Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Δ› Sitting 63

1890.02.16

3,605 rows · 26,991 words · 13 tables · 75 turns

Date
1890.02.16
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Δ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1890)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63

Τῆς 16 Φεβρουαρίου 1890.

(Παρασκευὴ)

Ὥρᾳ 5 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὅ,τι θὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἁρμόζῃ εἰς τὸν κύκλον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ μοὶ ἀνέθεσαν δι’ ἐπιστολῶν τοιαύτην ἐντολὴν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐκτελέσω ταύτην. Εἰς τὸ χωρίον Ζευγολατιὸ τοῦ δήμου Οἰχαλίας οἱ ἱερεῖς παρεβίασαν τὰ καθήκοντα αὐτῶν κατὰ τρόπον, δι’ οὗ προεκάλεσαν τὴν ἐξέγερσιν τοῦ χωρίου ἐναντίον των, οἱ κάτοικοι τοῦ ὁποίου δι’ ἀναφορᾶς των καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι τὴν παῦσιν τῆς ἐνεργείας τῶν εἰρημένων ἱερέων. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ αὐτὴν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἐκεῖθεν οἱ καταγγελλόμενοι ἱερεῖς.

§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.

§3ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας εἶχε ζητήσει νὰ μάθῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, διατὶ ἐπαύθη ὁ δημοδιδάσκαλος τοῦ δήμου Εὔας, καὶ ἂν ἀντικατέστη. Ὁ δημοδιδάσκαλος οὗτος δὲν ἐπαύθη, ἀλλὰ κατόπιν ἐκθέσεως τῆς οἰκείας ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς μετετέθη· εἰσέτι δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσις αὐτοῦ, ἐλήφθη δὲ φροντὶς πρὸς ἄμεσον ἀντικατάστασιν αὐτοῦ, καθόσον ὑπεβλήθη αἴτησις ἄλλου, ζητοῦντος νὰ διορισθῇ δημοδιδάσκαλος. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀναφορὰν, περὶ ἧς πρὸ ὀλίγου ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ τὴν ὁποίαν μοὶ παρέδωκε, θέλω τὴν διαβιβάσει πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅπως λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψει καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.

§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ καταθέσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ δημοδιδασκάλου τοῦ δήμου Εὔας.

§5ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν κατέθεσα.

§6ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς ἐφημερίδας τῆς Κεφαλληνίας ἀνέγνωσα, ὅτι οὐκ ὀλίγα κιβώτια πετρελαίου εὑρέθησαν πεπληρωμένα δι’ ὕδατος θαλασσίου ἀντὶ πετρελαίου. Οὔτε τὸ ἐπίστευσα, οὔτε δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἡ Ἑταιρία τῶν Μονοπωλείων προέβη εἰς τοιοῦτόν τι. Ἐν τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Ἑταιρίας.

§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας κ. Παπαμιχαλοπούλου, ἐζητήθη ἀκριβὴς πίναξ τῶν χηρευουσῶν θέσεων παντὸς ὅπλου καὶ παντὸς βαθμοῦ μετὰ σημειώσεως τοῦ χρόνου, ἀφ’ οὗ ἑκάστη τῶν θέσεων τούτων χηρεύει. Τὰ μὲν ἄλλα πάντα ὑποβάλλονται, ἀλλ’ ἡ διάρκεια τῆς χηρείας ἑκάστης θέσεως δὲν δύναται νὰ σημειωθῇ· ἐσημειώθη ὅμως ἡ ἐποχὴ τῆς πληρώσεως τῶν θέσεων, ὥστε αἱ ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου κενούμεναι θέσεις προστίθενται εἰς τὸν κατάλογον τῶν χηρευουσῶν. Παρακαλῶ ἵνα τυπωθῇ ὁ πίναξ.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 195).

§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἐζήτησεν, ὅπως πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπανῆλθεν ὁ ὑπενωμοτάρχης Μακρῆς εἰς τὸν σταθμὸν Μελιγαλᾶ τοῦ δήμου Οἰχαλίας. Ἐκ τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐγγράφων ἐξάγεται θετικῶς σχεδὸν, ὅτι δὲν ἐπανῆλθε, διότι τὸ τελευταῖον ἔγγραφον τῆς Μοιραρχίας Μεσσηνίας εἶναι τῆς 30 Ἰανουαρίου, καὶ κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἡ Μοιραρχία ἀντικατέστησε τὸν ὑπενωμοτάρχην Π. Μακρῆν διὰ τοῦ ὑπενωμοτάρχου Νικολάου Παπαδοπούλου. Ἀφοῦ ἡ Μοιραρχία ταῦτα ἀναφέρει τὴν 30 Ἰανουαρίου, ὑποθέτω, ὅτι νεωτέρα εἴδησις περὶ ἐπανόδου αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ· οὐχ ἧττον ἐτηλεγραφήσαμεν, ζητήσαντες ἀκριβεστέρας πληροφορίας. Αἱ πληροφορίαι αἱ συμπληρωματικαί, αἵτινες ζητοῦνται ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας κ. Τυπάλδου, βεβαίως θέλουσι βραδύνει, διότι ἀνέρχονται εἰς 4,000 οἱ νοσηλευθέντες, ὧν ζητεῖται πίναξ, καθορίζων τὴν νόσον ἑκάστου. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ σύνταξις τοιούτου πίνακος, ἀναγομένου εἰς 4,000 πρόσωπα, δι’ ἕκαστον τῶν ὁποίων πρέπει νὰ βεβαιωθῇ ἐκ ποίας νόσου πάσχων εἰσῆλθεν εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, θ’ ἀπαιτήσῃ χρόνον τινά.

§10ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Χρόνον βεβαίως, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει ἐξιχθῆ μέχρι τῆς ἄλλης Περιόδου.

§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐλπίζω ὄχι. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη χθὲς, ὅτι ἡ δοθεῖσα εἰς τὴν πρότασίν του ἀπάντησις ἦτο ἐλλιπὴς, καὶ τοῦτο, διότι ἡ ὑπηρεσία παρενόησε τὴν ἐρώτησίν του. Σήμερον ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω εἰς ἔλεγχον τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὡς εἶχε παρ’ αὐτοῦ διατυπωθῆ, ἐξήτασα δὲ αὐτὴν καὶ ἐν σχέσει πρὸς τοὺς συντακτικοὺς κανόνας; ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἠναγκάσθην νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἦτο ἐν τῷ δικαίῳ, ὅτι κατὰ τοὺς συντακτικοὺς κανόνας ἡ αἴτησίς του δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι ἔχει, καὶ τοῦτο, διὰ τὴν μὴ ἐπανάληψιν τοῦ ἄρθρου πρὸ τῆς λέξεως «ἀποβιωσάντων»· ἐν ἀνάγκῃ θέλω καταθέσει ἀντίτυπον τοῦ Συντακτικοῦ τοῦ Ἀσωπίου, σημειῶν τὸν κανόνα, καθ’ ὃν δύο ἐπιθετικοὶ ἢ μετοχικοὶ προσδιορισμοὶ συνακόλουθοι, ἐκφερόμενοι ὁ μὲν πρῶτος ἐνάρθρως, ὁ δὲ δεύτερος ἀνάρθρως, ἀνήκουσιν ἀμφότεροι εἰς τὸ αὐτὸ οὐσιαστικὸν (ἱλαρότης).

§12ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Εὐχαρίστως πείθομαι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὰ μαθήματα τῆς Γραμματικῆς καὶ τοῦ Συντακτικοῦ ἔναυλα εἰς τὴν μνήμην του, ἀλλ’ ἐὰν ἀναγνωσθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου, θέλει πεισθῆ, ὅτι κατὰ τοὺς κανόνας τῆς νεοελληνικῆς, τὴν ὁποίαν ἐγὼ μεταχειρίζομαι, καὶ τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς τὴν ζῶσαν γλῶσσαν, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Καὶ τόσον εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, ὥστε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησε, παρατηρήσας τὴν ἐπερώτησίν μου, τὴν ἔλλειψιν τῆς ὑπηρεσίας. Σήμερον διὰ τῶν κανόνων τοῦ Συντακτικοῦ τοῦ Ἀσωπίου καὶ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, εἰς τοὺς ὁποίους κανόνας, ὁμολογῶ, ὅτι, καὶ ὅτε ἤμεθα παῖδες, πάντοτε ἦτο ἀνώτερός μου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ τῶν κανόνων, λέγω, τούτων, μετὰ πάροδον 24 ὡρῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δικαιολογεῖ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, διότι αὕτη, ὀχυρουμένη ὄπισθεν ἑνὸς κανόνος τοῦ Συντακτικοῦ τοῦ Ἀσωπίου, ἀπέφυγε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ἐρώτημα μεγίστης σπουδαιότητος. Βλέπετε δὲ καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν ἀπήντησε. Καὶ χθὲς μὲν εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν εἶχον ἀμφιβολίαν διὰ τὴν καλὴν πίστην τῆς ὑπηρεσίας, σήμερον δὲ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἐὰν δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν εἰς τὴν πρόθεσιν, οὐχ ἧττον ἀρχίζω νὰ ἀμφιβάλλω εἰς τὴν σπουδαιότητα τοῦ λόγου, δι’ ὃν δὲν ἀπήντησε, καὶ βλέπετε τοῦτο καὶ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν γνωρίζω πότε θέλει δυνηθῆ νὰ μᾶς δώσῃ ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος. Τὸν ἠρώτησα, ἐὰν τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον κατορθωθῇ τοῦτο, καὶ δὲν ἀπαντᾷ.

§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τοῦτο ἀπαντῶ.

§14ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἴσως ἀπαντήσῃ εἰς τὴν προσεχῆ Περίοδον. Ἀλλ’ ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἰς τὴν προσεχῆ Περίοδον, εἴτε ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι πάλιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἴτε ὄχι, θέλουσιν εὑρεθῆ πλείονες τοῦ ἑνὸς Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξαγάγωσιν ἐκ τῶν δοθησομένων εἰς τὸ ἐρώτημά μου ἀπαντήσεων τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα θέλει ν’ ἀποφύγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ ὑπηρεσία, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν κανόνων τῆς Γραμματικῆς καὶ τοῦ Συντακτικοῦ τοῦ Ἀσωπίου. Θέλετε τότε, Κύριοι, παρατηρήσει, ὅτι, καθ’ ἃς ἔχω ἐγὼ πληροφορίας, τὰ πιστοποιηθησόμενα θέλουσιν εἶσθαι λίαν δεινά. Θέλει πιστοποιηθῆ, ὅτι εἴς τινα μέρη τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίᾳ ἐν Λαρίσσῃ καὶ ἐν Ναυπλίῳ, ἡ θνητότης, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἰλαρὰν, ἀνῆλθεν περίπου εἰς 30%, δηλαδὴ σχεδὸν εἰς τὴν θνητότητα τῆς χολέρας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ εἰς τοῦτο ἐχρησίμευσαν οἱ κανόνες τοῦ Συντακτικοῦ τοῦ Ἀσωπίου, εἰς τὸ νὰ μὴ ἔλθῃ αὐτὸ τὸ φῶς εἰς τὴν Βουλὴν ἤδη. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι θὰ ἔλθῃ τὸ φῶς αὐτὸ καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τῆς κοινωνίας.

§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἐγγράφων καὶ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, μὲ θέτουσιν εἰς πειρασμὸν νὰ πιστεύσω, ὅτι κομματικοὶ λόγοι ἐξώθησαν τὸν κ. Ὑπουργόν....

§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω παντάπασιν οὐδὲ τοὺς κομματικοὺς λόγους ἐν τῷ δήμῳ Εὔας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, οὐδὲ τὰ πρόσωπα, περὶ ὧν πρόκειται, ἀλλὰ, ἀναφυλλίζων τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐξεπλάγην ἰδὼν, ὅτι μετετέθη δημοδιδάσκαλος ἐξ ἑνὸς χωρίου τοῦ δήμου Εὔας εἰς ἄλλο ἄκρον τοῦ Κράτους, καὶ ἐξ ἑνὸς ἄλλου ἄκρου εἰς ἄλλος δημοδιδάσκαλος εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τοῦ Κράτους. Ἐπιθυμῶν νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, ἐὰν δὲν ἔχητε ἄλλον τινὰ λόγον, ν’ ἀναβάλητε τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς σας διὰ τὰς μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐργασίας μας.

§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἔγγραφα νὰ μείνωσιν ἐν τῷ γραφείῳ.

§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχε ζητηθῆ κατά τινα παρελθοῦσαν συνεδρίασιν καὶ ἡ κατάθεσις τοῦ ἐπιδοτηρίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν ἐπίστρατον Νικόλαον Ι. Δηλιγιάννην. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου, κατόπιν ἐπερωτήσεως, γενομένης πρὸ τῶν διακοπῶν, εἶχε ζητηθῆ πληροφορία περὶ τοῦ ἐπιδοτηρίου τούτου, τὸ δὲ Στρατολογικὸν Γραφεῖον Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἀπήντησε, παρέχον τὴν ἀπόδειξιν τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἐξηγοῦν τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα δὲν δύναται νὰ προσαγάγῃ τὸ ἐπιδοτήριον· δύο δὲ εἶναι τὰ ἔγγραφα τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας περὶ τοῦ θέματος τούτου. Καταθέτω αὐτά.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.

§20ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὴν διεξαγομένην ταύτην γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους καὶ ὁ χθὲς τὴν ἑσπέραν τελευταῖος ἀγορεύσας ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ πρώην Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν καὶ ὁ πρὸ αὐτοῦ κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἐπίσης ἀγορεύσας συμπολίτης αὐτοῦ καὶ προϊστάμενος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν ταῖς μακραῖς αὐτῶν ἀγορεύσεσι δὲν ἐπελάθοντο καὶ τῶν τῆς δικαιοσύνης, ἐξενεγκόντες μὲν πολλὰς καὶ βαρείας μομφὰς κατά τε τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς διοικήσεως τῶν κατ’ αὐτὴν, ὑποβαλόντες δὲ, καὶ ἰδίως ὁ χθὲς ὁμιλήσας, πληροφορίας στατιστικὰς καὶ ἀριθμητικὰς, ἐντελῶς ἀντιθέτους τῶν καθ’ ἑξαμηνίαν τακτικῶς δημοσιευομένων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐπισήμων πινάκων, τῶν ὁποίων βεβαίως ὁ Βουλευτὴς εἶχε καὶ λαμβάνει τακτικῶς γνῶσιν. Ἐπειράθησαν δὲ, δι’ ὅσων περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης πρὸς τὴν Βουλὴν εἶπον, νὰ ἀποδείξωσι τὴν μὲν δικαστικὴν ἐξουσίαν ὡς τέλεον τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς ἐπιλαθομένην, ὡς ἥκιστα πρὸς τὴν ἀποστολὴν καὶ τὸ καθῆκον αὑτῆς ἀνταποκρινομένην, ὡς ἐντελῶς ἀδρανοῦσαν, ὡς φατριάζουσαν καὶ ὡς συντελοῦσαν διὰ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῆς τούτων εἰς τὴν δείνωσιν τῆς τε ἐν γένει κοινωνικῆς ἡμῶν καταστάσεως καὶ πρὸ πάντων τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, κατέκριναν δὲ καὶ τοὺς τὰ τῆς δικαιοσύνης διευθύνοντας ὡς μηδεμίαν ἀπολύτως οὔτε νομοθετικὴν οὔτε διοικητικὴν περὶ διορθώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων λαβόντας πρόνοιαν. Ὁ χθὲς τὴν ἑσπέραν ἀγορεύσας τὰς κατακρίσεις αὑτοῦ ἀπηύθυνε κατὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ 1882 ἰδίως μέχρι σήμερον. Ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἔθετο ὡς ἀφετηρίαν πρὸς ἔναρξιν τῆς ἐπισκοπήσεως τῶν κατὰ τὴν δικαιοσύνην ὁ κ. Βουλευτὴς, ἴσως δ’ ἔπραξε τοῦτο, διότι ἐκεῖνος ὁ χρόνος συμπίπτει πρὸς τὴν ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἀποχώρησιν αὐτοῦ, μεθ’ ἣν εὐχαριστεῖται νὰ βλέπῃ τὰ πάντα ἐν αὐτῇ κακῶς ἔχοντα. Ἐκτείνας δὲ τὴν ἐπισκόπησίν του ταύτην ἀπὸ τῆς σήμερον μέχρι τοῦ 1882, ἐννοεῖται, ὅτι πλὴν ἐμοῦ κατέστησε συνυπευθύνους πρὸς ἐξήγησιν τῆς κακῆς δῆθεν δικαστικῆς καταστάσεως, οἵαν κατὰ τὴν χρονικὴν ταύτην διάρκειαν ἀπεικόνισεν αὐτὴν, καὶ τὸν κατὰ τὰ 1882 καὶ 1883 διευθύναντα τὰ τῆς δικαιοσύνης ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, καὶ τὸν διαδεξάμενον αὐτὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐβοίας Βουλευτὴν, καὶ τοὺς κατὰ τὸ 1885 διοικήσαντας τὰ τῆς δικαιοσύνης, καὶ μετ’ αὐτοὺς ἐμὲ, λεληθότως δὲ καὶ ἑαυτὸν κατέστησε συνυπεύθυνον ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ, διότι αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ τοὺς διοικήσαντας κατὰ τὰ 1882 καὶ 1883 τὰ τῆς δικαιοσύνης ὑπεστήριξε διὰ τῆς ψήφου καὶ διὰ τοῦ λόγου αὑτοῦ, καὶ τοὺς κατὰ τὰ 1885 κυβερνήσαντας ἐπίσης ὑπεστήριξε διὰ τῆς ψήφου καὶ τοῦ λόγου αὑτοῦ. Θεωρῶ, Κύριοι, ὅτι ἔχω καθῆκον καὶ πρὸς ἐμαυτὸν καὶ πρὸ τὸν κλάδον, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι, καὶ τὸν ὁποῖον, χωρὶς νὰ θεωρῶ ὡς ἐξιχθέντα εἰς τὸ ἄκρον τῆς τελειότητος σημεῖον, βεβαίως ὅμως θεωρῶ πολὺ ἀνώτερον τῶν περὶ αὐτοῦ ἐξενεχθεισῶν ἐντεῦθεν μομφῶν, θεωρῶ, λέγω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ φροντίσω μετὰ πάσης τῆς ὑπὸ τῆς καταστάσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπιβαλλομένης συντομίας, ὅπως ἀναιρέσω τὰς κατὰ τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης ἀδίκως ἀπευθυνθείσας μομφὰς, καὶ τὴν εἰς τοὺς διευθύνοντας αὐτὴν ἀποδοθεῖσαν ἐκδίκησιν ἐπὶ ἐλλείψει ἀπολύτῳ πάσης πρὸς βελτίωσιν προνοίας νομοθετικῆς, οἱασδήποτε προνοίας διοικητικῆς. Τὸ ζήτημα τῆς καταστάσεως τῆς παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνης πολλάκις ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν, εὐρύτερον δὲ καί πως συστηματικώτερον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον κατὰ τὰ ἔτη 1882 καὶ 1883, ὅπως ἐνθυμοῦνται ὅσοι ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἦσαν καὶ τότε μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐδόθη τότε πρὸς τοῦτο ἀφορμὴ ἐκ λίαν μακρᾶς ἐπερωτήσεως τοῦ τότε βουλευτοῦ ἐκ Βόλου κ. Φιλαρέτου, ὅστις ἀνενδότως ἀληθῶς εἰς τὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του ἐκείνης, τῆς ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν δικαιοσύνην ἀφορώσης, ἐπιμείνας, ἐπέτυχε νὰ εὐρύνῃ καὶ γενικεύσῃ τὴν περὶ αὐτῆς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ συζήτησιν, δοὺς ἀφορμὴν καὶ εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ διάφορα τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης κεφάλαια πρὸς τὰς δικαστικὰς τοῦ Κράτους ἀρχὰς, αἵτινες καὶ πληροφορίας ἔδωσαν περὶ τῶν καταγγελλομένων ἀνωμαλιῶν καὶ ἀταξιῶν, καὶ γνώμας αἱ πλεῖσται ἐξήνεγκον περὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν εἶναι δυνατὸν αἱ ἀτέλεια καὶ ἀταξίαι ἐκεῖναι νὰ ἀρθῶσι καὶ ἐκλείψωσιν. Αἱ γνωμοδοτήσεις αὗται τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν προσήχθησαν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐγένετο εὐρεῖα συζήτησις, πόρισμα δὲ τῆς συζητήσεως ἐκείνης ὑπῆρξεν, ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸς ἀσφαλεστέραν καὶ ταχυτέραν τῆς δικαιοσύνης λειτουργίαν καὶ ἀπονομὴν ἔδει νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια καὶ περὶ ἄλλων μὲν, ἀλλ’ ἰδίως περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, περὶ προαγωγῆς καὶ καταλληλοτέρας ἐκλογῆς τῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν, περὶ πληρεστέρας καὶ τελειοτέρας ἐξασφαλίσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, περὶ τακτικῆς καὶ τελεσφόρου ἐπιθεωρήσεως, καὶ περὶ ἀγρύπνου ἐποπτείας, πρὸς τήρησιν μὲν τῶν διατάξεων τοῦ ὀργανισμοῦ, αὐστηρὰν δὲ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἄσκησιν κατὰ τῶν μὴ συμμορφουμένων πρὸς τὰς διατάξεις ταύτας, καὶ τῶν φυγοποίνων ἢ ἀμελῶς τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα ἐκπληρούντων. Ἐπίσης ἐχαρακτηρίσθη ὡς αἰτία τοῦ μὴ ἐνημέρου τῆς δικαιοσύνης ἡ ἔλλειψις προνοίας πρὸς ἁπλοποίησιν τῶν ἀποδεδειγμένως χρῃζόντων ἁπλοποιήσεως θεσμῶν παρ’ ἡμῖν, ὑπὲρ πάντα δὲ ταῦτα, ἐννοεῖται ὅτι ἐθεωρήθη ὡς μία τῶν πρωτίστων αἰτιῶν τὸ ἀνεπαρκὲς τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ τότε διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ὑποβάλει ἀληθῶς δύο νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐψηφίσθησαν, καὶ ἅπερ ἐμαρτύρουν ἀρχὴν μερίμνης πρὸς ἄρσιν τῶν αἰτίων, ἐφ’ ἃ προσέκοπτεν ἡ δικαιοσύνη. Τὰ νομοθετήματα ταῦτα ἦσαν τὸ περὶ συστάσεως εἰδικῶν Πταισματοδικείων καὶ τὸ περὶ διορισμοῦ ἀρχειοφυλάκων παρὰ τοῖς Δικαστηρίοις. Βεβαίως δὲν ἦσαν τὰ πρῶτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν, ἀναμφισβητήτως ὅμως ἦσαν μέτρα, δυνάμενα νὰ θεωρηθῶσιν ὡς συγγενῆ πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Καὶ ὁ διαδεχθεὶς δ’ ἐκεῖνον κατὰ τὸ 1883 Ὑπουργὸς ὑπέβαλε νομοσχέδια λυσιτελῆ πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ἅπερ δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῶσιν. Ἐπῆλθε μετά τινα χρόνον ἡ κυβερνητικὴ μεταβολὴ τοῦ 1885, ἡ δὲ ἀναλαβοῦσα τότε τὴν ἀρχὴν Κυβέρνησις, κατὰ τὴν ἐνιαυσίαν αὑτῆς διάρκειαν, οὐδὲν ἄλλο πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ κρείττονος διαῤῥυθμίσεως τῶν τῆς δικαιοσύνης εἰσήγαγε μέτρον ἢ μόνον νόμον περὶ καταργήσεως τῶν Πταισματοδικείων, ἅπερ καὶ κατηργήθησαν, καὶ ἕτερον νόμον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ ἀρχειοφυλάκων νόμου διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἐπὶ πλέον εἰς τοὺς ἀρχειοφύλακας δοθείσης διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1883 καὶ 1884 μισθοδοσίας. Αὐτοὶ οἱ δύο καὶ μόνοι νόμοι μαρτυροῦσι τὴν περὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀπροσκόπτου λειτουργίας νομοθετικὴν μέριμναν τῶν ἀναλαβόντων τότε τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, οἵτινες, ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ὄντες, γοερῶς ἐθρήνουν ἐπὶ τῇ καταστάσει αὐτῆς, ἀναγκάζοντες τὸν πρὸ αὐτῶν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὕστερον δὲ φίλον των, πλειστάκις νὰ ὑψώσῃ φωνὴν ἀμύνης ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς ἀδίκως κατακρινομένης δικαστικῆς ἐξουσίας. Διὰ δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 κατήργησαν 12 θέσεις Ἀντεισαγγελέων, πλὴν τῶν ὀκτὼ εἰδικῶν Πταισματοδικείων, περὶ ὧν προηγουμένως εἶπον, ἐντελῶς ἀδιαφορήσαντες πρὸς τὴν κραυγὴν, ἣν μετὰ πόνου ὁ χθὲς ἀγορεύσας βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Κωνσταντόπουλος εἶχεν ἐγείρει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ περὶ συστάσεως τῶν Πταισματοδικείων νομοθέτημα, ἀποδεικνύων ὅτι ἀσυζητητεὶ ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ, καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἀλλὰ πρωτίστως διότι αὐξάνει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων, ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ὁποίων ἦτο μία ἀπὸ τὰς κυριωτέρας, κατ’ αὐτὸν, αἰτίας τοῦ μὴ ἐνημέρου τῆς δικαιοσύνης. Διέγραψαν σχεδὸν τὰς πιστώσεις, τὰς ἀναγεγραμμένας πρὸς δικαστικὰς ἐπιθεωρήσεις καὶ δι’ ἐπιμίσθιον ἀνακριτῶν, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνας ἄλλας ὁμοίας φύσεως πιστώσεις. Ἐν δὲ τῇ καθόλου διοικήσει τοῦ Ὑπουργείου ἐτακτοποίησαν μὲν καὶ συνεπλήρωσαν καθ’ ὃν αὐτοὶ ἐθεώρησαν τρόπον τὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου, προέβησαν δὲ εἰς ἐπιδρομὴν μὲν πρωτοφανῆ κατὰ τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, εἰς ἀναστάτωσιν δὲ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν τοιαύτην, ὁποίαν κατὰ τὴν τελευταίαν τοὐλάχιστον δεκαετίαν οὐδέποτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶδεν. Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Ῥάλλη περὶ μεταθέσεων γενομένων μετὰ τὸν νόμον, τὸν περιορίσαντα τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶχον ὑποβάλει πίνακας, δηλοῦντας τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑκάστοτε γενομένων μεταθέσεων. Ἐκ τῶν πινάκων ἐκείνων καταφαίνεται, ὅτι κατὰ τὸ ἐνιαύσιον διάστημα, τὸ ἀπὸ 20 Ἀπριλίου 1885 μέχρις 20 Ἀπριλίου 1886, μετετέθησαν 149 Πρωτοδίκαι καὶ 451 Εἰρηνοδίκαι, ἐν ὅλῳ 600 δικαστικαὶ μεταθέσεις ἐγένοντο, εἰς ἃς δὲν περιλαμβάνονται οὔτε Ἐφετῶν, οὔτε Εἰσαγγελέων, οὔτε Γραμματέων Πρωτοδικείων, οὔτε Γραμματέων Εἰρηνοδικείων μετακινήσεις. Ἡμεῖς διεδέχθημεν αὐτοὺς κατὰ Μάϊον τοῦ 1886, καὶ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἠναγκάσθημεν νὰ κάμωμεν 425 μεταθέσεις, ἐξ ὧν ὅμως πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε 74, γενομένας ἐξ ἀνάγκης, ἐπιτακτικῶς ἐπιβεβλημένης ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ εὐρείας περιφερείας, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐθεωρήσαμεν τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ὑπηρεσίας ἐντοπίων ἐπεκταθεῖσαν ἀπὸ τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τοὺς νομούς. Ἀφαιρουμένων αὐτῶν, ἔχομεν 600 μὲν μεταθέσεις ἀπὸ Ἀπριλίου 1885 μέχρις Ἀπριλίου 1886, 351 δὲ μεταθέσεις ἀπὸ Μαΐου 1886 μέχρι Μαΐου 1887. Ἀνέφερον τοὺς ἀριθμοὺς τῶν μεταθέσεων, διότι καὶ χαρακτηρίζουσιν εὐγλώττως τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως κυρίως τῶν τῆς δικαιοσύνης, καὶ οὐσιωδῶς ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τὴν δικαστικὴν ἐργασίαν καὶ ἐπὶ τὸ ἐνήμερον ἢ τὸ ὑπερήμερον τῶν Δικαστηρίων. Ὡς εἰ δὲ μὴ ἤρκει ἡ γενικὴ αὕτη ἀναστάτωσις τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ἐτράπησαν καὶ ἐπὶ μέθοδον ἄλλην, ἄγνωστον, ὡς μὲ βεβαιοῖ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Πλὴν τῶν 600 αὐτῶν μεταθέσεων ἐκλήθησαν κατὰ τὴν ἐνιαύσιον ἐκείνην διάρκειαν εἰς Ἀθήνας, λόγῳ δῆθεν ὑπηρεσίας, 42 δικαστικοὶ λειτουργοί, τῶν ὁποίων ἔχω ἐνταῦθα ὀνομαστικὸν πίνακα, τουτέστι 3 Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, 1 Ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν, 5 Πρόεδροι Πρωτοδικῶν, 10 Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν, 1 Ἀντεισαγγελεὺς Πρωτοδικῶν, δέκα Πρωτοδίκαι, 1 Γραμματεὺς Πρωτοδικῶν, ἑπτὰ Εἰρηνοδίκαι καὶ δύο Γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων, πάντες δ’ οὗτοι, πλὴν ὀλιγίστων, παρέμενον ἐνταῦθα, ἄλλοι μὲν 5 μῆνας, ἄλλοι τέσσαρας, ἄλλοι τρεῖς, ἄλλοι δύο, μηδὲν πράττοντες, πλήρη δὲ τὸν μισθὸν αὐτῶν ἀπολαμβάνοντες. Ἡ κατάστασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε καὶ ὁ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς διευθύνας ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας τὰ τῆς δικαιοσύνης σεβαστὸς Ὑπουργὸς κ. Βάλβης καὶ ἐγὼ ἐπὶ ἡμέρας ἠσχολούμεθα, ἐπικαλεσθέντες καὶ τῆς ἀστυνομίας τὴν συνδρομήν, διὰ νὰ ἀνεύρωμεν τοὺς ἀπὸ τῶν θέσεων αὐτῶν ἀπομακρυνθέντας κατὰ δεκάδας δικαστικοὺς τούτους λειτουργοὺς, καὶ ἀναγκάσωμεν αὐτούς, ὅπως ἐπανέλθουν εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν, ἢ, ἵνα μεταχειρισθῶ προσιδιάζουσαν τῷ κυρίῳ ἡγέτῃ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως φράσιν, τῆς ὁποίας κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ ἐξωστῶν χρῆσιν ἐποιήσατο, ἵνα «ἐπαναφέρωμεν τὴν δικαιοσύνην ἐπὶ τὰ ἱερὰ αὐτῆς τεμένη», πρὸς τὰ ὁποῖα τεμένη, βεβαιῶ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φροντίσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτούς, ὅταν τυχὸν παραλάβῃ ἀφ’ ἡμῶν τὴν ἀρχήν, διότι θὰ εὕρῃ αὐτοὺς εἰς τὰς τάξεις των. Δὲν θὰ δυνηθῇ ὅμως μετ’ ἴσης εὐκολίας ν’ ἀποσυνθέσῃ πάλιν τὰ Δικαστήρια, μετακαλῶν τοὺς δικαστὰς εἰς Ἀθήνας κατὰ δεκάδας, διότι τὴν εὐκολίαν αὐτὴν ἐθεώρησα καθῆκόν μου διὰ νόμου ν’ ἀφαιρέσω ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς καὶ οἱ λοιποὶ ὑφ’ ἡμῶν εἰσαχθέντες πρὸς περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ ἀσκήσωσιν ἀγαθὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τὰ τῆς δικαιοσύνης, πρέπει ἐπὶ τούτῳ νὰ ὀφείληται χάρις εἰς τοὺς κυρίους, οἵτινες ἐκυβέρνων κατὰ τὸ 1885, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἡ παρ’ αὐτῶν δημιουργηθεῖσα τοιαύτη κατάστασις μοι ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν τοιαύτης νομοθετικῆς προνοίας. Προλαμβάνων δὲ τὴν ἐρώτησιν, ἣν εὐλόγως πᾶς Βουλευτὴς δύναται νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, οὓς ἐγὼ ἐκάλεσα ἐνταῦθα διὰ λόγους ὑπηρεσίας κατὰ τὸ ὑπερτριετὲς διάστημα, καθ’ ὃ διευθύνω τὰ τῆς δικαιοσύνης, ἀπέναντι τῶν 42, τοὺς ὁποίους ἐν ἑνὶ μόνῳ ἔτει οἱ προκάτοχοι ἐκάλεσαν, ἀπαντῶ, ὅτι κατὰ τὸ 1886 οὐδένα ἐκάλεσα, κατὰ τὸ 1887 ἐπίσης οὐδένα, κατὰ τὸ 1888 δύο Προέδρους; καὶ δύο Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, κατὰ τὸ 1889 τὸν Πρόεδρον Ἐφετῶν Λαρίσσης, τρὶς κληθέντα, πάντας δὲ τούτους δι’ ἀληθεῖς καὶ ἐνυποδείκτους λόγους ὑπηρεσίας. Ἔχομεν λοιπὸν οὕτω, ἀπὸ 28 Ἀπριλίου 1885 μέχρις 25 Ἀπριλίου 1886 προσκλήσεις τοιαύτας 42, ἀπὸ δὲ 1 Μαΐου 1886 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1889 προσκλήσεις τοιαύτας 7. Σημειωτέον δ’ ὅτι ἐκ τῶν κληθέντων Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν παρέμεινεν ἐνταῦθα πλέον τῶν 20 ἡμερῶν, ἐνῷ παρὰ τῶν προκατόχων μου ἐκλήθησαν, ὡς προεῖπον, καὶ Πρωτοδίκαι καὶ Γραμματεῖς Πρωτοδικῶν καὶ Εἰρηνοδίκαι καὶ Γραμματεῖς ἀκόμη Εἰρηνοδικείων, παρέμεινον δ’ ἐπὶ μῆνας, μηδὲν πράττοντες καὶ πλήρη μισθὸν λαμβάνοντες. Ἡ τοιαύτη τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἀποσύνθεσις μοὶ ἐπέβαλε τὸ καθῆκον νὰ προκαλέσω, ὅπως καὶ προεκάλεσα τὴν ψήφισιν νόμου, ἀφαιροῦντος ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ τοιοῦτο δικαίωμα, ἐπιτρέποντος δ’ αὐτῷ μόνον τὴν πρόσκλησιν Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν, καὶ Εἰρηνοδικῶν, ῥητὴ δ’ ἀνεγράφη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, καθ’ ἣν οὐδέποτε ἕνεκα τοιαύτης προσκλήσεως δύναταί τις νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα πλέον τῶν εἴκοσιν ἡμερῶν, μεθ’ ἃς οὔτε μισθὸς οὔτε ἀποζημίωσις εἰς τὸν κληθέντα δίδοται. Ἀποκρινόμενος δ’ εἰς τὰς πολλάκις ἐξενεχθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρατηρήσεις περὶ παντελοῦς ἐλλείψεως μερίμνης τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης πρὸς νομοθετικὴν βελτίωσιν τῶν κατὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς, δικαιοῦμαι νὰ ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν καὶ ἄλλα τινὰ μέτρα, ἅπερ τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει ἐψηφίσθησαν, καὶ ὧν τινὰ μὲν συνίσταντο εἰς μεταῤῥυθμίσεις, τεινούσας εἰς ἁπλοποίησιν τῆς διαδικασίας καὶ ἀποφυγὴν σκοπίμων τῶν δικῶν παρελκύσεων, τινὰ δὲ εἰς πληρεστέραν ἐξασφάλισιν τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, ἢ εἰς ἐγγυήσεις σχετικῆς τινος ἀσφαλείας ὑπὲρ τῶν μὴ ἰσοβίων δικαστικῶν λειτουργῶν. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν πρώτην κατηγορίαν, δύναμαι ν’ ἀναφέρω τὸν νόμον περὶ καταργήσεως τῶν Ἐμποροδικείων, δι’ ἧς ἤρθησαν πλεῖσται δυσχερεῖς καὶ στρεψόδικοι τῶν δικῶν παρελκύσεις, προερχόμεναι ἐκ τῶν περὶ ἀναρμοδιότητος ἐνστάσεων καὶ τῶν φυομένων πολλῶν καὶ δυσχερῶν ζητημάτων. Τὸν νόμον περὶ καταργήσεως τῆς πρὸς συμβιβασμὸν ἀποπείρας, θεσμοῦ πάντη ἀκάρπου παρ’ ἡμῖν ἀποδειχθέντος καὶ προκαλοῦντος πληθὺν ἐνστάσεων καὶ ἀμφισβητήσεων περὶ τοῦ συνήθους ἢ συνοπτικοῦ τῶν ὑποθέσεων χαρακτῆρος. Ἀμφότεροι οἱ νόμοι οὗτοι εἶχον καὶ ἄλλοτε εἰσαχθῆ, ἀλλ’ οὐδέποτε ἡ ψήφισις αὐτῶν ἐπετεύχθη. Τὸν νόμον, τὸν δημιουργοῦντα τελεσιδικίαν καὶ κατὰ τοῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατρίβοντος διαδίκου, ὅστις ἐδικάσθη ἐρήμην, καὶ καθ’ οὗ ἦτο ἀδύνατος ἡ ἀπόκτησις τελεσιδικίας. Τὸν νόμον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ παραχωρήσεως περιουσίας ἰσχυουσῶν διατάξεων, διὰ τῆς καταχρήσεως τῶν ὁποίων, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἀληθῶς διεκωμῳδεῖτο ὁ ὑπὲρ τῶν τιμίων καὶ ἀτυχούντων ὀφειλετῶν τεθειμένος εὐεργετικὸς οὗτος θεσμὸς, ἐπιτυγχανομένων ἀλλεπαλλήλων καὶ πολυχρονίων ἀναστολῶν παρά τε τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου καὶ παρ’ ἄλλων, εἰς ἃ ἐκ περιτροπῆς κατέφευγον οἱ δύστροποι ὀφειλέται δι’ εἰκονικῆς μεταβολῆς τοῦ τόπου τῆς κατοικίας των. Ὡς πρὸς δὲ τὴν δευτέραν κατηγορίαν, ἀναφέρω τὸν νόμον, δι’ οὗ, συμφώνως πρὸς τὰ πλειστάκις λεχθέντα, ὅτι ἡ ἰσοβιότης δὲν δύναται νὰ νοηθῇ πλήρης ἄνευ τοῦ ἀμεταθέτου, περιωρίσθη οὐσιωδῶς τὸ δικαίωμα καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸ μετατιθέναι τοὺς δικαστὰς, καὶ ὡρίσθη χρόνος καὶ περιπτώσεις μεταθέσεως Ἐφετῶν, Πρωτοδικῶν καὶ Εἰρηνοδικῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ καθορισμῷ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν εἰς τὰ διάφορα Δικαστήρια δὲν ἐλαμβάνετο πάντοτε ὡς βάσις τῆς ὑπηρεσίας ἡ ἀνάγκη καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ εἰσαγομένων καὶ ἐκκρεμῶν δικῶν, ἀλλ’ ἐνίοτε, εἴτε ἐξ ὑπολογισμοῦ εἴτε ἐκ συμπαθειῶν καὶ εὐνοιῶν προσωπικῶν, ἐτοποθετεῖτο ἀνώτερος μὲν τοῦ ἀναγκαίου καὶ πρέποντος ἀριθμὸς δικαστῶν εἰς Δικαστήρια πόλεων, παρεχουσῶν εὐχάριστον καὶ εὐμαρῆ βίον, κατώτερος δὲ τοῦ ἀναγκαίου καὶ πρέποντος εἰς Δικαστήρια πόλεων, ἐν αἷς ὀλιγώτερον ἄνετος καὶ εὐχάριστος ὁ βίος εἶναι, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι καὶ αὕτη τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ ἐλευθερία ἔπρεπε νὰ περισταλῇ. Καίτοι π. χ. τὸ Δικαστήριον Σπάρτης ἦτο βεβαρημένον διὰ πλείονος ἐργασίας ἢ τὸ τῆς Κερκύρας, εὕρομεν ἐν τούτοις εἰς Κέρκυραν μὲν 9 δικαστὰς, εἰς Σπάρτην δὲ μόνον 5, καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ ἀντιστρέψωμεν, χάριν τῆς ὑπηρεσίας, τοὺς ὅρους, περιορίσαντες μὲν τοὺς δικαστὰς Κερκύρας ἀπὸ 9 εἰς 6, αὐξήσαντες δὲ τοὺς τῆς Σπάρτης ἀπὸ 5 εἰς 7. Πρὸς ὁριστικὴν δὲ πρόληψιν τοιούτων ἀτόπων, εἰσηγησάμεθα διάταξιν ἐν τῷ περὶ οὗ πρόκειται νόμῳ, ἐπιβάλλουσαν τὸν κατὰ διετίαν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος καθορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Πρωτοδικῶν παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ, ἐπιτρέπουσαν δὲ τότε μόνον τὴν ἐντὸς τῆς διετίας διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος μεταβολὴν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ, ὅταν ὑποβληθῶσι γνωμοδοτήσεις Εἰσαγγελέων μὲν Ἐφετῶν διὰ τὰ Πρωτοδικεῖα, τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ δὲ Εἰσαγγελέως διὰ τὰ Ἐφετεῖα. Πρὸς ἀσφαλεστέραν δὲ καὶ ταχυτέραν λειτουργίαν τῆς ἐν οὐχὶ εὐαρέστῳ καταστάσει διατελούσης καὶ λίαν καθυστερούσης ποινικῆς δικαιοσύνης, ἐθεωρήσαμεν ἀπαραίτητον καὶ κατεπείγουσαν τὴν ἀνάγκην ἐγγυήσεων μὲν ἀσφαλείας τῆς τοσαύτην περιβεβλημένης ἐξουσίαν Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ἀπὸ αὐθαιρέτων καὶ ἀδικαιολογήτων παύσεων, ὧν πρόσφατον εἴχομεν δυσάρεστον πεῖραν, ἀνυψώσεως δὲ καὶ ἐξασφαλίσεως καὶ δικαιοτέρας ἀποζημιώσεως τῆς ἀνακριτικῆς ὑπηρεσίας, ἣν κατὰ κανόνα καὶ διὰ λόγους εὐνοήτους ἀπέστεργον οἱ καλοὶ δικασταὶ, καὶ εἰς ἣν κατ’ ἀνάγκην ἐκαλοῦντο συνήθως οἱ νεώτεροι καὶ ἀπειρότεροι, δυνάμενοι καὶ οὗτοι ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ παύωνται ἀπὸ τῆς ἀνακριτικῆς θέσεως καὶ ν’ ἀντικαθίστανται. Διὰ νόμων λοιπὸν προὐνοήσαμεν, καὶ ἐξησφαλίσθη μὲν ἐν πρέποντι μέτρῳ ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ, ὡρίσθη δὲ ἵνα οἱ ἀνακριταὶ ἐκλέγωνται μὲν καὶ διορίζωνται οὐχὶ ἐλευθέρως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τῇ προτάσει τῶν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέων ἐκ τῶν συμπληρωσάντων διετῆ ὑπηρεσίαν Πρωτοδίκου, μὴ ἀπαλλάσσωνται δὲ τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων, μηδὲ μετατίθενται, πρὸ τῆς συμπληρώσεως διετίας ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ των, ἄνευ ἠτιολογημένης προτάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐχορηγήθη τοῖς ἀνακριταῖς πεντηκοντάδραχμον μηνιαῖον ἐπιμίσθιον, καὶ ἐπετράπη πεντακοσιόδραχμος ἀμοιβὴ ἐν τέλει ἑκάστου ἔτους εἰς τοὺς διακριθέντας ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἐπὶ τῇ βάσει ἠτιολογημένης ἐκθέσεως τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπὶ βλάβη καὶ παρακωλύσει τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης αὐξάνουσαν ὁσημέραι ῥοπὴν πρὸς ἐρημοδικίας ἐμεριμνήσαμεν κατὰ τὰ ἐνόντα, ὅπως περιστείλωμεν διὰ νόμου, κηρύττοντος ἀπαράδεκτον τὴν ἀνακοπὴν τῶν ἐρήμην δικαζομένων, ἐὰν δὲν καταβάλωσι πρὶν τὰ ἔξοδα τῆς ἐρήμην δίκης, καὶ τάσσοντος προθεσμίας βραχείας πρὸς ὑποβολὴν τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων ὑπὸ τοῦ Γραμματέως πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ πρὸς ἐπίδοσιν αὐτῶν εἰς τὸν ἐρήμην δικασθέντα. Ἐν δὲ τῷ Εἰρηνοδικειακῷ κλάδῳ εὑρόντες τοὺς Εἰρηνοδίκας ἐξησφαλισμένους μόνον ἀπὸ αὐθαιρέτων ἀπολύσεων, ἐξησφαλίσαμεν αὐτοὺς καὶ ἀπὸ αὐθαιρέτων μεταθέσεων διὰ νόμου, ὁρίζοντος χρόνον καὶ περιπτώσεις μεταθέσεως αὐτῶν, ἐπεξετείναμεν δὲ καὶ ἐπὶ τοὺς Γραμματεῖς τῶν Πρωτοδικείων τὰς ἀσφαλείας καὶ τὰς ἐγγυήσεις, ὅσαι εἶχεν ἤδη νομοθετηθῆ ὑπὲρ τῶν Εἰρηνοδικῶν. Ἐν τῇ Εἰρηνοδικειακῇ ὅμως δικαιοσύνῃ ἐλάνθανεν ὑφιστάμενος καὶ σκόπελός τις, εἰς ὃν πολυειδῶς προσέκοπτεν ἡ κανονικὴ αὐτῆς λειτουργία, καὶ ὅστις ἐχρησίμευεν ὡς ἀφορμὴ πολλῶν ἀτόπων. Ὁ σκόπελος οὗτος ἦτο ἡ ἐν τῷ νόμῳ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν παρὰ τοῖς Εἰρηνοδικείοις, ἐν ταῖς ἕδραις τῶν ὁποίων ὑπῆρχον Συμβολαιογράφοι, οἱ Συμβολαιογράφοι οὗτοι ἀνεπλήρουν τοὺς Εἰρηνοδίκας ὡς πάρεδροι. Τοῦτο ἦτο ἐντελῶς ἔκτροπον καὶ σόλοικον, διότι ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἀπαγορεύει νὰ διορίζηταί τις Εἰρηνοδίκης ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ ἐγεννήθη ἢ ἀσκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα, διὰ δὲ τῆς διατάξεως ἐκείνης ἦτο δυνατὸν νὰ μετέρχηται τὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου ἔργα ὁ ἐντόπιος. Διὰ νόμου λοιπὸν κατηργήθη ἡ διάταξις ἐκείνη καὶ ἐκλήθησαν εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν Εἰρηνοδικῶν οἱ μὴ ἐντόπιοι Γραμματεῖς αὐτῶν, μὴ ἐπιτρεπομένου πλέον εἰς Συμβολαιογράφους ἐντοπίους νὰ δικάζωσι κατ’ ἐξαίρεσιν τοὺς συμπολίτας αὐτῶν, ἀπηλλάγησαν δ’ οὕτω ἀπὸ ἀλλεπαλλήλων καὶ μέχρι βαθμοῦ περιέργου ἐξικνουμένων ἐνίοτε μεταθέσεων οἱ Εἰρηνοδίκαι ἐκείνων ἰδίως τῶν Εἰρηνοδικείων, παρ’ οἷς ἤθελον ἀναπληρώσει αὐτοὺς Συμβολαιογράφοι ἐντόπιοι. Πλὴν δὲ τούτου προεκαλέσαμεν νόμον περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται ὑποχρεωτικῶς καθ’ ἕκαστον ἔτος ἡ ἐπιθεώρησις πάντων ἐν γένει τῶν δικαστικῶν γραφείων παρὰ τῶν ἁρμοδίων καὶ ἐξησφαλισμένων ἤδη Εἰσαγγελέων, καὶ τῆς ὁποίας ἐπιθεωρήσεως πάντες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑμῶν πεῖραν ἑκάστοτε λαμβάνετε κατὰ Σεπτέμβριον καὶ Αὔγουστον, βλέποντες ἐν διηνεκεῖ κινήσει τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ ἀναγινώσκοντες ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος τὴν οὐσιώδη περιστολὴν τῶν ἀταξιῶν καὶ ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδέσποζον πρότερον ἐν τοῖς Εἰρηνοδικειακοῖς πρὸ πάντων γραφείοις. Περιττὸν θεωρῶ νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν καὶ τὰ ὑποβεβλημένα μὲν, ἐκκρεμμῆ δ’ εἰσέτι πρὸς συζήτησιν ὑφιστάμενα ἄλλα δικαστικὰ νομοσχέδια. Ταῦτα πάντα νομίζω ὅτι χορηγοῦσιν ἡμῖν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσωμεν ἀπορίαν ἐπὶ τῇ κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μετ’ ἐπιμονῆς ἐξενεχθείσῃ ἐντεῦθεν ἀδίκῳ γνώμῃ περὶ παντελοῦς ἐλλείψεως πάσης οἱαςδήποτε νομοθετικῆς προνοίας πρὸς κρείττονα διαῤῥύθμισιν τῶν τῆς δικαιοσύνης. Τὰ νομοθετικὰ ταῦτα μέτρα, ἀπὸ τῶν μέσων τοῦ 1887 λειτουργοῦντα, ὑποστηριζόμενα δὲ καὶ ὑπὸ διηνεκοῦς καὶ ἀγρύπνου διοικητικῆς ἐποπτείας καὶ ὑπὸ αὐστηρᾶς ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἔφερον ἀποτελέσματα ἀναμφισβητήτως εὐχάριστα, τῶν ὁποίων μνείαν εὐθὺς ποιήσομαι. Ὡς πρὸς τὴν ἄσκησιν δὲ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, δίδωμι τὴν πληροφορίαν, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν ἐπεβλήθησαν εἰς ἰσοβίους μὲν δικαστὰς πειθαρχικαὶ ποιναὶ 37, εἰς μὴ ἰσοβίους δὲ δικαστὰς 225, ἐνῷ κατὰ τὴν πρὸ αὐτῆς τετραετίαν ἐπεβλήθησαν εἰς ἰσοβίους μὲν 25, εἰς μὴ ἰσοβίους δὲ 121. Ἡ τοιαύτη τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν αὔξησις εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ διηνεκοῦς ἐλέγχου καὶ τῆς αὐστηρᾶς ἐποπτείας. Τὰ ἀποτελέσματα τῶν ῥηθέντων μέτρων, ὡς πρὸς μὲν τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην, εἶναι περιττὸν ν’ ἀναφέρω, διότι θεωρῶ πασίγνωστον, ὅτι τὰ πλεῖστα μὲν τῶν Πρωτοδικείων κατέστησαν ἐντελῶς ἐνήμερα, τὰ δὲ λοιπὰ ὀλίγα εἰσὶν ἐγγύτατα τῆς πλήρους ἐνημερότητος, ὡς τοῦτο πασιφανῶς ἀποδείκνυται ἐκ τῶν ἑκάστοτε δημοσιευομένων καταστάσεων. Τὰ Ἐφετεῖα δὲν κατέστησαν βεβαίως ἐνήμερα, ἀναμφισβήτητος ὅμως εἶναι καὶ παρ’ αὐτοῖς ὁ πολλαπλασιασμὸς τῆς ἐργασίας καὶ ἡ πρὸς τὴν ἐνημερότητα τάσις. Τὸ ζήτημα ὅμως, τὸ ἐνέχον δικαίως πολὺ μείζονα σημασίαν, ὡς ἀμέσως ἐπιδρῶν ἐπὶ τὴν καθόλου τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐνημερότητος τῆς ποινικῆς παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἰδίως ἐθρήνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς χθές, ἀγνοῶ πόθεν ἀντλήσας τὴν πληροφορίαν, ὅτι 106 χιλιάδες ποινικῶν ὑποθέσεων μένουσι σήμερον παρὰ ταῖς ἀνακριτικαῖς καὶ εἰσαγγελικαῖς ἀρχαῖς ἐκκρεμεῖς, αὐξανόμεναι ἑκάστοτε ἕνεκα τῆς ἀδρανείας καὶ φυγοπονίας τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν καὶ τῆς ἐλλείψεως τῆς ἀπαιτουμένης ἐπ’ αὐτῶν ἐποπτείας. Λέγω, ὅτι ἀγνοῶ, πόθεν τὴν πληροφορίαν ταύτην ἤντλησε, διότι τὰ περὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπίσημα δημοσιεύματα βεβαίως δὲν ὑπεστηρίζουσι τὰς παρ’ αὐτοῦ δοθείσας πληροφορίας. Κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Κατὰ τὰς πληροφορίας ἐκείνας, τῇ 31 Δεκεμβρίου 1883 ὑπῆρχον παρὰ τοῖς ἀνακριταῖς, τοῖς ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις καὶ τοῖς Εἰσαγγελεῦσιν ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ δικογραφίαι παντὸς βαθμοῦ 82,880, ἐκ τῶν ὁποίων 10,928 ἦσαν ἐκκρεμεῖς παρ’ ἀνακριταῖς, 20,000 παρ’ Εἰσαγγελεῦσι, καὶ 51,952 παρ’ ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις. Ἡ δυσάρεστος αὕτη κατάστασις ἐδεινοῦτο ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καὶ διὰ τοῦτο αἱ 82,880, τὰς ὁποίας τὸ 1883 παρέδωκεν εἰς τὸ 1884, ἀνῆλθον τῇ 31 Δεκεμβρίου 1886 εἰς 88,775. Τὰ μεσολαβήσαντα τρία ἔτη δὲν δύνανται νὰ κατακριθῶσιν ὡς ἄγονα, διότι καὶ αὐτὰ προσέθηκαν τὴν ἑαυτῶν συμβολὴν, ἤτοι 6,000 ἐπὶ πλέον ποινικῶν δικογραφιῶν παρὰ ταῖς διαφόροις δημοσίαις ἀρχαῖς. Ἐκ τῶν 88,775 ἐκκρεμῶν τῇ 31ῃ Δεκεμβρίου 1886 ποινικῶν ὑποθέσεων παρὰ μὲν τοῖς τακτικοῖς ἀνακριταῖς ἦσαν 10,600, παρὰ δὲ τοῖς ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις 54,479, καὶ παρὰ τοῖς Εἰσαγγελεῦσιν 23,696, ἐν ὅλῳ 88,775. Ἐκ τῶν 10,600 δικογραφιῶν, τὰς ὁποίας παρελάβομεν ἐν τέλει τοῦ 1886 παρ’ ἀνακριταῖς ἐπὶ κακουργήμασιν ἐκκρεμῶν, κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1887 ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 7627, κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1888 ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 4773, τὴν δὲ 31 Ἰουνίου 1889 αἱ ἐκκρεμεῖς κατῆλθον εἰς 3787. Δὲν ἔχω δυστυχῶς ἀκόμη πλήρη τὰ ἀποτελέσματα τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1889, ἀλλὰ μόνον πληροφορίας ἀπὸ 20 ἐκ τῶν 22 Δικαστηρίων τοῦ Κράτους, ἐξ ὧν πληροφοριῶν ἐπέρχεται ἐλάττωσις τῶν ἐκκρεμῶν παρ’ ἀνακριταῖς κατὰ 383, καὶ ἑπομένως περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς 3404. Ἐνῷ λοιπὸν ἡμεῖς τὸ 1886 παρελάβομεν ἐπὶ κακουργήμασιν ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις 10,600, ἐὰν σήμερον παραδώσωμεν τὴν ἀρχὴν, θέλουσι παραλάβει οἱ διάδοχοι ἡμῶν 3404, συνυπολογιζομένων καὶ τῶν κατὰ τὴν τριετίαν αὐτὴν εἰσαχθεισῶν. Ἐνῷ κατὰ τὸ 1886 ἐπερατώθησαν ὑπὸ τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων προεισαγωγικαὶ ἀνακρίσεις 39,505, καὶ ἔμενον ἐκκρεμεῖς κατὰ τὴν λῆξιν αὐτοῦ 54,479, κατὰ τὸ 1887 ἐπερατώθησαν 51,679, ἔμειναν δὲ ἐκκρεμεῖς 52,846, κατὰ τὸ 1888, καίτοι ἐπερατώθησαν 60,546, ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 48,016, καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1889, καίτοι ἐπερατώθησαν 27,684, ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 47,117. Αἱ 54,479 λοιπὸν ἀνακρίσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς παρελάβομεν παρ’ ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις ἐκκρεμεῖς τὸ 1886, ἐπηυξημέναι καὶ μὲ ἱκανὰς δεκάδας χιλιάδων, εἰσαχθεισῶν κατὰ τὸ τριετὲς αὐτὸ διάστημα, παρεδόθησαν εἰς τὸν Ἰούλιον τοῦ 1889 ἠλαττωμέναι εἰς 47,117. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1886 ἔμειναν ἐκκρεμεῖς παρὰ ταῖς Εἰσαγγελίαις τῶν Πλημμελειοδικῶν δικογραφίαι 23,696 πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα ἢ πρὸς ὑποβολὴν εἰς τὰ συμβούλια, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἠλαττώθη κατὰ μὲν τὸ τέλος τοῦ 1887 εἰς 20,209, κατὰ δὲ τὸ τέλος τοῦ 1888 εἰς 18,225, καὶ κατὰ τὸ τέλος τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1889 εἰς 14,887. Ὥστε ἐν ὅλῳ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων καὶ ποινικῶν ἐν γένει δικῶν ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1886 μέχρι 30 Ἰουνίου 1889, ἤτοι ἐντὸς δύο καὶ ἡμίσεος μόνον ἐτῶν, ἠλαττώθη ἀπὸ 88,775 εἰς 65,701, ἤτοι ἠλαττώθη κατὰ 23,000 σχεδόν. Τοιαύτη ἐργασία δὲν νομίζω, ὅτι ἦτο ἀξία τῶν κατακρίσεων, τὰς ὁποίας περὶ αὐτῆς ἠκούσαμεν, καὶ αἵτινες ἀποτελοῦσι προφανῆ ἄρνησιν δικαιοσύνης πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον τὸ ἐθνικὸν καὶ ἡ φιλοτιμία τοῦ τόπου δὲν ἐπέτρεπε νὰ λεχθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνακρίβειαι τοιαῦται. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἀποδείκνυται, ὅτι ἡ ποινικὴ καθόλου δικαιοσύνη γοργῶς βαίνει πρὸς ἐνημερότητα, ὅτι δὲ ἰδίως ὡς πρὸς τὰ κακουργήματα δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡψάμεθα ἤδη τῆς ἐνημερότητος, σχετικῶς δὲ πρὸς τοῦτο, ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μικρὸν ἔτι, ὑποβάλλων καὶ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Τὰ Κακουργιοδικεῖα τοῦ Κράτους, κατὰ μὲν τὸ 1886 ἐξεδίκασαν ὑποθέσεις 910, ἐξ ὧν 716 ἔσχον ἔκβασιν καταδικαστικὴν, κατὰ δὲ τὸ 1887 ἐξεδικάσθησαν 1172, ἐξ ὧν 921 ἔσχον ἔκβασιν καταδικαστικὴν, κατὰ τὸ 1888 ἐξεδικάσθησαν 1380, ἐξ ὧν 1136 ἔσχον ἔκβασιν καταδικαστικὴν, καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1889 ἐξεδικάσθησαν 628, ὧν 521 ἔσχον ἔκβασιν καταδικαστικήν. Τὰ Πλημμελειοδικεῖα τοῦ Κράτους ἐξεδίκασαν, κατὰ μὲν τὸ 1886 ὑποθέσεις 30,196, κατὰ δὲ τὸ 1887 ὑποθέσεις 35,583, κατὰ τὸ 1888 ὑποθέσεις 29,394, καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1889 ὑποθέσεις 20,254. Τὰ Συμβούλια δὲ τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐξέδωκαν κατὰ μὲν τὸ 1886 βουλεύματα 17,957, κατὰ δὲ τὸ 1887 βουλεύματα 26,447, κατὰ τὸ 1888 βουλεύματα 32,453, καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1889 βουλεύματα 14,528. Ἡ εἰκὼν αὕτη μαρτυρεῖ, ὅτι, καὶ ὑφ’ οὓς ὅρους κατηρτίσθη παρ’ ἡμῖν ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία, καὶ ὑφ’ ἃς συνθήκας λειτουργεῖ ἐν μέσῳ ἡμῶν, ὅταν οἱ νόμοι ἐξασφαλίζωσιν αὐτῇ ἐλευθερίαν ἐνεργείας καὶ ὅταν αἱ προϊστάμεναι ἀρχαὶ ἀγρύπνως τὸ καθῆκον αὐτῶν ἐπιτελῶσιν, ἀνταποκρίνεται κατὰ τὸ ἐνὸν εἰς τὸν προορισμὸν αὐτῆς, ἢ τοὐλάχιστον δὲν δικαιολογεῖ τοὺς θρήνους, τοὺς ὁποίους χθὲς ἐπ’ αὐτῇ ἠκούσαμεν, οὐδὲ ἐπιτρέπει τὸν στιγματισμόν, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς καταστάσεως ἡμῶν τῆς κοινωνικῆς διὰ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς δικαστικῆς ἐργασίας καὶ διὰ τῆς ὑποβολῆς ἀριθμῶν, ἀγνοῶ πόθεν ἀρυσθέντων, ἀναιρούντων δὲ πάντα τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα. Δὲν πρέπει δὲ νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ δύο ἔτι πίνακας τῶν ὑπὸ ἐκκρεμῆ ἀνάκρισιν διατελούντων προπεφυλακισμένων ὑποδίκων. Πάντες ἐνθυμούμεθα, ποσάκις ἐν συζητήσεσι περὶ τῆς βραδείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης προεξῆρχε τὸ θέμα τῶν ἐπὶ μακρὸν ταλανιζομένων ἐν προφυλακίσει, χωρὶς ἡ ἀνάκρισις αὐτῶν νὰ περατωθῇ, καὶ ἀνεφέροντο ὀνόματα ὑποδίκων ἐν φυλακῇ, ὧν ἄλλος μὲν ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη δὲν ηὐτύχει νὰ ἴδῃ περατουμένην τὴν ἀνάκρισιν τὴν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἄλλοι ἐπὶ πλείονα. Οἱ κατατιθέμενοι ἤδη ἐπίσημοι πίνακες τῶν τελευταίων δύο ἐτῶν ἀποδεικνύουσιν ἐμφανῶς, ὅτι οὐδεὶς πλέον δικαιοῦται τοιαύτης φύσεως παράπονα νὰ ἐκφέρῃ, διότι τῶν ἐν προφυλακίσει ὑποδίκων αἱ ἀνακρίσεις οὐδέποτε χρονίζουσι πλέον τοῦ ἀναποδράστως ἀπαιτουμένου χρόνου, μηνῶν μόνον. Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1888 ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Ἑλλάδος εὑρέθησαν ὑπόδικοι ὑπὸ ἀνάκρισιν προπεφυλακισμένοι 170, ἐξ ὧν 102 εἶχον προφυλακισθῆ τὸν Δεκέμβριον, 20 τὸν Νοέμβριον, 19 τὸν Ὀκτώβριον, 14 τὸν Σεπτέμβριον, 3 τὸν Αὔγουστον, 3 τὸν Ἰούλιον; 2 τὸν Ἰούνιον, οὐδεὶς τὸν Μάϊον, 1 τὸν Ἀπρίλιον, 6 τὸν Μάρτιον, οὐδεὶς τὸν Φεβρουάριον καὶ οὐδεὶς τὸν Ἰανουάριον. Ὡς πρὸς τοὺς ἀπὸ τοῦ Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου προπεφυλακισμένους ἑπτὰ ὑποδίκους, δίδοται ἐν τῷ πίνακι ἡ ἐξήγησις τῆς σχετικῆς ταύτης βραδύτητος ἐκ τοῦ ὅτι διετάχθησαν κρείττονες ἀποδείξεις καὶ ἐπισπεύδεται ἡ ἐξέτασις μαρτύρων διαμενόντων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Τῇ δὲ 31 Δεκεμβρίου 1889 εὑρέθησαν ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους ὑπόδικοι ὑπὸ ἀνάκρισιν προπεφυλακισμένοι 250, ἐξ ὧν 122 προεφυλακίσθησαν τὸν Δεκέμβριον, 47 τὸν Νοέμβριον, 40 τὸν Ὀκτώβριον, 21 τὸν Σεπτέμβριον, 7 τὸν Αὔγουστον, 2 τὸν Ἰούλιον, οὐδεὶς τὸν Ἰούνιον, 9 τὸν Μάϊον, εἷς τὸν Ἀπρίλιον, εἷς τὸν Μάρτιον, οὐδεὶς τὸν Φεβρουάριον, οὐδεὶς τὸν Ἰανουάριον. Ὡς πρὸς τοὺς τελευταίους τούτους δίδοται ἐπίσης ἐν τῷ πίνακι ἡ ἐξήγησις τῆς σχετικῆς ταύτης βραδύτητος. Τοὺς πίνακας τούτους καταθέτω. Ταῦτα ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀναπτύξω πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ἐπὶ ἐντελεῖ ἀδρανείᾳ καὶ ἐπὶ πλήρει λησμοσύνῃ τῶν ἑαυτῆς καθηκόντων κατακριθείσης δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἀποκρούων τὴν ἄδικον, ὡς ἐλπίζω ὅτι ἀπέδειξα, μομφὴν περὶ παντελοῦς ἐλλείψεως προνοίας τῶν ἁρμοδίων, εἴτε νομοθετικῆς εἴτε διοικητικῆς, πρὸς ἐμπέδωσιν καὶ διευκόλυνσιν ταχείας καὶ ἀσφαλοῦς τῆς δικαιοσύνης ἐνεργείας. Διὰ τῶν λεχθέντων οὔτε ἐνόησα οὔτε ἐπειράθην νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἐγένετο καὶ νομοθετικῶς καὶ διοικητικῶς πᾶν ὅ,τι ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν πρὸς πλήρη διαῤῥύθμισιν καὶ ἀποκατάστασιν τῶν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ καταδείξω, ὅτι οὔτε εὔλογοι, οὔτε δίκαια οὔτε βάσιμοι ἦσαν αἱ περὶ αὐτῆς κατ’ ἐπανάληψιν ἐξενεχθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δυσμενεῖς γνῶμαι.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατατεθέντες πίνακες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 196).

§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, μεθ’ ὅσα εἶπον τοσοῦτοι δεινοὶ καὶ εὔγλωτοι ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πάντα τὰ θέματα ἐξηντλήθησαν, καὶ οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω· διὰ τοῦτο δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν δὲ μὲ προεκάλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐὰν δὲν ἐπέμενον ἀπαιτοῦντες ν’ ἀκούσωσι καὶ τὴν ἰδικήν μου γνώμην πολλοί, ἰδίως ἐκ τῆς δεξιᾶς, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι μὲ τιμῶσι διὰ τῆς προσωπικῆς των φιλίας. Λαμβάνων τὸν λόγον, δὲν θέλω ἐνδιατρίψει οὔτε εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, οὔτε εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν ὑποβληθέντων ἀπολογισμῶν. Περὶ τούτων ἐλάλησαν οἱ προαγορεύσαντες καὶ κατέδειξαν πληθὺν ἀνακριβειῶν, ὑφ’ ὧν γέμουσι τὰ κατασκευάσματα ταῦτα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πλανῶν καὶ πλανώμενος ἴσως, ἀρέσκεται νὰ παριστᾷ ἀνθηρὰν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Θέλω περιορισθῆ νὰ ἐπισκοπήσω διὰ βραχέων καὶ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται ἀπὸ τοσούτων ἐτῶν, καὶ νὰ ἐξετάσω, κατὰ πόσον αὕτη ἐξυπηρετεῖ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Θεωρῶ δὲ τοῦτο τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαῖον, καθόσον μετὰ τὴν παραλυσίαν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, μετὰ τὴν ἀναστάτωσιν, ἐν ᾗ διατελεῖ ἡ κοινωνία, ἕνεκα τῶν καθ’ ἡμέραν συμβαινόντων ἀποτροπαίων ἐγκλημάτων, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα καὶ ἰδίως εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, ἓν καὶ μόνον ἐπιχείρημα ἀπέμεινεν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ συνηγορῶσι καὶ ὑποστηρίζωσι τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἐτακτοποίησε τὰ οἰκονομικά. Ὅλοι ὁμολογοῦσι, καὶ αὐτοὶ οἱ στενότεροι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὸ ἀρνοῦνται, καὶ αὐτὸς ὁ ὑπουργικὸς τύπος καθ’ ἑκάστην τὸ διασαλπίζει, ὅτι τὰ πάντα παρ’ ἡμῖν κακῶς ἔχουσι. Καὶ προχθὲς ἀκόμη μία πρωϊνὴ ἐφημερίς, ἡ ὁποία πληροῖ καθ’ ἑκάστην τὰς στήλας της μὲ ἐγκώμια ὑπὲρ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔγραφε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Περὶ τῆς «διοικήσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὀλίγα· βεβαίως θὰ ἥρμοζε νὰ εἴπῃ περισσότερα, διότι ἐπὶ τούτου ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ὅλως ἐναντία αὐτοῦ· ἀλλὰ τὸ θέμα φαίνεται ὅτι καίει, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέφυγεν ἐπ’ αὐτοῦ πᾶσαν ἐπαφήν· διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν ἐπελήφθη καὶ τοῦ ζητήματος τῆς δικαιοσύνης». Τὰ ζητήματα λοιπὸν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης καίουσι, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέφυγε νὰ τὰ ἐγγίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φοβούμενος μὴ καύσῃ τὰ δάκτυλά του, νομίζω δὲ, ὅτι οὔτε αὐτὸς οὔτε ὑμεῖς μετεβάλετε ὡς πρὸς ταῦτα γνώμην ἐκ τῆς σημερινῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἄλλοι εἰδικοὶ συνάδελφοι θέλουσιν ἀπαντήσει. Ἐνῷ λοιπὸν τὰ πάντα κακῶς ἔχουσιν, εὑρίσκονται ἀκόμη πολλοὶ ἔντιμοι καὶ εὐσυνείδητοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἀπὸ καθαροῦ συνειδότος συνηγοροῦσι καὶ ὑποστηρίζουσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἔχουσι τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐτακτοποίησε τὰ οἰκονομικά. Καὶ δὲν συμφωνῶ ἐντελῶς μετὰ τῶν κυρίων τούτων, διότι ναὶ μὲν τὰ οἰκονομικὰ εἶναι ἀγαθὸν, καὶ ἀγαθὸν μέγα, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον χάριν αὐτοῦ καὶ μόνου νὰ παραμελῶμεν τὰ λοιπά. Σκοπὸς, πρὸς ὃν τείνει ἡ Πολιτεία, δὲν εἶναι κυρίως τὰ οἰκονομικὰ, ἀλλ’ ἡ διὰ τῶν καλῶν οἰκονομικῶν ἀποκατάστασις τῆς δημοσίου ἀσφαλείας καὶ τάξεως, ἡ πλήρης καὶ ταχεῖα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἡ διατήρησις ἀγαθῶν καὶ ὠφελίμων σχέσεων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ σύνταξις τῆς χώρας, ἡ διάδοσις τῆς παιδείας καὶ πᾶν, ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν πρόοδον, τὴν εὐημερίαν καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἔθνους. Πάντα δὲ ταῦτα ἐλλείπουσι, καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν τούτων συντελεῖ κατὰ μέγα μέρος, ὡς ἀνέπτυξεν ἰδίως ὁ ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Βαλσαμάκης, καὶ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοσούτου χρόνου ἀκολουθοῦμεν. Ἀλλ’ εἶναι τοὐλάχιστον ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτακτοποίησε τὰ οἰκονομικά; Τοῦτο κυρίως θέλω ἐξετάσει σήμερον, καὶ θέλω ἴσως ἀναγκασθῆ ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου νὰ ἐπαναλάβω καὶ πολλὰ τῶν ὅσα καὶ ἄλλοτε ἐῤῥέθησαν, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπαναλαμβάνω τὴν αὐτὴν ἐπῳδήν. Ἀλλὰ τί ἄλλο κάμνει καὶ αὐτός; Μήπως, ὁσάκις ὁμιλῇ περὶ τῶν οἰκονομικῶν, δὲν προσπαθῇ νὰ ἐπιῤῥίπτῃ εἰς ἄλλους τὴν κακὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, καὶ νὰ παριστάνῃ, ὅτι μόνος αὐτὸς διὰ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς νοημοσύνης του τὰ ἀνώρθωσεν; Ἐνόσῳ λοιπὸν ᾄδει τὴν αὐτὴν ᾠδὴν, θὰ τοῦ ψάλλουν καὶ οἱ ἄλλοι τὴν αὐτὴν ἐπῳδήν. Τακτοποίησις τῶν οἰκονομικῶν εἶναι ἀποκατάστασις διαρκοῦς ἰσοζυγίου, τουτέστιν ἡ ἐξίσωσις τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα, ἀλλ’ ἔσοδα στηριζόμενα ἐπὶ δικαίας καὶ ἀναλόγου φορολογίας. Διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐτακτοποιήσαμεν τὰ οἰκονομικὰ, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον, καὶ ἰσοζύγιον διαρκὲς, καὶ διὰ νὰ ἦναι διαρκὲς, πρέπει ἡ φορολογία, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται τὰ ἔσοδα, νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε ὄχι μόνον νὰ μὴ ὑπάρχῃ φόβος ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι θέλουν αὐξάνει κανονικῶς, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὴν ἐξ ἀνάγκης προβαίνουσαν αὔξησιν τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τὴν κάλυψιν τοὐλάχιστον τοῦ τόκου τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ συνομολογῶμεν ἑκάστοτε διὰ τὰς ἐκτάκτους ἡμῶν ἀνάγκας. Δυστυχῶς μέχρι τοῦδε οὐδένα τῶν ὅρων τούτων ἐξεπληρώσαμεν. Καὶ πρῶτον, ἰσοζύγιον πραγματικὸν οὐδέποτε ἐπετύχομεν· τὸ ἰσοζύγιον εἶναι ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ὡς τὸ ὠνόμασεν ἄλλοτε εἷς πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης χρήσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κρατῶν μαγικὸν φανὸν ἀνὰ χεῖρας, μᾶς κάμνει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἐπατήσαμεν, ὅταν ὅμως φθάνωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως καὶ ἀντιμετωπίζωμεν τὰ πράγματα, καταλαμβάνομεν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔκαμε νὰ πιστεύσωμεν ἐν ἀρχῇ αὐτῆς, ἦτο ὀπτικὴ ἀπάτη, καὶ ὅτι ἐξακολουθοῦμεν ἀκόμη νὰ πλανώμεθα εἰς τὴν ἔρημον. Ὀκτὼ χρήσεων Προϋπολογισμοὶ συνετάχθησαν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἅπαντες οὗτοι περιελάμβανον ἰσοζύγιον, ἢ καὶ περίσσευμα ἀλλὰ πάντες ἀφῆκαν ἐλλείμματα· καὶ διὰ μὲν τὰ ἔτη 1882, 1883, 1884 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν, νὰ ὁμολογῇ τὰ ἐλλείμματα ταῦτα καὶ νὰ τὰ ἀναγράφῃ εἰς τοὺς ἀπολογισμούς, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν μετέβαλε τακτικὴν καὶ προσπαθεῖ νὰ τὰ καλύπτῃ διαφοροτρόπως. Ὑπέβαλε τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1887, παριστῶντα μικρὸν περίσσευμα, ἀλλὰ πρόχειρος ἐξέλεγξις, τὴν ὁποίαν εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, διότι πολλάκις τὴν ἠκούσατε, ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἀντὶ περισσεύματος ὑπῆρχεν ἔλλειμμα πολλῶν ἑκατομμυρίων. Ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 μὲ μικρὸν ἔλλειμμα, ἀλλὰ παρομοία ἐξέλεγξις ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο ἦτο τετραπλάσιον· τοῦ 1889 δὲν ἔχομεν ἀκόμη ἀπολογισμόν, καὶ βεβαίονει μὲν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις αὕτη δὲν θέλει ἀφήσει ἔλλειμμα, ἀλλ’ ἐξ ὅσων εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1889 θέλει κλείσει μὲ μέγα ἔλλειμμα. Γνωρίζετε δὲ τίνι τρόπῳ κατεσκευάσθη τὸ περίσσευμα τῶν 2,000,000, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμός. Προσετέθη εἰς τὰ ἔσοδα, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, 1,000,000, τὸ ὁποῖον αὐθαιρέτως ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας· ἀφῃρέθη ἀπὸ τὰ ἔξοδα ἓν ἄλλο ἑκατομμύριον, εἰς τὸ αὐτὸ ταμεῖον καὶ τοῦτο ἐπιῤῥιφθὲν, πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ κατὰ τὸ 1882 συνομολογηθέντος καὶ πρὸ πολλοῦ καταναλωθέντος δανείου τῆς ὁδοποιΐας· δὲν ἀναγράφεται ὁ τόκος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήσαμεν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, διότι ὁ τόκος οὗτος συμπεριελήφθη εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου· περιπλέον δὲ ἀφαιροῦνται 6,500,000, προερχόμενα ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Πάντα ταῦτα συμποσοῦνται εἰς 10,000,000, καὶ ὁ λαμβάνων αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν καταλαμβάνει, ἐὰν ἦναι πραγματικὸν τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς, ἢ ὅτι ἀντὶ τούτου θέλομεν ἔχει μέγα ἔλλειμμα. Εἶναι λοιπὸν ἀναντίῤῥητον, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἐξισώσωμεν τὰ ἔξοδα πρὸς τὰ ἔσοδα, καὶ ὅτι ὑφίσταται κατ’ ἔτος ἔλλειμμα. Ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμαν νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ἐμέλλομεν νὰ πατήσωμεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882, εἶναι ἀκόμη τοσοῦτον μακρὰν ἀφ’ ἡμῶν, ὥστε δὲν δυνάμεθα οὔτε κἂν νὰ τὴν κατοπτεύσωμεν. Ἀλλ’ ὑπάρχει τοὐλάχιστον ἡ ἐλπὶς, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ ὑφισταμένη ἀπόστασις μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων θέλει μείνει ἡ αὐτὴ, καὶ δὲν θέλει ἀποβῆ ἔτι μεγαλειτέρα; Δυνάμεθα δηλαδὴ νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα ἡμῶν ὄχι μόνον δὲν θέλουσιν ἐλαττωθῆ, ἀλλ’ ἀπεναντίας θέλουσιν αὐξάνει, εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, αἱ ὁποῖαι αὐξάνουσι καθ’ ἑκάστην, καὶ εἰς τὴν κάλυψιν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα εἴμεθα ἠναγκασμένοι, νὰ συνομολογῶμεν, ἵνα ἐκτελέσωμεν τοὐλάχιστον τὰ ἔργα, διὰ πολλὰ τῶν ὁποίων ἀνελάβομεν ἤδη ὑποχρεώσεις; Διὰ ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τούτου, πρέπει ν’ ἀναδράμωμεν εἰς τὸ παρελθόν· τὴν μέθοδον δὲ ταύτην ἀκολουθεῖ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι λαμβάνει ὡς ἀφετηρίαν τὸ ἔτος 1886, τὴν ἐποχὴν δηλαδὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δεύτερον ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐπιῤῥίπτων ὅλην τὴν τότε ἀθλιότητα τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως εἰς τοὺς προκατόχους, παριστᾷ ὅτι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, δὲν ἐβελτίωσεν ἁπλῶς, ἀλλ’ ἐτακτοποίησεν ἐντελῶς τὰ οἰκονομικὰ, καὶ ὅτι ἔφθασεν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ προτείνῃ ἐλαττώσεις φόρων καὶ νὰ ἀνακουφίσῃ τὸν λαὸν ἀπὸ τὰ δυσβάστακτα βάρη, διὰ τὰ ὁποῖα ἄλλοι καὶ οὐχὶ αὐτὸς εἶναι οἱ κυρίως ὑπεύθυνοι. Ἀλλὰ, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κυβερνᾷ τὸν τόπον καὶ ἐφαρμόζει τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ 1882, πλὴν μικροῦ διαλείμματος, περιλαμβάνοντος τοὺς ὀκτὼ τελευταίους μῆνας τοῦ 1885 καὶ τοὺς τέσσαρας πρώτους τοῦ 1886, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐκυβέρνησε τὸν τόπον ἄλλο Ὑπουργεῖον· ἀλλ’ ὁ προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπροσδοκήτως ἐπῆλθον τότε, δὲν ἠδυνήθη νὰ κάμῃ οὐσιώδεις μεταβολὰς εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη, ἑπομένως ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησα νὰ κρίνω, ἐφαρμόζεται ἄνευ διακοπῆς ἀπὸ τοῦ 1882, καὶ εἰς τὸ ἔτος τοῦτο ὀφείλομεν ν’ ἀναδράμωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἀπέβη αὕτη ὠφέλιμος εἰς τὸ Ἔθνος. Ὅτε ἀνῆλθεν ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὸ 1882 εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους οὐ μόνον δὲν ἐπεβαρύνετο μὲ ὑποχρεώσεις τῶν προηγουμένων χρήσεων, ἀλλ’ ἄφινε καὶ μεγάλα εἰς χρήματα καὶ ὑλικὸν περισσεύματα, ἀναβαίνοντα εἰς 20 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια. Εἰς τὰ ἔσοδα ἐπῆλθεν αὔξησις 10,000,000, ὅπως ὑπελόγιζεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προερχομένη ἐξ ἡμισείας ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῶν νέων ἐπαρχιῶν καὶ ἀπὸ τὴν κανονικὴν πρόοδον τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν συναλλαγῶν τοῦ τόπου. Ἡ δημοσία πίστις εὑρίσκετο εἰς σημεῖον λίαν εὐάρεστον, διότι τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ἐκδοθὲν ἐπὶ τιμῇ ἀναλογούσῃ πρὸς 75%, ἐκαλύφθη δίς· δυστυχῶς ἡ διαχείρισις τοῦ 1882 καὶ τῶν ἀμέσως ἑπομένων δύο ἐτῶν ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε οὐ μόνον τὰ περισσεύματα ἐξηντλήθησαν, ἀλλὰ καὶ προσθήκη φόρων ἐγένετο, καὶ νέα δάνεια συνωμολογήθησαν· τὰ ἐλλείμματα ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐγένοντο μεγαλείτερα, ἡ δὲ δημοσία πίστις κατέπεσεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐκδοθὲν ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις, ἐφ’ οἷς καὶ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ἀλλ’ ἐπὶ τιμῇ 68%, δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, αἱ δὲ μὴ διατεθεῖσαι ὁμολογίαι, δοθεῖσαι εἰς κεφαλαιούχους ὡς ἐνέχυρον ἀπέναντι προκαταβολῶν, ἐκινδύνευον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς πλειστηριασμόν, κηρυττομένου τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Ἀποτέλεσμα τῆς καταστάσεως ταύτης ὑπῆρξαν αἱ ἐκλογαὶ τῆς 7ης Ἀπριλίου, καθ’ ἃς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδωκε περιφανῆ ἀπόδειξιν τῆς νοημοσύνης του καὶ τῆς ἰσχυρᾶς αὐτοῦ θελήσεως· ἠγέρθη ὡς εἷς ἄνθρωπος καὶ ἀψηφήσας ὅλας τὰς ἐπεμβάσεις, τὰς ὁποίας ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ χορηγηθεῖσα εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Στέμματος ἐξάσκησις τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως, ἀπεδοκίμασε πανηγυρικῶς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, πρὶν ἢ συνέλθωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας οἱ ἐκλεχθέντες Βουλευταί. Εἶναι ἀληθές, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλή, τῆς ὁποίας ἡ ἐκλογὴ ἔτρεψεν εἰς φυγὴν τὸν κ. Τρικούπην, ἐπανέφερεν αὐτὸν μετὰ ἓν ἔτος εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξηγήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς ποίας περιστάσεις εὑρέθη τότε ἡ Βουλή, καὶ διὰ τίνας λόγους ἔπραξε τοῦτο· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης γελᾷ καθ’ ἑαυτὸν, ὁσάκις λέγῃ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετενόησε διότι τὸν κατέῤῥιψεν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐπίεσε τοὺς ἀντιπροσώπους του νὰ τὸν ἐπαναφέρωσι μετ’ ὀλίγον. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἀρκοῦσαν νοημοσύνην, καὶ οὐδέποτε ἤθελε πράξει τὴν μωρίαν νὰ πιέσῃ τοὺς Βουλευτὰς, ἵνα ἐπαναφέρωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀποδοκιμάσει τόσον πανηγυρικῶς, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ διοίκησις ὑπῆρξε τοσοῦτον ἐπιζήμιος εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀφοῦ μάλιστα δὲν εἶχον ἀκόμη ἐπουλωθῆ αἱ πληγαί, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀνοίξει εἰς τὸ Ἔθνος. Ἀλλὰ ὑπῆρξαν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν γενομένην τότε μεταβολήν· εἰς τὰ αἴτια δὲ ταῦτα ὀφείλεται καὶ ἡ ἀποτυχία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου καὶ ἡ συγκρότησις μεγάλης ὑπουργικῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία ὅμως, πιεζομένη ἀληθῶς ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀραιοῦται καθ’ ἑκάστην, καὶ κατέστη τοσοῦτον μικρὰ, ὥστε δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ πλέον εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου· δὲν ἠξεύρω δὲ εἰς ποίαν θέσιν θέλουσιν εὑρεθῆ κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ καθήμενοι ἀκόμη εἰς τὴν πλευρὰν ἐκείνην (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ), μὲ ὅλα τὰ ἐγκώμια, τὰ ὁποῖα ψάλλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ μὲ ὅλα τὰ διπλώματα τοῦ πατριωτισμοῦ, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην ἐκδίδει ὑπὲρ αὑτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος. Τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886 διεχειρίσθησαν ἀμφότεροι οἱ Πρωθυπουργοί· τὰ ἔτη ταῦτα κατέλιπον μέγα ἔλλειμμα τακτικὸν καὶ μέγα ἔλλειμμα ἔκτακτον· ἀλλὰ διὰ μὲν τὸ τακτικὸν εὐθύνεται, ἂν μὴ πλειότερον, ἐξ ἴσου τοὐλάχιστον καὶ ὁ κ. Τρικούπης, διότι, καθὰ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, δὲν ἠδυνήθη, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, νὰ κάμῃ οὐσιώδεις μεταβολὰς εἰς τὴν πρὸ ἐτῶν ἐφαρμοζομένην οἰκονομικὴν αὐτοῦ πολιτικὴν, ἑπομένως, ἐὰν καὶ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἔμενεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Τρικούπης καὶ διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ, τὸ αὐτὸ περίπου ἔλλειμμα ἤθελε παρουσιασθῆ. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἔκτακτον ἔλλειμμα, ἀναλαμβάνει, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ἐντελῶς ἀνεύθυνον καὶ τὸν κ. Τρικούπην, διὰ τὸν λόγον, ὅτι, ἐνῷ ἦτο ἀρχηγὸς μεγάλου κόμματος καὶ ἠδύνατο ὁπωσδήποτε νὰ παρεμποδίσῃ τὰ τότε γενόμενα, οὐ μόνον δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς δι’ ἀγορεύσεως ἀπὸ τοῦ ἐξώστου καὶ διὰ διαδηλώσεων τῶν ὀπαδῶν του, καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς διὰ φιλημάτων καὶ δεξιώσεων αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του τὰ ἐνεθάῤῥυνον. Κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη 1887, 1888 καὶ 1889, γνωρίζετε ἤδη, ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα. Μετὰ τὴν προεισαγωγὴν ταύτην κατανοεῖ πᾶς τις, ὅτι, διὰ νὰ κρίνωμεν τὴν ἐφαρμοζομένην οἰκονομικὴν πολιτικὴν, πρέπει ν’ ἀναδράμωμεν μέχρι τοῦ 1882 καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, ὁποῖαι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον ἐπῆλθον μεταβολαὶ εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα, εἰς τὸ δημόσιον χρέος καὶ εἰς τὰ ἔξοδα. Τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1882, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ πρῶτον ἔτος μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἀνέβησαν εἰς 58 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 6 ἑκατομμυρίων, προερχομένων ἀπὸ νομισματοποιΐαν, ἐπιστροφὰς χρημάτων καὶ πώλησιν ἀχρήστου ὑλικοῦ, μένουσι 52 ἑκατομμύρια. Ἀντὶ τούτων ἔχομεν σήμερον κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν 93 ἑκατομμύρια, (ὁμιλῶ μὲ στρογγυλοὺς ἀριθμοὺς, διὰ νὰ μὴ κουράζω τὴν γλῶσσάν μου καὶ τὴν ἀκοήν σας,) ἑπομένως ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1882 καὶ τοῦ 1890 41 ἑκατομμυρίων, ἤτοι 80% καὶ ἐπέκεινα. Τὸ φαινόμενον τοῦτο εἶναι ἐκ πρώτης ὄψεως λίαν εὐχάριστον, καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἐπιπολαίως κρίνοντες τὰ πράγματα ἐγκωμιάζουσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ δὲν εὑρίσκουσιν ἱκανοὺς λόγους, ὅπως ἐξάρωσι τὴν μεγάλην αὐτοῦ ἱκανότητα, διότι εἶναι τῳόντι πρωτοφανὲς ἴσως τὸ παράδειγμα Ἔθνους, διπλασιάσαντος τὰ ἔσοδά του ἐν οὕτω βραχεῖ διαστήματι χρόνου. Ἀλλ’ οἱ βαθύτερον ἐξετάζοντες τὰ καθ’ ἡμᾶς μᾶς οἰκτείρουσι διὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο, καὶ πολλὰ δυσάρεστα διὰ τὴν χώραν ἡμῶν προοιωνίζονται· διότι εὑρίσκουσιν, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη δὲν προέρχεται ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν συναλλαγῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιβληθείσης εἰς τὸν τόπον βαρυτέρας φορολογίας, ὅταν δὲ διπλασιάζωνται σχεδὸν οἱ φόροι, χωρὶς ν’ αὐξάνῃ τὸ εἰσόδημα τῆς χώρας, τὸ Ἔθνος οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ προοδεύσῃ, ἀλλὰ τὸ περιμένει βεβαία ὀπισθοδρόμησις. Γνωρίζετε πάντες τοὺς ἐπιβληθέντας ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν φόρους, καὶ διὰ τοῦτο περιορίζομαι ἁπλῶς νὰ τοὺς κατονομάσω, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερῆ αὐτῶν ἀνάπτυξιν. Διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος καὶ τῆς προσθήκης τῶν 20% οἱ πλεῖστοι τῶν φόρων ηὔξησαν κατὰ 34½%· ἐγένετο εἰδικὴ αὔξησις εἰς τοὺς φόρους τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τῶν ζώων, τοῦ οἴνου, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν οἰκοδομῶν, τοῦ χαρτοσήμου, εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος, εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ γενομένη αὔξησις μὲ τὸ πρόσθετον τέλος τῶν 15% ὑπολογίζεται εἰς 35%· ἐκτὸς τούτου ἐσυστήθησαν 4 νέα μονοπώλια, τὸ τῶν παιγνιοχάρτων, τὸ τοῦ σιγαροχάρτου, τὸ τῶν πυρείων καὶ τὸ τοῦ πετρελαίου, ἐπεβλήθησαν δὲ καὶ νέοι φόροι, ἤτοι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, τὸ λεγόμενον ἀντισήκωμα ἐπὶ τῶν στρατευσίμων, τῶν ἀπαλλασσομένων ἢ κατατασσομένων εἰς τοὺς διαθεσίμους, καὶ ἐπὶ τέλους τὸ πρόσθετον τέλος τῶν 20% διὰ τοὺς ὅσοι δὲν ἤθελον πληρώσει ἐγκαίρως τὰ χρέη των. Ἐὰν πάσας ταύτας τὰς προσθήκας ἐφαρμόσητε εἰς τὰ διάφορα ἀντικείμενα, ἐφ’ ὧν ἐπιβάλλονται, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πᾶσα ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὰ ἔσοδα αὔξησις εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν προσθηκῶν τούτων καὶ οὐχὶ προόδου τινὸς τοῦ τόπου· ἴσως μάλιστα θέλετε ἀνακαλύψει, ὅτι, ἐὰν λείψωσιν αἱ προσθῆκαι καὶ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρῶτον φορολογικὸν καθεστὸς, θέλομεν ἔχει ἔσοδα ὀλιγώτερα τῶν ὅσα εἴχομεν κατὰ τὸ 1882. Ἀφαιροῦμεν λοιπὸν διὰ τῆς βαρυτέρας φορολογίας 40 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸν λαὸν, καὶ ἐπειδὴ φαίνεται λίαν πιθανὸν, ὅτι οὐδεμία αὔξησις ἐπῆλθεν εἰς τὸ εἰσόδημα τοῦ τόπου, τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι εἰς τὸ λαὸν μένουσι σήμερον 40 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα ἔμενον ἄλλοτε. Μετὰ ταῦτα δὲ ἀποροῦμεν, διατὶ δὲν γίνεται κἀμμία πρόοδος καὶ διατὶ ἐπικρατεῖ τοσαύτη οἰκονομικὴ δυσπραγία, καὶ τοσαύτη ἀχρηματία, καὶ ἰδίως εἰς τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἕκαστος ἡμῶν γνωρίζει πολλὰς οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν οὐδὲν ἀπέκτησαν καὶ τῶν ὁποίων τὸ εἰσόδημα ἔμεινεν ἀμετάβλητον. Αἱ οἰκογένειαι αὗται πληρόνουσι σήμερον περισσότερα διὰ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, τὰς οἰκοδομὰς καὶ τὰ ζῶα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, διὰ τὸν οἶνον, τὸ οἰνόπνευμα καὶ τὴν σταφίδα, τὰ ὁποῖα παράγουσι, διὰ τὸ ἅλας, τὰ πυρεῖα καὶ τὸ πετρέλαιον τὰ ὁποῖα ἀγοράζουσιν ἀπὸ τὰ μονοπώλια τοῦ Κράτους, διὰ τὸ ἐπιτήδευμα, τὸ ὁποῖον μέλη τινὰ αὐτῶν ἐξασκοῦσι, διὰ τὸ χαρτόσημον, τὸ ὁποῖον ἐξοδεύουσι διὰ τὰς δίκας καὶ τὰς συναλλαγάς των, διὰ τὸν καπνὸν, τὸν ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ μεταχειρίζωνται, διὰ τὸ κρέας, τὰ ὄσπρια, τὰ παστά, τὰ ὑφάσματα, τὴν ζάκχαριν καὶ λοιπὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα προμηθεύονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ περιπλέον στρατιωτικὸν ἀντισήκωμα καὶ 20% πρόσθετον τέλος, ἐὰν δὲν προφθάσωσι νὰ πληρώσωσιν ἐγκαίρως τοὺς φόρους των. Πᾶσα τοιαύτη οἰκογένεια, ἐὰν δὲν ἦναι οἰκογένεια Καραπάνου ἢ Παχῆ, βεβαίως θέλει στενοχωρηθῆ καὶ ἐὰν δὲν ὀπισθοδρομήσῃ, δύσκολον εἶναι νὰ προοδεύσῃ. Ἡ ἀφαίρεσις τοσούτων ἑκατομμυρίων ἀπὸ τὴν παραγωγικὴν τάξιν εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς ἐπικρατούσης οἰκονομικῆς δυσπραγίας, ἄμεσον δὲ ταύτης ἀποτέλεσμα εἶναι αἱ καθημεριναὶ πτωχεύσεις, ἡ καταπληκτικὴ αὔξησις τοῦ τόκου, πρὸ πάντων εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ ἡ ἔτι μᾶλλον καταπληκτικὴ ὑποτίμησις τῶν ἀκινήτων κτημάτων, τὰ ὁποῖα, πωλούμενα ἀναγκαστικῶς, δὲν εὑρίσκουσι σήμερον τὸ ἥμισυ, ἐνίοτε δὲ οὐδὲ τὸ τρίτον τῆς ἀξίας των· εἰς αὐτὴν ὀφείλονται αἱ πλεῖσται αὐτοκτονίαι καὶ μέγα μέρος τῶν γινομένων ἐγκλημάτων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ὁ τόπος κατεπονήθη ἐκ τῆς βαρείας φορολογίας, θέλει νὰ ἴδῃ ἐλαττουμένας καὶ τὰς εἰσπράξεις, χωρὶς νὰ συλλογίζηται, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων δὲν εἶναι σημεῖον καταπονήσεως, ἀλλ’ εἶναι προάγγελος ὀπισθοδρομήσεως καὶ καταστροφῆς· διότι, ὡς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, διὰ νὰ ὀπισθοδρομήσουν αἱ εἰσπράξεις πολλῶν ἐσόδων, ἀπαιτεῖται οὐ μόνον νὰ μὴ ὑπάρξῃ κἀμμία πρόοδος, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκλείψωσι πολλὰ κτήματα καὶ πολλαὶ βιομηχανίαι. Ἀλλὰ καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο ἤρχισε ν’ ἀναφαίνηται καὶ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος νὰ λαμβάνῃ μεγαλειτέρας διαστάσεις, καὶ μάλιστα εἰς τὸ ἔσοδον ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπεν ἄλλοτε ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι δεικνύει τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τοῦ τόπου, τουτέστιν εἰς τὸ ἔσοδον τῶν τελωνείων. Ἀναγκασθεὶς νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην ὁ Πρωθυπουργὸς, τὴν ἀπέδωκεν εἰς τὸ ὅτι ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τῆς σταφίδος εἰσῆλθον εἰς τὸν τόπον 10 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἐσυλλογίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ποίαν θέσιν θέλομεν εὑρεθῆ, ὅταν στειρεύσῃ ἡ πηγὴ τῶν δανείων καὶ ἀφαιρῶνται ἐκ τῆς κυκλοφορίας τοῦ τόπου 30 ἢ 40 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναγκαζώμεθα νὰ ἀποστέλλωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κατ’ ἔτος ἄνευ ἀνταλλάγματός τινος, ἵνα πληρόνωμεν τοὺς τόκους τῶν δανείων ἡμῶν; Σήμερον οἱ τόκοι πληρόνονται διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλως συνομολογουμένων δανείων, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀποστέλλομεν χρήματα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δὲν ἐλαττοῦται τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ χρηματικὸν ποσὸν, ἀλλ’ ὅταν παύσουν τὰ δάνεια, ἐσκέφθη ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς ποίαν θέσιν θέλομεν εὑρεθῆ; Ἀφοῦ δὲ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν σκέπτεται, εἰμὴ πῶς νὰ διατηρηθῇ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ὀφείλετε νὰ τὸ σκεφθῆτε ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, χάριν ὑμῶν αὐτῶν, χάριν τῶν τέκνων σας, χάριν τῆς πατρίδος σας, τῆς ὁποίας διαχειρίζεσθε σήμερον τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος, μὲ τὸ ὁποῖον σᾶς περιέβαλον οἱ νομοὶ τοῦ Κράτους. Ὑπάρχει, Κύριοι, καὶ ἄλλο τεκμήριον τῆς καταπονήσεως τοῦ τόπου, τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ ἦναι ὁρατὸν καὶ ἐντελῶς ψηλαφητὸν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη νὰ τὸ ἀντιληφθῇ· τοῦτο δὲ εἶναι ἡ ὀπισθοδρόμησις τῶν εἰσπράξεων, ἡ αὔξησις τῆς ἀναλογίας τῶν καθυστερούντων πρὸς τὰ εἰσπρακτέα. Ὁ Πρωθυπουργὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο τὸ ἀντιλαμβάνεται ἀντιστρόφως, καὶ φρονεῖ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους προεκάλεσε, καὶ διὰ τῆς μεγάλης ἐπιμελείας, ἣν, ὅπως λέγει, καταβάλλει, ἡ ἀναλογία τῶν καθυστερούντων πρὸς τὰ εἰσπρακτέα ἠλαττώθη· ὑποπίπτει δὲ εἰς τὴν πλάνην ταύτην, διότι παραβάλλει τὰ καθυστεροῦντα πρὸς τὸ σύνολον τῶν εἰσπρακτέων, ἐνῷ, καθὼς γνωρίζετε, τὰ ⅔ τῶν εἰσπρακτέων προέρχονται ἀπὸ ἔσοδα, τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις γίνεται συγχρόνως μὲ τὴν βεβαίωσιν καὶ διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεμία καταδίωξις ἐνεργεῖται, οὐδὲ καθυστερήματα ἀφίνουσι. Τὰ καθυστεροῦντα προέρχονται ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται μετὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ διὰ τὰ ὁποῖα, ἐκτὸς τῶν ταμείων, ἐδημιουργήσαμεν τοσαῦτα ὑποταμεῖα, διωρίσαμεν προσθέτους εἰσπράκτορας καὶ δαπανῶμεν ἓν περίπου ἑκατομμύριον διὰ ποσοστά. Ἐὰν παραβάλητε τὰ καθυστεροῦντα τῆς χρήσεως τοῦ 1887 πρὸς τὰ τοιαῦτα εἰσπρακτέα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἀναλογία δὲν εἶναι, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ Πρωθυπουργὸς, 7 καὶ 64%, ἀλλ’ ἀνέρχεται εἰς 29%. Εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἡ ἀναλογία, ἀφαιρουμένων τῶν ἐσόδων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται ἄνευ καταδιώξεως, περιωρίζετο εἰς 12–15%. Ὑπάρχει λοιπὸν πραγματικὴ ὀπισθοδρόμησις εἰς τὰς εἰσπράξεις, αὔξησις μεγάλη τῆς ἀναλογίας τῶν καθυστερούντων. Μετὰ δὲ τὸν δρακόντειον περὶ εἰσπράξεων νόμον, τὴν ἀπειλὴν τοῦ προσθέτου τέλους, ἡ ὁποία ἀναγκάζει τοὺς πολίτας νὰ δανείζωνται μὲ ὑπέρογκον τόκον, ἢ νὰ πωλῶσι τὰ προϊόντα των εἰς εὐτελεῖς τιμὰς, διὰ νὰ οἰκονομῶσιν ὁπωσδήποτε τὰ ἀναγκαῖα χρήματα καὶ νὰ τρέχωσιν εἰς τοὺς εἰσπράκτορας, καὶ μετὰ τὴν ἀγριότητα, μεθ’ ἧς ἐνεργοῦνται σήμερον αἱ καταδιώξεις, εἰς τί ἄλλο δύνασθε, Κύριοι, ν’ ἀποδώσητε τὴν ἐλάττωσιν ταύτην, εἰμὴ εἰς τὴν ἀχρηματίαν, ἡ ὁποία μαστίζει τὰς πλειοτέρας τάξεις; Ἢ μήπως νομίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρων χωρίων, ὅταν βλέποντες προσερχόμενον τὸν εἰσπράκτορα μὲ τοὺς χωροφύλακας τρέπωνται εἰς φυγὴν καὶ ἀπέρχωνται εἰς τὰ ὄρη, πράττουσι τοῦτο διὰ νὰ ἀναπνεύσουν καθαρώτερον ἀέρα ἢ χάριν διασκεδάσεως; ἢ ὅτι οἱ τόσοι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι κάθηνται πολλοὺς μῆνας εἰς τὰς φυλακὰς, ἀρέσκονται εἰς τοῦτο χάριν ἀναπαύσεως καὶ διὰ νὰ μὴ φθείρουν τὰ ὑποδήματά των; Ὑφίστανται οἱ ἄνθρωποι ὅλα ταῦτα καὶ τὰς καταχρήσεις τῶν ἀποσπασμάτων, διότι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι, καὶ δὲν ἔχουσι, διότι οἱ φόροι εἶναι πολὺ μεγάλοι, διότι ἡ φορολογία ἐξήντλησε τὸν τόπον καὶ διότι δὲν εὑρίσκονται χρήματα οὔτε εἰς αὐτοὺς τοὺς τοκιστὰς τῶν ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἠδύναντο νὰ διευκολύνωσιν, ἔστω καὶ ἐπὶ βαρεῖ τόκῳ, τοὺς συμπολίτας των διὰ τὰς μικράς των ἀνάγκας, καὶ δὲν εὑρίσκονται, διότι ἀφαιροῦνται, ὡς εἶπον, δεκάδες ἑκατομμυρίων περισσότερα τῶν ὅσων ἀφῃροῦντο ἄλλοτε. Ἐὰν οἱ πρὸ τοῦ κ. Τρικούπη κυβερνήσαντες τὸν τόπον ἐφήρμοζον τὴν μεγαλουργὸν αὐτοῦ οἰκονομικὴν πολιτικὴν, καὶ ἐπεζήτουν διὰ ῥαγδαίας αὐξήσεως τῶν φόρων νὰ διπλασιάσωσι τὰ δημόσια ἔσοδα, βεβαιωθῆτε, ὅτι ὄχι καταστήματα, μέγαρα ἢ φυτεῖαι, ἀλλ’ οὐδὲ καλύβαι δὲν ἤθελον ὑπάρχει εἰς αὐτὸν τὸν τόπον· διότι τί εἶναι τέλος πάντων αὐτὸ τὸ εἰσόδημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον θεωροῦσί τινες ἀνεξάντλητον, καὶ νομίζουσιν ὅτι δύνανται ν’ ἀφαιρῶσιν ἀπ’ αὐτοῦ ὅσον θέλουσι; τὸ γνωρίζομεν ὅλοι, τὸ γνωρίζετε πρὸ πάντων ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, διότι καὶ φορολογούμενοι εἶσθε καὶ εἰς ἀδιάκοπον συνάφειαν μετὰ τῶν φορολογουμένων καὶ τοῦ λαοῦ διατελεῖτε. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν ἐσόδων. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς μεταβολῆς, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον χρέος. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δυστυχῶς δὲν ἔχομεν συγκεφαλαιωμένας τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐφρόντισε, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν γενικὸν πίνακα, ἐμφαίνοντα ὅλα τὰ δάνεια, τὸ προϊὸν αὐτῶν καὶ τὰς ἀνάγκας, τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους, εἰς τὰς ὁποίας διετέθησαν· σκορπίζει διαφόρους πληροφορίας εἰς ἐκθέσεις, εἰς πίνακας, εἰς σημειώματα, ἀλλὰ καὶ αἱ πληροφορίαι αὗται καταγγέλλονται ἀπ’ αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς ἀτελεῖς, καὶ καθ’ ἑκάστην ἀποδεικνύονται ἀντιφατικαὶ καὶ ἐσφαλμέναι. Φαίνεται, ὅτι τὸ ὑπάρχον εἰς τὰ γραφεῖά του προσωπικὸν δὲν εἶναι ἐπαρκὲς οὔτε διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην, οὔτε διὰ τὴν ἀνάλυσιν τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον πολλάκις, ὤφειλε νὰ δημοσιεύῃ κατὰ μῆνα μετὰ τῆς μηνιαίας καταστάσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἐὰν ἤθελε νὰ φωτίζηται καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία περὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως, εἰς ἣν αἱ δοσοληψίαι τοῦ Κράτους εὑρίσκονται. Καὶ τῳόντι δὲν εἶναι ἐπαρκὲς τὸ προσωπικὸν, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε 55 ὑπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐκτάκτων, τῶν ἐργαζομένων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 ἀναβιβάζεται εἰς 164, δηλαδὴ μόλις ἐτριπλασιάσθη· τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἀπὸ 18, οὓς εἶχε τὸ 1882, ἔχει σήμερον 23, τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπὸ 39 ἔχει 65· ὥστε τὸ προσωπικὸν τῶν τριῶν τούτων γραφείων, τὰ ὁποῖα ἀσχολοῦνται εἰς τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ λογιστικὰ τοῦ Κράτους, ἀπὸ 112 ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους ἠρίθμει κατὰ τὸ 1882, ἀνεβιβάσθη εἰς 252. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τὸ σμῆνος τοῦτο τῶν ὑπαλλήλων ἀσχολεῖται καὶ εἰς ἄλλα καθήκοντα, διότι, ὅπως μοι ἔλεγε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἷς πρώην ὑπάλληλος τοῦ τμήματος τῶν κτημάτων, ἐκ τῶν 40 ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι τοποθετημένοι εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, δύο μόνον κανονικῶς εἰργάζοντο, οἱ δὲ ἄλλοι 38 σπανίως προσήρχοντο εἰς τὸ γραφεῖον, ὡς ἐπιφορτισμένοι μὲ ἄλλας ἐργασίας, τὰς ὁποίας οἱ ἐργαζόμενοι δὲν ἐγίνωσκον. Τοσαύτη δὲ εἶναι ἡ ἀκρίβεια, μεθ’ ἧς γίνεται σήμερον ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία, ὥστε καὶ ὁ δημοσιευθεὶς ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1887, ὅστις συνετάχθη μετὰ τὴν προεξέλεγξιν, εἶναι ἐσφαλμένος. Τὸν κατήγγειλεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἐν ᾗ ἀναφέρει, ὅτι τὰ ἀναγραφόμενα ἐν αὐτῷ εἰσπρακτέα εἶναι ἀνώτερα τῶν πραγματικῶν κατὰ 1,530,333, διότι πολλὰ εἰσπρακτέα ἐβεβαιώθησαν δίς· δὲν καταλαμβάνω τί εἴδους ἐξέλεγξις ἐγένετο, ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνακαλύψῃ τὴν διπλῆν ταύτην βεβαίωσιν. Μὴ ἔχων λοιπὸν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν σταθερὰ καὶ βέβαια διδόμενα ὡς πρὸς τὸ δημόσιον χρέος, ἐστήριξα τὰς μελέτας μου εἰς τὰ ὑποβληθέντα πλήρη ἢ ἀτελῆ ἔγγραφα καὶ ἰδίως εἰς τὸν φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τμηματάρχου ἐπὶ τοῦ δημοσίου χρέους πίνακα, τὸν ὁποῖον, μ’ ὅλα, ὅσα εἶπε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὑρίσκω μὴ ἀπομακρυνόμενον τῶν πραγμάτων. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, τὸ ὀφειλόμενον κεφάλαιον τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ τρέχοντος ἔτους συνεποσοῦτο εἰς 603,100,000, ἐκ τούτων δὲ 148,900,000 προέρχονται ἐκ τῶν συνομολογηθέντων πρὸ τοῦ 1882 δανείων καὶ 454,200,000 ἐκ τῶν συνομολογηθέντων ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν· εἰς τὰ ὑπόλοιπα ταῦτα, ὅπως ἐῤῥέθη καὶ χθὲς, δὲν περιλαμβάνονται οὔτε τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὔτε τὸ δάνειον πρὸς τὰς Δυνάμεις. Τὰ δύο ταῦτα δάνεια συμποσοῦνται εἰς 160,000,000 περίπου, καὶ μὲ αὐτὰ τὸ ὅλον χρέος ἡμῶν ἀναβαίνει εἰς 760,000,000. Ἀλλὰ, ἐπειδὴ ταῦτα ὑπῆρχον ὀφειλόμενα καὶ πρὸ τοῦ 1882 ἐν ἴσῃ ὡς ἔγγιστα ποσότητι, ἡ παράλειψις αὐτῶν δὲν μεταβάλλει τὸ πόρισμα τῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἐπεχείρησα νὰ σᾶς ὑποβάλω. Εἶπον ὅτι 454,200,000 εἶναι τὸ ὀφειλόμενον ὑπόλοιπον τῶν δανείων, τῶν συνομολογηθέντων μετὰ τὸ ἔτος 1882. Ἐκ τούτων τρία δάνεια συνωμολογήθησαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἤτοι τὸ τῆς ὁδοποιΐας, τὸ πατριωτικὸν καὶ τὸ τῶν κερμάτων ἢ μικρῶν χαρτονομισμάτων, τὰ δὲ ἐκ τῶν τριῶν τούτων δανείων ὀφειλόμενα εἶναι 34,200,000 δραχμαί, τὰ λοιπὰ 420,000,000 συνωμολογήθησαν εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ ἐκ τούτων τὸ μὲν δάνειον τῶν ἐντόκων γραμματίων, τῶν 9 καὶ τῶν 15 ἑκατομμυρίων ἐπραγματοποιήθησαν εἰς τὸ ἄρτιον, καὶ τὸ ἐκ τούτων ὑπόλοιπον εἶναι 33,800,000, τὰ δὲ ἄλλα δάνεια, ἐξ ὧν μένουσιν ὀφειλόμενα 386,200,000, ἐπραγματοποιήθησαν μὲ ἔκπτωσιν 30% κατὰ μέσον ὅρον, ἑπομένως τὰ ὀφειλόμενα 386,200,000, ὑπολογιζόμενα πρὸς 70%, φέρουσι πραγματικὸν κεφάλαιον 270,340,000, προστιθεμένων δὲ εἰς ταῦτα καὶ τῶν 33,800,000, τῶν προερχομένων ἀπὸ τὰ τρία εἰς τὸ ἄρτιον πραγματοποιηθέντα δάνεια, τὸ ὅλον ὑπολειπόμενον κεφάλαιον ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν συνομολογηθέντων δανείων εἶναι 304,100,000 ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους. Ἀπὸ ταῦτα θέλω ἀφαιρέσει πάντα τὰ ἀπὸ τοῦ 1882 εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας δαπανηθέντα, ἀνάγων αὐτὰ εἰς χρυσᾶ, διὰ νὰ ἴδωμεν, πόσα ἐθεράπευσαν ἄλλας χρείας. Αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι, δι’ ἃς ἐδαπανήσαμεν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν χρήματα, εἶναι ἡ τροπὴ τῶν δανείων, ἡ ἐκτέλεσις διαφόρων ἔργων καὶ ἡ προμήθεια ὑλικῶν· τροπαὶ δανείων ἐγένοντο ἡ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπληρώθησαν εἰς χρυσὸν 55,200,000, καὶ ἡ τῶν δανείων τῶν 6, 25, 4, 10 καὶ 26 ἑκατομμυρίων, διὰ τὰ ὁποῖα ὅλα ἐπληρώθησαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 28,000,000, τὰ ὁποῖα, μεταβαλλόμενα εἰς χρυσὸν, φέρουσιν 22,400,000· ὥστε ἐν συνόλῳ διὰ τὴν τροπὴν τῶν δανείων ἐδαπανήσαμεν 77,600,000 χρυσᾶ. Δι’ ἔργα καὶ ὑλικὰ ἐδαπανήσαμεν τὰ ἑξῆς εἰς χρυσόν: διὰ τὰ θωρηκτὰ 26,000,000 διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν 24,000,000, διὰ τὸν σιδηρόδρομον Ἀγρινίου 3,700,000, τὸ ὅλον 53,700,000· εἰς τραπεζικὰ δὲ γραμμάτια: διὰ τὴν ὁδοποιΐαν 18,000,000, διὰ τοὺς σιδηροδρόμους 13,000,000, διὰ τὰ στρατιωτικὰ κτίρια 5,000,000, διὰ τὰ μικρὰ πλοῖα καὶ ἄλλα τινὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν 4,000,000, τὸ ὅλον 40,000,000, εἰς τραπεζικὰ, ἢ 32,800,000 εἰς χρυσόν· τὸ ὅλον τῶν δαπανηθέντων δι’ ἔργα καὶ ὑλικὰ εἶναι 86,500,000, εἰς ἃ προσθέτοντες καὶ ὅσα ἐδαπανήσαμεν διὰ τὰς τροπὰς τῶν δανείων, εὑρίσκομεν ὅτι τὸ ὅλον τῶν δαπανηθέντων ἐκτάκτως ἀνέρχεται εἰς 164,100,000 χρυσᾶ φράγκα. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰ 164.100,000 φράγκα χρυσᾶ ἀπὸ τὰ 304,100,000, τὰ ὁποῖα ἀφίνουσιν ὑπόλοιπον τὰ συνομολογηθέντα εἰς χρυσὸν δάνεια, εὑρίσκομεν πλεονάζοντα 140,000,000, ἅτινα, μεταβαλλόμενα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, πρὸς 1 καὶ 25|00 τὸ φράγκον, φέρουσιν 175,000,000· προστιθεμένου δ’ εἰς ταῦτα καὶ τοῦ ὑπολοίπου τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐπραγματοποιήθησαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ τῶν ὁποίων τὸ ποσὸν, ὡς εἶπον, ἀναβαίνει εἰς 34,200,000, ἔχομεν ἐν ὅλῳ 209,200,000. Πάντα ταῦτα κατηναλώθησαν διὰ τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ 1885–1886 καὶ διὰ τὰ ἐλλείμματα τῶν Προϋπολογισμῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐθεραπεύθη καὶ ἄλλη τις ἔκτακτος ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἀνέρχονται εἰς 52,000,000. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 52,000,000 πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε τὴν ἀξίαν τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔμεινε καὶ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ ὁποίου ἀνεκουφίσθησαν οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν τακτικῶν δαπανῶν τῶν ἑπομένων ἐτῶν· ἑπομένως, καὶ ἂν δὲν θελήσητε ν’ ἀφαιρέσητε τὰ 45,264,179 δραχ. καὶ 37 λεπτά, τὰ ὁποῖα ἐσημείωσεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, πρέπει πάντως ν’ ἀφαιρέσητε τοὐλάχιστον τὴν ἀξίαν τοῦ ἱματισμοῦ καὶ τῶν γαιανθράκων, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὰ ἔτη 1887 καὶ ἑπόμενα, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἀξίαν ὁ κ. Δηλιγιάννης ὑπελόγισεν εἰς 10,766,355 δραχμὰς καὶ 59 λεπτά. Ἀλλ’ ὁ ἀκριβὴς προσδιορισμὸς τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἐπιστρατείαν δαπανῶν εἶναι λογαριασμὸς μεταξὺ τῶν δύο Πρωθυπουργῶν, εὐτυχῶς δὲ ἀμφότεροι εἶναι ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ δύναται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ἔχῃ ἀντίῤῥησίν τινα, νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις.

§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ εἶναι εἰλημμένα ἀπὸ τὸν δημοσιευθέντα ἀπολογισμόν.

§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι εἶναι εἰλημμένα ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἀλλ’ οἱ ἀπολογισμοὶ ἀποδίδουσιν ἔλλειμμα 129 ἑκατομμυρίων, οὐχὶ 52 ἑκατομμυρίων.

§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ θέλει ἀποδειχθῆ μετ’ ὀλίγον.

§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τελευταία παρατήρησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω τὴν ἑξῆς διαστολήν. Εἶπον ὅτι 209,200,000 ἀπεῤῥόφησεν ἡ ἐπιστρατεία καὶ αἱ τακτικαὶ δαπάναι τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1889. Ἐὰν τώρα ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886 ἀφῆκαν ἔλλειμμα 129 ἑκατομμυρίων τακτικὸν καὶ ἔκτακτον, ὑπολείπονται μέχρι τῶν 209,200,000 ἄλλα 80 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπεῤῥόφησαν τὰ τακτικὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν 1882, 1883, 1884, 1887, 1888 καὶ 1889. Τὸ ἐξαγόμενον τοῦ ἀνωτέρω ὑπολογισμοῦ εἶναι, ὅτι πλὴν τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1882, πλὴν τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον ἀπέδωκεν ἡ καταπληκτικὴ αὔξησις τῆς φορολογίας, ἐδαπανήσαμεν προσέτι ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν 209 ἑκατομμύρια ἀπὸ δάνεια, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διετέθησαν δι’ ἔργα, ὑλικὰ καὶ τροπὰς δανείων. Διὰ νὰ ἐννοήσητε, Κύριοι, ὁποῖον βαρὺ φορτίον ἐπεβλήθη εἰς τὸν τράχηλον τοῦ Ἔθνους διὰ τῶν δανείων τούτων, καὶ ὁπόσον δυσχερὴς καθίσταται ἡ θέσις ἡμῶν ἐν τῷ μέλλοντι, λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὁποῖον ποσὸν ἐχρειάζετο κατὰ τὸ ἔτος 1882 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων καὶ ὁποῖον ποσὸν χρειάζεται σήμερον. Κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1882 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 18,400,000, ἐν δὲ τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 ἀναγράφονται διὰ τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν 29,000,000, ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν περιλαμβάνεται οὔτε ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος, οὔτε ὁ τόκος τοῦ δανείου διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, οὔτε ὁ τόκος τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας. Τὰ τρία ταῦτα συμποσοῦνται εἰς 9,080,000, ἑπομένως τὸ ἀπαιτούμενον κατὰ τὸ ἔτος 1890 ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἀνέρχεται εἰς 38,000,000. Ὑπάρχει λοιπὸν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη διὰ τὸ δημόσιον χρέος κατὰ τὸ 1882, καὶ τοῦ ἀναγκαιοῦντος κατὰ τὸ 1890 19,600,000. Σημειώσατε δὲ, ὅτι εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπληρώσαμεν τὸ 1882, περιείχοντο καὶ χρεωλύσια τριῶν καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν γενομένων τροπῶν ἐξέλιπον. Ἀλλὰ γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἡ κατάργησις τῶν χρεωλυσίων εἶναι μὲν ἀνακούφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ πραγματικὴ οἰκονομία, διότι τὸ χρέος διαιωνίζεται, ἀντὶ βαθμηδὸν νὰ ἐξοφλῆται. Ἐὰν δὲ εἰς τὰ 19,600,000 προστεθῶσι καὶ τὰ καταργηθέντα χρεωλύσια, θέλομεν ἔχει 23–24 ἑκατομμυρίων διαφορὰν μεταξὺ τοῦ 1882 καὶ 1890. Τὸ κακὸν δὲ εἶναι, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν δύναται νὰ σταματήσῃ ἕως ἐδῶ· ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συνομολογήσωμεν καὶ ἄλλα δάνεια, ἤτοι δάνειον διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης, δάνειον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται ἐπανειλημμένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς ἀγαθοὺς κατοίκους τοῦ διαμερίσματος ἐκείνου, ἀλλ’ οὐδέποτε πραγματοποιεῖ, δάνειον διὰ τοὺς νέους σιδηροδρόμους ἐν Πελοποννήσῳ, τῶν ὁποίων τὴν ἐπιψήφισιν ἐν μεγίστῃ σπουδῇ προεκάλεσεν ἀπὸ πέρυσι, καὶ ἐὰν πιστεύσωμεν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ συνομολογήσωμεν καὶ ἄλλο δάνειον διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ συμπλέγματος τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν, διότι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὁλοκλήρου τοῦ ὑπολοίπου τῶν ἐσόδων τῆς ὁδοποιΐας δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν τὴν κατασκευὴν οὐδεμιᾶς ὁδοῦ ἄνευ δανείου, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ κατὰ νοῦν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀρκεσθῇ εἰς μόνας τὰς ὁδοὺς τῶν διαμερισμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς χαίροντα τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτοῦ εὔνοιαν, κατεσκεύασεν ἤδη τοιαύτας, καὶ ν’ ἀφήσῃ ὅλα τὰ ἄλλα μέρη ἄνευ συγκοινωνίας. Διὰ τὰ νέα ταῦτα δάνεια εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προθέσωμεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τοὐλάχιστον 10,000,000. Παραλείπω τὰς ἐκτάκτους δαπάνας διὰ τὰ προαγγελλόμενα καταδρομικὰ, τὴν ἀνέργεσιν σχολείων, δικαστηρίων καὶ ἄλλων καταστημάτων, καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλονται τὰ νέα νομοσχέδια τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον χρέος εὑρίσκεται σήμερον, καὶ ἐκ ταύτης δύνασθε νὰ ἐννοήσητε πόσον δυσχερὴς ἀποβαίνει ἡ οἰκονομικὴ θέσις ἡμῶν, καὶ νὰ κρίνητε, ἐὰν ἦναι ἐφικτὴ ἡ ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος βελτίωσις. Βλέπων τις τὴν κατάστασιν ταύτην, ἐξίσταται ἀληθῶς καὶ ἀπορεῖ, τί πλειότερον νὰ θαυμάσῃ, τὴν τόλμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ἐπιείκειαν τῆς Βουλῆς, ἢ τὴν ἀνοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Πῶς εἶναι δυνατὸν Ἔθνος, τοῦ ὁποίου ἀρχίζουν νὰ ἐλαττόνωνται τὰ ἔσοδα, ἕνεκα τῆς ἐπιβληθείσης βαρυτάτης φορολογίας, νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν καταπληκτικὴν ταύτην αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους! Καὶ σήμερον μὲν δὲν ἐννοοῦμεν ἀρκούντως τὴν δυσχέρειαν ταύτην, διότι συνομολογοῦμεν ἑκάστοτε νέα δάνεια καὶ πληρόνοντες δι’ αὐτῶν τὰ τοκομερίδια, δὲν ἐξάγομεν χρηματικὸν, ἀλλ’ ὅταν παύσωσι τὰ δάνεια καὶ θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ στέλλωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν 30,000,000 ἢ 40,000,000 εἰς χρυσὸν, τότε καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω εἰς ποίαν θέσιν θέλομεν εὑρεθῆ. Ὑπολείπεται ἤδη νὰ εἴπω ὀλίγα καὶ περὶ τῶν ἐξόδων. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν συντάσσει τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου, ὅστις ἀπαιτεῖ ἑνιαῖον Προϋπολογισμὸν, Προϋπολογισμὸν δηλονότι, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἀναγράφωνται πᾶσαι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους, εἴτε τακτικαὶ εἶναι, εἴτε ἔκτακτοι. Τὴν ἀπαίτησιν ταύτην τοῦ νόμου ὡμολόγησε προχθὲς καὶ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἐνῷ τὴν ὁμολογεῖ, οὐδέποτε τὴν ἐφαρμόζει! Ἀναγράφει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν μόνον τὰς τακτικὰς δαπάνας, διὰ δὲ τὰς ἐκτάκτους ὑποβάλλει ἑκάστοτε εἰς τὴν Βουλὴν ἐκτάκτους πιστώσεις, κατὰ προφανῆ παράβασιν τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, καθόσον, ὡς εἶπον, ὁ Λογιστικὸς νόμος ἀπαιτεῖ νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἑκάστου ἔτους πᾶσαι αἱ γνωσταὶ δαπάναι, ἀδιαφόρως, ἐὰν πρόκηται νὰ θεραπεύσωσι τακτικὰς ἀνάγκας ἢ ἐκτάκτους, καὶ ἐὰν θὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἢ διὰ δανείων. Ἐκτάκτους πιστώσεις χαρακτηρίζει ὁ νόμος τὰς ἀναγομένας εἰς ἐκτάκτους καὶ ἀνεπιδέκτους ἀναβολῆς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλεφθῶσι καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσετο ὁ Προϋπολογισμός· εἰς ὅλα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης εἷς Προϋπολογισμὸς συντάσσεται διά τε τὰς τακτικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας· ἐξαίρεσιν παρουσιάζει μόνον ἡ Γαλλία, ὅπου ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ ἔχουσι συνήθως καὶ ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ τὴν τακτικὴν ταύτην κατακρίνουσι πάντες σχεδὸν οἱ ἐπίσημοι ἄνδρες τῆς Γαλλίας. Ὁ μέγας πολιτικὸς ἀνὴρ, ὁ περιώνυμος Θιέρσος, ἔλεγεν: «Ἡ εἰλικρίνεια ἀπαιτεῖ νὰ συντάσσηται εἷς Προϋπολογισμός· οἱ πολλοὶ Προϋπολογισμοὶ δὲν χρησιμεύουσιν εἰς ἄλλο, παρὰ εἰς τὸ νὰ καλύπτωσι πολλὰ ἔξοδα, καὶ νὰ ἐξαπατῶσι τὸν λαὸν, ἀποκρύπτοντες τὸ σύνολον τῶν βαρῶν καὶ τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται». Ὁ ὑπὸ συζήτησιν λοιπὸν Προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει μόνον τὰ τακτικὰ ἔξοδα, ἅτινα ἀναβιβάζονται εἰς 91,000,000, ἀλλ’ ἐὰν προσθέσητε τὰ παραλειφθέντα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους 9,000,000, θὰ ἔχητε 100,000,000. Ἀνατρέχοντες εἰς προηγουμένας ἐποχὰς καὶ ἰδίως εἰς τὸ ἔτος 1880, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ τελευταῖον πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν καὶ τοῦ ὁποίου τὸν Προϋπολογισμὸν συνέταξεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὑρίσκομεν, ὅτι τὰ ἔξοδα προϋπελογίσθησαν εἰς 52,000,000 παλαιῶν δραχμῶν, ἀναλογοῦντα εἰς 46,500,000 νέων. Ἐὰν ἐμένομεν εἰς τὰς βάσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ 46,500,000, εἰμὴ μόνον 10,000,000 περίπου διὰ τὴν διοίκησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν αὐτῶν. Τὸ δυστύχημα δὲ εἶναι, ὅτι δὲν φαίνεται σήμερον εὔκολος ἡ ὀπισθοδρόμησις, διότι τὰ δύο τρίτα καὶ ἐπέκεινα τῶν ἐξόδων τούτων ἀφορῶσιν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους καὶ ἄλλας δαπάνας, ἐπίσης ἀναγκαίας καὶ ἀπαραιτήτους, ἀλλὰ μηδεμίαν ἐχούσας σχέσιν οὔτε μὲ τὴν διοίκησιν, οὔτε μὲ τὸ προσωπικὸν αὐτῆς. Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων διαιρεῖται εἰς τέσσαρα μέρη· τὸ πρῶτον ἐπιγράφεται «ὑποχρεώσεις» καὶ τὸ τέταρτον «διάφοροι πληρωμαί». Τὸ μέρος τῶν ὑποχρεώσεων, ἔνθα κατατάσσεται τὸ δημόσιον χρέος, αἱ συντάξεις, ἡ βασιλικὴ χορηγία καὶ αἱ δαπάναι τῆς Βουλῆς, περιλαμβάνει κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν 36,000,000, ἀλλὰ προστιθεμένων καὶ τῶν παραλειφθέντων 9,000,00, ἀναβαίνει εἰς 45,000,000· τὸ τέταρτον μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον κατατάσσονται τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τοὺς δήμους καὶ φάρους ποσοστὰ, αἱ ἀποζημιώσεις καὶ ἄλλα τοιαῦτα, περιλαμβάνει 6,400,000. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν δύο τούτων κονδυλίων ὑπάρχουσι καὶ εἰς τὰ δύο ἄλλα μέρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔξοδα ὑποχρεωτικὰ, ὁμοίας περίπου μὲ τὰ ἀνωτέρω φύσεως. Τοιαῦτα εἶναι ἐκ μὲν τοῦ Γʹ μέρους, τοῦ ἐπιγραφομένου «ἔξοδα διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως ἐσόδων», τὰ ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα πληρόνονται εἰς τοὺς ταμίας, ὑποταμίας καὶ εἰσπράκτορας, τὸ ἔξοδον τῆς κοπῆς καπνοῦ, ἡ προμήθεια τοῦ σιγαροχάρτου, τοῦ πετρελαίου, τῶν πυρείων καὶ τῶν παιγνιοχάρτων, ἡ ὀξύρυξις τῶν ὀρυκτῶν, ἡ κατασκευὴ τῶν ἁλάτων, ἡ κατασκευὴ τοῦ χαρτοσήμου καὶ γραμματοσήμου καὶ αἱ δαπανώμεναι διὰ τὴν πώλησιν αὐτῶν ἀποδοχαί. Πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δαπάναι διοικήσεως, ἀλλὰ προμήθεια ὑλικῶν, ἐξ ὧν παράγονται ἔσοδα, ἀναβαίνουσιν εἰς 6,000,000. Εἰς τὸ Βʹ μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ περιλαμβάνον τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ὑπουργείων, ἀπαντῶμεν, εἰς μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὰ λεγόμενα ἀπρόβλεπτα ἔξοδα ἐκ δρ. 740,000, εἰς δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἔξοδα τῶν φυλακῶν καὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν συνδρομὴν πρὸς τὰς Ἀτμοπλοϊκὰς Ἑταιρίας, τὰς βοηθείας, τὴν μετακόμισιν τῶν γραμμάτων καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῶν εἰς ξένας ἑταιρίας ἀνηκόντων τηλεγραφικῶν δικαιωμάτων. Τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν τούτων τοῦ Βʹ μέρους ἀποτελεῖ 4,400,000, ἅτινα, ἑνούμενα μὲ τὰ προαναφερθέντα ἐκ τῶν τριῶν ἄλλων μερῶν, ἀναβιβάζουσιν εἰς δραχμὰς 62,000,000 τὰ ἔξοδα, τὰ ἀναγκαιοῦντα διὰ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰ ὑλικὰ κλπ. Ἐὰν τὰ 62,000,000 ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ ἔσοδα, τὸ ὁποῖα προϋπολογίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς 93,000,000, δὲν μένουσι παρὰ 31,000,000, μὲ τὰ ὁποῖα ἔχομεν ν’ ἀπαντήσωμεν πάσας τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, ἤτοι τοῦ στρατοῦ, τοῦ ναυτικοῦ, τῆς διπλωματικῆς καὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας, τῶν διοικητικῶν, οἰκονομικῶν καὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τῶν λειτουργῶν τῆς ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐν γένει τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν ἐξόδων παντὸς κλάδου τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἴσως ἐρωτήσῃ τις, ἀφοῦ μένωσι τόσον ὀλίγα, πῶς κατορθοῦται, ὥστε ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ παρουσιάζῃ καὶ περίσσευμα; Βεβαίως ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνη διὰ τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ὑπουργείων καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἀναβαίνει εἰς 48,000,000· ἐὰν ἀφαιρεθῶσιν ὅσα ἠρίθμησα προηγουμένως, ὡς μὴ ἀναγόμενα εἰς τὴν κυρίως διοίκησιν καὶ τὰ ὁποῖα ὑπολογίζονται εἰς 10,000,000, ὑπολείπονται πάλιν 38,000,000· ὥστε ὑπάρχει ἔλλειμμα 7,000,000. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραλείπει 9,000,000, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ οὕτω τῶν 7,000 000 τὸ ἔλλειμμα κατορθώνει νὰ τὸ μεταβάλῃ εἰς 2,000,000 περίσσευμα. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι, διὰ νὰ κάμῃ τοῦτο, πρέπει νὰ συνομολογήσῃ νέον δάνειον, διότι ἄνευ τούτου δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια, χωρὶς νὰ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα καὶ πληρώσῃ τὴν διαφορὰν αὐτοῦ. Ἀποκρύπτει λοιπὸν τὸ ἔλλειμμα, διότι νομίζει, ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν εὐκολίαν νὰ δανεισθῇ. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμα ὅλων τούτων; Ὅτι ἄνευ δανείου δὲν δυνάμεθα οὔτε ἐπὶ ἕξ μῆνας νὰ ζήσωμεν. Διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι ἀδιακόπως συνομολογοῦνται δάνεια παντὸς εἴδους, ἤτοι δάνεια προσωρινὰ, δάνεια ὑπὸ τύπον προκαταβολῶν, δάνεια χρεωλυτικὰ, δάνεια πάγια· ἐζητήσαμεν ἀκόμη νὰ συνομολογήσωμεν καὶ δάνεια μὲ λαχεῖον, ἀλλ’ ἀπετύχομεν. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἀρκοῦσι τὰ δάνεια, καταφεύγομεν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, οἵτινες, ὡς ἐξήγησεν ἀκριβέστατα ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Βαλσαμάκης, δὲν εἶναι εἰμὴ δάνεια ὑπὸ βαρυτέρους ὅρους, διότι παραχωροῦμεν τὴν κατασκευὴν ἔργων καὶ τὴν προμήθειαν ὑλικῶν εἰς τιμὰς ἀνωτέρας τοῦ δέοντος, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ λαμβάνωμεν παρὰ τῶν ἀναδεχομένων τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν προκαταβολὰς εἰς χρυσὸν καὶ οἰκονομῶμεν τὴν ἀνάγκην τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων. Οὕτω παρεχωρήσαμεν τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν ἀντὶ τιμήματος κατὰ πολὺ ἀνωτέρου ἐκείνου, μὲ τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ τὸν κατασκευάσωμεν, ἐὰν εἴχομεν ἀνὰ χεῖρας τὸ χρῆμα. Οὕτω, διὰ νὰ κατορθώσωμεν τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, παρεχωρήσαμεν εἰς τοὺς δανειστὰς τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν ἐπὶ τιμήματι ἀνωτέρῳ τῆς ἀξίας των. Ἀλλ’ οὔτε τὰ δάνεια, οὔτε οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ ἐξαρκοῦσι διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ βάραθρον, τὸ ὁποῖον ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἠνέῳξε. Διὰ τοῦτο ἤρχισε νὰ ἐπιβάλλῃ χεῖρα καὶ εἰς χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἀφαιρεῖ ἐφέτος ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 2,000,000, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ μὲν 1,000,000 ἀναγράφει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, τὸ δὲ ἄλλο εἰς τὸ τῶν ἐξόδων, ὅ,τι δὲ κάμνει σήμερον διὰ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας θὰ τὸ κάμῃ αὔριον διὰ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα· ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχει νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον πάντα τὰ κεφάλαια τῶν λιμενικῶν ταμείων πρόκειται νὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, μετὰ δὲ τὴν συγκέντρωσιν δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ σᾶς εἴπῃ μίαν ἡμέραν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ λάβῃ ἐξ αὐτῶν ὅσα ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ἐδαπανήθησαν εἰς κατασκευὴν φάρων, φανῶν, ἀκταιωρῶν κλπ. Ἀφοῦ δὲ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν διαπυλίων συγκεντρώσῃ εἰς χεῖράς του καὶ τὰ χρήματα τῶν δήμων, τίς θέλει τὸν κωλύσει, ὅπως καὶ ἐξ αὐτῶν κρατῇ ὅσα τῷ ἀναγκαιοῦσιν; Εἰς οἵαν θέσιν περιῆλθον τὰ πράγματα, ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐξοικονομηθῶσιν ἄλλως αἱ ἐπείγουσαι καὶ μεγάλαι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἔχουσι δίκαιον νὰ ὑπολάβωσιν ὡς πικρὰν εἰρωνείαν οἱ γεωργοὶ ἡμῶν τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ἐλαττώσεως κατὰ ἓν ἑκατομμύριον τῶν ἐπιβαρυνόντων τὴν γεωργικὴν τάξιν, ὅταν βλέπωσιν, ὅτι ἀφ’ ἑτέρου λαμβάνει δύο ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ ὁποίου περιμένουσι καὶ αὐτοὶ οἱ πτωχοὶ ἄνθρωποι νὰ κατασκευασθοῦν αἱ ὁδοί των, διὰ νὰ μεταφέρωσι τὰ προϊόντα των, καὶ διὰ νὰ μὴ πνίγωνται εἰς τοὺς ποταμούς! Ἔπρεπεν ἀληθῶς νὰ καταπέσῃ ἐντελῶς τὸ δημόσιον φρόνημα, ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ ῥίψῃ ὡς σκύβαλα πρὸ τῶν ποδῶν ἑνὸς ἀνθρώπου ὅλα αὐτῆς τὰ δικαιώματα, διὰ νὰ ἔχῃ οὗτος τὴν τόλμην, τοιαῦτα πράττων, νὰ λέγῃ ὅτι ἀνακουφίζει τὸν λαὸν, καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ, ὅτι ἐφέτος μὲν θὰ κάμῃ μικρὰς ἐλαττώσεις τῶν φόρων, προσεχῶς δὲ πολὺ μεγαλειτέρας. Πόθεν θέλουν γίνει αὐταὶ αἱ ἐλαττώσεις, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν οὔτε μίαν ἡμέραν χωρὶς δάνεια, καὶ ἀφοῦ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐξαφρίζωμεν πότε τὸ ἓν καὶ πότε τὸ ἄλλο εἰδικὸν ταμεῖον; Ἀπέναντι ὅλων τούτων οἱ περὶ τὸν Πρωθυπουργὸν παρουσιάζουσιν ὡς ἀπόδειξιν τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων, καὶ τὴν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅπως εὑρίσκωμεν δάνειον μὲ μικρότερον τόκον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ πάντας ὑμᾶς, ἐὰν δὲν ἐπεβάλλετο ἡ βαρεῖα φορολογία, ἐὰν δὲν ἐπεβαρύνομεν τὸ Κράτος μὲ τόσα δάνεια, ἡ πίστις ἡμῶν θὰ ἦτο μικροτέρα, καὶ θὰ εἴχομεν δυσκολίαν τότε νὰ εὑρίσκωμεν δάνεια; Διὰ νὰ ἰσχυρισθῇ τις τοῦτο, πρέπει νὰ κάμῃ, φρονῶ, διαζύγιον μὲ τὴν λογικήν. Εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ ἔλεγεν, ὅτι ὁ δεῖνα πολίτης εὑρίσκει σήμερον εὐκολώτερον δάνεια καὶ μὲ μικρότερον τόκον, διατί; διότι ἐπώλησε τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας του καὶ ἐδιπλασίασε τὸ χρέος του. Ἐὰν σήμερον, μετὰ τοσαύτην ὑπερβολικὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας καὶ τοῦ δημοσίου χρέους, εὑρίσκομεν δάνειον μὲ τοιούτους ὅρους, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἐὰν ἔλειπον ταῦτα, θὰ εὑρίσκομεν δάνεια μὲ περισσοτέραν εὐκολίαν καὶ μὲ καλλιτέρους ὅρους. Ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἀποδοθῇ ἡ φαινομένη βελτίωσις τῆς δημοσίας πίστεως· εἶναι πρῶτον ἡ ἀφθονία τῶν κεφαλαίων ἐν Εὐρώπῃ, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὁ τόκος ἐγένετο κατὰ πολὺ εὐθηνότερος· δεύτερον ἡ σχηματισθεῖσα παρὰ πᾶσι πεποίθησις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πολιτικὸς ἀνὴρ ἐν Ἑλλάδι, ὁ ὁποῖος νὰ θελήσῃ νὰ ἀθετήσῃ τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὑποχρεώσεις, τρίτον δὲ καὶ κύριον, ἡ μεγάλη ἀνεκτικότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ φόρου. Ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι εἰς ἄλλα ἔθνη μικρὰ αὔξησις τῆς φορολογίας ἔφερε κλονισμοὺς, στάσεις καὶ ἐπαναστάσεις, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον παράδειγμα. Ἐγένοντο καὶ ἐδῶ ταραχαὶ καὶ ἐπαναστάσεις, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους, ἤτοι διὰ τὰς ἐλευθερίας, διὰ τὰς ἐκλογὰς κλπ., ἀλλ’ οὐδέποτε συνέβη κίνημα ἢ ἀταξία ἕνεκα τῶν φόρων· ὁ μικρὸς οἰνοπώλης τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις ἐπλήρονε πρότερον 150 παλαιὰς δραχμὰς διὰ φόρον ἐπιτηδεύματος, καὶ ὁ μικρὸς καπνοπώλης, ὅστις ἐπλήρονεν 120, πληρόνουσι σήμερον ἕκαστος 564 δραχμὰς νέας, καὶ γογγύζουσι μὲν καὶ παραπονοῦνται, ἀλλὰ καὶ οὐδόλως θορυβοῦσιν ἢ στασιάζουν. Ὁ μικρὸς βιομήχανος καὶ παραγωγὸς, ὅταν ὁ παντοπώλης ζητῇ παρ’ αὐτοῦ διπλασίαν τιμὴν διὰ τὴν ζάχαριν, τὰ ὄσπρια, τὴν ὄρυζαν, τὰ παστὰ κλπ., τὰ ὁποῖα προσέρχεται νὰ ἀγοράσῃ, πληρόνει γογγύζων καὶ καταρώμενος τοὺς αἰτίους τῆς τοιαύτης αὐξήσεως τῆς φορολογίας, ἀλλὰ δὲν θορυβεῖ, οὔτε ζητεῖ νὰ ταράξῃ τὴν τάξιν. Λαὸς λοιπὸν τοιοῦτος, ὡς ὁ Ἑλληνικὸς, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχῃ πάντοτε πίστιν· πίστιν ἔχουσι πάντοτε ὅσοι ὑποφέρουν πᾶσαν θυσίαν καὶ ὑποβάλλονται εἰς πᾶσαν βαρεῖαν φορολογίαν, διὰ νὰ ἐκπληρῶσι τὰς ὑποχρεώσεις των. Τὴν πίστιν χάνουν ὅσοι δὲν θέλουν νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις των, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδέποτε ἔδωκε τοιαύτην ἀπόδειξιν, ἀπ’ ἐναντίας πάντα αὐτοῦ τὰ προηγούμενα μαρτυροῦσιν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος καὶ πρόθυμος νὰ ὑποστῇ πᾶσαν θυσίαν διὰ τὴν ἀκριβῆ τῶν ὑποχρεώσεών του ἐκπλήρωσιν. Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς σήμερον ὑψώθησαν τὰ δημόσια χρεώγραφα καὶ εὑρίσκομεν εὐκολώτερον δάνεια, καὶ ὄχι ὁ τριπλασιασμὸς τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἡ καταπληκτικὴ τῆς φορολογίας ἐπιβάρυνσις. Κρίνω περιττὸν, νὰ μακρηγορήσω περισσότερον· ὅσα εἶπον ἀρκοῦσιν, ὅπως ἐννοηθῇ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ 1882 ἐφαρμόζομεν, καὶ ὁποῖα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῆς ἐκαρπώθημεν. Ἐδιπλασιάσαμεν τοὺς φόρους, ἐτριπλασιάσαμεν τὸ δημόσιον χρέος, καὶ περιήλθομεν εἰς θέσιν, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν οὔτε ἓξ μῆνας ἄνευ δανείων. Τί δὲ ἀπέναντι τούτων ἐκερδήσαμεν; Ὀλίγας ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, ὀλίγα πλοῖα καὶ ὀλίγα κτίρια, διότι δὲν βλέπω οὐδὲν ἄλλο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἀπεκτήσαμεν, ἐκτὸς ἐὰν συνυπολογίσωμεν τὰς αὐτοκτονίας καὶ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἐγκλημάτων. Ὥστε καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀπέμεινε καὶ τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται συνήθως οἱ θέλοντες νὰ συνηγορῶσι καὶ νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἡ τακτοποίησις δηλ. τῶν οἰκονομικῶν, πίπτει καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ὄχι μόνον δὲν ἐτακτοποιήθησαν τὰ οἰκονομικὰ, ἀλλ’ ἀπεναντίας εἰς ἄκρον ἐχειροτέρευσαν, καὶ κατέστησαν πολὺ δυσχερῆ τὴν θέσιν τοῦ τόπου. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ μεταβάλω οὐδενὸς ἐξ ὑμῶν τὰς πεποιθήσεις, οὐδὲ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνω τινὰ τῶν Βουλευτῶν, διότι κάθηται εἰς τὴν μίαν πλευρὰν καὶ ὄχι εἰς τὴν ἄλλην. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων, ὅπως ἐπιθυμῶ νὰ σέβωνται καὶ οἱ ἄλλοι τὰς ἰδικάς μου. Ἕκαστος Βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος νὰ φρονῇ, ὅτι ὁ δεῖνα πολιτικὸς ἀνὴρ εἶναι καταλληλότερος ἀπὸ πάντα ἄλλον, ὅπως διευθύνῃ τὰ κοινὰ, ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν δίδει εἰς οὐδένα ἐξ ἡμῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἀφίνῃ εἰς τὰ προπύλαια τοῦ Βουλευτηρίου τὰς πεποιθήσεις του καὶ τὴν κρίσιν του, καὶ νὰ εἰσέρχηται μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ψηφίσῃ ἀνεξετάστως πᾶν ὅ,τι ἤθελε προτείνει ὁ διευθύνων τὸ κόμμα, εἰς ὃ ἀνήκει. Τοῦτο εἶναι ἀναίρεσις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον βάσιν ἔχει τὴν συνεργασίαν τῶν πολλῶν, καὶ ἀποκρούει τὴν δουλικὴν ὑποταγὴν εἰς τὰς θελήσεις καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἑνός. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέδειξε πολλάκις, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ κυβερνᾶται οὕτω, καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμε τὴν τρίτην Σεπτεμβρίου καὶ τὴν δεκάτην Ὀκτωβρίου. Καὶ ἐξέλιπε μὲν ἡ αὐθαιρεσία ἐκ τοῦ σημείου ἐκείνου, κατὰ τοῦ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ἐξέγερσις, ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἐγκατεστάθη παρ’ ἡμῖν ἡ πρωθυπουργικὴ παντοκρατορία, ἥτις ἐμηδένισε τὸ ἀξίωμα τῶν Ὑπουργῶν, ἀπεῤῥόφησε τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ὑπεδούλωσε τοὺς δήμους, τὴν διοίκησιν, τὴν δικαιοσύνην, καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἐκκλησίαν, ἐμείωσε δὲ καὶ αὐτῆς τῆς Βασιλείας τὸ γόητρον. Εὐτυχῶς, διὰ νὰ λείψῃ ἡ κατάστασις αὕτη, δὲν εἶναι ἀνάγκη βιαίων μέτρων καὶ κλονισμῶν, ἀρκεῖ ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη ἐκ τῶν δύο μεγάλων ἐξουσιῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξαρτᾶται ὁ σχηματισμὸς καὶ ἡ διατήρησις τῶν Κυβερνήσεων, νὰ ἐκτελῶσιν ἀποτελεσματικῶς τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐποπτείας, τὴν ὁποίαν τὸ πολίτευμα ἀνέθηκεν εἰς αὐτάς. Μὴ ἀναιρεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, δίδοντες τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα ἄνθρωπον, νὰ ὑποκαθιστᾷ τὴν γνώμην σας διὰ τῆς ἰδικῆς του. Δύνασθε νὰ ἀκολουθῆτε τὸν κ. Τρικούπην, ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἀδικεῖτε καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐντολεῖς σας καὶ τὴν πατρίδα σας, ἐὰν δὲν μετέχητε ἐνεργῶς εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν νομοθετημάτων καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· δὲν μετέχουσι δὲ ἐνεργῶς ὅσοι ψηφίζουσιν ἀνεξετάστως πάντα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενα, καὶ κλείουσι τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ πάσης παρεκτροπῆς αὐτῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων).

§27ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω, Κύριοι, εἰς πολλὰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἡ Βουλὴ μοὶ φαίνεται κεκμηκυῖα ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε διεξαχθεισῶν συζητήσεων καί πως ὀργῶσα νὰ φθάσῃ εἰς τὸ πέρας αὐτῶν. Δὲν εἶμαι μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως δὲν διετέλεσα ἐγκαίρως ἐν γνώσει τῶν ἐπικρίσεων, αἵτινες κατὰ τὰς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ γενομένας συζητήσεις ἐξηνέχθησαν κατ’ αὐτοῦ ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας. Ἐμελέτησα κατ’ ἰδίαν τὰς περὶ αὐτοῦ ἐκθέσεις, ἃς ὑπέβαλον ὅ τε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐκ τῆς μελέτης ἐκείνης εἶχον πεισθῆ, ὅτι τὰ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ ἔχουσιν ὁμαλῶς καὶ δεδικαιολογημένως. Ἀλλ’ ὅτε ἤκουσα τῆς τελευταίας ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε ἤκουσα αὐτοῦ, λέγοντος, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις εἰσέπραξε μέχρι τοῦ 1890 ἑκατὸν εἰκοσιὲξ ἑκατομμύρια πλειότερα τῶν κατὰ τὸ 1882 εἰσπραχθέντων, ἐξεπλάγην, καὶ ἀναλαβὼν τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤρχισα ν’ ἀνερευνῶ, ποῦ ἄρα κεῖται κεκρυμμένον τοιοῦτο ποσὸν εἰς τὰ κονδύλια τοῦ 1890. Ὁμολογῶ, ὅτι τοιοῦτο συμπαγὲς ποσὸν 126 ἑκατομμυρίων οὐδαμοῦ ἀνεῦρον, ἀλλὰ ψυχροτέρα ἀνασκόπησις τῶν λόγων τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μὲ ἤγαγεν εἰς εὑρήματά τινα, τὰ ὁποῖα θέλω ἀνακοινώσει πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐὰν αὕτη αὕτη μοὶ παράσχῃ ἐπὶ μικρὸν τὴν προσοχήν της. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν αὐστηρὰν ἐξέλεγξιν τῆς ἀκριβείας τῶν ἀριθμῶν, οὓς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τῶν ὁποίων τὸ ἄθροισμα ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν τῶν 126,000,000, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐῤῥήθη, εἰσεπράχθη μέχρι τοῦ 1890 ἐπὶ πλέον τῶν κατὰ τὸ 1882 εἰσπραχθέντων, εὑρίσκω, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπον εἶναι νὰ κατανεμηθῇ ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη. Ἑπομένως, κατὰ μέσον ὅρον ἀκριβῶς, ἡ σχετικῶς πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1882 εἰσπραχθέντα αὔξησις, κατὰ τὰ ἑπτὰ ἑπόμενα ἔτη μέχρι τοῦ 1890, τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι μείζων τῶν 18 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι μικρὰ ἡ ἀπὸ τοῦ 1882 αὔξησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ 18 ἑκατομμύρια; εἶναι ἀναξία προσοχῆς; Βεβαίως ὄχι, ἐὰν ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας ἐγένετο πρὸς ὑπηρεσίαν δαπανῶν ἀγόνων. Ἀλλ’ ὅταν γίνηται πρὸς ὑπηρεσίαν δαπανῶν χρησίμων, ὅταν γίνηται πρὸς πλήρωσιν κοινωνικῶν ἀναγκῶν ἐπειγουσῶν, οἷαι εἶναι οἱ σιδηρόδρομοι, αἱ ὁδοὶ, αἱ γέφυραι καὶ ἡ δι’ ἀτμοπλοίων συγκοινωνία, ὅταν γίνηται πρὸς περιφρούρησιν τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων, οἷα εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ὅταν γίνηται πρὸς βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατωνισμοῦ καὶ πρὸς συντήρησιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, οἷα εἶναι ἡ οἰκοδόμησις στρατώνων καὶ ἀποθηκῶν, καὶ ὅταν τέλος γίνηται πρὸς ἔμμεσον μὲν, ἀλλ’ ἐν γένει σκόπιμον ἀνάπτυξιν αὐτῶν τούτων τῶν παραγωγικῶν μέσων τοῦ τόπου, τότε ἡ αὔξησις, φρονῶ, τῆς φορολογίας εἶναι ἀναμφηρίστως δεδικαιολογημένη. Πᾶσαι δὲ αἱ δαπάναι αὗται ἐπεβλήθησαν ἢ ἐπιβάλλονται ὑπό τε τῶν εἰδικῶν καὶ ὑπὸ τῶν γενικῶν περιστάσεων τῆς χώρας ἡμῶν. Καὶ περὶ μὲν τῶν εἰδικῶν δὲν μοὶ φαίνεται σκόπιμον νὰ ποιώμεθα λόγον σήμερον, ἀλλὰ καὶ μόνον ὑπὸ τὸ κράτος γενικῶν περιστάσεων ἐὰν διετελοῦμεν, πάλιν θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ βαδίζωμεν ἀεὶ ἐπὶ τὰ πρόσω, διότι καθ’ ὅσον ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, καθ’ ὅσον τὸ Ἔθνος ἀναπτύσσεται καὶ προοδεύει, κατὰ τοσοῦτον πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διατελεῖ ἐν τῇ ὑποχρεώσει νὰ πληροῖ τὰς ἐκ τῆς προόδου ταύτης γενομένας ἀνάγκας, ἡ δὲ πλήρωσις νέων ἀναγκῶν ἀπαιτεῖ δαπάνας νέας. Ἐπιθυμητὸν ἀληθῶς ἤθελεν εἶσθαι, ἡ Ἑλλὰς τῶν μὲν πλεονεκτημάτων τῆς ἐπιτελεσθείσης ἀναπτύξεως καὶ προόδου ν’ ἀπολαύῃ, φορολογίαν δὲ μόνην νὰ ὑφίστατο ἐκείνην, ἣν ἀνέγραφον οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ 1835 ἢ τοῦ 1840, τουτέστιν ἐξ ἢ ἑπτὰ ἑκατομμύρια παλαιῶν δραχμῶν, ἐὰν μὴ ἀπατῶμαι. Ἀλλ’ οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι ἀντιπαρῆλθον, καὶ σήμερον ἄλλοι καιροὶ, ἄλλαι ἀνάγκαι. Ταύτας λοιπὸν τὰς ἀνάγκας τὰς ἐθνικὰς θεραπεύει ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ὡς ἠθέλετε καὶ ὑμεῖς θεραπεύει αὐτὰς, ἐὰν διεχειρίζεσθε τὰ κοινὰ, ἢ ὡς θέλετε τὰς θεραπεύει, ὅταν καὶ πάλιν κληθῆτε νὰ τὰ διαχειρισθῆτε. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι ἀντιπρόσωποι τῆς πτέρυγος ταύτης, ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1882 σχεδὸν διαρκῶς εἴχετε τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, ἠθέλετε ἀρνηθῆ εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν τὴν εὐεργεσίαν τῆς διὰ σιδηροδρόμων συγκοινωνίας; ἠθέλετε ἀρνηθῆ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν στόλου; ἠθέλετε ἀρνηθῆ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ βάρους τοῦ δημοσίου χρέους; Δὲν τὸ πιστεύω. Ναί, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀντέστη καὶ ἀνθίσταται ἀμειλίκτως, δύναμαι νὰ εἴπω, κατὰ τῶν ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰσαγομένων νομοσχεδίων καὶ μάλιστα κατ’ ἐκείνων, ὅσα ἰδίως ἀφορῶσιν εἰς τροπὰς δανείων ἢ εἰς παραχωρήσεις κατασκευῆς σιδηροδρόμων ἢ ἄλλων δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ πράττει τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὑποθέτω, ὅπως φαίνηται πιστὴ εἰς τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον πολλάκις μᾶς εἶπεν ὅτι πρεσβεύει, τουτέστιν ὅτι ὀφείλει νὰ δυσπιστῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δυσανασχετοῦσι κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν ἐπὶ οὐσιαστικῶν θεμάτων ἐπὶ μακρὸν παρατείνῃ τὰς συζητήσεις καὶ ὅταν ἀκόμη ἐν ταῖς συζητήσεσιν αὑτῆς ποιῆται χρῆσιν ἀνακριβῶν ἰσχυρισμῶν, διότι καὶ ἐν Κοινοβουλίοις ἄλλων χωρῶν οὐχὶ σπανίως αἱ Ἀντιπολιτεύσεις προβάλλουν ἰσχυρισμοὺς ἀνακριβεῖς, ὅπως δι’ αὐτῶν μάθωσι ἀληθῆ. Ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἔναντι ἡμῶν Ἀντιπολίτευσις,—καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν αὐτῆς—ἐὰν διετέλει καὶ αὕτη ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἀπὸ τοῦ 1882, καὶ ἐὰν ἐπαρουσιάζοντο αὐτῇ αἱ περιστάσεις καὶ αἱ εὐκαιρίαι, αἵτινες ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν ἢ ἐδημιουργήθησαν ὑπ’ αὐτῆς, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἤθελε διστάσει οὐδὲ τὴν ἐπωφελῆ τροπὴν τῶν δανείων νὰ ἐπιζητήσῃ, οὐδὲ τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων, οὐδὲ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηρῶν ὁδῶν. Αὐτὸ λοιπὸν τοῦτο ἔπραξεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅπως τὸ πράξῃ, ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δι’ αὐξήσεως τῆς φορολογίας κατὰ 18 ἑκατομμύρια πρὸς τὰ μέχρι τοῦ 1882 εἰσπραττόμενα ἔσοδα. Ηὔξησεν ἡ φορολογία, διότι ηὔξησαν αἱ ἀνάγκαι, —καὶ ἦσαν πᾶσαι δαπάναι κατ’ ἐμὲ ἐπιβεβλημέναι, ἦσαν ἀναπόδραστοι, ἅμα δὲ καὶ λυσιτελεῖς, διότι τινῶν μὲν ἐξ αὐτῶν οἱ καρποί εἰσιν ἤδη ἁπτοὶ, ἄλλων δὲ δὲν θέλουσιν ἐπὶ πολὺ βραδύνει νὰ γίνωσι καταφανεῖς. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν θεωρῶ τὴν Κυβέρνησιν ἀξίαν τῶν μομφῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι δεδικαιολογημένως ηὔξησε τὴν φορολογίαν. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ αὐτῇ ἀγορεύσει αὑτοῦ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐὰν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἀπέλθῃ αὔριον τῆς ἐξουσίας, καταλείπει ὄπισθέν της εἰς βάρος τοῦ Κράτους χρέος 760,841,857 δραχμῶν. Ἀνεζήτησα, Κύριοι, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τοῖς κονδυλίοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἀλλὰ δὲν ἀνεῦρον αὐτό. Εὗρον ἄλλο ἀντ’ αὐτοῦ, μικρότερον κατὰ ἑκατὸν ὅλα ἑκατομμύρια. Εὗρον ὅτι τὸ ὅλον τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ 1890 δὲν εἶναι 760,741,757, ἀλλ’ εἶναι μόνον 660,217,537, φοβούμενος δὲ μὴ ἐξ ἀμνημοσύνης ἢ ἐξ ἀπειρίας περὶ τὸν χειρισμὸν τῶν ἀριθμῶν περιῆλθον εἰς πεπλανημένην διαφωνίαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐζήτησα καὶ ἔλαβον παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων προσθέτους τινὰς λεπτομερείας, αἵτινες ὅμως ἄγουσιν εἰς τὰ αὐτὰ πορίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ κατέληξα. Γινώσκω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀνιαρὰ εἶναι ἡ ἀκρόασις ξηρῶν ἀριθμῶν, μάλιστα δὲ μετὰ τὴν κατὰ τὴν ὑφισταμένην συζήτησιν γενομένην χρῆσιν αὐτῶν, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἐμὲ ν’ ἀναγνώσω πίνακάς τινας, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγνωσις εἰς πολλοὺς μὲν, πιστεύω, ἐξ ὑμῶν δὲν θέλει φανῆ ἀναξία περιεργείας, εἰς ἐμὲ δὲ εἶναι ἀναγκαιοτάτη, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀκριβείας τῶν λόγων μου. Ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολὺ, δὲν θέλω ἀκολουθήσει τὸν πρὸ μικροῦ καταβάντα τοῦ βήματος ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας, ἀρχόμενος τὴν ἐξέτασιν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882· θ’ ἀρχίσω ἀπὸ τοῦ 1886 καὶ ἐπειδὴ θὰ καταλήξω εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ 1890, νομίζω, ὅτι εἰς τὸ αὐτὸ θέλομεν φθάσει ἀποτέλεσμα. Τὸ δημόσιον λοιπὸν χρέος κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1886 ἔχει ὡς ἑξῆς, σημειώσατε δὲ παρακαλῶ, ὅτι ἀναφέρω τὸν τίτλον τοῦ δανείου, τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἀπαιτούμενον ποσόν.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κεφάλαιον Ὑπηρεσία
ΔάνειονὌθωνος 2,919,436 200,250
» 6,000,000 2,872,386 427,240
» 25,000,000 14,868,750 2,308,307
» 4,000,000 3,001,100 359,940
» 26,000,000 24,015,500 1,689,605
» 10,000,000 7,002,750 483,963
» 60,000,000 57,245,000 3,962,775
» 120,000,000 115,190,000 6,969,375
» 170,000,000 54,180,000 3,257,115
» 1824 καὶ 1825 19,465,000 1,890,006
» 9,000,000 8,977,500 652,988
» Ὁδοποιΐας 18,000,000 1,395,000
» Προκαταβολῶν 55,875,000 4,050,925
» προσ. Ἐθν. Τραπ. 2,558,908 182,000
» Ἀναγκαστ. κυκλοφ. 56,445,872 564,458
» Ἔντοκα γραμμάτια 5,104,000 357,288
» Πατριωτικὸν 2,722,880 43,330
ἤτοι τὸ ὅλον Κεφάλαιον 450,443,982
καὶ τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἀπαιτού-
μενον ποσὸν 28,794,569

Τώρα, τὸ δημόσιον χρέος κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ 1890 ἔχει ὡς ἀκολούθως:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κεφάλαιον Ὑπηρεσία
ΔάνειονὌθωνος 2,565,801 200,294
» 26,000,000 20,303,500 1,015,175
» 10,000,000 886,250 44,313
» 120,000,000 109,220,000 6,967,625
» 100,000,000 96,826,000 6,064,187
» 1824 καὶ 1825 14,989,250 735,275
» 9,000,000 8,900,000 489,500
» Πατριωτικὸν 2,616,590 45,500
» Ὁδοποιΐας 17,580,146 1,042,772
» Ἀναγκαστ. κυκλοφ. 60,000,000 600,000
» Ἔντοκα γραμμάτια 10,000,000 400,000
341,867,53717,604,641
Δάνειονκερματ. γραμμ. 14,000,000 140,000
» 15,000,000 14,950,000 632,550
» 135,000,000 134,400,000 5,692,880
» Λ.στρ. 1,200,000 30,000,000 1,200,000
» » 5,000,000 125,000,000 5,000,000
660,217,53730,269,991
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δημο-
σίου χρέους σημειωθέντων δέον νὰ ἐκπεσθῶσιν:
Ἐκ δανείου ὁδοποιΐας 1,042,772
Τόκοι δανείου 24 ἑκατομμυ-
ρίων τοῦ Σιδ. Μύλων–Καλαμῶν 1,440,000 2,482,772
27,787,219

Καὶ ἂν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν τὰ μὴ σημειωθέντα ἀνωτέρω, τουτέστι:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Τόκους χρηματικῶν ἐγγυήσεων 80,000
Προμήθειαν Τραπεζῶν δι’ ὑπηρεσίαν δανείων 120,000
Ὑπερτίμησιν συναλλάγματος 500,000
Χρεωλύσια παλαιοῦ δανείου 60 ἑκατομμυ-
ρίων (τοῦ 1863) 900,000
Ναυτικῶν νήσων χορηγήματα 180,000
καὶ Πιστωτικὰ γραμμάτια 20,000
Ἔχομεν δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους
κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ 1890 29,587,219

Ἂς συγκρίνωμεν ἤδη τὸ κατὰ τὸ 1886 δημόσιον χρέος καὶ τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του ἀπαιτούμενα ποσὰ πρὸς τὸ δημόσιον χρέος καὶ τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του ἀπαιτούμενα ποσὰ κατὰ τὸ 1890. Ἀλλ’ ὅπως συγκρίνωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου χρέους, τὴν κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1886 πρὸς τὴν τοῦ 1890 ἀρχομένου, δέον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 ἀπέδειξαν ἐλλείμματα, καὶ ἡ μὲν χρῆσις τοῦ 1885 ἀπέδειξεν

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 61,687,979
ἡ δὲ τοῦ 1886 ἐκ» 67,568,397
ἤτοι τὸ ὅλον δραχ.129,256,376

Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐλλειμμάτων τούτων εἶχον καλυφθῆ κατὰ τὴν μέχρις Ἀπριλίου 1886 διαχείρισιν, ἐκ δανείων ἀναγραφέντων εἰς τὸν πίνακα τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ 1886, ὃν πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνων, τῆς μὲν χρήσεως τοῦ

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1885 δραχ.15,178,257
τῆς δὲ τοῦ 1886 » 53,764,738
τουτέστι τὸ ὅλονδραχ.68,942,995

καὶ οὕτως ἀπέμεινε μὴ καλυφθὲν ἔλλειμμα τῶν εἰρημένων δύο χρήσεων ἐκ δραχ. 60,313,381. Ὡσαύτως ἐπληρώθησαν αἱ ἑξῆς ἔκτακτοι δαπάναι, δι’ ἃς ἐπετρέπετο ἡ συνομολόγησις δανείου:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
κατὰ τὸ 1887 διὰ σιδηροδρόμους Δραχ.2,470,778
τὸ 1888 ὁμοίως » 1,589,802
τὸ 1888 διὰ στρατιωτικὰς οἰκοδομὰς» 649,216
τὸ 1889 διὰ στρατιωτικὰς οἰκοδομὰς
καὶ διὰ καπνοκοπτήριον » 503,000
ἤτοι τὸ ὅλον δραχ.5,212,796

αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὸ ἀνωτέρω κεφάλαιον ἐκ δραχμῶν 60,313,381, ἀποτελοῦσιν ἄθροισμα πραγματικοῦ κεφαλαίου ἐκ δραχμῶν 65,526,177.

§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Στέργετε διακοπήν;

§29ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Παρακαλῶ.

§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἀνεφέρατε, ὅτι ἔκτακτα ἔσοδα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1886 πεντήκοντα ἓξ ἑκατομμύρια....

§31ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν ἀνέφερον περὶ ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ 1886.

§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐκαλύφθη, εἴπετε, τὸ ἔλλειμμα δι’ ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ 1886....

§33ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐκαλύφθησαν 53,000,000.

§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1886, τὸ ὁποῖον συνέταξε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὑπέβαλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέγραψεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐδημοσιεύθη ἤδη, ἀναφέρει, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1886 δάνεια 33,436,000 δραχμῶν. Ἐὰν θέλετε, νὰ σᾶς δώσω τὸν ἀπολογισμόν.

§35ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ὄχι. Ἔχω τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἔλαβον παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.

§36ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶναι τρίτη ἔκδοσις ἀπολογισμῶν.

§37ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Λοιπὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 65,526,177 πραγματικῶν, ἐὰν τὸ ὑπολογίσωμεν πρὸς 67.40, δηλαδὴ κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τῶν πραγματοποιηθέντων δανείων, ἔχομεν ὀνομαστικὸν κεφάλαιον ἐκ δραχ. 97,219,840, τὸ ὁποῖον πρὸς τόκον 4% ἤθελεν ἀπαιτήσει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τόκου δραχμὰς 3,888,793· ἔχομεν ἑπομένως ὀνοματικὸν κεφάλαιον 97,219,840 καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ 3,888,793. Εἰς ταῦτα προσθετέον: α) Ὅσα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 ἐπληρώθησαν διὰ τὴν ἀξίαν τῶν ναυπηγουμένων πλοίων, ἤτοι πραγματικὸν κεφάλαιον 26,000,000, ἴσον πρὸς ὀνοματικὸν, πρὸς 67,40, δραχ. 38,575,667, καὶ τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ δραχ. 1,543,026. β) Ὅσα ἀπεσβέσθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν λιρ. στερ. 5,000,000 δάνεια σιδηροδρόμων·

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
ἤτοι Μύλων–Καλαμῶν λίρ. στερλ. 950,480
Μεσολογγίου–Ἀγρινίου » » 148,780
ἤτοι πραγματικὸν κεφάλαιονλιρ. στερλ.1,099,260

ἴσον πρὸς ὀνοματικὸν, ἐπὶ 72,75, ἐκ λ. 1,511,010, ἤτοι δρ. 37,775,750 καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ δρ. 1,511,010, τουτέστι τὸ ὅλον ὀνοματικὸν κεφάλαιον 173,570,757 δραχ. καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ 6,942,829, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφοῦ προσθέσωμεν τὰ κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1886 ἀποτελοῦντα τὸ δημόσιον χρέος ποσὰ δηλαδὴ 450,443,982 κεφάλαιον καὶ 28,794,569 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ἔχομεν ἐν συνόλῳ κεφάλαιον μὲν ὀνοματικὸν 624,014,739, καὶ τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ποσὸν 35,737,398. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον χρέος, ἀρχομένου τοῦ 1890 εἶναι, ὡς πρὸ μικροῦ ἀπέδειξα, 660,217,537, καὶ τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἀπαιτούμενον ποσὸν 30,269,991, ἑπομένως, ὡς πρὸς μὲν τὸ κεφάλαιον εἶναι ἀνώτερον κατὰ 36,202,798, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν κατώτερον κατὰ 5,467,107. Καὶ ἂν, ἀκολουθοῦντες τὴν μέθοδον τοῦ ἐξ Ἄρτης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, κεφαλαιώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 5,467,407, βεβαίως θὰ ἔχωμεν ἓν κεφάλαιον ἐξ 135,000,000....

§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περίσσευμα;

§39ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Καθ’ ἣν μέθοδον ὑμεῖς ηὐξήσατε τὸ χρέος κατὰ 130 ἑκατομμύρια.... Θὰ εἴχομεν, λέγω, ἓν κεφάλαιον ἐξ 135,000,000, τὸ ὁποῖον ἤθελε καλύπτει τὴν διαφορὰν ταύτην τῶν 36,000,000 καὶ ὀλιγοστεύσει τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ 100 ἑκατομμύρια. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἐπὶ ἔλαττον αὕτη διαφορὰ τῶν 5,467,407 ὡς πρὸς τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀπαιτούμενον ποσὸν κατ’ ἔτος, ὑπολογίζεται ἄνευ τοῦ διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἀπαιτουμένου ποσοῦ, ὅπερ καὶ ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 ἤθελεν ἐπιβαρύνει ταύτην κατὰ 6,000,000 τοὐλάχιστον. Καὶ καθ’ ἡμᾶς, ὀρθῶς πράττουσα ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοιαύτην διαφοράν. Ἀναγραφὴ τοιαύτη ἤθελεν εἶσθαι ὅλως ὑποθετικὴ καὶ ἄνευ βάσεων. Νὰ ὑπολογίσῃ τὴν διαφορὰν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σήμερον ἀγοραίας τιμῆς τοῦ συναλλάγματος καὶ ν’ ἀναγράψῃ εἰς βάρος τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ 6 ἑκατομμύρια; Μία τις ἐν Εὐρώπῃ αἰφνιδία χρηματιστικὴ διατάραξις, εἴτε πολιτικὴ περιπλοκή, δύναται νὰ διπλασιάσῃ τὴν σημερινὴν ὑποτίμησιν τῶν ἐγχωρίων τραπεζογραμματίων, καὶ τότε τὰ 6 ἑκατομμύρια δὲν ἀρκοῦσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς συναλλάγματος, δέον ν’ ἀναγραφῶσι 12 ἑκατομμύρια. Ἐὰν πάλιν ἄλλαι περιστάσεις εὐνούστεραι, ἢ ἡ συνομολόγησις ἑνὸς δανείου, οἷον λ.χ. τὸ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Λαρίσσης, εἰσκομίσῃ τοὐναντίον χρυσὸν εἰς τὸν τόπον, ἡ σημερινὴ ὑποτίμησις τῶν τραπεζογραμματίων ἐνδέχεται νὰ περιορισθῇ κατὰ πλεῖστον καὶ τότε τὰ 6 ἑκατομμύρια εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον περιττά. Ἐπίσης περιττὰ εἶναι καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἐπιτύχῃ καὶ κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος τὴν πραγματοποίησιν τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ χρυσοῦ, ἐκεῖθεν ποριζομένου, ὅπως ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη ἐπιτυχῶς ἐνήργησεν, ἀποφυγοῦσα τὴν ἐντεῦθεν ἐξαγωγὴν τοῦ μεταλλικοῦ καὶ τὴν ἐκ τούτου ἐπικειμένην σοβαρωτάτην διατάραξιν τῶν ἡμετέρων ἀγορῶν. Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπειδὴ δ’ ἐκεῖνος μὲν διηπόρει, ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ μετὰ τὸ 1886 συνομολογηθέντα δάνεια, ἕτεροι δὲ ῥήτορες τῆς πτέρυγος ταύτης, ὡς καὶ ὁ πρὸ μικροῦ καταβάς, ἰσχυρίσθησαν, ὅτι κατὰ πολὺ μέρος ἐχρησίμευσαν εἰς κάλυψιν ἀγνώστων ἐλλειμμάτων, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἐπαναλάβω συνοπτικῶς, ποῦ ταῦτα ἐδαπανήθησαν. Καὶ ὅταν καταδείξω εἰς ὑμᾶς ποῦ ἐδαπανήθησαν, καὶ ὅτι δὲν ἐδαπανήθησαν εἰς κάλυψιν ἐλλειμμάτων, γίνεται κατάδηλον, ὅτι αὐτὰ τὰ ἐλλείμματα, περὶ ὧν μᾶς ὁμιλοῦσιν, εἶναι ἀνύπαρκτα, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐλλείμματα, εἰμὴ ἴσως ἐν καταστάσει πόθων. Ἐὰν ὑπῆρχον ἐλλείμματα, ἀφοῦ δὲν ἐπληρώθησαν διὰ τῶν χρημάτων τῶν δανείων, θὰ ἔμενον ἀκάλυπτα, θὰ ἐβόων, θὰ ἦσαν πασίγνωστα· τοιαῦτα δὲ ἐλλείμματα ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν. Ἀλλ’ ὅταν ἡ χρῆσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν καταλείπῃ ἔλλειμμα, βεβαίως ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἰσοσκελής, καὶ κατὰ συνέπειαν καταῤῥέει οἴκοθεν ἡ θεωρία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὰ ἰσοζύγια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι εἰκονικά, θεωρία, τὴν ὁποίαν, μεθ’ ὅλας τὰς ἐντέχνους αὐτῆς προσπαθείας δὲν κατώρθωσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ καταστήσῃ πιστευτὴν οὔτε ἐντὸς οὔτε ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ἰδοὺ τὰ μετὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1886 πραγματοποιηθέντα δάνεια:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1ον.Ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 ἀντίτιμον ἐκ-
ποιηθεισῶν ὁμολογιῶν (εἶχον δὲ διατεθῆ μέχρις Ἀπριλίου
1886 ὁμολογίαι 108,000, ἀπέμειναν δὲ ἀδιάθετοι, ἀλλὰ
κατὰ τὸ πλεῖστον ἐνεχυριασμέναι, 92,000 μέχρι συμπλη-
ρώσεως τῶν 200,000 ὁμολογιῶν, ἐκληρώθησαν ἐν τῷ με-
ταξὺ 6,348, ὥστε ἀπέμεινον 85,652 ὁμολογίαι, αἵτινες
διετέθησαν ἐπὶ τιμῇ κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 309, ὥστε εἰ-
σεπράχθησαν 26,466,468
2ον.Ἀπὸ δάνειον κερματ. γραμματίων 14,000,000
3ον.Ἀπὸ δάνειον Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξ
ὀνομαστικοῦ κεφαλ. 15,000,000 πρὸς 67 10,050,000
4ον Ἀπὸ δάνειον 135,000,000 » 67.40 90,990,000
5ον » » λιρ. 1,200,000 » 68⅛ 20,437,500
βον » » λιρ. 5,000,000 » 72.75 90,945,000
ἤτοι 252,888,968

Ἐὰν εἰς ταῦτα προστεθῶσι:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
7ον Τὰ ληφθέντα ἐκ τοῦ δανείου τῆς
ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 10,000,000
8ον Τὰ ληφθέντα ἐπὶ πλέον δι’ ἐντόκων γραμματίων 5,000,000
εἰσεπράχθησαν ἐν ὅλῳ 267,888,968

Ἀλλ’ ἐξωφλήθησαν μετὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1886 τὰ ἑξῆς δάνεια καὶ ἄλλαι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Αʹτὸ δάνειον τῶν 6,000,000 ἤτοι 2,774,308
τὸ » » 25,000,000 » 14,664,250
τὸ » » 4,000,000 » 2,967,500
τὸ » » 26,000,000 » 3,712,000
τὸ » » 10,000,000 » 6,116,500
τὸ » » 60,000,000 » 57,245,000
Προκαταβολαὶ 55,875,000
Τὸ προσωρινὸν δάνειον τῆς Ἐθν. Τραπέζης 2,558,908
Τὸ δάνειον σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν 23,762,000

Τὸ δάνειον........

§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν μᾶς λέγετε τὸ σύνολον τῶν δανείων εἰς τί ποσὸν ἀνέρχεται;

§41ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐὰν θέλετε μέχρις αὐτοῦ τοῦ κονδυλίου, δὲν ἔχω κάμει τὴν πρόσθεσιν. Θὰ ἰδῆτε ὅμως ἀμέσως τὸ ὅλον ἄθροισμα......

§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐρωτῶ τοῦτο, διότι σᾶς ἔλεγον, ὅτι τὸ σύνολον τοῦτο εἶναι εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐνῷ τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ δανείων εἶναι εἰς χρυσόν.

§43ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη, εἶπον ὅτι εἶναι 267,762,898. Ἐξακολουθῶ. Πρὸς τούτοις λοιπὸν ἐξωφλήθησαν

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
τὸ δάνειον σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου 3,669,500
Ἔλλειμμα χρήσεων 1885—1886 60,313,381
Ἀξία ναυπηγουμένων θωρηκτῶν 26,000,000
Χιλιομετρικὴ ἐπιχορήγησις κατασκευαζο-
μένων σιδηροδρόμων 4,060,580
Στρατιωτικαὶ οἰκοδομαὶ 1,152,216
Ἐκκρεμὴς παρακαταθήκη παρὰ τῷ Com-
ptoir d’ Escompte λόγῳ διαφορᾶς περὶ τέλους
χαρτοσήμου 443,922
Ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1888, τὸ ὁποῖον
σαφῶς καὶ ἐγκαίρως ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις 2,447,883
Τὸ ὅλον 267,762,898

Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι οὐδ’ ἐλάχιστος δύναται πλέον νὰ ὑπάρχῃ δισταγμὸς, ὅτι οὕτως ἀκριβῶς διετέθησαν τὰ ἐκ τῶν δανείων πραγματοποιηθέντα ποσά, ὅταν μάλιστα ὡς ἐκ περισσοῦ ἀναλογισθῆτε, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον οὐδεμίαν ἐπιτρέπει πληρωμὴν ἐντάλματος μὴ ἐκδεδομένου ἐπὶ τῇ βάσει νομίμως κεχορηγημένης πιστώσεως. Πιστώσεις δὲ πρὸς κάλυψιν δῆθεν ἐλλειμμάτων, βεβαίως οὔτε ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, οὔτε δι’ ἄλλων εἰδικῶν νόμων ἐχορηγήθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τὸν ἀνυπόστατον τοῦτον ἰσχυρισμὸν, ὅτι μέρος τῶν δανείων τῶν πραγματοποιηθέντων μετὰ τὸ 1886 ἐχρησίμευσεν εἰς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων, προέβαλε κυρίως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι ἰσχυρίσθη ὁ κύριος Βουλευτὴς, οὐδὲν ἧττον ἀνυπόστατον τοῦ πρώτου. Ἔχει, εἶπε, τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν μένουσιν ἀκόμη ἀδιάθετα πέντε τουλάχιστον ἑκατομμύρια φράγκων, ὅπως ἐξωφληθῶσιν αἱ μηκέτι προσαχθεῖσαι ὁμολογίαι τοῦ ἀποσβεσθέντος δανείου τῶν 60,000,000, καὶ ἐμέμφθη τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ὅτι, ἐνῷ τοσοῦτον ἔχει χρυσὸν ἐν τῷ ταμείῳ, δανείζεται ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν.....

§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.

§45ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Εἰς τὸν λόγον σας, τὸν δημοσιευθέντα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι», εἶδον νὰ λέγητε, ὅτι ἔχετε τοιαύτας πληροφορίας, καὶ λυποῦμαι διατελῶν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐλέγξω καὶ ταύτην τὴν ἀνακρίβειαν τῶν πληροφοριῶν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ.

§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ «Ἐφημερὶς» κατεχώρισεν ἰδανικὴν ὅλως ἀφήγησιν τῶν ἐνταῦθα λεχθέντων. Ἐζήτησα ἀπὸ τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου τὰ πρακτικὰ, ἀποδεικνύοντα, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα — ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἐνέχεται εἰς τοῦτο — περιλαμβάνουσιν ὅλως τὰ ἐναντία τῶν ἐν τοῖς στενογραφημένοις πρακτικοῖς. Ἐγὼ εἶπον, διακόπτων τὸν κ. Βουλευτὴν, ἐρωτῶντα ἂν ἦναι πολλὰ τὰ μὴ πληρωθέντα, ὅτι ἀγνοῶ ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν αὐτῶν· ἀναγράφουσι τὰ πρακτικὰ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς κατόπιν εἶπεν, ὅτι εἶναι 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια, ἐγὼ δὲ εἶπον, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι μικρὸν καὶ ἀπέναντι τούτου ὑπάρχει μεταλλικὸν καὶ συνάλλαγμα. Ἐξήτασα κατόπιν περὶ τοῦ ποσοῦ καὶ ἔμαθον ὅτι τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν εἶναι 500,000 περίπου, ὑπάρχουσαι ἐν τῷ ταμείῳ εἰς μεταλλικὸν ἢ συνάλλαγμα. Ταῦτα εἶναι τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι» παρεστήθη ὅλως ἀντιθέτως, ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι πράγματι ὀφείλονται 5 ἑκατομμύρια, ἐνῷ εἶπον ὅτι δὲν γινώσκω ἀκριβῶς τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἐλάχιστον καὶ ὅτι ἀπέναντι τοῦ ἐλαχίστου τούτου ποσοῦ ὑπάρχουσι τὸ ἀναγκαῖον μεταλλικὸν καὶ τὰ ἀναγκαῖα συναλλάγματα.

§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ προσθέσω κἄτι τι. Ἀληθῶς συνυπελόγισα καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μένει ἀδιάθετον ἐν τῷ ταμείῳ ἀπέναντι τῶν μὴ πληρωθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἠρώτησα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἂν δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ εἰς πόσον ἀνέρχεται τοῦτο καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν δύναται. Ἀπαντῶν δὲ ἐγὼ, εἶπον ὅτι ἀνήρχετο εἰς 4–5 ἑκατομμύρια.

§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουσιν ὅτι εἴπετε 5–6.

§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔστω 5–6. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πάντων ὑμῶν, ὅτι πρὸ 6 περίπου μηνῶν μετεκομίσθησαν ἐνταῦθα πλέον τῶν 250,000 λιρῶν, ὅπως χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν τούτων. Εἰσῆλθεν εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ ἤθελον νὰ μάθω τί ἐξ αὐτῶν διετέθη.

§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπετε ὅτι πρέπει νὰ κρατῆται τὸ ποσόν· ἡ δὲ «Ἐφημερὶς», θέλουσα νὰ παραστήσῃ ὑμᾶς θριαβεύοντας κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, γράφει ὅτι ἐγὼ ἐπεκύρωσα τὰ περὶ τοῦ ποσοῦ παρ’ ὑμῶν ῥηθέντα, ὅπερ εἶναι ἀνυπόστατον, διότι, ἂν ὑπῆρχον 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια ἐν τῷ ταμείῳ, θὰ ἦσαν λίαν εὔλογα ὅσα εἴπετε, ἐνῷ δὲν ἦσαν εὔλογα, ἂν προέκειτο περὶ 500,000· ἐδῶ κεῖται τὸ ζήτημα· τοῦτο δὲ εἶπον ἐγώ, ὅτι τὸ ποσὸν ἦτο ἐλάχιστον.

§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοῇ τὴν ἐφημερίδα, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀνέγνωσα, νομίζω ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ παρ’ αὐτοῦ ἀπευθυνομένη μομφή. Ὅταν ἠρώτησα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ὑπάρχῃ ποσὸν 4–5 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἦτο προσδιωρισμένον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν μὴ ἐξοφληθεισῶν ὁμολογιῶν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν ὅτι δὲν γνωρίζει τί ποσὸν ὑπάρχει ἐν τῷ ταμείῳ, πᾶς τις ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ ὅτι ὑπῆρχε τὸ πλεῖστον τοῦ ποσοῦ τούτου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν τὸ τὸ μένον ποσὸν ἐπλησίαζε τὰ 5 ἑκατομμύρια ἢ τὰς 500.000 φράγκα! Σιωπῶν ἔδιδεν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ μένωσι μὴ πληρωθεῖσαι ἀρκεταὶ ὁμολογίαι καὶ νὰ μὴ ἐπῆλθε σπουδαία ἐλάττωσις εἰς τὸ διὰ τὴν πληρωμὴν των ὡρισμένον ποσόν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ διαφορᾶς 50 ἢ 100 χιλιάδων φράγκων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προσδιορίσῃ αὐτήν· ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ διαφορᾶς ἀνωτέρας τῶν 5,000,000, φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἠγνόει ἂν ἐπληρώθη ἢ μένῃ ἐν τῷ ταμείῳ τοιοῦτον ποσόν· τοῦτο ἤθελε δείξει, ὅτι ἐξακολουθεῖ τὸ σύστημα, ὅπερ ἐπὶ τοῦ ταμίου κ. Γρηγοράκη παρήγαγε τὸ γεγονὸς, νὰ ἀγνοῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὑπῆρχον πολλὰ ἑκατομμύρια ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ.

§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀνακριβὲς, ὅτι ἀπήντησα ὅτι ἀγνοῶ, εἰς ταύτην τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ· τὸ «ἀγνοῶ» εἶπον ἀπαντῶν εἰς ἑτέραν ἐπερώτησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ πρῶτον ἁπλῶς καὶ χωρὶς νὰ εἴπῃ τὸ τερατῶδες περὶ 5 ἢ 6 ἑκατομμυρίων, ἠρώτησε πόσον εἶναι τὸ μὴ πληρωθέν. Εἰς τοῦτο ἀπήντησα, ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω τι, ὅτε ὅμως εἶπε τὰ τερατώδη ἐκεῖνα, ἅτινα ἡ «Ἐφημερὶς» παρέστησεν ὡς παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα καὶ παρ’ ἐμοῦ κυρωθέντα, τότε τί εἶπον ἐγώ; ἐσιώπησα; Ὄχι· ἀπήντησα: «πρόκειται περὶ μικροῦ ποσοῦ». Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς εἶχεν εἰπεῖ: «καὶ πρέπει νὰ κρατεῖτε 5 ἕως 6 ἑκατομμύρια χρυσὸν εἰς τὸ ταμεῖον;» εὐθὺς τὸν διακόπτω, λέγων: πρόκειται περὶ μικροῦ ποσοῦ, ἑπομένως οὐχὶ 5 ἕως 6 ἑκατομμυρίων· τὸ μικρὸν δὲ τοῦτο ποσὸν εἶναι τὸ μνησθὲν παρ’ ἐμοῦ σήμερον, ὅτε γινώσκω αὐτὸ ἀκριβῶς. Ἡ «Ἐφημερὶς» ἀνέγραψε τὰ ἀντίθετα τούτων ὡς ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν εἰλημμένα καὶ οὐχὶ ἐξ ἀκροάσεως σημειωθέντα, καὶ παρέστησεν ἐμὲ ὡς κυροῦντα τὰ τερατώδη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθέντα. Ταῦτα εἶναι ἄτοπα καὶ ἐν ἐφημερίδι γραφόμενα, ἀλλ’ εἶναι ἀσυγγνώστως ἄτοπα ἐπαναλαμβανόμενα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.

§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπεκαλέσθην τίποτε, ἐξήγησιν ἔκαμον.

§54ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ποσόν. Καὶ ἐγὼ ἀνέγνων αὐτὸ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι».

§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐχὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει μου.

§56ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐνόμισα ὅτι ἀκριβῶς ἐσημειώθη τὸ λεχθὲν καὶ ἐφρόντισα νὰ λάβω σημείωσιν τῶν ὁμολογιῶν τῶν μέχρι τοῦδε ἐξοφληθεισῶν τοῦ ἀποσβεσθέντος δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ μάθῃ πόσαι ὁμολογίαι ἐξωφλήθησαν, εἶναι εὔκολον· ἐξωφλήθησαν ἐκ τοῦ δανείου τούτου 109,240 ὁμολογίαι, ἑπομένως ὑπολείπεται ποσὸν ὁμολογιῶν πρὸς ἐξόφλησιν περὶ τὰς 1150, αἵτινες φέρουσιν ἀξίαν 575,000 δραχμῶν. Οὐχὶ λοιπὸν 5 ἑκατομμύρια ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ταμείῳ, ἀλλὰ περὶ τὰς 575,000 δραχμῶν, ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖται, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ θίξῃ πρὸς ἕτερον σκοπόν. Τὸ ποσὸν αὐτὸ πρέπει νὰ μένῃ ἐν τῷ ταμείῳ, ὅπως ἐξαργυρῶνται αἱ ὑπολειπόμεναι ὁμολογίαι, εὐθὺς ὡς παρουσιάζωνται. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς πρὸς τοῖς ἄλλοις εἰς τὴν ἀγόρευσίν του εἶπε καὶ τὰ ἑξῆς· ὅτι «βοηθητικὰ μέτρα μετεχειρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου, βοηθητικὰ μέτρα θὰ μετεχειρίζετο καὶ ἐκεῖνος πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν». Καθ’ ἡμᾶς, ὁ μὲν κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως διαπλάσῃ ἄρτιον τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐφήρμοσε μετὰ δεξιότητος καὶ ἐπιτυχίας ὁμαλὰ καὶ συνήθη μέτρα τῆς οἰκονομικῆς ὑγιεινῆς, ἀλλὰ τὰ μέτρα τὰ βοηθητικὰ, δι’ ὧν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης φίλος μου ἐπαγγέλλεται νὰ ἐξελκύσῃ εἰς φῶς τὸ ἰσοζύγιόν του, φοβοῦμαι ὅτι εἶναι ἡ ἔκτρωσις.

§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε;

§58ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγας γραμμὰς, σχετικὰς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο ἀπὸ μίαν πραγματείαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψει (ἀναγινώσκει): «Προσδιορίζοντες μόνον 25,000,000 δρ. ὑπὲρ τῶν χρεῶν ἡμῶν, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἀναβάλωμεν τήν τε πληρωμὴν τῶν χρεωλύτρων καὶ 40% ἐκ τῶν τόκων τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, θὰ δώσωμεν δηλ. εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν 60% ἐκ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον πληρόνομεν σήμερον εἰς αὐτούς. Ἀλλὰ θὰ ὑποσχεθῶμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι τόσον τὸ χρεώλυτρον ὡς καὶ τὰ 40% τοῦ τόκου, τῶν ὁποίων ἀναβάλλομεν τὴν πληρωμὴν, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ τὰ ἀπολέσωσιν, ὡς ἤθελε συμβῆ διὰ τοῦ μέτρου τῆς ἀναγκαστικῆς μετατροπῆς τῶν δανείων ἡμῶν».

§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναγινώσκετε λογαριασμοὺς ἀνακοινωθέντας πρὸς ἐκλογεῖς. Τὰς γνώμας ἡμῶν ἐπανειλημμένως ἐξεφράσαμεν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς ὁποίας ὀφείλετε νὰ τὰς ἀρυσθῆτε.

§60ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ταῦτα εἶναι τὰ βοηθητικὰ μέτρα, τοιοῦτο τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. Καραπάνου, τὸ ἀνακοινωθὲν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του. (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ, γέλως ἐν τῇ δεξιᾷ). Νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς ἀπέδειξα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον ἐπραγματοποιήθησαν ἀπὸ τοῦ 1886, ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔκαμε χρῆσιν εἰς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων, ἑπομένως τὰ «εἰκονικὰ ἰσοζύγια», περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος, δὲν ὑπάρχουσι. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, κύριοι Βουλευταὶ, ἀποδέχομαι ὡς ἀκριβῆ καὶ κανονικὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890, καὶ θέλω ὑπερψηφίσει αὐτοῦ ἐν πλήρει πεποιθήσει, ὅτι τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένα εἰσὶν ὀρθὰ καὶ εἰλικρινῆ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων καὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀγορεύσας τὴν ἑσπέραν ταύτην Βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἠσχολήθη ἰδίως ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τῶν κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1890 χρεῶν τοῦ Κράτους, τοὺς ὁποίους οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνέφερον, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἀνέφερεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος εἶχε κατὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1890, ἀνήρχετο εἰς 660,000,000. Παραπλήσιόν τι βεβαίως ἰσχυρίσθη καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ πίνακος, τὸν ὁποῖον κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὅστις παριστᾷ τὰ χρέη τοῦ Κράτους ἀνερχόμενα εἰς 603,103,417. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπεκήρυξε τὸν πίνακα τοῦτον μετὰ δύο ἡμέρας, ἰσχυρισθεὶς ὅτι, ἂν καὶ κατέθηκε....

§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν κατέθηκα ἐγὼ τοιοῦτον πίνακα· ἐλήφθη οὗτος ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ τῇ βάσει ἑτέρου πίνακος, ἀπολήγοντος εἰς ποσὸν 660,000,000. Τοῦ πίνακος, ὃν ἀναφέρετε ἡμεῖς, δὲν εἶχον γνῶσιν.

§63ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς εἰσήχθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὸν ἐπαρουσίασεν ὁ κ. Βαλσαμάκης;

§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὸν εἶδον τὸ πρῶτον ἐν τῷ φακέλλῳ τῶν ἐγγράφων τῆς Ἐπιτροπῆς.

§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μήπως εἶναι πλαστογραφημένη ἡ ἐν τῷ πίνακι ὑπογραφὴ τοῦ τμηματάρχου τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν;

§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπογραφὴν φέρει τοῦ τμηματάρχου καὶ οὐχὶ τοῦ Ὑπουργοῦ.

§67ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶχον ὑποβάλει ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοιαύτην αἴτησιν, ὅπως μοὶ δοθῇ τοιοῦτος πίναξ, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε τελειώσει τὴν ἐργασίαν της καὶ ὁ πίναξ δὲν εἶχεν ἔλθει. Εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι μάρτυρα τὸν κ. Σιμόπουλον. Διὰ τοῦτο ὑπεχρεώθην καὶ ἔπειτα νὰ ζητήσω τὴν ὑποβολὴν τοιούτου πίνακος. Αὐτὸς ὁ πίναξ ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐδόθη εἰς τύπωσιν.

§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπεβλήθη παρ’ ἐμοῦ.

§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀμφισβητεῖ, ὅτι κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν πίνακα τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ χρέη ἀνέρχονται εἰς 603,103,417 κατὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1890. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἰσχυρίζεται, ὅτι πίνακα τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους εἶχε ζητήσει δὶς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀποσταλῆ αὐτῇ τοιοῦτος. Ὅταν δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπέρανε τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε δι’ ἐπερωτήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα κατατεθῇ τοιοῦτος πίναξ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαιοῖ, ὅτι δὲν κατέθηκε τοιοῦτον πίνακα. Ἐὰν ἡ ὑπογραφὴ τοῦ τμηματάρχου ἐπὶ τῶν δημοσίων χρεῶν ἦτο πλαστογραφημένη, δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι σεῖς, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κεφαλληνίας, εἴχετε καταθέσει πίνακα οὕτω πλαστογραφημένον. Ἀλλ’ ἡ ὑπογραφὴ δὲν εἶναι πλαστογραφημένη, ὡς πρὸ μικροῦ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἑπομένως ποίαν σημασίαν ἔχει, ἐὰν κατέθηκε ἢ δὲν κατέθηκε τὸν πίνακα τοῦτον ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ ἔχει ὑπογράψει αὐτὸν ὁ φύλαξ τῶν βιβλίων τοῦ δημοσίου χρέους, ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, ὁ δυνάμει εἰδικοῦ νόμου καὶ δυνάμει τοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος κατασταθεὶς νὰ διευθύνῃ τὸ τμῆμα αὐτό; Ἡ γραπτὴ βεβαίωσις αὐτοῦ περιβάλλει τὸν πίνακα τοῦτον μὲ τὸ κῦρος τοῦ δημοσίου ἐγγράφου, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἂς ἀρνεῖται οὐ μόνον τὸν πίνακα τοῦτον, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα λέγει ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος γράφει. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν Συμβολαιογράφον ἐνταῦθα, ἵνα συντάσσῃ συμβόλαια καὶ δι’ αὐτῶν βεβαιοῖ ποῖον ἔγγραφον κατατίθεται ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ποῖον δὲν κατατίθεται. Ἡμεῖς βλέπομεν πίνακα, φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τμηματάρχου τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν, ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ ὅτι 603,103,417 εἰσὶ τὰ χρεωστούμενα. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλο Κοινοβούλιον εἰς τὸν κόσμον, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ προβάλλωνται τοιαῦται ἀμφισβητήσεις, ν’ ἀμφισβητῶνται γεγονότα ἀναντίῤῥητα, καὶ ἄλλοτε μὲν, ὅτε ἐπιθυμοῦσι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπερωτήσεων ν’ ἀποφύγωσι τὴν εὐθύνην, νὰ ὁμιλῶσι περὶ ὑπηρεσίας καὶ νὰ ζητῶσι νὰ κρυφθῶσιν ὑπὸ τὰς πτέρυγας τῶν τμηματαρχῶν καὶ τῶν νομικῶν συμβούλων των, καὶ νὰ παριστῶσι τότε πόσον αἱ πληροφορίαι αὐτῶν ἔχουσιν ἐπίσημον κῦρος, σήμερον δὲ, ὅτε συλλαμβάνομεν αὐτοὺς ζητήσαντας διὰ πίνακος ἀποκρύπτοντος τὸ ἀληθὲς ποσὸν τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους ν’ ἀποπλανήσωσι τὴν Βουλὴν, νὰ ἀρνῶνται τὸ κῦρος τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ὡς ἐὰν μόνον ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐν ἐγγράφῳ περιβάλλῃ τὸ ἔγγραφον δι’ ἐπισήμου κύρους. Ἀλλ’ εἴτε 603,000,000 ἀναγράφει ὡς ὀφειλόμενα ὁ πίναξ ὁ φέρων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τμηματάρχου τῶν δημοσίων χρεῶν, εἴτε 660 ἑκατομμύριά εἰσι ταῦτα, ὡς ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἰσχυρισθεὶς ὅτι συνέταξε δῆθεν πίνακα, ὃν ἔχει ἐν τῇ οἰκίᾳ του, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον δὲν κατέθηκεν ἀκόμη εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδ’ ἐδημοσίευσεν, εἴτε, λέγω, εἶναι 660 ἑκατομμύρια τὰ ὀφειλόμενα, ὡς εἶπε καὶ ὁ Βουλευτὴς Σύρου, ὁ ὁποῖος ἤντλησε τὴν πληροφορίαν ταύτην ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ποιῆται χρῆσιν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβε κρύφα ἀπὸ δημόσιον γραφεῖον, πρὶν ἢ αὗται κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν· ὁσαδήποτε, λέγω, καὶ ἂν ἦναι τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὀφείλει τὸ Κράτος, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν πινάκων οὐδὲ τοῦ τμηματάρχου τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν, ὃν ἀπεκήρυξεν ὁ Πρωθυπουργὸς, οὐδὲ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον δῆθεν συνέταξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς λέγει, τὸν ὁποῖον ὅμως φυλάσσει ἐν τῇ οἰκίᾳ του ἀπόῤῥητον. Ἔχομεν ἕνα μέγαν πίνακα, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890, καὶ ἐν αὐτῷ εὑρίσκομεν πόσα πράγματι ὀφείλομεν. Μήπως ὑπάρχει τις, προτιθέμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890; Μήπως τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον συνετάξαμεν ἡμεῖς; Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν εἶσθε ἠναγκασμένοι ν’ ἀναγράψητε ὅσα πράγματι ὀφείλομεν, διότι εἴχετε ἀνάγκην πιστώσεως, καὶ δὲν ἠδύνασθε νὰ κρύψητε τὰ ἀληθῶς ὀφειλόμενα. Ὅταν δ’ ἡμεῖς ποιώμεθα χρῆσιν τῶν ἀριθμῶν τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τότε ἀδιαφοροῦμεν, ἂν ἄλλοτε εἰσάγητε πίνακας, ὧν ὑμεῖς ἔπειτα ἀμφισβητεῖτε τὸ κῦρος, ἢ ἂν ἄλλοτε εἰσάγητε ἄλλας πληροφορίας, αἵτινες ἐν οὐδενὶ ἐγγράφῳ περιελήφθησαν. Ἐδημοσιεύθη πρὸ πεντήκοντα ἡμερῶν κατάλογος τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐφημερίδος «Πρωΐας», τὸν κατάλογον δὲ τοῦτον συνέταξα ἐγὼ καὶ ἐγὼ ἔδωκα αὐτὸν εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἥτις ἐδημοσίευσεν αὐτόν. Τὸν κατάλογον δὲ τοῦτον ἠρύσθην ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Ἀναγινώσκω ἓν πρὸς ἓν τὰ χρέη, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ καταλόγῳ τούτῳ, καὶ προκαλῶ πάντα νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ὑπάρχῃ τι ἐν αὐτῷ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἢ ἂν ὑπάρχῃ ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένον ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ὀφείλομεν. Ἀναγινώσκω λοιπὸν τὸν κατάλογον, καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς ἐφ’ ἑκάστου τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένων δανείων. Ὀφείλομεν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου ἐκ τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων τῆς 30 Νοεμβρίου 1874 δραχ. 20,303,500, ἀντίτιμον 40,607 ὁμολογιῶν, αἵτινες δὲν ἐξωφλήθησαν ἀκόμη; Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων τῆς 17 Δεκεμβρίου 1876 δραχ. 886,550, ἀντίτιμον 3545 ὁμολογιῶν, αἵτινες ἀκόμη δὲν ἐξωφλήθησαν; Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων 8,900,000, ἀντίτιμον 17,800 ὁμολογιῶν, ὑπαρχουσῶν ἔτι ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ; Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας τοῦ 1882 δραχ. 17,580,146; Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 30 ἑκατομμυρίων (1,200 000 λιρῶν ἀγγλικῶν), τὸ ὁποῖον συνωμολογήσατε ἡμεῖς κατὰ τὸ 1889, δραχ. 30,000,000; Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 125 ἑκατομμυρίων (5,000, 000 λιρῶν ἀγγλικῶν), τὸ ὁποῖον συνωμολογήσατε ὑμεῖς κατὰ τὸ 1889, δραχ. 125,000,000; Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, τοῦ συνομολογηθέντος κατὰ τὸ 1881, δραχμὰς 109,920,000, ἀντίτιμον 219,840 ὁμολογιῶν, αἵτινες δὲν ἐξωφλήθησαν εἰσέτι; Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς συνωμολογήσατε κατὰ τὸ 1884, καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1887 μετεποιήσατε εἰς δάνειον 100 ἑκατομμυρίων, δραχ. 96,820,000, ἀντίτιμον 193,652 ὁμολογιῶν, μήπω ἐξοφληθεισῶν; Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 1824 καὶ 1825, τοῦ μετατραπέντος κατὰ τὸ 1879, δραχμὰς 15,106,644, κατὰ τὴν σημείωσιν, ἣν ὑμεῖς ἀνεγράψατε ἐν τῇ σελ. 7 τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889; Ὀφείλομεν ὑπόλοιπον χρέους εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ ἀνειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος δρ. 2,660,039; Ὀφείλομεν ὑπόλοιπον τοῦ Πατριωτικοῦ δανείου δραχμὰς 2,643,890; Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς συνωμολογήσατε κατὰ τὸ 1887, δραχμὰς 134,000,000, ἀντίτιμον 268,800 ὁμολογιῶν, ὑπαρχουσῶν ἐν κυκλοφορίᾳ; Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ὡσαύτως συνωμολογήσατε κατὰ τὸ 1887, δρ. 14,945, ἀντίτιμον 29,890 ὁμολογιῶν, ὑπαρχουσῶν ἐν κυκλοφορίᾳ; Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων τοῦ 1833 πρὸς τὰς Δυνάμεις ὅσα ὑμεῖς ἐσημειώσατε ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, ἤτοι δραχμὰς 86,123, 047; Ὀφείλομεν δι’ ἐντόκων γραμματίων δραχ. 10,000,000; Ὀφείλομεν ἕνεκα τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ κερματικῶν γραμματίων δραχ. 14,000,000; Ὀφείλομεν διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρὸς τὰς τρεῖς Τραπέζας, τὴν Ἐθνικὴν, τὴν Ἰονικὴν καὶ τὴν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, δραχ. 71,553,241:37, ἤτοι πρὸς τὴν Ἐθνικὴν δραχ. 67,109,074:07, πρὸς τὴν Ἰονικὴν δραχ. 3,643,789:30, καὶ πρὸς τὴν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας δραχ. 800,378; Πάντα ταῦτα τὰ ποσὰ δὲν συγκεφαλαιοῦνται εἰς 760, 841,757:37; Ἔχει τις ἀντίῤῥησίν τινα ἐπὶ ποσοῦ τινος ἐκ τῶν εἰρημένων; Ἂς τὴν προβάλῃ. Πῶς λοιπὸν σιγᾶτε, ἀφοῦ πρὸ μικροῦ ἠμφισβητεῖτε, ὅτι δὲν εἶναι τόσα τὰ χρέη τοῦ Κράτους; Θέλετε γνήσιον ἢ θέλετε πλαστὸν τὸν πίνακα τοῦ τμηματάρχου τῶν δημοσίων χρεῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν; Θέλετε νὰ πιστεύσητε τὸν πίνακα τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἢ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου; Πιστεύσατέ τον. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 κραυγάζει, ὅτι κακῶς πράττετε, πιστεύοντες τοὺς λόγους τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἢ τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου. Ὅστις φρονεῖ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, ἂς παρουσιασθῇ ν’ ἀμφισβητήσῃ αὐτά. Νομίζετε, ὅτι σᾶς ἐπιτρέπετε νὰ παίζητε μὲ τοὺς λόγους καὶ μὲ τὰς φράσεις; Τοὺς ἀριθμοὺς οὐδεὶς δύναται νὰ διαψεύσῃ. Εὑρέθη μάλιστα μία μηχανὴ, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐφάνη, ὅτι δεξιῶς ἐχειρίσθη ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ κατόπιν αὐτοῦ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως· μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ κατὰ μίμησιν αὐτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἑρμουπόλεως, ἐχειρίσθησαν δεξιῶς τὴν μηχανὴν ταύτην. Ἔλεγον καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος: «ἡμεῖς πρέπει νὰ παραβάλωμεν τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ὠφείλομεν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 πρὸς τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ὠφείλομεν κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1886.» Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποφεύγει διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885, καὶ ἐπειδὴ ἐπήλθομεν ἡμεῖς, κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους, κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, καὶ ἀνεκόψαμεν, μᾶς εἶπε, τὴν ἐφαρμογὴν τῆς οἰκονομικῆς πολιτείας του, κυβερνήσαντες 12 μῆνας, ὑποκρίνεται, ὅτι λησμονεῖ τὸ διάστημα τῶν ἐτῶν 1882, 1883, 1884 μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885, καὶ λαμβάνει ὡς ἀφετηρίαν τὸ 1886, καὶ ποιεῖται τὰς παραβολὰς τῶν χρεῶν τῆς 1 Ἰανουαρίου 1890 πρὸς τὰ ποσὰ τῶν χρεῶν τῆς 30 Ἀπριλίου 1886. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως δὲν ἠδύνατο, εἰμὴ νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας τῷ ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐδ’ ἠξίουν παρ’ αὐτοῦ μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν, ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διεγράφησαν εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ διατὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀποφεύγει νὰ παραβάλῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς 31 Δεκεμβρίου 1882, ἤτοι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀρχίσει νὰ ἐφαρμόζῃ τὴν πολιτικήν του; Ἡμεῖς δὲν λέγομεν, νὰ παραβάλωσι τὴν κατάστασιν τῶν χρεῶν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 πρὸς τὴν κατάστασιν αὐτῶν κατὰ τὴν 10 Φεβρουαρίου 1882, ὅτε ἀνέλαβεν ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν Κυβέρνησιν, προτρέπομεν ὅμως αὐτοὺς καὶ ἐπιμένομεν, καὶ νομίζομεν ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀξιῶμεν, ὅτι πρέπει ἡ παραβολὴ νὰ γίνηται πρὸς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκοντο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1882. Τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 συνέταξεν ὁ νῦν Πρωθυπουργός. Κατὰ τὸ 1882 εἶχον προστεθῆ καὶ αἱ νέαι ἐπαρχίαι, εἶχον πλέον κανονισθῆ καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα αὐτῶν· τὸ φυσικὸν λοιπὸν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀναδράμωμεν, εἶναι ἡ 31 Δεκεμβρίου 1882, καὶ πρὸς τὰ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον χρέη τοῦ Κράτους πρέπει νὰ παραβάλωσι τὰ χρέη τὰ ὑπάρχοντα τῇ 1 Ἰανουαρίου 1890. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως δὲν στέργει, ἀλλὰ ζητεῖ νὰ παραβάλῃ αὐτὰ πρὸς τὰ κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1886 ὑπάρχοντα χρέη, διότι θέλει νὰ ῥίψῃ εἰς βάρος ἡμῶν πᾶσαν τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1886. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1882, κατὰ τὸ 1883, κατὰ τὸ 1884 ἐκυβερνᾶτε ὑμεῖς, πῶς δὲ θέλετε ἡμεῖς νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην τῆς διοικήσεως ὑμῶν; Σεῖς ἐδιοικήσατε τρία ἔτη πλήρη, ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου 1882 μέχρι τοῦ Ἀπριλίου 1885. Πῶς θέλομεν ἀναλάβει ἡμεῖς τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως ὑμῶν ταύτης; Ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν τότε τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ὑμῶν καθ’ ὅλην τὴν τριετίαν. Ἡμεῖς ἠγωνίσθημεν τότε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπως σᾶς ἀνακόψωμεν ἀπὸ τῆς κατωφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφέρεσθε. Ἡμεῖς προανηγγείλαμεν τότε τὸν ὄλεθρον, τὸν ὁποῖον παρεσκευάζετε εἰς τὴν χώραν. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τότε δι’ ὅλων τῶν μέσον τῶν νομίμων νὰ σᾶς σταματήσωμεν. Ἀλλὰ δὲν σᾶς ἄφινεν ὁ ἀκόρεστος πόθος τῆς ἀρχῆς. Ἠθέλατε νὰ σχηματίσητε κόμμα, ἠθέλατε νὰ λεηλατήσητε τὰ λείψανα τοῦ κόμματος τοῦ ἀποβιώσαντος τότε πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῆς Μεσσηνίας, διὰ νὰ προσεταιρισθῆτε αὐτὰ, νὰ τὰ ὀργανώσητε, νὰ γένωνται ὑπήκοα ὑμῶν, νὰ περιβληθῆτε πολιτικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν δὲν εἴχετε. Καὶ πρὸ τοῦ πόθου τούτου δὲν ἐφείδεσθε οὔτε τοῦ χρήματος τοῦ δημοσίου, οὔτε οὐδενός. Καὶ ὅταν ἡμεῖς, ἡγουμένου ἐκείνου τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, τοῦ ἀληθῶς ὑπερόχου, ἐλέγομεν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν «μὴ σπαταλᾷς, φείδου τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου», ἐκεῖνος μᾶς ἀπεκρίνετο γελῶν, ὅτι εἶχε ἑκατομμύρια δεξιὰ, ἑκατομμύρια ἀριστερὰ, ἑκατομμύρια ὄπισθεν, ἑκατομμύρια πρὸ ἡμῶν, καὶ ἐδαπάνα ἀλογίστως. Πῶς λοιπὸν ἀποφεύγετε τὴν εὐθύνην τῆς τριετοῦς ἐκείνης διοικήσεώς σας; Ἡμεῖς σᾶς διεδέχθημεν κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ἐδιοικήσαμεν 12 μῆνας μόνον, καὶ σεῖς σπεύδετε νὰ μᾶς ἐπιβαρύνητε διὰ τῶν ἐλλειμμάτων οὐχὶ ἑνὸς, ἀλλὰ δύο ἐτῶν, μᾶς βαρύνετε διὰ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1885, ἐνῷ 4 μῆνες τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐδιοικήσατε σεῖς, μᾶς ἐπιβαρύνετε διὰ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ 1886, ἐνῷ τοὺς 8 μῆνας τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐδιοικεῖτε σεῖς, καὶ ἐδιοικεῖτε κατὰ τρόπον, τοῦ ὁποίου τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν θέλει ἐλθεῖ ἡμέρα νὰ ἐξελέγξω καὶ νὰ ἀποκαλύψω, οὐχὶ μόνον ὡς ἀσύνετον, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄστοργον πρὸς τὸν τόπον. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡμεῖς κατὰ τὸ δωδεκάμηνον διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐδιοικήσαμεν, ἀνακόψαντες τὴν διοίκησιν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, νομίζετε ὅτι ἀνεδέχθημεν μεγάλα ποσὰ δανείων καὶ ἐπεβαρύναμεν διὰ βαρέων δανείων τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, χειροτερεύσαντες αὐτὴν, ἐνῷ ὁ Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀφήσει αὐτὴν εἰς κρείττονα κατάστασιν; Πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω πόσα τότε ἐδανείσθημεν. Ἡμεῖς ἐδανείσθημεν διὰ προκαταβολῆς 6,000,000 δραχ. διότι ἐπρόκειτο νὰ πληρώσωμεν δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐνηργήσαμεν; Οὐχί. Ἀλλὰ διὰ νὰ πληρώσωμεν ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεως τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἰδοὺ ποίας πληροφορίας ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Λογιστηρίου, ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἔδιδεν εἰς ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τίνων λόγων μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δανεισθῶμεν 6,000,000, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθημεν διὰ προκαταβολῆς, ἤτοι διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου, δι’ οὗ ἐδανείζετο πρὸ ἡμῶν ὁ Πρωθυπουργός. Εἴχομεν ἀνάγκην νὰ πληρώσωμεν κατὰ τὴν 15 Μαΐου 1885 εἰς τόκους:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Αʹ)Τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων δρ. 242,330
Βʹ)Τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων
κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1885 » 845,107
Γʹ)Τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων » 326,250
Δʹ)Τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων» 3,484,187
Εʹ)Τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων» 1,536,000
τῶν προκαταβολῶν ἐπὶ ἐνεχύρῳ » 170,000
Ϛʹ)Κατὰ τὴν 12 Ἰουλίου, τοῦ δανείου
τῶν 60 ἑκατομμυρίων » 991,400
Ζʹ)Τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 » 945,000
Τὸ ὅλον δρ.8,540,274

Ἐνῷ δὲ ὠφείλομεν κατὰ ταῦτα νὰ πληρώσωμεν ὀκτὼ καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, δὲν ὑπῆρχον ἐκ τῶν εἰσπεπραγμένων τελωνειακῶν ἐσόδων, τῶν παρακεχωρημένων εἰς ἐγγύησιν τῶν εἰρημένων δανείων, εἰμὴ 2,588,048 δραχμαὶ, ἑπομένως ὑπῆρχεν ἀνάγκη 6,000,000, καὶ ταῦτα ἐδανείσθημεν τὴν 22αν Μαΐου 1885 διὰ προκαταβολῆς. Ἐδανείσθημεν προσέτι 48,000,000 ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ταρπέζης καὶ τῶν δύο ἄλλων Τραπεζῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι προεκαλέσαμεν τότε νόμον περὶ δανείου 100 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ τὸν νόμον τοῦτον δὲν ἐξετελέσαμεν, οὐχὶ διότι, ὡς ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, οὐχὶ, λέγω, διότι δὲν εὑρίσκομεν νὰ δανεισθῶμεν οὔτε ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν. Ἀναιρῶ τὴν ῥῆσιν ἐκείνην τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἦτο ἀληθής. Παρίστα τὸ Κράτος ὡς περιελθὸν εἰς ἀληθῆ ἀπόγνωσιν, διὰ νὰ ἐπιδείξῃ ἑαυτὸν σωτῆρα, αὐτὸς ὁ ὀλετὴρ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος. Λέγω ὅτι δὲν ἦτο ἀληθὲς, καὶ ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας τὸν κ. Μάρκον Ῥενιέρην, τὸν κ. Ἀνδρέαν Συγγρὸν, τὸν κ. Ἀθηνογένην, τὸν κ. Μέρλιν, οἵτινες, κληθέντες ὑπ’ ἐμοῦ, συνῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐωτερικῶν, ὡς διευθυνταὶ τῶν τεσσάρων Τραπεζῶν. Μετὰ σύσκεψιν μοὶ εἶπον, ὅτι ἠδύναντο νὰ μοὶ δώσωσι τὰ 100 ἑκατομμύρια τοῦ δανείου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐξοφληθῶσι συγχρόνως αἱ ὀφειλόμεναι προκαταβολαὶ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἀπετάθην τότε πρὸς τὸν κ. Συγγρὸν, διότι ὁ κ. Ρενιέρης, ὡς διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐδόλως ἐνείχετο εἰς τὰς εἰρημένας προκαταβολὰς, καὶ εἶπον πρὸς τὸν κ. Συγγρὸν, ὅτι, ἐὰν ἤθελον στέρξει νὰ ἀποδεχθῶ τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον μοὶ ἐπρόβαλεν, ἤθελον βελτιώσει τὰ μάλιστα τὴν θέσιν αὐτῶν, ὡς δανειστῶν, διὰ τῶν προκαταβολῶν, διότι μέχρι τοῦδε αὐτοὶ, οἵτινες εἶχον δώσει χρήματα ὡς δάνειον διὰ προκαταβολῆς, εἶχον ὡς ἐγγύησιν τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, αἵτινες εἶχον δοθῆ εἰς αὐτοὺς ὡς ἐνέχυρον· ἀλλ’ ἡ θέσις αὐτῶν ἤθελε βελτιωθῆ, διότι ἀντὶ ὁμολογιῶν ὡς ἐνέχυρον ἤθελον ἔχει οὐχὶ μόνον τὴν πρόσοδον τῶν μονοπωλείων, ἀλλὰ καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλείων. Καὶ ὄντως οὐδὲν δάνειον δύναται νὰ ἔχῃ μεγαλείτερα πλεονεκτήματα, μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις ἢ ὅσας παρέχει τὸ δάνειον τοῦτο. Ἑπομένως ἀντὶ τοῦ ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον παρεῖχον αὐτοῖς, βελτιῶν τοσοῦτον τὴν θέσιν αὐτῶν, ἠρώτων, ποῖον ἀγαθὸν παρεῖχον αὐτοὶ ὡς ἀντάλλαγμα εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Ἀνδρέας Συγγρὸς μετὰ μειδιάματος ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἶχον δίκαιον, ἀλλὰ μοὶ εἶπεν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει πλέον ὁμολογίας ὡς ἐνέχυρον προκαταβολῶν ἢ μόνον 100 ἢ 200 χιλιάδων δραχμῶν· αὐτὰ, ἅπερ εἶπον, ἁρμόζουσιν εἰς τὸν κ. Ἀθηνογένην, ὡς διευθυντὴν τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, ἥτις εἶναι βεβαρημένη μὲ τὰς προκαταβολάς. Τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 100 ἑκατομμυρίων συνωμολόγησεν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1887, ἀποδεχθεὶς τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλον καὶ εἰς αὐτὸν, ἤτοι μετατρέψας εἰς τὸ δάνειον τοῦτο τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος προκαταβολάς· ἀπεδέχθη μάλιστα καὶ ἄλλον ὅρον, βαρύτερον, τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν ἀντὶ 27 ἑκατομμυρίων. Περὶ τῶν θωρηκτῶν τούτων θέλω ὁμιλήσει κατόπιν, περιοριζόμενος ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὰ δάνεια. Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1882 τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου ἀνήρχοντο εἰς 416,356,435, ὡς συνάγεται ἀπὸ τὴν μελέτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882. Ἐὰν προσθέσητε τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνωμολόγησε πρὸ τοῦ 1885, ἐὰν προσθέσητε τὸ δάνειον τῶν 18,000,000 τῆς ὁδοποιΐας, θέλετε ἔχει 604,356,435, τὰ ὁποῖα, ὅτε ἀνήλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εὕρομεν ὀφειλόμενα κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885· ἀφοῦ δ’ ἡμεῖς κατὰ τὰ εἰρημένα δὲν προσεθήκαμεν εἰμὴ τὰ 6,000,000 τῆς προκαταβολῆς τοῦ τόκου τοῦ 1885, καὶ τὰ 65,480,395:29, τὰ ὁποῖα ὠφείλομεν κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1886 ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τὰς τρεῖς Τραπέζας, ἕπεται, ὅτι ἀνεβιβάσαμεν τὰ χρέη τοῦ Κράτους εἰς 675,836,830, προσθέντες εἰς τὰ μέχρι τοῦ Ἀπριλίου ὑπάρχοντα 71,480,355. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀρέσκεται νὰ ἐπιμένῃ, ἵνα παραβάλλῃ τὸ ποσὸν τῶν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 ὀφειλομένων, οὐχὶ πρὸς τὰ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1882 ὑπάρχοντα χρέη, ἀλλὰ πρὸς τὰ κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1886. Ἐπιθυμεῖ δηλαδὴ νὰ ἐπιβαρύνῃ ἡμᾶς μὲ τὴν εὐθύνην τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον αὐτὸς συνωμολόγησε κατὰ τὸ 1884, δανείου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν πρώτην πληγὴν καὶ κυριωτάτην τῶν αἰτιῶν, αἵτινες περιήγαγον τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος εἰς ἣν τυγχάνουσι νῦν κατάστασιν. Καὶ ὄντως ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου ἐκείνου ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατέστη, ἐὰν οὐχὶ ἀπεγνωσμένη, ἀλλὰ δυσχερεστάτη· ἐνθυμοῦνται δὲ πάντες, ἰδίως ὑμεῖς, ὅσοι ἐτυγχάνετε Βουλευταὶ κατὰ τὴν Περίοδον ἐκείνην, εἰς ποῖον ἀγῶνα ὑπεβάλομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀναστείλωμεν τὸν Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τοῦ δανείου ἐκείνου, μετὰ πόσης δ’ ἐπιμονῆς ἔκλειε τότε τὰ ὦτά του εἰς τὰς παραστάσεις ἡμῶν; ἐνθυμεῖσθε πῶς, καὶ ὅταν ἀκόμη ἀπέτυχεν ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, ὁ Πρωθυπουργὸς εὐηγγελίζετο, ὅτι ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ τοῦ δανείου ἐκείνου εὕρισκεν αὐτὸς τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ. Καὶ ἡ ἐπιτυχία τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων κατέληξεν εἰς τὸ ἑξῆς πόρισμα, ὅτι ὀφείλομεν σήμερον οὐ μόνον 100 ἑκατομμύρια ὡς δάνειον, εἰς τὸ ὁποῖον μετεβλήθη τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ὅτι ὀφείλομεν προσέτι καὶ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς συνωμολόγησεν, ἵνα ἐξοφλήσῃ τὰς προκαταβολὰς, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει, ἵνα ἄρῃ κατὰ τὸ 1884 τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ πληρώσῃ τὰ ἐλλείμματα τῆς ἀπὸ τοῦ 1882–1884 τριετοῦς διοικήσεώς του, ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἤτοι, ὅτι ὀφείλομεν 235 ἑκατομμύρια. Καὶ ἀληθῶς ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, τοῦ συνομολογηθέντος ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸ 1887, δὲν ἐπληρώθησαν, εἰμὴ μόνον τὰ 21 ἑκατομμύρια, ἅτινα εἶχε δανεισθῆ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1886 πρὸς πληρωμὴν τοῦ ὀφειλομένου εἰς Εὐρώπην ἀντιτίμου τοῦ κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν ἀγορασθέντος ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ προσέτι τὰ 27 ἑκατομμύρια τῆς ναυπηγήσεως τῶν ναυπηγουμένων τριῶν πλοίων. Τοιαύτη τυγχάνει ἡ οἰκονομικὴ δεξιότης τῆς τριετοῦς Κυβερνήσεως τῶν 1882–1885, τὴν ὁποίαν τόσον ἐπιμόνως ἀποστέργουσι σήμερον, ζητοῦντες νὰ λησμονήσωμεν ἐκείνην, καὶ νὰ χρονολογήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν αὐτῶν ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1886. Μήπως δὲν μετῆλθε τὴν αὐτὴν τακτικὴν τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ αὐτὸς ἠθέλησε νὰ παραβάλῃ τὴν κατάστασιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης πρὸς τὴν κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1886 κατάστασιν, οὐδ’ ἠρέσκετο ν’ ἀναδράμῃ πέραν τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1886 καὶ νὰ ἀνεύρῃ ποίαν εἶχε παρασκευάσει κατάστασιν καὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ὑπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν Κυβέρνησις τῶν 1882–1885. Ἀληθῶς εἴπετο, ὅτι τοιαύτην ἤθελε μετέλθει τακτικὴν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι τυγχάνει μαθητὴς διακεκριμένος τῆς σχολῆς, τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν δὲν ἦτο τοιοῦτος, δὲν ἤθελε γίνει δεκτὸς ἐν τῇ σχολῇ, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ καταταχθῇ εἰς ἣν ἐν αὐτῇ ἀνήχθη τάξιν τοῦ παιδονόμου. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει μέγα προτέρημα, τὸ προτέρημα, ὅτι ἔχει τοσοῦτον θάῤῥος, ὥστε, καὶ ὅταν προκαλῇ ἀπονομὴν χάριτος εἰς τὸν Τάκην, καὶ τότε νὰ γαυριᾷ καὶ νὰ κομπάζῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, ζητῶν νὰ θαυμάσῃ αὐτὸν ἡ Βουλή, καὶ ὅταν τολμᾷ νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Τάκην ὡς ἀπόφοιτον τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ τότε ἀκόμη νὰ μὴ δειλιᾷ πρὸ τοῦ ψεύδους, καὶ ὅταν συλλαμβάνηται καὶ ἐξελέγχηται τοιοῦτον ἀποπειραθεὶς πείραμα, καὶ ἀποδεικνύηται τοῦ Τάκη ἡ ἠθικότης, καὶ τότε ἀκόμη νὰ κλίνῃ τὴν κεφαλὴν κάτω. Τοιαῦτα προσόντα εὐτυχῶς εἰσιν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν σπανιώτατα, καὶ διὰ τοῦτο ὁμολογῶ, ὅτι προσῆκεν εἰς αὐτὸν νὰ ταχθῇ παιδονόμος ἐν τῇ σχολῇ, τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ δανείων ὁ λόγος, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἑρμουπόλεως, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅλων κρίνεται ὡς ἐντριβέστατος περὶ τὰ χρηματιστικά, καὶ ὡς δεινότατος περὶ τὸν χειρισμὸν τῶν ἀριθμῶν, καὶ ὁ ὁποῖος ὡμολόγησεν, ὅτι πᾶν ὅ,τι εἶπε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶχε πορισθῆ ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅταν ἐζήτησα νὰ ἐξελέγξω τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνεγίνωσκε, καὶ προσῆγον πρὸς ἀναίρεσιν αὐτοῦ ἀπόδειξιν ἐπισημοτάτην, τὸν ἀπολογισμὸν τὸν ἐπίσημον τοῦ 1885, ἔλεγεν, ὅτι δὲν πταίει αὐτὸς, διότι τοιούτους ἀριθμοὺς εἶχε δώσει αὐτῷ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Ἐπιθυμῶ, λέγω, νὰ μάθω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἑρμουπόλεως, πῶς περιέλαβε μετὰ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους 23 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἐπορίσθη ἐκ δανείου διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων – Καλαμῶν; τί ἐνόει; Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι συνωμολογήθη δάνειον 23 ἢ 24 ἑκατομμυρίων πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ὅτι, ὅτε συνωμολογήθη τὸ δάνειον, ἐπορίσθημεν χρήματα ἐξ αὐτοῦ, διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναδεχθῶμεν τὴν ὑποχρέωσιν ὀφειλῆς τοσούτων ἑκατομμυρίων· γνωρίζω, ὅτι κατόπιν τὸ δάνειον τοῦτο μετετράπη, καὶ διὰ χρημάτων ληφθέντων ἐξ ἄλλου δανείου ἐπληρώθη τὸ δάνειον τοῦτο, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθημεν ἐκ τοῦ δανείου τούτου, κατέχομεν ἡμεῖς, διότι δὲν ἐδαπανήσαμεν μέχρι σήμερον εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων – Καλαμῶν πάντα ταῦτα τὰ 24 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθημεν. Πῶς περιέλαβεν ὡς δαπανηθέντα τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, ἐνῷ ὁ σιδηρόδρομος δὲν ἐτελείωσε, κατὰ δὲ τὴν σύμβασιν, ἣν ἔχομεν μετὰ τῶν κατασκευαστῶν αὐτοῦ, αὐτοὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ πληρόνωνται εἰμὴ au fur et à mesure, ἤτοι κατὰ λόγον τῆς προόδου τῶν ἔργων; Λοιπὸν, ἐπειδὴ ὁ σιδηρόδρομος δὲν ἐτελείωσεν, ἕπεται ὅτι τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα δὲν ἐδαπανήθησαν. Πῶς λοιπὸν περιέλαβε ταῦτα μετὰ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ ἀφῄρεσε τὰ 24 ἢ 23 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθη ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολόγησε, καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἢ τῆς ἐπιβολῆς νέων τοιούτων; Ἐὰν τὰ 23 ἢ 24 ἑκατομμύρια ἐδαπανήθησαν, ἐπιθυμῶ νὰ τὸ μάθω, ἐὰν ὅμως δὲν ἐδαπανήθησαν, πῶς οἱ κύριοι οὗτοι ἀνέγραψαν τὸ ποσὸν τοῦτο μεταξὺ τῶν γενομένων πράγματι δαπανῶν εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων; Πῶς ἔσπευσαν νὰ ἀναγράψωσιν αὐτὸ, ἀφοῦ ἡ δαπάνη δὲν ἐγένετο; Καὶ εἶπον περὶ θωρηκτῶν, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς προχθὲς, ὅτε ἠγόρευεν, ἀποκρινόμενος εἰς τοὺς λόγους, οὓς ἐγὼ εἶπον, μοὶ ἐφάνη ἀγανακτῶν καὶ ὀργιζόμενος, διότι ἐγὼ ἀνέφερα μόνον τὴν «Κίσσαν», τὴν «Ἀηδόνα» καὶ τὴν «Κίχλαν», καὶ δὲν ἐμνήσθην καὶ τῶν τριῶν θωρηκτῶν, δι’ ὧν ἡ Ἑλλὰς, καθ’ ἃ ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, οὐδὲν ὀλιγώτερον ἢ ἐγένετο κυρία τῆς θαλάσσης, ἂν ὄχι τῆς Μεσογείου πάσης, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τῆς θαλάσσης, τῆς περιβρεχούσης τὰς ἀκτὰς τῆς Χερσονήσου ἡμῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ εἰς τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, περιέπεσα εἰς παραδρομήν τινα, διότι ἀφῄρεσα ἀπὸ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπορίσθη ἐκ δανείων, καὶ ἀπὸ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθη ἐκ νέων φόρων ἢ ἐξ αὐξήσεως φόρων, ἀφῄρεσα, λέγω, ὅσα ἐδαπάνησεν εἰς δημόσια ἔργα, εἰς παρασκευὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς, καὶ διὰ κατασκευὴν θωρηκτῶν, ἀφῄρεσα μόνον 16,393,551, ὅσα ἐπλήρωσε διὰ τὴν ναυπήγησιν αὐτῶν κατὰ τὸ 1888, δὲν ἀφῄρεσα δὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσε διὰ τὴν ναυπήγησιν αὐτῶν κατὰ τὸ 1889. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ λ)σμὸν, τὸν ὁποῖον ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε προχθὲς ἠγόρευον, παρέστησα, ὅτι ὁ λαὸς εἰσέφερε κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἑπτὰ ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1882–1890, περισσότερα διὰ φόρους, ἀπὸ ὅσα εἶχεν εἰσφέρει κατὰ τὸ 1882, δραχμὰς 126,593,745· παρέστησα ὡσαύτως, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, ἐπειδὴ τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπήρκουν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, ἠναγκάσθη κατὰ τὴν ἑπταετίαν νὰ συνομολογήσῃ νέα δάνεια καὶ νὰ αὐξήσῃ τὰ χρέη τοῦ Κράτους κατὰ 348,133,553:37. Οὕτως εὗρον, ὅτι κατὰ τὴν ἑπταετίαν ταύτην ἐδαπανήθησαν δραχ. 474,527,294:94 περισσότερον ἀπὸ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ κατὰ τὸ 1882 καὶ τὰ πρὸ αὐτοῦ ἔτη· ἐπειδὴ ὅμως ἐζήτουν νὰ μάθω, διὰ ποίας ἀνάγκας τοῦ Κράτους ὑπερηύξησαν τοσοῦτον τὰ ἔξοδα, ποῖα ἀγαθὰ προσεπορίσθη τὸ Κράτος διὰ τῆς ὑπερβαλλούσης ταύτης δαπάνης, ἀνεὗρον, ὅτι δρ. 14,862,917:99 ἐδαπανήθησαν, ἵνα ἀποκτήσῃ τὸ Κράτος τοὺς κατασκευασθέντας σιδηροδρόμους, διά τε τὴν κατασκευὴν αὐτῶν καὶ δι’ ἀποζημίωσιν τῶν κτημάτων, τῶν καταληφθέντων ὑπὸ τῶν σιδηροδρόμων, ὡς καὶ διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν γαιῶν, τῶν καταληφθεισῶν ὑπὸ τῆς διώρυγος τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου· ὅτι ἐδαπανήθησαν δραχ. 7,864,734:80 κατὰ τὸ 1884 εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ ναυτικαὶ παρασκευαὶ συνίστατο εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν τεσσάρων πλοίων, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὰ ὀνόματα τῶν ποταμῶν, καὶ τῶν τριῶν μικρῶν πλοίων, τῆς «Κίσσης» τῆς «Κίχλας» καὶ τῆς «Ἀηδόνος»· ὅτι ἐδαπανήθησαν προσέτι δραχμαὶ 52,221,069:63 δι’ ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 44, 860,865:94 ἐδαπανήθησαν δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης· καὶ ὅτι ἐδαπανήθησαν προσέτι δραχμαὶ 16,393,551 διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν τριῶν θωρηκτῶν. Καὶ ἀληθῶς κατὰ τὸ 1888 τοσαῦτα εἶχον δαπανηθῆ διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν. Οὕτω τὰ ἔξοδα ταῦτα συνεκεφαλαιώθησαν εἰς 91,342,272:42, καὶ τόσα ἀφήρεσα ἀπὸ τὰ 474,527,294:94, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἑπταετίαν εἶχε πορισθῆ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξ αὐξήσεως φόρων, ἐκ νέων φόρων καὶ ἐκ δανείων ὑπὲρ τὰ συνήθη πρὸ τῆς ἑπταετίας ἔσοδα τοῦ Κράτους. Οὕτω, ἀφαιρέσας ἀπὸ τὸ εἰρημένον ποσὸν τῶν 474,527,294:94 τὸ συγκεφαλαιωθὲν ὡς ἀνωτέρω ποσὸν τῶν 91,342,273:42, διὰ τῆς δαπάνης τοῦ ὁποίου ἐμάθομεν τέλος πάντων ποῖά τινα εἴχομεν ἀποκτήσει, εὗρον, ὅτι ὑπελείπετο ποσὸν δραχμῶν 383,185,037: 52, διὰ τὸ ὁποῖον ἠρώτων τὸν Πρωθυπουργὸν, ποῖα δι’ αὐτοῦ προσεπόρισεν εἰς τὸ Κράτος ἀγαθά. Ἀλλὰ παρέλιπον νὰ περιλάβω μεταξὺ τῶν δαπανηθέντων διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν καὶ δραχ. 3,208,918, δαπανηθείσας κατὰ τὸ 1889, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα πίνακα τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους τούτου. Διορθόνων σήμερον τὴν παραδρομὴν ταύτην, ὁμολογῶ, ὅτι ἐπληρώθησαν εἰς ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν κατὰ τὸ 1889 καὶ τὰ εἰρημένα 3,208,918, καὶ προσθέτω καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰ 91,342,273:42, διὰ τῆς δαπάνης τῶν ὁποίων γνωρίζομεν ποῖα ἀπεκτήσαμεν ἀγαθὰ, καὶ οὕτω ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα 474,527,294:94 δὲν ἀφαιρῶ μόνον τὰ 91,342,273:42, ἀλλ’ ἀφαιρῶ 94,551,191:42, καὶ εὑρίσκω, ὅτι ὑπολείπονται 379,976,103:52, δαπανηθέντα κατὰ τὴν ἑπταετίαν ὑπὲρ τὰ συνήθως μέχρι τοῦ 1883 δαπανώμενα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ποσὰ, καὶ ἐρωτῶ, εἰς ποίας ἀνάγκας ἐδαπανήσατε τὰ χρήματα ταῦτα; ποῖα διὰ τῆς δαπάνης αὐτῶν προσεπορίσατε εἰς τὸ Κράτος ἀγαθά; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπειδὴ, ὡς εἴρηται, παρέλειψα τὰ πρὸς ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1889, ἐπελάβετο τῆς εὐκαιρίας καὶ ὑπεκρίθη ὀργὴν κατ’ ἐμοῦ, διατὶ ἐμνημόνευσα τῆς «Κίχλης», καὶ τῆς «Κίσσης» καὶ τῆς «Ἀηδόνος», ἵνα εἰρωνευθῶ οὕτω τὰς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένας ναυτικὰς παρασκευὰς, δὲν ἐμνημόνευσα δὲ τῆς ναυπηγήσεως τῶν θωρηκτῶν. Ἀνέφερα «ἀληθῶς τὴν «Κίχλαν» καὶ τὴν «Κίσσαν» καὶ τὴν «Ἀηδόνα», διότι διὰ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἔλαβε κατὰ τὸ 1883 καὶ 1884 δι’ ἐκτάκτους ναυτικὰς παρασκευὰς, μόνον τὴν «Κίχλαν» καὶ τὴν «Κίσσαν» καὶ τὴν «Ἀηδόνα» προσεπόρισεν εἰς τὸ Κράτος καὶ τὰ τέσσαρα πλοῖα, τὰ φέροντα τὰ ὀνόματα τῶν ποταμῶν, οὐδὲν δὲ ἄλλο, ἂν καὶ ὅτε ἐζήτει παρὰ τῆς Βουλῆς τὰς πιστώσεις ἔλεγε τὸ ἀλησμόνητον: «Πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη ἄνευ ναυτικῶν παρασκευῶν εἶναι ἀπώλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμόν». Τὴν ἀγορὰν τῆς «Κίχλης» καὶ τῆς «Κίσσης» καὶ τῆς «Ἀηδόνος» ἐνόει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ναυτικὰς παρασκευὰς, καὶ διὰ τοῦτο ἠγόρασεν αὐτὰς διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τῶν ὡρισμένων διὰ ναυτικὰς παρασκευάς. Δὲν κατεκρίνομεν ὑμᾶς διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων τούτων, καὶ δικαιολογεῖσθε προβάλλοντες σήμερον, ὅτι εἰσὶ ταῦτα χρήσιμα διὰ τὴν ἀστυνομίαν τῶν παραλίων, ἢ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τελωνειακῶν νόμων, καὶ τὴν πρόληψιν ἢ τὴν καταστολὴν τῶν λαθρεμπορίων. Κατακρίνομεν ὑμᾶς, διότι τὰς πιστώσεις, ἃς ἐζητεῖτε παρὰ τῆς Βουλῆς, παρεστήσατε εἰς αὐτὴν, ὅτι ἐζητεῖτε διὰ ναυτικὰς παρασκευὰς, ἐνῷ δι’ αὐτῶν ἠγοράσατε «Κίχλας» καὶ «Κίσσας» καὶ «Ἀηδόνας». Ἂν εἴχετε ἀνάγκην τοιούτων πλοίων, ὠφείλετε νὰ προμηθευθῆτε ταῦτα διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ οὐχὶ νὰ ἀπατᾶτε τὴν Βουλήν, ζητοῦντες πιστώσεις διὰ ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ ἀγοράζοντες δι’ αὐτῶν ἀτμοτελωνίδας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμνήσθη τῶν θωρηκτῶν, τὰ ὁποῖα ναυπηγοῦνται, μετὰ κομπασμοῦ, καὶ μικροῦ δεῖν νὰ παραστήσῃ ἑαυτὸν, ὅτι κατέστησε τὴν Ἑλλάδα ἀξιόμαχον ναυτικὴν δύναμιν, ἐκτελῶν δῆθεν σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε μελετήσει ἀπὸ τοῦ 1882. Ἂς ἀναμνησθῶμεν, Κύριοι, καὶ τῶν σχεδίων τούτων τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀληθῶς εἶχε σχηματίσει ἐπιτροπὴν, καὶ εἶχε πέμψει αὐτὴν εἰς πάντας τοὺς λιμένας τῆς Εὐρώπης καὶ πάντας τοὺς ναυστάθμους, ὅπως ποιήσηται μελέτας εὐρείας, ὅπως ἐξετάσῃ καὶ σπουδάσῃ τὰ σχέδια τῶν διαφόρων πλοίων, συντάξῃ δὲ καὶ ὑποβάλῃ σχέδιον πλοίων διὰ τὸν στόλον τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἀπητοῦντο εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων τούτων. Διὰ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἐγράφη ἐπανειλημμένως καὶ ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τὸ Κράτος ἐδαπάνησεν ὑπὲρ τὰς 150 χιλιάδας δραχμῶν, ἡ ἐπιτροπὴ δ’ αὕτη ἐπανῆλθεν αἰσίως, καὶ μετὰ τὴν ἄφιξιν αὐτῆς ἡ μόνη πρᾶξις, τὴν ὁποίαν εἴδομεν διαπραχθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο ἡ ἀγορὰ τῶν τεσσάρων ποταμῶν καὶ τῶν τριῶν πτηνῶν. Πάντες ὑπέλαβον, ὅτι τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν τῆς ἐπιτροπῆς κατέληξεν εἰς τὸν πλουτισμὸν τοῦ στόλου διὰ τῶν πλοίων τούτων, καὶ πάντες ἐξεπλάγησαν ἐπὶ τούτῳ, διότι οὐδεὶς ἐφαντάζετο ὅτι, διὰ νὰ κατασκευασθῶσι τοιαῦτα πλοῖα, εἶχεν ἀποσταλῆ ἡ ἐπιτροπὴ, ἵνα μελετήσῃ καὶ ἐξεύρῃ αὐτά. Ἀλλ’ ἂς ἀναμνησθῶμεν καὶ τῆς ἱστορίας τῆς ναυπηγήσεως τῶν θωρηκτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐνομοθετεῖτο σχέδιον πλῆρες περὶ κατασκευῆς θωρηκτῶν, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο ἀπὸ 17 Μαρτίου 1887 νόμος ὑπὸ στοιχ. ΑΥΙΑʹ. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἀποκτήσει στόλον διὰ τῶν ἑξῆς πόρων. Ἀκούσατε, Κύριοι, διότι ταῦτά εἰσιν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ. Τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ νόμου ΑΥΙΑʹ τῆς 1 Μαρτίου 1887 διατάσσει, ὅτι κατατίθενται ἐπὶ τόκῳ ἔν τινι τῶν Τραπεζῶν: «αʹ) Τὸ τίμημα τῆς «Σφακτηρίας» καὶ τῆς «Μυκάλης». βʹ) Τὸ ἐκπλειστηρίασμα τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ παντὸς εἴδους. γʹ) Τὸ ἀντίτιμον τῶν κτηνῶν καὶ παντὸς εἴδους ὑλικοῦ τοῦ πολέμου. δʹ) Τὸ ἀντίτιμον παντὸς εἴδους κινητῶν, ἀνηκόντων εἰς τοὺς λοιποὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. εʹ) Τὰ ἐκ ναυαγίων ἔσοδα. ϛʹ) Τὰ ἐκ παντὸς τυχηροῦ ἐσόδου τοῦ Δημοσίου, καὶ ζʹ) Τὰ ἐξ ἐπιστροφῶν χρημάτων», ἵνα ἡ πρόσοδος αὐτῶν χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δανείου εἰς μεταλλικὸν ἐκ 30 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον προωρίζετο εἰς ναυπήγησιν ἢ ἀγορὰν πλοίων. Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπεφάσισε νὰ κατασκευάσῃ στόλον διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, μετὰ ἑβδομήκοντα καὶ ἓξ ἡμέρας, ἤτοι κατὰ τὴν 3 Ἰουνίου 1887, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλον νόμον, δι’ οὗ ἐκυρώθη σύμβασις μετὰ τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης τῶν Παρισίων, διὰ τῆς ὁποίας συμβάσεως συνωμολογεῖτο δάνειον 135 ἑκατομμυρίων, ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπεχρεοῦτο ἢ συνεφώνει, δὲν γνωρίζω, τὰ 26 ἑκατομμύρια νὰ ἀφήσῃ κατατεθειμένα εἰς τὴν Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν, διὰ νὰ πληρωθῶσι τὰ τῆς κατασκευῆς τριῶν πλοίων θωρηκτῶν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀπεφάσισε νὰ προσπορίσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ναυπηγούμενα θωρηκτά. Ἀλλ’ εἶχε κατὰ νοῦν ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ προμηθευθῇ πλοῖα θωρηκτά, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ διαπραγματευθῇ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων; Παντάπασιν, Ἕξ ἡμέρας πρὶν ἢ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, εἶχε ζητήσει παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἄδειαν, διὰ τοῦ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887, ἵνα συνομολογήσῃ ἄλλο δάνειον 150,000,000. Τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησε μετὰ ἓξ ἡμέρας, εἶναι μέρος τοῦ δανείου τῶν 150,000,000. Ὅτε δ’ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῇ τὰ 150 ἑκατομμύρια, παρέχων ὡς ἐγγύησιν τὴν πρόσοδον τῶν μονοπωλείων καὶ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν, δὲν ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς ἄδειαν, ἵνα ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου ἐκείνου δαπανήσῃ πρὸς ἀγορὰν θωρηκτῶν; Παντάπασι. Τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν δὲν εἶχε κατὰ νοῦν οὐδὲ τὴν προτεραίαν τῆς 3 Ἰουνίου, καθ’ ἣν συνωμολόγησε τὴν μετὰ τοῦ Comptoir d’ Escompte περὶ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων σύμβασιν. Τὴν ἐνθυμήθη κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς συμβάσεως ταύτης, διότι τὴν ἐπέβαλον αὐτῷ οἱ δανεισταὶ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Κατὰ τὴν 28 Μαΐου 1887, δηλ. πρὸ 6 ἡμερῶν ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος τοῦ δανείου τῶν 150 ἑκατομμυρίων, ἐξηκολούθει νὰ φρονῇ, ὅτι τὰ θωρηκτὰ ἔπρεπε νὰ κατασκευασθῶσι διὰ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψεν ὁ νόμος τῆς 18 Μαρτίου 1887. Ἐκ τούτων δὲν συνάγεται, ὅτι τῶν θωρηκτῶν ἡ ναυπήγησις ὁμοιάζει τὰς παραχωρήσεις τὰς ὁποίας ὁ Ἰσμαὴλ πασσᾶς, ὁ Ἀντιβασιλεὺς τῆς Αἰγύπτου, παρεχώρει, ὅταν ἤθελε νὰ παράσχῃ χρηματικὰ κέρδη εἴς τινα; Εἶναι μία ἐκ τῶν Commission τοῦ Ἀντιβασιλέως τῆς Αἰγύπτου. Οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, οἱ δανεισταί, ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὸ κέρδος τοῦ τόκου, ἀλλὰ νὰ κερδήσωσι περισσότερα, καὶ ἐπέβαλον τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ κατασκευάσῃ τὰ θωρηκτὰ ταῦτα, καὶ νὰ δαπανήσῃ ἐκ τοῦ δανείου 26 ἑκατομμύρια πρὸς ἀπόκτησιν τῶν θωρηκτῶν. Τὰ θωρηκτὰ ταῦτα δὲν εἶναι ἀπόκτημα, τὸ ὁποῖον παρεσκεύασαν αἱ μελέται τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν προανέφερα, διότι ταῦτα κατασκευάζονται κατὰ τύπον ὅλως νέον, περὶ τοῦ ὁποίου αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς οὐδόλως ἐποιήσαντο λόγον τινὰ, ἀμφιβάλλω δὲ, ἂν τὸν τύπον τῶν κατασκευαζομένων θωρηκτῶν ἡμῶν ἔχωσι πλοῖα ἄλλης τινὸς Δυνάμεως. Πιθανὸν δὲ ἡ δοκιμὴ νὰ γίνηται πρώτην φορὰν εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ταμείου. Ἀλλ’ ἠκούσατε, Κύριοι, τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐπανειλημμένως ἀναφέροντος, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1885 καὶ 1886 ἀνῆλθον εἰς 129 ἑκατομμύρια. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως τὴν αὐτὴν ἔδωκε πληροφορίαν, οὐδὲ ἠδυνάμην νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι τοιαύτην ἤθελε δώσει καὶ αὐτὸς πληροφορίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως προέβη περισσότερον ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐνῷ τὰ ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς ἀναγεγραμμένα ἐλλείμματα ἀνέρχονται, τοῦ μὲν 1885 εἰς 61,370,732:64, τοῦ δὲ 1886 εἰς 34,149,557: 84, τὸ ὅλον 95,520,290:48, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως δὲν ἐνόησε καλῶς τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἀνέφερεν, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τὰ ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς ἀνέρχονται εἰς 129 ἑκατομμύρια, διότι οὕτως εἶπον πρὸς αὐτόν. Καὶ συμποσοῦνται μὲν τὰ βάρη τῶν δύο ἐτῶν εἰς 129 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ οὐχὶ δι’ ὃν λόγον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1886, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ἐπίσημον ἀπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἀνέρχονται εἰς 34, 149,557:64, τὰ δὲ ἐλλείμματα τοῦ 1885, κατὰ τὸν ἐπίσημον ὡσαύτως ἀπολογισμόν, τὸν ὁποῖον καὶ τοῦτον ἔχω ἐνταῦθα, ἀνέρχονται εἰς 61,370,732:64, ἤτοι ὁμοῦ τὰ ἐλλείμματα τῶν δύο τούτων ἐτῶν ἀνέρχονται εἰς 95 ἑκατομμύρια καὶ 520 χιλιάδας, καὶ οὐχὶ εἰς 129 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν 129 ἑκατομμύρια, διότι προσέθηκεν εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν 95 ἑκατομμυρίων καὶ 520 χιλιάδων καὶ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθημεν κατὰ τὸ 1886 ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων, ἀνερχόμενα κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς 32,464,426:08. Ἴσως προσέθηκεν ἀκόμη καὶ 2,052,358, τὰ ὁποῖα εἴχομεν πορισθῆ κατὰ τὸ 1885 ἐκ τοῦ πατριωτικοῦ δανείου, καὶ ἠδυνήθη νὰ συγκεφαλαιώσῃ τὸ ποσὸν τῶν 129 ἑκατομμυρίων. Καὶ εἰς μὲν τὴν οἰκονομικὴν ἀμάθειαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἀθροίζῃ εἰς τὸ αὐτὸ τὰ ἐλλείμματα τῶν ἀπολογισμῶν μὲ τὰ χρήματα τῶν δανείων, ἀλλ’ εἶναι ἀκατανόητον, πῶς ὁ ἐξ Ἑρμουπόλεως Βουλευτής, ἰσχυρίσθη, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τῶν ἀπολογισμῶν ἀνῆλθον εἰς 129 ἑκατομμύρια, ἐνῷ ταῦτα συνίσταντο κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς εἰς 95,520,290:48. Εἰς μᾶλλον ἀσύγνωστον περιέπεσε πλάνην ὁ ἐξ Ἑρμουπόλεως Βουλευτής, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἡμεῖς εἰσεπράξαμεν κατὰ τὰ 1885 καὶ 1886 ἐκ δανείων 53 ἑκατομμύρια, ἐνῷ κατὰ μὲν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1886 εἰσεπράξαμεν ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων 32,464,426:08, κατὰ δὲ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1885 μόνον δραχ. 2,052,358, τὸ ὅλον 34,516,784: 08, ἤτοι 18 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια ὀλιγώτερα τῶν 53 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐβεβαίου ὁ κ. Σκουλούδης, κρατῶν μάλιστα ἐν χερσὶ σημείωσιν καὶ ἀναγινώσκων αὐτήν. Καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως, ὅστις ἐννοεῖ τοὺς ἀριθμοὺς κάλλιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, κατήντησε καὶ αὐτὸς νὰ συγχύζῃ αὐτοὺς τοσοῦτον! Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς 129 ἑκατομμύρια ἀνῆλθον τὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886· πῶς ὁ Πρωθυπουργὸς καταλογίζει πάντα ταῦτα εἰς βάρος ἡμῶν, καὶ ἡμᾶς κηρύσσει ὑπευθύνους δι’ ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο; Ἡμεῖς ἐκυβερνήσαμεν κατὰ τοὺς 12 μῆνας, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκυβέρνησε κατὰ τοὺς ἄλλους 12 μῆνας. Ἡμεῖς ἀνελάβομεν προθύμως τὴν εὐθύνην διὰ τὰ 52 ἑκατομμύρια, τὰ δαπανηθέντα ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας, σεῖς δὲν εὐθύνεσθε δι’ οὐδὲν ἔλλειμμα διὰ τὴν δωδεκάμηνον κυβέρνησιν ὑμῶν; Εἶσθε σεῖς ἐν ἰσοζυγίῳ ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα κατὰ τοὺς πρώτους τέσσαρας μῆνας τοῦ 1885, καθ’ οὓς ἐκυβερνᾶτε; εἶσθε σεῖς ἐν ἰσοζυγίῳ ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα κατὰ τοὺς ὀκτὼ τελευταίους μῆνας τοῦ 1886, καθ’ οὓς ἐκυβερνᾶτε ὡσαύτως, καὶ καταλογίζετε εἰς βάρος ἡμῶν τὰ ἐλλείμματα καὶ τῶν δύο ἐτῶν ὁλοκλήρων; Λησμονεῖτε ἢ ὑποκρίνεσθε, ὅτι δὲν ἐνθυμεῖσθε εἰς ποίαν κατάστασιν ἀφήσατε τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ὅτε παρῃτήθητε; Λησμονεῖτε ὅτι, ὑμῶν κυβερνώντων, ἡ χρῆσις τοῦ 1882 ἀφῆκεν ἔλλειμμα 5,244,833:37; ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1883 ἀφῆκεν ἔλλειμμα 9,258,312:81; ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1884 ἀφῆκε καὶ αὕτη ἔλλειμμα 30,602,146: 67; Μόνα τὰ ἐλλείμματα τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν τῆς κυβερνήσεώς σας εἶχον ἀνέλθει εἰς 45,105,292:85, τὰ ὁποῖα ἐπληρώσατε μὲν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ηὐξήσατε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς βάρος τῶν διαδόχων σας διὰ τὸν τόκον καὶ χρεωλυσίων τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ ἡμεῖς πρῶτοι κατὰ τὰ 1885 καὶ 1886 ἐπληρώσαμεν αὐτούς. Ἀλλὰ τίνος ἕνεκα ἡμεῖς δὲν ἐτακτοποιήσαμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα εἰς τόσῳ οἰκτρὰν εἶχε καταλίπει κατάστασιν ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885; Ἡμεῖς ἐπεχειρήσαμεν νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἠρξάμεθα τοῦ ἔργου ἡμῶν, ἀλλ’ ἀνεκόπημεν ὑπὸ τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δῆθεν ἡμεῖς ὑπεσχέθημεν ἐλαττώσεις ἐξόδων, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσαμεν αὐτὰς, καὶ ὅτι μάλιστα, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, οὐ μόνον δὲν ἐξετελέσαμεν τὰς ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἀπηγγέλθημεν, ἀλλ’ ἡ διαχείρισις ἡμῶν ἀπέδειξεν, ὅτι ἐποιήσαμεθα καὶ ὑπέρβασιν. Ταῦτα δὲν εἶναι ἀκριβῆ, καὶ διαψεύδω αὐτὰ, ἔχων ἀνὰ χεῖρας τὸν ἐπίσημον ἀπολογισμὸν τοῦ 1885. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1885 ὀλιγώτερα ὅσων εἶχε δαπανήσει κατὰ τὸ 1884 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ δραχ. 181,061:16. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1885 ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1884 δαπανηθέντων ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατὰ δραχ. 271,818:38. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1885 ὡσαύτως ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1884 δαπανηθέντων δραχ. 612,217:03. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐδαπανήσαμεν ὡσαύτως ὀλιγώτερα 436,944:13, οὐχὶ δὲ περισσότερα, ὡς ὁ Πρωθυπουργὸς μὴ ἀληθῶς ἔλεγε προχθές. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1885 ἐπίσης ὀλιγώτερα τῶν δαπανηθέντων ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸ 1884 κατὰ δραχ. 989, 870:76. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδαπανήσαμεν ὡσαύτως 18,835,611:58 διὰ τακτικὰ ἔξοδα, ἀντὶ τῶν 22,118,576:54, ὅσα ὁ Πρωθυπουργὸς εἶχε δαπανήσει κατὰ τὸ 1884, ἤτοι ὀλιγώτερα 3,282,964:96. Οὕτω κατὰ ἓν μόνον ἑξάμηνον, διότι αἱ οἰκονομίαι ἡμῶν μόνον ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου τοῦ 1885 ἐφηρμόσθησαν, ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἶχον δαπανήσει κατὰ τὸ ἀμέσως προηγούμενον ἔτος, δραχ. 5,474,876:42. Λάβετε ἀνὰ χεῖρας τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1884 καὶ τοῦ 1885 καὶ ἔλθετε νὰ μὲ ἐλέγξητε, παύσατε δὲ λέγοντες ψεύματα. Ἐὰν ἐδαπανήσαμεν δι’ ἓν ἑξάμηνον ὀλιγώτερα τῶν παρ’ ὑμῶν δαπανηθέντων κατὰ 5,474,876:42, πρὶν ἢ προφθάσωμεν νὰ μεταβάλωμεν τὴν σπαταλώδη νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν εἴχετε καταστήσει κατὰ τὰ προηγηθέντα ἔτη, πρὶν ἢ ἀκόμη δυνηθῶμεν νὰ ὀργανώσωμεν τὴν διοίκησιν ἐπὶ βάσεων οἰκονομικῶν, οἷαι ἥρμοζον εἰς τὸ Κράτος· ἐὰν, λέγω, κατὰ μίαν ἑξαμηνίαν μόνον ᾠκονομήσαμεν 5,474,876, δὲν ἠθέλομεν οἰκονομήσει 11 ἑκατομμύρια, ἐὰν ἐφηρμόζομεν τὰ οἰκονομικὰ μέτρα ἡμῶν ἐπὶ δύο ἑξαμηνίας, ἤτοι ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος; Ἰδοὺ ποῦ ἐστηριζόμεθα, ὅτε ἐπηγγελλόμεθα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐξομαλύνωμεν τὰς περιπλοκὰς καὶ τὰς ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων χρημάτων ἐδημιουργήσατε, κυβερνήσαντες ἐπὶ τριετίαν. Τοῦτο ὑπεσχέθημεν καὶ τοῦτο ἠρξάμεθα νὰ ἐκτελῶμεν ἐπὶ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1885. Καὶ ὅτε εἰσηγησάμεθα εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, καὶ ὅτε ἐπηγγελλόμεθα ταῦτα, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ τὸν ὁποῖον ἀντικατέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως, ἐκεῖνος μᾶς κατήγγελλεν ἐπὶ συναλλαγῇ μετὰ τοῦ λαοῦ! «Θέλετε μεγαλειτέραν συναλλαγὴν», ἔλεγε τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, «ἀπὸ τὴν συναλλαγὴν, τὴν ὁποίαν σεῖς συνωμολογήσατε μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Σεῖς ὑπεσχέθητε εἰς τὸν λαὸν, ὅτι θέλετε ἐλαττώσει τὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἐδελεάσατε αὐτὸν, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἔδωκε πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, τώρα δ’ ἔρχεσθε καὶ ἐκτελεῖτε τὰς ὑποσχέσεις σας.» Καὶ ἐχαρακτήριζε τὴν πολιτείαν ἡμῶν ταύτην ἀνήθικον τότε ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Βουλευτὴς, ὅστις, ἂν κωλύηται νὰ διατελῇ καὶ σήμερον παρὼν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐξακολουθεῖ ὅμως νὰ ἦναι τοῦ Πρωθυπουργοῦ συνήγορος. Οὕτω δὲ ἐχαρακτηρίζετε ὡς ἀνήθικον πρᾶξιν τὴν καταστολὴν τῆς σπατάλης, τὴν κατάπαυσιν ἐξόδων οὐ μόνον μὴ ἀναγκαίων, οὐ μόνον ἀνωφελῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβῶν, ὡς γιγνομένων πρὸς διαφθορὰν τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐπῆλθε δυστυχῶς τὸ πραξικόπημα τῆς Φιλιππουπόλεως, καὶ ἀνέκοψεν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ἔργου. Ἐὰν δὲ δὲν μετεβάλλομεν τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠρξάμεθα ἐφαρμόζοντες, ἐὰν τὸ συμβεβηκὸς τῆς Φιλιππουπόλεως δὲν ἐπήρχετο, ἵνα ἀνακόψῃ ἡμᾶς ἀπὸ ταύτης, ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν εὑρίσκεσθαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς ἄλλην οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ ὄχι εἰς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παρέστησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας. Ἐνθυμεῖσθε ποίαν σᾶς ἀπηύθυνεν ἐρώτησιν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀγορεύων πρὸ μικροῦ; Σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν δύνασθε, εἰμὴ νὰ ζητῆτε νὰ δανείζησθε καθ’ ἑκάστην ἑξαμηνίαν, καὶ ἂν δὲν δυνηθῆτε νὰ εὕρητε δάνειον κατὰ μίαν ἑξαμηνίαν, ποῦ θέλετε εὑρεθῆ; Μήπως τῷ ὄντι πρόκηται νὰ διαπράξητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συκοφαντοῦντες ἡμᾶς, ἰσχυρίσθητε, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν συμβουλεύσει; Κατὰ τοῦτο διαφέρουσιν αἱ περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος γνῶμαι ἡμῶν ἀπὸ τὰς γνώμας τὰς ἰδικάς σας. Ἀδιαφοροῦμεν ἐντελῶς, ἂν λέγητε, ὅτι ἡμεῖς ὑπεσχέθημεν κατὰ τὸ 1885 νὰ καταργήσωμεν φόρους, ἢ ἂν ἐπαναλαμβάνητε καὶ σήμερον ἐκτοξεύοντες καθ’ ἡμῶν τοιαύτην ἀβάσιμον αἰτίασιν. Ἡμεῖς οὐδέποτε εἴπομεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ «κάτω οἱ φόροι», τὸ ὁποῖον κατὰ κόρον ἐπαναλαμβάνετε συκοφαντοῦντες, οὐδὲ τώρα λέγομεν «κάτω οἱ φόροι». Καὶ πῶς νὰ εἴπωμεν «κάτω οἱ φόροι», ἀφοῦ τοιαύτην σεῖς ἐδημιουργήσατε κατάστασιν ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς τοῦ Κράτους; Ὑμεῖς περιηγάγετε τὸ σκάφος τῆς δυστυχοῦς πατρίδος εἰς ἀληθὲς ναυάγιον ἐντὸς τοῦ λιμένος, διότι ἦτο ἐντὸς τοῦ λιμένος τὸ σκάφος τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ 1882, ὅτε σεῖς ἤλθετε νὰ κυβερνήσητε. Εἶχε τότε προσορμισθῆ εἰς λιμένα, μετὰ πλοῦν ταραχώδη, καὶ εἶχε προσορμισθῆ ὑπὸ ὅρους εὐτυχεῖς, πληροῦντας τοὺς Ἕλληνας δι’ ἐλπίδων. Εἶχεν ἀποκτήσει, τῇ βοηθείᾳ βεβαίως τῆς θείας Προνοίας, δύο νέας ἐπαρχίας. Λέγω τῇ βοηθείᾳ τῆς θείας Προνοίας, διότι, ὅ,τι καὶ ἂν ἔπραξεν ὁ πατὴρ τοῦ ἐκεῖ καθημένου Βουλευτοῦ, ὅ,τι καὶ ἂν εἶχον δυνηθῆ καὶ ἐγὼ νὰ συντελέσω εἰς τὸ ἔργον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογήσωσι ταῦτα καὶ μόνα τὴν ἀπόκτησιν τῶν δύο ἐπαρχιῶν. Ἕνεκα τοῦ συμβεβηκότος τούτου εἶχε μεταδοθῇ εἰς τὴν Εὐρώπην πλήρης πεποίθησις περὶ τῆς προόδου τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ περὶ τοῦ εὐτυχοῦς μέλλοντος αὐτοῦ. Τὰ κεφάλαια ἔσπευδον εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος. Δὲν ἀπῃτεῖτο δὲ, εἰμὴ σύνεσις καὶ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ στοργὴ πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτῆς, πρὸς εὐόδωσιν τῶν τῆς πατρίδος πραγμάτων. Ἀλλ’ ἡ πατρὶς εἶχε τὴν δυστυχίαν νὰ ἀνέλθωσιν ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν ἄνδρες, ἀποδείξαντες ὅτι οὔτε στοργὴν εἶχον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, οὔτε ἐπόνουν τὸν τόπον, οὔτε ἐσκέπτοντο περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, οὐδὲ σύνεσιν κἂν εἶχον. Καὶ μᾶς ἤγαγον οὗτοι εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Καὶ πρὸ τοιαύτης καταστάσεως δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ «κάτω οἱ φόροι»; ὅστις νὰ δύναται νὰ δώσῃ τοιαύτην ὑπόσχεσιν; Δὲν ἔχομεν παρὰ τῶν πατέρων ἡμῶν κληροδότημα τὴν δημοκοπίαν. Οἱ πατέρες μας δὲν μᾶς ἐδίδαξαν νὰ δημοκοπῶμεν, ἀλλὰ νὰ ἀγαπῶμεν τὴν πατρίδα μας. Ἄλλοι ἀνῆλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς δημοκοπίας, καὶ δι’ αὐτῆς ζητοῦσι νὰ συγκρατῶσι τὰς ἡνίας αὐτῆς ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν. Ἡμεῖς εἴπομεν πάντοτε τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν λαόν. Καὶ εἴπομεν αὐτὴν καὶ ὅταν ἕνεκα τούτου δὲν ἐγιγνόμεθα εἰς αὐτὸν εὐάρεστοι. Καὶ εἴπομεν αὐτὴν, ζητοῦντες νὰ ἀναστείλωμεν τὰς ὁρμὰς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1862, καὶ νὰ συντελέσωμεν εἰς ἐγκατάστασιν Βασιλείας. Καὶ ἐπροτιμήσαμεν νὰ μισήσωσιν ἡμᾶς πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς ποικίλας συκοφαντίας, νὰ μᾶς ἐγκαλέσωσιν ὡς κόλακας τῆς Βασιλείας, ἀλλ’ οὐδόλως ἐδιστάσαμεν νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀλήθειαν. Δὲν ὑπῆρξε δὲ περίοδος χρονικὴ ἐν τῷ δημοσίῳ βίῳ ἡμῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ δημαγωγήσωμεν ἢ νὰ ἀποπλανήσωμεν τὸν λαὸν, λέγοντες εἰς αὐτὸν τὰ ἀρεστά. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπεκρίναμεν τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν ὑμῶν, τὴν ἐπεκρίναμεν διότι εὑρίσκομεν αὐτὴν μετ’ ἀμαθείας ἐξυφανθεῖσαν, διότι εὑρίσκομεν αὐτὴν ἐπιζημίαν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, διότι εὑρίσκομεν αὐτὴν καταναλίσκουσαν τοὺς πόρους τοῦ Κράτους εἰς θεραπείαν κομματικῶν συμφερόντων. Μήπως δὲν χωριζόμεθα ἀπὸ ὑμᾶς καὶ κατὰ τοῦτο; Μήπως δὲν τὸ γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Μᾶς χωρίζει ἀπὸ σᾶς ἡ σπατάλη τῶν δημοσίων χρημάτων, μᾶς χωρίζει ἡ ἕξις ὑμῶν νὰ δαπανᾶτε τὰ δημόσια πρὸς ὀργάνωσιν, συντήρησιν καὶ ἐπικράτησιν κόμματος, μᾶς χωρίζει ἡ σπατάλη τῶν δημοσίων πρὸς διαφθορὰν τῶν ἠθῶν τοῦ λαοῦ, καὶ πρὸς ἀποπλάνησιν τῶν συνειδήσεων τῶν πολιτῶν. Γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι στέργομεν τοὺς φόρους κατ’ ἀνάγκην, ἀλλὰ στέργομεν αὐτοὺς, ἀφοῦ τοὺς διασκευάσωμεν τοιούτους, ὥστε τὰ δι’ αὐτοὺς ἔξοδα νὰ ἦναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα. Στέργομεν αὐτοὺς, προσδιοριζομένους λογικῶς, καὶ κανονιζομένους συμφώνως πρὸς τὸ συμφέρον οὐ μόνον τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ τῶν φορολογουμένων, οὐχὶ δὲ πρὸς δημιουργίαν θέσεων. Καὶ πῶς ἐπείσθημεν, ὅπως κρίνωμεν τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν σας ὡς τοιαύτην; Σᾶς φέρω παράδειγμα τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἡμεῖς, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διενοούμεθα νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὡς μᾶς ἀπέδωκεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων προχθές. Τὴν φορολογίαν τοῦ προϊόντος τούτου τὴν θεωροῦμεν εὔλογον καὶ δικαίαν, καὶ πρῶτοι ἡμεῖς ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1879 νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ἑπομένως οὐδὲ ἀφορμὴν παρέσχομεν ποτὲ, ἵνα δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἴς τινα νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἤμεθα διατεθειμένοι νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, οὐδὲ λόγον τινὰ εἶχον, ἵνα ἀποδώσωσιν ἡμῖν τοιοῦτον σκοπόν. Ἐσμὲν διατεθειμένοι νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὸ νενομοθετημένον σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ δι’ ἄλλου συστήματος. Διατί; Διότι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνομοθέτησεν ὁ Πρωθυπουργὸς, εἶναι σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ ἔξοδα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου ἀναλογοῦσι πρὸς τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα πορίζονται ἐκ τοῦ φόρου τούτου, κατὰ 33%. Κατὰ τὸ 1884 εἰσέπραξαν 3,023,588:63 ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων, ἂν καὶ εἶχον προϋπολογίσει ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον 10 ἑκατομμυρίων, κατὰ δὲ τοὺς ἀπολογισμοὺς, ἐδαπάνησαν 1,010,546:60. Ὅταν λοιπὸν δαπανῶνται 1,010, 546:60 διὰ νὰ εἰσπραχθῶσι 3,023,588:63, φόρον τοιοῦτον ἀποκρούομεν, καὶ κρίνομεν αὐτὸν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἡ πρώτη ἀρετὴ τῶν φόρων εἶναι νὰ μὴ μεσολαβῶσι μεταξὺ τοῦ πληρόνοντος τὸν φόρον καὶ τοῦ εἰσπράττοντος τὸν φόρον πολλαὶ χεῖρες, ὅπως ἐλάχιστον ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου δαπανᾶται εἰς ἔξοδα βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ 1888 δὲν ἐδαπανήσετε τόσα πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου τούτου, διότι καὶ τὰ δαπανηθέντα εἶναι ὀλιγώτερα, ἀνελθόντα εἰς 852,446, καὶ ἡ ἀναλογία αὐτῶν πρὸς τὰ ἔσοδα ἦτο μικροτέρα, ἀφοῦ, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου εἰς δραχμὰς 4 καὶ 80 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, εἰσεπράχθησαν περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1884 εἰσπραχθέντων, ἤτοι δραχ. 4,599,000. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1888 ἐδαπανήσατε 852,000, διὰ νὰ εἰσπράξητε 4,599,000. Κατὰ τὸ 1889 δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη ἀκριβῶς, τί ἐδαπανήσατε, ἑπομένως δὲν δύναμαι ν’ ἀναφέρω τὰ κατὰ τὸ 1889 δαπανηθέντα καὶ εἰσπραχθέντα. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι, ἐνῷ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 εἴχετε ζητήσει 637,092 πίστωσιν δι’ ἔξοδα ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ταῦτα δὲν σᾶς ἤρκεσαν, καὶ ἐζητήσατε δι’ αὐτὰ ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν δραχ. 215,354. Ὅταν ἀνεγράφετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν ἀρχικὴν πίστωσιν τῶν δραχ. 637,092, ἐστηρίχθητε ἐπὶ ὑπολογισμοῦ 32 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν δι’ ἔξοδα κοπῆς, καὶ ἐπὶ ὑποθέσεως, ὅτι ἤθελεν εἰσαχθῆ ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων εἰς τὰ ἐργοστάσια πρὸς κοπὴν, ἑπομένως ὑπελογίσατε 320,000 δραχμάς· μετ’ ὀλίγον δὲ, μετὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ 1889, ἐζητήσατε τὴν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν ἐκ 215,354 καὶ ἀνεβιβάσατε τὰ ἔξοδα εἰς 852,446. Ἀλλὰ πόθεν ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις αὕτη τῶν ἐξόδων; Προϋπελογίσατε ὅτι ἠθέλατε δαπανήσει 320,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα κοπῆς, πρὸς 32 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐὰν ἤθελεν εἰσαχθῆ εἰς τὰ κοπτήρια ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων καπνοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν εἰσήχθη ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων, ἀλλὰ ποσὸν ὀλιγώτερον, ἤτοι εἰσήχθησαν 892,072 ὀκάδες, δὲν ἠναγκάσθητε νὰ δαπανήσητε ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἴχετε ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ὀλιγώτερον. Καὶ ὅμως ὄχι μόνον ἐδαπανήσατε ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ἐζητήσατε καὶ 215,354 περισσότερον. Διατί; Διότι εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον εὐκολύνει τὴν διαφοράν. Ὁσάκις ἔχετε ἀνάγκην νὰ παραστήσητε δῆθεν τὸ δημόσιον φρόνημα διὰ τῶν ἀκροατηρίων τῆς Βουλῆς, τὰ καπνοκοπτήρια κλείουσι καὶ πληροῦνται ὑπὸ τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν ὑπομισθίων τὰ ἀκροατήρια τῆς Βουλῆς. Ὁσάκις οἱ πολῖται προτίθενται νὰ προβῶσιν εἰς λαϊκήν τινα ἐκδήλωσιν, τὰ καπνοκοπτήρια κλείουσι, καὶ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν αὐτοῖς ἐργατῶν προστίθενται καὶ νέοι ἄλλοι μισθωτοὶ, ὡς ἐργάται καὶ οὗτοι τῶν κοπτηρίων, οἵτινες διὰ ῥοπάλων καὶ ὅπλων ὡπλισμένοι, ὁδηγοῦνται, ἵνα συμπλακῶσι μετὰ τῶν πολιτῶν, ὅσοι ἀπεφάσισαν νὰ ἐκδηλώσωσι τὸ φρόνημά των. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ 5, 10, 20 ἢ 200 ἐργάτας, ἵνα ποικίλλῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, ἀναλόγως τῶν τραμπουκοσυλλεκτικῶν διαθέσεων, τὰς ὁποίας ἔχει. Τὰ καπνοκοπτήρια εἰσὶ τραμπουκοσυλλεκτήρια. Ἔχει ἀνάγκην ὀγδοήκοντα; ὀγδοήκοντα μισθωτοὺς ἐν τοῖς Καπνοκοπτηρίοις· ἔχει ἀνάγκην ἑκατὸν πεντήκοντα; ἑκατὸν πεντήκοντα προστίθενται, καὶ ἂν ᾖ ἀνάγκη, καὶ ὁπλίζει αὐτοὺς εἰς τιμὴν καὶ δόξαν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ προσδιορίζει κατ’ ἔτος τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁπλιτῶν τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ. Τοιοῦτον σύστημα δὲν δυνάμεθα, νὰ τὸ ἀνεχθῶμεν, διότι ἡμεῖς δὲν ἐκλήθημεν νὰ διαφθείρωμεν τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ, νὰ διαφθείρωμεν τὰς συνειδήσεις τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ νὰ ἱδρύσωμεν χρηστὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι δὲ χρησταὶ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, αἵτινες καταφεύγουσιν εἰς τοιαῦτα μέσα. Ἰδοὺ διατὶ ἀποκρούομεν τὸ ἐπονείδιστον τοῦτο σύστημα. Μήπως νομίζετε, ὅτι θέλουσιν ἀρκέσει αἱ 632 χιλιάδες, τὰς ὁποίας ἐψηφίσατε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ὡς ἔξοδον τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ; Καὶ κατὰ τὸ 1889 τὰ καπνοκοπτήρια ἐχρησίμευσαν ὡς τραμπουκοσυλλεκτήρια, καὶ ἂν κατὰ τὸ 1888 ἐδαπανήσατε 852,446, ἀνάλογα ἐδαπανήσατε βεβαίως καὶ κατὰ τὸ 1889, καὶ θέλετε ζητήσει προσεχῶς ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Κατὰ δὲ τὸ 1890 θέλουσιν ἀρκέσει αἱ 605,132, τὰς ὁποίας ἀνεγράψατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Τὰ χειροκροτήματα τοῦ λόγου τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὰ ποδοκροτήματα τῶν λόγων τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζετε, δὲν ἐκόστισαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; Κατὰ τὸ 1890 μάλιστα θέλουσιν ἐνεργηθῆ καὶ Βουλευτικαὶ ἐκλογαί, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ φθάσωσιν εἰς τὸ ἑκατομμύριον τὰ ἔξοδα πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ. Καὶ μετὰ τοιαύτας σπατάλας ἐξύμνησε χθὲς ὁ Πρωθυπουργὸς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ κομπάζων ἔλεγεν, ὅτι ἑπτὰ ἑκατομμύρια εἰσπράττει κατ’ ἔτος ἐκ τῶν δύο τούτων πόρων, καὶ ἠρώτα ἡμᾶς, πῶς θέλομεν ἀναπληρώσει τὰ ἑπτὰ ταῦτα ἑκατομμύρια, ἐὰν καταργήσωμεν τοὺς φόρους τούτους. Ἀλλὰ κατὰ ποῖον ἔτος εἰσεπράξατε ἑπτὰ ἑκατομμύρια, ὡς λέγετε; Κατὰ τὸ 1884 τὸ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καθαρὸν ἔσοδον συνίστατο εἰς δραχμὰς 2,013,042:03· ἂν δ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῇ καὶ τὸ ἐκ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου προκύψαν καθαρὸν ἔσοδον δραχ. 504,449:82, τὸ ἐκ τῶν δύο τούτων πόρων ἔσοδον συνίστατο εἰς δρ. 2,517,491:85. Κατὰ τὸ 1888, ἂν καὶ ηὐξήσατε τὸ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ φορολογικὸν δικαίωμα εἰς δραχ. 4 καὶ 80)100, τὸ ἐκ τούτου καθαρὸν ἔσοδον, ἤτοι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐσόδων, ἀνῆλθε μόλις εἰς 3,747,499:88· μολονότι δὲ δι’ ἐκβιασμοῦ τῶν καπνοπωλῶν ἠναγκάσατε αὐτοὺς ν’ ἀγοράζωσι τόσον σιγαρόχαρτον, ὅσον δὲν εἶχον ἀνάγκην ν’ ἀγοράζωσι, μ’ ὅλον τοῦτο καὶ ἡ ἐκ τοῦ φόρου τούτου καθαρὰ πρόσοδος, ἤτοι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων, ἀνῆλθεν εἰς 1,697,235:15. Προσθέσατε τὰ δύο ταῦτα ποσά. Δὲν ἀποτελοῦσι 5,444,735:03; Ποῦ εὕρετε λοιπὸν τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα λέγετε ὅτι εἰσπράττετε ἐκ τῶν δύο τούτων πόρων, καὶ μᾶς ἐρωτᾶτε πῶς θέλομεν ἀναπληρώσει τὰ ἑπτὰ ταῦτα ἑκατομμύρια, ἐὰν καταργήσωμεν τοὺς δύο τούτους φόρους; Νομίζετε ὅτι σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ λέγητε ἑπτὰ ἀντὶ πέντε καὶ 53 ἀντὶ 32; Ἢ νομίζετε ὅτι, ἂν ἡμεῖς ἐπιβάλωμεν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ φόρον δραχ. 4 καὶ 80)100 κατ’ ὀκᾶν, ἢ δραχ. ἕξ, ὅσας εἰσπράττετε τώρα ἐξ αὐτοῦ, δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσπράξωμεν τὰ πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα σεῖς εἰσπράττετε; Ἀλλὰ θέλομεν εἰσπράξει πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια διὰ τοῦ συστήματος ἡμῶν, διότι πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια θέλουσι πληρώσει οἱ εἰς τὸν φόρον ὑποκείμενοι πολῖται, ἐνῷ τώρα οἱ μὲν εἰς τὸν φόρον ὑποκείμενοι πολῖται πληρόνουσιν 6,749,181:03, εἰς τὸ δημόσιον δὲ ταμεῖον εἰσάγονται 5,444,735:03, τὰ δὲ ἐλλείποντα 1,304,446 διανέμονται εἰς τοὺς κόπτας τοῦ καπνοῦ καὶ τοὺς τραμπούκους ὑμῶν, καὶ εἰς τοὺς προμηθεύοντας τὸ σιγαρόχαρτον φίλους σας, οἵτινες δὲν ζημιοῦνται βεβαίως ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν των ταύτην, καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν οἰκιῶν, τὰς ὁποίας ἐνοικιάζετε διὰ κοπτήρια, οἵτινες βεβαίως δὲν εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι ἡμεῖς ἐσκοποῦμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου, δι’ ὧν εἴπομεν, κατακρίνοντες τὴν ἀμάθειαν, μεθ’ ἧς εἶχε κατὰ τὸ 1883 κανονίσει τὴν φορολογίαν τοῦ προϊόντος τούτου. Ἕτοιμος δὲ νὰ συναγωνισθῇ ἐν δημοκοπικῷ ἀγῶνι, ἐμνημόνευσε τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ὡς σκοποῦντα νὰ προτείνῃ διαφόρους βελτιώσεις τῆς φορολογίας ταύτης. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδ’ εἴπομεν οὐδ’ ἐδώκαμεν εἴς τινα ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι σκοποῦμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου, κατηγγείλαμεν δὲ μόνον τὴν κατάθλιψιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβάλετε τοὺς καλλιεργητὰς τῆς ἀμπέλου διὰ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήσατε κατὰ τὸ 1883, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκηρύξατε καὶ ἡμεῖς ἀνεφάρμοστον, ἀναγκασθέντες νὰ ἐγκαταλείπητε αὐτὸ πρὶν ἢ παραιτηθῆτε τῆς ἀρχῆς, καὶ ν’ ἀποδεχθῆτε, ὅταν ἐπανήλθατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ σύστημα, ὅπερ ἐνομοθετήθη τῇ προτάσει ἡμῶν, ἂν καὶ ἐπολεμήσατε αὐτὸ ἐπιμόνως, ὅταν ἐπροτείναμεν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκθειάσῃ καὶ τὴν φειδὼ, μεθ’ ἧς διαχειρίζεται τὰ δημόσια χρήματα, ἐτόλμησε μάλιστα νὰ παραστήσῃ, ὅτι, ἐνῷ αὐτὸς διὰ τοιαύτης φειδοῦς κατώρθωσέ ποτε νὰ μὴ δαπανήσῃ ὁλόκληρα τὰ ποσὰ τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορηγηθεισῶν αὐτῷ πιστώσεων, ἡμεῖς ἠδικήσαμεν αὐτὸν καὶ κατηγορήσαμεν διότι ἀφῆκεν ἀδιαθέτους πιστώσεις. «Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ περιορίζομεν τὰς δαπάνας ἐν τῇ ἐφαρμογῇ», ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς χθὲς, ὥστε κατεκρίθημεν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι διαχειριζόμεθα τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παραγνωρίζοντες τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, διότι, κατὰ τοὺς ἐπικρίνοντας ἡμᾶς, ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀναγραφὴ δαπάνης δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐπὶ ὅρῳ δαπάνης κατωτέρῳ ἐκτέλεσιν. Ἡμεῖς τὴν ἀρχὴν ταύτην παρεγνωρίσαμεν, προσεπαθήσαμεν ἐν παντὶ ἄρθρῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ δαπανήσωμεν ὅσον ἐνῆν ἐλάσσω τῶν ἐπιτρεπομένων.» Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν κατεκρίνομέν ποτε τὴν ἐκτέλεσιν ἐπὶ ὅρῳ δαπάνης κατωτέρω τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένου, διότι τοῦτο οὐδέποτε ἐπὶ οὐδενὸς ἄρθρου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπράξατε, ἀλλὰ κατεκρίναμεν ὑμᾶς, διότι ἀνεγράφετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις δι’ ἀνάγκας, τὰς ὁποίας παριστᾶτε κατεπειγούσας, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐθίγετε τὸ παράπαν τὰς ἀνάγκας ταύτας, οὐδ’ ἐθεραπεύετε ποσῶς αὐτὰς ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἀλλ’ ἀφίνατε ἀδιαθέτους τὰς δι’ αὐτὰς ἀναγραφείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις, καὶ τὰ ποσὰ αὐτῶν μᾶς ἐπεδεικνύετε ὡς οἰκονομίας. Οἰκονομίαν ἀποτελεῖ ἡ θεραπεία τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους διὰ δαπάνης μικροτέρας τῆς προϋπολογισθείσης, ὅπερ κατορθοῦται διὰ τῆς φειδοῦς καὶ τῆς πεφροντισμένης ἐπιτηρήσεως, καὶ ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν ἀρετὴν τοῦ διαχειριζομένου τὰ χρήματα τοῦ ταμείου· δὲν εἶναι δ’ οἰκονομία ἡ παντελὴς ἐγκατάλειψις τῶν ἀναγκῶν, περὶ ὧν προέβλεψεν ὁ Προϋπολογισμὸς, ἵνα περισσεύσωσι τὰ δι’ αὐτὰς προσδιορισθέντα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ποσά. Πῶς ἐπερίσσευσαν κατὰ τὸ 1884 ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου αἱ πιστώσεις, διὰ τὰς ὁποίας σᾶς ἐκατηγορήσαμεν; Ἐπερίσσευσαν διότι ἐθεραπεύσατε τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας εἴχετε περιλάβει αὐτὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ὑμεῖς ἐξετελέσατε τὸν Προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ ὅρῳ τῆς δαπάνης, ὡς εἴπετε; Εἴχετε περιλάβει πίστωσιν δραχ. 800 χιλιάδων δι’ ἐκγύμνασιν ἐφεδρείας, καὶ ὑμεῖς οὐδ’ ἐξεγυμνάσατε τὴν ἐφεδρείαν καὶ οὕτως ἔμεινεν ἀδιάθετος καὶ ἐπερίσσευσεν ὅλη ἡ πίστωσις τῶν 80,000 δραχμῶν. Ἐπὶ κατωτάτῳ ὅρῳ δαπάνης ἐξετελέσατε ἐπὶ τούτου τὸν Προϋπολογισμόν; Ἐπ’ οὐδενὶ ὅρῳ, ἀλλ’ ἀφήκατε ὅλως ἀθεράπευτον τὴν ἀνάγκην, δι’ ἣν ἀνεγράψατε τὴν πίστωσιν τῶν 800 χιλιάδων δραχμῶν. Δὲν ἦτο κατεπείγουσα τάχα ἡ ἀνάγκη αὕτη, καὶ ἠδύνατο νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος; ἀλλὰ τότε πῶς ἀνεγράψατε αὐτὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Ἂν δ’ ἦτο κατεπείγουσα, καὶ ἂν τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ ἀπῄτει νὰ ἐκγυμνασθῇ κατὰ τὸ 1884 ἡ ἐφεδρεία, πῶς δὲν ἐθεραπεύσατε τὴν ἀνάγκην ταύτην; Καὶ τοῦτο παριστᾶτε οἰκονομίαν; Ἐπειδὴ δὲν ᾠκοδομήσατε ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς στρατῶνας, καὶ δὲν δαπανήσατε διὰ τοῦτο τὰς 40,949 δραχμὰς, ἃς εἴχετε περιλάβει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, παριστᾶτε ὑμᾶς αὐτοὺς ὡς διαχειρισθέντας μετὰ φειδοῦς τὰ δημόσια; Ἀνεγράψετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 δραχ. 46,270 δι’ οἰκοδομὴν στρατώνων ἐντὸς τοῦ Κράτους, καὶ ἐπειδὴ δὲν ᾠκοδομήσατε τοιούτους, δὲν ἐδαπανήσατε τὸ εἰρημένον ποσὸν, καὶ παριστᾶτε τοῦτο ὡς οἰκονομίαν; Ἀνεγράψατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 πίστωσιν δραχ. 303,307:70, διὰ νὰ οἰκοδομήσητε στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα καὶ θεραπευτήρια, ἐπειδὴ δὲ δὲν ᾠκοδομήσατε τοιαῦτα, ἔμεινεν ἀδιάθετος ἡ εἰρημένη πίστωσις, καὶ τοῦτο προσάγετε ὡς ἀπόδειξιν τῆς φειδοῦς, μεθ’ ἧς διαχειρίζεσθε τὰ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους προωρισμένα χρήματα; Εἴχετε ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 πίστωσιν δραχ. 100 χιλιάδων δι’ οἰκοδομὴν Στρατοδικείου, ἀλλὰ τοιοῦτον δὲν ᾠκοδομήσατε κατὰ τὸ 1884, καὶ ἔμεινεν ἀδιάθετος ἡ περὶ τούτου πίστωσις, καὶ οὕτω παριστᾶτε ὅτι ἐξετελέσατε τὴν ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ ὅρῳ τῆς δαπάνης! Ἐζητήσατε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 πίστωσιν δραχ. 94,685, διὰ νὰ κατασκευάσητε στρατιωτικὰς ὁδοὺς, τὰς ὁποίας δὲν κατεσκευάσατε, ὑπολειφθείσης ἀδιαθέτου τῆς πιστώσεως, ὡς ἐζητήσατε διὰ τοῦ αὐτοῦ Προϋπολογισμοῦ 200,000 δραχμὰς διὰ νὰ κατασκευάσητε ἐν Πειραιεῖ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ ἀρτοποιεῖον μετ’ ἀτμομύλου, καὶ ἐπειδὴ δὲν κατεσκευάσατε αὐτὸ, ὑπελείφθη ἀδιάθετος καὶ ἡ πίστωσις αὕτη. Ταῦτά εἰσιν ἀποτολέσματα τῆς οἰκονομίας, μεθ’ ἧς ἐκυβερνήσατε, ἢ τῆς ἀγυρτείας, μεθ’ ἧς ἐζητήσατε νὰ πείσητε κατὰ τὸ 1885 τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπιψηφίσῃ, ὡς καὶ ἐπεψήφισε, τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων; Ἐπροτείνατε τότε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἵνα διὰ τοῦ δανείου ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ πορισθῆτε καὶ ἕν κεφάλαιον διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς. Μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν ἦσαν καὶ αἱ δαπάναι αὗται. Ἀφοῦ δὲ τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἀπέτυχε, καὶ μόλις ἠδυνήθητε νὰ πορισθῆτε τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, ὅπως ἄρητε τὴν τότε ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δὲν ἠδυνήθητε νὰ πραγματοποιήσητε καὶ τὰς ἀνωτέρω δαπάνας, τὰς ὁποίας εἴχετε ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, παρουσιάζεσθε καὶ νῦν νὰ ζητήσητε νὰ σᾶς θαυμάσωμεν, διότι ἐποιήσατε οἰκονομίας, μὴ πραγματοποιήσαντες τότε τὰς μνημονευθείσας ἀνωτέρω δαπάνας. Μήπως δὲν ἐπράξατε τὸ αὐτὸ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887; Ἀπελύσατε ἀπὸ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, εἴτε διὰ προώρων ἀφέσεων, εἴτε δι’ ἀδειῶν ἀπουσίας, ἑκατοντάδας, εἰμὴ χιλιάδας, στρατιωτῶν τοῦ πυροβολικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ πεζικοῦ, καὶ οὕτως ἔμειναν ἀδιάθετοι πιστώσεις:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἐκ τῆς διὰ στρατιώτας τοῦ πυροβολικοῦ δρ. 89,819:02
Ἐκ τῆς διὰ στρατιώτας τοῦ ἱππικοῦ » 67,268:09
Ἐκ τῆς διὰ στρατιώτας τοῦ πεζικοῦ » 542,726:07
Ἐκ τῆς διὰ τροφὰς » 622,825:52
Ἐκ τῆς δι’ ἱματισμὸν » 588,110:43
Ἐκ τῆς δι’ ὁπλισμὸν » 235,237:46
Ἐκ τῆς διὰ νοσηλείαν » 128,734:—
δρ.2,274,750:49
Δὲν ἠγοράσατε κατὰ τὸ 1887 πετρέλαιον
καὶ ἔμεινεν ἀδιάθετος πίστωσις δρ. 489,247:24
Δὲν ἐπαρουσιάσθησαν εἰς ἐξόφλησιν πᾶσαι
αἱ ὁμολογίαι τῶν δανείων τῶν 4, 6
καὶ 25 ἑκατομμυρίων, καὶ ἔμειναν
ἀδιάθετοι πιστώσεις » 306,734:75
Δὲν ἐδαπανήθησαν τὰ πρὸς συντήρησιν
οἰκοδομῶν, καὶ ἔμεινεν ἀδιάθετος πί-
στωσις » 135,649:93
Ἐπλήρωσε διὰ τοῦ χρυσοῦ τῶν δανείων
τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δα-
νείων, καὶ ἔμεινεν ἀδιάθετος πίστωσις » 5,091,442:74
Οὕτω κατὰ τὸ 1887 ἔμειναν ἐκ τῶν ἀνω-
τέρω ἀδιάθετοι πιστώσεις δρ.8,298,817:15

Καὶ ἐπῆλθε τοῦτο διότι ὁ Πρωθυπουργὸς διεχειρίσθη μετὰ φειδοῦς τὰς πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887; Διεχειρίσθη μετὰ φειδοῦς τὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν στρατιωτῶν τοῦ πεζικοῦ, ἢ τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ ἱππικοῦ, ἢ διότι διὰ μὲν τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον θέλει ἔχει ὑπὸ τὰ ὅπλα, κατὰ δὲ τὴν ἐκτέλεσιν ἀπέλυσε τὰ ⅔ τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας καὶ παρασκευάσῃ τὸ πολυθρύλλητον ἰσοζύγιον τοῦ 1887; Ταῦτα δὲν εἶναι οἰκονομίαι, ἀλλ’ ἀναίρεσις τοῦ πολιτεύματος, ἐμπαιγμὸς τῆς Βουλῆς. Ἂν δὲν εἴχετε χρήματα διὰ νὰ συντηρήσητε ὑπὸ τὰ ὅπλα ὅσον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐσημειώσατε στρατὸν, τοῦτο ὠφείλετε νὰ ἀναφέρητε εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἦναι ἐν γνώσει αὐτῆς, οὐχὶ δὲ ἡ μὲν Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ ὅτι θέλει εἶσθαι στρατὸς ὅσον εἴχετε ζητήσει διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑμεῖς δὲ νὰ συντηρῆτε ὑπὸ τὰ ὅπλα μόνον τὸ τρίτον αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο, τὸ τόσῳ ἁπλοῦν, τὸ τόσῳ καταφανὲς, τὸ προσπῖπτον εἰς τὴν ἀμβλυτέραν ἁφὴν τοῦ πλέον ἀδεξίου περὶ τὸν χειρισμὸν τῶν ἀριθμῶν, τοῦ πλέον ἀπείρου περὶ τὴν κατάληψιν τῶν λογαριασμῶν, αὐτὸ παρέστησεν ὡς κατόρθωμα, ἐπιτευχθὲν χάρις εἰς τὴν μεγάλην φειδὼ, μεθ’ ἧς διαχειρίζεται τὰ δημόσια, κατήγγειλε δ’ ἡμᾶς ὡς ἐγκαλοῦντας αὐτὸν ἀδίκως, καίτοι τοιαύτας παρασκευάσαντα οἰκονομίας!!

§70ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Παρακαλοῦμεν νὰ διακόψητε τὴν ἀγόρευσίν σας. Τὴν Δευτέραν, κύριε Πρόεδρε, ἡ συνέχεια.

§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω νὰ ἐξακολουθήσω εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.

§72ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, αὔριον.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγει ἡ Βουλή;

§74ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63
2Τῆς 16 Φεβρουαρίου 1890.
3(Παρασκευὴ)
4Ὥρᾳ 5 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὅ,τι θὰ ὑποβάλω
8ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἁρμόζῃ εἰς τὸν κύκλον τῶν ἐργασιῶν
9αὐτῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ μοὶ ἀνέθεσαν δι’ ἐπιστολῶν τοιαύτην
10ἐντολὴν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐκτελέσω ταύτην. Εἰς τὸ
11χωρίον Ζευγολατιὸ τοῦ δήμου Οἰχαλίας οἱ ἱερεῖς παρεβία-
12σαν τὰ καθήκοντα αὐτῶν κατὰ τρόπον, δι’ οὗ προεκάλε-
13σαν τὴν ἐξέγερσιν τοῦ χωρίου ἐναντίον των, οἱ κάτοικοι
14τοῦ ὁποίου δι’ ἀναφορᾶς των καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
15Ἐκκλησιαστικῶν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσι τὴν παῦσιν
16τῆς ἐνεργείας τῶν εἰρημένων ἱερέων. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην
17ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ αὐτὴν, ὅπως συστήσῃ
18εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἐκεῖθεν οἱ καταγ-
19γελλόμενοι ἱερεῖς.
20§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλη-
21σιαστικῶν.
22§3ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
23Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας
24εἶχε ζητήσει νὰ μάθῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας,
25διατὶ ἐπαύθη ὁ δημοδιδάσκαλος τοῦ δήμου Εὔας, καὶ ἂν
26ἀντικατέστη. Ὁ δημοδιδάσκαλος οὗτος δὲν ἐπαύθη, ἀλλὰ
27κατόπιν ἐκθέσεως τῆς οἰκείας ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς μετε-
28τέθη· εἰσέτι δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσις αὐτοῦ, ἐλήφθη δὲ
29φροντὶς πρὸς ἄμεσον ἀντικατάστασιν αὐτοῦ, καθόσον ὑπε-
30βλήθη αἴτησις ἄλλου, ζητοῦντος νὰ διορισθῇ δημοδιδά-
31σκαλος.
32Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀναφορὰν, περὶ ἧς πρὸ ὀλίγου ἐποιή-
33σατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ τὴν ὁποίαν μοὶ παρέ-
34δωκε, θέλω τὴν διαβιβάσει πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅπως
35λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψει καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
36§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ καταθέσητε
37εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς περὶ
38τῆς μεταθέσεως τοῦ δημοδιδασκάλου τοῦ δήμου Εὔας.
39§5ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν κατέθεσα.
40§6ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς ἐφημερίδας τῆς Κεφαλ-
41ληνίας ἀνέγνωσα, ὅτι οὐκ ὀλίγα κιβώτια πετρελαίου εὑρέ-
42θησαν πεπληρωμένα δι’ ὕδατος θαλασσίου ἀντὶ πετρελαίου.
43Οὔτε τὸ ἐπίστευσα, οὔτε δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἡ Ἑται-
44ρία τῶν Μονοπωλείων προέβη εἰς τοιοῦτόν τι. Ἐν τούτοις
45παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ
46τὴν προσοχὴν τῆς Ἑταιρίας.
47§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ
48Λακωνίας κ. Παπαμιχαλοπούλου, ἐζητήθη ἀκριβὴς πίναξ
49τῶν χηρευουσῶν θέσεων παντὸς ὅπλου καὶ παντὸς βαθμοῦ
50μετὰ σημειώσεως τοῦ χρόνου, ἀφ’ οὗ ἑκάστη τῶν θέσεων
51τούτων χηρεύει. Τὰ μὲν ἄλλα πάντα ὑποβάλλονται, ἀλλ’
52ἡ διάρκεια τῆς χηρείας ἑκάστης θέσεως δὲν δύναται νὰ
53σημειωθῇ· ἐσημειώθη ὅμως ἡ ἐποχὴ τῆς πληρώσεως τῶν
54θέσεων, ὥστε αἱ ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου κενούμεναι θέσεις
55προστίθενται εἰς τὸν κατάλογον τῶν χηρευουσῶν. Παρα-
56καλῶ ἵνα τυπωθῇ ὁ πίναξ.
57§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρ-
58τημα, ἀριθ. 195).
59§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἐζήτη-
60σεν, ὅπως πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπανῆλθεν ὁ
61ὑπενωμοτάρχης Μακρῆς εἰς τὸν σταθμὸν Μελιγαλᾶ τοῦ
62δήμου Οἰχαλίας. Ἐκ τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐγγράφων ἐξά-
63γεται θετικῶς σχεδὸν, ὅτι δὲν ἐπανῆλθε, διότι τὸ τελευ-
64ταῖον ἔγγραφον τῆς Μοιραρχίας Μεσσηνίας εἶναι τῆς 30
65Ἰανουαρίου, καὶ κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἡ Μοιραρχία
66ἀντικατέστησε τὸν ὑπενωμοτάρχην Π. Μακρῆν διὰ τοῦ
67ὑπενωμοτάρχου Νικολάου Παπαδοπούλου. Ἀφοῦ ἡ Μοι-
68ραρχία ταῦτα ἀναφέρει τὴν 30 Ἰανουαρίου, ὑποθέτω, ὅτι
69νεωτέρα εἴδησις περὶ ἐπανόδου αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ·
70οὐχ ἧττον ἐτηλεγραφήσαμεν, ζητήσαντες ἀκριβεστέρας
71πληροφορίας.
72Αἱ πληροφορίαι αἱ συμπληρωματικαί, αἵτινες ζητοῦνται
73ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας κ. Τυπάλδου, βεβαίως
74θέλουσι βραδύνει, διότι ἀνέρχονται εἰς 4,000 οἱ νοσηλευ-
75θέντες, ὧν ζητεῖται πίναξ, καθορίζων τὴν νόσον ἑκάστου.
76Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ σύνταξις τοιούτου πίνακος, ἀναγομένου
77εἰς 4,000 πρόσωπα, δι’ ἕκαστον τῶν ὁποίων πρέπει νὰ
78βεβαιωθῇ ἐκ ποίας νόσου πάσχων εἰσῆλθεν εἰς τὸ Νοσοκο-
79μεῖον, θ’ ἀπαιτήσῃ χρόνον τινά.
80§10ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Χρόνον βεβαίως, ὁ ὁποῖος δὲν
81θέλει ἐξιχθῆ μέχρι τῆς ἄλλης Περιόδου.
82§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐλπίζω ὄχι.
83Ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη χθὲς, ὅτι ἡ δοθεῖσα εἰς τὴν
84πρότασίν του ἀπάντησις ἦτο ἐλλιπὴς, καὶ τοῦτο, διότι ἡ
85ὑπηρεσία παρενόησε τὴν ἐρώτησίν του. Σήμερον ἠναγκά-
86σθην νὰ ὑποβάλω εἰς ἔλεγχον τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Βου-
87λευτοῦ, ὡς εἶχε παρ’ αὐτοῦ διατυπωθῆ, ἐξήτασα δὲ αὐτὴν
88καὶ ἐν σχέσει πρὸς τοὺς συντακτικοὺς κανόνας; ὁμολογῶ δὲ,
89ὅτι ἠναγκάσθην νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἦτο ἐν τῷ
90δικαίῳ, ὅτι κατὰ τοὺς συντακτικοὺς κανόνας ἡ αἴτησίς
91του δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν, ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι
92ἔχει, καὶ τοῦτο, διὰ τὴν μὴ ἐπανάληψιν τοῦ ἄρθρου πρὸ
93τῆς λέξεως «ἀποβιωσάντων»· ἐν ἀνάγκῃ θέλω καταθέσει
94ἀντίτυπον τοῦ Συντακτικοῦ τοῦ Ἀσωπίου, σημειῶν τὸν
95κανόνα, καθ’ ὃν δύο ἐπιθετικοὶ ἢ μετοχικοὶ προσδιορισμοὶ
96συνακόλουθοι, ἐκφερόμενοι ὁ μὲν πρῶτος ἐνάρθρως, ὁ δὲ
97δεύτερος ἀνάρθρως, ἀνήκουσιν ἀμφότεροι εἰς τὸ αὐτὸ οὐσια-
98στικὸν (ἱλαρότης).
99§12ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Εὐχαρίστως πείθομαι, ὅτι ὁ
100κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὰ μαθήματα τῆς Γραμματικῆς καὶ
101τοῦ Συντακτικοῦ ἔναυλα εἰς τὴν μνήμην του, ἀλλ’ ἐὰν ἀνα-
102γνωσθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου, θέλει πεισθῆ, ὅτι κατὰ τοὺς κανό-
103νας τῆς νεοελληνικῆς, τὴν ὁποίαν ἐγὼ μεταχειρίζομαι, καὶ
104τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς τὴν ζῶσαν γλῶσσαν, οὐδεμία ὑπάρχει
105ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Καὶ τόσον εἶναι
106τοῦτο ἀληθὲς, ὥστε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησε,
107παρατηρήσας τὴν ἐπερώτησίν μου, τὴν ἔλλειψιν τῆς ὑπη-
108ρεσίας. Σήμερον διὰ τῶν κανόνων τοῦ Συντακτικοῦ τοῦ
109Ἀσωπίου καὶ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, εἰς τοὺς ὁποίους
110κανόνας, ὁμολογῶ, ὅτι, καὶ ὅτε ἤμεθα παῖδες, πάντοτε
111ἦτο ἀνώτερός μου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ τῶν κανόνων,
112λέγω, τούτων, μετὰ πάροδον 24 ὡρῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
113Κυβερνήσεως δικαιολογεῖ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, διότι
114αὕτη, ὀχυρουμένη ὄπισθεν ἑνὸς κανόνος τοῦ Συντακτικοῦ
115τοῦ Ἀσωπίου, ἀπέφυγε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ἐρώτημα μεγίστης
116σπουδαιότητος. Βλέπετε δὲ καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν ἀπήν-
117τησε. Καὶ χθὲς μὲν εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν εἶχον ἀμφιβολίαν
118διὰ τὴν καλὴν πίστην τῆς ὑπηρεσίας, σήμερον δὲ ὀφείλω
119νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἐὰν δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν εἰς τὴν πρόθε-
120σιν, οὐχ ἧττον ἀρχίζω νὰ ἀμφιβάλλω εἰς τὴν σπουδαιότητα
121τοῦ λόγου, δι’ ὃν δὲν ἀπήντησε, καὶ βλέπετε τοῦτο καὶ εἰς
122ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
123Στρατιωτικῶν.
124Δὲν γνωρίζω πότε θέλει δυνηθῆ νὰ μᾶς δώσῃ ἀπάντησιν
125ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος. Τὸν ἠρώτησα, ἐὰν τοὐλάχιστον εἰς
126τὴν ἔκτακτον Σύνοδον κατορθωθῇ τοῦτο, καὶ δὲν ἀπαντᾷ.
127§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τοῦτο ἀπαντῶ.
128§14ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἴσως ἀπαντήσῃ εἰς τὴν προ-
129σεχῆ Περίοδον. Ἀλλ’ ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. Πρωθυπουρ-
130γὸς, ὅτι εἰς τὴν προσεχῆ Περίοδον, εἴτε ἔχω τὴν τιμὴν νὰ
131παρακάθημαι πάλιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἴτε ὄχι, θέλουσιν
132εὑρεθῆ πλείονες τοῦ ἑνὸς Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξαγάγωσιν
133ἐκ τῶν δοθησομένων εἰς τὸ ἐρώτημά μου ἀπαντήσεων τὰ
134συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα θέλει ν’ ἀποφύγῃ ὁ κ. Ὑπουρ-
135γὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ ὑπηρεσία, ὀχυρούμενοι ὄπι-
136σθεν κανόνων τῆς Γραμματικῆς καὶ τοῦ Συντακτικοῦ τοῦ
137Ἀσωπίου. Θέλετε τότε, Κύριοι, παρατηρήσει, ὅτι, καθ’ ἃς
138ἔχω ἐγὼ πληροφορίας, τὰ πιστοποιηθησόμενα θέλουσιν εἶ-
139σθαι λίαν δεινά. Θέλει πιστοποιηθῆ, ὅτι εἴς τινα μέρη τοῦ
140Κράτους, καὶ ἰδίᾳ ἐν Λαρίσσῃ καὶ ἐν Ναυπλίῳ, ἡ θνητό-
141της, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἰλαρὰν, ἀνῆλθεν περίπου εἰς 30%,
142δηλαδὴ σχεδὸν εἰς τὴν θνητότητα τῆς χολέρας.
143Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ εἰς τοῦτο ἐχρησίμευσαν οἱ κα-
144νόνες τοῦ Συντακτικοῦ τοῦ Ἀσωπίου, εἰς τὸ νὰ μὴ ἔλθῃ
145αὐτὸ τὸ φῶς εἰς τὴν Βουλὴν ἤδη. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἂς
146ἦναι βέβαιος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
147Στρατιωτικῶν, ὅτι θὰ ἔλθῃ τὸ φῶς αὐτὸ καὶ ἐνώπιον τῆς
148Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τῆς κοινωνίας.
149§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἐγγράφων καὶ
150τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
151Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, μὲ θέ-
152τουσιν εἰς πειρασμὸν νὰ πιστεύσω, ὅτι κομματικοὶ λόγοι
153ἐξώθησαν τὸν κ. Ὑπουργόν....
154§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω παντάπασιν οὐδὲ
155τοὺς κομματικοὺς λόγους ἐν τῷ δήμῳ Εὔας τῆς ἐπαρχίας
156Μεσσήνης, οὐδὲ τὰ πρόσωπα, περὶ ὧν πρόκειται, ἀλλὰ, ἀνα-
157φυλλίζων τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐξεπλάγην ἰδὼν,
158ὅτι μετετέθη δημοδιδάσκαλος ἐξ ἑνὸς χωρίου τοῦ δήμου Εὔας
159εἰς ἄλλο ἄκρον τοῦ Κράτους, καὶ ἐξ ἑνὸς ἄλλου ἄκρου εἰς
160ἄλλος δημοδιδάσκαλος εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τοῦ Κράτους.
161Ἐπιθυμῶν νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, ἤθελον
162σᾶς παρακαλέσει, ἐὰν δὲν ἔχητε ἄλλον τινὰ λόγον, ν’ ἀνα-
163βάλητε τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς σας διὰ τὰς μετὰ
164τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐργασίας μας.
165§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ παρακαλῶ, κύ-
166ριε Πρόεδρε, τὰ ἔγγραφα νὰ μείνωσιν ἐν τῷ γραφείῳ.
167§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχε ζητηθῆ κατά τινα
168παρελθοῦσαν συνεδρίασιν καὶ ἡ κατάθεσις τοῦ ἐπιδοτηρίου,
169τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν ἐπίστρατον Νικόλαον Ι. Δηλιγιάννην.
170Κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς παρού-
171σης Συνόδου, κατόπιν ἐπερωτήσεως, γενομένης πρὸ τῶν δια-
172κοπῶν, εἶχε ζητηθῆ πληροφορία περὶ τοῦ ἐπιδοτηρίου τού-
173του, τὸ δὲ Στρατολογικὸν Γραφεῖον Ἀργολίδος καὶ Κοριν-
174θίας ἀπήντησε, παρέχον τὴν ἀπόδειξιν τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ,
175ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἐξηγοῦν τὸν λόγον, οὗ ἕνεκα δὲν δύνα-
176ται νὰ προσαγάγῃ τὸ ἐπιδοτήριον· δύο δὲ εἶναι τὰ ἔγγραφα
177τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας
178περὶ τοῦ θέματος τούτου. Καταθέτω αὐτά.
179§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
180Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
181Κράτους.
182§20ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ
183τὴν διεξαγομένην ταύτην γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋ-
184πολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους καὶ ὁ χθὲς τὴν ἑσπέραν τε-
185λευταῖος ἀγορεύσας ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ
186πρώην Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν καὶ ὁ πρὸ αὐτοῦ κατά τινα
187τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἐπίσης ἀγορεύσας συμπολί-
188της αὐτοῦ καὶ προϊστάμενος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν ταῖς
189μακραῖς αὐτῶν ἀγορεύσεσι δὲν ἐπελάθοντο καὶ τῶν τῆς δι-
190καιοσύνης, ἐξενεγκόντες μὲν πολλὰς καὶ βαρείας μομφὰς κατά
191τε τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς διοικήσεως
192τῶν κατ’ αὐτὴν, ὑποβαλόντες δὲ, καὶ ἰδίως ὁ χθὲς ὁμιλήσας,
193πληροφορίας στατιστικὰς καὶ ἀριθμητικὰς, ἐντελῶς ἀντιθέ-
194τους τῶν καθ’ ἑξαμηνίαν τακτικῶς δημοσιευομένων παρὰ
195τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐπισήμων πινάκων, τῶν
196ὁποίων βεβαίως ὁ Βουλευτὴς εἶχε καὶ λαμβάνει τακτικῶς
197γνῶσιν. Ἐπειράθησαν δὲ, δι’ ὅσων περὶ τῆς καταστάσεως
198τῆς δικαιοσύνης πρὸς τὴν Βουλὴν εἶπον, νὰ ἀποδείξωσι
199τὴν μὲν δικαστικὴν ἐξουσίαν ὡς τέλεον τοῦ προορισμοῦ αὐ-
200τῆς ἐπιλαθομένην, ὡς ἥκιστα πρὸς τὴν ἀποστολὴν καὶ τὸ
201καθῆκον αὑτῆς ἀνταποκρινομένην, ὡς ἐντελῶς ἀδρανοῦσαν,
202ὡς φατριάζουσαν καὶ ὡς συντελοῦσαν διὰ τῶν ἐλαττωμάτων
203αὐτῆς τούτων εἰς τὴν δείνωσιν τῆς τε ἐν γένει κοινωνικῆς
204ἡμῶν καταστάσεως καὶ πρὸ πάντων τῆς καταστάσεως τῆς
205δημοσίας ἀσφαλείας, κατέκριναν δὲ καὶ τοὺς τὰ τῆς δικαιο-
206σύνης διευθύνοντας ὡς μηδεμίαν ἀπολύτως οὔτε νομοθετικὴν
207οὔτε διοικητικὴν περὶ διορθώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων λα-
208βόντας πρόνοιαν. Ὁ χθὲς τὴν ἑσπέραν ἀγορεύσας τὰς κατα-
209κρίσεις αὑτοῦ ἀπηύθυνε κατὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν τῆς δι-
210καιοσύνης ἀπὸ τοῦ 1882 ἰδίως μέχρι σήμερον. Ἀγνοῶ διὰ
211τίνα λόγον τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἔθετο ὡς ἀφετηρίαν πρὸς ἔναρξιν
212τῆς ἐπισκοπήσεως τῶν κατὰ τὴν δικαιοσύνην ὁ κ. Βουλευ-
213τὴς, ἴσως δ’ ἔπραξε τοῦτο, διότι ἐκεῖνος ὁ χρόνος συμπίπτει
214πρὸς τὴν ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας ἀποχώρησιν αὐτοῦ,
215μεθ’ ἣν εὐχαριστεῖται νὰ βλέπῃ τὰ πάντα ἐν αὐτῇ κακῶς
216ἔχοντα. Ἐκτείνας δὲ τὴν ἐπισκόπησίν του ταύτην ἀπὸ τῆς
217σήμερον μέχρι τοῦ 1882, ἐννοεῖται, ὅτι πλὴν ἐμοῦ κατέστησε
218συνυπευθύνους πρὸς ἐξήγησιν τῆς κακῆς δῆθεν δικαστικῆς
219καταστάσεως, οἵαν κατὰ τὴν χρονικὴν ταύτην διάρκειαν
220ἀπεικόνισεν αὐτὴν, καὶ τὸν κατὰ τὰ 1882 καὶ 1883 διευ-
221θύναντα τὰ τῆς δικαιοσύνης ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευ-
222τὴν, καὶ τὸν διαδεξάμενον αὐτὸν ἀξιότιμον ἐξ Εὐβοίας Βου-
223λευτὴν, καὶ τοὺς κατὰ τὸ 1885 διοικήσαντας τὰ τῆς δι-
224καιοσύνης, καὶ μετ’ αὐτοὺς ἐμὲ, λεληθότως δὲ καὶ ἑαυτὸν
225κατέστησε συνυπεύθυνον ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ, διότι
226αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ τοὺς διοικήσαντας κατὰ τὰ 1882
227καὶ 1883 τὰ τῆς δικαιοσύνης ὑπεστήριξε διὰ τῆς ψήφου
228καὶ διὰ τοῦ λόγου αὑτοῦ, καὶ τοὺς κατὰ τὰ 1885 κυβερ-
229νήσαντας ἐπίσης ὑπεστήριξε διὰ τῆς ψήφου καὶ τοῦ λόγου
230αὑτοῦ.
231Θεωρῶ, Κύριοι, ὅτι ἔχω καθῆκον καὶ πρὸς ἐμαυτὸν καὶ
232πρὸ τὸν κλάδον, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι,
233καὶ τὸν ὁποῖον, χωρὶς νὰ θεωρῶ ὡς ἐξιχθέντα εἰς τὸ ἄκρον
234τῆς τελειότητος σημεῖον, βεβαίως ὅμως θεωρῶ πολὺ ἀνώ-
235τερον τῶν περὶ αὐτοῦ ἐξενεχθεισῶν ἐντεῦθεν μομφῶν, θεωρῶ,
236λέγω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ φροντίσω μετὰ πάσης τῆς ὑπὸ
237τῆς καταστάσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπιβαλλομέ-
238νης συντομίας, ὅπως ἀναιρέσω τὰς κατὰ τῆς λειτουργίας
239τῆς δικαιοσύνης ἀδίκως ἀπευθυνθείσας μομφὰς, καὶ τὴν εἰς
240τοὺς διευθύνοντας αὐτὴν ἀποδοθεῖσαν ἐκδίκησιν ἐπὶ ἐλλεί-
241ψει ἀπολύτῳ πάσης πρὸς βελτίωσιν προνοίας νομοθετικῆς,
242οἱασδήποτε προνοίας διοικητικῆς.
243Τὸ ζήτημα τῆς καταστάσεως τῆς παρ’ ἡμῖν δικαιο-
244σύνης πολλάκις ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν, εὐρύτερον δὲ
245καί πως συστηματικώτερον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευ-
246τικὴν Περίοδον κατὰ τὰ ἔτη 1882 καὶ 1883, ὅπως ἐνθυ-
247μοῦνται ὅσοι ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἦσαν καὶ τότε μέλη
248τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐδόθη τότε πρὸς τοῦτο
249ἀφορμὴ ἐκ λίαν μακρᾶς ἐπερωτήσεως τοῦ τότε βουλευτοῦ
250ἐκ Βόλου κ. Φιλαρέτου, ὅστις ἀνενδότως ἀληθῶς εἰς τὰ
251τῆς ἐπερωτήσεώς του ἐκείνης, τῆς ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν
252δικαιοσύνην ἀφορώσης, ἐπιμείνας, ἐπέτυχε νὰ εὐρύνῃ καὶ
253γενικεύσῃ τὴν περὶ αὐτῆς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ συζήτησιν,
254δοὺς ἀφορμὴν καὶ εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ
255ἀνακοινώσῃ τὰ διάφορα τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης κεφάλαια
256πρὸς τὰς δικαστικὰς τοῦ Κράτους ἀρχὰς, αἵτινες καὶ πλη-
257ροφορίας ἔδωσαν περὶ τῶν καταγγελλομένων ἀνωμαλιῶν καὶ
258ἀταξιῶν, καὶ γνώμας αἱ πλεῖσται ἐξήνεγκον περὶ τῶν
259μέσων, δι’ ὧν εἶναι δυνατὸν αἱ ἀτέλεια καὶ ἀταξίαι ἐκεῖναι
260νὰ ἀρθῶσι καὶ ἐκλείψωσιν. Αἱ γνωμοδοτήσεις αὗται τῶν
261ἁρμοδίων ἀρχῶν προσήχθησαν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ
262τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐγέ-
263νετο εὐρεῖα συζήτησις, πόρισμα δὲ τῆς συζητήσεως ἐκείνης
264ὑπῆρξεν, ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸς ἀσφαλεστέραν καὶ
265ταχυτέραν τῆς δικαιοσύνης λειτουργίαν καὶ ἀπονομὴν ἔδει
266νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια καὶ περὶ ἄλλων μὲν, ἀλλ’ ἰδίως
267περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, περὶ προαγω-
268γῆς καὶ καταλληλοτέρας ἐκλογῆς τῶν ἀνακριτικῶν ἀρχῶν,
269περὶ πληρεστέρας καὶ τελειοτέρας ἐξασφαλίσεως τῆς ἀνε-
270ξαρτησίας τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, περὶ τακτικῆς καὶ τελε-
271σφόρου ἐπιθεωρήσεως, καὶ περὶ ἀγρύπνου ἐποπτείας, πρὸς
272τήρησιν μὲν τῶν διατάξεων τοῦ ὀργανισμοῦ, αὐστηρὰν δὲ
273τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἄσκησιν κατὰ τῶν μὴ συμμορ-
274φουμένων πρὸς τὰς διατάξεις ταύτας, καὶ τῶν φυγοποίνων ἢ
275ἀμελῶς τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα ἐκπληρούντων. Ἐπίσης ἐχα-
276ρακτηρίσθη ὡς αἰτία τοῦ μὴ ἐνημέρου τῆς δικαιοσύνης ἡ
277ἔλλειψις προνοίας πρὸς ἁπλοποίησιν τῶν ἀποδεδειγμένως
278χρῃζόντων ἁπλοποιήσεως θεσμῶν παρ’ ἡμῖν, ὑπὲρ πάντα
279δὲ ταῦτα, ἐννοεῖται ὅτι ἐθεωρήθη ὡς μία τῶν πρωτίστων
280αἰτιῶν τὸ ἀνεπαρκὲς τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλ-
281λήλων.
282Ὁ τότε διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν
283ὑποβάλει ἀληθῶς δύο νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐψηφί-
284σθησαν, καὶ ἅπερ ἐμαρτύρουν ἀρχὴν μερίμνης πρὸς ἄρσιν τῶν
285αἰτίων, ἐφ’ ἃ προσέκοπτεν ἡ δικαιοσύνη. Τὰ νομοθετήματα
286ταῦτα ἦσαν τὸ περὶ συστάσεως εἰδικῶν Πταισματοδικείων
287καὶ τὸ περὶ διορισμοῦ ἀρχειοφυλάκων παρὰ τοῖς Δικαστη-
288ρίοις. Βεβαίως δὲν ἦσαν τὰ πρῶτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ
289ληφθῶσιν, ἀναμφισβητήτως ὅμως ἦσαν μέτρα, δυνάμενα νὰ
290θεωρηθῶσιν ὡς συγγενῆ πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Καὶ
291ὁ διαδεχθεὶς δ’ ἐκεῖνον κατὰ τὸ 1883 Ὑπουργὸς ὑπέβαλε
292νομοσχέδια λυσιτελῆ πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ἅπερ δὲν κατωρθώθη
293νὰ ψηφισθῶσιν. Ἐπῆλθε μετά τινα χρόνον ἡ κυβερνητικὴ
294μεταβολὴ τοῦ 1885, ἡ δὲ ἀναλαβοῦσα τότε τὴν ἀρχὴν Κυ-
295βέρνησις, κατὰ τὴν ἐνιαυσίαν αὑτῆς διάρκειαν, οὐδὲν ἄλλο
296πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ κρείττονος διαῤῥυθμίσεως τῶν τῆς
297δικαιοσύνης εἰσήγαγε μέτρον ἢ μόνον νόμον περὶ καταρ-
298γήσεως τῶν Πταισματοδικείων, ἅπερ καὶ κατηργήθησαν,
299καὶ ἕτερον νόμον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ ἀρχειοφυ-
300λάκων νόμου διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἐπὶ πλέον εἰς τοὺς
301ἀρχειοφύλακας δοθείσης διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1883 καὶ 1884
302μισθοδοσίας. Αὐτοὶ οἱ δύο καὶ μόνοι νόμοι μαρτυροῦσι τὴν
303περὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀπροσκόπτου λειτουργίας
304νομοθετικὴν μέριμναν τῶν ἀναλαβόντων τότε τὴν διοίκησιν
305τῶν κοινῶν, οἵτινες, ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ὄντες, γοερῶς
306ἐθρήνουν ἐπὶ τῇ καταστάσει αὐτῆς, ἀναγκάζοντες τὸν πρὸ
307αὐτῶν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὕστερον δὲ φίλον των,
308πλειστάκις νὰ ὑψώσῃ φωνὴν ἀμύνης ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ὑπὲρ
309τῆς ἀδίκως κατακρινομένης δικαστικῆς ἐξουσίας. Διὰ δὲ
310τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 κατήργησαν 12 θέσεις
311Ἀντεισαγγελέων, πλὴν τῶν ὀκτὼ εἰδικῶν Πταισματοδι-
312κείων, περὶ ὧν προηγουμένως εἶπον, ἐντελῶς ἀδιαφορήσαν-
313τες πρὸς τὴν κραυγὴν, ἣν μετὰ πόνου ὁ χθὲς ἀγορεύσας
314βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Κωνσταντόπουλος εἶχεν ἐγείρει ἐν
315τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ περὶ συστάσεως τῶν
316Πταισματοδικείων νομοθέτημα, ἀποδεικνύων ὅτι ἀσυζητητεὶ
317ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ, καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἀλλὰ πρω-
318τίστως διότι αὐξάνει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλ-
319λήλων, ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ὁποίων ἦτο μία ἀπὸ τὰς κυριω-
320τέρας, κατ’ αὐτὸν, αἰτίας τοῦ μὴ ἐνημέρου τῆς δικαιοσύνης.
321Διέγραψαν σχεδὸν τὰς πιστώσεις, τὰς ἀναγεγραμμένας πρὸς
322δικαστικὰς ἐπιθεωρήσεις καὶ δι’ ἐπιμίσθιον ἀνακριτῶν, καὶ
323δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνας ἄλλας ὁμοίας φύσεως πιστώσεις. Ἐν
324δὲ τῇ καθόλου διοικήσει τοῦ Ὑπουργείου ἐτακτοποίησαν
325μὲν καὶ συνεπλήρωσαν καθ’ ὃν αὐτοὶ ἐθεώρησαν τρόπον τὰ
326τοῦ Ἀρείου Πάγου, προέβησαν δὲ εἰς ἐπιδρομὴν μὲν πρω-
327τοφανῆ κατὰ τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, εἰς ἀναστάτωσιν δὲ
328τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν τοιαύτην, ὁποίαν κατὰ τὴν
329τελευταίαν τοὐλάχιστον δεκαετίαν οὐδέποτε τὸ Ὑπουργεῖον
330τῆς Δικαιοσύνης εἶδεν. Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἐξ Ἀττικῆς
331βουλευτοῦ κ. Ῥάλλη περὶ μεταθέσεων γενομένων μετὰ τὸν
332νόμον, τὸν περιορίσαντα τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ,
333εἶχον ὑποβάλει πίνακας, δηλοῦντας τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑκά-
334στοτε γενομένων μεταθέσεων. Ἐκ τῶν πινάκων ἐκείνων
335καταφαίνεται, ὅτι κατὰ τὸ ἐνιαύσιον διάστημα, τὸ ἀπὸ
33620 Ἀπριλίου 1885 μέχρις 20 Ἀπριλίου 1886, μετετέθη-
337σαν 149 Πρωτοδίκαι καὶ 451 Εἰρηνοδίκαι, ἐν ὅλῳ 600
338δικαστικαὶ μεταθέσεις ἐγένοντο, εἰς ἃς δὲν περιλαμβάνονται
339οὔτε Ἐφετῶν, οὔτε Εἰσαγγελέων, οὔτε Γραμματέων Πρω-
340τοδικείων, οὔτε Γραμματέων Εἰρηνοδικείων μετακινήσεις.
341Ἡμεῖς διεδέχθημεν αὐτοὺς κατὰ Μάϊον τοῦ 1886, καὶ
342κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἠναγκάσθημεν νὰ κάμωμεν 425 με-
343ταθέσεις, ἐξ ὧν ὅμως πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε 74, γενομένας
344ἐξ ἀνάγκης, ἐπιτακτικῶς ἐπιβεβλημένης ὑπὸ τοῦ νόμου
345περὶ εὐρείας περιφερείας, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐθεωρήσαμεν τὴν
346ἀπαγόρευσιν τῆς ὑπηρεσίας ἐντοπίων ἐπεκταθεῖσαν ἀπὸ τῶν
347ἐπαρχιῶν εἰς τοὺς νομούς. Ἀφαιρουμένων αὐτῶν, ἔχομεν
348600 μὲν μεταθέσεις ἀπὸ Ἀπριλίου 1885 μέχρις Ἀπριλίου
3491886, 351 δὲ μεταθέσεις ἀπὸ Μαΐου 1886 μέχρι Μαΐου
3501887. Ἀνέφερον τοὺς ἀριθμοὺς τῶν μεταθέσεων, διότι καὶ
351χαρακτηρίζουσιν εὐγλώττως τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως κυ-
352ρίως τῶν τῆς δικαιοσύνης, καὶ οὐσιωδῶς ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τὴν
353δικαστικὴν ἐργασίαν καὶ ἐπὶ τὸ ἐνήμερον ἢ τὸ ὑπερήμερον
354τῶν Δικαστηρίων. Ὡς εἰ δὲ μὴ ἤρκει ἡ γενικὴ αὕτη ἀνα-
355στάτωσις τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ἐτράπησαν καὶ ἐπὶ μέθο-
356δον ἄλλην, ἄγνωστον, ὡς μὲ βεβαιοῖ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
357γείου, μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Πλὴν τῶν 600 αὐτῶν
358μεταθέσεων ἐκλήθησαν κατὰ τὴν ἐνιαύσιον ἐκείνην διάρκειαν
359εἰς Ἀθήνας, λόγῳ δῆθεν ὑπηρεσίας, 42 δικαστικοὶ λειτουργοί,
360τῶν ὁποίων ἔχω ἐνταῦθα ὀνομαστικὸν πίνακα, τουτέστι 3 Εἰ-
361σαγγελεῖς Ἐφετῶν, 1 Ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν, 5 Πρόεδροι
362Πρωτοδικῶν, 10 Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν, 1 Ἀντεισαγγε-
363λεὺς Πρωτοδικῶν, δέκα Πρωτοδίκαι, 1 Γραμματεὺς Πρω-
364τοδικῶν, ἑπτὰ Εἰρηνοδίκαι καὶ δύο Γραμματεῖς Εἰρηνο-
365δικείων, πάντες δ’ οὗτοι, πλὴν ὀλιγίστων, παρέμενον ἐν-
366ταῦθα, ἄλλοι μὲν 5 μῆνας, ἄλλοι τέσσαρας, ἄλλοι τρεῖς,
367ἄλλοι δύο, μηδὲν πράττοντες, πλήρη δὲ τὸν μισθὸν αὐτῶν
368ἀπολαμβάνοντες. Ἡ κατάστασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε καὶ
369ὁ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς διευθύνας
370ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας τὰ τῆς δικαιοσύνης σεβαστὸς Ὑπουρ-
371γὸς κ. Βάλβης καὶ ἐγὼ ἐπὶ ἡμέρας ἠσχολούμεθα, ἐπικα-
372λεσθέντες καὶ τῆς ἀστυνομίας τὴν συνδρομήν, διὰ νὰ ἀνεύ-
373ρωμεν τοὺς ἀπὸ τῶν θέσεων αὐτῶν ἀπομακρυνθέντας κατὰ
374δεκάδας δικαστικοὺς τούτους λειτουργοὺς, καὶ ἀναγκάσω-
375μεν αὐτούς, ὅπως ἐπανέλθουν εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν, ἢ, ἵνα
376μεταχειρισθῶ προσιδιάζουσαν τῷ κυρίῳ ἡγέτῃ τῆς Ἀντι-
377πολιτεύσεως φράσιν, τῆς ὁποίας κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ
378ἐξωστῶν χρῆσιν ἐποιήσατο, ἵνα «ἐπαναφέρωμεν τὴν δι-
379καιοσύνην ἐπὶ τὰ ἱερὰ αὐτῆς τεμένη», πρὸς τὰ ὁποῖα τε-
380μένη, βεβαιῶ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι
381δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φροντίσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ
382αὐτούς, ὅταν τυχὸν παραλάβῃ ἀφ’ ἡμῶν τὴν ἀρχήν, διότι
383θὰ εὕρῃ αὐτοὺς εἰς τὰς τάξεις των. Δὲν θὰ δυνηθῇ ὅμως
384μετ’ ἴσης εὐκολίας ν’ ἀποσυνθέσῃ πάλιν τὰ Δικαστήρια,
385μετακαλῶν τοὺς δικαστὰς εἰς Ἀθήνας κατὰ δεκάδας, διότι
386τὴν εὐκολίαν αὐτὴν ἐθεώρησα καθῆκόν μου διὰ νόμου
387ν’ ἀφαιρέσω ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ὁ
388νόμος αὐτὸς καὶ οἱ λοιποὶ ὑφ’ ἡμῶν εἰσαχθέντες πρὸς πε-
389ριορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ ἀσκήσωσιν ἀγα-
390θὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τὰ τῆς δικαιοσύνης, πρέπει ἐπὶ τούτῳ
391νὰ ὀφείληται χάρις εἰς τοὺς κυρίους, οἵτινες ἐκυβέρνων κατὰ
392τὸ 1885, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἡ παρ’ αὐτῶν δημιουργη-
393θεῖσα τοιαύτη κατάστασις μοι ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν
394τοιαύτης νομοθετικῆς προνοίας.
395Προλαμβάνων δὲ τὴν ἐρώτησιν, ἣν εὐλόγως πᾶς Βου-
396λευτὴς δύναται νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
397δικαστικῶν λειτουργῶν, οὓς ἐγὼ ἐκάλεσα ἐνταῦθα διὰ λό-
398γους ὑπηρεσίας κατὰ τὸ ὑπερτριετὲς διάστημα, καθ’ ὃ
399διευθύνω τὰ τῆς δικαιοσύνης, ἀπέναντι τῶν 42, τοὺς
400ὁποίους ἐν ἑνὶ μόνῳ ἔτει οἱ προκάτοχοι ἐκάλεσαν, ἀπαντῶ,
401ὅτι κατὰ τὸ 1886 οὐδένα ἐκάλεσα, κατὰ τὸ 1887 ἐπί-
402σης οὐδένα, κατὰ τὸ 1888 δύο Προέδρους; καὶ δύο Εἰσαγ-
403γελεῖς Ἐφετῶν, κατὰ τὸ 1889 τὸν Πρόεδρον Ἐφετῶν
404Λαρίσσης, τρὶς κληθέντα, πάντας δὲ τούτους δι’ ἀληθεῖς
405καὶ ἐνυποδείκτους λόγους ὑπηρεσίας. Ἔχομεν λοιπὸν οὕτω,
406ἀπὸ 28 Ἀπριλίου 1885 μέχρις 25 Ἀπριλίου 1886 προσ-
407κλήσεις τοιαύτας 42, ἀπὸ δὲ 1 Μαΐου 1886 μέχρι 31
408Δεκεμβρίου 1889 προσκλήσεις τοιαύτας 7. Σημειωτέον δ’
409ὅτι ἐκ τῶν κληθέντων Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν
410οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν παρέμεινεν ἐνταῦθα πλέον τῶν 20 ἡμερῶν,
411ἐνῷ παρὰ τῶν προκατόχων μου ἐκλήθησαν, ὡς προεῖ-
412πον, καὶ Πρωτοδίκαι καὶ Γραμματεῖς Πρωτοδικῶν καὶ
413Εἰρηνοδίκαι καὶ Γραμματεῖς ἀκόμη Εἰρηνοδικείων, παρέ-
414μεινον δ’ ἐπὶ μῆνας, μηδὲν πράττοντες καὶ πλήρη μισθὸν
415λαμβάνοντες. Ἡ τοιαύτη τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς ὑπη-
416ρεσίας ἀποσύνθεσις μοὶ ἐπέβαλε τὸ καθῆκον νὰ προκαλέσω,
417ὅπως καὶ προεκάλεσα τὴν ψήφισιν νόμου, ἀφαιροῦντος ἀπὸ
418τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ τοιοῦτο δικαίωμα, ἐπιτρέποντος δ’ αὐτῷ
419μόνον τὴν πρόσκλησιν Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν,
420καὶ Εἰρηνοδικῶν, ῥητὴ δ’ ἀνεγράφη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ
421ἐκείνῳ, καθ’ ἣν οὐδέποτε ἕνεκα τοιαύτης προσκλήσεως δύ-
422ναταί τις νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα πλέον τῶν εἴκοσιν ἡμε-
423ρῶν, μεθ’ ἃς οὔτε μισθὸς οὔτε ἀποζημίωσις εἰς τὸν κλη-
424θέντα δίδοται.
425Ἀποκρινόμενος δ’ εἰς τὰς πολλάκις ἐξενεχθείσας ἀπὸ
426τοῦ βήματος τούτου παρατηρήσεις περὶ παντελοῦς ἐλλεί-
427ψεως μερίμνης τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης πρὸς νο-
428μοθετικὴν βελτίωσιν τῶν κατὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς,
429δικαιοῦμαι νὰ ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν καὶ
430ἄλλα τινὰ μέτρα, ἅπερ τῇ ἐμῇ εἰσηγήσει ἐψηφίσθη-
431σαν, καὶ ὧν τινὰ μὲν συνίσταντο εἰς μεταῤῥυθμί-
432σεις, τεινούσας εἰς ἁπλοποίησιν τῆς διαδικασίας καὶ
433ἀποφυγὴν σκοπίμων τῶν δικῶν παρελκύσεων, τινὰ δὲ
434εἰς πληρεστέραν ἐξασφάλισιν τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, ἢ
435εἰς ἐγγυήσεις σχετικῆς τινος ἀσφαλείας ὑπὲρ τῶν μὴ ἰσο-
436βίων δικαστικῶν λειτουργῶν. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν πρώτην
437κατηγορίαν, δύναμαι ν’ ἀναφέρω τὸν νόμον περὶ καταργήσεως
438τῶν Ἐμποροδικείων, δι’ ἧς ἤρθησαν πλεῖσται δυσχερεῖς καὶ
439στρεψόδικοι τῶν δικῶν παρελκύσεις, προερχόμεναι ἐκ τῶν
440περὶ ἀναρμοδιότητος ἐνστάσεων καὶ τῶν φυομένων πολλῶν
441καὶ δυσχερῶν ζητημάτων. Τὸν νόμον περὶ καταργήσεως τῆς
442πρὸς συμβιβασμὸν ἀποπείρας, θεσμοῦ πάντη ἀκάρπου παρ’
443ἡμῖν ἀποδειχθέντος καὶ προκαλοῦντος πληθὺν ἐνστάσεων καὶ
444ἀμφισβητήσεων περὶ τοῦ συνήθους ἢ συνοπτικοῦ τῶν ὑπο-
445θέσεων χαρακτῆρος. Ἀμφότεροι οἱ νόμοι οὗτοι εἶχον καὶ
446ἄλλοτε εἰσαχθῆ, ἀλλ’ οὐδέποτε ἡ ψήφισις αὐτῶν ἐπετεύ-
447χθη. Τὸν νόμον, τὸν δημιουργοῦντα τελεσιδικίαν καὶ κατὰ
448τοῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατρίβοντος διαδίκου, ὅστις ἐδικάσθη
449ἐρήμην, καὶ καθ’ οὗ ἦτο ἀδύνατος ἡ ἀπόκτησις τελεσιδι-
450κίας. Τὸν νόμον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ παραχωρή-
451σεως περιουσίας ἰσχυουσῶν διατάξεων, διὰ τῆς καταχρή-
452σεως τῶν ὁποίων, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἀληθῶς διε-
453κωμῳδεῖτο ὁ ὑπὲρ τῶν τιμίων καὶ ἀτυχούντων ὀφειλετῶν
454τεθειμένος εὐεργετικὸς οὗτος θεσμὸς, ἐπιτυγχανομένων ἀλ-
455λεπαλλήλων καὶ πολυχρονίων ἀναστολῶν παρά τε τοῦ ἁρ-
456μοδίου Δικαστηρίου καὶ παρ’ ἄλλων, εἰς ἃ ἐκ περιτροπῆς
457κατέφευγον οἱ δύστροποι ὀφειλέται δι’ εἰκονικῆς μεταβολῆς
458τοῦ τόπου τῆς κατοικίας των.
459Ὡς πρὸς δὲ τὴν δευτέραν κατηγορίαν, ἀναφέρω τὸν νό-
460μον, δι’ οὗ, συμφώνως πρὸς τὰ πλειστάκις λεχθέντα, ὅτι ἡ
461ἰσοβιότης δὲν δύναται νὰ νοηθῇ πλήρης ἄνευ τοῦ ἀμεταθέ-
462του, περιωρίσθη οὐσιωδῶς τὸ δικαίωμα καὶ ἡ ἐλευθερία
463τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸ μετατιθέναι τοὺς δικαστὰς, καὶ ὡρί-
464σθη χρόνος καὶ περιπτώσεις μεταθέσεως Ἐφετῶν, Πρωτο-
465δικῶν καὶ Εἰρηνοδικῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ καθορισμῷ τοῦ
466ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν εἰς τὰ διάφορα Δικαστήρια δὲν ἐλαμ-
467βάνετο πάντοτε ὡς βάσις τῆς ὑπηρεσίας ἡ ἀνάγκη καὶ ὁ
468ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ εἰσαγομένων καὶ ἐκ-
469κρεμῶν δικῶν, ἀλλ’ ἐνίοτε, εἴτε ἐξ ὑπολογισμοῦ εἴτε ἐκ συμ-
470παθειῶν καὶ εὐνοιῶν προσωπικῶν, ἐτοποθετεῖτο ἀνώτερος
471μὲν τοῦ ἀναγκαίου καὶ πρέποντος ἀριθμὸς δικαστῶν εἰς
472Δικαστήρια πόλεων, παρεχουσῶν εὐχάριστον καὶ εὐμαρῆ
473βίον, κατώτερος δὲ τοῦ ἀναγκαίου καὶ πρέποντος εἰς Δικα-
474στήρια πόλεων, ἐν αἷς ὀλιγώτερον ἄνετος καὶ εὐχάριστος ὁ
475βίος εἶναι, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι καὶ αὕτη τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ
476ἐλευθερία ἔπρεπε νὰ περισταλῇ. Καίτοι π. χ. τὸ Δικαστή-
477ριον Σπάρτης ἦτο βεβαρημένον διὰ πλείονος ἐργασίας ἢ τὸ
478τῆς Κερκύρας, εὕρομεν ἐν τούτοις εἰς Κέρκυραν μὲν 9 δικα-
479στὰς, εἰς Σπάρτην δὲ μόνον 5, καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ ἀντι-
480στρέψωμεν, χάριν τῆς ὑπηρεσίας, τοὺς ὅρους, περιορίσαντες
481μὲν τοὺς δικαστὰς Κερκύρας ἀπὸ 9 εἰς 6, αὐξήσαντες δὲ
482τοὺς τῆς Σπάρτης ἀπὸ 5 εἰς 7. Πρὸς ὁριστικὴν δὲ πρόλη-
483ψιν τοιούτων ἀτόπων, εἰσηγησάμεθα διάταξιν ἐν τῷ περὶ
484οὗ πρόκειται νόμῳ, ἐπιβάλλουσαν τὸν κατὰ διετίαν διὰ
485Βασιλικοῦ Διατάγματος καθορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἐφε-
486τῶν καὶ τῶν Πρωτοδικῶν παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ, ἐπι-
487τρέπουσαν δὲ τότε μόνον τὴν ἐντὸς τῆς διετίας διὰ Βασιλι-
488κοῦ Διατάγματος μεταβολὴν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ, ὅταν ὑπο-
489βληθῶσι γνωμοδοτήσεις Εἰσαγγελέων μὲν Ἐφετῶν διὰ τὰ
490Πρωτοδικεῖα, τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ δὲ Εἰσαγγελέως
491διὰ τὰ Ἐφετεῖα.
492Πρὸς ἀσφαλεστέραν δὲ καὶ ταχυτέραν λειτουργίαν τῆς ἐν
493οὐχὶ εὐαρέστῳ καταστάσει διατελούσης καὶ λίαν καθυστε-
494ρούσης ποινικῆς δικαιοσύνης, ἐθεωρήσαμεν ἀπαραίτητον καὶ
495κατεπείγουσαν τὴν ἀνάγκην ἐγγυήσεων μὲν ἀσφαλείας τῆς
496τοσαύτην περιβεβλημένης ἐξουσίαν Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ἀπὸ
497αὐθαιρέτων καὶ ἀδικαιολογήτων παύσεων, ὧν πρόσφατον εἴ-
498χομεν δυσάρεστον πεῖραν, ἀνυψώσεως δὲ καὶ ἐξασφαλίσεως
499καὶ δικαιοτέρας ἀποζημιώσεως τῆς ἀνακριτικῆς ὑπηρεσίας,
500ἣν κατὰ κανόνα καὶ διὰ λόγους εὐνοήτους ἀπέστεργον οἱ
501καλοὶ δικασταὶ, καὶ εἰς ἣν κατ’ ἀνάγκην ἐκαλοῦντο συνήθως
502οἱ νεώτεροι καὶ ἀπειρότεροι, δυνάμενοι καὶ οὗτοι ἐν πάσῃ
503στιγμῇ νὰ παύωνται ἀπὸ τῆς ἀνακριτικῆς θέσεως καὶ ν’
504ἀντικαθίστανται. Διὰ νόμων λοιπὸν προὐνοήσαμεν, καὶ ἐξη-
505σφαλίσθη μὲν ἐν πρέποντι μέτρῳ ἡ Εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ,
506ὡρίσθη δὲ ἵνα οἱ ἀνακριταὶ ἐκλέγωνται μὲν καὶ διορίζων-
507ται οὐχὶ ἐλευθέρως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τῇ προ-
508τάσει τῶν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέων ἐκ τῶν συμπληρω-
509σάντων διετῆ ὑπηρεσίαν Πρωτοδίκου, μὴ ἀπαλλάσσωνται
510δὲ τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων, μηδὲ μετατίθενται, πρὸ
511τῆς συμπληρώσεως διετίας ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ των, ἄνευ
512ἠτιολογημένης προτάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτο-
513δικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐχορηγήθη
514τοῖς ἀνακριταῖς πεντηκοντάδραχμον μηνιαῖον ἐπιμίσθιον,
515καὶ ἐπετράπη πεντακοσιόδραχμος ἀμοιβὴ ἐν τέλει ἑκάστου
516ἔτους εἰς τοὺς διακριθέντας ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν καθη-
517κόντων αὐτῶν, ἐπὶ τῇ βάσει ἠτιολογημένης ἐκθέσεως τοῦ
518Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ
519Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπὶ βλάβη καὶ
520παρακωλύσει τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης αὐξάνουσαν
521ὁσημέραι ῥοπὴν πρὸς ἐρημοδικίας ἐμεριμνήσαμεν κατὰ
522τὰ ἐνόντα, ὅπως περιστείλωμεν διὰ νόμου, κηρύττον-
523τος ἀπαράδεκτον τὴν ἀνακοπὴν τῶν ἐρήμην δικαζομέ-
524νων, ἐὰν δὲν καταβάλωσι πρὶν τὰ ἔξοδα τῆς ἐρήμην
525δίκης, καὶ τάσσοντος προθεσμίας βραχείας πρὸς ὑποβολὴν
526τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων ὑπὸ τοῦ Γραμματέως πρὸς τὸν
527Εἰσαγγελέα, καὶ πρὸς ἐπίδοσιν αὐτῶν εἰς τὸν ἐρήμην δι-
528κασθέντα. Ἐν δὲ τῷ Εἰρηνοδικειακῷ κλάδῳ εὑρόντες τοὺς
529Εἰρηνοδίκας ἐξησφαλισμένους μόνον ἀπὸ αὐθαιρέτων ἀπο-
530λύσεων, ἐξησφαλίσαμεν αὐτοὺς καὶ ἀπὸ αὐθαιρέτων μετα-
531θέσεων διὰ νόμου, ὁρίζοντος χρόνον καὶ περιπτώσεις μετα-
532θέσεως αὐτῶν, ἐπεξετείναμεν δὲ καὶ ἐπὶ τοὺς Γραμματεῖς
533τῶν Πρωτοδικείων τὰς ἀσφαλείας καὶ τὰς ἐγγυήσεις, ὅσαι
534εἶχεν ἤδη νομοθετηθῆ ὑπὲρ τῶν Εἰρηνοδικῶν. Ἐν τῇ Εἰρηνο-
535δικειακῇ ὅμως δικαιοσύνῃ ἐλάνθανεν ὑφιστάμενος καὶ σκό-
536πελός τις, εἰς ὃν πολυειδῶς προσέκοπτεν ἡ κανονικὴ αὐ-
537τῆς λειτουργία, καὶ ὅστις ἐχρησίμευεν ὡς ἀφορμὴ πολλῶν
538ἀτόπων. Ὁ σκόπελος οὗτος ἦτο ἡ ἐν τῷ νόμῳ διάταξις,
539κατὰ τὴν ὁποίαν παρὰ τοῖς Εἰρηνοδικείοις, ἐν ταῖς ἕδραις
540τῶν ὁποίων ὑπῆρχον Συμβολαιογράφοι, οἱ Συμβολαιογρά-
541φοι οὗτοι ἀνεπλήρουν τοὺς Εἰρηνοδίκας ὡς πάρεδροι. Τοῦτο
542ἦτο ἐντελῶς ἔκτροπον καὶ σόλοικον, διότι ἡ νομοθεσία
543ἡμῶν ἀπαγορεύει νὰ διορίζηταί τις Εἰρηνοδίκης ἐν τῷ
544τόπῳ, ἐν ᾧ ἐγεννήθη ἢ ἀσκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα,
545διὰ δὲ τῆς διατάξεως ἐκείνης ἦτο δυνατὸν νὰ μετέρχηται
546τὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου ἔργα ὁ ἐντόπιος. Διὰ νόμου λοιπὸν κα-
547τηργήθη ἡ διάταξις ἐκείνη καὶ ἐκλήθησαν εἰς ἀναπλήρωσιν
548τῶν Εἰρηνοδικῶν οἱ μὴ ἐντόπιοι Γραμματεῖς αὐτῶν, μὴ
549ἐπιτρεπομένου πλέον εἰς Συμβολαιογράφους ἐντοπίους νὰ
550δικάζωσι κατ’ ἐξαίρεσιν τοὺς συμπολίτας αὐτῶν, ἀπηλ-
551λάγησαν δ’ οὕτω ἀπὸ ἀλλεπαλλήλων καὶ μέχρι βαθμοῦ
552περιέργου ἐξικνουμένων ἐνίοτε μεταθέσεων οἱ Εἰρηνοδίκαι
553ἐκείνων ἰδίως τῶν Εἰρηνοδικείων, παρ’ οἷς ἤθελον ἀναπλη-
554ρώσει αὐτοὺς Συμβολαιογράφοι ἐντόπιοι.
555Πλὴν δὲ τούτου προεκαλέσαμεν νόμον περὶ ἐποπτείας
556καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων, διὰ τοῦ ὁποίου
557ἐπιβάλλεται ὑποχρεωτικῶς καθ’ ἕκαστον ἔτος ἡ ἐπιθεώρησις
558πάντων ἐν γένει τῶν δικαστικῶν γραφείων παρὰ τῶν ἁρμο-
559δίων καὶ ἐξησφαλισμένων ἤδη Εἰσαγγελέων, καὶ τῆς ὁποίας
560ἐπιθεωρήσεως πάντες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑμῶν πεῖραν ἑκά-
561στοτε λαμβάνετε κατὰ Σεπτέμβριον καὶ Αὔγουστον, βλέ-
562ποντες ἐν διηνεκεῖ κινήσει τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ ἀναγινώ-
563σκοντες ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος τὴν οὐσιώδη
564περιστολὴν τῶν ἀταξιῶν καὶ ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδέ-
565σποζον πρότερον ἐν τοῖς Εἰρηνοδικειακοῖς πρὸ πάντων γρα-
566φείοις. Περιττὸν θεωρῶ νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν καὶ τὰ ὑποβε-
567βλημένα μὲν, ἐκκρεμμῆ δ’ εἰσέτι πρὸς συζήτησιν ὑφιστά-
568μενα ἄλλα δικαστικὰ νομοσχέδια. Ταῦτα πάντα νομίζω
569ὅτι χορηγοῦσιν ἡμῖν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσωμεν ἀπορίαν
570ἐπὶ τῇ κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μετ’ ἐπιμονῆς ἐξενεχθείσῃ ἐν-
571τεῦθεν ἀδίκῳ γνώμῃ περὶ παντελοῦς ἐλλείψεως πάσης οἱας-
572δήποτε νομοθετικῆς προνοίας πρὸς κρείττονα διαῤῥύθμισιν
573τῶν τῆς δικαιοσύνης. Τὰ νομοθετικὰ ταῦτα μέτρα, ἀπὸ
574τῶν μέσων τοῦ 1887 λειτουργοῦντα, ὑποστηριζόμενα δὲ
575καὶ ὑπὸ διηνεκοῦς καὶ ἀγρύπνου διοικητικῆς ἐποπτείας καὶ
576ὑπὸ αὐστηρᾶς ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἔφερον
577ἀποτελέσματα ἀναμφισβητήτως εὐχάριστα, τῶν ὁποίων
578μνείαν εὐθὺς ποιήσομαι. Ὡς πρὸς τὴν ἄσκησιν δὲ τῆς πει-
579θαρχικῆς ἐξουσίας, δίδωμι τὴν πληροφορίαν, ὅτι κατὰ τὴν
580τελευταίαν τετραετίαν ἐπεβλήθησαν εἰς ἰσοβίους μὲν δικα-
581στὰς πειθαρχικαὶ ποιναὶ 37, εἰς μὴ ἰσοβίους δὲ δικαστὰς
582225, ἐνῷ κατὰ τὴν πρὸ αὐτῆς τετραετίαν ἐπεβλήθησαν
583εἰς ἰσοβίους μὲν 25, εἰς μὴ ἰσοβίους δὲ 121. Ἡ τοιαύτη
584τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν αὔξησις εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ διη-
585νεκοῦς ἐλέγχου καὶ τῆς αὐστηρᾶς ἐποπτείας.
586Τὰ ἀποτελέσματα τῶν ῥηθέντων μέτρων, ὡς πρὸς μὲν
587τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην, εἶναι περιττὸν ν’ ἀναφέρω, διότι
588θεωρῶ πασίγνωστον, ὅτι τὰ πλεῖστα μὲν τῶν Πρωτοδι-
589κείων κατέστησαν ἐντελῶς ἐνήμερα, τὰ δὲ λοιπὰ ὀλίγα
590εἰσὶν ἐγγύτατα τῆς πλήρους ἐνημερότητος, ὡς τοῦτο πασι-
591φανῶς ἀποδείκνυται ἐκ τῶν ἑκάστοτε δημοσιευομένων κατα-
592στάσεων. Τὰ Ἐφετεῖα δὲν κατέστησαν βεβαίως ἐνήμερα,
593ἀναμφισβήτητος ὅμως εἶναι καὶ παρ’ αὐτοῖς ὁ πολλαπλασια-
594σμὸς τῆς ἐργασίας καὶ ἡ πρὸς τὴν ἐνημερότητα τάσις. Τὸ
595ζήτημα ὅμως, τὸ ἐνέχον δικαίως πολὺ μείζονα σημασίαν,
596ὡς ἀμέσως ἐπιδρῶν ἐπὶ τὴν καθόλου τάξιν καὶ ἀσφάλειαν,
597εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐνημερότητος τῆς ποινικῆς παρ’
598ἡμῖν δικαιοσύνης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἰδίως ἐθρήνησεν ὁ
599ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς
600χθές, ἀγνοῶ πόθεν ἀντλήσας τὴν πληροφορίαν, ὅτι 106
601χιλιάδες ποινικῶν ὑποθέσεων μένουσι σήμερον παρὰ ταῖς
602ἀνακριτικαῖς καὶ εἰσαγγελικαῖς ἀρχαῖς ἐκκρεμεῖς, αὐξανό-
603μεναι ἑκάστοτε ἕνεκα τῆς ἀδρανείας καὶ φυγοπονίας τῶν
604δικαστικῶν ἀρχῶν καὶ τῆς ἐλλείψεως τῆς ἀπαιτουμένης ἐπ’
605αὐτῶν ἐποπτείας. Λέγω, ὅτι ἀγνοῶ, πόθεν τὴν πληροφορίαν
606ταύτην ἤντλησε, διότι τὰ περὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπίσημα
607δημοσιεύματα βεβαίως δὲν ὑπεστηρίζουσι τὰς παρ’
608αὐτοῦ δοθείσας πληροφορίας. Κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ
609Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δι-
610καιοσύνης ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπισήμους πληροφο-
611ρίας περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Κατὰ
612τὰς πληροφορίας ἐκείνας, τῇ 31 Δεκεμβρίου 1883 ὑπῆρχον
613παρὰ τοῖς ἀνακριταῖς, τοῖς ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις καὶ
614τοῖς Εἰσαγγελεῦσιν ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ δικογραφίαι παντὸς
615βαθμοῦ 82,880, ἐκ τῶν ὁποίων 10,928 ἦσαν ἐκκρεμεῖς
616παρ’ ἀνακριταῖς, 20,000 παρ’ Εἰσαγγελεῦσι, καὶ 51,952
617παρ’ ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις. Ἡ δυσάρεστος αὕτη κατά-
618στασις ἐδεινοῦτο ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, καὶ διὰ τοῦτο αἱ 82,
619880, τὰς ὁποίας τὸ 1883 παρέδωκεν εἰς τὸ 1884, ἀνῆλθον
620τῇ 31 Δεκεμβρίου 1886 εἰς 88,775. Τὰ μεσολαβήσαντα
621τρία ἔτη δὲν δύνανται νὰ κατακριθῶσιν ὡς ἄγονα, διότι
622καὶ αὐτὰ προσέθηκαν τὴν ἑαυτῶν συμβολὴν, ἤτοι
6236,000 ἐπὶ πλέον ποινικῶν δικογραφιῶν παρὰ ταῖς
624διαφόροις δημοσίαις ἀρχαῖς. Ἐκ τῶν 88,775 ἐκκρε-
625μῶν τῇ 31ῃ Δεκεμβρίου 1886 ποινικῶν ὑποθέσεων
626παρὰ μὲν τοῖς τακτικοῖς ἀνακριταῖς ἦσαν 10,600,
627παρὰ δὲ τοῖς ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις 54,479, καὶ παρὰ
628τοῖς Εἰσαγγελεῦσιν 23,696, ἐν ὅλῳ 88,775. Ἐκ τῶν
62910,600 δικογραφιῶν, τὰς ὁποίας παρελάβομεν ἐν τέλει τοῦ
6301886 παρ’ ἀνακριταῖς ἐπὶ κακουργήμασιν ἐκκρεμῶν, κατὰ
631τὸ τέλος τοῦ 1887 ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 7627, κατὰ τὸ τέλος
632τοῦ 1888 ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 4773, τὴν δὲ 31 Ἰουνίου
6331889 αἱ ἐκκρεμεῖς κατῆλθον εἰς 3787. Δὲν ἔχω δυστυχῶς
634ἀκόμη πλήρη τὰ ἀποτελέσματα τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας
635τοῦ 1889, ἀλλὰ μόνον πληροφορίας ἀπὸ 20 ἐκ τῶν 22
636Δικαστηρίων τοῦ Κράτους, ἐξ ὧν πληροφοριῶν ἐπέρχεται
637ἐλάττωσις τῶν ἐκκρεμῶν παρ’ ἀνακριταῖς κατὰ 383, καὶ
638ἑπομένως περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἰς 3404. Ἐνῷ λοι-
639πὸν ἡμεῖς τὸ 1886 παρελάβομεν ἐπὶ κακουργήμασιν ἐκκρε-
640μεῖς ἀνακρίσεις 10,600, ἐὰν σήμερον παραδώσωμεν τὴν
641ἀρχὴν, θέλουσι παραλάβει οἱ διάδοχοι ἡμῶν 3404, συνυπο-
642λογιζομένων καὶ τῶν κατὰ τὴν τριετίαν αὐτὴν εἰσαχθεισῶν.
643Ἐνῷ κατὰ τὸ 1886 ἐπερατώθησαν ὑπὸ τῶν ἀνακριτικῶν
644ὑπαλλήλων προεισαγωγικαὶ ἀνακρίσεις 39,505, καὶ ἔμενον
645ἐκκρεμεῖς κατὰ τὴν λῆξιν αὐτοῦ 54,479, κατὰ τὸ 1887
646ἐπερατώθησαν 51,679, ἔμειναν δὲ ἐκκρεμεῖς 52,846, κατὰ
647τὸ 1888, καίτοι ἐπερατώθησαν 60,546, ἔμειναν ἐκκρεμεῖς
64848,016, καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1889, καίτοι
649ἐπερατώθησαν 27,684, ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 47,117. Αἱ 54,479
650λοιπὸν ἀνακρίσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς παρελάβομεν παρ’ ἀνα-
651κριτικοῖς ὑπαλλήλοις ἐκκρεμεῖς τὸ 1886, ἐπηυξημέναι καὶ μὲ
652ἱκανὰς δεκάδας χιλιάδων, εἰσαχθεισῶν κατὰ τὸ τριετὲς αὐτὸ
653διάστημα, παρεδόθησαν εἰς τὸν Ἰούλιον τοῦ 1889 ἠλατ-
654τωμέναι εἰς 47,117. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1886
655ἔμειναν ἐκκρεμεῖς παρὰ ταῖς Εἰσαγγελίαις τῶν Πλημμελειο-
656δικῶν δικογραφίαι 23,696 πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὰ Πλημ-
657μελειοδικεῖα ἢ πρὸς ὑποβολὴν εἰς τὰ συμβούλια, ὁ ἀριθμὸς
658αὐτῶν ἠλαττώθη κατὰ μὲν τὸ τέλος τοῦ 1887 εἰς 20,209,
659κατὰ δὲ τὸ τέλος τοῦ 1888 εἰς 18,225, καὶ κατὰ τὸ τέλος
660τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1889 εἰς 14,887. Ὥστε ἐν ὅλῳ
661ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων καὶ ποινικῶν ἐν γένει
662δικῶν ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1886 μέχρι 30 Ἰουνίου 1889,
663ἤτοι ἐντὸς δύο καὶ ἡμίσεος μόνον ἐτῶν, ἠλαττώθη ἀπὸ
66488,775 εἰς 65,701, ἤτοι ἠλαττώθη κατὰ 23,000 σχεδόν.
665Τοιαύτη ἐργασία δὲν νομίζω, ὅτι ἦτο ἀξία τῶν κατακρί-
666σεων, τὰς ὁποίας περὶ αὐτῆς ἠκούσαμεν, καὶ αἵτινες ἀπο-
667τελοῦσι προφανῆ ἄρνησιν δικαιοσύνης πρὸς τὴν δικαιοσύνην.
668Ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον τὸ ἐθνικὸν καὶ ἡ φιλοτιμία τοῦ
669τόπου δὲν ἐπέτρεπε νὰ λεχθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνακρί-
670βειαι τοιαῦται.
671Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἀποδείκνυται, ὅτι ἡ ποινικὴ
672καθόλου δικαιοσύνη γοργῶς βαίνει πρὸς ἐνημερότητα, ὅτι δὲ
673ἰδίως ὡς πρὸς τὰ κακουργήματα δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι
674ἡψάμεθα ἤδη τῆς ἐνημερότητος, σχετικῶς δὲ πρὸς τοῦτο,
675ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μικρὸν ἔτι,
676ὑποβάλλων καὶ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Τὰ Κακουργιοδικεῖα
677τοῦ Κράτους, κατὰ μὲν τὸ 1886 ἐξεδίκασαν ὑποθέσεις 910,
678ἐξ ὧν 716 ἔσχον ἔκβασιν καταδικαστικὴν, κατὰ δὲ τὸ 1887
679ἐξεδικάσθησαν 1172, ἐξ ὧν 921 ἔσχον ἔκβασιν καταδικα-
680στικὴν, κατὰ τὸ 1888 ἐξεδικάσθησαν 1380, ἐξ ὧν 1136
681ἔσχον ἔκβασιν καταδικαστικὴν, καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἑξα-
682μηνίαν τοῦ 1889 ἐξεδικάσθησαν 628, ὧν 521 ἔσχον ἔκβα-
683σιν καταδικαστικήν. Τὰ Πλημμελειοδικεῖα τοῦ Κράτους
684ἐξεδίκασαν, κατὰ μὲν τὸ 1886 ὑποθέσεις 30,196, κατὰ δὲ
685τὸ 1887 ὑποθέσεις 35,583, κατὰ τὸ 1888 ὑποθέσεις 29,394,
686καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1889 ὑποθέσεις
68720,254. Τὰ Συμβούλια δὲ τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐξέδωκαν
688κατὰ μὲν τὸ 1886 βουλεύματα 17,957, κατὰ δὲ τὸ 1887
689βουλεύματα 26,447, κατὰ τὸ 1888 βουλεύματα 32,453,
690καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1889 βουλεύματα
69114,528.
692Ἡ εἰκὼν αὕτη μαρτυρεῖ, ὅτι, καὶ ὑφ’ οὓς ὅρους κατηρτίσθη
693παρ’ ἡμῖν ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία, καὶ ὑφ’ ἃς συνθήκας λειτουργεῖ
694ἐν μέσῳ ἡμῶν, ὅταν οἱ νόμοι ἐξασφαλίζωσιν αὐτῇ ἐλευ-
695θερίαν ἐνεργείας καὶ ὅταν αἱ προϊστάμεναι ἀρχαὶ ἀγρύ-
696πνως τὸ καθῆκον αὐτῶν ἐπιτελῶσιν, ἀνταποκρίνεται κατὰ
697τὸ ἐνὸν εἰς τὸν προορισμὸν αὐτῆς, ἢ τοὐλάχιστον δὲν δικαιο-
698λογεῖ τοὺς θρήνους, τοὺς ὁποίους χθὲς ἐπ’ αὐτῇ ἠκούσα-
699μεν, οὐδὲ ἐπιτρέπει τὸν στιγματισμόν, δύναμαι νὰ εἴπω,
700τῆς καταστάσεως ἡμῶν τῆς κοινωνικῆς διὰ τῆς ὑποτιμή-
701σεως τῆς δικαστικῆς ἐργασίας καὶ διὰ τῆς ὑποβολῆς ἀριθ-
702μῶν, ἀγνοῶ πόθεν ἀρυσθέντων, ἀναιρούντων δὲ πάντα τὰ
703ἐπίσημα στοιχεῖα.
704Δὲν πρέπει δὲ νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ ἀνα-
705κοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ δύο ἔτι πίνακας τῶν ὑπὸ
706ἐκκρεμῆ ἀνάκρισιν διατελούντων προπεφυλακισμένων ὑποδί-
707κων. Πάντες ἐνθυμούμεθα, ποσάκις ἐν συζητήσεσι περὶ τῆς
708βραδείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης προεξῆρχε τὸ θέμα τῶν
709ἐπὶ μακρὸν ταλανιζομένων ἐν προφυλακίσει, χωρὶς ἡ ἀνά-
710κρισις αὐτῶν νὰ περατωθῇ, καὶ ἀνεφέροντο ὀνόματα ὑποδί-
711κων ἐν φυλακῇ, ὧν ἄλλος μὲν ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη δὲν
712ηὐτύχει νὰ ἴδῃ περατουμένην τὴν ἀνάκρισιν τὴν κατ’ αὐτοῦ,
713καὶ ἄλλοι ἐπὶ πλείονα. Οἱ κατατιθέμενοι ἤδη ἐπίσημοι πίνα-
714κες τῶν τελευταίων δύο ἐτῶν ἀποδεικνύουσιν ἐμφανῶς, ὅτι
715οὐδεὶς πλέον δικαιοῦται τοιαύτης φύσεως παράπονα νὰ
716ἐκφέρῃ, διότι τῶν ἐν προφυλακίσει ὑποδίκων αἱ ἀνακρίσεις
717οὐδέποτε χρονίζουσι πλέον τοῦ ἀναποδράστως ἀπαιτουμένου
718χρόνου, μηνῶν μόνον. Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1888 ἐν
719ταῖς φυλακαῖς τῆς Ἑλλάδος εὑρέθησαν ὑπόδικοι ὑπὸ ἀνά-
720κρισιν προπεφυλακισμένοι 170, ἐξ ὧν 102 εἶχον προφυλα-
721κισθῆ τὸν Δεκέμβριον, 20 τὸν Νοέμβριον, 19 τὸν Ὀκτώ-
722βριον, 14 τὸν Σεπτέμβριον, 3 τὸν Αὔγουστον, 3 τὸν Ἰού-
723λιον; 2 τὸν Ἰούνιον, οὐδεὶς τὸν Μάϊον, 1 τὸν Ἀπρίλιον, 6
724τὸν Μάρτιον, οὐδεὶς τὸν Φεβρουάριον καὶ οὐδεὶς τὸν Ἰανουά-
725ριον. Ὡς πρὸς τοὺς ἀπὸ τοῦ Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου
726προπεφυλακισμένους ἑπτὰ ὑποδίκους, δίδοται ἐν τῷ πίνακι
727ἡ ἐξήγησις τῆς σχετικῆς ταύτης βραδύτητος ἐκ τοῦ ὅτι
728διετάχθησαν κρείττονες ἀποδείξεις καὶ ἐπισπεύδεται ἡ ἐξέ-
729τασις μαρτύρων διαμενόντων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Τῇ δὲ 31
730Δεκεμβρίου 1889 εὑρέθησαν ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους
731ὑπόδικοι ὑπὸ ἀνάκρισιν προπεφυλακισμένοι 250, ἐξ ὧν 122
732προεφυλακίσθησαν τὸν Δεκέμβριον, 47 τὸν Νοέμβριον, 40
733τὸν Ὀκτώβριον, 21 τὸν Σεπτέμβριον, 7 τὸν Αὔγουστον, 2
734τὸν Ἰούλιον, οὐδεὶς τὸν Ἰούνιον, 9 τὸν Μάϊον, εἷς τὸν
735Ἀπρίλιον, εἷς τὸν Μάρτιον, οὐδεὶς τὸν Φεβρουάριον, οὐδεὶς
736τὸν Ἰανουάριον. Ὡς πρὸς τοὺς τελευταίους τούτους δίδοται
737ἐπίσης ἐν τῷ πίνακι ἡ ἐξήγησις τῆς σχετικῆς ταύτης βρα-
738δύτητος. Τοὺς πίνακας τούτους καταθέτω.
739Ταῦτα ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀναπτύξω πρὸς
740τὴν Βουλὴν, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ἐπὶ ἐντελεῖ ἀδρανείᾳ καὶ
741ἐπὶ πλήρει λησμοσύνῃ τῶν ἑαυτῆς καθηκόντων κατακρι-
742θείσης δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἀποκρούων τὴν ἄδικον, ὡς
743ἐλπίζω ὅτι ἀπέδειξα, μομφὴν περὶ παντελοῦς ἐλλείψεως
744προνοίας τῶν ἁρμοδίων, εἴτε νομοθετικῆς εἴτε διοικητικῆς,
745πρὸς ἐμπέδωσιν καὶ διευκόλυνσιν ταχείας καὶ ἀσφαλοῦς τῆς
746δικαιοσύνης ἐνεργείας. Διὰ τῶν λεχθέντων οὔτε ἐνόησα οὔτε
747ἐπειράθην νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἐγένετο καὶ νομοθετικῶς καὶ
748διοικητικῶς πᾶν ὅ,τι ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν πρὸς πλήρη
749διαῤῥύθμισιν καὶ ἀποκατάστασιν τῶν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’
750ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ καταδείξω, ὅτι οὔτε εὔλογοι, οὔτε δίκαια
751οὔτε βάσιμοι ἦσαν αἱ περὶ αὐτῆς κατ’ ἐπανάληψιν ἐξενε-
752χθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δυσμενεῖς γνῶμαι.
753§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύ-
754νης κατατεθέντες πίνακες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
755(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 196).
756§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, μεθ’ ὅσα
757εἶπον τοσοῦτοι δεινοὶ καὶ εὔγλωτοι ῥήτορες τῆς Ἀντιπολι-
758τεύσεως, πάντα τὰ θέματα ἐξηντλήθησαν, καὶ οὐδὲν ἔχω
759νὰ προσθέσω· διὰ τοῦτο δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν δὲ
760μὲ προεκάλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐὰν δὲν ἐπέμενον ἀπαι-
761τοῦντες ν’ ἀκούσωσι καὶ τὴν ἰδικήν μου γνώμην πολλοί,
762ἰδίως ἐκ τῆς δεξιᾶς, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι μὲ τιμῶσι
763διὰ τῆς προσωπικῆς των φιλίας. Λαμβάνων τὸν λόγον, δὲν
764θέλω ἐνδιατρίψει οὔτε εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν
765τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, οὔτε εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν
766ὑποβληθέντων ἀπολογισμῶν. Περὶ τούτων ἐλάλησαν οἱ προα-
767γορεύσαντες καὶ κατέδειξαν πληθὺν ἀνακριβειῶν, ὑφ’ ὧν γέ-
768μουσι τὰ κατασκευάσματα ταῦτα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ κ.
769Πρωθυπουργὸς, πλανῶν καὶ πλανώμενος ἴσως, ἀρέσκεται νὰ
770παριστᾷ ἀνθηρὰν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλά-
771δος. Θέλω περιορισθῆ νὰ ἐπισκοπήσω διὰ βραχέων καὶ ἐν
772γενικαῖς γραμμαῖς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Πρω-
773θυπουργοῦ, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται ἀπὸ τοσούτων ἐτῶν, καὶ
774νὰ ἐξετάσω, κατὰ πόσον αὕτη ἐξυπηρετεῖ τὰ ἐθνικὰ συμφέ-
775ροντα. Θεωρῶ δὲ τοῦτο τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαῖον, καθό-
776σον μετὰ τὴν παραλυσίαν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς ὅλους τοὺς
777κλάδους τῆς διοικήσεως, μετὰ τὴν ἀναστάτωσιν, ἐν ᾗ δια-
778τελεῖ ἡ κοινωνία, ἕνεκα τῶν καθ’ ἡμέραν συμβαινόντων ἀπο-
779τροπαίων ἐγκλημάτων, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς Κυβερνή-
780σεως εἰς τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα καὶ ἰδίως εἰς τὸ ζήτημα
781τῆς Κρήτης, ἓν καὶ μόνον ἐπιχείρημα ἀπέμεινεν εἰς τοὺς θέ-
782λοντας νὰ συνηγορῶσι καὶ ὑποστηρίζωσι τὴν παροῦσαν Κυ-
783βέρνησιν, τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἐτακτοποίησε τὰ οἰκονομικά.
784Ὅλοι ὁμολογοῦσι, καὶ αὐτοὶ οἱ στενότεροι φίλοι τῆς Κυ-
785βερνήσεως δὲν τὸ ἀρνοῦνται, καὶ αὐτὸς ὁ ὑπουργικὸς τύπος
786καθ’ ἑκάστην τὸ διασαλπίζει, ὅτι τὰ πάντα παρ’ ἡμῖν κα-
787κῶς ἔχουσι. Καὶ προχθὲς ἀκόμη μία πρωϊνὴ ἐφημερίς, ἡ ὁποία
788πληροῖ καθ’ ἑκάστην τὰς στήλας της μὲ ἐγκώμια ὑπὲρ τοῦ
789κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔγραφε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Περὶ τῆς
790«διοικήσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὀλίγα· βεβαίως θὰ
791»ἥρμοζε νὰ εἴπῃ περισσότερα, διότι ἐπὶ τούτου ἡ κοινὴ
792»γνώμη εἶναι ὅλως ἐναντία αὐτοῦ· ἀλλὰ τὸ θέμα φαίνεται
793»ὅτι καίει, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέφυγεν ἐπ’ αὐτοῦ πᾶσαν ἐπα-
794»φήν· διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν ἐπελήφθη καὶ τοῦ ζητήμα-
795τος τῆς δικαιοσύνης». Τὰ ζητήματα λοιπὸν τῆς διοικήσεως
796καὶ τῆς δικαιοσύνης καίουσι, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέφυγε νὰ τὰ
797ἐγγίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φοβούμενος μὴ καύσῃ τὰ δά-
798κτυλά του, νομίζω δὲ, ὅτι οὔτε αὐτὸς οὔτε ὑμεῖς μετεβά-
799λετε ὡς πρὸς ταῦτα γνώμην ἐκ τῆς σημερινῆς ἀγορεύσεως
800τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἄλλοι
801εἰδικοὶ συνάδελφοι θέλουσιν ἀπαντήσει. Ἐνῷ λοιπὸν τὰ
802πάντα κακῶς ἔχουσιν, εὑρίσκονται ἀκόμη πολλοὶ ἔντιμοι
803καὶ εὐσυνείδητοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐκ πεποιθήσεως καὶ
804ἀπὸ καθαροῦ συνειδότος συνηγοροῦσι καὶ ὑποστηρίζουσι τὸν
805κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἔχουσι τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐτακτοποίησε
806τὰ οἰκονομικά. Καὶ δὲν συμφωνῶ ἐντελῶς μετὰ τῶν κυρίων
807τούτων, διότι ναὶ μὲν τὰ οἰκονομικὰ εἶναι ἀγαθὸν, καὶ ἀγα-
808θὸν μέγα, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον χάριν αὐτοῦ
809καὶ μόνου νὰ παραμελῶμεν τὰ λοιπά. Σκοπὸς, πρὸς ὃν τεί-
810νει ἡ Πολιτεία, δὲν εἶναι κυρίως τὰ οἰκονομικὰ, ἀλλ’ ἡ διὰ
811τῶν καλῶν οἰκονομικῶν ἀποκατάστασις τῆς δημοσίου ἀσφα-
812λείας καὶ τάξεως, ἡ πλήρης καὶ ταχεῖα ἀπονομὴ τῆς δικαιο-
813σύνης, ἡ διατήρησις ἀγαθῶν καὶ ὠφελίμων σχέσεων ἐν τῷ
814ἐξωτερικῷ, ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ σύνταξις τῆς χώρας,
815ἡ διάδοσις τῆς παιδείας καὶ πᾶν, ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν πρόο-
816δον, τὴν εὐημερίαν καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἔθνους. Πάντα
817δὲ ταῦτα ἐλλείπουσι, καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν τούτων συντελεῖ
818κατὰ μέγα μέρος, ὡς ἀνέπτυξεν ἰδίως ὁ ἐκ Κεφαλληνίας
819βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Βαλσαμάκης, καὶ ἡ οἰκονομικὴ
820πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοσούτου χρόνου ἀκολουθοῦμεν.
821Ἀλλ’ εἶναι τοὐλάχιστον ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουρ-
822γὸς ἐτακτοποίησε τὰ οἰκονομικά; Τοῦτο κυρίως θέλω ἐξε-
823τάσει σήμερον, καὶ θέλω ἴσως ἀναγκασθῆ ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λό-
824γου νὰ ἐπαναλάβω καὶ πολλὰ τῶν ὅσα καὶ ἄλλοτε ἐῤῥέθη-
825σαν, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπανα-
826λαμβάνω τὴν αὐτὴν ἐπῳδήν. Ἀλλὰ τί ἄλλο κάμνει καὶ
827αὐτός; Μήπως, ὁσάκις ὁμιλῇ περὶ τῶν οἰκονομικῶν, δὲν προσ-
828παθῇ νὰ ἐπιῤῥίπτῃ εἰς ἄλλους τὴν κακὴν κατάστασιν, εἰς τὴν
829ὁποίαν εὑρίσκονται, καὶ νὰ παριστάνῃ, ὅτι μόνος αὐτὸς διὰ
830τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς νοημοσύνης του τὰ ἀνώρθωσεν; Ἐνό-
831σῳ λοιπὸν ᾄδει τὴν αὐτὴν ᾠδὴν, θὰ τοῦ ψάλλουν καὶ οἱ
832ἄλλοι τὴν αὐτὴν ἐπῳδήν. Τακτοποίησις τῶν οἰκονομι-
833κῶν εἶναι ἀποκατάστασις διαρκοῦς ἰσοζυγίου, τουτέστιν
834ἡ ἐξίσωσις τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα, ἀλλ’ ἔσοδα στηριζό-
835μενα ἐπὶ δικαίας καὶ ἀναλόγου φορολογίας. Διὰ νὰ εἴπωμεν,
836ὅτι ἐτακτοποιήσαμεν τὰ οἰκονομικὰ, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἰσο-
837ζύγιον, καὶ ἰσοζύγιον διαρκὲς, καὶ διὰ νὰ ἦναι διαρκὲς, πρέ-
838πει ἡ φορολογία, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται τὰ ἔσοδα, νὰ
839ἦναι τοιαύτη, ὥστε ὄχι μόνον νὰ μὴ ὑπάρχῃ φόβος ἐλατ-
840τώσεως τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι
841θέλουν αὐξάνει κανονικῶς, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἀνταποκρί-
842νωνται εἰς τὴν ἐξ ἀνάγκης προβαίνουσαν αὔξησιν τῶν τα-
843κτικῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τὴν κάλυψιν
844τοὐλάχιστον τοῦ τόκου τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα εἴμεθα ἠναγ-
845κασμένοι νὰ συνομολογῶμεν ἑκάστοτε διὰ τὰς ἐκτάκτους
846ἡμῶν ἀνάγκας.
847Δυστυχῶς μέχρι τοῦδε οὐδένα τῶν ὅρων τούτων ἐξεπλη-
848ρώσαμεν. Καὶ πρῶτον, ἰσοζύγιον πραγματικὸν οὐδέποτε ἐπε-
849τύχομεν· τὸ ἰσοζύγιον εἶναι ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ὡς τὸ
850ὠνόμασεν ἄλλοτε εἷς πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς
851τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης χρήσεως ὁ κ. Πρωθυ-
852πουργὸς, κρατῶν μαγικὸν φανὸν ἀνὰ χεῖρας, μᾶς κάμνει νὰ
853πιστεύωμεν, ὅτι ἐπατήσαμεν, ὅταν ὅμως φθάνωμεν εἰς τὸ
854τέλος τῆς χρήσεως καὶ ἀντιμετωπίζωμεν τὰ πράγματα, κατα-
855λαμβάνομεν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔκαμε νὰ πιστεύσω-
856μεν ἐν ἀρχῇ αὐτῆς, ἦτο ὀπτικὴ ἀπάτη, καὶ ὅτι ἐξακολου-
857θοῦμεν ἀκόμη νὰ πλανώμεθα εἰς τὴν ἔρημον.
858Ὀκτὼ χρήσεων Προϋπολογισμοὶ συνετάχθησαν ἀπὸ
859τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἅπαντες
860οὗτοι περιελάμβανον ἰσοζύγιον, ἢ καὶ περίσσευμα ἀλλὰ
861πάντες ἀφῆκαν ἐλλείμματα· καὶ διὰ μὲν τὰ ἔτη 1882, 1883,
8621884 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν, νὰ ὁμολογῇ
863τὰ ἐλλείμματα ταῦτα καὶ νὰ τὰ ἀναγράφῃ εἰς τοὺς ἀπο-
864λογισμούς, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν μετέβαλε
865τακτικὴν καὶ προσπαθεῖ νὰ τὰ καλύπτῃ διαφοροτρόπως.
866Ὑπέβαλε τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1887, παριστῶντα μικρὸν
867περίσσευμα, ἀλλὰ πρόχειρος ἐξέλεγξις, τὴν ὁποίαν εἶναι
868περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, διότι πολλάκις τὴν ἠκούσατε,
869ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἀντὶ περισσεύματος ὑπῆρχεν ἔλλειμμα
870πολλῶν ἑκατομμυρίων. Ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμὸν
871τοῦ 1888 μὲ μικρὸν ἔλλειμμα, ἀλλὰ παρομοία ἐξέλεγξις
872ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο ἦτο τετραπλάσιον·
873τοῦ 1889 δὲν ἔχομεν ἀκόμη ἀπολογισμόν, καὶ βεβαίονει
874μὲν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις αὕτη δὲν θέλει
875ἀφήσει ἔλλειμμα, ἀλλ’ ἐξ ὅσων εἶπον οἱ προαγορεύσαντες,
876οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1889 θέ-
877λει κλείσει μὲ μέγα ἔλλειμμα. Γνωρίζετε δὲ τίνι τρόπῳ κα-
878τεσκευάσθη τὸ περίσσευμα τῶν 2,000,000, τὸ ὁποῖον
879παρουσιάζει ὁ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμός. Προσετέθη
880εἰς τὰ ἔσοδα, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, 1,000,000, τὸ ὁποῖον αὐ-
881θαιρέτως ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας· ἀφῃ-
882ρέθη ἀπὸ τὰ ἔξοδα ἓν ἄλλο ἑκατομμύριον, εἰς τὸ αὐτὸ τα-
883μεῖον καὶ τοῦτο ἐπιῤῥιφθὲν, πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ
884κατὰ τὸ 1882 συνομολογηθέντος καὶ πρὸ πολλοῦ κατανα-
885λωθέντος δανείου τῆς ὁδοποιΐας· δὲν ἀναγράφεται ὁ τόκος
886τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήσαμεν διὰ τὴν κατα-
887σκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, διότι ὁ τόκος
888οὗτος συμπεριελήφθη εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου· περι-
889πλέον δὲ ἀφαιροῦνται 6,500,000, προερχόμενα ἐκ τῆς δια-
890φορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Πάντα ταῦτα συμποσοῦνται
891εἰς 10,000,000, καὶ ὁ λαμβάνων αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν καταλαμ-
892βάνει, ἐὰν ἦναι πραγματικὸν τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον
893ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς, ἢ ὅτι ἀντὶ τούτου θέλομεν
894ἔχει μέγα ἔλλειμμα. Εἶναι λοιπὸν ἀναντίῤῥητον, ὅτι μέχρι
895τοῦδε δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἐξισώσωμεν τὰ ἔξοδα πρὸς τὰ
896ἔσοδα, καὶ ὅτι ὑφίσταται κατ’ ἔτος ἔλλειμμα. Ἡ γῆ τῆς
897ἐπαγγελίας, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμαν νὰ πιστεύσωμεν ὅτι
898ἐμέλλομεν νὰ πατήσωμεν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882, εἶναι ἀκό-
899μη τοσοῦτον μακρὰν ἀφ’ ἡμῶν, ὥστε δὲν δυνάμεθα οὔτε
900κἂν νὰ τὴν κατοπτεύσωμεν. Ἀλλ’ ὑπάρχει τοὐλάχιστον ἡ
901ἐλπὶς, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ ὑφιστα-
902μένη ἀπόστασις μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων θέλει μεί-
903νει ἡ αὐτὴ, καὶ δὲν θέλει ἀποβῆ ἔτι μεγαλειτέρα; Δυνά-
904μεθα δηλαδὴ νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα
905ἡμῶν ὄχι μόνον δὲν θέλουσιν ἐλαττωθῆ, ἀλλ’ ἀπεναντίας
906θέλουσιν αὐξάνει, εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς
907τὰς ἀνάγκας τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, αἱ ὁποῖαι
908αὐξάνουσι καθ’ ἑκάστην, καὶ εἰς τὴν κάλυψιν τῶν δανείων,
909τὰ ὁποῖα εἴμεθα ἠναγκασμένοι, νὰ συνομολογῶμεν, ἵνα ἐκ-
910τελέσωμεν τοὐλάχιστον τὰ ἔργα, διὰ πολλὰ τῶν ὁποίων
911ἀνελάβομεν ἤδη ὑποχρεώσεις; Διὰ ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ
912τούτου, πρέπει ν’ ἀναδράμωμεν εἰς τὸ παρελθόν· τὴν
913μέθοδον δὲ ταύτην ἀκολουθεῖ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
914γὸς, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι λαμβάνει ὡς ἀφετηρίαν
915τὸ ἔτος 1886, τὴν ἐποχὴν δηλαδὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν
916τὸ δεύτερον ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐπιῤῥίπτων ὅλην
917τὴν τότε ἀθλιότητα τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως
918εἰς τοὺς προκατόχους, παριστᾷ ὅτι διὰ τῶν μέτρων, τὰ
919ὁποῖα ἔλαβε, δὲν ἐβελτίωσεν ἁπλῶς, ἀλλ’ ἐτακτοποίησεν
920ἐντελῶς τὰ οἰκονομικὰ, καὶ ὅτι ἔφθασεν εἰς τὴν εὐχάριστον
921θέσιν νὰ προτείνῃ ἐλαττώσεις φόρων καὶ νὰ ἀνακουφίσῃ
922τὸν λαὸν ἀπὸ τὰ δυσβάστακτα βάρη, διὰ τὰ ὁποῖα ἄλ-
923λοι καὶ οὐχὶ αὐτὸς εἶναι οἱ κυρίως ὑπεύθυνοι. Ἀλλὰ, καθὼς
924εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κυβερνᾷ τὸν
925τόπον καὶ ἐφαρμόζει τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ 1882,
926πλὴν μικροῦ διαλείμματος, περιλαμβάνοντος τοὺς ὀκτὼ
927τελευταίους μῆνας τοῦ 1885 καὶ τοὺς τέσσαρας πρώτους
928τοῦ 1886, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐκυβέρνησε τὸν τόπον ἄλλο
929Ὑπουργεῖον· ἀλλ’ ὁ προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου
930ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστά-
931σεων, αἱ ὁποῖαι ἀπροσδοκήτως ἐπῆλθον τότε, δὲν ἠδυνήθη
932νὰ κάμῃ οὐσιώδεις μεταβολὰς εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτι-
933κὴν τοῦ κ. Τρικούπη, ἑπομένως ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν
934ἐπεχείρησα νὰ κρίνω, ἐφαρμόζεται ἄνευ διακοπῆς ἀπὸ τοῦ
9351882, καὶ εἰς τὸ ἔτος τοῦτο ὀφείλομεν ν’ ἀναδράμωμεν, διὰ
936νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἀπέβη αὕτη ὠφέλιμος εἰς τὸ Ἔθνος.
937Ὅτε ἀνῆλθεν ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὸ 1882 εἰς τὴν
938ἐξουσίαν, τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους οὐ μόνον δὲν ἐπεβα-
939ρύνετο μὲ ὑποχρεώσεις τῶν προηγουμένων χρήσεων, ἀλλ’
940ἄφινε καὶ μεγάλα εἰς χρήματα καὶ ὑλικὸν περισσεύματα,
941ἀναβαίνοντα εἰς 20 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια. Εἰς τὰ ἔσο-
942δα ἐπῆλθεν αὔξησις 10,000,000, ὅπως ὑπελόγιζεν ὁ τότε
943Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προερχομένη ἐξ ἡμισείας ἀπὸ
944τὰ ἔσοδα τῶν νέων ἐπαρχιῶν καὶ ἀπὸ τὴν κανονικὴν πρόο-
945δον τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν συναλλαγῶν τοῦ τόπου. Ἡ
946δημοσία πίστις εὑρίσκετο εἰς σημεῖον λίαν εὐάρεστον, διότι
947τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ἐκδοθὲν ἐπὶ τιμῇ ἀναλο-
948γούσῃ πρὸς 75%, ἐκαλύφθη δίς· δυστυχῶς ἡ διαχείρισις
949τοῦ 1882 καὶ τῶν ἀμέσως ἑπομένων δύο ἐτῶν ὑπῆρξε τοι-
950αύτη, ὥστε οὐ μόνον τὰ περισσεύματα ἐξηντλήθησαν,
951ἀλλὰ καὶ προσθήκη φόρων ἐγένετο, καὶ νέα δάνεια συνω-
952μολογήθησαν· τὰ ἐλλείμματα ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐγένοντο
953μεγαλείτερα, ἡ δὲ δημοσία πίστις κατέπεσεν εἰς τοιοῦτο
954σημεῖον, ὥστε τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐκδοθὲν
955ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις, ἐφ’ οἷς καὶ τὸ δάνειον τῶν 120,
956000,000, ἀλλ’ ἐπὶ τιμῇ 68%, δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ
957πραγματοποιηθῇ, αἱ δὲ μὴ διατεθεῖσαι ὁμολογίαι, δοθεῖσαι
958εἰς κεφαλαιούχους ὡς ἐνέχυρον ἀπέναντι προκαταβολῶν,
959ἐκινδύνευον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς πλει-
960στηριασμόν, κηρυττομένου τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου εἰς
961κατάστασιν πτωχεύσεως. Ἀποτέλεσμα τῆς καταστάσεως
962ταύτης ὑπῆρξαν αἱ ἐκλογαὶ τῆς 7ης Ἀπριλίου, καθ’ ἃς ὁ
963Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδωκε περιφανῆ ἀπόδειξιν τῆς νοημοσύ-
964νης του καὶ τῆς ἰσχυρᾶς αὐτοῦ θελήσεως· ἠγέρθη ὡς εἷς
965ἄνθρωπος καὶ ἀψηφήσας ὅλας τὰς ἐπεμβάσεις, τὰς ὁποίας
966ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ χορηγηθεῖσα εἰς αὐτὴν ὑπὸ
967τοῦ Στέμματος ἐξάσκησις τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως,
968ἀπεδοκίμασε πανηγυρικῶς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη,
969καὶ ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, πρὶν ἢ
970συνέλθωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας οἱ ἐκλεχθέντες Βουλευταί. Εἶναι
971ἀληθές, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλή, τῆς ὁποίας ἡ ἐκλογὴ
972ἔτρεψεν εἰς φυγὴν τὸν κ. Τρικούπην, ἐπανέφερεν αὐτὸν μετὰ
973ἓν ἔτος εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν
974νὰ ἐξηγήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς ποίας περιστάσεις
975εὑρέθη τότε ἡ Βουλή, καὶ διὰ τίνας λόγους ἔπραξε τοῦτο·
976εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης γελᾷ καθ’
977ἑαυτὸν, ὁσάκις λέγῃ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετενόησε διότι
978τὸν κατέῤῥιψεν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐπίεσε τοὺς ἀντιπρο-
979σώπους του νὰ τὸν ἐπαναφέρωσι μετ’ ὀλίγον. Ὁ Ἑλλη-
980νικὸς λαὸς ἔχει ἀρκοῦσαν νοημοσύνην, καὶ οὐδέποτε ἤθελε
981πράξει τὴν μωρίαν νὰ πιέσῃ τοὺς Βουλευτὰς, ἵνα ἐπανα-
982φέρωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀπο-
983δοκιμάσει τόσον πανηγυρικῶς, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ διοίκησις
984ὑπῆρξε τοσοῦτον ἐπιζήμιος εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀφοῦ
985μάλιστα δὲν εἶχον ἀκόμη ἐπουλωθῆ αἱ πληγαί, τὰς ὁποίας
986εἶχεν ἀνοίξει εἰς τὸ Ἔθνος. Ἀλλὰ ὑπῆρξαν τὰ αἴτια, τὰ
987ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν γενομένην τότε μεταβολήν· εἰς τὰ
988αἴτια δὲ ταῦτα ὀφείλεται καὶ ἡ ἀποτυχία τῆς Ἀντιπολι-
989τεύσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου καὶ ἡ συγ-
990κρότησις μεγάλης ὑπουργικῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία ὅμως,
991πιεζομένη ἀληθῶς ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀραιοῦται
992καθ’ ἑκάστην, καὶ κατέστη τοσοῦτον μικρὰ, ὥστε δὲν δύ-
993ναται νὰ ἐπαρκέσῃ πλέον εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν
994τοῦ Κοινοβουλίου· δὲν ἠξεύρω δὲ εἰς ποίαν θέσιν θέλουσιν
995εὑρεθῆ κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι,
996οἱ καθήμενοι ἀκόμη εἰς τὴν πλευρὰν ἐκείνην (θόρυβος ἐν τῇ
997δεξιᾷ), μὲ ὅλα τὰ ἐγκώμια, τὰ ὁποῖα ψάλλει ὁ κ. Πρωθυ-
998πουργὸς καὶ μὲ ὅλα τὰ διπλώματα τοῦ πατριωτισμοῦ, τὰ
999ὁποῖα καθ’ ἑκάστην ἐκδίδει ὑπὲρ αὑτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος.
1000Τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886 διεχειρίσθησαν ἀμφότεροι οἱ
1001Πρωθυπουργοί· τὰ ἔτη ταῦτα κατέλιπον μέγα ἔλλειμμα
1002τακτικὸν καὶ μέγα ἔλλειμμα ἔκτακτον· ἀλλὰ διὰ μὲν τὸ
1003τακτικὸν εὐθύνεται, ἂν μὴ πλειότερον, ἐξ ἴσου τοὐλάχιστον
1004καὶ ὁ κ. Τρικούπης, διότι, καθὰ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Δηλι-
1005γιάννης, δὲν ἠδυνήθη, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων,
1006νὰ κάμῃ οὐσιώδεις μεταβολὰς εἰς τὴν πρὸ ἐτῶν ἐφαρμοζο-
1007μένην οἰκονομικὴν αὐτοῦ πολιτικὴν, ἑπομένως, ἐὰν καὶ κατὰ
1008τὰ ἔτη ταῦτα ἔμενεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Τρικούπης καὶ
1009διεχειρίζετο τὰ οἰκονομικὰ, τὸ αὐτὸ περίπου ἔλλειμμα
1010ἤθελε παρουσιασθῆ. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἔκτακτον ἔλ-
1011λειμμα, ἀναλαμβάνει, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁλόκληρον
1012τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ἐντελῶς
1013ἀνεύθυνον καὶ τὸν κ. Τρικούπην, διὰ τὸν λόγον, ὅτι, ἐνῷ
1014ἦτο ἀρχηγὸς μεγάλου κόμματος καὶ ἠδύνατο ὁπωσδήποτε
1015νὰ παρεμποδίσῃ τὰ τότε γενόμενα, οὐ μόνον δὲν ἔπραξε
1016τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς δι’ ἀγορεύσεως ἀπὸ τοῦ
1017ἐξώστου καὶ διὰ διαδηλώσεων τῶν ὀπαδῶν του, καὶ ἐντὸς
1018τῆς Βουλῆς διὰ φιλημάτων καὶ δεξιώσεων αὐτὸς καὶ οἱ
1019φίλοι του τὰ ἐνεθάῤῥυνον. Κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη 1887,
10201888 καὶ 1889, γνωρίζετε ἤδη, ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀπο-
1021τελέσματα.
1022Μετὰ τὴν προεισαγωγὴν ταύτην κατανοεῖ πᾶς τις, ὅτι,
1023διὰ νὰ κρίνωμεν τὴν ἐφαρμοζομένην οἰκονομικὴν πολιτικὴν,
1024πρέπει ν’ ἀναδράμωμεν μέχρι τοῦ 1882 καὶ νὰ ἐξετάσωμεν,
1025ὁποῖαι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον ἐπῆλθον με-
1026ταβολαὶ εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα, εἰς τὸ δημόσιον χρέος καὶ
1027εἰς τὰ ἔξοδα.
1028Τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1882, τὸ ὁποῖον
1029εἶναι καὶ τὸ πρῶτον ἔτος μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων
1030ἐπαρχιῶν, ἀνέβησαν εἰς 58 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν μετὰ τὴν
1031ἀφαίρεσιν 6 ἑκατομμυρίων, προερχομένων ἀπὸ νομισματο-
1032ποιΐαν, ἐπιστροφὰς χρημάτων καὶ πώλησιν ἀχρήστου ὑλι-
1033κοῦ, μένουσι 52 ἑκατομμύρια. Ἀντὶ τούτων ἔχομεν σή-
1034μερον κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν 93 ἑκατομμύρια, (ὁμιλῶ
1035μὲ στρογγυλοὺς ἀριθμοὺς, διὰ νὰ μὴ κουράζω τὴν γλῶσσάν
1036μου καὶ τὴν ἀκοήν σας,) ἑπομένως ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ
1037τοῦ 1882 καὶ τοῦ 1890 41 ἑκατομμυρίων, ἤτοι 80%
1038καὶ ἐπέκεινα. Τὸ φαινόμενον τοῦτο εἶναι ἐκ πρώτης ὄψεως
1039λίαν εὐχάριστον, καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἐπιπολαίως κρίνοντες
1040τὰ πράγματα ἐγκωμιάζουσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ δὲν
1041εὑρίσκουσιν ἱκανοὺς λόγους, ὅπως ἐξάρωσι τὴν μεγάλην
1042αὐτοῦ ἱκανότητα, διότι εἶναι τῳόντι πρωτοφανὲς ἴσως τὸ
1043παράδειγμα Ἔθνους, διπλασιάσαντος τὰ ἔσοδά του ἐν
1044οὕτω βραχεῖ διαστήματι χρόνου. Ἀλλ’ οἱ βαθύτερον ἐξε-
1045τάζοντες τὰ καθ’ ἡμᾶς μᾶς οἰκτείρουσι διὰ τὸ γεγονὸς
1046τοῦτο, καὶ πολλὰ δυσάρεστα διὰ τὴν χώραν ἡμῶν προοιω-
1047νίζονται· διότι εὑρίσκουσιν, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη δὲν προέρ-
1048χεται ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν συναλ-
1049λαγῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιβληθείσης εἰς τὸν
1050τόπον βαρυτέρας φορολογίας, ὅταν δὲ διπλασιάζωνται
1051σχεδὸν οἱ φόροι, χωρὶς ν’ αὐξάνῃ τὸ εἰσόδημα τῆς χώρας,
1052τὸ Ἔθνος οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ προοδεύσῃ, ἀλλὰ τὸ
1053περιμένει βεβαία ὀπισθοδρόμησις. Γνωρίζετε πάντες τοὺς
1054ἐπιβληθέντας ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν φόρους, καὶ
1055διὰ τοῦτο περιορίζομαι ἁπλῶς νὰ τοὺς κατονομάσω,
1056χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερῆ αὐτῶν ἀνάπτυξιν. Διὰ
1057τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος καὶ τῆς
1058προσθήκης τῶν 20% οἱ πλεῖστοι τῶν φόρων ηὔξησαν
1059κατὰ 34½%· ἐγένετο εἰδικὴ αὔξησις εἰς τοὺς φόρους
1060τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τῶν ζώων, τοῦ οἴνου, τῶν
1061ἐπιτηδευμάτων, τῶν οἰκοδομῶν, τοῦ χαρτοσήμου, εἰς
1062τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος, εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, εἰς
1063τὰ ὁποῖα ἡ γενομένη αὔξησις μὲ τὸ πρόσθετον τέλος
1064τῶν 15% ὑπολογίζεται εἰς 35%· ἐκτὸς τούτου ἐσυ-
1065στήθησαν 4 νέα μονοπώλια, τὸ τῶν παιγνιοχάρτων, τὸ τοῦ
1066σιγαροχάρτου, τὸ τῶν πυρείων καὶ τὸ τοῦ πετρελαίου,
1067ἐπεβλήθησαν δὲ καὶ νέοι φόροι, ἤτοι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς
1068καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, τὸ λεγόμενον ἀντισήκωμα ἐπὶ
1069τῶν στρατευσίμων, τῶν ἀπαλλασσομένων ἢ κατατασσο-
1070μένων εἰς τοὺς διαθεσίμους, καὶ ἐπὶ τέλους τὸ πρόσθετον
1071τέλος τῶν 20% διὰ τοὺς ὅσοι δὲν ἤθελον πληρώσει ἐγ-
1072καίρως τὰ χρέη των. Ἐὰν πάσας ταύτας τὰς προσθήκας
1073ἐφαρμόσητε εἰς τὰ διάφορα ἀντικείμενα, ἐφ’ ὧν ἐπιβάλ-
1074λονται, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πᾶσα ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὰ ἔσοδα
1075αὔξησις εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν προσθηκῶν τούτων καὶ οὐχὶ
1076προόδου τινὸς τοῦ τόπου· ἴσως μάλιστα θέλετε ἀνακαλύ-
1077ψει, ὅτι, ἐὰν λείψωσιν αἱ προσθῆκαι καὶ ἐπανέλθωμεν εἰς
1078τὸ πρῶτον φορολογικὸν καθεστὸς, θέλομεν ἔχει ἔσοδα ὀλι-
1079γώτερα τῶν ὅσα εἴχομεν κατὰ τὸ 1882. Ἀφαιροῦμεν λοι-
1080πὸν διὰ τῆς βαρυτέρας φορολογίας 40 ἑκατομμύρια ἀπὸ
1081τὸν λαὸν, καὶ ἐπειδὴ φαίνεται λίαν πιθανὸν, ὅτι οὐδεμία
1082αὔξησις ἐπῆλθεν εἰς τὸ εἰσόδημα τοῦ τόπου, τὸ συμπέ-
1083ρασμα εἶναι, ὅτι εἰς τὸ λαὸν μένουσι σήμερον 40 ἑκατομ-
1084μύρια ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα ἔμενον ἄλλοτε. Μετὰ ταῦτα δὲ
1085ἀποροῦμεν, διατὶ δὲν γίνεται κἀμμία πρόοδος καὶ διατὶ
1086ἐπικρατεῖ τοσαύτη οἰκονομικὴ δυσπραγία, καὶ τοσαύτη
1087ἀχρηματία, καὶ ἰδίως εἰς τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους.
1088Ἕκαστος ἡμῶν γνωρίζει πολλὰς οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι
1089ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν οὐδὲν ἀπέκτησαν καὶ τῶν
1090ὁποίων τὸ εἰσόδημα ἔμεινεν ἀμετάβλητον. Αἱ οἰκογένειαι
1091αὗται πληρόνουσι σήμερον περισσότερα διὰ τὰ ἀροτριῶντα
1092κτήνη, τὰς οἰκοδομὰς καὶ τὰ ζῶα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, διὰ
1093τὸν οἶνον, τὸ οἰνόπνευμα καὶ τὴν σταφίδα, τὰ ὁποῖα πα-
1094ράγουσι, διὰ τὸ ἅλας, τὰ πυρεῖα καὶ τὸ πετρέλαιον τὰ
1095ὁποῖα ἀγοράζουσιν ἀπὸ τὰ μονοπώλια τοῦ Κράτους, διὰ
1096τὸ ἐπιτήδευμα, τὸ ὁποῖον μέλη τινὰ αὐτῶν ἐξασκοῦσι, διὰ
1097τὸ χαρτόσημον, τὸ ὁποῖον ἐξοδεύουσι διὰ τὰς δίκας καὶ
1098τὰς συναλλαγάς των, διὰ τὸν καπνὸν, τὸν ὁποῖον ἐνδέχε-
1099ται νὰ μεταχειρίζωνται, διὰ τὸ κρέας, τὰ ὄσπρια, τὰ πα-
1100στά, τὰ ὑφάσματα, τὴν ζάκχαριν καὶ λοιπὰ ἀντικείμενα,
1101τὰ ὁποῖα προμηθεύονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ περιπλέον
1102στρατιωτικὸν ἀντισήκωμα καὶ 20% πρόσθετον τέλος,
1103ἐὰν δὲν προφθάσωσι νὰ πληρώσωσιν ἐγκαίρως τοὺς φόρους
1104των. Πᾶσα τοιαύτη οἰκογένεια, ἐὰν δὲν ἦναι οἰκογένεια
1105Καραπάνου ἢ Παχῆ, βεβαίως θέλει στενοχωρηθῆ καὶ ἐὰν
1106δὲν ὀπισθοδρομήσῃ, δύσκολον εἶναι νὰ προοδεύσῃ. Ἡ ἀφαί-
1107ρεσις τοσούτων ἑκατομμυρίων ἀπὸ τὴν παραγωγικὴν τά-
1108ξιν εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς ἐπικρατούσης οἰκονομι-
1109κῆς δυσπραγίας, ἄμεσον δὲ ταύτης ἀποτέλεσμα εἶναι αἱ
1110καθημεριναὶ πτωχεύσεις, ἡ καταπληκτικὴ αὔξησις τοῦ τό-
1111κου, πρὸ πάντων εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ ἡ ἔτι μᾶλλον
1112καταπληκτικὴ ὑποτίμησις τῶν ἀκινήτων κτημάτων, τὰ
1113ὁποῖα, πωλούμενα ἀναγκαστικῶς, δὲν εὑρίσκουσι σήμερον τὸ
1114ἥμισυ, ἐνίοτε δὲ οὐδὲ τὸ τρίτον τῆς ἀξίας των· εἰς αὐτὴν
1115ὀφείλονται αἱ πλεῖσται αὐτοκτονίαι καὶ μέγα μέρος τῶν
1116γινομένων ἐγκλημάτων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ
1117παραδεχθῇ, ὅτι ὁ τόπος κατεπονήθη ἐκ τῆς βαρείας φορο-
1118λογίας, θέλει νὰ ἴδῃ ἐλαττουμένας καὶ τὰς εἰσπράξεις, χω-
1119ρὶς νὰ συλλογίζηται, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων δὲν
1120εἶναι σημεῖον καταπονήσεως, ἀλλ’ εἶναι προάγγελος ὀπι-
1121σθοδρομήσεως καὶ καταστροφῆς· διότι, ὡς παρετήρησεν ὁ
1122ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, διὰ νὰ ὀπισθοδρομή-
1123σουν αἱ εἰσπράξεις πολλῶν ἐσόδων, ἀπαιτεῖται οὐ μόνον νὰ
1124μὴ ὑπάρξῃ κἀμμία πρόοδος, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκλείψωσι πολλὰ
1125κτήματα καὶ πολλαὶ βιομηχανίαι. Ἀλλὰ καὶ τὸ σημεῖον
1126τοῦτο ἤρχισε ν’ ἀναφαίνηται καὶ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος νὰ λαμ-
1127βάνῃ μεγαλειτέρας διαστάσεις, καὶ μάλιστα εἰς τὸ ἔσοδον
1128ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπεν ἄλλοτε ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι
1129δεικνύει τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τοῦ τόπου, τουτέστιν
1130εἰς τὸ ἔσοδον τῶν τελωνείων. Ἀναγκασθεὶς νὰ ὁμολογήσῃ
1131τὴν ἐλάττωσιν ταύτην ὁ Πρωθυπουργὸς, τὴν ἀπέδωκεν εἰς
1132τὸ ὅτι ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τῆς σταφίδος εἰσῆλθον εἰς
1133τὸν τόπον 10 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερον κατὰ τὸ παρελθὸν
1134ἔτος. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἐσυλλογίσθη ὁ κ. Πρω-
1135θυπουργὸς εἰς ποίαν θέσιν θέλομεν εὑρεθῆ, ὅταν στειρεύσῃ
1136ἡ πηγὴ τῶν δανείων καὶ ἀφαιρῶνται ἐκ τῆς κυκλοφορίας
1137τοῦ τόπου 30 ἢ 40 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναγκαζώ-
1138μεθα νὰ ἀποστέλλωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κατ’ ἔτος ἄνευ
1139ἀνταλλάγματός τινος, ἵνα πληρόνωμεν τοὺς τόκους τῶν
1140δανείων ἡμῶν; Σήμερον οἱ τόκοι πληρόνονται διὰ τῶν ἀλ-
1141λεπαλλήλως συνομολογουμένων δανείων, καὶ ἐπειδὴ
1142δὲν ἀποστέλλομεν χρήματα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δὲν ἐλατ-
1143τοῦται τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ χρηματικὸν ποσὸν, ἀλλ’ ὅταν
1144παύσουν τὰ δάνεια, ἐσκέφθη ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς ποίαν θέ-
1145σιν θέλομεν εὑρεθῆ; Ἀφοῦ δὲ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν σκέπτε-
1146ται, εἰμὴ πῶς νὰ διατηρηθῇ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ὀφείλετε νὰ
1147τὸ σκεφθῆτε ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, χάριν ὑμῶν αὐτῶν,
1148χάριν τῶν τέκνων σας, χάριν τῆς πατρίδος σας, τῆς ὁποίας
1149διαχειρίζεσθε σήμερον τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, ὡς ἐκ τοῦ
1150ἀξιώματος, μὲ τὸ ὁποῖον σᾶς περιέβαλον οἱ νομοὶ τοῦ
1151Κράτους.
1152Ὑπάρχει, Κύριοι, καὶ ἄλλο τεκμήριον τῆς καταπονή-
1153σεως τοῦ τόπου, τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ ἦναι ὁρατὸν καὶ ἐντε-
1154λῶς ψηλαφητὸν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη
1155νὰ τὸ ἀντιληφθῇ· τοῦτο δὲ εἶναι ἡ ὀπισθοδρόμησις τῶν
1156εἰσπράξεων, ἡ αὔξησις τῆς ἀναλογίας τῶν καθυστερούντων
1157πρὸς τὰ εἰσπρακτέα. Ὁ Πρωθυπουργὸς τὸ ἀντικείμενον
1158τοῦτο τὸ ἀντιλαμβάνεται ἀντιστρόφως, καὶ φρονεῖ, ὅτι ἐπὶ
1159τῶν ἡμερῶν του διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους προεκάλεσε,
1160καὶ διὰ τῆς μεγάλης ἐπιμελείας, ἣν, ὅπως λέγει, κατα-
1161βάλλει, ἡ ἀναλογία τῶν καθυστερούντων πρὸς τὰ εἰσπρα-
1162κτέα ἠλαττώθη· ὑποπίπτει δὲ εἰς τὴν πλάνην ταύτην,
1163διότι παραβάλλει τὰ καθυστεροῦντα πρὸς τὸ σύνολον τῶν
1164εἰσπρακτέων, ἐνῷ, καθὼς γνωρίζετε, τὰ ⅔ τῶν εἰσπρα-
1165κτέων προέρχονται ἀπὸ ἔσοδα, τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις γί-
1166νεται συγχρόνως μὲ τὴν βεβαίωσιν καὶ διὰ τὰ ὁποῖα οὐδε-
1167μία καταδίωξις ἐνεργεῖται, οὐδὲ καθυστερήματα ἀφίνουσι.
1168Τὰ καθυστεροῦντα προέρχονται ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα
1169εἰσπράττονται μετὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ διὰ τὰ ὁποῖα, ἐκτὸς
1170τῶν ταμείων, ἐδημιουργήσαμεν τοσαῦτα ὑποταμεῖα, διωρί-
1171σαμεν προσθέτους εἰσπράκτορας καὶ δαπανῶμεν ἓν περίπου
1172ἑκατομμύριον διὰ ποσοστά. Ἐὰν παραβάλητε τὰ καθυ-
1173στεροῦντα τῆς χρήσεως τοῦ 1887 πρὸς τὰ τοιαῦτα εἰσπρα-
1174κτέα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἀναλογία δὲν εἶναι, ὡς ἰσχυρίσθη
1175ὁ Πρωθυπουργὸς, 7 καὶ 64%, ἀλλ’ ἀνέρχεται εἰς 29%.
1176Εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἡ ἀναλογία, ἀφαιρουμένων τῶν ἐσό-
1177δων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται ἄνευ καταδιώξεως,
1178περιωρίζετο εἰς 12–15%. Ὑπάρχει λοιπὸν πραγ-
1179ματικὴ ὀπισθοδρόμησις εἰς τὰς εἰσπράξεις, αὔξησις μεγάλη
1180τῆς ἀναλογίας τῶν καθυστερούντων. Μετὰ δὲ τὸν δρακόν-
1181τειον περὶ εἰσπράξεων νόμον, τὴν ἀπειλὴν τοῦ προσθέτου
1182τέλους, ἡ ὁποία ἀναγκάζει τοὺς πολίτας νὰ δανείζωνται
1183μὲ ὑπέρογκον τόκον, ἢ νὰ πωλῶσι τὰ προϊόντα των εἰς
1184εὐτελεῖς τιμὰς, διὰ νὰ οἰκονομῶσιν ὁπωσδήποτε τὰ ἀναγ-
1185καῖα χρήματα καὶ νὰ τρέχωσιν εἰς τοὺς εἰσπράκτορας, καὶ
1186μετὰ τὴν ἀγριότητα, μεθ’ ἧς ἐνεργοῦνται σήμερον αἱ κατα-
1187διώξεις, εἰς τί ἄλλο δύνασθε, Κύριοι, ν’ ἀποδώσητε τὴν
1188ἐλάττωσιν ταύτην, εἰμὴ εἰς τὴν ἀχρηματίαν, ἡ ὁποία μα-
1189στίζει τὰς πλειοτέρας τάξεις; Ἢ μήπως νομίζει ὁ κύριος
1190Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρων
1191χωρίων, ὅταν βλέποντες προσερχόμενον τὸν εἰσπράκτορα μὲ
1192τοὺς χωροφύλακας τρέπωνται εἰς φυγὴν καὶ ἀπέρχωνται
1193εἰς τὰ ὄρη, πράττουσι τοῦτο διὰ νὰ ἀναπνεύσουν καθαρώ-
1194τερον ἀέρα ἢ χάριν διασκεδάσεως; ἢ ὅτι οἱ τόσοι ἄλλοι,
1195οἱ ὁποῖοι κάθηνται πολλοὺς μῆνας εἰς τὰς φυλακὰς, ἀρέ-
1196σκονται εἰς τοῦτο χάριν ἀναπαύσεως καὶ διὰ νὰ μὴ φθείρουν
1197τὰ ὑποδήματά των; Ὑφίστανται οἱ ἄνθρωποι ὅλα ταῦτα
1198καὶ τὰς καταχρήσεις τῶν ἀποσπασμάτων, διότι δὲν ἔχουσι
1199νὰ πληρώσωσι, καὶ δὲν ἔχουσι, διότι οἱ φόροι εἶναι πολὺ
1200μεγάλοι, διότι ἡ φορολογία ἐξήντλησε τὸν τόπον καὶ διότι
1201δὲν εὑρίσκονται χρήματα οὔτε εἰς αὐτοὺς τοὺς τοκιστὰς τῶν
1202ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἠδύναντο νὰ διευκολύνωσιν, ἔστω
1203καὶ ἐπὶ βαρεῖ τόκῳ, τοὺς συμπολίτας των διὰ τὰς μικράς
1204των ἀνάγκας, καὶ δὲν εὑρίσκονται, διότι ἀφαιροῦνται, ὡς
1205εἶπον, δεκάδες ἑκατομμυρίων περισσότερα τῶν ὅσων ἀφῃ-
1206ροῦντο ἄλλοτε. Ἐὰν οἱ πρὸ τοῦ κ. Τρικούπη κυβερνήσαν-
1207τες τὸν τόπον ἐφήρμοζον τὴν μεγαλουργὸν αὐτοῦ οἰκονο-
1208μικὴν πολιτικὴν, καὶ ἐπεζήτουν διὰ ῥαγδαίας αὐξήσεως τῶν
1209φόρων νὰ διπλασιάσωσι τὰ δημόσια ἔσοδα, βεβαιωθῆτε, ὅτι
1210ὄχι καταστήματα, μέγαρα ἢ φυτεῖαι, ἀλλ’ οὐδὲ καλύβαι
1211δὲν ἤθελον ὑπάρχει εἰς αὐτὸν τὸν τόπον· διότι τί εἶναι τέλος
1212πάντων αὐτὸ τὸ εἰσόδημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον
1213θεωροῦσί τινες ἀνεξάντλητον, καὶ νομίζουσιν ὅτι δύνανται
1214ν’ ἀφαιρῶσιν ἀπ’ αὐτοῦ ὅσον θέλουσι; τὸ γνωρίζομεν ὅλοι,
1215τὸ γνωρίζετε πρὸ πάντων ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, διότι καὶ
1216φορολογούμενοι εἶσθε καὶ εἰς ἀδιάκοπον συνάφειαν μετὰ τῶν
1217φορολογουμένων καὶ τοῦ λαοῦ διατελεῖτε.
1218Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν ἐσόδων. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν
1219ἐξέτασιν τῆς μεταβολῆς, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦ-
1220θεν ἐπῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον χρέος. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου
1221τούτου δυστυχῶς δὲν ἔχομεν συγκεφαλαιωμένας τὰς ἀπαι-
1222τουμένας πληροφορίας, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐφρόν-
1223τισε, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν
1224γενικὸν πίνακα, ἐμφαίνοντα ὅλα τὰ δάνεια, τὸ προϊὸν αὐτῶν
1225καὶ τὰς ἀνάγκας, τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους, εἰς τὰς ὁποίας
1226διετέθησαν· σκορπίζει διαφόρους πληροφορίας εἰς ἐκθέσεις,
1227εἰς πίνακας, εἰς σημειώματα, ἀλλὰ καὶ αἱ πληροφορίαι
1228αὗται καταγγέλλονται ἀπ’ αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Πρωθυ-
1229πουργὸν ὡς ἀτελεῖς, καὶ καθ’ ἑκάστην ἀποδεικνύονται ἀντι-
1230φατικαὶ καὶ ἐσφαλμέναι.
1231Φαίνεται, ὅτι τὸ ὑπάρχον εἰς τὰ γραφεῖά του προσωπι-
1232κὸν δὲν εἶναι ἐπαρκὲς οὔτε διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην, οὔτε
1233διὰ τὴν ἀνάλυσιν τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ, τὴν
1234ὁποίαν, ὡς εἶπον πολλάκις, ὤφειλε νὰ δημοσιεύῃ κατὰ μῆνα
1235μετὰ τῆς μηνιαίας καταστάσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων,
1236ἐὰν ἤθελε νὰ φωτίζηται καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία περὶ
1237τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως, εἰς ἣν αἱ δοσοληψίαι τοῦ Κρά-
1238τους εὑρίσκονται. Καὶ τῳόντι δὲν εἶναι ἐπαρκὲς τὸ προσω-
1239πικὸν, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 τὸ
1240Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε 55 ὑπαλλήλους, συμ-
1241περιλαμβανομένων καὶ τῶν ἐκτάκτων, τῶν ἐργαζομένων διὰ
1242τὴν ὑπηρεσίαν τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, κατὰ τὸν Προϋπο-
1243λογισμὸν τοῦ 1890 ἀναβιβάζεται εἰς 164, δηλαδὴ μόλις
1244ἐτριπλασιάσθη· τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἀπὸ 18, οὓς εἶχε
1245τὸ 1882, ἔχει σήμερον 23, τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
1246ἀπὸ 39 ἔχει 65· ὥστε τὸ προσωπικὸν τῶν τριῶν τούτων
1247γραφείων, τὰ ὁποῖα ἀσχολοῦνται εἰς τὰ οἰκονομικὰ καὶ
1248τὰ λογιστικὰ τοῦ Κράτους, ἀπὸ 112 ὑπαλλήλους, τοὺς
1249ὁποίους ἠρίθμει κατὰ τὸ 1882, ἀνεβιβάσθη εἰς 252. Ἀλλὰ
1250φαίνεται, ὅτι τὸ σμῆνος τοῦτο τῶν ὑπαλλήλων ἀσχολεῖ-
1251ται καὶ εἰς ἄλλα καθήκοντα, διότι, ὅπως μοι ἔλεγε πρὸ
1252ὀλίγων ἡμερῶν εἷς πρώην ὑπάλληλος τοῦ τμήματος τῶν
1253κτημάτων, ἐκ τῶν 40 ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι τοπο-
1254θετημένοι εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, δύο μόνον κανονικῶς εἰργά-
1255ζοντο, οἱ δὲ ἄλλοι 38 σπανίως προσήρχοντο εἰς τὸ γρα-
1256φεῖον, ὡς ἐπιφορτισμένοι μὲ ἄλλας ἐργασίας, τὰς ὁποίας
1257οἱ ἐργαζόμενοι δὲν ἐγίνωσκον. Τοσαύτη δὲ εἶναι ἡ ἀκρίβεια,
1258μεθ’ ἧς γίνεται σήμερον ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία, ὥστε καὶ ὁ
1259δημοσιευθεὶς ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1887, ὅστις
1260συνετάχθη μετὰ τὴν προεξέλεγξιν, εἶναι ἐσφαλμένος. Τὸν
1261κατήγγειλεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ἐκθέ-
1262σεώς του ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἐν ᾗ ἀνα-
1263φέρει, ὅτι τὰ ἀναγραφόμενα ἐν αὐτῷ εἰσπρακτέα εἶναι
1264ἀνώτερα τῶν πραγματικῶν κατὰ 1,530,333, διότι
1265πολλὰ εἰσπρακτέα ἐβεβαιώθησαν δίς· δὲν καταλαμβάνω
1266τί εἴδους ἐξέλεγξις ἐγένετο, ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνακα-
1267λύψῃ τὴν διπλῆν ταύτην βεβαίωσιν. Μὴ ἔχων λοιπὸν ἐκ
1268μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν σταθερὰ καὶ βέ-
1269βαια διδόμενα ὡς πρὸς τὸ δημόσιον χρέος, ἐστήριξα τὰς
1270μελέτας μου εἰς τὰ ὑποβληθέντα πλήρη ἢ ἀτελῆ ἔγγραφα
1271καὶ ἰδίως εἰς τὸν φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τμημα-
1272τάρχου ἐπὶ τοῦ δημοσίου χρέους πίνακα, τὸν ὁποῖον, μ’ ὅλα,
1273ὅσα εἶπε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὑρίσκω μὴ ἀπομα-
1274κρυνόμενον τῶν πραγμάτων. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, τὸ
1275ὀφειλόμενον κεφάλαιον τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν
1276ἀρχὴν τοῦ τρέχοντος ἔτους συνεποσοῦτο εἰς 603,100,000,
1277ἐκ τούτων δὲ 148,900,000 προέρχονται ἐκ τῶν συνομο-
1278λογηθέντων πρὸ τοῦ 1882 δανείων καὶ 454,200,000 ἐκ
1279τῶν συνομολογηθέντων ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν· εἰς τὰ
1280ὑπόλοιπα ταῦτα, ὅπως ἐῤῥέθη καὶ χθὲς, δὲν περιλαμβά-
1281νονται οὔτε τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας,
1282οὔτε τὸ δάνειον πρὸς τὰς Δυνάμεις. Τὰ δύο ταῦτα δάνεια
1283συμποσοῦνται εἰς 160,000,000 περίπου, καὶ μὲ αὐτὰ τὸ
1284ὅλον χρέος ἡμῶν ἀναβαίνει εἰς 760,000,000. Ἀλλὰ, ἐπει-
1285δὴ ταῦτα ὑπῆρχον ὀφειλόμενα καὶ πρὸ τοῦ 1882 ἐν ἴσῃ
1286ὡς ἔγγιστα ποσότητι, ἡ παράλειψις αὐτῶν δὲν μεταβάλ-
1287λει τὸ πόρισμα τῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἐπεχείρησα
1288νὰ σᾶς ὑποβάλω. Εἶπον ὅτι 454,200,000 εἶναι τὸ ὀφει-
1289λόμενον ὑπόλοιπον τῶν δανείων, τῶν συνομολογηθέντων
1290μετὰ τὸ ἔτος 1882. Ἐκ τούτων τρία δάνεια συνωμολογή-
1291θησαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἤτοι τὸ τῆς ὁδοποιΐας,
1292τὸ πατριωτικὸν καὶ τὸ τῶν κερμάτων ἢ μικρῶν χαρτονο-
1293μισμάτων, τὰ δὲ ἐκ τῶν τριῶν τούτων δανείων ὀφειλόμενα
1294εἶναι 34,200,000 δραχμαί, τὰ λοιπὰ 420,000,000 συνω-
1295μολογήθησαν εἰς χρυσὸν, ἀλλ’ ἐκ τούτων τὸ μὲν δάνειον
1296τῶν ἐντόκων γραμματίων, τῶν 9 καὶ τῶν 15 ἑκατομμυ-
1297ρίων ἐπραγματοποιήθησαν εἰς τὸ ἄρτιον, καὶ τὸ ἐκ τούτων
1298ὑπόλοιπον εἶναι 33,800,000, τὰ δὲ ἄλλα δάνεια, ἐξ ὧν
1299μένουσιν ὀφειλόμενα 386,200,000, ἐπραγματοποιήθησαν
1300μὲ ἔκπτωσιν 30% κατὰ μέσον ὅρον, ἑπομένως τὰ
1301ὀφειλόμενα 386,200,000, ὑπολογιζόμενα πρὸς 70%,
1302φέρουσι πραγματικὸν κεφάλαιον 270,340,000, προστιθε-
1303μένων δὲ εἰς ταῦτα καὶ τῶν 33,800,000, τῶν προερχομέ-
1304νων ἀπὸ τὰ τρία εἰς τὸ ἄρτιον πραγματοποιηθέντα δά-
1305νεια, τὸ ὅλον ὑπολειπόμενον κεφάλαιον ἐκ τῶν εἰς χρυσὸν
1306συνομολογηθέντων δανείων εἶναι 304,100,000 ἐν ἀρχῇ
1307τοῦ ἔτους. Ἀπὸ ταῦτα θέλω ἀφαιρέσει πάντα τὰ ἀπὸ τοῦ
13081882 εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας δαπανηθέντα, ἀνάγων αὐτὰ
1309εἰς χρυσᾶ, διὰ νὰ ἴδωμεν, πόσα ἐθεράπευσαν ἄλλας χρείας.
1310Αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι, δι’ ἃς ἐδαπανήσαμεν ἀπὸ τοῦ 1882
1311καὶ ἐντεῦθεν χρήματα, εἶναι ἡ τροπὴ τῶν δανείων, ἡ ἐκτέλε-
1312σις διαφόρων ἔργων καὶ ἡ προμήθεια ὑλικῶν· τροπαὶ δα-
1313νείων ἐγένοντο ἡ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, διὰ τὸ
1314ὁποῖον ἐπληρώθησαν εἰς χρυσὸν 55,200,000, καὶ ἡ τῶν δα-
1315νείων τῶν 6, 25, 4, 10 καὶ 26 ἑκατομμυρίων, διὰ τὰ ὁποῖα
1316ὅλα ἐπληρώθησαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 28,000,000,
1317τὰ ὁποῖα, μεταβαλλόμενα εἰς χρυσὸν, φέρουσιν 22,400,000·
1318ὥστε ἐν συνόλῳ διὰ τὴν τροπὴν τῶν δανείων ἐδαπανή-
1319σαμεν 77,600,000 χρυσᾶ. Δι’ ἔργα καὶ ὑλικὰ ἐδαπανή-
1320σαμεν τὰ ἑξῆς εἰς χρυσόν: διὰ τὰ θωρηκτὰ 26,000,000
1321διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν 24,000,000, διὰ
1322τὸν σιδηρόδρομον Ἀγρινίου 3,700,000, τὸ ὅλον 53,700,000·
1323εἰς τραπεζικὰ δὲ γραμμάτια: διὰ τὴν ὁδοποιΐαν 18,000,
1324000, διὰ τοὺς σιδηροδρόμους 13,000,000, διὰ τὰ στρα-
1325τιωτικὰ κτίρια 5,000,000, διὰ τὰ μικρὰ πλοῖα καὶ
1326ἄλλα τινὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν
13274,000,000, τὸ ὅλον 40,000,000, εἰς τραπεζικὰ, ἢ
132832,800,000 εἰς χρυσόν· τὸ ὅλον τῶν δαπανηθέντων δι’
1329ἔργα καὶ ὑλικὰ εἶναι 86,500,000, εἰς ἃ προσθέτοντες καὶ
1330ὅσα ἐδαπανήσαμεν διὰ τὰς τροπὰς τῶν δανείων, εὑρίσκο-
1331μεν ὅτι τὸ ὅλον τῶν δαπανηθέντων ἐκτάκτως ἀνέρχεται εἰς
1332164,100,000 χρυσᾶ φράγκα. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰ 164.
1333100,000 φράγκα χρυσᾶ ἀπὸ τὰ 304,100,000, τὰ ὁποῖα
1334ἀφίνουσιν ὑπόλοιπον τὰ συνομολογηθέντα εἰς χρυσὸν
1335δάνεια, εὑρίσκομεν πλεονάζοντα 140,000,000, ἅτινα,
1336μεταβαλλόμενα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, πρὸς 1 καὶ
133725|00 τὸ φράγκον, φέρουσιν 175,000,000· προστιθεμέ-
1338νου δ’ εἰς ταῦτα καὶ τοῦ ὑπολοίπου τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα
1339ἐπραγματοποιήθησαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ τῶν
1340ὁποίων τὸ ποσὸν, ὡς εἶπον, ἀναβαίνει εἰς 34,200,000, ἔχο-
1341μεν ἐν ὅλῳ 209,200,000.
1342Πάντα ταῦτα κατηναλώθησαν διὰ τὴν ἐπιστρατείαν
1343τοῦ 1885–1886 καὶ διὰ τὰ ἐλλείμματα τῶν Προϋπο-
1344λογισμῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐθεραπεύθη καὶ ἄλλη
1345τις ἔκτακτος ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Τὰ
1346ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἀνέρ-
1347χονται εἰς 52,000,000. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 52,000,000 πρέ-
1348πει ν’ ἀφαιρέσητε τὴν ἀξίαν τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον
1349ἔμεινε καὶ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ ὁποίου ἀνεκουφίσθησαν
1350οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν τακτικῶν δαπανῶν τῶν ἑπομέ-
1351νων ἐτῶν· ἑπομένως, καὶ ἂν δὲν θελήσητε ν’ ἀφαιρέσητε
1352τὰ 45,264,179 δραχ. καὶ 37 λεπτά, τὰ ὁποῖα ἐσημείω-
1353σεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, πρέπει πάντως ν’ ἀφαιρέσητε τοὐ-
1354λάχιστον τὴν ἀξίαν τοῦ ἱματισμοῦ καὶ τῶν γαιανθρά-
1355κων, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
1356τιωτικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὰ
1357ἔτη 1887 καὶ ἑπόμενα, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἀξίαν ὁ κ.
1358Δηλιγιάννης ὑπελόγισεν εἰς 10,766,355 δραχμὰς καὶ 59
1359λεπτά. Ἀλλ’ ὁ ἀκριβὴς προσδιορισμὸς τῶν ἀναγομένων
1360εἰς τὴν ἐπιστρατείαν δαπανῶν εἶναι λογαριασμὸς μεταξὺ
1361τῶν δύο Πρωθυπουργῶν, εὐτυχῶς δὲ ἀμφότεροι εἶναι
1362ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ δύναται ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1363γὸς, ἐὰν ἔχῃ ἀντίῤῥησίν τινα, νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις.
1364§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ εἶναι εἰλημμένα ἀπὸ
1365τὸν δημοσιευθέντα ἀπολογισμόν.
1366§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει,
1367ὅτι εἶναι εἰλημμένα ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἀλλ’ οἱ ἀπολο-
1368γισμοὶ ἀποδίδουσιν ἔλλειμμα 129 ἑκατομμυρίων, οὐχὶ 52
1369ἑκατομμυρίων.
1370§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ θέλει ἀποδειχθῆ μετ’ ὀλίγον.
1371§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τελευταία παρατήρησις τοῦ κ.
1372Πρωθυπουργοῦ μὲ φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω τὴν
1373ἑξῆς διαστολήν. Εἶπον ὅτι 209,200,000 ἀπεῤῥόφησεν ἡ
1374ἐπιστρατεία καὶ αἱ τακτικαὶ δαπάναι τοῦ Κράτους ἀπὸ
1375τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1889. Ἐὰν τώρα ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ
1376ἔτη 1885 καὶ 1886 ἀφῆκαν ἔλλειμμα 129 ἑκατομμυρίων
1377τακτικὸν καὶ ἔκτακτον, ὑπολείπονται μέχρι τῶν 209,200,
1378000 ἄλλα 80 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπεῤῥόφησαν τὰ
1379τακτικὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν 1882, 1883, 1884, 1887,
13801888 καὶ 1889. Τὸ ἐξαγόμενον τοῦ ἀνωτέρω ὑπολογι-
1381σμοῦ εἶναι, ὅτι πλὴν τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε
1382κατὰ τὸ 1882, πλὴν τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον ἀπέδωκεν
1383ἡ καταπληκτικὴ αὔξησις τῆς φορολογίας, ἐδαπανήσαμεν
1384προσέτι ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν 209 ἑκατομμύρια ἀπὸ
1385δάνεια, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διετέθησαν δι’ ἔργα,
1386ὑλικὰ καὶ τροπὰς δανείων.
1387Διὰ νὰ ἐννοήσητε, Κύριοι, ὁποῖον βαρὺ φορτίον ἐπε-
1388βλήθη εἰς τὸν τράχηλον τοῦ Ἔθνους διὰ τῶν δανείων τού-
1389των, καὶ ὁπόσον δυσχερὴς καθίσταται ἡ θέσις ἡμῶν ἐν τῷ
1390μέλλοντι, λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὁποῖον ποσὸν ἐχρειάζετο κατὰ
1391τὸ ἔτος 1882 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων καὶ ὁποῖον
1392ποσὸν χρειάζεται σήμερον. Κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1882 ἐδαπα-
1393νήθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους 18,400,
1394000, ἐν δὲ τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 ἀναγράφονται
1395διὰ τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν 29,000,000, ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν
1396τοῦτο δὲν περιλαμβάνεται οὔτε ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγ-
1397ματος, οὔτε ὁ τόκος τοῦ δανείου διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ
1398σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, οὔτε ὁ τόκος τοῦ δανείου
1399τῆς ὁδοποιΐας. Τὰ τρία ταῦτα συμποσοῦνται εἰς 9,080,000,
1400ἑπομένως τὸ ἀπαιτούμενον κατὰ τὸ ἔτος 1890 ποσὸν διὰ
1401τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἀνέρχεται εἰς 38,000,000.
1402Ὑπάρχει λοιπὸν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον
1403ἐδαπανήθη διὰ τὸ δημόσιον χρέος κατὰ τὸ 1882, καὶ τοῦ
1404ἀναγκαιοῦντος κατὰ τὸ 1890 19,600,000. Σημειώσατε
1405δὲ, ὅτι εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπληρώσαμεν τὸ 1882,
1406περιείχοντο καὶ χρεωλύσια τριῶν καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυ-
1407ρίων, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν γενομένων τροπῶν ἐξέλιπον. Ἀλλὰ
1408γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἡ κατάργησις τῶν χρεωλυσίων εἶναι
1409μὲν ἀνακούφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ
1410πραγματικὴ οἰκονομία, διότι τὸ χρέος διαιωνίζεται, ἀντὶ
1411βαθμηδὸν νὰ ἐξοφλῆται. Ἐὰν δὲ εἰς τὰ 19,600,000 προσ-
1412τεθῶσι καὶ τὰ καταργηθέντα χρεωλύσια, θέλομεν ἔχει
141323–24 ἑκατομμυρίων διαφορὰν μεταξὺ τοῦ 1882 καὶ 1890.
1414Τὸ κακὸν δὲ εἶναι, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν δύναται νὰ σταμα-
1415τήσῃ ἕως ἐδῶ· ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους εἴμεθα ὑποχρεω-
1416μένοι νὰ συνομολογήσωμεν καὶ ἄλλα δάνεια, ἤτοι δάνειον
1417διὰ τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης, δάνειον διὰ τὴν ἐκτέλεσιν
1418τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας, τὴν ὁποίαν ὑπό-
1419σχεται ἐπανειλημμένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς ἀγα-
1420θοὺς κατοίκους τοῦ διαμερίσματος ἐκείνου, ἀλλ’ οὐδέποτε
1421πραγματοποιεῖ, δάνειον διὰ τοὺς νέους σιδηροδρόμους ἐν
1422Πελοποννήσῳ, τῶν ὁποίων τὴν ἐπιψήφισιν ἐν μεγίστῃ σπου-
1423δῇ προεκάλεσεν ἀπὸ πέρυσι, καὶ ἐὰν πιστεύσωμεν εἰς τοὺς
1424λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ συνομολογήσωμεν καὶ
1425ἄλλο δάνειον διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ συμπλέγματος
1426τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν, διότι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὁλοκλήρου
1427τοῦ ὑπολοίπου τῶν ἐσόδων τῆς ὁδοποιΐας δὲν δυνάμεθα νὰ
1428ἐλπίσωμεν τὴν κατασκευὴν οὐδεμιᾶς ὁδοῦ ἄνευ δανείου,
1429ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ κατὰ νοῦν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀρκεσθῇ
1430εἰς μόνας τὰς ὁδοὺς τῶν διαμερισμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς
1431χαίροντα τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτοῦ εὔνοιαν, κατεσκεύασεν ἤδη
1432τοιαύτας, καὶ ν’ ἀφήσῃ ὅλα τὰ ἄλλα μέρη ἄνευ συγκοι-
1433νωνίας. Διὰ τὰ νέα ταῦτα δάνεια εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ
1434προθέσωμεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους τοὐ-
1435λάχιστον 10,000,000. Παραλείπω τὰς ἐκτάκτους δαπά-
1436νας διὰ τὰ προαγγελλόμενα καταδρομικὰ, τὴν ἀνέργεσιν
1437σχολείων, δικαστηρίων καὶ ἄλλων καταστημάτων, καὶ τὴν
1438ἐπέκτασιν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπαγ-
1439γέλλονται τὰ νέα νομοσχέδια τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ.
1440Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ δημό-
1441σιον χρέος εὑρίσκεται σήμερον, καὶ ἐκ ταύτης δύνασθε νὰ
1442ἐννοήσητε πόσον δυσχερὴς ἀποβαίνει ἡ οἰκονομικὴ θέσις
1443ἡμῶν, καὶ νὰ κρίνητε, ἐὰν ἦναι ἐφικτὴ ἡ ἐντὸς βραχέος
1444χρονικοῦ διαστήματος βελτίωσις.
1445Βλέπων τις τὴν κατάστασιν ταύτην, ἐξίσταται ἀλη-
1446θῶς καὶ ἀπορεῖ, τί πλειότερον νὰ θαυμάσῃ, τὴν τόλμην τοῦ
1447κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ἐπιείκειαν τῆς Βουλῆς, ἢ τὴν ἀνο-
1448χὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Πῶς εἶναι δυνατὸν Ἔθνος, τοῦ
1449ὁποίου ἀρχίζουν νὰ ἐλαττόνωνται τὰ ἔσοδα, ἕνεκα τῆς ἐπι-
1450βληθείσης βαρυτάτης φορολογίας, νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν
1451καταπληκτικὴν ταύτην αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους! Καὶ
1452σήμερον μὲν δὲν ἐννοοῦμεν ἀρκούντως τὴν δυσχέρειαν ταύτην,
1453διότι συνομολογοῦμεν ἑκάστοτε νέα δάνεια καὶ πληρόνοντες
1454δι’ αὐτῶν τὰ τοκομερίδια, δὲν ἐξάγομεν χρηματικὸν, ἀλλ’
1455ὅταν παύσωσι τὰ δάνεια καὶ θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ
1456στέλλωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν 30,000,000 ἢ 40,000,000
1457εἰς χρυσὸν, τότε καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω εἰς ποίαν θέσιν θέλομεν
1458εὑρεθῆ.
1459Ὑπολείπεται ἤδη νὰ εἴπω ὀλίγα καὶ περὶ τῶν ἐξόδων.
1460Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν
1461συντάσσει τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων συμφώνως
1462μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν νόμου, ὅστις ἀπαι-
1463τεῖ ἑνιαῖον Προϋπολογισμὸν, Προϋπολογισμὸν δηλονότι,
1464εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἀναγράφωνται πᾶσαι αἱ δαπάναι τοῦ
1465Κράτους, εἴτε τακτικαὶ εἶναι, εἴτε ἔκτακτοι. Τὴν ἀπαί-
1466τησιν ταύτην τοῦ νόμου ὡμολόγησε προχθὲς καὶ αὐτὸς ὁ
1467Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἐνῷ τὴν ὁμολογεῖ, οὐδέποτε τὴν ἐφαρ-
1468μόζει! Ἀναγράφει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν μόνον τὰς τα-
1469κτικὰς δαπάνας, διὰ δὲ τὰς ἐκτάκτους ὑποβάλλει ἑκάστοτε
1470εἰς τὴν Βουλὴν ἐκτάκτους πιστώσεις, κατὰ προφανῆ παρά-
1471βασιν τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, καθόσον, ὡς εἶπον, ὁ Λογι-
1472στικὸς νόμος ἀπαιτεῖ νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὸν Προϋπολο-
1473γισμὸν ἑκάστου ἔτους πᾶσαι αἱ γνωσταὶ δαπάναι, ἀδια-
1474φόρως, ἐὰν πρόκηται νὰ θεραπεύσωσι τακτικὰς ἀνάγκας ἢ
1475ἐκτάκτους, καὶ ἐὰν θὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τὰ τακτικὰ ἔσοδα
1476ἢ διὰ δανείων. Ἐκτάκτους πιστώσεις χαρακτηρίζει ὁ νό-
1477μος τὰς ἀναγομένας εἰς ἐκτάκτους καὶ ἀνεπιδέκτους ἀναβο-
1478λῆς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλεφθῶσι
1479καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσετο ὁ Προϋπολογισμός· εἰς ὅλα τὰ
1480Κράτη τῆς Εὐρώπης εἷς Προϋπολογισμὸς συντάσσεται διά
1481τε τὰς τακτικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας· ἐξαίρεσιν πα-
1482ρουσιάζει μόνον ἡ Γαλλία, ὅπου ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ ἔχουσι
1483συνήθως καὶ ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ τὴν τακτι-
1484κὴν ταύτην κατακρίνουσι πάντες σχεδὸν οἱ ἐπίσημοι ἄν-
1485δρες τῆς Γαλλίας. Ὁ μέγας πολιτικὸς ἀνὴρ, ὁ περιώνυμος
1486Θιέρσος, ἔλεγεν: «Ἡ εἰλικρίνεια ἀπαιτεῖ νὰ συντάσσηται
1487»εἷς Προϋπολογισμός· οἱ πολλοὶ Προϋπολογισμοὶ δὲν χρη-
1488»σιμεύουσιν εἰς ἄλλο, παρὰ εἰς τὸ νὰ καλύπτωσι πολλὰ
1489»ἔξοδα, καὶ νὰ ἐξαπατῶσι τὸν λαὸν, ἀποκρύπτοντες τὸ
1490»σύνολον τῶν βαρῶν καὶ τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπο-
1491»βάλλεται». Ὁ ὑπὸ συζήτησιν λοιπὸν Προϋπολογισμὸς
1492περιλαμβάνει μόνον τὰ τακτικὰ ἔξοδα, ἅτινα ἀναβιβάζον-
1493ται εἰς 91,000,000, ἀλλ’ ἐὰν προσθέσητε τὰ παραλει-
1494φθέντα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους 9,000,000,
1495θὰ ἔχητε 100,000,000. Ἀνατρέχοντες εἰς προηγουμένας
1496ἐποχὰς καὶ ἰδίως εἰς τὸ ἔτος 1880, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ τε-
1497λευταῖον πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν
1498καὶ τοῦ ὁποίου τὸν Προϋπολογισμὸν συνέταξεν αὐτὸς οὗτος
1499ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὑρίσκομεν, ὅτι τὰ ἔξοδα προϋπελογί-
1500σθησαν εἰς 52,000,000 παλαιῶν δραχμῶν, ἀναλογοῦντα
1501εἰς 46,500,000 νέων. Ἐὰν ἐμένομεν εἰς τὰς βάσεις τοῦ
1502Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ προστεθῶσιν
1503εἰς τὰ 46,500,000, εἰμὴ μόνον 10,000,000 περίπου διὰ
1504τὴν διοίκησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
1505δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν
1506αὐτῶν.
1507Τὸ δυστύχημα δὲ εἶναι, ὅτι δὲν φαίνεται σήμερον εὔκο-
1508λος ἡ ὀπισθοδρόμησις, διότι τὰ δύο τρίτα καὶ ἐπέκεινα
1509τῶν ἐξόδων τούτων ἀφορῶσιν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους
1510καὶ ἄλλας δαπάνας, ἐπίσης ἀναγκαίας καὶ ἀπαραιτήτους,
1511ἀλλὰ μηδεμίαν ἐχούσας σχέσιν οὔτε μὲ τὴν διοίκησιν, οὔτε
1512μὲ τὸ προσωπικὸν αὐτῆς. Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων
1513διαιρεῖται εἰς τέσσαρα μέρη· τὸ πρῶτον ἐπιγράφεται «ὑπο-
1514χρεώσεις» καὶ τὸ τέταρτον «διάφοροι πληρωμαί». Τὸ μέρος
1515τῶν ὑποχρεώσεων, ἔνθα κατατάσσεται τὸ δημόσιον χρέος,
1516αἱ συντάξεις, ἡ βασιλικὴ χορηγία καὶ αἱ δαπάναι τῆς Βου-
1517λῆς, περιλαμβάνει κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν 36,000,000,
1518ἀλλὰ προστιθεμένων καὶ τῶν παραλειφθέντων 9,000,00,
1519ἀναβαίνει εἰς 45,000,000· τὸ τέταρτον μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον
1520κατατάσσονται τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας,
1521τοὺς δήμους καὶ φάρους ποσοστὰ, αἱ ἀποζημιώσεις καὶ ἄλλα
1522τοιαῦτα, περιλαμβάνει 6,400,000. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν δύο
1523τούτων κονδυλίων ὑπάρχουσι καὶ εἰς τὰ δύο ἄλλα μέρη τοῦ
1524Προϋπολογισμοῦ ἔξοδα ὑποχρεωτικὰ, ὁμοίας περίπου μὲ τὰ
1525ἀνωτέρω φύσεως. Τοιαῦτα εἶναι ἐκ μὲν τοῦ Γʹ μέρους, τοῦ
1526ἐπιγραφομένου «ἔξοδα διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως ἐσόδων»,
1527τὰ ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα πληρόνονται εἰς τοὺς ταμίας, ὑπο-
1528ταμίας καὶ εἰσπράκτορας, τὸ ἔξοδον τῆς κοπῆς καπνοῦ, ἡ
1529προμήθεια τοῦ σιγαροχάρτου, τοῦ πετρελαίου, τῶν πυρείων
1530καὶ τῶν παιγνιοχάρτων, ἡ ὀξύρυξις τῶν ὀρυκτῶν, ἡ κατα-
1531σκευὴ τῶν ἁλάτων, ἡ κατασκευὴ τοῦ χαρτοσήμου καὶ γραμ-
1532ματοσήμου καὶ αἱ δαπανώμεναι διὰ τὴν πώλησιν αὐτῶν
1533ἀποδοχαί. Πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δαπάναι διοι-
1534κήσεως, ἀλλὰ προμήθεια ὑλικῶν, ἐξ ὧν παράγονται ἔσοδα,
1535ἀναβαίνουσιν εἰς 6,000,000. Εἰς τὸ Βʹ μέρος τοῦ Προϋπο-
1536λογισμοῦ, τὸ περιλαμβάνον τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τῶν
1537Ὑπουργείων, ἀπαντῶμεν, εἰς μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξω-
1538τερικῶν τὰ λεγόμενα ἀπρόβλεπτα ἔξοδα ἐκ δρ. 740,000,
1539εἰς δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἔξοδα τῶν φυλακῶν
1540καὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1541Ἐσωτερικῶν τὴν συνδρομὴν πρὸς τὰς Ἀτμοπλοϊκὰς Ἑται-
1542ρίας, τὰς βοηθείας, τὴν μετακόμισιν τῶν γραμμάτων καὶ
1543τὴν ἀπόδοσιν τῶν εἰς ξένας ἑταιρίας ἀνηκόντων τηλεγραφι-
1544κῶν δικαιωμάτων. Τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν τούτων τοῦ
1545Βʹ μέρους ἀποτελεῖ 4,400,000, ἅτινα, ἑνούμενα μὲ τὰ
1546προαναφερθέντα ἐκ τῶν τριῶν ἄλλων μερῶν, ἀναβιβάζου-
1547σιν εἰς δραχμὰς 62,000,000 τὰ ἔξοδα, τὰ ἀναγκαιοῦντα
1548διὰ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰ ὑλικὰ κλπ. Ἐὰν τὰ 62,000,000
1549ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ ἔσοδα, τὸ ὁποῖα προϋπολογίζει ὁ κ.
1550Πρωθυπουργὸς εἰς 93,000,000, δὲν μένουσι παρὰ 31,
1551000,000, μὲ τὰ ὁποῖα ἔχομεν ν’ ἀπαντήσωμεν πάσας
1552τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, ἤτοι τοῦ στρατοῦ, τοῦ ναυ-
1553τικοῦ, τῆς διπλωματικῆς καὶ προξενικῆς ὑπηρεσίας, τῶν
1554διοικητικῶν, οἰκονομικῶν καὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων,
1555τῶν λειτουργῶν τῆς ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως,
1556καὶ ἐν γένει τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν ἐξόδων παντὸς κλά-
1557δου τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἴσως ἐρωτήσῃ τις, ἀφοῦ μένωσι
1558τόσον ὀλίγα, πῶς κατορθοῦται, ὥστε ὁ Προϋπολογισμὸς
1559νὰ παρουσιάζῃ καὶ περίσσευμα; Βεβαίως ἡ ἀναγραφομένη
1560ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνη διὰ τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν
1561τῶν Ὑπουργείων καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἀναβαί-
1562νει εἰς 48,000,000· ἐὰν ἀφαιρεθῶσιν ὅσα ἠρίθμησα
1563προηγουμένως, ὡς μὴ ἀναγόμενα εἰς τὴν κυρίως διοίκησιν
1564καὶ τὰ ὁποῖα ὑπολογίζονται εἰς 10,000,000, ὑπολείπον-
1565ται πάλιν 38,000,000· ὥστε ὑπάρχει ἔλλειμμα 7,000,
1566000. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραλείπει 9,000,000,
1567ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ οὕτω τῶν 7,000
1568000 τὸ ἔλλειμμα κατορθώνει νὰ τὸ μεταβάλῃ εἰς 2,000,
1569000 περίσσευμα. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι, διὰ νὰ κάμῃ τοῦτο,
1570πρέπει νὰ συνομολογήσῃ νέον δάνειον, διότι ἄνευ τούτου
1571δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια, χωρὶς νὰ ἀγο-
1572ράσῃ συνάλλαγμα καὶ πληρώσῃ τὴν διαφορὰν αὐτοῦ.
1573Ἀποκρύπτει λοιπὸν τὸ ἔλλειμμα, διότι νομίζει, ὅτι θὰ ἔχῃ
1574τὴν εὐκολίαν νὰ δανεισθῇ.
1575Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμα ὅλων τούτων; Ὅτι
1576ἄνευ δανείου δὲν δυνάμεθα οὔτε ἐπὶ ἕξ μῆνας νὰ ζήσωμεν.
1577Διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι ἀδιακόπως συνομολογοῦνται δά-
1578νεια παντὸς εἴδους, ἤτοι δάνεια προσωρινὰ, δάνεια ὑπὸ τύ-
1579πον προκαταβολῶν, δάνεια χρεωλυτικὰ, δάνεια πάγια·
1580ἐζητήσαμεν ἀκόμη νὰ συνομολογήσωμεν καὶ δάνεια μὲ λα-
1581χεῖον, ἀλλ’ ἀπετύχομεν. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἀρκοῦσι τὰ δά-
1582νεια, καταφεύγομεν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, οἵ-
1583τινες, ὡς ἐξήγησεν ἀκριβέστατα ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ.
1584Βαλσαμάκης, δὲν εἶναι εἰμὴ δάνεια ὑπὸ βαρυτέρους ὅρους,
1585διότι παραχωροῦμεν τὴν κατασκευὴν ἔργων καὶ τὴν προ-
1586μήθειαν ὑλικῶν εἰς τιμὰς ἀνωτέρας τοῦ δέοντος, ὑπὸ τὸν
1587ὅρον τοῦ νὰ λαμβάνωμεν παρὰ τῶν ἀναδεχομένων τὴν ἐκ-
1588τέλεσιν αὐτῶν προκαταβολὰς εἰς χρυσὸν καὶ οἰκονομῶμεν
1589τὴν ἀνάγκην τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων. Οὕτω παρε-
1590χωρήσαμεν τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν ἀντὶ τιμή-
1591ματος κατὰ πολὺ ἀνωτέρου ἐκείνου, μὲ τὸ ὁποῖον ἠδυνά-
1592μεθα νὰ τὸν κατασκευάσωμεν, ἐὰν εἴχομεν ἀνὰ χεῖρας τὸ
1593χρῆμα. Οὕτω, διὰ νὰ κατορθώσωμεν τὸ δάνειον τῶν 135,
1594000,000, παρεχωρήσαμεν εἰς τοὺς δανειστὰς τὴν κατα-
1595σκευὴν τῶν θωρηκτῶν ἐπὶ τιμήματι ἀνωτέρῳ τῆς ἀξίας των.
1596Ἀλλ’ οὔτε τὰ δάνεια, οὔτε οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ
1597ἐξαρκοῦσι διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ βάραθρον, τὸ ὁποῖον ἡ οἰ-
1598κονομικὴ πολιτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἠνέῳξε. Διὰ
1599τοῦτο ἤρχισε νὰ ἐπιβάλλῃ χεῖρα καὶ εἰς χρήματα, τὰ
1600ὁποῖα δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἀφαιρεῖ ἐφέτος
1601ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 2,000,000, ἐκ τῶν ὁποίων
1602τὸ μὲν 1,000,000 ἀναγράφει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
1603τῶν ἐσόδων, τὸ δὲ ἄλλο εἰς τὸ τῶν ἐξόδων, ὅ,τι δὲ κάμνει
1604σήμερον διὰ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας θὰ τὸ κάμῃ αὔ-
1605ριον διὰ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα· ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
1606ὑπάρχει νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον πάντα τὰ κεφά-
1607λαια τῶν λιμενικῶν ταμείων πρόκειται νὰ συγκεντρωθῶ-
1608σιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, μετὰ δὲ τὴν συγκέντρωσιν
1609δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ σᾶς εἴπῃ μίαν ἡμέραν ὁ κ.
1610Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ λάβῃ ἐξ αὐτῶν ὅσα ἀπὸ τῆς
1611συστάσεως τοῦ Βασιλείου ἐδαπανήθησαν εἰς κατασκευὴν
1612φάρων, φανῶν, ἀκταιωρῶν κλπ. Ἀφοῦ δὲ διὰ τῆς καταρ-
1613γήσεως τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως
1614τῶν διαπυλίων συγκεντρώσῃ εἰς χεῖράς του καὶ τὰ χρή-
1615ματα τῶν δήμων, τίς θέλει τὸν κωλύσει, ὅπως καὶ ἐξ αὐτῶν
1616κρατῇ ὅσα τῷ ἀναγκαιοῦσιν; Εἰς οἵαν θέσιν περιῆλθον
1617τὰ πράγματα, ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐξοικονομηθῶσιν ἄλλως
1618αἱ ἐπείγουσαι καὶ μεγάλαι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους. Διὰ
1619τοῦτο ἔχουσι δίκαιον νὰ ὑπολάβωσιν ὡς πικρὰν εἰρωνείαν
1620οἱ γεωργοὶ ἡμῶν τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ
1621ἐλαττώσεως κατὰ ἓν ἑκατομμύριον τῶν ἐπιβαρυνόντων
1622τὴν γεωργικὴν τάξιν, ὅταν βλέπωσιν, ὅτι ἀφ’ ἑτέρου λαμ-
1623βάνει δύο ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ
1624τῶν κεφαλαίων τοῦ ὁποίου περιμένουσι καὶ αὐτοὶ οἱ πτω-
1625χοὶ ἄνθρωποι νὰ κατασκευασθοῦν αἱ ὁδοί των, διὰ νὰ
1626μεταφέρωσι τὰ προϊόντα των, καὶ διὰ νὰ μὴ πνίγωνται
1627εἰς τοὺς ποταμούς! Ἔπρεπεν ἀληθῶς νὰ καταπέσῃ ἐν-
1628τελῶς τὸ δημόσιον φρόνημα, ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ ῥίψῃ ὡς
1629σκύβαλα πρὸ τῶν ποδῶν ἑνὸς ἀνθρώπου ὅλα αὐτῆς τὰ
1630δικαιώματα, διὰ νὰ ἔχῃ οὗτος τὴν τόλμην, τοιαῦτα πράτ-
1631των, νὰ λέγῃ ὅτι ἀνακουφίζει τὸν λαὸν, καὶ νὰ ὑποστη-
1632ρίζῃ, ὅτι ἐφέτος μὲν θὰ κάμῃ μικρὰς ἐλαττώσεις τῶν
1633φόρων, προσεχῶς δὲ πολὺ μεγαλειτέρας. Πόθεν θέλουν γίνει
1634αὐταὶ αἱ ἐλαττώσεις, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν οὔτε
1635μίαν ἡμέραν χωρὶς δάνεια, καὶ ἀφοῦ εἴμεθα ἠναγκα-
1636σμένοι νὰ ἐξαφρίζωμεν πότε τὸ ἓν καὶ πότε τὸ ἄλλο εἰδι-
1637κὸν ταμεῖον;
1638Ἀπέναντι ὅλων τούτων οἱ περὶ τὸν Πρωθυπουργὸν
1639παρουσιάζουσιν ὡς ἀπόδειξιν τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονο-
1640μικῶν τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων, καὶ τὴν
1641εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅπως εὑρίσκωμεν δάνειον
1642μὲ μικρότερον τόκον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν Πρωθυπουργὸν
1643καὶ πάντας ὑμᾶς, ἐὰν δὲν ἐπεβάλλετο ἡ βαρεῖα φορολο-
1644γία, ἐὰν δὲν ἐπεβαρύνομεν τὸ Κράτος μὲ τόσα δάνεια, ἡ
1645πίστις ἡμῶν θὰ ἦτο μικροτέρα, καὶ θὰ εἴχομεν δυσκο-
1646λίαν τότε νὰ εὑρίσκωμεν δάνεια; Διὰ νὰ ἰσχυρισθῇ τις
1647τοῦτο, πρέπει νὰ κάμῃ, φρονῶ, διαζύγιον μὲ τὴν λογικήν.
1648Εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ ἔλεγεν, ὅτι ὁ δεῖνα πολίτης εὑρίσκει
1649σήμερον εὐκολώτερον δάνεια καὶ μὲ μικρότερον τόκον, διατί;
1650διότι ἐπώλησε τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας του καὶ ἐδιπλα-
1651σίασε τὸ χρέος του. Ἐὰν σήμερον, μετὰ τοσαύτην ὑπερ-
1652βολικὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας καὶ τοῦ δημοσίου χρέους,
1653εὑρίσκομεν δάνειον μὲ τοιούτους ὅρους, δὲν ὑπάρχει ἀμ-
1654φιβολία, ὅτι, ἐὰν ἔλειπον ταῦτα, θὰ εὑρίσκομεν δάνεια
1655μὲ περισσοτέραν εὐκολίαν καὶ μὲ καλλιτέρους ὅρους.
1656Ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἀπο-
1657δοθῇ ἡ φαινομένη βελτίωσις τῆς δημοσίας πίστεως· εἶναι
1658πρῶτον ἡ ἀφθονία τῶν κεφαλαίων ἐν Εὐρώπῃ, ἕνεκα τῆς
1659ὁποίας ὁ τόκος ἐγένετο κατὰ πολὺ εὐθηνότερος· δεύτερον
1660ἡ σχηματισθεῖσα παρὰ πᾶσι πεποίθησις, ὅτι δὲν εἶναι
1661δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πολιτικὸς ἀνὴρ ἐν Ἑλλάδι, ὁ ὁποῖος νὰ
1662θελήσῃ νὰ ἀθετήσῃ τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὑπο-
1663χρεώσεις, τρίτον δὲ καὶ κύριον, ἡ μεγάλη ἀνεκτικότης τοῦ
1664Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ φόρου. Ἔχομεν
1665παραδείγματα, ὅτι εἰς ἄλλα ἔθνη μικρὰ αὔξησις τῆς φορο-
1666λογίας ἔφερε κλονισμοὺς, στάσεις καὶ ἐπαναστάσεις, ἀλλ’
1667εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον παράδειγμα. Ἐγέ-
1668νοντο καὶ ἐδῶ ταραχαὶ καὶ ἐπαναστάσεις, ἀλλὰ δι’ ἄλλους
1669λόγους, ἤτοι διὰ τὰς ἐλευθερίας, διὰ τὰς ἐκλογὰς κλπ.,
1670ἀλλ’ οὐδέποτε συνέβη κίνημα ἢ ἀταξία ἕνεκα τῶν φόρων·
1671ὁ μικρὸς οἰνοπώλης τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις ἐπλήρονε πρότε-
1672ρον 150 παλαιὰς δραχμὰς διὰ φόρον ἐπιτηδεύματος, καὶ
1673ὁ μικρὸς καπνοπώλης, ὅστις ἐπλήρονεν 120, πληρόνουσι σή-
1674μερον ἕκαστος 564 δραχμὰς νέας, καὶ γογγύζουσι μὲν καὶ
1675παραπονοῦνται, ἀλλὰ καὶ οὐδόλως θορυβοῦσιν ἢ στασιά-
1676ζουν. Ὁ μικρὸς βιομήχανος καὶ παραγωγὸς, ὅταν ὁ παν-
1677τοπώλης ζητῇ παρ’ αὐτοῦ διπλασίαν τιμὴν διὰ τὴν ζά-
1678χαριν, τὰ ὄσπρια, τὴν ὄρυζαν, τὰ παστὰ κλπ., τὰ ὁποῖα
1679προσέρχεται νὰ ἀγοράσῃ, πληρόνει γογγύζων καὶ καταρώ-
1680μενος τοὺς αἰτίους τῆς τοιαύτης αὐξήσεως τῆς φορολογίας,
1681ἀλλὰ δὲν θορυβεῖ, οὔτε ζητεῖ νὰ ταράξῃ τὴν τάξιν. Λαὸς
1682λοιπὸν τοιοῦτος, ὡς ὁ Ἑλληνικὸς, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ
1683ἔχῃ πάντοτε πίστιν· πίστιν ἔχουσι πάντοτε ὅσοι ὑποφέρουν
1684πᾶσαν θυσίαν καὶ ὑποβάλλονται εἰς πᾶσαν βαρεῖαν φορολο-
1685γίαν, διὰ νὰ ἐκπληρῶσι τὰς ὑποχρεώσεις των. Τὴν πίστιν
1686χάνουν ὅσοι δὲν θέλουν νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις
1687των, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδέποτε ἔδωκε τοιαύτην ἀπό-
1688δειξιν, ἀπ’ ἐναντίας πάντα αὐτοῦ τὰ προηγούμενα μαρτυ-
1689ροῦσιν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος καὶ πρόθυμος νὰ ὑποστῇ πᾶσαν
1690θυσίαν διὰ τὴν ἀκριβῆ τῶν ὑποχρεώσεών του ἐκπλήρωσιν.
1691Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς σήμερον ὑψώθησαν τὰ δημόσια
1692χρεώγραφα καὶ εὑρίσκομεν εὐκολώτερον δάνεια, καὶ ὄχι ὁ
1693τριπλασιασμὸς τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἡ καταπληκτικὴ
1694τῆς φορολογίας ἐπιβάρυνσις.
1695Κρίνω περιττὸν, νὰ μακρηγορήσω περισσότερον· ὅσα εἶπον
1696ἀρκοῦσιν, ὅπως ἐννοηθῇ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν
1697ἀπὸ τοῦ 1882 ἐφαρμόζομεν, καὶ ὁποῖα τὰ ἀποτελέσματα,
1698τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῆς ἐκαρπώθημεν. Ἐδιπλασιάσαμεν τοὺς
1699φόρους, ἐτριπλασιάσαμεν τὸ δημόσιον χρέος, καὶ περιήλ-
1700θομεν εἰς θέσιν, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν οὔτε
1701ἓξ μῆνας ἄνευ δανείων.
1702Τί δὲ ἀπέναντι τούτων ἐκερδήσαμεν; Ὀλίγας ἁμαξιτὰς
1703ὁδοὺς, ὀλίγα πλοῖα καὶ ὀλίγα κτίρια, διότι δὲν βλέπω οὐ-
1704δὲν ἄλλο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἀπεκτήσαμεν,
1705ἐκτὸς ἐὰν συνυπολογίσωμεν τὰς αὐτοκτονίας καὶ τὸν πολ-
1706λαπλασιασμὸν τῶν ἐγκλημάτων. Ὥστε καὶ αὐτὸ τὸ ἐπι-
1707χείρημα, τὸ ὁποῖον ἀπέμεινε καὶ τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται
1708συνήθως οἱ θέλοντες νὰ συνηγορῶσι καὶ νὰ ὑποστηρίξωσι
1709τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἡ τακτοποίησις δηλ. τῶν οἰκο-
1710νομικῶν, πίπτει καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ὄχι μόνον δὲν ἐτα-
1711κτοποιήθησαν τὰ οἰκονομικὰ, ἀλλ’ ἀπεναντίας εἰς ἄκρον
1712ἐχειροτέρευσαν, καὶ κατέστησαν πολὺ δυσχερῆ τὴν θέσιν
1713τοῦ τόπου. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ μεταβάλω οὐδενὸς ἐξ
1714ὑμῶν τὰς πεποιθήσεις, οὐδὲ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνω
1715τινὰ τῶν Βουλευτῶν, διότι κάθηται εἰς τὴν μίαν πλευρὰν
1716καὶ ὄχι εἰς τὴν ἄλλην. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλ-
1717λων, ὅπως ἐπιθυμῶ νὰ σέβωνται καὶ οἱ ἄλλοι τὰς ἰδικάς
1718μου. Ἕκαστος Βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος νὰ φρονῇ, ὅτι ὁ
1719δεῖνα πολιτικὸς ἀνὴρ εἶναι καταλληλότερος ἀπὸ πάντα ἄλ-
1720λον, ὅπως διευθύνῃ τὰ κοινὰ, ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν δίδει
1721εἰς οὐδένα ἐξ ἡμῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἀφίνῃ εἰς τὰ προπύ-
1722λαια τοῦ Βουλευτηρίου τὰς πεποιθήσεις του καὶ τὴν κρίσιν
1723του, καὶ νὰ εἰσέρχηται μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ψηφίσῃ ἀνεξε-
1724τάστως πᾶν ὅ,τι ἤθελε προτείνει ὁ διευθύνων τὸ κόμμα,
1725εἰς ὃ ἀνήκει. Τοῦτο εἶναι ἀναίρεσις τοῦ συνταγματικοῦ
1726πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον βάσιν ἔχει τὴν συνεργασίαν τῶν
1727πολλῶν, καὶ ἀποκρούει τὴν δουλικὴν ὑποταγὴν εἰς τὰς θελή-
1728σεις καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἑνός. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέ-
1729δειξε πολλάκις, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ κυβερνᾶται οὕτω, καὶ διὰ
1730τοῦτο ἔκαμε τὴν τρίτην Σεπτεμβρίου καὶ τὴν δεκάτην
1731Ὀκτωβρίου. Καὶ ἐξέλιπε μὲν ἡ αὐθαιρεσία ἐκ τοῦ σημείου
1732ἐκείνου, κατὰ τοῦ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ἐξέγερσις, ἀλλὰ
1733δυστυχῶς κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἐγκατε-
1734στάθη παρ’ ἡμῖν ἡ πρωθυπουργικὴ παντοκρατορία, ἥτις
1735ἐμηδένισε τὸ ἀξίωμα τῶν Ὑπουργῶν, ἀπεῤῥόφησε τὰ
1736δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ὑπεδούλωσε τοὺς δήμους, τὴν
1737διοίκησιν, τὴν δικαιοσύνην, καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἐκκλη-
1738σίαν, ἐμείωσε δὲ καὶ αὐτῆς τῆς Βασιλείας τὸ γόητρον.
1739Εὐτυχῶς, διὰ νὰ λείψῃ ἡ κατάστασις αὕτη, δὲν εἶναι
1740ἀνάγκη βιαίων μέτρων καὶ κλονισμῶν, ἀρκεῖ ἡ μία ἢ ἡ
1741ἄλλη ἐκ τῶν δύο μεγάλων ἐξουσιῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξαρ-
1742τᾶται ὁ σχηματισμὸς καὶ ἡ διατήρησις τῶν Κυβερνήσεων,
1743νὰ ἐκτελῶσιν ἀποτελεσματικῶς τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίω-
1744μα τῆς ἐποπτείας, τὴν ὁποίαν τὸ πολίτευμα ἀνέθηκεν εἰς
1745αὐτάς.
1746Μὴ ἀναιρεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, τὸ συνταγματικὸν πο-
1747λίτευμα, δίδοντες τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα ἄνθρωπον, νὰ ὑπο-
1748καθιστᾷ τὴν γνώμην σας διὰ τῆς ἰδικῆς του. Δύνασθε νὰ
1749ἀκολουθῆτε τὸν κ. Τρικούπην, ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἀδι-
1750κεῖτε καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐντολεῖς σας καὶ τὴν πα-
1751τρίδα σας, ἐὰν δὲν μετέχητε ἐνεργῶς εἰς τὸν καταρτισμὸν
1752τῶν νομοθετημάτων καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν
1753πράξεων· δὲν μετέχουσι δὲ ἐνεργῶς ὅσοι ψηφίζουσιν ἀνεξε-
1754τάστως πάντα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενα, καὶ
1755κλείουσι τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ πάσης παρεκτροπῆς αὐτῆς.
1756(Χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων).
1757§27ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω, Κύριοι, εἰς πολλὰς
1758λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἡ Βουλὴ μοὶ
1759φαίνεται κεκμηκυῖα ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε διεξαχθεισῶν συζη-
1760τήσεων καί πως ὀργῶσα νὰ φθάσῃ εἰς τὸ πέρας αὐτῶν. Δὲν
1761εἶμαι μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς τῆς
1762Βουλῆς, καὶ ἑπομένως δὲν διετέλεσα ἐγκαίρως ἐν γνώσει τῶν
1763ἐπικρίσεων, αἵτινες κατὰ τὰς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ γενομένας
1764συζητήσεις ἐξηνέχθησαν κατ’ αὐτοῦ ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς
1765μειοψηφίας. Ἐμελέτησα κατ’ ἰδίαν τὰς περὶ αὐτοῦ ἐκθέσεις,
1766ἃς ὑπέβαλον ὅ τε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸς καὶ
1767ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐκ
1768τῆς μελέτης ἐκείνης εἶχον πεισθῆ, ὅτι τὰ τοῦ ὑποβληθέντος
1769Προϋπολογισμοῦ ἔχουσιν ὁμαλῶς καὶ δεδικαιολογημένως.
1770Ἀλλ’ ὅτε ἤκουσα τῆς τελευταίας ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτί-
1771μου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε ἤκουσα αὐτοῦ,
1772λέγοντος, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις εἰσέπραξε μέχρι τοῦ
17731890 ἑκατὸν εἰκοσιὲξ ἑκατομμύρια πλειότερα τῶν κατὰ
1774τὸ 1882 εἰσπραχθέντων, ἐξεπλάγην, καὶ ἀναλαβὼν τὸ
1775τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤρχισα ν’ ἀνερευνῶ, ποῦ ἄρα
1776κεῖται κεκρυμμένον τοιοῦτο ποσὸν εἰς τὰ κονδύλια τοῦ
17771890. Ὁμολογῶ, ὅτι τοιοῦτο συμπαγὲς ποσὸν 126 ἑκατομ-
1778μυρίων οὐδαμοῦ ἀνεῦρον, ἀλλὰ ψυχροτέρα ἀνασκόπησις τῶν
1779λόγων τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μὲ ἤγαγεν
1780εἰς εὑρήματά τινα, τὰ ὁποῖα θέλω ἀνακοινώσει πρὸς τὴν
1781Βουλὴν, ἐὰν αὕτη αὕτη μοὶ παράσχῃ ἐπὶ μικρὸν τὴν προ-
1782σοχήν της.
1783Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν αὐστηρὰν ἐξέλεγξιν τῆς ἀκρι-
1784βείας τῶν ἀριθμῶν, οὓς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς
1785Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τῶν ὁποίων τὸ ἄθροισμα ἀποτελεῖ τὸ
1786ποσὸν τῶν 126,000,000, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐῤῥήθη, εἰσεπράχθη
1787μέχρι τοῦ 1890 ἐπὶ πλέον τῶν κατὰ τὸ 1882 εἰσπραχθέν-
1788των, εὑρίσκω, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπον εἶναι νὰ κατανε-
1789μηθῇ ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη. Ἑπομένως, κατὰ μέσον ὅρον ἀκριβῶς,
1790ἡ σχετικῶς πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1882 εἰσπραχθέντα αὔξησις,
1791κατὰ τὰ ἑπτὰ ἑπόμενα ἔτη μέχρι τοῦ 1890, τῶν ἐσόδων
1792τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι μείζων τῶν 18 ἑκατομ-
1793μυρίων.
1794Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι μικρὰ ἡ ἀπὸ τοῦ 1882 αὔξησις τοῦ
1795Προϋπολογισμοῦ κατὰ 18 ἑκατομμύρια; εἶναι ἀναξία
1796προσοχῆς; Βεβαίως ὄχι, ἐὰν ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας ἐγέ-
1797νετο πρὸς ὑπηρεσίαν δαπανῶν ἀγόνων. Ἀλλ’ ὅταν γίνηται
1798πρὸς ὑπηρεσίαν δαπανῶν χρησίμων, ὅταν γίνηται πρὸς πλή-
1799ρωσιν κοινωνικῶν ἀναγκῶν ἐπειγουσῶν, οἷαι εἶναι οἱ σιδη-
1800ρόδρομοι, αἱ ὁδοὶ, αἱ γέφυραι καὶ ἡ δι’ ἀτμοπλοίων συγ-
1801κοινωνία, ὅταν γίνηται πρὸς περιφρούρησιν τῶν ἐθνικῶν
1802δικαιωμάτων, οἷα εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τῶν στρατιωτικῶν καὶ
1803ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ὅταν γίνηται πρὸς βελτίωσιν
1804τῶν τοῦ στρατωνισμοῦ καὶ πρὸς συντήρησιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ
1805πολέμου, οἷα εἶναι ἡ οἰκοδόμησις στρατώνων καὶ ἀποθη-
1806κῶν, καὶ ὅταν τέλος γίνηται πρὸς ἔμμεσον μὲν, ἀλλ’ ἐν γένει
1807σκόπιμον ἀνάπτυξιν αὐτῶν τούτων τῶν παραγωγικῶν μέσων
1808τοῦ τόπου, τότε ἡ αὔξησις, φρονῶ, τῆς φορολογίας εἶναι
1809ἀναμφηρίστως δεδικαιολογημένη. Πᾶσαι δὲ αἱ δαπάναι
1810αὗται ἐπεβλήθησαν ἢ ἐπιβάλλονται ὑπό τε τῶν εἰδικῶν καὶ
1811ὑπὸ τῶν γενικῶν περιστάσεων τῆς χώρας ἡμῶν. Καὶ περὶ μὲν
1812τῶν εἰδικῶν δὲν μοὶ φαίνεται σκόπιμον νὰ ποιώμεθα λόγον σή-
1813μερον, ἀλλὰ καὶ μόνον ὑπὸ τὸ κράτος γενικῶν περιστάσεων
1814ἐὰν διετελοῦμεν, πάλιν θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ βαδί-
1815ζωμεν ἀεὶ ἐπὶ τὰ πρόσω, διότι καθ’ ὅσον ἡ Ἑλληνικὴ κοι-
1816νωνία, καθ’ ὅσον τὸ Ἔθνος ἀναπτύσσεται καὶ προοδεύει,
1817κατὰ τοσοῦτον πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διατελεῖ ἐν τῇ
1818ὑποχρεώσει νὰ πληροῖ τὰς ἐκ τῆς προόδου ταύτης γενομέ-
1819νας ἀνάγκας, ἡ δὲ πλήρωσις νέων ἀναγκῶν ἀπαιτεῖ δαπά-
1820νας νέας. Ἐπιθυμητὸν ἀληθῶς ἤθελεν εἶσθαι, ἡ Ἑλλὰς
1821τῶν μὲν πλεονεκτημάτων τῆς ἐπιτελεσθείσης ἀναπτύξεως
1822καὶ προόδου ν’ ἀπολαύῃ, φορολογίαν δὲ μόνην νὰ ὑφίστατο
1823ἐκείνην, ἣν ἀνέγραφον οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ 1835 ἢ τοῦ
18241840, τουτέστιν ἐξ ἢ ἑπτὰ ἑκατομμύρια παλαιῶν δραχμῶν,
1825ἐὰν μὴ ἀπατῶμαι. Ἀλλ’ οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι ἀντιπαρῆλθον,
1826καὶ σήμερον ἄλλοι καιροὶ, ἄλλαι ἀνάγκαι. Ταύτας λοιπὸν
1827τὰς ἀνάγκας τὰς ἐθνικὰς θεραπεύει ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνη-
1828σις, ὡς ἠθέλετε καὶ ὑμεῖς θεραπεύει αὐτὰς, ἐὰν διεχειρίζε-
1829σθε τὰ κοινὰ, ἢ ὡς θέλετε τὰς θεραπεύει, ὅταν καὶ πάλιν
1830κληθῆτε νὰ τὰ διαχειρισθῆτε. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι ἀντι-
1831πρόσωποι τῆς πτέρυγος ταύτης, ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1882 σχεδὸν
1832διαρκῶς εἴχετε τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, ἠθέλετε ἀρνηθῆ
1833εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν τὴν εὐεργεσίαν τῆς διὰ σιδηροδρόμων
1834συγκοινωνίας; ἠθέλετε ἀρνηθῆ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ
1835ἡμῶν στόλου; ἠθέλετε ἀρνηθῆ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ βάρους
1836τοῦ δημοσίου χρέους; Δὲν τὸ πιστεύω. Ναί, εἶναι ἀληθὲς
1837ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀντέστη καὶ ἀνθίσταται ἀμειλίκτως,
1838δύναμαι νὰ εἴπω, κατὰ τῶν ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
1839σεως εἰσαγομένων νομοσχεδίων καὶ μάλιστα κατ’ ἐκείνων,
1840ὅσα ἰδίως ἀφορῶσιν εἰς τροπὰς δανείων ἢ εἰς παραχωρήσεις
1841κατασκευῆς σιδηροδρόμων ἢ ἄλλων δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ
1842πράττει τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὑποθέτω, ὅπως φαίνηται
1843πιστὴ εἰς τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον πολλάκις μᾶς εἶπεν ὅτι
1844πρεσβεύει, τουτέστιν ὅτι ὀφείλει νὰ δυσπιστῇ πρὸς τὴν
1845Κυβέρνησιν.
1846Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δυσανασχετοῦσι κατὰ τῆς
1847Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν ἐπὶ οὐσιαστικῶν θεμάτων ἐπὶ μακρὸν
1848παρατείνῃ τὰς συζητήσεις καὶ ὅταν ἀκόμη ἐν ταῖς συζητή-
1849σεσιν αὑτῆς ποιῆται χρῆσιν ἀνακριβῶν ἰσχυρισμῶν, διότι καὶ
1850ἐν Κοινοβουλίοις ἄλλων χωρῶν οὐχὶ σπανίως αἱ Ἀντιπολι-
1851τεύσεις προβάλλουν ἰσχυρισμοὺς ἀνακριβεῖς, ὅπως δι’ αὐτῶν
1852μάθωσι ἀληθῆ.
1853Ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἔναντι ἡμῶν Ἀντιπο-
1854λίτευσις,—καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν αὐτῆς—ἐὰν διετέλει
1855καὶ αὕτη ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἀπὸ τοῦ 1882, καὶ ἐὰν ἐπαρουσιά-
1856ζοντο αὐτῇ αἱ περιστάσεις καὶ αἱ εὐκαιρίαι, αἵτινες ἐπα-
1857ρουσιάσθησαν εἰς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν ἢ ἐδημιουργή-
1858θησαν ὑπ’ αὐτῆς, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἤθελε διστάσει οὐδὲ
1859τὴν ἐπωφελῆ τροπὴν τῶν δανείων νὰ ἐπιζητήσῃ, οὐδὲ τὴν
1860ναυπήγησιν τῶν πλοίων, οὐδὲ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδη-
1861ρῶν ὁδῶν.
1862Αὐτὸ λοιπὸν τοῦτο ἔπραξεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις,
1863ἀλλ’ ὅπως τὸ πράξῃ, ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἑλλη-
1864νικοῦ λαοῦ δι’ αὐξήσεως τῆς φορολογίας κατὰ 18 ἑκατομμύ-
1865ρια πρὸς τὰ μέχρι τοῦ 1882 εἰσπραττόμενα ἔσοδα. Ηὔξη-
1866σεν ἡ φορολογία, διότι ηὔξησαν αἱ ἀνάγκαι, —καὶ ἦσαν
1867πᾶσαι δαπάναι κατ’ ἐμὲ ἐπιβεβλημέναι, ἦσαν ἀναπόδρα-
1868στοι, ἅμα δὲ καὶ λυσιτελεῖς, διότι τινῶν μὲν ἐξ αὐτῶν οἱ
1869καρποί εἰσιν ἤδη ἁπτοὶ, ἄλλων δὲ δὲν θέλουσιν ἐπὶ πολὺ
1870βραδύνει νὰ γίνωσι καταφανεῖς. Διὰ τοὺς λόγους τούτους
1871δὲν θεωρῶ τὴν Κυβέρνησιν ἀξίαν τῶν μομφῶν τῆς Ἀντιπο-
1872λιτεύσεως, διότι δεδικαιολογημένως ηὔξησε τὴν φορολογίαν.
1873Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ αὐτῇ
1874ἀγορεύσει αὑτοῦ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐὰν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις
1875ἀπέλθῃ αὔριον τῆς ἐξουσίας, καταλείπει ὄπισθέν της εἰς
1876βάρος τοῦ Κράτους χρέος 760,841,857 δραχμῶν. Ἀνεζή-
1877τησα, Κύριοι, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν τοῖς κονδυλίοις τοῦ
1878Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ἀλλὰ δὲν ἀνεῦρον αὐτό.
1879Εὗρον ἄλλο ἀντ’ αὐτοῦ, μικρότερον κατὰ ἑκατὸν ὅλα ἑκα-
1880τομμύρια. Εὗρον ὅτι τὸ ὅλον τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὴν
1881ἀρχὴν τοῦ 1890 δὲν εἶναι 760,741,757, ἀλλ’ εἶναι μόνον
1882660,217,537, φοβούμενος δὲ μὴ ἐξ ἀμνημοσύνης ἢ ἐξ ἀπειρίας
1883περὶ τὸν χειρισμὸν τῶν ἀριθμῶν περιῆλθον εἰς πεπλανημένην
1884διαφωνίαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύ-
1885σεως, ἐζήτησα καὶ ἔλαβον παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων
1886προσθέτους τινὰς λεπτομερείας, αἵτινες ὅμως ἄγουσιν εἰς τὰ
1887αὐτὰ πορίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ κατέληξα. Γινώ-
1888σκω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀνιαρὰ εἶναι ἡ ἀκρόασις ξηρῶν
1889ἀριθμῶν, μάλιστα δὲ μετὰ τὴν κατὰ τὴν ὑφισταμένην συ-
1890ζήτησιν γενομένην χρῆσιν αὐτῶν, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν
1891Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἐμὲ ν’ ἀναγνώσω πίνακάς
1892τινας, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγνωσις εἰς πολλοὺς μὲν, πιστεύω,
1893ἐξ ὑμῶν δὲν θέλει φανῆ ἀναξία περιεργείας, εἰς ἐμὲ δὲ εἶναι
1894ἀναγκαιοτάτη, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀκριβείας τῶν λόγων
1895μου. Ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολὺ, δὲν θέλω
1896ἀκολουθήσει τὸν πρὸ μικροῦ καταβάντα τοῦ βήματος ἀξιό-
1897τιμον Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας, ἀρχόμενος τὴν ἐξέτασιν
1898ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882· θ’ ἀρχίσω ἀπὸ τοῦ 1886 καὶ ἐπειδὴ
1899θὰ καταλήξω εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ 1890, νομίζω, ὅτι εἰς τὸ
1900αὐτὸ θέλομεν φθάσει ἀποτέλεσμα. Τὸ δημόσιον λοιπὸν
1901χρέος κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1886 ἔχει ὡς ἑξῆς, σημειώ-
1902σατε δὲ παρακαλῶ, ὅτι ἀναφέρω τὸν τίτλον τοῦ δανείου,
1903τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἀπαιτού-
1904μενον ποσόν.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1905 Κεφάλαιον Ὑπηρεσία
1906ΔάνειονὌθωνος 2,919,436 200,250
1907» 6,000,000 2,872,386 427,240
1908» 25,000,000 14,868,750 2,308,307
1909» 4,000,000 3,001,100 359,940
1910» 26,000,000 24,015,500 1,689,605
1911» 10,000,000 7,002,750 483,963
1912» 60,000,000 57,245,000 3,962,775
1913» 120,000,000 115,190,000 6,969,375
1914» 170,000,000 54,180,000 3,257,115
1915» 1824 καὶ 1825 19,465,000 1,890,006
1916» 9,000,000 8,977,500 652,988
1917» Ὁδοποιΐας 18,000,000 1,395,000
1918» Προκαταβολῶν 55,875,000 4,050,925
1919» προσ. Ἐθν. Τραπ. 2,558,908 182,000
1920» Ἀναγκαστ. κυκλοφ. 56,445,872 564,458
1921» Ἔντοκα γραμμάτια 5,104,000 357,288
1922» Πατριωτικὸν 2,722,880 43,330
1923 ἤτοι τὸ ὅλον Κεφάλαιον 450,443,982
1924 καὶ τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἀπαιτού-
1925 μενον ποσὸν 28,794,569
1926Τώρα, τὸ δημόσιον χρέος κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ 1890
1927ἔχει ὡς ἀκολούθως:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1928 Κεφάλαιον Ὑπηρεσία
1929ΔάνειονὌθωνος 2,565,801 200,294
1930» 26,000,000 20,303,500 1,015,175
1931» 10,000,000 886,250 44,313
1932» 120,000,000 109,220,000 6,967,625
1933» 100,000,000 96,826,000 6,064,187
1934» 1824 καὶ 1825 14,989,250 735,275
1935» 9,000,000 8,900,000 489,500
1936» Πατριωτικὸν 2,616,590 45,500
1937» Ὁδοποιΐας 17,580,146 1,042,772
1938» Ἀναγκαστ. κυκλοφ. 60,000,000 600,000
1939» Ἔντοκα γραμμάτια 10,000,000 400,000
1940 341,867,53717,604,641
1941Δάνειονκερματ. γραμμ. 14,000,000 140,000
1942» 15,000,000 14,950,000 632,550
1943» 135,000,000 134,400,000 5,692,880
1944» Λ.στρ. 1,200,000 30,000,000 1,200,000
1945» » 5,000,000 125,000,000 5,000,000
1946 660,217,53730,269,991
1947 Ἐκ τῶν ἀνωτέρω δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δημο-
1948 σίου χρέους σημειωθέντων δέον νὰ ἐκπεσθῶσιν:
1949 Ἐκ δανείου ὁδοποιΐας 1,042,772
1950 Τόκοι δανείου 24 ἑκατομμυ-
1951 ρίων τοῦ Σιδ. Μύλων–Καλαμῶν 1,440,000 2,482,772
1952 27,787,219
1953Καὶ ἂν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν τὰ μὴ ση-
1954μειωθέντα ἀνωτέρω, τουτέστι:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1955Τόκους χρηματικῶν ἐγγυήσεων 80,000
1956Προμήθειαν Τραπεζῶν δι’ ὑπηρεσίαν δανείων 120,000
1957Ὑπερτίμησιν συναλλάγματος 500,000
1958Χρεωλύσια παλαιοῦ δανείου 60 ἑκατομμυ-
1959ρίων (τοῦ 1863) 900,000
1960Ναυτικῶν νήσων χορηγήματα 180,000
1961καὶ Πιστωτικὰ γραμμάτια 20,000
1962Ἔχομεν δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους
1963κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ 1890 29,587,219
1964Ἂς συγκρίνωμεν ἤδη τὸ κατὰ τὸ 1886 δημόσιον χρέος
1965καὶ τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του ἀπαιτούμενα ποσὰ πρὸς τὸ
1966δημόσιον χρέος καὶ τὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του ἀπαιτούμενα
1967ποσὰ κατὰ τὸ 1890. Ἀλλ’ ὅπως συγκρίνωμεν τὴν κατά-
1968στασιν τοῦ δημοσίου χρέους, τὴν κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1886
1969πρὸς τὴν τοῦ 1890 ἀρχομένου, δέον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει
1970ὅτι αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 ἀπέδειξαν ἐλλείμ-
1971ματα, καὶ ἡ μὲν χρῆσις τοῦ 1885 ἀπέδειξεν
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1972ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 61,687,979
1973ἡ δὲ τοῦ 1886 ἐκ» 67,568,397
1974ἤτοι τὸ ὅλον δραχ.129,256,376
1975Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐλλειμμάτων τούτων εἶχον καλυφθῆ
1976κατὰ τὴν μέχρις Ἀπριλίου 1886 διαχείρισιν, ἐκ δανείων
1977ἀναγραφέντων εἰς τὸν πίνακα τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ
19781886, ὃν πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνων, τῆς μὲν χρήσεως τοῦ
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
19791885 δραχ.15,178,257
1980τῆς δὲ τοῦ 1886 » 53,764,738
1981τουτέστι τὸ ὅλονδραχ.68,942,995
1982καὶ οὕτως ἀπέμεινε μὴ καλυφθὲν ἔλλειμμα τῶν εἰρημένων
1983δύο χρήσεων ἐκ δραχ. 60,313,381. Ὡσαύτως ἐπληρώθη-
1984σαν αἱ ἑξῆς ἔκτακτοι δαπάναι, δι’ ἃς ἐπετρέπετο ἡ συνο-
1985μολόγησις δανείου:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1986κατὰ τὸ 1887 διὰ σιδηροδρόμους Δραχ.2,470,778
1987τὸ 1888 ὁμοίως » 1,589,802
1988τὸ 1888 διὰ στρατιωτικὰς οἰκοδομὰς» 649,216
1989τὸ 1889 διὰ στρατιωτικὰς οἰκοδομὰς
1990καὶ διὰ καπνοκοπτήριον » 503,000
1991ἤτοι τὸ ὅλον δραχ.5,212,796
1992αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὸ ἀνωτέρω κεφάλαιον ἐκ δραχ-
1993μῶν 60,313,381, ἀποτελοῦσιν ἄθροισμα πραγματικοῦ κεφα-
1994λαίου ἐκ δραχμῶν 65,526,177.
1995§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Στέργετε διακοπήν;
1996§29ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Παρακαλῶ.
1997§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἀνεφέρατε, ὅτι ἔκτακτα ἔσοδα εἰσε-
1998πράχθησαν κατὰ τὸ 1886 πεντήκοντα ἓξ ἑκατομμύρια....
1999§31ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν ἀνέφερον περὶ ἐκτάκτων ἐσόδων
2000τοῦ 1886.
2001§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐκαλύφθη, εἴπετε, τὸ ἔλλειμμα
2002δι’ ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ 1886....
2003§33ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐκαλύφθησαν 53,000,000.
2004§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1886, τὸ ὁποῖον
2005συνέταξε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὑπέβαλεν εἰς τὸν Ὑπουρ-
2006γὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπέγραψεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
2007νομικῶν καὶ ἐδημοσιεύθη ἤδη, ἀναφέρει, ὅτι εἰσεπράχθησαν
2008κατὰ τὸ 1886 δάνεια 33,436,000 δραχμῶν. Ἐὰν θέλετε,
2009νὰ σᾶς δώσω τὸν ἀπολογισμόν.
2010§35ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ὄχι. Ἔχω τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν
2011καὶ ἐγὼ ἔλαβον παρὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
2012§36ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶναι τρίτη ἔκδοσις ἀπολογισμῶν.
2013§37ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Λοιπὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 65,526,177
2014πραγματικῶν, ἐὰν τὸ ὑπολογίσωμεν πρὸς 67.40, δηλαδὴ
2015κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τῶν πραγματοποιηθέντων
2016δανείων, ἔχομεν ὀνομαστικὸν κεφάλαιον ἐκ δραχ. 97,219,840,
2017τὸ ὁποῖον πρὸς τόκον 4% ἤθελεν ἀπαιτήσει διὰ τὴν ὑπη-
2018ρεσίαν τοῦ τόκου δραχμὰς 3,888,793· ἔχομεν ἑπομένως
2019ὀνοματικὸν κεφάλαιον 97,219,840 καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
2020αὐτοῦ 3,888,793. Εἰς ταῦτα προσθετέον:
2021α) Ὅσα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 ἐπληρώθησαν
2022διὰ τὴν ἀξίαν τῶν ναυπηγουμένων πλοίων, ἤτοι πραγμα-
2023τικὸν κεφάλαιον 26,000,000, ἴσον πρὸς ὀνοματικὸν, πρὸς
202467,40, δραχ. 38,575,667, καὶ τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ
2025δραχ. 1,543,026.
2026β) Ὅσα ἀπεσβέσθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν λιρ. στερ.
20275,000,000 δάνεια σιδηροδρόμων·
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2028ἤτοι Μύλων–Καλαμῶν λίρ. στερλ. 950,480
2029Μεσολογγίου–Ἀγρινίου » » 148,780
2030ἤτοι πραγματικὸν κεφάλαιονλιρ. στερλ.1,099,260
2031ἴσον πρὸς ὀνοματικὸν, ἐπὶ 72,75, ἐκ λ. 1,511,010, ἤτοι
2032δρ. 37,775,750 καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ δρ. 1,511,010,
2033τουτέστι τὸ ὅλον ὀνοματικὸν κεφάλαιον 173,570,757 δραχ.
2034καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ 6,942,829, εἰς τὰ ὁποῖα
2035ἀφοῦ προσθέσωμεν τὰ κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1886 ἀποτελοῦν-
2036τα τὸ δημόσιον χρέος ποσὰ δηλαδὴ 450,443,982 κεφά-
2037λαιον καὶ 28,794,569 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ἔχομεν ἐν συνόλῳ
2038κεφάλαιον μὲν ὀνοματικὸν 624,014,739, καὶ τὸ διὰ τὴν
2039ὑπηρεσίαν ποσὸν 35,737,398. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον χρέος,
2040ἀρχομένου τοῦ 1890 εἶναι, ὡς πρὸ μικροῦ ἀπέδειξα, 660,
2041217,537, καὶ τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἀπαιτούμενον
2042ποσὸν 30,269,991, ἑπομένως, ὡς πρὸς μὲν τὸ κεφάλαιον
2043εἶναι ἀνώτερον κατὰ 36,202,798, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ὑπη-
2044ρεσίαν κατώτερον κατὰ 5,467,107. Καὶ ἂν, ἀκολουθοῦν-
2045τες τὴν μέθοδον τοῦ ἐξ Ἄρτης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, κεφα-
2046λαιώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 5,467,407, βεβαίως θὰ
2047ἔχωμεν ἓν κεφάλαιον ἐξ 135,000,000....
2048§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περίσσευμα;
2049§39ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Καθ’ ἣν μέθοδον ὑμεῖς ηὐξήσατε τὸ
2050χρέος κατὰ 130 ἑκατομμύρια.... Θὰ εἴχομεν, λέγω, ἓν κεφά-
2051λαιον ἐξ 135,000,000, τὸ ὁποῖον ἤθελε καλύπτει τὴν δια-
2052φορὰν ταύτην τῶν 36,000,000 καὶ ὀλιγοστεύσει τὸ κεφά-
2053λαιον τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ 100 ἑκατομμύρια. Ἐννο-
2054εῖται, ὅτι ἡ ἐπὶ ἔλαττον αὕτη διαφορὰ τῶν 5,467,407 ὡς
2055πρὸς τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους ἀπαιτούμε-
2056νον ποσὸν κατ’ ἔτος, ὑπολογίζεται ἄνευ τοῦ διὰ τὴν ὑπερ-
2057τίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ἀπαιτουμένου ποσοῦ,
2058ὅπερ καὶ ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 ἤθελεν ἐπιβαρύνει
2059ταύτην κατὰ 6,000,000 τοὐλάχιστον.
2060Καὶ καθ’ ἡμᾶς, ὀρθῶς πράττουσα ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνα-
2061γράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοιαύτην διαφοράν. Ἀναγρα-
2062φὴ τοιαύτη ἤθελεν εἶσθαι ὅλως ὑποθετικὴ καὶ ἄνευ βάσεων.
2063Νὰ ὑπολογίσῃ τὴν διαφορὰν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σήμερον ἀγο-
2064ραίας τιμῆς τοῦ συναλλάγματος καὶ ν’ ἀναγράψῃ εἰς βάρος
2065τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ 6 ἑκατομμύρια; Μία τις
2066ἐν Εὐρώπῃ αἰφνιδία χρηματιστικὴ διατάραξις, εἴτε πολι-
2067τικὴ περιπλοκή, δύναται νὰ διπλασιάσῃ τὴν σημερινὴν ὑπο-
2068τίμησιν τῶν ἐγχωρίων τραπεζογραμματίων, καὶ τότε τὰ 6
2069ἑκατομμύρια δὲν ἀρκοῦσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς
2070συναλλάγματος, δέον ν’ ἀναγραφῶσι 12 ἑκατομμύρια. Ἐὰν
2071πάλιν ἄλλαι περιστάσεις εὐνούστεραι, ἢ ἡ συνομολόγησις ἑνὸς
2072δανείου, οἷον λ.χ. τὸ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου
2073Ἀθηνῶν–Λαρίσσης, εἰσκομίσῃ τοὐναντίον χρυσὸν εἰς τὸν
2074τόπον, ἡ σημερινὴ ὑποτίμησις τῶν τραπεζογραμματίων ἐνδέ-
2075χεται νὰ περιορισθῇ κατὰ πλεῖστον καὶ τότε τὰ 6 ἑκατομ-
2076μύρια εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον περιττά. Ἐπίσης περιττὰ
2077εἶναι καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἐπιτύχῃ καὶ κατὰ
2078τὸ ἐπιὸν ἔτος τὴν πραγματοποίησιν τῆς πληρωμῆς τῶν το-
2079κομεριδίων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ χρυσοῦ, ἐκεῖθεν ποριζομένου,
2080ὅπως ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη ἐπιτυχῶς ἐνήργησεν, ἀποφυγοῦσα τὴν
2081ἐντεῦθεν ἐξαγωγὴν τοῦ μεταλλικοῦ καὶ τὴν ἐκ τούτου ἐπι-
2082κειμένην σοβαρωτάτην διατάραξιν τῶν ἡμετέρων ἀγορῶν.
2083Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ
2084δημοσίου χρέους, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. ἀρχηγὸς
2085τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπειδὴ δ’ ἐκεῖνος μὲν διηπόρει, ποῦ
2086ἐδαπανήθησαν τὰ μετὰ τὸ 1886 συνομολογηθέντα δάνεια,
2087ἕτεροι δὲ ῥήτορες τῆς πτέρυγος ταύτης, ὡς καὶ ὁ πρὸ μι-
2088κροῦ καταβάς, ἰσχυρίσθησαν, ὅτι κατὰ πολὺ μέρος ἐχρησί-
2089μευσαν εἰς κάλυψιν ἀγνώστων ἐλλειμμάτων, θέλετε μοὶ ἐπι-
2090τρέψει νὰ ἐπαναλάβω συνοπτικῶς, ποῦ ταῦτα ἐδαπανήθησαν.
2091Καὶ ὅταν καταδείξω εἰς ὑμᾶς ποῦ ἐδαπανήθησαν, καὶ ὅτι
2092δὲν ἐδαπανήθησαν εἰς κάλυψιν ἐλλειμμάτων, γίνεται κατά-
2093δηλον, ὅτι αὐτὰ τὰ ἐλλείμματα, περὶ ὧν μᾶς ὁμιλοῦσιν,
2094εἶναι ἀνύπαρκτα, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐλλείμματα, εἰμὴ
2095ἴσως ἐν καταστάσει πόθων. Ἐὰν ὑπῆρχον ἐλλείμματα,
2096ἀφοῦ δὲν ἐπληρώθησαν διὰ τῶν χρημάτων τῶν δανείων, θὰ
2097ἔμενον ἀκάλυπτα, θὰ ἐβόων, θὰ ἦσαν πασίγνωστα· τοιαῦτα
2098δὲ ἐλλείμματα ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν. Ἀλλ’ ὅταν ἡ χρῆσις τοῦ
2099Προϋπολογισμοῦ δὲν καταλείπῃ ἔλλειμμα, βεβαίως ὁ Προϋ-
2100πολογισμὸς εἶναι ἰσοσκελής, καὶ κατὰ συνέπειαν καταῤῥέει
2101οἴκοθεν ἡ θεωρία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὰ ἰσοζύγια
2102τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι εἰκονικά, θεωρία, τὴν ὁποίαν,
2103μεθ’ ὅλας τὰς ἐντέχνους αὐτῆς προσπαθείας δὲν κατώρθω-
2104σεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ καταστήσῃ πιστευτὴν οὔτε ἐντὸς
2105οὔτε ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου.
2106Ἰδοὺ τὰ μετὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1886 πραγματοποιη-
2107θέντα δάνεια:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
21081ον.Ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 ἀντίτιμον ἐκ-
2109 ποιηθεισῶν ὁμολογιῶν (εἶχον δὲ διατεθῆ μέχρις Ἀπριλίου
2110 1886 ὁμολογίαι 108,000, ἀπέμειναν δὲ ἀδιάθετοι, ἀλλὰ
2111 κατὰ τὸ πλεῖστον ἐνεχυριασμέναι, 92,000 μέχρι συμπλη-
2112 ρώσεως τῶν 200,000 ὁμολογιῶν, ἐκληρώθησαν ἐν τῷ με-
2113 ταξὺ 6,348, ὥστε ἀπέμεινον 85,652 ὁμολογίαι, αἵτινες
2114 διετέθησαν ἐπὶ τιμῇ κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 309, ὥστε εἰ-
2115 σεπράχθησαν 26,466,468
21162ον.Ἀπὸ δάνειον κερματ. γραμματίων 14,000,000
21173ον.Ἀπὸ δάνειον Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξ
2118 ὀνομαστικοῦ κεφαλ. 15,000,000 πρὸς 67 10,050,000
21194ον Ἀπὸ δάνειον 135,000,000 » 67.40 90,990,000
21205ον » » λιρ. 1,200,000 » 68⅛ 20,437,500
2121βον » » λιρ. 5,000,000 » 72.75 90,945,000
2122 ἤτοι 252,888,968
2123Ἐὰν εἰς ταῦτα προστεθῶσι:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
21247ον Τὰ ληφθέντα ἐκ τοῦ δανείου τῆς
2125 ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 10,000,000
21268ον Τὰ ληφθέντα ἐπὶ πλέον δι’ ἐντόκων γραμματίων 5,000,000
2127 εἰσεπράχθησαν ἐν ὅλῳ 267,888,968
2128Ἀλλ’ ἐξωφλήθησαν μετὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1886 τὰ
2129ἑξῆς δάνεια καὶ ἄλλαι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2130Αʹτὸ δάνειον τῶν 6,000,000 ἤτοι 2,774,308
2131 τὸ » » 25,000,000 » 14,664,250
2132 τὸ » » 4,000,000 » 2,967,500
2133 τὸ » » 26,000,000 » 3,712,000
2134 τὸ » » 10,000,000 » 6,116,500
2135 τὸ » » 60,000,000 » 57,245,000
2136 Προκαταβολαὶ 55,875,000
2137 Τὸ προσωρινὸν δάνειον τῆς Ἐθν. Τραπέζης 2,558,908
2138 Τὸ δάνειον σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν 23,762,000
2139Τὸ δάνειον........
2140§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν μᾶς λέγετε τὸ σύνολον τῶν δα-
2141νείων εἰς τί ποσὸν ἀνέρχεται;
2142§41ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐὰν θέλετε μέχρις αὐτοῦ τοῦ κονδυ-
2143λίου, δὲν ἔχω κάμει τὴν πρόσθεσιν. Θὰ ἰδῆτε ὅμως ἀμέσως
2144τὸ ὅλον ἄθροισμα......
2145§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐρωτῶ τοῦτο, διότι σᾶς ἔλεγον, ὅτι τὸ
2146σύνολον τοῦτο εἶναι εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐνῷ τὰ εἰσ-
2147πραχθέντα ἐκ δανείων εἶναι εἰς χρυσόν.
2148§43ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη, εἶπον
2149ὅτι εἶναι 267,762,898.
2150Ἐξακολουθῶ. Πρὸς τούτοις λοιπὸν ἐξωφλήθησαν
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2151τὸ δάνειον σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου 3,669,500
2152Ἔλλειμμα χρήσεων 1885—1886 60,313,381
2153Ἀξία ναυπηγουμένων θωρηκτῶν 26,000,000
2154Χιλιομετρικὴ ἐπιχορήγησις κατασκευαζο-
2155μένων σιδηροδρόμων 4,060,580
2156Στρατιωτικαὶ οἰκοδομαὶ 1,152,216
2157Ἐκκρεμὴς παρακαταθήκη παρὰ τῷ Com-
2158ptoir d’ Escompte λόγῳ διαφορᾶς περὶ τέλους
2159χαρτοσήμου 443,922
2160Ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1888, τὸ ὁποῖον
2161σαφῶς καὶ ἐγκαίρως ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις 2,447,883
2162Τὸ ὅλον 267,762,898
2163Πιστεύω, Κύριοι, ὅτι οὐδ’ ἐλάχιστος δύναται πλέον νὰ
2164ὑπάρχῃ δισταγμὸς, ὅτι οὕτως ἀκριβῶς διετέθησαν τὰ ἐκ
2165τῶν δανείων πραγματοποιηθέντα ποσά, ὅταν μάλιστα ὡς
2166ἐκ περισσοῦ ἀναλογισθῆτε, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
2167οὐδεμίαν ἐπιτρέπει πληρωμὴν ἐντάλματος μὴ ἐκδεδομένου
2168ἐπὶ τῇ βάσει νομίμως κεχορηγημένης πιστώσεως. Πιστώσεις
2169δὲ πρὸς κάλυψιν δῆθεν ἐλλειμμάτων, βεβαίως οὔτε ἐν τοῖς
2170Προϋπολογισμοῖς, οὔτε δι’ ἄλλων εἰδικῶν νόμων ἐχορηγή-
2171θησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
2172Τὸν ἀνυπόστατον τοῦτον ἰσχυρισμὸν, ὅτι μέρος τῶν δα-
2173νείων τῶν πραγματοποιηθέντων μετὰ τὸ 1886 ἐχρησίμευ-
2174σεν εἰς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων, προέβαλε κυρίως ὁ ἀξιότι-
2175μος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τι ἰσχυρίσθη ὁ
2176κύριος Βουλευτὴς, οὐδὲν ἧττον ἀνυπόστατον τοῦ πρώτου.
2177Ἔχει, εἶπε, τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τῶν
21785,000,000 λιρῶν μένουσιν ἀκόμη ἀδιάθετα πέντε τουλά-
2179χιστον ἑκατομμύρια φράγκων, ὅπως ἐξωφληθῶσιν αἱ μηκέτι
2180προσαχθεῖσαι ὁμολογίαι τοῦ ἀποσβεσθέντος δανείου τῶν
218160,000,000, καὶ ἐμέμφθη τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
2182Ὑπουργοῦ ὅτι, ἐνῷ τοσοῦτον ἔχει χρυσὸν ἐν τῷ ταμείῳ,
2183δανείζεται ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν.....
2184§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
2185§45ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Εἰς τὸν λόγον σας, τὸν δημοσιευθέντα
2186ἐν τῇ «Ἐφημερίδι», εἶδον νὰ λέγητε, ὅτι ἔχετε τοιαύτας
2187πληροφορίας, καὶ λυποῦμαι διατελῶν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
2188ἐλέγξω καὶ ταύτην τὴν ἀνακρίβειαν τῶν πληροφοριῶν τοῦ
2189κυρίου Βουλευτοῦ.
2190§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ «Ἐφημερὶς» κατε-
2191χώρισεν ἰδανικὴν ὅλως ἀφήγησιν τῶν ἐνταῦθα λεχθέντων.
2192Ἐζήτησα ἀπὸ τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου τὰ πρακτικὰ,
2193ἀποδεικνύοντα, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα — ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν
2194ἐνέχεται εἰς τοῦτο — περιλαμβάνουσιν ὅλως τὰ ἐναντία τῶν
2195ἐν τοῖς στενογραφημένοις πρακτικοῖς. Ἐγὼ εἶπον, διακό-
2196πτων τὸν κ. Βουλευτὴν, ἐρωτῶντα ἂν ἦναι πολλὰ τὰ μὴ
2197πληρωθέντα, ὅτι ἀγνοῶ ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν αὐτῶν·
2198ἀναγράφουσι τὰ πρακτικὰ, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς κατόπιν
2199εἶπεν, ὅτι εἶναι 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια, ἐγὼ δὲ εἶπον, ὅτι τὸ
2200ποσὸν εἶναι μικρὸν καὶ ἀπέναντι τούτου ὑπάρχει μεταλλι-
2201κὸν καὶ συνάλλαγμα. Ἐξήτασα κατόπιν περὶ τοῦ ποσοῦ
2202καὶ ἔμαθον ὅτι τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν εἶναι 500,000 περί-
2203που, ὑπάρχουσαι ἐν τῷ ταμείῳ εἰς μεταλλικὸν ἢ συνάλλαγ-
2204μα. Ταῦτα εἶναι τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι»
2205παρεστήθη ὅλως ἀντιθέτως, ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι πράγματι
2206ὀφείλονται 5 ἑκατομμύρια, ἐνῷ εἶπον ὅτι δὲν γινώσκω ἀκρι-
2207βῶς τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἐλάχιστον καὶ ὅτι ἀπέναντι
2208τοῦ ἐλαχίστου τούτου ποσοῦ ὑπάρχουσι τὸ ἀναγκαῖον με-
2209ταλλικὸν καὶ τὰ ἀναγκαῖα συναλλάγματα.
2210§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ προσθέσω κἄτι τι. Ἀληθῶς
2211συνυπελόγισα καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μένει ἀδιάθετον ἐν
2212τῷ ταμείῳ ἀπέναντι τῶν μὴ πληρωθεισῶν ὁμολογιῶν τοῦ
2213δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἠρώτησα τὸν κ. Πρωθυ-
2214πουργὸν ἂν δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ εἰς πόσον ἀνέρχεται τοῦτο
2215καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν δύναται. Ἀπαντῶν δὲ ἐγὼ, εἶπον
2216ὅτι ἀνήρχετο εἰς 4–5 ἑκατομμύρια.
2217§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουσιν ὅτι εἴπετε
22185–6.
2219§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔστω 5–6. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρ-
2220τυρίαν πάντων ὑμῶν, ὅτι πρὸ 6 περίπου μηνῶν μετεκομί-
2221σθησαν ἐνταῦθα πλέον τῶν 250,000 λιρῶν, ὅπως χρησι-
2222μεύσωσι διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν τούτων. Εἰσῆλ-
2223θεν εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ ἤθελον νὰ μάθω τί
2224ἐξ αὐτῶν διετέθη.
2225§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπετε ὅτι πρέπει νὰ κρατῆται τὸ
2226ποσόν· ἡ δὲ «Ἐφημερὶς», θέλουσα νὰ παραστήσῃ ὑμᾶς
2227θριαβεύοντας κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, γράφει ὅτι
2228ἐγὼ ἐπεκύρωσα τὰ περὶ τοῦ ποσοῦ παρ’ ὑμῶν ῥη-
2229θέντα, ὅπερ εἶναι ἀνυπόστατον, διότι, ἂν ὑπῆρχον 5 ἢ
22306 ἑκατομμύρια ἐν τῷ ταμείῳ, θὰ ἦσαν λίαν εὔλογα
2231ὅσα εἴπετε, ἐνῷ δὲν ἦσαν εὔλογα, ἂν προέκειτο περὶ
2232500,000· ἐδῶ κεῖται τὸ ζήτημα· τοῦτο δὲ εἶπον ἐγώ, ὅτι
2233τὸ ποσὸν ἦτο ἐλάχιστον.
2234§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοῇ τὴν ἐφη-
2235μερίδα, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀνέγνωσα, νομίζω ὅτι εἶναι ὑπερ-
2236βολικὴ ἡ παρ’ αὐτοῦ ἀπευθυνομένη μομφή. Ὅταν ἠρώτησα
2237τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ὑπάρχῃ ποσὸν 4–5 ἑκατομμυ-
2238ρίων, τὸ ὁποῖον ἦτο προσδιωρισμένον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν
2239μὴ ἐξοφληθεισῶν ὁμολογιῶν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήν-
2240τησεν ὅτι δὲν γνωρίζει τί ποσὸν ὑπάρχει ἐν τῷ ταμείῳ, πᾶς
2241τις ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ ὅτι ὑπῆρχε τὸ πλεῖστον τοῦ πο-
2242σοῦ τούτου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ἐὰν τὸ
2243τὸ μένον ποσὸν ἐπλησίαζε τὰ 5 ἑκατομμύρια ἢ τὰς 500.
2244000 φράγκα! Σιωπῶν ἔδιδεν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ὑπο-
2245θέσωμεν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ μένωσι μὴ πληρωθεῖσαι ἀρ-
2246κεταὶ ὁμολογίαι καὶ νὰ μὴ ἐπῆλθε σπουδαία ἐλάττωσις εἰς
2247τὸ διὰ τὴν πληρωμὴν των ὡρισμένον ποσόν.
2248Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ διαφορᾶς 50 ἢ 100 χιλιάδων φράγκων,
2249ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἠδύνατο
2250νὰ προσδιορίσῃ αὐτήν· ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ διαφορᾶς
2251ἀνωτέρας τῶν 5,000,000, φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2252Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, ἰσχυριζόμενος
2253ὅτι ἠγνόει ἂν ἐπληρώθη ἢ μένῃ ἐν τῷ ταμείῳ τοιοῦτον πο-
2254σόν· τοῦτο ἤθελε δείξει, ὅτι ἐξακολουθεῖ τὸ σύστημα, ὅπερ
2255ἐπὶ τοῦ ταμίου κ. Γρηγοράκη παρήγαγε τὸ γεγονὸς, νὰ
2256ἀγνοῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὑπῆρχον πολλὰ ἑκατομμύ-
2257ρια ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ.
2258§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀνακριβὲς, ὅτι ἀπήντησα ὅτι ἀγνοῶ,
2259εἰς ταύτην τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ· τὸ «ἀγνοῶ»
2260εἶπον ἀπαντῶν εἰς ἑτέραν ἐπερώτησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς τὸ
2261πρῶτον ἁπλῶς καὶ χωρὶς νὰ εἴπῃ τὸ τερατῶδες περὶ 5 ἢ 6
2262ἑκατομμυρίων, ἠρώτησε πόσον εἶναι τὸ μὴ πληρωθέν. Εἰς
2263τοῦτο ἀπήντησα, ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω τι, ὅτε ὅμως
2264εἶπε τὰ τερατώδη ἐκεῖνα, ἅτινα ἡ «Ἐφημερὶς» παρέστησεν ὡς
2265παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα καὶ παρ’ ἐμοῦ κυρωθέντα, τότε τί
2266εἶπον ἐγώ; ἐσιώπησα; Ὄχι· ἀπήντησα: «πρόκειται περὶ μικροῦ
2267ποσοῦ». Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς εἶχεν εἰπεῖ: «καὶ πρέπει νὰ κρα-
2268τεῖτε 5 ἕως 6 ἑκατομμύρια χρυσὸν εἰς τὸ ταμεῖον;» εὐθὺς
2269τὸν διακόπτω, λέγων: πρόκειται περὶ μικροῦ ποσοῦ, ἑπομένως
2270οὐχὶ 5 ἕως 6 ἑκατομμυρίων· τὸ μικρὸν δὲ τοῦτο ποσὸν εἶ-
2271ναι τὸ μνησθὲν παρ’ ἐμοῦ σήμερον, ὅτε γινώσκω αὐτὸ ἀκριβῶς.
2272Ἡ «Ἐφημερὶς» ἀνέγραψε τὰ ἀντίθετα τούτων ὡς ἐκ τῶν
2273στενογραφημένων πρακτικῶν εἰλημμένα καὶ οὐχὶ ἐξ ἀκροά-
2274σεως σημειωθέντα, καὶ παρέστησεν ἐμὲ ὡς κυροῦντα τὰ τε-
2275ρατώδη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθέντα. Ταῦτα εἶναι ἄτοπα
2276καὶ ἐν ἐφημερίδι γραφόμενα, ἀλλ’ εἶναι ἀσυγγνώστως ἄτοπα
2277ἐπαναλαμβανόμενα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
2278§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπεκαλέσθην τίποτε, ἐξήγησιν ἔκα-
2279μον.
2280§54ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν
2281ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι
2282ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ποσόν. Καὶ ἐγὼ ἀνέγνων αὐτὸ ἐν τῇ «Ἐφη-
2283μερίδι».
2284§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐχὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει μου.
2285§56ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐνόμισα ὅτι ἀκριβῶς ἐσημειώθη τὸ
2286λεχθὲν καὶ ἐφρόντισα νὰ λάβω σημείωσιν τῶν ὁμολογιῶν
2287τῶν μέχρι τοῦδε ἐξοφληθεισῶν τοῦ ἀποσβεσθέντος δανείου τῶν
228860 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ μάθῃ πόσαι
2289ὁμολογίαι ἐξωφλήθησαν, εἶναι εὔκολον· ἐξωφλήθησαν ἐκ τοῦ
2290δανείου τούτου 109,240 ὁμολογίαι, ἑπομένως ὑπολείπεται
2291ποσὸν ὁμολογιῶν πρὸς ἐξόφλησιν περὶ τὰς 1150, αἵτινες
2292φέρουσιν ἀξίαν 575,000 δραχμῶν. Οὐχὶ λοιπὸν 5 ἑκατομ-
2293μύρια ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ταμείῳ, ἀλλὰ περὶ τὰς 575,000
2294δραχμῶν, ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖται, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ
2295θίξῃ πρὸς ἕτερον σκοπόν.
2296Τὸ ποσὸν αὐτὸ πρέπει νὰ μένῃ ἐν τῷ ταμείῳ, ὅπως ἐξαργυ-
2297ρῶνται αἱ ὑπολειπόμεναι ὁμολογίαι, εὐθὺς ὡς παρουσιάζωνται.
2298Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς πρὸς τοῖς ἄλλοις εἰς
2299τὴν ἀγόρευσίν του εἶπε καὶ τὰ ἑξῆς· ὅτι «βοηθητικὰ μέτρα με-
2300τεχειρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου,
2301βοηθητικὰ μέτρα θὰ μετεχειρίζετο καὶ ἐκεῖνος πρὸς τὸν αὐτὸν
2302»σκοπόν». Καθ’ ἡμᾶς, ὁ μὲν κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως διαπλάσῃ
2303ἄρτιον τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐφήρμοσε μετὰ δεξιότητος καὶ
2304ἐπιτυχίας ὁμαλὰ καὶ συνήθη μέτρα τῆς οἰκονομικῆς ὑγιει-
2305νῆς, ἀλλὰ τὰ μέτρα τὰ βοηθητικὰ, δι’ ὧν ὁ ἀξιότιμος ἐξ
2306Ἄρτης φίλος μου ἐπαγγέλλεται νὰ ἐξελκύσῃ εἰς φῶς τὸ
2307ἰσοζύγιόν του, φοβοῦμαι ὅτι εἶναι ἡ ἔκτρωσις.
2308§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε;
2309§58ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω
2310ὀλίγας γραμμὰς, σχετικὰς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο ἀπὸ μίαν
2311πραγματείαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψει (ἀναγινώσκει):
2312«Προσδιορίζοντες μόνον 25,000,000 δρ. ὑπὲρ τῶν χρεῶν
2313»ἡμῶν, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἀναβάλωμεν τήν τε πληρω-
2314»μὴν τῶν χρεωλύτρων καὶ 40% ἐκ τῶν τόκων τῶν ἐσω-
2315»τερικῶν δανείων, θὰ δώσωμεν δηλ. εἰς τοὺς δανειστὰς
2316»ἡμῶν 60% ἐκ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον πληρόνομεν σή-
2317»μερον εἰς αὐτούς. Ἀλλὰ θὰ ὑποσχεθῶμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι
2318»τόσον τὸ χρεώλυτρον ὡς καὶ τὰ 40% τοῦ τόκου, τῶν
2319»ὁποίων ἀναβάλλομεν τὴν πληρωμὴν, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ τὰ
2320»ἀπολέσωσιν, ὡς ἤθελε συμβῆ διὰ τοῦ μέτρου τῆς ἀναγ-
2321»καστικῆς μετατροπῆς τῶν δανείων ἡμῶν».
2322§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀναγινώσκετε λογαριασμοὺς ἀνακοι-
2323νωθέντας πρὸς ἐκλογεῖς. Τὰς γνώμας ἡμῶν ἐπανειλημμέ-
2324νως ἐξεφράσαμεν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς
2325ὁποίας ὀφείλετε νὰ τὰς ἀρυσθῆτε.
2326§60ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. Ταῦτα εἶναι τὰ βοηθητικὰ μέτρα,
2327τοιοῦτο τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. Καραπάνου,
2328τὸ ἀνακοινωθὲν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του. (Θόρυβος ἐν τῇ
2329ἀριστερᾷ, γέλως ἐν τῇ δεξιᾷ).
2330Νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς ἀπέδειξα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκ
2331τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον ἐπραγματοποιήθη-
2332σαν ἀπὸ τοῦ 1886, ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔκαμε χρῆσιν
2333εἰς πληρωμὴν ἐλλειμμάτων, ἑπομένως τὰ «εἰκονικὰ ἰσο-
2334ζύγια», περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος, δὲν ὑπάρ-
2335χουσι. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, κύριοι Βουλευταὶ, ἀποδέχομαι ὡς
2336ἀκριβῆ καὶ κανονικὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890, καὶ
2337θέλω ὑπερψηφίσει αὐτοῦ ἐν πλήρει πεποιθήσει, ὅτι τὰ
2338ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένα εἰσὶν ὀρθὰ καὶ εἰλικρινῆ. (Χειρο-
2339κροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων καὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς).
2340§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀγορεύσας τὴν ἑσπέραν
2341ταύτην Βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἠσχολήθη ἰδίως ἵνα ἀποδείξῃ,
2342ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τῶν κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1890 χρεῶν
2343τοῦ Κράτους, τοὺς ὁποίους οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύ-
2344σεως ἀνέφερον, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Σύ-
2345ρου ἀνέφερεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα τὸ Κρά-
2346τος εἶχε κατὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1890, ἀνήρχετο εἰς
2347660,000,000. Παραπλήσιόν τι βεβαίως ἰσχυρίσθη καὶ ὁ
2348Πρωθυπουργὸς διὰ πίνακος, τὸν ὁποῖον κατέθηκεν εἰς τὴν
2349Βουλὴν, καὶ ὅστις παριστᾷ τὰ χρέη τοῦ Κράτους ἀνερχό-
2350μενα εἰς 603,103,417. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Πρωθυπουρ-
2351γὸς ἀπεκήρυξε τὸν πίνακα τοῦτον μετὰ δύο ἡμέρας, ἰσχυ-
2352ρισθεὶς ὅτι, ἂν καὶ κατέθηκε....
2353§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν κατέθηκα ἐγὼ τοι-
2354οῦτον πίνακα· ἐλήφθη οὗτος ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋ-
2355πολογισμοῦ. Ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ τῇ βάσει ἑτέρου πίνακος,
2356ἀπολήγοντος εἰς ποσὸν 660,000,000. Τοῦ πίνακος, ὃν
2357ἀναφέρετε ἡμεῖς, δὲν εἶχον γνῶσιν.
2358§63ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς εἰσήχθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὸν
2359ἐπαρουσίασεν ὁ κ. Βαλσαμάκης;
2360§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὸν εἶδον τὸ πρῶτον ἐν τῷ
2361φακέλλῳ τῶν ἐγγράφων τῆς Ἐπιτροπῆς.
2362§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μήπως εἶναι πλαστογραφη-
2363μένη ἡ ἐν τῷ πίνακι ὑπογραφὴ τοῦ τμηματάρχου τοῦ ἐν
2364τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τμήματος τῶν δημο-
2365σίων χρεῶν;
2366§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπογραφὴν φέρει τοῦ τμηματάρχου
2367καὶ οὐχὶ τοῦ Ὑπουργοῦ.
2368§67ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶχον ὑποβάλει ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ
2369Προϋπολογισμοῦ τοιαύτην αἴτησιν, ὅπως μοὶ δοθῇ τοιοῦ-
2370τος πίναξ, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε τελειώσει τὴν ἐργασίαν
2371της καὶ ὁ πίναξ δὲν εἶχεν ἔλθει. Εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι
2372μάρτυρα τὸν κ. Σιμόπουλον. Διὰ τοῦτο ὑπεχρεώθην καὶ
2373ἔπειτα νὰ ζητήσω τὴν ὑποβολὴν τοιούτου πίνακος. Αὐτὸς
2374ὁ πίναξ ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐδόθη
2375εἰς τύπωσιν.
2376§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπεβλήθη παρ’ ἐμοῦ.
2377§69Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀμφισβη-
2378τεῖ, ὅτι κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν πίνακα τῶν χρεῶν
2379τοῦ Κράτους, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει καὶ κατὰ τὸν
2380ὁποῖον τὰ χρέη ἀνέρχονται εἰς 603,103,417 κατὰ τὴν
23811ην Ἰανουαρίου 1890. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλλη-
2382νίας ἰσχυρίζεται, ὅτι πίνακα τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους
2383εἶχε ζητήσει δὶς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
2384ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀποσταλῆ αὐτῇ τοιοῦτος. Ὅταν δὲ ἡ
2385Ἐπιτροπὴ ἐπέρανε τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ὁ κ. Βουλευ-
2386τὴς ἐζήτησε δι’ ἐπερωτήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα κατατε-
2387θῇ τοιοῦτος πίναξ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαιοῖ, ὅτι
2388δὲν κατέθηκε τοιοῦτον πίνακα. Ἐὰν ἡ ὑπογραφὴ τοῦ τμη-
2389ματάρχου ἐπὶ τῶν δημοσίων χρεῶν ἦτο πλαστογραφημένη,
2390δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι σεῖς, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Κεφαλ-
2391ληνίας, εἴχετε καταθέσει πίνακα οὕτω πλαστογραφημένον.
2392Ἀλλ’ ἡ ὑπογραφὴ δὲν εἶναι πλαστογραφημένη, ὡς πρὸ
2393μικροῦ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἑπομένως ποίαν
2394σημασίαν ἔχει, ἐὰν κατέθηκε ἢ δὲν κατέθηκε τὸν πίνακα
2395τοῦτον ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ ἔχει ὑπογράψει αὐτὸν ὁ φύ-
2396λαξ τῶν βιβλίων τοῦ δημοσίου χρέους, ὁ ἁρμόδιος τμημα-
2397τάρχης, ὁ δυνάμει εἰδικοῦ νόμου καὶ δυνάμει τοῦ πρὸς ἐκ-
2398τέλεσιν αὐτοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος κατασταθεὶς νὰ δι-
2399ευθύνῃ τὸ τμῆμα αὐτό; Ἡ γραπτὴ βεβαίωσις αὐτοῦ περι-
2400βάλλει τὸν πίνακα τοῦτον μὲ τὸ κῦρος τοῦ δημοσίου ἐγ-
2401γράφου, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἂς ἀρνεῖται οὐ μόνον τὸν
2402πίνακα τοῦτον, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα λέγει
2403ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος γράφει. Ἡμεῖς
2404δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν Συμβολαιογράφον ἐνταῦθα, ἵνα
2405συντάσσῃ συμβόλαια καὶ δι’ αὐτῶν βεβαιοῖ ποῖον ἔγγρα-
2406φον κατατίθεται ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ποῖον δὲν
2407κατατίθεται. Ἡμεῖς βλέπομεν πίνακα, φέροντα τὴν ὑπογρα-
2408φὴν τοῦ τμηματάρχου τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονο-
2409μικῶν τμήματος τῶν δημοσίων χρεῶν, ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ
2410ὅτι 603,103,417 εἰσὶ τὰ χρεωστούμενα. Δὲν γνωρίζω ἐὰν
2411ὑπάρχῃ ἄλλο Κοινοβούλιον εἰς τὸν κόσμον, ἐν τῷ ὁποίῳ
2412νὰ προβάλλωνται τοιαῦται ἀμφισβητήσεις, ν’ ἀμφισβη-
2413τῶνται γεγονότα ἀναντίῤῥητα, καὶ ἄλλοτε μὲν, ὅτε ἐπι-
2414θυμοῦσι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπερωτήσεων ν’ ἀποφύγωσι
2415τὴν εὐθύνην, νὰ ὁμιλῶσι περὶ ὑπηρεσίας καὶ νὰ ζητῶσι νὰ
2416κρυφθῶσιν ὑπὸ τὰς πτέρυγας τῶν τμηματαρχῶν καὶ τῶν
2417νομικῶν συμβούλων των, καὶ νὰ παριστῶσι τότε πόσον αἱ
2418πληροφορίαι αὐτῶν ἔχουσιν ἐπίσημον κῦρος, σήμερον δὲ, ὅτε
2419συλλαμβάνομεν αὐτοὺς ζητήσαντας διὰ πίνακος ἀποκρύ-
2420πτοντος τὸ ἀληθὲς ποσὸν τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους ν’ ἀπο-
2421πλανήσωσι τὴν Βουλὴν, νὰ ἀρνῶνται τὸ κῦρος τῶν ἐπι-
2422σήμων ἐγγράφων, ὡς ἐὰν μόνον ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Πρωθυ-
2423πουργοῦ ἐν ἐγγράφῳ περιβάλλῃ τὸ ἔγγραφον δι’ ἐπισή-
2424μου κύρους. Ἀλλ’ εἴτε 603,000,000 ἀναγράφει ὡς ὀφει-
2425λόμενα ὁ πίναξ ὁ φέρων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τμηματάρχου
2426τῶν δημοσίων χρεῶν, εἴτε 660 ἑκατομμύριά εἰσι ταῦτα,
2427ὡς ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἰσχυρισθεὶς ὅτι συνέταξε
2428δῆθεν πίνακα, ὃν ἔχει ἐν τῇ οἰκίᾳ του, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον
2429δὲν κατέθηκεν ἀκόμη εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδ’ ἐδημοσίευσεν,
2430εἴτε, λέγω, εἶναι 660 ἑκατομμύρια τὰ ὀφειλόμενα, ὡς εἶπε
2431καὶ ὁ Βουλευτὴς Σύρου, ὁ ὁποῖος ἤντλησε τὴν πληροφο-
2432ρίαν ταύτην ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει
2433δικαίωμα νὰ ποιῆται χρῆσιν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας
2434ἔλαβε κρύφα ἀπὸ δημόσιον γραφεῖον, πρὶν ἢ αὗται κατατε-
2435θῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν· ὁσαδήποτε, λέγω, καὶ ἂν ἦναι τὰ ἑκα-
2436τομμύρια, τὰ ὁποῖα ὀφείλει τὸ Κράτος, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην
2437τῶν πινάκων οὐδὲ τοῦ τμηματάρχου τοῦ τμήματος τῶν
2438δημοσίων χρεῶν, ὃν ἀπεκήρυξεν ὁ Πρωθυπουργὸς, οὐδὲ
2439ἐκείνου, τὸν ὁποῖον δῆθεν συνέταξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
2440ὡς λέγει, τὸν ὁποῖον ὅμως φυλάσσει ἐν τῇ οἰκίᾳ του ἀπόῤ-
2441ῥητον. Ἔχομεν ἕνα μέγαν πίνακα, τὸν Προϋπολογισμὸν
2442τοῦ 1890, καὶ ἐν αὐτῷ εὑρίσκομεν πόσα πράγματι ὀφεί-
2443λομεν. Μήπως ὑπάρχει τις, προτιθέμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ
2444καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890; Μήπως τὸν Προϋπο-
2445λογισμὸν τοῦτον συνετάξαμεν ἡμεῖς; Εἰς τὸν Προϋπολογι-
2446σμὸν εἶσθε ἠναγκασμένοι ν’ ἀναγράψητε ὅσα πράγματι
2447ὀφείλομεν, διότι εἴχετε ἀνάγκην πιστώσεως, καὶ δὲν ἠδύ-
2448νασθε νὰ κρύψητε τὰ ἀληθῶς ὀφειλόμενα. Ὅταν δ’ ἡμεῖς
2449ποιώμεθα χρῆσιν τῶν ἀριθμῶν τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ,
2450τότε ἀδιαφοροῦμεν, ἂν ἄλλοτε εἰσάγητε πίνακας, ὧν ὑμεῖς
2451ἔπειτα ἀμφισβητεῖτε τὸ κῦρος, ἢ ἂν ἄλλοτε εἰσάγητε ἄλ-
2452λας πληροφορίας, αἵτινες ἐν οὐδενὶ ἐγγράφῳ περιελήφθησαν.
2453Ἐδημοσιεύθη πρὸ πεντήκοντα ἡμερῶν κατάλογος τῶν
2454χρεῶν τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐφημερίδος «Πρωΐας», τὸν
2455κατάλογον δὲ τοῦτον συνέταξα ἐγὼ καὶ ἐγὼ ἔδωκα αὐτὸν
2456εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἥτις ἐδημοσίευσεν αὐτόν. Τὸν κατάλο-
2457γον δὲ τοῦτον ἠρύσθην ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890.
2458Ἀναγινώσκω ἓν πρὸς ἓν τὰ χρέη, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ
2459καταλόγῳ τούτῳ, καὶ προκαλῶ πάντα νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν
2460ὑπάρχῃ τι ἐν αὐτῷ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἢ ἂν
2461ὑπάρχῃ ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένον ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν
2462ὀφείλομεν.
2463Ἀναγινώσκω λοιπὸν τὸν κατάλογον, καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς
2464ἐφ’ ἑκάστου τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένων δανείων.
2465Ὀφείλομεν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου ἐκ τοῦ δανείου τῶν
246626 ἑκατομμυρίων τῆς 30 Νοεμβρίου 1874 δραχ. 20,303,
2467500, ἀντίτιμον 40,607 ὁμολογιῶν, αἵτινες δὲν ἐξωφλήθη-
2468σαν ἀκόμη;
2469Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων τῆς
247017 Δεκεμβρίου 1876 δραχ. 886,550, ἀντίτιμον 3545 ὁμο-
2471λογιῶν, αἵτινες ἀκόμη δὲν ἐξωφλήθησαν;
2472Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων 8,900,
2473000, ἀντίτιμον 17,800 ὁμολογιῶν, ὑπαρχουσῶν ἔτι ἐν τῇ
2474κυκλοφορίᾳ;
2475Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας τοῦ 1882 δραχ.
247617,580,146;
2477Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 30 ἑκατομμυρίων (1,200
2478000 λιρῶν ἀγγλικῶν), τὸ ὁποῖον συνωμολογήσατε ἡμεῖς
2479κατὰ τὸ 1889, δραχ. 30,000,000;
2480Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 125 ἑκατομμυρίων (5,000,
2481000 λιρῶν ἀγγλικῶν), τὸ ὁποῖον συνωμολογήσατε ὑμεῖς
2482κατὰ τὸ 1889, δραχ. 125,000,000;
2483Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, τοῦ
2484συνομολογηθέντος κατὰ τὸ 1881, δραχμὰς 109,920,000, ἀν-
2485τίτιμον 219,840 ὁμολογιῶν, αἵτινες δὲν ἐξωφλήθησαν εἰσέτι;
2486Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὸ
2487ὁποῖον ὑμεῖς συνωμολογήσατε κατὰ τὸ 1884, καὶ τὸ ὁποῖον
2488κατὰ τὸ 1887 μετεποιήσατε εἰς δάνειον 100 ἑκατομ-
2489μυρίων, δραχ. 96,820,000, ἀντίτιμον 193,652 ὁμολογιῶν,
2490μήπω ἐξοφληθεισῶν;
2491Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 1824 καὶ 1825, τοῦ με-
2492τατραπέντος κατὰ τὸ 1879, δραχμὰς 15,106,644, κατὰ
2493τὴν σημείωσιν, ἣν ὑμεῖς ἀνεγράψατε ἐν τῇ σελ. 7 τῆς εἰση-
2494γητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889;
2495Ὀφείλομεν ὑπόλοιπον χρέους εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ
2496ἀνειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος δρ. 2,660,039;
2497Ὀφείλομεν ὑπόλοιπον τοῦ Πατριωτικοῦ δανείου δραχ-
2498μὰς 2,643,890;
2499Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, τὸ
2500ὁποῖον ὑμεῖς συνωμολογήσατε κατὰ τὸ 1887, δραχμὰς
2501134,000,000, ἀντίτιμον 268,800 ὁμολογιῶν, ὑπαρχου-
2502σῶν ἐν κυκλοφορίᾳ;
2503Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων, τὸ
2504ὁποῖον ὑμεῖς ὡσαύτως συνωμολογήσατε κατὰ τὸ 1887, δρ.
250514,945, ἀντίτιμον 29,890 ὁμολογιῶν, ὑπαρχουσῶν ἐν κυ-
2506κλοφορίᾳ;
2507Ὀφείλομεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων τοῦ 1833
2508πρὸς τὰς Δυνάμεις ὅσα ὑμεῖς ἐσημειώσατε ἐν τῇ εἰσηγητι-
2509κῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, ἤτοι δραχμὰς
251086,123, 047;
2511Ὀφείλομεν δι’ ἐντόκων γραμματίων δραχ. 10,000,000;
2512Ὀφείλομεν ἕνεκα τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ κερματικῶν γραμ-
2513ματίων δραχ. 14,000,000;
2514Ὀφείλομεν διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρὸς τὰς
2515τρεῖς Τραπέζας, τὴν Ἐθνικὴν, τὴν Ἰονικὴν καὶ τὴν τῆς
2516Ἠπειροθεσσαλίας, δραχ. 71,553,241:37, ἤτοι πρὸς τὴν
2517Ἐθνικὴν δραχ. 67,109,074:07, πρὸς τὴν Ἰονικὴν δραχ.
25183,643,789:30, καὶ πρὸς τὴν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας δραχ.
2519800,378;
2520Πάντα ταῦτα τὰ ποσὰ δὲν συγκεφαλαιοῦνται εἰς 760,
2521841,757:37;
2522Ἔχει τις ἀντίῤῥησίν τινα ἐπὶ ποσοῦ τινος ἐκ τῶν εἰρη-
2523μένων; Ἂς τὴν προβάλῃ. Πῶς λοιπὸν σιγᾶτε, ἀφοῦ πρὸ
2524μικροῦ ἠμφισβητεῖτε, ὅτι δὲν εἶναι τόσα τὰ χρέη τοῦ Κρά-
2525τους;
2526Θέλετε γνήσιον ἢ θέλετε πλαστὸν τὸν πίνακα τοῦ τμη-
2527ματάρχου τῶν δημοσίων χρεῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰ-
2528κονομικῶν; Θέλετε νὰ πιστεύσητε τὸν πίνακα τοῦ Πρω-
2529θυπουργοῦ ἢ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου; Πιστεύσατέ τον.
2530Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 κραυγάζει, ὅτι κακῶς
2531πράττετε, πιστεύοντες τοὺς λόγους τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἢ
2532τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Σύρου. Ὅστις φρονεῖ,
2533ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, ἂς πα-
2534ρουσιασθῇ ν’ ἀμφισβητήσῃ αὐτά. Νομίζετε, ὅτι σᾶς ἐπι-
2535τρέπετε νὰ παίζητε μὲ τοὺς λόγους καὶ μὲ τὰς φράσεις;
2536Τοὺς ἀριθμοὺς οὐδεὶς δύναται νὰ διαψεύσῃ. Εὑρέθη μάλιστα
2537μία μηχανὴ, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐφάνη, ὅτι δεξιῶς ἐχειρίσθη
2538ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ κατόπιν αὐτοῦ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἑρ-
2539μουπόλεως· μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ κατὰ μί-
2540μησιν αὐτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἑρμουπόλεως, ἐχειρίσθησαν
2541δεξιῶς τὴν μηχανὴν ταύτην. Ἔλεγον καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλ-
2542λος: «ἡμεῖς πρέπει νὰ παραβάλωμεν τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα
2543ὠφείλομεν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 πρὸς τὰ χρέη, τὰ
2544ὁποῖα ὠφείλομεν κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1886.» Ὁ κ.
2545Πρωθυπουργὸς ἀποφεύγει διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐνθυμηθῇ,
2546ὅτι αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν
2547τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885, καὶ ἐπειδὴ ἐπήλθομεν ἡμεῖς,
2548κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους, κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885,
2549καὶ ἀνεκόψαμεν, μᾶς εἶπε, τὴν ἐφαρμογὴν τῆς οἰκονομικῆς
2550πολιτείας του, κυβερνήσαντες 12 μῆνας, ὑποκρίνεται, ὅτι
2551λησμονεῖ τὸ διάστημα τῶν ἐτῶν 1882, 1883, 1884 μέχρι
2552τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885, καὶ λαμβάνει ὡς ἀφετηρίαν τὸ
25531886, καὶ ποιεῖται τὰς παραβολὰς τῶν χρεῶν τῆς 1 Ἰα-
2554νουαρίου 1890 πρὸς τὰ ποσὰ τῶν χρεῶν τῆς 30 Ἀπρι-
2555λίου 1886. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως δὲν ἠδύ-
2556νατο, εἰμὴ νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας τῷ
2557ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐδ’ ἠξίουν παρ’ αὐτοῦ μεγα-
2558λειτέραν ἐλευθερίαν, ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ
2559ὁποῖα διεγράφησαν εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ διατὶ ὁ Πρωθυπουρ-
2560γὸς ἀποφεύγει νὰ παραβάλῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν
2561τοῦ Κράτους κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 πρὸς τὴν κατά-
2562στασιν τῆς 31 Δεκεμβρίου 1882, ἤτοι τοῦ χρόνου, κατὰ
2563τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀρχίσει νὰ ἐφαρμόζῃ τὴν πολιτικήν του;
2564Ἡμεῖς δὲν λέγομεν, νὰ παραβάλωσι τὴν κατάστασιν τῶν
2565χρεῶν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 πρὸς τὴν κατάστασιν
2566αὐτῶν κατὰ τὴν 10 Φεβρουαρίου 1882, ὅτε ἀνέλαβεν ὁ Πρω-
2567θυπουργὸς τὴν Κυβέρνησιν, προτρέπομεν ὅμως αὐτοὺς καὶ ἐπι-
2568μένομεν, καὶ νομίζομεν ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀξιῶμεν, ὅτι
2569πρέπει ἡ παραβολὴ νὰ γίνηται πρὸς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν
2570εὑρίσκοντο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὴν 31 Δεκεμ-
2571βρίου 1882. Τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 συνέταξεν ὁ νῦν
2572Πρωθυπουργός. Κατὰ τὸ 1882 εἶχον προστεθῆ καὶ αἱ νέαι
2573ἐπαρχίαι, εἶχον πλέον κανονισθῆ καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα
2574αὐτῶν· τὸ φυσικὸν λοιπὸν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ
2575ἀναδράμωμεν, εἶναι ἡ 31 Δεκεμβρίου 1882, καὶ πρὸς τὰ
2576κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον χρέη τοῦ Κράτους πρέπει νὰ παρα-
2577βάλωσι τὰ χρέη τὰ ὑπάρχοντα τῇ 1 Ἰανουαρίου 1890.
2578Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως δὲν στέργει, ἀλλὰ ζητεῖ νὰ
2579παραβάλῃ αὐτὰ πρὸς τὰ κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1886
2580ὑπάρχοντα χρέη, διότι θέλει νὰ ῥίψῃ εἰς βάρος ἡμῶν πᾶσαν
2581τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι
2582τῆς 30 Ἀπριλίου 1886. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1882, κατὰ τὸ
25831883, κατὰ τὸ 1884 ἐκυβερνᾶτε ὑμεῖς, πῶς δὲ θέλετε ἡμεῖς
2584νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην τῆς διοικήσεως ὑμῶν; Σεῖς ἐδιοι-
2585κήσατε τρία ἔτη πλήρη, ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου 1882 μέχρι τοῦ
2586Ἀπριλίου 1885. Πῶς θέλομεν ἀναλάβει ἡμεῖς τὴν εὐθύνην τῆς
2587διαχειρίσεως ὑμῶν ταύτης; Ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν τότε τὴν
2588οἰκονομικὴν πολιτικὴν ὑμῶν καθ’ ὅλην τὴν τριετίαν. Ἡμεῖς
2589ἠγωνίσθημεν τότε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπως σᾶς ἀνα-
2590κόψωμεν ἀπὸ τῆς κατωφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφέρεσθε.
2591Ἡμεῖς προανηγγείλαμεν τότε τὸν ὄλεθρον, τὸν ὁποῖον παρε-
2592σκευάζετε εἰς τὴν χώραν. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τότε δι’ ὅλων
2593τῶν μέσον τῶν νομίμων νὰ σᾶς σταματήσωμεν. Ἀλλὰ δὲν
2594σᾶς ἄφινεν ὁ ἀκόρεστος πόθος τῆς ἀρχῆς. Ἠθέλατε νὰ
2595σχηματίσητε κόμμα, ἠθέλατε νὰ λεηλατήσητε τὰ λείψανα
2596τοῦ κόμματος τοῦ ἀποβιώσαντος τότε πολιτικοῦ ἀνδρὸς
2597τῆς Μεσσηνίας, διὰ νὰ προσεταιρισθῆτε αὐτὰ, νὰ τὰ ὀργα-
2598νώσητε, νὰ γένωνται ὑπήκοα ὑμῶν, νὰ περιβληθῆτε πολι-
2599τικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν δὲν εἴχετε. Καὶ πρὸ τοῦ πόθου
2600τούτου δὲν ἐφείδεσθε οὔτε τοῦ χρήματος τοῦ δημοσίου,
2601οὔτε οὐδενός. Καὶ ὅταν ἡμεῖς, ἡγουμένου ἐκείνου τοῦ πολι-
2602τικοῦ ἀνδρὸς, τοῦ ἀληθῶς ὑπερόχου, ἐλέγομεν πρὸς τὸν
2603Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν «μὴ σπαταλᾷς, φείδου τῶν
2604χρημάτων τοῦ Δημοσίου», ἐκεῖνος μᾶς ἀπεκρίνετο γελῶν,
2605ὅτι εἶχε ἑκατομμύρια δεξιὰ, ἑκατομμύρια ἀριστερὰ, ἑκα-
2606τομμύρια ὄπισθεν, ἑκατομμύρια πρὸ ἡμῶν, καὶ ἐδαπάνα
2607ἀλογίστως. Πῶς λοιπὸν ἀποφεύγετε τὴν εὐθύνην τῆς τριε-
2608τοῦς ἐκείνης διοικήσεώς σας; Ἡμεῖς σᾶς διεδέχθημεν κατὰ
2609Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ἐδιοικήσαμεν 12 μῆνας μόνον, καὶ
2610σεῖς σπεύδετε νὰ μᾶς ἐπιβαρύνητε διὰ τῶν ἐλλειμμάτων
2611οὐχὶ ἑνὸς, ἀλλὰ δύο ἐτῶν, μᾶς βαρύνετε διὰ τοῦ ἐλλείμμα-
2612τος τοῦ 1885, ἐνῷ 4 μῆνες τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐδιοικήσατε σεῖς,
2613μᾶς ἐπιβαρύνετε διὰ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ 1886, ἐνῷ τοὺς
26148 μῆνας τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐδιοικεῖτε σεῖς, καὶ ἐδιοικεῖτε
2615κατὰ τρόπον, τοῦ ὁποίου τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν θέλει
2616ἐλθεῖ ἡμέρα νὰ ἐξελέγξω καὶ νὰ ἀποκαλύψω, οὐχὶ μόνον
2617ὡς ἀσύνετον, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄστοργον πρὸς τὸν τόπον.
2618Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡμεῖς κατὰ τὸ δωδεκάμηνον
2619διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐδιοικήσαμεν, ἀνακόψαντες τὴν
2620διοίκησιν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, νομίζετε ὅτι ἀνε-
2621δέχθημεν μεγάλα ποσὰ δανείων καὶ ἐπεβαρύναμεν διὰ βα-
2622ρέων δανείων τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, χειροτερεύσαν-
2623τες αὐτὴν, ἐνῷ ὁ Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀφήσει αὐτὴν εἰς κρείτ-
2624τονα κατάστασιν; Πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω πόσα τότε ἐδα-
2625νείσθημεν. Ἡμεῖς ἐδανείσθημεν διὰ προκαταβολῆς 6,000,000
2626δραχ. διότι ἐπρόκειτο νὰ πληρώσωμεν δαπάνας, τὰς ὁποίας
2627ἡμεῖς ἐνηργήσαμεν; Οὐχί. Ἀλλὰ διὰ νὰ πληρώσωμεν ἔλλειμ-
2628μα τῆς διαχειρίσεως τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἰδοὺ
2629ποίας πληροφορίας ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Λογιστηρίου, ὁ
2630νῦν Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἔδιδεν εἰς ἐμὲ, ὡς
2631Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τίνων λόγων μὲ ἔπεισεν,
2632ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δανεισθῶμεν 6,000,000, τὰ ὁποῖα ἐδα-
2633νείσθημεν διὰ προκαταβολῆς, ἤτοι διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου,
2634δι’ οὗ ἐδανείζετο πρὸ ἡμῶν ὁ Πρωθυπουργός. Εἴχομεν ἀνάγ-
2635κην νὰ πληρώσωμεν κατὰ τὴν 15 Μαΐου 1885 εἰς τόκους:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2636Αʹ)Τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων δρ. 242,330
2637Βʹ)Τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων
2638 κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1885 » 845,107
2639Γʹ)Τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων » 326,250
2640Δʹ)Τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων» 3,484,187
2641Εʹ)Τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων» 1,536,000
2642 τῶν προκαταβολῶν ἐπὶ ἐνεχύρῳ » 170,000
2643Ϛʹ)Κατὰ τὴν 12 Ἰουλίου, τοῦ δανείου
2644 τῶν 60 ἑκατομμυρίων » 991,400
2645Ζʹ)Τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 » 945,000
2646 Τὸ ὅλον δρ.8,540,274
2647Ἐνῷ δὲ ὠφείλομεν κατὰ ταῦτα νὰ πληρώσωμεν ὀκτὼ
2648καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, δὲν ὑπῆρχον ἐκ τῶν εἰσπεπραγμένων
2649τελωνειακῶν ἐσόδων, τῶν παρακεχωρημένων εἰς ἐγγύησιν
2650τῶν εἰρημένων δανείων, εἰμὴ 2,588,048 δραχμαὶ, ἑπομέ-
2651νως ὑπῆρχεν ἀνάγκη 6,000,000, καὶ ταῦτα ἐδανείσθημεν
2652τὴν 22αν Μαΐου 1885 διὰ προκαταβολῆς. Ἐδανείσθημεν
2653προσέτι 48,000,000 ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ παρὰ
2654τῆς Ἐθνικῆς Ταρπέζης καὶ τῶν δύο ἄλλων Τραπεζῶν.
2655Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι προεκαλέσαμεν τότε νόμον περὶ δανείου
2656100 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ τὸν νόμον τοῦτον δὲν ἐξετελέσα-
2657μεν, οὐχὶ διότι, ὡς ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ Ὀκτώ-
2658βριον τοῦ 1886, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολο-
2659γισμὸν τοῦ 1887, οὐχὶ, λέγω, διότι δὲν εὑρίσκομεν νὰ
2660δανεισθῶμεν οὔτε ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν. Ἀναιρῶ τὴν
2661ῥῆσιν ἐκείνην τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν
2662ὅτι δὲν ἦτο ἀληθής. Παρίστα τὸ Κράτος ὡς περιελθὸν εἰς
2663ἀληθῆ ἀπόγνωσιν, διὰ νὰ ἐπιδείξῃ ἑαυτὸν σωτῆρα, αὐτὸς
2664ὁ ὀλετὴρ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος. Λέγω ὅτι δὲν
2665ἦτο ἀληθὲς, καὶ ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας τὸν κ. Μάρκον
2666Ῥενιέρην, τὸν κ. Ἀνδρέαν Συγγρὸν, τὸν κ. Ἀθηνογένην,
2667τὸν κ. Μέρλιν, οἵτινες, κληθέντες ὑπ’ ἐμοῦ, συνῆλθον εἰς
2668τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐωτερικῶν, ὡς διευθυνταὶ τῶν τεσσά-
2669ρων Τραπεζῶν. Μετὰ σύσκεψιν μοὶ εἶπον, ὅτι ἠδύναντο νὰ
2670μοὶ δώσωσι τὰ 100 ἑκατομμύρια τοῦ δανείου, ἀλλ’ ὑπὸ
2671τὸν ὅρον νὰ ἐξοφληθῶσι συγχρόνως αἱ ὀφειλόμεναι προκα-
2672ταβολαὶ ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170
2673ἑκατομμυρίων, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει ὁ Βουλευτὴς ἐκ
2674Μεσολογγίου. Ἀπετάθην τότε πρὸς τὸν κ. Συγγρὸν, διότι
2675ὁ κ. Ρενιέρης, ὡς διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐδό-
2676λως ἐνείχετο εἰς τὰς εἰρημένας προκαταβολὰς, καὶ εἶπον
2677πρὸς τὸν κ. Συγγρὸν, ὅτι, ἐὰν ἤθελον στέρξει νὰ ἀποδεχθῶ
2678τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον μοὶ ἐπρόβαλεν, ἤθελον βελτιώσει τὰ
2679μάλιστα τὴν θέσιν αὐτῶν, ὡς δανειστῶν, διὰ τῶν προκατα-
2680βολῶν, διότι μέχρι τοῦδε αὐτοὶ, οἵτινες εἶχον δώσει χρή-
2681ματα ὡς δάνειον διὰ προκαταβολῆς, εἶχον ὡς ἐγγύησιν τὰς
2682ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, αἵτινες εἶχον
2683δοθῆ εἰς αὐτοὺς ὡς ἐνέχυρον· ἀλλ’ ἡ θέσις αὐτῶν ἤθελε
2684βελτιωθῆ, διότι ἀντὶ ὁμολογιῶν ὡς ἐνέχυρον ἤθελον ἔχει
2685οὐχὶ μόνον τὴν πρόσοδον τῶν μονοπωλείων, ἀλλὰ καὶ τὴν
2686διαχείρισιν τῶν μονοπωλείων. Καὶ ὄντως οὐδὲν δάνειον δύνα-
2687ται νὰ ἔχῃ μεγαλείτερα πλεονεκτήματα, μεγαλειτέρας
2688ἐγγυήσεις ἢ ὅσας παρέχει τὸ δάνειον τοῦτο. Ἑπομένως
2689ἀντὶ τοῦ ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον παρεῖχον αὐτοῖς, βελτιῶν
2690τοσοῦτον τὴν θέσιν αὐτῶν, ἠρώτων, ποῖον ἀγαθὸν παρεῖχον
2691αὐτοὶ ὡς ἀντάλλαγμα εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ.
2692Ἀνδρέας Συγγρὸς μετὰ μειδιάματος ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἶχον
2693δίκαιον, ἀλλὰ μοὶ εἶπεν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει πλέον ὁμολο-
2694γίας ὡς ἐνέχυρον προκαταβολῶν ἢ μόνον 100 ἢ 200 χι-
2695λιάδων δραχμῶν· αὐτὰ, ἅπερ εἶπον, ἁρμόζουσιν εἰς τὸν κ.
2696Ἀθηνογένην, ὡς διευθυντὴν τῆς Τραπέζης Κωνσταντινου-
2697πόλεως, ἥτις εἶναι βεβαρημένη μὲ τὰς προκαταβολάς.
2698Τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 100 ἑκατομμυρίων συνωμολόγη-
2699σεν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1887, ἀποδεχθεὶς τὸν
2700ὅρον, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλον καὶ εἰς αὐτὸν, ἤτοι μετατρέψας
2701εἰς τὸ δάνειον τοῦτο τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος προκαταβολάς·
2702ἀπεδέχθη μάλιστα καὶ ἄλλον ὅρον, βαρύτερον, τὴν κατα-
2703σκευὴν τῶν θωρηκτῶν ἀντὶ 27 ἑκατομμυρίων. Περὶ τῶν
2704θωρηκτῶν τούτων θέλω ὁμιλήσει κατόπιν, περιοριζόμενος ἐπὶ
2705τοῦ παρόντος εἰς τὰ δάνεια.
2706Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1882 τὰ χρέη τοῦ Δημο-
2707σίου ἀνήρχοντο εἰς 416,356,435, ὡς συνάγεται ἀπὸ τὴν
2708μελέτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882. Ἐὰν προσθέσητε
2709τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2710γὸς συνωμολόγησε πρὸ τοῦ 1885, ἐὰν προσθέσητε τὸ δάνειον
2711τῶν 18,000,000 τῆς ὁδοποιΐας, θέλετε ἔχει 604,356,435,
2712τὰ ὁποῖα, ὅτε ἀνήλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εὕρομεν ὀφει-
2713λόμενα κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885· ἀφοῦ δ’ ἡμεῖς κατὰ
2714τὰ εἰρημένα δὲν προσεθήκαμεν εἰμὴ τὰ 6,000,000 τῆς
2715προκαταβολῆς τοῦ τόκου τοῦ 1885, καὶ τὰ 65,480,395:29,
2716τὰ ὁποῖα ὠφείλομεν κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1886 ἐπὶ ἀναγ-
2717καστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς τὰς τρεῖς Τραπέζας, ἕπεται, ὅτι ἀνε-
2718βιβάσαμεν τὰ χρέη τοῦ Κράτους εἰς 675,836,830, προσ-
2719θέντες εἰς τὰ μέχρι τοῦ Ἀπριλίου ὑπάρχοντα 71,480,355.
2720Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀρέσκεται νὰ ἐπιμένῃ, ἵνα παρα-
2721βάλλῃ τὸ ποσὸν τῶν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 ὀφει-
2722λομένων, οὐχὶ πρὸς τὰ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1882 ὑπάρ-
2723χοντα χρέη, ἀλλὰ πρὸς τὰ κατὰ τὴν 30 Ἀπριλίου 1886.
2724Ἐπιθυμεῖ δηλαδὴ νὰ ἐπιβαρύνῃ ἡμᾶς μὲ τὴν εὐθύνην τοῦ
2725δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον αὐτὸς συνωμο-
2726λόγησε κατὰ τὸ 1884, δανείου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν
2727πρώτην πληγὴν καὶ κυριωτάτην τῶν αἰτιῶν, αἵτινες περιή-
2728γαγον τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος εἰς ἣν τυγχάνουσι νῦν
2729κατάστασιν. Καὶ ὄντως ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου
2730ἐκείνου ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατέ-
2731στη, ἐὰν οὐχὶ ἀπεγνωσμένη, ἀλλὰ δυσχερεστάτη· ἐνθυμοῦν-
2732ται δὲ πάντες, ἰδίως ὑμεῖς, ὅσοι ἐτυγχάνετε Βουλευταὶ κατὰ
2733τὴν Περίοδον ἐκείνην, εἰς ποῖον ἀγῶνα ὑπεβάλομεν ἡμᾶς
2734αὐτοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀνα-
2735στείλωμεν τὸν Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τοῦ δανείου ἐκείνου, μετὰ
2736πόσης δ’ ἐπιμονῆς ἔκλειε τότε τὰ ὦτά του εἰς τὰς παρα-
2737στάσεις ἡμῶν; ἐνθυμεῖσθε πῶς, καὶ ὅταν ἀκόμη ἀπέτυχεν ἡ
2738ἔκδοσις τοῦ δανείου, ὁ Πρωθυπουργὸς εὐηγγελίζετο, ὅτι ἐν
2739τῇ ἀποτυχίᾳ τοῦ δανείου ἐκείνου εὕρισκεν αὐτὸς τὴν ἐπιτυ-
2740χίαν αὐτοῦ. Καὶ ἡ ἐπιτυχία τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομ-
2741μυρίων κατέληξεν εἰς τὸ ἑξῆς πόρισμα, ὅτι ὀφείλομεν σήμε-
2742ρον οὐ μόνον 100 ἑκατομμύρια ὡς δάνειον, εἰς τὸ ὁποῖον
2743μετεβλήθη τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ὅτι
2744ὀφείλομεν προσέτι καὶ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων,
2745τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς συνωμολόγησεν, ἵνα ἐξοφλήσῃ
2746τὰς προκαταβολὰς, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει, ἵνα ἄρῃ κατὰ
2747τὸ 1884 τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ πληρώσῃ τὰ
2748ἐλλείμματα τῆς ἀπὸ τοῦ 1882–1884 τριετοῦς διοική-
2749σεώς του, ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170
2750ἑκατομμυρίων, ἤτοι, ὅτι ὀφείλομεν 235 ἑκατομμύρια. Καὶ
2751ἀληθῶς ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, τοῦ συνο-
2752μολογηθέντος ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸ 1887, δὲν
2753ἐπληρώθησαν, εἰμὴ μόνον τὰ 21 ἑκατομμύρια, ἅτινα εἶχε
2754δανεισθῆ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1886 πρὸς πληρωμὴν τοῦ ὀφει-
2755λομένου εἰς Εὐρώπην ἀντιτίμου τοῦ κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν
2756ἀγορασθέντος ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ προσέτι τὰ 27
2757ἑκατομμύρια τῆς ναυπηγήσεως τῶν ναυπηγουμένων τριῶν
2758πλοίων.
2759Τοιαύτη τυγχάνει ἡ οἰκονομικὴ δεξιότης τῆς τριετοῦς
2760Κυβερνήσεως τῶν 1882–1885, τὴν ὁποίαν τόσον ἐπιμόνως
2761ἀποστέργουσι σήμερον, ζητοῦντες νὰ λησμονήσωμεν ἐκείνην,
2762καὶ νὰ χρονολογήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν αὐτῶν ἀπὸ τὸν
2763Ἀπρίλιον τοῦ 1886.
2764Μήπως δὲν μετῆλθε τὴν αὐτὴν τακτικὴν τὴν ἑσπέραν
2765ταύτην καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ αὐτὸς ἠθέ-
2766λησε νὰ παραβάλῃ τὴν κατάστασιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιο-
2767σύνης πρὸς τὴν κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1886 κατάστασιν, οὐδ’
2768ἠρέσκετο ν’ ἀναδράμῃ πέραν τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1886 καὶ νὰ
2769ἀνεύρῃ ποίαν εἶχε παρασκευάσει κατάστασιν καὶ τῆς ἀπονο-
2770μῆς τῆς δικαιοσύνης ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ὑπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν
2771Κυβέρνησις τῶν 1882–1885. Ἀληθῶς εἴπετο, ὅτι τοιαύ-
2772την ἤθελε μετέλθει τακτικὴν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
2773σύνης, διότι τυγχάνει μαθητὴς διακεκριμένος τῆς σχολῆς, τῆς
2774ὁποίας ἡγεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν δὲν ἦτο τοιοῦτος,
2775δὲν ἤθελε γίνει δεκτὸς ἐν τῇ σχολῇ, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ κα-
2776ταταχθῇ εἰς ἣν ἐν αὐτῇ ἀνήχθη τάξιν τοῦ παιδονόμου.
2777Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει μέγα προτέρημα, τὸ
2778προτέρημα, ὅτι ἔχει τοσοῦτον θάῤῥος, ὥστε, καὶ ὅταν προ-
2779καλῇ ἀπονομὴν χάριτος εἰς τὸν Τάκην, καὶ τότε νὰ γαυριᾷ
2780καὶ νὰ κομπάζῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, ζητῶν νὰ θαυμάσῃ
2781αὐτὸν ἡ Βουλή, καὶ ὅταν τολμᾷ νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν
2782Βουλὴν τὸν Τάκην ὡς ἀπόφοιτον τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ
2783τότε ἀκόμη νὰ μὴ δειλιᾷ πρὸ τοῦ ψεύδους, καὶ ὅταν συλ-
2784λαμβάνηται καὶ ἐξελέγχηται τοιοῦτον ἀποπειραθεὶς πεί-
2785ραμα, καὶ ἀποδεικνύηται τοῦ Τάκη ἡ ἠθικότης, καὶ τότε
2786ἀκόμη νὰ κλίνῃ τὴν κεφαλὴν κάτω. Τοιαῦτα προσόντα
2787εὐτυχῶς εἰσιν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν σπανιώτατα, καὶ διὰ τοῦτο
2788ὁμολογῶ, ὅτι προσῆκεν εἰς αὐτὸν νὰ ταχθῇ παιδονόμος ἐν
2789τῇ σχολῇ, τῆς ὁποίας ἡγεῖται ὁ Πρωθυπουργός.
2790Ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ δανείων ὁ λόγος, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω
2791παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἑρμουπόλεως, ὁ ὁποῖος παρ’
2792ὅλων κρίνεται ὡς ἐντριβέστατος περὶ τὰ χρηματιστικά, καὶ
2793ὡς δεινότατος περὶ τὸν χειρισμὸν τῶν ἀριθμῶν, καὶ ὁ ὁποῖος
2794ὡμολόγησεν, ὅτι πᾶν ὅ,τι εἶπε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην
2795εἶχε πορισθῆ ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων τοῦ Γενικοῦ Λογι-
2796στηρίου. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅταν ἐζήτησα νὰ ἐξελέγξω τοὺς
2797ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνεγίνωσκε, καὶ προσῆγον πρὸς
2798ἀναίρεσιν αὐτοῦ ἀπόδειξιν ἐπισημοτάτην, τὸν ἀπολογισμὸν
2799τὸν ἐπίσημον τοῦ 1885, ἔλεγεν, ὅτι δὲν πταίει αὐτὸς, διότι
2800τοιούτους ἀριθμοὺς εἶχε δώσει αὐτῷ τὸ Γενικὸν Λογιστή-
2801ριον. Ἐπιθυμῶ, λέγω, νὰ μάθω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βου-
2802λευτοῦ ἐξ Ἑρμουπόλεως, πῶς περιέλαβε μετὰ τῶν ἐξόδων
2803τοῦ Κράτους 23 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἐπο-
2804ρίσθη ἐκ δανείου διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου
2805Μύλων – Καλαμῶν; τί ἐνόει; Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι συνωμο-
2806λογήθη δάνειον 23 ἢ 24 ἑκατομμυρίων πρὸς κατασκευὴν
2807τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ὅτι, ὅτε συνωμολογήθη
2808τὸ δάνειον, ἐπορίσθημεν χρήματα ἐξ αὐτοῦ, διότι ἄλλως
2809δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναδεχθῶμεν τὴν ὑποχρέωσιν ὀφειλῆς
2810τοσούτων ἑκατομμυρίων· γνωρίζω, ὅτι κατόπιν τὸ δάνειον
2811τοῦτο μετετράπη, καὶ διὰ χρημάτων ληφθέντων ἐξ ἄλλου
2812δανείου ἐπληρώθη τὸ δάνειον τοῦτο, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι
2813τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθημεν ἐκ τοῦ δανείου τούτου,
2814κατέχομεν ἡμεῖς, διότι δὲν ἐδαπανήσαμεν μέχρι σήμερον
2815εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων – Καλαμῶν
2816πάντα ταῦτα τὰ 24 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθημεν.
2817Πῶς περιέλαβεν ὡς δαπανηθέντα τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα,
2818ἐνῷ ὁ σιδηρόδρομος δὲν ἐτελείωσε, κατὰ δὲ τὴν σύμβασιν,
2819ἣν ἔχομεν μετὰ τῶν κατασκευαστῶν αὐτοῦ, αὐτοὶ δὲν
2820ἔχουσι δικαίωμα νὰ πληρόνωνται εἰμὴ au fur et à mesure,
2821ἤτοι κατὰ λόγον τῆς προόδου τῶν ἔργων; Λοιπὸν, ἐπειδὴ
2822ὁ σιδηρόδρομος δὲν ἐτελείωσεν, ἕπεται ὅτι τὰ ἑκατομμύρια
2823ταῦτα δὲν ἐδαπανήθησαν. Πῶς λοιπὸν περιέλαβε ταῦτα
2824μετὰ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ ἀφῄρεσε τὰ 24 ἢ 23
2825ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα
2826ἐπορίσθη ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνω-
2827μολόγησε, καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἢ τῆς ἐπιβολῆς
2828νέων τοιούτων; Ἐὰν τὰ 23 ἢ 24 ἑκατομμύρια ἐδαπανή-
2829θησαν, ἐπιθυμῶ νὰ τὸ μάθω, ἐὰν ὅμως δὲν ἐδαπανήθησαν,
2830πῶς οἱ κύριοι οὗτοι ἀνέγραψαν τὸ ποσὸν τοῦτο μεταξὺ τῶν
2831γενομένων πράγματι δαπανῶν εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων;
2832Πῶς ἔσπευσαν νὰ ἀναγράψωσιν αὐτὸ, ἀφοῦ ἡ δαπάνη δὲν
2833ἐγένετο;
2834Καὶ εἶπον περὶ θωρηκτῶν, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς
2835προχθὲς, ὅτε ἠγόρευεν, ἀποκρινόμενος εἰς τοὺς λόγους,
2836οὓς ἐγὼ εἶπον, μοὶ ἐφάνη ἀγανακτῶν καὶ ὀργιζόμενος,
2837διότι ἐγὼ ἀνέφερα μόνον τὴν «Κίσσαν», τὴν «Ἀηδόνα»
2838καὶ τὴν «Κίχλαν», καὶ δὲν ἐμνήσθην καὶ τῶν τριῶν
2839θωρηκτῶν, δι’ ὧν ἡ Ἑλλὰς, καθ’ ἃ ἔλεγεν ὁ Πρω-
2840θυπουργὸς, οὐδὲν ὀλιγώτερον ἢ ἐγένετο κυρία τῆς θα-
2841λάσσης, ἂν ὄχι τῆς Μεσογείου πάσης, ἀλλὰ τοὐλάχιστον
2842τῆς θαλάσσης, τῆς περιβρεχούσης τὰς ἀκτὰς τῆς Χερσονήσου
2843ἡμῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ εἰς τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς
2844ὁποίους ἀνέφερα, περιέπεσα εἰς παραδρομήν τινα, διότι ἀφῄ-
2845ρεσα ἀπὸ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπορίσθη ἐκ
2846δανείων, καὶ ἀπὸ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθη ἐκ νέων φόρων
2847ἢ ἐξ αὐξήσεως φόρων, ἀφῄρεσα, λέγω, ὅσα ἐδαπάνησεν εἰς
2848δημόσια ἔργα, εἰς παρασκευὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς,
2849καὶ διὰ κατασκευὴν θωρηκτῶν, ἀφῄρεσα μόνον 16,393,551,
2850ὅσα ἐπλήρωσε διὰ τὴν ναυπήγησιν αὐτῶν κατὰ τὸ 1888,
2851δὲν ἀφῄρεσα δὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσε διὰ τὴν ναυπή-
2852γησιν αὐτῶν κατὰ τὸ 1889. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι κατὰ
2853τὸ λ)σμὸν, τὸν ὁποῖον ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε προ-
2854χθὲς ἠγόρευον, παρέστησα, ὅτι ὁ λαὸς εἰσέφερε κατὰ τὴν
2855διάρκειαν τῶν ἑπτὰ ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1882–1890, περισσό-
2856τερα διὰ φόρους, ἀπὸ ὅσα εἶχεν εἰσφέρει κατὰ τὸ 1882,
2857δραχμὰς 126,593,745· παρέστησα ὡσαύτως, ὅτι ὁ Πρω-
2858θυπουργὸς, ἐπειδὴ τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπήρ-
2859κουν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, ἠναγκάσθη
2860κατὰ τὴν ἑπταετίαν νὰ συνομολογήσῃ νέα δάνεια καὶ νὰ
2861αὐξήσῃ τὰ χρέη τοῦ Κράτους κατὰ 348,133,553:37. Οὕ-
2862τως εὗρον, ὅτι κατὰ τὴν ἑπταετίαν ταύτην ἐδαπανήθησαν
2863δραχ. 474,527,294:94 περισσότερον ἀπὸ ὅσα εἶχον δαπα-
2864νηθῆ κατὰ τὸ 1882 καὶ τὰ πρὸ αὐτοῦ ἔτη· ἐπειδὴ ὅμως
2865ἐζήτουν νὰ μάθω, διὰ ποίας ἀνάγκας τοῦ Κράτους ὑπερηύ-
2866ξησαν τοσοῦτον τὰ ἔξοδα, ποῖα ἀγαθὰ προσεπορίσθη τὸ
2867Κράτος διὰ τῆς ὑπερβαλλούσης ταύτης δαπάνης, ἀνεὗρον, ὅτι
2868δρ. 14,862,917:99 ἐδαπανήθησαν, ἵνα ἀποκτήσῃ τὸ Κρά-
2869τος τοὺς κατασκευασθέντας σιδηροδρόμους, διά τε τὴν κατα-
2870σκευὴν αὐτῶν καὶ δι’ ἀποζημίωσιν τῶν κτημάτων, τῶν
2871καταληφθέντων ὑπὸ τῶν σιδηροδρόμων, ὡς καὶ διὰ τὴν
2872ἀποζημίωσιν τῶν γαιῶν, τῶν καταληφθεισῶν ὑπὸ τῆς διώ-
2873ρυγος τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου· ὅτι ἐδαπανήθησαν δραχ.
28747,864,734:80 κατὰ τὸ 1884 εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτι-
2875κὰς παρασκευὰς, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ ναυτικαὶ παρασκευαὶ
2876συνίστατο εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν τεσσάρων πλοίων, τὰ ὁποῖα
2877φέρουσι τὰ ὀνόματα τῶν ποταμῶν, καὶ τῶν τριῶν μικρῶν
2878πλοίων, τῆς «Κίσσης» τῆς «Κίχλας» καὶ τῆς «Ἀηδόνος»·
2879ὅτι ἐδαπανήθησαν προσέτι δραχμαὶ 52,221,069:63 δι’
2880ἔξοδα τῆς ἐπιστρατείας τοῦ 1885, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 44,
2881860,865:94 ἐδαπανήθησαν δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ
2882τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης· καὶ ὅτι ἐδαπανήθησαν προ-
2883σέτι δραχμαὶ 16,393,551 διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν τριῶν
2884θωρηκτῶν. Καὶ ἀληθῶς κατὰ τὸ 1888 τοσαῦτα εἶχον δα-
2885πανηθῆ διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν. Οὕτω τὰ ἔξοδα
2886ταῦτα συνεκεφαλαιώθησαν εἰς 91,342,272:42, καὶ τόσα
2887ἀφήρεσα ἀπὸ τὰ 474,527,294:94, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν
2888ἑπταετίαν εἶχε πορισθῆ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξ αὐξήσεως φόρων,
2889ἐκ νέων φόρων καὶ ἐκ δανείων ὑπὲρ τὰ συνήθη πρὸ τῆς
2890ἑπταετίας ἔσοδα τοῦ Κράτους. Οὕτω, ἀφαιρέσας ἀπὸ τὸ
2891εἰρημένον ποσὸν τῶν 474,527,294:94 τὸ συγκεφαλαιωθὲν
2892ὡς ἀνωτέρω ποσὸν τῶν 91,342,273:42, διὰ τῆς δαπάνης
2893τοῦ ὁποίου ἐμάθομεν τέλος πάντων ποῖά τινα εἴχομεν ἀπο-
2894κτήσει, εὗρον, ὅτι ὑπελείπετο ποσὸν δραχμῶν 383,185,037:
289552, διὰ τὸ ὁποῖον ἠρώτων τὸν Πρωθυπουργὸν, ποῖα δι’ αὐ-
2896τοῦ προσεπόρισεν εἰς τὸ Κράτος ἀγαθά. Ἀλλὰ παρέλιπον
2897νὰ περιλάβω μεταξὺ τῶν δαπανηθέντων διὰ τὴν ναυπήγη-
2898σιν τῶν θωρηκτῶν καὶ δραχ. 3,208,918, δαπανηθείσας
2899κατὰ τὸ 1889, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα πίνακα τῶν ἐξόδων
2900τοῦ ἔτους τούτου. Διορθόνων σήμερον τὴν παραδρομὴν ταύ-
2901την, ὁμολογῶ, ὅτι ἐπληρώθησαν εἰς ναυπήγησιν τῶν θωρη-
2902κτῶν κατὰ τὸ 1889 καὶ τὰ εἰρημένα 3,208,918, καὶ προσ-
2903θέτω καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰ 91,342,273:42, διὰ τῆς
2904δαπάνης τῶν ὁποίων γνωρίζομεν ποῖα ἀπεκτήσαμεν ἀγαθὰ,
2905καὶ οὕτω ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα 474,527,294:94 δὲν ἀφαιρῶ
2906μόνον τὰ 91,342,273:42, ἀλλ’ ἀφαιρῶ 94,551,191:42,
2907καὶ εὑρίσκω, ὅτι ὑπολείπονται 379,976,103:52, δαπανη-
2908θέντα κατὰ τὴν ἑπταετίαν ὑπὲρ τὰ συνήθως μέχρι τοῦ 1883
2909δαπανώμενα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ποσὰ, καὶ ἐρω-
2910τῶ, εἰς ποίας ἀνάγκας ἐδαπανήσατε τὰ χρήματα ταῦτα;
2911ποῖα διὰ τῆς δαπάνης αὐτῶν προσεπορίσατε εἰς τὸ Κράτος
2912ἀγαθά;
2913Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπειδὴ, ὡς εἴρηται, παρέλειψα τὰ
2914πρὸς ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1889,
2915ἐπελάβετο τῆς εὐκαιρίας καὶ ὑπεκρίθη ὀργὴν κατ’ ἐμοῦ, διατὶ
2916ἐμνημόνευσα τῆς «Κίχλης», καὶ τῆς «Κίσσης» καὶ τῆς «Ἀη-
2917δόνος», ἵνα εἰρωνευθῶ οὕτω τὰς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένας ναυ-
2918τικὰς παρασκευὰς, δὲν ἐμνημόνευσα δὲ τῆς ναυπηγήσεως τῶν
2919θωρηκτῶν. Ἀνέφερα «ἀληθῶς τὴν «Κίχλαν» καὶ τὴν «Κίσ-
2920σαν» καὶ τὴν «Ἀηδόνα», διότι διὰ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων,
2921τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ
2922ἔλαβε κατὰ τὸ 1883 καὶ 1884 δι’ ἐκτάκτους ναυτικὰς
2923παρασκευὰς, μόνον τὴν «Κίχλαν» καὶ τὴν «Κίσσαν» καὶ
2924τὴν «Ἀηδόνα» προσεπόρισεν εἰς τὸ Κράτος καὶ τὰ τέσσαρα
2925πλοῖα, τὰ φέροντα τὰ ὀνόματα τῶν ποταμῶν, οὐδὲν δὲ ἄλλο,
2926ἂν καὶ ὅτε ἐζήτει παρὰ τῆς Βουλῆς τὰς πιστώσεις ἔλεγε
2927τὸ ἀλησμόνητον: «Πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη ἄνευ ναυτικῶν
2928»παρασκευῶν εἶναι ἀπώλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμόν». Τὴν
2929ἀγορὰν τῆς «Κίχλης» καὶ τῆς «Κίσσης» καὶ τῆς «Ἀηδό-
2930νος» ἐνόει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ναυτικὰς παρασκευὰς, καὶ
2931διὰ τοῦτο ἠγόρασεν αὐτὰς διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου
2932τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τῶν ὡρισμένων διὰ ναυτικὰς παρα-
2933σκευάς. Δὲν κατεκρίνομεν ὑμᾶς διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων
2934τούτων, καὶ δικαιολογεῖσθε προβάλλοντες σήμερον, ὅτι εἰσὶ
2935ταῦτα χρήσιμα διὰ τὴν ἀστυνομίαν τῶν παραλίων, ἢ διὰ
2936τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τελωνειακῶν νόμων, καὶ τὴν πρόληψιν
2937ἢ τὴν καταστολὴν τῶν λαθρεμπορίων. Κατακρίνομεν ὑμᾶς,
2938διότι τὰς πιστώσεις, ἃς ἐζητεῖτε παρὰ τῆς Βουλῆς, παρε-
2939στήσατε εἰς αὐτὴν, ὅτι ἐζητεῖτε διὰ ναυτικὰς παρασκευὰς,
2940ἐνῷ δι’ αὐτῶν ἠγοράσατε «Κίχλας» καὶ «Κίσσας» καὶ «Ἀη-
2941δόνας». Ἂν εἴχετε ἀνάγκην τοιούτων πλοίων, ὠφείλετε νὰ
2942προμηθευθῆτε ταῦτα διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κρά-
2943τους, καὶ οὐχὶ νὰ ἀπατᾶτε τὴν Βουλήν, ζητοῦντες πιστώ-
2944σεις διὰ ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ ἀγοράζοντες δι’ αὐτῶν
2945ἀτμοτελωνίδας.
2946Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμνήσθη τῶν θωρηκτῶν, τὰ ὁποῖα
2947ναυπηγοῦνται, μετὰ κομπασμοῦ, καὶ μικροῦ δεῖν νὰ παρα-
2948στήσῃ ἑαυτὸν, ὅτι κατέστησε τὴν Ἑλλάδα ἀξιόμαχον ναυ-
2949τικὴν δύναμιν, ἐκτελῶν δῆθεν σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε μελε-
2950τήσει ἀπὸ τοῦ 1882.
2951Ἂς ἀναμνησθῶμεν, Κύριοι, καὶ τῶν σχεδίων τούτων τοῦ
2952Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀληθῶς εἶχε σχηματίσει
2953ἐπιτροπὴν, καὶ εἶχε πέμψει αὐτὴν εἰς πάντας τοὺς λιμένας
2954τῆς Εὐρώπης καὶ πάντας τοὺς ναυστάθμους, ὅπως ποιήσηται
2955μελέτας εὐρείας, ὅπως ἐξετάσῃ καὶ σπουδάσῃ τὰ σχέδια τῶν
2956διαφόρων πλοίων, συντάξῃ δὲ καὶ ὑποβάλῃ σχέδιον πλοίων
2957διὰ τὸν στόλον τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν
2958δαπανῶν, αἵτινες ἀπητοῦντο εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων
2959τούτων. Διὰ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἐγράφη ἐπανειλημμένως
2960καὶ ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι τὸ Κράτος ἐδαπάνησεν ὑπὲρ
2961τὰς 150 χιλιάδας δραχμῶν, ἡ ἐπιτροπὴ δ’ αὕτη ἐπανῆλθεν
2962αἰσίως, καὶ μετὰ τὴν ἄφιξιν αὐτῆς ἡ μόνη πρᾶξις, τὴν
2963ὁποίαν εἴδομεν διαπραχθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο ἡ
2964ἀγορὰ τῶν τεσσάρων ποταμῶν καὶ τῶν τριῶν πτηνῶν. Πάν-
2965τες ὑπέλαβον, ὅτι τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν τῆς ἐπιτροπῆς
2966κατέληξεν εἰς τὸν πλουτισμὸν τοῦ στόλου διὰ τῶν πλοίων
2967τούτων, καὶ πάντες ἐξεπλάγησαν ἐπὶ τούτῳ, διότι οὐδεὶς ἐφαν-
2968τάζετο ὅτι, διὰ νὰ κατασκευασθῶσι τοιαῦτα πλοῖα, εἶχεν ἀπο-
2969σταλῆ ἡ ἐπιτροπὴ, ἵνα μελετήσῃ καὶ ἐξεύρῃ αὐτά. Ἀλλ’ ἂς
2970ἀναμνησθῶμεν καὶ τῆς ἱστορίας τῆς ναυπηγήσεως τῶν θω-
2971ρηκτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομο-
2972σχέδιον, δι’ οὗ ἐνομοθετεῖτο σχέδιον πλῆρες περὶ κατασκευῆς
2973θωρηκτῶν, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο ἀπὸ 17 Μαρ-
2974τίου 1887 νόμος ὑπὸ στοιχ. ΑΥΙΑʹ. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον,
2975ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἀποκτήσει στόλον διὰ τῶν ἑξῆς πόρων.
2976Ἀκούσατε, Κύριοι, διότι ταῦτά εἰσιν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ
2977νόμῳ. Τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ νόμου ΑΥΙΑʹ τῆς 1 Μαρτίου 1887
2978διατάσσει, ὅτι κατατίθενται ἐπὶ τόκῳ ἔν τινι τῶν Τραπε-
2979ζῶν: «αʹ) Τὸ τίμημα τῆς «Σφακτηρίας» καὶ τῆς «Μυ-
2980»κάλης». βʹ) Τὸ ἐκπλειστηρίασμα τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πο-
2981»λεμικοῦ ναυτικοῦ παντὸς εἴδους. γʹ) Τὸ ἀντίτιμον τῶν
2982»κτηνῶν καὶ παντὸς εἴδους ὑλικοῦ τοῦ πολέμου. δʹ) Τὸ
2983»ἀντίτιμον παντὸς εἴδους κινητῶν, ἀνηκόντων εἰς τοὺς
2984»λοιποὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. εʹ) Τὰ ἐκ ναυα-
2985»γίων ἔσοδα. ϛʹ) Τὰ ἐκ παντὸς τυχηροῦ ἐσόδου τοῦ
2986»Δημοσίου, καὶ ζʹ) Τὰ ἐξ ἐπιστροφῶν χρημάτων», ἵνα ἡ
2987πρόσοδος αὐτῶν χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δανείου εἰς
2988μεταλλικὸν ἐκ 30 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον προωρίζετο
2989εἰς ναυπήγησιν ἢ ἀγορὰν πλοίων.
2990Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ὁ Πρωθυπουργὸς
2991ἀπεφάσισε νὰ κατασκευάσῃ στόλον διὰ τῶν μέσων, τὰ
2992ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, μετὰ ἑβδομήκοντα καὶ ἓξ ἡμέρας, ἤτοι
2993κατὰ τὴν 3 Ἰουνίου 1887, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλον
2994νόμον, δι’ οὗ ἐκυρώθη σύμβασις μετὰ τῆς Προεξοφλητικῆς
2995Τραπέζης τῶν Παρισίων, διὰ τῆς ὁποίας συμβάσεως συνω-
2996μολογεῖτο δάνειον 135 ἑκατομμυρίων, ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ
2997Πρωθυπουργὸς ὑπεχρεοῦτο ἢ συνεφώνει, δὲν γνωρίζω, τὰ
299826 ἑκατομμύρια νὰ ἀφήσῃ κατατεθειμένα εἰς τὴν Προε-
2999ξοφλητικὴν Τράπεζαν, διὰ νὰ πληρωθῶσι τὰ τῆς κατα-
3000σκευῆς τριῶν πλοίων θωρηκτῶν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου
3001ἀπεφάσισε νὰ προσπορίσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ναυπηγούμενα
3002θωρηκτά. Ἀλλ’ εἶχε κατὰ νοῦν ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ προ-
3003μηθευθῇ πλοῖα θωρηκτά, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ διαπραγμα-
3004τευθῇ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων; Παντάπασιν,
3005Ἕξ ἡμέρας πρὶν ἢ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκα-
3006τομμυρίων, εἶχε ζητήσει παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας
3007ἄδειαν, διὰ τοῦ νόμου τῆς 28 Μαΐου 1887, ἵνα συνομο-
3008λογήσῃ ἄλλο δάνειον 150,000,000. Τὸ δάνειον τῶν
3009135,000,000, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησε μετὰ ἓξ ἡμέρας,
3010εἶναι μέρος τοῦ δανείου τῶν 150,000,000. Ὅτε δ’ ἐζή-
3011τησε τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῇ τὰ 150 ἑκατομμύρια, πα-
3012ρέχων ὡς ἐγγύησιν τὴν πρόσοδον τῶν μονοπωλείων καὶ
3013τὴν διαχείρισιν αὐτῶν, δὲν ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς
3014ἄδειαν, ἵνα ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου ἐκείνου δαπα-
3015νήσῃ πρὸς ἀγορὰν θωρηκτῶν; Παντάπασι. Τὴν ναυπή-
3016γησιν τῶν θωρηκτῶν δὲν εἶχε κατὰ νοῦν οὐδὲ τὴν προτε-
3017ραίαν τῆς 3 Ἰουνίου, καθ’ ἣν συνωμολόγησε τὴν μετὰ τοῦ
3018Comptoir d’ Escompte περὶ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκα-
3019τομμυρίων σύμβασιν. Τὴν ἐνθυμήθη κατὰ τὴν διαπραγ-
3020μάτευσιν τῆς συμβάσεως ταύτης, διότι τὴν ἐπέβαλον αὐτῷ
3021οἱ δανεισταὶ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Κατὰ τὴν
302228 Μαΐου 1887, δηλ. πρὸ 6 ἡμερῶν ὅτε ἐψηφίζετο ὁ
3023νόμος τοῦ δανείου τῶν 150 ἑκατομμυρίων, ἐξηκολούθει
3024νὰ φρονῇ, ὅτι τὰ θωρηκτὰ ἔπρεπε νὰ κατασκευασθῶσι
3025διὰ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψεν ὁ νόμος τῆς 18
3026Μαρτίου 1887. Ἐκ τούτων δὲν συνάγεται, ὅτι τῶν θω-
3027ρηκτῶν ἡ ναυπήγησις ὁμοιάζει τὰς παραχωρήσεις τὰς
3028ὁποίας ὁ Ἰσμαὴλ πασσᾶς, ὁ Ἀντιβασιλεὺς τῆς Αἰγύ-
3029πτου, παρεχώρει, ὅταν ἤθελε νὰ παράσχῃ χρηματικὰ
3030κέρδη εἴς τινα; Εἶναι μία ἐκ τῶν Commission τοῦ Ἀν-
3031τιβασιλέως τῆς Αἰγύπτου. Οἱ συνομολογήσαντες τὸ δά-
3032νειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, οἱ δανεισταί, ἐπεθύμουν νὰ
3033μὴ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὸ κέρδος τοῦ τόκου, ἀλλὰ νὰ κερδή-
3034σωσι περισσότερα, καὶ ἐπέβαλον τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸν
3035Πρωθυπουργὸν νὰ κατασκευάσῃ τὰ θωρηκτὰ ταῦτα, καὶ
3036νὰ δαπανήσῃ ἐκ τοῦ δανείου 26 ἑκατομμύρια πρὸς ἀπό-
3037κτησιν τῶν θωρηκτῶν. Τὰ θωρηκτὰ ταῦτα δὲν εἶναι
3038ἀπόκτημα, τὸ ὁποῖον παρεσκεύασαν αἱ μελέται τῆς ἐπι-
3039τροπῆς, τὴν ὁποίαν προανέφερα, διότι ταῦτα κατασκευά-
3040ζονται κατὰ τύπον ὅλως νέον, περὶ τοῦ ὁποίου αἱ ἐκθέσεις
3041τῆς ἐπιτροπῆς οὐδόλως ἐποιήσαντο λόγον τινὰ, ἀμφι-
3042βάλλω δὲ, ἂν τὸν τύπον τῶν κατασκευαζομένων θωρη-
3043κτῶν ἡμῶν ἔχωσι πλοῖα ἄλλης τινὸς Δυνάμεως. Πιθανὸν
3044δὲ ἡ δοκιμὴ νὰ γίνηται πρώτην φορὰν εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ
3045Ἑλληνικοῦ ταμείου.
3046Ἀλλ’ ἠκούσατε, Κύριοι, τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐπανειλημμέ-
3047νως ἀναφέροντος, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1885 καὶ 1886
3048ἀνῆλθον εἰς 129 ἑκατομμύρια. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμου-
3049πόλεως τὴν αὐτὴν ἔδωκε πληροφορίαν, οὐδὲ ἠδυνάμην νὰ
3050ἀμφιβάλλω, ὅτι τοιαύτην ἤθελε δώσει καὶ αὐτὸς πληρο-
3051φορίαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως προέβη πε-
3052ρισσότερον ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐνῷ τὰ ἐν τοῖς ἀπο-
3053λογισμοῖς ἀναγεγραμμένα ἐλλείμματα ἀνέρχονται, τοῦ μὲν
30541885 εἰς 61,370,732:64, τοῦ δὲ 1886 εἰς 34,149,557:
305584, τὸ ὅλον 95,520,290:48, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμου-
3056πόλεως δὲν ἐνόησε καλῶς τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἀνέφερεν, ὅτι
3057τὰ ἐλλείμματα τὰ ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς ἀνέρχονται εἰς 129
3058ἑκατομμύρια, διότι οὕτως εἶπον πρὸς αὐτόν. Καὶ συμπο-
3059σοῦνται μὲν τὰ βάρη τῶν δύο ἐτῶν εἰς 129 ἑκατομμύρια,
3060ἀλλ’ οὐχὶ δι’ ὃν λόγον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Τὰ ἐλλείμ-
3061ματα τοῦ 1886, κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ἐπίσημον ἀπο-
3062λογισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἀνέρχονται εἰς 34,
3063149,557:64, τὰ δὲ ἐλλείμματα τοῦ 1885, κατὰ τὸν ἐπί-
3064σημον ὡσαύτως ἀπολογισμόν, τὸν ὁποῖον καὶ τοῦτον ἔχω
3065ἐνταῦθα, ἀνέρχονται εἰς 61,370,732:64, ἤτοι ὁμοῦ τὰ
3066ἐλλείμματα τῶν δύο τούτων ἐτῶν ἀνέρχονται εἰς 95 ἑκα-
3067τομμύρια καὶ 520 χιλιάδας, καὶ οὐχὶ εἰς 129 ἑκατομμύ-
3068ρια. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν 129 ἑκατομμύρια, διότι
3069προσέθηκεν εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν 95 ἑκατομμυρίων καὶ
3070520 χιλιάδων καὶ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπορίσθημεν κατὰ
3071τὸ 1886 ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων, ἀνερχόμενα κατὰ τὸν ἀπο-
3072λογισμὸν εἰς 32,464,426:08. Ἴσως προσέθηκεν ἀκόμη καὶ
30732,052,358, τὰ ὁποῖα εἴχομεν πορισθῆ κατὰ τὸ 1885 ἐκ
3074τοῦ πατριωτικοῦ δανείου, καὶ ἠδυνήθη νὰ συγκεφαλαιώσῃ
3075τὸ ποσὸν τῶν 129 ἑκατομμυρίων. Καὶ εἰς μὲν τὴν οἰκονο-
3076μικὴν ἀμάθειαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἀθροίζῃ
3077εἰς τὸ αὐτὸ τὰ ἐλλείμματα τῶν ἀπολογισμῶν μὲ τὰ χρή-
3078ματα τῶν δανείων, ἀλλ’ εἶναι ἀκατανόητον, πῶς ὁ ἐξ Ἑρ-
3079μουπόλεως Βουλευτής, ἰσχυρίσθη, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τῶν
3080ἀπολογισμῶν ἀνῆλθον εἰς 129 ἑκατομμύρια, ἐνῷ ταῦτα
3081συνίσταντο κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς εἰς 95,520,290:48.
3082Εἰς μᾶλλον ἀσύγνωστον περιέπεσε πλάνην ὁ ἐξ Ἑρμου-
3083πόλεως Βουλευτής, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἡμεῖς εἰσεπράξαμεν κατὰ
3084τὰ 1885 καὶ 1886 ἐκ δανείων 53 ἑκατομμύρια, ἐνῷ κατὰ
3085μὲν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1886 εἰσεπράξαμεν ἐξ ἐκτά-
3086κτων ἐσόδων 32,464,426:08, κατὰ δὲ τὸν ἀπολογισμὸν
3087τοῦ 1885 μόνον δραχ. 2,052,358, τὸ ὅλον 34,516,784:
308808, ἤτοι 18 καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια ὀλιγώτερα τῶν 53
3089ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐβεβαίου ὁ κ. Σκουλούδης, κρα-
3090τῶν μάλιστα ἐν χερσὶ σημείωσιν καὶ ἀναγινώσκων αὐτήν.
3091Καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως, ὅστις ἐννοεῖ τοὺς ἀριθ-
3092μοὺς κάλλιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, κατήντησε καὶ αὐτὸς νὰ
3093συγχύζῃ αὐτοὺς τοσοῦτον!
3094Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς 129 ἑκατομμύρια ἀνῆλ-
3095θον τὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886· πῶς ὁ Πρω-
3096θυπουργὸς καταλογίζει πάντα ταῦτα εἰς βάρος ἡμῶν, καὶ
3097ἡμᾶς κηρύσσει ὑπευθύνους δι’ ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο; Ἡμεῖς
3098ἐκυβερνήσαμεν κατὰ τοὺς 12 μῆνας, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς
3099ἐκυβέρνησε κατὰ τοὺς ἄλλους 12 μῆνας. Ἡμεῖς ἀνελάβο-
3100μεν προθύμως τὴν εὐθύνην διὰ τὰ 52 ἑκατομμύρια, τὰ δα-
3101πανηθέντα ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας, σεῖς δὲν εὐθύνεσθε δι’
3102οὐδὲν ἔλλειμμα διὰ τὴν δωδεκάμηνον κυβέρνησιν ὑμῶν;
3103Εἶσθε σεῖς ἐν ἰσοζυγίῳ ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα κατὰ τοὺς
3104πρώτους τέσσαρας μῆνας τοῦ 1885, καθ’ οὓς ἐκυβερνᾶτε;
3105εἶσθε σεῖς ἐν ἰσοζυγίῳ ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα κατὰ τοὺς
3106ὀκτὼ τελευταίους μῆνας τοῦ 1886, καθ’ οὓς ἐκυβερνᾶτε
3107ὡσαύτως, καὶ καταλογίζετε εἰς βάρος ἡμῶν τὰ ἐλλείμ-
3108ματα καὶ τῶν δύο ἐτῶν ὁλοκλήρων; Λησμονεῖτε ἢ ὑπο-
3109κρίνεσθε, ὅτι δὲν ἐνθυμεῖσθε εἰς ποίαν κατάστασιν ἀφήσατε
3110τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1885,
3111ὅτε παρῃτήθητε; Λησμονεῖτε ὅτι, ὑμῶν κυβερνώντων, ἡ
3112χρῆσις τοῦ 1882 ἀφῆκεν ἔλλειμμα 5,244,833:37; ὅτι ἡ
3113χρῆσις τοῦ 1883 ἀφῆκεν ἔλλειμμα 9,258,312:81; ὅτι ἡ
3114χρῆσις τοῦ 1884 ἀφῆκε καὶ αὕτη ἔλλειμμα 30,602,146:
311567; Μόνα τὰ ἐλλείμματα τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν τῆς
3116κυβερνήσεώς σας εἶχον ἀνέλθει εἰς 45,105,292:85, τὰ
3117ὁποῖα ἐπληρώσατε μὲν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυ-
3118ρίων, ἀλλ’ ηὐξήσατε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς βάρος τῶν
3119διαδόχων σας διὰ τὸν τόκον καὶ χρεωλυσίων τοῦ δανείου
3120τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ ἡμεῖς πρῶτοι κατὰ τὰ 1885
3121καὶ 1886 ἐπληρώσαμεν αὐτούς.
3122Ἀλλὰ τίνος ἕνεκα ἡμεῖς δὲν ἐτακτοποιήσαμεν τὰ οἰκο-
3123νομικὰ τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα εἰς τόσῳ οἰκτρὰν εἶχε
3124καταλίπει κατάστασιν ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ
31251885; Ἡμεῖς ἐπεχειρήσαμεν νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκο-
3126νομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἠρξάμεθα τοῦ ἔργου ἡμῶν, ἀλλ’
3127ἀνεκόπημεν ὑπὸ τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως.
3128Δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε προχθὲς ὁ κ. Πρω-
3129θυπουργὸς, ὅτι δῆθεν ἡμεῖς ὑπεσχέθημεν ἐλαττώσεις ἐξό-
3130δων, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσαμεν αὐτὰς, καὶ ὅτι μάλιστα, ἐν
3131τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας
3132Ἐκπαιδεύσεως, οὐ μόνον δὲν ἐξετελέσαμεν τὰς ἐλαττώσεις,
3133τὰς ὁποίας ἀπηγγέλθημεν, ἀλλ’ ἡ διαχείρισις ἡμῶν ἀπέ-
3134δειξεν, ὅτι ἐποιήσαμεθα καὶ ὑπέρβασιν. Ταῦτα δὲν εἶναι
3135ἀκριβῆ, καὶ διαψεύδω αὐτὰ, ἔχων ἀνὰ χεῖρας τὸν ἐπίσημον
3136ἀπολογισμὸν τοῦ 1885. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου
3137τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1885 ὀλιγώτερα
3138ὅσων εἶχε δαπανήσει κατὰ τὸ 1884 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3139κατὰ δραχ. 181,061:16. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιο-
3140σύνης ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1885 ὀλιγώτερα τῶν κατὰ
3141τὸ 1884 δαπανηθέντων ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατὰ δραχ.
3142271,818:38. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδα-
3143πανήσαμεν κατὰ τὸ 1885 ὡσαύτως ὀλιγώτερα τῶν κατὰ
3144τὸ 1884 δαπανηθέντων δραχ. 612,217:03. Διὰ τὸ Ὑπουρ-
3145γεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
3146δεύσεως ἐδαπανήσαμεν ὡσαύτως ὀλιγώτερα 436,944:13,
3147οὐχὶ δὲ περισσότερα, ὡς ὁ Πρωθυπουργὸς μὴ ἀληθῶς ἔλεγε
3148προχθές. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐδαπανή-
3149σαμεν κατὰ τὸ 1885 ἐπίσης ὀλιγώτερα τῶν δαπανηθέντων
3150ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸ 1884 κατὰ δραχ. 989,
3151870:76. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδαπανή-
3152σαμεν ὡσαύτως 18,835,611:58 διὰ τακτικὰ ἔξοδα, ἀντὶ
3153τῶν 22,118,576:54, ὅσα ὁ Πρωθυπουργὸς εἶχε δαπανήσει
3154κατὰ τὸ 1884, ἤτοι ὀλιγώτερα 3,282,964:96.
3155Οὕτω κατὰ ἓν μόνον ἑξάμηνον, διότι αἱ οἰκονομίαι ἡμῶν
3156μόνον ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου τοῦ 1885 ἐφηρμόσθησαν,
3157ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα οἱ προκάτοχοι
3158ἡμῶν εἶχον δαπανήσει κατὰ τὸ ἀμέσως προηγούμενον ἔτος,
3159δραχ. 5,474,876:42. Λάβετε ἀνὰ χεῖρας τοὺς ἀπολογι-
3160σμοὺς τοῦ 1884 καὶ τοῦ 1885 καὶ ἔλθετε νὰ μὲ ἐλέγξητε,
3161παύσατε δὲ λέγοντες ψεύματα. Ἐὰν ἐδαπανήσαμεν δι’ ἓν
3162ἑξάμηνον ὀλιγώτερα τῶν παρ’ ὑμῶν δαπανηθέντων κατὰ
31635,474,876:42, πρὶν ἢ προφθάσωμεν νὰ μεταβάλωμεν τὴν
3164σπαταλώδη νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν εἴχετε καταστήσει κατὰ
3165τὰ προηγηθέντα ἔτη, πρὶν ἢ ἀκόμη δυνηθῶμεν νὰ ὀργανώ-
3166σωμεν τὴν διοίκησιν ἐπὶ βάσεων οἰκονομικῶν, οἷαι ἥρμοζον
3167εἰς τὸ Κράτος· ἐὰν, λέγω, κατὰ μίαν ἑξαμηνίαν μόνον ᾠκο-
3168νομήσαμεν 5,474,876, δὲν ἠθέλομεν οἰκονομήσει 11 ἑκα-
3169τομμύρια, ἐὰν ἐφηρμόζομεν τὰ οἰκονομικὰ μέτρα ἡμῶν ἐπὶ
3170δύο ἑξαμηνίας, ἤτοι ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος; Ἰδοὺ ποῦ ἐστη-
3171ριζόμεθα, ὅτε ἐπηγγελλόμεθα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι
3172θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐξομαλύνωμεν τὰς περιπλοκὰς καὶ τὰς
3173ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων χρη-
3174μάτων ἐδημιουργήσατε, κυβερνήσαντες ἐπὶ τριετίαν. Τοῦτο
3175ὑπεσχέθημεν καὶ τοῦτο ἠρξάμεθα νὰ ἐκτελῶμεν ἐπὶ τὸ δεύ-
3176τερον ἑξάμηνον τοῦ 1885. Καὶ ὅτε εἰσηγησάμεθα εἰς τὴν
3177Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, καὶ ὅτε ἐπηγγελ-
3178λόμεθα ταῦτα, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι τὴν ἑσπέραν ταύ-
3179την ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ τὸν ὁποῖον ἀντικατέστησεν ὁ κ. Βου-
3180λευτὴς ἐξ Ἑρμουπόλεως, ἐκεῖνος μᾶς κατήγγελλεν ἐπὶ συναλ-
3181λαγῇ μετὰ τοῦ λαοῦ! «Θέλετε μεγαλειτέραν συναλλαγὴν»,
3182ἔλεγε τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, «ἀπὸ τὴν συναλλαγὴν, τὴν
3183ὁποίαν σεῖς συνωμολογήσατε μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ;
3184»Σεῖς ὑπεσχέθητε εἰς τὸν λαὸν, ὅτι θέλετε ἐλαττώσει τὰ
3185»ἔξοδα τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἐδελεάσατε αὐτὸν, καὶ
3186»διὰ τοῦτο σᾶς ἔδωκε πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, τώρα δ’
3187»ἔρχεσθε καὶ ἐκτελεῖτε τὰς ὑποσχέσεις σας.»
3188Καὶ ἐχαρακτήριζε τὴν πολιτείαν ἡμῶν ταύτην ἀνήθικον
3189τότε ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Βουλευτὴς, ὅστις, ἂν κωλύηται νὰ
3190διατελῇ καὶ σήμερον παρὼν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐξακολουθεῖ ὅμως
3191νὰ ἦναι τοῦ Πρωθυπουργοῦ συνήγορος. Οὕτω δὲ ἐχαρακτη-
3192ρίζετε ὡς ἀνήθικον πρᾶξιν τὴν καταστολὴν τῆς σπατάλης,
3193τὴν κατάπαυσιν ἐξόδων οὐ μόνον μὴ ἀναγκαίων, οὐ μόνον
3194ἀνωφελῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβῶν, ὡς γιγνομένων πρὸς δια-
3195φθορὰν τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐπῆλθε δυστυχῶς τὸ πραξικό-
3196πημα τῆς Φιλιππουπόλεως, καὶ ἀνέκοψεν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ
3197ἔργου. Ἐὰν δὲ δὲν μετεβάλλομεν τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν
3198ἠρξάμεθα ἐφαρμόζοντες, ἐὰν τὸ συμβεβηκὸς τῆς Φιλιππου-
3199πόλεως δὲν ἐπήρχετο, ἵνα ἀνακόψῃ ἡμᾶς ἀπὸ ταύτης, ἡ
3200Ἑλλὰς ἤθελεν εὑρίσκεσθαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς ἄλλην
3201οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ ὄχι εἰς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν
3202παρέστησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ
3203Τριφυλίας. Ἐνθυμεῖσθε ποίαν σᾶς ἀπηύθυνεν ἐρώτησιν ὁ
3204κ. Σωτηρόπουλος ἀγορεύων πρὸ μικροῦ; Σᾶς εἶπεν, ὅτι
3205δὲν δύνασθε, εἰμὴ νὰ ζητῆτε νὰ δανείζησθε καθ’ ἑκάστην
3206ἑξαμηνίαν, καὶ ἂν δὲν δυνηθῆτε νὰ εὕρητε δάνειον κατὰ
3207μίαν ἑξαμηνίαν, ποῦ θέλετε εὑρεθῆ; Μήπως τῷ ὄντι πρό-
3208κηται νὰ διαπράξητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συκοφαντοῦντες
3209ἡμᾶς, ἰσχυρίσθητε, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν συμβουλεύσει;
3210Κατὰ τοῦτο διαφέρουσιν αἱ περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγ-
3211μάτων τῆς πατρίδος γνῶμαι ἡμῶν ἀπὸ τὰς γνώμας τὰς
3212ἰδικάς σας. Ἀδιαφοροῦμεν ἐντελῶς, ἂν λέγητε, ὅτι ἡμεῖς
3213ὑπεσχέθημεν κατὰ τὸ 1885 νὰ καταργήσωμεν φόρους, ἢ
3214ἂν ἐπαναλαμβάνητε καὶ σήμερον ἐκτοξεύοντες καθ’ ἡμῶν
3215τοιαύτην ἀβάσιμον αἰτίασιν. Ἡμεῖς οὐδέποτε εἴπομεν εἰς
3216τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ «κάτω οἱ φόροι», τὸ ὁποῖον κατὰ
3217κόρον ἐπαναλαμβάνετε συκοφαντοῦντες, οὐδὲ τώρα λέγομεν
3218«κάτω οἱ φόροι». Καὶ πῶς νὰ εἴπωμεν «κάτω οἱ φόροι»,
3219ἀφοῦ τοιαύτην σεῖς ἐδημιουργήσατε κατάστασιν ἐν τοῖς
3220οἰκονομικοῖς τοῦ Κράτους; Ὑμεῖς περιηγάγετε τὸ σκάφος
3221τῆς δυστυχοῦς πατρίδος εἰς ἀληθὲς ναυάγιον ἐντὸς τοῦ
3222λιμένος, διότι ἦτο ἐντὸς τοῦ λιμένος τὸ σκάφος τῆς Ἑλλά-
3223δος κατὰ τὸ 1882, ὅτε σεῖς ἤλθετε νὰ κυβερνήσητε. Εἶχε
3224τότε προσορμισθῆ εἰς λιμένα, μετὰ πλοῦν ταραχώδη, καὶ
3225εἶχε προσορμισθῆ ὑπὸ ὅρους εὐτυχεῖς, πληροῦντας τοὺς
3226Ἕλληνας δι’ ἐλπίδων. Εἶχεν ἀποκτήσει, τῇ βοηθείᾳ βε-
3227βαίως τῆς θείας Προνοίας, δύο νέας ἐπαρχίας. Λέγω τῇ
3228βοηθείᾳ τῆς θείας Προνοίας, διότι, ὅ,τι καὶ ἂν ἔπραξεν ὁ
3229πατὴρ τοῦ ἐκεῖ καθημένου Βουλευτοῦ, ὅ,τι καὶ ἂν εἶχον
3230δυνηθῆ καὶ ἐγὼ νὰ συντελέσω εἰς τὸ ἔργον, δὲν ἦτο δυνατὸν
3231νὰ δικαιολογήσωσι ταῦτα καὶ μόνα τὴν ἀπόκτησιν τῶν
3232δύο ἐπαρχιῶν. Ἕνεκα τοῦ συμβεβηκότος τούτου εἶχε
3233μεταδοθῇ εἰς τὴν Εὐρώπην πλήρης πεποίθησις περὶ τῆς
3234προόδου τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ περὶ τοῦ εὐτυχοῦς
3235μέλλοντος αὐτοῦ. Τὰ κεφάλαια ἔσπευδον εἰς τὴν διάθεσιν
3236τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος. Δὲν ἀπῃτεῖτο δὲ, εἰμὴ
3237σύνεσις καὶ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ στοργὴ πρὸς τὰ
3238συμφέροντα αὐτῆς, πρὸς εὐόδωσιν τῶν τῆς πατρίδος πραγ-
3239μάτων. Ἀλλ’ ἡ πατρὶς εἶχε τὴν δυστυχίαν νὰ ἀνέλθωσιν
3240ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν ἄνδρες, ἀποδείξαντες ὅτι
3241οὔτε στοργὴν εἶχον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, οὔτε
3242ἐπόνουν τὸν τόπον, οὔτε ἐσκέπτοντο περὶ τῶν ὑποχρεώσεων
3243τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, οὐδὲ σύνεσιν κἂν εἶχον. Καὶ μᾶς
3244ἤγαγον οὗτοι εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Καὶ πρὸ τοιαύτης
3245καταστάσεως δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ
3246εἴπῃ «κάτω οἱ φόροι»; ὅστις νὰ δύναται νὰ δώσῃ τοιαύτην
3247ὑπόσχεσιν; Δὲν ἔχομεν παρὰ τῶν πατέρων ἡμῶν κληροδό-
3248τημα τὴν δημοκοπίαν. Οἱ πατέρες μας δὲν μᾶς ἐδίδαξαν νὰ
3249δημοκοπῶμεν, ἀλλὰ νὰ ἀγαπῶμεν τὴν πατρίδα μας. Ἄλλοι
3250ἀνῆλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς δημοκοπίας, καὶ δι’
3251αὐτῆς ζητοῦσι νὰ συγκρατῶσι τὰς ἡνίας αὐτῆς ἐν ταῖς
3252χερσὶν αὐτῶν. Ἡμεῖς εἴπομεν πάντοτε τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν
3253λαόν. Καὶ εἴπομεν αὐτὴν καὶ ὅταν ἕνεκα τούτου δὲν ἐγιγνό-
3254μεθα εἰς αὐτὸν εὐάρεστοι. Καὶ εἴπομεν αὐτὴν, ζητοῦντες νὰ
3255ἀναστείλωμεν τὰς ὁρμὰς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1862, καὶ
3256νὰ συντελέσωμεν εἰς ἐγκατάστασιν Βασιλείας. Καὶ ἐπροτι-
3257μήσαμεν νὰ μισήσωσιν ἡμᾶς πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν,
3258νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς ποικίλας συκοφαντίας, νὰ μᾶς
3259ἐγκαλέσωσιν ὡς κόλακας τῆς Βασιλείας, ἀλλ’ οὐδόλως ἐδι-
3260στάσαμεν νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀλήθειαν. Δὲν ὑπῆρξε
3261δὲ περίοδος χρονικὴ ἐν τῷ δημοσίῳ βίῳ ἡμῶν, κατὰ τὴν
3262ὁποίαν ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ δημαγωγήσωμεν ἢ νὰ ἀπο-
3263πλανήσωμεν τὸν λαὸν, λέγοντες εἰς αὐτὸν τὰ ἀρεστά. Ἀλλ’
3264ἐὰν ἐπεκρίναμεν τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν ὑμῶν, τὴν ἐπε-
3265κρίναμεν διότι εὑρίσκομεν αὐτὴν μετ’ ἀμαθείας ἐξυφανθεῖσαν,
3266διότι εὑρίσκομεν αὐτὴν ἐπιζημίαν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ
3267τόπου, διότι εὑρίσκομεν αὐτὴν καταναλίσκουσαν τοὺς πόρους
3268τοῦ Κράτους εἰς θεραπείαν κομματικῶν συμφερόντων. Μήπως
3269δὲν χωριζόμεθα ἀπὸ ὑμᾶς καὶ κατὰ τοῦτο; Μήπως δὲν τὸ
3270γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Μᾶς χωρίζει ἀπὸ σᾶς ἡ σπα-
3271τάλη τῶν δημοσίων χρημάτων, μᾶς χωρίζει ἡ ἕξις ὑμῶν
3272νὰ δαπανᾶτε τὰ δημόσια πρὸς ὀργάνωσιν, συντήρησιν καὶ
3273ἐπικράτησιν κόμματος, μᾶς χωρίζει ἡ σπατάλη τῶν δημο-
3274σίων πρὸς διαφθορὰν τῶν ἠθῶν τοῦ λαοῦ, καὶ πρὸς ἀποπλά-
3275νησιν τῶν συνειδήσεων τῶν πολιτῶν. Γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς
3276λαὸς, ὅτι στέργομεν τοὺς φόρους κατ’ ἀνάγκην, ἀλλὰ στέρ-
3277γομεν αὐτοὺς, ἀφοῦ τοὺς διασκευάσωμεν τοιούτους, ὥστε
3278τὰ δι’ αὐτοὺς ἔξοδα νὰ ἦναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα.
3279Στέργομεν αὐτοὺς, προσδιοριζομένους λογικῶς, καὶ κανονι-
3280ζομένους συμφώνως πρὸς τὸ συμφέρον οὐ μόνον τοῦ δημο-
3281σίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ τῶν φορολογουμένων, οὐχὶ δὲ πρὸς
3282δημιουργίαν θέσεων.
3283Καὶ πῶς ἐπείσθημεν, ὅπως κρίνωμεν τὴν φορολογικὴν
3284νομοθεσίαν σας ὡς τοιαύτην; Σᾶς φέρω παράδειγμα τὸν
3285φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἡμεῖς, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διενο-
3286ούμεθα νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὡς μᾶς
3287ἀπέδωκεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων προχθές. Τὴν φορο-
3288λογίαν τοῦ προϊόντος τούτου τὴν θεωροῦμεν εὔλογον καὶ
3289δικαίαν, καὶ πρῶτοι ἡμεῖς ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν
3290κατὰ τὸ 1879 νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ.
3291Ἑπομένως οὐδὲ ἀφορμὴν παρέσχομεν ποτὲ, ἵνα δώσωμεν τὸ
3292δικαίωμα εἴς τινα νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἤμεθα διατεθειμένοι νὰ
3293καταργήσωμεν τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, οὐδὲ λόγον τινὰ εἶχον,
3294ἵνα ἀποδώσωσιν ἡμῖν τοιοῦτον σκοπόν. Ἐσμὲν διατεθειμένοι
3295νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὸ νενομοθετημένον σύστημα τῆς
3296φορολογίας τοῦ καπνοῦ δι’ ἄλλου συστήματος. Διατί; Διότι
3297τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνομοθέτησεν ὁ Πρωθυπουργὸς, εἶναι
3298σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ ἔξοδα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ
3299φόρου ἀναλογοῦσι πρὸς τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα πορίζονται ἐκ
3300τοῦ φόρου τούτου, κατὰ 33%. Κατὰ τὸ 1884 εἰσέ-
3301πραξαν 3,023,588:63 ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν
3302καπνοκοπτηρίων, ἂν καὶ εἶχον προϋπολογίσει ἐξ αὐτοῦ
3303ἔσοδον 10 ἑκατομμυρίων, κατὰ δὲ τοὺς ἀπολογισμοὺς, ἐδα-
3304πάνησαν 1,010,546:60. Ὅταν λοιπὸν δαπανῶνται 1,010,
3305546:60 διὰ νὰ εἰσπραχθῶσι 3,023,588:63, φόρον τοιοῦτον
3306ἀποκρούομεν, καὶ κρίνομεν αὐτὸν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέ-
3307ροντα τοῦ τόπου. Ἡ πρώτη ἀρετὴ τῶν φόρων εἶναι νὰ μὴ
3308μεσολαβῶσι μεταξὺ τοῦ πληρόνοντος τὸν φόρον καὶ τοῦ
3309εἰσπράττοντος τὸν φόρον πολλαὶ χεῖρες, ὅπως ἐλάχιστον
3310ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου δαπανᾶται εἰς ἔξοδα βεβαιώσεως καὶ
3311εἰσπράξεως αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ 1888 δὲν
3312ἐδαπανήσετε τόσα πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου τούτου,
3313διότι καὶ τὰ δαπανηθέντα εἶναι ὀλιγώτερα, ἀνελθόντα
3314εἰς 852,446, καὶ ἡ ἀναλογία αὐτῶν πρὸς τὰ ἔσοδα
3315ἦτο μικροτέρα, ἀφοῦ, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου
3316εἰς δραχμὰς 4 καὶ 80 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, εἰσεπράχθησαν
3317περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1884 εἰσπραχθέντων, ἤτοι δραχ.
33184,599,000. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1888 ἐδαπανήσατε 852,
3319000, διὰ νὰ εἰσπράξητε 4,599,000. Κατὰ τὸ 1889 δὲν
3320γνωρίζομεν ἀκόμη ἀκριβῶς, τί ἐδαπανήσατε, ἑπομένως δὲν
3321δύναμαι ν’ ἀναφέρω τὰ κατὰ τὸ 1889 δαπανηθέντα καὶ
3322εἰσπραχθέντα. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι, ἐνῷ διὰ τοῦ Προϋπολο-
3323γισμοῦ τοῦ 1888 εἴχετε ζητήσει 637,092 πίστωσιν δι’
3324ἔξοδα ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ταῦτα δὲν σᾶς
3325ἤρκεσαν, καὶ ἐζητήσατε δι’ αὐτὰ ἀναπληρωτικὴν πίστω-
3326σιν δραχ. 215,354. Ὅταν ἀνεγράφετε ἐν τῷ Προϋπολο-
3327γισμῷ τὴν ἀρχικὴν πίστωσιν τῶν δραχ. 637,092, ἐστηρί-
3328χθητε ἐπὶ ὑπολογισμοῦ 32 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν δι’ ἔξοδα
3329κοπῆς, καὶ ἐπὶ ὑποθέσεως, ὅτι ἤθελεν εἰσαχθῆ ἓν ἑκατομ-
3330μύριον ὀκάδων εἰς τὰ ἐργοστάσια πρὸς κοπὴν, ἑπομένως ὑπε-
3331λογίσατε 320,000 δραχμάς· μετ’ ὀλίγον δὲ, μετὰ τὴν ἀρ-
3332χὴν τοῦ 1889, ἐζητήσατε τὴν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν
3333ἐκ 215,354 καὶ ἀνεβιβάσατε τὰ ἔξοδα εἰς 852,446. Ἀλλὰ
3334πόθεν ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις αὕτη τῶν ἐξόδων; Προϋπελογί-
3335σατε ὅτι ἠθέλατε δαπανήσει 320,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα
3336κοπῆς, πρὸς 32 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐὰν ἤθελεν εἰσαχθῆ εἰς
3337τὰ κοπτήρια ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων καπνοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ
3338δὲν εἰσήχθη ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων, ἀλλὰ ποσὸν ὀλιγώ-
3339τερον, ἤτοι εἰσήχθησαν 892,072 ὀκάδες, δὲν ἠναγκάσθητε
3340νὰ δαπανήσητε ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἴχετε ἀνα-
3341γράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ὀλιγώτερον. Καὶ ὅμως
3342ὄχι μόνον ἐδαπανήσατε ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ἐζητή-
3343σατε καὶ 215,354 περισσότερον. Διατί; Διότι εἶναι σύστη-
3344μα, τὸ ὁποῖον εὐκολύνει τὴν διαφοράν. Ὁσάκις ἔχετε
3345ἀνάγκην νὰ παραστήσητε δῆθεν τὸ δημόσιον φρόνημα διὰ
3346τῶν ἀκροατηρίων τῆς Βουλῆς, τὰ καπνοκοπτήρια κλείουσι
3347καὶ πληροῦνται ὑπὸ τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν ὑπομισθίων τὰ
3348ἀκροατήρια τῆς Βουλῆς. Ὁσάκις οἱ πολῖται προτίθενται
3349νὰ προβῶσιν εἰς λαϊκήν τινα ἐκδήλωσιν, τὰ καπνοκοπτήρια
3350κλείουσι, καὶ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν αὐτοῖς ἐργατῶν προσ-
3351τίθενται καὶ νέοι ἄλλοι μισθωτοὶ, ὡς ἐργάται καὶ οὗτοι
3352τῶν κοπτηρίων, οἵτινες διὰ ῥοπάλων καὶ ὅπλων ὡπλισμέ-
3353νοι, ὁδηγοῦνται, ἵνα συμπλακῶσι μετὰ τῶν πολιτῶν, ὅσοι
3354ἀπεφάσισαν νὰ ἐκδηλώσωσι τὸ φρόνημά των. Ἐξαρτᾶται
3355ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ
33565, 10, 20 ἢ 200 ἐργάτας, ἵνα ποικίλλῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν,
3357ἀναλόγως τῶν τραμπουκοσυλλεκτικῶν διαθέσεων, τὰς ὁποίας
3358ἔχει. Τὰ καπνοκοπτήρια εἰσὶ τραμπουκοσυλλεκτήρια. Ἔχει
3359ἀνάγκην ὀγδοήκοντα; ὀγδοήκοντα μισθωτοὺς ἐν τοῖς Κα-
3360πνοκοπτηρίοις· ἔχει ἀνάγκην ἑκατὸν πεντήκοντα; ἑκατὸν
3361πεντήκοντα προστίθενται, καὶ ἂν ᾖ ἀνάγκη, καὶ ὁπλίζει
3362αὐτοὺς εἰς τιμὴν καὶ δόξαν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ
3363ὁποῖον ἡ Βουλὴ προσδιορίζει κατ’ ἔτος τὸν ἀριθμὸν τῶν
3364ὁπλιτῶν τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ. Τοιοῦτον
3365σύστημα δὲν δυνάμεθα, νὰ τὸ ἀνεχθῶμεν, διότι ἡμεῖς δὲν
3366ἐκλήθημεν νὰ διαφθείρωμεν τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ, νὰ διαφθείρω-
3367μεν τὰς συνειδήσεις τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ νὰ ἱδρύσωμεν χρη-
3368στὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι δὲ χρησταὶ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι,
3369αἵτινες καταφεύγουσιν εἰς τοιαῦτα μέσα. Ἰδοὺ διατὶ ἀπο-
3370κρούομεν τὸ ἐπονείδιστον τοῦτο σύστημα. Μήπως νομίζετε,
3371ὅτι θέλουσιν ἀρκέσει αἱ 632 χιλιάδες, τὰς ὁποίας ἐψηφίσατε
3372διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ὡς ἔξοδον τῆς φορολο-
3373γίας τοῦ καπνοῦ; Καὶ κατὰ τὸ 1889 τὰ καπνοκοπτήρια
3374ἐχρησίμευσαν ὡς τραμπουκοσυλλεκτήρια, καὶ ἂν κατὰ τὸ
33751888 ἐδαπανήσατε 852,446, ἀνάλογα ἐδαπανήσατε βε-
3376βαίως καὶ κατὰ τὸ 1889, καὶ θέλετε ζητήσει προ-
3377σεχῶς ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Κατὰ δὲ τὸ 1890
3378θέλουσιν ἀρκέσει αἱ 605,132, τὰς ὁποίας ἀνεγράψατε
3379ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Τὰ χειροκροτήματα τοῦ λό-
3380γου τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὰ ποδοκροτήματα τῶν λόγων
3381τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζετε, δὲν ἐκόστισαν
3382εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; Κατὰ τὸ 1890 μάλιστα θέ-
3383λουσιν ἐνεργηθῆ καὶ Βουλευτικαὶ ἐκλογαί, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν
3384νὰ μὴ φθάσωσιν εἰς τὸ ἑκατομμύριον τὰ ἔξοδα πρὸς ἐφαρ-
3385μογὴν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ.
3386Καὶ μετὰ τοιαύτας σπατάλας ἐξύμνησε χθὲς ὁ Πρωθυ-
3387πουργὸς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ
3388σιγαροχάρτου, καὶ κομπάζων ἔλεγεν, ὅτι ἑπτὰ ἑκατομμύ-
3389ρια εἰσπράττει κατ’ ἔτος ἐκ τῶν δύο τούτων πόρων, καὶ
3390ἠρώτα ἡμᾶς, πῶς θέλομεν ἀναπληρώσει τὰ ἑπτὰ ταῦτα
3391ἑκατομμύρια, ἐὰν καταργήσωμεν τοὺς φόρους τούτους.
3392Ἀλλὰ κατὰ ποῖον ἔτος εἰσεπράξατε ἑπτὰ ἑκατομμύρια, ὡς
3393λέγετε; Κατὰ τὸ 1884 τὸ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ
3394καθαρὸν ἔσοδον συνίστατο εἰς δραχμὰς 2,013,042:03· ἂν
3395δ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῇ καὶ τὸ ἐκ τοῦ ἀποκλει-
3396στικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου προ-
3397κύψαν καθαρὸν ἔσοδον δραχ. 504,449:82, τὸ ἐκ τῶν
3398δύο τούτων πόρων ἔσοδον συνίστατο εἰς δρ. 2,517,491:85.
3399Κατὰ τὸ 1888, ἂν καὶ ηὐξήσατε τὸ ἐπὶ τῆς καταναλώ-
3400σεως τοῦ καπνοῦ φορολογικὸν δικαίωμα εἰς δραχ. 4 καὶ
340180)100, τὸ ἐκ τούτου καθαρὸν ἔσοδον, ἤτοι μετὰ τὴν
3402ἀφαίρεσιν τῶν ἐσόδων, ἀνῆλθε μόλις εἰς 3,747,499:88· μο-
3403λονότι δὲ δι’ ἐκβιασμοῦ τῶν καπνοπωλῶν ἠναγκάσατε αὐ-
3404τοὺς ν’ ἀγοράζωσι τόσον σιγαρόχαρτον, ὅσον δὲν εἶχον
3405ἀνάγκην ν’ ἀγοράζωσι, μ’ ὅλον τοῦτο καὶ ἡ ἐκ τοῦ φόρου
3406τούτου καθαρὰ πρόσοδος, ἤτοι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν
3407ἐξόδων, ἀνῆλθεν εἰς 1,697,235:15. Προσθέσατε τὰ δύο
3408ταῦτα ποσά. Δὲν ἀποτελοῦσι 5,444,735:03; Ποῦ εὕρετε
3409λοιπὸν τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα λέγετε ὅτι εἰσπράτ-
3410τετε ἐκ τῶν δύο τούτων πόρων, καὶ μᾶς ἐρωτᾶτε πῶς θέ-
3411λομεν ἀναπληρώσει τὰ ἑπτὰ ταῦτα ἑκατομμύρια, ἐὰν κα-
3412ταργήσωμεν τοὺς δύο τούτους φόρους; Νομίζετε ὅτι σᾶς
3413ἐπιτρέπεται νὰ λέγητε ἑπτὰ ἀντὶ πέντε καὶ 53 ἀντὶ 32;
3414Ἢ νομίζετε ὅτι, ἂν ἡμεῖς ἐπιβάλωμεν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ
3415φόρον δραχ. 4 καὶ 80)100 κατ’ ὀκᾶν, ἢ δραχ. ἕξ, ὅσας εἰσ-
3416πράττετε τώρα ἐξ αὐτοῦ, δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσπράξω-
3417μεν τὰ πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα σεῖς εἰσ-
3418πράττετε; Ἀλλὰ θέλομεν εἰσπράξει πέντε καὶ ἥμισυ ἑκα-
3419τομμύρια διὰ τοῦ συστήματος ἡμῶν, διότι πέντε καὶ ἥμισυ
3420ἑκατομμύρια θέλουσι πληρώσει οἱ εἰς τὸν φόρον ὑποκείμενοι
3421πολῖται, ἐνῷ τώρα οἱ μὲν εἰς τὸν φόρον ὑποκείμενοι πολῖ-
3422ται πληρόνουσιν 6,749,181:03, εἰς τὸ δημόσιον δὲ τα-
3423μεῖον εἰσάγονται 5,444,735:03, τὰ δὲ ἐλλείποντα 1,304,
3424446 διανέμονται εἰς τοὺς κόπτας τοῦ καπνοῦ καὶ τοὺς
3425τραμπούκους ὑμῶν, καὶ εἰς τοὺς προμηθεύοντας τὸ σιγαρό-
3426χαρτον φίλους σας, οἵτινες δὲν ζημιοῦνται βεβαίως ἀπὸ
3427τὴν ὑπηρεσίαν των ταύτην, καὶ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν
3428οἰκιῶν, τὰς ὁποίας ἐνοικιάζετε διὰ κοπτήρια, οἵτινες βε-
3429βαίως δὲν εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι.
3430Ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι ἡμεῖς ἐσκοποῦμεν νὰ
3431καταργήσωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου, δι’ ὧν εἴπομεν,
3432κατακρίνοντες τὴν ἀμάθειαν, μεθ’ ἧς εἶχε κατὰ τὸ 1883
3433κανονίσει τὴν φορολογίαν τοῦ προϊόντος τούτου. Ἕτοιμος δὲ
3434νὰ συναγωνισθῇ ἐν δημοκοπικῷ ἀγῶνι, ἐμνημόνευσε τοῦ φό-
3435ρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ὡς
3436σκοποῦντα νὰ προτείνῃ διαφόρους βελτιώσεις τῆς φορολο-
3437γίας ταύτης. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδ’ εἴπομεν οὐδ’ ἐδώκαμεν εἴς
3438τινα ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι σκοποῦμεν νὰ καταργήσωμεν
3439τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου, κατηγγείλαμεν δὲ μόνον τὴν
3440κατάθλιψιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβάλετε τοὺς καλλιεργητὰς
3441τῆς ἀμπέλου διὰ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον
3442ἐνομοθετήσατε κατὰ τὸ 1883, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκηρύξατε
3443καὶ ἡμεῖς ἀνεφάρμοστον, ἀναγκασθέντες νὰ ἐγκαταλείπητε
3444αὐτὸ πρὶν ἢ παραιτηθῆτε τῆς ἀρχῆς, καὶ ν’ ἀποδεχθῆτε,
3445ὅταν ἐπανήλθατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ σύστημα, ὅπερ ἐνο-
3446μοθετήθη τῇ προτάσει ἡμῶν, ἂν καὶ ἐπολεμήσατε αὐτὸ
3447ἐπιμόνως, ὅταν ἐπροτείναμεν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν.
3448Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκθειάσῃ καὶ τὴν
3449φειδὼ, μεθ’ ἧς διαχειρίζεται τὰ δημόσια χρήματα, ἐτόλμησε
3450μάλιστα νὰ παραστήσῃ, ὅτι, ἐνῷ αὐτὸς διὰ τοιαύτης φειδοῦς
3451κατώρθωσέ ποτε νὰ μὴ δαπανήσῃ ὁλόκληρα τὰ ποσὰ τῶν
3452διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορηγηθεισῶν αὐτῷ πιστώσεων,
3453ἡμεῖς ἠδικήσαμεν αὐτὸν καὶ κατηγορήσαμεν διότι ἀφῆκεν
3454ἀδιαθέτους πιστώσεις. «Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ περιορίζομεν τὰς
3455δαπάνας ἐν τῇ ἐφαρμογῇ», ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς χθὲς,
3456»ὥστε κατεκρίθημεν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι διαχει-
3457»ριζόμεθα τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παραγνωρίζοντες τὰ
3458»δικαιώματα τῆς Βουλῆς, διότι, κατὰ τοὺς ἐπικρίνοντας
3459»ἡμᾶς, ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀναγραφὴ δαπάνης δὲν ἐπιτρέ-
3460»πει τὴν ἐπὶ ὅρῳ δαπάνης κατωτέρῳ ἐκτέλεσιν. Ἡμεῖς τὴν
3461»ἀρχὴν ταύτην παρεγνωρίσαμεν, προσεπαθήσαμεν ἐν παντὶ
3462»ἄρθρῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ δαπανήσωμεν ὅσον ἐνῆν
3463»ἐλάσσω τῶν ἐπιτρεπομένων.» Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν κατεκρίνο-
3464μέν ποτε τὴν ἐκτέλεσιν ἐπὶ ὅρῳ δαπάνης κατωτέρω τοῦ ἐν
3465τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένου, διότι τοῦτο οὐδέποτε
3466ἐπὶ οὐδενὸς ἄρθρου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπράξατε, ἀλλὰ
3467κατεκρίναμεν ὑμᾶς, διότι ἀνεγράφετε ἐν τῷ Προϋπολογι-
3468σμῷ πιστώσεις δι’ ἀνάγκας, τὰς ὁποίας παριστᾶτε κατε-
3469πειγούσας, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
3470δὲν ἐθίγετε τὸ παράπαν τὰς ἀνάγκας ταύτας, οὐδ’ ἐθερα-
3471πεύετε ποσῶς αὐτὰς ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἀλλ’ ἀφίνατε ἀδια-
3472θέτους τὰς δι’ αὐτὰς ἀναγραφείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
3473πιστώσεις, καὶ τὰ ποσὰ αὐτῶν μᾶς ἐπεδεικνύετε ὡς οἰκο-
3474νομίας. Οἰκονομίαν ἀποτελεῖ ἡ θεραπεία τῶν ἀναγκῶν τοῦ
3475Κράτους διὰ δαπάνης μικροτέρας τῆς προϋπολογισθείσης,
3476ὅπερ κατορθοῦται διὰ τῆς φειδοῦς καὶ τῆς πεφροντισμένης
3477ἐπιτηρήσεως, καὶ ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν ἀρετὴν τοῦ διαχειρι-
3478ζομένου τὰ χρήματα τοῦ ταμείου· δὲν εἶναι δ’ οἰκονομία
3479ἡ παντελὴς ἐγκατάλειψις τῶν ἀναγκῶν, περὶ ὧν προέβλε-
3480ψεν ὁ Προϋπολογισμὸς, ἵνα περισσεύσωσι τὰ δι’ αὐτὰς προσ-
3481διορισθέντα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ποσά. Πῶς ἐπερίσσευ-
3482σαν κατὰ τὸ 1884 ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν
3483Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου αἱ πιστώσεις, διὰ τὰς ὁποίας
3484σᾶς ἐκατηγορήσαμεν; Ἐπερίσσευσαν διότι ἐθεραπεύσατε
3485τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας εἴχετε περιλάβει αὐτὰς ἐν τῷ
3486Προϋπολογισμῷ, καὶ ὑμεῖς ἐξετελέσατε τὸν Προϋπολογι-
3487σμὸν ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ ὅρῳ τῆς δαπάνης, ὡς εἴπετε; Εἴχετε
3488περιλάβει πίστωσιν δραχ. 800 χιλιάδων δι’ ἐκγύμνασιν
3489ἐφεδρείας, καὶ ὑμεῖς οὐδ’ ἐξεγυμνάσατε τὴν ἐφεδρείαν καὶ
3490οὕτως ἔμεινεν ἀδιάθετος καὶ ἐπερίσσευσεν ὅλη ἡ πίστωσις τῶν
349180,000 δραχμῶν. Ἐπὶ κατωτάτῳ ὅρῳ δαπάνης ἐξετελέ-
3492σατε ἐπὶ τούτου τὸν Προϋπολογισμόν; Ἐπ’ οὐδενὶ ὅρῳ,
3493ἀλλ’ ἀφήκατε ὅλως ἀθεράπευτον τὴν ἀνάγκην, δι’ ἣν ἀνε-
3494γράψατε τὴν πίστωσιν τῶν 800 χιλιάδων δραχμῶν. Δὲν
3495ἦτο κατεπείγουσα τάχα ἡ ἀνάγκη αὕτη, καὶ ἠδύνατο νὰ
3496ἀναβληθῇ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος; ἀλλὰ τότε πῶς ἀνεγρά-
3497ψατε αὐτὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Ἂν δ’ ἦτο κατεπεί-
3498γουσα, καὶ ἂν τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ ἀπῄτει νὰ ἐκγυμ-
3499νασθῇ κατὰ τὸ 1884 ἡ ἐφεδρεία, πῶς δὲν ἐθεραπεύσατε
3500τὴν ἀνάγκην ταύτην; Καὶ τοῦτο παριστᾶτε οἰκονομίαν;
3501Ἐπειδὴ δὲν ᾠκοδομήσατε ἐπὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς στρα-
3502τῶνας, καὶ δὲν δαπανήσατε διὰ τοῦτο τὰς 40,949 δραχ-
3503μὰς, ἃς εἴχετε περιλάβει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, παρι-
3504στᾶτε ὑμᾶς αὐτοὺς ὡς διαχειρισθέντας μετὰ φειδοῦς τὰ δη-
3505μόσια; Ἀνεγράψετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 δραχ.
350646,270 δι’ οἰκοδομὴν στρατώνων ἐντὸς τοῦ Κράτους, καὶ
3507ἐπειδὴ δὲν ᾠκοδομήσατε τοιούτους, δὲν ἐδαπανήσατε τὸ
3508εἰρημένον ποσὸν, καὶ παριστᾶτε τοῦτο ὡς οἰκονομίαν; Ἀνε-
3509γράψατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 πίστωσιν δραχ.
3510303,307:70, διὰ νὰ οἰκοδομήσητε στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα
3511καὶ θεραπευτήρια, ἐπειδὴ δὲ δὲν ᾠκοδομήσατε τοιαῦτα,
3512ἔμεινεν ἀδιάθετος ἡ εἰρημένη πίστωσις, καὶ τοῦτο προσά-
3513γετε ὡς ἀπόδειξιν τῆς φειδοῦς, μεθ’ ἧς διαχειρίζεσθε τὰ
3514πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους προωρισμένα χρή-
3515ματα; Εἴχετε ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884
3516πίστωσιν δραχ. 100 χιλιάδων δι’ οἰκοδομὴν Στρατοδικείου,
3517ἀλλὰ τοιοῦτον δὲν ᾠκοδομήσατε κατὰ τὸ 1884, καὶ ἔμει-
3518νεν ἀδιάθετος ἡ περὶ τούτου πίστωσις, καὶ οὕτω παριστᾶτε
3519ὅτι ἐξετελέσατε τὴν ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας
3520ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ ὅρῳ τῆς δαπάνης! Ἐζητήσατε διὰ τοῦ
3521Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 πίστωσιν δραχ. 94,685, διὰ
3522νὰ κατασκευάσητε στρατιωτικὰς ὁδοὺς, τὰς ὁποίας δὲν
3523κατεσκευάσατε, ὑπολειφθείσης ἀδιαθέτου τῆς πιστώσεως, ὡς
3524ἐζητήσατε διὰ τοῦ αὐτοῦ Προϋπολογισμοῦ 200,000 δραχ-
3525μὰς διὰ νὰ κατασκευάσητε ἐν Πειραιεῖ διὰ τὰς ἀνάγκας
3526τοῦ στρατοῦ ἀρτοποιεῖον μετ’ ἀτμομύλου, καὶ ἐπειδὴ δὲν
3527κατεσκευάσατε αὐτὸ, ὑπελείφθη ἀδιάθετος καὶ ἡ πίστωσις
3528αὕτη. Ταῦτά εἰσιν ἀποτολέσματα τῆς οἰκονομίας, μεθ’ ἧς
3529ἐκυβερνήσατε, ἢ τῆς ἀγυρτείας, μεθ’ ἧς ἐζητήσατε νὰ πείσητε
3530κατὰ τὸ 1885 τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπιψηφίσῃ, ὡς καὶ ἐπεψή-
3531φισε, τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων;
3532Ἐπροτείνατε τότε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἵνα διὰ τοῦ
3533δανείου ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ πορι-
3534σθῆτε καὶ ἕν κεφάλαιον διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς
3535παρασκευάς. Μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν ἦσαν
3536καὶ αἱ δαπάναι αὗται. Ἀφοῦ δὲ τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἀπέ-
3537τυχε, καὶ μόλις ἠδυνήθητε νὰ πορισθῆτε τὰ ἀναγκαῖα
3538χρήματα, ὅπως ἄρητε τὴν τότε ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν,
3539δὲν ἠδυνήθητε νὰ πραγματοποιήσητε καὶ τὰς ἀνωτέρω
3540δαπάνας, τὰς ὁποίας εἴχετε ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολο-
3541γισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, παρου-
3542σιάζεσθε καὶ νῦν νὰ ζητήσητε νὰ σᾶς θαυμάσωμεν, διότι
3543ἐποιήσατε οἰκονομίας, μὴ πραγματοποιήσαντες τότε τὰς
3544μνημονευθείσας ἀνωτέρω δαπάνας.
3545Μήπως δὲν ἐπράξατε τὸ αὐτὸ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ
3546Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887; Ἀπελύσατε ἀπὸ τῶν τάξεων
3547τοῦ στρατοῦ, εἴτε διὰ προώρων ἀφέσεων, εἴτε δι’ ἀδειῶν
3548ἀπουσίας, ἑκατοντάδας, εἰμὴ χιλιάδας, στρατιωτῶν τοῦ
3549πυροβολικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ πεζικοῦ, καὶ οὕτως ἔμει-
3550ναν ἀδιάθετοι πιστώσεις:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3551Ἐκ τῆς διὰ στρατιώτας τοῦ πυροβολικοῦ δρ. 89,819:02
3552Ἐκ τῆς διὰ στρατιώτας τοῦ ἱππικοῦ » 67,268:09
3553Ἐκ τῆς διὰ στρατιώτας τοῦ πεζικοῦ » 542,726:07
3554Ἐκ τῆς διὰ τροφὰς » 622,825:52
3555Ἐκ τῆς δι’ ἱματισμὸν » 588,110:43
3556Ἐκ τῆς δι’ ὁπλισμὸν » 235,237:46
3557Ἐκ τῆς διὰ νοσηλείαν » 128,734:—
3558 δρ.2,274,750:49
3559Δὲν ἠγοράσατε κατὰ τὸ 1887 πετρέλαιον
3560καὶ ἔμεινεν ἀδιάθετος πίστωσις δρ. 489,247:24
3561Δὲν ἐπαρουσιάσθησαν εἰς ἐξόφλησιν πᾶσαι
3562αἱ ὁμολογίαι τῶν δανείων τῶν 4, 6
3563καὶ 25 ἑκατομμυρίων, καὶ ἔμειναν
3564ἀδιάθετοι πιστώσεις » 306,734:75
3565Δὲν ἐδαπανήθησαν τὰ πρὸς συντήρησιν
3566οἰκοδομῶν, καὶ ἔμεινεν ἀδιάθετος πί-
3567στωσις » 135,649:93
3568Ἐπλήρωσε διὰ τοῦ χρυσοῦ τῶν δανείων
3569τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δα-
3570νείων, καὶ ἔμεινεν ἀδιάθετος πίστωσις » 5,091,442:74
3571Οὕτω κατὰ τὸ 1887 ἔμειναν ἐκ τῶν ἀνω-
3572τέρω ἀδιάθετοι πιστώσεις δρ.8,298,817:15
3573Καὶ ἐπῆλθε τοῦτο διότι ὁ Πρωθυπουργὸς διεχειρίσθη
3574μετὰ φειδοῦς τὰς πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887;
3575Διεχειρίσθη μετὰ φειδοῦς τὰ τῆς μισθοδοσίας τῶν στρατιω-
3576τῶν τοῦ πεζικοῦ, ἢ τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ ἱππικοῦ, ἢ
3577διότι διὰ μὲν τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρέστησεν εἰς τὴν Βου-
3578λὴν τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον
3579θέλει ἔχει ὑπὸ τὰ ὅπλα, κατὰ δὲ τὴν ἐκτέλεσιν ἀπέλυσε
3580τὰ ⅔ τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς
3581δαπάνας καὶ παρασκευάσῃ τὸ πολυθρύλλητον ἰσοζύγιον τοῦ
35821887; Ταῦτα δὲν εἶναι οἰκονομίαι, ἀλλ’ ἀναίρεσις τοῦ
3583πολιτεύματος, ἐμπαιγμὸς τῆς Βουλῆς. Ἂν δὲν εἴχετε χρή-
3584ματα διὰ νὰ συντηρήσητε ὑπὸ τὰ ὅπλα ὅσον ἐν τῷ Προϋ-
3585πολογισμῷ ἐσημειώσατε στρατὸν, τοῦτο ὠφείλετε νὰ ἀνα-
3586φέρητε εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἦναι ἐν γνώσει αὐτῆς, οὐχὶ δὲ
3587ἡ μὲν Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ ὅτι θέλει εἶσθαι στρατὸς ὅσον
3588εἴχετε ζητήσει διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑμεῖς δὲ νὰ συν-
3589τηρῆτε ὑπὸ τὰ ὅπλα μόνον τὸ τρίτον αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο,
3590τὸ τόσῳ ἁπλοῦν, τὸ τόσῳ καταφανὲς, τὸ προσπῖπτον εἰς τὴν
3591ἀμβλυτέραν ἁφὴν τοῦ πλέον ἀδεξίου περὶ τὸν χειρισμὸν τῶν
3592ἀριθμῶν, τοῦ πλέον ἀπείρου περὶ τὴν κατάληψιν τῶν λογα-
3593ριασμῶν, αὐτὸ παρέστησεν ὡς κατόρθωμα, ἐπιτευχθὲν χάρις
3594εἰς τὴν μεγάλην φειδὼ, μεθ’ ἧς διαχειρίζεται τὰ δημόσια,
3595κατήγγειλε δ’ ἡμᾶς ὡς ἐγκαλοῦντας αὐτὸν ἀδίκως, καίτοι
3596τοιαύτας παρασκευάσαντα οἰκονομίας!!
3597§70ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Παρακαλοῦμεν νὰ διακόψητε τὴν
3598ἀγόρευσίν σας. Τὴν Δευτέραν, κύριε Πρόεδρε, ἡ συνέχεια.
3599§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω νὰ ἐξακολου-
3600θήσω εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
3601§72ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, αὔριον.
3602§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγει ἡ Βουλή;
3603§74ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
3604§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3605Ὥρα 11 μ. μ.