1890.02.14
1.916 στίχοι · 14.798 λέξεις · 112 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
τῆς 14 Φεβρουαρίου 1890.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἁγίου Πέτρου, πρωτευούσης τοῦ δήμου Ἀπολλωνίων τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος, πληροφορηθέντες, ὅτι πρόκειται νὰ συμπληρωθῇ ἡ ἐπαρχιακὴ ὁδὸς, ἡ φέρουσα ἀπὸ τὸ χωρίον τοῦτο εἰς τὸν λιμένα Βασιλικῆς, παρακαλοῦσιν, ἵνα τὸ κατασκευασθησόμενον τμῆμα διέλθῃ ἐκ τοῦ μέρους, τοῦ ὀνομαζομένου Πόντι. Γινώσκων ὅτι τοῦτο ἐξυπηρετεῖ τὰ γεωργικὰ καὶ ἐμπορικὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν δικαίαν ταύτην ἀπαίτησίν των. Ὑπομιμνήσκω δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν προγενεστέραν ἐπερώτησίν μου, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὁποίαν ἐξέδοτο ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς ἀπὸ 10 Ὀκτωβρίου 1889 ἀναφορᾶς τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου Μηνᾶ Γλένη, διὰ τῆς ὁποίας οὗτος ἐξέθετεν, ὅτι ὁ Νομάρχης Κερκύρας, παρὰ τὸν νόμον, τῷ ἀφήρεσε τὴν θέσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, διὰ τὸν λόγον, ὅτι οὗτος διωρίσθη μέλος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου, ἐν ᾧ ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι προτιμᾷ τὴν θέσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου. Ὡσαύτως ὑπομιμνήσκω αὐτῷ καὶ ἑτέραν ἐπερώτησίν μου, ἀφορῶσαν τὸν πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σφακιωτῶν κ. Κοντογιάννην.
§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸν Μηνᾶν Γλένην, ἕνεκα καθυστερήσεως τῶν πληροφοριῶν, δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω. Ἐν τῇ ἑτέρᾳ δὲ ὑποθέσει, τοῦ Κοντογιάννη, ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Φαίνεται ὅτι οὗτος, ὡς Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος, καὶ παρῃτήθη, ἔπειτα δὲ μετεμελήθη. Ἀλλὰ μεταξὺ τῆς ἡμέρας τῆς παραιτήσεώς του καὶ τῆς ἡμέρας τῆς μεταμελείας, αἵτινες ἔκειντο πολὺ πλησίον πρὸς ἀλλήλας, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐνόμισεν, ἐν μὴ νομίμῳ ἀπαρτίᾳ διατελοῦν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν, ἐνῷ οὔτε ἠδύνατο νὰ συνεδριάσῃ, μὴ εὑρισκόμενον ἐν ἀπαρτίᾳ, οὔτε εἶχε δικαίωμα νὰ ἀποδεχθῇ παραίτησιν. Τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Συμβουλίου ἔκρινε ἄκυρον ἡ Νομαρχία.
§3ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησα, ὅτι ἐγένετο μετάθεσις τοῦ δημοδιδασκάλου τοῦ δήμου Εὔας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον ἐγένετο ἡ μετάθεσις, καὶ ἂν ἐμερίμνησε περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ μετατεθέντος δημοδιδασκάλου. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων τοῦ ἐν Μελιγαλᾷ ἐνωμοτάρχου Μακρῆ, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν διέταξε τὴν ἐκεῖθεν μετάθεσιν αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πιστεύω ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς δώσῃ ἀμέσως πληροφορίας.
§4ΛΕΒΙΔΗΣ. Καίτοι δὲν πρόκειται νὰ προστατεύσω τὰ δίκαια συμπολίτου μου, ἀλλὰ συμπολίτου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν Μεσολογγίῳ, οὐχ ἧττον λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ἀπευθύνω ἐπερώτησιν καὶ πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐγένετο νέα παράβασις πάντων τῶν νόμων τοῦ Κράτους, καὶ τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν. Δὲν ἤθελον δὲ καὶ οὕτως ἀποδώσει πολλὴν σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ ἐποχῇ, ἐν ᾗ ζῶμεν, τῆς γενικῆς παραβάσεως τῶν νόμων, ἂν δὲν εἶχεν, οὕτως εἰπεῖν, καὶ διεθνῆ χαρακτῆρα. Ἰδού, Κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται. Σήμερον τὴν πρωΐαν λαμβάνω ἐκ Μεσολογγίου ταχυδρομικῶς καὶ ἐπὶ συστάσει ὀγκώδη φάκελλον, περιέχοντα τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ὁ συμπολίτης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἱερεὺς τοῦ Ὑψίστου ὀνόματι Ἰωάννης Ἀθανασίου. Ἀλλὰ, καίπερ ἱερέα ὄντα, ἡ φατρία ἐκεῖ δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀφήσῃ ἀνενόχλητον, ἐννοεῖ νὰ ἐξοντώσῃ αὐτόν, διότι, ὡς φαίνεται, δὲν κατωρθώθη πάντες οἱ ἱερεῖς τοῦ Ὑψίστου, ἀπὸ τοῦ οἱονεὶ Μητροπολίτου τῶν Ἀθηνῶν μέχρι τοῦ τελευταίου διακόνου, νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὰ βουλεύματα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς ἄνθρωπος κατέφυγε πρὸ πεντεκαίδεκα ἐτῶν ἐξ Ἀργυροκάστρου, ἔνθα ἦν ἱερεὺς τῆς ἐπισκοπῆς Δρυϊνουπόλεως, εἰς Πάτρας. Γνωρίζετε ὅτι τὸ Ἀργυρόκαστρον εἶναι πόλις τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας. Εἶχε δὲ ἀπολυτικὴν γραφὴν, κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν γλῶσσαν, τοῦ Ἐπισκόπου Δρυϊνουπόλεως, δι’ ἧς ἐπετρέπετο αὐτῷ νὰ μεταβῇ ὡς ἱερεὺς εἰς ἑτέραν ἐπισκοπήν. Αὐτὸς μετέβη εἰς Πάτρας καὶ ἐγένετο πολίτης Ἕλλην καὶ δημότης τοῦ δήμου Πατρέων, κατόπιν μετέφερε τὰ δημοτικὰ αὑτοῦ δικαιώματα εἰς Μεσολόγγιον καὶ ἐγένετο δημότης τοῦ δήμου Μεσολογγίου. Ὁ δὲ Ἀρχιεπίσκοπος Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Γεράσιμος διώρισεν αὐτὸν προσωρινὸν ἐφημέριον Ζαβέρδας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 525|353 τῆς 30 Αὐγούστου 1876 ἔτους διαταγῆς, εἶτα δὲ, κατ’ αἴτησιν τῶν ἐνοριτῶν τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος Μεσολογγίου, διωρίσθη παρὰ τοῦ αὐτοῦ Ἐπισκόπου ἐφημέριος ἐκεῖ, δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 19|14 διαταγῆς τῆς 24 Δεκεμβρίου 1877 ἔτους. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνα αἰτίαν κατηγορήθη καὶ ἐτέθη αὐτῷ ποινὴ ἀργίας, ἥτις μετά τινα χρόνον καὶ ἐξέπνευσεν. Οἱ ἐνορῖται τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος ἐν Μεσολογγίῳ δι’ ἀναφορᾶς αὑτῶν, φερούσης διακοσίας καὶ ἐπέκεινα ὑπογραφὰς, ἧς ἀντίγραφον ἔχω ἐνταῦθα ἐζήτησαν, ὅπως ὁ ἐν λόγῳ ἱερεὺς ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐνορίαν αὑτοῦ, διότι ἦσαν εὐχαριστημένοι ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοῦ πολιτείας, ὡς ἔγραφον, ἀδίκως μάλιστα καὶ κατηγορηθέντος, ὡς ἰσχυρίζοντο. Ἀλλὰ τίς οἶδε διὰ τίνας λόγους κομματικοὺς εὐνοήτους ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ἐκτοπισθῇ ἐκ τοῦ Μεσολογγίου καὶ ἀποσταλῇ εἰς τὸν δῆμον Ἀγρινίου, ἐξ οὗ μετά τινα χρόνον ἐπανῆλθεν εἰς Μεσολόγγιον, ἐπιμόνως καὶ πάλιν ζητούντων τῶν ἐνοριτῶν τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐνορίαν αὑτῶν. Ἀλλ’ ἡ φατρία ἐκεῖ, ἡ ἐντοπία, τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἐδύνατο νὰ ἡσυχάσῃ, βλέπουσα τὸν ἱερέα μὴ φρονοῦντα δουλικῶς τὰ φρονήματα τῆς μερίδος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ναὶ μὲν κατὰ τοὺς κανόνας δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἱερεῖς «ἐμπλέκεσθαι ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις», ἀλλ’ οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς αὐτοὺς νὰ ἔχωσι καὶ ἐσωτερικὰ, οὕτως εἰπεῖν, πολιτικὰ φρονήματα, ἐνόσῳ δὲν ἀναμιγνύονται ἐμπράκτως εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικὴν, εἰς τὴν κομματικὴν διαπάλην. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὅμως καὶ οἱ διευθύνοντες τὰ τοῦ κόμματος ἐννοοῦσι καὶ τοὺς ἱερεῖς νὰ ἐμπλέκωσιν εἰς τὰς τοῦ βίου πραγματείας, ἐννοοῦσι νὰ περιάγωσι καὶ οἱ ἱερεῖς τὴν εἰκόνα αὐτοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐν Μεσολογγίῳ, ὡς δημόσιοί τινες ὑπάλληλοι ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν καιρῷ τῶν ἐκλογῶν ἔπραξαν, καταισχύνοντες τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ὁ ἱερεὺς δὲν συγκατατίθεται νὰ μεταβληθῇ εἰς ὄργανον τῆς φατρίας. Κατώρθωσαν λοιπὸν διὰ διαφόρων μέσων νὰ λάβωσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ δῆθεν Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Γερμανοῦ. Καὶ τί νομίζετε, Κύριοι, λέγει ἡ ἀπόφασις αὕτη; Ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν, τὸν πολίτην Ἕλληνα, τὸν δημότην τοῦ δήμου Πατρέων, ἔπειτα τοῦ δήμου Μεσολογγίου, ὑπερορίαν! Λέγει εἰς αὐτὸν: «Σοὶ δίδεται προθεσμία δεκαήμερος, καὶ ἂν ἐντὸς αὐτῆς δὲν ἐγκαταλείψῃς τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν μεταβῇς εἰς Ἀργυρόκαστρον τῆς Τουρκίας, αἱ πολιτικαὶ καὶ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Μεσολογγίου διὰ τῆς βίας θέλουσι σὲ μεταφέρει εἰς τὸ ἔδαφος τῆς Τουρκίας, ἐκεῖ θέλουσι σὲ παραδώσει εἰς τοὺς χωροφύλακας τῆς Τουρκίας, καὶ οὗτοι δέσμιον θέλουσι σὲ καθηλώσει εἰς τὴν ἐπισκοπὴν τοῦ Ἀργυροκάστρου». Τὸ ζήτημα εἶναι ὑψίστης σημασίας, διότι παραβαίνεται διὰ τῆς πράξεως ταύτης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου οὐ μόνον ὁ ἐκκλησιαστικὸς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ πολιτικὸς νόμος τοῦ Κράτους· δικαίωμα δὲ καὶ καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ λόγον διὰ τὴν τοιαύτην παράβασιν τῶν νόμων. Διότι πᾶσα πρᾶξις τοιαύτη καὶ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, κατὰ τὸν Καταστατικὸν αὐτῆς νόμον, οὐδεμίαν ἔχει ἰσχὺν, ἂν δὲν ἦναι προσυπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ὅστις διατελεῖ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ. Τὸ ἄρθρον Ϛʹ τοῦ Καταστατικοῦ νόμου ΣΑʹ τῆς 9 Ἰουλίου 1852 ἔτους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «.... Ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ἔχει τὸ καθῆκον νὰ παρευρίσκηται, ἄνευ ψήφου, εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ νὰ προσυπογράφηται εἰς ὅλα τὰ πρωτότυπα τῶν παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐκδιδομένων ἀποφάσεων καὶ πράξεων, ἀναγομένων εἴτε εἰς τὰ ἐσωτερικὰ, εἴτε εἰς τὰ ἐξωτερικὰ αὐτῆς καθήκοντα. Πᾶσα δὲ ἀπόφασις ἢ πρᾶξις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, γενομένη ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ἢ μὴ φέρουσα τὴν προσυπογραφὴν αὐτοῦ, εἶναι ἄκυρος». Διὰ τοῦτο ἡ ἐπερώτησις μου ἔχει λόγον νὰ ἔλθῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ἐρωτᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰς οὗτινος τὸ γραφεῖον βεβαίως ἔφθασεν ἡ σκανδαλώδης αὕτη ὑπόθεσις, διότι δι’ ἀναφορᾶς τοῦ ἱερέως τούτου ἔφθασε καὶ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐρωτᾶται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς, ποίας ἆρά γε παραστάσεις ἔκαμε πρὸς τὸν ἐν λόγῳ Βασιλικὸν Ἐπίτροπον, ὅστις διὰ τῆς νεωτέρας αὐτοῦ ταύτης πράξεως ἐκλόνισε πάλιν κατά τι τὴν ἀγαθὴν ἰδέαν, ἥν περὶ αὐτοῦ δικαίως καὶ ὡς ἐπιστήμονος καὶ ὡς γόνου ἐνδόξου οἰκογενείας, ἔχει ἡ κοινωνία; Δὲν διατελεῖ ἆρά γε ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἢ ὁ παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, εἰς γνῶσιν τῆς ῥυπαρωτάτης καὶ σκανδαλωδεστάτης ταύτης ὑποθέσεως; Ἐπὶ τίνος νόμου τοῦ Κράτους ἐβασίσθη ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ διέταξε τὴν διὰ τῆς βίας ἀπέλασιν πολίτου Ἕλληνος ἐκ τῆς πόλεως Μεσολογγίου, καὶ ἱερέως καὶ λειτουργοῦ τοῦ Ὑψίστου; Ἔχω, Κύριοι, ἀντίγραφα πασῶν τῶν πράξεων, ἃς πρὸ μικροῦ ἀνέφερα, καὶ ζητῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως λάβῃ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου ἐκ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὁλόκληρον τὸν φάκελλον καὶ τῶν πρωτοτύπων καὶ ἀντιγράφων, καὶ καταθέσῃ τοῦτον εἰς τὴν Βουλὴν, διότι εὐρυτάτην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θέλω προκαλέσει συζήτησιν. Διότι θεωρῶ τὸ ζήτημα τοῦτο ὕψιστον ὑπὸ πάσας αὐτοῦ τὰς ὑπόψεις. Θέλετε νὰ ἐξετάσητε τοῦτο ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ποινικοῦ νόμου; Οὐδεμία διάταξις αὐτοῦ ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τὴν ἐπιβολὴν τῆς ὑπερορίας ἐπὶ πολιτῶν Ἑλλήνων. Θέλετε νὰ ἐξετάσητε αὐτὸ ὑπὸ τὸν πολιτικὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα, τὸν διεθνῆ; Ἀλλοίμονον πλέον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅταν φθάσῃ εἰς τοσοῦτον ποταπότητος, (διότι αὕτη ἐστὶν ἡ λέξις) ὥστε νὰ παραδίδῃ τοὺς ἱερεῖς τοῦ Ὑψίστου δεσμίους εἰς τὴν γείτονα χώραν, ἐνῷ πρὸ πεντεκαίδεκα ὅλων ἐτῶν ὁ ῥηθεὶς ἱερεὺς ἐγένετο κατὰ τοὺς κειμένους νόμους πολίτης Ἕλλην. Θέλετε νὰ ἐξετάσητε τοῦτο ὑπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἔποψιν; Καὶ ἐκεῖ εὑρίσκω τὴν ἐνοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, εὐθυνομένης διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου. Ἰδοὺ, Κύριοι, πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου Μεσολογγίου, ὑπ’ ἀριθ. 1612 τῆς 22 Νοεμβρίου 1889 ἔτους (ἀναγινώσκει:
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
«Ἡμεῖς, Δήμαρχος Μεσολογγίου, πιστοποιοῦμεν, ὅτι ὁ ἱερεὺς Ἰωάννης Ἀθανασίου εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ δημοτολόγιον τοῦ καθ’ ἡμᾶς δήμου, ὑπὸ τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν 5,600 αὐτοῦ, καὶ ἀπὸ τοῦ 1878, ὅτε μετήνεγκε τὰ δικαιώματά του ἐκ τοῦ δήμου Πατρῶν.—Τὸ παρὸν πιστοποιητικὸν δίδοται τῇ αἰτήσει του, ἵνα χρησιμεύσῃ ὅπου δεῖ». Ἐν Μεσολογγίῳ τῇ 22 Νοεμβρίου 1889. Ὁ Βʹ Δημαρχικὸς Πάρεδρος. Π. Μπογιατζόπουλος». Ἀναμφισβήτητον ἄρα εἶναι, ὅτι ὁ εἰρημένος ἱερεὺς τυγχάνει πολίτης Ἕλλην. Θέλετε ἀντίγραφον τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐνοριτῶν τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος; Ἔχω τοιοῦτον, φέρον ὑπογραφὰς 210, ὑπάρχει δὲ τὸ ἐπίσημον ἐν τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ. Οἱ χριστιανοὶ αὐτοὶ ζητοῦσι τὸν ταλαίπωρον ἱερέα, καὶ οὐχὶ ἅπαξ, ἔχω καὶ ἑτέραν ἀναφορὰν ἐνοριτῶν, ἐπιμενόντων, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι λίαν κατάλληλος διὰ τὴν ἐνορίαν αὐτῶν. Καὶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἔχουσαν ὑπογραφὰς 173, θέλει εὕρει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸν σχετικὸν φάκελλον παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τουτέστιν, ἀνέκαθεν ἀνεγνώριζεν αὐτὸν ὡς πολίτην Ἕλληνα, καὶ δὲν ἐδύνατο, εἰμὴ νὰ ἀναγνωρίζῃ αὐτὸν ὡς τοιοῦτον. Ἔχω τώρα εἰς χεῖράς μου ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. 718)600 τῆς 27 Μαΐου 1889 ἔτους, καθ’ ὅ ἡ Ἀρχιεπισκοπικὴ Ἐπιτροπὴ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας γράφει: «Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἀρχιεπισκοπικὴ Ἐπιτροπὴ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας πρὸς τὸν ἱερέα Ἰωάννην Ἀθανασίου, πρώην ἐφημέριον τοῦ ἐνταῦθα ἱεροῦ ναοῦ ὁ Ἅγιος Σπυρίδων. Δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3898)553 διαταγῆς τῆς Σεβαστῆς Ἱερᾶς Συνόδου κλπ. μεταθέτομεν ὑμᾶς κλπ. εἰς τὸν δῆμον Ἀγρινίου, καὶ παραγγέλλομεν ὑμᾶς νὰ μεταβῆτε εἰς τὸν ἐκεῖθεν εἰδικὸν Ἐπισκοπικὸν Ἐπίτροπον, ὃν παραγγέλλομεν, συνῳδὰ τῇ διαταγῇ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, νὰ φροντίσῃ νὰ τοποθετήσῃ ὑμᾶς εἰς ἐνορίαν τινὰ, στερουμένην ἐφημερίου, ὅτε καὶ δύνασθε νὰ ἐξασκῆτε τὰ ἐφημερικά σας καθήκοντα. ὡς ληξάσης τῆς ἐπιβληθείσης εἰς ὑμᾶς ποινῆς τῆς ἀργίας. Ἐν Μεσολογγίῳ κλπ. (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαὶ τῆς Ἐπιτροπῆς)». Διὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸν αὐτὸ παράπτωμα, ὅπερ ἦν πολιτικοῦ δόλου τέχνασμα, εἶχε καταδικασθῆ ὁ ἱερεὺς εἰς ἀργίαν, ἀλλ’ ἡ ποινὴ ἔληξεν, ὡς παρατηρεῖτε, καὶ ἐπανέλαβε τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς, διορισθεὶς ἐφημέριος τοῦ χωρίου Σπολαΐτα τοῦ δήμου Ἀγρινίου, συνεπεία ἑτέρου ἐγγράφου, ὑπ’ ἀριθ. 721)501, τῆς Ἀρχιεπισκοπικῆς Ἐπιτροπῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας τῆς 31 Μαΐου 1889 ἔτους (ἀναγινώσκει): «Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἀρχιεπισκοπικὴ Ἐπιτροπὴ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας πρὸς τὸν ἱερέα Ἰωάννην Ἀθανασίου. Συμφώνως τῷ κοινοποιηθέντι ὑμῖν ἐγγράφῳ ὑπ’ ἀριθ. 718.... διορίζομεν ὑμᾶς, διαταγῇ τῆς Σεβαστῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐφημέριον τοῦ χωρίου Σπολαΐτα τοῦ δήμου Ἀγρινίου, καὶ διατάσσομεν ὑμᾶς, ἵνα ὅσον τάχιστα μεταβῆτε εἰς τὴν θέσιν σας. Ἐν Μεσολογγίῳ κλπ. (Ἕπονται αἱ ὑπογραφαὶ τῆς Ἐπιτροπῆς). Ὁ ῥηθεὶς ἱερεὺς μετέβη εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἀλλὰ μὴ δυνηθεὶς νὰ ζήσῃ ἐκεῖ, ἐπανῆλθεν εἰς Μεσολόγγιον, ζητούμενος ἐπιμόνως παρὰ τῶν ἐνοριτῶν τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. Τί δὲ ἔχομεν τώρα; Ἔγγραφον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὅπερ παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε, διότι εἶναι περίεργον (ἀναγινώσκει): «Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Νοεμβρίου 1889. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Ἐπισκοπικὴν Ἐπιτροπὴν Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας. Ἀριθ. 1653)1045. «Ἐπειδὴ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, μετ’ ἀκριβῆ σύσκεψιν, ἐμόρφωσε σταθερὰν πεποίθησιν ἐξ ὅλης τῆς δικογραφίας, τῆς ἀφορώσης τὴν ὑπόθεσιν τοῦ διατελέσαντος προσωρινοῦ ἐφημερίου τοῦ αὐτόθι ἱεροῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος Ἰωάννου Ἀθανασίου, οὗ τὸ ποιὸν εὗρε παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἥκιστα συνάδον τῷ ὃ φέρει σχήματι καὶ ἐπαγγέλματι, διὰ ταῦτα, συνῳδὰ τοῖς ἱερεῖς κανόσι (παρατίθενται) προσκαλεῖ τὴν Ἐπιτροπὴν, διατάξαι τὸν διαληφθέντα πρεσβύτερον ν’ ἀπέλθῃ ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἐκ Μεσολογγίου καὶ μεταβῇ εἰς τὴν κοινότητα ἐκείνην, δι’ ἣν ἐνεκρίθη καὶ ἐχειροτονήθη πρεσβύτερος, καὶ πληροφορήσῃ τὴν Σύνοδον περὶ τούτου ἐν τάχει. Ἐν περιπτώσει δὲ ἀπειθείας, θέλει ἀποπεμφθῆ διὰ στρατιωτικῆς συνοδίας, πρὸς ἡσυχίαν τῆς πόλεως, συνεννοουμένης μετὰ τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς. † Ὁ Ἀθηνῶν Γερμανὸς, πρόεδρος. † Ὁ Μεσσηνίας Πανάρετος. † Ὁ Νάξου Γρηγόριος κλπ.» Ποία εἶναι ἡ κοινότης, εἰς ἣν ἐνεκρίθη καὶ ἐχειροτονήθη, κατὰ τὸ συνοδικὸν τοῦτο ἔγγραφον; Εἶναι ἡ κοινότης Ἀργυροκάστρου, καὶ ταύτην ἐπίτηδες ἀπέφυγον νὰ ὀνομάσωσι, διότι φοβοῦνται νὰ ἀναφέρωσι τὸν τόπον, εἰς ὃν ἀποστέλλουσι διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως τὸν δυστυχῆ αὐτὸν ἱερέα. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος παραγγέλλει λοιπὸν ἱερέα πολίτην Ἕλληνα, ἐντὸς δέκα ἡμερῶν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πόλιν Μεσολογγίου καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Τουρκικόν· ἐὰν δὲ δὲν πράξῃ τοῦτο, διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως θέλει ἀπελάσει αὐτὸν τῆς χώρας. Ἐν τίνι νόμῳ; Ὁ ἱερεὺς βεβαίως ἐπτοήθη, ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ ἐπὶ τέλους νὰ συμμορφωθῇ πρὸς διατάξεις, ἀντιβαινούσας εἰς πάντας τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἐπιμένει μένων εἰσέτι ἐν Μεσολογγίῳ. Καὶ ἰδοὺ ἕτερον ἔγγραφον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου διὰ τῆς Ἀρχιεπισκοπικῆς Ἐπιτροπῆς Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας «πρὸς τὸν ἱερέα Ἰωάννην Ἀθανασίου ἐξ Ἠπείρου», ὅπερ παρακαλῶ ἐπίσης νὰ ἀκούσητε (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 8)11. Φέρεται εἰς γνῶσιν ὑμετέραν, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, λαβοῦσα γνῶσιν τῶν ὑμετέρων ἐνστάσεων, ὡς ἀπολαυόντων τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, αὕτη ἡ Ἱερὰ Σύνοδος διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1884 καὶ ὑπὸ χρονολογίαν 15 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. ἐγγράφου αὑτῆς πρὸς τὴν ἐνταῦθα Ἐπισκοπικὴν Ἐπιτροπὴν παραγγέλλει, ὅτι: Ἡ Σύνοδος δὲν ἀμφισβητεῖ τὰ πολιτικά σας δικαιώματα ὡς πολίτου Ἕλληνος. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον δυνάμει τῶν ἱερῶν κανόνων, τῶν σημειουμένων εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1653 ἔγγραφόν της πρὸς ὑμᾶς, καὶ τῶν ἐγκυκλίων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ἕνεκα τῆς μέχρι τοῦδε ἐνόχου διαγωγῆς σας, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐμμένει εἰς τὰ ἀποφασισθέντα καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1653 ἐγγράφου της ὑπὸ χρονολογίαν 10 Νοεμβρίου π. ἔ. κοινοποιηθέντος καὶ οὗτινος τὴν ἔννοιαν δεόντως καὶ ἐγκαίρως ἐκοινοποίησε πρὸς ὑμᾶς ἡ ἐνταῦθα Ἐπισκοπικὴ Ἐπιτροπὴ, χορηγήσασα τὸν εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὁριζόμενον χρόνον. Ἤδη δυνάμει τῆς νέας ταύτης διαταγῆς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ὑπ’ ἀριθ. 1894 καὶ χρονολογίαν 15 Δεκεμβρίου π. ἔ. ὀφείλετε νὰ ἀποχωρήσητε τῆς πόλεως Μεσολογγίου διὰ τὴν κοινότητα, δι’ ἣν ἐχειροτονήθητε, ἅμα τῇ παραλαβῇ τοῦ παρόντος, ἄλλως θὰ συνοδευθῆτε διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως.» Τώρα, Κύριοι, τίνες εἶναι αὐτοὶ οἱ ἱεροὶ κανόνες, ὧν αὐτοὶ οἱ κύριοι ἔσχον τὸ θάῤῥος νὰ μνημονεύσωσιν ἐν τῇ συνοδικῇ αὑτῶν ἀποφάσει; Καὶ ἐπιλαμβάνομαι τοῦ θέματος τούτου, ἵνα φωτίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ποῖοι εἶναι οἱ κανόνες οὗτοι, καὶ ἐπὶ πόσον οἱ ἐκκλησιαστικοὶ οὗτοι κανόνες ἰσχύουσιν. Ἐὰν κανόνες, ἔχοντες τὴν ἔννοιαν, ἣν δίδωσιν ἡ Σύνοδος, ὑπάρχωσιν, ἰσχύουσιν ὅμως οὗτοι ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς ἄλλους ῥητοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ κηρύττον τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου ἀπαραβίαστον, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν Καταστατικὸν νόμον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἄν ἀνοίξητε τὸν Καταστατικὸν νόμον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, θέλετε ἆρά γε εὕρει διάταξιν, ἐπιβάλλουσαν εἰς τοὺς κληρικούς, ἐφ’ οἱῳδήποτε παραπτώματι, ὑπερορίαν; Παντάπασι. Θέλετε ἴδει τὸν νόμον Σʹ τῆς 9 Ἰουλίου 1852 ἔτους «περὶ ἐπισκοπῶν καὶ ἐπισκόπων, καὶ περὶ τοῦ ὑπὸ τοὺς ἐπισκόπους τελοῦντος κλήρου», ὅστις ἐν ἄρθρῳ Θ’ ἀναφέρει τὰς ἐπιβαλλομένας ποινάς, οὐδαμοῦ ὅμως ὑπερορίαν! Ἐν δὲ τῷ νόμῳ ΣΑʹ, «νόμος Καταστατικὸς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῆς 9 Ἰουλίου 1852», ἐν τῷ ἄρθρῳ ΙΔʹ θέλετε εὕρει αὐτὰς ταύτας τὰς ποινάς, ἀλλ’ οὐδαμοῦ τὴν ὑπερορίαν! Ποῦ εὑρέθη ποινὴ ἐν τῷ ἐκκλησιαστικῷ ἡμῶν νόμῳ, τῷ ἰσχύοντι, ποινὴ ὑπερορίας; Ὑπάρχουσι κανόνες καὶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καθ’ οὕς, ἐὰν κληρικός τις ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ καὶ ἐπιπηδήσῃ εἰς ἑτέραν ἐπισκοπὴν, αὐτὸς ἀποστέλλεται εἰς τὴν ἐπισκοπὴν, εἰς ἣν πρότερον ἀνῆκεν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει ἐντελῶς διαφόρως τεθειμένον τὸ ζήτημα, διότι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ διαφόρων Κρατῶν, καὶ Κρατῶν ἐχθρικῶς πρὸς ἄλληλα διακειμένων, καὶ τοῦ ἑνὸς μάλιστα χριστιανικοῦ, τοῦ δὲ ἑτέρου μὴ χριστιανικοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπιμένω εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα, διότι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος μνημονεύει κανόνων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, οἵτινες παντάπασι δὲν ἐφαρμόζονται ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει. Καὶ ἰδοὺ διατί. Ἀναφέρει τὸν κανόνα ΙΕʹ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἔχοντα ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἴ τις πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν κληρικῶν, ἀπολείψας τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν, εἰς ἑτέραν ἀπέλθῃ, καὶ παντελῶς μεταστὰς διατρίβῃ ἐν ἄλλῃ παροικίᾳ, παρὰ γνώμην τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, τοῦτον κελεύομεν μηκέτι λειτουργεῖν κλπ.» Λοιπὸν πότε ἰσχύει ἡ ἐπαναφορὰ κληρικοῦ, ἐγκαταλείψαντος τὴν ἐπισκοπὴν αὑτοῦ καὶ μεταβάντος εἰς ἄλλην; Κατὰ τὸν κανόνα τῶν Ἀποστόλων, ἄν τοῦτο ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κληρικοῦ «παρὰ γνώμην τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου». Ἀλλ’ αὐτὸς ἔχει ἐπίσημον ἄδειαν τοῦ Ἐπισκόπου Δρυϊνουπόλεως, ἐπιτρέψαντος εἰς αὐτὸν νὰ μεταβῇ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἐπισκοπὴν, καὶ νὰ ἐνασκήσῃ ἐκεῖ τὰ καθήκοντα ἱερέως. Καὶ σημειώσατε, ὅτι, ἂν δὲν εἶχε τοιαύτην ἐπιστολὴν, ἀπολυτικὴν γραφὴν τουτέστι, κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν γλῶσσαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ εἰς τὴν ἐνορίαν τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος παρὰ τοῦ Ἐπισκόπου Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, διότι ὁ Ἐπίσκοπος οὗτος, διορίζων ἱερέα εἰς τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ, φυγόντα ἐξ ἄλλης ἐπισκοπῆς ἄνευ ἀδείας τοῦ ἰδίου Ἐπισκόπου, καθαιρεῖται. Λέγουσι τοῦτο ῥητῶς αἱ πηγαὶ τοῦ Βυζαντινοῦ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμῶν δικαίου. Καὶ ἀναγινώσκω, τί λέγει ὁ Βαλσαμὼν ἐπὶ τοῦ προκειμένου: «ὥστε σημείωσαι, ὅτι οὐ μόνον συστατικῆς γραφῆς χρεία τῷ κληρικῷ, εἰς ἑτέραν βουλομένῳ διάγειν ἐνορίαν, καὶ ὡς κληρικῷ ἐνεργεῖν, ἀλλὰ καὶ ἀπολυτικῆς γραφῆς τοῦ Ἐπισκόπου, τοῦ τοῦτον κληρώσαντος· εἰ μὴ γὰρ καὶ τοιαύτην γραφὴν ὑποδεικνύει, κωλυθήσεται τῆς ἐνεργείας. Ζήτει καὶ τὸν ιζʹ κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ Συνόδου». Δὲν ἐδύνατο λοιπὸν ὁ ἐν λόγῳ ἱερεὺς ἄνευ ἀπολυτικῆς γραφῆς τοῦ Ἐπισκόπου Δρυϊνουπόλεως νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Αἰτωλίαν καὶ Ἀκαρνανίαν καὶ νὰ ὁρισθῇ εἰς τὴν ἐνορίαν τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος παρὰ τοῦ Ἐπισκόπου, διότι ῥητῶς οἱ νόμοι ἀπαιτοῦσι νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀπολυτικὴ γραφή. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ, ὡς εἶπον, καὶ κατὰ τὸν ιζʹ κανόνα τῆς ἐν τῷ Τρούλλῳ Συνόδου τί συμβαίνει; (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδή περ διαφόρων ἐκκλησιῶν κληρικούς, τὰς ἰδίας, ἐν αἷς ἐχειροτονήθησαν, ἐκκλησίας καταλιπόντες, πρὸς ἑτέρους συνέδραμον Ἐπισκόπους, καὶ γνώμης δίχα τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου ἐν ταῖς ἀλλοτρίαις κατετάγησαν Ἐκκλησίαις, ἐκ τούτου τε συνέβη ἀνυποτάκτους αὐτοὺς καταστῆναι· ὁρίζομεν, ὥστε ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μηνὸς τῆς παρελθούσης τετάρτης ἐπινεμήσεως, μηδένα τῶν ἁπάντων κληρικῶν, κἂν ἐν οἱῳδήποτε τυγχάνῃ βαθμῷ, ἄδειαν ἔχειν, ἐκτὸς τῆς τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου ἐγγράφου ἀπολυτικῆς, ἐν ἑτέρᾳ κατατάττεσθαι ἐκκλησίᾳ· ἐπεὶ ὁ μὴ τοῦτο ἀπὸ τοῦ νῦν παραφυλαττόμενος, ἀλλὰ καταισχύνων τό γε ἐπ’ αὐτὸν τὸν τὴν χειροτονίαν αὐτῷ ἐπιτεθηκότα, καθαιρείσθω καὶ αὐτὸς, καὶ ὁ παραλόγως αὐτὸν προσδεξάμενος». Λοιπὸν ὁ Ἐπίσκοπος Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας βεβαίως εἶδε τὴν ἀπολυτικὴν γραφὴν τοῦ Ἐπισκόπου Δρυϊνουπόλεως, ἣν ὁ ἱερεὺς καὶ ἔχει, διότι ἄλλως δὲν ἐδύνατο νὰ δεχθῇ αὐτὸν εἰς τὴν ἐπισκοπὴν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἐπειδὴ, ἂν ὁ ἱερεὺς δὲν εἶχε τοιαύτην ἐπιστολὴν, ὁ Ἐπίσκοπος ἔπρεπε νὰ καθαιρεθῇ, δεχθεὶς αὐτὸν ἄνευ τῆς ἀπολυτικῆς. Τί κάθηνται λοιπὸν καὶ ἀναφέρουσι σωρείαν ἐκκλησιαστικῶν νόμων, ἵνα καλύψωσι τὴν δουλοφροσύνην αὐτῶν ἀπέναντι τῆς διαταγῆς τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ φατριάρχου ἀντιπροσώπου τοῦ Πρωθυπουργοῦ; Ὁ ἱερεὺς αὐτὸς, ὁ μὴ συναινέσας, φαίνεται, μέχρι τοῦδε νὰ λάβῃ ἐπ’ ὤμων τὴν πολύτιμον εἰκόνα τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐν καιρῷ ἐκλογῶν, ὅπως ἔλαβον αὐτὴν ἄλλοτε ἐνταῦθα ἀξιωματικοὶ καὶ γυμνασιάρχαι, καὶ περιέφερον εἰς τὰς ὁδοὺς, ὁ ἱερεὺς αὐτὸς, λέγω, ὁ μὴ συνενῶν νὰ κυλίηται εἰς τὸ βόρβορον τῶν πολιτικῶν αὐτῶν παθῶν, δὲν ἦτο εὐχάριστος εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον ἐν Μεσολογγίῳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν, καταπατουμένων τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων, τοῦ Συντάγματος, τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, πάντων τῶν θεσμῶν, διατάσσεται ἡ στρατιωτικὴ δύναμις Μεσολογγίου νὰ φορτώσῃ ἐπὶ ἡμιόνου τὸν λειτουργὸν τοῦ Ὑψίστου καὶ νὰ παραδώσῃ αὐτὸν δέσμιον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Σουλτάνου ἐν Ἀργυροκάστρῳ. Ζητῶ λοιπὸν παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον τὸν φάκελλον τῆς σκανδαλωδεστάτης ταύτης ὑποθέσεως, παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ παραλείψῃ οὐδὲν ἔγγραφον, διότι ἀντίγραφα πάντων τῶν ἐγγράφων μοὶ ἐστάλησαν ἐκ Μεσολογγίου· ὅταν δὲ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, εὐρύτερον ἢ σήμερον θέλομεν ἐπιληφθῆ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τούτου, ζητήματος, θίγοντος πάντας τοὺς θεσμοὺς καὶ πάντας τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.
§5ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα· ἐὰν λάβω αὐτὰ ἐγκαίρως, θὰ τὰ καταθέσω διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, ἄλλως θὰ τὰ καταθέσω αὔριον.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τοὺς ζητηθέντας πίνακας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, τοὺς ἀφορῶντας εἰς τὰ τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ ἔν τισι φρουραῖς τοῦ Κράτους. Παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῶσι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 193).
§8ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁγισήλαός τις Πατσούρης ἐκ Λακεδαίμονος ὑποβάλλει ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, δι’ ἧς ἐκθέτει, ὅτι ὁ ἀνθυπολοχαγὸς Οἰκονομίδης ἐπὶ κεφαλῆς ἀποσπάσματος ἐκ τριάκοντα εὐζώνων, προέβη ἐναντίον του εἰς τοιαύτας κακώσεις καὶ βιαιοπραγίας, αἵτινες λεπτομερῶς ἀναφέρονται ἐν τῇ ἀναφορᾷ, καὶ αἱ ὁποῖαι, καὶ κατὰ τὸ δέκατον ἂν ἦναι ἀληθεῖς, βεβαίως ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐν ὁμαλῇ καταστάσει. Ὑποβάλλω τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς πληροφορίας ἂν ἔχωνται ὑποστάσεως τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ.
§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν θὰ καταθέσω καὶ ἔγγραφον· σχετίζεται δὲ αὕτη πρὸς τὴν καθόλου κατάστασιν τοῦ στρατοῦ. Περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ἐλέχθησαν τόσα ἐσχάτως, ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει τις νὰ προσθέσῃ τι περιπλέον. Δυστυχῶς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς σιγῆς, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπεβεβαίωσε τὰ πλεῖστα τῶν λεχθέντων, ἢ ἀφῆκε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι τοιαύτη, οἵαν πᾶς Ἕλλην ἐπιθυμεῖ νὰ μανθάνῃ αὐτήν. Ἡ ἐπερώτησις, ἣν καταθέτω, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῆ πίνακα τῶν ἐν τῷ στρατῷ κενωθεισῶν θέσεων παντὸς ὅπλου καὶ βαθμοῦ, μετὰ σημειώσεως, εἰ δυνατὸν, τοῦ χρόνου, ἀφ’ οὗ ἕκασται τῶν θέσεων τούτων ἐκενώθησαν.» Μανθάνω ἐκ δημοσιεύσεων τῶν ἐφημερίδων καὶ ἄλλοθεν, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, τῆς ἐν Σύρῳ ἑδρευούσης, κατέστη κατὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον χρόνον λίαν δυσάρεστος. Ἡ Ἑταιρία, ἕνεκα δυσπραγίας, ἀγνοῶ οὐδὲ θέλω νὰ ἐξετάσω πόθεν προερχομένης, ἠναγκάσθη καὶ τοὺς πλόας αὐτῆς πρὸς τὴν Εὐρώπην, τουτέστι πρὸς τὸ Βρεντήσιον, νὰ διακόψῃ, καὶ τοὺς πλόας ἐκείνους, δι’ ὧν ἐπικοινωνεῖ ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὴν Εὐρωπαϊκὴν καὶ ἐν μέρει πρὸς τὴν Ἀσιατικὴν Τουρκίαν, νὰ ἐγκαταλείψῃ, ἐπίσης δὲ νὰ περιστείλῃ καὶ πλόας τινὰς ἐκ τῶν ἐσωτερικῶν. Τὸ πρᾶγμα μοὶ φαίνεται λίαν δυσάρεστον. Βεβαιότατα δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τούτῳ, ἀλλ’ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ συστήσω πρὸς αὐτὴν πᾶσαν μέριμναν καὶ πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας ταύτης. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν οὐδὲ ἄλλος τις Ἕλλην ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ παρ’ ἐμοῦ, ὁποία ἡ ἀξία καὶ ὁποία ἡ σπουδαιότης τοῦ πανελληνίου τούτου ἱδρύματος, καὶ πόσας ὑπηρεσίας προσέφερεν, ἀφ’ ἧς συνεστήθη, εἰς τὸ Κράτος, ὄχι μόνον ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἐμπορίου, τῆς συγκοινωνίας καὶ ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἔστιν ὅτε, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἐθνικῶν ἱερωτάτων σκοπῶν, πρὸς οὓς ἐδείχθη πάντοτε προθυμοτάτη, ὁσάκις ἐκλήθη. Καὶ ἂν μὲν οἱ κύριοι ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ δώσωσι πληροφορίας τινὰς πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν κατὰ τὴν Ἑταιρίαν καὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, καὶ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα τυχὸν μέχρι τοῦδε ἔλαβον, θὰ ἦτο πολὺ εὐχάριστον νὰ ἀκουσθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἄλλως, ἂν δὲν ἔχωσί τι νὰ ἀπαντήσωσι, περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν θερμοτάτην ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας σύστασίν μου.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τῆς γενομένης μελέτης περὶ τῶν κατὰ τὴν Ἑταιρίαν ἡ Κυβέρνησις ἐπείσθη, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ πρὸς ὥραν μᾶλλον συντελεστικὸν εἰς ἀπαλλαγὴν αὐτῆς ἀπὸ τῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς διατελεῖ, εἶναι ἡ ψήφισις τοῦ νόμου περὶ ὑποθηκῶν τῶν πλοίων, διότι αἱ δυσχέρειαι τῆς Ἑταιρίας ἰδίως προέρχονται ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς, ὅπως ἀποδώσῃ κεφάλαιον ἐντὸς τεταγμένης διορίας. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο εἶναι ἀπαιτητὸν, καὶ μόνον ἂν δύναται νὰ ὑποθηκεύσῃ τὰ πλοῖα αὑτῆς, ἔχει πόρον, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας. Θὰ ἦτο ἄρα ἐπιθυμητὸν νὰ ἐψηφίζετο ὁ περὶ ὑποθηκῶν τῶν πλοίων νόμος, ὅστις εἶναι ὑποβεβλημένος ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὅστις θεωρεῖται παρὰ πολλῶν ὡς χρήσιμος οὐ μόνον πρὸς τὴν εἰδικὴν ταύτην περίστασιν, μαρτυροῦσαν περὶ τῆς χρησιμότητος ὡς ἐν παραδείγματι, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει εἰς τὰ τῆς ναυτιλίας ἡμῶν. Συνιστῶ ἄρα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιτρέψῃ, ἵνα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὡς ἐγένετο ἤδη περὶ ἄλλων νομοσχεδίων, θεωρηθέντων ὡς εἰδικῆς σπουδαιότητος, καταρτίσῃ Ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ μελετήσῃ τὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον κείμενον, οὗ ἐπὶ τῇ βάσει νὰ καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ τοῦ ἐν τῇ Βουλῇ καταρτισμοῦ, ὅστις συνήθως ἐπὶ τοιούτου εἴδους νομοσχεδίων εἶναι ἥκιστα συντελεστικός. Ὥστε, ἂν ἡ Βουλὴ παραδέχηται τὴν γνώμην ταύτην, ἤθελον προτείνει εἰς αὐτὴν, ὅπως ἀποφασίσῃ, ἵνα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς προβῇ εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πότε εἰσήχθη τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον;
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ ἐφέτος εἰσήχθη ἐκ νέου, εἶναι δὲ τετυπωμένον καὶ διανεμημένον. Ἀντὶ δὲ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν κανονικὴν Ἐπιτροπὴν, προτείνω ὅπως παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν, χάριν ἐπεξεργασίας ἐπιμελεστέρας καὶ εἰδικωτέρας.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν τοῦ νομοσχεδίου ἡ βάσανος δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε, τοῦτο δὲν βαρύνει τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει διατελεῖ κατατεταγμένον μεταξὺ τῶν τελευταίων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει μετ’ ἐπιστασίας τὸ ἐξετάσει, καὶ ἐφ’ ὅσον θέλει κρίνει αὐτὸ συντελοῦν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ναυτιλίας, θέλει μετὰ προθυμίας τὸ ἐπιψηφίσει. Ἐπειδὴ δὲ ἡ προβάσανος αὐτοῦ εἶναι βεβαίως λίαν συντελεστικὴ, δὲν ἀντιλέγω ἵνα συστηθῇ Ἐπιτροπὴ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, ἵνα τὸ ἐξετάσῃ.
§14ΜΠΑΣΙΑΣ. Οὐδόλως θὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν τῆς Ἑταιρίας ἡ ψήφισις τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, διότι τὸ παθητικὸν τῆς Ἑταιρίας καλύπτει ἐντελῶς τὸ ἐνεργητικὸν αὐτῆς. Πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἄλλως πως πρέπει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς Ἑταιρίας, ἡ ὁποία πραγματικῶς εἶναι ἀναγκαία, διότι διατηρεῖ τὴν ἐντὸς τοῦ Κράτους συγκοινωνίαν.
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο ἤθελον παρατηρήσει, κύριε Πρόεδρε. Καὶ ἄλλοτε ἡ Ἑταιρία εὑρέθη ἐν δυσπραγίαις, καὶ αἱ Κυβερνήσεις συνέτρεξαν αὐτὴν δι’ ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, ἄνευ τῆς ἀνάγκης ψηφίσεως τοιούτων νομοσχεδίων. Ἐγὼ δὲν συνιστῶ, οὐδὲ προτείνω οὐδὲν μέτρον, ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν τὴν θερμὴν σύστασίν μου, διότι νομίζω, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ὁμιλῶ περὶ ὑποθέσεως ἐθνικωτάτης.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι, ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ὑποθηκῶν τῶν πλοίων ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐν τῷ παρόντι ἀποκατάστασις τῶν τῆς Ἑταιρίας· ῥιζικὴ ὅμως διαῤῥύθμισις τῶν τῆς Ἑταιρίας πρέπει νὰ γένηται πρὸ τοῦ 1892, ἀρχομένης τῆς ἐνεργείας ἀπὸ τοῦδε, διότι τότε λήγει τὸ εἰς ἀπόλαυσιν χορηγήματος δικαίωμα αὐτῆς. Παρασκευὴ ὅμως τῶν τῆς ῥιζικῆς διαῤῥυθμίσεως εἶναι τὸ προτεινόμενον μέτρον, ὡς συντελεστικὸν πρὸς ἀπαλλαγὴν τῆς Ἑταιρίας ἀπὸ τῶν ἀμέσων αὐτῆς δυσχερειῶν.
§17ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑποθηκῶν πλοίων εἶναι ἀπαραίτητον, ἀνεξαρτήτως τῆς ὠφελείας, ἣν θὰ παρέξῃ εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν Σύρου. Σήμερον ἁπανταχοῦ εἰσήχθη ὁ θεσμὸς τῆς ὑποθήκης τῶν πλοίων, εἶναι δὲ παράδοξον, ὅτι μόνον ἡ Ἑλλὰς, ἥτις ἔχει ἀνάγκην ἀναπτύξεως τῆς ναυτιλίας αὑτῆς, στερεῖται τοῦ θεσμοῦ τῆς ὑποθήκης τῶν πλοίων. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι κατεπεῖγον, ὄχι διότι πρόκειται νὰ διορθώσῃ τὴν οἰκονομικὴν δυσπραγίαν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς ζωηρᾶς εὐχῆς ὁλοκλήρου τῆς ναυτικῆς Ἑλλάδος.
§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἐξετάσωμεν κατ’ οὐσίαν, ὁποῖον εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑποθήκης πλοίων, καὶ τίνα ἀποτελέσματα θέλει ἔχει διὰ τὴν ναυτιλίαν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω, ὅτι ἡ ὑποθήκη τῶν πλοίων εἶναι εἰσηγμένη ἀπὸ τοῦ 1851 διὰ τοῦ νόμου περὶ βιβλίων ναυτοδανείων, ἡ ψήφισις δὲ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν ἐλαχίστην δὲν θέλει φέρει βελτίωσιν. Ἂν ἡ Ἑταιρία θέλῃ νὰ δανεισθῇ ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν πλοίων της, δύναται νὰ δανεισθῇ διὰ ναυτοδανείων, διότι οἱ δανεισταὶ τῆς Ἑταιρίας οὐδεμίαν ἑτέραν ἐγγύησιν δύνανται νὰ ἔχωσιν, εἰμὴ αὐτὰ τὰ πλοῖα· ὑπάρχει ἀποχρῶσα ἐγγύησις διὰ τῆς ἐγγραφῆς ναυτοδανείων ἐπὶ τῶν βιβλίων αὐτῆς. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἄλλα εἶναι τὰ αἴτια, δι’ ἃ ἐπιζητεῖται ἡ ψήφισις τοῦ περὶ ὑποθηκῶν τῶν πλοίων νομοσχεδίου.
§19ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ νόμος περὶ ναυτοδανείων ἦτο ἐψηφισμένος καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, καὶ ὅμως οὐδαμῶς ἐθεωρήθη περιττὸς ὁ νόμος περὶ ὑποθήκης τῶν πλοίων, ὁ ὁποῖος καὶ μόνος ἐξασφαλίζει τοὺς ναυτιλλομένους. Ἄλλον σκοπὸν ἔχει ὁ νόμος περὶ ναυτοδανείων, καὶ ἄλλα δάνεια εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζει ὁ νόμος περὶ ὑποθηκῶν τῶν πλοίων· ὁ νόμος οὗτος πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ πάγια δάνεια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξασφαλισθῶσιν ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν πλοίων.
§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω, καὶ θὰ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ὅλως ἀνακριβῆ ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§22Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὰ ἐκτεθέντα χθὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς φρονῶ ὅτι ἀρκοῦσιν, ὅπως πεισθῆτε, ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν καὶ διατὶ δὲν ἔχομεν, ἐνῷ αἱ θυσίαι τοῦ Κράτους καθ’ ἕκαστον ἐνιαυτὸν αὐξάνουσιν. Ἐὰν ἐσκόπουν ἁπλῶς νὰ καταδείξω τὴν παραλυσίαν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἤθελον ἀρκεσθῆ εἰς τὰ ῥηθέντα. Εἶναι πλέον ἢ ἱκανὰ νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος εἰς οἵαν οἰκτρὰν κατάστασιν περιήγαγε τὸν στρατὸν ἡ ἐσκεμμένη ἐπιβουλὴ τοῦ διευθύνοντος αὐτόν. Φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐπίκρισις ἑνὸς συστήματος, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ ὑπόδειξις τῶν μέσων, δι’ ὧν τὸ κακὸν δύναται νὰ θεραπευθῇ. Καταστρέφομεν, πολὺ καλὰ, ἀλλὰ πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν. Ἡ καταστροφὴ ἀπεδείχθη, ὑπολείπεται ἡ ὑπόδειξις τῆς δημιουργίας. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Δὲν ἀξιοῦμεν, ὅτι εἰσάγομεν σύστημα· ἁπλῶς παρέχομεν κατὰ καθῆκον τὸν ἔρανον ἡμῶν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Φρονοῦμεν λοιπὸν, ὅτι πρὸς ἀπόκτησιν στρατοῦ εἰσιν ἀναγκαῖα τὰ ἑξῆς. 1ον. Ἡ διαίρεσις τοῦ Κράτους εἰς στρατιωτικὰς περιφερείας καὶ ἡ κατὰ τόπους ἄσκησις τῶν ἀπογραφομένων κληρωτῶν (νεοσυλλέκτων) μέχρι τῆς ἐκγυμνάσεως αὐτῶν καὶ τῆς μεταβάσεώς των ἀπὸ τῆς τάξεως τῶν ἀγυμνάστων εἰς ἐκείνην τῶν γεγυμνασμένων, ὅτε νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν σχετικὴν αὐτῶν ἀνωτέραν πολεμικὴν μονάδα πρὸς πλήρη καὶ τελείαν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἀπόκτησιν τῆς δεούσης αὐτοβουλίας τοῦ ἐπαγγέλματός των κλπ. Ἡ ἐπὶ τόπου πρώτη ἐκγύμνασις τῶν νεοσυλλέκτων εἶναι συντελεστικωτάτη πρὸς ἀπόκτησιν ἐνεργοῦ στρατοῦ, οὕτω δὲ ἀποφεύγομεν καὶ τὴν ἐν ἀρχῇ τῆς κατατάξεως νοσταλγίαν τῶν νεοσυλλέκτων, ἥτις, ὡς ἀπεδείχθη, εἶναι λίαν καταστρεπτική, ἐμποδίζουσα αὐτοὺς τόσον νὰ ἀσκηθῶσιν, ὅσον καὶ νὰ ἀποκτήσωσι στρατιωτικὸν ἦθος. Τὸ σύστημα τοῦτο ὑπάρχει καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ πάλαι. Αἱ Ἀθῆναι, ἐκγυμνάζουσαι ἐπὶ τόπου τοὺς νεοσυλλέκτους αὐτῶν, ἀνέπτυξαν θαυμασίαν στρατιωτικὴν δύναμιν πολιτῶν, διότι ἡ ἐκγύμνασις, ὡς εἶπον, ἐγίνετο ἐπὶ τόπου, καὶ ἕνεκα τούτου, ἠδυνήθησαν νὰ παρατάξωσι πεντήκοντα χιλιάδας ὁπλιτῶν ἐν ἀρχῇ τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου. Ἐκτὸς δὲ τῆς νοσταλγίας ἀποφεύγομεν συνάμα καὶ τὴν ἀδικαιολόγητον θνησιμότητα αὐτῶν, ἕνεκα τῆς κατὰ τόπον μεταβολῆς τῆς διαίτης. 2ον. Ἡ ἀλλαγὴ τῆς στολῆς τῶν νεοσυλλέκτων, κατασκευαζομένης ἐξ ἐγχωρίου ὑφάσματος, ὡς τοῦτο γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ, ἐν Βουλγαρίᾳ π. χ., ὅπερ θέλει φέρει καὶ οἰκονομίαν μεγάλην. 3ον. Ἡ κατάλληλος ὀργάνωσις τῶν πολεμικῶν μονάδων στρατοῦ, πρὸς πλήρη ἐκγύμνασιν τῶν τε στελεχῶν καὶ τοῦ στρατεύματος ἐν γένει. 4ον. Ὁ χωρισμὸς τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τὰ ἔργα τὰ καθαρῶς στρατιωτικά. 5ον. Ἡ ἐπὶ τόπου ἐκγύμνασις κατ’ ἔτος τῶν ἐφέδρων τῆς πρώτης καὶ δευτέρας κατηγορίας, ἥτις δύναται οὕτω νὰ ἐκτελῆται μεθ’ ὅλης τῆς εὐκολίας καὶ οἰκονομίας. Ταῦτα πάντα δύνανται καὶ διὰ τῆς αὐτῆς δαπάνης, τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένης, νὰ κατορθωθῶσιν, ἀλλὰ διὰ καταλλήλου συστήματος καὶ μεθόδου ἀνταποκρινομένης πρὸς τὴν ὕπαρξιν στρατοῦ ἐνεργείας καὶ τὴν σύνταξιν τῆς χώρας στρατιωτικῶς· ἄλλως, ἐξακολουθοῦντες κατὰ τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν ἐνεργόν. Τελευτῶν, Κύριοι, τὴν περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς μελέτην μου, εὔχομαι, οὐχὶ νὰ πεισθῆτε εἰς τὰς πικρὰς ἀληθείας περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἀλλὰ νὰ σκεφθῆτε, ὅτι ἡ παράτασις τῆς καταστάσεως ταύτης οὐ μόνον ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα διακυβεύει, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν Πολιτείαν ἐμβάλλει εἰς προφανῆ κίνδυνον. Τὰ τῆς Ἀνατολῆς, κύριοι συνάδελφοι, εὑρίσκονται εἰς λίαν ἀνησυχητικὴν θέσιν, καὶ δὲν εἶναι μακρὰν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θὰ ἴδωμεν τὴν ἔκρηξιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ἡφαιστείου. Σεβάσθητε τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος ἡμῶν, εἰς ὃν κρέμανται αἱ ἐθνικαὶ ἐλπίδες καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὅταν ὁ στρατὸς δὲν ἦναι στρατὸς τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ στρατὸς φατρίας, δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποβῇ στρατὸς Πραιτωριανῶν. Μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Καὶ πρὶν ἢ ἐπιχειρήσω τὴν ἔρευναν αὐτοῦ, ὑποβάλλω εὐλαβῶς τὴν ταπεινήν μου γνώμην ἐπὶ τῆς ἐπιδιωκωμένης ἀναδιοργανώσεως τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν παρὰ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως. Διὰ νὰ ὀργανώσῃ τις τὸν στρατὸν τῆς τε ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, δέον νὰ γνωρίζῃ τὰς πρὸς τοῦτο δυνάμεις καὶ ῥοπὰς τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας ἐν γένει, καὶ δὴ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ τόπου, τὸ ἐθνικὸν φρόνημα τοῦ λαοῦ, τὸν χαρακτῆρα τῶν πολιτῶν καὶ τὸ πρὸς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ στρατιώτου ἐθνικὸν πνεῦμα, καὶ οὕτω δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν διοργάνωσιν στρατοῦ· ἄλλως ἀδύνατον. Ξένος καὶ ἄπειρος τῶν ἐκτεθέντων, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἐν ἑαυτῷ ἱκανότητα, δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ πλήρη διοργάνωσιν στρατοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν, μὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν της ταῦτα πάντα, ἀνέθηκε τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ ἡμετέρου στρατεύματος εἰς ξένους διοργανωτὰς, καὶ οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι τὸ ἔργον αὐτῶν ἐντελῶς ἀπέτυχεν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῷ στρατῷ οἱ ξένοι διοργανωταὶ εἰς οὐδὲν συνετέλεσαν, ἐν τῷ ναυτικῷ οὐ μόνον ἀγαθόν τι δὲν κατώρθωσαν, ἀλλὰ καὶ ὅ,τι καλὸν εἴχομεν ἐν αὐτῷ τὸ κατέστρεψαν. Τοῦτο καὶ διὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν μοιράρχων τῆς μοίρας τῶν γυμνασίων τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ καὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν κυβερνητῶν, τῶν ἀποτελούντων τὰς μοίρας τῶν γυμνασίων πλοίων, ὁμολογεῖται. Οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι μοίραρχοι καὶ κυβερνῆται βεβαιοῦσιν ἐγγράφως ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν αὐτῶν, ἃς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὰ σκάφη τῶν πλοίων στεροῦνται τῆς ἀπαιτουμένης εὐσταθείας, δὲν ἔχουσι χῶρον πρὸς τοποθέτησιν τῶν τροφίμων τοῦ πληρώματος καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, εἰσὶν ἀκατάλληλα πρὸς πλοῦν εἰς ὡρισμένον σημεῖον, διότι εἰς πρώτην θαλασσίαν ταραχὴν ἢ τρικυμίαν δὲν ἀντέχουσι, καὶ ἕνεκα τούτου προσορμίζονται εἰς διαφόρους ὁρμίσκους, καὶ συνεπῶς ἀδυνατοῦσι νὰ ἐκπληρώσωσι δεόντως τὴν ἑαυτῶν ἀποστολήν. Τὰ πληρώματα πάσχουσιν ἐκ ναυτίας εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε καθίστανται ἀνίκανα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, καὶ μένουσιν ὡς σκεύη πλέον ἐν τοῖς πλοίοις, πλὴν ὀλιγίστων· τοῦτο δὲ λαμβάνει χώραν, διότι δὲν ἐκγυμνάζονται καταλλήλως καὶ πρεπόντως ἐν τῇ Σχολῇ τοῦ Πόρου, τῇ ἱδρυθείσῃ καὶ λειτουργούσῃ κατὰ τὸ ἔξοχον σύστημα τοῦ ἀξιοτίμου ὑποναυάρχου κ. Λεζέν. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταστῶσι ναῦται οἱ ἐργάται θαλάσσης ἐν ἠγκυροβολημένῳ πλοίῳ, ἐντὸς ἀκυμάντου λιμένος ἐκγυμναζόμενοι, καὶ οὐχὶ ἐν ἀνοικτῷ πελάγει, ὡς ἔπρεπε, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ οἱ πλεῖστοι τῶν νεοσυλλέκτων εἶναι χερσαῖοι καὶ οὐχὶ ναυτικοί; Οἱ θερμασταὶ ἀσκοῦνται, ὡς μὴ ὤφειλε, ῥίπτοντες ἐντὸς τῆς ἑστίας ἀχρήστου τινὸς λέβητος, τοποθετημένου ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἐν τῇ Σχολῇ τοῦ Πόρου, διὰ τοῦ πτύου λίθους, καὶ μανθάνοντες εὐχερῶς τὸ παίγνιον τοῦτο, λαμβάνουσι πτυχίον θερμαστῶν, ἀλλ’ ὅταν καλῶνται νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν ἐν τοῖς πλοίοις, εἶναι ἐντελῶς πρὸς τοῦτο ἀνίκανοι. Καὶ φαντασθῆτε νὰ ὦσιν ἀνίκανοι ἐκεῖνοι, ἐκ τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ τύχη καὶ τοῦ πλοίου καὶ τοῦ πληρώματος. Ἐκ τῶν ὀλιγίστων τούτων καταφαίνεται, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ εἰρημένου διοργανωτοῦ εἶναι ὅλως ἀκατάλληλον, διότι, ἂν ἦτο κατάλληλον, ἤθελεν εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ καὶ εἰς τὴν πατρίδα αὐτοῦ. Ἐν Γαλλίᾳ ἢ καὶ ἀλλαχοῦ τοῦ ναυτικοῦ κόσμου, Κύριοι, ὑπάρχει πολὺ διάφορον σύστημα τοῦ παρ’ ἡμῖν ἐφαρμοζομένου, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐδέχθη σύστημα περὶ ἐκγυμνάσεως ναυτῶν, οὐδαμοῦ ἐφαρμοζόμενον, σύστημα, τόσῳ προδήλως ἄσκοπον, ὥστε ἀπορεῖ τις, τί πρέπει νὰ θαυμάσῃ μᾶλλον, τὸν νοῦν τοῦ θαυμασίου ὀργανωτοῦ, ἢ τοὺς ἀποδεξαμένους τὸ σύστημα αὐτοῦ Ὑπουργοὺς τῆς Ἑλλάδος. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, πατρικῶς μεριμνῶσα περὶ ὑπάρξεως ναυτικοῦ, κατήρτισεν ἐν βραχεῖ καὶ ναύσταθμον μὲ τὰ πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖα, ἤτοι συνεργεῖον, διακρινόμενον μεταξὺ τῶν συνεργείων τῆς Εὐρώπης, νεωλκεῖον, πλευστὴν δεξαμενὴν καὶ γερανὸν, πρὸς ἐπιβίβασιν καὶ ἀποβίβασιν ἐκ τῶν πλοίων μεγάλων βαρῶν, δαπανήσασα πρὸς τοῦτο οὐκ ὀλίγα. Ἡ δὲ παροῦσα Κυβέρνησις κατέστρεψε τὸ νεωλκεῖον, κατέστησε δὲ σχεδὸν ἄχρηστον καὶ τὸν γερανὸν, τὸ δὲ συνεργεῖον παρέλυσεν ἐντελῶς, οἱ κομματάρχαι δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κατασκευάζουσιν ἐν αὐτῷ τὰς μηχανάς των. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἠγόρασε πλοῖα, ἀνάλογα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, ἐνῷ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἠγόρασε πλοῖα, κατάλληλα μόνον διὰ τὴν ἀκτοπλοΐαν τοῦ Κράτους, καὶ ταύτην μετὰ δυσκολίας δυνάμενα νὰ ἐκτελέσωσιν. Εἰς τί λοιπὸν ὠφέλησεν ἡμῖν ἡ πρόσκλησις ξένου διοργανωτοῦ; Μόνον εἰς τὴν μετάφρασιν τεσσάρων ἢ πέντε ἐγχειριδίων τοῦ περὶ ναυτολογίας νόμου τῆς Γαλλίας καὶ τοῦ ἐγχειριδίου τοῦ οἰακιστοῦ καὶ τοῦ δύτου, ἀπέναντι δαπάνης, δι’ ἧς ἠδύνατο τὸ Ἔθνος ν’ ἀποκτήσῃ ὁλόκληρον πλοῖον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἀντὶ νὰ δαπανᾷ πρὸς καταρτισμὸν ναυστάθμου, καταλλήλου πρὸς ὕπαρξιν ναυτικοῦ, δυναμένου ἐν δέοντι χρόνῳ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, δαπανᾷ ἀσκόπως πρὸς καλωπισμὸν καὶ πρὸς ἐπίδειξιν τοῦ ἐν Πόρῳ καταστήματος καὶ πρὸς διασκέδασιν διὰ πολεμικῶν πλοίων τῶν ὑβριζόντων τὸ Ἔθνος καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπολίτευσιν ξένων. Ὅτι δὲ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἀποβλέπει εἰς τὸν καταρτισμὸν ναυτικοῦ, ἔστωσαν καὶ ταῦτα ὡς ἀπόδειξις. Οὐδὲν τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πλοίων ἔχει ἀμοιβοῦς λέβητας, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκαζόμεθα, ἐξοδεύοντες ἁδρῶς καὶ θέτοντες τὸ πλοῖον εἰς ἀχρηστίαν ἐπὶ πολὺν χρόνον, νὰ ἐπισκευάζωμεν τοὺς λέβητας τῶν πλοίων, τῶν ὁποίων βεβαίως ἡ δύναμις ἐλαττοῦται· οὕτω οἱ ἐπισκευασθέντες λέβητες πλοίου τινὸς πολεμικοῦ εἰς τὸ συνεργεῖον τῆς ἑταιρίας «Λόϋδ» ἀπώλεσαν, ὡς ἦν ἑπόμενον, τὴν ἀρχικὴν δύναμιν αὑτῶν, καὶ ἀπὸ 90 λιτρῶν ἡ δύναμίς των κατεβιβάσθη εἰς 50, συνεπῶς ἐμειώθη καὶ ἡ ταχύτης τοῦ πλοίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέθηκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἤδη κατασκευάζονται λέβητες ἐν τῷ ἡμετέρῳ συνεργείῳ τοῦ Ναυστάθμου, ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγει, τίνι τρόπῳ θὰ εἰσαγάγῃ τοὺς λέβητας τούτους ἐν τῷ πλοίῳ, ἀφοῦ τὸν γερανὸν ἀφῆκε νὰ καταστῇ ἄχρηστος, διαῤῥαγεισῶν τῶν βάσεων αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ πρὸς ἀγορὰν δαπάνη ἀνέρχεται εἰς ἑκατομμύριον περίπου; Καὶ ἠξεύρετε τί λέβητες κατασκευάζονται ἐν τῷ Ναυστάθμῳ; Οἱ ἀπὸ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Δηλιγιάννη παραγγελθέντες λέβητες τῆς «Μπουμπουλίνας»! Ἰδοὺ ὁ Ναύσταθμός των! Τέσσαρα ἤδη ἔτη ἀδυνατεῖ νὰ περατώσῃ τοὺς λέβητας ἑνὸς πλοίου μετρίου μεγέθους. Καὶ εἶναι Κυβέρνησις αὐτὴ, ἐργαζομένη εἰς καταρτισμὸν στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἀφοῦ διασπαθίζει τὸν δημόσιον πλοῦτον πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς φατρίας; ἀφοῦ, ὡς ἠκούσατε καὶ χθὲς, μεταβάλλουσι καὶ αὐτὴν τὴν χρονολογίαν τῆς γεννήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ ἐν τοῖς Μητρώοις; ἀφοῦ παραλύουσι τὸν Ναύσταθμον; ἀφοῦ δὲν ἔχουσι πληρώματα; Ἐργάζονται πρὸς συγκρότησιν στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἢ πρὸς καταστροφὴν αὐτοῦ; Ἐν τῇ χθεσινῇ ἀγορεύσει μου εἶπον, ὅτι πολλὰ Μητρῷα καὶ διάφορα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀφηγοῦμαι τὰ κατ’ αὐτὰ εὐκρινέστερον, ὅπως διαλευκάνω τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα περὶ τοῦ νέου τούτου σκανδάλου. Τὸ Μητρῷον, ὅπερ ἔχω ἀνὰ χεῖράς μου, συνετάχθη, ὡς πάντες βλέπετε, κατὰ τὸ 1883 ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου ναυάρχου Τομπάζη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Μητρώρου τοῦ ἔτους 1873, τὰ δὲ δημοσιευθέντα κατὰ τὰ ἔτη 1887 καὶ 1889, παρὰ τοῦ σφριγῶντος καὶ νέου κ. Ὑπουργοῦ Θεοτόκη (ἱλαρότης), ἀλλὰ καὶ τότε καὶ τώρα ὁ αὐτὸς νοῦς διεῖπε τὰ τοῦ ναυτικοῦ, ἤτοι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ὁ τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, μεριμνῶν περὶ μόνου τοῦ κόμματος αὑτοῦ, ὅταν κατὰ τὸ 1882 εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, δι’ οὗ τοσαῦτα κατήνεγκε κατὰ τοῦ στρατοῦ ἀδικήματα, εἶχεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν καὶ παρὰ τῷ γεγηρακότι Ὑπουργῷ Τομπάζῃ τὸν στενότερον αὑτοῦ συγγενῆ, ὅστις τότε ἐπροθυμοποιήθη νὰ σχηματίσῃ, ὡς φαίνεται, Μητρῷον ἄνευ ἀνάγκης· διότι προϋπῆρχε τὸ τοῦ 1873, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔπραξε τοῦτο διὰ νὰ περιποιηθῇ τοὺς φίλους τοῦ κόμματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς δὲν γνωρίζω καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν δὲν εἰσήχθη τότε ὁ αὐτὸς νόμος καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ. Κατόπιν εἰσήχθη τοιοῦτος νόμος καὶ ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ, ὡς φαίνεται, κατὰ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως τοῦ περὶ τούτου νομοσχεδίου, ὡς φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, διετέλουν ἐν γνώσει, καὶ πάντες ἔσπευσαν νὰ ὑποβάλωσι γραπτὰς αἰτήσεις περὶ μεταβολῆς τοῦ Μητρώου αὐτῶν, καὶ ἄλλας μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐδέχθη, τροποποιῆσαν τὴν ἡλικίαν τῶν αἰτούντων, ἄλλας δὲ ἀπέῤῥιψε. Τὸ δικαίωμα τοῦτο βεβαίως δὲν εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς, καὶ ὅμως προέβη αὐθαιρέτως εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ Μητρώου. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτου συνετάχθη καὶ ἐδημοσιεύθη τὸ Μητρῷον τοῦ ἔτους 1887, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ μεταβολὴ τῆς χρονολογίας τῆς γεννήσεως τῶν ἀξιωματικῶν, φαίνεται, ἐγένετο εἰς τὰ αὐτὰ πάλιν πρόσωπα, ἤτοι τοὺς εὐνοουμένους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐγνώριζα, ὡς καὶ πάντες ὑμεῖς, ὅτι ἡ Ἥρα, λουομένη εἰς τὰ ὕδατα πηγῆς τινος τῆς πατρίδος μου Ἄργους, ἀνεγεννᾶτο, δὲν ἤλπιζον δὲ, ὅτι ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Τρικούπη θὰ ἀνεγεννῶντο οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ ἐν τῷ Μητρώῳ. Καὶ ὅλα ταῦτα τὰ ἀπίστευτα ἐγένοντο χάριν τῶν εὐνοουμένων τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Οἱ περὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπιτήδειοι καὶ οἱ τῆς σχολῆς τοῦ ἀμοιβαίου θαυμασμοῦ οὐδὲν ἄλλο πράττουσι καὶ οὐδὲν ἄλλο σκέπτονται ἢ πῶς νὰ κολακεύσωσιν αὐτὸν διὰ τῆς ἀνυψώσεως εἰς τὸν μέγιστον πολιτικὸν βαθμὸν, καὶ ἄλλοι μὲν τούτων ὀνομάζουσιν αὐτὸν μέγαν Ἀλέξανδρον, ἢ Πομπήϊον, ἢ Καβοὺρ, ἢ Βίσμαρκ, ἄλλοι δὲ ἀετόφθαλμον, ἢ μεγαλομάρτυρα, ἢ ὀρειχάλκινον, ἢ ὅ,τι ἄλλο νοσοῦσα φαντασία δύναται νὰ γεννήσῃ. Γνωρίζω ὅτι, ὅταν συνιστῶσιν οὗτοι προσηλυτισθέντα τινὰ, φθάνουσιν εἰς τὸ σημεῖον νὰ τὸν πείθωσιν, ὅτι ὁ συνιστῶν αὐτὸν ὄχι μόνον τὸν τιμᾷ, ἀλλὰ καὶ τὸν ὑπεραγαπᾷ. (Μάλιστα λέγεται, ὅτι εἶπέ ποτε ὁ κ. Τρικούπης: «τίς ἡ ἀνάγκη νὰ μὲ ἀγαπῶσι;» καὶ εἰς τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ μὲ διαψεύσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός.) Τέλος, ἐννοῶν τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεώς του παρὰ τῶν εὐνοουμένων του, ἐπιθυμῶν δὲ, λόγῳ τῆς ἀρχομανίας αὑτοῦ, τὴν ἀπόκτησιν περισσοτέρων πιστῶν, διορίζει τὸν συνιστῶντα εἰς ὑπηρεσίαν τινὰ, οὗτος δὲ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν δύναμιν τῆς φατρίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκτελεῖ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὑτοῦ καὶ διαπράττει τόσα ἄτοπα καὶ ἀδικήματα, ὅσα καθ’ ἑκάστην ἐκτίθενται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ πάντα ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιφυλάσσει πᾶσαν εὔνοιαν, μεροληψίαν καὶ σύστασιν ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπαλλήλου, καὶ οὕτω κατορθόνει πάντα ἔνοχον, ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων κατηγορούμενον, νὰ τὸν καθιστᾷ ἐκ τῶν μᾶλλον ἀφωσιωμένων θαυμαστῶν του, φημίζοντα αὐτὸν κατ’ ἀνάγκην ὡς μέγαν πολιτικὸν ἄνδρα. Καὶ διατὶ λέγω ταῦτα; ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ νὰ ἐγινόμην θαυμαστὴς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀναγνωρίζων αὐτὸν ὡς μέγαν πολιτικὸν ἄνδρα, ἐὰν ἦτο ἀποδεδειγμένον ἀριδήλως, ὅτι προσέφερεν ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν διὰ τῆς πολιτικῆς. Ἀλλὰ πάντες τὰ ἐναντία γνωρίζομεν. Οὐ μόνον οὐδὲν ἀγαθὸν ἔπραξεν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τοὐναντίον τὸ πᾶν κατ’ αὐτῆς. Ὅταν ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς ἐν ὅπλοις διεμαρτυρήθη κατὰ τῆς δυναστείας τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ ἀείμνηστος μέγας ἀληθῶς πολιτικὸς Κουμουνδοῦρος προσεπάθει δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων νὰ καταστήσῃ ἐλευθέραν τὴν Θεσσαλίαν διὰ τῆς εἰς τὸ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Κράτος προσαρτήσεώς της, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἀρχηγὸς τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔλεγεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀγορεύων: «Διὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὴν Εὐρώπην», καὶ ἰδίως εἶπεν, ὡς μὴ ὤφειλεν, «ἔχομεν τὴν Ἀγγλίαν», καὶ μικροῦ δεῖν τότε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, νὰ ἀπετύγχανεν ἡ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν Θεσσαλῶν ἀπελευθέρωσις, ἕνεκα τῆς ἀκρίτου καὶ ἀδεξίας πολιτικῆς τοῦ τότε ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Πῶς νὰ ὀνομάζωμεν πολιτικὸν ἄνδρα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀφοῦ πρὸ μικροῦ ἀκόμη χρόνου διὰ τῆς χειρός του μετέφερε τὸν τουρκικὸν στρατὸν, τὸν μόνον φυσικὸν ἐχθρὸν ἡμῶν, καὶ τὸν ἐτοποθέτησεν εἰς τὰ κυριώτερα μέρη τῆς ἡρωικῆς ἀδελφῆς ἡμῶν νήσου Κρήτης, ἐπὶ τῷ λόγῳ δῆθεν τῆς περιστολῆς ἀταξιῶν τινων, αἵτινες ἔλαβον ἐκεῖ χώραν; Πῶς θέλετε νὰ κατατάξωμεν εἰς τὴν χορείαν τῶν ἐθνικῶν πολιτικῶν τὸν κ. Τρικούπην, ἀφοῦ πρὸ μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύων εἶπεν, ὅτι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς Ἀνατολῆς θέλει φέρει ἡ ἐπέκτασις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσης καὶ τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ἕνεκα τούτου καὶ μόνου ἡ φίλη αὐτοῦ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ καταδιώξῃ ἀπηνῶς τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, καὶ νὰ καταργήσῃ τὴν ἐν χρήσει Ἑλληνικὴν γλῶσσαν πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων Ἰωαννίνων; Ὕστερον ἀπὸ τοιαύτην, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλως, σόλοικον, ἀδεξίαν καὶ ἄκριτον πολιτικὴν, δύναταί τις νὰ θεωρῇ τὸν κ. Τρικούπην οὐχὶ μέγαν πολιτικὸν, ἀλλ’ ἁπλῶς πολιτικόν; ὕστερον ἀπὸ τοιαύτην πολιτικὴν ἀδεξιότητα, πᾶς τις δικαιοῦται νὰ τὸν καλῇ καταστροφέα, δι’ ἀνικανότητα ἢ ἐπιβουλὴν, τῆς πατρίδος καὶ τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων. Καὶ λέγω δυνάμεων, διότι πλὴν τῶν πολλῶν ἄλλων ἐνέσπειρας, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐν τῷ στρατεύματι τὸν φθόνον, τὸ μῖσος καὶ τὴν διαίρεσιν διὰ τῶν εὐνοιῶν καὶ δυσμενειῶν σου, ἀπογοητεύσας αὐτὸ μέχρις ἀπελπισμοῦ. Ὅταν ἀναλογίζωμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ποῖον ὀλέθριον προηγούμενον δημιουργεῖται διὰ τῆς σκανδαλώδους μεταβολῆς τοῦ Μητρῴου, δὲν δύναμαι νὰ μὴ αἰσθανθῶ ἀγανάκτησιν καὶ ἀποτροπίασιν. Εἶναι τὸ σκάνδαλον τόσῳ μέγα, μαρτυρεῖ τοιαύτην ἐθνικὴν ἔκλυσιν τῶν ἐργατῶν τοιαύτης ἀσεβείας, ὥστε πρέπει νὰ τὸ καυτηριάσωμεν. Ὅταν, Κύριοι, συνετάχθη καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν ἔτει 1887 τὸ τρίτον Μητρῷον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, οἱ ἀξιωματικοὶ ὕψωσαν φωνὴν διὰ τὴν ἐν αὐτῷ μεταβολὴν τῆς ἡλικίας τινῶν, καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἠπείλησαν, ὅτι θέλουσι καταφύγει εἰς τὰ Δικαστήρια πρὸς διόρθωσιν τοῦ Μητρῴου· ἀλλὰ εἰς τίνα Δικαστήρια; Ἀναθεωρητικὸν καὶ κληρωτὸν, τὰ ἀντισυνταγματικά; Ἐθεώρησαν περιττὸν τοῦτο, διότι ταῦτα δικάζουσι συμφώνως πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις μ’ ὅλα ταῦτα, πρὸς ἀποφυγὴν σκανδάλων δικαστικῶν, καὶ διὰ νὰ μὴ φανῇ εἰς τὸν κόσμον ἡ δολία αὐτῆς προαίρεσις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἔσπευσεν εἰς σύνταξιν νόμου περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, δι’ οὗ οὗτοι ἀποστρατευόμενοι λαμβάνουσιν ἕνα βαθμὸν περισσότερον, καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου οὔτε δίκη ἐγεννήθη, οὔτε λόγος ἐγένετο. Ἀπόδειξις ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὸν νόμον τοῦτον πρὸς καθησύχασιν τῶν παραπόνων τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι, ὅτι κατὰ τὰς ἑορτὰς τῆς εἰκοσιπενταετηρίδος τοῦ Βασιλέως πολλοὶ ἀξιωματικοὶ προεβιβάσθησαν, μετὰ τρεῖς δὲ μῆνας ἀπεστρατεύθησαν μὲ ἕνα ἔτι βαθμὸν περισσότερον, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀποστρατευομένων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ὃν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς πρόληψιν παντὸς κατ’ αὐτοῦ παραπόνου.
§23Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί;
§24Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται ν’ ἀπαντήσῃ· ἐγὼ μόνον ὑποστηρίζω, ὅτι οἱ οὕτω προβιβασθέντες ἀξιωματικοὶ εἶχον δικαίωμα νὰ προβιβασθῶσιν, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐλάμβανε πρόνοιαν περὶ τοιούτου νόμου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως περιποιηθῇ τοὺς ἀξιωματικοὺς, καὶ ὅπως οὗτοι ἀφήσωσι νὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ ἡ σήμερον ἀποκαλυφθεῖσα μεταβολὴ τῆς ἡλικίας τινῶν, δὲν θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἱκανοποιήσῃ οὕτω τοὺς διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ Μητρῴου ὠφελουμένους. Ταῦτα πάντα εἶναι λίαν χαρακτηριστικὰ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν οὐδόλως φροντίζουσι περὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ δημοσίου πλούτου, ἀλλὰ διὰ τῆς σπατάλης φροντίζουσι ν’ ἀποκρύψωσι τὰς παρανόμους πράξεις των, καθόσον πᾶς τοιοῦτος νόμος ἀντίκειται πρὸς τὴν οἰκονομίαν τοῦ Ἔθνους. Ὁ μνησθεὶς νόμος εἰσήχθη καὶ ἐψηφίσθη οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν τοῦ ἡμετέρου Β. Ναυτικοῦ, ἀλλ’ ὡς φίμωτρον, ἵνα κλείσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὰ στόματα ἐκείνων, οἵτινες παρεπονοῦντο κατὰ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡλικίας, τῆς ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1887 γενομένης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐφήρμοσε τὸν ἐν λόγῳ νόμον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὅμως, ὅτι ἡ ἀποδειχθεῖσα μεταβολὴ τῆς ἡλικίας ἐν τῷ Μητρῴῳ τῶν ἀξιωματικῶν ἤθελε καὶ μεγάλην μεταβολὴν ἐπιφέρει εἰς τοὺς ἀποστρατευθέντας ἀξιωματικούς. Διὰ νὰ καταδειχθῶσι πάντα ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ προσκομίσῃ ἐνώπιον αὐτῆς πάσας τὰς δηλώσεις καὶ τὰς αἰτήσεις, ἃς ὑπέβαλον οἱ ἀξιωματικοὶ περὶ τῆς ἡλικίας αὐτῶν καὶ αἱ ὁποῖαί εἰσι δεδεμέναι εἰς τεῦχος, διατηρούμενον ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου, τὴν περὶ τούτου ἐγκύκλιον αὐτοῦ καὶ τὸ Μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον κρατεῖται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἔνθα εἶναι ἐγγεγραμμένα ἐν ἑκάστῃ σελίδι αὐτοῦ τὰ ὀνόματα τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ χρονολογία τῆς γεννήσεως αὐτῶν, ὁ βαθμὸς καὶ αἱ ὑπηρεσίαι ἑκάστου, καὶ τὸ ὁποῖον κάτωθεν ἑκάστου ὀνόματος φέρει τὴν σφραγίδα τοῦ Ὑπουργείου καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου. Ἐκ τῶν βιβλίων τούτων βεβαίως θέλει ἀποδειχθῆ, ἐὰν τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα ἦναι ἀληθῆ, ἢ ἡ ἀπάντησις, ἥν μοι ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦναι ἀνυπόστατος. Παρατηρῶ σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι πιθανὸν καὶ οἱ ἀπαρτίζοντες τὰ ἀντισυνταγματικὰ Δικαστήρια πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπὶ τῆς μεταβολῆς ταύτης νὰ ἦναι ἀξιωματικοὶ ἐκ τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, τὸ ὁποῖον δὲν βεβαιῶ, καὶ ἀμφιβάλλω ἐὰν δὲν θὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὸν ψηφισθέντα ὑπὲρ αὐτῶν εὐεργετικὸν νόμον, ἂν καὶ ἡ δικαιοδοσία τῶν Δικαστηρίων τούτων εἶναι περιωρισμένη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τύπων μόνον καὶ οὐχὶ τῆς οὐσίας, τῶν τύπων, ἐπαναλέγω, τῶν ἀναφερομένων ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τοῦ Ὑπουργοῦ, αἵτινες χρησιμεύουσιν ὡς βάσις πάσης ἀποφάσεως. Χθὲς, Κύριοι, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῶν κκ. Ὑπουργῶν παρουσίασα τὸ δημοσιευθὲν Μητρῷον ἐν ἔτει 1873, τὸ ὁποῖον διατηρεῖται ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς, ἐν ᾧ φαίνεται ἡ χρονολογία τῆς γεννήσεως ἀξιωματικοῦ τινος ἐσβεσμένη διὰ τῆς γραφίδος καὶ ἐγγεγραμμένη πάλιν μὲ ἄλλην ἡλικίαν.....
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι;
§26Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Φέρει ὄνομα Κανελλόπουλος. Ὅμοιον Μητρῷον ἔχει εἰς χεῖράς του ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· εἰς τὸ Μητρῷον ἐκεῖνο ὁ ῥηθεὶς ἀξιωματικὸς φαίνεται γεννηθεὶς τὸ 1843, εἰς δὲ τὸ ἐπιδιωρθωμένον τῆς Βουλῆς τὸ 1844.
§27ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τί εἶναι; τί εἶναι;
§28Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὸ ἔτος 1843 τῆς γεννήσεως ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ ἔτους 1844, καὶ ὁ μὴν Ὀκτώβριος διὰ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου.
§29ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τί ἤθελε κερδήσει ὁ διορθώσας;
§30Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε Ὑπουργὲ, περὶ κέρδους, καθόσον οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν ἐπιδιώκουσιν, ὡς οἱ ἔμποροι, κέρδη. Μ’ ὅλα ταῦτα ὀφείλω ν’ ἀποδείξω εἰς τί ἡ μεταβολὴ δύναται νὰ ὠφελήσῃ πάντα ἀξιωματικὸν. Ἡ μεταβολὴ τῆς χρονολογίας ὠφελεῖ εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ὡς παράδειγμα φέρω τὴν φαινομένην μεταβολὴν τῆς ἡλικίας τοῦ ἐξαδέλφου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κ. Ῥάϊνεκ, ὅστις θέλει φθάσει ταχύτερον κατὰ τέσσαρα ἔτη, προβιβαζόμενος, εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποναυάρχου, ἐνῷ, ἂν δὲν μετεβάλλετο ἡ χρονολογία τῆς γεννήσεώς του, ἤθελε τὸν προκαταλάβει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ συνεπῶς δὲν θὰ ἐγίνετο ὑποναύαρχος· καὶ ἂν τοῦτο δὲν θεωρῆται ὡς ἀδίκημα κατ’ ἄλλου τινὸς ἀξιωματικοῦ, εἶναι ἀδίκημα κατὰ τοῦ Δημοσίου.
§31ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θέλω ἀποδείξεις δι’ αὐτά.
§32Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀποδείξεις; Ἀποδείξεις ἐπισήμους, ἀνεπιδέκτους ἀμφισβητήσεως ἔχομεν τὸ Μητρῷον, τὸ συνταχθὲν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐν ἔτει 1863, οὗ ἀντίτυπον ἐστάλη εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς (ἐπιδεικνύει τὸ ἔντυπον). Ἐν τῷ Μητρῴῳ τούτῳ φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἐγεννήθη ἐν ἔτει 1831, ἐν δὲ τῷ δημοσιευθέντι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας φαίνεται γεννηθεὶς τὸ 1884· ἴσως μετέβη καὶ οὗτος καὶ ἐλούσθη εἰς τὰ ὕδατα τῆς πηγῆς, ἔνθα ἐλούετο καὶ ἀνεγεννᾶτο, πάσας τὰς χάριτας τῆς νεότητος ἀναλαμβάνουσα, ἡ Ἥρα (ἱλαρότης). Καὶ δὲν εἶναι μόνος αὐτὸς, εἶναι καὶ πολλὰ ἄλλα πρόσωπα· ἤτοι Θερμησιώτης, χρονολογία γεννήσεως 1829 ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1873, ἐνῷ ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1887 φαίνεται ὅτι ἐγεννήθη τὸ 1831. Γ. Βῶκος, εἰς τὸ Μητρῷον τοῦ 1873 χρονολογία γεννήσεως τὸ 1827, εἰς δὲ τὸ τοῦ 1887 τὸ ἔτος 1831.
§33ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ Μητρῴου ἔχετε καὶ τὸ Μητρῷον τοῦ 1889. Ἐπειδὴ ἀνεφέρατε αὐτοὺς τοὺς δύο ἀξιωματικοὺς ὡρισμένως, εἰπέτε μας, παρακαλῶ, ποίαν ἡλικίαν ἔχουν οὗτοι εἰς τὸ Μητρῷον τοῦτο;
§34Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ Θερμησιώτης ἐγενήθη, κατὰ τὸ ἐν λόγῳ Μητρῷον, τὴν 6 Δεκεμβρίου 1835. Ὁ Γ. Βῶκος, κατὰ τὸ αὐτὸ Μητρῷον, ἐγεννήθη τὸ 1833, ἐνῷ, ὡς εἶπον, εἰς τὸ Μητρῷον τοῦ 1873 φαίνεται ὅτι ἐγενήθησαν, ὁ μὲν πρῶτος τῷ 1829, ὁ δὲ δεύτερος τῷ 1827. Ἀλλ’ ἴσως ὁ κύριος Ὑπουργὸς μ’ ἐρωτήσῃ, αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ καὶ ἀληθὴς γέννησις αὐτῶν; Ἀπαντῶ: Ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε τοῦτο, ἐγὼ ἠξεύρω μόνον, ὅτι ὁ νόμος περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ καὶ ὁ περὶ ὁρίου ἡλικίας αὐτῶν λέγουσιν, ὅτι ἡ ἡλικία τοῦ Μητρῴου τῶν ἀξιωματικῶν, τοῦ κρατουμένου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, λαμβάνεται ὡς ἀληθὴς ἀπόδειξις τῆς ἡλικίας των.
§35ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ, ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 6.
§36Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. (ἀναγινώσκει τὸν νόμον). «Ἄρθρον 6. Οἱ ἅμα τῇ ἰσχύϊ τοῦ παρόντος νόμου ἔχοντες συμπεπληρωμένον ἢ ἐν τῷ μέλλοντι συμπληροῦντες τὸ ὅριον ἡλικίας, μὴ κεκτημένοι ὅμως τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα, διατηροῦνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἄνευ τοῦ δικαιώματος τοῦ προβιβασμοῦ μέχρι τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως, ὅτε ἀποστρατεύονται μὲ τὸν ἀμέσως ἑπόμενον βαθμὸν, οὗτινος ἀπολαμβάνουσι καὶ τὴν σύνταξιν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς φαίνεται διατελῶν ἐν συγχύσει. Τὸ ἄρθρον ἐπαναλαμβάνει ὅ,τι ἐγὼ εἶπον, καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὰς δηλώσεις, τὰς δεδεμένας εἰς τεῦχος. Συγχέει, φαίνεται, ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ἄρθρον 4, ὅπερ λέγει, ὅτι ὡς βάσις τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν λαμβάνεται τὸ Μητρῷον, τὸ εὑρισκόμενον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, πρὸς τὸ ἄρθρον 6, ὅπερ, ὡς ἠκούσατε, οὐδὲν σχετικὸν πρὸς τοῦτο ἀναφέρει.
§37ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ θὰ σᾶς φέρω τὰ Μητρῷα.
§38Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ποῖα Μητρῷα; Ἰδοὺ ταῦτα, εἶναι ἐδῶ. Τροποποίησις τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἐπιτρέπεται. Καὶ παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, συμφώνως τῷ ψηφίσματι Θʹ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τῆς 3ης Σεπτεμβρίου, ὁ ἀξιωματικός, ὁ κατὰ πρῶτον εἰσερχόμενος εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, πρὶν ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν του, ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ τὸν νενομισμένον ὅρκον τῆς ὑπηρεσίας του ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν σημαίας καὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου· πᾶσα τοιούτου εἴδους ὁρκωμοσία τελεῖται ἐπὶ παρουσίᾳ τριμελοῦς ἐπιτροπῆς, ἐπ’ αὐτὸ τοῦτο διοριζομένης, τοῦ ἱερέως καὶ ἑνὸς γραφέως, συντάσσεται πρωτόκολλον ὁρκωμοσίας καὶ ὑπογράφεται παρὰ πάντων· κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ χρόνον ἀναγράφεται καὶ τὸ ὄνομα, ἡ ἡλικία, ἡ ἡμέρα τῆς κατατάξεως καὶ ὁ βαθμὸς αὐτοῦ ἐν τῷ Μητρῴῳ τῶν ἀξιωματικῶν, ὅπερ φυλάσσεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ παρουσιάσῃ αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα καταδειχθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἡ διάταξις αὕτη ὑπάρχει ἐν ἰσχύϊ καὶ ἐν τῷ κανονισμῷ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ σώματος, ἐν ᾧ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετῶ, ἐν ἄρθρῳ 222. Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, δὲν ἀκολουθῇ τὴν ὡς εἶπον τάξιν, εὐθύνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ οὐχὶ ἐγώ.
§39ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν ἠκολούθησα μέχρι τοῦδε.
§40Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐὰν τὴν ἠκολουθήσατε, ὡς λέγετε, βεβαίως πάντα τὰ Μητρῷα θὰ φέρωσι καὶ τὴν σφραγῖδα τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα μὴ μεταβληθῇ ἡ χρονολογία τῆς γεννήσεως αὐτῶν, καὶ ἕνεκα τούτου ἀπολέσωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τὰ κεκτημένα δικαιώματα αὐτῶν. Διὰ τῶν παρουσιασθέντων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς Μητρῴων ἀπεδείχθη ἀναμφισβητήτως, ὅτι ἔλαβον χώραν μεταβολαὶ ἐν τῇ χρονολογίᾳ τῆς γεννήσεως πολλῶν ἀξιωματικῶν. Τούτου δοθέντος, κύριοι Βουλευταί, ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ Ὑπουργείου ὁποῖον χαρακτῆρα φέρει; Ἀφίνω εἰς τοὺς νομομαθεῖς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ δώσωσι τὸν κατὰ νόμον χαρακτηρισμὸν αὐτῆς. Ἐξετάσωμεν ἤδη καὶ τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀναγεγραμμένην δαπάνην, ἣν ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ψηφίσῃ. Δικαιοῦται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ διατηρῇ εἰσέτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν ἄνευ νόμου καὶ συμβάσεως;
§41ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ὑποβεβλημένον νομοσχέδιον περὶ τούτου.
§42Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὅτι ὑπέβαλε νομοσχέδιον. Ἀλλὰ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ μὴ εἰσέτι ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου δὲν ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὸ ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνην μὴ νενομισμένην. Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, πότε ἔληξεν ὁ χρόνος τῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ Γαλλικῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐλεύσεως ἐνταῦθα τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς;
§43ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ μῆνα Δεκέμβριον παρελθόντος ἔτους.
§44Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ σύμβασις συνήφθη διὰ πόσα ἔτη, κύριε Ὑπουργέ; διὰ τρία;
§45ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνανεώσῃ τὴν σύμβασιν δι’ ἄλλα δύο ἔτη· ὥστε διὰ πέντε.
§46Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Διὰ νέας συμβάσεως, κύριε Ὑπουργέ, ἢ διὰ συμβολαίου;
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ νόμος ἔχει πενταετίαν· μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τριετίας συνωμολογήθη ἑτέρα σύμβασις διὰ δύο ἔτη.
§48Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἄλλη δικανικότης! (ἱλαρότης). Ὁ νόμος, κύριε Ὑπουργέ, διαλαμβάνει διὰ πέντε ἔτη, ὡς λέγετε, ἡ σύμβασις ὅμως τῶν δύο συμβαλλομένων Ἐθνῶν ἀναγράφει ὡρισμένως καὶ ἄνευ ἐπιφυλάξεως τρία μόνον ἔτη, κατὰ τὸ λέγειν δὲ ὑμῶν, ἔχομεν καὶ ἄλλην σύμβασιν, ἄγνωστον ἡμῖν· καὶ ἂν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, ἤθελε βεβαίως ἡ Κυβέρνησις τὴν παρουσιάσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ποῖον λοιπὸν πρέπει νὰ πιστεύσωμεν καὶ ποῦ νὰ στηριχθῶμεν; εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σύμβασιν; ἣν καὶ ἀναγινώσκω, ὅπως κρίνῃ ἡ Βουλὴ (ἀναγινώσκει): «Monsieur le prince Maurocordatos.....
§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐπιτρέπονται τίτλοι, κατὰ τὸ Σύνταγμα (διάλογοι, ἱλαρότης).
§50Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ ἀναγινώσκω, Κύριοι, ὅπως εἶναι τὸ κείμενον, καὶ ἂν θέλετε, τὸ ἀναγινώσκω ἐν μεταφράσει, καὶ βλέπετε ἐκ τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως, ὅτι ἐπὶ τριετίαν συνεβλήθησαν αἱ δύο Κυβερνήσεις περὶ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, καὶ οὐχὶ ἐπὶ πενταετίαν, ὡς λέγει ὁ κ. Δραγούμης.
§51Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ νόμος τί λέγει;
§52Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἀνέγνωσα νόμον, καὶ οὔτε περὶ αὐτοῦ ὁμιλῶ, ἀλλὰ περὶ τῆς συμβάσεως.
§53Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν ἤκουσα.
§54Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὸ λάθος δὲν εἶναι ἰδικόν μου, ἀλλὰ τῆς βαρυκοΐας σας. Καὶ ἐὰν, Κύριοι, παραδεχθῶμεν ὅτι εἶχε πενταετῆ θητείαν ἡ ἀποστολὴ, ἥτις ἔληξε κατὰ τὸν Δεκέμβριον, ἐν τίνι δικαιώματι μισθοδοτεῖ αὐτὴν ἄνευ νόμου, ἤτοι ποῦ στηριζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς μισθοδοτεῖ αὐτὴν κατὰ τοὺς μῆνας Δεκέμβριον, Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον; Καὶ ἂν παραδεχθῶμεν πέντε ἔτη, ἡ πενταετία ἔληξε πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅστις ὑπεβλήθη μὲ τὴν ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένην δαπάνην 90,000 δραχμῶν, μὴ στηριζομένην οὔτε εἰς νόμον, οὔτε εἰς σύμβασιν, πρὸς περιφρόνησιν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Τοιαύτην περιφρόνησιν τῆς Βουλῆς καὶ παρανομίαν ἐκ μέρους Συνταγματικῆς Κυβερνήσεως ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν τὴν παραδέχεται, καὶ διαμαρτύρεται κατὰ τῆς παραβάσεως τῶν κειμένων τῆς πατρίδος ἡμῶν νόμων. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, εἶναι περιφρόνησις, καθόσον αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις ὑπεστήριζε καὶ ὑποστηρίζει, ὅτι οὐδεμία δαπάνη δύναται ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ νὰ ψηφισθῇ ἄνευ νόμου ἢ συμβάσεως, καὶ ὅμως, πρὸς περιφρόνησιν τῆς Βουλῆς, οὐχὶ μόνον παρανόμως ἀνέγραψε δαπάνην διὰ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, ἀλλὰ καὶ μισθοδοτεῖ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου ἄνευ ἐγκεκριμένης δαπάνης, καὶ ἤθελε βεβαίως ἐξακολουθεῖ νὰ μισθοδοτῇ αὐτὴν μέχρι τέλους τοῦ ἐνιαυτοῦ, καὶ δὲν θὰ ὑπέβαλλε νομοσχέδιον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἐὰν πρὸ πέντε ἡμερῶν δὲν ἐζήτουν νὰ ὑποβάλῃ τὴν σύμβασιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτε, φαίνεται, συλλογισθεὶς ὅτι πολὺς θὰ γίνῃ λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἔφερε κατόπιν, ἤτοι πρὸ τριῶν ἡμερῶν, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς Βουλῆς πρὸς συζήτησιν.
§55ΘΕΟΤΟΚΗΣ....
§56Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν εἶχε γενῇ σύμβασις, τουτέστιν ἄλλο παρ’ ὅ,τι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐβεβαίωσεν εἰς τὴν Βουλὴν· ἐπαινῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διότι ἐνόησε πάντα ταῦτα, καὶ φέρει σήμερον νομοσχέδιον, καὶ οὐχὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς συμβάσεως, διαψεύδων οὕτω καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Δραγούμην. Ἀλλὰ τί πρῶτον, τί ὕστατον νὰ ἐξετάσῃ τις περὶ τῆς καλῆς καταστάσεως τοῦ ἡμετέρου ναυτικοῦ; Ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν τὰ πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα ἔχωσιν ἀμοιβοὺς λέβητας· διότι, ἐὰν δὲν ἔχωσι τοιούτους, τότε οἱ μόνοι ὑπάρχοντες, ἐπισκευαζόμενοι, χάνουσι τὴν ἀρχικὴν ἀντοχήν των, ἕνεκα τῆς χρήσεως, καὶ συνεπῶς ἐλαττοῦται καὶ ἡ ἀρχικὴ ταχύτης τῶν πλοίων, ἐναντίον τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν. Ἡ δὲ διάρκεια τῶν ἐπισκευαζομένων λεβήτων εἶναι βραχεῖα, ὡς τοῦτο ἐβεβαίωσε τὸ συνεργεῖον τῆς ἑταιρίας Λόϋδ διὰ τοὺς ἐν αὐτῷ ἐπισκευασθέντας λέβητας τοῦ πλοίου «Ψαῤῥῶν».
§57ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν μὲ ἠρωτήσατε αὐτό.
§58Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἰς αὐτὸ, μάλιστα, ἀπέβλεπεν ἡ ἐρώτησίς μου.
§59ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι, ὅλως διάφορον. Δὲν μὲ ἠρωτήσατε, ἐὰν τὰ πλοῖα ἔχωσι σήμερον τὴν αὐτὴν ταχύτητα, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ὅτε ἠγοράσθησαν πρώτην φοράν.
§60Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι ἠθέλησε νὰ μὲ διορθώσῃ. Ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, ἐὰν ἡ ἐρώτησίς μου ἀπέβλεπεν εἰς τοῦτο ἢ οὔ· δηλονότι, ὅταν ἀρχικῶς οἱ λέβητες θέτωσιν εἰς κίνησιν τὸ πλοῖον ἐπὶ τῇ βάσει 90 λιτρῶν πιέσεως διὰ ταχύτητα ὡρισμένην, δύναται διὰ τῆς ἐπισκευῆς τῶν λεβήτων, κατερχομένης ταύτης εἰς 50 λίτρας, νὰ διατηρηθῇ ἡ αὐτὴ ταχύτης;
§61ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα. Ἐπιτρέπεται ν’ ἀπαντήσω ἐγώ;
§62Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μάλιστα, καθὸ εἰδικός.
§63ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ λίτρα εἶναι ἡ πίεσις, ἡ ταχύτης ὅμως ἐξαρτᾶται ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν πίεσιν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ποσότητα τοῦ ἀτμοῦ· ὥστε δύνασθε, ἔχοντες μόνον 50 λίτρας, νὰ ἔχητε πολὺν ἀτμὸν, καὶ νὰ ἀποκτήσητε τὴν αὐτὴν ταχύτητα, τὴν ὁποίαν ἔχετε μὲ περισσοτέρας λίτρας καὶ ὀλιγώτερον ἀτμόν.
§64Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Αὐτὸ λέγει βεβαίως ἡ ὑμετέρα μηχανικὴ εἰδικότης· ἀλλ’ ἐὰν θελήσητε μὲ πίεσιν 50 λιτρῶν νὰ ἔχητε μεγαλειτέραν δύναμιν, τότε βεβαίως θὰ ἔχητε ἀνάγκην καὶ μεγαλειτέρας πυρᾶς, καὶ τοῦτο διὰ μακρὸν χρόνον· ἀλλὰ τί γίνεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ἀσφαλιστικὸν ἐπιστόμιον, ὡς καὶ οἱ λέβητες, οἵτινες βεβαίως ἐκ τῆς δυσαναλόγου πυρᾶς καὶ πιέσεως θὰ διαῤῥηχθῶσι;
§65ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ἀσφαλιστικὸν ἐπιστόμιον, ἐὰν δὲν ἀντέχῃ ὁ λέβης, ὀφείλει νὰ τὸ ἀλλάξῃ ὁ μηχανικός· ἐὰν δὲν ἀλλαγῇ παρ’ αὐτοῦ, θὰ ἀνάγῃ πάντοτε εἰς τὴν αὐτὴν πίεσιν.
§66Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Καὶ ἐγὼ μάλιστα αὐτὸ ὑποστηρίζω, τὴν ἀδυναμίαν τῶν λεβήτων, ὡς ἐκ τῆς πολυχρονίου χρήσεως καὶ τῆς ἐπισκευῆς αὐτῶν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν τὸ λέγει.
§67ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Γνωρίζω ποίου εἴδους ἐπισκευὴ ἐγένετο ἐπὶ τῶν λεβήτων.
§68Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅσον καὶ ἂν γνωρίζητε, ἡ ταχύτης τῶν πλοίων ἠλαττώθη ἕνεκα ἐλλείψεως ἀμοιβῶν λεβήτων πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἐφθαρμένων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἠρωτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, διατὶ ἔχει δύναμιν θερμαστῶν μικροτέραν τῆς πρεπούσης διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι μεταξὺ τῶν θερμαστῶν συμπεριλαμβάνονται καὶ 100 ἄλλοι ναῦται πρώτης τάξεως. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξηγήσῃ, ἐὰν οἱ ναῦται ἔχωσι τὰς αὐτὰς ἀποδοχὰς καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχουσιν οἱ θερμασταί.
§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τί λέγει ὁ Προϋπολογισμός.
§70Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως, κ. Ὑπουργὲ, ἐξάγω, ὅτι ἐν τῷ ἀνακεφαλαιωτικῷ πίνακι ἀναγράφετε 265 θερμαστὰς ἐν ὅλῳ, ἐνῷ κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν δύναμιν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ τῆς θαλάσσης, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν τριῶν νέων θωρηκτῶν, ἔπρεπε νὰ ἔχητε ἀναγεγραμένους περισσοτέρους τῶν 500 θερμαστῶν.
§71ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει θερμαστὰς βʹ τάξεως 194, καὶ ναύτας διπλωματούχους 150, ὥστε ὁ ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς ὅσους σᾶς εἶπον, ἤτοι 344.
§72Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ ὅμως εἶπον καὶ ὑποστηρίζω ὅ,τι ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμός. Ἐν κεφαλαίῳ Β, ἄρθρῳ 5, ἔχετε ἀναγράψει, κ. Ὑπουργέ, 95,000 δρ. δι’ ἐκφόρτωσιν γαιανθράκων καὶ μεταφορὰν αὐτῶν, διὰ ἀγορὰν ὑλικοῦ διὰ τὴν κίνησιν καὶ συντήρησιν τῶν μηχανῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀναγράφετε, ἔστω καὶ καθ’ ὑπολογισμόν, συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, τὴν δαπάνην δι’ ἕκαστον μεταφερόμενον κάῤῥον γαιανθράκων, ἀλλ’ οὔτε ὁρίζετε καὶ τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν στατῆρος ἢ ὀκᾶς τοῦ ἀγορασθέντος ὑλικοῦ, οὔτε ποίου εἴδους ὑλικοῦ, ἑπομένως ὀφείλετε νὰ διευκρινίσητε ταῦτα. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφετε ὡς λιμενάρχας ἀξιωματικούς, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ὀνομάζητε τὸν ἀριθμὸν καὶ τὸν βαθμὸν αὐτῶν, ἐναντίον τοῦ περὶ διορισμοῦ λιμεναρχῶν νόμου. Ὁ νόμος ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὁρίζει καὶ τὰ ἑξῆς: «οὐδεὶς διορίζεται λιμενάρχης, ἐὰν δὲν συνεπλήρωσε τὴν θαλασσίαν ὑπηρεσίαν τοῦ βαθμοῦ, ὃν φέρει, ἅμα τῷ προβιβασμῷ». Ὑμεῖς δὲ, ἐναντίον τοῦ νόμου, ἔχετε διορίσει λιμενάρχας ἀξιωματικούς, οἵτινες οὐδεμιᾶς ἡμέρας θαλασσίαν ὑπηρεσίαν ἔχουσι. Τὸ ἀρνεῖσθε;
§73ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι! ἀλλ’ ἡ διάταξις εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἀξιωματικοῦ.
§74Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Θαυμάσια! Ὁ κ. Ὑπουργὸς βεβαιοῖ ὅτι παρεβιάσθη ἡ διάταξις πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἀξιωματικοῦ. Κύριε Ὑπουργὲ, τὸ συμφέρον δύναται νὰ παραβιάσῃ νόμον ὑπὲρ οιουδήποτε ἀξιωματικοῦ; Ἰδοὺ καὶ ἑτέρα περίπτωσις, καθ’ ἣν ὁμολογεῖται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν εὐνοουμένων τῆς Κυβερνήσεως παραβιάζονται οἱ νόμοι τῆς πατρίδος. Ἐὰν, κ. Ὑπουργὲ, παραβιάζωνται οἱ νόμοι διὰ τὸ συμφέρον τῶν εὐνοουμένων, ὡς ὑμεῖς λέγετε, διατὶ, ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν νεοπροβιβασθέντων, καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ διορισμοῦ λιμεναρχῶν, τοὺς διορίζετε λιμενάρχας; Βεβαίως τοῦτο ἐπράξατε, ἵνα μὴ ἀποκτήσωσι τὴν ἀπαιτουμένην θαλασσίαν ὑπηρεσίαν πρὸς περαιτέρω προβιβασμὸν αὐτῶν, ὅπερ δὲν εἶναι συμφέρον αὐτῶν.
§75ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πειραιῶς καὶ Σύρου ἔχω διορίσει.
§76Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως ὁ Κοκοράκης προβιβασθεὶς ἔπρεπε κατὰ τὸν νόμον ν’ ἀναλάβῃ θαλασσίαν ὑπηρεσίαν, καὶ ὅμως διωρίσθη λιμενάρχης Σύρου· τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ διὰ τὸν λιμενάρχην Πειραιῶς. Ἔχετε Λιμεναρχεῖα, ἅτινα διευθύνουσιν ὑπολογισταί, ἀντὶ ἀξιωματικῶν.
§77ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί ποῦ θὰ τοὺς εὕρω;
§78Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἔχετε, κ. Ὑπουργὲ, ἔχετε τοὺς ἐν ἐφεδρείᾳ διατελοῦντας ἀξιωματικούς, καὶ δύνασθε νὰ τοὺς διορίσητε λιμενάρχας, καὶ πολλοὺς ἄλλους, καὶ προχείρως σᾶς ἀναφέρω τὸν Γεώργιον Κλείσαν, ὃν ἠδύνασθε νὰ διορίσητε λιμενάρχην Ὕδρας, ἀντὶ τοῦ ὑπολογιστοῦ, ὃν ἔχετε διορίσει, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπράξατε, χάριν τοῦ κόμματος, καί, ὡς προεῖπον εἰς τὴν προηγουμένην Σύνοδον, καὶ εἰς τὴν πατρίδα σας αὐτὴν εἴχετε διορίσει ὑπολογιστὴν χάριν τοῦ κόμματος.
§79ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποτέ.
§80Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ποτέ! Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ποτέ, διότι φρονεῖ ὅτι σώζεται διὰ τῶν προσωρινῶν διορισμῶν αὐτῶν, ἐνῷ πράγματι τὸ ἐναντίον συμβαίνει. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰσιν ἀναγεγραμμέναι 40,000 δραχμῶν δι’ ἐπιμίσθια ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ τίνες ἀξιωματικοὶ καὶ διὰ τίνα λόγον θέλουσι λάβει ἐπιμίσθια, δὲν ἀναφέρει εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ὑποθέτω ὅμως, καὶ δικαίως, ὅτι εἶναι προωρισμένα διὰ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν, ἂν καὶ διὰ τὰ ἔξοδα μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου τῶν μελῶν της ἔχουσιν ἀναγραφῆ δραχ. 25,000.
§81ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ πόσους εἶναι αὐτὸ τὸ ποσόν;
§82Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς τὸ βεβαιώσω· διὰ τρεῖς ἢ περισσοτέρους, ἀγνοῶ.
§83ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι! διὰ πέντε ἢ ἓξ ἐκανονίσθη διὰ τῆς συμβάσεως τὸ ποσὸν αὐτό· καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀγορεύων μοὶ ἐζήτησε σημείωσιν τῶν δαπανηθέντων, ἔφερον αὐτὴν ἀπ’ ἀρχῆς.
§84Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀλλὰ ποῦ εὑρίσκεται σήμερον ὁ ἀξιότιμος ναύαρχος τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς; Ἐστάλη ἢ δὲν ἐστάλη εἰς Εὐρώπην; Ἡ Βουλὴ καὶ ἐγὼ ἀγνοοῦμεν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε θὰ ἐλάμβανε διὰ τὴν ἀπουσίαν του 70 φράγκα χρυσᾶ ὡς ἀποζημίωσιν καθ’ ἡμέραν. Ποῖον τὸ κέρδος, ὅπερ ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησεν ἐξ ὅλων τούτων; Μία μετάφρασις καὶ τρία ἐγχειρίδια, ὡς προεῖπον, διὰ τὴν χρῆσιν τῶν ἐν Πόρῳ γυμναζομένων. Ἐδαπανήθησαν, κύριοι Βουλευταί, περίπου 630,000 δραχμῶν διὰ μισθοὺς καὶ ἐπιμίσθια τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ποσόν, μὲ τὸ ὁποῖον τὸ Ἔθνος ἤθελεν ἀποκτήσει ἓν καλὸν ἱστιοφόρον πλοῖον πρὸς γύμνασιν τῶν ἐκ τῆς Σχολῆς ἐξερχομένων δοκίμων καὶ τῶν κατατασσομένων κληρωτῶν. Ὅτι δὲ οὐδὲν ἀγαθὸν μέχρι τοῦδε παρήχθη, βεβαιοῦται ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν ἐκθέσεων τῶν κυβερνητῶν πρὸς τοὺς μοιράρχους, καὶ τούτων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ εἰς οὐδὲν τούτων δίδει προσοχὴν ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν, ἐξαντλεῖ ὅμως πάσας τὰς δυνάμεις αὑτῆς διὰ τὸ κόμμα της. Καὶ ὡς ἐπιδόρπιον φέρω παράδειγμα λίαν περίεργον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔπεμψεν ἐσφραγισμένην διαταγὴν πρὸς τὸν κυβερνήτην τοῦ πλοίου «Ἀφρόεσσα», διατάξας αὐτὸν νὰ τὴν ἀποσφραγίσῃ μετὰ τὴν ἔξοδόν του ἀπὸ τοῦ λιμένος Πειραιῶς. Τὶ δὲ ἐμπεριεῖχεν ἡ σπουδαιοτάτη αὕτη ἐσφραγισμένη διαταγή; Νὰ πλεύσῃ τὸ πλοῖον εἴς τινα τῶν Κυκλάδων νήσων πρὸς παραλαβὴν Βουλευτοῦ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀναγκαίου διὰ τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς!
§85ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὴν εἴδατε τὴν διαταγήν; Μὴ λέγετε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἴδατε, κύριε Βουλευτά.
§86Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐὰν ἠδυνάμην, ἤθελον συστήσει ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν περὶ τούτου· διότι ἐπὶ τοσοῦτον ἐξευτελίζονται αἱ δι’ ἄλλον προορισμὸν μυστικαὶ διαταγαὶ πάσης Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔλθῃ ἐποχή, καθ’ ἣν θὰ ἐξετασθῶσι καὶ θὰ ἀποδειχθῶσι πάντα, ὅσα ἐξέθηκα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς: Εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐσφραγισμένη διαταγὴ πρὸς τὸν κυβερνήτην τῆς «Ἀφροέσσης» ἐδόθη καὶ ἐξετελέσθη· τοῦτο δ’ ἐγένετο ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ μὴ γίνῃ γνωστὴ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ μεταφορὰ ἑνὸς συμπολιτευομένου Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ μὴ θαυμάζετε εἰς τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, διότι καὶ διὰ νυκτὸς ἐστάλη ἔκτακτος ἁμαξοστοιχία, ἵνα μεταφέρῃ ἐνταῦθα τὸν βουλευτὴν τῆς Συμπολιτεύσεως κ. Φωτήλαν. Καὶ ταῦτα πάντα διαπράττονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν τῶν κοινῶν τῆς Πολιτείας πραγμάτων, ἀλλὰ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κόμματος. Ἡ ἐν Πόρῳ Σχολὴ καταδικάζεται παρ’ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ ὡς ἀκατάλληλος νὰ παράγῃ ναύτας ἱκανοὺς, διότι κατὰ τὸν νόμον ἐπιτρέπεται νὰ κατατάσσωνται καὶ χερσαῖοι· διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐκγυμνάζωνται ἐπὶ ἱστιοφόρων πλοίων ἐν πελάγει καὶ οὐχὶ ἐν πλοίῳ δεδεμένῳ καὶ ἠγκυροβολημένῳ εἰς τὸν λιμένα Πόρου, ὅστις ὁμοιάζει μᾶλλον πρὸς λίμνην· καὶ διὰ τοῦτο αἱ ἐκθέσεις τῶν κυβερνητῶν καὶ τῶν μοιράρχων ἀναφέρουσιν, ὅτι οἱ ναῦται κατὰ τὸν πλοῦν παθαίνουσιν ἀπὸ ναυτίαν, εἰς οὐδὲν χρησιμεύοντες ἕνεκα τούτου. Κύριοι, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ ἰδίᾳ ὁ Πρωθυπουργὸς, τὰ πάντα ὑποτάσσει καὶ θυσιάζει, καὶ στρατὸν καὶ ναυτικὸν, χάριν τοῦ κόμματος, εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς αὑτοῦ συνδυασμούς. Διὰ ταῦτα, περαίνων τὸν λόγον, παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων, οὐχὶ νὰ πεισθῶσιν εἰς τὰς πικρὰς ἀληθείας, ἃς ὑπέβαλον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ στρέψωσι τὸ βλέμμα αὐτῶν πρὸς τὴν φωνὴν τῶν πραγμάτων, ἥτις λέγει ἡμῖν: Μὴ διὰ τῆς ψήφου σας ἀναλάβητε ἁμαρτήματα ἄλλων, μὴ διὰ τούτων θελήσητε ν’ ἀκολουθήσητε τὸ παράδειγμα τοῦ ἀρχαίου Ἡροστράτου, ὅστις διὰ τῆς καταστροφῆς ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ ὄνομα εἰς τὴν ἱστορίαν, ἀλλ’ ἀκούσατε τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς σας καὶ τῶν ἐκλογέων σας, πρὸς βελτίωσιν τῶν κοινῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Ἀγωνίσθητε, ὅπως συμπήξητε ἐθνικὰς δυνάμεις, ἱκανὰς νὰ ὑποστηρίξωσι καὶ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὰ ἐθνικὰ δίκαια ἡμῶν.
§87ΚΑΝΑΡΗΣ. Καθῆκον ἔχω, ὡς ἀντιπρόσωπος ναυτικοῦ διαμερίσματος, τοῦ ὁποίου πολλὰ μέλη ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ Βασιλικῷ Ναυτικῷ, νὰ μετάσχω τῆς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀργολίδος προκληθείσης συζητήσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὰς οὐσιώδεις ἀσυμφωνίας, ἃς περιέχουσι τὰ διάφορα Μητρῷα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Πρὸ τούτου ὅμως νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐκθέσω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν συνετάχθη τὸ πρῶτον Μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ κατὰ τὸ ἔτος 1861 Ὑπουργὸς ἐζητήσατο, ὅπως πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας δηλώσωσι τὴν ἡλικίαν αὑτῶν, τοῦτο δὲ, διότι κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον εἶχε συστηθῆ τὸ Ναυτοδικεῖον, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη, κατὰ τὸν νόμον, ὤφειλον νὰ λαμβάνωνται ἐξ ἀξιωματικῶν ὡρισμένης ἡλικίας. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων τούτων δηλώσεων συνετάχθη κατὰ τὸ 1873 τὸ πρῶτον Μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ καὶ εἰς ὃ οὐ μόνον ἐσημειώθη ἡ ἡλικία αὐτῶν ἐπακριβῶς, ἀλλὰ καὶ αἱ κατὰ καιροὺς ὑπηρεσίαι. Οὐδόλως δ’ εἶναι ἀκριβὲς τὸ ῥηθὲν χθὲς, ὅτι ἐκ πληροφοριῶν ὅλως ἀνεπισήμων συνετάχθη τὸ Μητρῷον τοῦτο. Διὰ νὰ ἀποδειχθῇ δὲ ἡ ἀλήθεια, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πρωτοτύπους δηλώσεις τῶν ἀξιωματικῶν, τὰς ὁποίας εὐχερῶς δύναται νὰ φέρῃ, διότι ἅπασαί εἰσι δεδεμέναι εἰς ἴδιον τεῦχος. Δὲν εἶχεν εἰσέτι ἀναφανῆ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οἱ δὲ πρὸ τούτου διοικήσαντες τὸν τόπον, ἄνδρες ὀπισθοδρομικοὶ, δὲν εἶχον σκεφθῆ περὶ τῆς γενικῆς τοῦ Ἔθνους ἀναμορφώσεως. Ἀνεφάνη ὁ ἀναμορφωτὴς καὶ μεταξὺ τῶν πρώτων ἀνεμόρφωσε τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἡ ἀναμορφωτικὴ ἐργασία ἔφερε μετὰ τῶν ἄλλων καὶ τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ 1882. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τούτου ἐκρίθη ἀναγκαία καὶ ἡ ἀφομοίωσις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ὅπως ὑπὸ τὴν πρόφασιν ταύτην δημιουργηθῇ περίστασις προστασίας ἀξιωματικῶν εὐνοουμένων. Ὅθεν, καίπερ ὑπάρχοντος, ὡς προεῖπον, ἐπισήμου Μητρῴου, στηριζομένου εἰς ἐγγράφους δηλώσεις τῶν ἐνδιαφερομένων, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς νέας δηλώσεις τῆς ἡλικίας των. Ὅταν προσαχθῇ τὸ τεῦχος ἐκεῖνο, ὅπερ ἐζήτησα, θὰ ἴδητε ὅτι ὀλίγιστοι τῶν ἀξιωματικῶν ἐδήλωσαν τὴν ἡλικίαν ἐκείνην, ἣν ἀρχικῶς εἶχον δηλώσει εἰλικρινῶς, ὡς μὴ ἔχοντες τότε οὐδὲν συμφέρον νὰ τὴν ἀποκρύψωσι. Πάντες πρὸ τοῦ φάσματος τοῦ νόμου τούτου ἐπεζήτησαν νὰ σωθῶσι, καὶ τὸ κατώρθωσαν, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος εἶχε τὴν ἀγαθότητα νὰ συντάξῃ νέον Μητρῷον τοῦ ἔτους 1883 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων δηλώσεων, τῶν ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν συμφέροντος γενομένων. Ἂν δὲ παραβάλητε τοῦτο πρὸς τὸ τοῦ 1887, θὰ εὕρητε πλείστας διαφορὰς δηλώσεων τῶν ἡλικιῶν τινων ἀξιωματικῶν. Ὅταν δ’ ἐπεψηφίσθη κατὰ τὸ ἔτος 1888 καὶ ἐν τῷ Ναυτικῷ ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ὡρίζετο ἐν αὐτῷ ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1889, παρετηρήθη καὶ πάλιν παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων, ὅτι καὶ τὸ Μητρῷον τοῦτο δὲν ἦτο ὠφέλιμον δι’ αὐτούς, ἔδει νὰ μεταβληθῇ, καὶ μετεβλήθη, ὡς ἐπιπολαία παρατήρησις τῶν Μητρῴων τούτων δύναται πάντα νὰ πείσῃ. Καὶ τὰ τέσσαρα ταῦτα Μητρῷα οὐδόλως συμφωνοῦσι πρὸς ἄλληλα εἰς τὸ σπουδαιότερον μέρος, τὸ τῆς ἡλικίας, ἥτις κανονίζει τὴν θέσιν τῶν ἀξιωματικῶν, τὰ πρὸς σύνταξιν εἰς βάρος τοῦ Κράτους δικαιώματα καὶ τὴν ἀνάγκην τῶν προβιβασμῶν. Τούτων δὲ οὕτως ἐχόντων, κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς ἐρωτῶ, πῶς ἐξετελέσατε τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἀφοῦ εἴχετε ὑπ’ ὄψιν σας οὐχὶ ἓν, ἀλλὰ τέσσαρα διάφορα Μητρῷα; Πῶς δὲ, ἐκτελοῦντες τὸν νόμον τοῦτον, δὲν εἴχετε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένα; Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου τούτου, βάσις πρὸς ὁρισμὸν τῆς ἡλικίας τῶν πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τούτου ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν ἤθελον χρησιμεύσει τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν κρατούμενα Μητρῷα τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς ἃ ἐσημειώθη ἡ ἡλικία των, εἴτε συμφώνως ταῖς γενομέναις μετὰ τὴν κατάταξίν των πρώταις δηλώσεσιν, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων πιστοποιητικῶν. Τὸ κείμενον τοῦ νόμου τούτου σᾶς ἐπέβαλλε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως τὴν πρώτην δήλωσιν τῆς ἡλικίας θεωρήσητε ὡς ἀνεπίδεκτον πάσης ἀμφισβητήσεως, πᾶσαν δὲ ἄλλην, μεταγενεστέρως γενομένην, ὡς ἀποῤῥιπτέαν, ἂν μὴ ἐστηρίζετο εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα. Συνεπῶς τὸ μόνον Μητρῷον, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἔχητε ὡς βάσιν, ἐκτελοῦντες τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἦτο τὸ παλαιὸν, τὸ πρῶτον, τοῦ 1873, ὅπερ, συνταχθὲν εἰς ἐποχὴν μεμακρυσμένην τοῦ εἰρημένου νόμου καὶ χρησιμεῦσαν εἰς ὅλας τὰς ἔκτοτε γενομένας ἐπισήμους πράξεις, ἔλαβε νόμιμον κῦρος. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, ἂν ἠδικήθη ἀξιωματικός τις ὡς ἐκ τῆς ἀταξίας ταύτης, ἂς προσφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἐρωτῶ αὐτὸν, εἰς ποῖον Δικαστήριον νὰ καταφύγῃ; τὸ Ἀναθεωρητικόν; Ἀλλ’ ἀγνοεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον ὡς δικασταὶ λαμβάνουσι μέρος ἐκεῖνοι οἵτινες πρωτίστως ἐκ τῆς ἀταξίας ταύτης ὠφελήθησαν; Ἀλλ’ ἐφροντίσατε, οὐδεὶς οὐδεμίαν νὰ ἐγείρῃ ἀξίωσιν, διὰ τῆς ἀπονομῆς δύο βαθμῶν εἰς διάστημα χρονικὸν τριῶν μηνῶν, καὶ οὕτω περὶ πάντων ἐπρονοήσατε καὶ τοὺς πάντας ἱκανοποιήσατε. Καὶ ταῦτα πάντα πράξαντες, ἐστερήσατε τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν ἱκανῶν καὶ πρακτικῶν ναυτικῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες δὲν κατασκευάζονται προχείρως, καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐβαρύνατε μὲ μεγάλας συντάξεις. Καίπερ παρακαθήμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐδέποτε ὡμίλησα περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων, διότι ἐπίστευον, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει τέλος πάντων ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἁρμοδιώτεροι, ἀναλαμβάνοντες τὴν διοίκησιν τοῦ Ναυτικοῦ, ἤθελον μεριμνήσει περὶ τῆς πραγματικῆς ἀνορθώσεως τοῦ κλάδου, ὅστις πάντοτε διὰ τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρξεν ἀληθὴς ἄγκυρα σωτηρίας, ἐν δὲ τῷ μέλλοντι νὰ δύναται ἐπὶ τούτου ἀσφαλῶς νὰ στηριχθῇ πᾶσα ἐθνικὴ ἐνέργεια.
§88Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου χρεωστῶ νὰ λάβω τὸν λόγον· ἀλλὰ πρὸ πάντων νομίζω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀξία ἐξετάσεως ἐπισταμένης, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ συζητηθῇ μετὰ τὸ πέρας αὐτοῦ. Τότε νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε δύναμαι νὰ προβάλω παρατηρήσεις τινὰς, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως ὁδηγηθῇ νὰ συλλέξῃ τὰς πληροφορίας ἐκείνας, τῶν ὁποίων θέλει παρασταθῆ ἀνάγκη κατὰ τὴν συζήτησιν, περὶ ἧς ὁ λόγος. Ἠρεύνησα πρὸ μικροῦ τὰ διάφορα Μητρῷα, τῶν ὁποίων ἐποιήσατο μνείαν ὁ κ. Γεωργαντᾶς, καὶ εὗρον ἐν αὐτοῖς ἀληθῶς διαφορὰν ἐπὶ τῆς ἡλικίας διαφόρων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἐμνημονεύθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄργους. Καὶ ἐν πρώτοις εὗρον, ὅτι ὑπάρχουσι τρία Μητρῷα καὶ ἓν φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον φυλλάδιον, ἐνῷ προώριστο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κατάλογός τις τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ κυρίων ἀξιωματικῶν, περιέλαβεν ὅμως μίαν στήλην, περιέχουσαν πληροφορίας, μὴ ἀναγκαίας πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν τὸ φυλλάδιον ἐξεδόθη, στήλην πολυτελείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ μνημονεύεται ἡ ἡλικία τῶν ἀξιωματικῶν τούτων. Λέγω ὅτι ἡ στήλη αὕτη ἦτο στήλη πολυτελείας διὰ τὸ φυλλάδιον τοῦτο, διότι τὴν μὲν ἡλικίαν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων ἠδύναντο οἱ θέλοντες νὰ εὕρωσιν ἐν τοῖς Μητρῴοις, ἂν δὲ περιελάμβανον αὐτὴν ἄνευ ἀνάγκης καὶ ἐν τῷ φυλλαδίῳ, ἠδύνατο νὰ μὴ εὑρεθῇ σημειωμένη ἐν τῷ φυλλαδίῳ τούτῳ ἡ ἡλικία, ὅση ὑπάρχει σημειωμένη ἐν τοῖς Μητρῴοις. Καὶ ὄντως τοῦτο συνέβη, διότι ἀναφυλλήσας εὗρον, ὅτι ἐν τῷ περὶ οὗ ὁ λόγος φυλλαδίῳ τοῦ 1889 ἀξιωματικῶν τινων ἡ ἡλικία δὲν εἶχε σημειωθῆ ἡ αὐτὴ, οἵα εἶχε σημειωθῆ ἐν τοῖς τρισὶ προηγουμένοις Μητρῴοις, ἀλλὰ διάφορος. Τὰ τρία προηγούμενα Μητρῷά εἰσι τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1872, τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1883 καὶ τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1887, πλὴν δὲ τῶν τριῶν τούτων Μητρῴων ὑπάρχει καὶ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος φυλλάδιον, ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1889. Εἶναι τάχα τοῦτο κατάλογος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ; Ἀλλὰ διατὶ περιέλαβε καὶ στήλην, ἐν τῇ ὁποίᾳ σημειοῦται ἡ ἡλικία αὐτῶν; Ἐὰν δ’ ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ ὁ κατάλογος οὗτος καὶ σημείωσιν τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, διατὶ δὲν ἐλήφθη φροντὶς, ἵνα σημειωθῇ καὶ ἐν αὐτῇ ἡ αὐτὴ ἡλικία αὐτῶν, ἥτις ἐσημειώθη ἐν τοῖς τρισὶ προμνημονευθεῖσι Μητρῴοις; Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ φυλλαδίου. Ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς Μητρῴοις, ὧν ἐμνήσθην, δὲν σημειοῦται ἡ αὐτὴ ἡλικία διαφόρων ἀξιωματικῶν, οὐ μόνον ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Γεωργαντᾶς, ἀλλὰ καὶ ἄλλων. Οὕτως εὗρον, ὅτι ὁ ἀντιπλοίαρχος κ. Ῥάϊνεκ, ἐν μὲν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1872 σημειοῦται, ὅτι ἐγεννήθη κατὰ τὸ 1831, καὶ ἐν τῷ Μητρῴῳ δὲ τοῦ 1883, τῷ ἐκδοθέντι μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, σημειοῦται μὲ τὸ αὐτὸ ἔτος γεννήσεως, ἐν τῷ Μητρῴῳ ὅμως τοῦ 1887 σημειοῦται, ὅτι ἐγεννήθη τὸ 1834, κατὰ τὸ 1834 δ’ ὡσαύτως σημειοῦται ὅτι ἐγεννήθη καὶ ἐν τῷ φυλλαδίῳ τοῦ 1889. Ὅτι ὁ κ. Ν. Βῶκος, ἐν μὲν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1872 σημειοῦται γεννηθεὶς κατὰ τὸ 1828, κατὰ τὸ αὐτὸ δ’ ἔτος σημειοῦται ὡς γεννηθεὶς καὶ ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1883, ἀλλ’ ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1887 σημειοῦται γεννηθεὶς κατὰ τὸ 1831, καὶ ἐν τῷ φυλλαδίῳ τοῦ 1889 σημειοῦται γεννηθεὶς κατὰ τὸ 1833. Καὶ ὅτι καὶ ὁ ἀξιωματικὸς κ. Θερμησιώτης σημειοῦται γεννηθεὶς, ἐν μὲν τῷ μητρῴῳ τοῦ 1872 κατὰ τὸ 1829, ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1883 κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος, ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1887 κατὰ τὸ 1831, καὶ ἐν τῷ φυλλαδίῳ τοῦ 1889 κατὰ τὸ 1835. Καὶ ἐπὶ τῆς ἡλικίας ἄλλου ἀξιωματικοῦ, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσεν ὁ φίλος μου κ. Γεωργαντᾶς, τοῦ κ. Ἠλία Κανελλοπούλου, ὑπάρχουσι διαφοραί. Εὑρίσκω, ὅτι ἐν τῷ ἀρχικῷ Μητρῴῳ, ἀντίτυπον τοῦ ὁποίου ἔχω ἐν χερσὶν, εἶναι δὲ τοῦτο τὸ ἐν τῇ βιβλιοθήκῃ τοῦ μακαρίτου Ν. Δρόσου, διατελέσαντος Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, σωζόμενον, σημειοῦται ὡς γεννηθεὶς κατὰ τὴν 13 Ὀκτωβρίου 1843, ἐν δὲ τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1883 σημειοῦται γεννηθεὶς τὴν 13 Ὀκτωβρίου 1844, μὲ τὴν αὐτὴν δ’ ἡλικίαν σημειοῦται καὶ ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1887 καὶ ἐν τῷ φυλλαδίῳ τοῦ 1889. Ἐν τούτοις ἕν τινι ἀντιτύπῳ τοῦ Μητρῴου τοῦ 1872 εὑρίσκω, ὅτι σημειοῦται γεννηθεὶς τὸ 1844, ἀλλὰ διὰ μελάνης μεταβεβλημένον τὸν ἀριθμὸν εἰς 1844, ἐνῷ διὰ τυπογραφικῶν χαρακτήρων ὑπῆρχεν ὁ ἀριθμὸς 1843, τὸ ἀντίτυπον δὲ τοῦτο τοῦ εἰρημένου Μητρῴου μοὶ ἐπέδειξεν ὁ φίλος μου κ. Ἄγγελος Γεωργαντᾶς. Ἐν τούτοις ἔχομεν ἀνάγκην προσέτι μιᾶς διασαφήσεως, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει λάβει σημείωσιν, ἵνα κομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ΑΛϚʹ ἐξεδόθη τὴν 22 Ἰουνίου 1882. Ὁ νόμος οὗτος, ἀφοῦ προσδιώρισε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἑκάστου βαθμοῦ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς, ἐν ἄρθρῳ 4 ἐκανόνισε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀνευρίσκεται ἡ ἡλικία τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ ἄρθρον 4 διαλαμβάνει (ἀναγινώσκει): «Ὡς βάσις πρὸς ὁρισμὸν τοῦ ὁρίου ἡλικίας χρησιμεύει τὸ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν κρατούμενον Μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν.» Ὁ νόμος ὅμως περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη τὴν 9 Ἰανουαρίου 1888 ὑπὸ τὸ στοιχεῖον ΑΧΜʹ, ὅστις ἑπόμενον ἦτο, ὅτι ἤθελε κανονίσει κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, πῶς ἀνευρίσκεται ἡ ἡλικία τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, περιέλαβε μὲν καὶ οὗτος τὸ ἄρθρον 4, ἀλλὰ τοῦτο περιέλαβε διάταξιν, ἥτις διαφέρει ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς, διότι ὁρίζει, ὅτι (ἀναγινώσκει): «ὡς βάσις πρὸς ὁρισμὸν τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν μὲν πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος νόμου ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν χρησιμεύουσι τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν κρατούμενα Μητρῷα τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς ἃ ἐσημειώθη ἡ ἡλικία των, εἴτε συμφώνως ταῖς γενομέναις μετὰ τὴν κατάταξίν των πρώταις δηλώσεσιν αὐτῶν, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει πιστοποιητικῶν ἐπισήμων.........». Ἀλλὰ γεννᾶται ἐξ αὐτοῦ ἡ ἀπορία, πῶς χρησιμεύουσι πρὸς προσδιορισμὸν τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ τὰ Μητρῷα καὶ οὐχὶ τὰ Μητρῷον; Ἐὰν τὰ Μητρῷα ἀναγράφωσιν ἐν ἑαυτοῖς τὴν αὐτὴν ἡλικίαν, δὲν εἶναι Μητρῷα ἀλλὰ Μητρῷον, ἤτοι ἓν εἰς πολλὰ ἀντίγραφα ἢ ἀπόγραφα. Ἐὰν ὅμως διαφέρωσι πρὸς ἄλληλα, τότε τίνος Μητρῴου ἡ ἡλικία θέλει ληφθῆ ὡς βάσις; Τὰ Μητρῷα ἐκεῖνα, ἐν αἷς ἡ ἐγγραφὴ δὲν ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει δηλώσεως, μετὰ τὴν κατάταξιν ὑποβληθείσης, δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ τὸ Μητρῷον τοῦ 1872 δὲν ἐγένετο μόνον ἐπὶ τῇ βάσει δηλώσεως, ἀλλὰ, κατὰ τὴν ἐπιγραφὴν αὐτοῦ, τυγχάνει περιβεβλημένον καὶ δι’ ἄλλου κύρους μεγαλειτέρου, διότι κατὰ τὴν ἐπιγραφὴν αὐτοῦ εἶναι Μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, συνταχθὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ Διευθυντηρίῳ τοῦ Ναυστάθμου κρατουμένων βιβλίων. Καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ Μητρῷον, χθὲς, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ αὐτοῦ, ἤκουσα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν λέγοντα, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐπισημότητα, διότι δὲν ὑπάρχουσι βιβλία ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Ἀλλὰ ποίαν ἔχει σημασίαν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πλέον βιβλία ἐν τῷ Ναυστάθμῳ; Ἐνδεχόμενον τὰ βιβλία ἐκ τοῦ Ναυστάθμου νὰ ὑπεξῃρέθησαν ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον συμφέρον νὰ μὴ ὑπάρχωσι ταῦτα. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπεξῃρέθησαν τὰ βιβλία ταῦτα ἀπὸ τοῦ Ναυστάθμου, νομίζετε, ὅτι ἐλαττοῦται τὸ κῦρος βιβλίου, φέροντος τοιαύτην ἐπιγραφήν; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἐπροτάθησαν δισταγμοὶ, ἰσχυρισθέντων τινῶν ἀξιωματικῶν, ὅτι ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ Ὑπουργείου ἡ ἐγγραφὴ τῆς ἡλικίας αὐτῶν ἐγένετο πεπλανημένως, καὶ ἐστήριζον τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτῶν εἰς ἔγγραφα ἄλλα, τῶν ὁποίων τὸ κῦρος ἦτο ἀναντίῤῥητον, εἰς τὸ Μητρῷον π. χ. τοῦ σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον καταταχθῆ. Ἐκ τούτου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐφρόντισε καὶ ἐξεδόθη νόμος, ὁ ὁποῖος παρέχει πλῆρες τὸ κῦρος εἰς τὸ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Μητρῷον καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις, πλὴν δύο, ἤτοι πλὴν τῆς περιστάσεως, καθ’ ἣν τὸ βιβλίον τοῦ σώματος ἀναγράφει ἡλικίαν διάφορον, καὶ δεύτερον, ὅταν ἐξ ἐπισήμων ληξαρχικῶν πράξεων ἐβεβαιοῦτο τοῦτο. Ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ δὲν εὑρίσκω διατάξεις τοιαύτας πρὸς κανονισμὸν τῶν ἀφορώντων τὸ Μητρῷον, ἂν δὲ δὲν κρίνητε ἐν ταῖς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου αὐθαιρεσίαν τοῦ συντάξαντος τὸν νόμον, βεβαίως εὑρίσκετε τοσαύτην ἀκηδίαν, ὥστε νὰ ὑπολαμβάνηται αὕτη ὡς αὐθαιρεσία. Ἐπὶ τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ διατάξῃ τὰ γραφεῖα, ὅπως συλλέξωσι τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀνωτέρω ἀνέφερα, ἵνα δυνηθῶμεν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§89ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Βεβαίως θέλω ἀσχοληθῆ, ἵνα ζητήσω τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας, καὶ θέλω λάβει μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ διεξαχθῇ κατὰ τὴν ἡμέραν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας προσδιώρισεν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχω ἀπὸ τοῦδε νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τινὰ τῶν λεχθέντων κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ Μητρῷον τοῦ 1872 φέρει χαρακτῆρα ἐπίσημον, ὡς ἐκ τῆς σημειώσεως, τὴν ὁποίαν παρετήρησε καὶ ἀνέγνωσεν. Ἔχω καθῆκον, ἵνα ποιήσωμαι τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι, ἐνῷ τὸ Μητρῷον ἐκεῖνο λέγει ὅτι συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ Διευθυντηρίῳ τοῦ Ναυστάθμου τηρουμένων βιβλίων, καὶ ἐγὼ δι’ ἐγγράφου ἀπὸ 27 Φεβρουαρίου 1889 ἀπηύθυνα εἰς τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν: «Πληροφορήσατε τὸ Ὑπουργεῖον τάχιστα, ἐὰν ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Ναυστάθμου σημειοῦται ἡ ἡλικία τῶν ἀξιωματικῶν», τὸ Διευθυντήριον ἀπήντησεν: «Εἰς ἀπάντησιν τῆς διαταγῆς σας ἀναφέρω, ὅτι ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Ναυστάθμου δὲν ἀναφέρεται ἡ ἡλικία τῶν ἀξιωματικῶν.» Ἑπομένως εἰς τὰ βιβλία τοῦ Ναυστάθμου δὲν ὑπάρχει οὐδεμία σημείωσις περὶ τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, ἄλλως τε τὰ βιβλία ταῦτα ὑπάρχουσι σήμερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ θέλω καταθέσει ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ἐξετάσει ταῦτα. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, πῶς ὑπάρχει ἡ σημείωσις αὕτη; Ἰδοὺ πῶς ὑπάρχει. Διότι ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Ναυστάθμου ὑπάρχουσιν ἀκριβέστατα ὅλα τ’ ἀφορῶντα τὴν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ οὐδεμία ἀναγραφὴ περὶ τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν ὑπάρχει. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ἐπιγραφῆς τοῦ Μητρώου αὐτοῦ ἠθελήσατε νὰ ἀρυσθῆτε, καταδεικνύει, ὅτι οὐδεμίαν αὐθεντίαν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ πρῶτον Μητρῷον. Εἶναι ὅμως ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω ὅλα τὰ λεχθέντα περὶ Μητρώων. Κατὰ τὸ 1861 προσεκλήθησαν ἅπαντες οἱ ἀξιωματικοί, ὅπως δηλώσωσι τὰς ἡλικίας αὐτῶν, καὶ τοῦτο, διότι ὁ νόμος περὶ Ναυτοδικείων εἶχε ψηφισθῆ καὶ ὥριζεν ἡλικίαν διὰ τοὺς ναυτοδίκας. Κατὰ τὸ 1873 νέα πρόσκλησις ἐγένετο, οὐχὶ πρὸς ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλ’ ὀνομαστὶ πρός τινας ἐξ αὐτῶν, τῇ βάσει δὲ τῶν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ὑπαρχόντων βιβλίων καὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων αὐτῶν συνετάχθη τὸ Μητρῷον. Τὸ Μητρῷον τοῦτο δὲν συνετάχθη τῇ βάσει βιβλίων τοῦ Ναυστάθμου αὐθεντικῶν. Κατὰ τὸ 1883 ἐγένετο ἀνατύπωσις τοῦ Μητρώου τοῦ 1873, ἐξάγεται δὲ τοῦτο ἐκ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Τομπάζη, ὅπερ λέγει: «Προκειμένου νὰ ἀνατυπωθῇ κτλ.» Ἀπήντησαν οἱ ἀξιωματικοὶ ἅπαντες εἰς τὴν πρόσκλησιν αὐτήν, καὶ οἱ μὲν εἶπον, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ, ὡς ἔχει, εἶναι ὀρθὴ, ἄλλοι δὲ ὑπέβαλον τὰς παρατηρήσεις των ὡς πρὸς τὴν ἐγγραφὴν αὐτῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν καὶ τῶν δηλώσεων αὐτῶν συνετάχθη ἀργότερον τὸ Μητρῷον τοῦ 1887.
§90Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ τοῦ 1883.
§91ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ τοῦ 1883 ἐτυπώθη πρὶν ἢ γίνῃ ἡ ἐγκύκλιος αὕτη, διότι ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἀναφέρεται τοῦ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους τούτου Μητρώου.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόθεν λοιπὸν προέρχεται, ἀφοῦ τὸ Μητρῷον τὸ τετυπωμένον εἰς φυλλάδια καὶ δηλοῦν, ὅτι ἐξετυπώθη τὸ 1883, εἶναι ἁπλῆ μετατύπωσις τοῦ Μητρώου τοῦ 1872, πόθεν προέρχεται ἡ διαφορὰ εἰς τὴν χρονολογίαν τῆς γεννήσεως τοῦ πλωτάρχου κ. Κανελλοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐν μὲν τῷ Μητρώῳ τούτῳ ἀνεγράφη, ὅτι ἐγεννήθη τῇ 13 Ὀκτωβρίου 1843, ἐν δὲ τῷ μετατυπωθέντι, ὅτι ἐγεννήθη τῇ 13 Ὀκτωβρίου 1844;
§93ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ζητεῖτε παρ’ ἡμῶν κἄτι τι, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω ἐγώ. Λέγω μόνον, ὅτι αἱ δηλώσεις ὅλαι, ὅσαι ὑπῆρχον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀποτελοῦσιν ἓν βιβλίον, εἶναι δεδεμέναι, καὶ δὲν εἶναι μόναι αἱ τοῦ 1872, ἀλλ’ ὅλαι αἱ δηλώσεις, ὅσαι ὑπῆρχον ἐκεῖ. Ἐρωτῶ τώρα τὴν Βουλήν, τί εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς ἐνώπιόν του; Εἶχεν ἓν ἔντυπον Μητρῷον, τοῦ ὁποίου τὸ πρωτότυπον δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὑπῆρχον μόνον αἱ δηλώσεις, τῇ βάσει τῶν ὁποίων συνετάχθη τὸ Μητρῷον τοῦ 1887. Αἱ δηλώσεις αὗται εἶναι δηλώσεις τοῦ 1861, δηλώσεις τοῦ 1872, δηλώσεις τοῦ 1883· ὅπου ὑπῆρχον δύο ἢ πλείονες δηλώσεις, ἀναγραφὴ ἐγένετο τῇ βάσει τῆς ἀρχαιοτέρας δηλώσεως.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφίνω ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἤτοι ἐὰν ἡ ἔλλειψις τῶν δηλώσεων περὶ τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1872 τῆς ἡλικίας αὐτῶν, ἐὰν ἡ ἔλλειψις αὕτη ἀφαιρῇ ἢ μειόνῃ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον τὸ Μητρῷον τοῦ 1872 φέρει. Εἴπατε, ὅτι τὸ Μητρῷον τοῦτο κατηρτίσθη ἐκ δύο στοιχείων, ἐκ τῶν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ βιβλίων ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς κατατάξεως, ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ἡλικίαν αὐτῶν, ἐκ τῶν δηλώσεων, ἢ ἐκ τῶν πληροφοριῶν δι’ ὅσους δὲν ἐδήλωσαν. Ὁ Ὑπουργὸς λοιπὸν τοῦ 1883 δὲν εἶχε πεποίθησιν εἰς τὸ Μητρῷον τοῦτο, καὶ προέβη εἰς μελέτην, διὰ νὰ συντάξῃ ἓν Μητρῷον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ κῦρος. Τί ἔπραξε; Προσεκάλεσε τοὺς ἀξιωματικούς, ἵνα δηλώσωσι τὴν ἡλικίαν των, καὶ εὐθὺς ὡς ἔλαβε τὰς δηλώσεις αὐτάς, συνέταξε τὸ Μητρῷον τοῦ 1887....
§95ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅπου δὲν ὑπῆρχον παλαιαὶ δηλώσεις.
§96ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω πότε ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἔθνους θέλει ἐκπληρωθῆ, ἵνα ἀντικατασταθῆτε ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ, ἐὰν δὲν ἤθελεν ἐκπληρωθῆ ἐπ’ ἄπειρον, δὲν γνωρίζω πότε ὁ Ὕψιστος θέλει εὐδοκήσει νὰ σᾶς μετακαλέσῃ εἰς τὰς αἰωνίους μονὰς, θέλει ἔλθει ὅμως ἡμέρα, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἦσθε πλέον Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν θέλουσιν εὑρεθῆ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπεξαιρέσωσι τὰς δηλώσεις, καὶ τότε θέλει εὑρεθῆ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος θέλει εἰπεῖ, ὅτι συντάσσει νέον Μητρῷον, διότι δὲν εὑρίσκει τὰς δηλώσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων εἶχε συνταχθῆ τὸ παλαιόν.
§97ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι, ὅτε συνετάσσετο τὸ Μητρῷον τοῦτο, δὲν ἦτο ὑποχρεωμένον τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἔχῃ Μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν· ἡ πρόνοια περὶ τούτου εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1864 ἀνετέθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ σύνταξις τοῦ Μητρῴου τούτου. Ἔκτοτε δὲ ὑπῆρχε τὸ Μητρῷον, εἰς μίαν στήλην τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἡ ἡλικία, καὶ ἡ στήλη αὕτη φέρει τὴν σφραγίδα τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εὗρον Μητρῷον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Τὸ πρωτότυπον τοῦ Μητρῴου τούτου δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Φυσικώτατον πρᾶγμα· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ σᾶς ἐξαναγκάσωσι νὰ συντάξητε νέον Μητρῷον, ὑπεξήρεσαν τὸ Μητρῷον αὐτό.
§99ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε, ἐὰν ἡ Βουλὴ συζητῇ περὶ ὑπεξαιρέσεως ἐγγράφων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην· διότι, ἐὰν ἐγένετο ἡ ὑπεξαίρεσις αὕτη, ἐγένετο εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐγὼ δὲν ἤμην Ὑπουργὸς, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὸν λόγον. Τὸ συνταχθὲν ὑπ’ ἐμοῦ Μητρῷον συνετάχθη τῇ βάσει τῶν ὑπαρχουσῶν δηλώσεων, ἀλλὰ λέγετε, ὅτι ὑπεξηρέθησαν παλαιαὶ δηλώσεις· ἀλλ’ ἐὰν αὗται ὑπεξηρέθησαν, πῶς ἀφηρέθη ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου ἡ σημείωσις, ὅτι τὴν δεῖνα ἡμέραν ὑπεβλήθη ἡ δήλωσις αὕτη; Δὲν νομίζετε, ὅτι τοῦτο ἀποκλείει τὴν ὑπόθεσιν τῆς ὑπεξαιρέσεως τῶν δηλώσεων; Ἀλλὰ, ὡς προεἶπον, τὸ ζήτημα τῆς ὑπεξαιρέσεως δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἐνταῦθα. Μὲ αἰτιᾶται ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι συνέταξα τὸ Μητρῷον· συνέταξα τὸ Μητρῷον, ἵνα ἐξασφαλίσω τὰ συμφέροντα ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἐπεθύμουν νὰ βλάψωσιν αὐτὰ οἱ ὑπεξαιρέσαντες αὐτὸ τὸ Μητρῷον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἔπραξα πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν, ὅπως ἐξασφαλίσω τὰ συμφέροντα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ προστατευθῶσι, καὶ δὲν ἔπραξα τίποτε ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ προστατεύσωσι τὰ συμφέροντα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι περιέπεσαν εἰς τοιαύτην πρᾶξιν. Κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ ἔχωμεν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, καὶ θὰ ἐξετάσωμεν ἅπαντα τὰ ζητήματα.
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ τῆς συζητήσεως σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας προβάλλω ἐπὶ τῶν τελευταίων ἰσχυρισμῶν σας. Ὑμεῖς δὲν συνετάξατε τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ μὲ σκοπὸν νὰ ἀδικήσητέ τινα. Διὰ τὴν προτίμησιν ὅμως τῶν Μητρώων καὶ τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἡλικίας στηρίζεσθε εἰς τὴν γενομένην κατὰ τὴν κατάταξιν αὐτῶν πρώτην δήλωσιν· ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον ν’ ἀποκρύψωσιν ἀπὸ ὑμᾶς τὴν ἀλήθειαν, αὐτοὶ ὑπεξῄρεσαν τὰς δηλώσεις ἐκείνων, περὶ τῆς ἡλικίας τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ γένηται ἡ ἐγγραφή. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν εὕρετε τὰς δηλώσεις ἐκείνας, ποῦ θέλετε κατὰ τὸν νόμον ἀπευθυνθῆ; Θέλετε ποιήσει τὴν ἐγγραφὴν ἐπὶ τῇ βάσει πιστοποιητικῶν ἐπισήμων, ἀλλὰ ληξιαρχικαὶ πράξεις δὲν ὑπάρχουσι. Ποῖα εἶναι λοιπὸν τὰ ἐπίσημα πιστοποιητικά; Ἐπίσημον πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου Ἀρακυνθίων, ἢ ἐπίσημον πιστοποιητικὸν τοῦ πλοιάρχου τοῦ πλοίου, ἐν ᾧ ὑπηρετεῖ ὁ ἀξιωματικός; Ἐπίσημον πιστοποιητικὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, διότι τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, εἰμὴ μόνον τὸ παρεχόμενον ὑπὸ τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ὑπὸ τοῦ νόμου ἐτάχθη, ἵνα ἀντιλαμβάνηται τῶν γεγονότων, ἤτοι ἐπὶ τοῦ προκειμένου οἱ Ληξίαρχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπῆρχον. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπίσημον πιστοποιητικὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε, πῶς θέλετε βεβαιώσει τὸ γεγονός; Διὰ μόνης τῆς αὐθαιρεσίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μοὶ εἶπεν, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐγὼ λέγω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ διὰ τῆς ὑπεξαιρέσεως τῶν ἐγγράφων δηλώσεων καὶ τοῦ Μητρώου, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ δείξῃ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ καθῆκον νὰ συντάσσῃ Μητρῷον, ἢ νὰ βεβαιόνῃ τὰς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, εἰμὴ μόνον τὸ Διάταγμα περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρεται, ὅτι εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀνατίθεται ἡ φροντὶς τοῦ προσωπικοῦ, ὡς ἀνατίθεται καὶ ἡ φροντὶς νὰ κρατῇ Μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν.
§101ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Διατάγματος εἶναι ἐπίσης ὑποχρεωτικὴ, ὡς ἡ τοῦ νόμου.
§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος εἴπετε, ὅτι τὴν σύνταξιν Μητρώου ἐπιβάλλει ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ νῦν, ἀφοῦ σᾶς εἶπον, ὅτι οὐδὲν ἀναφέρει περὶ τούτου ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ μόνον τὸ Διάταγμα περὶ ἐκτελέσεως αὐτοῦ, μοὶ λέγετε, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο ἰσχύει ὡς ὁ νόμος. Ἀλλὰ ποῖά τινα διατάσσει τὸ Διάταγμα; Τὸ Διάταγμα σᾶς ἐπέβαλε νὰ συντάξητε νέα Μητρῷα; Παντάπασι. Σᾶς ἐπιβάλλει νὰ φυλάσσητε τὰ Μητρῷα καὶ νὰ ἐκδίδητε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν πιστοποιητικά. Ἠναγκάσθην νὰ ἀναγνώσω σήμερον τὸν νόμον καὶ τὸ Διάταγμα, διότι ἐλέγετε, ὅτι ὁ νόμος σᾶς ἐπέβαλε νὰ συντάξητε νέον Μητρῷον, καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα ἐπροβάλετε χθὲς τὸ ἑσπέρας καὶ εἰς τὸν ἐξ Ἄργους φίλον μου κ. Ἄγγελον Γεωργαντᾶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε προσέτι, ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις, ἐὰν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ κῦρος τὸ Μητρῷον τοῦ 1883, διότι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ πρωτότυπον. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εἶναι ἄξιον προσοχῆς. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι τινῶν Διαταγμάτων, δημοσιευθέντων διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπωλέσθησαν τὰ πρωτότυπα· τὰ Διατάγματα ταῦτα ἀπώλεσαν τάχα διὰ τοῦτο τὸ κῦρος αὐτῶν; Ἔχει ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος σπουδαιότητά τινα;
§103ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως εἶναι σπουδαῖον, διότι, ὅπως καὶ σεῖς παρετηρήσατε, ἐν τοῖς Μητρώοις ὑπάρχουσι διαφοραί τινες, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ παροράματα τοῦ τύπου· ἐρωτῶ, δὲν ἠδύνατο νὰ γίνωσι σφάλματα τοιαῦτα, καὶ ἑπομένως, πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ἔντυπον ἐκεῖνο ἀποτελεῖ πρωτότυπον;
§104ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσι τυπογραφικὰ παροράματα ἐν τῷ Μητρώῳ τοῦ 1872, πιθανὸν δὲ ταῦτα νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ σημειώσει τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν. Ὑποθέσατε δ’ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ὠφελοῦντο ἐκ τῆς τοιαύτης ἐσφαλμένης σημειώσεως τῆς ἡλικίας αὐτῶν, καὶ δὲν ἐζήτουν τὴν διόρθωσιν. Δὲν ἤθελον τότε ζημιωθῆ οἱ μετ’ αὐτούς; Οὗτοι λοιπὸν θὰ παρεπονοῦντο. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1872 μέχρι τοῦδε οὐδὲν παράπονον ἠκούσθη.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§106ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμὲ νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν.
§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως θὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν ἐζήτησα νὰ ἐγγραφῶ.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Βαλσαμάκης.
§110ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡμεῖς ἐρχόμεθα ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν, ὅτι δὲν γίνεται ἀπαρτία, εἰμὴ μόνον ὅταν ἔλθωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, δὲν ἐλήφθη δὲ πρόνοια τοὐλάχιστον περὶ θερμάνσεως τῆς αἰθούσης, καὶ ἐπειδὴ εἴμεθα νήστεις, αἰσθανόμεθα περισσότερον ψῦχος.
§111ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ μᾶς ἐκβιάζωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί· δὲν ὑπολείπονται πλέον πολλοὶ, διὰ νὰ ἀγορεύσωσιν. Ὥστε δυνάμεθα νὰ ἀναβάλλωμεν δι’ αὔριον.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.