1890.02.15
2.921 στίχοι · 22.846 λέξεις · 81 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62
τῆς 15 Φεβρουαρίου 1890.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐσχημάτισα τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν διὰ τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑποθήκης πλοίων» ἐκ τῶν συναδέλφων κκ. Μπογιατζόγλου, Καραπαύλου, Μπουφίδου, Τόμαν, Δημητριάδου, Γουδῆ, Καλογεροπούλου, Ῥάλλη, Κωνσταντοπούλου, Βαλσαμάκη, Σωτηροπούλου καὶ Παπαμιχαλοπούλου. Παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ προσδιορίσωσιν ὥραν, καθ’ ἣν νὰ συνέλθωσιν, ὅπως λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὸ νομοσχέδιον καὶ προβῶσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ.
§2ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶναι καλὸν νὰ λάβῃ χώραν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ ὅ,τι καὶ ἐν τῇ ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, δηλ. ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προσκαλέσῃ πρόσωπα καὶ ἐκ τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀναγκαίων κριθησομένων διὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν βλέπω ἀναγκαῖον τοιοῦτόν τι.
§4ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ, εἶναι ὅ,τι ἐγένετο καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ ἐπιτροπῇ, δηλ. τὰ μέλη τὰ συνερχόμενα νὰ δύνανται νὰ συνεδριάζωσι καὶ ἐργάζωνται καὶ ἐὰν δὲν ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπή.
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§6ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐπηρώτησε χθὲς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περί τινος ὑποθέσεως, ἀφορώσης τὸν ἱερέα Ἰωάννην Ἀθανασίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος κατεδίκασε τὸν ἐν λόγῳ ἱερέα· ἀνέμνησε δὲ καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς κατ’ αὐτὸν προέβη ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Ὑπεστήριξεν ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος, ἀνήκων ἐν Μεσολογγίῳ εἰς τὸ κόμμα τὸ ἀντίθετον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατεδιώκετο παρ’ αὐτοῦ, ὅτι ἐκ συστάσεως ὁ Πρωθυπουργὸς μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπεδούλωσεν —εἶναι ἡ λέξις, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ κ. Βουλευτής,— τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὅτι παρεκίνησαν αὐτὴν εἰς τὸ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄνομον ἀπόφασιν, καὶ ὅτι διὰ τῆς ἀνόμου ταύτης ἀποφάσεως ἐσκοπεῖτο, ὅπως ὁ ἱερεὺς οὗτος ἐγκαταλίπῃ τὸ Μεσολόγγιον καὶ ἀπαλλαγῶμεν τοιουτοτρόπως πολιτικοῦ ἀντιπάλου· ὅτι, ὅπως καταστήσωμεν τὸ σκοπούμενον ἐφικτὸν, ἐφθάνομεν καὶ μέχρι τοῦ σημείου, ὅπως παραδώσωμεν τὸν ἱερέα εἰς τὴν Τουρκικὴν ἀρχὴν, καὶ ἀπελάσωμεν αὐτὸν ἐκ τοῦ Κράτους ὑπὸ κουστωδίαν. Παρέστησε τὰ πράγματα ἐν εἴδει δράματος, καὶ συνεκίνησε τὴν Βουλὴν ἅπασαν, καὶ ὁμολογῶ, καὶ ἐμὲ αὐτὸν, ὁ ὁποῖος ἐγίνωσκον τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ παρεσύρθην καὶ ἐγὼ ἐκ τῆς ἐκτυλίξεως τῶν γεγονότων, ἣν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτής. Δὲν περιωρίσθη δὲ εἰς ταῦτα, ἀλλ’ ἀνέγω καὶ τοὺς κανόνας ὅλους, καὶ τοῦτο, πρὸς φωτισμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα λάβῃ αὐτοὺς ὑπ’ ὄψιν καὶ κανονίσῃ συμφώνως πρὸς αὐτοὺς τὴν ἐνέργειάν του. Αὕτη εἶναι ἡ παράστασις, ἡ γενομένη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος κατεδίκασε πράγματι διὰ πράξεώς της τὸν ἱερέα Ἰωάννην Ἀθανασίου, ἵνα ἐκ Μεσολογγίου μεταβῇ εἰς ἐνορίαν τινὰ ἐν τῷ δήμῳ Ἀγρινίου, μὴ μεταβάντος δὲ τοῦ ἱερέως τούτου καὶ μὴ ἐκτελέσαντος τὰς διαταγὰς τῆς Συνόδου, δι’ ἑτέρας διαταγῆς ἡ Σύνοδος ὥρισε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει) «....γνωρίζει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι, ἐπειδὴ οὗτος ἠπείθησεν εἰς τὴν ἀπὸ 21 Ἰουνίου ἐ. ἔ. καὶ ὑπ’ ἀριθ. 873 διαταγὴν τῆς Συνόδου, διαταξάσης αὐτὸν νὰ μεταβῇ εἰς ἐνορίαν ἐν τῷ δήμῳ Ἀγρινίου, πρὸς ἡσυχίαν τῆς πόλεως Μεσολογγίου, διότι κατέστη ἀφόρητος ταραξίας αὐτῆς, προσεκάλεσε διὰ τοῦ ἀπὸ 10 π. μ. καὶ ὑπ’ ἀριθ. 1653 ἐγγράφου της τὴν ἐπισκοπικὴν ἐπιτροπὴν Αἰτωλοακαρνανίας, ὅπως διατάξῃ αὐτὸν νὰ ἀπέλθῃ, συμφώνως πρὸς τοὺς ἱεροὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, εἰς ἣν ἐνορίαν προὐτάθη καὶ ἐχειροτονήθη, ἐν περιπτώσει δ’ ἀπειθείας, ἀποπέμψῃ διὰ στρατιωτικῆς συνοδίας. Ἀλλ’ ὅμως ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Συνόδου δὲν ἐξετελέσθη μέχρι τῆς σήμερον, διότι, τῆς προθεσμίας πληρωθείσης καὶ τοῦ ταραξίου, ὡς εἰκὸς, ἀρνηθέντος ἀπελθεῖν, ἡ Νομαρχία δὲν ἐχορήγησε τῇ ἐπιτροπῇ τὴν αἰτηθεῖσαν συνδρομὴν πρὸς ἀποπομπὴν τοῦ ἀπειθοῦντος ἱερέως, ἀλλὰ γράψασα τῇ Συνόδῳ, ἐρωτᾷ αὐτὴν, ἂν ἐπιμένῃ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασίς της.» Αὕτη εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου. Ἴδωμεν τώρα, ποῖαι εἶναι αἱ ἐνέργειαι τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τῆς Συνόδου.
§7ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποία εἶναι ἡ ἐνορία, εἰς ἣν ἐχειροτονήθη ὁ ἱερεύς;
§8ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀκριβῶς ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐμνημονεύσατε, τὸ Ἀργυρόκαστρον· διότι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ αὐτὸν ἀκριβῶς εἶχε τὸν σκοπὸν, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν χάριν ἐκλογικῶν σκοπῶν ἐπέτυχον παρὰ τῆς Συνόδου παράνομον ἀπόφασιν, καὶ ὅτι τίποτε ὀλιγώτερον δὲν ἐσκόπουν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παρὰ νὰ παραδώσωσιν εἰς χεῖρας τῶν Τούρκων τὸν περὶ οὗ πρόκειται ἱερέα. Ὁ Νομάρχης Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἠρνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀναφέρει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ γεγονὸς τοῦτο, παραπονουμένη κατὰ τῆς ἐνεργείας ταύτης τοῦ Νομάρχου, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δι’ ἐγγράφου του ἀπὸ 30 Ἰανουρίου 1890 ἔγραψε πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Γνωστοποιοῦμεν εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὸ Συνοδικὸν ἔγγραφον τῆς 22 τοῦ παρελθόντος μηνὸς ὑπ’ ἀριθ. 1865, ὅτι ἡ Νομαρχία Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας δὲν δύναται νομίμως νὰ ἐκτελέσῃ τὴν περὶ ἀπελάσεως τοῦ πολίτου Ἕλληνος καὶ δημότου Μεσολογγίου Πρεσβυτέρου Ἰω. Ἀθανασίου ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διότι πολίτης Ἕλλην δὲν δύναται νὰ ἀπελαθῇ τῆς χώρας (ἄρθρ. 35 καὶ 37 τοῦ Ποιν. Νόμου συνδυαζόμενα) καὶ πάλιν δημότης δὲν δύναται νὰ ἐκδιωχθῇ τοῦ δήμου του. Κατὰ τοῦ ταραξίου τούτου κληρικοῦ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ καθῆκον ἔχει νὰ ἐνεργήσῃ τὰ ὑπ’ ἄρθρ. Θʹ καὶ ΙΔʹ τῶν νόμων Σʹ καὶ ΣΑʹ ὁριζόμενα, καὶ ἡ νομίμως τότε ἐκδοθησομένη κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασις θέλει ἐκτελεσθῇ ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς ἀρχῆς συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ εἰρημένου ΙΔʹ ἄρθρου τοῦ ΣΑʹ Νόμου.» Ἀκριβῶς τὰ ὁριζόμενα ἐν τοῖς νόμοις ἐκείνοις, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνέφερε πρὸς φωτισμὸν αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι ἀπέναντι τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πᾶσαι αἱ αἰτιάσεις, αἱ κατὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπευθυνθεῖσαι χθὲς, δὲν εἶχον οὐδεμίαν ὑπόστασιν, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει πεισθῇ, ὅτι κάλλιον θὰ ἔπραττεν, ἐὰν ἤθελε περιωρισθῆ χθὲς νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἐπιφυλασσόμενος ἵνα μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν ἐκσφενδονίσῃ ἐναντίον ὑμῶν τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἐξεσφενδόνισεν.
§9ΛΕΒΙΔΗΣ. Εὐτυχῶς ὁ ἐν λόγῳ ἱερεὺς ἔχει ἀποστείλει τοσαῦτα ἔγγραφα πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ὥστε βεβαίως ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ εἶναι γνωστὴ καὶ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ, δύναται δὲ νὰ ᾖναι γνωστὴ καὶ τῷ Ὑπουργῷ. Καταθέτω ἐπιστολὴν, ὑπογεγραμμένην ἰδίᾳ χειρὶ παρὰ τοῦ ἱερέως, ἣν ἔλαβον προχθὲς τὴν ἑσπέραν, καὶ ἐν ᾗ μοὶ γράφει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ πλέον τοῦ ἔτους διάστημα τυραννοῦμαι λιμώττων, ἵνα κορεσθῶσι τὰ ἄγρια πάθη τῶν περὶ τὸν Πρωθυπουργὸν, ἂν μὴ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Ἐπειδὴ πάντοτε ἐπροστάτευσας διὰ τῆς φωνῆς σου τοὺς ἀδικουμένους, σπεύδω νὰ σᾶς ἀποστείλω τὰ συνημμένα, καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω θερμῶς, ἵνα μελετήσητε αὐτὰ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ὑψώσητε ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὑπὲρ ἐμοῦ τὴν φωνήν σας, ἐπερωτῶντες τὴν Κυβέρνησιν, δυνάμει τίνος νόμου οἱ καλόγηροι δύνανται νὰ ἐξορίζουν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πολίτας Ἕλληνας, ἱερεῖς κλπ.»
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόθεν γράφει.;
§11ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκ Μεσολογγίου. Συνεπείᾳ τοῦ ἐγγράφου τούτου, ὅπερ θέλω καταθέσει εἰς τὸ Γραφεῖον ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠδυνάμην, εἰμὴ νὰ κάμω τὴν ἐπερώτησιν, ἧς τελικὸς σκοπὸς, ὡς χθὲς εἶπον, ἦτο νὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ἐνταῦθα. Εὐτυχῶς ὁ Ὑπουργὸς σήμερον καταθέτει τὰ ἔγγραφα καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσχε τὴν γνώμην, ἣν χθὲς ἐγὼ διὰ μακρῶν κἄπως ἀνέπτυξα, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δὲν συνᾴδει οὐδὲ πρὸς τὸ Σύνταγμα, οὐδὲ πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας καὶ τὰ ἐκλησιαστικὰ καθεστῶτα. Ἑπομένως βεβαίως ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν ἐδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐκφέρῃ κατ’ ἐμοῦ μομφὴν, ὡς ἐπερωτήσαντος περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν οὐδένα λόγον, ἵνα ἀνέλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ἐπιχειρῇ θριάμβους. Οὐδένα θρίαμβον δύναται νὰ ἔχῃ ἐκ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Τοὐναντίον, ἐὰν σκεφθῇ ὀλίγον, νομίζω ὅτι θέλει μετανοήσει διὰ τὸν θρίαμβον, ὃν ἀπεπειράθη, διότι ὁ Β. Ἐπίτροπος, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, παντάπασι δὲν φαίνεται διαμαρτυρηθεὶς ἐναντίον τῆς ἐκθέσμου ταύτης ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Θὰ ἦτο ὡραῖον πρᾶγμα τῷ ὄντι, ἂν πολίτης Ἕλλην ἀπετείνετο πρὸς Βουλευτὴν, ἔστω καὶ ἄλλης ἐπαρχίας, δι’ ἐπιστολῆς, ἰδίᾳ χειρὶ γεγραμμένης, καὶ ἐπὶ συστάσει μάλιστα ἀποσταλείσης, συνῆπτε δὲ ἐν τῇ ἐπιστολῇ αὐτοῦ ἔγγραφα ἐπίσημα, ὧν τὸ κῦρος οὐδὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀρνεῖται, αὐτὸς δὲ ὁ Βουλευτὴς, βλέπων ὅτι τοιαύτη πρωτάκουστος παρανομία ἐνηργεῖτο παρὰ τῆς ὑπερτάτης Ἐκλησιαστικῆς ἀρχῆς συμπράττοντος τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ἂν, λέγω, τούτων οὕτως ἐχόντων, αὐτὸς ὁ Βουλευτὴς ἐφοβεῖτο νὰ ἀναλάβῃ τὸν ἀγῶνα, καὶ νὰ ἐπερωτήσῃ τὸν Ὑπουργὸν, τί ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔπραξε. Μοὶ λέγετε, διατὶ ἐζήτησα τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἐζήτησα τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, διότι συνέπραξεν ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς ἐν τοιούτῳ ἐκθέσμῳ ἐγγράφῳ. Βεβαίως εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω ὅσα εἶπον χθὲς περὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καθ’ οὗ δὲν ἔχομεν ἄλλως τε ἓν μοναδικὸν τοιοῦτον παράδειγμα, ἵνα ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος ἢ αὐτὸς ἢ ἡ φατρία αὐτοῦ νὰ καταφεύγῃ εἰς τοιαῦτα μέσα, ἵνα καταπιέζῃ τὸ φρόνημα τῶν πολιτῶν. Καὶ πῶς ἐδυνάμην νὰ μὴ βασίσω τοιαύτην προκαταρκτικὴν κατηγορίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν εἶχον ἰδιόγραφον ἐπιστολὴν τοῦ ἱερέως, ὅστις ῥητῶς ἐν αὐτῇ γράφει; (ἀναγινώσκει): «ἐπὶ πλέον τοῦ ἔτους τυραννοῦμαι λιμώττων, ἵνα κορεσθῶσι τὰ ἄγρια πάθη τῶν περὶ τὸν Πρωθυπουργὸν, ἂν μὴ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου». Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν λόγον τινὰ, ἵνα ἐπιχειρῇ θριάμβους ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος. Πράγματι καλῶς ἔπραξεν, ἐμποδίσας τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως. Διατὶ ὅμως ἠμπόδισε τὴν ἐκτέλεσιν; Ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τοῦτο. Διότι ὁ ἀδικηθεὶς πολίτης φαίνεται μὲν, ὅτι εἶναι ἱερεὺς, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι εἶναι καὶ ἐξ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οὓς δὲν δύνανται νὰ συλλαμβάνωσιν ἐκ τοῦ ὠτὸς, καὶ νὰ ῥίπτωσιν ἐκεῖ, ὅπου θέλουσιν. Ἂν αὐτὸς ἦτο δειμαλέος τις ἱερεὺς, ὅμοιος πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐπεσκέπτοντο τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ δῆθεν Μητροπολίτου Ἀθηνῶν, βεβαίως ὁ ταλαίπωρος ἤθελεν εἶσθαι οὐχὶ εἰς τὸ Ἀργυρόκαστρον, ἀλλὰ εἰς τὰ ἀπώτατα ἄκρα τῆς Ἀλβανίας, ἴσως ἤθελεν εἶσθαι συνάδελφος τοῦ Φιλιππίδου καὶ Πασχίδου· ἀλλ’ εὑρέθη νὰ ἦναι ἱερεὺς μὲν τοῦ Ὑψίστου, ἀλλὰ καὶ ἱερεὺς τοῦ νόμου. Εὑρέθη νὰ ἔχῃ σωρείαν ἐγγράφων διαμαρτυρήσεων καὶ πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ πρὸς τὴν Ἐπισκοπικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Πρωθυπουργὸν, δι’ ὧν ἐντόνως ἔλεγεν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐννοεῖ νὰ ὑποταχθῇ εἰς τοιαύτην παράνομον καὶ ἔκθεσμον πρᾶξιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, Κύριοι, τὴν τελευταίαν ἀναφορὰν, ἥτις—καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν αὐτοῦ—ἐμποιεῖ εἰς αὐτὸν μεγάλην τιμὴν, διὰ τὸ θάῤῥος ὅπερ ἔχει, νὰ ὑπεραμύνηται τῶν ἰδίων δικαίων, ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ φόβου καὶ καταπτώσεως παντὸς εὐγενοῦς καὶ θαῤῥαλέου φρονήματος. Τὶ ἔρχονται λοιπὸν νὰ ἐγκαλέσωσι τοὺς Βουλευτὰς, διότι ἐπηρώτησαν περὶ πράγματος, δι’ ὅπερ πᾶς κληρικὸς, πᾶς περὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἐντριβὴς, πᾶς τέλος ἁπλοῦς ἄνθρωπος θέλει ἀνατριχιάσει, βλέπων ὅτι εὑρέθησαν πέντε Συνοδικοὶ, περὶ τῆς τύχης τῶν ὁποίων βεβαίως θέλει ἀποφανθῆ ἄλλοτε τὸ Ἔθνος, νὰ ἐκδώσωσι τοιούτους, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν, φετφάδες; Διότι εἶναι φετφάδες αὐτὰ, ἅτινα ἔσχε τὴν τόλμην νὰ δημοσιεύσῃ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος ἐν ἔτει 1890. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι θέλει κάμει καλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν ἀνέλθῃ τὸ βῆμα, καὶ λάβῃ ὀπίσω τὸν θρίαμβον, ὃν ἠθέλησεν ἐκεῖ νὰ στήσῃ.
§12ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας ἔφερε καὶ κατέθεσε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῶν συμπληρωματικῶν ἐπερωτήσεων, ἃς ἀπηύθηνα αὐτῷ πρὸ ἡμερῶν.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θ’ ἀναπτύξητε τὰς προχθεσινὰς ἐπερωτήσεις σας;
§14ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Θὰ ἀναλύσω τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας μοὶ ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν (διακοπαὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἐπιτακτικὸς τρόπος.... (φωναὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς: παράκλησις γίνεται).
§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ συνεννοηθῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, διὰ νὰ ἀναβάλῃ, ἂν θέλῃ, τὴν ἀνάπτυξιν τούτων διὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον. Προχωρήσατε λοιπὸν, κύριε συνάδελφε εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐπερωτήσεών σας.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος σᾶς ὑπερασπίζεται· ἑπομένως προχωρήσατε, καὶ μὴ δίδετε προσοχὴν εἰς τὰς διακοπάς.
§18ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας μοὶ ἔφερε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, φθάνουσι μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. Ἐὰν ἤθελον ἀναβάλει τὴν ἀνάλυσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων διὰ τὴν προσεχῆ ἔκτακτον Σύνοδον, ἐννοεῖται, ὅτι ἤθελε παρέλθει περίπου μὴν, διότι εἴμεθα ἤδη εἰς τὰς 15 τοῦ μηνὸς, καὶ ἡ ἀνάλυσις ἐκείνη θὰ ἦτο λίαν βραδεῖα, καὶ θὰ εἶχον ἀνάγκην τότε ν’ ἀπευθύνω νέαν ἐπερώτησιν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θέλω ἀπασχολήσει ἐπ’ ὀλίγα λεπτὰ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἐξηγήσω τὰ πορίσματα ἐκ τῶν ἀπαντήσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μετὰ λύπης ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀτελεῖς πάλιν μοὶ παρεσχέθησαν αἱ ἀπαντήσεις. Ἐγὼ οὔτε ἐπὶ στιγμὴν πιστεύω, ὅτι ἡ ἀτελὴς ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν τώρα θὰ σᾶς ἐξηγήσω, ἐγένετο σκοπίμως. Βεβαίως δὲν ἐγένετο σκοπίμως. Διότι ἔχω πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας του. Ἀλλὰ θέλω τῷ ἀποδείξει ἀμέσως, ὅτι ἀπέναντι σαφεστάτων ἐρωτήσεών μου δὲν ἐδόθη ἀπάντησις. Ἀληθῶς ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διὰ ποίας ἀσθενείας ἐνοσηλεύθησαν, καὶ ἐκ τίνων ἀσθενειῶν ἀπεβίωσαν οἱ σημειούμενοι ὡς νοσηλευθέντες καὶ ἀποβιώσαντες ἐν τοῖς Νοσοκομείοις τῶν ἀναφερομένων φρουρῶν, κατὰ τετραμηνίαν διὰ τὰς ἀναφερομένας φρουρὰς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ διὰ 49 ἡμέρας διὰ τὴν φρουρὰν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Λαρίσσης». Ἀντὶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν τόσῳ σαφῆ ἐρώτησίν μου, περιώρισε τὴν ἀπάντησίν του εἰς τοὺς ἀποβιώσαντας, καὶ ὄχι εἰς τοὺς νοσηλευθέντας. Θέλω δώσει ἐξήγησιν τῶν σπουδαίων συνεπειῶν αὐτῆς τῆς παραλείψεως. Φέρω ὡς παράδειγμα τὴν φρουρὰν τοῦ Ναυπλίου. Εἰς τὴν φρουρὰν τοῦ Ναυπλίου σημειοῦται, ὅτι ἀπεβίωσαν ἐντὸς τετραμηνίας τριάκοντα ἄῤῥωστοι. Ἐν τούτοις ἐγὼ ἠρώτησα, οὐ μόνον ἐκ τίνων ἀσθενειῶν ἀπεβίωσαν οἱ σημειούμενοι, ἀλλὰ καὶ ἐκ τίνων ἀσθενειῶν ἔπασχον οἱ νοσηλευθέντες. Ἐὰν ἡ ἀπάντησις μοὶ ἐδίδετο ἀκριβὴς κατὰ τὸ ἐρώτημά μου, θὰ ἐγνώριζον πόσοι ἐνοσηλεύθησαν ἐν τῷ θεραπευτηρίῳ τοῦ Ναυπλίου πάσχοντες ἐξ ἰλαρᾶς, καὶ ἑπομένως θὰ ἤμην εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω, ποία εἶναι ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν ἡ σπουδαιότης τῆς θνητότητος τῶν τριάκοντα ἀποβιωσάντων, ἢ μᾶλλον τῶν 24 ἐξ ἰλαρᾶς ἀποθανόντων. Φέρ’ εἰπεῖν, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ὑπῆρχεν ἡ πληροφορία, κατὰ τὴν σαφεστάτην ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλον, ὅτι ἠσθένησαν ἑκατὸν ἄνδρες ἐξ ἰλαρᾶς. Θὰ εἴχομεν τότε τὴν ἀναλογίαν, καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὰς κρίσεις ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τῶν 24%. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι 200 οἱ ἀσθενήσαντες ἐξ ἰλαρᾶς, θὰ ἐγνωρίζομεν ὅτι ἀπεβίωσαν 12 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἐνῷ λοιπὸν εἶναι τόσον σαφὴς ἡ ἐρώτησίς μου, τὸ Ὑπουργεῖον καταθέτει κολοβὴν ἀπάντησιν. Ἐνῷ ἐγὼ ἠρώτησα διὰ ποίας ἀσθενείας ἐνοσηλεύθησαν, καὶ ἐκ τίνων ἀσθενειῶν ἀπεβίωσαν, ὁ κ. Ὑπουργὸς περιορίζεται νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ μόνον ἐκ τίνων ἀσθενειῶν ἀπεβίωσαν, καὶ γνωρίζω, ὅτι ἀπεβίωσαν εἰς τὴν φρουρὰν τοῦ Ναυπλίου ἐκ πλευροπνευμονίας, ἐκ βρογχοπνευμονίας, ἐκ περιπνευμονίας, ἐκ τριχοειδοῦς βρογχίτιδος, ὡς ἐπιπλοκῶν τῆς ἰλαρᾶς, ὡρισμένος ἀριθμὸς, διότι ἀπεβίωσαν 4 ἐκ περιπνευμονίας, 6 ἐκ πνευμονίας, 5 ἐκ πλευροπνευμονίας καὶ 9 ἐκ τριχοειδοῦς βρογχίτιδος, τὸ ὅλον ἀπεβίωσαν 24 ἐξ ἰλαρᾶς μετ’ ἐπιπλοκῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐγὼ ἠρώτησα πόσοι ἐνοσηλεύθησαν ἐξ ἰλαρᾶς, οὐδεμία ἀπάντησις μοὶ δίδεται εἰς τοῦτο.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Εἶναι βέβαιον, ὅτι παρενοήθη ἡ ἐρώτησίς σας.
§20ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἦτο κακῶς συντεταγμένη;
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὕτως ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, παρ’ ἧς ἄλλως εἶχεν ἐννοηθῆ.
§22ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Πῶς;
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶχεν ἐκληφθῆ, ὅτι ἠρωτήσατε διὰ ποίαν ἀσθένειαν ἐνοσηλεύθησαν οἱ ἀποβιώσαντες.
§24ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἓν καὶ, ὡς διαψευτικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον σαφές! Ἐγὼ γράφω τὴν νεοελληνικὴν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας μάλιστα καὶ συνηγόρησα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἦτο ἄριστα συντεταγμένη ἡ ἐπερώτησίς μου.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐνόησε τὴν ἐρώτησίν σας, ὅπως ὑμεῖς τὴν ἑρμηνεύετε. Πιθανὸν τὸ ἄδικον νὰ βαρύνῃ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ νὰ ἦναι σαφὴς ἡ ἐρώτησις. Τώρα, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ὑμῶν, θέλω καὶ ἐγὼ μελετήσει τὸ κείμενον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νεοελληνικῆς συντάξεως, ἵνα πεισθῶ, ἂν ἔπρεπε νὰ ἐννοηθῇ ἄλλως ἢ ὡς ἐνοήθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας.
§26ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἐπειδὴ μοὶ ἀνεφέρατε τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ παρατηρήσω, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἐνόει τόσῳ σαφῆ ἔκφρασιν, ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ αὐτὴ νὰ δώσῃ ἀπαντήσεις λεπτομερεῖς καὶ ἀπολύτως ἀναγκαίας, διὰ νὰ ἐννοῶνται τὰ πράγματα. Ἑπομένως θὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐπερώτησιν, ἐὰν εὑρίσκητε τοῦτο ἀναγκαῖον.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ δίδηται ἐγγράφως πᾶσα ἐπερώτησις.
§28ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τοῦτο θὰ ἦναι διὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως ἔχω νὰ σᾶς εἴπω κἄτι τι διὰ τὴν ἐπερώτησίν μου σχετικῶς μὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ δίδετε. Βεβαίως μοὶ λείπει οὐσιώδης πληροφορία, καὶ φοβοῦμαι, Κύριοι, ὅτι, ὅταν ἡ ὑπηρισία μᾶς φέρῃ τὴν ἀπάντησιν, θὰ ἴδωμεν πράγματα πολὺ σοβαρά, διότι, καθ’ ἃς ἐγὼ ἔχω ἰδιαιτέρας πληροφορίας, δὲν εἰσῆλθον πολλοὶ εἰς τὸ Νοσοκομεῖον τοῦ Ναυπλίου, πάσχοντες ἐξ ἰλαρᾶς, θὰ ἴδωμεν ἀριθμὸν, ὁ ὁποῖος σχεδὸν ὡς πρὸς τὴν θνησιμότητα πλησιάζει πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιδημιῶν τῆς χολέρας, καὶ σπεύδω νὰ ὁμολογήσω, διότι ὀφείλει τις εἰς τοιαύτην σοβαρὰν συζήτησιν νὰ ἦναι λίαν καλῆς πίστεως, καὶ νὰ μὴ ζητῇ νὰ ἐκμεταταλλευθῇ τὰ αἰσθήματα τῶν συμπολιτῶν του κατὰ τῆς διοικήσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι παρὰ πολὺ ἱερὸν, ὥστε νὰ μὴ γίνηται ἀντικείμενον πολιτικὸν ἀνταγωνισμοῦ. Σπεύδω νὰ εἴπω, ὅτι γνωρίζομεν βεβαίως εἰς τὴν ἱστορίαν τῆν Παθολογίας κακοήθεις, οὕτως εἰπεῖν, ἐπιδημίας ἰλαρᾶς, ἀπὸ τὸ εἶδος τῶν ἐπιδημιῶν, τὸ ὁποῖον οἱ Γάλλοι παθολόγοι ὀνομάζουσι le mauvais génie de la maladie. Ὅταν παρατηρῶ, ὅτι αἱ ἀποβιώσεις κυρίως ἐγένοντο ἐξ ἐπιπλοκῶν, τότε πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι εἰς τὰς ἐπιπλοκὰς αὐτὰς συνετέλεσαν κακοὶ ὅροι ὑγιεινοί, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἐπερωτήσεώς μου, κακοὶ ὅροι, δηλαδὴ κόπωσις ὑπερβολικὴ, στρατωνισμὸς ἀκατάλληλος, νοσήλευσις ἐν θεραπευτηρίοις, εἰς τὰ ὁποῖα συγκεντροῦται ὑπερβολικὸς ἀριθμὸς ἀῤῥώστων, κακοὶ ἀερισμοὶ, συνεπείᾳ τούτου ἀνοίγματα παραθύρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπικίνδυνα, καὶ τὰ ὁποῖα καταντοῦν θανατηφόρα εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι νοσηλεύονται εἰς νοσηλευτήρια, τὰ ὁποῖα δὲν ἀερίζονται κανονικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς. Ἐπειδὴ ἐλλείπει ἡ οὐσιωδεστάτη αὕτη ἀπάντησις τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, τὴν τόσῳ σαφῆ, διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ συναγάγω ἀσφαλῆ τὰ πορίσματα ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Οὐχ ἧττον τὰς ἑξῆς γενικὰς παρατηρήσεις θέλω σᾶς ὑποβάλει, ἀφίνων τὰς φρουρὰς Ἀθηνῶν καὶ Λαρίσσης, διότι περὶ αὐτῶν ἐζήτησα πληροφορίας ἀναγομένας μόνον εἰς 49 ἡμέρας, καὶ διότι δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον εἶχε φέρει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς θνησιμότητος τῶν δύο φρουρῶν ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου μέχρι 12 Δεκεμβρίου. Περιορίζομαι εἰς τὰς φρουρὰς Κερκύρας, Ναυπλίου, Ἄρτης, Πατρῶν καὶ Πύργου. Σᾶς πληροφορῶ λοιπὸν, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον αἱ φρουραὶ αὗται εἶχον κατὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον, Δεκέμβριον καὶ Ἰανουάριον, 2,178 στρατιώτας, ἐν στρογγύλῳ ἀριθμῷ ἂς εἴπωμεν 2,000. Εἰς τὰς φρουρὰς ταύτας κατὰ τοὺς τέσσαρας τούτους μῆνας ἔχομεν θανάτους ἐπὶ τῶν 2,000 ἀνδρῶν 55. Ἐὰν πολλαπλασιάσητε τώρα τὸ 55 διὰ τοῦ 3, ἔχομεν θνησιμότητα 165 ἀνδρῶν δι’ ἓν ἔτος. Οὕτω γίνονται οἱ ὑπολογισμοὶ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, καθ’ ὑπόθεσιν.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ καθ’ ὑπόθεσιν, ὅτι ἡ ἐπιδημία θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ ὅλον τὸ ἔτος.
§30ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τὴν ὀνομάζετε ἐπιδημίαν. Ἐγὼ βλέπω ἐπιπλοκὰς, αἱ ὁποῖαι φέρουν ἄλλον χαρακτῆρα.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐπιπλοκὴ προῆλθεν ἐκ τῆς ἐπιδημίας, ἥτις, ὡς εἴδετε, προσέβαλε πάντας τοὺς πολίτας.
§32ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἡ ἐπιδημία τῆς ἰλαρᾶς διαρκεῖ ἐν τῷ στρατῷ ἀπὸ δύο ἐτῶν. Διότι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἴχομεν τοιαύτην, καθὼς καὶ κατὰ τὸν χειμῶνα, ἥτις ἀνεκόπη μόλις ἐκ τῆς εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν ἐπιστροφῆς τῶν κληρωτῶν, καὶ ὡς εἶπον κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον, ἡ ἀσθένεια εἶχε παύσει ἐλλείψει ἀνθρώπων. Ἑπομένως, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐπιδημίας, ἡ ὁποία διαρκεῖ ἤδη ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, δὲν ὑπάρχει ἀπιθανότης, ὅτι δὲν θέλει διαρκέσει καὶ ἐπὶ ὀκτὼ ἀκόμη μῆνα. Διὰ τοῦτο ἔκαμα αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, τὴν λίαν πιθανὴν, ὅτι αἱ ἀναλογίαι, αἱ ὑπάρχουσαι ἐν τῷ στρατῷ, θ’ ἀκολουθήσωσιν ἐπὶ ὀκτὼ ἔτι μῆνας. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ἀριθμῶν ἔχομεν σοβαρωτάτην θνησιμότητα, τετραπλασίαν καὶ πενταπλασίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν οἱ συγγραφεῖς ἀναφέρουσιν ὡς τὸν μέσον ὅρον τῆς θνητότητος ἐν τοῖς στρατοῖς τῆς Εὐρώπης, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ ἔκτακτος περίστασις. Ἀλλ’ ἀφίνω ταῦτα διὰ προσεχῆ ἀνάλυσιν. Ἀπαντῶ ἤδη εἰς τὸ οὐσιῶδες μέρος, διότι προσεχῶς θὰ ἦμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω ἀκριβέστατα, εἰς τόσον ἀριθμὸν ἀῤῥώστων πόσοι ἦτο πιθανὸν ν’ ἀποθάνωσιν εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν πραγμάτων, διότι ἐπιμένω φρονῶν,— καὶ τοῦτο εἶναι τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας μου—ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουσι καλῶς ἐν τῇ ὑγειονομικῇ ὑπηρεσίᾳ. Καὶ ἄλλοτε παρετήρησα, ὅτι ὑπάρχουσί τινες τῶν συναδέλφων μου, οἵτινες ἀνυπομονοῦσιν, ὁσάκις φέρω τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πράξω ἄλλως ἢ ὡς ἡ συνείδησίς μου μοὶ ἐπιβάλλει. Σεμνύνομαι δὲ, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ δεκάτη φορὰ, καθ’ ἣν ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ νομίζω, ὅτι ἐξεπλήρωσα ἱερὸν καθῆκον. Σκεφθῆτε, πόσον φοβερὸν εἶναι, νέοι ἐν ἀκμῇ ἡλικίας νὰ ἔρχωνται νὰ ἐκπληρῶσι τὸν βαρύτατον καὶ ἱερώτατον φόρον εἰς τὴν πατρίδα, καὶ νὰ εὑρίσκουν ἄδοξον καὶ ἀηδῆ θάνατον, ἕνεκα τῶν διοικητικῶν ἁμαρτημάτων ἡμῶν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι σᾶς ἀπέδειξε, καὶ δι’ ἐγγράφων στρατιωτικῶν μάλιστα, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἐπαμεινώνδας Σακελλαρόπουλος, τὸν ὁποῖον λυποῦμαι μὴ βλέπων ἐνταῦθα, διότι θὰ ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἀναλύσῃ κάλλιον ἐμοῦ τὰ πορίσματα τῶν ἐρωτημάτων μου, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀπέδειξε δι’ ἐγγράφων, ὅτι ἡ ἰλαρὰ μετεδίδετο ἐκ τοῦ ἐνταῦθα Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου εἰς τοὺς στρατῶνας διὰ τῶν ἐνδυμάτων τῶν νοσηλευθέντων, καὶ ἐκ τῶν στρατώνων μετεδίδετο εἰς τὴν πόλιν. Βεβαίως ἡ ὑπηρεσία θὰ σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπολυμανθῶσιν ἐνδύματα ἀῤῥώστων, ἐὰν μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς θερμοκρασίαν τοὐλάχιστον 130ο τοῦ ἑκατονταβαθμίου, καὶ διὰ τοῦτο οἱ κλίβανοι, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς Νοσοκομείοις τῆς Εὐρώπης πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀπολυμάνσεως τῶν ἐνδυμάτων, δίδουσι θερμοκρασίαν ὄχι 130ο, ἀλλὰ 150ο τοῦ ἑκαντοταβαθμίου, καὶ εἶναι οὕτω κατεσκευασμένοι, ὥστε οὐδεμία γίνεται καταστροφὴ τῶν ἀπολυμαινομένων ὑφασμάτων. Σεῖς δὲν ἔχετε τοιούτους κλιβάνους, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχετε βεβαίως τὴν ἀξίωσιν, ὅτι τὰ φορέματα τῶν στρατιωτῶν, τῶν δι’ ἰλαρὰν νοσηλευθέντων, δὲν μετέδωκαν τὸ νόσημα εἰς τοὺς στρατῶνας. Αὐτοὶ οἱ ἄνδρες δὲν ἔλαβον οὔτε ἓν λουτρὸν, οὔτε διήνυσαν ὅλον τὸ στάδιον τῆς ἀναῤῥώσεως πρὶν σχετισθῶσι μετὰ τῶν ὑγιῶν. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ἀντικείμενα ἐπιστημονικὰ, τὰ ὁποῖα γνωρίζει καλῶς ἡ ὑπηρεσία. Ἀποδίδω ἑπομένως εἰς ὑμᾶς τὴν εὐθύνην, ὅτι δὲν θέλετε νὰ τὰ ἐφαρμόσητε. Ὑπάρχουσιν ἐγκύκλιοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐν Γαλλίᾳ, αἱ ὁποῖαι προσδιορίζουσι πόσας ἡμέρας μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ πυρετοῦ δύναται ὁ μαθητὴς, ὁ παθὼν ἐκ νόσου ἐξανθηματικῆς, νὰ ἔλθῃ εἰς σχέσεις μετὰ τῶν συναδέλφων του, καὶ ἀφοῦ πρότερον ὅλα τὰ φορέματα καὶ τὰ ἀντικείμενα, πρὸς ἃ ἦλθεν εἰς συνάφειαν, ἀπολυμανθῶσι διὰ τοῦ κλιβάνου, καὶ ἀφοῦ ὁ ἀσθενήσας μαθητὴς λάβῃ δύο γενικὰ λουτρὰ, εἰς τὰ ὁποῖα μάλιστα γίνεται καὶ χρῆσις εἰδικῶν ἀπολυμαντικῶν, παραδείγματος χάριν σάπωνος carbolique. Σεῖς τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἐκάματε, κλιβάνους δὲ ἔχετε, λουτρὰ δὲν ἔχετε, καὶ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, ὅτι τὰ δωμάτια ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχετε τοὺς ἀῤῥώστους, ἀποτελοῦσιν ἀπομονωτήρια, ἐνῷ ἀπομονωτήρια δὲν λέγονται, εἰμὴ τὰ κεχωρισμένα παντὸς οἰκοδομήματος καὶ περιβαλλόμενα ὑπὸ ἀτμοσφαιρικοῦ ἀέρος. Ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι εἴπετε ὅτι διὰ τῆς ἐπαφῆς μόνον μεταδίδεται ἡ ἰλαρὰ, ἐνῷ αὕτη μεταδίδεται διὰ τοῦ περιβάλλοντος ἀέρος. Τοῦτο γνωρίζει ἡ κάθε οἰκοκυρὰ, ἡ ὁποία ἐνοσήλευσε παιδὶ προσβληθὲν ἐξ ἰλαρᾶς. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ σειρᾶς ἐπερωτήσεων καὶ ἀγορεύσεών μου ἠθέλησα νὰ καταδείξω, εἶναι, ὅτι ὄχι μόνον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, —διότι ἐπαναλαμβάνω, τοιοῦτον ζήτημα δὲν ἐννοῶ νὰ μεταχειρισθῶ ὡς μέσον ἀντιπολιτεύσεως, —ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν κἀμμία Κυβέρνησις, ἀπὸ τῆς καθιδρύσεως τοῦ Βασιλείου, δὲν ἀπέδωσε τὴν δέουσαν σπουδαιότητα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐφαρμόζεται ἡ καθολικὴ στρατολογία, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνεπιστημοσύνης, τῆς ἀκηδίας εἶναι μᾶλλον σοβαρά. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ἐν διαστήματι τεσσάρων μηνῶν, ἔχομεν ὑπὲρ τοὺς ἑκατὸν στρατιώτας ἀποθανόντας σχετικῶς ἐπὶ μικροῦ ἀριθμοῦ ἀῤῥώστων. Ἀρκούντως κατεδείχθη, ὅτι ὁ στρατωνισμὸς καὶ ἡ νοσήλευσις δὲν ἔχουσιν ὡς πρέπει ἐν τῇ πρωτευούσῃ, καὶ βεβαιότατα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις οἱ ὅροι οὗτοι εἶναι χείρονες. Διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ Νοσοκομείῳ τῶν Ἀθηνῶν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι αὐτὸ κεκορεσμένον, γίνεται ὅσον ἔνεστι καλλιτέρα. Δὲν ὑπάρχει ὅμως τοιαύτη ὑπηρεσία καὶ εἰς τὰ θεραπευτήρια τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει τίποτε ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ὅπως ὀνομάζωνται θεραπευτήρια. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐννοῶ διὰ τῶν κατακρίσεων τούτων νὰ ἐπικρίνω τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Εἶπον ἐπανειλημμένως, ὅτι δὲν γνωρίζω ταύτην, οὔτε ἔρχομαι εἰς συνάφειαν πρὸς αὐτὴν, δὲν γνωρίζω, παρὰ τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν, καὶ ἐκτιμῶ, ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωσι καλῶς ἢ κακῶς. Καὶ αὐτὰ τὰ πράγματα μαρτυροῦσιν, ὅτι κακῶς ἔχουσι. Πλὴν βεβαίως γνωρίζομεν πάντες, ὅτι ὑπάρχουσιν ὀργανικαὶ ἀτέλειαι ἐν τῇ ὑγιειονομικῇ ἡμῶν ὑπηρεσίᾳ. Τοιαῦται κατεδείχθησαν εἰς σοβαρωτάτας περιστάσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνθυμεῖται ἴσως, ὅτι κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1878 ἐξεστράτευσε στρατὸς Ἑλληνικὸς ἐξ ἑπτὰ χιλιάδων καὶ ἐπέκεινα ἀνδρῶν, ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Σοῦτσον, εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ὁ στρατὸς ἐκεῖνος δὲν εἶχε μεθ’ ἑαυτοῦ οὔτε ἕνα στρατιωτικὸν ἰατρὸν, οὔτε ἓν ὄχημα δι’ ἀῤῥώστους στρατιώτας. Βεβαίως, Κύριοι, ἀκούετε μετ’ ἐκπλήξεως, ὅτι στρατὸς ἑπτὰ χιλιάδων καὶ ἐπέκεινα ἀνδρῶν, ὅστις ἐξεστράτευσεν, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρὸν, ὅτι στρατὸς, ὅστις ἠδύνατο νὰ συγκρουσθῇ πρὸς δύναμιν ἰσόπαλον, ἥτις ἠδύνατο νὰ ῥίψῃ ἐπὶ τοῦ πεδίου 200 ἢ 300 στρατιώτας Ἕλληνας, δὲν εἶχεν οὔτε ἕνα ἰατρόν.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φέρῃ σημείωμα περὶ τούτου, διότι ἐγὼ δὲν εὑρίσκω ταῦτα ἀληθῆ. Θέλω νὰ φέρῃ σημείωσιν, ποία ὑπῆρξεν ἡ κατάστασις ἡ ὑγειονομικὴ τότε.
§34ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσω. Ἰδοὺ ἐγὼ τί λέγω. Ὁ στρατὸς ἐκεῖνος, ὅταν ἐξῆλθε τῶν συνόρων, δὲν εἶχεν ἰατρόν. Ὁ μόνος ἰατρὸς, ὁ συνοδεύων τὸν στρατὸν, ἦτο εἷς ἰατρὸς, φέρων τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, ὀνομαζόμενος Ἀθανασίου, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν ἕτερον ἐφόδιον, παρὰ ἓν νυστέρι. Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία συνεκστρατεύουσα πέραν τῶν ὁρίων. Αὐτὴ εἶναι ἀτέλεια σπουδαία, καὶ βεβαίως θ’ ἀκούσω μετὰ πολλοῦ τοῦ ἐνδιαφέροντος τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ φέρῃ συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Τοῦτο ἀνέφερον, ἵνα εἴπω, ὅτι τὰ κατὰ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν ἡμῶν ἀτελῶς ἔχουσι, διότι πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι ἡμῶν εἶναι ἀτελεῖς. Ἔκτοτε πρόοδός τις ἐγένετο, καὶ πρόοδον ὀνομάζω τοὺς νόμους περὶ τῶν ἐπικούρων ἰατρῶν, τῶν ἐφέδρων στρατιωτικῶν ἰατρῶν, καὶ τῶν πολιτικῶν ἰατρῶν, τῶν ἐκτάκτως προσλαμβανομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Εἰς περιστάσεις τινὰς οἱ θεσμοὶ οὗτοι ἐπέφερον καλὰ ἀποτελέσματα, καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἐπὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς συγκρούσεις τινὲς τῶν συμπληρωματικῶν τούτων ἰατρῶν ἐξετέλεσαν ἄριστα τὸ καθῆκόν των. Ταῦτα πάντα ὀνομάζω πρόοδον, ἀλλ’ οὐχ ἧττον βλέπω ἀτέλειαν καὶ εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως καὶ εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν δίαιταν τοῦ στρατοῦ.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§36ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Μάλιστα δύναμαι νὰ δώσω καὶ μίαν πληροφορίαν εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι πρὸ 9 περίπου ἐτῶν, συνεπείᾳ ἄρθρου τινὸς, δημοσιευθέντος ἐν τῷ «Αἰῶνι», εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρετο ἡ περίστασις αὕτη τῆς ἐκστρατείας τοῦ στρατηγοῦ Σούτσου ἄνευ ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ἀπήντησεν ὁ ἀνώτατος γενικὸς ἀρχίατρος δι’ ἐπιστολῆς αὐτοῦ, δημοσιευθείσης ἐν τῷ «Αἰῶνι», εἰς τὴν ὁποίαν ἔλεγε, χωρὶς ν’ ἀρνῆται τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ στρατὸς ἐκεῖνος ἐξεστράτευσεν ἄνευ ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ἔλεγεν ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, διότι ἡ ἐχεμύθεια τῆς ὑπηρεσίας δὲν τὸ ἐπέτρεπεν. Ἑπομένως δὲν ἐφωτίσθημεν ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου. Δὲν πρέπει δὲ νὰ νομίζῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι, διότι συνέβη ἡ περίστασις ἐκείνη, εὐθύνεται δι’ αὐτὴν ὁ ἀοίδιμος πατήρ του. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ εἶναί τι λίαν ποικίλον, εἶναί τι εἰδικὸν ἐπιστημονικὸν ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου ἁρμόδιοι εἶναι μόνον οἱ στρατιωτικοί. Ἐνταῦθα εὐθύνεται μόνον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀγνοῶ δὲ, ποῖον εἶναι τὸ μυστικὸν τῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον ὁ γενικὸς ἀρχίατρος δὲν ἠθέλησε ν’ ἀνακοινώσῃ ἐν τῇ ἐπιστολῇ του. Βεβαίως ὅμως εὐθύνεται ἡ διοίκησις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν εὐθύνεται εἷς πολιτικὸς ἀνὴρ, διότι ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ, ὅσον ἔξοχος καὶ ἂν ἦναι, εἶναι ἀναρμόδιος νὰ διαχειρίζηται τοιαῦτα ζητήματα εἰδικὰ, καὶ τόσῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ, ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, δὲν ἦτο καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν εἶχε δηλαδὴ οὔτε τὴν εὐθύνην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν, κατ’ ἐμὲ, ὑπὲρ τὸ μέτρον ἀναλαμβάνει ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν δύναται νὰ τὰ βγάλῃ πέρα, κατὰ τὴν δημώδη ἔκφρασιν. Λοιπὸν, Κύριοι, τὸ συμπέρασμα τοῦ λόγου μου εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὅτι ἡ κατ’ ἐπανάληψιν γινομένη ἐπίθεσίς μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου σκοπὸν ἔχει ἱερὸν, τὸν ὁποῖον ὅλοι παραδέχεσθε. Τὰ στρατιωτικὰ πράγματα ἔχουσι κακῶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διαίτης, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς νοσηλείας, καὶ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ φέρωμεν θεραπείαν, διότι οὐ μόνον ἐκθέτομεν πολυτίμους ὑπάρξεις εἰς ἄδοξον θάνατον, ἀλλὰ κλονίζομεν καὶ τὰς πεποιθήσεις τοῦ τόπου ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν θεσμῶν. Εἰς ἄλλας χώρας, εἴτε συνταγματικῶς εἴτε ἀπολύτως διοικουμένας, βλέπομεν τοὺς Βασιλεῖς, βλέπομεν τὰ μέλη τῶν βασιλικῶν οἰκογενειῶν, ἀσχολουμένους ἀνενδότως εἰς τὴν ὑγείαν καὶ εἰς τὴν δίαιταν τῶν στρατιωτῶν, βλέπομεν ἐκεῖ τὴν ἐξουσίαν, εἴτε ὑπὸ τῆς Βασιλείας ἀντιπροσωπευομένην, εἴτε ὑπὸ τῆς Διοικήσεως, ἀνενδότως ἀσχολουμένην εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν εὐεξίαν τοῦ στρατοῦ. Παρ’ ἡμῖν, ἐπειδὴ δὲν τὰ βλέπομεν αὐτὰ, εἶναι ἔτι μᾶλλον ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτελῇ τὰ καθήκοντα ταῦτα, καὶ ν’ ἀναπληροῖ τὰς ἐλλείψεις ταύτας, καὶ διὰ τοῦτο, ὡς προεῖπον, ἡ Βουλὴ τοῦ λοιποῦ θὰ ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου θέματος τῆς ὑγείας καὶ εὐεξίας τοῦ στρατοῦ.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἂν ἀποδειχθῶσιν ὅτι εἶναι ἀκριβῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τοῦ προαγορεύσαντος, μ’ ὅλον τοῦτο, Κύριοι, ἀποδεικνύεται πάλιν ἡ τέχνη, μεθ’ ἧς ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἵνα κατασταθῇ δυνατὴ ἡ προσάρτησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ ἀποδίδεται αὐτῷ μεγάλη τιμὴ, διότι διηγωνίσθη μὲ τοιοῦτον στρατὸν καὶ μὲ τοιαῦτα μέσα, ὥστε νὰ παραχθῇ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα διὰ τὴν πατρίδα. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Τυπάλδος δὲν ὤφειλε νὰ ἀναδράμῃ συζητῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πρῶτον διότι οἱ ὑπεύθυνοι ταύτης ἢ ἀπέθανον ἢ δὲν εὑρίσκονται ἐνταῦθα, ὅπως ἀπαντήσωσι καὶ δώσωσι τὴν ἀληθῆ εἰκόνα τοῦ πράγματος, πρὸς φωτισμὸν καὶ τοῦ κ. Τυπάλδου καὶ παντὸς ἔχοντος ἀμφιβολίαν τινά. Περὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπεφάνθη τὸ Ἔθνος, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ κάμῃ μνείαν τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἄλλως δὲν ἔχει ἀποδείξεις σαφεῖς ἐκ τῆς ἱστορίας ἢ τοῦ Ὑπουργείου. Φρονῶ ὅτι ἠδίκησεν ἑαυτὸν ὁ προαγορεύσας, κατελθὼν εἰς τοιαύτην συζήτησιν, ἥτις θίγει τὴν ὑπόληψιν ἀνδρῶν, περὶ τῶν ὁποίων, ἐπαναλαμβάνω, τὸ Ἔθνος ἀπεφάνθη, καὶ τοὺς ἐχειροκρότησε διὰ τὴν διοίκησίν των. Τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ δὲν θεωρῶ ἀκριβῆ, καὶ μολονότι δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ φέρῃ τὰς ἀποδείξεις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐρωτῶ, ὁ λοχαγὸς Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος τοιαύτας πληροφορίας ἔδωκεν εἰς τὸν κ. Τυπάλδον, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία, πῶς αὐτὸς εὑρίσκετο μὲ βαθμὸν ὑγειονομικοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκεῖ; Τοῦτο θὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι, πάντες δὲ γνωρίζουσιν, ὅτι ὑπῆρχε τελείως κατηρτισμένος ὁ ὑγειονομικὸς κλάδος.
§38ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἔλαβον καὶ παρ’ ἄλλων ὁμοίας πληροφορίας, καὶ προσθέτω, ὅτι εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ στρατοῦ εἰς Λαμίαν δὲν ὑπῆρχεν ἕτερον νοσοκομεῖον, παρὰ τὸ τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε πεντήκοντα κλίνας καὶ δύο ἐξόχους ἰατροὺς, τοὺς κ. κ. Κωνσταντῖνον Δηλιγιάννην καὶ Ἰούλιον Γαλβάνην. Αὐτὰ τὰ λέγω θετικῶς. Καὶ ἀφοῦ ὁμιλεῖτε, ὅπως ὑπερασπίσητε τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Ἰανουαρίου 1878 ἀπέναντι περιστάσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, σᾶς λέγω, ὅτι, ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἰς τοὺς λόγους μου ὑπάρχει ἡ παραμικροτέρα ἔλλειψις ἐκτιμήσεως πρὸς τὸν ἔξοχον ἄνδρα, τοῦ ὁποίου φέρετε τὸ ὄνομα, εὑρίσκεσθε εἰς πλάνην. Οἱ ἄνδρες, ὡς ὁ πατὴρ ὑμῶν, εἰς τὰ περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀνέφερα, σχετικῶς πρὸς τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, δὲν κρίνονται ἐκ μιᾶς ἐλλείψεως, ἐκ μιᾶς λεπτομερείας, ὡς εἶναι αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα. Αὐτὰ δὲν εὐθύνουσι τὸν πατέρα ὑμῶν, πολιτικὸν ἔξοχον, ἀλλ’ εὐθύνουσι τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δίδω ἐγὼ τοιαύτην ἐκτίμησιν εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὰ αἰσθήματα τοῦ κ. Τυπάλδου τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν· ἐκτιμῶ καλλίτερον αὐτὸν παρ’ ὅτι πιστεύει, καὶ δὲν θέλω νὰ τὸν ἀδικήσω ἐπὶ τοσοῦτον, ἂν ἡ ῥύμη τοῦ λόγου τὸν παρέσυρε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἐν ἀκαταλλήλῳ στιγμῇ νὰ ἀναδράμῃ εἰς τοιαύτην ἐπισκόπησιν· τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἔκρινα περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἔχει γνώμην διάφορον περὶ τοῦ ἡγέτου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἤθελα μόνον νὰ δώσω, ἂν μοὶ ἐπιτρέπηται, ἓν μάθημα πρὸς τὸν κ. Τυπάλλον, ὅταν ἀνέρχεται τὸ βῆμα, νὰ προσέχῃ εἰς τὰς ἀγορεύσεις του καὶ εἰς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ παρελθόντος. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, μολονότι δὲν ἔχω ἀνάγκην τούτων, διότι ὡς στρατιωτικὸς γνωρίζω τὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ τοῦτο, διότι αἱ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην σχέσεις μου μοὶ παρεῖχον τὰ μέσα νὰ γνωρίζω τὰς λεπτομερείας περὶ πάντων· ἔχω δὲ ἐπαναπαυμένην τὴν συνείδησίν μου, ὅτι ἀναλόγως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, καὶ τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος διέῤῥευσε μέχρι τῆς λύσεως, ἐγένοντο τὰ πρέποντα. Μολονότι ἔχω τοιαύτην πεποίθησιν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀφείλει νὰ λησμονήσῃ τὸν κομματικὸν ἀνταγωνισμὸν, ὁ ὁποῖος τὸν ἔσυρεν εἰς πάλην ἐκτὸς τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ σήμερον, ὅτε ὁ διευθύνων τὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶναι νεκρὸς καὶ δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν σημερινὴν κατάστασιν ἡ ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας, ὀφείλει νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, ὅπως ἀρθῇ ἡ κατὰ τῶν νεκρῶν μομφή.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ τούτου ἔχω μίαν ἐπερώτησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων νὰ καταθέσῃ ἓν ἐπιδοτήριον τοῦ φυγοστράτου Δηλιγιάννη. Παρῆλθεν ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα καὶ δὲν τὸ κατέθεσε. Τὸν παρακαλῶ καὶ αὖθις νὰ τὸ καταθέσῃ, διότι, ὡς πληροφοροῦμαι, ὁ νομίζων ἑαυτὸν παρανόμως κρατούμενον ἐν τῷ στρατῷ ἔκαμεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ χάριν τοῦ πολίτου, τὸν ὁποῖον ἔχει καθῆκον νὰ ὑπερασπισθῇ, παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ τὸ ἐπιδοτήριον, ὅπως σταματήσῃ ἡ ἐκδίκασις τῆς ἀγωγῆς. Ἐνταῦθα εἶναι ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ ὑπολογισμὸς διάφορος· ἐλπίζω δὲ, ὅτι θὰ ἔχωμεν τὴν εὐτυχίαν νὰ λάβωμεν ἀπάντησιν.
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶν εἰς τὴν χθὲς γενομένην ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ κ. Τσαρλαμπᾶ, καταθέτω ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου Κεφαλληνίας, ἐπεξηγοῦν τὰ τῆς ὑποθέσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου Μηνᾶ Γλένη.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρατηρῶ μετὰ λύπης μου, ὅτι ὅ τε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καθὼς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι δὲν θέλω νὰ φέρω γνώμην περὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν, ἀποφεύγουν νὰ ἀπαντήσουν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου. Ἐγὼ ὑπέβαλα τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας καθ’ ὅλους τοὺς τύπους τοὺς κοινοβουλευτικούς. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον ἐγένετο ἡ μετάθεσις τοῦ δημοδιδασκάλου τοῦ δήμου Εὔας. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν προέβη εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ ἐνωμοτάρχου τοῦ σταθμεύοντος ἐν Μελιγαλᾷ τοῦ δήμου Οἰχαλίας, ὁ ὁποῖος διέπραξεν ἐγκλήματα κατὰ πολιτῶν φιλησύχων δι’ ἰδιαιτέρους λόγους καὶ οὐχὶ διὰ λόγους ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ οἱ κύριοι οὗτοι σιωποῦν.
§44ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπεδόθησαν κατ’ αὐτοῦ καταγγελίαι.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦτο θὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ ὑποβληθέντα δι’ ἐμοῦ παράπονα εἶναι ἀληθῆ· δὲν διατείνομαι δὲ, ὅτι πᾶσαι αἱ καταγγελίαι εἶναι ἀληθεῖς, ἀλλ’ εἶναι δύσκολον πρᾶγμα νὰ κατηγορήσῃ τις τὴν στρατιωτικὴν ἀρχὴν χωρὶς νὰ ἀδικηθῇ ὑπ’ αὐτῆς· διότι, ἂν ἀποδειχθῇ συκοφάντης ὁ καταγγείλας, ὑπόκειται εἰς ποινὴν, καὶ ὁ καταγγελθεὶς σταθμάρχης ἢ ἀποσπασματάρχης θὰ καταγγείλῃ τὸν συκοφαντήσαντα, ὅστις θὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, εἰς πᾶσαν περίστασιν ἔχει τρόπον, καλυπτόμενος ὑπὸ τοῦ νόμου, νὰ πιέσῃ τὸν ἀδικήσαντα. Ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν μετὰ τὴν ἀποδεδειγμένην σκανδαλώδη διαγωγὴν τοῦ ἐνωμοτάρχου, ἂν μετὰ τοιαύτην συμπεριφορὰν καὶ διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, ἂν, λέγω, ὁ Ὑπουργὸς ἐννοῇ νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ ἐκεῖθεν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σιωπᾷ. Καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν θὰ καταθέσῃ τὸ ἐπιδοτήριον, τὸ ἀφορῶν τὸν φυγόστρατον Δηλιγιάννην. Συζήτησις περὶ αὐτοῦ ἐγένετο μακρὰ, καὶ ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔχει τὸ ἐπιδοτήριον· ἐρωτῶ, ἂν θὰ καταθέσῃ αὐτὸ, καὶ δὲν ἀπαντᾷ ὁ Ὑπουργός. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, θὰ ἐξακολουθήσῃ τηρῶν τοιαύτην συμπεριφορὰν καὶ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου, τὰς ἀφορώσας τὴν ἐν γένει διοίκησιν τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, καὶ περὶ ἄλλων τινῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ὡς Βουλευτὴς ἀπηύθυνα πρὸς αὐτόν; διότι ἐκ τῆς στάσεώς του ταύτης θὰ κανονίσω τὴν ἐμὴν συμπεριφορὰν, θὰ εἰδοποιήσω δὲ τοὺς συμπολίτας μου, ὅτι δὲν ἔχουν νὰ ἐλπίζουν μεταβολὴν, συνᾴδουσαν πρὸς τὸν νόμον, νὰ μὴ ἀπευθύνωνται δὲ πρός με, ἐπικαλούμενοι πρὸς τοῦτο τὴν συνδρομήν μου. Ἡ στάσις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως παρέχει τὸ θάῤῥος εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας νὰ γίνωνται αὐθαδέστεροι καὶ νὰ παρανομῶσιν εἰς τρόπον ἐγκληματικὸν, ἐνῷ δὲ θεωροῦνται ὄργανα τῆς ἐννόμου τάξεως, καθίστανται ἐπικίνδυνοι ἀνατροπεῖς αὐτῆς. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν, ὡς ἀντιπρόσωπος, διότι, ἂν ἦτο προσωπικὸν τὸ ζήτημα, ἤξευρον πῶς νὰ κανονίσω τὰς σχέσεις μου μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν ὁμιλῶ ὡς Κουμουνδοῦρος, ὁμιλῶ ὡς Βουλευτὴς, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω καθῆκον νὰ συμπεριφέρωμαι ὡς ἐπιβάλλει τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ, ἐπιθυμῶ, λέγω, νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν αὐτὴν τακτικὴν καὶ πρὸς ἐμὲ, ὁπότε θὰ σκεφθῶ, τί μοῦ ἐπιβάλλεται νὰ πράξω ἀπέναντι τῆς τοιαύτης στάσεως μιᾶς Κυβερνήσεως, ἥτις καλεῖται κοινοβουλευτική.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις πάντοτε ἀπαντᾷ ἐπὶ τῶν ἀπευθυνομένων αὐτῇ ἐπερωτήσεων πρὸς τὴν Βουλὴν, ἥτις πάντοτε ἀποδέχεται τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ Βουλευτοῦ. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι αἱ ἀπαντήσεις δίδονται εἴτε τὴν αὐτὴν ἡμέραν, εἴτε τὴν ἐπαύριον, ἢ ἄλλην ἡμέραν, κατὰ λόγον τοῦ ἀναγκαίου χρόνου πρὸς πορισμὸν τῶν πληροφοριῶν. Ἰδίως δὲ παρακαλῶ, ὅπως ὑποβάλλωνται αἱ ἐπερωτήσεις ἐγγράφως, διότι, τούτου μὴ γινομένου, ὁ Ὑπουργὸς, πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ ἐνεργείας ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἀναμένει τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἀνακοίνωσιν τῶν περιλαμβανόντων τὸ κείμενον αὐτῆς πρακτικῶν, ἐκ τούτου δὲ βραδύτης οὐ μικρά. Ὅταν ὑποβάλλωνται αἱ ἐπερωτήσεις ἐγγράφως, λαμβάνονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εὐθὺς, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν ἐπαύριον ἢ τὴν μετέπειτα ἡμέραν δίδονται εἰς τὴν Βουλὴν αἱ πληροφορίαι. Περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην Μελιγαλᾶ, περὶ ὧν πρὸ ὀλίγου ἐγένετο λόγος, ἔχομεν πληροφορίας, ὅτι ἐγένοντο καταγγελίαι, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἐπερώτησις φαίνεται ἄσκοπος, διότι, ὡς εἶπον, ἀπαντῶν εἰς προηγουμένην ἐπερώτησιν περὶ τοῦ αὐτοῦ ἐνωμοτάρχου, οὗτος δὲν κατάγεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ἐν ᾗ ἦτο τοποθετημένος. Ἡ ἀναπτυχθεῖσα πρὸ μικροῦ ἰδέα, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ὕπαρξις καταγγελίας, ὅπως ἐπιβάλληται πάντοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ μετάθεσις ἀξιωματικῶν, βεβαίως δὲν δύναται νὰ γένηται ἀποδεκτή· ἂν ἐπεκράτει αὕτη, πᾶς, μὴ ἀρεσκόμενος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος παρ’ ἀξιωματικοῦ τινος, θὰ ἠδύνατο, μηνύων αὐτὸν, νὰ ἐπιτυγχάνῃ τὴν ἐκτόπισιν. Αἱ μηνύσεις ἐξετάζονται οὐσιαστικῶς, καὶ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει μόνον ὅταν κριθῶσι στηριζόμεναι ἐπὶ πραγμάτων. Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν ὑπῆρχεν ἀφορμὴ πρὸς τὴν τοιαύτην ἐξέτασιν, διότι ὁ ἐνωμοτάρχης δὲν εἶναι τοποθετημένος ἐν Μελιγαλᾷ, ὥστε δὲν προκαλεῖται μετάθεσις. Περὶ τῆς ἄλλης ὑποθέσεως, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος, τῷ ὄντι ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐγένετο συζήτησις περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τινα καταζητούμενον ὡς ἀνυπότακτον, καὶ νομίζω ἐγένετο λόγος καὶ περὶ ἐπιδοτηρίου, δὲν ἐνθυμοῦμαι ὅμως ἀκριβῶς τὰς λεπτομερείας. Θέλω ἐξετάσει τὰ τῆς προόδου τῆς ὑποθέσεως κατόπιν τῶν ἀπαντήσεων, τῶν δοθεισῶν εἰς τὴν προηγουμένην ἐπερώτησιν, καὶ θέλω ὑποβάλει πᾶσαν συμπληρωματικὴν πληροφορίαν.
§47ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρεπονέθη ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἐναντίον μου, διότι δὲν ἀπήντησα εἰς ἐπερώτησίν του. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἐγγράφως δὲν μοὶ ἐδόθη, ἀλλὰ τὴν ἐνθυμήθην σήμερον, καὶ μεταβὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀμέσως διέταξα νὰ ἑτοιμάσουν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Αὔριον λοιπὸν θὰ δώσω τὰς πληροφορίας. Ἀδύνατον ἦτο νὰ πράξω τοῦτο σήμερον.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης εἶχε μετατεθῆ συνεπείᾳ παραπόνων τῶν καταγγειλάντων αὐτόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι εἷς ὁ καταγγείλας, διὰ νὰ ἔχῃ δίκαιον εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Πρωθυπουργὸς, οἱ καταγγείλαντες εἶναι ἀρκετοὶ, εἶναι τόσοι, ὥστε δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς καὶ μόνης καταγγελίας, θὰ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐκθέτων πρὸς ὑμᾶς τὴν γνώμην αὐτοῦ ὡς πρὸς τοῦτο· ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ καταγγελιῶν πολλῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀνακρίσει. Πρόκειται δὲ περὶ ἐνωμοτάρχου, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ μετετέθη συνεπείᾳ τῶν καταγγελιῶν, τὰς ὁποίας ἡ προϊσταμένη αὐτοῦ ἀρχὴ εὗρεν ὀρθὰς καὶ ἐπιβαλλούσας τὴν ἐκεῖθεν ἀπομάκρυνσίν του, παραδόξως βλέπομεν τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ἀναγκαζομένην νὰ διατάσσῃ τὴν ἐπάνοδόν του. Ἡ τοιαύτη σκανδαλώδης ἀταξία προκαλεῖ τὴν ἐπέμβασίν μου, παρακαλούντων τῶν ἀδικουμένων δι’ ἐμοῦ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ εἰρημένου ἐνωμοτάρχου, καὶ τὴν μὴ ἐπάνοδον αὐτοῦ, χάριν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας τοσούτων πολιτῶν φορολογουμένων. Τὴν παράκλησιν ταύτην ἔκαμα καὶ ὅτε κατὰ πρῶτον ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου, ὅτε δὲν εἶπον, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης εἶναι ἐκ Μελιγαλᾶ, ἀλλὰ ἐκ τοῦ δήμου Ἀμφίας, ὁ ὁποῖος συνορεύει, οἱ δὲ συνδημόται τοῦ ἐνωμοτάρχου ἐμπορεύονται μὲ τὸ Μελιγαλᾶ, ὅπου αὐτὸς τοποθετεῖται. Ἡ ἐμπορικὴ αὕτη σχέσις καὶ ἡ γειτνίασις ἡ τόσῳ στενὴ τῶν δύο τούτων δήμων φέρει ἀναγκαστικῶς εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ δημόται τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου θεωροῦνται ὡς μία καὶ ἡ αὐτὴ οἰκογένεια, καὶ διὰ τοῦτο δύναταί τις, χωρὶς νὰ φανῇ ὅτι λέγει τι μὴ δυνάμενον νὰ ὑπάρξῃ, νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς εἶναι ἐντόπιος. Δὲν ὑπέβαλον δὲ ἔγγραφον τὴν ἐπερώτησίν μου, διότι περὶ ταύτης εἶχε προκληθῆ οὐχὶ μικρὰ συζήτησις· ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι ἀπηύθυνα τὴν ἐπερώτησίν μου τὴν ἀκόλουθον τῆς ἀναγγελίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἡμέραν, τῆς ἐπιβεβαιούσης τὰς καταγγελίας κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου, ὥστε ἐμεσολάβει, ὡς δύνασθε νὰ ἐνθυμηθῆτε, ἀναμιμνησκόμενοι τὰς χρονολογίας, τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ἀφοῦ ἤκουσε καὶ ἐπείσθη περὶ τῆς ἀληθείας τῶν καταγγελιῶν ἐκ τῆς ἀναγγελίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἠδύνατο νὰ ἐξετάσῃ καὶ μάθῃ, ἂν ὁ ἐνωμοτάρχης μετετέθη καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὴν πρώτην θέσιν του, ἢ ἂν ἀνεκλήθη ἡ πρώτη μετάθεσίς του, καὶ νὰ διατάξῃ ὅ,τι ἔπρεπε. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔπραξε τοῦτο, τὸν παρακαλῶ ἤδη νὰ ἐξετάσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ θέλει μάθει, ὅτι μετετέθη μὲν, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον διετάχθη νὰ μεταβῇ καὶ πάλιν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ συμπολῖταί μου παραπονοῦνται καὶ παρακαλοῦσι νὰ ζητήσω τὴν ἀπομάκρυνσίν του, φρονοῦντες ὅτι τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διέπει φρόνημα δικαιοσύνης καὶ ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν. Οἱ παραπονούμενοι εἶναι οἰκοκυραῖοι ἔντιμοι καὶ φιλήσυχοι, εἷς δ’ ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ λόγιος, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ τοιαύτην ἀνοησίαν, γράφων μοι, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης διετάχθη νὰ ἐπανέλθῃ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, δηλ. νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, νὰ διατάξῃ δὲ τὴν ἐκεῖθεν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἐνωμοτάρχου· παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν κατ’ αὐτοῦ καταγγελιῶν.
§49ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς προσαγάγῃ καὶ τὴν ἀναφορὰν τοῦ παραπονουμένου συμβούλου Μηνᾶ Γλένη, ἡ ὁποία προσήχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἶναι κατακεχωρημένη εἰς τὰ πρακτικά. Πρὸς δὲ δὲν μᾶς εἶπεν, ὁ Νομάρχης ἐπὶ τῇ βάσει τίνος ἐγγράφου παραδέχεται, ὅτι αὐτὸς παρῃτήθη τῆς θέσεώς του, ἀναδεχθεὶς τὴν θέσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβούλου;
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ Νομάρχης πληροφορεῖ, ὅτι ὁ ὅλος φάκελλος τῆς ὑποθέσεως εἶναι προσηγμένος εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, διότι ὁ ὑπὲρ οὗ ἐνδιαφέρεσθε κατήγγειλε τὸν Δήμαρχον ἐπὶ ψευδέσι παραστάσεσι, καὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐζήτησε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα παρεδόθησαν εἰς αὐτήν.
§51ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος ἐγγράφου παραδέχεται ὁ Νομάρχης, ὅτι παρῃτήθη τῆς θέσεώς του ὁ εἰρημένος δημοτικὸς σύμβουλος;
§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Νομάρχης (ἀναγινώσκει): «Ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀπεστάλησαν εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν». Προηγουμένως δὲ λέγει, ὅτι προέβη εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ εἰρημένου Μηνᾶ Γλένη διὰ τοῦ ἐπιλαχόντος συμβούλου, διότι ἐθεωρήθη ἐκ τῶν παραστάσεων τοῦ Δημάρχου, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησις αὐτοῦ.
§53ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Διὰ τὰς ἀπουσίας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, ὄχι διότι ἀπεδέχθη τὴν θέσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβούλου.
§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλω ζητήσει συμπληρωτικὰς πληροφορίας.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§56ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπεφυλάχθην τὴν γνώμην μου ἐπὶ τούτου προφορικῶς νὰ ἐκθέσω ἐν τῇ Βουλῇ. Τὴν ὑποχρέωσίν μου ταύτην ἔρχομαι νὰ ἐκπληρώσω, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου καὶ κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Περιόδου ταύτης, ἐκθέτων τί ἐφρόνουν ὡς πρὸς τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ηὐχήθην νὰ εὑρεθῶ ἐν τῇ ἀπάτῃ, ἤδη δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν τελευταίαν Σύνοδον, καὶ δυστυχῶς ἡ ἐπιθυμία αὕτη ἔμεινεν ἁπλοῦς πόθος· αἰσθάνομαι ὅθεν τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔτι, νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐμμένω ἐν τῇ ἐν ἀρχῇ τῆς Περιόδου ἐκφρασθείσῃ γνώμῃ. Ἐγκαινίζων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν τελευταίαν ἄνοδον αὐτοῦ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ πολιτικὴν, ἐδογμάτιζεν, ὅτι ἡ ἀνωμαλία τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ὀφείλεται κυρίως εἰς τοὺς ἑκάστοτε ὑποβαλλομένους εἰκονικοὺς Προϋπολογισμοὺς, καὶ τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου ὑπέσχετο διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου τότε Προϋπολογισμοῦ, καὶ διεβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐπιτυγχάνων τὴν ψήφισιν τῶν ζητουμένων φόρων καὶ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων, οὐ μόνον ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα ὑπέσχετο, ἀλλὰ συνάμα καὶ τὰ ἐκ τούτων παρακουλουθήματα, ἤτοι καὶ τὴν ἄρσιν τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας καὶ τὴν ταχεῖαν ἔτι ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὡμίλει εἰλικρινῶς πρὸς τὴν Βουλὴν τότε ὁ Πρωθυπουργὸς; Ναὶ, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἠγνόει καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον ἀναλαμβάνει νὰ διοικήσῃ, ἠγνόει καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν λαὸν, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ φορολογήσῃ, ἠγνόει τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τὴν τοπογραφικὴν θέσιν τοῦ Κράτους καὶ τὰ ἀξιώματα ἐκεῖνα τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς πλέον ἀμφισβητεῖ. Οἱ ἀντιφρονοῦντες πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ ἀποτελοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑπεδείκνυον καὶ τότε, ὅτι κακῶς στηρίζεται εἰς τὴν ἀριθμητικὴν αὐτοῦ ἐργασίαν ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἐπιβαλλομένων φόρων, ὅτι ὁ ὑποβαλλόμενος παρ’ αὐτοῦ Προϋπολογισμὸς εἶναι εἰκονικὸς, καὶ ἑπομένως εἰκονικὰ ἔσονται καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ὅτι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἐπιζητεῖ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, εἶναι δυσανάλογοι πρὸς τὰς οἰκονομικὰς αὐτοῦ δυνάμεις, ὅτι, ἂν θέλῃ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον, ὤφειλε μὲν νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἀπέκρουσεν, ὡς κακῶς ἰσχυρίσθη ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν ἀρχῇ, τὴν ἐπιβολὴν φόρων, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠμφισβήτησε μόνον τὸ εἶδος καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐπιβαλλομένων φόρων, ἀλλὰ κυρίως συνέστησε πρὸς αὐτὸν τὴν οἰκονομίαν, ἐζήτησεν ἀπ’ αὐτὸν τὴν ἀποχὴν ἀπὸ τὰς ἐπιδεικτικὰς δαπάνας καὶ κυρίως τὴν ἀποχὴν ἀπὸ τὰς δαπάνας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας τὸν παρασύρει τὸ πάθος τῆς μεγαλομανίας. Δὲν ἠρνήθη λοιπὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις τοὺς φόρους· κατ’ ἀρχὴν ἀνεγνώριζεν, ὅτι, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, ἤτοι τὴν τακτοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εἴχομεν ἀνάγκην φόρων, ἀλλὰ συνάμα καὶ οἰκονομίας, καὶ ἐν ὑστάτῃ ἀνάγκῃ συνεβούλευεν, ὅτι, ἂν καὶ διὰ τῶν μέσων τούτων δὲν κατορθώσωμεν τὸ ἰσοζύγιον, δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν εἰς ὅ,τι κατέφυγον ἄλλα Κράτη, πολὺ μεγαλείτερα καὶ πολὺ εὐρωστότερα οἰκονομικῶς ἡμῶν, εἰς τὴν ἀναστολὴν τοῦ χρεωλυσίου. Διανύομεν ἤδη τὴν τελευταίαν Σύνοδον, καὶ συζητοῦμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, ἡ δὲ συζήτησις πλέον δὲν περιστρέφεται ἐπὶ ὑποθέσεων, ὡς περιεστράφη κατὰ τὴν πρώτην ἐμφάνισιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ· τὰ πράγματα δυστυχῶς ῥαγδαίως ἦλθον, διὰ νὰ ἐπικυρώσωσι τοὺς λόγους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ καταδείξωσι τὸ σαθρὸν τοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ νὰ ἀποδείξωσι καὶ εἰς τοὺς ἁπλοῦς παρατηρητὰς τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους τὴν πλήρη ἀποτυχίαν τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Καὶ μόλον τοῦτο καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ τελευταίου τούτου Προϋπολογισμοῦ ἠκούσαμεν τὸν Πρωθυπουργὸν, ψάλλοντα τὴν αὐτὴν ἐπῳδὸν, τὴν ὁποίαν ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1882, καὶ ἀναγγέλλοντα ἔτι ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα. Ἀλλ’ ἠρκέσθη μόνον εἰς τὰ ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, εἰς τὰς ὑποσχέσεις περὶ τακτοποιήσεως τῆς νομισματικῆς ἀνωμαλίας, καὶ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ὄχι, Κύριοι. Πρόκειται περὶ τῆς τελευταίας Συνόδου, πρόκειται ν’ ἀποχαιρετήσῃ τὴν πλειοψηφίαν του, πρόκειται νὰ κατευοδώσῃ τοὺς ὑποστηρίζοντας αὐτὸν, καὶ νὰ τοὺς συστήσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἐνεθυμήθη, ὅτι εἰς ἐποχήν τινα ὑπεσχέθη πρὸς αὐτὸν, ὅτι, ἂν ὑποβληθῇ εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐπέβαλλε, θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ δρέψῃ τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν του, καὶ κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν ἐπεφάνη ἡ ἡμέρα ἐκείνη, ἡ ὑποσχεθεῖσα γῆ τῆς ἐπαγγελίας ἐπιδεικνύεται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι πλέον κατὰ τὸ 1890 ὁ ἥλιος, ὁ ἐξατμίζων τὰ βαλάντια τῶν φορολογουμένων Ἑλλήνων, ἀλλὰ τὸ δροσερὸν νέφος, τὸ ἀποδίδον εἰς τοὺς ἀποξηρανθέντας φορολογουμένους εἰς δρόσον τοὺς ἐξατμισθέντας ἀτμούς. Ἡ βιομηχανία ἀναθρώσκει, τὸ ἐμπόριον ἀκμάζει, ἡ παραγωγὴ προάγεται θαυμασίως, καὶ ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὴν βαρεῖαν φορολογίαν, τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ οἱ φόροι ἐπέτυχον πλέον τῆς προσδοκίας, καὶ τὰ περισσεύματα ἐπιτρέπουσι τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἐπιτυχίας τῶν φόρων καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς, καταργεῖ τὸν φόρον τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, διότι ἀπέτυχε καὶ ἔβλαψε τὴν παραγωγήν, τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι δὲν εἰσπράττεται καὶ βλάπτει τὴν παραγωγήν, τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, διὰ νὰ ἐμψυχώσῃ τὴν παραγωγήν. Δύνασθε πλέον νὰ ἀμφιβάλλητε περὶ τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις καὶ ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ τῶν φόρων ἀνευρίσκει τὴν ἐπιτυχίαν, καὶ ἐν τῇ καταργήσει τῶν φόρων τὴν πρόοδον, ἣν ἀνεῦρε καὶ ἐν τῇ βαρείᾳ ἐπιβολῇ τῶν φόρων; Δύνασθε πλέον νὰ ἀμφιβάλλητε, ὅτι δωρεῖ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅ,τι δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσπράξῃ, καὶ προσθέτει ὅ,τι εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ εἰσπράξῃ; Ἀπαιτεῖτε πλειοτέρας ἀποδείξεις, διὰ νὰ πεισθῆτε, ποίαν ἰδέαν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὴν νοημοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Καὶ ὅμως δυσανασχετεῖτε, ὅτι ἀποτεινόμεθα πρὸς αὐτὸν, καὶ λέγομεν ὅτι δὲν ὁμιλοῦμεν διὰ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο εἴπομεν πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ δικαίωμα τοῦτο μᾶς ἔδωκεν αὐτὴ ἡ πλειοψηφία. Γνωρίζομεν, Κύριοι, ὅτι ἡ πλειοψηφία κατέστη ἠχὼ τῆς φωνῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, γνωρίζομεν ὅτι τὴν φωνὴν ταύτην οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ σιτιζόμενοι ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, οἱ χρηματισταὶ καὶ οἱ δανεισταί μας διασαλπίζουσιν εἰς τὰ τέσσαρα πέρατα τοῦ κόσμου, τὴν ἐκμεταλλεύονται καὶ θησαυρίζουσιν εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κατέστη δὲ ἡ πλειοψηφία ἠχὼ τῆς φωνῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀφ’ ἧς ὡνωμολόγησεν, ὅτι ἐστάλη ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ διὰ νὰ ἐκφέρῃ μόνον ἓν ναὶ καὶ ἓν ὄχι, ἀφ’ ἧς ἀπεδέχθη, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὴν ἐντολὴν ταύτην πιστῶς τὴν ἐξεπλήρωσεν. Ἂν δὲ τοιαύτην ἐντολὴν ἔλαβε παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θέλει λάβει τὴν ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἡμεῖς καθῆκον ἔχομεν νὰ ὁμιλήσωμεν πρὸς αὐτὸν, καθῆκον ἔχομεν νὰ καταδείξωμεν πρὸς τοὺς πλανωμένους τὴν πλάνην. Σιωπᾷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν, διότι ἀποδέχεται καὶ ἐπιδοκιμάζει τὴν τοιαύτην κατάστασιν· ἀλλ’ ἂς μὴ ἀπατᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ τῆς σιωπῆς ταύτης, διότι δυστυχῶς ὁ κονιορτὸς τῶν συμφερόντων ἀποτυφλοῖ τοὺς ὀφθαλμοὺς, τὰ δὲ ἀνακινούμενα πάθη σκοτίζουσι τὴν διάνοιαν. Ἀλλ’ ἔρχεται στιγμὴ, καθ’ ἣν ἡ καρδία θερμαίνει τὰ στήθη καὶ ἀνάπτει τὴν κεφαλήν. Οἱ προλαλήσαντες Κύριοι, καίτοι δὲν ἠκροάσθην αὐτῶν, ἀσθενείας ἕνεκεν, δὲν ἀμφιβάλλω ὅμως, ὅτι ἐνέκυψαν εἰς τὸ θέμα, καὶ ὅτι κατέδειξαν διὰ λεπτομεροῦς καὶ ἀκριβοῦς ἐρεύνης τῶν κονδυλίων, ὁποῖος εἶναι ὁ ὑποβαλλόμενος Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890· θ’ ἀποφύγω ὅθεν τὴν λεπτομερῆ ἔμειναν, διὰ νὰ μὴ ὑποπέσω εἰς ἐπαναλήψεις, θὰ ἐπικαλεσθῶ ὅμως γενικούς τινας ἀριθμούς, διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸ συμπέρασμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καταδειχθῇ τί φρονῶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον. Ἰσχυρίζομαι λοιπόν, ὅτι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 εἶναι εἰκονικός, καθὼς ὑπῆρξαν εἰκονικοὶ καὶ οἱ προηγούμενοι αὐτοῦ. Πρὸς ἀπόδειξιν δέ, ἔχει τις ἀνάγκην νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν διαφόρων κονδυλίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ὄχι· διότι ἀρκεῖ ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἡ τοῦ Προέδρου τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι καὶ ὁ ὑποβαλλόμενος Προϋπολογισμὸς εἶναι εἰκονικός, ὅπως ἦσαν καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ, καὶ πλέον αὐτῶν. Ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 στηρίζεται εἰς αὐτὰς ἐκείνας τὰς βάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εἶχε στηριχθῆ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 καὶ 1888, ὡμολόγησε δὲ διὰ τῶν πινάκων, οὓς εἶχε τότε ἀνὰ χεῖρας, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888 ἄφινεν ἔλλειμμα 2,044,000. Ἀλλὰ ὁ εἰσηγητής, ἔχων ἀνὰ χεῖρας πλήρεις τοὺς πίνακας τῆς χρήσεως, ἀνεβίβασε τὸ ἔλλειμμα εἰς 2,447,883 δραχμάς. Ὁμολογεῖ λοιπὸν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888, ὅστις ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 καὶ εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς, καθ’ ὃν ἐφηρμόσθη πλῆρες τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι μόνον κατὰ τὸ 1888 ἐλειτούργησε καθ’ ὁλοκληρίαν ὅλον τὸ φορολογικὸν αὐτοῦ σύστημα, ἀφῆκεν ἔλλειμμα 2,447,900. Καὶ μόνον τοσοῦτον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888; Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως σᾶς κατέδειξαν, ποῖον ἔσεται τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος κατεβλήθη διὰ δανείου. Κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸ προηγούμενον τοῦ 1884, καθ’ ὃ τὸ ἔλλειμμα κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δὲν ὑπερέβαινε τὰ 3,000,000, κατὰ τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν, τὰ 15–16 ἑκατομμύρια, κατὰ τοὺς πίνακας δὲ τοῦ Λογιστηρίου, μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ κ. Τρικούπη, ἀπεδείχθη περὶ τὰ 22 ἑκατομμύρια, καὶ νὰ ἀναλύσω τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δικαιολογουμένου ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1888 προέρχεται διότι ἐπλήρωσε κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τοσαύτην διαφορὰν συναλλάγματος· διότι ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἐρωτήσω, διατὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος μὲ δύο ἥμισυ ἑκατομμύρια, ἀφοῦ ἠδύνατο κατὰ τὸ σύστημά του ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸ τῆς τοιαύτης πληρωμῆς δανειζόμενος; Ἠδύνατο νὰ εὕρῃ δάνειον καὶ δὲν τὸ ἔπραξε; εἶναι τότε ὑπεύθυνος, διότι ἐβάρυνε τὸ Κράτος μὲ 2,800,000, ἐνῷ κατὰ τὴν θεωρίαν του ἠδύνατο νὰ τὸ ἀπαλλάξῃ τῆς δαπάνης. Ἀλλὰ δὲν εἶσθε ὑπεύθυνος κύριε Πρωθυπουργέ, διότι αὐτὸ εἶναι ἁπλῆ λογιστικὴ λαθροχειρία, τὴν ὁποίαν ἐφεύρετε ἄλλοτε, διὰ νὰ παραστήσητε τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1887 ὡς ἄρτιον, βεβαίως δὲ οὐδεὶς δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι σεῖς σπουδαίως ὁμιλεῖτε, ὅταν τοιαύτας θεωρίας ἐπικαλῆσθε, διότι ἕκαστος ἡμῶν γνωρίζει, χωρὶς νὰ ἦναι οἰκονομολόγος, καὶ ἐγὼ δὲ δὲν ἀξιῶ τοῦτο, ὅτι τὸ νόμισμα τοῦ Κράτους εἶναι ἡ δραχμή, ὅτι διὰ τοῦ νομίσματος τούτου ἀγοράζετε ξένον νόμισμα, καὶ ὅτι ἐνῷ τὸ νόμισμα αὐτὸ στοιχίζει 1,25, εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καταχωρεῖτε μόνον τὴν 1 δραχμήν, τὰ δὲ 25 λεπτά, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιεῖτε διὰ τὰ ἐλλείμματα, παραπέμπετε ὅπως πληρωθῶσιν ἀπὸ τοὺς μεταγενεστέρους, ὅταν δηλαδὴ πληρωθῶσι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς παγιώσεως, παραπέμπονται εἰς τὴν αἰωνιότητα ἢ εἰς τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν, ἀντὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἀρθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ πίστις ἡμῶν, Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὡσαύτως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 καὶ ὅστις ἐλήφθη ὡσαύτως ὡς βάσις, φέρει ὡς ἔσοδα 96,449,000, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν ἀφαιρεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς 6,925,000, καὶ ἑπομένως μένουσι μόνον ἔσοδα 88,524,000, ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 93,000,000, προσθέτει 4,220,000. Ποῖα ὅμως εἶναι τὰ προστιθέμενα καὶ ποῖα τὰ ἀφαιρούμενα; Ἐκ τῶν ἀφαιρουμένων, πλὴν τοῦ περὶ καπνοῦ καὶ οἴνου, βεβαίως δὲν εἶχεν ἐλπίδα νὰ εἰσπράξῃ τι· τὸ πρῶτον δὲ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσθέτει εἰς τὰ ἔσοδα, εἶναι 966,000 δραχμαί, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὸ προσθέτει εἰς τὸ τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοιούτου τρόπου βεβαίως εἶναι λίαν εὔκολον νὰ ἰσοζυγίσῃ τις οἱονδήποτε ταμεῖον. Ἐὰν παραδείγματος χάριν τὸ ἰδιωτικὸν ταμεῖον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἔχῃ ἰσοζύγιον, δύναται νὰ ἀποτανθῇ εἰς τὸ ταμεῖον ἑνὸς ἐκ τῶν παρακαθημένων αὐτῷ Ὑπουργῶν καὶ νὰ λάβῃ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν, ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἔσοδον ἐκ τῆς προσόδου τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ; Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὡρίσθη δι’ ὡρισμένον σκοπὸν, οἱ δὲ καταβαλόντες τὸ χρῆμα αὐτὸ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν δύνανται διὰ τῆς μεταβιβάσεως νὰ ἀπολαύσωσι τὴν συγκοινωνίαν τὴν σιδηροδρομικὴν, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεσθε; Ὄχι. Αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου πελάγους, αἱ Ἰόνιοι νῆσοι καὶ τὰ ὀρεινὰ μέρη τοῦ Κράτους ἔχουσιν ἐλπίδα νὰ ἴδωσι σιδηροδρόμους; Ἐν τούτοις τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας δὲν εἶναι ἱκανὰ οὐδὲ πρὸς συντήρησιν τῶν ὁδῶν, καὶ σεῖς γνωρίζετε εἰς ποίαν κατάστασιν περιῆλθον αἱ ὁδοὶ τοῦ Κράτους, διότι οὐδ’ ὀβολὸν πρὸς τοῦτο ἐξωδεύσατε ἐπὶ πολὺν καιρὸν, καὶ ἠκούσθησαν ἐπανειλημένως τὰ παράπονα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ κατόπιν αὐτῶν ἐβιάσθητε νὰ πράξητε ὅ,τι γίγνεται νῦν, καὶ τοῦτο μόνον πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Καὶ ἄλλοτε ἐδαπανήσατε ἑκατομμύρια διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, αἵτινες κατόπιν ἐγκατελείφθησαν καὶ κατέστησαν σχεδὸν ἄχρηστοι διὰ τὴν συγκοινωνίαν. Ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι παράβασις τῶν νόμων τοῦ Κράτους, καὶ ἐξ ἐκείνων, διὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἠναγκάσθη νὰ ψηφίσῃ νόμον, ὅπως τὰς προλάβῃ, σεῖς δὲ ἐπιζητεῖτε νῦν νὰ ἀνακουφίσητε τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῶν ἐσόδων τῶν ἄλλων ταμείων. Δεύτερον ποσὸν εἶναι αἱ 840,000 δραχ. ἐκ χαρτοσήμου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ 1889 ἔδωσε περισσότερον τοῦ 1888, οὐχὶ ὅμως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐνέγραψεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὴν πρόσοδον ἐκ καταναλώσεως καπνοῦ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ πρῶτον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀνεβίβαζεν εἰς 10,000,000, διότι ἡ ὑπηρεσία παρεῖχεν εἰς αὐτὸν τοιαύτας πληροφορίας, ὅτι δηλαδὴ ἡ κατανάλωσις τοῦ καπνοῦ ἔφθανεν εἰς 2,000,000 ὀκάδων, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἔφθασεν οὔτε εἰς τὰς 1,000,000 ὀκάδας, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ καπνοῦ καταναλίσκεται λαθραίως, καὶ ὅτι τὸ λαθρεμπόριον φθάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀφαιρῇ τὸ ἥμισυ τῆς προσόδου, μὲ ὅλους τοὺς δρακοντείους νόμους, μὲ ὅλην τὴν καταδίωξιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔπαυσεν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, κατὰ τῶν φορολογουμένων, μολονότι ἔμεινε διαρκῶς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ καὶ δὲν ἐπῆλθε κἀμμία ἐκ τῶν περιστάσεων ἐκείνων, αἵτινες χαλαροῦν ἢ παραλύουν τὴν διοίκησιν. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ πιστεύσητε, ὅτι πράγματι θὰ ἀποδώσῃ ὁ φόρος οὗτος τοσοῦτον, ὅσον εἶναι ἡ γενομένη προσθήκη; Τὸ προστιθέμενον ἐκ ποινικῶν τελῶν καὶ ἐξόδων ποσὸν 500,000 δραχμῶν ὅλως εἰκονικῶς ἀναγράφεται, διότι πασίγνωστον εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ πλέον ἢ ὅ,τι κατὰ τὸ 1889, διότι καὶ κατὰ τὸ 1889 ἡ καθυστέρησις εἶναι 50% καὶ πλέον. Ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ἐξαρτᾶται ἐκ καιρικῶν περιστάσεων. Τὸ ἀντισήκωμα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας βεβαίως δύναται νὰ αὐξήσῃ καὶ πλέον, ἀρκεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δώσῃ περισσοτέραν ἐλευθερίαν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, διότι ἀποκληθὲν κατ’ εὐφημισμὸν ἀντισήκωμα, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ τὸ πληρονόμενον ἄλλοτε ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους χριστιανοὺς τῆς Τουρκίας χαράτσι καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον πληρόνουν καὶ αὐτοὶ ὡς στρατιωτικὸν φόρον, εἶναι φόρος, τὸν ὁποῖον εὐχαρίστως πληρόνουν οἱ ἀπαλλασσόμενοι καὶ ὁ ὁποῖος αὐξάνει ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον ἐπιδαψιλεύονται αἱ ἀπαλλαγαί Τοιαῦτα ὅθεν, Κύριοι, τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα προσθέτων ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀναβιβάζει τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς 93,000,000, ἔσοδα τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις εἶναι ὅλως ἀβεβαία. Ἀλλ’ ἔστω, παραδέχομαι ὅτι τὰ 93,000,000 εἶναι ποσὸν, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς δεδικαιολογημένους ὑπολογισμούς. Ἐκ τῶν 93,000,000 ὀφείλομεν βεβαίως νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς 966,000, τὰς λαμβανομένας ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, διότι τοῦτο βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δεδικαιολογημένον ἔσοδον. Μένουν 92,778,000. Ἐὰν λάβωμεν τὸν μέσον ὅρον, τὸν ὁποῖον παρεδέχθημεν ὡς καθυστέρησιν βεβαιώσεων, τὸ 5%, καὶ τὸν μέσον ὅρον ὡς καθυστέρησιν εἰσπράξεων 8%, θὰ ἔχωμεν καθυστέρησιν 12,000,000, καὶ ἑπομένως προϋπολογισμὸν ἐσόδων 80,000,778. Ἐὰν δὲ λάβωμεν τὸ 1888, ἔτος δηλαδὴ, καθ’ ὃ ἡ βεβαίωσις κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὑπερέβη τὰ προϋπολογισθέντα, ἀλλὰ κατὰ τὸν ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν ἀπέφερεν ἔλαττον 812,000 δραχμῶν, θὰ ἔχωμεν 7,500,000 περίπου καθυστέρησιν, ὧνπερ ἀφαιρουμένων, ἔχομεν 84,466,000, ἤτοι κατὰ τὴν πρώτην περίστασιν θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 10,000,000, κατὰ τὴν δευτέραν ἔλλειμμα 6,615,955. Ὅπως δήποτε λοιπὸν καὶ ἂν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα, τὸ ἔλλειμμα θὰ ᾖναι πολὺ σοβαρόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ, οὓς ὑποβάλλει, εἶναι εἰκονικοί, ἀλλὰ ἔσονται ἄρτιοι ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Καὶ τί ἄλλο ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν ἢ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι εἰκονικός; Καὶ νομίζετε, ὅτι τὴν εἰκονικότητα τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύναται νὰ θεραπεύσῃ ἡ ἀρτιότης τοῦ ἀπολογισμοῦ; Ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ νὰ μὴ ᾖναι εἰκονικὸς, πρέπει νὰ περιέχῃ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ Κράτος, καὶ νὰ ἀναγράφῃ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγράφει μὲν τὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ δὲν τὰς ἱκανοποιεῖ, ἀναγράφει δὲ καὶ εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας δὲν πραγματοποιεῖ· τοῦτο δὲ πράττων, δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι εἰκονικὸς καὶ γίνεται πρὸς ἐξαπάτησιν τῶν πολλῶν; Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ᾖναι εἰκονικὸς, ὁ ἀπολογισμὸς ὅμως ἔσεται ἰσοσκελὴς, καταπίπτει, καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν ἔτι, ὅτι τοιοῦτοι ὑπῆρξαν κατὰ τὸ παρελθὸν, διότι τὴν κυρίαν οἰκονομίαν, ἤτοι τὴν πανάκειαν τῶν ἀπολογισμῶν, νῦν ἠναγκάσθη νὰ μεταφέρῃ ἀπὸ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ἡ οἰκονομία αὕτη εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος, τὴν ὁποίαν, ἀποφεύγων δανειζόμενος, παριστᾷ εἰς τοὺς ἀπολογισμούς του ὡς οἰκονομίαν, ἀλλὰ ἐκ ταύτης νῦν ἀνακουφίζει τὸν Προϋπολογισμὸν, μὴ ἀναγράφων αὐτὴν, ἀναγράφων δὲ ὡς κανόνα καὶ κηρύττων ὡς ἀπαραίτητον τὸ δανείζεσθαι διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἀλλὰ μὴ ἀναγράφων αὐτὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ποῦ εἶναι ἡ οἰκονομία σου τῶν 6,265,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεσαι εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, ὅτι θὰ κατορθώσῃς κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων; Τὰς λοιπὰς οἰκονομίας, ἔστω ὅτι θὰ συμψηφίσῃ τὸ πολὺ μὲ τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας θὰ ζητήσῃ, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ἀπαλλαγῇ, διότι δυστυχῶς ὅλα τὰ Κράτη ὑπόκεινται εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, καὶ ἐὰν λάβωμεν τὰ προηγούμενα, ὅτι αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται, συνήθως ἀνέρχονται εἰς 3 ἢ 4 ἑκατομμύρια, δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι θὰ κατορθώσητε τὸ ἰσοζύγιον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, καὶ ὅτι ὁ ἀπολογισμός σας δὲν θὰ παρουσιάσῃ τοὐλάχιστον τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐξ ἥμισυ ἑκατομμυρίων; Ἐὰν δὲ καὶ γενικώτερον ἐξετάσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890,—καὶ ἐξακολουθῶ νὰ πράττω τοῦτο, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,—ἐὰν λάβωμεν ἀνὰ χεῖρας καὶ ἐξετάσωμεν τοὺς διαφόρους Προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, θὰ εὕρωμεν ὅτι ὁ μὲν Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888 ἀναγράφει ἔξοδα 92 ἑκατομμύρια, ὁ τοῦ 1889 96 ἑκατομμύρια, καὶ ὁ τοῦ 1890 ἄνευ τῆς διαφορᾶς συναλλάγματος 91 ἑκατομμύρια. Ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 οὐ μόνον δὲν ἔχομεν οἰκονομίας, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ αὔξησιν εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, διότι τὸ μὲν Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν προσθέτει δαπάνην 1,056,000, τῶν Ναυτικῶν 589,000, τῶν Ἐξωτερικῶν 46,000, τῶν Οἰκονομικῶν 49,000, τῶν Ἐσωτερικῶν 71,000, τῆς Δικαιοσύνης 290,000, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 116,000, τὸ ὅλον δραχμὰς 2,806,000, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε, ὅτι δύναταί ποτε ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα, ὅμοια πρὸς τὰ τῶν προηγουμένων Προϋπολογισμῶν, ἢ καὶ ἀνώτερα; Ἀφ’ ἑνὸς ἐλαττοῦμεν τὰ ἔσοδα, ἀφ’ ἑτέρου αὐξάνομεν τὰ ἔξοδα· εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ὅπερ ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὅταν λάβωμεν τὰς γενικὰς ταύτας γραμμὰς, τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως καταλήγομεν, εἶναι, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα σπουδαιότατον, καὶ ὡς ἐκ τούτου, ὅπως καλύψῃ λογιστικῶς καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑπεχρεώθη νὰ μεταφέρῃ τὴν δαπάνην τοῦ συναλλάγματος ἀπὸ τοῦ ἀπολογισμοῦ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐνῷ ἀβεβαία εἶναι ἡ εὕρεσις δανείου, καὶ ἐξαρτωμένη ἀπὸ τοσαύτας περιστάσεις. Ἐλάττωσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδεμίαν ποιεῖ, καθότι ναὶ μὲν ὡς πρὸς τὸ δημόσιον χρέος ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔλαττον δραχ. 5,022,000, ἀλλὰ προσθέτει 5,632,000, ὥστε ἀντὶ ἐλαττώσεως ἔχομεν αὔξησιν 600,000 ἐπὶ πλέον δραχμῶν. Μετὰ τὰ λεχθέντα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰκονικότητα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 καὶ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ἐξετάσωμεν, διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν κατώρθωσε τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον ὑπέσχετο, μὲ ὅλους τοὺς ἐπιβληθέντας φόρους. Οἱ ἐπιβληθέντες φόροι ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, ἐὰν ὑπολογισθῶσιν, ἀναβιβάζονται εἰς 70,000,000 περίπου δραχμῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἔφερε τὸ 1882 ὡς ἔσοδα 42,000,000 δραχμῶν· ἐὰν ὅθεν εἰς αὐτὰ προσθέσωμεν τοὺς φόρους, καὶ ἤθελον οὗτοι ἀποδώσει τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ὑπελόγιζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, βεβαίως οὐ μόνον θὰ εἴχομεν ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα. Ἀλλ’ οἱ φόροι δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ οὓς λόγους προανέφερα, δὲν ἀνταπεκρίθησαν, διότι ἦσαν δυσανάλογοι πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, δὲν ἀνταπεκρίθησαν, διότι δὲν ἔλαβε ποσῶς ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τοιοῦτοι φόροι ἤθελον ὠθήσει τοὺς ἐμπορευομένους εἰς τὸ λαθρεμπόριον, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν τοπογραφικὴν θέσιν καὶ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἤθελε μεταχειρισθῆ διὰ νὰ εἰσπράξῃ. Ὁ νομοθέτης, δὲν ἀρκεῖ νὰ συλλέγῃ τὴν νομοθεσίαν τούτου ἢ τοῦ ἑτέρου Κράτους, ἢ νὰ δανείζηται τοὺς διαφόρους φόρους, τοὺς λειτουργοῦντας εἰς διάφορα Κράτη, ὀφείλει πρὸ πάντων νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, διὰ τὸ ὁποῖον νομοθετεῖ. Κατ’ ἀξίωμα, Κύριοι, τῆς δημοσιονομίας, ἡ ἐλάττωσις ἢ αὔξησις τῶν φόρων ἐπὶ τῆς καταναλώσεως μεταβάλλει τὰς συνηθείας τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἐλάττωσις αὐξάνει τὴν κατανάλωσιν, ἡ αὔξησις ἐλαττόνει αὐτήν, ἀλλ’ αἱ συνήθειαι δὲν μεταβάλονται εὐθὺς ἀμέσως, ἀπαιτεῖται χρόνος. Τὸ ἀξίωμα τοῦτο, τὸ ἐπικαλεσθὲν παρ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Περιόδου ταύτης καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀποδόσεως φόρων, δὲν ἀρκεῖ ἡ χρῆσις τῆς ἀριθμητικῆς, ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ἐπικαλεῖται, ἀλλὰ τὸ ἐπικαλεῖται οὐχὶ, ὡς ὤφειλε, πλῆρες, ἀλλὰ ἐπὶ τοσοῦτον, καθ’ ὅσον ἐνόμιζεν ἀναγκαῖον δι’ αὐτοῦ νὰ ἀρυσθῇ ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῶν ἰσχυρισμῶν του (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ δὲ ὀρθῶς ὑπεστηρίχθη καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἡμετέρᾳ Βουλῇ, ὅτι ἡ ἐπήρεια παντὸς νέου φόρου ἐπὶ τῶν παραγωγῶν ἀναφαίνεται οὐχὶ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ τὸ δεύτερον καὶ τρίτον, ἡ ὑπερτέρησις τῶν βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων τοῦ ἔτους 1888 πρὸς τὴν τοῦ 1887 δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐναργὴς ἀπόδειξις, ὅτι οἱ λειτουργοῦντες φορολογικοὶ νόμοι οὐδεμίαν ἐπήνεγκον ἐξάντλησιν εἰς τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου.» Ταῦτα γράφει ὁ κ. εἰσηγητής. Ἐὰν ὅθεν ἀπαιτῆται χρόνος διὰ νὰ ἀναφανῇ ἡ ἐλάττωσις, ἕπεται ὅτι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον εἶσθαι ἀκριβῆ τὰ συμπεράσματα τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, τὸ ἔτος 1888 δὲν ἦτο τὸ κατάλληλον ἔτος, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸ ἀξίωμα τοῦτο. Ἡ καταπόνησις τῆς χώρας, ἡ ἐλάττωσις τῆς παραγωγῆς, δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ εὐθὺς ἀμέσως, πρέπει νὰ παρέλθωσιν ἔτη· δυστυχῶς ὅμως συνέβη παρ’ ἡμῖν ὅ,τι δὲν συνέβη εἰς οὐδὲν ἄλλο Κράτος. Τὸ φορτίον ἦτο τοσοῦτον βαρὺ, ὥστε εὐθὺς ὑπέκυψεν ὁ λαὸς, καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀναφαίνονται εἰς ἄλλα Κράτη μετὰ 3 ἢ καὶ πλέον ἔτη, παρ’ ἡμῖν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀνεφάνησαν καταπληκτικά. Γινώσκων τις τὴν ἐμπειρίαν τοῦ ἀνδρὸς, ὡς πρὸς τὰ λογιστικὰ καὶ ἐν γένει τὰ οἰκονομολογικὰ τοῦ Κράτους, δύναται νὰ ὑποθέσῃ βασίμως, ὅτι οὐχὶ ἐν καλῇ τῇ πίστει ἀνέγραψε ταῦτα, καὶ λέγω οὐχὶ ἐν καλῇ τῇ πίστει, διότι γινώσκει ὁ κ. εἰσηγητὴς, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ ἀναγραφὲν παρ’ αὐτοῦ, ὅτι οἱ φόροι κατὰ τὸ 1888 ἀπέδωσαν πλείονα τοῦ 1887. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ἐτῶν προέρχεται ἐξ ἄλλων λόγων. Καὶ πρῶτον καταλογίζονται εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1888 τὰ 2,234,000, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἁπλῶς ἀνέγραψε διὰ τὴν λογιστικὴν τάξιν εἰς τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888. Δεύτερον, καταλογίζονται οἱ φόροι οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 ἐκ δραχ. περίπου 5,400,000, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸ 1887. Τρίτον ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ὁ περὶ τούτου νόμος δὲν ἐλειτούργησεν ἐξ ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1887, διότι μόνον κατὰ τὴν 1ην Αὐγούστου 1887 ἐφηρμόσθη, ἑπομένως μόνον ὀλίγους μῆνας, καὶ ὀλίγα ἀπέδωκε τὸ 1887, ἐνῷ τὸ 1888 ἔδωσε πλῆρες τὸ ἔσοδον. Ἑπομένως πᾶν, ὅ,τι κατελόγισεν ὡς περισσοτέραν ἀπόδοσιν τῶν φόρων κατὰ τὸ 1888 ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἐὰν ἐγνώριζε, καὶ βεβαίως ἐγνώριζεν, ὅσα ἐξέθετο, δὲν τὸ ἔπραξεν ἐν καλῇ τῇ πίστει, ἀλλ’ ἐστενοχωρήθη νὰ διαστρέψῃ τὰ πράγματα. Ὅθεν τὸ ἐπιχείρημα καταπίπτει, καὶ καταφαίνεται μόνον, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν φόρων ἀποδεικνύει τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, ὅπερ προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ. Χάριν περιεργείας, Κύριοι, καὶ διὰ νὰ βεβαιωθῆτε ποία ἡ ἐπήρεια τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, σᾶς ἀναφέρω πρόχειρον στατιστικὴν, ἀφορῶσαν εἶδος, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον συζητήσεως μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον. Ὡς πρὸς τὴν ζάκχαριν. Κατὰ τὸ 1844, εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατηργήθη ἡ διάκρισις μεταξὺ ἀποικιακῆς καὶ μὴ ζακχάρεως, ἡ κατανάλωσις τῆς Ἀγγλίας ἀνεβιβάζετο εἰς 237,143 τόννους, κατὰ τὸ 1864 δὲ, ὅτε ὁ φόρος ἠλαττώθη εἰς 10–15 φράγκα κατὰ ποιότητα, εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς 529,919 τόννους, καὶ προέβη αὔξουσα εἰς 612,692 κατὰ τὸ 1869, ὅτε ἠλαττώθη ὁ δασμὸς εἰς 5–7 φράγκα κατὰ ποιότητα, εἰς 696,029 τὸ 1870, εἰς 697,392 τὸ 1871, εἰς 715,000 τὸ 1872, ὅτε ἠλαττώθη ἐκ νέου ὁ δασμὸς εἰς 2.50 καὶ 3.75, τὸ δὲ 1873, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ κατανάλωσις ἔφθασεν εἰς 779,000 τόννους, κατηργήθη ὁλοσχερῶς ὁ φόρος, καὶ κατὰ τὸ 1874 ἡ κατανάλωσις ηὔξησεν εἰς 830,000 τὸ δὲ 1875 εἰς 930,000. Παρατηρεῖτε, Κύριοι, ὁποίαν διαφορὰν ἐπέφερεν ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου καὶ ἡ κατόπιν κατάργησις αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν κατανάλωσιν. Ἀλλὰ καὶ τὸ παρ’ ἡμῖν Γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς παρέχει πολυτίμους πληροφορίας, καὶ δύναται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, καὶ μόνος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἐνέργειαν ὀφείλεται ἐν μέρει ἡ ἵδρυσις αὐτοῦ, μόνος αὐτὸς δυστυχῶς δὲν ἐννοεῖ νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης, διότι, ἐὰν ἤθελε λάβει τὴν στατιστικὴν τοῦ 1888 καὶ παρατηρήσει τὴν μεγάλην διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον, τὴν ὑπάρχουσαν ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν εἰσαχθέντων ἐμπορευμάτων ἐν τῷ Κράτει, ἀπὸ τὴν τοῦ ἔτους 1887, δὲν θὰ ἐπέμενε πλέον ἀπέναντι τοῦ πασιδήλου. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἀσθένεια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τότε δεινοῦται ἔτι μᾶλλον. Τὸ σπουδαιότερον ὅμως, Κύριοι, δὲν εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς ἀξίας, τὸ ἄξιον παρατηρήσεως εἶναι τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ἔλαττον τοῦ 1887. Καὶ ἀκούσατε: Ζῶα δρ. 571,614. Τυρὸς 339,429. Βούτυρον 115,182. Ἰχθῦς 15,372. Ἰχθῦς παρεσκευασμένοι 124,805. Χαβιάριον ἐν γένει 325,366. Καφὲς 48,586. Ἀποικιακὰ 106,807. Ὄρυζα 404,540. Καρυκεύματα ἐν δοχείοις 49,028. Ζάκχαρις 21,287. Ἐν ὅλῳ εἰς τὰ εἴδη ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὰ τῆς πρώτης σχεδὸν ἀνάγκης, ἔχομεν κατανάλωσιν ἔλαττον κατὰ τὸ ἔτος 1888 δραχμῶν 2,122,136. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ ὑφάσματα, ἔχομεν: Βαμβακερὰ 544,265. Μάλινα 253,908. Μεταξωτὰ 118,714. Λινὰ 356,080. Ἐνδύματα ἕτοιμα 90,442. Πῖλοι 155,475. Ὀμβρέλλαι 48,576. Τὸ ὅλον δραχ. 1,567,460. Ἤτοι ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον τοσαύτην εἰς τὰ εἴδη ταῦτα, τὰ ἀπολύτως σχεδὸν ἀναγκαῖα εἰς τὸν βίον καὶ τὰ ὁποῖα τότε μόνον στερεῖταί τις, ὅταν δὲν ἔχῃ τὰ μέσα νὰ τὰ ἀποκτήσῃ, ἀποδεικνύουσαν τοιαύτην ῥαγδαίαν τῆς χώρας ἐξάντλησιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὴν στατιστικὴν τοῦ 1888, καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι, ἂν κατὰ τὸ 1888 ἡ στατιστικὴ μᾶς δεικνύῃ τοσαύτην διαφορὰν μεταξὺ τοῦ 1888 καὶ 1887, ἰδοὺ ἡ στατιστικὴ τοῦ 1889, ἡ ὁποία μᾶς δεικνύει διαφορὰν ὡσαύτως σπουδαίαν μεταξὺ ταύτης καὶ τοῦ 1888.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§58ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἐκτίμησις τῆς διαφορᾶς ταύτης μεταξὺ τοῦ 1888 καὶ 1889 δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον συνετάσσετο ἡ στατιστικὴ κατὰ τὸ 1888, καὶ προσδιωρίζετο ἡ ἀξία τῶν εἰδῶν, καὶ κατ’ ἄλλον κατὰ τὸ 1889. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἐξηγεῖ τὸ φαινόμενον τοῦτο καὶ ὅτι ἀντικρούει ἐκ τῆς στατιστικῆς ἐπιχειρήματα ὡς πρὸς τὴν καταπόνησιν τῆς χώρας καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων αὐτῆς, ἀναφέρων τὴν ἐσοδείαν τῆς σταφίδος τοῦ 1888, ἕνεκα τῆς ὁποίας σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐστερήθημεν 9,000,000 δραχμῶν, τὰ 9,000,000 ταῦτα, λείψαντα ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῶν φορολογουμένων, ἔφερον τὴν μεγίστην διαφορὰν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν πρὸς κατανάλωσιν ἀναγκαίων. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἡ καταδίκη τοῦ συστήματός του, κατὰ τοῦ ὁποίου δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών της ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔλεγεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν: τί πράττεις, προσθέτων ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ λαοῦ 40,000,000 διὰ μιᾶς νέους φόρους! Καὶ πράγματι, ἐὰν κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὰ 9,000,000, τῶν ὁποίων ἐστερήθη ὁ λαὸς κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ἔφερον τοιοῦτο ἀποτέλεσμα, ποῖον ἀποτέλεσμα ἔφερε καὶ φέρει ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῶν θυλακίων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατ’ ἔτος 40,000,000 πλέον τοῦ ὅ,τι προηγουμένως κατέβαλλεν; Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ τὸ τῆς σταφίδος ἐπιχείρημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν πραγματικὴν δὲν ἔχει ἀκρίβειαν καὶ βασιμότητα, διότι, καὶ ἂν ἔλειψαν ἐννέα ἑκατομμύρια ἐκ σταφίδος ἀπὸ τὰ θυλάκια τῶν φορολογουμένων, ἐπερίσσευσαν ὅμως 11,000,000 εἰς τὰ θυλάκια αὐτῶν, καθότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἤτοι τὸ 1888, δὲν ἐξήχθησαν ἐκ τοῦ Κράτους 20,000,000 διὰ σιτηρὰ, ἅπερ πλέον εἶχον ἐξαχθῆ κατὰ τὸ 1887. Καὶ ἑπομένως μόνον τῆς φοβερᾶς ἐξαντλήσεως φαινόμενον εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς καταναλώσεως. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ πράγματα, καὶ ἀπέναντι τῶν τοιούτων γεγονότων τί δύναταί τις νὰ ἀντείπῃ; αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀριθμοὶ καὶ ταῦτα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς δικαιολογίαν διὰ τούτων συζητῶ καὶ διὰ τούτων, ἐπὶ τῶν ὑπολογισμῶν καὶ ἐπιχειρημάτων τοῦ Πρωθυπουργοῦ στηριζόμενος, καταλήγω εἰς τοιαῦτα συμπεράσματα. Δέχεσθε ὅτι τὰ 9,000,000, τὰ ὁποῖα ἔλειψαν ἀπὸ τὴν παραγωγὴν, ἠδυνήθησαν νὰ φέρωσιν ἐλάττωσιν τοιαύτην τῆς εἰσαγωγῆς· τὸ δέχομαι καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ἐκ τῶν 20,000,000, ἅπερ ἔμειναν ἐκ σιτηρῶν τοῦ 1888, ἀφαιρουμένων τῶν 9,000,000, μένουσι καὶ 11,000,000 εἰς τὰ βαλάντια τῶν φορολογουμένων. Ὑποστηρίζεται ὅτι 9,000 000 στερουμένη ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου, δύναται νὰ φέρῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς καταναλώσεως· τότε πρέπει νὰ δεχθῆτε, ὅτι τὰ 40,000,000, τὰ ὁποῖα ἀφαιρεῖτε κατ’ ἔτος ἀπὸ τὰ θυλάκια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφ’ ἧς λειτουργοῦσιν οἱ φόροι ὑμῶν, ἀφεύκτως ἔδει νὰ φέρωσι τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρατηροῦμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν φορολογουμένων. Ἀλλ’ ἡ σταφὶς παράγεται κατὰ τὴν πρώτην τοῦ ἔτους; Οὐχί. Ἡ ἐσοδεία τῆς σταφίδος ἄρχεται ἀπὸ τὴν πρώτην Αὐγούστου, κατὰ συνέπειαν τὸ ἔσοδον τῆς ἐσοδείας τοῦ σταφιδοκάρπου δὲν καταναλίσκεται κατὰ τὸ ἔτος τῆς ἐσοδείας αὐτοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἑπόμενον. Κατὰ 1888 ὅθεν, τοῦ ὁποίου ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐσοδείαν τοῦ σταφιδοκάρπου, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐλάττωσιν, καταναλίσκεται ἡ ἐσοδεία τοῦ 1887. Ὥστε καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο οὐδόλως συμφωνεῖ μὲ τὰ πράγματα. Καὶ ὅμως, Κύριοι, τοιαύτη κατάστασις ἀναφαίνεται εἰς ἐποχὴν βραχυτάτην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ὤφειλε νὰ δεικνύῃ εὐρωστίαν, διότι εἴχομεν τὰς ἑορτάς, εἴχομεν τὴν Ἔκθεσιν, εἴχομεν τοὺς γάμους, ἅπερ εἰς ἄλλα Κράτη ἀνακινοῦνται καὶ φέρουσιν ἀποτελέσματα τὰ μάλα εὐάρεστα, καὶ προσέτι ἔχομεν διαφόρων ἐπιχειρήσεων τὰ κεφάλαια, τὰ χρήματα τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ καταπλημμυρήσωσι τὴν χώραν, ἔχομεν ἐσοδείας σχετικῶς ἀφθόνους, καὶ τιμὰς ἀναλόγως καλὰς, καὶ ὅμως βλέπομεν καταπόνησιν τοιαύτην. Τί ἠθέλομεν ἔχει, ἐὰν δὲν συνέτρεχον ταῦτα πάντα; Τὰ πάντα καταδεικνύουσιν, ὅτι ὄχι μόνον δίκαιον εἶχεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅταν ὡμίλει καὶ ἐμάχετο κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐφθάσαμεν δυστυχῶς εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε πολὺ ὀλίγα πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς χώρας ἐκ τοιαύτης καταστάσεως. Ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δυνάμενος νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ἐπιχείρημα τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλήν: «οἱ δεικνύοντες τὴν οἰκονομικὴν ῥώμην τοῦ τόπου εἶναι οἱ εἰσαγωγικοὶ δεσμοί». Τοῦτο, Κύριοι, ἐπεκαλεῖτο, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν οἰκονομικὴν ῥώμην τοῦ τόπου. Ἀλλὰ τί ἀπαντᾷ νῦν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μετὰ τὸ ἀξίωμά του τοῦτο, ὅταν, λαμβάνων ἀνὰ χεῖρας τὴν σύγκρισιν τῶν διαφόρων ἐτῶν, εὑρίσκῃ, ὅτι κατὰ τὸ 1887 ἄνευ τῶν 15% εἴχομεν πρόσοδον 24,755,683, τὸ 1888 μὲ τὸ 15% 26,020,000, τὸ 1889 24,115,800, τὸ δὲ 1890 ὑπολογίζονται 22, 871,816; Σεῖς ὁ ἴδιος, ἀναγκαζόμενος, ὁμολογεῖτε, ὅτι καταπίπτουσιν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος οἱ εἰσαγωγικοὶ δασμοί. Ἐὰν λοιπὸν κατὰ τὴν πεποίθησιν ὑμῶν οἱ εἰσαγωγικοὶ δασμοὶ καταδηλοῦσι τὴν οἰκονομικὴν ῥώμην τῆς χώρας, καὶ ἦναι ἀξίωμα τῆς δημοσιονομίας, ἕπεται, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ῥώμη τοῦ Κράτους ἡμῶν κατέπεσε καὶ ἐκλείπει ὁσημέραι. Τί δὲ πράττετε ἀπέναντι τοῦ φαινομένου τούτου; Διασαλπίζετε τὴν εὐρωστίαν τοῦ τόπου! Κατὰ παλαιὰν σχολὴν, Κύριοι, κορυφαῖος τῆς ὁποίας ἦτο ὁ Κόρνελ Λέβι, ἡ τέχνη τοῦ διοικοῦντος τὰ Κράτη συνίσταται εἰς τὸ ἀφαιρεῖν ἀπὸ τὰ θυλάκια τῶν πολιτῶν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα χρήματα, καὶ προξενεῖν ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν ἐλαχίστην δυσαρέσκειαν· πρὸς τοῦτο δὲ συντείνει ἡ ἔμμεσος φορολογία. Ἀλλὰ κατὰ νεωτέραν σχολὴν, ἡ τέχνη τοῦ διοικεῖν συνίσταται εἰς τὸ διαταράττειν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον τὴν παραγωγὴν καὶ εἰς τὸ ἐλαττόνειν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον τὰς οἰκονομίας τῶν πολιτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀξιοῖ, ὅτι εἶναι ὀπαδὸς τῆς νέας σχολῆς, ἀλλ’ ὑπεχρεώθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην χρημάτων καὶ ὅτι ὑπεχρεώθη νὰ ἐπιβάλῃ φόρους ὅθεν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ πρόσοδον, πανταχοῦ ὅθεν φόρους, καὶ προέβη ὅλως ἐμπειρικῶς. Ἀλλὰ διὰ τοὺς τοιούτους ἐμπειρικοὺς, τοὺς οὕτω διοικοῦντας τὰ Κράτη, ἀκούσατε, τί λέγει ὁ Jean Battista Sey (ἀναγινώσκει): «εἰς τοὺς τοιούτους νομοθέτας καὶ διαχειριστὰς τῶν δημοσίων συμβαίνει ὅ,τι εἰς τοὺς ἐμπειρικοὺς ἰατροὺς, οἵτινες, ἀγνοοῦντες τὸν σχηματισμὸν τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ἀναλαμβάνουσι τὴν θεραπείαν, ἢ προβαίνουσιν εἰς ἐγχειρίσεις, προκαλούσας τὸν θάνατον, ἢ καθιστῶσι τὸν ἀσθενῆ εἰς κατάστασιν, ἀνθ’ ἧς προτιμητέος ὁ θάνατος.» Τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐφαρμοσθεῖσα θεραπεία ἐπὶ τοῦ σώματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ δὲν τὸν ἐθανάτωσε μὲν, ἀλλὰ τὸν παρέλυσε, τῆς δὲ παραλυσίας τὰ φαινόμενά εἰσιν εἰς πάντας καταφανῆ. Εἰκόνα δὲ τῆς ἐμπειρικῆς του ταύτης πολιτικῆς πιστὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησε πρὸ πάντων, ὅταν ἰσχυρίσθη ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι ἡ βιομηχανία, τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου προήχθη ὡς ἐκ τῶν φορολογικῶν αὐτοῦ νόμων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ταῦτα λέγων, ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ὀπαδὸς τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος; ὄχι· ὅτι εἶναι ὀπαδὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου; ὄχι. Ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ἐμπειρικὸς, καὶ ὡς ἐμπειρικὸς ἀνεκάλυψεν ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων προέκυψε τοιοῦτο εὐχάριστον ἀποτέλεσμα, ἤτοι ἡ προαγωγὴ τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Ἀλλὰ μεγάλη ἀπόστασις ὑπάρχει μεταξὺ φόρων, σκοπούντων τὴν προαγωγὴν τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς παραγωγῆς, καὶ φόρων ἐχόντων καθαρῶς ταμιευτικὸν σκοπόν. Οἱ φόροι, οἱ σκοποῦντες τὴν προστασίαν τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς παραγωγῆς, δὲν ἔχουσι ταμιευτικὸν σκοπὸν, διότι δύνανται νὰ φθάσωσι μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀπαγορεύσωσι τὴν εἰσαγωγὴν ἑνὸς προϊόντος, καὶ ἑπομένως νὰ ἀφαιρέσωσι καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν πρόσοδον, οὐδέποτε δὲ οἱ ταμιευτικοὶ φόροι εἰσὶ προστατευτικοί. Γνωρίζει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ φόροι κατ’ ἀντίκτυπον (repercussion) βαρύνουσι τὸ πρῶτον κεφάλαιον καὶ ἐπὶ τέλους καταλήγουσιν εἰς τὸν καταναλωτήν. Ἂν φορολογήσητε π. χ. τὸ ἡμερομίσθιον, τί θὰ συμβῇ; (οἱ δὲ φόροι ἐπὶ τῆς καταναλώσεώς εἰσι φόροι ἐπὶ τοῦ ἡμερομισθίου) ὁ ἐργάτης, ὁ ὁποῖος ἀπελάμβανε προηγουμένως ὅ,τι τῷ ἐχρειάζετο διὰ τὸν βίον του μὲ ὡρισμένον χρηματικὸν ποσὸν, τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλετε ἐπὶ τοῦ ἡμερομισθίου, θὰ τὸν ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν βιομήχανον διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἡμερομισθίου, καὶ οὗτος θὰ πληρώσῃ μὲν περιπλέον ἡμερομίσθιον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὸ περιπλέον καταβαλλόμενον εἰς ἡμερομίσθιον ὁ κεφαλαιοῦχος, θὰ τὸ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τοὺς καταναλωτάς. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ σκοπὸς τῆς προστασίας ἐκλείπει καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ὁ σκοπὸς τῆς προστασίας εἶναι ἡ ἐπιβολὴ φόρου εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ξένων προϊόντων τοιούτου, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὴν ἐντοπίαν παραγωγὴν, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ πωλῆται εἰς κατωτέραν τιμὴν, ὅταν ὅμως ἐπιβάλλωνται φόροι εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἐκλείπει ἡ προστασία, διότι, ἐφ’ ὅσον βαρύνεται ἡ κατανάλωσις, ἐπὶ τοσοῦτον αὐξάνει τὸ ἡμερομίσθιον καὶ ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἡ παραγωγὴ τῶν προϊόντων, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι, ὅταν ἔλεγεν, ὅτι οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως ὠθοῦσι τὴν παραγωγὴν ἐν τῷ τόπῳ, ἐγνώριζεν ὅτι, ὅ,τι ἰσχυρίζεται, καταδικάζεται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας, ἀλλὰ τὸ ἔλεγε διὰ νὰ δώσῃ εἰς τοὺς φόρους καὶ χαρακτῆρα εὐεργετικόν. Ὅ,τι γνωρίζω διὰ τὴν βιομηχανίαν εἶναι ἡ κατάπτωσις τοῦ Πειραιῶς καὶ ὅτι ἡ βιομηχανία τῆς Σύρου δὲν εὑρίσκεται εἰς εὐάρεστον κατάστασιν, ἐνῷ καὶ ὁ Πειραιεὺς καὶ ἡ Σῦρος ἄλλοτε παρίσταντο ὡς βιομηχανικὰ κέντρα. Προστασία φαινομενικὴ παρέχεται εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τοσοῦτον ἐθεωρήθη συντελεστικὴ, ὥστε ὑπῆρξε καὶ Σχολὴ, ἡ ὁποία ὠνομάσθη τῶν inflactionistes, Σχολὴ, ἥτις ἐν Ἀμερικῇ ὑπεστήριζε τὴν μὴ ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡσαύτως δὲ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, διότι, ὅταν τίθηται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἡ ἀγορὰ τῶν πρώτων ὑλῶν καὶ τοῦ ἡμερομισθίου ἐξακολουθῇ νὰ πληρόνηται εἰς τὰς πρώτας τιμὰς, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ παράγων ἐσωτερικῶς καὶ πληρόνων εἰς χαρτονόμισμα, πληρόνει ὀλιγώτερον τοῦ ὅ,τι ἐπλήρονε προηγουμένως, καὶ παράγει εὐθηνότερον, ἐνῷ ὁ εἰσάγων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς τὰ αὐτὰ ἐμπορεύματα, ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ μεταλλικοῦ νομίσματος καὶ χαρτονομίσματος, πρέπει νὰ πωλήσῃ εἰς ἀνωτέραν τιμὴν, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὸ πρὶν ποσὸν εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, ἀλλὰ μετά τινα χρόνον ἡ ὑποτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος, γινομένη ἐπαισθητὴ, ἐπιφέρει τὴν αὔξησιν καὶ τῶν ἡμερομισθίων καὶ τῶν πρώτων ὑλῶν, καὶ ἡ διαφορὰ ἐκλείπει. Τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ ὑποστήριξις, τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι παρεῖξε διὰ τῆς φορολογίας του εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν βιομηχανίαν. Πράγματι ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς κατέγεινεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν μιᾶς βιομηχανίας, βιομηχανίας προβλεπομένης ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, βιομηχανίας, ἡ ὁποία τοῦ ἔδωσεν ἀφορμὴν νὰ καταχωρίσῃ εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 δραχμὰς 500,000 περισσότερον, καὶ αὕτη εἶναι ἡ βιομηχανία τοῦ ἐγκλήματος, βιομηχανία, ἥτις προήχθη διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματός του, καὶ δὲν τὸ λέγω ἐγὼ, τὸ λέγει καὶ πάλιν ὁ Jean Battista Sey, καὶ τούτου ἕνεκεν σᾶς εἶπον, ὅτι προβλέπεται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. «Οἱ βαρεῖς φόροι (λέγει ὁ διάσημος οἰκονομολόγος) ὑπερτιμῶσι τὸν βίον, ἡ δὲ ὑπερτίμησις προκαλεῖ τὴν μετανάστευσιν, πολλαπλασιάζουσα τὰς κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῶν προσώπων ἐπιθέσεις. Ἡ ὕπαρξις καθίσταται δύσκολος, ἐπερχομένης δυσαναλογίας ὡς πρὸς τὰ μέσα, τοῦτο δὲ γεννᾷ καὶ θερμαίνει τὰ πάθη, ἀλλὰ καὶ πολλοί, ὠθούμενοι ἐκ τῆς ἀνάγκης, καταφεύγουσιν εἰς τὸ ἔγκλημα, πρὸς προμήθειαν τῶν ἀναγκαίων». Ἐξετάζεται ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, καὶ ἰδίως ἡ ἐγκληματικὴ θέσις, εἰς ἣν περιῆλθε τὸ Κράτος, καὶ κατὰ τὴν ἐξέτασιν ταύτην οὐδεὶς ἠρεύνησε, κατὰ πόσον ὁ Πρωθυπουργὸς πταίει καὶ κατὰ πόσον διὰ τῶν φορολογικῶν αὑτοῦ μέτρων συνέτεινεν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην. Ἂν, Κύριοι, λάβῃ τις ἀνὰ χεῖρας τὰς στατιστικὰς, δὲν βλέπει πάντα ταῦτα τὰ φαινόμενα; δὲν ἀπαντᾷ τὴν μετανάστευσιν; δὲν φρίττει εἰς τὰς ἐπιθέσεις κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῶν προσώπων; καὶ ὀλίγοι εἶναι οἱ κρατούμενοι εἰς τὰς φυλακὰς ἕνεκα τῆς παραβάσεως τῶν φορολογικῶν αὑτοῦ νόμων, καὶ οἱ φυγοδικοῦντες ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας νὰ πληρώσωσιν; ὀλίγοι εἶναι οἱ ἀνθιστάμενοι ἢ καὶ ἐπιτιθέμενοι κατὰ τῆς ἐξουσίας, ὅταν ἡ ἐξουσία ἐπιτίθηται κατ’ αὐτῶν, διὰ νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους; Ἄλλως τε πληρόνει ὅσα ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον; Καταβάλλει πολὺ περισσότερα, διότι εἶναι ὑποχρεωμένος, καθ’ ἣν στιγμὴν παρουσιάζεται ὁ εἰσπράκτωρ, ἂν δὲν ἔχῃ πρόχειρα τὰ μέσα, νὰ τῷ παρέξῃ καὶ καλὴν τροφὴν καὶ καλὸν οἶνον, προσερχόμενος δὲ εἰς δημόσιον γραφεῖον, πρέπει νὰ δώσῃ καὶ τὸ ἀπαιτούμενον φιλοδώρημα. Ἡ δὲ βιομηχανία τῶν ἐγκλημάτων γεννᾷ καὶ ἑτέραν βιομηχανίαν, δίδουσαν τροφὴν σπουδαίαν ὡσαύτως εἰς τὴν πολιτικὴν, γεννᾷ τὴν βιομηχανίαν τῶν χαρίτων, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δύναται νὰ καυχηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔφθασεν εἰς ἐπίζηλον βαθμὸν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐγκληματικότητος καὶ τὴν χρῆσιν τῆς προνομίας τῆς βασιλικῆς. Στενὸς φίλος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀξιότιμος συνάδελφός μας, ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἐκήρυττεν (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἡ προστασία τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἡ τήρησις τῆς τάξεως εἶναι πρώτιστον καὶ ὕπατον καθῆκον πάσης Κυβερνήσεως. Κυβέρνησις, ἥτις ὀλιγωρεῖ νὰ πράξῃ τοῦτο, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως.» Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Σύρου βεβαίως εἶναι ἀσφαλὴς ἐν τῷ μεγάρῳ αὑτοῦ, ἀλλ’ ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὰς ἐφημερίδας, καὶ αὐτὰς τὰς συμπολιτευομένας ἔτι, ἐὰν ἐξήταζε νὰ μάθῃ τί συμβαίνει ἐν τῷ Κράτει, βεβαίως πρὸ πολλοῦ καιροῦ ὤφειλε νὰ εἴπῃ: ἐῤῥέτω τοιαύτη Κυβέρνησις! Καὶ δὲν τὸ εἶπε μέχρι τοῦδε, διότι ἴσως ἐμμένει εἰς τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τέλους τῆς Περιόδου ταύτης, θὰ τὸ εἴπῃ ὅμως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἂν ἀφεθῇ ἐλεύθερος νὰ ἐκφράσῃ γνώμην κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς. Ὀλίγα τινὰ, Κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, καὶ τελειώνω. Τοιοῦτον λοιπὸν τὸ οἰκοδόμημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοιοῦτοι οἱ Προϋπολογισμοὶ αὐτοῦ, τοιαύτη ἡ κατάστασις καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ τοιούτου οἰκονομικοῦ συστήματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν εἰκονικῶν προϋπολογισμῶν, τῶν εἰκονικῶν ἀπολογισμῶν, ἐκτὸς τῶν ἐπαγγελιῶν περὶ ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων καὶ τόσων ἄλλων τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἔχομεν καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, οἱ ὁποῖοι μᾶς βασανίζουσι καὶ οἱ ὁποῖοι ἑκάστοτε εἰς πᾶσαν συνεδρίασιν καὶ πᾶσαν ὁμιλίαν ἀναβιβάζονται καὶ ἐκθειάζονται ὡς ἔξοχον μέτρον κυβερνητικῆς προνοίας, κατὰ τὸν εἰσηγητὴν καὶ Πρωθυπουργὸν, ἐπιδρῶσιν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀπαλλάσσουσι τὴν ἀγορὰν ἀπὸ μεγίστην ζημίαν, ἑτοιμάζουσι τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἐπιτρέπουσι τὴν συνομολόγησιν δανείων πρὸς τροπὴν ἐπὶ τόκῳ, οἵῳ καὶ εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὁμιλήσω ἐνταῦθα ὡς δικηγόρος, καὶ οὐχὶ ὡς τραπεζίτης. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρίσκονται πολλοὶ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρέθησαν εἰς θέσιν νὰ ὑπερασπίσωσι πελάτας των χρεωκοπήσαντας, καὶ νὰ ἐξακριβώσωσιν, ὅτι ἡ χρεωκοπία ἀνάγεται εἰς ἐποχὴν πολὺ προγενεστέραν, καὶ νὰ ἐρωτήσωσιν αὐτοὺς, πῶς, ἐνῷ ἦσαν χρεωκοπημένοι πρὸ τόσων ἐτῶν, ἠδυνήθησαν νὰ τηρήσωσι τὴν πίστιν καὶ νὰ συνάπτωσι τοσαῦτα δάνεια; Καὶ θὰ ἔλαβον ὡς ἀπάντησιν «δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν»· δηλαδὴ ἐδανείζοντο διὰ νὰ πληρώσουν εἰς τὸν πρῶτον, καὶ κατόπιν ἀπὸ τρίτον, διὰ νὰ πληρώσουν τὸν δεύτερον, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τοῦτο κάμνει καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός· δανείζεται ἀπὸ τὰς Τραπέζας, διὰ νὰ πληρώσῃ χρεωστούμενα, κατόπιν δανείζεται ἀπὸ τρίτους, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰς Τραπέζας, τὰ προσωρινὰ δάνεια καθίστανται πάγια, καὶ τοῦτο μέχρις οὗ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ ἔφθασαν καὶ οἱ ἔμποροι, ἤτοι τῆς μὴ εὑρέσεως δανείου. Ἐλαττοῦσιν οἱ συνδυασμοὶ τὸ δημόσιον χρέος· ἀλλὰ ἡ μὴ πληρωμὴ τοῦ χρέους εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἐλάττωσις; διὰ τὸν Πρωθυπουργὸν ὅμως εἶναι ἐλάττωσις, ὡς ἡ ἀποτυχία εἶναι ἐπιτυχία. Τὰ συνομολογούμενα μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν χρέη ἦσαν χρεωλυτικὰ, δηλαδὴ κατεβάλλομεν κατ’ ἔτος μέρος ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξωφλοῦμεν βαθμηδὸν τὰ χρέη μας. Τὸ χρεωλύσιον τοῦτο ἔπαυσε καταβαλλόμενον, ἤτοι ἔπαυσεν ἡ ἐλάττωσις τῶν χρεῶν μας· καὶ ὅμως, κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν, οἱ συνδυασμοί του ἐπιδρῶσιν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ χρέους, ἐνῷ ἡ παγίωσις αὐξάνει σπουδαίως τὸ κεφάλαιον. Εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν πίνακα τῶν δανείων καὶ τῶν καταβαλλομένων ἑκάστοτε χρεωλυσίων, προμηθειῶν κτλ., καὶ ἐκ τοῦ πίνακος τούτου προκύπτει, ὅτι κατὰ τὸ 1882 τὰ χρέη ἡμῶν ἀνήρχοντο εἰς 264,344,000.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν περιέχει ὅμως τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῆς τότε.
§60ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν περιέχει ὅμως καὶ τὴν νῦν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ πίνακες οὗτοι δὲν ἐδόθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, καὶ δὲν ἐξηλέγχθησαν.
§62ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἄν προσθέσωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, θὰ ἔχωμεν τότε ποσόν...
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ πίνακες οὗτοι δὲν εἶναι ἐπίσημοι, εἶναι δεδομένοι ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ τοὺς ἐφέρατε τότε;
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοὺς ἐκόμισεν ὁ κ. Βουλευτής.
§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ἐφέρατε σεῖς, τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ πίναξ οὗτος ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῇ ὑπογραφῇ τοῦ τμηματάρχου, δὲν ἐξηλέγχθη ὅμως πρεπόντως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὡς ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῆς τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐλλείπει; εἴπετέ το, διότι ἡμεῖς ἐκεῖ στηριζόμεθα.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγω, ὅτι ὁ πίναξ οὗτος δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι δὲν ἐγένετο ἐξέλεγξις αὐτοῦ· δίδω δὲ καὶ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἐλλείψεως ἐξελέγξεως, τὴν παράλειψιν 72 ἑκατομμυρίων· ἡ ὀφειλὴ ἐκ δανείων ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ παραλειπομένη, ἀνέρχεται εἰς 72 ἑκατομμύρια. Δὲν ὑπεβλήθη δὲ ὁ πίναξ οὗτος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐστάλη τῇ ὑπογραφῇ τοῦ διευθύνοντος τὸ τμῆμα εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπήν· δὲν ἐγένετο τοῦ πίνακος τούτου προεξέτασις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἥτις βεβαίως θὰ ἐξήλεγχε τὰ ἐσφαλμένα. Ἠθέλησα ἁπλῶς ν’ ἀναγγείλω τοῦτο, ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὁ πίναξ ὡς ἔχων ἐπίσημον χαρακτῆρα.
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν πινάκων, περὶ ὧν πρόκειται, δὲν ἐλλείπει μόνον τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ καὶ τὸ δάνειον, τὸ πρὸς τὰς Δυνάμεις ὀφειλόμενον. Ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις αὕτη τῶν δύο δανείων δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ συγκρίνουν τὸ ποσὸν τῶν δανείων, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1822, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον, διότι αὐτὰ τὰ δύο δάνεια εἶναι ἴσης περίπου ποσότητος· ὑπῆρχον καὶ τότε, ὑπάρχουν καὶ σήμερον· ἐὰν ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τοῦ 1882, ἀφῃρέθησαν καὶ ἀπὸ τοῦ 1890, ἑπομένως οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχουσι δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι θέλομεν νὰ εὕρωμεν, κατὰ πόσον ἀνεβιβάσθη τὸ δημόσιον χρέος ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι σήμερον.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη δὲν ἐξετάζω τί ἐλλείπει καὶ τί πλεονάζει ἐν τοῖς πίναξιν. Ἐπειδὴ ἐπεκαλέσθη τὸν πίνακα ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ πίναξ οὗτος δὲν ἔχει τὴν δέουσαν ἐπισημότητα. Ὅταν προσαχθῇ ὁ ἐπίσημος πίναξ, τότε βεβαίως θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῶν ὀφειλομένων εἰς τὰς Δυνάμεις δὲν ἐπηρεάζει τὴν σύγκρισιν, ἄλλα ὅμως ἐκ τῶν παραλειφθέντων, τινὰ μὲν ἐπηρεάζουσιν αὐτήν, τινὰ δὲ ἴσως δὲν ἐπηρεάζουσι.
§72ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Περιορίζομαι λοιπὸν ἁπλῶς νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν πίνακα ὡς πρὸς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ προτεινόμενον πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔφερον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ χρέους. Ἔκαμα λογαριασμὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει, Κύριοι, ὅτι, ἄν ἠθέλομεν ἐξακολουθήσει ἀπὸ τὰ 1883 καταβάλλοντες χρεωλυτικῶς ὅ,τι ὠφείλαμεν νὰ καταβάλλωμεν διὰ τὰ δάνειά μας, ἐκτὸς τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστρατείαν, τὸ χρέος τοῦ Κράτους θὰ συνεποσοῦτο εἰς 215,468,000, κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον πάντοτε· διότι λαμβάνω ὡς βάσιν τὸ 1882, τὸ ὁποῖον φέρει 264,000,000. Ὑποθέτω ὅτι, ὡς ἐκ τῶν ἐπιβληθέντων φόρων, ἐπέρχεται τὸ ἰσοζύγιον, κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἑπομένως δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς δάνεια. Ἀκολουθοῦντες τοιαύτην πολιτικὴν, μὴ παρεκτρεπομένην εἰς δαπάνας, τὰς ὁποίας δὲν ἐπέτρεπεν ὁ Προϋπολογισμὸς, θὰ εἴχομεν σήμερον τὸ βάρος τοῦ Κράτους, ἐξαιρουμένου τοῦ χρέους τῆς τελευταίας ἐπιστρατείας, εἰς 215,468,000. Πόσον τὸ χρέος, τὸ ἐκ τῆς τελευταίας ἐπιστρατείας; Ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει εἰς τοὺς ἰσχυρισμούς του, ἀλλ’ οἱ ἰσχυρισμοί του δὲν πείθουσιν, ὅτι τὸ χρέος εἶναι περισσότερον τοῦ ὅ,τι κατέδειξεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἓν μόνον ἔτος βαρύνει αὐτὸν καὶ οὐχὶ δύο. Ἄλλως τε τὸ χρέος ἐκεῖνο ἐχρησίμευσε διὰ προμήθειαν μεγίστης ποσότητος ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον κατόπιν ἐχρησίμευσε πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἐκ τῶν ἀποθηκῶν ἐξήρχετο ὅ,τι ὤφειλε νὰ καταβάλλῃ ἑκάστοτε διὰ τὴν προμήθειαν νέου ὑλικοῦ. Ἑπομένως τὸ περίσσευμα τοῦτο ἔπρεπε νὰ τῷ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ ἰσοζύγιον ἢ εἰς τὰ περισσεύματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ του, ἢ εἰς ἄλλας ἐκτάκτους ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον παρουσιασθῆ. Ἡ μέθοδος λοιπὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὐ μόνον δὲν ἠλάττωσε τὸ χρέος, ἀλλὰ τὸ ηὔξησε, καὶ βλέπετε ὅτι βαθμηδὸν καὶ κατ’ ἔτος αὐξάνει τὸ χρέος. Ἠλάττωσε μὲν ἐν μέρει τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων κατὰ τὸν ἰσχυρισμόν του...
§73ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, τὸ ηὔξησε· τὸ ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος.
§74ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν τὸ ἐπιχείρημα περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν χρεῶν εἶναι ὅλως φαντασιῶδες. Ἀπαλλάσσει τοὐλάχιστον τὴν ἀγοράν μας ἐκ τῆς νομισματικῆς κρίσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ; Ἀλλὰ πάντες γνωρίζετε, ὅτι, μὲ ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὲ ὅλα τὰ ποσὰ, ἅπερ, ὡς λέγει, κατέβαλε πρὸς ἐξόφλησιν μέρους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ συνάλλαγμα ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο πρὸ δύο καὶ τριῶν ἐτῶν, καὶ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσωρινῶς δανείζεται. Δανείνεται ἀπὸ τὰς Τραπέζας καὶ τοὺς κεφαλαιούχους τοῦ Κράτους, οὗτοι δὲ, δανείζοντες, ἀναγκάζονται νὰ προστρέχωσιν εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ζητῶσι συνάλλαγμα. Περὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ φρονεῖ, ὅτι, καταβαλλόμενον πρὸς ἐξόφλησιν μέρους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δύναται νὰ βελτιώσῃ κατὰ πολὺ τὴν νομισματικὴν κρίσιν, περὶ αὐτοῦ ὡμίλησα ἄλλοτε, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Τὸ μέτρον τοῦτο δύναται νὰ χρησιμοποιήσωσιν ἐκεῖνα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς ἰσοζύγιον εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, ἀλλὰ εἰς Κράτος, ὡς τὸ ἰδικόν μας, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἰς Κράτος, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξαγωγὴ εἶναι εἰς δυσαναλογίαν μὲ τὴν εἰσαγωγὴν, καὶ ἡ εἰσαγωγὴ ὑπερτερεῖ κατὰ πολὺ τὴν ἐξαγωγὴν, ἐννοεῖται ὅτι ἡ ζήτησις τοῦ χρυσοῦ ἔσεται πάντοτε, καὶ ἑπομένως ἡ ἐλάττωσις ἐν μέρει τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν δύναται ποτὲ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργός. Θὰ ἦναι δὲ ζήτημα, ἂν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν καὶ νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι ἡ ἀπαίτησις τοῦ χρυσοῦ θὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν αἱ Τράπεζαι νὰ καταβάλλωσι τὸ ἀναγκαῖον μεταλλικὸν πρὸς ἐξαργύρωσιν τῶν εἰς αὐτὰς παρουσιασθησομένων τραπεζικῶν γραμματίων, διότι ἐκτὸς τῶν τακτικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους ὑπάρχει σήμερον ἡ αὔξησις τῆς πληρωμῆς τῶν δανείων μας εἰς μεταλλικὸν, ἥτις ἐπιβαρύνει ἔτι μᾶλλον τὴν κατάστασιν αὐτῶν, ἀλλὰ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν θὰ εὑρεθῶμεν καὶ νῦν, ἅμα στειρεύσωσι τὰ δάνεια. Ὡς πρὸς τὴν τροπὴν τοῦ δημοσίου χρέους, σᾶς ἀναφέρω τὴν ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην τοῦ διασήμου Beaulieu, ὅπως κρίνητε σεῖς, κατὰ πόσον δικαιοῦται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καυχᾶται διὰ τοιαύτας τροπάς. Ἡ τροπὴ τοῦ δημοσίου χρέους (λέγει ὁ Beaulieu) πρέπει νὰ γίνηται ἄνευ σπουδαίας αὐξήσεως τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἐθνικοῦ χρέους, ἤτοι διὰ τῆς ἁπλῆς ἀνταλλαγῆς ἑνὸς τίτλου εἰς τὸ ἄρτιον ἀντὶ ἑτέρου τίτλου ἐπὶ κατωτέρω τόκῳ ἀλλὰ μὲ ἔκδοσιν ὡσαύτως εἰς τὸ ἄρτιον. Οὐδέποτε ἐπιτρέπεται τροπὴ τίτλου, διατελοῦντος εἰς τὸ ἄρτιον, δι’ ἄλλου τίτλου, πολὺ κατωτέρου τοῦ ἀρτίου, χορηγοῦντος οὕτω εἰς τοὺς κεφαλαιούχους ὀνομαστικὸν κεφάλαιον ἀνώτερον τοῦ κεφαλαίου τοῦ παλαιοῦ χρέους. Τί ἐπράξαμεν ἡμεῖς, Κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ τὴν τροπὴν τῶν δανείων μας; Ἠκολουθήσαμεν αὐτὸν τὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ἠκολούθησαν ὅλα ἐν γένει τὰ Κράτη, τὰ ἐργαζόμενα ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου; Τὸ ἐναντίον ἠκολουθήσαμεν. Προέβημεν εἰς τὴν τροπὴν τῶν δανείων μας εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν τὰ δάνειά μας ἦσαν λίαν ὑπερτιμημένα, ἂν δὲ τὰ δάνειά μας ὑπερτιμήθησαν, ὑπερτιμήθησαν ἐν γνώσει ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν τροπὴν, γνωριζόντων ἐκ τῶν προτέρων τὸ μέγα κέρδος, καὶ διὰ τοῦτο ἐνθυμεῖσθε, ὅτι οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν τροπὴν ἀπαιτοῦσι καὶ ὅρον νὰ μὴ καταβάλλωσι τὸ ὅλον δάνειον εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὁμολογίας τοῦ τρεπομένου δανείου, καὶ βεβαίως, ὅταν ἔρχωνται εἰς τοιαύτην συνομολογίαν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ γνωρίζουσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται, τὸ δάνειον π. χ. τῶν 60,000,000 νὰ τὸ λάβῃ εἰς τὸ ἄρτιον, ἂν τὸ δάνειον τοῦτο εἰς τὴν ἀγορὰν ἔχῃ ἐπὶ ὑποθέσει 415, θὰ τὸ φθάσωσιν ἀγοράζοντες καὶ μέχρι τῶν 500, διότι καὶ πάλιν θὰ ὠφεληθῶσι τὸν τόκον. Ἰδοὺ τί συμβαίνει, Κύριοι, διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τοῦ Πρωθυπουργοῦ· θησαυρίζομεν τοὺς δανειστάς μας καὶ τοὺς χρηματιστάς μας, καὶ ἀπογυμνοῦμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἰδοὺ εἰς τί ὀφείλεται ἡ πίστις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τίνι τρόπῳ παρεστάθη ὡς ἀκμάζουσα διὰ τοιούτων μέσων. Ποῦ ἠκούσθη ποτὲ τροπὴ δανείων, ἐκδοθέντων εἰς 320 δραχμὰς, ἀντὶ 500, καὶ τὰ ὁποῖα πραγματεύονται ἐν τῇ ἀγορᾷ 400, νὰ τὰ ἐξοφλῇ τὸ Δημόσιον ἀντὶ 500, καὶ νὰ συνομολογῇ πρὸς τοῦτο ἕτερον δάνειον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἐπίσης 370, ἀντὶ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου 500, ἤτοι ἀφίνει ὁμολογίαν νέαν διὰ 500 καὶ λαμβάνει 370; Καὶ καυχῶνται, διότι ἐπὶ τοιούτοις ὅροις δανείζονται μὲ τὸ 4%, ὅτι δανείζονται ὡς τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, ἐνῷ ἐκεῖνα διὰ τοῦ ἰδίου τόκου λαμβάνουσιν 95 ἢ καὶ 98%, ἡμεῖς δὲ λαμβάνομεν 68 ἢ καὶ 70 τοῖς ἑκατὸν, παρέχοντες καὶ τοιαῦτα πρὸς τοὺς δανειστάς μας τοκογλυφικὰ κέρδη! Κατὰ τύχην εἰσελθὼν εἰς τὸ ἀναγνωστήριον, ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὸν «Οἰκονομίσταν» καὶ εἶδον Ἰταλοῦ διασήμου πραγματείαν, ἐν ᾗ καταλήγει εἰς τοιαύτην τινὰ γνώμην περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἰταλίας καὶ περὶ τῆς Κυβερνήσεώς της. Ὁ γράφων λέγει (ἀναγινώσκει): «Μὴ λαμβάνουσα (ἡ τὸ Κράτος διοικοῦσα πολιτικὴ) ὑπ’ ὄψει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἰταλίας, παρεσύρθη εἰς δαπάνας καὶ εἰς πολιτικὴν, ἀπόῤῥοια τῆς ὁποίας εἰσὶν αἱ ἀπειράριθμοι πτωχεύσεις, ἀπειλοῦσαι οἰκονομικὴν κρίσιν, ἥτις ἴσως ἀναβληθῇ διὰ τῶν καταβαλλομένων προσπαθειῶν, ἀλλ’ ἔσεται ἄφευκτος. Οἱ Ἰταλοὶ, ἐπιτήδειοι ὄντες λογισταὶ, ἐὰν καταστρώσωσι τὸν λογαριασμὸν τῶν κερδῶν καὶ ζημιῶν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ καταλήξωσιν εἰς τὴν κήρυξιν τῆς σπουδαιοτέρας χρεωκοπίας, ἤτοι εἰς τὴν χρεωκοπίαν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως». Ἐὰν, Κύριοι, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καταστρώσῃ τὸν λογαριασμὸν τῶν κερδῶν καὶ ζημιῶν τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη, κατ’ ἐμὲ, μίαν πρέπει νὰ ἐκφέρῃ ἐτυμηγορίαν, τὴν μεγάλην πολιτικὴν χρεωκοπίαν τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη καὶ τῶν φίλων του. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τοιαύτη ἔσεται ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποτυφλοῦται ἀπὸ τὸν κονιορτὸν τοῦ ἰδιοτελοῦς συμφέροντος καὶ καταπνίξῃ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα σκοτίζουσι τὴν διάνοιάν του. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§75ΚΟΡΠΑΣ. Μὲ φέρει, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ δεύτερον ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις, ἐπειδὴ φαίνεται ἐξεβιάσθη, ἐνεῖχε πολὺ τὸ βεβιασμένον. Ἐγίνωσκον ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διακρίνεται διὰ τὴν ὀξυδέρκειαν αὐτοῦ περὶ τὸ ἀνευρίσκειν τὰ τρωτὰ μέρη τῶν λόγων τῶν ἀντιπάλων του, ἐγίνωσκον ὅτι κέκτηται τὴν τέχνην τοῦ ἀνεγείρειν ἐπὶ τούτων ὁλόκληρον ἀνασκευῆς οἰκοδόμημα, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐφανταζόμην, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολάβῃ, ἵνα μὴ εἴπω νὰ ἐπινοήσῃ, περικοπὴν ὁλόκληρον, ὡς δῆθεν παρ’ ἐμοῦ λεχθεῖσαν, ἐνῷ οὐδὲν ἢ ἐλάχιστα ἐκ ταύτης ἐγὼ εἶπον, ὡς θέλω μετ’ οὐ πολὺ ἀποδείξει ὑμῖν. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι πλάνη τις συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου· μὴ τυχὸν εἶπε ταῦτα ὁ κ. Οὔτις τῆς «Ἐφημερίδος», καὶ ὑπέλαβεν ὅτι τὰ εἶπον ἐγώ; Ἀλλὰ τότε βεβαίως ἡ ἀπάντησις δὲν ἤθελεν εἶσθαι τραχεῖα, ὡς ὑπῆρξεν ἡ πρὸς ἐμὲ ἀπάντησίς του. Ἐπίστευον μάλιστα, ὅτι τὴν φορὰν ταύτην ἤθελεν ὑποχωρήσει εἰς τὴν ἀκαταμάχητον τῶν πραγμάτων ἀλήθειαν, καὶ ἤθελε περιορισθῆ εἰς γενικὰς θεωρίας, χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς λεπτομερῆ ἀνάλυσιν τῶν λόγων τῶν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀγορευσάντων, ὅπως οὕτω ἀποφύγῃ τὸν σκόπελον, καθ’ οὗ προσέκρουσε. Παρετήρησα προσέτι, Κύριοι, σπουδαίαν τινὰ παράλειψιν, γενομένην ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ, καὶ νομίζω, ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν σπουδαίαν, καθόσον πρόκειται περὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι, προκειμένου περὶ τῶν λόγων τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ λέξις αὕτη εἶναι ἄγνωστος εἰς τὸ λεξικὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρετήρησα, λέγω, σπουδαίαν παράλειψιν, ὅτι δὲν ἐπεκαλέσθη ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ τὸ ἰσχυρότερον τῶν ἄχρι τοῦδε ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου συχνότατα ἐποιεῖτο ἐνταῦθα χρῆσιν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεκαλεῖτο τὴν ὑπομονὴν ἡμῶν, μέχρις οὗ συντελεσθῇ τελείως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Καὶ καλῶς, νομίζω, ἔπραξε, λησμονήσας τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, διότι κατέστη πλέον ἐντελῶς ἀνίσχυρον καὶ ἐξηντλημένον· διότι πολυετὴς ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος αὐτοῦ οὐ μόνον ἀπέδειξε τὸ πλημμελὲς τούτου, ἀλλ’ οὔτε τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ὑπεδείκνυεν ἡμῖν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἴδομεν, οὔτε τὸν πόδα ἡμῶν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ἐπατήσαμεν, ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἔφερεν εἰς φῶς ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε ἐντεῦθεν βεβαιωθέντα παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ πρὸ πάντων ὑπὸ τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις ἐξήτασε τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν. Ἠκούσατε λοιπὸν τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦσιν, ὅτι ἀμφίβολος εἶναι καὶ προβληματικὴ καθίσταται ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως ταύτης ἐν τῷ μέλλοντι. Φαίνεται ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ ἠγόρευον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγίνωσκεν ἄρθρον τι τῆς «Σημαίας» τοῦ Λονδίνου, ἢ προτάσεις τῆς Ἑταιρίας τῶν Ἐργοληψιῶν, ἢ ἠσχολεῖτο ἴσως εἰς μετατροπὴν ἀγγλικῶν λιρῶν εἰς δραχμὰς, καὶ ἑπομένως, μὴ δοὺς προσοχὴν εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον, ἀνέτρεψε τοὺς ὅρους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἶπεν, ὅτι ἐγὼ κακῶς ἐνόησα. Ἐπειράθη ὁ Πρωθυπουργὸς ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἕωλοι ὑπῆρξαν οἱ λόγοι μου ἐκεῖνοι καὶ ἄνευ πρακτικότητος, διότι ἐπελαθόμην τοῦ σπουδαιοτέρου παράγοντος, τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν παρ’ ἐμοῦ προταθέντων, ἐπελαθόμην δηλονότι τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν μέτρων ἐκείνων δαπάνης. Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, τὴν περικοπὴν ταύτην τοῦ λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ὁμολογίαν ὑμῶν, ἐὰν ἐγὼ τοιαῦτά τινα τότε εἶπον. Ἀναγινώσκω τὸ τελευταῖον μέρος τῆς περικοπῆς διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω: «Εἶναι εὐκταῖον, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ ἀποκτήσῃ ταχέως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δυνάμεις, ἐπιτρεπούσας τοιαύτας δαπάνας, ἀλλὰ σήμερον μόνον εἰς Βουλευτὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ, ὅτι τὴν χωροφυλακὴν θέλει ὑπερδιπλασίαν καὶ τοὺς χωροφύλακας καὶ τοὺς εὐζώνους ἀπολαύοντας μισθὸν ἐθελοντῶν, ὅτι θέλει τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ ηὐξημένα, ὅπως ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν περίληψιν τῶν ἐφέδρων, καὶ παρόντα ἐν ταῖς τάξεσι διαρκῶς πάντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, ὅστις εἶναι ἀναγκαῖος πρὸς κανονικὴν λειτουργίαν τῶν ηὐξημένων στελεχῶν, νὰ ἐπαγγέλληται δὲ συνάμα πάντων τούτων τὴν ἐπίτευξιν μετὰ ἐλαττώσεως τῆς σήμερον καθωρισμένης ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ δαπάνης.» Εἶπον ἐγώ, Κύριοι, ὅτι θέλω ὑπερδιπλασίαν χωροφυλακήν; εἶπον ἐγὼ ὅτι θέλω αὔξησιν μισθοδοσίας τῶν εὐζώνων; εἶπον ἐγὼ ὅτι θέλω στελέχη τοῦ στρατοῦ ηὐξημένα; εἶπον ἐγὼ ὅτι θέλω νὰ ἦναι πάντες οἱ ἄνδρες ἐν τῷ στρατῷ; Τὰ στενογραφημένα πρακτικά, εὐτυχῶς, νομίζω ὅτι δὲν εὑρίσκονται μακρὰν ἀφ’ ἡμῶν, ἑπομένως δύνανται νὰ προσαχθῶσι ταῦτα ἐνταῦθα, καὶ θέλετε, ἂν δὲν ἐνθυμῆσθε, μολονότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐνθυμῆσθε τί εἶπον, ἀνομολογήσει μετ’ ἐμοῦ, ὅτι οὐδὲν τούτων ἢ ἐλάχιστα εἶπον, ὡς θέλω ἀποδείξει. Ἐγώ, Κύριοι, πρῶτον ὑπέδειξα τὰς πλημμελείας τῶν διεπόντων τὰ τοῦ στρατοῦ νόμων, ἰδίως τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, εἰς τὴν ἀπόκτησιν ὑπαξιωματικῶν, καὶ κατέληξα, ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια τῆς τριμήνου ὑπηρεσίας εἶναι ἐπιβλαβὴς, διότι δὲν καθιστᾷ ἱκανοὺς ἄνδρας, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας καθιστᾷ ἀνικάνους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεοῦνται πρὸς τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν, καὶ παραλύει τὸ στράτευμα. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἐφ’ ὅσον λειτουργεῖ τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς καταρτισμὸν τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀνδρῶν δὲν εἶναι κατάλληλος. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι οἱ ἄνδρες οὗτοι δὲν ἀσκοῦνται, δὲν μορφοῦνται, δὲν ἐκπαιδεύονται εἰς τὰ εἰδικὰ αὐτῶν καθήκοντα· εἶπον ὅτι, ἐφ’ ὅσον πληρόνετε εἰς τὸν χωροφύλακα μισθὸν πεζοῦ, δὲν θὰ ἔχητε χωροφυλακὴν, ἀλλ’ ἑνόουν τοὺς ἀναλαμβάνοντας ἐθελουσίαν ὑποχρέωσιν, δὲν εἶπον περὶ τῶν κληρωτῶν. Βεβαίως δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ συστήματος τούτου, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὸ σύστημα τοῦτο λειτουργῇ, εἶπον ὅτι ὁ τρόπος τῆς συμπληρώσεως καὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος, διότι τὰ σώματα ἐκλέγουσι τοὺς ἀκαταλληλοτέρους καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτοὺς καὶ προορίζουσι διὰ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Εἶπον ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ στρατολογικὸς νόμος περιέχει διατάξεις, καθ’ ἃς τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακατατάξεως παρέχεται εἰς τὸν ὑπαξιωματικὸν, ἀλλὰ πραγματοποιεῖ οὗτος τοῦτο ἀφοῦ ἐπανέλθῃ ἐκ τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀδείας αὑτοῦ, δὲν δύνασθε νὰ ἀποκτήσητε ὑπαξιωματικούς. Τὰ ζητήματα ταῦτα, ὅσα εἶπον, ἔχουσί τι κοινὸν πρὸς τὰς δαπάνας; Ἡ πρότασις τοῦ νὰ χορηγῆται εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς χρηματικὴ ἀμοιβὴ ἐφ’ ἅπαξ, βεβαίως ἔχει σχέσιν πρὸς τὰς δαπάνας, ἀλλ’ ὑπέδειξα, ὡς ἐκ περισσοῦ, προκειμένου περὶ τούτου, τοὺς πόρους, ἐκ τῶν ὁποίων δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρυσθῇ τὴν πρὸς τοῦτο δαπάνην. Εἶπον, ὅτι εἶναι δικαιότατον ἐκ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον κατ’ ἔτος εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐξ ἀντισηκωμάτων, ἢ, ὅπως τὸ ὠνόμασεν ὁ προλαλήσας, χαρατσίου, πρέπει νὰ δαπανᾶται μέρος πρὸς διατήρησιν τῶν ὑπαξιωματικῶν διὰ τῆς χορηγίας χρηματικῶν ἀμοιβῶν, καὶ δὲν εἶπόν τι νέον, διότι ἡ Βαυαρία πρώτη περιέλαβεν ἐν τῷ στρατολογικῷ αὑτῆς νόμῳ διάταξιν, καθ’ ἣν τὰ ἐξ ἀντισηκωμάτων εἰσπραττόμενα ποσὰ διατίθενται πρὸς αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ πρὸς χρηματικὴν χορηγίαν πρὸς τοὺς ἀνακατατασσομένους ἐξ αὐτῶν. Αὐτὴ ἡ Ἰταλία τοῦτ’ αὐτὸ πράττει σήμερον, ἔχει εἰδικὸν στρατιωτικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον διευθύνει ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐκ δύο Γερουσιαστῶν, ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς Γερουσίας, δύο Βουλευτῶν, ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δύο μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ δύο ὑποστρατήγων, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἔχει τὴν διαχείρισιν τοῦ ταμείου τούτου, τοῦ ὁποίου οἱ πόροι ἀποτελοῦνται ἐκ τῶν ἀντισηκωμάτων, καὶ διατίθενται ἀποκλειστικῶς πρὸς αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ πρὸς χορηγίαν χρηματικῶν ἀμοιβῶν πρὸς αὐτούς. Ὑπολείπεται ἄρα ἡ γνώμη μου πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καθόσον ἀφορᾷ τὴν περὶ τριμήνου ὑπηρεσίας διάταξιν. Ἡ διάταξις αὕτη βεβαίως καὶ πρὸς τὴν δαπάνην ἔχει σχέσιν καὶ πρὸς τὸ σύστημα τῆς καθολικῆς στρατολογίας στενῶς συνδέεται. Ἀλλὰ περὶ ταύτης εἶπον ἄλλοτε τὴν γνώμην μου· εἶπον, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν εἰς τὸν στρατὸν μέγαν ἀριθμὸν ἀνδρῶν ἐπὶ τρίμηνον ὑποχρέων, οἱ ὁποῖοι εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλονται ἄσκησιν ἢ εἰς ἐλαχίστην, ἐφέτος μάλιστα εἰς οὐδεμίαν, ὡς ἐκ τῶν ἀσθενειῶν, ἐφ’ ὅσον, λέγω, ἔχομεν τοιούτους ἄνδρας, ἐντελῶς ἀχρήστους, ἤθελον προτιμήσει νὰ ἀσκῶνται οὗτοι εἰς τὰς ἐπαρχίας αὑτῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης. Καὶ εἰς τοῦτο στηριζόμενος ἐγὼ, εἶπον ἐν τέλει τοῦ λόγου μου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, ὅτι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι διὰ δαπάνης μείζονος τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης πρέπει νὰ ἀποκτήσωμεν στρατὸν ἀξιόμαχον, εἶπον μάλιστα, ὅτι διὰ δαπάνης ἐλάσσονος δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν ἀξιόμαχον, διότι εἶχον ἐν νῷ τὴν ἰδέαν ταύτην, τὴν ἀτομικήν μου ταύτην γνώμην, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς γνώμης ταύτης δύναται νὰ ἐπέλθῃ μεγάλη οἰκονομία εἰς τὸν στρατὸν, καὶ οἱ ὑπολειπόμενοι ἄνδρες νὰ ὦσιν ἱκανοὶ, καὶ χωροφυλακὴν ν’ ἀποκτήσωμεν, ὅπως εἶπεν ἐν τῷ λόγῳ αὑτοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὅπως καὶ ἐγὼ ἐννοῶ, καὶ ἂν αἱ περιστάσεις ἐπιτρέψωσιν ἡμῖν τοῦτο, καὶ στρατὸν ἐπίσης νὰ ἔχωμεν ἀξιόμαχον. Εἶναι κενὴ ἐπαγγελία, Κύριοι, ἡ ὑπόδειξις τῆς ἐλλείψεως ἵππων εἰς τὸ ἱππικὸν, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδεμία τελεῖται ἐν αὐτῷ ἄσκησις; Διατί αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἐφέτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, περιλαβὼν 200,000 δραχ. δι’ ἱππωνείαν, δὲν ἔκαμε κατὰ τὸ παρελθὸν, κατὰ τὸ προπαρελθὸν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπιστρατείας οὐδένα ἵππον ἐφέραμεν ἐν τῷ Κράτει; Καὶ οὐ μόνον τὸ ἱππικὸν δὲν ἔχει τοὺς ἀναγκαίους ἵππους, ἀλλὰ καὶ τὸ πυροβολικόν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἔχῃ ὀλίγους, εἰσὶν ἄχρηστοι σχεδὸν, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ἵππων τοῦ πυροβολικοῦ ὑπέστησαν τὰς κακουχίας καὶ τὰ βάρη δύο ἐπιστρατειῶν, ἑπομένως οἱ πλεῖστοι αὐτῶν εἶναι ἀνίκανοι, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντικατασταθῶσι διὰ νεωτέρων, τοὐλάχιστον οἱ γεγηρακότες καὶ οἱ ἐξηντλημένοι. Ἐφέτος εὐτυχῶς περιέλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνην, ὡς εἶπον, ἀλλ’ ἡ ἱππωνεία αὕτη θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τοὺς ἱππεῖς, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἔλθει τὸ κατόπιν ἔτος, οἱ ἐφετεινοὶ θὰ μείνωσι πεζοὶ ἱππεῖς, ὡς εἶπον, πρὸ ἡμερῶν. Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι, ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ὑποδεικνύω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς πλημμελείας τῶν διεπόντων τὸ Κράτος νόμων, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχω αὐτὴν, ὅταν τοὺς νόμους τούτους, ἀνεξαρτήτως τῶν πλημμελειῶν αὐτῶν, δὲν ἐφαρμόζει καλῶς, ἀλλὰ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποδεικνύω πρὸς αὐτὴν, πόθεν πρέπει νὰ ἀρυσθῇ τοὺς πόρους πρὸς θεραπείαν τῶν ὑποδεικνυομένων ἐλλείψεων, ἢ πρὸς ἀντικατάστασιν πλημμελοῦς συστήματος δι’ ἑτέρου καταλλήλου· τοῦτο ἀπόκειται ἄλλοις, τοῦτο ἀπόκειται ἐκείνοις, τοὺς ὁποίους θᾶττον ἢ βράδιον θὰ καλέσῃ τὸ Ἔθνος νὰ κυβερνήσωσι τὸν τόπον, ἐμοὶ ἐπιβάλλεται μόνον, ἐφ’ ὅσον παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ συντελῶ διὰ τῆς ψήφου μου καὶ τοῦ λόγου, ἐφ’ ὅσον δύναμαι, εἰς ὑποστήριξιν τῶν μέτρων ἐκείνων, ἅτινα συμβάλλουσιν εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου, καὶ προπάντων εἰς ὑποστήριξιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θεωρῶ καθαρῶς λυσιτελῆ πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ζήτημα ἐθεώρησα πάντοτε καὶ θεωρῶ καθαρῶς ἐθνικὸν καὶ ἐντελῶς κεχωρισμένον ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, ἤτοι μηδεμίαν ἔχον σχέσιν πρὸς τὰ πολιτικὰ ἑκάστου φρονήματα. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὑμῶν, τῶν ὁποίων τὴν ἀκουστικὴν λειτουργίαν τῶν ὤτων δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἐμποδίσῃ ὁ Πρωθυπουργὸς, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκεσθε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Πρωθυπουργοῦ, ὅστις δὲν θὰ ἀρνηθῇ, πιστεύω, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ὑπεστήριζε μετ’ ἐπιμονῆς ἀδικαιολογήτου τὴν μονοετῆ θητείαν, καὶ μετ’ ἀποστροφῆς ἤκουε πᾶσαν περὶ αὐξήσεως αὐτῆς πρότασιν, κατέκρινα καὶ ἀπεδοκίμασα τὴν θητείαν ταύτην ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐφεδρείας, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς, τὸν ὁποῖον τότε ὑπεστήριζον, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἐνθυμεῖσθε ποσάκις, εἴτε εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἐκαθήμην, εἴτε εἰς ταύτην, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ὑπέβαλον προτάσεις ἀπὸ τοῦ βήματος, τεινούσας εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν κειμένων στρατιωτικῶν νόμων; Ἀλλὰ τὰς προτάσεις ταύτας οὐδέποτε ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπεδέξατο κατὰ τὴν Σύνοδον, καθ’ ἣν ὑπέβαλον ταύτας, ἀπεδέχετο αὐτὰς εἰς τὴν ἀμέσως κατόπιν Σύνοδον ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλήν. Πάντα ταῦτα, Κύριοι, ἀποδεικνύουσι τρανώτατα, ὅτι πανθ’ ὅσα λέγω καὶ προβάλλω ἐντεῦθεν δὲν προέρχονται, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐν πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως ἢ ἀντιδράσεως, ἀλλὰ προέρχονται ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ, καὶ ἑπομένως τοῦ Κράτους. Ὅταν δὲ, ἐκ τοιούτων λόγων ὁρμώμενοι, τοιαῦτα λέγωμεν καὶ προβάλλωμεν, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει οἱ κυβερνῶντες τὴν χώραν νὰ δυσφορῶσι, καὶ νὰ ἐλέγχωσιν ἡμᾶς ἐπὶ τῇ ἐκπληρώσει καθήκοντος ἐπιβεβλημένου. Δὲν προσήκει ἐκείνοις, οἵτινες ἀναλαμβάνουσι νὰ κυβερνῶσι τὰ Κράτη, καὶ οἵτινες εὐλόγως ἀξιοῦσι νὰ τηρῶσιν πρὸς αὐτοὺς τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν, νὰ χρῶνται γλώσσῃ ἥκιστα κοινοβουλευτικῇ, τοῦθ’ ὅπερ ἐξαναγκάζει ἐνίοτε συναδέλφους τινὰς νὰ ἐξέρχωνται τῶν ὁρίων, τῶν διαγραφομένων ὑπὸ τοῦ πρέποντος. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω, Κύριοι, νὰ ἀνασκευάσω τὰ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ὁ στρατὸς γινώσκει τὴν ἑαυτοῦ κατάστασιν κάλλιον παντὸς ἄλλου, καὶ δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ προσηκόντως τὰ ἐντεῦθεν παρ’ ἑκάστου λεγόμενα. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἄλλων θεμάτων, διότι ὡμίλησαν οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες, μετ’ ὀλίγον δὲ θὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον τοῦ λόγου τὸ βαρὺ πυροβολικὸν, ἤτοι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὴν μὴ συμμετοχὴν εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν κατέκρινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τῶν ὁποίων τοὺς λόγους δὲν θεωρεῖ σπουδαίους, θὰ ἔλθωσι, λέγω, ἐκεῖνοι, ἄνευ τῆς συμμετοχῆς τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐθεώρει ἀρτίαν τὴν προκειμένην συζήτησιν, ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν θεωρῇ τοὺς λόγους αὐτῶν μὴ σπουδαίους, οἱ λόγοι αὐτῶν ἔχουσι καὶ αὐθεντίαν καὶ κῦρος. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἀγῶνος τούτου εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων, τὸ γνωρίζετε ὅλοι, θὰ ἐξέλθῃ νικητὴς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ὑπεροχῆς τῆς δυνάμεως τῶν ψήφων, ἀλλ’ ἐξερχόμενος νικητὴς, θὰ αἰσθάνηται, εἶμαι βέβαιος, τὴν ἑαυτοῦ συνείδησιν ἡττημένην, ἐν δὲ τῇ κοινῇ συνειδήσει, τῇ ἐκτιμώσῃ πρὸ πάντων τὰ πράγματα, καὶ τοὺς λόγους, θὰ θεωρηθῇ ὡς ἐντελῶς ἡττημένος. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§76ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρεσιν, κύριοι Βουλευταὶ, τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν εἰς αὐτὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εὐρείας ἀληθῶς ἔλαβε διαστάσεις ἡ προκειμένη συζήτησις, διότι ὑπεβλήθη εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, οὐ μόνον ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἅπασα ἐν γένει ἡ πολυετὴς ὑπ’ αὐτῆς διαχείρισις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Χαίρω, κύριοι Βουλευταὶ, διότι τοιαύτας ἔλαβε διαστάσεις ἡ προκειμένη συζήτησις. Προκειμένου νὰ κληθῇ προσεχῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἵνα ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τῶν κυβερνώντων, οὐ μόνον ἐπίκαιρον, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖον, φρονῶ, ἦτο ἡ ἐν συνόλῳ ἐκτύλιξις τῆς πολιτείας τῶν κυβερνώντων, ἡ ἐκτίμησις αὐτῆς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἐξ αὐτῆς παραχθέντων καρπῶν καὶ συνεπειῶν. Ἦτο ἀληθῶς ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁποίαν παρέλαβον τὴν Ἑλλάδα οἱ σήμερον κυβερνῶντες, καὶ εἰς ποῖον περιήγαγον αὐτὴν σημεῖον. Τὸν ἔλεγχον τοῦτον ἐπεχείρησαν πλεῖστοι τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ φρονῶ, ὅτι δι’ ἀκαταμαχήτων ἀληθῶς ἐπιχειρημάτων ἀπέδειξαν καὶ τὸ πλημμελὲς ἐν συνόλῳ τῆς πολιτείας τῶν κυβερνώντων, καὶ τὸ πλημμελὲς τῆς ἰδιαιτέρας ἑκάστου αὐτῶν ἐνεργείας ἐπὶ παντὸς κλάδου τῆς ὑπηρεσίας. Ἐγὼ ἤθελον καταχρασθῆ τῆς ὑπομονῆς τῆς Βουλῆς, καὶ καταναλώσει τὸν πολύτιμον αὐτῆς χρόνον, ἐὰν ἤθελον ἐπιχειρήσει νέαν πλήρη ἀνάπτυξιν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπαρκῶς ἐκεῖνοι διεπραγματεύθησαν. Διὰ τοῦτο θέλω περιορισθῆ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις περί τινων ἀντικειμένων, δεκτικῶν, κατ’ ἐμὲ, περαιτέρω ἐξετάσεως καὶ ἐρεύνης. Πρὸ πάντων, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ κυβερνῶντες ἐξαίρουσι τοὺς ἀγῶνας αὐτῶν πρὸς διευθέτησιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, καὶ κομπάζουσιν ἐπὶ τοῖς ἐπιτευχθεῖσιν ἀποτελέσμασιν. Ἐὰν εἰς αὐτοὺς ἤθελε λάχει ὁ βαρὺς κλῆρος νὰ θεραπεύσωσι νοσηρὰν κατάστασιν, παρ’ ἄλλων προκληθεῖσαν, ἠδύναντο νὰ ὦσι συγγνωστοὶ, τοιαύτην τηροῦντες γλώσσαν· ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, ἧς ἐπιζητοῦσι τὴν θεραπείαν, εἶναι ἔργον αὐτῶν τῶν ἰδίων, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ αὐτουργοὶ καὶ παραίτιοι αὐτῆς, νομίζω ὅτι, καὶ ἐν περιπτώσει ἀκόμη ἐπιτυχίας, ἀλλοίαν ὤφειλον νὰ μετέλθωσι γλῶσσαν, γλῶσσαν ἐπιζητοῦσαν τὴν συγγνώμην καὶ τὴν λήθην, ὄχι στεφάνους καὶ δάφνας. Καὶ εἶναι, κύριοι Βουλευταὶ, ἀληθῶς ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἔργον τῶν χειρῶν τῶν σημερινῶν κυβερνητῶν εἶναι ἡ δυσχερὴς οἰκονομικὴ κατάστασις, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ Κράτος. Δὲν θέλω ν’ ἀνατρέξω εἰς παρῳχημένας ἐποχὰς, καθ’ ἃς αὐτοὶ προώρως, ἄνευ ἐνδεδειγμένης ἀνάγκης, προεκάλεσαν δαπανηρὰν ἐπιστρατείαν πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ καλύψωσι τὸ δεινὸν σφάλμα, ὅπερ διέπραξαν, διαλύσαντες, τὸν στρατὸν ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι δὲν ὑφίστατο ζήτημα ὁρίων. Δὲν θέλω νὰ ἀνατρέξω εἰς ἄλλας ἐποχὰς, καθ’ ἃς ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ἐφρόνουν, ὅτι λίαν ἐπαρκῶς φορολογεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ἀπέκρουον πάντα φόρον, προβαλλόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αὐτὸν τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, ἡ ἔγκαιρος ἐπιβολὴ τῶν ὁποίων πολλὰς ἠδύνατο νὰ προλάβῃ οἰκονομικὰς δυσχερείας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1882 τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας ἀνέλαβον αὐτοπροσώπως οἱ νῦν κυβερνῶντες. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὑπεύθυνοι διὰ τὰ ἔκτοτε μέχρι σήμερον συμβάντα; Πῶς παρέλαβον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1882; Τὸ δημόσιον χρέος ἀνήρχετο κατὰ τοὺς πίνακάς των εἰς 264,000,000, ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος ἦν ἐκτάκτως ἀνυψωμένη, ἕνεκα τῆς ἑνώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ τῆς ἐντεῦθεν γεννηθείσης ἐμπιστοσύνης τῶν κεφαλαίων, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ τότε συνομολογηθέντος δανείου, ὅπερ δὶς ἐκαλύφθη. Εἰς τοιαύτην εὐάρεστον κατάστασιν παρέλαβον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἂν διῴκουν ταῦτα μετὰ συνέσεως καὶ προνοίας οἱ σήμερον δεινοὶ οὗτοι οἰκονομολόγοι, ἂν ἐμερίμνων ἔκτοτε περὶ βαθμιαίας αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἂν ἀπέφευγον πᾶσαν μὴ ἀναγκαίαν δαπάνην, ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καὶ αὐτὰς ἐκείνας, ὅσας εἶχον προκαλέσει τὰ προηγηθέντα συμβάντα, καὶ νὰ προλάβωσι πᾶσαν ἐν τῷ μέλλοντι διατάραξιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ οἱ νῦν σοφοὶ οἰκονομολόγοι οὐδεμίαν ἔλαβον τότε περὶ τοῦ μέλοντος πρόνοιαν, ἀλλὰ τοὐναντίον, ἀνελθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐτράπησαν ἀσυνέτως εἰς πᾶσαν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ὑπελάμβανον ὡς δυναμένην νὰ συντελέσῃ εἰς ἀναμόρφωσιν τοῦ Κράτους, καὶ προέβησαν ἐσπευσμένως εἰς πλεῖστα δημόσια ἔργα, ἅτινα ἠδύναντο νὰ ἀναβληθῶσι μέχρις ὁριστικῆς καὶ στερεᾶς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Κατελήφθησαν, ὡς εἶπέ τις τῶν προαγορευσάντων, ἀπό τινα διάθεσιν μεγαλομανίας, καὶ ἐνόμιζον ὅτι τὸ ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀκένωτος θησαυρὸς τῆς Ἀγγλίας. Τί ἐπῆλθεν ἐκ τῆς τοιαύτης οἰκονομικῆς πορείας; Τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ προέβαινον κατ’ ἔτος αὐξάνοντα ὑπερμέτρως, αὐτοὶ δὲ, ἀντὶ νὰ μεριμνήσωσι περὶ θεραπείας, διέπραξαν τὸ μέγιστον ἐν Ἑλλάδι οἰκονομικὸν λάθος τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν τὸ συνάλλαγμα εἶχεν ἀνέλθει εἰς τὸ ἀνώτατον σημεῖον τῆς ὑψώσεώς του, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς παρίστα ἔλλειμμα δεκάδος ἑκατομμυρίων. Συνεπῶς, κατελθόντες ἐκ τῆς ἐξουσίας, ἀφῆκαν ὄπισθεν πλήρη οἰκονομικὴν καταστροφὴν, πανταχοῦ ναυάγια καὶ ἐρείπια. Εἶχον λοιπὸν ἄδικον, ἀποδίδων εἰς αὐτοὺς τὴν δείνωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων; Βεβαίως τὴν δείνωσιν ταύτην ἐπέτεινεν ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ἐφαρμόσασα τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατείας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐπὶ ταῖς δαπάναις τῆς ἐπιστρατείας δὲν ὑπέχουσιν ἆρά γε εὐθύνην καὶ οἱ σήμερον κυβερνῶντες; Ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπήλλαξεν αὐτοὺς γενναιοφρόνως πάσης εὐθύνης, ἵνα οἰκειοποιηθῇ αὐτὸς τὴν τιμὴν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἀλλ’ αἱ φιλότιμοι ἀξιώσεις τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ἥτις εἶναι, ὅτι οἱ πρῶτοι ὑποδείξαντες καὶ ἀσπασθέντες τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατείας, ἦσαν αὐτοὶ οἱ νῦν κυβερνῶντες. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτόνιζεν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ θούρια καὶ παιᾶνας ὑπὲρ αὐτῆς, οἱ δὲ φίλοι αὐτοῦ ἐν Ἀθήναις ἐξώθουν τὸν λαὸν εἰς διαδηλώσεις, ἐν αἷς ἐπέμενον νὰ ἐκβιάσωσι τὸν τότε Πρωθυπουργὸν εἰς ῥητὴν ὑπόσχεσιν περὶ ἀμέσου πολεμικῆς ἐνεργείας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατόπιν ἐτροποποίησαν τὴν πολιτικὴν ταύτην οἱ ἀγαθοὶ πατριῶται, τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτῶν διεδέχθη παγερὰ σιγὴ, ἅμα ὡς ἡ τότε Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατείας. Μετῆλθον ἔκτοτε ἑτέραν πολιτικὴν, χαρακτηρισθεῖσαν εὐφυῶς τότε ὡς πολιτικὴν τῆς ἐνέδρας. Ἐσιώπων καραδοκοῦντες ἐθνικὰς δυσχερείας, ἵνα προβάλωσιν ἐπιτιμηταὶ καὶ κατήγοροι. Καὶ ἀληθῶς, καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ πράγματα τῆς πατρίδος εἶχον περιέλθει εἰς τὸ ἀκρότατον τῆς ἐντάσεως σημεῖον, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ ὕπατον συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπήτει νὰ παρασταθῇ σύμπασα ἡ Ἑλλὰς ὁμοφρονοῦσα καὶ ἑτοίμη νὰ ἀναλάβῃ τὸν ὑπὲρ πάντων ἀγῶνα, κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν ἐδίστασαν, ἵνα ἀναφανδὸν κατακρίνωσι τὴν πολιτικὴν, ἣν ἕως χθὲς ὑπεστήριξαν, καὶ ἵνα δυσφημήσωσι τὸν ἐθνικὸν στρατὸν, οὐχὶ ἐκεῖνον, ὃν αὐτοὶ παρεσκεύαζον, ἀλλ’ ἐκεῖνον, ὅστις παρεσκευάσθη μετὰ πολύμηνον διηνεκῆ ἄσκησιν, ὡς ἀνάξιον νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ἀλλ’ ἅπασα ἡ διαγωγὴ αὕτη δύναται νὰ ἐπιφέρῃ κατὰ τῶν κυβερνώντων καὶ ἄλλας βαρυτέρας εὐθύνας· δὲν ἀπαλλάσσει ὅμως αὐτοὺς τῆς εὐθύνης ἐπὶ ταῖς οἰκονομικαῖς δαπάναις τῆς ἐπιστρατείας, διότι αἱ δαπάναι αὗται εἶχον συντελεσθῆ σχεδὸν τότε. Τί συνέβη κατόπιν; Ἀνῆλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ διατελοῦσιν ἐν αὐτῇ μέχρι τοῦδε. Ἀληθῶς εἰργάσθησαν ἔκτοτε πρὸς αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔλαβον πρόνοιαν καὶ περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Τὴν αὐτὴν πολιτικὴν τῆς σπατάλης, τῆς μεγαλομανίας, ἐξακολουθοῦσι νὰ ἐφαρμόζωσιν. Ἀντὶ αὐστηροτάτης οἰκονομίας, προέβησαν εἰς πλείστας δαπάνας, οὐ μόνον μὴ κατεπειγούσας, ἀλλὰ πολλάκις καὶ οὐδόλως χρησίμους, καὶ δύναμαι νὰ ἀναφέρω τὸν σιδηρόδρομον Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, ὅστις οὐδὲν σπουδαῖον δημόσιον συμφέρον, ἀλλὰ μόνον τὸ ἐκλογικὸν συμφέρον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προώρισται νὰ ὑπηρετήσῃ. Βασίμως ἑπομένως ἰσχυρίσθην, ὅτι ἔργον τῶν χειρῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀπορία, εἰς ἣν τὸ Κράτος περιῆλθε, καὶ ὅτι, ἂν κατώρθωσε τέλος νὰ εὕρῃ μέσα θεραπείας, οὐδόλως δικαιοῦται ὡς ἐκ τούτου ν’ ἀπαιτήσῃ ἐγκώμια καὶ δάφνας. Ἀλλὰ τέλος πάντων τίνα τὰ μέτρα, ἅτινα ἔθεντο εἰς ἐνέργειαν, ἵνα φθάσωσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους; Νέοι φόροι, καὶ αὐξήσεις φόρων, καὶ δάνεια πρὸς πληρωμὴν δανείων καὶ πρὸς τροπὴν τῶν δανείων. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν ἀπαιτῆται ἱκανότης, ἵνα ἐπαυξήσῃ τις τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, ἢ νὰ ἐπιβάλῃ νέους. Τὸ πρᾶγμα μοὶ φαίνεται εὔκολον, ἅμα τις ἔχῃ ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφίαν· ἀλλὰ ἂν θεωρηθῇ ὡς τίτλος τιμῆς ἡ ἐπιβολὴ βαρείας φορολογίας, τὴν τιμὴν ταύτην δύνανται ν’ ἀμφισβητήσωσιν ἕτεροι ἐν τῇ Ἀνατολῇ κυβερνῆται, διπλασιάζοντες καὶ τριπλασιάζοντες τοὺς φόρους, ἢ εἰσπράττοντες προκαταβολικῶς πλειόνων ἐτῶν φόρους. Ἕτερον εἶναι τὸ ζήτημα, ἐξ οὗ ἐξήρτηται ἡ ἐκτίμησις τῆς πορείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ ἐξεταστέον ζήτημα εἶναι, ἐὰν οἱ ἐπιβληθέντες φόροι ἐπήνεγκον ἀγαθὰ ἢ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα, ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνεπείᾳ τῶν φόρων τούτων εὐτυχῆ ἢ δυστυχῆ, εὐπορῆ ἢ πένηται. Οὐδεμία, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπῆλθε καταπόνησις τοῦ λαοῦ, διότι ἰδοὺ οἱ ἄμεσοι φόροι ἀπέδωσαν τὰ αὐτὰ ἢ καὶ ἀνώτερα τοῦ παρελθόντος ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ ἄλλως; Ἐὰν ἔχητε οἰκίαν, καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν διπλασιάζηται, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγητε τὴν πληρωμὴν, ὅταν μάλιστα ὁ δρακόντειος περὶ εἰσπράξεων νόμος εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Καὶ ἂν ἐξασκῆτε ἐπιτήδευμά τι καὶ διπλασιασθῇ ὁ ἐπ’ αὐτοῦ φόρος, εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτήσητε ἀμέσως τὸ ἔργον σας; Θὰ πληρώσητε τὸν φόρον τῆς οἰκίας καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος, καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου σας, καὶ πάντα ἄλλον τοιοῦτον φόρον, ἀλλὰ θὰ τοὺς πληρώσητε, ἐλαττοῦντες τὴν εὐζωΐαν καὶ περιορίζοντες τὰς ἀνάγκας ὑμῶν. Πρὸς ἀπόδειξιν τῆς εὐπορίας ἢ πενίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι μόνοι οἱ ἐκ τῆς προαιρέσεως τῶν φορολογουμένων ἐξαρτώμενοι φόροι, ἐκεῖνοι, οὓς δύναται νὰ ἀποφύγῃ, μὴ καταναλίσκων τὰ φορολογούμενα εἴδη, τοιοῦτοι δὲ εἶναι οἱ ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν τελωνείων φόροι, ὧν ἡ σπουδαία ἐλάττωσις οὐδόλως ἀμφισβητεῖται. Καὶ πῶς δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι ἄνευ πιέσεως τοῦ λαοῦ καὶ ἄνευ βλάβης τῆς παραγωγῆς ἐπεβλήθησαν οἱ φόροι, ὅταν γνωρίζωμεν, ὅτι πρώην εὔποροι πολῖται ἀναγκάζονται νὰ προβαίνωσιν εἰς ὀδυνηρὰς οἰκονομίας, καὶ ἄλλοι μελετῶσι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ ἔργον των, διότι κατέστη μὴ προσοδοφόρον ἕνεκα τῆς βαρείας φορολογίας; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προβάλλει, ὅτι δι’ ἑτέρου μέτρου ἐπέτυχε τὴν ἐλάττωσιν τῶν βαρῶν τοῦ Δημοσίου, διὰ τῆς τροπῆς τῶν δανείων. Διὰ ταύτης ἐπῆλθεν ἀληθῶς ἐλάττωσις τῆς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων πληρωμῆς τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ ἐξεταστέον, μήπως αἱ ὠφέλειαι αὗται ἀντισταθμίζωνται πρὸς ἕτερα βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν εἰς τὸ Κράτος, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῶσι; Τὸ ζήτημα τῆς τροπῆς τῶν δανείων δὲν εἶναί τι καινοφανὲς παρ’ ἡμῖν, ἐφηρμόσθη ἤδη εἰς ἑτέρας χώρας, καὶ ἡ ἐπιστήμη ἐμελέτησε καὶ ἔθετο τοὺς κανόνας τοὺς τηρητέους κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του. Τίνες οὗτοι οἱ κανόνες; Ἀνέγνωσεν ὁ ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴς τὸν ἐπισημότατον τῶν συγγραφέων, ὅστις παραδέχεται ὡς ἀπαράβατον τὸν κανόνα, ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ αὐξήσῃ διὰ τῆς τροπῆς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται περὶ αὐξήσεως ἀναξίας λόγου, καὶ τοῦτο διότι ἡ πρόοδος τοῦ χρόνου, ἡ αὔξησις τῶν κεφαλαίων, ἡ βελτίωσις τῆς πίστεως δύναται μετ’ ὀλίγον νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ προβῇ εἰς τροπὴν δανείων. Ἀλλ’ ὅταν ἐκ πρώτης τροπῆς αὐξήσῃ τὸ δημόσιον χρέος, θ’ ἀναγκασθῇ τὸ Δημόσιον, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν νέαν τροπὴν, νὰ πληρώσῃ πλείονα τῶν ὅσων ὤφειλε πρότερον. Ἡμεῖς ἐτηρήσαμεν τοὺς κανόνας τούτους; Ἔχω τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὁμολογεῖ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἕνεκα τῶν τροπῶν τὸ δημόσιον χρέος ηὔξησε κατὰ 36,262,798 δραχμάς. Μετετρέψαμεν τὰ δάνεια, ἀλλ’ ἐνῷ ὠφείλαμεν 100,000,000, ἤδη ὀφείλομεν 136,000,000, ἤτοι κατὰ 36% ἐπεβαρύναμεν τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς δανείου, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὅλου τῶν δανείων.
§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξήλεγξεν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς οἱ λογαριασμοί.
§79ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἀφίνω ταῦτα. Θὰ μᾶς ἀντιτάξωσιν, ὅτι τὸ ἐτήσιον βάρος τοῦ Δημοσίου ἠλαττώθη, καὶ ἀδιάφορον εἶναι, ἂν ηὔξησε τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον τοῦ χρέους τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν ἐπρόκειτο, ἐπαναλαμβάνω, αἰωνίως νὰ πληρόνωμεν αὐτὸν τὸν τόκον, ὃν ἐπέτυχεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὐδὲν ἤθελον ἀντιτάξει, ἀλλ’ ἐὰν ἐλπίζωμεν, ὅτι ἡ βελτίωσις τῶν πραγμάτων δύναται νὰ προκαλέσῃ νέαν τροπὴν δανείων μετά τινα ἔτη, ἡ αὔξησις τοῦ κεφαλαίου εἶναι μεγίστη ζημία. Ἀλλὰ ποῖα τέλος πάντων τὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουγοῦ; ἐπετύχαμεν πράγματι ὅ,τι ἐπὶ τόσα ἔτη μετὰ πόθου ἐπεζητοῦμεν, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Μεθ’ ὅσα οἱ προαγορεύσαντες εἶπον, θεωρῶ κατάχρησιν τῆς ὑμετέρας εὐγενείας νὰ προσθέσω λέξιν τινὰ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Εἶπον ὑμῖν οὗτοι, ὅτι ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν 7 περίπου ἑκατομμύρια δραχ. ἵνα προμηθευθῶμεν χρυσὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν δανειστῶν μας, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σημειοῖ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μόνον δραχ. 500,000. Διατὶ τὸ ἄλλο δὲν σημειοῦται; διότι λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸν ἀναγκαῖον χρυσὸν θὰ προμηθευθῇ διὰ δανείων. Ἀπορεῖ τις, πῶς ἄνθρωπος σπουδαῖος, τοιαύτην κατέχων θέσιν, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος, τολμᾷ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαγωγήν του ταύτην διὰ τοιούτων ἐπιχειρημάτων! Ἐὰν εἴχετε, κύριοι Βουλευταὶ, ἀναθέσει εἰς πληρεξούσιόν τινα τὴν διαχείρισιν τῶν ὑποθέσεών σας, οὗτος δὲ, δανειζόμενος διὰ λογαριασμόν σας 1000 ναπολεόνια, ἐξώφλει χρέος ὑμῶν ἐξ 25,000 δραχμῶν, προσερχόμενος δὲ ἔλεγε πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐπέτυχεν ὑπὲρ ὑμῶν οἰκονομίαν 5000 δραχμῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ὀφείλετε πλέον 25,000 δραχμῶν τραπεζικῶν, ἀλλ’ ὀφείλετε 1000 ναπολεόνια χρυσᾶ, δὲν ἠθέλατε ὑποθέσει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἢ ἐμπαίζει ὑμᾶς, ἢ δὲν εὑρίσκεται εἰς πλήρη διανοητικὴν εὐεξίαν; Ἀλλὰ τοῦτ’ αὐτὸ ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγων ὅτι δὲν θὰ ἐξοδεύσῃ πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος, πρὸς πληρωμὴν τῶν δανείων, 7 ἑκατομμύρια, διότι θὰ μεταχειρισθῇ πρὸς τοῦτο χρῆμα, ὅπερ θὰ πορισθῇ ἐκ δανείων. Ἀλλὰ τὸ δάνειον αὐτὸ δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ ὑμᾶς; Ναὶ, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ μέχρι τῆς πληρωμῆς τοῦ δανείου ἐνδέχεται νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ τότε θὰ ἐκλείψῃ πᾶσα ἡ διαφορὰ μεταξὺ χρυσοῦ καὶ τραπεζικῶν γραμματίων. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἐξετέλεσε διὰ λογαριασμόν σας χρηματιστικὴν κερδοσκοπίαν, προσδοκῶν κέρδη ἐκ τῆς ἀνυψώσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἀλλ’ ἔχετε ἆρά γε διάθεσιν νὰ ἐπιχειρήσητε τοιαύτας κερδοσκοπίας; Καὶ ἐὰν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἐκπέσῃ ἔτι μᾶλλον καὶ ὑποχρεωθῆτε νὰ πληρώσητε πλείονα; Ἀλλ’ ὁπωςδήποτε αὐτὴν τὴν στιγμὴν οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ χιλίων εἰκοσαφράγκων καὶ 25 χιλιάδων δραχμῶν· πῶς λοιπὸν ἀξιοῦτε, ὅτι ἐγένετο οἰκονομία; Ἰδοὺ διὰ τίνων ἐπιχειρημάτων θέλουσι νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἐπετεύχθη! Ἐν τούτοις διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου εἰσέπραξε παρὰ τοῦ λαοῦ τὸ παρελθὸν ἔτος σχεδὸν 30,000,000 πλέον τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων, καὶ εἰσήγαγεν αὐτὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀπήλλαξε δὲ αὐτὸ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ πληρώσῃ 4,500,000 δραχμὰς, καταργήσας τὴν πληρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου, καὶ ὅμως τὸ δημόσιον ταμεῖον μετεβλήθη εἰς πῖθον τῶν Δαναΐδων, καὶ ὁσαδήποτε καὶ ἂν ἐν αὐτῷ εἰσαχθῶσι, πάντοτε κενὸν ἀπομένει. Νομίζω περιττὸν νὰ προσθέσω τι περὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἔγκριτοι μετ’ ἐμὲ συνάδελφοι, τὸ βαρὺ πυροβολικὸν, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, θέλουσιν ἐν εὐρύτητι ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως τῶν ζητημάτων τούτων καὶ καταδείξει τὴν εἰκονικότητα τῶν λογαριασμῶν, οὓς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφει. Ἐπιτρέψατέ μοι ἤδη νὰ ἐξετάσω ἐν συνόψει τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Βεβαίως πολλοὺς λόγους θὰ ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, ἂν ἐπεχείρουν νὰ παραστήσω τὴν ὑψίστην σύνταξιν τῆς χώρας. Ἂν αἰσθανώμεθα ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν τὰς ἐθνικὰς πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν ὑποχρεώσεις, ἂν τρέφωμεν ἐν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν ἐλπίδας καὶ πόθους ἐθνικοῦ μεγαλείου, κατανοοῦμεν συγχρόνως πάντες, ὅτι οὔτε τὴν ὑποχρέωσιν οὔτε τοὺς πόθους ἡμῶν δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν ἄνευ στρατοῦ ὅσον ἔνεστιν ἐντελῶς κατηρτισμένου. Ἕνεκα τούτου ἑκατομμύρια δαπανᾷ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν κατ’ ἔτος τὸ Κράτος καὶ εἰς σκληρὰς ἀληθῶς θυσίας ὑποβάλλονται οἱ πολῖται. Ὀφείλομεν ἑπομένως νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις αὐτοπροσώπως διευθύνει τὰ τοῦ στρατοῦ πρὸ τόσων χρόνων, κατώρθωσε τέλος πάντων νὰ παρασκευάσῃ τὴν δέουσαν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Πότε, ἐρωτῶ, δύναται νὰ θεωρηθῇ πλήρης ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις παντὸς Κράτους; Ὅταν ἐν πάσῃ στιγμῇ, ἅμα τῆς ἀνάγκης ἀναφανείσης, δύναται νὰ παρατάσσῃ στρατὸν ἐντελῶς παρεσκευασμένον, ἵνα ἐκπληρώσῃ δεόντως τὴν ἀποστολήν του. Ἔχομεν ἡμεῖς στρατὸν τοιοῦτον; Εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν νὰ καλέσωμεν τοὺς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρασκευασθέντας ἄνδρας, ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶχον οὗτοι πολὺ πλείονας τῶν νεοσυλλέκτων γνώσεις. Ἤλθεν ἐσχάτως ἐν Ἀθήναις ἡγεμὼν στρατιωτικοῦ Ἔθνους, καὶ ἐπεθύμησε νὰ ἴδῃ τὸν στρατὸν ἡμῶν, ἀλλ’ ἠναγκάσθημεν νὰ παρέλθωμεν τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην, ἵνα μὴ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἐντελὴς ἡμῶν γυμνότης. Ἠρώτησα πλείστους τῶν ἁρμοδίων, ἂν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς πολεμικὰς ἐνεργείας διὰ τῶν κατ’ ἔτος ἐκγυμναζομένων, καὶ ἔλαβον πάντοτε ἀρνητικὰς ἀπαντήσεις. Ἐρωτῶ αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν δύναται νὰ καλέσῃ αὔριον 10, 20, 30 χιλιάδας ἄνδρας, ἵνα βαδίσωσιν ἀμέσως πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συνόρων, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν θ’ ἀπαντήσῃ καταφατικῶς, διότι ὁ ἴδιος ἀνεγνώρισε τὰς ἀτελείας τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἐνόμισεν ὅμως, ὅτι ὑπεκφεύγει τὴν ἐντεῦθεν βαρεῖαν αὐτοῦ εὐθύνην, προβάλλων τὴν ἔλλειψιν τῆς πρὸς τοῦτο ἀναγκαίας δαπάνης. Τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως τοῦ στρατοῦ, ἔλεγε προχθὲς, εἶναι ζήτημα δαπάνης, καὶ συνεπῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τελειότερον στρατὸν, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν τὸ ἐπιτρέπει. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ, καὶ ὅτι ἐκ τῆς πλάνης ταύτης προῆλθεν ἡ λυπηρὰ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, δι’ ἣν θλιβόμεθα πάντες. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι τὸ ἔργον τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως εἶναι ἔργον δαπάνης. Ἡ σύνταξις τοῦ στρατοῦ εἶναι πρὸ πάντων ἔργον τέχνης καὶ ἐπιστήμης, διέπεται ὑπὸ αὐστηρῶν κανόνων, ἡ παραβίασις τῶν ὁποίων συνεπάγεται ἀναγκαίως τὴν ματαίωσιν τοῦ ἔργου, καὶ τὴν ἀπώλειαν ὅλων τῶν ὑπὲρ αὐτοῦ γενομένων δαπανῶν. Τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ ποσὸν, εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ τοῦ καταρτιστέου, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τροποποιήσῃ τοὺς ὑπὸ τῆς θεωρίας καὶ τῆς πείρας τῶν μεγάλων ἐθνῶν ἐνδεδειγμένους κανόνας. Ὁ ἐπιχειρῶν σύνταξιν στρατοῦ κατὰ παράβασιν τῶν κανόνων τούτων δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὸν οἰκοδομοῦντα οἰκοδομὴν ἄνευ θεμελίων, προωρισμένην νὰ καταπέσῃ εἰς τὴν πρώτην καταιγίδα. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ παρίδῃ τοὺς κανόνας ἐκείνους. Ὑπέλαβεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐφεύρῃ νέα συστήματα συντάξεως στρατοῦ, ἄγνωστα καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὴν πεῖραν τῶν ἐθνῶν, τῶν ἐχόντων ὕψιστον ἐνδιαφέρον εἰς τὴν σύνταξιν στρατοῦ, ὅσον ἔνεστιν ἀρίστου. Ἐτόλμησε δὲ καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὰ συστήματά του εἰς τὴν χώραν. Ἀλλ’ ὅπως ὅλοι οἱ ἐμπειρικοί, ὡς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κεφαλληνίας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ σαφεῖς καὶ ὡρισμένας ἰδέας περὶ τῶν πραγμάτων, ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν ἐνέμεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ὡρισμένον τι σύστημα, ἀλλὰ βαθμηδὸν ἐτροποποίει τὴν ἰδέαν του καὶ τὰ συστήματά του, εἰσάγων σήμερον ὅ,τι χθὲς δριμέως κατέκρινε, καὶ καταργῶν αὔριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χθὲς ἐνθέρμως ὑπεστήριζε. Θέλετε νὰ ἀναφέρω ὑμῖν παραδείγματα, ἵνα μὴ ὑποθέσητε ὅτι λέγω κενοὺς λόγους; Τὸ 1878 τί ἐφρόνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ συστήματος τῆς διαθεσιμότητος μετὰ ἑξάμηνον θητείαν, ὡς εἶχεν εἰσαχθῆ τότε; Ἐφρόνει καὶ ὑπεστήριζεν, ὅτι ἦτο ὅλως ἀνεπαρκής. Ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἑξάμηνος θητεία δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀξίαν λόγου ἐκγύμνασιν εἰς τοὺς διαθεσίμους. Τί ἔλεγε δὲ κατὰ τὸ 1880; Ὄτι ὁ στρατὸς πρέπει νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο, εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως καὶ εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας. Τί ἐφρόνει κατὰ τὸ 1883; Ὅτι ἡ κατάστασις τῆς διαθεσιμότητος ἔδει νὰ καταργηθῇ, νὰ ὁρισθῇ δὲ δι’ ἅπαντας θητεία μονοετὴς, καὶ διετὴς διὰ τοὺς κατατασσομένους εἰς τὰ εἰδικὰ ὅπλα. Τί ἐφρόνει τὸ 1887; Ὄτι ἡ μονοετὴς θητεία εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ ἐψηφίσθη δῆθεν δι’ ἄλλους σκοποὺς, καὶ ὅτι ἔδει νὰ ὁρισθῇ διετὴς, ἢ μᾶλλον εἰκοσάμηνος, ἕνεκα τῶν ἀδειῶν, ἀλλ’ ὅτι ἔδει συγχρόνως νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος μετὰ τρίμηνον ὑπηρεσίαν. Ὁ κατὰ τὸ 1878 κατακρίνων τὴν ἑξάμηνον θητείαν ὡς ἀνεπαρκῆ, καὶ καταργῶν αὐτὴν ὡς τοιαύτην, τὴν ἐπαναφέρει, ὁρίζων αὐτὴν τρίμηνον! Ταῦτα πάντα φαίνονται πρόδηλα καὶ ἐν τῷ πλήθει τῶν νόμων, ἐν τοῖς ὁποίοις αἱ ἀντιρατικαὶ καὶ συγκεχυμέναι αὗται ἰδέαι ἀποτυποῦνται. Ἦτο, ἐρωτῶ, δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἀγαθός τις καρπὸς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτων συστημάτων; Καὶ ἕτερόν τι ἐπιχείρημα ἀντέταξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς ἀπαλλαγήν του ἀπὸ τῆς εὐθύνης διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ. Ἔχομεν, ἔλεγε, γενικὴν στρατολογίαν, χορηγοῦσαν κατ’ ἔτος ἀριθμὸν νεοσυλλέκτων μείζονα τῶν οἰκονομικῶν μέσων, ὅσα δύναται τὸ Κράτος νὰ διαθέσῃ πρὸς πλήρη στρατιωτικὴν αὐτῶν παρασκευὴν, ἐντεῦθεν δὲ αἱ ὑπάρχουσαι ἀτέλειαι. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι πεπλανημένον. Ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχομεν ἡμεῖς ἀληθῆ γενικὴν στρατολογίαν; Βεβαίως τὴν ἔχομεν ἐν τοῖς νόμοις καὶ ἐν τοῖς τύποις, ἀλλ’ ἔχομεν αὐτὴν καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ τῶν πραγμάτων; Οὐχὶ, Κύριοι, διότι, τὴν γενικὴν στρατολογίαν δὲν ἀπαιτεῖ ἡ ἁπλῆ ἐμφάνισις τῶν ἀνδρῶν ἐνώπιον τῶν στρατολογικῶν γραφείων, ἢ ἡ διέλευσις αὐτῶν ἐκ τῶν στρατώνων τοῦ Κράτους. Τὴν γενικὴν στρατολογίαν ἀποτελεῖ ἡ πλήρης καὶ τελεία παρασκευὴ πάντων τῶν πολιτῶν, ἡ καθιστῶσα αὐτοὺς ἱκανοὺς νὰ συμπράξωσιν ἐπιτυχῶς εἰς ὑπεράσπισιν τῆς πατρίδος, ἅμα τῆς ἀνάγκης παρασταθείσης. Ἔχομεν ἡμεῖς τοιαύτην στρατολογίαν; παρέχομεν ἡμεῖς τοιαύτην παρασκευὴν εἰς τοὺς ἄνδρας πάσης ἐτησίας ἀπογραφῆς; Ἔχομεν θητείαν διετῆ, ἥτις καὶ αὐτὴ δὲν θεωρεῖται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἐπαρκὴς πρὸς τελείαν παρασκευὴν, ἀλλὰ πόσοι ἐκ τῶν στρατευσίμων ὑπηρετοῦσιν εἰς τὴν θητείαν ταύτην; Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 3–4 χιλιάδες· αὐτοὶ εἶναι οἱ μόνοι, οἱ λαμβάνοντες ἀνάλογόν τινα ἐκγύμνασιν, καίτοι μὴ τελείαν. Οἱ δὲ λοιποὶ ἄνδρες τῆς ἀπογραφῆς, ἀνερχομένης εἰς 20,000 περίπου, τί γίνονται; Οἱ μὲν ἀπολύονται, λόγῳ ἀπαλλαγῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς στρατιωτικῆς ἀσκήσεως, οἱ δὲ λοιποὶ ἀπολύονται μετὰ τρίμηνον ἐν τῷ στρατῷ θητείαν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν τρίμηνος ἄσκησις νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς ἱκανοὺς, νὰ συμπράξωσι μετὰ τῶν λοιπῶν πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ Κράτους; Οὐχὶ βεβαίως, διότι καὶ κλιματικαὶ περιστάσεις, ὅπως ἐφέτος, δύνανται νὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον πᾶσαν ἐκγύμνασιν ἐντὸς τῆς τριμηνίας. Ὑπάρχει λοιπὸν, ἐρωτῶ πάλιν, παρ’ ἡμῖν γενικὴ στρατολογία; Δὲν ἔπραξαν οὕτω τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν τὴν ἀληθῆ ἐφαρμογὴν τῆς γενικῆς στρατολογίας. Ἐν Γαλλίᾳ ἅπαντες οἱ πολῖται, οὐ μόνον οἱ διαθέσιμοι, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ λόγῳ ἀπαλλαγῆς ἀπαλλασσόμενοι, πρέπει νὰ κατασταθῶσιν ἱκανοὶ, ἵνα ὑπηρετήσωσι στρατιωτικῶς τὴν πατρίδα, ἅμα πρὸς τοῦτο κληθῶσιν, ὅπως γίνωσι δὲ τοιοῦτοι, ἀπολύτως ἀναγκαῖον ἐθεωρήθη νὰ ὑπηρετήσωσι θητείαν τουλάχιστον ἑνὸς ἔτους. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ κατανοήσωμεν, ὅτι, ὅπως ἐργαζόμεθα, οὐδὲν σπουδαῖον ἐνεργοῦμεν. Ἵνα ἔχωμεν στρατὸν, ὀφείλομεν πλὴν τῶν εἰς διετῆ θητείαν ὑποχρέων νὰ ὑποχρεώσωμεν καὶ πάντας τοὺς λοιποὺς, τούς τε διαθεσίμους καὶ τοὺς ἀπαλλασσομένους, εἰς ἐνιαύσιον θητείαν. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐπιτρέπηται ἀπὸ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τότε προτιμότερον εἶναι ν’ ἀφεθῶσιν ἅπαντες οὗτοι εἰς τὰς οἰκίας των, ἢ νὰ περιορισθῶμεν εἰς πληρεστέραν ἐξάσκησιν τῶν εἰς διετῆ θητείαν ὑποχρέων, δαπανῶντες πρὸς τοῦτο τὰς δαπάνας, ὅσαι νῦν καταβάλλονται ὑπὸ τῆς τριμήνου θητείας. Εἶναι πολὺ προτιμότερον, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἔχωμεν ὀλίγον στρατὸν, ἀλλὰ ἄριστα παρεσκευασμένον, ἢ νὰ ἔχωμεν αὐτὰς τὰς στρατιὰς τῶν διαθεσίμων καὶ τῶν ἀπαλλασσομένων, ἡ παρουσία τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἐνισχύσῃ, ἀλλὰ θὰ παραλύσῃ καὶ τὸν ὀλίγον στρατὸν, τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ παρατάξωμεν. Τὴν μικρὰν ἄσκησιν, ἣν λαμβάνουσι νῦν οἱ διαθέσιμοι, δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν αὐτοῖς ἀνεξόδως ἐν εἴδει ἐθνοφυλακῆς, ἢ δυνάμεθα νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτοὺς νὰ τὴν ἀποκτήσωσιν ἰδιαιτέρως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ στρατιωτικὰ συστήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον μεγίστην ζημίαν εἰς τὸν στρατὸν ἡμῶν. Εἰς τοῦτο δυστυχῶς συντελεῖ καὶ ἡ φατριαστικὴ του κομματικὴ διοίκησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφαρμόζει. Δὲν θέλω νὰ προσθέσω τι εἰς ὅσα καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς καὶ ὁ ἄρτι ἐκ τοῦ βήματος κατελθὼν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐξέθηκαν, ἵνα ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Εἶναι ἱστορικὸν γεγονὸς, ὅτι λόχοι ὁλόκληροι ἐντοπίων στρατιωτῶν ἀπεστέλλοντο εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὴν ὑποψηφιότητα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εἶναι γεγονὸς πασίδηλον ἐν Ἀθήναις, ὅτι πολιτικὰ συμπόσια ἐτελοῦντο, ἐν τοῖς ὁποίοις ἀνώτεροι στρατιωτικοὶ ἐξεδήλουν τὰς κομματικὰς αὐτῶν συμπαθείας ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐδῶ, ἐν τῇ Βουλῇ, κατεδείχθη, ὅτι διατηροῦνται εἰς τὸν στρατὸν ὑπαξιωματικοὶ, οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ ἐκβιάσωσι τὴν συνείδησιν τῶν ἐκλογέων, κατεδικάσθησαν διὰ πολλὰς τοιαύτας πράξεις ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Δικαστηρίων καὶ διετάχθη καὶ αὐτὴ ἡ ἔκπτωσίς των, καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ὤφειλε καὶ ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως ν’ ἀποβάλῃ ἀμέσως τοῦ στρατοῦ τὰ ἄσεμνα ἐκεῖνα στοιχεῖα, ἵνα παραδειγματισθῶσιν οἱ λοιποὶ καὶ ἐννοήσωσι τὴν ὑψηλὴν περιωπὴν, ἐν ᾗ ὁ στρατὸς ὀφείλει νὰ ἐμμένῃ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠρνήθη νὰ ἐκτελέσῃ ῥητὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἀσεβῶν οὕτω καὶ πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Μετὰ τοιαύτην διοίκησιν εἶναι τάχα ἄξιον ἀπορίας, ἂν ἡ λύπη, ἡ ἀπογοήτευσις, ἡ ἀγανάκτησις εἰσέδυσαν εἰς τὰ σπλάγχνα τοῦ στρατοῦ, καὶ διεσάλευσαν δυστυχῶς καὶ αὐτὴν τὴν πειθαρχίαν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἀληθὴς στρατὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ; Ὁμιλῶν περὶ στρατοῦ, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας τινὰς λέξεις καὶ περὶ τοῦ Ναυτικοῦ. Ἐκαυχήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὰς γενομένας ἐσχάτως ὑπ’ αὐτοῦ ναυτικὰς παρασκευάς. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἤμην ἐναντίος πάσης ναυτικῆς παρασκευῆς, μὴ περιοριζομένης εἰς τὴν ἐκγύμνασιν καὶ ἐκπαίδευσιν τῶν πληρωμάτων, καὶ ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην ταύτην, ἂν καὶ βλέπω, ὅτι ὀλιγίστους ἔχω τοὺς ὁμοδόξους. Βεβαίως ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ κατὰ θάλασσαν ὑπεροχὴ εἶναι πολύτιμος, εἶναι ἀνυπολογίστου σημασίαν παράγων πάσης ἐθνικῆς ἐνεργείας ἐν χώραις περιβρεχομέναις ὑπὸ θαλάσσης, οἵα ἡ ἡμετέρα. Καὶ ὅμως ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἐξέθηκα, διότι φρονῶ, ὅτι οἰκονομικῶς ἀδύνατος ἀποβαίνει εἰς τὴν Ἑλλάδα τοιαύτη κατὰ θάλασσαν ὑπεροχὴ, καὶ συνεπῶς, ὅτι εἰς μάτην δαπανῶμεν κεφάλαια σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ὠφελίμως εἰς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Εὐχαρίστως ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐκδηλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀντίθετον ὅλως ἰδέαν, ἂν καὶ δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐκδηλῶνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοιαῦται πεποιθήσεις, δυνάμεναι νὰ διαγείρωσιν ἅμιλλαν καὶ συναγωνισμὸν, καὶ νὰ προκαλέσωσι μεταβολὴν τῆς σχέσεως τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ἆρά γε καὶ ἡ ναυτικὴ αὕτη παρασκευὴ ἐγένετο ὡς ἔδει ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομίας καὶ ὑπὸ ἔποψιν ποιότητος; Περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος ἐγένετο ἐπανειλημμένως λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ κατεδείχθη, ὅτι ἡ κατασκευὴ τῶν πλοίων περιελήφθη ὡς ὅρος συνομολογήσεως δανείων, καὶ ὅτι οἱ ἀναλαβόντες τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων ἀνέλαβον αὐτὴν σχεδὸν εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, ὅπερ εἶχον ἀπαιτήσει, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κατασκευάσωσιν αὐτὰ ἐπὶ πιστώσει, ἐν ᾧ διὰ τοῦ δανείου ἐκράτησαν εἰς χεῖρας αὐτῶν τὸ ἀντίτιμον τῶν πλοίων. Τὸ πρᾶγμα γεννᾷ δυσπιστίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι περὶ τούτου τίποτε ὁριστικὸν νὰ εἴπω. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποιότητα, εὔχομαι ἐξ ὅλης καρδίας νὰ ἦναι ἀληθῆ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα, ὅτι τὰ ἡμέτερα σκάφη ἔχουσιν ὑπεροχὴν ὡς πρὸς ὅλα τὰ τῆς αὐτῆς δυνάμεως. Ἀλλ’ ἀνέγνων διατριβὰς, παριστώσας ἀλλοίαν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ὁ χρόνος θὰ δείξῃ, κατὰ πόσον αἱ αἰτιάσεις δύνανται νὰ ὦσι βάσιμοι. Ἤθελον παραλείψει σπουδαῖον πρὸς τὴν Βουλὴν καθῆκον, ἐὰν δὲν ἔλεγον ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἐν ᾗ καὶ ἐγὼ ὁλόκληρον τὴν νεότητά μου κατηνάλωσα καὶ ὑπὲρ ἧς καὶ ἤδη καὶ εἰς τὸ γῆράς μου ἐξακολουθῶ νὰ ἐργάζωμαι. Εὐχαρίστως ἀνομολογῶ, ὅτι ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ ὑπηρετοῦσιν εὐτυχῶς πολλοὶ εὐσυνείδητοι, ἀκέραιοι καὶ πεφωτισμένοι δικασταὶ, οἵτινες, καίπερ γλίσχρως μισθοδοτούμενοι, καίπερ πολλὰς ὑφιστάμενοι στερήσεις καὶ πιέσεις, συναισθάνονται τὸ καθῆκον νὰ διατηρῶσι τὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην περιωπὴν, εἰς ἣν ἔταξεν αὐτὴν ἡ Πολιτεία καὶ τὸ δημόσιον συμφέρον. Ἀλλ’ αἱ προσπάθειαι τῶν ἐντίμων τούτων λειτουργῶν τῆς δικαιοσύνης δὲν ἐπαρκοῦσιν ἵνα προλάβωσι πολλὰ καὶ σπουδαῖα παραπτώματα, τινὰ τῶν ὁποίων ἀντήχησαν μέχρι τοῦ Βουλευτηρίου τούτου. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ νομοθεσία ἡμῶν περιέχει ἀτελείας καὶ ἐλλείψεις, προκαλούσας πολλὰς ἀπορίας καὶ ζητήματα, δυσχεραίνοντα τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων, ὅτι δὲν ἔχομεν νομολογίαν σταθερὰν καὶ πεφωτισμένην, δυναμένην νὰ ὁδηγῇ καὶ τὰ Δικαστήρια καὶ τοὺς διαδίκους, καὶ ὅτι ἐκ τούτων ἐπ’ ἄπειρον παρατείνεται δυστυχῶς ἡ ἐκδίκασις τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων. Εἰς τοῦτο συντελεῖ ἰδίως ἡ κατάστασις τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον καὶ ὑπόδειγμα ὅλων τῶν ἐν τῷ Κράτει Δικαστηρίων. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὲς πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ἀνατεθειμένης αὐτῷ ἐργασίας. Εἴτε ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῆς ἐργασίας ταύτης, εἴτε ἕνεκα τῆς ἐκ τοῦ γλίσχρου τῶν μισθῶν χαλαρώσεως τοῦ ζήλου, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων, τὸ Δικαστήριον τοῦτο κατὰ τὸ 1882, καθ’ ὃν χρόνον ἀνῆλθον εἰς τὰ πράγματα οἱ νῦν κυβερνῆται, εἶχε καθυστερήσει ἐπὶ τρία καὶ τέσσαρα ἔτη. Τί ἔπραξαν ἔκτοτε πρὸς θεραπείαν τῆς καταστάσεως ταύτης, ἡ ὁποία πολλάκις καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατηγγέλθη; Ἔπραξαν ἀντιθέτως πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ ἔτι χείρονα τὴν κατάστασιν ἐκείνην. Διὰ τοῦ νόμου περὶ Νομικῶν Συμβούλων ἀφήρεσαν ἐκεῖθεν διαπρεπῆ μέλη τοῦ Δικαστηρίου, τὰς δὲ θέσεις αὐτῶν κατέλιπον ἐπὶ ἔτη κενὰς, καὶ μόλις ἐσχάτως τὰς συνεπλήρωσαν. Ὡς ἐκ τούτων ὁ Ἄρειος Πάγος δικάζει εἰσέτι ὑποθέσεις τοῦ 1882, καὶ ἑπομένως ἑπτὰ ὁλόκληρα ἔτη πρέπει νὰ περιμένῃ ὁ πολίτης, ἵνα ἴδῃ τὴν ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεώς του ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Καὶ οἱ ἁρμόδιοι γινώσκουσι τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ οὐδὲν πράττουσιν, οὐδὲ σκέπτονται κἂν περὶ τοῦ ποιητέου. Ἀλλ’ ἐὰν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης μεταβῶμεν εἰς τὰ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, θέλομεν εὕρει κατάστασιν ἔτι χείρονα καὶ ὅλως ἀπελπιστικήν. Κατανοεῖτε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἓν τῶν πρωτίστων προσόντων τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης εἶναι ἡ ταχύτης. Διὰ τῆς ταχύτητος σωφρονίζεται αὐτὸς ὁ ἀδικῶν, καὶ παρακωλύεται ἀπὸ τῆς διαπράξεως νέων ἀδικημάτων. Διὰ τῆς ταχύτητος παραδειγματίζονται οἱ πολῖται, πειθόμενοι ὅτι ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ ἄγρυπνος δικαιοσύνη. Καὶ ὅμως τὸ προσὸν τοῦτο τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης παντελῶς παρ’ ἡμῖν ἐξέλιπε. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐδημοσίευσε πίνακας τῶν ἐργασιῶν τῶν Δικαστηρίων τοῦ ἔτους 1887, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἔμειναν ἐκκρεμεῖς ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις παρὰ τοῖς ἀνακριταῖς, παρὰ τοῖς ἀνακριτικοῖς ὑπαλλήλοις καὶ παρὰ ταῖς Εἰσαγγελίαις, ποῖος νομίζετε ἀριθμὸς ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων; ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι, Κύριοι, 106,922! Ἐνδέχεται μικρόν τινα ἀριθμὸν, χιλιάδας τινὰς ὑποθέσεων νὰ ὑπολογίζω δὶς, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐνώπιον τῶν Συμβουλίων τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέων, μὴ σημειούμεναι ἐν τῷ πίνακι, εἰς τρόπον ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων ὑπερβαίνει πάντως τὰς 100 χιλιάδας! Ὁποίαν ἰδέαν πρέπει νὰ μορφώσῃ τις περὶ μικροῦ Κράτους, ἐν τῷ ὁποίῳ κακουργήματα ἢ πλημμελήματα, ὑπερβαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν 100,000, μένουσιν ἐκκρεμῆ παρὰ τοῖς δικαστικοῖς γραφείοις καὶ ἑπομένως οἱ κατηγορούμενοι μένουσιν ἐντελῶς ἀκαταδίωκτοι, ἐν τῇ πεποιθήσει, ἂν ἦναι ἔνοχοι, ὅτι θὰ μείνωσιν ἀτιμώρητοι, εἴτε ἐξαλειφομένου τοῦ ἀξιοποίνου τῆς πράξεως διὰ παραγραφῆς, εἴτε ἐξαφανιζομένων διὰ τοῦ χρόνου τῶν ἀποδείξεων; Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας κακὸν, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἐκκρεμότης ἐπιβάλλει ἀναγκαίως τὴν ἐργασίαν κατ’ ἐκλογὴν, τὴν δὲ ἐκλογὴν προσδιορίζει κατὰ κανόνα ἡ πολιτική. Οὕτω δὲ οἱ φίλοι τῆς φατρίας μένουσιν ἀκαταδίωκτοι, ἐπὶ προσδοκίᾳ τῆς παραγραφῆς ἢ τῆς ἐκλείψεως τῶν ἀποδείξεων, μόνοι δὲ οἱ ἀντίθετοι τῆς φατρίας καταδιώκονται καὶ τιμωροῦνται. Μετὰ τοιαύτην λειτουργίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης εἶναι τάχα ἄξιον ἀπορίας, ἂν ἡ δημοσία τάξις περιῆλθεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἅπαντες οἱ προλαλήσαντες ἐξετραγώδησαν; Οὐδὲν ἀπολύτως προσθέτω καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, μετὰ τὰ περὶ Κρήτης λεχθέντα, οὔτε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ὁποίαν λυπηρὰν κατάστασιν διατελεῖ. Ἀλλὰ νομίζω ἀναγκαῖον, νὰ ἐξετάσω τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ μίαν ἑτέραν ἔποψιν, ἣν ἐπίσης θεωρῶ σπουδαιοτάτην, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς καὶ ἠθικῆς ἀνατροφῆς τοῦ λαοῦ. Τὰ ἔθνη, κύριοι Βουλευταί, δὲν εὐημεροῦσιν, οὔτε προάγονται, οὐδὲ μεγαλουργοῦσι διὰ μόνης τῆς ὑλικῆς εὐπορίας, ἢ καὶ δι’ αὐτῆς τῆς διανοητικῆς ἀναπτύξεως. Τὰ ἔθνη, καὶ ἰδίως τὰ ὑπὸ ἐλεύθερα πολιτεύματα διατελοῦντα, προάγονται καὶ μεγαλουργοῦσι κυρίως διὰ τῆς πολιτικῆς καὶ ἠθικῆς ἀνατροφῆς τῶν πολιτῶν. Ὅταν οἱ πολῖται ἔχωσι πλήρη καὶ ἀκριβῆ συνείδησιν τῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν καθηκόντων αὐτῶν καὶ ὑπολαμβάνωσι τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῶν τιμιωτέραν παντὸς ὑλικοῦ συμφέροντος, ὅταν εἰς τὰς πρὸς ἀλλήλους σχέσεις αὐτῶν τηρῶσι τὰς διατάξεις τῶν νόμων καὶ τὰ παραγγέλματα τῆς ἠθικῆς, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Πολιτεία προάγεται καὶ εὐημερεῖ, διότι οἱ πολῖται ὑποδεικνύουσι καὶ ἐπιβάλλουσι τοὺς ἑκάστοτε κυβερνῶντας τὴν χώραν, οἱ δὲ τοιοῦτοι θὰ ὑποδείξωσιν ἀναγκαίως τοὺς ἀρίστους ἐκ τῶν πολιτευομένων. Διὰ τοῦτο ἀείποτε ἐφρόνουν, ὅτι ἐκ τῶν κυριωτέρων καθηκόντων πάσης Κυβερνήσεως εἶναι, νὰ ἐπιμεληθῇ τῆς πολιτικῆς καὶ ἠθικῆς ἀνατροφῆς τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ χειραγωγήσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν καὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ πρὸς τὰ ἄτομα. Δυστυχῶς καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο οὐ μόνον δὲν ἐξεπλήρωσεν, ἀλλ’ οἰκτρῶς παρεγνώρισεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἀντὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὸν λαὸν εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν καθηκόντων αὐτοῦ, προσεπάθησε καὶ προσπαθεῖ νὰ διαφθείρῃ τὴν συνείδησιν αὐτοῦ δι’ ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ, διδάσκουσα τοὺς πολίτας, ὅτι μόνην τὴν θεραπείαν τῶν ἰδίων, θεμιτῶν ἢ ἀθεμίτων, συμφερόντων πρέπει νὰ ἐπιδιώκωσιν ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικαίων. Δὲν εἶναι δυνατὸν, ὑποθέτω, ν’ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Ἂν μεταβῆτε εἰς οἱανδήποτε ἐπαρχίαν, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι μόνοι οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως λαμβάνουσι τὰς ποικίλας παροχὰς τῆς ἐξουσίας, μόνοι οὗτοι εἶναι δεκτοὶ εὐμενῶς εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα, καὶ μόνοι οὗτοι λαμβάνουσι πᾶσαν ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν προστασίαν, εἴτε νόμιμον εἴτε ἔκνομον. Ἂν μεταβῆτε εἰς ἐπαρχίας, ἐχούσας Βουλευτὰς συμπολιτευομένους, θέλετε ἀντιληφθῆ, ὅτι ἐκεῖ ἱδρύονται σχολεῖα, συνιστῶνται τηλεγραφεῖα, ἀνεγείρονται γέφυραι, σχίζονται ὁδοὶ, πᾶσα ὑπὲρ αὐτῶν μέριμνα καταβάλλεται. Τοὐναντίον, εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἔνθα τοιοῦτοι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπάρχουσι, τὰ σχολεῖα μένουσι κλειστὰ, τὰ τηλεγραφεῖα ἄνευ τηλεγραφητῶν, ὁδοὶ ἢ γέφυραι δὲν ὑπάρχουσι, καὶ οὐδεμία λαμβάνεται σπουδαία πρόνοια ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ἰδίως τὸ σύστημα τοῦτο τῆς διαφθορᾶς καὶ ἐξωνήσεως τῶν συνειδήσεων ἀναφαίνεται ὑπὸ τὸν εἰδεχθέστερον τύπον κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Πολλάκις ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἐξετραγῳδήθη ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐνηργήθησαν αἱ τελευταῖαι ἐκλογαί· πολλάκις κατεδείχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὸ οὐδενὸς ὑπεχώρησεν ἐκνόμου ἢ ἀνηθίκου μέσου, τείνοντος εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ὑποψηφίων αὐτῆς. Θέσεις, παροχαί, δημόσια ἔργα, χάριτες, παράσημα, τὰ πάντα ἐτέθησαν ἐν ἐνεργείᾳ, ἵνα διαφθείρωσι τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ χάριν τῆς ἐκλογικῆς ἐπιτυχίας. Μέχρι τῶν δεσμωτηρίων κατῆλθον, ἵνα διαφθείρωσι τὴν συνείδησιν τῶν ἐν αὐτοῖς κρατουμένων κακούργων, καὶ δι’ αὐτῶν τὴν συνείδησιν τῶν συγγενῶν αὐτῶν. Δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ τὰ γεγονότα ταῦτα; δύναταί τις νὰ ἀντιτάξῃ τι κατ’ αὐτῶν; Ἀληθῶς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν χαρίτων ἐπεχείρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ δικαιολογηθῶσι, προτείνοντες τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι αἱ χάριτες ἀπενεμήθησαν ὑπὸ γενικοὺς κανόνας! Τίς ὅμως ἡ ἔννοια τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων; Ὑποθέτουσιν, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀπονέμωνται χάριτες ὑπὸ τὸν τύπον τῶν γενικῶν μέτρων; Ὄχι βεβαίως, διότι πλείονες κατάδικοι δυνατὸν νὰ ὑπάγωνται εἰς γενικόν τι μέτρον, δυνατὸν π. χ. νὰ διήνυσαν ἅπαντες τὸ ἥμισυ τῆς ποινῆς των, καὶ ἐν τούτοις μόνον τινὲς ἐξ αὐτῶν νὰ ἦναι ἄξιοι χάριτος, οἱ δὲ λοιποὶ ὅλως ἀνάξιοι. Πῶς ὑποβάλλετε αὐτοὺς ὑπὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ γενικὸν μέτρον; Ἂν δὲ πάλιν προτείνωσιν ὡς ἐπιχείρημα, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὡς ἐκ τῆς γενικότητος τοῦ μέτρου, ὅτι δὲν ἀπέβλεψαν εἰς κομματικὸν συμφέρον, πάλιν δὲν εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀληθείᾳ, διότι εἶναι πασίγνωστον, ὅτι οἱ ἐπιζητοῦντες νὰ λάβωσι χάριν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἢ συγγενῶν των δὲν ἀπευθύνονταί ποτε εἰς Βουλευτὰς ἀντιπολιτευομένους, ἀπευθύνονται πάντοτε εἰς Βουλευτὰς ὑπουργικούς, καὶ ὑπὸ οἱανδήποτε τύπον καὶ ἂν δοθῇ ἡ χάρις, εἰς τὰς ἐνεργείας τῶν ὑπουργικῶν Βουλευτῶν ἀποδίδεται, καὶ πρὸς αὐτοὺς εὐγνωμονοῦσιν οἱ λαβόντες. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν κατεκρίναμεν τὴν ἀπονομὴν τῶν χαρίτων, μόνον ὡς μὴ ἀρκούντως δεδικαιολογημένην. Ἐγὼ ἐστιγμάτισα αὐτὴν πρὸ πάντων ἕνεκα τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἀπενεμήθη. Ἰσχυρίσθην ὅτι ὤφειλον νὰ ἀναβάλωσιν αὐτὴν ἐπὶ δύο μῆνας, μετὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἵνα προλάβωσι τὴν παρεξήγησιν, ἔστω, ὅτι χάριν ἐκλογικῶν σκοπῶν κατεχράσθησαν καὶ τὴν ἱερωτέραν προνομίαν τῆς Βασιλείας. Τί ἀντέταξαν εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο; Οὐδέν. Οὕτως εἰργάσθησαν οἱ κυβερνῶντες ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ἀνατροφῆς τῶν πολιτῶν, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ διαπράξωσι κατὰ τῆς Πολιτείας δεινότερον ἀδίκημα ἐκείνου, ὅπερ τελευταῖον διὰ τῆς διαφθορᾶς τῆς συνειδήσεως τοῦ λαοῦ, διότι ἀναιροῦσιν οὕτω καὶ αὐτὴν τὴν ἐλπίδα τῆς ἐν τῷ μέλλοντι βελτιώσεως τῶν πραγμάτων. Εἶπον ὑμῖν καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ θέλησις καὶ ἡ συνείδησις τῶν πολιτῶν εἶναι ἡ πηγή, ἐξ ἧς ἀποῤῥέουσιν αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Κράτους, καὶ συνεπῶς, ὅταν ἡ πηγὴ αὕτη μολύνηται καὶ θολοῦται, καθίσταται καὶ εἰς τὸ μέλον ἀδύνατον νὰ προκύψῃ ἐξ αὐτῆς Κυβέρνησις ἀξία νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων. Καὶ οὐ μόνον, Κύριοι, ὁ δημόσιος βίος συντελεῖται οὕτως ὑπὸ ὅρους ὅλως ἐπιβλαβεῖς, ἀλλὰ τὰ παραδείγματα τοῦ δημοσίου βίου ἐπιδρῶσιν ὀλεθρίως καὶ ἐπὶ τῆς ἰδιωτικῆς ἠθικῆς. Ὁ βλέπων ἑαυτὸν τυγχάνοντα πάσης ἐκνόμου ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν προστασίας, διότι εἶναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, εὐκόλως παρεκτρέπεται καὶ εἰς ἀδικήματα κατὰ τῶν ὁμοίων του, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ὁμοίας θέλει τύχει προστασίας, ἐγγυωμένης τὸ ἀτιμώρητον, καὶ ὁ θεραπεύων τὸ ἴδιον συμφέρον πρὸς βλάβην τῶν γενικῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας θὰ ἐπιδιώξῃ καὶ ἐν τῷ ἰδιωτικῷ βίῳ τὴν ἱκανοποίησιν ἰδιοτελῶν συμφερόντων, κατὰ παράβασιν τῶν νόμων. Μεθ’ ὅλα ταῦτα οὐδόλως εἶναι, κύριοι Βουλευταί, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἄξιον ἀπορίας, ἂν εἰς τοιοῦτον σημεῖον περιῆλθεν ἡ δημοσία τάξις. Ὅταν τοιαῦτα δίδωμεν εἰς τὸν λαὸν παραδείγματα, ὅταν οὕτω διαχειριζώμεθα τὴν ἐμπιστευθεῖσαν ἡμῖν ἐξουσίαν, δὲν πρέπει νὰ ἀπορῶμεν, ἂν τὸ ἔγκλημα ἐπολλαπλασιάσθη εἰς βαθμὸν ἀνήκουστον ἐν Ἑλλάδι ὅτι ἡ Ἐπικράτεια μετεμορφώθη εἰς ἀληθὲς σφαγεῖον ἀνθρώπων, ἐν τῷ ὁποίῳ τὰ τρομερώτερα καθ’ ἑκάστην διαπράττονται κατὰ τῆς ζωῆς ἐγκλήματα. Τοιαύτη, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, εἶναι ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως ἐν συνόλῳ, καὶ οὐδόλως εἶναι ἄπορον, ἂν μετὰ τοιαύτην πολιτείαν ἡ ὑπομονὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐξηντλήθη, δυσφορία καὶ δυσπραγία κατέλαβεν ἅπαντα τὸν πληθυσμὸν, καὶ ἀγανάκτησις κοχλάζει εἰς τὰ στήθη πάντων. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἀμφισβητεῖ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, καὶ στηρίζει τὴν γνώμην του εἰς τὸ ὅτι δὲν βλέπει ἐξεγειρόμενον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἵνα ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ μεταβολὴν πορείας. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἐδιδάχθη δεόντως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ τῶν μαθημάτων, ἅτινα ἐδόθησαν αὐτῷ μέχρι τοῦδε. Ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1885 εἶχεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ μεγάλην πλειονοψηφίαν, καὶ ὅτι καὶ τότε δὲν ἐξηγέρθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἵνα ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ μεταβολὴν πορείας. Τοὐναντίον δὲν ἀπεδοκίμαζε κἂν τοὺς ὑποψηφίους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνεργουμένων ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἐπῆλθον κατόπιν αἱ γενικαὶ ἐκλογαί, ὅταν ἐνόησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι ἡ ψῆφος αὐτοῦ ἔμελλε νὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῆς τύχης του ἐπιῤῥοὴν ἄμεσον καὶ ταχεῖαν, ἔσπευσε τότε νὰ δηλώσῃ πανηγυρικῶς, ὁποῖα εἶχεν αἰσθήματα καὶ φρονήματα περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεώς του. Ταχέως θὰ κληθῇ καὶ πάλιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἵνα ἐκδηλώσῃ ὁποῖα καὶ νῦν τρέφει αἰσθήματα, καὶ τότε θὰ ἀποδειχθῇ, ἂν ἐγὼ ἢ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὔχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας, εἶναι, νὰ μὴ ἀναφανῶσι περιστάσεις, δυνάμεναι νὰ προκαλέσωσι πρόωρον καὶ βιαίαν ἐκδήλωσιν τῆς ἀγανακτήσεως τοῦ λαοῦ, διότι ἐξ αὐτῆς μείζονα κατὰ τὴν πεποίθησίν μου θὰ ἐνσκήψωσι δεινὰ ἐπὶ τῆς ἀτυχοῦς ἡμῶν πατρίδος. (Εὖγε! καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.