1890.02.02
1,903 rows · 14,952 words · 40 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52
Τῆς 2 Φεβρουαρίου 1890.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δῆμος Ἀναγνωστόπουλος ἀναφέρει ὅτι, καίτοι πρὸ μηνὸς ἐφονεύθη ἐν τῷ Λυκείῳ Παπαγεωργίου ὁ μαθητὴς Λαμπρινόπουλος, ἐν τούτοις οὔτε ὁ φονεὺς συνελήφθη, οὔτε βούλευμα κατ’ αὐτοῦ ἐξεδόθη.
§2Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, στυγερὸν τῷ ὄντι ἔγκλημα διεπράχθη πρό τινος χρόνου, τὸ ὁποῖον κατετάραξεν ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν Ἀθηνῶν. Ὡς ἠκούσατε, ἔν τινι Ἐκπαιδευτηρίῳ ἐνταῦθα μαθητής τις αὐτοῦ ἐφόνευσεν ἀναιτίως ἕτερον μαθητὴν δι’ ἐγχειριδίου· ἐν τούτοις, καίτοι παρῆλθε πολὺς χρόνος, ὁ δράστης τοῦ ἐγκλήματος τούτου, οὐ μόνον δὲν συνελήφθη, οὔτε κατεδιώχθη, ἀλλὰ μένει ἀνενόχλητος, διερχόμενος τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν προχθὲς ἐφωράθη ὁ νέος οὗτος εἰς τὰς κεντρικωτέρας ὁδοὺς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, τὸ ἀντελήφθησαν συγγενεῖς τοῦ παθόντος, καὶ ἂν συνέβαινε νὰ συναντηθῶσι, θὰ εἴχομεν σήμερον δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ δράστης αὐτὸς μένει ἀνενόχλητος καὶ ἀκαταδίωκτος, διότι προστατεύεται παρ’ ἀνθρώπων, ἐχόντων σχέσεις πολιτικὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ ἐπιστήσω λοιπὸν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, τὴν Χωροφυλακὴν καὶ τὴν Ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία φαίνεται ἐξ ἀσχολιῶν ἄλλων δὲν θεωρεῖ, ὅτι μεταξὺ τῶν καθηκόντων, εἰς ἃ προωρίσθη, ἔχει καὶ τὸ καθῆκον νὰ συλλαμβάνῃ τοὺς ἐγκληματίας. Προχθὲς εἷς συγγενὴς τοῦ φονευθέντος μαθητοῦ εἰδοποίησε κλητῆρα καὶ ἀστυνόμον νὰ συλλάβῃ τὸν διερχόμενον ἐγκληματίαν, καὶ οὐδεμίαν ἀπόκρισιν ἔλαβε παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸν ὁρισμὸν νὰ καταδιώκωσι τοὺς κακούργους. Κατὰ τοῦ φονέως τούτου ἔχει ἐκδοθῆ βούλευμα, διότι τὸ ἔγκλημα ἐθεωρήθη, ὡς καὶ εἶναι, ἀναίρεσις ἀποδεδειγμένη, ὁμολογουμένη ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Καταστήματος καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδίους μαθητὰς, καὶ οὐδεμία εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ἀμφιβολία περὶ τούτου· μοὶ λέγουσι μάλιστα, ὅτι ὁ φονεὺς περιφέρεται καὶ ἔνοπλος καὶ ἀπειλεῖ πάντα συγγενῆ τοῦ φονευθέντος. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσι σύντονον πρόνοιαν περὶ τούτου, διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθω αὔριον ἢ μεθαύριον εἰς τὰ αὐτὰ, καὶ θεωρηθῶ ὅτι κωλυσιεργῶ.
§3ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέτω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μέτρον, πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ἂν τὸ Ἐκπαιδευτήριον ἐκεῖνο, εἰς ὃ ἔλαβε χώραν τὸ ἀπαίσιον ἔγκλημα, διατελῇ ὑπὸ ὅρους, ἐξασφαλίζοντας ἐφεξῆς τοὐλάχιστον τὴν ζωὴν τῶν ἐν αὐτῷ ἐκπαιδευομένων νέων. Εἶδον ἤδη εἴς τινα ἐφημερίδα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διέταξεν ἀνάκρισιν περὶ τούτου, ἥτις καὶ ἐπερατώθη. Θὰ τὸν παρακαλέσω λοιπὸν νὰ καταθέσῃ τὴν σχετικὴν περὶ τοῦ πορίσματος τῶν ἐξετάσεων ἔκθεσιν, διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ Ἐκπαιδευτήριον αὐτὸ, εἰς ὃ μαθητὴς δι’ ἐγχειριδίου φονεύει συμμαθητήν του. Ἠδύνατό τις μάλιστα νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι, μόλις ἐγένετο τὸ ἔγκλημα, ἔπρεπε τὸ Ἐκπαιδευτήριον ἐκεῖνο νὰ παύσῃ λειτουργοῦν, ἄνευ περαιτέρω ἐρεύνης. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἀφοῦ ἄλλως ἔκρινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂς σπεύσῃ τοὐλάχιστον νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ἅτινα περιέχουσι τὸ πόρισμα τῶν διοικητικῶν ἐξετάσεων.
§4ΣΑΚΚΗΣ. Θὰ προσθέσω δύο λέξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Λυκείου τούτου, τὸν κ. Παπαγεωργίου, διότι φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὁ κ. Παπαγεωργίου οὐδεμίαν ἠθικὴν εὐθύνην φέρει. Ὁ κ. Παπαγεωργίου, ὅπου καὶ ἂν διετέλεσεν ὡς Γυμνασιάρχης, ὑπῆρξε πάντοτε εἷς τῶν καλλιτέρων Γυμνασιαρχῶν· ἐπειδὴ δ’ ὑπῆρξα καὶ μαθητής του, καθῆκον εἶχον νὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισίν του, δικαίαν ἄλλως, καὶ καθόσον φρονῶ, ὅτι τὰ συμβάντα ἐν τῷ Ἐκπαιδευτηρίῳ, τῷ ὑπ’ αὐτοῦ διευθυνομένῳ, βεβαίως συνέβησαν ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ καὶ ἐκ τυχαίων ὅλως περιστατικῶν, ἅτινα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδωσιν οἱ διευθύνοντες τὰ τοῦ Λυκείου τούτου. Ἐὰν ὁ ἐγκληματήσας μαθητὴς πρὸ τοῦ ἐγκλήματος ἐδείκνυε τάσεις ἐγκληματικὰς, βεβαίως ὁ κ. Παπαγεωργίου ἤθελε φροντίσει νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ τοῦ Λυκείου του, διότι δὲν θὰ ἐπεθύμει νὰ παρασταθῇ τὸ Λύκειόν του εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι δὲν διοικεῖται καὶ ἐπιτηρεῖται ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἰδιωτικὰ ἐκπαιδευτήρια. Κατ’ ἄλλην γνώμην, τὸ Λύκειον τοῦτο εἶναι ἓν τῶν καλλιτέρων καὶ χαίρει καλὴν ὑπόληψιν καὶ εἰς τὸν ἔσω καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν μὴ καταδίωξιν τοῦ φονέως, καὶ ἐγὼ θὰ προσθέσω τὸ ἑξῆς. Διατὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, νὰ προβαίνωσιν εἰς πιέσεις, καὶ ἐγκλήματα ἐνίοτε, τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ὀφείλομεν νὰ ῥηγνύωμεν κραυγὴν διαμαρτυρίας διὰ πᾶσαν διάπραξιν ἐγκλήματος παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ἐξουσίας, ἀνεχόμεθα, ἀποβλέποντες εἰς τὸν σκοπὸν αὐτῶν, δηλαδὴ τοῦ νὰ ἐκλείψωσι τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα τοῦ τόπου, διατὶ, λέγω, εἰς τὰς Ἀθήνας δὲν προβαίνουσι εἰς τοιαύτας παραβάσεις, προκειμένου περὶ ἑνὸς ἐγκληματίου, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς δραστηρίαν καὶ νόμιμον ἐνέργειαν πρὸς σύλληψιν αὐτοῦ; Πόσας πιέσεις καὶ πόσας βασάνους ἀκόμη θὰ ὑφίσταντο ἀγρόται τινὲς τῶν ἐπαρχιῶν, ἐὰν κατεδιώκετο δι’ ἔγκλημά τι συγγενής τις ἢ οἰκεῖος αὐτῶν! ἀλλ’ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ οὐ μόνον οὐδὲν τοιοῦτον συμβαίνει, ἀλλ’ ἴσως αὐτοὶ οἱ ἁρμόδιοι θὰ ὦσι καὶ οἱ προστάται τοῦ ἐγκληματίου, ἂν οὗτος τυγχάνῃ χρήσιμος εἰς τὸ κόμμα, ἡ δὲ Κυβέρνησις θ’ ἀνέχηται ὅλα ταῦτα, ἵνα μὴ παραβλάψῃ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῶν προστατῶν τῶν ἐγκληματιῶν τούτων. Νομίζω, ὅτι οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δὲν εἶναι Παρίαι, εἶναι καὶ αὐτοὶ πολῖται Ἕλληνες, πληρόνοντες φόρους καὶ ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, ἔχοντες ὡς ἐκ τούτου δικαίωμα νὰ ἀπολαύωσι τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς καλῆς διοικήσεως, ὡς πάντες οἱ Ἕλληνες. Ἐὰν δ’ ἐξακολουθῇ συμβαῖνον οὕτως, ὥστε οἱ νόμοι νὰ λειτουργῶσι μόνον διὰ προνομιούχους τινὰς πόλεις, τὰ δὲ χωρία καὶ οἱ ἀγροὶ νὰ ὦσι κτῆμα τοῦ τυχόντος χωροφύλακος ἢ κλητῆρος, βεβαίως οἱ δυνάμενοι νὰ πλησιάζωσι τοὺς ἐν τοῖς χωρίοις ἢ ἀγροῖς βιοῦντας ὀφείλουσι ν’ ἀποδείξωσιν αὐτοῖς, τί ἔπραξαν ἄλλοι λαοὶ, ὅταν εἶδον ἑαυτοὺς ἀδικουμένους.
§5ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ συγγενεῖς τοῦ φονευθέντος προσελθόντες ὑπέβαλον παράπονα, καὶ ἕνεκα τῆς μὴ καταδιώξεως τοῦ νέου, ὁ ὁποῖος ἐγένετο παραίτιος τοῦ δυστυχήματος, καὶ ἕνεκα τῆς μὴ λήψεως μέτρων, καθόσον ἀφορᾷ τὸ Λύκειον, εἰς ὃ ἐσπούδαζεν ὁ φονευθείς· ἀλλὰ περὶ ἀμφοτέρων τούτων ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκφέρω γνώμην ὅταν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ φέρωσι τὰς πληροφορίας καὶ περὶ τῶν αἰτίων τῆς μὴ καταδιώξεως καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς διοικητικῆς ἀνακρίσεως σχετικῶς μὲ τὸ περὶ οὗ πρόκειται Λύκειον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ τοῦ Δήμου Ἀναγνωστοπούλου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Διάφοροι Τήνιοι διὰ τηλεγραφήματός των παραπονοῦνται, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τῆς μειοψηφίας, ἀπεφάσισε νὰ δωρηθῶσι τῷ ἐνοικιαστῇ τῆς περυσινῆς χρήσεως δραχμαὶ δύο χιλιάδες. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§7ΚΟΡΠΑΣ. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι Βουλευταὶ, ἐν γενικῇ τινι συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ μισθοδοσία ἐν γένει τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὴς, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν σχετίζεται στενότατα πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ἴσως καὶ ἄλλων, ἑπομένως νομίζω, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος καιρὸς νὰ ποιήσωμαι γενικῶς λόγον, οὔτε ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ τοῦτο. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἴσως σήμερον, ἢ αὔριον, ἢ μεθαύριον, θὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καταφαίνεται ἡ μισθοδοσία πάντων τῶν βαθμοφόρων· ἐὰν ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐν τῇ μισθοδοσίᾳ ἐκείνῃ, θὰ ἴδητε μεταξὺ τῶν ἄλλων διαφορὰν τινα, λίαν οὐσιώδη, ὑπάρχουσαν μεταξὺ ὁμοιοβάθμων. Οἱ ὑπολοχαγοὶ καὶ ἀνθυπολοχαγοὶ τοῦ πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ λαμβάνουσι μισθὸν ἐλάσσονα τῶν ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν τῶν ἄλλων σωμάτων· τοῦτο δὲ συμβαίνει ἕνεκα τοῦ ἑξῆς λόγου. Ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν ἐκανονίσθη διὰ νόμου κατὰ τὸ 1833. Ἐκ τῆς ἐποχῆς τοῦ κανονισμοῦ τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν πᾶς τις δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ποῖαι ἦσαν αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ποῖαι αἱ ὑποχρεώσεις τῶν ἀξιωματικῶν πρός τε τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν θέσιν αὐτῶν, καὶ ποῖαι εἶναι σήμερον. Ἡ δὲ μισθοδοσία αὕτη διαιρεῖται εἰς δύο, διαιρεῖται εἰς ἀποδοχὰς ἐνεργείας καὶ εἰς ἀποζημιώσεις· αἱ ἀποζημιώσεις ὑποδιαιροῦνται εἰς ἀποζημίωσιν ἐνοικίου, εἰς ἀποζημίωσιν ἵππου, διδακτικῶν βιβλίων καὶ εἰς ἐπιμίσθιον. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἀποζημίωσις τῶν διδακτικῶν βιβλίων ἀφῃρέθη ἀπὸ τῶν ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν τοῦ πεζικοῦ, ἀπὸ τῶν ἐπιλάρχων καὶ ἀνθυπιλάρχων τοῦ ἱππικοῦ, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, φαίνεται, ἐπειδὴ ἐξήρχοντο μόνον ἐκ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς ἀξιωματικοὶ μεμορφωμένοι, ἐθεώρησαν ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ ἀγοράζωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ βιβλία· σήμερον ὅμως τὰ πράγματα ἔχουσι πολὺ διαφορετικά, διότι καὶ Σχολὴν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔχομεν, ἥτις καὶ λαμπρὰ ἐνεργεῖ, καὶ οἱ λοιποὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ, οἱ ἐξ ὑπαξιωματικῶν προαγόμενοι, καὶ φιλοτιμίαν καὶ θέλησιν καὶ ἐπιθυμίαν ἔχουσι νὰ μορφωθῶσι, καὶ καταγίνονται, καὶ ἀνάγκην ἔχουσι μεγίστην χρημάτων, διὰ ν’ ἀγοράσωσι διδακτικὰ βιβλία. Ἀλλὰ πῶς θὰ τὰ ἀγοράσωσι διὰ τῆς γλίσχρου μισθοδοσίας αὐτῶν, τῶν 160 ἢ 140 δραχμῶν; Ἰδοὺ, Κύριοι, σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐν χερσὶ, καὶ τὸ ὁποῖον ἐνδεικνύει τὴν διαφορὰν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς μισθοδοσίας τῶν περὶ ὧν πρόκειται ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν καὶ τῆς τῶν ὁμοιοβάθμων αὐτῶν ἐν τοῖς λοιποῖς σώμασι τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὸ σημείωμα τοῦτο, ἡ διαφορὰ εἶναι ἐκ δραχμῶν 20. Θέλω λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἰδικῶς, καὶ νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸν νόμον περὶ μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς τρόπον ὥστε καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι νὰ λαμβάνωσι τὰς 20 δραχμάς, τῶν ὁποίων σήμερον στεροῦνται, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον, Κύριοι, νὰ στερῶνται τούτων, διότι, ἐπαναλέγω, οἱ μὲν ἐξερχόμενοι τῆς Σχολῆς τοῦ Πεζικοῦ ἔχουσι βεβαίως ἀνάγκην διδακτικῶν βιβλίων, ὅπως ἔχουσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, οἱ δὲ μὴ ἐξερχόμενοι ἐκ τῆς Σχολῆς ἔχουσι τὴν φιλοτιμίαν νὰ καταγίνωσι, καὶ δὲν δύνανται ἢ νὰ καταγίνωσι σήμερον, ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, ἡ στρατιωτικὴ τέχνη ἀνῆλθεν εἰς ἐπιστήμην καὶ προήχθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καὶ ἀνάγκη εἶναι νὰ καταγίνωσι καὶ ἐκεῖνοι. Αὔριον θὰ λάβωσι χώραν γενικὰ γυμνάσια, ὡς βλέπομεν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ἐκεῖ θὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ κανόνες τῆς τακτικῆς· πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, οἱ μὴ ἐξελθόντες ἐκ τῆς Σχολῆς, νὰ μελετήσωσιν, ἵνα κατασταθῶσιν ἀντάξιοι τοῦ βαθμοῦ των; Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἀρχηγὸς, ὅστις δὲν θὰ προτείνῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ μὴ ἀνταποκρινομένου εἰς τὰς σημερινὰς ἀπαιτήσεις τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης ἀξιωματικοῦ; Καὶ αὐτὸ λοιπὸν τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτεῖ τοῦτο. Ἠδυνάμην νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ τούτου ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ γνωρίζετε πάντες, ὅτι ὅσα λέγονται ἐν τῇ γενικῇ ἐκείνῃ συζητήσει, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω βεβαίως, ὅτι ἐκλαμβάνονται ὡς ἔπεα πτερόεντα, ἀλλὰ δὲν λαμβάνονται ὅμως καὶ ὑπ’ ὄψει· διὰ τοῦτο εἰδικώτερον ἐπεθύμησα νὰ ποιήσωμαι λόγον περὶ τούτου σήμερον καὶ θερμότερον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ σπουδαίαν πρόνοιαν περὶ τῆς διαφορᾶς ταύτης καὶ νὰ μεριμνήσῃ, ὡς οἷόν τε τάχιον, ὅπως καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι λαμβάνωσι τὴν ἀποζημίωσιν τῶν 20 δραχμῶν. Δὲν ἀνήκω εἰς τὸ σῶμα ἐκεῖνο, οὐδὲν ἔχω συμφέρον, ἀλλ’ ἀκούω καθ’ ἑκάστην παράπονα περὶ τούτου, ἅτινα εὑρίσκω δεδικαιολογημένα. Ἄλλως τε, Κύριοι, καὶ αὐτὴ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ σώματος τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν αὐτῶν ἀπαιτεῖ, ἵνα οἱ ἀξιωματικοὶ ὦσιν οὐ μόνον, ὡς εἶπον, ἱκανοὶ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχωσι περιβολὴν ἀξιοπρεπῆ, καὶ νὰ διάγωσιν ἀξιοπρεπῶς. Ἀφοῦ μάλιστα ἐνταῦθα δὲν ἐλήφθη πρόνοια, οἵα ἐλήφθη ἀλλαχοῦ, νὰ προμηθεύῃ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ τὴν στολὴν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὰ ἄλλα εἴδη τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ τῆς ἀποσκευῆς, τοὐλάχιστον ἂς δώσωμεν πρὸς αὐτοὺς τὰς 20 δραχμὰς, τῶν ὁποίων σήμερον στεροῦνται. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ταχεῖαν πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ.
§8ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀνάγονται εἰς τὰ ἐν γένει παράπονα ἐπὶ ζητήματος, τοῦ ὁποίου βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρήσῃ τις ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε δύναται νὰ ἐπαναπαύσῃ τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς· ἀκριβῶς δὲ, διότι καὶ ἐγὼ ἔχω τὰς αὐτὰς ἰδέας μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ δὲν πρέπει νὰ συγχωνευθῇ εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ εἰδικὴ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ· καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ σκοπῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν παραπόνων τοῦ στρατοῦ, ἔχω δὲ ἀνάγκην πρὸς τοῦτο εἰδικῶν ἐγγράφων, νὰ καταθέσῃ τὰ ἑξῆς ἔγγραφα: αʹ) Τὴν διαταγὴν πρὸς τὸ ἐν Λαρίσῃ Ἀρχηγεῖον, ὅπως ὑποβάλῃ τὰ παράπονα τοῦ ἐκεῖ στρατοῦ. βʹ) Τὴν διαταγὴν τῆς ἡμέρας τοῦ αὐτοῦ Ἀρχηγείου, δι’ ἧς διατάσσονται οἱ μετατεθέντες παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀξιωματικοὶ νὰ μὴ ἀναχωρήσωσιν ἐκ Λαρίσσης. γʹ) Τὴν διαταγὴν τοῦ αὐτοῦ Ἀρχηγείου, δι’ ἧς ἀνηγγέλλετο ἡ ἀνάκλησις τῶν μεταθέσεων. δʹ) Πίνακα τῶν μετατεθέντων ἐκ Λαρίσσης ἀξιωματικῶν. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν εὐαρεστηθῆ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα καὶ ζητούμενα ἔγγραφα, τότε ἐπὶ τῇ βάσει ἰδίων μου πληροφοριῶν σκοπῶ τὴν προσεχῆ Δευτέραν νὰ ἄρξωμαι τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ἐπίσης ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ: αʹ) τὴν ὑπ’ ἀριθ. 17,093 τῆς 5 Δεκεμβρίου π. ἔ. ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πρὸς τὸν Δήμαρχον Σαλαμινίων· βʹ) τὴν ὑπ’ ἀριθ. 17,786 τῆς 12 Δεκεμβρίου π. ἔ. διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν αὐτὸν Νομάρχην. γʹ) Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 17,498 τῆς 18 Δεκεμβρίου π. ἔ. ἔγγραφον τοῦ αὐτοῦ Νομάρχου πρὸς τὸν Δήμαρχον Σαλαμῖνος. Σκοπῶ ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς λειτουργίας τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ ἐπὶ τῶν ὅλως παρανόμων πράξεων τοῦ τε Νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§9ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἐτῶν, κύριε Πρόεδρε, καὶ διάφοροι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὀφείλει νὰ λάβῃ τάχιστα πρόνοιαν περὶ ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τὸ ὀροπέδιον τῆς Τεγέας καὶ Μαντινείας, διότι αἱ λίμναι αὗται, κατακλύζουσαι μεγάλην ἔκτασιν γῆς, οὐ μόνον τὴν παραγωγὴν παραβλάπτουσιν οὐσιωδῶς, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑγείαν τῶν πέριξ οἰκούντων κατοίκων. Τὴν ἀξίωσιν ἡμῶν ἐθεωρήσαμεν ἔτι μᾶλλον δεδικαιολογημένην, ἀφότου ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πρόνοιαν διὰ μεγάλων θυσιῶν νὰ προκαλέσῃ ὁμοίας ἐργασίας εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους, περὶ τῶν ὁποίων φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε κατὰ πρῶτον λόγον, ἀλλὰ κατὰ δεύτερον λόγον νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀείποτε ἐδείχθησαν πρόθυμοι εἰς παραδοχὴν τῆς ἀξιώσεως ταύτης, καὶ ὑπεσχέθησαν μάλιστα ἐπανειλημμένως νὰ λάβωσι πρόνοιαν περὶ ἀποστολῆς καταλλήλων ἀνθρώπων πρὸς μελέτην τοῦ ἔργου, πρὸς διαγραφὴν σχεδιαγραμμάτων καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀκόμη κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης Συνόδου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ ἐβεβαίου, ὅτι τάχιστα θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐργασιῶν, καὶ ὅμως, Κύριοι, μέχρι τοῦδε οὐδὲν ὁριστικὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀντικειμένου ἐγένετο· ἑπομένως εὑρίσκομαι καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις· ἐγένετο ἡ μελέτη; ἐλήφθη ὁριστική τις ἀπόφασις; Διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ἐπὶ προφάσεσι νὰ ἀναβάλληται ἐπ’ ἄπειρον ἡ ἐκτέλεσις ἔργων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε κατὰ προτίμησιν παντὸς ἄλλου νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχον καὶ ἐγὼ παρακαλέσει ἄλλοτε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ λεκανοπεδίου τοῦ δήμου Ἄριος. Τὸν εἶχον παρακαλέσει ἐπίσης καὶ περὶ τῆς Βίγλας λεγομένης, ὅπως διατάξῃ νὰ κτισθῇ μία μάνδρα. Περὶ τοῦ τελευταίου τούτου ἐγένετο καὶ προϋπολογισμὸς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχεν ἀποστείλει μηχανικὸν, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε τὴν θέσιν καὶ ὑπέβαλε καὶ σχεδιάγραμμα πρὸ δύο καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν, μέχρι σήμερον ὅμως ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὰς καταστροφάς της καὶ κατὰ τοῦτον τὸν χειμῶνα· ἐνῷ τότε μοὶ ὑπεσχέθη, ὅτι ἤθελε διατάξει νὰ κτισθῇ ἡ μάνδρα, δὲν βλέπω μέχρι σήμερον τίποτε νὰ πραγματοποιῆται, καὶ τοιουτοτρόπως καὶ τὴν ὑπόσχεσίν του, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης ἔδωκεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλησμόνησε, καὶ εἰς τὸν τόπον γίνονται καταστροφαὶ κατὰ πάντα χειμῶνα σπουδαῖαι· ἀλλὰ καὶ τὸ θέρος δὲν ὑποφέρει ὀλίγον ὁ τόπος, διότι τὰ μιάσματα, τὰ ἐκ τῶν ἑλῶν ἐκείνων ἀναπτυσσόμενα, προσβάλλουσι τὴν ὑγείαν τῶν πολιτῶν, τοὺς κρατοῦσι κλινήρεις καθ’ ὅλον τὸ θέρος, μένει δὲ οὕτω ὅλον τὸ λεκανοπέδιον ἐκεῖνο ἀκαλλιέργητον, καὶ τοιουτοτρόπως ζημιοῦται καὶ τὸ Δημόσιον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ὑπόσχεσίν του, καὶ νὰ μὴ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ ἐπανέλθω, στιγματίζων τὴν ἀμέλειάν του. Ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελεν ἔχει περισσοτέραν εὐλάβειαν εἰς τὸν λόγον του, καὶ ἀγάπην καὶ ἐπιθυμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἄλλως τε, προκειμένου περὶ τοιούτων ἔργων, ἂς συλλογισθῇ, ὅτι καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα προσβάλλονται, καὶ ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ, εἶναι φορολογούμενοι, ἀποτίνοντες βαρεῖς φόρους, τῶν ὁποίων εἷς ἐκ τῶν σκοπῶν εἶναι καὶ ἡ ἐκτέλεσις ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου τοιούτων κοινωφελῶν ἔργων. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει δώσει ἀπάντησιν εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβῃ, καθόσον, ἐὰν πιστῶς εἰργάσθησαν οἱ μηχανικοὶ ἐκεῖ, τὰ περὶ τούτου σχεδιαγράμματα καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ θὰ ὦσιν ἕτοιμα.
§11ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πληροφοροῦμαι ὅτι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐστάλη ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Πύλου, παραπονουμένων κατὰ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ ἡμίσεως σχεδὸν τῆς πλατείας τῆς πόλεως ἐκείνης, τῆς μοναδικῆς ἐν τῇ πόλει. Οἱ κάτοικοι εὐλόγως ἀνησυχοῦσι περὶ τούτου, διότι, ἐὰν πραγματοποιηθῇ ἡ ἐνοικίασις αὕτη, θέλει σπουδαίως παραβλαφθῇ ἡ πόλις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τί συμβαίνει, καὶ, ἂν πρόκηται περὶ ἐνοικιάσεως, νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ἡ ἰδιοκτησία τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῆς πλατείας τῆς πόλεως καὶ ἐν γένει τὰ σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§12ΣΑΚΚΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου καὶ συναδέλφου μου, διότι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀρκεῖ νὰ παρουσιάζωνται οἱοιδήποτε πόροι πρὸς πλουτισμὸν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀδιάφορον ἂν ὦσι νόμιμοι ἢ παραβλάπτωνται συμφέροντα τρίτων, καὶ χωρὶς μάλιστα νὰ ἔχῃ οὐδὲν δικαίωμα πρὸς τοῦτο. Οὕτω δὲ συνέβη καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐνοικίασιν τῆς ἀκτῆς τῆς πλατείας Πύλου· ἐδόθη ἀναφορὰ παρά τινος, θέλοντος νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐκ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δι’ ἧς ἐζήτει νὰ ἐνοικιάσῃ τὴν ἀκτὴν τῆς πλατείας Πύλου, ἥτις εἶναι τὸ μόνον κέντρον καὶ ἡ μόνη θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ συγκεντρῶνται οἱ κάτοικοι Πύλου, καὶ ἡ μόνη τέρψις αὐτῶν, ὡς ἐκ τῆς πρὸς τὸν λιμένα θέσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, χάριν ἑνὸς κερδοσκόπου, ζητεῖ νὰ στερήσῃ τοὺς κατοίκους Πύλου καὶ τῆς μόνης αὐτῶν ἀπολαυῆς, καὶ νὰ παραβλάψῃ καὶ αὐτὴν τὴν ὑγείαν αὐτῶν, διότι ἐπιτρέψας τὴν ἐνοικίασιν τῆς μικρᾶς παραλίας τῆς πλατείας ταύτης, πλὴν τῶν ἀνωτέρω, ἐμποδίζει οὕτω καὶ τὴν ἐπὶ ταύτης ἀποβίβασιν τῶν ἐμπορευμάτων καὶ ἐπιβατῶν, οὐδενὸς ἄλλου μέρους τῆς πόλεως ὄντος προσιτοῦ εἰς τοιαύτην ἐργασίαν. Εἶναι δὲ ἐπικριτέα καὶ κατὰ τοῦτο ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι, ἐνῷ δι’ ἁδρῶν δαπανῶν προσπαθοῦσιν εἰς τόσας ἄλλας πόλεις νὰ ἔχωσι πλατείας ὁδοὺς καὶ τόσα ἄλλα δημόσια ἔργα, ἐν Πύλῳ, ἔνθα στερούμεθα καὶ ὁδῶν καὶ παντὸς ἄλλου δημοσίου ἔργου, ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ μᾶς στερήσῃ καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ξένοι εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ κατασκευάσωσιν ἐκεῖ· διότι τὴν εἰρημένην πλατεῖαν εἶχον κατασκευάσει οἱ Γάλλοι. Ἐν Πύλῳ εὑρισκόμενος κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ σκανδάλου τούτου καὶ ἰδὼν τὸ γενόμενον, λαβὼν δὲ καὶ ἐντολὴν παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου Πυλίων, εὐθὺς ὡς ἦλθον εἰς Ἀθήνας, ὤφειλον, ὡς ἀντιπρόσωπος ἰδίως τῆς Πύλου, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τὴν ἄδικον ταύτην πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους ἐκ Πυλίας νὰ ὑψώσωσι φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ τῆς τόσον ἀδίκου, ὅσον καὶ ἐκθέσμου ταύτης ἐνεργείας τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, καθόσον μάλιστα καὶ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ Πύλου ἔχει σκοπὸν νὰ παρεμποδίσῃ τὴν τέλεσιν τοιούτου πραξικοπήματος, ποιοῦσα χρῆσιν δικαιώματός της, ὑπὸ τῶν νόμων τοῦ Κράτους χορηγουμένου αὐτῇ, καὶ οἱ πολῖται αὐτοὶ θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ ποιήσωσι χρῆσιν δικαιώματος, παρεχομένου εἰς πάντα ἀδικούμενον πολίτην Κράτους, εἰς ὃ νόμοι δὲν λειτουργοῦσι.
§13ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλα. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἐζήτησα πληροφορίας μόνον, ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωνται ἀληθείας· διότι τὸ πρᾶγμα καταντᾷ ἀπίστευτον. Περιμένω δὲ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§14Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Συνεχίζων τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν μου περὶ τῶν βανδαλισμῶν τῶν ἐν Λακωνίᾳ στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, λέγω, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μίνας, ἐξερεθισθέντες ἐκ τῶν παρεκτροπῶν τῶν ἐκ Στενημάχου εὐζώνων, ἐπολιόρκησαν αὐτοὺς καὶ τοὺς ἀφώπλισαν, Ταῦτα, γενόμενα γνωστὰ εἰς τὸν γείτονα δῆμον Μέσης, ἐνέβαλον τοὺς κατοίκους εἰς ἀνησυχίαν καὶ τοὺς ἠνάγκασαν νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα, ὅπως ἀμυνθῶσι κατὰ τῶν ἀρχῶν ἐκείνων. Ἡ Κυβέρνησις, μαθοῦσα τὰ γεγονότα, ἀπέστειλεν ἐπὶ τόπου τὸν ἀντεισαγγελέα Καλαμῶν κ. Χαλικιόπουλον· ἐκεῖ μετέβην καὶ ἐγὼ, καὶ παρακληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Ἀντεισαγγελέως, συνειργάσθην μετ’ αὐτοῦ καὶ καθησυχάσαμεν τὸν λαὸν, οἱ δὲ στρατιῶται περιωρίσθησαν εἴς τινα παρακειμένην Μονήν. Ἔχω δὲ καὶ ἐπιστολὴν τοῦ Δημάρχου Μέσης, ἐπικυροῦσαν τὰς ἀφηγήσεις μου. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν.) Τὴν ἐπιοῦσαν τῇ ἐπιμονῇ τοῦ διευθύνοντος τὸ ἀπόσπασμα ἀξιωματικοῦ, ἀπεστάλησαν 15 ἐκ τῶν χωρικῶν τῆς Μίνας εἰς Καλάμας, ὅπου ἀδίκως ἐφυλακίσθησαν, καθόσον ἠμύνθησαν ὑπὲρ τῆς ζωῆς, τιμῆς καὶ περιουσίας των. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ στέλλῃ μὲν ἀποσπάσματα εἰς Λακωνίαν, πρὸς καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων, ἀλλ’ ὄχι ἐκ στρατιωτῶν καταγομένων ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, οἵτινες νομίζουν, ὅτι πρέπει νὰ ἀνταποδώσουν ἐδῶ ὅσα χθὲς καὶ σήμερον ἔτι ὑποφέρουσιν ἐκ τῶν Βουλγάρων καὶ Τούρκων. Οἱ καταλληλότεροι στρατιῶται εἶναι οἱ ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ὡς γνωρίζοντες τὸν τόπον. Παρακαλῶ ὡσαύτως νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ βουλεύματος τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου Καλαμῶν περὶ τῶν κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς χωρικῶν τῆς Μίνας, διότι εἶναι ἔγκλημα νὰ μένωσιν ἀδίκως φυλακισμένοι τόσοι οἰκογενειάρχαι.
§15Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἰδοποιήθη τηλεγραφικῶς περὶ τῶν λαβόντων χώραν ἐκεῖ, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ληφθέντα μέτρα.
§16Ξ. ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶμαι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου. Κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα δὲν μετέβην ἐκεῖ, ἀλλ’ ἔλαβον θετικὰς πληροφορίας περὶ τοῦ τί ἐκεῖ συνέβη. Ἀπόσπασμα ἐκ Καλαμῶν μετέβη εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου, διευθυνόμενον ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ Μοσχοβίτου, διῆλθε τοὺς πέντε δήμους, πρῶτον τὸν δῆμον Ἀβίας, δεύτερον τὸν δῆμον Καρδαμύλης, τρίτον τὸν δῆμον Λεύκτρου, καὶ κατέληξαν εἰς τὸν δῆμον Οἰτύλου. Εἰς τοὺς τρεῖς πρώτους δήμους ἀρκετοὶ φυγόδικοι ὑπῆρχον· ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος καὶ τὸ ἀπόσπασμα οὐδεμίαν πίεσιν ἔκαμον, παρουσιάσθησαν πάντες οἱ ὑπόδικοι καὶ φυγόδικοι, ὁ ἀξιωματικὸς ἐχορήγησε καὶ ἀδείας πρὸς αὐτοὺς 5 καὶ 10 ἡμερῶν, κατόπιν δὲ προσῆλθον πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα. Οὐδὲν παράπονον εἶχεν ὁ τόπος, εὐγνωμόνως μάλιστα ἐδέχθη τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου. Τὸ ἀπόσπασμα κατόπιν μετέβη εἰς Ἀρεούπολιν, ἐκεῖ δὲ ὁ ἀξιωματικὸς ἀπέστειλε 19 στρατιώτας, ἐπὶ κεφαλῆς ἔχοντας ὑπαξιωματικὸν, εἰς τὸ χωρίον Μίνα, ὅπου διῃτῶντο φυγόδικοι. Ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐκεῖνος, ὁμολογῶ, ἔκαμε κακὴν χρῆσιν τῆς ἀποστολῆς του, διότι, μεταβὰς εἰς τὸ χωρίον Μίνα, δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων, ἀλλ’ ἠθέλησε καὶ νὰ πιέσῃ τοὺς συγγενεῖς των, καὶ ἐκακοποίησέ τινας. Οἱ κάτοικοι ἀντέστησαν, καὶ ἰδίως αἱ γυναῖκες, ἠνοίχθη μεταξὺ τοῦ ἀποσπάσματος καὶ τῶν κατοίκων πόλεμος διὰ πετρῶν, ἀλλ’ οὐδένα ἀπέκτειναν. Πληροφορηθεὶς ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος περιώδευεν εἰς τὴν Ἀρεούπολιν, μετέβη ἀμέσως εἰς τὴν Μίναν, συνέλαβέ τινας ἐκ τῶν κατοίκων καὶ τοὺς ἀπέστειλεν εἰς τὰς Καλάμας, ἀλλ’ αὐτοὶ ἀπελύθησαν ἀπὸ τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν, ὅτι ὁμολογουμένως εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀμυνθῶσι κατὰ τοῦ ἀποσπάσματος, διέταξε δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ τιμωρηθῇ αὐστηρῶς ὁ παρεκτραπεὶς ὑπαξιωματικός. Τίποτε περισσότερον δὲν ἐγένετο. Εἰς τὸν δῆμον Μέσης δὲν ἔπραξαν τίποτε. Οὐχ ἧττον τὸ ἀπόσπασμα ἔφερεν ἐντελῆ τάξιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, καὶ ὁ τόπος, τὸν ὁποῖον ἐλυμαίνοντο οἱ φυγόδικοι, ἠλευθερώθη· μόνον τὸ ἄτοπον ἐγένετο παρὰ τοῦ δεκανέως ἐκείνου εἰς τὴν Μίναν, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὗτος αὐστηρῶς ἐτιμωρήθη, οἱ δὲ ἀποσταλέντες εἰς τὰς φυλακὰς Καλαμῶν ἀπελύθησαν. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα.
§17Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀληθῶς ὁ ἀξιωματικὸς κύριος Μοσχοβίτης δὲν ἦτο παρών. Γνωρίζω τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν, εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων, καὶ δὲν ἔχω ἀφορμὴν ἐναντίον του, οὔτε εἶμαι κατὰ τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, τὰ ὁποῖα θεωρῶ χρησιμώτατα, ἀλλ’ εἶπον ὅτι οἱ Στενημαχῖται εὔζωνοι πρέπει ν’ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἑτέρων, διότι δὲν γνωρίζουσι τὸν τόπον, καθόσον ἠκούσατε τί συνέβη. Εἰς τὸν δῆμον Μέσης δὲν ἔπραξάν τι, διότι, ἂν ἤθελον ἀποπειραθῆ τι, ὁ τόπος δὲν ἤθελε τοῖς τὸ ἐπιτρέψει, διότι ἐννοεῖ νὰ ἦναι φιλόνομος, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα ἔμαθε νὰ σέβηται κάλλιον τῶν στρατιωτῶν ἐκείνων. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἀπελύθησαν οἱ κρατηθέντες εἰς τὰς φυλακὰς Καλαμῶν. Ἐὰν ἀπελύθησαν, εἶναι εὐχάριστον· ἐὰν δὲν ἀπελύθησαν, ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου, ὅπως μεριμνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῶν ἀδίκως κρατουμένων.
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων συνεδριάσεων εἶχον ζητήσει πληροφορίας τινὰς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Μολονότι δὲ εἶχεν ἐπιβάλει εἰς ἑαυτὸν σιγὴν, χθὲς ὅμως εἶπεν, ὅτι θέλει φέρει πᾶσαν ζητουμένην πληροφορίαν. Ἀλλ’ ἐὰν φέρῃ ταύτας ὅταν δὲν θὰ ὑπάρχῃ Βουλὴ, τότε εἶναι περιτταί. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τὰ περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν στερλινῶν. Τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ εἴπῃ, ἂν θὰ φέρῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἢ πρέπῃ νὰ ζητήσωμεν ἄλλοθεν τοιαύτην, ὅπως μορφώσωμεν γνώμην περὶ τῶν πράξεων αὐτοῦ καὶ τῶν γενομένων δανείων.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἄλλοτε ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ δανείου τούτου τῶν 5,000,000 λιρῶν, καὶ προσήχθησαν αἱ πληροφορίαι τότε, καὶ τυπωθὲν διενεμήθη τὸ περὶ αὐτῶν φύλλον ἐν τῇ Βουλῇ· ἤδη ζητεῖ κατάστασιν σημερινὴν τῆς διαχειρίσεως, διετάχθη δὲ ἡ παρασκευὴ τῆς καταστάσεως ταύτης. Πλὴν τούτου εἶχε ζητήσει καὶ τὰ τοῦ δανείου τῶν 600,000 λιρῶν καὶ τὰ τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 φράγκων καὶ τοῦ τῶν 1,000,000. Πάντα ταῦτα παρουσιάζονται ἐν σχέσει πρὸς τὰ τῆς διαθέσεως τῶν ἄλλων δανείων, διότι, ἐὰν δὲν σχετισθῶσι πρὸς ἐκεῖνα, δὲν δύναται νὰ κατανοηθῇ ἡ ὅλη διαχείρισις καὶ ἰδίως ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου ΑΨʹ περὶ διαθέσεως τοῦ προϊόντος τῶν δανείων εἰς ἀπότισιν ἑτέρων δανείων. Ταῦτα εἶναι σχεδὸν παρεσκευασμένα· αὔριον θὰ συμπληρωθῶσι διὰ τῆς προσθήκης πίνακος γενικοῦ, συνδυάζοντος αὐτὰ πρὸς τὰ προηγούμενα. Ἐπειδὴ ὅμως προτιμότερον νὰ ὑποβληθῶσι ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν ἔντυπα, διότι ἐλάχιστον χρησιμεύουσι τῇ Βουλῇ πίνακες χειρόγραφοι, ἐλήφθη φροντὶς περὶ τυπώσεως, καὶ ἐλπίζω ὅτι μέχρι τῆς Δευτέρας τ’ ἀντίτυπα πάντων τῶν πινάκων θὰ ὦσι κατατεθειμένα.
§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἕν μόνον θὰ παρατηρήσω εἰς τὰ ῥηθέντα, μίαν παράλειψιν τῆς μνήμης: ὅτι δὲν ὑπεβλήθη ὁ λογαριασμὸς τῶν 5,000,000, ὃν ἐγὼ ἐζήτησα· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ παρέπεμψεν εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε ζητήσει τὸν λογαριασμὸν τῶν 5,000,000 λιρῶν, ἐγὼ δὲ εἶχον ἀπαντήσει, ὅτι εἶχε τὸ ζητούμενον ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τότε τὸ τεῦχος ἦτο πρόσφατον, ἀλλ’ ἔκτοτε παρῆλθεν ἱκανὸς χρόνος, καθιστῶν σήμερον τὴν ἐρώτησιν εὐλογωτέραν.
§22ΚΟΡΠΑΣ. Τὸ αὐτὸ παράπονον θ’ ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα νὰ καταθέσῃ ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων Κύθνου, καίτοι δὲ παρῆλθον ἔκτοτε πολλαὶ ἡμέραι, δὲν τὴν ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργός. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, θὰ τὴν καταθέσῃ ἢ ὄχι;
§23ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σᾶς εἶπον ὅτι ἡ ἔκθεσις ἀπωλέσθη, καὶ διέταξα ἔρευναν πρὸς ἀνεύρεσιν αὐτῆς, ἐγράψαμεν δὲ καὶ εἰς Σῦρον, ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ σχέδιον, νὰ ἀντιγραφῇ καὶ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§24ΚΟΡΠΑΣ. Ἀκριβῶς διότι γνωρίζω ὅτι ἡ ἔκθεσις ἐκείνη ὑπεξηρέθη ἐκ τῶν ἀρχείων τοῦ Ὑπουργείου, διότι ἀπεδεικνύετο ἐκ ταύτης, ὅτι ἡ διορισθεῖσα ἐκεῖ δημοδιδάσκαλος ἦτο ἀνίκανος καὶ ἔπρεπε νὰ παυθῇ, ἀπηύθυνα ὑμῖν τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Γνωρίζω ὅτι τὴν ἐπιθεώρησιν ἐνήργησεν εἷς τῶν διευθυντῶν τῶν Σχολείων τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, ὀνόματι Σαῤῥῆς, εἰς τὸν ὁποῖον δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀπευθυνθῇ τηλεγραφικῶς καὶ νὰ ζητήσῃ ἀντίγραφον παρ’ αὐτοῦ.
§25ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ σᾶς εἶπον καὶ ἐγώ· παρήγγειλα εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ γράψῃ καὶ ἔγραψε πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν, ὅπως ἀποστείλῃ ἀντίγραφον· οὗτος δ’ ἀπήντησεν ὅτι ἦτο ἀσθενής. Ἐγὼ ὅμως ὑπέβαλον τὰ λοιπὰ ἔγγραφα. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, θὰ σᾶς ὑποβάλω καὶ ταύτην.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§28Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, ὃν ἔχω πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Προέδρου καὶ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἤθελε παραβιάσει τὴν τακτικὴν, τὴν ὁρισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὥρισε τακτικὴν τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ, τοῦτο δὲ καὶ χθὲς ἀκόμη ἐπανέλαβε, τὴν ἑξῆς· ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ πρέπει νὰ ὑποβάλλωσιν ἐγγράφως τὰς προτάσεις αὑτῶν, καὶ νὰ ὁρίζωσιν ἡμέραν συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐγὼ συνεμορφώθην, κύριε Πρόεδρε, ἀκριβῶς μὲ τὴν τακτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον ἐπερώτησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτουν νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἔχοντα στενὴν σχέσιν μὲ τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀναγεγραμμένα χρηματικὰ ποσὰ, καὶ ὡρισμένως εἶπον καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ζητῶ τὴν ὑποβολὴν πάντων τούτων πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν θέλω πορισθῆ πᾶν ὅ,τι μοὶ ἀναγκαιοῖ διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ἐν αὐτῷ περιληφθέντων χρηματικῶν ποσῶν. Ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, κύριε Πρόεδρε, οὐδὲν τῶν ἐγγράφων ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις μὲ στερήσῃ τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως καὶ ὑποστηρίξεως τῶν δικαίων τοῦ στρατοῦ, θὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ διαμαρτύρομαι οὐχὶ μόνον ὡς Βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ ὡς μέλος τοῦ στρατοῦ. Πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ στρατοῦ καὶ ἐλέγξω τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ στρατοῦ, πῶς θέλετε νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶναι ἀληθῆ καὶ στηρίζονται ἐπὶ νόμων ἢ καὶ διαταγμάτων, ἄνευ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν; Ἢ ὅτι εἶναι λελανθασμένα καὶ ἡμαρτημένα πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν καταρτισμὸν καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ στρατοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἤρτηνται αἱ ἐθνικαὶ ἡμῶν ἐλπίδες; Ἂν τῷ ὄντι πάντα τὰ χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τοῖς εἰδικοῖς προϋπολογισμοῖς, στηρίζονται ἐπὶ τῶν κειμένων νόμων, οὐδὲν ἐμπόδιον εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ παρουσιάσῃ ἀπὸ χθὲς, ἢ καὶ σήμερον, τὰ ἔγγραφα, τὰ παρ’ ἐμοῦ ζητηθέντα. Πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ μέχρι τῆς παρουσιάσεως τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, ἅτινα χρησιμεύουσιν ὡς μάρτυρες τῆς ἀληθείας· ἂν ὅμως δὲν τὸ πράξῃ, θὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν λαμβάνω τηλεγράφημα ἐξ Ἄρτης, ἀποτεινόμενον συνάμα καὶ πρὸς τοὺς δύο ἄλλους, ἀξιοτίμους συναδέλφους, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἐκεῖ καλλίτεροι ἔμποροι παραπονοῦνται διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας καὶ ζητοῦσι νὰ ἐνεργῆται δι’ ἁμάξης ἡ μεταφορὰ τῶν ἐπιστολῶν ἀπὸ Μενιδίου εἰς Ἄρταν, καὶ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς δὲν ὑπάρχει ἀτμόπλοιον ἀπὸ Πατρῶν εἰς Μενίδιον, καὶ ἀπὸ Μεσολογγίου μέχρις Ἄρτης. Τὴν αἴτησιν ταύτην θεωρῶ τοσούτῳ μᾶλλον δεδικαιολογημένην, καθόσον ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν οὐ μόνον δὲν ἐπεδίωξεν οἰκονομίας, ἀλλ’ ἀπεναντίας, πρὸς ἀνάπτυξιν αὐτῆς, δὲν ἐδίστασε νὰ παραβιάσῃ καὶ τοὺς σχετικοὺς πρὸς αὐτὴν νόμους καὶ πιστώσεις. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως νομίζω ὅτι ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν τὸ καθῆκον, ὅπως καὶ τὴν πρωτεύουσαν ἑνὸς ἐκ τῶν νομῶν τοῦ Κράτους συνδέσῃ ταχυδρομικῶς μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἡ σημερινὴ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία τοῦ νομοῦ Ἄρτης, γιγνομένη ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος, εἶναι τοιαύτη, οἵαν μόνον ἐκτὸς τῆς Εὐρώπης δύναταί τις ν’ ἀπαντήσῃ. Εἶναι εὔκολος ὁ σχηματισμὸς καθημερινῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, διότι ὑπάρχει ἁμαξιτὴ ὁδὸς ἀπὸ Ἄρτης μέχρι Μεσολογγίου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ διατάξῃ τὴν εὐκολωτάτην ταύτην σύστασιν ταχυδρομικῆς δι’ ἁμάξης συγκοινωνίας μεταξὺ Ἄρτης καὶ Μεσολογγίου, ὅπως παύσωσι τὰ παράπονα ταῦτα, ὧν τὸ βάσιμον καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως δύναμαι νὰ βεβαιώσω, διότι μοὶ συνέβη πολλάκις νὰ παρέλθῃ ἑβδομὰς ὁλόκληρος χωρὶς νὰ λάβω ἐπιστολὴν ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος Ἄρτης.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1890. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§31Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἄν, Κύριοι, τὸ δεύτερον ἤδη λαμβάνω τὴν τόλμην νὰ μετάσχω τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, εἰς τοῦτο μὲ ἐνεθάῤῥυνε, τὸ μὲν ἡ εὐμένεια, μεθ’ ἧς μὲ ἠκροάσθητε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὸ δὲ ἡ πεποίθησίς μου, ὅτι ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος μου, ὑφ’ ἑνὸς καὶ μόνου κινοῦμαι ἐλατηρίου, τοῦ πόθου πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας. Καὶ τὴν πεποίθησίν μου ταύτην κυροῦσιν εὐτυχῶς τὰ πράγματα. Δὲν ἐλησμονήσατε ἴσως, ποσάκις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἀπησχόλησα ὑμᾶς, καὶ ὀχληρὸς καθιστάμενος ἐνίοτε, ἐλέγχων καθ’ ἑκάστην τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας τοῦ 1887 καὶ ἀποδεικνύων δι’ ἀριθμῶν ἀναμφισβητήτων, ὅτι, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 4,800,000, ἀπεδόθησαν εἰς αὐτὸ μόνον 4,000,000, ὅτι δ’ οὕτως ἐλαφρύνθη ἡ χρῆσις τοῦ 1887 κατὰ 750,000, δρ. περίπου, ὅπως ἀποδειχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ ἔτους ἐκείνου. Καὶ τότε ὁ Πρωθυπουργὸς ἠρνεῖτο μὲν νὰ προσαγάγῃ τοὺς ζητηθέντας πίνακας, ἀπέκρουε δὲ τοὺς ἰσχυρισμούς μου, ὡς μὴ ὀρθοὺς καὶ ἀκριβεῖς, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῶν πινάκων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Καὶ ὅμως μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἀκριβῶς ἔτους, ἀνέγνωτε βεβαίως ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ὅτι ὑπὸ τὸν τίτλον «ἔκτακτα ἔξοδα», ἄσχετα πρὸς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν, ἀναγράφονται 753,000 δραχ., ὀφειλόμεναι εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ 1887, ἀποδοθεῖσαι δὲ ἐντὸς τοῦ 1888. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν δύναμαι, ν’ ἀποκρύψω τὴν χαράν μου, διότι αὐτὰ ταῦτα τὰ πράγματα ἐξηνάγκασαν τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ ἀνομολογήσῃ τὸ μέχρις ὀβολοῦ ὀρθὸν καὶ ἀκριβὲς τῶν ὑπολογισμῶν μου. Ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καίπερ στενοχωρηθεὶς νὰ ἀποκαλύψῃ τὴν ἀλήθειαν, οὐχ ἧττον ἐπιέζετο ὑφ’ ἑτέρας ἐπειγούσης ἀνάγκης, νὰ παραστήσῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἠλαττωμένον τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1888. Καὶ διὰ τοῦτο παρατηρεῖται τὸ περίεργον φαινόμενον, χρήματα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, εἰσπραχθέντα παρὰ τοῦ Δημοσίου διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ, νὰ χαρακτηρίζωνται μετὰ πάσης ἀφελείας ὡς ἔκτακτα ἔξοδα. Οὐχ ἧττον τὸ γεγονὸς τῆς ὀφειλῆς ἐπιστοποιήθη, καὶ τοῦτο μοὶ ἀρκεῖ ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν ἀπόδειξιν περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ ἀμερολήπτου τῶν παρατηρήσεών μου, αἵτινες δυνατὸν μὲν ἐνίοτε ν’ ἀντιστρατεύωνται, ἀλλὰ δυνατὸν ἐπίσης καὶ νὰ ὑποβοηθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔχω νὰ ἐπιδείξω ὑμῖν. Ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς πέρυσιν, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1889, ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Εἰδικώτερον ὅμως ἐπὶ τῶν δανείων ἔχω ἀπορίαν τινὰ, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὲ ἐξαγάγῃ. Μεταξὺ τῶν δανείων τοῦ δημοσίου χρέους βλέπω καὶ τὸ δάνειον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιίας. Ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, κατηρτίσθη ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ, διὰ δὲ τοῦ νόμου τοῦ 1882 κέκτηται τὸ δικαίωμα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, εἰς ἣν κατατίθενται τὰ ἐκ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων ἔσοδα, νὰ κρατῇ τὸ ἀνάλογον ποσὸν ἐκ τῶν εἰσπράξεων ὑπὲρ τῆς ὁδοποιίας, πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου ἐκείνου. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ ἐννοήσω, πῶς μεταξὺ τῶν δανείων τοῦ δημοσίου χρέους ἐμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ δάνειον τοῦτο τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιίας.» Καὶ τότε πάλιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζων ἴσως ὅτι ἤθελε διαπράξει ἔγκλημα, ἂν ἀπεδέχετο πρότασιν ὀρθὴν καὶ νόμιμον, προερχομένην ὅμως ἐξ ἀντιπολιτευομένου Βουλευτοῦ, ἐτήρει σιγὴν, ἀφῆκε δὲ τὰ πράγματα ὡς εἶχον, ἵνα μὴ ἀποδειχθῇ τὸ σφάλμα αὐτοῦ. Μετὰ παρέλευσιν ὅμως ἱκανοῦ χρόνου, ὅπως λησμονηθῇ ἡ παρατήρησίς μου ἐκείνη, ἀπήλειψεν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 τὸ ποσὸν τῶν δρ. 966,900, ἤτοι τὸν ἐτησίως ὀφειλόμενον τόκον τοῦ δανείου τούτου, ἐν σελίδι δὲ κεʹ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνέγνωτε βεβαίως, ὅτι «κατὰ συνέπειαν ὁ τόκος τοῦ δανείου ἀποκλείεται τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὅπως καταταχθῇ εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας». Ἀλλὰ καὶ ἕτερον γεγονὸς ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τηρῶν μετὰ παραλόγου ἐπιμονῆς τὸ σύστημα τοῦ ν’ ἀποκρούῃ πᾶσαν ἰδέαν καὶ πᾶσαν οἰκονομολογικὴν θεωρίαν, καὶ τὴν μᾶλλον ὀρθὴν καὶ ἀκαταμάχητον, διότι αὕτη προέρχεται ἐκ τῶν ἀντιφρονούντων αὐτῷ, συμβαίνει ἐνίοτε, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, νὰ ἀνομολογῇ τὴν ὀρθότητα αὐτῶν. Ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς πέρυσιν, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ 1889: «Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς βάσιν τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων μετεχειρίσθη τὸ σφαλερὸν σύστημα, τοῦ νὰ ὑπολογίζῃ αὐτὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν μέσων ὅρων τῶν βεβαιώσεων καὶ οὐχὶ τῶν εἰσπράξεων τῆς τελευταίας τριετίας ἢ τετραετίας, τὸ σύστημα δὲ τοῦτο δίδει ἀφορμὴν, ὥστε νὰ ἐξογκῶνται τὰ ἔσοδα, παρίσταται δ’ οὕτω εἰκονικὸς ὁ Προϋπολογισμὸς, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς αὐξήσεως καὶ τῶν ἐξόδων, φαινομενικῶς οὕτως ἐξισουμένων πρὸς τὰ ἔσοδα». Πρὸς ἐνίσχυσιν δὲ τῆς θεωρίας, ἣν ὑπεστήριζον, προσήγαγον καὶ τεμάχια διασήμων συγγραφέων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ πάλιν ἐτήρει σιγὴν, ὁ δὲ ἔντιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς, τοῦ ὁποίου τὴν ἀπουσίαν πάντες αἰσθανόμεθα, ὁ καὶ τότε καὶ νῦν πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ἀγορεύων κατόπιν, ἀπέκρουσε μὲν τὴν ἐμὴν θεωρίαν ὡς μὴ ὀρθὴν, ὑπεστήριξε δὲ τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ ἔσοδα δέον νὰ ὑπολογίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν βεβαιώσεων καὶ οὐχὶ τῶν εἰσπράξεων. Ἀλλ’ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος φέτος τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀνωμολόγησεν, ὅτι τὸ ὀρθὸν σύστημα εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ ὑπεστήριζα, ὑπεσχέθη δὲ, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι ἄρξεται ἐφαρμόζων αὐτός. Δικαίως ὅθεν, Κύριοι, ἐνθαῤῥύνομαι, ὅπως ζητήσω νὰ μοὶ παράσχητε αὖθις τὴν εὐμενῆ ὑμῶν προσοχὴν, ἵνα καὶ φέτος ἐκθέσω τὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων ἀσθενῆ γνώμην μου. Καὶ ἄρχομαι πρῶτον ἀπὸ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1887, τὸν ὁποῖον συντομώτατα θέλω διέλθει. Περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τούτου, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς, ὁ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενος, ὁ ἐξηλεγμένος ἤδη ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπερ, καίπερ μὴ δυνάμενον νὰ καταλογίσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς, διότι οὗτοί εἰσιν οἱ διατάκται, οὐχ ἧττον καταδεικνύει τὰς ὑπερβασίας αὐτῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ζητήσῃ εὐθύνας παρὰ τῶν ὑπευθύνων. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἶναι ἡ θετικωτέρα βάσις, ἐφ’ ἧς δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τὰ συμπεράσματα ἡμῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Δυστυχῶς, Κύριοι, ὡς πολλάκις ἐλέχθη, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Κύριον ἔργον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους, ὅπως οὗτοι ἐγκαίρως ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κυρῶνται. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, πρὸ δεκάδων ἐνιαυτῶν εἰσήχθη ἐν τῇ Βουλῇ τοιοῦτος ἐξηλεγμένος ἀπολογισμὸς, ὅπως κυρωθῇ παρ’ αὐτῆς; Κατὰ τὸν νόμον περὶ καθηκόντων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ σῶμα τοῦτο δέον νὰ ᾖ διῃρημένον εἰς δύο τμήματα, ἐξ ὧν τὸ μὲν νὰ ἐπεξεργάζηται καὶ ἐξελέγχῃ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, τὸ δὲ ἕτερον τοὺς ὑπολειπομένους λογαριασμούς. Δηλαδὴ, ἂν ἐφηρμόζετο ἡ διάταξις αὕτη, ἠθέλομεν ἔχει ἓν τμῆμα τοῦ Συνεδρίου, ὅπερ ἤθελε τηρεῖ ἐνήμερον τὸν ἔλεγχον τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους, διότι ἤθελε προχωρεῖ πρὸς τὰ πρόσω, λ. χ. ἀπὸ τοῦ 1887, 1888, 1889 καὶ πέραν, ἠθέλομεν δὲ ἔχει καὶ τὸ ἕτερον τμῆμα, ὅπερ ἤθελεν ἐξελέγχει τοὺς λογαριασμοὺς ἀπὸ τοῦ 1886, πρὸς τὰ 1885, 1884 καὶ οὕτω καθεξῆς. Τοιουτοτρόπως θὰ ἠδυνάμεθα ἐν πλήρει συναισθήσει τῶν καθηκόντων ἡμῶν καὶ τῆς εὐθύνης ἡμῶν νὰ χορηγῶμεν τὴν ψῆφόν μας πρὸς τὰς Κυβερνήσεις. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐτηρήθη. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμερίμνησεν ἐπ’ ἐσχάτων περὶ βελτιώσεως τοῦ σώματος τούτου, διὰ τῶν γνωστῶν ἐκείνων διορισμῶν, οἵτινες ὁμολογουμένως ἔτυχον τῆς γενικῆς ἐπιδοκιμασίας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἠδύνατο συγχρόνως, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη διευθύνων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, νὰ ἐπιβληθῇ, ὅπως τηρῆται ἡ σωστικὴ αὕτη διάταξις. Ὅθεν κατὰ τὸν ὑποβληθέντα οἱονεὶ ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1887, τὰ μὲν τακτικὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς δρ. 82,849,805, τὰ δὲ ἔκτακτα, τὰ ἐκ δανείων προερχόμενα, εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 93,360,420. Τὰ δὲ ἔξοδα εἰς τὸ ποσὸν τῶν 107,128,253. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν ἐξόδων δέον νὰ ἀφαιρεθῶσι 5,683,168 δραχμαί, δαπανηθεῖσαι πρὸς ναυπήγησιν πλοίων, διότι τὸ ἔξοδον τοῦτο εἶναι ἔκτακτον, ἔχει δὲ ψηφισθῆ ὑπὲρ αὐτοῦ ἔκτακτος πόρος διὰ δανείου. Προσέτι δὲ 2,500,000 περίπου, δαπανηθέντα εἰς χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας καὶ Πελοποννήσου καὶ εἰς ἀποζημίωσιν τῶν καταληφθέντων κτημάτων. Καὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ὑφίσταται μὲν εἰδικὸς πόρος, οὐχ ἧττον ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, ὅτι καὶ ὡς ἐκ τοῦ ὄγκου τοῦ ποσοῦ καὶ ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, καὶ διότι ἄλλως ὁπωσδήποτε διὰ δανείου ἐκαλύφθη ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ, ἐτησίως δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπιβαρύνεται διὰ τοῦ πληρονομένου τόκου καὶ χρεωλυσίου, δέον νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔκτακτον ἔξοδον καὶ νὰ μὴ περιληφθῇ ἐν ταῖς τακτικαῖς δαπάναις. Προσέτι δέον νὰ ἀφαιρεθῶσι 16,336,189, διὰ τῶν ὁποίων ἀπεσβέσθησαν χρεωλυτικὰ δάνεια, ἤτοι ἐν ὅλῳ δέον νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῶν ἐξόδων 24,519,357 δραχμαί, αἵτινες, ἐκπιπτόμεναι ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ἐξόδων, περιορίζουσιν αὐτὰ εἰς 82,608,896. Ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῶσι 5,091,443 δραχμαί, αἵτινες λογιστικῶς δέον μὲν νὰ βαρύνωσι τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, θὰ προστεθῶσι δὲ εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, ὡς προελθοῦσαι ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Αἱ θεωρίαι δὲ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι, ὁπόταν ἐξοφληθῶσι τὰ δάνεια τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ὑφίσταται διαφορὰ τοῦ μεταλλικοῦ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, εἶναι θεωρίαι, αἵτινες οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν, ἐκφέρονται δὲ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καλύπτωνται δαπάναι ἀναπόφευκτοι καὶ τοιουτοτρόπως νὰ περιορίζωνται τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ παρίστανται τὰ ἰσοζύγια καὶ τὰ περισσεύματα. Καὶ ἵνα ἀποδείξω πρὸς ὑμᾶς τὸ ὀρθὸν τῆς παρατηρήσεως ταύτης, ἐρωτῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργόν: εἰσεπράξατε ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 26,000,000, τῶν διατεθειμένων πρὸς ἀγορὰν τῶν ναυπηγουμένων πλοίων, 64,990,113 εἰς χρυσόν; Τί ποσὸν εἰσῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς δραχμάς; διότι ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων τὸ ἑλληνικὸν νόμισμα εἶναι ἡ δραχμή. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπαντᾷ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, σελ. ιαʹ: «Εἰσήχθησαν 76,753,817». Ἀλλὰ τὰ 64,990,113 εἰς χρυσὸν, μὲ τὴν τότε τιμὴν τοῦ φράγκου, ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 81,800,224. Τί ἐκάματε λοιπὸν, κ. Πρωθυπουργέ, τὰ 5,046,669; τὰ κατεβροχθίσατε; Ὄχι· δὲν τὰ κατεβρόχθισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπάνησε πρὸς προμήθειαν συναλλάγματος. Οὕτω δὲ τὰ τακτικὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 87,700,439. Τὰ δὲ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1887, τὰ μὲν τακτικὰ ἀνέρχονται εἰς 82,849,805, τὰ δὲ ἔκτακτα εἰς 93,358,126, ἤτοι 76,753,817 τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, καθ’ ἃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890, 16,596,258 τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, καὶ 8,050 ἐκ τοῦ πατριωτικοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων δέον νὰ ἐκπεσθῶσι δραχ. 365,788, προερχόμεναι ἐκ τιμήματος κληρωτῶν καὶ στρατευσίμων, διότι τὸ ποσὸν τοῦτο εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1888, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἀνέγραψεν ὡς ἔσοδον τοῦ 1887. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τὸ σύστημα τῆς ἐξ 22 μηνῶν χρήσεως. Ἀλλὰ τότε, ἂν τοιαύτην τηρῇ ἀρχὴν, ἔπρεπε καὶ τὰ ἔξοδα πρὸς συντήρησιν καὶ ἱματισμὸν τῶν στρατιωτῶν, ἐπίσης νὰ ἀναγράφῃ ἐν ταῖς χρήσεσι τῆς ὑποχρεώσεως τῶν στρατευσίμων καὶ οὐχὶ ἐν τῷ χρόνῳ τῆς κατατάξεως. Ἀλλ’ ἠκούσθη ποτὲ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων νὰ τηρῆται ἡ χρῆσις τῶν 22 μηνῶν; Καὶ ἄν τις ὑπόχρεως νὰ ὑπηρετήσῃ πρὸ 10 ἐτῶν, παρουσιασθῇ ἤδη, πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ἡ δαπάνη πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ εἰς τὴν χρῆσιν τὴν πρὸ δέκα ἐτῶν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε νὰ παραστήσῃ ἐξωγκωμένα τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1887, καὶ περιέλαβε πᾶν ἔσοδον, καίπερ μὴ ἀνῆκον εἰς τὴν χρῆσιν ἐκείνην. Ἀλλὰ προσέτι δέον ν’ ἀφαιρεθῇ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων ποσὸν 789,985, προερχόμενον ἐξ ἐκτάκτου ἀντιτίμου ἐκποιήσεως ὑλικοῦ τοῦ πολέμου. Προϋπελογίσθη ἔσοδον δραχ. 360,000, ὅσον δηλαδὴ ποσὸν συνήθως εἰσπράττεται ἐξ ἐκποιήσεως ὑλικοῦ πολέμου, ἀλλ’ εἰσεπράχθη 1,149,985, διότι ἐπωλήθησαν ὑλικὰ ἐκτάκτως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἂν ἐχαρακτηρίζομεν τὰ ἐξ ἐκποιήσεως περιουσίας τοῦ Δημοσίου ἔσοδα ὡς τακτικὰ ἔσοδα, τότε εὐκόλως θὰ ἠδυνάμεθα καθ’ ἑκάστην, ἐκποιοῦντες τοιαύτην περιουσίαν, νὰ παριστάμεθα ὡς ἔχοντες ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα· ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον εἶναι καὶ ἄτοπον καὶ καταστρεπτικόν. Ἐπίσης δέον ν’ ἀφαιρεθῶσιν 637,973 δραχμαὶ, προερχόμεναι ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς, ἐκ χρήματος δανείων προερχομένης. Ἤτοι ἐν ὅλῳ δέον νὰ ἐκπεσθῶσιν ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ 1887 δρ. 1,893,746, καὶ οὕτω τὰ τακτικὰ ἔσοδα κατέρχονται εἰς 80,156,059, εἰς δὲ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα δέον νὰ προστεθῶσι 5,664,417, προερχόμεναι ἐκ νομισματικῆς διαφορᾶς ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, καὶ 789,985, προερχόμεναι ἐξ ἐκποιήσεως ὑλικοῦ πολέμου, ἤτοι ἐν ὅλῳ 6,654,402· οὕτω δὲ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς δρ. 99,879,851, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν διὰ τῆς ἀκαταμαχήτου δυνάμεως τῶν ἀριθμῶν καὶ τῆς λογικῆς τὰ ἀληθῆ καὶ νόμιμα ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Ἔκτακτα ἔσοδα 99,879,851. Ἔκτακτα ἔξοδα 24,519,357. Τακτικὰ ἔξοδα 87,700,439, τακτικὰ ἔσοδα 80,156,059· ἤτοι καθαρὸν ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 7,544,380, ὅπερ ἐκαλύφθη ἐκ δανείων καὶ ἄλλων πόρων. Ἤδη, Κύριοι, μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως 1888 δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν τὰ συμπεράσματα ἐκεῖνα, ἅτινα ἐξηγάγομεν ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, διότι εἰσέτι δὲν εἰσήχθη ἀπολογισμὸς ἐνώπιον ἡμῶν, οὐχ ἧττον ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὰς προσωρινὰς καταστάσεις μέχρι τέλους τῆς εἰκοσιδιμήνου χρήσεως, ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων δὲ τῆς χρήσεως ἐκείνης δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κατὰ προσέγγισιν ἀσφαλῆ ἐπίσης συμπεράσματα. Κατὰ τὰς καταστάσεις ταύτας, τὴν τελευταίαν δηλ. τοῦ Νοεμβρίου 1889, τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 89,343,286 δραχμῶν, τὰ δὲ ἔκτακτα εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4,119,164 δραχμῶν. Τὰ δὲ ἔξοδα, τὰ μὲν τακτικὰ εἰς 91,791,171, τὰ δὲ ἔκτακτα εἰς 16,633,089, οὕτω δὲ ἡ χρῆσις τοῦ 1888 κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κατέλιπεν ἔλλειμμα ἐκ 2,447,883 δραχμῶν. Καὶ πρῶτον, ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν τακτικῶν ἐσόδων δέον νὰ ἐκπεσθῶσι δραχμαὶ 2,750,000, προερχόμεναι ἐξ ἐπιστροφῶν χρημάτων, καὶ ἀνήκουσαι εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔσοδον, κακῶς δὲ ἀνεγράφη ὡς τοιοῦτον, ἑπομένως δέον νὰ διαγραφῇ ἐκ τῶν ἐσόδων, οὕτω δὲ τὰ τακτικὰ ἔσοδα περιορίζονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 86,593,288. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ποσὸν, ἐκ δραχμῶν 857,419, δέον νὰ ἐκπεσθῇ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, διότι προέρχεται ἐξ ἐκτάκτων πόρων, τῆς πωλήσεως νομίζω τῆς «Μυκάλης» καί τινων ἄλλων εἰδῶν. Οὕτω τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ 1888 περιορίζονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 85,735,869. Τὰ δὲ τακτικὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 91,791,171. Ἀλλ’ ἐκ τούτων δέον νὰ ἐκπεσθῶσι δραχμαὶ 2,750,000, περὶ ὧν ἐλάλησα πρὸ ὀλίγου, ὡς ἀναγραφεῖσαι εἰς τὰ ἔσοδα καὶ αἵτινες ἐπίσης ἀναγράφονται εἰς τὰ ἔξοδα λόγῳ ἀναφορᾶς πιστώσεως. Οὕτω δὲ τὰ τακτικὰ ἔξοδα περιορίζονται εἰς 89,041,171. Ἀλλ’ εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα δέον νὰ προστεθῶσιν δραχμαὶ 753,148, προερχόμεναι ἐκ ποσοστῶν ὁδοποιΐας, ὀφειλομένων ἀπὸ τοῦ 1887. Ὡς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπέδωκε κατὰ τὸ 1887 τὰς 753,148 δραχμὰς εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, διότι τότε εἶχε τὸ συμφέρον νὰ παραστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1888 ἠναγκάσθη νὰ τὸ ἀποδώσῃ, διότι ὡς γινώσκετε τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο διευθύνεται ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἐχούσης εὐθύνας, ὥστε δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ παρεμποδίζῃ τὴν πληρωμήν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἠθέλησε νὰ κερδοσκοπήσῃ πολιτικῶς, ἵνα μὴ ἐπιβαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1888, ἐχαρακτήρισε δὲ τὴν δαπάνην ὡς ἔκτακτον ἔξοδον. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον προσοχῆς. Ὁπόταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χαρακτηρίζῃ ὡς τακτικὸν ἔσοδον τὴν νομισματικὴν διαφορὰν, τὴν προερχομένην ἐκ τῶν δανείων, καὶ τὰ ἔσοδα ἐξ ἐκποιήσεως ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς ἔκτακτον ἔξοδον χρήματα, ἀνήκοντα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, εἰσπραττόμενα δὲ παρὰ τοῦ Δημοσίου διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ; Ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ ἐπιβαρύνῃ τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1888. Ἐπίσης δέον νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1888 καὶ ἕτερον μικρὸν ποσὸν ἐκ δραχμῶν 49,903, δαπανηθεισῶν διὰ τὸ ναυτικὸν γυμναστήριον. Πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατώρθωσε καὶ τὴν δαπάνην ταύτην νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἔκτακτον, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω, καὶ λόγῳ τοῦ σκοποῦ τῆς δαπάνης καὶ λόγῳ τῆς γλισχρότητος τοῦ ποσοῦ. Προσέτι δέον νὰ προστεθῇ ποσὸν ἐκ δρ. 335,110, ἤτοι ἡ περίφημος πίστωσις Σπάρταλη. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν τῶν ἐξόδων τοῦ 1888, ἐνῷ, ὡς κάλλιστα ἐνθυμεῖσθε, πέρυσιν ἐψηφίσαμεν αὐτὸ εἰς βάρος τοῦ 1888. Καὶ πῶς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησε τὴν δαπάνην ταύτην, ὑπὲρ ἧς τοσοῦτον ἐνθέρμως συνηγόρησε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος; Οὕτω τὰ τρία ταῦτα κονδύλια, ἀποτελοῦντα ποσὸν δραχ. 1,138,161, δέον νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, ἅτινα ἀναβιβάζονται οὕτω εἰς τὸ ποσὸν τῶν 90,179,332 δρ. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα δέον νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ποσὸν τῶν 4,000,000, ὅπερ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰσέπραξεν ἐκ τῶν δανείων καὶ δι’ οὗ ἐπρομηθεύθη τὸ μέταλλον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Προσέτι δὲ δέον νὰ προστεθῶσι καὶ 2,835,399, ἡ πίστωσις, ἣν πρὸ ὀλίγου ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ εἰς βάρος τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1888, καὶ ὅπερ ποσὸν ἀποτελεῖται, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐξ 1,400,000, ὀφειλομένων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1888, 200,000, ὀφειλομένων εἰς τοὺς δήμους, 550,000 λόγῳ ποσοστῶν τῶν εἰσπράξεων, ὡς μὴ ἐπαρκεσάντων τῶν διὰ τοῦ ψηφισθέντος Προϋπολογισμοῦ ποσῶν, καί τινων ἄλλων μικρῶν ποσῶν, ἀποτελούντων ἐν συνόλῳ τὸ ποσὸν τῶν 2,835,399. Οὕτω δὲ τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 ἀναβιβάζονται εἰς δρ. 97,024,731, ἀπέναντι τακτικῶν ἐσόδων ἐξ 85,735,869, τὸ δὲ πραγματικὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ἀνέρχεται οὕτω οὐχὶ εἰς 2,443,883, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ εἰς 11,278,862 δραχμάς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ ἰσχυρίζεται ὅ,τι δήποτε ἀρέσκῃ αὐτῷ, καὶ νὰ ποιῆται οἱασδήποτε διαστροφάς, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἓν καὶ μόνον συμφέρον ἔχουσιν, εὐσυνειδήτως νὰ ἐξελέγχωσι τοὺς ἀριθμούς, οἵτινες δυστυχῶς μένουσιν ἄκαμπτοι, δὲν δύνανται ἢ ἐν πεποιθήσει νὰ ὑποστηρίξωσιν ἐκεῖνο, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἰσχυρίσθην, ὅτι δυστυχῶς ἡ χρῆσις τοῦ 1888 κατέλιπεν ἔλλειμμα ἐξ 11,278,862 δρ. Ἤδη, Κύριοι, θέλω ἐξετάσει τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Δυστυχῶς ἐξ αὐτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν τὰ αὐτὰ συμπεράσματα, ἅτινα ἐξηγάγομεν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1887 καὶ 1888, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1889 διατελεῖ εἰσέτι ἐν ἐφαρμογῇ. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἔχομεν δημοσιευμένας καταστάσεις τῶν εἰσπράξεων τῶν ἕνδεκα πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως, ἤτοι μέχρι τέλους Νοεμβρίου 1889, ἐκ τούτων δὲ δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν ἀσφαλῆ συμπεράσματα, ἰδίως ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἐκείνων, τῶν ταὐτοχρόνως βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων, ὡς τὰ τελωνειακὰ τέλη, τὰ ἐκ τῶν μονοπωλίων, τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἄλλα τινά, ὧν ἡ χρῆσις εἶναι ἐνιαύσιος καὶ ἅτινα ἀποτελοῦσι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν εἰσπράξεων. Ἐκ τούτων τῶν ἐσόδων, ἅτινα προϋπελογίσθησαν εἰς δρ. 58,847,218, εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Νοεμβρίου τοῦ 1889 δρ. 48,233,986, ἤτοι ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ ἐξ 26,795,000 δρ. εἰσεπράχθησαν 21,325,428. Ἐκ δικαιώματος καταναλώσεως καπνοῦ, ἐπὶ προϋπολογισθέντος ποσοῦ ἐκ 4,875,000, εἰσεπράχθησαν 4,000,379. Ἐκ τελῶν χαρτοσήμου τῶν ἑπτὰ πρώτων ἐδαφίων, ἐπὶ προϋπολογισθέντος ποσοῦ ἐξ 9,115,000, εἰσεπράχθησαν 8,757,051. Ἐκ ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν, ἐπὶ προϋπολογισθέντος ποσοῦ ἐκ 2,141,860, εἰσεπράχθησαν 1,908,151. Ἐκ τῶν μονοπωλείων, ἐπὶ προϋπολογισθέντος ποσοῦ 9,608,000, εἰσεπράχθησαν 8,533,833. Ἐκ δασικῶν προϊόντων, ἐπὶ προϋπολογισθέντων 1,138,158, εἰσεπράχθησαν 986,816. Ἐκ καθυστερούντων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, ἐπὶ προϋπολογισθέντων 3,810,000, εἰσεπράχθησαν 2,490,502 καὶ ἐκ πνευματωδῶν ποτῶν, ἐπὶ προϋπολογισθέντων 1,364,200, εἰσεπράχθησαν 231,776. Κατὰ δὲ τὸν ὑπολειπόμενον μῆνα τῆς χρήσεως, ἤτοι τὸν Δεκέμβριον, οὗτινος δυστυχῶς εἰσέτι δὲν ἐδημοσιεύθη ἡ κατάστασις, ἔδει νὰ εἰσπραχθῶσι κατ’ ἀναλογίαν, ἐκ μὲν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν 1,938,675. Ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ 363,670. Ἐκ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου 796,095. Ἐκ τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν τελῶν 173,468. Ἐκ τῶν μονοπωλίων 951,677. Ἐκ τῶν δασικῶν προϊόντων 89,700. Ἐκ τῶν καθυστερούντων παρελθουσῶν χρήσεων 226,409. Καὶ ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν 20,070. Ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως δραχ. 52,793,650, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 6,053,468. Ἐὰν δὲ ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ, τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ τὸ 1889, ἤτοι τῶν 96,449,153, ἀφαιρέσωμεν τὰ ἀποτελοῦντα τὰ ἀνωτέρω κεφάλαια ποσά, ἤτοι 58,847,218, ὑπολείπεται ποσὸν εἰσπράξιμον ἐντὸς τῶν 22 μηνῶν τῆς χρήσεως ἐκ δρ. 37,602,135. Ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν δυνάμεθα μὲν ἀπὸ τοῦδε νὰ ἔχωμεν ἀσφαλῆ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν παραβάλωμεν τὰ ἐκ τῶν κεφαλαίων τούτων εἰσπραχθέντα κατά τε τοὺς ἕνδεκα πρώτους μῆνας τοῦ 1888 πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἕνδεκα πρώτους μῆνας τοῦ 1889, καὶ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1888 εἰσπράξεις. Ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τούτων εἰσεπράχθησαν περίπου τὰ αὐτὰ ποσὰ, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, 14,500,000 δρ. κατά τε τοὺς ἕνδεκα πρώτους μῆνας τοῦ 1888 καὶ ἐκείνους τοῦ 1889, ἀλλ’ ἐντὸς ὁλοκλήρου τῆς χρήσεως τοῦ 1888 εἰσεπράχθησαν 31,822,630. Τοσοῦτον δ’ ἔσται ἀναντιῤῥήτως καὶ τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1889, διότι δὲν ἐπῆλθε σχεδὸν οὐδεμία φορολογικὴ μεταβολὴ, δυναμένη ν’ ἀλλοιώσῃ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, ἡ αὐτὴ δὲ Κυβέρνησις ἐφήρμοσεν ἀμφοτέρους τοὺς Προϋπολογισμούς. Ἐὰν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν εἰς τὰ ἤδη γνωστὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα πρὸ μικροῦ ἀνέλυσα, θέλομεν ἔχει ὁλικὸν ποσὸν εἰσπράξεων ἐξ 84,616,280 δραχ., ἤτοι ἔλασσον τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 11,833,173 δρ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν προέβλεπον διὰ τὸ 1887 τοιαύτην διαφορὰν μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ εἰσπραχθησομένων, τούτου δ’ ἕνεκα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος προεῖπον, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διαφορὰν ἐκ 10,000,000 περίπου. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ ἔσοδα τὰ ἀσφαλέστερα ἀπέδωκαν ἀποτελέσματα δυσάρεστα, πρὸ πάντων δὲ τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χαίρει διὰ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην τοῦ ἐσόδου τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, χαίρω διὰ τοῦτο, ὡς καὶ πέρυσιν ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς, ἀλλ’ ἐγὼ χαίρω δι’ ἄλλην αἰτίαν, ἣν προδήλως δύναμαι νὰ ἀποδείξω. Ἐγὼ χαίρω, διότι διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐσόδου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν περιορίζεται πολλαπλασίως ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ μετάλλου εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὸ μέγιστον δὲ τῶν ζητημάτων τῆς οἰκονομικῆς τῆς ἡμετέρας χώρας εὐεξίας εἶναι ἡ ἰσοῤῥοπία τοῦ ἐξαγομένου μετάλλου πρὸς τὸ εἰσαγόμενον. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ ἵσταται ἐν ἰσοῤῥοπίᾳ Κράτος, ἀναγκαζόμενον νὰ ἐξάγῃ πλειότερον μέταλλον ἐκείνου, ὅπερ εἰσάγει; Ἐὰν ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τοὺς πίνακας τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν εἰς τὸ Κράτος ἐμπορεύματα ἀξίας 131,849,325 δρ., κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ἐμπορεύματα ἀξίας 109,149,182, κατὰ δὲ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1889 εἰσήχθησαν ἐμπορεύματα ἀξίας 106,725,008. Ἐξήχθησαν δὲ ἐκ τοῦ Κράτους ἐμπορεύματα ἀξίας, κατὰ μὲν τὸ 1887 δρ. 102,652,487, κατὰ τὸ 1888 δραχ. 95,653,741, κατὰ δὲ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1889 δρ. 84,734,387, ἤτοι ἡ εἰσαγωγὴ ὑπερέβη τὴν ἐξαγωγὴν τὸ μὲν 1887 κατὰ 29,196,836, κατὰ τὸ 1888 κατὰ 13,495,421, κατὰ δὲ τοὺς δέκα πρώτους μῆνας τοῦ 1889 κατὰ 21,990,621, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ μετάλλου ὑπερέβη τὴν εἰσαγωγὴν κατὰ 21,456,139 περίπου. Ἀλ’ ἐκτὸς τῶν βεβαίων τούτων ἀποδείξεων ἔχομεν καὶ ἑτέρας πηγὰς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς μετάλλου, τὰς ἀδήλους λεγομένας πηγάς. Οἱ ταξειδεύοντες ἐξ Ἑλλάδος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξάγουσι μέταλλον, πρὸς πληρωμὴν τῶν διπλωματικῶν καὶ προξενικῶν ἡμῶν ὑπαλλήλων ἐξάγεται μέταλλον, πρὸς προμήθειαν τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλείων ἐξάγεται μέταλλον, ὡσαύτως πρὸς πληρωμὴν τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὀφειλομένων τόκων καὶ χρεωλυσίων. Οὕτω δυνάμεθα ἐπίσης νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι διὰ μὲν τὸ τίμημα πρὸς προμήθειαν εἰδῶν μονοπωλείων ἐξάγεται 1,500,000 κατ’ ἔτος· διὰ μισθοὺς προξενικῶν καὶ διπλωματικῶν ὑπαλλήλων, δι’ ἐνοίκια καὶ γραφικὰ ἔξοδα καὶ διά τινας ἄλλας δαπάνας, αἵτινες, εἶναι γνωστὸν, ὅτι δαπανῶνται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀλλὰ δὲν κατονομάζονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὑπολογίζω ἐν συνόλῳ 2,500,000· διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια δανείων ὑπολογίζω, ὅτι ἐξάγονται 15,000,000 περίπου. Πόσα ὅμως δαπανῶνται ὑπὸ τῶν ἐτησίως ταξειδευόντων, τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ. Ἀλλ’ ἐπίσης ἔχομεν καὶ ἀδήλους πηγὰς εἰσαγωγῆς μετάλλου. Οἱ ἐπισκεπτόμενοι τὴν Ἑλλάδα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσάγουσι μέταλλον· οἱ στόλοι τῶν ξένων Κρατῶν, οἵτινες ἐπὶ πολὺν χρόνον διαμένουσιν εἰς τοὺς ἑλληνικοὺς λιμένας, εἰσάγουσι μέταλλον, ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν μισθῶν τῶν διπλωματικῶν ὑπαλλήλων τῶν ξένων Δυνάμεων εἰσάγεται μέταλλον. Ἐπίσης εἰσάγεται ἐκ κεφαλαίων τινῶν κατοίκων τοῦ βασιλείου τοποθετημένων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐπίσης ἐκ τῶν προξενικῶν εἰσπράξεων, ὡσαύτως ἐκ τῆς συνομολογήσεως τῶν δανείων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἐκ τῆς ναυτιλίας, ἥτις ὅμως δυστυχῶς ἐμαράνθη, οὐδὲν δ’ ὑπὲρ αὐτῆς λαμβάνεται μέτρον. Ἐν συνόλῳ ὅμως τὸ ἐτησίως ἐξαγόμενον μέταλλον εἶναι ἀνώτερον τοῦ εἰσαγομένου, ἐὰν λάβωμεν ὡς βάσιν τὰ ἀποτελέσματα τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου. Τούτου ἕνεκα, Κύριοι, χαίρω ὁπόταν βλέπω ἐλαττούμενον τὸ ἔσοδον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν· χαίρω, διότι οὕτω τοὐλάχιστον, καὶ ἂν ἀκόμη τὸ αἴτιον τῆς ἐλαττώσεως δὲν εἶναι ἡ αὔξησις τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς καὶ ἡ πρόοδος τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἀλλὰ τοὐλάχιστον διὰ τῆς μὴ ἐξαγωγῆς μετάλλου ἐκ τοῦ τόπου δὲν προοδεύει τὸ κακὸν τῆς αὐξήσεως τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ μετάλλου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς χαίρει δι’ ἄλλην αἰτίαν· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χαίρει, διότι, ὡς ἀνήγγειλεν ἡμῖν εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐπὶ τοσοῦτον ηὔξησεν ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ καὶ προώδευσεν ἡ ἐγχώριος βιομηχανία, ὥστε καθίσταται περιττὴ πλέον ἡ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προμήθεια πολλῶν. Ἐὰν ἐζῶμεν, Κύριοι, ἀλλαχοῦ, μακρὰν τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἐπλανώμεθα ἴσως, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει πάντοτε τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ ζῶμεν ἐν τῷ τόπῳ, γνωρίζομεν τὴν πρόοδον αὐτοῦ καὶ ἑπομένως δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ γνωρίζωμεν, ἐὰν πράγματι ἐπῆλθε τοιαύτη πρόοδος ἐν τῇ ἐγχωρίῳ παραγωγῇ καὶ βιομηχανίᾳ. Ὁμολογουμένως ἐσχάτως ἱδρύθησαν βιομηχανικὰ καταστήματα καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, οἱ ἱδρυταὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἄξιοι πάσης τιμῆς καὶ ὑπολήψεως, διότι διὰ τῆς βιομηχανίας αὐτῶν καὶ μέρος τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου ἱκανοποιεῖται καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἰς τὴν Ἀνατολὴν πρὸ πάντων, ἐξάγεται τὸ ἐμπόρευμα αὐτῶν, οὕτω δ’ εἰσάγεται εἰς τὸ Κράτος μέταλλον. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ εὐσυνειδήτως, ὅτι τὰ βιομηχανικὰ ταῦτα καταστήματα ἀνεπλήρωσαν ἐπαισθητῶς τὴν ἀνάγκην πρὸς προμήθειαν ἐμπορευμάτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁσάκις εὑρίσκεται ἐν προφανεῖ στενοχωρίᾳ, δὲν διστάζει ἀβασανίστως νὰ ὑποδεικνύῃ τὰ αἴτια τῆς μὴ πραγματοποιήσεως τῶν προβλέψεών του. Προέταξεν ὅθεν τὴν πρόοδον τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Ἀλλ’ ὁ ἀληθὴς λόγος τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐξόδων ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν εἶναι πρῶτον μὲν τὸ βαρὺ τῆς δασμολογήσεως, (ἐπὶ τῶν εἰδῶν ἐκείνων ἰδίως, τῶν μὴ ἐχόντων προστατευτικὸν χαρακτῆρα,) ὅπερ ὑποθάλπει τὸ λαθρεμπόριον, κυρίως δὲ ἡ οἰκονομικὴ στενοχωρία, ἐν ᾗ διατελεῖ ἡ κοινωνία. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι πρό τινος χρόνου συνώδευσα εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς συγγενῆ μού τινα κυρίαν, ἥτις ἀνέμενε νὰ παραλάβῃ ἐκ τοῦ τελωνείου ἓν ἐπανωφόριον, ἀξίας 250 χρυσῶν φράγκων· ἤλπιζεν ἡ δυστυχὴς, ὅτι δὲν ἤθελε πληρώσει διὰ τέλος εἰσαγωγικὸν πλέον τῶν 50 δραχμῶν, ἤτοι 20% ἐπὶ τῆς ἀξίας. Ὅτε δὲ τῇ ἀνηγγέλθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ διὰ τέλος εἰσαγωγικὸν 280 δρ., ἡ δυστυχὴς ἐκοκκάλωσε, καθ’ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς λέξεως, ὑπεσχέθη δὲ εἰς ἑαυτὴν, οὐδέποτε τοῦ λοιποῦ νὰ διαπράξῃ τὸ ἔγκλημα τοῦτο. Ἤκουσα ἐπίσης δύο ἐντίμους καὶ γνωστοὺς κυρίους τῆς Ἀθηναϊκῆς κοινωνίας, διηγουμένους, ὅτι εἶχον προμηθευθῆ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἴδη τινὰ, χρήσιμα διὰ τοὺς χοροὺς, ἀξίας δὲ χιλίων φράγκων ἕκαστος. Ἀπέστειλαν νὰ παραλάβωσι ταῦτα ἐκ τοῦ τελωνείου, τοῖς ἀνηγγέλθη δὲ, ὅτι ἔδει νὰ πληρώσωσι διὰ τέλη εἰσαγωγῆς 2,000 φράγκα ἕκαστος. Ὁ εἷς μάλιστα ἐκ τούτων ἐγκατέλιπε τὸ ἐμπόρευμα, καὶ τοιουτοτρόπως τὴν ἔπαθε κατὰ τὸ ἥμισυ. Φρονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ κυρία ἐκείνη, ἥτις ἐπλήρωσε 280 δραχ. δι’ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐμπορεύματος ἀξίας 250 χρυσῶν φράγκων, ἢ οἱ ἄλλοι κύριοι, οἵτινες ἐπλήρωσαν 2,000 φρ. δι’ εἴδη ἀξίας 1,000 φρ., ὅτι δύνανται νὰ προμηθευθῶσιν εἰς τὸ μέλλον τὰ εἴδη ταῦτα ἐκ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας; Ἀλλ’ ἂν τοιαῦτα παρ’ ἡμῖν ὑπάρχωσι βιομηχανικὰ καταστήματα, ἂς τὰ ἐπιδείξῃ τουλάχιστον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς πτωχοὺς ἀντιπολιτευομένους, ἵνα προμηθευώμεθα τὰ χρήσιμα ἡμῖν εἴδη ἐξ αὐτῶν. Ἔχω, Κύριοι, ἐνώπιόν μου πίνακα εἰσαγωγῆς εἰδῶν τινων. Κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν δικαιώματα ἐξ εἰδῶν στολισμοῦ καὶ πολυτελείας δρ. 830,684, κατὰ τὸ 1888 δρ. 321,931, κατὰ δὲ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1889 μόνον 60,907 δρ. ἀπέναντι 284,562, εἰσπραχθεισῶν κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1888. Τί ἄλλο ἀποδεικνύει ἡ ἀπότομος αὕτη μείωσις ὥστε ἀπὸ ποσοῦ, εἰσπραχθέντος κατὰ τὸ 1887, δρ. 830,684, νὰ κατέλθῃ τοῦτο ἐν διαστήματι δύο ἐτῶν, ἤτοι κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1889, εἰς 60,907; Δὲν ἀποδεικνύει οἰκονομικὴν στενοχωρίαν τοῦ τόπου, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς πολίτας νὰ προμηθεύωνται τὰ εἴδη ταῦτα, εἰμὴ μόνον ὁπόταν εὑρίσκωνται ἐν εὐπορίᾳ; Δὲν ἀποδεικνύει ἐπίσης, ὅτι διὰ τῆς βαρείας δασμολογήσεως ἀνεπτύχθη τὸ λαθρεμπόριον, καὶ τοιουτοτρόπως παραβλάπονται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐλαττουμένων τῶν ἐσόδων αὐτοῦ; Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι κατὰ ἓν περίπου ἑκατομμύριον ἠλαττώθη τὸ ἔσοδον ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς μόνον ἐξ ἑνὸς εἴδους, τοῦ εἴδους τοῦ στολισμοῦ καὶ τῆς πολυτελείας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον προσοχῆς, εἶναι ὅτι ἐξ εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζώων τὸ μὲν 1887 εἰσεπράχθησαν 1,220,940 δραχ. τὸ 1888 μόνον 692,639 δρ., κατὰ δὲ τοὺς 10 μῆνας τοῦ 1889 μόνον 205,629 δραχ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς κάλλιστα ἐνθυμεῖσθε, εἰσήγαγε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον νομοσχέδιον, μεταβάλλον τὸν τρόπον τῆς φορολογίας τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων κτηνῶν, ἰδίως τῶν ἐκ Ῥωσσίας, καὶ ὑπερδιπλασιάζον οὕτω τὸν δασμόν. Καὶ ἔλεγον πρὸς αὐτὸν τότε: «μὴ μεταβάλλετε τὸ σύστημα, διότι γνωρίζω κάλλιστα παρ’ ἐμπόρων τοῦ εἴδους τούτου, ὅτι τοῦ λοιποῦ θὰ παύσωσι νὰ εἰσάγωσιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζῶα». Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντα, ὡς συνήθως, ὅτι τὰ λεγόμενα δὲν ἔχουσι σημασίαν. Καὶ ὅμως, Κύριοι, ἡ πρόῤῥησίς μου ἐπραγματοποιήθη. Ἐὰν ἡ ἐγχώριος κτηνοτροφία ἐπήρκει εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, βεβαίως καὶ βαρυτέρα φορολογία ἔδει νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα· ἀλλὰ γνωρίζομεν, ὅτι δυστυχῶς ἡ ἐγχώριος κτηνοτροφία δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἑπομένως ἔδει νὰ ἀφεθῶσι τὰ πράγματα ὡς εἶχον, νὰ μὴ ἐπαναφέρῃ δὲ, ὡς ἔπραξε πρὸ ὀλίγου, τὴν τελωνειακὴν ζώνην τῶν διὰ ξηρᾶς εἰσαγομένων κτηνῶν, διότι ἀποτέλεσμα τῶν μέτρων του τούτων εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἄλλοτε ἐν Ἀθήναις ἠγοράζετο τὸ κρέας πρὸς 80 ἢ 90 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, σήμερον τιμᾶται ἀντὶ 1,60 καὶ 2 δρ. κατ’ ὀκᾶν. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα τῶν μέτρων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰ μὲν ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐκ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων κτηνῶν ἠλαττώθησαν κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ἐτησίως, ὁ δὲ λαὸς εἰς τὰ πλεῖστα μέρη τοῦ Κράτους ἐξαναγκάζεται νὰ πληρόνῃ δι’ ἀγορὰν κρέατος τὸ διπλάσιον ἐκείνου, ὅπερ πρότερον ἐπλήρονε. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1889. Τὰ ἐγκριθέντα, Κύριοι, ἔξοδα τοῦ 1889 ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 98,244,000. Καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τοῦ 1889 οὐδὲν θετικὸν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ γνωρίζωμεν, διότι, ὡς γινώσκετε, εὑρισκόμεθα εἰσέτι εἰς τὸ μέσον τῆς χρήσεως τοῦ 1889, συνήθως δὲ τὰ ἔξοδα τακτοποιοῦνται κατὰ τὸ τέλος αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν ἡμῖν διὰ τοῦ εἰσηγητηρίου αὑτοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890, ὅτι ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων τούτων ἐξόδων θέλουσι μείνει ἀδιάθετοι πιστώσεις, ἐκ μὲν τοῦ κεφαλαίου τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων 6,485,000, διότι δὲν ἤθελεν ἀγορασθῆ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα, ἐκ δὲ τῆς τροπῆς τῶν δανείων 1,417,000, καὶ ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἓν ἔτι ἑκατομμύριον, ἤλπιζε δὲ, ὡς ἀνήγγειλε τότε, ὅτι καὶ ἐκ τῶν λοιπῶν πιστώσεων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων ἤθελε πραγματοποιηθῆ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν κατὰ 2 περίπου ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ὡς πολλάκις, Κύριοι, ἐλέχθη, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς οἰκονομίαν τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, ἅτινα ὁ Πρωθυπουργὸς, προμηθευόμενος διὰ δανείων πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, δὲν θέλει νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς τακτικὴν δαπάνην τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κρίνω δὲ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὰ πολλάκις ἐκ τοῦ βήματος τούτου περὶ τοῦ ζητήματος τούτου λεχθέντα. Ἑπομένως τὸ ἐκ δραχμῶν 6,485,000 ποσὸν δέον νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα, ἀπομένει δ’ οὕτω ὡς οἰκονομία τὸ ποσὸν τοῦ 1,417,000, τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς τροπῆς τῶν δανείων, καὶ τὸ ποσὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ὅπερ, ὡς ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐλπίζει ὅτι θέλει οἰκονομηθῆ ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἂν δ’ ἀκόμη δεχθῶμεν ὡς βέβαιον τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐλπίζει νὰ περιορίσῃ τὰς πιστώσεις ἐκ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων κατὰ 2 ἔτι ἑκατομμύρια, ἐν συνόλῳ αἱ ἐλπίδες πρὸς περιορισμὸν τῶν πιστώσεων τοῦ 1889 δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν τῶν 4,417,000· οὕτω δὲ, ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπὸ τῶν 98 ἑκατομμυρίων, τῶν ἐγκεκριμένων, ὑπολείπεται ποσὸν δαπανηθησόμενον ἐκ δραχ. 93,827,000. Ἀλλ’ εἰς τὰ ἔξοδα ταῦτα δέον νὰ προστεθῶσι καί τινες ἄλλαι δαπάναι. Δέον νὰ προστεθῇ ἓν ἑκατομμύριον, ἀνῆκον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ εἰς τοὺς δήμους· διότι, ὡς καὶ πέρυσιν ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προϋπελόγιζεν εἴσπραξιν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἐξ 6,500,000 περίπου, ἀνέγραψε δαπάνας μόνον ἐκ 4½ ἑκατομ. Μέχρι δὲ τέλους Νοεμβρίου τοῦ 1889, ἐνῷ προϋπολόγιζεν ὡς πληρωτέον ποσὸν διὰ τὰ κεφάλαια ταῦτα ἐκ 4½ ἑκατομμυρίων, ἔχουσιν ἤδη εἰσπραχθῆ 4 περίπου ἑκατομμύρια, ὑπολείπονται δὲ εἰσέτι ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 11 μῆνες· ἑπομένως εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ προστεθῇ ἓν ἑκατομμύριον. Ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὴν δαπάνην ταύτην μεταφέρῃ εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1890, ὡς ἔπραξε τοῦτο καὶ διὰ τὸ 1887, καὶ τὴν χαρακτηρίσῃ μάλιστα ὡς ἔκτακτον δαπάνην, ἵνα μὴ ἐπιβαρύνῃ καὶ τὴν χρῆσιν ἐκείνην. Ἤδη, Κύριοι, εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890.
§32ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διακοπὴν 5 λεπτῶν, κ. Πρόεδρε.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὁ ἀγορεύων ἐπιθυμῇ.
§34Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὴν ζητῶ, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ταύτην.
§35ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά. (Μετὰ τὴν διακοπὴν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§37ΙΩ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Δι’ αὐτοῦ τὰ μὲν ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δραχ. 93,558,850, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς δραχ. 91,084,925, ἑπομένως προβλέπεται καὶ ἓν περισσευματάκι ἐκ δραχ. 2,659,925. Καὶ τὰ μὲν ἔσοδα προϋπελογίσθησαν ἐλάσσονα τῶν τοῦ 1889 κατὰ 2,481,735. Ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁπόθεν πηγάζει μείωσις κατὰ 535,000 δραχμῶν, ἤτοι 135,000 ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς φορολογικῆς κλίμακος τῶν 7 πρώτων κλάσεων, καὶ 400,000 ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ πρὸ διετίας ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ ἐπιβληθέντος προσθέτου φόρου τῶν δύο δεκατημορίων. Πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ τροποποιήσεως τοῦ συστήματος τῆς ἐγγείου φορολογίας, πάντες δ’ ἀνομολογοῦσιν, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς γεωργίας εἶναι ἀξία μερίμνης. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ φορολογηθῇ τὸ καθαρὸν εἰσόδημα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν πασῶν τῶν δαπανῶν καὶ βαρῶν, τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι τὸ καταλληλότερον καὶ δικαιότερον. Ἀλλὰ δυστυχῶς τοῦτο εἶναι ἀδύνατον παρ’ ἡμῖν. Ἐὰν δ’ ἠθέλομεν τροποποιήσει τὸ ὑπάρχον σύστημα, ἐπιδιώκοντες τὴν φορολογίαν τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, θὰ ἐπανηρχόμεθα ἴσως εἰς τὸ σύστημα τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν Σπαχήδων. Ἑπομένως, ἐν ὅσῳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ καταλληλότερος τρόπος φορολογίας τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, τὸ καλλίτερον σύστημα κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἶναι τὸ ὑφιστάμενον. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὀφείλομεν ταχέως νὰ κατορθώσωμεν τὴν πλήρη κατάργησιν τοῦ φόρου τούτου. Διότι, ἐφ’ ὅσον ὁ γεωργὸς στερεῖται τῶν ἐντελῶν καὶ πλήρων μέσων τῆς συγκοινωνίας, στερεῖται γεωργικῶν τραπεζῶν καὶ ἀναγκάζεται νὰ δανείζηται, ὡς συνήθως πράττει, πρὸς 30 καὶ 40%, ἀδύνατον νὰ ἐλπίσωμεν τὴν πρόοδον καὶ προαγωγὴν τοῦ τόπου. Καὶ πῶς θέλετε νὰ εὐπορῇ λαὸς, ὅστις οὐδὲ τὸν ἄρτον αὑτοῦ δὲν δύναται νὰ παραγάγῃ, ἀλλ’ ἀναγκάζεται νὰ προμηθεύηται αὐτὸν ἔξωθεν, εἰς βάρος τῆς ἰσοῤῥοπίας τοῦ μετάλλου; Ἑπομένως καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, καταργήσασα τὰ δύο προστεθέντα παρ’ αὐτῆς δεκατημόρια ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ἐλαττώσασα τὴν φορολογικὴν κλίμακα τῶν πρώτων ἑπτὰ κλάσεων. Ἐκ τῆς προσόδου τῶν οἴνων ἐπέρχεται μείωσις κατὰ 1,100,000. Ἡ διαφορὰ αὕτη πρὸς τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τὸ 1889 πηγάζει ἐκ τοῦ φορολογητέου ποσοῦ, ὅπερ ἀπεδείχθη κατώτερον τοῦ πραγματικοῦ, καὶ ἐκ τῆς ὡσαύτως καταργήσεως τῶν δύο προσθέτων δεκατημορίων. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου νομίζω, ὅτι ἔπρεπε μετὰ μείζονος περισκέψεως νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις. Τὸ ὑπάρχον σύστημα εἶναι ἄδικον· πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἐνιαχοῦ ὁ κοινὸς οἶνος, ὁ ῥητινίτης, πωλεῖται πρὸς 60 καὶ 80 λεπτὰ, ἀλλαχοῦ δὲ πρὸς 15 καὶ 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι καταλληλότερον καὶ δικαιότερον ἤθελεν εἶσθαι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ τὸ Κράτος δ’ ἴσως πλειότερα θὰ εἰσέπραττεν. Ἐπίσης ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν πηγάζει ἐλάττωσις ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1899 κατὰ 1,384,760. Κατὰ πολὺ ἀνώτερον ποσὸν, τοὐλάχιστον κατὰ 3,000,000, ἔδει νὰ μειωθῇ τὸ διὰ τὸ 1890 προϋπολογισθὲν ποσὸν, ἐξέθηκα δ’ ἤδη πρὸς ὑμᾶς τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων προβαίνει κατ’ ἔτος ἡ μείωσις τοῦ ἐσόδου τούτου. Ἐπίσης παρατηρεῖται διαφορὰ μεταξὺ τῶν προϋπολογισθέντων διὰ τὸ 1890 πρὸς τὸ 1889 ἐκ δρ. 650 χιλιάδων ἐκ τῶν μονοπωλείων. Ἐνταῦθα ἐπιτραπήτω μοι νὰ ποιήσωμαι παρατήρησιν τινα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἅλας. Διὰ δαπάνας καλλιεργείας καὶ μεταφορᾶς τοῦ ἅλατος ἀναγράφεται δαπάνη ἐξ 1 ἑκατομ. ἀπέναντι ἐσόδου 1,900,000, ἤτοι ἡ ἐτησία δαπάνη πρὸς εἴσπραξιν τοῦ ἐσόδου τούτου ἀναλογεῖ εἰς 50% καὶ πλέον. Καὶ θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὑφίσταται σύμβασις μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν μονοπωλείων, καὶ συνεπῶς δὲν δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ἔξοδον τοῦτο. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο θέλω νὰ ἀποδείξω, ὅτι καὶ ἡ τερατώδης αὕτη δαπάνη εἶναι προϊὸν τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀναλαβόντος τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν πρὸς τοὺς χορηγήσαντας τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Καὶ τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν δασικῶν προϊόντων προϋπελογίσθη διὰ τὸ 1890 κατώτερον τοῦ 1889 κατὰ δρ. 130,000, διότι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος τοιαύτην κατέδειξαν μείωσιν. Τὸ ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν ἔσοδον ὑπελογίσθη διὰ τὸ 1890 κατώτερον τοῦ 1889 κατὰ δρ., 916,000. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἐπῆλθε συνεπείᾳ τῆς ἐπ’ ἐσχάτων τροποποιήσεως τοῦ νόμου. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν κατώρθωσε νὰ εἰσπράττῃ ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου σπουδαῖον ποσὸν, ὡς πάντα σχεδὸν τὰ ἄλλα Κράτη. Δυστυχῶς τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἀπέτυχον πάντα, κατέληξε δ’ αὕτη εἰς τὸν πρὸ ὀλίγου ψηφισθέντα νόμον. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, φρονῶ ὅτι κάλλιον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἐντελῶς κατηργεῖτο ὁ φόρος οὗτος, ὅπως τοὐλάχιστον προστατευθῇ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία καὶ ὁ σταφιδόκαρπος. Ὡσαύτως ἐκ τῶν καθυστερουμένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων ὑπολογίζεται ποσὸν κατώτερον τοῦ 1889 κατὰ 800,000 δρ. Φρονῶ ὅτι ἔπρεπε τὸ ἐλαττωθὲν ποσὸν νὰ ἦναι ἀνώτερον τῶν 800,000, διότι εἶναι πολὺ φυσικὸν, ὁπόταν τὰ ἔσοδα αὐξάνωσιν ἕνεκα τῶν καταδιωκτικῶν μέτρων καὶ τοῦ κινδύνου, ὃν διατρέχουσιν οἱ πολῖται, νὰ πληρόνωσι διπλάσια τῶν ὀφειλομένων, ὡς ἐκ τῶν προσθέτων ποινῶν, τὰ ἔσοδα ἐκ καθυστερουμένων νὰ ἐλαττῶνται κανονικῶς. Πραγματευόμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, ἀπέδειξα ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων ἐλάττωσιν κατὰ ἓν καὶ πλέον ἑκατομ., ἑπομένως φρονῶ, ὅτι κακῶς ἠλαττώθη τὸ ἔσοδον κατὰ 800,000 δρ. μόνον, ἐνῷ ἔδει νὰ περιορισθῇ κατὰ 1,500,000, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1889. Καὶ τὰ ποσοστὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν δήμων ὑπελογίσθησαν ἥσσονα τῶν τοῦ 1889 κατὰ δρ. 350,000. Ἀνώτερον δὲ τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ τὸ 1889 προϋπελογίσθη διὰ τὸ 1890 τὸ ἔσοδον ἐκ τελῶν χαρτοσήμου κατὰ 846,000 δρ. Ὁμολογουμένως, ὡς προανέφερα, ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου παρετηρήθη αὔξησις. Κατὰ τὸ 1889 τὰ εἰσπραχθέντα ὑπερέβησαν τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ 400,000. Ἀλλ’ ὅμως τὴν αὔξησιν κατὰ 840,000 θεωρῶ ὑπερβολικὴν, περιοριστέαν δὲ εἰς 500,000. Καὶ τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ὑπολογίζεται ἀνώτερον τοῦ τοῦ 1889 κατὰ 570,000 δραχμάς. Διὰ τοῦ ψηφισθέντος ἤδη νόμου ηὐξήθη ὁ φόρος οὗτος κατὰ 1.20 δραχ. κατ’ ὀκᾶν, ἑπομένως διὰ τὸ 1890 ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῇ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ τοῦ 1889 κατὰ 1,116,000. Ἀναγράφεται δὲ μόνον ποσὸν 570,000, διότι τὸ κατὰ τὸ 1889 πραγματοποιηθὲν ἔσοδον ἐκ καπνοῦ ὑπῆρξε κατώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ 500,000. Ἐκ ποινικῶν τελῶν καὶ προστίμων ὑπολογίζεται διὰ τὸ 1889 αὔξησις ἐκ 500,000. Ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι εἰκονική. Οὐδέποτε δὲ εἰσπράττεται ἀνώτερον ποσόν. Ἐπίσης ὑπολογίζεται ἀνώτερον κατὰ δρ. 300,000 τὸ ἔσοδον ἐξ ἀνταλλάγματος τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἤδη δὲ τὸ πρῶτον ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἔσοδον ἐξ 1,000,000, πηγάζον ἐξ εἰσφορᾶς τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δανείων συνωμολογημένων, καὶ συνομολογουμένων πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων. Ὅπως, Κύριοι, ὑπεστήριξα πέρυσι καὶ ἀπεδέχθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὀρθὸν ἦτο καὶ νόμιμον, τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας νὰ ἐπιβαρυνθῇ δι’ 1,000,000 ἐτησίως, ἤτοι διὰ τοῦ τόκου τοῦ δανείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ὅπερ μέχρι τοῦδε ἀνεγράφετο μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, οὕτω τὸ νέον μέτρον τῆς Κυβερνήσεως θεωρῶ αὐθαίρετον καὶ καταστρεπτικόν. Δὲν ὤφειλε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὸ ἀπομένον διαθέσιμον ἕτερον ἑκατομμύριον χάριν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων, ἀφοῦ πάντες γινώσκομεν τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰ δεινὰ, ἅτινα πάσχουσιν οἱ ἠναγκασμένοι νὰ ὁδοιπορῶσιν εἰς τὰ ἐνδότερα ἰδίως τῆς χώρας. Ἡ μὴ νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἄλλως ἀγνοεῖ δυστυχῶς τὸν τόπον, ὅτι εἰς τοιαύτην ἐντέλειαν ἔφθασεν ἡ ἁμαξιτὴ ὁδοποιΐα, ὥστε ἄνευ βλάβης νὰ δυνηθῇ ν’ ἀφαιρέσῃ καὶ τὸ τελευταῖον κεφάλαιον τῆς περιουσίας τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἵνα οὕτω παραστήσῃ ἠλαττωμένα τὰ βάρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους; Ἐὰν ὑπῆρχε σύμπλεγμα σιδηροδρόμων τοπικῶν πλῆρες, δυνάμενον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰς ἁμαξιτοὺς ὁδοὺς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ τὸ μέτρον, ἀλλὰ δὲν ἐφθάσαμεν εἰσέτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὸ δὲ καταφερόμενον ἤδη τραῦμα κατὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶναι τηλικοῦτον, ὥστε πιστεύω, ὅτι οὐδέποτε θέλετε συναινέσει νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν ἤδη σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπερ ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἀνθοδέσμης τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἤδη, Κύριοι, ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐξόδων τοῦ 1890. Ταῦτα ὑπολογίζονται εἰς τὸ ποσὸν δραχμῶν 91,084,925, ἤτοι ὀλιγώτερα μὲν τῶν τοῦ 1889 κατὰ 5,000,000 περίπου, τῶν δὲ ψηφισθέντων ἢ ἐγκριθέντων διὰ Β. Διαταγμάτων κατὰ 7,000,000 περίπου. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἐπὶ ἔλαττον προέρχεται κυρίως ἐκ τῆς ἀπαλείψεως δρ. 6,265,533 δι’ ἀγορὰν ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Τὴν φορὰν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπερηκόντισε τὰ ὅρια τῶν αὐθαιρέτων αὐτοῦ ὑπολογισμῶν. Δὲν ἠρκέσθη, ὡς μέχρι τοῦδε, νὰ ἀναγράφῃ μὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, δανειζόμενος δ’ εἰς μέταλλον, νὰ ἐξοικονομῇ τὸ ἀπαιτούμενον μεταλλικὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐτησίων βαρῶν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλ’ ἵνα παραστήσῃ ἐλαφρότερον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890 καὶ παρουσιάσῃ αὖθις εἰκονικὸν ἰσοζύγιον καὶ ἰδανικὸν περίσσευμα, ἐκ τῶν προτέρων διέγραψε ποσὸν ἐξ 6,265,533, λέγων οὕτω πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν: ἢ μοὶ δανείζετε καὶ ἄλλα, ἢ δὲν σᾶς πληρόνω εἰς μεταλλικὸν, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν μοὶ τὸ ἐπιτρέπει. Εἰς τοιοῦτο συμπέρασμα καταλήγει τὸ νέον τοῦτο τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μέτρον. Οὕτω θέλει, οὕτω πράττει. Προσέτι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις ἐκ χρεωλυσίων καὶ τόκων κατὰ δρ. 2,631,417. Αὐξήσεις δὲ παρουσιάζονται ἐξ 1,300,000 διὰ προμήθειαν ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν πρόσκλησιν τῆς ἐφεδρείας, ἐκ 590,000 δὲ περίπου δι’ ἔξοδα συντηρήσεως τῶν νέων πλοίων. Ἐξ 750,000 περίπου διὰ προμηθείας ἐξαντληθέντων εἰδῶν τῶν μονοπωλείων καὶ ἐξ 680,000 περίπου δι’ ἀπόδοσιν ποσοστῶν ὁδοποιΐας. Μετά τινας δὲ ἄλλας αὐξομειώσεις τῶν διαφόρων κονδυλίων, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς ἐγκριθείσας δαπάνας τοῦ 1889, παρουσιάζει ἐλάττωσιν πιστώσεων ἐξ 7,424,807 δρ. Κατὰ πόσον οἱ ἐν τῷ χάρτῃ ὑπολογισμοὶ οὗτοι θ’ ἀποβῶσιν ἀκριβεῖς, ὑμεῖς δύνασθε νὰ κρίνητε ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων καὶ ἐκ τῶν πιστώσεων, αἵτινες καθ’ ἑκάστην εἰσάγονται ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ψηφίζονται πέραν τῶν προϋπολογισθέντων ποσῶν. Ἑπομένως δύνασθε νὰ σχηματίσητε ἀσφαλῆ ἰδέαν περὶ τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς ἀληθείας τῶν προβλέψεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δυστυχῶς, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων, αἵτινες πολλάκις ὑποβάλλονται ἐναντίον καὶ αὐτοῦ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, εἶναι ἓν ἐκ τῶν κυρίων αἰτίων τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε τὸ σύστημα τοῦτο ἐθεώρει καταστρεπτικόν, εἰσάγον δὲ τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως αὑτοῦ: «Ὅταν δὲ ἅπασαι αἱ ἀναγκαῖαι διὰ τὴν διοίκησιν δαπάναι ἀναγράφωνται ἐξ ἀρχῆς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, κατ’ ἀπαράβατον δὲ ἀρχὴν, ἐκτελῶνται ἐντὸς τῶν ὅρων καὶ τῶν κατηγοριῶν τῶν νομίμως ψηφισθεισῶν πιστώσεων, ὅσαι στηρίζονται εἰς ὑπολελογισμένους πόρους, τότε ἡ ἰσοῤῥοπία τοῦ Προϋπολογισμοῦ διατηρεῖται ἀπρόσβλητος. Παράδειγμα ἀξιομίμητον πρόκεινται μικρά τε καὶ μεγάλα ἔθνη, τὰ ὁποῖα, περιελθόντα εἰς μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἐπηνώρθωσαν ἐν βραχεῖ ταύτας διὰ τοῦ ἐκτεθέντος κανόνος, ἀποφυγόντα αὐστηρῶς τὸ σύστημα τῆς ἐλλιποῦς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατατάξεως ὅλων τῶν ἐπιβαλλομένων δαπανῶν καὶ τῆς κατόπιν ἀναγνωρίσεως αὐτῶν δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἄλλων κατηγοριῶν πιστώσεων, μὴ στηριζομένων εἰς νέους πόρους ἀλλ’ εἰς βάρος τῶν διατεθειμένων ἤδη ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἐκ διαφόρων αἰτίων (παρ’ ἡμῖν δὲ πρὸ πάντων καὶ ἐκ τῶν μεγάλων καθυστερήσεων) πάντοτε ὑφίστανται σπουδαίαν ἐλάττωσιν. Τὰς συνεπείας ταύτας κατανοοῦσα ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἔμεινεν ἀκριβῶς ἐντὸς τῶν ὁρίων, ἅτινα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῇ ἐθέσατε». Τοιαύτας ἰδέας εἶχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀκταετίας. Καὶ ὅμως σήμερον οὐ μόνον τὸν κανόνα τοῦτον, τὸν ὁμολογουμένως σωστικὸν διὰ τὰ Κράτη, δὲν τηρεῖ, ἀλλὰ τοὐναντίον τηρεῖ ὡς κανόνα τὴν διὰ πιστώσεων αὔξησιν τῶν κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζων ὅτι εἶναι κατόρθωμα νὰ παρουσιάζῃ Προϋπολογισμὸν δεικνύοντα εἰκονικὸν καὶ ψευδὲς ἰσοζύγιον. Ἑπομένως, Κύριοι, μίαν καὶ μόνην εὐχὴν ὀφείλομεν ν’ ἀποτείνωμεν, τὴν εὐχὴν ὅπως αἱ διὰ πιστώσεων ὑποβληθησόμεναι ἐνώπιον ἡμῶν δαπάναι ὦσιν ὡς οἷόν τε ἠλαττωμέναι. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἐσόδων τοῦ 1890 δὲν θ’ ἀσχοληθῶ λεπτομερῶς, ἐν συνόλῳ δὲ ὑπολογίζω αὐτὰ οὐχὶ ἀνώτερα ἐκείνων τοῦ 1889. Ἀλλὰ περὶ τῶν ἐξόδων ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ λάβωμεν φροντίδα, ὅπως περιορισθῶσι. Καὶ βεβαίως Κύριοι, δὲν δύνανται νὰ περιορισθῶσι ταῦτα εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ περιορισθῶσι μεταβαλλομένων τῶν ὀργανικῶν νόμων, καταργουμένης δὲ τῆς ἐπαράτου γραφειοκρατίας, οὕτω δὲ κανονιζομένων τῶν δαπανῶν ἀναλόγως τῶν πόρων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐνόντων, Κύριοι, δύναμαι νὰ ὑποδείξω οἰκονομίαν τινὰ, ἥτις βεβαίως δὲν θὰ μεταβάλῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἀποδεικνύει ὅμως, ὅτι αὐστηρὸν πνεῦμα οἰκονομίας δύναται, ἐὰν θέλῃ, νὰ περιορίσῃ ἐνίας δαπάνας. Αἱ δαπάναι διὰ τὴν κοπὴν καὶ συσκευὴν τοῦ καπνοῦ εἶναι ὑπερβολικαί. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, πόσα ποσὰ δαπανῶνται περιττῶς διὰ προσωπικὸν ἄχρηστον καὶ μὴ ἐργαζόμενον, ἐξυπηρετοῦσι δὲ μόνον πολιτικοὺς σκοπούς. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῶσιν ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις μόνον τὰ ἀληθῶς καὶ πράγματι ἐργαζόμενα ἄτομα, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα ἀποστέλλονται εἰς τὰ θεωρεῖα τῆς Βουλῆς ἢ εἰς τὰς διαδηλώσεις. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι τὰ καπνοκοπτήρια τῆς βʹ κατηγορίας καὶ κάτω δέον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Ἐφόρων μέ τι ἐπιμίσθιον. Πλανῶνται δ’ οἱ νομίζοντες ὅτι δῆθεν οἱ Ἔφοροι δὲν θὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Δὲν ἀγνοεῖτε τὸ ποσὸν τοῦ κοπτομένου καπνοῦ ἐν τοῖς πλείστοις ἐργοστασίοις τῶν ῥηθεισῶν κατηγοριῶν. Φρονεῖτε ὅτι δὲν δύνανται οἱ Ἔφοροι νὰ ἐπιβλέπωσι τὴν κοπὴν πέντε, δέκα ἢ καὶ δεκαπέντε ὀκάδων καπνοῦ; Διὰ τοῦ μέτρου τούτου θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν ἐκ τῆς μισθοδοσίας τῶν διευθυντῶν καὶ ἐξ ἐνοικίων καταστημάτων, διότι κάλλιστα εἰς τὰ πλεῖστα μέρη δύνανται εἰς τὸ αὐτὸ κατάστημα νὰ συνυπάρχωσιν ἡ Ἐφορία καὶ τὸ Καπνοκοπτήριον, μέ τινα προσθήκην ἐνοικίου, οὕτω δὲ δύναται νὰ προέλθῃ οἰκονομία 150,000 περίπου δραχμῶν. Τὸ πρᾶγμα, ὡς προεῖπον, δὲν θεωρῶ σπουδαῖον διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, νομίζω ὅμως, ὅτι ὀφείλομεν, ὡς ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, καὶ τὸν ὀβολὸν νὰ μὴ περιφρονῶμεν, ὁσάκις δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν αὐτόν. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου ἴσως ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ σπουδαία οἰκονομία, εἶναι ὁ στρατός. Ἀλλ’ ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα, δὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν οἰκονομίαν ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ στρατοῦ. Μὲ τὸ ὑφιστάμενον σύστημα τῆς γενικῆς στρατολογίας ὀφείλομεν νὰ διατηρῶμεν τὰ στελέχη ἡμῶν ἀκέραια, νὰ δαπανῶμεν δὲ 17,000,000 δραχμῶν περίπου ἐτησίως, ἐξ ὧν τὰ δώδεκα περίπου διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν, τὴν χωροφυλακὴν, διὰ τὴν δαπάνην τῶν διαφόρων σχολῶν, διὰ τὸν λόχον τῶν νοσοκόμων, καὶ διά τινας ἄλλας ἀναποφεύκτους ὑπηρεσίας. Τὰ δὲ 5,000,000 περίπου διὰ μισθοὺς, τροφὰς καὶ ἱματισμὸν τῶν στρατιωτῶν. Διὰ τὸ 1890 προϋπολογίζονται διὰ δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν 18,437,000, ἐξ ὧν διὰ μισθοὺς στρατιωτῶν τοῦ μηχανικοῦ 175,000, τοῦ πυροβολικοῦ 325,000, τοῦ ἱππικοῦ 210,000, τοῦ πεζικοῦ 2,325,000, διὰ γενικὰς ὑπηρεσίας 23,900, διὰ τροφὰς 1,180,000, καὶ δι’ ἱματισμὸν 1,276,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 5,514,900. Ἐπὶ τούτου δὲ μόνον τοῦ ποσοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σκέψις περὶ οἰκονομίας. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ διετὴς θητεία ἐχρησιμοποιεῖτο εἰς διαρκῆ καὶ καθαρῶς στρατιωτικὴν ἐκγύμνασιν καὶ μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ μοὶ ἐπετρέπετο νὰ σκεφθῶ περὶ μεταβολῆς αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁπόταν, ὡς πάντες γινώσκομεν, οὐδ’ ἐπὶ τρεῖς μῆνας ὑποβάλλωνται οἱ ἄνδρες εἰς καθαρῶς στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, τὸν δὲ ὑπόλοιπον χρόνον ἀποστέλλωνται εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς συλλήψεις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, νομίζω ὅτι δὲν σφάλλω, ἐὰν ὑποστηρίξω τὴν ἐλάττωσιν τῆς θητείας διὰ τὸ πεζικὸν, οὐχὶ δὲ καὶ διὰ τὰ τεχνικὰ ὅπλα, ἀπὸ διετοῦς εἰς ἑξάμηνον. Ἑξάμηνος πραγματικὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία θὰ παραγάγῃ κρείσσονα ἀποτελέσματα, κατὰ τὴν ἀτομικὴν γνώμην μου, τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα βλέπομεν ἐκ τοῦ ὑφισταμένου συστήματος. Ἀλλ’ ἐννοῶ νὰ προσκαλῆται τακτικῶς ἡ ἐφεδρεία, σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνωνται τὰ γυμνάσια. Ἐὰν δὲ οἱ ὑπόχρεοι διαιρῶνται εἰς δύο κλάσεις καὶ ἑκατέρα τούτων ὑπηρετῇ καθ’ ἑκατέραν τῶν δύο ἑξαμηνιῶν, ἤθελεν ἐπιτευχθῆ οἰκονομία τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ δύο καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλὰ μὲ τὴν τηρουμένην τακτικήν, οὔτε στρατὸν ἔχομεν, οὐδὲ τοὐλάχιστον οἰκονομίαν τινὰ δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐγίνετο ἀποδεκτὴ ἡ γνώμη μου, οὐ μόνον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν τὰ 2½ ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐστεροῦμεν καὶ τὴν γεωργίαν καὶ βιομηχανίαν ἀπὸ τόσας σφριγώσας χεῖρας νέων, διὰ τῆς στερήσεως τῶν ὁποίων καταστρέφονται τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ἐὰν δὲ τοιαύτην ἠδυνάμεθα οἰκονομίαν νὰ ἐπιφέρωμεν, ἀδιστάκτως, Κύριοι, φρονῶ ὅτι εἴχομεν καθῆκον καὶ ὀφείλομεν ν’ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας διὰ τὸ ναυτικόν. Πάντες, Κύριοι, γνωρίζομεν καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας καὶ ἐκ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως τοῦ ἔθνους, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐλπὶς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ ἀναδειχθῇ ποτε, βεβαίως τὸ ναυτικὸν εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ἀναποφεύκτως δέον νὰ δράσῃ. Ἀλλ’ ἐνῷ εἰς τὸ ναυτικὸν ἡμῶν ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν πᾶσαν συνδρομήν, ὑποστῶμεν δὲ καὶ πᾶσαν θυσίαν, δὲν ἐννοῶ βεβαίως, ὅτι ἐγκρίνω τὴν παροῦσαν αὐτοῦ διοίκησιν. Ὅσα δήποτε καὶ ἂν λέγωνται, καὶ ὅσα δήποτε καὶ ἂν γράφωνται πρὸς ὑποστήριξιν τῆς καλῆς αὐτοῦ διευθύνσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ διαφωνῶ, ὁπόταν μάλιστα καταργῆται ἡ ἐθελουσία κατάταξις, ἐλαττῶνται οἱ μισθοὶ τῶν ναυτῶν, ἀποπέμπωνται δὲ οἱ ἐξαίρετοι καὶ παλαιοὶ ἐκεῖνοι ναῦται, ὅπως ἀντικατασταθῶσι δι’ ἄλλων τῆς ἐτησίας ἀπογραφῆς, ὑπὸ τῶν αὐτῶν βεβαίως αἰσθημάτων ἐμφορουμένων, μὴ δυναμένων ὅμως νὰ παραβληθῶσι πρὸς τοὺς παλαιοὺς ναύτας. Ἤδη, Κύριοι, ἀπομένουσιν ἔτι πρὸς ἐξέτασιν δύο σπουδαῖα ζητήματα. Οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐβελτίωσαν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους; Ἡ ὑφισταμένη φορολογία εἶναι φορολογία μετρία καὶ λελογισμένη, ἢ καταθλιπτικὴ μέχρι καταπονήσεως τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας; Πρὸς λύσιν, Κύριοι, τοῦ πρώτου θέματος, θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καθ’ ἣν ἡμέραν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἤτοι τὴν 8 Μαΐου 1886. Θὰ παραβάλω τὰς τότε ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους καὶ ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ὡς πρὸς τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια, πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, κατὰ τὸ 1890. Θὰ ἐξετάσω τὰς τροπὰς τῶν δανείων, ἃς ἐποιήσατο, θὰ ἀνεύρω τὰς ἐλαττώσεις τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων κεχωρισμένως, θὰ ὑποδείξω τὰς αὐξήσεις, αἵτινες διὰ τῶν νέων δανείων ἐπῆλθον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, θὰ παραβάλω τὴν διαφορὰν μεταξὺ ἐλαττώσεων καὶ αὐξήσεων, θὰ ἐξετάσω τὰ εἰσπραχθέντα ποσὰ ἐκ δανείων μετὰ τὸ 1886, καὶ θὰ παραβάλω αὐτὰ πρὸς τὰς γενομένας πληρωμὰς ἐν τῷ χρονικῷ τούτῳ διαστήματι ἀπὸ τοῦ 1886–1890. Θὰ ἀνεύρω ἐπίσης τὰ δαπανηθέντα ποσὰ διὰ κατασκευὴν δημοσίων ἔργων καὶ τὰ ἐκ τούτων ἐτήσια βάρη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Πρὸ πολλοῦ, Κύριοι, πρὸ μηνῶν εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ προσαγάγῃ λογαριασμὸν τοιοῦτον, προερχόμενον ἐκ τῶν δημοσίων γραφείων. Καὶ ὑπεσχέθη μὲν, ὡς συνήθως, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἤθελε διατάξει νὰ ἑτοιμασθῇ τοιοῦτος λογαριασμὸς, δυστυχῶς ὅμως μῆνες παρῆλθον καὶ τὸν λογαριασμὸν τοῦτον εἰσέτι δὲν παρουσίασεν. Ἠναγκάσθην ἑπομένως νὰ συναγάγω τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας μου ταύτης ἐκ διαφόρων Προϋπολογισμῶν παλαιοτέρας ἐποχῆς, καὶ ἐξ ἄλλων δημοσίων ἐγγράφων, ἵνα δυνηθῶ νὰ καταστρώσω ἐγὼ τὸν ζητηθέντα παρ’ ἐμοῦ ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πίνακα. Πόρισμα τῆς ἐργασίας μου ταύτης ὑπῆρξεν, ὅτι κατὰ τὴν 8ην Μαΐου 1886 τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους ἀνήρχετο εἰς 534,317,678, ἐξ ὧν 400,000,000 περίπου εἰς μεταλλικόν. Κατὰ δὲ τὸ 1890 τὸ κεφάλαιον ἀνῆλθεν εἰς 739,215,734, ἐξ ὧν 600,000 περίπου εἰς μεταλλικόν. Τὸ δὲ ἐτήσιον βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων, τὸ μὲν 1886 ἀνήρχετο εἰς δραχ. 36,000,751, τὸ δὲ 1890 εἰς 36,989,439. Αἱ διὰ τῶν τροπῶν ἐπελθοῦσαι ἐλαττώσεις τοῦ ἐτησίου βάρους συμποσοῦνται εἰς 18,181,705, ἐξ ὧν 14,364,487 ἐκ τόκων καὶ 3,817,218 ἐκ χρεωλυσίων. Αἱ δὲ διὰ τῶν συναφθέντων δανείων αὐξήσεις ἀνέρχονται εἰς δραχ. 19,185,473, ἐξ ὧν 18,308,392 δραχ. εἰς τόκους καὶ 877,081 εἰς χρεωλύσια. Εἰσέπραξε δὲ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἄνοδον αὐτῆς εἰς τὴν ἀρχὴν 253,936,099, ἐπλήρωσε δὲ 228,893,249. Οὕτω τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους ηὔξησε κατὰ 204,898,057 εἰς μεταλλικὸν, τὸ ἐτήσιον βάρος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων κατὰ 988,688, μολονότι ἠλαττώθη τὸ χρεωλύσιον, δι’ οὗ περιωρίζετο τὸ κεφάλαιον τοῦ χρέους, κατὰ 2,940,137, μεταξὺ δὲ εἰσπραχθέντων καὶ πληρωθέντων παρουσιάζεται διαφορὰ ἐξ 25,042,850, ἅτινα δὲν δικαιολογοῦνται. Λέγων δὲ «δὲν δικαιολογοῦνται», δὲν ἐννοῶ καὶ ὅτι κατεβροχθίσθησαν, ἀλλὰ δι’ αὐτῶν ἐκαλύφθησαν τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1887, τοῦ 1888 καὶ τοῦ 1889, καὶ ἑπομένως οἱ περὶ τούτου ἰσχυρισμοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀποδεικνύονται ἀληθεῖς ὑπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ θὰ ὀχυρωθῇ ἴσως ἡ Κυβέρνησις ὄπισθεν τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι ἐξετέλεσε δημόσια ἔργα, ἅτινα καὶ τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ ἐτήσιον βάρος τοῦ δημοσίου χρέους ηὔξησαν. Ἄς ἐξετάσωμεν ὅθεν, πόσα καὶ ὁποῖα τὰ ὑπάρχοντα, πόσα δὲ τὰ ἐκτελεσθέντα παρ’ αὐτῆς δημόσια ἔργα, κατὰ πόσον ἐκ τούτου ηὔξησε τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους, κατὰ πόσον ηὔξησε τὸ ἐτήσιον βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Γινώσκετε, Κύριοι, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν τοὺς ἑξῆς σιδηροδρόμους. Τὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ὅστις ὅμως κατεσκευάσθη δι’ ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, ὡς ἐπίσης καὶ ὁ σιδηρόδρομος Κατακώλου· τὸν σιδηρόδρομον Ἀττικῆς, ὅστις ὡσαύτως κατεσκευάσθη ἄνευ βάρους τοῦ Κράτους, διότι, ὡς γινώσκετε, ὑφίστατο πρὸ πολλοῦ μεταξὺ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων καὶ τοῦ Δημοσίου δίκη ἐκκρεμὴς, τῇ προτάσει δὲ τοῦ τότε διευθύνοντος τὰ Μεταλλουργεῖα τοῦ Λαυρίου, κατηργήθη ἡ δίκη ἐκείνη, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Τοὺς σιδηροδρόμους τῆς Πελοποννήσου (ἐννοῶ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πατρῶν–Πύργου) καὶ τὸν σιδηρόδρομον Θεσσαλίας, δι’ οὓς ἐδαπάνησε τὸ Κράτος διὰ χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν καὶ δι’ ἀποζημιώσεις καταληφθέντων κτημάτων, μετὰ τὸ 1886, διότι ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν δαπανηθεισῶν 12,585,536 εἶχον δαπανηθῆ πρὸ τοῦ 1886 δραχ. 8,015,536, ἐδαπάνησε, λέγω, μετὰ τὸ 1886 δραχμὰς 4,572,000. Τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, κατασκευαζόμενον ἤδη διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους καὶ ἐν ἀρχῇ ἔτι τῆς κατασκευῆς διατελοῦντα, δι’ ὅπερ ἐδανείσθη τὸ Κράτος 24,000,000 φρ. χρυσᾶ. Τὸν σιδηρόδρομον Ἀγρινίου–Μεσολογγίου, κατασκευασθέντα ἐπίσης διὰ λ)σμὸν τοῦ Κράτους ἀντὶ 3,700,000 φρ. χρυσῶν. Προσέτι διὰ τὴν ναυπήγησιν τῶν θωρηκτῶν ἐδαπάνησε τὸ Κράτος 26,000,000 χρυσᾶ φρ. Διὰ τὸν σιδηρόδρομον Διακοφτοῦ 1,000,000 δραχ., καὶ διὰ στρατιωτικὰ κτίρια, μετὰ τὸ 1886, διότι ἐκ τοῦ ὅλου δαπανηθέντος ποσοῦ τῶν 7,445,121 τὰ 5,119,121, ἐδαπανήθησαν πρὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1886, ἐδαπανήθησαν, λέγω, μετὰ τὸ 1886 δρ. 2,326,000. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἀπὸ τῆς ἀνόδου εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐδαπανήθησαν διὰ δημόσια ἔργα, κατασκευασθέντα καὶ κατασκευαζόμενα, ἐν ὅλῳ 61,646,720, βαρύνοντα τὸν ἐτήσιον Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διὰ τόκους πρὸς 6% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ, διὰ δραχ. 4,439,953. Ἐν συμπεράσματι, Κύριοι, τὸ ἐτήσιον βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ μεταξὺ τοῦ 1886 καὶ τοῦ 1890 ηὔξησε κατὰ 1,000,000 περίπου, εἰ καὶ κατηργήθησαν χρεωλύσια τῶν δανείων ἐκ 3 ἑκατομ. περίπου. Τὸ κεφάλαιον τοῦ χρέους ηὔξησε κατὰ 205 ἑκατ. χρυσᾶ φρ. ἢ κατὰ 250 ἑκατ. δραχ., ἐξ ὧν μόνον 62 ἑκατ. περίπου ἐδαπανήθησαν διὰ δημόσια ἔργα καὶ 35 ἑκατομ. περίπου δι’ ἐλλείμματα τῆς ἐπιστρατεύσεως, διότι τὰ λοιπὰ ἐλήφθησαν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἧς τὸ δάνειον ὑφίσταται ἔτι, αὐξηθὲν μάλιστα ἀπὸ τῆς 8 Μαΐου 1886 κατὰ 3,189,536 δραχμάς. Μετὰ τὴν τοιαύτην, Κύριοι, πιστὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ τις κόπον συνειδήσεως, ἵνα ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐβελτιώθη αὕτη. Ἐδεινώθη καὶ ἐδεινώθη εἰς βαθμὸν ἐμπνέοντα σοβαρὰν ἀνησυχίαν, διότι καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους ηὔξησε κατὰ 200,000,000 χρυσᾶ φράγκα, καὶ τὸ ἐτήσιον βάρος τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων κατὰ 1 ἑκατομμύριον, καὶ ἡ καταβολὴ τῶν χρεωλυσίου, δι’ οὗ βαθμηδὸν ἐξωφλοῦντο τὰ χρέη, ἠλαττώθη κατὰ 3,000,000, προεξωφλήθησαν δὲ οὕτω αἱ ἀνάγκαι τοῦ μέλλοντος, χάριν προσκαίρου διατηρήσεως τῆς ἐξουσίας. Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ οὔτε παρουσίασεν, οὔτε θὰ παρουσιάσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν ζητηθέντα λογαριασμὸν τῆς διαχειρίσεώς του. Καὶ ἂν δὲ ἐξαναγκασθῇ ποτε νὰ παρουσιάσῃ τοιοῦτον, δὲν θὰ διαφέρῃ τῶν συνήθως προσαγομένων οὔτε κατὰ τὴν στριφνότητα, οὐδὲ κατὰ τὸ σκότος. Ἀλλὰ διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ πολιτεύηται τοιουτοτρόπως, διατὶ νὰ μὴ παριστᾷ αἰωνίως ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα εἰκονικὰ, ὁπόταν μετ’ ἀφοσιώσεως παρακολουθῆται ὑπὸ 80 ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ὃν οὗτος διὰ τῶν οἰκονομικῶν αὑτοῦ συνδυασμῶν ἄγει εὐθὺ πρὸς τὸ βάραθρον; Ἤδη, Κύριοι, ἀπομένει ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος, κατὰ πόσον ἡ φορολογία δύναται νὰ θεωρηθῇ μετρία καὶ λελογισμένη, ἢ ἄδικος καὶ καταθλιπτικὴ μέχρι καταπονήσεως τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται βεβαίως νὰ λυθῇ ἀποφθεγματικῶς, τοῦ μὲν ὑποστηρίζοντος, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας εἶναι ἀνθηρὰ, τοῦ δὲ τοὐναντίον ἰσχυριζομένου, ὅτι αὕτη ἐμαράνθη καὶ ἀποξηραίνεται. Ἵνα προβῇ τις εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, δέον νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, βοηθούμενος ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν ἐκείνων κανόνων, τοὺς ὁποίους πάντα τὰ Κράτη μεταχειρίζονται. Τὸ ὅτι εἰσπράττονται οἱ φόροι, δὲν ἀποδεικνύει ὅτι ὁ τόπος εὐημερεῖ, ἐκ τοῦ γεγονότος δὲ τούτου δὲν δύνανται νὰ ἐξαχθῶσι συμπεράσματα βάσιμα. Ὁπόταν ὁ πολίτης διατρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ πληρώσῃ διπλάσια, ἢ ὁπόταν καταδιωκόμενος ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων καὶ τῶν ἐνταλμάτων δανείζηται ἵνα πληρώσῃ, δὲν σημαίνει ὅτι πληρώνει ἀνέτως. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου δὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἄλλο συμπέρασμα ἢ τὸ τεκμήριον μόνον, ὅτι οἱ φόροι πληρόνονται μετὰ δυσχερείας, ἐξ ἄλλων ὅμως γεγονότων δύνανται νὰ ἐξαχθῶσι βέβαια καὶ ἀληθῆ συμπεράσματα. Τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως ἐνδεικνύουσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, διότι πληρόνονται ἑκουσίως καὶ ἄνευ χωροφυλάκων καὶ ἐνταλμάτων. Αὐξάνουσι τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν φόρων τούτων; ἰδοὺ τρανὴ ἀπόδειξις τῆς εὐημερείας τῆς χώρας. Ἐλαττοῦνται ἢ μένουσι στάσιμα; ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις τῆς δυσπραγίας. Παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς ἀπὸ τοῦ 1887 καὶ ἐντεῦθεν παρατηρεῖται προβαίνουσα μείωσις τῶν ἐσόδων ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ὅπως καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν περίπου 26,000,000, κατὰ τὸ 1888 μόνον 24,000,000, κατὰ δὲ τὸ 1889 23,500,000. Ἤτοι ἐν διαστήματι τριετίας ἐπῆλθεν ἐλάττωσις 2,500,000 περίπου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, στενοχωρούμενος ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων, καὶ λίαν δικαίως, διότι ἐννοεῖ τὴν σημασίαν τοῦ πράγματος, προσπαθεῖ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ μείωσις αὕτη προῆλθεν ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἑπομένως τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγῆς σιτηρῶν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν σελίδι 21 τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890: «Ἡ μείωσις τοῦ ἐσόδου τῆς εἰσαγωγῆς προῆλθε κατὰ τὸ πλεῖστον διότι ἐκ τῆς εὐφορίας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἡ ἔξωθεν εἰσαγωγὴ σιτηρῶν περιωρίσθη.» Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ὅστις, καὶ αὖθις ἐπαναλαμβάνω, εἶναι λυπηρὸν, διότι, ἐν ἀναῤῥώσει διατελῶν, δὲν παρακάθηται μεταξὺ ἡμῶν, ἀκράδαντον ἔχων πεποίθησιν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀπεδέχθη ἀβασανίστως τὴν βεβαίωσιν ταύτην, καὶ τὴν περιέλαβεν εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἰδοὺ τί λέγει ἐν σελίδι 5 τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ: «ἡ ἐλάττωσις αὕτη δικαιολογεῖται ἐκ τῆς παρατηρηθείσης ἐλαττώσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ λῆγον ἔτος, ὡς ἐκ τῆς ἐν τῷ Κράτει εἰσαγωγῆς ἐλάσσονος ποσοῦ σιτηρῶν». Ἀλλ’ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι Βουλευταὶ, οἵτινες δὲν τρέφουσι τὴν αὐτὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι δυστυχῶς ἔλαβον πεῖραν τῶν διαβεβαιώσεων αὐτοῦ, ἀνέτρεξαν εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων τοῦ 1889. Τί δ’ ἀνακαλύπτουσιν; ὅτι μέχρι μὲν τέλους Σεπτεμβρίου 1889 εἰσήχθησαν δημητριακοὶ καρποὶ ὀκάδες 90,021,560, καὶ εἰσεπράχθησαν τέλη 2,755,027, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1888 εἰσήχθησαν ὀκάδες 81,242,471, καὶ εἰσεπράχθησαν τέλη 2,443,526, ἤτοι κατὰ τοὺς 9 πρώτους μῆνας τοῦ 1889 εἰσήχθησαν σιτηρὰ πλειότερα 9,000,000 ὀκάδες, εἰσεπράχθησαν δὲ πλειότερα 310,000 δραχ. Μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1889, ὅτε διεβεβαίου ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσήχθησαν ὀκάδες 102,950,888, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ. 3,167,868, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1888 εἰσήχθησαν ὀκάδες 89,952,603, εἰσεπράχθησαν δὲ μόνον δρ. 2,731,214, ἤτοι κατὰ τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1889 εἰσήχθησαν πλειότερα σιτηρὰ τῶν ἀντιστοίχων μηνῶν τοῦ 1888 περίπου ὀκάδες 13,000,000, εἰσεπράχθησαν δὲ πλειότερα τῶν τοῦ 1888, 400,000 περίπου δραχμῶν. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, εἶναι λυπηρὸν, λυπηρότατον, ἀλλ’ ὅμως δυστυχῶς εἶναι ἀληθὲς, ἀληθέστατον. Δύο Πρόεδροι, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς συνελήφθησαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ, τί πράττοντες; δὲν τὸ λέγω, διότι πάντες τὸ ἐννοοῦσιν. Ἡ μείωσις τῶν ἐσόδων ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν προῆλθεν ἐξ ἄλλων αἰτίων, ἅτινα πρὸ ὀλίγου ἀνέφερον πρὸς ὑμᾶς. Προῆλθεν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς εἰσαγωγῆς τῶν εἰδῶν ἐκείνων, ἅτινα οἱ πολῖται προμηθεύονται, ὁπόταν εὐπορῶσιν. Ἀνέφερον πρὸ ὀλίγου ἓν τοιοῦτον εἶδος, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ αὖθις. Ἐκ τοῦ εἴδους τοῦ στολισμοῦ καὶ τῆς πολυτελείας κατὰ 1887 εἰσεπράχθησαν 890 χιλιάδες. Τί εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1889; 60 χιλιάδες μόνον. Ποίαν τρανωτέραν ἀπόδειξιν θέλετε τῆς κοινωνικῆς στενοχωρίας; Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ προβῶ ἔτι μᾶλλον. Ἵνα ἀποδειχθῇ ὁ βαθμὸς τῆς φορολογίας Κράτους τινὸς, πρέπει νὰ παραβληθῇ ὁ φόρος ὁ πληρονόμενος πρὸς τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, καὶ νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἀναλογία αὐτοῦ πρὸς ἐκεῖνον, πρὸς τὸ σύνολον δηλαδὴ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν ἰδιωτῶν. Φορολογία 6 ἢ 7% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος εἶναι φορολογία ἐλαφρά. Φορολογία 8 ἢ 9% εἶναι μετρία· 10% εἶναι βαρεῖα· ἄνω τῶν 10% ἡ φορολογία εἶναι ἐπαχθής. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί λέγει περὶ τούτου ὁ διάσημος συγγραφεὺς Leroy Beaulieu: «Ἡ φορολογία δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς λίαν μετρία, ὁπόταν τὸ σύνολον τῶν δημοσίων, τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ τῶν δημοτικῶν φόρων δὲν ὑπερβαίνῃ τὰ 5 ἢ 6% τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν ἰδιωτῶν. Μέχρι τῶν 8% ἡ φορολογία δύναται εὐκόλως νὰ ἐπιβάλληται, ἀνέτως δὲ νὰ γίνηται ἀποδεκτή. Πέραν τῶν 10% ἡ φορολογία καθίσταται λίαν βαρεῖα, ἡ εἴσπραξις δὲ τῶν φόρων σχεδὸν ἀδύνατος ἄνευ μέτρων αὐθαιρέτων ἢ φθοροποιῶν». (Au dessus de 10 p. 100 l'impôt devient très lourd, il est presque impossible qu'on le perçoive sans des mesures arbitraires ou véxatoires). Τρία Κράτη ἀνταποκρίνονται πρὸς τοὺς τρεῖς τούτους βαθμοὺς, τῆς ἐλαφρᾶς, τῆς μετρίας καὶ τῆς βαρείας φορολογίας. Τὸ Βέλγιον, ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία. Ὁ Βέλγος, ὅστις ὑπολογίζεται ἔχων εἰσόδημα 800 φράγκων κατὰ μέσον ὅρον, φορολογεῖται πρὸς 6%. Ὁ Ἄγγλος, ὅστις ἔχει εἰσόδημα 900 φράγκων, φορολογεῖται πρὸς 7½%. Ὁ Γάλλος, ὅστις ὑπολογίζεται ἔχων εἰσόδημα 700 φράγκων, φορολογεῖται πρὸς 12%· βαρύτατα, ἕνεκα τῶν ἐθνικῶν ἀτυχημάτων τῆς Γαλλίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν Γαλλίᾳ, ἥτις ἀποῤῥοφᾷ τὸν πλοῦτον ὅλου τοῦ κόσμου, ἕνεκα τῆς μεγάλης αὐτῆς παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας, ὁ κάτοικος αὐτῆς θεωρεῖται κατὰ μέσον ὅρον ὡς ἔχων εἰσόδημα ἐξ 700 φράγκων, πόσον νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ἔχων ὁ κάτοικος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, κατὰ ψυχὰς, ὅστις οὔτε τὸν ἄρτον αὑτοῦ δὲν δύναται νὰ παραγάγῃ, καὶ προμηθεύεται αὐτὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ; Οὐδὲ τὸ τρίτον βεβαίως ἐκείνου. Ἀλλ’ ἐγὼ προσεγγίζω εἰς τὸ ἥμισυ· δέχομαι ὅτι τὸ καθαρὸν εἰσόδημα τοῦ Ἕλληνος κατὰ μέσον ὅρον, εἶναι 300 δραχμαί. Εὑρίσκετε ὅτι εἶναι ὀλίγον, κύριε Πρωθυπουργὲ, καὶ στενοχωρεῖσθε;
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν προσάγετε ἀποδείξεις.
§39ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Προσάγω τὰς ἐνδείξεις. Μήπως ἀπαιτεῖτε κἀνὲν πιστοποιητικὸν Νομάρχου;....Ἐὰν, Κύριοι, ἐκ τῶν δημοσίων εἰσπράξεων τοῦ 1888 ἀφαιρέσωμεν ἔσοδά τινα, ἅπερ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς καθαρὸν προϊὸν φόρου, ὡς λ. χ. τὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ τέλη, τὰ ἔσοδα ἐκ μεταλλείων, θερμῶν ὑδάτων, ἰχθυοτροφείων, πάντων τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν συντάξεων, ἀπομένουσι πηγάζοντα ἐκ φόρου 78,496,627. Ἐὰν ἐκ τούτων ἀφαιρεθῇ τὸ ἀντίτιμον τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλείων ἐκ 2,000,000 δραχμῶν, προστεθῶσι δὲ καὶ δημοτικοὶ φόροι ἐξ 7,000,000 δραχμῶν περίπου, θέλει ἀποτελεσθῆ ποσὸν 83,500,000 περίπου, πηγάζον ἐκ καθαρᾶς φορολογίας. Ποῖον εἶναι, ὡς λίαν γενναίως ὑπελόγισα 300 δραχμὰς τὸ εἰσόδημα τοῦ Ἕλληνος, τὸ σύνολον τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους; 630 ἑκατομμύρια δραχ. Τὰ 83½ ἑκατομμύρια ἀναλογοῦσιν ἐπὶ τῶν 630 ἑκατομμυρίων τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου εἰς 13 καὶ ¼%. Ἀλλ’ ἴσως μ’ ἐρωτήσῃ τις ἐξ ὑμῶν: ὁ φόρος εἶναί τι κακὸν ἢ ἀγαθόν; Ἀναντιῤῥήτως ὁ φόρος εἶναι καὶ κακὸν καὶ ἀγαθόν. Κακὸν, ὁπόταν εἰσπράττηται ἄνευ ἀνταλλάγματος καὶ πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς διασπαθίσεως. Ἀγαθὸν, ὁπόταν τὸ Κράτος ἀναλαμβάνῃ τὴν φροντίδα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου, νὰ ἀπονέμῃ εἰς αὐτὸν δικαιοσύνην δικαστικὴν καὶ διοικητικὴν, νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν τέκνων του, νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἠθικοποιήσεως τῶν καταδίκων, νὰ παρασκευάζῃ κλῆρον ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του, νὰ ἐργάζηται ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ὁ Ἕλλην, ὅστις πληρόνει φόρους, ὅσους οὐδενὸς ἄλλου Κράτους πολίτης πληρώνει, ἐπιτρέπεται νὰ πλησιάσῃ εἰς δημόσιον γραφεῖον, ἂν δὲν ἀνήκῃ εἰς τὸ κόμμα; Ἀλλοίμονον δ’ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνου, ὅστις ἤθελεν ἀποτολμήσει τὸ ἔγκλημα τοῦτο! Περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως φωτίζεται ἀρκούντως, ἀναγινώσκων τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐν ᾗ μετὰ τόσης ζωηρότητος ζωγραφίζεται ἡ ἀθλία αὐτῆς κατάστασις. Περὶ τῶν ὁπωσδήποτε ὑποπιπτόντων εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν τέκνων του πληροφορεῖται, ὅτι εἰσὶν ἐγκεκλεισμένα εἰς κάθυγρα μπουδρούμια, ὅπου αἱ μάχαιραι καὶ τὰ πιστόλια ἀντικαθιστῶσι τὰ πρὸς ἐργασίαν ἐργαλεῖα. Περὶ τοῦ κλήρου μανθάνει, ὅτι ὁ πρωθιεράρχης αὐτοῦ κατέλαβε τὸν ἐκκλησιαστικὸν θρόνον διὰ σκανδάλου καὶ διὰ τῆς ἰδίας ἑαυτοῦ ψήφου. Περὶ δὲ τοῦ ἐθνικοῦ μεγαλείου ἀρκεῖ νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα πρὸς τὴν ταλαίπωρον Κρήτην.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.