1890.02.03
1,252 rows · 9,684 words · 39 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53
τῆς 3 Φεβρουαρίου 1890.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὴν δαπάνην τῆς ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου τῶν μελῶν τῆς Γαλλικῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ ἐνοικίου τοῦ καταστήματος πρὸς ἐργασίαν αὐτῆς, τὰ δαπανηθέντα διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ὑπ’ αὐτῆς μεταφρασθέντων ἐγχειριδίων, καθὼς καὶ τὰ χρησιμεύσαντα πρὸς πάντα ταῦτα ὑλικὰ, τὰ χορηγηθέντα ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀφοῦ, Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλῃ πάντα ταῦτα, τότε θέλω καταδείξει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τῶν χρημάτων, ἅτινα ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ἀποῤῥοφᾷ, ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἓν καλὸν πλοῖον. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν οἱ προβιβασθέντες ὑποκελευσταὶ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ κελευστοῦ εἶχον τὰ ἀπαιτούμενα κατὰ τὸν νόμον πρὸς προβιβασμὸν πτυχία τῆς ἐν Πόρῳ Προπαρασκευαστικῆς Σχολῆς. Ἐπίσης ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀμοιβαῖοι λέβητες εἰς τὰ ἐν ἐνεργείᾳ πλοῖα τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, καθόσον πρέπει πάντα τὰ πλοῖα νὰ ἔχωσιν ἐν ὑπηρεσίᾳ διαθεσίμους λέβητας, πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν τυχὸν φθειρομένων ἢ ὑφισταμένων βλάβην τινά. Πρὸς τούτοις, ἐὰν ᾖναι χρήσιμοι καὶ οἱ ὑπάρχοντες λέβητες, καθόσον οἱ λέβητες τῆς «Μπουμπουλίνας» συνεσκευάσθησαν ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἐπεσκευάσθησαν εἰς τὸ συνεργεῖον τῆς ἑταιρίας Λόϋδ, οἱ δὲ μηχανικοὶ τοῦ συνεργείου τούτου ἀπεφάνθησαν, ὅτι οἱ λέβητες οὗτοι μετὰ δύο ἔτη θὰ ὦσιν ἄχρηστοι· ἐκ τῆς ἐκθέσεως δὲ, τῆς ὑποβληθείσης τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ἐξάγεται, ὅτι οἱ λέβητες τοῦ πλοίου «Ψαῤῥῶν» εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, ἐκτὸς δὲ τούτου, καὶ ἡ ἀρχικὴ δύναμις τῶν λεβήτων τούτων, ἥτις εἶχεν ὁρισθῆ εἰς 80 λίτρας, μετὰ τὴν συσκευὴν καὶ ἐπισκευὴν, τὴν γενομένην ἐν τῷ συνεργείῳ τοῦ Λόϋδ, κατεβιβάσθη εἰς 50 λίτρας, καὶ τοῦτο, διότι, ἐὰν ἤθελον ἀφήσει τὴν ἀρχικὴν δύναμιν, ἤθελον διαῤῥαγῆ οἱ λέβητες, ἢ ἤθελον βεβαίως ἀνατιναχθῆ εἰς τὸν ἀέρα τὰ ἀσφαλιστικὰ στόμια αὐτῶν, ἑπομένως ἡ δύναμις αὐτῶν ἤθελεν ἐξαφανισθῆ· δυνατὸν μάλιστα νὰ συνέβαινε καὶ δυστύχημά τι. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς λεπτομερῆ ἀνάπτυξιν τῶν ζητημάτων τούτων, διότι ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὰ μέσα πρὸς μελέτην ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν φέρει ἀναγεγραμμένην εἰς μίαν κατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δύναμιν θερμαστῶν 160, καὶ μίαν προσθήκην 40 θερμαστῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν αὐτὸν νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν οἱ θερμασταὶ οὗτοι ἐπαρκῶσι διὰ τὰ ὑπάρχοντα πλοῖα τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ ἂν θὰ ὦσιν ἐπαρκεῖς καὶ διὰ τὰ ἕτερα πλοῖα, τὰ ἀναμενόμενα, καθότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Β. Ναυτικοῦ ἀπαιτοῦνται ὑπὲρ τοὺς τριακοσίους θερμαστάς· πρέπει λοιπὸν νὰ ἀναγραφῶσι 300 θερμασταὶ καὶ οὐχὶ 200, διὰ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, κατὰ τὸν γνωστὸν τρόπον τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις σκοπίμως ὑποβιβάζει τὰς δαπάνας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅπως μὴ γνωρίζῃ ἀκριβῶς ἡ Βουλὴ ὁποίας ἀνάγκας ἔχει τὸ Ἔθνος, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξαπατᾶται. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως καθορίσῃ ἐν κεφαλαίῳ Βʹ ἄρθρῳ 5 τὰ εἴδη ἐν γένει, τὰ ἀναγκαιοῦντα πρὸς συντήρησιν τῶν πλοίων τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ἑπομένως καὶ τὴν τιμὴν ἑκάστου εἴδους.
§2ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος χθὲς παρεπονέθη καὶ διεμαρτυρήθη διὰ τὴν ἀμέλειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἵνα δώσῃ εἰς αὐτὸν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, δὲν ἐσκέφθη ὅμως, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν διεμαρτύρετο, δὲν εἶχε λάβει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τὴν αἴτησιν τῶν πληροφοριῶν, ἀδύνατον δὲ ἦτο νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς αἴτησιν πληροφοριῶν, ἥτις δὲν εἶχε φθάσει ἀκόμη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· σήμερον δὲ ζητεῖ καὶ ἄλλας πληροφορίας. Καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ἀλλ’ ἐξέφρασε καὶ μομφὰς κατὰ τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ πρῶτον μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔχομεν καὶ ἄλλον Προϋπολογισμὸν ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ, καὶ ὅτι διὰ τῶν πιστώσεων σχηματίζομεν δεύτερον Προϋπολογισμόν. Ἐγὼ δὲν γινώσκω ἢ ἓν μόνον πρᾶγμα, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν μίαν καὶ μόνην πίστωσιν ἐζήτησεν ἀναπληρωματικήν, τὴν πίστωσιν τῶν 100,000 δραχμῶν διὰ γαιάνθρακας· ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν προέκυψεν, ὅτι τὰ περισσεύματα τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ καλύψωσι καὶ τὰς 100,000 δραχμάς, τὰς ζητηθείσας δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως. Ὡς πρὸς τοὺς λέβητας, περὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε πληροφορίας, παρατηρῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι παρὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἐγένετο μεγάλη ἐργασία ὡς πρὸς τὴν ἐπισκευὴν τῶν λεβήτων, καὶ ἡ πρώτη ἐργασία, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἦτο ἡ προμήθεια ὑδραυλικοῦ καρφωτῆρος, ἄνευ τοῦ ὁποίου ἡ κατασκευὴ λεβήτων ἦτο ἐντελῶς ἀδύνατος. Ὡμίλησε περὶ τῶν λεβήτων τῆς «Μπουμπουλίνας»· καὶ πράγματι οἱ λέβητες αὐτῆς βεβαίως μεγάλην διάρκειαν δὲν θὰ ἔχωσι, καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὰ συνεργεῖα τοῦ Ναυστάθμου πρὸ χρόνου ἤδη κατασκευάζονται οἱ δύο λέβητες τῆς «Μπουμπουλίνας», ἐλπίζω δὲ, ὅτι εἰς τὸ διάστημα δύο ἢ τριῶν μηνῶν τὸ πολὺ θὰ ἤμεθα ἐν καταστάσει νὰ θέσωμεν τοὺς νέους λέβητας τῆς «Μπουμπουλίνας». Ὡς πρὸς τὴν σπατάλην δὲ, περὶ τῆς ὁποίας καὶ σήμερον ἐν παρόδῳ ἔκαμε λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ζήτημα, τὸ προχθὲς συζητηθὲν, τῶν γαιανθράκων, παρατηρῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι κατὰ τὸ 1885 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἠγόρασεν 6,178 τόννους, κατὰ τὸ 1886 20,925, κατὰ τὸ 1887 2,230, κατὰ τὸ 1888 5,353, καὶ κατὰ τὸ 1889 4,952· ὥστε, ἐὰν παραβάλωμεν τὸ 1889 πρὸς τὸ 1888, βλέπομεν ὅτι ἠγοράσαμεν ὀλιγωτέρους γαιάνθρακας τὸ 1889. Ἡ μομφὴ λοιπὸν ἐπὶ σπατάλῃ εἶναι κατ’ ἐμὲ ἐντελῶς ἄδικος. Ἀπαντῶν εἰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Παπαγιαννακόπουλος περὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κυβερνήτου τῶν «Ψαῤῥῶν», καταθέτω τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυβερνήτου. Καταθέτω ἐπίσης τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ζητηθεῖσαν ἔκθεσιν τοῦ κυβερνήτου τῆς «Ἑλλάδος» καὶ τῶν δύο μοιράρχων, ὡς καὶ τῶν κυβερνητῶν τῆς μοίρας τῶν γυμνασίων. Καταθέτω δὲ καὶ τὴν σύμβασιν, τὴν ἀφορῶσαν τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε προχθὲς ὁ κ. Βουλευτής.
§3ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὸ συμβόλαιον;
§4ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἄλλο συμβόλαιον, παρὰ τὴν σύμβασιν.
§5ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὑπάρχει, νομίζω, καὶ συμβόλαιον.
§6ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· εἶναι ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία ἐγένετο μεταξὺ τοῦ ἡμετέρου Πρέσβεως ἐν Παρισίοις καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Γαλλικῆς Δημοκρασίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ἐζήτησε πληροφορίας περί τινος ὑποκελευστοῦ Νικολάου Τσιτσικλῆ, καὶ παρετήρησεν ὅτι οὗτος, καταδικασθεὶς εἰς 2½ ἐτῶν φυλάκισιν, εὑρίσκεται ἐν τῷ Ναυτικῷ Νοσοκομείῳ. Ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ πιστοποιητικοῦ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Νοσοκομείου, εὑρίσκετο ἐκεῖ διότι πάσχει δεινῶς. Καταθέτω τὸ ἔγγραφον τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Νοσοκομείου. Τὸν κατάδικον αὐτὸν συνιστᾷ ὁ Β. Ἐπίτροπος δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, τὴν σύστασιν δὲ ταύτην διεβίβασα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, προτείνων τὴν παραδοχὴν αὐτῆς· συνεπείᾳ δὲ τῆς ἐκθέσεως ταύτης τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, προὐκάλεσεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης Διάταγμα, δι’ οὗ ἐλαττοῦται ἡ ποινὴ τοῦ εἰρημένου ὑποκελευστοῦ κατὰ ἓν ἔτος.
§7ΚΟΡΠΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ παράσχῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας προχθὲς ἐζήτησα ἐν τῇ Βουλῇ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ὑποκελευστὴς οὗτος, κατηγορηθεὶς διὰ φόνον, διαπραχθέντα ἐν μέσῃ μεσημβρίᾳ ἐν Πειραιεῖ, κατεδικάσθη ἐπιεικέστατα εἰς 2½ ἐτῶν φυλάκισιν, ἀντὶ δὲ νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὰς φυλακὰς, ἔνθα κρατοῦνται συνήθως οἱ ὑπόδικοι, ἀπεστάλη εἰς τὸν Ναύσταθμον καὶ ἐκρατεῖτο ἔν τινι πλοίῳ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐκεῖ παρωπλισμένα· μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τῆς προφυλακίσεώς του διατάσσεται ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, — πιστεύω δὲ, ἢ μᾶλλον εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ ἠγνόει τὰ περὶ τοῦ ὑποκελευστοῦ τούτου, ἢ θὰ παρεστάθησαν ἄλλως εἰς αὐτὸν τὰ πράγματα, — ν’ ἀποστείλῃ τὸν ὑπόδικον τοῦτον εἰς τὸ Ναυτικὸν Νοσοκομεῖον· τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐγνώριζε, φαίνεται, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ προηγουμένη ἀφορμὴ ἢ ἀναφορὰ, ὅτι ὁ κατάδικος οὗτος ἔπασχεν· ἀντὶ δὲ νὰ καθειρχθῇ εἰς τὰς κοινὰς ποινικὰς φυλακὰς, ὅπου στέλλονται συνήθως πάντες οἱ κατάδικοι, στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ, ἀπεστάλη ἐκ νέου εἰς τὸ αὐτὸ πλοῖον, ἔνθα καὶ παρέμεινεν ὀλίγας ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ πάλιν ὡδηγήθη εἰς τὸ Ναυτικὸν Νοσοκομεῖον, ἔνθα παρέμεινε καὶ παραμένει ἀκόμη, διαμένει δὲ καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, πολλάκις δὲ ἐθεάθη καὶ περιφερόμενος εἰς τὰς ὁδοὺς, ἀφοῦ κατεδικάσθη διὰ τόσῳ στυγερὰν πρᾶξιν εἰς 2½ μόνον ἐτῶν φυλάκισιν, καὶ ἀφοῦ δίδεται εἰς αὐτὸν χάρις τοῦ ἡμίσεως τῆς ποινῆς του. Ἑπομένως ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατὶ ὁ κατάδικος οὗτος παραμένει ἐν τῷ Ναυτικῷ Νοσοκομείῳ καὶ δὲν ἀποστέλλεται ἐκεῖ, ἔνθα ἀποστέλλονται πάντες οἱ κατάδικοι στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοί;
§8ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ ὑποκελευστὴς οὗτος δὲν κατηγορήθη ἐπὶ φόνῳ, ἀλλ’ ἐπὶ τραύματι θανατηφόρῳ, καὶ ὅτι κατεδικάσθη μὲ τὰς ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις, τὸν συνέστησε δὲ ἡ ὑπηρεσία ὡς ἕνα τῶν καλλίστων ὑποκελευστῶν, καὶ ὅτι οὐδέποτε ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς παράπονα. Μετὰ τὴν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, ἐζήτησα ἀμέσως πληροφορίας, πῶς αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, καὶ ἔλαβον τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν κατέθεσα. Πρώτην φορὰν σήμερον ἀκούω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὴν μεταφοράν του ἐκεῖ· δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ γεγονὸς, θὰ ζητήσω πληροφορίας καὶ θὰ τὰς ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. Σήμερον διέταξα ῥητῶς, ὅπως, μόλις παύσῃ νοσηλευόμενος, ἀποσταλῇ εἰς τὰς φυλακάς· τὸ γεγονὸς δὲ, ὅτι ἐθεάθη εἰς τὰς ὁδοὺς, πρώτην φορὰν ἀνακοινοῦται σήμερον.
§9ΚΟΡΠΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐλέγχω τὸ Ναυτοδικεῖον· πιθανὸν τοῦτο νὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις καὶ τὸν κατεδίκασε τόσον ἐλαφρῶς, φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραμένῃ ἐπὶ τόσον χρόνον εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, ἀφοῦ, ὅπως σήμερον ἀνομολογεῖται, δὲν πάσχει, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ σταλῇ εἰς τὰς κοινὰς ποινικὰς φυλακάς. Παρακαλῶ δὲ καὶ ἐκ νέου τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τὴν περὶ τούτου δικογραφίαν, τὴν ὁποίαν καὶ εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἐζήτησα.
§10ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ τὴν ὑποβάλῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἐγὼ θὰ σᾶς ὑποβάλω τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Β. Ἐπιτρόπου καὶ τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ αὕτη μοὶ ἀνακοινοῦται.
§11Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μοὶ ἀποδίδει ἰδιότητα, ἣν δὲν ἔχω· διὰ νὰ μάθῃ δὲ, ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἰδιότητα, ἣν μοὶ ἀποδίδει, τὸν παραπέμπω εἰς τοὺς ὁμοφρονοῦντας αὐτῷ συναδέλφους τῆς δεξιᾶς. Δὲν σᾶς ἐμέμφθην, κύριε Ὑπουργέ, οὔτε λέγεται μορφὴ, ὅταν Βουλευτής τις ἐλέγχῃ πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἀληθῶς ἔλαβε πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν 100,000 δραχμῶν, ἑπομένως ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ ἀναγραφεῖσα κατὰ τὸ 1888, δὲν ἤρκεσε πρὸς ἀγορὰν γαιανθράκων. Δὲν ἔχω τίποτε νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τοῦτο, διότι βεβαίως αἱ ἀγοραὶ οἱουδήποτε ὑλικοῦ ὑπόκεινται εἰς αὐξομειώσεις, καὶ ὁ Ὑπουργὸς βεβαίως καθ’ ὑπολογισμὸν ὁρίζει ἓν ποσόν· ἀλλ’ ἐὰν κατὰ τὸ 1888 καὶ 1889 δὲν ἤρκεσαν αἱ 250,000 δραχμαὶ, ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους δι’ ἀγορὰν τοῦ ὑλικοῦ, τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ κεφ. Βʹ ἄρθρῳ 5, δὲν ἤξευρεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ ὑπὸ ψήφισιν Προϋπολογισμῷ ὑπὸ τὸ αὐτὸ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, τὸ ποσὸν, λέγω, τῶν 250,000 δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσει, ἀφοῦ πέρυσιν, ὅτε ἡ δύναμις τοῦ Ναυτικοῦ ἦτο κατὰ πολὺ μικροτέρα, δὲν ἐπήρκεσε. Λοιπὸν εἶχον δίκαιον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μομφὴ, ἀλλὰ παρατήρησις, στηριζομένη ἐπὶ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐπίσης ἐζήτησα δικαιολογητικὰ ἔγγραφα φορτώσεως καὶ ἐκφορτώσεως τῶν γαιανθράκων καὶ λοιπῶν, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξελέγξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἄνευ τούτων, καὶ πρέπει νὰ μάθωμεν ποῦ ἐξοδεύονται αὐτά. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὴν ἐκφόρτωσιν τῶν γαιανθράκων καὶ τὴν μεταφορὰν αὐτῶν ἐκ τῶν γαιανθρακαποθηκῶν ἐπὶ τῶν Β. πλοίων δρ. 250,000»· πρὸς πόσον ὅμως κατὰ κόρον δὲν γίνεται λόγος. Διατὶ ἡ ἀοριστία αὕτη; Ἡμεῖς παραπονούμεθα κατὰ τοῦ συντάξαντος τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι δὲν ἀναφέρει τὸ ποσὸν καὶ τὸ τίμημα τῆς μεταφορᾶς τῶν γαιανθράκων ἀπὸ τὰς ἀποθήκας εἰς τὰ Β. πλοῖα. Εἰς τὸ ἐδάφ. δʹ λέγει (ἀναγινώσκει): «Δι’ ἀγορὰν εἰδῶν ὑλικοῦ, διὰ τὴν κίνησιν καὶ τὴν συντήρησιν τῶν ἀτμομηχανῶν τῶν πλοίων τοῦ Β. Ναυτικοῦ, δρ. 70,000». Ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ ποῖα ὑλικὰ θ’ ἀγοράσητε;
§12ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι γνωστά.
§13Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δυνατὸν νὰ ἦναι γνωστὰ εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς Ὕδρας καὶ τῶν Σπετσῶν, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ δὲν εἶναι γνωστά, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ ποῖον λοιπὸν λόγον νὰ μὴ ἐγγράφηται καὶ τὸ εἶδος καὶ τὸ ποσὸν καὶ ἡ ἀγοραία τιμὴ ἑκάστου; Τί ἄλλο ζητοῦμεν, παρὰ εὐκρίνειαν; Πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, θὰ προσθέσω καὶ τὰ ἑξῆς περὶ τῶν προσκαλουμένων ἐφέδρων. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα ἀπέστειλαν φύλλον πορείας πρὸς τοὺς ἀφυπηρετήσαντας κατὰ τὸ 1885, καλοῦντα αὐτοὺς πρὸς ἄσκησιν. Κατὰ τὸν περὶ ἐφεδρείας νόμον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλῇ τοὺς ἐφέδρους πρὸς ἄσκησιν. Ἡ πρόσκλησις αὕτη ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἐπαναλάβωσιν οὗτοι ὅ,τι ἐν τῷ στρατῷ ἔμαθον· καὶ τοῦτο, ὅπως ἀποκατασταθῶσι τέλειοι στρατιῶται καὶ ἀποκτήσωσι τὴν αὐτοβουλίαν τοῦ ἐπαγγέλματός των, καὶ πρὸ πάντων ἀσκηθῶσιν εἰς τὴν σκοποβολὴν, ὅπως ἐπιτυχῶς βάλλωσι, διότι τότε καὶ μόνον ὁ στρατιώτης θεωρεῖται ἄριστος καὶ δύναται νὰ καταβάλῃ τὸν πολέμιον αὐτοῦ ἐν καιρῷ ἐνεργείας· π. χ. ὑποθέσατε ὅτι ὁ διοικητὴς Α ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ 100 ὁπλίτας, καὶ ὁ ἀντίπαλός του Β ἔχει 1000, καὶ τοῦ μὲν πρώτου οἱ στρατιῶται εἶναι ἐντελῶς ἠσκημένοι εἰς τὸ εὐθυβολεῖν, τοῦ δὲ ἀντιπάλου περιμένουσιν ἐκ τῆς τύχης· βεβαίως τότε ὁ ὀλιγώτερος ἀριθμὸς τῶν ὁπλιτῶν θὰ γίνῃ κύριος τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Ὁ νόμος περὶ ἐφέδρων ἀληθῶς ὁρίζει, ὅτι κατ’ ἔτος οἱ ἔφεδροι, οἱ διανύοντες τὸ τέταρτον ἔτος τῆς ὑπηρεσίας των ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, καλοῦνται πρὸς ἀσκήσεις ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ τοὺς ἀφυπηρετήσαντας κατὰ τὸ 1884, καθόσον οὗτοι διανύουν τὸ πέμπτον ἔτος τῆς ἐφεδρείας αὐτῶν. Ἑπομένως ἡ πρόσκλησις τούτων δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ ἐφεδρείας νόμου, καὶ ἂν τυχὸν δὲν παρουσιασθῶσιν ἕνεκα τούτου, δὲν θέλουσι θεωρηθῆ νόμῳ ἀνυπότακτοι, διότι ἠθικὸς αὐτουργὸς τῆς τοιαύτης ἀνυποταξίας θὰ ἦναι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις παρανόμως προσεκάλεσε τούτους, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου οἱ κληθέντες ἔφεδροι θέλουσι μεταβῆ πρὸς ἄσκησιν εἰς τὸ σχηματισθησόμενον ἐν τῇ Φθιώτιδι στρατόπεδον, τὸ ὁποῖον σκοπὸν ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ τὰς μεγάλας αὐτοῦ ἀσκήσεις, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουσιν εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν καὶ αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὡς τὸ ἐπιστέγασμα τῆς πλήρους τῶν ὑπηρετούντων στρατιωτῶν ἐκπαιδεύσεως. Αἱ τοιούτου εἴδους ἀσκήσεις τελοῦνται κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου παρὰ τῶν σωμάτων τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατοῦ, καὶ οὐχὶ παρὰ τῶν προσκαλουμένων δι’ ἀσκήσεις ἐφέδρων, οἵτινες καλοῦνται μὲν κατ’ ἔτος, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, πρὸς ἄσκησιν οὐχὶ ἐν στρατοπέδῳ, ἀλλ’ εἰς τὰ οἰκεῖα αὑτῶν σώματα, τὰ σταθμεύοντα ἐν ταῖς στρατιωτικαῖς περιφερείαις, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, οἱ ἔφεδροι ἤθελον ἀσκεῖσθαι οὐχὶ μακρὰν τοῦ τόπου των καὶ τῶν συμφερόντων των· σήμερον δὲ ἀναγκάζονται νὰ διαλύσωσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὰ ἐργαστήριά των, ὅπως μεταβῶσιν εἰς ὡρισμένον σημεῖον πρὸς στρατοπέδευσιν μᾶλλον καὶ πρὸς ἐπίδειξιν, καὶ ὄχι πρὸς ἄσκησιν. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως θέλει μεγάλως βλάψει καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἐφέδρων στρατιωτῶν, ὡς καὶ τὰ τοῦ Δημοσίου. Καὶ λέγομεν τοῦτο, διότι, διαλυομένων τῶν καταστημάτων καὶ τῆς σειρᾶς τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐφέδρων, κατ’ ἔτος ἐπέρχεται ἡ ἐμπορικὴ καὶ κοινωνικὴ ἀποσύνθεσις. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ κατ’ ἔτος ἄσκησις τῶν ἐφέδρων δέον νὰ γίνηται κατὰ τόπους, χάριν τῶν ἄνω συμφερόντων καὶ πρὸς μεγίστην εὐκολίαν τῶν πρὸς τοῦτο καλουμένων ἐφέδρων. Σὺν τούτοις ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν οἱ προσκαλούμενοι ἔφεδροι θὰ λάβωσι νέον ἢ παλαιὸν ἱματισμὸν παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ μὲ ποῖον χρηματικὸν ποσὸν θὰ χρεωθῶσι. Καὶ λέγομεν τοῦτο, διότι οὗτοι, ἀφυπηρετοῦντες, ἐγκαταλείπουσι τὸν ἱματισμὸν αὑτῶν εἰς τοὺς λόχους των ὑποχρεωτικῶς. Καλοῦνται, ὡς πληροφορούμεθα, καὶ οἱ διαθέσιμοι καὶ οἱ ὁπωσδήποτε ἀπαλλαγέντες, ἐξ ὧν οἱ μὲν διαθέσιμοι ἐπλήρωσαν τὸν ἱματισμὸν αὑτῶν ὅτε ἀπεμακρύνθησαν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ὅσοι δ’ ἐκ τῶν ἀπαλλαγέντων δὲν κατετάχθησαν, δὲν ἔλαβον τοιοῦτον. Κατὰ συνέπειαν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνι τρόπῳ θὰ κανονίσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ὁ νόμος εἶναι περὶ τούτου ἀσαφής. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ἡ πρόσκλησις τῶν τε διαθεσίμων καὶ τῶν ὁπωσδήποτε ἀπαλλαγέντων κατὰ τί θέλει χρησιμεύσει διὰ τὰς μεγάλας ἐν τῷ στρατοπέδῳ ἀσκήσεις, ἀφοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀγύμναστοι καὶ ἀντὶ ὠφελείας μᾶλλον σύγχυσιν καὶ δυσχερείας πολλὰς θὰ προξενήσωσιν ἐν τῷ στρατοπέδῳ; Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς οἱ ἔφεδροι πρέπει νὰ ἀσκῶνται κατὰ τόπους καὶ ἐν ταῖς ἕδραις τῶν σχετικῶν αὑτῶν σωμάτων, καὶ οὐχὶ ἐν στρατοπέδῳ. Ἴσως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς μᾶς εἴπῃ, ὅτι οἱ ἐν λόγῳ ἔφεδροι, καλούμενοι, θὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ σχετικὰ αὑτῶν σώματα καὶ οὐχὶ ἐν τῷ στρατοπέδῳ· ἀλλ’ ἐὰν τὰ σώματα αὑτῶν λάβωσι μέρος εἰς τὸ στρατόπεδον, βεβαίως καὶ οὗτοι θὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ, ὅσα δὲ σώματα δὲν λάβωσι μέρος, ἐκείνων καὶ μόνον οἱ ἔφεδροι θὰ γυμνασθῶσιν εἰς τὰ σώματα αὑτῶν καὶ οὐχὶ ἐν στρατοπέδῳ· ἀλλὰ καὶ πάλιν σύγχυσις καὶ ἀνωμαλία θὰ λάβῃ χώραν εἰς τοὺς καλουμένους ἐφέδρους, διὰ τὸ μὴ ὁμοιόμορφον τῶν ἀσκήσεων. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζομεν, ὅτι οὗτοι πρέπει, κατ’ ἔτος καλούμενοι, νὰ ἀσκῶνται κατὰ τόπους καὶ ἐντὸς τῶν στρατολογικῶν αὑτῶν περιφερειῶν. Ἀλλὰ οἱ ἔφεδροι δὲν θὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ οἰκεῖα αὑτῶν σώματα· διότι ἡ πρόσκλησις τῶν ἐφέδρων οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει ἢ μόνον τὴν συμπλήρωσιν τῶν σωμάτων ἐκείνων, ἅτινα θὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς μεγάλας ἀσκήσεις, εἰς ἑλιγμούς, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὴν ἄσκησιν αὑτῶν, συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατορθοῖ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν δύναμιν τῶν σωμάτων πλήρη, ὡς αὕτη ἀναγράφεται ἐν τῷ στρατιωτικῷ ὀργανισμῷ καὶ τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ἕνεκα τούτου καταφεύγει εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς δυνάμεως ταύτης διὰ τῶν ἐφέδρων. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε δύναμιν στρατιωτῶν 18,000 καὶ πλέον· ἐὰν ἡ δύναμις αὕτη ἀληθῶς ὑπάρχῃ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ σχηματίσῃ στρατόπεδον καὶ ἄνευ τῶν ἐφέδρων, ἡ περίστασις δ’ αὕτη μᾶς ἀναγκάζει καὶ μᾶς πείθει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν πράγματι, ἀλλὰ στρατὸν ἐν λόγοις, στρατὸν εἰκονικὸν, καὶ ὅμως τὸ Ἔθνος κατ’ ἔτος ψηφίζει δαπάνην 18 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε ὑπεστηρίξαμεν τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ συστήματος, πρὸς καταρτισμὸν στρατοῦ, καὶ τὴν κατὰ τόπους ἐκγύμνασιν τῶν ἀπογραφομένων κληρωτῶν. Ἀληθῶς ὁ νόμος περὶ ἐφεδρείας ὁρίζει, ὅτι αὕτη προώρισται διὰ τὴν αὔξησιν τῆς δυνάμεως τῶν ὑφισταμένων σωμάτων καὶ ὑπηρεσιῶν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, καὶ εἰς τὴν συγκρότησιν νέων, ἀλλὰ δὲν λέγει καὶ δὲν ὁρίζει, ὅτι ἡ ἐφεδρεία προώρισται πρὸς σχηματισμὸν στρατοπέδων, ἑπομένως, προσκαλουμένη αὕτη, δέον νὰ ἐπιδίδηται εἰς ἄσκησιν, καθόσον καὶ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς διαμονῆς αὐτῆς ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ εἶναι βραχὺ, καὶ ὡς ἐκ τούτου πρέπει, ἀφ’ ἧς ἡμέρας κληθῇ, μέχρις ἐκείνης, καθ’ ἣν θ’ ἀπολυθῇ, νὰ ἀσκῆται διαρκῶς, ἵνα μὴ ἀπομάθῃ πᾶν ὅ,τι κατὰ τὴν θητείαν του ἔμαθεν ὁ ἔφεδρος. Εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐφέδρων, κατὰ τὸν νόμον, ὑπάγονται καὶ οἱ ἀφυπηρετήσαντες χωροφύλακες, ἀλλ’ οὗτοι εἰς τί θὰ χρησιμεύσωσιν, ἀφοῦ ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ εἰς τὴν τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας, ἐξ οὗ οὐδὲν καλὸν δύναται νὰ προκύψῃ; Ἀλλὰ καλούμενοι καὶ οὗτοι ὡς ἔφεδροι, εἰς ποῖα ἔργα θὰ ἀσχοληθῶσιν; εἰς τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας αὑτῶν, ἢ εἰς τὰ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ; Ἰδοὺ καὶ ἑτέρα σύγχυσις καὶ ἀνωμαλία περὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἔργων τῶν χωροφυλάκων ἐν ἐφεδρείᾳ. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ὑπεστηρίξαμεν τὸν χωρισμὸν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πρόσκλησις τῶν ἐφέδρων δὲν ἀποβλέπῃ πράγματι εἰς τὴν ἄσκησιν αὐτῶν, ἀλλὰ μόνον ὅπως συνειθίσωσι ν’ ἀντέχωσιν εἰς τὰς μακρὰς πορείας, φρονῶ ὅτι ἡ πρόσκλησις αὐτῶν εἶναι ἀτυχὴς, καὶ ἡ γενησομένη πρὸς τοῦτο δαπάνη ἄσκοπος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ ταῦτα πάντα διὰ νόμου καὶ διὰ συστήματος ἑτέρου, παρὰ τὸ ὑπάρχον, πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, ἤτοι τῆς ἀποκτήσεως στρατοῦ ἐνεργείας, δυναμένου ἀληθῶς νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑψηλὴν αὐτοῦ ἀποστολήν. Παρακαλῶ πρὸς τούτοις τὴν Κυβέρνησιν, νὰ διατάξῃ τὴν ἀνάκλησιν τῶν φύλλων πορείας τῶν ἐφέδρων τῆς γεννήσεως τοῦ 1863, ὡς μὴ στηριζομένην οὔτε εἰς τὸ πνεῦμα οὔτε εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Νὰ κανονίσῃ δὲ εὐχερέστερον τὰ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρισκομένων ἐφέδρων, ὡς καὶ τὰ τῶν ἀνυποτάκτων, διὰ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα πάντοτε ἀπέναντι μεγάλου ἀριθμοῦ ἀνυποτάκτων, ἕνεκα τῆς ἀκανονίστου προσκλήσεως αὐτῶν, καὶ τῶν μεγάλων δυσκολιῶν, ἃς ἀπαντῶσιν ἐκ τοῦ νόμου οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ τῷ ἐσωτερικῷ ἀνυπότακτοι κληρωτοί. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ σύστημα, καθόσον διὰ τοῦ ὑπάρχοντος δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν, ἐκ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ὁποίου ἐξαρτῶνται αἱ ἐλπίδες καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν διοικεῖ καλῶς τὸν στρατόν· καὶ λέγω τοῦτο, ἵνα μὴ μοὶ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δηλ. μέμφομαι αὐτόν. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ ᾖναι τοιοῦτος, ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀρχηγός τις ἐν δράσει δὲν δυνηθῇ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὰς διαταγάς του, νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς οὐδεμίαν δυσχέρειαν, ἀλλὰ νὰ ξιφουλκῇ καὶ νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν διοίκησιν αὐτοπροσώπως. Ἀλλ’ οὔτε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μέμφομαι, ἂν καὶ πολλάκις ὑπέπεσεν εἰς σφάλματα, ὑπομιμνήσκω δ’ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν, ὅτι πρὸ μικροῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ὑπέπεσεν εἰς σφάλμα, μεταθέσασα ἄνευ λόγου ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, σφάλμα, ὅπερ δύναται νὰ φέρῃ οὐ μόνον δυσαρέσκειαν καὶ διαίρεσιν μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ διχόνοιαν μεταξὺ τῶν σωμάτων τῶν διαφόρων ὅπλων.
§14ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν, εἰς ἣν δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν ἀκόμη. Πρόκειται περὶ τριῶν ἢ τεσσάρων φονέων, οἱ ὁποῖοι ἔσφαξαν δύο πολίτας καὶ οἱ ὁποῖοι περιφέρονται ἀκαταδίωκτοι καὶ ἀπειλοῦσιν ὁλόκληρον τὴν οἰκογένειαν τῶν φονευθέντων. Καὶ τοῦτο, διότι ὁ Ὑπομοίραρχος Κορίνθου κρατεῖ τὰ ἐκδεδομένα ἐντάλματα τοῦ ἀνακριτοῦ ἀνεκτέλεστα. Παρεκάλεσα λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τὸν Ὑπομοίραρχον, πότε ἔλαβε τὰ ἐντάλματα παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ διατὶ δὲν τὰ ἐξετέλεσε.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διάφοραι ἐπερωτήσεις ἐγένοντο κατὰ τὴν τελευταίαν ἢ προτελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Συνόδου ταύτης πρὸ τῶν διακοπῶν. Ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ τοῦ ἀρβυλοποιείου, καὶ συνεκεντρώθησαν αἱ πληροφορίαι, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῶσι. Τὰ ὑποβαλλόμενα ἔγγραφα συνοδεύονται καὶ ὑπὸ σημειώματος, ἐξηγοῦντος τίνα τὰ ὑποβαλλόμενα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐζήτησεν ὡσαύτως πληροφορίας, σχετιζομένας πρὸς τὰ τοῦ ἀρβυλοποιείου. Αἱ πληροφορίαι αὗται περιέχονται ἐν τῷ φακέλλῳ, τῷ κατατιθεμένῳ εἰς ἀπάντησιν τῆς πρώτης ἐπερωτήσεως. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε χθὲς πληροφορίας τινὰς περὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων. Πρῶτον: «τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸ ἐν Λαρίσσῃ Ἀρχηγεῖον, ὅπως ὑποβάλῃ τὰ παράπονα τοῦ ἐκεῖ στρατοῦ». Τοιαύτη διαταγὴ δὲν ἐξεδόθη. Δεύτερον: «τὴν διαταγὴν τῆς ἡμέρας τοῦ αὐτοῦ Ἀρχηγείου, δι’ ἧς διατάσσονται οἱ μετατεθέντες ἀξιωματικοὶ νὰ μὴ ἀναχωρήσωσιν ἐκ Λαρίσσης». Τρίτον: «τὴν διαταγὴν τοῦ αὐτοῦ Ἀρχηγείου δι’ ἧς ἀνηγγέλλετο ἡ ἀνάκλησις τῶν μετατεθέντων». Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ διαταγῶν τοῦ Ἀρχηγείου, περὶ ὧν οὐδεμίαν ἔτι ἔχει ἐπίσημον πληροφορίαν τὸ Ὑπουργεῖον. Σήμερον γράφομεν εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον, ἵνα μᾶς διαβιβάσῃ πᾶσαν ἐκδοθεῖσαν διαταγήν. Ζητεῖ τέλος ὁ κ. Βουλευτὴς «πίνακα τῶν μετατεθέντων ἐκ Λαρίσσης ἀξιωματικῶν.» Περὶ τούτου ἐῤῥήθη παρ’ ἀγορευσάντων, ὅτι μετετέθησαν 31. Μετάθεσις οὐδενὸς ἐγένετο ἀξιωματικοῦ· ἐγένοντο μετακλήσεις ἐνταῦθα καὶ ἀποσπάσεις, ἀλλ’ οὐχὶ τριάκοντα καὶ ἑνὸς, οὐδὲ τοῦ ἡμίσεως τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, οὐδὲ πλέον τοῦ τετάρτου. Εἶπον ὅμως προηγουμένως, ὅτι, ὅσον μικρὸς καὶ ἂν ἦναι ὁ ἀριθμὸς τῶν μετακληθέντων ἐνταῦθα καὶ ἀποσπασθέντων ἀλλαχοῦ, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ἐνόσῳ διεξάγεται ἡ ἐξέτασις ἡ στρατιωτικὴ ἐν Λαρίσσῃ, νὰ ὑποβάλω κατάλογον ὀνομάτων, ἅτινα ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ σχετισθῶσι πρὸς τὴν ἐξέτασιν, δὲν γινώσκομεν ὅμως τοῦτο θετικῶς, ἀφοῦ ἄδηλον ἔτι ποία θέλει εἶσθαι ἡ ἔκτασις τοῦ πεδίου τῆς ἐξετάσεως. Πρὸ τῆς λήξεως τῆς ἐξετάσεως νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ὑποβάλω κατάλογον ὀνομάτων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶχεν ὑποβάλει σειρὰν ἐρωτήσεων, σχετιζομένην πρὸς τὰ τῶν στρατώνων Λαρίσσης καὶ πρὸς ἄλλας δαπάνας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Τὰς πληροφορίας πάσας, τὰς ζητηθείσας, ὑποβάλλω ἐνταῦθα μετὰ συνοπτικῶν ἀπαντήσεων ἐπὶ ἑκάστου θέματος. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας εἶχε ζητήσει καὶ πρὸ τῶν διακοπῶν πληροφορίας περὶ τῶν ἐνεργουμένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν Καλάμαις ὡς πρὸς τὴν ἀπότισιν τῶν ἀποζημιώσεων διὰ τὰς καταλαμβανομένας γαίας ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν, καὶ εἶπον τότε, ὅτι εἶχον ἐκδοθῆ διαταγαὶ πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ὅπως προβῇ εἰς τὰς ἀναγκαίας προκαταρκτικὰς ἐνεργείας, ἔκτοτε δὲ ἐνέργειαι πολλαὶ ἐγένοντο· δὲν εἶναι ὅμως τὰ τῆς ἀποτίσεως τοσοῦτον ἁπλᾶ, ὅσον παρεστήθησαν, καὶ διὰ τοῦτο, καίτοι σύντονος ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια, δὲν διεξήχθη ἔτι πλήρης· πολλῶν ὅμως αἱ ἀπαιτήσεις ἐξεκαθαρίσθησαν. Δὲν ἠξεύρω ἀκριβῶς εἰς τίνος ἀπαίτησιν ἀφώρα εἰδικῶς ἡ ἐπερώτησις.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα γενικῶς.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν, ἐφόσον ἡ ἐπερώτησις εἶναι γενικὴ, λέγω ὅτι πολλῶν αἱ ἀπαιτήσεις ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ ὅτι πρὸς τούτους ἡ πληρωμὴ ἐγένετο, ἄλλων ἡ ἐκκαθάρισις γίνεται. Τὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως ὅμως εἶναι περίπλοκα, διότι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ γαιῶν, αἵτινες ἐκτήθησαν διὰ δηλώσεως, ὡς πρότερον ἐθνικαί. Ἐννοεῖται, ὅτι αἱ γαῖαι δὲν ἐξώφλησαν τὸ χρέος των πρὸς τὸ Δημόσιον· ἐξαιρετικῶς ὑπάρχουσιν ὀλίγαι τινὲς, ἐξοφλήσασαι αὐτὸ, ἀλλὰ κατὰ κανόνα ὀφείλονται δόσεις, ὧν τὸ ποσὸν δὲν ἐξακριβοῦται ὑπὸ τοῦ ταμίου· ζητήματα δὲ διάφορα ἐγεννήθησαν, καὶ μάλιστα περὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἔπρεπε νὰ κρατηθῇ ἐπὶ τοῦ ἐντάλματος διὰ τὰς ὀφειλομένας δόσεις, τουτέστιν, ἂν τὸ ποσὸν περιορίζεται μόνον εἰς τὰ ὀφειλόμενα διὰ τὸ καταληφθὲν τεμάχιον τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἢ ἐκτείνεται ἐπὶ ὅλον τὸ ἐθνικὸν γήπεδον, οὗτινος τμῆμα εἶναι τὸ καταληφθέν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔλυσε τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὲρ τῶν δηλωτῶν, ἑπομένως ἔκπτωσις ἐγένετο μόνον τῶν ὀφειλομένων διὰ τὸ τμῆμα τοῦ γηπέδου, τὸ καταληφθὲν ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου· ἀλλ’ ἡ διάκρισις τῆς ὀφειλῆς τῆς ἐπὶ τοῦ ὅλου κτήματος καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ καταληφθέντος τεμαχίου ἐπιβαρύνει τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἀφοῦ γίνῃ ἐπὶ τόπου ἡ ἐκκαθάρισις, ἀποστέλλεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὅταν ἐγκριθεῖσα παρ’ αὐτοῦ ἐπιστραφῇ ἐγκεκριμένη, γίνεται ἡ πληρωμὴ, κρατουμένου τοῦ ἐξακριβωθέντος, ὡς ὀφειλομένου εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τὰς μήπω πληρωθείσας δόσεις ποσοῦ. Ταῦτα ὡς πρός τινας διεξεπεραιώθησαν, ὡς πρὸς ἄλλους διεξάγονται ἐπειγόντως, καὶ φρονῶ ὅτι ἐντὸς βραχέος θὰ ἦναι διεκπεραιωμένα. Ἐζητήθησαν χθὲς καὶ πληροφορίαι περὶ λοχίου Ῥοϊλοῦ, διατελοῦντος ἐν τῇ αὐτῇ κατηγορίᾳ μετὰ ἑτέρου, περὶ οὗ ὅμως δὲν ἐζητήθησαν πληροφορίαι, ὡς ἀποχωρήσαντος ἐκ τοῦ στρατοῦ, ἐζητήθησαν· πληροφορίαι περὶ τοῦ Ῥοϊλοῦ, ἐπιδιώξαντος ἀνακατάταξιν, ἣν δὲν ἐπέτυχεν, ὡς διαγραφεὶς ἐκ τοῦ καταλόγου ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου. Ὑποβάλλω πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν σχετιζόμενα καὶ εἰδικῶς ζητηθέντα ὑπό τινος τῶν ἐπερωτησάντων.
§18ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ ἐπικυρώσεως τῆς ἀπὸ 29 Δεκεμβρίου 1889 συνομολογηθείσης πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν συμβάσεως περὶ παρατάσεως ἐπὶ ἓν ἔτος τῆς Γαλλικῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς. Ἡ ὑπηρεσία τῆς Γαλλικῆς ταύτης ἀποστολῆς ἐξηκολούθει ἐπὶ πενταετίαν δυνάμει τοῦ νόμου ᾼΡϞΖʹ τοῦ 1884. Τῆς πενταετίας ληγούσης κατὰ τὸ 1899, τὸν Δεκέμβριον, μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ὑπαρξάσης ἀνάγκης, κατὰ τὴν πεποίθησιν τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς παράτασιν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἐπὶ ἓν ἔτι ἔτος, συνωμολογήθη σύμβασις, τῆς ὁποίας ἡ κύρωσις ζητεῖται. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 186). Ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κ. Ῥάλλης ἐπηρώτησε χθὲς τὰ ἑπόμενα. «Παρακαλεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 17,093 τῆς 5 Δεκεμβρίου ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς πρὸς τὸν Δήμαρχον Σαλαμῖνος κτλ.» Ἄν δὲν ὑπάρχῃ πλάνη περὶ τὴν ἀντίληψιν τῆς ἐπερωτήσεως, νομίζω, ὅτι οἱ δοθέντες ἀριθμοὶ, οἱ δύο τοὐλάχιστον, ἐν γένει δὲ αἱ χρονολογίαι εἶναι ἀνακριβεῖς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ Δημάρχου Σαλαμῖνος, ὑποθέτω ὅτι δὲν σφάλλω, προσάγων τὰ ἔγγραφα ταῦτα· ἰδίως δὲ τὸ πρῶτον ἔγγραφον μὲ ὁδηγεῖ εἰς τὴν κατάθεσιν αὐτῶν, διότι τοῦτο ἐζητήθη ἀκριβῶς. (Καταθέτει διάφορα ἔγγραφα).
§19ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω σημείωμα τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν, περιέχον πληροφορίας ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐξ Ἀργολίδος Βουλευτὴς μοὶ εἶχεν ὑποβάλει, περὶ τοῦ τραυματισθέντος πολίτου Γουρδέλη. Καταθέτω δὲ καὶ τὴν κατ’ ἐπανάληψιν ζητηθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου δικογραφίαν, περὶ τοῦ Γυμνασιάρχου Πατρῶν.
§20ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶχον παρακαλέσει τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς κατηγορίας, ἃς ὁ κ. Καζάζης ἀπήγγειλε κατὰ τοῦ κ. Κανελλοπούλου, νῦν μέλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ τὰ καταθέσω.
§22ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶχον ἐπίσης παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὰ περὶ χαρίτων, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε εἶδον, ὅτι οὐδὲν περὶ χαρίτων κατέθηκε.
§23ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διέταξα νὰ καταρτισθῇ πίναξ, καὶ νὰ παραδοθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§24ΛΕΒΙΔΗΣ. Διὰ νὰ εὐκολύνω ὑμᾶς, ποιοῦμαι τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι ὡς πρὸς τὰς χάριτας, τὰς δοθείσας εἰς τοὺς λιποτάκτας, δὲν ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησίς μου, ὥστε ταύτας δύνασθε νὰ μὴ τὰς καταθέσητε.
§25ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πολὺ καλά. Τότε εἶναι εὐκολώτερον.
§26ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§27ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσεκόμισε πραγματικῶς τὰ τρία ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα δὲν ἠξεύρω δὲ ποῖον σημείωμα εἶχεν ὑπ’ ὄψει, διότι ἔλαβον ἄλλα ἔγγραφα, καὶ ὄχι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα· λέγω ταῦτα, διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ γίνωνται σφάλματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρουν ἀργοπορίαν εἰς τὴν προσκόμισιν τῶν ζητουμένων ἐγγράφων. Εὐτυχῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνεπληρώθη τὸ σφάλμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσεκόμισεν ἐπὶ πλέον μίαν διαταγὴν, διὰ τὴν ὁποίαν εἶμαι λίαν ὑπόχρεως, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰς ὑπ’ ἀριθ. 11,883 καὶ 13,408 ἀναφορὰς τοῦ Νομάρχου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, αἵτινες μνημονεύονται εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 17,786 ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι θὰ χρησιμεύσουν ὡς συμπλήρωμα τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων.
§28ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν 24 Ἰανουαρίου διεπράχθη ἔγκλημα ἄγριον ὑπὸ ὀργάνων τῆς χωροφυλακῆς κατὰ νέου συμπολίτου μου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἔν τινι τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων. Οἱ χωροφύλακες οὗτοι ἄνευ λόγου τινός, εἴτε ἐκ προμελέτης, εἴτε ἐκ στιγμιαίας παραφορᾶς καὶ θρασύτητος ἀκατονομάστου, κατεδίωξαν τὸν νέον τοῦτον, ἐν μέθῃ διατελοῦντα, μέχρι τῆς θύρας τῆς οἰκίας του, καὶ ἐκεῖ καταλαβόντες αὐτὸν, ὁ μὲν εἷς τούτων διὰ τῆς λόγχης διέσχισε τὸν θώρακα, τὸν πνεύμονα καὶ τὸν στόμαχον αὐτοῦ, κατ’ ἔκθεσιν τοῦ ἰατροῦ, ὁ δὲ ἕτερος διὰ τῆς σπάθης ἔσχισε τὸ κρανίον. Ὁ ἄνθρωπος ἔμεινεν ἡμιθανής, οἱ δὲ ἀγριάνθρωποι οὗτοι τὸν παρέλαβον οὕτω καὶ τὸν μετέφερον εἰς τὸ ἀστυνομικὸν γραφεῖον, ἐξακολουθοῦντες τὴν κατ’ αὐτοῦ ἐπίθεσιν. Ἐὰν κατὰ συντυχίαν δὲν ἐπρόφθανεν ἐκεῖ ὁ ὑπαστυνόμος Φιλιππίδης, βεβαίως ὁ ἄνθρωπος θ’ ἀπέθνησκεν αὐτοστιγμεί. Αὕτη εἶναι ἡ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐξήγειρεν εὐλόγως τὴν δημοσίαν συνείδησιν καὶ τὴν ὁποίαν ὁ τύπος τῆς πρωτευούσης, ἄνευ διακρίσεων, ἐστιγμάτισε. Βλέπετε, ὅτι ἀπό τινος χρόνου δὲν παρέρχεται ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ μὴ καταγγελθῶσι σκηναὶ ἄγριαι καὶ βάρβαροι, πραττόμεναι παρ’ ἀνθρώπων τῆς τάξεως. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐρευνήσῃ, τί συμβαίνει καὶ πῶς οἱ φονεῖς οὗτοι τοῦ ὡς ἐκ θαύματος ζῶντος ἔτι ἐλεύθεροι περιφέρονται εἰς τὰς ὁδούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ προσαγάγῃ τὴν ἑξῆς ἀναφορὰν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει): «Κύριε Ὑπουργέ. Τὰ τῆς ὑποθέσεως χωροφυλάκων, περὶ ὧν ἡ ἐπερώτησις, ἔχουσιν οὕτω. Ὁ Μοίραρχος Ἀττικοβοιωτίας δι’ ἐγγράφου του πρὸς ἡμᾶς τῆς 25 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. κατήγγειλε τὸν ἀστυνόμον Φιλιππίδην καί τινας ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, ὡς ἀφαιρέσαντας ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν τὸν Κ. Γουρδέλην, πυροβολήσαντα κατ’ αὐτῶν. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀπεστάλη τὴν 26 Ἰανουαρίου πρὸς τὸν ἀνακριτὴν κ. Βάφαν πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων. Ὁ κ. ἀνακριτὴς παρήγγειλε τὸν Πταισματοδίκην, ὅπως ἐξετάσῃ ἐν τῷ Νοσοκομείῳ τὸν παθόντα, ὡς καὶ ἰατρὸν πρὸς ἐξέτασιν τούτου. Ἀμφότεραι αἱ ἐξετάσεις αὗται ἐγένοντο ἀμέσως. Ὁ ἀστυνόμος Φιλιππίδης προέβη ἀμέσως καὶ οὗτος αὐτεπαγγέλτως εἰς ἐξετάσεις τοῦ τε παθόντος καί τινων μαρτύρων, ἐξ ὧν ἐβεβαιώθη, ὅτι ὁ Γουρδέλης, πυροβολήσας κατά τινας μὲν εἰς τὸν ἀέρα, κατ’ ἄλλους δὲ κατὰ τῶν χωροφυλάκων, ἐτραυματίσθη παρὰ τούτων. Τὰς ἐξετάσεις ταύτας, ἀποσταλείσας εἰς τὸ γραφεῖόν μας τὴν 29 Ἰανουαρίου, διεβιβάσαμεν ἀμέσως εἰς τὸν ἀνακριτὴν κ. Βάφαν, ὅστις ἐπληροφόρησεν ἡμᾶς, ὅτι προέβη εἰς ἔκδοσιν ἐντάλματος συλλήψεως κατὰ τῶν χωροφυλάκων, καὶ ἐνεργεῖ δραστηρίως, ἀφ’ ἧς ἀνετέθη αὐτῷ ἡ ἀνάκρισις. Ὑποσημειοῦμαι εὐσεβάστως «Ὁ Εἰσαγγελεύς: Α. ΓΑΛΙΑΤΣΑΣ». Ὅπως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω καὶ προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ τοιαύτη διατύπωσις τῶν ἐνεργειῶν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς παρουσιάζει τὸν τύπον τῆς πλήρους ἐκτελέσεως τῶν τοῦ νόμου. Ἐν τούτοις ὁ μὲν πολίτης ἀποθνήσκει, οἱ δὲ χωροφύλακες, οἱ σφάξαντες αὐτὸν, περιφέρονται εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, ἀπειλοῦντες καὶ ἄλλας τοιαύτας πράξεις ἴσως. Κατήγγειλα προχθὲς παρόμοιον γεγονὸς ἐν τῇ Ὑπομοιραρχίᾳ Κορινθίας, ὅπου καὶ ἐκεῖ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ φαίνεται ἐκτελοῦσα τὸ καθῆκόν της, ἐνῷ ὁ Ὑπομοίραρχος, μὴ ἐκτελῶν τὰ ἐντάλματα, ματαιοῖ τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης. Ὅταν ἐρωτᾶτε τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὸν ὑπεύθυνον, σᾶς ἀπαντᾷ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της. Ἀλλὰ, ὡς προχθὲς, καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ εὐθύνη αὐτῶν δὲν λήγει ὅταν κατὰ τύπους ἐξέρχωνται τὰ ἔγγραφα πρωτοκολλημένα ἐκ τῶν δικαστικῶν γραφείων, ἀλλ’ ὅταν ἐκτελῆται ὁ νόμος. Ἀλλ’ εἴπετε, ὅτι ὁ Μοίραρχος κατήγγειλε τὸν Ἀστυνόμον, διότι δὲν ἀφῆκεν αὐτοὺς νὰ τὸν ἀποτελειώσουν. Μὴ ἔχετε δὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Μοιραρχία ποτὲ δὲν θὰ ἐκτελέσῃ ἐναντίον τῶν χωροφυλάκων τούτων, οἱ ὁποῖοι εἶναι εὐνοούμενοι, δικαστικὸν ἔνταλμα.
§29ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ φέρωμεν ἐπερώτησιν· διότι, ἐὰν τὸ ἔνταλμα τοῦ ἀνακριτοῦ δὲν ἐκτελῆται, τότε ἔχομεν κράτος ἐν κράτει.
§30ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς. Τὰ ἐντάλματα κατὰ τῶν φονέων ἐν Πελλήνῃ μένουσιν ἐπὶ τρεῖς μῆνας εἰς τὴν Ὑπομοιραρχίαν Κορινθίας. Ἰδοὺ οἱ φυγοδικοῦντες διατὶ φυγοδικοῦσι, διότι δὲν καταδιώκονται, καὶ πρέπει νὰ σταλῇ, ὅταν ἔν τινι νομῷ πολλαπλασιασθῶσιν οἱ φυγόδικοι, ἔκτακτος ἀπεσταλμένος, ὁ κ. Μπαϊρακτάρης ἢ ἄλλος. Ἄνευ ἐντολῆς τῶν κατὰ τύπους ἰσχυρῶν δὲν ἐκτελοῦνται τὰ ἐντάλματα, ἐκτὸς τῶν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κατ’ ἐπανάληψιν, νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἐξετελέσθη τὸ ἔνταλμα τοῦ ἀνακριτοῦ, διότι ἄλλως ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω, ἵνα εἴπω πλείονα καὶ βαρύτερα κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§31ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠξεύρω ἐὰν τῷ ὄντι ἐξεδόθησαν τοιαῦτα ἐντάλματα καὶ ἂν ὁ Ὑπομοίραρχος δὲν ἐξετέλεσεν αὐτά. Συμφωνῶ καὶ ἐγώ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελεσθοῦν· ὁ δὲ ὑπαινιγμός, ὅτι ὑπάρχουν ἰσχυροί, προστατεύοντες αὐτούς, ἀποβαίνει κατὰ τοῦ ἐπερωτῶντος, διότι ἡ πρᾶξις ἔλαβε χώραν ἐν τῷ μέσῳ δύο δήμων, τῶν ὁποίων ἀμφοτέρων οἱ Δήμαρχοι καὶ οἱ ἀστυνόμοι εἶναι ἀντίπαλοι ἐμοῦ καὶ φίλτατοι τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
§32ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οὐδένα ὑπαινιγμὸν ἔκαμα κατὰ τοῦ συναδέλφου μου, περὶ τῆς φιλονομίας τοῦ ὁποίου ἔχω ἀρίστην γνώμην, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν ὑπόληψιν περὶ τῆς φιλονομίας τῶν ὀργάνων, τῶν ἀντιπροσωπευόντων αὐτὸν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κορινθίας. Ἐπηρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν προχθές, ἵνα λαβὼν ἀφορμὴν ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Ὑπομοιραρχίαν τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ πρωτοκόλλου, καθ’ ἣν κατεχωρίσθη τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀνακριτοῦ Ναυπλίας, διὰ τοῦ ὁποίου ἐστάλη τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως τῶν ἐν Πελλήνῃ φονέων, καὶ νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον, διατὶ δὲν ἐξετελέσθη τὸ ἔνταλμα.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτε εἶχον ἐπερωτήσει περὶ τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα κατέλαβεν ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν, εἶχον κάμει τὴν διάκρισιν, περὶ ἧς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τῶν ὑποθέσεων δηλαδή, αἵτινες εἶχον ἐπεξεργασθῆ καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἐντάλματα εἶχον σταλῆ, ἀλλὰ δὲν πληρώνονται, διότι ἢ μένουν ἀκόμη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἢ ἡ Ἐφορία δὲν τὰ ἔστειλεν εἰς τὸν Ταμίαν, διὰ νὰ πληρωθοῦν. Ἐνῷ περὶ τούτου παρεκάλεσα τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὸν παρακαλῶ καὶ ἤδη νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, διότι ἐξακολουθεῖ ἡ ἰδία κατάστασις· τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ διατάξῃ ταχίστην ἐνέργειαν, ἵνα μὴ διαιωνισθῶσι.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἔκδοσις τῶν ἐνταλμάτων ἀποδεικνύει, ὅτι ἐγένετο ἡ ἐπεξεργασία πρὸς βεβαίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν κτημάτων καὶ τῶν εἰς αὐτοὺς ὀφειλομένων. Τὸ ἔνταλμα ὅμως δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ, πρὶν ἢ βεβαιωθῇ, τί ὁ κομίζων αὐτὸ ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ καθυστερουσῶν δόσεων τοῦ καταληφθέντος τεμαχίου. Ἡ βεβαίωσις αὕτη ἀπαιτεῖ χρόνον τινά. Πάντες δὲ γινώσκετε, πόσον ἀνωμάλως ἔχουσι τὰ τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, οὐδόλως δὲ παράδοξον, ἂν καταναλίσκῃ χρόνον ἡ ἐκκαθάρισις τοιούτων ὀφειλῶν. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν βραδύτης περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐργασίας ταύτης· τοὐναντίον, κατόπιν τῆς διαταγῆς ὅπως προτιμηθῇ ἡ ἐκκαθάρισις αὐτῶν πάσης ἄλλης ἐργασίας, βαίνει ἡ ὑπηρεσία γοργῶς, ἐδόθη δ’ ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ εὐκαιρία, ὅπως ἐγκρίνῃ τοιαύτας ἐκκαθαρίσεις.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Κόρπας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1890.
§36ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ῥάλλης ἐζήτησε χθὲς, καὶ παρεσχέθησαν σήμερον αὐτῷ τινες ἐκ τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν περὶ τῶν ἐν Λαρίσσῃ συμβάντων, καὶ ἐπειδὴ προτίθεται, ὡς ἤκουσα αὐτοῦ εἰπόντος, νὰ συζητήσῃ τὴν προσεχῆ Δευτέραν περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, εἰς ἣν συζήτησιν εἶναι πιθανὸν νὰ μετάσχω, ἐξετάζων σήμερον τὸν ὑπὸ συζήτησιν Πορϋπολογισμὸν, θέλω περιορισθῆ εἰς μόνην τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους, τοῦ κρατοῦντος ἐν ταύτῃ συστήματος, καὶ τῶν διεπόντων τὰ τοῦ στρατοῦ νόμων. Ὅπως κατὰ τὰς θρησκευτικὰς ἑορτὰς ψάλλεται ἐν τοῖς ναοῖς τροπάριον τοῦ ἁγίου, οὗτινος ἡ μνήμη ἑκάστοτε ἐπιτελεῖται, οὕτω καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατ’ ἔτος κατὰ τὴν αὐτὴν περίπου ἐποχὴν, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, ψάλλει ἡμῖν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοὺς διθυράμβους τοῦ οἰκονομικοῦ του συστήματος, καὶ τὰ ἐπινίκια τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἅμα τῇ χαρμοσύνῳ ταύτῃ ἀναγγελίᾳ τὸ Χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς συνταράσσεται, οἱ φίλοι αὐτοῦ ὑπὸ ἀκράτου καταλαμβάνονται ἐνθουσιασμοῦ, οἱ δὲ μὴ πιστεύοντες εἰς τὸ ἰσοζύγιον πικρῶς ἐλέγχονται. Παραπέμπεται ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς τὴν ἁρμοδίαν τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴν, καὶ μετὰ τυπικὴν ἐν αὐτῇ ἐξέτασιν δύο ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν συνήθως ἐκθέσεις, πολλάκις δὲ καὶ μία μόνη. Ὁσάκις ὑποβάλλονται δύο, ἡ μία εἶναι τῆς πλειοψηφίας καὶ ἡ ἑτέρα τῆς μειοψηφίας, καὶ ἡ μὲν τῆς πλειοψηφίας παρίστησι τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους κατάστασιν ἀνθηροτάτην, τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν ἀνορθωθεῖσαν καὶ ἑδραιωθεῖσαν, τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν παγιωθεῖσαν, τὰ ξένα κεφάλαια καταπλημμυρίσαντα τὸν τόπον, τὸ δὲ Κράτος φθάσαν εἰς τὸ ὕψιστον τοῦ ἐκπολιτισμοῦ καὶ τῆς προόδου σημεῖον. Ἀλλ’ ἡ μειοψηφία δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν μὲ τὴν πλειοψηφίαν γνώμην, οὔτε φρονεῖ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους εἶναι ἀνθηρὰ,—ἴσως εἶναι τοιαύτη, μὴ λαμβανομένων ὅμως ὑπ’ ὄψει τῶν ἐλλειμμάτων,—ὅτι ἡ δημοσία πίστις φαίνεται ἑδραιωμένη μόνον ἐν ταῖς τιμαῖς τοῦ χρηματιστικοῦ δελτίου, ὅτι ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἐπαγιώθη τῳόντι διὰ τῆς πληθύος τῶν φόνων καὶ τῶν ἄλλων ἐγκληματικῶν πράξεων, αἵτινες τελοῦνται καθ’ ἑκάστην καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ὅτι τὰ ξένα κεφάλαια κατεπλημμύρισαν τὸν τόπον, ἀλλ’ εἰς παρακεχαραγμένα χαρτονομίσματα, καὶ ὅτι τέλος τὸ Κράτος ἔφθασεν εἰς τὸ ὕψιστον σημεῖον τοῦ πολιτισμοῦ, ὡς μαρτυροῦσι τόσα ἐγκλήματα, τέως ἄγνωστα εἰς τὸν ἑλληνικὸν κόσμον, καὶ τῆς προόδου, ὡς ἐμαρτύρησεν ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως περὶ τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τῆς παιδείας ἐν Ἑλλάδι. Ἔρχεται ἡ ἡμέρα αὕτη τῆς γενικῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζητήσεως. Πολλοὶ λαμβάνουσι τὸν λόγον, πρὸ πάντων ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, καὶ ἄλλοι μὲν ἀποδεικνύουσιν, ὡς χθὲς ἀπέδειξεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Γεωργαντᾶς, τὸ ἰδεῶδες τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ δι’ ἀριθμῶν καὶ λελογισμένων ἐπιχειρημάτων, ἄλλοι, θεωροῦντες ὅτι τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ποσὰ ἀπεικονίζουσι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τινὰ τῶν ὁποίων εὑρίσκουσι πλημελῆ, προβάλλουσι τὴν μεταῤῥύθμισιν αὐτῶν, καὶ ἄλλοι τέλος ζητοῦσι τὴν ἀπάλειψιν πιστώσεων περιττῶν, ἢ τοὐλάχιστον μὴ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων, διότι οἱ τελευταῖοι οὗτοι φρονοῦσιν, ὅτι, καὶ χάριν τοῦ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ διότι ἐσμὲν ἠναγκασμένοι νὰ διατηρῶμεν ἐθνικὴν δύναμιν, ἡ πρὸς διατήρησιν τῆς ὁποίας δαπάνη ὑπερβαίνει τὰ μέσα ἡμῶν, ὀφείλομεν νὰ ἐπιφέρωμεν οἰκονομίας εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν διαφόρων κλάδων, ἥτις σήμερον εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε ἐνέχει πολλὴν τὴν πολυτέλειαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ταῦτα πάντα μίαν καὶ μόνην ξηρὰν δίδωσιν ἀπάντησιν, τὴν διαφορὰν τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως τῶν ψήφων, ἥτις παραλλάσσει ἀναλόγως τῆς ἀπουσίας τῶν ἀποτελούντων ἑκατέρας τὰς πολιτικὰς μερίδας Βουλευτῶν, καὶ οὕτω ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ὡς ἔχει, οἱ δὲ κύριοι ἀντιπρόσωποι ἀπέρχονται εἰς τὰ ἴδια, οἱ μὲν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι νέας κλήσεως αὐτῶν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ἄλλοι μὲ τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι συνετέλεσαν διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῶν ἐκ ταύτης ἀγαθῶν, καὶ ἄλλοι, εἰς τὴν στενὴν συνείδησιν τῶν ὁποίων δὲν χωρεῖ τὸ ἰσοζύγιον καὶ ἡ παροῦσα διοίκησις, μὲ τὴν θλίψιν, ὅτι δὲν κατώρθωσαν ν’ ἀνατρέψωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἢ τοὐλάχιστον ν’ ἀνακόψωσι τὴν πρὸς τὴν σπατάλην τάσιν αὐτῆς. Παρέρχονται οὕτως οἱ χρόνοι, διαδεχόμενοι ἀλλήλους, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ πράγματα δὲν βαδίζουσι τὸν ἤρεμον τοῦτον ῥοῦν, διότι τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον, πρὸς τὸ ὁποῖον μοιραίως φερόμεθα, γίνεται βαθύτερον, ἡ δὲ διοικητικὴ ἔκλυσις καταφανεστέρα καὶ ἐξεγείρουσα ὁσημέραι τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ἐπιβάλλεται ὅθεν ἡμῖν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐξετάσωμεν ἀπαθῶς καὶ μετὰ τοῦ ὀφειλομένου πρὸς τὴν ἀλήθειαν σεβασμοῦ τὴν ἀληθῆ τῶν πραγμάτων κατάστασιν. Εἶναι νομίζω καιρὸς νὰ ἄρωμεν τὸ παραπέτασμα καὶ νὰ ἀνομολογήσωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν ἀληθῆ τῶν πραγμάτων θέσιν, ἐξετάζοντες εἰλικρινῶς, ἂν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν βελτίωσίν τινα τῆς καταστάσεως ταύτης, ἀναζητοῦντες τὰς αἰτίας τοῦ κακοῦ ἐν ἑκάστῳ κλάδῳ καὶ προβάλλοντες μέτρα ῥιζικὰ, ὡς ἔπραξε πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, προτείνας τὴν λῆψιν μέτρων τοιούτων πρὸς ἀναμόρφωσιν τῆς κατωτάτης καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἀπό τινων ἐτῶν, Κύριοι, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, διότι οἱ πλεῖστοι ὑμῶν διατελεῖτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, διατελοῦμεν ὑπὸ πολιτικὴν κατάστασιν, ἥκιστα εὐάρεστον καὶ ἐπωφελῆ. Ποία δὲ εἶναι ἡ κατάστασις αὕτη; Εἶναι τὸ γνωστὸν συγκεντρωτικὸν ἅμα τε καὶ πλημμελὲς σύστημα τοῦ κυβερνᾷν τὴν χώραν. Συγκέντρωσις ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, συγκέντρωσις ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἐργασίᾳ, συγκέντρωσις ἐν τῇ ἐσωτερικῇ διοικήσει, ἐν τῷ στρατῷ, ἐν τῷ ναυτικῷ, συγκέντρωσις τέλος ἐπὶ πᾶσι. Κυβέρνησις εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὄχι διότι οἱ συνάδελφοί του δὲν ἔχουσιν ἱκανότητα, ἀλλὰ διότι θέλει τὰ πάντα ν’ ἀποῤῥέωσιν ἀπ’ αὐτοῦ, θέλει τὰ πάντα νὰ διευθύνῃ οὗτος! Δύναται νὰ λέγῃ ὅ,τι ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ Λουδοβῖκος τῆς Γαλίας «l’ état c’ est moi». Δὲν βλέπετε τὴν τακτικὴν, ἣν μετέρχεται καθ’ ἑκάστην ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἐργασίᾳ; Μήπως δὲν ὑπάρχωσιν ἐν τῇ δεξιᾷ πτέρυγι ἄνδρες ἱκανώτατοι, οἵτινες διὰ τῶν γνώσεων καὶ τῆς πείρας αὐτῶν ἠδύναντο νά συντελέσωσιν εἰς τὴν ὅσον οἷόν τε ὀρθοτέραν καὶ δικαιοτέραν λύσιν παντὸς ὑπὸ συζήτησιν θέματος ἐνταῦθα; ἀφοῦ μάλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐστήριξε τὸ σύστημα τῆς εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν ἀντιθέτων ἰδεῶν· ἀλλὰ πῶς δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἀντίθετοι ἰδέαι, ὅταν μένωσιν αὗται κεκρυμμέναι ἐν φρεσὶ καὶ δὲν ἐκδηλῶνται ἐνταῦθα, ὅπως ἀπαιτεῖ τοῦτο καὶ αὐτὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα; Ἀλλ’ ἐάν τις ἐκ τῶν φίλων αὐτοῦ τολμήσῃ νὰ ἀντείπῃ εἰς τὰς βάσεις τῶν νομοσχεδίων του, τότε δὴ τότε ἀμείλικτος κηρύσσεται κατ’ αὐτοῦ πόλεμος, οὐχὶ φανερῶς καὶ ἐκ τοῦ συστάδην, ἀλλ’ ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, χαλκευόμενος ἐν τῷ γνωστῷ τοῖς πᾶσι χαλκείῳ, τῷ διευθυνομένῳ ὑπὸ τῶν μυστικοσυμβούλων αὐτοῦ, ἔνιοι τῶν ὁποίων περιεβλήθησαν ἐσχάτως καὶ μὲ τὴν τήβεννον τοῦ ἀνωτάτου οἰκονομικοῦ δικαστοῦ. Συγκέντρωσις ἐν τῇ ἐσωτερικῇ διοικήσει. Ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ εὐρείας περιφερείας, ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐντεῦθεν: Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἀποκεντρώσεως, διότι πρέπει νὰ παρασκευάσητε προηγουμένως τὴν ἀποκέντρωσιν· ψηφίζοντες τὸν νόμον περὶ εὐρείας περιφερείας, κάμνετε τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν· «δότε εἰς τὸν νομὸν ὄγκον, δότε αὐτῷ, ἔλεγε, πολιτικὴν ὕπαρξιν, καὶ τότε θὰ ἔχητε διαίρεσιν τοπικὴν, ἥτις θὰ κατασταθῇ ἱκανὴ διὰ τὴν αὐτοδιοίκησιν, καὶ ἥτις θὰ δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν Κυβέρνησιν.» Ἰδοὺ, ὁ νόμος περὶ περιφερείας λειτουργεῖ ἀπὸ τριῶν καὶ πλέον ἐτῶν, ἀλλ’ ἀντὶ ἀποκεντρώσεως ἔχομεν συγκέντρωσιν, μείζονα ἐκείνης, ἥτις ὑπῆρχε πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Πῶς θέλετε νὰ μὴ ὑπάρχῃ συγκέντρωσις ἐν τῇ ἐσωτερικῇ διοικήσει, ὅταν τὰ πάντα κανονίζωνται καὶ διευθύνωνται ἀπὸ τὴν κεντρικὴν διοικητικὴν ἀρχήν; ὅταν ἡ ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἡ ἐν τοῖς νομοῖς διοίκησις μετεβλήθησαν εἰς ἁπλᾶς ἐκτελεστικὰς μηχανὰς, τὸ πολὺ χρησιμεύουσαι νὰ μεταβιβάζωσι τηλεγραφικῶς ψευδεῖς χάριτας πρὸς καταδίκους, λόγῳ ἐκλογικῶν σκοπῶν, ἢ νὰ καταγγέλλωσι καὶ νὰ ῥαδιουργῶσι τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν δύναμιν, ὅταν οἱ πολῖται διατελῶσιν ὑπὸ τὴν ἀδιάλειπτον κηδεμονίαν τῆς Κυβερνήσεως; Φαντασθῆτε ποία ἔσται ἡ τύχη αὐτῶν τῶν πολιτῶν, ὅταν διὰ τῶν μελετωμένων νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ θὰ γίνῃ ὑπόδουλος τῇ Διοικήσει. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς συγκεντρώσεως ταύτης σκοπεῖ ἄλλο τι, σκοπεῖ νὰ μὴ κατανοῶσιν οἱ πολῖται τὰ δικαιώματα αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ ἐνθυμῶνται μόνον καὶ διαρκῶς τὰς πρὸς τὴν ἐξουσίαν ὑποχρεώσεις των, οὕτω δὲ νὰ μὴ μορφῶται ἐλευθέρα γνώμη, ἥτις δὲν θὰ ἦναι βεβαίως ἔνθους πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Παράδειγμα φέρω πρόσφατον τὸ ἑξῆς. Κατὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐν τῷ νομῷ Κυκλάδων παρεπονήθην πρός τινα φίλον μου, ἁπλοϊκὸν ἄνθρωπον, διατὶ, ἀφοῦ ἦτο φίλος μου, δὲν ἐψήφισε τὸν κ. Μπούμπουλην, ἀλλὰ τὸν κ. Γκιών. «Δὲν ἐπρόκειτο, μοὶ εἶπε, περὶ ὑμῶν, ἦτο διαταγὴ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ψηφίσωμεν τὸν ὑπουργικὸν ὑποψήφιον· ἤμην εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, ὅτε ἐκάλεσε τὸν Δήμαρχον ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἔδωκε πρὸς αὐτὸν τὴν διαταγὴν ταύτην.» Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλευθέρα γνώμη, ἣν ἔχουσιν οἱ πολῖται, καὶ οὕτω θέλομεν νὰ μορφώσωμεν αὐτοὺς πολιτικῶς! Συγκέντρωσις ἐν τῷ στρατῷ ἀναντιῤῥήτως ὑπάρχει, διότι οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοῦ καὶ οἱ σωματάρχαι ἔχουσι μὲν ὑποχρεώσεις, ἐπιβαλλομένας αὐτοῖς ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν κανονισμῶν, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ δικαιώματα, ἀποῤῥέοντα ἐκ τῶν αὐτῶν κανονισμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ὅμως ἐλάχιστα ἔμειναν αὐτοῖς ἀκέραια, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ εἰς τοὺς προβιβασμοὺς, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐνάσκησιν τῆς ποινικῆς αὐτῶν δικαιοδοσίας, ἐννοεῖ νὰ ἐπεμβαίνῃ. Ἀλλ’ ἔχουσιν ἐπίσης καὶ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, ἔχουσι τὸ καθῆκον, νὰ ὑποδεικνύωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς πλημμελείας τῶν διεπόντων τὰ τοῦ στρατοῦ νόμων. Ἀλλ’ ἠρωτήθησάν ποτε περὶ τούτου; Ἢ ἂν ὑπέβαλον τὴν γνώμην αὐτῶν, ἐλήφθη αὕτη ποτὲ ὑπ’ ὄψει; Βεβαίως ἐννοῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ ἁρμοδίου τμήματος ὀφείλει νὰ συντάσσῃ τὰ ὀργανικὰ διατάγματα, καὶ τοὺς ὀργανικοὺς τοῦ στρατοῦ νόμους, ἀλλ’ οὐδεὶς θὰ μοὶ ἀρνηθῇ, ὅτι οἱ σωματάρχαι, ἐγγύτερον εὑρισκόμενοι εἰς τὰ ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτῶν σώματα, ἀντιλαμβάνονται εὐχερέστερον τῶν ἐλλείψεων, καὶ δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ὀρθοτέραν καὶ συμφερωτέραν τῷ στρατῷ καὶ τῷ Κράτει μεταῤῥύθμισιν τῶν νόμων τούτων. Συγκέντρωσις ἐν τῷ ναυτικῷ ὑπάρχει, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὁ ξένος ὀργανωτὴς, ἡ γνώμη αὐτοῦ βαρύνει εἰς τὴν πλάστιγγα τῶν σκέψεων καὶ ἀποφάσεων τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἰδίως τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ ναυτικοῦ· χάρις δὲ εἰς τὸν ἀναδιοργανωτὴν τοῦτον, εἴδομεν ὅσα ἐξετυλίχθησαν ἐσχάτως ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, περὶ τῶν ὁποίων ὅμως περιμένω ν’ ἀκούσω ὅσα ἐπισήμως θέλει εἰπεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἵνα κρίνω ἀσφαλῶς περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Τὸ συγκεντρωτικὸν πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως ἐξεδηλώθη ἐσχάτως, ὡς εἴδατε, καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα. Καὶ εἴδατε ὁποίαν μετῆλθε πολιτείαν εἰς τὸ Μητροπολιτικὸν ζήτημα, καὶ ὁποίαν ἐξήσκησε πίεσιν ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν ἱεραρχῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἱερὰν τῆς Ἐκκλησίας Σύνοδον, καταπατοῦσα καὶ παρορῶσα ἐπὶ βλάβῃ ἐθνικῇ τὸν καταστατικὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, διότι, ταπεινουμένης τῆς Ἐκκλησίας, χαλαροῦται ἡ θρησκευτικὴ συνείδησις τοῦ λαοῦ. Τοιαῦτά τινα δύναμαι νὰ εἴπω καὶ περὶ τῶν ἄλλων κλάδων, ἀλλ’ ἐπειδὴ τυγχάνουσι τοῖς πᾶσι γνωστὰ, δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλὴν, ἐκτεινόμενος ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλὰ πλὴν τούτου τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, βάσις παντὸς κυβερνητικοῦ συστήματος εἶναι βεβαίως ἡ ἀνθηρὰ τοῦ Κράτους οἰκονομικὴ κατάστασις· διότι, ὅταν ἔχωμεν οἰκονομικὴν εὐεξίαν καὶ Κυβέρνησιν μὲ καλὴν θέλησιν καὶ φειδωλὴν, ἔχομεν καὶ καλὴν διοίκησιν, καὶ στρατὸν καὶ ναυτικὸν ἀξιόμαχα. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω τὸ ἐν γένει οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ ἐξέτασις αὕτη ἀπαιτεῖ εἰδικὰς οἰκονομολογικὰς γνώσεις. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρω τὴν ἐπὶ τούτου γνώμην μου, ἐρειδόμενος ἐπὶ τῶν πραγμάτων, καὶ οὐχὶ ἐπὶ οἰκονομολογικῶν θεωριῶν. Βλέπω ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενον ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα, βλέπω ἠλαττωμένην τῷ ὄντι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ βλέπω ἀφ’ ἑτέρου νὰ ψηφίζωνται καθ’ ἑκάστην σχεδὸν κολοσσιαῖαι πιστώσεις πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων, πρὸς πραγμάτωσιν τῶν ὁποίων νὰ συνομολογῶνται δάνεια, καὶ ἑπομένως ν’ αὐξάνηται ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων χρεῶν. Βλέπω τουτέστι γινόμενον ἐνταῦθα ὅ,τι ἔλαβε χώραν εἰς τὴν καταμέτρησιν τοῦ κυβισμοῦ τοῦ ἀέρος τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου· ὅπως εἰς ἐκείνην δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει τὰ ἔπιπλα, αἱ κλῖναι καὶ τὰ σώματα τῶν ἀσθενῶν, οὕτω καὶ ἐνταῦθα δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις· ἀλλ’ ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ ἀέρων, καὶ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ χρημάτων, ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ ἀσφυξίας ὀλίγων ἀσθενῶν, καὶ ἐνταῦθα περὶ γενικῆς οἰκονομικῆς ἀσφυξίας. Ἑπομένως δικαιοῦμαι νὰ δυσπιστῶ πρὸς τὸ ἰσοζύγιον. Δὲν μέμφομαι τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς ὁποίας ποιεῖται δαπάνας πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων, οὐδὲ πρὸς διατήρησιν ἐθνικῆς δυνάμεως, διότι τὰ μὲν δημόσια ἔργα, οὐ μόνον ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι καὶ αὐτὴ εὐνομούμενον Κράτος ἀλλὰ καὶ πολλαπαλσιάζουσι τὴν ἐσωτερικὴν συγκοινωνίαν, καὶ πληροῦσι ἀνάγκας τοῦ τόπου· ἡ δὲ διατήρησις τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς αὐτοσυντηρήσεως καὶ ὑπὸ τῆς θέσεως τοῦ προορισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἀλλὰ μέμφομαι αὐτῆς, διότι τὰ μεγάλα ταῦτα κονδύλια δὲν δαπανῶνται καταλλήλως, μετὰ τῆς προσηκούσης φειδοῦς καὶ ἐπωφελῶς. Τοῦτο μάλιστα δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ δι’ ἕτερον κονδύλιον, ἥττονος μὲν σπουδαιότητος, ἀλλὰ πάντοτε σεβαστὸν, δι’ ἐκεῖνο τουτέστι τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τοῦ ὁποίου μεγάλα ποσὰ δαπανῶνται πρὸς διατήρησιν σωματοφυλάκων, καὶ πρὸς διαφθορὰν τῆς συνειδήσεως τῶν ἐκλογέων κατὰ τὰς ἐκλογάς. Εὐχαρίστως ἤθελον ψηφίσει ὁσαδήποτε ποσὰ καὶ ἂν ἔβλεπον ἀναφερόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας, πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς βιομηχανίας, καὶ πρὸς προστασίαν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας, καὶ ἐπικροτῶ μὲν εἰς τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἐσχάτως πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας, ἀλλ’ ηὐχόμην νὰ ἔβλεπον τὰς γεωργικὰς τραπέζας εἰς τὰ πράγματα, καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν. Ἐψήφισα καὶ θὰ ψηφίζω πάντοτε τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἅτινα παρέχουσιν ἀτέλειαν εἰς τὰ εἴδη, τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα πρὸς ὑποστήριξιν καὶ ἐμψύχωσιν τῆς ἐγχωρίου ἡμῶν βιομηχανίας, θὰ ηὐχόμην δὲ νὰ ἔβλεπον τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν εἰσάγοντα νομοσχέδιον περὶ τῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπόσχονται τὴν προστασίαν τῆς ἀπονεκρωθείσης ἡμῶν ναυτιλίας, καὶ ἅτινα ὑπεδείχθησαν ἐντεῦθεν πολλάκις τῇ Κυβερνήσει. Εἶπον λοιπὸν καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν μέμφομαι τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ποιεῖται πρὸς διατήρησιν ἐθνικῆς δυνάμεως, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἰσχύουσιν εἰς τὸν στρατὸν ἡμῶν, τόν τε κατὰ γῆν καὶ τὸν κατὰ θάλασσαν, διατάξεις πλημμελεῖς τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καὶ τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν νόμων, ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ματαία. Τούτων ἰσχυουσῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποκτήσωμεν στρατὸν ἀντάξιον τοῦ προορισμοῦ του. Ἀνελθὼν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τὴν ἀρχὴν διὰ τῆς ἐκθύμου ὑποστηρίξεως μεγάλης καὶ ἀφωσιωμένης πλειονοψηφίας, ὑποστηριζούσης προθύμως πάντα τὰ μέτρα αὐτοῦ, ἠδύνατο νὰ ὀργανώσῃ τὸν στρατὸν ἐπὶ βάσεων ὑγιεστέρων, ἀφοῦ μάλιστα ἔσχε τὴν διαρκῆ συνδρομὴν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοι πρὸ αὐτοῦ κυβερνῆται ἐπεθύμουν νὰ μετακαλέσωσιν ἐνταῦθα, ἀλλὰ διὰ λόγους, γνωστοὺς τοῖς πᾶσι, δὲν εἶχον τοῦτο κατορθώσει· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἐπροίκισε τὸν στρατὸν διὰ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα διαῤῥήδην ἀντίκεινται πρὸς πᾶσαν στρατιωτικὴν μόρφωσιν καὶ πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας ἐν αὐτῷ. Αἱ παρ’ ἡμῶν γενόμεναι ἐντεῦθεν παρατηρήσεις ἐξελήφθησαν, φαίνεται, καὶ ἐκλαμβάνονται ὡς προερχόμεναι ἐκ πνεύματος ἀντιδράσεως, καὶ οὐδόλως ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, ἡ δὲ κατάστασις αὕτη, ἐπιτεινομένη, ἔφερε τὴν ἀποτυχίαν τοῦ συστήματος, ἀπεύχομαι δὲ τὰ ἀποτελέσματα νὰ ἐπιβεβαιώσωσι τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Ἡ πλήρης καὶ τελεία τούτων ἐφαρμογὴ διεσκέδασε καὶ τὴν ὑστάτην ἐλπίδα τῶν μᾶλλον αἰσιοδόξων περὶ τῆς ἐπιτυχίας αὐτῶν. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν, Κύριοι, νὰ εὕρωσι συνήγορον τὰ μέτρα ταῦτα τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν δι’ αὐτῶν καταρτίζηται πεζικὸν καὶ ἐν μέρει πυροβολικὸν δι’ ἀνδρῶν ἐπὶ τρεῖς μῆνας μόνον ἀσκουμένων; ὅταν δι’ αὐτῶν καταρτίζωνται σώματα ἐθελοντῶν, ἤτοι τάγματα εὐζώνων, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο πρὸ μικροῦ ὡς τὸ ἐγκαύχημα τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὡς οἱ ἐπίλεκτοι, οὕτως εἰπεῖν, αὐτοῦ, δι’ ἀνδρῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγνώστου προελεύσεως; ὅταν παρεισάγωνται εἰς τὰ συντάγματα τοῦ πεζικοῦ ἄνδρες τῆς χωροφυλακῆς, οἵτινες οὐ μόνον παρακωλύουσι τὴν μόρφωσιν τῶν συνταγμμάτων τούτων, ἀλλὰ καὶ εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστοι διὰ τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ὡς καὶ ἄλλοτε ἀπέδειξα τοῦτο; καὶ βεβαίως εἰσὶν ἄχρηστοι, καθ’ ὃν τρόπον προορίζονται διὰ τὸ σῶμα τοῦτο. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἀφίνεται κατὰ τὸν χρόνον τῆς κατατάξεως τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς εἰς τοὺς διοικητὰς τῶν σωμάτων, οὐδέποτε θ’ ἀποστέλλωσιν οὗτοι εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἄνδρας ὑγιεῖς καὶ καταλλήλους· ὡς ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ἀποστέλλουσι συνήθως τοὺς καχεκτικοὺς καὶ τοὺς ἀγραμμάτους. Πῶς εἶναι δυνατὸν χωροφύλαξ, πολλάκις εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκτελέσῃ ἀστυνομικὰ ἢ ἀνακριτικὰ καθήκοντα, νὰ ἐκτελέσῃ τοιαῦτα, μὴ ἔχων τὴν πρὸς τοῦτο ἱκανότητα, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ τοιοῦτος νὰ προλάβῃ τὸ ἔγκλημα, ἢ τοὐλάχιστον ν’ ἀνακαλύψῃ αὐτὸ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν; Ἀλλὰ πλὴν τούτου οἱ ἄνδρες οὗτοι, ἀνήκοντες εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κληρωτῶν καὶ μέλλοντες μετ’ ὀλίγον νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, καὶ νὰ συμβιώσωσι μετὰ τῶν συμπολιτῶν των, οὐδόλως καταγίνονται, οὔτε φροντίζουσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε ἐπιθυμοῦσι νὰ δυσαρεστήσωσι τοὺς συμπολίτας αὐτῶν. Ἑπομένως δὲν εἶναι σῶμα χωροφυλακῆς αὐτὸ, ὅπως καταρτίζεται. Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον μορφοῦνται οὗτοι; τοὺς βλέπετε καθ’ ἑκάστην φρουροῦντας τὰς φυλακὰς, τὸ Βουλευτήριον, καὶ διεσκορπισμένους τῇδε κᾀκεῖσε πρὸς ἐκτέλεσιν τρεχούσης ὑπηρεσίας· ἢ μήπως ἐμορφώθησαν τοὐλάχιστον εἰς τὰ εἰδικὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς; Ἀπεσπάσθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐνωμοτάρχαι καὶ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλὰ δὲν ἐλήφθησαν οὗτοι κατὰ σειράν, ἢ τοὐλάχιστον ἐκ τῶν καταλληλοτέρων, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἠδύναντο, ἐλλείψει ἰσχυρῶν μέσων, νὰ διατηρηθῶσιν εἰς τὰς θέσεις των, διότι, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἐν τοῖς συντάγμασι δὲν εἶναι πολὺ εὐάρεστος εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, μεταξὺ δὲ τῶν ἀποσπασθέντων ἦσαν καὶ δύο, οἵτινες μετὰ δύο μῆνας, νομίζω, τεθήσονται αὐτεπαγγέλτως εἰς ἀποστρατείαν, διότι καταλαμβάνονται ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· τὸ κακὸν ἐκτείνεται καὶ περαιτέρω. Οἱ πλεῖστοι τούτων ἀνεκλήθησαν καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας κατεῖχον καὶ πρότερον, ἑπομένως παρέλυσεν ἐντελῶς ἡ ἐκπαίδευσις τῶν ἀνδρῶν τούτων. Ἐὰν ὅθεν δὲν ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ μορφώσεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, μὴ ἐλπίζετε ὅτι δύνασθε ν’ ἀποκτήσητε στρατόν· διότι, ἐὰν ἔχητε χωροφυλακὴν καὶ χωρίσητε ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τὰς ἀλλοτρίας εἰς τὸν προορισμὸν αὐτοῦ ὑπηρεσίας, τότε μόνον δύνασθε ν’ ἀποκτήσητε στρατὸν ἐνεργὸν ἀξιόμαχον. Ἀλλὰ πλὴν τῆς πλημμελείας τῆς διατάξεως ταύτης περὶ μορφώσεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι διατάξεις οὐσιώδεις, πλημμελῶς ἔχουσαι, αἵτινες καθίστανται ἐπιζήμιοι εἰς τὸν στρατὸν, αὗται δέ εἰσι αἱ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου περὶ ἀνακατατάξεως ὑπαξιωματικῶν. Ἐὰν συγκρίνωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν, τὸν ὁποῖον ὁρίζει ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ, πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαρχόντων ὑπαξιωματικῶν σήμερον, κατὰ τὴν κατάστασιν, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, τοῦ Ὑπουργείου, εὑρίσκομεν ὅτι ἐλλείπουσι περὶ τοὺς χιλίους ὑπαξιωματικοί. Ἐκ μόνου τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ ὁπλοστασίου, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ ἔχωσιν 610 ὑπαξιωματικούς, ἐλλείπουσι 229. Φαντασθῆτε, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ μορφωθῶσιν οἱ νεοσύλλεκτοι τοῦ πυροβολικοῦ διὰ τοῦ ἀπομένοντος ἀνεπαρκοῦς ἀριθμοῦ ὑπαξιωματικῶν. Ἡ ἀνάγκη, Κύριοι, τῆς ὑπάρξεως ὑπαξιωματικῶν ἐν τῷ στρατῷ, πολλάκις ὑπεδείχθη ἐντεῦθεν, καὶ πολλάκης ἐῤῥέθη, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε ὑπαξιωματικούς, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε στρατόν, διότι ἐν εἰρήνῃ μὲν ἔχομεν τοὺς ἀναγκαίους προγυμναστὰς, ἤτοι τοὺς διδασκάλους ἐκείνους, οἵτινες μορφόνουσι στρατιωτικῶς τοὺς ἄνδρας, καὶ ἐμπνέουσι πρὸς αὐτοὺς τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἀφοσίωσιν πρὸς τὸ καθῆκον αὐτῶν, ἐν ὥρᾳ δὲ πολέμου χρησιμεύουσιν οὗτοι ὡς ἀντιστηρίγματα τοῦ ἀνθρωπίνου τείχους, τὸ ὁποῖον σχηματίζεται ἐκ τῶν στρατιωτῶν καὶ καθ’ οὗ ἡ ἐπίθεσις τοῦ ἐχθροῦ· ὅσῳ δὲ τὸ ἀνθρώπινον τοῦτο τεῖχος εἶναι ἀσθενέστερον, ὅπως θὰ ἦναι τὸ ἐκ τῶν ἡμετέρων ἀνδρῶν σχηματισθησόμενον, ὡς ἐκ τῆς ἀτελοῦς αὐτῶν ἐκγυμνάσεως, τόσῳ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν πρέπει νὰ ἦναι μεγαλείτερος, καὶ τόσῳ οὗτοι δέον νὰ ὦσιν ἱκανώτεροι. Ἀλλὰ διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 85, 113, 114, 115 καὶ 116 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου δὲν δυνάμεθα νὰ διατηρήσωμεν τοὺς παλαιοὺς ὑπαξιωματικούς, διότι δυνάμει τῶν ἄρθρων τούτων παρέχεται μὲν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακατατάξεως, ἀλλ’ ὑποχρεοῦνται νὰ μεταβῶσιν εἰς ὑποχρεωτικὴν ἄδειαν μετὰ τῆς κλάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουσιν. Ἑπομένως ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, καὶ νὰ παρασχεθῇ μὲν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ νὰ μένῃ εἰς τὴν προαίρεσιν αὐτῶν, ἐὰν θέλωσιν ἢ οὔ, νὰ μεταβῶσιν εἰς ἄδειαν, διότι μεταβαίνοντες οὗτοι εἰς ἄδειαν, εὑρίσκουσιν ἀλλαχοῦ ἐργασίαν, παρέχουσαν αὐτοῖς ἀφθονώτερα τὰ πρὸς ζωάρκειαν μέσα, καὶ δὲν ἐπανέρχονται πλέον εἰς τὸν στρατόν, Φρονῶ δὲ, ὅτι ὀφείλομεν ἐφ’ ἅπαξ νὰ παρέχωμεν εἰς αὐτοὺς ποσόν τι χρηματικὸν 200 ἢ 300 δραχμῶν, ἀναλόγως τοῦ χρόνου τῆς ἀνακατατάξεως αὐτῶν, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτοὺς θὰ ἑλκύσῃ νὰ ἀνακατατάσσωνται, καὶ πολὺ δίκαιον εἶναι, διότι ἐκ τοῦ νόμου τοῦ στρατολογικοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν μέρει καὶ φορολογικὸς, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσεπράχθησαν περὶ τὰς 900,000 περίπου δραχμῶν ἐξ ἀντισηκωμάτων καὶ ἄλλων προστίμων τῶν καθυστερουμένων καὶ ἀπαλλασσομένων κληρωτῶν, ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου μέρος νὰ διαθέσωμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διατηρήσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν· διότι, ἐὰν δὲν πράξωμεν τοῦτο, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὑπαξιωματικούς· τοὐλάχιστον ἡ πεῖρα μέχρι τοῦδε ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου 117 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου χορηγουμένη αὐτοῖς μηνιαία χρηματικὴ ἀμοιβὴ εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὴς, καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν καὶ ἡμεῖς ἄλλοτε καὶ ἔχουσι καὶ ἄλλα Κράτη, τουτέστι νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς, ὡς εἶπον, ἐφ’ ἅπαξ χρηματικήν τινα ἀμοιβήν, πλὴν τῆς μηνιαίας τοιαύτης. Ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν εἶναι στρατὸς ἐφεδρείας, ἀλλὰ γνωρίζετε ἡ ἐφεδρεία ἡμῶν ἐκ τίνων ἀνδρῶν σύγκειται σήμερον; Σύγκειται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξ ἀνδρῶν ἐπὶ τρεῖς μῆνας ὑπηρετησάντων, ἐξ ἀνδρῶν ἀπηλλαγμένων, μηδόλως τουτέστιν ὑπηρετησάντων, καὶ ἐξ ἱκανοῦ ἀριθμοῦ τῶν βοηθητικῶν λεγομένων, οἵτινες ἀναντιῤῥήτως θὰ φέρωσιν ἐν ὥρᾳ ἐνεργείας βλάβην καὶ σύγχυσιν. Τί στρατὸς δύναται νὰ ἦναι οὗτος, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Τοῦτο μάλιστα κατανοήσαντες καλῶς οἱ Γάλλοι, περιέλαβον εἰς τὸν ἄρτι ψηφισθέντα στρατολογικὸν αὑτῶν νόμον διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ οἱ ἀπαλλασσόμενοι ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων ὀφείλουσι νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατὸν ἐπὶ ἓν ἔτος, ἀντὶ τῶν τριῶν, ἅτινα ὑπηρετοῦσιν οἱ λοιποί. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ τις — ἴσως ὁ συνάδελφος κ. Γεωργαντᾶς, ὅστις ἀνήκει εἰς τὸ ἱππικὸν. — ὅτι τοὐλάχιστον ἔχομεν ἱππικόν, διότι εἰς τοῦτο δὲν κατατάσσονται οἱ ἐπὶ τρίμηνον ὑπόχρεοι. Ἀνατρέχων εἰς τὸν ὑπ’ ὄψιν μου πίνακα, βλέπω ὅτι, ἐνῷ ἐν τοῖς τρισὶ συντάγμασι τοῦ ἱππικοῦ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι 1179 ἵπποι, ὑπάρχουσι μόνον 724, ἤτοι ἐλλείπουσι 455, ἑπομένως ἱππικὸν ἄνευ ἵππων δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἱππικὸν τοῦ πεζικοῦ. Κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ γυμνασθῇ, δὲν γνωρίζω· εἶδον ἐσχάτως ἐν τῷ πεδίῳ τοῦ Ἄρεως ἱππεῖς ἀσκουμένους πεζῇ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι μεγίστη ἀνάγκη εἶναι, ἡ Κυβέρνησις νὰ ποιήσηται προμήθειαν ἵππων, τοὐλάχιστον χάριν τῆς ἀσκήσεως τῶν συνταγμάτων τοῦ ἱππικοῦ. Μεταξὺ τῶν ὅρων, τῶν ἀποτελούντων πάντα ἀξιόμαχον στρατὸν, εἶναι βεβαίως καὶ ἡ πειθαρχία, ἡ ὁποία εἶναι ἄσχετος ἐν μέρει πρὸς τὰ νομοθετήματα· ἀλλὰ περὶ ταύτης δὲν θὰ ὁμιλήσω σήμερον, ποιήσας μακρὸν ἄλλοτε λόγον, καὶ ἐπιφυλασσόμενος, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν, ὅτι θὰ προκαλέσῃ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Ῥάλλης, διότι σχέσιν μεγάλην ἔχει τὸ ζήτημα τοῦτο πρὸς τὰ ἐν Λαρίσσῃ συμβάντα, περὶ ὧν ἐζήτησε χθὲς πληροφορίας ὁ κ. συνάδελφος. Ταῦτα περίπου, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράζω, εἶναι τὰ κυριώτερα σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐθεώρησα καθῆκόν μου, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, παραλείπων πολλὰς ἐλλείψεις, ἵνα μὴ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐντεῦθεν μετὰ μείζονος λεπτομερείας. Τούτων λοιπὸν οὕτως ἐχόντων, ἠδύνατό τις νὰ δώσῃ εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τοῦ στρατοῦ χαρακτηρισμὸν βαρύτατον, καὶ ὅσῳ καὶ ἂν θελήσῃ νὰ μετριάσῃ αὐτὸν, εἴτε χάριν τῆς ὑπολήψεως τοῦ στρατοῦ, εἴτε ἐξ ἐθνικῆς φιλοτιμίας, δὲν δύναται ἢ, συνδυάζων ταύτην πρὸς τὰ γνωστὰ τοῖς πᾶσι πρόσφατα γεγονότα, νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὴν ὡς ἀρχὴν ἀποσυνθέσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν παραβάλῃ τις μάλιστα τὴν κατάστατιν ταύτην πρὸς ἄλλην, οὐχὶ πολὺ ἀφ’ ἡμῶν μεμακρυσμένην, καθ’ ἣν μάλιστα ἐποχὴν οὔτε τόση περίσσεια μέσων ὑπῆρχεν, οὔτε τόσαι στρατιωτικαὶ σχολαὶ, ὅσαι σήμερον, οὔτε τόσοι ἀξιωματικοὶ μεμορφωμένοι δὲν πιστεύω νὰ μείνῃ πολὺ εὐχαριστημένος ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι, διὰ ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν ἀξιόμαχον, πρέπει νὰ δαπανήσωμεν πλείονα τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων· ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι διὰ δαπάνης ἐλάσσονος, μεταῤῥυθμιζομένων καταλλήλως τῶν στρατολογικῶν νόμων καὶ τῶν ἄλλων, τῶν διεπόντων τὰ τοῦ στρατοῦ, δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν στρατὸν, ὀλιγαριθμότερον μὲν εἰς ὁπλίτας, πάντως ὅμως ἀξιόμαχον. Καὶ τοιούτου στρατοῦ, νομίζω, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι γενικαὶ ἀνωμαλίαι ἐπίκεινται, καθ’ ἃς καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ εὑρεθῇ ἠναγκασμένη νὰ μετάσχῃ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ εἰς τὸ πλευρὸν ἑτέρων Δυνάμεων, εὐλόγως αἱ Δυνάμεις ἐκεῖναι θ’ ἀξιώσωσιν, ἵνα ὁ στρατὸς ἡμῶν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ὀλιγάριθμος, ᾖ ὠργανωμένος καὶ ἠσκημένος, ἐκ παραλλήλου πρὸς ἐκείνους, μεθ’ ὧν θέλει συμπράξει. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ στηρίζωμεν τὰς ἐλπίδας ἡμῶν ἐπὶ μόνην τὴν προστασίαν ἢ τὴν φιλίαν μιᾶς ἢ καὶ πολλῶν Δυνάμεων, οὐδ’ ἐπὶ τὸ δίκαιον τῶν αἰτημάτων ἡμῶν, ἀλλὰ πρωτίστως καὶ κυρίως ἐπὶ τὴν χρησιμότητα τοῦ στρατοῦ μας. Παρήλθον οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι, καθ’ οὓς ἡ Εὐρώπη ἐξεστράτευεν εἰς τὴν Ἀνατολὴν χάριν εὐγενοῦς τινος ἰδέας· σήμερον τὰ Κράτη ἀποβλέπουσι πρωτίστως εἰς τὰ ἑαυτῶν συμφέροντα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς, τοὐλάχιστον οἱ πλεῖστοι, ἐμφορούμενοι ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τῆς ἐθνικῆς αὑτῶν ἀνεξαρτησίας, ἀπετέλεσαν μικρὰ Κράτη, ἔνια τῶν ὁποίων διὰ τῆς στρατιωτικῆς αὐτῶν συντάξεως ταράττουσιν ἀπό τινος χρόνου τοὺς κύκλους τῶν ἐργαζομένων ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης, καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς νομίζω, ὅτι καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ὅστις νὰ δύναται καὶ εἰς αὐτὰ τὰ Κράτη καὶ εἰς τοὺς γείτονας ἡμῶν νὰ ἐμπνέῃ τὸν φόβον, εἰς δὲ τὰς Μεγάλας Δυνάμεις τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν δύναται ἡμέραν τινὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐπωφελῶς. Ἀλλὰ τίνα φόβον καὶ τίνα πεποίθησιν δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ ὁ στρατὸς ἡμῶν, ὅταν πρὸ ὀλίγου μόλις χρόνου δὲν ἠδυνήθημεν νὰ παρατάξωμεν ἐνώπιον τῶν ξένων οὐδ’ ὀλιγίστας χιλιάδας ἀνδρῶν, χάριν τοὐλάχιστον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν φιλοτιμίας, ἀλλ’ ἐπεσύραμεν τὸ εἰρωνικὸν ἐκείνων μειδίαμα; Καταστρέφων, Κύριοι, τὸν λόγον, δηλῶ ὅτι θὰ καταψηφίσω τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, οὐ μόνον διὰ τοὺς ὁποίους προανέφερα λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ κακοδαιμονία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἡ οἰκτρὰ κατάστασις, εἰς ἣν περιῆλθον τὰ πράγματα τῆς πολυπαθοῦς Κρήτης ἀφ’ ἑτέρου, μαρτυροῦσιν, ὅτι καὶ ἡ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ καὶ ἡ ἐξωτερικὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν συνάδουσι πρὸς τὰ ἀληθῆ τοῦ τόπου συμφέροντα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§38ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 40′ μ. μ.