1890.02.13
1.947 στίχοι · 15.366 λέξεις · 81 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60
τῆς 13 Φεβρουαρίου 1890.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας τινὰς ἐπὶ ἐπερωτήσεως, ἥτις νομίζω, ὅτι ἔχει ἀρκετὴν σπουδαιότητα. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, προσκαλέσασα τοὺς βιομηχάνους νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν γενομένην ἔκθεσιν, προσεκάλεσε καὶ τὰς ἐν Καλάμαις ὑφαντρίας. Αὗται ἐδέχθησαν, ἀλλ’ ὑπὸ συμφωνίας τινὰς, κατὰ τὰς ὁποίας, ἐὰν δὲν ἐπωλοῦντο τὰ ἐκθέματά των, νὰ λαμβάνωσι τὸ ⅓ τῆς ἀξίας αὐτῶν, ἐὰν δὲ ἐπωλοῦντο, νὰ λαμβάνωσι τὸ ἀντίτιμον. Ὑπὸ τοιαύτας δὲ συμφωνίας ἐξετέθησαν τὰ ὑφάσματα, καὶ ὑπὸ τὰς αὐτὰς συμφωνίας ἀπεστάλησαν καὶ εἰς Παρισίους. Ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις ἔληξαν πρὸ μηνῶν, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐπεστράφη εἰς τὰς δικαιούχους οὔτε τὸ ἀντίτιμον οὔτε τὰ ἐκθέματα. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων ἀνήγγειλεν εἰς αὐτὰς, ὅτι θὰ ἐκθέσῃ τὰ ἐκθέματα εἰς λαχεῖον, ἐναντίον τῶν συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας εἶχε συνομολογήσει μετὰ τῶν ὑφαντριῶν. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, παρακαλῶ ἐξ ὀνόματος τῶν συμπολιτίδων μου τούτων νὰ διατάξῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν Ἐπιτροπὴν, ν’ ἀποτίσῃ τὴν ἀξίαν τῶν ἐκθεμάτων, καὶ ἂς κάμῃ κατόπιν αὐτὰ ὅ,τι θέλει. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐκθέσῃ λαχεῖον, πάλιν πρέπει νὰ καταβάλῃ τὸ ἀντίτιμον, διότι κατ’ αὐτὸ τὸ μακρὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ἐμεσολάβησε, τὰ ἐκθέματα ὑπέστησαν φθορὰν, καὶ δὲν ἐννοοῦσι νὰ τὰ λάβωσιν ὀπίσω, οὕτω μεταβληθέντα, αἱ ὑφάντριαι ἄνευ ἀποζημιώσεως. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει λείψει ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτὴν, καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς βιομηχανίας καὶ χάριν τοῦ δικαίου τῶν φορολογουμένων πολιτῶν.
§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν). Τὰ ἐκθέματα, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας, ἀφίκοντο ἐκ Γαλλίας τὸν παρελθόντα μῆνα, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἡ βραδύτης τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν μεταξὺ τῶν ὑφαντριῶν καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς συμφωνιῶν. Γινώσκω δὲ, δοθείσης μοι ἀφορμῆς νὰ ἐξετάσω, ὅτι εἰς τοῦτο ἤδη ἀσχολεῖται ἡ Ἐπιτροπὴ, πῶς, κανονίζουσα τὰ τοῦ λαχείου, νὰ ἐξεύρῃ τρόπον νὰ καταβάλῃ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ τιμήματος εἰς τὰς ὑφαντρίας τῶν Καλαμῶν, καὶ γινομένη οὕτω ἐντελῶς κυρία τῶν ὑφασμάτων καὶ τῶν ταπήτων, νὰ περιλάβῃ ταῦτα εἰς τὸ λαχεῖον. Ἂν θέλητε καὶ περισσοτέρας πληροφορίας, δύναμαι νὰ φέρω αὐτάς. Ἀπαντῶ εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, ἀφορῶσαν εἰς σταφιδόκαρπον ἐμπόρου τινὸς ἐκ Καλαμῶν, τοῦ κ. Ν. Κομινάκη. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶχεν ἐξετασθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ ἀναφορᾷ τοῦ εἰρημένου ἐμπόρου. Εἶχε δὲ δοθῆ παραγγελία εἰς τὴν ἐν Πετρουπόλει Πρεσβείαν, ὅπως ὑπερασπισθῇ τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἐμπόρου, ὅστις φαίνεται, ὅτι εἶχε δίκαιον. Ἡ ἀπάντησις τῆς Πρεσβείας ἦτο, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη παρεπέμφθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπεφάνθη μέχρι τοῦδε. Ταύτην ἀνεκοίνωσα διὰ τοῦ Δημάρχου εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον. Ἔκτοτε δὲν ἔχω νεωτέραν εἴδησιν· ὅταν δὲ λάβωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ῥωσσικοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, θέλομεν ἀνακοινώσει αὐτήν. Ἐκπληρῶν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκα ἐπὶ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Καραπάνου, καταθέτω διαφόρους ἀνακοινώσεις, ἀνταλλαγείσας μεταξὺ τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Πολιτικοῦ Πράκτορος τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰγύπτου, περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς παρατάσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων ἐπὶ τετραετίαν, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς πενταετίας, καὶ ἑτέρων τινῶν ζητημάτων.
§3ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν γίνονται θέματα πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, καὶ τοιαῦτα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν. Ταῦτα λέγω, ἵνα μὴ παρεξηγηθῇ ἐπανάληψις, τὴν ὁποίαν θέλω κάμει ἐπὶ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους καὶ κατ’ αὐτὴν πολλάκις ὡμίλησα. Ἐλήφθησαν εἰδήσεις λυπηρόταται ἐκ Φεζὰν περὶ τῶν τελευταίων, οὕτως εἰπεῖν, ἡμερῶν τῶν ἀτυχῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, τῶν καθηγητῶν Φιλιππίδου καὶ Πασχίδου. Ἀγνοῶ ἐὰν ταύτην τὴν στιγμὴν ζῶσιν, ἀλλὰ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγράφοντο ἐκ Τριπόλεως αἱ εἰδήσεις αὗται, οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι διέτρεχον τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς μακρᾶς αὐτῶν ἀγωνίας, σχεδὸν ψυχοῤῥαγοῦντες. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι συμπολῖται ἡμῶν εὑρίσκωνται εἰς Φεζὰν ἐξόριστοι, ἀκριβῶς δὲν γνωρίζομεν ποῦ εὑρίσκονται. Διότι, ὡς γινώσκετε, τὸ Φεζὰν εἶναι ἀπέραντος ἔρημος, ἐκτάσεως περίπου 178,000 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων, ποικιλλομένη ὑπὸ πολλῶν ὀάσεων, ἐξ ὧν κυριωτέρα εἶναι ἡ ὄασις Μουρζοὺκ, ἥτις εἶναι καὶ ἡ πρωτεύουσα τῆς χώρας. Καὶ διὰ νὰ σᾶς δώσω μίαν ἰδέαν τῆς ἀγωνίας, εἰς ἣν εὑρίσκονται οἱ ἀτυχεῖς ἐξόριστοι, ἀρκεῖ νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι ἡ θερμοκρασία τῆς χώρας ἐκείνης ὑπὸ σκιὰν κυμαίνεται μεταξὺ 560 ἕως 600 τοῦ ἑκατονταβαθμίου. Ἐννοεῖτε ὅτι οἱ δυστυχεῖς οὗτοι εἶναι ἀντικείμενον βαρβαρότητος μᾶλλον, παρὰ περιποιήσεως. Γνωστὴ εἶναι ἡ ἀγριότης τῶν μουσουλμανικῶν πληθυσμῶν τῆς βορείας Ἀφρικῆς. Ἡ ἀπόστασις τῆς ὀάσεως Μουρζοὺκ, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἐν αὐτῇ εὑρίσκονται καὶ ὄχι εἰς μίαν τῶν ἄλλων ὀάσεων, ὧν τινες ἀπέχουσι περισσότερον ἀπὸ τῆς Τριπόλεως, ἡ ἀπόστασις τῆς ὀάσεως Μουρζοὺκ ἀπὸ τὴν Τρίπολιν εἶναι ὀκτακόσια χιλιόμετρα, ἣν διατρέχουσι τὰ καραβάνια ἐν διαστήματι εἴκοσιν ἡμερῶν. Οἱ συμπατριῶταί μας λοιπὸν εὑρίσκονται ἐντὸς καμίνου, παραδεδομένοι εἰς τὴν περιποίησιν τῶν Ἀφρικανῶν Μωαμεθανῶν. Ἀπό τινος χρόνου ἡ Πύλη εὗρε τοῦτο τὸ μέσον τῆς τιμωρίας, ἐξορίζουσα τοὺς πολιτικοὺς καταδίκους εἰς χώρας ἀποκέντρους, εἴτε ἐν Ἀφρικῇ, εἴτε ἐν Ἀσίᾳ, ἐπὶ σκοπῷ ἐξοντώσεως, ἵνα μὴ εἴπω πολιτικῆς δολοφονίας, καὶ ὅπως ἀποσπᾷ τούτους ἀπὸ τὰ ὄμματα τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ξένων Πρέσβεων. Ὅταν λοιπὸν ἀποφασίζῃ ἡ Πύλη νὰ τιμωρήσῃ διὰ θανάτου τοὺς πολιτικοὺς ἐχθρούς της, τοὺς μεταφέρει εἰς τὰς φλογερὰς αὐτὰς καμίνους, τὰς ὁποίους ἐν ὀλίγοις σᾶς περιέγραψα. Ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι σκοπὸς τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον κάμνω περὶ τῶν ἀτυχῶν τούτων, οὐδόλως εἶναι ἀντιπολιτευτικὸς, οὐδ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ ἤδη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετῆλθε πᾶν μέσον πρὸς σωτηρίαν αὐτῶν, ἀλλ’ ἀπέτυχε. Τοῦτο βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς βάρος αὐτῆς. Ὁ κ. Μαυροκορδάτος εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τοιαύτας ἔχω ἰδιαιτέρας πληροφορίας· ἑπομένως δὲν ἐλέγχω τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ταῖς ἐνεργείαις αὐτῆς. Πλὴν καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην βλέπω τὴν ἀδυναμίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ.
§4ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποία εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἀδυναμίας ταύτης;
§5ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Περὶ τούτου δὲν ἔχω νὰ ἀσχοληθῶ ἤδη. Ἐξέφρασα τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς τὰς περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἀγορεύσεις μου ἐν ταῖς συζητήσεσι περὶ τῶν Κρητικῶν καὶ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀτυχῶν ἐξορίστων, εἶναι, ὅτι πρέπει καὶ αὖθις νὰ πιστοποιηθῇ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δὲν ἔμενεν ἀπαθὴς εἰς τὰ δεινὰ τῶν συμπολιτῶν τούτων, ὅτι ἐπανειλημμένως ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ αὐτῶν.
§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης φέρω συμπλήρωσιν διὰ τῶν ἑξῆς παρατηρήσεων, ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Τυπάλδος, βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἰδιαιτέρως ἔλαβεν, αἵτινες ὅμως δὲν εἶναι γνωσταὶ οὔτε εἰς ἐμὲ οὔτε εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πληροφορίας περὶ τῶν ἐνεργειῶν, αἵτινες ἐγένοντο πρὸς διάσωσιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος συμπολιτῶν ἡμῶν, κατὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης Συνόδου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ἔδιδε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἡ Βουλή, ἤθελον ζημιωθῆ αἱ ἐνέργειαι, αἵτινες κατεβάλλοντο πρὸς διάσωσιν αὐτῶν. Ὅταν δὲ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, τὴν τετάρτην, ἐζητήθησαν πάλιν πληροφορίαι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, οὗτος εἶπεν, ὅτι ἀπέχει αὖθις νὰ δώσῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας διότι πᾶν ὅ,τι ἤθελεν εἰπεῖ θέλει βλάψει τὴν ὑπόθεσιν. Ὅταν λοιπὸν ἡμεῖς ἀγνοῶμεν ἐντελῶς τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, πρῶτον ὅπως ἀποδείξῃ τὴν ἐθνικότητα τῶν δύο ἐκείνων Ἑλλήνων, καὶ δεύτερον ὅπως σώσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς καταδίκης καὶ τῆς ἐξορίας, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ φίλος κ. Τυπάλδος ἐσχημάτισε, στηριχθεὶς ἐπὶ πληροφοριῶν ἰδίων.
§7ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην, ὅτι τὰ πάντα ἐγένοντο ὡς ἔπρεπεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἁπλῶς εἶπον, ὅτι ἔλαβον πληροφορίας ἐξ ἐπιστολῆς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἐκτεταμένης, εἰς τὴν ὁποίαν τῷ ὄντι μοὶ ἐδίδοντο πληροφορίαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπ’ εὐθείας καὶ ἐμμέσως καὶ διὰ τῆς μεσιτείας ξένων ἰσχυρῶν ἐνήργησεν, ἀλλ’ ἄνευ ἐπιτυχίας. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω. Ὁ δὲ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχει δίκαιον νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀξιωματικῶς βεβαιωμένον, ὅτι αἱ ἐνέργειαι ἔγειναν ὅπως ἔπρεπε νὰ γίνωσιν.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Σάκκης εἶχεν ὑποβάλει πρό τινων ἡμερῶν ἐπερώτησιν ἐπὶ ἀπαιτήσεως δημότου τινὸς Κολωνίδων περὶ πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν οἴνων, ἣν ὁ εἰσπράκτωρ ἠρνεῖτο νὰ δεχθῇ ἕνεκεν ἐλλείψεως διπλοτύπων. Καταθέτω τηλεγράφημα, διατρανοῦν, ὅτι δὲν ἠρνήθη ὁ εἰσπράκτωρ τὴν ἀποδοχὴν τῶν ὀφειλομένων παρὰ τοῦ εἰρημένου δημότου· τὸ παράπονον ἄρα φαίνεται ἐστερημένον ὑποστάσεως. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας κ. Ἀντωνόπουλος εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν περὶ καταδιώξεως, γενομένης κατὰ πολίτου, συνεπείᾳ πρωτοκόλλου, ὅπερ εἶχεν ἀκυρωθῆ. Ὑποβάλλω ἀπάντησιν τηλεγραφικήν, καθ’ ἣν ὁ πολίτης οὗτος ἀπεφυλακίσθη κατόπιν τῆς ἀκυρώσεως τοῦ πρωτοκόλλου.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναφέρει τὸ τηλεγράφημα πόσας ἡμέρας ἐκρατήθη ὁ πολίτης ἐν τῇ φυλακῇ, χωρὶς νὰ ὀφείλῃ;
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐφυλακίσθη ὀφείλων· κατόπιν ἠκυρώθη τὸ πρωτόκολλον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶχεν ὑποβάλει σειρὰν ἐρωτήσεων σχετικῶν πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Στρατοδικείου καὶ τῶν παραπληρωματικῶν κτιρίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν ταῖς ἐρωτήσεσι ταύταις περιέλαβε καὶ τὴν ἀπορίαν, πῶς κατεβλήθη ἡ ὀφειλὴ εἰς μεταλλικόν, ἀντὶ τραπεζικῶν γραμματίων. Ὑποβάλλω ἔκθεσιν, ἀπαντῶσαν εἰς ἁπάσας τὰς ἐρωτήσεις ταύτας, περιττὸν δὲ νὰ τὴν ἀναγνώσω, διότι συνίσταται εἰς ἀριθμούς Μόνον ὡς πρὸς τὰ τῆς ὀφειλῆς παρατηρῶ, ὅτι οὐδαμῶς προκύπτει, ὅτι μετετράπη ἡ ὀφειλὴ ἀπὸ τραπεζικῶν γραμματίων εἰς μεταλλικόν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ προτείνεται ἡ κατάργησις τῆς ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν τοῦ εἰδικοῦ δανείου, λέγεται, ὅτι τὸ χρῆμα θέλει πληρωθῆ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν, ἀλλὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἐπήγετο συνέπειαν οὐσιαστικὴν εἰς τὰ τῆς ὀφειλῆς· ἡ ὀφειλὴ ἔχει ὡς ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναγράφονται τὰ κατ’ αὐτὴν, αἱ δὲ πληρωμαὶ ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, τοῦ οἰκοδομήσαντος τὰ κτίρια ταῦτα, διὰ τραπεζικῶν γραμματίων. Ἡ ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν ἐξόφλησις τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης οὐδαμῶς ἐπάγεται τὴν ἀπόδοσιν τοῦ χρήματος εἰς μεταλλικόν. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων κ. Κόρπας ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν διαταγῆς, δι’ ἧς παραπέμπεται ἐνώπιον τοῦ ἐνταῦθα Στρατολογικοῦ Συμβουλίου κληρωτός τις τοῦ δήμου Πατρῶν, ὡς καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς ὁ κληρωτὸς οὗτος ἐξηρέθη. Καταθέτω τὴν διαταγήν, τὴν δ’ ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου περὶ ἀπαλλαγῆς δὲν δύναμαι νὰ καταθέσω, διότι ἀπεστάλη εἰς Πάτρας πρὸς ἐκτέλεσιν. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐγένετο ἡ παραπομπὴ πρὸς τὸ ἐνταῦθα Στρατολογικὸν Συμβούλιον, εἶναι ὅτι παρεστήθη, ὅτι ἦτο ἀσθενὴς ὁ κληρωτὸς οὗτος καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ εἰς Πάτρας. Τοῦτο συστηματικῶς λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐν πάσαις ταῖς παρομοίαις περιστάσεσιν ἐγένετο τὸ αὐτὸ, ὡς ἐκ τῆς ὑφισταμένης ἀρχῆς, ὅτι οἱ καθυστεροῦντες κληρωτοὶ δύνανται νὰ κατατάσσωνται ὅπου εὑρίσκονται. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Παπαγιαννακόπουλος εἶχεν ὑποβάλει πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς Συνόδου καὶ πάλιν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς ἐρώτησιν περὶ διαταγῆς ἐκδοθείσης περὶ δάσους τοῦ δήμου Κλειτορίας. Περὶ τοῦ δάσους τούτου, ἐπὶ παραστάσεσι, γενομέναις ὑπὸ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μαζέϊκων, εἶχεν ἐκδοθῆ πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Καλαβρύτων ἀπὸ 10 Σεπτεμβρίου παρελθόντος ἔτους διαταγὴ ἀπαγορευτικὴ τῆς βοσκῆς, καὶ παρηγγέλθη ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος νὰ ἐφαρμόσῃ αὐστηρῶς ταύτην. Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, ἐκτελῶν τὴν διαταγήν, ἐξέδωκε τὴν ἀπὸ 5 Ὀκτωβρίου ἀπαγορευτικὴν διακήρυξιν τῆς βοσκῆς, θεωρηθεῖσαν ὑπὸ τῆς Νομαρχίας, περὶ ἧς ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἡ παρατήρησις, ὅτι ἐξέδωκεν ἀντίθετον διαταγήν. Οὐχ ἧττον καὶ πάλιν ἐδόθησαν διαταγαὶ περὶ αὐστηρᾶς ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς. Ὑποβάλλω ἐνταῦθα τὴν ἐκδοθεῖσαν διαταγήν, ἥτις περιέχει καὶ τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἀναπληροῦντος τὸν Νομάρχην Γραμματέως.
§11ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἐζήτησεν ἔν τινι τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων τὰ ἑξῆς. «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. 1) νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα τὰς μισθοδοσίας τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς μέχρι σήμερον, τὰ ὁδοιπορικὰ αὐτῶν ἔξοδα, τὰ δι’ ἐνοίκιον τῶν γραφείων αὐτῆς δαπανώμενα καὶ τὰ διὰ γραφικά, τυπωτικὰ καὶ λιθογραφικὰ δαπανώμενα. 2) Νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐὰν οἱ προβιβασθέντες εἰς κελευστὰς ὑποκελευσταὶ ἀρμένων Μακρῆς καὶ Πρωτοπαπᾶς εἶχον τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα πτυχία τῆς προπαρασκευαστικῆς σχολῆς τοῦ Πόρου. 3) Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀμοιβαῖοι λέβητες τῆς «Μπουμπουλίνας», «Κανάρη», «Μιαούλη» καὶ «Γεωργίου». 4) Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἠλαττώθη ἡ ταχύτης τῶν «Ψαῤῥῶν» μετὰ τὴν ἐν Τεργέστῃ πέρυσι γενομένην ἐπισκευὴν τῶν λεβήτων αὐτοῦ. 5) Διατὶ ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 200 θερμασταί, ἐνῷ ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ διάφορα πλοῖα καὶ διὰ τὰ ναυπηγούμενα θωρηκτὰ ἄνω τῶν 500.» Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, καὶ σημείωμα, ἐν ᾧ εὑρίσκονται αἱ ἀπαντήσεις εἰς ὅλας τὰς ὑποβληθείσας ἐρωτήσεις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἐζήτησε νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα τῆς δημοπρασίας τῶν γαιανθράκων. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων πρὸ πολλοῦ εἶχε ζητήσει τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως περὶ τῆς δημοτικῆς σχολῆς τῶν θηλέων ἐν Κύθνῳ. Εἶπον, ὅτι τὴν ἔκθεσιν ταύτην δὲν εἶχον, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἠδυνάμην νὰ καταθέσω ταύτην, ἀλλ’ ὅτι εἶχον ζητήσει ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως· ἤδη ἔλαβον αὐτὸ καὶ τὸ καταθέτω.
§12ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). (Ὅρα Παράρτημα).
§13ΣΑΚΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὰς κατατεθείσας πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω, καίτοι ἠδυνάμην νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. πρώην Εἰσαγγελεὺς Σπάρτης προέβη εἰς ἔγκλημα, τοῦ ὁποίου σκοπὸς ἦτο νὰ εὕρῃ πρόφασίν τινα, ὅπως ἀπολυθῇ ὁ πρώην Εἰρηνοδίκης Φάρδιος κ. Θωμόπουλος, ὑπείκων οὕτω εἰς ἀξίωσιν ἰσχυροῦ ἐκ Λακεδαίμονος πολιτευτοῦ. Ἀλλὰ, καίπερ οὕτως ἔχοντος τοῦ πράγματος. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατά τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, ἐὰν ἐστηρίχθη εἰς τὸν νόμον, ἀπολύσας τὸν Εἰρηνοδίκην τοῦτον, καὶ τίνες οἱ λόγοι, δι’ οὓς προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν ταύτην· διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, δὲν ἐτηρήθησαν αἱ προαπαιτούμεναι ὑπὸ τοῦ νόμου διατυπώσεις, μεθ’ ὅλην τὴν διάπραξιν ἐγκλήματος παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Σπάρτης. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν καὶ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, πόσον ἡ νῦν εὐθύνουσα τὰ κοινὰ Κυβέρνησις εὐλαβεῖται τοὺς νόμους, ὅταν πρόκηται περὶ ἀξιώσεως κομματάρχου τινὸς αὐτῆς. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἑτέραν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησίν μου, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δικαίως ἤγειρε τὴν δυσπιστίαν πολλῶν φορολογουμένων ἡ ἔλλειψις διπλοτύπων, ἀρνηθέντων νὰ παρακαταθέσωσιν εἰς τὸν εἰσπράκτορα Κορώνης τὸν ὀφειλόμενον φόρον, καθόσον δὲν ἀγνοεῖ, πιστεύω, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πολλοὶ τῶν εἰσπρακτόρων τυγχάνουσι κακῆς πίστεως, καὶ ἐνῷ λαμβάνουσι τὸν φόρον, δὲν ἐκδίδουσι τὰ διπλότυπα, καὶ τοιουτοτρόπως οἱ φορολογούμενοι παρουσιάζονται ὡς καθυστεροῦντες, δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἐκ μέρους τῶν εἰσπρακτόρων πολλὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα διαπράττονται. Ταῦτα λοιπὸν γνωρίζοντες ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Κολωνίδων, ἠρνήθησαν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ ἐμπιστευθῶσι νὰ καταθέσωσι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς τὸν εἰσπράκτορα, ἀφοῦ οὗτος εἶπεν αὐτοῖς, ὅτι δὲν ἔχει διπλότυπα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ζητήσῃ καὶ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Ἐὰν ἐκτὸς τῶν κατατεθέντων παρά τινων φορολογουμένων τοῦ δήμου Κολωνίδων ὀφειλομένων ποσῶν εἰς τὸν οἰκεῖον εἰσπράκτορα, προσῆλθον καὶ ἄλλοι ὀφειλέται, οἵτινες, ἅμα ἔμαθον παρὰ τοῦ εἰσπράκτορος, ὅτι δὲν ἔχει διπλότυπα, δὲν ἐδέχθησαν νὰ παρακαταθέσωσι τὰ ὀφειλόμενα ποσὰ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν οἱ ὀφειλέται οὗτοι θὰ ὑποχρεωθῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ προστίμου τῶν 20%.
§14ΛΕΒΙΔΗΣ. Οἱ κατατεθέντες πίνακες τῶν χαρίτων καλὸν θὰ ἦτο, ἐὰν ἐτυποῦντο.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῶσι;
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῶσι, κύριε Πρόεδρε.
§17ΛΕΒΙΔΗΣ. Διότι καλὸν εἶναι νὰ μάθωσι περισσότεροι τοῦ ἑνὸς τὸν πίνακα αὐτῶν τῶν χαρίτων, ὥστε, ὅταν γίνῃ ἡ ἀνάλυσις τῆς ἐπερωτήσεώς μου, νὰ ὦσιν ἐν γνώσει οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ἐπειδὴ βεβαίως θέλουσι δυσκολευθῆ νὰ προσέλθωσιν ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου εἰς τὸ γραφεῖον ὑμῶν, ἵνα μελετήσωσι πίνακα στατιστικῆς. Ἄλλως τε δὲ τυποῦνται πολλὰ ἄλλα, μικροτέρου λόγου ἄξια. Σήμερον τὸ πρῶτον ζήτημα, ὅπερ ζητεῖ ἡ κοινωνία, εἶναι ἡ ἀσφάλεια. Καθ’ ἑκάστην παριστάμεθα θεαταὶ κακουργημάτων ἐν αὐτῇ τῇ Αἰολικῇ καὶ τῇ Ἑρμαϊκῇ ὁδῷ. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ γίνῃ εὐρυτάτη συζήτησις περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ ταύτην θέλει διαφωτίσει πληρέστατα ἡ τοιαύτη ἐνάσκησις τῆς βασιλικῆς προνομίας τῆς χάριτος ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ ὑποβάλλεται ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, τοῦ ἱεροκρυφίου, οὕτως εἰπεῖν, τρόπου: «δὲν φέρω τὰς δικογραφίας, ἀλλὰ φέρω πίνακα», δὲν εἶναι δυνατὸν, λέγω, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ τόσον σπουδαίου αὐτοῦ ζητήματος. Οὕτω πῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ προσήκουσα συζήτησις.
§18ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεὶς ἠρνήθη νὰ γίνῃ ἡ τύπωσις.
§19ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἠρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον, ἂν θὰ τυπωθῶσιν οἱ πίνακες, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τηλεγραφικῶς συνεννοεῖται μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὴν Βουλὴν, τί ἀποφασίζει· θέλει νὰ τυπωθῶσι;
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, νὰ τυπωθῶσι.
§22ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεὶς ὑφίσταται λόγος νὰ μὴ τυπωθῶσιν ἢ νὰ μὴ ἀνατυπωθῶσι, διότι οἱ πίνακες αὐτοὶ στηρίζονται ἐπὶ Διαταγμάτων δημοσιευμένων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ περιέρχονται εἰς γνῶσιν ὅλου τοῦ κόσμου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 192).
§24ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀγορεύων προχθὲς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶπεν ὅτι ἔχει πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ἐλέγχου παρεσκευασμένους πίνακας περὶ τῶν ἐκ τοῦ Δημοσίου χρέους κατὰ τὸ 1886 βαρῶν τῆς Πολιτείας καὶ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ἐπειδὴ εἶχεν ὑποσχεθῆ μάλιστα, ὅτι θὰ δημοσιεύσῃ τοὺς πίνακας τούτους, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν θὰ κατατεθῶσι καὶ δημοσιευθῶσι, καὶ πότε.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ὑποβληθῶσι τετυπωμένοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκόμη ἐντελῶς παρεσκευασμένοι.
§26ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι μεταξὺ τῶν ἀγορευόντων κρατεῖ μία μεγάλη ἀντίθεσις· τρεῖς ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀγορεύσαντες ἀνεβίβασαν τὸ δημόσιον χρέος κατὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰς 760 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐνῷ κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἔχει εἰς χεῖρας, ἀνέρχεται εἰς 660 ἑκατομμύρια· ὥστε ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ, περὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ σχηματισθῇ γνώμη.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 λέγει 760 ἑκατομμύρια.
§28ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀξιοῖ, ὅτι ἔχει ἀντιθέτους πίνακας....
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον ὅτι ὑπάρχει ἀντίθετος πίναξ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ὅτι ὁ ἕτερος τῶν ὑπολογισμῶν ἀφορᾷ εἰς τὰ δάνεια, ὁ δ’ ἄλλος εἰς πάσας τὰς πληρωμὰς, περιλαμβανομένων καὶ τῶν μὴ ἀναγομένων εἰς τὰ δάνεια. Ὅταν ὑποβληθῶσιν οἱ πίνακες, θέλετε ἴδει κατὰ πόσον περιλαμβάνονται ὅλα τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ τίνα παραλείπονται, προκειμένου περὶ συγκρίσεως.
§30Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἀφίεται νὰ ἀκουσθῇ, ὅτι ὁ πίναξ, τοῦ ὁποίου ἐποιήσαντο χρῆσιν τινὲς ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καθ’ ὃν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 τὰ χρέη τοῦ Κράτους ἀνήρχοντο εἰς 760 ἑκατομμύρια, ὅτι, λέγω, ὁ πίναξ οὗτος δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι ἐν τῷ πίνακι τούτῳ δὲν περιελήφθησαν μόνον τὰ χρέη τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ δαπάναι ἄλλαι, ξέναι τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους....
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῶν δανείων.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. ... ξέναι τῶν δανείων, ὤφειλον νὰ μὴ ἀφήσω τοῦτο νὰ μείνῃ ἄνευ διαψεύσεως, διότι ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ πιστευθῇ. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω βεβαιῶν, ὅτι κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1890 τὰ χρέη τοῦ Κράτους συνεκεφαλαιώθησαν ἀληθῶς εἰς 760 ἑκατομμύρια, τὰ χρέη τὰ μόνιμα καὶ πάγια, τὰ χρέη τὰ χρεωλυτικῶς ἐξοφλούμενα, τὰ χρέη τὰ προσωρινά. Καὶ ὅτι μεταξὺ τῶν 760 ἑκατομμυρίων οὐδὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον ποσὸν ἀλλότριον τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔλεγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Σαββάτου, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ἐνῷ ἐψηφίσαμεν 657 νόμους, ἐνῷ ἐψηφίσαμεν 7 Προϋπολογισμοὺς, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἔμεινεν ἐλευθέρα νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημα αὐτῆς, καὶ ἐνῷ ἐφήρμοσεν αὐτὸ, ἐξελέγχομεν αὐτὴν σήμερον, καὶ ζητοῦμεν ν’ ἀπολογηθῇ διὰ τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα τὸ σύστημα αὐτῆς ἐπέφερεν εἰς τὸν τόπον, προκειμένου νὰ παρουσιασθῶμεν μετ’ ὀλίγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν καὶ δώσωμεν λόγον τῶν πράξεών μας. Τὴν λογοδοσίαν ζητοῦμεν, στηριζόμενοι εἰς αὐτὰς τὰς πράξεις αὐτῆς, εἰς αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις ὑπέβαλε. Ζητοῦμεν ἐξέλεγξιν, ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως καταδυναστεύει. Ἀλλ’ ἐνῷ περιεμένομεν ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, δικαιολογῶν τὰς πράξεις του, ἠκούσαμεν αὐτοῦ, ὅπως εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, πειρωμένου νὰ καταβιβάσῃ τὸ ζήτημα εἰς ἀντεγκλήσεις προσωπικὰς, νὰ ἀναμασσήσῃ ὅ,τι ἑκάστοτε εἰς τὸ παρελθὸν ἔλεγεν, ἀλλὰ μὴ ἐπιλαμβανομένου τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος. Θέλων ν’ ἀνασκευάσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοὺς ἐξελέγξαντας τοὺς λογιστικοὺς αὐτοῦ ὑπολογισμούς, εἰσῆλθεν εἰς θεωρίας περὶ λογιστικῆς, ἀσχέτους πρὸς τὸ θέμα, κατήγγειλε δὲ τὰς ἰδίας του καταστάσεις ὡς ἀνεπαρκεῖς ν’ ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν. Καὶ δὲν εἶπε τοῦτο προχθὲς μόνον, τὸ εἶπε καὶ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Πρὸ μικροῦ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἡμῶν κ. Κωνσταντόπουλος κατήγγειλε τὰς καταστάσεις, ὡς ἀντιφασκούσας πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν· τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνωμολόγησε. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα εἶναι τὰ πράγματα, ἀνομολογούμενα καὶ παρ’ αὐτοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς τὸ Κράτος νὰ ἔθεσεν αὐτὸν κριτὴν τῆς πολιτείας ἡμῶν, ἐξεταστὴν τῆς πολιτειακῆς ἡμῶν προόδου, ὡς ν’ ἀνῆκεν εἰς αὐτὸν ἡ κρίσις, ἂν ὑψοῦμεν τὰ ζητήματα συζητοῦντες, ἢ καταβιβάζωμεν αὐτὰ, ἂν ἐξελέγχωμεν ἐν μέτρῳ τὴν πολιτείαν αὐτοῦ, ἢ ὑβριστικὴν μεταχειριζώμεθα γλῶσσαν, ὁ Πρωθυπουργὸς, λέγω, φρονεῖ, ὅτι ἀπολογεῖται, ἐὰν μᾶς εἴπῃ, ὅτι τοῦ μὲν δὲν εἶναι ἄρτιοι οἱ λόγοι, τοῦ δὲ δὲν εἶναι σοβαροί! Προσκαλεῖται νὰ μᾶς εἴπῃ διατὶ, ἀφοῦ παρέλαβε τὸ 1882 Προϋπολογισμὸν περιλαμβάνοντα καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ηὔξησε κατόπιν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους; αἱ αὐξήσεις αὗται τῶν δαπανῶν τί ὑπηρέτησαν; Καὶ ἐπειδὴ φέρω τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ἀπαντῶ εἰς τὴν κατηγορίαν, τὴν ἀνέκαθεν ἀναμασσωμένην ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, περὶ τοῦ παρελθόντος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ νόμον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, διὰ νὰ περιορίσῃ τὴν συναλλαγήν. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς ὑπομνήσω διὰ τίνος μέσου καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου τούτου τὴν παραμονὴν τῆς ἐφαρμογῆς ἀπέκτησαν τὰ προσόντα πάντες οἱ πιστοὶ τοῦ κόμματος, καὶ αὐτοὶ οἱ παῖδες ἔτι τῶν εὐνοουμένων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου αὔξησις τῶν δαπανῶν, ἡ ὁποία δὲν ὑπηρέτησεν ἀνάγκην τινὰ τοῦ ἐμπορίου ἢ τῆς βιομηχανίας, ἢ καὶ αὐτῆς τῆς διοικήσεως, τί ὑπηρέτησε, παρὰ τὴν συναλλαγήν; Καταγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἰς τὴν διάταξιν τῆς συντάξεως τῶν νόμων αὐτῆς βασιλεύει ἡ ἀμάθεια· ἡ διάταξις τῶν νόμων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰσπράξεων καθιεροῖ πολυπληθὲς προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ τὸ ἥμισυ τῶν εἰσπράξεων. Ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις νόμον, δι’ οὗ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν εἴσπραξιν, δίδεται ποσοστὸν τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον πλουτίζει τοὺς ἐπιτετραμμένους τούτους, ἀφαιρεῖ δὲ μέγα μέρος τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς καταβάλλει πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἐρωτῶ, ἡ τοιαύτη διασκευὴ τῶν νόμων δὲν ὑπερηκόντισε τὴν συναλλαγὴν καὶ δὲν ἐγέννησε ἔξοδα, μὴ ἐπιβαλλόμενα ἐκ τῆς διοικήσεως; Ἀλλὰ διατὶ νὰ καταφεύγω εἰς τοιαῦτα; Σᾶς ἀναμιμνήσκω παρελθὸν, γνωστὸν εἰς πάντας. Πρὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχει κῆπος, ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο εἰς τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τοῦ 1882 «κῆπος τοῦ κλαυθμῶνος», διότι εἰς τὸν κῆπον ἐκεῖνον διημέρευον οἱ θεσιθῆραι. Ἐρωτῶ, βλέπετέ τινα νὰ διημερεύῃ ἐκεῖ ἀπὸ τῆς ἀναῤῥήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν μέχρι σήμερον; ἀπώλεσεν ἢ δὲν ἀπώλεσε τὸ ὄνομα ὁ κῆπος οὗτος, τὸ ὄνομα τοῦ κήπου τοῦ κλαυθμῶνος; Ἐρωτῶμεν λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διατὶ ηὔξησε τὰς δαπάνας καὶ εἰς τί ἐχρησίμευσαν αἱ δαπάναι αὗται, καὶ ἀντὶ ἀπαντήσεως καταφεύγει εἰς τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθην. Ζητοῦμεν ν’ ἀπαντήσῃ, διατὶ, ἐνῷ ὑπέβαλε τὸ Ἔθνος εἰς ἀφόρητον φορολογίαν, ἑκάστοτε παρουσιάζεται ἔλλειμμα; — ὅτι δὲ ὑπάρχουσιν ἐλλείμματα, τὸ ἀπέδειξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης διὰ τῶν ἰδίων, ἐπαναλαμβάνω, καταστάσεων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις δὲν κατώρθωσε νὰ τὸν ἀναιρέσῃ, — καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνθυμεῖσθε, μᾶς εἶπε: μὴ ὑπολογίζετε οὕτω, μὴ βασίζεσθε ἐπὶ τῶν καταστάσεων, προσέξατε εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλα ἰσοσκελῆ. Καὶ ἀληθῶς τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς ζητῇ ὁ Πρωθυπουργὸς, διότι τὰ πάντα εἰς τοιαύτην εὑρίσκονται ἀνωμαλίαν, ὥστε δυσχερὲς ἀποβαίνει καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἐργάτην τῆς ἀνωμαλίας ταύτης νὰ τὰ αἰτιολογήσῃ. Μὴ προσέχετε, προσθέτει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ἔκτακτον, διότι αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ ἐτήσιος Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ἐκ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ζητοῦμεν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐξετάζοντες τὸν ἀπολογισμὸν, ποῖα εἶναι τὰ ἔκτακτα ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν τόσα χρήματα, καθόσον ἐν τῷ ἀπολογισμῷ βλέπομεν ἀναγεγραμμένην τὴν δαπάνην χωρὶς νὰ κατονομάζωνται τὰ ἔργα, καὶ πόθεν ἐπληρώθησαν αἱ ἔκτακτοι αὗται δαπάναι; ἐκ δανείου ἢ ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους; Ἐὰν ἐπληρώθησαν ἐκ δανείου, ποῖον πόρον ἐπροβλέψατε, διὰ νὰ ἔχητε ἐξησφαλισμένην τὴν πληρωμὴν τῶν χρεωλυσίων καὶ τῶν τόκων; Τὰ χρεωλύσια καὶ τοὺς τόκους τὰ πληρόνετε ἐκ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ τὰ πληρόνετε ἐξ ἄλλων δανείων, προερχομένων ἐκ τῶν οἰκονομικῶν σας συνδιασμῶν; Ἐν ᾧ δὲ ἐπεριμένομεν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διευκρινίζων τὰ περὶ τούτων, κατέφυγεν εἰς θεωρίαν περὶ καταρτισμοῦ Προϋπολογισμῶν ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο, ὡς ἐκ τῆς θεωρίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσῆλθε, ν’ ἀποφύγῃ τὴν οὐσίαν, τῆς ὁποίας ὁ κυκεὼν ἤθελε τὸν φέρει εἰς σύγχυσιν, ἀνεμνήσθη τῶν ἐλαττώσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνέφερε. Τί σᾶς εἶπε; «διατὶ νὰ κατέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας ἐν ταῖς λεπτομερείαις; δὲν εἴδατε ὅτι ἐγὼ ἔφερα ἐλαττώσεις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν; δὲν εἴδατε ὅτι ἀπήλλαξα τὸν τόπον ἀπὸ βάρη; Ἀπόδειξις τρανὴ, ὅτι ἔχομεν ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα». Καὶ τὸ ἠρνεῖτο πάλιν χθὲς, ἀγορεύοντος τοῦ κ. Καραπάνου. Σᾶς εἶπον, ἐνθυμεῖσθε, εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, ὅτι ὑπῆρχε σύγχυσις εἰς τὰς ἰδέας τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Καθ’ ἑκάστην Σύνοδον, δὲν λησμονεῖται, ὅτι, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, ἔλεγεν ὅτι ἔχομεν ἰσοζύγιον, ἄλλοτε ὅτι ἔχομεν περίσσευμα ἐκ 200,000 καὶ ἄλλοτε ἐξ 1,200,000, ὅπως ἐξαπατᾷ τὸ κοινὸν καὶ τοὺς χρηματιστὰς, καὶ συνάπτῃ δάνεια, ἐνῷ κατὰ μίαν τῶν τελευταίων συνεδριάσεων, ζαλισθεὶς ἐκ τῆς συγχύσεως, εἰς ἣν περιήγαγεν αὐτὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει ἰσοζύγιον. Ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδείξῃ ἂν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ ἰσοζύγιον, κατέφυγεν εἰς τὸ δέλεαρ, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ μετεχειρίσθη, τοῦ τῶν ἐλαττώσεων τῶν βαρῶν. Θὰ ἐξετάσωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ἐλαττώσεις, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ὡμίλησεν εἰλικρινῶς, καὶ ἂν δὲν προσέφυγεν εἰς τοῦτο διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὴν οὐσίαν. Ἰδοὺ δὲ διατὶ δὲν ἀναφέρει ἀληθείας, ὁμιλῶν ἐνώπιον ἡμῶν· διότι διὰ τῶν ἀναληθειῶν ἀποπλανᾷ τοὺς χρηματιστὰς, καὶ καθίσταται οὕτω δυνατὴ ἡ συνομολόγησις τῶν δανείων, καὶ τοῦτο, διότι ἄνευ τῶν δανείων εἶναι ἀδύνατος ἡ πληρωμὴ τῶν χρεωλυσίων καὶ τῶν τόκων, ἄνευ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπέλθῃ ἡ χρεωκοπία, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ὡς πρόγραμμα ἡμῶν. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη, ποίας ἐλαττώσεις ἐπέφερεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῶν βαρῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890. Ἔκαμεν ἐλαττώσεις τὰς ἑξῆς. Ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς κλίμακος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δραχ. 139,488· ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν δύο δεκατημμορίων τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, κατὰ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ κατατεθεῖσαν σημείωσιν, δραχ. 413,941· ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν δύο δεκατημμορίων τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, κατὰ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ κατατεθὲν σημείωμα, 380,000 δραχμῶν· ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἐγγείου φόρου, κατὰ τὸ 1887 εἰσέπραξε δραχμὰς 134,232:28, κατὰ δὲ τὸ 1888 δραχμὰς 250,856:70. Τὸ ἄθροισμα τῶν δύο ποσῶν 385,083, ὁ δὲ μέσος ὅρος 192,541:99. Ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἀδηλώτων ἢ παρανόμως κατεχομένων ἐθνικῶν γαιῶν 70,000, τὸ ὅλον 1,195,970 καὶ 99|00. Σᾶς ἀνέφερε ταῦτα ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς ὑποδείξω καὶ ἐγὼ τὰς αὐξήσεις ἐξ ἄλλου, τὰς ὁποίας ἔκαμε, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἀναφέρει, δὲν ἔχουσι σημασίαν τινά· καὶ ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται ὅ,τι εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς πλάσμα, πρὸς ἀποπλάνησιν ἡμῶν τε καὶ τῶν χρηματιστῶν. Ἀντὶ τῶν ἐλαττώσεων, τὰς ὁποίας προανέφερον, ηὔξησε τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ κατὰ 1 δραχ. καὶ 20/00 κατ’ ὀκᾶν. Ἐπειδὴ δὲ εἰσήχθησαν ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις κατὰ τὸ 1888 πρὸς φορολογίαν 892,072 ὀκάδες καπνοῦ καὶ 36,428 ὀκάδες τουμπεκίου, ἤτοι 928,500, διὰ τῆς ἐπαυξήσεως τοῦ δικαιώματος κατὰ 1 καὶ 20% κατ’ ὀκᾶν, ἔχομεν ἐπαύξησιν 1,134,923. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἐλάττωσιν, θέλομεν εὕρει ἀποτέλεσμα 81,850 καὶ 96)00· λοιπὸν ἠλάττωσε κατὰ 81,850 δραχμάς. Ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἦτο οὐσιώδης ἡ ἐλάττωσις αὕτη, ἵνα τὴν ἀναφέρῃ κομποῤῥημονῶν, ἀπαντῶν εἰς τόσα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, στηριζόμενοι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰς καταστάσεις αὐτοῦ; Ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν λεπτομερῆ ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ εἰς τὰς καταστάσεις αὐτοῦ, διότι τὰς ἀπεκήρυξεν ὁ ἴδιος, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἔχει ἰσοζύγιον, διότι ἀπέδειξεν ὁ κ. Καραπάνος τὸ ἐναντίον, καὶ παρασιωπῶν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὰ καθέκαστα, μᾶς ἐπέστησε τὴν προσοχὴν εἰς τὴν ἐλάττωσιν ταύτην, διὰ νὰ συναρπάσῃ ἡμᾶς. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἀγόρευσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθέκαστα, διὰ δύο λόγους· πρῶτον διότι μὲ ἀρκετὴν λεπτομέρειαν καὶ μετὰ πολλῆς ἀκριβείας καὶ προσοχῆς ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ὁ Βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας κ. Γεωργαντᾶς, εἰσελθόντες εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, ἀπέδειξαν τὸ σεσαθρωμένον τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τὸ ἀνακριβὲς αὐτῶν. Δεύτερον, δὲν εἰσέρχομαι, διότι δὲν ἀπέκτησα ἀκόμη τὸν εὐχέρειαν τοῦ ἐξετάζειν τοὺς ἀριθμοὺς, οὐδὲ μᾶς παρεῖξε πάντα καὶ ἀκριβῆ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς ἀληθῆ ἐξέλεγξιν, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ, ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ἦμαι ἀκριβής. Οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἔχοντες τὴν εὐχέρειαν, δύνανται καὶ ἐκ τῶν ἀτελῶν πινάκων, τῶν ὑποβεβλημμένων, νὰ ἐξαγάγωσιν ἀκριβῆ συμπεράσματα. Εἶμαι δὲ ἥσυχος ὡς πρὸς τὴν ἐξέλεγξιν ταύτην, διότι πιστεύω, ὅτι καὶ ἄλλοι ῥήτορες, ἔχοντες τὴν εὐχέρειαν, περὶ ἧς ὡμίλησα, ἐκ τῆς πτέρυγος, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέρος, θὰ συμπληρώσωσιν, ἄν τι ἔμεινεν ἀνεξέλεγκτον ἀπὸ μέρους τῶν προαγορευσάντων, καὶ θ’ ἀναιρέσωσι τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς πᾶσαν τυχὸν λεπτομέρειαν, διαφυγοῦσαν τὴν προσοχὴν αὐτῶν. Εἶμαι ἔτι βέβαιος, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θέλει ἀποδείξει, ἂν λάβῃ τὸν λόγον, ὅτι οὐδὲν εἶπεν ἀκριβὲς ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του. Ἐγὼ εἰς ἓν ἠδυνήθην νὰ σᾶς δώσω σημείωσιν τῆς ἀνακριβείας τῶν λόγων τοῦ Πρωθυπουργοῦ· θ’ ἀσχοληθῶ καὶ εἰς ἄλλο, εἰς τὸ ὁποῖον θ’ ἀποδειχθῇ καὶ ἑτέρα ἀνακρίβεια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀγορεύων καὶ μὴ δυνάμενος ν’ ἀπολογηθῇ, σᾶς εἶπε πομπωδῶς καὶ μετὰ κόμπου, διότι τὸν ἐκαυτηριάσαμεν, ἐξελέγχοντες αὐτὸν, τὸν ἐκαυτηριάσαμεν ὅταν τῷ ἐλέγομεν, ὅτι ἀντὶ τοῦ στόλου, ὃν ὑποσχέθη νὰ φέρῃ διὰ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐψήφισε τῇ εἰσηγήσει του ἡ Βουλὴ, ἔφερε τὴν «Κίχλαν» καὶ τὴν «Ἀηδόνα,» ἐπιθυμῶν, λέγω, νὰ ὑπεκφύγῃ τὴν ἀπάντησιν, εἶπεν, ὅτι ἐδαπάνησεν 27 ἑκατομμύρια διὰ τὰ θωρηκτὰ, τὰ ὁποῖα κατασκευάζονται ἐν Γαλλίᾳ. Εἶναι τοῦτο ἀκριβές; Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν, παρὰ εἰς ὅ,τι μᾶς ὑπέβαλεν αὐτὸς ὁ ἴδιος· συμφωνεῖ ὅμως ἡ ἀναγγελία, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, μὲ ὅ,τι ἀναγράφει; Ὄχι· διότι κατὰ τὸν δημοσιευθέντα πίνακα ἔδωσε κατὰ τὸ 1888 δρ. 16,393,551, κατὰ τὸ 1889 δρ. 3,208,918, ὥστε τὸ ὅλον ἔδωσε δρ. 19,602,469. Συμφωνεῖ λοιπὸν ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωσεν, ὅτι ἐδαπάνησεν 27,000,000, μὲ τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ὑπέβαλεν; Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι ὁ δυνάμενος νὰ ἐξελέγξω τοὺς ἀριθμοὺς, καθ’ ὃν τρόπον ἐξελέγχουν αὐτοὺς ὁ κ. Καραπάνος, ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τόσοι ἄλλοι, σᾶς ἀποδεικνύω, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, θέλων νὰ ἐπισκοτίσῃ τὴν ἀλήθειαν, σᾶς εἶπε καὶ εἰς αὐτὰ τὰ δύο, τὰ ἁπλούστατα καὶ τοῖς πᾶσι καταληπτὰ, ἀνακριβείας. Ἀλλὰ διατὶ νὰ ἔλθω καὶ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολον εἰς πάντα νὰ γνωρίζῃ ἐπακριβῶς καὶ νὰ τὰ ἐκτιμήσῃ, διατὶ νὰ ἔλθω, καὶ ἂν ἠδυνάμην, εἰς τὴν λεπτομέρειαν ταύτην, ἀφοῦ ὁλόκληρος ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) κατέδειξεν, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας σᾶς ὑπέβαλεν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ ὑπηρεσία, δὲν εἶναι πληροφορίαι, ἐφ’ ὧν δύνασθε νὰ στηριχθῆτε; Αὐτὸ δὲν τὸ ἀπέδειξαν μόνον οἱ ἀντιφρονοῦντες, τὸ ἀνεγνώρισε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ πρὸ μικροῦ καὶ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του. Τοιαύτη εἶναι ἡ εἰκὼν τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου μας, καὶ ἐπειδὴ θὰ ἀνατραπῇ μετ’ οὐ πολὺ ὁ ἐργάτης τῆς τοιαύτης καταστάσεως, καὶ θὰ ἐξελεγχθῇ ἡ διαχείρισις αὐτοῦ ἁρμοδίως, διὰ τοῦτο ἔσπευσε νὰ διορίσῃ ἐλεγκτὰς ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ποίας ὑπολήψεως ἄνθρωποι εἶναι, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ὄργανα τυφλὰ τῶν ὀρέξεών του, πρὸς κάλυψιν τῶν διαπραχθέντων παρ’ αὐτοῦ. Καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη κυροῖ τοὺς λόγους ἡμῶν περὶ τοῦ ἐκρύθμου τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, ἀποδεικνύουσα τὴν πρόνοιαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεώς του. Ἂν δὲ ἡ πρόνοια αὕτη δὲν ἐλαμβάνετο, καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι σήμερον οὕτως ὑποστηρίζετε αὐτὸν, ἂν θὰ ἔχητε τὴν τιμὴν νὰ ἦσθε μέλη καὶ τῆς νέας Βουλῆς, ἠθέλετε, κατόπιν τῶν ἀπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους θὰ ὑπέβαλλον ἐλεγκταὶ τοῦ Συνεδρίου εὐσυνείδητοι καὶ πιστοὶ τοῦ καθήκοντός των ὀπαδοὶ, ἠθέλετε δώσει ψῆφον καταδικαστικὴν κατὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Πρωθυπουργὸς λοιπὸν, βλέπων ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς ἀληθείας καὶ νὰ δικαιολογήσῃ τ’ ἀδικαιολόγητα, διὰ νὰ ἐκτοπίσῃ ἡμᾶς τοῦ ἐδάφους τοῦ ἀληθοῦς καὶ νὰ ἐπισκοτίσῃ τὰ πράγματα, ἔστρεψε τὸν λόγον κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μνησθεὶς καὶ τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου, μνησθεὶς τῆς πτώσεως τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1885, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ πλειοψηφία, ἥτις τὸν ἀκολουθεῖ, ἀντιπροσωπεύει τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, διότι ἄλλως θὰ ἐπεβάλλετο εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς ὑπὸ τούτου νὰ ἀλλάξῃ πορείαν, ὅπως ἐπεβλήθη καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ὑποστηρίζουσαν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1885, καὶ ἦρε τὴν ἐμπιστοσύνην της ἀπ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὑπεκφεύγων τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ εἰσελθὼν εἰς τοιαύτην συζήτησιν, οὐδὲ εἰς αὐτὴν εἶπε τὴν ἀλήθειαν· διότι, ἂν ἡ πλειοψηφία ἐκείνη ἔῤῥιψε τῆς ἀρχῆς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1885, δὲν προῆλθεν ἡ γνώμη αὕτη ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ νῦν Πρωθυπουργός· ἡ πολιτεία αὐτοῦ ἐκείνη ἔδωσεν εἰς τὴν Εὐρώπην τὸ δικαίωμα, δικαιολογοῦσαν τὸ στίγμα τῆς ἀποφάσεώς της, νὰ προβῇ εἰς τὸν ἀποκλεισμόν, καὶ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Ἑλλάδα, νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, νὰ μὴ διεκδικήσῃ τὰ δίκαιά της, νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν ἀποστολήν της. Ἀλλ’ ἡ πολιτεία ἐκείνη τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1885 ἐστήριξε τὸ Κράτος ἡμῶν εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἵσταται καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐζητήσατε νὰ τὸ καταῤῥίψητε, καὶ ἡ πολιτεία ἐκείνη ἐξηνάγκασε τὸν Σουλτάνον, τρέμοντα, νὰ προσφύγῃ εἰς τὰς Δυνάμεις καὶ ζητήσῃ συνδρομήν· ἡ πολιτεία ἐκείνη ἐταπείνωσε τὴν ὀφρὺν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀσχημονοῦσιν ἐν Κρήτῃ, λεηλατοῦσι, πυρπολοῦσιν, ἱεροσυλοῦσιν· ἡ πολιτεία ἐκείνη ἔκαμε τοὺς ῥαγιάδες νὰ γίνωσιν ἴσοι πρὸς τοὺς τυράννους αὐτῶν καθ’ ὅλην τὴν Ἀνατολὴν, ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν ἐθνικὴν ἀποστολὴν καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἦτο ἀποδοκιμαστέα ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸ Ἔθνος δὲν ἀπεδοκίμαζε τὴν πολιτικὴν ἐκείνην· διότι, ἂν δὲν ἀπεκτήσαμεν δι’ αὐτῆς νέας ἐπαρχίας, ἂν δὲν ἠλευθερώθησαν οἱ ὑπὸ τὸν ζυγὸν ἀδελφοὶ ἡμῶν, ἡ τιμὴ ὅμως τοῦ Κράτους ἔστη ἀλώβητος, ἡ ὕπαρξις τῶν ὑπὸ δουλείαν ὁμοφύλων μας δὲν ἦτο ἀκροσφαλὴς (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἀλλὰ σοῦ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅστις διώκησας τόσα ἔτη τὴν Ἑλλάδα, ὅστις ἐφήρμοσας οἱουσδήποτε νόμους ἠθέλησας, εἰς τὸν ὁποῖον παρεχώρησεν ἡ Ἑλλὰς ὅσα δάνεια ἐζήτησας, ἵνα ἐξοπλίσῃς κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν τὴν πατρίδα, εἰς ὃν οὐδὲν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐξωτερικῷ συνέβη, τὸ ὁποῖον νὰ διαταράξῃ τὴν πορείαν σου, σοῦ ἡ πολιτεία ὑπῆρξε τόσῳ καταστρεπτικὴ, ὥστε νὰ γνωρίζωσιν οἱ Τοῦρκοι αὐτὴν, νὰ γνωρίζουν οἱ Εὐρωπαῖοι, εἰς ποῖον σημεῖον ἐξαντλήσεως εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἡμῶν, καὶ νὰ μᾶς περιφρονῶσιν, ὅταν διὰ τὰς ἐν Κρήτῃ ταραχὰς προσεπάθεις διὰ τῶν ἐγκυκλίων σου τῶν διπλωματικῶν νὰ ἐμπνεύσῃς τὸν τρόμον εἰς τὸν Σουλτάνον καὶ τὴν σύγχυσιν εἰς τὴν Εὐρώπην. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ προσώπου ὑμῶν ἤ τινος ἐξ ὑμῶν, θὰ ἦτο ἀδιάφορον καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὸ Ἔθνος, ἀλλ’ ἡ ταπείνωσις, ἣν ὑπέστης, ἡ περιφρόνησις, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθες, ἡ ὑποδούλωσις καὶ αἰχμαλωσία, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσεν ἡ Κρήτη, καὶ ἡ ἐπάνοδος τῶν ὑπὸ τὴν δουλείαν ἀδελφῶν ἡμῶν εἰς τὴν κατάστασιν τὴν πρὸ τοῦ 1821, βλάπτει καιρίως τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἡμῶν, εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον πολιτείας σου. Καὶ τολμᾷς ν’ ἀναμνησθῇς τοῦ ἐθνικοῦ κινήματος τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1885! Ἂν ὅ,τι ἔκαμες πρὸς τὴν πατρίδα, ἂν ἡ διαχείρισίς σου ἄφησεν ἔλλειμμα, ἂν ἐπεβάρυνες ἡμᾶς καὶ τοὺς ἀπογόνους μας μὲ δάνεια ἐπὶ δανείων, ἂν, λέγω, ὅ,τι κακὸν ἔκαμες πρὸς τὴν πατρίδα τὸ ἐπέστεφες διὰ μιᾶς νίκης, ὁμοίας ἐκείνης τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1885, ἤθελον καὶ ἐγὼ, ὁ κατὰ μέτωπον πολιτικὸς ἐχθρός σου, σοὶ δώσει ψῆφον συγγνώμης. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν ζητοῦμεν ν’ ἀπολογηθῇς μόνον διότι ἐξώδευσες, διότι κατεσπατάλησες τὰ χρήματα καὶ ἠδίκησας τὴν πατρίδα, διότι ἠχμαλώτισας καὶ τοὺς ἀπογόνους ἡμῶν εἰς τοὺς δανειστάς, ἀλλὰ ζητοῦμεν ἀπολογίαν, διατί, ἀφοῦ ἔκαμες ὅλα αὐτά, διατὶ κατήντησας τὸ Ἔθνος καὶ εἰς τοιαύτην ἀνικανότητα, ὥστε νὰ παραγνωρίζωνται τὰ ἀπαράγραπτα αὐτοῦ δικαιώματα, μὴ θεωρουμένου οὐδ’ ἀπαντήσεως ἀξίου; Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔπραξες, ἀντὶ νὰ ἦσαι περιδεὴς ἐπὶ τοῦ βήματος, ἀντὶ διὰ παντοίων τρόπων καὶ μέσων νὰ ζητήσῃς νὰ ἐπιτύχῃς συγγνώμην διὰ τὰς ἁμαρτίας σου, εἰρωνεύεσαι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, προσπαθῶν ν’ ἀποδείξῃς, ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὰ ἔργα τῆς καταστροφῆς. Εἰρώνευε καὶ περιφρόνει τὴν φιλονομίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐνθυμούμενος ὅτι ἡ ἔξωσις τοῦ Ὄθωνος ἔφερε τὸν ἐμφύλιον σπαραγμὸν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, ζητεῖ νομίμως νὰ σὲ καταλύσῃ, ζητεῖ τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ σὲ διὰ τῶν ἐκλογῶν, ζητεῖ ὅπως ἀποστείλῃ διὰ τῶν ἐκλογῶν ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι νὰ ζητήσουν τὴν πολιτικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ποινικήν σου εὐθύνην. Καὶ ἀληθῶς εἶναι ἄξιος τῆς ὕβρεως ταύτης ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διότι σὲ ἀνέχεται πράττοντα τοιαῦτα, καὶ σὲ ἀνέχεται, διότι ἐνθυμεῖται τὴν ἀντεπανάστασιν καὶ τρομάζει· καὶ ὅμως ἐξ ἐκείνης τῆς ἐπαναστάσεως ὠφελήθη ὁ τόπος, καὶ ὑπηρετήθη ἡ πρόοδος καὶ ἀνάπτυξις αὐτοῦ. Ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη ἀνεβίβασεν εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα τῆς πατρίδος πολιτευτὰς ἐκ τῶν σπλάγχνων αὐτῆς, τῶν ὁποίων αἱ πρὸς αὐτὴν ὑπηρεσίαι εἶχον ἀποτέλεσμα τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Θεσσαλίας· ἐνόσῳ ἐκεῖνοι ἔζων, ἐβασίλευεν ἡ τάξις καὶ ὁ πλοῦτος καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῷ Δημοσίῳ. Βεβαίως χρηστὸν Βασιλέα ἐξεδιώξαμεν τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦτο διότι ἠκολούθει ἐσωτερικὴν πολιτικήν, ὁμοίαν τῆς παρούσης· ὅθεν πληρώνομεν τὰ ἀντίποινα διὰ τῆς ἀναῤῥήσεως τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἠκολούθει καὶ ἐκεῖνος τὴν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα ἐκ τοῦ τρόπου, μεθ’ οὗ ἐνήργει, νὰ ἐννοήσωμεν αὐτήν· διὰ τοῦτο τὸν ἐκρίνομεν μόνον ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς του διοικήσεως. Ἦτο ἀγαθὸς ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος, ἦτο Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ὅλον τὸν βίον του κατηνάλωσε διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὁ ὁποῖος δὲν ἠρέσκετο ν’ ἀπομακρύνηται τῆς πατρίδος, οὐδὲ ν’ ἀσχολῆται εἰς ἐπισκέψεις, μὴ ἐχούσας σκοπὸν τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Τὴν ἐσωτερικὴν ἐκείνου τακτικήν, ὅπως ἐπικρατήσῃ ὡς μονάρχης ἀπόλυτος, μιμούμενοι, ζητεῖτε νὰ ἐφαρμόσητε διὰ τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου πλούτου, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῆτε δὲ ἐκ τῶν συνεπειῶν τῆς πολιτείας σας ταύτης, εἰσήλθατε εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διὰ τῶν ἀνθρώπων τοῦ οἴκου σας, ὅπως μὴ μᾶς δοθῇ ποτὲ λογαριασμὸς τῆς διαχειρίσεώς σας. Ἀλλ’ ἀφοῦ τέλος πάντων εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἐφθάσαμεν, ὥστε οὔτε διοικητικῶς οὔτε κοινοβουλευτικῶς νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἐξέλεγξις, διότι καὶ τὴν Βουλὴν κατεστήσατε βωβὴν διὰ τοῦ νόμου τῆς εὐρείας περιφερείας, σὲ προκαλοῦμεν ἡμεῖς, οἱ μὴ βωβοὶ, οἱ ἐκ τῶν ἐντολέων μας διατεταγμένοι, νὰ παρέλθῃς ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ν’ ἀπολογηθῇς, οὐχὶ πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, εἰς τὸν ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θὰ προσέλθῃς διὰ ν’ ἀκούσῃς τὴν ἐτυμηγορίαν του· προκαλέσαι παρ’ ἡμῶν τῶν ἐλεγκτῶν σου, νὰ εἰσέλθῃς εἰς λεπτομερῆ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου ἀπολογίαν· ὑποχρεοῦσαι εἰς τοῦτο, διότι ἡ ἀποστολὴ ἡμῶν ἔληξε, καὶ πρέπει οἱ ἐντολεῖς ἡμῶν νὰ κρίνωσι, διὰ ν’ ἀποφανθῶσι. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ διαδεχθῶμεν ὑμᾶς, διὰ νὰ ἐκθέσωμεν ἐν λεπτομερείᾳ τὸ σύστημα, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ διοικήσωμεν. Τὰς γενικὰς γραμμὰς τοῦ συστήματός μας τὰς γνωρίζει ἤδη ὁ Ἑλληνικὸς λαός· δὲν θεωρεῖ σπουδαῖον νὰ μάθῃ ἤδη, πῶς θὰ διοικηθῇ ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μάθῃ, μέχρι τίνος σημείου θὰ ζητήσῃ τὴν εὐθύνην ὑμῶν. Δὲν ἔχετε κατὰ συνέπειαν τὸ δικαίωμα νὰ στρέφητε τὸν λόγον καθ’ ὑμῶν, σᾶς ἐπιβάλλεται δὲ νὰ μὴ κατέρχησθε εἰς ἀντεγκλήσεις ταπεινὰς, ἀναξίας τοῦ ἀξιώματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἡ θέσις σας σᾶς ὑποχρεοῖ εἰς σοβαρὰν, ἐμβριθῆ καὶ εἰλικρινῆ ἀπολογίαν. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἀπὸ ψευδεῖς συνταγματικὰς θεωρίας· αἱ ἀληθεῖς συνταγματικαὶ θεωρίαι ἐπιβάλλουσιν εἰς μὲν τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν ἐξέλεγξιν, εἰς δὲ τὴν πλειοψηφίαν τὴν ἀπολογίαν. Ἂν ἐπιβάλλεται ἡ ἀπολογία εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, κατὰ μείζονα λόγον ἐπιβάλλεται ἡ ἀπολογία εἰς ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς διοικήσεώς σου ὄχι μόνον κατεδίκασας τὸ παρὸν, ἀλλ’ ἀπήλπισας καὶ τὸ μέλλον, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς διοικήσεώς σου καὶ τοῦ συστήματός σου κατέστησας ἀνίκανον τὴν Ἑλλάδα ἐν τῇ ἐκρήξει τοῦ ἡφαιστείου τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος νὰ δυνηθῇ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ἢ νὰ λάβῃ μέρος. Αἱ κατηγορίαι αὗται δὲν εἶναι ἕωλοι, τὰς βεβαιοῦσι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ συστήματός σας. Καὶ ἂν σήμερον ἡ πλειοψηφία, ἕνεκεν τοῦ νόμου τῆς εὐρείας περιφερείας καὶ τῆς στάσεως τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ὁ ὁποῖος, ἐπανερχόμενος ἐκ τῆς Εὐρώπης, ἀντὶ νὰ ἀσχολῆται περὶ τὴν ἔρευναν τῶν τῆς πατρίδος, ἀπειλεῖ τὴν Βουλὴν διὰ διαλύσεως, λαμβάνων τὴν ἄγουσαν πρὸς τὴν οἰκίαν ὑμῶν, ἐπισκεπτόμενος τὴν σεβαστὴν ἀδελφήν σας, συγκρατῆται ἐκ τῆς ἀπειλῆς καὶ δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της, διότι γνωρίζετε ποίας φοβερὰς συνεπείας διὰ τοὺς πολιτευομένους ἔχει μία ἐκλογὴ, θὰ ἔλθῃ ὅμως στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀπειλαὶ καὶ ἐπιδείξεις δὲν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει, θὰ ὑπάρξῃ δὲ πλειοψηφία, ἡ ὁποία θὰ ζητήσῃ λόγον τῶν πράξεων ὑμῶν· εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου, διότι, καθ’ ὅσον ὁ χρόνος προβαίνει, κατὰ τοσοῦτον καταδηλοῦται τὸ ἐπιζήμιον τῆς ὑπάρξεως ὑμῶν ἐν τῇ ἀρχῇ, ἡ πλειοψηφία δὲ ἐκείνη, ὅταν ἐξετάσῃ τὰ τῆς πολιτείας σας, δὲν θ’ ἀρκεσθῇ μόνον εἰς τὴν ἀνατροπήν σας, ἀλλὰ θὰ στιγματίσῃ τὴν ἱστορίαν ὑμῶν, ὡς ἀνθρώπων καταστρεψάντων τὴν πατρίδα. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς, ἀγορεύοντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, προαχθεὶς εἰς τοῦτο ἐκ τῶν μομφῶν, ἃς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ λόγῳ του ἔῤῥιψε πάλιν διὰ πολλοστὴν φορὰν κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἔλαβον ὅμως τὸν λόγον κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διότι ἡ ὥρα εἶχε παρέλθει, νῦν δὲ σχεδὸν δὲν θεωρῶ πλέον εὔκαιρον οὐδὲ εὔτακτον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔῤῥιψε πάλιν καθ’ ἡμῶν, διότι ἤδη ἡ συζήτησις, μετὰ τὴν δευτέραν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Καραπάνου, εἰσῆλθεν εἰς τὸ δεύτερον μέρος, εἰς τὸ μέρος τῶν ἀριθμῶν. Ἀλλὰ ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, ὡς καὶ ἐν ὅλῃ τῇ πορείᾳ τοῦ Κοινοβουλίου, οὐδὲν εἶναι πλέον εὔρυθμον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας, τὸ πᾶν ἀνέτρεψεν. Ἔχομεν σήμερον γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ τὸ ἥμισυ ἐψηφίσθη! Ἐν τούτοις ἐπειδὴ ἤδη ἠγέρθην τῆς θέσεώς μου, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐντεῦθεν. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὤφειλε πρὸς τὸν τόπον τὴν ἀγόρευσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς· ὤφειλε νὰ γράψῃ ὡς ἔγραψεν ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ βήματος τὴν ἀριστοτεχνικὴν ἐκείνην εἰκόνα τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ὤφειλε νὰ περιγράψῃ διὰ τόσον ἰσχυροῦ καὶ σθεναροῦ καὶ ἐμφαντικοῦ λόγου τὴν κατάστασιν τῆς χώρας, διότι εὑρισκόμεθα, ὡς καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπεν, εἰς τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς,—τοὐλάχιστον τὴν τακτικὴν,—ἀπερχόμεθα δ’ ἐντεῦθεν, μέλλοντες νὰ συναντηθῶμεν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν ἐντὸς βραχέος ἢ μακροτέρου διαστήματος· καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔπρεπεν ἅπαξ ἔτι νὰ δώσῃ περιγραφὴν τῆς τοιαύτης καταστάσεως καὶ ἔδωκεν αὐτήν, ἐπαναλαμβάνω, ἀριστοτεχνικήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φυγομαχῶν ἐπὶ δύο ἡμέρας, ἠναγκάσθη νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν ἀγῶνα· οὐδὲ κατῆλθε,—πρέπει νὰ μεταχειρισθῶ ἄλλην λέξιν,—καθειλκύσθη ἄκων καὶ βιαζόμενος, καὶ ἐπεχείρησε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ πρῶτον μὲν διὰ μακρῶν ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἐκείνῃ ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ πρὸς ἄλλους, περὶ ὧν ἴσως εἴπω τινὰ κατωτέρω, ὅτι ὁλόκληρος ὁ ἀγὼν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ πᾶσαι αἱ προσπάθειαι αὐτῆς καὶ οἱ λόγοι αὐτῆς καὶ οἱ ἀγῶνες, ἀγῶνες, οὓς μόνη ἡ ἐνεστῶσα Ἀντιπολίτευσις ἀνέλαβε τόσον ἐῤῥωμένως καὶ ἐπιμόνως, ὅτι ὅλα ταῦτα ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας, καὶ εἰς τοῦτο ἐπέμεινεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, διὰ μακρῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει του. Βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ κρίνει ἐξ ἰδίων τὰ ἀλλότρια· διότι, ὡς εἶχεν εἴπει πρὸ μικροῦ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πάντα τὰ νομοθετήματα, πᾶσαι αἱ πράξεις, πᾶσαι αἱ ἐνέργειαι, αἱ ἐντὸς τῶν νόμων ἢ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῶν νόμων γινόμεναι, ὡς καὶ αἱ τόσαι ἔκθεσμοι ἐνέργειαι, αἱ τελούμεναι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἐξουσίας καὶ μόνον εἰς τὴν κατοχὴν τῆς ἐξουσίας. Οὕτω κρίνων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τοὺς ἄλλους, νομίζει ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις μόνον περὶ ἐξουσίας μάχεται. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐὰν ἦναι ἀληθές, εἶναί τις ὕβρις καὶ κατηγορία κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν διὰ τὴν ὀρθοτέραν καὶ λυσιτελεστέραν διάπραξιν τῶν κοινῶν ἐπιδιώκῃ τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας; Ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο εἶναι· ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀγωνίζεται κατὰ συστήματος, τοῦ ὁποίου τὰς ἐνεργείας, τὰς πράξεις, τὰ νομοθετήματα θεωρεῖ ὀλέθρια εἰς τὸν τόπον, πρὸ πάντων δὲ ἀγωνίζεται κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον περιήγαγε τὰ τῆς χώρας εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι εὑρίσκονται, δηλαδὴ εἰς τὸ ἐπισφαλέστατον. Ἀλλὰ νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ κατάληψις τῆς ἐξουσίας εἶναι ἔργον τι ἐπίχαρι τὴν σήμερον; Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ σπεύδοντες νὰ κατάσχωσι τοιαύτην ἐξουσίαν, οἵα αὕτη κατέστη ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ; Ὡς ἀκροατὴς παρευρεθεὶς ἄλλοτε εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἤκουσα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, λέγοντος ὅτι θὰ παραλάβῃ τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Πρωθυπουργοῦ «ἐξ ἀπογραφῆς»! Καὶ εἶχε δίκαιον! εἶχε πολὺ δίκαιον! Διότι ἅμα ἀνελθὼν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τῷ 1885, εὗρε τοιαύτην κατάστασιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀμέσως ἔσπευσε καὶ αὐτός, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Βουλή, ἡ παρέχουσα εἰς αὐτὸν τὴν μεγάλην ἐμπιστοσύνην της, νὰ διορίσῃ διαφόρους ἐπιτροπὰς, ἵνα καθαρίσωσιν ἐκείνην τὴν καταληφθεῖσαν ἀθλίαν κληρονομίαν, ἣν πιστεύω οὐδεὶς ἐλησμόνησεν. Ἐνθυμοῦμαι τὸν νῦν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὃν ἔβλεπον κατ’ αὐτὰς ἱστάμενον ἐκεῖ, παρὰ τὸ Προεδρεῖον, ἀποτελοῦντα μέρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξήλεγχε τοὺς ἀβυσσαλέους πίνακας τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ αὐτὸ θὰ πράξωμεν καὶ προσεχῶς, ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι ταχέως πάλιν θὰ μᾶς φέρῃ ὁ λαός· καὶ πάλιν θὰ ἀναλάβωμεν ἐξ ἀπογραφῆς τὴν ἐξουσίαν, καὶ θὰ διπλασιάσωμεν τὰς μερίμνας ἡμῶν καὶ τὰς ἐπιτροπὰς πρὸς καθαρισμὸν τῆς παραληφθησομένης κληρονομίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ ἔσπευσε νὰ ἐκφωνήσῃ τὸ ἐκλογικὸν πρόγραμμα ὅλων τῶν ὀπαδῶν του πρὸς ἅπαντας συλλήβδην τοὺς ἀνὰ πᾶν τὸ Κράτος ἐκλογεῖς. Δὲν ἠκούσαμεν ἐπὶ 15 ἡμέρας οὔτε μίαν φωνὴν ἐκεῖθεν ἐξερχομένην (δεικνύει τὴν δεξιάν)· καὶ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι δὲν ἠδύναντο τόσοι νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπὶ τόσων ἄλλων ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων κατηγορήσαμεν, ἢ ἐπηρωτήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ παρουσία τόσων ἀγορητῶν καὶ δοκίμων ῥητόρων εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην θὰ διέψευδε τοιοῦτον ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀλλὰ δὲν ὡμίλησαν, διότι δὲν ἐπέτρεψεν αὐτὸς νὰ ὁμιλήσωσιν· ἠθέλησε μόνος αὐτὸς νὰ φανῇ συνήγορος αὐτῶν ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων. Ἐξέθηκε λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ πρόγραμμα τῶν κκ. Βουλευτῶν, καὶ ἔσπευσε πρώτιστα νὰ εἴπῃ εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ἡ συνείδησις τῶν Βουλευτῶν διετήρησε καὶ ὑπεστήριξεν αὐτὸν εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν κατακρίνω οὐδένα ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων, τῶν ἐκεῖθεν καθημένων, τὴν τόσην δὲ ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν πολλάκις ἔσχον ἀφορμὴν εἰς πολλὰ ζητήματα νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἀνεξήγητον, ἀποδίδω εἰς κομματικὴν ἐντιμότητα. Ἀλλ’ ἔπρεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν τοιαύτην ἐντιμότητα τῶν φίλων του, καὶ νὰ μὴ θελήσῃ διὰ τῆς ὑπερασπίσεως, τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησε προχθὲς ὑπὲρ αὐτῶν, νὰ καταβιβάσῃ καὶ — ἐπιτραπήτω μοι ἡ λέξις — νὰ ἐξευτελίσῃ αὐτούς. Ἦτο εἰρωνεία, καὶ οὐχὶ ὑποστήριξις, ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν· ἦσαν φράσεις στιγμιαίως ῥιπτόμεναι πρὸς στιγμιαίαν ἐντύπωσιν, διότι νομίζει, φαίνεται, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, τοιαῦτα λέγων, γίνεται πιστευτὸς παρὰ τῷ λαῷ, ὡσανεὶ οὗτος ἐλησμόνησεν ὅλην τὴν ἐνέργειαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ μετὰ τῆς ὑποστηριζούσης αὐτὴν πτέρυγος. Εἰς πόσα δὲ ἠνάγκασε τὴν Βουλὴν ἔκνομα καὶ ἔκθεσμα καὶ ἄντικρυς παράνομα καὶ ἀντισυνταγματικά! Ἀφήρει βαθμοὺς ἀξιωματικῶν καὶ ἤρχετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ζητῶν τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ἀπένεμε βαθμοὺς παρανόμως, καὶ ἐπεκύρου ἡ Βουλὴ ἐν σιγῇ τὰς τοιαύτας πράξεις του. Ἔσχομεν ἀφορμὴν ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Σπάρταλη νὰ ἐπιμείνωμεν ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἡμῶν, θέλοντες νὰ πείσωμεν τὸν Πρωθυπουργὸν περὶ τοῦ ἀδίκου τῆς πληρωμῆς τῶν 335,000 δραχμῶν, νὰ πείσωμεν δὲ καὶ τοὺς ἐκεῖθεν συναδέλφους περὶ τοῦ ἀδίκου καὶ ἐξευτελιστικοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου· ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν τούτων ἐτέλεσε καὶ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην! Καὶ τότε, λαβὼν τὴν τιμὴν ν’ ἀγορεύσω κατὰ τὴν τελευταίαν νύκτα τῆς τριακονθημέρου ἐκείνης συζητήσεως, ἀπέδωκα εἰς τοὺς συναδέλφους κομματικὴν ἐντιμότητα, διότι ἡ συνείδησις αὐτῶν βεβαίως δὲν ἀνεγνώριζεν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦτο δικαία. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς Δικαιοσύνης. Πότε ἄλλοτε, κύριε Πρόεδρε, ἐνθυμεῖσθε ὑμεῖς, ὁ πρὸ τεσσαρακονταετίας πολιτευόμενος, ὅτι ἠκούσθησαν τόσα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ οὕτως ἀναφανδὸν λεγόμενα περὶ τῆς Δικαιοσύνης; καὶ πότε κατεστρώθησαν τόσα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα κατεβίβασαν τὴν ἱερὰν Θέμιδα εἰς θέσιν εὐτελεστάτης θεραπαινίδος τοῦ κόμματος; Τὰ τοῦ Παπαῤῥώδη, τὰ τῆς Χαλκίδος, τὰ τῆς Καρδίτσης καὶ πλεῖστα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐξετυλίχθησαν καὶ τὰ ὁποῖα παριστῶσι τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης εἰδεχθῆ! Καὶ λέγω τοῦτο μετὰ πόνου, διότι πάντοτε ἐπιθυμῶ νὰ γίνηται λόγος περὶ τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τῶν ἁγνοτάτων λέξεων, καὶ νὰ κρατῶ αὐτὴν εἰς τὸ δυνατῶς ὑπέρτατον ὕψος. Ἀνέφερον τόσα, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἑκάστοτε, καὶ ἐπὶ τῇ μὴ ἐκτελέσει δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ ἐπὶ τόσαις ἄλλαις παρανομίαις, ἐπεκαλεῖτο ἐν σιγῇ τὴν ψῆφον τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖνοι ἐψήφιζον ἐκ κομματικῆς ἐντιμότητος. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεκφεύγει, λέγει ὅτι δὲν ἔλαβεν ἐκθέσεις, ὅτι εἶναι ἐκκρεμὲς ἔτι τὸ ζήτημα, παριστᾷ τὰ πράγματα διεστρεβλωμένα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἰς βάρος πάντοτε τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Τὰ ζητήματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς πλέον ἢ δεκάκις κατὰ τὰς δύο παρελθούσας Συνόδους, ἀφ’ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι μεταξὺ ὑμῶν, ἀνεπτύχθησαν· πλέον ἢ δεκάκις ἀνεπτύχθησαν ζητήματα τῆς ἀθλιεστάτης, τῆς ἐνόχου ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἐσχάτως δὲ εἴχομεν τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεμία καρδία Ἑλληνικὴ, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον τῶν ἐντίμων συναδέλφων ἡμῶν, δὲν ἔπαλλε καὶ δὲν ἀνεγνώριζεν, ὅτι ἡ Κρήτη ἐσφαγιάσθη. Καὶ ὅμως ἐψήφισαν οἱ συνάδελφοι ἐκεῖνοι, τῇ θελήσει καὶ τῇ ἐπιμονῇ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὑπὲρ τῆς τοιαύτης πλοιτικῆς του! Ἔρχονται εἶτα τὸ ζήτημα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ζήτημα τοῦ ναυτικοῦ, καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα πάντοτε περιεκάλυψε διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἐν σιγῇ πάντοτε ἀποσπωμένης, διότι ἀπηξίου νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐκεῖθεν συναδέλφους καὶ τὴν δικαιολογίαν κἂν, ὅτι καλῶς ψηφίζουσι. Μεθ’ ὅλα δὲ ταῦτα, ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προσπαθῶν νὰ σώσῃ τοὺς συναδέλφους ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων των, καὶ νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς ἡμᾶς. Εὐτυχῶς ὁ μόνος κριτὴς, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἐπεχείρησε νὰ ὑπερασπίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοὺς φίλους του, εἶναι ὁ λαὸς, εἶναι ὁ κριτὴς ὁ ἀδέσποτος τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ἐπηρεάσωσιν οἱ τοιοῦτοι ἢ τοιοῦτοι λόγοι, θὰ κρίνῃ ἕκαστον ἐξ ἡμῶν ἐκ τῆς πορείας καὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ. Ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραστήσῃ πρὸ τοῦ λαοῦ τοὺς φίλους αὐτοῦ Βουλευτὰς, ὡς ἀπολέσαντες τὴν δημοτικότητα αὐτῶν, διότι ἐψήφισαν βαρεῖς φόρους, καὶ ἐπέῤῥιψεν ἐφ’ ἡμῶν ὡς κατηγορίαν, ὅτι ἀπεφύγομεν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν φόρων ἐκείνων. Καθ’ ἡμᾶς, δὲν εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τῶν φόρων ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀναιρέσεως τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ ἀπὸ τῶν ἐκεῖ καθημένων συναδέλφων. Παρὰ τῷ λαῷ κριθήσεται ἡ ὅλη πολιτεία αὐτῶν, ὁ λαὸς θέλει κρίνει καὶ δικάσει αὐτοὺς, διότι παρέσχον τὴν ὑποστήριξίν των, τοιούτῳ μάλιστα τῷ τρόπῳ, εἰς τοιαύτην Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία οὕτω διεχείρισε τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, τὰ τῆς διοικήσεως, τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας πρὸ πάντων, ἅτινα συχνάκις ἀκούομεν ἐκτραγῳδούμενα ἐντεῦθεν, τὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐν γένει πάντων τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου. Αὐτὴ ἔσται ἡ μεγαλειτέρα κατηγορία, τὴν ὁποίαν θὰ ἀπαγγείλῃ, ὡς ἐγὼ φρονῶ, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τῶν συναδέλφων ἡμῶν ἐκείνων. Ἀλλ’ ἀδιάφορον πρὸς ἡμᾶς ἡ ὑπεράσπισις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς θέσεως, εἰς ἣν θὰ εὑρεθῶσιν οὗτοι ἀπέναντι τοῦ λαοῦ· αὐτοὶ ἡλικίαν ἔχουσιν, αὐτοὶ ἐρωτηθήσονται καὶ ἀπαντήσουσιν. Ἡμεῖς, ναὶ, καυχώμεθα, ὅτι δὲν ἐψηφήσαμεν τοὺς φόρους, καὶ ἐπράξαμεν τοῦτο οὐχὶ κατὰ τὴν σοφιστικὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς ἐν τῇ ἀγορεύσει του, οὐδὲ διὰ νὰ δυσχεράνωμεν τὴν Κυβέρνησίν του· δὲν ἐψηφίσαμεν τοὺς φόρους, διότι, ἀναστρεφόμενοι συχνότερα ἐν τῷ λαῷ, γνωρίζομεν τὴν κατάστασιν αὐτοῦ, βλέπομεν αὐτὴν περιγραφομένην ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» καὶ ἐν τοῖς διαφόροις φύλλοις τοῦ τύπου, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ συντελέσωμεν εἰς ἐπιψήφισιν καὶ νέων φόρων προσθέτων. Ἐπανειλημμένως ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἀποκρούσω τοὺς νέους φόρους, καὶ ζητήσω τὴν ἐλάττωσιν τῶν ὑπαρχόντων, διότι ὁ λαὸς δὲν ἀντέχει. Τὴν καταπόνησιν δὲ ταύτην τοῦ λαοῦ ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Πρωθυπουαγὸς προχθές, ἀλλ’ ἀπέδωκεν αὐτὴν εἰς ἄλλους λόγους, κλιματολογικούς, πλουτολογικοὺς καὶ λοιπούς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν φίλων αὐτοῦ, (καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν προσηνέχθη δικαίως πρὸς αὐτοὺς,) ἀλλὰ καὶ ἐπετέθη κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἦλθε νὰ ἐκτοξεύσῃ τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἐπὶ δύο συνεχῆ ἔτη ἀκούω ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, τὰς ὁποίας ἀδιαλείπτως βλέπομεν ἀναγραφομένας ἐν τῷ τύπῳ, τῷ φιλίῳ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κακολογεῖ καὶ συκοφαντεῖ τὸ Κοινοβούλιον, ἰδίᾳ δὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐνῷ αὐτὸς ἐργάζεται ἀνενδότως πρὸς κατάῤῥιψιν καὶ ἐξευτελισμὸν τοῦ θεσμοῦ. Ἐν τῇ προσκλήσει, ἡ ὁποία μοὶ ἐγένετο τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, ἵνα παρευρεθῶ εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, εὗρον νέαν πάλιν προσβολὴν καὶ νέον ἐξευτελισμὸν καὶ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ κατὰ τῆς πτέρυγος ἐκείνης καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Κοινοβουλίου. Πιθανόν τινες ἐξ ὑμῶν νὰ διατελῆτε ἐν ἀγνοίᾳ, καὶ πρέπει νὰ εἴπω ἐντεῦθεν τί συνέβη. Κλητὴρ τοῦ Βουλευτηρίου ἔρχεται τὴν μεσημβρίαν νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ἡ συνεδρίασις γενήσεται περὶ τὴν 2αν μ.μ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔδωκα τοιαύτην διαταγήν.
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὑμεῖς δὲν ἐδώκατε. «Γνωρίζεις ὅτι καλούμεθα εἰς τὰς 2;» ἐρωτῶ τὸν κλητῆρα, «Μάλιστα», μοὶ ἀπαντᾷ, «τὸ διέταξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως!» — «Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸν ἠρώτησα, τί εἶπε;» — «Δὲν τὸ γνωρίζει· θὰ ὑπάγω νὰ τὸν εἰδοποιήσω τώρα».
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς εἶπε τὴν ἀλήθειαν.
§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ κάμητε ἀνακρίσεις, ἵνα βεβαιωθῆτε. Εἰς τοιοῦτον ἐξευτελισμὸν παριστάμεθα! Καὶ ἀκόμη διὰ τῶν φιλικῶν ἐφημερίδων αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεκήρυξεν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει τὴν Ἀντιπολίτευσιν. «Περιμένω, ἔλεγε, νὰ ἔλθωσι τόσοι ἐκ τῶν φίλων μου, ὅσοι ἀρκοῦσι διὰ τὴν συγκρότησιν ἀπαρτίας, καὶ τότε θὰ καλέσω τὴν Βουλὴν εἰς ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν της».
§40ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Σεῖς δὲν θὰ ἤρχεσθε!
§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐγνωρίζετε τοῦτο; Καὶ ἐὰν ἔτι ἐγνώριζε τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀσεβήσῃ τόσον, ὥστε νὰ μὴ καλέσῃ ὁλόκληρον τὴν Βουλήν. Οὕτω δὲ συνέβαινεν, ὥστε ἀντὶ τῆς προσδιορισθείσης ἐξ ἀρχῆς ἡμέρας, τῆς 18 Ἰανουαρίου, ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν ἀνεβάλλετο εἰς τὴν 22αν, εἶτα εἰς τὴν 25ην καὶ τέλος εἰς τὴν 29ην. Καὶ εἶναι τοῦτο μόνον; Καὶ μὴ ἐκεῖνος πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν ἐξεστόμισε πᾶν ὅ,τι πικρὸν καὶ ἄσχημον ἔπος κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Κατηγορούμεθα, καὶ ὑποστηρίζεται ἡ κατηγορία αὕτη κατ’ ἐπανάληψιν καὶ κατὰ κόρον, ὁσάκις καλοῦμεν τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς, ὅπως ἀπολογηθῶσιν, ὅτι ἐπιδεικνύομεν δῆθεν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν κοινῶν. Τὸ δῆθεν ἐκεῖνο εἶναι, κύριε Πρόεδρε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, χαρακτηριστικώτατον! εἶναι ἡ μόνη ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν δίδουσιν εἰς ἀπολογίαν οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ ἐπὶ παντὸς ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου προσκαλοῦνται νὰ δώσωσιν ἐξήγησιν, ἀφίνοντες τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν εἰς ἀμφιβολίαν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην ἐν ἀβεβαιότητι ἐπὶ τόσων ζητημάτων, ἐφ’ ὧν αὕτη ἐνδιαφέρεται σπουδαίως νὰ πληροφορηθῇ· οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἀπαντῶσιν· εἰς ἡμᾶς δὲ ἀπέδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν κατηγορίαν, ὅτι δῆθεν ἐξ ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῶν κοινῶν ποιούμεθα χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως. Κατηγορεῖ προσέτι τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι μεταξὺ αὐτῆς εὑρίσκονταί τινες, οἱ ὁποῖοι συχνάκις λαμβάνουσι τὸν λόγον. Μὰ τὴν ἀλήθειαν, καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἂν ἠρωτᾶτο, μὲ ὅλην τὴν ἀποστροφὴν, τὴν ὁποίαν φαίνεται ἔχων πρὸς τὸν λόγον, καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ ηὐχαριστεῖτο, βλέπων καὶ τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα νὰ διατελῇ ἐν τῇ αὐτῇ σιγῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ κατορθοῖ νὰ τηρῇ τὴν δεξιάν.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, νὰ σᾶς διακόψω;
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ τοῦ 1882 ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ὁ κ. Τρικούπης, καὶ τότε, ὁσάκις ἡ Συμπολίτευσις παρεπονεῖτο, διότι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι κατελάμβανον τὸ βῆμα καὶ ἐπὶ τόσον καιρὸν ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν διὰ διαφόρων ζητημάτων, ἔλεγεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ συζητῶμεν ἐπὶ μακρὸν ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων καὶ ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ συζητήσεις εἶναι πολύτιμοι διὰ τὸ Κοινοβούλιον καὶ διὰ τὸ Ἔθνος. Ἐὰν προκληθῶ, θὰ φέρω τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, διὰ νὰ ἴδητε, ποίας ἰδέας εἶχε τότε περὶ τῆς συζητήσεως, διὰ τῆς ὁποίας σήμερον λέγει, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν.
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φθάσῃ εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, τὸ οὐσιαστικὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ κάκιστα εὑρίσκεται περιπεπλεγμένος ἐν τῷ εὐρυτάτῳ καὶ ἰσχυρωτάτῳ δικτύῳ τῶν οἰκονομολογικῶν γνώσεων καὶ ἐπιχειρημάτων τοῦ διακεκριμένου οἰκονομολόγου τῆς ἡμετέρας πτέρυγος καὶ σεβαστοῦ φίλου μου κ. Καραπάνου....
§46ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὤ! ὤ!
§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ περιέμενον ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀντὶ τῆς ὑμετέρας ἐπιβοήσεως. Πρὶν φθάσῃ ἐκεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐθεώρησε καλὸν νὰ ποιήσῃ ἐκδρομήν τινα εἰς τὸ παρελθὸν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως καὶ τῶν πολιτικῶν φρονημάτων τοῦ τόπου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπορῶν πῶς ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς δὲν διατελεῖ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ τόπου, προσθέτει εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ὀρθοῦ τῆς ἀπορίας αὐτοῦ, ὅτι, ἐὰν ἡ γνώμη τοῦ τόπου ἦτο οἵα ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι εἶναι, ἤθελεν ἐπιβληθῆ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ὡς ἐπεβλήθη καὶ ἄλλοτε. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέτρεξεν εἰς τὸ παρελθὸν, ἀνεσκάλευσε καὶ ἀνεβίβασεν εἰς τὸ βῆμα ἐκεῖνο καὶ πάλιν μετὰ καυχησιολογίας τὴν γνωστὴν ἐκείνην περίστασιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς κυρίως εἶχε συμφέρον νὰ καλύψῃ διὰ πέπλου, ὅσον τὸ δυνατὸν παχυτέρου, τὴν μεταβολὴν τοῦ φρονήματος τοῦ τόπου κατὰ τὰς στιγμὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν στιγμαὶ ἀνιαραὶ διὰ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, στιγμαὶ ὀδύνης καὶ ἀπελπισίας διὰ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους! Δὲν προτίθεμαι, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἰσέλθω εἰς μεγαλειτέραν ἀνασκάλευσιν τοῦ ζητήματος τούτου, δι’ ὃν λόγον νομίζω, ὅτι ἔπρεπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ σιωπήσῃ, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὴν Βουλὴν ἐκείνην, τῆς ὁποίας τὴν ἀλλαγὴν τοῦ φρονήματος ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἐλησμόνησεν ὅτι ἔσπευσε νὰ κλείσῃ αὐτὴν ὡς διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, μὴ τολμήσας νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς αὐτῆς, ἵνα ἀναγνώσῃ τὴν διάλυσιν, ἀλλὰ τοιχοκολλήσας αὐτὴν εἰς τὴν θύραν τοῦ Βουλευτηρίου! Ἀπέναντι ὁμοίας περιστάσεως, ἐὰν ὄχι καθ’ ὅλα συμπιπτούσης ὡς πρὸς τὴν περίπτωσιν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, θὰ εὑρεθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετ’ ὀλίγον, καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἐκεῖθεν καθήμενοι καὶ ὑποστηρίζοντες αὐτὸν συνάδελφοι, καὶ ἡμεῖς, καὶ τότε θὰ κριθῶμεν. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ· ἡμεῖς προεκαλέσαμεν τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν πολλάκις μέχρι τοῦδε νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος, ὅπως διαλύσῃ τὴν Βουλήν· καὶ ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο πολιτευόμενος, ὅστις καυχᾶται ἐπὶ μεταφυτεύσει τῶν ἀγγλικῶν κοινοβουλευτικῶν ἠθῶν εἰς τὸν ἡμέτερον τόπον. Τοσάκις ἡ Βουλὴ ἐζήτησε τὴν διάλυσιν ἑαυτῆς, τοσάκις ἐζήτησε τὴν ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαόν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, στηριζόμενος εἰς τὴν ἐπιμονὴν τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ἐπιμένει καὶ θὰ ἐπιμείνῃ μέχρις ἐσχάτων. Ἀλλ’ ὁ χρόνος διαῤῥέει ἀκατάσχετος, καὶ τέλος θὰ φθάσωμεν καὶ ἄκοντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Τότε δὲν θὰ ὠφελήσωσι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀμφιβάλλω, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν εὑρέθη Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε νὰ φέρῃ ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν φίλων του, ἢ ἂν θὰ ἐτόλμα καὶ ὁ κοινότερος ὑποψήφιος ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς ὅμιλον ἐκλογέων οἱωνδήποτε. Ἔφερεν ὡς ἐπιχείρημα, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος αὐτοῦ καὶ πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἀνεχομένων αὐτὸ ὀπαδῶν του, ὅτι εἰσήχθη μεγάλη ποσότης σίτου εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ναὶ μὲν εἰσήχθη πολύς, ἀλλὰ καὶ ἐξήχθη ἐξ αὐτῆς! Ἀλλὰ δὲν ὠνόμασεν ἡμῖν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὰς χώρας, εἰς ἃς ἐξάγεται ὁ ἑλληνικὸς σῖτος. Εἰσήχθη μικρὰ ποσότης καφὲ κατὰ τὸ 1889 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1888. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι ὁ Δεκέμβριος ἔσπευσε νὰ ἀνατρέψῃ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Καραπάνου καὶ νὰ ἐπιῤῥώσῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ τόπου διὰ τῆς καταναλώσεως μείζονος ποσότητος καφέ, ὡς ἀστειζόμενος ἔλεγεν ἐνώπιον ἡμῶν, λησμονῶν ὅτι ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι συζητεῖται ἡ κατάργησις τῶν διαπυλίων καὶ τὸ ἐμπόριον ἔσπευσε νὰ προμηθευθῇ τὰ ἀναγκαιοῦντα αὐτῷ εἴδη. «Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχωμεν σήμερον ἰσοζύγιον», ἐξηκολούθει λέγων ὁ κ. Πρωθυπουργός, «ἡμεῖς οὐδέποτε ὑπεσχέθημεν ἰσοζύγιον». Καὶ λησμονοῦμεν τὴν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ κ. Καλλιγᾶ διατυμπανισθεῖσαν ἀνθηρότητα τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καὶ τὴν ἐπικειμένην πρόσκλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἵνα δρέψῃ τοὺς καρποὺς τῶν κόπων του! Καὶ ἔδρεψεν ἀληθῶς ὁ λαὸς καὶ δρέπει ἔκτοτε πικρίας μόνον καὶ βάσανα. Ἔκτοτε δὲ τοσάκις ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου διετυμπάνισεν ἡμῖν ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα 2 ἢ 3 ἑκατομμυρίων ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα εὑρέθη, ὅτι ἐνόει ἰσοζύγιον τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰς τακτικὰς δαπάνας, ἐνόει δηλ. ἰσοζύγιον ἀπολογισμοῦ, μεταβάλλων πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ διατεθῶσιν ὡς τακτικαὶ δαπάναι, εἰς ἐκτάκτους. Ταῦτα πάντα ὅμως εὗρον αὐστηρὸν ἐλεγκτὴν τὸν κ. Καραπάνον καὶ τοὺς ἄλλους σεβαστοὺς καὶ δεινοὺς οἰκονομολόγους ἐκ τῶν ἐνταῦθα παρακαθημένων. «Ἡ χώρα διατελεῖ, λέγει, ἐν πλήρει ἀκμῇ· ἐπισκεφθῆτε τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ, θὰ εὕρητε τὸ ἐμπόριον ἐν ἀνθηροτάτῃ καταστάσει, τὸ δὲ ἐνεργητικὸν τῶν ἐμπόρων ἄριστα ἔχον!» Ἡμεῖς ἀμφιβάλλομεν· ἀλλ’ ἰδίᾳ παραπέμπομεν αὐτὸν εἰς οἱονδήποτε χωρίον τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ ἴδῃ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, αὐτὴν τὴν πεῖναν εἰσελάσασαν, ἐνῷ μέχρι τοῦδε δὲν ἐφοβούμεθα τὸ κακὸν τοῦτο. Ἀγνοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου τὴν πραγματικήν, ἀγνοεῖ τὴν κατάστασιν τῶν ἐπαρχιῶν, τὴν γύμνωσιν, τὴν πεῖναν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ διὰ τοῦτο φαντάζεται ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα ὡς ὁδὸν Ἑρμοῦ, ἔχουσαν ἄριστα! Διὰ τοιούτων λόγων ἐπεχείρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκτυλίξῃ καθαρὸν ἐκλογικὸν πρόγραμμα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὑπὲρ τῶν φίλων του, οἵτινες μετ’ ὀλίγον θὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον αὐτοῦ, ἵνα ζητήσωσι ψῆφον. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν ἐντεῦθεν περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀντικειμενικῶς. Αὔριον θὰ παρασταθῶμεν πρὸ αὐτοῦ αὐτοπροσώπως, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ δύναται νὰ ὁμιλῇ πάλιν περὶ πλειονοψηφίας καὶ ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἔθνους πρὸς αὐτὸν, ὅπως ὁμιλεῖ σήμερον!
§48Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν εἶναι διὰ τὸ Κράτος ὅ,τι εἶναι οἱ δύο ὀφθαλμοὶ διὰ τὸ σῶμα. Διὰ τὰ ἔθνη μάλιστα, τὰ ὁποῖα κέκληνται νὰ ἐκπληρώσωσιν ὑψηλὴν ἀποστολὴν ἐν τῷ κόσμῳ, διὰ τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἔνδοξον παρελθὸν καὶ θέλουσι νὰ δημιουργήσωσιν ἔνδοξον μέλλον, διὰ τὰ ἔθνη τέλος, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οὐ μόνον καθῆκον, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν καὶ ἀνάγκην νὰ ἐπιδείξωσι τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα, ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν εἶναι ἡ ψυχὴ ἅμα καὶ τὸ σῶμα, ἡ δύναμις, ἡ ἐμπνέουσα ἐν εἰρήνῃ μὲν τὸ σέβας πρὸς τοὺς νόμους, ἐν πολέμῳ δὲ τὴν πεποίθησιν τῆς νίκης. Ἀλλὰ διὰ νὰ παράγωσι τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα αἱ ἐθνικαὶ δυνάμεις, δηλαδὴ νὰ ὦσιν ἐν καιρῷ μὲν εἰρήνης τὸ ἔρεισμα τοῦ θρόνου, ἐγγύησις τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, παραγωγοὶ τάξεως καὶ εὐνομίας, ἐν ὥρᾳ δ’ ἐνεργείας ἱκανοὶ νὰ προασπίσωσι τὸ ἔδαφος τῆς πατρίδος, ἢ νὰ ἐκπληρώσωσι τοὺς ἱεροὺς ἐθνικοὺς πόθους, πρέπει νὰ ὦσιν ὠργανωμέναι, καὶ νὰ ἵστανται ὑψηλὰ ἐκεῖ, ἔνθα ἔταξεν αὐτὰς ἡ πατρίς, δυνάμεις δηλονότι καθαρῶς ἐθνικαί, ἄξιαι τῶν θυσιῶν καὶ τῶν προσδοκιῶν τοῦ ἔθνους. Διὰ τὸ ἔθνος μάλιστα τὸ Ἑλληνικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ μοῖρα ἐπέκλωσε πολλὰς περιπετείας, καὶ τὸ ὁποῖον διὰ μυθωδῶν ἀγώνων, διὰ πρωτοφανῶν θυσιῶν, διὰ θαυμαστῶν θριάμβων κατώρθωσε νὰ ἀναστηθῇ ἐκ τῶν νεκρῶν, ἡ ὕπαρξις στρατοῦ καὶ στόλου καλῶς κατηρτισμένων εἶναι ἡ βάσις τοῦ μέλλοντος καὶ τοῦ παρόντος αὐτοῦ, καὶ λέγομεν καὶ τοῦ παρόντος, διότι ἡ Ἑλλὰς ἄνευ μέλλοντος, ἄνευ ἐθνικῆς ἑνότητος ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ. Διὰ ταῦτα, ὅταν συζητῶμεν περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, πρέπει νὰ ὦμεν ὑπέρτεροι πολιτικῶν παθῶν, ἐρευνῶντες ἀπὸ περιωπῆς τὰ κατὰ τὰς ἐθνικὰς ταύτας δυνάμεις, εἰλικρινῶς ὁμολογοῦντες εἴτε τὰ καλῶς εἴτε τὰ κακῶς ἔχοντα ἐν αὐταῖς. Ἐν τῇ ἐρεύνη ταύτῃ οὔτε τὸ πολιτικὸν πάθος πρέπει νὰ μᾶς καθιστᾷ τυφλοὺς εἰς ὅ,τι ὑπάρχει τυχὸν σκόπιμον καὶ ἄμεμπτον ἐν τῇ ὀργανώσει καὶ διοικήσει τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, οὔτε κακῶς ἐννοουμένη εὐλάβεια νὰ παρακωλύῃ τινὰ ἐν τῇ καταδείξει τῶν πλημμελῶς ἐχόντων. Ἀπ’ ἐναντίας, ἂν ἡ παράλειψις τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν καλῶς ἐχόντων χαρακτηρισθῇ ὡς ἀνειλικρίνεια, ἡ παράλειψις τῆς ὑποδείξεως τῶν κακῶς ἐχόντων δικαίως δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔγκλημα κατὰ τῆς πατρίδος· διότι ἐν μὲν τῇ πρώτῃ περιπτώσει τὰ πράγματα θέλουσι δείξει, ὅτι ἡ ἐκ φθόνου ἢ ἄλλου τινὸς παθήματος παράλειψις τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν καλῶς ἐχόντων μικρὰν ἢ μηδεμίαν ἐθνικὴν ζημίαν ἐπιφέρει, ἐν τῇ δευτέρᾳ ὅμως περιπτώσει, ὅτε δηλαδὴ ἀποκρύπτεται ἡ ἀλήθεια ἐξ ὑπερβολικῆς ἁβρότητος ἢ μικροφιλοτιμίας, καὶ ἡ διόρθωσις τῶν κακῶς ἐχόντων δὲν ἐπιβάλλεται διὰ τῆς ἐπικρίσεως ἢ τῆς κατηγορίας τῶν ὑπευθύνων, τὰ πράγματα διὰ συμφορῶν πολλάκις ἀθεραπεύτων πληρόνουσι τὴν δι’ ἔλλειψιν θάῤῥους σιγὴν ἐπὶ τῶν ὑπαρχουσῶν πλημμελειῶν. Τί, Κύριοι, ὠφελεῖ ἡμᾶς ἢ τὸ Ἔθνος ἡ ἀπόκρυψις τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων; Τὸ νὰ καλύπτωμεν τὰς ἡμετέρας πληγὰς, σημαίνει ὅτι ἐπιθυμοῦμεν τὴν γάγγραιναν. Σκοπῶν νὰ ἐπασχολήσω ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ ἐπιστήσωσι τὴν ἑαυτῶν προσοχήν. Ἀναβάλλων τὴν ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τὴν ὑποβολὴν τῶν περὶ τοῦ ναυτικοῦ σκέψεών μου, ἐκπληρῶ ἐν ἀρχῇ τὴν ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, τὴν διὰ τὸν στρατὸν δαπάνην, τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ἱκανότητα ἢ μὴ αὐτοῦ, ὅπως ἐκπληροῖ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ τὰς ἐθνικὰς προσπαθείας καὶ τοὺς ἐθνικοὺς σκοπούς. Ἀλλὰ, πρώτιστον πάντων, ἔχομεν στρατόν; Εἶναι ἐκπληκτικὴ ἡ ἐρώτησις αὕτη. Τὸ συναισθάνομαι βαθύτατα. Ἀλγῶ καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς ἀνήκων εἰς τὸ στράτευμα, τοιαύτην ὀδυνηροτάτην ἐρώτησιν προβάλλων, ὡς ζοφερὸν προοίμιον τῆς ἀγορεύσεώς μου. Τὸ καθῆκόν μου ὅμως, καὶ ὡς Βουλευτοῦ καὶ ὡς ἀξιωματικοῦ, μοὶ ἐπιβάλλει νὰ προτάξω τὴν ἐρώτησιν ταύτην ὡς κραυγὴν πόνου. Ἔχομεν στρατόν; Καὶ ἐγὼ αὐτὸς δὲν τολμῶ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ἀλλὰ καταφεύγω ὄπισθεν τῆς ἀνικήτου ἀληθῶς τόλμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν ἁρμάτων, ἥτις μόνη δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησίν μου. Ναί! δὲν ἔχομεν στρατὸν, ἀνεφώνησεν ἐκ τῆς θέσεώς του, πιεζόμενος παρ’ ἡμῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἔχομεν ἐφεδρείαν. Δὲν ἔχομεν στρατὸν, ἀλλ’ ἔχομεν ἐφεδρείαν! εἶναι ἡ μεγαλόστομος ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν ἁρμάτων. Δὲν ἔχομεν στρατὸν, ἀλλ’ ἔχομεν ἐφεδρείαν, εἶναι τόσον ἀληθὲς, ὅσον δύναται νὰ ἦναι ἀληθὲς, ὅτι δυνάμεθα νὰ θερίσωμεν χωρὶς νὰ σπείρωμεν, ἢ νὰ τρυγήσωμεν χωρὶς νὰ κλαδεύσωμεν. Ὅταν δὲν ἔχωμεν στρατὸν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἐφεδρείαν· διότι ὁ στρατὸς εἶναι τὸ σχολεῖον, ἡ πηγὴ, ἡ ῥίζα τῆς ἐφεδρείας. Καὶ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἁρμάτων ὁμολογῇ, ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν, ὀφείλομεν κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ τὸν πιστεύσωμεν. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἔχομεν στρατὸν, ἀφοῦ τὸ μὲν Κράτος δαπανᾷ ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ ἥμισυ τῶν ἐσόδων του, ὁ δὲ λαὸς προθύμως σπεύδει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς θητείας αὐτοῦ, οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἀπροφασίστως ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκον αὐτῶν; Τὰ αἴτια εἶναι πολλά. Ἂν δ’ ἐπιθυμῶμεν νὰ ὑψώσωμεν τὸ στράτευμα εἰς τὴν περιωπὴν πραγματικῆς ἐθνικῆς δυνάμεως, ὀφείλομεν νὰ γνωρίσωμεν τοὺς λόγους, δι’ οὓς παρέλυσεν ὁ στρατὸς καὶ νὰ ἔχωμεν τὴν θέλησιν νὰ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου τὰ ἐμπόδια τῆς ὑπάρξεως στρατοῦ. Καὶ πῶς θέλετε, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἐθνικὸν, ὅταν κύριον καὶ ἀποκλειστικὸν μέλημα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἡ διαίρεσις τοῦ στρατοῦ εἰς ἀφωσιωμένους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐπιφυλάσσεται πᾶσα εὔνοια καὶ μεροληψία καὶ διάκρισις, καὶ εἰς καταδιωκομένους, καθ’ ὧν ἐφαρμόζεται πᾶσα δυσμένεια καὶ καταδιωγμός; Τὸ δόγμα διαίρει καὶ βασίλευε ἔχει πλήρη τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἐν τῇ διοικήσει τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Οὕτω δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ ἔχωμεν στρατὸν τῆς πατρίδος, ἀλλὰ στρατὸν τῆς φατρίας, καὶ πρὸς τοῦτο ἐξαντλοῦνται πᾶσαι αἱ προσπάθειαι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Καὶ κακὴ ὑπομονὴ, ἂν αἱ μὲν εὔνοιαι ἐπεδαψιλεύοντο εἰς τοὺς διαπρέψαντας ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ, ἢ τοὺς διακρινομένους ἐπὶ παιδείᾳ ἢ ἱκανότητι, οἱ δὲ καταδιωγμοὶ ἦσαν κλῆρος τῶν ἀνικάνων ἢ ἄλλως καθισταμένων ἀξίων δικαίας ἀπαρεσκείας, καὶ δυσμενείας ἀξιοπρεποῦς, καὶ μεγαλόφρονος διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Πάντες δυστυχῶς γνωρίζομεν, ποῖον μέτρον μεταχειρίζεται ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς προτιμήσεσιν ἢ τοῖς διωγμοῖς αὐτῆς εἰς τὸν στρατόν. Εἶναι ἀποδεδειγμένον διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι οὐδεὶς τῶν διαπρεψάντων ἐπὶ στρατιωτικῇ ἀρετῇ ἐνώπιον τοῦ πολέμου εὗρε χάριν ἐν τοῖς ὀφθαλμοῖς τῆς Κυβερνήσεως, ἴσως διότι οὐδεὶς αὐτῶν εἶχε τὰ προσόντα δουλικῆς ὑποταγῆς καὶ ἀφοσιώσεως πρὸς τὴν φατρίαν. Καὶ πῶς ἀξιοῦτε νὰ ἔχητε στρατὸν, κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅταν βάλλητε μάχαιραν ἀνὰ μέσον τοῦ στρατοῦ διὰ τῶν εὐνοιῶν καὶ δυσμενειῶν σας; ὅταν παραγκωνίζητε τοὺς τιμήσαντας τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα, καὶ τὴν μοχθηρίαν ὑμῶν μέχρι τῶν νεκρῶν αὐτῶν τετιμημένων στρατιωτικῶν κορυφῶν ἐπεξετείνατε; ὅταν τοὺς μὲν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς πέρατος τῆς Ἑλλάδος ἐκσφενδονίζητε εἰς τὸ ἕτερον πέρας, καὶ ἐκεῖθεν ἄνευ ἀναψυχῆς εἰς τὸ ἀντίθετον ἄκρον ἐκτοπίζητε, τοὺς δὲ ἐκλεκτοὺς ἐν ἐκλεκτοῖς ταπεινοῦτε ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ τοὺς μεταχειρίζησθε ὡς σωματοφύλακας ἢ κομματικοὺς ὑπηρέτας, περιφρονοῦντες τὸν βαθμὸν ἢ τὸ ἀξίωμα, ὅπερ οὗτοι φέρουσιν, ἀποστέλλοντες αὐτοὺς πρὸς συλλογὴν Βουλευτῶν ἢ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις φατρίας σας; Οὕτω φατρίαν μόνον δύνασθε νὰ ἔχητε ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ στρατὸν ἐθνικὸν δὲν ἔχετε, διότι δὲν θέλετε ἢ δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται ἴσως νὰ ἔχητε. Πῶς θέλετε νὰ ἔχητε, κύριε Πρωθυπουργὲ, στρατὸν, ἀφοῦ διὰ τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας σας ἐπιβούλως ἐπεζητήσατε τὴν ὑποδούλωσιν καὶ ταπείνωσιν τοῦ στρατεύματος εἰς τὴν φατρίαν; Πᾶς νόμος, εἰσαχθεὶς παρ’ ὑμῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθεὶς, πρὸς ἕνα πάντοτε καὶ τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἀπέβλεπε, πῶς νὰ συγκεντρώσητε εἰς χεῖράς σας πᾶσαν ἐξουσίαν τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν, ὅπως ἀνεξελέγκτως διαπράττητε πᾶν, ὅ,τι φαίνεται ὑμῖν συντελεστικὸν εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπεκτάσεως τῆς φατρίας ὑμῶν. Παρεβιάσατε τὸν πάγιον τῆς ἡμετέρας Πολιτείας νόμον διὰ τοῦ παρ’ ὑμῶν εἰσαχθέντος καὶ ψηφισθέντος κατὰ Μάϊον τοῦ 1882 νόμου, περὶ τῶν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐκτιθεμένων ἀξιωματικῶν, καὶ τοῦ νόμου ΑΛΔʹ, ψηφισθέντος κατὰ μῆνα Ἰούνιον τοῦ 1882, περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἀπαιτουμένου χρόνου, δι’ ὧν δὲν θεωρεῖται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ὑπηρετοῦσι τὴν πατρίδα ὡς Βουλευταὶ, μὴ λαβόντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ὑπερακόντισις τῶν ὁρίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὀφείλετε νὰ περιορισθῆτε,—καὶ τὰ ὅρια σᾶς τὰ δίδει τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος,—εἶναι πρᾶξις ἀντισυνταγματικὴ, καὶ πᾶς νόμος, ψηφιζόμενος κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἄκυρος, κατὰ συνέπειαν δὲ καὶ οἱ ἄνω ἀναφερόμενοι. Τοῦτο δὲ πρὸς τίνα ἄλλον σκοπὸν ἐπράξατε ἢ πρὸς ταπείνωσιν τοῦ στρατεύματος, οὗτινος ἀφαιρεῖται ἓν δικαίωμα πολύτιμον; Παρεβιάσατε τὸ ἄρθρον 91 τοῦ Συντάγματος, συστήσαντες Δικαστήρια ἀντισυνταγματικὰ, διότι νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἀφαιροῦνται ἐκ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ δικαιοδοσίας ὑποθέσεις, καὶ ἀνατίθενται εἰς ἄλλας ἀρχὰς, προφανῶς ἀντίκεινται εἰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁποίου σκοπὸς ἦν νὰ ἐκδικάζωνται τὰ κατὰ πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ἀδικήματα παρὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἣν ἰσόβιον διὰ τοῦτο κατέστησεν. Ἐὰν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἑκάστοτε διὰ νόμων ἤθελον μειοῖ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Δικαστηρίων, ὡς ἔπραξεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἠθέλομεν φθάσει πλαγίως εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἰσοβιότητος· διότι αἱ διαφοραὶ θὰ ἐξεδικάζοντο ἀπὸ τὰς ὁριζομένας ἐν τοῖς νόμοις μὴ ἰσοβίους ἀρχάς. Καὶ ταῦτα ἐπράξατε πρὸς ὑποδούλωσιν τοῦ στρατιωτικοῦ φρονήματος τοῦ στρατεύματος, τὸ ὁποῖον ὀφείλετε διὰ πάσης θυσίας καὶ μετὰ πατριωτικῆς μερίμνης νὰ ὑποθάλπητε καὶ ὑποστηρίζητε. Διὰ τῆς συστάσεως τῶν ἐν λόγῳ Δικαστηρίων, ὄχι μόνον καταπατοῦνται τὰ δίκαια τῶν ἀναφερομένων πρὸς ταῦτα ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ περιουσία αὐτῶν δημεύεται, καὶ ἡ τιμή των ἡ στρατιωτικὴ τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς πολιτικῆς. Ἐὰν, Κύριοι, κατὰ τὴν κύρωσιν τῶν ἐν λόγῳ νόμων ἐδίδετε τὴν ἀληθῆ αὐτῶν ἔννοιαν εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ἔχω πλήρη πεποίθησιν καὶ βεβαιότητα, ὅτι δὲν ἤθελε κυρώσει τούτους, ἢ τοὐλάχιστον ἤθελε σᾶς ἐπιβάλει νὰ ἐξαιρέσητε τοὺς στρατηγοὺς τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἢ καί τινας τάξεις ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἀπὸ τῆς ὑπαγωγῆς εἰς τοὺς νόμους περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν καὶ περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ἡ εἴσοδος δὲ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ἐν τῇ Βουλῇ παρ’ ἅπασι τοῖς ἔθνεσι θεωρεῖται λυσιτελὴς καὶ ἀναγκαία, ἵνα μὴ εἴπω ἀπαραίτητος. Βεβαίως δὲ τὸν περὶ συστάσεως Δικαστηρίων νόμον οὐδέποτε ἤθελεν ἐπικυρώσει ὁ Βασιλεύς, ἐὰν εὑρίσκετο Ὑπουργὸς, ἑρμηνεύων αὐτῷ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔννοιαν, ἥτις εἶναι ἐπιβουλὴ καὶ ἐνέδρα κατὰ τοῦ στρατεύματος. Ἂς μάθῃ παρ’ ἐμοῦ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος, ὅτι τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐπιβούλων τούτων νόμων βαρέως φέρει τὸ στράτευμα, εἰς πᾶσαν δ’ ἄλλην Κυβέρνησιν ἐπιβάλλεται ἡ κατάργησις αὐτῶν. Πῶς θέλετε νὰ ἔχητε στρατὸν, ἀφοῦ καὶ αὐτοὺς τοὺς παρ’ ὑμῶν ψηφισθέντας στρατιωτικοὺς ὀργανισμοὺς παραβαίνετε, ὡς θέλομεν τὸ ἀποδείξει κατωτέρω; Τί ἄλλο δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις ἐκ τῆς πρὸς τὸν στρατὸν συμπεριφορᾶς καὶ ἐνεργίας ὑμῶν ἢ ὅτι ἐπίβουλον σχεδὸν ἔχετε, ἢ ὑμεῖς ἐπινοήσαντες τοῦτο, ἢ παρ’ ἄλλων ἐπιβληθὲν ἀποδεχθέντες, ἤτοι πῶς νὰ σπείρητε τὴν διαίρεσιν, τὴν ἀπαγοήτευσιν καὶ τὴν ἀπελπισίαν εἰς τὸ στράτευμα; Τοῦτο πλέον εἶναι ἀνεπίδεκτον πάσης ἀμφισβητήσεως, καθόσον μάλιστα ἐπιδιώκετε παντὶ σθένει νὰ καταστρέψητε τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ, ἥτις εἶναι ἡ βάσις αὐτοῦ. Τὴν καταστροφὴν τῆς πειθαρχίας; Μάλιστα. Αἱ πράξεις σας μᾶς δίδουσιν ἄφθονον θερισμόν. Ὁσάκις π. χ. χηρεύῃ θέσις ἀνήκουσα εἰς ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, διορίζετε ὄχι μόνον κατώτερον ἀξιωματικὸν, ἀλλὰ καὶ νεώτερον τῶν ἰσοβάθμων αὐτοῦ. Διορίζετε εἰς τὰς γενικὰς τοῦ στρατεύματος θέσεις, προκειμένου μάλιστα περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν, ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐπιθυμεῖτε νὰ προβιβάσητε, τὸν ἐκλεκτόν σας, χωρὶς νὰ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν γενικὴν ἀρχαιότητα, ὡς μὴ ὤφειλε, καὶ οὕτω προβιβάζετε εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου πολλάκις τὸν κατὰ τὴν γενικὴν ἀρχαιότητα νεώτερον λοχαγὸν, ἀδικοῦντες πάντας τοὺς ἀρχαιοτέρους αὐτοῦ. Βεβαίως, ἐὰν αἱ γενικαὶ τοῦ στρατοῦ θέσεις κατελαμβάνοντο νομίμως παρὰ τῶν ἀρχαιοτέρων κατὰ τὴν γενικὴν ἀρχαιότητα ἀξιωματικῶν, δὲν θὰ ἐξεπληροῦντο αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ κόμματος πρὸς καταρτισμὸν φατρίας ἐν τῷ στρατῷ. Τοῦτο δὲ γίνεται καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν ὑπὸ ἄλλον τύπον. Διορίζετε π. χ. κυβερνήτην πλοίου τὸν κατ’ ἀρχαιότητα νεώτερον, παραγκωνίζοντες τοὺς ἀρχαιοτέρους. Πῶς θέλετε νὰ ἔχητε στρατὸν, δυνάμενον νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους καὶ τὴν ὑψηλὴν αὐτοῦ ἐντολὴν, ἀφοῦ πάντα τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγεγραμμένα εἶναι ἀνακριβῆ, καὶ ὁ θέλων κατὰ καθῆκον νὰ ἐξελέγξῃ αὐτὸν δι’ εἰδικῆς μελέτης καὶ ἐρεύνης, οὐδὲν ἄλλο δύναται· νὰ εὕρῃ ἢ ἀριθμοὺς ἐπὶ ἀριθμῶν διὰ τὴν ἐξίσωσιν ἁπλῶς τοῦ ἐπιδιωκομένου ὁλικοῦ ἀριθμοῦ, πρὸς ἐξαπάτησιν τῆς Βουλῆς, τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ στρατοῦ; Πῶς τολμᾶτε νὰ λέγητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔχετε στρατὸν, κατ’ ἀντίθεσιν τῆς ὁμολογίας τοῦ ἁρμοδίου πάντων Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Ἀληθῶς δὲν ἔχετε στρατὸν, ἀφοῦ ἐν τῷ γενικῷ πίνακι τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν Προϋπολογισμοῦ, ἄλλην μὲν δύναμιν στρατοῦ ἀναγράφετε, διάφορον δὲ τῆς ἀναλογούσης δαπάνην ἐν τοῖς φύλλοις λεπτομερείας αὐτοῦ ὁρίζετε, καὶ ἄλλην πράγματι δύναμιν στρατοῦ ἔχετε, ὡς θέλομεν τὸ ἀποδείξει διὰ τῶν αὐτῶν ἐκείνων στοιχείων, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει ἐν τῷ πρὸς ψήφισιν Προϋπολογισμῷ. Ἐκ τῶν διαφόρων κεφαλαίων λεπτομερείας ἀφαιροῦνται λόγῳ ἀδειῶν, παρὰ τὸν νόμον, περὶ τὰ 2,000,000, καὶ τοῦτο ἁπλῶς χάριν λογιστικοῦ ἰσοζυγίου, τουτέστι πρὸς ἐξίσωσιν, ὡς ἀνωτέρω εἴπομεν, τῶν ἀριθμῶν. Ἢ ἔχομεν τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένην ὀργανικὴν δύναμιν τῶν 26 χιλιάδων ἀνδρῶν, καὶ τότε ἡ ἀναγραφομένη δαπάνη τῶν 18 ἑκατομμυρίων εἶναι εἰκονική, ἢ δαπανῶμεν μόνον τὰ 18 ἑκατομμύρια καὶ ἡ ἀναφερομένη δύναμις τῶν 26 χιλιάδων ἀνδρῶν εἶναι εἰκονική. Βοηθήσατέ μας, κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν. Εἰκονικότης ἐντεῦθεν, εἰκονικότης ἐκεῖθεν· φωτίσατέ μας, τί νὰ πιστεύσωμεν τέλος πάντων; Τίς εἶναι ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ; Μᾶς τὴν δίδουν οἱ ἐπίσημοι καταστατικοὶ πίνακες, καθ’ οὓς ἀναλογοῦσι 13 ἄνδρες εἰς ἑκάστην μονάδα λόχου, πυροβολαρχίας, ἴλης. Ἔχομεν πρὸς Θεοῦ στρατόν; Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δέον νὰ συντάσσηται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ οὐχὶ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἐξετάσωμεν, ἂν οὕτω συνετάχθη ὁ πρὸς ψήφισιν Προϋπολογισμός. Ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῖς πίναξι τοῦ νόμου ᾼΛΖʹ ἡ δύναμις τῶν ἀξιωματικῶν ὁρίζεται εἰς 1763, ἐν δὲ τῷ ὑπὸ ψήφισιν Προϋπολογισμῷ εἰσιν ἀναγεγραμμένοι 1837, ἤτοι ἐπὶ πλέον 74, πλὴν τῶν ἐξερχομένων κατὰ Ἰούνιον ἐ. ἔ. ἐκ τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σχολῶν, ὧν ὁ ἀριθμὸς θ’ ἀνέλθῃ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἰς 150 καὶ πλέον. Ἡ δύναμις τῶν ὑπαξιωματικῶν ὁρίζεται εἰς 4,831, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἐν τοῖς διαφόροις ὅπλοις κατεβίβασε τὴν πρέπουσαν ὀργανικὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν δύναμιν εἰς 3,882, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον 949, ἀδικῶν προφανῶς οὕτω καὶ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν τάξιν τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινές εἰσιν ὁ κυριώτερος μοχλὸς τῆς ὅλης στρατιωτικῆς μηχανῆς· διότι ἄνευ καλῶν, ἱκανῶν καὶ ἐπαρκῶν ὑπαξιωματικῶν ἀδύνατον ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν ἐνεργὸν ἀξιόμαχον. Κατὰ τὸν αὐτὸν ὀργανισμὸν, ἡ δύναμις τῶν στρατιωτῶν ὁρίζεται εἰς 18,125, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας, ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ὑποτάξασα τὴν δαπάνην περὶ ὑπάρξεως στρατοῦ ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς αὐτῆς συνδυασμοῖς, κατεβίβασε τὴν πραγματικὴν δύναμιν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς 2,250. Αὗται αἱ 2,250 χρησιμεύσουσιν ὡς πυρὴν ἐνεργοῦ στρατοῦ πρὸς ἄσκησιν καὶ ἐκπαίδευσιν τῶν στελεχῶν καὶ τῶν ἐν αὐτοῖς κατατασσομένων νεοσυλλέκτων. Οὕτως ἀναφανδὸν παραβιάζεται ὁ νόμος καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καθιστᾷ ἀνίκανα τὰ στελέχη πρὸς ἐκγύμνασιν τῶν νεοσυλλέκτων, καὶ ἀδύνατον τὴν ὕπαρξιν στρατοῦ ἐνεργοῦ. Κατὰ τὸν αὐτὸν ὀργανισμὸν, ἡ δύναμις τῶν ἵππων τοῦ ἱππικοῦ ὁρίζεται εἰς 1296, πράγματι ὅμως ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ ἱππικοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς διατηρεῖ μόλις 650 ἵππους, ὡς δύναμιν διὰ τὰ τρία συντάγματα, καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ δύνανται τὰ συντάγματα τοῦ ἱππικοῦ νὰ ἐξασκῶσι τοὺς ἄνδρας αὐτῶν, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἀναγράφει πρὸς χρῆσιν ἐφίππων χωροφυλάκων ἵππους 256, μὴ ἀσχολουμένων εἰς οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν, διότι μετὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ τηλεγράφου, τοῦ τηλεφώνου καὶ τῶν σιδηροδρόμων, ἡ ὕπαρξις τῶν ἐφίππων χωροφυλάκων καθίσταται ὅλως περιττή. Οὕτω πάντα τὰ κεφάλαια τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἀνατρέπονται, ἡ δὲ ἀναγραφομένη δαπάνη εἶναι κατωτέρα τῆς πρεπούσης, καὶ τοῦτο σκοπίμως, διὰ νὰ μὴ κατορθωθῇ ἡ ὕπαρξις στρατοῦ ἀσκήσεων καὶ ἡ σύνταξις τῆς χώρας στρατιωτικῶς, διατελῇ δὲ πάντοτε τὸ στράτευμα ἐν παραλυσίᾳ. Οὕτως ἐξαπατᾶται ἅμα Βουλὴ καὶ Ἔθνος καὶ στράτευμα, παρουσιαζομένου στρατοῦ ἐν λόγοις καὶ ἀριθμοῖς μόνον, οὐχὶ δὲ καὶ ἐν πράγμασιν. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἀνωτέρω ἀνωμαλιῶν, μήπως ἐτήρησε τὴν προβλεπομένην παρὰ τῆς τακτικῆς ἀναλογίας τῶν τριῶν ὅπλων ἔστω καὶ εἰς ὀλιγαριθμώτερον στράτευμα; Ἡ ἀναλογία εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς στηρίζεται ἡ σύνταξις πάσης πολεμικῆς μονάδος, στηριζομένη ἐπὶ τῆς δυνάμεως τοῦ πεζικοῦ, διότι ἀληθὴς στρατὸς εἶναι τὸ πεζικὸν, τὸ δὲ πυροβολικὸν, ἱππικὸν καὶ μηχανικόν εἰσιν ἐπίκουρα καὶ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ ὡρισμένα σώματα. Εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ἡ ἀναλογία τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ἱππικοῦ πρὸς σύνταξιν στρατεύματος εἶναι ἡ αὐτὴ, εἰς δὲ τὰ μᾶλλον στρατιωτικὰ ἡ τοῦ ἱππικοῦ ἀναλογία εἶναι ἀνωτέρα τῆς τοῦ πυροβολικοῦ· διότι τοῦτο ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς νεωτέρας τακτικῆς διὰ τὰ πολλαπλᾶ καθήκοντα καὶ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ ἱππικοῦ ἐν ὥρᾳ πολέμου. Τὸ ἱππικόν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ἡ ὅρασις καὶ ἡ ἀκοὴ τοῦ στρατοῦ, διότι ἐν πολέμῳ ἄνευ αὐτοῦ καὶ τὸ πεζικὸν οὐ μόνον διαλύεται, ἀλλὰ καὶ καταστρέφεται, καὶ τὸ πυροβολικὸν γίνεται ἀνάρπαστον ὑπὸ τῶν πολεμίων, προλειαίνει συνάμα τὴν πρὸς τὰ πρόσω πορείαν τοῦ στρατεύματος, καθαρίζον πᾶν τὸ προστυγχάνον ἐμπόδιον ἐν ὥρᾳ ἐνεργείας, ἄνευ δὲ τοῦ ἱππικοῦ πᾶσα πρὸς πρόσω ἐνέργεια τοῦ στρατοῦ καθίσταται ἀδύνατος καὶ ἀκατόρθωτος. Μόλα ταῦτα τὸ ἱππικὸν παρ’ ἡμῖν ἔχει ἀναλογίαν κατωτέραν σχεδὸν τοῦ ἡμίσεως τῆς ἀναλογίας τοῦ πυροβολικοῦ. Εἰς τοῦτο δὲν κακίζω τὸν κ. Ὑπουργόν, εἶναι πολιτικὸς, ἑπομένως ξένος τῶν στρατιωτικῶν, ἂν καὶ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι εἰς οὐδὲν Ἔθνος, οὔτε ἐν αὐτῇ τῇ Ἀμερικανικῇ Δημοκρατίᾳ, διευθύνει τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πολιτικός, πλὴν ἐν Ἑλλάδι καὶ Γαλλίᾳ· ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ ἄλλοι λόγοι καὶ ἄλλαι περιστάσεις ἐπιβάλλουσι τοῦτο, ἐν Ἑλλάδι δὲ οὐδὲν ἄλλο βλέπω ἢ ὅτι γίνεται ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ παραλῦσαι καὶ καταστρέψαι τὸν στρατόν. Γνωρίζω δὲ τῇ τε Βουλῇ καὶ τῇ Κυβερνήσει, ὅτι ἀληθῶς μὲν ἐν Γαλλίᾳ διευθύνεται παρὰ πολιτικοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ τμήματα ὅμως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ διευθύνονται παρὰ τῶν ἱκανωτέρων στρατηγῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσι καὶ τὸ πολεμικὸν συμβούλιον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν, ὡς μὴ ὤφειλε, διευθύνονται ταῦτα παρὰ κατωτέρων μάλιστα ἀξιωματικῶν, ἐνώπιον τῶν ὁποίων πάντες οἱ ἐν τοῖς γραφείοις λόγῳ ὑπηρεσίας προσερχόμενοι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἀποκαλύπτονται, καίτοι κατωτέρων των ὄντων, ἐναντίον τῆς τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτήρησε τὴν ἀπαιτουμένην ἀναλογίαν ἐν τῷ ἱππικῷ, τὸ ὁποῖον δυσκόλως καταρτίζεται καὶ ἀποκτᾶται, ἀλλὰ καὶ παρὰ τὸν νόμον ἠλάττωσε τὴν δύναμιν τῶν ἵππων ἑκάστου συντάγματος κατὰ τὸ ἥμισυ τῆς ἐν τῷ ὀργανισμῷ ὁριζομένης, διὸ ἀναγκαζόμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φέρεται πρὸς τὸ σῶμα τοῦτο ὡς μητρυιά· οὕτως ἠλάττωσε τὴν ὀργανικὴν δύναμιν τῶν ἵππων εἰς τὸ ἥμισυ τῆς διὰ τὴν δύναμιν τῶν ἱππέων ἀπαιτουμένης, ὥστε οὐδεὶς τῶν ἀσκουμένων ἱππέων δύναται νὰ ἐκγυμνασθῇ, ὅπως καὶ τὸν ἵππον αὐτοῦ διευθύνῃ καὶ τὴν χρῆσιν τῶν ὅπλων του ἐπὶ τοῦ ἵππου ἐπιτυχῶς ποιῆται. Εἰς τὸ ἱππικόν, ἀντὶ ἡ ὡς ἄνω ὀνομασθεῖσα μητρυιὰ Κυβέρνησις νὰ ἐπιφέρῃ τὴν μόρφωσιν καὶ τὴν πλήρη ὀργάνωσιν αὐτοῦ, ἐπεδίωξε τὴν παραμόρφωσιν του, φρονοῦσα, ὅτι πρὸς γύμνασιν καὶ μόρφωσιν ἱππέων ἐκ τῶν ἀπογραφομένων κληρωτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ γυμνάζωνται ἀνὰ δύο ἐφ’ ἑκάστου ἵππου, λαμβάνουσα φαίνεται ὑπ’ ὄψιν της τὴν κατ’ ἀνάγκην ἀνάβασιν καὶ δευτέρου ἱππέως ἐπὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἵππου πρὸς διάσωσίν του, ὅταν ἐν πολέμῳ πάθῃ ἢ φονευθῇ ὁ ἵππος του, Ἐὰν λοιπὸν τὴν κίνησιν ταύτην νομίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δύναται νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ ὡς μέσον ἐκγυμνάσεως καὶ ἀποκτήσεως ἱππέων, πλανᾶται, καὶ φοβοῦμαι, μήπως φθάσωμεν εἰς τὴν διακωμῴδησιν τοῦ ἱππικοῦ, ἀσκουμένων δύο ἐφ’ ἑνὸς ἵππου. Ἢ μήπως θὰ θέσῃ ἐν χρήσει τὸν ἕτερον δυνατὸν τρόπον, δηλ. νὰ γυμνάζωνται ἐπὶ τῶν ἵππων μόνον οἱ ἡμίσεις ἱππεῖς, οἱ δὲ ἕτεροι, ἀπολυόμενοι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς θητείας των, νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀγύμναστοι, ἤτοι ἱππεῖς πεζοί; Πιθανὸν ἐκ τῆς ἀρχῆς ταύτης ἀναχωρῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἠλάττωσε κατὰ τὸ ἥμισυ τὴν δύναμιν τῶν ἵππων. Καὶ ἂν μὲν τοῦτο δὲν ἦναι ἐν ἐνεργείᾳ σήμερον, εἶναι ὅμως ἀληθὲς καὶ πανθομολογούμενον, ὅτι πᾶσα ἄσκησις ἐν τῷ ἱππικῷ ἔπαυσεν ἐντελῶς, μὴ ἀσκουμένων οὔτε τῶν ἵππων οὔτε τῶν ἱππέων, οὕτως ὥστε ἐντὸς ὀλίγου τὰ στελέχη τοῦ ἱππικοῦ θὰ ὦσιν ἀνίκανα πρὸς πᾶσαν ἐνέργειαν καὶ ὑπηρεσίαν· διότι ὅ,τι ἐδιδάχθησαν θὰ τὸ ἀπομάθωσι. Τοῦτο δ’ ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι κατὰ τοὺς γάμους τοῦ Διαδόχου δύο συντάγματα ἱππικοῦ μόλις κατώρθωσαν νὰ παρατάξωσι δύο ἴλας. Πάντα δὲ τὰ ἀνωτέρω λαμβάνουσι χώραν ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ ἀναμορφωτοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φέρεται ὡς μητρυιὰ πρὸς τὸ ἱππικὸν, διότι εἰσέτι δὲν συνεπλήρωσεν ὄχι μόνον τὴν δύναμιν τῶν ἵππων, ἀλλ’ οὔτε τὰς κενὰς θέσεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν ἰσχύϊ κανονισμοῦ αὐτοῦ, συμπληροῖ δὲ κατ’ ἐξαίρεσιν τὰς τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς, ἐκ τῆς ὁποίας οὐδὲν στρατιωτικὸν ἀγαθὸν δύναται νὰ παραχθῇ. Ἡ ὀργάνωσις τοῦ ἱππικοῦ, ὅπερ εἶναι ἡ ἀναπόδραστος ἰσχυρὰ τοῦ στρατοῦ δύναμις, πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς βάσιν τὸν κατὰ τὴν νεωτέραν τακτικὴν κανονισμὸν αὐτῆς, ἄλλως μὴ περιμένωμεν νὰ ἔχωμεν ἢ ν’ ἀποκτήσωμεν ἱππικόν· διότι ἡ μητρυιὰ αὐτοῦ ἐπιθυμεῖ, ὡς φαίνεται, τὴν διάλυσιν, καὶ οὐχὶ τὴν ὕπαρξιν καὶ ἀνάδειξιν τοῦ σώματος τούτου. Ἔχομεν Σχολὰς στρατιωτικὰς πρὸς αὔξησιν τῆς δυνάμεως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τοῦτο ἐπεδίωξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς μέσον τῆς ἐπιβολῆς τῶν πολιτικῶν συνδυασμῶν, οἵτινες ἐξυπηρετοῦσι τὰ ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα· καὶ ἀπόδειξις ἡ σύστασις Σχολῆς ἱππικοῦ χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἱππικόν. Ἔχομεν Σχολὴν πεζικοῦ καὶ δύναμιν πεζικοῦ, ὅπερ εἶναι ἡ βάσις τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅμως στρατὸν δὲν ἔχομεν, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ συστήματός του κατέστρεψεν αὐτὸν καὶ κατεβίβασε τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως αὐτοῦ εἰς 2,250 στρατιώτας ὡς πυρῆνα αὐτοῦ, ἐπὶ ταύτης δὲ τῆς δυνάμεως ἐστήριξε τὴν μεγάλην, ὡς εἶπεν ἐκ τῆς θέσεώς του, ἐφεδρείαν, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐπὶ τοιούτῳ λοιπὸν στρατῷ καὶ ἐπὶ τοιαύτῃ ἐφεδρείᾳ ἐπαίρεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπιδιώκει καὶ δευτέραν στρατιωτικὴν ῥεκλάμαν κατὰ τὸ ἔαρ, προσκαλῶν τοὺς ἐφέδρους, τοὺς γεννηθέντας τὸ 1863, παρὰ τὸν περὶ ἐφεδρείας νόμον. Καὶ διὰ τίνα λόγον; ὅπως δι’ αὐτῶν κατορθώσῃ νὰ ἐνεργήσῃ ὁ ἡμέτερος στρατὸς ἐν ὡρισμένῳ τόπῳ τὰς μεγάλας αὐτοῦ ἀσκήσεις καὶ διαφόρους ἑλιγμούς. Δὲν λαμβάνει ὅμως ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι τὰ πρὸς τὰς τοιαύτας ἀσκήσεις στρατόπεδα, ἅτινά εἰσι τὸ ἐπιστέγασμα τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως συγκροτοῦνται ἐκ τῶν διαφόρων σωμάτων τῆς ἐνεργοῦ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ οὐχὶ τῶν ἐφέδρων. Ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν σύνταξιν τῆς χώρας στρατιωτικῶς, ἀλλ’ εἰς σχηματισμὸν φατρίας καὶ κόμματος ἰσχυροῦ, οὐδεὶς, φρονῶ, ἀμφιβάλλει, τὰ δὲ πράγματα ὑποστηρίζουσιν ἐναργῶς τὴν ἰδέαν ταύτην. Συμβαίνει τι ἀπίστευτον, οὐχὶ μὲν ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλ’ ἔχον τόσην σχέσιν πρὸς τὸν ἑνιαῖον σκοπὸν τῆς παραλύσεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, ὥστε δὲν δύναμαι ἢ νὰ τὸ ἀναφέρω ἐνταῦθα εἰς πρόσθετον ἀπόδειξιν τῶν ἐπιβούλων μέσων, δι’ ὧν αἱ ἐθνικαὶ δυνάμεις καθίστανται ὑποχείριοι τῇ φατρίᾳ. Συμβαίνει τι ἀπίστευτον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Τὰ Μητρῷα τῶν ἀξιωματικῶν μεταβάλλονται, ἵνα μὴ εἴπω πλαστογραφοῦνται. Ὑπὲρ τοῦ κόμματος ἢ ἄλλου τινὸς συμφέροντος μετεβλήθη ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἡ χρονολογία τῆς ἡλικίας πολλῶν ἀξιωματικῶν, πρὸς βλάβην κεκτημένων δικαιωμάτων τρίτων. Κατὰ τὸ 1858 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν Ἀθ. Μιαούλης συνέταξε καὶ ἐτακτοποίησε τὸ Μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον διετηρεῖτο ἐν τάξει, ὡς ἔχω πληροφορίας, ἐν τῷ Γραφείῳ τοῦ Ναυστάθμου. Κατὰ δὲ τὸ 1872 τακτοποιηθὲν παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, συμφώνως μὲ τὰς παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν ὑποβληθείσας ἐγγράφους δηλώσεις περὶ τῆς ἡλικίας των, ἐδημοσιεύθη κατὰ τὸ 1873 ἔτος, ἀντίτυπον δὲ τούτου ὑπάρχει ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς, ὅπερ παρουσιάζω σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν. Ἐν τῷ Μητρῴῳ δὲ τούτῳ ἡ Βουλὴ θέλει παρατηρήσει πρωτοφανὲς γεγονὸς ἐν σχέσει πρὸς τὰ δημοσιευθέντα κατόπιν Μητρῷα, ἤτοι τὸ ἀνατυπωθὲν κατὰ τὸ 1883 παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, τοῦ γηραιοῦ κ. Τομπάζη, καὶ τὸ ἀνατυπωθὲν ἐπίσης κατὰ τὸ 1888, ὑπουργοῦντος τοῦ νέου καὶ σφριγῶντος Ὑπουργοῦ κ. Θεοτόκη, καὶ τὸ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου δημοσιευθὲν κατὰ τὸ 1889. Ἐν τοῖς δύο τελευταίοις τῶν εἰρημένων Μητρῴων ἡ ἡλικία πολλῶν ἀξιωματικῶν μετεβλήθη οὕτως, ὥστε φαίνεται, ὅτι ἐγεννήθησαν κατὰ δύο διαφόρους ἐποχάς· λ. χ. ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1883 ὁ ἀξιωματικὸς Δ. Ῥάϊνεκ φαίνεται γεννηθεὶς, κατὰ τὴν ἐν αὐτῷ χρονολογίαν, τὸ 1831 ἔτος, ἐν δὲ τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1887, μεταβληθείσης τῆς ἡλικίας, φαίνεται ὅτι ἐγεννήθη καὶ δευτέραν φορὰν, τὸ 1834. Ὁ Γ. Βῶκος φαίνεται γεννηθεὶς κατὰ τὸ 1827, ἀνεγεννήθη δὲ κατὰ τὸ Μητρῷον τοῦ 1887 τὸ 1831, ἐν δὲ τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1889 κατὰ τὸ 1835. Ἐπίσης οἱ Θερμισιώτης, Ν. Τσαμαδὸς, Μ. Βότσαρης, Λάσκαρης καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἔχουσιν ἐν τοῖς ἄνω Μητρῴοις μεταβεβλημένην τὴν ἡλικίαν.
§49ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε, νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν;
§50ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἕτερον πρόσωπον ἀξιωματικοῦ....
§51ΣΑΚΚΗΣ. Διατὶ δὲν μᾶς λέγεις τὰ ὀνόματα;
§52Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶπον, πρῶτος εἶναι ὁ Ῥάϊνεκ, ἐξάδελφος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δεύτερος εἶναι ὁ Τσαμαδὸς, τρίτος ὁ Θερμισιώτης, τέταρτος ὁ Γ. Βῶκος καὶ λοιποὶ, οὓς ἔχω σημειώσει ἐν τῷ Μητρῴῳ.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅπως ἀφηγήθητε τὴν μεταβολὴν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῆς χρονολογίας τῆς γεννήσεως τοῦ πρώτου, παρακαλῶ νὰ μᾶς ἀφηγηθῆτε καὶ τὴν διαφορὰν τῆς χρονολογίας τῆς γεννήσεως καὶ τῶν ἄλλων ἑνὸς ἑκάστου.
§54Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ δεύτερος Γ. Βῶκος ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1883 φαίνεται ὅτι ἐγεννήθη τὸ 1829, ἐν δὲ τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1887, ὅτι ἐγεννήθη τὸ 1831, ἐνῷ ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1889 εἶναι ἐγγεγραμμένος μὲ ἄλλην ἡλικίαν.
§55ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ δεύτερον Μητρῷον ποῖος τὸ ἐτύπωσε;
§56Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· διότι οὐδεὶς ἄλλος δύναται.
§57ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§58Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἐτελείωσα.
§59ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ διασαφήσεις.
§60Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὅταν μεταβάλληται ἡ χρονολογία τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῷ Μητρῴῳ, ἡ μεταβολὴ αὕτη, ἥτις προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα τρίτων, μάλιστα μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ περὶ ἡλικίας ἀξιωματικῶν νόμου, πῶς δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ;
§61ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Πρέπει νὰ ἐξηγήσω τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ Μητρῷα. Εἶχε συνταχθῆ Μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἠρύσθησαν ἄνευ ἀποδείξεων, ἀλλὰ καθ’ ἃς εἶχον πληροφορίας κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον. Ἀπόδειξις δὲ, ὅτι τὸ Μητρῷον ἐκεῖνο εἶχε συνταχθῆ ἄνευ ἀποδείξεων περὶ τῆς ἡλικίας τῶν ἐν αὐτῷ ἐγγεγραμμένων, εἶναι, ὅτι οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Μητρῴου ἐκείνου προσεκάλουν τοὺς ἀξιωματικούς, ἵνα δηλώσωσι τὴν ἡλικίαν αὐτῶν, πρὸς σύνταξιν τοῦ Μητρῴου. Τοιαῦτα ἔγγραφα ἔχομεν πολλά, τελευταῖον δὲ, κατὰ τὴν ὑπουργίαν τοῦ κ. Τομπάζη, τὸ 1883, ἐδόθη προθεσμία ῥητὴ εἰς ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς 20 ἡμερῶν, ἵνα δηλώσωσιν ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης τὴν ἡλικίαν, ἣν ἔχουσι, καὶ νὰ προσαγάγωσιν ἀποδείξεις τῆς ἡλικίας ταύτης. Ἅπαντες οἱ ἀξιωματικοὶ ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τὰς ἀναφοράς των, ἐπὶ ἑκάστης δὲ τῶν ἀναφορῶν αὐτῶν ἔθηκεν ὁ κ. Τομπάζης τὴν ὑπογραφήν του, καὶ κατετέθησαν ἅπασαι αὗται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὅτε δ’ ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ τὸ Μητρῷον, τὸ Ὑπουργεῖον εὑρέθη ἀπέναντι τοῦ παλαιοῦ Μητρῴου, τοῦ συνταχθέντος ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως, διότι οὐδεμία ἀπόδειξις εὑρέθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν προγενεστέρα τῶν δηλώσεων, τῶν ὑποβληθεισῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς κ. Τομπάζης ἔδωκε διαταγὴν νὰ ὑποβληθῶσι, πλὴν τριῶν ἢ τεσσάρων. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῶν δηλώσεων ἐκείνων, τῶν φερουσῶν τὴν ὑπογραφὴν ὁλόκληρον τοῦ κ. Τομπάζη, συνετάχθη τὸ Μητρῷον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει ἀνὰ χεῖρας. Ἰδοὺ τὰ κατὰ τὸ Μητρῷον. Ὡς βλέπετε, δὲν πρόκειται περὶ ἀνατυπώσεως ἐκείνου, ἀλλὰ περὶ συντάξεως Μητρῴου. Ὅτε δὲ συνετάχθη ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, ἐπειδὴ πολλοὶ εἶχον παραστήσει, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πρώτου ἐκείνου Μητρῴου εἶχον ὑποβληθῆ αἰτήσεις καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ παλαιὸν Μητρῷον πρὸς προσδιορισμὸν τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, ἐν τῷ νόμῳ περὶ ὁρίου δὲν ἐθεσπίσαμεν ὡς μέσον ἀποδεικτικὸν τῆς ἡλικίας τὸ Μητρῷον τὸ παρ’ ἡμῶν κατὰ τὸ 1887 συνταχθὲν τῇ βάσει τῶν ὑποβληθεισῶν δηλώσεων ἐπὶ τῆς ὑπουργίας Τομπάζη, ἀλλ’ εἴπομεν, ὅτι ἡ ἡλικία κανονίζεται συμφώνως μὲ τὰς πρώτας δηλώσεις τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ σεβασθῶμεν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἠδύναντο νὰ ἀποδειχθῶσι δυνάμει προγενεστέρων δηλώσεων. Ἰδοὺ πῶς ἔχουσι τὰ τοῦ Μητρῴου. Νομίζω ὅτι ἡ παράστασις αὕτη τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἀληθῆ ἱστορίαν τῆς συντάξεως τῶν Μητρῴων, διαφέρει κἄπως ἀπὸ τὴν παράστασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ.
§62ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ποῖον Μητρῷον ἰσχύει τώρα;
§63ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ Μητρῷον τοῦ 1887, καθόσον τὸ ἄλλοτε συνταχθὲν δὲν συνετάχθη τῇ βάσει ἀποδείξεων· σημειώσατε δὲ, ὅτι, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς Τομπάζης ἐζήτησε τὴν προσαγωγὴν τῶν αἰτήσεων καὶ δηλώσεων μὲ τὰς σχετικὰς ἀποδείξεις, δὲν ὑπῆρχε καθόλου ἰδέα περὶ νόμου, κανονίζοντος ὅριον ἡλικίας. Αἱ αἰτήσεις αὗται ὑπεβλήθησαν κατὰ τὸ 1883, ὡς δὲ γινώσκετε, ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας ἐγένετο τὸ 1887.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν ὅσῳ τὰ πράγματα διεξήγοντο ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἡμεῖς δὲ οὐδεμίαν εἴχομεν γνῶσιν αὐτῶν, βεβαίως εἴμεθα ἐντελῶς ἀνεύθυνοι. Ὅταν ὅμως ἀνεκοινώθησαν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἠκούσαμεν αὐτῶν, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, διότι, ἐὰν ἐσιγῶμεν, ἠθέλομεν ὑποληφθῆ, ὅτι κρίνομεν τὰ γενόμενα ὡς ὀρθὰ, κατὰ τὴν γνώμην δ’ ἐμοῦ, τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν γενόμενα εἶναι ἥκιστα ὀρθά. Τὸ Μητρῷον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη κατὰ τὸ 1858, ἐπὶ οἱωνδήποτε καὶ ἂν συνετάχθη βάσεων, ἀφοῦ συνετάχθη καὶ ἀφοῦ ἴσχυε καὶ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν ἀνεγνωρίζετο ὡς περιέχον ἀληθείας, τὸ Μητρῷον τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβληθῇ. Ἐὰν τυχὸν τὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζετο τὸ Μητρῷον, ἐξέλιπον ἀπὸ τοῦ ἀρχείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν αἱ δηλώσεις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐγένοντο αἱ ἐγγραφαὶ τῆς ἡλικίας ἐν τῷ Μητρῴῳ, ἐφθάρησαν ἢ ὑπεξηρέθησαν, ἡ ἰσχὺς τοῦ Μητρῴου δὲν ἠδύνατο νὰ μειωθῇ. Τὸ δὲ Μητρῷον τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβληθῇ, εἰμὴ μόνον ἐὰν εἰδικὸς νόμος ἤθελε προσδιορίσει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει ἀντικατασταθῆ δι’ ἄλλου Μητρῴου. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἐγγραφαὶ ἐν τῷ Μητρῴῳ παρέχουσι δικαιώματα, δικαιώματα καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἄλλα ποικίλα δικαιώματα, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Διοίκησιν νὰ μεταβάλῃ τὰ οὕτως ἀναγραφέντα ἢ τὰ οὕτω γενόμενα, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχῃ ὑπόνοια, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἀπορῶ, πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1883 συνέλαβε τὴν ἰδέαν, ὅτι τῷ ἦτο συγκεχωρημένον καὶ ὅτι ἠδύνατο διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐξουσίας, ὡς Ὑπουργοῦ, νὰ προβῇ εἰς μίαν ἀναεξέτασιν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς νὰ μεταβάλῃ τὸ Μητρῷον, χωρὶς προηγουμένως νὰ νομοθετηθῶσι κανόνες, διαγράφοντες ποία εἶναι ἡ ἰσχὺς ἑκάστου ἀποδεικτικοῦ μέσου, τὸ ὁποῖον προσήγετο πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἡλικίας τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἤρκει τάχα ἓν πιστοποιητικὸν δύο γειτόνων, ἓν πιστοποιητικὸν ἑνὸς, ὁ ὁποῖος παρίστανεν, ὅτι ἐβάπτισεν αὐτόν; Ἤρκει, ἤρκει,.... τί ἤρκει διὰ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἔχω γεννηθῆ εἰς τὰ 1823, καὶ διότι ἐγὼ παρουσίασα τοιαύτην δήλωσιν, ὅτι ἐγεννήθην τότε, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη τὴν δήλωσίν μου ὡς ἀκριβῆ, καὶ πῶς διὰ τῆς πράξεως, δι’ ἧς ἀπεδέχθη τὴν δήλωσίν μου ὡς ἀκριβῆ, μετέβαλε τὰ ὑπάρχοντα δικαιώματα καὶ προέταξεν ἐμὲ ἄλλου, ἔταξε δ’ ἄλλον μετ’ ἐμέ; Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1858 δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, ὅτι δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ βασίμων πληροφοριῶν, ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν σύμπραξιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία νὰ κανονίσῃ, κατὰ τίνα τρόπον ἤθελον ἐκτιμηθῆ αἱ ἀποδείξεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον προσαχθῆ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων νὰ συνταχθῇ τὸ Μητρῷον. Πάντα τὰ γενόμενα μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἔκθεσμα, καὶ χωρὶς νὰ ἐννοῶ νὰ ἐνοχλήσω κανένα ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ τὴν ἀταξίαν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§65ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ γίνῃ μία διασάφησις, καθόσον εἶπον, ὅτι τὸ Μητρῷον συνετάχθη τὸ 1883, ἑπομένως ἐπίκρισις δὲν δύναται κατ’ οὐδένα λόγον ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς ἐμέ.
§66Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ προσώπων, δὲν ἐπεβάρυνα δὲ ὑμᾶς, οὐδ’ ἄλλον, ἀλλ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπελήφθησαν ἐργασίας κατὰ τὸ 1883, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἦναι κεκανονισμένος ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἤθελε διεξαχθῆ ἡ ἐργασία αὕτη.
§67ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν συνετάχθη τὸ Μητρῷον τὸ πρῶτον, τὸ οὐδόλως ἐπίσημον χαρακτῆρα ἔχον, καθ’ ἣν στιγμὴν συνετάχθη καὶ τὸ δεύτερον τῇ προσκλήσει ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως ὑποβληθῶσι δηλώσεις, δὲν ὑπῆρχεν ὅριον ἡλικίας, ἑπομένως ἡ σημασία τοῦ Μητρῴου δὲν εἶχε τὴν σπουδαιότητα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχει. Παρατηρῶ ὅμως εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἐγὼ οὐδόλως ἀνεμίχθην εἰς τὰ τοῦ Μητρῴου· τὸ Μητρῷον συνετάχθη τὸ 1883, ἐπειδὴ δὲ ἤξευρα, ὅτι ὑπῆρχε Μητρῷον συντεταγμένον κατὰ τὸ 1858, ὑπῆρχε δὲ καὶ τὸ ἕτερον, τοῦ ὁποίου εὗρον ὅλα τὰ δικαιολογητικὰ ἐν τάξει, δὲν ἀνέφερα τὸ Μητρῷον τοῦ 1883, οὔτε ἀφήρεσα ἢ ἔδωσα δικαιώματα, ἀλλὰ ῥητῶς εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας θὰ κανονισθῇ συμφώνως πρὸς τὰς πρώτας δηλώσεις, δηλ. πρὸς τὰς ἀρχαιοτέρας δηλώσεις, διότι ὑποτίθεται, ὅτι ἡ δήλωσις, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸ 30 ἢ 40 ἐτῶν, δὲν ἐγένετο βεβαίως, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ κανονισθῇ συμφώνως πρὸς αὐτὴν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Ἑπομένως, ἐὰν σήμερον τὸ Ὑπουργεῖον προβῇ εἰς μέτρα τινὰ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας καὶ συμφώνως πρὸς τὸ Μητρῷον τοῦ 1883, καὶ ἂν ἀξιωματικός τις νομίζῃ, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ τὸν βλάπτει, ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα, ἵνα κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου προστρέξῃ εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν αὐτῆς συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἑπομένως δὲν βλέπω τίποτε εἰς τὴν ἐμὴν ἐνέργειαν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς ἐπίκρισιν.
§68Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀξιότιμε κύριε Ἀρχηγὲ, αὐτὸ, περὶ οὗ ἐλάλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι τὸ Μητρῷον τοῦ 1883, τὸ συνταχθὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποβληθεισῶν ἐγγράφων δηλώσεων τῶν ἀξιωματικῶν, συνεπείᾳ ἐγκυκλίου διαταγῆς τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν πείθεται εἰς ὅσα ἐξέθηκα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θέλω τῷ παρουσιάσει αὐτὰ ταῦτα τὰ πράγματα. Καὶ ἰδοὺ, παρουσιάζω Μητρῷον δημοσιευθὲν τὸ 1873, ἕτερον τὸ 1883, τρίτον τὸ 1887 καὶ τέταρτον τὸ 1889, ἐξ ὧν φαίνεται, ὅτι κατ’ ἔτος καὶ κατὰ πᾶσαν ἀναδημοσίευσιν Μητρῴου τοῦτο συνετάσσετο κατὰ τὸ δοκοῦν τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ναυτικῶν καὶ κατὰ παράβασιν τῶν κειμένων νόμων. Ἐπὶ τίνος λοιπὸν ἐκ τῶν Μητρῴων τούτων, κύριε Ὑπουργὲ, στηρίζετε τὴν ὁποίαν ἐδώκατε τῇ Βουλῇ ἀπάντησιν; Ὅταν λέγητε, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐδήλωσαν τὴν ἡλικίαν των κατὰ τὸ 1883, πῶς ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1887 εὑρίσκομεν μεταβολὴν τῆς ἡλικίας των, ἤτοι ἡλικίαν διάφορον, καὶ μάλιστα τῶν αὐτῶν προσώπων;.... Δύνασθε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν, νὰ δυσανασχετῆτε, ἀκούοντες ταῦτα· διότι μεταξὺ τῶν ἐν λόγῳ ἀξιωματικῶν περιλαμβάνεται καὶ ὁ ἐξάδελφός σου, τὸν ὁποῖον προκατέλαβε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας κατὰ τὸ 1883, καὶ ὃν παρανόμως προεβιβάσατε ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἀποστρατεύσεώς του, διὰ ν’ ἀποστρατευθῇ μὲ ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον, ὡς καὶ ἐγένετο. Δὲν πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος νὰ ὁμιλῆτε, ἀλλ’ ἐν σιγῇ ἔπρεπε ν’ ἀφήσητε τὰ πράγματα νὰ παρέλθωσιν. Ἡ μεταβολὴ τῆς ἡλικίας καταφαίνεται ἐναργῶς εἰς τὸ Μητρῷον τὸ δημοσιευθὲν κατὰ τὸ 1887 καὶ εἰς τὸ δημοσιευθὲν κατὰ τὸ 1889. Ἐν τίνι λοιπὸν δικαιώματι ἐπράξατε τοῦτο;
§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχει Μητρῷον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη τῇ βάσει τῶν πάλαι δηλώσεων, τῶν φερουσῶν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Τομπάζη. Ἐὰν τώρα κατὰ τὸ 1889 ὑπάρχῃ λάθος τυπογραφικόν, τοῦτο δὲν ἔχει κἀμμίαν σημασίαν· τὸ πρωτότυπον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχω ἐγὼ ἐπὶ τοῦ Μητρῴου ἐκείνου.
§70Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πῶς λοιπὸν καὶ ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1883, κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι μεταβεβλημένη ἡ ἡλικία πολλῶν, καὶ διατὶ δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1887, ἀλλ’ οὔτε μὲ τὴν ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ 1889, ἅτινα εὐλαβῶς παρουσιάζω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς;
§71ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Παρῆλθεν ἡ ὥρα, κύριε Γεωργαντᾶ. Νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ.
§73ΤΙΝΕΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολὺ ὁ κ. Γεωργαντᾶς....
§74Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως θὰ ἐξακολουθήσω, διότι δὲν ἐπεραίωσα εἰσέτι τὴν ἔρευναν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εἰσέλθω κατόπιν εἰς ἐκείνην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
§75ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή.
§77ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος;
§79ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβάλωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.