1890.01.31
1.377 στίχοι · 10.568 λέξεις · 57 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
τῆς 31 Ἰανουαρίου 1890
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 4½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδιοκτῆται τοῦ τετραγώνου, τοῦ κειμένου μεταξὺ τῶν ὁδῶν Αἰόλου, Σοφοκλέους, Ἀριστείδου καὶ Εὐριπίδου, παρακαλοῦσι νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται τῇ ἑταιρίᾳ τῶν Ἐργοληψιῶν νὰ ἱδρύσῃ τὸ κεντρικὸν αὐτῆς ἐργοστάσιον ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἰδιοκτησιῶν αὐτῶν. Παραπέμπεται ἡ αἴτησίς των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ ἐκ Βουρδουσίου τῆς Πισιδίας μαθητὴς τοῦ Γυμνασίου Γεώργιος Χωναῖος ζητεῖ μηνιαίαν βοήθειαν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν σπουδῶν του. Ἡ αἴτησίς του συνιστᾶται καὶ ὑπὸ τοῦ Γυμνασιάρχου τοῦ Βαρβακείου Λυκείου.
§2ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ πτωχὸς αὐτὸς μαθητὴς ἐγκατελείφθη ἐνταῦθα ἀπροστάτευτος καὶ δὲν ἔχει τὰ μέσα ἵν’ ἀποπερατώσῃ τὰς σπουδὰς του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐμερίμνησε περὶ τοῦ πτωχοῦ τούτου μαθητοῦ, παρακαλῶ δὲ νὰ ἐξακουθήσῃ τὴν μέριμνάν του, μέχρις ὅτου ὁ εἰρημένος μαθητὴς δώσῃ ἐξετάσεις.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ αἴτησίς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
§5ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Παξῶν, ἐλλείψει πηγαίων ὑδάτων, εἰς μεγάλας στερήσεις ἀείποτε ὑπεβάλλοντο. Ἡ Προστασία, πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης τῶν πολιτῶν, κατεσκεύασε διαφόρους δεξαμενὰς, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ἐπρομηθεύοντο τὸ πρὸς συντήρησίν των ἀναγκαῖον ὕδωρ, ἀτυχῶς ὅμως, μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἐλλείψει ἐπισκευῶν, κατεστράφησαν ἐν μέρει αἱ δεξαμεναὶ καὶ οὕτω δὲν ἐκπληροῦσι πλέον τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένοντο. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἀδυνατοῦν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιδιόρθωσιν αὐτῶν, ἐλλείψει τῶν ἀναγκαίων χρηματικῶν κεφαλαίων, πρὸ καιροῦ διὰ πράξεώς του, διαβιβασθείσης εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ἐξητήσατο ἵνα ἐκ τοῦ λιμενικοῦ τῆς ἐπαρχίας ταμείου ἐπιτραπῇ ἡ δαπάνη δραχμῶν χιλιάδων τριῶν, εἰς ἃς ἀνέρχονται τὰ ἔξοδα τῆς ἐπισκευῆς. Τὸ ἀντικείμενον, κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι λίαν κατεπεῖγον’ διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα ὅσον τάχιον ἐκφέρητε τὴν ἐπὶ τῆς πράξεως τοῦ Δημ. Συμβουλίου ἀπόφασίν σας. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τὴν ἐπερώτησιν, ἣν πρὸ πολλοῦ ἔκαμα εἰς αὐτὸν, περὶ τῆς παύσεως τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σφακιωτῶν Κοντογιάννη καὶ τῆς παύσεως τοῦ συμβούλου τοῦ δήμου Καρυᾶς Μηνᾶ Γλένη.
§6ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἠσχολήθη χθὲς περὶ πιστώσεως τινος ἀναπληρωματικῆς, αἰτηθείσης παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Καίτοι δὲ τὸ νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως ταύτης εἶχε ψηφισθῆ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, δὲν ἐθεώρησε καλὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰς παρατηρήσεις του κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐξέφρασεν ἀπορίας τινὰς ἐπὶ ἀνακριβειῶν, τὰς ὁποίας παρετήρησεν εἰς πληροφορίας, προσαχθείσας παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ κατόπιν ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς προέβαλεν ἀπορίας, καὶ ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς κατέθηκε περὶ τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων, δὲν εἶναι σύμφωνοι μὲ τοὺς μέχρι τοῦδε δημοσιευθέντας ἀπολογισμούς· ἤτοι τὸ ἔτος 1885 ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 2, ἄρθρου 5, κατὰ μὲν τὸν πίνακα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐδαπανήθησαν 174,007, κατὰ δὲ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1885, δραχμαὶ 238,000. Τὸ 1886, κατὰ τὸν πίνακα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 63,512, κατὰ δὲ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1886, δραχμαὶ 163,439. Τὸ 1887, κατὰ τὸν πίνακα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 63,429, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν δὲ, 20,421:46». Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ἀνὴρ, τόσον ἐντριβὴς περὶ τὴν λογιστικὴν, περιέπεσεν εἰς σύγχυσιν· διότι νομίζω ὅτι αἱ ἀπορίαι αὐτοῦ εἶναι ἀπορίαι συγχύσεως. Τῷ ὄντι οἱ πίνακες τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου συνετάχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 56 καὶ 60 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ· κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας, ὁ ἀπολογισμὸς συντάσσεται κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα. Τὸ ἄρθρον περὶ γαιανθράκων δὲν περιλαμβάνει μόνον τὸ ἐδάφιον τῆς ἀγορᾶς αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τρία ἕτερα ἐδάφια, ἓν σχετικὸν πρὸς τὴν ἐκφόρτωσιν τῶν γαιανθράκων καὶ τὴν μεταφορὰν ἐκ τῶν γαιανθρακαποθηκῶν ἐπὶ τῶν βασιλικῶν πλοίων, ἕτερον ἐδάφιον εἶναι τὸ διὰ τὴν κίνησιν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀτμομηχανῶν, καὶ τρίτον εἶναι ἡ δαπάνη τῶν μισθῶν τῶν φυλάκων τῶν γαιανθρακαποθηκῶν τοῦ Κράτους.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῦ ὑπάρχουν τὰ ἐδάφια αὐτά;
§8ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ πῶς δὲν ὑπάρχουν ἐν τῷ ἀπολογισμῷ;
§10ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς συντάσσεται κατὰ ἐδάφια καὶ ἄρθρα. «Κεφάλαιον Βʹ, ἄρθρον 5, γαιάνθρακες». Τὸ φύλλον τῆς λεπτομερείας διαιρεῖται εἰς διάφορα ἐδάφια, περιλαμβάνοντα ὅσα ἀνέγνωσα ὑμῖν. Ὅτε ἐζητήθησαν παρ’ ἐμοῦ πληροφορίαι περὶ τῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν γαιανθράκων, ἔδωσα τὰς σχετικὰς πληροφορίας, ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀπολογισμὸς ἀναφέρεται εἰς ὅλον τὸ ἄρθρον, ἀναφέρεται καὶ ἡ δαπάνη τῶν τριῶν ἄλλων ἐδαφίων. Καὶ πράγματι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1885 ἐδαπανήθησαν δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων δρ. 174,033:07, ἐδαπανήθησαν διὰ μεταφορὰν γαιανθράκων δραχμαὶ 18,713:15, ἐδαπανήθησαν δι’ ὑλικὸν μηχανῶν δρ. 42,901:78, διὰ μισθὸν φυλάκων 2,411:81. Ἑπομένως τὸ σύνολον ἀνέρχεται εἰς δρ. 238,000 περίπου. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι τὸ ἄρθρον περιλαμβάνει δαπάνην 238,000 δραχμῶν, δὲν ἀποδεικνύει ὅτι ἦτο ἀνακριβὴς ἡ δοθεῖσα πληροφορία, ὅτι ἡ δαπάνη τῶν γαιανθράκων ἀνήρχετο εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ αὐτὸ συνέβη διὰ τὰ ἔτη 1886 καὶ 1888. Ἑπομένως αἱ πληροφορίαι, αἱ παρ’ ἐμοῦ δοθεῖσαι, εἶναι ἀκριβεῖς. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλ’ ἐπέκρινε τὸ Ὑπουργεῖον καὶ δι’ ἕτερόν τι, εἶπεν ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τοῦ πίνακος τῶν κατὰ τὸ 1889 ἀγορασθέντων γαιανθράκων, τὸν ὁποῖον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς κατέθηκε, δὲν βεβαιοῦται, ὅτι, ὡς ἰσχυρίσθη, ἡ τιμὴ τῶν γαιανθράκων ηὔξησε κατὰ τὸ 1889. Τὸ ἔτος τοῦτο οἱ γαιάνθρακες ἠγοράσθησαν εἰς τιμὴν εὐθηνοτέραν ἢ τὰ ἄλλα ἔτη, ἤτοι εἰς τιμὴν 30–36 δραχμῶν κατὰ τόννον, ἐκτὸς δύο ἀγορῶν, γενομένων ἐν Τεργέστῃ, ἀλλὰ διὰ μικρὸν ποσὸν, πρὸς δραχ. 45 καὶ 46». Καὶ ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι ἀνακριβὴς, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὴν πίστωσιν ἐγὼ ἐζήτησα τὴν 24 Ἰουλίου 1889. Τότε ἤμην ἠναγκασμένος νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν γενομένης δι’ ἐνσφραγίστων προσφορῶν μειοδοσίας. Κατὰ τὴν 4 Μαρτίου τοῦ 1889 ἔλαβε χώραν δημοπρασία, καθ’ ἣν τελευταῖος μειοδότης ἀνεκηρύχθη ὁ Σουρμελῆς, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν χορηγίαν 1855 τόννων πρὸς 31 σελίνια καὶ 5½ πέννας τὸν τόννον, ἤτοι πρὸς δραχμὰς 47 καὶ 52% Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Ὅτε ἐζητήσαμεν τὴν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν γενομένην πρὸ ὀλίγου δημοπρασίαν, καὶ προβλέπων, τῇ βάσει ταύτης, ὅτι ἤθελον ἔχει ἔλλειψιν ποσοῦ, ὤφειλον νὰ ζητήσω τὸ ποσόν. Ἐὰν ἀργότερα ἐγένετο δημοπρασία 1300 τόννων πρὸς 23 σελίνια, δηλ. πρὸς δραχμὰς 36 καὶ 40|00, δὲν ἕπεται ὅτι κακῶς ἔπραξα, ζητήσας τὴν πίστωσιν, ἀλλ’ ὅτι ἐπὶ τῆς χορηγηθείσης πιστώσεως, τῆς ἀναπληρωματικῆς, θέλει μείνει περίσσευμα. Ὥστε καὶ ἡ παρατήρησις αὕτη δὲν μοὶ φαίνεται βάσιμος. Τελευταία παρατήρησις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἐν τῇ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐκθέσει του ὁ Ὑπουργὸς ἀναφέρει, ὅτι ἡ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορηγηθεῖσα πίστωσις δὲν ἐπήρκεσε, διότι ἀνήρχετο εἰς 125,000 δραχμὰς, ἐνῷ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται δραχ. 250,000». Καὶ ἡ παρατήρησις αὕτη οὐδένα λόγον ἔχει, διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἀναγράφεται: «Δι’ ἀγορὰν 5,000 τόννων γαιανθράκων, πρὸς δραχμὰς 25, δραχμαὶ 125,000». Καθ’ ὑπολογισμὸν λοιπὸν ἐτέθησαν 125,000. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι τὸ σύνολον τοῦ ἄρθρου ἀναγράφει 250,000. Ἀλὰ τὸ ἐδάφιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχον ἀνάγκην νὰ ζητήσω ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, ἀνήρχετο εἰς 125,000. Ἑπομένως τὸ λεχθὲν ἐν τῇ ἐκθέσει μου πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἦτο κατὰ πάντα ἀκριβές. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, ὅπως πληροφορήσω τὴν Βουλήν, «ἂν ἐξετελέσθη καὶ πότε ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1491 τηλεγραφικὴ τοῦ Ὑπουργείου διαταγὴ περὶ ἀπολύσεως ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τοῦ ἐκ Κρανιδίου κληρωτοῦ ἐπὶ διετεῖ θητείᾳ Ἰωάννου Βελιώτου, ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ὑπηρετοῦντος, ἣν συνεπλήρωσε τὴν 22 ἱσταμένου, προσάγων καὶ ἀντίγραφον τῆς χορηγηθείσης αὐτῷ ἀφέσεως. Ἂν δὲ δὲν ἀφέθη μέχρι τῆς σήμερον, τὸν λόγον τῆς μὴ ἀπολύσεως αὐτοῦ καὶ τῆς παρανόμου στερήσεως τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ ἐλευθερίας». Ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν Ναύσταθμον καὶ ἔλαβον τηλεγραφικῶς τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν (ἀναγινώσκει): «Γνωστοποιοῦμεν εἰς ἀπάντησιν 1491 τηλεγρ. διαταγῆς, ὅτι Ἰωάννου Γ. Βελιώτου, καίπερ ἀπαλλαγέντος προσθέτου ὑπηρεσίας, στρατολογικὴ ὑποχρέωσις λήγει 23 Φεβρουαρίου 1890, καθόσον, καταταχθεὶς 21 Ἰανουαρίου 1887, εἶναι ὑπόχρεως νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν χρόνον τῶν ἀπουσιῶν, ἤτοι ἄνευ ἀδείας 7–10 Μαρτίου 1888 καὶ ἀπὸ 16 Ἰουνίου μέχρι 15 Ἰουλίου 1888, ὁπότε ἐπανῆλθε παρακαίρως ἐκ κανονικῆς ἀδείας, λαβούσης χώραν τὴν 16 Μαΐου.— Διευθυντής: Γ. ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ».
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συμβαίνει τι, ἄξιον τῆς περιεργείας ἡμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν δραχμῶν 100,000 δι’ ἔξοδα ἀγορᾶς γαιανθράκων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐχορήγει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν πίστωσιν 250,000 δραχμῶν διὰ τὴν εἰρημένην ἀνάγκην, εἵπετο ὅτι ἡ πίστωσις, ἡ τεθεῖσα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀνήρχετο εἰς 350,000. Ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν, πῶς, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1885, ὅτε τὸ Κράτος εὑρίσκετο εἰς ἀνωμάλους περιστάσεις, ὅτε αἱ κινήσεις τοῦ στόλου ἦσαν ἀδιάλειπτοι καὶ περισσότεραι, ἐδαπάνησε τὸ Κράτος διὰ γαιάνθρακας δραχ. 238,059:81, πῶς κατὰ τὸ 1889 ἐδέησε νὰ δαπανηθῶσι 350,000. Ἀπηύθυνα δὲ τὴν παρατήρησιν ταύτην, μηδόλως παραβαλὼν τὰς δαπάνας τοῦ 1889 πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1886, καθ’ ὃ ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 175,499:86, διότι ἐνδέχεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1886 ὀλιγώτερα, διότι κατὰ τὸ 1885 εἶχε γίνει μεγάλη προμήθεια, ἡ ὁποία ἐπήρκεσεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ 1886. Ἐὰν παραβάλωμεν τὰς δαπάνας τοῦ 1889 πρὸς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1887, ἀνελθόντα κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν εἰς δραχ. 139,875, ἐὰν προσφύγωμεν εἰς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1888, ἀνελθόντα εἰς δραχ. 167,149, πάντοτε αἱ 350,000, αἱ ζητούμεναι διὰ τὸ 1889, ἀποτελοῦσιν ὑπέρογκον ποσόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὰ προηγηθέντα ἔτη τόσα, ὅσα ἀνέφερον, κατέθηκε δὲ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν, καθ’ ἣν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1885 οὐχὶ δραχμαὶ 238,059:81, ἀλλὰ 176,583:07, κατὰ τὸ 1886 οὐχὶ 175,499:86, ἀλλὰ 65,318:55, κατὰ τὸ 1887 οὐχὶ δραχ. 139,875:36, ἀλλὰ 63,429:14, κατὰ τὸ 1888 ποσὸν ὡσαύτως ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶχον ἀναφέρει. Ὅταν εἶδον τὴν σημείωσιν ταύτην τοῦ Ὑπουργοῦ, παρέβαλον τὰ ἐν αὐτῇ πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ εἶδον, ὅτι ἐν ἐκείνοις ἐσημειοῦντο περισσότερα ποσά. Ἀπηύθυνα τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ἠκούσατε ὅτι μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἐσύγχυσα τοὺς ἀριθμούς, διότι ἐκεῖνος ἐσημείωσε μόνον τὰ πρὸς ἀγορὰν γαιανθράκων δαπανηθέντα, καὶ οὐχὶ τὰ πληρωθέντα εἰς τοὺς ἀχθοφόρους, οἱ ὁποῖοι μετέφερον αὐτούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προβάλλει τοιαῦτα, ἵνα μὴ καθαρισθῇ ἡ ὑπόθεσις τῆς δαπάνης. Βεβαίως τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα πληρόνονται δι’ ἀγορὰν ἑκάστου τόννου γαιανθράκων, δὲν ἀποτελοῦσι τὴν ὅλην δαπάνην, ἐνῷ ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν, πόσα πληρόνομεν διὰ ν’ ἀποκτήσωμεν τοὺς γαιάνθρακας, καὶ τὴν πληροφορίαν ταύτην ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ μᾶς δώσῃ. Ὥστε, ὅταν μοὶ ἔδιδε πληροφορίας πόσα ἐπληρώθησαν δι’ ἕκαστον τόννον, δὲν περιελάμβανε πάντα τὰ ἔξοδα, τὰ πληρωθέντα εἰς ἀγορὰν γαιανθράκων. Οὕτως ἡ σύγχυσις προῆλθεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Αἱ ἀκριβεῖς δὲ πληροφορίαι εἰσὶν ἐκεῖναι, ἃς ἀναγράφει ὁ ἀπολογισμός. Κατὰ τοὺς ἀπολογισμούς, ἐδαπανήθησαν δραχ. 238,059:81 κατὰ τὸ 1885, ἐδαπανήθησαν 175,499:86 κατὰ τὸ 1886, ἐδαπανήθησαν 139,875:36 κατὰ τὸ 1887 καὶ 167,149 κατὰ τὸ 1888. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ 1889 ζητοῦνται 350,000, αὐτὴν τὴν διαφορὰν ἐζήτησα νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἐζήτησα τοῦτο, διότι ἄλλοτε ὁ προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου προέβη ἐλέγχων τὰς δαπάνας δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων μέχρι τῆς ἐξετάσεως καὶ αὐτῶν τῶν γαιανθράκων, οἵτινες κατηναλίσκοντο διὰ τὴν κίνησιν τῆς «Ἀμφιτρίτης». Ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ ἤλεγξεν ἐπὶ ἀπροσεξίᾳ καὶ ἐπὶ ἑτέρου τινός. Παρακαλῶ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσίν του, ἵνα ἰδῆτε, ἂν ἦναι ἀπροσεξία ἐμὴ, ἢ ψευδεῖς ἐδόθησαν πληροφορίαι ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐξέθηκε, κατὰ τὸ ἀπὸ 31 Ἰουλίου 1889 πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τάδε: «Ὑπὸ τὸ Κεφ. Βʹ ἄρθρον 5 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1889 ἐχορηγήθη πίστωσις διὰ τὴν προμήθειαν τῶν εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν ἀναγκαιούντων 5,000 κόρων γαιανθράκων ἐκ δρ. 125,000, ὑπολογισθείσης τῆς τιμῆς ἑκάστου κόρου πρὸς δραχ. 25, ὅσα ἐπληρώθη καὶ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος.» Ἀλλὰ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 δὲν ἐχορηγήθη πίστωσις δραχ. 225,000, ἀλλὰ 250,000, εἰς δὲ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις 125,000 καὶ οὐχὶ 250,000, ὅπως ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμός. Ὡσαύτως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅταν ἀνέφερε τὴν ἀνάγκην τῆς πιστώσεως τῶν 100,000, ἐξέθηκεν, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 ἠγοράζομεν γαιάνθρακας εἰς εὐθηνὴν τιμὴν, κατὰ τὸ 1889 ἐπληρώναμεν κατὰ τόννον δραχ. 47 καὶ 72 λεπτά. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι κατὰ τὸν πίνακα, ὃν ὁ Ὑπουργὸς κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, οἱ γαιάνθρακες κατὰ τὸ 1889 ἠγοράσθησαν εἰς διαφόρους τιμὰς, μία δὲ δόσις ἠγοράσθη πρὸς δραχ. 47 καὶ 72 λεπτὰ, αἱ ἄλλαι δὲ εἰς τιμὴν ὀλιγωτέραν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπέλαβεν, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ 1889 θέλει ἐπικρατήσει ἡ τιμὴ τῶν δραχ. 47 καὶ 72 λεπτῶν, διότι κατὰ τὴν δημοπρασίαν, ἣν ἐνήργησε κατὰ τὸν Μάρτιον, ὁ τελευταῖος μειοδότης τοῦτο τὸ ποσὸν προέτεινεν, ἀλλὰ συνέβη νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ τοῦτο, διότι κατόπιν αἱ τιμαὶ ἐμειώθησαν. Ἡ αἰτιολογία, ἣν δίδει, ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἐπαρκὴς, ἀλλ’ εἶχον δίκαιον νὰ ἐκπλαγῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίου τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι οἱ γαιάνθρακες ἠγοράζοντο κατὰ τὸ 1889 πρὸς 47 δραχμὰς κατὰ τόννον, ἐνῷ εἰς τὴν τιμὴν ταύτην μικρὸν ποσὸν μόνον εἶχεν ἀγορασθῆ. Ἐχώρισα τὴν συζήτησιν ταύτην ἀπὸ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως ταύτης εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, ἵνα μὴ ὑποληφθῶ, ὅτι προηρούμην νὰ παρεμβάλω πρόσκομμα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως, ἐνῷ ἐγὼ ἐσκόπουν μόνον νὰ ἐλέγξω τὴν ἀπροσεξίαν περὶ τὰς δαπάνας, ἥτις καταλήγει εἰς σπατάλην, ἐπιβαρύνουσαν καὶ αὐξάνουσαν τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§12ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ ὅλας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ σύγχυσις ἐξακολουθεῖ, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐζήτησεν, ἵνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δώσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν. Πόσοι γαιάνθρακες ἠγοράσθησαν τὸ 1885, καὶ ποία ἡ δαπάνη τῆς ἀγορᾶς αὐτῶν, πόσοι κατὰ τὸ 1886, πόσοι κατὰ τὸ 1887. Ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἀγορᾶς τῶν γαιανθράκων καὶ τῶν ἄλλων δαπανῶν, τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ ἀναγραφομένων; Ἤθελον τὸν παρακαλέσει νὰ μοὶ τὴν ὑποδείξῃ. Μία τῶν σπουδαίων δαπανῶν ἑνὸς τῶν ἐδαφίων τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι ἡ προωρισμένη δι’ ἀγορὰν εἰδῶν ὑλικοῦ διὰ τὴν κίνησιν καὶ συντήρησιν τῶν μηχανῶν τῶν πολεμικῶν πλοίων. Ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς δαπάνης ταύτης καὶ τῆς ἀγορᾶς γαιανθράκων; Σεῖς ἐζητήσατε μόνον πληροφορίας διὰ τοὺς γαιάνθρακας, καὶ ταύτας ὑπέβαλον. Μοὶ λέγετε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐδαπανήσατε τόσα κατὰ τὸ 1889, ἐνῷ κατὰ τὸ 1885 ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν 174,000; Ἀλλ’ ἐλησμονήσατε νὰ μᾶς εἴπητε πόσοι γαιάνθρακες ἠγοράσθησαν εἰς βάρος τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ. Αἱ δαπάναι τοῦ 1886 καὶ 1887 ἦσαν κατά τι ὀλιγώτεραι τῆς δαπάνης τοῦ 1889, διότι ὑπῆρχον προμήθειαι ἐκ τοῦ 1885, γενόμεναι διὰ τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ. Ἔμειναν τότε γαιάνθρακες καὶ ἐγένετο κατανάλωσις μέρους αὐτῶν, καθόσον, ὡς γνωρίζετε, ὅταν μένωσιν εἰς τὰς ἀποθήκας, καταστρέφονται. Ἑπομένως δὲν βλέπω κατὰ τί ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τῶν δοθεισῶν πληροφοριῶν καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ προκυπτόντων. Παραβάλλετε τὰς δαπάνας διὰ γαιάνθρακας μὲ τὸ συνολικὸν ποσὸν τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ἀλλὰ λησμονεῖτε ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο περιλαμβάνει καὶ ἑτέρας δαπάνας· προσθέσατε ταύτας εἰς τὴν δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων γενομένην, καὶ φθάνετε εἰς τὸ ποσὸν τῶν 238,000. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀντιπροσωπεύει μόνον τὸ τίμημα γαιανθράκων. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 5 Κεφαλαίου Βʹ λέγει: «Δι’ ἀγορὰν 5,000 τόννων γαιανθράκων, πρὸς δραχμὰς 25, δραχμαὶ 125,000.» Ὅτε ἐξηκριβώθη, ὅτι ἡ τιμὴ ἑκάστου κόρου ἦτο ἀνωτέρα, παρουσιάσθην εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ εἶπον: «Δυνάμει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχω δικαίωμα ν’ ἀγοράσω τόσους κόρους γαιανθράκων πρὸς δραχ. 25 τὸν τόννον. Ἐπειδὴ ἐκ τῆς μειοδοσίας ἐπείσθην, ὅτι τὸ ποσὸν δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ, ἔχω ἀνάγκην ἐπιπροσθέτου πιστώσεως.» Ποῦ εὑρίσκετε ἐν τῇ ἐκθέσει μου εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνακρίβειαν; Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, πρὶν ἢ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνεκρίνετο ἡ παρ’ ἐμοῦ αἰτηθεῖσα πίστωσις, ἤθελε λάβει τὸν κόπον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐλάβετε σεῖς, ν’ ἀναγνώσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἔνθα ἀναφέρονται τὰ ἐδάφια χωριστά. Δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ βʹ ἐδάφιον, διότι τοῦτο ἀναφέρεται εἰς γαιάνθρακας ἀγοραζομένους εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ κάμω μνείαν τοῦ βʹ ἐδαφίου. Οὐδεμία λοιπὸν ἀνακρίβεια ὑπῆρξεν οὔτε εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκα εἰς τὴν Βουλήν, οὔτε εἰς τὴν ἔκθεσιν, ἣν ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἔπραξε ταῦτα ἐν γνώσει, ἀλλ’ ὅτι, διευθύνων δύο Ὑπουργεῖα, δὲν ἔχει καιρὸν νὰ ἐπιστατῇ πολὺ εἰς τὰς λεπτομερείας, ἐγένετο δὲ ὄργανον τῆς ἀπροσεξίας τῶν ὑπ’ αὐτὸν ὑπαλλήλων· ἀλλ’ ἡ ἀπροσεξία ὑπῆρξε, καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι ὑπῆρξε, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε. Διατὶ ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι μόνον 125,000 δραχμῶν εἶχε πίστωσιν πρὸς ἀγορὰν γαιανθράκων; Διότι τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ κεφ. Βʹ. τοῦ Προϋπολογισμοῦ τόσον ποσὸν ἀνέγραφεν. Ἀλλὰ καὶ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου ἀνέγραφεν ἄλλο ποσὸν, ἴσως καὶ τὸ γʹ ἐδάφιον ἀνέγραφεν ἄλλο ποσὸν, ὅλα δὲ αὐτὰ τὰ ποσὰ ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 250,000 δραχμῶν πρὸς ἀγορὰν γαιανθράκων. Τί δὲ ἀναφέρει τὸ πρακτικὸν τῆς κατὰ τὴν 31 Ἰουλίου 1889 συνεδριάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι εἶχεν ἐκθέσει εἰς αὐτὸ ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός; Ἀκούσατε: «Ὑπὸ τὸ κεφ. Βʹ ἄρθρον 5 τοῦ Προϋπολογισμοῦ». Προσδιώρισεν ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπὸ τὸ ἐδάφιον ά, ἢ ὑπὸ τὸ ἐδάφιον βʹ, ἢ ἀνέφερεν ἀπροσδιορίστως τὸ ἄρθρον 5; Ἀλλ’ ἡ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 5 ἀναγεγραμμένη πίστωσις συνίσταται εἰς 250,000 καὶ οὐχὶ εἰς 125,000.
§14ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προσδιορίζω 5,000 τόννων. Λοιπὸν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν εἶχεν ἢ νὰ λάβῃ τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἤθελεν ἴδει αὐτὸ εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 5.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐζητήσατε πίστωσιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 καὶ τοῦ οὐχὶ ἐπὶ ἐδαφίου αʹ τοῦ ἄρθρου 5. Ὅταν δὲ ἡ ἐπιγραφὴ ὡρισμένου τινὸς ἄρθρου ᾖναι «γαιάνθρακες», ἐννοεῖ ὁ ἀναγνώστης, ὅτι τὸ σημειούμενον ἀντίστοιχον ποσὸν εἶναι χρήματα, δαπανώμενα παρὰ τοῦ Κράτους, ἵνα ἀποκτήσῃ γαιάνθρακας. Ὥστε περιλαμβάνονται ἐν αὐτοῖς ὄχι μόνον τὰ πληρωθέντα πρὸς ἀγορὰν τῶν γαιανθράκων, ἀλλὰ καὶ τὰ πληρωθέντα πρὸς μεταφορὰν αὐτῶν, πρὸς εἰσαγωγὴν αὐτῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις, καὶ πρὸς φύλαξιν αὐτῶν, ἐδαπανήθησαν λοιπὸν κατὰ τὸ 1885 δραχμαὶ 238,059:81, ἐλέγχω δὲ τὸν Ὑπουργὸν, διατὶ, ἐνῷ ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1885 δραχμαὶ 238,059:81, ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1889 δραχμὰς 350,000. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι τὸ ἄρθρον 5 τοῦ κεφ. Βʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν περιλαμβάνει μόνας τὰς πρὸς ἀγορὰν γαιανθράκων δαπάνας, διότι περιλαμβάνει καὶ τὰς δαπάνας τοῦ ὑλικοῦ, τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν κίνησιν καὶ τὴν συντήρησιν τῶν μηχανῶν τῶν πλοίων. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις ἡ τοιαύτη σύγχυσις τῶν ὑπὸ τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἀναγραφομένων δαπανῶν καταργεῖ τὴν εἰδικότητα τῶν πιστώσεων, τὴν εἰδικότητα δὲ τῆς πιστώσεως τοῦ ἄρθρου 5 προσδιώρισεν ἡ ἐπιγραφὴ αὐτοῦ «γαιάνθρακες». Ἐὰν δὲ περιλαμβάνωνται καὶ ἄλλαι δαπάναι, δὲν δύναταί τις νὰ τὸ γνωρίζῃ. Ἀλλὰ δεδόσθω καὶ τοῦτο· πότερον τυγχάνει ἀκριβὲς ἐκ τῶν δύο; ἡ πληροφορία, ἣν ἐδώκατε εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν δαπανηθέντων, ἢ αἱ ἀναγραφαὶ τῶν σημειουμένων ποσῶν ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς; ἂν δὲ τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς εἰσι τὰ ἀκριβῆ, πῶς δαπανᾶτε κατὰ τὸ 1889 δραχ. 350,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1885 ἐδαπανήθησαν μόνον δραχ. 238,059:81; Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὡμίλησε περὶ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1885 διὰ γαιάνθρακας δραχ. 598,643:80. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ τακτικοῦ.
§16ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ ἡ διάκρισις, γνωρίζετε κάλλιστα, ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ γίνῃ διὰ τοὺς γαιάνθρακας μεταξὺ τοῦ τακτικοῦ καὶ τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ.
§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ἀφήσωμεν τὸ 1885, καὶ ἂς λάβωμεν τὸ 1888. Κατὰ τὸ 1888 ἐδαπανήθησαν δρ. 167,149:04, κατὰ δὲ τὸ 1889 ἐλάβετε ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν δραχ. 100,000, ἐνῷ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἴχετε πίστωσιν 250,000 δραχμῶν.
§18ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αἱ τιμαὶ κατὰ τὸ 1888 ἦσαν διάφοροι, ἄλλως τε ὑπῆρχον καὶ τὰ ὑπόλοιπα.
§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀναφέρετέ τι περὶ τιμῶν εἰς τοὺς πίνακάς σας, ὅθεν μὴ ἐπικαλῆσθε μίαν μόνον ἐξαιρετικὴν προμήθειαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠγοράσατε τοὺς γαιάνθρακας εἰς ἀνωτέραν τιμὴν, καὶ διὰ ταύτης ζητεῖτε νὰ διπλασιάσητε τὴν δαπάνην.
§20ΓΟΥΔΗΣ. Κατὰ τὸ 1885 οἱ γαιάνθρακες εἶχον 16½ σελίνια, τώρα δὲ καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1889 εἶχον 25 σελίνια. Τοῦτο γνωρίζω, διότι ἐγὼ ἀγοράζω γαιάνθρακας.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅ,τι γνωρίζετε ὑμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἠγόρασε κατὰ τὸ 1889 ὑπὲρ τὰς πέντε χιλιάδας τόννων, καὶ ὅτι δι’ αὐτὰς ἐπλήρωσε δραχ. 202,000, ζητεῖ δὲ τὸ ὅλον δραχ. 350,000.
§22ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, τὸν ὁποῖον λέγετε.
§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ ἐδημιούργησα ἐγὼ, σεῖς τὸ λέγετε εἰς τὸν πίνακάς σας.
§24ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δημιουργεῖτε ὑμεῖς τοὺς ἀριθμούς.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν δημιουργῶ, καὶ σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀνακαλέσητε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§26ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Χθὲς εἴπετε ῥητῶς εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐζήτησα αὔξησιν τῆς πιστώσεως λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν, ἐνῷ ἐξάγεται ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκα πρὸς τὴν Βουλήν, τὸ ἐναντίον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἔδωκα, ἐξάγεται ἀκριβῶς, ὅτι ὑφίσταται ὁ λόγος, ὃν ἀναφέρει ἡ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔκθεσις. Ὅπως ἀποδείξητε τὸ ἐναντίον, πρέπει νὰ μὴ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ τῷ ἀπολογισμῷ ἀναφερομένους, ἀλλὰ τότε ἔχω δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δημιουργεῖτε ἀριθμούς, ἵνα ἐξαγάγητε συμπεράσματα πρὸς πράγματα ἀπάδοντα.
§27Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγετε, ὅτι εἶπον, ὅτι μόνον δέκα τόννοι ἠγοράσθησαν πρὸς 46 φράγκα, ἐνῷ ἠγοράσθησαν περισσότεροι. Ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἠγοράσθησαν πρὸς 45 καὶ 46 φράγκα 125 τόννοι, ἀλλ’ ἐν Τεργέστῃ, καὶ πρὸς 44 φράγκα 22 τόννοι ἐν Καλάμαις, δηλαδὴ εἶπον ὅ,τι ἀναφέρει ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον κατεθήκατε. Ἀνάγνωτε τὸν πίνακα. Δὲν ἀναφέρετε σεῖς ταῦτα ἐν αὐτῷ; Καὶ λέγετε ὅτι δημιουργῶ ἀριθμούς! Ἐννοεῖτε τὴν σημασίαν τῆς φράσεως; Δημιουργεῖτε ἀριθμούς, θὰ εἴπῃ ψεύδεσθε, καὶ ἐγὼ δὲν ψεύδομαι, ἀλλ’ ὁμιλῶ ἐπὶ τῶν ἐγγράφων σας. Ἑπομένως σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐκλέγητε τὰς φράσεις, τῶν ὁποίων ποιεῖσθε χρῆσιν, ὅταν ὁμιλῆτε πρὸς ἐμέ.
§28ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιμένει εἰς τὴν γνώμην του, διότι δὲν θέλει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν εἶδεν, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει πολλὰ ἐδάφια. Ἐγὼ ἐπιμένω καὶ λέγω, ὅτι τὰ παρ’ αὐτοῦ λεγόμενα δὲν εἶναι ἀκριβῆ. «Ἡ τιμὴ τῶν γαιανθράκων, λέγει, ἀνεβιβάσθη εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 46 ἢ 47, ἐνῷ ἐξάγεται ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας μᾶς ἐφέρατε, κατόπιν τῆς αἰτήσεώς μας, ὅτι ἐκάμετε ἀγορὰς γαιανθράκων πρὸς 47 δραχμὰς τὸν τόννον, οὐχὶ ὅμως πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν 125 τόννων τῆς Τεργέστης.» Λησμονεῖ ὅμως ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι τὸν πίνακα, ἐν τῷ ὁποίῳ περιλαμβάνονται αἱ ἄλλαι ἀγοραί, τὸν ἔκαμα κατὰ τὸν Δεκέμβριον, ἐνῷ τὴν ἔκθεσιν ἔκαμα κατὰ τὸν Ἰούλιον μῆνα, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς ἀγορὰς, αἵτινες ἐπραγματοποιήθησαν μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου, καὶ νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος προσέθηκα τότε, ὅτι αἱ μέλλουσαι ἀγοραὶ θὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ. Πῶς δὲ ἠδυνάμην ἐγὼ κατὰ τὴν 14 Ἰουλίου νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰς τιμὰς τῶν ἀγορῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμα μετὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην; Εἶσθε λοιπὸν ὑποχρεωμένος, ὅταν θέλητε νὰ ποιήσητε ἐξέλεγξιν τῶν ἀριθμῶν, νὰ λάβητε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀγορῶν τῶν πρὸ τῆς 14 Ἰουλίου. Ἑπομένως οὐδεμία ἀνακρίβεια ὡς πρὸς τὴν ἔκθεσίν μου. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα δὲ, ὅσα καὶ ἂν εἴπητε, δὲν θὰ κατορθώσητε νὰ πείσητε οὐδένα, ὅτι, ὅταν φέρω πίνακα τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐποίησα δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων, ἐννοεῖται ὅτι περιλαμβάνονται ἐν αὐτῷ καὶ αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ἔκαμα δι’ ἄλλα εἴδη ὑλικοῦ, ἐν ἄλλοις ἐδαφίοις περιλαμβανόμεναι. Εἶναι δὲ ἀδιάφορον, ἐὰν τὸ ἄρθρον περιλαμβάνῃ καὶ τὰ ἄλλα ταῦτα εἴδη.
§29Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι θαυμασία ἡ αἰτιολογία! Κατὰ τὴν 16 Δεκεμβρίου 1889 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν συντάσσει πίνακα, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἀναφέρῃ εἰς αὐτὴν πόσα ἐδαπάνησε δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων, ἀνέφερε δὲ δι’ αὐτοῦ ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι ἐδαπάνησε δραχμὰς 202,000. Πρόκειται περὶ δαπανηθέντων, καὶ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον ἀνέρχονται, ὡς εἴρηται, εἰς 202,000 δραχμάς. Λοιπόν, κατὰ τὸ μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πίνακος ὑπόλοιπον διάστημα τῶν 15 ἡμερῶν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, κατὰ τοῦτο ἐδαπανήσατε τὰς ἄλλας 100,000;
§30Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι, φοβούμενος μήπως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑποπέσω κἀγὼ εἰς τὴν αὐτὴν σύγχυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν, ὡς ὅλως ἀδικαιολογήτως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὑπέπεσε δῆθεν ὁ ἐπιφανὴς οἰκονομολόγος, ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐλέγχων αὐτὸν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐπιμένω νὰ καταθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς: αʹ) Τὴν μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ Γαλλικῆς Κυβερνήσεως σύμβασιν περὶ τῆς ἐνταῦθα ἐλεύσεως ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ὡς διοργανωτῶν τοῦ ἡμετέρου Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ. βʹ) Τὰς ὑποβληθείσας ὑπό τε τοῦ πρώην καὶ τοῦ νῦν μοιράρχου τῆς ναυτικῆς μοίρας τῶν ἀσκήσεων ἐκθέσεις περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πληρωμάτων, ὡς καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυβερνήτου τοῦ πλοίου «Ψαῤῥῶν», ἐν ταῖς ὁποίαις λεπτομερῶς ἐκτίθεται ἡ κατάστασις τῶν πληρωμάτων τῶν πολεμικῶν πλοίων, ἵνα ἡ Βουλὴ λάβῃ γνῶσιν καὶ ἐκτιμήσῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ πληρώματα, τὰ ἀπαρτίζοντα τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, καθόσον ἐν τῷ ἡμετέρῳ ναυτικῷ ὑπάρχει Σχολὴ, σκοπὸν ἔχουσα τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἀνδρῶν τοῦ ναυτικοῦ εἰδικῶς καὶ ἰδίως τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἀναγκαιούντων διὰ θερμαστὰς ἀνδρῶν· οἱ ἐπιτυγχάνοντες δὲ κατὰ τὰς ἐξετάσεις λαμβάνουσι πτυχίον καὶ ἀνακηρύσσονται θερμασταὶ, ἐκ τῶν γνώσεων καὶ τῆς ἐργασίας τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἥ τε ὕπαρξις τῶν πλοίων καὶ ἡ ζωὴ τῶν πληρωμάτων. Τὰ ὄργανα, δι’ ὧν διδάσκονται πρακτικῶς οἱ θερμασταὶ ἐν τῇ Σχολῇ ταύτῃ, εἰσὶν εἷς ἄχρηστος λέβης, οὐχὶ βεβαίως ἐντὸς τοῦ πλοίου, ἀλλὰ τοποθετημένος ἐν τῇ ξηρᾷ, ἐν τῇ ἑστίᾳ τοῦ ὁποίου οἱ ἐκπαιδευόμενοι ὡς θερμασταὶ ῥίπτουσι διὰ πτύου λίθους πρὸς ἐκπαίδευσιν καὶ ἐξάσκησίν των, καὶ διὰ τοιαύτης ἐκπαιδεύσεως λαμβάνουσι πτυχία θερμαστοῦ. Ἀλλ’ ὅταν διαταχθῶσι ν’ ἀναλάβωσι τὴν ὑπηρεσίαν θερμαστοῦ ἐν τοῖς πλοίοις, οὐδὲν δύνανται νὰ πράξωσι, διότι εὑρίσκονται ἀπέναντι μεγάλης πυρᾶς ἐκ πεπυρακτωμένων γαιανθράκων καὶ οὐχὶ ἐκ ψυχρῶν λίθων, ἀδυνατοῦντες νὰ ἐκτελέσωσι τὴν δι’ ἣν ἔλαβον τὸ πτυχίον ὑπηρεσίαν. Καθ’ ὅμοιον τρόπον γίνεται ἡ ἐκπαίδευσις καὶ τῶν ἑτέρων μαθητευομένων ναυτῶν ἐν τῇ εἰρημένῃ Σχολῇ καὶ ἐξερχομένων μὲ πτυχίον. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὰς ζητηθείσας ἐκθέσεις, ὅπως ἐκ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν λάβῃ ἡ Βουλὴ γνῶσιν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ναυτικοῦ καὶ ἐν πεποιθήσει δώσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὴν ψῆφον αὐτῶν. γʹ) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν αἱ ἐν τῷ κεφαλαίῳ Βʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθεῖσαι πιστώσεις πρὸς ἀγορὰν ὑλικῶν τοῦ Ναυστάθμου, πρὸς συντήρησιν τῶν πλοίων καὶ τῶν πληρωμάτων αὐτῶν, ἐξήρκεσαν δι’ ὅλον τὸ ἔτος, καὶ ἐὰν ἐπερίσσευσαν ἐξ αὐτῶν τινα, καὶ πόσα. δʹ) Νὰ ὑποβληθῇ ἀριθμητικὸς συγκριτικὸς πίναξ τῆς δυνάμεως τοῦ ναυτικοῦ κατὰ βαθμολογικὴν τάξιν, διότι εἴδατε ὁποία συζήτησις ἔλαβε χώραν, ὡς δὲν ἔπρεπε, μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅστις πρὸς δικαιολογίαν του διέστρεψε καὶ τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀριθμούς, ἐξ ἧς διαστροφῆς ἐπῆλθεν ἡ μακρὰ συζήτησις, ἐνῷ ὤφειλε νὰ σεβασθῇ τὴν ἀκρίβειαν τῶν πραγμάτων, ἣν κατέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς ὃν ὀφείλει σεβασμόν.
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ σεβασμοῦ τούτου.
§32Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγῃ, ὅτι ἐξώδευσε δραχ. 125,000 δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων καὶ κατόπιν διὰ μεταφορὰν 25,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ πόσα ἐδαπανήθησαν δι’ ἕκαστον κόρον, ἔστω καὶ καθ’ ὑπολογισμὸν, ἐν δὲ τῷ ἐδαφ. δʹ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου Βʹ καὶ ἄρθρου 5 δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ συλλήβδην καὶ οὐχὶ πλέον γαιανθράκων 70,000 δραχμὰς, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ προσήκουσα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν παρατήρησις ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἰδίᾳ δὲ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς, ὅστις κάλλιον παντὸς ἄλλου, καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, γινώσκει τήν τε οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§33ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί ἐννοεῖτε δι’ αὐτοῦ, σᾶς παρακαλῶ;
§34ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτητε. Τὰ ἐδάφια βʹ καὶ δʹ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ κεφαλαίου Βʹ καταδεικνύουσιν ἐναργῶς ὅ,τι ἐννοῶ καὶ ὅ,τι ὑποστηρίζω. Τὰ ἐδάφια ταῦτα δὲν ἀναφέρουσι λεπτομερῶς, ἐὰν τὰ ἀναγεγραμμένα ἄντικρυ αὐτῶν ποσὰ ἐξ 25,000 καὶ 70,000 δραχμῶν ἐξωδεύθησαν ἢ θὰ ἐξοδευθῶσι δι’ ἀγορὰν ὑλικοῦ, καταδεικνυομένου ὀνομαστὶ κατ’ εἶδος, ποσὸν, ἀξίαν καὶ ἔξοδα μεταφορᾶς αὐτῶν, ἔστω καὶ καθ’ ὑπολογισμὸν. Ἀναγράφεται ποσὸν πρὸς μεταφορὰν γαιανθράκων περιληπτικῶς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ποσὸν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς ἑκάστου κόρου ἢ ἑτέρου μέτρου βάρους. Ἐν τῷ δ’ ἐδαφίῳ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου ἀναγράφεται δι’ ἀγορὰν εἰδῶν ὑλικοῦ, διὰ τὴν κίνησιν καὶ τὴν συντήρησιν τῶν ἀτμομηχανῶν τῶν βασιλικῶν πλοίων, ποσὸν δραχ. 70,000, χωρὶς νὰ γίνεται καὶ πάλιν λόγος περὶ τοῦ ποσοῦ καὶ τῆς τιμῆς ἑκάστου εἴδους. Οὕτως ὥστε ἡ Βουλὴ βλέπει ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὰ, μὴ δικαιολογούμενα νομίμως. Διατὶ ἡ παράλειψις αὕτη, κύριε Ὑπουργέ; Ὑποκρύπτετε βεβαίως σκοπὸν καὶ πρόθεσιν ν’ ἀποπλανήσητε τοὺς Βουλευτὰς εἰς τὴν ἀνεξέλεγκτον ψήφισιν αὐτῶν. Ὀφείλετε λοιπὸν ν’ ἀναγράψητε ὀνομαστὶ ἕκαστον εἶδος καὶ ποσὸν, ἤτοι πόσον ἔλαιον, πόσον σχοινίον, πόσον σάπωνα κτλ. καὶ πᾶν ὅ,τι χρειάζεται ὑμῖν, καὶ ἡ Βουλὴ βεβαίως ἐν γνώσει θέλει χορηγήσει ταῦτα. Τὰ ποσὰ ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, σκοπίμως γράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀορίστως καὶ ἀδικαιολογήτως, ἵνα εὑρεθῆτε εἰς πλάνην καὶ ψηφίσητε οὐχὶ Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ ἰσολογισμὸν ἀριθμῶν μὴ δικαιολογουμένων ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Οἱ δὲ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἀδιαφοροῦντες πρὸς πάντα ταῦτα, συμπληροῦσι τὰ παρ’ αὐτῶν κρυπτόμενα χάριν τοῦ ἰσοζυγίου δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἀναγκάζεται ἡ Βουλὴ καὶ πάλιν νὰ ψηφίσῃ, καθότι ἐξωδεύθησαν τὰ ἐν αὐταῖς ἀναφερόμενα ποσὰ, καὶ οὕτω ψηφίζομεν, κύριοι Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, δύο προϋπολογισμοὺς, τὸν ὅλως ἐσφαλμένον καὶ ἠμαρτημένον προϋπολογισμὸν τῶν τακτικῶν ἐξόδων, καὶ ἕτερον προϋπολογισμὸν διὰ τὸ αὐτὸ ἔτος τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων. Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἐξάγεται καὶ ἐκ τῶν ἑξῆς ἀναμφισβητήτων ἀποδείξεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐζήτησε καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε ποσὸν 250,000 δραχμῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1889, καὶ ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν δρ. 100,000 διὰ τὸ αὐτὸ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τῆς αὐτῆς χρήσεως. Τί ἄρα ἐμφαίνει τοῦτο ἢ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκ προθέσεως τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ἀπατᾶται κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Καὶ ταῦτα πάντα κατέδειξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τῆς παραβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἐλέγχων τὴν διαχείρισιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, δι’ ὅπερ καὶ ἐθορυβήθη οὗτος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἀφοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ κ. Ὑπουργὸς,—καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ,—ἀναγράψας ἐν τῷ κεφαλαίῳ Βʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 δραχ. 250,000, εἶδεν ὅτι αὗται δὲν ἐξήρκεσαν, ἐζήτησεν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν δραχ. 100,000 παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ τρέχοντος ἔτους τὸ ἀναγκαιοῦν ἀληθῶς ποσὸν, ἤτοι δραχ., 350,000, ἐν τούτοις ἀναγράφει καὶ πάλιν δραχ. 250,000, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο βεβαίως θὰ τὸ συμπληρώσῃ κατόπιν δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως. Πλὴν τούτου, τὸ ἀναγεγραμμένον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ χρηματικὸν ποσὸν διὰ τὸ τρέχον ἔτος εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπαιτεῖται; Ἡμεῖς λέγομεν ὄχι, στηριζόμενοι οὐχὶ ἐπὶ τῶν δικαιολογιῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Διότι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι αἱ διακόσιαι πεντήκοντα χιλιάδες, αἱ ἀναγραφεῖσαι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἦσαν ἀρκοῦσαι, βεβαίως καὶ ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ ἐπαρκέσουν διὰ τὸ ἐνεστὸς, καθόσον ὁ στόλος ἡμῶν εὐτυχῶς ηὔξησε κατὰ τρία μεγάλα θωρηκτὰ πλοῖα· συνεπῶς καὶ ἂν προσθέσωμεν τὰς 100,000 δραχμὰς, αἵτινες ἀναπληρωματικῶς ἐχορηγήθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, πάλιν δὲν θὰ ἔχωμεν ἀληθῆ προϋπολογισμὸν, καθότι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἕνεκα τῆς ἐπαισθητῆς αὐξήσεως τοῦ στόλου μας, νὰ ψηφίσωμεν καὶ ἑτέραν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, τουλάχιστον δραχ. 100,000. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λοιπὸν ὤφειλε ν’ ἀναγράψῃ 450,000 καὶ οὐχὶ 250,000 δραχμὰς, ὡς ἔπραξεν, ἀναγκάζων τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίζῃ μετὰ ταῦτα ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, καὶ τοῦτο, ὡς προεῖπον, γίνεται ὅπως ἐν τοῖς ἀριθμοῖς καὶ οὐχὶ ἐν τοῖς πράγμασι φανῇ τὸ ἰσοζύγιον. Οὕτως ἐργαζόμενοι, κύριοι Ὑπουργοὶ, οὐδὲν ἄλλο πράττετε διὰ τῆς διαγωγῆς ταύτης ἢ νὰ προκαλῆτε τὸν αὐστηρὸν ἔλεγχον τῆς φειδωμένης τοῦ δημοσίου πλούτου Ἀντιπολιτεύσεως, συντελοῦντες εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ παράλυσιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δυνάμεων καὶ αὐτοῦ τοῦ ἔθνους. Φροντίσατε, ἐργαζόμενοι ἐν εἰλικρινείᾳ, νὰ ἐπιδιώξητε τὴν βελτίωσιν τῆς κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν ἐθνικῆς δυνάμεως, ἐκ τῆς ὑπάρξεως τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται καὶ τὸ ἐνεστὸς καὶ τὸ μέλλον παντὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ τότε, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θέλετε ἐξαναγκάσει τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀντὶ νὰ σᾶς ψέγῃ καὶ σᾶς ἐλέγχῃ, τοὐναντίον νὰ σᾶς ἐπαινῇ. Διὰ τῶν ὅσων εἶπον, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν προτίθεμαι νὰ ἐλέγξω τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ νὰ καταδείξω τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἐλέγχου τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· οἱ δὲ ἡμέτεροι συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως δύνανται νὰ κρίνωσιν ἐν τῇ συνειδήσει των περὶ τῶν ἀνακριβειῶν τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργοῦ.
§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἔχουσι συνείδησιν;
§36ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀφίνω, λέγω, νὰ κρίνωσιν οἱ συνάδελφοί μου οὗτοι, ἐὰν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ποσὸν τῶν 250,000 δραχμῶν διὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος, ὅτε ηὔξησε καὶ ὁ ἡμέτερος στόλος, ἀφοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἤρκεσε καὶ ἠναγκάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ζητήσῃ ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν. Δὲν πρόκειται, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, περὶ διορισμοῦ προσώπων, περὶ ἐπιμισθίων μεγάλων, ἅτινα χορηγεῖτε τοῖς ξένοις ὑπαλλήλοις, δὲν πρόκειται περὶ ὑποβρυχίου ἀμύνης τῆς ξηρᾶς χάριν τῶν φίλων ὑμῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ὑπάρξεως θαλασσίας στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ Ἑλληνισμὸς ὅλος στηρίζει τὰς ἐλπίδας αὑτοῦ. Ὅλοι βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν εἰς τί θέλουσι χρησιμεύσει καὶ ἐξοδευθῆ τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ποσά· βεβαίως ἡ Βουλὴ δικαιοῦται καὶ ἔχει καθῆκον νὰ μάθῃ λεπτομερῶς καὶ ὀνομαστὶ τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ κεφαλαίῳ Βʹ, ἄρθρῳ 5, ἐδάφ. γʹ καὶ δʹ ποσὰ, καὶ νὰ μάθῃ, ποῖα εἶναι τὰ ὑλικὰ, τὰ ἐν τῷ ἐδάφ. δʹ, διότι καὶ ἐγὼ, ἐὰν ἐρωτηθῶ, ὡς στρατιωτικὸς, θέλω ἀπαντήσει, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω ποῖα εἶναι τὰ ὑλικὰ ταῦτα, ἀφοῦ δὲν ὠνομάσθησαν καὶ δὲν καθωρίσθησαν· διότι ὑλικὸν εἶναι καὶ ἡ ῥητίνη, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ περιφανὴς καὶ ἀτρόμητος ναύαρχος τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου πρὸς πυρπόλησιν τῶν ἐχθρικῶν πλοίων κατὰ τὸν ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἐθνικὸν ἡμῶν ἀγῶνα. Τέλος πάντες, πλὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀγνοοῦμεν ὁποῖά εἰσι τὰ ὑλικὰ ταῦτα. Ἐὰν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμῆτε νὰ διατελῆτε ἐν ἀγνοίᾳ καὶ ἀνεξελέγκτως νὰ ψηφίζητε ἑκατομμύρια εἰς βάρος τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, πράξατέ το. Ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ κυρίαρχος λαὸς νὰ σᾶς ἀνταποδώσῃ τὰ ἴσα. Ἐὰν οὕτω φρονῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, τότε καὶ οἱ Ὑπουργοὶ δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσι διὰ μιᾶς καὶ μόνης προτάσεώς των 150 ἑκατομμύρια δραχμῶν πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσωσιν οὔτε λεπτὸν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου. Παραπονεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι περὶ στρατοῦ γίνεται λόγος· ἀλλὰ κατὰ πράξεών του δέον νὰ παραπονῆται, καὶ οὐχὶ κατ’ ἐμοῦ, ὅστις ὁλόκληρον βίον οὐδὲν ἄλλο πράττω ἢ νὰ ὑπηρετῶ τὴν πατρίδα μου στρατιωτικῶς καὶ ἐκπληρῶ τὸν ὅρκον μου, ὅστις μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον καὶ ν’ ἀποθάνω ἐν δέοντι χρόνῳ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαίων.
§37ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἕως τώρα δὲν ἀπεθάνομεν.
§38ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως σεῖς οὐχὶ, διότι κατὰ νόμον ἐξαιρεῖσθε τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καθὸ παχύσαρκος. Διότι, ἐὰν ἐφρονεῖτε ὡς ἡμεῖς φρονοῦμεν, ἠθέλετε βεβαίως καὶ ἡμεῖς συντελέσει, ὅπως ὁ στρατὸς φανῇ ἄξιος τοῦ προορισμοῦ του, καὶ ἐμπράκτως δείξῃ τοῦτο, ὡς τὸ ἔδειξε εἰς Μενεξὲ καὶ εἰς ἄλλας παρὰ τὰ σύνορα θέσεις κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886· ἀλλὰ φρονοῦντες ἄλλως καὶ ὀνομάζοντες τὸν στρατὸν ἡμῶν ποίμνιον καὶ ἀγέλην, καταπολεμεῖτε καὶ καταστρέφετε τὸ γόητρον τοῦ στρατιωτικοῦ αἰσθήματος.
§39ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ στρατοῦ.
§40ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁμιλεῖτε ἀτομικῶς περὶ ἐμοῦ.
§41ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε συνταγματάρχα, τὸν στρατὸν τὸν τιμῶ, ὅπως καὶ σεῖς, διότι ἔχω δύο ἀδελφοὺς εἰς τὰς τάξεις αὐτοῦ· ἀλλὰ τώρα δὲν πρόκειται περὶ θανάτων καὶ θυμάτων.
§42ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε, ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ προορισμοῦ, ὃν ἔχει ὁ στρατὸς καὶ αὐτοὶ οἱ ἀδελφοί σου· ἐὰν δὲ δὲν ἦλθεν ὁ καιρὸς εἰσέτι, μάθε ὅτι ὁ στρατὸς περιμένει ἀνυπομόνως νὰ ἴδῃ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἱερὰς παρακαταθήκας τῶν προπατόρων ἡμῶν. Τότε βεβαίως, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ στρατὸς θέλει καταδείξει, ὅτι δὲν εἶναι τοιοῦτος, ὡς τὸν ἐχαρακτήρισεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν, κύριε Ὑπουργὲ, φέρητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρότασιν ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, θὰ ἦμαι ὁ σημαιοφόρος καὶ πρωταγωνιστὴς τῆς ἰδέας σας, ἐὰν ἀληθῶς σκέπτησθε περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτοῦ· ἀλλὰ δυστυχῶς ἐργάζεσθε ὑπὲρ τῆς παραλυσίας καὶ τῆς καταστροφῆς αὐτοῦ.
§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς ἐπληροφορήθημεν, ὅτι συνωμολογήθησαν δύο δάνεια, τὸ ἓν ἐκ 10,000,0000 φράγκων, καὶ ἓν ἕτερον ἐξ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου. Τὸ τελευταῖον τοῦτο συνωμολογήθη, ὅπως χρησιμεύσῃ διὰ τὴν πληρωμὴν μέρους τοῦ δανείου, τοῦ συνομολογηθέντος προηγουμένως διὰ τὸν σιδηρόδρομον Μεσολογγίου–Ἀγρινίου. Ἂν οὕτως ἔχῃ, αἱ δοθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίαι ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890 δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι κατ’ αὐτὰς ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν δανείων τῶν σιδηροδρόμων ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῇ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομ. λιρῶν. Συνάμα δὲ ἐπερίσσευεν ἐκ τοῦ δανείου τούτου καὶ ποσὸν 220 ἢ 230 χιλιάδων λιρῶν στερλινῶν. Ἐκτὸς τούτου εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἀκόμη διαθέσιμον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, αἵτινες δὲν εἶχον ἐξοφληθῆ μέχρι τῆς καταθέσεως τῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον εἶχε πληρώσει τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου, ἀλλ’ εἶχε καὶ εἰς τὴν διάθεσίν της τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον. Ἐὰν τοῦτο ἦτο πραγματικὸν, ποία ἡ ἀνάγκη τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων, ποία δὲ ἰδίως ἡ ἀνάγκη τοῦ ἑτέρου δανείου τοῦ 1½ ἑκατομμυρίου, ὅπως πληρώσῃ τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου; Ὅπως γνωρίσωμεν τοῦτο, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δώσῃ τὸν λογαριασμὸν τῆς διαθέσεως τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ μικροῦ ἐψηφίσθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 966,000 δρ. ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διαφόρων Ὑπουργείων. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ποσῶν ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένον καὶ ποσὸν 170,000 δρ. διὰ διαφόρους πληρωμάς. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τότε πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔφερεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἤθελον διὰ τῶν παρατηρήσεών μου νὰ ἐπιβραδύνω τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἐπιψήφισιν, ἀπεχώρισα ταύτας ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπί τινων ἐκ τῶν ἐν τῷ πίνακι τούτῳ σημειωθέντων ὡς δαπανηθέντων ποσῶν ἐπεθύμουν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἑπομένας συμπληρωματικὰς πληροφορίας: αʹ) Κατὰ τίνα τρόπον ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 7,107:10, τὸ πρὸς διαμόρφωσιν τῶν ὁδῶν τοῦ στρατῶνος Λαρίσσης. βʹ) Ἂν ἐγένετο δημοπρασία μειοδοτικὴ διὰ τὴν μετατροπὴν τῶν σταύλων τοῦ 2ου πυροβολικοῦ συντάγματος, καὶ ἂν συνετάχθη προϋπολογισμός. Ζητεῖται νὰ κατατεθῶσιν ὅ τε προϋπολογισμὸς καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας. γʹ) Πόση ἡ δαπάνη κατὰ τὸν συνταχθέντα προϋπολογισμὸν πρὸς οἰκοδομὴν τῶν στρατώνων ἐν Λαρίσσῃ δι’ ἓν σύνταγμα πεζικοῦ καὶ ἓν σύνταγμα ἱππικοῦ ἐμπολέμου δυνάμεως; Ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνεργηθείσης μειοδοτικῆς δημοπρασίας; Πόσα ἐπληρώθησαν μέχρι τοῦδε; Κατὰ ποίας δόσεις; Πῶς ἔμεινε καθυστεροῦν τὸ ζητούμενον ποσὸν τῶν 38,001:27; δʹ) Τί σημαίνουσιν αἱ ἐν τῇ καταστάσει τοῦ Ὑπουργοῦ φράσεις «τὰ καταβληθέντα εἰς τὸ 5ον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ διὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ ἐδάφους τῶν στρατώνων Λαρίσης, πρὸς ἀποφυγὴν πλημμυρῶν», διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν 20,000 δραχμῶν; εʹ) Ἐγένετο δημοπρασία διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀποθήκης ἐν Λαρίσσῃ, δι’ ἣν ἐδαπανήθησαν δρ. 4,122:50; ϛʹ) Διὰ δημοπρασίας ἢ κατὰ τίνα τρόπον ἐδαπανήθησαν αἱ 2,103:30 δραχμαὶ διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς στέγης τοῦ φρουραρχικοῦ καταστήματος Κερκύρας; ζʹ) Τὰ ὑπόλοιπα διαθέσιμα δρ. 81,093:56, τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ πίνακι, τῷ ἐμφαίνοντι τὴν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἄρθρ. 1 χορηγηθεῖσαν πίστωσιν, τὰς πραγματοποιηθείσας δαπάνας καὶ τὸ μένον ὑπόλοιπον, τί ταῦτά εἰσιν; Εἰσὶν ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων; ηʹ) Κατὰ τίνα τρόπον ἐξετελέσθησαν τὰ ἔργα, δι’ ἃ ἐπληρώθησαν 88,906:44, καθ’ ἃ ἐν τῷ αὐτῷ πίνακι ἀναφέρεται; Πότε ἐξετελέσθησαν; Ἐξετελέσθησαν κατὰ τὸ 1886 καὶ ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ 1889 μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἀπὸ 6 Σεπτεμβρίου 1889 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἡ πίστωσις; Ἢ ἐξετελέσθησαν κατὰ τὸ 1888; Ἢ κατὰ τὸ 1889;
§45ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον μάθει, ὅτι ἐντάλματα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἠθέλησεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους τὰ ἐπεθεώρησεν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν διαμειφθεῖσαν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Βασ. Ἐπιτρόπου παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, περιέμενον περὶ τούτων νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διότι πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν μακράν. Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν φρονεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατώρθωσε νὰ περισυλλέξῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ ζητηθέντα.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ κατατεθῶσι.
§48ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ὑποβάλει πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς διαφόρους ἐπερωτήσεις εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς. Οὕτως, ἐν παραδείγματι, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ἀφορῶσαν τὸ ταξείδιον ἐκεῖνο τὸ περιλάλητον τῶν «Ψαῤῥῶν». Τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν εἶχον παρακαλέσει νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ βιαιοπραγιῶν, αἵτινες ἐνηργήθησαν ἐν Καλαβρύτοις ὑπό τινος Ὑπομοιράρχου καὶ ἑνὸς ἐνωμοτάρχου. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφά τινα, ἀναγόμενα εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν πρὸς κατασκευὴν γεφύρας. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ καταθέσῃ τὴν δικογραφίαν περὶ τῆς καταδιώξεως κατὰ τοῦ γυμνασιάρχου Παπαλουκᾶ. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς νὰ ἐνθυμηθῶσιν αὐτὰς τὰς ἐπερωτήσεις, αἵτινες εἶχον ὑποβληθῆ ἐγγράφως, καὶ νὰ ὑποβάλωσι τὰς ζητηθείσας πληροφορίας.
§49ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἀνέγνωσεν ἐν ταῖς ἐφημερίσι τοὺς ἀπειλουμένους διορισμοὺς τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀληθῶς ἐξεπλάγη. Ὅτε δὲ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία εἶδεν, ὅτι οἱ ἐπαπειλούμενοι οὗτοι διορισμοὶ ἐπραγματοποιήθησαν, ἐταράχθη, ἠγανάκτησε καὶ ἀπηλπίσθη. Εἶπον περὶ ἀπειλῆς, διότι ἀληθὴς ἀπειλὴ εἶναι κατὰ τῶν νόμων τοῦ Κράτους τὸ γενόμενον πραξικόπημα κατὰ τοῦ σώματος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐνῷ προέκειτο περὶ τοῦ ὑπερτάτου ἐλεγκτικοῦ σώματος τοῦ Κράτους, περισυνελέγησαν ἐκ τῶν γραφείων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργοῦ διάφοροι ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται αὐτοῦ, καὶ ἐτέθησαν ἐκεῖ, ἵνα ἀποφαίνωνται περὶ τῶν ὑπερτάτων συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας. Βεβαίως ὁ νομοθέτης τοῦ 1833 ἔτους, ἐὰν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἤθελεν ἐξευτελισθῆ ὁ περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου θεσμὸς, δὲν ἤθελε λάβει τὸν κόπον νὰ καταστρώσῃ ἐν νόμῳ τὰς περὶ τούτου διατάξεις. Καὶ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγερθῶσιν ἐκ τοῦ τάφου ὁ πατὴρ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὁ θεῖος αὐτοῦ, οἱ ἀείμνηστοι Σπυρίδων Τρικούπης καὶ Ἀλέξανδρος Μαυροκορδάτος, οἵτινες ὡς Γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας κατὰ τὴν 27 Σεπτεμβρίου τοῦ 1833 ἔτους ἐθέσπιζον μετὰ τῆς Ἀντιβασιλείας ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τὸν περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νόμον, βεβαίως τὸ βλέμμα αὐτῶν δὲν ἤθελε δυνηθῆ ὁ υἱὸς καὶ ἀνεψιὸς αὐτῶν νὰ ὑποστῇ, φρικιώντων καὶ ὀργιζομένων ἐπὶ τῷ τηλικούτῳ κατὰ τοῦ ἀνωτάτου ἐλεγκτικοῦ δικαστηρίου πραξικοπήματι τοῦ υἱοῦ καὶ ἀνεψιοῦ αὐτῶν. Καὶ ὁ πατὴρ τοῦ συναδέλφου ἡμῶν, ὁ γέρων Ψύλλας, ἤθελεν ἐγείρει τὴν ῥάβδον αὐτοῦ καὶ ἤθελεν ἀποκρούσει τὸν υἱὸν αὐτοῦ, ὑποστηρίζοντα τοιαύτην Κυβέρνησιν· διότι καὶ ὁ ἀείμνηστος πατὴρ τοῦ κ. Ψύλλα ἦν καὶ αὐτὸς Γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας, ὑπογεγραμμένος ὑπὸ τὸν καταστικὸν νόμον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐφθάσαμεν λοιπὸν εἰς τοσοῦτον ἀπονοίας καὶ τοσοῦτον περιφρονήσεως τῶν νόμων τοῦ Κράτους καὶ τῶν νόμων τῆς ἠθικῆς ἀκόμη, ὥστε τὰ εὐτελῆ ἡμῶν ὄργανα καὶ τοὺς πρώην ἡμῶν ὑπηρέτας νὰ ἐγκαταστήσωμεν ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ἰσοβαθμίους πρὸς τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου; Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι, οἷον λόγον ἔχουσιν ὡς πρὸς τὴν Δικαιοσύνην τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν αὐτὸν λόγον ἔχουσιν ἐν τῇ Διοικήσει τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐν τῇ ἐξελέγξει τουτέστι τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων. Τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ καταστατικοῦ νόμου περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου λέγει: «Ὁ σκοπὸς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι αʹ) νὰ πληροφορῆται δι’ ἐπεξεργασίας τῶν λογαριασμῶν, ὅτι διατηροῦνται αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ ἐγκριθέντος οἰκονομικοῦ τοῦ Κράτους συστήματος· ὅτι πᾶσα ἐντὸς τοῦ Κράτους διαχείρισις γίνεται κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα· ὅτι αἱ ἐπιτετραμμέναι ὁποιανδήποτε εἰδικὴν διαχείρισιν ἀρχαὶ ἐκτελοῦν τὰ διοικητικὰ καθήκοντά των εὐσυνειδήτως κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, διατάγματα, ὁδηγίας καὶ καταστάσεις· ὅτι τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα εἶναι ἐν τάξει ἀποδεδειγμένα· καὶ ὅτι τὰ εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς δοθέντα χρήματα διετέθησαν δι’ ἃς ἀνάγκας ἐδόθησαν· βʹ) νὰ κρίνῃ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν λογαριασμῶν τῆς διαχειρίσεως, ἂν καὶ ὁποῖαι μεταβολαὶ ἦναι ἀναγκαῖαι ἢ κατάλληλοι διὰ τὸν γενικὸν σκοπόν.—Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι ἡ ἀνωτάτη ὡς πρὸς τὸ διοικητικὸν ἐλεγκτικὴ ἀρχή». Καὶ τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ αὐτοῦ νόμου λέγει: «Εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπάγεται ὅλον τὸ λογιστικὸν τοῦ Κράτους· αὐτὸ ἐπιτηρεῖ τοὺς ὑπολόγους ὑπηρέτας αὐτοῦ». Τὸ δὲ ἄρθρον 30ὸν ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπαγρυπνεῖ, ὥστε νὰ μὴ ὑπερβαίνωνται αἱ διδόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μας γενικαὶ καὶ εἰδικαὶ πιστώσεις κλπ.» Χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς ὅλον τὸν περίπλοκον καὶ σπουδαῖον μηχανισμὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, χωρὶς νὰ καταγίνῃ εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ σώματος τούτου, ἀρκεῖ ν’ ἀναγνώσῃ τὰ ἄρθρα ταῦτα τοῦ νόμου, ἵνα κατανοήσῃ, καὶ ἀδαέστατος τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας ἄν τυγχάνῃ, ὁπόσον εἶναι σπουδαῖος ὁ ὀργανισμὸς οὗτος τοῦ ἀνωτάτου τούτου Συνεδρίου. Δικαίως λοιπὸν ἐξεπλάγη καὶ ἠγανάκτησε καὶ ἀπηλπίσθη ἡ κοινωνία, ὅταν εἶδε τίνες περισυνελέγησαν ἐκ διαφόρων ὑπηρεσιῶν οὐχὶ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τοῦ προσώπου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐγκατεστάθησαν ὡς δικασταὶ ἰσόβιοι ἐν τῷ σοβαρωτάτῳ τούτῳ σώματι. Αὐτὸς ὁ ὑπουργικὸς τύπος, ὁ τοσοῦτον πιστῶς θυμιάζων καὶ ὑποστηρίζων (δὲν ἐξετάζω τοὺς λόγους) τὸ κυριαρχοῦν ἐν Ἑλλάδι σύστημα, δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ τὸ γενικὸν ῥεῦμα τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τὴν ἐξέγερσιν αὐτῆς, διότι ἄλλως ἤθελεν εὐθὺς ἀμέσως συντριβῆ, καὶ ἤθελεν ἀναγκασθῆ ν’ ἀποπέμψῃ καὶ τοὺς στοιχειοθέτας αὐτοῦ καὶ τοὺς ἐργάτας, ἐὰν πρὸς τὸ ῥεῦμα τῆς κοινῆς γνώμης ἀνθίστατο. Καὶ πρῶτος λοιπὸν αὐτὸς ἐκαυτηρίασε τὸ τοιοῦτο τόλμημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εἶπον τόλμημα, διότι ἦτο ἀπειλή. Καὶ ἦτο ἀπειλὴ πραγματοποιηθεῖσα καὶ καταστρέψασα πολλὰ καὶ ὕπατα συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω κατ’ ἰδίαν τὰ πρόσωπα ἐκείνων, οἵτινες ἐγκατεστάθησαν εἰς τὴν ὑπερτάτην ταύτην οἰκονομικὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τοῦ 1885 ἔτους, ὅτι, ὅτε ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιον αὐτῆς δύο ἢ τρεῖς τῶν σήμερον μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ψυχρὸς ἱδρὼς εἶχε περιβάλει τὰ πρόσωπα αὐτῶν, ὧν αἱ πράξεις παρὰ τῆς ἐξεταστικῆς ἐκείνης ἐπιτροπῆς ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐξηλέγχοντο. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μικροῦ δεῖν ἐλιποθύμουν, καὶ κατέφυγον εἰς τὰ ποτήρια τοῦ ὕδατος, ἵνα ἀντλῶσι δύναμιν ἀπέναντι τῆς ἐξελέγξεως, εἰς ἣν ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐκείνης ἐπιτροπῆς ὑπεβάλλοντο. Καὶ ἔρχονται οὗτοι μετ’ ὀλίγον νὰ κρίνωσιν ὡς μέλη τοῦ Συνεδρίου καὶ νὰ δικάσωσι περὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν πράξεων, περὶ πράξεων, δι’ ἃς, ἐὰν ὁ σκοπὸς ἐκείνης τῆς ἐπιτροπῆς ἐπραγματοποιεῖτο, ἤθελον βεβαίως καταδικασθῆ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, τίνες εἰσὶν οἱ κύριοι οὗτοι· δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἦσαν ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, ἢ ὑπηρέται τῶν προσωπικῶν σχέσεων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν προσωπικῶν αὐτοῦ σκοπῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἦσαν οἱ εὐτελεῖς ὑπηρέται τῆς φατρίας. Λέγω μόνον, ὅτι θέλομεν περιστῆ ἡμέραν τινὰ εἰς τὴν ἀνάγκην, ἐὰν δὲν σαρωθῶσιν ἐν μέλλοντι χρόνῳ ἐκ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου οἱ κύριοι αὐτοὶ, ὡς βεβαίως θέλουσι σαρωθῆ, νὰ βλέπωμεν αὐτοὺς ἐλέγχοντας καὶ δικάζοντας τὰς ἰδίας αὑτῶν παρανόμους πράξεις καὶ τὰς παρανόμους πράξεις τῶν κυρίων αὐτῶν. Ἰδοὺ ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑπὸ ποίαν ἔποψιν ἐξετάζων τὸ ζήτημα, εὑρίσκω, ὅτι οἱ γενόμενοι διορισμοί εἰσιν ἀκατονόμαστοι, καὶ ὤφειλον νὰ προκαλέσωσι τὴν ἔγερσιν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἠθέλομεν παραλείψει καθῆκον καὶ πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ πρὸς τοὺς ἐντολεῖς ἡμῶν, οἵτινες ἔστειλαν ἡμᾶς ἐνταῦθα, ἵνα ἐλέγχωμεν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ζήτημα τοιοῦτον ἠθέλομεν ἀφήσει ἀνεξέλεγκτον, ἐὰν δὲν ἠθέλομεν ὑψώσει τὴν φωνὴν ἡμῶν ἀπέναντι τοιαύτης πρωτακούστου παραβάσεως καὶ τῶν νόμων τοῦ Κράτους καὶ τῶν νόμων τῆς ἠθικῆς. Ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὸ παρελθὸν τὸν καὶ τότε ἡγέτην τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν, ἄλλοτε καθηγητὴν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, ἐλέγχοντας τὸ παρελθὸν, καὶ ἐπιχειροῦντας νὰ καυτηριάσωσιν αὐτὸ, καὶ καταγινομένους ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι οὔτε Γενικὸν Λογιστήριον ἐν τῷ Κράτει ὑπῆρχε πρότερον, οὔτε Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Καὶ ἔπρεπεν ἀληθῶς νὰ παρέλθωσιν ἔκτοτε ὀκτὼ ἐνιαυτοί, ἵνα ἐξυπνήσωμεν πρωίαν τινὰ καὶ ἴδωμεν τοὺς τότε κατηγοροῦντας τὸ παρελθὸν, τοὺς τότε διαῤῥηγνύοντας τὰ ἱμάτια αὐτῶν διὰ τὴν μὴ ὕπαρξιν ἐλέγχου ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει, ἐγκαθιστῶντας τοὺς ὑπηρέτας αὑτῶν, τοὺς ὑπηρέτας τῆς φατρίας εἰς τὸ ἀνώτατον ἐλεγκτικὸν δικαστήριον τοῦ Κράτους. Καὶ κάθηται καὶ κραυγάζει ὁ ὑπουργικὸς τύπος, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐκόρεσαν δῆθεν τοὺς φίλους αὑτῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν βάρβαρον λέξιν, ἣν τὸ ὄργανον ἐκεῖνο τοῦ τύπου μετεχειρίσθη. Ἀλλ’ ὑμᾶς ἐκόρεσαν, κύριοι συνάδελφοι, ἢ αὐτοὶ ἐκορέσθησαν; Ποῖα μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τῇ παρακλήσει ὑμῶν κατέλαβον τὰς δημοσίας ταύτας θέσεις; Περὶ ὑπηρετῶν καταγίνεσθε καὶ μὲ δημοσίους ὑπηρέτας κορεννύουσιν ὑμᾶς. Αὐτοὶ δὲ τί πράττουσι; Διαχειρίζονται ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἑαυτῶν προσωπικῶν συμφερόντων τὰς ὑπάτας τῶν θέσεων τοῦ Κράτους. Ἐὰν λοιπὸν κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπαναλέγω ὅτι δὲν πράττω τοῦτο κυρίως διὰ τὸ ποιὸν τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ πράττω αὐτὸ χάριν τοῦ νόμου, πράττω τοῦτο, διότι διὰ τῆς ἀναβιβάσεως τῶν πρώην ὑπαλλήλων ἐκείνων εἰς τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, αὐτοὶ οὗτοι θέλουσι μετ’ ὀλίγον δικάζει περὶ τῶν ἰδίων ἑαυτῶν πράξεων καὶ περὶ τῶν πράξεων τῶν κυρίων αὑτῶν. Ἐκκρεμὴς διατελεῖ ἀκόμη ὁ ἔλεγχος τοῦ μεγάλου ἐκείνου χρονικοῦ διαστήματος ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885 ἔτους, καθ’ ὃ διεχειρίσθησαν τὰ κοινὰ οἱ καὶ σήμερον διευθύνοντες ταῦτα. Ἐκκρεμὴς ὑπάρχει ὁ ἔλεγχος ἀπὸ τοῦ 1886 ἔτους μέχρι σήμερον, καὶ ἐν τῷ ἐλέγχῳ τούτῳ εὐθύνονται οὐχὶ μόνον οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ἀλλὰ καὶ οἱ τμηματάρχαι καὶ οἱ γενικοὶ ἐκεῖνοι γραμματεῖς, οἵτινες ἀνεβιβάσθησαν εἰς τὰς θέσεις ἐκείνας καὶ οἵτινες θέλουσι κρίνει καὶ δικάζει μετ’ ὀλίγον περὶ τῶν ἰδίων ἑαυτῶν πράξεων καὶ τῶν πράξεων τῶν κυρίων αὑτῶν. Ἀπώλοντο ἆρά γε ἐν Ἑλλάδι τὰ πρόσωπα, τὰ ἱκανὰ νὰ διαχειρισθῶσι τὴν ὑπερτάτην καὶ τιμιωτάτην ταύτην ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους; Ἐχάθησαν οἱ ἄνθρωποι ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους; Δὲν εὑρέθησαν τέσσαρες ἄνθρωποι νὰ καταλάβωσι τὰς ἕδρας τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Ἔπρεπε νὰ καλέσητε τὸν πρώην γραμματοδιδάσκαλον τῆς οἰκογενείας Σαρόγλου καὶ ὑπηρέτην ὑμῶν, ἵνα δικάζῃ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους καὶ τοὺς λογαριασμοὺς ὑμῶν αὐτῶν; Ἐλέγχομεν ὑμᾶς ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, καὶ ὑμεῖς λέγετε, ὅτι κωλυσιεργοῦμεν. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι κωλυσιεργία, ναὶ, θέλομεν ἐπιμείνει, θέλει ἀνασυρθῆ ἡ αὐλαία καὶ ἐν τῷ βάθει τῆς σκηνῆς θέλει ἴδει ὑμᾶς γυμνοὺς καὶ τετραχηλισμένους ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Θέλει ἔλθει ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει καγχάσει μὲ τὰς πράξεις ὑμῶν. Οὐδὲ σκοποῦμεν τὴν φορὰν ταύτην νὰ ἀπέλθωμεν τοῦ Βουλευτηρίου, μὴ ἐξετάζοντες καὶ μὴ ἐλέγχοντες μίαν πρὸς μίαν τὰς ἀκατονομάστους πράξεις ὑμῶν. Εἴτε ἐκβιάζετε τὸν στρατὸν, εἴτε ἐκβιάζετε τὴν δικαιοσύνην, μὴ ἐκτελοῦντες τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς, προκειμένου περὶ τῶν φίλων ὑμῶν ὑπαξιωματικῶν, τῶν παραβάντων τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους, εἴτε προδίδετε τὴν Κρήτην, μαχομένην ὑπὲρ τῶν ἱερωτάτων, εἴτε διορίζετε τοὺς ὑπηρέτας ὑμῶν καὶ τοὺς θεράποντας εἰς τὰς ἀνωτάτας λειτουργίας τοῦ Κράτους, ἔστε βέβαιοι, ὅτι δὲν θέλομεν ἐγκαταλείψει τὰς θέσεις ἡμῶν, πρὶν ἢ πάντα ταῦτα ἀναλύσωμεν εὐρέως, πρὶν ἢ ὡς περὶ ἐκλογικοῦ προγράμματος καλέσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ κρίνῃ ἀναμέσον τῶν πράξεων ὑμῶν καὶ τῶν πράξεων ἡμῶν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγινώσκω καὶ κείμενα, ἵνα καταδείξω καθ’ ὁποῖον τρόπον ἐμπαίζουσι καὶ ἡμᾶς καὶ τοὺς ἐντολεῖς ἡμῶν αὐτοὶ (δεικνύει τοὺς Ὑπουργούς.) Ἔχω ἐν χερσὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Λογιστικοῦ νόμου καὶ τῶν ὀργανισμῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου» τῆς 11 Μαΐου 1887 ἔτους. Εἰσηγεῖτο τότε ὁ καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ βελτιώσεως τῆς ἐλεγκτικῆς νομοθεσίας τοῦ Κράτους, ἣν ἤθελε πράξει καλλίτερον, ἐὰν ἄφινε νὰ κοιμᾶται ἥσυχος, ὡς μέχρι τοῦδε ἐκοιμᾶτο. Καὶ τί ἀναγινώσκομεν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Τὸ σῶμα τοῦτο ἔχει προσέτι τὸ καθῆκον νὰ ὑποδεικνύῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη τὰς πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν φορολογικῶν νόμων προκυψάσας ἐλλείψεις». Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀναγνωστόπουλος, ὡς μέλος τοῦ σώματος, θέλει ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ὑποδεικνύῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου τουτέστι, διεχειρίσθη τὰς πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰς προκυψάσας ἐλλείψεις! Ὁποία εἰρωνεία καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Καὶ παρακατιὸν (ἀναγινώσκει): «Ὀφείλομεν νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ μέτρων καταλλήλων πρὸς βελτίωσιν, ἢ τῆς τελείας καταργήσεως τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου, ὅστις, ὅπου περιῆλθε, δὲν ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν του». Τώρα βεβαίως διὰ τῆς ἀναβιβάσεως αὐτῶν τῶν λογιστικῶν ὑψηλοτήτων εἰς τὴν νέαν αἴθουσαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου θέλει πληρωθῆ ὁ ἐλεγκτικὸς σκοπὸς τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν προέβη ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς κατάργησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι ἐσκέπτετο, ὅτι εἶχε τοιούτους τηλαυγεῖς ἀστέρας ἐν τῇ ἐλεγκτικῇ ἱκανότητι, οἵτινες θέλουσι φωτίζει καὶ αὐτὸν ἐν τῇ σταδιοδρομίᾳ αὐτοῦ, μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἣν ὁ κ. Τρικούπης μετὰ τοῦ κ. Καλλιγᾶ ἀπὸ τοῦ 1882 ἔτους, καυτηριάζοντες τὸ τότε καθεστὸς καὶ τὸν τότε ἐλεγκτικὸν ὀργανισμόν, ὑπεδείκνυον εἰς ἡμᾶς καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ τώρα Κύριοι, ὅτε εἴδομεν τὴν συναυλίαν ταύτην τῶν τεσσάρων τούτων ἱκανοτήτων εἰσερχομένην καὶ καταλαμβάνουσαν περὶ τὴν πρασίνην τράπεζαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὰ ἐδώλια τῶν ὑπερτάτων οἰκονομικῶν δικαστῶν τοῦ Κράτους, τώρα μόλις ἐνόησαμεν, διατὶ ὁ Πρωθυπουργὸς κατὰ Μάϊον τοῦ 1887 ἔτους εἰσηγεῖτο νόμον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅστις φέρει τὸ στοιχεῖον ΑΥΟΖʹ καὶ ἐν ᾧ ἐν ἄρθρῳ 19 ἐφρόντιζεν ὁ Πρωθυπουργὸς τότε νὰ ἐγκαταστρώσῃ διάταξιν περὶ προσθήκης δύο ἐλεγκτῶν καὶ ἑνὸς παρέδρου! Οἱ ἐλεγκταί εἰσιν ὁ Βαρελίδης καὶ ὁ Κανελλόπουλος! Καὶ ὁ πάρεδρος, ὁ Ἀναγνωστόπουλος! Ἰδοὺ ὁ σκοπός, ἡ ἀφορμὴ τοῦ νόμου, ἡ ratio legis. Θέλω μάλιστα παρακαλέσει ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν μεταξὺ τῶν ἐγγράφων αὐτοῦ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς κατηγορία ἐκ μέρους ἄλλου ὑπερτάτου λειτουργοῦ τοῦ Κράτους, τοῦ πρώην διευθυντοῦ τῶν Τηλεγράφων καὶ Ταχυδρομείων κ. Καζάζη, κατά τινος ἐκ τῶν κυρίων ἐκείνων ὑπηρετῶν, οὓς διώρισεν ἀνώτατα μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει,—καὶ ἀποτείνω περὶ τούτου ῥητὴν καὶ κατηγορηματικὴν ἐπερώτησιν,—ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Καζάζης κατήγγειλε τὸν κ. Κανελλόπουλον διὰ ῥυπαρωτάτας περὶ τὴν ὑπηρεσίαν πράξεις. Ἐγὼ δὲν θέλω προδικάσει, διότι τὴν αὐτὴν ἀποστροφὴν αἰσθάνομαι πρὸς ἀμφοτέρους τοὺς κυρίους τούτους. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ παρέμβω (ἵνα μεταχειρισθῶ δικανικὴν φράσιν), ὅπως μάθω, τί ἐγένετο περὶ τῶν τοιούτων καταγγελιῶν, ἃς ἄλλοτε, πρὸ μικροῦ, αὐτὸς ὁ ὑπουργικὸς τύπος διεσάλπισε κατὰ πάντα τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος. Πρόκειται ἆρά γε νὰ διορίζωμεν μέλη τοῦ ἀνωτάτου ἐλεγκτικοῦ δικαστηρίου ἐκείνους, περὶ ὧν ἴσως ἔδει νὰ διαταχθῇ ποινικὴ ἀνάκρισις; Πρόκειται ἆρά γε νὰ διορίζωμεν μέλη τοῦ αὐτοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου ἐκείνους, οἵτινες ἀπεδείχθησαν ἐνώπιον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς τοῦ 1885 ἔτους, ὅτι συνεταιρίζοντο μὲ ἐπιπλοπώλας, ἵνα ἐπιπλώσωσι τὰ Ὑπουργεῖα καὶ συγχρόνως τοὺς οἴκους αὐτῶν; Πρόκειται νὰ δικάσωσι τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκφέρωσι γνώμην περὶ τῶν ταμιῶν καὶ εἰσπρακτόρων καὶ ὅλης ἐκείνης τῆς πολυδαιδάλου ὑπηρεσίας ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐφρόντισαν τοὺς υἱοὺς αὐτῶν καὶ τοὺς ὑπηρέτας ὑπὸ ψευδῆ ἐντάλματα καὶ ψευδεῖς ἀποδείξεις νὰ ἐφοδιάζωσι διά τινων δραχμῶν καθ’ ἕκαστον μῆνα; Εἶπον ὅτι θέλει ἀνασυρθῆ ἡ αὐλαία καὶ τὰ πάντα θέλουσι καταδειχθῆ ἐνταῦθα, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν θέλω δυνηθῆ κατὰ προσεχῆ τινα συνεδρίασιν νὰ φέρω ἔγγραφα ἐπίσημα, ἐξ ὧν θέλει ἀποδειχθῆ, ὁποῖα διενήργουν οἱ ἀνώτατοι οὗτοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, δι’ ἃ ἤθελον δώσει λόγον ἐνώπιον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς τοῦ 1885 ἔτους. Ταῦτα, Κύριοι, ἐθεώρησα καθῆκον ἐμὸν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὸ σῶμα, οὗτινος ἔχω τὴν τιμὴν πρό τινων ἐτῶν νὰ ἀποτελῶ μέλος. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τίνα γνώμην περὶ πάντων τούτων ἔχει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅστις καὶ εἰδικῶς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ εὐθύνεται. Ἐξεπλήρωσεν ἆρά γε ὅ,τι τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς νομοθεσίας διατάττει, πρὶν ἢ θέσῃ τὴν ὑπογραφὴν αὑτοῦ ὑπὸ τὰ ἐν λόγῳ διατάγματα; Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, δὲν ἐσκέφθη ἐπ’ ὀλίγον, ὅτε ἐγκαθίστανεν ἐν τῷ ἀνωτάτῳ ἐλεγκτικῷ σώματι ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι δικάσει περὶ τῶν ἰδίων αὑτῶν πράξεων καὶ τῶν πράξεων τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπερώτησις αὕτη εἶχε λόγον νὰ ἔλθῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι παράλειψις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἂν δὲν ἔφερε τὸν λόγον ἐπὶ τούτου, καὶ δὲν ἐζήτει ἀπάντησιν παρὰ τῶν Ὑπουργῶν.
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι ζήτημα πολλῆς σημασίας. Ἡ συγκίνησις, ἣν ἐνεποίησεν εἰς ἅπασαν τὴν κοινωνίαν, ἀνεξαρτήτως κομματικῆς ἰδέας, τὸ πραξικόπημα τῶν γενομένων διορισμῶν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ πείσῃ καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσῃ αὐτὸ νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον πολλάκις ἐπεκρίναμεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Τὸ ἐπεκρίναμεν, διότι δὲν ἐκτελεῖ ἐγκαίρως τὰς ἐργασίας αὑτοῦ, καὶ μᾶς στερεῖ τῶν πληροφοριῶν καὶ τῶν γνωμῶν, ὧν ἔχομεν ἀνάγκην, ὅπως ἐξελέγξωμεν τὴν διαχείρισιν τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ σήμερον ἀκόμη ἠσθάνθημεν τὴν ἔλλειψιν τῆς τοιαύτης ἐξελέγξεως κατὰ τὴν πρὸ ὀλίγου λαβοῦσαν χώραν μεταξὺ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν λογιστικὴν ἀμφισβήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχεν ἴσως διαφωνία κατ’ οὐσίαν, ἥτις ὅμως, ἕνεκα τῆς κακῆς παραστάσεως τῶν ἀριθμῶν καὶ τῶν σχετικῶν πράξεων ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1887 καὶ ἐν ταῖς πληροφορίαις, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπήνεγκε μακρὰν συζήτησιν, ἥτις δὲν ἤθελε λάβει χώραν, ἂν ὑπῆρχε τακτικὴ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐξέλεγξις τῆς κατὰ τὸ 1887 καὶ κατὰ τὸ 1888 γενομένης ἀγορᾶς γαιανθράκων. Πολλὰς τοιαύτας συζητήσεις ἔχομεν ἐν τῇ Βουλῇ, αἵτινες σπανίως λήγουσιν εἰς θετικὰ ἀποτελέσματα, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τακτικῆς ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν καὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους. Τὴν ἐξέλεγξιν ταύτην δὲν δύναται νὰ ποιήσῃ τὸ Κοινοβούλιον ἐν ταῖς λεπτομερείας αὐτῆς. Μόνον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δύναται νὰ τὴν ἐκτελέσῃ· οἱ δὲ Ὑπουργοί, οἱ ἐπὶ ἔτη διαχειρισθέντες τὰ κοινὰ, ὀφείλουσι νὰ ἐπιδιώξωσιν αὐτήν, ὅπως δείξωσιν ἐπισήμως, ὅτι διεχειρίσθησαν αὐτὰ ἐντίμως καὶ τακτικῶς. Αἰσθανόμενοι πάντες τὴν ἀνάγκην τῆς καλῆς καὶ κανονικῆς λειτουργίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐμεμφόμεθα αὐτοῦ, διότι δὲν ἐξετέλει τὸ καθῆκόν του μετὰ τῆς δεούσης δραστηριότητος. Ἀπὸ σήμερον ὅμως δὲν θὰ ἔχωμεν μόνον ν’ ἀπευθύνωμεν πρὸς αὐτὸ τὴν μομφὴν ταύτην, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν γενομένων διορισμῶν θὰ ἔχωμεν συνάμα καὶ δυσπιστίαν εἰς τὰς ἐργασίας αὐτοῦ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ κατάλληλον ἢ μὴ τῶν διορισθέντων Ἐλεγκτῶν. Οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι, δυσκόλως δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ συνέβησαν ἐν διαχειρίσει, ἧς καὶ αὐτοὶ συμμετέσχον ὡς ἐνεργὰ πρόσωπα, θέλουσι τὰ δείξει εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅπως τοῦτο ἐξετάσῃ αὐτὰ καὶ ζητήσῃ εὐθύνας παρὰ τῶν εἰς αὐτὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποβαλλομένων. Ἀλλὰ, καὶ ἄν τις ἐξ ἡμῶν παραδεχθῇ τοιοῦτόν τι, εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ ἡ κοινωνία, ὅτι οἱ διορισθέντες ἐξήλεγξαν αὐτοὶ ἑαυτοὺς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπηρείας; Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶχε καταπέσει ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐνεργητικότητος αὐτοῦ, μετὰ τοὺς τελευταίους δ’ ἐν αὐτῷ διορισμοὺς κατέπεσε καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἵστατο ὄρθιον μέχρι σήμερον, τὴν τῆς ἀμεροληψίας καὶ τῆς εἰς τὰς πράξεις αὐτοῦ ἐμπιστοσύνης. Ἔπαυσε τοῦ νὰ ἦναι δικαστικὸν σῶμα, ἐμπνέον ἀπόλυτον καὶ ἀναμφισβήτητον ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ἴδιον τῆς ἀνθρωπίνου φύσεως, οἱ ἐλέγχοντες τὰς ἰδίας αὐτῶν πράξεις νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δικασταὶ ἀμερόληπτοι καὶ ἄξιοι νὰ ἐμπνεύσωσι πλήρη καὶ τελείαν ἐμπιστοσύνην. Καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ διορισθέντες Ἐλεγκταὶ τοιοῦτον αἰσθάνονται αἴσθημα, διότι, καθ’ ἃς ἔχομεν πληροφορίας, οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν πάρεργον θεωροῦσι τὴν ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἐνασχόλησιν, ἐργάζονται δὲ κυρίως ἐν τοῖς Ὑπουργείοις, ὅπου καὶ πρὸ τοῦ διορισμοῦ των εἰργάζοντο, ἐξακολουθοῦντες νὰ ὑπηρετῶσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ κόμμα, οὐχὶ δὲ τὴν οἰκονομικὴν δικαιοσύνην. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῆς ἠθικῆς ταύτης καταβιβάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἡ τελευταία πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως ἔφερε κατ’ αὐτοῦ καὶ νομικὸν τραῦμα διὰ τοῦ διορισμοῦ Ἐλεγκτῶν ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ καταστατικοῦ αὐτοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου τοῦ 1833, ὅστις εἶναι ὁ καταστατικὸς νόμος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι οἱ Ἐλεγκταὶ διορίζονται κατόπιν προτάσεως τοῦ Συνεδρίου. Ἡ διάταξις δ’ αὕτη εἶναι θεμελιώδης, διότι ἄνευ αὐτῆς τὸ Συνέδριον δὲν δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην δικαστικοῦ σώματος. Ἄν οἱ Ἐλεγκταὶ διορίζωνται δι’ ἐλευθέρας καὶ ἀπεριορίστου ἐκλογῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἔχουσιν ἐντολὴν νὰ ἐξελέγξωσι τὴν διαχείρισιν, ἡ ἐνέργεια αὐτῶν δὲν δύναται μήτε νὰ ᾖ μήτε νὰ πιστευθῇ ὡς ἀδέκαστος καὶ ἀξία πάσης ἐμπιστοσύνης. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἔχει ἡ θεμελιώδης αὕτη διάταξις, ἣν παρεβίασεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τοὺς τελευταίους διορισμοὺς (ἀναγινώσκει): «Χηρευούσης θέσεως, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὑποβάλλει, γενομένης συσκέψεως, τὴν περὶ ἀντικαταστάσεως πρότασίν του διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματέως εἰς τὸν Βασιλέα.» Οἱ τελευταῖοι Ἐλεγκταὶ διωρίσθησαν ἄνευ προτάσεως τοῦ Συνεδρίου. Οἱ διορίσαντες δ’ αὐτοὺς δικαιολογοῦσι τὸν τοιοῦτον διορισμόν των, στηριζόμενοι εἰς τὸ ἄρθρον 20 τοῦ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νόμου τοῦ 1884, ἔχον οὕτω: «Καταργοῦνται αἱ περὶ διορισμοῦ καὶ προσόντων διατάξεις τῶν νόμων περὶ τελωνειακῶν ὑπαλλήλων, περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.» Δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ νόμος, ὁ συνταχθεὶς ὅπως ὁρίσῃ τὰ προσόντα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἦλθε διὰ μιᾶς παρεισάκτου καὶ κεκρυμμένης, οὕτως εἰπεῖν, διατάξεως νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ θεμέλια τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὸ προσὸν εἶναι ἰδιότης, ἣν πρέπει νὰ κέκτηταί τις, ὅπως διορισθῇ ὑπάλληλος. Τοῦτο ὅμως οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν τρόπον τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ. Ἀλλά, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου τοῦ 1884, ἐξερχομένη τοῦ γενικοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου τούτου, μετέβαλε καὶ τὸν τρόπον τοῦ διορισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Τελωνείων, τοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τίνα τρόπον ὥρισε διὰ τὸν διορισμὸν αὐτῶν; Πόθεν ἐξάγεται, ὅτι ἀφῆκεν αὐτὸν εἰς τὴν αὐθαίρετον κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἀλλ’ ὁπωςδήποτε καὶ ἂν ἑρμηνευθῇ αὕτη, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ Ἐλεγκταὶ, τὰ μέλη δηλ. τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἰσὶν ὑπάλληλοι αὐτοῦ, ὅπως οἱ ἁπλοῖ λογισταί, οἱ γραμματεῖς καὶ τὸ ἄλλο προσωπικὸν αὐτοῦ; Δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι σώφρων νομοθέτης ἀφῆκεν ἄνευ προσόντων ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, τὸν διορισμὸν τῶν Ἐλεγκτῶν, οἵτινές εἰσιν ἀνώτατοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι; Δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἀφῆκε τὸν διορισμὸν αὐτῶν ἀπεριόριστον καὶ εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ, οὗτινος πρόκειται νὰ ἐξελέγξωσι καὶ νὰ δικάσωσι τὴν διαχείρισιν; Οἱ τελευταῖοι διορισμοὶ Ἐλεγκτῶν ἀναντιῤῥήτως ἀντίκεινται καὶ εἰς τὸ γράμμα καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ καταστατικοῦ νόμου τοῦ Συνεδρίου. Καταβιβάζουσι δ’ αὐτὸ καὶ νομικῶς καὶ ἠθικῶς. Αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν καὶ ὡς μὴ νόμιμοι. Βεβαίως δὲ αἱ ἐξελέγξεις καὶ ἀποφάσεις αὐτοῦ περὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσι πλήρη καὶ ἀναμφισβήτητον ἐμπιστοσύνην.
§51ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι θὰ παρέλειπον σπουδαῖον καθῆκον πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου καὶ τὸ ἔθνος, ὅπερ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ἂν μὴ ὕψουν καὶ ἐγὼ φωνὴν διαμαρτυρίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ πραξικοπήματος, συντελοῦντος εἰς ἔκλυσιν τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ σώματος, τοῦ δικάζοντος καὶ ἐλέγχοντος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνεξαρτησία διὰ τοῦτο εἶναι ὠχυρωμένη διὰ τῶν διατάξεων τῶν νόμων, οὓς ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐμνημόνευσαν, κατὰ πάσης κυβερνητικῆς ἐπηρείας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, παραβαίνοντες τὸ καθῆκον αὐτῶν καὶ ἐλεγχόμενοι ἑκάστοτε, παρουσιάζονται κρατοῦντες ἀνὰ χεῖρας τὸν νόμον, καὶ ἐρωτῶσιν ἡμᾶς: «Κύριοι ἐλέγχοντες, παρέβημεν κανένα νόμον; Ἰδοὺ ἡμεῖς ἐπράξαμεν ὅ,τι ἡ συνείδησις ἡμῶν ἐπέτρεπεν, ἀφοῦ οἱ νόμοι δὲν ἀπαγορεύουσιν ὅ,τι ἐπράξαμεν’ ἄρα ἔπεται, ὅτι εἴμεθα ἐν τῷ δικαίῳ». Τοιοῦτό τι ἠκούσαμεν προχθὲς ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν ὑποβληθὲν, ὅτε ἐξηλέγχετο, ὅτι ἄνευ ἀνάγκης προδήλου καὶ ἄνευ προτάσεως τοῦ ἀρχηγοῦ Λαρίσσης καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐνδείξεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς στρατιωτικῆς μετέθεσεν ἐν μιᾷ νυκτὶ τηλεγραφικῶς πλείονας τῶν τριάκοντα ἀξιωματικῶν εἰς πόλεις ἢ νήσους, ἔνθα οὐδεμία στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ὑπάρχει, ἐπιβάλλουσα τὴν παρουσίαν ἀξιωματικοῦ. Οὕτως ἐξηρέθισε τὴν εὔθικτον φιλοτιμίαν τῶν ἀξιωματικῶν, πράξας πρᾶξιν ὅλως διόλου ἀσύνετον,—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις,—ἡ ὁποία ἐκινδύνευσε νὰ διασαλεύσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ σαλευθῇ ἐκ θεμελίων ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ, ὅστις εἶναι τὸ ἔρεισμα καὶ ἡ ἐγγύησις τῆς ἀσφαλείας τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων. Ἠλέγξαμεν τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι προέβη εἰς μετάθεσιν τριάκοντα ἀξιωματικῶν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ἀρχηγείου καὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ Νομάρχου Λαρίσσης· καὶ τί σᾶς ἀπήντησε; «Τοῦτο ἦτο δικαίωμά μου, ἀφοῦ δὲν μοὶ τὸ ἀπηγόρευεν ὁ νόμος.» Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠλέγξαμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι παρέβη τὸν νόμον, ἀλλ’ ὅτι παρὰ τὸ προσῆκον, παρὰ τὸ ὀρθὸν, παρὰ τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ καὶ παρὰ τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει πᾶσα Κυβέρνησις σωφρονοῦσα πρὸς τὸ εὐγενὲς σῶμα τοῦ στρατοῦ, εἰσήκουσεν ὁ Πρωθυπουργὸς εἰσηγήσεως ὑπαλλήλων, οὐδεμίαν σχέσιν ἐχόντων πρὸς τὸν στρατὸν, ἥκιστα δὲ δικαίωμα ἐποπτείας ἐπὶ τοῦ στρατεύματος. Καὶ ἐκινδύνευσεν οὕτω νὰ διαῤῥήξῃ τὸν δεσμὸν τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ καὶ διασείσῃ τὰ θεμέλια τῆς τάξεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠλέγχετο χθὲς, ὅτι ἐκ καταλογιστῆς ῥαθυμίας ἀφῆκε νὰ γίνῃ δευτέρα δικαστικὴ ἐπανάστασις ἐν Σπάρτῃ, ὁλοκλήρου Δικαστηρίου κατὰ τῆς κοινωνίας καὶ τῶν νόμων ἐπαναστατήσαντος. Ἠλέγξαμεν ὅτι τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἐχορήγησαν πρὸς αὐτὸν, ὅπως ἐποπτεύοντα ἐνασκῶσι τὸν διοικητικὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν λειτουργῶν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἤτοι οἱ Εἰσαγγελεῖς, παρέβησαν τὸ καθῆκόν των, μὴ προνοήσαντες νὰ προλάβωσιν ἐν τῇ ἐνάρξει του τὸ σκάνδαλον. Ὁ δὲ Ὑπουργὸς, ἀναβὰς τὸ βῆμα, σᾶς εἶπε καὶ οὗτος, ὅτι οὐδένα νόμον παρέβη, ἀλλ’ ἐβεβαίου, ὅτι ἠγνόει τί συνέβαινεν ἐν Σπάρτῃ. «Οὐδεὶς μὲ ἐπληροφόρησεν», ἔλεγεν. Ἐνῷ δὲ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ συνάδελφος τῆς ἀριστερᾶς καὶ ὁ ἕτερος τῆς δεξιᾶς πανηγυρικῶς ἐπιστοποίουν, ὅτι τὸ μὲν Εἰσαγγελικὸν γραφεῖον ἦτο ἑστία ἀνομημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐτόλμησαν ἐξ αἰδοῦς νὰ ἀναφέρωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἐνῷ παρῆλθε δίμηνον ὁλόκληρον διάστημα, ἐξ ὅτου οἱ δικασταὶ δὲν ἐξεπλήρουν προσηκόντως τὸ καθῆκόν των καὶ κατηγγέλλοντο καὶ παρὰ τῆς δημοσιογραφίας καὶ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ τόπου ἐκείνου, ὁ λειτουργὸς, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἔταξεν ὡς ἐπόπτην ἐπὶ τοῦ Δικαστηρίου, ἔνοχον τηρήσας σιγὴν, παρέλειψε νὰ πληροφορήσῃ αὐτὸν περὶ τῆς διαγωγῆς καὶ τῆς τηρήσεως τοῦ πρέποντος καὶ τῶν νόμων ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν· οὐδεμίαν καταγγελίαν περὶ τῶν ἐκεῖ συμβαινόντων ἀπέστειλεν, οὐδὲ ὁ Ὑπουργὸς ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας, ἀλλ’ οὐδὲ ἐτιμώρησεν, οὐδ’ ἀπέλυσεν αὐτὸν διὰ τὴν ἀκατονόμαστον ὀλιγωρίαν, ἣν ἔδειξεν ἐπὶ τῶν τελουμένων ὑπὸ τῶν δύο δικαστῶν ἐν πλήρει συνεδριάσει τοῦ Δικαστηρίου. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς ἀπαντᾷ: «οὐδένα παρέβην νόμον, οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχω.» Ἀδιάφορον, ἂν ἐκ ῥαθυμίας αὐτοῦ καὶ τῶν ὀργάνων του ἐπῆλθε τοιοῦτον πρωτοφανὲς δικαστικὸν σκάνδαλον. Τί παρουσιάζεται σήμερον; Ἔτι φοβερωτέρα σκηνὴ διανοίγεται πρὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Εἰς τὸ ἀνώτατον οἰκονομικὸν δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι καὶ ἡ Πολιτεία ἔχουσιν ἐπιτρέψει τὸ σοβαρώτατον καθῆκον, νὰ ἐξελέγχῃ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ Κράτους, νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ὑπολόγων, καὶ αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν μὴ ἐξαιρουμένων, εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν, λέγω, Συνέδριον, ὅπερ οἱ θεσμοὶ καὶ οἱ νόμοι ὠχύρωσαν διὰ τῆς ἰσοβιότητος καὶ τὸ περιεφρούρησαν διὰ τῆς περιστολῆς τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ νὰ διορίζῃ οἱονδήποτε βούλεται μέλος ἐν αὐτῷ, ἀνύψωσε μετὰ τόσης τόλμης τοὺς πιστοὺς θεράποντας τῆς φατρίας. Οὕτω πανηγυρικῶς ἠθέτησε τὴν ἀξίωσιν τοῦ νόμου, ὅπως ὑποβάλληται πρότασις ῥητὴ τοῦ Συνεδρίου πρὸς πλήρωσιν ἕδρας ἐλεγκτοῦ ἢ παρέδρου, ὁσάκις ἤθελε κενωθῆ θέσις καὶ ὑπάρχῃ ἀνάγκη συμπληρώσεως αὐτῆς. Καὶ τοῦτο ἀκόμη τὸ ἀνώτατον Συνέδριον, διότι, ὡς φρονεῖ ὁ Πρωθυπουργὸς, οἱ νόμοι δὲν ἐκώλυον τὸν Πρωθυπουργὸν, ἀπεφάσισε νὰ τὸ παραδώσῃ ὡς λείαν τοῦ κόμματος, ἐν πλήρει γαλήνῃ συνειδήσεως.
§52Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν σᾶς ἀκούουσι, κ. Πετρίδη. Οἱ Ὑπουργοὶ συνδιαλέγονται, ἡ πλειοψηφία ἀπουσιάζει.
§53ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον.
§54Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλετε ἔνστασιν;
§56Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα, δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 75. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 μ. μ.