Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Δ› Sitting 51

1890.02.01

2,064 rows · 14,844 words · 2 tables · 86 turns

Date
1890.02.01
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Δ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1890)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51

Τῆς 1 Φεβρουαρίου 1890.

(Πέμπτη)

Ὥρᾳ 4½ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βασίλειος Χατζῆς, κάτοικος Ἀχαΐας, παρακαλεῖ ὅπως αἱ ὀφειλαὶ αὐτοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον, ὑφιστάμεναι πρὸ πολλῶν χρόνων, ἀνανεωθῶσι, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1881. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.

§2Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§3ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τὸν τίτλον «σπουδαία καὶ ἀπροσδόκητος εἴδησις» μία τῶν σημερινῶν ἐφημερίδων ἀναφέρει ὅτι, καθ’ ἃ γράφουσιν ἐκ Βουκουρεστίου, οἱ ἀνεψιοὶ τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα ἐκίνησαν ἀγωγὴν ἐνώπιον τῶν Ῥουμανικῶν δικαστηρίων, διεκδικοῦντες τὴν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος κληροδοτηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Εὐαγγέλη Ζάππα περιουσίαν του. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν τῷ ὄντι ἐκινήθη τοιαύτη ἀγωγὴ κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, καὶ ἂν ἦναι τοῦτο ἀληθὲς, νὰ καταθέσῃ τὴν ἀγωγὴν, ἵνα ἴδωμεν εἰς ποίους στηρίζεται λόγους. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον, καὶ ἂν σήμερον δὲν ἦναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὸν παρακαλῶ νὰ μᾶς φέρῃ τοιαύτας αὔριον.

§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀγωγὴ τῶν ἀνεψιῶν τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθὲν παρ’ αὐτῆς, περὶ διαχειρίσεως τῆς Ζαππείου περιουσίας. Ἡ ἀγωγὴ δὲν ἠγέρθη κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ κ. Κωνσταντίνου Ζάππα ὑπὸ συγγενῶν αὐτοῦ· τὸ Δημόσιον ὅμως ἔχει συμφέρον ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, διότι ἡ περιουσία, ἣν σήμερον νέμεται ὁ κ. Κωνσταντῖνος Ζάππας, μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ περιέρχεται εἰς τὸ Δημόσιον. Διὰ τοῦτο ἀπεστάλη εἰς Ῥουμανίαν ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος, ὅστις εἶχεν ἀποσταλῆ ἐκεῖ καὶ ἄλλοτε, ὅπως παρακολουθήσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ διὰ τῶν συμβουλῶν του συντελέσῃ εἰς τὴν αἰσίαν αὐτῆς διεξαγωγήν. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει ἀπαιτήσει, ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ τῆς ὑποθέσεως ἔγγραφα.

§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον τὴν ἀγωγὴν θέλομεν νὰ ἴδωμεν.

§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν πληροφορίας παρὰ τοῦ ἐν Βουκουρεστίῳ ἀναπληροῦντος τὸν Πρεσβευτήν, ὧν φρονῶ ὅτι εἶναι ἄσκοπος ἡ ἀνακοίνωσις, τὴν δὲ ἀγωγὴν δὲν ὑπάρχει λόγος ἵνα μὴ ἀνακοινώσωμεν, διότι εἶναι δημόσιον ἔγγραφον. Δὲν ὑπάρχει ὅμως λόγος ἵνα κατατεθῇ ὁλόκληρος ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως ταύτης.

§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἀγωγήν.

§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησίν τινα ὡς πρὸς τὴν ἀγωγήν. Αὕτη τότε μόνον θέλει κατατεθῆ, ἐὰν δὲν περιελήφθη ἐν τῷ φακέλλῳ, τὸν ὁποῖον παρέλαβε μεθ’ ἑαυτοῦ ὁ κ. Στεφάνου. Τὴν ἀγωγὴν ἀνέγνωσα, εἶναι δὲ ἀγωγὴ περὶ κληρονομίας, στηριζομένη ἐπὶ τῆς ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχῆς. Ζητοῦσιν οἱ ἀδελφοὶ Μέξη, ἀνεψιοὶ τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα ἐξ ἀδελφῆς, νὰ λάβωσι μερίδιον, ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς μητρὸς αὐτῶν.

§9ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ζητῶσι λοιπὸν τὴν ἀκύρωσιν τῆς διαθήκης.

§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδὲν λέγουσι περὶ διαθήκης· ἡ ἀγωγὴ ζητεῖ τὸ μερίδιον τῆς μητρὸς τῶν ἀδελφῶν Μέξη, ὡς ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμων. Οἱ ἐνταῦθα εἰς τὰ νομικὰ ἀσχολούμενοι γινώσκουσι καλῶς, ὅτι οὕτω γίνεται συνήθως ὑπὸ τῶν ἐναγόντων, πρὸς διεκδίκησιν κληρονομικῶν δικαιωμάτων, οἵτινες προσποιοῦνται ἄγνοιαν τῆς διαθήκης, ὅταν δὲ ἡ ὕπαρξις διαθήκης ἀντιταχθῇ, προσβάλλουσιν αὐτὴν ὡς ἄκυρον.

§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω πῶς διευθύνεται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ποία δικαιοσύνη ὑπάρχει ἐν αὐτῷ, δὲν περιμένω πληροφορίας ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν ὑποβληθησομένων. Ἂν ζητῶμεν τὰ ἔγγραφα, τὰ ζητοῦμεν διὰ νὰ πείσωμεν καὶ ὑμᾶς· ὅθεν ὀφείλομεν νὰ ἐπιμείνωμεν, ἵνα κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδητε πάντες, πῶς ἀπονέμεται ἐκεῖ ἡ δικαιοσύνη. Σᾶς ἀναφέρω δὲ σήμερον μίαν λεπτομέρειαν, ἀναξίαν λόγου διὰ τὸ Κοινοβούλιον, διὰ νὰ κατανοήσητε μέχρι ποίου σημείου φθάνει ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως ἐνισχύωνται αἱ κατὰ τῶν ἀντιφρονούντων αὐτοῖς ἐν τῷ στρατῷ ἀδικίαι. Κατὰ τὸ 1887 δύο ὑπαξιωματικοὶ τοῦ Μηχανικοῦ, ὁ εἷς ὀνομαζόμενος Ροϊλὸς καὶ ὁ ἕτερος Πόμερ, διεσκέδαζον ἔν τινι ζυθοπωλείῳ· εἷς ἀξιωματικός, νομίσας ὅτι δὲν εἶναι εἰς ἄδειαν, καὶ ἐπειδὴ εἶχε παρέλθει ἡ ὥρα, διέταξε λοχίαν τινὰ νὰ τοὺς παραγγείλῃ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν στρατῶνα· ὁ λοχίας δὲν ἐξετέλεσε τὴν διαταγὴν ταύτην, ἠναγκάσθη δὲ ὁ λοχαγός, ὁ ὁποῖος σήμερον εἶναι ταγματάρχης, καὶ τὸν ὁποῖον πολὺ εὐνοεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μεταβῇ μόνος πρὸς τοὺς εἰρημένους ὑπαξιωματικούς, καὶ ἀποτόμως ἀπώθησε τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν, σύρας ἐκ τῆς χειρὸς καὶ διατάξας αὐτὸν νὰ ἐξέλθῃ· ὁ ἕτερος τῶν λοχιῶν, ὀπισθοχωρήσας ἓν βῆμα, μετὰ τὴν τοιαύτην συμπεριφορὰν τοῦ λοχαγοῦ, τῷ εἶπε: «διατάξατέ με νὰ κάμω ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ μὴ θέτετε χεῖρα ἐπ’ ἐμοῦ.» Οὗτος, ἀφοῦ ἐξῆλθον τοῦ ζυθοπωλείου, διέταξεν αὐτοὺς νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς φυλακάς, ἀλλ’ οὗτοι δὲν ἐξετέλεσαν τὴν διαταγήν του, μετέβησαν ὅμως εἰς τὸν στρατῶνα. Ὁ λοχαγὸς τὴν πρωΐαν, ἐπιθεωρήσας τὰς φυλακὰς τοῦ Φρουραρχείου, δὲν εὗρεν ἐν αὐταῖς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τούτους, ἐνόμισε δέ, διὰ τὴν ἀπείθειάν των ταύτην, καθῆκόν του νὰ τοὺς καταγγείλῃ· συνεστήθη πειθαρχικὸν συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλαβε μέρος ὁ ἴδιος λοχαγὸς καὶ ἄλλοι δύο ἀξιωματικοὶ τοῦ ἰδίου ὅπλου τοῦ λοχαγοῦ καὶ εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ Μηχανικοῦ, εἰς ὃ ἀνῆκον οἱ ὑπαξιωματικοί, ὁ κ. Ζαΐμης. Κατὰ πλειονοψηφίαν τὸ συμβούλιον κατεδίκασεν αὐτοὺς εἰς ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ των, κατὰ συνέπειαν ἐνήργουν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δεκανέως. Ἡ ἀπόφασις ἐξετελέσθη, μετὰ παρέλευσιν δὲ ἀρκετοῦ χρόνου διετάχθη ἐπιθεώρησις· ἐπιθεωρητὴς ἦτο ὁ συνταγματάρχης Λέκκας· οἱ ὑπαξιωματικοί, παρουσιασθέντες, παρεπονέθησαν κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως. Ὁ κ. Λέκκας, ἀναγνωρίσας τὸ δίκαιον τῶν παραπόνων των, ὑπέβαλε τὴν προσήκουσαν ἔκθεσιν. Μετὰ χρονικὸν διάστημα τὸ σύνταγμα προεκήρυξεν ἐξετάσεις τῶν δεκανέων, ὅπως συμπληρώσῃ τὰς κενὰς θέσεις λοχιῶν. Προετάθησαν μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ οἱ δύο, περὶ τῶν ὁποίων κάμνω λόγον, καὶ ὁ μὲν πρῶτος, ὁ Ῥοϊλὸς, ἔλαβε τὸν πρῶτον βαθμὸν, ὁ δὲ Πόμερ τὸν τέταρτον. Ἀλλὰ τὸ Ἀρχηγεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπασπιστὴς εἶναι ὁ κ. λοχαγὸς, ἠκύρωσε τὰς ἐξετάσεις καὶ διέταξε νέας, εἰς τὰς ὁποίας ἐπέτυχον πάλιν ἀμφότεροι, ὁ Ῥοϊλὸς δεύτερος, ὁ Πόμερ ἕκτος, ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ Ἀρχηγεῖον, αὐθαιρέτως κατ’ ἐμὲ, τὸν μὲν Ῥοϊλὸν κατεβίβασε, κατατάξαν αὐτὸν δωδέκατον, τὸν δ’ ἕτερον δέκατον τέταρτον, ὅπως ἀπομακρύνῃ τούτους τοῦ προβιβασίμου βαθμοῦ. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ ὑπέβαλον παράπονα πρὸς τὸ Συμβούλιον, ταῦτα δὲ ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον παραδόξως ἐθεώρησεν ἀβάσιμα τὰ παράπονά των, καὶ διέταξε νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς οἱ εἰρημένοι δύο ὑπαξιωματικοί. Πῶς τὸ Ὑπουργεῖον προέβη εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, θὰ τὸ μάθωμεν ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Καὶ πρῶτον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἂν ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ κατάστασις, ὥστε καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις οἱ εἰρημένοι δύο ὑπαξιωματικοί· παρακαλῶ δὲ πρὸς τούτοις νὰ ὑποβάλῃ πλήρη τὸν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης φάκελλον, δηλαδὴ τὰ πρακτικὰ τῶν ἐξετάσεων, τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Μηχανικοῦ, τὸ φύλλον τοῦ μητρώου τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου.

§12ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§13ΜΠΑΣΙΑΣ. Χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁμιλήσαντα περὶ τῆς προμηθείας τῶν γαιανθράκων, εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἠγόρασε χιλίους ἑπτακοσίους τόννους γαιανθράκων πρὸς 46 δραχμὰς καὶ κἄτι τὸν τόννον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τῆς ἀγορᾶς αὐτῶν, διότι, καθόσον γνωρίζω καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν τῆς δεξιᾶς, οἱ γαιάνθρακες, καίτοι ὑπερετιμήθησαν κατὰ τὸ τέλος τοῦ λήξαντος ἔτους, οὐδέποτε ὑπερέβησαν τὰ 23 σελίνια, ὅπερ ἰσοδυναμεῖ πρὸς 46 δραχμάς.

§14ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Θὰ ὑποβάλω τὰ ἔγγραφα.

§15ΚΟΡΠΑΣ. Ὁ ὑποκελευστὴς τοῦ Β. ναυτικοῦ Νικόλαος Τσιτσικλῆς κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Ναυτοδικείου διὰ φόνον, διαπραχθέντα ἐν Πειραιεῖ, εἰς 2½ ἐτῶν φυλάκισιν. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος βεβαίως νὰ ἐξετάσω, διατὶ τὸ Ναυτοδικεῖον ἐφάνη τόσον ἐπιεικὲς πρὸς τὸν φονέα τοῦτον· ἐν τούτοις ὁ ὑπαξιωματικὸς οὗτος, ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατεδικάσθη, οὐδέποτε ἔμεινεν ἐν τῇ φυλακῇ, ἀλλὰ διατελεῖ ἔκτοτε ἐν τῷ Ναυτικῷ Νοσοκομείῳ Πειραιῶς, ὡς δῆθεν νοσηλευόμενος· λέγεται μάλιστα, ἀλλὰ δὲν τὸ γνωρίζω θετικῶς, ὅτι ἔλαβεν, εἰς ἐπίμετρον, πλὴν τούτων, καὶ χάριτα· ἐὰν τὸ τελευταῖον τοῦτο ἀληθεύῃ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σχετικὴν δικογραφίαν, ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι ἀληθές, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν τῳόντι ὁ κατάδικος οὗτος διατελῇ, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς κατεδικάσθη, εἰς τὸ Ναυτικὸν Νοσοκομεῖον Πειραιῶς, ὡς δῆθεν νοσηλευόμενος, καὶ διατί;

§16ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εὐλόγως, κύριοι Βουλευταί, οἱ χθὲς ἀγορεύσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καθ’ ἃ ἔλεγον, ἀπεκάλεσαν τοὺς αἰφνιδίως καὶ λίαν ἀπροσδοκήτως δημοσιευθέντας ἀρτίως διορισμοὺς ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, τῷ ἀνωτάτῳ τούτῳ δικαστηρίῳ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, πραξικόπημα. Πραξικόπημα ὄντως ἦτο κατὰ τῶν νόμων, πραξικόπημα οὐχ ἧττον κατὰ τῆς δημοσίας συνειδήσεως, τὴν ὁποίαν ἐσκανδάλισεν, ἄνευ κομματικῆς διακρίσεως, καὶ συνεκίνησεν ἅπασαν. Καθόσον μετὰ λύπης παρετήρησεν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, ὅτι οὐδ’ εἰς αὐτὴν τὴν ἀκροτάτην κορυφὴν τῶν ὑψίστων πολιτειακῶν ἀξιωμάτων, ἐπὶ τῆς ὁποίας, ἡ Πολιτεία, ἐπιμελῶς ἐξασφαλίσασα τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν, ἔθεσεν ἀγρύπνους φύλακας τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, οὐδ’ εἰς αὐτὴν ἀπεδειλίασε νὰ ἐνεργήσῃ ἐπιδρομὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιδρομὴν κομματικὴν, τολμηθεῖσαν οὐχὶ πρὸς ὠφέλειαν τῆς Πολιτείας, οὐχὶ πρὸς ἱκανοποίησιν δικαιωμάτων, ἀλλὰ πρὸς ἱκανοποίησιν ἀνθρώπων, ὑπηρετησάντων τὸ κόμμα καὶ ἐπὶ μακρὰ ἴσως ἔτη διατριψάντων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν τοῖς προθαλάμοις τῶν κκ. Ὑπουργῶν. Βεβαίως δὲν προσεδόκα ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, μεθ’ ὅσην ἔλαβε πικρὰν πεῖραν ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, τηλικαύτην καταφρόνησιν πρὸς τὸ ἠθικὸν αἴσθημα καὶ πρὸς τὴν δημοσίαν συνείδησιν, καὶ μάλιστα ἀπὸ Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, ἐνῷ ἐπηγγείλατο τόσον ἀπατηλῶς τὴν ἀναμόρφωσιν πάντων τῶν κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, ἰδίως ἐπειράθη νὰ βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἥτις ὅμως δὲν ὑπεστάλη νὰ καταργήσῃ τὸ κῦρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀναβιβάσασα δικαστὰς ἐν αὐτῇ τοὺς ὑπηρέτας τῆς φατρίας, ἡ ὁποία ἐπέβαλε φόρους βαρυτάτους ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διπλασιάσασα τὰ δημόσια ἔξοδα ἐν διαστήματι πενταετίας, καὶ ἥτις ἅπαντας τοὺς νόμους τοὺς φορολογικοὺς μετέβαλε καὶ ἥτις ὑπέχει εὐθύνας διὰ τὴν διαχείρισιν οὐχὶ ὀλιγωτέρων τῶν 800 ἑκατομμυρίων, εἰς ὅσα δηλαδὴ συμποσοῦνται οἱ φόροι, οἱ νεωστοὶ ὑπ’ αὐτῆς προστεθέντες, καὶ τὰ ὑπ’ αὐτῆς συνομολογηθέντα δάνεια. Ἐὰν λοιπὸν δὲν χαρακτηρισθῶσιν οἱ ἐν λόγῳ διορισμοὶ ὡς πραξικόπημα, βεβαίως πρέπει νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἐπιδρομὴ ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως κατὰ τοῦ ἀνωτάτου ἐλεγκτικοῦ σώματος. Οὐδεμίαν ἔχω ἀφορμὴν νὰ μὴ ἐκτιμῶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διωρίσθησαν, ὡς πολίτας, ὡς ἄτομα· οὐδεμίαν ἀφορμὴν μίσους ἔχω κατὰ τούτων, ἀλλ’ ἐρωτῶ πάντας τοὺς συναδέλφους, καὶ πάντα εὐσυνείδητον πολίτην, εἶχόν τινα τίτλον οἱ κύριοι οὗτοι, ἵνα καταλάβωσιν ἑδώλια ἐν τῷ ἀνωτάτῳ τούτῳ δικαστηρίῳ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους; Τίνα σχέσιν εἶχον τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζομεν, πρὸς τὴν δημοσιονομίαν ἢ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην; Τίνα προσόντα ἢ τίνας ἐγγυήσεις φέρουσιν, εἰσερχόμενοι εἰς τὸ ἀνώτατον τοῦτο Συνέδριον, τὸ ὁποῖον εἶναι παράλληλον κατὰ τὸ ὕψος τῶν ἔργων πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον; Εἶναι τουλάχιστον οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, εὐδοκίμως καὶ ἐντίμως ὑπηρετήσαντες ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ ἔχοντες κἂν τὰ ἐφόδια μακρᾶς πείρας; Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πρόχειρος ἡ ἀπάντησις· οὐδένα τίτλον τοιοῦτον ἔχουσι. Καὶ λοιπὸν, πῶς μίαν πρωΐαν, ἐγερθέντες πάντες, εὕρομεν αὐτοὺς καθημένους ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ἵνα δικάσωσι τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς, μεθ’ ὧν εἰσι συνυπεύθυνοι, καὶ τοὺς λοιποὺς ὑπολόγους, καὶ νὰ κρίνωσιν, ἐὰν ἐτήρησαν οὗτοι τοὺς νόμους; Δὲν γνωρίζω τί ἤθελε προβάλει, ἐὰν ἤθελε τολμήσει νὰ προβάλῃ τι εἰς δικαιολογίαν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ διορίσας τοὺς ἀνθρώπους τούτους· δὲν γνωρίζω ἐὰν ἤθελε προφασισθῆ ὅ,τι καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ προέταξαν, ἐλεγχόμενοι διὰ παρομοίας παραβάσεις προχθές, ὅτι δηλαδὴ οὐδεὶς νόμος ἐκώλυσε τοῦτον νὰ προβῇ εἰς τοιούτους διορισμούς. Ἀλλ’ εἶναι ἄρα τοῦτο ἀληθές; καὶ ἐὰν δὲν ἐκώλυσεν ὁ νόμος τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δὲν προσῆκε νὰ κωλύσῃ ἀπὸ τοιούτων ἐπονειδίστων πράξεων αὐτὸν ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς θέσεως αὐτοῦ, ἢ ἡ πολιτικὴ ἀρετὴ, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἡ καταφρόνησις τοῦ προσωπικοῦ καὶ κομματικοῦ συμφέροντος ἀπέναντι τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος τῆς Πολιτείας; Ὅταν δὲ βλέπωσιν ὑπὸ τοιούτων εὐνοιῶν καὶ εὐτελῶν σκοπῶν ἐμπνεομένας τὰς πράξεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Πολιτείας, οἱ ὑποδεέστεροι ὑπάλληλοι, τί ἀναμένομεν παρ’ αὐτῶν; Προσδοκᾶτε πλέον παρὰ τούτων εὐσυνείδητον καὶ ἀξιοπρεπῆ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν; Ἀλλ’ εἶχε τάχα τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προβῇ εἰς τοιούτους διορισμούς; ἐπέτρεπον ἆρα τοῦτο οἱ νόμοι; Οὐδόλως. Κατὰ ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου, κατ’ ἐπανάληψιν κυρωθείσας, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἄνευ προτάσεως τοῦ Συνεδρίου οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ μέλος αὐτοῦ. Καὶ τὰς διατάξεις ταύτας παρέβη, ἵνα βραβεύσῃ ἁπλῶς καὶ μόνον κομματικὰς ὑπηρεσίας. Τὸ Συνέδριον, Κύριοι, τὸ Ἐλεγκτικὸν εἶναι τεταγμένον, ὅπως πρὸ μικροῦ ἔλεγον, ἀντιμέτωπον καὶ κατὰ πάντα ἴσον κατὰ βαθμὸν πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀνεξάρτητον τῆς διοικήσεως καὶ ἀπὸ παντὸς Ὑπουργείου διὰ τοῦ θεμελιώδους αὐτοῦ νόμου. Καὶ βεβαίως τὸ Συνέδριον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἀνωτάτη δικαστικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν ὑπολόγων καὶ ἡ ἐξέλεγξις πάντων τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους, μηδ’ αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν ἐξαιρουμένων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν, διότι ἄλλως ἤθελον παραδίδοσθαι αἰχμάλωτοι εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν οἱ ἐλεγκταὶ καὶ δικασταὶ τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ καταφεύγω εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ἐννοίας τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; πρὸς τί ἡ ratio legis τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὅπως σᾶς ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου, ἀφοῦ ῥητὰς ἔχομεν διατάξεις περὶ αὐτοῦ; Ἔχομεν ῥητὴν διάταξιν ἐν τῷ ἀπὸ 27 Σεπτεμβρίου 1833 Βασιλικῷ Διατάγματι, τῷ ἔχοντι ἰσχὺν νόμου, ἡ ὁποία ἐνομοθετήθη ὑπὸ ἀπολύτου Μοναρχίας. Αὐτὸς οὗτος ὁ ἀπόλυτος τότε Μονάρχης, ὁ συγκεντρῶν ἐν ἑαυτῷ τότε σύμπασαν τὴν ἐξουσίαν, καὶ τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν, ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ περιορίσῃ ἑαυτὸν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς τότε Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας νὰ διορίζωσιν αὐτοὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Περιώρισε τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ τῆς διατάξεως, ὅπως τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου προτείνωσι τὰ νέα μέλη αὐτοῦ. Ἰδοὺ τί καθορίζει τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ἀπὸ 27 Σεπτεμβρίου 1833 Β. Διατάγματος (ἀναγινώσκει): «Χηρευούσης θέσεως, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὑποβάλλει, γενομένης συσκέψεως, τὴν περὶ ἀντικαταστάσεως πρότασίν του διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματέως εἰς τὸν Βασιλέα» κτλ. Ἐν τοῖς δυσὶ τούτοις ἄρθροις περιλαμβάνεται ὁ μέγας κύκλος τῶν σοβαρῶν καθηκόντων τοῦ Συνεδρίου. Συνέπεια τούτου εἶναι, ὅτι ἐν τίτλῳ 2 τοῦ ἄρθρου 15 ἀνακηρύσσεται τὸ Συνέδριον διὰ τῶν ἑξῆς ὅρων (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι ἀνεξάρτητον ἀπὸ πᾶσαν Γραμματείαν (Ὑπουργεῖον δηλαδὴ) ὡς πρὸς τὰς ἐργασίας του. Ἀλλ’ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματεὺς ἐπιτηρεῖ αὐτὸ, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιτηρεῖ ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὰ Δικαστήρια». Ὡς βλέπετε, οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν ἔχει ἐπὶ τῶν δικαστικῶν καὶ ἐξελεγκτικῶν καθηκόντων τοῦ Συνεδρίου, ἀλλ’ ἁπλῶς ὀφείλει μακρόθεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐπιτηρῇ αὐτό. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἀνεξάρτητον σωματεῖον, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη διορίζονται ἐκ τῆς θελήσεως τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν; Ὡς ἠκούσατε, τὸ ἄρθρον 11 ῥητῶς διατάσσει: «Χηρευούσης θέσεως, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μετὰ σύσκεψιν ὑποβάλλει τὴν περὶ ἀντικαταστάσεως πρότασιν αὐτοῦ, ἧς ἄνευ διορισμὸς ἐλεγκτοῦ ἢ παρέδρου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ.» Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι δεκτικὴ ἀντιῤῥήσεως ἢ ἀμφισβητήσεως; Καθαρώτερον, σαφέστερον καὶ εὐκρινέστερον δὲν ἠδύνατο νὰ διατυπωθῇ ἡ ἐγγύησις τοῦ νόμου διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ πλὴν τῆς διατάξεως ταύτης, ἐπέρχεται καὶ ἄλλη διάταξις τοῦ Διατάγματος, τοῦ ἐκδοθέντος τῷ 1836, κυρωτικοῦ τῆς ῥήτρας ταύτης, τῆς ἐγγυωμένης τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, ἐν ἐδαφίῳ ἑβδόμῳ τοῦ ἄρθρου 13 διακελεύονται οὐχ ἧττον διαῤῥήδην, προκειμένου νὰ καθορισθῶσιν αἱ περιστάσεις, καθ’ ἃς συνέρχονται εἰς κοινὴν συνεδρίασιν ἀμφότερα τὰ τμήματα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἤτοι ἡ ὁλομέλεια αὐτοῦ, τὰ ἑξῆς: «Συνέρχονται κτλ. ἢ νὰ κάμῃ προτάσεις περὶ διορισμοῦ εἰς κενὰς θέσεις, κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Διατάγματος τῆς 27 Σεπτεμβρίου τοῦ 1833». Περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου βλέπετε, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1836 ἀκόμη τὴν αὐτὴν ἐξηκολούθει ἔχων ἔννοιαν ὁ νομοθέτης. Καὶ ἑτέραν δὲ κύρωσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου ἔχομεν κατὰ τὸ 1850, ὅτε ἐκδοθεὶς ἕτερος νόμος, ὥρισε διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁρίζονται συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω πρὸ ὀλίγου, δηλονότι πληροῦνται αἱ κενούμεναι θέσεις τοῦ Συνεδρίου κατὰ τὰς ὑποβαλλομένας προτάσεις τῶν μελῶν αὐτοῦ. Οὐδόλως δὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις ἄλλως, ὅτι ἡ γενικὴ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1884 περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἔχει τινὰ σχέσιν πρὸς τοὺς ἐλεγκτὰς, ἢ τὴν δύναμιν ἢ τὴν πρόθεσιν κἂν νὰ ἀθετήσῃ τὴν εἰδικὴν ταύτην διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ὁρίζουσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διορίζονται εἰς τὰς κενουμένας θέσεις τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ἐν τῇ γλώσσῃ τῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς πάντας τοὺς ὁπωσδήποτε περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀσχοληθέντας, ὅταν λέγεται ἡ φράσις «ὑπάλληλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου», δὲν ἐννοοῦνται οἱ ἐλεγκταὶ, οἱ ὁποῖοι διαστέλλονται πανταχοῦ τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας διὰ τῶν λέξεων «τὰ ψῆφον ἔχοντα μέλη τοῦ Συνεδρίου», ἀλλ’ ἐννοοῦνται οἱ κατώτεροι ὑπάλληλοι, οἱ λογισταὶ καὶ λοιποί. Τὴν διάκρισιν δὲ ταύτην δύναται νὰ ἀνεύρῃ τις ἐν πᾶσι τοῖς νόμοις τοῦ Κράτους, ἐν τοῖς ὁποίοις γίνεται λόγος περὶ τῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου. Ὅταν λοιπὸν ὁ νόμος τοῦ 1884 ἐκανόνιζε τὰ προσόντα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἀνέφερεν ὑπαλλήλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, προδήλως ἐνόει τοὺς μὴ ἔχοντας ψῆφον, τοὺς μὴ ἀναφερομένους εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Διότι κατάδηλον ὅτι, εὐθὺς ὡς δώσητε δικαίωμα εἰς ἕκαστον τῶν Ὑπουργῶν νὰ διορίζῃ οἰκείᾳ θελήσει ἐλεγκτὰς, τότε βεβαίως ἀναιρεῖτε τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ τάσσετε τοῦτο εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ Σύνταγμα, ὅπως γνωρίζομεν πάντες, διὰ τῶν ἄρθρων 88 καὶ 89, λαμβάνον πρόνοιαν νὰ καταστήσῃ ἰσόβια τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπως καὶ τὰ τοῦ Δικαστηρίου, παραγγέλλει καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ψηφίσωσι νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κανονίσωσι τὰ τῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου προσόντα. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε νόμον τοιοῦτον, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀναιρέσητε τὸ κεκτημένον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔγκειται ἐν τῷ θεσμῷ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν γενικὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ ὀρθὸς νοῦς, καὶ ἴσως ὡς πρὸς τοῦτο οἱ περὶ τὴν ἐπιστήμην τοῦ δικαίου ἐντριβεῖς θέλουσι προσαγάγει τὰς ῥητὰς περὶ τούτου διατάξεις τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου, οὐδέποτε νόμος μεταγενέστερος δύναται νὰ ἀκυρώσῃ νόμον προηγούμενον, ἐὰν μὴ ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ τίθηται, ἀκυροῦσα ἐκεῖνον, ἢ ἐὰν ὁ νεώτερος νόμος, ὁ μεταγενέστερος, ἀντιφάσκῃ διὰ τῶν διατάξεών του πρὸς τὰ καθοριζόμενα ὑπὸ τοῦ προηγουμένου νόμου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ περὶ προσόντων νόμου τοῦ 1884 καὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσα, δι’ ὧν καθορίζεται ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διορίζονται τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Οὐδεμία ἀντίφασις μεταξὺ αὐτῶν. Ὑποθέσατε ὅμως, ὅτι περιλαμβάνονται ἐν τῷ νόμῳ καὶ τὰ μέλη, τὰ ἔχοντα ψῆφον, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Δύναταί τις διὰ τοῦτο νὰ ἰσχυρισθῇ εὐλόγως, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἔχει ἑτέραν ἔννοιαν ἢ νὰ ὑποχρεώσῃ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτοῦ Συνεδρίου, ὅπως προτείνωσιν εἰς πλήρωσιν κενῶν θέσεων ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ προσόντα, τὰ ἐν τῷ τελευταίῳ νόμῳ τοῦ 1884 κανονισθέντα καὶ ἀναφερόμενα; Προδήλως τοῦτο μόνον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τοιούτου μεταγενεστέρου νόμου. Οὐδόλως δὲ θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ τις μετὰ λόγου, ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ νόμου τοῦ 1884 πρὸς τὰ ἰσχὺν νόμου ἔχοντα Διατάγματα τοῦ 1833 καὶ τοῦ 1836. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι καθολικωτάτη καὶ γενικὴ στοιχειώδης ἀρχὴ, ἰσχύουσα ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῶν νόμων, ὅτι μεταξὺ δύο μὴ ἀντιφασκόντων νόμων, ἐν χρονολογίαις ἀφεστώσαις ψηφισθέντων, περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, οὐδεὶς ἀκυροῦται, ἀλλ’ ἀλληλοσυμπληροῦνται, ὅπως ἀπέδειξα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τίς εἶναι ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ 1884; Εἶναι εἰδικὸς νόμος, ἀφορῶν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Οὐχί· εἶναι νόμος γενικὸς, κανονίζων τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τίνα χαρακτῆρα ἔχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τοῦ 1833, κυρουμένη καὶ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836 καὶ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1850; Ἔχει χαρακτῆρα, καθαρῶς ὁρίζοντα τὴν τοῦ Συνεδρίου ἐξουσίαν· εἰς τὸ Συνέδριον ἀποδίδεται εἰδικῶς ἡ ἐξουσία, τὸ δικαίωμα, νὰ προτείνῃ τὰ μέλη αὐτοῦ αὐτὸ τὸ Συνέδριον. Ἀφαιρεῖ δὲ ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ εἰδικὴ, ἡ εἰδικωτάτη, ἡ περὶ τῆς πληρώσεως τῶν ἑκάστοτε χηρευουσῶν θέσεων τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διορίζῃ αὐθαιρέτως τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καταργοῦσα οὕτω πᾶν ἴχνος δικαιώματος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ ἀνωτάτου τούτου οἰκονομικοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἀνάγκη νὰ μένῃ ἐντελῶς ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν. Ἤδη ἐφιστῶ ἐπὶ ἑτέρου σημείου τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἵνα ἐκτιμήσῃ μετὰ πόσης εὐλαβείας ὁ νομοθέτης, ἐπεδίωξε περιφροντίστως τὴν φρούρησιν τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Δὲν ἐζήτησεν ὁ ἐξασκῶν τότε καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἡγεμὼν νὰ περιστείλῃ τὴν ἐξουσίαν ἑαυτοῦ, προκειμένου περὶ διορισμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἢ τῶν Ἐφετῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τὸ αὐτὸ, προκειμένου περὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τοσοῦτον ἐθεώρησε τιμαλφέστερα τὰ καθήκοντα αὐτῶν, διότι πρόκειται περὶ τοῦ μεγάλου ἐκείνου πειρασμοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ τὰ ἄτομα καὶ τὰς Κυβερνήσεις ἐπηρεάζει, πρόκειται περὶ χρήματος καὶ περὶ διαχειρίσεως. Ἑπομένως οἱ μέλλοντες νὰ δικάσωσι τοὺς ὑπολόγους ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητοι, καὶ διὰ τοῦτο, πρὶν ἢ προνοήσῃ νὰ περιφρουρήσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν Δικαστηρίων, προενόησε περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Συνεδρίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρεδώσαμεν ἡμεῖς οἱ συνταγματικοὶ Ὑπουργοὶ, μετὰ ἓξ δεκαετηρίδας, τοῖς τοῦ κόμματος ὑπηρέταις, εἰς ἀνθρώπους οὐδεμίαν ἔχοντας σχέσιν πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐπιστήμην· καὶ τοῦτο, μετὰ κοινωνικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν τῆς χώρας πρόοδον, μεθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ ἐντείνωμεν τὰς ἐγγυήσεις καὶ τὰ προσόντα. Εἶναι θλιβερὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ὅπως ἀπαντήσητε τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου αὐθαιρέτως, πρέπει νὰ ὀπισθοχωρήσετε ἑξήκοντα ἢ καὶ πλείονα ἔτη ὁλόκληρα, καὶ οὐχὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐν ἄλλαις ἀπολυταρχικῶς κυβερνωμέναις ἐπικρατείαις. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμὸς ἤθελε κανονίζει τὸν διορισμὸν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τότε ποῦ ἤθελον καταντήσει τὰ τῆς κοινωνίας συμφέροντα; Ἐὰν ἀποκόψωμεν καὶ τὰς δύο ταύτας ἀγκύρας, δι’ ὧν ταῦτα ἐξασφαλίζονται, εἰσάγοντες ἑκάστοτε ἐν αὐτοῖς ἐργάτας τοῦ κόμματος καὶ καθιστῶντες τὰ σοβαρὰ ταῦτα σωματεῖα φατριαστικὰ, εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ὑπάρχῃ δικαιοσύνη καὶ οἰκονομικὸς ἔλεγχος τῶν διαχειριζομένων τὸν δημόσιον θησαυρόν; Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν δύναται νὰ ἐρευνηθῇ τὸ πρᾶγμα. Τί ἔπραξαν, προκειμένου περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, αἱ πρώην Κυβερνήσεις τῶν ἐμπειρικῶν ἐκείνων ἀοιδίμων Πρωθυπουργῶν τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον οὔτε τὰ φῶτα οὔτε τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα τῶν νῦν, οὔτε ἐπηγγέλλοντο τὴν ἀναμόρφωσιν τῆς πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας, οὔτε ἦλθον νὰ καταπολεμήσωσι τὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συναλλαγήν; Τί ἔπραξεν ὁ βίαιος Βούλγαρης, ὁ ἔκλυτος κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν Κουμουνδοῦρος, ἵνα μὴ ἀναφέρω τοὺς ἀειμνήστους Ζαΐμην καὶ Δεληγιώργην; Ποῦ θὰ ἀναζητήσωμεν τὰ Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων διώρισαν ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ οἱ ἀοίδιμοι ἐκεῖνοι πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς χώρας τοὺς ὑπηρέτας αὐτῶν ἢ τοὺς ὑπηρέτας τοῦ ἑαυτῶν κόμματος; Ἐρωτῶ, μαρτυρεῖ τοῦτο πρόοδον, μαρτυρεῖ συνείδησιν εὐθύνης ἢ εὐλάβειαν πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην ἐκ μέρους τῶν κκ. Ὑπουργῶν; Καὶ ἀξιοῦσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ μὴ ἤμεθα τόσον πικροὶ, ἐλέγχοντες τοιαῦτα σκανδαλώδη πραξικοπήματα, τὰ ὁποῖα εὐλόγως καὶ δικαίως ἐξεγείρουσι τὴν δημοσίαν συνείδησιν! Ποῦ ζῶμεν, κύριοι Βουλευταί; Τοσοῦτον κατέπεσεν ἡ δύναμις τοῦ Κοινοβουλίου, ὥστε ἀδεῶς ὅλως νὰ τολμῶσι τοιαύτας πράξεις οἱ Ὑπουργοί; Ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μακρηγορήσω, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὁμιλῶ σοβαρῶς, ἀλλὰ κινοῦμαι εἰς ἔλεγχον ἐξ ἄλλου πλαγίου λόγου, ὅτι ἔχω τὴν προαίρεσιν νὰ κωλυσιεργήσω. Βεβαιῶ ὅτι δὲν ἔχω τοῦτο κατὰ νοῦν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἄν εἶχον τὸν σκοπὸν τοῦτον, θὰ ἠδυνάμην νὰ τὸ ὁμολογήσω, διότι θὰ εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὕτω πράττω τὸ καθῆκόν μου. Ἀλλ’ ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος ἐγείρας τὴν ἰσχνὴν ταύτην διαμαρτυρίαν, καθ’ ὃ εἶχον καὶ καθῆκον καὶ δικαίωμα, δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι πράττω ἄνευ ἄλλου πλαγίου σκοποῦ. Μὴ, πρὸς Θεοῦ, καταβιβάζωμεν ζητήματα τοσοῦτον ὑψηλὰ εἰς τοιούτου εἴδους κομματικὰς ἀντιθέσεις καὶ διαμάχας. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, εἶμαι φίλος τῶν κομμάτων, ἐγὼ ἀγαπῶ τὴν συνοχὴν καὶ τὴν ἱεραρχίαν τῶν κομμάτων, καὶ τὴν ἀφοσίωσιν τῶν μελῶν τῶν κομμάτων πρὸς τὰς πολιτικὰς ἰδέας, ἃς ἐκπροσωπεῖ κυρίως ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος. Κατακρίνω δὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἐγωϊσμοῦ καὶ ἐξ ἀδικαιολογήτου μονογνωμοσύνης, ἢ κακῶς ἐννοουμένης ὀρθοφροσύνης, νομίζουσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ τάσσωνται εἰς κόμμα, ἵνα σώζωσιν ἀκεραίας τὰς πεποιθήσεις καὶ γνώμας αὑτῶν, οὐδὲ φρονῶ, ὅτι αὐτοὶ ἐκπροσωποῦσι τὸ δίκαιον καὶ τὸ ὀρθὸν, ἥκιστα δὲ τὸ συμφέρον τῇ χώρᾳ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἀνέγνωσά ποτε, ὅτι μέγας πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Γαλλίας ἔλεγεν: ἵνα ἐφαρμόσω τὰς πολιτικάς μου ἰδέας, δὲν μοὶ χρειάζονται μόνον φίλοι, ἀνάγκη νὰ ἔχω συνωμότας. Ὁ Καζιμὶρ Περιὲ, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς συνταγματικὰς αὐτοῦ ἰδέας ἐν Γαλλίᾳ, ἐπεζήτει οὐχὶ ὀπαδοὺς, ἀλλὰ συνωμότας. Προκειμένου δὲ νὰ ἐφαρμοσθῶσι μεγάλαι καὶ ῥιζικαὶ πολιτικαὶ ἰδέαι διὰ τῆς δράσεως κόμματος, ἐπιτρέπω καὶ εἰς ἐμαυτὸν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τοιαύτην τινὰ εἰς τὴν κομματικὴν ὀργάνωσιν ἀφοσίωσιν. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχουν αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τούτων ἐν τῇ Πολιτείᾳ διὰ τῆς ἐργασίας τῶν πολιτικῶν κομμάτων, πρὸς τὴν βράβευσιν τῶν ὑπηρετῶν ἡμῶν ἢ τῶν κομματικῶν θεραπόντων διὰ τῶν μεγάλων πολιτειακῶν ἀξιωμάτων, ἐξ ἧς προέρχεται ἡ κατάργησις παντὸς οἰκονομικοῦ ἐλέγχου; Ποίαν ἔννοιαν πολιτικὴν ἢ ἠθικὴν ἐκφράζει ὁ διορισμὸς τῶν κομματικῶν τούτων ὀργάνων εἰς τὰς ὑψηλὰς καὶ ἰσοβίους ἕδρας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Καὶ δὲν ἐξεγείρεσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὡς ἐξεγείρεται πᾶς πολίτης, διαμαρτυρόμενοι! Καταλήγων, δὲν θὰ ἐρωτήσω τὸ περιλάλητον ἐκεῖνο τίς πταίει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, θὰ ἀπευθύνω μίαν ὑπόμνησιν. Οὐδὲ θὰ ἐρωτήσω, ποῦ ὠθοῦμεν τὰ πράγματα, ποῦ ὁ ὀλισθηρὸς ἠθικὸς κατήφορος σᾶς ἄγει, κύριοι Ὑπουργοὶ, οὕτω πολιτευομένους; Σᾶς ἀπήντησεν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἐντόνως προχθὲς ἡ Λάρισσα καὶ ἡ Σπάρτη. Ἡ στρατιωτικὴ στάσις καὶ ἡ δικαστικὴ ἐπανάστασις ἐν τοῖς ἀντιθέτοις ἄκροις τῆς ἐπικρατείας, δι’ ὧν ἡ σκέψις ἐκδηλοῦται ὀλεθρία. Δικαστικὴ ἐπανάστασις, ἔναρξις στρατιωτικῆς ἐπαναστάσεως! Ἀλλ’ ἰδιαιτέρως ὑπενθυμίζω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς πολίτην, τὴν βαρυσήμαντον ἐκείνην ἔκφρασιν τοῦ μεγάλου ῥήτορος τῆς ῥωμαϊκῆς ἀρχαιότητος; Quid leges sine moribus.

§17ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, θελήσῃ τις νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ ἀπὸ ὀκταετίας διέποντος τὸν τόπον πολιτικοῦ συστήματος, θὰ συνομολογήσῃ ἴσως μετ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίστασις, ὅπως ἀποδίδωμεν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου κυβερνητικὴν πρᾶξιν ἐξαιρετικήν τινα καὶ ὅλως ἔκτακτον σημασίαν. Ἀθέμιτος ἀληθῶς καὶ οὐδὲν κοινὸν πρὸς τὴν ἠθικὴν ἔχουσα ὑπῆρξεν ἡ εἰσβολὴ τῶν γνωστῶν ἀνθρώπων τοῦ κόμματος εἰς τὸ ἕτερον τῶν τοῦ Κράτους ἀνωτάτων δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἆρά γε δὲν ἐξῳκειώθημεν εἰς τὸ θέαμα παραπλησίων ἀθεμιτουργιῶν; Δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς εἰσβολῆς ταύτης, συγκρινόμενον πρὸς ἄλλα παρομοίας φύσεως, εἶναί πως κατώτερον ἐκείνων κατὰ τὸν βαθμὸν τῆς ἀνηθικότητος. Ἐλησμονήσαμεν τὴν βέβηλον ἐκείνην ἐπιδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς Ἐκκλησίας; Ἐλησμονήσαμεν τὰς μακρὰς συζητήσεις, ἐν αἷς ἀπεκαλύφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀρνούμενος νὰ ἐκτελέσῃ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων; Ἐλησμονήσαμεν τὴν ἄλλην ἐκείνην συζήτησιν, καθ’ ἣν ἕτερος τῶν Ὑπουργῶν ἠρνήθη ἀπροκαλύπτως, νὰ προσαγάγῃ δημόσια ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητήσαμεν νὰ ἐλέγξωμεν κυβερνητικὴν παράλειψιν; Ἐλησμονήσαμεν, ὅτι ἐγένοντο γνωστὰ κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον τόσα καὶ τόσα αἴσχη ἑνὸς τῶν ἀνωτέρων δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν τῷ κλάδῳ τῆς ἐκπαιδεύσεως; καὶ ὅμως, πρὸς ὕβριν τῆς δημοσίας ἠθικῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, κατ’ εἰσήγησιν βεβαίως τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διατηρεῖ ἀκόμη τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον εἰς τὴν θέσιν του! Καὶ ποία πρᾶξις, παρακαλῶ, τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον σπουδαία, εἴτε ἐν τῷ στρατῷ, εἴτε ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, εἴτε ἐν τῇ δικαιοσύνῃ καὶ τῇ ἐν γένει διοικήσει, δὲν φέρει τὴν σφραγίδα τῆς αὐθαιρεσίας, τοῦ φατριασμοῦ, τῆς καταφρονήσεως κατὰ τῆς δημοσίας ἠθικῆς, τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος; Αὐτὴ ἡ Βουλή, ὅπως κατήντησε σήμερον, δὲν εἶναι δημιούργημα καταπατήσεως ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος; Δὲν ἐνθυμούμεθα κατὰ τίνα σκαιὸν καὶ σκανδαλώδη τρόπον ἀφῃρέθη ὁ βαθμὸς γενναίου καὶ ἐντίμου ἀξιωματικοῦ, τιμὴν περιποιοῦντος εἰς τὸν στρατὸν, καὶ πῶς ἀφ’ ἑτέρου ἄλλος ἀξιωματικὸς, διότι ἦτο συγγενὴς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προήχθη ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας; Προχθὲς ἀκόμη, ἐν μακρᾷ συζητήσει, δὲν κατεφωράθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δαπανῶν πολλὰ ἑκατομμύρια ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνῆψεν, ἐναντίον ὡρισμένων νόμων, οἵτινες ὥρισαν τὸν σκοπὸν τῶν δανείων τούτων; Ἀπέναντι τοιούτων καὶ τηλικούτων ἀκολασιῶν ὠχριῶσι βεβαίως οἱ διορισμοὶ τῶν τεσσάρων ἀνθρώπων τοῦ κόμματος εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Καὶ ἠδυνάμην πλεῖστα ἄλλα νὰ ἐπικαλεσθῶ παραδείγματα· ἀλλὰ πρὸς τί νὰ ἐπιμένω; Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ κρατοῦν πολιτικὸν σύστημα, ἢ μᾶλλον ἡ φατρία, ἐξολισθήσασα ἅπαξ, δὲν δύναται νὰ σταματήσῃ εἰς τὴν κατωφέρειαν τῶν τολμημάτων. Καὶ δὲν δυνάμεθα μὲν νὰ ἀφίνωμεν ἀνεξελέγκτους τοιαύτας ἀτασθαλίας καὶ ἀκολασίας, ἀλλὰ δυστυχῶς παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἔλεγχος ἡμῶν εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ. Ὁ ἔλεγχος ἡμῶν ὁμοιάζει πρὸς πεπυρακτωμένην βελόνην, ἥτις ἐμπήγνυται ἐπὶ πτώματος. Οἵαν αἴσθησιν προξενεῖ ἡ πεπυρακτωμένη βελόνη ἐπὶ τοῦ πτώματος, τὴν αὐτὴν προξενοῦσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν ἀκολουθοῦσαν αὐτῇ πλειονοψηφίαν τὰ καθ’ ἑκάστην ἀποκαλυπτόμενα κυβερνητικὰ ἀνοσιουργήματα. Διὰ τοῦτο ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι, ὅτι σήμερον δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὸ πῶς δυνάμεθα νὰ ἀποτρέψωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ ὀλισθηροῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ὁρμητικῶς φέρεται, ἀλλ’ εἰς τὸ πῶς θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν τόπον ἀπὸ τῆς πιεζούσης αὐτὸν φατριαστικῆς σπείρας. Εἶναι ἴσως ἐπίκαιρον νὰ ἀναμνησθῶ ἐνταῦθα τῶν ἀποπειρῶν, αἵτινες πρὸ μικροῦ ἐξεδηλώθησαν ἐν Λαρίσσῃ. Ἐγένετο τὸ πρῶτον βῆμα, εἰς ποῖον δὲ σημεῖον θὰ καταλήξῃ τὸ δεύτερον, τοῦτο εἶναι εὔκολον νὰ προΐδῃ τις. Ὡς πρὸς τὰ αἴτια, ζητήσατε τὸ πολιτικὸν σύστημα. Ἐγὼ δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ εἴπω, ὅτι διερμηνεύω ἄλλων φρόνημα. Ἐὰν ὅμως θέλητε νὰ ἐκδηλώσω τὸ ἐμὸν, διακηρύττω μετὰ παῤῥησίας, ὅτι ἐπὶ τέλους διὰ παντὸς τρόπου πρέπει νὰ ἀπαλλαχθῇ ὁ τόπος ἀπὸ τὴν φατρίαν!

§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπευθύνεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ῥητὴ κατηγορία, ὅτι κατὰ παράβασιν διατάξεων τοῦ νόμου ἔκαμε διορισμοὺς εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἡ δὲ Κυβέρνησις σιωπᾷ. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν, ἐὰν θ’ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοῦτο. Ἐὰν δὲ δὲν ἀπαντήσῃ, προτείνω ὅπως ψηφισθῇ ἡ ἑξῆς πρότασις. «Ἡ Βουλὴ, ἀρκουμένη εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡμεῖς προτείνομεν, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ ἁπλῶς, ὅτι «μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ γνωρίζωμεν, καὶ ἔχομεν δικαίωμα νὰ γνωρίζωμεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκοπῇ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν, περὶ ἧς πρόκειται, διὰ τὴν κακὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐνήσκησε διὰ τῆς προτάσεως τῶν διορισμῶν αὐτῶν εἰς τὸν Βασιλέα, ἢ ἐὰν σκοπῇ νὰ μὴ δώσῃ οὐδεμίαν ἀπάντησιν, ν’ ἀφήσῃ δὲ τοὺς ἐπερωτῶντας ὑπὸ τὴν σιγὴν, τὴν ὁποίαν ἀντιτάσσει εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτῶν.

§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις, θεωροῦσα τοὺς διορισμοὺς καὶ νομίμους καὶ καταλλήλους καὶ συμφέροντας εἰς τὴν Πολιτείαν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, οὐδένα ἔχει λόγον, ἵνα ἀρνηθῇ συζήτησιν περὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλὰ συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται κανονικῶς προβαλλομένην. Τὸ γινόμενον ὑπὸ Βουλευτῶν, καταλαμβανόντων τὸ βῆμα ἄνευ προαναγγελίας, ἄνευ προκλήσεως εἰς συνεννόησιν περὶ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως ἐπὶ προαναγγελθείσης ἐπερωτήσεως, ἐπιδιδομένων εἰς ἀναπτύξεις περὶ ἐπερωτήσεων, ἀπεκδεχομένων δὲ, κατόπιν τοιαύτης ἐκρύθμου καὶ ἀνευλαβοῦς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐνεργείας, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ εἰς τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν, συμφυράματα φαντασιωδῶν ἐπινοήσεων καὶ ἀοριστολογιῶν, τοσοῦτον ἀπάδει πρὸς τὰ κεκανονισμένα, ὥστε ἐπιβάλλεται τῇ Κυβερνήσει ἐκ κοινοβουλευτικοῦ καθήκοντος ἡ ἀντιστράτευσις πρὸς τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἐνεργείας. Ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις θελήσῃ νὰ ἐργασθῇ ὅπως ἀπαιτοῦσι τὰ τοῦ Κανονισμοῦ, τουτέστι προκαλοῦσα περὶ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως συνεννόησιν διαρκεστέραν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων ἐν γένει, ἢ εἰδικῶς ἐπὶ ἑκάστης ἐπερωτήσεως, καὶ ἐπιτρέπουσα ὅπως εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, μὴ παρελκύουσα δὲ τὰς συζητήσεις πρὸς ματαίωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἔστω βεβαία, ὅτι καὶ περὶ ζητημάτων, οἷον τὸ προκείμενον, θέλομεν συζητεῖ, καὶ προθύμως θέλομεν πάντοτε συντελεῖ, ἀπαντῶντες εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐπερωτώντων, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν θεμάτων, εἰς ἃ εὐλόγως δύναται νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή. Πρὸς τὸ παρὸν, ἐφ’ ὅσον οὕτως ἀκανονίστως ἐργάζεται ἡ Ἀντιπολίτευσις, θέλομεν περιορίζεσθαι εἰς τὸ καθῆκον, τὸ ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ὑποβάλλοντες εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν πληροφορίαν ζητουμένην. Τοῦτο ἐπράξαμεν ἀνελλιπῶς, καὶ τοῦτο θέλομεν ἐξακολουθεῖ πράττοντες.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;

§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὴν στιγμὴν, κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἣν ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις, εἴμεθα εἰς ἄλλον στάδιον, εἰς τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως. Κατὰ τὸ στάδιον δὲ τοῦτο ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀνασκευάσωμεν τὰ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον; Δὲν σᾶς τὸν ἠρνήθην ποτέ.

§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἦλθεν εἰσέτι ἡ ὥρα, διὰ νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς φίλος μου κ. Λεβίδης προέβαλε. Διὰ τοῦτο ἀναβαίνω τὸ βῆμα, οὐχὶ διὰ νὰ ἐξακολουθήσω τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, ἐπιφυλασσόμενος νὰ μετάσχω καὶ νὰ ἐκφέρω τὴν ἐπ’ αὐτῆς γνώμην μου, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποκρούσω τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ζητῶν ν’ ἀποφύγῃ συζήτησιν, ἥτις τυγχάνει ἀληθῶς δυσάρεστος εἰς αὐτὸν, καὶ ἥτις θὰ καταλήξῃ μᾶλλον δυσάρεστος ἢ ὅσον αὐτὸς ὑποθέτει, ὀχυροῦται ὄπισθεν τύπου τινὸς, ὅστις δὲν δύναται ὅμως καὶ αὐτὸς ν’ ἀσφαλίσῃ αὐτόν. Ἡ ἐπερώτησις περὶ τῶν διορισμῶν, τῶν γενομένων ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ἐγένετο χθές. Ἡ ἀναγγελία τῆς ἡμέρας, τὴν ὁποίαν ὁ ἐπερωτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβάλῃ πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, σκοπὸν ἔχει νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ διασαφήσεις. Καὶ ἀπὸ χθὲς μέχρι σήμερον δὲν εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τὸν καιρὸν ἐπαρκῆ, διὰ νὰ συλλέξῃ πάσας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλήν; Καὶ ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ δυσεύρετοι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχε νὰ προσαγάγῃ, εἰμὴ αἱ ἴδιαι αὐτοῦ πεποιθήσεις περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους διώρισεν, ἢ περὶ τῆς νομιμότητος τῆς πράξεως τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελεν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ ἀπάντησιν χθὲς ἀκόμη, ἀμέσως, εὐθὺς ὡς ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις αὕτη. Καὶ δὲν εἶχε μόνον τὴν εὐκαιρίαν νὰ πράξῃ τοῦτο, εἶχε καὶ τὸ καθῆκον, διὰ ν’ ἀποκρούσῃ αἰτίασιν, ἥτις ἀπευθύνεται πρὸς αὐτὸν, καὶ ἥτις εἶναι σοβαρὰ, διότι αἰτιῶνται τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἠθέλησε διὰ τῶν διορισμῶν τούτων νὰ μειώσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς ἀνωτάτης δικαστικῆς ἀρχῆς τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Καὶ νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ ἀξίωμα, ὅπερ κατέχει, ἐπιτρέπει αὐτῷ νὰ ἀφίνῃ τὴν αἰτίασιν ταύτην ἄνευ ἀπαντήσεώς τινος, καὶ νὰ προβάλλῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως, διότι δὲν προσδιωρίσθη ἡ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως; Τὴν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ἤθελε τὴν προσδιορίσει αὐτὸς ὁ ἐπερωτήσας, ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι τῶν κυβερνώντων. Οἱ κυβερνῶντες εἶχον δικαίωμα νὰ παραστήσωσι, ποίαν ἡμέραν δύναται νὰ ἔχωσι τὰς ἀναγκαιούσας αὐτοῖς πληροφορίας. Ἀλλὰ βραδυτέραν προθεσμίαν, ἀνάλογον πρὸς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν εἶχον, διὰ νὰ συλλέξωσι τὰς πληροφορίας, δὲν ἠδύναντο νὰ ζητήσωσι, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη περισσοτέρου καιροῦ ἀπὸ τοῦ καιροῦ, ὅστις διέῤῥευσεν ἀπὸ χθὲς, οὐδ’ ἠδύναντο νὰ εἴπωσι σήμερον, ὅτι εἰσὶν ἀνέτοιμοι νὰ προβῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἢ νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι παίζων μὲ τὰς λέξεις ἀπαλλάσσεται τῆς ὑποχρεώσεως ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, διότι ἦτο ἀνάγκη δῆθεν τὴν ἡμέραν τῆς ἐπερωτήσεως νὰ προσδιορίσῃ ἡ Βουλή; Ἀλλὰ τότε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν ἤθελεν ὑποταχθῆ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μόνον αὐθαίρετον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπιβουλή, εἶναι δολία ἀναίρεσις τῆς ἐλεγκτικῆς δυνάμεως τοῦ Κοινοβουλίου.

§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύο εἶναι τὰ ἐπὶ ἐπερωτήσεων καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχει τὸ καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ προσκομίζῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας, ἔχει καὶ τὸ καθῆκον, προκαλουμένης συζητήσεως, νὰ μετέχῃ αὐτῆς, ἵνα φωτίζῃ τὴν Βουλὴν, ἐλέγχουσα τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν συζητούντων. Καὶ αἱ μὲν πληροφορίαι, εὐθὺς ὡς συλλεχθῶσι, δέον νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν, αἱ συζητήσεις ὅμως παράγουσι δικαιώματα ὑπὲρ τῶν προκαλούντων αὐτὰς, ὅταν ἀποφάσει τῆς Βουλῆς κανονίζωνται τὰ τῆς διεξαγωγῆς αὐτῶν. Οἱ θέλοντες αὐτοὶ νὰ κανονίζωσι τὰ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως παραγνωρίζουσι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, τὰ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἀποῤῥέοντα. Ἡμεῖς καλῶς γινώσκομεν, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ πάντα τὰ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προβαλλόμενα εἰς συζήτησιν πράγματι δὲν ἔχουσι τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπαγγέλλονται· μόνον σκοπὸν ἔχουσι, νὰ μὴ ἀφήσωσι τὴν Βουλὴν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐὰν εἰσηρχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κανονικῶς, κατὰ τὰ κοινοβουλευτικῶς νενομισμένα, δὲν θὰ ὠκνοῦμεν νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἐπερωτήσεων· ἐπὶ ἐπερωτήσεων ὅμως, γινομένων πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς παραλύσεως τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ὀφείλομεν νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν εἰς ματαίωσιν τοῦ σκοποῦ, καὶ ἀπέχοντες τῆς συζητήσεως νὰ συντελῶμεν, ὅπως εἰσέρχηται ἡ Βουλὴ καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐνόσῳ βλέπομεν, ὅτι αἱ συζητήσεις αὗται προκαλοῦνται ὡς προφάσεις πρὸς μόνην τὴν παρεμπόδισιν τῆς συζητήσεως τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἡμεῖς δὲν θέλομεν μετέχει τῶν συζητήσεων τούτων, θέλομεν ὅμως ἐξακολουθεῖ ὑποβάλλοντες πᾶσαν πληροφορίαν ζητουμένην, καὶ τοῦτο τὸ ταχύτερον. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος οὐδεμία ἐζητήθη εἰδικὴ πληροφορία, συζήτησις μόνον ἐγένετο. Ἂν διατυπωθῇ τις αἴτησις πληροφορίας, θέλομεν σπεύσει νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὴν, οὐδ’ ἔχομεν ἀνάγκην διορίας, διότι τὰ κατὰ τοὺς διορισμοὺς εἶναι γνωστὰ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι πᾶσα πληροφορία, ἥτις θέλει ζητηθῆ, δύναται ἐκ τοῦ προχείρου νὰ παρουσιασθῇ, συζήτησιν ὅμως περὶ τοῦ θέματος θέλομεν ἀποδεχθῆ κατὰ τὰ κεκανονισμένα, προσδιοριζομένης τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ συζήτησις αὕτη πρέπει νὰ λάβῃ χώραν. Δὲν δυνάμεθα, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸν λόγον ἀπὸ τῶν συζητούντων ἄνευ τοιούτου προσδιορισμοῦ, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ διατρανώσωμεν τὴν ἀποδοκιμασίαν ἡμῶν κατὰ τῶν τοιούτων παρὰ τὸν Κανονισμὸν συζητήσεων, μὴ μετέχοντες αὐτῶν.

§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς νὰ μὴ γνωριζώμεθα, ὁ Πρωθυπουργὸς ὁμιλεῖ, ὡς πρώτην φορὰν νὰ εἴδαμεν ἀλλήλους καὶ πρώτην φορὰν νὰ εἰσῆλθεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ὁ Πρωθυπουργὸς σᾶς λέγει, μὲ ὅλην τὴν στωϊκότητα, ἡ ὁποία τὸν χαρακτηρίζει ἐνίοτε, ὅτι, διὰ νὰ συμμετάσχῃ τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἔχει ἀνάγκην νὰ προαγγέλλωμεν τὰς ἐπερωτήσεις ἡμῶν, νὰ ὑποβάλῃ ὅσα ζητηθῶσιν ἔγγραφα ἀμέσως καὶ νὰ προδιορίζῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως, νὰ εἰσερχώμεθα ὅμως καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Κύριοι, δὲν εἶχον δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἂν αὐταὶ αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἔδιδον τὸν καιρὸν εἰς τοὺς κατὰ νόμον ἐλεγκτὰς τῶν πράξεων αὐτῆς νὰ καταγίνωσι καὶ εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτάσεως, διὰ τὸν ὁποῖον τόσον κόπτεται ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶναι τοιαῦται αἱ παρανομίαι, αἱ ἀτασθαλίαι, ἡ ἀσέβεια τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὥστε δὲν μᾶς μένει καιρὸς πλέον περὶ οὐδενὸς ἄλλου νὰ ἐργασθῶμεν, ἀλλ’ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταγγέλλωμεν τὰς πράξεις αὐτῆς πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μας, διὰ νὰ κρίνωσιν ἐν καιρῷ περὶ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ἀφοῦ πρὸς ὑμᾶς αἱ αὐταπόδεικτοι κακαὶ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν κάμνουσιν ἐντύπωσιν. Ἂν δεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ προαναγγέλλωμεν τὰς ἐπερωτήσεις ἡμῶν, καὶ νὰ περιμένωμεν τὸν προσδιορισμὸν τῶν συζητήσεων αὐτῶν, καὶ νὰ εἰσερχώμεθα κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀναγγελίας τῆς ἐπερωτήσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδέποτε θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ κατὰ τὸ Σύνταγμα καθῆκον ἡμῶν, τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, αἵτινες, δυστυχῶς, κατὰ τὴν περίοδον ταύτην εἰσὶν ἀναρίθμητοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλλω, ἐὰν κρίνω ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πορείας σας, διότι εἴδομεν ἡμεῖς παραδεχομένας, ὡς νομίμως καὶ ὀρθῶς διεξαχθείσας, παρανόμους πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ὡς τὴν περὶ τῆς μὴ ἐκτελέσεως δικαστικῶν ἀποφάσεων, προβιβασμοὺς κατ’ ἐκλογὴν καὶ τόσας ἄλλας. Τίς τολμᾷ νὰ προβάλῃ ἐπερώτησιν καὶ νὰ ζητήσῃ ἡμέραν συζητήσεως; Τί νὰ ἐλπίζῃ; Ἀφοῦ, ἐπαναλαμβάνω, βλέπομεν ὅτι δι’ ἀσεβεῖς καὶ ἐγκληματικὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως προβάλλονται προτάσεις ἀποδοκιμασίας αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῇ πασιφανεῖ ἀποδείξει τῶν πράξεων τούτων ὑμεῖς δίδετε ἐπιδοκιμαστικὴν ψῆφον, δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ἐὰν προσδιορισθῇ ἡμέρα συζητήσεως; Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ περιμείνωμεν νὰ ὑποβάλῃ ὁ Πρωθυπουργὸς τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα πρὸς συζήτησιν, θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα; Δὲν ἀνατρέχω εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, αἵτινες ἀπέβλεπον τὴν ἐξέλεγξιν παρανόμων τῆς Κυβερνήσεως πράξεων, ἀναφέρω τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Γεωργαντᾶ, βουλευτοῦ Ἀττικοβοιωτίας. Οὗτος ἐζήτησεν εἰς μίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνόδου ταύτης, πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τῶν δανείων, ἀπηύθυνε δηλαδὴ ἐπερώτησιν, σχετιζομένην μὲ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ὅμως, ἐνῷ μᾶς ζητεῖτε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ὑπεβάλατε ἔτι τὴν κατάστασιν ταύτην· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θὰ μᾶς ὑποβάλητε ἔγγραφα, σχετιζόμενα μὲ ἄλλας ἐπερωτήσεις, μὲ ὅλην τὴν παρ’ ὑμῶν δεικνυομένην προθυμίαν; Τί νὰ συζητήσωμεν, ὅταν δὲν μᾶς προσάγητε τὰ ἀπαιτούμενα ἔγγραφα; Προϋπολογισμόν; Καὶ πῶς ἄνευ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζητήσαμεν, ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων, δυνάμεθα νὰ ἐξελέγξωμεν τοῦτον; Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ τὸν ὑποστηρίζητε, ὡς τὸν ὑποστηρίζετε, διὰ νὰ τολμᾷ νὰ λέγῃ ὅσα λέγει, καὶ νὰ ἐπικαλῆται στρεβλουμένους τύπους, καὶ νὰ ἀπαιτῇ ἀντίθετον ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πολιτείαν ἐκείνης, ἣν ἀκολουθεῖ. Μετὰ τὴν εἰκόνα ταύτην, φρονεῖ ὅτι μᾶς καταγγέλλει ἐνώπιον τοῦ Κράτους, ἂν εἴπῃ ὅτι κωλυσιεργοῦμεν! Ἤθελον παραδεχθῆ, ὅτι ἡ καταγγελία ἠδύνατο νὰ ἀξιωθῇ προσοχῆς τινος, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν διῴκει τὴν χώραν ὡς τὴν διοικεῖ. Ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη, καθ’ ἃ διοικεῖ τὴν χώραν ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀπαίσιος, ὁ καθήμενος ἐκεῖ, δὲν ἔφερε, παρὰ τὴν ἐρήμωσιν καὶ τὴν πενίαν. Καὶ ἐπειδὴ τυχὸν θὰ φανῇ εἴς τινας βαρεῖα ἡ ἔκφρασις, ἐρωτῶ ὑμᾶς,— εἶσθε πάντες οἰκοκυραῖοι — τίς δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι οἰκονομικῶς εὑρίσκεται εἰς εὐάρεστον θέσιν, ὅταν ζῇ δανειζόμενος; Ὅταν τις λ. χ. ἔχῃ εἰσόδημα δραχμῶν 50 καὶ δανείζεται 300, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς παρ’ αὐτοῦ τούτου δημιουργηθείσας ἀνάγκας, εἰπέτε μοι, εἶναι εὐάρεστος ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτοῦ τοῦ οἰκογενειάρχου; Εἴπατέ μοι σεῖς πλέον, εἶσθε ἱκανοὶ νὰ διευθύνητε τὴν περιουσίαν σας, ὕστερον ἀπὸ τὴν δημιουργηθεῖσαν θλιβερὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἐκ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε; Τοιαύτην παρέλαβεν ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν; Σᾶς ἐφάνη ἴσως βαρεῖα ἡ ἔκφρασις, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράζωμαι διὰ περιστροφῶν, χαρακτηρίζω τὸ πρᾶγμα ὡς ἔχει. Ἐρωτῶ ὑμᾶς—οἱ περισσότεροι ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐποχὴν τοῦ Ὄθωνος, τὸ Κράτος τότε ἦτο μικρότερον καὶ εἶχε μικρότερον προϋπολογισμόν,— ἐνθυμεῖσθε ποτὲ νὰ ἔφθασεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀποσύνθεσιν ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικόν; ἐνθυμεῖσθε νὰ εὑρέθημεν ἄλλοτε εἰς οἵαν οἰκονομικὴν κατάστασιν εὑρισκόμεθα σήμερον, καὶ νὰ ἤμεθα βεβαρημένοι ἀναλόγως ὑπὸ τόσῳ πολλῶν καὶ μεγάλων δανείων; Καὶ δὲν λησμονεῖτε βεβαίως, ὅτι ἡ Δυναστεία ἐκείνη τότε εἶχε καὶ ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς σπαραγμούς. Καὶ ὅταν τοιαύτη ἦναι ἡ διοικητικὴ καὶ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, ὅταν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν μᾶς ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον τῆς ἐξελέγξεως τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, νομίζετε ὅτι ὑποχρεούμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τύπων κανονισμοῦ, διὰ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῶν βαρυσημάντων παρανομιῶν καὶ ἐγκλημάτων αὐτῆς; Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἦναί τις Ἕλλην, διὰ νὰ ἦναι τόσον ψυχρὸς ἀπέναντι τοιούτων θεαμάτων, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ ἀναβάλληται ἡ συζήτησις πράξεων, βαρυνουσῶν τὸ Κράτος, εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλλένδας. Ἐρωτῶ ὑμᾶς: ποῖαι ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων, αἵτινες ἔγειναν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, δὲν ἦσαν ἄξιαι τῆς ὑψίστης προσοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου; Εἴπατέ μου μίαν, καὶ κηρύσσομαι ἡττημένος. Ἐπιθυμῶ νὰ μὲ πείσητε, ἀποδεικνύοντες ὅτι ἔχω ἄδικον· σᾶς προκαλῶ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐλησμονήσατε, πόσας ἀνέφερε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Παπαγιανακόπουλος, πόσας δὲ ἐγὼ καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἀναγινώσκετε καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐκτραγῳδουμένην τὴν ἀνατροπὴν τῆς τάξεως, ὡς λ. χ. τοὺς φόνους καὶ τὰ διάφορα ἐγκλήματα τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, τὰς παρανομίας τῶν ἐφόρων, τῶν ταμιῶν, τῶν εἰσαγγελέων καὶ τῶν δικαστῶν; Εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἶναι ἔναυλος ἔτι εἰς τὰς ἀκοάς σας ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἤγειρε χθὲς ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, καὶ τί ἐκ ταύτης ὁ κ. Κατσικόπουλος ἀπεκάλυψεν. Ἐῤῥίξατε καὶ σεῖς διὰ τὴν εἰκόνα ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν προσέθηκε βαθύτερα ἔτι χρώματα ὁ ἐκ Λακωνίας ἔντιμος συνάδελφος κ. Κοσσονάκος, χαρακτηρίσας τοὺς τέσσαρας ἐκείνους δικαστάς, ὡς χαρακτηρίζουσιν οἱ μυθιστοριογράφοι τὸν εἰδεχθῆ ἥρωα τοῦ μυθιστορήματός των. Ταῦτα κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν εἶναι ἀνάξια προσοχῆς, δὲν πρέπει νὰ γίνηται μνεία περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς μιᾶς στιγμῆς ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐξακολουθήσουν αἱ παροχαὶ πρὸς τοὺς φίλους τοῦ κόμματος, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τῆς χώρας, παρὰ τὴν φατρίαν καὶ μόνην. Ἂν ἦσθε ἀντιπολιτευόμενοι, θὰ ἐβλέπατε, εἰσερχόμενοι εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα, πῶς διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία καὶ πῶς σᾶς ὑποδέχονται, πῶς δὲ ἀπευθύνονται οἱ ὑπάλληλοι πρὸς τοὺς προσερχομένους, τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν· πρέπει νὰ ἦσθε παρόντες εἰς τὰ Δικαστήρια, ὅταν δικηγόροι ἀντιπολιτευόμενοι ὑποστηρίζωσι τὰς ὑποθέσεις πελατῶν των, διὰ νὰ ἴδητε, πῶς ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς τὸ καθεστός. Πρέπει νὰ παρατηρήσητε, πῶς συμπεριφέρονται τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα κατὰ τῶν φίλων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, διὰ νὰ κρίνητε, ἂν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὰς προτάσεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἂν οὕτως ἐκπληρῶμεν τὴν ἐντολὴν καὶ τὸν συνταγματικὸν προορισμὸν ἡμῶν. Μᾶς κατηγορεῖ, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν καὶ ὅτι σοβαρῶς δὲν ἐπιλαμβανόμεθα τῶν ζητημάτων αὐτῶν, παρὰ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ παρεμποδίσωμεν τὸν Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω ἐξ ὀνόματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἐὰν ἠδυνάμην, ἤθελον εἴπει μετὰ παῤῥησίας: κωλυσιεργῶ, διότι οὕτως ἐξυπηρετῶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Ἐξ ἐμοῦ λέγω: θέλω νὰ σᾶς σταματήσω, νὰ σᾶς ἀνατρέψω τῆς ἀρχῆς· θέλω νὰ δώσω τὴν ἀρχὴν ταύτην εἰς ἁγνὰς χεῖρας· θέλω νὰ κατορθώσω, ὥστε ἄνδρες ἄλλοι νὰ σᾶς διαδεχθῶσιν, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ διατηρῶσι τὸ Κράτος διὰ δανείων, δι’ ὑπόπτων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν καὶ διὰ παραχωρήσεων σιδηροδρόμων· θέλω νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος οὕτως, ὥστε νὰ μὴ βιώσῃ ἐπὶ μακρότερον ἡ ληστεία, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη καὶ τὴν ὁποίαν οὐχὶ ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἴχομεν φυγαδεύσει, καὶ τὴν ἐφυγαδεύσαμεν ὄχι ὑποχρεοῦντες τοὺς φιλησύχους πολίτας, ὡς ἀντιφρονοῦντας, νὰ τρώγουν τὰ σφαιρίδια καὶ τὴν πυρίτιδα, ἀλλ’ ἁπλῶς δι’ ἑνὸς νόμου· θέλω νὰ σταματήσῃ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις τὴν λῃστείαν, ἡ ὁποία ἔστησε τὸν θρόνον της ἐν τῷ ταμείῳ τῆς ὁδοποιΐας, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει πλέον χρῆμα, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι οἱ μηχανικοὶ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀνίκανοι νὰ ἐκπληρώσωσιν ἔργα, τὰ ὁποῖα μόνον ἐν σχεδίοις ἐκτελεῖ ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ, καὶ διὰ τοῦτο ἔφερεν ἐκ Γαλλίας αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν πατρίδα των δὲν θὰ ἐλάμβανον οὐδὲ τὸ εἰκοστὸν τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν ἐδῶ, ὡς ἐν καιρῷ θέλω ἀποδείξει. Θέλω νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν Κυβέρνησις, ἥτις νὰ ἀπολαμβάνῃ τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ὑπολήψεως ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης, διὰ νὰ παύσωσι τὰ δεινὰ τῶν ἐν Κρήτῃ ἀδελφῶν ἡμῶν καὶ τῶν ἁπανταχοῦ τῆς Ἀνατολῆς. Θέλω... καὶ τί δὲν θέλω; καὶ τί δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι θέλω, τὸ ὁποῖον ἐξέφυγε τῶν χειρῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως; διότι εἰς αὐτὴν δὲν ὑπάρχει πρακτικὸς νοῦς, δὲν ὑπάρχει ἐπιστημονικὸς, δὲν ὑπάρχει αἴσθημα πατριωτισμοῦ. Διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, πρέπει πάντα τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸν μηχανισμὸν τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, νὰ ἵστανται εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ θέτει ἡ Πολιτεία, καὶ νὰ ἐμπνέωσιν ἐμπιστοσύνην. Ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἀφ’ ἧς ἤρχισε νὰ πολιτεύηται ὁ Πρωθυπουργὸς, τί ἄφησε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐξηυτέλισεν; Ἤρχισεν ἀπὸ τὴν Βασιλείαν, καὶ κατῆλθε μέχρι τοῦ τελευταίου τῶν ἐν τῷ Κράτει δρώντων. Μήπως ἐφείσθη τῶν φίλων του; Σᾶς, τοὺς ἀντιπροσώπους, τοὺς διατηροῦντας αὐτὸν ἐν τῇ ἀρχῇ, δὲν ἐξηυτέλισε τοσάκις καὶ διὰ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλε καὶ ἐψηφίσατε, καὶ διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν φύλλων του; Τὸν στρατὸν αὐτὸν διὰ τῆς δίκης τῆς Κούτρας δὲν συνέτριψεν; Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἱστορίαν ἄλλων Κρατῶν, θ’ ἀπαντήσητε παρομοίας πράξεις, ἀλλ’ ἐκεῖ τὰς τιμωροῦσι διὰ δεκατισμοῦ ἐπὶ τόπου, δὲν ἀποδίδουσι τὴν σημασίαν, ἣν ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ διὰ τῆς δίκης ὁ Πρωθυπουργὸς, ζητήσας νὰ παρομοιώσῃ ταύτην πρὸς τὴν τοῦ Βαζαὶν, διότι κρίνονται ὡς ἁπλᾶ στρατιωτικὰ λάθη. Πῶς θέλετε νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ὁ τόπος εἰς τοὺς πολιτευτὰς, οἱ ὁποῖοι θὰ διαδεχθῶσιν αὐτὸν, καὶ ἐπὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ διαδεχθῶσι καὶ τούτους, ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν κάμνῃ ἄλλο, ἀφ’ ἧς ἐφάνη εἰς τὴν πολιτικὴν, ἢ πάντας, καὶ τοὺς φίλους του καὶ τοὺς συνυπουργούς του καὶ τοὺς ἀντιπάλους του, νὰ ζητῇ νὰ ἐξευτελίζῃ διὰ τῶν ὀργάνων του, τὰ ὁποῖα συντηροῦσιν οἱ συνέταιροί του χρηματισταί; Ἐλησμονήσατε ὅτι ἀπέβαλεν ἕνα Ὑπουργὸν χάριν ἑνὸς τμηματάρχου; Δὲν βλέπετε, ὅτι διατηρεῖ τὸν Παπαλουκᾶν γυμνασιάρχην, καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἰδιαίτερόν του γραμματέα, ἐνῷ ἀμφότεροι περιύβρισαν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας; Καὶ ποῖον ἄφησε, χωρὶς νὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸν ἐξευτελίσῃ αὐτὸς καὶ τὰ ὄργανά του; Ἤθελε χρειασθῆ χρόνος μακρὸς πρὸς ἀφήγησιν τούτων. Ἐπιφυλάσσων μόνον εἰς ἑαυτὸν θυμιάματα καὶ παραδίδων διὰ τῶν ὀργάνων του ψευδεῖς εἰκόνας περὶ ἑαυτοῦ, προκαλῶν ἀνταποκρίσεις εἰς τὰς ξένας ἐφημερίδας, οὐχὶ μόνον εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἐν Ἀμερικῇ ἐκδιδομένας, ζητεῖ νὰ ἐξαπατήσῃ τὸν λαὸν, παριστῶν αὐτὸς ἑαυτὸν ὡς τὸν μόνον ἀστέρα, εἰς ὃν πρέπει ν’ ἀναβλέπωμεν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, — διὰ νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, — ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Κρήτης ἀφίκετο ἐνταῦθα ἐξ Ἀμερικῆς στρατηγὸς, ἔχων ἀπόφασιν νὰ συνδράμῃ ὑλικῶς τὴν ἐπανάστασιν. Διατρίβων ἐδῶ πρὸς τοῦτο, ἐγνωρίσθη μὲ διαφόρους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ μὲ τὸν κ. Βαρελίδην. Οὗτος ἐσύστησε φίλον τού τινα πρὸς τὸν στρατηγὸν, ὅστις, κατὰ τὴν ἀναχώρησίν του παρέλαβε τοῦτον μεθ’ ἑαυτοῦ. Εἰς τοῦτον ὁ Βαρελίδης συντάξας ἀπέστειλεν ἀνταπόκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσεν ἀμερικανική τις ἐφημερίς, ἥτις οὔτε τὴν Ἑλλάδα γνωρίζει, οὔτε τὰ πρόσωπα, οὔτε ἐνδιαφέρεται διὰ τὰ λαμβάνοντα χώραν ἐνταῦθα. Διὰ τῆς ἀνταποκρίσεως ταύτης ἐξαίρεται ὁ μέγας ἀνὴρ, ὅστις δυστυχῶς δὲν ἐγεννήθη εἰς Γερμανίαν, διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὸν Βίσμαρκ καὶ διοικήσῃ τὴν Εὐρώπην! Ταύτην τὴν ἀνταπόκρισιν, τὴν συνταχθεῖσαν ἐν τοῖς ἰδιαιτέροις γραφείοις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀποσταλεῖσαν εἰς Ἀμερικὴν πρὸς δημοσίευσιν, ἀνεδημοσίευσεν ἐνταῦθα ἡ φίλη μου «Νέα Ἐφημερὶς», μὲ προοίμιον ἀρκετὰ ζωηρὸν, διὰ νὰ παρασύρῃ τοὺς ἁπλουστέρους. Μᾶς παρουσιάζουν οὕτω διὰ τοιούτων μέσων ὡς ὑπέροχον διάνοιαν ταύτην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ παρακολουθήσωμεν πάντες, τῆς ὁποίας νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀντιπολίτευσις, διότι τότε μόνον θ’ ἀνατείλωσιν αἱ εὐτυχεῖς ἡμέραι, καθ’ ἃς ὁ Γεώργιος θὰ μεταφέρῃ τὸν θρόνον αὐτοῦ εἰς Κωνσταντινούπολιν. Μὲ τοιαῦτα ψεύδη ἔστησε καὶ ζητεῖ νὰ στερεώσῃ τὸν πρωθυπουργικόν του θρόνον ὁ κ. Τρικούπης. Ἐξ ἑνὸς ζητεῖ νὰ ἐξευτελίζῃ τοὺς πάντας, ἐξ ἄλλου πειρᾶται διὰ τοιούτων φαντασιωδῶν ἀνταποκρίσεων νὰ ἀνυψωθῇ. Δὲν ὑψοῦνται οὕτω οἱ διοικοῦντες, καὶ δὲν ἀποκτῶσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ τόπου, ἀλλὰ διὰ τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα διοίκησις πατρικὴ παρέχει εἰς τὴν πατρίδα. Ὅταν λοιπὸν τοιοῦτον ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν ἀντίπαλον, οὕτω διέποντα τὰς τύχας τῆς χώρας, τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα πράττοντα κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν, τί θέλετε νὰ πράξωμεν; Καὶ δὲν εἶναι ἐν ἀρχῇ τοῦ σταδίου, εἶναι ὀκτὼ ἔτη, καθ’ ἃ μόνος παρίσταται ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ τὸ σύστημά του λειτουργεῖ, ἀπολαμβάνουσι δὲ ἤδη οἱ Ἕλληνες τῶν καρπῶν τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ συστήματός του, καὶ βλέπομεν ἀναγραφομένας εἰς τὰς ἐφημερίδας ἑκάστοτε τὰς πτωχεύσεις τῶν διαφόρων πολιτῶν τοῦ Κράτους, ἐμπόρων τε καὶ ἄλλων! Δὲν εἴμεθα ἐν ἀρχῇ τοῦ σταδίου τοῦ ἀνδρὸς, διὰ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παραδεχώμεθα τὰς γνώμας μου καὶ τὰ συστήματά του, ὡς ἀγνοοῦντες τοῦτον, ἐπειδὴ δὲ ἤδη ἀπολαμβάνομεν τοὺς καρποὺς τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, τὴν δυστυχίαν δηλαδὴ, ἥτις κατέκλυσε τὴν Ἑλλάδα, καθῆκον ἔχομεν, ὑπηρετοῦντες τὴν πατρίδα, νὰ παρακωλύσωμεν πᾶσαν ἐργασίαν καὶ πᾶσαν πρόοδον τῶν τοιούτων μέτρων τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὅταν ἔχω αὐτὰς τὰς ἀριδήλους ἀποδείξεις, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑποκύψω εἰς τὸν τύπον τῶν λεγομένων πλειονοψηφιῶν, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία, μετὰ τὰς ἀποδείξεις τῆς οἰκτρᾶς διοικήσεως τῆς πατρίδος, δὲν φέρει τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον τὸ πολίτευμα ἔδωκε πρὸς αὐτήν. Ζητῶ νὰ κατέλθῃ ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς ἐκλογὰς, ζητῶ τὸ Κράτος ν’ ἀποφανθῇ μετὰ τὰ γινόμενα τὴν γνώμην του, καὶ ἂν αὕτη ἦναι ὑπὲρ τοῦ συστήματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τότε δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσω τὴν αὐτὴν τακτικήν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι συνταγματικῶς δὲν ἀντιπροσωπεύει ἡ πλειονοψηφία τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, καὶ ζητῶ τὴν διάλυσιν τῆς· ζητῶ νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸν ἀγῶνα, καὶ ν’ ἀποφανθῇ τὸ Κράτος. Εἶναι ἡ τελευταία Σύνοδος· δὲν νομίζω ὅτι, ἂν δὲν ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, θὰ παραβλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου· διότι, καὶ ἂν ψηφίσωμεν τοῦτον, ὅταν θὰ ἐπανέλθωμεν, θὰ μᾶς παρουσιασθῶσι νέαι πιστώσεις, συμπληρωματικαί, καὶ τοῦτο συμβαίνει καθ’ ὅλην ταύτην τὴν Περίοδον. Ἐνθυμεῖσθε, ἐψηφίσατε Προϋπολογισμὸν, καὶ ὅμως καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν Σύνοδον ἐψηφίσατε καὶ μέλλετε νὰ ψηφίσητε σωρείαν πιστώσεων συμπληρωματικῶν, καὶ ὅμως δὲν προσέκρουσεν εἴς τι ἡ διοικητικὴ μηχανὴ τοῦ Κράτους· δύναται ἑπομένως νὰ διοικηθῇ ἡ χώρα ἄνευ Προϋπολογισμοῦ, μέχρις ὅτου ἐπανέλθῃ ἡ νέα Βουλή. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἀντιστρατεύομαι εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, παρακωλύων τὰς ἐργασίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἂν ἠδυνάμην μόνος νὰ κωλυσιεργῶ, θὰ τὸ ἔπραττον, διότι νομίζω, ὅτι ἐξυπηρετῶ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος μου. Πρὸ τῆς καταστροφῆς, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ διοίκησις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, οἱ τύποι, τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται, εἶναι ἀνάξιοι τῆς προσοχῆς μου. Ἀλλὰ κωλυσιεργῶ; Ἐὰν ἐκωλυσιέργουν πραγματικῶς κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐξήγησεν ὁ Πρωθυπουργὸς, θὰ ἔκαμνον τὸ ἑξῆς· ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω, ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, λαμβάνω τὴν ἱστορίαν τοῦ Thiers, τὴν ἑλληνικὴν ἱστορίαν, καὶ ἀναγινώσκω μέχρις ὅτου λήξῃ ἡ Σύνοδος. Αὐτὸ λέγεται κωλυσιεργία· αὐτὸ λέγεται κωλυσιεργία ἐκ πείσματος, ἐξ ἀντιπολιτεύσεως προσωπικῆς καὶ ὄχι ἐξ ἰδέας ἐθνικῆς. Τὰς θεωρίας λοιπὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει· ὀφείλομεν νὰ σταθῶμεν εἰς τὰς θέσεις ἡμῶν, καὶ θὰ τὸ πράξωμεν, ἐξελέγχοντες νομίμως καὶ δικαίως τὸν Πρωθυπουργὸν, συζητοῦντες δὲ τὴν πρότασιν αὐτοῦ, ἵνα τὸν διδάξωμεν νὰ σεβασθῇ τὸ καθῆκον καὶ τὸν νόμον, διὰ νὰ ἴδῃ καὶ ἡμᾶς ἀκολουθοῦντας τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται.

§28ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς καὶ συνάδελφός μου προεκάλεσεν ἡμᾶς, Κύριοι, ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν πράγματι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως ἦναι σύστημα ἀπαίσιον, ὀλέθριον καὶ τὰ τοιαῦτα. Δὲν εἶναι, νομίζω, τῆς παρούσης ἑσπέρας ἀντικείμενον, νὰ ἐρευνήσωμεν περὶ τούτου, ἐὰν τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ, ἦναι σύστημα συμφέρον εἰς τὸν τόπον, ἢ ἦναι σύστημα ἀσύμφορον. Νομίζω ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην συζητεῖται μία πρᾶξις κυβερνητικὴ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε καλῶς νὰ τοποθετήσῃ τρεῖς πολίτας Ἕλληνας εἰς τρεῖς θέσεις ἐν τῷ ἀνωτάτῳ Συνεδρίῳ, τῷ Ἐλεγκτικῷ. Ἐπειδὴ μοὶ δίδεται ἀφορμὴ ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, νομίζω ὅτι δύναμαι ν’ ἀπαντήσω εἴς τινας θεωρίας, αἵτινες ἐντεῦθεν ἐξηνέχθησαν καὶ εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ἴσως σπουδαῖον ν’ ἀπαντήσῃ τις, ἐὰν δὲν ἀπαντήσῃ διὰ τοὺς ἁπλουστέρους, καὶ ὄχι δι’ ὑμᾶς, διότι ἐνταῦθα παρακαθήμεθα, ἂς τὸ εἴπω, οἱ λογάδες, οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Ἔθνους, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς τὸ Ἔθνος ἀνεῦρε πάντα ἐκεῖνα τὰ προσόντα, διὰ νὰ τὸ ἀντιπροσωπεύσωσι· καὶ κυρίως, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐρευνήσω τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι οἱ κυβερνῶντες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρίζωνται τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθη τὸ πολίτευμα εἰς αὐτοὺς καί τὴν ὁποίαν ἐξακολουθεῖ ἡ Βουλὴ ἐμπιστευομένη αὐτοῖς καὶ παρέχουσα τὴν ἄδειαν, ἵνα τὴν διαχειρίζωνται. Ἐὰν μὲ ἠρώτα τις περὶ τῶν προσώπων ἐκείνων, ἤθελον εἴπει, ὅτι εἶναι ἀνάξιον τοῦ Κοινοβουλίου νὰ συζητῆται ἡ τύχη, τὸ μέλλον, αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ἐργασίαι προσώπων, ἅτινα ὁπωςδήποτε εἶναι Ἕλληνες καὶ ἅτινα ὁπωςδήποτε, ὑπηρετοῦντα ἐξουσίαν τινὰ, προσέφερον πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας καὶ ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς οἰκογενείας ἐντίμους τοῦ τόπου. Δὲν θὰ πράξω ἄτοπόν τι, ἐὰν, ὁμιλῶν περὶ τοῦ συμπολίτου μου κ. Βαρελίδου, εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Βαρελίδης εἶχε πατέρα, ἀνήκοντα εἰς τὴν μεγάλην γενεάν τοῦ 1821 καὶ ὅστις, συμμετασχὼν, ὡς πάντες οἱ Ἕλληνες τότε, εἰς τὸν ἀγῶνα, ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Τοῦτο δὲν τὸ φέρω ὡς περγαμηνὴν ὑπὲρ τοῦ κ. Βαρελίδου, θέλω νὰ εἴπω ὅμως, ὅτι ὁ Βαρελίδης ἔχει καὶ ἰδίας ὑπηρεσίας, καὶ ἂν οὗτος ἦναι ἄνθρωπος, ὅστις ἐγκληματῶν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἰς ἣν ἀνῆλθεν, ὅταν ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) παραλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἔχει τὸ δικαίωμα μετὰ τῶν ἄλλων πράξεων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως νὰ συνεξετάσῃ καὶ ταύτην, καὶ ἐὰν ἀνεύρῃ, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς ἀναῤῥήσεως εἰς τὸν βαθμὸν ἐκεῖνον τοῦ Βαρελίδου εἶναι ἐγκληματική, καὶ ταύτην δύναται ἀκόμη νὰ καταδιώξῃ. Μόλις εἶχον διεκπεραιώσει τὰς σπουδάς μου τότε, ὅτε συνῆλθεν ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1863, καὶ δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελέσω μέρος αὐτῆς, διὰ νὰ ἦμαι ἐν γνώσει τῶν θεωριῶν καὶ τῶν δογμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι ἔθετον τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἐστήριξαν τὸ πολίτευμα· ἀνέγνωσα τὰ κατὰ τὴν σύνταξιν τότε τοῦ πολιτεύματος, καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἐλυπήθην, ἀκούσας τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος συναδέλφου, εἰπόντος θεωρίας, ἀγνώστους πρὸς ἐκείνους καὶ πρὸς πάντα ἐγκύψαντα εἰς τὴν μελέτην τοῦ δημοσίου δικαίου ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἔγραψαν περὶ τοῦ πολιτεύματος, ὅπερ διέπει καὶ τὴν πατρίδα ἡμῶν. Δὲν κωλυσιεργοῦν, δὲν παρεμποδίζουν, δὲν τίθεται φραγμὸς, λέγει τὸ πολίτευμα, ὁπόταν εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς ἐκεῖθεν ἢ ἐντεῦθεν παρακάθηνται οἱ πλείονες, διότι, ἐὰν κωλυσιεργήσωσι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παράγονται προηγούμενα ἀπαίσια, ὀλέθρια, τὰ ὁποῖα προηγούμενα ἂν μιμηθῶσιν οἱ ἐπερχόμενοι, ἀλλοίμονον! τὸ πολίτευμα δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως! Καὶ λυποῦμαι, διότι θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω, ὄχι διατὶ τὸ Στέμμα δὲν κάμνει χρῆσιν μιᾶς προνομίας ἐκ τῶν πολλῶν, τὰς ὁποίας ἔχει, διότι δὲν δύναται τὸ Στέμμα νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς, ὁπόταν ἐκεῖθεν ἢ ἐντεῦθεν παρακάθηνται οἱ πλείονες.....

§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἔκαμεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ πατρός μου.

§30ΤΖΑΝΕΣ. Λυποῦμαι διότι τὸ Στέμμα σιγᾷ, ἐνῷ δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν, πλὴν αὐτῆς, ἄλλης προνομίας. Ὁπόταν τὸ Στέμμα βλέπῃ προσβαλλόμενον τὸ πολίτευμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡρκίσθη, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν· αὕτη δὲ εἶναι ἡ χρῆσις τῆς προνομίας, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κάμῃ.

§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποία εἶναι αὕτη;

§32ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ δὲν ἦλθον νὰ κάμω τὸν διδάσκαλον ἐδῶ, διότι αἰσθάνομαι ὅτι αἱ γνώσεις, τὰς ὁποίας ἔχω, εἶναι ὀλιγώτεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἄλλοι, παρακαθήμενοι ἐκεῖθεν, καὶ οἱ ὁποῖοι πλειότερον ἐμοῦ ἐμελέτησαν καὶ πλειότερα ἐμοῦ γινώσκουσι. Λέγω μόνον, ὅτι λυποῦμαι, διότι τὸ Στέμμα δὲν κάμνει χρῆσιν τῆς προνομίας ἐκείνης, καὶ εἴθε ἡ παροῦσα κατάστασις τῆς Βουλῆς νὰ προκαλέσῃ τὸ Στέμμα νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου σπουδαίως. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐῤῥέθησαν πολλὰ ἐν τῇ Βουλῇ ἀπό τινος περὶ τῆς δικαιοσύνης, περὶ τῆς οἰκονομίας, περὶ τῶν φυλακῶν καὶ περὶ καὶ περὶ, καὶ πολλὰ περὶ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα ἔχουσιν ἱστορίαν δυστυχῶς μακράν. Ἐὰν ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος ἡμῶν προσκόπτῃ, ἐὰν οἱ ἄνδρες, οἱ λειτουργοῦντες εἰς τὸν βωμὸν τῆς δικαιοσύνης, δὲν φέρωνται καλῶς, τοῦτο δὲν ἔχει τὴν ἀφορμήν του, οὔτε τὴν αἰτίαν του, εἰς μίαν ἀμέλειαν ἢ μίαν πρᾶξιν, ἔστω καὶ τῆς προηγουμένης καὶ τῆς προπροηγουμένης καὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τοῦτο εἶναι νόσημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν, τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, ἐπῆλθεν ὁ νόμος τῆς ἰσοβιότητος καὶ συνεπῆλθεν ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης ὠνόμασε Lex Zaimiana. Ὅταν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀφίνεται ἡ εὐθύνη—καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ῥάλλην, τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος προΐστατο ἄλλοτε τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν διεχειρίσθη ἐντιμότατα, — ὅταν, λέγω, εἰς τὸν Ὑπουργὸν δὲν ἀφίνεται ἡ εὐθύνη τοῦ διορισμοῦ τῶν προσώπων, ἅτινα καλοῦνται εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης, ὅταν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὑποδεικνύῃ μία Ἐπιτροπὴ πολλάκις ἐντίμους καὶ ἀξίους ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ πολλάκις στρατολογουμένους ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσι λειτουργοὶ τῆς δικαιοσύνης, τότε ὁποίαν τινὰ εὐθύνην δύναται νὰ ἔχῃ μία Κυβέρνησις, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της; Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης, ἐρχόμενον ἐν τῇ Βουλῇ, ἔρχεται ἐπουσιωδῶς καὶ παρακαίρως, καὶ δὲν ἔρχεται ἐκ τῶν αἰτιῶν του, καὶ δὲν ἔρχεται μὲ τὰς ἀφορμὰς, αἵτινες τὸ παρακολουθοῦσι. Θέλετε νὰ ἔχητε δικαιοσύνην; Δώσατε ἄρτον, καὶ δίδοντες ἄρτον, καλεῖτε εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης ἄνδρας λογάδας, ἐπιστήμονας ἐντίμους. Δὲν δίδετε ἄρτον; Θὰ ἴδητε τὰ κατασταλάγματα ἐπὶ τέλους εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν τῆς Θέμιδος, διότι ἕκαστος ἄνθρωπος, ὅστις σύνοιδε τὴν ἀξίαν αὑτοῦ, καὶ ἕκαστος ἄνθρωπος, ὅστις σχηματίσει οἰκογένειαν, δὲν δύναται, ναὶ, Κύριοι, δὲν δύναται μὲ 300 δραχμὰς, ἔχων οἰκογένειαν, συγκειμένην ἀπὸ ἓξ μέλη πολλάκις, νὰ ἦναι ἀδέκαστος, νὰ ἦναι ἥρως, ἀπέναντι τῆς πείνης, ὅστις, ὅσον καὶ ἂν ἦναι τοιοῦτος, πολλάκις κάμπτεται, καὶ ὁπόταν μάλιστα δυστυχῶς εἰς τὴν δικαιοσύνην στρατολογοῦνται οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, περὶ τῶν ὁποίων χθὲς ἐλέχθησαν τοσαῦτα. Ἐλέχθη ἐνταῦθα καὶ περὶ τῶν φυλακῶν, καὶ ὠνομάσθησαν τέρατα ἀποφώλια, κακοῦργοι, οἱ δυστυχεῖς κατάδικοι. Τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως τῆς Βουλῆς, τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιζητήσωσι τὰ αἴτια τοῦ ἐγκλήματος ἐκεῖ, ὅπου ἐπιζητεῖ καὶ ἀνευρίσκει αὐτὰ ἡ ἐπιστήμη. Δὲν εἶναι τέρας, δὲν εἶναι κακοῦργος ὁ ἐγκληματῶν, ὄχι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα μάλιστα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ὁ βίος ἄνετος, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα μάλιστα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ παιδεία εἶναι ἀτελὴς, ἂν ὄχι ἄγνωστος, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει πλοῦτος,—καὶ πλοῦτος συνοδευόμενος μὲ τὴν ἀμάθειαν ἔχει τὰς κακὰς καὶ ὀλεθρίας συνεπείας αὑτοῦ,—εἰς τὰ μέρη ταῦτα ὁ ἐγκληματῶν πρέπει νὰ κρίνηται ὄχι μὲ τὸ μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον κρίνεται ἐνίοτε ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἀπό τινας συναδέλφους, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἅτινα διέπονται ὑπὸ συστήματος φυλακῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἤκουσα πολλάκις συναδέλφους ἀγανακτοῦντας νὰ λέγωσιν, ὅτι μόνον ἔθνη βάρβαρα δύνανται νὰ ἔχωσι τοιοῦτον σύστημα, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ὁ ἐγκληματῶν δὲν δύναται νὰ ἐξετάζηται ὅπως ἐξετάζεται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πολλάκις, καὶ νὰ ὀνομάζηται τέρας ἀποφώλιον, κακοῦργος. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ἐρχόμενοι ἐνταῦθα καὶ θέλοντες νὰ κωλυσιεργήσωμεν, ἐπιλαμβανόμεθα ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ φέρωνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι, ὡς προεῖπον, εἶναι ζητήματα μελέτης ἐμβριθοῦς καὶ πολλῆς προσοχῆς ἄξια. Τελευτῶν νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴν, εἰπόντα: «δὲν γνωρίζετε σεῖς, ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, καὶ δι’ αὐτὸ σιγᾶτε». Γνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ κατάστασις, ἔχομεν ὅμως τὴν ἰδέαν, ὅτι δι’ ὅλων τῶν μέσων καὶ πάσῃ θυσίᾳ ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ παρέλθῃ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν σχηματίζονται ἐντὸς ἡμίσεως αἰῶνος τὰ ἔθνη. Ὅπως κατὰ τοὺς γεωλόγους τὰ ἡφαίστεια δὲν σχηματίζονται διὰ μιᾶς, ἀλλὰ πρέπει προηγουμένως νὰ ὑποστῶσιν ἐκρήξεις, οὕτω καὶ τὰ ἔθνη πρέπει νὰ ὑποκύψωσιν εἰς καταπονήσεις, τὰ ἔθνη πρέπει νὰ πληρώσωσι φόρους βαρεῖς, ἀλλὰ πληρόνοντα καὶ καταπονούμενα νὰ παρουσιάζωσιν ἔργα. Ἐγὼ ἀνήκω εἰς νομὸν, ὁ ὁποῖος ἴσως εἶναι εἷς ἐκ τῶν νομῶν ἐκείνων, οἵτινες καταβάλλουσι πλειότερα, κατεπονήθη, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπείσθην, ὅτι, ἀποβλέπων εἰς τὴν συναποτέλεσιν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἤρξατο, τὴν καταπόνησιν ἐκείνην οὐδαμῶς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἐὰν ἐγὼ πλανῶμαι, θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δικάσῃ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν ἀντιφρονούντων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα φυσικῶς, νὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα, χωρὶς νὰ ἐκβιασθῇ καὶ χωρὶς νὰ παρακωλυθῶσι τὰ ἔργα τοῦ Κοινοβουλίου, ὥστε οὐδεὶς νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν λειτουργεῖ καὶ συνεπῶς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδένα λόγον ὑπάρξεως.

§33ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν θέλω εἰσέλθει καὶ ἐκ δευτέρου εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, σκοπῶ μόνον νὰ προσπαθήσω ν’ ἀποκρούσω ὅσα παρεμπιπτόντως κατὰ προσποίησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου εἶπε. Χθὲς, ἀφοῦ ἐπεράτωσα τὴν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἀγόρευσίν μου, ἐπὶ ἱκανὰ λεπτὰ τῆς ὥρας ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἀνέμενε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε ἀπήντα, οὔτε ἀναβολὴν τῆς ἐπερωτήσεως προέτεινεν. Ἠναγκάσθη ἕτερος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ μετ’ αὐτὸν τρίτος, καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ὁ τελευταῖος οὗτος ἠγόρευεν, ὁ Πρωθυπουργὸς κατεγίνετο ἐπίτηδες εἰς συνομιλίας ἄλλας, μὴ προσέχων παντάπασιν εἰς τὸ θέμα, ἐνῷ ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη. Ἐγένετο ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας πρὸς τιμωρίαν καὶ σωφρονισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ ἔνστασις ἐπέτυχεν. Ἐζήτησεν ἆρά γε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, καὶ ἡ πτέρυξ ἡμῶν ἠρνήθη νὰ παράσχῃ αὐτήν; Κεκυφὼς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἴσως ὡς ἐκ τῶν πολλῶν πολιτικῶν ἁμαρτιῶν, ἃς ἐπὶ τῆς ῥάχεως αὑτοῦ φέρει, οὐδὲ συζήτησιν οὐδὲ ἀναβολὴν τῆς προτάσεως ἢ τῆς ἐπερωτήσεως προέβαλε. Τί ἐπεθύμει, παρακαλῶ, νὰ πράξωμεν; Ἀνέλαβε βεβαίως καὶ δεύτερος καὶ τρίτος τὸν λόγον. Μήπως ἡμεῖς προεβάλομεν πρότασιν πρὸς τὴν Βουλὴν χθὲς τὸ ἑσπέρας, δι’ ἧς ἰσχυριζόμεθα καὶ ἐπεμένομεν, ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν ἐνοοῦμεν νὰ συζητήσωμεν, ἢ οὕτως ἢ ἄλλως; Παντάπασιν. Ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνόμιζεν, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην ὀλίγων ὡρῶν, ἢ ὀλίγων ἡμερῶν, ἵνα κομίσῃ εἰς τὴν αἴθουσαν τὰς δικαιολογίας καὶ τὰς ἀπαντήσεις, οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ πτέρυξ, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, δὲν ἤθελεν ἀρνηθῆ τὴν αἴτησιν ταύτην. Ἀλλ’ ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι πολλάκις ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα εὐθὺς ἀμέσως, ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ τῶν ἐπερωτήσεων· προχθὲς ἀκόμη δὲν προὐκλήθη ἐξαπίνης ἡ περὶ τῶν ἐν Λαρίσσῃ πραγμάτων ἐπερώτησις, καὶ ἀμέσως δὲν ἀνέλαβε τὴν ἀπάντησιν καὶ τὸν ἀγῶνα ὁ κ. Πρωθυπουργός; Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω μυρίας περιστάσεις, καθ’ ἃς δὲν ἠκολούθησε τὸ αὐστηρὸν αὐτὸ δόγμα, ὅπερ ἀπόψε θέλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν; Χθὲς ἐγὼ, περαίνων τὸν λόγον, τί ἄλλο ὑπεδείκνυον, εἰμὴ ὅτι, ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχῃ ἀνάγκην χρόνου τινὸς, ἵνα ἀπαντήσῃ πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου, οὐδαμῶς οὐδ’ ἐγὼ οὐδ’ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀρνηθῶμεν πρὸς αὐτὸν τὴν παροχὴν ταύτην τῆς προθεσμίας; «Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τίνα γνώμην περὶ πάντων τούτων ἔχει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις καὶ εἰδικῶς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ εὐθύνεται κλπ.» ἔλεγον χθές. Τί ἄλλο διὰ τοῦ τούτου ὑπεδεικνύετο, εἰμὴ ὅτι ἀνεμένομεν ἢ τὴν ἀπάντησιν τὴν ἄμεσον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἢ τὴν αἴτησιν παρ’ αὐτοῦ ἀναβολῆς, πρὸς παροχὴν πληροφοριῶν καὶ μελέτην; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ποῦ ἆρά γε καὶ ἐν τίνι ἄρθρῳ τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ διέποντος τὰ τῆς Βουλῆς, ἀνεῦρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ ἐπερωτήσεις ὑποβάλλονται εἰς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς ὃ ὑποβάλλονται αἱ ἄλλαι προτάσεις; Ἐὰν τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ ἀφεώρα καὶ τὰς ἐπερωτήσεις, τότε βεβαίως τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐφαρμόζεται ἐν τῇ ὁλομερείᾳ αὐτοῦ καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναγνώσωμεν τὰς τελευταίας γραμμὰς τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τί θέλομεν ἴδει; (ἀναγινώσκει): «Συζητεῖται δὲ (ἡ πρότασις) κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλή, κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην προηγουμένην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν». Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἀφορᾷ καὶ τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς τεινούσας πρὸς ἔλεγχον τῶν ὑπευθύνων Κυβερνήσεων; Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, τοιαύτης Κυβερνήσεως ἡγουμένης τῆς πλειονοψηφίας, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ποία ἐπερώτησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τείνουσα εἰς ἔλεγχον τῶν πράξεων τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἤθελε λάβει ποτὲ τὴν τύχην νὰ συζητηθῇ καὶ ἐγγραφῇ κατὰ προτίμησιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει; Θέλομεν λοιπὸν τάχα ἐξαρτήσει τὸ ὕψιστον τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, θέλομεν ἐξαρτήσει ἆρά γε καὶ τοῦτο ἐκ τῆς θελήσεως τῆς πλειονοψηφίας; Καὶ δὲν ἀρκεῖ ἡ κατάχρησις, ἣν ἡ πλειονοψηφία, εἰσηγουμένης τῆς Κυβερνήσεως, ποιεῖται τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ὑποδουλώσεως, ὥστε νὰ ἀκούσωμεν, ὅτι καὶ αἱ ἐπερωτήσεις πρέπει νὰ δίδωνται ἐγγράφως καὶ ἰδιοχείρως παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὰς εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὡς ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 34 περὶ προτάσεων, ὅτι πρέπει νὰ καταχωρίζωνται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον κατὰ χρονολογικὴν τάξιν καὶ νὰ ἀνακοινῶνται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου, κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Κανονισμοῦ; Καὶ πότε, παρακαλῶ, ἄλλοτε ἐγένετο τοῦτο; καὶ ποίαν ἔγγραφον ἐπερώτησιν ἔχει νὰ δείξῃ ἡμῖν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἡγεῖτο τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατακεχωρισμένην ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ ὅλους τούτους τοὺς περιορισμούς; Μήπως νομίζουσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες δύνανται νὰ ἀναγινώσκωσι τοὺς νόμους; Εἶναι εὐτύχημα διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι διὰ τοιούτων σαθρῶν ἐπιχειρημάτων, ἀναξίων τῆς αἰθούσης ταύτης, προσπαθοῦσι ν’ ἀποτρέψωσιν ἀπ’ αὐτῶν τοὺς ἀπειλουμένους κινδύνους, τοὺς κινδύνους τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων αὐτῶν. Εὐτυχῶς τὰ γιγνόμενα καὶ τὰ λεγόμενα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν περιορίζονται εἰς τὸν στενὸν χῶρον αὐτῆς· τὰ λεγόμενα καὶ τὰ προβαλλόμενα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἴτε παρὰ τῆς ἀριστερᾶς εἴτε παρὰ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, διαδίδονται ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀκούονται καὶ κρίνονται, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐπ’ αὐτῶν δικάζει. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι μετ’ ἀγανακτήσεως καὶ μετὰ οἰκτιρμοῦ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία θέλει ἀκούσει, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνει τὸν ἀγῶνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπερωτώμενος περὶ σκανδαλωδεστάτου ἐπεισοδίου, οὗτινος ἕνεκεν ἐξακολουθεῖ ἡ ἀγανάκτησις σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι δὲν ἀναλαμβάνει τὸν ἀγῶνα διατί; Οὐχὶ διότι ἔχει τι ν’ ἀπαντήσῃ, διότι, ἂν εἶχεν, ἤθελεν εὐθὺς ἀμέσως τὸ πράξει, ἀλλὰ διότι δὲν ἔχει τι νὰ ἀπαντήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο ὀχυροῦται ὄπισθεν ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, οὐδεμίαν ἔχοντος ἐφαρμογὴν, προκειμένου περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, ἐνασκουμένου διὰ τῶν ἐπερωτήσεων ἑκάστου Βουλευτοῦ. Κωλυσιεργοῦμεν, (εἶναι νέα ἡ λέξις, πέρυσιν εὗρον αὐτὴν οἱ δημοσιογράφοι τῆς Κυβερνήσεως,) κωλυσιεργοῦμεν διότι δὲν δίδομεν ὑμῖν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσητε νόμους, πρὶν ἢ μάθωμεν, ἂν αὐτοὺς, τοὺς ἤδη ὑπάρχοντας, τηρῆτε πιστῶς καὶ κατὰ γράμμα, διότι εἴδομεν σωρείαν νόμων, οὓς κατεπατήσατε, ἵνα ὑψώσητε εἰς τὰς ὑψίστας ἐκείνας θέσεις τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τοὺς ὑμετέρους δούλους καὶ θεράποντας, καὶ θέλετε νὰ ἔχωμεν τὴν μωρίαν νὰ στέρξωμεν νὰ ψηφίσητε καὶ ἄλλους νόμους, οὓς νὰ καταπατήσητε ἐντὸς ὀλίγου! Δὲν ἐζητήσαμεν ἔγγραφα, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸ λανθάνεται. Ἀναμένομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κομίσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα ἓν τῶν προσώπων ἐκείνων, ἅτινα ἀνεβιβάσθησαν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἐλεγκτοῦ, ἐζητήσαμεν τὰς καταγγελίας τοῦ κ. Καζάζη ἐναντίον τοῦ κ. Κανελλοπούλου, ἐζητήσαμεν νὰ φέρῃ τὰς ἀνακρίσεις ἐπὶ τούτων, ἐκτὸς ἐὰν καὶ αὗται τυγχάνωσιν ἐκκρεμεῖς, κατὰ τὸ νέον σύστημα. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἐκομίσθησαν· καὶ ζητεῖτε νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια 45, ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει! Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἐφ’ ὅσον ἐξ ὑμῶν ἐξαρτᾶται, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν θέλετε ψηφίσει.

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις;

§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς γενομένης συζητήσεως, δὲν ἐννοῶ ὅμως νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν σχολαστικότητα, τίς εἶναι ἀπωτέρα ἢ ἐγγυτέρα, διότι τοῦτο θέλει λύσει κατὰ τὸ σύνηθες ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Ἐὰν πρόκηται λοιπὸν νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τούτου, ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν.

§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὰς παρατηρήσεις, ἃς ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ θέματος, παραδέχομαι νὰ ῥηθῇ καὶ «μετὰ τὰ λεχθέντα», διότι τὸ «μετὰ τὰ λεχθέντα» ἐννοεῖ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα.

§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν προέβαλον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατηγγέλθη εἰς τὴν Βουλὴν πρᾶξις, ἥτις πρέπει νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὴν προσήκουσαν αὐτῇ θέσιν Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης δὲν ἐφιστᾶται ἡ προσοχὴ τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ παραβάσεως, διαπραχθείσης ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἐν τοῖς δήμοις ἢ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Δὲν καταγγέλλεται κατάθλιψις τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων, οὐδ’ ἐκβίασις ἢ κάκωσις κατὰ πολιτῶν, ὑπὸ ὀργάνων τῆς δημοσίας ἀρχῆς διαπραχθεῖσα. Καταγγέλλεται πρᾶξις κυβερνητικὴ, ἥτις σκοπεῖ νὰ ματαιώσῃ τὴν μεγίστην τῶν ἐγγυήσεων, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἔχει κατὰ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἐνῷ τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς πράξεως ταύτης τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ὡς τοιαύτη συνετάραξε τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Βουλὴν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ αὐτουργὸς τῆς πράξεως ταύτης, πρὸ μικροῦ ἔλεγεν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἡμᾶς πειθαρχικὴν ποινὴν, δηλαδὴ νὰ μὴ δικαιολογηθῇ ἐφ’ οἷς ἐπικρίνομεν καὶ μεμφόμεθα αὐτοῦ, νὰ τηρήσῃ σιγὴν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, καὶ νὰ μὴ προσπαθήσῃ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι αὕτη ἐτελέσθη κατὰ τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐξουσίας τοῦ μεγάλου ἐλεγκτικοῦ σώματος. Καὶ ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοσοῦτον ν’ ἀποκαλύπτῃ θράσος, τολμῶν ν’ ἀναγγέλλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν νομίζει ἑαυτὸν ὑπόχρεων ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοιαύτην ἐπερώτησιν, δι’ ἧς καταγγέλλεται ὡς ἀναγαγὼν εἰς τὰς ἕδρας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τοιούτους, οἷοι οἱ διορισθέντες, διότι εἶναι πεπεισμένος εἰς τὴν συνδρομὴν καὶ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν πάντες οἱ ἐπὶ τῆς πτέρυγος ταύτης καθήμενοί εἰσιν ἕτοιμοι νὰ χορηγήσωσιν εἰς αὐτόν. Δὲν ἐνθυμεῖσθε, τί ἔγραφε καὶ ποῖα καυχώμενος ἀνήγγελλεν εἰς τὸ Κράτος, καθ’ ὃν χρόνον ἐτελοῦντο αἱ ἑορταὶ τῆς εἰκοσιπενταετηρίδος τοῦ Ἡγεμόνος, ὅτι κατώρθωσε διὰ τῶν νόμων νὰ καταστήσῃ ἐφαρμόσιμον τὸ πολίτευμα; Καὶ τί ἐννόει, λέγων ὅτι κατώρθωσε νὰ καταστήσῃ ἐφαρμόσιμον τὸ πολίτευμα; Τί ἄλλο ἢ ὅτι κατώρθωσε νὰ συγκεντρώσῃ πᾶσαν δύναμιν καὶ ἐξουσίαν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, νὰ ὑποτάξῃ πάσας τὰς ἐξουσίας, τὰς ἐν τῇ Πολιτείᾳ λειτουργούσας αὐθυπάρκτους καὶ αὐτοτελεῖς, ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν ἀπὸ πάντα τὰ σωματεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τῷ Κράτει, νὰ ὑποτάξῃ καὶ ὑποδουλώσῃ πᾶσαν ἐκτὸς αὑτοῦ ὕπαρξιν καὶ βούλησιν, οὕτω δὲ ὑπὸ τύπον κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος νὰ τυραννῇ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργός; Καὶ, Κύριοι, δὲν τὸ κατώρθωσε; Δὲν τὸ βλέπετε συντελούμενον ὁσημέραι; Διὰ νόμου ἀντιβαίνοντος εἰς τὸ Σύνταγμα ἐξέτεινε τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, καὶ ὑπεχρέωσε τοὺς ἐκτεθειμένους εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα νὰ ἐκλέγωνται οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἐκλογέων τῆς ἐπαρχίας, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν ἐκλογέων τοῦ νομοῦ. Περιέδεσεν οὕτως ἕκαστον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν διὰ νήματος, τοῦ ὁποίου ἡ ἄκρα κρατεῖται ὑπὸ τῆς χειρὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἵνα καταστήσῃ δὲ δραστικωτέραν τὴν ἐνάσκησιν τῆς κυβερνητικῆς ἐπιῤῥοῆς ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, δι’ ἑτέρου νόμου ἠλάττωσε τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, καὶ οὕτως ἠσφάλισε παγίαν καὶ μόνιμον πλειονοψηφίαν, ἥτις νὰ ἐπιτρέπῃ αὐτῷ ὅ,τι καὶ ἂν ζητήσῃ καὶ νὰ συγχωρῇ αὐτῷ ὅ,τι καὶ ἂν πράξῃ. Εἰς ποῖον Κράτος, ἐν τῷ ὁποίῳ λειτουργοῦσι κοινοβουλευτικοὶ θεσμοί, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπιτρέπει εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ συνομολογῶσι δάνεια, ὅσα ἂν θέλωσι, καὶ ὑπὸ οἱουσδήποτε ὅρους, ἄνευ εἰδικῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, καὶ ἄνευ κἄν τῆς μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου συγκαταθέσεως αὐτῆς; Καὶ οὐχὶ νὰ συνομολογῶσι δάνεια πάγια ἢ χρεωλυτικά, ἀλλὰ καὶ δάνεια μόνον προσωρινά: Εἰς ποῖον ἄλλο Κράτος ἐπετράπη παρὰ τῆς Βουλῆς, οἱ Προϋπολογισμοὶ νὰ θεωρῶνται ὡς διατύπωσίς τις, ἐπὶ τῆς ὁποίας οἱ Βουλευταί εἰσιν ὑπόχρεοι, εὐθὺς ὡς συνέρχονται ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ δίδωσι τὴν ψῆφόν των; Καὶ ἂν βραδύνῃ ἡ προεξέλεγξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς συντάσσει μόνη ἔκθεσιν, ὑφαιροῦσα ἀπὸ τῆς μειοψηφίας τὸν ἔλεγχον, καὶ εἰσάγουσα αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν! Καὶ ἂν δὲν γίγνεται ἀμέσως ἐν τῇ Βουλῇ ἡ συζήτησις, νὰ τολμᾷ ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ καταγγέλλῃ τοὺς συζητοῦντας, ὡς παρακωλύοντας τὰς συζητήσεις! Λυποῦμαι, διότι οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι ἠξίωσαν νὰ ἀνασκευάσωσι τοιαύτας αἰτιάσεις. Αὗται ἔπρεπε νὰ τύχωσι τῆς περιφρονητικῆς σιγῆς πάντων ἡμῶν, ὡς τυγχάνουσι τῆς περιφρονήσεως αὐτῶν οἱ κοασμοὶ, τοὺς ὁποίους κατὰ πᾶσαν ἡμέραν ἀκούομεν ἀπὸ τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τάχα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνασκευάσωμεν τοιούτους ταπεινοὺς ἰσχυρισμοὺς, ὅταν πάντες γνωρίζωμεν, ὅτι τρεῖς μόλις ἡμέραι συνεπληρώθησαν, ἀφ’ ἧς ἐπανέλαβεν ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας αὐτῆς; Καὶ ἠξίουν οἱ ἄνδρες οὗτοι νὰ ψηφίσωμεν ἐντὸς τῶν τριῶν αὐτῶν ἡμερῶν τὸν Προϋπολογισμόν, νὰ παραλείψωμεν πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν, καὶ ἐργασίας τόσῳ σπουδαίας, οἷαι ἐκεῖναι, ἃς διεξάγομεν; Καὶ δὲν εἶναι ἄξιον τῆς περιεργείας τοῦ κοινοῦ νὰ ἐρευνηθῇ, ἂν ἦσαν ἀληθῆ τὰ ἐν Λαρίσσῃ συμβάντα; Καὶ δὲν ἦτο ἀξία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἡ περιέργεια, νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ἀληθῶς πέντε ἄνθρωποι, περιβεβλημένοι τὴν δικαστικὴν τήβεννον, ἐστασίασαν καὶ μετεχειρίσθησαν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ὡς ὅπλον, τολμήσαντες νὰ ἐκδικήσωσι δι’ αὐτῆς τὰ πάθη των; Καὶ δὲν εἶναι ἀξία τῆς προσοχῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἡ ἔρευνα τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἃς ἠρευνήσαμεν μέχρι τοῦδε, ἡ ἔρευνα τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν, ἐν ᾗ πανταχοῦ ἐπιφαίνεται ἡ ἀστοργία καὶ ἡ σπατάλη, πανταχοῦ ἡ πολιτικὴ ἰδιοτέλεια; Τέλος πάντων ἡ ἔρευνα πράξεως, ἡ ὁποία ματαιόνει ὅλως τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, διότι διὰ τῆς πράξεως ταύτης συνεκροτήθη τὸ ἀνώτατον οἰκονομικὸν δικαστήριον ὑπὸ ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοί εἰσι συνυπεύθυνοι μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, ἐάν ποτε ἐξελεγχθῇ ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις αὐτῶν, πάντες δὲ συνδέονται μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, οὐχὶ διὰ συγγενικοῦ δεσμοῦ, ἀλλὰ διὰ ταπεινοῦ φατριασμοῦ, τοῦ ὁποίου κατεστάθησαν τόσα τυφλὰ ὄργανα, ὥστε οὐδὲ θέλησιν, οὐδὲ γνώμην, οὐδὲ ψῆφον ἔχουσιν ἄλλην, εἰμὴ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑπαγορεύσει εἰς αὐτούς; Καὶ αὐτὸ τὸ τόλμημα τῆς ἀνατροπῆς, τῆς ματαιώσεως τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν πῶς ἐτελέσθη, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς τολμᾷ νὰ λέγῃ δημοσίᾳ, ὅτι ἀπεφάσισε νὰ τιμωρήσῃ ἡμᾶς πειθαρχικῶς, μὴ καταδεχόμενος ν’ ἀπαντήσῃ, διότι τρεῖς ἡμέραι μόλις παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, καὶ ἀκόμη δὲν ἤρχισεν ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ποῦ ἠκούσθη τοιαύτη ἐκτροπὴ ἀπὸ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν; Ἀγανακτεῖ ὁ Πρωθυπουργός, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἕτερον μέσον, διότι δὲν ἐφηρμόσθησαν ἔτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας πρὸ μικροῦ ὑπεδείκνυε, μᾶς τιμωρεῖ διὰ τῆς σιωπῆς του, ὡς πειθαρχικῆς ποινῆς, μὴ καταδεχόμενος ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ἡμᾶς. Ἀληθῶς, Κύριοι, τὸ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα τῆς πατρίδος ἡμῶν ἀνετράπη ἐντελῶς. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐδημιουργήθη αὐθύπαρκτος καὶ ἀπ’ εὐθείας ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ ἔθνους, πόσαι ὅμως νομοθετικαὶ ἐπιδρομαὶ δὲν ἐτολμήθησαν κατ’ αὐτῆς, ὅπως μὴ τὰ μέλη τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἔχωσι τὴν ἐλευθερίαν νὰ πράττωσιν ὅ,τι φρονοῦσιν, ἀλλ’ ἀναγκάζωνται νὰ πράττωσιν ὅ,τι οἱ κυβερνῶντες θέλωσι; Καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν νόμων αἱ ἀπόπειραι τῶν ἐπιδρομῶν τούτων ἐγένοντο θρασύτεραι, ὥστε εἴδατε, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς Διοικήσεως, ὅτι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τῶν Νομαρχιακῶν Ἐπιτροπῶν. Καὶ ἠκούσατε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξομοιώσῃ τὰς καταγγελίας τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ νομοῦ Τρικκάλων κατὰ τοῦ Προέδρου ἑνὸς Πρωτοδικείου μὲ τὰς παραβιάσεις τῶν δικαστῶν τῆς Σπάρτης, καὶ νὰ παραπονῆται καθ’ ἡμῶν, ὅτι ἐκρίναμεν ἀνίσως, ἐλέγξαντες τὴν ἀναγνώρισιν, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐποιήσατο, τῆς ἐπιτηρητικῆς ἐξουσίας τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ἐπιτιμήσαντες δὲ καὶ κραυγάσαντες κατὰ τῶν τελεσθέντων ἐν Σπάρτῃ σκανδάλων. Ὑπῆρχε σωματεῖον, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι ἐμόρφωσαν ἀνεξάρτητον, μὴ ὑπαγόμενον εἰς τὰ κελεύσματα τῆς πολιτικῆς, καὶ τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα ἐξησφάλισαν, ὅπως διατηρηθῇ ἀνεξάρτητον, ἐργαζόμενον πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως ἐν τῷ Κράτει, καὶ παρασκευαζόμενον νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς τιμῆς τοῦ ἐδάφους καὶ τῆς σημαίας τῆς πατρίδος. Τὸν Πρωθυπουργὸν ὅμως ἠνώχλει ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ φρονήματος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ἠσχολήθη δὲ νὰ ἀφαιρέσῃ ἢ νὰ μειώσῃ αὐτήν· λοιπὸν μετέβαλε τοὺς νόμους, τοὺς παρέχοντας τὰς εἰρημένας ἐγγυήσεις, ἀφαιρέσας τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων τούτων ἀπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, καὶ συστήσας εἰδικὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐν μιᾷ συνεδριάσει δικάζουσι τριάκοντα ἀγωγὰς καὶ ἀποῤῥίπτουσι πάσας, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐνισχυθῇ τὸ φρόνημα καὶ ἡ ἀνεξαρτησία αὐτῶν διὰ τῆς ἐπιῤῥοῆς, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐνασκήσει ἐπὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, γενόμενοι μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, μετέβαλε καὶ τὰ περὶ τούτου κατὰ τρόπον ἄλλον, ἂν καὶ εἶχον κανονισθῆ ἄλλως ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ἡ Βαυαροκρατία, οἱ κυβερνήσαντες κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς ὑπῆρχεν ἀπόλυτος μοναρχία, ἐξησφάλισαν τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων, διετήρησαν δὲ ἁπλῆν ἐπιτήρησιν τῆς διοικήσεως ἐπ’ αὐτῶν, ἀφέντες ἐλευθέρας τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς νὰ διαχειρίζωνται τὰ δημοτικὰ συμφέροντα. Κατέστησεν οὕτω τὸν δῆμον πρότυπον μικρᾶς πολιτείας, σχολεῖον πολιτικὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ οἱ δημόται, ἐν τῇ μερίμνῃ τῶν δημοτικῶν συμφερόντων, ἀπέκτων ἕξεις καὶ ἤθη πολιτικὰ, καὶ παρεσκεύαζον ἑαυτοὺς διὰ νὰ συναγωνισθῶσιν ἐν τῇ διαπράξει τῶν δημοσίων πραγμάτων. Καὶ ταύτην τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων ἐζήτησε νὰ περιστείλῃ. Ἂν ἕν τινι δήμῳ ἐξελέγοντο Δήμαρχοι μὴ συνδεόμενοι μετὰ τῆς φατρίας, ἦσαν καταδεδικασμένοι νὰ μένωσιν ἐστερημένοι τῶν μέσων πρὸς διοίκησιν τῶν δήμων. Αἱ προτάσεις των οὐδεμίαν ἐλάμβανον ἔκβασιν, ὅπως ἐγερθῶσι κατ’ αὐτῶν ἐν τῷ δήμῳ παράπονα καὶ ἐκπέσωσι τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἐκλογέων. Οἱ προϋπολογισμοί των ἐστέλλοντο εἰς τὸν Νομάρχην, ἀλλ’ ἐσήποντο ἐν τοῖς γραφείοις αὐτοῦ. Ἐὰν ἐγίνετο πρότασις διορισμοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου, οὐδέποτε εἰσηκούετο, ἐὰν δὲ ἐγίνετο πρότασις διορισμοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, καὶ αὕτη ἐλάμβανε τὴν αὐτὴν τύχην. Γνωρίζω Δημάρχους ἐν τῇ πατρίδι μου, φίλους μου, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἓξ καὶ ὀκτὼ μῆνας καταβάλλουσιν ἐξ ἰδίων τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς διοικήσεως. Καὶ εἰς πολλὰς τῶν ἐπαρχιῶν τὰ αὐτὰ συμβαίνουσι. Καὶ ταῦτα πάντα γίνονται ἐπὶ τῇ ἀνατροπῇ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι ἡ παραποίησις καὶ πλαστογράφησις αὐτοῦ εἶναι ἀληθὴς ἀνατροπὴ, καὶ ἴσως προτιμοτέρα ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀνατροπὴ, διότι δι’ αὐτῆς ἤθελε μεταβιβασθῆ ἡ εὐθύνη ἐπὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ κυβερνήσωσιν ἀπολυταρχικῶς, ἐνῷ νῦν λειτουργεῖ πολίτευμα μόνον κατὰ τύπους κοινοβουλευτικούς, ἡ δὲ εὐθύνη βαρύνει ἐπὶ τῆς χώρας, ἀνεχομένης τὴν αὐταρχικὴν ταύτην δολιότητα. Πολλάκις ἠρώτησα, ποία θὰ ἦτο ἡ λύσις αὐτῆς τῆς δέσεως, καὶ ἠρεύνησα, μήπως τυχὸν ἡ λύσις αὕτη δὲν θέλει ἐπιζητηθῆ ποτὲ διὰ κλονισμοῦ τῆς δημοσίας τάξεως, μήπως τυχὸν δὲν θέλουσι διακινδυνεύσει τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἕνεκα τῆς τοιαύτης δέσεως. Ὁμολογῶ ὅτι θαυμάζω τὴν νομιμοφροσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν Βελγίῳ ἐξετελεῖτο τοιοῦτον ἀνόσιον δράμα, ἂν οἱ Βέλγοι ἤθελον δείξει τοιαύτην ἀνοχὴν, ὅσην δεικνύουσιν οἱ ἀγαθοὶ συμπολῖταί μου. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ εὐγενής τις Λόρδος ἀνεβιβάζετο εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ κατώρθου νὰ σχηματίσῃ Κοινοβούλιον, οἷον ἐσχημάτισεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ἔχον τόσην τυφλὴν ἐμπιστοσύνην, ἐὰν ὁ εὐγενὴς αὐτὸς Λόρδος δὲν ἤθελεν ἰδεῖ τὸν λαὸν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἐξανιστάμενον, καὶ ἀποτεινόμενον πρὸς τὴν Ἄνασσαν, ὅπως θέσῃ ὅσον τάχιον τέρμα εἰς τὴν ἔκρυθμον ταύτην πολιτείαν τοῦ Ἄγγλου Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἡμεῖς μιμούμεθα τὸ ἀξιόζηλον παράδειγμα τοῦ φιλονόμου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἀσχολούμεθα νὰ ζητῶμεν πληροφορίας ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ νὰ προκαλῶμεν συζητήσεις, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπαντᾷ εἰς ἡμᾶς, διότι τὴν τετάρτην ἡμέραν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τοσαύτην ἀκηδίαν πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἐπιδεικνύοντες. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀκούσωμεν τὸν Πρωθυπουργὸν, δικαιολογοῦντα τὸν διορισμὸν τῶν διορισθέντων, ἐκ τῶν ὁποίων, πλὴν ἑνὸς ἱκανοῦ καὶ δοκίμου περὶ τὰ λογιστικὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ ὑπαλλήλου, πάντες οἱ ἄλλοι τοσαύτην ἐπιτηδειότητα ἔχουσι περὶ τὰ ἔργα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅσην ὑμεῖς ἔχετε πρὸς τὰ ἔργα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Πῶς νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην πρᾶξιν, δι’ ἧς ἐτόλμησε νὰ θέσῃ τὴν στέγην ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον ᾠκοδόμησεν; Ἂς ἀφήσωμεν αὐτὸν νὰ συντελέσῃ τὸ ἔργον του, διότι ὡς Βουλευταὶ δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἐμποδίσωμεν αὐτὸν, ἐφ’ ὅσον ἡ πλειοψηφία ἐπιδοκιμάζει τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ καὶ τὰς πράξεις αὐτοῦ. Ἡμεῖς εἴμεθα μειοψηφία, ἀλλὰ διότι ἡ γνώμη ἡμῶν δὲν δύναται ἕνεκα τούτου νὰ ἐπικρατήσῃ, δὲν συμβουλεύω τοὺς φίλους μου, τοὺς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, νὰ παραλείψωσι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν, ἵνα ἐρευνῶσι καθ’ ἑκάστην τὰς πράξεις τῆς Διοικήσεως, καὶ ἂν δὲν ἀπαντῶσιν οἱ Ὑπουργοί. Πρέπει, ἐν ὅσῳ εἴμεθα ἐπὶ τῶν ἑδρῶν τούτων, νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας, διότι οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις κοιμῶνται ἀμέριμνοι, γνωρίζοντες ὅτι ἔχουσι φύλακα τῶν δικαιωμάτων των καὶ φρουρὸν τῶν νόμων τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐὰν ὅμως ἡμεῖς αἰσθανώμεθα ἐν ἡμῖν ἀδυναμίαν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας, ὀφείλομεν τότε νὰ τὸ εἴπωμεν εἰς τοὺς συμπολίτας μας, ἵνα μάθωσιν, ὅτι οὐδεὶς μεριμνᾷ περὶ αὐτῶν, καὶ ἑπομένως φροντίσωσι κατὰ τίνα τρόπον θέλουσιν ἐξασφαλίσει τὰ δικαιώματά των, καὶ πράξωσιν ὅ,τι νομίζουσι συμφέρον. Ἐνόσῳ τοῦτο δὲν πράξωμεν, πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν συζητοῦντες, ἐρευνῶντες, καὶ ἀμειλίκτως ἀναλύοντες καὶ ἐξετάζοντες τὰς πράξεις τῆς Διοικήσεως, τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, οὐδόλως δὲ ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ τὰς αἰτιάσεις, τὰς μετὰ σκοποῦ συκοφαντίας διαδιδομένας καθ’ ἡμῶν. Πρὸ ἡμῶν πόσοι πολιτικοὶ ἄνδρες, ὑπέροχοι ἀληθῶς καὶ μεγαλειτέρας εἰς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας προσενεγκόντες ἢ ὅσας ἡμεῖς, δὲν κατεσυκοφαντήθησαν ὑπ’ αὐτῶν τῶν κατεχόντων σήμερον τὴν ἐξουσίαν! Κατὰ πόσων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας δὲν διεχύθη ἰὸς δηλητηριώδης, ὅπως ὑπονομεύσῃ τὴν ἐπ’ αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως παραστήσῃ αὐτοὺς ἄνδρας ἀναξίους τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης, καὶ ἀποπλανήσῃ τὸν ἁπλοῦν τῷ ὄντι Ἑλληνικὸν λαὸν, ὑφαρπάσῃ δὲ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἔμελλε κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ διαχειρισθῇ!

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερος δὲν ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος εἶπεν ὅτι τὴν ἀποσύρει.

§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προβάλλω ἐγὼ τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Ἡ Βουλὴ, κρίνουσα τὰς ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου γενομένας πρὸ μικροῦ μεταβολὰς ὡς ἀναιρούσας τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς προτείνομεν πρότασιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, ἀρκουμένη εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρότασις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.

§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ σύνθετοι προτάσεις εἰσὶν ἀπώτεραι.

§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἡ ἑτέρα πρότασις εἶναι σύνθετος. Ἡ ἁπλῆ πρότασις εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ταύτην δὲ τροπολογοῦσι, καθιστῶσαι αὐτὴν σύνθετον, ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας καὶ ἡ ἡμετέρα.

§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παντάπασι· διότι ἡ μὲν πρότασις τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἐπιδοκιμαστικὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἡ δὲ ἰδική μας εἶναι ἀποδοκιμαστική.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.

§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις ἡμῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τότε τίθεται ἡ ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις ἡ ἀπωτέρα· θὰ ἐρωτήσω δὲ τὴν Βουλήν, τίνα δέχεται ὡς πρότασιν ἀπωτέραν.

§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ἡ πλειονοψηφία δύναται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, τίς εἶναι ἡ ἀπωτέρα πρότασις, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη, ἵνα ἐπιβλέπῃ τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἠδύνατο νὰ διδάξῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπουσι τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Πᾶσα πρότασις πρέπει νὰ τίθηται εἰς ψηφοφορίαν, ὅταν δὲ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ γίνῃ ἀποδεκτή, δὲν δύναται πλέον νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἰδική μας, καὶ τοῦτο εἶναι ἄτοπον.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον βλέπει, ὅτι καὶ αἱ δύο προτάσεις εἶναι σύνθετοι, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.

§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἑρμηνευτικὸς κανὼν, καθ’ ὃν ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ μὴ ἀποκλείουσα τὰς ἄλλας, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως, διότι πᾶσα πρότασις, γενομένη δεκτή, ἀποκλείει τὰς ἄλλας, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀποῤῥίψεως. Προτείνει ὁ Κανονισμὸς εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν, ἧς ἡ ἀπόῤῥιψις δὲν ἀποκλείει τὴν ἀποδοχὴν τῶν ἄλλων προτάσεων· ἀλλ’ ὅταν πολλαὶ ὑπάρχωσι προτάσεις, πληροῦσαι τὸν ὅρον τοῦτον, τὰ τῆς προτάξεως κανονίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς.

§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχομεν δύο προτάσεις, μίαν ἀποδοκιμάζουσαν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑτέραν ἐπιδοκιμάζουσαν αὐτάς. Ὅταν ψηφίσωμεν τὴν ἐπιδοκιμάζουσαν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἄλλην, ἡ ὁποία ἀποδοκιμάζει αὐτάς· ὥστε ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ ἀποδοκιμάζουσα τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως.

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, «ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ἡ διαίρεσις ἀπαγγέλλεται παρὰ τοῦ Προέδρου, ὅταν ζητηθῇ παρ’ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, δύναται δὲ ὁ Πρόεδρος νὰ τὴν ἀπαγγείλῃ καὶ οἴκοθεν. Ἀμφιβολίας οὔσης περὶ τοῦ συνθέτου τῶν ζητημάτων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή». Λοιπὸν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἀμφότεραι αἱ προτάσεις εἶναι σύνθετοι· ἀλλ’ ὑπαρχούσης ἀσυμφωνίας, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.

§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πιστεύω ὅτι δὲν θὰ σᾶς πείσω, διότι γνωρίζω, ὅτι ὅ,τι λέγετε, δὲν τὸ πιστεύετε, καὶ ἐὰν δὲν ἦσθε μέλος τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐὰν δὲν εἴχετε τὸ καμτσίκι εἰς τὸ κεφάλι σας, δὲν θὰ εἴχετε αὐτὴν τὴν ἰδέαν.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, νὰ ἦσθε προσεκτικὸς εἰς τὰς ἐκφράσεις σας.

§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἐντροπή! οὔτε τὸ Προεδρεῖον δὲν σέβονται πλέον!

§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τοὺς λόγους σας, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι δὲν ἔχω δίκαιον· δὲν γνωρίζω ἐγὼ περιφραστικῶς νὰ ὁμιλῶ. Λοιπὸν θέλετε ν’ ἀντιστρατευθῆτε κατὰ τῆς λογικῆς; εἶσθε πλειονοψηφία, θὰ τὸ κάμετε· ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἀρνεῖσθε τὴν λογικὴν καὶ ὅτι διὰ τῆς πλειονοψηφίας θέλετε ν’ ἀποφασίσητε κατ’ αὐτῆς.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή;

§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα.

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, ἀλλὰ θέλοντες νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως; ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Χαρίλ. Τρικούπης ΝἸωάννης Γεωργαντᾶς
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΝικόλαος Μπουφίδης Ν
Γ. Σισμάνης ΝΔημ. Μ. Καλλιφρονᾶς
Δ. Βουλπιώτης ΝΔημ. Καλλιφρονᾶς
Ἀθ. Ἴσκος Νικ. Λεβίδης Ο
Ν. Καλαντζόπουλος ΝΣπυρ. Κουκούλεζας Ν
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ὄθων Μακρυγιάννης Ν
Μ. Γουλιμῆς ΝΤρ. Μουτσόπουλος Ν
Μ. Ἰατρίδης ΝΘάνος Κανακάρης Ν
Δ. Χατζόπουλος Νεοκλ. Πετιμεζᾶς
Γ. Μίλησης Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
Σπ. Νοταρᾶς Α. Φωτήλας Ν
Γ. Κούστας Ἀνδρ. Αὐγερινός Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΝἈντ. Ῥικάκης
Σωτ. Δανόπουλος ΝἈχ. Γεροκωστόπουλος
Ἀναστ. Δημητριάδης ΝἸω. Κρεστενίτης
Μιχ. Νικηφοράκης ΝΝ. Κουμανιώτης
Δ. Πετρίδης ΟΧρ. Στεφανόπουλος Ν
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟἈλέξ. Ζαΐμης
Θ. Π. Δηλιγιάννης ΟἈρ. Κοντογούρης
Θ. Β. Δηλιγιάννης Ν. Καλογερόπουλος Ν
Χρ. Χριστόπουλος ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ν
Φίλιπ. Βάρβογλης ΟΝ. Παπανικολάου Ν
Ἠλ. Φλέσσας Ν. Καφετζόγλους Ν
Κ. Κωνσταντόπουλος Ἰω. Πεζᾶς
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Κων. Σινέλης Ν
Π. Μανέτας Βασ. Βουδούρης Ν
Ι. Ἀντωνόπουλος ΟΚ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΝ
Ἠλίας Παλαμήδης ΝΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
Κ. Κατσικόπουλος ΟἈναστ. Ἐ. Λούντζης
Δ. Ζέγγελης Διον. Λομβάρδος Ν
Δ. Ν. Βότσαρης ΝΓεώρ. Θεοτόκης Ν
Κ. Καραπάνος ΟΚωνστ. Βασιλάκης
Γ. Παχύς ΝἈντ. Καποδίστριας
Στέφ. Δραγούμης ΝΝικόλ. Βασιλάκης
Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΟΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝΠολυχρ. Β. Κωσταντᾶς
Φωκίων Νέγρης ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος
Θεόφ. Προβατᾶς Δ. Κουτσουμπλῆς Ν
Γουλιέλμος Σκάρπας Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν
Εὐάγγ. Μπασιᾶς ΟἈναστ. Ζαρμάνης Ν
Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝἈχιλ. Λογιωτάτου
Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝΣωτ. Σωτηρόπουλος
Ν. Βαλσαμάκης Κ. Κουμουνδοῦρος Ο
Γερ. Μουσούρης ΝΠ. Πεῤῥωτὴς
Παναγ. Βενιεράτος Δ. Τζάνες Ν
Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Περ. Μποῦτος Ν
Γεώργιος Κόρπας Παν. Σάκκης Ο
Στέφ. Σκουλούδης ΝΝ. Παπαλέξης Ν
Ἀλοΐσιος Τόμαν ΝΝικ. Μισυρλῆς
Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν. Καράπαυλος Ν
Ν. Νομικός Ἀσημ. Χριστόπουλος
Μίνως Μπογιατζόγλους ΝΕὐστάθ. Κοκκέβης Ν
Γ. Μπούμπουρας ΝΔ. Κάρτσωνας
Λωρέντζος Δελαρόκας Δ. Π. Γουδῆς Ν
Δημοσθ. Καΐρης ΝΣ. Χατζηγάκης Ν
Νικ. Κρίσπης ΝΚ. Ζωγλοπίτης Ν
Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
Ἰωάν. Γκιὼν ΝΓ. Φραγκίδης Ν
Κων. Κοσσονάκος ΝΑ. Τακιατζῆς
Γεώρ. Μαυρομιχάλης ΟΓ. Τάκης
Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΟΝ. Ταρμπάζης
Γιανν. Μαυρομιχάλης ΝΖ. Φαλιάγκας Ν
Νικήτ. Βαρβιτσιώτης ΝΣταμ. Μπουντούρης Ν
Λ. Καπετανάκος ΝΘεόδ. Γκίκας
Ξανθὸς Πικουλάκης ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ν
Γεώρ. Πετροπουλάκης ΟΚ. Χαλκιόπουλος Ν
Κ. Παπαμιχαλόπουλος ΟὈδ. Πετρόπουλος
Ι. Καρτάλης Ν. Κοντογιάννης Ν
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Εὐάγγ. Σταμούλης ΝΓεώργ. Λιδωρίκης Ν
Ν. Κοκωσλῆς Κ. Χατζῖσκος Ν
Ι. Παπαδόπουλος ΝΔ. Ζουλούμης
Κ. Μαρκίδης ΝΚ. Ἀναγνωστόπουλος
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΝΘεμιστοκλῆς Κανάρης

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 105. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη διὰ ψήφων 76 κατὰ 19 νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις καὶ θὰ ψηφοφορηθῇ.

§63ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15, ὥστε νὰ ζητήσητε ὀνομαστικὴν κλῆσιν.

§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Παραδεχόμεθα ὅτι εἶναι 15. Ἂς γίνῃ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔρχονται καὶ ἄλλοι.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅτι «ἡ Βουλὴ, ἀρκουμένη εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν» λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον):

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Χαρ. Τρικούπης ἀρν.Μ. Γουλιμῆς Ν
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν Μ. Ἰατρίδης Ν
Γ. Σισμάνης Ν Δ. Χατζόπουλος
Δ. Βουλπιώτης ἀρν.Γεώργ. Μίλησης
Ἀθ. Ἴσκος Σπυρ. Νοταρᾶς
Ν. Καλαντζόπουλος Ν Γ. Κούστας Ν
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος
Σωτήριος Δανόπουλος Ν Θεόφ. Προβατᾶς
Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Γ. Σκάρπας
Μιχαὴλ Νικηφοράκης Ν Εὐάγγ. Μπασιᾶς Ο
Δημήτριος Πετρίδης Ο Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ο Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝ
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Νικόλ. Βαλσαμάκης
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Γεράσιμος Μουσούρης Ν
Χρῆστος Χριστόπουλος Ο Παναγ. Βενιεράτος
Φίλιππος Βάρβογλης Ο Γ. Τυπάλδος Κοζάκης
Ἠλίας Φλέσσας Γεώργιος Κόρπας
Κ. Κωνσταντόπουλος Στέφανος Σκουλούδης Ν
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
Παναγ. Μανέτας Χαρίλ. Προβελέγγιος
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος Ο Νικόλαος Νομικὸς
Ἠλίας Παλαμήδης Ν Μίνως Μπογιατζόγλους Ν
Κωνστ. Κατσικόπουλος Ο Γ. Μπούμπουρας Ν
Δ. Ζέγγελης Λωρέντζος Δελαρόκας
Δημ. Ν. Βότσαρης Ν Δημοσθένης Καΐρης Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν. Κρίσπης Ν
Γεώρ. Χ. Παχὺς Ν Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς
Στέφανος Δραγούμης ἀρν.Ἰωάννης Γκιὼν Ν
Δ. Γ. Ῥάλλης Ο Κ. Κοσσονάκος Ν
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Ν Γ. Μαυρομιχάλης Ο
Φωκίων Νέγρης Ν Ἀριστ. Πετροπουλάκης
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Ο Γιαν. Μαυρομιχάλης Ν
Νικόλ. Μπουφίδης Ν Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Λεων. Καπετανάκος Ν
Δημ. Καλλιφρονᾶς Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
Νικόλ. Δ. Λεβίδης Ο Γεώρ. Πετροπουλάκης Ο
Σπυ. Κουκούλεζας Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Ὄθων Μακρυγιάννης Ν Ἰωάν. Καρτάλης
Τρύφων Μουτσόπουλος Ν Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν
Θάνος Κανακάρης Ν Εὐάγ. Σταμούλης Ν
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ν. Κοκωσλῆς
Α. Παπαγιαννακόπουλος Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
Α. Φωτήλας Ν Κωνστ. Μαρκίδης Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ν Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
Ἀντ. Ῥικάκης Δημ. Κουτσουμπλῆς Ν
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν
Ἰω. Κρεστενίτης Ἀναστ. Ζαρμάνης Ν
Ν. Κουμανιώτης Ἀχιλ. Λογιωτάτου
Χρ. Στεφανόπουλος Ν Σωτ. Σωτηρόπουλος
Ἀλέξ. Ζαΐμης Κων. Κουμουνδοῦρος Ο
Ἀρ. Κοντογούρης Περ. Πεῤῥωτῆς
Ν. Καλογερόπουλος Ν Δημ. Τζάνες Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν Περ. Μποῦτος Ν
Ν. Παπανικολάου Ν Παν. Σάκκης Ο
Ν. Καφετζόγλους Ν Νικ. Παπαλέξης Ν
Ἰω. Πεζᾶς Νικ. Μισυρλῆς Ο
Κ. Σινέλης Ν Ν. Καράπαυλος Ν
Β. Βουδούρης Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος
Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΝ Εὐστάθ. Κοκκέβης Ν
Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν Δημήτρ. Κάρτσωνας
Ἀναστ. Λούντζης Δημήτρ. Γουδῆς Ν
Διον. Λομβάρδος Ν Σ. Χατζηγάκης
Γ. Θεοτόκης ἀρν.Κ. Ζωγλοπίτης Ν
Κ. Βασιλάκης Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
Ἀντ. Καποδίστριας Γ. Φραγκίδης Ν
Ν. Βασιλάκης Α. Τακιατζῆς Ν
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Γ. Τάκης
Πολυχρ. Κωνσταντᾶς Ν. Ταρμπάζης
Σπ. Ἀλαμάνος Ζ. Φαλιάγκας
Σταμάτιος Μπουντούρης Ν Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Θεόδωρος Γκίκας Ν Γεώργιος Λιδωρίκης Ν
Ἀνάργ. Σιμόπουλος Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν Δημήτρ. Ζουλούμης Ν
Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
Νικόλ. Κοντογιάννης Θεμιστοκλῆς Κανάρης

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη διὰ ψήφων 72 κατὰ 18, ἀρνηθέντων τεσσάρων, τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ.

§69ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι, ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν. Ταύτην τὴν στιγμὴν μοὶ ἀπέστειλεν εἷς πρώην συνάδελφος, ὁ κ. Βασιλείου, ἀναφορὰν, παρακαλῶν με νὰ ὑποβάλω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἐξαιτεῖται τὴν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τιμωρίαν τοῦ ἐν τῷ ἐνταῦθα Γʹ Γυμνασίῳ Γυμνασιάρχου, ὡς κτυπήσαντος ἀναιτίως τὸν μαθητὴν Ἀνδρέαν Βασιλείου. Καταθέτων αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν τιμωρίαν πρὸς τὸν καταγγελλόμενον Γυμνασιάρχην, ἐὰν τῷ ὄντι προέβη εἰς τοιαύτην πρᾶξιν βάρβαρον, νὰ μεταχειρισθῇ μέσα, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ νόμοι καὶ ἡ παιδαγωγικὴ ἐπιστήμη ἀπαγορεύουσι, νὰ κτυπᾷ δηλαδὴ διὰ γρόνθων τοὺς μαθητάς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ αὔριον ἀπάντησιν.

§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμόνως ἐπιδιώκει τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων, πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀλλὰ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ἂν καὶ πρὸ τῶν διακοπῶν ἤδη παρεκάλεσα καὶ μοὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν νὰ πληρώσῃ πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, τῶν ὁποίων ὁ σιδηρόδρομος κατεπλάκωσε τὰ κτήματα, τὸ ἀντίτιμον, οὐδὲν ἐπραγματοποίησεν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ἤδη, ἐὰν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης ἀθετήσεως τῶν ὑπεσχημένων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ μακρηγορήσω δὲ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ κρατήσω τὸ βῆμα καὶ πλέον τῆς ὥρας.

§71ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δικαίωμά σου.

§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δικαίωμά μου, κύριε συνάδελφε, ἀλλὰ καὶ καθῆκόν μου, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν νομίζετε, ὅτι ἔχετε καὶ σεῖς. Δὲν εἶναι ὑπόθεσις σημερινὴ, Κύριοι, εἶναι παλαιὰ, καὶ περὶ ταύτης παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προνοήσῃ, καὶ εἶπε τότε, ὅτι διέταξε καὶ ὅτι θὰ δοθῇ ἡ ἀποζημίωσις. Δὲν θ’ ἀπορήσω, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ σεῖς πάντες καὶ οἱ φίλοι δημοσιογράφοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὲ ἐλέγξωσιν ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ. Ἐρωτῶ ὅμως, ἐὰν δὲν ἐπιμείνω, τίνα τάχα λόγον ἔχω ἄλλον, παρὰ νὰ μεριμνῶ περὶ τῶν συμφερόντων τῶν γενικῶν τῶν συμπολιτῶν μου, τοιαύτην μάλιστα ἐχόντων σχέσιν μὲ τὴν σχέσιν τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς πολίτας; Τίνα λόγον ἔχομεν πάντες ἐδῶ καὶ διατὶ ἐρχόμεθα; Ἁπλῶς διὰ νὰ ψηφίζωμεν, γεννῶντες ὑποχρεώσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ ἀμεριμνῶντες περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς πολίτας; νὰ ψηφίζωμεν, καὶ ταχέως, τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, διὰ νὰ ἐξακολουθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν φορολογίαν πρὸς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἀφηρπάγησαν τὰ κτήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτίνουσι τοὺς φόρους των; Ἴσως ἀκούσωμεν ἐκ μέρους τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὸ τετριμμένον, ὅτι δὲν προανήγγειλα τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ δὲν ἐζήτησα νὰ ὁρίσῃ ἡ Βουλὴ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν, καὶ ἴσως ἀκούσωμεν ἀκόμη καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι, ἐπειδὴ κατηνάλωσε μακρὸν χρόνον περὶ τούτου συζητῶν, θὰ καταναλώσωμεν ὁλόκληρον τὴν νύκτα, ὅπως κατορθώσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ κηρύξω τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ οὕτω, μὴ ἔχων ἐνόχλησιν, ἀφήσω τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι, πρὸς ποινὴν σοῦ καὶ τῶν συμπολιτῶν σου.

§73ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἔχει πίστωσιν.

§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ· ἀλλὰ γνωρίζετε σεῖς, ὁ μᾶλλον πλησιάζων τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ διατάξῃ τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων, καὶ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ οὕτω δεδικαιολογημένα δὲν θὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν.

§75ΝΕΓΡΗΣ. Ἐν ὅσῳ ὑπάρχει Βουλή.

§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ἑνὸς μηνὸς καὶ πλέον μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι διέταξε νὰ πληρωθῶσι, καὶ ἠδύνατο νὰ κάμῃ ὅ,τι κάμνει συνήθως, ὅπως καὶ ἄλλοτε, δηλ. τὴν πρώτην φορὰν, καθ’ ἣν ἦτο Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἐπλήρωσε τὰς ἐναντίον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀπαιτήσεις ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ φοβηθῇ, ὅτι ἠδύνατο αὕτη νὰ τοῦ ἀρνηθῇ τὴν συγγνώμην της. Σήμερον πρὸ παντὸς δύναται νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ, ὅτε τόσας ἔχει ἀποδείξεις τῆς τυφλῆς ἀναγνωρίσεως τῶν πράξεων αὐτοῦ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχε πίστωσις, εἶχε καιρὸν νὰ προνοήσῃ, ἐκτὸς ἐὰν νομίζητε, ὅτι μόνον τὰς πιστώσεις ἐκείνας προβλέπει, αἵτινες δύνανται νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς ἀπαιτήσεις τοῦ κόμματος. Ἐγὼ, κύριε Νέγρη, δὲν ἔχω τὴν εὐκολίαν νὰ βλέπω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διὰ νὰ λύω τὰς δικαίας καὶ ἐννόμους ὑποθέσεις τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ οὕτω νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν· ὅταν ὑπόσχεται δὲ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν πρόκλησίν μου, νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς δικαιούχους καὶ ἀθετῇ τὰς ὑποσχέσεις αὑτοῦ, τὰς ἄλλως ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τοῦ νόμου, φρονῶ, ὅτι ἔχω δίκαιον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του. Δὲν ἔχουν ἄλλους πόρους οἱ συμπολῖταί μου, οὔτε οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς κάμνουν, οὔτε δάνεια, οὔτε σιδηροδρόμους· αὐτοὶ ἔχουν τὰ κτήματά των, διὰ τῶν ὁποίων ζῶσι καὶ ἀποτίνουσι τοὺς φόρους των. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω ἐντονώτερον τὴν ἐρώτησίν μου, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ τέρμα καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις τῶν συμπολιτῶν μου, ναὶ ἢ ὄχι; Διότι, ἐὰν δὲν ἀπαντήσῃ, ἐὰν ἐξακολουθῇ μετά τινας ἡμέρας ἡ αὐτὴ κατάστασις, ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπανέλθω καὶ νὰ ἐξακολουθήσω ἐκτραγῳδῶν μὲ λεπτομερείας τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον συμπεριφέρεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ἀφορμὴν ἔχων καὶ τὴν περίστασιν αὐτήν.

§77ΤΖΑΝΕΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας συνάδελφος, διηυθετήθη λαμπρά· ἡ Κυβέρνησις ἀνέθεσεν εἰς εἰδικὸν ὑπάλληλον τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαφορᾶς, καὶ εἶμαι βεβαιότατος, ὅτι πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ τρέχοντος μηνὸς θ’ ἀποζημιωθῶσι πάντες οἱ ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου ζημιωθέντες ἰδιοκτῆται, δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ἐπισήμους,—διότι ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ βλέπω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν,—ὅτι φορολογοῦνται τὰ κτήματα τὰ ἀποκοπέντα, καὶ ὅτι αὐτοὶ κρέμανται ἐπὶ ξηροῦ ἀκμῆς, ἀπορῶ δὲ, πῶς ὁ ἔντιμος συνάδελφος, τοῦ ὁποίου τὸν πόνον δικαιολογῶ, δὲν ἔχει αὐτὰς τὰς πληροφορίας. Ὁ ὑπάλληλος, ὁ διωρισμένος εἰδικῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, εἶναι ὁ Εὐστάθιος Σταθόπουλος, ὅστις ἤρξατο ἐκκαθαρίζων τὰς διαφορὰς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν.

§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Τζάνες λησμονεῖ, ὅτι περὶ τοῦ ὑπαλλήλου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν, ὡμίλησα ὅτε πρῶτον ἀπηύθυνα τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ εἶπον τότε, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος κάμνει τόσον καλὰ τὴν ἐξέλεγξιν, ὥστε ἀπὸ πρωΐας μέχρι ἑσπέρας εἶναι ἐν πλήρει διανοητικῇ διαταράξει ἐκ τοῦ οἴνου, τὸν ὁποῖον ῥοφᾷ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν· καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὑρίσκων ἀληθῆ ὅσα εἶπον, μ’ ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὸν ἔπαυσε. Τοῦτο ἀποδεικνύει πόσον γνωρίζει τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ κ. Τζάνες. Πρὸς δὲ μοὶ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετά τινας ἡμέρας, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ἡ ἐξέλεγξις ἔληξε, καὶ ὅτι τὰ ἐντάλματα ἐστάλησαν εἰς τὸν Ἔφορον, διὰ νὰ πληρωθῶσιν οἱ δικαιοῦχοι. Αὐτὰ δὲν τὰ γνωρίζει, φαίνεται, ὁ κ. Τζάνες. Ἀλλ’ ἀδιαφορῶ, τί γνωρίζει ὁ κ. Τζάνες· ἐγὼ ἐπιμένω ζητῶν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν διαταγὴν τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς συμπολίτας μου. Ἐὰν δὲν φορολογῆται τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον κατεπάτησεν ὁ σιδηρόδρομος, αὐτὸ καὶ ὁ ἁπλούστερος δύναται νὰ τὸ ἐννοήσῃ, διότι ὁ σιδηρόδρομος μέρος μόνον τοῦ κτήματος καταλαμβάνει, καὶ αὐτὸ θεωρεῖται ὡς κτῆμα τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ φορολογεῖται. Ὥστε καὶ εἰς αὐτὸ δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κύριος συνάδελφος· ἀλλ’ ὁ φόβος περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ μικτοῦ συνδυασμοῦ, ἀπὸ τοῦ ὁποίου φαίνεται ὅτι ἀπεκλείσθη, τὸν κάμνει νὰ λέγῃ ὅσα λέγει, διὰ νὰ δείξῃ τὴν ἀφοσίωσίν του εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως κατορθώσῃ οὗτος νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ συνδυασμῷ καὶ ὁ κ. συνάδελφος.

§79Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§80ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν ἀπαρτίαν, κύριε Πρόεδρε;

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος;

§82ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§83Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματά σου, κύριε Πρωθυπουργὲ, εἰσερχόμενα εἰς τὰς καλύβας....

§84Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε. Ἡ πτέρυξ τῆς Συμπολιτεύσεως ἐκενώθη πάλιν. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος (θόρυβος). (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου).

§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβάλωμεν, κύριε Πρόεδρε.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
2Τῆς 1 Φεβρουαρίου 1890.
3(Πέμπτη)
4Ὥρᾳ 4½ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βασίλειος Χατζῆς, κάτοικος Ἀχαΐας,
8παρακαλεῖ ὅπως αἱ ὀφειλαὶ αὐτοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον, ὑφι-
9στάμεναι πρὸ πολλῶν χρόνων, ἀνανεωθῶσι, συμφώνως πρὸς
10τὸν νόμον τοῦ 1881. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς
11τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
12§2Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
13§3ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τὸν τίτλον «σπουδαία καὶ
14ἀπροσδόκητος εἴδησις» μία τῶν σημερινῶν ἐφημερίδων ἀνα-
15φέρει ὅτι, καθ’ ἃ γράφουσιν ἐκ Βουκουρεστίου, οἱ ἀνεψιοὶ τοῦ
16Εὐαγγέλη Ζάππα ἐκίνησαν ἀγωγὴν ἐνώπιον τῶν Ῥουμα-
17νικῶν δικαστηρίων, διεκδικοῦντες τὴν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν
18Ἔθνος κληροδοτηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Εὐαγγέλη Ζάππα
19περιουσίαν του.
20Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πλη-
21ροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν τῷ ὄντι ἐκινήθη τοιαύτη ἀγωγὴ
22κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, καὶ ἂν ἦναι τοῦτο ἀλη-
23θὲς, νὰ καταθέσῃ τὴν ἀγωγὴν, ἵνα ἴδωμεν εἰς ποίους στη-
24ρίζεται λόγους. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον, καὶ ἂν σήμε-
25ρον δὲν ἦναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς,
26τὸν παρακαλῶ νὰ μᾶς φέρῃ τοιαύτας αὔριον.
27§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀγωγὴ τῶν ἀνεψιῶν
28τοῦ Εὐαγγέλη Ζάππα δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ νομοσχέδιον,
29τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθὲν παρ’ αὐτῆς,
30περὶ διαχειρίσεως τῆς Ζαππείου περιουσίας. Ἡ ἀγωγὴ δὲν
31ἠγέρθη κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ κ. Κωνσταν-
32τίνου Ζάππα ὑπὸ συγγενῶν αὐτοῦ· τὸ Δημόσιον ὅμως ἔχει
33συμφέρον ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, διότι ἡ περιουσία, ἣν σή-
34μερον νέμεται ὁ κ. Κωνσταντῖνος Ζάππας, μετὰ τὸν θά-
35νατον αὐτοῦ περιέρχεται εἰς τὸ Δημόσιον. Διὰ τοῦτο
36ἀπεστάλη εἰς Ῥουμανίαν ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος, ὅστις
37εἶχεν ἀποσταλῆ ἐκεῖ καὶ ἄλλοτε, ὅπως παρακολουθήσῃ τὰ
38τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ διὰ τῶν συμβουλῶν του συντε-
39λέσῃ εἰς τὴν αἰσίαν αὐτῆς διεξαγωγήν. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ
40κ. Βουλευτὴς θέλει ἀπαιτήσει, ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν
41Βουλὴν τὰ τῆς ὑποθέσεως ἔγγραφα.
42§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον τὴν ἀγωγὴν θέλομεν νὰ
43ἴδωμεν.
44§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν πληροφορίας παρὰ τοῦ ἐν Βου-
45κουρεστίῳ ἀναπληροῦντος τὸν Πρεσβευτήν, ὧν φρονῶ ὅτι
46εἶναι ἄσκοπος ἡ ἀνακοίνωσις, τὴν δὲ ἀγωγὴν δὲν ὑπάρχει
47λόγος ἵνα μὴ ἀνακοινώσωμεν, διότι εἶναι δημόσιον ἔγγρα-
48φον. Δὲν ὑπάρχει ὅμως λόγος ἵνα κατατεθῇ ὁλόκληρος ὁ
49φάκελλος τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
50§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ἀγωγήν.
51§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὀφείλω
52νὰ δώσω ἐξήγησίν τινα ὡς πρὸς τὴν ἀγωγήν. Αὕτη τότε
53μόνον θέλει κατατεθῆ, ἐὰν δὲν περιελήφθη ἐν τῷ φακέλλῳ,
54τὸν ὁποῖον παρέλαβε μεθ’ ἑαυτοῦ ὁ κ. Στεφάνου. Τὴν
55ἀγωγὴν ἀνέγνωσα, εἶναι δὲ ἀγωγὴ περὶ κληρονομίας, στη-
56ριζομένη ἐπὶ τῆς ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχῆς. Ζητοῦσιν οἱ
57ἀδελφοὶ Μέξη, ἀνεψιοὶ τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα ἐξ ἀδελφῆς,
58νὰ λάβωσι μερίδιον, ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς μητρὸς αὐτῶν.
59§9ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ζητῶσι λοιπὸν τὴν ἀκύρωσιν
60τῆς διαθήκης.
61§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδὲν λέγουσι περὶ διαθήκης· ἡ ἀγωγὴ
62ζητεῖ τὸ μερίδιον τῆς μητρὸς τῶν ἀδελφῶν Μέξη, ὡς ἐξ
63ἀδιαθέτου κληρονόμων. Οἱ ἐνταῦθα εἰς τὰ νομικὰ ἀσχολού-
64μενοι γινώσκουσι καλῶς, ὅτι οὕτω γίνεται συνήθως ὑπὸ τῶν
65ἐναγόντων, πρὸς διεκδίκησιν κληρονομικῶν δικαιωμάτων,
66οἵτινες προσποιοῦνται ἄγνοιαν τῆς διαθήκης, ὅταν δὲ ἡ
67ὕπαρξις διαθήκης ἀντιταχθῇ, προσβάλλουσιν αὐτὴν ὡς
68ἄκυρον.
69§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω πῶς διευθύνεται
70τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ποία δικαιοσύνη
71ὑπάρχει ἐν αὐτῷ, δὲν περιμένω πληροφορίας ἐκ τῶν ἐγγρά-
72φων τῶν ὑποβληθησομένων. Ἂν ζητῶμεν τὰ ἔγγραφα, τὰ
73ζητοῦμεν διὰ νὰ πείσωμεν καὶ ὑμᾶς· ὅθεν ὀφείλομεν νὰ ἐπι-
74μείνωμεν, ἵνα κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδητε πάντες,
75πῶς ἀπονέμεται ἐκεῖ ἡ δικαιοσύνη. Σᾶς ἀναφέρω δὲ σήμερον
76μίαν λεπτομέρειαν, ἀναξίαν λόγου διὰ τὸ Κοινοβούλιον,
77διὰ νὰ κατανοήσητε μέχρι ποίου σημείου φθάνει ἡ ἐνέργεια
78τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως ἐνισχύωνται αἱ κατὰ τῶν ἀντιφρο-
79νούντων αὐτοῖς ἐν τῷ στρατῷ ἀδικίαι. Κατὰ τὸ 1887
80δύο ὑπαξιωματικοὶ τοῦ Μηχανικοῦ, ὁ εἷς ὀνομαζόμενος
81Ροϊλὸς καὶ ὁ ἕτερος Πόμερ, διεσκέδαζον ἔν τινι ζυθοπω-
82λείῳ· εἷς ἀξιωματικός, νομίσας ὅτι δὲν εἶναι εἰς ἄδειαν,
83καὶ ἐπειδὴ εἶχε παρέλθει ἡ ὥρα, διέταξε λοχίαν τινὰ νὰ
84τοὺς παραγγείλῃ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν στρατῶνα· ὁ λοχίας
85δὲν ἐξετέλεσε τὴν διαταγὴν ταύτην, ἠναγκάσθη δὲ ὁ λο-
86χαγός, ὁ ὁποῖος σήμερον εἶναι ταγματάρχης, καὶ τὸν ὁποῖον
87πολὺ εὐνοεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μεταβῇ
88μόνος πρὸς τοὺς εἰρημένους ὑπαξιωματικούς, καὶ ἀποτόμως
89ἀπώθησε τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν, σύρας ἐκ τῆς χειρὸς καὶ δια-
90τάξας αὐτὸν νὰ ἐξέλθῃ· ὁ ἕτερος τῶν λοχιῶν, ὀπισθοχω-
91ρήσας ἓν βῆμα, μετὰ τὴν τοιαύτην συμπεριφορὰν τοῦ
92λοχαγοῦ, τῷ εἶπε: «διατάξατέ με νὰ κάμω ὅ,τι θέλετε,
93ἀλλὰ μὴ θέτετε χεῖρα ἐπ’ ἐμοῦ.» Οὗτος, ἀφοῦ ἐξῆλθον τοῦ
94ζυθοπωλείου, διέταξεν αὐτοὺς νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς φυ-
95λακάς, ἀλλ’ οὗτοι δὲν ἐξετέλεσαν τὴν διαταγήν του, μετέ-
96βησαν ὅμως εἰς τὸν στρατῶνα. Ὁ λοχαγὸς τὴν πρωΐαν,
97ἐπιθεωρήσας τὰς φυλακὰς τοῦ Φρουραρχείου, δὲν εὗρεν ἐν
98αὐταῖς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τούτους, ἐνόμισε δέ, διὰ τὴν
99ἀπείθειάν των ταύτην, καθῆκόν του νὰ τοὺς καταγγείλῃ·
100συνεστήθη πειθαρχικὸν συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλαβε
101μέρος ὁ ἴδιος λοχαγὸς καὶ ἄλλοι δύο ἀξιωματικοὶ τοῦ ἰδίου
102ὅπλου τοῦ λοχαγοῦ καὶ εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ Μηχανικοῦ,
103εἰς ὃ ἀνῆκον οἱ ὑπαξιωματικοί, ὁ κ. Ζαΐμης. Κατὰ πλειο-
104νοψηφίαν τὸ συμβούλιον κατεδίκασεν αὐτοὺς εἰς ἔκπτωσιν
105τοῦ βαθμοῦ των, κατὰ συνέπειαν ἐνήργουν τὴν ὑπηρεσίαν
106τοῦ δεκανέως. Ἡ ἀπόφασις ἐξετελέσθη, μετὰ παρέλευσιν
107δὲ ἀρκετοῦ χρόνου διετάχθη ἐπιθεώρησις· ἐπιθεωρητὴς ἦτο
108ὁ συνταγματάρχης Λέκκας· οἱ ὑπαξιωματικοί, παρουσια-
109σθέντες, παρεπονέθησαν κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως. Ὁ
110κ. Λέκκας, ἀναγνωρίσας τὸ δίκαιον τῶν παραπόνων των,
111ὑπέβαλε τὴν προσήκουσαν ἔκθεσιν. Μετὰ χρονικὸν διάστημα
112τὸ σύνταγμα προεκήρυξεν ἐξετάσεις τῶν δεκανέων, ὅπως
113συμπληρώσῃ τὰς κενὰς θέσεις λοχιῶν. Προετάθησαν μεταξὺ
114τῶν ἄλλων καὶ οἱ δύο, περὶ τῶν ὁποίων κάμνω λόγον, καὶ
115ὁ μὲν πρῶτος, ὁ Ῥοϊλὸς, ἔλαβε τὸν πρῶτον βαθμὸν, ὁ δὲ
116Πόμερ τὸν τέταρτον. Ἀλλὰ τὸ Ἀρχηγεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον
117ὑπασπιστὴς εἶναι ὁ κ. λοχαγὸς, ἠκύρωσε τὰς ἐξετάσεις καὶ
118διέταξε νέας, εἰς τὰς ὁποίας ἐπέτυχον πάλιν ἀμφότεροι, ὁ
119Ῥοϊλὸς δεύτερος, ὁ Πόμερ ἕκτος, ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ
120Ἀρχηγεῖον, αὐθαιρέτως κατ’ ἐμὲ, τὸν μὲν Ῥοϊλὸν κατεβί-
121βασε, κατατάξαν αὐτὸν δωδέκατον, τὸν δ’ ἕτερον δέκατον
122τέταρτον, ὅπως ἀπομακρύνῃ τούτους τοῦ προβιβασίμου
123βαθμοῦ. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ ὑπέβαλον παράπονα πρὸς τὸ
124Συμβούλιον, ταῦτα δὲ ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον,
125τὸ ὁποῖον παραδόξως ἐθεώρησεν ἀβάσιμα τὰ παράπονά
126των, καὶ διέταξε νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει κατὰ τοὺς
127προβιβασμοὺς οἱ εἰρημένοι δύο ὑπαξιωματικοί. Πῶς τὸ
128Ὑπουργεῖον προέβη εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, θὰ τὸ
129μάθωμεν ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
130Καὶ πρῶτον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ
131τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ εἰς μίαν τῶν προσεχῶν
132συνεδριάσεων νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἂν ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι
133πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ κατάστασις, ὥστε καὶ εἰς
134τὸ μέλλον νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις οἱ εἰρημένοι
135δύο ὑπαξιωματικοί· παρακαλῶ δὲ πρὸς τούτοις νὰ ὑποβάλῃ
136πλήρη τὸν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης φάκελλον, δηλαδὴ τὰ
137πρακτικὰ τῶν ἐξετάσεων, τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ
138Μηχανικοῦ, τὸ φύλλον τοῦ μητρώου τῶν ὑπαξιωματικῶν
139ἐκείνων καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου.
140§12ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
141§13ΜΠΑΣΙΑΣ. Χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀπαν-
142τῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁμι-
143λήσαντα περὶ τῆς προμηθείας τῶν γαιανθράκων, εἶπε πρὸς
144τὴν Βουλὴν, ὅτι ἠγόρασε χιλίους ἑπτακοσίους τόννους
145γαιανθράκων πρὸς 46 δραχμὰς καὶ κἄτι τὸν τόννον. Παρα-
146καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ
147ἔγγραφα τῆς ἀγορᾶς αὐτῶν, διότι, καθόσον γνωρίζω καὶ ἐγὼ
148καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν τῆς δεξιᾶς, οἱ γαιάνθρα-
149κες, καίτοι ὑπερετιμήθησαν κατὰ τὸ τέλος τοῦ λήξαντος
150ἔτους, οὐδέποτε ὑπερέβησαν τὰ 23 σελίνια, ὅπερ ἰσοδυναμεῖ
151πρὸς 46 δραχμάς.
152§14ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Θὰ ὑποβάλω
153τὰ ἔγγραφα.
154§15ΚΟΡΠΑΣ. Ὁ ὑποκελευστὴς τοῦ Β. ναυτικοῦ Νικόλαος
155Τσιτσικλῆς κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Ναυτοδικείου διὰ φόνον,
156διαπραχθέντα ἐν Πειραιεῖ, εἰς 2½ ἐτῶν φυλάκισιν. Δὲν
157εἶμαι ἁρμόδιος βεβαίως νὰ ἐξετάσω, διατὶ τὸ Ναυτοδικεῖον
158ἐφάνη τόσον ἐπιεικὲς πρὸς τὸν φονέα τοῦτον· ἐν τούτοις ὁ
159ὑπαξιωματικὸς οὗτος, ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατεδικάσθη, οὐδέ-
160ποτε ἔμεινεν ἐν τῇ φυλακῇ, ἀλλὰ διατελεῖ ἔκτοτε ἐν τῷ
161Ναυτικῷ Νοσοκομείῳ Πειραιῶς, ὡς δῆθεν νοσηλευόμενος· λέ-
162γεται μάλιστα, ἀλλὰ δὲν τὸ γνωρίζω θετικῶς, ὅτι ἔλαβεν,
163εἰς ἐπίμετρον, πλὴν τούτων, καὶ χάριτα· ἐὰν τὸ τελευταῖον
164τοῦτο ἀληθεύῃ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
165σύνης νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σχετικὴν δικογρα-
166φίαν, ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι ἀληθές, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
167γὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βου-
168λὴν, ἐὰν τῳόντι ὁ κατάδικος οὗτος διατελῇ, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς
169κατεδικάσθη, εἰς τὸ Ναυτικὸν Νοσοκομεῖον Πειραιῶς, ὡς
170δῆθεν νοσηλευόμενος, καὶ διατί;
171§16ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εὐλόγως, κύριοι Βουλευταί, οἱ χθὲς ἀγο-
172ρεύσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
173καθ’ ἃ ἔλεγον, ἀπεκάλεσαν τοὺς αἰφνιδίως καὶ λίαν ἀπροσ-
174δοκήτως δημοσιευθέντας ἀρτίως διορισμοὺς ἐν τῷ Ἐλεγ-
175κτικῷ Συνεδρίῳ, τῷ ἀνωτάτῳ τούτῳ δικαστηρίῳ τῶν οἰκο-
176νομικῶν τοῦ Κράτους, πραξικόπημα. Πραξικόπημα ὄντως
177ἦτο κατὰ τῶν νόμων, πραξικόπημα οὐχ ἧττον κατὰ τῆς
178δημοσίας συνειδήσεως, τὴν ὁποίαν ἐσκανδάλισεν, ἄνευ κομ-
179ματικῆς διακρίσεως, καὶ συνεκίνησεν ἅπασαν. Καθόσον
180μετὰ λύπης παρετήρησεν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, ὅτι οὐδ’
181εἰς αὐτὴν τὴν ἀκροτάτην κορυφὴν τῶν ὑψίστων πολιτεια-
182κῶν ἀξιωμάτων, ἐπὶ τῆς ὁποίας, ἡ Πολιτεία, ἐπιμελῶς ἐξα-
183σφαλίσασα τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν, ἔθεσεν ἀγρύπνους φύ-
184λακας τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, οὐδ’ εἰς αὐτὴν ἀπεδειλίασε
185νὰ ἐνεργήσῃ ἐπιδρομὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιδρομὴν κομ-
186ματικὴν, τολμηθεῖσαν οὐχὶ πρὸς ὠφέλειαν τῆς Πολιτείας,
187οὐχὶ πρὸς ἱκανοποίησιν δικαιωμάτων, ἀλλὰ πρὸς ἱκανοποίη-
188σιν ἀνθρώπων, ὑπηρετησάντων τὸ κόμμα καὶ ἐπὶ μακρὰ
189ἴσως ἔτη διατριψάντων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν τοῖς προθα-
190λάμοις τῶν κκ. Ὑπουργῶν. Βεβαίως δὲν προσεδόκα ἡ Ἑλ-
191ληνικὴ κοινωνία, μεθ’ ὅσην ἔλαβε πικρὰν πεῖραν ἀπὸ τοὺς
192κυρίους Ὑπουργοὺς, τηλικαύτην καταφρόνησιν πρὸς τὸ ἠθι-
193κὸν αἴσθημα καὶ πρὸς τὴν δημοσίαν συνείδησιν, καὶ μάλι-
194στα ἀπὸ Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, ἐνῷ ἐπηγγείλατο τόσον
195ἀπατηλῶς τὴν ἀναμόρφωσιν πάντων τῶν κλάδων τῆς ὑπη-
196ρεσίας, ἰδίως ἐπειράθη νὰ βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
197Κράτους, ἥτις ὅμως δὲν ὑπεστάλη νὰ καταργήσῃ τὸ κῦρος
198τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀναβιβάσασα δικαστὰς ἐν αὐτῇ
199τοὺς ὑπηρέτας τῆς φατρίας, ἡ ὁποία ἐπέβαλε φόρους βαρυ-
200τάτους ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διπλασιάσασα τὰ δημό-
201σια ἔξοδα ἐν διαστήματι πενταετίας, καὶ ἥτις ἅπαντας τοὺς
202νόμους τοὺς φορολογικοὺς μετέβαλε καὶ ἥτις ὑπέχει εὐθύ-
203νας διὰ τὴν διαχείρισιν οὐχὶ ὀλιγωτέρων τῶν 800 ἑκατομ-
204μυρίων, εἰς ὅσα δηλαδὴ συμποσοῦνται οἱ φόροι, οἱ νεωστοὶ
205ὑπ’ αὐτῆς προστεθέντες, καὶ τὰ ὑπ’ αὐτῆς συνομολογηθέντα
206δάνεια. Ἐὰν λοιπὸν δὲν χαρακτηρισθῶσιν οἱ ἐν λόγῳ διο-
207ρισμοὶ ὡς πραξικόπημα, βεβαίως πρέπει νὰ χαρακτηρισθῶ-
208σιν ὡς ἐπιδρομὴ ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως κατὰ τοῦ
209ἀνωτάτου ἐλεγκτικοῦ σώματος. Οὐδεμίαν ἔχω ἀφορμὴν νὰ
210μὴ ἐκτιμῶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διωρίσθησαν, ὡς πολί-
211τας, ὡς ἄτομα· οὐδεμίαν ἀφορμὴν μίσους ἔχω κατὰ τού-
212των, ἀλλ’ ἐρωτῶ πάντας τοὺς συναδέλφους, καὶ πάντα
213εὐσυνείδητον πολίτην, εἶχόν τινα τίτλον οἱ κύριοι οὗτοι,
214ἵνα καταλάβωσιν ἑδώλια ἐν τῷ ἀνωτάτῳ τούτῳ δικαστη-
215ρίῳ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους; Τίνα σχέσιν εἶχον τὰ
216πρόσωπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζομεν, πρὸς τὴν
217δημοσιονομίαν ἢ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην; Τίνα
218προσόντα ἢ τίνας ἐγγυήσεις φέρουσιν, εἰσερχόμενοι εἰς τὸ
219ἀνώτατον τοῦτο Συνέδριον, τὸ ὁποῖον εἶναι παράλληλον
220κατὰ τὸ ὕψος τῶν ἔργων πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον; Εἶναι
221τουλάχιστον οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, εὐδοκίμως καὶ ἐντί-
222μως ὑπηρετήσαντες ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ ἔχοντες κἂν τὰ
223ἐφόδια μακρᾶς πείρας; Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πρόχειρος ἡ
224ἀπάντησις· οὐδένα τίτλον τοιοῦτον ἔχουσι. Καὶ λοιπὸν,
225πῶς μίαν πρωΐαν, ἐγερθέντες πάντες, εὕρομεν αὐτοὺς καθη-
226μένους ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ἵνα δικάσωσι τοὺς κκ.
227Ὑπουργοὺς, μεθ’ ὧν εἰσι συνυπεύθυνοι, καὶ τοὺς λοιποὺς ὑπο-
228λόγους, καὶ νὰ κρίνωσιν, ἐὰν ἐτήρησαν οὗτοι τοὺς νόμους;
229Δὲν γνωρίζω τί ἤθελε προβάλει, ἐὰν ἤθελε τολμήσει νὰ
230προβάλῃ τι εἰς δικαιολογίαν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ
231διορίσας τοὺς ἀνθρώπους τούτους· δὲν γνωρίζω ἐὰν ἤθελε
232προφασισθῆ ὅ,τι καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ προέταξαν, ἐλεγ-
233χόμενοι διὰ παρομοίας παραβάσεις προχθές, ὅτι δηλαδὴ
234οὐδεὶς νόμος ἐκώλυσε τοῦτον νὰ προβῇ εἰς τοιούτους διο-
235ρισμούς.
236Ἀλλ’ εἶναι ἄρα τοῦτο ἀληθές; καὶ ἐὰν δὲν ἐκώλυσεν ὁ
237νόμος τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δὲν προσῆκε νὰ κωλύσῃ ἀπὸ τοι-
238ούτων ἐπονειδίστων πράξεων αὐτὸν ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς θέ-
239σεως αὐτοῦ, ἢ ἡ πολιτικὴ ἀρετὴ, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο εἶναι
240ἢ ἡ καταφρόνησις τοῦ προσωπικοῦ καὶ κομματικοῦ συμφέ-
241ροντος ἀπέναντι τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος τῆς Πολιτείας;
242Ὅταν δὲ βλέπωσιν ὑπὸ τοιούτων εὐνοιῶν καὶ εὐτελῶν σκοπῶν
243ἐμπνεομένας τὰς πράξεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ἀρχηγοῦ
244τῆς Πολιτείας, οἱ ὑποδεέστεροι ὑπάλληλοι, τί ἀναμένομεν
245παρ’ αὐτῶν; Προσδοκᾶτε πλέον παρὰ τούτων εὐσυνείδητον
246καὶ ἀξιοπρεπῆ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν;
247Ἀλλ’ εἶχε τάχα τὸ δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
248νομικῶν νὰ προβῇ εἰς τοιούτους διορισμούς; ἐπέτρεπον ἆρα
249τοῦτο οἱ νόμοι; Οὐδόλως. Κατὰ ῥητὰς διατάξεις τοῦ νό-
250μου, κατ’ ἐπανάληψιν κυρωθείσας, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ
251πράξῃ τοῦτο. Ἄνευ προτάσεως τοῦ Συνεδρίου οὐδεὶς δύνα-
252ται νὰ διορισθῇ μέλος αὐτοῦ. Καὶ τὰς διατάξεις ταύτας
253παρέβη, ἵνα βραβεύσῃ ἁπλῶς καὶ μόνον κομματικὰς ὑπηρε-
254σίας. Τὸ Συνέδριον, Κύριοι, τὸ Ἐλεγκτικὸν εἶναι τεταγμέ-
255νον, ὅπως πρὸ μικροῦ ἔλεγον, ἀντιμέτωπον καὶ κατὰ πάντα
256ἴσον κατὰ βαθμὸν πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀνεξάρτητον
257τῆς διοικήσεως καὶ ἀπὸ παντὸς Ὑπουργείου διὰ τοῦ θεμε-
258λιώδους αὐτοῦ νόμου. Καὶ βεβαίως τὸ Συνέδριον, εἰς τὸ ὁποῖον
259εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἀνωτάτη δικαστικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν
260ὑπολόγων καὶ ἡ ἐξέλεγξις πάντων τῶν λογαριασμῶν τοῦ
261Κράτους, μηδ’ αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν ἐξαιρουμένων, δὲν ἦτο
262δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν,
263διότι ἄλλως ἤθελον παραδίδοσθαι αἰχμάλωτοι εἰς τὴν νομο-
264τελεστικὴν ἐξουσίαν οἱ ἐλεγκταὶ καὶ δικασταὶ τῶν Ὑπουρ-
265γῶν. Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ καταφεύγω εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ἐννοίας
266τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; πρὸς τί ἡ ratio le-
267gis τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὅπως σᾶς ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν
268τῶν λόγων μου, ἀφοῦ ῥητὰς ἔχομεν διατάξεις περὶ αὐτοῦ;
269Ἔχομεν ῥητὴν διάταξιν ἐν τῷ ἀπὸ 27 Σεπτεμβρίου 1833
270Βασιλικῷ Διατάγματι, τῷ ἔχοντι ἰσχὺν νόμου, ἡ ὁποία
271ἐνομοθετήθη ὑπὸ ἀπολύτου Μοναρχίας. Αὐτὸς οὗτος ὁ ἀπό-
272λυτος τότε Μονάρχης, ὁ συγκεντρῶν ἐν ἑαυτῷ τότε σύμπα-
273σαν τὴν ἐξουσίαν, καὶ τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν ἐκτελεστι-
274κὴν, ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ περιορίσῃ ἑαυτὸν ἐν τῇ περιστά-
275σει ταύτῃ, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς τότε
276Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας νὰ διορίζωσιν αὐτοὶ τὰ μέλη
277τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Περιώρισε τὸ δικαίωμα τοῦτο
278διὰ τῆς διατάξεως, ὅπως τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου προτείνωσι
279τὰ νέα μέλη αὐτοῦ. Ἰδοὺ τί καθορίζει τὸ ἄρθρον 11 τοῦ
280ἀπὸ 27 Σεπτεμβρίου 1833 Β. Διατάγματος (ἀναγινώσκει):
281«Χηρευούσης θέσεως, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὑποβάλλει,
282» γενομένης συσκέψεως, τὴν περὶ ἀντικαταστάσεως πρότασίν
283» του διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματέως εἰς τὸν
284» Βασιλέα» κτλ.
285Ἐν τοῖς δυσὶ τούτοις ἄρθροις περιλαμβάνεται ὁ μέγας
286κύκλος τῶν σοβαρῶν καθηκόντων τοῦ Συνεδρίου. Συνέπεια
287τούτου εἶναι, ὅτι ἐν τίτλῳ 2 τοῦ ἄρθρου 15 ἀνακηρύσσεται
288τὸ Συνέδριον διὰ τῶν ἑξῆς ὅρων (ἀναγινώσκει):
289«Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι ἀνεξάρτητον ἀπὸ πᾶσαν
290»Γραμματείαν (Ὑπουργεῖον δηλαδὴ) ὡς πρὸς τὰς ἐργασίας
291»του. Ἀλλ’ ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματεὺς ἐπιτηρεῖ
292»αὐτὸ, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιτηρεῖ ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὰ
293»Δικαστήρια».
294Ὡς βλέπετε, οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν ἔχει ἐπὶ τῶν δικα-
295στικῶν καὶ ἐξελεγκτικῶν καθηκόντων τοῦ Συνεδρίου, ἀλλ’
296ἁπλῶς ὀφείλει μακρόθεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐπικρατείας νὰ
297ἐπιτηρῇ αὐτό. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἀνε-
298ξάρτητον σωματεῖον, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη διορίζονται ἐκ
299τῆς θελήσεως τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν;
300Ὡς ἠκούσατε, τὸ ἄρθρον 11 ῥητῶς διατάσσει: «Χηρευ-
301ούσης θέσεως, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μετὰ σύσκεψιν ὑπο-
302βάλλει τὴν περὶ ἀντικαταστάσεως πρότασιν αὐτοῦ, ἧς ἄνευ
303διορισμὸς ἐλεγκτοῦ ἢ παρέδρου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ.»
304Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι δεκτικὴ ἀντιῤῥήσεως ἢ ἀμφισβη-
305τήσεως; Καθαρώτερον, σαφέστερον καὶ εὐκρινέστερον δὲν
306ἠδύνατο νὰ διατυπωθῇ ἡ ἐγγύησις τοῦ νόμου διὰ τὴν ἀνε-
307ξαρτησίαν τοῦ Συνεδρίου.
308Ἀλλὰ πλὴν τῆς διατάξεως ταύτης, ἐπέρχεται καὶ ἄλλη
309διάταξις τοῦ Διατάγματος, τοῦ ἐκδοθέντος τῷ 1836, κυρω-
310τικοῦ τῆς ῥήτρας ταύτης, τῆς ἐγγυωμένης τὴν ἀνεξαρτη-
311σίαν τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Κατὰ τὸ Διά-
312ταγμα τοῦ 1836, ἐν ἐδαφίῳ ἑβδόμῳ τοῦ ἄρθρου 13 δια-
313κελεύονται οὐχ ἧττον διαῤῥήδην, προκειμένου νὰ καθορι-
314σθῶσιν αἱ περιστάσεις, καθ’ ἃς συνέρχονται εἰς κοινὴν συνε-
315δρίασιν ἀμφότερα τὰ τμήματα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου,
316ἤτοι ἡ ὁλομέλεια αὐτοῦ, τὰ ἑξῆς: «Συνέρχονται κτλ. ἢ
317νὰ κάμῃ προτάσεις περὶ διορισμοῦ εἰς κενὰς θέσεις, κατὰ τὸ
318ἄρθρον 11 τοῦ Διατάγματος τῆς 27 Σεπτεμβρίου τοῦ 1833».
319Περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ
320Συνεδρίου βλέπετε, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1836 ἀκόμη τὴν αὐ-
321τὴν ἐξηκολούθει ἔχων ἔννοιαν ὁ νομοθέτης. Καὶ ἑτέραν δὲ
322κύρωσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου ἔχομεν κατὰ τὸ 1850, ὅτε ἐκδο-
323θεὶς ἕτερος νόμος, ὥρισε διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὅτι τὰ μέ-
324λη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁρίζονται συμφώνως πρὸς τὸ
325ἄρθρον 11 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον ἔλαβον
326τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω πρὸ ὀλίγου, δηλονότι πληροῦνται αἱ
327κενούμεναι θέσεις τοῦ Συνεδρίου κατὰ τὰς ὑποβαλλομένας
328προτάσεις τῶν μελῶν αὐτοῦ.
329Οὐδόλως δὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις ἄλλως, ὅτι ἡ γενικὴ
330διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1884 περὶ προσόντων τῶν δημο-
331σίων ὑπαλλήλων ἔχει τινὰ σχέσιν πρὸς τοὺς ἐλεγκτὰς, ἢ
332τὴν δύναμιν ἢ τὴν πρόθεσιν κἂν νὰ ἀθετήσῃ τὴν εἰδικὴν
333ταύτην διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους
334ὁρίζουσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διορίζονται εἰς τὰς κενουμένας
335θέσεις τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Εἶναι δὲ γνωστὸν,
336ὅτι ἐν τῇ γλώσσῃ τῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς πάντας τοὺς ὁπωσ-
337δήποτε περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀσχοληθέντας, ὅταν λέγεται ἡ
338φράσις «ὑπάλληλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου», δὲν ἐννο-
339οῦνται οἱ ἐλεγκταὶ, οἱ ὁποῖοι διαστέλλονται πανταχοῦ τῆς
340ἡμετέρας νομοθεσίας διὰ τῶν λέξεων «τὰ ψῆφον ἔχοντα
341μέλη τοῦ Συνεδρίου», ἀλλ’ ἐννοοῦνται οἱ κατώτεροι ὑπάλ-
342ληλοι, οἱ λογισταὶ καὶ λοιποί. Τὴν διάκρισιν δὲ ταύτην
343δύναται νὰ ἀνεύρῃ τις ἐν πᾶσι τοῖς νόμοις τοῦ Κράτους, ἐν
344τοῖς ὁποίοις γίνεται λόγος περὶ τῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου.
345Ὅταν λοιπὸν ὁ νόμος τοῦ 1884 ἐκανόνιζε τὰ προσόντα
346τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἀνέφερεν ὑπαλλήλους τοῦ
347Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, προδήλως ἐνόει τοὺς μὴ ἔχοντας
348ψῆφον, τοὺς μὴ ἀναφερομένους εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ
349Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Διότι κατάδηλον ὅτι, εὐθὺς ὡς δώσητε
350δικαίωμα εἰς ἕκαστον τῶν Ὑπουργῶν νὰ διορίζῃ οἰκείᾳ
351θελήσει ἐλεγκτὰς, τότε βεβαίως ἀναιρεῖτε τὴν ἀνεξαρτησίαν
352τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ τάσσετε τοῦτο εἰς τὴν αὐθαί-
353ρετον θέλησιν τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
354Διὰ τοῦτο καὶ τὸ Σύνταγμα, ὅπως γνωρίζομεν πάντες, διὰ
355τῶν ἄρθρων 88 καὶ 89, λαμβάνον πρόνοιαν νὰ καταστήσῃ
356ἰσόβια τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπως καὶ τὰ
357τοῦ Δικαστηρίου, παραγγέλλει καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξου-
358σίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ψηφίσωσι νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου
359νὰ κανονίσωσι τὰ τῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου προσόντα.
360Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε νόμον τοιοῦτον, δὲν ἔχετε τὸ
361δικαίωμα νὰ ἀναιρέσητε τὸ κεκτημένον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον
362ἔγκειται ἐν τῷ θεσμῷ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
363Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν γενικὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν δύναται
364νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ ὀρθὸς νοῦς, καὶ ἴσως ὡς πρὸς τοῦτο οἱ
365περὶ τὴν ἐπιστήμην τοῦ δικαίου ἐντριβεῖς θέλουσι προσα-
366γάγει τὰς ῥητὰς περὶ τούτου διατάξεις τοῦ οὐσιαστικοῦ
367δικαίου, οὐδέποτε νόμος μεταγενέστερος δύναται νὰ ἀκυρώσῃ
368νόμον προηγούμενον, ἐὰν μὴ ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ
369τίθηται, ἀκυροῦσα ἐκεῖνον, ἢ ἐὰν ὁ νεώτερος νόμος, ὁ μετα-
370γενέστερος, ἀντιφάσκῃ διὰ τῶν διατάξεών του πρὸς τὰ καθο-
371ριζόμενα ὑπὸ τοῦ προηγουμένου νόμου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προ-
372κειμένου ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ περὶ προσόντων νόμου
373τοῦ 1884 καὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσα, δι’ ὧν καθο-
374ρίζεται ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διορίζονται τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτι-
375κοῦ Συνεδρίου; Οὐδεμία ἀντίφασις μεταξὺ αὐτῶν. Ὑποθέσατε
376ὅμως, ὅτι περιλαμβάνονται ἐν τῷ νόμῳ καὶ τὰ μέλη, τὰ
377ἔχοντα ψῆφον, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Δύναταί τις διὰ
378τοῦτο νὰ ἰσχυρισθῇ εὐλόγως, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἔχει ἑτέραν
379ἔννοιαν ἢ νὰ ὑποχρεώσῃ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτοῦ Συνεδρίου,
380ὅπως προτείνωσιν εἰς πλήρωσιν κενῶν θέσεων ἐκείνους, οἱ
381ὁποῖοι ἔχουσι τὰ προσόντα, τὰ ἐν τῷ τελευταίῳ νόμῳ τοῦ
3821884 κανονισθέντα καὶ ἀναφερόμενα; Προδήλως τοῦτο μόνον
383θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τοιούτου μεταγενεστέρου νόμου.
384Οὐδόλως δὲ θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ τις μετὰ λόγου, ὅτι
385ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ νόμου τοῦ 1884 πρὸς τὰ
386ἰσχὺν νόμου ἔχοντα Διατάγματα τοῦ 1833 καὶ τοῦ 1836.
387Ἀλλὰ πλὴν τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι καθολικωτάτη καὶ
388γενικὴ στοιχειώδης ἀρχὴ, ἰσχύουσα ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῶν
389νόμων, ὅτι μεταξὺ δύο μὴ ἀντιφασκόντων νόμων, ἐν χρονο-
390λογίαις ἀφεστώσαις ψηφισθέντων, περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικει-
391μένου, οὐδεὶς ἀκυροῦται, ἀλλ’ ἀλληλοσυμπληροῦνται, ὅπως
392ἀπέδειξα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τίς εἶναι ὁ νόμος περὶ προσόν-
393των τῶν ὑπαλλήλων τοῦ 1884; Εἶναι εἰδικὸς νόμος, ἀφο-
394ρῶν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Οὐχί· εἶναι νόμος γενικὸς,
395κανονίζων τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ
396τίνα χαρακτῆρα ἔχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Κατα-
397στατικοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τοῦ 1833, κυρουμένη
398καὶ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836 καὶ διὰ
399τοῦ νόμου τοῦ 1850; Ἔχει χαρακτῆρα, καθαρῶς ὁρίζοντα
400τὴν τοῦ Συνεδρίου ἐξουσίαν· εἰς τὸ Συνέδριον ἀποδίδεται
401εἰδικῶς ἡ ἐξουσία, τὸ δικαίωμα, νὰ προτείνῃ τὰ μέλη αὐτοῦ
402αὐτὸ τὸ Συνέδριον. Ἀφαιρεῖ δὲ ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ εἰδικὴ,
403ἡ εἰδικωτάτη, ἡ περὶ τῆς πληρώσεως τῶν ἑκάστοτε χηρευ-
404ουσῶν θέσεων τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπὸ
405τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διορίζῃ
406αὐθαιρέτως τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καταρ-
407γοῦσα οὕτω πᾶν ἴχνος δικαιώματος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
408σίας κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου,
409τοῦ ἀνωτάτου τούτου οἰκονομικοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον
410ἀνάγκη νὰ μένῃ ἐντελῶς ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν.
411Ἤδη ἐφιστῶ ἐπὶ ἑτέρου σημείου τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς
412ἵνα ἐκτιμήσῃ μετὰ πόσης εὐλαβείας ὁ νομοθέτης, ἐπεδίωξε
413περιφροντίστως τὴν φρούρησιν τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἐλεγ-
414κτικοῦ Συνεδρίου. Δὲν ἐζήτησεν ὁ ἐξασκῶν τότε καὶ τὴν
415νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἡγεμὼν νὰ περιστείλῃ τὴν ἐξουσίαν
416ἑαυτοῦ, προκειμένου περὶ διορισμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἢ
417τῶν Ἐφετῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τὸ αὐτὸ, προκειμένου περὶ
418τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τοσοῦτον ἐθεώ-
419ρησε τιμαλφέστερα τὰ καθήκοντα αὐτῶν, διότι πρόκειται
420περὶ τοῦ μεγάλου ἐκείνου πειρασμοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ τὰ ἄτομα
421καὶ τὰς Κυβερνήσεις ἐπηρεάζει, πρόκειται περὶ χρήματος καὶ
422περὶ διαχειρίσεως. Ἑπομένως οἱ μέλλοντες νὰ δικάσωσι
423τοὺς ὑπολόγους ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητοι, καὶ
424διὰ τοῦτο, πρὶν ἢ προνοήσῃ νὰ περιφρουρήσῃ τὴν ἀνεξαρ-
425τησίαν τῶν Δικαστηρίων, προενόησε περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας
426τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Συνεδρίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον
427παρεδώσαμεν ἡμεῖς οἱ συνταγματικοὶ Ὑπουργοὶ, μετὰ ἓξ
428δεκαετηρίδας, τοῖς τοῦ κόμματος ὑπηρέταις, εἰς ἀνθρώπους
429οὐδεμίαν ἔχοντας σχέσιν πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν
430καὶ ἐπιστήμην· καὶ τοῦτο, μετὰ κοινωνικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν
431τῆς χώρας πρόοδον, μεθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ ἐντείνωμεν τὰς ἐγγυή-
432σεις καὶ τὰ προσόντα.
433Εἶναι θλιβερὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ὅπως ἀπαντήσητε
434τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ μελῶν
435τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου αὐθαιρέτως, πρέπει νὰ ὀπισθοχωρή-
436σετε ἑξήκοντα ἢ καὶ πλείονα ἔτη ὁλόκληρα, καὶ οὐχὶ ἐν
437Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐν ἄλλαις ἀπολυταρχικῶς κυβερνωμέναις ἐπι-
438κρατείαις. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ κομματικὸς ἀνταγωνι-
439σμὸς ἤθελε κανονίζει τὸν διορισμὸν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου
440Πάγου ἢ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τότε ποῦ ἤθελον κα-
441ταντήσει τὰ τῆς κοινωνίας συμφέροντα; Ἐὰν ἀποκόψωμεν
442καὶ τὰς δύο ταύτας ἀγκύρας, δι’ ὧν ταῦτα ἐξασφαλίζονται,
443εἰσάγοντες ἑκάστοτε ἐν αὐτοῖς ἐργάτας τοῦ κόμματος καὶ
444καθιστῶντες τὰ σοβαρὰ ταῦτα σωματεῖα φατριαστικὰ, εἶναι
445δυνατὸν πλέον νὰ ὑπάρχῃ δικαιοσύνη καὶ οἰκονομικὸς ἔλεγ-
446χος τῶν διαχειριζομένων τὸν δημόσιον θησαυρόν;
447Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν δύναται νὰ ἐρευνηθῇ τὸ
448πρᾶγμα. Τί ἔπραξαν, προκειμένου περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
449δρίου, αἱ πρώην Κυβερνήσεις τῶν ἐμπειρικῶν ἐκείνων ἀοιδί-
450μων Πρωθυπουργῶν τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον οὔτε
451τὰ φῶτα οὔτε τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα τῶν νῦν, οὔτε
452ἐπηγγέλλοντο τὴν ἀναμόρφωσιν τῆς πολιτείας καὶ τῆς κοι-
453νωνίας, οὔτε ἦλθον νὰ καταπολεμήσωσι τὴν ἐν τῷ Κοινο-
454βουλίῳ συναλλαγήν; Τί ἔπραξεν ὁ βίαιος Βούλγαρης, ὁ
455ἔκλυτος κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν Κουμουνδοῦρος, ἵνα μὴ
456ἀναφέρω τοὺς ἀειμνήστους Ζαΐμην καὶ Δεληγιώργην; Ποῦ
457θὰ ἀναζητήσωμεν τὰ Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων διώ-
458ρισαν ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ οἱ ἀοίδιμοι ἐκεῖνοι πολι-
459τικοὶ ἄνδρες τῆς χώρας τοὺς ὑπηρέτας αὐτῶν ἢ τοὺς ὑπη-
460ρέτας τοῦ ἑαυτῶν κόμματος; Ἐρωτῶ, μαρτυρεῖ τοῦτο πρόο-
461δον, μαρτυρεῖ συνείδησιν εὐθύνης ἢ εὐλάβειαν πρὸς τὴν δη-
462μοσίαν γνώμην ἐκ μέρους τῶν κκ. Ὑπουργῶν; Καὶ ἀξιοῦσιν
463οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ μὴ ἤμεθα τόσον πικροὶ, ἐλέγχοντες
464τοιαῦτα σκανδαλώδη πραξικοπήματα, τὰ ὁποῖα εὐλόγως
465καὶ δικαίως ἐξεγείρουσι τὴν δημοσίαν συνείδησιν! Ποῦ ζῶ-
466μεν, κύριοι Βουλευταί; Τοσοῦτον κατέπεσεν ἡ δύναμις τοῦ
467Κοινοβουλίου, ὥστε ἀδεῶς ὅλως νὰ τολμῶσι τοιαύτας πρά-
468ξεις οἱ Ὑπουργοί; Ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν ἐπιθυμῶ νὰ
469μακρηγορήσω, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὁμιλῶ σοβαρῶς,
470ἀλλὰ κινοῦμαι εἰς ἔλεγχον ἐξ ἄλλου πλαγίου λόγου, ὅτι
471ἔχω τὴν προαίρεσιν νὰ κωλυσιεργήσω. Βεβαιῶ ὅτι δὲν ἔχω
472τοῦτο κατὰ νοῦν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἄν εἶχον τὸν σκοπὸν
473τοῦτον, θὰ ἠδυνάμην νὰ τὸ ὁμολογήσω, διότι θὰ εἶχον τὴν
474πεποίθησιν, ὅτι οὕτω πράττω τὸ καθῆκόν μου. Ἀλλ’ ἐπὶ
475τόσον σοβαροῦ ζητήματος ἐγείρας τὴν ἰσχνὴν ταύτην δια-
476μαρτυρίαν, καθ’ ὃ εἶχον καὶ καθῆκον καὶ δικαίωμα, δὲν ἐννοῶ
477νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι πράττω ἄνευ ἄλλου πλαγίου σκοποῦ. Μὴ,
478πρὸς Θεοῦ, καταβιβάζωμεν ζητήματα τοσοῦτον ὑψηλὰ εἰς
479τοιούτου εἴδους κομματικὰς ἀντιθέσεις καὶ διαμάχας. Ἐγὼ,
480κύριοι Βουλευταὶ, εἶμαι φίλος τῶν κομμάτων, ἐγὼ ἀγαπῶ
481τὴν συνοχὴν καὶ τὴν ἱεραρχίαν τῶν κομμάτων, καὶ τὴν ἀφο-
482σίωσιν τῶν μελῶν τῶν κομμάτων πρὸς τὰς πολιτικὰς ἰδέας,
483ἃς ἐκπροσωπεῖ κυρίως ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος. Κατακρίνω
484δὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἐγωϊσμοῦ καὶ ἐξ ἀδικαιολογήτου
485μονογνωμοσύνης, ἢ κακῶς ἐννοουμένης ὀρθοφροσύνης, νομί-
486ζουσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ τάσσωνται εἰς κόμμα, ἵνα σώζωσιν
487ἀκεραίας τὰς πεποιθήσεις καὶ γνώμας αὑτῶν, οὐδὲ φρονῶ,
488ὅτι αὐτοὶ ἐκπροσωποῦσι τὸ δίκαιον καὶ τὸ ὀρθὸν, ἥκιστα
489δὲ τὸ συμφέρον τῇ χώρᾳ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἀνέ-
490γνωσά ποτε, ὅτι μέγας πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Γαλλίας ἔλεγεν:
491ἵνα ἐφαρμόσω τὰς πολιτικάς μου ἰδέας, δὲν μοὶ χρειάζονται
492μόνον φίλοι, ἀνάγκη νὰ ἔχω συνωμότας. Ὁ Καζιμὶρ Περιὲ,
493ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς συνταγματικὰς αὐτοῦ ἰδέας
494ἐν Γαλλίᾳ, ἐπεζήτει οὐχὶ ὀπαδοὺς, ἀλλὰ συνωμότας. Προ-
495κειμένου δὲ νὰ ἐφαρμοσθῶσι μεγάλαι καὶ ῥιζικαὶ πολιτικαὶ
496ἰδέαι διὰ τῆς δράσεως κόμματος, ἐπιτρέπω καὶ εἰς ἐμαυτὸν
497καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τοιαύτην τινὰ εἰς τὴν κομματικὴν ὀρ-
498γάνωσιν ἀφοσίωσιν. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχουν αἱ πολιτικαὶ
499ἰδέαι καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τούτων ἐν τῇ Πολιτείᾳ διὰ τῆς ἐρ-
500γασίας τῶν πολιτικῶν κομμάτων, πρὸς τὴν βράβευσιν τῶν
501ὑπηρετῶν ἡμῶν ἢ τῶν κομματικῶν θεραπόντων διὰ τῶν
502μεγάλων πολιτειακῶν ἀξιωμάτων, ἐξ ἧς προέρχεται ἡ κα-
503τάργησις παντὸς οἰκονομικοῦ ἐλέγχου; Ποίαν ἔννοιαν
504πολιτικὴν ἢ ἠθικὴν ἐκφράζει ὁ διορισμὸς τῶν κομματικῶν
505τούτων ὀργάνων εἰς τὰς ὑψηλὰς καὶ ἰσοβίους ἕδρας τοῦ
506Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Καὶ δὲν ἐξεγείρεσθε, κύριοι Βου-
507λευταὶ, ὡς ἐξεγείρεται πᾶς πολίτης, διαμαρτυρόμενοι!
508Καταλήγων, δὲν θὰ ἐρωτήσω τὸ περιλάλητον ἐκεῖνο τίς
509πταίει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ
510βήματος, θὰ ἀπευθύνω μίαν ὑπόμνησιν. Οὐδὲ θὰ ἐρωτήσω,
511ποῦ ὠθοῦμεν τὰ πράγματα, ποῦ ὁ ὀλισθηρὸς ἠθικὸς κατή-
512φορος σᾶς ἄγει, κύριοι Ὑπουργοὶ, οὕτω πολιτευομένους;
513Σᾶς ἀπήντησεν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἐντόνως προχθὲς ἡ
514Λάρισσα καὶ ἡ Σπάρτη. Ἡ στρατιωτικὴ στάσις καὶ ἡ δικα-
515στικὴ ἐπανάστασις ἐν τοῖς ἀντιθέτοις ἄκροις τῆς ἐπικρα-
516τείας, δι’ ὧν ἡ σκέψις ἐκδηλοῦται ὀλεθρία. Δικαστικὴ ἐπα-
517νάστασις, ἔναρξις στρατιωτικῆς ἐπαναστάσεως! Ἀλλ’ ἰδιαι-
518τέρως ὑπενθυμίζω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς πολίτην,
519τὴν βαρυσήμαντον ἐκείνην ἔκφρασιν τοῦ μεγάλου ῥήτορος
520τῆς ῥωμαϊκῆς ἀρχαιότητος; Quid leges sine moribus.
521§17ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ,
522θελήσῃ τις νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ ἀπὸ ὀκταε-
523τίας διέποντος τὸν τόπον πολιτικοῦ συστήματος, θὰ συνο-
524μολογήσῃ ἴσως μετ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίστασις,
525ὅπως ἀποδίδωμεν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου κυβερνητι-
526κὴν πρᾶξιν ἐξαιρετικήν τινα καὶ ὅλως ἔκτακτον σημασίαν.
527Ἀθέμιτος ἀληθῶς καὶ οὐδὲν κοινὸν πρὸς τὴν ἠθικὴν ἔχουσα
528ὑπῆρξεν ἡ εἰσβολὴ τῶν γνωστῶν ἀνθρώπων τοῦ κόμματος
529εἰς τὸ ἕτερον τῶν τοῦ Κράτους ἀνωτάτων δικαστηρίων.
530Ἀλλ’ ἆρά γε δὲν ἐξῳκειώθημεν εἰς τὸ θέαμα παραπλησίων
531ἀθεμιτουργιῶν; Δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι τὸ γεγο-
532νὸς τῆς εἰσβολῆς ταύτης, συγκρινόμενον πρὸς ἄλλα παρο-
533μοίας φύσεως, εἶναί πως κατώτερον ἐκείνων κατὰ τὸν
534βαθμὸν τῆς ἀνηθικότητος. Ἐλησμονήσαμεν τὴν βέβηλον
535ἐκείνην ἐπιδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς Ἐκκλη-
536σίας; Ἐλησμονήσαμεν τὰς μακρὰς συζητήσεις, ἐν αἷς ἀπε-
537καλύφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀρνούμενος
538νὰ ἐκτελέσῃ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων; Ἐλησμονήσα-
539μεν τὴν ἄλλην ἐκείνην συζήτησιν, καθ’ ἣν ἕτερος τῶν
540Ὑπουργῶν ἠρνήθη ἀπροκαλύπτως, νὰ προσαγάγῃ δημόσια
541ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητήσαμεν νὰ ἐλέγξωμεν κυ-
542βερνητικὴν παράλειψιν; Ἐλησμονήσαμεν, ὅτι ἐγένοντο γνω-
543στὰ κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον τόσα καὶ τόσα αἴσχη
544ἑνὸς τῶν ἀνωτέρων δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν τῷ κλάδῳ
545τῆς ἐκπαιδεύσεως; καὶ ὅμως, πρὸς ὕβριν τῆς δημοσίας
546ἠθικῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, κατ’ εἰσήγη-
547σιν βεβαίως τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διατηρεῖ ἀκόμη τὸν ὑπάλ-
548ληλον ἐκεῖνον εἰς τὴν θέσιν του! Καὶ ποία πρᾶξις, παρα-
549καλῶ, τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον
550σπουδαία, εἴτε ἐν τῷ στρατῷ, εἴτε ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, εἴτε ἐν
551τῇ δικαιοσύνῃ καὶ τῇ ἐν γένει διοικήσει, δὲν φέρει τὴν
552σφραγίδα τῆς αὐθαιρεσίας, τοῦ φατριασμοῦ, τῆς κατα-
553φρονήσεως κατὰ τῆς δημοσίας ἠθικῆς, τῆς παραβιάσεως
554τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος; Αὐτὴ ἡ Βουλή, ὅπως
555κατήντησε σήμερον, δὲν εἶναι δημιούργημα καταπατήσεως
556ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος; Δὲν ἐνθυμού-
557μεθα κατὰ τίνα σκαιὸν καὶ σκανδαλώδη τρόπον ἀφῃρέθη
558ὁ βαθμὸς γενναίου καὶ ἐντίμου ἀξιωματικοῦ, τιμὴν περι-
559ποιοῦντος εἰς τὸν στρατὸν, καὶ πῶς ἀφ’ ἑτέρου ἄλλος ἀξιω-
560ματικὸς, διότι ἦτο συγγενὴς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προή-
561χθη ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας; Προχθὲς
562ἀκόμη, ἐν μακρᾷ συζητήσει, δὲν κατεφωράθη ὁ κ. Πρω-
563θυπουργὸς δαπανῶν πολλὰ ἑκατομμύρια ἐκ τῶν δανείων,
564τὰ ὁποῖα συνῆψεν, ἐναντίον ὡρισμένων νόμων, οἵτινες ὥρι-
565σαν τὸν σκοπὸν τῶν δανείων τούτων; Ἀπέναντι τοιούτων
566καὶ τηλικούτων ἀκολασιῶν ὠχριῶσι βεβαίως οἱ διορισμοὶ
567τῶν τεσσάρων ἀνθρώπων τοῦ κόμματος εἰς τὸ Ἐλεγκτι-
568κὸν Συνέδριον. Καὶ ἠδυνάμην πλεῖστα ἄλλα νὰ ἐπικαλε-
569σθῶ παραδείγματα· ἀλλὰ πρὸς τί νὰ ἐπιμένω; Ἐπανα-
570λαμβάνω, ὅτι τὸ κρατοῦν πολιτικὸν σύστημα, ἢ μᾶλλον ἡ
571φατρία, ἐξολισθήσασα ἅπαξ, δὲν δύναται νὰ σταματήσῃ
572εἰς τὴν κατωφέρειαν τῶν τολμημάτων. Καὶ δὲν δυνάμεθα
573μὲν νὰ ἀφίνωμεν ἀνεξελέγκτους τοιαύτας ἀτασθαλίας καὶ
574ἀκολασίας, ἀλλὰ δυστυχῶς παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἔλεγχος ἡμῶν
575εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ. Ὁ ἔλεγχος ἡμῶν ὁμοιάζει πρὸς πεπυρα-
576κτωμένην βελόνην, ἥτις ἐμπήγνυται ἐπὶ πτώματος. Οἵαν
577αἴσθησιν προξενεῖ ἡ πεπυρακτωμένη βελόνη ἐπὶ τοῦ πτώ-
578ματος, τὴν αὐτὴν προξενοῦσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς
579τὴν ἀκολουθοῦσαν αὐτῇ πλειονοψηφίαν τὰ καθ’ ἑκάστην
580ἀποκαλυπτόμενα κυβερνητικὰ ἀνοσιουργήματα. Διὰ τοῦτο
581ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι, ὅτι σήμερον δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπω-
582μεν εἰς τὸ πῶς δυνάμεθα νὰ ἀποτρέψωμεν τὴν Κυβέρνησιν
583ἀπὸ τοῦ ὀλισθηροῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ὁρμητικῶς φέρεται,
584ἀλλ’ εἰς τὸ πῶς θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν τόπον
585ἀπὸ τῆς πιεζούσης αὐτὸν φατριαστικῆς σπείρας. Εἶναι
586ἴσως ἐπίκαιρον νὰ ἀναμνησθῶ ἐνταῦθα τῶν ἀποπειρῶν, αἵ-
587τινες πρὸ μικροῦ ἐξεδηλώθησαν ἐν Λαρίσσῃ. Ἐγένετο τὸ
588πρῶτον βῆμα, εἰς ποῖον δὲ σημεῖον θὰ καταλήξῃ τὸ δεύ-
589τερον, τοῦτο εἶναι εὔκολον νὰ προΐδῃ τις. Ὡς πρὸς τὰ
590αἴτια, ζητήσατε τὸ πολιτικὸν σύστημα. Ἐγὼ δὲν δύνα-
591μαι βεβαίως νὰ εἴπω, ὅτι διερμηνεύω ἄλλων φρόνημα.
592Ἐὰν ὅμως θέλητε νὰ ἐκδηλώσω τὸ ἐμὸν, διακηρύττω μετὰ
593παῤῥησίας, ὅτι ἐπὶ τέλους διὰ παντὸς τρόπου πρέπει νὰ
594ἀπαλλαχθῇ ὁ τόπος ἀπὸ τὴν φατρίαν!
595§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπευθύνεται κατὰ τῆς
596Κυβερνήσεως ῥητὴ κατηγορία, ὅτι κατὰ παράβασιν διατά-
597ξεων τοῦ νόμου ἔκαμε διορισμοὺς εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συ-
598νέδριον, ἡ δὲ Κυβέρνησις σιωπᾷ. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν,
599ἐὰν θ’ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοῦτο. Ἐὰν δὲ δὲν
600ἀπαντήσῃ, προτείνω ὅπως ψηφισθῇ ἡ ἑξῆς πρότασις. «Ἡ
601Βουλὴ, ἀρκουμένη εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν
602ἡμερησίαν διάταξιν».
603§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡμεῖς προτείνομεν,
604ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ ἁπλῶς, ὅτι «μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμε-
605ρησίαν διάταξιν.»
606§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ γνωρί-
607ζωμεν, καὶ ἔχομεν δικαίωμα νὰ γνωρίζωμεν, ἐὰν ἡ Κυβέρ-
608νησις θὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκοπῇ
609νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν, περὶ ἧς πρόκειται,
610διὰ τὴν κακὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐνή-
611σκησε διὰ τῆς προτάσεως τῶν διορισμῶν αὐτῶν εἰς τὸν
612Βασιλέα, ἢ ἐὰν σκοπῇ νὰ μὴ δώσῃ οὐδεμίαν ἀπάντησιν,
613ν’ ἀφήσῃ δὲ τοὺς ἐπερωτῶντας ὑπὸ τὴν σιγὴν, τὴν ὁποίαν
614ἀντιτάσσει εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτῶν.
615§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις, θεωροῦσα
616τοὺς διορισμοὺς καὶ νομίμους καὶ καταλλήλους καὶ συμφέ-
617ροντας εἰς τὴν Πολιτείαν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, οὐδένα ἔχει
618λόγον, ἵνα ἀρνηθῇ συζήτησιν περὶ τοῦ θέματος τούτου.
619Ἀλλὰ συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται κανονικῶς προ-
620βαλλομένην. Τὸ γινόμενον ὑπὸ Βουλευτῶν, καταλαμβα-
621νόντων τὸ βῆμα ἄνευ προαναγγελίας, ἄνευ προκλήσεως εἰς
622συνεννόησιν περὶ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως ἐπὶ προαναγ-
623γελθείσης ἐπερωτήσεως, ἐπιδιδομένων εἰς ἀναπτύξεις περὶ
624ἐπερωτήσεων, ἀπεκδεχομένων δὲ, κατόπιν τοιαύτης ἐκρύθμου
625καὶ ἀνευλαβοῦς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐνεργείας, ὅπως ἡ Κυβέρ-
626νησις ἀπαντᾷ εἰς τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν, συμφυράματα φαν-
627τασιωδῶν ἐπινοήσεων καὶ ἀοριστολογιῶν, τοσοῦτον ἀπάδει
628πρὸς τὰ κεκανονισμένα, ὥστε ἐπιβάλλεται τῇ Κυβερνήσει ἐκ
629κοινοβουλευτικοῦ καθήκοντος ἡ ἀντιστράτευσις πρὸς τὸν
630τρόπον τοῦτον τῆς ἐνεργείας. Ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις
631θελήσῃ νὰ ἐργασθῇ ὅπως ἀπαιτοῦσι τὰ τοῦ Κανονισμοῦ,
632τουτέστι προκαλοῦσα περὶ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως
633συνεννόησιν διαρκεστέραν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων ἐν γένει, ἢ
634εἰδικῶς ἐπὶ ἑκάστης ἐπερωτήσεως, καὶ ἐπιτρέπουσα ὅπως
635εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, μὴ παρελκύουσα δὲ
636τὰς συζητήσεις πρὸς ματαίωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς,
637ἔστω βεβαία, ὅτι καὶ περὶ ζητημάτων, οἷον τὸ προκείμε-
638νον, θέλομεν συζητεῖ, καὶ προθύμως θέλομεν πάντοτε συν-
639τελεῖ, ἀπαντῶντες εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐπερωτώντων, εἰς
640τὴν ἀνάπτυξιν τῶν θεμάτων, εἰς ἃ εὐλόγως δύναται νὰ
641ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή. Πρὸς τὸ παρὸν, ἐφ’ ὅσον οὕτως ἀκα-
642νονίστως ἐργάζεται ἡ Ἀντιπολίτευσις, θέλομεν περιορίζε-
643σθαι εἰς τὸ καθῆκον, τὸ ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τοῦ
644Κανονισμοῦ, ὑποβάλλοντες εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν πληρο-
645φορίαν ζητουμένην. Τοῦτο ἐπράξαμεν ἀνελλιπῶς, καὶ τοῦτο
646θέλομεν ἐξακολουθεῖ πράττοντες.
647§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
648§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὴν στιγ-
649μὴν, κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἣν ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ ἐρωτή-
650σητε τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις, εἴ-
651μεθα εἰς ἄλλον στάδιον, εἰς τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως.
652Κατὰ τὸ στάδιον δὲ τοῦτο ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀνασκευά-
653σωμεν τὰ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα.
654§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον; Δὲν σᾶς τὸν ἠρνή-
655θην ποτέ.
656§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἦλθεν εἰσέτι ἡ ὥρα, διὰ νὰ μετά-
657σχω τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότι-
658μος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς φίλος μου κ. Λεβίδης προέβαλε.
659Διὰ τοῦτο ἀναβαίνω τὸ βῆμα, οὐχὶ διὰ νὰ ἐξακολουθήσω
660τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, ἐπιφυλασσόμενος νὰ μετά-
661σχω καὶ νὰ ἐκφέρω τὴν ἐπ’ αὐτῆς γνώμην μου, ἀλλὰ
662διὰ ν’ ἀποκρούσω τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
663Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ζητῶν ν’ ἀποφύγῃ συζήτησιν, ἥτις
664τυγχάνει ἀληθῶς δυσάρεστος εἰς αὐτὸν, καὶ ἥτις θὰ κατα-
665λήξῃ μᾶλλον δυσάρεστος ἢ ὅσον αὐτὸς ὑποθέτει, ὀχυροῦται
666ὄπισθεν τύπου τινὸς, ὅστις δὲν δύναται ὅμως καὶ αὐτὸς ν’
667ἀσφαλίσῃ αὐτόν. Ἡ ἐπερώτησις περὶ τῶν διορισμῶν, τῶν
668γενομένων ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ἐγένετο χθές. Ἡ
669ἀναγγελία τῆς ἡμέρας, τὴν ὁποίαν ὁ ἐπερωτῶν ἔχει τὸ δι-
670καίωμα νὰ προβάλῃ πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, σκο-
671πὸν ἔχει νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ
672δώσῃ διασαφήσεις. Καὶ ἀπὸ χθὲς μέχρι σήμερον δὲν εἶχεν
673ὁ Ὑπουργὸς τὸν καιρὸν ἐπαρκῆ, διὰ νὰ συλλέξῃ πάσας
674τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βου-
675λήν; Καὶ ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ δυσεύρετοι πληροφορίαι, τὰς
676ὁποίας εἶχε νὰ προσαγάγῃ, εἰμὴ αἱ ἴδιαι αὐτοῦ πεποιθή-
677σεις περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους
678διώρισεν, ἢ περὶ τῆς νομιμότητος τῆς πράξεως τοῦ διορι-
679σμοῦ αὐτῶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελεν
680εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ ἀπάντησιν χθὲς ἀκόμη, ἀμέσως,
681εὐθὺς ὡς ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις αὕτη. Καὶ δὲν εἶχε μόνον
682τὴν εὐκαιρίαν νὰ πράξῃ τοῦτο, εἶχε καὶ τὸ καθῆκον, διὰ ν’
683ἀποκρούσῃ αἰτίασιν, ἥτις ἀπευθύνεται πρὸς αὐτὸν, καὶ ἥτις
684εἶναι σοβαρὰ, διότι αἰτιῶνται τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἠθέ-
685λησε διὰ τῶν διορισμῶν τούτων νὰ μειώσῃ τὴν ἀνεξαρτη-
686σίαν τῆς ἀνωτάτης δικαστικῆς ἀρχῆς τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
687Κράτους. Καὶ νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ ἀξίωμα,
688ὅπερ κατέχει, ἐπιτρέπει αὐτῷ νὰ ἀφίνῃ τὴν αἰτίασιν ταύ-
689την ἄνευ ἀπαντήσεώς τινος, καὶ νὰ προβάλλῃ, ὅτι δὲν δύ-
690ναται νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως, διότι δὲν προσδιωρίσθη
691ἡ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως; Τὴν ἡμέραν
692πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ἤθελε τὴν προσδιορίσει
693αὐτὸς ὁ ἐπερωτήσας, ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι τῶν κυβερνών-
694των. Οἱ κυβερνῶντες εἶχον δικαίωμα νὰ παραστήσωσι, ποίαν
695ἡμέραν δύναται νὰ ἔχωσι τὰς ἀναγκαιούσας αὐτοῖς πληρο-
696φορίας. Ἀλλὰ βραδυτέραν προθεσμίαν, ἀνάλογον πρὸς τὴν
697ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν εἶχον, διὰ νὰ συλλέξωσι τὰς πληρο-
698φορίας, δὲν ἠδύναντο νὰ ζητήσωσι, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη
699περισσοτέρου καιροῦ ἀπὸ τοῦ καιροῦ, ὅστις διέῤῥευσεν ἀπὸ
700χθὲς, οὐδ’ ἠδύναντο νὰ εἴπωσι σήμερον, ὅτι εἰσὶν ἀνέτοιμοι
701νὰ προβῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἢ νομίζει ὁ κ. Πρωθυ-
702πουργὸς, ὅτι παίζων μὲ τὰς λέξεις ἀπαλλάσσεται τῆς ὑπο-
703χρεώσεως ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, διότι ἦτο ἀνάγ-
704κη δῆθεν τὴν ἡμέραν τῆς ἐπερωτήσεως νὰ προσδιορίσῃ ἡ
705Βουλή; Ἀλλὰ τότε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν ἤθελεν
706ὑποταχθῆ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον δὲν
707εἶναι μόνον αὐθαίρετον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπιβουλή, εἶναι δο-
708λία ἀναίρεσις τῆς ἐλεγκτικῆς δυνάμεως τοῦ Κοινοβουλίου.
709§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύο εἶναι τὰ ἐπὶ ἐπε-
710ρωτήσεων καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχει τὸ καθῆκον
711ἡ Κυβέρνησις νὰ προσκομίζῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας,
712ἔχει καὶ τὸ καθῆκον, προκαλουμένης συζητήσεως, νὰ μετέ-
713χῃ αὐτῆς, ἵνα φωτίζῃ τὴν Βουλὴν, ἐλέγχουσα τοὺς ἰσχυρι-
714σμοὺς τῶν συζητούντων. Καὶ αἱ μὲν πληροφορίαι, εὐθὺς ὡς
715συλλεχθῶσι, δέον νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν, αἱ συ-
716ζητήσεις ὅμως παράγουσι δικαιώματα ὑπὲρ τῶν προκαλούν-
717των αὐτὰς, ὅταν ἀποφάσει τῆς Βουλῆς κανονίζωνται τὰ τῆς
718διεξαγωγῆς αὐτῶν. Οἱ θέλοντες αὐτοὶ νὰ κανονίζωσι τὰ τῆς
719ἡμέρας τῆς συζητήσεως παραγνωρίζουσι τὰ δικαιώματα τῆς
720Βουλῆς, τὰ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἀποῤῥέοντα. Ἡμεῖς καλῶς
721γινώσκομεν, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ πάντα τὰ ὑπὸ
722τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προβαλλόμενα εἰς συζήτησιν πράγ-
723ματι δὲν ἔχουσι τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπαγγέλλονται· μόνον σκοπὸν
724ἔχουσι, νὰ μὴ ἀφήσωσι τὴν Βουλὴν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἡμε-
725ρησίαν διάταξιν. Ἐὰν εἰσηρχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
726ξιν κανονικῶς, κατὰ τὰ κοινοβουλευτικῶς νενομισμένα, δὲν
727θὰ ὠκνοῦμεν νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον ἐν ταῖς συζητήσε-
728σιν ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἐπερωτήσεων· ἐπὶ ἐπερωτήσεων ὅμως, γι-
729νομένων πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς παραλύσεως τῶν ἐργα-
730σιῶν ἡμῶν, ὀφείλομεν νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν
731εἰς ματαίωσιν τοῦ σκοποῦ, καὶ ἀπέχοντες τῆς συζητήσεως
732νὰ συντελῶμεν, ὅπως εἰσέρχηται ἡ Βουλὴ καὶ εἰς τὴν ἡμε-
733ρησίαν διάταξιν. Ἐνόσῳ βλέπομεν, ὅτι αἱ συζητήσεις αὗται
734προκαλοῦνται ὡς προφάσεις πρὸς μόνην τὴν παρεμπόδισιν
735τῆς συζητήσεως τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἡμεῖς δὲν
736θέλομεν μετέχει τῶν συζητήσεων τούτων, θέλομεν ὅμως ἐξα-
737κολουθεῖ ὑποβάλλοντες πᾶσαν πληροφορίαν ζητουμένην,
738καὶ τοῦτο τὸ ταχύτερον. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος οὐ-
739δεμία ἐζητήθη εἰδικὴ πληροφορία, συζήτησις μόνον ἐγένετο.
740Ἂν διατυπωθῇ τις αἴτησις πληροφορίας, θέλομεν σπεύσει νὰ
741ὑποβάλωμεν αὐτὴν, οὐδ’ ἔχομεν ἀνάγκην διορίας, διότι τὰ
742κατὰ τοὺς διορισμοὺς εἶναι γνωστὰ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι πᾶσα
743πληροφορία, ἥτις θέλει ζητηθῆ, δύναται ἐκ τοῦ προχείρου νὰ
744παρουσιασθῇ, συζήτησιν ὅμως περὶ τοῦ θέματος θέλομεν
745ἀποδεχθῆ κατὰ τὰ κεκανονισμένα, προσδιοριζομένης τῆς ἡμέ-
746ρας, καθ’ ἣν ἡ συζήτησις αὕτη πρέπει νὰ λάβῃ χώραν. Δὲν
747δυνάμεθα, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸν λόγον
748ἀπὸ τῶν συζητούντων ἄνευ τοιούτου προσδιορισμοῦ, ἀλλὰ
749δυνάμεθα νὰ διατρανώσωμεν τὴν ἀποδοκιμασίαν ἡμῶν κατὰ
750τῶν τοιούτων παρὰ τὸν Κανονισμὸν συζητήσεων, μὴ μετέ-
751χοντες αὐτῶν.
752§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς νὰ μὴ γνωριζώμεθα, ὁ Πρωθυ-
753πουργὸς ὁμιλεῖ, ὡς πρώτην φορὰν νὰ εἴδαμεν ἀλλήλους καὶ
754πρώτην φορὰν νὰ εἰσῆλθεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ὁ Πρω-
755θυπουργὸς σᾶς λέγει, μὲ ὅλην τὴν στωϊκότητα, ἡ ὁποία τὸν
756χαρακτηρίζει ἐνίοτε, ὅτι, διὰ νὰ συμμετάσχῃ τῶν συζητή-
757σεων τῆς Βουλῆς, ἔχει ἀνάγκην νὰ προαγγέλλωμεν τὰς ἐπε-
758ρωτήσεις ἡμῶν, νὰ ὑποβάλῃ ὅσα ζητηθῶσιν ἔγγραφα ἀμέ-
759σως καὶ νὰ προδιορίζῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως, νὰ εἰσερ-
760χώμεθα ὅμως καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
761Κύριοι, δὲν εἶχον δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ
762Πρωθυπουργοῦ, ἂν αὐταὶ αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἔδι-
763δον τὸν καιρὸν εἰς τοὺς κατὰ νόμον ἐλεγκτὰς τῶν πράξεων
764αὐτῆς νὰ καταγίνωσι καὶ εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτά-
765σεως, διὰ τὸν ὁποῖον τόσον κόπτεται ὁ κ. Πρωθυπουργός.
766Εἶναι τοιαῦται αἱ παρανομίαι, αἱ ἀτασθαλίαι, ἡ ἀσέβεια
767τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους καὶ
768πρὸς τὴν Βουλὴν, ὥστε δὲν μᾶς μένει καιρὸς πλέον περὶ οὐδενὸς
769ἄλλου νὰ ἐργασθῶμεν, ἀλλ’ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταγ-
770γέλλωμεν τὰς πράξεις αὐτῆς πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μας, διὰ
771νὰ κρίνωσιν ἐν καιρῷ περὶ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ἀφοῦ πρὸς ὑμᾶς
772αἱ αὐταπόδεικτοι κακαὶ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν κά-
773μνουσιν ἐντύπωσιν. Ἂν δεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυ-
774πουργοῦ, νὰ προαναγγέλλωμεν τὰς ἐπερωτήσεις ἡμῶν, καὶ
775νὰ περιμένωμεν τὸν προσδιορισμὸν τῶν συζητήσεων αὐτῶν,
776καὶ νὰ εἰσερχώμεθα κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀναγγελίας τῆς
777ἐπερωτήσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, σᾶς διαβεβαιῶ,
778ὅτι οὐδέποτε θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ κατὰ
779τὸ Σύνταγμα καθῆκον ἡμῶν, τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερ-
780νητικῶν πράξεων, αἵτινες, δυστυχῶς, κατὰ τὴν περίοδον
781ταύτην εἰσὶν ἀναρίθμητοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλλω,
782ἐὰν κρίνω ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πορείας σας, διότι εἴδομεν ἡμεῖς
783παραδεχομένας, ὡς νομίμως καὶ ὀρθῶς διεξαχθείσας, παρα-
784νόμους πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ὡς τὴν περὶ τῆς μὴ ἐκτε-
785λέσεως δικαστικῶν ἀποφάσεων, προβιβασμοὺς κατ’ ἐκλογὴν
786καὶ τόσας ἄλλας. Τίς τολμᾷ νὰ προβάλῃ ἐπερώτησιν καὶ
787νὰ ζητήσῃ ἡμέραν συζητήσεως; Τί νὰ ἐλπίζῃ; Ἀφοῦ, ἐπα-
788ναλαμβάνω, βλέπομεν ὅτι δι’ ἀσεβεῖς καὶ ἐγκληματικὰς πρά-
789ξεις τῆς Κυβερνήσεως προβάλλονται προτάσεις ἀποδοκιμα-
790σίας αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῇ πασιφανεῖ ἀποδείξει τῶν πράξεων τού-
791των ὑμεῖς δίδετε ἐπιδοκιμαστικὴν ψῆφον, δυνάμεθα νὰ ἐλπί-
792ζωμεν, ἐὰν προσδιορισθῇ ἡμέρα συζητήσεως; Ἀλλ’ ἐὰν παρα-
793δεχθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ περιμείνωμεν νὰ ὑποβάλῃ ὁ Πρω-
794θυπουργὸς τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα πρὸς συζήτησιν, θὰ φθά-
795σωμεν εἰς ἀποτέλεσμα; Δὲν ἀνατρέχω εἰς τὰς ἐπερω-
796τήσεις, αἵτινες ἀπέβλεπον τὴν ἐξέλεγξιν παρανόμων τῆς
797Κυβερνήσεως πράξεων, ἀναφέρω τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου
798Γεωργαντᾶ, βουλευτοῦ Ἀττικοβοιωτίας. Οὗτος ἐζήτησεν
799εἰς μίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνόδου ταύτης, πρὸ τῆς
800διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τῶν
801δανείων, ἀπηύθυνε δηλαδὴ ἐπερώτησιν, σχετιζομένην μὲ
802τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ὅμως, ἐνῷ μᾶς
803ζητεῖτε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογι-
804σμοῦ, δὲν ὑπεβάλατε ἔτι τὴν κατάστασιν ταύτην· πῶς
805εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θὰ μᾶς ὑποβάλητε ἔγγραφα,
806σχετιζόμενα μὲ ἄλλας ἐπερωτήσεις, μὲ ὅλην τὴν παρ’ ὑμῶν
807δεικνυομένην προθυμίαν; Τί νὰ συζητήσωμεν, ὅταν δὲν
808μᾶς προσάγητε τὰ ἀπαιτούμενα ἔγγραφα; Προϋπολογι-
809σμόν; Καὶ πῶς ἄνευ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐζητήσαμεν,
810ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων, δυνάμεθα νὰ ἐξελέγξωμεν τοῦτον;
811Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ τὸν ὑποστηρίζητε, ὡς τὸν ὑποστηρίζετε,
812διὰ νὰ τολμᾷ νὰ λέγῃ ὅσα λέγει, καὶ νὰ ἐπικαλῆται στρε-
813βλουμένους τύπους, καὶ νὰ ἀπαιτῇ ἀντίθετον ἐκ μέρους τῆς
814Ἀντιπολιτεύσεως πολιτείαν ἐκείνης, ἣν ἀκολουθεῖ. Μετὰ
815τὴν εἰκόνα ταύτην, φρονεῖ ὅτι μᾶς καταγγέλλει ἐνώπιον
816τοῦ Κράτους, ἂν εἴπῃ ὅτι κωλυσιεργοῦμεν! Ἤθελον παρα-
817δεχθῆ, ὅτι ἡ καταγγελία ἠδύνατο νὰ ἀξιωθῇ προσοχῆς
818τινος, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν διῴκει τὴν χώραν ὡς τὴν
819διοικεῖ. Ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη, καθ’ ἃ διοικεῖ τὴν χώραν ὁ ἄνθρω-
820πος ὁ ἀπαίσιος, ὁ καθήμενος ἐκεῖ, δὲν ἔφερε, παρὰ τὴν
821ἐρήμωσιν καὶ τὴν πενίαν. Καὶ ἐπειδὴ τυχὸν θὰ φανῇ εἴς
822τινας βαρεῖα ἡ ἔκφρασις, ἐρωτῶ ὑμᾶς,— εἶσθε πάντες οἰκο-
823κυραῖοι — τίς δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι οἰκονομικῶς εὑρί-
824σκεται εἰς εὐάρεστον θέσιν, ὅταν ζῇ δανειζόμενος; Ὅταν τις
825λ. χ. ἔχῃ εἰσόδημα δραχμῶν 50 καὶ δανείζεται 300, ὅπως
826ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς παρ’ αὐτοῦ τούτου δημιουργηθείσας
827ἀνάγκας, εἰπέτε μοι, εἶναι εὐάρεστος ἡ οἰκονομικὴ κατά-
828στασις αὐτοῦ τοῦ οἰκογενειάρχου; Εἴπατέ μοι σεῖς πλέον,
829εἶσθε ἱκανοὶ νὰ διευθύνητε τὴν περιουσίαν σας, ὕστερον ἀπὸ
830τὴν δημιουργηθεῖσαν θλιβερὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἐκ
831τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε; Τοιαύτην παρέ-
832λαβεν ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν πατρίδα ἡμῶν; Σᾶς ἐφάνη
833ἴσως βαρεῖα ἡ ἔκφρασις, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράζωμαι
834διὰ περιστροφῶν, χαρακτηρίζω τὸ πρᾶγμα ὡς ἔχει. Ἐρωτῶ
835ὑμᾶς—οἱ περισσότεροι ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐποχὴν τοῦ Ὄθωνος,
836τὸ Κράτος τότε ἦτο μικρότερον καὶ εἶχε μικρότερον προϋ-
837πολογισμόν,— ἐνθυμεῖσθε ποτὲ νὰ ἔφθασεν εἰς αὐτὴν τὴν
838ἀποσύνθεσιν ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικόν; ἐνθυμεῖσθε νὰ
839εὑρέθημεν ἄλλοτε εἰς οἵαν οἰκονομικὴν κατάστασιν εὑρισκό-
840μεθα σήμερον, καὶ νὰ ἤμεθα βεβαρημένοι ἀναλόγως ὑπὸ
841τόσῳ πολλῶν καὶ μεγάλων δανείων; Καὶ δὲν λησμονεῖτε
842βεβαίως, ὅτι ἡ Δυναστεία ἐκείνη τότε εἶχε καὶ ἐσωτερικοὺς
843καὶ ἐξωτερικοὺς σπαραγμούς. Καὶ ὅταν τοιαύτη ἦναι ἡ
844διοικητικὴ καὶ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας, ὅταν ἀπὸ
845στιγμῆς εἰς στιγμὴν μᾶς ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον τῆς ἐξε-
846λέγξεως τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, νομίζετε ὅτι ὑπο-
847χρεούμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τύπων κανονισμοῦ, διὰ νὰ
848ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῶν βαρυσημάντων παρανο-
849μιῶν καὶ ἐγκλημάτων αὐτῆς;
850Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἦναί τις Ἕλλην, διὰ νὰ ἦναι
851τόσον ψυχρὸς ἀπέναντι τοιούτων θεαμάτων, ὥστε νὰ ἐπι-
852τρέπῃ νὰ ἀναβάλληται ἡ συζήτησις πράξεων, βαρυνουσῶν
853τὸ Κράτος, εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλλένδας. Ἐρωτῶ ὑμᾶς:
854ποῖαι ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων, αἵτινες ἔγειναν κατὰ τὴν πα-
855ροῦσαν Σύνοδον, δὲν ἦσαν ἄξιαι τῆς ὑψίστης προσοχῆς τοῦ
856Κοινοβουλίου; Εἴπατέ μου μίαν, καὶ κηρύσσομαι ἡττη-
857μένος. Ἐπιθυμῶ νὰ μὲ πείσητε, ἀποδεικνύοντες ὅτι ἔχω
858ἄδικον· σᾶς προκαλῶ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐλησμονήσατε, πόσας
859ἀνέφερε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Παπαγιανακόπουλος, πόσας δὲ
860ἐγὼ καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν
861ἀναγινώσκετε καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐκτραγῳ-
862δουμένην τὴν ἀνατροπὴν τῆς τάξεως, ὡς λ. χ. τοὺς φόνους
863καὶ τὰ διάφορα ἐγκλήματα τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπα-
864σμάτων, τὰς παρανομίας τῶν ἐφόρων, τῶν ταμιῶν, τῶν
865εἰσαγγελέων καὶ τῶν δικαστῶν; Εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἶναι
866ἔναυλος ἔτι εἰς τὰς ἀκοάς σας ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν
867ἤγειρε χθὲς ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, καὶ τί ἐκ ταύτης ὁ
868κ. Κατσικόπουλος ἀπεκάλυψεν. Ἐῤῥίξατε καὶ σεῖς διὰ τὴν
869εἰκόνα ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν προσέθηκε βαθύτερα ἔτι χρώ-
870ματα ὁ ἐκ Λακωνίας ἔντιμος συνάδελφος κ. Κοσσονάκος,
871χαρακτηρίσας τοὺς τέσσαρας ἐκείνους δικαστάς, ὡς χαρα-
872κτηρίζουσιν οἱ μυθιστοριογράφοι τὸν εἰδεχθῆ ἥρωα τοῦ
873μυθιστορήματός των. Ταῦτα κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν εἶναι
874ἀνάξια προσοχῆς, δὲν πρέπει νὰ γίνηται μνεία περὶ αὐτῶν,
875ἀλλὰ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς μιᾶς στιγμῆς ὁ Προϋπολο-
876γισμὸς τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐξακολουθήσουν αἱ παροχαὶ
877πρὸς τοὺς φίλους τοῦ κόμματος, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς
878δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τῆς χώρας, παρὰ τὴν
879φατρίαν καὶ μόνην. Ἂν ἦσθε ἀντιπολιτευόμενοι, θὰ ἐβλέ-
880πατε, εἰσερχόμενοι εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα, πῶς διεξάγεται
881ἡ ὑπηρεσία καὶ πῶς σᾶς ὑποδέχονται, πῶς δὲ ἀπευθύνονται οἱ
882ὑπάλληλοι πρὸς τοὺς προσερχομένους, τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς
883τὸν Πρωθυπουργόν· πρέπει νὰ ἦσθε παρόντες εἰς τὰ Δικαστήρια,
884ὅταν δικηγόροι ἀντιπολιτευόμενοι ὑποστηρίζωσι τὰς ὑπο-
885θέσεις πελατῶν των, διὰ νὰ ἴδητε, πῶς ἡ δικαιοσύνη ἀπο-
886νέμεται εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς τὸ καθεστός. Πρέπει
887νὰ παρατηρήσητε, πῶς συμπεριφέρονται τὰ στρατιωτικὰ
888ἀποσπάσματα κατὰ τῶν φίλων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν
889ταῖς ἐπαρχίαις, διὰ νὰ κρίνητε, ἂν δυνάμεθα νὰ παραδε-
890χθῶμεν τὰς προτάσεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἂν οὕτως
891ἐκπληρῶμεν τὴν ἐντολὴν καὶ τὸν συνταγματικὸν προορισμὸν
892ἡμῶν.
893Μᾶς κατηγορεῖ, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν καὶ ὅτι σοβαρῶς δὲν
894ἐπιλαμβανόμεθα τῶν ζητημάτων αὐτῶν, παρὰ μόνον πρὸς
895τὸν σκοπὸν νὰ παρεμποδίσωμεν τὸν Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τῆς
896ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω
897ἐξ ὀνόματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἐὰν ἠδυνάμην, ἤθελον
898εἴπει μετὰ παῤῥησίας: κωλυσιεργῶ, διότι οὕτως ἐξυπηρετῶ
899τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Ἐξ ἐμοῦ λέγω: θέλω νὰ σᾶς
900σταματήσω, νὰ σᾶς ἀνατρέψω τῆς ἀρχῆς· θέλω νὰ δώσω
901τὴν ἀρχὴν ταύτην εἰς ἁγνὰς χεῖρας· θέλω νὰ κατορθώσω,
902ὥστε ἄνδρες ἄλλοι νὰ σᾶς διαδεχθῶσιν, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ
903διατηρῶσι τὸ Κράτος διὰ δανείων, δι’ ὑπόπτων οἰκονομικῶν
904συνδυασμῶν καὶ διὰ παραχωρήσεων σιδηροδρόμων· θέλω νὰ
905διοικηθῇ ὁ τόπος οὕτως, ὥστε νὰ μὴ βιώσῃ ἐπὶ μακρότερον
906ἡ ληστεία, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη καὶ τὴν ὁποίαν οὐχὶ ἀπὸ
907μακροῦ χρόνου εἴχομεν φυγαδεύσει, καὶ τὴν ἐφυγαδεύσαμεν
908ὄχι ὑποχρεοῦντες τοὺς φιλησύχους πολίτας, ὡς ἀντιφρο-
909νοῦντας, νὰ τρώγουν τὰ σφαιρίδια καὶ τὴν πυρίτιδα, ἀλλ’
910ἁπλῶς δι’ ἑνὸς νόμου· θέλω νὰ σταματήσῃ ἡ διάδοχος
911Κυβέρνησις τὴν λῃστείαν, ἡ ὁποία ἔστησε τὸν θρόνον της
912ἐν τῷ ταμείῳ τῆς ὁδοποιΐας, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει
913πλέον χρῆμα, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι οἱ μηχα-
914νικοὶ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀνίκανοι νὰ ἐκπληρώσωσιν ἔργα,
915τὰ ὁποῖα μόνον ἐν σχεδίοις ἐκτελεῖ ἡ Γαλλικὴ ἀπο-
916στολὴ, καὶ διὰ τοῦτο ἔφερεν ἐκ Γαλλίας αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι
917εἰς τὴν πατρίδα των δὲν θὰ ἐλάμβανον οὐδὲ τὸ εἰκο-
918στὸν τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν ἐδῶ, ὡς ἐν καιρῷ
919θέλω ἀποδείξει. Θέλω νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν Κυβέρνησις,
920ἥτις νὰ ἀπολαμβάνῃ τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ὑπολήψεως
921ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης, διὰ νὰ παύσωσι τὰ δεινὰ τῶν ἐν
922Κρήτῃ ἀδελφῶν ἡμῶν καὶ τῶν ἁπανταχοῦ τῆς Ἀνατολῆς.
923Θέλω... καὶ τί δὲν θέλω; καὶ τί δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι
924θέλω, τὸ ὁποῖον ἐξέφυγε τῶν χειρῶν τῆς παρούσης Κυβερ-
925νήσεως; διότι εἰς αὐτὴν δὲν ὑπάρχει πρακτικὸς νοῦς, δὲν
926ὑπάρχει ἐπιστημονικὸς, δὲν ὑπάρχει αἴσθημα πατριωτισμοῦ.
927Διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, πρέπει
928πάντα τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸν μηχανισμὸν
929τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, νὰ ἵστανται εἰς τὸ ὕψος, εἰς
930τὸ ὁποῖον τὰ θέτει ἡ Πολιτεία, καὶ νὰ ἐμπνέωσιν ἐμπιστο-
931σύνην. Ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἀφ’ ἧς ἤρχισε νὰ πολιτεύηται ὁ Πρω-
932θυπουργὸς, τί ἄφησε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐξηυτέλισεν; Ἤρχι-
933σεν ἀπὸ τὴν Βασιλείαν, καὶ κατῆλθε μέχρι τοῦ τελευταίου
934τῶν ἐν τῷ Κράτει δρώντων. Μήπως ἐφείσθη τῶν φίλων του;
935Σᾶς, τοὺς ἀντιπροσώπους, τοὺς διατηροῦντας αὐτὸν ἐν τῇ
936ἀρχῇ, δὲν ἐξηυτέλισε τοσάκις καὶ διὰ τῶν προτάσεων, τὰς
937ὁποίας ὑπέβαλε καὶ ἐψηφίσατε, καὶ διὰ τῶν δημοσιογρα-
938φικῶν φύλλων του; Τὸν στρατὸν αὐτὸν διὰ τῆς δίκης τῆς
939Κούτρας δὲν συνέτριψεν; Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὴν στρατιω-
940τικὴν ἱστορίαν ἄλλων Κρατῶν, θ’ ἀπαντήσητε παρομοίας
941πράξεις, ἀλλ’ ἐκεῖ τὰς τιμωροῦσι διὰ δεκατισμοῦ ἐπὶ τόπου,
942δὲν ἀποδίδουσι τὴν σημασίαν, ἣν ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ διὰ
943τῆς δίκης ὁ Πρωθυπουργὸς, ζητήσας νὰ παρομοιώσῃ ταύτην
944πρὸς τὴν τοῦ Βαζαὶν, διότι κρίνονται ὡς ἁπλᾶ στρατιωτικὰ
945λάθη. Πῶς θέλετε νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ὁ τόπος εἰς τοὺς
946πολιτευτὰς, οἱ ὁποῖοι θὰ διαδεχθῶσιν αὐτὸν, καὶ ἐπὶ ἐκεί-
947νους, οἱ ὁποῖοι θὰ διαδεχθῶσι καὶ τούτους, ὅταν ὁ Πρωθυ-
948πουργὸς δὲν κάμνῃ ἄλλο, ἀφ’ ἧς ἐφάνη εἰς τὴν πολιτικὴν,
949ἢ πάντας, καὶ τοὺς φίλους του καὶ τοὺς συνυπουργούς του
950καὶ τοὺς ἀντιπάλους του, νὰ ζητῇ νὰ ἐξευτελίζῃ διὰ τῶν
951ὀργάνων του, τὰ ὁποῖα συντηροῦσιν οἱ συνέταιροί του χρη-
952ματισταί; Ἐλησμονήσατε ὅτι ἀπέβαλεν ἕνα Ὑπουργὸν
953χάριν ἑνὸς τμηματάρχου; Δὲν βλέπετε, ὅτι διατηρεῖ τὸν Πα-
954παλουκᾶν γυμνασιάρχην, καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἰδιαίτερόν
955του γραμματέα, ἐνῷ ἀμφότεροι περιύβρισαν τὸν Ὑπουργὸν
956τῆς Παιδείας; Καὶ ποῖον ἄφησε, χωρὶς νὰ προσπαθήσῃ νὰ
957τὸν ἐξευτελίσῃ αὐτὸς καὶ τὰ ὄργανά του; Ἤθελε χρειασθῆ
958χρόνος μακρὸς πρὸς ἀφήγησιν τούτων. Ἐπιφυλάσσων μόνον
959εἰς ἑαυτὸν θυμιάματα καὶ παραδίδων διὰ τῶν ὀργάνων του
960ψευδεῖς εἰκόνας περὶ ἑαυτοῦ, προκαλῶν ἀνταποκρίσεις εἰς τὰς
961ξένας ἐφημερίδας, οὐχὶ μόνον εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς, ἀλλὰ καὶ
962εἰς αὐτὰς τὰς ἐν Ἀμερικῇ ἐκδιδομένας, ζητεῖ νὰ ἐξαπατήσῃ
963τὸν λαὸν, παριστῶν αὐτὸς ἑαυτὸν ὡς τὸν μόνον ἀστέρα,
964εἰς ὃν πρέπει ν’ ἀναβλέπωμεν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, — διὰ νὰ σᾶς
965φέρω ἓν παράδειγμα, — ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπανα-
966στάσεως τῆς Κρήτης ἀφίκετο ἐνταῦθα ἐξ Ἀμερικῆς στρα-
967τηγὸς, ἔχων ἀπόφασιν νὰ συνδράμῃ ὑλικῶς τὴν ἐπανάστα-
968σιν. Διατρίβων ἐδῶ πρὸς τοῦτο, ἐγνωρίσθη μὲ διαφόρους,
969μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ μὲ τὸν κ. Βαρελίδην. Οὗτος ἐσύστησε
970φίλον τού τινα πρὸς τὸν στρατηγὸν, ὅστις, κατὰ τὴν ἀνα-
971χώρησίν του παρέλαβε τοῦτον μεθ’ ἑαυτοῦ. Εἰς τοῦτον ὁ
972Βαρελίδης συντάξας ἀπέστειλεν ἀνταπόκρισιν, τὴν ὁποίαν
973ἐδημοσίευσεν ἀμερικανική τις ἐφημερίς, ἥτις οὔτε τὴν Ἑλ-
974λάδα γνωρίζει, οὔτε τὰ πρόσωπα, οὔτε ἐνδιαφέρεται διὰ τὰ
975λαμβάνοντα χώραν ἐνταῦθα. Διὰ τῆς ἀνταποκρίσεως ταύ-
976της ἐξαίρεται ὁ μέγας ἀνὴρ, ὅστις δυστυχῶς δὲν ἐγεννήθη
977εἰς Γερμανίαν, διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὸν Βίσμαρκ καὶ διοικήσῃ
978τὴν Εὐρώπην!
979Ταύτην τὴν ἀνταπόκρισιν, τὴν συνταχθεῖσαν ἐν τοῖς ἰδιαι-
980τέροις γραφείοις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀποσταλεῖσαν εἰς
981Ἀμερικὴν πρὸς δημοσίευσιν, ἀνεδημοσίευσεν ἐνταῦθα ἡ φίλη
982μου «Νέα Ἐφημερὶς», μὲ προοίμιον ἀρκετὰ ζωηρὸν, διὰ νὰ
983παρασύρῃ τοὺς ἁπλουστέρους. Μᾶς παρουσιάζουν οὕτω διὰ τοι-
984ούτων μέσων ὡς ὑπέροχον διάνοιαν ταύτην, τὴν ὁποίαν πρέπει
985νὰ παρακολουθήσωμεν πάντες, τῆς ὁποίας νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀντι-
986πολίτευσις, διότι τότε μόνον θ’ ἀνατείλωσιν αἱ εὐτυχεῖς ἡμέ-
987ραι, καθ’ ἃς ὁ Γεώργιος θὰ μεταφέρῃ τὸν θρόνον αὐτοῦ εἰς
988Κωνσταντινούπολιν. Μὲ τοιαῦτα ψεύδη ἔστησε καὶ ζητεῖ νὰ
989στερεώσῃ τὸν πρωθυπουργικόν του θρόνον ὁ κ. Τρικούπης.
990Ἐξ ἑνὸς ζητεῖ νὰ ἐξευτελίζῃ τοὺς πάντας, ἐξ ἄλλου πειρᾶται
991διὰ τοιούτων φαντασιωδῶν ἀνταποκρίσεων νὰ ἀνυψωθῇ.
992Δὲν ὑψοῦνται οὕτω οἱ διοικοῦντες, καὶ δὲν ἀποκτῶσι τὴν
993ἐμπιστοσύνην τοῦ τόπου, ἀλλὰ διὰ τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα
994διοίκησις πατρικὴ παρέχει εἰς τὴν πατρίδα.
995Ὅταν λοιπὸν τοιοῦτον ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν ἀντίπαλον,
996οὕτω διέποντα τὰς τύχας τῆς χώρας, τοιαῦτα καὶ τηλι-
997καῦτα πράττοντα κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν, τί θέλετε νὰ
998πράξωμεν; Καὶ δὲν εἶναι ἐν ἀρχῇ τοῦ σταδίου, εἶναι ὀκτὼ
999ἔτη, καθ’ ἃ μόνος παρίσταται ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ τὸ σύστημά
1000του λειτουργεῖ, ἀπολαμβάνουσι δὲ ἤδη οἱ Ἕλληνες τῶν
1001καρπῶν τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ συστήματός του, καὶ βλέπομεν
1002ἀναγραφομένας εἰς τὰς ἐφημερίδας ἑκάστοτε τὰς πτωχεύσεις
1003τῶν διαφόρων πολιτῶν τοῦ Κράτους, ἐμπόρων τε καὶ
1004ἄλλων! Δὲν εἴμεθα ἐν ἀρχῇ τοῦ σταδίου τοῦ ἀνδρὸς, διὰ
1005νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παραδεχώμεθα τὰς γνώ-
1006μας μου καὶ τὰ συστήματά του, ὡς ἀγνοοῦντες τοῦτον,
1007ἐπειδὴ δὲ ἤδη ἀπολαμβάνομεν τοὺς καρποὺς τῆς διοική-
1008σεως αὐτοῦ, τὴν δυστυχίαν δηλαδὴ, ἥτις κατέκλυσε τὴν
1009Ἑλλάδα, καθῆκον ἔχομεν, ὑπηρετοῦντες τὴν πατρίδα, νὰ
1010παρακωλύσωμεν πᾶσαν ἐργασίαν καὶ πᾶσαν πρόοδον τῶν
1011τοιούτων μέτρων τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὅταν ἔχω αὐτὰς τὰς
1012ἀριδήλους ἀποδείξεις, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑποκύψω εἰς τὸν
1013τύπον τῶν λεγομένων πλειονοψηφιῶν, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ
1014πλειονοψηφία, μετὰ τὰς ἀποδείξεις τῆς οἰκτρᾶς διοικήσεως
1015τῆς πατρίδος, δὲν φέρει τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον τὸ πολίτευμα
1016ἔδωκε πρὸς αὐτήν.
1017Ζητῶ νὰ κατέλθῃ ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς ἐκλογὰς, ζητῶ
1018τὸ Κράτος ν’ ἀποφανθῇ μετὰ τὰ γινόμενα τὴν γνώμην του,
1019καὶ ἂν αὕτη ἦναι ὑπὲρ τοῦ συστήματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ,
1020τότε δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσω τὴν αὐτὴν
1021τακτικήν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι συνταγματικῶς δὲν ἀντιπρο-
1022σωπεύει ἡ πλειονοψηφία τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, καὶ ζητῶ
1023τὴν διάλυσιν τῆς· ζητῶ νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸν ἀγῶνα, καὶ
1024ν’ ἀποφανθῇ τὸ Κράτος. Εἶναι ἡ τελευταία Σύνοδος· δὲν
1025νομίζω ὅτι, ἂν δὲν ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, θὰ παρα-
1026βλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου· διότι, καὶ ἂν ψηφί-
1027σωμεν τοῦτον, ὅταν θὰ ἐπανέλθωμεν, θὰ μᾶς παρουσιασθῶσι
1028νέαι πιστώσεις, συμπληρωματικαί, καὶ τοῦτο συμβαίνει
1029καθ’ ὅλην ταύτην τὴν Περίοδον. Ἐνθυμεῖσθε, ἐψηφίσατε
1030Προϋπολογισμὸν, καὶ ὅμως καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν Σύνοδον
1031ἐψηφίσατε καὶ μέλλετε νὰ ψηφίσητε σωρείαν πιστώσεων
1032συμπληρωματικῶν, καὶ ὅμως δὲν προσέκρουσεν εἴς τι ἡ
1033διοικητικὴ μηχανὴ τοῦ Κράτους· δύναται ἑπομένως νὰ διοι-
1034κηθῇ ἡ χώρα ἄνευ Προϋπολογισμοῦ, μέχρις ὅτου ἐπανέλθῃ
1035ἡ νέα Βουλή. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἀντιστρατεύομαι
1036εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, παρακωλύων τὰς ἐργασίας
1037τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἂν ἠδυνάμην μόνος νὰ κωλυσιεργῶ,
1038θὰ τὸ ἔπραττον, διότι νομίζω, ὅτι ἐξυπηρετῶ τὸ συμφέρον
1039τῆς πατρίδος μου. Πρὸ τῆς καταστροφῆς, τὴν ὁποίαν παρου-
1040σιάζει ἡ διοίκησις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, οἱ τύποι, τοὺς ὁποίους
1041ἐπικαλεῖται, εἶναι ἀνάξιοι τῆς προσοχῆς μου. Ἀλλὰ κωλυ-
1042σιεργῶ; Ἐὰν ἐκωλυσιέργουν πραγματικῶς κατὰ τὸν τρόπον,
1043καθ’ ὃν ἐξήγησεν ὁ Πρωθυπουργὸς, θὰ ἔκαμνον τὸ ἑξῆς·
1044ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω, ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, λαμ-
1045βάνω τὴν ἱστορίαν τοῦ Thiers, τὴν ἑλληνικὴν ἱστορίαν,
1046καὶ ἀναγινώσκω μέχρις ὅτου λήξῃ ἡ Σύνοδος. Αὐτὸ λέγεται
1047κωλυσιεργία· αὐτὸ λέγεται κωλυσιεργία ἐκ πείσματος, ἐξ
1048ἀντιπολιτεύσεως προσωπικῆς καὶ ὄχι ἐξ ἰδέας ἐθνικῆς. Τὰς
1049θεωρίας λοιπὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν νομίζω, ὅτι ὀφεί-
1050λομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει· ὀφείλομεν νὰ σταθῶμεν εἰς τὰς
1051θέσεις ἡμῶν, καὶ θὰ τὸ πράξωμεν, ἐξελέγχοντες νομίμως
1052καὶ δικαίως τὸν Πρωθυπουργὸν, συζητοῦντες δὲ τὴν πρό-
1053τασιν αὐτοῦ, ἵνα τὸν διδάξωμεν νὰ σεβασθῇ τὸ καθῆκον
1054καὶ τὸν νόμον, διὰ νὰ ἴδῃ καὶ ἡμᾶς ἀκολουθοῦντας τὸν
1055τύπον, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται.
1056§28ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς καὶ
1057συνάδελφός μου προεκάλεσεν ἡμᾶς, Κύριοι, ἐκ τῆς πλευρᾶς
1058ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν πράγ-
1059ματι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως ἦναι σύ-
1060στημα ἀπαίσιον, ὀλέθριον καὶ τὰ τοιαῦτα. Δὲν εἶναι, νο-
1061μίζω, τῆς παρούσης ἑσπέρας ἀντικείμενον, νὰ ἐρευνήσωμεν
1062περὶ τούτου, ἐὰν τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον ἡ
1063Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ, ἦναι σύστημα συμφέρον εἰς τὸν τό-
1064πον, ἢ ἦναι σύστημα ἀσύμφορον. Νομίζω ὅτι τὴν ἑσπέραν
1065ταύτην συζητεῖται μία πρᾶξις κυβερνητικὴ, ἐὰν ἡ Κυβέρ-
1066νησις ἔπραξε καλῶς νὰ τοποθετήσῃ τρεῖς πολίτας Ἕλλη-
1067νας εἰς τρεῖς θέσεις ἐν τῷ ἀνωτάτῳ Συνεδρίῳ, τῷ Ἐλεγ-
1068κτικῷ. Ἐπειδὴ μοὶ δίδεται ἀφορμὴ ἐκ τοῦ ζητήματος τού-
1069του ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, νομίζω ὅτι δύναμαι ν’ ἀπαν-
1070τήσω εἴς τινας θεωρίας, αἵτινες ἐντεῦθεν ἐξηνέχθησαν καὶ
1071εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ἴσως σπουδαῖον ν’ ἀπαντήσῃ τις,
1072ἐὰν δὲν ἀπαντήσῃ διὰ τοὺς ἁπλουστέρους, καὶ ὄχι δι’ ὑμᾶς,
1073διότι ἐνταῦθα παρακαθήμεθα, ἂς τὸ εἴπω, οἱ λογάδες, οἱ
1074ἐκλεκτοὶ τοῦ Ἔθνους, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς τὸ
1075Ἔθνος ἀνεῦρε πάντα ἐκεῖνα τὰ προσόντα, διὰ νὰ τὸ ἀντι-
1076προσωπεύσωσι· καὶ κυρίως, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἔχω σκο-
1077πὸν νὰ ἐρευνήσω τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως,
1078διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι οἱ κυβερνῶντες ἔχουσι τὸ δικαίωμα
1079νὰ διαχειρίζωνται τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθη
1080τὸ πολίτευμα εἰς αὐτοὺς καί τὴν ὁποίαν ἐξακολουθεῖ ἡ
1081Βουλὴ ἐμπιστευομένη αὐτοῖς καὶ παρέχουσα τὴν ἄδειαν,
1082ἵνα τὴν διαχειρίζωνται. Ἐὰν μὲ ἠρώτα τις περὶ τῶν προ-
1083σώπων ἐκείνων, ἤθελον εἴπει, ὅτι εἶναι ἀνάξιον τοῦ Κοινο-
1084βουλίου νὰ συζητῆται ἡ τύχη, τὸ μέλλον, αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ
1085ἐργασίαι προσώπων, ἅτινα ὁπωςδήποτε εἶναι Ἕλληνες καὶ
1086ἅτινα ὁπωςδήποτε, ὑπηρετοῦντα ἐξουσίαν τινὰ, προσέφερον
1087πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας καὶ ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς οἰκο-
1088γενείας ἐντίμους τοῦ τόπου. Δὲν θὰ πράξω ἄτοπόν τι, ἐὰν,
1089ὁμιλῶν περὶ τοῦ συμπολίτου μου κ. Βαρελίδου, εἴπω πρὸς
1090τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Βαρελίδης εἶχε πατέρα, ἀνήκοντα εἰς
1091τὴν μεγάλην γενεάν τοῦ 1821 καὶ ὅστις, συμμετασχὼν, ὡς
1092πάντες οἱ Ἕλληνες τότε, εἰς τὸν ἀγῶνα, ἐξεπλήρωσε τὸ
1093καθῆκόν του. Τοῦτο δὲν τὸ φέρω ὡς περγαμηνὴν ὑπὲρ τοῦ
1094κ. Βαρελίδου, θέλω νὰ εἴπω ὅμως, ὅτι ὁ Βαρελίδης ἔχει
1095καὶ ἰδίας ὑπηρεσίας, καὶ ἂν οὗτος ἦναι ἄνθρωπος, ὅστις
1096ἐγκληματῶν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἰς ἣν ἀνῆλθεν, ὅταν
1097ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) παραλάβῃ τὴν
1098Κυβέρνησιν, ἔχει τὸ δικαίωμα μετὰ τῶν ἄλλων πράξεων
1099τῆς παρούσης Κυβερνήσεως νὰ συνεξετάσῃ καὶ ταύτην, καὶ
1100ἐὰν ἀνεύρῃ, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς ἀναῤῥήσεως εἰς τὸν βαθμὸν
1101ἐκεῖνον τοῦ Βαρελίδου εἶναι ἐγκληματική, καὶ ταύτην δύ-
1102ναται ἀκόμη νὰ καταδιώξῃ.
1103Μόλις εἶχον διεκπεραιώσει τὰς σπουδάς μου τότε, ὅτε
1104συνῆλθεν ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1863, καὶ δὲν εἶχον
1105τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελέσω μέρος αὐτῆς, διὰ νὰ ἦμαι ἐν γνώ-
1106σει τῶν θεωριῶν καὶ τῶν δογμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ
1107ἄνδρες ἐκεῖνοι ἔθετον τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἐστήριξαν τὸ πολί-
1108τευμα· ἀνέγνωσα τὰ κατὰ τὴν σύνταξιν τότε τοῦ πολιτεύ-
1109ματος, καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἐλυπήθην, ἀκούσας τοῦ
1110ἐντίμου προλαλήσαντος συναδέλφου, εἰπόντος θεωρίας,
1111ἀγνώστους πρὸς ἐκείνους καὶ πρὸς πάντα ἐγκύψαντα εἰς
1112τὴν μελέτην τοῦ δημοσίου δικαίου ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἔγρα-
1113ψαν περὶ τοῦ πολιτεύματος, ὅπερ διέπει καὶ τὴν πατρίδα
1114ἡμῶν. Δὲν κωλυσιεργοῦν, δὲν παρεμποδίζουν, δὲν τίθεται
1115φραγμὸς, λέγει τὸ πολίτευμα, ὁπόταν εἴτε καλῶς εἴτε κα-
1116κῶς ἐκεῖθεν ἢ ἐντεῦθεν παρακάθηνται οἱ πλείονες, διότι,
1117ἐὰν κωλυσιεργήσωσι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παράγονται
1118προηγούμενα ἀπαίσια, ὀλέθρια, τὰ ὁποῖα προηγούμενα ἂν
1119μιμηθῶσιν οἱ ἐπερχόμενοι, ἀλλοίμονον! τὸ πολίτευμα δὲν
1120δύναται νὰ ὑπάρξῃ, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως! Καὶ λυποῦ-
1121μαι, διότι θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω, ὄχι διατὶ τὸ
1122Στέμμα δὲν κάμνει χρῆσιν μιᾶς προνομίας ἐκ τῶν πολλῶν,
1123τὰς ὁποίας ἔχει, διότι δὲν δύναται τὸ Στέμμα νὰ κάμῃ
1124χρῆσιν αὐτῆς, ὁπόταν ἐκεῖθεν ἢ ἐντεῦθεν παρακάθηνται οἱ
1125πλείονες.....
1126§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἔκαμεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ
1127πατρός μου.
1128§30ΤΖΑΝΕΣ. Λυποῦμαι διότι τὸ Στέμμα σιγᾷ, ἐνῷ δύνα-
1129ται νὰ κάμῃ χρῆσιν, πλὴν αὐτῆς, ἄλλης προνομίας. Ὁπό-
1130ταν τὸ Στέμμα βλέπῃ προσβαλλόμενον τὸ πολίτευμα, ἐπὶ
1131τοῦ ὁποίου ὡρκίσθη, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βου-
1132λήν· αὕτη δὲ εἶναι ἡ χρῆσις τῆς προνομίας, τὴν ὁποίαν
1133δύναται νὰ κάμῃ.
1134§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποία εἶναι αὕτη;
1135§32ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ δὲν ἦλθον νὰ κάμω τὸν διδάσκαλον
1136ἐδῶ, διότι αἰσθάνομαι ὅτι αἱ γνώσεις, τὰς ὁποίας ἔχω,
1137εἶναι ὀλιγώτεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἄλλοι, παρα-
1138καθήμενοι ἐκεῖθεν, καὶ οἱ ὁποῖοι πλειότερον ἐμοῦ ἐμελέτη-
1139σαν καὶ πλειότερα ἐμοῦ γινώσκουσι.
1140Λέγω μόνον, ὅτι λυποῦμαι, διότι τὸ Στέμμα δὲν κά-
1141μνει χρῆσιν τῆς προνομίας ἐκείνης, καὶ εἴθε ἡ παροῦσα
1142κατάστασις τῆς Βουλῆς νὰ προκαλέσῃ τὸ Στέμμα νὰ σκε-
1143φθῇ περὶ τούτου σπουδαίως.
1144Κύριοι Βουλευταὶ, ἐῤῥέθησαν πολλὰ ἐν τῇ Βουλῇ ἀπό
1145τινος περὶ τῆς δικαιοσύνης, περὶ τῆς οἰκονομίας, περὶ τῶν
1146φυλακῶν καὶ περὶ καὶ περὶ, καὶ πολλὰ περὶ, ἀλλὰ νομίζω,
1147ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἐξε-
1148τάσωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα
1149ἔχουσιν ἱστορίαν δυστυχῶς μακράν. Ἐὰν ἡ δικαιοσύνη τῆς
1150πατρίδος ἡμῶν προσκόπτῃ, ἐὰν οἱ ἄνδρες, οἱ λειτουργοῦν-
1151τες εἰς τὸν βωμὸν τῆς δικαιοσύνης, δὲν φέρωνται καλῶς,
1152τοῦτο δὲν ἔχει τὴν ἀφορμήν του, οὔτε τὴν αἰτίαν του, εἰς
1153μίαν ἀμέλειαν ἢ μίαν πρᾶξιν, ἔστω καὶ τῆς προηγουμένης
1154καὶ τῆς προπροηγουμένης καὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως,
1155τοῦτο εἶναι νόσημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ
1156τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν, τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, ἐπῆλθεν ὁ νόμος
1157τῆς ἰσοβιότητος καὶ συνεπῆλθεν ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος
1158ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης ὠνόμασε Lex Zaimiana. Ὅταν εἰς
1159τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀφίνεται ἡ εὐθύνη—καὶ
1160ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ῥάλλην, τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς
1161Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος προΐστατο ἄλλοτε τῆς δικαιοσύνης
1162καὶ τὴν διεχειρίσθη ἐντιμότατα, — ὅταν, λέγω, εἰς τὸν
1163Ὑπουργὸν δὲν ἀφίνεται ἡ εὐθύνη τοῦ διορισμοῦ τῶν προσώ-
1164πων, ἅτινα καλοῦνται εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύ-
1165νης, ὅταν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὑποδεικνύῃ μία Ἐπιτροπὴ
1166πολλάκις ἐντίμους καὶ ἀξίους ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ πολ-
1167λάκις στρατολογουμένους ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα
1168δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσι λειτουργοὶ τῆς δικαιοσύνης, τότε
1169ὁποίαν τινὰ εὐθύνην δύναται νὰ ἔχῃ μία Κυβέρνησις, ἐὰν
1170δὲν ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της;
1171Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης,
1172ἐρχόμενον ἐν τῇ Βουλῇ, ἔρχεται ἐπουσιωδῶς καὶ παρα-
1173καίρως, καὶ δὲν ἔρχεται ἐκ τῶν αἰτιῶν του, καὶ δὲν ἔρχε-
1174ται μὲ τὰς ἀφορμὰς, αἵτινες τὸ παρακολουθοῦσι.
1175Θέλετε νὰ ἔχητε δικαιοσύνην; Δώσατε ἄρτον, καὶ δί-
1176δοντες ἄρτον, καλεῖτε εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης
1177ἄνδρας λογάδας, ἐπιστήμονας ἐντίμους. Δὲν δίδετε ἄρτον;
1178Θὰ ἴδητε τὰ κατασταλάγματα ἐπὶ τέλους εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν
1179τῆς Θέμιδος, διότι ἕκαστος ἄνθρωπος, ὅστις σύνοιδε τὴν
1180ἀξίαν αὑτοῦ, καὶ ἕκαστος ἄνθρωπος, ὅστις σχηματίσει οἰ-
1181κογένειαν, δὲν δύναται, ναὶ, Κύριοι, δὲν δύναται μὲ 300
1182δραχμὰς, ἔχων οἰκογένειαν, συγκειμένην ἀπὸ ἓξ μέλη πολ-
1183λάκις, νὰ ἦναι ἀδέκαστος, νὰ ἦναι ἥρως, ἀπέναντι τῆς
1184πείνης, ὅστις, ὅσον καὶ ἂν ἦναι τοιοῦτος, πολλάκις κάμπτε-
1185ται, καὶ ὁπόταν μάλιστα δυστυχῶς εἰς τὴν δικαιοσύνην
1186στρατολογοῦνται οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, περὶ τῶν ὁποίων χθὲς
1187ἐλέχθησαν τοσαῦτα.
1188Ἐλέχθη ἐνταῦθα καὶ περὶ τῶν φυλακῶν, καὶ ὠνομάσθη-
1189σαν τέρατα ἀποφώλια, κακοῦργοι, οἱ δυστυχεῖς κατάδικοι.
1190Τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητή-
1191σεως τῆς Βουλῆς, τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν ἀνάγκη νὰ συ-
1192ζητηθῇ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιζητήσωσι τὰ αἴτια
1193τοῦ ἐγκλήματος ἐκεῖ, ὅπου ἐπιζητεῖ καὶ ἀνευρίσκει αὐτὰ
1194ἡ ἐπιστήμη. Δὲν εἶναι τέρας, δὲν εἶναι κακοῦργος ὁ ἐγκλη-
1195ματῶν, ὄχι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα μάλιστα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι
1196ὁ βίος ἄνετος, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα μάλιστα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ
1197παιδεία εἶναι ἀτελὴς, ἂν ὄχι ἄγνωστος, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα,
1198εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει πλοῦτος,—καὶ πλοῦτος συνοδευόμενος
1199μὲ τὴν ἀμάθειαν ἔχει τὰς κακὰς καὶ ὀλεθρίας συνεπείας
1200αὑτοῦ,—εἰς τὰ μέρη ταῦτα ὁ ἐγκληματῶν πρέπει νὰ κρίνη-
1201ται ὄχι μὲ τὸ μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον κρίνεται ἐνίοτε ἐν τῷ
1202περιβόλῳ τούτῳ ἀπό τινας συναδέλφους, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα,
1203ἅτινα διέπονται ὑπὸ συστήματος φυλακῶν, περὶ τοῦ ὁποίου
1204ἤκουσα πολλάκις συναδέλφους ἀγανακτοῦντας νὰ λέγωσιν,
1205ὅτι μόνον ἔθνη βάρβαρα δύνανται νὰ ἔχωσι τοιοῦτον σύ-
1206στημα, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ὁ ἐγκληματῶν δὲν δύναται νὰ
1207ἐξετάζηται ὅπως ἐξετάζεται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πολλάκις,
1208καὶ νὰ ὀνομάζηται τέρας ἀποφώλιον, κακοῦργος.
1209Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ἐρχόμενοι ἐνταῦθα
1210καὶ θέλοντες νὰ κωλυσιεργήσωμεν, ἐπιλαμβανόμεθα ζητη-
1211μάτων, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ φέρωνται ἐν τῷ Κοινοβου-
1212λίῳ, διότι, ὡς προεῖπον, εἶναι ζητήματα μελέτης ἐμβριθοῦς
1213καὶ πολλῆς προσοχῆς ἄξια.
1214Τελευτῶν νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιό-
1215τιμον συνάδελφόν μου ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴν, εἰπόντα:
1216«δὲν γνωρίζετε σεῖς, ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου,
1217»καὶ δι’ αὐτὸ σιγᾶτε». Γνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ κατάστα-
1218σις, ἔχομεν ὅμως τὴν ἰδέαν, ὅτι δι’ ὅλων τῶν μέσων καὶ
1219πάσῃ θυσίᾳ ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ παρέλθῃ. Κύ-
1220ριοι Βουλευταί, δὲν σχηματίζονται ἐντὸς ἡμίσεως αἰῶνος
1221τὰ ἔθνη. Ὅπως κατὰ τοὺς γεωλόγους τὰ ἡφαίστεια δὲν
1222σχηματίζονται διὰ μιᾶς, ἀλλὰ πρέπει προηγουμένως νὰ
1223ὑποστῶσιν ἐκρήξεις, οὕτω καὶ τὰ ἔθνη πρέπει νὰ ὑποκύ-
1224ψωσιν εἰς καταπονήσεις, τὰ ἔθνη πρέπει νὰ πληρώσωσι
1225φόρους βαρεῖς, ἀλλὰ πληρόνοντα καὶ καταπονούμενα νὰ
1226παρουσιάζωσιν ἔργα. Ἐγὼ ἀνήκω εἰς νομὸν, ὁ ὁποῖος ἴσως
1227εἶναι εἷς ἐκ τῶν νομῶν ἐκείνων, οἵτινες καταβάλλουσι
1228πλειότερα, κατεπονήθη, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐγὼ τοὐλά-
1229χιστον ἐπείσθην, ὅτι, ἀποβλέπων εἰς τὴν συναποτέλεσιν
1230τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἤρξατο, τὴν καταπόνησιν ἐκείνην οὐ-
1231δαμῶς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἐὰν ἐγὼ πλανῶμαι, θὰ ἔλθῃ
1232ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δικάσῃ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν
1233ἀντιφρονούντων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα φυσικῶς,
1234νὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα, χωρὶς νὰ ἐκβιασθῇ καὶ χωρὶς νὰ παρα-
1235κωλυθῶσι τὰ ἔργα τοῦ Κοινοβουλίου, ὥστε οὐδεὶς νὰ πι-
1236στεύσῃ, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν λειτουργεῖ
1237καὶ συνεπῶς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδένα λόγον ὑπάρξεως.
1238§33ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν θέλω εἰσέλθει καὶ ἐκ δευτέρου εἰς τὴν
1239κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, σκοπῶ μόνον νὰ
1240προσπαθήσω ν’ ἀποκρούσω ὅσα παρεμπιπτόντως κατὰ προσ-
1241ποίησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου εἶπε. Χθὲς, ἀφοῦ
1242ἐπεράτωσα τὴν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἀγόρευσίν μου,
1243ἐπὶ ἱκανὰ λεπτὰ τῆς ὥρας ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀρι-
1244στερὰν) ἀνέμενε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ· ἀλλ’ ὁ
1245κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε ἀπήντα, οὔτε ἀναβολὴν τῆς ἐπε-
1246ρωτήσεως προέτεινεν. Ἠναγκάσθη ἕτερος τῶν ἀξιοτίμων
1247συναδέλφων νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ μετ’ αὐτὸν τρίτος,
1248καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ὁ τελευταῖος οὗτος ἠγόρευεν, ὁ Πρω-
1249θυπουργὸς κατεγίνετο ἐπίτηδες εἰς συνομιλίας ἄλλας, μὴ
1250προσέχων παντάπασιν εἰς τὸ θέμα, ἐνῷ ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν
1251ἀπαρτίᾳ, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη. Ἐγένετο ἡ ἔν-
1252στασις ἀπαρτίας πρὸς τιμωρίαν καὶ σωφρονισμὸν τῆς Κυ-
1253βερνήσεως, καὶ ἡ ἔνστασις ἐπέτυχεν. Ἐζήτησεν ἆρά γε ὁ
1254κ. Πρωθυπουργὸς ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ὡς πρὸς τὴν
1255ἐπερώτησιν ταύτην, καὶ ἡ πτέρυξ ἡμῶν ἠρνήθη νὰ πα-
1256ράσχῃ αὐτήν; Κεκυφὼς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἴσως ὡς ἐκ
1257τῶν πολλῶν πολιτικῶν ἁμαρτιῶν, ἃς ἐπὶ τῆς ῥάχεως
1258αὑτοῦ φέρει, οὐδὲ συζήτησιν οὐδὲ ἀναβολὴν τῆς προτάσεως
1259ἢ τῆς ἐπερωτήσεως προέβαλε. Τί ἐπεθύμει, παρακαλῶ, νὰ
1260πράξωμεν; Ἀνέλαβε βεβαίως καὶ δεύτερος καὶ τρίτος τὸν
1261λόγον. Μήπως ἡμεῖς προεβάλομεν πρότασιν πρὸς τὴν Βου-
1262λὴν χθὲς τὸ ἑσπέρας, δι’ ἧς ἰσχυριζόμεθα καὶ ἐπεμένομεν,
1263ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν ἐνοοῦμεν νὰ συζητήσωμεν,
1264ἢ οὕτως ἢ ἄλλως; Παντάπασιν. Ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς
1265ἐνόμιζεν, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην ὀλίγων ὡρῶν, ἢ ὀλίγων ἡμε-
1266ρῶν, ἵνα κομίσῃ εἰς τὴν αἴθουσαν τὰς δικαιολογίας καὶ
1267τὰς ἀπαντήσεις, οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ πτέρυξ, εἰς
1268ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, δὲν ἤθελεν ἀρνηθῆ τὴν αἴτη-
1269σιν ταύτην. Ἀλλ’ ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι πολλάκις ὁ Πρω-
1270θυπουργὸς ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα εὐθὺς ἀμέσως, ἅμα τῇ εἰσα-
1271γωγῇ τῶν ἐπερωτήσεων· προχθὲς ἀκόμη δὲν προὐκλήθη
1272ἐξαπίνης ἡ περὶ τῶν ἐν Λαρίσσῃ πραγμάτων ἐπερώτησις,
1273καὶ ἀμέσως δὲν ἀνέλαβε τὴν ἀπάντησιν καὶ τὸν ἀγῶνα ὁ
1274κ. Πρωθυπουργός; Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω μυρίας
1275περιστάσεις, καθ’ ἃς δὲν ἠκολούθησε τὸ αὐστηρὸν αὐτὸ
1276δόγμα, ὅπερ ἀπόψε θέλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν;
1277Χθὲς ἐγὼ, περαίνων τὸν λόγον, τί ἄλλο ὑπεδείκνυον,
1278εἰμὴ ὅτι, ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχῃ ἀνάγκην χρόνου τινὸς,
1279ἵνα ἀπαντήσῃ πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου, οὐδαμῶς οὐδ’ ἐγὼ
1280οὐδ’ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ
1281ἀρνηθῶμεν πρὸς αὐτὸν τὴν παροχὴν ταύτην τῆς προθεσμίας;
1282«Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τίνα γνώμην περὶ πάντων τούτων
1283»ἔχει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις καὶ εἰδικῶς ἐν τῇ περιστάσει
1284»ταύτῃ εὐθύνεται κλπ.» ἔλεγον χθές. Τί ἄλλο διὰ τοῦ τού-
1285του ὑπεδεικνύετο, εἰμὴ ὅτι ἀνεμένομεν ἢ τὴν ἀπάντησιν
1286τὴν ἄμεσον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἢ τὴν αἴτησιν παρ’ αὐτοῦ
1287ἀναβολῆς, πρὸς παροχὴν πληροφοριῶν καὶ μελέτην;
1288Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ποῦ ἆρά γε καὶ ἐν τίνι ἄρθρῳ
1289τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ διέποντος τὰ τῆς Βουλῆς, ἀνεῦρεν ὁ
1290κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ ἐπερωτήσεις ὑποβάλλον-
1291ται εἰς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς ὃ ὑποβάλλονται
1292αἱ ἄλλαι προτάσεις; Ἐὰν τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ
1293ἀφεώρα καὶ τὰς ἐπερωτήσεις, τότε βεβαίως τὸ ἄρθρον τοῦτο
1294ἐφαρμόζεται ἐν τῇ ὁλομερείᾳ αὐτοῦ καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐπερω-
1295τήσεις. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναγνώσωμεν τὰς τελευταίας γραμμὰς τοῦ
1296ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τί θέλομεν ἴδει;
1297(ἀναγινώσκει): «Συζητεῖται δὲ (ἡ πρότασις) κατὰ τὴν σει-
1298»ρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλή, κηρύξασα αὐ-
1299»τὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην προηγουμένην ἡμέραν
1300»πρὸς συζήτησιν».
1301Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἀφορᾷ
1302καὶ τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς τεινούσας πρὸς ἔλεγχον τῶν ὑπευ-
1303θύνων Κυβερνήσεων; Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, τοιαύτης
1304Κυβερνήσεως ἡγουμένης τῆς πλειονοψηφίας, ἐπιθυμῶ νὰ
1305μάθω, ποία ἐπερώτησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τείνουσα εἰς
1306ἔλεγχον τῶν πράξεων τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἤθελε λά-
1307βει ποτὲ τὴν τύχην νὰ συζητηθῇ καὶ ἐγγραφῇ κατὰ προτί-
1308μησιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει; Θέλομεν λοιπὸν τάχα ἐξαρ-
1309τήσει τὸ ὕψιστον τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, τὸ δικαίω-
1310μα τοῦ ἐλέγχου διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, θέλομεν ἐξαρτήσει
1311ἆρά γε καὶ τοῦτο ἐκ τῆς θελήσεως τῆς πλειονοψηφίας; Καὶ
1312δὲν ἀρκεῖ ἡ κατάχρησις, ἣν ἡ πλειονοψηφία, εἰσηγουμένης
1313τῆς Κυβερνήσεως, ποιεῖται τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, ἀλλ’
1314ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ὑποδουλώσεως, ὥστε
1315νὰ ἀκούσωμεν, ὅτι καὶ αἱ ἐπερωτήσεις πρέπει νὰ δίδωνται
1316ἐγγράφως καὶ ἰδιοχείρως παρὰ τοῦ εἰσάγοντος αὐτὰς εἰς τὸ
1317Προεδρεῖον, ὡς ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 34 περὶ προτάσεων, ὅτι
1318πρέπει νὰ καταχωρίζωνται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον κατὰ χρο-
1319νολογικὴν τάξιν καὶ νὰ ἀνακοινῶνται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ
1320τοῦ Προέδρου, κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Κανονισμοῦ; Καὶ πότε,
1321παρακαλῶ, ἄλλοτε ἐγένετο τοῦτο; καὶ ποίαν ἔγγραφον ἐπε-
1322ρώτησιν ἔχει νὰ δείξῃ ἡμῖν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἡγεῖτο
1323τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατακεχωρισμένην ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς
1324Βουλῆς καὶ ὑπὸ ὅλους τούτους τοὺς περιορισμούς; Μήπως
1325νομίζουσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες δύνανται
1326νὰ ἀναγινώσκωσι τοὺς νόμους;
1327Εἶναι εὐτύχημα διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι διὰ τοιού-
1328των σαθρῶν ἐπιχειρημάτων, ἀναξίων τῆς αἰθούσης ταύτης,
1329προσπαθοῦσι ν’ ἀποτρέψωσιν ἀπ’ αὐτῶν τοὺς ἀπειλουμένους
1330κινδύνους, τοὺς κινδύνους τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων αὐτῶν.
1331Εὐτυχῶς τὰ γιγνόμενα καὶ τὰ λεγόμενα ἐν τῇ αἰθούσῃ
1332ταύτῃ δὲν περιορίζονται εἰς τὸν στενὸν χῶρον αὐτῆς· τὰ λε-
1333γόμενα καὶ τὰ προβαλλόμενα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἴτε
1334παρὰ τῆς ἀριστερᾶς εἴτε παρὰ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, διαδί-
1335δονται ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀκούονται καὶ κρίνον-
1336ται, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐπ’ αὐτῶν δικάζει. Οὐδεμίαν ἔχω
1337ἀμφιβολίαν, ὅτι μετ’ ἀγανακτήσεως καὶ μετὰ οἰκτιρμοῦ ἡ
1338Ἑλληνικὴ κοινωνία θέλει ἀκούσει, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνει τὸν
1339ἀγῶνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπερωτώμενος περὶ σκανδαλω-
1340δεστάτου ἐπεισοδίου, οὗτινος ἕνεκεν ἐξακολουθεῖ ἡ ἀγανά-
1341κτησις σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι δὲν ἀνα-
1342λαμβάνει τὸν ἀγῶνα διατί; Οὐχὶ διότι ἔχει τι ν’ ἀπαν-
1343τήσῃ, διότι, ἂν εἶχεν, ἤθελεν εὐθὺς ἀμέσως τὸ πράξει, ἀλλὰ
1344διότι δὲν ἔχει τι νὰ ἀπαντήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο ὀχυροῦται
1345ὄπισθεν ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, οὐδεμίαν ἔχοντος ἐφαρ-
1346μογὴν, προκειμένου περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς
1347ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, ἐνασκουμένου διὰ τῶν ἐπερωτήσεων
1348ἑκάστου Βουλευτοῦ.
1349Κωλυσιεργοῦμεν, (εἶναι νέα ἡ λέξις, πέρυσιν εὗρον αὐτὴν
1350οἱ δημοσιογράφοι τῆς Κυβερνήσεως,) κωλυσιεργοῦμεν διότι
1351δὲν δίδομεν ὑμῖν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσητε νόμους, πρὶν ἢ
1352μάθωμεν, ἂν αὐτοὺς, τοὺς ἤδη ὑπάρχοντας, τηρῆτε πιστῶς
1353καὶ κατὰ γράμμα, διότι εἴδομεν σωρείαν νόμων, οὓς κατεπα-
1354τήσατε, ἵνα ὑψώσητε εἰς τὰς ὑψίστας ἐκείνας θέσεις τῶν με-
1355λῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τοὺς ὑμετέρους δούλους καὶ
1356θεράποντας, καὶ θέλετε νὰ ἔχωμεν τὴν μωρίαν νὰ στέρξω-
1357μεν νὰ ψηφίσητε καὶ ἄλλους νόμους, οὓς νὰ καταπατήσητε
1358ἐντὸς ὀλίγου! Δὲν ἐζητήσαμεν ἔγγραφα, λέγει ὁ κ. Πρωθυ-
1359πουργός· ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸ λανθάνεται. Ἀναμένομεν τὸν
1360κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ κομίσῃ τὰ ἔγ-
1361γραφα, τὰ ἀφορῶντα ἓν τῶν προσώπων ἐκείνων, ἅτινα ἀνε-
1362βιβάσθησαν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἐλεγκτοῦ, ἐζητήσαμεν τὰς
1363καταγγελίας τοῦ κ. Καζάζη ἐναντίον τοῦ κ. Κανελλοπού-
1364λου, ἐζητήσαμεν νὰ φέρῃ τὰς ἀνακρίσεις ἐπὶ τούτων, ἐκτὸς
1365ἐὰν καὶ αὗται τυγχάνωσιν ἐκκρεμεῖς, κατὰ τὸ νέον σύστημα.
1366Ἀλλὰ καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἐκομίσθησαν· καὶ ζη-
1367τεῖτε νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια 45, ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ
1368ἡμερησίᾳ διατάξει! Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἐφ’ ὅσον ἐξ ὑμῶν
1369ἐξαρτᾶται, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν θέλετε ψηφίσει.
1370§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις;
1371§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς
1372γενομένης συζητήσεως, δὲν ἐννοῶ ὅμως νὰ ὑποβληθῇ εἰς
1373τὴν σχολαστικότητα, τίς εἶναι ἀπωτέρα ἢ ἐγγυτέρα, διότι
1374τοῦτο θέλει λύσει κατὰ τὸ σύνηθες ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς.
1375Ἐὰν πρόκηται λοιπὸν νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τούτου,
1376ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν συζή-
1377τησιν.
1378§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὰς παρατηρή-
1379σεις, ἃς ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ θέματος, παραδέχομαι
1380νὰ ῥηθῇ καὶ «μετὰ τὰ λεχθέντα», διότι τὸ «μετὰ τὰ λε-
1381χθέντα» ἐννοεῖ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα.
1382§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν
1383ὁποίαν προέβαλον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου Βουλευταὶ
1384τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατηγγέλθη εἰς τὴν Βουλὴν πρᾶξις,
1385ἥτις πρέπει νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὴν προσήκουσαν αὐτῇ θέσιν
1386Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης δὲν ἐφιστᾶται ἡ προσοχὴ
1387τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ παραβάσεως, διαπραχθείσης ὑπὸ τῶν
1388ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἐν τοῖς δήμοις ἢ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις.
1389Δὲν καταγγέλλεται κατάθλιψις τῶν δημοσίων εἰσπρακτό-
1390ρων, οὐδ’ ἐκβίασις ἢ κάκωσις κατὰ πολιτῶν, ὑπὸ ὀργάνων
1391τῆς δημοσίας ἀρχῆς διαπραχθεῖσα. Καταγγέλλεται πρᾶξις
1392κυβερνητικὴ, ἥτις σκοπεῖ νὰ ματαιώσῃ τὴν μεγίστην τῶν
1393ἐγγυήσεων, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἔχει κατὰ τῆς νομοτε-
1394λεστικῆς ἐξουσίας, τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἐνῷ
1395τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς πράξεως ταύτης τῶν Ὑπουρ-
1396γῶν, καὶ ὡς τοιαύτη συνετάραξε τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν
1397Βουλὴν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ
1398αὐτουργὸς τῆς πράξεως ταύτης, πρὸ μικροῦ ἔλεγεν, ὅτι
1399εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἡμᾶς πειθαρχι-
1400κὴν ποινὴν, δηλαδὴ νὰ μὴ δικαιολογηθῇ ἐφ’ οἷς ἐπικρίνο-
1401μεν καὶ μεμφόμεθα αὐτοῦ, νὰ τηρήσῃ σιγὴν ἐπὶ τῆς ἐπε-
1402ρωτήσεως ταύτης, καὶ νὰ μὴ προσπαθήσῃ νὰ ἀποδείξῃ,
1403ὅτι αὕτη ἐτελέσθη κατὰ τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὸ συμφέρον
1404τοῦ Κράτους καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐξου-
1405σίας τοῦ μεγάλου ἐλεγκτικοῦ σώματος.
1406Καὶ ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοσοῦτον ν’ ἀποκα-
1407λύπτῃ θράσος, τολμῶν ν’ ἀναγγέλλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι
1408δὲν νομίζει ἑαυτὸν ὑπόχρεων ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοιαύτην ἐπε-
1409ρώτησιν, δι’ ἧς καταγγέλλεται ὡς ἀναγαγὼν εἰς τὰς ἕδρας
1410τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τοιούτους, οἷοι οἱ διορισθέντες,
1411διότι εἶναι πεπεισμένος εἰς τὴν συνδρομὴν καὶ τὴν ὑποστή-
1412ριξιν, τὴν ὁποίαν πάντες οἱ ἐπὶ τῆς πτέρυγος ταύτης καθή-
1413μενοί εἰσιν ἕτοιμοι νὰ χορηγήσωσιν εἰς αὐτόν.
1414Δὲν ἐνθυμεῖσθε, τί ἔγραφε καὶ ποῖα καυχώμενος ἀνήγγελ-
1415λεν εἰς τὸ Κράτος, καθ’ ὃν χρόνον ἐτελοῦντο αἱ ἑορταὶ τῆς
1416εἰκοσιπενταετηρίδος τοῦ Ἡγεμόνος, ὅτι κατώρθωσε διὰ τῶν
1417νόμων νὰ καταστήσῃ ἐφαρμόσιμον τὸ πολίτευμα; Καὶ τί
1418ἐννόει, λέγων ὅτι κατώρθωσε νὰ καταστήσῃ ἐφαρμόσιμον τὸ
1419πολίτευμα; Τί ἄλλο ἢ ὅτι κατώρθωσε νὰ συγκεντρώσῃ πᾶ-
1420σαν δύναμιν καὶ ἐξουσίαν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, νὰ ὑπο-
1421τάξῃ πάσας τὰς ἐξουσίας, τὰς ἐν τῇ Πολιτείᾳ λειτουργού-
1422σας αὐθυπάρκτους καὶ αὐτοτελεῖς, ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἀνεξαρ-
1423τησίαν ἀπὸ πάντα τὰ σωματεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τῷ
1424Κράτει, νὰ ὑποτάξῃ καὶ ὑποδουλώσῃ πᾶσαν ἐκτὸς αὑτοῦ
1425ὕπαρξιν καὶ βούλησιν, οὕτω δὲ ὑπὸ τύπον κοινοβουλευτικοῦ
1426πολιτεύματος νὰ τυραννῇ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργός;
1427Καὶ, Κύριοι, δὲν τὸ κατώρθωσε; Δὲν τὸ βλέπετε συν-
1428τελούμενον ὁσημέραι; Διὰ νόμου ἀντιβαίνοντος εἰς τὸ Σύν-
1429ταγμα ἐξέτεινε τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, καὶ ὑπεχρέωσε
1430τοὺς ἐκτεθειμένους εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα νὰ ἐκλέγων-
1431ται οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἐκλογέων τῆς ἐπαρχίας, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν
1432ἐκλογέων τοῦ νομοῦ. Περιέδεσεν οὕτως ἕκαστον τῶν πολι-
1433τικῶν ἀνδρῶν διὰ νήματος, τοῦ ὁποίου ἡ ἄκρα κρατεῖται
1434ὑπὸ τῆς χειρὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἵνα καταστήσῃ δὲ
1435δραστικωτέραν τὴν ἐνάσκησιν τῆς κυβερνητικῆς ἐπιῤῥοῆς ἐπὶ
1436τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, δι’ ἑτέρου νόμου ἠλάττωσε
1437τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, καὶ οὕτως ἠσφάλισε παγίαν
1438καὶ μόνιμον πλειονοψηφίαν, ἥτις νὰ ἐπιτρέπῃ αὐτῷ ὅ,τι καὶ
1439ἂν ζητήσῃ καὶ νὰ συγχωρῇ αὐτῷ ὅ,τι καὶ ἂν πράξῃ. Εἰς
1440ποῖον Κράτος, ἐν τῷ ὁποίῳ λειτουργοῦσι κοινοβουλευτικοὶ
1441θεσμοί, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπιτρέπει εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς
1442νὰ συνομολογῶσι δάνεια, ὅσα ἂν θέλωσι, καὶ ὑπὸ οἱουσ-
1443δήποτε ὅρους, ἄνευ εἰδικῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, καὶ ἄνευ κἄν
1444τῆς μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου συγκαταθέσεως
1445αὐτῆς; Καὶ οὐχὶ νὰ συνομολογῶσι δάνεια πάγια ἢ χρεωλυ-
1446τικά, ἀλλὰ καὶ δάνεια μόνον προσωρινά: Εἰς ποῖον ἄλλο
1447Κράτος ἐπετράπη παρὰ τῆς Βουλῆς, οἱ Προϋπολογισμοὶ νὰ
1448θεωρῶνται ὡς διατύπωσίς τις, ἐπὶ τῆς ὁποίας οἱ Βουλευταί
1449εἰσιν ὑπόχρεοι, εὐθὺς ὡς συνέρχονται ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ δίδωσι
1450τὴν ψῆφόν των; Καὶ ἂν βραδύνῃ ἡ προεξέλεγξις τοῦ Προϋπολο-
1451γισμοῦ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς συν-
1452τάσσει μόνη ἔκθεσιν, ὑφαιροῦσα ἀπὸ τῆς μειοψηφίας τὸν ἔλεγ-
1453χον, καὶ εἰσάγουσα αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ τὸν
1454Προϋπολογισμόν! Καὶ ἂν δὲν γίγνεται ἀμέσως ἐν τῇ Βουλῇ
1455ἡ συζήτησις, νὰ τολμᾷ ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ καταγγέλλῃ
1456τοὺς συζητοῦντας, ὡς παρακωλύοντας τὰς συζητήσεις! Λυ-
1457ποῦμαι, διότι οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι ἠξίωσαν νὰ ἀνασκευάσωσι
1458τοιαύτας αἰτιάσεις. Αὗται ἔπρεπε νὰ τύχωσι τῆς περιφρο-
1459νητικῆς σιγῆς πάντων ἡμῶν, ὡς τυγχάνουσι τῆς περιφρονή-
1460σεως αὐτῶν οἱ κοασμοὶ, τοὺς ὁποίους κατὰ πᾶσαν ἡμέραν
1461ἀκούομεν ἀπὸ τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων κατὰ τῆς Ἀντι-
1462πολιτεύσεως. Τάχα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνασκευάσωμεν τοιού-
1463τους ταπεινοὺς ἰσχυρισμοὺς, ὅταν πάντες γνωρίζωμεν, ὅτι
1464τρεῖς μόλις ἡμέραι συνεπληρώθησαν, ἀφ’ ἧς ἐπανέλαβεν ἡ
1465Βουλὴ τὰς ἐργασίας αὐτῆς; Καὶ ἠξίουν οἱ ἄνδρες οὗτοι νὰ
1466ψηφίσωμεν ἐντὸς τῶν τριῶν αὐτῶν ἡμερῶν τὸν Προϋπολο-
1467γισμόν, νὰ παραλείψωμεν πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν, καὶ ἐργα-
1468σίας τόσῳ σπουδαίας, οἷαι ἐκεῖναι, ἃς διεξάγομεν; Καὶ δὲν
1469εἶναι ἄξιον τῆς περιεργείας τοῦ κοινοῦ νὰ ἐρευνηθῇ, ἂν ἦσαν
1470ἀληθῆ τὰ ἐν Λαρίσσῃ συμβάντα; Καὶ δὲν ἦτο ἀξία τῆς
1471Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἡ περιέργεια, νὰ ἐξετα-
1472σθῇ, ἂν ἀληθῶς πέντε ἄνθρωποι, περιβεβλημένοι τὴν δικα-
1473στικὴν τήβεννον, ἐστασίασαν καὶ μετεχειρίσθησαν τὴν δι-
1474καστικὴν ἐξουσίαν ὡς ὅπλον, τολμήσαντες νὰ ἐκδικήσωσι
1475δι’ αὐτῆς τὰ πάθη των; Καὶ δὲν εἶναι ἀξία τῆς προσοχῆς
1476τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἡ ἔρευνα τῶν κυβερ-
1477νητικῶν πράξεων, ἃς ἠρευνήσαμεν μέχρι τοῦδε, ἡ ἔρευνα
1478τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν, ἐν ᾗ πανταχοῦ ἐπιφαίνεται ἡ ἀστορ-
1479γία καὶ ἡ σπατάλη, πανταχοῦ ἡ πολιτικὴ ἰδιοτέλεια;
1480Τέλος πάντων ἡ ἔρευνα πράξεως, ἡ ὁποία ματαιόνει ὅλως
1481τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, διότι διὰ τῆς πράξεως ταύτης
1482συνεκροτήθη τὸ ἀνώτατον οἰκονομικὸν δικαστήριον ὑπὸ
1483ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοί εἰσι συνυπεύθυνοι μετὰ
1484τῶν Ὑπουργῶν, ἐάν ποτε ἐξελεγχθῇ ἡ οἰκονομικὴ διαχείρι-
1485σις αὐτῶν, πάντες δὲ συνδέονται μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, οὐχὶ
1486διὰ συγγενικοῦ δεσμοῦ, ἀλλὰ διὰ ταπεινοῦ φατριασμοῦ, τοῦ
1487ὁποίου κατεστάθησαν τόσα τυφλὰ ὄργανα, ὥστε οὐδὲ θέλη-
1488σιν, οὐδὲ γνώμην, οὐδὲ ψῆφον ἔχουσιν ἄλλην, εἰμὴ ἐκείνην,
1489τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑπαγορεύσει εἰς αὐτούς; Καὶ αὐτὸ τὸ
1490τόλμημα τῆς ἀνατροπῆς, τῆς ματαιώσεως τῆς ὑπουργικῆς
1491εὐθύνης ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν πῶς ἐτελέσθη, καὶ ὁ Πρωθυ-
1492πουργὸς τολμᾷ νὰ λέγῃ δημοσίᾳ, ὅτι ἀπεφάσισε νὰ τιμω-
1493ρήσῃ ἡμᾶς πειθαρχικῶς, μὴ καταδεχόμενος ν’ ἀπαντήσῃ,
1494διότι τρεῖς ἡμέραι μόλις παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως
1495τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, καὶ ἀκόμη δὲν ἤρχισεν ἡ συζήτησις
1496τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ποῦ ἠκούσθη τοιαύτη ἐκτροπὴ ἀπὸ
1497τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν; Ἀγανακτεῖ ὁ Πρωθυπουργός,
1498καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἕτερον μέσον, διότι δὲν ἐφηρμόσθησαν
1499ἔτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσση-
1500νίας πρὸ μικροῦ ὑπεδείκνυε, μᾶς τιμωρεῖ διὰ τῆς σιωπῆς
1501του, ὡς πειθαρχικῆς ποινῆς, μὴ καταδεχόμενος ν’ ἀπαντήσῃ
1502εἰς ἡμᾶς.
1503Ἀληθῶς, Κύριοι, τὸ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα τῆς πα-
1504τρίδος ἡμῶν ἀνετράπη ἐντελῶς. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐδη-
1505μιουργήθη αὐθύπαρκτος καὶ ἀπ’ εὐθείας ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ
1506ἔθνους, πόσαι ὅμως νομοθετικαὶ ἐπιδρομαὶ δὲν ἐτολμήθησαν
1507κατ’ αὐτῆς, ὅπως μὴ τὰ μέλη τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας
1508ἔχωσι τὴν ἐλευθερίαν νὰ πράττωσιν ὅ,τι φρονοῦσιν, ἀλλ’
1509ἀναγκάζωνται νὰ πράττωσιν ὅ,τι οἱ κυβερνῶντες θέλωσι;
1510Καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν νόμων αἱ ἀπόπειραι
1511τῶν ἐπιδρομῶν τούτων ἐγένοντο θρασύτεραι, ὥστε εἴδατε,
1512ὅτι ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς Διοικήσεως, ὅτι οἱ δικαστικοὶ λει-
1513τουργοὶ ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τῶν Νομαρχιακῶν
1514Ἐπιτροπῶν. Καὶ ἠκούσατε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης
1515νὰ ἐξομοιώσῃ τὰς καταγγελίας τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτρο-
1516πῆς τοῦ νομοῦ Τρικκάλων κατὰ τοῦ Προέδρου ἑνὸς Πρω-
1517τοδικείου μὲ τὰς παραβιάσεις τῶν δικαστῶν τῆς Σπάρτης,
1518καὶ νὰ παραπονῆται καθ’ ἡμῶν, ὅτι ἐκρίναμεν ἀνίσως,
1519ἐλέγξαντες τὴν ἀναγνώρισιν, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς
1520Δικαιοσύνης ἐποιήσατο, τῆς ἐπιτηρητικῆς ἐξουσίας τῆς
1521Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ τῶν δικαστικῶν λειτουρ-
1522γῶν, ἐπιτιμήσαντες δὲ καὶ κραυγάσαντες κατὰ τῶν τελε-
1523σθέντων ἐν Σπάρτῃ σκανδάλων.
1524Ὑπῆρχε σωματεῖον, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι ἐμόρφωσαν ἀνε-
1525ξάρτητον, μὴ ὑπαγόμενον εἰς τὰ κελεύσματα τῆς πολιτικῆς,
1526καὶ τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα ἐξησφάλισαν, ὅπως διατη-
1527ρηθῇ ἀνεξάρτητον, ἐργαζόμενον πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως ἐν
1528τῷ Κράτει, καὶ παρασκευαζόμενον νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς τιμῆς
1529τοῦ ἐδάφους καὶ τῆς σημαίας τῆς πατρίδος. Τὸν Πρωθυ-
1530πουργὸν ὅμως ἠνώχλει ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ φρονήματος τῶν
1531ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ἠσχολήθη δὲ νὰ ἀφαιρέσῃ ἢ νὰ
1532μειώσῃ αὐτήν· λοιπὸν μετέβαλε τοὺς νόμους, τοὺς παρέχον-
1533τας τὰς εἰρημένας ἐγγυήσεις, ἀφαιρέσας τὴν ἐκδίκασιν τῶν
1534ὑποθέσεων τούτων ἀπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, καὶ
1535συστήσας εἰδικὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐν μιᾷ συνεδριάσει
1536δικάζουσι τριάκοντα ἀγωγὰς καὶ ἀποῤῥίπτουσι πάσας, συμ-
1537φώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ὑπουργοῦ.
1538Καὶ ἐπειδὴ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐνισχυθῇ τὸ φρόνημα καὶ ἡ
1539ἀνεξαρτησία αὐτῶν διὰ τῆς ἐπιῤῥοῆς, τὴν ὁποίαν ἤθελον
1540ἐνασκήσει ἐπὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, γενόμενοι μέλη τοῦ
1541Κοινοβουλίου, μετέβαλε καὶ τὰ περὶ τούτου κατὰ τρόπον
1542ἄλλον, ἂν καὶ εἶχον κανονισθῆ ἄλλως ὑπὸ τοῦ Συντάγμα-
1543τος. Ἡ Βαυαροκρατία, οἱ κυβερνήσαντες κατὰ τοὺς χρόνους
1544ἐκείνους, καθ’ οὓς ὑπῆρχεν ἀπόλυτος μοναρχία, ἐξησφάλισαν
1545τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων, διετήρησαν δὲ ἁπλῆν ἐπι-
1546τήρησιν τῆς διοικήσεως ἐπ’ αὐτῶν, ἀφέντες ἐλευθέρας τὰς
1547δημοτικὰς ἀρχὰς νὰ διαχειρίζωνται τὰ δημοτικὰ συμφέ-
1548ροντα. Κατέστησεν οὕτω τὸν δῆμον πρότυπον μικρᾶς πολι-
1549τείας, σχολεῖον πολιτικὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ οἱ δημόται, ἐν τῇ
1550μερίμνῃ τῶν δημοτικῶν συμφερόντων, ἀπέκτων ἕξεις καὶ
1551ἤθη πολιτικὰ, καὶ παρεσκεύαζον ἑαυτοὺς διὰ νὰ συναγωνι-
1552σθῶσιν ἐν τῇ διαπράξει τῶν δημοσίων πραγμάτων. Καὶ
1553ταύτην τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων ἐζήτησε νὰ περι-
1554στείλῃ. Ἂν ἕν τινι δήμῳ ἐξελέγοντο Δήμαρχοι μὴ συνδεό-
1555μενοι μετὰ τῆς φατρίας, ἦσαν καταδεδικασμένοι νὰ μένωσιν
1556ἐστερημένοι τῶν μέσων πρὸς διοίκησιν τῶν δήμων. Αἱ προ-
1557τάσεις των οὐδεμίαν ἐλάμβανον ἔκβασιν, ὅπως ἐγερθῶσι
1558κατ’ αὐτῶν ἐν τῷ δήμῳ παράπονα καὶ ἐκπέσωσι τῆς ἐμπι-
1559στοσύνης τῶν ἐκλογέων. Οἱ προϋπολογισμοί των ἐστέλλοντο
1560εἰς τὸν Νομάρχην, ἀλλ’ ἐσήποντο ἐν τοῖς γραφείοις αὐτοῦ.
1561Ἐὰν ἐγίνετο πρότασις διορισμοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου, οὐδέ-
1562ποτε εἰσηκούετο, ἐὰν δὲ ἐγίνετο πρότασις διορισμοῦ δημοτι-
1563κοῦ εἰσπράκτορος, καὶ αὕτη ἐλάμβανε τὴν αὐτὴν τύχην.
1564Γνωρίζω Δημάρχους ἐν τῇ πατρίδι μου, φίλους μου, οἱ
1565ὁποῖοι ἐπὶ ἓξ καὶ ὀκτὼ μῆνας καταβάλλουσιν ἐξ ἰδίων τὰ
1566ἔξοδα τῆς δημοτικῆς διοικήσεως. Καὶ εἰς πολλὰς τῶν ἐπαρ-
1567χιῶν τὰ αὐτὰ συμβαίνουσι. Καὶ ταῦτα πάντα γίνονται ἐπὶ
1568τῇ ἀνατροπῇ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι ἡ
1569παραποίησις καὶ πλαστογράφησις αὐτοῦ εἶναι ἀληθὴς ἀνα-
1570τροπὴ, καὶ ἴσως προτιμοτέρα ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀνατροπὴ,
1571διότι δι’ αὐτῆς ἤθελε μεταβιβασθῆ ἡ εὐθύνη ἐπὶ ἐκείνων, οἱ
1572ὁποῖοι θέλουσι νὰ κυβερνήσωσιν ἀπολυταρχικῶς, ἐνῷ νῦν
1573λειτουργεῖ πολίτευμα μόνον κατὰ τύπους κοινοβουλευτικούς,
1574ἡ δὲ εὐθύνη βαρύνει ἐπὶ τῆς χώρας, ἀνεχομένης τὴν αὐταρ-
1575χικὴν ταύτην δολιότητα.
1576Πολλάκις ἠρώτησα, ποία θὰ ἦτο ἡ λύσις αὐτῆς τῆς
1577δέσεως, καὶ ἠρεύνησα, μήπως τυχὸν ἡ λύσις αὕτη δὲν θέλει
1578ἐπιζητηθῆ ποτὲ διὰ κλονισμοῦ τῆς δημοσίας τάξεως,
1579μήπως τυχὸν δὲν θέλουσι διακινδυνεύσει τὰ μεγάλα συμ-
1580φέροντα τοῦ Κράτους ἕνεκα τῆς τοιαύτης δέσεως. Ὁμο-
1581λογῶ ὅτι θαυμάζω τὴν νομιμοφροσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ
1582λαοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐν Βελγίῳ ἐξετελεῖτο τοιοῦτον
1583ἀνόσιον δράμα, ἂν οἱ Βέλγοι ἤθελον δείξει τοιαύτην
1584ἀνοχὴν, ὅσην δεικνύουσιν οἱ ἀγαθοὶ συμπολῖταί μου. Δὲν
1585γνωρίζω, ἐὰν ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ εὐγενής τις Λόρδος ἀνε-
1586βιβάζετο εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ κατώρ-
1587θου νὰ σχηματίσῃ Κοινοβούλιον, οἷον ἐσχημάτισεν ὁ Πρω-
1588θυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ἔχον τόσην τυφλὴν ἐμπιστοσύνην,
1589ἐὰν ὁ εὐγενὴς αὐτὸς Λόρδος δὲν ἤθελεν ἰδεῖ τὸν λαὸν τῆς
1590Μεγάλης Βρεττανίας ἐξανιστάμενον, καὶ ἀποτεινόμενον πρὸς
1591τὴν Ἄνασσαν, ὅπως θέσῃ ὅσον τάχιον τέρμα εἰς τὴν ἔκρυ-
1592θμον ταύτην πολιτείαν τοῦ Ἄγγλου Πρωθυπουργοῦ. Καὶ
1593ἡμεῖς μιμούμεθα τὸ ἀξιόζηλον παράδειγμα τοῦ φιλονόμου
1594Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἀσχολούμεθα νὰ ζητῶμεν πληροφο-
1595ρίας ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ νὰ προκαλῶμεν συζητήσεις,
1596καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπαντᾷ εἰς ἡμᾶς, διότι τὴν τε-
1597τάρτην ἡμέραν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμε-
1598ρησίαν διάταξιν, τοσαύτην ἀκηδίαν πρὸς τὰ συμφέροντα
1599τῆς πατρίδος ἐπιδεικνύοντες. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγ-
1600κην νὰ ἀκούσωμεν τὸν Πρωθυπουργὸν, δικαιολογοῦντα τὸν
1601διορισμὸν τῶν διορισθέντων, ἐκ τῶν ὁποίων, πλὴν ἑνὸς ἱκα-
1602νοῦ καὶ δοκίμου περὶ τὰ λογιστικὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ
1603ὑπαλλήλου, πάντες οἱ ἄλλοι τοσαύτην ἐπιτηδειότητα ἔχουσι
1604περὶ τὰ ἔργα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅσην ὑμεῖς ἔχετε
1605πρὸς τὰ ἔργα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Πῶς νὰ δικαιολογήσῃ
1606τοιαύτην πρᾶξιν, δι’ ἧς ἐτόλμησε νὰ θέσῃ τὴν στέγην ἐπὶ
1607τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον ᾠκοδόμησεν;
1608Ἂς ἀφήσωμεν αὐτὸν νὰ συντελέσῃ τὸ ἔργον του, διότι
1609ὡς Βουλευταὶ δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἐμποδίσωμεν αὐ-
1610τὸν, ἐφ’ ὅσον ἡ πλειοψηφία ἐπιδοκιμάζει τὴν διαγωγὴν
1611αὐτοῦ καὶ τὰς πράξεις αὐτοῦ. Ἡμεῖς εἴμεθα μειοψηφία,
1612ἀλλὰ διότι ἡ γνώμη ἡμῶν δὲν δύναται ἕνεκα τούτου νὰ
1613ἐπικρατήσῃ, δὲν συμβουλεύω τοὺς φίλους μου, τοὺς ἐν τῇ
1614Ἀντιπολιτεύσει, νὰ παραλείψωσι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον
1615ἔχουσιν, ἵνα ἐρευνῶσι καθ’ ἑκάστην τὰς πράξεις τῆς Διοι-
1616κήσεως, καὶ ἂν δὲν ἀπαντῶσιν οἱ Ὑπουργοί. Πρέπει, ἐν ὅσῳ
1617εἴμεθα ἐπὶ τῶν ἑδρῶν τούτων, νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν
1618μας, διότι οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις κοιμῶν-
1619ται ἀμέριμνοι, γνωρίζοντες ὅτι ἔχουσι φύλακα τῶν δικαιω-
1620μάτων των καὶ φρουρὸν τῶν νόμων τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
1621Ἐὰν ὅμως ἡμεῖς αἰσθανώμεθα ἐν ἡμῖν ἀδυναμίαν νὰ ἐκτε-
1622λέσωμεν τὸ καθῆκόν μας, ὀφείλομεν τότε νὰ τὸ εἴπωμεν
1623εἰς τοὺς συμπολίτας μας, ἵνα μάθωσιν, ὅτι οὐδεὶς μεριμνᾷ
1624περὶ αὐτῶν, καὶ ἑπομένως φροντίσωσι κατὰ τίνα τρόπον
1625θέλουσιν ἐξασφαλίσει τὰ δικαιώματά των, καὶ πράξωσιν
1626ὅ,τι νομίζουσι συμφέρον. Ἐνόσῳ τοῦτο δὲν πράξωμεν, πρέ-
1627πει νὰ ἐμμείνωμεν συζητοῦντες, ἐρευνῶντες, καὶ ἀμειλίκτως
1628ἀναλύοντες καὶ ἐξετάζοντες τὰς πράξεις τῆς Διοικήσεως,
1629τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, οὐδόλως δὲ ἐπηρεαζόμενοι
1630ἀπὸ τὰς αἰτιάσεις, τὰς μετὰ σκοποῦ συκοφαντίας διαδιδο-
1631μένας καθ’ ἡμῶν.
1632Πρὸ ἡμῶν πόσοι πολιτικοὶ ἄνδρες, ὑπέροχοι ἀληθῶς καὶ
1633μεγαλειτέρας εἰς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας προσενεγκόντες ἢ
1634ὅσας ἡμεῖς, δὲν κατεσυκοφαντήθησαν ὑπ’ αὐτῶν τῶν κατε-
1635χόντων σήμερον τὴν ἐξουσίαν! Κατὰ πόσων πολιτικῶν ἀν-
1636δρῶν τῆς χώρας δὲν διεχύθη ἰὸς δηλητηριώδης, ὅπως ὑπο-
1637νομεύσῃ τὴν ἐπ’ αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ
1638λαοῦ, ὅπως παραστήσῃ αὐτοὺς ἄνδρας ἀναξίους τῆς ἐμπι-
1639στοσύνης ταύτης, καὶ ἀποπλανήσῃ τὸν ἁπλοῦν τῷ ὄντι
1640Ἑλληνικὸν λαὸν, ὑφαρπάσῃ δὲ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ,
1641τὴν ὁποίαν ἔμελλε κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ διαχειρισθῇ!
1642§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερος δὲν ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα
1643εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1644§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις.
1645§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος εἶπεν ὅτι τὴν ἀποσύρει.
1646§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προβάλλω ἐγὼ τὴν ἑξῆς πρό-
1647τασιν. «Ἡ Βουλὴ, κρίνουσα τὰς ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ
1648Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου γενομένας πρὸ μικροῦ μεταβολὰς ὡς
1649ἀναιρούσας τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, μεταβαίνει εἰς τὴν
1650ἡμερησίαν διάταξιν».
1651§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς προτείνομεν πρό-
1652τασιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, ἀρκουμένη εἰς τὰ λε-
1653χθέντα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει
1654εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
1655§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρότασις τοῦ ἀρχη-
1656γοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
1657§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ σύνθετοι προτάσεις εἰσὶν
1658ἀπώτεραι.
1659§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἡ ἑτέρα πρότασις εἶναι σύνθετος. Ἡ
1660ἁπλῆ πρότασις εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμε-
1661ρησίαν διάταξιν, ταύτην δὲ τροπολογοῦσι, καθιστῶσαι
1662αὐτὴν σύνθετον, ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας καὶ ἡ
1663ἡμετέρα.
1664§46Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παντάπασι· διότι ἡ μὲν πρό-
1665τασις τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἐπιδοκιμαστικὴ τοῦ Ὑπουρ-
1666γείου, ἡ δὲ ἰδική μας εἶναι ἀποδοκιμαστική.
1667§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
1668§48Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις
1669ἡμῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τότε τίθεται ἡ ψηφοφορίαν ἡ πρό-
1670τασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
1671§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις ἡ
1672ἀπωτέρα· θὰ ἐρωτήσω δὲ τὴν Βουλήν, τίνα δέχεται ὡς
1673πρότασιν ἀπωτέραν.
1674§50Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ἡ πλειονοψηφία δύνα-
1675ται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, τίς εἶναι ἡ ἀπωτέρα πρότασις,
1676ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη, ἵνα
1677ἐπιβλέπῃ τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἠδύνατο νὰ διδάξῃ
1678τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις,
1679αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπουσι τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.
1680Πᾶσα πρότασις πρέπει νὰ τίθηται εἰς ψηφοφορίαν, ὅταν δὲ
1681τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ
1682γίνῃ ἀποδεκτή, δὲν δύναται πλέον νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν
1683ἡ ἰδική μας, καὶ τοῦτο εἶναι ἄτοπον.
1684§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον βλέπει, ὅτι καὶ αἱ δύο
1685προτάσεις εἶναι σύνθετοι, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις,
1686θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
1687§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἑρμηνευτικὸς κανὼν, καθ’ ὃν ἀπω-
1688τέρα πρότασις εἶναι ἡ μὴ ἀποκλείουσα τὰς ἄλλας, δὲν ἀφορᾷ
1689εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως, διότι
1690πᾶσα πρότασις, γενομένη δεκτή, ἀποκλείει τὰς ἄλλας, ἀλλ’
1691ἀφορᾷ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀποῤῥίψεως. Προτείνει ὁ Κα-
1692νονισμὸς εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν, ἧς ἡ ἀπόῤῥιψις δὲν
1693ἀποκλείει τὴν ἀποδοχὴν τῶν ἄλλων προτάσεων· ἀλλ’ ὅταν
1694πολλαὶ ὑπάρχωσι προτάσεις, πληροῦσαι τὸν ὅρον τοῦτον,
1695τὰ τῆς προτάξεως κανονίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
1696§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχομεν δύο προτάσεις, μίαν
1697ἀποδοκιμάζουσαν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑτέραν
1698ἐπιδοκιμάζουσαν αὐτάς. Ὅταν ψηφίσωμεν τὴν ἐπιδοκιμά-
1699ζουσαν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ψη-
1700φίσωμεν τὴν ἄλλην, ἡ ὁποία ἀποδοκιμάζει αὐτάς· ὥστε
1701ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ ἀποδοκιμάζουσα τὰς πράξεις τῆς
1702Κυβερνήσεως.
1703§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, «ἐπὶ τῶν συνθέτων
1704ζητημάτων ἡ διαίρεσις ἀπαγγέλλεται παρὰ τοῦ Προέδρου,
1705ὅταν ζητηθῇ παρ’ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, δύναται δὲ ὁ Πρό-
1706εδρος νὰ τὴν ἀπαγγείλῃ καὶ οἴκοθεν. Ἀμφιβολίας οὔσης περὶ
1707τοῦ συνθέτου τῶν ζητημάτων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή». Λοι-
1708πὸν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἀμφότεραι αἱ προτάσεις εἶναι
1709σύνθετοι· ἀλλ’ ὑπαρχούσης ἀσυμφωνίας, θὰ ἐρωτήσω τὴν
1710Βουλήν.
1711§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πιστεύω ὅτι δὲν θὰ σᾶς πείσω,
1712διότι γνωρίζω, ὅτι ὅ,τι λέγετε, δὲν τὸ πιστεύετε, καὶ ἐὰν δὲν
1713ἦσθε μέλος τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐὰν δὲν εἴχετε τὸ καμτσίκι
1714εἰς τὸ κεφάλι σας, δὲν θὰ εἴχετε αὐτὴν τὴν ἰδέαν.
1715§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτὰ, νὰ ἦσθε προ-
1716σεκτικὸς εἰς τὰς ἐκφράσεις σας.
1717§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἐντροπή! οὔτε τὸ
1718Προεδρεῖον δὲν σέβονται πλέον!
1719§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ ἔννοια,
1720τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τοὺς λόγους σας, δὲν εἶναι ἀκριβὴς,
1721δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι δὲν ἔχω δίκαιον· δὲν γνωρίζω
1722ἐγὼ περιφραστικῶς νὰ ὁμιλῶ. Λοιπὸν θέλετε ν’ ἀντιστρα-
1723τευθῆτε κατὰ τῆς λογικῆς; εἶσθε πλειονοψηφία, θὰ τὸ κά-
1724μετε· ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι
1725ἀρνεῖσθε τὴν λογικὴν καὶ ὅτι διὰ τῆς πλειονοψηφίας θέλετε
1726ν’ ἀποφασίσητε κατ’ αὐτῆς.
1727§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ἐρω-
1728τηθῇ ἡ Βουλή;
1729§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα.
1730§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, νὰ προηγηθῇ ἡ πρότα-
1731σις τοῦ Ὑπουργείου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι,
1732ἀλλὰ θέλοντες νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ
1733ἐξ Ἀρκαδίας, λέγουσιν Ὄχι.
1734(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως; ὑπὸ τὴν
1735ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον
1736πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1737Χαρίλ. Τρικούπης ΝἸωάννης Γεωργαντᾶς
1738Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΝικόλαος Μπουφίδης Ν
1739Γ. Σισμάνης ΝΔημ. Μ. Καλλιφρονᾶς
1740Δ. Βουλπιώτης ΝΔημ. Καλλιφρονᾶς
1741Ἀθ. Ἴσκος Νικ. Λεβίδης Ο
1742Ν. Καλαντζόπουλος ΝΣπυρ. Κουκούλεζας Ν
1743Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ὄθων Μακρυγιάννης Ν
1744Μ. Γουλιμῆς ΝΤρ. Μουτσόπουλος Ν
1745Μ. Ἰατρίδης ΝΘάνος Κανακάρης Ν
1746Δ. Χατζόπουλος Νεοκλ. Πετιμεζᾶς
1747Γ. Μίλησης Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο
1748Σπ. Νοταρᾶς Α. Φωτήλας Ν
1749Γ. Κούστας Ἀνδρ. Αὐγερινός Ν
1750Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΝἈντ. Ῥικάκης
1751Σωτ. Δανόπουλος ΝἈχ. Γεροκωστόπουλος
1752Ἀναστ. Δημητριάδης ΝἸω. Κρεστενίτης
1753Μιχ. Νικηφοράκης ΝΝ. Κουμανιώτης
1754Δ. Πετρίδης ΟΧρ. Στεφανόπουλος Ν
1755Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟἈλέξ. Ζαΐμης
1756Θ. Π. Δηλιγιάννης ΟἈρ. Κοντογούρης
1757Θ. Β. Δηλιγιάννης Ν. Καλογερόπουλος Ν
1758Χρ. Χριστόπουλος ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ν
1759Φίλιπ. Βάρβογλης ΟΝ. Παπανικολάου Ν
1760Ἠλ. Φλέσσας Ν. Καφετζόγλους Ν
1761Κ. Κωνσταντόπουλος Ἰω. Πεζᾶς
1762Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Κων. Σινέλης Ν
1763Π. Μανέτας Βασ. Βουδούρης Ν
1764Ι. Ἀντωνόπουλος ΟΚ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΝ
1765Ἠλίας Παλαμήδης ΝΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
1766Κ. Κατσικόπουλος ΟἈναστ. Ἐ. Λούντζης
1767Δ. Ζέγγελης Διον. Λομβάρδος Ν
1768Δ. Ν. Βότσαρης ΝΓεώρ. Θεοτόκης Ν
1769Κ. Καραπάνος ΟΚωνστ. Βασιλάκης
1770Γ. Παχύς ΝἈντ. Καποδίστριας
1771Στέφ. Δραγούμης ΝΝικόλ. Βασιλάκης
1772Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΟΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο
1773Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝΠολυχρ. Β. Κωσταντᾶς
1774Φωκίων Νέγρης ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος
1775Θεόφ. Προβατᾶς Δ. Κουτσουμπλῆς Ν
1776Γουλιέλμος Σκάρπας Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν
1777Εὐάγγ. Μπασιᾶς ΟἈναστ. Ζαρμάνης Ν
1778Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝἈχιλ. Λογιωτάτου
1779Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝΣωτ. Σωτηρόπουλος
1780Ν. Βαλσαμάκης Κ. Κουμουνδοῦρος Ο
1781Γερ. Μουσούρης ΝΠ. Πεῤῥωτὴς
1782Παναγ. Βενιεράτος Δ. Τζάνες Ν
1783Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Περ. Μποῦτος Ν
1784Γεώργιος Κόρπας Παν. Σάκκης Ο
1785Στέφ. Σκουλούδης ΝΝ. Παπαλέξης Ν
1786Ἀλοΐσιος Τόμαν ΝΝικ. Μισυρλῆς
1787Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν. Καράπαυλος Ν
1788Ν. Νομικός Ἀσημ. Χριστόπουλος
1789Μίνως Μπογιατζόγλους ΝΕὐστάθ. Κοκκέβης Ν
1790Γ. Μπούμπουρας ΝΔ. Κάρτσωνας
1791Λωρέντζος Δελαρόκας Δ. Π. Γουδῆς Ν
1792Δημοσθ. Καΐρης ΝΣ. Χατζηγάκης Ν
1793Νικ. Κρίσπης ΝΚ. Ζωγλοπίτης Ν
1794Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
1795Ἰωάν. Γκιὼν ΝΓ. Φραγκίδης Ν
1796Κων. Κοσσονάκος ΝΑ. Τακιατζῆς
1797Γεώρ. Μαυρομιχάλης ΟΓ. Τάκης
1798Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΟΝ. Ταρμπάζης
1799Γιανν. Μαυρομιχάλης ΝΖ. Φαλιάγκας Ν
1800Νικήτ. Βαρβιτσιώτης ΝΣταμ. Μπουντούρης Ν
1801Λ. Καπετανάκος ΝΘεόδ. Γκίκας
1802Ξανθὸς Πικουλάκης ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ν
1803Γεώρ. Πετροπουλάκης ΟΚ. Χαλκιόπουλος Ν
1804Κ. Παπαμιχαλόπουλος ΟὈδ. Πετρόπουλος
1805Ι. Καρτάλης Ν. Κοντογιάννης Ν
1806Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
1807Εὐάγγ. Σταμούλης ΝΓεώργ. Λιδωρίκης Ν
1808Ν. Κοκωσλῆς Κ. Χατζῖσκος Ν
1809Ι. Παπαδόπουλος ΝΔ. Ζουλούμης
1810Κ. Μαρκίδης ΝΚ. Ἀναγνωστόπουλος
1811Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΝΘεμιστοκλῆς Κανάρης
1812§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 105. Ἡ Βουλὴ
1813ἀπεδέχθη διὰ ψήφων 76 κατὰ 19 νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις
1814τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις καὶ θὰ ψηφοφορηθῇ.
1815§63ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς
1816κλήσεως.
1817§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15, ὥστε νὰ ζητήσητε ὀνομα-
1818στικὴν κλῆσιν.
1819§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Παραδε-
1820χόμεθα ὅτι εἶναι 15. Ἂς γίνῃ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστι-
1821κῆς κλήσεως.
1822§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔρχονται καὶ ἄλλοι.
1823§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου
1824Πρωθυπουργοῦ, ὅτι «ἡ Βουλὴ, ἀρκουμένη εἰς τὰ λεχθέντα
1825ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν
1826ἡμερησίαν διάταξιν» λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι
1827λέγουσιν Ὄχι.
1828(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κατὰ τὸ
1829ἑπόμενον πρωτόκολλον):
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1830Χαρ. Τρικούπης ἀρν.Μ. Γουλιμῆς Ν
1831Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν Μ. Ἰατρίδης Ν
1832Γ. Σισμάνης Ν Δ. Χατζόπουλος
1833Δ. Βουλπιώτης ἀρν.Γεώργ. Μίλησης
1834Ἀθ. Ἴσκος Σπυρ. Νοταρᾶς
1835Ν. Καλαντζόπουλος Ν Γ. Κούστας Ν
1836Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος
1837Σωτήριος Δανόπουλος Ν Θεόφ. Προβατᾶς
1838Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Γ. Σκάρπας
1839Μιχαὴλ Νικηφοράκης Ν Εὐάγγ. Μπασιᾶς Ο
1840Δημήτριος Πετρίδης Ο Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
1841Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ο Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝ
1842Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Νικόλ. Βαλσαμάκης
1843Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Γεράσιμος Μουσούρης Ν
1844Χρῆστος Χριστόπουλος Ο Παναγ. Βενιεράτος
1845Φίλιππος Βάρβογλης Ο Γ. Τυπάλδος Κοζάκης
1846Ἠλίας Φλέσσας Γεώργιος Κόρπας
1847Κ. Κωνσταντόπουλος Στέφανος Σκουλούδης Ν
1848Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
1849Παναγ. Μανέτας Χαρίλ. Προβελέγγιος
1850Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος Ο Νικόλαος Νομικὸς
1851Ἠλίας Παλαμήδης Ν Μίνως Μπογιατζόγλους Ν
1852Κωνστ. Κατσικόπουλος Ο Γ. Μπούμπουρας Ν
1853Δ. Ζέγγελης Λωρέντζος Δελαρόκας
1854Δημ. Ν. Βότσαρης Ν Δημοσθένης Καΐρης Ν
1855Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ν. Κρίσπης Ν
1856Γεώρ. Χ. Παχὺς Ν Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς
1857Στέφανος Δραγούμης ἀρν.Ἰωάννης Γκιὼν Ν
1858Δ. Γ. Ῥάλλης Ο Κ. Κοσσονάκος Ν
1859Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Ν Γ. Μαυρομιχάλης Ο
1860Φωκίων Νέγρης Ν Ἀριστ. Πετροπουλάκης
1861Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς Ο Γιαν. Μαυρομιχάλης Ν
1862Νικόλ. Μπουφίδης Ν Νικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
1863Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Λεων. Καπετανάκος Ν
1864Δημ. Καλλιφρονᾶς Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
1865Νικόλ. Δ. Λεβίδης Ο Γεώρ. Πετροπουλάκης Ο
1866Σπυ. Κουκούλεζας Ν Κ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
1867Ὄθων Μακρυγιάννης Ν Ἰωάν. Καρτάλης
1868Τρύφων Μουτσόπουλος Ν Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν
1869Θάνος Κανακάρης Ν Εὐάγ. Σταμούλης Ν
1870Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ν. Κοκωσλῆς
1871Α. Παπαγιαννακόπουλος Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
1872Α. Φωτήλας Ν Κωνστ. Μαρκίδης Ν
1873Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ν Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
1874Ἀντ. Ῥικάκης Δημ. Κουτσουμπλῆς Ν
1875Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν
1876Ἰω. Κρεστενίτης Ἀναστ. Ζαρμάνης Ν
1877Ν. Κουμανιώτης Ἀχιλ. Λογιωτάτου
1878Χρ. Στεφανόπουλος Ν Σωτ. Σωτηρόπουλος
1879Ἀλέξ. Ζαΐμης Κων. Κουμουνδοῦρος Ο
1880Ἀρ. Κοντογούρης Περ. Πεῤῥωτῆς
1881Ν. Καλογερόπουλος Ν Δημ. Τζάνες Ν
1882Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν Περ. Μποῦτος Ν
1883Ν. Παπανικολάου Ν Παν. Σάκκης Ο
1884Ν. Καφετζόγλους Ν Νικ. Παπαλέξης Ν
1885Ἰω. Πεζᾶς Νικ. Μισυρλῆς Ο
1886Κ. Σινέλης Ν Ν. Καράπαυλος Ν
1887Β. Βουδούρης Ν Ἀσημ. Χριστόπουλος
1888Κ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΝ Εὐστάθ. Κοκκέβης Ν
1889Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν Δημήτρ. Κάρτσωνας
1890Ἀναστ. Λούντζης Δημήτρ. Γουδῆς Ν
1891Διον. Λομβάρδος Ν Σ. Χατζηγάκης
1892Γ. Θεοτόκης ἀρν.Κ. Ζωγλοπίτης Ν
1893Κ. Βασιλάκης Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
1894Ἀντ. Καποδίστριας Γ. Φραγκίδης Ν
1895Ν. Βασιλάκης Α. Τακιατζῆς Ν
1896Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο Γ. Τάκης
1897Πολυχρ. Κωνσταντᾶς Ν. Ταρμπάζης
1898Σπ. Ἀλαμάνος Ζ. Φαλιάγκας
1899Σταμάτιος Μπουντούρης Ν Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
1900Θεόδωρος Γκίκας Ν Γεώργιος Λιδωρίκης Ν
1901Ἀνάργ. Σιμόπουλος Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
1902Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν Δημήτρ. Ζουλούμης Ν
1903Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
1904Νικόλ. Κοντογιάννης Θεμιστοκλῆς Κανάρης
1905§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη διὰ ψήφων 72 κατὰ
190618, ἀρνηθέντων τεσσάρων, τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Πρω-
1907θυπουργοῦ.
1908§69ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι, ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς
1909Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν. Ταύτην τὴν στιγμὴν
1910μοὶ ἀπέστειλεν εἷς πρώην συνάδελφος, ὁ κ. Βασιλείου,
1911ἀναφορὰν, παρακαλῶν με νὰ ὑποβάλω αὐτὴν εἰς τὴν
1912Βουλὴν καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου
1913Ὑπουργοῦ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἐξαιτεῖται τὴν
1914παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τιμωρίαν τοῦ ἐν τῷ ἐνταῦθα
1915Γʹ Γυμνασίῳ Γυμνασιάρχου, ὡς κτυπήσαντος ἀναιτίως τὸν
1916μαθητὴν Ἀνδρέαν Βασιλείου. Καταθέτων αὐτὴν εἰς τὸ
1917Προεδρεῖον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιφέρῃ τὴν
1918δέουσαν τιμωρίαν πρὸς τὸν καταγγελλόμενον Γυμνασιάρ-
1919χην, ἐὰν τῷ ὄντι προέβη εἰς τοιαύτην πρᾶξιν βάρβαρον,
1920νὰ μεταχειρισθῇ μέσα, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ νόμοι καὶ ἡ παι-
1921δαγωγικὴ ἐπιστήμη ἀπαγορεύουσι, νὰ κτυπᾷ δηλαδὴ διὰ
1922γρόνθων τοὺς μαθητάς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ
1923φέρῃ αὔριον ἀπάντησιν.
1924§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμόνως
1925ἐπιδιώκει τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορο-
1926λογικῶν νόμων, πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀλλὰ μέχρις
1927αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ἂν καὶ πρὸ τῶν διακοπῶν ἤδη παρε-
1928κάλεσα καὶ μοὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν νὰ
1929πληρώσῃ πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, τῶν ὁποίων ὁ σιδηρό-
1930δρομος κατεπλάκωσε τὰ κτήματα, τὸ ἀντίτιμον, οὐδὲν
1931ἐπραγματοποίησεν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ἤδη, ἐὰν ἔχω
1932τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης ἀθετήσεως
1933τῶν ὑπεσχημένων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ μακρηγο-
1934ρήσω δὲ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ κρατήσω τὸ βῆμα καὶ
1935πλέον τῆς ὥρας.
1936§71ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δικαίωμά σου.
1937§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δικαίωμά μου, κύριε συνάδελφε,
1938ἀλλὰ καὶ καθῆκόν μου, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν νομίζετε, ὅτι
1939ἔχετε καὶ σεῖς.
1940Δὲν εἶναι ὑπόθεσις σημερινὴ, Κύριοι, εἶναι παλαιὰ, καὶ
1941περὶ ταύτης παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προ-
1942νοήσῃ, καὶ εἶπε τότε, ὅτι διέταξε καὶ ὅτι θὰ δοθῇ ἡ ἀπο-
1943ζημίωσις. Δὲν θ’ ἀπορήσω, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ σεῖς
1944πάντες καὶ οἱ φίλοι δημοσιογράφοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
1945μὲ ἐλέγξωσιν ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ. Ἐρωτῶ ὅμως, ἐὰν δὲν ἐπι-
1946μείνω, τίνα τάχα λόγον ἔχω ἄλλον, παρὰ νὰ μεριμνῶ περὶ
1947τῶν συμφερόντων τῶν γενικῶν τῶν συμπολιτῶν μου, τοιαύ-
1948την μάλιστα ἐχόντων σχέσιν μὲ τὴν σχέσιν τοῦ Δημοσίου
1949πρὸς τοὺς πολίτας; Τίνα λόγον ἔχομεν πάντες ἐδῶ καὶ
1950διατὶ ἐρχόμεθα; Ἁπλῶς διὰ νὰ ψηφίζωμεν, γεννῶντες ὑπο-
1951χρεώσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ ἀμεριμνῶντες
1952περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς πολίτας;
1953νὰ ψηφίζωμεν, καὶ ταχέως, τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ
1954φορολογικὰ νομοσχέδια, διὰ νὰ ἐξακολουθῇ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1955γὸς τὴν φορολογίαν πρὸς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἀφηρπάγησαν
1956τὰ κτήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτίνουσι τοὺς φόρους των;
1957Ἴσως ἀκούσωμεν ἐκ μέρους τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὸ τετριμ-
1958μένον, ὅτι δὲν προανήγγειλα τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ δὲν
1959ἐζήτησα νὰ ὁρίσῃ ἡ Βουλὴ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν, καὶ
1960ἴσως ἀκούσωμεν ἀκόμη καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι, ἐπειδὴ κατηνά-
1961λωσε μακρὸν χρόνον περὶ τούτου συζητῶν, θὰ καταναλώ-
1962σωμεν ὁλόκληρον τὴν νύκτα, ὅπως κατορθώσωμεν τὴν ἐπι-
1963ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ κηρύξω τὴν λῆξιν
1964τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ οὕτω, μὴ ἔχων ἐνόχλησιν,
1965ἀφήσω τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι, πρὸς ποινὴν σοῦ καὶ τῶν
1966συμπολιτῶν σου.
1967§73ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἔχει πίστωσιν.
1968§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ· ἀλλὰ γνωρίζετε
1969σεῖς, ὁ μᾶλλον πλησιάζων τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὁ κ.
1970Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ διατάξῃ τὴν πληρωμὴν τῶν
1971ὀφειλομένων, καὶ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ οὕτω δεδικαιολογημένα
1972δὲν θὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν.
1973§75ΝΕΓΡΗΣ. Ἐν ὅσῳ ὑπάρχει Βουλή.
1974§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ἑνὸς
1975μηνὸς καὶ πλέον μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι διέταξε νὰ πληρω-
1976θῶσι, καὶ ἠδύνατο νὰ κάμῃ ὅ,τι κάμνει συνήθως, ὅπως καὶ
1977ἄλλοτε, δηλ. τὴν πρώτην φορὰν, καθ’ ἣν ἦτο Πρωθυπουρ-
1978γὸς, ὅτε ἐπλήρωσε τὰς ἐναντίον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
1979τικῶν ἀπαιτήσεις ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ
1980φοβηθῇ, ὅτι ἠδύνατο αὕτη νὰ τοῦ ἀρνηθῇ τὴν συγγνώμην
1981της. Σήμερον πρὸ παντὸς δύναται νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ, ὅτε
1982τόσας ἔχει ἀποδείξεις τῆς τυφλῆς ἀναγνωρίσεως τῶν πρά-
1983ξεων αὐτοῦ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχε
1984πίστωσις, εἶχε καιρὸν νὰ προνοήσῃ, ἐκτὸς ἐὰν νομίζητε, ὅτι
1985μόνον τὰς πιστώσεις ἐκείνας προβλέπει, αἵτινες δύνανται νὰ
1986ἀνταποκριθῶσιν εἰς ἀπαιτήσεις τοῦ κόμματος. Ἐγὼ, κύριε
1987Νέγρη, δὲν ἔχω τὴν εὐκολίαν νὰ βλέπω τὸν κ. Πρωθυπουρ-
1988γὸν, διὰ νὰ λύω τὰς δικαίας καὶ ἐννόμους ὑποθέσεις τῶν
1989συμπολιτῶν μου, καὶ οὕτω νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν·
1990ὅταν ὑπόσχεται δὲ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν πρόκλη-
1991σίν μου, νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου πρὸς
1992τοὺς δικαιούχους καὶ ἀθετῇ τὰς ὑποσχέσεις αὑτοῦ, τὰς
1993ἄλλως ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τοῦ νόμου, φρονῶ, ὅτι ἔχω δίκαιον
1994νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ἐκπλήρωσιν
1995τοῦ καθήκοντός του. Δὲν ἔχουν ἄλλους πόρους οἱ συμπο-
1996λῖταί μου, οὔτε οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς κάμνουν, οὔτε
1997δάνεια, οὔτε σιδηροδρόμους· αὐτοὶ ἔχουν τὰ κτήματά των,
1998διὰ τῶν ὁποίων ζῶσι καὶ ἀποτίνουσι τοὺς φόρους των.
1999Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω ἐντονώτερον τὴν ἐρώτησίν μου,
2000καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ
2001θελήσῃ νὰ δώσῃ τέρμα καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς δικαίας
2002ἀπαιτήσεις τῶν συμπολιτῶν μου, ναὶ ἢ ὄχι; Διότι, ἐὰν δὲν
2003ἀπαντήσῃ, ἐὰν ἐξακολουθῇ μετά τινας ἡμέρας ἡ αὐτὴ
2004κατάστασις, ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπανέλθω καὶ νὰ ἐξακολουθήσω
2005ἐκτραγῳδῶν μὲ λεπτομερείας τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον
2006συμπεριφέρεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντας,
2007ἀφορμὴν ἔχων καὶ τὴν περίστασιν αὐτήν.
2008§77ΤΖΑΝΕΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἡ
2009ὑπόθεσις, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ προαγορεύσας συνάδελφος,
2010διηυθετήθη λαμπρά· ἡ Κυβέρνησις ἀνέθεσεν εἰς εἰδικὸν ὑπάλ-
2011ληλον τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαφορᾶς, καὶ εἶμαι βεβαιότατος,
2012ὅτι πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ τρέχοντος μηνὸς θ’ ἀποζη-
2013μιωθῶσι πάντες οἱ ἐκ τοῦ σιδηροδρόμου ζημιωθέντες ἰδιο-
2014κτῆται, δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ἐπι-
2015σήμους,—διότι ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ βλέπω τὸν κ. Πρωθυ-
2016πουργὸν,—ὅτι φορολογοῦνται τὰ κτήματα τὰ ἀποκοπέντα,
2017καὶ ὅτι αὐτοὶ κρέμανται ἐπὶ ξηροῦ ἀκμῆς, ἀπορῶ δὲ, πῶς
2018ὁ ἔντιμος συνάδελφος, τοῦ ὁποίου τὸν πόνον δικαιολογῶ,
2019δὲν ἔχει αὐτὰς τὰς πληροφορίας. Ὁ ὑπάλληλος, ὁ διωρι-
2020σμένος εἰδικῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, εἶναι ὁ Εὐστά-
2021θιος Σταθόπουλος, ὅστις ἤρξατο ἐκκαθαρίζων τὰς διαφορὰς
2022μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν.
2023§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Τζάνες
2024λησμονεῖ, ὅτι περὶ τοῦ ὑπαλλήλου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν,
2025ὡμίλησα ὅτε πρῶτον ἀπηύθυνα τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ
2026εἶπον τότε, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος κάμνει τόσον καλὰ
2027τὴν ἐξέλεγξιν, ὥστε ἀπὸ πρωΐας μέχρι ἑσπέρας εἶναι ἐν
2028πλήρει διανοητικῇ διαταράξει ἐκ τοῦ οἴνου, τὸν ὁποῖον
2029ῥοφᾷ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν· καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὑρίσκων
2030ἀληθῆ ὅσα εἶπον, μ’ ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὸν ἔπαυσε. Τοῦτο
2031ἀποδεικνύει πόσον γνωρίζει τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ κ.
2032Τζάνες. Πρὸς δὲ μοὶ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετά τινας
2033ἡμέρας, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ἡ ἐξέλεγξις ἔληξε, καὶ
2034ὅτι τὰ ἐντάλματα ἐστάλησαν εἰς τὸν Ἔφορον, διὰ νὰ πλη-
2035ρωθῶσιν οἱ δικαιοῦχοι. Αὐτὰ δὲν τὰ γνωρίζει, φαίνεται, ὁ κ.
2036Τζάνες. Ἀλλ’ ἀδιαφορῶ, τί γνωρίζει ὁ κ. Τζάνες· ἐγὼ ἐπιμένω
2037ζητῶν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν διαταγὴν τῆς ἐκπλη-
2038ρώσεως τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς συμπολίτας
2039μου. Ἐὰν δὲν φορολογῆται τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον κατεπά-
2040τησεν ὁ σιδηρόδρομος, αὐτὸ καὶ ὁ ἁπλούστερος δύναται νὰ
2041τὸ ἐννοήσῃ, διότι ὁ σιδηρόδρομος μέρος μόνον τοῦ κτήματος
2042καταλαμβάνει, καὶ αὐτὸ θεωρεῖται ὡς κτῆμα τοῦ ἰδιοκτή-
2043του καὶ φορολογεῖται. Ὥστε καὶ εἰς αὐτὸ δὲν ἔχει δίκαιον
2044ὁ κύριος συνάδελφος· ἀλλ’ ὁ φόβος περὶ τοῦ καταρτισμοῦ
2045τοῦ μικτοῦ συνδυασμοῦ, ἀπὸ τοῦ ὁποίου φαίνεται ὅτι ἀπε-
2046κλείσθη, τὸν κάμνει νὰ λέγῃ ὅσα λέγει, διὰ νὰ δείξῃ τὴν
2047ἀφοσίωσίν του εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως κατορθώσῃ
2048οὗτος νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ συνδυασμῷ καὶ ὁ κ. συνάδελφος.
2049§79Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2050§80ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν ἀπαρτίαν, κύριε
2051Πρόεδρε;
2052§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος;
2053§82ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
2054§83Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπά-
2055σματά σου, κύριε Πρωθυπουργὲ, εἰσερχόμενα εἰς τὰς καλύ-
2056βας....
2057§84Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε
2058Πρόεδρε. Ἡ πτέρυξ τῆς Συμπολιτεύσεως ἐκενώθη πάλιν.
2059Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος (θόρυβος).
2060(Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου).
2061§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβάλωμεν, κύριε
2062Πρόεδρε.
2063§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2064Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.