων καὶ Ἑλλήνων, ἡ ὁποία ἐργά-
3599ζεται πρὸς τελειότερον καταρτισμὸν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως
3600Ἀθηνῶν, ἐκτελεῖ δὲ καὶ τοπογραφικὰς μελέτας τοιαύτας,
3601ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σχέδιον μετὰ τελείαν
3602χωροστάθμισιν.
3603§142ΛΕΒΙΔΗΣ. Κάμνω τὴν ἐρώτησιν ταύτην, διότι, ἐὰν ἐξήρ-
3604τητο ἀπ’ ἐμοῦ, δὲν ἤθελον ἐπιτρέψει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
3605ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητῇ πίστωσιν πρὸς ἐκτέλεσιν ἀνα-
3606θεωρήσεως δῆθεν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἐπειδὴ
3607εἶμαι βέβαιος, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὸ παρὸν καὶ τὸ παρελ-
3608θὸν, ὅτι καὶ τὸ κονδύλιον τοῦτο δὲν θέλει χρησιμεύσει εἰς
3609τίποτε ἄλλοτε ἢ πρὸς ἄγραν ψήφων ὑπὲρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
3610ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἔχω πρόχειρον παράδειγμα περὶ
3611τούτου. Πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν συμπολίτης μού τις ἦλθεν
3612εἰς τὴν οἰκίαν μου, ὀλοφυρόμενος ἐπὶ τῇ ἀπειλουμένῃ κατὰ
3613τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ συμφορᾷ. Καὶ ποία ἦν αὕτη; Εἶχον
3614χαρακτηρισθῆ τρεῖς οἰκίαι συνεχόμεναι ὡς ἑτοιμόῤῥοποι, ἡ
3615οἰκία δὲ τοῦ συμπολίτου μου εὑρίσκετο ἐν τῷ μέσῳ τῶν
3616δύο ἄλλων. Αἱ ἑκατέρωθεν δύο οἰκίαι ἀνῆκον εἰς πολίτας,
3617οἵτινες προσήνεγκον ἁδρὰς καὶ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸν
3618κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ δὲ οἰκία ἡ ἐν τῷ
3619μέσῳ ἀνῆκεν εἰς φίλον μου πολιτικόν. Ἡμέραν τινὰ συμπο-
3620λῖται τοῦ ἐντίμου φίλου μου κ. Κοσσονάκου μετ’ ἀξινῶν καὶ
3621πελέκεων εἶχον ἀνέλθει ἐπὶ τῆς ὀροφῆς, πρὸς κατεδάφισιν
3622τῆς οἰκίας ταύτης τοῦ φίλου μου, ἐνῷ αἱ δύο ἑκατέρωθεν
3623οἰκίαι διεμαρτύροντο διὰ τὸ μεροληπτικὸν τοῦτο συμβε-
3624βηκός. Ἠναγκάσθη ὁ συμπολίτης μου οὗτος νὰ πράξῃ ὅ,τι
3625καὶ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἑκατέρωθεν οἰκιῶν, νὰ ὁμολογήσῃ
3626πίστιν εἰς τὴν φατρίαν, καὶ ἡ οἰκία ἐσώθη ἐκ τοῦ βιαίου
3627θανάτου.
3628Ἐὰν ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν μου, ἤθελον ἀφαιρέσει καὶ
3629μίαν δραχμὴν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
3630Ἐσωτερικῶν, ἥτις ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ
3631σχεδίου τῶν Ἀθηνῶν, διότι αὐτὴ ἡ πίστωσις δὲν θέλει χρη-
3632σιμεύσει εἰς ἄλλο τι ἢ εἰς τὸ νὰ στείλῃ ἱεραποστόλους
3633αὑτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δεξιὰ καὶ ἀρι-
3634στερὰ, ἵνα ἴδωσι τίνες οἰκίαι εἰσὶν ἑτοιμόῤῥοποι, καὶ νὰ
3635λέγωσιν εἰς τοὺς κυρίους αὐτῶν: «ἢ μοῦ δίδεις ψῆφον, ἢ σοῦ
3636δίδω τοὺς λίθους τῆς οἰκίας σου». Ἡ διαδικασία εἶναι συν-
3637τομωτάτη, διότι ἡ ἔφεσις κατὰ τοῦ Μηχανικοῦ γίνεται ἐνώ-
3638πιον τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑπῆρχεν οἰκία
3639ἐνταῦθα, ἣν κατῴκει Ἀθηναῖος εὐπατρίδης, ἔχων περιουσίαν
3640ἑκατομμυρίων τινῶν. Δὲν ἠξεύρω δὲ τίνας λόγους ἐκδικήσεως
3641εἶχε κατὰ τῶν συγγενῶν αὐτοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσω-
3642τερικῶν, καὶ ἀμέσως χαρακτηρίζεται ἡ οἰκία τοῦ πολίτου
3643τούτου ὡς ἑτοιμόῤῥοπος. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάστασις
3644ἡ παροῦσα. Εἶναι ἡ τελευταία συνεδρίασις, καὶ θέλει γίνει
3645ἐξομολόγησις, οὕτως εἰπεῖν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη, διότι
3646δὲν γνωρίζω, ἂν θέλῃ γίνει καὶ ἔκτακτος Σύνοδος. Δὲν ἐγνώ-
3647ριζον, ὅτι σήμερον θέλει εἶσθαι ἡ τελευταία συνεδρίασις, καὶ
3648διὰ τοῦτο δὲν ἔλαβον μετ’ ἐμοῦ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
3649ἐν ᾧ εἶχον πολλὰς σημειώσεις, ἐξ ὧν ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι
3650πολλὰ ἑκατομμύρια κύριον σκοπὸν ἔχουσι τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ
3651κόμματος διὰ τῆς συναλλαγῆς. Ἀλλὰ δυστυχῶς εἶμαι ἀπα-
3652ρασκεύαστος τώρα πρὸς τοιοῦτον ἀγῶνα, διότι δὲν ἤξευρον,
3653ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν, ἐν μεσονυκτίῳ, ἠθέλομεν ἀναγ-
3654κασθῆ νὰ συζητῶμεν.
3655§143ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζή-
3656τημα τῆς οἰκοδομῆς δικαστικοῦ καταστήματος. Ἐνθυμοῦ-
3657μαι, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐπείσθη περὶ τοῦ ὅτι εἶναι
3658ἀπαραίτητος ἡ οἰκοδόμησις καταστήματος Δικαστηρίων
3659τῆς πρωτευούσης, ἀλλ’ ἐνῷ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς γνώμης
3660ταύτης, συνηγορῶ ἐπίσης, ὅπως ἐγερθῶσι τοιαῦτα κατα-
3661στήματα καὶ εἰς τὰς λοιπὰς πόλεις τοῦ Κράτους, ὅπου εἶ-
3662ναι Πρωτοδικεῖα καὶ Ἐφετεῖα. Ἴσως δὲ τοῦτο σκεπτομένη
3663ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐνέγραψε πίστωσιν διὰ μόνα τὰ ἐνταῦθα
3664Δικαστήρια, προτιθεμένη ἴσως νὰ λάβῃ γενικὸν μέτρον.
3665Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοῦ ἐκίνησε τὴν περιέργειαν, εἶ-
3666ναι, ὅτι ἀνεγράφεται πίστωσις 60,000 δραχ. διὰ καλλωπι-
3667σμὸν τῆς πρωτευούσης, ἐνῷ γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἐπὶ τῇ
3668εὐκαιρίᾳ τῶν ἑορτῶν τῶν γάμων τοῦ Διαδόχου ἐδαπανήθη-
3669σαν διὰ καλλωπισμὸν τῆς πρωτευούσης 500,000 δραχμῶν.
3670Εἶναι λοιπὸν ἐπιτετραμμένον, ἐν ταῖς οἰκονομικαῖς δυσχε-
3671ρείαις, ἐν αἷς διατελοῦμεν, νὰ ἐγγραφῶσιν αὖθις 60,000;
3672Αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον. Ἄλλως δὲ, διατὶ νὰ μὴ ἐγγρά-
3673φηται καὶ ποσόν τι πρὸς καλλωπισμὸν τῶν λοιπῶν πόλεων;
3674Πολλὰ ἠδυνάμην νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου,
3675ἀλλ’ ἴσως δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἡ κατάλληλος. Προτείνω νὰ δια-
3676γραφῇ τὸ κονδύλιον τοῦτο τῶν 60,000 δραχμῶν μετὰ τὴν
3677δαπάνην τῶν 500,000.
3678§144ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐγνώριζε τὰς
3679λεπτομερείας, ἤθελεν εὕρει καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα τῆς προ-
3680τάσεώς του. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελε ληφθῆ μέριμνα περὶ
3681συντηρήσεως τῶν ὑπαρχόντων κήπων. Δὲν ἔχω κἀνένα λό-
3682γον νὰ παραπονοῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτε-
3683ρικῶν ἀνέγραψε τὴν δαπάνην ταύτην πρὸς βελτίωσιν τῶν
3684ὑπαρχόντων κήπων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν
3685πίστωσιν, ἀλλ’ ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν ἀμέσως προηγουμένην
3686τοῦ ἄρθρου 8, πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ σχεδίου Ἀθηνῶν. Πρέ-
3687πει νὰ γνωρίζητε τὴν ἱστορίαν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως,
3688διὰ νὰ κρίνητε κατὰ πόσον ἔχομεν δίκαιον νὰ παραπονώ-
3689μεθα διὰ τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἐν λόγῳ πιστώσεως. Ἀπὸ τοῦ
36901875, δηλ. ἀκριβῶς πρὸ 15 ἐτῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς
3691Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπηγγέλθη, ὅτι ἐπρόκειτο τέ-
3692λος ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ν’ ἀποκτήσῃ ἓν σχέδιον· ἐν τού-
3693τοις ἔκτοτε εὑρισκόμεθα εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς ὃ καὶ κατὰ
3694τὸ 1875. Τὸ σχέδιον τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν χρησιμεύει
3695ἀληθῶς, ὡς εἶπε προηγουμένως ὁ συμπολίτης μου, εἰς ἄγραν
3696ψήφων. Ἴσως οἱ περισσότεροι ἐξ ὑμῶν ἐνθυμεῖσθε ὅσα εἶπον
3697περί τινος σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν
3698ἀκριβῶς τὴν 4 Ἰανουαρίου 1887, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν
3699ἐπρόκειτο τὸ Ἔθνος νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του·
3700τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἷς τῶν κομματαρχῶν τοῦ Ὑπουργοῦ
3701τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχων ὑπὸ μάλης τὴν «Ἐφημερίδα τῆς
3702Κυβερνήσεως», ἔτρεχεν εἰς διάφορα σημεῖα τῆς πόλεως τῶν
3703Ἀθηνῶν, ὅπως ἀναγγείλῃ, ὅτι αἱ εὐχαὶ τῶν κατοίκων
3704ἐγένοντο ἀποδεκταὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι ἐπεκτεί-
3705νεται τὸ σχέδιον τῆς πόλεως. Ὡς εἶπον, ἀπὸ τοῦ 1875
3706ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ προικίσῃ
3707τὴν πόλιν μὲ σχέδιον ὁριστικὸν καὶ ἀμετάκλητον, διὰ τοῦ
3708ὁποίου ἤθελεν ἀποφύγει ὅλα τὰ ἀτομικὰ ἀδικήματα, τὰ
3709ὁποῖα καθ’ ἡμέραν γίνονται, πότε εἰς τὴν στένευσιν τῆς
3710δεῖνα ὁδοῦ καὶ πότε εἰς τὴν εὔρυνσιν, καὶ τοιοῦτόν τι συ-
3711νέβη εἰς τὴν ὁδὸν Νίκης, τὴν ὁποίαν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουρ-
3712γὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκεῖ εἷς πολίτης ᾠκοδόμει οἰκίαν,
3713ἀλλ’ ἤθελε νὰ τροποποιηθῇ τὸ σχέδιον· προσέτρεξεν εἰς τὸν
3714Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κατώρθωσε νὰ τροποποιηθῇ
3715ἡ γωνία τῆς ὁδοῦ Νίκης, νὰ προεκταθῇ ἡ οἰκία του εἰς τὴν
3716ὁδὸν καὶ νὰ κερδήσῃ οὕτω μέτρα τινὰ τοῦ ἐδάφους τῆς
3717ὁδοῦ εἰς βάρος τῆς δημοσίας ὁδοῦ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀδική-
3718ματα διὰ τὴν μὴ μόνιμον καὶ σταθερὰν ὕπαρξιν τοῦ σχε-
3719δίου τῆς πόλεως· διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀτυχίαν
3720νὰ ἔχωσι τὰς ἰδιοκτησίας των ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πό-
3721λεως, δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιήσωσι ταύτας· τί γίνεται
3722δέ; οἱ συμπολῖταί μου περιμένουν τὰς παραμονὰς τῶν ἐκ-
3723λογῶν καὶ τρέχει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἰδιοκτησίαν του
3724ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἀπειλῶν καὶ κατορθόνων νὰ
3725πιέσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπεκταθῇ τὸ σχέ-
3726διον τῆς πόλεως μέχρι τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, καὶ διὰ
3727τοῦτο παρατηρεῖτε, ὅτι ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτὸς
3728τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, δὲν ἔχουν σχέδιον, ἄλλοι δὲ, ἀπω-
3729τέρω τούτων εὑρισκόμενοι, εἶναι ἐν τῷ σχεδίῳ· δὲν ἔχετε
3730παρὰ νὰ ἐξετάσητε, τί συμβαίνει πρὸ τοῦ σταθμοῦ τοῦ σι-
3731δηροδρόμου Πειραιῶς–Πατρῶν, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἰδιοκτῆ-
3732ται ἐντεῦθεν τοῦ σταθμοῦ εἶναι ἐκτὸς τοῦ σχεδίου, ἄλλοι δὲ
3733ἀπώτερον εἶναι ἐντός· ταῦτα δὲ πάντα ἐγένοντο ἐν παρα-
3734μοναῖς ἐκλογῶν, πρὸς ἄγραν ψήφων. Ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν,
3735θεωρεῖται νῦν μεγαλόπολις· ἵνα κατασταθῇ λοιπὸν εὐπρεπὴς,
3736πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἀμετάκλητον τὸ σχέδιον. Νομίζετε, Κύριοι,
3737ὅτι ἀδικοῦμεν, διότι σᾶς κρατοῦμεν ἐνταῦθα μέχρι τῆς 1ης
3738μετὰ τὸ μεσονύκτιον; Τὸ θέμα εἶναι λίαν σπουδαῖον διὰ
3739τὴν πόλιν, ὥστε ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν πληρο-
3740φορίας περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων.
3741Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἀπορίαν περὶ ἑτέρου τινὸς ἄρθρου, τοῦ
3742ἀναγράφοντος δαπάνην διὰ τὴν ἀγορὰν καὶ ἐπισκευὴν τοῦ
3743καταστήματος τῶν φυλακῶν Ἀμφίσσης δραχ. 8,000. Ἐν-
3744νοεῖτε, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ εἶναι κωμικὸν, διότι
3745τί θὰ εἰπῇ ἀγορὰ οἰκίας καὶ ἐπισκευὴ 8,000 δραχμαὶ διὰ
3746φυλακάς; τί οἰκία εἶναι αὕτη; Δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
3747ἐπῆλθε τέλος πάντων ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ
3748περὶ διορθώσεως αὐτῆς τῆς καταστάσεως; Τὴν κατάστασιν
3749τὴν γνωρίζετε, τὴν γνωρίζετε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν οἰκοδο-
3750μημάτων, τὴν γνωρίζετε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ προσωπικοῦ
3751τοῦ ἐπιτηρητικοῦ, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν οἰκοδομημάτων· βε-
3752βαίως περὶ τῶν φυλακῶν αὐτῶν δὲν δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι
3753δύνανται νὰ στεγάζωσιν ἀνθρώπους· δύνανται νὰ χρησιμεύ-
3754σωσι πρὸς στέγασιν κτηνῶν, ἀλλ’ ἀνθρώπων ὄχι· εἶναι δὲ ὁ
3755συναγελασμὸς τῶν καταδίκων καὶ ὑποδίκων τοιοῦτος ἐν ταῖς
3756φυλακαῖς ἡμῶν, ὥστε ἀληθῶς αἱ φυλακαὶ συντελοῦσιν εἰς
3757αὔξησιν τοῦ ἐγκλήματος. Δὲν πρόκειται περὶ πράγματος,
3758τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει, τὴν κοινωνίαν, ὥστε νὰ ἀδημονῶ-
3759σιν οἱ συνάδελφοι, δὲν πρόκειται περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον
3760ἐννοεῖται τόσον εὐκόλως, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα
3761καὶ τὴν 1ην ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον νὰ κάμωμεν λόγον.
3762Αἱ φυλακαὶ ἡμῶν εὑρίσκονται εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν, ἐν
3763αὐταῖς διαῤῥέει ἀληθῶς τὸ λεγόμενον δηλητήριον τῶν φυ-
3764λακῶν (le poison des présons)· ὁποιοςδήποτε εἰσέλθῃ ἐν
3765αὐταῖς δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐξέλθῃ χειρότερος· ἡ κατάστα-
3766σις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀμέσως, ὡς εἰσέλθῃ ὁ κατάδικος ἢ
3767ὑπόδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐμβολιάζεται διὰ τοῦ δηλητη-
3768ρίου τῶν φυλακῶν, ἐμβολιάζεται δὲ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἠθι-
3769κὴν, ἐμβολιάζεται καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν σωματικήν. Δὲν
3770ἔχετε, παρὰ νὰ ἴδητε οἱονδήποτε διαμείναντα ἐν ταῖς φυλα-
3771καῖς ἡμῶν ἐπὶ ὀλίγας ὥρας, διὰ νὰ ἐννοήσητε τὴν κατά-
3772στασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται· ἡ μὲν ὄψις του εἶναι ἐν-
3773τελῶς ἠλλοιωμένη, ἡ διάνοιά του ἐντελῶς καταπεπτωκυῖα·
3774τί γίνονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαμένουσιν ἐπὶ ἔτη ἐν ταῖς
3775φυλακαῖς ταύταις; εἰς ποίαν κατάστασιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς
3776σωματικῆς καὶ διανοητικῆς ὑγείας ἐξέρχονται ἐκεῖθεν; Βε-
3777βαίως ἐξέρχονται ἔχοντες διεφθαρμένα ἀμφότερα, καταστάν-
3778τες ἀνίκανοι νὰ μετέλθωσιν οἱονδήποτε ἔργον, βεβαίως ἐξέρ-
3779χονται ἐντελῶς διεφθαρμένοι ἠθικῶς, διότι καθ’ ὅλον τὸ διά-
3780στημα, καθ’ ὃ διέμειναν ἐν αὐταῖς, δὲν εἶχον ἐνώπιόν των
3781ἢ παραδείγματα, δι’ ὧν χειρότεροι θὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ ὅ,τι
3782ἦσαν ὅτε εἰσῆλθον. Καὶ πῶς, ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν,
3783ἐν ᾗ διατελοῦσιν αἱ φυλακαὶ ἡμῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπί-
3784σητε, ὅτι αἱ φυλακαὶ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἐπα-
3785νόρθωσιν καὶ βελτίωσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγκλημάτισαν;
3786Εἶναι τάχα ὑπερβολαὶ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω; δὲν τὰ γνω-
3787ρίζετε ὅλοι; ἀλλ’ ἐνῷ ὅλοι τὰ γνωρίζετε, ἐνῷ ὅλοι εἶσθε
3788πεπεισμένοι περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, διατὶ τάχα
3789δὲν ἐγείρεσθε, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν διόρθωσιν
3790αὐτῆς τῆς καταστάσεως; Σημειώσατε δέ, Κύριοι, ὅτι τὸ
3791ζήτημα τῆς δαπάνης σχετικῶς εἶναι ἀσήμαντον ἀπέναντι
3792τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν θέλει προσπορισθῇ καὶ ἡ κοινωνία
3793ἐν γένει καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῆς ἀνεγέρσεως φυλα-
3794κῶν, διότι ἡ κακὴ κατάστασις τῶν φυλακῶν, σχετιζομένη
3795μὲ τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς λειτουργίας τῶν Δικαστη-
3796ρίων, μὲ τὴν εὔκολον ἀπονομὴν τῶν χαρίτων, πολλαπλα-
3797σιάζει τὰ ἐγκλήματα, πολλαπλασιάζουσα δὲ τὰ ἐγκλή-
3798ματα, πολλαπλασιάζει ἀναγκαίως τὰς δαπάνας τοῦ Δημο-
3799σίου καὶ πρὸς σύλληψιν τῶν ἐγκληματούντων καὶ πρὸς ἐκ-
3800δίκασιν αὐτῶν καὶ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν.
3801Τὸ ζήτημα λοιπὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἄξιον τῆς μερίμνης
3802τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἄξιον τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως,
3803ὥστε ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ 10 λεπτὰ
3804τῆς ὥρας ἢ ἡμίσειαν ὥραν, διὰ νὰ σκεφθῇ περὶ αὐτοῦ; Καὶ
3805χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ σώματος, διὰ νὰ μὴ φανῇ,
3806ὅτι ἡ Βουλὴ ὀλιγωρεῖ καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν
3807τῆς τελευταίας Συνόδου ἐπὶ τοσοῦτον τῶν καθηκόντων
3808αὐτῆς, ὥστε νὰ θέλῃ ἀπνευστεὶ νὰ διέλθῃ ὁλόκληρον τὸν
3809Προϋπολογισμὸν, χάριν, λέγω, αὐτῆς τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ
3810σώματος ζητῶ παρὰ τῶν ἐντίμων συναδέλφων νὰ ἐμμείνω-
3811σιν εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῶν φυλακῶν, διὰ νὰ ἀκουσθῇ τοὐ-
3812λάχιστον μία γνώμη ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ ὁποία νὰ ἐπιβάλῃ εἰς
3813τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄμεσον περὶ αὐτῶν μέριμναν.
3814§145Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λίαν σπου-
3815δαῖον.... (διακοπαὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς).
3816§146ΦΩΝΑΙ. Ἀρκετὰ πλέον (θόρυβος).
3817§147Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ (πρὸς τὸν κ. Μπουφίδην). Σιώπα
3818σύ! (θόρυβος).
3819Ὁ λόγος, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένο-
3820μεν νὰ μὴ λήξῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
3821εἶναι διότι ὑπάρχουσι μύρια ὅσα θέματα σπουδαιότατα, τὰ
3822ὁποῖα νομίζομεν καθῆκον ἡμῶν νὰ ἀναπτυχθῶσιν ἐνταῦθα.
3823Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ὑπεδείξαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ
3824ὑποχωρήσῃ, ἵνα κατορθωθῇ νὰ ἀναπτυχθῶσιν αἱ ἰδέαι
3825ἡμῶν. Νομίζουσιν οἱ κύριοι ἐκεῖνοι, ὅτι τὴν περὶ τῶν φυ-
3826λακῶν συζήτησιν κάμνομεν, ἵνα κωλυσιεργήσωμεν, ὅπως μὴ
3827ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἀπόψε, ἀλλ’ αὔριον; Σπουδαῖον
3828τῷ ὄντι τὸ κέρδος!
3829§148ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς νὰ πράττωμέν τι ἔκθεσμον, καὶ μᾶς κα-
3830τηγοροῦσιν.
3831§149Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἔκθεσμον εἶναι, κύριε Πρόεδρε, νὰ
3832λαλῶμεν περὶ τῶν φυλακῶν, ὁπόταν ἀπὸ τοῦ 1886 καὶ
3833ἐντεῦθεν ἐδαπανήθησαν 250 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Βε-
3834βαίως ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Κυβέρ-
3835νησιν, ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὅστις τοσοῦτον ἐπεβαρύνθη, ἔχει
3836τοὐλάχιστον τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ, ὅπως τὰ τέκνα αὐτοῦ,
3837τὰ ὑποπίπτοντα ὁπωσδήποτε εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις, μὴ
3838εἰσέρχωνται εἰς μπουτρούμια, ἐξ ὧν ἐξέρχονται ἀχρειέ-
3839στεροι καὶ μᾶλλον διεφθαρμένοι. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι
3840καὶ 70 ἑκατομμύρια, ἐὰν ἀπητοῦντο, τὸ Κράτος ἔπρεπε
3841νὰ φανῇ γλίσχρον πρὸς τοιοῦτον σκοπόν; καὶ νομίζετε, ὅτι
3842ὁ σιδηρόδρομος Μεσολογγίου–Ἀγρινίου εἶναι χρησιμώτερος
3843ἀπὸ τὴν δαπάνην πρὸς ἀνέγερσιν φυλακῶν; Δυσανασχε-
3844τοῦσιν οἱ Κύριοι, διότι νομίζουσιν, ὅτι ἐξελέγησαν μόνον
3845ἵνα ψηφίζωσι φόρους, μόνον διὰ νὰ ὑποστηρίζωσι τυφλῶς
3846τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι δὲν ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζη-
3847τῶσι παρ’ αὐτῆς νὰ ἐκτελῇ τὰ ἔργα ἐκεῖνα, ἄνευ τῶν ὁποίων
3848τὰ Κράτη δὲν δύνανται ν’ ἀξιῶσι νὰ λέγωνται πεπολιτι-
3849σμένα! Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ζήτημα, ὅπερ ἠδύ-
3850νατο νὰ καταναλώσῃ πολλὰς συνεδριάσεις, δυστυχῶς ὅμως
3851ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι οὐδὲ κἂν ἀπάντησιν εἰς τὰ λε-
3852γόμενα πρέπει νὰ δώσῃ. Παριστῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγ-
3853κην ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων καὶ ἐν Ἀθή-
3854ναις καὶ ἐν ταῖς λοιπαῖς πόλεσι τοῦ Κράτους καὶ ὑπὸ τὴν
3855ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὑπὸ τὴν ἔπο-
3856ψιν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, καὶ σιγῶσιν οἱ
3857κύριοι Ὑπουργοί, λαλοῦμεν περὶ φυλακῶν καὶ σιγῶσιν οἱ
3858κύριοι Ὑπουργοί. Ἓν μόνον ζητοῦσι, νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις
3859ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῶν καθέκαστα δηλαδὴ
3860τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ ἀνέλθῃ ὁ κύριος Πρωθυ-
3861πουργὸς εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἀναγνώσῃ τὸ Διάταγμα τῆς
3862λήξεως τῆς Συνόδου. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν
3863τοιαύτην τακτικὴν καὶ τὴν ταχύτητα, μεθ’ ἧς ἀπαιτεῖ ἡ
3864Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἑπτὰ ὅλων
3865Ὑπουργείων εἰς μίαν μόνην ἑσπέραν. Ἐκ σεβασμοῦ τοὐλά-
3866χιστον ἔπρεπε νὰ ψηφίζωνται τὰ καθέκαστα τοῦ Προϋ-
3867πολογισμοῦ ἐν διαστήματι δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν. Νομίζετε
3868ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν διάθεσιν νὰ διανυκτερεύσωμεν ἐνταῦθα;
3869Βεβαίως δι’ ἡμᾶς εἶναι λίαν εὐχάριστον, ὅτι συνέπεσε νὰ
3870συναντηθῶμεν ἀπόψε μεθ’ ὑμῶν ἐν τῇ συναναστροφῇ ταύτῃ,
3871ἀλλὰ βεβαίως δὲν προβαίνομεν μέχρι ζημίας τῆς ὑγείας
3872μας. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διατὶ νὰ θέλωμεν νὰ
3873σᾶς κρατῶμεν ἐνταῦθα ἄνευ σκοποῦ, ἐὰν δὲν ἐνομίζομεν ὅτι
3874ἔχομεν τὸ καθῆκον, ὅταν συζητῆται τὸ μόνον καὶ τὸ κυ-
3875ριώτατον ἔργον τῆς Συνόδου (διότι διὰ τοῦτο καὶ μόνον
3876καλούμεθα, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα καὶ συμ-
3877πληρωματικὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,) νὰ ἀναπτύξωμεν ἓν
3878πρὸς ἓν τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
3879τὰ ἀφορῶντα εἰς ζητήματα σπουδαιότατα, ὅπως εἶναι τὸ
3880ζήτημα τῶν φυλακῶν καὶ τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἀξιοῦμεν
3881ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δίδῃ ἑκάστοτε τὰς δεούσας ἐξηγή-
3882σεις, νὰ εἴπῃ, ἐὰν θεωρῇ ἄξιον λόγου τὸ περὶ φυλακῶν
3883θέμα, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἐν τῷ μέλλοντι τοὐλάχιστον, ὅπως
3884ἀποκτήσῃ τὸ Κράτος φυλακάς. Θὰ τὸ ἐνόουν ἐπὶ τέλους,
3885μολονότι καὶ πάλιν δὲν θὰ ἦτο συγκεχωρημένον, ἐὰν ἡ
3886παροῦσα Κυβέρνησις ἦτο Κυβέρνησις γλίσχρος, Κυβέρνησις
3887μὲ πρόγραμμα αὐστηρᾶς οἰκονομίας, ἀλλ’ ὁπόταν, Κύριοι,
3888αὐξάνωμεν τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονο-
3889μικῶν ἀπὸ 100 εἰς 260, ὁπόταν ἔχωμεν προσωπικὸν εἰς
3890τὰ καπνοκοπτήρια ὑπερτριπλάσιον τοῦ ἀναγκαίου, ὁπόταν
3891ἡ Κυβέρνησις μυρίας ἄλλας δαπάνας ἀχρήστους ποιῆται,
3892ὁπόταν φροντίζῃ περὶ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου καὶ Ἀγρι-
3893νίου, ἵνα ταξειδεύωσιν ἀνέτως τὰ αὐγοτάραχα τοῦ Μεσο-
3894λογγίου, νομίζετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνητε πρόνοιαν
3895περὶ τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους; Ἀπαιτοῦμεν λοιπὸν ἀπὸ
3896τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις· μᾶς εἶναι
3897δὲ ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἂν δὲν θέλῃ νὰ τὰς δώσῃ. Τόσῳ τὸ
3898χειρότερον δι’ αὐτήν. Ἕκαστος πολιτεύεται ὅπως νομίζει,
3899ὅτι πρέπει νὰ πολιτεύηται, μετ’ ὀλίγον δὲ θὰ παρουσια-
3900σθῶμεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἡμῶν· ἐὰν οἱ ἐκλογεῖς ἡμῶν
3901μᾶς καταδικάσωσιν, ἐὰν οἱ ἐκλογεῖς ἡμῶν ὑποδείξωσι καὶ
3902αὖθις τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ὡς τὴν νόμιμον Κυβέρνησιν
3903τοῦ Κράτους, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἡμεῖς θὰ παύσωμεν
3904ἀγωνιζόμενοι κατὰ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ σκέ-
3905φθητε, Κύριοι, ὅτι ἔχετε καὶ ὑποχρεώσεις, σκέφθητε ὅτι θὰ
3906παρουσιασθῆτε ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ὑμῶν, καὶ δικαίως
3907οὗτοι, ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῶν, θὰ σᾶς ἐρωτήσωσι, τί
3908ἐπράξατε κατ’ αὐτὸ τὸ τετραετὲς διάστημα. Μὴ στενοχω-
3909ρῆσθε λοιπὸν, ἂν ἡμεῖς ἀξιῶμεν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις μᾶς χο-
3910ρηγήσῃ τὰς ζητουμένας ἐξηγήσεις· ὑμεῖς μᾶλλον ἔχετε τὴν
3911ὑποχρέωσιν νὰ ὑποχρεώσητε αὐτὴν, ἀφοῦ τοσαύτην τῇ
3912παρέσχετε ὁμολογουμένως συνδρομὴν, ν’ ἀπαιτήσητε, ὅπως
3913πράξῃ τι καὶ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ὅπως δυνηθῆτε καὶ ὑμεῖς νὰ
3914εἴπητε εἰς αὐτὸν, ὅτι «βεβαίως σὲ ἐπεβαρύναμεν, ἀλλὰ
3915τοὐλάχιστον ὡς ἀντάλλαγμα τῆς τοιαύτης ἐπιβαρύνσεώς
3916σου, σοὶ ἐχορηγήσαμεν καὶ τὰ ἀγαθὰ ταῦτα»· ἀλλὰ ποῖα
3917ἀγαθὰ θὰ εἴπητε ὑμεῖς ὅτι τῷ ἐχορηγήσατε; ἐκτὸς ἐὰν
3918νομίζητε, ὅτι χορήγησις ἀγαθοῦ εἶναι ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων
3919τοῦ Κράτους. Ἐπιμένομεν λοιπὸν καὶ ἀξιοῦμεν, ἵνα ἡ Κυ-
3920βέρνησις ἀπαντήσῃ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν,
3921ὅπερ θεωροῦμεν ὡς ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων.
3922§150ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ αὐθάδεια, μεθ’ ἧς προσηνέχθη πρὸς
3923ἐμὲ ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ ἦτο βεβαίως ἀξία περιφρονήσεως,
3924ἂν μὴ συνεδέετο μὲ τὰς διαμαρτυρήσεις του, ὅτι προῆλθεν
3925εἰς τοῦτο, ἵνα καταδείξῃ ὅτι δὲν λαμβάνει τὸν λόγον, ὅπως
3926παρακωλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, οὐδὲ αὐτὸς οὐδὲ ὁ
3927ἕτερος συνάδελφος αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν
3928του καὶ καταδείξῃ εἰς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν πρὸ πάντων,
3929περὶ τοῦ ὁποίου μεριμνᾷ, ὅτι ἀγωνίζεται ἀνενδότως, ἵνα
3930ἀνακόψῃ τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνέργειαν
3931πρὸς ψηφοθηρίαν.
3932Ὅτι, κύριε Πρόεδρε, ὁ συνάδελφος πρὸς μόνον τὸν σκο-
3933πὸν τοῦ νὰ παρακωλύῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐργάζεται,
3934εἶναι καταφανὲς ἐκ τῆς ἐν γένει αὐτοῦ συμπεριφορᾶς, ἀλλὰ
3935καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἀναμιγνύεται εἰς πάντα τὰ ζητήματα, περὶ
3936τῶν ὁποίων οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἔχει, οὐδὲ δύναται νὰ ἔχῃ,
3937γνῶσιν. Ὁμιλεῖ λ. χ. περὶ φυλακῶν, ἐνῷ δὲν γνωρίζει οὔτε
3938πῶς συνέστησαν αὗται, οὔτε τίς ὁ σκοπὸς αὐτῶν, οὔτε πῶς
3939λειτουργοῦσιν· ὁμιλεῖ περὶ ζητήματος, ἀναγομένου εἰς τὴν
3940σφαῖραν τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, μεθ’ ἧς συνδέεται, ὅσῳ
3941τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον μετὰ τῆς Αὐστραλίας· ὁμιλεῖ
3942περὶ ζητημάτων, ἀναγομένων εἰς τὸ σχέδιον τῆς πόλεως
3943Ἀθηνῶν, καίπερ ἀγνοῶν τὰ κατ’ αὐτὸ, καὶ χρησιμεύει ἡ
3944ἠχὼ τῶν λόγων τοῦ συναδέλφου του, ἀναμένων νὰ ἀκούσῃ,
3945τί θὰ εἴπῃ ἐκεῖνος, διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς αὐτὰς λέξεις
3946ἀνουσιώτερον· φρονεῖ δὲ ἀφελέστατα, ὅτι τοῦτο λέγεται
3947συζήτησις. Ὅσοι θέλουσι νὰ συζητήσωσι σπουδαίως, πρέ-
3948πει νὰ κατέχωσι τὰ ζητήματα, πρέπει νὰ ἔρχωνται παρε-
3949σκευασμένοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ὁμιλῶσιν εἰς τρό-
3950πον, ὥστε νὰ πείθωσι καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀκούουσι,
3951καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀναγνώσωσι τὰ παρ’ αὐτῶν λεχθέν-
3952τα. Ὅσοι δὲ ἔρχονται διὰ νὰ νὰ ὁμιλῶσι περὶ ζητημάτων,
3953περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἔχουσι γνῶσιν, ἐκεῖνοι βεβαίως
3954πράττουσι τοῦτο διὰ νὰ παρακωλύσωσι τὰς ἐργασίας τῆς
3955Βουλῆς, ἵνα μὴ προβῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ Βουλὴ εἰς
3956τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, στέλλουσι δ’ ἐκεῖθεν
3957ὁδηγίας, ὅπως δημοσιευθῇ αὔριον πρωῒ πρωῒ, ὅτι ἠγωνίζετο
3958ἐκθύμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικοβοιωτίας συζητῶν καθ’
3959ὅλην τὴν νύκτα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· θέλει νὰ ἴδῃ αὔ-
3960ριον ἀναγινωσκόμενον τοῦτο ὡς κατόρθωμα, νομίζων, ὅτι
3961κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συνιστᾶται εἰς τὸν κόσμον· ἀλλὰ
3962τοῦτο δὲν εἶναι κατόρθωμα· εἶναι εὔκολον νὰ ἐκστομῇ τις
3963λέξεις ἄνευ συνεχείας καὶ ἄνευ ἐννοίας· κατόρθωμα ἀληθῶς
3964θὰ ἦτο, ἐὰν συνεζήτει σοβαρῶς, κατόρθωμα θὰ ἦτο, ἐὰν
3965κατεῖχε τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου συζητεῖ, κατόρ-
3966θωμα θὰ ἦτο, ἐὰν μεθ’ ὅλης τῆς ἀξιοπρεπείας, ἡ ὁποία
3967ἐμπρέπει εἰς ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ, προέβαινεν εἰς τὴν
3968ἀνάπτυξιν τῶν ζητημάτων, ἵνα γένηται ἄξιος τῆς ἀπαν-
3969τήσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ. Ἀλλὰ,
3970καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλεῖ, πρέπει νὰ ᾖναι βέβαιος, ὅτι οὔτε
3971συνάδελφός τις αὐτοῦ, κατὰ μείζονα δὲ λόγον οὔτε ἡ
3972Κυβέρνησις θέλει ποτὲ τῷ ἀπαντήσει.
3973§151Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως δὲν ἀξιῶ, ὅτι ἔχω τὰς
3974γνώσεις, τὴν παιδείαν καὶ τὴν ἀνατροφὴν τοῦ πρὸ ὀλίγου
3975λαλήσαντος, ἑπομένως περὶ τούτου δὲν θὰ ἐκτείνω τὸν λό-
3976γον, καθόσον καὶ ἡ κοινωνία καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι
3977γνωρίζουσι καὶ τὴν ἀνατροφὴν καὶ τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν
3978παιδείαν ἑνὸς ἑκάστου. Ἀκόμη στεροῦμαι καὶ τῆς γνώσεως
3979ξένων γλωσσῶν, ὧν κάτοχος εἶναι ὁ ἔντιμος συνάδελφος, καὶ
3980δὲν εἶμαι ἑπομένως εἰς θέσιν νὰ ἀναγνώσω συγγράμματα,
3981πραγματευόμενα τὰ ζητήματα ταῦτα· ἑπομένως θεωρῶ
3982ἐντελῶς περιττὸν νὰ συζητήσω καὶ ἀμφισβητήσω τὴν ἰδέαν
3983ταύτην τοῦ ἐντίμου συναδέλφου. Ἓν μόνον γνωρίζω, κύριε
3984Πρόεδρε, ὅτι, ἐκπληρῶν τὰ βουλευτικά μου καθήκοντα, οὐδέ-
3985ποτε ἐσκέφθην νὰ χρησιμοποιήσω τὸ βουλευτικόν μου ἀξίωμα,
3986ὅπως ἐξ αὐτοῦ ψωμίζωμαι. Ἐκεῖνοι, οἵτινες χρησιμο-
3987ποιοῦσι τὴν θέσιν τὴν βουλευτικὴν, ἵνα ψωμίζωνται, ἐκεῖνοι
3988δύνανται ἴσως νὰ ταράσσωνται, ἀλλ’ ὅσοι κατέστρεψαν εἰς
3989τὰ πολιτικὰ περιουσίαν καὶ ἰδίαν καὶ τῶν γονέων αὐτῶν,
3990βεβαίως δύνανται μὲν νὰ λυπῶνται, διότι δὲν ἔφθασαν εἰς
3991τὸ ὕψος καὶ τῆς διανοίας καὶ τῆς μορφώσεως τοῦ ἐντίμου
3992συναδέλφου, ἀλλὰ τοὐλάχιστον παρηγοροῦνται, ὅτι πολι-
3993τευόμενοι, πολιτεύονται ἐντίμως.
3994§152ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ συζήτησις, κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ ζη-
3995τήματος τῆς ἀνεγέρσεως τῶν φυλακῶν δὲν ἤθελεν ἔλθει εἰς
3996τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἐὰν ἡ πτέρυξ, ἡ ὑποστηρίζουσα τὴν
3997Κυβέρνησιν, διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας αὐτῆς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ
3998τοῦ Προϋπολογισμοῦ πέρυσι δὲν παρώτρυνεν ἡμᾶς εἰς τοῦτο.
3999Καὶ ἐξηγοῦμαι. Πέρυσι συνεδρίαζεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἡ Ἐπι-
4000τροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ἔτους, ἧς καὶ ἐγὼ εἶχον
4001τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος. Ἐκεῖ πολλαὶ καὶ σπουδαῖαι
4002γνῶμαι καὶ μεμελετημέναι, ὡς ἀξιοῖ ὁ ἐκ Λεβαδείας συνά-
4003δελφος κ. Μπουφίδης, προὐτάθησαν. Λεπτομερέστατα συνε-
4004ζητήθη ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσῃ τὸ
4005Ἑλληνικὸν Κράτος φυλακὰς, ὁ δὲ ἀξιότιμος συνάδελφός
4006μου κ. Γεωργαντᾶς διὰ μακρῶν καὶ διὰ μελέτης λίαν ἐμ-
4007περιστατωμένης ἀνέπτυξε καὶ αὐτὸς, ὡς καὶ ἄλλοι συνά-
4008δελφοι τῆς μειονοψηφίας καὶ ἐγὼ, τὰς ἰδέας περὶ τοῦ κα-
4009ταλληλοτέρου συστήματος πρὸς ἀνέγερσιν τῶν φυλακῶν.
4010Δὲν λέγω ταῦτα, ἵνα ὑποστηρίξω τὸν ἔντιμον συνάδελφόν
4011μου, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμῆς ὑποστηρίξεως, λέγω
4012ὅμως ταῦτα, ἵνα ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἕτερον συνάδελφον,
4013τὸν κ. Μπουφίδην, ὅστις ἰσχυρίσθη, ὅτι, ἂν λαμβάνῃ χώραν
4014ἐνταῦθα συζήτησις, ἡ συζήτησις αὕτη γίνεται κακῇ τῇ
4015πίστει.
4016§153ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἰσχυρίσθην αὐτό.
4017§154ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαιῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν
4018γίνεται κακῇ τῇ πίστει, ἐπὶ τοσοῦτον μάλιστα σπουδαίου
4019ζητήματος. Ἤθελε δὲ εἶσθαι εὐχῆς ἔργον, ἐὰν ὁ Προϋπο-
4020λογισμὸς κατὰ πᾶν ἔτος συνεζητεῖτο ἀκόμη λεπτομερέ-
4021στερον ἢ ὅσον κατὰ τὴν νύκτα ταύτην συζητεῖται. Διότι
4022μὴ νομίζητε, ὅτι μόνον διὰ γενικῆς τινος συζητήσεως τοῦ
4023Προϋπολογισμοῦ, περιοριζομένης εἰς τὰ γενικὰ κεφάλαια,
4024εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν πρόοδον ἐκείνην, ἥτις ἐστὶν
4025ἀναγκαία ἐν παντὶ ἔργῳ, ἑπομένως δὲ καὶ ἐν τοῖς Προϋ-
4026πολογισμοῖς τῶν Κρατῶν.
4027Ἐνθυμοῦμαι ἄριστα, ὅτι τοσαύτην ἐντύπωσιν ἐνεποίη-
4028σαν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογι-
4029σμοῦ αἱ ἰδέαι τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας, ὥστε ὁ Πρόε-
4030δρος τῆς Ἐπιτροπῆς, τῇ παρακελεύσει μελῶν τῆς πλειονο-
4031ψηφίας, ὧν μεταξὺ καὶ ὁ συμπολίτης μου κ. Μουτσόπου-
4032λος, οὗ τὴν μαρτυρίαν ἐπικαλοῦμαι, ἐζήτησαν, ἵνα αἱ
4033γνῶμαι τῆς μειονοψηφίας περί τε τῆς ἐγέρσεως καταστη-
4034μάτων καὶ περὶ μυρίων ἄλλων ζητημάτων, ὡς π. χ. περὶ
4035δασῶν, ἀναγραφῶσιν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς
4036Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἀνεγράφησαν. Ὥστε
4037ἐὰν ἐλάβομεν τὸ θάῤῥος νὰ συζητήσωμεν ὁπωσδήποτε κατὰ
4038τὴν νύκτα ταύτην, καὶ βεβαίως οὐχὶ διὰ μακρῶν, ἀλλ’
4039ὅσον εἶναι δυνατὸν συντομώτερον, ἐπὶ τῆς κυριωτέρας ἰδέας
4040περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων, δὲν ἐπράξαμεν
4041τοῦτο ἐξ ἰδίας μόνον προαιρέσεως. Οἱ ἀντιπρόσωποι ὑμῶν,
4042Κύριοι, οἱ Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς περυσινῆς Ἐπι-
4043τροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔδωκαν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα
4044νὰ τολμήσωμεν νὰ ὑποβάλωμεν γνώμας γενικὰς περὶ βελ-
4045τιώσεως τῶν ἐν Ἑλλάδι φυλακῶν.
4046Βεβαίως ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὥστε νὰ
4047ἀπαιτῶσιν οἱ συνάδελφοι νὰ παρουσιάσωμεν ὁλόκληρον σύ-
4048στημα, ἐν πάσαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις. Ταῦτά εἰσιν
4049ἔργα τῶν κυβερνώντων. Παρουσιάζουσιν ἆρά γε οἱ Κύριοι
4050οὗτοι τοιοῦτον σύστημα καὶ δὲν εὑρίσκουσιν ἡμᾶς κατηρ-
4051τισμένους εἰς τὸ νὰ συζητήσωμεν αὐτό;
4052«Ὅτε, Κύριοι, ἀνεγίνωσκον τὸν Βασιλικὸν λόγον, τὸν
4053κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης Περιόδου ἐκφωνηθέντα ἐν τῇ
4054Βουλῇ, ὑπ’ εὐθύνην αὐτῆς ταύτης, τῆς καὶ νῦν ἔτι ὑπευθύ-
4055νου Κυβερνήσεως, καὶ ἔβλεπον ἐν αὐτῷ τὰς διαφόρους ἐπαγ-
4056γελίας τῆς Κυβερνήσεως περὶ πολλῶν καὶ ποικίλων ἔργων,
4057εἶπον ἐν ἐμοὶ, ὅτι ὁ λόγος οὗτος ὁμοιάζει μὲ κατάλογον, ὃν
4058παρουσιάζουσιν ἡμῖν πτωχοί τινες διευθυνταὶ ξενοδοχείων,
4059μὲ εἰκοσιπέντε! ἐξαίφνης φαγητὰ. Καὶ κατόπιν ζητεῖτε
4060ἐξ αὐτῶν τῶν εἰκοσιπέντε! φαγητῶν νὰ εὕρητε ἕν, ἵνα γευ-
4061ματίσητε, καὶ δὲν εὑρίσκετε τίποτε. Κατάλογον, ἐὰν θέλετε
4062νὰ γευματίσητε, ἔχετε, ἀλλὰ φαγητὰ δὲν ἔχετε. Τοιοῦτος
4063ἦτο ὁ Βασιλικὸς λόγος. «Θέλομεν φροντίσει περὶ ἐγέρσεως
4064σχολείων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ περὶ ἐγέρσεως καταστη-
4065μάτων διὰ φυλακὰς, καὶ περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ δι-
4066ευθετήσεως χειμάῤῥων καὶ ποταμῶν». Εἶναι αἱ λέξεις τοῦ
4067Β. λόγου· καὶ ἐάν τις Ἀμερικανὸς ἀνεγίνωσκε τὸν Β. λόγον,
4068θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου τίποτε δὲν θέλει λείπει ἐν τῷ
4069προτύπῳ αὐτῷ Βασιλείῳ, ἐξ ἐκείνων, ὅσα κλεΐζουσι τὰ μᾶλ-
4070λον εὐνομούμενα Κράτη τοῦ τε νέου καὶ τοῦ παλαιοῦ Κό-
4071σμου. Καὶ ὅμως ἀπεμείναμεν, Κύριοι, καὶ περιμένομεν
4072ἀκόμη μὲ τὸν κατάλογον τοῦ μαγείρου ἀνὰ χεῖρας, ἄνευ
4073ὅμως φαγητῶν. Διότι περὶ οὐδενὸς ἐκ τῶν ἐν τῷ Β. λόγῳ
4074κατονομαζομένων ἔργων ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πρόνοιαν, οὔτε
4075εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ.
4076Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιαι αἱ μομφαὶ, αἵτινες
4077ἐκφέρονται καθ’ ἡμῶν. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤθελον εὐχηθῆ,—
4078λέγω δὲ τοῦτο ὑπὸ ἀτομικήν μου εὐθύνην, — ἵνα κατὰ πᾶν
4079ἔτος, ὡς γίνεται ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
4080οὕτω πως κατόπιν ἡ Βουλὴ κατεγίνετο εἰς τὴν συζήτησιν
4081τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἤθελον εὐχηθῆ νὰ
4082ἠκούοντο ἐνταῦθα γνῶμαι περὶ ἑκάστου κεφαλαίου τοῦ
4083Προϋπολογισμοῦ λεπτομερῶς. Διότι δὲν πρέπει νὰ νομίζω-
4084μεν, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσι καλῶς καὶ ἐν ταῖς λεπτομε-
4085ρείαις αὐτῶν. Καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως τῶν ἀντιμαχομένων
4086γνωμῶν δύναται νὰ προκύψῃ τι καλὸν ὑπὲρ τοῦ τόπου.
4087Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ἐντὸς μιᾶς νυκτὸς νὰ γένηται ἡ
4088δέουσα ἀνάπτυξις καὶ συζήτησις τοσούτων σπουδαίων πραγ-
4089μάτων, ἅτινα ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις ἀπόψε νὰ ψηφισθῶ-
4090σιν. Ἢ μήπως ὁ Κατιλίνας ἦναι πρὸ τῶν πυλῶν τῆς πό-
4091λεως; Ὁ Κατιλίνας δὲν εἶναι! Τὸ Διάταγμα τῆς ἐκτά-
4092κτου Συνόδου εἶναι πρὸ τῶν πυλῶν τῆς πόλεως. Ἀλλ’ αὐτὸ
4093τὸ Διάταγμα δύναται νὰ τροποποιηθῇ ὡς πρὸς τὴν
4094χρονολογίαν. Ἐδῶ εἴδομεν τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκο-
4095νομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸν, φέροντα ὁλόκληρον πίνακα
4096στατιστικῆς, καὶ κατόπιν ἀρνούμενον αὐτὸν, ὡς ἠρνήθη ὁ
4097Πέτρος τὸν Χριστόν. Καὶ εἶναι ἀνάγκη τάχα νὰ μᾶς βγά-
4098λῃ τὴν ψυχὴν ἐδῶ ἀπόψε, ἐπειδὴ ἔχει τὸ Διάταγμα γε-
4099γραμμένον ὑπὸ σημερινὴν χρονολογίαν, ἥτις ἀναγκαίως
4100πρέπει νὰ μεταβληθῇ, διότι ἡ σήμερον εἶναι ἢ αὔριον
4101πλέον, ἀφοῦ παρῆλθε τὸ μεσονύκτιον; Ἔχετε, Κύ-
4102ριοι, καθῆκον νὰ συζητῆτε ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἀκόμη, πρὶν ἢ
4103λήξῃ φυσικῶς ἡ παροῦσα Σύνοδος. Διατὶ τάχα κατέλαβεν
4104ὑμᾶς αὐτὴ ἡ βία; Τὴν Δευτέραν ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν,
4105καὶ νὰ φέρωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς σημειώσεις ἡμῶν, ἵνα ἴδωμεν,
4106ἐὰν δύνασθε νὰ συζητήσητε καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ
4107Προϋπολογισμοῦ.
4108§155ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἤκουσα τὸν συμπολίτην
4109μου νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ κατακρίνῃ μετὰ τόσης δει-
4110νότητος τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν, ἀνέμενον, ὅτι ἤθελεν
4111ἐκθέσει τοὐλάχιστον αὐτὰς τὰς ἰδέας του περὶ τῶν φυλα-
4112κῶν. Ἀληθῶς ἐγένετο συζήτησις, ἀλλὰ εἰς ὅλους τοὺς
4113μακροσκελεῖς ἐκείνους λόγους ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν
4114θὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ οὐδεμίαν λέξιν περὶ τῶν φυλακῶν, εὑρι-
4115σκόμεθα δὲ πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ σιωπήσωμεν καὶ νὰ
4116ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἡ εὐκαιρία, ἡ ὁποία παρουσιάζεται
4117ἐκ τοῦ ἄρθρου 8, ἢ νὰ προκαλέσωμεν τὴν μῆνιν τῶν συνα-
4118δέλφων, διότι ἀναγκάζομεν αὐτοὺς νὰ συνεδριάζουν τὴν 2
4119ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ἡμεῖς προτιμῶμεν τὴν μῆνιν
4120αὐτῶν, διότι θέλομεν νὰ καυχηθῶμεν, ὅτι ἡμεῖς ἐκτελοῦμεν
4121τὸ καθῆκον ἡμῶν, οἱ δὲ Κύριοι δὲν τὸ ἐκτελοῦν, καὶ προσ-
4122παθοῦσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐμποδίσουν καὶ ἡμᾶς ἀπὸ
4123τοῦ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν. Πότε πρέπει νὰ
4124λαλήσωμεν περὶ φυλακῶν; κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν
4125τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐδὲν ἐλέχθη. Ἐὰν ὑπεβάλλομεν ἐπε-
4126ρώτησιν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ εὕρισκεν, ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς
4127τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ ν’ ἀπαντήσῃ. Δὲν φοβούμεθα, ὅτι θὰ
4128καταγγελθῶμεν αὔριον, ὅτι παρακωλύομεν τὰς ἐργασίας τῆς
4129Βουλῆς. Τίνας ἐργασίας; μία ἐργασία ὑπολείπεται, ἡ ἀνά-
4130γνωσις τοῦ συνόλου, ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν καὶ ἡ
4131ἀνάγνωσις τοῦ Διατάγματος τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Καὶ
4132κατὰ τί ἤθελε πάθει τὸ πολίτευμα ἢ τὸ Κράτος, ἐὰν ἀνε-
4133βάλλετο ἡ ἐργασία αὕτη διὰ τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Τρίτην;
4134Λοιπὸν ἡμεῖς παραβαίνομεν τὸ καθῆκόν μας, ἢ σεῖς ὅπως
4135δήποτε θέλετε νὰ κλείσητε τὴν φυλλάδα αὐτὴν, χωρὶς νὰ
4136ἐπέλθῃ ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἀντιπρο-
4137σωπείαν τοῦ Ἔθνους; Καὶ συζητοῦμεν, Κύριοι, περὶ τῶν
4138δημοσίων ἔργων, καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ αὐτῷ δὲν ἔπρεπε νὰ
4139ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν κατάστα-
4140σιν τῶν φυλακῶν, διὰ τὴν κατάστασιν τῶν οἰκοδομημά-
4141των τῶν Δικαστηρίων, διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ἐπισκευῆς
4142καὶ τῆς ἐπιστασίας τῶν ἄλλων οἰκοδομημάτων; Ἔπρεπε
4143νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς τοὐλάχιστον εἰς
4144ἐκεῖνα τὰ δημόσια ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθη κατὰ τὴν ἔναρξιν
4145τῆς Περιόδου, ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ Θεσσαλία ἐξομοιώθη. Ἐγγράφε-
4146ται ἀληθῶς ὑπὸ τὸ ἄρθρον 13 μία πίστωσις 15,000 δραχμῶν
4147μὲ τὴν ἐπιγραφὴν «ἀποξήρανσις ἑλῶν καὶ διοχέτευσις χει-
4148μάῤῥων καὶ ποταμῶν». Ἀλλὰ ποῦ εἶναι αἱ ἐπαγγε-
4149λίαι ἐκεῖναι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐπηγγέλλετο — τὴν
41504ην νομίζω Φεβρουαρίου — πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι
4151ἐπρόκειτο νὰ ἀποξηράνῃ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέχρι τοῦ ἄλλου ἄκρου
4152πάντα τὰ τέλματα τῆς Ἑλλάδος, νὰ διευθετήσῃ πάντας
4153τοὺς χειμάῤῥους, νὰ καταστήσῃ ἀληθῆ γῆν τῆς ἐπαγγε-
4154λίας τὴν Θεσσαλίαν; πῶς παρῆλθε ὅλην τὴν τετραετίαν,
4155χωρὶς οὐδὲν νὰ πράξῃ; Ἡ Θεσσαλία ἐλησμονήθη, ἀναμένουν
4156δὲ ἴσως νέας πλημμύρας, διὰ νὰ ἀποστείλουν τοὺς μηχανι-
4157κοὺς, ὅπως κατὰ τὰς παραμονὰς πάλιν ἐκλογῶν δώσωσι
4158νέας ἐπαγγελίας ψευδεῖς. Ἀλλ’ ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀνοίξω-
4159μεν τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, νὰ ἐπικαλεσθῶ-
4160μεν τὴν συνδρομὴν τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων, καὶ ἐὰν
4161δὲν μᾶς τὴν χορηγήσωσιν, ἔχομεν καθῆκον νὰ τοὺς καταγ-
4162γείλλωμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των, καὶ νὰ τοῖς εἴπωμεν: τί
4163ἐπράξατε ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας; Δύο ἔτη παρῆλθον ἀπὸ τῆς
4164ἐποχῆς, καθ’ ἣν περιώδευσα τὴν Θεσσαλίαν. Τὴν ἐπιοῦσαν
4165τῆς ἀφίξεώς μου ἐδημοσιεύθησαν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποικίλα
4166περὶ τῶν μελετωμένων δημοσίων ἔργων διὰ τὴν Θεσ-
4167σαλίαν. Ἀλλὰ παρῆλθεν ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἀξιοτίμου συνα-
4168δέλφου κ. Λογιωτάτου. Ἐκεῖνος ἐμνήσθη ἅπαξ τῶν ἐπαγ-
4169γελιῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκεῖ ἔμεινε· καὶ ἔχω δικαίω-
4170μα νὰ τὸν καταγγείλω. Ἤθελον νὰ γνωρίζω, πῶς οἱ κύ-
4171ριοι συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας θὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον
4172τῶν ἐκλογέων των (θόρυβος δεξιᾷ). Ἐγὼ εὐχαρίστως ἀπαντῶ
4173εἰς τὰς διακοπὰς, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ γίνωνται διὰ τρόπου,
4174ὥστε νὰ δύναμαι ν’ ἀντιλαμβάνωμαι αὐτῶν. Ἴσως παρα-
4175πονεῖσθε, ὅτι ἀποτείνομαι πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς· ἀλλὰ νομίζω,
4176ὅτι εἰς τὸ στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε σήμερον ἡ Ἐθνικὴ
4177Ἀντιπροσωπεία, βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀποτείνηταί τις
4178πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς· διότι ὑμεῖς μὲν οὐδὲν
4179ἔχετε νὰ ἀπολέσητε, οἱ δὲ ἐκλογεῖς ἔχουν τὰ πάντα νὰ
4180ἀπολέσουν, ἐὰν χορηγήσωσιν ὑμῖν τὴν ὑποστήριξίν των. Τί
4181δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐκ τῆς Βουλῆς; Τὴν σιγὴν, τὴν
4182δουλικὴν ὑποταγὴν εἰς τὰ νεύματα, τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖ-
4183νος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀποτεινώμεθα
4184πρὸς αὐτὸν, καὶ ὄχι πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς, πρέπει νὰ ἀποδει-
4185κνύῃ, ὅτι εἶναι ἄξιος τούτου. Οὐδέποτε τὸ ἀπεδείξατε.
4186Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν εἶσθε ἐντιμότατοι ἄνθρωποι, ἀλλ’ οὐδέ-
4187ποτε ἠθελήσατε νὰ ἐννοήσητε τὸ ὕψος τῆς ἐντολῆς, τὸ κα-
4188θῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων σας· οὐδέ-
4189ποτε ἠθελήσατε νὰ κατανοήσητε τὴν ἰδικήν σας ἀξιοπρέ-
4190πειαν.
4191§156ΠΑΧΥΣ. Τί εἶσαι σὺ, ποῦ τὰ λέγεις αὐτά;
4192§157ΡΑΛΛΗΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ σκέψεις αἱ ἰδικαί μου, αἱ
4193ὁποῖαι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν σᾶς ἀρέσκουσιν. Ὑμεῖς, κύριε
4194Παχῦ, τὰ καθήκοντά σας τὰ πολιτικὰ τὰ ἐκτελεῖτε ὄπι-
4195σθεν τοῦ Προεδρείου, ἐγὼ τὰ ἐκτελῶ ἐντεῦθεν. Σεῖς ἐκεῖθεν
4196συναλλάττεσθε.
4197§158ΠΑΧΥΣ. Σεῖς συναλλάττεσθε, ὄχι ἐγώ.
4198§159ΡΑΛΛΗΣ. Συναλλάττομαι πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου, ὑπο-
4199σχόμενος πρὸς αὐτοὺς, ὅτι θέλω μεριμνήσει ὑπὲρ τῶν νομί-
4200μων συμφερόντων των, ἀλλὰ βεβαίως ποτὲ δὲν συνηλλά-
4201γην ἐπὶ ὅροις μὴ ἐντίμοις, καὶ ἐπεθύμουν νὰ εὑρίσκεσθε
4202εἰς αὐτὴν τὴν εὐχάριστον θέσιν. Πρὸ παντὸς ὅμως οἱ συνά-
4203δελφοι, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἀποδεικνύονται τόσον εὐαίσθητοι,
4204πρέπει νὰ ἐννοήσουν, ὅτι, ἀντὶ νὰ εὐκολύνουν τὸ ἔργον των,
4205τὸ δυσχεραίνουν διὰ τῶν τοιούτων διακοπῶν, διότι εἶμαι
4206ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω. Ἀφοῦ ἐπὶ 3½ ἔτη ἐσίγησε
4207σιγὴν ἰχθύος ὁ κ. Παχὺς, κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν θέλει
4208νὰ ἀκουσθῇ καὶ αὐτὸς, ἔστω καὶ διὰ διακοπῆς. Ἐνόσῳ
4209σιωποῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὁμιλήσουν, ἔχω τὴν
4210πεποίθησιν, ὅτι αἱ ἰδέαι μου εἶναι κάλλισται. Ἄλλως τε
4211συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐνθυμηθῆτε τὰς ἐπαγ-
4212γελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐπηγγέλθη, ὅτι ἤθελε κατα-
4213στήσει τὴν Θεσσαλίαν τὸν σιτοβολῶνα τῆς Ἑλλάδος. Τὸ
4214ἔπραξεν ἀληθῶς, ἀλλὰ διὰ τῆς λαθροχειρίας τῆς ὑπηρεσίας
4215ἐπὶ τῶν πινάκων τῆς εἰσαγωγῆς, δι’ ὧν ἀπεδείχθη, ὅτι ἐξά-
4216γομεν σῖτον καὶ εἰσάγομεν χρυσόν. Ἀλλὰ αὐτὸ ἠναγκάσθη
4217νὰ τὸ ὁμολογήσῃ ψευδὲς αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν δὲ
4218κατὰ τὸ 1889 εἰσηγάγομεν σῖτον κατὰ 10,000,000 περισ-
4219σότερον τοῦ κατὰ τὸ 1888, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω-
4220μεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τί ἔπραξε μέχρι τοῦδε, καὶ τί
4221σκοπεῖ νὰ πράξῃ διὰ τῆς πιστώσεως τῶν 15,000 δραχμῶν
4222ὡς πρὸς τὴν Θεσσαλίαν; ἡ ὁποία δύναται ἀληθῶς νὰ χρησι-
4223μεύσῃ ὡς σιτοβολὼν τῆς Ἑλλάδος, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἡ μέ-
4224ριμνα ἡ κυβερνητικὴ, ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ θέλησις. Ἀλλ’
4225ἀντὶ τούτου βλέπω μόνον τὴν θέλησιν εἰς ἁρπαγὴν τοῦ
4226Προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως, πρὸς μόνον τὸν σκο-
4227πὸν τοῦ νὰ διακωμῳδηθῇ ὁ θεσμὸς οὗτος, διότι ἓν μόνον παρά-
4228δειγμα ὑπάρχει εἰς τὴν ἱστορίαν τὴν κοινοβουλευτικὴν τῆς
4229Ἑλλάδος ἐπιψηφίσεως Προϋπολογισμοῦ ἐντὸς μιᾶς νυκτὸς,
4230κατὰ τὸ 1870. Ἔχομεν ἀκόμη 50 ἡμέρας μέχρι τῆς νομί-
4231μου λήξεως τῆς Συνόδου. Διατὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε
4232ὁ Προϋπολογισμός; Ἴσως ὁ κ. Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου
4233θὰ μᾶς πληροφορήσῃ, διότι οἱ ἄλλοι μένουν ἄλαλοι. Δὲν εἶ-
4234ναι δυνατὸν ν’ ἀπαντήσῃ κἀνείς. Ὁ κ. Καράπαυλος μά-
4235λιστα μειδιᾷ, ὡς ἀποδεχόμενος τοὺς λόγους μου.
4236Κύριε Πρόεδρε, ἀκριβῶς δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶμαι
4237ἠναγκασμένος νὰ προτείνω τὴν ἀναβολὴν δι’ ὀνομαστικῆς
4238κλήσεως.
4239§160ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πολὺ συχνὰ, τὰς τελευ-
4240ταίας ἡμέρας μάλιστα, συζητουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
4241κατ’ ἐξοχὴν δὲ ταύτην τὴν ἑσπέραν, ἐνῷ οἱ ῥήτορες τῆς
4242Ἀντιπολιτεύσεως ἐπικρίνουσι τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνή-
4243σεως, ποιοῦσιν ἀποστροφὰς πρὸς τὴν δεξιὰν πτέρυγα, δι’ ὧν
4244ἐπιῤῥίπτουσι τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῖς ἀστόχως, ὡς ἰσχυρίζον-
4245ται, πεπραγμένοις καὶ ἐπὶ τῶν μελῶν τῶν συγκροτούντων
4246τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐπειδὴ δὲ πραγματικῶς εἶναι ἄμεσος
4247ἡ ὑφισταμένη ἀλληλλεγγύη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ
4248τῆς Συμπολιτεύσεως, οὐσιώδη δὲ παράγοντα τῆς μερίδος
4249αὐτῆς ἀπετέλεσαν πάντοτε οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας,
4250φρονῶ ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει καθῆκον ν’ ἀπολογηθῇ
4251κατὰ τῶν μομφῶν αὐτῶν, καὶ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του.
4252Ἡ τοιαύτη ὅμως ὑποχρέωσις ἐπεβάλλετο παρὰ πάντα
4253ἄλλον εἰς ἐμὲ, διότι δὲν ἐλησμονήθη βέβαια ὁ παράλογος
4254πάταγος, ὁ ἐγερθεὶς κατὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν τῆς
425519 Ἰουνίου 1888, διατηρῶ δὲ ἀκόμη ζωηρὰν τὴν ἐνθύμησιν
4256ἐπιθέτων οὐχὶ κολακευτικῶν, τὰ ὁποῖα ἐνησμενίσθησαν νὰ
4257μοὶ ἀποδώσωσιν, ἄλλοι μὲν ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως,
4258ἄλλοι δὲ διότι συνεπάθουν πρὸς τὸν ἀντίπαλόν μου, καὶ ἄλ-
4259λοι τέλος ἐκ λόγων, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἐγίνωσκον, ἐνῷ ὀλί-
4260γοι ἴσως ἠγνόουν ὑπὸ τίνας περιστάσεις ἐτέθη ἡ ὑποψηφιό-
4261της μου, καθὼς καὶ ὅτι ὁ πρὸς τὸ πολιτεύεσθαι ἐνθουσια-
4262σμὸς εἶναι ἐλάχιστος παρ’ ἡμῖν.
4263Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Θεσσαλῶν, ἀφ’ ὅτου εἰσῆλθον εἰς τὸ
4264Βουλευτήριον, δὲν εἶχον βεβαίως νὰ ἐπιδείξωσι πατραγα-
4265θίας, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἀνδραγαθίας, οὐδὲ εἶχον τὴν παι-
4266δαριώδη ἀξίωσιν νὰ ἐπισκιάσωσι τὴν αἴγλην καὶ τὰ φῶτα
4267τόσων ῥητόρων, διαπρεπόντων ἐπὶ εὐρυμαθείᾳ καὶ εὐγλωτ-
4268τίᾳ, ὑπῆρξαν ὅμως ὁμολογουμένως στοιχεῖον νομιμοφροσύ-
4269νην καὶ τάξεως. Ὁρμηθέντες δὲ ἀπὸ τὴν σκέψιν εὐθὺς ἐξ ἀρ-
4270χῆς, νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις διαρκὴς, ὅπως τεθῇ τέρμα
4271εἰς τὴν ἐκ τῶν συχνῶν ὑπουργικῶν μεταβολῶν ἀβεβαιότητα,
4272ἐνίσχυσαν τὴν μερίδα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας
4273Βουλευτοῦ, περὶ οὗ ἦτο ἐσχηματισμένη ἡ γνώμη, ὅτι καὶ
4274ἐσωτερικῶς ἤθελε διαῤῥυθμίσει τὴν Πολιτείαν προοδευτικῶς,
4275καὶ ἐξωτερικῶς ἔμελλε νὰ παρασκευάσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα
4276θέσιν ἀνταξίαν τῶν ἀξιώσεων αὐτῆς περὶ μεγάλου μέλλον-
4277τος. Πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δὲν τοὺς συνέδεεν ἰδιαιτέρα
4278στοργὴ καὶ συμπάθεια, ἀλλ’ ὁ αὐτὸς δεσμὸς, ὁ συνδέων
4279ἅπαντα τὰ ἀξιότιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς ἄλληλα,
4280ἡ ἐντολὴ δηλονότι, μὲ τὴν ὁποίαν τοὺς περιέβαλον οἱ
4281ἐκλογεῖς των, νὰ βουλεύωνται σοβαρῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
4282περὶ ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων μεθ’ ὅλης τῆς ὀφειλομέ-
4283νης πρὸς τοὺς κειμένους θεσμοὺς εὐλαβείας καὶ σύμφωνα
4284πρὸς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς συνειδήσεως καὶ τοῦ ὅρκου των.
4285Διὰ τοῦτο, μ’ ὅλην τὴν ἐνίσχυσιν, τὴν ὁποίαν παρέσχον
4286εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐτήρησαν ἀμείωτον τὸν σεβασμὸν πρὸς
4287τὸν ἀγῶνα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι, ὡς ἀδαεῖς τοῦ κοι-
4288νοβουλευτικοῦ βίου, συναισθανόμενοι τὸ ὕψος τῆς εὐθύνης,
4289τὴν ὁποίαν διὰ τῆς στάσεως των ἀνελάμβανον ἀπέναντι τῆς
4290Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου, εἶχον ἀνάγκην τοῦ αὐ-
4291στηροῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς
4292Κυβερνήσεως ἡ Ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ ἐκτιμῶσι κατὰ τὸ
4293πρέπον τὰς ἐπαγγελίας καὶ τὴν δρᾶσιν τῆς Κυβερνήσεως,
4294τὴν ὁποίαν ἠκολούθουν.
4295Τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
4296βερνήσεως ἠσπάσθησαν, οὐχὶ διότι ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιβληθεῖσα
4297φορολογία δὲν τοῖς ἐφαίνετο βαρεῖα, ἀλλὰ διότι ἡ ἀνά-
4298κτησις τῆς ἐλευθερίας των συνεπήγετο ὑποχρεώσεις. Τοιου-
4299τοτρόπως δὲν τοῖς ἐπετρέπετο νὰ λησμονήσωσιν, ὅτι ἱκανὸν
4300μέρος τοῦ δημοσίου χρέους μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχε
4301χρησιμοποιηθῆ πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Θεσσαλίας, οὐδὲ νὰ
4302παρίδωσιν, ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς μεγάλας θυσίας,
4303ὅπως συντελεσθῇ καὶ ἄλλων δούλων ἀδελφῶν ἡ ἕνωσις· ἀλλ’
4304ἐκτὸς τούτου ἔπρεπε νὰ σκεφθῶσιν ἀμέσως, ὅτι, διὰ νὰ κατα-
4305σταθῇ ἡ Θεσσαλία, κατὰ τὴν γενικὴν περὶ αὐτῆς φήμην, ὁ
4306σιτοβολὼν ὅλης τῆς Ἑλλάδος, εἶχεν ἀνάγκην πολλῶν πραγ-
4307μάτων. Ἀλλὰ ταῦτα ἤθελον κατορθωθῆ μόνον διὰ τῆς
4308εἰσροῆς ξένων κεφαλαίων ἐπὶ συγκαταβατικῷ τόκῳ εἰς τὸν
4309τόπον, πρᾶγμα, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπίτευξιν ἑδραία πίστις καὶ
4310Κυβέρνησις μόνιμος ἠδύναντο νὰ ἐγγυηθῶσιν.
4311Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, αὗται
4312καὶ νῦν ὑφίστανται· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατ’ ἐπανάληψιν
4313ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ προαγωγὴ τῆς Θεσσαλίας ἀποτελεῖ τὴν
4314ἰδιαιτέραν του μέριμναν· τὴν σύστασιν Γεωργικῆς καὶ Κτη-
4315ματικῆς Τραπέζης ἐζητήσαμεν καὶ ζητοῦμεν ἐξακολουθη-
4316τικῶς, ἡ σύστασις ὅμως τοιούτων πιστωτικῶν καταστη-
4317μάτων προϋποθέτει καλῶς λειτουργοῦν κτηματολόγιον, εἰς
4318τὸν καταρτισμὸν δὲ αὐτοῦ ἀνενδότως ἐργάζεται ἡ Κυβέρ-
4319νησις. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν θεωροῦμεν τοῦτο ζήτημα στενῶς
4320Θεσσαλικὸν, ἀλλὰ ζήτημα Ἑλληνικὸν, σχετιζόμενον ἀμέ-
4321σως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Τὸ Γραφεῖον
4322τῆς Στατιστικῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς
4323πληροφορεῖ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰσάγει σῖτον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ
4324ἀξίας 30,000,000 δραχμῶν καὶ πλέον κατ’ ἔτος, τὸ ποσὸν
4325δ’ αὐτὸ ἀντιπροσωπεύει ἀξίαν 6,000,000 κοιλῶν σίτου· ταῦτα
4326βεβαίως, μὲ καλὴν καλλιέργειαν καὶ σύμφωνον πρὸς τὸ
4327προηγμένον Εὐρωπαϊκὸν καὶ Ἀμερικανικὸν σύστημα, ἠδύ-
4328νατο νὰ παραγάγῃ ἡ Θεσσαλία· ἀπαιτοῦνται ὅμως πρω-
4329τίστως κεφάλαια, καὶ τούτων ἔχει ἀνάγκην ὁ γεωργικὸς
4330πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας, οὗτινος ἡ θέσις, ὡς πολλάκις
4331ἐῤῥέθη, δὲν εἶναι εὐχάριστος· καὶ ἀκριβῶς τοῦτο ἀπαιτοῦ-
4332μεν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας ἀπὸ τὴν Βουλὴν, καὶ
4333τοιοῦτο ζήτημα περιεμένομεν νὰ γεννηθῇ ἐν τῷ περιβόλῳ
4334τούτῳ.
4335Εὐχαριστῶ πολὺ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικοβιω-
4336τίας, διότι μοὶ παρέσχε τὴν ἀφορμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον.
4337Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ζήτημα Θεσσαλικὸν ὤφειλε πρὸ πολ-
4338λοῦ νὰ ἐγερθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπειδὴ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι
4339μόνον ἐμβριθὴς καὶ πεφωτισμένη συζήτησις περὶ Θεσσαλίας
4340ἐν τῇ Βουλῇ, μεθ’ ὅσα λέγονται καὶ γράφονται παρὰ δια-
4341φόρων, δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς ὀρθὰ συμπεράσματα, ὅσον ἀπο-
4342βλέπει τὴν παραδοχὴν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν προσφορωτέρων
4343μέτρων, τῶν ὑπισχνουμένων ἀσφαλῆ καὶ ἀποτελεσματικὴν
4344βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργίας.
4345Ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐσκόπει νὰ πραγματευθῇ τὸ ζήτημα
4346τῆς Θεσσαλίας, τὸ περιεμένομεν, τὴν προσδοκίαν δ’ ἡμῶν
4347ἐπέῤῥωσεν ἐσχάτως ὑπαινιγμὸς περὶ τούτου ἐφημερίδος, φίλα
4348φρονούσης τῇ Ἀντιπολιτεύσει, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ἀνέ-
4349γνωσα. Ἐὰν, ὡς ἀνέγνων ἐν τῇ ἐφημερίδι ἐκείνῃ, ἡ Ἀντι-
4350πολίτευσις ἐργάζηται καὶ ἔχῃ ἕτοιμον νομοσχέδιον περὶ Θεσ-
4351σαλίας, θέλω εὐγνωμονεῖ πολὺ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν
4352σύσσωμον, ἡ εὐγνωμοσύνη μου δὲ θέλει εἶσθαι καὶ ἡ ἐκδήλω-
4353σις τοῦ φρονήματος τῶν συναδέλφων μου, τῶν παρακαθημέ-
4354νων ἐνταῦθα, καὶ τῶν συμπολιτῶν μου. Ἄς βεβαιωθῇ δὲ ἡ
4355ὁλομέλεια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι, προκειμένου περὶ θε-
4356μάτων ἐξυπηρετούντων ζωτικώτατα συμφέροντα τῆς Πα-
4357τρίδος, οὐδεμίαν διάκρισιν ποιοῦμαι μεταξὺ δεξιᾶς καὶ ἀρι-
4358στερᾶς πτέρυγος. Καὶ ὀψέποτε ἡ ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ
4359λαοῦ τοὺς καλέσῃ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του εἰς τὴν ἐξουσίαν,
4360καὶ διὰ τοῦ προγράμματός των ἀποδείξωσιν, ὅτι πράγματι
4361ἐμφοροῦνται ὑπὸ πνεύματος προόδου καὶ εὐημερίας ὑπὲρ
4362τῆς ὅλης Ἑλλάδος καὶ τῆς Θεσσαλίας, πρῶτοι οἱ Θεσσαλοὶ
4363θέλουσιν ἐπικροτήσει τὸν ἀγῶνα καὶ τὸ πρόγραμμά των.
4364§161ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, κατὰ
4365τὴν ἑσπέραν ταύτην οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔλαβον τὸ δεῖπνον
4366αὐτῶν ἐπὶ τῆς ἐπισήμου ἐκείνης τραπέζης, πρὸ τοῦ βήμα-
4367τος τῆς Βουλῆς, περιορίσαντες αὐτὸ εἰς μίαν ξηρὰν κου-
4368λούραν, ἐγὼ βεβαίως δὲν πταίω διὰ τοῦτο· οὐδὲ πιστεύω,
4369ὅτι τις τῶν συναδέλφων μου, τῶν ἐντεῦθεν παρακαθημέ-
4370νων, εἶναι ἔνοχος τῆς ἀσχημίας ταύτης. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι
4371ἥκιστα εὐχαρίστως εὑρίσκομαι κατὰ τὴν μεταμεσονύκτιον
4372ὥραν ταύτην μακρὰν τῆς οἰκίας μου, εἰς τὴν ὁποίαν ἄλλως
4373τε σπουδαῖος λόγος μὲ ἠνάγκαζε σήμερον νὰ παρευρίσκωμαι
4374πρὸς ἐκτέλεσιν ὑψηλοτέρων καθηκόντων· ἐνόμισα ὅμως, κύ-
4375ριε Πρόεδρε, ὅτι δέν μοι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀπουσιάζω
4376κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐκ τῆς αἰθούσης τοῦ Βουλευτη-
4377ρίου. Πρόκειται ἡμῖν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ·
4378ἀνέμενον δὲ τὴν στιγμὴν ταύτην, διὰ νὰ ἐπιφέρω παρατη-
4379ρήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμω ἐπί
4380τινων κεφαλαίων αὐτοῦ· καὶ ἤθελεν εἶναι παράλειψις καθή-
4381κοντος ἐκ μέρους μου, ἐὰν ἀπουσίαζον κατὰ τὴν ἑσπέραν
4382ταύτην ἐντεῦθεν, ὅπου ἐνετάλην παρὰ τῶν ἐκλογέων μου νὰ
4383παρευρίσκωμαι καὶ νὰ ἐπαγρυπνῶ. Δυστυχῶς ὅμως ἐνασκεῖ-
4384ται ἠθική τις πίεσις, καθαρὰ ἐκβίασις ἐφ’ ἡμῶν παρὰ τῶν
4385συναδέλφων, τῶν ἐκεῖθεν καθημένων. Εἶναι πρόδηλος ἡ πίεσις,
4386τὴν ὁποίαν ἀσκοῦσιν ἐφ’ ἡμῶν, καὶ ὅμως ἐκεῖνοι νομίζουσιν, ὅτι
4387ἐκβιάζονται, καὶ παραπονοῦνται καθ’ ἡμῶν. Ἄριστα ἀνέπτυξε
4388πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ σεβαστὸς φίλος μου
4389κ. Ῥάλλης, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανέλθω εἰς αὐτό. Ἀριδή-
4390λως ἀπέδειξε, τίνα τὰ καθήκοντα καὶ τῶν ἐκεῖθεν συναδέλ-
4391φων καὶ τῶν ἐντεῦθεν, γενικῶς μὲν ἐν ταῖς κοινοβουλευτικαῖς
4392ἐργασίαις, μάλιστα δὲ προκειμένης τῆς συζητήσεως τοῦ
4393Προϋπολογισμοῦ· κατὰ ταῦτα δὲ ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶ-
4394μεν καὶ νὰ συζητήσωμεν, ὅση ἑκάστῳ ἡμῶν δύναμις.
4395Εὐχαριστότερον ὅμως ἠγέρθην τῆς θέσεώς μου τὴν στιγ-
4396μὴν ταύτην, ἵνα λάβω τὸν λόγον, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ
4397ἐκεῖθεν πρὸ μικροῦ ἀγορεύσαντος συναδέλφου, τοῦ ἀξιοτίμου
4398βουλευτοῦ ἐκ Θεσσαλίας κ. Λογιωτάτου, τὸν ὁποῖον ἔχω
4399ἀφορμὰς νὰ ὑπολήπτωμαι καὶ τιμῶ καὶ ὡς ἄτομον, πλὴν
4400τοῦ πρὸς συνάδελφον ὀφειλομένου σεβασμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος
4401προαγορεύσας εἶπέ τινα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν
4402ἄνευ παρατηρήσεως παρ’ ἐμοῦ, πρὶν ἢ φθάσω εἰς τὸ θέμα,
4403ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤμην διατεθειμένος νὰ λάβω τὸν λόγον. Ὁ
4404κ. συνάδελφος, ἀληθῶς, ἀποδεικνύεται ἄξιος μεγαλειτέρας
4405τιμῆς καὶ ὑπολήψεως ἐκ τῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην
4406ὁμιλίας αὐτοῦ, διότι ὡμολόγησεν (εἶναι δὲ εἷς τῶν ὀλιγίστων,
4407οἱ ὁποῖοι ἔπραξαν τοῦτο,) ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς Ἀντιπολιτεύ-
4408σεως εἶναι χρησιμώτατος διὰ τοὺς περὶ τὴν Κυβέρνησιν
4409Βουλευτὰς, ἵνα πείθῃ αὐτοὺς περὶ τῆς ὀρθότητος ἢ μὴ τῶν
4410μέτρων τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ βοηθῇ αὐτοὺς πρὸς κανο-
4411νισμὸν καὶ ἔκφρασιν τῆς τοιᾶσδε ἢ ἀλλοίας γνώμης αὐτῶν
4412ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων. Βεβαίως οἱ ἀξιότιμοι συνά-
4413δελφοι, οἱ ἐκεῖθεν καθήμενοι, δὲν ἔχουσι νὰ παραπονεθῶσιν,
4414ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἤσκησε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου,
4415καὶ δὲν ἔδωκεν αὐτοῖς ἀφορμὴν εἰς πλείστας περιστάσεις, νὰ
4416κρίνωσι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ῥυθμίσωσι τὰς ἀπο-
4417φάσεις αὐτῶν. Ἀλλ’ εὑρέθημεν, ὡς κατέστη πλέον πασί-
4418γνωστον, καὶ εὑρισκόμεθα ἔτι καὶ νῦν πρὸ περιστάσεως, ἥτις
4419εἶναι ἥκιστα εὐελπιστικὴ διὰ τὸν ἡμέτερον ἀγῶνα, τῆς
4420περιστάσεως, ὅτι οὐδεμία σύστασις ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρ-
4421νησιν, οὐδεμία παρατήρησις ἢ ἐπιτίμησις ἡμῶν πρὸς αὐτὴν,
4422οὐδεὶς ἔλεγχος τῶν διαφόρων πράξεων αὐτῆς ἠδυνήθη νὰ
4423μεταπείσῃ ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον ἕνα τῶν συναδέλφων,
4424ἔστω καὶ εἰς μίαν κἂν μόνην περίστασιν, ἵνα μεταβάλῃ τὴν
4425κεκτημένην ἰδέαν, τὴν προδιαγεγραμμένην γνώμην καὶ στά-
4426σιν αὐτῶν ὡς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι,
4427κατ’ ἐμὲ, λίαν ἀποθαῤῥυντικὸν διὰ τὸν ἀγῶνα τῆς Ἀντι-
4428πολιτεύσεως. Ἔπρεπε δὲ νὰ ὑπάρξῃ Ἀντιπολίτευσις, ὡς ἡ
4429νῦν ὑφεστῶσα, μετὰ τοσαύτης ἀφοσιώσεως προσηλωμένη
4430εἰς τὸ καθῆκον, μετὰ τοσαύτης αὐταπαρνήσεως ὑπερασπι-
4431ζομένη τὰς θέσεις, ἐφ’ ἃς ἐτάχθη, ἵνα μὴ ματαιωθῇ ὁ ἀγὼν
4432τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ αὕτη τέλεον ἐκ
4433τῆς αἰθούτης ταύτης, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὰς προ-
4434σπαθείας τῆς Κυβερνήσεως.
4435Καὶ ταῦτα μὲν γενικῶς. Ὡς πρὸς τὰ Θεσσαλικὰ δὲ ἔργα
4436ἐρωτῶ: ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Λογιωτάτου εὑρίσκει καὶ
4437κατ’ αὐτὴν ἔτι τὴν στιγμὴν μίαν μόνην ἀφορμὴν, ἵνα ἐπιῤ-
4438ῥωνύῃ τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν συμπάθειαν αὐτοῦ; Εὗρε
4439μίαν κἂν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, πλὴν τῶν καθαρῶς κομ-
4440ματικῶν λόγων, οἵτινες ὑποχρεοῦσιν αὐτὸν νὰ παρέχῃ τὴν
4441συνδρομὴν αὐτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τοσαύτης ἀξιο-
4442τίμου ἐπιμονῆς — ἀξιοτίμου ὑπὸ ἔποψιν κομματικῆς ἐντιμό-
4443τητος, ἐννοεῖται, — εὗρε, λέγω, μίαν κἂν τοιαύτην πρᾶξιν,
4444δικαιολογοῦσαν τὴν ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ ἐμμονὴν αὐτοῦ;
4445Δύναται δὲ νὰ μοὶ ὀνομάσῃ μίαν κἂν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας
4446πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, δικαιολογοῦσαν αὐτὸν καὶ δίδου-
4447σαν αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του:
4448«τοῦτο ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας»; Ὁ κ.
4449συνάδελφος ἔδωκεν ἤδη, δι’ ὅσων εἶπεν, ἀρνητικὴν τὴν ἀπάν-
4450τησίν του εἰς τὸ ἐρώτημά μου τοῦτο, εἰπών: «Ἐτέθη ζή-
4451τημα Θεσσαλικὸν καὶ ὑφίσταται». Ἀλλὰ τῆς Θεσσαλίας ἡ
4452τύχη, κύριε συνάδελφε, κατὰ τί ἐβελτιώθη; Ἀληθῶς ὁ κ. Πρω-
4453θυπουργὸς ἐξέδωκε πρωίαν τινὰ κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς
4454ἐκλογῆς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Λογιωτάτου, ἓν
4455«κοινοποιηθὲν», τὸ ὁποῖον εὑρέθη δημοσιευμένον ὡς διὰ
4456μαγείας εἰς ὅλα τὰ φύλλα τῆς πρωτευούσης, τὰ πολιτι-
4457κῶς φίλα φρονοῦντα τῇ Κυβερνήσει, κοινοποιηθὲν, ἀναγρά-
4458ψαν σωρείαν ἔργων, ἅτινα, συντελούμενα, ἤθελον μετα-
4459βάλει τὰς τύχας τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἑλλάδος ὁλο-
4460κλήρου ὑπὸ ἔποψιν δημοσίας οἰκονομίας καὶ ἐθνικοῦ πλού-
4461του. Ἀλλὰ ἐκεῖναι αἱ χρυσαῖ ἐπαγγελίαι ἀπέπτησαν μετὰ
4462τὴν ἐκλογὴν ὡς ἔπεα πτερόεντα! Ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν ἐνταῦ-
4463θα 12,500,000 δραχμὰς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ἐκείνων,
4464ἀλλ’ ἔργον οὐδὲν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐτελέσθη ἐν
4465Θεσσαλίᾳ! Εἰς τοῦτο δὲ ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, πρὸς
4466χαρὰν τῆς Θεσσαλίας, τῆς νεήλυδος ταύτης εἰς τὰς ἀγκά-
4467λας τῆς ἐλευθερίας ἀδελφῆς χώρας, καὶ πρὸς χαρὰν τῆς
4468Ἑλλάδος ὅλης, νὰ ἤκουον διαψεύδοντά με τὸν κ. συνάδελ-
4469φον. Καὶ παρακαλῶ αὐτὸν κατηγορηματικῶς ν’ ἀπαντήσῃ,
4470διακόπτων με. Περιμένω, βλέπετε, τὴν ἀπάντησιν. Σιωπᾷ·
4471ἡ δὲ σιωπή του εἶναι ἔντιμος ὁμολογία τῆς ἐμῆς γνώμης.
4472Δυστυχῶς ὅμως, καὶ ὡς μὴ ὤφειλεν, αὐτὸς τε καὶ ἅπαν-
4473τες οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι ἀρκοῦνται εἰς τὴν «ὑπόστα-
4474σιν» (ἵνα σχηματίσω καὶ ἐγὼ τὴν λέξιν μου ἐκ τοῦ ὑφί-
4475σταται), ἀρκοῦνται εἰς τὴν ὑπόστασιν τοῦ Θεσσαλικοῦ
4476ζητήματος. Τοῦτο ἥκιστα δικαιολογεῖ αὐτοὺς ἐν τῇ ἐμμο-
4477νῇ αὐτῶν εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην· καὶ ἄν τὰ διατυμπα-
4478νισθέντα ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας, τὰ μὴ ἐκτελε-
4479σθέντα, εἶναι ὁ μόνος δεσμός, ὅστις κρατεῖ αὐτοὺς εἰς τὴν
4480φιλίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ αὐτὸς ὁ κ. Λογιωτάτου καὶ
4481λοιποὶ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι θὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι ὁ
4482δεσμὸς οὗτος εἶναι τὰ μάλα ἀσθενής.
4483Ὅτε ἐψηφίζοντο ἐν τῷ αἰθούσῃ ταύτῃ αἱ 12,500,000
4484δραχμαὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσ-
4485σαλίᾳ, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον ἰδιαιτέρως καὶ
4486ζητήσω, ἵνα ἐκ τῶν ἑκατομμυρίων ἐκείνων ἀφιερωθῶσι
4487500,000 δραχμαὶ τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ὁμοίας
4488φύσεως ἔργων καὶ ἐν Πελοποννήσῳ, εἰδικώτερον δὲ ὑπέ-
4489δειξα, διὰ δευτέραν τότε φοράν, διὰ τετάρτην δὲ σήμερον,
4490ὡς λίαν ἀναγκαίαν τὴν ἀποξήρανσιν ἕλους τινός, κειμένου
4491ἐν τῷ δήμῳ Τρινάσου τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος. Ἐπὶ
4492τοῦ ἕλους ἐκείνου ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε διατάξει
4493καὶ ἐγένοντο καταμετρήσεις καὶ πᾶσαι αἱ προπαρασκευα-
4494στικαὶ ἐργασίαι, ἵνα ἐπιχειρηθῇ ἡ ἀποξήρανσις αὐτοῦ.
4495Ὑπελογίσθη δὲ ἡ ἀξία τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου εἰς
4496δραχμὰς 60,000 ἢ 70,000· εἶχε μάλιστα διαταχθῆ
4497καὶ ἡ ἔναρξις τῆς ἐκτελέσεως, νομίζω, ὅτε ἡ Κυβέρνη-
4498σις ἐκείνη ἔπεσεν, ἀνῆλθε δ’ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τὸ νῦν
4499Ὑπουργεῖον.
4500Πιθανὸν διὰ τὰ οἰκονομικὰ σχέδια τῆς νῦν Κυβερνήσεως
4501τὸ ποσὸν τῶν 60,000 ἢ 70,000 δραχμῶν νὰ φανῇ ὑπέρογ-
4502κον. Ὡς εἶπον καὶ προχθές, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἐν τῷ
4503ὑπὸ συζήτησιν κεφαλαίῳ 8, ἄρθρῳ δὲ 13, ἀναγράφεται πο-
4504σὸν 15 χιλιάδων δραχμῶν «πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν, διευθέ-
4505τησιν ποταμῶν καὶ χειμμάῤῥων κλπ.» Καὶ τότε συνέστησα
4506πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρεκάλεσα αὐτὴν νὰ εὐαρεστηθῇ
4507νὰ ἀφιερώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς τὴν ἐργασίαν ἐκείνην, περὶ
4508ἧς, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τετάρτην φορὰν σήμερον ποιοῦμαι
4509λόγον ἐνταῦθα. Προσέθεσα δὲ προχθὲς εἰς τὴν παρατή-
4510ρησίν μου, ὅτι, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο τυχὸν ἤθελεν εἶσθαι
4511ἤδη προσδιωρισμένον δι’ ἄλλο τι ἔργον, ἐξίσου ἀναγκαῖον
4512εἰς τὸ Κράτος, νὰ προστεθῇ εἰς τὸ κονδύλιον τοῦτο μικρόν
4513τι ποσὸν, 8,000 ἢ 10,000 δραχμῶν, ἵνα γίνῃ τοὐλάχι-
4514στον δι’ αὐτῶν ἔναρξις καὶ μερικὴ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου.
4515Εἶναι δὲ τὸ πρᾶγμα σπουδαιότατον ὄχι μόνον διὰ τοὺς
4516τέσσαρας περιοίκους δήμους, ἀλλὰ καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν
4517ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος καὶ ἐν μέρει διὰ τὴν ἐπαρχίαν
4518Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Ἐπαναλαμβάνω νὰ συστήσω τοῦτο
4519πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ αὐξήσῃ
4520τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως αἱ 15,000 δραχ-
4521μαὶ αὗται δὲν εἶναι ἀφιερωμέναι εἰς ἄλλο τι ἔργον, παρα-
4522καλῶ αὐτὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δαπανήσῃ αὐτὰς, ἢ τοὐλά-
4523χιστον μέρος αὐτῶν, ὑπὲρ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκτελέσεως
4524τῶν ἔργων τούτων.
4525Τοιαῦται συζητήσεις βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ γίνωνται
4526ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὑφ’ οὓς συνεδριάζομεν τὴν νύκτα
4527ταύτην ἐν νυσταλέοις σώμασι καὶ νυσταλέαις ψυχαῖς, ἐν
4528ὥρᾳ τρίτῃ μετὰ τὸ μεσονύκτιον! Ἡ Κυβέρνησις μᾶλλον
4529ἔπρεπε νὰ προκαλῇ εὐρεῖαν συζήτησιν ἐπὶ τῶν τοιαύτης
4530σπουδαιότητος κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἀκούῃ
4531τὰς γνώμας ἡμῶν, νὰ προκαλῇ ἡμᾶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ
4532εἰς ἀνταλλαγὴν ἰδεῶν, εἰς ἔκφρασιν γνωμῶν περὶ τῶν δια-
4533φόρων ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ἵνα σχηματίζῃ τὴν γνώμην αὑ-
4534τῆς ἀσφαλέστερον ἐπὶ τῶν τοιούτων. Δυστυχῶς δὲν συμβαί-
4535νει τοῦτο! Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκβιάζει τὴν ἐπιψήφι-
4536σιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυκτί. Τί πταίο-
4537μεν ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν, ἐπιτελοῦντες τὸ καθῆκον, τὸ
4538ὁποῖον φρονοῦμεν ὅτι ἔχομεν, λαμβάνομεν τὸν λόγον ἐν τῇ
4539συζητήσει τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου διὰ τὸ Κράτος νομο-
4540θετήματος, τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ διατίθεται ἡ διὰ
4541τῶν ἱδρώτων τοῦ λαοῦ συλλεγομένη ὑπέρογκος καὶ κατα-
4542πληκτικὴ ποσότης τῶν 100,000,000 δραχμῶν; Προκει-
4543μένου δὲ περὶ τοιούτου ἔργου, οἵου ἐγὼ συνιστῶ πρὸς τὴν
4544Κυβέρνησιν μετὰ παρακλήσεως τὴν ἐκτέλεσιν, εἶναι ἆρά γε
4545ἁπλοῦν δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ζήτημα τῆς διαθέσεως
4546αὐτῆς νὰ θέλῃ ἢ νὰ μὴ θέλῃ νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ διὰ τὴν
4547ἐκτέλεσιν αὐτοῦ; Κατ’ ἐμὲ, πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἡ τῶν τοιού-
4548των ἔργων ἐκτέλεσις εἶναι ὑποχρέωσις καὶ οὐχὶ δικαίωμα τῆς
4549Κυβερνήσεως. Πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν, κύριε Πρόε-
4550δρε, εἰσπράττονται παρὰ τοῦ λαοῦ «φόροι βαρεῖς», οὐχὶ
4551πλέον κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην καὶ τοὺς ἡμετέρους ἰσχυ-
4552ρισμοὺς, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
4553γοῦ, ἣν δὶς καὶ τρὶς κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν
4554ἐπανέλαβεν ἐκεῖνος, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ ἐγὼ, οὐχὶ βεβαίως
4555διὰ νὰ πληροφορήσω τὸν λαὸν περὶ αὐτοῦ, διότι οὗτος ἀρ-
4556κετὰ δεινῶς αἰσθάνεται τὸ ἄχθος τῶν φόρων ἐπὶ τῆς ῥά-
4557χεώς του. Τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκφράσεως τοῦ κ. Πρωθυ-
4558πουργοῦ, ὅτι ὁ λαὸς πληρόνει «φόρους βαρεῖς», εἴδομεν
4559ἐπιῤῥιπτομένην ἐναντίον ἡμῶν ὑπὸ τὸν τύπον μομφῆς, ὅτι
4560ἀφήσαμεν μόνους τοὺς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης κυρίους συνα-
4561δέλφους νὰ φέρωσι τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας
4562βαρείας, καὶ ὅτι ἡμεῖς δὲν συνετελέσαμεν εἰς τὴν ἐπιψήφι-
4563σιν τῶν φόρων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου κατὰ τὴν
4564στιγμὴν ταύτην. Ὁ λαὸς πληρόνει φόρους βαρεῖς, δίδει τὴν
4565τροφὴν, τὴν ὁποίαν πορίζεται μετὰ κόπων καὶ πολλῶν
4566ἱδρώτων, εἰς τὸ πολιτειακὸν σῶμα, ἵνα τοῦτο τραφῇ καὶ
4567συντηρηθῇ, ἀλλὰ τοῦ πολιτειακοῦ σώματος εἶναι πάλιν
4568αὐτὸς ὁ λαὸς τὰ μέλη καὶ τὰ ἄκρα καὶ τὰ κῶλα, τὰ ὁποῖα
4569δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν τύχην των, ἀλλὰ πρέπει
4570νὰ συντηρηθῶσι. Πρέπει λοιπὸν τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον προσ-
4571φέρει ὁ λαὸς εἰς τὸ πολιτειακὸν σῶμα ὡς τροφὴν, νὰ κυκλο-
4572φορήσῃ εἰς τὰς φλέβας αὐτοῦ, ὡς τὸ αἷμα ἐν τῷ φυσιολο-
4573γικῷ ὀργανισμῷ, ὡς δύναμις παραγωγός. Ἐπιβάλλεται
4574λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐκτέλεσις τοιούτων ἔργων. Δὲν
4575ζητῶ πολυτέλειαν· ὅ,τι ζητῶ ὑπὲρ τοῦ Τρινάσου καὶ τῶν
4576γειτονευόντων δήμων εἶναι ἓν τῶν δικαιοτάτων πραγμάτων,
4577τὰ ὁποῖά τις τῶν ἀντιπροσώπων ἐζήτησεν. Ἡ δαπάνη
457815,000 δραχμῶν, ὅπως ἀποξηρανθῶσι χιλιάδες στρεμμά-
4579των, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ τραφῶσι μυριάδες λαοῦ δύο ἐπαρ-
4580χιῶν, βεβαίως δὲν εἶναι δαπάνη δυναμένη νὰ κριθῇ ὡς πο-
4581λυτελής. Δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ ἐκεῖθεν καθήμενοι συνάδελφοι
4582ἐκ Λακωνίας ἐμερίμνησαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ
4583συνέστησαν τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑποθέτω δὲ, ἐκ
4584τῆς ἀγαθῆς ὑπολήψεως, ἣν εὐαρεστοῦμαι νὰ τηρῶ περὶ αὐ-
4585τῶν, καὶ ἐξ ἀγαθῆς διαθέσεως, ὅτι ἐν ταῖς ἰδιαιτέραις συνεν-
4586νοήσεσιν αὑτῶν συνέστησαν τοῦτο. Πιθανὸν καὶ νὰ μὴ εἰσα-
4587κούωνται· ἐγὼ ὅμως ὤφειλον, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑψώσω ἐν-
4588τεῦθεν τὴν φωνήν μου καὶ ν’ ἀπευθύνω τὰς παρατηρήσεις
4589μου ταύτας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καίπερ μὴ προκληθεὶς
4590παρ’ αὐτῆς. Εὐελπιστῶ δὲ, ὅτι δὲν κατεχράσθην πολὺ τῆς
4591ὑπομονῆς τῆς Βουλῆς δι’ ὅσων εἶπον.
4592§162ΡΑΛΛΗΣ. Εἶμαι ἀληθῶς εὐτυχὴς, ὄχι μόνον διότι ἔδωκα
4593ἀφορμὴν εἰς τὴν παράτασιν τῆς συνεδριάσεως τῆς ἑσπέρας
4594ταύτης, ὅπως παρατηρεῖ ὁ κ. Καλαντζόπουλος, ἐκ τῶν
4595ἀγρυπνοτάτων ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διανυ-
4596κτερεύων χάριν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι
4597ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λαρίσσης συνάδελφον
4598νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς
4599Θεσσαλίας. Δὲν εἶχον οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος
4600συνάδελφος ἐγνώριζε τὰς ἀνάγκας ταύτας ἀπὸ μακροῦ
4601χρόνου, καὶ ὅτε ἐπηγγέλλετο πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς των τὴν
4602θεραπείαν αὐτῶν, ἔπραττε τοῦτο ἐν πλήρει συνειδήσει καὶ
4603ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι θὰ συντελέσῃ, ἐκλεγόμενος, εἰς τὴν
4604κάλυψιν τῶν ἀπαιτήσεων καὶ ἀξιώσεων ἐκείνων, ἀλλὰ μετ’
4605ἐκπλήξεως ἤκουσα αὐτὸν σήμερον, ἀφοῦ παρέσχε διὰ τῶν
4606λόγων, τοὺς ὁποίους ἐξέφερε, πᾶσαν τὴν συνδρομήν του πρὸς
4607τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐρευνᾷ, τίνες εἶναι αἱ ἐπαγγελίαι τῆς
4608Ἀντιπολιτεύσεως ὡς πρὸς τὴν Θεσσαλίαν. Φαίνεται, ὅτι ὁ
4609ἀξιότιμος συνάδελφος ἀρκεῖται εἰς ἐπαγγελίας· ἐὰν ἀρκῆται
4610εἰς ἐπαγγελίας, ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἔδωκεν ἀφθόνους
4611τοιαύτας. Ἀκούσατε, τί λέγει κατ’ ἀντιμωλίαν πρὸς τὸν
4612συνάδελφον διὰ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως (ἀναγινώσκει):
4613«.... Ἀλλὰ δὲν θὰ προήγετο προσηκόντως ἡ δημοσία εὐη-
4614μερία, ἐὰν, καταβαλλομένης πάσης φροντίδος πρὸς τελείω-
4615σιν τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου, παρημελεῖτο ὅλως τὸ ζή-
4616τημα τῆς συχνῆς ἐρημώσεως προσοδοφόρων ἐπαρχιῶν διὰ
4617τῆς ὑπερχειλίσεως ποταμῶν, οἵτινες μεταποιοῦνται εἰς
4618ὄργανα καταστροφῆς, ἐνῷ, τεχνικῶς διευθετούμενοι, θὰ
4619καθίσταντο πηγὴ εὐπορίας. Ἡ κυβέρνησίς Μου ἠσχολήθη
4620εἰς παρασκευὴν συστήματος ὅλου ὑδραυλικῶν ἔργων, περι-
4621λαμβάνοντος σύμπασαν τὴν Ἑλλάδα, πρὸς τακτοποίησιν
4622ῥοῆς ποταμῶν καὶ ἀποξήρανσιν λιμνῶν καὶ τελμάτων,
4623βαίνουσα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀπὸ τῶν σπουδαιοτέρων πρὸς τὰ
4624ἧττον ἐπείγοντα. Ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων ἐκρίθησαν τὰ
4625ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικὰ ἔργα, περὶ ὧν μέλλει νὰ ὑποβληθῇ
4626ὑμῖν εἰδικὸν νομοσχέδιον, ἐξ οὗ ἀπεκδεχόμεθα τὴν γεωργι-
4627κὴν ἀκμὴν τῆς εὐφόρου ἐκείνης χώρας.»
4628Ἐπαγγελίας θέλει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· βλέπετε,
4629ὅτι προσεκομίσαμεν, καὶ βλέπετε, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἀνακαι-
4630νισθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐπιφάνεια τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, βλέπετε
4631ὅτι ἐπρόκειτο περὶ διευθετήσεως ποταμῶν, περὶ ἀποξηράν-
4632σεως λιμνῶν καὶ τελμάτων· ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι μόνη
4633σκέψις περὶ λιμνῶν, ἡ ὁποία ἐγένετο, εἶναι ἡ γενομένη ὡς
4634πρὸς τὴν λίμνην, ἥτις εἶναι γνωστὴ ἐν Θεσσαλίᾳ. Δὲν ἐπρό-
4635κειτο περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης ἐκείνης, δι’ ἧς ἀπο-
4636ξηράνσεως ἔμελλον ν’ ἀποδοθῶσι χιλιάδες στρεμμάτων πρώ-
4637της ποιότητος εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐπρό-
4638κειτο μόνον περὶ αὐξομειώσεως τοῦ μισθώματος τῆς λίμνης
4639ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐνοικιάζεται ὡς ἰχθυοτροφεῖον.
4640Ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐπαγγελίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἰδικῶς
4641πρὸς αὐτὸν καὶ χάριν αὐτοῦ ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις, τὸν ἐρωτῶ,
4642πῶς δικαιοῦται ν’ ἀπευθύνηται πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν
4643καὶ νὰ ζητῇ παρ’ αὐτῆς ἐπαγγελίας; Ὤφειλε ν’ ἀπευ-
4644θυνθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ τῇ εἴπῃ· «σοὶ προσέφε-
4645»ρον πᾶσαν τὴν συνδρομήν μου, οὐδέποτε σοὶ ἠρνήθην ψῆ-
4646»φον, μὲ ἠνάγκασες καὶ ἐπηγγέλθην πρὸς τοὺς συμπολίτας
4647»μου πανθ’ ὅσα ἐπηγγέλθης σὺ διὰ τοῦ Β. λόγου· τίνα ἐξε-
4648»τέλεσας ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν σου;» Αὐτὴ ἡ γλῶσσα ἥρμο-
4649ζεν εἰς τὸν συνάδελφον, ὄχι νὰ ζητῇ λόγον ἀπὸ τὴν Ἀντι-
4650πολίτευσιν, τὴν ὁποίαν ποτὲ δὲν ὑπεστήριξεν, εἰς ἥν ποτὲ
4651δὲν ἔδωκε ψῆφον μήτε αὐτὸς μήτε οἱ συνάδελφοί του. Καὶ
4652ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν τὸ δικαίωμα, οἱ ἐκ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος
4653Βουλευταὶ, νὰ ζητήσωμεν τὸν αὐτὸν λόγον παρὰ τῆς Κυ-
4654βερνήσεως, διότι τῆς Θεσσαλίας ἡ εὐημερία εἶναι εὐημερία
4655ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, μόνον δὲ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς
4656γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ, μόνον διὰ τῆς ἀποδόσεως εἰς τὰς
4657τόσας καὶ τόσον φιλοπόνους χεῖρας τοῦ γεωργικοῦ σας πλη-
4658θυσμοῦ ὅλων ἐκείνων τῶν εὐφορωτάτων γαιῶν εἶναι δυνα-
4659τὸν τὸ Κράτος νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι θὰ εὐπορήσῃ, ὅτι θὰ δυνηθῇ
4660ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς πολλὰς καὶ ἀκατανοήτους ὑποχρεώ-
4661σεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ὑπὸ τὴν σπάταλον διοίκησιν τῆς
4662Κυβερνήσεως. Ὅ,τι εἶναι διὰ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα ἡ Πε-
4663λοπόννησος, τοῦτ’ αὐτὸ εἶναι διὰ τὴν νέαν Ἑλλάδα ἡ
4664Θεσσαλία· εἶναι οἱ δύο πόδες ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Πελοπόν-
4665νησος, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηθῇ ἡ εὐημερία τῆς Ἑλλάδος,
4666καὶ ἐὰν ὁ εἷς χωλαίνῃ, ὁ ἕτερος ὑποσκάζει, διότι ὅ,τι θὰ
4667ἐσοδεύῃ ἡ Πελοπόννησος θὰ ἐξοδεύῃ ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ λοι-
4668πὴ Ἑλλὰς, ἀναγκαζομένη νὰ μὴ εἰσπράττῃ ὅ,τι ἠδύνατο
4669νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῆς Θεσαλίας.
4670Ἀλλ’ ἴσως, Κύριοι, ἐβαρύνθητε, ἴσως θεωρεῖτε, ὅτι ὅλα
4671αὐτὰ τὰ ζητήματα εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε
4672νὰ παρέλθητε δι’ ἁπλῆς ἀναγνώσεως. Δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν
4673γνώμην, ἐξ ἐναντίας νομίζω, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀφήσωμεν
4674νὰ παρέλθῃ καὶ ἡ προκειμένη ἀφορμὴ συζητήσεως ἐπὶ τῶν
4675Θεσσαλικῶν, βεβαίως θὰ κλεισθῇ τὸ στόμα ἡμῶν, βεβαίως
4676δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀκούσωμεν τὰς γνώ-
4677μας τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Θεσσαλίας, καὶ διὰ τοῦτο
4678προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως διὰ τὴν Δευτέραν,
4679καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
4680σεως.
4681§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προτείνεται παρὰ τοῦ ἀπαιτουμένου
4682ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἀριθμοῦ ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψη-
4683φοφορία τῆς προτάσεως.
4684§164ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, κύριε Πρόε-
4685δρε, ὅτι ἡ θέα τῶν ἑδωλίων τῆς Βουλῆς, τῶν ἔνθεν καὶ
4686ἔνθεν, ἤθελον ἐπιβάλει εἰς ὑμᾶς, εὐσυνειδήτως καὶ καλῶς
4687ἐκπληροῦντα τὸ καθῆκον τοῦ Προέδρου, νὰ λύσητε τὴν συν-
4688εδρίασιν, τὸ μὲν διὰ νὰ μὴ παρατείνηται ἐπὶ πολὺ ἡ κατά-
4689στασις αὕτη, ἡ γελοία, τὸ δὲ, ἐκ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον
4690ἔχετε, νὰ μὴ ἀφίνητε νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ ἀπαρτίας.
4691§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸν Πρόεδρον, τὸν ἐκπληροῦντα εὐσυ-
4692νειδήτως τὸ καθῆκον του, ἐπιβάλλεται ἄλλο καθῆκον.
4693§166ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι τὸ αὐτὸ
4694ἀποτέλεσμα, κύριε Πρόεδρε.
4695§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναται νὰ ἦναι τὸ αὐτὸ, ἀλλ’ ὅταν δὲν
4696ὑπάρχῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς, τότε δὲν δύναται νὰ γίνῃ
4697ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
4698§168ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε προβάλλω ἔνστασιν
4699περὶ μὴ ἀπαρτίας.
4700§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
4701(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν
4702ἀπαρτίᾳ).
4703§170Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δημο-
4704σίων ἔργων ἐν ἄρθρῳ 12, εἶναι ἀναγεγραμμένη πίστωσις
4705ἐκ δραχμῶν 14,400 δι’ ἔκτακτον ἀρχιτεκτονικὴν ὑπηρεσίαν
4706ἀλλοδαποῦ μηχανικοῦ. Ζητῶ τὴν ἀπάλειψιν τῆς πιστώ-
4707σεως ταύτης, διότι παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῇ τακτικῇ ὑπηρεσίᾳ
4708τοῦ Μηχανικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχει
4709ἀριθμὸς ἐκ 30 περίπου μηχανικῶν, οἵτινες λαμβάνουσιν ὡς
4710ἀποζημίωσιν κατ’ ἔτος 80,000 δραχμάς. Ἐνῷ λοιπὸν ἔχο-
4711μεν τοσοῦτον ἀριθμὸν μηχανικῶν, δι’ οὓς δαπανῶμεν 80,000
4712δραχμὰς ἐτησίως, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸς ὁ ἀλλοδαπὸς
4713μηχανικὸς, λαμβάνων μάλιστα 1200 δραχμὰς κατὰ μῆνα.
4714Ἐὰν ἦναι ἀπαραίτητος ἡ σύμπραξις αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι τὸ
4715ποσὸν τοῦτο εἶναι ὑπερβολικῶς μέγα. Ἐὰν λοιπὸν ἡ πί-
4716στωσις μετριασθῇ εἰς τὸ ἥμισυ ποσὸν, νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι
4717ἀρκετὰ ἱκανοποιητικὴ ἡ πληρωμή. Διὰ τοῦτο προτείνω, νὰ
4718περιορισθῇ εἰς 7,000 δραχμὰς ἡ πίστωσις.
4719§171ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε
4720Πρόεδρε.
4721§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ὑπομνήσω, ὅτι δὲν
4722εἶσθε 10 οἱ ζητοῦντες.
4723§173ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ σᾶς ὑπομνήσωμεν, ὅτι
4724ἀναχωροῦντες ἀφίνομεν 75 μόνον Βουλευτάς.
4725§174ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, εἴμεθα 76.
4726§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸν περιορισμὸν τῆς
4727πιστώσεως εἰς 7,000 δραχμὰς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶ-
4728σιν.
4729§176ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ,
4730κύριε Πρόεδρε, καὶ διὰ μακρῶν.
4731§177ΤΙΝΕΣ. Ὁρίστε.
4732§178ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
4733§179ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βου-
4734λευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας πρό τινων ὡρῶν ἠρώτησεν, εἰς τί χρη-
4735σιμεύει ἡ πίστωσις δι’ ἀλλοδαπὸν μηχανικὸν, ἡ ἐκ 14,400,
4736προέτεινε δὲ τὴν ἐλάττωσιν αὐτῆς. Ὡσαύτως ἐζητήθη ἡ
4737αὔξησις τῆς πιστώσεως διὰ τὴν ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ διευ-
4738θέτησιν ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων. Περὶ μὲν τοῦ πρώτου
4739λέγω, ὅτι ἀπὸ ἐτῶν καὶ πλέον ἀναγράφεται τοιαύτη πί-
4740στωσις, ὅπως σχηματισθῇ ἐν τῷ τμήματι τῶν δημοσίων
4741ἔργων γραφεῖον ἀρχιτέκτονος. Τοιοῦτον γραφεῖον δὲν ὑπῆρ-
4742χε, καὶ ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ τμήματος προσελήφθη εἷς μη-
4743χανικὸς ξένος. Τοῦ μηχανικοῦ τούτου ἡ πρόσληψις ἐπε-
4744τεύχθη διὰ τῆς συμφωνίας τῆς χορηγήσεως εἰς αὐτὸν τῆς
4745ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης ἀντιμισθίας. Ὡς πρὸς
4746τὸ δεύτερον, παρατηρῶ, ὅτι εὕρομεν τὸ ποσὸν, τὸ διὰ τὴν
4747ἀνάγκην ἐκείνην ἀναγραφόμενον, μικρότερον, ἐφέτος δὲ ηὐ-
4748ξήσαμεν αὐτό.
4749§180Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πίστωσις, ἥτις ἀπασχολεῖ
4750τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολλὰς τῷ ὄντι ὥρας καὶ τῆς ὁποίας τὴν
4751ἀπάλειψιν ἢ τὴν μείωσιν ἐζητήσαμεν, ἐγέννησε καὶ εἰς ἐμὲ
4752καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς συνεδέλφους τὴν περιέργειαν, διότι
4753τριάκοντα περίπου μηχανικοὶ Ἕλληνες, ἱκανοὶ, δὲν δύναν-
4754ται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ἐργασίαν.
4755§181ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἀρχιτέκτονες οἱ μηχανικοὶ
4756αὐτοί.
4757§182Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε «δι’ ἔκτακτον ὑπηρε-
4758σίαν». Ποῖαι εἶναι αἱ τακτικαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ τμήματος,
4759καὶ ποῖαι αἱ ἔκτακτοι;
4760§183ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι τακτικὸς
4761ὑπάλληλος, εἶναι ἔκτακτος ἀρχιτεκτονικὴ ὑπηρεσία, οὐδὲν
4762δὲ ἄλλο κονδύλιον ὑπάρχει ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ, τὸ
4763ὁποῖον νὰ σχετίζηται πρὸς τὴν ἀρχιτεκτονικήν. Ἐν τῷ
4764τμήματι λοιπὸν τῆς Διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων ἐσχη-
4765ματίσθη γραφεῖον ἀρχιτεκτονικῆς, ἔνθα ἔχομεν καὶ μαθη-
4766τευομένους· ἐργάζεται τακτικὰ καὶ ἔχω ἔκθεσιν περὶ τῶν
4767ἐκτελεσθέντων ὑπ’ αὐτοῦ σχεδίων...
4768§184Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θεωρεῖ τὴν
4769ὑπηρεσίαν τοῦ ἀρχιτέκτονος πολύτιμον καὶ ἔκτακτον· εἶπε
4770δὲ συγχρόνως, ὅτι διὰ συμφωνίας προσέλαβε ξένον ἀρχιτέ-
4771κτονα ἀντὶ 1200 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ἐρωτῶ, δὲν εἶναι
4772δυνατὸν νὰ μειωθῇ τὸ ποσὸν αὐτό; Δὲν εἶναι ὑπερβολικὸν
4773διὰ τὴν πτωχὴν Ἑλλάδα; Καὶ ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ἔργα,
4774τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν τοιαύτην δαπάνην; Ἂν τοὐλάχιστον
4775ἦτο ἡ δαπάνη δι’ ἓν ἢ δύο ἔτη, ὑπομονὴ, ἀλλ’ ἐξακολου-
4776θοῦμεν νὰ πληρώνωμεν κατ’ ἔτος.
4777§185ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι
4778τοῦ ἀρχιτέκτονος ἡ ἀντιμισθία εἶναι συνήθως 5%
4779ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ἀνεγειρομένων κτιρίων, θέλετε πεισθῆ,
4780ὅτι ἡ ἀντιμισθία τῶν 1200 δραχμῶν κατὰ μῆνα δὲν εἶναι
4781ὑπερβολική. Τὸ Δημόσιον μόνον διὰ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελ-
4782πίδων ἤθελε πληρώσει πολλαπλάσια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
4783σήμερον πληρόνει. Ὁ ἀρχιτέκτων οὗτος συνετέλεσε πλήρη
4784τὴν ἐργασίαν τὴν προπαρασκευαστικὴν πρὸς ἀνοικοδόμησιν
4785τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου, τὸ ὁποῖον θὰ στοιχίσῃ
4786500,000 δραχμάς. Ἐὰν ἐπληρόνετο πρὸς 5% θὰ
4787ἐλάμβανε μόνον διὰ τὸ ἀνάκτορον αὐτὸ 25,000 δραχμάς.
4788Βλέπετε, ὅτι δι’ αὐτὰς τὰς δύο προχείρως ἀναφερθείσας
4789ἐργασίας θὰ ἐλάμβανε πρὸ 5% πεντήκοντα χιλιάδας
4790δραχμάς.
4791§186ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι περίεργος,
4792ῥίπτεται δὲ κατὰ πρόσωπον ὅλων τῶν Ἑλλήνων μηχανι-
4793κῶν καὶ ἀρχιτεκτόνων. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν μέχρι τοῦδε, ὅτι
4794ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐστερεῖτο ἀρχιτεκτόνων, ὅλα δὲ τὰ οἰκοδο-
4795μήματα, ἢ τοὐλάχιστον τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν, τὰ οἰκοδο-
4796μηθέντα καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὀφείλονται
4797εἰς Ἕλληνας ἀρχιτέκτονας, ἐργαζομένους ἐν τῷ τμήματι
4798τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι δὲ ἀρκετὰ περί-
4799εργον, νὰ μὴ ἔχωμεν σήμερον οὐδένα ἀρχιτέκτονα καὶ νὰ
4800ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προσφύγωμεν εἰς ξένον, δίδοντες
4801πρὸς αὐτὸν 1200 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ ἐν τούτοις νὰ
4802ἔχωμεν ἐν τῇ Πολυτεχνικῇ Σχολῇ ἕδραν ἀρχιτεκτονικῆς.
4803Ἂν εἴχομεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ τμή-
4804ματος, ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι καὶ πολλοὶ εἶναι οἱ διδά-
4805σκοντες τὴν ἀρχιτεκτονικὴν καὶ πολλοὶ οἱ ἐξελθόντες ἐκ
4806τοῦ τμήματος τούτου. Πῶς κατωρθώθη, μετὰ πάροδον
4807τοσούτου χρόνου ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς
4808Πολυτεχνικῆς Σχολῆς, πῶς κατωρθώθη νὰ φθάσωμεν εἰς
4809τόσην γυμνότητα, ὥστε νὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ μισθο-
4810δοτῶμεν πρὸς 1200 δραχμὰς ἀρχιτέκτονα ξένον, ὁ ὁποῖος
4811διήνυσε τριάκοντα ὅλα ἔτη παρ’ ἡμῖν, χωρίς ποτε νὰ σκε-
4812φθῇ τὸ Δημόσιον νὰ τὸν χρησιμοποιήσῃ εἰς τὸ ἔργον, εἰς
4813τὸ ὁποῖον τὸν χρησιμοποιεῖ σήμερον; Πρέπει ἀληθῶς νὰ
4814ἀπελπισθῶμεν ἀπὸ τὴν νοημοσύνην τὴν Ἑλληνικὴν, ἂν
4815λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ
4816κονδύλιον. Τίνα ἰδέαν δύνανται νὰ λάβουν καὶ οἱ Ἕλληνες
4817καὶ οἱ ξένοι, ὅταν μετὰ 60 ὅλα ἔτη ἔχωμεν ἀνάγκην,
4818παρατρέχοντες ὅλους τοὺς μηχανικοὺς καὶ ἀρχιτέκτονας,
4819οἱ ὁποῖοι καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐσπούδασαν,
4820ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν ξένον ἐκεῖνον ἀρχι-
4821τέκτονα, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ὡς ἐκτελεστὴς ξένων σχεδίων;
4822Ἀληθῶς πρέπει νὰ ἀπελπισθῶμεν ἀπὸ τὴν νοημοσύνην τὴν
4823Ἑλληνικήν. Ἴσως ὁ ξένος αὐτὸς ἀρχιτέκτων ἐσπούδασεν
4824ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀρχιτέκτονας τοὺς ἐδῶ. Ἐγὼ,
4825Κύριοι, ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ γνωρίσω ἀρχιτέκτονας, καὶ
4826εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν Ἑλλήνων ἀρχιτε-
4827κτόνων ὑστερεῖ τοῦ ἀρχιτέκτονος, τὸν ὁποῖον μισθοδοτοῦμεν
4828διὰ 1200 δραχμῶν. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσῃ
4829τις, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς δὲν εἶναι
4830ἐμπειρότερος πολὺ ἀρχιτέκτων ἐκείνου τοῦ ξένου, τὸν
4831ὁποῖον ἐστρατολόγησεν ἤδη τὸ Ὑπουργεῖον. Ἂν αἱ ὑπη-
4832ρεσίαι τοῦ ξένου ἐκείνου ἦσαν τόσον πολύτιμοι, διατὶ δὲν
4833ἐσκέφθη οὐδεμία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς,
4834ἀφ’ ἧς ἀφίχθη ἐνταῦθα ὅπως ἐκτελέσῃ τὸ σχέδιον τῆς Ἀκα-
4835δημίας τοῦ Σίνα, διατὶ δὲν ἐσκέφθησάν ποτε νὰ τὸν μισθώ-
4836σωσιν; Ἀνέφερον τὸ ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου καὶ τὴν
4837Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων· ἀλλ’ ἡ μὲν πίστωσις ὡς πρὸς τὸ
4838ἀνάκτορον τοῦ Διαδόχου ἐψηφίσθη πολὺ κατόπιν ἀπὸ τῆς
4839προσλήψεως τοῦ ἀρχιτέκτονος τούτου, ἡ δὲ περὶ τῆς Στρα-
4840τιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων καὶ ἐκείνη ἔχει μεταγε-
4841νεστέραν χρονολογίαν. Ἐπλουτίσαμεν, φαίνεται, μέχρις
4842αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε ἔχομεν ἀνάγκην νὰ πολλαπλα-
4843σιάσωμεν τὰ δημόσια καταστήματα, τὰ καταστήματα
4844πολυτελείας, τὰ ζαχαρένια καταστήματα, ὁποῖα εἶναι ἡ
4845Ἀκαδημία, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν δὲν δυνάμεθα νὰ
4846χρησιμοποιήσωμεν τοὺς ἀρχιτέκτονας, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο
4847νὰ μισθοδοτηθῶσι μὲ 400 ἢ 500 δραχμὰς κατὰ μῆνα,
4848ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν ξένον, νὰ τὸν ῥίψωμεν κατὰ
4849πρόσωπον ὅλων τῶν Ἑλλήνων, νὰ ὑβρίσωμεν διὰ τοῦ διο-
4850ρισμοῦ αὐτοῦ ὅλους ἐκείνους, ὅσοι ἐσπούδασαν καὶ προσέ-
4851φερον εἰς τὸ Κράτος τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Πρέπει νὰ συλ-
4852λογισθῶμεν καὶ περὶ οἰκοδομῆς ἑτέρου τινὸς ἀνακτόρου.
4853Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν δὲν
4854ἐπιτρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν φάμπρικαν οἰκοδομῶν πολυτε-
4855λείας, διότι τίς οἶδε ποῖα ἄλλα ἀκόμη θὰ κάμωμεν. Καὶ
4856διατὶ λοιπὸν νὰ μισθοδοτῇ τὸ Κράτος ἐκεῖνον τὸν ξένον, ὁ
4857ὁποῖος ἦλθε παρ’ ἡμῖν ἐντελῶς πένης καὶ σήμερον εἶναι
4858πλουσιώτατος; ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι ἡ γειτονεία τοῦ ξένου
4859πρὸς τὸν Ὑπουργὸν εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε τὴν
4860πίστωσιν ταύτην. Ὑποθέτω, ὅτι οἱοσδήποτε ἀρχιτέκτων,
4861προσκαλούμενος ὅπως σχεδιάσῃ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπί-
4862δων, ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ 10 ἕως 20 χιλιάδας δραχμάς·
4863ὑποθέτω ἐπίσης, ὅτι ἴση δαπάνη θὰ ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν οἰ-
4864κοδομὴν τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ
4865ὁποῖον δὲν ἐννοῶ, εἶναι ὅτι κατωρθώσαμεν μίαν ἔκτακτον
4866δαπάνην νὰ τὴν καταστήσωμεν διαρκῆ ἐν τῷ Προϋπολο-
4867γισμῷ, καὶ γνωρίζετε τὴν Γαλλικὴν παροιμίαν «en man-
4868geant l’ appetit vient». Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἔκτακτος
4869αὕτη δαπάνη θὰ μᾶς κοστίσῃ καὶ ἄλλα, καὶ δεύτερον καὶ
4870τρίτον μέγαρον. Ἐτελείωσαν ἢ ὄχι τὰ σχεδιογραφήματα
4871τῶν δύο αὐτῶν μεγάρων, τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς καὶ
4872τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Διαδόχου; ποῖα εἶναι τὰ σχέδια τὰ
4873ἄλλα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κάμῃ ὁ ξένος ἀρχιτέκτων
4874καὶ ἐργάζεται νυχθημερόν; εἰς τί ἐργάζεται νυχθημερόν;
4875ὑπάρχει κἀμμία ἐπείγουσα ἀνάγκη; τί κάμνομεν ἡμεῖς
4876σήμερον; Ἡμεῖς ἀπολύομεν ἐκείνους τοὺς ἄνδρας ἐκ τοῦ
4877στρατοῦ, τοὺς ὁποίους ἀναγνωρίζομεν ὡς ἀναποφεύκτως
4878ἀναγκαίους πρὸς τὸν καταρτισμὸν, πρὸς τὴν ἐκγύμνασιν τῶν
4879στελεχῶν, ἐντούτοις μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ θερα-
4880πεύσωμεν τὰς ἀξιώσεις ξένου ἀναγράφομεν πίστωσιν 14 χιλιά-
4881δων, διὰ τῆς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ διαθρέψωμεν, ἂν ὄχι τὸ
4882ἥμισυ, ἀλλὰ ἓν τέταρτον λόχου. Ἐν περιπτώσει, κατὰ
4883τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐπιδείξῃ τίνων ἄλλων
4884δημοσίων καταστημάτων πρόκειται νὰ παρασκευάσῃ τὰ
4885σχέδια ὁ ξένος αὐτὸς ἀρχιτέκτων, θὰ ἐνόουν τὴν δαπάνην
4886ταύτην, ἀλλ’ ὅταν σᾶς λέγῃ, ὅτι παρεσκεύασε τὸ ἀνάκτο-
4887ρον τοῦ Διαδόχου καὶ τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν τῶν
4888Εὐελπίδων, σημαίνει, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ἐργασία του ἠδύ-
4889νατο νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὸ Κράτος, δὲν νομίζω δὲ, ἐκ
4890τοῦ ὅτι ἐδέχθημεν νὰ χορηγήσῃ τὴν ἐργασίαν του ἐπὶ ἔτος
4891ἀντὶ δραχμῶν 1200 κατὰ μῆνα, καὶ ὅτι ἐδέχθη νὰ παρα-
4892σκευάσῃ, καταταχθεὶς μεταξὺ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων,
4893τὰ σχέδια ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ὅτι διὰ τοῦτο ἔχομεν τὴν
4894ὑποχρέωσιν ἐπὶ αἰῶνα τὸν ἅπαντα νὰ τὸν μισθοδοτῶμεν. Ἐν
4895περιπτώσει, εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς, καθ’ ἣν, ἀντὶ νὰ ἀναγρά-
4896ψωμεν 14,000 εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, παρηγγέλλομεν
4897ἐργολαβικῶς τὴν προπαρασκευὴν τῶν σχεδίων τῆς Στρα-
4898τιωτικῆς Σχολῆς καὶ τοῦ μεγάρου τοῦ Διαδόχου, ἠθέλο-
4899μεν πληρώσει 50,000 δραχμάς. Ἀλλ’ εἶναι σπουδαῖα
4900αὐτά; Βεβαίως δὲν εἶναι σπουδαῖα, οὐδὲ δικαιολογοῦσι
4901τὴν δημιουργίαν τῆς θέσεως, ἀφοῦ περὶ οὐδενὸς ἑτέρου
4902δυνάμεθα σήμερον νὰ σκεφθῶμεν οἰκοδομήματος πολυτε-
4903λείας. Θέλετε νὰ μισθοδοτῶμεν τὸν κύριον αὐτὸν λόγῳ
4904εὐγνωμοσύνης, διότι μᾶς κατήρτισε τὰ δύο ταῦτα σχέδια
4905ἀντὶ ὡρισμένου τιμήματος; Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, τί θὰ
4906ἔπραττεν ὁ ἀρχιτέκτων αὐτὸς, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν
4907τῷ ἔδιδε τὸν μισθὸν αὐτὸν τὸ Κράτος. Ἀφίνω δὲ, ὅτι ἡ
4908Κυβέρνησις, ἂν εἶχεν ἀνάγκην σχεδίου διὰ τὸ ἀνάκτορον
4909τοῦ Διαδόχου, ἠδύνατο ν’ ἀποταθῇ πρός τινα, ὁ ὁποῖος
4910τῷ προσέφερε τὸ σχέδιον καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλεται καὶ
4911τὸ σχέδιον τῆς Ἀκαδημίας καὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ
4912τῶν πολυτελεστάτων μεγάρων, τὰ ὁποῖα κοσμοῦσι τὴν
4913Βιέννην, ὁ ὁποῖος ἔδωσε καὶ τὸ σχέδιον τῆς Ἐθνικῆς Βι-
4914βλιοθήκης.
4915§187ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔδωκε τὸ σχέδιον τῆς
4916Βιβλιοθήκης, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς προσλήψεως ὡρισμέ-
4917νου ἀρχιτέκτονος πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ εἰρημένου σχεδίου.
4918Ἡμεῖς παρεκαλέσαμεν τὸν ἀρχιτέκτονα ἐκεῖνον νὰ σχεδιάσῃ
4919τὴν Βιβλιοθήκην, διότι αὐτὸς ἦτο ὁ ἐνδεδειγμένος πρὸς τὴν
4920ἐργασίαν ταύτην, ὡς σχεδιάσας καὶ τὴν Ἀκαδημίαν, τοῦτον
4921δὲ μόνον ἐπέβαλεν αὐτὸς τὸν ὅρον εἰς ἀναδοχὴν τῆς ἐντολῆς,
4922τὴν πρόσληψιν ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἀρχιτέκτονος κυρίου
4923Τσίλλερ ἐπὶ ἁδρᾷ ἀμοιβῇ.
4924§188ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπέβαλεν ὡς ὅρον, νὰ παραλάβητε τὸν ἀρχι-
4925τέκτονα αὐτὸν, ἀλλ’ εἰς οἰκοδομὴν, ἡ ὁποία νὰ κατα-
4926σκευασθῇ διὰ ξένης δαπάνης, δὲν ἐζήτησεν ὅμως ὁ Χάνσεν
4927δι’ ἑαυτὸν τίποτε.
4928§189ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δι’ ἑαυτὸν οὐδέν.
4929§190ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Χάνσεν ἔχει ἐν τῷ χαρτοφυλακίῳ του,
4930καὶ τὰ εἶδον ἐγὼ, διερχόμενος ἐκ Βιέννης, ποικίλα σχέδια,
4931τὰ ὁποῖα ἤθελε προσφέρει εἰς τὸ Δημόσιον. Ἔχει δὲ ἰδίως
4932τὸ μέγαρον τοῦ Διαδόχου παρεσκευασμένον.
4933§191ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπερ θὰ στοιχίσῃ τέσσαρα ἑκατομμύρια,
4934καὶ κατὰ τὴν ἰδέαν του πρέπει νὰ οἰκοδομηθῇ ἐν Πειραιεῖ.
4935§192ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ μέγαρον τοῦ Διαδόχου, ὅπως ἐσχεδιάσθη,
4936ἀπαιτεῖ δαπάνην δύο ἑκατομμυρίων, ὄχι τεσσάρων.
4937§193ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐπιδειχθέν μοι ὑπὸ τοῦ κ. Χάνσεν θὰ
4938στοιχίσῃ τέσσαρα ἑκατομμύρια. Εἶναι ὡραιότατον μέγαρον,
4939ὁ δὲ κ. Χάνσεν εἶναι ἐκ τῶν πρώτων ἀρχιτεκτόνων τῆς
4940ἐποχῆς, καὶ διὰ καλλιτεχνικὰ κτίρια σχεδὸν ἄνευ ἐφαμίλ-
4941λου. Εἶναι τὸ μέγαρον ὡραῖον ὡς σχεδίασμα πρὸς μελέτας
4942ἀρχιτεκτονικῆς καλαισθησίας, περὶ ἐκτελέσεως ὅμως οὐδεμία
4943δύναται νὰ γενῇ σκέψις.
4944§194ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὲ παρε-
4945ξηγεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, λέγων ὅτι δύο μόνον
4946ἐργασίας ἔχει ὁ ἀρχιτέκτων ὁ προσληφθείς· οὗτος ἐργάζεται
4947διηνεκῶς, ἀνέφερα δὲ τὰ δύο ταῦτα κτίρια, ὡς τὰ σπου-
4948δαιότερα τῶν μέχρι τοῦδε σχεδιασθέντων καὶ ὡς ἐν παρα-
4949δείγματι. Ἀλλ’ ἔχομεν πλῆθος ἄλλων σχεδίων καὶ ἐργα-
4950σιῶν, τὰ ὁποῖα ἢ ἐξετελέσθησαν ἤδη ἢ μέλλουσι νὰ
4951ἐκτελεσθῶσι. Χάρις εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, ἐγένετο ἡ
4952συμπλήρωσις, μεταῤῥύθμισις καὶ τελειοποίησις τοῦ Ἀρχαιο-
4953λογικοῦ Μουσείου· χάρις εἰς αὐτὸν, ἔχομεν πλῆρες τὸ σχέ-
4954διον τοῦ Ταχυδρομικοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ
4955αὔξησιν, μὴ ἐπαρκοῦντος τοῦ σημερινοῦ χώρου εἰς τὴν
4956ὑπηρεσίαν τῶν δεμάτων καὶ ἐπιταγῶν. Χάρις εἰς αὐτὸν,
4957ἔχομεν σχέδιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ πλῆρες τὸ
4958σχέδιον τῆς μετατροπῆς, τῆς πέρυσι σχεδιασθείσης, τοῦ
4959Νοσοκομείου εἰς Δικαστήρια, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἠδυνάμεθα
4960νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ ἐκείνου τοῦ κτιρίου, τὸ σχέδιον ἔμεινεν
4961ἀνεκτέλεστον. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τῆς οἰκοδομῆς Δικαστη-
4962ρίων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ὑπηρετήσει τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως
4963ἐπὶ πολὰς δεκαετηρίδας, εἶναι πλῆρες.
4964§195ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τῆς ἐργασίας αὐτοῦ τοῦ ἀρχιτέκτονος
4965ἀπεκτήσαμεν λοιπὸν τέσσαρα σχέδια: τῶν Δικαστηρίων,
4966διὰ τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι θὰ ἐδαπανᾶτο περίπου 1,000,
4967000, τοῦ Μουσείου, ἀξίας περίπου 500,000, τοῦ Ἀνα-
4968κτόρου τοῦ Διαδόχου, ἀξίας 500,000, καὶ τῆς Στρατιω-
4969τικῆς Σχολῆς· ὥστε ἔχομεν ἤδη σχέδια τριῶν ἢ τεσσάρων
4970περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰ ὁποῖα περισσεύουσιν ἐκ
4971τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Θὰ ἀποκτήσωμεν δὲ καὶ σχέδιον
4972Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι διὰ τοὺς νέους αὐτοὺς ἐλεγκτὰς
4973καὶ παρέδρους ἔπρεπε νὰ οἰκοδομηθῇ κατάστημα εὐπρεπὲς,
4974διότι ἐλησμόνησαν τοὺς προδρόμους, εἰς τοὺς ὁποίους μέχρι
4975χθὲς ἵσταντο. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ μάθω διὰ τίνων ὑπολο-
4976γισμῶν θὰ κατασκευασθῶσιν αὐτὰ τὰ κτίρια. Ἡμεῖς ἐνο-
4977μίζομεν, ὅτι διὰ τῆς τροπῆς τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα γνωρί-
4978ζομεν πόσον μᾶς ἐκόστισαν, καὶ διὰ τῆς μὴ πληρωμῆς τῆς
4979διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος κατωρθώσαμεν νὰ ἑνώσωμεν
4980τὴν μίαν ἄκραν μὲ τὴν ἄλλην. Λοιπὸν, ἐὰν τὸ ἰσοζύγιον
4981ὑπάρχῃ, ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, πόθεν ἐπι-
4982θυμεῖ νὰ λάβῃ τὰ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια;
4983§196ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ σήμερον πληρονόμενα εἰς μισθώ-
4984ματα θέλουσι διατεθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων.
4985§197ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἐνόουν ταῦτα πάντα, ἐν περιπτώσει,
4986καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῶσιν αὐτὰ τὰ ἔργα· ὅταν
4987ὅμως βλέπω, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἐνεστῶτος
4988ἔτους περιλαμβάνεται μόνον ἡ μισθοδοσία αὐτοῦ τοῦ ἀρχι-
4989τέκτονος, οὐδὲν δὲ ποσὸν ἐπὶ πλέον χάριν αὐτῶν τῶν κτι-
4990ρίων, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πιστεύω εἰς αὐτὰ
4991τὰ σχέδια, καὶ ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς θέσεως, εἰς τὴν
4992ὁποίαν ἐτοποθετήθη εἷς ξένος, ὅστις εὐηρέστησεν αὐτοῖς.
4993§198Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εὐχαρίστως ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουρ-
4994γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναγγέλλοντα, ὅτι τέλος πάντων
4995ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημά-
4996των. Παρακαλῶ ὅμως αὐτὸν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν πληροφο-
4997ρίαν: Πρόκειται περὶ κατασκευῆς μεγάρου ἐκ θεμελίων, ἢ
4998περὶ ἐπισκευῆς τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου;
4999§199ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν
5000λέγω, ὅτι ὑπάρχει τι ὁριστικὸν, εἶπον ὅ,τι καὶ πέρυσι, δη-
5001λαδὴ, ὅτι ἐθεωρήθη τὸ κτίριον τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου
5002πρόσφορον, ὅπως μετατραπῇ εἰς δικαστικὸν κατάστημα,
5003δυστυχῶς ὅμως δὲν ἐφθάσαμεν εἰς ἀποτέλεσμα, ἐπειδὴ δὲ
5004ὁμιλῶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, παρα-
5005τηρῶ, ὅτι ἐσφαλμένως κατηγορήθημεν, ὅτι ἀνεγράψαμεν τὴν
5006πίστωσιν ταύτην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ
5007ἀναγεγραμμένη κἀμμία πίστωσις δι’ ἐκτέλεσιν οἰκοδομῶν.
5008Ἐν Κεφαλαίῳ 8ῳ καὶ ἄρθροις 4, 5 καὶ ἑπομ. βλέπετε,
5009ὅτι ὑπάρχει πίστωσις διὰ πολλὰς οἰκοδομὰς, αἵτινες θέλου-
5010σιν ἀνεγερθῆ ἢ μεταῤῥυθμισθῆ διὰ τοῦ Ἀρχιτεκτονικοῦ
5011τούτου γραφείου.
5012§200Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Χαίρω πολὺ, ὅτι ἀπεφασίσθη ἡ
5013ἀνέγερσις τῶν δικαστικῶν καταστημάτων, νομίζω ὅμως, ὅτι
5014δέον ταῦτα νὰ ἀνεγερθῶσι τὸ ταχύτερον καὶ ἐν θέσει
5015καταλλήλῳ, εἰς οἰκόπεδον δὲ τοῦ Δημοσίου, ὅπως μὴ ἐπι-
5016βαρυνθῇ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τῆς ἀγορᾶς οἰκοπέδων. Ὡς
5017τοιοῦτον δὲ καταλληλότερον οἰκόπεδον εἶναι τὸ ἐφ’ οὗ οἱ
5018Βασιλικοὶ σταῦλοι, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἡ Α. Μεγαλειότης,
5019ἐὰν παρακληθῇ, θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ παραχωρήσῃ.
5020§201ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ σταῦλοι ἀνήκουσιν
5021εἰς τὸ Κράτος, ὁ δὲ Βασιλεὺς πολὺ εὐχαρίστως θέλει ἴδει
5022χρησιμοποιούμενον εἰς ἀνέγερσιν δημοσίου καταστήματος
5023τὸ οἰκόπεδον αὐτῶν· ἀλλ’ ἐὰν δὲν οἰκοδομῆται ἐκεῖ τὸ
5024μέγαρον τῶν Δικαστηρίων, τοῦτο προσέρχεται ἐξ ἄλλων
5025λόγων· ὁ χῶρος οὗτος δὲν κρίνεται κατάλληλος.
5026§202Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Διατί;
5027§203ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτι ὁ χῶρος οὗτος ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος,
5028εἶναι ἀναμφισβήτητον· ἐν τούτοις θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ζητήσῃ,
5029ἀλλ’ ἴσως δὲν θὰ εὕρῃ ἄλλο γήπεδον, οὐδέποτε δὲ τὸ Δη-
5030μόσιον θὰ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ γηπέ-
5031δου τῶν βασιλικῶν σταύλων, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔχει ἀξίαν
5032ἄνω τῶν 2,000,000 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ θελήσῃ τὸ Δημόσιον
5033νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ γήπεδον τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου
5034δι’ ἀνέγερσιν τῶν δικαστικῶν καταστημάτων, ὀφείλει νὰ
5035πληρώσῃ εἰς τὸν δῆμον τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, ἤτοι τοὐλάχιστον
50361,500,000, ἐὰν δὲ προσθέσωμεν εἰς ταῦτα καὶ 500,000,
5037αἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ὑπάρχον
5038οἰκοδόμημα, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ λάβωμεν ἀνάγκην νὰ
5039δανεισθῶμεν, θ’ ἀναβιβασθῇ εἰς 2,000,000 δραχμῶν, τοῦ
5040ὁποίου οἱ τόκοι βεβαίως δὲν δύνανται νὰ πληρώνωνται ἐκ
5041τῶν ἐνοικίων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολο-
5042γισμῷ. Διότι δὲν πρέπει νὰ ὑπολάβῃ τις, ὅτι διὰ τῆς οἰκο-
5043δομήσεως δικαστικῶν καταστημάτων πρόκειται νὰ καταρ-
5044γηθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐνοίκια, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται
5045ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
5046Πρόκειται νὰ καταργηθῶσι μόνον τρεῖς πιστώσεις, αἱ διὰ
5047τὰ καταστήματα τοῦ Πρωτοδικείου, τοῦ Ἐφετείου καὶ
5048τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἴσως δὲ καὶ ἡ τοῦ τῆς Εἰσαγγελίας τῶν
5049Ἐφετῶν. Ἀλλ’ ὅλαι αὗται αἱ πιστώσεις μόλις ἀνέρχονται
5050εἰς τὸ ποσὸν τῶν 45,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν
5051ἐπαρκεῖ, ὅπως ἐξυπηρετηθῇ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον θέλει χρεια-
5052σθῆ διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου. Διὰ
5053τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ
5054εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν Δικαστικοῦ μεγάρου, πρέπει νὰ οἰκο-
5055δομήσῃ ἐπὶ γηπέδου ἀνήκοντος εἰς τὸ Κράτος, καταλλη-
5056λότερον δὲ τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀπὸ τὸ γήπε-
5057δον τῶν βασιλικῶν σταύλων.
5058Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι
5059ἀδίκως κατηγορεῖται ὅτι ἀνεγράφη ἡ πίστωσις τῆς μισθο-
5060δοσίας τοῦ ἀρχιτέκτονος, χωρὶς νὰ ἀναγραφῇ καὶ πίστωσις,
5061διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα θέλει
5062ἐργασθῆ ὁ ἀρχιτέκτων, καὶ ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη πίστωσις,
5063καὶ ἀνέφερε τὸ κονδύλιον περὶ ἐπισκευῆς, συντηρήσεως καὶ
5064ἐπιστασίας δημοσίων κτιρίων. Ἐπισκευὴ, συντήρησις καὶ
5065ἐπιστασία. Ἐπειδὴ ἀναγινώσκω ὅτι εἰς τὴν ἐργασίαν ταύ-
5066την δὲν εὑρίσκετε ἀρχιτέκτονα, καὶ ἀπαιτεῖτε νὰ προσ-
5067ληφθῇ ξένος ἀντὶ δραχ. 14,000, ἐρωτῶ, δὲν εἶναι εἰς ταῦτα
5068ἐπαρκεῖς ἀρχιτέκτονες Ἕλληνες;
5069Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης, καὶ ἡ
5070Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ ἐν γνώσει τοῦ πράγματος.
5071§204ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἤδη, ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τὴν 8ην ὥραν τῆς
5072πρωΐας, δυνάμεθα νὰ ἐρευνήσωμεν, διατὶ συνέβη τὸ πρω-
5073τοφανὲς τοῦτο γεγονός. Ἦτο περίπου μεσονύκτιον, ὅτε ὁ ἐξ
5074Ἀρκαδίας συνάδελφος κ. Ἀντωνόπουλος ἐζήτησε παρὰ τοῦ
5075κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὸν λόγον
5076τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς πιστώσεως διὰ
5077τὸν ἀλλοδαπὸν αὐτὸν μηχανικόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν
5078συνήνει ν’ ἀπαντήσῃ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἔφθασεν ὁ κ. Κου-
5079μουνδοῦρος, ὅστις ἐπέμενεν ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ὥρας, ζη-
5080τῶν τὸν λόγον τῆς τοιαύτης ἐγγραφῆς. Ἔπρεπε δὲ νὰ πα-
5081ρέλθωσι καὶ ἕνεκεν ἄλλων ἀγορεύσεων ἐπὶ τοῦ προκειμέ-
5082νου 8 ὧραι, ἵνα εὐδοκήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερι-
5083κῶν, νὰ ἀνοίξῃ τὸ στόμα καὶ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν, ἣν ἔδωσε.
5084Καὶ τὰ πράγματα ὅπωςδήποτε ἔλαβον τότε τὴν κανονικὴν
5085αὐτῶν τροχιάν. Δὲν ἔχει ἆράγε βεβαιωμένον τὸ Ὑπουρ-
5086γεῖον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ πεισμονὴ ἐνταῦθα, ἥτις εἶναι
5087ἴδιον μόνον τῶν μικρῶν παιδίων; Τί κατώρθωσαν διὰ τοι-
5088αύτης συμπεριφορᾶς ἐπὶ 8 ὅλας ὥρας; Νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ,
5089ὅπου ἡμεῖς ἠθελήσαμεν, νὰ ὑποχρεωθῶσι, συμφώνως πρὸς
5090τὰς κοινοβουλευτικὰς συνηθείας καὶ ὑποχρεώσεις, νὰ δώσω-
5091σιν ἀπάντησιν περὶ πιστώσεως ἀναγραφομένης, τοσοῦτον
5092καθ’ ἡμᾶς ἀχρήστου, ὅσον καὶ σκανδαλώδους. Νομίζω, ὅτι
5093τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ τῆς συζητήσεως θέλει πείσει τοὺς
5094κ. κ. Ὑπουργούς, ὅτι παρῆλθον ἀνεπιτρεπτεὶ αἱ ἐποχαὶ,
5095καθ’ ἃς τὰ πείσματα αὐτῶν εὕρισκον ἠχὼ καὶ πέρασιν ἐν
5096τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
5097Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, δέχονται νὰ τελειώσωμεν τὴν συζή-
5098τησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτε-
5099ρικῶν; Ἡμεῖς ἐσμὲν πρόθυμοι νὰ συζητήσωμεν ἀκόμη μόνον
5100ἓν ἢ δύο κονδύλια τοῦ Ὑπουργείου τούτου, καὶ νὰ θέσω-
5101μεν πέρας εἰς τὴν σοβαρὰν ταύτην συνεδρίασιν. Δυνάμεθα
5102αὔριον νὰ προσέλθωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν τοὺς προϋπολογι-
5103σμοὺς τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
5104συναινῇ εἰς τοιαύτην πρότασιν, ἣν ποιοῦμαι ὑπὸ ἀτομικήν
5105μου εὐθύνην, καὶ ἣν δὲν ἔχουσι νομίζω λόγον καὶ οἱ λοιποὶ
5106συνάδελφοί μου νὰ μὴ ἀποδεχθῶσιν, ἔχει καλῶς. Ἀλλ’
5107ἐὰν δὲν συναινέσῃ, νομίζω, ὅτι ἡ ὀκτάωρος συζήτησις περὶ
5108ἑνὸς καὶ μόνου κονδυλίου δύναται νὰ πείσῃ τοὺς κ. κ.
5109Ὑπουργοὺς, ὅτι δὲν εἶναι εὐχερὲς, ὅσον καὶ ἂν θελήσωσι, νὰ
5110λάβωσι τοὺς ἐπιλοίπους προϋπολογισμούς. Ἐπεθύμουν νὰ
5111ἤκουον τὴν περὶ τούτου γνώμην τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Δὲν
5112δύνανται νὰ κατηγορήσωσιν ἡμῶν, ὅτι παρεμβάλλομεν κωλύ-
5113ματα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ καὶ
5114μέχρι τοῦδε μὲν ἐγένετο σπουδαία καὶ μακρὰ συζήτησις ὑπὸ
5115τριῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐχὶ ὅμως ἔτι καὶ ἐπὶ
5116τῶν λεπτομερειῶν. Πρόκειται ἐντὸς δύο ἢ τεσσάρων ὡρῶν
5117νὰ παραδώσωμεν τὰ 93,000,000 δραχμῶν εἰς τοὺς κυρίους
5118Ὑπουργοὺς, χωρὶς νὰ γένηται συζήτησίς τις ἐπὶ τῶν λεπτο-
5119μερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πῶς ἦτο δυνατὸν, νὰ δεχθῶ-
5120μεν τοιαύτην ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Τί ἠθέλομεν
5121εἰπεῖ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν; Εἶναι ἆρά γε τὸ τεῦχος αὐτὸ
5122ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἀλάνθαστον; Εἶναι ὁ Μωσαϊκὸς
5123νόμος; Ἐπὶ ἑνὸς κονδυλίου ἐγένετο συζήτησις, καὶ εἴδατε
5124πόσα σκάνδαλα ἀπεκαλύφθησαν, καταδηλοῦντα τὴν κατά-
5125στασιν τῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ Πρωθυ-
5126πουργὸς θέλει πράξει ἔργον συνέσεως, ἐὰν δεχθῇ νὰ τεθῇ πέρας
5127εἰς τὴν συζήτησιν σήμερον μέχρι τέλους τοῦ προϋπολογισμοῦ
5128τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν δὲν θέλῃ, τότε
5129ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν ἀκόμη καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
5130Ἐσωτερικῶν.
5131Ἢ μήπως κινδυνεύει νὰ παρέλθῃ ἡ κατὰ τὸ Σύνταγμα
5132ἑξάμηνος προθεσμία ἑκάστης τακτικῆς Συνόδου, ὥστε νὰ
5133ἐπιμένῃ νὰ λάβῃ τὸν Προϋπολογισμόν; Παντάπασιν.
5134Ὑπολείπονται ἀκόμη δύο καὶ ἐπέκεινα μῆνες. Τί τὸ κακὸν
5135λοιπὸν, ποῖος ὁ ὄλεθρος, ἐὰν δαπανήσωμεν μίαν ἔτι ἡμέραν;
5136Ἢ μήπως σπεύδει νὰ κηρύξῃ περαιωμένην τὴν συζήτησιν
5137τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα καρπωθῶμεν τὴν ἔκτακτον Σύ-
5138νοδον; Ἀλλ’ οἱ ἐκλογεῖς ἡμῶν δὲν ἀπέστειλαν ἡμᾶς ἐνταῦθα,
5139ἵνα ἀριθμῶμεν ἐπὶ τῶν δακτύλων ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσο-
5140τέρας Συνόδους, ἀλλ’ ἵνα ἀντιπροσωπεύωμεν αὐτοὺς ἐνταῦθα
5141συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς τοὺς νόμους τοῦ
5142Κράτους. Δὲν φθάνει, ὅτι ἀπειλεῖται ἔκτακτος Σύνοδος
5143τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἀκόμη λείπονται δύο μῆνες ἐκ τῆς τακτι-
5144κῆς Συνόδου, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦσι νὰ θέσωσι φραγμὸν βίαιον,
5145οὕτως εἰπεῖν, ἵνα τερματίσωσι τὴν τακτικὴν Σύνοδον.
5146Τί θέλει εἴπει ὁ κόσμος διὰ τὴν τοιαύτην σπουδήν; Ἀλλὰ
5147δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς ἡ ἔκτακτος Σύνοδος. Ἡμεῖς τότε μόνον
5148θέλομεν παύσει συζητοῦντες, ὅταν πεισθῶμεν, ὅτι ἐξετελέ-
5149σαμεν τὸ ἐν τῇ τακτικῇ Συνόδῳ ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν καθῆ-
5150κον. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον τοῦτο,
5151ἐὰν δὲν συζητήσωμεν, οὐχὶ βεβαίως διὰ μακρῶν, ἀλλ’ ἐφ’
5152ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον, τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐπιλοίπων
5153τριῶν Ὑπουργείων.
5154§205ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουρ-
5155γὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, τίνας λόγους ἔχει, ὅπως μὴ μετα-
5156φέρῃ τοὺς σταύλους τοὺς βασιλικοὺς, σχετιζομένους μὲ συμ-
5157φέροντα τοῦ Κράτους, εἰς ἄλλο γήπεδον.
5158§206ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι δὲν ἀπεφασίσθη
5159ποία θὰ ἦναι ἡ χρησιμοποίησις τοῦ χώρου.
5160§207ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη ἴσως νὰ
5161δοθῇ ἐκ μέρους ἡμῶν μία ἐξήγησις. Δυνατὸν ἐν τῇ συνει-
5162δήσει πάντων ὑμῶν νὰ ἐνεπνεύσθη ἡ ἰδέα, ὅτι ἐλατήριον
5163τῆς παρατάσεως τῆς συζητήσεως, ἥτις ὀφείλεται εἰς ἡμᾶς,
5164δὲν εἶναι ἡ προαίρεσις πρὸς ματαίωσιν τῆς λήψεως τοῦ
5165Προϋπολογισμοῦ....
5166§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ δεξιῶν). Ὤ! τέτοια πράγ-
5167ματα!
5168§209ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν,
5169ὅτι θὰ ἤκουον τὰς σχετλιαστικὰς ταύτας ἀναφωνήσεις.
5170Αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι δύο. Ἡ μὲν
5171εἶναι συζήτησις γενικὴ, ἥτις, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της, εἶ-
5172ναι καὶ πολιτική. Ἐν τῇ γενικῇ ταύτῃ συζητήσει ὑπε-
5173στηρίχθη καὶ ἔπρεπε νὰ ὑποστηριχθῇ παρ’ ὑμῶν ἡ Κυβέρ-
5174νησις· ἔρχεται κατόπιν ἡ λεγομένη μερικὴ συζήτησις ἐπὶ
5175τῶν καθέκαστα. Δυστυχῶς ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν πρὸ πολ-
5176λοῦ, ὅτι ἡ μερικὴ συζήτησις δὲν ἔχει κἀνένα λόγον, καὶ
5177ὅτι πρέπει νὰ ἀναγινώσκῃ ὁ Γραμματεὺς, χωρὶς νὰ γίνηται
5178κἀμμία παρατήρησις. Τὸ πρᾶγμα ὅμως δὲν ἔχει οὕτω, καὶ
5179ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐπικα-
5180λοῦμαι τὴν γνώμην συγγραφέως τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου,
5181ὅστις ἰδοὺ πῶς ἀποφαίνεται. (Ἀναγινώσκει). Σᾶς ἐρωτῶ:
5182συνεμορφώθημεν ἡμεῖς ἀκριβῶς πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ συγγρα-
5183φέως ἐκτιθεμένην γνώμην, ναὶ ἢ ὄχι; Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀπαν-
5184τήσῃ ἀρνητικῶς. Ἐτελείωσεν ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋ-
5185πολογισμοῦ καὶ προέβημεν εἰς τὰ καθέκαστα. Πόθεν ἤρ-
5186χισεν ἡ συζήτησις; Πρῶτον ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῆς προσ-
5187θέτου δαπάνης δι’ Εἰρηνοδικεῖα. Ἡμεῖς, ἀποβλέποντες εἰς
5188κατηγορηματικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, εἴπομεν, ὅτι
5189δὲν δύνασθε ν’ ἀναγράψητε πρόσθετον πίστωσιν, διότι δὲν
5190ὑπεβλήθη αὕτη εἰς τὴν βάσανον τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς.
5191Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 60 περὶ τούτου (ἀναγινώσκει):
5192«Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρα-
5193τιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ
5194τὴν ναυτολογίαν καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἀποφασίζει
5195ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κρά-
5196τους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ
5197ἀπολογισμόν. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν
5198ἐντὸς τῶν δύο πρώτων μηνῶν ἑκάστης Συνόδου, ἡ δὲ ἐξέ-
5199τασις αὐτοῦ γίνεται παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς
5200καὶ ψηφίζεται ἅπαξ».
5201Εἴπομεν δηλαδὴ, ὅτι, ἀφοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ
5202εἰσαχθέντι εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἀνεγράφη ἡ πίστωσις τῶν
52036,000 δραχμῶν, δὲν ἠδύνασθε κατόπιν νὰ τὴν ἀναγράψητε
5204ἐν τῷ ἰδίῳ Προϋπολογισμῷ μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτρο-
5205πῆς, ἥτις δὲν τὴν εἶχεν ὑπ’ ὄψει, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ζητήσητε
5206αὐτὴν δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔδει νὰ παραπεμφθῇ εἰς
5207τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴν, καὶ ἀφοῦ αὕτη
5208τὴν ἐγκρίνῃ, τότε νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν. Ἡ ἐπὶ τούτου
5209συζήτησις, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι προαίρεσις εἰς ματαίωσιν τῆς
5210ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ μέρους ἡμῶν; Δὲν ἔπρε-
5211πε νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ζήτημα, τὸ ὁποῖον,
5212καθὼς βλέπετε, συνδέετε στενῶς μὲ ῥητὴν διάταξιν τοῦ
5213Συντάγματος; Ἀλλὰ καὶ ἄλλο. Εὕρομεν εἰς τὰς δαπάνας
5214ἀναγεγραμμένον ποσὸν δραχ. 60,000. Διατί; Διὰ καλλω-
5215πισμὸν τῆς Πρωτευούσης. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι διὰ τὸν καλ-
5216λωπισμὸν τῆς Πρωτευούσης κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος ἐδαπανήθη-
5217σαν 500,000 δραχμῶν. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν ν’ ἀναγράψωμεν
5218ἤδη καὶ πρόσθετον πίστωσιν 60,000 δραχμῶν; Δὲν ἔχομεν
5219δικαίωμα νὰ σᾶς κάμωμεν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν; νὰ προ-
5220καλέσωμεν τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου;
5221Σεῖς ἐν τῇ ἀναπτύξει τῶν περὶ τούτου εἴδετε εἰς τί ἐδαπα-
5222νήθησαν αἱ 500,000 δραχμαὶ, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὸν καλ-
5223λωπισμὸν τῆς Πρωτευούσης, εἴδετε, ὅτι οὐδὲ ἴχνος ἀφῆκαν
5224τῆς διαβάσεως αὐτῶν. Σᾶς εἴπομεν λοιπόν: Κύριοι Βουλευ-
5225ταὶ, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε, ὅτι πολλοὶ συμπολῖταί σας φυλα-
5226κίζονται διότι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσιν 20 δραχμὰς δι’
5227ἔξοδα, περικόψατε αὐτὴν τὴν δαπάνην τὴν περιττὴν τῶν
522860,000. Καὶ πότε σᾶς τὰ λέγομεν αὐτά; Ὅταν βλέπωμεν,
5229ὅτι ἀντὶ τοὐλάχιστον ν’ ἀναγραφῇ ὅσον ποσὸν εἶχεν ἀνα-
5230γραφῆ καὶ πέρυσιν, ἀναγράφεται διπλάσιον. Θὰ ἐπιδιωχθῇ,
5231λέγουν, ἡ βελτίωσις τῶν ὑπαρχόντων κήπων καὶ ἡ δενδροφύ-
5232τευσις τῶν πλατειῶν! Ἀλλὰ τέλος πάντων ἂν ἄλλο τι δὲν
5233σᾶς ἐμποδίζῃ, δὲν φοβεῖσθε τοὐλάχιστον τὸν Θεόν; Βλέπετε
5234καὶ γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι οἱ συμπολῖταί
5235σας, καὶ ὅμως ψηφίζετε 60,000 δραχμὰς μετὰ τὴν δαπάνην
5236τῶν 500,000, διὰ νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ βελτίωσις τῶν κήπων καὶ
5237ἡ δενδροφύτευσις πλατειῶν εἰς τὰς Ἀθήνας! Καὶ λέγετε
5238ἔπειτα εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, ὅτι κάμνομεν αὐτὰς τὰς παρατη-
5239ρήσεις, μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ματαιώσωμεν τὴν συζή-
5240τησιν.
5241Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι σπουδαιότερον. Προεκλήθη ἡ προσοχὴ
5242τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ αὐξήσῃ τὸ κον-
5243δύλιον, τὸ πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν καὶ τῶν τελμάτων.
5244Τί ἄλλο, Κύριοι, διὰ τὸ Ἔθνος ἐπωφελέστερον καὶ ἀναγκαιό-
5245τερον ἀπὸ αὐτό; Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν: ἀναγνω-
5246ρίζω τὴν χρησιμότητα τοῦ κονδυλίου αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν
5247ἔχομεν. Καὶ ἐνῷ σᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν
524810,000 δραχ. εἰς τὸ περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν καὶ τελ-
5249μάτων κονδύλιον, ἀφ’ ἑτέρου σᾶς προσθέτει 60,000 δραχμὰς,
5250διατί; διὰ νὰ κάμωμεν κήπους καὶ δενδροφυτείας ἐν ταῖς
5251πλατείαις τῶν Ἀθηνῶν.
5252Νομίζω, ὅτι διὰ τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα εἶπον, ἀπέδειξα,
5253ὅτι αὐτὸ ἴσα ἴσα θέλομεν ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Θέλο-
5254μεν, νὰ παύσῃ ἡ κακὴ ἐκείνη συνήθεια, καθ’ ἣν κατὰ τὸ
5255παρελθὸν, ὅπως μοὶ εἶπε συνάδελφος ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς
5256πρὸ μικροῦ, τὰ ἔξοδα ἐν τοῖς καθέκαστα ἐψηφίζοντο ἄνευ
5257οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως. Σᾶς ἀνέγνωσα γνώμην σπουδαίου
5258συγγραφέως, ἀπέναντι τῆς ὁποίας πᾶσα διαφωνία εἶναι ἀνα-
5259ξία προσοχῆς. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν καθέκαστα οὐδεμίαν
5260ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς τύχης τῆς Κυβερνήσεως. Διατὶ λοιπὸν
5261δὲν ἔρχεσθε, ἐν τῷ συμφέροντι τῶν ἐντολέων σας, νὰ περιο-
5262ρίσωμεν μερικὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἴσως καὶ οἱ Ὑπουργοὶ
5263ἀνέγραψαν ἐν ἀγνοίᾳ; Δὲν ἐννοεῖτε λοιπὸν νὰ κάμητε τί-
5264ποτε ἄλλο, παρ’ ὅ,τι λέγει ἡ Κυβέρνησις;
5265Ἐζητήσαμεν νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, καθ’ ἣν πρέ-
5266πει τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τοῖς καθέκαστα νὰ συζη-
5267τῶνται μετὰ πάσης λεπτότητος ἐν ἁπάσαις καὶ ταῖς ἐσχά-
5268ταις αὐτῶν λεπτομερίαις, νομίζω δὲ, ὅτι ἀληθῶς ἐπετελέσα-
5269μεν τὸ καθῆκόν μας. Ταύτην τὴν στιγμήν, ἴσως δὲν δίδετε
5270προσοχὴν εἰς τὰ λεγόμενά μου, διότι δυσπιστεῖτε εἰς τὴν
5271ἀγαθὴν προαίρεσιν, ἐκ τῆς ὁποίας ὁρμῶμαι, βραδύτερον
5272ὅμως θὰ μάθητε, ὅτι, ἂν καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, θὰ ἦναι
5273πολὺ συμφέρουσα εἰς τὸν τόπον.
5274Ὅταν προχωρήσητε κατωτέρω, θὰ ἴδητε μερικὰ κον-
5275δύλια, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ σεῖς θ’ ἀπορήσητε διατὶ ἀναγρά-
5276φονται καὶ πρὸς ποῖον σκοπόν· καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ ἀφήσω-
5277μεν οὐδὲν ἀσυζήτητον. Βλέπω π. χ. «οἰκοδομήματα
5278»Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, ἐπισκευαί, βελτιώσεις καὶ ἐπι-
5279»στασία οἰκοδομημάτων 60,000 δραχμαί»· «οἰκοδομήματα
5280»δικαιοδοσίας Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ἐπισκευή, συντή-
5281»ρησις καὶ ἐπιστασία καὶ ἀνέγερσις νέων ταμίων καὶ ἐφο-
5282»ριῶν 100,000 δραχμαί»· «ἀνέγερσις τελωνειακῶν κατα-
5283»στημάτων κτλπ.» Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἀντιστοίχῳ στήλῃ ἀνα-
5284γράφονται αἱ πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι κατὰ τὸ παρελθὸν
5285ἔτος, τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, παρετή-
5286ρησα, μήπως κἀμμία τοιαύτη πίστωσις ἐπερίσσευσεν ἀπὸ τὸ
5287παρελθὸν ἔτος, ἀλλ’ οὐδεμίαν εἶδον. Λοιπὸν ὅλαι αἱ πιστώ-
5288σεις κατ’ ἔτος δαπανῶνται. Διατὶ λοιπὸν ἡμεῖς νὰ μὴ ἔχω-
5289μεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐφελκύσωμεν τὴν προσοχὴν ὑμῶν, τῶν
5290ἀντιπροσώπων, διὰ νὰ κανονίσωμεν αὐτὰς τὰς δαπάνας
5291καὶ τὰς περιορίσωμεν ὅσον τὸ δυνατόν; Ἐὰν δὲ προχωρή-
5292σητε καὶ ἔτι κατωτέρω, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας,
5293θέλετε ἴδει ἄλλας δαπάνας πάλιν, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς
5294δύνανται νὰ περικοπῶσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς βλάβης τῆς δημο-
5295σίας ὑπηρεσίας. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε, ὅτι ἐκτὸς τῶν 250 δραχ-
5296μῶν, ἃς λαμβάνει ὡς ἐπίδομα ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν,
5297λαμβάνει καὶ ἰδιαίτερον ποσὸν ὡς μίσθωμα ἁμάξης!
5298Νομίζω, Κύριοι, ὅτι αὐτὰ εἶναι, ἂν ὄχι τι ἄλλο, ἀνάρ-
5299μοστος δι’ ἡμᾶς πολυτέλεια, δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν,
5300ὑπὸ ποίας φορολογικὰς περιστάσεις εὑρισκόμεθα. Ὅταν
5301βλέπετε, ὅτι εἰς ἕνα ἀρχιτέκτονα ἀλλοδαπὸν δίδονται 1200
5302δραχμαὶ κατὰ μῆνα, ἐνῷ οὐδὲ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ Ἑλ-
5303λάδι λαμβάνει αὐτὸ τὸ ποσὸν, πρέπει πολὺ νὰ τὸ σκεφθῆτε·
5304οὐδὲ πρέπει νὰ σᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν ἡ δικαιολογία, ὅτι,
5305ἂν εἰργάζετο ἰδιαιτέρως, θὰ ἐλάμβανε τὸ ποσὸν αὐτό.
5306Τὸ συμπέρασμά μου λοιπὸν εἶναι, ὅτι μετὰ τὰς ἐπεξε-
5307γήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκα, πρέπει νὰ πεισθῆτε, ἐὰν θέλητε,
5308ὅτι ἐκ μέρους ἡμῶν δὲν ὑπάρχει κακὴ προαίρεσις. Ἐννοοῦ-
5309μεν νὰ συζητήσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ κονδύλια τοῦ Προϋπο-
5310λογισμοῦ. Δὲν θὰ ὀπισθοχωρήσωμεν, ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ
5311λυθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ ν’ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν αὔριον, το-
5312σούτῳ μᾶλλον, καθόσον—καὶ τὸ λέγω ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς
5313ὑπολήψεως τῶν Βουλευτῶν—ἡ ἐπιμονή, τὴν ὁποίαν δει-
5314κνύομεν, διὰ νὰ λάβωμεν μίαν ὥραν ταχύτερον τὸν Προϋ-
5315πολογισμὸν, ὅπως μετὰ δύο ἡμέρας φέρωμεν τὴν ἔκτακτον
5316Σύνοδον, θὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας τὸ δικαίωμα νὰ
5317πιστεύσωσιν, ὅτι πρὸς οὐδένα ἄλλον λόγον ἐσπεύσαμεν,
5318παρὰ διὰ νὰ ἔχωμεν ἐξησφαλισμένην τὴν ἔκτακτον Σύνο-
5319δον, πρὸς λῆψιν τῆς ἀποζημιώσεως. Εἶναι δὲ τοῦτο τόσῳ
5320βέβαιον, ὥστε, ἐνῷ εἴμεθα ἀκόμη εἰς τὸν τέταρτον μῆνα
5321τῆς τακτικῆς Συνόδου, ἔχομεν δὲ πρὸ ἡμῶν δύο ἄλλους
5322μῆνας πρὸς ἐργασίαν, ἐν τούτοις προτιθέμεθα νὰ ἐργασθῶ-
5323μεν ἐν ἐκτάκτῳ Συνόδῳ, ἀφοῦ μάλιστα σπουδαῖα νομοσχέ-
5324δια διὰ ἔκτακτον Σύνοδον δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ἡ Κυ-
5325βέρνησις. Τουλάχιστον μέχρι τοῦδε δὲν μᾶς ἔδωκε νὰ ἐννοή-
5326σωμεν, ποῖα εἶναι τὰ κατεπείγοντα ἐκεῖνα νομοσχέδια,
5327δι’ ἃ πρέπει νὰ συγκληθῇ ἡ ἔκτακτος Σύνοδος. Ἐν ὅσῳ
5328λοιπὸν εἰς τοιαύτην εὑρισκόμεθα θέσιν, πρέπει νὰ μὴ σπεύ-
5329σωμεν πολὺ εἰς τὴν λῆψιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι θὰ
5330δώσωμεν ἴσως εὐλόγους ἀφορμάς, διὰ νὰ θεωρηθῶμεν ὡς
5331θέλοντες νὰ καρπώμεθα τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ
5332ἐντολεῖς μας πληρόνουσι δι’ ἱδρῶτος καὶ αἵματος.
5333§210ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι εἰς τὰ ἄρθρα 5, 6 καὶ
53347 τοῦ κεφαλαίου 8ου τῶν δημοσίων ἔργων περιέχονται
5335κονδύλια ἀρκετὰ σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἐν γένει ἐπι-
5336σκευὰς δημοσίων καταστημάτων. Ὑπὸ τὴν Ἀγγλικὴν
5337προστασίαν αἱ νῆσοι σχεδὸν ὅλαι, ἢ τοὐλάχιστον αἱ μεγα-
5338λείτεραι, εἶχον δημόσια καταστήματα, ἀναγκαῖα διὰ τὰς
5339ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, παρεδόθησαν δὲ ταῦτα, ἀναχωρη-
5340σάντων τῶν Ἄγγλων, εἰς λαμπρὰν κατάστασιν. Καθ’ ὅλον
5341τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διέμενεν ἐκεῖ ἡ Ἀγγλικὴ προστασία,
5342διετηροῦντο εἰς πλήρη ἀκμήν. Ἐὰν σήμερον περιέλθῃ τις
5343καὶ ἐξετάσῃ αὐτὰ, βεβαίως θέλει καταληφθῇ ὑπὸ λύπης·
5344ὁμιλῶ δὲ μόνον διὰ τὴν νῆσον Κεφαλληνίαν, διότι δὲν εἶ-
5345μαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω τι καθόσον ἀφορᾷ τὰ καταστήματα
5346τῶν ἄλλων νήσων, διότι πρὸ πολλοῦ καιροῦ δὲν μετέβην
5347εἰς αὐτὰς, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι ἀκριβῶς καὶ ἐξ ἰδίας
5348ἀντιλήψεως νὰ πιστοποιήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστα-
5349σιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ καταστήματα ἐκεῖνα. Ἐν Κε-
5350φαλληνίᾳ ὑπάρχει κατάστημα διὰ Δικαστήρια, τὸ ὁποῖον
5351εἶναι λαμπρότατον, ἐνῷ δὲ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀπαντᾷ
5352τις ἀφειδῶς δαπάνας διὰ διορισμὸν κλητήρων καὶ φυλάκων,
5353τὸ Δικαστήριον τῆς Κεφαλληνίας, τὸ δημόσιον τοῦτο κτί-
5354ριον, εὑρίσκεται ἄνευ φύλακος· τίς δὲ ὁ φροντίζων περὶ τοῦ
5355καταστήματος τούτου; τίς ὁ φροντίζων νὰ κλείωνται τὰ
5356παράθυρα; τίς ὁ φροντίζων διὰ τὴν καθαριότητα αὐτοῦ;
5357οἱ δικασταὶ κατέβαλλον ἐξ ἰδίων των χρηματικόν τι ποσὸν,
5358διὰ νὰ διατηρῶσιν ὑπηρέτην ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ, εἰς
5359ἐπικουρίαν τῶν δικαστῶν ἐρχομένων καὶ τῶν δικηγόρων
5360πρὸς τοῦτο.
5361Εἶναι λυπηρὸν, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ Πολιτείᾳ τοι-
5362αύτη ἀβελτηρία, ἐνῷ, ἂν μεταβῆτε εἰς τὰ διάφορα σχολεῖα,
5363τὰ ταμεῖα, κλπ. θὰ εὕρητε ἀπὸ 2 ἢ 3 φύλακας, καὶ
5364τὸ Δικαστήριον, ὅπερ εὑρίσκεται εἰς ἀδιάκοπον κίνησιν, τὸ
5365ὁποῖον ὁπωσδήποτε, ὡς ναὸς τῆς Θέμιδος, ἔπρεπε νὰ πα-
5366ρουσιάζῃ καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τὸν ἐξωτερικὸν κοσμιότητά
5367τινα, διατηρεῖται εἰς τοιαύτην ἐλεεινὴν κατάστασιν, ὥστε,
5368μὴ νομίσητε ὅτι λέγω ὑπερβολὰς, ἐντὸς αὐτοῦ θὰ εὕρητε
5369οὖρα καὶ παντὸς εἴδους ἄλλας ἀκαθαρσίας, ὁσάκις μάλιστα
5370λειτουργεῖ τὸ Κακουργοδικεῖον! Καὶ γνωρίζετε διατί; Διότι
5371ὅταν ἐργάζηται τὸ Κακουργοδικεῖον καὶ παρατείνωνται
5372αἱ συνεδριάσεις αὐτοῦ μέχρι βαθείας νυκτὸς, δὲν ὑπάρχει
5373φωτισμὸς ἢ μόνον εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων, καὶ
5374ὅταν οἱ ἄνθρωποι λαμβάνωσιν ἀνάγκην καὶ ἦναι μάλιστα
5375χειμὼν, εὑρίσκουσιν ἀνετώτερον νὰ ἀφίνωσι τὰς ἀκαθαρσίας
5376εἰς διαφόρους γωνίας τοῦ Δικαστηρίου. Ἀδιακόπως ἐπι-
5377σκευάζεται ἡ στέγη αὐτοῦ, καὶ ὅμως πολλάκις οἱ δικασταὶ
5378καὶ οἱ δικηγόροι ὑποχρεοῦνται νὰ ἀνοίγωσι τὰ ἀλεξιβρό-
5379χιά των, διὰ νὰ μὴ βρέχωνται ἐντὸς τοῦ Δικαστηρίου! Καὶ
5380δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
5381τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, θὰ εὕρητε σπουδαίαν δα-
5382πάνην διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ καταστήματος τούτου. Πῶς δὲν
5383ἐρωτᾷ ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ, τί συμβαίνει; ὑπάρχει ἐλάττωμά τι;
5384εἶναι κατάχρησις ἐκ μέρους τῆς ἐργολαβίας ἢ ἄλλων; εἶναι
5385ἄλλος τις λόγος; Ὁσάκις ἐπιζητῆται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον
5386πίστωσις πρὸς ἐπισκευὴν τῆς στέγης, δὲν ζητεῖ νὰ μάθῃ
5387διατὶ ἡ στέγη αὕτη, ἡ ὁποία ἐπεσκευάσθη πρὸ ἑνὸς ἢ δύο
5388ἐτῶν, ἀπαιτεῖ πάλιν νέαν ἐπισκευήν; Δυστυχῶς δὲ, Κύριοι,
5389ἐὰν δὲν φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς
5390περὶ τῆς στέγης τοῦ καταστήματος τούτου, ὁσονούπω ἢ
5391θὰ καταπέσῃ ἢ ὁπωσδήποτε θὰ ἦναι κίνδυνος νὰ εἰσέρχη-
5392ταί τις εἰς αὐτὸ, διότι, ὅταν ἡ ξυλικὴ βρέχηται, ἡ διατή-
5393ρησις αὐτῆς εἶναι πολὺ βραχεῖα καὶ ἡ σῆψις πολὺ ταχεῖα.
5394Τοιαύτη, Κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Δικαστηρίου.
5395Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι ὑπῆρχον βιβλιοθῆκαι, ἑρμάρια
5396καὶ ἄλλα ἔπιπλα. Ταῦτα πάντα ἐξηφανίσθησαν ὀλίγον
5397κατ’ ὀλίγον· ἐνῷ δὲ, τῇ ἐπιμονῇ καὶ τῇ φροντίδι δύο Προέδρων,
5398φιλοτιμηθέντες οἱ δικηγόροι κατέβαλον ποσόν τι, καὶ ἐπρο-
5399μηθεύθησαν ἔπιπλά τινα, καὶ ταῦτα ἔλαβον τὴν αὐτὴν
5400τύχην, διότι οὐδεὶς φύλαξ ὑπάρχει παραλαμβάνων καὶ
5401προσωπικῶς εὐθυνόμενος.
5402Μεταβαίνω εἰς τὰς φυλακάς. Πολλάκις ἔφερα τὸν λόγον περὶ
5403τῶν φυλακῶν Κεφαλληνίας. Ὁμιλοῦμεν περὶ σωφρονιστικῶν
5404καταστημάτων, περὶ δαπανῶν πρὸς κατασκευὴν τοιούτων,
5405περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ σωφρονιστικοῦ συστήματος ἐν γένει καὶ
5406εἰς ἄλλας φυλακὰς, ἐφέραμεν μάλιστα καὶ ἐκτάκτους ἀπο-
5407στολὰς, ὅπως ἐπισκοπήσωσιν, εἰ δυνατὸν, τὸν τόπον καὶ μᾶς
5408ὑποδείξωσι τὰ μέσα, δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ διορθώσωμεν τὰ
5409κακῶς ἔχοντα· καὶ ταῦτα πάντα πράττομεν πότε; ὅταν
5410παραλαμβάνωμεν καταστήματα κατεσκευασμένα διὰ
5411τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὡραιότατα, συντηρηθέντα καὶ λει-
5412τουργήσαντα κατὰ τὸ σωφρονιστικὸν σύστημα, καὶ
5413τὰ μεταβάλλωμεν εἰς μπουντρούμια. Ἐρωτῶ λοιπὸν,
5414ἐπιτρέπεται πλέον εἰς Κυβέρνησιν καὶ Βουλὴν νὰ συζητῇ
5415περὶ διορθώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων καὶ περὶ οἰκοδομῆς
5416φυλακῶν, ὅταν τὰ εὑρεθέντα ὡραῖα καταστήματα κατα-
5417στρέφωνται, ἢ οὕτω συντηροῦνται; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ
5418ὑπάρξουν φυλακαὶ καὶ καταστήματα, ἐνῷ εἰς χῶρον, ὁ
5419ὁποῖος προωρίσθη νὰ περιλαμβάνῃ 100 τὸ πολὺ ἄνδρας,
5420συνεσωρεύθησαν 300 καὶ πλέον; Πῶς εἶναι δυνατὸν, νὰ
5421ὑπάρξουν φυλακαί, ὅταν μεταξὺ διαβοήτων κακούργων
5422ὑπάρχουν καὶ παῖδες, ἡλικίας 12 καὶ 15 ἐτῶν; Ἔχει δι-
5423καίωμα τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ὁμιλῇ περὶ βελτιώσεως τῆς
5424καταστάσεως, ἐνῷ, ἔχον πρόχειρα καταστήματα φυλακῶν
5425καὶ ἄλλα δημόσια τοιαῦτα, δὲν ἐφρόντισε νὰ τὰ συντηρήσῃ;
5426Συλλογισθῆτε, ὁποία φροντὶς λαμβάνεται περὶ τῶν φυλα-
5427κῶν, ἀφοῦ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Σωφρονιστηρίου ὑπεχρεώθη
5428ποτὲ ἐξ ἰδίων του νὰ πληρώσῃ τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν κλεί-
5429θρων τῆς ἐξωτερικῆς θύρας, διότι παρήρχετο ὁ καιρὸς καὶ ὁ
5430κίνδυνος τῆς δραπετεύσεως τῶν κρατουμένων ἦτο ἄφευκτος.
5431Τὰ κλεῖθρα ἐν γένει εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, τὸ
5432κατάστημα ἐσωτερικῶς ἐλεεινόν· καὶ ὅμως, Κύριοι, δαπα-
5433νῶνται χρήματα πρὸς ἐπισκευὴν αὐτοῦ. Ἐσχάτως μάλι-
5434στα ἔφριξα, ἀκούσας μίαν δαπάνην. Οἱ κρατούμενοι ἤνοι-
5435ξαν ὀπὴν, ἐξ ἧς ἐδραπέτευσαν δύο τούτων, ἡ ὀπὴ αὕτη
5436ἠδύνατο νὰ κλείσῃ διὰ δαπάνης 60 ἕως 70 δραχμῶν, καὶ
5437ὅμως ἐδαπανήθησαν δι’ αὐτὴν, ὡς ἐπληροφορήθην, 700 δραχ-
5438μαί! Ὁ τότε Νομαρχῶν διεβίβασε τὰ περὶ τῆς ἐπισκευῆς
5439τῆς ὀπῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν· διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε
5440φροντίδα τινὰ, ἵνα προλάβῃ ἢ ἀνακαλύψῃ τὴν κατάχρη-
5441σιν, καίτοι ἐγένοντο αὐτῇ γνωστὰ πάντα; Δὲν εἶχεν ἄδι-
5442κον ὁ προλαλήσας, ὅταν ὑπεστήριζεν, ὅτι εἶναι καλὸν τὰ
5443κονδύλια ταῦτα νὰ λείψωσι, καὶ ἂν γίνεται ἐπισκευή τις,
5444ἂς γίνεται καὶ ἂς χαρακτηρίζεται ὡς ἔκτακτος δαπάνη,
5445ἀλλὰ μακρὰν ἀπὸ ἐμβαλώματα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἀφορμὴ
5446τῆς ἀσυνειδήτου σπατάλης τῶν δημοσίων χρημάτων.
5447Ἀναγινώσκω ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ: «Ἀνέγερσις ἐπανορ-
5448θωτικῶν φυλακῶν ἐν Κερκύρᾳ». Τοῦτο δὲ μὲ ὑποχρεοῖ εἰς
5449τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Πλησίον τῶν φυλακῶν Κεφαλλη-
5450νίας ὑπάρχει κατάστημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μὲν δημόσιον
5451οἴκημα, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὴν ἐγχώριον περιουσίαν τῆς
5452νήσου, ἥτις ἀνήκει εἰς τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα τῆς
5453νήσου, διότι εἰς αὐτὰ μετεβιβάσθη ἡ περιουσία αὕτη. Τὸ
5454οἰκοδόμημα τοῦτο ἐχρησίμευεν ἄλλοτε ὡς ἐκκλησία Ἀγγλι-
5455κανικὴ, τὸ παρεχώρησε δὲ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἰς
5456τὴν ἐγχώριον περιουσίαν, ἔκτοτε δὲ δὲν χρησιμεύει εἰς τί-
5457ποτε. Σημειώσατε, ὅτι τοῦτο διαχωρίζεται ἀπὸ τὸ οἰκοδό-
5458μημα τῶν φυλακῶν διὰ μιᾶς ὁδοῦ, ὁδοῦ ὅμως, ἥτις δύνα-
5459ται νὰ κλεισθῇ καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ μάλιστα κατ’ εὐθεῖαν
5460γραμμὴν ἀπὸ τὸ ἄνωθεν μέρος πρὸς δυσμὰς τοῦ οἰκοδομή-
5461ματος. Ἂν δὲ τοῦτο γίνῃ, Κύριοι, δι’ ἑνὸς τοίχου κλείε-
5462ται ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ χώρου καὶ τὸ ἤδη λειτουργοῦν κατά-
5463στημα τῶν φυλακῶν καὶ αὐτὴ ἡ οἰκοδομὴ, ἥτις δύναται
5464νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράρτημα τοῦ κεντρικοῦ καταστήμα-
5465τος τῶν φυλακῶν, καὶ νὰ ἐνδιαιτῶνται ἐντὸς αὐτοῦ οἱ ἐλα-
5466φρόποινοι, ἢ οἱ πολιτικῶς καταδικαζόμενοι. Διὰ τοῦ μέσου
5467τούτου ἐπιτυγχάνονται δύο τινὰ, πρῶτον ἐπιτυγχάνεται ἡ
5468ἀραίωσις τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ἐν τῇ φυλακῇ, καὶ δεύτερον
5469ἀποχωρίζονται οἱ ἐλαφρόποινοι, οἱ νέοι καὶ οἱ καταδικα-
5470ζόμενοι διὰ χρέη, ἀπὸ τοὺς κακούργους. Τὸ τοιοῦτον συνέ-
5471στησα καὶ ἄλλοτε, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ
5472τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, δύναται δὲ νὰ γίνῃ μὲ μικρὰν
5473δαπάνην, ἐπαναλαμβάνω δὲ τὴν σύστασίν μου, διότι εἶδον
5474ἐνταῦθα, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπανορθωτικῶν φυλακῶν ἐν
5475Κερκύρᾳ. Ἡ Κέρκυρα ἔχει τὰ καλλίτερα δημόσια κατα-
5476στήματα, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ
5477Κεφαλληνία, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
5478Δικαιοσύνης λάβῃ τὴν προσήκουσαν μέριμναν καὶ ἐξετάσῃ
5479τὸ πρᾶγμα, θὰ ἀσπασθῇ τὴν πρότασίν μου καὶ ἀμέσως
5480θὰ ἐπιληφθῇ τῆς οἰκοδομῆς.
5481Κύριοι, διὰ νὰ μὴ καταναλώσω περισσοτέραν ὥραν, δὲν
5482μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν λοιπῶν κατα-
5483στημάτων, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πάντα τὰ καταστήματα
5484ἐκεῖνα εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, καὶ εἶναι ἐν-
5485τροπὴ καὶ ἀσύμφορος καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν ἡ τοιαύτη
5486κατάστασις, διότι εἰς τὰς νήσους ἔρχονται ξένοι, καὶ μαν-
5487θάνοντες, τί συμβαίνει, λαμβάνουσι πολὺ κακὴν ἰδέαν περὶ
5488τοῦ τόπου καὶ περὶ ἡμῶν, διότι διὰ τὴν ἔλλειψιν κατα-
5489στημάτων δημοσίων εἰς τὸ λοιπὸν Κράτος δικαιολογούμεθα,
5490ὅτι προχθὲς ἐξηγέρθημεν ἐκ τῆς δουλείας, καὶ δὲν ἠδυνή-
5491θημεν ἐν βραχεῖ διαστήματι τὰ πάντα πράξωμεν, ἀλλ’ ἐν
5492Ἑπτανήσῳ, ὅ,τι εὕρομεν ὠφείλαμεν νὰ τὸ διατηρήσωμεν,
5493καὶ μὴ διατηροῦντας αὐτὸ, δικαίως μᾶς κατηγοροῦσιν οἱ
5494ξένοι, ὅτι δὲν ἀπεμάθομεν εἰσέτι τὰς ἕξεις τὰς τουρκικάς.
5495(Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ κεφαλαίου 8ου
5496ἐν ὅλῳ δρ. 751,200, εἶτα δὲ καὶ τὰ κεφάλαια 9 καὶ 10
5497μετὰ τῶν ἄρθρων αὐτῶν.
5498Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ ὅλον τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογι-
5499σμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν χρῆσιν
5500τοῦ 1890, ἀνερχομένου εἰς δραχμὰς 4,887,001.
5501§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ εἰδικοῦ
5502προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ
5503τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890.
5504§212ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπὸ σκοποῦ δὲν μετέσχον τῆς γενικῆς
5505συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν ἦτο ἐπικαιρότε-
5506ρον νὰ ἐκθέσω καὶ τὴν ἐμὴν γνώμην καὶ τὰς σκέψεις περὶ
5507τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν τῆς πατρί-
5508δος. Ἀνέβαλον τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος τούτου εἰς
5509ἄλλην, οὐχ ἧττον ἐπίκαιρον, ὥραν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
5510τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὑποβαλὼν πλήρη ὀργανισμὸν τῆς μέ-
5511σης καὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως, ἤνοιξε στάδιον συζητή-
5512σεως καὶ μελέτης ἐν τῇ Βουλῇ εὐρείας περὶ τῶν πραγμά-
5513των τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ σήμε-
5514ρον, προκειμένου νὰ ψηφίσωμεν τὰς πιστώσεις τοῦ προϋ-
5515πολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἔχω καθῆκον ἀναπό-
5516φευκτον, διὰ βραχέων νὰ ἐκθέσω ὀλίγας τινὰς παρατηρή-
5517σεις. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν, οὐδὲ
5518νὰ κωλυσιεργήσω. Καὶ τοῦτο, ὄχι διότι νομίζω, ὅτι δὲν
5519πρέπει τις νὰ πράττῃ τοῦτο, ὅταν φρονῇ, ὅτι οὕτω ἐκτελεῖ
5520τὸ καθῆκόν του, ἐπιβαλλόμενον πολλάκις ὡς ἄμυναν
5521κατὰ ἐπενεγκομένης βίας, ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει
5522σκοπὸν πρακτικὸν ἡ λεπτομερεστέρα ἀγόρευσίς μου, ἀφοῦ
5523ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ διανοίξῃ τὰ ὦτα αὐτῆς ἀπὸ
5524πολλῶν ἐτῶν εἰς ὀρθὰς καὶ πεφωτισμένας περὶ βελτιώσεως
5525τῆς ἐκπαιδεύσεως γνώμας, ἐξενεχθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος
5526τούτου. Ἐν τούτοις κατωρθώθη πέρυσι κατὰ τὴν ἐργασίαν
5527τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ γίνῃ σοβαρωτάτη
5528συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ
5529νὰ ἐκφρασθῶσι γνῶμαι παρὰ πάντων τῶν μελῶν τῆς ἐπι-
5530τροπῆς ἐκείνης, αἱ ὁποῖαι ἤλπιζον ὅτι ἔμελον νὰ προσελ-
5531κύσωσι τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἢ μᾶλ-
5532λον αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τόσον ὀλιγώρως ἔχον-
5533τος. Διότι ἔφερον τὸ κῦρος οὐχὶ ἑνὸς ἢ δύο μελῶν, ἀλλ’
5534ὁλοκλήρου τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰκοσαμελοῦς Ἐπι-
5535τροπῆς, ὁμοφώνως συστησάσης ὡρισμένας καὶ σαφεῖς προ-
5536τάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὁ ἁρμόδιος νῦν Ὑπουρ-
5537γὸς, καίπερ φιλοτίμως ἐργασθεὶς ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ,
5538ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς βελτίωσιν τῆς
5539μέσης καὶ κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως, οὐδόλως ηὐηρεστήθη
5540νὰ λάβῃ εἰς μελέτην ἢ ὑπ’ ὄψιν τὰς σοφὰς γνώμας τῆς Ἐπι-
5541τροπῆς. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἐμὴν καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς,
5542ἀνισοῤῥοπία ὑπάρχει περὶ τὰς δαπάνας τῆς δημοσίας ἐκπαι-
5543δεύσεως. Οἱ φόροι τοῦ λαοῦ δαπανῶνται ἀνίσως εἰς τὴν ἐν
5544πολυτελείᾳ ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων τῶν ἀνωτέρων καὶ
5545εὐπορωτέρων τάξεων, πολὺ δὲ γλίσχρως εἰς τὴν ἐκπαίδευ-
5546σιν καὶ μόρφωσιν τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ, ἤτοι τῶν ἀπορω-
5547τέρων τάξεων, ἥτις ὡς ἐκ τούτου ἢ ἀτελέστατα λειτουρ-
5548γεῖ, ἢ μᾶλλον οὐδόλως ὑπάρχει. Εἰς τοῦτο ἔδει πρὸ πάν-
5549των νὰ ἐφελκυσθῇ ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως· διότι, ἂν
5550ὑπάρχωσιν ἀνωμαλίαι κοινωνικαὶ, καὶ ἂν ἔκρυθμος κατά-
5551στασις ἠθικὴ ὑποθάλπῃ τὸ ἔγκλημα ἐν τῷ Κράτει, ἂν καὶ
5552ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἀκόμη κρατῇ ἀνωμαλία τοιαύτη, ἧς
5553παριστάμεθα σήμερον μάρτυρες, αἰτία πάντων τούτων εἶναι,
5554διότι δὲν παρέχεται φῶς ἐπαρκὲς εἰς τὸν λαὸν, παρ’ ᾧ πυ-
5555κνὸν σκότος ἐπικρατεῖ. Ὁ λαὸς δυστυχῶς μένει εἰσέτι
5556κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς σκότος βαθὺ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀνα-
5557πτύσσονται ἐπικίνδυνα ἠθικὰ νοσήματα καὶ διὰ τὴν Πολι-
5558τείαν καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν. Οὔτε οἱ νόμοι, οὔτε τὸ πολί-
5559τευμα δύνανται νὰ λειτουργήσωσι. Διὰ τοῦτο ὁ Πρωθυ-
5560πουργὸς, ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη κυβερνῶν τὸ Κράτος, καὶ δαπανή-
5561σας τόσα ἑκατομμύρια, ἐπαγγελλόμενος μάλιστα τὴν ἀνόρ-
5562θωσιν τῶν κοινῶν καὶ τὴν ἀναμόρφωσιν προκηρύξας ἐν τῇ
5563Πολιτείᾳ πανταχοῦ, ἔπρεπε νὰ ὁρμηθῇ ἐκ τῆς ἐπιτάσεως
5564τοῦ φωτὸς, τοῦ ἀναγκαιοῦντος νὰ φωτίζῃ λαὸν κυρίαρχον,
5565πρὸς ὃν εἶναι ὑπεύθυνος πᾶσα ἐξουσία, καὶ μάλιστα πρὸς
5566τὰς πολυπληθεστέρας κατωτάτας τάξεις αὐτοῦ. Τί συμ-
5567βαίνει ὅμως; Ἐν ᾧ τὸ Πανεπιστήμιον, τῇ συνδρομῇ ἀξιο-
5568σεβάστων ὁμογενῶν ἀνδρῶν, ἀπέκτησεν ἱκανὸν σήμερον
5569πλοῦτον, ὥστε καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ ὑπεραρκεῖ εἰς πληρωμὴν τῶν
5570δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι πρὸς κανονικὴν λει-
5571τουργίαν αὐτοῦ, ἐν τούτοις ἡ Πολιτεία ἐξακολουθεῖ νὰ
5572δαπανᾷ ὑπὲρ τὰς 200 χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως πρὸς
5573συντήρησιν αὐτοῦ, καὶ τὸ Πανεπιστήμιον ἐξακολουθεῖ νὰ
5574ἀποταμιεύῃ εἰς τὰ ἀποθέματα αὐτοῦ πλείονας τῶν 200
5575χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος. Καὶ τοῦτο πότε; Ἐν ᾧ στε-
5576ρούμεθα πολλαχοῦ σχεδὸν παντελῶς δημοτικῶν σχολείων,
5577ἐν ᾧ στερούμεθα στοιχειώδους ἐπιθεωρήσεως τῶν ὑπαρχόν-
5578των δημοτικῶν σχολείων, ἐν ᾧ στερούμεθα παντελῶς διδα-
5579κτικοῦ προσωπικοῦ κατωτέρας καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, παρε-
5580σκευασμένου κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς σημερινῆς ἐπιστήμης καὶ
5581κοινωνίας. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ γίνεται ἡ δαπάνη αὕτη πρὸς
5582ὑπερτροφίαν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον ἔχει περιουσίαν
5583μείζονα τῶν 5 ἢ 6 ἑκατομμυρίων; Τίς ἡ ἀνάγκη λοιπὸν
5584νὰ μὴ ἀφεθῇ τὸ Πανεπιστήμιον νὰ συντηρῆται ἐκ τῶν
5585ἰδίων πόρων, ἐπαρκῶν ὄντων, καὶ ἐφ’ ὅσον τυχὸν δὲν ἐξαρ-
5586κοῦν οἱ πόροι, ἐπὶ τοσοῦτον νὰ ἔρχηται ἡ Πολιτεία εἰς
5587ἐπικουρίαν αὐτοῦ; Διότι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ μεγαλείτερον
5588ἀδίκημα ἢ νὰ στερῶμεν τὸν μέλανα πνευματικὸν ἄρτον τῶν
5589πολυπληθεστέρων τοῦ λαοῦ τάξεων, τῶν χωρικῶν, τῶν
5590ἀπόρων, ὅπως δίδωμεν Σικελικὰ συμπόσια ἐπιστημονικῆς
5591ἐκπαιδεύσεως εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις, τὰς εὐπορωτέρας,
5592δυναμένας καὶ δι’ ἰδίων δαπανῶν νὰ ἐκπαιδεύωσι τὰ τέ-
5593κνα των. Καὶ τοῦτο, ἐνῷ ἡ Πολιτεία ἔχει ἀνάγκην νὰ
5594ἐπεκτείνῃ πρὸ πάντων τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ, ἡ ἔλλει-
5595ψις τῆς ὁποίας τοσούτων κακῶν καὶ κοινωνικῶν δεινῶν γί-
5596νεται πρόξενος. Καὶ τὸ ἔγκλημα, καὶ ἡ ἀσέβεια πρὸς τὴν
5597Ἐκκλησίαν καὶ τοὺς νόμους καὶ τὸ πολίτευμα, καὶ ὅλα τὰ
5598δεινὰ, τὰ ὁποῖα μαστίζουσι τὸν τόπον καὶ κατατρύχουσι
5599τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν, τοσοῦτον παραμορφοῦντα
5600τὴν φυσιογνωμίαν αὐτῆς, εὐλόγως δύνανται νὰ ἀποδοθῶσιν
5601εἰς τὴν ἀτελῆ μόρφωσιν ἢ μᾶλλον εἰς τὴν παχυλὴν ἀμά-
5602θειαν καὶ ἀπαιδευσίαν τῶν πολυπληθεστέρων τάξεων τοῦ
5603λαοῦ, αἵτινες διὰ τῶν ψήφων τούτου τοῦ ἀπαιδεύτου λαοῦ
5604παρίστανται ἐδῶ ἀφανῶς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν
5605καὶ κρίνουσι καὶ ἀποφασίζουσι περὶ πάντων τῶν κυβερνη-
5606τικῶν, τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν κοινωνικῶν ζητημάτων.
5607Πλὴν τούτου, εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν ἀναλίσκονται
5608πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ ὀκτακοσίων χιλιάδων
5609δραχμῶν. Ἆρά γε πρὸς ὄφελος τῆς κοινωνίας, ἢ ὑπὲρ τῆς
5610Πολιτείας; Ἡ πληθώρα ἄρα τῶν Γυμνασίων, ἐν τοῖς
5611ὁποίοις παρέχεται ἡ κλασικὴ σπουδή, κατὰ τί ὠφελεῖ,
5612οὕτως ἐπιπολαίως καὶ ἀλογίστως παρεχομένη; Ἡ Πολιτεία,
5613πυκνὰ συστήσασα Γυμνάσια, προσκαλεῖ τὰ τῶν χωρικῶν
5614τέκνα νὰ προσέρχωνται εἰς αὐτά· διότι, ὅταν οἱ πολῖται
5615βλέπωσι τὰ κλασικὰ Γυμνάσια μετὰ τόσης ἀφειδίας ὑπὸ
5616τοῦ Κράτους συνιστώμενα, εὐλόγως ὑποθέτουσιν, ὅτι ἀγα-
5617θόν τι θὰ ἐπιτύχωσιν, ἂν ἀποσπάσωσι τὰ τέκνα των ἀπὸ
5618τὰ ἄροτρα καὶ τὰ ἄλλα βιωφελῆ καὶ προσοδοφόρα ἐπαγ-
5619γέλματα, ὅπως διδαχθῶσιν ἐπιστήμας· καὶ ἐπληρώθησαν
5620οὕτως ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι ἐκ Γυμνασίων, χωρὶς νὰ προϋπο-
5621λογισθῇ εἰς τίνα ἐπαγγέλματα θὰ ἐπιδοθῶσιν οἱ ἐξερχό-
5622μενοι ἐξ αὐτῶν. Τί δὲ βλέπετε; Ὁλόκληρον τὸ ἐν ἱδρῶτι
5623μιᾶς ἐπαρχιακῆς οἰκογενείας ἐνιαύσιόν τινος εἰσόδημα νὰ
5624σπαταλᾶται ὑπὲρ ἑνὸς τέκνου, σπουδαστοῦ ἐπιστήμης.
5625Διότι οἱ πλεῖστοι γονεῖς, ἀποστέλλοντες τὰ τέκνα αὐτῶν
5626εἰς τὸ κλασικὸν Γυμνάσιον, ὑποθέτουσιν, ὅτι θὰ παρασκευά-
5627σωσιν ἕνα Ὑπουργὸν ἢ ἕνα Νομάρχην. Ὁ Ἑλληνικὸς
5628λαὸς εἶναι φύσει εὐφάνταστος, οὐχ ἧττον δὲ φιλόδοξος.
5629Πρὸς τί λοιπὸν ἡ πληθώρα αὕτη τῶν φιλολογικῶν
5630Γυμνασίων; Διατὶ δὲν συνιστᾶτε πρακτικὰ Γυμνάσια,
5631δίδοντα πρακτικὰς γνώσεις εἰς τοὺς πολλοὺς, αἵτινές εἰσι
5632καὶ μορφωτικαὶ καὶ χρησιμώτατοι εἰς τὸν ἐπαγγελματικὸν
5633βίον; Διατὶ δὲν συνιστᾶτε εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπως καὶ ἡ
5634Ἐπιτροπὴ σᾶς ὑπέδειξε, Γυμνάσια πρακτικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα
5635νὰ δώσητε χαρακτῆρα εἰς ἕκαστον ἀνάλογον τῶν ἐπαγγελ-
5636μάτων τῶν κατοίκων τοῦ τόπου, ἐν τῷ ὁποίῳ θέλετε νὰ
5637τὰ συστήσητε; Ἀλλαχοῦ δηλαδὴ δίδοντες χαρακτῆρα
5638ναυτικὸν, ἀλλαχοῦ βιομηχανικὸν, ἀλλαχοῦ βιοτεχνικὸν,
5639καὶ οὕτω πως νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποτρέψωμεν τὴν Ἑλλη-
5640νικὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν σκολιὰν ὁδὸν, εἰς τὴν ὁποίαν
5641ἐτράπη, ἀποδίδουσα τὰ τέκνα της εἰς ἄγονα καὶ ὑπερ-
5642πληθῆ ἐπιστημονικὰ στάδια, νὰ τὴν ἀποτρέψωμεν ἀπὸ
5643τὴν κλασικὴν ἐκπαίδευσιν, ἡ ὁποία δὲν θεωρεῖται πολὺ
5644χρήσιμος, ἀφειδῶς οὕτω μεταδιδομένη εἰς πτωχοὺς λαούς.
5645Διότι ἡ Ἑλλὰς κατήντησε νὰ ἔχῃ τὸ νόσημα, τὸ ὁποῖον
5646εἷς Γάλλος Ὑπουργὸς ἔλεγεν, οὐχὶ ὀρθῶς, ἐπὶ Λουδοβίκου
5647ΙΔʹ, ὡς ἐπικείμενον τότε ἐν Γαλλίᾳ ἐκ τῆς μεγάλης δια-
5648δόσεως τῶν γραμμάτων τῶν κλασικῶν. Καθὼς, ἂν ἦσαν
5649πυκνοὶ ὀφθαλμοὶ καθ’ ὁλόκληρον τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου,
5650θὰ ἦτο ἀδύνατος ἡ κίνησις, οὕτω κατήντησε καὶ ἡ τότε
5651Γαλλικὴ κοινωνία πολυπληθεῖς νὰ ἔχῃ ὀφθαλμοὺς, καὶ διὰ
5652τοῦτο δὲν ἠδύνατο ἐλευθέρως νὰ βαδίζῃ Τοῦτ’ αὐτὸ συμ-
5653βαίνει καὶ παρ’ ἡμῖν. Καὶ τί βλέπετε; ἐνῷ κατὰ τὰς
5654ὀρεινὰς κωμοπόλεις ἀντηχοῦσι λατινικὰ καὶ ἡ διδασκαλία
5655τῶν ᾠδῶν τοῦ Ὁρατίου, συνάμα ἀντηχοῦσι πυκνοὶ καὶ οἱ
5656πυροβολισμοὶ τῶν φυγοδίκων. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ κερδοσκοπία
5657ὤθησε πρὸ πάντων τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ
5658ἄνευ ἀνάγκης πλείονα ἔτι τῶν δέκα Γυμνασίων. Καὶ ὡς
5659βλέπετε, καὶ αὐτὰ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα φιλοτιμεῖται νὰ τὰ
5660παρέχῃ, ὅπως συστήσωσι πολλαχοῦ ἔτι Γυμνάσια. Εἰς τὸ
5661Νησίον, ἀπέχον τῶν Καλαμῶν μίαν μόνον ὥραν, συνιστᾶται
5662Γυμνάσιον ἐκ τῶν πόρων τοῦ λιμένος, ἵνα διδάσκωνται καὶ
5663ἐκεῖ τὰ λατινικὰ καὶ ἡ μετρική! Εὐλόγως ἐπαναλαμβάνω,
5664ὅτι, ἀφοῦ τέλος ἐσυστήθησαν τόσα Γυμνάσια, οὐδεμία
5665πρόνοια ἐλήφθη περὶ τελειοτέρας μορφώσεως διδακτικοῦ
5666προσωπικοῦ. Ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολή, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ
5667ἦναι τὸ φυτώριον, ἀφ’ οὗ ἔπρεπε νὰ στρατολογηθῶσιν οἱ
5668καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, εἶναι
5669εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε οἱ ἐξερχόμενοι ἐξ αὐτῆς
5670εἶναι ὑπὸ πρακτικὴν καὶ διδακτικὴν ἔποψιν ἐντελῶς ἀνε-
5671πιτήδειοι νὰ διδάσκωσι, μόλις δὲ μετὰ 4 ἢ 5 ἔτη κατορ-
5672θόνουσι νὰ ἔχωσιν ἰδέαν τινὰ ἀτελῆ καὶ ἀμυδρὰν περὶ τοῦ
5673προορισμοῦ των, περὶ τοῦ ἔργου των, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐξέρ-
5674χωνται ἐκ τῆς Σχολῆς καὶ πρακτικῶς ἠσκημένοι. Φρονῶ
5675διὰ τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν μεγάλην
5676πίστωσιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐλαχίστη δαπάνη 30 μέχρι
567740 χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως ἱδρυθῇ σχολεῖον πρότυπον παρὰ
5678τῇ Φιλοσοφικῇ Σχολῇ, ἐν ᾧ νὰ ἀσκῶνται οἱ μέλλοντες καθη-
5679γηταὶ τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων. Μετὰ
5680τοῦτο νομίζω ἀπολύτως ἀναγκαῖον, καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦ-
5681μαι τὴν ἀρωγὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι δὲν εἶναι
5682ζήτημα κωλυσιεργικὸν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα πολιτικὸν καὶ
5683κοινωνικὸν μέγα, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ λαϊκὴ
5684ἐκπαίδευσις, ἂν δὲν μορφώσητε διδασκάλους. Ὑπενθυμίζω τὸ
5685Γαλλικὸν ἐκεῖνο λόγιον, εἰς τὸ ὁποῖον συνοψίζεται ὑπερ-
5686τάτη πολιτικὴ ἔννοια: «tant vaul le maitre tant vaul
5687l'ecole, tant vaul l’ école tant vaul la societé». «Ὅσον
5688δύναται ὁ διδάσκαλος, τόσην δύναμιν ἔχει τὸ σχολεῖον,
5689ὅσην δύναμιν ἔχει τὸ σχολεῖον, τόσην δύναμιν ἔχει ἡ κοι-
5690νωνία». Αὐτὰ δὲν συζητοῦνται πλέον εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ
5691εἰκοστοῦ αἰῶνος. Ἐν τῇ ἡμετέρᾳ μάλιστα χώρᾳ τὸ ζή-
5692τημα τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι πλέον ζήτημα
5693νόμων καὶ διαταγμάτων, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα παρασκευῆς
5694διδασκάλων. Καὶ ὅμως ἐν Ἑλλάδι, τῷ τόπῳ τῶν γραμμά-
5695των, τῷ τόπῳ τῆς ἰδέας, ἔθνει ἀδυνάτῳ, τὸ ὁποῖον ὀφείλει
5696νὰ συνεχίσῃ τὴν ἱστορίαν τῶν πατέρων του καὶ οὐχὶ τόσον
5697διὰ τῶν ὅπλων, ὅσον διὰ τῆς ἰδέας, παρῆλθεν ὁλόκληρος δε-
5698καετηρὶς ἐξ ὅτου κυβερνᾶτε, χωρὶς νὰ ληφθῇ ἡ ἐλαχίστη
5699πρόνοια ῥιζικὴ περὶ βελτιώσεως τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως.
5700Ἀλλ’ ὅπως ἔχητε διδασκάλους τοῦ λαοῦ ἱκανοὺς, ἔχετε
5701ἀνάγκην νὰ συστήσητε πολλὰ εἰδικὰ σχολεῖα πρὸς μόρφω-
5702σιν τοιούτων. Μετὰ δὲ τοῦτο ἔχετε ἀνάγκην διαρκοῦς ἐπι-
5703θεωρήσεως τῶν οὕτως ἐν Διδασκαλείοις μεμορφωμένων διδα-
5704σκάλων· διότι, ἂν εἰς κοινωνίας τόσῳ πεφωτισμένας, τόσῳ
5705προκεχωρηκυίας ἐν τῇ λεωφόρῳ τοῦ πολιτισμοῦ, ἄνευ ἐπι-
5706θεωρήσεως τῶν ἀγρύπνων, εἰδικῶν ἐπιστημόνων, πρὸς τοῦτο
5707τεταγμένων, ὅπως ἐπιτηρῶσιν, ἐνισχύωσι καὶ καθοδηγῶσι
5708τὸν διδάσκαλον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δημοτικὴ ἐκ-
5709παίδευσις, καὶ ἂν ἐκεῖ θεωρῆται ματαία πᾶσα δαπάνη πρὸς
5710συντήρησιν δημοτικῶν σχολείων ἄνευ δαπάνης πρὸς ἐπιθεώ-
5711ρησιν, τί θὰ εἴπητε διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἡ διδασκαλία
5712προσκρούει πρὸς τόσα ἐπιπροσθοῦντα κοινωνικὰ κωλύματα;
5713Ἀλλ’ ἔχετε ἐπιθεωρητάς; Οὐδαμοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
5714ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη πίστωσις, ὅπως διορίζωνται ἐπι-
5715θεωρηταί. Λοιπόν, ἂν δὲν ἔχητε ἐπιθεωρητὰς νὰ ἐπιβλέπωσι
5716τὰ σχολεῖα ἐπιστημονικῶς καὶ κανονικῶς, δὲν θὰ ἔχητε
5717ποτὲ εὐμέθοδον καὶ τελεσφόρον δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, θὰ
5718ἔχητε πάσας τὰς οἰκτρὰς συνεπείας τῆς ἐλλείψεως ταύτης,
5719δηλαδὴ τὴν ἔκλυσιν τῆς πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας· διότι
5720κατ’ ἀξίωμα, κυρωθὲν ἐν ταῖς νεωτέραις κοινωνίαις ὑπὸ τῆς
5721ἱστορίας, ὅπου λειτουργεῖ ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, ἀργεῖ δὲ
5722ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ λαοῦ, ἐκεῖ εἶναι ἀδύνατον ταχύτερον ἢ
5723βραδύτερον νὰ μὴ ἐπέλθωσιν ἀντινομίαι καὶ δειναὶ ἀνω-
5724μαλίαι, πολιτικαὶ καὶ κοινωνικαὶ, τῶν ὁποίων παριστάμεθα
5725μάρτυρες, ἂν δὲν ἐγενόμεθα θύματα εἰσέτι.
5726Ἀπὸ τεσσάρων ἤδη ἐτῶν ἐπανέλαβον πολλάκις, ὅτι
5727ἀνάγκη ἐπείγουσα ν’ ἀποστέλλωνται εἰς τὴν Βόρειον ἢ τὴν
5728Δυτικὴν Εὐρώπην κατ’ ἔτος εἰκοσὰς νέων διδακτόρων, ἐκλε-
5729γομένων διὰ διαγωνισμοῦ, οἵτινες, σπουδάζοντες ἐπιμελῶς
5730τὰ παιδαγωγικὰ καὶ τὰς σχετικὰς γνώσεις, νὰ χρησιμεύσω-
5731σιν, ὅπως ῥιζοβολήσῃ καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ σύστημα
5732πλῆρες δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ δὲν θὰ ἦναι μεγάλη ἡ
5733πρὸς τοῦτο δαπάνη, οὐδὲ μείζω τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν
5734κατ’ ἔτος. Ἐὰν τοῦτο, προταθὲν παρ’ ἐμοῦ καὶ δι’ ὑποβλη-
5735θέντος νομοσχεδίου, ἐγίνετο ἀπὸ τοῦ 1883, ὅτε ἡ Κυβέρ-
5736νησις ἡ τότε διὰ διαγωνισμοῦ ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ τῇ
5737ἐμῇ εἰσηγήσει ὑποτρόφους, θὰ εἴχομεν ἤδη μορφώσει ἱκα-
5738νοὺς παιδαγωγικοὺς ἐπιστήμονας, βεβαίως δὲ τὰ τῆς δημο-
5739τικῆς ἐκπαιδεύσεως θὰ ἦσαν ἀλλοῖα, ἠθέλομεν ἔχει τοὐλά-
5740χιστον πεντήκοντα τοιούτους νέους, καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ
5741συστήσωμεν σήμερον 5 ἢ 6 Διδασκαλεῖα. Ἐπιμένω διὰ
5742τοῦτο νὰ ἐγγραφῇ πίστωσις πρὸς τοῦτο 60 χιλιάδων δραχ-
5743μῶν ἐν τῷ ἐφετεινῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς
5744Ἐκπαιδεύσεως. Τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ εἶναι ἄξια τοσαύτης δα-
5745πάνης καὶ μερίμνης, ὅσης ἀπολαμβάνουσιν αἱ ἀραιαὶ δενδρο-
5746στοιχίαι τῆς πρωτευούσης, ὑπὲρ ὧν δαπανῶμεν ἴσον ποσόν.
5747Ἀφοῦ διὰ μίαν δενδροστοιχίαν τῶν Ἀθηνῶν θὰ ἐξοδευθοῦν 60
5748χιλιάδες δραχμῶν, θὰ θεωρηθῇ σπατάλη ἴση δαπάνη πρὸς
5749διάδοσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Φέρετε νομοσχέδια
5750περὶ ἐπιθεωρήσεως, βαθμολογοῦνται ἐπιθεωρηταί, ἀλλὰ
5751πόθεν θὰ τοὺς στρατολογήσητε; Πρέπει ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ
5752λαοῦ ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς μορφώσεως διδασκάλων. Στείλατε
575315 ὑποτρόφους πρὸς σπουδὴν τῶν παιδαγωγικῶν, στείλατέ
5754τους ἐπὶ τέλους ὡς ἐκλογικὴν παροχὴν, ἐκλέγοντες αὐτοὺς
5755μεταξὺ τῶν φίλων σας, ἀρκεῖ νὰ ἦναι ἄνθρωποι δυνάμενοι
5756νὰ μορφωθῶσι.
5757Περὶ ἄλλων θεμάτων δὲν θὰ ὁμιλήσω σήμερον. Ἀλλ’
5758ἀρκοῦμαι ν’ ἀναγνώσω ἓν κεφάλαιον τῆς περυσινῆς ἐκθέ-
5759σεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὴν κατ’
5760ἐμὴν εἰσήγησιν ὁμόψηφον αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πρό-
5761τασιν (ἀναγινώσκει):
5762«Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 4 ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπι-
5763τροπὴ τῆς Βουλῆς παρατηρεῖ ταῦτα. Ἀφοῦ ἡ μόρφωσις
5764τοῦ διδασκάλου καὶ ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ σχολείου εὐλόγως
5765εἶναι καὶ δι’ ἄλλους λόγους ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, μά-
5766λιστα δὲ ἀπέναντι τῆς κοινότητος, βαρυνομένης ὑπὸ τῆς
5767δαπάνης τῆς συντηρήσεως τοῦ σχολείου καὶ ἀξιούσης εὐ-
5768λόγως νὰ παρέχῃ τὴν ἐκ τοῦ ὑστερήματος δαπάνην ἐπὶ τῇ
5769ὠφελείᾳ τῆς μορφώσεως τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ, ὀφείλει τὸ
5770Κράτος νὰ μεριμνήσῃ περὶ συστάσεως ἀναλόγου πρὸς τὸν
5771πληθυσμὸν τοῦ Βασιλείου ἀριθμοῦ Διδασκαλείων. Κατὰ δὲ
5772τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ
5773μέγας ἐθνικὸς σκοπὸς τῆς μορφώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
5774εἰμὴ διὰ συστάσεως δέκα τοὐλάχιστον Διδασκαλείων, κα-
5775λῶς ὠργανισμένων, ἐν οἷς ἡ περὶ τὰ παιδαγωγικὰ εἰδικό-
5776της τριῶν τοὐλάχιστον καθηγητῶν, ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ πρὸς
5777τοῦτο μορφωθέντων δι’ εἰδικῶν θεωρητικῶν καὶ πρακτικῶν
5778σπουδῶν, κρίνεται ἀπαραίτητος, ἄν μέλλῃ νὰ ἐπιδιωχθῇ
5779σοβαρῶς ἡ τοῦ διδασκάλου μόρφωσις· ἑπομένως τριάκοντα
5780τοὐλάχιστον ὑπότροφοι διὰ διαγωνισμοῦ καὶ ἀποχρωσῶν
5781ἐγγυήσεων εἶναι ἐπιβεβλημένοι ἀναγκαίως. Ἀλλὰ ἡ μόρφω-
5782σις τῶν διδασκάλων ἐν τοῖς εἰδικοῖς σχολείοις, θεωρητικὴ δι-
5783δασκαλία καὶ πρακτικὴ ἄσκησις, καὶ τελειοτάτη γενομένη,
5784ἀπεδείχθη πανταχοῦ ἀλυσιτελὴς πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκο-
5785ποῦ μόνη, ἄνευ διηνεκοῦς ἐπιθεωρήσεως καὶ ἐποπτείας τῶν
5786σχολείων ὑπὸ εἰδικῶν περὶ τὰ παιδαγωγικὰ ἐπιστημόνων,
5787ἐπανορθούντων τὰς ἐλλείψεις τοῦ διδασκάλου, ἐνθαῤῥυνόν-
5788των αὐτὸν ἐν ταῖς δυσχερείαις τοῦ ἔργου καὶ ἐμψυχούντων
5789αὐτὸν δι’ ἐμπνεύσεως τοῦ πρὸς τὸ χαλεπὸν ἔργον ζήλου.
5790Ὅθεν δευτέρα ἀδυσώπητος ἀνάγκη παρίσταται ἡ μόρφω-
5791σις σώματος ἐπιθεωρητῶν εἰδικῶν καὶ τὰς ἀναγκαίας ἐπι-
5792στημονικὰς γνώσεις κεκτημένων ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ. Πρὸς τοῦτο
5793ἀνάγκη νὰ μορφωθῶσι σὺν τῷ χρόνῳ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον
5794περὶ τοὺς 50 λειτουργοὺς τῆς ἐπιθεωρήσεως, οἵτινες θὰ δια-
5795δίδωσι καὶ θὰ διατηρῶσιν ἐν τοῖς σχολείοις τὴν ζωὴν καὶ
5796θὰ ἦναι οἱ κυριώτατοι ἐργάται τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
5797σεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ, ἐκ τῶν ἰδεῶν τούτων ὁρμωμένη,
5798συνιστᾷ θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν μελέτην τοῦ με-
5799γάλου τούτου ἐθνικοῦ ζητήματος, τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ
5800Προϋπολογισμῷ πιστώσεως 50,000 δραχμῶν, ὅπως ἀπο-
5801σταλῶσι πρὸς τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν διὰ διαγωνισμοῦ δέκα
5802νέοι σπουδασταὶ κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, εὐχομένη νὰ συνεχισθῇ
5803τὸ μέτρον τοῦτο καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, μέχρι συμπλη-
5804ρώσεως τοῦ ὑποδειχθέντος ἀριθμοῦ τῶν εἰδικῶν ἐργατῶν τῆς
5805δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως».
5806Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἑκάστοτε παραπονεῖται, ὅτι αἱ ἐπι-
5807τροπαὶ τῆς Βουλῆς ἀμελοῦσι τοῦ ἑαυτῶν ἐλεγκτικοῦ τῶν
5808νομοσχεδίων καθήκοντος, αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἐργάζονται, ὅτι
5809κατὰ τύπον μόνον ὑπάρχουσιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρω-
5810θυπουργὸν, τίνα ποτὲ γνώμην ἐπιτροπῆς ηὐδόκησε νὰ λάβῃ
5811ὑπ’ ὄψει; τίνος ποτὲ πρότασιν περὶ οἱουδήποτε ζητήματος,
5812καὶ ἐπὶ τῶν οὐδεμίαν ἐχόντων πρὸς τὸν πολιτικὸν ἀνταγω-
5813νισμὸν σχέσιν, ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ ἀποδεχθῇ καὶ νὰ
5814τὴν ἐφαρμόσῃ; Ὅθεν ἐπιμένω ἰσχυριζόμενος, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυ-
5815βέρνησις σκέπτηται σπουδαίως καὶ ἐπιθυμῇ νὰ συντελέσῃ
5816τοὐλάχιστον πρὸς ταχυτέραν ἀποσόβησιν τῆς φοβερᾶς
5817καταστροφῆς, ἥτις γίνεται εἰς τὴν τοῦ λαοῦ ἐκπαίδευσιν,
5818ὀφείλει ν’ ἀναγράψῃ τὴν προτεινομένην πίστωσιν τῶν 60
5819χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀποστέλλονται κατ’
5820ἔτος δέκα ἢ καὶ πλείονες διὰ διαγωνισμοῦ καὶ ἐπὶ ἐγγυήσει
5821ὑπότροφοι πρὸς σπουδὴν τῶν παιδαγωγικῶν εἰς τὴν ἀλλο-
5822δαπήν. Πρὸς τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω κατὰ
5823τὴν περυσινὴν Σύνοδον νομοσχέδιον, ἐν ᾧ κανονίζονται λε-
5824πτομερῶς τὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν ὑποτρόφων τούτων, λαμ-
5825βανομένης πάσης προνοίας πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιω-
5826μάτων τοῦ Κράτους. Τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
5827νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἂν μὴ ἐγκρίνῃ πάσας, νὰ δια-
5828σκευάσῃ ὅσας κρίνῃ ἀναγκαίας ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ διατάξεων,
5829καὶ νὰ ὑποβάλῃ τάχιστα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἴσως,
5830καίτοι τόσῳ βραδέως, γένηται τοὐλάχιστον σπουδαίως
5831ἀπὸ τοῦ ἐρχομένου ἔτους ἔναρξις σοβαρᾶς ἐργασίας τῆς
5832Πολιτείας πρὸς βελτίωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ
5833πληρεστέραν διάδοσιν τῶν γραμμάτων ἐν ταῖς κατωτέραις
5834τάξεσι τοῦ λαοῦ. Διότι πᾶσα ἀπόπειρα πρὸς βελτίωσιν
5835τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἄνευ ταχείας καὶ συντόνου
5836ἐνεργείας πρὸς ἀπόκτησιν παιδαγωγικῶν δυνάμεων, ὧν τε-
5837λείως στερούμεθα, ἐξελέγχεται εἰς ματαιοσχολίας ψευδοεπί-
5838δειξις κυβερνητικῆς προνοίας, οὐδένα ἐπαγγελλομένη ν’
5839ἀποφέρῃ καρπόν.
5840Καιρὸς, κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ μετανοήσητε δι’ ἣν ἐδεί-
5841ξατε, ἀπὸ δέκα ἤδη σχεδὸν ἐτῶν κυβερνῶντες τὸν ἀτυχῆ
5842τοῦτον τόπον, ἄστοργον καὶ ἀκατονόμαστον ὀλιγωρίαν πρὸς
5843πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ μόρφωσιν τοῦ Ἑλ-
5844ληνικοῦ λαοῦ. Καιρὸς ν’ ἀφυπνισθῆτε τοῦ ληθάργου, εἰς ὃν
5845κρατεῖ ἡμᾶς ἡ ἔμπληκτος σπουδαρχία. Καιρὸς νὰ ἐνωτι-
5846σθῆτε τοὐλάχιστον τὴν κοινωνικὴν βοὴν καὶ τὸν θόρυβον, ὃν
5847ἡ θρασύτης τοῦ ἐγκλήματος ἤγειρεν. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι
5848ὁ λαὸς, κυβερνώμενος διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας, ἐν ἀπαιδευ-
5849σίᾳ διατελῶν, ἀδύνατον νὰ μὴ καταπέσῃ εἰς ἔκλυσιν καὶ
5850πολιτικὸν βάραθρον. Ἀφυπνίσθητε ἐφ’ ὅσον εἶναι καιρός.
5851§213ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
5852Αἱ πλεῖσται τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὁ προλαλήσας ἀνέπτυ-
5853ξεν, εὑρίσκονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ Γυ-
5854μνάσια, γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι λαμβάνεται πρόνοια.
5855Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν γενομένην πρότασιν, νομίζω, ὅτι εἰς
5856τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν δύναται ν’ ἀναγραφῇ ποσὸν, διότι
5857ἀπαιτεῖται νόμος πρὸς τοῦτο.
5858§214ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ πρόφασις
5859τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἔχει βάσιν, διότι, ἐὰν ἡ πίστωσις ἀνα-
5860γραφῇ καὶ δὲν ψηφισθῇ νόμος, θὰ μένῃ ἀδιάθετος. Ἀλλὰ
5861τοὐλάχιστον νὰ δειχθῇ ἡ προθυμία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
5862§215ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ
5863τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, εἰδοποιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς
5864τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς μου, τὴν ἐπαρχίαν Πάλλης, ὑπάρ-
5865χει ἰδιοσυντήρητον Γυμνάσιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις κατ’
5866ἔτος σχεδὸν ἀπὸ τῆς ἑνώσεως ἔδιδε χορηγίαν 4, 5 ἢ 6 χι-
5867λιάδων δραχμῶν. Ἐξαιρετικῶς ἐφέτος, διότι ἴσως κάθημαι
5868ἐν τῇ θέσει ταύτῃ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐνόμισε
5869κατάλληλον νὰ καταργήσῃ τὸ ἐπίδομα αὐτὸ, καὶ οὕτω τὸ
5870Γυμνάσιον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ διδασκάλους δι’ ὅλας τὰς
5871τάξεις. Τὸ Ληξούριον ἔχει 10,000 ψυχὰς, ἀποδίδει δὲ εἰς
5872τὸ δημόσιον ταμεῖον φόρον 40 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα ἐπὶ
587315,000,000 σταφιδοκάρπου μόνον. Ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουρ-
5874γὸς ἔπραξεν ἀδίκημα κατὰ τῆς Πετριτσείου ταύτης Σχολῆς,
5875καὶ παρακαλῶ αὐτὸν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ
5876χορήγημα τοῦτο.
5877§216ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
5878Πράγματι τὸ ποσὸν τῶν 6,000 δραχμῶν δὲν ἐνεγράφη
5879εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι τὸ Σχολεῖον τοῦτο δὲν ἔχει
5880ἰδίους πόρους, συντηρεῖται διὰ λιμενικοῦ φόρου, ἑπομένως
5881ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἦτο δὲ περίεργον δι’ ἐμὲ νὰ ἴδω, ὅτι
5882οὐδὲν τὸ Πετρίτσειον κληροδότημα συνεισέφερεν ὑπὲρ τοῦ
5883σχολείου, καὶ ὅτι ἐκ τῆς συνεισφορᾶς τοῦ Δημοσίου ἀπετε-
5884λεῖτο ὁλόκληρον τὸ ποσόν.
5885§217ΜΠΑΣΙΑΣ. Τὸ Πετρίτσειον κληροδότημα εἶχεν ἀρκοῦν-
5886τας πόρους, ὅπως συντηρήσῃ καὶ Σχολεῖον καὶ Γυμνάσιον,
5887ἀλλ’ ἐξηφανίσθησαν, ὅπως ἐξαφανίζονται συνήθως οἱ τοιοῦ-
5888τοι πόροι, διαχειριζόμενοι παρὰ τρίτων. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπι-
5889τροπὴ, ἐπειδὴ τὸ Δημόσιον δὲν ἤθελε νὰ συνεισφέρῃ, ὑπε-
5890χρεώθη νὰ καταβάλλῃ τὴν μισθοδοσίαν δύο καθηγητῶν·
5891ὥστε συνετηρεῖτο τὸ Σχολεῖον ἐκ τῶν ἀπομεινάντων πόρων
5892τοῦ κληροδοτήματος, καὶ ἐκ τῶν συνδρομῶν τοῦ λιμενικοῦ
5893ταμείου καὶ τοῦ Δημοσίου. Σήμερον, καταργομένου τοῦ ὑπὸ
5894τοῦ Δημοσίου χορηγουμένου ἐπιδόματος, βεβαίως θὰ καταρ-
5895γηθῇ τὸ Σχολεῖον.
5896§218ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατ’ ἐμὲ, τὸ ζήτημα εἶναι
5897ὅλως διάφορον, παρ’ ὅτι τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
5898Παιδείας. Οἱ πόροι εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς συντήρησιν Γυμνα-
5899σίου; Ἐὰν ἦναι ἐπαρκεῖς, ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ
5900εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πάλλης, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ καταργήσῃ
5901τὸ Γυμνάσιον, ὅπως σώσῃ τοὐλάχιστον καὶ τοὺς πόρους,
5902τοὺς ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, οἵτινες ἤθελον δαπανηθῆ εἰς
5903μάτην. Ἐὰν οἱ πόροι δὲν ἦναι ἐπαρκεῖς, πρέπει ἀναγκαίως
5904τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβλέψῃ, ὅπως ἢ συμπληρώσῃ τοὺς
5905πόρους, ἢ καταργήσῃ τὸ Γυμνάσιον.
5906Ἀφοῦ δ’ ἔλαβον τὸν λόγον, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε
5907νὰ προσθέσω δύο λέξεις εἰς ὅσα λίαν εὐγλώττως ἐξέθεσεν ὁ
5908ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας. Νομίζω, ὅτι ὁ κ.
5909Ὑπουργὸς δὲν δικαιοῦται ν’ ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν τοῦ
5910ἐντίμου συναδέλφου, ἀφοῦ αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀνε-
5911γράφησαν ἐν νομοσχεδίῳ. Χωρὶς νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὰ σχέ-
5912δια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν,
5913ἀλλ’ ἐπειδὴ τοὐλάχιστον ἐν τοῖς σχεδίοις ἐφάνη λίαν γεν-
5914ναῖος, τί τὸν πειράζει σήμερον διὰ προσθήκης μικρᾶς τινος
5915πιστώσεως ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς μίαν ἄμεσον ἀνάγκην, τὴν
5916ὁποίαν δύναται καὶ νὰ ἀναβάλῃ; Λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ
5917δυσχερείας τυπικῆς, ὅτι δὲν ἐψηφίσθη νόμος. Ὑπὸ τὰς
5918περιστάσεις ἀληθῶς, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ πολιτικὴ,
5919τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι τὸ νομοσχέδιον δύναται
5920νὰ ψηφισθῇ, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε κατορθώσει
5921προσεχῶς νὰ ψηφισθῇ ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῶν νομο-
5922σχεδίων του, ἡ πίστωσις αὕτη δὲν ἤθελε τὸν βλάψει, διότι,
5923ἐὰν ψηφισθῇ ὁλόκληρον τὸ σύστημα, ὁ Ὑπουργὸς θ’ ἀφήσῃ
5924ἀδιάθετον τὴν πίστωσιν. Πᾶσα ἀναβολὴ, Κύριοι, ἱκανοποιή-
5925σεως τῶν ἀμέσων ἀναγκῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως,
5926ἀφ’ ἧς κατενοήσαμεν τὸν ἀδιέξοδον κύκλον, εἶναι ἀσώτευσις
5927τοῦ δημοσίου χρήματος. Τί σημαίνει, νὰ συνιστᾶτε Σχολεῖα
5928καὶ νὰ διορίζητε διδασκάλους, ὅταν αὐτοὶ οἱ διδάσκαλοι,
5929ἀντὶ νὰ μορφώσουν, διαφθείρουν τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ; Ἡ
5930πρώτη φροντὶς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ληφθῇ προχείρως, ἀμέ-
5931σως, εἶναι ἡ τῆς μορφώσεως διδακτικοῦ προσωπικοῦ. Δὲν
5932νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δύναται νὰ
5933ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν ἐπὶ οἱᾳδήποτε προφάσει,
5934ἔστω καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἴπῃ, ὅτι καταστρέφεται
5935τὸ ἰσοζύγιον. Πρόκειται δὲ περὶ πιστώσεως 40,000 δραχμῶν,
5936πρόκειται ἀφ’ ἑτέρου περὶ 6,000 δραχμῶν διὰ τὸ Γυμνάσιον
5937τῆς ἐπαρχίας Πάλλης, δι’ ὧν βεβαίως δὲν θὰ καταστραφῇ
5938τὸ ἰσοζύγιον.
5939§219ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν περὶ ἐγγραφῆς
5940τοῦ ποσοῦ, καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐδήλωσα, ὅτι ἀνεγνώρισα
5941τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποστολῆς νέων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Εὑρί-
5942σκω ὅμως, ὅτι τὸ προτεινόμενον ποσὸν εἶναι ἀδύνατον σήμε-
5943ρον νὰ ἀναγραφῇ, χωρὶς νὰ ὁρισθῶσιν οἱ ὅροι τῆς ἀποστο-
5944λῆς, αἱ ὑποχρεώσεις κτλ. τόσῳ μᾶλλον, καθόσον κατὰ τὸ
5945παρελθὸν νέοι ἀποσταλέντες πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, ἐπανελ-
5946θόντες, δὲν ἠθέλησαν νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐργασίαν, τὴν
5947ὁποίαν τὸ Ἔθνος περιέμενεν ἀπ’ αὐτούς. Δυνάμεθα νὰ ἀπο-
5948σπάσωμεν ἴσως ἐξ ὅλου αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ζήτημα
5949τοῦτο, ὅπως ἀποτελεσθῇ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ψηφι-
5950σθῇ, περιλαμβάνον καὶ τὴν πίστωσιν, ὅπως πραγματοποιηθῇ
5951ἀμέσως. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νομίζω, ὅτι ὅλα τὰ ζητή-
5952ματα ἐκλείπουν ἐντελῶς, καὶ δυνάμεθα νὰ πραγματοποιή-
5953σωμεν τὴν ἰδέαν ταύτην.
5954Ὡς πρὸς τὴν Σχολὴν ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἔχω τὴν ἰδέαν,
5955ὅτι διὰ τῶν πόρων τοῦ κληροδοτήματος, καλῶς διαχειρι-
5956ζομένου, καὶ διὰ τῶν πόρων τῶν ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου
5957δύναται κάλλιστα νὰ συντηρηθῇ τὸ Γυμνάσιον.
5958§220ΜΠΑΣΙΑΣ. Οἱ πόροι οἱ λιμενικοὶ δὲν εἶναι παρὰ 45,000
5959δραχ. κατ’ ἔτος, ἑτοιμάζει δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ἔργα, τὰ ὁποῖα
5960τὸ Ὑπουργεῖον ἐνέκρινε, 500,000 δραχμῶν, καὶ θέλετε νὰ
5961συντηρήσωμεν καὶ Γυμνάσιον μὲ αὐτοὺς τοὺς πόρους! Διατὶ
5962τὸ παρελθὸν ἔτος, ἐνῷ καταργεῖτε τὸ ἐπίδομα, διωρίσατε
5963δύο καθηγητὰς τῶν μαθηματικῶν; Αὐτοὶ εἶναι φίλοι μου
5964καὶ ἀξιόλογοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἦτο σπατάλη ὁ διορι-
5965σμὸς δύο.
5966§221ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ματαίως ἐπειράθη νὰ
5967προτάξῃ λόγους, οἵτινες τὸν πείθουν, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς
5968νὰ ἀναγραφῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ
5969ἀναγκαία δαπάνη, τῆς ὁποίας δὲν ἠδυνήθη ὅμως ν’ ἀπο-
5970φύγῃ τὴν ὁμολογίαν, ὅτι εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία.
5971Ἐὰν συνέβη ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς Εὐρώπην νέοι ἄνευ διαγω-
5972νισμοῦ καὶ ἄνευ παροχῆς ἐγγυήσεων, ὅτι ἔμελλον νὰ ὑπηρε-
5973τήσουν διὰ τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐδαπάνα
5974ὑπὲρ αὐτῶν, τοῦτο δὲν εἶναι πλημμέλεια τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ
5975ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ χρήματος τοῦ δημοσίου ἠθέλησαν
5976νὰ στείλωσι τοὺς φίλους ἢ τοὺς συγγενεῖς των ἄνευ ἐγγυήσεως.
5977Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουρ-
5978γὸν νὰ λάβῃ τὴν πίστωσιν, ἔχομεν πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς
5979αὐτόν· τῷ δίδομεν τὴν πίστωσιν ἄνευ ὅρων, διότι φρονοῦμεν,
5980ὅτι θὰ κάμῃ χρῆσιν ὀρθοτάτην. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι
5981προσωπικῶς τιμῶ τὸν ἄνδρα. Διατὶ δὲν θέλει νὰ τὴν λάβῃ;
5982Διότι δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μετανοήσῃ. Εἶναι καιρὸς
5983δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ μετανοήσῃ διὰ τὴν ὁποίαν ἔδειξε πρὸ 8
5984ἐτῶν ἀστοργίαν πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ.
5985Μὴ ἀμφιβάλλετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τῆς εὐτυχίας ἢ τῆς
5986κακοδαιμονίας τῶν ἐπερχομένων γενεῶν ἡ παροῦσα γενεὰ
5987εἶναι ἡ αἰτία. Ὅπως ὁ πατὴρ, ἐὰν δὲν μορφώσῃ τὸ τέκνον
5988του, εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς κακοδαιμονίας αὐτοῦ, καὶ ἡ ῥά-
5989βδος τοῦ τέκνου πίπτει πρότερον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του, οὕτω
5990καὶ αἱ Κυβερνήσεις πίπτουσι θῦμα τῆς ἀστοργίας των.
5991§222ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἅπασαι ἐν γένει αἱ Κυβερνήσεις ἀνε-
5992γνώρισαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πάλλης τὸ δικαίωμα καὶ τὴν
5993ἀνάγκην νὰ ἔχῃ Γυμνάσιον.
5994§223Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη Γυμνασίων καὶ
5995εἰς ἄλλας πόλεις.
5996§224ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν σύστασιν Γυμνα-
5997σίων καὶ εἰς αὐτάς.
5998§225ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅταν ὁμιλῶ περὶ τοῦ Γυμνασίου
5999Πάλλης, ἐννοῶ, ὅτι ὁμιλῶ καὶ περὶ παντὸς ἄλλου Γυμνα-
6000σίου, λειτουργοῦντος ὡς τὸ τῆς Πάλλης. Λοιπὸν παρατηρῶ,
6001ὅτι ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ πασῶν τῶν Κυβερνήσεων τὸ δικαίωμα
6002εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πάλλης νὰ ἔχῃ Γυμνάσιον, καὶ ἐρωτῶ
6003τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διατὶ μετέβαλε γνώμην
6004καὶ δὲν θεωρεῖ, ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀνάγκη; Τὸ Δημόσιον
6005ἦλθεν εἰς συνδρομὴν τοῦ Γυμνασίου ἐκείνου, λαμβάνον ὡς
6006ἀφετηρίαν τὴν πρόσοδον τῆς Πετριτσείου Σχολῆς, ἐπειδὴ
6007δὲ αὕτη ἠλαττώθη, ἐζητήθη ἡ αὔξησις τῆς συνδρομῆς τοῦ
6008Δημοσίου, ἀλλὰ τοῦτο οὐδὲν προσέθηκε, καὶ οἱ κάτοικοι
6009τῆς Πάλλης σκεφθέντες ἀνεπλήρωσαν τὴν ἐλάττωσιν τῆς
6010προσόδου, ἐπιβαλόντες ἀνώτερον λιμενικὸν φόρον. Ἐὰν ἀνα-
6011γνωρίζητε, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ διατήρησις τοῦ Γυμνασίου,
6012καὶ ὅτι ἔχουσι δικαίωμα οἱ Παλλεῖς εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ,
6013δὲν δικαιοῦσθε ν’ ἀφαιρέσητε τὸ διὰ τὸ Γυμνάσιον ἐκεῖνο
6014ὡρισμένον ποσὸν πρὸ τόσων ἐτῶν, ποσόν, ὅπερ αἱ μέχρι
6015τοῦδε Κυβερνήσεις ἐσεβάσθησαν.
6016§226ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ λυποῦμαι, καὶ ἐκφράζω δημοσίᾳ τὴν
6017λύπην μου, ὅτι μετὰ 26 ἐτῶν ἑνωτικὸν βίον τῆς Ἑπτα-
6018νήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος εὑρέθη εἷς Ὑπουργὸς, καὶ αὐτὸς
6019ἐκ τῆς Ἑπτανήσου, ὁ ὁποῖος κατήργησε χορήγημα, διδό-
6020μενον εἰς Γυμνάσιον Ἑπτανησιακόν.
6021§227ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐνέγραφε πάν-
6022τοτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μίαν πίστωσιν, τῆς ὁποίας δὲν
6023ἐνθυμοῦμαι τὸ ποσὸν, πίστωσιν ὑπὲρ τοῦ Διδασκαλικοῦ
6024Συλλόγου. Νομίζω ὅτι ἡ διαγραφὴ τῆς πιστώσεως ταύ-
6025της εἶναι ἄδικος, καὶ οὐ μόνον ἄδικος, ἀλλὰ καὶ ἐπιζημία.
6026Δυστυχῶς ἡ μισθοδοσία τῶν διδασκάλων εἶναι τόσον εὐτε-
6027λὴς, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαιτήσῃ τις παρ’ αὐτῶν
6028μεγάλας θυσίας πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συντηρήσεως ἑνὸς
6029Συλλόγου, ὁ ὁποῖος ἐκ τῶν τελευταίων συζητήσεων ἐν τῇ
6030ἐπιτροπῇ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων ἐφάνη λίαν χρή-
6031σιμος. Δὲν πραγματεύεται δὲ ὁ Διδασκαλικὸς Σύλλογος
6032περὶ ζητημάτων ἀφορώντων εἰς ξένα πρὸς τὸν προορισμὸν
6033αὐτοῦ ἀντικείμενα. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἀδι-
6034κήσῃ τὰ μέγιστα τὴν παιδείαν, ἐὰν στερήσῃ τὸν Σύλλογον
6035τοῦτον τῶν μέσων τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ.
6036§228ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ ἑνώσω τὴν φωνήν μου
6037πρὸς τὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, προκειμέ-
6038νου περὶ τοιαύτης ἱεροσύλου πράξεως, εἰς τὴν ὁποίαν βε-
6039βαίως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐνέχεται, διότι
6040προῆλθεν ἐκ ταπεινῆς ἐκδικήσεως ὀργάνων κατωτέρων τοῦ
6041Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Τὴν αὐτὴν δὲ σύστασιν ὀφείλω
6042ν’ ἀποτείνω καὶ διὰ τὴν συνδρομὴν, τὴν παρεχομένην μέ-
6043χρι τοῦδε εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῶν φίλων τοῦ Λαοῦ καὶ εἰς
6044τὸν Δραμματικὸν Σύλλογον, διότι ἀμφοτέρων τούτων τῶν
6045σωματείων ἔχομεν μεγίστην ἀνάγκην, πρὸς ψυχαγωγίαν
6046καὶ ἐξημέρωσιν καὶ ἠθικὴν διάπλασιν τοῦ λαοῦ.
6047§229ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
6048Ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ἀφῃρέθησαν ὅλαι αἱ
6049συνδρομαὶ, αἵτινες ἐχορηγοῦντο πρότερον, ἀπέμειναν δὲ μό-
6050νον δραχμαὶ 1000 διὰ τὸν Διδασκαλικὸν Σύλλογον, ἕτεραι
60511000 διὰ τὴν Ἐθνογραφικὴν Ἑταιρίαν καὶ δραχμαὶ 500 διὰ
6052τὴν Ἑταιρίαν τῶν φίλων τοῦ Λαοῦ. Περὶ τοῦ Δραματικοῦ
6053Συλλόγου ἐσκέφθημεν, ὅτι ἡ συνδρομὴ, ἥτις ἐδίδετο εἰς αὐ-
6054τὸν, ἦτο τόσον μικρὰ, καθὼς καὶ ἡ πρὸς τὰς ἄλλας ἑται-
6055ρίας, ὥστε αἱ ἑταιρίαι αὗται δύνανται νὰ ἐργασθῶσι διὰ
6056τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν, ἢ δὲν δύνανται νὰ ἐργασθῶσι,
6057καὶ τότε τὰ μικρὰ ταῦτα ποσὰ δὲν δύνανται νὰ συντελέ-
6058σωσιν εἰς τὴν πρόοδον αὐτῶν.
6059§230ΛΕΒΙΔΗΣ. Προκειμένου περὶ συνδρομῶν διὰ τοιούτους
6060ἠθικοὺς σκοποὺς, καθῆκον ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρ-
6061νησιν, ὅπως συναινέσῃ νὰ ἀναγραφῇ ποσόν τι ὑπὲρ τοῦ ἑξῆς
6062σκοποῦ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι εἰς τοῦτο ἔχω σύμφωνον τὴν
6063ὁλοψηφίαν τῆς περυσινῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
6064ἐν τῇ ἐκθέσει, ἐν ᾗ ἀναγινώσκομεν, ὅπως ἀναγραφῇ ποσὸν
60656,000 δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ ἐν Ἀθήναις ναοῦ τῆς Μητροπό-
6066λεως. Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι ὁ ναὸς τῆς Μητροπόλεως,
6067ἐὰν τὸ Κράτος δὲν ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν αὐτοῦ, ἐντὸς ὀλίγου
6068χρόνου θέλει καταῤῥεύσει, διότι ὁ θόλος, ὡς ἐκ τῆς ἀμελείας,
6069ἥτις ἔλαβε χώραν εἰς τὰ τοῦ ναοῦ ἄλλοτε, σχεδὸν εἶναι
6070ἠνεῳγμένος καὶ πανταχόθεν εἰσρέουσι τὰ ὕδατα. Προσθέ-
6071σατε δὲ, Κύριοι, ὅτι ὁ ναὸς οὗτος στερεῖται ἐντελῶς ἐνορια-
6072κῶν προσόδων, καὶ ἐνῷ ἄλλοτε εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἅπαντα
6073τὰ εἰσοδήματα τῆς Μονῆς Καισαριανῆς, ἐκ πολλῶν χιλιά-
6074δων δραχμῶν, ἤδη τὰ εἰσοδήματα ταῦτα ἀφῃρέθησαν, καὶ
6075δὲν ἔχει εἰμὴ τὰ εὐτελῆ πεντάλεπτα καὶ δεκάλεπτα, ἅτινα
6076δίδουσιν οἱ χριστιανοὶ κατὰ τὰς ἑορτὰς καὶ τὰς Κυριακάς.
6077Ὁ Μητροπολιτικὸς ναὸς Ἀθηνῶν ἔχει μεγαλειτέραν καὶ
6078γενικωτέραν σημασίαν, διότι χρησιμεύει πρὸς τέλεσιν τῶν
6079μεγάλων ἑορτῶν τοῦ Κράτους, καὶ εἶναι τὸ μεγαλείτερον
6080προσκυνητήριον, τὸ ἐλεύθερον προσκυνητήριον ὅλων τῶν
6081λαῶν τῆς Ἀνατολῆς. Προτείνω λοιπὸν, ἀφοῦ καὶ ἡ περυσινὴ
6082ἐπιτροπὴ συνεφώνησεν εἰς τοῦτο, νὰ γένηται ἔναρξις ἀπὸ τοῦ
6083ἔτους τούτου τῆς συνδρομῆς 6,000 δραχμῶν, ἢ 4,000, ἢ
60845,000, διότι ὁ θόλος θέλει καταπέσει. Καὶ δὲν πιστεύω νὰ
6085ἐπιθυμῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως κατὰ τὰς ἐν τῷ ναῷ τούτῳ
6086τελουμένας ἑορτὰς ἱστάμεθα μετ’ ἀλεξιβροχίων.
6087§231ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κατ’
6088ἀρχὴν δὲν εἶναι δυνατὸν, ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
6089εἰσφορὰ, διότι ὁ ναὸς οὗτος εἶναι καθαρῶς δημοτικὸς, καὶ τὸ
6090Δημόσιον δὲν δύναται νὰ ἀναγράψῃ συνδρομὴν ἐν τῷ Προϋ-
6091πολογισμῷ. Βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐν τῷ ναῷ τούτῳ τελοῦνται
6092ἅπασαι αἱ ἐπίσημοι ἑορταὶ καὶ ὅτι ὁ ναὸς οὗτος ἔχει γενι-
6093κώτερον χαρακτῆρα, δι’ αὐτὸ δὲ φρονῶ, ὅτι τὸ Δημόσιον
6094πρέπει δι’ ἄλλου τρόπου νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν τῶν ἀναγ-
6095κῶν, τὰς ὁποίας ὁ ναὸς οὗτος ἔχει, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Βου-
6096λευτὴς ὡμίλησε περὶ ἀνάγκης ἐπισκευῶν, νομίζω, ὅτι ἡ
6097Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ἐπιτρό-
6098πων καὶ συνεισφέρῃ ὑπὲρ τῶν ἐπισκευῶν αὐτῶν.
6099(Γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολο-
6100γισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δη-
6101μοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Τὸ ὅλον
6102τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλη-
6103σιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀνερχόμενον
6104εἰς δραχμὰς 3,224,430).
6105Λύεται ἡ συνεδρίασις.
6106Ὥρᾳ 10 π. μ. τῆς 18 Φεβρουαρίου 1890.