1890.02.05
1.105 στίχοι · 8.498 λέξεις · 45 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54
Τῆς 5 Φεβρουαρίου 1890.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 4½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ἔχει τὸν λόγον.
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἔχομεν ἄλλας ἐπερωτήσεις προηγουμένως.
§3ΜΙΛΗΣΗΣ. Διαδίδεται ὅτι ἐνέργειαι καταβάλλονται, ὅπως ἀποσπασθῇ διοικητικῶς ἡ ἐπαρχία Κυθήρων ἀπὸ τοῦ νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας καὶ δικαστικῶς ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πρωτοδικείου Ναυπλίου καὶ προσαρτηθῇ εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης· περὶ τούτου δὲ καὶ οἱ κάτοικοι ἀπηύθυναν ἀναφορὰς πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐγὼ δὲν πιστεύω....
§4ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν πιστεύω (ἱλαρότης).
§5ΜΙΛΗΣΗΣ. Χαίρω πολὺ, διότι εἴμεθα εἰς τοῦτο τοὐλάχιστον σύμφωνοι.... Δὲν πιστεύω εἰς τοῦτο, διότι ἡ ἐπαρχία τῶν Κυθήρων ἦτο ἄλλοτε προσηρτημένη εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας καὶ ὑπήγετο εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης, ἐπειδὴ ὅμως οἱ κάτοικοι τῶν Κυθήρων ὑφίσταντο πολλὰς ἐνοχλήσεις διὰ νὰ προσέλθουν ἰδίως εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης, ἡ Κυβέρνησις, καλῶς ποιοῦσα, προσήρτησε τὴν ἐπαρχίαν τῶν Κυθήρων εἰς τὸν νομὸν Ἀργολιδοκορινθίας. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ οἱ κάτοικοι ἀνησυχοῦσι καὶ ἀπηυθύνθησαν δι’ ἀναφορῶν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσωσι περὶ τούτου τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας.
§6ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τοιαύτη μεταβολὴ, ὁποίαν ἀναγγέλλει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ νόμου, ἐγὼ δὲ, καὶ ἂν τὸ θελήσουν οἱ κάτοικοι, θὰ τὸ ἀποκρούσω.
§7ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἀποκαλυφθεῖσαν παράδοξον τύχην τῶν ἐγγράφων ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας διάφοροι Βουλευταὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν προηγουμέναις συνεδριάσεσι τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐὰν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπερώτησις περὶ τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐσχάτως, καὶ ἂν ἐνήργησέ τι ὁ κ. Ὑπουργός.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὸ σημείωμα, τὸ δοθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καὶ ἐζητήθησαν τηλεγραφικῶς πληροφορίαι, ἐλπίζω δὲ, ὅτι μετὰ 2 ἢ 3 ἡμέρας θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὰς, ληφθησομένας πολλαχόθεν.
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διεδόθη ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦλθεν εἰς συμφωνίας μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς ἐπὶ διαφόρων ζητημάτων, ἰδίως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας καὶ ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ Ἐφέτου ἐν τοῖς Μικτοῖς Δικαστηρίοις τῆς Αἰγύπτου. Ἐπειδὴ ἡ προηγουμένη σύμβασις, ἥτις ὑπῆρχε μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Αἰγυπτιακῆς κατέληξεν εἰς ἀποτελέσματα ὅλως διάφορα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπεδόθησαν εἰς αὐτὴν, ἐπήνεγκε δηλαδὴ ἐπιβλαβῆ, ἀντὶ ἐπωφελῶν, ἀποτελέσματα διὰ τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα, φοβοῦμαι μήπως καὶ αἱ νέαι συμβάσεις τοιαῦτα ἐπιφέρωσιν ἀποτελέσματα. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπῆλθε συνεννόησις τελευταῖον μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, ὅπως ἴδωμεν ταῦτα καὶ ἐν ἀνάγκῃ προκαλέσωμεν συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν.
§10Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπευθύνω ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διατὶ κρατεῖται ἔτι παρανόμως ἐν τῷ στρατῷ ὁ κληρωτὸς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1885 Σ. Σωτηρόπουλος. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὁ κληρωτὸς οὗτος διέμενεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἠγνόει ἐντελῶς, ὅτι ἔμελλε νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ στρατῷ, ἦλθεν ὅμως εἰς Ἀθήνας κατὰ τὸ 1887 καὶ ἔμαθεν, ὅτι ἔχει τοιαύτην ὑποχρέωσιν· ἔσπευσε τότε εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον Ἀττικῆς, τὸ ὁποῖον παρέπεμψεν αὐτὸν εἰς τὸ Ὑγειονομικὸν Συμβούλιον τοῦ αὐτοῦ νομοῦ, τοῦτο δὲ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7963 ἀποφάσεώς του ἐθεώρησεν αὐτὸν ἀνίκανον νὰ καταταχθῇ ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλ’ ὑπόχρεων εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Νομίζων δὲ ὁ νέος οὗτος, ὅτι δὲν εἶχεν ὑποχρέωσίν τινα, ὡς καὶ δὲν εἶχεν, ἀπῆλθεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀλλ’ ἐπανελθὼν κατὰ τὸ 1888 εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, αἴφνης συλλαμβάνεται ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς καὶ μεταφέρεται εἰς Τρίπολιν· παρουσιάζεται εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, καὶ ἀποστέλλεται εἰς τὸ Ὑγειονομικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 21376 ἀποφάσεώς του ἐθεώρησαν αὐτὸν ἐπίσης ἀνίκανον διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ, οὐχ ἧττον τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον εἶχεν ἐπιβάλει εἰς αὐτὸν ποινὴν πρόσθετον 16 μηνῶν, τὴν ἀπόφασιν δὲ ταύτην τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ἐγκρίνει, καὶ ὁ κληρωτὸς οὗτος κατετάχθη εἰς τὸ ἐν Τριπόλει τάγμα μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας τῶν 16 μηνῶν, ἀλλὰ θεωρῶν ἑαυτὸν μὴ ὑπόχρεων εἰς οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν, καὶ τέλος πάντων ἐπικαλούμενος τὸ ἄρθρον 175 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ἐνόμιζεν ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσῃ μόνον 10 μῆνας καὶ 10 ἡμέρας· συνεπῶς ἀνεφέρθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ὅμως, ἀντὶ νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀξίωσίν του, ἀπήντησεν ὅτι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ὑπέπεσεν εἰς λάθος, καὶ ὅτι αὐτὸς ὑποχρεοῦται νὰ ὑπηρετήσῃ 23 μῆνας καὶ 10 ἡμέρας. Ἀναφέρεται πάλιν ὁ κληρωτὸς οὗτος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, παραπονούμενος, ὅτι κακῶς ἐφαρμόζεται ὁ νόμος καὶ κακῶς ἐκτιμῶνται τὰ περιστατικὰ, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῳόντι ἀνευρίσκει, ὅτι περιέπεσεν εἰς λάθος καὶ κατὰ τὴν μίαν καὶ κατὰ τὴν ἄλλην περίπτωσιν, καὶ διὰ νεωτέρας διαταγῆς του ἀνακαλεῖ τὴν ἀπόφασίν του τὴν δευτέραν καὶ ἐφαρμόζει τὴν πρώτην, διὰ τῆς ὁποίας εἶχεν ὑποχρεωθῆ ὁ κληρωτὸς νὰ ὑπηρετήσῃ 16 μῆνας. Ἐπειδὴ δὲ οὗτος κατετάχθη τὴν 6 Σεπτεμβρίου 1888 καὶ ἡ προθεσμία ἔληγε τὴν 16 Ἰανουαρίου 1889, ἀπῄτησεν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τὴν ἀπαλλαγήν του, ἀλλὰ λαμβάνει ἀπάντησιν, ὅτι ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς ἐφήρμοσε τελευταῖον τὴν πρώτην του ἀπόφασιν, ἀπωλέσθη, καὶ συνεπῶς δὲν δύναται νὰ τὸν ἀπολύσῃ. Κατακρατεῖται λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς παρανόμως, ὄχι μόνον διὰ τὸ ἐπὶ πλέον τῶν 16 μηνῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι κατακρατεῖται παρανόμως καὶ 6 μῆνας ἔτι, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 175 τοῦ νόμου οἱ οὕτω καθυστερήσαντες κληρωτοὶ ὑπόκεινται εἰς τὴν ποινὴν τῆς δεκαμήνου μόνον προσθέτου ὑπηρεσίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ τὴν διαταγὴν ταύτην, καὶ πρὶν ἢ προσαγάγῃ ταύτην νὰ διατάξῃ τὸ ἐν Τριπόλει ἑδρεῦον τάγμα, ὅπως ἀπαλλάξῃ τὸν εἰρημένον κληρωτὸν τῆς περαιτέρω διαμονῆς του ἐν τῷ στρατῷ· ἐὰν δὲ νομίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πρέπει ὁ κληρωτὸς οὗτος νὰ καταβάλῃ καὶ ἀντισήκωμα 100 δραχμῶν, ἔχει ἐκδοθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τοιαύτη ἐγκύκλιος, συμφώνως τῇ ὁποίᾳ δύναται ὁ κληρωτὸς τὴν στιγμὴν τῆς ἀφέσεώς του νὰ καταβάλῃ αὐτό.
§11ΣΑΚΚΗΣ. Πολλὰ παράπονα μοὶ ἀνεκοινώθησαν ὑπὸ διαφόρων κατοίκων τοῦ δήμου Βουφράδος, ὅτι καθυστεροῦνται πολλῶν μηνῶν ἐνοίκια τῶν ἐκεῖ Γραμματοδιδασκαλείων· ὁ δῆμος οὗτος εἰσφέρει εἰς τὸ Δημόσιον περὶ τὰς 8,000 δραχμῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καίπερ στερούμενος δημοτικῶν σχολείων, διότι εἰς ὅλον τὸν δῆμον, ἔχοντα 8,000 περίπου πληθυσμὸν, ἓν μόνον Σχολεῖον ὑπάρχει, ηὐτύχησεν ὅμως νὰ ἔχῃ γραμματοδιδασκάλους τινὰς, καὶ τὸ μικρὸν τοῦτο εὐτύχημα ζητοῦσι σήμερον νὰ τοῦ τὸ στερήσωσι διὰ καθυστερήσεως τῶν ἐνοικίων, ἀναγκάζοντες οὕτω τοὺς κυρίους τῶν οἰκιῶν, ἐν οἷς εἰσιν ἐγκατεστημένα τὰ Γραμματοδιδασκαλεῖα, νὰ ζητῶσι καὶ νὰ ἐκβιάζωσι μάλιστα τὴν ἐκ τῶν οἰκιῶν τῶν ἀποβολὴν τῶν γραμματοδιδασκάλων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἐξετάσῃ περὶ τούτου, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν τῳόντι καθυστεροῦνται τὰ ἐνοίκια ταῦτα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ ἐνεργήσῃ δεόντως, ὅπως πληρωθῶσι ταῦτα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν οἰκιῶν, ἵνα μὴ ἴδωμεν τοὺς μαθητὰς διδασκομένους ἐν ὑπαίθρῳ. Ἑτέραν ἐπερώτησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς μέχρι τοῦδε βραδύτητος τῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ μηνύσεως κατὰ τοῦ τέως Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Σπάρτῃ Πλημμελειοδικῶν κ. Σκάκα, γενομένης ὑπὸ τοῦ πρώην Εἰρηνοδίκου Φάριδος κ. Θ. Θωμοπούλου. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἀντὶ ν’ ἀνατεθῇ εἰς ἀνακριτὴν Ἐφέτην, ὡς ἔδει, ἀνετέθη εἰς τὸν ἐν Σπάρτῃ τακτικὸν ἀνακριτὴν, οἱ λόγοι δὲ, οἱ ὁποῖοι συνδέουσι τοὺς ἐν Σπάρτῃ δικαστὰς μὲ τὸν κ. Εἰσαγγελέα, εἶναι γνωστοὶ εἰς ὁλόκληρον τὸ Κοινοβούλιον, ὡς καὶ ἡ ἀμοιβαία ὑποστήριξις, τὴν ὁποίαν παρέχουν οὗτοι πρὸς ἀλλήλους. Ὥστε εὐλόγως ἠνάγκασαν τοὺς ἀδικηθέντας νὰ ζητήσωσι δι’ ἐμοῦ λόγον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ τῆς ἐκθέσμου ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐξετάσω καὶ αὖθις λεπτομερέστερον τὰ κατ’ αὐτὴν, ὅταν κατατεθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι. Εἰς δὲ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὑπενθυμίζω τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν προχθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Μισυρλῆς ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὸν, καὶ ἥτις ἀφορᾷ τὴν ἐνοικίασιν τῆς ἀκτῆς τῆς πλατείας Πύλου· ἐν τίνι δικαιώματι προέβη εἰς τὴν ἐνοικίασιν ταύτην; Παρακαλῶ δ’ αὐτὸν νὰ φέρῃ ταχέως εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σχετικὰς πληροφορίας· ἐπιφυλασσόμεθα δὲ νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν εἶχε δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἐνοικίασιν.
§12ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§14Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις συνέστησεν εἰδικὴν Σχολὴν πρὸ καταρτισμὸν ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας, καὶ ἀληθῶς πρό τινος χρόνου ἐξῆλθον ἐξ αὐτῆς ἀξιωματικοί τινες, οἵτινες ἤδη, ἐξακολουθοῦντες τὴν θητείαν αὐτῶν, εὑρίσκονται εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τοῦ ὑπαξιωματικοῦ. Ἐρωτῶ ὅμως, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅταν μετ’ οὐ πολὺ οἱ νέοι οὗτοι περιβληθῶσι τὴν στολὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ, εἰς ποῖον θάλαμον θὰ κατακλίνωνται; τί συσσίτιον θὰ λαμβάνωσι; δὲν δύνανται βεβαίως, ὡς ἀξιωματικοὶ, νὰ διαιτῶνται εἰς τοὺς θαλάμους τῶν στρατιωτῶν, οὔτε νὰ συσσιτῶσι μετ’ αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ πάντας τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ λάβωσι πρόνοιαν περὶ τούτου, καὶ χορηγήσωσι τοῖς ἀξιωματικοῖς τούτοις ἀνάλογον χρηματικὴν δαπάνην πρὸς σίτισιν αὐτῶν καὶ οἴκησιν, ἁρμόζουσαν εἰς ἀξιωματικοὺς, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν ἔχουσι τὰ πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖα μέσα· ἄλλως θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συσσιτῶσι μετὰ τῶν στρατιωτῶν καὶ νὰ κατακλίνωνται ἐν τοῖς θαλάμοις αὐτῶν, παρὰ τὸν κανονισμὸν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ βαθμοῦ των.
§15ΡΑΛΛΗΣ. Εἶχον δηλώσει, ὅτι προετιθέμην νὰ ἀναπτύξω σήμερον τὴν περὶ στρατοῦ ἐπερώτησίν μου, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, ὅτι ἐζήτησε τὰς δύο διαταγὰς τοῦ ἐν Λαρίσσῃ Ἀρχηγείου, βεβαίως πρέπει νὰ παρασχεσθῇ ὁ χρόνος, ἵνα λάβῃ ταύτας. Ὥστε ἀναβάλλω τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου διὰ τὴν μεθαύριον Τετάρτην.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ σᾶς προειδοποιῶ, ὅτι μέχρι τῆς Τετάρτης δὲν θὰ ἔχωσιν ἀφιχθῆ αἱ διαταγαὶ, διότι τὰς ἐζήτησα ταχυδρομικῶς, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται ἐντὸς δύο ἡμερῶν νὰ ληφθῶσιν.
§17ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι λειτουργεῖ ὁ τηλέγραφος μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Λαρίσσης· ὥστε δύνανται νὰ ζητηθῶσι τηλεγραφικῶς. Ἐγὼ δὲν θέλω ἀναβάλει πέραν τῆ Τετάρτης τὴν ἐπερώτησίν μου, ἀλλὰ θέλω προβῆ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς. Ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγων ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ προσκομίσῃ τὰς διαταγὰς μέχρι τῆς Τετάρτης, ἐννοεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐπερωτήσεώς μου μέχρι τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψω κατ’ οὐδένα λόγον.
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε διαβεβαιώσει τὴν Βουλὴν, ὅτι σήμερον ἤθελον διανεμηθῆ ἔντυποι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δανείων, ἀλλὰ μέχρι τῆς ὥρας ταύτης δὲν εἶδον νὰ γίνῃ ἡ διανομή.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ νὰ εὐκολύνω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω μίαν πρόσθετον αἴτησιν. Παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν τοῦ Ἀρχηγείου, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τελευταῖον ἐκ Λαρίσσης, καὶ ἡ ὁποία θὰ ἦναι ἱκανὴ νὰ διαφωτίσῃ τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοῶ περὶ τίνος ἀναφορᾶς ὁμιλεῖτε.
§21ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἀναγκασθῶμεν ἡμεῖς νὰ προσαγάγωμεν αὐτήν.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοῶ περὶ τίνος ἀναφορᾶς ὁμιλεῖτε.
§23ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τῆς ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ τῶν ἐν Λαρίσσῃ συμβάντων.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔλαβον τοιαύτην. Φαίνεται, ὅτι παρεδόθη εἰς τὰς ἰδικάς σας χεῖρας.
§25ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἦμαι πλέον ἐνήμερος ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὑπάρχει τοιαύτη ἀναφορά.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀγνοῶ.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως θὰ τὴν προσκομίσω ἐγώ. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀναφορὰ αὕτη περιῆλθεν ἢ ὄχι εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, αὐτὸ θὰ τὸ ἐξετάσω ἄλλοτε.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τὴν ὑποβολὴν πληροφοριῶν τινων, σχετιζομένων πρὸς τὴν διάθεσιν τῶν δανείων, τῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων ΑΨʹ καὶ ΑΨΠΑʹ πραγματοποιηθέντων. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι εἶχον συνταχθῆ κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ πίνακες, ὅτι θὰ ἐπερατοῦντο τὴν ἐπαύριον τῆς ἀπαντήσεώς μου, ὅτι θὰ ἐστέλλοντο εἰς τὸ Τυπογραφεῖον καὶ ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ καταθέσω αὐτοὺς σήμερον. Εἶναι σήμερον τετυπωμένοι δύο ἐκ τῶν πινάκων, ἀλλ’ ὑπολείπονται ἕτεροι δύο, ἐλπίζω δ’ ὅτι αὔριον θέλω δυνηθῆ νὰ ὑποβάλω καὶ τοὺς τέσσαρας πίνακας, ἀφορῶντας εἰς πάντα τὰ δάνεια.
§29ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχουσιν ἵπποι ἐπιβήτορες τέσσαρες, ἀπεσπάσθησαν δὲ πρὸς ὑπηρεσίαν αὐτῶν πολυάριθμοι ἐλάται. Ἐπειδὴ ἀκούω, ὅτι ἀπεσπάσθησαν τόσον πολλοὶ, ὥστε τὸ πρᾶγμα κατήντησεν ἄξιον παρατηρήσεως, παρακαλῶ νὰ προσαχθῇ σημείωσις περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐλατῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεσπάσθησαν, καὶ τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον ὑπηρέτησαν πρὶν ἀποσπασθῶσι.
§30ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι μετὰ τὸν τελευταῖον περὶ χαρτοσήμου νόμον αἱ δαπάναι τῶν πολιτῶν, τῶν διεξαγόντων δίκας ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ηὔξησαν σπουδαίως. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ πολῖται ὀφείλουν νὰ ὑποκύψουν εἰς τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι διὰ νόμου καθιερώθησαν, καλὸν εἶναι νὰ ληφθῇ πᾶσα πρόνοια, ἵνα μὴ ὑποβάλλωνται καὶ εἰς δαπάνας πλέον ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου προβλέπει. Τώρα λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ἐκ κακῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ὑποβάλλονται οἱ πολῖται καὶ εἰς δαπάνας μὴ ἀπαιτουμένας ὑπὸ τοῦ νόμου, αἵτινες ἐξογκόνουσι τὰ δικαστικὰ ἔξοδα εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε ἀγνοῶ πλέον, ἂν δύνανται ἐλευθέρως νὰ προσφεύγωσιν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰ Δικαστήρια, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαίων των. Πρὸ τοῦ τελευταίου νόμου ὑπῆρχε τακτικὴ συνήθης εἰς ὅλα τὰ Δικαστήρια ἡ κλήτευσις τῶν διαδίκων πρὸς ἔναρξιν ἢ ἐξακολούθησιν τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος νὰ μὴ γίνεται ποτὲ δι’ ἰδιαιτέρου δικογράφου, ἀλλ’ ἢ διὰ τοῦ ἐγγράφου τῆς ἀγωγῆς, ἢ ὑπὸ τὰς πράξεις τῶν Προέδρων περὶ προτιμήσεως τῶν ὑποθέσεων, ἢ ἐν τῇ παραγγελίᾳ περὶ ἐπιδόσεως τῶν κατὰ τὴν δίκην ἐκδιδομένων ἀποφάσεων. Καὶ ταῦτα ἐνεργοῦντο ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν Δικαστηρίων, χωρὶς νὰ διανοηθῇ κἂν οὐδεὶς νὰ νομίσῃ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ἀποτελεῖ παράβασιν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου. Ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου περὶ τῶν ζητημάτων τούτων οὐδὲν λέγει, ἐπειδὴ ὅμως ἐπιβάλλει ποινὰς εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἤθελον ἐφαρμόσει τὸν νόμον, ἐν τῇ μερίμνῃ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν Δικαστηρίων, νὰ ἀποφύγουν τὰς ἐπιζημίους αὐτὰς συνεπείας, ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ ὡς ἄνω τακτικὴ εἶναι παράβασις τοῦ νόμου, καὶ ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ὅτι ἡ κλήτευσις τῶν διαδίκων πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς δίκης πρέπει νὰ γίνηται δι’ ἰδιαιτέρου ἐγγράφου. Τὴν γνώμην ταύτην ἐφαρμόζει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀρνηθὲν νὰ δεχθῇ τὴν κοινοποιουμένην ἀπόφασιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι περιείχετο ἐν αὐτῇ κλῆσις, ἥτις ἔδει νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου ἐγγράφου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅπως ἡ κλῆσις πρὸς ἐμφάνισιν ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἀγωγῆς ἀναπόσπαστον, οὕτω δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἐν τῇ περὶ προτιμήσεως πράξει τοῦ Προέδρου καὶ διὰ τῆς κοινοποιήσεως τῶν προδικαστικῶν ἢ ἄλλων ἀποφάσεων. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ χαρτόσημον, ὑποβάλλεται εἰς τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ αὐτὸ μεθ’ ὅλης τῆς προσοχῆς, τῆς ὁποίας τὸ θεωρῶ ἄξιον, καὶ ἀποφανθῇ ὁριστικῶς, ἂν ὀφείλωσιν οἱ πολῖται νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὰς δαπάνας ταύτας, ἢ μᾶλλον εἰς τὴν παράνομον ταύτην φορολογίαν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1890.
§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπώλεσε παρ’ ἡμῖν τὴν σημασίαν, ἣν ἔχει ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις, καὶ ἣν παρουσίαζε πρότερον καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ. Ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅστις εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα τῶν ἐργασιῶν παντὸς Κοινοβουλίου, σκοπὸν ἔχει νὰ περιορίσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπὶ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται ἐπὶ τοῦ ἔθνους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπὶ τῶν ἐξόδων, ἅτινα δαπανῶνται πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Ἡ ἐργασία αὕτη, ἥτις εἶναι ἡ κυριωτέρα βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, κατέπεσε παρ’ ἡμῖν, μεταβληθεῖσα εἰς ἁπλῆν τυπικὴν συζήτησιν. Ὁ ψηφιζόμενος Προϋπολογισμὸς, καὶ εἰς τὰς δαπάνας καὶ εἰς τὰ βάρη, τὰ ἐπιβαλλόμενα ἐπὶ τοῦ ἔθνους, δὲν δεσμεύει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἥτις διαφοροτρόπως παραβιάζει τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιβαλλομένους περιορισμούς. Τὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν καταργεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ καθιερωθέντος συστήματος τῶν ἀτάκτων πιστώσεων, τῶν χορηγουμένων ἐναντίον τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, καὶ διὰ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐκτελεῖ καὶ καταλογίζει κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς βούλησιν. Τὸν περιορισμὸν δὲ τὸν ἐπὶ τοῦ ἔθνους ἐπιβαλλομένων βαρῶν ἀναιρεῖ διὰ τῆς τεχνικῆς ἐφαρμογῆς τῶν γνωστῶν νόμων, οἵτινες, ἐναντίον τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν καὶ τῶν βάσεων ἐν γένει τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, δίδουσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν νὰ δανείζηται ὅσα δήποτε ποσὰ θέλει. Δανειζομένη ὑπὸ τὸ πρόσχημα πληρωμῆς προϋπαρχόντων χρεῶν, συνομολογεῖ δάνεια διὰ ποσὰ ἀνώτερα τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν τοιαύτην πληρωμὴν, καὶ χρησιμοποιεῖ τὸ ὑπερβάλλον εἰς δαπάνας τακτικὰς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπιβάλλουσα οὕτω βάρη ἐπὶ τοῦ ἔθνους ἄνευ τῆς γνώσεως καὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Ἡ κατάπτωσις αὕτη τῆς οὐσιαστικῆς σημασίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐργασίας ἡμῶν κατέστησεν ἀσήμαντον καὶ τὴν τυπικὴν αὐτοῦ μελέτην καὶ κατὰ τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προεπεξεργασίαν αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου συζήτησίν του. Ἐν τοιαύτη δὲ συζητήσει δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ ἐπιδιώξωμεν θετικὰ ἀποτελέσματα διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν ὅρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἀπόῤῥοια εἶναι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890. Δὲν θὰ διατρίψω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μετ’ αὐτοῦ συνδεομένων ἀπολογισμῶν τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, καὶ διότι τοὺς ἀπολογισμοὺς τούτους συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν Προϋπολογισμῶν, καὶ διότι δὲν θέλω νὰ βαρύνω τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν λογιστικῶν λεπτομερειῶν, ἃς πολλάκις ἐπανελάβομεν, καὶ ἃς ἀνέλυσαν οἱ κατὰ τὰς δύο τελευταίας συνεδριάσεις ὁμιλήσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Οἱ ἀπολογισμοὶ οὗτοι καταλήγουσιν εἰς τὰ εὐχάριστα μὲν, ἀλλ’ εἰκονικὰ ἀποτελέσματα περισσευμάτων ἢ μικρῶν ἐλλειμμάτων, διὰ μεθόδου ἁπλουστάτης, συγκειμένης ἐκ τῆς ἀναγραφῆς μεταξὺ τῶν τακτικῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου ἐσόδων ἀνυπάρκτων ἢ ἐκτάκτων, καὶ διὰ τῆς παραλείψεως ἐκ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ δαπανῶν πραγματοποιηθεισῶν καὶ πληρωθεισῶν. Ἀναγράφοντες τοιαῦτα ἔσοδα, καὶ διαγράφοντες τοιαύτας δαπάνας, δυνάμεθα εὐκόλως νὰ ἐπιδείξωμεν ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα. Ὀλίγα, ἐν εἴδει παραδείγματος, θ’ ἀρκέσωσι νὰ πείσωσιν ὑμᾶς περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς τοιαύτης μεθόδου. Ὅσοι ἀνέγνωσαν τὰς δημοσιευομένας καταστάσεις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Δημοσίου τῆς χρήσεως τοῦ 1888, ἐνθυμοῦνται, ὅτι ἐν αὐταῖς ἀναγράφεται ἔσοδον ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων, ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 2,750,000. Περὶ τῆς ἀναγραφῆς αὐτοῦ ἐρωτηθεὶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπήντησεν, ὅτι αὕτη εἶναι ἁπλῶς λογιστική, διότι τὸ αὐτὸ ποσὸν ἀναγράφεται συγχρόνως καὶ εἰς τὰ ἔξοδα, ὡς διαφορὰ συναλλάγματος. Τὴν ἀπάντησιν δὲ ταύτην πολλοὶ συνάδελφοι ἐθεώρησαν ὡς ἀρκοῦσαν ἐξήγησιν τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς. Ἀλλ’ εἶναι ἁπλῶς λογιστικὴ πρᾶξις ἡ ἀναγραφὴ αὕτη, καὶ τὸ ἀναγραφόμενον εἰκονικὸν ἔσοδον συμψηφίζεται μὲ ἀντίστοιχον εἰκονικὴν δαπάνην; Οὐχὶ βεβαίως. Τὸ ἔσοδον εἶναι εἰκονικόν, ἡ ἀντίστοιχος ὅμως δαπάνη εἶναι πραγματική. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1888 παρεχωρήθη ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, αὕτη ἐγένετο ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως ἡ ἀναλαβοῦσα αὐτὸν ἑταιρία πραγματοποιήσῃ ἀμέσως τὸ διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ ψηφισθὲν δάνειον τῶν 24,000,000, δώσῃ δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν 10 ἑκατομμύρια φράγκων εἰς μεταλλικὸν, ἐπὶ πληρωμῇ αὐτῶν διὰ τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ τὴν τρέχουσαν ἀξίαν αὐτῶν. Ἡ πρᾶξις αὕτη ὑπὸ ταμιακὴν ἔποψιν δὲν ἔχει τι τὸ ἐπιλήψιμον. Ἐγένετο ὅμως ἀφορμή, ὅπως ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν παραχωρηθῇ ὑπὸ ὅρους ἐπιζημίους εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ ἑταιρία παρεχώρησε τὸ δάνειον εἰς τραπεζίτας, παρ’ ὧν ἔλαβε τὰ 10,000,000 φρ. εἰς χρυσὸν, ἅτινα εἶχεν ὑποχρεωθῆ νὰ προμηθεύσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· αὕτη δὲ ἐπλήρωσεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν, ὑπολογίσασα τὸ φράγκον πρὸς 127½ λεπτά, ἤτοι δραχμὰς 12,750,000. Τὰς δραχμὰς ταύτας ἡ Κυβέρνησις ἐπλήρωσεν ἐξ εἰσπράξεων, προερχομένων ἐκ τῶν εἰς τὰ διάφορα δάνεια ὑπεγγύων προσόδων, συμπληρώσασα τὸ ἐλλεῖπον αὐτῶν ἐκ τοῦ παρὰ τῇ Τραπέζῃ τρεχουμένου λογαριασμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἑταιρία δὲ, λαβοῦσα τὰς δραχ. 12,750,000, ἐχρησιμοποίησε καὶ χρησιμοποιεῖ αὐτὰς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου. Ἀργότερον ὅμως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναβιβάσας εἰς δόγμα τὸ λογιστικὸν τέχνασμα, τοῦ μὴ καταλογισμοῦ τῆς ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος δαπάνης, ἐσκέφθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβῃ λογιστικῶς καὶ τὴν πληρωθεῖσαν διαφορὰν διὰ τὰ δέκα ταῦτα ἑκατομμύρια φράγκων, ἤτοι δρ. 2,750,000. Ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων φυσικῶς οὐδὲν ἐπέστρεψεν ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης, ἥτις ἀνήκει αὐτῇ, ὡς συμπεριλαμβανομένη ἐν τῷ τιμήματι τῶν 10,000,000 φράγκων, ἅτινα εἶχε πωλήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν ἐν τῇ ἀγορᾷ τρέχουσαν τιμὴν αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπανέφερε ταύτην ὡς ἔσοδον, στηριχθεὶς ἐπὶ τοῦ δόγματός του, ὅτι ἡ διαφορὰ συναλλάγματος, καίπερ πληρωθεῖσα, δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς πραγματικὴ δαπάνη. Ἀναγράφει δ’ οὕτω ἔσοδον ἰδανικὸν καὶ οὐδεμίαν ἔχον θετικὴν ὑπόστασιν. Ἐπὶ τῶν ἐξόδων ἀναφέρω δύο παραδείγματα, γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν· τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐξ εἰσπραχθέντων ποσοστῶν ὀφειλομένου ποσοῦ δραχ. 750,000 εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας διὰ λογαριασμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἥτις ἐγένετο οὐχὶ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τῶν δανείων καὶ τὴν τῆς περιφήμου πιστώσεως Σπάρταλη, ἥτις ἐγένετο ὡσαύτως ἐκ τῶν δανείων, ἀντὶ νὰ γίνῃ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους εἰς λογαριασμὸν τῶν ὑπολοίπων τῶν διαγεγραμμένων χρήσεων. Τὰ παραδείγματα ταῦτα ἀρκοῦσιν, ἵνα καταστήσωσι γνωστὴν τὴν μέθοδον, ἣν ἐφαρμόζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ διὰ τῆς ὁποίας εὐκολώτατα δύνανται νὰ παρασταθῶσιν οὐ μόνον ἰσοζύγια, ἀλλὰ καὶ ὅσα θέλει τις περισσεύματα. Τὴν μέθοδον ταύτην θέλομεν εὕρει εὐρύτερον ἐφαρμοζομένην κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξέτασις θὰ μᾶς δώσῃ πληρέστερον τὸ μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῆς καὶ τῆς γνώσεως τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὁ τόπος δὲν κατεπονήθη. Ἐπίστευεν ὅτι τὰ γεγονότα, τὰ ἀποδεικνύοντα τὴν καταπόνησιν τῆς χώρας, δὲν ἦσαν τόσον πασιφανῆ, ὥστε νὰ καθιστῶσιν ἀδύνατον τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἐναντίου. Διὰ τοῦτο κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπεζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῆς ἀποδόσεως τῶν διαφόρων φόρων. Ὑπερτιμῶν αὐτὴν, ἀνέγραφεν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς βεβαιώσεις ἀνωτέρας τῶν πιθανῶν, καὶ ἀνεβίβαζεν οὕτω τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου εἰς ποσὸν, καλύπτον τὰ ἔξοδα, ἅτινα ἀνέγραφε σχεδὸν πάντα, καίπερ ἐλαττόνων τὸ ποσόν τινων ἐξ αὐτῶν καὶ συμπληρῶν αὐτὸ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν διὰ πιστώσεων, συμφώνων μὲν πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ὁσάκις ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐναντίον δ’ αὐτῶν, ὁσάκις περιήρχετο εἰς τὴν τοιαύτην ἀνάγκην, ὅπως εἴδομεν τοῦτο πολλάκις, καὶ ἐν τῇ παρούσῃ ἀκόμη Συνόδῳ, κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ὑποβληθεισῶν διαφόρων ἐκτάκτων πιστώσεων. Κατὰ τὴν σύνταξιν ὅμως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 τὰ πράγματα αὐτὰ καὶ ἡ δύναμις τῆς ἀληθείας αὐτῶν ἐπεβλήθησαν καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐναντίον τῆς θελήσεως καὶ τῆς ἐπιθυμίας αὐτοῦ. Καὶ δὲν ὁμολογεῖ μὲν τὴν καταπόνησιν τοῦ τόπου, ἀλλὰ πιέζεται ἐξ αὐτῆς κατὰ τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, πιεζόμενος δὲ, ἀναγκάζεται νὰ τροποποιήσῃ τὸ σύστημα αὐτοῦ, ὅπερ κυρίως ἐστηρίζετο εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν ἐσόδων καὶ τὴν ὑποτίμησιν τῶν ἐξόδων. Ἡ τροποποίησις δ’ αὕτη συνίσταται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τεχνάσματος, ὅπερ μέχρι τοῦδε ἐφήρμοζεν ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς, εἰς τὴν ἀναγραφὴν δηλαδὴ ἀνυπάρκτων καὶ ἰδανικῶν προσόδων, καὶ τὴν ὁλοσχερῆ διαγραφὴν πραγματικῶν καὶ ἐπιβεβλημένων δαπανῶν. Μὴ δυνάμενος νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἰσοζύγιον διὰ τῆς μεθόδου, ἣν ἐφήρμοσε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, συνεπλήρωσεν αὐτὴν καὶ διὰ τῆς ἀναγραφῆς εἰκονικῶν προσόδων καὶ τῆς διαγραφῆς θετικῶν δαπανῶν, καὶ ἔφθασεν οὕτως εἰς οὐσιῶδες περίσσευμα. Δύσκολον καὶ ὀχληρὸν συνάμα θεωρῶ τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνάπτυξιν ὅλων τῶν κονδυλίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Θὰ περιορισθῶ ἑπομένως εἴς τινα ἐξ αὐτῶν, τὰ κυριώτερα. Πρῶτον κονδύλιον ἐσόδων, ἀναγραφὲν κατὰ τὴν παλαιὰν μέθοδον τῆς ὑπερτιμήσεως, δηλ. τῆς πιθανῆς αὐτοῦ ἀποδόσεως, εἶναι τὸ τῶν τελωνειακῶν τελῶν. Διὰ τὰ τέλη ταῦτα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 ἀνέγραψεν ἔσοδον δραχ. 24,115,500, ἐναντίον τῶν ἐνδείξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1888, καθ’ ἣν εἰσεπράχθησαν μόνον δρ. 22,772,000. Τὸ σφαλερὸν δὲ τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς ἀπέδειξαν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1889, ἐντὸς τῶν ἕνδεκα πρώτων μηνῶν τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθησαν 2,000,000 δραχ. περίπου ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων ἐντὸς τῶν ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ 1888, ἤτοι 3½ περίπου ἑκατομμύρια δρ. ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων. Συντάττων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντὶ νὰ ὁδηγηθῇ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1889, ἔλαβεν ὡς βάσιν τὰ προϋπολογισθέντα διὰ τὸ ἔτος αὐτὸ καὶ προσποιούμενος τὸν γενναῖον, ἀναγράφει ποσὸν, κατώτερον μὲν τοῦ προϋπολογισθέντος διὰ τὸ 1889, ἀλλὰ κατὰ δύο περίπου ἑκατομμύρια ἀνώτερον τοῦ βεβαιωθέντος ἐντὸς τῶν ἕνδεκα πρώτων μηνῶν, δηλαδὴ μέχρι τέλους Νοεμβρίου τοῦ ἔτους τούτου. Κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀποδόσεως τῶν τελωνειακῶν τελῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπε νὰ ὁδηγηθῇ, οὐ μόνον ἐκ τῶν θετικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1889, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐν γένει κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη πορείας τῶν τελῶν τούτων, ἥτις δεικνύει διαρκῆ καὶ ἀδιάκοπον ἐλάττωσιν τῆς ἀποδόσεως αὐτῶν, διότι, ἀσχέτως πρὸς τὰς τροποποιήσεις τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, τὰ τελωνειακὰ τέλη εἰσαγωγῆς εἰσιν ὀλιγώτερα κατὰ τὸ 1888 ἐν συγκρίσει πρὸ τὸ 1887, καὶ ὀλιγώτερα κατὰ τὸ 1889 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1888. Τὸ γεγονὸς δὲ τοῦτο ἐπιβάλλει εἰς πάντα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, θέλοντα νὰ συντάξῃ Προϋπολογισμὸν στερεὸν καὶ εἰλικρινῆ, νὰ ἀναγράψῃ ἐκ τῶν τελῶν τούτων ἔσοδον κατώτερον καὶ οὐχὶ ἀνώτερον τοῦ βεβαιωθέντος κατὰ τὸ 1889. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀκολουθῶν ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου τὴν παλαιὰν μέθοδον τῆς συντάξεως τῶν Προϋπολογισμῶν του, ὑπερετίμησε τὴν προβλεπομένην ἀπόδοσιν αὐτοῦ, καὶ ἀνέγραψε τοιαύτην κατὰ 2 περίπου ἑκατομμύρια ἀνωτέραν τῆς βεβαιωθείσης ἐντὸς τοῦ 1889. Ἀλλ’ ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων, ἐπιβαλλομένη καὶ ἐπὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἄκοντος ἴσως αὐτοῦ, ἐπηρέασε τὰς σκέψεις του, καὶ τὸν ἠνάγκασε νὰ αἰσθανθῇ τὴν ὕπαρξιν τῆς καταπονήσεως τοῦ τόπου. Τὸ τοιοῦτον δ’ αἴσθημα θέλων ν’ ἀποκρούσῃ, ἐπειράθη ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ αὐτοῦ ἀγορεύσει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐλάττωσιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ἀποδίδων αὐτὴν εἰς τὴν ἀναπτυσσομένην γεωργίαν καὶ εἰς τὰς ἀναθρωσκούσας βιομηχανίας ἡμῶν, ὧν ἡ παραγωγὴ ἀντικατέστησε τὰ μὴ εἰσαχθέντα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορεύματα, εἰς ἃ ὀφείλεται ἡ ἐλάττωσις αὕτη. Οὐδὲν ἀνακριβέστερον τούτου. Ὁμιλῶν περὶ τῆς παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως τῶν σιτηρῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περιέπεσεν εἰς ἀσύγγνωστον σφάλμα, τοιοῦτον, οἷον, πραττόμενον παρ’ ἑνὸς ἐξ ἡμῶν, ἤθελε δώσει εἰς αὐτὸν ἀφορμὴν πολυώρου σκωπτικῆς ἀγορεύσεως. Κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ἐν Ἑλλάδι δημητριακοὶ καρποί, ἀνερχόμενοι εἰς 100,000,000 ὀκάδας περίπου, κατὰ δὲ τὸ 1889 εἰσήχθησαν τοιοῦτοι ὀκάδες 114,000,000 περίπου. Ἐνῷ δὲ κατὰ τὸ 1889 εἰσήχθησαν 14,000,000 ὀκάδες πλειότεραι ἢ κατὰ τὸ 1888, καὶ ἀπέδωκαν τελωνειακὰ τέλη δρ. 477,000 ἀνώτερα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τῆς γεωργικῆς ἡμῶν παραγωγῆς συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐλάτωσιν τῆς εἰσαγωγῆς δημητριακῶν καρπῶν κατὰ τὸ 1889 καὶ ἐπέφερεν ἐλάττωσιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν. Εἰς τοιοῦτον σφάλμα ἠδύνατο νὰ ὑποπέσῃ τις ἐξ ἡμῶν, ἕνεκα τῶν ἀτελῶν καὶ ἐνίοτε ἀντιφατικῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐπισήμως λαμβάνομεν περὶ τῆς πορείας καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως, ἔχων ἐνώπιον αὐτοῦ πάσας τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, δὲν ἤθελεν ὑποπέσει εἰς αὐτὸ, ἂν δὲν ᾐσθάνετο ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσῃ διὰ παντὸς μέσου τὴν ἀναγραφὴν ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν ποσοῦ ἐσόδων, ὅπερ θὰ ἐδικαιοῦτο ν’ ἀναγράψῃ μετὰ θάῤῥους, ἂν πράγματι ᾐσθάνετο, ὅτι ὑπῆρχεν οἰκονομικὴ πρόοδος καὶ ἀνάπτυξις ἐν τῷ τόπῳ. Αἰσθανόμενος ὅμως ὅτι ὑπάρχει καταπόνησις, ἐδράξατο ἀνεξετάστως παρὰ τοῦ δώσαντος τὴν ἀρέσκουσαν αὐτῷ πληροφορίαν, ὅτι ὑπάρχει ἐλάττωσις εἰσαγωγῆς δημητριακῶν καρπῶν, καὶ μετεχειρίσθη αὐτὴν πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἐλαττώσεως τῶν τελωνειακῶν τελῶν.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου δὲν τὴν ἀνέφερον.
§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν ἀναφέρετε αὐτὴν καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει σας, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν τὴν ἀναφέρετε ἐν αὐτῇ, τὴν ἐκθέτετε ὅμως ἐπανειλημμένως ἐν τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκθέσει ὑμῶν. Ἡ αὔξησις δὲ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν κατὰ τὸ 1889 ἐγένετο γνωστὴ πολὺ πρὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως ταύτης. Δὲν θέλω κατὰ μίμησιν ὑμῶν νὰ σκώψω τὸ ἀσύγγνωστον τοῦτο λάθος. Εἰς πᾶν ζήτημα, ἰδίως δὲ εἰς τὰ λογιστικά, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς σφάλμα. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον μέμφομαι ὑμᾶς, εἶναι, ὅτι, αἰσθανόμενοι τὴν καταπόνησιν τῆς χώρας, δὲν ὁδηγεῖσθε ἐξ αὐτῆς εἰς τὰς ἐνεργείας ὑμῶν, ἀλλ’ ἀνεξελέγκτως δράττεσθε παντὸς ἐπιχειρήματος, ὀρθοῦ ἢ ἐσφαλμένου, πρὸς ὑποστήριξιν σφαλερῶν ἰδεῶν, καὶ ἀρχῶν. Δὲν εἶναι δὲ μόνον οἱ δημητριακοὶ καρποί, οἵτινες παρουσιάζουσιν αὔξησιν εἰσαγωγῆς κατὰ τὸ ἔτος 1889, ἀλλὰ καὶ τὰ λοιπὰ γεωργικὰ προϊόντα, ὡς π. χ. τὰ ὄσπρια καὶ ἡ ὄρυζα, ὧν ἡ εἰσαγωγὴ ἀποδεικνύει σὺν τοῖς δημητριακοῖς καρποῖς ὀπισθοδρόμησιν, ἀντὶ προόδου, τῆς γεωργίας ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἕτερος ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας ἡμῶν ἐγένετο ἀφορμὴ τῆς ἐλαττώσεως τῆς εἰσαγωγῆς, εἶναι ὡσαύτως ἀνακριβής. Διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ περὶ τούτου, θὰ ἀναφέρω τὰ κυριώτερα εἴδη, ἐξ ὧν προῆλθεν ἡ ἐλάττωσις τῶν τελωνειακῶν τελῶν. Θὰ κρίνητε οὕτως, ἐὰν τὰ εἴδη ταῦτα ἀντικατέστησεν ἐν τῇ καταναλώσει ἡ παραγωγὴ τῆς τοπικῆς βιομηχανίας, ἢ ἐὰν ἡ ἐλάττωσις τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν προέκυψεν ἐξ ἐλαττώσεως τῆς καταναλώσεως, προελθούσης ἐξ οἰκονομικῆς στενοχωρίας τοῦ τόπου. Τοιαῦτα εἴδη εἶναι ἡ ζάκχαρις, ὁ καφὲς, τὰ ὑφάσματα καὶ τὰ νήματα καὶ τὰ κατειργασμένα μέταλλα. Κατὰ τοὺς ἕνδεκα πρώτους μῆνας τοῦ 1889 εἰσήχθησαν 330,000 ὀκάδες ζακχάρεως ὀλιγώτερον, καὶ εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῆς ἔσοδα κατὰ 300,000 δρ. ὀλιγώτερα ἢ κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1888. Καφὲς εἰσήχθη ὀλιγώτερος κατὰ 74,000 ὀκάδας, καὶ ἀπέδωκε τέλη κατὰ 67,000 δραχμὰς ὀλιγώτερα κατὰ τὸ 1889. Βεβαίως ἡ βιομηχανία τῆς ζακχάρεως ἢ τοῦ καφὲ, ἡ ὅλως ἄγνωστος ἐν τῷ τόπῳ, δὲν ἔφερε τὴν ἐλάττωσιν ταύτην. Ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ὑφασμάτων καὶ τῶν νημάτων παρουσιάζει ἐλάττωσιν κατὰ δρ. 3,072,000, ἀπέδωκε δὲ τέλη ὀλιγώτερα κατὰ 1,085,000. Τίνα εἰσὶ τὰ ἐργοστάσια, ἅτινα ἐντὸς τοῦ 1889 παρήγαγον τὸ μὴ εἰσαχθὲν ποσὸν τῶν ὑφασμάτων καὶ νημάτων; Ἱδρύθη ἓν ἐριουργεῖον ἐν Ἀθήναις, ἄξιον πάσης ἐνθαῤῥύνσεως· ἀλλὰ μήτε ἡ παραγωγὴ αὐτοῦ, μήτε ἡ ἀνάπτυξις τῶν προϋπαρχόντων ὀλίγων ὑφαντουργείων δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀντικαταστήσασαι τὸ μὴ εἰσαχθὲν ποσὸν ὑφασμάτων καὶ νημάτων. Τὰ κατειργασμένα μέταλλα καὶ σκεύη ἐξ ὀπτῆς γῆς παρουσιάζουσιν ἐλάττωσιν τελῶν κατὰ 304,000 δραχμῶν. Δὲν βλέπω δὲ τὴν νέαν τοπικὴν βιομηχανίαν, ἥτις ἀντικατέστησε τὴν ἐλάττωσιν ταύτην. Καὶ ἡ ἐξέτασις τῆς ὅλης κινήσεως τοῦ ἐμπορίου ἡμῶν καὶ ἡ ἰδία ἀντίληψις, ἣν ἕκαστος ἡμῶν ἔχει, περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πείθουσιν ἡμᾶς, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ ἠλαττώθη, διότι ἠλαττώθη ἡ κατανάλωσις. Ἠλαττώθη δ’ ἡ κατανάλωσις, διότι κατεπονήθη ὁ τόπος, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, οἵτινες ἐπιβάλλονται καὶ εἰσπράττονται ἀμειλίκτως, οὐχὶ ἐκ τῶν περισσευμάτων τῶν προσόδων τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀναγκαίων εἰς τὴν συντήρησιν καὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν διαφόρων εἰδῶν, τῶν προερχομένων ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων, καὶ ἰδίως ἐκ τῶν φόρων καταναλώσεως. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξακολουθῇ παράγων ὅσα παρῆγε πρὸ τριῶν ἐτῶν, δὲν ἀρκοῦσι ταῦτα, ὅπως βαστάσῃ τὰ ἐκ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων βάρη, ἅτινα τὸν ἀναγκάζουσι νὰ περιστείλῃ τὴν κατανάλωσιν αὐτοῦ, ὅπως δυνηθῇ νὰ ζήσῃ καὶ ἐργασθῇ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ὦμεν ἀκριβεῖς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ὀφείλομεν νὰ ἀναγράψωμεν ὀλιγώτερα τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὸ 1889, πάντως δὲ οὐχὶ πλειότερα αὐτῶν, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ δύο περίπου ἑκατομμύρια τὸ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ποσὸν τῶν 22,872,000 δραχμῶν. Ἕτερον ποσὸν, ἀναγραφόμενον μεταξὺ τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, οὐχὶ πλέον κατὰ τὴν παλαιὰν, ἀλλὰ κατὰ τὴν νέαν μέθοδον, δηλαδὴ ὅλως ἀνύπαρκτον καὶ ἰδανικὸν, εἶναι ἡ εἰσφορὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ ταμεῖον τοῦτο εἶναι εἷς εἰδικὸς προϋπολογισμὸς, σχηματισθεὶς κατὰ τὸ 1867 καὶ σκοπῶν τὴν θεραπείαν ἐπειγούσης καὶ ἐπιβαλλομένης ἀνάγκης, τῆς κατασκευῆς δηλαδὴ ὁδῶν παντὸς εἴδους καὶ γεφυρῶν, ὅπως δύναται ἕκαστος νὰ μεταβαίνῃ ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον καὶ ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, χωρὶς νὰ κινδυνεύῃ νὰ κρημνίζηται ἐπὶ τῶν βράχων, καὶ νὰ πνίγηται ἐν τοῖς ποταμοῖς. Οἱ εἰδικοὶ πόροι, οἵτινες ἐπεβλήθησαν ἐπὶ τοῦ ἔθνους, χάριν τῆς μεγάλης ταύτης ἀνάγκης, ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, δὲν ἀρκοῦσιν εἰς τὰς δαπάνας αὐτοῦ. Πολλάκις δὲ τὸ Δημόσιον ἠναγκάσθη νὰ ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὸ 1882 συνωμολόγησεν ὑπὲρ αὐτοῦ δάνειον ἐξ 20,000,000 παλαιῶν δραχμῶν. Τὸ πτωχὸν τοῦτο ταμεῖον ὁ Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ φορολογήσῃ δι’ εἰσφορᾶς 1,000,000 δραχμῶν. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δὲν ἔχει νὰ δώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἀδιαφορεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως ἀδιαφορεῖ καὶ περὶ τῶν ἄλλων φορολογουμένων. Λαμβάνει παρ’ αὐτοῦ τὴν εἰσφορὰν ταύτην, καταδικάζων αὐτὸ νὰ ζήσῃ δανειζόμενον. Ἡ δικαιολογία δὲ, ἣν φέρει, ὅτι λαμβάνει τὴν εἰσφορὰν ταύτην ἀπέναντι τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πληρονομένων τόκων διὰ τὰ πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων συνομολογηθέντα δάνεια, εἶναι ἀβάσιμος καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπους, διότι οἱ σιδηρόδρομοι δὲν συμπεριλαμβάνονται μεταξὺ τῶν ἔργων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 οὐδεμία ἀναγράφεται δαπάνη πρὸς πληρωμὴν τοιούτων τόκων. Ἕτερα ἔσοδα, ὡσαύτως ἀνύπαρκτα καὶ ὧν τινα μὲν ἦσαν τοιαῦτα καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, τινὰ δὲ ἀπέβησαν μετὰ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ, εἰσὶ τὰ ἐκ καταργηθέντων φόρων. Πρῶτον τοιοῦτον εἶναι τὸ ἐκ τοῦ καταργηθέντος ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶχε καταργηθῆ.
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ῥητῶς ἀναφέρετε τὴν κατάργησιν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐκθέσει σας, ἐν σελ. βʹ ἢ γʹ (ἀναγινώσκει): «κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου καπνοῦ ἀντὶ προσθήκης 20)00 κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καταναλισκομένου».
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχομεν τὰ εἴκοσι λεπτὰ προστεθειμένα.
§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν συνέφερεν εἰς τὸν σκοπόν σας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὰ προσεθέσατε. Ἐξ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἀναγράφετε ἔσοδον δραχμῶν 408,870, ἡ προσθήκη δὲ τῶν 20 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, ὅστις ὑπολογίζεται εἰς 930,000 ὀκάδας, ἀνέρχεται εἰς 186,000 δραχμάς· προκύπτει ἑπομένως ἐλάττωσις ἐσόδων κατὰ 222,870 δραχμάς. Ἑτέρα τοιαύτη ἐλάττωσις, ὑπολογιζομένη εἰς 40,000 δρ. περίπου, ἐπέρχεται ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν σύκων, τῶν μεταφερομένων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ὅστις κατηργήθη μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τρίτη τοιαύτη εἶναι ἡ προερχομένη ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων οἴνων, ἥτις ἦτο ἀποφασισμένη καὶ μνημονεύεται ὡσαύτως ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν γνωρίζομεν τὸ ποσὸν τῶν ἐξαγομένων οἴνων ἐξ ὅλου τοῦ Βασιλείου· γνωρίζομεν ὅμως τὸ τῶν ἐξαγομένων ἐκ τῆς Ἑπτανήσου, διὰ τοὺς ὁποίους ἀναγράφεται ἔσοδον 345,000 δραχμῶν. Τὰ τρία ταῦτα ποσὰ ὀφείλομεν νὰ διαγράψωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, διότι δὲν πρόκειται μήτε νὰ βεβαιωθῶσι, μήτε νὰ εἰσπραχθῶσιν· ὀφείλομεν δ’ ὡσαύτως νὰ διαγράψωμεν καὶ δρ. 63,000, τὰς ὑπολογιζομένας διὰ μερίσματος τῶν μετοχῶν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, διότι, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, αὕτη δὲν δίδει τοιοῦτον. Τὰ τέσσαρα δὲ ταῦτα ποσὰ ἀνέρχονται εἰς 670,000 δραχμῶν. Ἐκ τῶν τριῶν τούτων κονδυλίων, δηλ. τῶν τελωνειακῶν τελῶν, τῆς εἰσφορᾶς τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν καταργηθέντων φόρων, ἔχομεν ἐλάττωσιν ἐσόδων κατὰ 3,670,000 δραχμάς. Ἀφαιροῦντες δ’ αὐτὰς ἐκ τῶν 93,968,000, αἵτινες ἀναγράφονται ὡς ἔσοδα τοῦ 1890, εὑρίσκομεν αὐτὰ καταβιβαζόμενα εἰς 90,297,000 δρ. Πᾶσα δ’ ὑπέρβασις τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι ἰδανικὴ καὶ δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ μήτε ἐπὶ τῶν θεωριῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὰ ἔξοδα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὡσαύτως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφαρμόζει τελειοποιημένην μέθοδον, μὴ περιοριζόμενος εἰς μόνην τὴν ἠλαττωμένην ἀναγραφὴν αὐτῶν, ἀλλὰ διαγράφων τοιαῦτα καθ’ ὁλοκληρίαν. Πρῶτον τοιοῦτον ἀπαντῶμεν τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας. Ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, καὶ ὡς πάντες γνωρίζομεν, σκοπὸς τοῦ ταμείου τούτου εἶναι κυρίως ἡ κατασκευὴ καὶ διατήρησις ὁδῶν παντὸς εἴδους καὶ ἡ παροχὴ ὡρισμένης συνδρομῆς εἰς τὴν διὰ θαλάσσης συγκοινωνίαν. Πᾶσα ἄλλη ἐργασία εἶναι ξένη αὐτοῦ. Ξένη ἑπομένως καὶ ἄσχετος πρὸς τὰ ἔργα αὐτοῦ εἶναι καὶ ἡ πληρωμὴ τόκων. Οἱ τόκοι εἰσὶν ὅ,τι τακτικώτερον καὶ παγιώτερον ἔξοδον τοῦ Δημοσίου. Οὐδεμία δαπάνη δύναται νὰ θεωρηθῇ παγιωτέρα καὶ τακτικωτέρα τῆς πληρωμῆς τόκων, πρὸ πάντων δ’ ὅταν οὗτοί εἰσι τόκοι παγίων δανείων. Οὐδαμοῦ θὰ ἀπαντήσητε ἔκτακτον ἢ εἰδικὸν Προϋπολογισμὸν ἀναγράφοντα μεταξὺ τῶν εἰς αὐτὸν ἐπιβαλλομένων δαπανῶν τὴν πληρωμὴν παγίων τόκων. Εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐὰν δὲν ἐπεδίωκε διὰ παντὸς μέσου τὴν ἐπίδειξιν ἰσοζυγίου, δὲν ἤθελε πράξει τοιοῦτόν τι, διότι καὶ κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 20,000,000 παλαιῶν δραχμῶν ἐπρότεινε καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι οἱ τόκοι αὐτοῦ εἶναι δαπάνη διαφόρου φύσεως τῶν ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐνεργουμένων καὶ δὲν δύνανται νὰ βαρύνωσιν αὐτὸ, καὶ πέρυσιν, ὅτε ἠμφισβητήσαμεν τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν σιδηροδρομικῶν ἐπιχορηγήσεων ὡς ἐκτάκτου δαπάνης, στηριζόμενοι εἰς τὸ παράδειγμα ἄλλων ἐθνῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀμφισβητῶν τοῦτο, ὑπεστήριξεν, ὅτι καὶ τῶν ἐπιχορηγήσεων, ὅπως καὶ τῶν δανείων τῶν συνομολογουμένων πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, μόνον οἱ τόκοι πρέπει νὰ βαρύνωσι τὸν Προϋπολογισμὸν, ὡς τακτικὴ καὶ παγία δαπάνη τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐπιδείξεως ἰσοζυγίου καὶ περισσεύματος ἠνάγκασε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λησμονήσῃ τὰς ἰδίας αὐτοῦ γνώμας, καὶ νὰ παραβιάσῃ στοιχειώδη κανόνα τῆς οἰκονομικῆς λογικῆς. Τὸ ταμεῖον δὲ τῆς ὁδοποιΐας ἐφέτος εἶναι τὸ θῦμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι, ἐκτὸς τῆς κατὰ τὴν νέαν αὐτοῦ μέθοδον ἐπιβαλλομένης εἰσφορᾶς τοῦ 1,000,000, καὶ τῆς πληρωμῆς δραχ. 967,000 διὰ τόκους τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, ἐξακολουθεῖ ἐφαρμόζων ἐπ’ αὐτοῦ καὶ τὴν παλαιὰν μέθοδον, καθ’ ἣν ἀποδίδεται εἰς αὐτὸ ποσὸν κατώτερον τοῦ διὰ λ)σμὸν αὐτοῦ λαμβανομένου. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται ὡς ἔσοδον ἐκ ποσοστῶν, ἀνηκόντων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ποσὸν δραχμῶν 5,378,000. Ἀντὶ δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀναγράφονται ἐν τοῖς ἐξόδοις, ὡς ἀπόδοσις εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο, μόνον δραχμαὶ 4,700,000. Εἶναι δίκαιον ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 5,378,000 ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀναλογοῦν μέρος ἐκ τῶν προσόδων ἐκείνων, ἃς διεγράψαμεν ἐκ τοῦ ὅλου τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἀναλογοῦσι δ’ ἐξ αὐτῶν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο τὸ ⅒ τῶν τελωνειακῶν τελῶν, ἤτοι 200,000 δραχμαὶ, ἑτέρας δρ. 58,000 ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ 18,000 δρ. περίπου ἐκ τοῦ ἐξαγομένου οἴνου τῶν Ἰονίων νήσων. Μένει δ’ οὕτω ὑπόλοιπον βεβαιωθησόμενον, ἐκ ποσοστῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ ταμεῖον, τῆς ὁδοποιΐας, δρ. 5,102,000. Ἀντὶ δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγράφει ὡς ἀπόδοσιν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο μόνον δρ. 4,700,000. Τὸ αὐτὸ δὲ πράττει καὶ διὰ τοὺς δήμους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀναγράφει ὡς ἔσοδον μὲν βεβαιωθησόμενον ἐκ ποσοστῶν ἀνηκόντων εἰς αὐτοὺς δρ. 756,000, ὡς ἔξοδον δ’ ἀποδιδόμενον αὐτοῖς μόνον δρ. 500,000. Δυοῖν θάτερον: ἢ θὰ βεβαιωθῶσι τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ποσὰ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν φόρων, εἰς οὓς συμμετέχουσι τό τε ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ οἱ δῆμοι, καὶ τότε θὰ βεβαιωθῶσι καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτῶν ἀναφερόμενα ποσὰ, ἢ δὲν θὰ βεβαιωθῶσι ταῦτα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καὶ τότε δὲν θὰ βεβαιωθῶσι καὶ ὑπὲρ αὐτῶν. Καὶ ἂν μὲν δὲν βεβαιωθῶσι, τότε ὀφείλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκ τοῦ ὅλου τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἐὰν δὲ βεβαιωθῶσιν, ὅπως παραδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλομεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ εἰς τοὺς δήμους τὸ εἰς αὐτοὺς ἀναλογοῦν ποσόν. Ἰσχυρίζεται ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ βεβαιωθῶσι μὲν, ἀλλ’ ὅπως διὰ τὸ Δημόσιον, οὕτω καὶ δι’ αὐτοὺς θὰ μείνῃ καθυστερούμενον ποσόν τι, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρεῖ ἐκ τῶν προτέρων ἐκ τῶν ὑπὲρ αὐτῶν βεβαιωθησομένων, ἀποδίδων εἰς αὐτοὺς μόνον τὰ εἰσπραχθησόμενα. Τοῦτο ἰσχυριζόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λησμονεῖ τὴν θεμελιώδη βάσιν, ἐφ’ ἧς στηρίζει τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε πολλάκις, εὐρύτερον δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ ἀγόρευσιν, ἣν ἐποιήσατο, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμόν. Ἡ βάσις αὕτη εἶναι, ὅτι ὡς ἔσοδα ἀναγράφομεν τὰ ἐκ τῶν φόρων βεβαιούμενα ποσὰ, ὡς ἔξοδα δὲ τὸν ἀνώτερον ὅρον τῶν δαπανῶν. Ἐπιδιώκομεν δὲ τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων διὰ τῆς ἰσοσταθμίσεως τῶν καθυστερουμένων ἐκ τῶν βεβαιώσεων μὲ τὰς πιστώσεις, τὰς μενούσας ἀδιαθέτους. Ἀφοῦ δὲ τοιαύτη εἶναι ἡ βάσις τῆς συντάξεως τῶν Προϋπολογισμῶν ἡμῶν, ὀφείλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὴν καὶ διὰ τοὺς δήμους καὶ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, ἀναγράφοντες ὑπὲρ αὐτῶν ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Δημοσίου πίστωσιν, ἴσην μὲ τὸ διὰ λογαριασμὸν αὐτῶν βεβαιωθησόμενον ποσὸν, καὶ ἀφίνοντες νὰ κατατάξωμεν μεταξὺ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τὸ ποσὸν, ὅπερ ἤθελε μένει καθυστερούμενον ἐκ τῶν εἰς αὐτοὺς ἀνηκόντων ποσοστῶν. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἐπὶ τῶν ποσοστῶν τούτων παρεκκλίνωμεν τῆς ἀρχῆς, ἥν ἐφαρμόζομεν ἐπὶ τῆς ἀναγραφῆς ὅλων τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν Προϋπολογισμῶν ἡμῶν. Ἑτέρα παράλειψις δαπάνης, ἡ καὶ σπουδαιοτέρα, κατὰ τὴν νέαν μέθοδον τῆς συντάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἡ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης ταύτης συνεζητήθη πολλάκις. Μέχρι τοῦδε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέκρυπτε τὴν πληρωμὴν αὐτῆς ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν προϋπολογισμῶν, ἰσοτιμῶν μὲ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τὸ μεταλλικὸν, ὅπερ ἐπρομηθεύετο διὰ δανείων καὶ ἐχρησιμοποίει εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου. Ἰσοζυγίζων τοὺς προϋπολογισμούς του διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ἐσόδων, δὲν ᾐσθάνετο τότε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐν αὐτοῖς διαγραφῆς τῆς πρὸς προμήθειαν μεταλλικοῦ ἀναγκαίας δαπάνης. Σήμερον ὅμως, μὴ δυνάμενος νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ἐσόδων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεβίβασεν εἰς δόγμα οἰκονομικὸν τὸ τέχνασμα τῆς ἀποκρύψεως τῆς τοιαύτης δαπάνης, καὶ ἐπὶ τοιούτου σολοίκου καὶ ἐναντίον τῆς ἀριθμητικῆς καὶ τῆς στοιχειώδους οἰκονομικῆς λογικῆς στηριζόμενος δόγματος, διέγραψεν ὅλως τὴν διὰ διαφορὰν συναλλάγματος ἀναγκαίαν πίστωσιν, ἀνερχομένην εἰς δραχμὰς 6,500,000 περίπου. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, δι’ ὧν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκει τὸ εἰς τὸ Δημόσιον ἀναγκαῖον μεταλλικόν. Οἱ οἰκονομικοὶ οὗτοι συνδυασμοὶ, οἱ γνωστοὶ εἰς πάντας, εἶναι τὰ ἀλλεπάλληλα δάνεια, περὶ ὧν ἀργότερον θὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Τὰ δάνεια εἰς τὰ Κράτη, τὰ ἔχοντα ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μέσον ἐπιδοκιμαζόμενον ὑπὸ τῆς πείρας καὶ τῆς ἐπιστήμης πρὸς εὕρεσιν μεταλλικοῦ. Ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν συνομολογῶνται ἐξαιρετικῶς καὶ προσκαίρως καὶ ὅταν τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀντικρύσματα αὐτῶν χρησιμοποιῶνται, οὐχὶ εἰς κάλυψιν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ εἰς ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου καὶ εἰς ἐργασίας καὶ συνδυασμοὺς, σκοποῦντας νὰ καταστήσωσι τὸ Δημόσιον ἱκανὸν νὰ προμηθευθῇ, ὅσον οἷον τε ταχύτερον, ἄνευ δανείων, τὸ εἰς αὐτὸ ἀναγκαῖον μεταλλικὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὀφειλῶν του. Ὅταν ὅμως τὰ δάνεια μεταβάλλωνται εἰς μέσον πάγιον, τότε ἀποβαίνουσι μέσον ὀλέθριον, καὶ ἀποδοκιμάζονται καὶ ὑπὸ τῆς πείρας καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. Ὁπωςδήποτε ὅμως καὶ ἂν προμηθευθῶμεν τὸ μεταλλικὸν, εἴτε διὰ δανείων, εἴτε διὰ τῆς φορολογίας, εἴτε καὶ διὰ δωρεᾶς, τοῦτο κατ’ οὐδὲν μεταβάλλει τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ. Ἡ ἀξία δὲ τοῦ μεταλλικοῦ ἐν τοῖς Κράτεσι, τοῖς ἔχουσιν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δὲν εἶναι νομισματικὴ, ἀλλ’ ἐμπορική. Τὸ μεταλλικὸν νόμισμα εἰς τὰ Κράτη ταῦτα δὲν εἶναι νόμισμα, δὲν εἶναι τὸ μέτρον, ὅπερ χρησιμεύει διὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν ἀξιῶν καὶ διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν εἰδῶν, τῶν δαπανωμένων καὶ τῶν ἀγοραζομένων ἢ πωλουμένων. Εἰς τὴν τοιαύτην καταμέτρησιν καὶ ἐκτίμησιν χρησιμεύει μόνον τὸ γραμμάτιον, τὸ δὲ μεταλλικὸν εἶναι καὶ τοῦτο ἐμπόρευμα, ὅπως καὶ πᾶν ἄλλο εἶδος, ὡς π. χ. ὁ σῖτος, τὰ ὑφάσματα, ἡ ζάκχαρις. Δὲν ἐπιτρέπεται ἑπομένως μήτε εἰς ἰδιώτας, μήτε εἰς τὸ Δημόσιον, τὰς δαπάνας, ἃς ποιοῦσιν εἰς σῖτον, εἰς ὑφάσματα, εἰς ζάκχαριν, ἢ εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, νὰ τὰς καταλογίσωσιν ὡς μονάδας νομισματικὰς καὶ τὰς ἀθροίσωσιν ἢ τὰς συγκρίνωσι μὲ τὰς μονάδας τοῦ ἀληθοῦς νομίσματος, δηλ. τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων. Τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν ἐπιστημονικῶν καὶ πρακτικῶν ἀληθειῶν, αἵτινες οὐδεμιᾶς χρήζουσιν ἀποδείξεως. Οὐδὲν δὲ γνωρίζω Κράτος, ὑποκείμενον εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διέγραψεν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ τὴν δαπάνην διὰ διαφορὰν μεταλλικοῦ. Ἡ τοιαύτη διαγραφὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς οἰκονομικὴ ἐφεύρεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἂν ἐξετάσητε τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Ῥωσσίας, αἵτινες ἔχουσι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θέλετε εὕρει ἀναγραφομένην ἐν αὐτοῖς τὴν δαπάνην τῆς διαφορᾶς τοῦ μεταλλικοῦ. Ἐν Ῥωσσίᾳ δὲ, ὅπου διὰ διαφόρων συνδυασμῶν ἐπιτυγχάνεται θετικὴ ἐλάττωσις τῶν δημοσίων χρεῶν, ὅπου ἡ ἐμπορικὴ ἐξαγωγὴ ὑπερτερεῖ τὴν εἰσαγωγὴν, καὶ ὅπου ὑπάρχουσι φόροι τινὲς εἰσπραττόμενοι εἰς μεταλλικὸν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καίπερ δυνάμενος διαφοροτρόπως νὰ προμηθευθῇ τὸ διὰ τὰς ἐξωτερικὰς ὀφειλὰς τῆς Ῥωσσίας ἀναγκαῖον συνάλλαγμα, δὲν ἐσκέφθη ποτὲ νὰ διαγράφῃ ἐκ τῶν ἐξόδων αὐτῆς τὴν πρὸς διαφορὰν συναλλάγματος καὶ μεταλλικοῦ ἀναγκαίαν δαπάνην. Ἐκεῖ, ὅπου ὁ Προϋπολογισμὸς μελετᾶται μὲν ὑπὸ πολυμελοῦς σώματος, ψηφίζεται ὅμως ὑπὸ μόνον τοῦ Αὐτοκράτορος, καὶ ὅπου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συντάττει αὐτὸν ἄνευ πολλοῦ ἐλέγχου, ἡ τοιαύτη δαπάνη ἀναγράφεται πάντοτε, συνήθως δὲ ἀνωτέρα τῆς ἀπαιτουμένης. Ἐν τῷ ῥωσσικῷ δὲ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890 εὑρίσκομεν ἀναγραφομένην διαφορὰν συναλλάγματος 70%, ἐνῷ τὰ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντα τραπεζικὰ γραμμάτια ἐτιμῶντο κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1889 κατὰ 54% περίπου κάτω τῆς ὀνομαστικῆς αὐτῶν ἀξίας. Ἐν τῇ δαπάνῃ ταύτῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ῥωσσίας ἐπροτίμησε νὰ προφυλάξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ παντὸς κινδύνου ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἀντὶ νὰ ἐπιδείξῃ ἐλάττωσιν ἐξόδου. Εἰς τὰ Κράτη, τὰ εὑρισκόμενα εἰς οἰκονομικὴν θέσιν ἀσυγκρίτως κρείττονα ἡμῶν, τοιαῦται λαμβάνονται προφυλάξεις. Ἡμεῖς δὲ προσπαθοῦμεν νὰ κρύψωμεν τὴν τοιαύτην δαπάνην, ἀντὶ νὰ ἐπιζητήσωμεν τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς αὐτὴν ἄνευ ἐπιβαρύνσεως καὶ καταπονήσεως τοῦ τόπου. Τὰ ἔσοδα ἡμῶν εἶναι εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Δημοσίου κρατοῦνται εἰς δραχμάς· τοιαύτας εἰσπράττομεν, καὶ τοιαύτας δαπανῶμεν. Πάσας ἑπομένως τὰς δαπάνας ἡμῶν ὀφείλομεν νὰ μετατρέπωμεν καὶ ἀναγράφωμεν εἰς δραχμὰς, ὅπως καὶ τὰ ἔσοδα ἡμῶν ἀναγράφομεν εἰς δραχμὰς, μετατρέποντες εἰς τοιαύτας πᾶν ἔσοδον, ὅπερ ἤθελε πραγματοποιηθῆ, εἴτε εἰς ἄλλο εἶδος, εἴτε εἰς ἄλλο νόμισμα. Τοιουτοτρόπως μόνον θὰ ἦναι δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν μεταξὺ ἐσόδων καὶ δαπανῶν ὑφισταμένην σχέσιν, νὰ εὕρωμεν ἂν ἔχωμεν ἔλλειμμα, ἰσοζύγιον ἢ περίσσευμα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως, ἀναβιβάζων εἰς δόγμα ἓν παράδοξον τέχνασμα, διαγράφει ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου 6½ περίπου ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσῃ κατ’ ἕνα ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον. Δικαιολογεῖ δὲ τὴν διαγραφὴν ταύτην, ἰσχυριζόμενος ὅτι θὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν,—τοσαῦτα δὲ ὑπελόγιζε πέρυσι—καὶ ὅτι μετὰ τὴν ἄρσιν αὐτῆς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον θὰ ἰσοτιμηθῇ μὲ τὸ μεταλλικόν. Ἡ σημερινὴ δραχμὴ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων θὰ ἰσοδυναμῇ τότε μὲ τὸ χρυσοῦν φράγκον· δανειζόμενος ἑπομένως σήμερον φράγκα καὶ πληρόνων δραχμὰς, εἴτε διὰ δαπάνας τοῦ Δημοσίου, εἴτε διὰ προϋπάρχοντα χρέη, κερδίζει διὰ κερδοσκοπικοῦ λογαριασμοῦ τὴν διαφορὰν, ἥτις δὲν θὰ ὑπάρχῃ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὁ συλλογισμὸς οὗτος εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ οἰκονομικοῦ δόγματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ παρίσταται ὡς ἔχων λογικήν τινα βάσιν, εἶναι ὅμως τόσον σόλοικος καὶ παράδοξος, ὅσον καὶ τὸ δόγμα αὐτό. Δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν Ἑλλάδι, ὅστις θὰ ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐφ’ ὅσον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου εἶναι τοιαύτη, οἵα παρίσταται σήμερον, καὶ οἵα ἔσεται δυστυχῶς ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν εἶναι προϊὸν τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας. Ἐὰν ἦτο προϊὸν τῶν χρεῶν τούτων, ἡ ἄρσις αὐτῆς θὰ ἦτο εὔκολος σήμερον, ὅτε ἡ συνομολόγησις δανείων εἶναι εὐχερὴς διὰ πᾶν Κράτος. Ἐδανειζόμεθα τὰ 75 ἢ 80 ἑκατομμύρια, ἅτινα ὀφείλομεν εἰς τὰς Τραπέζας, ἐξωφλούσαμεν τὸ πρὸς αὐτὰς χρέος τοῦ Δημοσίου, καὶ ἤρομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Δυστυχῶς ὅμως αὕτη εἶναι προϊὸν τῆς παθητικῆς νομισματικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ μεταξὺ τῆς ἐμπορικῆς ἐξαγωγῆς καὶ τῆς εἰσαγωγῆς ὑπάρχον ἔλλειμμα καλύπτεται ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς ναυτικῆς κινήσεως καὶ τῆς τῶν ταξειδευόντων ξένων ἐν Ἑλλάδι καὶ Ἑλλήνων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἔχομεν θετικὸν ἔλλειμμα εἰς τὰς μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ νομισματικὰς ἡμῶν σχέσεις τὰ τοκομερίδια τῶν εἰς μεταλλικὸν χρεῶν τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα οὐδὲν σχεδὸν καλύπτει. Γνωρίζομεν τὴν κατάστασιν τῶν ἑλληνικῶν κεφαλαίων. Ἐλάχιστα ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι χρεώγραφα ξένων Κρατῶν, ὧν τὰ τοκομερίδια φέρουσι μεταλλικὸν νόμισμα, δυνάμενον νὰ καλύψῃ ἔστω καὶ μικρὸν μέρος τοῦ ἐξαγομένου τοιούτου πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κυκλοφορούντων ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Τὸν μεταλλικὸν τοῦτον ὄγκον τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπαρχόντων χρεῶν ἡμῶν οὐδὲν συμψηφίζει. Ὁ ὄγκος οὗτος δὲν ὑπῆρχε πρὸ 10 καὶ 12 ἐτῶν, καὶ ἠδυνάμεθα τότε ἐν πάσῃ ἀνέσει νὰ ἔχωμεν ἀσφαλῆ νομισματικὴν κυκλοφορίαν. Μετὰ τὸν σχηματισμὸν ὅμως τοῦ ὄγκου τούτου καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει καὶ αὐξάνει οὗτος, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν εἰς τὴν ἐπάνοδον ἀσφαλοῦς νομισματικῆς κυκλοφορίας ἄνευ θεμελιώδους τροποποιήσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Τὰ ἐπιβληθέντα καὶ ἐπιβαλλόμενα ἐπὶ τῆς χώρας βαρέα ἐξωτερικὰ δάνεια καταδικάζουσιν αὐτὴν νὰ φέρῃ τὸ βάρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μέχρις ὅτου σώφρων καὶ μεμετρημένη πολιτική, στηριζομένη ἀποκλειστικῶς ἐπὶ πραγματικοῦ ὑπὲρ αὐτῆς ἐνδιαφέροντος, καταστήσῃ αὐτὴν ἱκανὴν νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ βάρους τούτου. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐφαρμόζεται τοιαύτη πολιτικὴ, ἐφ’ ὅσον καθημερινῶς αὐξάνει ὁ ὄγκος τῶν εἰς μεταλλικὸν χρεῶν τοῦ Δημοσίου, εἶναι μικρὰ ἡ ἐλπίς, ἣν δύναταί τις νὰ ἔχῃ, ὅτι θὰ ἄρωμεν τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ἐν τῇ καταστάσει, ἐν ᾗ θέτει τὸν τόπον ἡ σήμερον ἐφαρμοζομένη οἰκονομικὴ πολιτικὴ, θὰ εὑρεθῇ τολμητίας Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, χωρὶς νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ τοιαύτη τόλμη αὐτοῦ θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ ἐπάνοδον αὐτῆς, μετὰ νέαν τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ ἔθνους ἐπιβάρυνσιν. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὡς δυνατὴν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴτε διὰ τολμήματος Ὑπουργοῦ τινος τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε δι’ ἀνορθώσεως τῆς οἰκονομικῆς καὶ νομισματικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἥτις ἐλπίζομεν καὶ εὐχόμεθα πάντες νὰ ἐπέλθῃ, ἥτις ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἢ μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν, μήπως θὰ ἄρωμεν τότε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν δωρεὰν καὶ ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Δημοσίου; Βεβαίως ὄχι. Θὰ δανεισθῶμεν τότε τὸ ποσὸν, ὅπερ ὀφείλομεν εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον πληρόνομεν μὲν πρὸς αὐτὰς τόκον 1% σήμερον, θὰ πληρόνωμεν δὲ τότε διὰ τὸ συνομολογηθησόμενον δάνειον 5 ἢ 6%. Τὴν διαφορὰν δὲ τοῦ τόκου, ἥτις θὰ ἀνέλθῃ εἰς 4,000,000 περίπου, θ’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς νέαν δαπάνην τοῦ Δημοσίου. Τὸ βάρος ἑπομένως τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἣν ὑφίσταται σήμερον τὸ Δημόσιον ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἀντικατασταθῇ τότε ὑπὸ τοῦ βάρους τῶν τόκων τοῦ συνομολογηθησομένου δανείου πρὸς ἄρσιν αὐτῆς. Ἡ νομισματικὴ ἑπομένως διαφορά, ἣν πληρόνομεν σήμερον, εἶναι ἁπλούστατα τὸ ἀντίστοιχον τῶν τόκων τούτων. Ἂν δὲ ἦναι ἀντίστοιχον βαρὺ καὶ ἐπαχθὲς, τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ὅπως παραγνωρίσωμεν αὐτὸ καὶ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ Δημοσίου, διαγράφοντες αὐτὸ ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐξετάσωμεν, οὐ μόνον τὸ οἰκονομικὸν δόγμα τῆς διαγραφῆς ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ τέχνασμα τῆς ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτοῦ ἀποκρύψεως τῆς δαπανωμένης νομισματικῆς διαφορᾶς, ἡ τοιαύτη ἀπόκρυψις εἶναι λογιστικὴ διαστροφὴ καὶ παραβίασις τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν καλὴν πίστιν καὶ πρὸς τὴν τιμίαν καὶ εἰλικρινῆ διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τῶν τριῶν κονδυλίων, ἅτινα ἀνέπτυξα, ἤτοι ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ τῶν ποσοστῶν αὐτῆς τε καὶ τῶν δήμων καὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα 8,030,000 περίπου. Οὕτω δὲ τὸ ὅλον τῶν ἐξόδων διὰ τὸ 1890 ἀνέρχεται εἰς 99,110,000 δραχμῶν. Εἴδομεν δὲ πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὡς ἔσοδα πιθανὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν πλειότερα τῶν 90,310,000. Τὸ περίσσευμα ἑπομένως τῶν 2,885,000 δραχμῶν, ὅπερ ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, μεταβάλλεται εἰς ἔλλειμμα 8,880,000 δραχμῶν ἐκ τῆς διορθώσεως μόνον τῶν κονδυλίων τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἅτινα ἀνέλυσα. Τὸ πραγματικὸν ὅμως ἔλλειμμα δὲν περιορίζεται εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔσοδα, ἅτινα θὰ παρουσιάσωσιν ἐλάττωσιν, καὶ ἄλλα ἔξοδα, ἅτινα θὰ λήξωσιν εἰς αὔξησιν. Καὶ δύσκολος καὶ ἀνωφελὴς ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνάλυσις ὅλων τῶν τοιούτων ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ὡς παράδειγμα δὲ ἀναφέρω, ἐκ μὲν τῶν ἐσόδων τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἴνων, ὃν κατηργήσαμεν διὰ τοὺς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξαγομένους, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν ἐξ αὐτῶν ἐλάττωσιν διὰ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἐκτὸς τῆς Ἑπτανήσου, περὶ ἧς ὡμίλησα ἤδη, ἐκ δὲ τῶν ἐξόδων τοὺς τόκους τῶν χρηματικῶν καταθέσεων, δι’ ἃς ἀναγράφονται μόνον 80,000 δραχμῶν, ἐνῷ γινώσκομεν, ὅτι μόνον διὰ τὴν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Λαρίσσης κατατεθεῖσαν ἐγγύησιν ἐκ 2,000,000 φράγκων θέλει πληρωθῆ τόκος ἀνώτερος τοῦ ἀναγραφομένου ποσοῦ, καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἔξοδα τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, ἐξ ὧν μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπλήρωσε κατὰ τὸ 1889 δραχμὰς 1,042,000, γνωρίζομεν δ’ ὅτι ὀφείλονται πλέον τῶν 2,000,000. Λαμβάνοντες δὲ πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 θέλει ὑπερβῆ τὰ 10,000,000 δραχ. Τοιαύτη εἶναι κατὰ τὰς κρίσεις ἡμῶν ἡ πραγματικὴ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου, ἥτις δεικνύει συνάμα καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης ὀφείλομεν νὰ ἐπηρεασθῶμεν εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, καὶ εἰς τὰς φροντίδας ἡμῶν περὶ τῆς ἀνορθώσεως αὐτῶν, καὶ οὐχὶ ἐξ ἑνὸς φαινομένου, ὅπερ δὲν θέλω νὰ χαρακτηρήσω ὡς τυχαῖον, ἀλλ’ ὅπερ δὲν ἀποδεικνύει τὴν ἀληθῆ οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ἐκ τοῦ φαινομένου δηλαδὴ τῆς ὑψώσεως τῶν τιμῶν τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, αἵτινες ἐπηρεάζονται μὲν ἐκ τῆς ἐπισήμου παραστάσεως τῆς θέσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐπηρεάζονται ὡσαύτως καὶ ἐκ πλείστων ἄλλων λόγων, οἵτινες ἀνωτέραν δύνανται νὰ ἀσκήσωσιν ἐπήρειαν ἐπὶ τῆς ὑπερτιμήσεως καὶ ὑποτιμήσεως αὐτῶν. Τὴν πραγματικὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου κατάστασιν ἔχοντες ὡς βάσιν, ἄλλως βεβαίως ἠθέλαμεν συντάξει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890. Δὲν θὰ ἐδίσταζον δὲ νὰ ἐκθέσω τὰς περὶ τοιαύτης συντάξεως αὐτοῦ γνώμας μου, ἂν δὲν ἐγνώριζον ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ ἀκολουθοῦσα αὐτὸν πλειοψηφία τῆς Βουλῆς θεωροῦσι τυπικὴν τὴν παροῦσαν συζήτησιν, καὶ οὐδεμίαν αἰσθάνονται διάθεσιν πρὸς μελέτην τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἓν μόνον ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, τὴν διατήρησιν καὶ τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων. Ἡ πλειοψηφία δὲ τῆς Βουλῆς θὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ ἀδιαφοροῦσα περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ. Ἐπὶ τῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν, ἐν ἄλλῳ Κράτει ἤθελεν εἶσθαι βεβαίως ἀνεκτέλεστος. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ ἀποβαίνει δυνατὴ διὰ τῶν μέσων, ἅτινα ἀνέπτυξα ἀρχόμενος τοῦ λόγου. Τὰς μὴ ἀναγραφομένας δαπάνας ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκτελέσῃ, εἴτε διὰ τακτικῶν ἢ ἐκτάκτων πιστώσεων, εἴτε διὰ τῆς συγχωνεύσεως αὐτῶν εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τῶν δανείων. Τὴν ἔλλειψιν δὲ τῶν ἐσόδων θ’ ἀναπληρώσῃ διὰ δανείων, ἐπιβάλλουσα οὕτως ἐπὶ τῆς χώρας, ἄνευ γνώσεως καὶ ἄνευ ψήφου τῆς Βουλῆς, τὸν ἐπαχθέστερον τῶν φόρων. Θὰ πράξῃ δὲ τοῦτο δυνάμει τῆς ἐξουσίας, ἣν ἔλαβε νομοθετικῶς, ἵνα συνομολογῇ δάνεια πρὸς πληρωμὴν προϋπαρχόντων χρεῶν, καὶ ἐφαρμόζουσα τὴν μέθοδον, ἣν ἀνέπτυξα ἐν μιᾷ τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, καὶ διὰ τῆς ὁποίας τὰ συνομολογούμενα δάνεια χρησιμοποιοῦνται μὲν ἐν μέρει εἰς τὴν πληρωμὴν προϋπαρχόντων χρεῶν, συμπεριλαμβάνουσι δὲ συνάμα καὶ τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ πρὸς πληρωμὴν τακτικῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἥτις κύριον σκοπὸν ἔχει τὴν ὑποστήριξιν τῆς χρηματιστικῆς πίστεως, διὰ τῆς ὁποίας παχύνονται καὶ πολλαπλασιάζονται τὰ ἐξωτερικὰ ἡμῶν δάνεια, εὑρίσκομεν ἐξετάζοντες ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ἡμῶν τὴν ἐν γένει πορείαν τῶν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ Δημοσίου χρέους ἀναγραφομένων δαπανῶν. Ἡ ἐξέτασις αὐτῶν θὰ μᾶς δείξῃ, ἂν ἡ πολιτικὴ αὕτη ἔφερεν ἐλάττωσιν τοῦ Δημοσίου χρέους κατὰ 18%, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ ἂν ἀπεναντίας ἔφερεν αὔξησιν, ὡς ἡμεῖς παραδεχόμεθα.
§39ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον, κύριε Καραπάνε;
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν θέλετε, νὰ κάμωμεν διακοπήν.
§41ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, δι’ αὔριον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλει ὁ ἀγορεύων;
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ προτιμῶ μικρὰν διακοπὴν, διότι ἔχω νὰ ὁμιλήσω πολὺ ἀκόμη.
§44ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Παρακαλοῦμεν νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 30′ μ. μ.