1890.02.06
1.310 στίχοι · 10.260 λέξεις · 37 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
τῆς 6 Φεβρουαρίου 1890.
(Τρίτη)
Ὥρα 5 καὶ 15′ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι καπνοπῶλαι τοῦ Αἰγίου τηλεγραφικῶς ἀναφέρουσιν, ὅτι λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ ἐνεργεῖται καθ’ ὅλην τὴν παραλίαν τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου. Παραπέμπεται τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§2ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λυποῦμαι, ὢν ἠναγκασμένος νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ὑπερβασιῶν τοῦ Νομάρχου Ἀργολίδος κατὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Σικυῶνος. Ἴσως τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὑποτεθῇ ὡς μικρὸν, ἅτε μὴ θίγον γενικώτερα τοῦ Κράτους συμφέροντα, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτι δὲν ἦτο ἄξιον ν’ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς. Διότι πρόκειται περὶ παραβάσεως τοῦ κειμένου νόμου τοῦ 1856 περὶ ἐκλογῆς ἀγροφυλάκων. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ, ὅτι πᾶσα, καὶ ἡ ἐλαχίστη, παράβασις νόμου ὑπὸ τῶν ἀρχῶν ἢ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ζήτημα καθ’ ἑαυτὸ σοβαρώτατον. Θὰ παρακαλέσω δὲ ὑμᾶς νὰ πεισθῆτε, ὅτι ἡ κατὰ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας αὐθαιρεσία τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, ὁσάκις πρόκειται περὶ θεραπείας πολιτικοῦ συμφέροντος, εἴτε γίνεται ἐν τῇ κορυφῇ τῆς πολιτειακῆς πυραμίδος, εἴτε ἐν τῇ βάσει αὐτῆς, εἶναι πάντοτε ὀλεθρία, καὶ ὀλεθρίαν ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων ἐπίδρασιν. Δέον δὲ νὰ στηλιτευθῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀμειλίκτως, ἀδιάφορον ἂν πρόκηται νὰ γίνῃ ἐπιδρομὴ κατὰ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωμάτων, ἢ ἂν πρόκηται νὰ γίνῃ ἐπιδρομὴ κατὰ τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῶν δήμων· ἡ πρόθεσις εἶναι ἡ αὐτή, ὁ σκοπὸς εἶναι ὁ αὐτός: ἡ συγκέντρωσις πάσης ἐξουσίας εἰς τὸν παντοκράτορα Πρωθυπουργόν. Πάντοτε καὶ παντοῦ ὑποφαίνεται τὸ ἀναμορφωτικὸν τοῦτο τέρας τῆς συγκεντρώσεως. Ἑπομένως, προκειμένου περὶ παρανομίας, τελεσθείσης ὑπὸ ἀνωτάτου τῆς ἐξουσίας ὀργάνου, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς καὶ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Πρόκειται περὶ παρανόμου πράξεως τοῦ Νομάρχου Ἀργολιθοκορινθίας, ἢ μᾶλλον περὶ ἐπιδρομῆς αὐτοῦ κατὰ τῶν δημοτικῶν θεσμῶν καὶ καταργήσεως τῆς δημαρχικῆς ἐξουσίας. Ὁ ἀντιπρόσωπος οὗτος τῆς Κυβερνήσεως ποδοπατεῖ αὐθαδῶς τὸν νόμον περὶ ἀγροφυλακῆς, ἵνα ὁ Δήμαρχος τοῦ δήμου Σικυῶνος τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἰδιαιτέρως ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ὑποταχθῇ εἰς τὰς θελήσεις τὰς φατριαστικὰς τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δὲ τὸ φαινόμενον τοῦτο οὔτε μοναδικόν, οὔτε ἁπλοῦν, ὅταν σχετισθῇ μὲ τὴν γενικὴν ἐπιδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς καθαίρεσιν τῆς ἐξουσίας τῆς δημοτικῆς δι’ ὅλων τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πάντες γινώσκετε, ὅτι ἐψηφίσθησαν κατὰ τὰ ἀτυχῆ ταῦτα ἔτη. Καὶ σᾶς ἀναφέρω τὸν νόμον περὶ Ὑποταμείων, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφῃρέθη τὸ δικαίωμα ἀπὸ τῶν Δημάρχων νὰ διορίζωσι τοὺς εἰσπράκτορας, ἐπιτραπέντος τῷ Ὑπουργῷ τοῦ δικαιώματος νὰ ἀντικαθιστᾷ εἰς τὴν θέσιν τούτου τὸν ὑποταμίαν. Σᾶς ἀναφέρω τὴν ἀπειλὴν περὶ ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῶν Δημάρχων καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ προτείνειν τοὺς Ἀστυνόμους. Οὐδὲ εἶναι ἄσχετα πρὸς τὴν πρόθεσιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ εἰσαχθέντα ἀρτίως ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, καθ’ ἅ, ἂν ψηφισθῶσι καὶ γίνωσι νόμοι, θὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῶν Δημάρχων τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβλέπωσι τοὺς διδασκάλους καὶ ἔχωσι τὴν ἐπιτήρησιν τῶν Σχολείων· ὥστε ἤδη οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔμεινεν εἰς τοὺς Δημάρχους ἢ μόνον τὸ ἐπιτηρεῖν τοὺς ἐπιτρόπους τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἤδη διὰ τῆς καταγγελλομένης ὑπερβασίας ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδ’ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν ἀγροφυλάκων, καίπερ ῥητῶς ὑπὸ τοῦ νόμου ἐν ὡρισμένῃ περιστάσει παρεχόμενον αὐτῷ, ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀφήσῃ εἰς τὸν ἐκλεκτὸν τῆς πλεονοψηφίας τῶν ἰδιοκτητῶν, εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχήν. Τοιαύτην νοεῖ τὴν ἀποκέντρωσιν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἣν ἐπηγγείλατο διὰ τοῦ νόμου τῆς εὐρείας περιφερείας. Διὰ βραχέων θὰ ἀφηγηθῶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐτελέσθη τὸ πραξικόπημα κατὰ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς τοῦ δήμου Σικυῶνος. Ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ χωρίου Γεληνιάτικα τοῦ δήμου Σικυῶνος εἶχον ἐκλεχθῆ καὶ διορισθῆ τὴν 4 Φεβρουαρίου 1889 ἀγροφύλακες. Ὀλίγον δὲ μετὰ τὴν πάροδον τῆς ἐνιαυσίου ὑπηρεσίας αὐτῶν ὁ Δήμαρχος, ἐπειδὴ δὲν εἶχον ἐκλεχθῆ ἄλλοι, ἀπέλυσεν αὐτούς, ἅτε ληξάσης τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, καὶ διώρισεν ἄλλους, προσωρινῶς, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς τῶν ὁριστικῶν. Ὡς γινώσκετε, τὰ περὶ ἀγροφυλάκων διέπονται ὑπὸ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836, ἰσχὺν νόμου ἔχοντος, καὶ ὑπὸ τοῦ περὶ ἀγροφυλακῆς νόμου τῆς 15 Σεπτεμβρίου τοῦ 1856. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου περὶ ἀγροφυλακῆς τοῦ 1856, «ἐὰν οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἤθελον συνέλθει ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας, ἢ δὲν ἤθελον συμφωνήσει ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων, διορίζονται οὗτοι παρὰ τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1836 νόμου περὶ προφυλάξεως τῶν δενδροφυτειῶν κτλ.» Σαφὴς καὶ εὐκρινὴς εἶναι ὁ κείμενος νόμος, οὐδὲ χρήζει οὐδεμιᾶς ἑρμηνείας, οὐδ’ ἐπιτρέπει τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Νομάρχου ἢ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ὑπόθεσιν, ἀφορῶσαν καθαρῶς ἰδιωτικὰ καὶ κοινοτικὰ συμφέροντα. Ἡ εἰρημένη τοῦ νόμου διάταξις καθίστατο ἐνεργὸς εὐθὺς ὡς ἤθελε βεβαιωθῆ, ὅτι ἐξετελέσθησαν τὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836 καθοριζόμενα· δηλαδὴ νὰ προκηρυχθῇ ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Σικυωνίων ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς, νὰ ὁρισθῇ ὁ τόπος καὶ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ὤφειλον νὰ συνέλθωσιν οἱ ἰδιοκτῆται, ἵνα ἐκλέξωσι τοὺς ἀγροφύλακας ἐπὶ τῶν ἰδιοκτησιῶν αὐτῶν. Ἐὰν δὲ ἐβεβαιοῦτο, ὅτι ἔλαβον χώραν ταῦτα καὶ δὲν κατωρθώθη ἀπαρτία, ἢ ὅτι δὲν συνεφώνησαν εἰς τοῦτο οἱ συνελθόντες δημόται, τότε, κατὰ τὴν ἀνωτέρω διάταξιν, ὁ Δήμαρχος ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καλῶς προέβησαν εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἀγροφυλάκων. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου, ἐν τῷ δήμῳ Σικυῶνος, ὁ Δήμαρχος διέταξεν, ὅπως γένηται ἡ ἐκλογὴ τὴν 19 Νοεμβρίου 1889, παραγγείλας τὸν πάρεδρον τοῦ παρακειμένου χωρίου Θαλεροῦ Κ. Τσῖρον νὰ διευθύνῃ τὴν ἐκλογὴν, ὥρισε δὲ τόπον τὴν ἔμπροσθεν τοῦ ἐν Συκιᾷ καταστήματος τοῦ κ. Καλογεροπούλου πλατεῖαν. Ἐπελθούσης τῆς ἡμέρας; καθ’ ἣν ἔμελλον νὰ συνέλθωσιν οἱ περίοικοι ἰδιοκτῆται, δὲν κατωρθώθη νὰ γίνῃ νόμιμος ἀπαρτία. Καὶ περὶ τούτου συνετάχθη τὸ πρωτόκολλον ἀπὸ τὸν Πάρεδρον, τὸν ἐπιτετραμμένον τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὸν Δήμαρχον. Ὁ Δήμαρχος τότε, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου, συνεκάλεσε τὸ Συμβούλιον καὶ ἐκ συμφώνου διὰ ψηφίσματος αὐτοῦ διώρισε τοὺς ἀγροφύλακας εἰς τὰς περιφερείας ταύτας καὶ ἄλλων ἐν τῷ δήμῳ ἑπτὰ περιφερειῶν, ἐν αἷς δὲν εἶχε κατορθωθῆ νὰ γίνῃ ἀπαρτία. Ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος Σικυωνίων ἔπραξε τοῦτο, τὸ μὴ ὀρθὸν κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὅτι ἐξ ὑπερβολικῆς εὐλαβείας ὑπέβαλε τὸ ψήφισμα, δι’ οὗ διωρίζοντο οἱ ἀγροφύλακες εἰς τὰς ὀκτὼ ταύτας περιφερείας, ἵνα ἐπικυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου· ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον οὐδεμία ἀνάμιξις τοῦ Νομάρχου ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ ἀγροφυλάκων ἐπιτρέπεται, καθόσον ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, ἤτοι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὁ Δήμαρχος καὶ ἡ συμβουλευτικὴ, ἤτοι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, δηλαδὴ τὸ σύνολον τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον εἶναι διὰ τὸν δῆμον ὅ,τι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸ Κράτος, ἐκ κοινῆς συνεννοήσεως καὶ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους διώρισαν τοὺς ἀγροφύλακας. Τί δικαίωμα παρεμβάσεως ἔχει ὁ Νομάρχης; Ἂν τυχὸν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς δὲν ἐτηρήθη ὁ νόμος, ἢ ἐπιστοποιήθησαν ψευδῆ γεγονότα, ὁ κ. Νομάρχης εἶχε καὶ καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ποινικὴν τοῦ ὀργάνου τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς καταδίωξιν. Τίνα σχέσιν ἔχει ὁ Νομάρχης πρὸς τὴν φύλαξιν τῶν κτημάτων τῶν πολιτῶν, ὅταν ὁ νόμος ἔχῃ οὕτως ὁρίσει τὰ περὶ τούτου; Ἡ ὑπόθεσις δὲ εἶναι σκανδαλωδεστάτη, διότι ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Δημάρχου πλέον τῶν 20 ἐγγράφων, ἀνεστατώθησαν δὲ δύο ὁλόκληροι δῆμοι τῆς Κορινθίας, διότι πρόκειται περὶ σφοδροῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ ἀντιπάλου τοῦ ἀξιοτίμου τούτου Δημάρχου Σικυῶνος, ὅστις εἶναι ἀδελφὸς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἑτεροδημότης. Ἠγωνίζετο οὗτος, ἀρωγὸν ἔχων τὸν κ. Νομάρχην, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του εἰς τὸν Δήμαρχον Σικυῶνος, ἐπωφελούμενος τὴν κατὰ τοῦ Δημάρχου κυβερνητικὴν δυσμένειαν. Οὕτω παρασυρόμενος ὁ Νομάρχης καὶ παρορῶν ἐντελῶς, ὅτι ἐξεπληρώθησαν τὰ τοῦ νόμου καὶ ὅτι οἱ διορισθέντες ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς ἀγροφύλακες διωρίσθησαν νομίμως, διατάττει τὸν ὑπενωμοτάρχην Τσάμην, νὰ παραλάβῃ χωροφύλακας καὶ μεταβῇ εἰς τὴν Σικυῶνα, ὡς ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ, μὴ ἀποδειλιάσας νὰ ἐξευτελισθῇ χάριν τοῦ κόμματος μέχρι τοῦ σημείου, τοῦ νὰ ἀντιπροσωπευθῇ τὸ Νομαρχιακὸν ἀξίωμα ὑφ’ ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου, καὶ ἐνεργήσῃ οὗτος τὴν νέαν ἐκλογὴν ἀγροφυλάκων, ἣν, εἶχε διατάξει παρανόμως, νὰ προκηρύξῃ ὁ κ. Δήμαρχος. Ὁ ἔκτακτος οὗτος Νομαρχιακὸς ἀπεσταλμένος, ἐφάμιλλος τοῦ κ. Νομάρχου κατὰ τὸν φατριασμὸν, μεταβὰς ἐκεῖ, καλεῖ τοὺς κατοίκους, ὅσους ἠδύνατο νὰ καλέσῃ, καὶ συντάσσει ἓν πρωτόκολλον ἐκλογῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνυπόγραφον. Ἐπὶ τούτου δὲ ἐρεισθεὶς, ἐκδίδει οὐκάζιον ὁ Νομάρχης, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διὰ τοῦ ὁποίου διατάσσει νὰ ἐγκαταστῶσιν οἱ ἀγροφύλακες, οἱ ὁποῖοι ἐξελέχθησαν ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων καὶ τοῦ ἐνωμοτάρχου, ἀντὶ τῶν ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς νομίμως διορισθέντων, καὶ παραγγέλλει τὸν κ. Εἰρηνοδίκην, τὸ ὄργανον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, νὰ ὁρκίσῃ αὐτούς. Ὁ δὲ Εἰρηνοδίκης Σικυῶνος, ἐκ φόβου καὶ τρόμου, ὁρκίζει τοὺς ἀγροφύλακας τούτους, χωρὶς νὰ ἔχωσιν οὐδένα διορισμὸν, καὶ τοὺς ἐγκαθιστᾷ, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ νόμου, εἰς τὰ κτήματα τῶν ἰδιοκτητῶν. Διαμαρτύρεται ὁ Δήμαρχος, ἐπικαλεῖται τὸν νόμον, ἐπικαλεῖται ματαίως τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Νομάρχης ἐπιπλήττει, τιμωρεῖ τὸν δημοτικὸν ἄρχοντα ἀνευλαβῶς, πρὸ τῆς φατρίας ἐπιλαθόμενος καὶ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ νόμου διατάξεων. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸν Δήμαρχον, τὸν κατὰ τεκμήριον ὑπέροχον ἁπάντων τῶν δημοτῶν, τὸν λόγῳ κοινωνικοῦ ἀξιώματος ἐκλεχθέντα ὑπὸ τῆς κοινότητος καὶ ἀναβιβασθέντα εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Δημάρχου, ἀφοῦ λέγω τὸν ἄρχοντα τοῦτον τοῦ δήμου ἐξευτελίσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, παραδίδοντες αὐτὸν εἰς τὴν φατριαστικὴν αὐθαιρεσίαν τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, ἐρωτῶ, ὑπάρχει πλέον ἴχνος δημοτικῆς ἐξουσίας; ἀπομένει πλέον ἴχνος δημοτικῶν θεσμῶν, οἵτινες εἶναι ἡ μόνη ἐγγύησις τῶν κοινοτικῶν συμφερόντων; Τίς θέλει ποτὲ ἔχει τὴν φιλοτιμίαν νὰ ἐπιζητήσῃ θέσιν Δημάρχου, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ἀφοῦ ὁ Δήμαρχος καταντᾷ νὰ ἦναι οὐδὲν ἄλλο ἢ ἁπλοῦς ὑπηρέτης τῆς αὐθαιρεσίας τῶν διοικητικῶν ὀργάνων; Τίνα ἄρα γνώμην περὶ δημοτικῶν θεσμῶν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν; Τίνα γνώμην ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ Νομάρχου, ἀφοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν, ἡ ὁποία εἶχεν ὁρισθῆ πρὸς ἐκλογὴν ἀγροφυλάκων, συνελθόντες οἱ ἰδιοκτῆται, δὲν ἀπετέλεσαν ἀπαρτίαν, τοῦτο δὲ εἶναι μεμαρτυρημένον ἐξ ἀναφορᾶς αὐτῶν τούτων τῶν δημοτῶν, οἱ ὁποῖοι παρεπονέθησαν εἰς τὸν Δήμαρχον, ὅτι δὲν ἐγένετο ἀπαρτία, καὶ ἐζήτησαν παρ’ αὐτοῦ, οἱ μὲν νὰ διορίσῃ τούτους ἀγροφύλακας, οἱ δὲ ἑτέρους; Ἀφοῦ πανθομολογούμενον εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν ταχθεῖσαν ἡμέραν δὲν ἐγένετο ἀπαρτία πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων, ἑπομένως ἐγκύρως καὶ νομίμως ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ διώρισε τοὺς ἀγροφύλακας, καὶ οὐδεμία ἄλλη ἀρχὴ, οὔτε αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς ἠδύνατο πλέον νὰ ἐπέμβῃ; Τί ζητεῖ ὁ ὑπενωμοτάρχης Τσάμης καὶ οἱ χωροφύλακες καὶ ὁ Νομάρχης εἰς τὴν ἀγροτικὴν ἐκείνην περιφέρειαν; Τί ζητοῦσι τὰ ξίφη καὶ τὰ ὅπλα ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀγροτικῆς γαλήνης καὶ τῆς ἡσυχίας; Τὰ ξίφη καὶ τὰ ὅπλα θὰ ἦσαν ἀναγκαῖα, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καταδιωχθῶσιν οἱ φυγόδικοι, οἱ ὁποῖοι ἐπλημμύρισαν τὴν χώραν. Δι’ ὅλων τούτων οὐδὲν ἄλλο ἐσκόπει ἡ μεγαλουργὸς αὕτη εἰς τὰ τῆς ἀγροφυλακῆς παρέμβασις τοῦ κ. Νομάρχου καὶ τῶν σπαθοφόρων ἢ νὰ ἐκφοβίσωσι τοὺς πολίτας τῆς περιφερείας ἐκείνης· διότι, κατὰ τὸ κρατοῦν κυβερνητικὸν δόγμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νόμος δὲν ὑπάρχει, ὅταν πρόκηται περὶ θεραπείας κομματικῶν συμφερόντων· οἱ νόμοι εἰσὶ τεθειμένοι μόνον πρὸς καταδίωξιν τῶν ἀντιπολιτευομένων, πρὸς τιμωρίαν τῶν μὴ ὀπαδῶν τοῦ κόμματος. Τὰ δὲ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχουσιν ἀποστολὴν νὰ προστατεύωσι τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, ἐφαρμόζοντα ἐν δικαιοσύνῃ καὶ αὐστηρότητι τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἐτάχθησαν μόνον, ἵνα συσφίγγωσι τοὺς δεσμοὺς τοῦ κόμματος, εἴτε πρόκειται περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, περὶ τῆς κορυφῆς αὐτῆς τῆς Πολιτείας, εἴτε πρόκειται περὶ ἀγροφυλάκων, ἢ περὶ Ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτρόπων. Δὲν εἴδατε προχθὲς, τί ἐγένετο ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ περιβόλου τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Μητροπολίτου; Πάντες οἱ νόμοι δὲν ἀνετράπησαν, ἵνα διορισθῇ ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ κόμματος; Τὸ σύστημα λειτουργεῖ τὸ αὐτὸ, εἴτε περὶ μικρῶν, εἴτε περὶ μεγάλων. Διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1865 ἀφηρέθη ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ μεταξὺ τριῶν προτεινομένων ὑποψηφίων Δημάρχων τὸν ἕνα. Ἀφέθη πλήρης ἐλευθερία εἰς τοὺς δημότας, ὅπως ἐκλέγωσι τὸν ἄρχοντα αὐτῶν. Τίνα ἔννοιαν, τίνα σκοπὸν εἶχεν ἡ τοιαύτη πλήρης χειραφέτησις τοῦ Δημάρχου ἀπὸ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας; Τίνα ἄλλον ἢ τὴν καθιέρωσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ δήμου καὶ τὴν πάνδημον ἀνακήρυξιν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας; Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργὲ, συνάδει πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦτο τὸ πραξικόπημα τοῦ κ. Νομάρχου; Δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ, κύριοι Βουλευταὶ, πρόκειται περὶ τῆς καταργήσεως τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν, πρόκειται περὶ τῆς καταπατήσεως τῆς θελήσεως τῆς πλειονότητος τῶν ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι περιέβαλον ἓν πρόσωπον τῆς ἐκλογῆς των διὰ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Δημάρχου. Ὁ δὲ Νομάρχης δὲν ἀρκεῖ, ὅτι πιέζει, ὅτι προσπαθεῖ νὰ ταπεινώσῃ, ὅτι τιμωρεῖ τὸν Δήμαρχον, ἀλλὰ καὶ ἀπειλεῖ αὐτὸν, ὅτι θὰ τὸν καταγγείλῃ ἐπὶ ἀντιποιήσει τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας. Θὰ τὸν καταγγείλῃ, διότι ἐξετέλεσε τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἀγροφυλακῆς νόμου! Ἀλλὰ τέλος πάντων, Κύριοι, ἐὰν ὁ νόμος οὗτος ἦναι βλαπτικὸς νὰ ἐκτελῆται, καταργήσατε αὐτόν· ἐνόσῳ ὅμως ἔχετε τοῦτον ἀνεστυλωμένον καὶ ἐγγυημένον ὑπὸ τῆς Πολιτείας, μὴ τὸν χλευάζετε. Καὶ τὸ παραδοξότερον πάντων εἶναι, ὅτι δὲν ἔδειξε τὴν ἐλαχίστην εὐλάβειαν τοὐλάχιστον πρὸς τὸν ἑαυτόν του ὁ κ. Νομάρχης, διότι ἐκ τῶν ὀκτὼ περιφερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐγένετο ἀπαρτία τῶν κτηματιῶν καὶ διώρισε τὸ Συμβούλιον καὶ ὁ Δήμαρχος τοὺς ἀγροφύλακας, τῶν μὲν ἑπτὰ περιφερειῶν ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν, τῆς δὲ ὀγδόης τὴν ἠκύρωσε, διότι αὐτὸ τῷ ὑπηγορεύθη. Παρεδέχθη τὸ ψήφισμα, ἐνέκρινεν αὐτὸ ὡς πρὸς τὰς ἑπτὰ περιφερείας, ἠκύρωσε δ’ αὐτὸ ὡς πρὸς τὴν ὀγδόην. Ἀλλὰ ταῦτα καταντῶσιν ἄξια νὰ ὀνομασθῶσιν ὄργια. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔγγραφον ἐπερώτησίν μου, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ νὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς τὸν Νομάρχην Ἀργολιδοκορινθίας νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ ἰδίως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀριθμὸν καὶ ἡμερομηνίαν σημειῶ ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου, καὶ προσαγάγῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ τιμωρήσῃ τὸν Νομάρχην, ὡς παραβάντα τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τοῦ 1856, ὡς ἀσχημονήσαντα κατὰ τῆς Δημοτικῆς ἀρχῆς, ἵνα μὴ φέρῃ αὐτὸς οὐδεμίαν εὐθύνην· διότι ἄλλως αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος, ὡς παραβάτης τοῦ νόμου. Θὰ ἐπανέλθω δὲ μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων.
§3ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. (ἐγείρεται τῆς θέσεώς του).
§4ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ μεριμνήσῃ, μήπως εἴπῃ καμμίαν λέξιν ὁ Ὑπουργός· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντιπροσωπεύῃ αὐτὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§5ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἀντιπροσωπεύει ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐπερωτῶν τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ὁ ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν ὑπουργικὸς, ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ἀφθονολογίας. Θὰ εἴπω, τί ἐπληροφορήθην ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Τὰ Γεληνιάτικα εἶναι κτηματικὴ περιφέρεια, ὑπαγομένη εἰς τὸν δῆμον Σικυῶνος, ἰδιοκτητῶν ὑπαγομένων εἰς τὸν δῆμον Τρικκάλων. Ὁ Δήμαρχος Σικυῶνος ὀλίγας ἡμέρας ἔχει, κατὰ τὰς ὁποίας ἐγένετο φίλος τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι ἦτο φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἀπ’ εὐθείας. Εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν δὲν ἠθέλησεν ὁ Δήμαρχος νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς κατοίκους τῆς περιφερείας Γεληνιάτικα νὰ ἐκλέξωσιν αὐτοὶ τοὺς ἀγροφύλακας, διότι, ὡς εἶπον, ἡ περιφέρεια αὕτη ἔχει κατοίκους, ἀνήκοντας εἰς ἄλλον δῆμον, τὸν δῆμον Τρικκάλων. Θέλει λοιπὸν ὁ Δήμαρχος οὗτος νὰ ἐκλέξῃ ἀπὸ τοὺς δημότας του ἀγροφύλακας, ἵνα φυλάξῃ τὰ κτήματα, ἀνήκοντα εἰς ἄλλην περιφέρειαν. Λοιπὸν ὥπλισεν ὡς ἀγροφύλακας τρεῖς ἀνθρώπου του, διὰ νὰ συγκαλέσουν τοὺς κτηματίας. Ἐπῆγαν λοιπὸν ἔνοπλοι αὐτοὶ, καὶ ἀντὶ νὰ συνάξουν τοὺς ἐκλογεῖς, τοὺς ἐδίωξαν. Οἱ κτηματίαι ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Νομαρχίαν Ἀργολιδοκορινθίας, παραπονεθέντες κατὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῶν ἐνόπλων δορυφόρων τοῦ Δημάρχου Σικυῶνος, καὶ ὁ Νομάρχης, παραδεχθεὶς τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν, ἔστειλεν ἔνοπλον δύναμιν, ὅπως ἀπομακρύνῃ τοὺς δορυφόρους τοῦ Δημάρχου, διότι οὗτοι οἱ ἔνοπλοι ἔγειναν οἱ φοβερώτεροι διῶκται τῶν γεωργῶν. Ἀφοῦ ἔγεινε τοῦτο, συνῆλθον οἱ κάτοικοι, συνετάχθη ἓν πρωτόκολλον ἐπιτοπίως ἐκ μέρους τῶν κατοίκων καὶ διώρισαν ἀγροφύλακας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἤθελαν. Οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ὁ Δήμαρχος ἢ ὁ Πάρεδρος νὰ ἐπεμβαίνουν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἄλλου. Οἱ ἰδιοκτῆται περιπλέον παρεκάλεσαν τὸν Συμβολαιογράφον καὶ διετύπωσε τὰς ἐγγυήσεις καὶ τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀγροφυλάκων, καὶ ὑπέγραψαν ἅπαντες. Ἐβαρυθύμησεν ὁ Δήμαρχος διὰ ταῦτα, ἀλλ’ ὁ Νομάρχης ἐνέκρινε τὴν ἐκλογήν. Τὰ δικαιώματα τῶν ἀτόμων δὲν ἀνήκουν οὔτε εἰς τὸν Βασιλέα Δήμαρχον, οὔτε εἰς τὸν καθαυτὸ Βασιλέα Νομάρχην. Ἂν ἠδικήθησαν ἄλλοι κάτοικοι, ἂς κάμουν ἔφεσιν εἰς τὸν Νομάρχην καὶ κατόπιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ οὐδένα λόγον ἔχουν, διότι καὶ ὁ Νομάρχης καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἀποφαίνονται ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου, καὶ τὸ περιεχόμενον νομίμων πράξεων οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ψέξῃ. Ἂν εὑρίσκῃ ὁ προλαλήσας παρανομίαν, ἂς φέρῃ κατηγορητήριον, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τίποτε· παραπονοῦνται ἄνευ λόγου, ἁπλῶς διὰ νὰ ἀκούωνται εἰς τὸν τόπον διὰ ψήφους· ἐγὼ ὅμως δὲν θέλω ποτὲ καταδεχθῆ νὰ τοὺς μιμηθῶ.
§6ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἀπολογηθῇ ὑπὲρ τοῦ ὀργάνου τῆς διοικήσεως, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ συνάδελφος, ὑποστηρίζων τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ Νομάρχου Ἀργολιδοκορινθίας· λυποῦμαι μόνον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπελάθετο τόσον ἐνωρὶς τῶν φιλελευθέρων αὑτοῦ ἰδεῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἔπιε καὶ τὸ μικρὸν ποτήριον τῆς ἐξορίας μετὰ τῶν ἄλλων ἐπαναστατῶν ἐν Ναυπλίῳ κατὰ τὸ 1861, ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν.
§7ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἤμην ἐγὼ, ἦτο ἄλλος Δημητριάδης.
§8ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀδιάφορον· ἂν δὲν ἦσο ἐξόριστος, ἦσο ἐπαναστάτης. Ἂν ἀρνῆσθε, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι δὲν ἦσο ἐπαναστάτης ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν μετὰ τῶν λοιπῶν ἐν Ναυπλίῳ τὸ 1862,
§9ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ κατάχρησις τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας παρελάβατε σεῖς οἱ Ὀθωνισταὶ, μὲ ἀναγκάζουν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ὁμολογήσω τὴν μεταμέλειάν μου διὰ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο· διότι, ἐὰν ἤξευρα ὅτι ἠθέλετε οὕτω μεταχειρισθῆ τὰς ἐλευθερίας σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐῤῥοκανίσατε τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν καὶ τοὺς νόμους, ποτὲ δὲν ἤθελον ἀποφασίσει νὰ ἦμαι ἐπαναστάτης.
§10ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ συναδέλφου μου μὲ ὑποχρεοῦσι νὰ φανῶ ἐπιεικέστερος εἰς τὸ ἑξῆς πρὸς αὐτὸν, οὐδὲ θὰ ἀπαντήσω διὰ τοῦτο πρὸς αὐτὸν δι’ ὅσα εἶπεν ἄκαιρα, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω. Ἀλλὰ λέγω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν ὁ Νομάρχης ἐνόμιζεν ὅτι ὁ ἀξιότιμος Δήμαρχος Σικυῶνος, ἢ ὁ Πάρεδρος, ὁ παραγγελθεὶς νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐκλογὴν, παρέβη τὸ καθῆκόν του, τουτέστιν, ἂν διεσκόρπισε τοὺς ἐκλογεῖς διὰ στρατιωτῶν, ἢ ἔγραψε ψευδὲς πρωτόκολλον περὶ μὴ ὑπάρξεως ἀπαρτίας, εἶχε καὶ τὸ καθῆκον καὶ τὰ μέσα ἐκ τοῦ νόμου, νὰ καταδιώξῃ ποινικῶς τὸν Δήμαρχον. Οὐδόλως ὅμως εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παρέμβῃ εἰς τὸν διορισμὸν ἀγροφύλακος, κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου τοῦ 1856. Ἄν ὁ Δήμαρχος τοιοῦτόν τι ἔπραξεν, ἠδύνατο ὁ Νομάρχης νὰ τὸν καταδιώξῃ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, νὰ κατηγορήσῃ αὐτὸν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ἵνα οὕτως ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτοῦ καὶ τὸ δημοτικὸν ἀξίωμα, ἂν ἀπεδείκνυτο ἀνάξιος τούτου, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἀλλὰ σήμερον πρόκειται περὶ ἄλλου ζητήματος, πρόκειται περὶ ποδοπατήσεως νόμου ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, ὅστις ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 2, παρεμβὰς εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων καὶ ἀποστείλας εἰς Γεληνιάτικα ἀντιπρόσωπόν του ὑπενωμοτάρχην μετὰ δέκα χωροφυλάκων, ἐπέβαλε παρανόμως τὴν θέλησιν αὐτοῦ. Δύο λέξεις, πρὶν καταβῶ τοῦ βήματος, προστίθημι. Ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἔχει τοιαύτην, ἣν ἐξήνεγκεν ἀρτίως, περὶ ἡμῶν γνώμην, οἰκτρῶς ἀπατᾶται. Διότι, ἂν ῥοκανίζεται ὑπό τινος τὸ Σύνταγμα, βεβαίως ῥοκανίζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ἀπὸ ὀκτὼ ἐτῶν ἤδη, προθυμούμενος διαρκῶς νὰ σιωπᾷ καὶ νὰ ψηφίζῃ πάντοτε Ναί. Καὶ ταύτην ὑποστηρίζει, μεθ’ ὅλας τὰς παρανομίας, ὅσας ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν διαπράττει, ὑποστηρίζει τὰς παρανομίας καὶ εἰς τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ἐκτραγῳδηθέντα δικαστικὰ ὄργια τῆς Σπάρτης, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐκνόμων καὶ αὐθαδῶν διορισμῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Καὶ πράττει καὶ ἄλλο ἄτοπον. Ἐνῷ ἐν πολλοῖς ἐλέγχει ἰδιαιτέρως τὴν Κυβέρνησιν, ὡς π. χ. εἰς τὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ ἐπὶ ἄλλων ἑκάστοτε ζητημάτων, καὶ ἐπὶ πασῶν τῶν ἀποδειχθεισῶν παρανομιῶν, ἐπὶ τρία ἤδη ἔτη, τῆς Κυβερνήσεως, ὅμως σπεύδει εἰς τὴν Βουλὴν πρῶτος νὰ ψηφοφορῇ ὑπὲρ αὐτῆς. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριε συνάδελφε, παρὰ τίνων ῥοκανίζονται οἱ θεσμοί. Καὶ ἂν ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ Σικυῶνος ἔγεινε βορὰ καὶ ἐῤῥοκανίσθη ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, σεῖς εἶσθε δι’ ὅλα ταῦτα ὑπεύθυνος καὶ οἱ λοιποὶ τῆς πλειονοψηφίας. Οὕτως ὑποστηρίζοντες τὰς συγκεντρωτικὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἠγάγετε τὰ δημόσια πράγματα ὅπου ἀνεπανόρθωτως τὰ ἠγάγετε· εἰς τοῦτο πταίετε μόνον σεῖς. Ἐγὼ παραπονοῦμαι δι’ ἀθέτησιν νόμου, διότι ὁ Νομάρχης ὑπεισῆλθεν αὐθαδῶς εἰς δικαιώματα τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Σικυῶνος, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν οὐδὲν ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα. Καὶ ἰδοὺ πάλιν σεῖς τολμᾶτε νὰ ὑποστηρίζητε καὶ τοῦτον!
§11ΣΑΚΚΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν ζητῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἅπαντες σχεδὸν οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Κολωνίδων προσῆλθον εἰς τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα Κορώνης, ἵνα πληρώσωσι τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὁ εἰσπράκτωρ οὗτος ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἔχει διπλότυπον, ἀπετάθη δὲ εἰς τὸν ταμίαν Πύλου, ἵνα τῷ ἀποστείλῃ τοιαῦτα, οὗτος δ’ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν οὔτε ἐν τῷ ταμείῳ τοιαῦτα. Παρήλθεν ἤδη ὁ μὴν Ἰανουάριος καὶ οἱ δημόται θὰ ὑποχρεωθῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ προστίμου τῶν 20%, συνεπείᾳ τοῦ νόμου περὶ καθυστερούντων. Ζητῶ ἤδη νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἐὰν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ θὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ φορολογούμενοι οὗτοι, οἱ προσελθόντες πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, εἰς τὴν πληρωμὴν προστίμου· τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἦναι ἀδικώτατον, διότι δὲν προῆλθεν ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτῶν ἡ βραδύτης. Νὰ καταφύγουν δὲ εἰς τὰ Δικαστήρια δι’ εὐτελῆ κατὰ τὸ πλεῖστον ποσὰ, θὰ ἦναι λίαν δαπανηρὸν καὶ ἐπιζήμιον εἰς αὐτοὺς, ἀλλ’ ὅσῳ μικρὸν καὶ ἂν ἦναι τὸ ποσὸν, δι’ αὐτοὺς εἶναι ἐπαισθητὸν, εἰς τὴν παροῦσαν μάλιστα ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ χρημάτων στεροῦνται καὶ ἡ καλλιέργεια τῶν κτημάτων αὐτῶν ἀπαιτεῖ δαπάνας.
§12ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ περὶ δασμολογίου νόμος τοῦ 1887 ἐπέτρεπεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀπαλλάσσῃ διὰ Διατάγματος παντὸς τέλους τὰς πρώτας ὕλας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἡμεδαπὴν βιομηχανίαν. Νομίζω δὲ, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε Διατάγματα, καὶ ἀπήλλαξεν εἴδη τινὰ πάσης φορολογίας. Ἀλλὰ κατόπιν ἐπῆλθεν ἕτερος νόμος, ὁ ΑΨΑʹ τοῦ 1889, κατὰ τὸν ὁποῖον κατηργήθη ἡ διάταξις τοῦ εἰρημένου νόμου, ἡ χορηγοῦσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ῥηθὲν δικαίωμα. Μετὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον νόμον, καταργοῦντα ῥητῶς τὸν προηγούμενον, πρέπει τις νὰ συμπεράνῃ, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἐπιτρέπεται τοῦ λοιποῦ τοιαύτη παραχώρησις ἀτελείας, ἀλλὰ καὶ ὅτι αἱ προηγουμένως παραχωρηθεῖσαι ἀτέλειαι ἔπαυσαν τοῦ νὰ ἔχωσιν ἰσχύν· καὶ ὅμως πληροφοροῦμαι, ὅτι εἴδη τινὰ, χρησιμεύοντα εἰς τὴν βιομηχανίαν τῆς κατασκευῆς κηρίων ἐκ στέατος, ἐξακολουθοῦσιν εἰσαγόμενα ἐν Κερκύρᾳ, εἰς κατάστημα ἐκεῖ εὑρισκόμενον, χωρὶς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τέλος. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, οὐ μόνον νομίζω, ὅτι ὁ νόμος προδήλως παραβιάζεται, ἀλλὰ καὶ ζημία ἐπέρχεται εἴς τε τὸ Δημόσιον καὶ εἰς ἄλλους, τὴν αὐτὴν ἐξασκοῦντας βιομηχανίαν, καὶ ὅμως πληρόνοντας τέλος διὰ τὰς πρώτας ὕλας, τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται. Ἕνεκα τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἐξακολουθοῦσιν εἰσαγόμεναι ἀτελῶς τοιαῦται ὕλαι, προσέτι δὲ καὶ τὸ ποσὸν αὐτῶν, ἵνα ἐκτιμήσωμεν τὸ μέγεθος τῆς γενομένης εἰς τὸ Δημόσιον ζημίας.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπῆρχε διάταξις, ὁποίαν παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐν τῷ δασμολογίῳ τοῦ 1887. Περὶ τῆς διατάξεως ταύτης εἶχον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐσχάτως, προκειμένου περὶ προτάσεως, ἀφορώσης εἰς προνομιακὴν ἀτέλειαν εἰσαγομένων εἰδῶν, χρησίμων εἰς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν. Εἶπον τότε, ὅτι τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως ταύτης ἡμεῖς, οἱ εἰσαγαγόντες, εἴχομεν κατόπιν προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις καὶ ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν ἡμῶν, διότι ἐθεωρήσαμεν ἐπικίνδυνον τὴν διαχείρισιν ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δικαιώματος τοιούτου ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς. Δὲν ἦτο σκοπὸς ἡμῶν διὰ τῆς περὶ καταργήσεως τῆς διατάξεως προτάσεως νὰ παύσῃ χορηγουμένη εἰς τὴν βιομηχανίαν ἡ εἰδικὴ αὕτη εὐκολία, ἀλλὰ σκοπὸς ἡμῶν ἦτο νὰ χορηγῆται αὕτη τῇ συμπράξει τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο εἰς γενομένας τότε προτάσεις περὶ προνομιακῆς ἀτελείας πρώτων ὑλῶν, χρησίμων εἰς παραγωγὴν βιομηχανικῶν προϊόντων ἐν Σύρῳ καὶ Κεφαλληνίᾳ, ἀπηντήσαμεν, ὅτι θέλομεν ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ χορηγίας τῆς ζητουμένης ἀτελείας. Ἐπελθούσης τῆς καταργήσεως τῆς διατάξεως, φρονεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι τὰ Διατάγματα, τὰ ἐκδοθέντα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς, ἔπαυσαν ἰσχύοντα. Τοῦτο προδήλως δὲν εἶναι ὀρθόν. Τὸ ζήτημα ἐτέθη καὶ εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον, ὅστις ἀπεφάνθη, ὅτι τὰ Διατάγματα, ἅπαξ ἐκδοθέντα ἐπὶ τῇ βάσει ἰσχύοντος νόμου, ἐξακολουθοῦσιν ἔχοντα πλῆρες τὸ κῦρος, ἕως οὗ διὰ νόμου καταργηθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ τοιαύτης γνωμοδοτήσεως δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι Διάταγμα, νομίμως ἐκδοθὲν, ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον, καίτοι ὁ νόμος, οὗ ἐπὶ τῇ βάσει ἐξεδόθη, ἔπαυσεν ἰσχύων. Οὕτω καὶ τὰ μεταλλεῖα διὰ Διατάγματος παρεχωροῦντο, ψηφισθέντος δὲ κατόπιν νόμου, μετενεγκόντος εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τῆς παραχωρήσεως, τὰ Διατάγματα, τὰ πρὸ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐκδοθέντα, θεωροῦνται καλῶς ἐκδοθέντα, καὶ αἱ παραχωρήσεις, αἱ διὰ τῶν Διαταγμάτων ἐκείνων γενόμεναι, θεωροῦνται ὑφιστάμεναι, καὶ οὐδείς ποτε ἠμφισβήτησε τὸ κῦρος αὐτῶν. Ὡς πρὸς τὴν πραγματικὴν δὲ σημασίαν τοῦ ζητήματος, τουτέστιν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄλλα καταστήματα, βλαπτόμενα ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ, τοῦ γινομένου μετὰ προνομίου ὑπὸ τοῦ καταστήματος τῆς Κερκύρας, προσθέτω δὲ καὶ ὑπὸ καταστήματος ἐν Βόλῳ, διότι ἐξεδόθη καὶ ἕτερον Διάταγμα, ὅτε ἔτι ἴσχυεν ὁ νόμος ἐκεῖνος, τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, διότι εὐθὺς ὡς τοιαῦτα καταστήματα, ὧν τὴν ὕπαρξιν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀγνοῶ, ἤθελον ζητήσει νὰ ἐπεκταθῇ ἐπ’ αὐτὰ τὸ αὐτὸ προνόμιον, θὰ προεκαλεῖτο ἡ ψήφισις νόμου περὶ τούτου, ὅπως πρότερον ἠθέλομεν προκαλέσει τὴν διὰ Διατάγματος χορήγησιν τοῦ προνομίου.
§14ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐκφράζω τὴν ἔκπληξίν μου, ἀκούων τὸν Πρωθυπουργὸν ὑποστηρίζοντα, ὅτι δύνανται νὰ ἔχωσιν ἰσχὺν Διατάγματα, χορηγοῦντα ἀτέλειαν μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐξεδόθησαν, καὶ ἔτι μᾶλλον ἐκπλήσσομαι, ἀκούων ὅτι τοιαύτην τινὰ γνώμην, ἐντελῶς ἐσφαλμένην, ὑπεστήριξε καὶ ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ προσαγάγῃ τὴν γνωμοδότησιν αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ ἄνευ ταύτης οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ὑποστηρίξω καὶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ γνωμοδότησις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη. Ἄν ὁ ἐπιβάλλων τὴν εἴσπραξιν τέλους νόμος ἤθελεν ἀπαλλάξει τοῦ τέλους τούτου ὡρισμένα εἴδη, ἐπέλθῃ δὲ νεώτερος νόμος, καταργῶν τὴν ἐξαίρεσιν ἐκείνην, ποία θὰ ἦναι ἡ συνέπεια; Ὅτι τοῦ λοιποῦ καὶ τὰ ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ ἀπαλλασσόμενα ἐκεῖνα εἴδη θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν φορολογίαν. Τώρα, ἐπειδὴ ὁ νόμος δὲν ἀπήλλαξε ῥητῶς ὡρισμένα τινὰ εἴδη τοῦ τέλους, ἀλλ’ ἀνέθεσεν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀπαλλαγὴν ἢ μὴ αὐτῶν, ἡ δὲ Κυβέρνησις, δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἀπήλλαξεν αὐτὰ τοῦ τέλους, δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι, καίπερ καταργηθέντος τοῦ νόμου, ἡ ἀτέλεια διαρκεῖ; Ἀφοῦ, ὅταν αὐτὸς ὁ νόμος ἤθελεν ἀπαλλάξει τοῦ τέλους, ἡ κατάργησις τοῦ νόμου ἐπιφέρει τὴν κατάργησιν τῆς ἀπαλλαγῆς, πῶς δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ἰσχύουσαν ἀπαλλαγὴν, γενομένην δυνάμει τοῦ νόμου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς ὁποίας ὁ νόμος ἀνέθεσε τὴν παραχώρησιν τῆς ἀτελείας; Ἡ τοιαύτη λύσις ἀντίκειται, νομίζω, εἰς πάντα κανόνα δικαίου καὶ λογικῆς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις. Ἠθέλησεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπικαλεσθῇ, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του, ἕτερα γεγονότα, λαμβάνοντα χώραν εἰς τὴν νομοθεσίαν περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων, ἀλλὰ τὰ ῥηθέντα περὶ μεταλλείων οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα. Ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων, ἀπαιτεῖται Βασιλικὸν Διάταγμα· ὅθεν, τούτου ἐκδοθέντος, ἡ παραχώρησις ἐτελέσθη, καὶ ὑπάρχει κεκτημένον δικαίωμα ἀποκτήσεως μεταλλείου. Καὶ ἂν κατόπιν ὁρισθῇ ἕτερος τρόπος παραχωρήσεως τῶν μεταλλείων, ἦτο δυνατὸν ἡ μεταβολὴ αὕτη νὰ προσβάλῃ τὰ κεκτημένα δικαιώματα, τὰ δυνάμει τοῦ Διατάγματος ἀποκτηθέντα; Βεβαίως ὄχι. Ἡ κυριότης ἀπεκτήθη ὁριστικῶς· διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος ἡ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου εἶναι γεγονὸς τετελεσμένον, καὶ δὲν εἶναι πλέον ἐπιτετραμμένη ἐπάνοδος εἰς αὐτό. Ἂν νεώτερος νόμος ὁρίζῃ ἕτερον τρόπον παραχωρήσεως, οὗτος ἐφαρμόζεται διὰ τὰ λοιπὰ μεταλλεῖα. Ἑπομένως τὰ περὶ μεταλλείων ῥηθέντα οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρόκειται. Ἡ ἐπιβολὴ τέλους, ὡς καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπ’ αὐτοῦ, εἶναι ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ὁσάκις θέλῃ, δύναται νὰ πράξῃ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο. Ἂν, ἀντὶ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀτέλειαν, αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀναθέσῃ τὴν παροχὴν αὐτῆς εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν στερεῖται ἕνεκα τούτου τοῦ δικαιώματος νὰ καταργήσῃ τὴν ἀτέλειαν. Ἂν ἐζητεῖτο ἡ ἐπιστροφὴ τῶν πρὸ τῆς καταργήσεως τῆς ἀτελείας πληρωθέντων, ἠδύνατό τις βεβαίως νὰ ἀντιτάξῃ τὰ τετελεσμένα γεγονότα· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἅπαξ ἐνέκρινεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ παραχωρήσῃ ἀτέλειαν εἴς τινα εἴδη, στερεῖται τοῦ δικαιώματος ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαγορεύσῃ τοῦ λοιποῦ τὴν ἀτέλειαν ταύτην;
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμιλεῖ περὶ τοῦ νόμου, τοῦ καταργήσαντος τὴν ἐξαίρεσιν, μὴ ἔχων αὐτὸν ὑπ’ ὄψει. Ἡ κατάργησις τῆς ἐν τῷ περὶ δασμολογίου νόμῳ τοῦ 1887 διατάξεως, τῆς ἐπιτρεπούσης τὴν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος παροχὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀτελείας ἐν ὡρισμέναις περιπτώσεσιν, ἐγένετο διὰ νόμου τῆς 2 Φεβρουαρίου 1889. Ἡ κατάργησις αὕτη σκοπὸν ἀποκλειστικὸν εἶχε τὴν ἐν τῷ μέλλοντι χορήγησιν τῆς εἰρημένης ἀτελείας διὰ νόμου μόνον καὶ οὐχὶ διὰ Β. Διατάγματος. Αἱ χορηγηθεῖσαι ὅμως ἀτέλειαι συμφώνως πρὸς τὴν τέως κειμένην διάταξιν διὰ Β. Διατάγματος ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμεναι, ἕως οὗ ῥητῶς καταργηθῶσι διὰ νόμου. Τοῦτο διετρανώθη καὶ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ 1889. Πρόθεσις περιορισμοῦ τῶν ἀτελειῶν τούτων δὲν ὑπάρχει, τοὐναντίον ἡ πρόθεσις τοῦ νομοθέτου, τοῦ καταργήσαντος τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἐξεδηλώθη ὑπὲρ τῆς παροχῆς τῆς ἀτελείας, εὐρυτέρας μάλιστα ἢ τὸ πρόσθεν, οὐχὶ ὅμως διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλὰ διὰ νόμου. Αὕτη εἶναι ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν νομοθεσιῶν τοῦ 1887 καὶ τοῦ 1889, ἀφορῶσα εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας ἐν τῷ μέλλοντι, μηδενὸς χωροῦντος δισταγμοῦ, ὅτι τὸ χορηγηθὲν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1887, ἐνόσῳ δὲν καταργεῖται ὑπὸ ἄλλου νόμου, εἶναι χορήγημα νομίμως γενόμενον καὶ διατηρούμενον ἐν ἰσχύϊ. Θὰ παύσῃ ὑφιστάμενον, μόνον ἂν νόμος καταργήσῃ αὐτὸ, διότι, ναὶ μὲν ἐχορηγήθη διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλὰ τὸ Β. Διάταγμα, τὸ παρασχὸν τὸ τῆς ἀτελείας προνόμιον, στηριζόμενον ἐπὶ νόμου, εἶναι κατ’ ἐντολὴν νόμος, καὶ μόνον νόμος δύναται νὰ καταργήσῃ αὐτό· οὐδεὶς δὲ νόμος κατήργησεν αὐτὸ, διότι οὐδεὶς νόμος περιέλαβεν ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέθεσε περιλαμβανόμενον ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1889.
§16ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσατε, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠμφισβήτησεν ἀκριβῶς τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1887 κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1889.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἡ ὁποία ἐπέτρεπεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ χορηγῇ ἀτέλειαν, εἶναι τὸ ἄρθρον 11, ἐδάφιον 3ον.
§19ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἀφίνετε νὰ ἔλθῃ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου;
§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, ἀλλὰ παρακαλῶ μίαν στιγμήν, διὰ νὰ εὕρω τὸν νόμον.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος τὸ ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀρκετὰ, καὶ θὰ συμπληρώσῃ ἴσως τὴν ἀνάπτυξίν του· νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω παρατήρησίν τινα ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους, ἐκ τῆς ὁποίας θέλει πεισθῆ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ θεωρία, ἣν ἀνέπτυξε, δὲν εἶναι ἀκριβής. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν θεωρίαν ταύτην, θὰ ἔχωμεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι εἰς τὰ δύο ταῦτα καταστήματα, διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἀκυρωθέντος, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα σήμερον, παρεχωρήσαμεν προνόμιον, ὅπερ οὐδεὶς ἐνόησε νὰ παραχωρήσῃ. Ἡ παρατήρησις δὲ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἠδύνατο καὶ εἰς ἕτερα καταστήματα νὰ παραχωρήσῃ ἀτέλειαν διὰ τοῦ νόμου, δὲν δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὴν οὐσιαστικὴν σημασίαν τοῦ παραχωρηθέντος προνομίου ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ ἐναντίον τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ ἰσχύοντος νόμου καὶ τοῦ καταργηθέντος. Ἐὰν κατάστημά τι θέλῃ σήμερον νὰ ἱδρυθῇ πρὸς κατασκευὴν τῶν αὐτῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα κατασκευάζουσι τὰ δύο καταστήματα, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἱδρυθῇ καὶ νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὰ δύο ταῦτα προνομιοῦχα καταστήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι σχεδὸν κάτοχα μονοπωλίου. Ὅπως σχηματισθῇ νέον κατάστημα, πρέπει νὰ ἀναμείνῃ τὴν ψήφισιν νόμου. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι, καὶ ἂν ὑποβληθῇ τοιοῦτος εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπαιτεῖ πολλὴν χρονοτριβὴν, ὅπως ψηφισθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν ἑπομένως, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1889, ὁ καταργήσας τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1887, ἐσκόπει νὰ καθιερώσῃ προνόμιον ἀποκλειστικὸν πρὸς κατασκευὴν ὡρισμένου τινὸς εἴδους. Καὶ ἡ οὐσιαστικὴ παρατήρησις ἔρχεται εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἀναπτυχθείσης ἰδέας, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1889, καταργήσας τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ 1887, κατήργησε καὶ πᾶν τὸ ἀποῤῥέον ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ κεκτημένων δικαιωμάτων, πρόκειται περὶ φορολογίας, αὕτη δ’ εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀποκτᾶται κατ’ ἔτος καὶ καθ’ ἡμέραν, ὥστε τὸ Διάταγμα τὸ Βασιλικὸν, τὸ ὁποῖον δυνάμει νόμου ἀπαλλάσσει τοὺς ἐργοστασιάρχας τῆς πληρωμῆς φόρου, τοὺς ἀπαλλάσσει ἐφ’ ὅσον εἶχεν ἰσχὺν ὁ νόμος, ἐφ’ οὗ ἐστηρίζετο. Ἅμα δὲ ἐκεῖνος κατηργήθη, τὸ Διάταγμα δὲν δύναται ν’ ἀπαλλάξῃ τινὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, εἰμὴ διὰ τὸ ὀφειλόμενον μέρος μέχρι τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι προνόμιον εἶναι τὸ χορηγηθὲν εἰς τὰ δύο καταστήματα, καὶ νομίζει ὅτι τοῦτο λύει τὸ ζήτημα κατὰ τὰς παραστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Εἶναι τοῦτο προνόμιον, ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1887, ὁ δὲ νόμος τοῦ 1889, καταργήσας τὴν διάταξιν τοῦ προγενεστέρου νόμου καὶ μὴ ἀντικαταστήσας ἑτέραν, οὐδὲν ἄλλο ἠθέλησεν ἢ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τοιούτου προνομίου τὴν ἐν τῷ μέλλοντι χορήγησιν διὰ Β. Διατάγματος. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1887 ἐχορηγήθησαν δύο τοιαῦτα προνόμια, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, κατόπιν αἰτήσεως διαφόρων καταστημάτων, ἐνόησεν ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη δὲν συνέφερε νὰ ἐξακολουθῇ ὑφισταμένη, καὶ ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τὴν περιφρούρησιν τῆς παροχῆς τῆς ἀτελείας διὰ τῶν ἐγγυήσεων βουλευτικῆς συζητήσεως· προεκάλεσεν ἄρα ἡ Κυβέρνησις τὴν ψήφισιν νόμου, καταργοῦντος τὴν διάταξιν τοῦ περὶ δασμολογίου νόμου τοῦ 1887, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὰ Διατάγματα, τὰ ἐπ’ αὐτῆς στηριζόμενα καὶ ἅτινα εἶναι νόμοι, ὡς ἐκδοθέντα κατὰ ῥητὴν τοῦ νόμου ἐντολήν. Ταῦτα θὰ ἠκυροῦντο, μόνον ἂν ἡ κατάργησις αὐτῶν περιελαμβάνετο ἐν τῷ νεωτέρῳ νόμῳ διὰ ῥητῆς διατάξεως. Τὰ Διατάγματα ταῦτα ὡς νόμοι ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμενα, ἕως οὗ καταργηθῶσι δι’ ἑτέρου νόμου. Ἡ πρυτανεύσασα κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τοῦ 1889 ἰδέα, ἥτις καὶ διετυπώθη κατὰ τὴν συζήτησιν, ἦτο, ὅτι αἱ χορηγηθεῖσαι διὰ Β. Διαταγμάτων ἀτέλειαι ἔπρεπε νὰ μείνωσιν ἐν ἰσχύϊ, ἀλλ’ ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς ἔπρεπε τοιαῦται ἀτέλειαι νὰ χορηγῶνται οὐχὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ παρὰ τῆς Βουλῆς· καὶ περὶ τούτου ἐξηγήθην ὁσάκις μοὶ ἐδόθη ἀφορμή. Ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἐζήτησε νὰ γένηται τοιαύτη παραχώρησις ὑπὲρ καταστημάτων τινῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ, παραγόντων οἰνοπνευματώδη ποτά, ὅτε ἕτερος Βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἐζήτησε παραχωρήσεις ὑπὲρ βιομηχανικῶν καταστημάτων Σύρου, τὰ αὐτὰ εἶπον, τουτέστιν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται διὰ Β. Διατάγματος τοιαῦται παραχωρήσεις προνομιακῶν ἀτελειῶν, ἀλλ’ ὅτι θέλει προκληθῆ ἡ ἐνέργεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὡς ἀπαιτουμένης μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1889 πρὸς τὴν προνομιακὴν παροχὴν νομοθετικῆς πράξεως καὶ μὴ ἐπιτρεπομένης ἔκτοτε τῆς παροχῆς ταύτης εἰς πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§23ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι, προκειμένου νὰ ἑρμηνευθῇ ὁ νόμος, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὸν σκοπὸν, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ. Σήμερον πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσωμεν αὐτὸν σύμφωνα μὲ τὸ γράμμα καὶ τὰς διατάξεις αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐξαγάγωμεν τὰ ἐκ τούτων συμπεράσματα κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνευτικῆς. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1887 καθιέρωσε δύο διατάξεις, αʹ) τὴν ἀτέλειαν καὶ βʹ) τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγῇ τὴν ἀτέλειαν ταύτην διὰ Β. Διατάγματος· ἐπῆλθεν ὁ ἕτερος νόμος, ὁ ὁποῖος καταργεῖ τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ πρώτου νόμου, ἑπομένως καταργεῖ καὶ τὰ δύο ταῦτα δικαιώματα, τὸ τῆς ἀτελείας καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ χορηγῆται ἡ ἀτέλεια διὰ Β. Διατάγματος. Ἑπομένως, ὁλοκλήρου τῆς διατάξεως καταργουμένης, δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀτέλεια, καθόσον ἡ διάταξις τῆς ἀτελείας εἶναι γενικὴ καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθῇ ἰσχύουσα δι’ ὡρισμένον ἄτομον, τὸ ὁποῖον ὠφελήθη μέχρι τοῦδε ἀπὸ τὴν ἀτέλειαν ἐκείνην. Ἐὰν ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ ὡρίζοντο τὰ δυνάμενα νὰ τύχωσιν ἀτελείας εἴδη διὰ τοῦ μεταγενεστέρου νόμου τοῦ 1889, δὲν ἤθελε θεωρηθῇ διὰ τὸ μέλλον ἡ ἀτέλεια ἐκείνη κατηργημένη; τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νόμου τούτου δὲν ἐπέρχεται εἰς τὰ διὰ Β. Διαταγμάτων ὁρισθέντα εἴδη, ἀφοῦ τὰ Διατάγματα ταῦτα ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ νόμου; Ἡ ἐναντία ἑρμηνεία ἤθελεν εἶσθαι ἐσφαλμένη, προκειμένου μάλιστα περὶ φορολογίας τῶν πολιτῶν, ἑπομένως χάριν ἰσότητος πρέπει νὰ δοθῇ προσοχή, καὶ εἴτε νομοθετικῶς, εἴτε ἄλλως, νὰ κανονισθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε θεωρηθῆ συμφέρον εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ εἰς τοὺς φορολογουμένους.
§24ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ὁ νόμος· διατάσσει ῥητῶς ὡς ἐγὼ εἶχον εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι τὸ ἄρθρον 14, ἐδάφ. ιά, παράγραφος βʹ τοῦ νόμου τοῦ 1887, ὅστις παραχωρεῖ τὴν ἀτέλειαν. Ὁ νεώτερος νόμος ἐν ἄρθρῳ 5 λέγει ῥητῶς: «Καταργεῖται ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ιά ἐδαφίου τοῦ 14 ἄρθρου τοῦ περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου ΑΥΚΕʹ νόμου τοῦ ἔτους 1887, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀτέλειαν τῶν πρώτων ὑλῶν πρὸς παραγωγὴν βιομηχανικῶν προϊόντων». Οὕτως ὁ νεώτερος νόμος καταργεῖ τὸν προηγούμενον, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπε τὴν ἀτέλειαν, ἐπαφίνων τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τί ἀναμιγνύει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προκειμένου περὶ ῥητῆς καταργήσεως, τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὑπέβαλεν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, λέγων ὅτι ἔπραξε τοῦτο, ἵνα ἐπαφήσῃ οὕτω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παρέχῃ ἑκάστοτε τὸ δικαίωμα τῆς ἀτελείας; Εἶχεν ἆρά γε ἡ Βουλὴ ἀνάγκην τῆς ἀδείας του, διὰ νὰ κανονίζῃ εἰς τὸ μέλλον τὰ περὶ τούτου; Μὴ προβάλωμεν λοιπὸν γεγονότα, εἰς οὐδὲν χρησιμεύοντα, πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Ὁ νόμος, ὁ χορηγῶν τὴν ἀτέλειαν, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε ἀναθέτων τὴν ἀπόφασιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, κατηργήθη, ἀλλ’ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶχεν ἤδη παραχωρήσει τοιαύτην διὰ Διατάγματος· ἕπεται ἆρά γε ἐντεῦθεν, ὅτι τὸ Κράτος ἐστερήθη ἐσαεὶ τοῦ δικαιώματος νὰ φορολογήσῃ αὐτὰ τὰ εἴδη; Ἀπορῶ, πῶς τοιοῦτοι ἰσχυρισμοὶ ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλήν! Ἐδεσμεύθη τὸ Κράτος, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνέκρινε νὰ παραχωρήσῃ ἀτέλειαν, καὶ δὲν δύναται νέος νόμος νὰ τὴν καταργήσῃ, ἐπιβάλλων δασμόν! Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον καθαρὸν καὶ σαφὲς, ὥστε δὲν εὑρίσκει τις καὶ τί νὰ εἴπῃ περὶ πράγματος, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Δὲν καταργοῦνται, ἀντιλέγουσι, ῥητῶς τὰ Διατάγματα, δι’ ὧν παρεχωρήθη ἀτέλεια, ἀλλ’ ὅταν καταργῆται ὁ νόμος, ἐφ’ οὗ τὰ Διατάγματα στηρίζονται, ὅταν ὁ νέος νόμος σαφῶς διατάσσῃ, ὅτι ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ὑποβάλλωνται ὅλα τὰ εἴδη εἰς φορολογίαν, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ῥητῆς καταργήσεως τῶν Διαταγμάτων, διότι ἡ κατάργησις τοῦ νόμου συνεπάγει καὶ τὴν κατάργησιν πάσης ἀτελείας, ἔστω διὰ Διατάγματος χορηγηθείσης· ἄλλως πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα τῶν κυρίων αὐτῶν, διότι τὸ παρεχώρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τοιαῦτα συμπεράσματα δύνανται νὰ ὑποβάλλωνται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου;
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναμφήριστος εἶναι ὁ νομοθετικὸς χαρακτὴρ τῶν Διαταγμάτων. Τὰ Διατάγματα εἶναι νομοθετικὰ, καὶ καλῶς ἐξεδόθησαν, δὲν ἀφορῶσιν εἰς πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν ἐξεδόθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐξουσίας ἐκτελεστικῆς, ἀλλ’ ἐξεδόθησαν καθ’ ἣν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ῥητὴν ἐκ τοῦ νόμου ἐντολήν. Ἐκδοῦσα τὰ Διατάγματα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, κατεσκεύασε νόμους, μὴ δυναμένους νὰ καταργηθῶσιν ἢ ὅπως καταργοῦνται οἱ νόμοι. Κατηργήθησαν τὰ Διατάγματα ὡς καταργοῦνται οἱ νόμοι; Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι κατηργήθησαν, διότι κατηργήθη ἡ ἄδεια τῆς ἐκδόσεως τοιούτων Διαταγμάτων· ἀλλ’ ὅτε ἐξεδόθησαν τὰ Διατάγματα, ὑφίστατο ἡ ἄδεια, ἑπομένως τὰ Διατάγματα ἐξεδόθησαν νομίμως, καὶ ὡς νόμοι δὲν δύναται νὰ καταργηθῶσιν ἢ διὰ νόμου. Ἐὰν περιελαμβάνετο ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1889 διάταξις, ἀπαγορεύουσα τὴν προνομιακὴν ἀτέλειαν, τὰ Διατάγματα θὰ ὑφίσταντο, ἀλλὰ τὰ ἐν αὐτοῖς περὶ προνομιακῆς ἀτελείας δὲν θὰ ἐτύγχανον ἐφαρμογῆς. Τοιαύτη ὅμως διάταξις δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1889. Ὁ νόμος οὗτος καταργεῖ τὴν ἄδειαν τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ἐκδόσεως τοιούτων Διαταγμάτων, οὐδὲν δὲ ὁρίζει περὶ τῶν ἐκδοθέντων, ἅτινα μόνον διὰ νόμου δύνανται νὰ καταργηθῶσιν.
§26ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑπάρχει πλάνη καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος. Ὁ γενικὸς νόμος περιεῖχε δύο διακεκριμένα δικαιώματα, τὴν ἀτέλειαν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ νέος νόμος κατήργησεν ἀμφότερα τὰ δικαιώματα ταῦτα. Τὰ δὲ ἐκδοθέντα Β. Διατάγματα, ἀποτελοῦντα μέρος τοῦ νόμου τοῦ 1887, κατηργήθησαν ἐπίσης διὰ τοῦ τελευταίου νόμου τοῦ 1889. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ προνομίου, καθότι, ἐὰν ὁ νόμος ὥριζε περὶ ἀτελείας χορηγουμένης εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἡ ἑρμηνεία ἤθελεν εἶσθαι διάφορος, ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ὡρισμένων εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ τύχωσιν ἀτελείας ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον καὶ καθ’ ὡρισμένον ποσόν. Ἐὰν ὁ νόμος ἐχορήγει ἀτέλειαν εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, καὶ ὁ νέος νόμος δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸ μέλλον τὴν παραχώρησιν τοιούτου προνομίου, βεβαίως οἱ τυχόντες αὐτοῦ δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ τὸ στερηθῶσι συνεπείᾳ τῆς διατάξεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς προεῖπον, διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1889 κατηργήθη ἐν γένει ἡ διάταξις τοῦ δασμολογίου, ἥτις ἐπέτρεπε τὴν ἐπὶ ὡρισμένων εἰδῶν ἀτέλειαν, ἑπομένως διὰ πάντας ἐν γένει ἡ ἀτέλεια αὕτη θεωρεῖται ἐν τῷ μέλλοντι κατηργημένη, οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ κεκτημένον δικαίωμα καὶ προνόμιον, οὔτε εἶναι δυνατόν, προκειμένου περὶ φορολογίας, νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ ὠφεληθέντες μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς ἐπιτρεπομένης ἀτελείας ἑνὸς εἴδους ἀπέκτησαν δικαίωμα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἡ δὲ Πολιτεία ὀφείλει νὰ ἐξακολουθῇ ἐφαρμόζουσα ὑπὲρ αὐτῶν καὶ μόνων τὴν ἀτέλειαν, ἣν μεταγενέστερος νόμος κατήργησεν. Ἐὰν ἐν τῷ μέλλοντι θεωρηθῇ συμφέρον νὰ χορηγηθῇ εἰς εἴδη τινὰ ἀτέλεια χάριν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, αὕτη πρέπει νὰ ὁρισθῇ διὰ νόμου ὑπὲρ πάντων, ἄνευ διακρίσεως προσώπων.
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἄπορον μοὶ φαίνεται, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποστηρίζει σπουδαίως, ὅτι μετὰ τὸν τελευταῖον νόμον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀτέλεια, διὰ Διατάγματος κεχορηγημένη. Καὶ τυφλῷ δῆλον, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ νέος νόμος ἐδημιούργησε νέαν ἔννομον κατάστασιν· ποίαν; ὅτι ἡ ἀτέλεια δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διὰ Β. Διατάγγατος, ἀλλὰ μόνον διὰ νόμου· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ καθεστὸς, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ νέος νόμος, πῶς συμβιβάζεται μὲ τὸ κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον ὑπάρχον καθεστός; Σήμερον ἔχομεν δύο καθεστῶτα, ὧν τὸ μὲν ἐδημιούργησεν ὁ νέος νόμος, τὸ δ’ ἄλλο τὰ κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον Β. Διατάγματα. Ἀλλὰ ταῦτα εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν. Καὶ διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περιπίπτει εἰς τοιαύτην ἀκατανόητον σύγχυσιν; διότι ὑποθέτει, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ κεχορηγημένον διὰ Β. Διατάγματος, ἔχοντος νομοθετικὴν ἰσχὺν, εἶναι κεκτημένον, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ, εἰμὴ μόνον διὰ ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου. Πλανᾶται. Ἀναφαίρετον δικαίωμα οἱ ἰδιῶται δὲν δύνανται ν’ ἀποκτήσωσιν, εἰμὴ ἐπὶ τῆς ἰδίας αὑτῶν περιουσίας. Βεβαίως ἐπὶ τῶν μεταλλείων, ὅσα δικαιώματα ἀπεκτήθησαν διὰ Βασ. Διαταγμάτων, ἐχόντων ἰσχὺν νόμου, εἶναι ἱερὰ, ἀναφαίρετα· διότι ἐνταῦθα πρόκειται ἁπλῶς περὶ διαθέσεως περιουσίας τοῦ Δημοσίου, τὸ δὲ Δημόσιον διαθέτει τὴν ἰδίαν περιουσίαν καθ’ ὃν τρόπον καὶ οἱ ἰδιῶται. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ φορολογίας, τί μᾶς ὁμιλοῦσι περὶ κεκτημένων δικαιωμάτων; Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀτελείας, Εἴχομεν μέχρι τοῦδε ἐπιτρέψει ἀτέλειαν, διὰ Β. Διατάγματος χορηγουμένην· ταύτην καταργοῦμεν νῦν διὰ νέου νόμου, ὁρίζοντος, ὅτι τοῦ λοιποῦ ἡ ἀτέλεια πρέπει νὰ χορηγῆται τῇ ἐπινεύσει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Πῶς δύναται ἀπέναντι τοῦ νέου νόμου νὰ ὑπάρξῃ ἀτέλεια, χορηγουμένη διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδοθέντος ἐπὶ τῇ βάσει νόμου, τὸν ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατήργησεν; Οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ Διάταγμα, ὅταν αἴρεται ἡ βάσις, τὸ θεμέλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὁ νόμος, ἡ ἄδεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ποίαν ἰσχὺν ἔχει τὸ Διάταγμα; Ὅτι δὲ ὁ νέος νόμος κατήργησε τὸν παλαιὸν, οὐδεὶς δύναται σπουδαίως νὰ ἀμφιβάλλῃ. Οἱ νόμοι δὲν καταργοῦνται ῥητῶς μόνον, καταργοῦνται καὶ ἐμμέσως. Πᾶσα διάταξις τοῦ παλαιοῦ νόμου, μὴ συμβιβαζομένη πρὸς διάταξίν τινα τοῦ νέου νόμου, θεωρεῖται κατηργημένη. Καταργήσαντες λοιπὸν τὸν παλαιὸν νόμον, ἐνοήσαμεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς τὸ Κράτος ἀτέλεια, ἐνασκουμένη διὰ Β. Διαταγμάτων. Τί τούτου λογικώτερον; Ἐν τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποστηρίζει, παρὰ τὸν ὀρθὸν λόγον, ὅτι τὰ προνόμια ἐκεῖνα ὑφίστανται, πράγματα ἀκατάληπτα εἰς ἐμέ· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει πλειοψηφίαν, καὶ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην θὰ ἐπικυρώσῃ ἡ πλειοψηφία, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα ἐπεκύρωσεν ἔκρυθμα καὶ παράλογα.
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παραδεχθῶμεν τὴν παραχώρησιν προνομίων εἰς ὡρισμένα καταστήματα, ἀνέμενον ἄλλην ἀπάντησιν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οὐδέποτε δ’ ὑπέθετον, ὅτι ἤθελεν ἐγερθῆ, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν παραχώρησιν τοιούτου προνομίου. Ἐν τίνι δικαιώματι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεχώρησε προνόμιον εἰς ὡρισμένα καταστήματα; μήπως ὁ νόμος τοῦ 1887 δίδῃ αὐτῷ τοιοῦτον δικαίωμα; Ὄχι. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ὁ νόμος τοῦ 1887 περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 14 (ἀναγινώσκει): «Διὰ Βασ. Διατάγματος, ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπιτρέπεται ν’ ἀπαλλαχθῶσιν εἰσαγωγικοῦ τέλους ὡρισμένα ἀντικείμενα ἐπὶ ἐγγυήσει, ὅτι θέλουσι χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς ὡς πρώτη ὕλη πρὸς παραγωγὴν βιομηχανικῶν προϊόντων, εἰδικῶς ἐν τῷ Β. Διατάγματι κατονομαζομένων ἐν τῷ αὐτῷ Β. Διατάγματι ὁρίζεται τὸ ὑπὲρ οὗ ἐπιτρέπεται ἡ ἀτέλεια ἀντικείμενον καὶ τὸ ἐντὸς ῥητῆς διορίας εἰσακτέον ἀτελὲς ποσὸν, συνάμα δὲ καὶ ὁ ἀπαιτούμενος ἔλεγχος περὶ τῆς ἀποκλειστικῆς χρησιμοποιήσεως αὐτοῦ εἰς τὸν εἰδικὸν σκοπόν». Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἐκχωρήσεως ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου ἐξουσίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παραχωρῇ εἰς ὡρισμένα καταστήματα εἴτε προνόμιον, εἴτε δικαίωμα ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς ὡρισμένων προϊόντων, ἀλλὰ μόνον ὅπως ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους παρέξῃ ἀτέλειαν δι’ ὡρισμένα εἴδη, χωρὶς νὰ ὁρίζῃ ποῖον ἔσεται τὸ κατάστημα, τὸ ὁποῖον θὰ τὰ εἰσάγῃ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ τότε, ἦτο νὰ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν τῶν τοιούτων εἰδῶν, τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ αὐτῶν, καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐξελέγξεως τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτῶν.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἑκάστοτε.
§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔστω καὶ ἑκάστοτε. Τοῦτο εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ. Ἀλλ’ ἡ γνώμη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδικαιοῦτο νὰ παραχωρήσῃ προνόμιον εἰς ὡρισμένα καταστήματα, ὅπως εἰσάγωσιν ὡρισμένα εἴδη ἀτελῆ, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, καὶ ἂν τοιοῦτον Διάταγμα ἐξεδόθη ὑπὲρ ὡρισμένων καταστημάτων, τὸ τοιοῦτον Διάταγμα δὲν ἔχει βάσιν καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς νομοθετικὸν Διάταγμα, ἔχον διαρκῆ ἰσχύν. Ἐὰν ἑπομένως, ὅπως ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, ὑπάρχῃ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου εἰς ὡρισμένα καταστήματα παραχωρεῖται ἀτέλεια ὡρισμένων εἰδῶν εἰσαγωγῆς, τὸ Διάταγμα τοῦτο οὐδεμίαν πλέον ἔχει ἰσχύν, διότι ὁ νόμος, ὅστις κατὰ γενικὸν τρόπον ἐπέτρεπεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ παραχωρήσῃ ἀτέλειαν ἐπὶ ὡρισμένων εἰδῶν, κατηργήθη διὰ τοῦ νεωτέρου νόμου. Παραχώρησιν δὲ προνομίου ἢ μονοπωλίου, ὅπως προηγουμένως ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἐπέτρεπε μήτε ὁ καταργηθεὶς, μήτε ὁ ἰσχύων νόμος. Ἡ ἐξακολούθησις δὲ τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτου προνομίου εἶναι παράνομος καὶ ὑπ’ εὐθύνην ὅλως προσωπικὴν τῶν παραβαινόντων τὰς διατάξεις τῶν νόμων τοῦ 1887 καὶ 1889.
§31Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅτι κατηργήθη ὁ νόμος τοῦ 1886 διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1889, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι τὸ ἑξῆς. Λέγει ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοτέρου νόμου ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐξέδοτο Β. Διάταγμα, ἐπέχον τόπον νόμου, ἑπομένως τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ οὕτως ἐκδοθὲν, εἶναι νόμος, καὶ ὡς νόμος πρέπει νὰ μεταβληθῇ δι’ ἄλλου νόμου εἰδικοῦ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδῶ σφάλλει· τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ νομοθετήσῃ, ὅτε δ’ ἐξέπνευσεν ὁ νόμος ἐκεῖνος, συνεξέπνευσε καὶ τὸ Διάταγμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐχορήγησε τὴν ἀτέλειαν. Ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο διατελεῖ ἐν ζωῇ, ἐὰν, εἴτε ὡς ἐκ τοῦ νόμου, εἴτε δυνάμει τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ, συνωμολόγει ὑποχρεώσεις μετὰ καταστημάτων, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἄρῃ ἄνευ ἀποζημιώσεως αὐτό· ἀλλ’ ἀφοῦ τοιαύτη σύμβασις δὲν ἐγένετο, ἀφοῦ οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, λόγῳ ὅτι ἔχει δικαιώματα κεκτημένα ἐκ τοῦ Διατάγματος, δὲν ἐννοῶ, διατὶ νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονῶν, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο εἶναι ἐν ἰσχύϊ, καὶ ἔχει ἀνάγκην νεωτέρου νόμου, ἵνα καταργηθῇ· τὸ δικαίωμα ἐξέπνευσεν ἅμα ὁ νόμος κατηργήθη, καὶ πᾶσα ἄλλη ἐνέργεια καὶ πᾶν ἀποτέλεσμα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἰσχύν.
§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ ἁπλοῦν, καὶ δὲν ἐχρειάζετο τόση ἀνάπτυξις καὶ τόση συζήτησις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σφάλλει κατὰ τοῦτο, διότι δηλαδὴ νομίζει, ὅτι διὰ τῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκε καὶ τὰ ὁποῖα στηρίζονται εἰς τὸν νόμον, ἀπεκτήθησαν παρ’ ἰδιωτῶν δικαιώματα.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν φρονῶ τοῦτο.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀπεκτήθησαν τοιαῦτα δικαιώματα, τότε οὔτε διὰ νόμου δύνανται τὰ δικαιώματα αὐτὰ νὰ ἀφαιρεθῶσι καὶ καταργηθῶσιν, ἑπομένως δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐκεῖνοι, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν τοιαῦτα Διατάγματα, ἀπέκτησαν δικαίωμά τι· αὐτοὶ ἓν δικαίωμα μόνον ἔχουσι, δυνάμει τοῦ Διατάγματος, νὰ εἰσαγάγωσι προϊόντα τινὰ, χωρὶς νὰ πληρώσωσι τὸ κεκανονισμένον τέλος· ἀλλ’ ἀφοῦ ἦλθεν ἕτερος νόμος καὶ κατήργησεν αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἕπεται ἀναμφιλέκτως, ὅτι καὶ ἡ ἄδεια, ἡ ὁποία εἶχε χορηγηθῆ, εἶναι κατηργημένη, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ἢ διπλῆ γνώμη. Τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τέλος εἰσαγωγικόν, ὁ νόμος ἔδωκε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰ ἀπαλλάττῃ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἦλθεν ἄλλος νόμος καὶ ἀφῄρεσε τὴν ἄδειαν αὐτὴν, ἡ ἀτέλεια δὲν δύναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ, καὶ πᾶν εἰσαγόμενον ἀντικείμενον ὑπάγεται εἰς τὸ γενικὸν δασμολόγιον, ἑπομένως πρέπει νὰ πληρόνῃ φόρον. Ἀλλάσσει τὸ πρᾶγμα, ἐὰν οἱ ὑπὲρ ὧν ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα εἶχον ἀποκτήσει δικαίωμα, ἀλλὰ τοιοῦτον δὲν ἰσχυρίσθη οὔτε δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὸ παράδειγμα τῶν μεταλλείων, οὐδεμίαν ἔχει ἐφαρμογὴν ἐνταῦθα, διότι οἱ λαμβάνοντες τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων ἀπέκτησαν δυνάμει τοῦ νόμου τίτλον ἰδιοκτησίας, καὶ δὲν δύναται νὰ τοῖς ἀφαιρεθῇ οὔτε ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν οὔτε ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἄλλως ἐπιθυμῶ νὰ προσαχθῶσι καὶ τὰ Διατάγματα, τὰ ἐκδοθέντα, διότι κατὰ τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην διάταξιν πρέπει ἐν τοῖς Διατάγμασι νὰ ἀναφέρηται καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται νὰ εἰσαγάγωσιν ἐν ἀτελείᾳ, καὶ ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι· δὲν εἶναι ἀόριστον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ εἰσαγάγωσιν αὐτοὶ ὁπόταν θέλωσι καὶ ὅσα θέλωσιν· ἑπομένως πρέπει καὶ τὰ Διατάγματα ταῦτα νὰ προσαχθῶσιν· ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῆς προσαγωγῆς τῶν Διαταγμάτων, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα κἄν, ὅτι ἔπρεπεν, ἅμα κατηργήθη ἡ διάταξις ἐκείνη, νὰ παύσῃ πᾶσα ἀτέλεια, διότι ἄλλως παραβιάζεται ὁ νόμος.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν πιστεύω ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι τὸ θετικὸν ἀποτέλεσμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 εἶναι οὐχὶ περίσσευμα, ἀλλ’ ἔλλειμμα ἀνώτερον τῶν 10,000,000, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ὅπερ ἀλλαχοῦ θὰ καθίστα δυσχερῆ τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτου Προϋπολογισμοῦ, παρ’ ἡμῖν θέλει καλυφθῆ καθ’ ὃν τρόπον καὶ τὰ ἐλλείμματα τῶν τελευταίων ἐτῶν, διὰ τῶν ὑπὸ ἄλλας προφάσεις συνομολογουμένων δανείων, καὶ ὅτι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐν γένει κίνησιν καὶ πορείαν τοῦ δημοσίου χρέους, ὅπως ἴδωμεν, ἂν ἠλαττώθη τοῦτο, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ ηὔξησεν, ὅπως ἡμεῖς παραδεχόμεθα. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ αὐτοῦ συνδυασμοὶ ἐπήνεγκον ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων χρεῶν. Τοῦτο σημαίνει, καὶ γραμματικῶς καὶ λογιστικῶς, ὅτι τὸ Δημόσιον πληρόνει σήμερον διὰ τὰ χρέη αὐτοῦ ποσὸν μικρότερον ἐκείνου, ὅπερ ἐπλήρονε προηγουμένως. Ἐὰν τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχῃ, ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι βεβαίως ἀκριβής. Ἐν τῇ τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, μόνον εἷς λόγος δύναται νὰ ὑπάρξῃ, δικαιολογῶν τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτοῦ· οὗτος δὲ εἶναι ἡ τυχὸν αὔξησις τοῦ δημοσίου χρέους πρὸς θεραπείαν νέας τινὸς ἀνάγκης, γνωστῆς καὶ ἐπιβαλλομένης. Ὅπως εὕρωμεν τοῦτο, ἀνάγκη νὰ συγκρίνωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου χρέους ἐν τῷ παρελθόντι πρὸς ἐκείνην τοῦ 1890. Πρὸς ἀποφυγὴν δὲ συγχύσεως, ἥτις ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ἐκ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1885, ὧν ἡ κατάταξις καὶ ὁ καταλογισμὸς ἀμφισβητεῖται, θὰ λάβω ὡς σημεῖον συγκρίσεως ἐν τῷ παρελθόντι τὸ τέλος τοῦ 1887, ὅτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888 καὶ ὅτε πᾶσαι αἱ δαπάναι, αἱ προερχόμεναι ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1885, ἦσαν ἐκκαθαρισμέναι καὶ πληρωμέναι καὶ δὲν δύναται νὰ σχετισθῶσι μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους, οὗτινος αἱ μεταβολαὶ καὶ αὐξομοιώσεις ὀφείλονται ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ πρῶτον στοιχεῖον, ὅπερ ἑλκύει τὴν προσοχὴν τοῦ ἐξετάζοντος τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸ 1888 καὶ κατὰ τὸ 1890, εἶναι τὸ τῶν χρεωλυσίων, ἅτινα κατὰ τὸ 1890 παρουσιάζουσι σπουδαίαν ἐλάττωσιν. Αὕτη δὲ ἐπῆλθεν ἐκ τῆς καταργήσεως πολλῶν ἐξ αὐτῶν διὰ τῆς γενομένης τροπῆς διαφόρων δανείων. Ἡ πραγματικὴ δ’ ἐλάττωσις αὐτῶν εἶναι ἀνωτέρα τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι ὑποβιβάζεται αὕτη ἐκ τῆς ἐν αὐτῷ προσθήκης καὶ ἀναγραφῆς καὶ τῆς τακτικῆς αὐξήσεως τῶν μὴ καταργηθέντων χρεωλυσίων, ἥτις εἶναι φυσικὴ συνέπεια τῆς λειτουργίας τοῦ χρεωλυτικοῦ συστήματος, καθ’ ἣν αὐξάνουσι κατ’ ἔτος τὰ χρεωλύσια διὰ τῆς εἰς αὐτὰ προσθήκης τῶν τόκων τῶν κληρουμένων καὶ πληρονομένων ὁμολογιῶν. Ἡ ἐλάττωσις αὐτῶν ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι τοῦ 1890 ἀνέρχεται εἰς 2½ περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Προέρχεται δὲ ἐξ ὑπολοίπου τοῦ ἐξοφληθέντος δανείου τῶν 6,000,000 δραχμῶν, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 26, τῶν 10 καὶ τῶν 9 ἑκατομμυρίων, ἐκ τοῦ τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ ἐκ τοῦ τῆς ἀνεξαρτησίας. Τὰ χρεωλύσια τῶν δύο τελευταίων δανείων, ἅτινα ἦσαν εἰς χρυσὸν, ἀνέρχονται εἰς 1,750,000, τῶν δὲ ἓξ πρώτων, ἅτινα ἦσαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰς 700,000 περίπου. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς οἰκονομία, διότι δὲν εἶναι κατάργησις δαπάνης, ἀλλὰ παῦσις πληρωμῆς χρέους, καὶ ἐξακολούθησις τοῦ ἐξ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ Δημοσίου ἐπιβαλλομένου βάρους τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων. Δεύτερον στοιχεῖον, ἑλκύον τὴν προσοχὴν τοῦ μελετῶντος τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, εἶναι τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια, δηλ. τὰ δάνεια, ἅτινα συνωμολογήθησαν εἰς μεταλλικὸν, καὶ ὧν οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια πληρόνονται εἰς χρυσόν. Τὰ δάνεια ταῦτα, ἅτινα, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ, ἐμπεριέχουσι καὶ κατὰ ποιὸν βάρος πολὺ ἀνώτερον τῶν συνωμολογημένων καὶ πληρονομένων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ηὔξησαν σπουδαίως. Εἶναι δὲ ταῦτα βαρύτερα, διότι δὲν ἔχομεν καὶ ὀφείλομεν νὰ εὕρωμεν τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου πληρόνομεν αὐτά. Τὸ μέσον δὲ τοῦτο εἶναι τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, τὸ ἀντικείμενον δηλ. ἐκεῖνο, ὅπερ, ὅπως ἀνέπτυξα χθὲς, ἐπαχθεστάτην ἐξασκεῖ ἐπιῤῥοὴν καὶ ἐπὶ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ τοῦ ἔθνους, καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ ὁποίου ὀφείλεται ἡ διατήρησις παρ’ ἡμῖν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων τούτων, τῶν κατὰ ποιὸν πολὺ βαρυτέρων τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πληρονομένων, ηὔξησεν ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι τοῦ 1890 κατὰ 1,600,000 δρ. περίπου, διότι κατὰ μὲν τὸ 1888 ἡ διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια αὐτῶν ἐτησία πληρωμὴ ἀνέρχεται εἰς φρ. 24,200,000 περίπου, κατὰ δὲ τὸ 1890 εἰς 25,800,000. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη ἡ μόνη ἐπὶ τὸ ἐπαχθέστερον μεταβολὴ αὐτῶν. Τὰ δάνεια ταῦτα ὑπέστησαν καὶ ἄλλην τοιαύτην μεταβολὴν, διότι τὰ μὲν χρεωλύσια αὐτῶν ἠλαττώθησαν κατὰ 1,800,000 περίπου, οἱ δὲ τόκοι ηὔξησαν καὶ κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο. Οὕτω δὲ διὰ τὰ εἰς μεταλλικὸν χρέη αὐτοῦ τὸ Δημόσιον πληρόνει κατὰ τὸ 1890 τόκους κατὰ 3½ ἑκατομμύρια περίπου πλειοτέρους τῶν ὅσων ἐπλήρονε κατὰ τὸ 1888, κατὰ τέσσαρα δὲ ἑκατομμύρια καὶ πλέον, ἐὰν ὑπολογίσωμεν καὶ τὰς ἐπελθούσας μεταβολὰς ἐκ τῶν κατὰ τοὺς τελευταίους δύο μῆνας γενομένων δανείων καὶ τροπῶν. Τοῦτο δὲ εὐκόλως ἀντιλαμβάνεταί τις, ὅταν ἀναλογισθῇ, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι σήμερον ἐξωφλήσαμεν δάνεια εἰς μεταλλικὸν, ἀνερχόμενα εἰς 70,000,000 περίπου, ἤτοι τὰ ὑπόλοιπα τῶν δανείων τῶν 60,000,000 καὶ τοῦ τῆς ἀνεξαρτησίας, συνωμολογήσαμεν δὲ τοιαῦτα, ἀνερχόμενα εἰς 180,000,000, ἤτοι τὸ τῶν 5 ἑκατομμυρίων καὶ τὸ τῶν 1,200,000 λιρῶν στερλινῶν καὶ τὰ ἐξ 26 ἑκατομμυρίων περίπου τελευταῖον συνομολογηθέντα. Τὰ δύο ταῦτα στοιχεῖα τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ τῶν χρεωλυσίων καὶ τὸ τῶν εἰς μεταλλικὸν δανείων, δεικνύουσι τὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἐπελθοῦσαν ἐπιβάρυνσιν ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι τοῦ 1890, δὲν μᾶς παρέχουσιν ὅμως τὸ ἀκριβὲς μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν τελικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν ἐφήρμοσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ μέτρον τοῦτο μᾶς παρέχει ἡ σύγκρισις τοῦ γενικοῦ ἀθροίσματος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Τὸ ἄθροισμα δὲ τοῦτο παρουσιάζει δαπάνην, ἀνερχομένην ἐν μὲν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 εἰς 37,300,000 δραχμὰς περίπου, ἐν δὲ τῷ τοῦ 1890 εἰς 37,100,000, δηλαδὴ 29,600,000 δραχμὰς, ὁμολογουμένας ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀναγραφομένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ἑτέρας 6,500,000 περίπου, ἀποκρυπτομένας καὶ μὴ ἀναγραφομένας, καὶ αἵτινες, ὡς πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα, προέρχονται ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῶν ὅσων ἀνέπτυξα περὶ τῆς κατ’ οὐσίαν ἐπιβαλλομένης ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν δύο τούτων κονδυλίων, ταῦτα, ἐν τῇ συγκρίσει, ἥν ποιοῦμεν, πρέπει νὰ προστεθῶσι, διότι περιλαμβάνονται καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888, τοῦ ἀναγράφοντος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους δαπάνην ἐκ δραχμῶν 37,300,000. Ἡ διαφορὰ ἑπομένως μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐπληρώσαμεν διὰ τὰ χρέη ἡμῶν κατὰ τὸ 1888, καὶ ἐκείνου, ὅπερ θὰ πληρώσωμεν κατὰ τὸ 1890, ἀνέρχεται εἰς 200,000 δραχμὰς περίπου. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπὲρ τοῦ 1890 διαφορὰ αὕτη, ἥτις προκύπτει ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς μνημονευομένων κονδυλίων, δὲν ὑφίσταται, μεταβάλλεται δὲ εἰς διαφορὰν βαρύνουσαν ἔτι πλέον τὴν χρῆσιν τοῦ 1890, ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὴν ἐπὶ τῆς χρήσεως ταύτης ἐπιβαλλομένην καὶ μὴ ἀναφερομένην νέαν ἐπιβάρυνσιν ἐκ τῶν κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας πραγματοποιηθέντων δανείων, καὶ ἐκ τῆς ἀνακριβοῦς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἄλλων κονδυλίων τοῦ δημοσίου χρέους, ὡς π. χ. τοῦ τῶν τόκων τῶν χρηματικῶν καταθέσεων, διὰ τοὺς ὁποίους ἀναγράφονται 80,000 δραχμαὶ μόνον. Ἀδιστάκτως ἑπομένως δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι εἰς τὸ ὁλικὸν ποσὸν, τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, οὐδεμία ἐπῆλθε διαφορὰ ὑπὲρ τοῦ 1890 ἐκ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τῆς Κυβερνήσεως, μᾶλλον δ’ ὅτι ἐπῆλθε τοιαύτη κατ’ αὐτοῦ. Ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἢ μᾶλλον δανειστικῇ δράσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δύο εἰσὶν οἱ κυρίως παράγοντες, δι’ ὧν ἐξετέλεσε τὰς λαβούσας χώραν διαφόρους κινήσεις καὶ μεταβολὰς τοῦ δημοσίου χρέους· οὗτοι δ’ εἰσὶν οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια· καὶ ἐπὶ μὲν τῶν τόκων οἱ συνδυασμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπέφερον οἰκονομίας, ἐπὶ δὲ τῶν χρεωλυσίων ἐπέφερον καταργήσεις τοιούτων. Αἱ ἐπὶ τῶν τόκων δ’ ἐπελθοῦσαι μεταβολαὶ παρουσιάζουσιν ἐν τοῖς πλείστοις δανείοις οἰκονομίας πραγματικὰς κατὰ ποσόν. Ἐμπεριέχουσιν ὅμως τὸ ἐλάττωμα, ὅτι μετέβαλον εἰς χρυσὸν, τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πληρονόμενον ποσὸν διὰ τὰ δάνεια, ἐκ τῆς ἐξοφλήσεως τῶν ὁποίων ἐπῆλθον αἱ οἰκονομίαι. Ἐπληρόναμεν διὰ τὰ δάνεια ταῦτα ἀνωτέρους τόκους, ἀλλ’ ἐπληρόναμεν αὐτοὺς διὰ νομίσματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἐνῷ διὰ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολογήσαμεν, ὅπως ἐξοφλήσωμεν τὰ πρῶτα, ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν μεταλλικὸν νόμισμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν καὶ διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ὁποίου ὑποβαλλόμεθα εἰς ἐπαχθεῖς θυσίας. Ἐν ἑνὶ δὲ τῶν δανείων, ἐκ τῶν ἐπελθουσῶν ἐπὶ τῶν τόκων μεταβολῶν προκύπτει ἀριθμητικῶς μὲν αὔξησις τῶν βαρῶν τοῦ Δημοσίου, οὐσιαστικῶς δὲ σχετική τις ὠφέλεια καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς κοινωνίας. Τὸ δάνειον δὲ τοῦτο εἶναι τὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι τοῦ 1890 τὸ Δημόσιον κατέβαλεν 8,000,000 δραχμὰς περίπου. Διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπλήρονεν εἰς τὰς Τραπέζας τόκον ἓν τοῖς ἑκατὸν κατ’ ἔτος, πληρόνει δὲ διὰ τὰ δάνεια, ἐξ ὧν ἐπορίσθη αὐτὸ, 5½ τοῖς ἑκατὸν περίπου. Ὑφίσταται ἑπομένως τὴν ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης τοῦ τόκου ζημίαν, ἀλλὰ περιωρίσθη τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων, καὶ παρεμποδίσθη ἡ περαιτέρω ὑποτίμησις αὐτῶν. Δὲν ἔχομεν ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα, ὅπως ὁρίσωμεν ἀκριβῶς τὴν εἰς τοὺς τόκους ἐπελθοῦσαν οἰκονομίαν. Ἐκ τῶν γνωστῶν ὅμως πληροφοριῶν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ποσὸν τῶν 300 περίπου χιλιάδων δραχμῶν, ὡς μὴ ἀπομακρυνόμενον τοῦ ἀληθοῦς ποσοῦ τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ὁριστικῶς ἐπῆλθον ἐκ τόκων ἀπὸ τοῦ 1888 μέχρι σήμερον. Τὸ ποσὸν ὅμως τῶν χρεωλυσίων, τῶν ὁποίων τὴν κατάργησιν ἐπέφερεν ἡ οἰκονομικὴ δρᾶσις καὶ οἱ συνδυασμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, γνωρίζομεν ἀκριβέστερον· τοῦτο δ’ ἀνέρχεται, ὅπως ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, εἰς δραχ. 2,500,000 περίπου. Χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν ἐκ τῶν τόκων οἰκονομίαν, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέτυχεν ἀφ’ ἑνὸς, ἐδαπάνησε δ’ ἀφ’ ἑτέρου, καὶ περιοριζόμενοι εἰς μόνα τὰ χρεωλύσια, εὑρίσκομεν, ὅτι κατὰ τὸ 1888, ὅτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων χρεῶν ἀνεγράφετο δαπάνη ἐκ δραχ. 37,300,000, ὑπῆρχεν ἐντὸς τῆς δαπάνης ταύτης καὶ ποσὸν δραχμῶν 2,500,000 περίπου, πληρονόμενον διὰ χρεωλύσια, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει πλέον ἐντὸς τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 διὰ τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὅπερ, καθ’ οὓς ἀνέπτυξα ὑπολογισμοὺς, δὲν ὑπολείπεται τοῦ διὰ τὸ 1888 ἀναγραφέντος. Ἐὰν τὰ καταργηθέντα ταῦτα χρεωλύσια εἶχον ἐπιφέρει ἴσην ἐλάττωσιν εἰς τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους κατ’ ἔτος πληρονόμενον ποσὸν, ἡ κατάργησις αὐτῶν ἠδύνατο ἴσως νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς οἰκονομικὴ ἐπιτυχία. Καταργηθέντα ὅμως ἄνευ τοιαύτης ἐλαττώσεως, δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν πρὸς περιστολὴν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ κατηναλώθησαν εἰς ἄλλας δαπάνας τοῦ Δημοσίου. Ὅπως δὲ πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἡ κατανάλωσις αὐτῶν τότε εἶναι δικαιολογημένη, ὅταν ἐγένετο δι’ ἀνάγκας καὶ ἔργα γνωστὰ καὶ χρήσιμα. Τοῦτο δὲ θὰ ἐξετάσωμεν. Τὰ καταργηθέντα χρεωλύσια, ἀνερχόμενα εἰς 2,500,000 δραχμῶν περίπου, ἀντιπροσωπεύουσι κεφάλαιον 46 περίπου ἑκατομμυρίων φράγκων, ἐπὶ τῇ βάσει τόκου πρὸς 5½% κατ’ ἔτος, ὅσον δηλαδὴ πληρόνει τὸ Δημόσιον ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου τοῦ τελευταίου δανείου τῶν 5,000,000 λ. στερλινῶν. Μολονότι δὲ μεταξὺ τῶν χρεωλυσίων τούτων ὑπάρχει καὶ ποσὸν 700,000 περίπου, ὅπερ ἐπληρόνετο εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, οὐχ ἧττον ὀφείλομεν νὰ θεωρήσωμεν τὸ ὅλον τῶν χρεωλυσίων τούτων εἰς μεταλλικὸν, διότι τὸ εἰς μεταλλικὸν ἐν γένει χρέος τοῦ Δημοσίου παρουσιάζει ἔκ τε χρεωλυσίων καὶ ἐκ τόκων πολὺ πλέον τῶν 2,500,000 φράγκων αὔξησιν διὰ τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Ὡς μεταλλικὸν δ’ ἑπομένως πρέπει νὰ χαρακτηρίσωμεν καὶ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἀντιπροσωπευόμενον κεφάλαιον τῶν 46,000,000, ὅπερ κατηναλώθη ἐντὸς τοῦ 1888 καὶ 1889, πλέον τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τῶν 46 τούτων ἑκατομμυρίων ἐπληρώθη ἡ ἐν γνώσει καὶ τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς γενομένη δαπάνη τῶν 26 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν. Ἄλλην τοιαύτην ἔκτακτον δαπάνην, ἀξίαν λόγου, δὲν ἔχομεν, διότι ἡ δαπάνη τῶν διὰ δανείων κατασκευαζομένων σιδηροδρόμων δὲν βαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890, ὡς μὴ ἀναγραφέντων ἐν αὐτῷ τῶν τόκων τῶν δανείων τούτων καὶ μὴ συμπεριλαμβανομένων εἰς τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους. Μένουσιν ἑπομένως 20 ἑκατομμύρια εἰς χρυσὸν, ἤτοι 24 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, αἵτινες ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς δαπάνας, ὧν τινὲς μὲν φαίνονται ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς καὶ ταῖς δημοσιευμέναις καταστάσεσιν, αἱ δὲ λοιπαὶ καλύπτονται εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τῶν δανείων καὶ ἄλλων διαχειρίσεων. Τοιαῦται δὲ δαπάναι εἰσίν ἡ διαφορὰ τοῦ νομίσματος, ἡ κατασκευὴ στρατιωτικῶν κτιρίων, αἱ πληρωμαὶ ὑπολοίπων παρελθουσῶν χρήσεων κτλ. Πᾶσαι δὲ αἱ δαπάναι αὗται, αἱ καλυπτόμεναι καὶ πληρονόμεναι ἐκ τοῦ ἐπαυξανομένου δημοσίου χρέους, θ’ ἀποτελέσωσι τὰ πραγματικὰ ἐλλείμματα τῶν δύο τελευταίων χρήσεων τοῦ 1888 καὶ 1889. Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ ἐντύπωσις, ἣν ὁ μελετῶν καὶ συγκρίνων τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου χρέους ἀποκομίζει ἐξ αὐτῆς. Ἐλάττωσις μὲν τοῦ τόκου ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοῦ χρέους ἡμῶν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου αὔξησις τοῦ κεφαλαίου τούτου κατὰ 100,000,000 φράγκων ἐντὸς τῶν ἐτῶν 1888 καὶ 1889, καὶ αὔξησις συνάμα διὰ τῆς καταργήσεως χρεωλυσίων τῆς ἐτησίας τοῦ δημοσίου χρέους ὑπηρεσίας κατὰ 2½ ἑκατομμύρια φράγκα κατ’ ἔτος. Δαπάνη δὲ 46 ἑκατομμυρίων φράγκων πέραν τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ὧν 20 ἑκατομμύρια διὰ τακτικὰς κατὰ τὸ πλεῖστον ἀναμφισβητήτους δαπάνας, ἅτινα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὗρε διὰ μέσου τῶν δανείων, ἅτινα συνωμολόγησε δυνάμει τῶν περιφήμων νόμων ᾼΨ’ καὶ ᾼΨΠΑ’, καὶ ἐν οἷς, παρὰ τὰ ποσὰ, τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν πληρωμὴν προϋπαρχόντων χρεῶν, εἰσάγει συνάμα καὶ ποσὰ χρησιμεύοντα αὐτῷ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν συνήθων ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου. Μετὰ τὴν ἔρευναν περὶ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ τόπου ἐν γένει, μετὰ τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς δανειστικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελεν εἶσθαι ἴσως χρήσιμος καὶ ἀναγκαία ἡ ἐξέτασις καὶ ἄλλων ζητημάτων, οὐσιαστικῶς συνδεομένων μὲ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ὑφισταμένης φορολογίας. Ἡ ἐξέτασις αὕτη ἤθελε πείσει ἡμᾶς, ὅτι πλεῖστοι ἐκ τῶν λειτουργούντων φόρων εἰσὶ καὶ βαρεῖς καὶ ἄδικοι ἐν τῇ ἐπιβολῇ αὐτῶν, τινὲς δ’ ἐξ αὐτῶν ἀποβαίνουσιν ἀδικώτεροι καὶ βαρύτεροι κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ κατὰ τὴν εἴσπραξιν, αἵτινες ἐκτελοῦνται κατὰ τρόπον, ἐπιβάλλοντα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν βάρη καὶ θυσίας, πολὺ ἀνωτέρας τῶν χρηματικῶν ποσῶν, ἅτινα εἰσέρχονται πράγματι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ χρησιμεύουσιν εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν τῆς ἐν γένει διοικήσεως, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ τῶν δι’ αὐτοῦ ἢ παραπλεύρως αὐτοῦ ἐκτελουμένων. Ἡ ἐξέτασις αὐτῶν ἤθελε δείξει τὴν ὕπαρξιν πολλῶν περιττῶν καὶ τὴν ἔλλειψιν ἄλλων ἀναγκαίων, καὶ χάριν τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου καὶ χάριν τῆς ἀναπτύξεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὰ ζητήματα ταῦτα ἔχουσί τι τὸ θεωρητικὸν, καὶ ἐπιδέχονται διαφόρους ἐκτιμήσεις. Ἕκαστος δύναται νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως φόρου τινὸς, καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιβολῆς αὐτοῦ, ὅπως καὶ ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως δαπάνης τινὸς καὶ τῆς ἐγγραφῆς ἢ διαγραφῆς αὐτῆς. Ἡ ἔρευνα δὲ καὶ συζήτησις τῶν τοιούτων ζητημάτων τότε μόνον δύναται νὰ ἔχῃ πρακτικὸν σκοπὸν καὶ νὰ φέρῃ χρήσιμον ἀποτέλεσμα, ὅταν ἐκεῖνοι, οἵτινες πρόκειται νὰ ἀποφασίσωσι περὶ αὐτῶν, σταθμίζοντες τοὺς ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης γνώμης λόγους, κρίνωσιν ἄνευ προηγουμένης δεσμεύσεως καὶ ἐπηρείας, ἀλλ’ ὁδηγούμενοι ἐκ τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς γνώσεως τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Τοιαύτην ὅμως κρίσιν δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν σήμερον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅπου καὶ τὰ ζητήματα, ἅτινα δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὰ ἀμφισβητήσεως καὶ δὲν ἐπιδέχονται διττὴν ἐκτίμησιν, κρίνονται ἐναντίον τῶν στοιχειωδῶν κανόνων τῆς λογικῆς καὶ αὐτῆς τῆς ἀριθμητικῆς. Ὅταν ἐπιδοκιμάζεται ἡ ἀναγραφὴ ἐσόδων μὴ ὑπαρχόντων καὶ εἰκονικῶν, καὶ ἡ διαγραφὴ δαπανῶν ἀνεγνωρισμένων καὶ ἐκτελουμένων, ὅταν ψηφίζεται καταλογισμὸς τοῦ πληρονομένου μεταλλικοῦ νομίσματος οὐχὶ κατὰ τὴν ἐν τῇ ἀγορᾷ τρέχουσαν τιμὴν αὐτοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὴν εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν συμφέρουσαν ὀνομαστικὴν αὐτοῦ ἀξίαν, ὅταν τοιαῦτα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, λύωνται τοιουτοτρόπως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ζητήματα ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν ἐπιδεκτικὰ διαφόρου ἐκτιμήσεως, οἷα τὸ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος καὶ τὸ τῆς διαλογῆς τῶν ἐν γένει δαπανῶν τοῦ Δημοσίου, δύνανται νὰ κριθῶσιν ἀνεπηρεάστως καὶ συμφώνως μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου; Ἕνεκα τούτου ἀναγκάζομαι νὰ περιορίσω τὸν λόγον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, οὗτινος ἀπόῤῥοια εἶναι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890, καὶ δείξω τὰ ταμιευτικὰ καὶ οἰκονομικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Τὴν ἐξέτασιν ταύτην ἐνόμισα καθῆκον νὰ ποιήσω πρὸς ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς, ἅτινα οἱ ἀκολουθήσαντες τὰς σκέψεις μου δύνανται καὶ μόνοι νὰ ἐξαγάγωσι, καὶ ἅτινά εἰσιν ἡ καταπόνησις τοῦ τόπου, ἡ ἐξάρτησις αὐτοῦ ἐκ τῶν δανείων καὶ τῶν χρηματιστηρίων, καὶ ἡ ἐκ τῆς ἐξαρτήσεως ταύτης ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὑποχρέωσις τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὅρων αὐτῆς, ὧν εἷς εἶναι καὶ ἡ εἰκονικὴ καὶ ἀνακριβὴς παράστασις τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ ἡ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς διαχείρισις αὐτῶν. Ποιοῦμαι δὲ τὸν ἔλεγχον τοῦτον, ὅπως γνωρίσῃ ταῦτα ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος, καὶ ὅπως ἀφήσωμεν πλήρη τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς ἄγοντας τὸν τόπον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστῇ τὰς ὀλεθρίας συνεπείας, ἃς ἕξει ἡ πολιτικὴ αὐτῶν κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἀπρόβλεπτοι μὲν, ἀλλὰ πλέον ἢ πιθαναὶ περιστάσεις θὰ στειρεύσωσι τὴν πηγὴν τῶν δανείων καὶ τοῦ ἐξ αὐτῶν πόρου τοῦ Δημοσίου, ὅστις ἀπὸ ἐκτάκτου καὶ ἐξαιρετικοῦ μετεβλήθη παρ’ ἡμῖν εἰς πάγιον καὶ ἀναπόφευκτον. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ. μ.