Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Δ› Sitting 49

1890.01.30

3,388 rows · 25,666 words · 1 table · 152 turns

Date
1890.01.30
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Δ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1890)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49

τῆς 30 Ἰανουαρίου 1890.

(Τρίτη)

Ὥρᾳ 4 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδημοσιεύθη, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ Νομάρχης Πατρῶν, ἐγκαταλιπὼν τὴν θέσιν του, ἀνεχώρησεν εἰς Μεσολόγγιον πρὶν ἢ γίνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησις αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει πρὸ πολλοῦ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἀκριβῆ ταῦτα;

§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κύριος Τσαγκαράκης, νομάρχης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν τὴν παραίτησίν του καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἀπέλθῃ εἰς Μεσολόγγιον, ὅπου καὶ ἀπῆλθεν, ἀφήσας εἰς τὸν ἀρχαιότερον Γραμματέα τὴν διεύθυνσιν τῆς Νομαρχίας.

§3ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγεινε δεκτὴ ἡ παραίτησίς του;

§4ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔγεινε δεκτή. Ἔδωκε τὴν παραίτησίν του καὶ ἀνεχώρησε τὴν ἐπιοῦσαν.

§5ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἀνεχώρησεν αὐτοβούλως. Καὶ τοῦτο σημαίνει παράλυσιν ἐντελῶς τῆς ὑπηρεσίας.

§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε συνεζητήθη κατ’ οὐσίαν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως 966,000 δραχμῶν, ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ πίνακες, περιέχοντες διαφόρους πληροφορίας περὶ τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων τῆς πιστώσεως ἐκείνης. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς κατέθηκε τοὺς αἰτηθέντας πίνακας, ἐπειδὴ δὲ ἡ μελέτη αὐτῶν μοὶ ἐγέννησε πολλὰς ἀπορίας, ὑπέλαβον, ὅτι ἔπρεπε νὰ χωρίσω τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας τῆς πιστώσεως ἀπὸ τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας ἡ μελέτη τῶν πινάκων μοὶ ἐγέννησε. Διὰ τοῦτο χθὲς μὲν, ὅτε ἡ πίστωσις συνεζητήθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, οὐδένα περὶ τούτου ἐποιησάμην λόγον, σήμερον ὅμως προβάλλω τὰς ἀπορίας μου εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Πρόκειται περὶ πιστώσεως ἀναπληρωματικῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, δι’ ἧς ἐζητήθη ἓν ποσὸν 100,000 δραχμῶν δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶχε περιληφθῆ πίστωσις 250,000 δραχμῶν, ὥστε τῇ προσθήκῃ τῆς ζητηθείσης ἀναπληρωματικῆς αἱ ὅλαι πιστώσεις ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 350,000. Ἐζήτησα παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ πληροφορίας περὶ τῶν δαπανηθέντων καθ’ ἕκαστον τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἔλαβον, ἀλλ’ εὗρον ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνοι μὲ τοὺς ἀπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐδημοσιεύθησαν μέχρι τοῦδε. Καὶ ἐν πρώτοις, κατὰ τὸν πίνακα τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1885 ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Βʹ ἄρθρου 5 δραχμαὶ 174,033:07, ἀλλὰ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1885, κεφάλαιον Βʹ ἄρθρον 5ον, ἐδαπανήθησαν δραχ. 238,059:81. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐκ τοῦ κεφαλ. ΙΑʹ ἄρθρου 2ου ἐδαπανήθησαν δραχ. 2,550, ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν ἐκ τοῦ κεφαλαίου ΙΑʹ ἄρθρου 2ου ἐδαπανήθησαν δραχ. 43,759:75. Αὐτὰ ἀφορῶσι τὸ 1885. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1886 ἐπίσης ὁ πίναξ τοῦ Ὑπουργοῦ διαφέρει ἀπὸ τὸν ἀπολογισμόν. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1886 δραχ. 65,312:55, ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 175,489:86. Αἱ αὐταὶ διαφοραὶ ἀπαντῶνται εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1887 εἰς ἀγορὰν γαιανθράκων δραχμαὶ 63,429:14, ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν ἐδαπανήθησαν 139,875:36. Δὲν εἶναι ὅμως μόναι αἱ διαφοραὶ αὗται. Κατὰ τὴν ἀπὸ 31 Ἰουλίου 1889 πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δι’ ἧς ἐπρότεινε νὰ προκληθῇ Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ χορηγίας πιστώσεως, ἀνέφερεν, ὅτι δὲν ἐπήρκεσεν ἡ πίστωσις, ἡ χορηγηθεῖσα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ηὔξησεν ἡ τιμὴ τῶν γαιανθράκων. Ἰδοὺ τί λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του (ἀναγινώσκει): «Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῶν ναύλων Ἀγγλίας καὶ τῶν ἐν τοῖς ἀνθρακωρυχείοις συμβασῶν ἀπεργιῶν, ἡ τιμὴ τῶν γαιανθράκων ἐδιπλασιάσθη σχεδόν, συνεπῶς δὲ αἱ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος γενόμεναι προμήθειαι διὰ δημοπρασίας ἐπληρώθησαν πρὸς δραχ. 47 καὶ 72)100, καὶ πρὸς σελίνια 23 καὶ 5 δηνάρια». Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκε πίνακα τῶν ἀγορασθέντων γαιανθράκων κατὰ τὸ ἔτος 1889. Ἐκ τούτου δὲ παντάπασι δὲν βεβαιοῦται ὁ ἰσχυρισμός, τὸν ὁποῖον προέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον· ἐξ ἐναντίας κατὰ τὸ 1889 οἱ γαιάνθρακες ἠγοράσθησαν εἰς τιμὴν εὐθηνοτέραν ἢ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Δύο ἀγοραί, γενόμεναι ἐν Τεργέστῃ, ἀλλὰ διὰ 125 τόννους, ἐγένοντο πρὸς τιμὴν 45 καὶ 46 δραχμῶν κατὰ τόννον, αἱ ἄλλαι δ’ εἰς τιμὴν 30, 50, 32, 36. Ἐν τῇ αὐτῇ ἐκθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερεν, ὅτι δὲν τὸν ἐπήρκεσεν ἡ χορηγηθεῖσα πίστωσις διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι εἶχον χορηγηθῆ μόνον 125,000 δραχμαί, ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εὗρον 250,000. Αἱ διαφοραὶ αὗται μοὶ ἐγέννησαν τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας προβάλλω, καὶ παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας.

§7ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὀλίγον πρὸ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1887 ἔτους ἠγέρθημεν πρωΐαν τινὰ καὶ ἀνέγνωμεν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» χιλιάδας χαρίτων, ἀπονεμηθεισῶν δι’ ἑνὸς καὶ μόνου Β. Διατάγματος εἰς χιλιάδας ἀνεγνωρισμένων κακούργων. Καὶ τότε μὲν ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως εἶχε λόγον τὴν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Εἴδομεν δὲ κατακλυσθείσας ἁπάσας τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ διαβοήτων κακούργων, τεράτων, ὧν ὅμοια εἰς ὀλιγίστας κοινωνίας δύναταί τις ν’ ἀπαντήσῃ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ὁποίαν ἤσκησαν ἐπιῤῥοὴν αἱ χάριτες ἐκεῖναι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν· διότι ἕκαστος εἶδε καὶ ᾐσθάνθη τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Δὲν θέλω ἐξετάσει, ὁποία συναλλαγὴ προϋπῆρξεν, ὅπως αἱ χάριτες ἐκεῖναι ἀπονεμηθῶσι, καὶ ὁπόσαι ψῆφοι ἐκλογέων διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου τῶν χαρίτων ἠγοράσθησαν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, εὐθὺς ὡς συνῆλθε τότε ἡ Βουλή, πρῶτος ἔσχον τὴν τιμὴν δι’ ἐπερωτήσεως νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, νὰ κομίσῃ εἰς τὸ Βουλευτήριον ἁπάσας τὰς δικογραφίας καὶ ἁπάσας τὰς περὶ χαρίτων προτάσεις τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς. Καὶ μετὰ μακρὰν συζήτησιν τί ἀπεκαλύφθη; Ὅτι αἱ πλείονες τῶν χαρίτων ἐκείνων ἀπενεμήθησαν ἐναντίον ῥητῶν γνωμοδοτήσεων τῶν Προέδρων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν δικασάντων δικαστηρίων. Ἀπεκαλύφθη ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ὅτι ἀδελφοκτόνοι καὶ μητροκτόνοι καὶ παραβάται τῶν σπουδαιοτέρων ἄρθρων τοῦ ποινικοῦ νόμου ἔλαβον χάριν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καίτοι οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ Πρόεδροι τῶν δικασάντων δικαστηρίων καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν χαρίτων ἐγνωμοδότουν, ὅτι εἶναι ἀνάξιοι χάριτος. Καὶ ἄναυδος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐκάθητο ἐκεῖ, ἀκούων καὶ δεχόμενος χάλαζαν παρανόμως δοθεισῶν χαρίτων. Βεβαίως τοιαύτη ἀκατονόμαστος πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο δυνατόν, εἰμὴ νὰ ἐπιφέρῃ τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Ἀλλὰ ταῦτα ὑπῆρξαν ἆρά γε πραγματικὰ, ἢ ὑπῆρξαν εἰκονικὰ καὶ φαινόμενα; Βεβαιῶ τὸ δεύτερον. Ἀπεφύγομεν μὲν ἔκτοτε νὰ ἴδωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δίδοντα δι’ ἑνὸς καὶ μόνου Διατάγματος χιλιάδας ὅλας βασιλικῶν χαρίτων, ἴσως διότι δὲν περιέστημεν ἀκόμη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσωμεν βουλευτικὰς ἐκλογὰς, εἴδομεν ὅμως καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ μακρὸν διάστημα ὑπούλως καὶ κρυφίως καὶ καθ’ ἑκάστην ἑβδομάδα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον διδομένας χάριτας εἰς φοβεροὺς ἐγκληματίας καὶ παραβάτας τῶν νόμων. Τί κάθηνται καὶ προκαλοῦσιν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ διαγωνίσματα περὶ τῆς ἐγκληματικότητος ἐν Ἑλλάδι; Τί δαπανῶσι τὰς πολυτίμους αὐτῶν ὥρας, ἵνα εὕρωσι τὰ αἴτια αὐτῆς; Δὲν ἔχετε, εἰμὴ νὰ ἀνατρέξητε εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», ν’ ἀναδιφήσητε τὰ φύλλα αὐτῆς, καὶ θέλετε εὕρει ἐν ἑκάστῃ σχεδὸν σελίδι διδομένας χάριτας εἰς ἐπισήμους κακούργους. Βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα πολλὰ αἴτια, ὧν ἕνεκα ἡ ἐγκληματικότης ἤγειρε θρασεῖαν τὴν κεφαλὴν ἐντὸς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, καὶ εἰς τὰ αἴτια ταῦτα τὴν πρώτην εὐθύνην ἔχει ἡ διοικοῦσα τὸν τόπον Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐν τῶν πρωτίστων αἰτίων εἶναι ἡ πεποίθησις τοῦ ἐγκληματοῦντος, ὅτι ἀρκεῖ νὰ κρούσῃ τὸ τύμπανον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἵνα ἴδῃ ὁ ἐγκληματίας τὸ φῶς τῆς κοινωνίας, καὶ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν θυρῶν τοῦ δεσμωτηρίου ἐλεύθερος, ὡς πρὶν εἰσέλθῃ. Ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον φέρῃ πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν πάσας τὰς δικογραφίας καὶ πάσας τὰς ἐκθέσεις τῶν Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων καὶ πάσας τὰς γνωμοδοτήσεις τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων ἐπιτροπῆς, τῶν χαρίτων τῶν δοθεισῶν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ 1889 ἔτους. Καὶ ὅταν μελετήσωμεν τὰς δικογραφίας, θέλομεν προκαλέσει εὐρυτάτην συζήτησιν περὶ τῶν ἀπονεμηθεισῶν πάλιν χαρίτων, ἣν θέλομεν σχετίσει πρὸς τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτίων τῆς ἐγκληματικότητος ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ. Νομίζω ὅτι, ἐκεῖ, ὅπου ἔφθασαν τὰ πράγματα, δὲν ὑπάρχει σοβαρώτερον καὶ μᾶλλον κατεπεῖγον ζήτημα διὰ τὴν Βουλήν. Παρετήρησα μάλιστα καί τι ἄλλο· ἐνῷ μέχρι πρό τινος ὑπῆρχεν ἡ συνήθεια ἐν τοῖς δημοσιευομένοις ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» Διατάγμασι περὶ χαρίτων ν’ ἀναφέρηται ῥητῶς καὶ τὸ εἶδος τοῦ ἐγκλήματος, πρό τινος χρόνου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, προσπαθῶν νὰ κλείσῃ τὰ ὄμματα τῆς κοινωνίας καὶ νὰ μὴ προκαλῇ τὴν ἐξέγερσιν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν αὐτῆς, ἀπήλειψεν ἐκ τοῦ τύπου τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων τὸ εἶδος τῶν ἐγκλημάτων, εἰς ἃ ὑπέπεσαν οἱ πρὸς οὓς δίδονται βασιλικαὶ χάριτες, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν ἔχομεν, εἰμὴ μόνον τοὺς καταδίκους, τὸ δικαστήριον τὸ δικάσαν, τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ ὄνομα τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Ταῦτα τὰ τέσσαρα ὀνόματά εἰσιν ἀρκετὰ, ἵνα ἀποτελέσωσι τὸν τύπον τοῦ Διατάγματος, τοῦ ἀπονέμοντος τὴν βασιλικὴν χάριν. Ἤθελον συμβουλεύσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μὴ καταγίνηται εἰς τόσον μικρὰ πράγματα, διότι ἐπὶ τέλους ὑπάρχει ὁ κοινὸς νοῦς, ἵνα ἐννοήσωμεν τὰ τοιαῦτα ἄτεχνα τεχνάσματα. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἐν τάχει κομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἁπάσας τὰ δικογραφίας τοῦ 1889 ἔτους τῶν καταδίκων, πρὸς οὓς ἀπενεμήθησαν αἱ χάριτες, ἐπίσης δὲ καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων καὶ Προέδρων καὶ τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων ἐπιτροπῆς.

§8ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ ταῖς ἀπονεμηθείσαις κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1886 χάρισιν, ἐγένετο ἀληθῶς μακρὰ καὶ πολυήμερος συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος παρεμόρφωσε τὰ πορίσματα τῆς συζητήσεως ἐκείνης, ἔχω καθῆκον ἐν ὀλίγοις λέξεσι νὰ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην τῶν κκ. Βουλευτῶν τὰ πορίσματα ἐκεῖνα. Ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης ἀπεδείχθη, ὅτι κατ’ ἀριθμὸν, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς καταδίκων, αἱ χάριτες, αἱ ἀπονεμηθεῖσαι τότε, ἦσαν ὀλιγώτεραι τῶν χαρίτων, αἱ ὁποῖαι πάντοτε ἀπενεμήθησαν κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐξ ἐπισήμων δὲ στατιστικῶν ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπαλλαγῶν διὰ τῶν χαρίτων ἐκείνων ἦτο οὐσιωδῶς ὀλιγώτερος τῶν ἐπὶ ὁμοίαις περιστάσεσι παρ’ ἄλλων Ὑπουργῶν πρότερον προκληθεισῶν ἀπαλλαγῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ὡς πόρισμα ἐπίσης ἐξήχθη, ὅτι αἱ χάριτες ἐκεῖναι ἦσαν μᾶλλον πασῶν τῶν πρὸ αὐτῶν ἀπηλλαγμέναι πάσης ἐννοίας πολιτικοῦ ὑπολογισμοῦ, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ χάριτες ἐκεῖναι ἐδόθησαν ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων κανόνων καὶ κατηγοριῶν. Προεκάλεσα τότε κατ’ ἐπανάληψιν τοὺς ἀντιφρονοῦντας νὰ μοὶ ἀναφέρωσιν ἕνα κατάδικον, περιλαμβανόμενον ἐν ταῖς ὁρισθείσαις κατηγορίαις, τὰς ὁποίας ἀνέφερα τότε, καὶ μὴ λαβόντα χάριν, καὶ οὐδεὶς ἀνέφερε τοιοῦτον, διότι οὐδεὶς ὑπῆρχεν. Αὐτὰ ἦσαν τὰ πορίσματα τῆς συζητήσεως ἐκείνης, πιστωθέντα δι’ ἐκθέσεων καὶ πινάκων, κατατεθέντων καὶ δημοσιευθέντων τότε. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης βεβαίως δὲν ἔπαυσεν ἡ λειτουργία τοῦ προνομίου τῆς χάριτος, διότι οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ παύσῃ αὕτη, εἰμὶ δ’ ἕτοιμος νὰ συζητήσω πρὸς πάντα, οὐχὶ μόνον τοῦ 1889, ἀλλὰ καὶ τοῦ 1887 καὶ τοῦ 1888 τὰς χάριτας. Δὲν εἶναι ποσῶς ἀκριβὲς τὸ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθὲν, ὅτι ἐγένετο μεταβολή τις εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν Διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἀπονέμονται αἱ χάριτες. Εἶπεν, ὅτι δὲν ἀναφέρονται αἱ πράξεις, ἐφ’ αἷς αἱ καταδίκαι εἶχον ἐπέλθει. Τοιαύτην τακτικὴν ἠκολούθει τὸ ἁρμόδιον τμῆμα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης. Βεβαιῶ δὲ τὸν συνάδελφον, ὅτι, ἐὰν ἐν τοῖς Διατάγμασιν ἐμνημονεύοντο αἱ πράξεις, μὲ ὀλιγώτερον ζῆλον ἤθελεν ὁμιλήσει, διότι ἤθελεν ἴδει, ὅτι πολλαὶ μεταξὺ τῶν χαρίτων αὐτῶν ἀφορῶσιν εἰς καταδίκους ἐπὶ πλημμελήμασιν, ὑφαιρέσεσι κατεσχημένων, λειπομαρτυρίαις κλπ. καὶ εἰς στρατιωτικοὺς καταδίκους ἐπὶ λιποταξίᾳ. Εἶμαι λοιπὸν πρόθυμος νὰ συζητήσω μετὰ παντὸς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἐζήτησε νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δικογραφίας τῶν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1889 μέχρι σήμερον δοθεισῶν χαρίτων Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. συνάδελφον καὶ πάντα ἄλλον, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τοιαύτην αἴτησιν, διότι ἐκ τῶν κατατεθεισῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 1887 δικογραφιῶν τινες ἀπωλέσθησαν, πολλοὶ δὲ μῆνες ἐχρειάσθησαν, ὅπως συγκεντρώσωμεν τὰς διασωθείσας, ἐπὶ ζημίᾳ βεβαίως τῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸ διαμέρισμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐργάζεται τὸ τμῆμα τῆς στατιστικῆς τῶν καταδίκων, εἶναι δωμάτιον ἐπίτηδες, εἰς τὸ ὁποῖον δύνανται οἱ βουλόμενοι, ἐὰν συναινῶσιν εἰς τοῦτο, νὰ ἔλθωσιν, ἔχοντες ὑπὸ τὰς διαταγάς των ἐπίτηδες ὑπάλληλον, ἵνα μελετήσωσιν. Ἐὰν ἐπιμένωσιν οἱ συνάδελφοι, θέλω φέρει τὰς δικογραφίας, θὰ παρακαλέσω ὅμως αὐτοὺς νὰ μὴ θελήσωσι νὰ ζητήσωσι νὰ λάβωσι τὰς δικογραφίας κατ’ οἶκον, ἀλλὰ νὰ ἀποτεθῶσιν αὗται ἐν ὡρισμένῳ τοῦ Βουλευτηρίου δωματίῳ, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ γίνεται ἡ μελέτη αὐτῶν.

§9ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ μὲν τῶν δοθεισῶν χαρίτων κατὰ τὸ 1886 ἔτος δὲν πρόκειται σήμερον, καὶ πᾶν τὸ λεχθὲν εἶπον ἐν παρόδῳ. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θελήσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, βεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι δὲν θέλει ἐξέλθει εὐχαριστημένος. Τίς ἀρνεῖται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1886 ἔτος ἔσυρε γενικὰς γραμμὰς, ὡς ἔλεγε τότε, ἢ καθιέρωσε γενικὰς κατηγορίας, ὡς εἶπε σήμερον, καὶ ὅτι εἰς πάντας τοὺς περιλαμβανομένους εἰς αὐτὰς ἔδωσε χάριν; Ἀλλὰ περὶ τούτου πρόκειται, ὅτι ἐθέσατε γενικὰς γραμμὰς καὶ κατηγορίας, ἵνα προκαλέσητε συναγωνισμὸν, τίς πρῶτος πρὸς ὑμᾶς νὰ τείνῃ τὴν χεῖρα κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἔμελλον νὰ ἐξέλθωσι τῶν κατέργων καὶ δεσμωτηρίων. Διὰ τοῦτο κατηγορήσαμεν ὑμᾶς τότε, διὰ τοῦτο τότε ἀπεδείξαμεν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ θέτειν γενικὰς γραμμὰς καὶ γενικὰς κατηγορίας καὶ προκαλεῖν συναγωνισμὸν περὶ τὴν ἀπόλαυσιν τῆς χάριτος εἶναι σύστημα ἄντικρυς ἀντιβαῖνον εἰς τὸν ὀρθὸν καὶ ἐπιστημονικὸν καὶ κοινωφελῆ χαρακτῆρα τῆς βασιλικῆς χάριτος. Ἵνα λάβῃ τις βασιλικὴν χάριν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῶσι γενικαὶ γραμμαὶ καὶ κατηγορίαι καὶ νὰ προκληθῇ συναγωνισμός· ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ὁ κατάδικος, αἱ συνοδεύσασαι αὐτὸν περιστάσεις, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξετελέσθη τὸ ἔγκλημα, ὁ παρελθὼν καὶ ὁ ἐνεστὼς βίος τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μετὰ βαθεῖαν τοιαύτην συγκεκριμένην καὶ λεπτομερῆ ἐξέτασιν ἐπιτρέπεται νὰ δοθῇ ἡ χάρις. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἄριστα, ὅτι ἀνέγνων ὑμῖν πολλὰ τεμάχια συγγραφέων, περὶ χάριτος συγγραψάντων, καὶ ὑμεῖς οὐδὲν ἐπιστημονικὸν κείμενον, οὐδεμίαν γνώμην καὶ τοῦ τελευταίου τῶν ἐπιστημόνων ἠδυνήθητε νὰ φέρητε ἐνταῦθα, ὅπως δικαιολογήσητε τοιαύτην ἀπονομὴν χαρίτων, ἕνεκεν ἐκλογικῶν σκοπῶν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν συζήτησιν. Ἐὰν θέλητε, ἐσμὲν ἕτοιμοι. Ἀλλὰ διαβεβαιῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ὅσην καὶ ἂν τρέφω πρὸς ὑμᾶς, ὡς ἄτομον, ὑπόληψιν, οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην ἔχω εἰς τὰς διαβεβαιώσεις ὑμῶν ὡς Ὑπουργοῦ. Διότι ὑπήρξατε ἱκανὸς, δυστυχῶς, ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς ὑμῶν νὰ βεβαιῶτε, ὅτι ὁ Τάκης ἦν ἀπόφοιτος τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς, ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε εἶχε περιπέσει εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, κομιζομένων δικογραφικῶν, ἐτρέμετε, διότι ἀπεδείχθη ὅτι ἠπατήσατε τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, καὶ ἕνεκεν ἐκλογικῶν σκοπῶν ἢ ἕνεκεν ἄλλων συμφερόντων ὑμῶν καὶ τῶν περὶ ὑμᾶς ἀπενείματε τὴν χάριν, ἐξευτελίζοντες καὶ τὸν θεσμὸν καὶ ἀποπειρώμενοι νὰ ἐξευτελίσητε καὶ ἐκεῖνον, εἰς ὃν εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐνέργεια τοῦ θεσμοῦ. Ἄφετε λοιπὸν τὰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις διὰ τοὺς ὑμετέρους ἐκλογεῖς. Ὅταν δὲ ὁμιλῆτε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ περὶ τοιούτων πρὸ πάντων ζητημάτων, παρακαλῶ ὑμᾶς, νὰ μὴ ποιῆσθε ἀφειδῆ χρῆσιν τῶν ὑμετέρων διαβεβαιώσεων. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμείνω. Ἂν ἀπωλέσθησαν δικογραφίαι, αὐτὸ εὐθύνει τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ὅσαι ἐδόθησαν εἰς ἐμὲ, ἐδόθησαν δι’ ἐγγράφου καὶ παρεδόθησαν εἰς τὸ Γραφεῖον δι’ ἐγγράφου. Ἡμεῖς τέλος βεβαίως δὲν θέλομεν λάβει τὸν κόπον νὰ ἐπισκεφθῶμεν τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου. Εὐτυχῶς ἐνοήσατε τοῦτο, καὶ ἐδέχθητε, ὅπως αἱ δικογραφίαι ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ νὰ ἐπισπεύσητε τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἐζήτησα.

§10ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ πόσης δικανικῆς εὐστροφίας ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὑπερεμάχησεν ὑπὲρ τῆς ἀθωότητος τοῦ Ὑπομοιράρχου Κορινθίας, τοῦ συλλαβόντος τὸν ἀνθρακέα ἐκεῖνον ἐν Ζαχόλῃ· ἐξέτεινε δὲ καὶ διέστειλε τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, κινδυνεύων ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἰς ἀπόστασιν 15 ὡρῶν ἀπὸ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἔλαβε χώραν ἡ συμπλοκὴ, μέχρι τῆς ἕδρας τῆς Ὑπομοιραρχίας τὸ ὄμμα τοῦ Λυγκέως ἐκείνου Ὑπομοιράρχου ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τὸν δράστην, καὶ μετὰ τριῶν ἡμερῶν πάροδον ἀπὸ τοῦ ἀνυπάρκτου ἐγκλήματος, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, νὰ συλλάβῃ αὐτὸν καὶ νὰ τὸν ἀπαγάγῃ εἰς Ναύπλιον ἵνα καθειρχθῇ. Νωπαὶ εἶναι αἱ ἐντυπώσεις τῶν λόγων, δι’ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς προσεπάθησε νὰ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τῆς εὐθύνης ὄργανον τῆς Χωροφυλακῆς, μετὰ τοιαύτης δριμύτητος καταγγελθὲν ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅστις κατήγγειλε καὶ αὐτὸν τὸν Εἰσαγγελέα ὡς παραβάντα τὸ καθῆκον αὐτοῦ, ἤτοι ὡς ἐπιτρέψαντα νὰ συλληφθῇ ἄνευ ἐντάλματος πολίτης Ἕλλην. Δὲν ἠξεύρω δὲ διὰ τίνων ἐπιχειρημάτων σήμερον θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς κατορθώσει νὰ δικαιολογήσῃ ἕτερον ἔγκλημα, ἀντιστρόφως τελεσθὲν, καὶ ἂν θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἔχῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν του τὰ ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς, φονεύοντα τοὺς πολίτας. Θὰ εὑρεθῶμεν ἴσως ἐνώπιον νέων δικανικῶν ἐπιχειρημάτων, δι’ ὧν ἴσως θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς φονεῖς ἀγαθοῦ συμπολίτου μου, οἱ ὁποῖοι περιφέρονται ἐπιδεικτικῶς καὶ σοβοῦσιν ἀνὰ τὴν ἀγορὰν τῆς πρωτευούσης. Ὁ Κωνσταντῖνος Γουρδέλης, ὑπάλληλος τῆς Δημαρχίας Ἀθηνῶν, συμπολίτης μου, νέος καλλίστης οἰκογενείας καὶ προστάτης ἀδυνάτου οἰκογενείας, μόνος υἱὸς μεταξὺ ἑπτὰ κορασίων, κατὰ κακὴν τύχην, συνέπεσε νὰ διασκεδάζῃ ἔν τινι καταστήματι διασκεδάσεων, εἰς τὸ ὁποῖον συνειθίζουσι νὰ συνέρχωνται τὰς ἑσπέρας, μάλιστα κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας τῶν ἀπόκρεω. Ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος, συνέβαινε, ὅταν ἔπινεν ὀλίγον οἶνον, νὰ καταλαμβάνηται ὑπὸ σφοδρᾶς μέθης, ἥτις τὸν παρέφερεν ἐλησμόνει τὸν ἑαυτόν του. Ἡμέραν τινὰ διεσκέδαζε μετὰ φίλων του καὶ ἔπιεν ὀλίγον οἶνον περισσότερον, εἰς τὴν πρώτην δὲ ἐμφάνισιν τῆς περιπόλου ἐτράπη εἰς φυγὴν, ἵνα μὴ τὸν συλλάβῃ, καί, ἔχων περίστροφον, ἔῤῥιψε δύο βολὰς εἰς τὸν ἀέρα· δὲν ἦτο δὲ εἰς κατάστασιν,—καὶ τοῦτο θὰ τὸ βεβαιώσῃ ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχὴ,—οὔτε κἂν νὰ φαντασθῇ νὰ τελέσῃ ἔγκλημα, δὲν εἶχε παντάπασιν πλήρεις τὰς πνευματικάς του δυνάμεις, ἀφοῦ ἦτο ἐλεεινὸς ἐκ τῆς μέθης. Ἀλλ’ οἱ χωροφύλακες μετὰ τὴν ἐκπυρσοκρότησιν τὸν καταδιώκουσι, καὶ προφθάσαντες αὐτὸν εἰς τὰ πρόθυρα τῆς οἰκίας του, τὸν διαπερῶσι διὰ τῆς λόγχης, διασχίσαντες τὸν πνεύμονα, τὸν στόμαχον καὶ τὸν σωλῆνα, εἷς δὲ τῶν χωροφυλάκων κατέφερε κατὰ τοῦ κρανίου τοῦ δυστυχοῦς νέου κτύπημα διὰ τοῦ ξίφους καὶ διέσχισε τὸν πῖλόν του καὶ τὸ μετωπιαῖον ὀστοῦν, ὥστε ὁ τραυματίας πνέει ἤδη τὰ λοίσθια, θῦμα γενόμενος τῶν φυλάκων τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ τέλος πάντων, δικαιοῦταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, ζῶμεν ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν νόμων, ἢ εἴμεθα ἐν τῷ μέσῳ ἀγρίων βανδάλων; Δὲν παρῆλθε μήν, ἐξ ὅτου ἄλλοι χωροφύλακες ἔσφαξαν τὸν υἱὸν ἐγκρίτου πολίτου ἐν Ἄργει, τὸν ἀτυχῆ Μυστακόπουλον. Καὶ δὲν παρέρχεται ἡμέρα, καθ’ ἣν δὲν ἀναγινώσκομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι τὰ ὄργανα τοῦ στρατοῦ, μὴ θέλοντα νὰ καταδιώξωσι τοὺς ἀληθεῖς ἐγκληματίας, ἐξ ὧν ἐπλημμύρησαν τὰ ὄρη καὶ τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος, εὐθὺς ὡς γίνῃ ἡ ἐλαχίστη παρεκτροπὴ πολίτου, ἐκτελοῦσι συνοπτικῶς, ἐπιβάλλοντες τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, ὡς ἀνώτατοι δικασταί, μὴ φειδόμενοι οὐδὲ τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ πρὸς τί τότε, Κύριοι, ἔχομεν τὰ Δικαστήρια, τοὺς Εἰσαγγελεῖς, τοὺς λειτουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν, ὅταν οἱ χωροφύλακες ἐκτελῶσιν ὡς ἂν δόξῃ αὐτοῖς τὸν νόμον καὶ ἐπιβάλλωσι καὶ ποινάς; Εἶναι τάχα ἅμιλλα τῶν ὀργάνων τούτων πρὸς τὰ ἐγκλήματα τῶν πολιτῶν, ἵνα τοὺς ὑπερβῶσι κατὰ τοῦτο; Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐὰν, ἐκτελέσαντες τὸ ἔγκλημα τοῦτο μετὰ τοσαύτης ἀσπλαγχνίας, φονεύσαντες νέον εἰκοσιπενταετῆ, μένωσιν ἀκαταδίωκτοι καὶ ἀτιμώρητοι καὶ σοβῶσιν εἰς τὰς ὁδοὺς, περιφρονοῦντες καὶ τὸν νόμον καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ποῦ θὰ σταθῶμεν ἐπὶ τέλους; Τίνας ἐγγυήσεις ἔχουσιν οἱ πολῖται περὶ τῆς ζωῆς αὑτῶν; Ὁ Ὑπομοίραρχος Κορινθίας, ὁ ὁποῖος συλλαμβάνει πολίτην παρὰ τὸν νόμον καὶ τοῦ ἀφαιρεῖ τὴν ἐλευθερίαν, παραβαίνων τὸ Σύνταγμα, θερμοτάτης τυγχάνει ὑπερασπίσεως, καταγγελλόμενος ἐνταῦθα, ἀλλὰ τί ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἀποκριθῇ πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἀφίνει ἀκαταδίωκτα τοιαῦτα κακουργήματα; Ἐπιθυμῶ νὰ ἐλπίζω, ὅτι τὸν κ. Ὑπουργὸν θὰ συγκινήσωσιν αἱ παρατηρήσεις αὗται, καὶ θὰ διατάξῃ αὐστηρῶς τὴν καταδίωξιν τοῦ ὀργάνου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρέβη τὸ καθῆκόν του καὶ ἀφῆκεν ἀκαταδιώκτους τοὺς δύο τούτους χωροφύλακας. Παρακαλῶ δὲ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν του ἔν τινι τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων. Σχετικῶς πρὸς τοῦτο ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν παρεμφερὲς ἔγκλημα, τελούμενον ἐν τῇ Ὑπομοιραρχίᾳ τῆς Κορινθίας. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν περί τινος φόνου ἢ φόνων ἢ συῤῥοῆς ἐγκλημάτων, γενομένων κατὰ τὰ ὅρια Πελλήνης καὶ Σικυῶνος, καὶ ἐπεκαλέσθην τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ ἐπεζήτησα ν’ ἀποστείλῃ ἀνακριτὴν, ἵνα βεβαιώσῃ τὸ ἔγκλημα. Καὶ ὀφείλω μὲν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐστάλη ἀνακριτὴς καὶ ἐνήργησε τὸ καθῆκόν του, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς μέχρι τῆς συλλήψεως τῶν κατηγορουμένων παρεμπίπτει διάστημα χρονικὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον γίνεται κἄτι τι ἀνάλογον πρὸς τὰς βασιλικὰς χάριτας, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ ἐγένετο λόγος. Ἐκδίδονται τὰ ἐντάλματα παρὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς καὶ οὕτως ἡ Δικαιοσύνη εὑρίσκεται ἐν πλήρει τάξει, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι αὐθωρεὶ διατάσσει τὴν καταδίωξιν. Ἀλλὰ τὸ ἔνταλμά σας δὲν ἐκτελεῖται, μένει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπομοιράρχου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκτελεῖ τοῦτο, ἐνόσῳ ἐπιβάλλεται αὐτῷ νὰ μὴ τὸ ἐκτελῇ. Οὕτω πως δὲ τὸ ἔγκλημα ὑποθάλπεται, διότι γεννῶνται ἀντεκδικήσεις. Καὶ ἐκ τούτου πηγάζει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ πληθὺς τῶν ἐγκλημάτων· διότι φυσικὸν εἶναι ὁ μὴ εὑρίσκων προστασίαν παρὰ τοῦ νόμου νὰ τιμωρῇ ὁ ἴδιος τὸν ἀδικοῦντα. Ἐκ τούτου καὶ τὸ πλῆθος τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων, τὸ ὁποῖον ἐπλημμύρισε τὴν κοινωνίαν καὶ ἀναγκάζει τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποστέλλῃ ἑκάστοτε ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, νὰ ἐκπέμπῃ ταγματάρχας καὶ συνταγματάρχας, ἵνα καταδιώξωσι τοὺς φυγοδίκους εἰς ὡρισμένους νομοὺς, μαρτυροῦν τὴν ἔκλυσιν καὶ ἀνεπάρκειαν τῆς Διοικήσεως. Διὰ τοῦτο παρέλυσεν ἡ ἐθνικὴ φυσιογνωμία σήμερον. Καὶ ὅταν ἀναγινώσκωσι μετά τινα ἔτη τὰ τοιαῦτα, θὰ ἀπορῶσι διὰ τὴν ἀκατονόμαστον ταύτην χαλάρωσιν τῆς Διοικήσεως. Διὸ ἀνάγκη νὰ ἀποστέλλωνται ἔκτακτοι ὑπὲρ τῆς τάξεως στρατιωτικοὶ ἀπεσταλμένοι, ὅπερ μᾶς ὑπομιμνήσκει τοὺς χρόνους τῆς δουλείας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἀπεστέλλοντο εἰς πολλὰ μέρη μεγάλοι καπεταναῖοι, διὰ νὰ περιστείλουν τὸ ἔγκλημα. Τοσοῦτον καὶ σήμερον εἶναι ἀπειλητικὸν τὸ ἔγκλημα, ὥστε, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀναγκάζεται νὰ ἐκτοπίσῃ τὸν ἀξιωματικὸν, τρόμος, ὡς ἠκούσατε ὅτι συμβαίνει ἐν Μεσσηνίᾳ, καταλαμβάνει τὴν κοινωνίαν ἐκ τῶν φυγοδίκων. Καὶ ταῦτα πάντα, διότι δὲν ἐκτελοῦνται οἱ νόμοι. Οἱ Μοίραρχοι καὶ Ὑπομοίραρχοι δὲν διατελοῦσιν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε ἐκτελοῦσι τὰ ἐντάλματα, ὅταν τοῦτο ἐπιτρέπωσιν οἱ κατὰ τόπους ἰσχυροί. Ἡ προκειμένη ἀναφορά, ἣν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, φέρει ὑπογραφὴν τῆς Ἀγγελικῆς χήρας Πολυχρόνη Γκρίλλα, τοῦ δολοφονηθέντος μετὰ δύο ἄλλων ἐν τοῖς ὁρίοις τοῦ δήμου Πελλήνης καὶ Σικυῶνος. Ρητῶς ἀναφέρει ἡ χήρα, ὅτι οἱ ἐκτελέσαντες τὸ ἔγκλημα περιφέρονται ἐλεύθεροι, ἀπειλοῦντες νέας σφαγὰς εἰς τοὺς παθόντας. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νομίζει ἑαυτὸν ἀπηλλαγμένον τῆς εὐθύνης, καὶ δὲν τὸν τύπτει ἡ συνείδησίς του, ὅταν ἀκούῃ τὴν χήραν τοῦ φονευθέντος παραπονουμένην καὶ προσερχομένην εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ζητήσῃ τὸ ἔλεός της πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἐντάλματος τοῦ ἀνακριτοῦ; Τότε ποῦ ἡ κυβερνητικὴ ἑνότης; Ὁ λαὸς γνωρίζει ὅτι ἐγένετο ἀνάκρισις, ἥτις ἐβεβαίωσε τὸ ἔγκλημα, ἀλλὰ βλέπει τοὺς φονεῖς περιφερομένους, διότι προστατεύονται ἀπὸ ἰσχυρούς. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἱκανὸν νὰ ἐμπνεύσῃ τὸ θάῤῥος εἰς πᾶν κακοποιὸν στοιχεῖον εἰς διάπραξιν νέου ἐγκλήματος. Πῶς θέλετε νὰ κατασταλῶσι τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα, ὅταν σεῖς δεικνύητε τοιοῦτον οἰκτρὸν παράδειγμα; Ὅταν δὲν σκέπτησθε, πῶς νὰ καταστήσητε σεβαστὸν τὸν νόμον καὶ ὑποτάξητε πάντα εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, πῶς θὰ ἐμπνεύσητε εἰς τοὺς ἀνακριτὰς τὸν ἐνθουσιασμὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των καὶ θεραπείαν τοιαύτης οἰκτρᾶς καταστάσεως; Ἐὰν ἀναγνώσῃ ξένος τις τὰς ἐφημερίδας, θὰ συλλάβῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι εἴμεθα Καννίβαλοι, ἀφοῦ κατὰ τὴν στατιστικὴν τῆς «Ἐφημερίδος» δεκαπλάσια γίνονται ἐγκλήματα παρ’ ἡμῖν κατὰ τῆς ἀνθρωπίνου ζωῆς, παρ’ ὅσα ἐν Γαλλίᾳ. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ βίος κοινωνικός, ὁπόταν ἐπικρατῇ τοιαύτη κατάστασις; Δύναται νὰ κινηθῶσι κεφάλαια, νὰ προκόψῃ ἡ βιομηχανία; Δύναται νὰ ὑπάρξῃ γεωργία, κτηνοτροφία, ὅταν περιστοιχίζωνται ἀπὸ τοιαῦτα κακοποιὰ στοιχεῖα; Τὸ αἷμα τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ῥέει, καὶ σεῖς δὲν ἐλάβατε ἔτι οὐδὲν μέτρον, ἵνα καταδιώξητε τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ καλέσῃ τὸν Ὑπομοίραρχον τῆς Κορινθίας εἰς ἀπολογίαν, διότι, ἂν εἷς τιμωρηθῇ, οὐδεὶς ἄλλος θ’ ἀφήσῃ ἀνεκτέλεστον ἔνταλμα. Πῶς δὲ μένουσι τὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα σεῖς ἐξεδώκατε διὰ τῶν ὑπαλλήλων σας τῶν οἰκονομικῶν, ἀνεκτέλεστα; Ἐνθυμεῖσθε τὸν δρακόντειον ἐκεῖνον νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, κατὰ τὸν ὁποῖον τιμωροῦνται οἱ Μοίραρχοι καὶ οἱ χωροφύλακες, οἱ μὴ ἐκτελοῦντες τὰ ἐντάλματα κατὰ τῶν ὀφειλετῶν. Ἀλλά, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ζωὴ τοῦ πολίτου εἶναι πολυτιμοτέρα ἀπὸ τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ εἰσπράξητε. Μεριμνήσατε τοὐλάχιστον μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου περὶ αὐτῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ σύντονον μέριμναν καὶ προκαλέσῃ τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ Ὑπομοιράρχου Κορινθίας, τοῦ μὴ ἐκτελέσαντος τὸ καθῆκόν του.

§11ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν παρῆλθεν οὔτε μία ἡμέρα, ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της, καὶ νὰ μὴ ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Πρό τινος χρόνου μετέβην εἰς Μεσσηνίαν, εἰς τὸν νομόν, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, καὶ ἰδίοις ὄμμασιν εἶδον, ὅτι, μεθ’ ὅλα τὰ αὐστηρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ ἔντιμος ταγματάρχης κ. Μπαϊρακτάρης, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἀμεροληψίαν καὶ αὐστηρότητα τοῦ Δικαστηρίου ἐν Καλάμαις, τὰ ἐγκλήματα ἐν Μεσσηνίᾳ ὑπῆρξαν τοιαῦτα, ὥστε φρίττει τις, οὐ μόνον ἀριθμῶν, ἀλλὰ καὶ ἀναλογιζόμενος ταῦτα. Τοῦτο, κατ’ ἐμὴν γνώμην τοὐλάχιστον, εὐθύνει αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις δὲν ἐφρόντισε διὰ καταλλήλων νόμων καὶ ἀφατριάστου διοικήσεως νὰ καταστήσῃ τὴν δύναμιν αὐτῆς σεβαστὴν καὶ ἐπιβάλλουσαν. Βεβαίως δὲ δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τις, ὅτι καὶ ἡ ἀγριότης τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα ἐγέννησεν ἡ ἐκδίκησις, καὶ ἅτινα θὰ αὐξήσωσιν, ἐνόσῳ δὲν ληφθῇ ἓν μέτρον ῥιζικὸν καὶ σπουδαῖον, συνετέλεσε καὶ συντελεῖ πολὺ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐγκλημάτων. Ἄλλοτε εἶχον ὑποβάλει πρότασιν νόμου, καὶ ἤδη ὑποβάλλω αὖθις ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, περὶ τιμωρίας τῆς παρανόμου ὁπλοφορίας, διότι νομίζω, ὅτι ἡ αὐστηρὰ ἀπαγόρευσις ταύτης εἶναι τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ δύναται νὰ περισταλῇ ἡ αὔξησις τῶν ἐγκλημάτων. Διὰ τῆς προτάσεώς μου ἐκείνης ἐζήτουν, ὅπως τὸ ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ τιμωροῦν τὴν παράνομον ὁπλοφορίαν, μείνῃ ὡς ἔχει, ἀλλ’ ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐπὶ παρανόμῳ ὁπλοφορίᾳ καταγγελλομένων ὑποθέσεων νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Πλημμελειοδικείων, διότι σήμερον, ἁρμοδίων ὄντων τῶν Πταισματοδικείων εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ὑποθέσεων, οὐδέποτε σχεδὸν εἴδομεν εἰς αὐτὰ νὰ εἰσαχθῶσιν, ὅπως δικασθῶσι, τινὲς ἐπὶ παρανόμῳ ὁπλοφορίᾳ, διότι ἁρμόδιοι νὰ εἰσάγωσι τὰς τοιαύτας ὑποθέσεις εἶναι οἱ ἀστυνόμοι, ὡς δημόσιοι κατήγοροι. Τίνες δὲ εἶναι οὗτοι; εἶναι ἀρχαῖοι κατὰ τὸ πλεῖστον παλληκαράδες, δυνάμενοι νὰ ἐπιβάλλωνται διὰ τοῦ ῥεβόλβερ ἢ τῆς μαχαίρας, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς πιέσεως καὶ τοῦ ἐγκλήματος ζητοῦσι νὰ παγιώσωσι τὴν πολιτικὴν ἐπιῤῥοήν των, ἢ νὰ βελτιώσωσι τὴν περιουσίαν των. Εἰς τοὺς ἀνθρώπους τούτους ὁ νόμος ἀνέθεσε τὴν εἰσήγησιν τῶν τοιούτων ποινικῶν ὑποθέσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασίν μου ταύτην, ἢ νὰ φέρῃ νόμον εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον, τροποποιοῦντα τὸν ἤδη ὑφιστάμενον ἐπὶ παρανόμῳ ὁπλοφορίᾳ, ἔστω καὶ ἐπὶ αὐστηροτέρων βάσεων στηριζόμενον· διότι, ἂν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς σήμερον ἔχουσι, δὲν θὰ ἦναι μακρὰν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν οἱ πάντες θὰ καταντήσῃ νὰ ἀλληλοσφαζώμεθα· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐρωτῶ, δυνάμεθα νὰ ὀνομασθῶμεν πεπολιτισμένον Κράτος, ἐν ᾧ τὰς διαφορὰς καὶ διενέξεις τῶν πολιτῶν λύουσιν οὐχὶ οἱ ἐλεύθεροι αὐτοῦ θεσμοὶ ἢ οἱ σοφοὶ αὐτοῦ νόμοι, ἀλλὰ τὸ πυροβόλον καὶ ἡ μάχαιρα;

§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπαντῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ διαφόρους δικαιολογίας παρουσιάζουσιν, ὅπως ἀναβάλλωσι νὰ δώσωσι τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Σήμερον δ’ ἐπαρουσίασαν καὶ ἑτέραν, ἥτις ἀφορᾷ εἰδικώτερον ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, δηλ. ὅτι δικογραφίαι, κατατεθεῖσαι εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἀπωλέσθησαν· ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθές, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀμφιβολίαν, ἀφοῦ τὸ λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, δεικνύει ἔλλειψιν τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, ἐννοοῦμεν δὲ ἡμεῖς, οἱ ζητοῦντες πληροφορίας, νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ τοιαύτη δικαιολογία ἀπέναντι τῶν αἰτήσεων πληροφοριῶν, ἃς ἀπευθύνομεν πρὸς τοὺς Ὑπουργούς. Ὁ κ. Πρόεδρος ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ μετὰ μεγαλειτέρας αὐστηρότητος περὶ τῆς γενομένης ἀπωλείας τῶν δικογραφιῶν, διότι, πλὴν τῆς ζημίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τῆς μομφῆς κατὰ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, καθιεροῦται καὶ ἡ μνησθεῖσα πρόφασις. Ὁ κ. Πρόεδρος ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, τί ἐγένετο.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι εἰς πλήρη ἄγνοιαν τούτου. Ὁ Πρόεδρος δὲν διαχειρίζεται τὰ ἔγγραφα· ταῦτα κατατίθενται εἰς τὸ Γραφεῖον καὶ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν.

§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ Γραφεῖον ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ εἰς τίνα τῶν Βουλευτῶν δίδει ἔγγραφα· ἐὰν δὲ ὁ Βουλευτὴς δὲν τὰ ἐπιστρέψῃ, πρέπει νὰ τὸ ἀναγγείλῃ εἰς ὑμᾶς.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἐξετάσει περὶ τούτου τὸ Γραφεῖον. Ὁ Πρόεδρος δὲν εἶναι γραφεύς, διὰ νὰ κάθηται εἰς τὸ Γραφεῖον καὶ ἐξετάζῃ τίς λαμβάνει τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα ἔγγραφον.

§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐνόησα, ὅτι ὑμεῖς διανέμετε τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ εἶσθε ὁ ἀνώτατος ἐπόπτης τοῦ Γραφείου, καὶ ἂν ὑπάλληλός τις δὲν ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του, ὑμεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐπιτιμήσητε καὶ τὸν τιμωρήσητε.

§17ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν συνεδριάσεων, συζήτησις ἐγένετο εὐρεῖα περὶ τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων καὶ ἐκ τῶν ἐν τῷ τύπῳ τότε δημοσιευθέντων κατεδείχθη κατάστασις ὄντως ὀδυνηρά, κατεδείχθη εἰς αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν, ὅπου ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὰ πράγματα ἔχουσι καλλίτερον, ὅτι στρατῶνες δὲν ὑπάρχουσι κατοικήσιμοι, ἀπεδείχθη ὅτι τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον ἦτο κεκορεσμένον. Καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ὅστις μετὰ πολλῆς λεπτομερείας προσεπάθει νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς καταγγελίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔφερον περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Νοσοκομείου ἐκείνου, ἐπιμελῶς ἀπέφυγε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν κυριωτέραν καταγγελίαν μου, ὅτι τὸ Νοσοκομεῖον εἶναι κεκορεσμένον· καὶ καλῶς ἔπραξε νὰ μὴ ἀπαντήσῃ, διότι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου οὔτε ἀριθμοὶ οὔτε ἄλλο τι ἠδύναντο νὰ ἀναιρέσωσι τὴν πραγματικότητα. Ὁμολογουμένως οὐδέποτε ἄλλοτε εἶχε γίνει μᾶλλον καταφανὴς ἡ οἰκτρὰ κατάστασις ἐν τῷ στρατῷ. Εἰς τοῦτο συνετέλεσε καὶ περίπτωσις εἰδική, ὁποία εἶναι ἡ ἐπιδημικὴ κατάστασις, ἡ ἐπικρατήσασα καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ἀκριβῶς ἡ κατάστασις αὕτη ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ ἀποκαλυφθῇ διοίκησις, ὁποίαν, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἰς οὐδὲν πολιτισμένον ἔθνος τῆς Εὐρώπης δύναταί τις νὰ εὕρῃ, καθόσον ἀφορᾷ τὰ στρατιωτικὰ πράγματα. Καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τόσον λεπτομερῶς ἐδημοσιεύθησαν, χωρὶς ποσῶς νὰ ἀναιρεθῶσι, καὶ τόσον λεπτομερῶς ἐξετέθησαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Δυνάμεθα μόνον νὰ προσθέσωμεν, ὅτι οἱ στρατῶνες ἐκεῖνοι, περὶ ὧν τόσος ἐγένετο λόγος ἐν τῷ τύπῳ καὶ τῷ Βουλευτηρίῳ, εἶναι ἐντελῶς ἐστερημένοι ἐπίπλων καὶ τῶν στοιχειωδεστάτων, εἶναι ἐστερημένοι κλινῶν. Ἀγνοῶ, ἐὰν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, ὡς ἤκουσα, διετάχθησαν προμήθειαι κλινῶν ἐν Πειραιεῖ, ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς ἢ οὔ· ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν οἱ στρατῶνες τοῦ πεζικοῦ οὐδεμίαν εἶχον κλίνην, οἱ στρατιῶται τοῦ πεζικοῦ κατεκλίνοντο ἢ εἰσέτι κατακλίνονται ἐν Ἀθήναις ἐπὶ τοῦ πατώματος, ἔχοντες κλινοσκεπάσματα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν εἰς αὐτοὺς ὡς στρωμνὴ καὶ ὡς σκέπασμα. Ταῦτα ἤκουσα παρ’ ἀξιωματικῶν, οἵτινες μοὶ ἔδωκαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀκριβεστάτας πληροφορίας. Δὲν θὰ εἶχον οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ ἐπισκεφθῶ ὁ ἴδιος τοὺς στρατῶνας, ἀλλ’ ἀπέφυγον, διὰ νὰ μὴ ἐκτεθῶ εἰς παρεξηγήσεις· ἀλλ’ ἂς ἀναιρέσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ὑπάρχουν κλῖναι καὶ ὅτι κοιμῶνται οἱ στρατιῶται ἐπὶ τοῦ πατώματος. Καὶ τὸ πάτωμα τοῦτο, Κύριοι, εἶναι κάθυγρον. Ἐπὶ τοιούτου καθύγρου πατώματος κοιμῶνται οἱ στρατιῶται, κοιμῶνται ἀναπνέοντες τὴν ἀῤῥωστίαν, καὶ ἡ ἀῤῥωστία δι’ αὐτοὺς ἡ ἐλαχίστη εἶναι κίνδυνος ζωῆς, διότι ἐξετέθησαν ἀρκούντως οἱ κίνδυνοι, εἰς οὓς ἐκτίθενται, μεταβαίνοντες εἰς τὰ στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀπὸ τῶν τελευταίων συζητήσεων πρὸ πάντων ἀνεπτύχθη δραστηριότης, καθόσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου τῶν Ἀθηνῶν. Δυστυχῶς ἡ δραστηριότης αὕτη δὲν ἀνεπτύχθη καὶ εἰς ἄλλας τοῦ Κράτους φρουράς. Ἔχομεν πληροφορίας ἀκριβεῖς, ὅτι τὰ πάνδεινα ὑποφέρουν οἱ στρατιῶται, ἕνεκα τῆς κρατούσης ἐπιδημίας ἐν ταῖς φρουραῖς Λαρίσσης, Ἄρτης, Ναυπλίου, Πατρῶν, Πύργου καὶ Κερκύρας, καὶ εἰς ἄλλας βεβαίως φρουράς. Ἀλλὰ περὶ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, ἔχομεν ἀκριβεστάτας πληροφορίας, καὶ βεβαιοῦμεν, ὅτι λίαν ὀδυνηρὰ ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει ἡ κατάστασις αὕτη. Θέλω ὑποβάλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅπως πληροφορήσῃ ἡμᾶς, ὁποία ὑπῆρξεν εἰς τὰς φρουρὰς ταύτας ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου μέχρι σήμερον ἡ κατάστασις τῆς εἰσόδου τῶν ἀνδρῶν ἐν τοῖς αὐτόθι στρατιωτικοῖς θεραπευτηρίοις καὶ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ θνησιμότης ἐν αὐτοῖς, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι, ἂν εἴχομεν ἐκστρατείαν, πιθανῶς τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἤθελον εἶσθαι τόσον ὀδυνηρὰ, ὅσον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς παρουσιάσῃ, συνεπείᾳ τῆς ἐγγράφου ἐπερωτήσεως μου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Καταγγέλλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ θεραπευτήρια ἐν ταῖς φρουραῖς ταύταις εἶναι ἀνάξια τοῦ ὀνόματος τῶν θεραπευτηρίων, εἶναι ὄντως μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα διατρέχει κίνδυνον ὁ στρατιώτης, τὸν ὁποῖον δὲν διατρέχει ἐκ τῆς ἀσθενείας, ἕνεκα τῆς ὁποίας εἰσέρχεται εἰς αὐτά. Δὲν λείπουσι βεβαίως αἱ ἐκθέσεις τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ γνωρίζῃ αὐτὰς, ἐὰν ἔχῃ καιρὸν νὰ τὰς μελετήσῃ. Καὶ ἂν δὲν εἶχε καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον παρὰ τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, πάλιν ἠδύνατο πανταχόθεν νὰ πληροφορηθῇ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ τῷ καταγγέλλω, ὅτι τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις στρατιωτικὰ θεραπευτήρια εἶναι ἀνάξια τοῦ ὀνόματος τοῦ θεραπευτηρίου. Καὶ αὐτὴ ἡ σχολὴ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἐν Κερκύρᾳ κακίστη εἶναι ὑπὸ ὑγιεινὴν ἔποψιν. Τὸ κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαιτῶνται οἱ μαθηταὶ τῆς σχολῆς, εἶναι κάθυγρον, ἡ ἐπίπλωσις αὐτοῦ εἶναι ἀτελεστάτη. Ἠκούσατε δὲ πέρυσι τὰς παραδόξους θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὑμῖν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, ἐν ᾧ πιστεύει, ὅτι εἰς τοὺς μέλλοντας ἀξιωματικούς, τοὺς ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, ἀπαιτεῖται ἄνεσίς τις διὰ τὰς σπουδὰς αὐτῶν, εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἔφεδροι ἀξιωματικοί, δὲν ἀπαιτεῖται ἄνεσις· ἀλλ’ οὐδεὶς ἐνόησε, διατὶ ὁ ἔφεδρος ἀξιωματικὸς, ὁ σπουδάζων, πρέπει νὰ εὑρίσκηται εἰς ἥττονα θέσιν τοῦ σπουδάζοντος ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐκτελοῦσι καὶ στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τόσον σπουδαῖον, διότι πάντες ἐκτελοῦσι στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἐν στρατιωτικαῖς σχολαῖς εὑρισκόμενοι ἐκτελοῦσι στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐξαιροῦνται πάσης ἄλλης στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Βεβαίως, ὅπως καὶ ἐν προηγουμένῃ ἀγορεύσει εἶπον, δὲν πρέπει νὰ πιστεύῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ῥητῶς εἶπε δυστυχῶς ἐν μιᾷ τῶν συνεδριάσεων, ὅτι ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ κάθημαι ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἔχομεν ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ κτυπήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπιθυμῶ οὐδέποτε τοιαύτην ἀφορμὴν νὰ ἔχω, ὅπως ἀντιπολιτευθῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δὲν εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον προσβάλλει μόνον τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ προσβάλλει τὰ ζωτικώτατα συμφέροντα τοῦ ἔθνους, καταστρέφει αὐτὸν τὸν θεσμὸν τὸν στρατιωτικόν, ἀνατρέπει πᾶσαν πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου, καθιστᾷ αὐτὸν ἀποτρόπαιον· διότι τί μᾶλλον ἀποτρόπαιον δύναται νὰ ἦναι εἰς τὸν λαὸν, παρὰ νὰ σκέπτηται, ὅτι στέλλει τὰ τέκνα του εἰς εἶδός τι ἐξ ἐνέδρας ἐπιθέσεως; διότι ἐξ ἐνέδρας ἐπίθεσις εἶναι οἱ κίνδυνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ὑποβάλλονται οἱ νεοσύλλεκτοι, εἰσερχόμενοι εἰς τὸν στρατόν. Ἴσως εἰς 200 ἀνέρχονται οἱ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἀποθανόντες εἰς τὰς διαφόρους φρουρὰς τοῦ Κράτους, ἐγὼ νομίζω μάλιστα, ὅτι ἀνέρχονται καὶ εἰς ἀριθμὸν μεγαλείτερον. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι μέχρι τῆς 12 Δεκεμβρίου εἶχον ἀποβιώσει ἐν τῇ ἐνταῦθα φρουρᾷ 29 στρατιῶται, καὶ ἀληθῶς μᾶς εἶπε, κατὰ τὰς δοθείσας αὐτῷ πληροφορίας, ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι ἐλάχιστος, ἀλλ’ ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶναι σοβαρώτατος. Ἐπίσης εἶχεν ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι 17 ἢ 20 εἶχον ἀποβιώσει μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐν Λαρίσσῃ. Ἐν Λαρίσσῃ δυστυχῶς τὰ πράγματα ἐβάδισαν ἔκτοτε κάκιστα, καὶ ἤδη θέλομεν ἔχει ἀριθμοὺς, οἵτινες θέλουσι φέρει εἰς τὴν ψυχὴν ὑμῶν ὀδύνην, ὅταν μάθητε ἐπὶ πόσου ἀριθμοῦ στρατιωτῶν πόσοι ἀπέθανον ἐν μόνῃ τῇ Λαρίσσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἐν Ναυπλίῳ ἡ θνητότης ὑπῆρξε σπουδαιοτάτη. Ἀνέγνωμεν εἴς τινας ἐφημερίδας, ὅτι ἐκινήθη τέλος ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐσκέφθη περὶ οἰκοδομῆς Νοσοκομείου ἐνταῦθα. Εὔχομαι ἡ πρόθεσις αὕτη νὰ λάβῃ ὀστᾶ καὶ σάρκα, εὔχομαι πρὸ πάντων νὰ μὴ ἀποτύχῃ εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Νοσοκομείου τούτου, ὡς συνήθως ἀποτυγχάνουσιν ἐν γένει αἱ κυβερνητικαὶ οἰκοδομαὶ παρ’ ἡμῖν. Εὔχομαι ταχέως νὰ κατορθωθῇ τέλος ἡ ἵδρυσις, ἡ ἀνέγερσις Νοσοκομείου στρατιωτικοῦ, ἀξίου τοῦ ὀνόματος τούτου, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εὔχομαι τὸ εὐεργέτημα τοῦτο νὰ περιορισθῇ μόνον ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ αὐτὴ μέριμνα θέλει ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων κυριωτέρων φρουρῶν τοῦ Κράτους. Ἐν τούτοις θέλω ὑποβάλει ἐγγράφους ἐπερωτήσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πληροφορήσῃ ἡμᾶς ἀκριβῶς περὶ τῆς ἐκτάσεως, ἣν ἔλαβεν ἡ θνησιμότης ἐν τῷ στρατῷ, ἡ ὅλως ἔκτακτος καὶ ἥτις ἐν μέρει μὲν δέον νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν κλιματολογικὴν κατάστασιν τὴν ἐφετεινὴν, ἀλλ’ ἥτις κατὰ μέγα μέρος εἶναι ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως.

§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς ζητηθείσας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ πληροφορίας θέλω προθύμως ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ταχύτερον, καίτοι παρατηρῶ δυστυχῶς, ὅτι μάτην προσάγω αὐτὰς, διότι ὁ κ. Βουλευτής, μεθ’ ὅλας τὰς πληροφορίας καὶ ἀνακοινώσεις, ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι οὐδεμίαν τῶν αἰτιάσεων αὐτοῦ κατὰ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας ἀνῄρεσα. Ἐκολακευόμην πιστεύων, ὅτι τὰς αἰτιάσεις ταύτας ἀνεσκεύασα πάσας, καὶ ἤλπιζον ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπανέλθει εἰς τὸ ζήτημα ὁ κ. Βουλευτὴς, ἰδίως διότι, ἔχων τὴν πληροφορίαν ὅτι ἔλαβεν εἰδήσεις περὶ τῶν γενομένων, ὑπέθετον ὅτι γινώσκει ἤδη, ὅτι ὅσα εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῶν διακοπῶν δὲν ἦσαν ἀκριβῆ. Καὶ ὅμως ἀκούω αὐτοῦ ἤδη, ὁμιλοῦντος καὶ πάλιν περὶ τοῦ Νοσοκομείου, ὡς κεκορεσμένου ὑπὸ τοῦ μολύσματος, καὶ εἰδικῶς ἐπὶ τούτου παρατηροῦντος, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνασκευάσω τοὺς ἰσχυρισμούς του. Φρονῶν ὅτι ἡ νεωτέρα ἐπιστήμη, εἰς ἣν ἰδίως καταγίνεται ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι ἡ τῶν μεθοδικῶν παρατηρήσεων, καὶ ὅτι μόνον ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων στηρίζονται σκέψεις ἀσφαλῶς ἄγουσαι εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἐνόμιζον ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελεν ἐξετάσει τίνα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐν τῷ Νοσοκομείῳ διαβιώσεως, καὶ ἂν εὕρισκε τῆς ἐκεῖ διαβιώσεως τ’ ἀποτελέσματα μὴ συντελεστικὰ πρὸς τὴν ὑγείαν, ἂν ἔβλεπε τὴν νόσον μεταδιδομένην ἐν τῷ Νοσοκομείῳ, ἤθελε συμπεράνει, ὅτι ὑπάρχει ἐν αὐτῷ μόλυσμα· ἂν ὅμως τοὐναντίον ἔβλεπεν, ὅτι οἱ ἐν τῷ Νοσοκομείῳ εἰσερχόμενοι ἐξέρχονται ὑγιεῖς, ὅτι ἐν τῷ Νοσοκομείῳ ὑπῆρχεν ὀλιγώτερον ἀσθενικὴ κατάστασις ἢ ἐν ταῖς οἰκίαις τῶν μᾶλλον ἁβροδιαίτων, τότε νομίζω ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα ν’ ἀπεκδέχωμαι παρ’ αὐτοῦ ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν μεταβολῆς γνώμης. Ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ταύτης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπηρώτα περὶ τῶν τοῦ Νοσοκομείου, ἀπήντησα πρὸς αὐτὸν, ὅτι οἱ ἐν τῷ Νοσοκομείῳ νοσηλευόμενοι ἦσαν νομίζω 270 ἢ 280· σήμερον πόσοι εἶναι οἱ ἐν τῷ Νοσοκομείῳ κατόπιν τῆς ἐνεστώσης νοσηρᾶς καταστάσεως τῆς πόλεως; 140. Ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας ἐν τῷ στρατῷ, ἐνῷ ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας ἐν τῇ πόλει σπουδαίως ἐπὶ τὰ χείρω μετήλλαξε. Νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τοῦτο δεικνύει ἔλλειψιν ἐνεργείας τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ; ἔστω καὶ ἂν, ὡς αὐτὸς νομίζει, πάντα ταῦτα εἶναι ἀποτελέσματα τῶν παρατηρήσεων αὐτοῦ κατὰ τὴν παροῦσαν τῆς Βουλῆς Σύνοδον. Καὶ τῷ ὄντι θέλετε παρατηρήσει, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ ὁ ἀριθμὸς τῶν 280 νοσηλευομένων ἐν τῷ Νοσοκομείῳ ὑπῆρξεν ὁ ἀνώτατος, παραδόξως ὅμως ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἤρχισεν ἐλαττούμενος ὁ ἀριθμὸς οὗτος, κατελθὼν εἰς 140. Ἡ συσχέτισις τῶν δύο περιστάσεων ἀναντιῤῥήτως συμβάλλει εἰς τὰ φιλάρεσκα περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ συμπεράσματα. Ἀλλ’ εἶπε προσέτι ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι, ἂν τὰ τοῦ ἐδῶ Νοσοκομείου, ὑπὸ τοῦ μολύσματος κεκορεσμένου, ἀλλ’ ἀδικαιολογήτως παριστῶντος φαινόμενα ἀσυμβίβαστα πρὸς τοιοῦτον κορεσμὸν, ἂν τὰ τοῦ Νοσοκομείου τούτου ἔχωσι καλῶς, παρ’ ἐλπίδα καὶ παρὰ πάντας τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης, τὰ τῶν ἄλλων Νοσοκομείων τοῦ Κράτους δὲν ἔχουσι καλῶς. Καὶ βεβαίως δὲν ἔχουσι καλῶς, διότι ἡ ἐπιδημία, ἐπικρατήσασα καθ’ ἅπασαν τὴν Εὐρώπην, ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν πληροφορίαν τινὰ, κυροῦσαν τὰ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθέντα περὶ τῆς ἐλλείψεως καταλλήλων θεραπευτηρίων καὶ ὑγειονομικῶν ὑπηρεσιῶν ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν Λαρίσσῃ· ὁμιλῶ δὲ περὶ τῶν δύο τούτων θεραπευτηρίων, διότι τὰ εἶδον, καὶ βεβαίως εἶναι ἄριστα. Ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ περὶ τοῦ καταστήματος, ἐν ᾧ διαιτῶνται ἐν Κερκύρᾳ σήμερον οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοί. Τὸ κατάστημα ἐκεῖνο εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων. Ὅτε ᾠκοδομήθη, δὲν εἶχε προοδεύσει ἔτι ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ τέχνη τῆς ὑγιεινῆς, ὅσον προώδευσεν ἤδη, ἀλλὰ τὸ κατάστημα, τοσοῦτον καλῶς ᾠκοδομημένον εἶναι, τοσοῦτον μέγα, ἐν σχέσει μάλιστα πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν αὐτῷ διαιτωμένων, ὥστε πάντες οἱ ὅροι οἱ ὑγιεινοὶ πληροῦνται ἐν αὐτῷ. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι κλῖναι ἐν τῷ θεραπευτηρίῳ τῆς Κερκύρας.....

§19ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Εἶπον εἰς τὰς Ἀθήνας, εἰς τοὺς στρατῶνας.

§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι κλῖναι ἐν τοῖς στρατῶσι τῶν Ἀθηνῶν. Ἔν τισι στρατῶσι τοῦ πεζικοῦ ὑπάρχουσι κλῖναι κινηταὶ, ἀλλ’ ἐν ἄλλοις ὑπάρχουσι συνεχεῖς κλῖναι, ταύτας δὲ ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ν’ ἀντικαταστήσῃ διὰ κεχωρισμένων καὶ κινητῶν. Τῷ ὄντι, δὲν συμβιβάζονται αἱ συνεχεῖς κλῖναι πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ὑγιεινῆς· εἶναι πρέπον νὰ καταργηθῶσι καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ αὐτοτελῶν. Τοῦτο γίνεται ἤδη, τὸ πλημμελὲς ὅμως τοῦ εἴδους τῶν κλινῶν δὲν δικαιολογεῖ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ὑπάρχει ἐν τοῖς στρατῶσιν ἔλλειψις κλινῶν. Τὰ τῶν στρατώνων παρ’ ἡμῖν, ὡς παρετήρησα καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι τέλεια, ὑπάρχουσι μάλιστα τινὲς, οἱ παλαιότεροι τῶν στρατώνων, οἵτινες πρέπει ν’ ἀντικαταστηθῶσι βαθμηδὸν, ἀλλ’ οἱ νεώτεροι στρατῶνες εἶναι ἄριστοι. Ἐλπίζω ὅτι θέλομεν δυνηθῆ κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἕτοιμα τὰ σχέδια νέου Νοσοκομείου Ἀθηνῶν καὶ προσθέτων στρατώνων, οὐ μόνον ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι. Προσεπαθήσαμεν ὅπως τὰ σχέδια τῶν καταστημάτων τούτων ὦσιν ἐπιτυχέστερα τῶν μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς βεβαίως δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ ἐπιτυχία συνδυάζεται καὶ πρὸς τὴν δαπάνην, ὅτι εἷς τῶν λόγων, δι’ οὓς τὰ παρ’ ἡμῖν κτίρια εἶναι ὁποῖα παρέστησεν αὐτὰ, καὶ ὁποῖα ἀναγνωρίζω ἐν μέρει ὅτι εἶναι τὰ παλαιότερα, εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιδιώξεως τῆς οἰκονομίας, διότι δαπανηρότατοι κατέστησαν σήμερον οἱ στρατῶνες, οἱ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς τελειοτέρας τέχνης. Θέλομεν προσπαθήσει νὰ συνδυάσωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐν τῇ σχεδιάσει τῶν στρατώνων καὶ αὐτοῦ ἔτι τοῦ Νοσοκομείου τὰ τῆς οἰκονομίας πρὸς τὴν καλὴν οἰκοδομὴν, ἐλπίζω δ’ ὅτι θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀποκτήσωμεν κτίρια κατάλληλα, διότι δὲν θὰ ὦμεν ἠναγκασμένοι ὡς πρὸς τὰ τῆς οἰκονομίας νὰ φανῶμεν αὐστηροὶ ὅσον ἄλλοτε.

§21ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀῤῥώστων τοῦ ἐνταῦθα Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου κατῆλθεν ἀπὸ 280 εἰς 140, τοῦτο βεβαίως δὲν ἐγένετο ἐκ τῆς ἐπιδράσεως τῶν λόγων μου ἀμέσως, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι καὶ αὐταὶ, ὁπωσδήποτε, νομίζω ὅτι δύνανται νὰ σχετισθῶσι πρὸς τὰ ἐνταῦθα παρ’ ἐμοῦ καὶ παρά τινων συναδέλφων μου λεχθέντα, δηλαδὴ ἐγένοντο νοσηλευτήρια προσωρινὰ ἐν τοῖς στρατῶσι, καὶ μόνον εἰς αὐτὰ τὰ νοσηλευτήρια ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουσι κλῖναι· ἑπομένως, φυσικῷ τῷ λόγῳ, δὲν ἐστέλλοντο πλέον εἰς τὸ κεκορεσμένον Νοσοκομεῖον οἱ ἄῤῥωστοι, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, οἱ ὀλιγώτερον ἐπικινδύνως ἀσθενεῖς ἐκρατοῦντο εἰς αὐτὰ τὰ νοσηλευτήρια, καὶ δὲν δύναταί τις, παρὰ νὰ συγχαρῇ τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν καὶ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν διὰ τὴν λῆψιν τῶν μέτρων τούτων, διότι, ὅσον περισσότερον ἀπήλλασσε τοὺς ἀῤῥώστους ἐκ τῆς εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον ἀποστολῆς αὐτῶν, καὶ ὅσον περισσότερον ἐφρόντιζε περὶ τῆς ἀραιώσεως τῶν ἐν τῷ Στρατιωτικῷ Νοσοκομείῳ, τοσοῦτον βεβαίως ἐξυπηρετεῖ τὰ τῆς ὑγείας τῶν στρατιωτῶν. Ὥστε, ἂν κατῆλθεν ἀπὸ 280 εἰς 140 ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν τῷ Στρατιωτικῷ Νοσοκομείῳ νοσηλευομένων, τοῦτο βεβαίως ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τοὺς ἀγῶνας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκ τῆς περιστάσεως, ὅτι συνεστήθησαν τὰ προσωρινὰ ταῦτα θεραπευτήρια, τὰ ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία, ἄριστα ποιοῦσα, συνέστησε κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν ἐν Γαλλίᾳ. Ἐνθυμεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἀπὸ τόσων ἐτῶν εἰδικῶς ἀσχολεῖται εἰς τὰ στρατιωτικὰ, ὅτι ὁ στρατάρχης Σοὺλτ ἐφρόνει, ὅτι μεγίστη ὑπῆρχεν ὠφέλεια καὶ ἀπροσδόκητα πραγματικῶς ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς συστάσεως τῶν προσωρινῶν τούτων ἐν τοῖς στρατῶσι νοσοκομείων ἐν Γαλλίᾳ. Εἶχε παρατηρηθῆ τότε, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῆς θνητότητος διὰ τοῦ μέτρου τούτου εἶχε κατέλθει παραδόξως. Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ὑπῆρξε σωτήριον, ὅτι ἐξηγεῖ τὸ φαινόμενον τὸ εὐάρεστον, περὶ τοῦ ὁποίου μᾶς ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ἐνῷ μετὰ τὰς συζητήσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἐνταῦθα, ἐπετάθη ἡ κακὴ κατάστασις τῆς ὑγείας τῆς πόλεως, καὶ ἐνῷ ηὔξησεν ἡ θνησιμότης ἐν τῇ πόλει, κατ’ ἀντίθεσιν τὰ ἀποτελέσματα ἐν τῇ φρουρᾷ ὑπῆρξαν πολὺ βελτίονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον παρουσιασθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ εἶχον ἀνομολογηθῆ καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, συνεπείᾳ τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ τῷ ἀπηύθυνα. Ταῦτα λοιπὸν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἄριστα, ὀφείλονται εἰς καλὸν καὶ παντὸς ἐπαίνου ἄξιον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας του, τὸ τῆς ἱδρύσεως δηλαδὴ τῶν προσωρινῶν τούτων ἐν τοῖς στρατῶσι νοσηλευτηρίων. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι τὰ φαινόμενα ἐξηγοῦνται, καὶ ἐξηγοῦνται πρὸς ὄφελος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ κάμωμεν χρῆσιν εἰρωνείας τινὸς, ἡ ὁποία ὡς καὶ ἄλλοτε τῷ εἶπον, δὲν ἔχει χώραν ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ἀντικειμένου. Ἐν τούτοις ἀκούομεν μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι ἠραιώθη ἄλλως τε καὶ ἡ φρουρὰ ἐνταῦθα.

§22ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐδόθησαν καὶ πολλαὶ ἄδειαι εἰς τοὺς στρατιώτας.

§23ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ὅλα ταῦτα τὰ μέτρα συνετέλεσαν βεβαίως τὰ μέγιστα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ὑγείας. Ἑπομένως ἡ ἐλάττωσις τῆς φρουρᾶς, ἡ ἐξαποστολὴ ἐντεῦθεν ἑνὸς συντάγματος, αἱ ἄδειαι, αἵτινες ἐδόθησαν ἀθρόαι, τὰ ἐν τοῖς στρατῶσι προσωρινὰ νοσηλευτήρια, ἐξηγοῦσιν οὐ μόνον τὸ φαινόμενον, ὅτι οἱ ἀσθενεῖς ἐν τῷ Νοσοκομείῳ ἀπὸ 280 κατέβησαν εἰς 140 καὶ ἴσως εἰς ὀλιγωτέρους, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ ἐν γένει ὑγιεινὴ κατάστασις τῆς φρουρᾶς ἐβελτιώθη οὐσιωδῶς, καὶ ἐβελτιώθη κατ’ ἀντίθεσιν τῆς ἐπιτάσεως τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς ὑγείας τῆς πόλεως. Ἐν τούτοις εὐχαρίστως πληροφορούμεθα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι θέλει φροντίσει, καὶ διὰ τὴν πρωτεύουσαν καὶ διὰ τὰς ἐπαρχίας, καὶ περὶ στρατώνων καταλληλοτέρων καὶ περὶ νοσηλευτηρίων καταλληλοτέρων. Καιρὸς βεβαίως ἦτο νὰ φροντίσῃ περὶ αὐτῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι λόγος οἰκονομίας, ὅστις πάντοτε ἐγένετο ἀφορμὴ τῆς ἀποτυχίας τῶν δημοσίων κτιρίων καὶ ἰδίως τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ σφαλεραὶ ἰδέαι, αἵτινες πολλάκις ἐπεκράτησαν. Μήπως τυχὸν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι μετὰ πολλῆς οἰκονομίας ἐγένετο τὸ τελευταῖον στρατιωτικὸν οἰκοδόμημα; Ἐννοῶ τὸ Στρατοδικεῖον. Μήπως πιστεύῃ, ὅτι τὸ Στρατοδικεῖον τοῦτο ᾠκοδομήθη κατὰ κανόνας, καὶ ὅτι καλῶς ἔχει; Οὔτε τὸ ἓν εἶναι ἀκριβὲς, οὔτε τὸ ἄλλο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ εἰσέλθωμεν εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Πλὴν ἐλπίζομεν, ὅτι τὰ διαγράμματα καὶ τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα θέλει παρουσιάσει εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ Νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν, θὰ ἦναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ μᾶς δώσωσι καὶ πάλιν ἀφορμὴν νὰ τῷ εἴπωμεν, ὅτι καλῶς πράττει. Ἀλλ’ ἂς μὴ περιορίσῃ τὴν μέριμναν αὑτοῦ μόνον ἐπὶ τῆς φρουρᾶς τῶν Ἀθηνῶν, διότι βεβαίως πάσης μερίμνης ἄξιαι εἶναι καὶ αἱ ἄλλαι φρουραὶ ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ, καὶ τὰ συμβάντα τὸ ἔτος τοῦτο ὑπῆρξαν τόσον ὀδυνηρὰ, ὥστε πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ταῦτα θέλουσι τοὐλάχιστον παρουσιάσει τὸ τελευταῖον τοιούτου εἴδους φαινόμενον, τὸ ὁποῖον θέλει παρουσιάσει ἡ ὑγεία τοῦ στρατοῦ.

§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦρε τὴν νίκην ὁ Δὸν Κισσῶτος, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τῶν ἀνεμομύλων, — γνωρίζετε τὴν παροιμίαν — ἀλλ’ ἐπὶ τέλους συνετρίβη ὑπ’ αὐτῶν. Ἠκούσατε τί μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν: ὅτι διὰ τῶν μέτρων αὐτοῦ κατώρθωσε νὰ τακτοποιηθῶσι τὰ τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ. Ἐνόμισεν ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἀνταλάσσῃ λογοπαίγνια καὶ εἰρωνείας, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῇ τούτου μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης σοβαρότητος. Ἐβελτιώθη ἢ δὲν ἐβελτιώθη ἡ ὑγεία τοῦ στρατοῦ; αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐγὼ λέγω ὄχι. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ καταρτισθῇ εἶδος νοσοκομείων εἰς τοὺς στρατῶνας, δὲν ἦτο μέτρον ληφθὲν χάριν τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ, ἦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλεν ἡ χωρητικότης τοῦ Νοσοκομείου· ἦτο μέτρον διὰ ν’ ἀποκρυβῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀσθενούντων ἐν τῷ Νοσοκομείῳ, καὶ οὕτω νὰ ὑπεκφύγῃ τὸν ἔλεγχον ἐκ μέρους ἡμῶν καὶ καλύψῃ τὴν εὐθύνην του, νὰ μὴ δυνάμεθα δὲ νὰ ἔχωμεν τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀποθνησκόντων, οὐδὲ νὰ γνωρίζωμεν πόσοι καὶ διὰ τίνα νοσήματα νοσηλεύονται. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶδεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀσθενούντων ηὔξησεν, ἐφήρμοσε τὰ μέτρα, τὰ ὑποδειχθέντα παρ’ ἡμῶν, τῶν ἀδειῶν καὶ τῆς μεταθέσεως τῶν σωμάτων. Ἐκ τούτου πηγάζει ὁ λόγος τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀσθενῶν. Καὶ ὅμως ἐγέλα, συζητῶν περὶ τούτων, ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἐνόμιζεν ὅτι ἐθριάμβευσε, παριστῶν εἰς ἡμᾶς, ὅτι τὰ μέτρα του συνετέλεσαν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπίστευσεν ὅτι μᾶς ἔπεισεν, ὡς νὰ μὴ ἤμεθα ἡμεῖς οἱ ὑποδείξαντες τὰ μέτρα ταῦτα, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ μὴ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνθυμούμεθα τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὅταν πρῶτος ὕψωσα φωνὴν ἐντεῦθεν διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ, καὶ οὕτω συμπεριεφέρθη τότε καὶ πρὸς τὸν κ. Τυπάλδον, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἐκταθεὶς μάλιστα. Εἰρωνεύετο καὶ τότε, καταφεύγων εἰς λογοπαίγνια ἄσεμνα, ἀνάξια κοινῶν ἀνθρώπων πλέον, καὶ οὐχὶ ἀνδρῶν κατεχόντων θέσεις, πιστεύων ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἦτο ἄξιον ἐλαφρᾶς συζητήσεως, διὰ νὰ μὴ εἴπω τὴν ἁρμόζουσαν λέξιν. Αὐτὸς ἓν νομίζει ἄξιον σπουδαίας συζητήσεως, πῶς νὰ εἰσπράττῃ φόρους· ἀδιαφορεῖ, ἂν καθ’ ἡμέραν γίνωνται φόνοι, λῃστεῖαι, βιασμοὶ, ἐὰν ἀποθνήσκουν οἱ στρατιῶται ἕνεκα κακῆς διαίτης· αὐτὰ εἶναι ἀνάξια λόγου δι’ αὐτὸν, διότι εἶναι ξένος οἰκογενειακῶν δεσμῶν καὶ φίλτρου, περιουσίας στερεῖται, καὶ δὲν γνωρίζει ποίας σοβαρότητος ἄξια εἶναι καὶ πόσον πόνον προξενοῦσιν εἰς τὴν κοινωνίαν. Διὰ τοῦτο καταφεύγει εἰς συζήτησιν ἐλαφρὰν, πεπεισμένος ὅτι ἦρε νίκην, ὁμοιάζουσαν καθ’ ἡμᾶς τὴν τοῦ Δὸν Κισσώτου.

§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγιστοι, πιστεύω, ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κ. συναδέλφων ἀγνοοῦσι τὰς σκηνὰς, αἵτινες συνέβησαν ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τῆς Σπάρτης κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον. Ἐκεῖ, ἕνεκα λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν ἀρκετὰ σαφῶς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ἐπῆλθε δεινὴ καὶ ἀσυμβίβαστος ῥῆξις μεταξὺ τῶν προσώπων, τῶν ἀποτελούντων τὸ Δικαστήριον τῆς Σπάρτης, καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου τῆς πόλεως ἐκείνης. Καὶ οἴκοθεν εἶχον καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ περὶ τῆς διορθώσεως τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ εἰδικῶς εἶμαι ἐντεταλμένος, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ νομοῦ, παρὰ τοῦ ἀξιοτιμοτάτου Δικηγορικοῦ Συλλόγου Σπάρτης νὰ μεριμνήσω καὶ νὰ ἐνεργήσω καθ’ οἱονδήποτε μοὶ εἶναι δυνατὸν τρόπον ὑπὲρ τῆς διορθώσεως τοῦ κακοῦ. Ἔλαβον τηλεγράφημα πρὸ πολλῶν ἡμερῶν παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, τὸ ὁποῖον, σχολαζούσης τῆς Βουλῆς, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀνακοινώσω δι’ ἐπιστολῆς (καθότι, ἀσθενὴς ὤν, δὲν ἠδυνάμην νὰ πορευθῶ αὐτοπροσώπως) πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμολογουμένως—καὶ ὀφείλω ἀμέσως νὰ ὁμολογήσω καὶ νὰ ἐξάρω τοῦτο—ἔσπευσε νὰ λάβῃ πᾶν δυνατὸν ἐκ τοῦ προχείρου μέτρον πρὸς διόρθωσιν τῆς καταστάσεως, ἐξαπέστειλε δ’ ἐκεῖσε τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ φωτίσῃ αὐτὸν περὶ τῆς καταστάσεως, ἑπομένως δὲ καὶ περὶ τοῦ πρακτέου. Ἔμαθον χθὲς ἐκ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ὅτι τρεῖς ἐκ τῶν Πρωτοδικῶν, τῶν ἀποτελούντων τὸ Δικαστήριον Σπάρτης, μετετέθησαν ἀλλαχόσε· φρονῶν ὅμως, ὅτι διὰ τῆς μεταθέσεως ταύτης, καθ’ ἃς τοὐλάχιστον εἶχον πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν περὶ μεταθέσεως Διαταγμάτων πληροφορίας, δὲν διορθοῦται τὸ κακόν, νομίζω καθῆκόν μου νὰ συστήσω καὶ ἐντεῦθεν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὴν πληρεστάτην διόρθωσιν, ἐὰν τοιαύτην ἐπιβάλλωσι τὰ πράγματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ἤδη βεβαιότατα εἰς χεῖράς του τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐκτάκτως ἀποσταλέντος ἐκεῖσε ἀνακριτικοῦ ὑπαλλήλου, τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, καὶ κατ’ αὐτὴν ἐνήργησε. Καὶ ἐὰν μὲν ἡ ἔκθεσις αὕτη προέτεινε τὴν μετάθεσιν ἐκ Σπάρτης μόνον τῶν τριῶν ἤδη μετατεθέντων πρωτοδικῶν, δὲν θὰ εἶχόν τι νὰ προσθέσω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς χεῖράς του· εἶχον ὅμως ἰδιαιτέρας πληροφορίας, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν προέτεινε τὴν μετάθεσιν ἐκ Σπάρτης πλειοτέρων προσώπων. Ἡ ὑπόθεσις θεωρεῖται τετελεσμένη, ὡς ἀνακριτικὸν θέμα, διότι ἤδη ἔχομεν καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν θέλει δυσκολευθῆ νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἵνα μάθωμεν, ἐὰν ἐξετελέσθη αὕτη ἐν ὅλῳ, ἢ ἐὰν ἐξετελέσθη ἐν μέρει. Ἐν τούτοις, εὑρισκόμενος ἐνταῦθα, ὀφείλω, καθ’ ἃς ἔχω ἐκ Σπάρτης πληροφορίας, νὰ συστήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ περισσότερον τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου, διότι δὲν εἶναι ἁπλοῦν· οἱ πέντε ἐκ τῶν ἑπτὰ ἐν συνόλῳ Πρωτοδικῶν, τῶν ἀποτελούντων τὸ Δικαστήριον Σπάρτης, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς περιέστησαν εἰς ἐχθρότητα ἀδιάλλακτον πρὸς ὁλόκληρον τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον τῆς Σπάρτης, τὸν ἀποτελούμενον ἐξ ὅλων τῶν δικηγόρων, μηδενός, νομίζω, ἐξαιρουμένου, προσώπων ἀξίων πάσης τιμῆς καὶ ὑπολήψεως. Ἑπομένως ἡ διατήρησις τινῶν ἐκ τῶν δικαστῶν ἐκείνων εἰς τὴν θέσιν των ἐν Σπάρτῃ εἶναι συντήρησις αὐτοῦ τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ σκανδάλου, τὸ ὁποῖον εἴχομεν μέχρι τοῦδε. Δὲν γνωρίζω, ἂν πρέπῃ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πταῖσται καὶ ὁ Πρόεδρος, ὁ μὴ μετατεθείς, καὶ ὁ πρωτοδίκης κ. Κινδύνης, μὴ μετατεθεὶς καὶ ἐκεῖνος, καθ’ ὧν οἱ δικηγόροι ἔχουσι παράπονα τόσα, ὅσα καὶ κατὰ τῶν ἄλλων, τῶν μετατεθέντων· τοῦτο θὰ μάθωμεν ἐκ τῆς καταθέσεως τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἣν ἔχει ἤδη ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ πιθανὸν ὁ κ. Ἠλιάδης, ἄνθρωπος καὶ νοήμων καὶ ὀξυδερκέστατος καὶ δραστηριώτατος, νὰ μὴ ἀντελήφθη καλῶς καὶ κατὰ τρόπον πλήρη τῆς ὑποθέσεως ὁλοκλήρου, πιθανὸν ἐκ τῆς ὀλιγοημέρου διαμονῆς του ἐν Σπάρτῃ νὰ μὴ κατώρθωσε νὰ ἐξακριβώσῃ ἐντελῶς τὰ γενόμενα καὶ τὰ συμβαίνοντα. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἡ συνεργασία ὁλοκλήρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου κ. Γούζαρην καὶ τὸν ὑπολειπόμενον δικαστὴν κ. Κινδύνην, καθ’ οὗ ἐπίσης ὑπῆρχον παράπονα, τυγχάνει καὶ ἔσεται καθ’ ὁλοκληρίαν ἀδύνατος ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον ἐκεῖνοι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ, θὰ εὑρισκώμεθα πάντοτε πρὸ τοῦ φόβου τοῦ δικαιοστασίου, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐπεκράτησεν ἐν Σπάρτῃ ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα. Εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως, οἱ δικασταὶ ἠσθάνθησαν ἑαυτοὺς τοσούτῳ προσβεβλημένους, ὥστε ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιζητήσωσι τὴν ἱκανοποίησιν ἑαυτῶν κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρεπόμενον εἰς αὐτοὺς, ἐν τῇ ἐξασκήσει δηλαδὴ τῶν ἔργων των ὡς δικαστῶν! Ἐντεῦθεν φόβος καὶ τρόμος κατέλαβεν ὁλόκληρον τὴν περιφέρειαν, τὴν ὑπαγομένην εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ Πλημμελειοδικεῖον τῆς Σπάρτης, οἱ κατηγορούμενοι δὲν προσέρχονται, καὶ δικάζονται ἐρήμην, δικαζόμενοι δ’ ἐρήμην καὶ λαμβάνοντες τὴν κοινοποίησιν τῶν ἀποσπασμάτων τῶν ἀποφάσεων, δὲν προσέρχονται νὰ δικασθῶσι, διότι φοβοῦνται, ὅτι θὰ διπλασιασθῇ καὶ τριπλασιασθῇ ἡ ποινὴ, ἡ ὁποία ἤδη εἶχεν ἐπιμετρηθῆ αὐτοῖς ἐν τῇ κατ’ ἐρήμην δίκῃ, προτιμῶντες νὰ φυγοδικῶσι, προτιμῶντες πᾶν ἄλλο ἢ τὴν προσέλευσιν εἰς τὸ Δικαστήριον! Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, ὀφείλει νὰ ἐμποιῇ τρόμον ἀληθῆ· ὅταν οἱ πολῖται, συλλογιζόμενοι τὸ Δικαστήριον, φρίττωσι καὶ τρέμωσι, ποῦ ἀλλοῦ θέλουσιν εὕρει προστασίαν, ποῦ ἀλλοῦ θέλουσιν εὕρει ἄσυλον καὶ δικαιοσύνην; Τὸ δικαιοστάσιον ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει μέχρι τοῦδε, καὶ θὰ ὑπάρχῃ ἐφ’ ὅσον δὲν κοινοποιηθῶσιν αἱ μεταθέσεις καὶ δὲν μεταβῶσιν ἐκεῖσε ἕτεροι Πρωτοδίκαι, μεθ’ ὧν νὰ δύνωνται οἱ δικηγόροι νὰ συνεργάζωνται· διότι νῦν καθ’ ἡμέραν ἐκφωνοῦνται καὶ διαγράφονται ἐκ τῶν πινακίων αἱ πολιτικαὶ ὑποθέσεις, μηδενὸς διαδίκου, μηδενὸς δικηγόρου παρισταμένου, οἱ δὲ δικασθέντες ἐπὶ ποινικῶν δικῶν κατ’ ἐρήμην, καθ’ ὧν ἡ ἐρήμην ἀπόφασις κατέστη ὁριστικὴ, προτίθενται νὰ προβάλωσι λόγους, τοὺς ὁποίους προβλέπουσιν οἱ νόμοι, ὑπερτάτου φόβου, ὑπερτάτου κινδύνου, καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν ἐκ νέου ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεών των, διότι ἐνεπνεύσθη καθ’ ἅπασαν τὴν περιφέρειαν ὁ τρόμος ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν ἐκείνων! Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ φωτίσῃ περὶ τῶν ὅσων ἠρώτησα αὐτὸν, καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἵνα φωτισθῶμεν ἐξ αὐτῆς περὶ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, δὲν προβαίνω οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὴν ἔκθεσιν ἢ τὴν νύξιν κἂν τῶν λόγων τῆς διαιρέσεως καὶ τῶν ἀντεγκλήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν μεταξὺ δικηγόρων καὶ δικαστῶν ἐκεῖ, καὶ τῶν ἀμοιβαίως δοθεισῶν καταγγελιῶν, ἐγχειρισθεισῶν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, τὸν μεταβάντα εἰς Σπάρτην διὰ τὰς ἀνακρίσεις, ἢ ἀποσταλεισῶν εἰς τὸν αὐτὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἢ τὸν παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἢ καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Δικαστηρίου. Ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν, ὁ κ. Κατσικόπουλος, δικηγορῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου, μὴ πολιτευόμενος δὲ ἐν τῷ αὐτῷ νομῷ, διότι ἐκλέγεται ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, εἶναι εἰς θέσιν, ἐὰν τυχὸν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἀνάγκην περισσοτέρων πληροφοριῶν, νὰ ἐκθέσῃ τὰ περαιτέρω· καὶ παρακαλῶ αὐτὸν πρὸς τοῦτο, ἵνα σχηματισθῇ ἀκριβέστερον ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἐκεῖ καταστάσεως καὶ ὑποβοηθηθῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.

§26ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας μοὶ ὑπέβαλεν ὁ ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τῶν συμβάντων ἐν Σπάρτῃ μεταβὰς ἐκεῖσε κατ’ ἐντολήν μου Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, δὲν εἶναι ἐκθέσεις ὁριστικαὶ, οὐδὲ λεπτομερῶς περιγράφουσι τὰ συμβάντα, πρὸ πάντων δὲ δὲν εἶναι ἐκθέσεις ἐκτιμῶσαι ταῦτα, διότι, καὶ ὡς πρὸς τοὺς δικαστὰς καὶ ὡς πρὸς τοὺς δικηγόρους ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν δὲν μοὶ ὑπέβαλεν ἐκθέσεις λεπτομερεῖς ἀκόμη, καταγινόμενος εἰς συμπλήρωσιν τῶν ἀναγκαίων στοιχείων, ἵνα, ἐὰν μὲν πρόκηται περὶ πειθαρχικοῦ παραπτώματος τῶν δικαστῶν, ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἐὰν δὲ περὶ ἀξιοποίνου αὐτῶν πράξεως, ἐπιληφθῇ κατὰ νόμον τῆς πρεπούσης ἀνακρίσεως ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, ἐνεργηθῶσι δὲ συγχρόνως τὰ πρέποντα καὶ κατὰ τῶν δικηγόρων, ἐὰν ἀποδειχθῶσι καὶ οὗτοι πειθαρχικῶς ἢ ποινικῶς καταδιωκτέοι. Ἑπομένως δὲν ἤθελε φωτίσει ἐπαρκῶς τὴν Βουλὴν ἡ κατάθεσις τῆς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ ἐκκρεμοῦς ἀμφοτέρων τῶν ὑποθέσεων, τῆς τε ἀφορώσης τοὺς δικαστὰς καὶ τῆς ἀφορώσης τοὺς δικηγόρους, παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν, ὅπως καταθέσω, διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τοῦτο πρέπον, ἐκκρεμοῦς οὔσης ὡς πρὸς ἀμφότερα τὰ μέλη τῆς ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Διὰ τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν ὁ Εἰσαγγελεὺς μοὶ ὑπέδειξε προκαταρκτικῶς καὶ προέτεινε, καθ’ ὃ εἶχεν ὑπὸ τοῦ νόμου καθῆκον, μεταβολάς τινας, εἰς ἃς κατὰ τὸ πλεῖστον προέβην. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ ἐκεῖ, εἶχε προτείνει τὴν ἀντικατάστασιν ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν δικαστῶν, ὁ Εἰσαγγελεὺς ὅμως τῶν Ἐφετῶν, ἐφεκτικώτερος τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, περιώρισε τὴν πρότασιν αὐτοῦ ὡς πρὸς ὀλιγώτερα πρόσωπα ἐκ τῶν δικαστῶν· μεταξὺ τῶν προσώπων, ὧν προετείνετο ἡ μετάθεσις, ἦσαν οἱ τρεῖς μετατεθέντες, περὶ ὧν πρώτιστα ἐγνωμοδότει, ὅτι ἔπρεπε νὰ μετατεθῶσι. Νομίζω ὅτι εἶναι ὡς πρὸς δύο ἀκόμη πρόσωπα γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα θέλει σπεύσει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν περὶ ἀντικαταστάσεως αὐτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι, ὅπως μετὰ σπουδῆς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μετὰ προσοχῆς ἀτενοῦς ἐνήργησε πᾶν ὅ,τι ἐξ αὐτοῦ ἐξήρτητο πρὸς διευκρίνησιν τῶν πραγμάτων καὶ ἐνέργειαν τῶν δεόντων, οὕτω καὶ νῦν ἀσχολεῖται, ὅπως ἐκλείψῃ πᾶσα ἀταξία ἐν τῇ καταστάσει τῆς διαχειρίσεως τῆς δικαιοσύνης ἐν τῷ Δικαστηρίῳ Σπάρτης.

§27ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κυριώτατα ἔχω συμφέρον καὶ ἐπιθυμίαν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ διευκολυνθῇ ἡ ὑμετέρα ἐργασία ὡς πρὸς τὴν τακτοποίησιν τοῦ ἐκεῖ ἀναφυέντος σκανδάλου, καὶ ὁμολογουμένως εἰς τοῦτο ἤθελον καὶ θέλω σᾶς βοηθήσει, ἐὰν δύνωμαι, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ὑπέστη τραῦμα καιριώτατον. Ὅτε ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ὑμῖν προσωπικῶς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ (προσελθὼν ἐκεῖ κατὰ καθῆκον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ τόπου) περὶ τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ λύπης ἀνέφερον ὑμῖν διαφόρους δυσαρέστους λεπτομερείας περὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔν τινι μέρει τοῦ Κράτους. Ἐλπίζω ὅτι ἐνθυμεῖσθε. Καλῶς ἄρα γνωρίζετε, ὁπόσον ὑψηλὰς ἰδέας ἔχω περὶ Δικαιοσύνης, τὰς ὁποίας ἔχετε καὶ σεῖς, καὶ ὀφείλετε νὰ ἔχητε. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ κανονισθῇ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὸ ἐν Σπάρτῃ σκάνδαλον, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης, διότι θὰ ἦτο ὁμολογουμένως λίαν λυπηρὸν, ἐὰν μὴ κατεβάλλετο ἐκ μέρους ὑμῶν πᾶσα προσπάθεια πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου ἐκείνου, ἐν ᾗ περιστάσει ἐν ἄλλῃ δικαστικῇ περιφερείᾳ τοῦ Κράτους ἐγένετό τι, τὸ ὁποῖον ἐπίσης καιριώτατα προσβάλλει τὴν ὑπόληψιν καὶ τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης· ἐννοῶ τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Καρδίτσης. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, μεθ’ ἣν ἐπῆλθεν ἡ διακοπὴ, ἤτοι κατὰ τὴν 21ην παρελθόντος Δεκεμβρίου, ἔσχον τὴν τιμὴν, ἐγειρόμενος τῆς θέσεώς μου, νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς καὶ ὑμῶν, ὅτι, καθ’ ἃς εἶχον πληροφορίας, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου Τρικκάλων ὑπέβαλεν ὑμῖν πρᾶξιν αὐτῆς κατὰ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Καρδίτσης κ. Γορτυνίου. Τὸ πρᾶγμα, ὡς εἰκὸς, μ’ ἐθορύβησε, καὶ διὰ γενικὰς ἰδέας ἀπολύτως, οὐχὶ δὲ διὰ λόγους προσωπικῆς σχέσεως, (καθόσον ἁπλουστάτην μόνον γνωριμίαν ἔχω πρὸς τὸν κ. Γορτύνιον) ἠναγκάσθην νὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν πληροφορίας μόνον, ἐν ἀνάγκῃ δὲ τὴν διόρθωσιν τοῦ πράγματος· εἶχον δὲ ζητήσει τότε, νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσητε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπαναλαμβανομένων τῶν ἐργασιῶν, τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς. Ὡς δὲ νῦν μανθάνω, ὄχι μόνον δὲν διωρθώθη τὸ κακὸν τότε, ἀλλὰ καὶ προσωθήθη, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὰ ἐμπρὸς, ἐπὶ βλάβῃ τῆς Δικαιοσύνης. Μοὶ ἐστάλη—ἴσως διότι τότε ἔλαβον τὸν λόγον ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου περὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης—ἓν φύλλον τῆς ἐν Καρδίτσῃ ἐκδιδομένης ὁμωνύμου ἐφημερίδος, ἐξ ἧς μανθάνω πράγματα τῇ ἀληθείᾳ λίαν σοβαρὰ καὶ λίαν δυσάρεστα διὰ τὴν Δικαιοσύνην τῆς Ἑλλάδος. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τονίσω τὰς λέξεις «λίαν δυσάρεστα»! Κατηγορεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ὑπὸ τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς Τρικκάλων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ ζητήσῃ—διότι τὸ ἄρθρον 31 τοῦ περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ΑΦΝϚʹ νόμου δὲν τάσσει τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, οὔτε τὴν Νομαρχιακὴν Ἐπιτροπὴν ἐπίσκοπον καὶ ἐπόπτην τῆς Δικαιοσύνης, οὐδὲ δύναται νὰ ἐννοῇ, ὅτι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, τῶν ὁποίων τὴν πολιτείαν δύναται νὰ ἐποπτεύῃ τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, ὡς ὅταν πρόκηταί τι τυχὸν περὶ ταμίου ἢ ἐφόρου ἢ ἄλλου δημοσίου ὑπαλλήλου—ὁ κ. Ὑπουργὸς, λέγω, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ ζητήσῃ ἀμέσως παρὰ τοῦ συναδέλφου του Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν διάλυσιν τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπὶ θρασυτάτῃ καὶ ἰταμωτάτῃ ὑπερβάσει καθηκόντων, ἀποδέχεται τὴν μήνυσιν καὶ διαπέμπει αὐτὴν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Λαρίσσης, σὺν τῇ ἐντολῇ νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις. Ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης μηνύσεως Νομαρχιακῆς τινος Ἐπιτροπῆς, τίς οἶδεν ἐκ τίνων ἀνθρώπων ἀποτελουμένης, κατ’ ἀνωτέρου δικαστικοῦ λειτουργοῦ......

§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Γορτύνιος δὲν ἀνήκει εἰς τὸ κόμμα, καὶ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν τοιαύτην καταγγελίαν, καὶ νὰ τὴν ἐνεργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.

§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν Δικαιοσύνην ἐγὼ, κύριε συνάδελφε, ἔχω τὴν μονοτονίαν νὰ θεωρῶ ὥς τι ὕψιστον, ὑπέρτατον, καὶ ἀδυνατῶ νὰ φαντασθῶ αὐτὴν σχετιζομένην πρὸς κομματικὰς ἐνεργείας. Ἀναγινώσκω λοιπὸν ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ, τῇ «Καρδίτσῃ», ὅτι ὁ κ. Μπούφης, Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐν Λαρίσσῃ, μετέβη εἰς Τρίκκαλα, (ἀναγινώσκει) «ὅπου διαμείνας ἐπί τινας ἡμέρας καὶ συλλέξας ἃς οὗτος ἐνόμιζεν ἀναγκαίας πληροφορίας, ἀπῆλθεν εἰς Λάρισσαν καὶ ἐκεῖθεν ἐκοινοποίησε κατηγορητήριον πρὸς τὸν κ. Γορτύνιον, ὅπως ἀπολογηθῇ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν. Αἱ ἀποδοθεῖσαι αὐτῷ κατηγορίαι, ἂν ἤμεθα καλῶς πληροφορημένοι, εἰσὶν αἱ ἑξῆς: ὅτι ἐξύβρισε καὶ ἐδυσφήμησε τὴν Κυβέρνησιν κατὰ διαφόρους τόπους καὶ χρόνους!» Ἰδοὺ κατηγορία, διὰ τὴν ὁποίαν στέλλεται ἀνακριτὴς ἐναντίον ἀνωτέρου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ἀνθρώπων, πρὸς τοὺς ὁποίους μόνον αἱ μεταξὺ δικαστοῦ καὶ δικαζομένου κατηγορουμένου σχέσεις συνέδεον τὸν κ. Γορτύνιον. Δευτέρα κατηγορία εἶναι, ὅτι (ἀναγινώσκει) «συνεδέθη στενῶς μετὰ τῶν δικηγόρων Ἰωάν. Κλάρα καὶ Δημ. Λυμπεροπούλου, καὶ ὡς ἐκ τῶν στενῶν του μετ’ αὐτῶν σχέσεων πολλοὶ τῶν ἑτέρων δικηγόρων ἠναγκάζοντο, ἄλλοι μὲν νὰ ὑποκαταστῶσιν αὐτοὺς εἰς τὰς ὑποθέσεις τῶν πελατῶν των, ἵνα οὕτω ἐπιτυγχάνωσι τὴν διὰ τῶν ῥηθέντων δύο δικηγόρων αἰσίαν τῶν ἀνατεθειμένων αὐτοῖς ὑποθέσεων ἔκβασιν,.... καὶ ὡς ἐκ τούτου, ὅτι ἐκλονίσθη ἡ πεποίθησις τῶν δικαζομένων καὶ τῆς κοινωνίας ἐν γένει πρὸς τὸ ἐνταῦθα Δικαστήριον». Ἰδοὺ κατηγορία, προκαλουμένη ἐκ μέρους τοιούτων ἀνθρώπων, καὶ ληφθεῖσα ὡς μὴ ὤφειλεν, ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Δυνάμει δὲ ταύτης ὑποβάλλεται ὁ κατηγορούμενος Πρόεδρος εἰς ἀνάκρισιν, ἔτι καὶ νῦν δὲ διατελεῖ ὑπὸ κατηγορίαν! Ἑτέρα κατηγορία κατὰ τοῦ κ. Γορτυνίου εἶναι ἡ ἑξῆς, «ὅτι, καθὸ ἀντιπολιτευόμενος, ἠθώωσε τὸν δήμαρχον Κιερίου Κωνστ. Πόποταν, καθὸ ἀντιπολιτευόμενον, καὶ κατεδίκασε τὸν Δήμαρχον Νευροπόλεως, καθὸ συμπολιτευόμενον, καὶ ὅτι ἐπὶ τῆς μεταξὺ Ἰμπραὴμ Δραγότη καὶ Β. Μαλάμου καὶ Δ. Μαρούλη πολιτικῆς διαφορᾶς, ἐξ ἀντιπολιτευτικοῦ ἐπίσης πνεύματος ὁρμώμενος, ἐξέδοτο ἀπόφασιν ὑπὲρ τῶν κ. κ. Μαλάμου καὶ Μαρούλη καὶ κατὰ τοῦ Δραγότη.» Τίθεται λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου ἐπόπτης τῆς δικαστικῆς συνειδήσεως ἀνωτέρου δικαστικοῦ λειτουργοῦ, καὶ ἐπικρίνει αὐτὸν, διατὶ ἐξέδωκε τοιαύτην ἀπόφασιν, ἐφ’ ᾗ οὐδεμία ὑπάρχει ἐν τῇ Πολιτείᾳ δύναμις, δικαιουμένη νὰ ζητήσῃ εὐθύνας. Καὶ ζητεῖται λόγος παρὰ τοῦ κ. Γορτυνίου, ἐνῷ τὰς ἀποφάσεις δὲν ἐξέδωκε μόνος, ἀλλὰ τὰς μὲν πολιτικὰς μετὰ δύο, τὰς δὲ ποινικὰς μετὰ τεσσάρων ἄλλων δικαστῶν. Πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος βεβαιῶ εὐσυνειδήτως, ὅτι οὔτε κατ’ ἐλάχιστον ἐπέρχεταί μοι εἰς τὸν νοῦν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην κατὰ τοῦ κ. Γορτυνίου ἐπὶ τῇ βάσει κατηγορίας, οἵα ἡ ἀνωτέρω, «ὅτι ἐξύβρισε τὴν Κυβέρνησιν κατὰ διαφόρους τόπους καὶ χρόνους», ἢ τῆς ἑτέρας ἐκείνης, «ὅτι εἶναι ἀντιπολιτευόμενος». Ἀλλοίμονον, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προβῆ εἰς τὴν διὰ τοιούτου ἀπαισίου τρόπου κατασύντριψιν καὶ ποδοπάτησιν τῆς Δικαιοσύνης! Δὲν θέλω, ἐπαναλαμβάνω, νὰ πιστεύσω περὶ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι περιέστη εἰς τοιοῦτον σημεῖον. Ἄλλως ἤθελον μεταχειρισθῆ πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου, οὕτως ἀδικουμένου καὶ διασυρομένου, τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας εὑρίσκω περαιτέρω εἰς τὸ αὐτὸ φύλλον τῆς «Καρδίτσης», ἧς τὸ ἄρθρον, δὲν γνωρίζω διατὶ, ἔχει δι’ ἐμὲ ἡμιεπίσημόν πως χαρακτῆρα (ἀναγινώσκει): «Εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Γορτύνιος, συζητῶν ἰδίᾳ μετὰ τῶν δικηγόρων, μεθ’ ὧν συνήθως συναναστρέφεται, κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς μέτρων καὶ συνδυασμῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐξύβρισις, οὐδὲ δύναται ν’ ἀποτελέσῃ οἱανδήποτε κατ’ αὐτοῦ νόμιμον κατηγορίαν, καθόσον οὐδαμοῦ τοῦ νόμου εἶναι ἀπηγορευμένη ἡ τοιαύτη συζήτησις, τοὐναντίον μάλιστα τὸ συζητεῖν ἀνάγεται εἰς τὸ δικαίωμα ἑκάστου πολίτου, δικαιουμένου νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε γνώμην περὶ τῶν πολιτειακῶν πραγμάτων. Δὲν εἶναι δὲ μόνος ὁ κ. Γορτύνιος ἄλλως ἐκ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ὅστις ἔχει δοξασίας καὶ φρονήματα ἀντίθετα πρὸς τὰ τοῦ κ. Τρικούπη, προκειμένου περὶ τῆς διοικήσεως, καθόσον ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι ὁμοιοφρονοῦντες, ὡς ἐπίσης ὑπάρχουσι καὶ ἕτεροι, ἔχοντες τὰ αὐτὰ μὲ τὸν κ. Τρικούπην φρονήματα καὶ τὰς αὐτὰς ἰδέας, καὶ πολλάκις συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῶν μέτρων τῆς διοικήσεώς του καὶ κατὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῶν μέτρων τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἄλλως τε τὰ τοιαῦτα φρονήματα δὲν ἀπέκτησεν ὁ κ. Γορτύνιος ἐν Καρδίτσῃ, ὥστε νὰ δικαιολογηθῇ καὶ διατυπωθῇ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία ἐπὶ τούτῳ ἐνταῦθα, καθόσον τὰ τοιαῦτα φρονήματά του τὰ ἐξεδήλου καὶ ἀλλαχοῦ, ἔνθα ὑπηρέτησε, κατὰ τὰς γινομένας συνήθως εὐσχήμους συζητήσεις, μὴ ἐννοῶν, ἐννοεῖται, νὰ διεγείρῃ μῖσος καὶ περιφρόνησιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτην, οἵαν προϋποθέτει ὁ νόμος πρὸς χαρακτηρισμὸν ἐγκληματικῆς πράξεως, τιμωρουμένης ἄλλως κατὰ τὸν Ποινικὸν Νόμον.» Ἐὰν ἦτο ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι ἐκ λόγων ἀντιπολιτεύσεως ἐγένετο ἡ τοιαύτη καταδίωξις κατὰ τοῦ κ. Γορτυνίου, βεβαίως εἶναι ἀρκοῦντες πρὸς ἀπολογίαν αὐτοῦ οἱ λόγοι, οἱ ἐν τῷ φύλλῳ τούτῳ τῆς «Καρδίτσης». Ἔχομεν λοιπὸν καὶ ἕτερον πλῆγμα, γενόμενον κατὰ τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τῆς Καρδίτσης, ὅπως ἔχομεν τὸ σκάνδαλον τῆς Σπάρτης.

§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ καταθέσῃ τὴν γενομένην καταγγελίαν παρὰ τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς. Νὰ μᾶς εἴπῃ συνάμα, τί ἔπραξεν ἐπὶ τῆς καταγγελίας ταύτης, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸ ζήτημα ἐπὶ βάσεων θετικωτέρων.

§31ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι βέβαιος ὁ ἐκ Λακωνίας κ. Βουλευτὴς περὶ τοῦ ἡμιεπισήμου χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον ἔχουσι τὰ γραφέντα ἐν τῇ ἐπαρχιακῇ ἐφημερίδι, καὶ ὁσηνδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ διάθεσιν νὰ δώσῃ πλήρη πίστιν εἰς τὰ ἐπίσημα ταῦτα δημοσιεύματα τοῦ φύλλου τῆς Καρδίτσης, δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι, ἐνόσῳ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ὑπὲρ οὗ ἀξιεπαίνως ὁ κ. συνάδελφος ἐκφράζεται, δὲν πιστεύω νὰ εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ μακρηγορήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, οὐδὲ νὰ ἐπιληφθῇ νὰ μεταδώσῃ γνώμην ἐξ ἐφημερίδος περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου περιῆλθεν εἰς ἐμὲ ἀναφορὰ ἐκ Τρικκάλων, φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς τῶν μελῶν τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς ἢ τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, καταγγέλλουσα ὡρισμένας παραβάσεις καθηκόντων πειθαρχικὰς τοῦ Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Καρδίτσῃ Πρωτοδικῶν. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, λαμβάνων καταγγελίας δι’ ὡρισμένας πράξεις ὡρισμένου ὑπαλλήλου, ἔχει καθῆκον νὰ διατάσσῃ ἀμέσως ἔρευναν καὶ ἐξέτασιν, ἀφ’ ὅτου δὲ εἶμαι Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐδέποτε, οὐδὲ ἐξ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν λαμβάνων τοιαύτας πληροφορίας, ἢ δεχόμενος τοιαῦτα παράπονα, ὤκνησα νὰ διατάξω ἐξέτασιν περὶ αὐτῶν καὶ χάριν τῆς δικαιοσύνης καθόλου καὶ χάριν αὐτοῦ τοῦ προσώπου τοῦ δικαστοῦ, καθ’ οὗ τὰ παράπονα. Αὐτοῦ τοῦ κανόνος, τὸν ὁποῖον εἰς ἐμαυτὸν ἔταξα, δὲν εἶχον οὐδένα λόγον νὰ ποιήσωμαι ἐξαίρεσιν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, καὶ διηύθυνα τὴν ἀναφορὰν τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, καὶ παρήγγειλα νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι νομίσῃ πρέπον. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμὴς, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι μετέβη εἰς Τρίκκαλα, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἀκόμη τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν του. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅπως τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες εὑρίσκονται ἐκκρεμεῖς, μετὰ φειδοῦς ἐπιλαμβάνωνται, διότι τοὐναντίον δὲν εἶναι πρέπον οὐδὲ ἀποδεικνύει εὐλάβειαν πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν. Ὅπωςδήποτε δὲ, ἐπειδὴ ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐ μόνον λόγῳ τῆς εὐλαβείας, τὴν ὁποίαν ὀφείλει πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ διότι συνηθέστατα αἱ τοιαῦται ὑποθέσεις λήγουσιν εἰς πειθαρχικὰς καταδιώξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καλεῖται ὡς δευτέρου βαθμοῦ δικαστὴς ν’ ἀποφανθῇ, δηλῶ ὅτι, ἐὰν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἐξακολουθήσῃ συζήτησις, ἐγὼ δὲν θέλω μετάσχει αὐτῆς, οὐδὲ θέλω δώσει ἀπάντησίν τινα.

§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν πρόκηται περὶ ἐνασκήσεως πειθαρχικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῶν σωματείων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἔδωκε τὸ δικαίωμα, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καλεῖται νὰ δικάσῃ ὡς δευτέρου βαθμοῦ δικαστὴς, γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὑπάρχει πρᾶξις ὑπουργικὴ, ἡ ὁποία ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ σιγήσῃ, ὅταν ἐρωτᾶται ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου. Τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ εἰσδύωσιν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ζητῶσι λόγον παρ’ αὐτῆς. Ὑπῆρχον χρόνοι, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐνομίζετο, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀπετέλει κλάδον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ παρῆλθον οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι, καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, ἀποτελεῖ ἰδίαν ἐξουσίαν, ἐκπηγάζουσαν ἐκ τοῦ ἔθνους, οἵα τυγχάνει καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία. Τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας οἱ λειτουργοὶ τελοῦσι καὶ οὗτοι ὑπὸ ἐπιτήρησιν, ἀλλὰ κατὰ τύπους, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ὥρισεν, ὁ δὲ νόμος δὲν ἔδωκε δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτῆς ἡ Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπή. Καὶ ὅμως βλέπομεν τὸ ἔκρυθμον καὶ ἔκτροπον φαινόμενον, ἤτοι ὅτι ὄχι μόνον ἡ Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπὴ μετ’ αὐθαδείας τοσαύτης ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐπιτηρήσεως λειτουργοῦ ἀνωτάτου τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὅτι εὑρίσκεται καὶ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος δὲν σπεύδει νὰ καταστείλῃ ἀμέσως τὴν αὐθάδειαν τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ λαμβάνει ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ἐπιτήρησιν αὐτῆς καὶ δίδωσιν ὤθησιν εἰς κίνησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας κατὰ τοῦ λειτουργοῦ, τοῦ καταγγελθέντος ὑπὸ τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς. Μετ’ ὀλίγον θέλομεν ἰδεῖ ἴσως Νομαρχιακὴν Ἐπιτροπὴν, ἐπιφέρουσαν γνώμην ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, ἢ κατὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἢ τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν κρίνονται ὑπ’ αὐτῆς ὠφέλιμοι διὰ τὸ τμῆμα τῆς χώρας, ἐν τῷ ὁποίῳ αὕτη λειτουργεῖ· ἢ θέλομεν ἰδεῖ ἄλλην Νομαρχιακὴν Ἐπιτροπὴν, ἐπιφέρουσαν γνώμην περὶ τῶν θεσμῶν τῆς Πολιτείας, διότι οἱ θεσμοὶ θὰ κρίνωνται ὑπ’ αὐτῆς, ὅτι βλάπτουσι τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων τῆς περιφερείας, ἐξ ἧς ἐξελέχθησαν. Τοιοῦτον προηγούμενον θὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας, θὰ φέρῃ τὴν διατάραξιν τῆς ἁρμονίας, καθ’ ἣν λειτουργεῖ τὸ πολίτευμα, θὰ φέρῃ τὴν σύγχυσιν εἰς τὰ καθήκοντα τῶν διαφόρων ἀρχῶν. Διὰ τοῦτο ἐπιφυλασσόμεθα ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει νὰ ἐπερωτήσωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πῶς δὲν κατέστειλαν τὴν αὐθάδειαν τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, περὶ ἧς πρόκειται, ἀλλ’ ἐξεναντίας ἐνεθάῤῥυναν αὐτὴν καὶ ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ αὐτῆς ἔδωκαν ὁδηγίας, ἵνα λειτουργήσῃ ἡ κατὰ τοὺς νόμους τεταγμένη πειθαρχικὴ ἐξουσία.

§33ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, πῶς δικαιολογεῖ τὴν ἀγανάκτησιν, μεθ’ ἧς ὁ πρὸ ὀλίγου λαλήσας ἐξ Ἀρκαδίας κ. Βουλευτὴς διετύπωσε τὰς γνώμας αὐτοῦ καὶ ἰδέας, τί εὗρε δὲ δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην ἀγανάκτησιν ἐν τῇ ὑπ’ ἐμοῦ ἀφηγήσει τῶν πραγμάτων. Ὁ κ. Βουλευτὴς μάτην φοβεῖται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπέτρεψεν εἴς τινα ἀνάμιξιν εἰς τὰ τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ, οὐδὲ ἐνδεικνύει τὴν ἀναγνώρισιν τοιούτου τινὸς δικαιώματος τὸ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, λαβὼν γνῶσιν παραπόνων καθ’ ὡρισμένου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, διέταξε νὰ γίνῃ νόμιμος περὶ αὐτῶν ἐξέτασις. Δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν διάταξις, ὁρίζουσα τίνες δικαιοῦνται νὰ διατυπῶσι παράπονα κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οὔτε ὅτι τὰ παραπτώματα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐξετάζονται καὶ καταδιώκονται πάντοτε κατ’ ἔγκλησιν καὶ ὅτι ἡ ἔγκλησις αὕτη ἀνήκει εἰς ὡρισμένα πρόσωπα ἢ σωματεῖα. Εἶναι ἐντελῶς κεχωρισμένον τὸ ζήτημα, ἐὰν δικαιοῦται τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον ἢ ἡ Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλλῃ ἀναφορὰς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διατυπούσας παράπονα ὡρισμένα, καὶ περὶ αὐτοῦ δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις, ὅταν κατατεθῇ τὸ τηλεγράφημα τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν ἦναι ὑπὸ τύπον καταγγελίας ἢ ἀναφορᾶς, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἔχῃ καθῆκον νὰ ἐξετάζῃ περὶ τῶν πρὸς αὐτὸν καταγγελλομένων. Ἠδυνάμην καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς καταγγελίας, συνεπείᾳ ἁπλῆς ἐπιστολῆς ἢ συνεπείᾳ ἄρθρου ἐν ἐφημερίδι, νὰ λάβω ἀφορμὴν καὶ διατάξω ἐξέτασιν. Ποῦ ἡ προσβολὴ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης, ἡ ἀναγκάζουσα τὸν κ. Βουλευτὴν ν’ ἀναμιμνήσκηται ἄλλων ἐποχῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἐγένοντο ἔφοδοι κατὰ τῆς δικαιοσύνης; Τουναντίον, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔδιδεν ὅσην ἔπρεπε νὰ δώσῃ προσοχὴν καὶ διὰ τὰ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει καὶ διὰ τὰ ἐν πάσῃ ἄλλῃ περιστάσει ὑποβαλλόμενα κατὰ δικαστικῶν λειτουργῶν παράπονα, θὰ παρέλειπεν ὑπέρτατον καθῆκον.

§34ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ προέκειτο νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν αἱ κατηγορίαι, αἱ κατὰ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ἦναι βάσιμοι ἢ μὴ, βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν εἶσθαι ἐν τῷ δικαίῳ, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμής. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ οὐδέποτε θέλει συλλάβει τὴν ἰδέαν νὰ ἐξετάσῃ κατ’ οὐσίαν, ἐὰν ὀρθῶς ἢ ἀδίκως ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ἢ τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου ἀπεφήναντο ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ὑποθέσεως. Ἑπομένως δι’ ἡμᾶς ἡ κατ’ οὐσίαν ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος οὐδένα ἔχει λόγον. Τὸ ζήτημα, ὅπερ θέλομεν ἡμεῖς νὰ συζητήσωμεν, καὶ συζητοῦμεν, δὲν εἶναι παντάπασιν ἐκκρεμές. Τὸ ζήτημα ἡμῶν εἶναι, ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει καταγγελία τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς τοιαύτης; Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ψήφισμα αὐτῆς, καὶ ἐπὶ τοιούτου ψηφίσματος βασιζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς διέταξεν ἀνακρίσεις, ἢ δὲν διέταξεν; Εἶναι λοιπὸν ἀπόλυτος ἀνάγκη ν’ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὴν ἐκκρεμότητα τοῦ ζητήματος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ κομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον αὐτοῦ, οὗτινος δυνάμει διέταξεν ἀνακρίσεις. Διότι, ἐὰν μὲν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ δὲν ποιῆται μνείαν τοῦ ψηφίσματος τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, ἴσως τὰ πράγματα δύνανται νὰ ὦσιν ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις καὶ ἄνευ καταγγελίας βεβαίως δύναται νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις. Ἐὰν ὅμως ἐν τῷ ἐγγράφῳ γίνηται μνεία, ὅτι προέβη ὁ Ὑπουργὸς εἰς τοιοῦτον διάβημα κατὰ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν συνεπείᾳ καταγγελίας τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, τότε βεβαίως ὑπάρχει παραβίασις τῶν νόμων, ὁμοία περίπου ἐκείνης, ἣν εἴδομεν ἐν Λαρίσσῃ. Τί κρύπτεσθε ὄπισθεν τῆς ἐκκρεμότητος; Ἐζητήθη ὁ ἔλεγχος ὑμῶν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, προεβάλετε τὴν ἐκκρεμότητα. Ἐζητήθη ὁ ἔλεγχος ὑμῶν διὰ τὰ συμβάντα ἐν τοῖς συνόροις ἄλλοτε, προεβάλετε τὴν ἐκκρεμότητα. Ἐζητήθη ὁ ἔλεγχος ὑμῶν διὰ τὴν ὑπόθεσιν Φιλιππίδου καὶ Πασχίδου, προεβάλετε τὴν ἐκκρεμότητα. Καὶ ἵνα μὴ ἐμμένω ἐπὶ πολὺ, ἐπὶ οἱουδήποτε ζητήματος ἡ Βουλὴ ἔφερε τὸν λόγον, ἐλέγχουσα, ἐπὶ παντὸς ζητήματος, μὴ δυνάμενοι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ δικαιολογηθῶσι, προβάλλουσι πάντοτε τὴν ἐκκρεμότητα. Τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ σήμερον συζητοῦμεν καὶ ἐφ’ οὗ ἡμεῖς θέτομεν ὡρισμένα ὅρια, βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἐκκρεμὲς, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι: ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ψήφισμα Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν; Ὑμεῖς, διατάξαντες ἀνάκρισιν, διετάξατε αὐτὴν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγγράφου τούτου; Ἐν τῷ ἐγγράφῳ ὑμῶν γίνεται μνεία τῆς πράξεως τῆς Ἐπιτροπῆς; Καθῆκον ἔχετε νὰ φέρητε ἀμφότερα τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Καὶ ἂν μὲν διετάξατε ἀνάκρισιν, μὴ ποιούμενοι παντάπασι λόγον περὶ τοῦ ψηφίσματος τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, ἴσως δύνασθε νὰ ἦσθε ἐν τῷ δικαίῳ· ἐὰν ὅμως διετάξατε ἀνάκρισιν, ὁρμώμενοι ὡς ἐξ ἀφετηρίας ἐκ τῆς πράξεως ταύτης τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, βεβαίως ἐσυγχύσατε τὰς ἐξουσίας, βεβαίως ἐπράξατε τοῦτο φατριάζοντες, βεβαίως ἐπράξατε τοῦτο, ἂν οὐχὶ φατριάζοντες, ἀγνοοῦντες ὅμως τοὺς νόμους, τὰ ὅρια τῶν νόμων καὶ τῆς ἐξουσίας ὑμῶν. Ἀλλὰ δι’ ὑμᾶς δὲν ὑπάρχουσιν ὅρια ἐν ταῖς ἐξουσίαις, ὑμεῖς θεωρεῖτε, ὅτι εἶναι ἐδῶ ἔδαφος ἐκτεταμένον, ἄνευ ὁρίων. Ποία ἐξουσία μὲ ὅρια δύναται νὰ ὑπάρχῃ δι’ Ὑπουργοὺς, οἵτινες ἐπιτρέπουσι τὴν ἀνάμιξιν τῆς διοικητικῆς καὶ εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ στρατοῦ; Τί ἵσταται πλέον ἐπὶ τῶν ποδῶν; Ποῖος θεσμὸς τῆς ἡμετέρας Πολιτείας λειτουργεῖ πλέον παρ’ ἡμῖν; Ὑμεῖς δὲν εἶσθε, οἱ στέλλοντες τοὺς ὑμετέρους δούλους καὶ θεράποντας εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν, ἵνα ἀποπειρῶνται ἐνάσκησιν τρομοκρατικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ Δικαστηρίου; Ἐφ’ ὑμῶν ὅλοι οἱ νόμοι καὶ οἱ θεσμοὶ κατεπατήθησαν καὶ ἐξηυτελίσθησαν, τὰ πάντα κατεστράφησαν ἐνώπιον τῆς φατρίας.

§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων ὀλίγα θὰ προσθέσω, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς αἰτήσεώς μου, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν καταγγελίαν τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς· διότι, ἐὰν ἀποδεχθῇ, ὅτι ἡ κατηγορία ἐγένετο κατὰ παράβασιν τῶν καθηκόντων τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἔχωμεν ἔνδειξιν κομματικῆς καὶ φατριαστικῆς ἐπεμβάσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἵνα ἴδωμεν μέχρι ποίου σημείου φθάνει καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἡ φατριαστικὴ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως.

§36ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ δύο μηνῶν, κύριοι Βουλευταὶ, παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συμπληρώσῃ τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης, διότι ἐκ τῆς ἐλλείψεως δύο δικαστῶν προσέκοπτον αἱ τοῦ Δικαστηρίου τούτου ἐργασίαι. Ἐπέστησα δὲ τότε τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πάντοτε τὸ βλέμμα του ἐστραμμένον πρὸς τὸ Δικαστήριον Σπάρτης, διότι συνέβαινον ἐκεῖ γεγονότα ἄξια προσοχῆς· ἐὰν δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς εὐηρεστεῖτο νὰ ἐξετάσῃ ἔκτοτε τὰ συμβαίνοντα, θὰ ἐμάνθανεν αὐτὰ καὶ θὰ προελάμβανε πᾶν σκάνδαλον, ἤδη δὲ δὲν θὰ ἔφθανον τὰ πράγματα εἰς ὃ περιέστησαν σημεῖον· ὅταν δὲ ἔλεγον πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ ἐστραμμένον τὸ βλέμμα του εἰς τὸ ἐν Σπάρτῃ Πρωτοδικεῖον, διὰ νὰ βλέπῃ τὰ ἐκεῖ συμβαίνοντα, δὲν ἐνόουν νὰ ἀνέλθῃ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν ὀροφὴν τοῦ καταστήματος τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου καὶ ἐκεῖθεν νὰ ἴδῃ τί συμβαίνει ἐν Σπάρτῃ, διότι τοῦτο ἦτο ἀδύνατον. Ἐνόουν ὅμως νὰ ἐρωτήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸν ἐν Σπάρτῃ Εἰσαγγελέα, καὶ παρ’ αὐτοῦ νὰ μάθῃ τὰ συμβαίνοντα, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς πάντοτε, ἐκώφευσεν· ἤδη ἠναγκάσθη καὶ ἄκων νὰ μάθῃ τὰ ἐκεῖ τελεσθέντα, πλὴν εἶναι ἀργὰ, καὶ διὰ τοῦτο, ἐκτὸς τῶν ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ λάβῃ πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, ἔχει ἀνάγκην καὶ τοῦ κυρίου Μπαϊρακτάρη, διὰ νὰ καθαρίσῃ τὰ ὄρη, οὐχὶ ἀπὸ φυγοδίκους, ἀλλ’ ἀπὸ φυγοποίνους, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησε τὸ ἐν Σπάρτῃ σκάνδαλον. Ὁ προλαλήσας ἐκ Λακωνίας ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἐν Σπάρτῃ ὑπάρχει πλῆρες δικαιοστάσιον· ἀλλ’ ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι δικαιοστάσιον ὑπάρχει ὅταν τὰ Δικαστήρια ἀργῶσιν, ἐνῷ ἐν Σπάρτῃ τὸ Δικαστήριον οὐ μόνον δὲν ἀργεῖ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐργάζεται, καὶ ἐργάζεται δραστηριώτερον καὶ αὐτοῦ τοῦ Σακὴρ πασσᾶ. Ὅπως ὁ Σακὴρ πασσᾶς συνεδριάζει κατὰ μόνας, ἄνευ δικαζομένων καὶ ὑπερασπιστῶν, καταδικάζει δὲ εἰς θάνατον, εἰς ἐξορίαν, εἰς δεσμὰ καὶ εἰς φυλάκισιν, οὕτω καὶ τὸ ἐν Σπάρτῃ Δικαστήριον, ἀπόντων τῶν κατηγορουμένων καὶ ἀπόντων τῶν δικηγόρων, δικάζει καὶ καταδικάζει εἰς ποινὰς πρωτοφανεῖς, ὅπως καὶ ὁ Σακὴρ, οἱ δὲ κατηγορούμενοι, εἴτε πρωτοείσακτοι, εἴτε ἀνακόπτοντες, καταληφθέντες ὑπὸ τοῦ τρόμου τῆς ἐκδηλωθείσης δικαστικῆς λύσσης, προτιμῶσι νὰ καταφύγωσι καὶ καταφεύγουσιν εἰς τὰ ὄρη ἢ νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον μαινομένου Δικαστηρίου. Τούτου δ’ ἕνεκα οἱ φυγόποινοι καὶ ἐρήμην δικασθέντες ἀποτελοῦσι σχεδὸν τὸ ὅλον τῶν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου εἰσαχθέντων. Ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἠξίωσε νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰς Σπάρτην μεταβάντος Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, τοῦ πρώτου τουτέστι λαϊκοῦ ὑποψηφίου Βουλευτοῦ τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διαταχθέντος νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἐν Σπάρτῃ συμβάντα· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν. Ἐν τούτοις, ἐνῷ ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν, ἐπληροφόρησεν ὅμως τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ περιεχομένου αὐτῆς. Εἶπεν ὅτι ἐπροτάθη ἡ μετάθεσις τῶν πέντε δικαστῶν, ἐξ ὧν οἱ τρεῖς μετετέθησαν, καὶ οἱ ἀντικαταστήσοντες αὐτοὺς διετάχθησαν νὰ μεταβῶσι κατεπειγόντως, διότι πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ πειθαρχικὴ καταδίωξις καὶ κατὰ τῶν δικηγόρων, οἱ δὲ ἕτεροι δύο μετατεθήσονται καὶ οὗτοι. Ἀλλὰ πότε θὰ μετατεθῶσι; Βεβαίως ἀφοῦ περατωθῇ ἡ κατὰ τῶν δικηγόρων πειθαρχικὴ καταδίωξις. Θεωρεῖται, φαίνεται, ἀναγκαία ἡ ἐκεῖ διαμονὴ τῶν μὴ εἰσέτι μετατεθέντων δικαστῶν μέχρι τῆς τιμωρίας τῶν δικηγόρων.

§37ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται ὁ Εἰσαγγελεὺς Σπάρτης;

§38ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σκάκας.

§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ ποῦ εἶναι;

§40ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὴν εὐρεῖαν.

§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι;

§42ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἀπὸ ποῦ εἶναι. Ὁ Εἰσαγγελεὺς κατ’ ἀρχὰς δὲν ἐφέρθη κακῶς, ἀλλὰ κατόπιν παρεσύρθη καὶ οὗτος μετὰ τῶν ἄλλων δικαστῶν.

§43ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πῶς λέγονται οἱ δικασταί, οἱ προκαλέσαντες τὰς σκηνὰς ταύτας;

§44ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ εἷς, ὁ πρωτουργός, λέγεται Ἀγγελῆς, ὁ ἕτερος Σκοῦφος. Ὁ Εἰσαγγελεὺς κατ’ ἀρχὰς ἦτο ὑπὲρ τῶν δικηγόρων, ὡς ἔμαθον, ἔλεγε δέ, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῶν δικηγόρων, οἵτινες εἶχον τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἑαυτῶν, οἱ δὲ ἀνωτέρω δικασταὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑβρίζουν· ἀλλὰ κατόπιν, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ψηφίσματος τῶν δικηγόρων, οἵτινες ἐξέφρασαν τὴν λύπην των διὰ τὴν ἀπρεπῆ συμπεριφορὰν τῶν δύο ἀνωτέρω δικαστῶν, ἐκηρύχθη καὶ οὗτος κατὰ τῶν δικηγόρων, καὶ οὐ μόνον αὐτός, ἀλλὰ καὶ ὁ Πρόεδρος καὶ δύο δικασταί, ὁ Κινδύνης καὶ ὁ Γεωργίου. Δὲν ἀνεμίχθησαν δὲ εἰς τὴν πάλην ταύτην οἱ κκ. Πρωτοπαπᾶς καὶ Τσακανίκας, ὁ δὲ δικαστὴς Στάμος, ὅστις εἶχε λάβει μέρος εἰς τὰς πολιτικὰς συνεδριάσεις, οὐ μόνον δὲν συνεμερίσθη τὸ κίνημα τοῦτο τῶν συναδέλφων του, ἀλλὰ καὶ ἀντέστη κατ’ αὐτῶν, διαφωνήσας πρὸς πάντας. Πρώτη κατὰ τῶν δικηγόρων ἔφοδος ὑπῆρξεν ἡ δημοσίευσις 175 πολιτικῶν ἀποφάσεων, αἵτινες εἶναι ἅπασαι δικαστικὰ ἀριστουργήματα. Ἐκτὸς πέντε μόνον ἀποφάσεων οὐσιαστικῶν, αἱ λοιπαί εἰσι προδικαστικαί, στηρίζονται δὲ ἅπασαι εἰς νομολογίαν πρωτοφανῆ. Μέχρι τοῦ πραξικοπήματος τούτου οἱ κύριοι οὗτοι εἶχον διάφορον γνώμην ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλυσαν διὰ τῶν 175 τούτων ἀξιοσημειώτων ἀποφάσεων· ἤλλαξαν δὲ νομολογίαν ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ἀποτόμως δεχθέντες ὅ,τι οὐδὲν Δικαστήριον τῆς πατρίδος μας ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ δεχθῇ. Οὔτε αὐτοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου οὔτε τοῦ προϊσταμένου Ἐφετείου τὴν νομολογίαν ἐσεβάσθησαν οἱ νομοδιδάσκαλοι οὗτοι, γενόμενοι διὰ τῶν ἀποφάσεών των τούτων καταγέλαστοι. Δὲν προέβησαν εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν τῶν ὑποθέσεων, εἰς ἃς ὑπῆρχον τὰ κοινοποιηθέντα δικόγραφα τῶν ἀγωγῶν, τῶν ἀνακοπῶν καὶ τῶν ἐφέσεων, διότι δὲν ὑπῆρχον καὶ τὰ πρωτότυπα αὐτῶν παρακατατεθειμένα ἐπὶ χαρτοσήμου. Δὲν προέβησαν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προτιμηθεισῶν διὰ πράξεων τοῦ Προέδρου ὑποθέσεων, διότι ὑπὸ τὰ ἀντίγραφα τῶν κοινοποιηθεισῶν τούτων πράξεων ὑπῆρχον κατακεχωρημέναι παραγγελίαι πρὸς ἐπίδοσιν αὐτῶν, καλουμένων συγχρόνως τῶν ἀντιδίκων νὰ ἐμφανισθῶσι πρὸς συζήτησιν κατὰ τὴν διὰ τῶν πράξεων ὁρισθεῖσαν δικάσιμον. Τόσον δὲ εἶχεν ἀναπτυχθῆ ὁ φανατισμὸς τῶν κυρίων δικαστῶν καὶ ἐπὶ τοσοῦτον εἶχον ὑπὸ τοῦ πάθους τῆς ἐκδικήσεως τυφλωθῆ, ὥστε, ἐνῷ εἰς πλείστας τῶν δικογραφιῶν ὑπῆρχον παρακατατεθειμένα καὶ τὰ πρωτότυπα τῶν δικογράφων τούτων, ἐν τούτοις καὶ ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τούτων ὁμοίας ἐξέδωκαν ἀποφάσεις περὶ προσαγωγῆς τῶν πρωτοτύπων. Ἄξιον σημειώσεως εἶναι, ὅτι εἰς δίκην κατ’ ἀνακοπὴν πρωτοκόλλου φορολογικοῦ, εἰς ἣν ἡ διαδικασία γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, οἱ κύριοι διέταξαν τὴν χαρτοσήμανσιν τῶν δικογράφων. Φαινόμενον μοναδικὸν τῆς ἐχθρικῆς αὐτῶν ἀποτυφλώσεως εἶναι ἡ τιμωρία δι’ ἐπιπλήξεως, ἐπιβληθεῖσα διά τινων ἐκ τῶν ἀποφάσεων τούτων κατὰ διαδίκων, μὴ συμμορφωθέντων, κατ’ αὐτούς, μὲ τὸν περὶ χαρτοσήμου νόμον. Δι’ ὁμοίαν παράβασιν ἐτιμωρήθησαν δικηγόροι, μὴ ἔχοντες ὡς τοιοῦτοι μέρος εἰς τὰς ὑποθέσεις, δι’ ἃς ἐτιμωρήθησαν. Δὲν πρέπει δὲ ν’ ἀποσιωπηθῇ, ὅτι εἰς ποινικὴν καταδίκην κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει ἐπέβαλον στέρησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἰδοὺ εἰς ποῖον σημεῖον περιήγαγεν αὐτοὺς τὸ αἴσθημα τῆς ἐκδικήσεως, φρονοῦντας ὅτι διὰ τοιούτων μέσων ἐκδικοῦνται τοὺς ἀμυνθέντας δικηγόρους, ἐνῷ οἱ παθόντες εἶναι οἱ ἀτυχεῖς διάδικοι.

§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχετε ἐνταῦθα τοιαύτην τινὰ ἀπόφασιν;

§46ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ἔλαβον ἐκ Σπάρτης σχέδιον τοιαύτης ἀποφάσεως, ἐκδοθείσης πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καθ’ ὅλα ὁμοίας μὲ τὰς προδημοσιευθείσας.

§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀναγνώσατέ την.

§48ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀπόφασιν).

§49ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ δικασταί;

§50ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ σχέδιον εἶναι ὑπογεγραμμένος ὁ Ἀγγελῆς· ἀλλὰ δικασταὶ εἶναι οἱ αὐτοὶ εἰς ὅλας, δηλ. ὁ Γούζαρης (Πρόεδρος), ὁ Ἀγγελῆς, ὁ Κινδύνης, ὁ Γεωργίου, ὁ Σκοῦφος καὶ ὁ μειοψηφῶν Στάμος. Ἐπὶ πολλῶν ἐκ τῶν 175 δικογραφιῶν δὲν ὑπάρχουν σχέδια ἀποφάσεων, διότι εἰς ἀριθμόν τινα δικογραφιῶν δεδεμένων ὑπῆρχεν ἡ λέξις «ὅρα Καστόριον». Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἄνω 175 ἀποφάσεων, οἱ δικηγόροι, φοβούμενοι τοὺς κατ’ αὐτῶν ἐκτεθέντας δικαστὰς, ἀπέσχον νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς πολιτικὰς συνεδριάσεις, οἱ δὲ δικασταὶ, συνεδριάσαντες ἀπόντων τῶν δικηγόρων καὶ τῶν διαδίκων, διέγραψαν ἁπάσας τὰς συνοπτικὰς καὶ ἐμπορικὰς ὑποθέσεις, ἀνερχομένας εἰς τετρακοσίας περίπου. Εἰς ἄλλην δὲ ὁμοίαν συνεδρίασιν διέγραψαν ἁπάσας τὰς ἐκτεθειμένας συνήθεις ὑποθέσεις, ἐξέθεσαν δὲ καὶ τὰς ὑπολοίπους, ἵνα καὶ ταύτας διαγράψωσιν εἰς ἑπομένην συνεδρίασιν. Εἰς ποινικὴν συνεδρίασιν εἶχε δικασθῆ ἐρήμην κατηγορούμενός τις εἰς φυλάκισιν ἐπὶ ἐξυβρίσει Εἰρηνοδίκου. Ἡ ἀπόφασις τῷ ἐκοινοποιήθη, καὶ ἔκαμεν ἀνακοπὴν, ἀλλ’ ἐπειδὴ μετὰ τὴν ἀνακοπήν του ἦλθεν ἐνταῦθα, δὲν ἔλαβεν ἐγκαίρως γνῶσιν τῆς νέας κλήσεως· ἐπανελθὼν δὲ εἰς Σπάρτην δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς δικασίμου, δὲν εἶχε καιρὸν νὰ κλητεύσῃ μάρτυρας ὑπερασπίσεως, δὲν εἶχε δὲ καὶ δικηγόρον νὰ τὸν ὑπερασπισθῇ, διότι πάντες οἱ συνάδελφοί μου δὲν εἶχον τὴν τόλμην νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸ Δικαστήριον, μὴ θεωροῦντες ἀσφαλῆ τὴν προσωπικὴν αὐτῶν ἐλευθερίαν. Ἠναγκάσθη ἑπομένως ὁ κατηγορούμενος οὗτος νὰ ζητήσῃ τὴν ὑπεράσπισίν μου, διότι ἐγὼ, μὴ ἀναμιχθεὶς ἐκ τυχαίας συμπτώσεως εἰς τὴν διαπάλην ταύτην, οὐδένα εἶχον εὔλογον φόβον, προσῆλθον ἑπομένως κατὰ τὴν δικάσιμον τῆς ὑποθέσεως, παρεκάλεσα τὸ Δικαστήριον νὰ δώσῃ ἀναβολὴν εἰς τὸν κατηγορούμενον, ἔστω καὶ πενθήμερον, ἵνα δυνηθῇ νὰ καλέσῃ μάρτυρας ὑπερασπίσεως, πλὴν ἐστάθη ἀδύνατον νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις. Συνεζητήθη ἑπομένως ἡ ὑπόθεσις, καὶ ὁ κατηγορούμενος, κηρυχθεὶς ἔνοχος ἐξυβρίσεως Εἰρηνοδίκου, ἀναστατώσαντος ὁλόκληρον τὴν Λακεδαίμονα, κατεδικάσθη εἰς τὴν ἐλαφρὰν ποινὴν τῆς δεκαοκταμήνου φυλακίσεως!

§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ὀνομάζεται ὁ κατηγορούμενος;

§52ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δαμάσκος.

§53ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τί πταίει εἰς αὐτό;

§54ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν αἰτιῶμαι διὰ τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ. Λέγω μόνον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο τὰ πάντα νὰ προλάβῃ.

§55ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἀποδέχομαι.

§56ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ δὲ ταῦτα ἐγίνοντο εἰς Σπάρτην, προκύπτει ἐν τῷ μέσῳ καὶ ἄλλη ἔκνομος ἐνέργεια τοῦ αὐτόθι Εἰσαγγελέως. Χαλκεύεται κατὰ τῶν δικηγόρων καταγγελία ὅλως ψευδὴς ἐπὶ προκλήσει, ἐκ μέρους αὐτῶν, τῶν πολιτῶν εἰς ἐξέγερσιν κατὰ τῶν δικαστῶν, ἐνῷ ὅλως τὸ ἐναντίον συνέβη, διότι οἱ δικηγόροι ἐκ μιᾶς τοιαύτης αὐθορμήτου τῶν πολιτῶν ἐξεγέρσεως εἶχον νὰ ζημιωθῶσι πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως, καὶ διὰ τοῦτο ἐφρόντιζον, πῶς νὰ καθησυχάσωσι τὰ διαταραχθέντα πνεύματα τῶν πολιτῶν. Μετὰ τοιαύτην δὲ ἐνέργειαν ἤρξατο κατ’ αὐτῶν καταδίωξις, διαταχθέντος τοῦ ἀνακριτοῦ Γεωργίου νὰ ἐπιληφθῇ ἀνακρίσεως, συνέπεια τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν ἡ προφυλάκισις καὶ ἡ μετ’ ὀλίγον ἀποφυλάκισις ἑνὸς φιλησύχου πολίτου.

§57ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ πότε ἐγένοντο ὅλα αὐτά;

§58ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἑνὸς περίπου μηνός. Ἐν τούτοις, μετὰ τοιαῦτα γεγονότα, μένουσιν εἰσέτι εἰς τὰς θέσεις των ἐκεῖνοι, οἵτινες πρῶτοι καὶ τηλεγραφικῶς ἔπρεπε νὰ μετατεθῶσιν ἐκεῖθεν.

§59ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κύριος συνάδελφος κατὰ τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ταύτης ὑπέβαλε παράπονα διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον συμπλήρωσιν θέσεων κενῶν ἐν τῷ Δικαστηρίῳ Σπάρτης. Ἐφρόντισα περὶ τούτου καὶ τὸ Δικαστήριον συνεπληρώθη. Ἄλλου εἴδους παράπονον δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου. Τὸ Δικαστήριον συνεπληρώθη καὶ ἤρξατο κανονικῶς λειτουργοῦν, μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε συνέβησαν ὅσα συνέβησαν, καὶ περὶ ὧν παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, μέχρις ὅτου τὰ ἁρμόδια Δικαστήρια ἀποφανθῶσιν ὡς πρός τε τοὺς Πρωτοδίκας καὶ τοὺς δικηγόρους. Ὑποβαλὼν τὴν παράκλησιν ἐκείνην, ἤθελον νὰ προλάβω αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἤδη τελεῖται ἐνταῦθα. Ἐγένετο ἀφήγησις μακρᾶς ἱστορίας, τῆς ὁποίας τὴν ἀκρίβειαν ἐπισήμως δὲν γινώσκομεν, καὶ τούτου ἕνεκα, ἢ ἔπρεπε νὰ σιωπήσωμεν, μέχρις ὅτου ἐπισήμως ἐξακριβωθῶσι τὰ συμβάντα καὶ ἐπισήμως τὸ συμπέρασμα τῆς περὶ αὐτῶν ἐρεύνης ὑποβληθῇ ἡμῖν, ἢ, ἐὰν ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν, ἔπρεπε πρότερον νὰ καλέσωμεν καὶ τοὺς περὶ ὧν ἢ καθ’ ὧν συζητοῦμεν, τοὺς μόνους δυναμένους νὰ ὑπερασπίσωσιν ἑαυτοὺς, ἐν ὅσῳ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἐπίσημον τῶν συμβάντων λεπτομερῆ ἔκθεσιν.

§60ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔφερα καὶ σᾶς ἀνέγνωσα ἀπόφασιν.

§61ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀνεγνώσατε ἁπλοῦν τινα χάρτην ἢ ἐπιστολήν.

§62ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὴν δίδω, ἵνα ἐξετάσητε.

§63ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ, ὅτι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ οὐ μόνον ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ καὶ ἀκούεται εὐμενῶς τοιαύτη γλῶσσα, οἵαν ἠκούσατε, περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, περὶ τῆς ὁποίας κατὰ τὴν ἰδίαν ταύτην συνεδρίασιν ἠκούσατε ἄλλους κοπτομένους, ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ ἐλλείψεως ὀφειλομένης πρὸς αὐτὴν εὐλαβείας. Ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου ἐπὶ τῷ ἀνευλαβεῖ τρόπῳ, καθ’ ὃν ἐπιτρέπεται ἐν τῇ Βουλῇ νὰ γίνηται μνεία δικαστικῶν λειτουργῶν, ἀνωτάτων μάλιστα, τοὺς ὁποίους μετὰ μακρὰν ὑπηρεσίαν αὐτοὶ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εὗρον ἀξίους νὰ προαγάγωσιν εἰς θέσεις Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν, ἡμεῖς δὲ, εὑρόντες ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ, ἐθεωρήσαμεν ἀξίους αὐτῆς, καὶ οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ν’ ἀκούωσιν αἰτιάσεις, γινομένας καθ’ ὃν τρόπον ἠκούσατε νὰ γίνωνται ἐναντίον τοῦ Εἰσαγγελέως ἑνὸς τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους. Ταῦτα δικαιολογοῦσι, πιστεύω, τὰς συστάσεις, ἃς προλαβὼν ἀπηύθυνα, ὅπως ὦμεν ἐφεκτικώτεροι καὶ εὐλαβέστεροι, προκειμένου περὶ ἐκφράσεων περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους. Ἄν ἐν τῇ δικαστικῇ ἐξουσίᾳ παρετηρήθησαν ἐλλείψεις καὶ ἀτέλειαι, ἔχομεν καθῆκον νὰ φροντίσωμεν, ὅπως διορθωθῶσι, καὶ τὴν φροντίδα ταύτην οὐδόλως παρελείψαμεν. Ἡ Πολιτεία ἐφρόντισεν, ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν δικαστῶν, νὰ ἔχῃ λίαν περιωρισμένην τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς ἣν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβαίνῃ εἰς διορισμὸν δικαστοῦ, χωρὶς νὰ προηγηθῶσι διπλαῖ καὶ τριπλαῖ αὐτοῦ δοκιμασίαι. Μεταξὺ δὲ τῶν δικαστῶν, ὧν τὰ ὀνόματα ἐμνημονεύθησαν, ὑπάρχει καί τις, ὅστις ἔλαβεν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τὸν βαθμὸν ἄριστα, καὶ εἰς τὴν ἑτέραν παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ δοκιμασίαν ἐγένετο δεκτὸς παμψηφεί. Ἐὰν ἡ ληφθεῖσα παρὰ τοῦ νομοθέτου πρόνοια δὲν ἀπεδείχθη ἐπαρκής, ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον ἄλλης προνοίας ἐπαρκεστέρας. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ὀφείλομεν νὰ ὦμεν ἐφεκτικώτεροι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἣν, ὡς ἐξουσίαν ὑψίστην καὶ ὁμοταγῆ, ἡμεῖς καθῆκον ἔχομεν νὰ σέβωμεν καὶ περιβάλλωμεν μὲ τὴν ἀπαιτουμένην εὐλάβειαν. Τὴν σύστασιν ταύτην ἐθεώρησα ὅτι ὤφειλον ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ πληροφορήσω αὐτὴν, ὅτι, ἂν ἀληθῶς ἀποδειχθῶσιν ὅτι ἐκ πείσματος ἐπῆλθον τοιαῦται παρεκτροπαὶ, θέλουσι διορθωθῆ ἀφεύκτως καὶ δὲν θέλουσι διέλθει ἀπαρατήρητοι οὐδὲ παρὰ τῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντεταλμένα ν’ ἀποφανθῶσιν, οὐδὲ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ ἐπερωτήσαντες δύνανται νὰ ὦσι βέβαιοι περὶ τούτου.

§64ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνειθίζω, Κύριοι, νὰ ἀποδίδω τὴν προσήκουσαν εὐλάβειαν οὐ μόνον εἰς πάντα δικαστικὸν λειτουργὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα ἄλλον τοιοῦτον, ὡς καὶ εἰς πάντα πολίτην· πλὴν ἀποδίδω ταύτην εἰς ἐκεῖνον μόνον, ὅστις εἶναι ἄξιος αὐτῆς, προκαλῶν ταύτην διὰ τῆς καλῆς αὐτοῦ διαγωγῆς, τῆς εὐπρεποῦς συμπεριφορᾶς του καὶ τοῦ πρὸς τὴν ἠθικὴν σεβασμοῦ του· ἀλλ’ ὅταν αὐτὸς ἀποδεικνύηται ἀνευλαβὴς πρὸς ἑαυτὸν, ὁποίαν δύναμαι νὰ ὀφείλω αὐτῷ ἐγὼ εὐλάβειαν; Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἄλλα φρονεῖ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ἄλλα ὡς Βουλευτής. Λέγω δὲ μετὰ θάῤῥους, ὅτι, ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἦτο ἤδη εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἄλλα θὰ ἐφρόνει ἀπὸ ἐκεῖνα, ἅτινα λέγει ἤδη ὅτι φρονεῖ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Καὶ ἄλλοτε ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ ὁμοίου ἀντικειμένου, πλὴν τότε ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἦτο ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, ἦτο ἁπλοῦς ἀντιπολιτευόμενος Βουλευτής, ἑπομένως ἄλλας εἶχεν ἰδέας, ὅλως ἐναντίας τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀξιοῖ ἤδη ὅτι ἔχει· διὰ τοῦτο, προκειμένου νὰ γίνῃ τότε συζήτησις ὁμοία, εἰς δικαστικὰ σκάνδαλα ἀφορῶσα, μὲ συνεβούλευε νὰ ὁμιλήσω καὶ μὲ προέτρεπε νὰ τὰ εἴπω ὅλα μὲ τὸ νὶ καὶ μὲ τὸ σίγμα. Πλὴν εὐθὺς ὡς τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, καὶ ὁ κύριος συνάδελφος μετέβαλε θέσιν, τὰ πάντα ἐλησμόνησε, καὶ οὐ μόνον δὲν ἐπεθύμει νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ πᾶν παρενέβαλλεν ἐμπόδιον, ἵνα ματαιώσῃ πᾶσαν τοιαύτην συζήτησιν· ὁσάκις δὲ ἐκάλεσα αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης ἐνεργειῶν του, πάντοτε τὸ ἀπέφυγε, προφασιζόμενος, ἄλλοτε μὲν, ὅτι δὲν γνωρίζει περὶ ποίας ὑποθέσεως ἠρωτᾶτο, ἄλλοτε δὲ, ὅτι ἤθελε νὰ τῷ δώσω σημείωμα, καὶ ἄλλοτε ἄλλα παρόμοια· ὅταν δὲ ἐκάλεσα αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως ἔγγραφα, ἠναγκάσθη νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι καταθέτει τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ καταθέσῃ αὐτά. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς, διὰ νὰ ἐπισκοτίσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ μετριάσῃ τὴν ἐκ τῆς ἀναγνωσθείσης ἀποφάσεως παραχθεῖσαν ἐντύπωσιν ἤδη, δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ προσβάλῃ πλαγίως ὡς πλαστὸν τὸ κατατεθὲν ἀντίγραφον. Ἰδοὺ εὐλαβὴς ἄνθρωπος, ὅστις θέλει νὰ παραστήσῃ ἄλλους ὡς ἀνευλαβεῖς! Δὲν πιστεύει τὴν ἀναγνωσθεῖσαν ἤδη ἀπόφασιν· ἀλλὰ δὲν ἔμαθε τίποτε περὶ τῶν ἄλλων 175 δημοσιευθεισῶν ἀποφάσεων; Καὶ τότε πρὸς τί μετέβη εἰς Σπάρτην ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεύς; Δὲν ἐπληροφόρησε περὶ τῶν ἀποφάσεων τούτων τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἀφοῦ κατὰ τὴν παρ’ αὐτοῦ ἐξέτασιν τῶν δικηγόρων εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἐπὶ τῆς ἀνακριτικῆς του τραπέζης πάσας τὰς σχετικὰς δικογραφίας; Ἐὰν ὁ ἀποσταλεὶς ἐκεῖ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἐπληροφόρησε περὶ αὐτῶν τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὁ Εἰσαγγελεὺς παρέλειψε τὸ καθῆκόν του, ὅπερ δὲν πιστεύω· ἐὰν ὅμως ἐπληροφόρησεν αὐτὸν, διατὶ προσποιεῖται ἤδη ἄγνοιαν τῶν γεγονότων καὶ καταφεύγει εἰς ἀνάξια δικαιολογήματα; Μέμφεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὸν μὴ ἐκφρασθέντα εὐλαβῶς περὶ προσώπων κατηγορηθέντων διὰ τὰ αἴσχη των καὶ τὰς ἀκολασίας των, ἐκφρασθέντα ἀνευλαβῶς περὶ ἐκείνων, οἵτινες τὸ Εἰσαγγελικὸν κατάστημα ἔκαμον φυλακὰς τῶν καταδίκων γυναικῶν, αἵτινες καταγγέλθησαν ἐπὶ μοιχείᾳ, οἵτινες ἐφυλάκιζον ἀνθρώπους, κατηγορουμένους δῆθεν ἐπὶ βιασμῷ τῶν ἑταιρῶν των, καὶ τοὺς ἐξεβίαζον νὰ τὰς συζευχθῶσιν, ἄλλως ἠπείλουν αὐτοὺς, ὅτι θὰ τοὺς παραπέμψωσιν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον· περὶ ἐκείνων, οἵτινες διατηροῦσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των γυναῖκας, ἐπὶ βρεφοκτονίᾳ κατηγορουμένας, ὧν τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοὶ οὗτοι σκανδαλωδῶς παρεσκεύαζον. Παύσατε, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ μὴ προκαλῆτε πλειότερα σκάνδαλα, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης, ἣν προσποιεῖσθε, ὅτι ὑπερασπίζεσθε, ἐνῷ τοὐναντίον τῆς ὑποσκάπτετε τὰ θεμέλια.

§65ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, ἄξιοι καταφρονήσεως καὶ πάσης κατακρίσεώς εἰσιν οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι ἰδίως, οἵτινες, ἐκτροχιαζόμενοι ἀπὸ τῶν καθηκόντων αὐτῶν, περιπίπτουσιν εἰς ἀνομίας καὶ ἀτοπίας, οὕτως ὥστε νὰ προκαλέσωσιν ὁλόκληρον δικηγορικὸν σύλλογον, ἀποτελούμενον ἐξ ὑπερτεσσαράκοντα ἐπιστημόνων, ἐξασκούντων ἐκεῖ τὸ ἐπάγγελμά των, εἰς ὁμόθυμον καὶ πανηγυρικὴν κατ’ αὐτῶν ἀποδοκιμασίαν. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω τινὰ ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, ὡς δικηγόρος ἐν Σπάρτῃ, ἐξασκῶν ἐκεῖ τὸ ἐπάγγελμά μου καὶ συμμεριζόμενος τὴν ἀξιοπρεπῆ θέσιν, ἣν οἱ συμπολῖταί μου ἐκεῖνοι καὶ συνάδελφοί μου ἔλαβον ἀπέναντι τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς παρανομίας ἀναξίων δικαστῶν. Ἐκ τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Σπάρτης δικαστῶν τρεῖς μόνον ἀποτελοῦσιν ἔντιμον ἐξαίρεσιν τῆς κατηγορίας, τῆς ἀπευθυνομένης εἰς τοὺς ἄλλους, καὶ πρέπει ἐντεῦθεν ἔντιμον μνείαν τούτων νὰ ποιήσω, οὗτοι δέ εἰσιν ὁ κ. Πρωτοπαπᾶς, ἐντιμότατος ἀνακριτὴς, ἀμερολήπτως ἐξασκῶν τὸ καθῆκόν του, ὁ κ. Τσακανίκας καὶ εἷς ἕτερος δικαστὴς, Στάμου. Ὁ δικαστὴς οὗτος, ὁ ὁποῖος ὑπὸ ἔποψιν ἐπιστημονικὴν δὲν θεωρεῖται καλῶς κατηρτισμένος, ἀντέστη εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὰς παρανομίας τῶν ἄλλων δικαστῶν, καὶ διεφώνησεν εἰς τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἐξέδωκαν, καταπατοῦντες τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν καὶ καταζημιοῦντες τὸν τόπον, ἐξ οὗ ἐξήγειραν τὴν ἀγανάκτησιν· καὶ διὰ τοῦτο κατηγοροῦσι τοὺς δικηγόρους, ὅτι προεκάλεσαν στάσιν ἐναντίον των, ἐνῷ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν πολιτῶν, τὴν ὑπερχειλίσασαν, οἱ δικηγόροι κατέστελλον, προστατεύοντες τοὺς ἀθλίους τούτους. Ἡ ἀγανάκτησις ἐπῆλθε κατ’ αὐτῶν, διότι οὗτοι, ἐπιλήσμονες γενόμενοι τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων, ἐξετράπησαν ὁμολογουμένως εἰς πράξεις παρανόμους, αὐθαιρέτους καὶ βδελυράς Δὲν εἶναι ἡ ἰσοβιότης, ἥτις κατέστησεν αὐτοὺς τοιούτους· δὲν παραδέχομαι ὅτι αὕτη δύναται νὰ παραγάγῃ τοιαῦτα τέρατα, καὶ ὅτι περιέχει τοιαῦτα.

§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περιέχει καὶ ἄλλους.

§67ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἦλθον καὶ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ἐπιβεβαιώσω ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξέθηκεν, ὡς λαβόντα χώραν ἐν Σπάρτῃ παρὰ τῶν δικαστῶν ἄνομα καὶ παράνομα, καταστρέψαντα πολλὰ καὶ μεγάλα τῶν πολιτῶν συμφέροντα. Καὶ ἀκούσατε ἕτερόν τι, ἵνα ἴδητε ποίας ποιότητός εἰσιν οἱ δικασταὶ οὗτοι, διότι εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Κατσικόπουλος ἂν θελήσῃ τις νὰ εἴπῃ καὶ ἄλλα, θέλει ἐπιλείψει ὁ χρόνος. Ἐδικάζετο ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου εἷς δημαστυνόμος τῆς περιφερείας ἐπὶ ἐξυβρίσει κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ καταδικάζεται· ἀπαγγέλλεται δὲ κατ’ αὐτοῦ ἐκτὸς τῆς ποινῆς καὶ στέρησις πολιτικῶν δικαιωμάτων! Δικασταὶ ἦσαν ὁ Σκοῦφος καὶ ὁ....

§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸς ἔλαβε τὸ ἄριστα.

§69ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Τὸ ἄριστα προϋποθέτει ἐπιστήμονα, καλῶς καταρτισθέντα εἰς τὰς μελέτας αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν ἀπόλυτον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων καὶ ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν ἔργων τοῦ δικαστοῦ. Τὸ ἄριστα τοῦ Σκούφου δὲν ὠφέλησεν αὐτὸν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, διότι οὗτος, ὡς Πρόεδρος τοῦ Κακουργιοδικείου ἐν Σπάρτῃ, ἀφῄρεσε τὸν λόγον ἀπὸ τὸν προϊστάμενον τῶν ἐνόρκων, δικηγόρον σπουδαῖον καὶ ἐκλεκτὸν, πρόεδρον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, τὸν κ. Ἀναστάσιον Βαλασσόπουλον, ἐρωτήσαντα μάρτυρα, ἐξεταζόμενον ἐπὶ τοῦ ἀκροατηρίου· καὶ ἐπειδὴ ὁ ἔνορκος, ὡς δικηγόρος, ἐπέμενεν ἐρωτῶν τὸν μάρτυρα, καθ’ ὅ εἶχε καθῆκον καὶ δικαίωμα, ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὡς Πρόεδρος, ἀπαγγέλλει κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν! Ὀφείλω νὰ προσθέσω ἐνταῦθα, πρὸς τιμὴν τοῦ δικαστοῦ Κινδύνη, ἂν ᾖναι αὐτὸς ὁ ἔχων τὸ ἄριστα, ὅτι ὁ δικαστὴς οὗτος δὲν ἤθελε νὰ συμμερισθῇ τὴν θέσιν καὶ τὰς παρεκτροπὰς τῶν ἄλλων, ἀλλὰ παρεσύρθη ἐκ συναδελφότητος, ὡς παρεσύρθη καὶ ὁ Πρόεδρος κ. Γούζαρης, ὁ ὁποῖος, μετὰ λύπης μου τὸ λέγω, ἐφάνη ἀνάξιος τῆς θέσεως, ἣν κατέχει, ὅπως παρεσύρθη καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, περὶ τῆς καταγωγῆς τοῦ ὁποίου καὶ τοῦ ὀνόματος περιττὸν νὰ ἐρωτήσητε, διότι ἡμεῖς δὲν θὰ κρύψωμεν τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰς κακίας αὐτοῦ. Τοιοῦτοι ὑπῆρξαν οἱ δικασταὶ, καὶ ἤμην βέβαιος, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἤθελε προσενεχθῆ πρὸς αὐτοὺς ὡς προσηνέχθη, καὶ ὅτι ἤθελε τοὺς ἐκσφενδονίσει καὶ διασκορπίσει εἰς τὰ ἔσχατα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, πρὸς ἱκανοποίησιν ὁλοκλήρου κοινωνίας· διότι, ὅταν δικασταὶ προκαλῶσι καθ’ ἑαυτῶν ὁλόκληρον δικηγορικὸν σύλλογον ἐκ τεσσαράκοντα καὶ ὑπερτεσσαράκοντα δικηγόρων καὶ ἀνήκοντα εἰς διαφόρους πολιτικὰς ἀποχρώσεις, ἐννοεῖται ὅτι οὗτοι δὲν εἶναι ἄξιοι οὔτε νὰ λέγωνται κἂν δικασταί. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει ἱκανοποιήσει πληρέστατα τὸν τόπον καὶ θέλει συμπληρώσει τὸ ἔργον αὐτῆς, ἐκτοπίζουσα πάραυτα καὶ τὸν προϊστάμενον τοῦ Δικαστηρίου, τὸν Πρόεδρον αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος, ἂν ἦτο καλὸς καὶ ἄξιος τῆς θέσεως αὐτοῦ, ἤθελε προλάβει τὰ ἀτοπήματα ταῦτα καὶ ἐπαναφέρει τοὺς ἐκτροχιασθέντας δικαστὰς εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτοῖς θέσιν, καὶ δὲν ἤθελεν ἐπέλθει οὕτω φοβερὸν δικαιοστάσιον, τὸ ὁποῖον κατεζημίωσε τὸν τόπον καὶ διετάραξε τὰς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων. Βεβαίως θὰ ἐκτοπίσῃ καὶ τὸν Εἰσαγγελέα, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, καὶ θὰ τὸν τιμωρήσῃ.

§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὸν παύσῃ.

§71ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπε πρὸ ὀλίγου περὶ τοῦ προϊσταμένου Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος, ἅμα μεταβὰς εἰς Σπάρτην καὶ καταλύσας εἰς τὸ κατάστημα τῆς Εἰσαγγελίας, παρεξηγήθη. Κατέλυσε δὲ ἐκεῖ ὡς ξένος καὶ μὴ ἔχων ποῦ νὰ κατοικήσῃ. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν οἰκίαν δικηγόρου τινός; ἢ εἰς τὴν οἰκίαν ἑτέρου πολίτου;

§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸ ξενοδοχεῖον.

§73ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Τὰ ξενοδοχεῖα ἐν Σπάρτῃ δὲν εἶναι καλῶς κατηρτισμένα, καὶ μάλιστα διὰ νὰ ξενίσωσι κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦ ἔτους πρόσωπα ἐπίσημα.

§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Σπάρτη ἔχει τὰ καλλίτερα ξενοδοχεῖα ἀπὸ ὅλας τὰς ἐπαρχίας.

§75ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ ἔθεσαν ἐν ἀμφιβολίᾳ τὴν εἰλικρινῆ αὑτοῦ ἐνέργειαν, καὶ ἀπέδωκαν μεροληψίαν ὑπὲρ τῶν δικαστῶν, ὑποθέσαντες, ὅτι καὶ οὗτος θέλει παρασυρθῆ, ὡς παρεσύρθησαν ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἦσαν αὐτουργοὶ τῶν πρώτων παρεκτροπῶν καὶ παρανομιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν τὰ ἐπεισόδια ταῦτα! Κατόπιν ὅμως οἱ δικηγόροι, ἐξετασθέντες ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἐξετασθέντες ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ καὶ λεπτομερείᾳ, ἐσχημάτισαν πεποίθησιν, ὅτι τὸ δίκαιον ἤθελε κατισχύσει διὰ τῆς γενομένης ἀνακρίσεως ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου Εἰσαγγελέως, καὶ ἐσχημάτισαν ἀκράδαντον περὶ τούτου πεποίθησιν, καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ πληροφορίαι ἡμῶν καὶ τῶν φίλων ἢ συγγενῶν ἡμῶν δικηγόρων ἐκεῖθεν, οἱ ὁποῖοι εὐλόγως προσεδόκων καὶ ἀνέμενον τὸ ἐπελθὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκείνου ἀνωτάτου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου. Ἂν ἦναι λαϊκὸς ὑποψήφιος τῆς Ἀρκαδίας, ἢ ἄλλης τινὸς ἐπαρχίας, ἢ ἄλλου τινὸς νομοῦ, τοῦτο εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μετέβη ἐκεῖ νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ τὸ ὁποῖον ἐνήργησε μετ’ ἀκριβείας καὶ μετὰ πολλῆς δραστηριότητος καὶ αὐστηρότητος, συνῳδὰ πρὸς τὴν ἀνωτέραν αὐτοῦ συνείδησιν καὶ ἠθικὴν ἀξίαν, ἥτις ἀείποτε διέκρινεν αὐτὸν καὶ τὰς πράξεις αὐτοῦ, ὡς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐπεισοδίου τούτου θέλει ἀποδείξει. Διὰ τοῦτο ἀποδέχομαι τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον ἐντεῦθεν νὰ ἀποτείνωμεν πρὸς πάντας μομφὰς καὶ κατηγορίας, διότι ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ ὑπάρχουσιν ἀδάμαντες, ὑπάρχουσι χαρακτῆρες ἔντιμοι καὶ ἄξιοι πάσης ὑπολήψεως καὶ πάσης εὐλαβείας καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου, καὶ ἂν εὑρίσκωνται τέρατά τινα, ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤδη μᾶς ἀπασχολοῦσι, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ τοιοῦτον δύναταί τις νὰ τὸ εὕρῃ εἰς μεγαλειτέρας διαστάσεις, διότι τῷ ὄντι τότε θὰ ἦτο ἀπελπισία πλήρης διὰ τὸν τόπον. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς θέλει συντελέσει τὸ ἔργον αὑτοῦ κατὰ τῶν αὐθαιρέτων καὶ παρανόμων ἐκείνων δικαστῶν καὶ θέλει ἐπιδιώξει πᾶν μέτρον αὐστηρὸν ἐναντίον αὐτῶν, πρὸς παραδειγματισμὸν καὶ αὐτῶν καὶ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ὑποπίπτουν εἰς παρόμοια ἀτοπήματα νομίζοντες, ὅτι, ὄντες δικασταὶ καὶ καθήμενοι ἐπὶ τῆς ἕδρας ἐκείνης, δύνανται νὰ πράτωσιν ὅ,τι θέλουσι καὶ δὲν ἔχουσιν εὐθύνην ἀπέναντι οὐδενὸς, διότι ὁμολογουμένως παρουσιάσθησαν καὶ ἄλλα παρόμοια τοιαῦτα φαινόμενα. Ὁ τόπος λοιπὸν ὁλόκληρος, ὁ ἡμέτερος, καὶ νομίζω ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἀπεκδέχεται ἀνυπομόνως τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο συγχαίρω ἀπὸ καρδίας τοὺς συναδέλφους μου καὶ τοὺς συμπολίτας μου κυρίους δικηγόρους, τοὺς ἀποτελοῦντας τὸν δικηγορικὸν σύλλογον Σπάρτης, πατάξαντας οὕτως εὐθαρσῶς καὶ εὐτόλμως τὰς παρανόμους ὑπερβασίας τῶν δικαστῶν, παρασχόντας δὲ ἑαυτοὺς ἀξιομίμητον παράδειγμα εἰς πάντα ἄλλον ἐπιστημονικὸν ὅμιλον, ἀντικρύζοντα τυχὸν δικαστὰς ἐκτρεπομένους εἰς παρεμφερεῖς παρανομίας καὶ πρωτακούστους μωρίας.

§76ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰπὼν πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ εἰς Σπάρτην ἀποσταλεὶς Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ὑποδεικνύεται ὡς λαϊκὸς ὑποψήφιος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας διὰ τῆς ἐφημερίδος ἡ «Ἀκρόπολις», δὲν ἐνόουν διὰ τοῦτο νὰ ψέξω αὐτόν. Ἐνόουν μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς εἶναι πολιτικὸν πρόσωπον ἐν τῷ νομῷ Ἀρκαδίας καὶ ἔχει πολιτικοὺς φίλους ὑποδεικνύοντας αὐτὸν ὡς μέλλοντα ὑποψήφιον Βουλευτὴν ἐν τῷ νομῷ τούτῳ, ὅπερ εἶναι λίαν τιμητικὸν δι’ αὐτόν. Ὁ προλαλήσας συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, μεταβὰς εἰς Σπάρτην, ἀλλὰ μήπως ἠρνήθην ἐγὼ τοῦτο; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησα, εἶναι ἡ διαφωνία τοῦ προλαλήσαντος πρὸς τὸν τὸ καθῆκόν του ἐκπληρώσαντα κ. Εἰσαγγελέα, διότι ὁ μὲν προλαλήσας φρονεῖ, καὶ σὺν αὐτῷ φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅτι οἱ ἐν Σπάρτῃ δικηγόροι ἐφέρθησαν ἀξιεπαίνως, καὶ ηὐχήθη, ἵνα εἰς παρομοίας περιστάσεις μιμηθῶσιν αὐτοὺς καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοί των, ὁ δὲ κ. Εἰσαγγελεὺς ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου διαφωνεῖ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, διότι δὲν φρονεῖ καὶ οὗτος, ὅτι οἱ ἐν Σπάρτῃ δικηγόροι ἐφέρθησαν ἀξιεπαίνως, ἀλλὰ φρονεῖ, ὅτι οἱ εἰρημένοι δικηγόροι διὰ τὴν συμπεριφοράν των ταύτην εἶναι πειθαρχικῶς τιμωρητέοι. Τοῦτο δὲ μᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ διὰ νὰ τὸ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὸ ἔμαθε βεβαίως ἀπὸ τὸν ἀποσταλέντα κ. Εἰσαγγελέα. Πῶς λοιπὸν συμβαίνει, ὥστε νὰ μὴ συμφωνῇ ὁ προλαλήσας μετὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως ἐπὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγίνωσκον ἐγὼ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, εἶναι ὅτι οἱ δικηγόροι Σπάρτης εἶναι οἱ παθόντες; ἤδη μανθάνω ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι οἱ δικηγόροι Σπάρτης εἶναι κατηγορούμενοι καὶ πρόκειται νὰ ἀσκηθῇ κατ’ αὐτῶν πειθαρχικὴ καταδίωξις, γεγονὸς ἀσυμβίβαστον μὲ τὴν εἰλικρινῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ εἰς Σπάρτην ἀποσταλέντος κ. Εἰσαγγελέως. Ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης ἀπεδείχθη καὶ ἑτέρα ἔλλειψις τοῦ ἀποσταλέντος εἰς Σπάρτην Εἰσαγγελέως, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν εἴδησιν περὶ τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων. Πῶς δὲν ἐπληροφόρησεν αὐτὸν ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ὅστις ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του αὐτὰς καὶ τὰς σχετικὰς δικογραφίας; Τόσον διατελεῖ εἰς ἄγνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὥστε ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τὸ ἀναγνωσθὲν ἀντίγραφον μιᾶς τῶν ἀποφάσεων τῶν κκ. δικαστῶν, ὁμοίας καθ’ ὅλα μετὰ τῶν λοιπῶν! Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἀναγνωσθέντος ἀντιγράφου, δὲν ἔχει ὅμως καὶ τὸ θάῤῥος νὰ προσβάλῃ αὐτὸ ὡς πλαστόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνω ἐγὼ πᾶσαν εὐθύνην. Πλὴν διατὶ ἐσταμάτησε πᾶσα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐνέργεια; Οἱ δικηγόροι κατήγγειλαν τοὺς δικαστὰς διὰ ῥητὰς πράξεις; ἡ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐνεργηθεῖσα ἀνάκρισις δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει διὰ τὴν ποινικὴν αὐτῶν καταδίωξιν, διότι ἀπαιτεῖται τακτικὴ ἀνάκρισις, διεξαχθησομένη παρ’ Ἐφέτου. Διατὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο ἔναρξις τοιαύτης ἀνακρίσεως;

§77ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε παραλείψει ἐπιβαλλόμενον αὐτῇ καθῆκον, ἂν μετὰ τὰ ἐκτεθέντα, ἅτινα βεβαίως συνεκίνησαν πάντας ἡμᾶς, αὔριον δὲ δημοσιευόμενα θέλουν συγκινήσει ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ἤθελεν ἀφήσει νὰ λήξῃ ἡ φοβερὰ αὕτη συζήτησις χωρὶς νὰ ἐκφέρῃ ὡς συμπέρασμα αὐτῆς τὴν γνώμην της ἐπὶ ὅλων ἐκείνων τῶν γεγονότων, ἅτινα ἠκούσαμεν ἐκτραγῳδούμενα ἀπὸ τοῦ βήματος. Εὐτυχῶς ὑπάρχει ὁμοφωνία σήμερον μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων, ἀνεσύρθη δὲ μόλις ἐλαχίστη πτυχὴ τῆς αὐλαίας, ἥτις καλύπτει τὰ ὄργια δικαστικῶν προσώπων, τὰ τελούμενα ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εὐτυχῶς, εἶπον, ὑπάρχει ὁμοφωνία μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων. Μόνος δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διαφωνεῖ. Ὁλόκληρον Δικαστήριον ὀργιάζει, οἱ πολῖται τρέπονται εἰς φυγὴν πρὸ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν δικαστῶν αὐτῶν, κατὰ ἑκατοντάδας δικάζονται ἐρήμην, καὶ κατὰ ἑκατοντάδας κηρύσσονται φυγόποινοι οἱ πολῖται, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Δικαστηρίου τῆς Σπάρτης. Καὶ ἐνῷ βοᾷ ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία ἐκείνη, ὁλόκληρος ἡ περιφέρεια τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου, μόνος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν γνωρίζει τί συμβαίνει, μόνος αὐτὸς περιμένει πρᾶξιν Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, ὅπως μάθῃ τὰ ὄργια, τὰ τελούμενα ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου. Ἀλλὰ πῶς ἐννοεῖ ὅτι ἐνασκεῖ τὴν πειθαρχικήν του ἐξουσίαν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ διὰ τίνων ὀργάνων; Διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ ὁποίου τὴν εἰκόνα ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου γραφομένην πρὸ ὑμῶν, ἢ διὰ τοῦ ἑτέρου ἐκείνου Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὅστις μετέβη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καλύψῃ ὅ,τι ἠδυνήθη νὰ καλύψῃ; Καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ παρέλθῃ σιγῶσα πρὸ τοῦ θεάματος τούτου; καὶ πρέπει νὰ ἀνεχθῇ ν’ ἀναβάλῃ ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, τὴν ἀπόφασίν της κατὰ τῆς τοιαύτης διευθύνσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Νομίζω ὅτι ἠθέλομεν παραλείψει τὸ τιμαλφέστερον τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν, τὸ μᾶλλον ἐπιβλητικὸν καθῆκον ἡμῶν, ἠθέλομεν καταδικάσει ἡμᾶς αὐτοὺς, ὡς ἀνεχομένους τοιαύτην κατάστασιν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἠθέλομεν ἀμέσως ἐκφέρει τὴν γνώμην ἡμῶν. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἑνὸς ὡρισμένου ἀδικήματος, τελεσθέντος ἐκ μέρους ἑνὸς δικαστικοῦ προσώπου καὶ ἀφορῶντος εἰς ἓν καὶ μόνον ἄτομον, πρόκειται περὶ ἀδικημάτων πολλαπλῶν, τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν ἐκ συστάσεως παρ’ ὁλοκλήρου Δικαστηρίου καθ’ ὁλοκλήρου κοινωνίας. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διστάζει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, διστάζει νὰ κάμῃ νὰ λειτουργήσῃ ἡ πειθαρχικὴ κατ’ αὐτῶν ἐξουσία! Ἱκανοποίησε, λέγει, ὁλόκληρον ἐκείνην τὴν δικαστικὴν περιφέρειαν, διότι μετέθεσε τοὺς κυρίους αὐτούς. Κατ’ ἐμὲ, ἡ ἱκανοποίησις αὕτη δὲν εἶναι ἱκανή, ἂν δὲ σκέπτηται αὐτὸς οὕτω, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἐξέφυγε τῶν χειρῶν του ἡ διοίκησις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὅτι εἶναι ἀνάξιος νὰ ἐποπτεύῃ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς, ὡς παραλείψας στοιχειωδέστατον καθῆκον, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀφυπνίσῃ αὐτὸν, συνιστῶσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν νόμιμον ἐνάσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας.

§78ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πᾶς Βουλευτὴς δύναται νὰ προτείνῃ οἱανδήποτε θέλῃ πρότασιν, οὐδεὶς δὲ ὑποχρεοῦται νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν σχετλιασμῶν τοῦ προαγορεύσαντος. Εἶναι ὅμως τῷ ὄντι θλιβερὸν νὰ ἀκούητε τοιαῦτα λεγόμενα παρὰ Βουλευτοῦ χρηματίσαντος Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐρωτῶντος δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πῶς καὶ διατὶ δὲν ἐνήσκησεν αὐθωρεὶ καὶ ἀπ’ εὐθείας τὴν πειθαρχικήν του ἐξουσίαν! Καὶ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἀσκῶν τὴν πειθαρχικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς κειμένης παρ’ ἡμῖν νομοθεσίας, νὰ σᾶς φέρῃ σήμερον ἀποτελέσματα, ἐνῷ ἀκόμη ἡ ὑπόθεσις κεῖται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν ἁρμοδίων δικαστικῶν συμβουλίων; ἠδύνατο ἐξ ἰδίας αὐτοῦ πρωτοβουλίας νὰ προβῇ εἰς τιμωρίαν τινά; Ὁ νόμος καθορίζει σαφῶς τὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καὶ κανονίζει τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ, τὰς διατάξεις δ’ αὐτοῦ μετὰ πάσης αὐστηρότητος καὶ δραστηριότητος ἐξετελέσαμεν. Ἅμα τῇ πρὸς ἡμᾶς ἀναγγελίᾳ τῆς πράξεως, διετάξαμεν τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ μεταβῇ ἀμέσως ἐκεῖσε, ἀνώτατον δικαστικὸν λειτουργὸν, εἰς τὸν ὁποῖον μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἀφορμὴν νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μετέβη καὶ ἐξήτασε διοικητικῶς τὰ διατρέξαντα. Μετὰ τὴν ἐξέτασιν ταύτην ὑπέβαλεν εἰς ἐμὲ ἔκθεσιν, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, περὶ τῶν διοικητικῶς δυναμένων νὰ ληφθῶσι μέτρων, ἅπερ καὶ ἀμέσως ἤρξαντο ἐκτελούμενα, ἐργάζεται δὲ πρὸς περάτωσιν τῆς διοικητικῆς ταύτης τῶν πραγμάτων ἐξετάσεως, μεθ’ ἣν, ἐὰν μὲν τὰ παραπτώματα θεωρηθῶσι πειθαρχικὰ, θέλει ζητήσει τὴν τιμωρίαν τῶν πταιστῶν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Συμβουλίου, ἐὰν δὲ θεωρηθῶσιν ὡς ποινικῶς καταδιώξιμα, θέλει διευθύνει τὰ ἔγγραφα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, ὅστις εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ὁ ἁρμόδιος ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων ἀνακριτής. Μέχρις οὗ λοιπὸν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ ἀποφανθῶσι κατὰ νόμον περὶ τούτων, δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀντιποιηθῇ τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν, καὶ νὰ προβῇ αὐτὸς εἰς ἄμεσον τιμωρίαν; Τοιαύτας ἰδέας οὐδ’ εἰς ἀρχαρίους ὑπογραμματεῖς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποστηρίξωσι, καὶ ἐν τούτοις τοιαύτας σήμερον ἠκούσαμεν παρὰ συναδέλφου ἐπιστήμονος καὶ μάλιστα πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἥτις μόνη ὀφείλεται εἰς τὸ ἐρώτημα περὶ τοῦ πῶς ἐξήσκησα τὴν πειθαρχικήν μου ἐξουσίαν· διότι πλὴν τούτου ἡ ἄλλη τοῦ προαγορεύσαντος ὁμιλία συνίστατο εἰς ἁπλοῦς σχετλιασμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἀπαντῶ, οὐδ’ ὀφείλω ἀπάντησιν.

§79ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐλησμόνησε τί εἶπε κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης συζητήσεως, ἐλησμόνησεν, ὅτι προέβαλε πρὸς δικαιολόγησίν του, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἐνεκαλεῖτο, ὅτι ἐπὶ τῷ ψηφίσματι Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἄλλον Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, ν’ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος ἀπήγγειλε κατηγορίαν κατά τινος λειτουργοῦ τῆς Θέμιδος. Ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι καὶ δι’ ἀνωνύμου ἐπιστολῆς ἂν τῷ καταγγελθῇ δικαστικὸς λειτουργὸς, θεωρεῖ καθῆκόν του νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν. Καὶ ἀφοῦ ἐξέθηκε ταῦτα, τὰ ἐλησμόνησε, καὶ τώρα λέγει: «πῶς δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐνασκήσω τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν;» Ἠδύνασο νὰ προλάβῃς τὰ ὄργια, τὰ τελούμενα ἐκεῖ· σὺ δὲ τί ἔπραξες; Σοὶ εἶπον ἐγὼ νὰ ἐπιβάλῃς σὺ ποινήν; Ὤφειλες νὰ καλέσῃς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ νὰ τὸν διατάξῃς νὰ παύσῃ τοῦ νὰ ἦναι ὑποψήφιος καὶ νὰ μετέλθῃ ὀλίγον τὸν Εἰσαγγελέα, ἐὰν δὲν ὤφειλες νὰ πράξῃς κἄτι τι πλέον, τὴν στιγμὴν δηλαδὴ, καθ’ ἣν διεφημίσθη ἡ ὑποψηφιότης του, νὰ τὸν ἀπολύσῃς.

§80ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι ὑποψήφιος.

§81ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς περιμένετε τὰς πράξεις καὶ τὰ ψηφίσματα τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, διὰ νὰ σᾶς γνωρίσωσι τί πράττουν οἱ ὑπάλληλοί σας, τοὺς Εἰσαγελεῖς θέλετε πρὸς ψηφοθηρίαν μόνον, ἡμεῖς ὅμως ἐκτιμῶμεν διαφόρως τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡμεῖς θεωροῦμεν αὐτὸν ἀνώτατον ἐπόπτην ὅλων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, καὶ ἐννοοῦμεν ὅτι ὠφείλετε νὰ ἀφυπνισθῆτε ἐκ τῶν κραυγῶν, αἱ ὁποῖαι ἐῤῥήχθησαν παρ’ ὁλοκλήρου τῆς περιφερείας τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης. Σεῖς τί ἐπράξατε; μετεθέσατε δύο, τρεῖς δικαστὰς μετὰ τὴν τέλεσιν πάσης ἀθεμιτουργίας, καὶ λέγετε, ὅτι δὲν γνωρίζετε ἀκόμη, ἂν θὰ προέλθῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὸ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον, καὶ φρονεῖτε, ὅτι ἐξεπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας. Ἀλλ’ ὅσα εἴπετε ἐμφαίνουν ὅτι, ἂν ὑπάρχουν Βουλευταὶ συμπολιτευόμενοι, ῥηγνύοντες φωνὴν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τῶν δικαστῶν Σπάρτης, ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, οἵτινες ὑποστηρίζουν αὐτούς. Ἂν σεῖς νομίζητε, ὅτι διὰ τῆς ἐνεργείας σας ἐξεπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας, πάντες ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι παρέβητε αὐτό. Διὰ τῆς διευθύνσεώς σας παρελύσατε τὴν δικαιοσύνην, θ’ ἀναγκασθοῦν δὲ οἱ πολῖται μέχρι τέλους νὰ δέρουν δικαστάς, οἷοι ἐκεῖνοι, οὓς προστατεύετε, ὅπως ἀμυνθῶσι κατὰ τῶν ἀθεμιτουργιῶν των. Θαυμάζω μάλιστα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τὴν ὑπομονήν του, διότι οὔτε ἐπὶ στιγμὴν ἔπρεπε νὰ ὑπομείνουν οἱ πολῖται τὰ ὄργια κακοήθων δικαστῶν, ὤφειλον δὲ νὰ ἐγερθοῦν καὶ νὰ σᾶς στείλουν τὰς κεφαλὰς τῶν τεράτων, ὡς ἐχαρακτήρισεν αὐτοὺς φίλος σας Βουλευτὴς, ἅτινα ἐστείλατε νὰ δικάζουν ἄλλους συμπολίτας ἡμῶν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς πάντοτε ὅρους.

§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν δικαιολογοῦσι τὴν ἐνάσκησιν τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ νόμου ἔχει ἐπὶ τῶν δικαστῶν καὶ τῶν δικαστηρίων. Ὡς ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐγκαίρως ἔμαθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ γινόμενα καὶ παρασκευαζόμενα ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τῆς Σπάρτης, καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἠδύνατο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ προλάβῃ τὸ κακόν. Ἀλλ’ αὐτὸς λαμβάνει γνῶσιν ἀπὸ Βουλευτὴν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Δικαστηρίου τῆς Σπάρτης δὲν ἔχει καλῶς, καὶ σταυρόνει τὰς χεῖρας, δὲν ἐνασκεῖ τὴν διοικητικήν του ἐξουσίαν, δὲν φροντίζει νὰ προλάβῃ τὸ κακόν. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐγκαίρως, ὅτε ἔλαβε γνῶσιν τῶν τεκταινομένων ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Σπάρτης, ἐνήργει ὅ,τι ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ, βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν τὰ διαδραματισθέντα σκάνδαλα, δὲν θὰ ἤκουε σήμερον ἡ Βουλὴ ἀσχημίας, ἐξευτελιζούσας τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην. Ὁ Ὑπουργὸς λοιπὸν παρέλειψε τὸ καθῆκόν του, μὴ ἐνεργήσας ἐγκαίρως, ὅπως προλάβῃ τὰ διαδραματισθέντα ὄργια, καὶ ἰδοὺ ποῦ θεωρῶ ἐγὼ, ὅτι κεῖται ἡ εὐθύνη αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ διακόπτει, λέγων, ὅτι ἐνήργησε διοικητικὴν ἀνάκρισιν. Ἀλλὰ πότε, κύριε Ὑπουργὲ, πότε ἐνηργήσατε διοικητικὰς ἀνακρίσεις; Ὅταν πλέον τὸ κακὸν εἶχε κορυφωθῆ, ὅταν τὸ κακὸν εἶχε καταντήσει κοινὸν σκάνδαλον, ἀθεράπευτον. Διατὶ δὲν ἐνηργήσατε τίποτε ἀμέσως, ὅτε ἐμάθετε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ...

§83ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αὐθημερὸν ἐνήργησα.

§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι· ἐὰν ἐνηργεῖτε αὐθημερὸν ὅσα ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσητε, δὲν θὰ συνέβαινον ὅσα συνέβησαν, διότι, κύριε Ὑπουργὲ, ἵνα γίνωσιν ὅσα ἐξετραγώδησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ χρόνος ἱκανός. Ἐνθυμεῖσθε τί μᾶς εἶπεν ὁ κ. Κατσικόπουλος. Μᾶς εἶπεν, ὅτι δύο δικασταὶ ἐφέροντο σκαιῶς καὶ ἀπρεπῶς, ὅτι κατόπιν τὸ κακὸν ἔλαβε μεγαλειτέρας διαστάσεις, ὅτι οἱ δικηγόροι ἠναγκάσθησαν νὰ διαμαρτυρηθῶσιν, ὅτι τὸ Δικαστήριον προέβη εἰς πράξεις ἐχθρικὰς ἐναντίον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, ὅτι ἐξέδωκεν ἀποφάσεις κτλ. Ταῦτα πάντα δὲν ἐγένοντο ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ, κύριε Ὑπουργέ· πῶς δὲν ἐμεριμνήσατε, ὅτε τὸ πρῶτον ἐμάθετε τὰς παρεκτροπὰς τῶν δικαστῶν, περὶ τῆς μεταθέσεως αὐτῶν, διὰ νὰ προλάβητε τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν, τὰ σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε; Τίνι τρόπῳ δύνασθε νὰ δικαιολογήσητε παράλειψιν τοιαύτης διοικητικῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν ὠφείλατε νὰ δείξητε ὡς Ὑπουργὸς καὶ χάριν τῆς Δικαιοσύνης καὶ χάριν τῆς Πολιτείας; Ἀλλὰ ἔχω σοβαρωτέραν ἔτι παράλειψιν ὑμῶν, κύριε Ὑπουργέ. Σᾶς ἐρωτῶ, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλε, δὲν ἀναφέρει, ὅτι οἱ κύριοι οὗτοι δικασταὶ προέβησαν καὶ εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς ὑπεξαιρέσεως καὶ πλαστογραφίας δικογράφων; τουτέστι δὲν σᾶς ἀνέφερεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν διὰ τῆς ἐκθέσεώς του, ὅτι διέπραξαν οἱ κύριοι δικασταὶ ἔγκλημα, τιμωρούμενον ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου; Ἄν τὸ ἀρνῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂς παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀναντίῤῥητον. Ὁ Εἰσαγγελεὺς βεβαιοῖ, ὅτι ἀνεκαλύφθη καὶ ἔγκλημα κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀνακρίσεων, ἔγκλημα ὑπεξαιρέσεως καὶ πλαστογραφίας. Τί ἔπραξε λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατόπιν τοιαύτης καταγγελίας ἀνωτάτου λειτουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν; Νομίζει, ὅτι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, διότι μετέθεσεν εἰς ἄλλο Πρωτοδικεῖον τοὺς δικαστὰς, κατηγορουμένους ἐπὶ διαπράξει τοιούτων ἐγκλημάτων; Ἔθεσεν εἰς κίνησιν τὴν ποινικὴν κατηγορίαν κατὰ τῶν ἐνοχοποιουμένων οὕτω δικαστῶν; Οὐδὲν, Κύριοι, ἔπραξε· μᾶς εἶπε δ’ ἁπλῶς, ὅτι ἤσκησε τὴν πειθαρχικήν του ἐξουσίαν, μεταθέσας τρεῖς δικαστὰς ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης εἰς ἄλλο Πρωτοδικεῖον, καὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ἐξαντλήσῃ τὴν πειθαρχικήν του ἐξουσίαν, ὅταν ἡ ὑπόθεσις ἔλθῃ πειθαρχικῶς ἐνώπιόν του. Οὐδὲν πλέον. Ἐν κεφαλαίῳ διατυπῶ ὡς ἑξῆς τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Πρῶτον μέμφομαι τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐγκαίρως δὲν ἤσκησε τὴν διοικητικήν του ἐξουσίαν, ὅπως προλάβῃ τὰς θλιβερὰς σκηνὰς, αἱ ὁποῖαι διεδραματίσθησαν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς Σπάρτης. Τὸν μέμφομαι δεύτερον, διότι, ἐνῷ ἔλαβε γνῶσιν ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τῆς ὑποβληθείσης αὐτῷ παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου, τοῦ ἐνεργήσαντος τὰς ἀνακρίσεις, ὅτι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος Πρωτοδίκαι ἐλησμόνησαν ἑαυτοὺς εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ διαπράξωσιν, ὑπὸ τὸ πάθος τῆς ἐκδικήσεως, καὶ ἔγκλημα, τιμωρούμενον ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου, δὲν ἔθεσεν εἰς κίνησιν τὴν κατ’ αὐτῶν ποινικὴν κατηγορίαν, ἀλλὰ περιωρίσθη ἁπλῶς νὰ τοὺς μεταθέσῃ εἰς τὰ διάφορα Πρωτοδικεῖα. Αὐτὰς τὰς μομφὰς ἀπευθύνω κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.... Κύριε Ὑπουργὲ, ὅταν σᾶς μέμφωνται ἐπὶ τοιαύταις παραλείψεσι, πολὺ κακὰ κάμνετε νὰ μειδιᾶτε. Αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχετε συναίσθησιν τῆς θέσεως καὶ τῶν καθηκόντων σας.

§85ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἐμειδίασα, ἀλλ’ ἠπόρησα, ἐπὶ ὥραν ἀρκετὴν ἀκούων ὑμᾶς, νομικοῦ διαπρεποῦς, δημιουργοῦντος συλλογισμοὺς, κατασκευάζοντος προτάσεις μείζονας καὶ ἐλάσσονας, καὶ ἐξάγοντος συμπεράσματα ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ δεῖνα ἢ ὁ δεῖνα ἔδωκε περὶ τοιαύτης δῆθεν ἢ τοιαύτης ἐνεργείας τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν! Μετ’ ἀπορίας λοιπὸν ἀληθῶς καὶ ἐκπλήξεως ἐπὶ ὥραν πολλὴν ἤκουον συναδέλφου, οἷος ὁ προλαλήσας, διὰ τοιούτων συλλογισμῶν καὶ ἐπιχειρημάτων ζητοῦντος νὰ καταλήξῃ εἰς οἵαν κατέληξε πρότασιν, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇ τοὐλάχιστον, προκειμένου περὶ ἐκτιμήσεως τῶν πράξεων, τῶν ἀποδιδομένων εἰς δικαστὰς, τοῦ στοιχειωδεστέρου κανόνος, τοῦ μὴ κρίνειν πρὶν ἀμφοῖν ἀκοῦσαι. Ἐγὼ ἐδήλωσα ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τὰς κατὰ μέρος πράξεις, τὰς ἀποδιδομένας εἰς τοὺς δικαστάς, πρέπον εἶναι νὰ μὴ ἀσχοληθῆτε, ἐνόσῳ τὰ συμβούλια τὰ ἁρμόδια διασκέπτονται περὶ αὐτῶν, καὶ προσέθηκα, ὅτι, ἐὰν συζητήσητε, ἐγὼ θέλω ἀπόσχει ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως εἰς τοιαύτην συζήτησιν, διότι θεωρῶ τοῦτο ἐπιβεβλημένον μοι, καὶ λόγῳ τῆς εὐλαβείας, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστῶν καὶ λόγῳ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχω, νὰ δικάσω ὡς δικαστὴς δευτέρου βαθμοῦ. Ἑπομένως δὲν δύναμαι, καὶ ἐὰν τυχὸν ἔχω πληροφορίας, ἀναιρούσας ὅσα ἐντεῦθεν ἐῤῥήθησαν, νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν αὐτῶν, διότι δὲν θέλω ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐξηγήσει οὔτε κἂν ν’ ἀποτυπωθῇ γνώμη τις ἐμοῦ, ὀφείλοντος νὰ μὴ ἔχω γνώμην, πρὶν ἢ περιέλθῃ ἡ ὑπόθεσις διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ ἐμοί, καλουμένῳ ν’ ἀποφασίσω. Αὐτὰς τὰς ἀπορίας ᾐσθανόμην, ἀτενίζων πρὸς ὑμᾶς, ὁμιλοῦντα, κύριε συνάδελφε. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὴν διττὴν μομφὴν, ὅπως τὴν διετυπώσατε, ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ πρὸ μικροῦ εἶπον, ὅτι ἡ μὲν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν παραγγελία ἐστάλη ἅμα ὡς ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἐν Σπάρτῃ συμβάντων....

§86ΜΙΛΗΣΗΣ. Πότε ἐλάβετε γνῶσιν;

§87ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, βεβαιῶ ὅμως, ὅτι παραχρῆμα παρήγγειλα τὰ πρέποντα· ἐν τῇ παραγγελίᾳ δὲ, τῇ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἐδίδετο ῥητῶς ὤθησις πρὸς καταδίωξιν, εἴτε πειθαρχικὴν, εἴτε καὶ ποινικὴν, ἐὰν τὰ πράγματα ἐνεδείκνυον καὶ στοιχεῖα ποινικῶς διωκτέων πράξεων. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν περιείχετο ἐν τῇ παραγγελίᾳ τοιαύτη διατύπωσις τῆς ἐντολῆς, προκειμένου περὶ ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τοῦ ἀνωτάτου τούτου ἐπόπτου τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποπτεύσῃ τις, ὅτι, ἂν ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐνεργείας του συνήντα ἔγκλημα, ἀξιόποινον πρᾶξιν, δὲν θὰ ἐπελαμβάνετο ἀμέσως τῆς καταδιώξεως αὐτῆς; Ὡς ἐκ περισσοῦ ὅμως ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ δοθεῖσα αὐτῷ παρ’ ἐμοῦ ἐντολὴ ἦτο γενικὴ καὶ εὐρεῖα, πρὸς καταδίωξιν πάσης τυχὸν ἐνδειχθησομένης εἴτε πειθαρχικῶς εἴτε ποινικῶς τιμωρητέας πράξεως. Τοιαύτην ἔδωσα τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν ἐντολὴν διὰ τὰ ἐν Σπάρτῃ συμβάντα, τοιαύτην δὲ ἀπαραλλάκτως ἔδωσα ἐντολὴν καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετῶν διὰ τὰ κατὰ τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Καρδίτσῃ Πρωτοδικῶν ὑποβληθέντα μοι παράπονα. Ἐνταῦθα ὅμως σήμερον δι’ ἄλλων μέτρων καὶ δι’ ἄλλων σταθμῶν εἴδομεν κρινομένην τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὴν δοθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ παραγγελίαν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Λαρίσσης, δι’ ἄλλων δὲ, διαφορετικῶν μέτρων, κρινομένην τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν δοθεῖσαν ὁμοίαν καὶ ἀπαράλλακτον παραγγελίαν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ναυπλίου. Ἀλλὰ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἐὰν ὑπὸ διάφορα μέτρα ἢ σταθμὰ ἡ αὐτὴ ἐνέργειά του κρίνηται. Λυπεῖται δι’ αὐτὸ, ἀρκεῖ ὅμως, ὅτι αὐτὸς ἐν τῷ ἰδίῳ μέτρῳ καὶ ὑπὸ τὰ ἴδια σταθμὰ ἐνήργησεν ἐν ἀμφοτέραις ταῖς περιστάσεσι· δηλῶ δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸν αὐτὸν ἀπαρεγκλίτως καὶ ὁμοιόμορφον τρόπον θέλω ἐνεργεῖ ἐπὶ πάσης ἄλλης ὁμοίας φύσεως ὑποθέσεως, ἡ ὁποία τυχὸν ἤθελε παρουσιασθῆ, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τῆς Δικαιοσύνης.

§88ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Κατσικόπουλον νὰ δηλώσῃ, ἂν ἦναι ἀληθῆ ὅσα ἤκουσε.

§89ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα, ἔχοντα ὑπόληψιν, νὰ ἀμφιβάλλῃ.

§90ΜΙΛΗΣΗΣ. Νὰ βεβαιώσῃ ἐπισήμως, πότε ἔκαμε λόγον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης.

§91ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ δύο μηνῶν.

§92ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ βεβαιώσῃ, πότε διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου νὰ μεταβῇ εἰς Σπάρτην, διὰ νὰ ἐξετάσῃ.

§93ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συγχύζετε δύο ἀπ’ ἀλλήλων διεστῶτα χρονικὰ διαστήματα, χρώμενος τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν σᾶς δίδει ἡ βουλευτική σας ἰδιότης, καὶ ἐπὶ τοιούτων βάσεων, κύριε Μίληση, ζητεῖτε νὰ στηρίξητε ἰδέαν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν! (θόρυβος).

§94ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ νὰ φέρητε εἰς τὴν Βουλὴν, πρῶτον τὴν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου διαταγήν σας, δεύτερον τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος σᾶς ὑπέβαλε, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω, ἐὰν ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει ἀναφέρῃ ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅτι ἀνεκάλυψε καὶ ἔγκλημα ἐξαφανίσεως καὶ πλαστογραφήσεως δικογράφων, πρὸς δὲ καὶ τὴν ἀναφορὰν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Σπάρτης.

§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατενόησα καὶ συνεπέρανα, ὅτι δὲν ἔχει πλήρη συναίσθησιν τῆς εὐθύνης, ἡ ὁποία τὸν ἐπιβαρύνει διὰ τὴν κατάστασιν τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους. Πρὸ μιᾶς ὥρας μετ’ ἐκπλήξεως ἀκούομεν, ὅτι τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Σπάρτῃ Πρωτοδικῶν, θέλον νὰ ἐκδικηθῇ τὸν αὐτόθι Δικηγορικὸν Σύλλογον, δι’ ἀφορμὰς, αἱ ὁποῖαι μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Δικαστηρίου ἀντηλλάγησαν, παρεγνώρισε τὸ καθῆκον αὐτοῦ εἰς τρόπον ἀληθῶς ἀπίστευτον, ἐνόμισεν ὅτι πρὸς ἐκδίκησιν τῶν δικηγόρων ἠδύνατο νὰ καταχρασθῇ τὴν δικαστικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν ἐπὶ βλάβῃ τῶν διαδίκων καὶ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, ἀκούομεν ὅτι, ἵνα ἐκδικηθῇ τοὺς δικηγόρους, ἐδημοσίευσεν 170 ἀποφάσεις, ἑκάστη τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ χονδροειδεστάτην παραβίασιν τῶν νόμων καὶ τῆς ἠθικῆς, ὅτι εἰς τοιοῦτον τρόπον διανέμει τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, ὥστε πάντες οἱ κατηγορούμενοι κατέστησαν φυγόποινοι! Καὶ τὰ γεγονότα ταῦτα βεβαιοῦνται ἀπὸ ἀξιοτίμους καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν συναδέλφους· καὶ δὲν βεβαιοῦνται, Κύριοι, μόνον προφορικῶς, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐγγράφων ἀποδείξεων, καθ’ ὧν οὐδεμία ἀντίῥῥησις δύναται νὰ χωρήσῃ. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει τὴν κατάστασιν αὐτὴν, τὴν γνωρίζει πρὸ ἡμερῶν, τὴν ἀκούει ἤδη ἀναπτυσσομένην, καὶ ὅμως ἐπιφυλάσσεται νὰ λάβῃ μέτρα θεραπείας, ὅταν θὰ περατωθῶσιν αἱ παρὰ τῶν ὀργάνων του ἐνεργούμεναι ἀνακρίσεις, ἤγουν ὅταν εἰς ἐντελῆ ἀπελπισίαν θέλῃ πλέον περιέλθει ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Ἐπιτρέπεται νὰ παρατείνηται τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων, ἐντελῶς ἔκθεσμος καὶ ἔκνομος, μέχρις ὅτου περατωθῶσιν αἱ διοικητικαὶ ἀνακρίσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει διατάξει; Δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ἔχει καθῆκον ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ φροντίζῃ νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ καθῆκον τοὺς παρεκτραπέντας, καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀμερόληπτον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης; Καλῶς ἔπραξε, λαβὼν τὸ μέτρον νὰ μεταθέσῃ δικαστάς τινας, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπληροφορήθη, ὅτι καὶ οἱ ὑπολειπόμενοι δικασταὶ τὴν αὐτὴν καὶ χείρονα ἐξακολουθοῦσι τακτικὴν, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ προκαλέσῃ ἀμέσως τὴν μετάθεσιν καὶ τῶν ὑπολοίπων, ἵνα ἀνατεθῇ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εἰς ἄλλους δικαστὰς καὶ ἀνακουφισθῇ ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς τῆς περιφερείας ἐκείνης. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, διότι διέταξεν ἀνακρίσεις διὰ προλαβόντα ἀτοπήματα, καὶ πρέπει νὰ ἀφήσῃ τοὺς ἀτακτήσαντας, ἵνα διαπράττωσι μείζονα ἀτοπήματα μέχρι τοῦ πέρατος τῶν ἀνακρίσεων; Καὶ ἤδη κατὰ πρῶτον ἂν μανθάνῃ τὰ διατρέξαντα, καθῆκον ἔχει νὰ σπεύσῃ ἀμέσως νὰ φέρῃ θεραπείαν, καὶ οὐχὶ νὰ μᾶς παραπέμπῃ εἰς τὴν πειθαρχικὴν καταδίωξιν καὶ τὴν ἀνάκρισιν τῶν ὑπαλλήλων. Πλὴν τῆς ποινικῆς καταδιώξεως, πλὴν τῆς πειθαρχικῆς καταδιώξεως, ὑπάρχει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς διοικητικῆς ἐποπτείας, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δυνάμει τοῦ ὁποίου δύναται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ τροποποιῇ τὴν συγκρότησιν τῶν Δικαστηρίων, ἵνα προβαίνῃ ἀπροσκόπτως ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Καὶ μᾶς ἐρωτᾷ διατὶ τὸν μεμφόμεθα; Τὸν μεμφόμεθα, διότι τοιαύτη κατάστασις ἐξακολουθεῖ πρὸ μηνῶν, καὶ οὐδόλως ἐμερίμνησε περὶ θεραπείας. Τὸν μεμφόμεθα, διότι δὲν ἔσπευσε νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν 170 ἀποφάσεων, αἵτινες ἐδημοσιεύθησαν ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου Σπάρτης, νὰ μελετήσῃ αὐτὰς ἀμέσως ἢ δι’ ἐπιτροπῆς, καὶ ἂν ἐπείθετο, ὅτι εἶναι ἀληθῶς σκανδαλώδεις, ὅτι πράγματι ἀναιροῦσι τὸν νόμον καὶ τὴν ἠθικὴν, τότε νὰ σπεύσῃ νὰ φέρῃ τὴν θεραπείαν καὶ νὰ καταδιώξῃ αὐστηρῶς καὶ δραστηρίως ἐκείνους, οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ κορέσωσιν ἴδια πάθη διὰ τῆς ἐξουσίας, ἣν ἡ Πολιτεία τοῖς ἐνεπιστεύθη.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Γ. Πετροπουλάκης κατέθεσε τὴν ἑξῆς πρότασιν, ὡς συμπέρασμα τῆς συζητήσεως, (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐνάσκησιν τῆς νομίμου ἐξουσίας.»

§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐδεὶς, ἀμερολήπτως κρίνων, δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην περὶ τῶν παρ’ αὐτοῦ πραχθέντων, εἰμὴ ὅτι ἐγένοντο παρ’ αὐτοῦ πάνθ’ ὅσα ἔπρεπε νὰ γίνωσι καὶ μόνον ὅσα ἔπρεπε νὰ γίνωσι. Πᾶσα πρὸς αὐτὸν σύστασις, ὅπως πράξῃ ἕτερόν τι, δεικνύει παραγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰ τῆς δικαιοσύνης, διότι δὲν θὰ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ πράξῃ πλειότερα ὅσων ἔπραξεν ἄνευ ἐπεμβάσεως εἰς τὰ τῶν δικαιωμάτων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Νομίζω ἄρα, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν διατυπωθεῖσαν πρότασιν, τοὐναντίον δὲ, θεωροῦσα ὅτι πρέπει νὰ γένηται ἡ ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνήγγειλε πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς διενεργουμένην ἤδη, πρέπει νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς ταύτην, ψηφίζουσα ὅτι, «ἀρκουμένη εἰς τὰ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸ μικροῦ ἐξήνεγκεν, ἐξ ἐναντίας ἔχομεν γνώμην ὅλως ἀντίθετον, ἐκπλησσόμεθα δὲ, ἀκούοντες τὸν ἡγούμενον τῆς Κυβερνήσεως τοιαῦτα ἀποφαινόμενον ἐκ τῇ Βουλῇ. Ἔχομεν γνώμην, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἐξουσία, ἥτις ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶχε περιπέσει εἰς λήθαργον, καὶ ὅτι ἕνεκα τοῦ ληθάργου τούτου συνετελέσθη ἐν Ἑλλάδι σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλον τὸν βίον τοῦ Κράτους δὲν εἶχε ποτὲ συντελεσθῆ, διότι οὐδέποτε ὤφθη Δικαστήριον ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς νομίμου ἐξουσίας του παρεκτρεπόμενον τοσοῦτον, ὅσον παρεξετράπη τὸ Δικαστήριον τῆς Σπάρτης, δηλ. μεταχειρισθὲν τὴν δημοσίαν ἐξουσίαν αὑτοῦ ὡς ξίφος, διὰ νὰ φονεύσῃ τοὺς ἀντιπάλους αὑτοῦ. Οἱ δικασταὶ τῆς Σπάρτης ἴσως ἠδύναντο νὰ ἦναι ἱκανοὶ διοικηταὶ μεταβατικοῦ σώματος, ἴσως ἥρμοζε νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἀλλ’ ὡς δικασταί εἰσιν ἀνάξιοι λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος. Καὶ ἐνῷ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προλάβῃ τὸ σκάνδαλον τοῦτο, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ διασώσῃ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν τῆς περιφερείας ἐκείνης ἀπὸ τῆς ἐκδικήσεως καὶ τοῦ πάθους τῶν δικαστῶν τῆς Σπάρτης, ἐγκατέλιπεν αὐτὰ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐν ὀργῇ καὶ ἀγανακτήσει ἐνασκούντων τὴν ἐξουσίαν των δικαστῶν. Διὰ τοῦτο φρονοῦμεν, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης ἀπαιτεῖ νὰ συστήσωμεν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ἐνασκήσῃ τὴν νόμιμον ἐξουσίαν αὑτοῦ, καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον, καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν τῶν δικαστῶν, ἐφ’ ὅσον περιέπεσαν εἰς πειθαρχικὸν παράπτωμα, ἢ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἐγένοντο αὐτουργοὶ ἢ συνεργοὶ ἐγκλήματος· διὰ τοῦτο ἀξιοῦμεν καὶ ὑποστηρίζομεν νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετροπουλάκη, ἥτις κατετέθη.

§99ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι πρὸ δύο μηνῶν κατήγγειλα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἐν Σπάρτῃ συμβαίνοντα, καὶ προεκάλεσα τὴν προσοχὴν αὐτοῦ· ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλάμβανεν ἐγκαίρως τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν, βεβαίως ἤθελε προλάβει τὰ μετὰ ταῦτα ἐπακολουθήσαντα· ἀλλὰ διότι ἐκώφευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, μηδεμίαν δοὺς προσοχὴν εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἐπηκολούθησεν ἡ κατάστασις, περὶ ἧς ἡ προκειμένη συζήτησις. Δικαίως λοιπὸν διετυπώθη ἡ προκειμένη πρότασις, ὅπως διετυπώθη. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ πρὸς αὐτὸν παρατήρησίς μου ἐγένετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ὅσα εἶπον αὐτῷ τὰ εἶπον περὶ τέλη τοῦ παρελθόντος ἤδη Νοεμβρίου.

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο προτάσεις κατετέθησαν, μία εἶναι ἡ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἑτέρα ἡ τοῦ κ. Πετροπουλάκη· ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου, ὡς ἀπωτέρα, θέλει ψηφοφορηθῆ πρώτη.

§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἀπωτέρα.

§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτω κρίνω ἐγώ.

§103ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς εἶναι λίαν μετριόφρων ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου, διότι νομίζω, ὅτι μετὰ τὰ ἀνδραγαθήματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ζητήσῃ τὴν πλήρη εὐαρέσκειαν τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐὰν ἦναι μετριόφρων, δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι καὶ ἡ ἀπωτέρα. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρότασις ἡ ἰδική μας, καὶ ὅτι εἶναι ἀπωτέρα αὕτη, λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ ἑξῆς· ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε ψηφοφορηθῆ πρώτη ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου, τί θὰ γίνῃ ἡ ἄλλη; ἀποκλείεται ἀναγκαίως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφοφορηθῇ, ἐνῷ ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἀποκλείεται διὰ τῆς ψηφοφορήσεως πρώτης τῆς ἰδικῆς μας προτάσεως.

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ διὰ τὴν μίαν καὶ διὰ τὴν ἑτέραν.

§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς παρουσιάζεται προτείνων προτάσεις, αἵτινες δὲν δικαιολογοῦνται οὔτε ὑπὸ τῶν κανονισμῶν, οἱ ὁποῖοι κανονίζουσι τὰς ἐργασίας τῶν πολιτικῶν πολυμελῶν σωμάτων, οὔτε ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. Κατὰ τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰς ἐργασίας τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, πρότασις ἐγγυτέρα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν γενικὸν κανόνα, γενικὸς δὲ κανὼν εἶναι, ὅταν αἱ ἐπερωτήσεις καταλήγωσιν ἄνευ προτάσεως, διότι ἐξακολουθοῦσι τότε ἰσχύοντα τὰ ἐκτελούμενα ὑπὸ τῆς Διοικήσεως ἢ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ἀπωτέρα δὲ εἶναι ἡ πρότασις ἐκείνη, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐνδεικνύει εἰς τὴν Κυβέρνησίν τι, τὸ ὁποῖον παρέλειψε μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης νὰ πράξῃ. Ἑπομένως προτείνομεν νὰ θεωρηθῇ ἀπωτέρα ἡ πρότασις, ἥτις πράγματι εἶναι ἀπωτέρα, καὶ ζητοῦμεν νὰ προηγηθῇ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν. Καὶ ἄλλοτε ὁ Πρωθυπουργὸς παραπλησίους παραλογισμοὺς προέβαλε, καὶ ἄλλοτε ἰσχυρίσθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ψηφοφορηθῇ πρώτη ἐν τῇ Βουλῇ ἡ πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνωρίζετο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατεδήλωσεν εὐλάβειαν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὅταν δὲν ἐξετέλει τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἡ πλειοψηφία τότε ἔπραξεν ὅ,τι ἤθελεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τὸ ὀρθόν. Καὶ τώρα ἂν ἡ πλειοψηφία πράξῃ ὅ,τι θέλει ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ τώρα δὲν θέλει πράξει τὸ ὀρθὸν, ἀλλ’ ὅ,τι δὲν εἶναι εἰθισμένον ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις, θὰ πράξῃ τι, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἐν ἄλλῳ Κοινοβουλίῳ ἐλέγετο, ἤθελε κινήσει τὴν ἔκπληξιν ἢ τὸν γέλωτα τῶν μελῶν ἐκείνου. Ἀλλά, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην της εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι θεωρεῖ ὅτι αὕτη πιστῶς ἐξεπλήρωσε τὰ καθήκοντά της εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Δικαστηρίου τῆς Σπάρτης, θὰ προσθέσῃ μίαν ἔτι ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν εἶναι ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἢ ὅτι δὲν διερμηνεύει πιστῶς τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Ἐπιμένομεν λοιπὸν νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις ἡ ἀπωτέρα, ἡ ὁποία εἶναι ἡ τοῦ κ. Πετροπουλάκη.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀπωτέρα εἶναι ἡ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ψηφοφορηθῇ πρώτη ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ψηφοφορεῖται ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου.

§107ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.

§108ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωμεν ἐναντίον τῆς προτάσεως, ποίαν ἔννοιαν θὰ ψηφίσωμεν;

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, ἀρκουμένη εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Χαρ. Τρικούπης ἀρν.Ἀχ. Γεροκωστόπουλος
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν Ἰω. Κρεστενίτης
Δ. Σισμάνης Ν Ν. Κουμανιώτης
Δ. Βουλπιώτης ἀρν.Χρ. Στεφανόπουλος Ν
Ἀθ. Ἴσκος Ἀλέξ. Ζαΐμης Ο
Ν. Καλαντζόπουλος Ν Ἀρ. Κοντογούρης
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Νικόλ. Καλογερόπουλος Ν
Μ. Γουλιμῆς Ν Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
Μ. Ἰατρίδης Ν. Παπανικολάου Ν
Δ. Χατζόπουλος Νικόλ. Καφετζόγλους Ν
Γεώργιος Μίλησης Ο Ἰωάννης Πεζᾶς
Σπυρίδων Νοταρᾶς Κωνσταντ. Σινέλης Ν
Γεώργιος Κούστας Βασίλειος Βουδούρης Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
Σωτήριος Δανόπουλος Ν Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης
Μιχαὴλ Νικηφοράκης Ν Διον. Λομβάρδος Ν
Δημ. Πετρίδης Ο Γεώργιος Θεοτόκης ἀρν.
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Ο Κωνστ. Βασιλάκης
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Ἀντ. Καποδίστριας
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Νικόλαος Βασιλάκης Ο
Χρῆστος Χριστόπουλος Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς Ο
Φίλιππος Βάρβογλης Ο Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
Ἠλίας Φλέσσας Σ. Ἀλαμάνος Ο
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Ο Θεόφ. Προβατᾶς
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Σκάρπας
Παναγ. Μανέτας Εὐάγγ. Μπασιᾶς
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος Ο Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
Ἠλίας Παλαμήδης Ν Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝ
Κωνστ. Κατσικόπουλος Ο Νικ. Βαλσαμάκης
Δ. Ζέγγελης Ν Γερ. Μουσούρης Ν
Δημ. Ν. Βότσαρης Ν Παν. Βενιεράτος
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ο Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ο
Γεώρ. Χ. Παχὺς Ν Γεώργ. Κόρπας
Στέφανος Δραγούμης ἀρν.Στέφ. Σκουλούδης Ν
Δημ. Γ. Ῥάλλης Ο Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Ν Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν
Φωκίων Νέγρης Ν Νικ. Νομικός Ν
Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς Ο Μίνως Μπογιατζόγλους Ν
Νικόλ. Μπουφίδης Ν Γεώργ. Μπούμπουρας Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Λωρέντζος Δελαρόκας
Δημ. Καλλιφρονᾶς Δημοσθ. Καΐρης Ν
Νικόλ. Δ. Λεβίδης Ο Νικ. Κρίσπης Ν
Σπ. Κουκούλεζας Ν Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς
Ὄθων Μακρυγιάννης Ν Ἰωάν. Γκιὼν Ν
Τρύφων Μουτσόπουλος Ν Κων. Κοσσονάκος Ν
Θάνος Κανακάρης Ν Γ. Μαυρομιχάλης Ο
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ο
Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο Γιανν. Μαυρομιχάλης Ν
Α. Φωτήλας Ν Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ν Λεων. Καπετανάκος Ν
Ἀντ. Ῥικάκης Ξαθὸς Πικουλάκης Ν
Γεώργ. Πετροπουλάκης Εὐστάθ. Κοκκέβης Ν
Κωνστ. ΠαπαμιχαλόπουλοςΟ Δ. Κάρτσωνας
Ι. Καρτάλης Δ. Π. Γουδῆς Ν
Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν Σ. Χατζηγάκης
Εὐάγγ. Σταμούλης Ν Κ. Ζωγλοπίτης Ν
Ν. Κοκωσλῆς Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
Ἰω. Παπαδόπουλος Ν Γ. Φραγκίδης Ν
Κων. Μαρκίδης Ν Α. Τακιατζῆς Ν
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν Γ. Τάκης
Δημ. Κουτσουμπλῆς Ν Ν. Ταρμπάζης
Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν Ζ. Φαλιάγκας
Ἀναστ. Ζαρμάνης Ν Σταμάτ. Μπουντούρης Ν
Α. Λογιωτάτου Θεόδωρος Γκίκας
Σωτ. Σωτηρόπουλος Ἀνάργυρος Σιμόπουλος
Κων. Κουμουνδοῦρος Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Περ. Πεῤῥωτῆς Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
Δημ. Τζάνες Ν Νικόλαος Κοντογιάννης
Περ. Μποῦτος Ν Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Παν. Σάκκης Ο Γεώργιος Λιδωρίκης Ν
Νικ. Παπαλέξης Ν Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
Ν. Μισυρλῆς Ο Δημήτριος Ζουλούμης Ν
Ν. Καράπαυλος Ν Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
Ἀσημάκης Χριστόπουλος Θεμιστοκλ. Κανάρης

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 97. Ἐκ τούτων 70 εἶπον Ναί, 23 εἶπον Ὄχι, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή.

§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε, διότι εἶναι ἐννάτη ὥρα.

§112ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ ἐξακολουθήσωμεν.

§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἕξ ὥρας διαρκεῖ ἡ συνεδρίασις· δὲν πρέπει νὰ παραταθῇ.

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξακολουθήσωμεν.

§115ΡΑΛΛΗΣ. Κηρύξατε τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως· δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§116ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη).

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 76. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§118ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ δηλῶ ὅτι ἀπέρχομαι· ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§119ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἦλθεν ὁ κ. Κοσσονάκος καὶ σᾶς ἀντικατέστησε.

§120ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως διὰ νὰ πιστωθῇ, ὅτι εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 3,638,649 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888.

§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος πρῶτον, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 77. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου....

§124ΛΕΒΙΔΗΣ (εἰσερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν, ἐὰν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν παρόντων Βουλευτῶν περιελήφθη καὶ ὁ ἐξ Ὕδρας βουλευτὴς κ. Βουδούρης.

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§126ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε.

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τυπάλδος ἔχει τὸν λόγον.

§128ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἠρώτησε, κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης, ἐὰν συμπεριελήφθη εἰς τὴν ψηφοφορίαν καὶ ὁ ἐξ Ὕδρας ἀξιότιμος συνάδελφος, καὶ ἀπηντήσατε καταφατικῶς. Βεβαίως, καὶ ἂν δὲν ἦτο παρὼν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἠθέλατε ἔχει ἀπαρτίαν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ Ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας συναδέλφου ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ προσκρούονται δικαιώματα θετικὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἐὰν σᾶς ἐρωτήσωμεν, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, τὸν ὁποῖον ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τιμῶμεν τόσον, ὅσον καὶ ὑμεῖς, διότι εἶναι πάσης τιμῆς ἄξιος, ἐὰν σᾶς θέσωμεν τὸ ἐρώτημα, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὑπάλληλος τῆς Αὐλῆς, θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ καὶ ὁ ἴδιος βεβαίως, ὅτι δὲν εἶναι. Ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι καὶ αὕτη ἡ ἀπάντησις δὲν εἶναι σοβαρά, διότι κάλλιστα γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπὸ χρόνου ἤδη, τὸν ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω, διότι ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀσχολοῦμαι εἰς τὸν αὐλικὸν κύκλον, διατελεῖ πράγματι ὑπάλληλος, οὐχὶ μὲν βεβαίως ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ λαβὼν ἤδη προφορικῶς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ. Ταῦτα οὐ μόνον διεδόθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐγράφησαν καὶ οὐδαμῶς διεψεύσθησαν. Ἐὰν πρόκηται περὶ τύπων, βεβαίως δύνασθε νὰ μᾶς ἀποδείξητε, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις—διότι ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ ἐπ’ ἰδίῳ ὀνόματι, ἀλλ’ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,—πλανᾶται· ἐὰν, λέγω, τὸ ζήτημα τοῦτο θελήσητε φαρισαϊκῶς νὰ θεωρήσητε, τότε βεβαίως θ’ ἀπαντήσητε, ὅτι διορισμὸς δὲν ὑπάρχει, ὅτι ἑπομένως ὁ ἐξ Ὕδρας ἀξιότιμος συνάδελφος ἔχει τὴν αὐτὴν θέσιν, ἥτις παρομαρτεῖ εἰς τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι τοιαύτη ἀπάντησις θὰ σημαίνῃ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἤδη αὕτη δὲν ἀποδίδει εἰς τὴν Βουλὴν, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ μέρος καὶ ἐκ τῆς ὁποίας πηγάζει, τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ σῶμα τοῦτο ἔχει. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ δημοσίας τινὸς θέσεως, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς ἐπρόκειτο νὰ διορισθῇ πρεσβευτὴς, φέρ’ εἰπεῖν, βεβαίως τοῦτο δὲν ἤθελεν εἶσθαι αἰτία, ὅπως μὴ ἀποτελῇ μέρος τῆς Βουλῆς καὶ πρὸ τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ, διότι θέσις ἀξιωματική, θέσις ἐπίσημος, πηγάζουσα ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Ἐδῶ ὅμως εὑρισκόμεθα ἀπέναντι γεγονότος ὅλως διαφόρου. Πράγματι ὁ ἐξ Ὕδρας συνάδελφος, ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενος,—δύναμαι νὰ τὸ εἴπω μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἔχω τὴν γενικὴν ἐπιδοκιμασίαν τῶν συναδέλφων ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων,—εἶναι καθ’ ὅλα ἄξιος ὑψηλῆς ἐν τῇ Αὐλῇ θέσεως, διότι φέρει μέγα ὄνομα οἰκογενειακὸν, φέρει ὅλα τὰ προσόντα τοῦ τελείου εὐπατρίδου, ἑπομένως βεβαίως εἶναι λίαν κατάλληλος διὰ θέσιν τιμητικὴν παρὰ τῷ Βασιλεῖ. Ἀλλὰ, κατὰ τὰ πολιτικὰ ἡμῶν ἤθη, θεωροῦμεν ἀσυμβίβαστον ἐντελῶς τὴν ἐν τῇ Αὐλῇ θέσιν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Καὶ ἐὰν μᾶς εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι διωρισμένος ὁ ἀξιότιμος κ. Βουδούρης, τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ οὐσιαστικῶς τὸ γεγονός. Δὲν ἔλαβε τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, ἀλλὰ πράγματι γνωρίζει, καὶ ὡς ἀνὴρ ἐντιμότατος δὲν φρονῶ ὅτι θὰ τὸ ἀρνηθῇ, γνωρίζει, ὅτι ἔχει τὸν διορισμὸν τοῦτον, ἑπομένως θεωροῦμεν ὅτι ἡ θέσις αὐτοῦ ἤδη ἐν τῇ Αὐλῇ εἶναι πραγματικῶς ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν θέσιν αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Γνωρίζω ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη, λίαν ἐλεύθερα καὶ φιλελεύθερα, ἐπικρατοῦσιν ἄλλαι ἰδέαι. Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀκόμη τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Βουδούρην ἔλεγον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι, ὅτε πρὸ εἴκοσι τριῶν ἐτῶν εὑρισκόμην ἐν Φλωρεντίᾳ ὡς πρῶτος Γραμματεὺς τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, ὁ κόμης Cambray-Digny ἦτο συγχρόνως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, γερουσιαστής, δήμαρχος καὶ αὐλάρχης. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τοιαῦται ἰδέαι δὲν ἐπικρατοῦσιν. Ἐπὶ Ὄθωνος—τὸ πολίτευμα τὸ ἐπέτρεπεν—οἱ ὑπάλληλοι ἠδύναντο νὰ ἦναι Βουλευταί, ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι ἐπὶ Ὄθωνος δὲν ἐπεκράτει πράγματι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες τρέφουσι μέγιστον σεβασμὸν πρὸς τὸν ἀείμνηστον Βασιλέα, ἀλλ’ αἱ πεποιθήσεις αὐτοῦ καὶ ἐν μέρει αἱ πεποιθήσεις τοῦ Ἔθνους ἐπέτρεψαν, ὅπως πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι εὑρίσκωνται εἰς χεῖρας τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου Βασιλέως. Σήμερον ὅμως τὸ πρᾶγμα ἔχει ἄλλως, καὶ ὅταν καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ ὀνομάζῃ ἐν τῇ Αὐλῇ αὐτοῦ ἀνωτέρους λειτουργοὺς ἢ ὑπαλλήλους, μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν λαμβανομένους, χωρὶς νὰ ὀφείλῃ λόγον οὔτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν, καθιεροῦμεν ἀρχὴν, ἥτις προσκρούει εἰς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Ἄλλως τε δὲν θέλω ἀποκρύψει, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο σχετίζεται καὶ πρὸς ἄλλα ζητήματα, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην σᾶς δηλῶ, ὅτι δὲν ὁμιλῶ πλέον ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ νομίζω καθῆκόν μου, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, νὰ προσθέσω καί τινα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλως ὑπ’ εὐθύνην μου. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἀποδίδω τόσῳ μᾶλλον σημασίαν εἰς τὸν διορισμὸν τοῦτον, ὅσον ὁ διορισμὸς οὗτος δὲν γίνεται ὅπως ἥρμοζε καὶ εἰς τὴν Βασιλείαν καὶ εἰς τὸ ἄριστον πρόσωπον, περὶ οὗ πρόκειται. Ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς Βουλῆς ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἠθέλησε νὰ ἀπονείμῃ τὸν τίτλον τοῦτον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ὕδρας Βουλευτήν. Ὁ Βουλευτὴς οὗτος γνωρίζει ὅτι εἶναι διωρισμένος πράγματι, διότι ἡ βασιλικὴ δήλωσις ἀποτελεῖ διορισμὸν, μένει ὅμως ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ Βουλευτής. Τοῦτο δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι ἄξιον τῆς παῤῥησίας, ἥτις δέον νὰ χαρακτηρίζῃ τὰ βασιλικὰ διαβήματα. Ἐξακολουθῶ ἐκφράζων πεποιθήσεις ὅλας προσωπικάς. Φρονῶ, ὅτι ἀπό τινος ἐν τῇ Αὐλῇ ἡμῶν ἀπονέμονται τιμαί, αἵτινες εἶναι ὅλως ξέναι πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ξέναι πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐπικρατείας δύναται νὰ ἀπονέμῃ τίτλους, οἵτινες δὲν ἔχουσι σημασίαν ἐν τῷ Κράτει. Φρονῶ ὅτι, τὸ νὰ ἀπονείμῃ τίτλους ὁ Βασιλεὺς εἰς Ἕλληνας πολίτας, τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὴν ἀπονομὴν τίτλου, τὸν ὁποῖον ἰδιώτης δύναται νὰ ἀπονείμῃ εἰς τὸν ὑπηρέτην του, ὀνομάζων αὐτὸν ἀρχιτρίκλινον ἢ ὅ,τι δήποτε ἄλλο. Τὰ ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπονέμει ὁ Βασιλεύς, δι’ αὐτὸ τοῦτο, διότι τὰ ἀπονέμει ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ἔχουσι σημασίαν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν. Καὶ ὅμως ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει τίτλους, οἵτινες οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα εἶναι ἀναγεγραμμένοι, οὔτε ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν γίνονται, οὔτε κατ’ οὐδένα τρόπον δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦντες μέρος τῆς ἱεραρχίας τοῦ Κράτους. Οὕτω πληροφοροῦμαι, ὅτι εἷς τῶν αὐλικῶν λαμβάνει τὸν τίτλον τοῦ κλειδούχου. Ἡμεῖς τοιοῦτον τίτλον ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν, τὸ Σύνταγμα δὲν ἀναγνωρίζει κἀμμίαν θέσιν. Πόθεν λοιπὸν ἀρύεται ὁ ἀνώτατος ἄρχων τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονείμῃ τίτλον, ὅστις εἶναι εἰς τὴν Εὐρώπην τίτλος εὐγενείας, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἀναγνωρίζομεν εὐγένειαν; Ἀναγνωρίζομεν βεβαίως οἰκογενείας ἐνδόξους, οἰκογενείας ἐπιφανεῖς, καὶ τοιαύτη βεβαίως εἶναι καὶ ἡ τοῦ συμπολίτου ἡμῶν, τοῦ τυχόντος τοῦ τίτλου τοῦ κλειδούχου, ὅστις ἀνήκει εἰς μίαν τῶν πρώτων οἰκογενειῶν τῆς Ἑπτανήσου. Ἀναγνωρίζομεν οἰκογενείας ἱστορικάς, ὅπως τὴν τοῦ Βουδούρη, οἰκογενείας ἐνδοξοτάτας, ὅπως τὴν τοῦ αὐλάρχου κ. Κουντουριώτη. Δὲν ἀναγνωρίζομεν ὅμως βεβαίως, εὐγένειαν καθιερωμένην διὰ τίτλων, τοὺς ὁποίους καθιεροῖ ὁ ἀνώτατος ἄρχων, παρὰ τὴν ἔννοιαν καὶ παρὰ τὸ γράμμα καὶ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος. Πρὸ μηνῶν ἀρχαῖος λειτουργὸς τῆς Πολιτείας, ὅστις κατέσχε τὰ ὑψηλότερα ἀξιώματα ἐν τῷ Κράτει καὶ ὁ ὁποῖος φέρει ἓν τῶν μεγίστων ὀνομάτων, ὁ Ἀνδρέας Κουντουριώτης, ἔλαβε τὸν τίτλον τοῦ Μεγάλου Αὐλάρχου. Ὁ Ἀνδρέας Κουντουριώτης βεβαίως ἀνάγκην τίτλων παρὰ τῆς ἡμετέρας Αὐλῆς δὲν ἔχει, διότι αὐτὸς διετέλεσε Βουλευτής, Γερουσιαστής, Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἄλλων Ὑπουργείων, Πρεσβευτὴς εἰς διαφόρους Αὐλὰς, εἶναι Μεγαλόσταυρος. Οὐδὲν ὑπάρχει ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον δύναται πλέον νὰ τιμήσῃ τὸν Ἀνδρέαν Κουντουριώτην, καὶ ὑπεράνω ὅλων αὐτῶν τῶν ἀξιωμάτων ἔχει τὸ ἀπαράμιλλον ἀξίωμα τοῦ μεγάλου ὀνόματός του.

§129ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἄξιος αὐτοῦ.

§130ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Εἶναι ἄξιος, διότι εἶναι ἄριστος πατριώτης καὶ ἀνὴρ ἐντιμότατος, ὅστις ἀξιοπρεπέστατα φέρει τὸ μέγα ὄνομά του. Οὐδένα λοιπὸν λόγον ἔχει ὁ Βασιλεὺς ν’ ἀπονείμῃ αὐτῷ τοιοῦτον τίτλον, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶναι κατώτερος ὅλων τῶν νομίμων τίτλων, τοὺς ὁποίους εἶχε καὶ ἔχει. Ἀλλὰ μήπως δὲν γνωρίζομεν, ὅτι ἐν τῇ Αὐλῇ ἡμῶν ἀπονέμονται παράσημα ἄγνωστα εἰς τὸ Κράτος; Μήπως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς εἰκοσιπενταετηρίδος τοῦ Βασιλέως δὲν ἐπενοήθη παράσημον, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἀπενεμήθη εἰς δύο τάξεις, χρυσοῦν καὶ ἀργυροῦν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι; Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι διάσημον, τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς κανονίζει, ἔχει τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἓν μαρτυρικόν, τὸ ὁποῖον δίδομεν εἰς τὰ βαπτίσια ἑνὸς παιδιοῦ. Διότι τότε πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὴν Αὐλὴν ἡμῶν Αὐλὴν μιᾶς κωμῳδίας τοῦ Ὄφεμπαχ. Καὶ ἐπειδὴ δὲν συναινῶ νὰ θεωρήσω τὴν ἡμετέραν Αὐλὴν ὡς διακωμῳδοῦσαν ἑαυτὴν, διὰ τοῦτο ἀποδίδω σπουδαιότητα εἰς τοὺς τίτλους τούτους, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε καθῆκον νὰ παρέμβῃ καὶ νὰ κανονίσῃ τὰ τοιαῦτα. Ἐὰν τυχὸν ἡ Βασιλεία θεωρῇ ἀναγκαῖον ν’ ἀπονείμῃ καὶ ἄλλα παράσημα, ἂς ζητήσῃ νόμον παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἡ Κυβέρνησις πλειονοψηφεῖ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἤθελε χάσει τὴν πλειονοψηφίαν διὰ τοῦτο, καὶ ἤθελε καθιερώσει τὰ παράσημα ταῦτα, ὅπως ἐπρόκειτο καὶ δι’ ἓν μετάλλιον, τὸ ὁποῖον ὅμως, δὲν ἠξεύρω διατὶ, δὲν καθιερώθη. Εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου ἐκ τῆς δεξιᾶς μοὶ ἐφάνη ὅτι φρονεῖ, ὅτι λίαν βραδέως ποιοῦμαι λόγον περὶ τούτων, διότι ἀείποτε ὑπῆρχε θέσις τοῦ Αὐλάρχου καὶ τοῦ Σταυλάρχου. Σᾶς παρατηρῶ τοῦτο, ὅτι ἐπὶ Ὄθωνος τὴν εὐθύνην ὁλόκληρον ἐπὶ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων τὴν ἀνελάμβανεν ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Εἶχε τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ εἶχε βεβαίως μέγα μέρος τοῦ Ἔθνους ὑπὲρ τοῦ συστήματος αὐτοῦ, διότι μὴ πιστεύετε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Ὄθων μετὰ τῆς Βασιλίσσης Ἀμαλίας θὰ ἦτο ἱκανὸς νὰ ὑποτάσσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον, ἐὰν δὲν εἶχε μεγάλην μερίδα τοῦ Ἔθνους ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπέῤῥιψαν ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῦ Βασιλέως, ἐσυκοφάντησαν τὸ Ἔθνος. Τὸ Ἔθνος μας δὲν ὑποτάσσεται ὑπὸ ἓν βασιλικὸν ζεῦγος, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς Ὄθων ἀντεπροσώπευε μεγάλην μερίδα ἐν τῷ Ἔθνει, ἀντεπροσώπευε μεγάλην μερίδα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἐπῆλθε στιγμή, καθ’ ἣν ἀνετράπη τὸ σύστημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἐνόσῳ ἐκράτει τὸ σύστημα τοῦτο, ὁ Βασιλεὺς ἠθέλησεν ἡμέραν τινὰ νὰ ἀπονείμῃ τὸν τίτλον τοῦ Μεγάλου Σταυλάρχου πρὸς τὸν ἀντιστράτηγον Γρίβαν· ἀπένειμε τὸν τίτλον τοῦτον, καὶ ἄλλους τίτλους ἀπένειμε, διότι σημειώσατε, ὅτι ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὑπασπιστῶν καὶ διαγγελέων καὶ τῶν ἄλλων τίτλων τῶν αὐλικῶν. Οἱ ὑπασπισταὶ καὶ διαγγελεῖς ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν παρὰ τῷ ἀρχηγῷ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ διορίζονται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, οἱ αὐλικοὶ ὅμως τίτλοι ἀποῤῥέουσιν ὅλως ἀπὸ τῆς βασιλικῆς θελήσεως, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι δέον νὰ κανονίσωσι τὰ ὅρια τῆς βασιλικῆς αὐτῆς προνομίας, ἣν αὐθαιρέτως ἀπένειμεν ἑαυτῷ ὁ Βασιλεύς. Ἂν φρονῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι τίτλοι τοιοῦτοι, ἂς φέρῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ κανονίζωνται ἀκριβῶς αἱ αὐλικαὶ θέσεις, ὅτε εἶναι πιθανὸν, ὅτι εἰς τὰς θέσεις ταύτας θέλουσι δοθῆ ἑλληνικὰ ὀνόματα καὶ ἔννοια ἑλληνική, καὶ ὅτι οὐδέποτε εἰς τὰς θέσεις ταύτας, τὰς ὁποίας θὰ κανονίσῃ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, οὐδέποτε θέλουσι δοθῆ τίτλοι γελοῖοι. Διότι ὁ τίτλος τοῦ κλειδούχου εἶναι γελοῖος, ἐνῷ ὁ τίτλος τοῦ Ἀρχιγραμματέως οὐδὲν θὰ εἶχε τὸ προσκροῦον εἰς τὰς ἰδέας ἡμῶν, εἰς τὰ ἤθη ἡμῶν, τὰ κοινωνικὰ καὶ τὰ πολιτικά. Διότι ὅ,τι κανονίσῃ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία θὰ ἦναι σοβαρόν. Τοῦτο εἶναι εἰς τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, ἐνῷ ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου βασιλικὴ πρωτοβουλία δύναται καὶ νὰ μὴ ἦναι σοβαρά. Ἄν δὲ δὲν θέσητε φραγμὸν εἰς τὴν τάσιν ταύτην, δύνασθε νὰ ἴδητε πράγματα παραδοξότατα, διότι, ποῖον λόγον θὰ εἴχατε, νὰ ἐξιππασθῆτε, ἐὰν ἀντὶ τοῦ τίτλου τοῦ Μεγάλου Αὐλάρχου ὁ Βασιλεὺς ἀπένεμεν εἰς τὸν Κουντουριώτην τὸν τίτλον τοῦ Μεγάλου Δουκός; Καὶ μάλιστα θὰ ἦτο οὗτος τίτλος ἑλληνικώτερος, διότι αὐτὸν ἔφερεν ὁ Νοταρᾶς, ὁ Αὐλάρχης τοῦ τελευταίου Αὐτοκράτορος τῆς Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἡ παλινόρθωσις τῶν νεκρῶν βυζαντινῶν τίτλων ἀνταποκρίνεται ἤδη εἰς τὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς ἡμῶν ἰδέας; Δὲν διστάζω, νὰ εἴπω τὸ ἐναντίον. Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν ἀριστοκρατίαν, ἀλλ’ ἡ ἀριστοκρατία αὕτη εἶναι ἡ τοῦ πνεύματος, τῶν ἀξιωμάτων, τῶν μεγάλων ὑπηρεσιῶν πρὸς τὸ Ἔθνος. Ἀλλ’ αἰσθανόμεθα πάντες καταφρόνησιν πρὸς τίτλους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τι τὸ ἐθνικόν.

§131ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εὖγε! κύριε Τυπάλδε, ὡραῖα!

§132ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἔκαμα τὴν παρέκβασιν ταύτην ἐπὶ ἰδίῳ ὀνόματι, καὶ φέρω ἐγὼ τὴν εὐθύνην ἐπὶ ταύτῃ, ἐπ’ ὀνόματι ὅμως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον τῆς βασιλικῆς περιωπῆς, νὰ παραμένῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ Βουλευτής, ἀναδεχθεὶς ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Αὐλῇ. Ὁ κ. Βουδούρης δὲν ἔπρεπε νὰ παρακάθηται ἐνταῦθα, καὶ ἂν μετὰ δύο μῆνας λάβῃ τὸν διορισμὸν αὑτοῦ, θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν, διότι καὶ προσωπικῶς εἶναι ἀνὴρ εὐγενέστατος καὶ εἰς ἔξοχον οἰκογένειαν ἀνήκει. Ἀλλὰ μήπως καὶ ὁ Βασιλεὺς δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν; Διότι θὰ δείξῃ, ὅτι ἠθέλησε νὰ ἐνασκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ μέλους αὑτοῦ τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἐγὼ γνωρίζω καλῶς, ὅτι ἀνὴρ, οἷος ὁ κ. Βουδούρης, δὲν ἀλλάζει θέσιν, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ γίνῃ τοιαύτη ἐκδήλωσις εὐνοίας, ἥτις οὐδένα εἶχε σκοπὸν καὶ ἥτις οὐδὲν εἶχε τὸ κατεπεῖγον. Θέλω συγχαρῆ τὸν Βασιλέα, ὁσάκις προσλαμβάνῃ ἐν τῇ Αὐλῇ πρόσωπα, οἷον ὁ κ. Βουδούρης, δὲν θέλω ὅμως συγχαρῆ αὐτὸν, ὁσάκις ἐπιδεικνύῃ ἔλλειψιν πραγματικῆς συναισθήσεως τοῦ πρέποντος, τῆς δεοντολογίας. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ἄμεσον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐκθέτει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς γνώσεως τῆς δεοντολογίας... Ἡ λέξις αὕτη φαίνεται ὅτι ἐξίππασε δύο τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ λέξις δεοντολογία εἶναι λέξις ἐπιστημονική. Ἔλλειψιν βεβαίως γνώσεως τῆς βασιλικῆς δεοντολογίας δεικνύει ἡ περίστασις αὕτη, διότι δεικνύει, ὅτι δὲν ἐξετιμήθησαν ἀρκούντως ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ ἐκτιμηθῶσι, τὰ δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἡ θέσις ἡ ὑψηλὴ τῶν ἀντιπροσώπων, ἥτις κατ’ οὐδένα τρόπον πρέπει νὰ συγχέηται πρὸς ἄλλην θέσιν καὶ ἰδίως πρὸς θέσιν αὐλικήν. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει, διότι ἀφοῦ δὲν δύναται Βουλευτὴς νὰ ἦναι συγχρόνως καὶ τελετάρχης, ἀφοῦ ἀναγνωρίζετε τοῦτο, κατ’ ἀνάγκην ἀναγνωρίζετε, ὅτι ὁ ἀκοινοποίητος αὐλικὸς τίτλος τοῦ κ. Βουδούρη, ὅστις ὁμοιάζει πρὸς τὸν τρόπον τοῦ διορισμοῦ τῶν καλουμένων καρδιναλίων ἐν νῷ (Cardinale in peto), ἀναγνωρίζετε, λέγω, ὅτι ὁ διορισμὸς οὗτος σημαίνει προσβολὴν κατὰ τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς.

§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰ τῆς Αὐλῆς ἐνέχεται ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, ἀλλ’ αὐτὴ αὕτη ἡ ἐνοχὴ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης ἐπάγεται τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ἵνα διακρίνωσι, ποῦ πρέπει νὰ ἀναμιγνύωνται καὶ ἀπὸ τίνων πρέπει νὰ ἀπέχωσιν. Ἀναντιῤῥήτως ἐν τῇ Αὐλῇ γίνονται διορισμοὶ, οἵτινες πρέπει νὰ τυγχάνωσι τῆς ὑπουργικῆς ἐπιδοκιμασίας· γίνονται καὶ βαθμολογίαι, αἵτινες πρέπει νὰ τυγχάνωσι τῆς ὑπουργικῆς ἀναγνωρίσεως. Τοιούτους βαθμοὺς ἐν τῇ Αὐλῇ γινώσκω τὸν τοῦ ὑπασπιστοῦ, ὅστις εἶναι ἀνεγνωρισμένος διὰ νόμου, ἄλλοτε δ’ ἦτο ἀνεγνωρισμένος καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ διαγγελέως. Πλὴν τῶν βαθμῶν τούτων, ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει νενομοθετημένους ἄλλους ἐν τῇ Αὐλῇ. Ἔπεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς διέποντας τὰ τῆς Αὐλῆς ἄνευ τῆς μετοχῆς τῆς Κυβερνήσεως νὰ καθορίζωσι τὰ τῶν ὀνομασιῶν τῆς θεραπείας τῆς αὐλικῆς; Βεβαίως ὄχι, καὶ οὐδέποτε τοιοῦτον ζήτημα παρουσιάσθη, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅστις πρὸ ὀλίγου ὡμίλησεν, οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ φέρῃ ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῶν βαθμῶν τῶν ἄνευ τῆς συμμετοχῆς τῆς Κυβερνήσεως παρακεχωρημένων, τοῦ αὐλάρχου, τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ οἴκου ἢ ἄλλων, οἵτινες, ἀφ’ ὅτου ὑφίσταται Βασιλεία, καὶ ἐπὶ τῆς προηγουμένης καὶ τῆς νῦν δυναστείας, πάντοτε ὑπῆρξαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι βαθμοί τινες ἐπάγονται τὴν εὐγένειαν· τοῦτο μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον. Βεβαίως, ἂν ἐπήγετο βαθμός τις αὐλικὸς τὴν εὐγένειαν, τοῦτο θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὸν, καὶ θὰ εἶχε καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ παρεμβῇ. Ἀλλ’ οὐ μόνον ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐσκέφθη τις νὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς αὐλικοὺς βαθμοὺς ὡς συνέπειαν ταύτην τὴν παροχὴν τῆς εὐγενείας, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω καὶ ἀλλαχοῦ ἂν οὕτω παρουσιάζηται συνήθως τὸ θέμα. Ὑποθέτω ὅτι αὐλικοὶ βαθμοὶ ἐκεῖ δίδονται μόνον εἰς εὐγενεῖς, οὐχὶ ὅτι ἡ εὐγένεια παρέπεται κατὰ κανόνα εἰς τὸν βαθμόν. Εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ δουκάτον τι τῆς Γερμανίας, ἢ καὶ Κράτος ἄλλο, ἐν ᾧ συμβαίνει ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν.

§134ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Μαυροκορδάτος, ὁ πρέσβυς ἐν Κωνσταντινουπόλει, φέρει τὸν τίτλον τοῦ πρίγκιπος εἰς τὰ μπιλλιέτα του.

§135ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω τούτου γνῶσιν, οὐδ’ εἶναι τοῦτο ἐντὸς τοῦ θέματος.

§136ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος ὁμιλῶ, διότι καὶ αὐτὸς ἔχει τίτλον ἀντικείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἴπετε ὅτι δὲν ἀνέχεσθε οὔτε εἰς τὴν Αὐλὴν οὔτε οὐδαμοῦ τίτλους, οἱ ὁποῖοι ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα.

§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγω ὅτι, ἂν ἐν τῇ Αὐλῇ — διότι περὶ Αὐλῆς πρόκειται ἤδη — ἐδίδοντο ὀνομασίαι εἰς τοὺς τῆς θεραπείας, ἐπαγόμεναι εὐγένειαν, βεβαίως θὰ εἶχε καθῆκον νὰ παρεμβῇ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα προλάβῃ τὴν ἀντισυνταγματικὴν πρᾶξιν· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν συμβαίνει. Ἐν τῇ Αὐλῇ ἐδίδετο τέως ὁ τίτλος τοῦ αὐλάρχου, ἤδη ἐδόθη ὁ τίτλος τοῦ μεγάλου αὐλάρχου, δὲν βλέπω τὴν διαφοράν· ὁ κ. Βουλευτής, φαίνεται, ἀποδίδει μεγίστην σημασίαν εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ «μεγάλου», διότι ἡ ὀνομασία τοῦ αὐλάρχου προϋπῆρχε καὶ δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρατηρήσεις οὔτε ἡ ὀνομασία τοῦ αὐλάρχου, οὔτε ἡ τοῦ σταυλάρχου ἢ οἱουδήποτε ἄλλου ἐκ τῶν γνωστῶν. Ἂν παρουσιασθῇ ὀνομασία τις, τέως ἄγνωστος παρ’ ἡμῖν, προκαλοῦσα δὲ τὴν κατάκρισιν, ἡ Κυβέρνησις τότε θὰ σκεφθῇ, τί εἰς αὐτὴν ἀνήκει νὰ πράξῃ, ἵνα προλάβῃ τὸ ἄτοπον, ἀλλ’ ἄτοπον μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐγένετο ἐν ταῖς ὀνομασίαις ταύταις, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ αὐλικὴ θεραπεία ἄνευ ὀνομασιῶν. Ἂν ᾖναι ἐκ τῶν νενομοθετημένων ἡ ὀνομασία τῆς θέσεως, περιλαμβάνεται ἐν τῷ νόμῳ, ἂν δὲν ᾖναι ἐκ τῶν νενομοθετημένων, θὰ δοθῇ ὄνομα οἰκιακὸν, τὰ δὲ οἰκιακὰ τῆς Αὐλῆς ὀνομάζονται αὐλικά. Οὗτοι εἶναι οἱ αὐλικοὶ βαθμοί, εἰς οὓς ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ ἐπεμβῇ, ἐκτὸς ἐὰν ἔχωσί τι τὸ ἄτοπον, ἐγὼ δὲ δὲν βλέπω τι τὸ ἄτοπον ἐν τοῖς ἀπονεμηθεῖσι βαθμοῖς, ὡς πρὸς δὲ τοὺς διορισμοὺς τῶν προσώπων εἰς τὰς θέσεις ταύτας, ἡ Κυβέρνησις ὑπέχει εὐθύνην, ἂν οἱ διορισμοὶ ἔχωσί τι τὸ ἄτοπον, ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως προκαλεῖται ὅταν οἱ διορισμοὶ ὑπάρχωσι τετελεσμένοι. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν θὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν δικαιουμένην νὰ ἐξετάζῃ τὰς προθέσεις τῆς Αὐλῆς, διότι πᾶσα τοιαύτη παρέμβασις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς προθέσεις τῶν διεπόντων τὰ τῆς Αὐλῆς θὰ ἦτο ὅλως ἄτοπος καὶ ἀνευλαβής. Ἂν πρόκηται νὰ διορισθῇ μέλος τι τῆς Βουλῆς εἰς αὐλικὴν θέσιν, τὸ πρᾶγμα οὐδὲν ἔχει τὸ ἄτοπον· ἐπάγεται ὅμως ὁ τοιοῦτος διορισμὸς, οὐχὶ ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐκ τῶν περὶ τοῦ πρέποντος κρατουσῶν γνωμῶν, συνεπείας τινάς, καὶ ἂν αἱ συνέπειαι αὗται μὴ πραγματοποιηθῶσιν, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ παρεμβῇ. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι συνέπειαι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν, εἰμὴ ἐὰν ὑπάρχῃ διορισμὸς, ἐν τῇ ὑποθέσει δὲ, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, οὐδεὶς ὑπάρχει διορισμός. Εὔχομαι νὰ ᾖναι ἀληθῆ ὅσα ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτὴς, εὔχομαι νὰ ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις, ὅπως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ἢ καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου διορισθῇ μέλος τι τῆς Βουλῆς, καὶ δὴ ἐκεῖνο, ὅπερ ὑπηνίχθη ὁ κ. Βουλευτὴς, εἰς θέσιν αὐλικήν. Ἂν διορισθῇ τὸ πρόσωπον τοῦτο διαρκούσης τῆς Περιόδου ταύτης τῆς Βουλῆς, βεβαίως τὸ πρόσωπον τοῦτο θέλει πράξει ὅ,τι ὁ τοιοῦτος διορισμὸς ἐπάγεται ὡς συνέπειαν τῆς ἀποδοχῆς τοῦ αὐλικοῦ ἀξιώματος Περὶ τούτου δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἀμφιβολίαν τινά· ἂν ὅμως ὑπῆρχέ τις Βουλευτὴς διοριζόμενος εἰς αὐλικὴν θέσιν καὶ μὴ πράττων ὅ,τι νομίζομεν ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν ἐκ τῆς συναισθήσεως τοῦ πρέποντος, ἡ Κυβέρνησις τότε ὀφείλει νὰ παρεμβῇ οὐχὶ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Βουλευτοῦ, κυρωθεῖσα, εἰς οὐδένα ὑπόκειται ἄλλον ἔλεγχον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ εἰς τὸν Βουλευτὴν τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ ὡς Βουλευτοῦ, ἀλλὰ θὰ εἶχεν ὑποχρεώσεις ἡ Κυβέρνησις παρὰ τοῖς διέπουσι τὰ τῆς Αὐλῆς, ὅπως συστήσῃ τὴν θεραπείαν. Περὶ τῆς Βουλῆς ἄρα ἐν τῷ θέματι τούτῳ δὲν πρόκειται, διότι ἄν τις Βουλευτὴς διορισθῇ εἰς θέσιν αὐλικὴν, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ εἰς τὸν οὕτω διορισθέντα τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ ὡς Βουλευτοῦ, ἂν οὗτος δὲν θέλῃ νὰ παραιτήσῃ αὐτὴν, ἀλλὰ βεβαίως ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν διορισθῇ ὁ Βουλευτὴς εἰς θέσιν αὐλικὴν καὶ μὴ παραιτηθῇ, ὅπως ἐπιζητήσῃ τὴν θεραπείαν ἀλλαχοῦ· τοιοῦτόν τι ὅμως ἐνταῦθα δὲν παρουσιάζεται· οὐδεὶς Βουλευτὴς διωρίσθη εἰς θέσιν αὐλικήν. Εὔχομαι νὰ διορισθῇ ὁ Βουλευτής, περὶ οὗ ὁ προαγορεύσας ὡμίλησεν, εἰς θέσιν αὐλικὴν, διότι τῷ ὄντι θεωρῶ καὶ ἐγὼ, ὅπως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι καταλληλότερος διορισμὸς δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ἐκ τούτου, ὅτι θεωρῶ ὅτι ὁ διορισμὸς οὗτος θὰ ἦτο κατάλληλος, ἐκ τοῦ ὅτι, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἴσως δύναμαι νὰ θεωρήσω τὸν διορισμὸν τοῦτον καὶ ὡς πιθανὸν, ἕπεται ὅτι ἔχει δικαίωμα καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦδε νὰ παρεμβῇ; Βεβαίως ὄχι. Ἂν ὁ Βουλευτὴς οὗτος διορισθῇ, οὐδεμίαν ἔχομεν ἀμφιβολίαν, ὅτι, διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς περιόδου διοριζόμενος, θέλει παραιτήσει τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, ἂν δὲ διορισθῇ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς βουλευτικῆς περιόδου, οὐδὲν ἔχομεν δικαίωμα ἀναμίξεως, οὐδὲν ἔχομεν καθῆκον, ἵνα ἀναμιχθῶμεν, διότι ὁ διορισμὸς ἄριστα γίνεται, οὐδεμίαν δὲ ἔχει συνέπειαν ὡς πρὸς τὰ τῆς Βουλῆς.

§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ὠφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, διὰ νὰ ἐκδηλώσω εὐχήν τινα οὐδὲ ὑπὲρ τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς τῶν συναδέλφων μου εἰς τὴν αὐλικὴν ὑπηρεσίαν, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο πρὸ πολλοῦ λόγος, οὐδὲ κατὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ. Φυσικὸν εἶναι νὰ αἰσθάνωμαι αἴσθημα συμπαθείας πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἠξιώθη τῆς τιμῆς νὰ ἀποσταλῇ ὑπὸ τῶν ἐκλογέων του Βουλευτὴς καὶ νὰ τυγχάνῃ συνάδελφός μου, φυσικὸν εἶναι νὰ αἰσθάνωμαι εὐχαρίστησιν περισσοτέραν, διότι ὁ ἀπεσταλμένος εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος φέρει ὄνομα, τὸ ὁποῖον συνδέεται μετὰ τῆς ἱστορίας τῆς πατρίδος μου καὶ ὁ ὁποῖος μετέχει τῆς λάμψεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀγὼν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὁ ἐμὸς συνάδελφος, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, μοὶ φαίνεται ὅτι παρεξηγήθη ὑπὸ τοῦ πρὸ μικροῦ καταβάντος τοῦ βήματος, διότι οὗτος ὑπέλαβεν, ὅτι ὁ κ. Τυπάλδος ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν ἢ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ ὅτι ἐσκέφθη νὰ ἐπικρίνῃ τὰς πράξεις τῆς ἀρχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία κανονίζει τὰ τῆς Αὐλῆς, διότι τοιοῦτος μόνος λόγος ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς τὸ βῆμα τὸν Πρωθυπουργόν. Ὁμιλῶ πάντοτε περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν εἰς αὐλικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ περὶ ταύτης ἰδίως ἐξακολουθῶ τὸν λόγον μου. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ κ. Τυπάλδος δὲν μοὶ ἐφάνη ὅτι εἶχε προαίρεσιν νὰ ἐπικρίνῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς ἀρχῆς, ἥτις κανονίζει τὰ τῆς αὐλικῆς ὑπηρεσίας, μοὶ ἐφάνη μόνον, ὅτι ἐσκέφθη ν’ ἀπευθύνῃ παρατηρήσεις εἰς συνάδελφον, περὶ τοῦ ὁποίου ἑπόμενον ἦτο νὰ γένηται λόγος. Βεβαίως αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Τυπάλδου πρὸς τὸν συνάδελφον, ὅστις παρευρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀποτελοῦσιν ὑπόμνησιν καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τυπάλδος ἐφρόνει ὅτι εἶχεν ὁ συνάδελφος, περὶ οὗ ὁ λόγος. Ἂν ἀναζητήσῃ τις ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, οὐδαμοῦ θέλει ἀνεύρει τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν καθηκόντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουσιν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Αὐλῇ, μὲ τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ. Ἐν τῇ νομοθεσίᾳ θέλει εὑρεῖ ἀνακεκηρυγμένον τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν ἔργων τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου μὲ τὰ ἔργα τοῦ Βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐκηρύχθη ποῦ τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν ἔργων τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὰ ἔργα τοῦ ὑπασπιστοῦ ἢ διαγγελέως, εἴτε τῶν ἄλλων ἐν τῇ Αὐλῇ ὑπηρετούντων. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν ἔργων τοῦ ὑπασπιστοῦ ἢ διαγγελέως εἶναι συνέπεια τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς συνταγματικῆς, διότι οἱ ὑπασπισταὶ ἢ οἱ διαγγελεῖς τοῦ Βασιλέως προσκολλῶνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ὡς ἀνωτάτου ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, εἰσὶ δὲ ἀξιωματικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ, οὐδὲ δύνανται νὰ ἦναι Βουλευταί. Ἀλλ’ ἀσυμβίβαστον τῶν ὑπηρετούντων ἐν Αὐλῇ πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ οὐδαμοῦ ὑπάρχει, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἠκούσατε τοῦ Πρωθυπουργοῦ βεβαιοῦντος ὅτι, ἂν ἤθελε συμβῆ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου νὰ διορισθῇ εἰς ὑπηρεσίαν ἐν τοῖς Ἀνακτόροις καὶ νὰ δεχθῇ ταύτην, ὁ Πρωθυπουργὸς σᾶς ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι θέλει ἀποταθῆ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους, οἵτινες κανονίζουσι τὰ τῆς αὐλικῆς ὑπηρεσίας, καὶ θέλει ἀποτείνει παρατηρήσεις περὶ τοῦ πράγματος, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς γνωρίζει, ὅτι, καὶ ἂν δὲν διετάχθη ὑπὸ τοῦ νόμου τὸ ἀσυμβίβαστον, ὑπάρχει ὅμως ἐν τῇ φύσει αὐτοῦ τὸ ἀσυμβίβαστον, εἶναι ἀσυμβίβαστον πολιτικῶς ἀνεγνωρισμένον. Κατὰ τοῦτο, ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρξωσι τὰ καθήκοντα ὑπαλλήλου ἐν τῇ Αὐλῇ καὶ τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ εὑρίσκω τὸ ἀσυμβίβαστον ἐν τῇ φύσει αὐτῶν τῶν καθηκόντων. Ἐν ταῖς χώραις μάλιστα, ἐν αἷς ὑπάρχει μία μόνον Βουλὴ, ἐπειδὴ ὁ ἀνώτατος ἄρχων εἶναι ἀρχηγὸς καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ εἶναι τὰ ὄργανα, δι’ ὧν διαχειρίζεται αὐτὴν ἡ Βουλή, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ καὶ νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν πολιτείαν καὶ τὴν διαγωγὴν τῶν ὀργάνων αὐτῶν, τῶν Ὑπουργῶν, παρίσταται ὡς ἐξουσία ἀντιμέτωπος εἰς τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν, ἤθελε δὲ εἶσθαι ἄτοπον νὰ συγκεντρώσῃ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον τὰ καθήκοντα ἑκατέρας τῶν ἐξουσιῶν τούτων. Ἡ θεωρία αὕτη ἄγει εὐθὺ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὐδὲν δύναται δυνάμει νόμου νὰ προταθῇ περὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας Βουλευτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου λέγεται ὅτι διωρίσθη ἢ διορίζεται ἢ θέλει διορισθῆ ὑπάλληλος τῆς Αὐλῆς· ἀλλ’ ἐνῷ δὲν δύναται νὰ λεχθῇ τι δυνάμει κειμένου νόμου, οὐδὲ δύναταί τις νὰ ἐλέγξῃ ὡρισμένην παράλειψιν ἢ ὡρισμένην πρᾶξιν αὐτοῦ, δύναται ὅμως ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς αὐτὸν τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ἐὰν γνωρίζῃ ὅτι διορίζεται ἢ ὅτι θέλει διορισθῆ ὑπάλληλος ἐν τῇ Αὐλῇ, καθῆκον εἶχε νὰ ἀπόσχῃ ἀμέσως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Βουλευτηρίου. Φρονῶ τοῦτο ἀνεξαρτήτως τῆς εἰδικῆς ταύτης περιπτώσεως, καὶ τὸ φρονῶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Βασιλείας, διότι εἶμαι φίλος τοῦ θεσμοῦ, καὶ ἐπιθυμῶ ἡ Βασιλεία νὰ ἵσταται πάντοτε ὑπερτέρα τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, Καὶ ὅσον ἐπιθυμῶ ἡ Βασιλεία νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πατρίδος, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τῆς πολιτικῆς τῆς δεδηλωμένης, ἥτις ἄγει εἰς τὴν τυραννίαν, τόσον ἐπιθυμῶ ἡ Βασιλεία νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν καὶ τὴν παῤῥησίαν νὰ λέγῃ τὴν γνώμην της ταύτην, νὰ μὴ ὑποληφθῇ ποτε ὑπό τινος πολίτου, ὅτι ἐμμέσως ἢ πλαγίως ὑποδηλοῖ γνώμην. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ προκειμένη περίπτωσις εἶναι ἐντελῶς ἀλλοτρία προαιρέσεων τοιούτων τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ἐνῷ εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου, τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ προβάλω, ἐὰν μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας ἠκούετο, ὅτι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἐργαζόμενον ἀκόμη ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, διωρίζετο ὑπάλληλος ἐν τῇ Αὐλῇ, τὰ ἐπιχειρήματά μου, λέγω, ταῦτα ἤθελον κριθῆ ἀσθενῆ, καὶ ἤθελον κριθῆ ἀσθενῆ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς, ἐνῷ αὕτη οὐδόλως ἐνείχετο εἰς τοῦτο. Διὰ τοῦτο ἐνόμιζον, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔπεισεν ἑαυτὸν ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ ὑπηρεσίαν ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, αὐτὸς ὑπὲρ πάντα ἄλλον πρέπει νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὴν, ἵνα παρεξηγῆται πρᾶξίς τις τοῦ ἡγεμόνος. Ἐγὼ εὑρέθην εἰς δυσάρεστον θέσιν πρό τινων ἐτῶν, ὅτε ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως μὲ εἶχον ἀναγάγει εἰς τὴν προεδρείαν τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος μου, ἐν σχέσει πρὸς ὑπάλληλον ἀνώτερον τῆς Αὐλῆς, πρὸς ἀξιωματικὸν ἀνωτέρου βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἠγάπων, καὶ διὰ τὸν θάνατον τοῦ ὁποίου ἐλυπήθην ἀρτίως ὑπὲρ ἐκείνους, οἵτινες δὲν εὑρέθησαν ἐν τοιαύτῃ δυσάρεστῳ θέσει πρὸς αὐτόν. Τότε, ὅτε εἶδον ὅτι ἐγεννήθησαν ὑπόνοιαι, ὅτι ὁ ὑπασπιστὴς ἐκεῖνος ἐξέφερε γνώμας ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὅτι εἰργάζετο πρὸς ὄφελος τοῦ ἑνὸς κόμματος, πρὸς ζημίαν τοῦ ἄλλου κόμματος, ἐγὼ παρέστην ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ παρεκάλεσα τὸν Βασιλέα νὰ ἀπομακρύνῃ προσωρινῶς αὐτὸν τῆς ὑπηρεσίας του, διὰ νὰ δοθῇ ἓν παράδειγμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε διὰ παραλείψεως, οὔτε δι’ ἀνοχῆς, οὔτε δι’ ἀπροσεξίας νὰ γίνωνται αἴτιοι νὰ παρεξηγῆται ὁ ἡγεμὼν, καὶ ν’ ἀποδίδηται εἰς τὸν ἡγεμόνα προαίρεσις ἀναμίξεως εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Εὐτυχῶς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου καὶ ἔντιμος συνάδελφός μου Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἐδήλωσε ῥητῶς, μέχρι τίνος ἠγόρευσε πρὸ μικροῦ πρὸς ἡμᾶς τῇ συναινέσει τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διερμηνεύων γνώμην κοινὴν τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει συναδέλφων, καὶ μέχρι τίνος διηρμήνευε γνώμην ἀτομικήν. Ὁ κύριος Τυπάλδος, ὅστις ἐποιήσατο τὴν διάκρισιν ταύτην, μοὶ ἐπιβάλλει ἐμμέσως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δικαιολογήσω, διατὶ χωριζόμεθα εἰς τὸ ὅριον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐσταμάτησεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ὅταν ἐδήλωσεν, ὅτι μετ’ ἐκεῖνο διερμηνεύει γνώμην ἰδίαν, διατὶ συμβαίνει τοῦτο καὶ διατὶ χωριζόμεθα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπὸ συναδέλφου τοσοῦτον ἐντίμου, τοσοῦτον πεφωτισμένου, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἰδίαν ὑπόληψιν καὶ ἀγάπην. Ἀληθῶς δὲν ἔχω ἐπὶ τοῦ θέματος ἐκείνου τὴν αὐτὴν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας καὶ φίλου μου γνώμην, ὑποθέτω δὲ, ἂν καὶ δὲν ἀντήλλαξα περὶ τούτου τὰς ἰδέας μου μετὰ τῶν λοιπῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει συναδέλφων μου, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι κλίνουσι μᾶλλον νὰ ἀποδεχθῶσι τὴν γνώμην μου, καὶ ὄχι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου. Τὰ ἐν τοῖς Ἀνακτόροις ἀξιώματα δὲν εἶναι ἀξιώματα τίτλου εὐγενείας ἢ τιμῆς, εἶναι ἀξιώματα δηλοῦντα ὑπηρεσίαν συντελουμένην καὶ διαπραττομένην ἐν τοῖς Ἀνακτόροις. Οὐδεὶς νόμος ἀληθῶς ἐκανόνισε τὰ ἀξιώματα ταῦτα, οὐδαμοῦ θέλετε εὕρει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τι, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐνδείκνυται εἴτε ὁ βαθμὸς, εἴτε τὰ καθήκοντα, εἴτε τὰ ἔργα, εἴτε ἡ ἱεραρχία τῶν ἐν τῇ Αὐλῇ ὑπηρετούντων. Παραδόσεις ἔχομεν ἐκ τῆς πρώτης δυναστείας, καὶ εὐτυχῶς αἱ παραδόσεις ἐκεῖναι ἦσαν παραδόσεις εἰλικρινοῦς πολιτείας τοῦ ἀειμνήστου ἡγεμόνος. Ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἡγεμὼν εἶχεν Αὐλὴν, εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ ἕνα ἀνώτερον βοηθὸν, ὑπάλληλόν του, ὡς προϊστάμενον τῆς Αὐλῆς ταύτης, ὁ ὁποῖος νὰ ἐνασκῇ τὴν πειθαρχίαν ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων, τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Βασιλέως τεταγμένων, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτηρῇ αὐτὸν, καὶ ἐδημιούργησε μίαν θέσιν, μίαν λειτουργίαν, τὴν ὁποίαν ὠνόμασεν Αὐλαρχεῖον. Ὁ αὐλάρχης λοιπὸν κατέχει ἀξίωμα, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε διὰ τοῦτο ἕνα τίτλον, εἶναι αὐλάρχης ἐν τοῖς Ἀνακτόροις. Βεβαίως πᾶς εὑρισκόμενος ἐν σχέσει πρὸς τὴν Αὐλὴν, καὶ εἰσερχόμενος εἰς τὰ Ἀνάκτορα, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ ἀξίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἀλλὰ τὸ ἀξίωμα δὲν εἶναι πολιτειακὸν, οὔτε ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπονέμει αὐτῷ τίτλον εὐγενείας μεταξὺ τῶν ἄλλων συμπολιτῶν του, εἰμὴ ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον ἐκτελεῖ ὑπηρεσίαν παρὰ τῷ Βασιλεῖ. Εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν κατατάσσεται καὶ πᾶσα ἄλλη λειτουργία ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, καὶ νοεῖται ὅτι ἀναλόγως τῆς λειτουργίας, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐκτελεῖ ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, ἔχει καὶ διάφορον θέσιν ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ταράσσει παντάπασι τὴν ἰσότητα τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων. Ὁ ἐμὸς συνάδελφος ὅμως, πλὴν ταύτης τῆς παρατηρήσεως, ἀπηύθυνε καὶ ἑτέραν. Ἡ ἑτέρα παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου στηρίζεται ἐπὶ ἀληθείας, ἐπὶ πραγμάτων, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀξία νὰ μνημονευθῇ ὑπ’ αὐτοῦ, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι στερεῖται σπουδαιότητος καὶ εἶναι ἀναξία τῆς προσοχῆς τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων. Ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τοσαύτης ματαιότητός εἰσι κατειλημμένοι, ὥστε ἐπιθυμοῦσι νὰ δείκνυνται, ὅτι ἔχουσιν ὅ,τι δὲν ἔχουσι, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀπαγορευτικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Τοὺς ἀνθρώπους τούτους πρέπει βεβαίως νὰ τοὺς ἀνέχεσθε, ἴσως συλλυπούμενοι, διότι ἔχουσι τὴν ἀδυναμίαν ταύτην, ἴσως ἀναλογιζόμενοι, ὅτι εἴτε ἡ κοινωνικὴ εἴτε ἡ πολιτειακὴ θέσις των ἀπήτει νὰ ἦναι μᾶλλον σοβαροί. Ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ σᾶς νὰ μεταποιήσητε τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν, καὶ μεταβάλητε τὰς ἰδέας των. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Τυπάλδος ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ ἀξιώσῃ νὰ ποιήσηται μνείαν τινὰ, διότι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀναξία καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων.

§139ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κίνδυνος, ὁ ἐκ τοῦ μὴ ὁμοιομόρφου καταρτισμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου, βεβαίως, μεθ’ ὅσα ἠκούσαμεν, δὲν ἤθελεν ὑφίστασθαι, ἐὰν ὁ ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς εἶχε λάβει τὸν διορισμὸν αὐτοῦ ὡς τελετάρχου τῶν Ἀνακτόρων, διότι, ἐὰν ὁ ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς εἶχεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸν διορισμὸν, δὲν ἤθελεν ἀναμφιβόλως ἐπιχειρήσει νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰ ἔργα, δι’ ἃ ἀπέστειλαν αὐτὸν οἱ συμπολῖται. Ὁ κίνδυνος λοιπὸν, ὃν ἡμεῖς διαβλέπομεν ὅτι ὑφίσταται, εἶναι, ἐὰν δὲν ἔχῃ μὲν τὸν τίτλον τοῦ τελετάρχου εἰς χεῖρας, πρόκηται ὅμως νὰ λάβῃ αὐτόν. Διὰ τοῦτο ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. συνάδελφον τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν: Γινώσκει ἢ δὲν γινώσκει τι περὶ τῆς μελλούσης θέσεως αὐτοῦ; Ἐγένετο πρὸς αὐτὸν λόγος, ὅτι μετά τινα χρόνον, ὡρισμένον ἢ ἀόριστον, θέλει καταλάβει τὸ ἀξίωμα τοῦτο; Ταῦτα εἶναι τὰ θέματα, ἅτινα ἀπασχολοῦσι τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Κεφαλληνίας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Ποῖος κίνδυνος ὁμολογουμένως ἤθελεν ὑφίστασθαι περὶ τοῦ ὁμοιομόρφου καταρτισμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ὁ ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς εἶχε λάβει τὸν διορισμὸν αὐτοῦ; Οὐδείς· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἤθελε παρεδρεύει μεθ’ ἡμῶν ἐνταῦθα. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Βουλευτὴν, πρὶν ἢ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης: ἔλαβε τοιαύτην ὑπόσχεσιν; γνωρίζει τι περὶ τούτου; ἐδέξατο συγχαρητήρια περὶ τῆς νέας αὐτοῦ θέσεως; Ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαντᾷ, ἕκαστος δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι, οὐχὶ βεβαίως ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ, ἀλλ’ ἐν λίαν προσεχεῖ θέλει μεταβάλει καθήκοντα· τοιοῦτον ἔχει λόγον ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας.

§140ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον· παρῆλθεν ἡ ὥρα.

§141ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἄλλως τε δὲν ἔχομεν καὶ ἀπαρτίαν.

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλετε ἔνστασιν.

§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν διστάζομεν νὰ προβάλωμεν ἔνστασιν. Ἡ συνεδρίασις ἤρχισεν εἰς τὰς 4, εἶναι ἤδη 11 παρὰ 20. Νομίζετε ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἀνάπαυσιν; ἐξ ἐναντίας εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐὰν θελήσητε νὰ παρατείνητε τὴν συνεδρίασιν, νὰ προβάλωμεν πολλὰς ἐνστάσεις ἀπαρτίας.

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος λύει τὴν συνεδρίασιν τῇ ἐπινεύσει τῆς Βουλῆς· δὲν ἐξαρτᾶται ἀπ’ ἐμοῦ τοῦτο.

§145ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Παρῆλθε πλέον ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἐργασθῇ, δὲν δύναμαι νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν.

§147ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἔχομεν ἀπαρτίαν, κύριε Πρόεδρε.

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν ἔνστασιν;

§149ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου).

§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς ἀναβάλωμεν, κύριε Πρόεδρε.

§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ 50′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
2τῆς 30 Ἰανουαρίου 1890.
3(Τρίτη)
4Ὥρᾳ 4 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδημοσιεύθη, κύριε Πρό-
8εδρε, ὅτι ὁ Νομάρχης Πατρῶν, ἐγκαταλιπὼν τὴν θέσιν
9του, ἀνεχώρησεν εἰς Μεσολόγγιον πρὶν ἢ γίνῃ δεκτὴ ἡ
10παραίτησις αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει πρὸ πολλοῦ.
11Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἀκριβῆ
12ταῦτα;
13§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κύριος
14Τσαγκαράκης, νομάρχης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὑπέβαλε
15πρό τινων ἡμερῶν τὴν παραίτησίν του καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι
16ἐπιθυμεῖ νὰ ἀπέλθῃ εἰς Μεσολόγγιον, ὅπου καὶ ἀπῆλθεν,
17ἀφήσας εἰς τὸν ἀρχαιότερον Γραμματέα τὴν διεύθυνσιν τῆς
18Νομαρχίας.
19§3ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγεινε δεκτὴ ἡ παραί-
20τησίς του;
21§4ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔγεινε δεκτή. Ἔδωκε τὴν παραί-
22τησίν του καὶ ἀνεχώρησε τὴν ἐπιοῦσαν.
23§5ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἀνεχώρησεν αὐτο-
24βούλως. Καὶ τοῦτο σημαίνει παράλυσιν ἐντελῶς τῆς ὑπη-
25ρεσίας.
26§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε συνεζητήθη κατ’ οὐσίαν
27τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως 966,000
28δραχμῶν, ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ πί-
29νακες, περιέχοντες διαφόρους πληροφορίας περὶ τῆς διαθέ-
30σεως τῶν χρημάτων τῆς πιστώσεως ἐκείνης. Ὁ ἁρμόδιος
31Ὑπουργὸς κατέθηκε τοὺς αἰτηθέντας πίνακας, ἐπειδὴ δὲ
32ἡ μελέτη αὐτῶν μοὶ ἐγέννησε πολλὰς ἀπορίας, ὑπέλαβον,
33ὅτι ἔπρεπε νὰ χωρίσω τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας τῆς πιστώ-
34σεως ἀπὸ τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας ἡ μελέτη τῶν πινάκων
35μοὶ ἐγέννησε. Διὰ τοῦτο χθὲς μὲν, ὅτε ἡ πίστωσις συνε-
36ζητήθη εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, οὐδένα περὶ τούτου ἐποιη-
37σάμην λόγον, σήμερον ὅμως προβάλλω τὰς ἀπορίας μου
38εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
39Πρόκειται περὶ πιστώσεως ἀναπληρωματικῆς τοῦ Προϋ-
40πολογισμοῦ τοῦ 1889, δι’ ἧς ἐζητήθη ἓν ποσὸν 100,000
41δραχμῶν δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
42εἶχε περιληφθῆ πίστωσις 250,000 δραχμῶν, ὥστε τῇ
43προσθήκῃ τῆς ζητηθείσης ἀναπληρωματικῆς αἱ ὅλαι πι-
44στώσεις ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 350,000. Ἐζήτησα παρὰ
45τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ πληροφορίας περὶ τῶν δαπανη-
46θέντων καθ’ ἕκαστον τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Τὰς πλη-
47ροφορίας ταύτας ἔλαβον, ἀλλ’ εὗρον ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνοι
48μὲ τοὺς ἀπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐδημοσιεύθησαν μέχρι
49τοῦδε. Καὶ ἐν πρώτοις, κατὰ τὸν πίνακα τοῦ ἁρμοδίου
50Ὑπουργοῦ, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1885 ἐπὶ τοῦ κε-
51φαλαίου Βʹ ἄρθρου 5 δραχμαὶ 174,033:07, ἀλλὰ κατὰ
52τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1885, κεφάλαιον Βʹ ἄρθρον 5ον, ἐδα-
53πανήθησαν δραχ. 238,059:81. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦ
54Ὑπουργοῦ, ἐκ τοῦ κεφαλ. ΙΑʹ ἄρθρου 2ου ἐδαπανήθησαν
55δραχ. 2,550, ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν ἐκ τοῦ κεφα-
56λαίου ΙΑʹ ἄρθρου 2ου ἐδαπανήθησαν δραχ. 43,759:75.
57Αὐτὰ ἀφορῶσι τὸ 1885. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1886 ἐπίσης ὁ
58πίναξ τοῦ Ὑπουργοῦ διαφέρει ἀπὸ τὸν ἀπολογισμόν. Κατὰ
59τὸν πίνακα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1886
60δραχ. 65,312:55, ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν ἐδαπανή-
61θησαν δραχμαὶ 175,489:86. Αἱ αὐταὶ διαφοραὶ ἀπαν-
62τῶνται εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1889. Κατὰ τὸν πίνακα
63τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1887 εἰς ἀγορὰν
64γαιανθράκων δραχμαὶ 63,429:14, ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολο-
65γισμὸν ἐδαπανήθησαν 139,875:36.
66Δὲν εἶναι ὅμως μόναι αἱ διαφοραὶ αὗται. Κατὰ τὴν ἀπὸ
6731 Ἰουλίου 1889 πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ
68κ. Ὑπουργὸς, ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὸ
69Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δι’ ἧς ἐπρότεινε νὰ προκληθῇ
70Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ χορηγίας πιστώσεως, ἀνέφερεν,
71ὅτι δὲν ἐπήρκεσεν ἡ πίστωσις, ἡ χορηγηθεῖσα διὰ τοῦ
72Προϋπολογισμοῦ, διότι ηὔξησεν ἡ τιμὴ τῶν γαιανθράκων.
73Ἰδοὺ τί λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του (ἀναγινώσκει): «Ἕνεκα
74»τῆς αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῶν ναύλων Ἀγγλίας καὶ τῶν ἐν
75»τοῖς ἀνθρακωρυχείοις συμβασῶν ἀπεργιῶν, ἡ τιμὴ τῶν
76»γαιανθράκων ἐδιπλασιάσθη σχεδόν, συνεπῶς δὲ αἱ κατὰ
77»τὸ τρέχον ἔτος γενόμεναι προμήθειαι διὰ δημοπρασίας
78»ἐπληρώθησαν πρὸς δραχ. 47 καὶ 72)100, καὶ πρὸς σε-
79»λίνια 23 καὶ 5 δηνάρια».
80Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκε πίνακα τῶν ἀγορα-
81σθέντων γαιανθράκων κατὰ τὸ ἔτος 1889. Ἐκ τούτου δὲ
82παντάπασι δὲν βεβαιοῦται ὁ ἰσχυρισμός, τὸν ὁποῖον προέ-
83βαλεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον· ἐξ ἐναντίας κατὰ
84τὸ 1889 οἱ γαιάνθρακες ἠγοράσθησαν εἰς τιμὴν εὐθηνοτέραν
85ἢ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Δύο ἀγοραί, γενόμεναι ἐν
86Τεργέστῃ, ἀλλὰ διὰ 125 τόννους, ἐγένοντο πρὸς τιμὴν
8745 καὶ 46 δραχμῶν κατὰ τόννον, αἱ ἄλλαι δ’ εἰς τιμὴν
8830, 50, 32, 36. Ἐν τῇ αὐτῇ ἐκθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέ-
89φερεν, ὅτι δὲν τὸν ἐπήρκεσεν ἡ χορηγηθεῖσα πίστωσις διὰ
90τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι εἶχον χορηγηθῆ μόνον 125,000
91δραχμαί, ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εὗρον 250,000. Αἱ
92διαφοραὶ αὗται μοὶ ἐγέννησαν τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας
93προβάλλω, καὶ παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ
94δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας.
95§7ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὀλίγον πρὸ
96τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τῆς 4ης Ἰανουαρίου 1887 ἔτους
97ἠγέρθημεν πρωΐαν τινὰ καὶ ἀνέγνωμεν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι
98τῆς Κυβερνήσεως» χιλιάδας χαρίτων, ἀπονεμηθεισῶν δι’ ἑνὸς
99καὶ μόνου Β. Διατάγματος εἰς χιλιάδας ἀνεγνωρισμένων
100κακούργων. Καὶ τότε μὲν ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως
101εἶχε λόγον τὴν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐνέργειαν τῶν βουλευ-
102τικῶν ἐκλογῶν. Εἴδομεν δὲ κατακλυσθείσας ἁπάσας τὰς
103πόλεις καὶ τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ διαβοήτων κακούρ-
104γων, τεράτων, ὧν ὅμοια εἰς ὀλιγίστας κοινωνίας δύναταί
105τις ν’ ἀπαντήσῃ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ὁποίαν ἤσκησαν
106ἐπιῤῥοὴν αἱ χάριτες ἐκεῖναι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν βου-
107λευτικῶν ἐκλογῶν· διότι ἕκαστος εἶδε καὶ ᾐσθάνθη τὰ ἀπο-
108τελέσματα αὐτῶν. Δὲν θέλω ἐξετάσει, ὁποία συναλλαγὴ
109προϋπῆρξεν, ὅπως αἱ χάριτες ἐκεῖναι ἀπονεμηθῶσι, καὶ
110ὁπόσαι ψῆφοι ἐκλογέων διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου τῶν χαρί-
111των ἠγοράσθησαν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, εὐθὺς ὡς συνῆλθε τότε
112ἡ Βουλή, πρῶτος ἔσχον τὴν τιμὴν δι’ ἐπερωτήσεως νὰ παρα-
113καλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, νὰ κομίσῃ
114εἰς τὸ Βουλευτήριον ἁπάσας τὰς δικογραφίας καὶ ἁπάσας
115τὰς περὶ χαρίτων προτάσεις τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς. Καὶ
116μετὰ μακρὰν συζήτησιν τί ἀπεκαλύφθη; Ὅτι αἱ πλείονες
117τῶν χαρίτων ἐκείνων ἀπενεμήθησαν ἐναντίον ῥητῶν γνωμο-
118δοτήσεων τῶν Προέδρων καὶ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν δικα-
119σάντων δικαστηρίων. Ἀπεκαλύφθη ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκεί-
120νου, ὅτι ἀδελφοκτόνοι καὶ μητροκτόνοι καὶ παραβάται τῶν
121σπουδαιοτέρων ἄρθρων τοῦ ποινικοῦ νόμου ἔλαβον χάριν
122παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καίτοι οἱ Εἰσαγ-
123γελεῖς καὶ οἱ Πρόεδροι τῶν δικασάντων δικαστηρίων καὶ ἡ
124ἐπιτροπὴ τῶν χαρίτων ἐγνωμοδότουν, ὅτι εἶναι ἀνάξιοι
125χάριτος. Καὶ ἄναυδος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
126ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐκάθητο ἐκεῖ, ἀκούων καὶ δεχόμενος
127χάλαζαν παρανόμως δοθεισῶν χαρίτων.
128Βεβαίως τοιαύτη ἀκατονόμαστος πρᾶξις τῆς Κυβερνή-
129σεως δὲν ἦτο δυνατόν, εἰμὴ νὰ ἐπιφέρῃ τ’ ἀποτελέσματα αὐ-
130τῆς. Ἀλλὰ ταῦτα ὑπῆρξαν ἆρά γε πραγματικὰ, ἢ ὑπῆρξαν
131εἰκονικὰ καὶ φαινόμενα; Βεβαιῶ τὸ δεύτερον. Ἀπεφύ-
132γομεν μὲν ἔκτοτε νὰ ἴδωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δι-
133καιοσύνης δίδοντα δι’ ἑνὸς καὶ μόνου Διατάγματος χιλιάδας
134ὅλας βασιλικῶν χαρίτων, ἴσως διότι δὲν περιέστημεν ἀκόμη
135εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσωμεν βουλευτικὰς ἐκλογὰς, εἴ-
136δομεν ὅμως καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ μακρὸν διάστημα ὑπούλως
137καὶ κρυφίως καὶ καθ’ ἑκάστην ἑβδομάδα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον
138διδομένας χάριτας εἰς φοβεροὺς ἐγκληματίας καὶ παραβά-
139τας τῶν νόμων. Τί κάθηνται καὶ προκαλοῦσιν ἐν τῇ δημο-
140σιογραφίᾳ διαγωνίσματα περὶ τῆς ἐγκληματικότητος ἐν
141Ἑλλάδι; Τί δαπανῶσι τὰς πολυτίμους αὐτῶν ὥρας, ἵνα
142εὕρωσι τὰ αἴτια αὐτῆς; Δὲν ἔχετε, εἰμὴ νὰ ἀνατρέξητε εἰς
143τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», ν’ ἀναδιφήσητε τὰ
144φύλλα αὐτῆς, καὶ θέλετε εὕρει ἐν ἑκάστῃ σχεδὸν σελίδι διδο-
145μένας χάριτας εἰς ἐπισήμους κακούργους.
146Βεβαίως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα πολλὰ αἴτια, ὧν ἕνεκα
147ἡ ἐγκληματικότης ἤγειρε θρασεῖαν τὴν κεφαλὴν ἐντὸς τῆς
148ἑλληνικῆς κοινωνίας, καὶ εἰς τὰ αἴτια ταῦτα τὴν πρώτην
149εὐθύνην ἔχει ἡ διοικοῦσα τὸν τόπον Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐν
150τῶν πρωτίστων αἰτίων εἶναι ἡ πεποίθησις τοῦ ἐγκλημα-
151τοῦντος, ὅτι ἀρκεῖ νὰ κρούσῃ τὸ τύμπανον τῆς διαλύσεως
152τῆς Βουλῆς, ἵνα ἴδῃ ὁ ἐγκληματίας τὸ φῶς τῆς κοινω-
153νίας, καὶ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν θυρῶν τοῦ δεσμωτηρίου ἐλεύθερος,
154ὡς πρὶν εἰσέλθῃ.
155Ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δι-
156καιοσύνης, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον φέρῃ πάλιν εἰς
157τὴν Βουλὴν πάσας τὰς δικογραφίας καὶ πάσας τὰς ἐκθέ-
158σεις τῶν Προέδρων καὶ Εἰσαγγελέων καὶ πάσας τὰς γνω-
159μοδοτήσεις τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων ἐπιτροπῆς, τῶν χαρίτων
160τῶν δοθεισῶν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ 1889 ἔτους. Καὶ
161ὅταν μελετήσωμεν τὰς δικογραφίας, θέλομεν προκαλέσει
162εὐρυτάτην συζήτησιν περὶ τῶν ἀπονεμηθεισῶν πάλιν χαρί-
163των, ἣν θέλομεν σχετίσει πρὸς τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτίων
164τῆς ἐγκληματικότητος ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ. Νομίζω ὅτι,
165ἐκεῖ, ὅπου ἔφθασαν τὰ πράγματα, δὲν ὑπάρχει σοβαρώτερον
166καὶ μᾶλλον κατεπεῖγον ζήτημα διὰ τὴν Βουλήν. Παρε-
167τήρησα μάλιστα καί τι ἄλλο· ἐνῷ μέχρι πρό τινος ὑπῆρ-
168χεν ἡ συνήθεια ἐν τοῖς δημοσιευομένοις ἐν τῇ «Ἐφημερίδι
169τῆς Κυβερνήσεως» Διατάγμασι περὶ χαρίτων ν’ ἀναφέρηται
170ῥητῶς καὶ τὸ εἶδος τοῦ ἐγκλήματος, πρό τινος χρόνου ὁ κ.
171Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, προσπαθῶν νὰ κλείσῃ τὰ
172ὄμματα τῆς κοινωνίας καὶ νὰ μὴ προκαλῇ τὴν ἐξέγερσιν
173καὶ τὴν ἀγανάκτησιν αὐτῆς, ἀπήλειψεν ἐκ τοῦ τύπου τῶν
174Βασιλικῶν Διαταγμάτων τὸ εἶδος τῶν ἐγκλημάτων, εἰς ἃ
175ὑπέπεσαν οἱ πρὸς οὓς δίδονται βασιλικαὶ χάριτες, καὶ τοι-
176ουτοτρόπως δὲν ἔχομεν, εἰμὴ μόνον τοὺς καταδίκους, τὸ
177δικαστήριον τὸ δικάσαν, τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
178τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ ὄνομα τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως
179τῶν Ἑλλήνων. Ταῦτα τὰ τέσσαρα ὀνόματά εἰσιν ἀρκετὰ,
180ἵνα ἀποτελέσωσι τὸν τύπον τοῦ Διατάγματος, τοῦ ἀπο-
181νέμοντος τὴν βασιλικὴν χάριν. Ἤθελον συμβουλεύσει τὸν
182κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μὴ καταγίνηται
183εἰς τόσον μικρὰ πράγματα, διότι ἐπὶ τέλους ὑπάρχει ὁ
184κοινὸς νοῦς, ἵνα ἐννοήσωμεν τὰ τοιαῦτα ἄτεχνα τεχνά-
185σματα.
186Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως
187ἐν τάχει κομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἁπάσας τὰ δικογραφίας
188τοῦ 1889 ἔτους τῶν καταδίκων, πρὸς οὓς ἀπενεμήθησαν
189αἱ χάριτες, ἐπίσης δὲ καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων
190καὶ Προέδρων καὶ τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων ἐπι-
191τροπῆς.
192§8ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ
193ταῖς ἀπονεμηθείσαις κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1886 χάρισιν,
194ἐγένετο ἀληθῶς μακρὰ καὶ πολυήμερος συζήτησις ἐν τῇ
195Βουλῇ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφος παρεμόρφωσε τὰ πο-
196ρίσματα τῆς συζητήσεως ἐκείνης, ἔχω καθῆκον ἐν ὀλίγοις
197λέξεσι νὰ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην τῶν κκ. Βουλευτῶν
198τὰ πορίσματα ἐκεῖνα. Ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης ἀπε-
199δείχθη, ὅτι κατ’ ἀριθμὸν, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν
200ἐν ταῖς φυλακαῖς καταδίκων, αἱ χάριτες, αἱ ἀπονεμηθεῖσαι
201τότε, ἦσαν ὀλιγώτεραι τῶν χαρίτων, αἱ ὁποῖαι πάντοτε
202ἀπενεμήθησαν κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐξ ἐπισήμων δὲ στα-
203τιστικῶν ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπαλλαγῶν διὰ
204τῶν χαρίτων ἐκείνων ἦτο οὐσιωδῶς ὀλιγώτερος τῶν ἐπὶ
205ὁμοίαις περιστάσεσι παρ’ ἄλλων Ὑπουργῶν πρότερον προ-
206κληθεισῶν ἀπαλλαγῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ὡς
207πόρισμα ἐπίσης ἐξήχθη, ὅτι αἱ χάριτες ἐκεῖναι ἦσαν μᾶλλον
208πασῶν τῶν πρὸ αὐτῶν ἀπηλλαγμέναι πάσης ἐννοίας πολι-
209τικοῦ ὑπολογισμοῦ, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ χάριτες ἐκεῖναι
210ἐδόθησαν ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων κανόνων καὶ κατηγοριῶν.
211Προεκάλεσα τότε κατ’ ἐπανάληψιν τοὺς ἀντιφρονοῦντας
212νὰ μοὶ ἀναφέρωσιν ἕνα κατάδικον, περιλαμβανόμενον ἐν
213ταῖς ὁρισθείσαις κατηγορίαις, τὰς ὁποίας ἀνέφερα τότε,
214καὶ μὴ λαβόντα χάριν, καὶ οὐδεὶς ἀνέφερε τοιοῦτον, διότι
215οὐδεὶς ὑπῆρχεν. Αὐτὰ ἦσαν τὰ πορίσματα τῆς συζητήσεως
216ἐκείνης, πιστωθέντα δι’ ἐκθέσεων καὶ πινάκων, κατατεθέν-
217των καὶ δημοσιευθέντων τότε.
218Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης βεβαίως δὲν ἔπαυσεν ἡ λει-
219τουργία τοῦ προνομίου τῆς χάριτος, διότι οὐδεὶς λόγος
220ὑπῆρχε νὰ παύσῃ αὕτη, εἰμὶ δ’ ἕτοιμος νὰ συζητήσω πρὸς
221πάντα, οὐχὶ μόνον τοῦ 1889, ἀλλὰ καὶ τοῦ 1887 καὶ
222τοῦ 1888 τὰς χάριτας.
223Δὲν εἶναι ποσῶς ἀκριβὲς τὸ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ
224λεχθὲν, ὅτι ἐγένετο μεταβολή τις εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν
225Διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἀπονέμονται αἱ χάριτες.
226Εἶπεν, ὅτι δὲν ἀναφέρονται αἱ πράξεις, ἐφ’ αἷς αἱ κατα-
227δίκαι εἶχον ἐπέλθει. Τοιαύτην τακτικὴν ἠκολούθει τὸ
228ἁρμόδιον τμῆμα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης.
229Βεβαιῶ δὲ τὸν συνάδελφον, ὅτι, ἐὰν ἐν τοῖς Διατάγμασιν
230ἐμνημονεύοντο αἱ πράξεις, μὲ ὀλιγώτερον ζῆλον ἤθελεν
231ὁμιλήσει, διότι ἤθελεν ἴδει, ὅτι πολλαὶ μεταξὺ τῶν χαρίτων
232αὐτῶν ἀφορῶσιν εἰς καταδίκους ἐπὶ πλημμελήμασιν, ὑφαι-
233ρέσεσι κατεσχημένων, λειπομαρτυρίαις κλπ. καὶ εἰς στρα-
234τιωτικοὺς καταδίκους ἐπὶ λιποταξίᾳ. Εἶμαι λοιπὸν πρό-
235θυμος νὰ συζητήσω μετὰ παντὸς περὶ τοῦ ζητήματος
236τούτου.
237Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἐζήτησε νὰ καταθέσω εἰς τὴν
238Βουλὴν τὰς δικογραφίας τῶν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1889
239μέχρι σήμερον δοθεισῶν χαρίτων Ἤθελον παρακαλέσει τὸν
240κ. συνάδελφον καὶ πάντα ἄλλον, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς
241τοιαύτην αἴτησιν, διότι ἐκ τῶν κατατεθεισῶν κατὰ τὴν
242συζήτησιν τοῦ 1887 δικογραφιῶν τινες ἀπωλέσθησαν,
243πολλοὶ δὲ μῆνες ἐχρειάσθησαν, ὅπως συγκεντρώσωμεν τὰς
244διασωθείσας, ἐπὶ ζημίᾳ βεβαίως τῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τῷ
245Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸ διαμέρισμα, εἰς τὸ
246ὁποῖον ἐργάζεται τὸ τμῆμα τῆς στατιστικῆς τῶν καταδί-
247κων, εἶναι δωμάτιον ἐπίτηδες, εἰς τὸ ὁποῖον δύνανται οἱ
248βουλόμενοι, ἐὰν συναινῶσιν εἰς τοῦτο, νὰ ἔλθωσιν, ἔχοντες
249ὑπὸ τὰς διαταγάς των ἐπίτηδες ὑπάλληλον, ἵνα μελετή-
250σωσιν. Ἐὰν ἐπιμένωσιν οἱ συνάδελφοι, θέλω φέρει τὰς δικο-
251γραφίας, θὰ παρακαλέσω ὅμως αὐτοὺς νὰ μὴ θελήσωσι νὰ
252ζητήσωσι νὰ λάβωσι τὰς δικογραφίας κατ’ οἶκον, ἀλλὰ
253νὰ ἀποτεθῶσιν αὗται ἐν ὡρισμένῳ τοῦ Βουλευτηρίου δω-
254ματίῳ, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ γίνεται ἡ μελέτη αὐτῶν.
255§9ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ μὲν τῶν δοθεισῶν χαρίτων κατὰ τὸ
2561886 ἔτος δὲν πρόκειται σήμερον, καὶ πᾶν τὸ λεχθὲν εἶπον
257ἐν παρόδῳ. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
258θελήσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, βεβαιῶ αὐτὸν,
259ὅτι δὲν θέλει ἐξέλθει εὐχαριστημένος. Τίς ἀρνεῖται, ὅτι ὁ
260κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1886 ἔτος ἔσυρε
261γενικὰς γραμμὰς, ὡς ἔλεγε τότε, ἢ καθιέρωσε γενικὰς κα-
262τηγορίας, ὡς εἶπε σήμερον, καὶ ὅτι εἰς πάντας τοὺς περι-
263λαμβανομένους εἰς αὐτὰς ἔδωσε χάριν; Ἀλλὰ περὶ τούτου
264πρόκειται, ὅτι ἐθέσατε γενικὰς γραμμὰς καὶ κατηγορίας,
265ἵνα προκαλέσητε συναγωνισμὸν, τίς πρῶτος πρὸς ὑμᾶς νὰ
266τείνῃ τὴν χεῖρα κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐξ ἐκείνων,
267οἵτινες ἔμελλον νὰ ἐξέλθωσι τῶν κατέργων καὶ δεσμωτηρίων.
268Διὰ τοῦτο κατηγορήσαμεν ὑμᾶς τότε, διὰ τοῦτο τότε ἀπε-
269δείξαμεν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ θέτειν γενικὰς γραμμὰς καὶ
270γενικὰς κατηγορίας καὶ προκαλεῖν συναγωνισμὸν περὶ τὴν
271ἀπόλαυσιν τῆς χάριτος εἶναι σύστημα ἄντικρυς ἀντιβαῖνον
272εἰς τὸν ὀρθὸν καὶ ἐπιστημονικὸν καὶ κοινωφελῆ χαρακτῆρα
273τῆς βασιλικῆς χάριτος. Ἵνα λάβῃ τις βασιλικὴν χάριν, δὲν
274εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῶσι γενικαὶ γραμμαὶ καὶ κατηγορίαι
275καὶ νὰ προκληθῇ συναγωνισμός· ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξε-
276τασθῇ ὁ κατάδικος, αἱ συνοδεύσασαι αὐτὸν περιστάσεις, ὁ
277τρόπος, καθ’ ὃν ἐξετελέσθη τὸ ἔγκλημα, ὁ παρελθὼν καὶ
278ὁ ἐνεστὼς βίος τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μετὰ βαθεῖαν τοιαύτην
279συγκεκριμένην καὶ λεπτομερῆ ἐξέτασιν ἐπιτρέπεται νὰ δοθῇ
280ἡ χάρις. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἄριστα, ὅτι ἀνέγνων ὑμῖν πολλὰ
281τεμάχια συγγραφέων, περὶ χάριτος συγγραψάντων, καὶ ὑμεῖς
282οὐδὲν ἐπιστημονικὸν κείμενον, οὐδεμίαν γνώμην καὶ τοῦ τε-
283λευταίου τῶν ἐπιστημόνων ἠδυνήθητε νὰ φέρητε ἐνταῦθα,
284ὅπως δικαιολογήσητε τοιαύτην ἀπονομὴν χαρίτων, ἕνεκεν
285ἐκλογικῶν σκοπῶν.
286Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν συζήτησιν.
287Ἐὰν θέλητε, ἐσμὲν ἕτοιμοι. Ἀλλὰ διαβεβαιῶ ὑμᾶς, κύριε
288Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ὅσην καὶ ἂν τρέφω πρὸς ὑμᾶς,
289ὡς ἄτομον, ὑπόληψιν, οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην ἔχω εἰς τὰς
290διαβεβαιώσεις ὑμῶν ὡς Ὑπουργοῦ.
291Διότι ὑπήρξατε ἱκανὸς, δυστυχῶς, ἐν τῇ ἐπισημότητι
292τῆς ἀρχῆς ὑμῶν νὰ βεβαιῶτε, ὅτι ὁ Τάκης ἦν ἀπόφοιτος
293τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς, ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε εἶχε περιπέσει
294εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, κομιζο-
295μένων δικογραφικῶν, ἐτρέμετε, διότι ἀπεδείχθη ὅτι ἠπατή-
296σατε τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, καὶ ἕνεκεν ἐκλογικῶν σκοπῶν
297ἢ ἕνεκεν ἄλλων συμφερόντων ὑμῶν καὶ τῶν περὶ ὑμᾶς ἀπενεί-
298ματε τὴν χάριν, ἐξευτελίζοντες καὶ τὸν θεσμὸν καὶ ἀποπει-
299ρώμενοι νὰ ἐξευτελίσητε καὶ ἐκεῖνον, εἰς ὃν εἶναι ἀνατεθει-
300μένη ἡ ἐνέργεια τοῦ θεσμοῦ. Ἄφετε λοιπὸν τὰς τοιαύτας
301διαβεβαιώσεις διὰ τοὺς ὑμετέρους ἐκλογεῖς. Ὅταν δὲ ὁμι-
302λῆτε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ περὶ τοιούτων πρὸ πάντων
303ζητημάτων, παρακαλῶ ὑμᾶς, νὰ μὴ ποιῆσθε ἀφειδῆ χρῆσιν
304τῶν ὑμετέρων διαβεβαιώσεων.
305Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμείνω.
306Ἂν ἀπωλέσθησαν δικογραφίαι, αὐτὸ εὐθύνει τὸ Γραφεῖον
307τῆς Βουλῆς. Ὅσαι ἐδόθησαν εἰς ἐμὲ, ἐδόθησαν δι’ ἐγγράφου
308καὶ παρεδόθησαν εἰς τὸ Γραφεῖον δι’ ἐγγράφου. Ἡμεῖς
309τέλος βεβαίως δὲν θέλομεν λάβει τὸν κόπον νὰ ἐπισκεφθῶμεν
310τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου. Εὐτυχῶς ἐνοήσατε τοῦτο,
311καὶ ἐδέχθητε, ὅπως αἱ δικογραφίαι ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν.
312Παρακαλῶ νὰ ἐπισπεύσητε τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων,
313ἅτινα ἐζήτησα.
314§10ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ πόσης
315δικανικῆς εὐστροφίας ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουρ-
316γὸς ὑπερεμάχησεν ὑπὲρ τῆς ἀθωότητος τοῦ Ὑπομοιράρχου
317Κορινθίας, τοῦ συλλαβόντος τὸν ἀνθρακέα ἐκεῖνον ἐν Ζαχόλῃ·
318ἐξέτεινε δὲ καὶ διέστειλε τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, κινδυνεύων ν’ ἀπο-
319δείξῃ, ὅτι εἰς ἀπόστασιν 15 ὡρῶν ἀπὸ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἔλαβε
320χώραν ἡ συμπλοκὴ, μέχρι τῆς ἕδρας τῆς Ὑπομοιραρχίας
321τὸ ὄμμα τοῦ Λυγκέως ἐκείνου Ὑπομοιράρχου ἠδύνατο νὰ
322διακρίνῃ τὸν δράστην, καὶ μετὰ τριῶν ἡμερῶν πάροδον ἀπὸ
323τοῦ ἀνυπάρκτου ἐγκλήματος, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ ἐπ’ αὐτο-
324φώρῳ, νὰ συλλάβῃ αὐτὸν καὶ νὰ τὸν ἀπαγάγῃ εἰς Ναύ-
325πλιον ἵνα καθειρχθῇ. Νωπαὶ εἶναι αἱ ἐντυπώσεις τῶν λόγων,
326δι’ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς προσεπάθησε νὰ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τῆς
327εὐθύνης ὄργανον τῆς Χωροφυλακῆς, μετὰ τοιαύτης δριμύ-
328τητος καταγγελθὲν ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅστις κατήγ-
329γειλε καὶ αὐτὸν τὸν Εἰσαγγελέα ὡς παραβάντα τὸ καθῆ-
330κον αὐτοῦ, ἤτοι ὡς ἐπιτρέψαντα νὰ συλληφθῇ ἄνευ ἐντάλ-
331ματος πολίτης Ἕλλην. Δὲν ἠξεύρω δὲ διὰ τίνων ἐπιχειρη-
332μάτων σήμερον θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς κατορθώσει νὰ δικαιο-
333λογήσῃ ἕτερον ἔγκλημα, ἀντιστρόφως τελεσθὲν, καὶ ἂν θὰ
334ἐξακολουθῇ νὰ ἔχῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν του τὰ ὄργανα
335τῆς Χωροφυλακῆς, φονεύοντα τοὺς πολίτας. Θὰ εὑρεθῶμεν
336ἴσως ἐνώπιον νέων δικανικῶν ἐπιχειρημάτων, δι’ ὧν ἴσως
337θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς φονεῖς ἀγαθοῦ συμπο-
338λίτου μου, οἱ ὁποῖοι περιφέρονται ἐπιδεικτικῶς καὶ σοβοῦ-
339σιν ἀνὰ τὴν ἀγορὰν τῆς πρωτευούσης. Ὁ Κωνσταντῖνος
340Γουρδέλης, ὑπάλληλος τῆς Δημαρχίας Ἀθηνῶν, συμπολίτης
341μου, νέος καλλίστης οἰκογενείας καὶ προστάτης ἀδυνάτου
342οἰκογενείας, μόνος υἱὸς μεταξὺ ἑπτὰ κορασίων, κατὰ κακὴν
343τύχην, συνέπεσε νὰ διασκεδάζῃ ἔν τινι καταστήματι δια-
344σκεδάσεων, εἰς τὸ ὁποῖον συνειθίζουσι νὰ συνέρχωνται τὰς
345ἑσπέρας, μάλιστα κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας τῶν ἀπόκρεω. Ὁ
346δυστυχὴς ἐκεῖνος, συνέβαινε, ὅταν ἔπινεν ὀλίγον οἶνον, νὰ
347καταλαμβάνηται ὑπὸ σφοδρᾶς μέθης, ἥτις τὸν παρέφερεν
348ἐλησμόνει τὸν ἑαυτόν του. Ἡμέραν τινὰ διεσκέδαζε μετὰ
349φίλων του καὶ ἔπιεν ὀλίγον οἶνον περισσότερον, εἰς τὴν
350πρώτην δὲ ἐμφάνισιν τῆς περιπόλου ἐτράπη εἰς φυγὴν, ἵνα
351μὴ τὸν συλλάβῃ, καί, ἔχων περίστροφον, ἔῤῥιψε δύο βολὰς
352εἰς τὸν ἀέρα· δὲν ἦτο δὲ εἰς κατάστασιν,—καὶ τοῦτο θὰ τὸ
353βεβαιώσῃ ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχὴ,—οὔτε κἂν νὰ φαντασθῇ νὰ
354τελέσῃ ἔγκλημα, δὲν εἶχε παντάπασιν πλήρεις τὰς πνευ-
355ματικάς του δυνάμεις, ἀφοῦ ἦτο ἐλεεινὸς ἐκ τῆς μέθης.
356Ἀλλ’ οἱ χωροφύλακες μετὰ τὴν ἐκπυρσοκρότησιν τὸν κατα-
357διώκουσι, καὶ προφθάσαντες αὐτὸν εἰς τὰ πρόθυρα τῆς οἰκίας
358του, τὸν διαπερῶσι διὰ τῆς λόγχης, διασχίσαντες τὸν πνεύ-
359μονα, τὸν στόμαχον καὶ τὸν σωλῆνα, εἷς δὲ τῶν χωροφυ-
360λάκων κατέφερε κατὰ τοῦ κρανίου τοῦ δυστυχοῦς νέου
361κτύπημα διὰ τοῦ ξίφους καὶ διέσχισε τὸν πῖλόν του καὶ τὸ
362μετωπιαῖον ὀστοῦν, ὥστε ὁ τραυματίας πνέει ἤδη τὰ λοίσθια,
363θῦμα γενόμενος τῶν φυλάκων τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν καὶ
364τοῦ νόμου.
365Ἀλλὰ τέλος πάντων, δικαιοῦταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, ζῶμεν
366ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν νόμων, ἢ εἴμεθα ἐν τῷ μέσῳ ἀγρίων
367βανδάλων; Δὲν παρῆλθε μήν, ἐξ ὅτου ἄλλοι χωροφύλακες
368ἔσφαξαν τὸν υἱὸν ἐγκρίτου πολίτου ἐν Ἄργει, τὸν ἀτυχῆ
369Μυστακόπουλον. Καὶ δὲν παρέρχεται ἡμέρα, καθ’ ἣν δὲν
370ἀναγινώσκομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι τὰ ὄργανα τοῦ
371στρατοῦ, μὴ θέλοντα νὰ καταδιώξωσι τοὺς ἀληθεῖς ἐγκλη-
372ματίας, ἐξ ὧν ἐπλημμύρησαν τὰ ὄρη καὶ τὰ χωρία τῆς
373Ἑλλάδος, εὐθὺς ὡς γίνῃ ἡ ἐλαχίστη παρεκτροπὴ πολίτου,
374ἐκτελοῦσι συνοπτικῶς, ἐπιβάλλοντες τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν,
375ὡς ἀνώτατοι δικασταί, μὴ φειδόμενοι οὐδὲ τῆς ζωῆς τῶν
376πολιτῶν. Ἀλλὰ πρὸς τί τότε, Κύριοι, ἔχομεν τὰ Δικαστή-
377ρια, τοὺς Εἰσαγγελεῖς, τοὺς λειτουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης
378καὶ αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν, ὅταν οἱ χωροφύλακες ἐκτελῶσιν
379ὡς ἂν δόξῃ αὐτοῖς τὸν νόμον καὶ ἐπιβάλλωσι καὶ ποινάς;
380Εἶναι τάχα ἅμιλλα τῶν ὀργάνων τούτων πρὸς τὰ ἐγκλή-
381ματα τῶν πολιτῶν, ἵνα τοὺς ὑπερβῶσι κατὰ τοῦτο; Ἀλλὰ
382τέλος πάντων, ἐὰν, ἐκτελέσαντες τὸ ἔγκλημα τοῦτο μετὰ
383τοσαύτης ἀσπλαγχνίας, φονεύσαντες νέον εἰκοσιπενταετῆ,
384μένωσιν ἀκαταδίωκτοι καὶ ἀτιμώρητοι καὶ σοβῶσιν εἰς τὰς
385ὁδοὺς, περιφρονοῦντες καὶ τὸν νόμον καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς,
386ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ποῦ θὰ σταθῶμεν
387ἐπὶ τέλους; Τίνας ἐγγυήσεις ἔχουσιν οἱ πολῖται περὶ τῆς
388ζωῆς αὑτῶν; Ὁ Ὑπομοίραρχος Κορινθίας, ὁ ὁποῖος συλ-
389λαμβάνει πολίτην παρὰ τὸν νόμον καὶ τοῦ ἀφαιρεῖ τὴν
390ἐλευθερίαν, παραβαίνων τὸ Σύνταγμα, θερμοτάτης τυγ-
391χάνει ὑπερασπίσεως, καταγγελλόμενος ἐνταῦθα, ἀλλὰ τί ὁ
392Ὑπουργὸς θὰ ἀποκριθῇ πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς ἀνακριτικῆς
393ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἀφίνει ἀκαταδίωκτα τοιαῦτα κακουργή-
394ματα; Ἐπιθυμῶ νὰ ἐλπίζω, ὅτι τὸν κ. Ὑπουργὸν θὰ συγ-
395κινήσωσιν αἱ παρατηρήσεις αὗται, καὶ θὰ διατάξῃ αὐστη-
396ρῶς τὴν καταδίωξιν τοῦ ὀργάνου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρέβη
397τὸ καθῆκόν του καὶ ἀφῆκεν ἀκαταδιώκτους τοὺς δύο τούτους
398χωροφύλακας. Παρακαλῶ δὲ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν
399τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν του ἔν τινι τῶν προσεχῶν
400συνεδριάσεων.
401Σχετικῶς πρὸς τοῦτο ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν
402καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν παρεμφερὲς ἔγκλημα, τελούμενον
403ἐν τῇ Ὑπομοιραρχίᾳ τῆς Κορινθίας. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατά
404τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων ἀπησχόλησα τὴν
405Βουλὴν περί τινος φόνου ἢ φόνων ἢ συῤῥοῆς ἐγκλημάτων,
406γενομένων κατὰ τὰ ὅρια Πελλήνης καὶ Σικυῶνος, καὶ
407ἐπεκαλέσθην τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ
408ἐπεζήτησα ν’ ἀποστείλῃ ἀνακριτὴν, ἵνα βεβαιώσῃ τὸ
409ἔγκλημα. Καὶ ὀφείλω μὲν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐστάλη ἀνα-
410κριτὴς καὶ ἐνήργησε τὸ καθῆκόν του, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐνερ-
411γείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς μέχρι τῆς συλλήψεως τῶν
412κατηγορουμένων παρεμπίπτει διάστημα χρονικὸν, κατὰ τὸ
413ὁποῖον γίνεται κἄτι τι ἀνάλογον πρὸς τὰς βασιλικὰς χά-
414ριτας, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ ἐγένετο λόγος. Ἐκδίδονται τὰ
415ἐντάλματα παρὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς καὶ οὕτως ἡ Δι-
416καιοσύνη εὑρίσκεται ἐν πλήρει τάξει, κατὰ τὸν κ. Ὑπουρ-
417γὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι αὐθωρεὶ διατάσσει
418τὴν καταδίωξιν. Ἀλλὰ τὸ ἔνταλμά σας δὲν ἐκτελεῖται,
419μένει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπομοιράρχου, ὁ ὁποῖος δὲν
420ἐκτελεῖ τοῦτο, ἐνόσῳ ἐπιβάλλεται αὐτῷ νὰ μὴ τὸ ἐκτελῇ.
421Οὕτω πως δὲ τὸ ἔγκλημα ὑποθάλπεται, διότι γεννῶνται
422ἀντεκδικήσεις. Καὶ ἐκ τούτου πηγάζει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον
423ἡ πληθὺς τῶν ἐγκλημάτων· διότι φυσικὸν εἶναι ὁ μὴ εὑ-
424ρίσκων προστασίαν παρὰ τοῦ νόμου νὰ τιμωρῇ ὁ ἴδιος τὸν
425ἀδικοῦντα. Ἐκ τούτου καὶ τὸ πλῆθος τῶν φυγοδίκων καὶ
426φυγοποίνων, τὸ ὁποῖον ἐπλημμύρισε τὴν κοινωνίαν καὶ
427ἀναγκάζει τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποστέλλῃ ἑκάστοτε ἀνώ-
428τερον ἀξιωματικὸν, νὰ ἐκπέμπῃ ταγματάρχας καὶ συνταγ-
429ματάρχας, ἵνα καταδιώξωσι τοὺς φυγοδίκους εἰς ὡρισμένους
430νομοὺς, μαρτυροῦν τὴν ἔκλυσιν καὶ ἀνεπάρκειαν τῆς Διοι-
431κήσεως. Διὰ τοῦτο παρέλυσεν ἡ ἐθνικὴ φυσιογνωμία σή-
432μερον. Καὶ ὅταν ἀναγινώσκωσι μετά τινα ἔτη τὰ τοιαῦτα,
433θὰ ἀπορῶσι διὰ τὴν ἀκατονόμαστον ταύτην χαλάρωσιν
434τῆς Διοικήσεως. Διὸ ἀνάγκη νὰ ἀποστέλλωνται ἔκτακτοι
435ὑπὲρ τῆς τάξεως στρατιωτικοὶ ἀπεσταλμένοι, ὅπερ μᾶς
436ὑπομιμνήσκει τοὺς χρόνους τῆς δουλείας, κατὰ τοὺς ὁποίους
437ἀπεστέλλοντο εἰς πολλὰ μέρη μεγάλοι καπεταναῖοι, διὰ νὰ
438περιστείλουν τὸ ἔγκλημα. Τοσοῦτον καὶ σήμερον εἶναι
439ἀπειλητικὸν τὸ ἔγκλημα, ὥστε, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀναγ-
440κάζεται νὰ ἐκτοπίσῃ τὸν ἀξιωματικὸν, τρόμος, ὡς ἠκούσατε
441ὅτι συμβαίνει ἐν Μεσσηνίᾳ, καταλαμβάνει τὴν κοινωνίαν ἐκ
442τῶν φυγοδίκων. Καὶ ταῦτα πάντα, διότι δὲν ἐκτελοῦνται οἱ
443νόμοι. Οἱ Μοίραρχοι καὶ Ὑπομοίραρχοι δὲν διατελοῦσιν
444ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’
445ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε
446ἐκτελοῦσι τὰ ἐντάλματα, ὅταν τοῦτο ἐπιτρέπωσιν οἱ κατὰ
447τόπους ἰσχυροί.
448Ἡ προκειμένη ἀναφορά, ἣν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν,
449φέρει ὑπογραφὴν τῆς Ἀγγελικῆς χήρας Πολυχρόνη
450Γκρίλλα, τοῦ δολοφονηθέντος μετὰ δύο ἄλλων ἐν τοῖς
451ὁρίοις τοῦ δήμου Πελλήνης καὶ Σικυῶνος. Ρητῶς ἀναφέρει
452ἡ χήρα, ὅτι οἱ ἐκτελέσαντες τὸ ἔγκλημα περιφέρονται
453ἐλεύθεροι, ἀπειλοῦντες νέας σφαγὰς εἰς τοὺς παθόντας.
454Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νομίζει ἑαυτὸν
455ἀπηλλαγμένον τῆς εὐθύνης, καὶ δὲν τὸν τύπτει ἡ συνείδη-
456σίς του, ὅταν ἀκούῃ τὴν χήραν τοῦ φονευθέντος παραπο-
457νουμένην καὶ προσερχομένην εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ζητήσῃ
458τὸ ἔλεός της πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἐντάλματος τοῦ ἀνακρι-
459τοῦ; Τότε ποῦ ἡ κυβερνητικὴ ἑνότης; Ὁ λαὸς γνωρίζει
460ὅτι ἐγένετο ἀνάκρισις, ἥτις ἐβεβαίωσε τὸ ἔγκλημα, ἀλλὰ
461βλέπει τοὺς φονεῖς περιφερομένους, διότι προστατεύονται
462ἀπὸ ἰσχυρούς. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἱκανὸν νὰ ἐμπνεύσῃ τὸ
463θάῤῥος εἰς πᾶν κακοποιὸν στοιχεῖον εἰς διάπραξιν νέου ἐγ-
464κλήματος. Πῶς θέλετε νὰ κατασταλῶσι τὰ κακοποιὰ στοι-
465χεῖα, ὅταν σεῖς δεικνύητε τοιοῦτον οἰκτρὸν παράδειγμα;
466Ὅταν δὲν σκέπτησθε, πῶς νὰ καταστήσητε σεβαστὸν τὸν
467νόμον καὶ ὑποτάξητε πάντα εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, πῶς
468θὰ ἐμπνεύσητε εἰς τοὺς ἀνακριτὰς τὸν ἐνθουσιασμὸν πρὸς
469ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των καὶ θεραπείαν τοιαύτης
470οἰκτρᾶς καταστάσεως; Ἐὰν ἀναγνώσῃ ξένος τις τὰς ἐφη-
471μερίδας, θὰ συλλάβῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι εἴμεθα Καννίβαλοι, ἀφοῦ
472κατὰ τὴν στατιστικὴν τῆς «Ἐφημερίδος» δεκαπλάσια
473γίνονται ἐγκλήματα παρ’ ἡμῖν κατὰ τῆς ἀνθρωπίνου ζωῆς,
474παρ’ ὅσα ἐν Γαλλίᾳ. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ βίος κοινωνικός,
475ὁπόταν ἐπικρατῇ τοιαύτη κατάστασις; Δύναται νὰ κινη-
476θῶσι κεφάλαια, νὰ προκόψῃ ἡ βιομηχανία; Δύναται νὰ
477ὑπάρξῃ γεωργία, κτηνοτροφία, ὅταν περιστοιχίζωνται ἀπὸ
478τοιαῦτα κακοποιὰ στοιχεῖα; Τὸ αἷμα τῶν συμπολιτῶν
479ἡμῶν ῥέει, καὶ σεῖς δὲν ἐλάβατε ἔτι οὐδὲν μέτρον, ἵνα κατα-
480διώξητε τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα παραβαί-
481νουσι τὸ καθῆκόν των! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
482ὀφείλει νὰ καλέσῃ τὸν Ὑπομοίραρχον τῆς Κορινθίας εἰς
483ἀπολογίαν, διότι, ἂν εἷς τιμωρηθῇ, οὐδεὶς ἄλλος θ’ ἀφήσῃ
484ἀνεκτέλεστον ἔνταλμα. Πῶς δὲ μένουσι τὰ ἐντάλματα, τὰ
485ὁποῖα σεῖς ἐξεδώκατε διὰ τῶν ὑπαλλήλων σας τῶν οἰκο-
486νομικῶν, ἀνεκτέλεστα; Ἐνθυμεῖσθε τὸν δρακόντειον ἐκεῖνον
487νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων, κατὰ τὸν ὁποῖον τιμω-
488ροῦνται οἱ Μοίραρχοι καὶ οἱ χωροφύλακες, οἱ μὴ ἐκτελοῦν-
489τες τὰ ἐντάλματα κατὰ τῶν ὀφειλετῶν. Ἀλλά, κύριε
490Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ζωὴ τοῦ πολίτου εἶναι
491πολυτιμοτέρα ἀπὸ τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ εἰσπρά-
492ξητε. Μεριμνήσατε τοὐλάχιστον μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου
493περὶ αὐτῆς.
494Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ δια-
495βιβάσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
496Δικαιοσύνης, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ σύντονον μέρι-
497μναν καὶ προκαλέσῃ τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ Ὑπομοι-
498ράρχου Κορινθίας, τοῦ μὴ ἐκτελέσαντος τὸ καθῆκόν του.
499§11ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν παρῆλθεν οὔτε μία ἡμέρα, ἀφ’ ἧς ἤρχισεν
500ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της, καὶ νὰ μὴ ἐγένετο λόγος περὶ
501τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν καθ’ ἅπαν τὸ
502Κράτος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Πρό τινος χρόνου μετέβην
503εἰς Μεσσηνίαν, εἰς τὸν νομόν, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἔχω
504τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, καὶ ἰδίοις ὄμμασιν εἶδον,
505ὅτι, μεθ’ ὅλα τὰ αὐστηρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ ἔν-
506τιμος ταγματάρχης κ. Μπαϊρακτάρης, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν
507ἀμεροληψίαν καὶ αὐστηρότητα τοῦ Δικαστηρίου ἐν Κα-
508λάμαις, τὰ ἐγκλήματα ἐν Μεσσηνίᾳ ὑπῆρξαν τοιαῦτα,
509ὥστε φρίττει τις, οὐ μόνον ἀριθμῶν, ἀλλὰ καὶ ἀναλογιζόμε-
510νος ταῦτα. Τοῦτο, κατ’ ἐμὴν γνώμην τοὐλάχιστον, εὐθύ-
511νει αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις δὲν ἐφρόντισε διὰ καταλ-
512λήλων νόμων καὶ ἀφατριάστου διοικήσεως νὰ καταστήσῃ
513τὴν δύναμιν αὐτῆς σεβαστὴν καὶ ἐπιβάλλουσαν. Βεβαίως
514δὲ δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τις, ὅτι καὶ ἡ ἀγριότης τῶν παθῶν,
515τὰ ὁποῖα ἐγέννησεν ἡ ἐκδίκησις, καὶ ἅτινα θὰ αὐξήσωσιν,
516ἐνόσῳ δὲν ληφθῇ ἓν μέτρον ῥιζικὸν καὶ σπουδαῖον, συνετέ-
517λεσε καὶ συντελεῖ πολὺ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐγκλημάτων.
518Ἄλλοτε εἶχον ὑποβάλει πρότασιν νόμου, καὶ ἤδη ὑποβάλλω
519αὖθις ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, περὶ τιμωρίας τῆς παρανόμου
520ὁπλοφορίας, διότι νομίζω, ὅτι ἡ αὐστηρὰ ἀπαγόρευσις ταύ-
521της εἶναι τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ δύναται νὰ περισταλῇ ἡ
522αὔξησις τῶν ἐγκλημάτων. Διὰ τῆς προτάσεώς μου ἐκείνης
523ἐζήτουν, ὅπως τὸ ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ τιμω-
524ροῦν τὴν παράνομον ὁπλοφορίαν, μείνῃ ὡς ἔχει, ἀλλ’ ἡ
525ἐκδίκασις τῶν ἐπὶ παρανόμῳ ὁπλοφορίᾳ καταγγελλομένων
526ὑποθέσεων νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Πλημ-
527μελειοδικείων, διότι σήμερον, ἁρμοδίων ὄντων τῶν Πται-
528σματοδικείων εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ὑποθέσεων,
529οὐδέποτε σχεδὸν εἴδομεν εἰς αὐτὰ νὰ εἰσαχθῶσιν, ὅπως δι-
530κασθῶσι, τινὲς ἐπὶ παρανόμῳ ὁπλοφορίᾳ, διότι ἁρμόδιοι νὰ
531εἰσάγωσι τὰς τοιαύτας ὑποθέσεις εἶναι οἱ ἀστυνόμοι, ὡς
532δημόσιοι κατήγοροι. Τίνες δὲ εἶναι οὗτοι; εἶναι ἀρχαῖοι
533κατὰ τὸ πλεῖστον παλληκαράδες, δυνάμενοι νὰ ἐπιβάλ-
534λωνται διὰ τοῦ ῥεβόλβερ ἢ τῆς μαχαίρας, ἄνθρωποι, οἱ
535ὁποῖοι διὰ τῆς πιέσεως καὶ τοῦ ἐγκλήματος ζητοῦσι νὰ
536παγιώσωσι τὴν πολιτικὴν ἐπιῤῥοήν των, ἢ νὰ βελτιώ-
537σωσι τὴν περιουσίαν των. Εἰς τοὺς ἀνθρώπους τούτους ὁ
538νόμος ἀνέθεσε τὴν εἰσήγησιν τῶν τοιούτων ποινικῶν ὑπο-
539θέσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ υἱο-
540θετήσῃ τὴν πρότασίν μου ταύτην, ἢ νὰ φέρῃ νόμον εἰς τὴν
541Βουλὴν ἕτερον, τροποποιοῦντα τὸν ἤδη ὑφιστάμενον ἐπὶ
542παρανόμῳ ὁπλοφορίᾳ, ἔστω καὶ ἐπὶ αὐστηροτέρων βάσεων
543στηριζόμενον· διότι, ἂν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὡς σήμερον
544ἔχουσι, δὲν θὰ ἦναι μακρὰν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν οἱ πάντες θὰ
545καταντήσῃ νὰ ἀλληλοσφαζώμεθα· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώ-
546σει, ἐρωτῶ, δυνάμεθα νὰ ὀνομασθῶμεν πεπολιτισμένον
547Κράτος, ἐν ᾧ τὰς διαφορὰς καὶ διενέξεις τῶν πολιτῶν λύ-
548ουσιν οὐχὶ οἱ ἐλεύθεροι αὐτοῦ θεσμοὶ ἢ οἱ σοφοὶ αὐτοῦ νό-
549μοι, ἀλλὰ τὸ πυροβόλον καὶ ἡ μάχαιρα;
550§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπαντῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
551σύνης εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον
552δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ
553διαφόρους δικαιολογίας παρουσιάζουσιν, ὅπως ἀναβάλλωσι
554νὰ δώσωσι τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Σήμερον δ’ ἐπα-
555ρουσίασαν καὶ ἑτέραν, ἥτις ἀφορᾷ εἰδικώτερον ὑμᾶς, κύριε
556Πρόεδρε, δηλ. ὅτι δικογραφίαι, κατατεθεῖσαι εἰς τὸ Γρα-
557φεῖον τῆς Βουλῆς, ἀπωλέσθησαν· ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθές,
558καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀμφιβολίαν, ἀφοῦ τὸ λέγει
559ὁ κ. Ὑπουργός, δεικνύει ἔλλειψιν τοῦ Γραφείου τῆς Βου-
560λῆς, ἐννοοῦμεν δὲ ἡμεῖς, οἱ ζητοῦντες πληροφορίας, νὰ ὑπο-
561στηριχθῇ ἡ τοιαύτη δικαιολογία ἀπέναντι τῶν αἰτήσεων
562πληροφοριῶν, ἃς ἀπευθύνομεν πρὸς τοὺς Ὑπουργούς. Ὁ
563κ. Πρόεδρος ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ μετὰ μεγαλειτέρας αὐ-
564στηρότητος περὶ τῆς γενομένης ἀπωλείας τῶν δικογραφιῶν,
565διότι, πλὴν τῆς ζημίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπέλθῃ εἰς
566τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τῆς μομφῆς κατὰ
567τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, καθιεροῦται καὶ ἡ μνησθεῖσα
568πρόφασις. Ὁ κ. Πρόεδρος ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, τί ἐγένετο.
569§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι εἰς πλήρη ἄγνοιαν τούτου. Ὁ
570Πρόεδρος δὲν διαχειρίζεται τὰ ἔγγραφα· ταῦτα κατατίθενται
571εἰς τὸ Γραφεῖον καὶ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κυρίων
572Βουλευτῶν.
573§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ Γραφεῖον ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ εἰς
574τίνα τῶν Βουλευτῶν δίδει ἔγγραφα· ἐὰν δὲ ὁ Βουλευτὴς
575δὲν τὰ ἐπιστρέψῃ, πρέπει νὰ τὸ ἀναγγείλῃ εἰς ὑμᾶς.
576§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἐξετάσει περὶ τούτου τὸ Γραφεῖον.
577Ὁ Πρόεδρος δὲν εἶναι γραφεύς, διὰ νὰ κάθηται εἰς τὸ
578Γραφεῖον καὶ ἐξετάζῃ τίς λαμβάνει τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα ἔγ-
579γραφον.
580§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐνόησα, ὅτι ὑμεῖς διανέμετε τὰ
581ἔγγραφα, ἀλλ’ εἶσθε ὁ ἀνώτατος ἐπόπτης τοῦ Γραφείου, καὶ
582ἂν ὑπάλληλός τις δὲν ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του, ὑμεῖς ἔχετε
583τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐπιτιμήσητε καὶ τὸν τιμωρήσητε.
584§17ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐνθυμεῖσθε
585ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν
586συνεδριάσεων, συζήτησις ἐγένετο εὐρεῖα περὶ τῆς ὑγιεινῆς
587καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐκ τῶν γενο-
588μένων συζητήσεων καὶ ἐκ τῶν ἐν τῷ τύπῳ τότε δημοσιευ-
589θέντων κατεδείχθη κατάστασις ὄντως ὀδυνηρά, κατεδείχθη
590εἰς αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν, ὅπου ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὰ πράγ-
591ματα ἔχουσι καλλίτερον, ὅτι στρατῶνες δὲν ὑπάρχουσι
592κατοικήσιμοι, ἀπεδείχθη ὅτι τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκο-
593μεῖον ἦτο κεκορεσμένον. Καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ
594ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ὅστις μετὰ πολλῆς λε-
595πτομερείας προσεπάθει νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς καταγγελίας,
596τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔφερον περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Νοσοκο-
597μείου ἐκείνου, ἐπιμελῶς ἀπέφυγε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν κυριω-
598τέραν καταγγελίαν μου, ὅτι τὸ Νοσοκομεῖον εἶναι κεκορε-
599σμένον· καὶ καλῶς ἔπραξε νὰ μὴ ἀπαντήσῃ, διότι ἐπὶ τοῦ
600ἀντικειμένου τούτου οὔτε ἀριθμοὶ οὔτε ἄλλο τι ἠδύναντο νὰ
601ἀναιρέσωσι τὴν πραγματικότητα. Ὁμολογουμένως οὐδέποτε
602ἄλλοτε εἶχε γίνει μᾶλλον καταφανὴς ἡ οἰκτρὰ κατάστασις
603ἐν τῷ στρατῷ. Εἰς τοῦτο συνετέλεσε καὶ περίπτωσις εἰδική,
604ὁποία εἶναι ἡ ἐπιδημικὴ κατάστασις, ἡ ἐπικρατήσασα καὶ
605ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ἀκριβῶς ἡ
606κατάστασις αὕτη ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ ἀποκαλυφθῇ διοίκησις,
607ὁποίαν, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἰς οὐδὲν πολιτισμένον
608ἔθνος τῆς Εὐρώπης δύναταί τις νὰ εὕρῃ, καθόσον ἀφορᾷ
609τὰ στρατιωτικὰ πράγματα. Καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν πρω-
610τεύουσαν. Περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τόσον
611λεπτομερῶς ἐδημοσιεύθησαν, χωρὶς ποσῶς νὰ ἀναιρεθῶσι,
612καὶ τόσον λεπτομερῶς ἐξετέθησαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Δυ-
613νάμεθα μόνον νὰ προσθέσωμεν, ὅτι οἱ στρατῶνες ἐκεῖνοι,
614περὶ ὧν τόσος ἐγένετο λόγος ἐν τῷ τύπῳ καὶ τῷ Βουλευ-
615τηρίῳ, εἶναι ἐντελῶς ἐστερημένοι ἐπίπλων καὶ τῶν στοιχειω-
616δεστάτων, εἶναι ἐστερημένοι κλινῶν. Ἀγνοῶ, ἐὰν κατὰ
617τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, ὡς ἤκουσα, διετάχθησαν
618προμήθειαι κλινῶν ἐν Πειραιεῖ, ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς ἢ
619οὔ· ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι,
620ὅτι πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν οἱ στρατῶνες τοῦ πεζικοῦ
621οὐδεμίαν εἶχον κλίνην, οἱ στρατιῶται τοῦ πεζικοῦ κατεκλί-
622νοντο ἢ εἰσέτι κατακλίνονται ἐν Ἀθήναις ἐπὶ τοῦ πατώ-
623ματος, ἔχοντες κλινοσκεπάσματα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν
624εἰς αὐτοὺς ὡς στρωμνὴ καὶ ὡς σκέπασμα. Ταῦτα ἤκουσα
625παρ’ ἀξιωματικῶν, οἵτινες μοὶ ἔδωκαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου
626ἀκριβεστάτας πληροφορίας. Δὲν θὰ εἶχον οὐδεμίαν δυσκο-
627λίαν νὰ ἐπισκεφθῶ ὁ ἴδιος τοὺς στρατῶνας, ἀλλ’ ἀπέφυγον,
628διὰ νὰ μὴ ἐκτεθῶ εἰς παρεξηγήσεις· ἀλλ’ ἂς ἀναιρέσῃ ὁ κ.
629Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ὑπάρχουν κλῖναι καὶ ὅτι κοιμῶν-
630ται οἱ στρατιῶται ἐπὶ τοῦ πατώματος. Καὶ τὸ πάτωμα
631τοῦτο, Κύριοι, εἶναι κάθυγρον. Ἐπὶ τοιούτου καθύγρου πα-
632τώματος κοιμῶνται οἱ στρατιῶται, κοιμῶνται ἀναπνέοντες
633τὴν ἀῤῥωστίαν, καὶ ἡ ἀῤῥωστία δι’ αὐτοὺς ἡ ἐλαχίστη
634εἶναι κίνδυνος ζωῆς, διότι ἐξετέθησαν ἀρκούντως οἱ κίνδυνοι,
635εἰς οὓς ἐκτίθενται, μεταβαίνοντες εἰς τὰ στρατιωτικὰ νοσο-
636κομεῖα. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀπὸ τῶν τελευ-
637ταίων συζητήσεων πρὸ πάντων ἀνεπτύχθη δραστηριότης,
638καθόσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου τῶν
639Ἀθηνῶν. Δυστυχῶς ἡ δραστηριότης αὕτη δὲν ἀνεπτύχθη
640καὶ εἰς ἄλλας τοῦ Κράτους φρουράς. Ἔχομεν πληροφορίας
641ἀκριβεῖς, ὅτι τὰ πάνδεινα ὑποφέρουν οἱ στρατιῶται, ἕνεκα
642τῆς κρατούσης ἐπιδημίας ἐν ταῖς φρουραῖς Λαρίσσης, Ἄρ-
643της, Ναυπλίου, Πατρῶν, Πύργου καὶ Κερκύρας, καὶ εἰς
644ἄλλας βεβαίως φρουράς. Ἀλλὰ περὶ ἐκείνων, τὰς ὁποίας
645ἀνέφερα, ἔχομεν ἀκριβεστάτας πληροφορίας, καὶ βεβαιοῦμεν,
646ὅτι λίαν ὀδυνηρὰ ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει ἡ κατάστασις αὕτη.
647Θέλω ὑποβάλει ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἁρμόδιον
648Ὑπουργὸν, ὅπως πληροφορήσῃ ἡμᾶς, ὁποία ὑπῆρξεν εἰς τὰς
649φρουρὰς ταύτας ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου μέχρι σήμερον ἡ
650κατάστασις τῆς εἰσόδου τῶν ἀνδρῶν ἐν τοῖς αὐτόθι στρα-
651τιωτικοῖς θεραπευτηρίοις καὶ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ θνησιμότης
652ἐν αὐτοῖς, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι, ἂν εἴχομεν ἐκστρατείαν, πι-
653θανῶς τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἤθελον εἶσθαι τόσον ὀδυνηρὰ,
654ὅσον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς παρουσιάσῃ, συνεπείᾳ τῆς
655ἐγγράφου ἐπερωτήσεως μου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
656Καταγγέλλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ θε-
657ραπευτήρια ἐν ταῖς φρουραῖς ταύταις εἶναι ἀνάξια τοῦ ὀνό-
658ματος τῶν θεραπευτηρίων, εἶναι ὄντως μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα
659διατρέχει κίνδυνον ὁ στρατιώτης, τὸν ὁποῖον δὲν διατρέχει
660ἐκ τῆς ἀσθενείας, ἕνεκα τῆς ὁποίας εἰσέρχεται εἰς αὐτά.
661Δὲν λείπουσι βεβαίως αἱ ἐκθέσεις τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν.
662Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ γνωρίζῃ αὐτὰς,
663ἐὰν ἔχῃ καιρὸν νὰ τὰς μελετήσῃ. Καὶ ἂν δὲν εἶχε καιρὸν
664νὰ μελετήσῃ τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον
665παρὰ τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, πάλιν
666ἠδύνατο πανταχόθεν νὰ πληροφορηθῇ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
667ἐγὼ τῷ καταγγέλλω, ὅτι τὰ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις στρατιωτικὰ
668θεραπευτήρια εἶναι ἀνάξια τοῦ ὀνόματος τοῦ θεραπευτηρίου.
669Καὶ αὐτὴ ἡ σχολὴ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἐν Κερκύρᾳ
670κακίστη εἶναι ὑπὸ ὑγιεινὴν ἔποψιν. Τὸ κατάστημα, εἰς τὸ
671ὁποῖον ἐνδιαιτῶνται οἱ μαθηταὶ τῆς σχολῆς, εἶναι κάθυ-
672γρον, ἡ ἐπίπλωσις αὐτοῦ εἶναι ἀτελεστάτη. Ἠκούσατε δὲ
673πέρυσι τὰς παραδόξους θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὑμῖν
674ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, ἐν ᾧ πιστεύει, ὅτι
675εἰς τοὺς μέλλοντας ἀξιωματικούς, τοὺς ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν
676Εὐελπίδων, ἀπαιτεῖται ἄνεσίς τις διὰ τὰς σπουδὰς αὐτῶν,
677εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἔφεδροι
678ἀξιωματικοί, δὲν ἀπαιτεῖται ἄνεσις· ἀλλ’ οὐδεὶς ἐνόησε, διατὶ
679ὁ ἔφεδρος ἀξιωματικὸς, ὁ σπουδάζων, πρέπει νὰ εὑρίσκηται
680εἰς ἥττονα θέσιν τοῦ σπουδάζοντος ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Εὐ-
681ελπίδων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐκτε-
682λοῦσι καὶ στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ τοῦτο βεβαίως
683δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τόσον σπουδαῖον, διότι πάντες ἐκ-
684τελοῦσι στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἐν στρατιω-
685τικαῖς σχολαῖς εὑρισκόμενοι ἐκτελοῦσι στρατιωτικὴν ὑπη-
686ρεσίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐξαιροῦνται πάσης ἄλλης στρατιω-
687τικῆς ὑπηρεσίας. Βεβαίως, ὅπως καὶ ἐν προηγουμένῃ ἀγο-
688ρεύσει εἶπον, δὲν πρέπει νὰ πιστεύῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
689τιωτικῶν, ὅπως ῥητῶς εἶπε δυστυχῶς ἐν μιᾷ τῶν συνεδριά-
690σεων, ὅτι ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου διότι ἔχω
691τὴν τιμὴν νὰ κάθημαι ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τῆς Ἀντιπολιτεύ-
692σεως. Ἔχομεν ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ
693συζητήσωμεν καὶ νὰ κτυπήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπι-
694θυμῶ οὐδέποτε τοιαύτην ἀφορμὴν νὰ ἔχω, ὅπως ἀντιπολι-
695τευθῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι τὸ ἀντικεί-
696μενον τοῦτο δὲν εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον προσβάλλει
697μόνον τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ προσβάλλει τὰ ζωτικώτατα
698συμφέροντα τοῦ ἔθνους, καταστρέφει αὐτὸν τὸν θεσμὸν τὸν
699στρατιωτικόν, ἀνατρέπει πᾶσαν πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν ἐπὶ
700τοῦ θεσμοῦ τούτου, καθιστᾷ αὐτὸν ἀποτρόπαιον· διότι τί μᾶλ-
701λον ἀποτρόπαιον δύναται νὰ ἦναι εἰς τὸν λαὸν, παρὰ νὰ σκέ-
702πτηται, ὅτι στέλλει τὰ τέκνα του εἰς εἶδός τι ἐξ ἐνέδρας ἐπι-
703θέσεως; διότι ἐξ ἐνέδρας ἐπίθεσις εἶναι οἱ κίνδυνοι, εἰς τοὺς
704ὁποίους ὑποβάλλονται οἱ νεοσύλλεκτοι, εἰσερχόμενοι εἰς τὸν
705στρατόν. Ἴσως εἰς 200 ἀνέρχονται οἱ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο
706ἀποθανόντες εἰς τὰς διαφόρους φρουρὰς τοῦ Κράτους, ἐγὼ
707νομίζω μάλιστα, ὅτι ἀνέρχονται καὶ εἰς ἀριθμὸν μεγαλείτε-
708ρον. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς εἶχεν
709εἰπεῖ, ὅτι μέχρι τῆς 12 Δεκεμβρίου εἶχον ἀποβιώσει ἐν τῇ
710ἐνταῦθα φρουρᾷ 29 στρατιῶται, καὶ ἀληθῶς μᾶς εἶπε, κατὰ
711τὰς δοθείσας αὐτῷ πληροφορίας, ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι
712ἐλάχιστος, ἀλλ’ ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς
713εἶναι σοβαρώτατος. Ἐπίσης εἶχεν ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς,
714ὅτι 17 ἢ 20 εἶχον ἀποβιώσει μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐν
715Λαρίσσῃ. Ἐν Λαρίσσῃ δυστυχῶς τὰ πράγματα ἐβάδισαν
716ἔκτοτε κάκιστα, καὶ ἤδη θέλομεν ἔχει ἀριθμοὺς, οἵτινες
717θέλουσι φέρει εἰς τὴν ψυχὴν ὑμῶν ὀδύνην, ὅταν μάθητε ἐπὶ
718πόσου ἀριθμοῦ στρατιωτῶν πόσοι ἀπέθανον ἐν μόνῃ τῇ
719Λαρίσσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἐν Ναυπλίῳ ἡ θνητότης ὑπῆρξε σπου-
720δαιοτάτη. Ἀνέγνωμεν εἴς τινας ἐφημερίδας, ὅτι ἐκινήθη
721τέλος ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐσκέφθη περὶ οἰκοδομῆς Νοσοκο-
722μείου ἐνταῦθα. Εὔχομαι ἡ πρόθεσις αὕτη νὰ λάβῃ ὀστᾶ
723καὶ σάρκα, εὔχομαι πρὸ πάντων νὰ μὴ ἀποτύχῃ εἰς τὴν
724οἰκοδομὴν τοῦ Νοσοκομείου τούτου, ὡς συνήθως ἀποτυγχά-
725νουσιν ἐν γένει αἱ κυβερνητικαὶ οἰκοδομαὶ παρ’ ἡμῖν. Εὔ-
726χομαι ταχέως νὰ κατορθωθῇ τέλος ἡ ἵδρυσις, ἡ ἀνέγερσις
727Νοσοκομείου στρατιωτικοῦ, ἀξίου τοῦ ὀνόματος τούτου,
728κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εὔχο-
729μαι τὸ εὐεργέτημα τοῦτο νὰ περιορισθῇ μόνον ἐν τῇ πρω-
730τευούσῃ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ αὐτὴ μέριμνα θέλει ἐπεκταθῇ καὶ
731ἐπὶ τῶν ἄλλων κυριωτέρων φρουρῶν τοῦ Κράτους. Ἐν τούτοις
732θέλω ὑποβάλει ἐγγράφους ἐπερωτήσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
733ὅπως πληροφορήσῃ ἡμᾶς ἀκριβῶς περὶ τῆς ἐκτάσεως, ἣν
734ἔλαβεν ἡ θνησιμότης ἐν τῷ στρατῷ, ἡ ὅλως ἔκτακτος καὶ
735ἥτις ἐν μέρει μὲν δέον νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν κλιματολο-
736γικὴν κατάστασιν τὴν ἐφετεινὴν, ἀλλ’ ἥτις κατὰ μέγα μέ-
737ρος εἶναι ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως.
738§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς ζητηθείσας παρὰ
739τοῦ κ. Βουλευτοῦ πληροφορίας θέλω προθύμως ὑποβάλει εἰς
740τὴν Βουλὴν τὸ ταχύτερον, καίτοι παρατηρῶ δυστυχῶς, ὅτι
741μάτην προσάγω αὐτὰς, διότι ὁ κ. Βουλευτής, μεθ’ ὅλας τὰς
742πληροφορίας καὶ ἀνακοινώσεις, ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι οὐδε-
743μίαν τῶν αἰτιάσεων αὐτοῦ κατὰ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρε-
744σίας ἀνῄρεσα. Ἐκολακευόμην πιστεύων, ὅτι τὰς αἰτιάσεις
745ταύτας ἀνεσκεύασα πάσας, καὶ ἤλπιζον ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπα-
746νέλθει εἰς τὸ ζήτημα ὁ κ. Βουλευτὴς, ἰδίως διότι, ἔχων τὴν
747πληροφορίαν ὅτι ἔλαβεν εἰδήσεις περὶ τῶν γενομένων, ὑπέ-
748θετον ὅτι γινώσκει ἤδη, ὅτι ὅσα εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν
749Βουλὴν πρὸ τῶν διακοπῶν δὲν ἦσαν ἀκριβῆ. Καὶ ὅμως ἀκούω
750αὐτοῦ ἤδη, ὁμιλοῦντος καὶ πάλιν περὶ τοῦ Νοσοκομείου, ὡς
751κεκορεσμένου ὑπὸ τοῦ μολύσματος, καὶ εἰδικῶς ἐπὶ τούτου
752παρατηροῦντος, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνασκευάσω τοὺς ἰσχυ-
753ρισμούς του. Φρονῶν ὅτι ἡ νεωτέρα ἐπιστήμη, εἰς ἣν ἰδίως
754καταγίνεται ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι ἡ τῶν μεθοδικῶν παρα-
755τηρήσεων, καὶ ὅτι μόνον ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων στηρίζον-
756ται σκέψεις ἀσφαλῶς ἄγουσαι εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἐνόμιζον
757ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελεν ἐξετάσει τίνα ὑπῆρξαν τὰ ἀπο-
758τελέσματα τῆς ἐν τῷ Νοσοκομείῳ διαβιώσεως, καὶ ἂν εὕρι-
759σκε τῆς ἐκεῖ διαβιώσεως τ’ ἀποτελέσματα μὴ συντελεστικὰ
760πρὸς τὴν ὑγείαν, ἂν ἔβλεπε τὴν νόσον μεταδιδομένην ἐν τῷ
761Νοσοκομείῳ, ἤθελε συμπεράνει, ὅτι ὑπάρχει ἐν αὐτῷ μό-
762λυσμα· ἂν ὅμως τοὐναντίον ἔβλεπεν, ὅτι οἱ ἐν τῷ Νοσοκο-
763μείῳ εἰσερχόμενοι ἐξέρχονται ὑγιεῖς, ὅτι ἐν τῷ Νοσοκομείῳ
764ὑπῆρχεν ὀλιγώτερον ἀσθενικὴ κατάστασις ἢ ἐν ταῖς οἰκίαις
765τῶν μᾶλλον ἁβροδιαίτων, τότε νομίζω ὅτι εἶχον τὸ δι-
766καίωμα ν’ ἀπεκδέχωμαι παρ’ αὐτοῦ ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν
767Βουλὴν μεταβολῆς γνώμης. Ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
768περίοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ταύτης ὁ κ. Βουλευ-
769τὴς ἐπηρώτα περὶ τῶν τοῦ Νοσοκομείου, ἀπήντησα πρὸς
770αὐτὸν, ὅτι οἱ ἐν τῷ Νοσοκομείῳ νοσηλευόμενοι ἦσαν νομίζω
771270 ἢ 280· σήμερον πόσοι εἶναι οἱ ἐν τῷ Νοσοκομείῳ κα-
772τόπιν τῆς ἐνεστώσης νοσηρᾶς καταστάσεως τῆς πόλεως;
773140. Ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας ἐν τῷ στρατῷ,
774ἐνῷ ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας ἐν τῇ πόλει σπουδαίως ἐπὶ τὰ
775χείρω μετήλλαξε. Νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι τοῦτο δει-
776κνύει ἔλλειψιν ἐνεργείας τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ
777στρατῷ; ἔστω καὶ ἂν, ὡς αὐτὸς νομίζει, πάντα ταῦτα εἶναι
778ἀποτελέσματα τῶν παρατηρήσεων αὐτοῦ κατὰ τὴν παροῦ-
779σαν τῆς Βουλῆς Σύνοδον. Καὶ τῷ ὄντι θέλετε παρατηρήσει,
780ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐν
781τῇ παρούσῃ Συνόδῳ ὁ ἀριθμὸς τῶν 280 νοσηλευομένων ἐν
782τῷ Νοσοκομείῳ ὑπῆρξεν ὁ ἀνώτατος, παραδόξως ὅμως ἀπὸ
783τῆς ἐπαύριον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἤρχισεν
784ἐλαττούμενος ὁ ἀριθμὸς οὗτος, κατελθὼν εἰς 140. Ἡ συσχέ-
785τισις τῶν δύο περιστάσεων ἀναντιῤῥήτως συμβάλλει εἰς τὰ
786φιλάρεσκα περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ.
787Βουλευτοῦ συμπεράσματα. Ἀλλ’ εἶπε προσέτι ὁ κ. Βουλευ-
788τὴς, ὅτι, ἂν τὰ τοῦ ἐδῶ Νοσοκομείου, ὑπὸ τοῦ μολύσματος
789κεκορεσμένου, ἀλλ’ ἀδικαιολογήτως παριστῶντος φαινόμενα
790ἀσυμβίβαστα πρὸς τοιοῦτον κορεσμὸν, ἂν τὰ τοῦ Νοσοκο-
791μείου τούτου ἔχωσι καλῶς, παρ’ ἐλπίδα καὶ παρὰ πάντας
792τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης, τὰ τῶν ἄλλων Νοσοκομείων
793τοῦ Κράτους δὲν ἔχουσι καλῶς. Καὶ βεβαίως δὲν ἔχουσι κα-
794λῶς, διότι ἡ ἐπιδημία, ἐπικρατήσασα καθ’ ἅπασαν τὴν Εὐ-
795ρώπην, ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν
796πληροφορίαν τινὰ, κυροῦσαν τὰ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λε-
797χθέντα περὶ τῆς ἐλλείψεως καταλλήλων θεραπευτηρίων καὶ
798ὑγειονομικῶν ὑπηρεσιῶν ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν Λαρίσσῃ· ὁμιλῶ
799δὲ περὶ τῶν δύο τούτων θεραπευτηρίων, διότι τὰ εἶδον, καὶ
800βεβαίως εἶναι ἄριστα. Ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ περὶ
801τοῦ καταστήματος, ἐν ᾧ διαιτῶνται ἐν Κερκύρᾳ σήμερον οἱ
802ἔφεδροι ἀξιωματικοί. Τὸ κατάστημα ἐκεῖνο εἶναι ἐκ τῶν
803ἀρίστων. Ὅτε ᾠκοδομήθη, δὲν εἶχε προοδεύσει ἔτι ἡ ἐπι-
804στήμη καὶ ἡ τέχνη τῆς ὑγιεινῆς, ὅσον προώδευσεν ἤδη, ἀλλὰ
805τὸ κατάστημα, τοσοῦτον καλῶς ᾠκοδομημένον εἶναι, τοσοῦ-
806τον μέγα, ἐν σχέσει μάλιστα πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν αὐτῷ
807διαιτωμένων, ὥστε πάντες οἱ ὅροι οἱ ὑγιεινοὶ πληροῦνται ἐν
808αὐτῷ. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι κλῖναι ἐν
809τῷ θεραπευτηρίῳ τῆς Κερκύρας.....
810§19ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Εἶπον εἰς τὰς Ἀθήνας, εἰς τοὺς στρα-
811τῶνας.
812§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι κλῖναι ἐν
813τοῖς στρατῶσι τῶν Ἀθηνῶν. Ἔν τισι στρατῶσι τοῦ πεζικοῦ
814ὑπάρχουσι κλῖναι κινηταὶ, ἀλλ’ ἐν ἄλλοις ὑπάρχουσι συνε-
815χεῖς κλῖναι, ταύτας δὲ ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία ἐνόμισεν
816ἀναγκαῖον ν’ ἀντικαταστήσῃ διὰ κεχωρισμένων καὶ κινη-
817τῶν. Τῷ ὄντι, δὲν συμβιβάζονται αἱ συνεχεῖς κλῖναι πρὸς
818τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ὑγιεινῆς· εἶναι πρέπον νὰ καταργη-
819θῶσι καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ αὐτοτελῶν. Τοῦτο γίνε-
820ται ἤδη, τὸ πλημμελὲς ὅμως τοῦ εἴδους τῶν κλινῶν δὲν
821δικαιολογεῖ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ὑπάρχει ἐν τοῖς στρατῶσιν
822ἔλλειψις κλινῶν. Τὰ τῶν στρατώνων παρ’ ἡμῖν, ὡς παρετή-
823ρησα καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, δὲν δύνανται
824νὰ θεωρηθῶσι τέλεια, ὑπάρχουσι μάλιστα τινὲς, οἱ παλαιό-
825τεροι τῶν στρατώνων, οἵτινες πρέπει ν’ ἀντικαταστηθῶσι
826βαθμηδὸν, ἀλλ’ οἱ νεώτεροι στρατῶνες εἶναι ἄριστοι. Ἐλ-
827πίζω ὅτι θέλομεν δυνηθῆ κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον νὰ
828ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἕτοιμα τὰ σχέδια νέου Νοσο-
829κομείου Ἀθηνῶν καὶ προσθέτων στρατώνων, οὐ μόνον ἐν
830Ἀθήναις, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι. Προσεπαθήσαμεν ὅπως
831τὰ σχέδια τῶν καταστημάτων τούτων ὦσιν ἐπιτυχέστερα
832τῶν μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς βεβαίως δὲν ἀγνοεῖ,
833ὅτι ἡ ἐπιτυχία συνδυάζεται καὶ πρὸς τὴν δαπάνην, ὅτι εἷς
834τῶν λόγων, δι’ οὓς τὰ παρ’ ἡμῖν κτίρια εἶναι ὁποῖα παρέ-
835στησεν αὐτὰ, καὶ ὁποῖα ἀναγνωρίζω ἐν μέρει ὅτι εἶναι τὰ
836παλαιότερα, εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιδιώξεως τῆς οἰκονομίας,
837διότι δαπανηρότατοι κατέστησαν σήμερον οἱ στρατῶνες, οἱ
838κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς τελειοτέρας τέχνης. Θέλομεν προσ-
839παθήσει νὰ συνδυάσωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐν τῇ σχεδιάσει τῶν
840στρατώνων καὶ αὐτοῦ ἔτι τοῦ Νοσοκομείου τὰ τῆς οἰκονο-
841μίας πρὸς τὴν καλὴν οἰκοδομὴν, ἐλπίζω δ’ ὅτι θέλομεν δυ-
842νηθῆ ν’ ἀποκτήσωμεν κτίρια κατάλληλα, διότι δὲν θὰ ὦμεν
843ἠναγκασμένοι ὡς πρὸς τὰ τῆς οἰκονομίας νὰ φανῶμεν αὐ-
844στηροὶ ὅσον ἄλλοτε.
845§21ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
846γὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀῤῥώστων
847τοῦ ἐνταῦθα Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου κατῆλθεν ἀπὸ 280
848εἰς 140, τοῦτο βεβαίως δὲν ἐγένετο ἐκ τῆς ἐπιδράσεως τῶν
849λόγων μου ἀμέσως, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι
850καὶ αὐταὶ, ὁπωσδήποτε, νομίζω ὅτι δύνανται νὰ σχετισθῶσι
851πρὸς τὰ ἐνταῦθα παρ’ ἐμοῦ καὶ παρά τινων συναδέλφων μου
852λεχθέντα, δηλαδὴ ἐγένοντο νοσηλευτήρια προσωρινὰ ἐν τοῖς
853στρατῶσι, καὶ μόνον εἰς αὐτὰ τὰ νοσηλευτήρια ὑπῆρχον
854καὶ ὑπάρχουσι κλῖναι· ἑπομένως, φυσικῷ τῷ λόγῳ, δὲν ἐστέλ-
855λοντο πλέον εἰς τὸ κεκορεσμένον Νοσοκομεῖον οἱ ἄῤῥωστοι,
856ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, οἱ ὀλιγώτερον ἐπικινδύνως ἀσθε-
857νεῖς ἐκρατοῦντο εἰς αὐτὰ τὰ νοσηλευτήρια, καὶ δὲν δύνα-
858ταί τις, παρὰ νὰ συγχαρῇ τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν καὶ
859τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν διὰ τὴν λῆψιν τῶν μέτρων τού-
860των, διότι, ὅσον περισσότερον ἀπήλλασσε τοὺς ἀῤῥώστους ἐκ
861τῆς εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον ἀποστολῆς αὐτῶν, καὶ
862ὅσον περισσότερον ἐφρόντιζε περὶ τῆς ἀραιώσεως τῶν ἐν τῷ
863Στρατιωτικῷ Νοσοκομείῳ, τοσοῦτον βεβαίως ἐξυπηρετεῖ τὰ
864τῆς ὑγείας τῶν στρατιωτῶν. Ὥστε, ἂν κατῆλθεν ἀπὸ 280
865εἰς 140 ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν τῷ Στρατιωτικῷ Νοσοκομείῳ νο-
866σηλευομένων, τοῦτο βεβαίως ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος
867εἰς τοὺς ἀγῶνας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐκ τῆς περιστάσεως,
868ὅτι συνεστήθησαν τὰ προσωρινὰ ταῦτα θεραπευτήρια, τὰ
869ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία, ἄριστα ποιοῦσα,
870συνέστησε κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν ἐν Γαλλίᾳ. Ἐνθυμεῖται
871ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἀπὸ τόσων ἐτῶν
872εἰδικῶς ἀσχολεῖται εἰς τὰ στρατιωτικὰ, ὅτι ὁ στρατάρχης
873Σοὺλτ ἐφρόνει, ὅτι μεγίστη ὑπῆρχεν ὠφέλεια καὶ ἀπροσδό-
874κητα πραγματικῶς ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς συ-
875στάσεως τῶν προσωρινῶν τούτων ἐν τοῖς στρατῶσι νοσοκο-
876μείων ἐν Γαλλίᾳ. Εἶχε παρατηρηθῆ τότε, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῆς
877θνητότητος διὰ τοῦ μέτρου τούτου εἶχε κατέλθει παραδόξως.
878Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ὑπῆρξε σωτήριον, ὅτι
879ἐξηγεῖ τὸ φαινόμενον τὸ εὐάρεστον, περὶ τοῦ ὁποίου μᾶς ὡμί-
880λησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ἐνῷ
881μετὰ τὰς συζητήσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἐνταῦθα, ἐπετάθη ἡ
882κακὴ κατάστασις τῆς ὑγείας τῆς πόλεως, καὶ ἐνῷ ηὔξησεν
883ἡ θνησιμότης ἐν τῇ πόλει, κατ’ ἀντίθεσιν τὰ ἀποτελέσματα
884ἐν τῇ φρουρᾷ ὑπῆρξαν πολὺ βελτίονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα
885εἶχον παρουσιασθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ εἶχον ἀνομολο-
886γηθῆ καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν,
887συνεπείᾳ τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ τῷ ἀπηύθυνα.
888Ταῦτα λοιπὸν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἄριστα, ὀφείλονται εἰς
889καλὸν καὶ παντὸς ἐπαίνου ἄξιον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν
890ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρε-
891σίας του, τὸ τῆς ἱδρύσεως δηλαδὴ τῶν προσωρινῶν τούτων ἐν
892τοῖς στρατῶσι νοσηλευτηρίων. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι τὰ φαινό-
893μενα ἐξηγοῦνται, καὶ ἐξηγοῦνται πρὸς ὄφελος τοῦ κ. Ὑπουρ-
894γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ κάμωμεν
895χρῆσιν εἰρωνείας τινὸς, ἡ ὁποία ὡς καὶ ἄλλοτε τῷ εἶπον,
896δὲν ἔχει χώραν ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ἀντικειμένου. Ἐν τούτοις
897ἀκούομεν μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι ἠραιώθη ἄλλως τε καὶ
898ἡ φρουρὰ ἐνταῦθα.
899§22ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐδόθησαν καὶ πολλαὶ ἄδειαι εἰς τοὺς στρα-
900τιώτας.
901§23ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ὅλα ταῦτα τὰ μέτρα συνετέλεσαν βε-
902βαίως τὰ μέγιστα εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ὑγείας. Ἑπομέ-
903νως ἡ ἐλάττωσις τῆς φρουρᾶς, ἡ ἐξαποστολὴ ἐντεῦθεν ἑνὸς
904συντάγματος, αἱ ἄδειαι, αἵτινες ἐδόθησαν ἀθρόαι, τὰ ἐν τοῖς
905στρατῶσι προσωρινὰ νοσηλευτήρια, ἐξηγοῦσιν οὐ μόνον τὸ
906φαινόμενον, ὅτι οἱ ἀσθενεῖς ἐν τῷ Νοσοκομείῳ ἀπὸ 280 κα-
907τέβησαν εἰς 140 καὶ ἴσως εἰς ὀλιγωτέρους, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ ἐν
908γένει ὑγιεινὴ κατάστασις τῆς φρουρᾶς ἐβελτιώθη οὐσιωδῶς,
909καὶ ἐβελτιώθη κατ’ ἀντίθεσιν τῆς ἐπιτάσεως τῆς κακῆς
910καταστάσεως τῆς ὑγείας τῆς πόλεως. Ἐν τούτοις εὐχαρίστως
911πληροφορούμεθα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν,
912ὅτι θέλει φροντίσει, καὶ διὰ τὴν πρωτεύουσαν καὶ διὰ τὰς
913ἐπαρχίας, καὶ περὶ στρατώνων καταλληλοτέρων καὶ περὶ
914νοσηλευτηρίων καταλληλοτέρων. Καιρὸς βεβαίως ἦτο νὰ
915φροντίσῃ περὶ αὐτῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι λόγος οἰκο-
916νομίας, ὅστις πάντοτε ἐγένετο ἀφορμὴ τῆς ἀποτυχίας τῶν
917δημοσίων κτιρίων καὶ ἰδίως τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ
918σφαλεραὶ ἰδέαι, αἵτινες πολλάκις ἐπεκράτησαν. Μήπως τυ-
919χὸν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι μετὰ πολ-
920λῆς οἰκονομίας ἐγένετο τὸ τελευταῖον στρατιωτικὸν οἰκοδό-
921μημα; Ἐννοῶ τὸ Στρατοδικεῖον. Μήπως πιστεύῃ, ὅτι τὸ
922Στρατοδικεῖον τοῦτο ᾠκοδομήθη κατὰ κανόνας, καὶ ὅτι κα-
923λῶς ἔχει; Οὔτε τὸ ἓν εἶναι ἀκριβὲς, οὔτε τὸ ἄλλο. Ἀλλὰ δὲν
924εἶναι τοῦ παρόντος νὰ εἰσέλθωμεν εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ
925προκειμένου. Πλὴν ἐλπίζομεν, ὅτι τὰ διαγράμματα καὶ τὰ
926σχέδια, τὰ ὁποῖα θέλει παρουσιάσει εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ἀφο-
927ρῶντα εἰς τὸ Νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν, θὰ ἦναι τοιαῦτα, ὥστε
928νὰ μᾶς δώσωσι καὶ πάλιν ἀφορμὴν νὰ τῷ εἴπωμεν, ὅτι καλῶς
929πράττει. Ἀλλ’ ἂς μὴ περιορίσῃ τὴν μέριμναν αὑτοῦ μόνον
930ἐπὶ τῆς φρουρᾶς τῶν Ἀθηνῶν, διότι βεβαίως πάσης μερί-
931μνης ἄξιαι εἶναι καὶ αἱ ἄλλαι φρουραὶ ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ,
932καὶ τὰ συμβάντα τὸ ἔτος τοῦτο ὑπῆρξαν τόσον ὀδυνηρὰ,
933ὥστε πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ταῦτα θέλουσι τοὐλάχιστον
934παρουσιάσει τὸ τελευταῖον τοιούτου εἴδους φαινόμενον, τὸ
935ὁποῖον θέλει παρουσιάσει ἡ ὑγεία τοῦ στρατοῦ.
936§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦρε τὴν νίκην ὁ Δὸν Κισσῶτος,
937κύριε Πρόεδρε, κατὰ τῶν ἀνεμομύλων, — γνωρίζετε τὴν
938παροιμίαν — ἀλλ’ ἐπὶ τέλους συνετρίβη ὑπ’ αὐτῶν. Ἠκού-
939σατε τί μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν: ὅτι
940διὰ τῶν μέτρων αὐτοῦ κατώρθωσε νὰ τακτοποιηθῶσι τὰ
941τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ. Ἐνόμισεν ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα,
942εἰς τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἀνταλάσσῃ λογοπαίγνια καὶ
943εἰρωνείας, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῇ τούτου μετὰ τῆς ἀπαι-
944τουμένης σοβαρότητος. Ἐβελτιώθη ἢ δὲν ἐβελτιώθη ἡ
945ὑγεία τοῦ στρατοῦ; αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐγὼ λέγω
946ὄχι. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ
947καταρτισθῇ εἶδος νοσοκομείων εἰς τοὺς στρατῶνας, δὲν ἦτο
948μέτρον ληφθὲν χάριν τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ, ἦτο μέτρον,
949τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλεν ἡ χωρητικότης τοῦ Νοσοκομείου· ἦτο
950μέτρον διὰ ν’ ἀποκρυβῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀσθενούντων ἐν τῷ
951Νοσοκομείῳ, καὶ οὕτω νὰ ὑπεκφύγῃ τὸν ἔλεγχον ἐκ
952μέρους ἡμῶν καὶ καλύψῃ τὴν εὐθύνην του, νὰ μὴ δυνά-
953μεθα δὲ νὰ ἔχωμεν τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀποθνησκόντων,
954οὐδὲ νὰ γνωρίζωμεν πόσοι καὶ διὰ τίνα νοσήματα νοση-
955λεύονται. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶδεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
956κατορθώσῃ τοῦτο, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀσθενούντων ηὔ-
957ξησεν, ἐφήρμοσε τὰ μέτρα, τὰ ὑποδειχθέντα παρ’ ἡμῶν,
958τῶν ἀδειῶν καὶ τῆς μεταθέσεως τῶν σωμάτων. Ἐκ τούτου
959πηγάζει ὁ λόγος τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀσθενῶν.
960Καὶ ὅμως ἐγέλα, συζητῶν περὶ τούτων, ὁ κ. Ὑπουργὸς,
961καὶ ἐνόμιζεν ὅτι ἐθριάμβευσε, παριστῶν εἰς ἡμᾶς, ὅτι τὰ
962μέτρα του συνετέλεσαν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ὑγείας τοῦ
963στρατοῦ, καὶ ἐπίστευσεν ὅτι μᾶς ἔπεισεν, ὡς νὰ μὴ ἤμεθα
964ἡμεῖς οἱ ὑποδείξαντες τὰ μέτρα ταῦτα, καὶ κατὰ συνέ-
965πειαν νὰ μὴ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνθυμούμεθα τὰ λαβόντα χώραν
966ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Τοῦτ’ αὐτὸ ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
967καὶ ὅταν πρῶτος ὕψωσα φωνὴν ἐντεῦθεν διὰ τὴν κατά-
968στασιν τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ, καὶ οὕτω συμπεριεφέρθη
969τότε καὶ πρὸς τὸν κ. Τυπάλδον, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὰ
970παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἐκταθεὶς μάλιστα. Εἰρωνεύετο καὶ
971τότε, καταφεύγων εἰς λογοπαίγνια ἄσεμνα, ἀνάξια κοινῶν
972ἀνθρώπων πλέον, καὶ οὐχὶ ἀνδρῶν κατεχόντων θέσεις, πι-
973στεύων ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἦτο ἄξιον ἐλαφρᾶς συζητή-
974σεως, διὰ νὰ μὴ εἴπω τὴν ἁρμόζουσαν λέξιν. Αὐτὸς ἓν νο-
975μίζει ἄξιον σπουδαίας συζητήσεως, πῶς νὰ εἰσπράττῃ
976φόρους· ἀδιαφορεῖ, ἂν καθ’ ἡμέραν γίνωνται φόνοι, λῃστεῖαι,
977βιασμοὶ, ἐὰν ἀποθνήσκουν οἱ στρατιῶται ἕνεκα κακῆς
978διαίτης· αὐτὰ εἶναι ἀνάξια λόγου δι’ αὐτὸν, διότι εἶναι
979ξένος οἰκογενειακῶν δεσμῶν καὶ φίλτρου, περιουσίας στε-
980ρεῖται, καὶ δὲν γνωρίζει ποίας σοβαρότητος ἄξια εἶναι καὶ
981πόσον πόνον προξενοῦσιν εἰς τὴν κοινωνίαν. Διὰ τοῦτο
982καταφεύγει εἰς συζήτησιν ἐλαφρὰν, πεπεισμένος ὅτι ἦρε
983νίκην, ὁμοιάζουσαν καθ’ ἡμᾶς τὴν τοῦ Δὸν Κισσώτου.
984§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγιστοι, πιστεύω, ἐκ τῶν
985ἀξιοτίμων κ. συναδέλφων ἀγνοοῦσι τὰς σκηνὰς, αἵτινες
986συνέβησαν ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τῆς Σπάρτης κατὰ τὸν μῆνα
987τοῦτον. Ἐκεῖ, ἕνεκα λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν ἀρκετὰ
988σαφῶς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ἐπῆλθε
989δεινὴ καὶ ἀσυμβίβαστος ῥῆξις μεταξὺ τῶν προσώπων, τῶν
990ἀποτελούντων τὸ Δικαστήριον τῆς Σπάρτης, καὶ ὁλο-
991κλήρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου τῆς πόλεως ἐκείνης.
992Καὶ οἴκοθεν εἶχον καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσω
993τὸ ἐπ’ ἐμοὶ περὶ τῆς διορθώσεως τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον
994ἐγένετο ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ εἰδικῶς εἶμαι ἐντεταλμένος, ὡς ἀντι-
995πρόσωπος τοῦ νομοῦ, παρὰ τοῦ ἀξιοτιμοτάτου Δικηγορικοῦ
996Συλλόγου Σπάρτης νὰ μεριμνήσω καὶ νὰ ἐνεργήσω καθ’
997οἱονδήποτε μοὶ εἶναι δυνατὸν τρόπον ὑπὲρ τῆς διορθώσεως
998τοῦ κακοῦ.
999Ἔλαβον τηλεγράφημα πρὸ πολλῶν ἡμερῶν παρὰ τοῦ
1000Προέδρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, τὸ ὁποῖον, σχολα-
1001ζούσης τῆς Βουλῆς, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀνακοινώσω
1002δι’ ἐπιστολῆς (καθότι, ἀσθενὴς ὤν, δὲν ἠδυνάμην νὰ πο-
1003ρευθῶ αὐτοπροσώπως) πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δι-
1004καιοσύνης· ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμολογουμένως—καὶ ὀφείλω
1005ἀμέσως νὰ ὁμολογήσω καὶ νὰ ἐξάρω τοῦτο—ἔσπευσε νὰ
1006λάβῃ πᾶν δυνατὸν ἐκ τοῦ προχείρου μέτρον πρὸς διόρθωσιν
1007τῆς καταστάσεως, ἐξαπέστειλε δ’ ἐκεῖσε τὸν κ. Εἰσαγγελέα
1008τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ
1009φωτίσῃ αὐτὸν περὶ τῆς καταστάσεως, ἑπομένως δὲ καὶ περὶ
1010τοῦ πρακτέου. Ἔμαθον χθὲς ἐκ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυ-
1011βερνήσεως», ὅτι τρεῖς ἐκ τῶν Πρωτοδικῶν, τῶν ἀποτε-
1012λούντων τὸ Δικαστήριον Σπάρτης, μετετέθησαν ἀλλαχόσε·
1013φρονῶν ὅμως, ὅτι διὰ τῆς μεταθέσεως ταύτης, καθ’ ἃς τοὐ-
1014λάχιστον εἶχον πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν περὶ μεταθέσεως
1015Διαταγμάτων πληροφορίας, δὲν διορθοῦται τὸ κακόν, νο-
1016μίζω καθῆκόν μου νὰ συστήσω καὶ ἐντεῦθεν πρὸς τὸν κ.
1017Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὴν πληρεστάτην διόρθωσιν,
1018ἐὰν τοιαύτην ἐπιβάλλωσι τὰ πράγματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς
1019ἔχει ἤδη βεβαιότατα εἰς χεῖράς του τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐκ-
1020τάκτως ἀποσταλέντος ἐκεῖσε ἀνακριτικοῦ ὑπαλλήλου, τοῦ
1021κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, καὶ κατ’ αὐτὴν
1022ἐνήργησε.
1023Καὶ ἐὰν μὲν ἡ ἔκθεσις αὕτη προέτεινε τὴν μετάθεσιν ἐκ
1024Σπάρτης μόνον τῶν τριῶν ἤδη μετατεθέντων πρωτοδικῶν,
1025δὲν θὰ εἶχόν τι νὰ προσθέσω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη
1026εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων, τὰ
1027ὁποῖα ἔχει εἰς χεῖράς του· εἶχον ὅμως ἰδιαιτέρας πληροφο-
1028ρίας, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν προέ-
1029τεινε τὴν μετάθεσιν ἐκ Σπάρτης πλειοτέρων προσώπων. Ἡ
1030ὑπόθεσις θεωρεῖται τετελεσμένη, ὡς ἀνακριτικὸν θέμα, διότι
1031ἤδη ἔχομεν καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, καὶ πιστεύω ὅτι
1032ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν θέλει δυσκολευθῆ
1033νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἵνα μάθωμεν, ἐὰν ἐξετε-
1034λέσθη αὕτη ἐν ὅλῳ, ἢ ἐὰν ἐξετελέσθη ἐν μέρει. Ἐν τούτοις,
1035εὑρισκόμενος ἐνταῦθα, ὀφείλω, καθ’ ἃς ἔχω ἐκ Σπάρτης
1036πληροφορίας, νὰ συστήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς
1037Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ περισσότερον τὴν προσοχήν του
1038ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου, διότι δὲν εἶναι ἁπλοῦν· οἱ πέντε
1039ἐκ τῶν ἑπτὰ ἐν συνόλῳ Πρωτοδικῶν, τῶν ἀποτελούντων τὸ
1040Δικαστήριον Σπάρτης, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς περιέστησαν εἰς
1041ἐχθρότητα ἀδιάλλακτον πρὸς ὁλόκληρον τὸν Δικηγορικὸν
1042Σύλλογον τῆς Σπάρτης, τὸν ἀποτελούμενον ἐξ ὅλων τῶν
1043δικηγόρων, μηδενός, νομίζω, ἐξαιρουμένου, προσώπων ἀξίων
1044πάσης τιμῆς καὶ ὑπολήψεως. Ἑπομένως ἡ διατήρησις
1045τινῶν ἐκ τῶν δικαστῶν ἐκείνων εἰς τὴν θέσιν των ἐν
1046Σπάρτῃ εἶναι συντήρησις αὐτοῦ τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ σκαν-
1047δάλου, τὸ ὁποῖον εἴχομεν μέχρι τοῦδε. Δὲν γνωρίζω, ἂν
1048πρέπῃ νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πταῖσται καὶ ὁ Πρόεδρος, ὁ μὴ
1049μετατεθείς, καὶ ὁ πρωτοδίκης κ. Κινδύνης, μὴ μετατεθεὶς
1050καὶ ἐκεῖνος, καθ’ ὧν οἱ δικηγόροι ἔχουσι παράπονα τόσα,
1051ὅσα καὶ κατὰ τῶν ἄλλων, τῶν μετατεθέντων· τοῦτο θὰ
1052μάθωμεν ἐκ τῆς καταθέσεως τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Εἰσαγ-
1053γελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἣν ἔχει ἤδη ὁ Ὑπουργὸς
1054ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
1055Ἀλλὰ πιθανὸν ὁ κ. Ἠλιάδης, ἄνθρωπος καὶ νοήμων
1056καὶ ὀξυδερκέστατος καὶ δραστηριώτατος, νὰ μὴ ἀντε-
1057λήφθη καλῶς καὶ κατὰ τρόπον πλήρη τῆς ὑποθέσεως
1058ὁλοκλήρου, πιθανὸν ἐκ τῆς ὀλιγοημέρου διαμονῆς του ἐν
1059Σπάρτῃ νὰ μὴ κατώρθωσε νὰ ἐξακριβώσῃ ἐντελῶς τὰ γε-
1060νόμενα καὶ τὰ συμβαίνοντα. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἡ συνερ-
1061γασία ὁλοκλήρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου πρὸς τὸν
1062Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου κ. Γούζαρην καὶ τὸν ὑπολει-
1063πόμενον δικαστὴν κ. Κινδύνην, καθ’ οὗ ἐπίσης ὑπῆρχον
1064παράπονα, τυγχάνει καὶ ἔσεται καθ’ ὁλοκληρίαν ἀδύνα-
1065τος ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον ἐκεῖνοι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ, θὰ εὑρι-
1066σκώμεθα πάντοτε πρὸ τοῦ φόβου τοῦ δικαιοστασίου, τὸ
1067ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐπεκράτησεν ἐν Σπάρτῃ ἐπὶ ἕνα ὁλό-
1068κληρον μῆνα. Εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως, οἱ δικασταὶ
1069ἠσθάνθησαν ἑαυτοὺς τοσούτῳ προσβεβλημένους, ὥστε ἐνό-
1070μισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιζητήσωσι τὴν ἱκανοποίησιν ἑαυ-
1071τῶν κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρεπόμενον εἰς αὐτοὺς, ἐν τῇ ἐξα-
1072σκήσει δηλαδὴ τῶν ἔργων των ὡς δικαστῶν! Ἐντεῦθεν
1073φόβος καὶ τρόμος κατέλαβεν ὁλόκληρον τὴν περιφέρειαν,
1074τὴν ὑπαγομένην εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ Πλημμελειοδι-
1075κεῖον τῆς Σπάρτης, οἱ κατηγορούμενοι δὲν προσέρχονται,
1076καὶ δικάζονται ἐρήμην, δικαζόμενοι δ’ ἐρήμην καὶ λαμβά-
1077νοντες τὴν κοινοποίησιν τῶν ἀποσπασμάτων τῶν ἀποφά-
1078σεων, δὲν προσέρχονται νὰ δικασθῶσι, διότι φοβοῦνται,
1079ὅτι θὰ διπλασιασθῇ καὶ τριπλασιασθῇ ἡ ποινὴ, ἡ ὁποία
1080ἤδη εἶχεν ἐπιμετρηθῆ αὐτοῖς ἐν τῇ κατ’ ἐρήμην δίκῃ, προ-
1081τιμῶντες νὰ φυγοδικῶσι, προτιμῶντες πᾶν ἄλλο ἢ τὴν
1082προσέλευσιν εἰς τὸ Δικαστήριον! Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι,
1083ὀφείλει νὰ ἐμποιῇ τρόμον ἀληθῆ· ὅταν οἱ πολῖται, συλ-
1084λογιζόμενοι τὸ Δικαστήριον, φρίττωσι καὶ τρέμωσι, ποῦ
1085ἀλλοῦ θέλουσιν εὕρει προστασίαν, ποῦ ἀλλοῦ θέλουσιν
1086εὕρει ἄσυλον καὶ δικαιοσύνην; Τὸ δικαιοστάσιον ὑπῆρξε
1087καὶ ὑπάρχει μέχρι τοῦδε, καὶ θὰ ὑπάρχῃ ἐφ’ ὅσον δὲν
1088κοινοποιηθῶσιν αἱ μεταθέσεις καὶ δὲν μεταβῶσιν ἐκεῖσε
1089ἕτεροι Πρωτοδίκαι, μεθ’ ὧν νὰ δύνωνται οἱ δικηγόροι νὰ
1090συνεργάζωνται· διότι νῦν καθ’ ἡμέραν ἐκφωνοῦνται καὶ
1091διαγράφονται ἐκ τῶν πινακίων αἱ πολιτικαὶ ὑποθέσεις,
1092μηδενὸς διαδίκου, μηδενὸς δικηγόρου παρισταμένου, οἱ δὲ
1093δικασθέντες ἐπὶ ποινικῶν δικῶν κατ’ ἐρήμην, καθ’ ὧν ἡ
1094ἐρήμην ἀπόφασις κατέστη ὁριστικὴ, προτίθενται νὰ
1095προβάλωσι λόγους, τοὺς ὁποίους προβλέπουσιν οἱ νό-
1096μοι, ὑπερτάτου φόβου, ὑπερτάτου κινδύνου, καὶ νὰ ζη-
1097τήσωσι τὴν ἐκ νέου ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεών των, διότι
1098ἐνεπνεύσθη καθ’ ἅπασαν τὴν περιφέρειαν ὁ τρόμος ἐκ μέ-
1099ρους τῶν δικαστῶν ἐκείνων!
1100Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύ-
1101νης νὰ μὲ φωτίσῃ περὶ τῶν ὅσων ἠρώτησα αὐτὸν, καὶ νὰ
1102εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως
1103τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἵνα φωτισθῶμεν ἐξ αὐτῆς
1104περὶ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, δὲν
1105προβαίνω οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὴν ἔκθεσιν ἢ τὴν νύ-
1106ξιν κἂν τῶν λόγων τῆς διαιρέσεως καὶ τῶν ἀντεγκλή-
1107σεων, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν μεταξὺ δικηγόρων καὶ δικαστῶν
1108ἐκεῖ, καὶ τῶν ἀμοιβαίως δοθεισῶν καταγγελιῶν, ἐγχειρι-
1109σθεισῶν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, τὸν
1110μεταβάντα εἰς Σπάρτην διὰ τὰς ἀνακρίσεις, ἢ ἀποσταλει-
1111σῶν εἰς τὸν αὐτὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἢ τὸν παρ’
1112Ἀρείῳ Πάγῳ, ἢ καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης,
1113καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Δικαστηρίου. Ἀξιότιμος συνάδελφος
1114ἡμῶν, ὁ κ. Κατσικόπουλος, δικηγορῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ
1115Δικαστηρίου ἐκείνου, μὴ πολιτευόμενος δὲ ἐν τῷ αὐτῷ νομῷ,
1116διότι ἐκλέγεται ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, εἶναι εἰς θέσιν, ἐὰν
1117τυχὸν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἀνάγκην περισσοτέρων πληροφοριῶν, νὰ
1118ἐκθέσῃ τὰ περαιτέρω· καὶ παρακαλῶ αὐτὸν πρὸς τοῦτο,
1119ἵνα σχηματισθῇ ἀκριβέστερον ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς περὶ τῆς
1120ἐκεῖ καταστάσεως καὶ ὑποβοηθηθῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουρ-
1121γοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
1122§26ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ ἐκθέ-
1123σεις, τὰς ὁποίας μοὶ ὑπέβαλεν ὁ ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τῶν
1124συμβάντων ἐν Σπάρτῃ μεταβὰς ἐκεῖσε κατ’ ἐντολήν μου
1125Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, δὲν εἶναι ἐκθέσεις
1126ὁριστικαὶ, οὐδὲ λεπτομερῶς περιγράφουσι τὰ συμβάντα,
1127πρὸ πάντων δὲ δὲν εἶναι ἐκθέσεις ἐκτιμῶσαι ταῦτα, διότι,
1128καὶ ὡς πρὸς τοὺς δικαστὰς καὶ ὡς πρὸς τοὺς δικηγόρους ὁ
1129Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν δὲν μοὶ ὑπέβαλεν ἐκθέσεις λεπτο-
1130μερεῖς ἀκόμη, καταγινόμενος εἰς συμπλήρωσιν τῶν ἀναγ-
1131καίων στοιχείων, ἵνα, ἐὰν μὲν πρόκηται περὶ πειθαρχικοῦ
1132παραπτώματος τῶν δικαστῶν, ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον
1133τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, ἐὰν δὲ περὶ ἀξιοποίνου αὐτῶν
1134πράξεως, ἐπιληφθῇ κατὰ νόμον τῆς πρεπούσης ἀνακρίσεως
1135ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, ἐνεργηθῶσι δὲ συγχρόνως τὰ πρέ-
1136ποντα καὶ κατὰ τῶν δικηγόρων, ἐὰν ἀποδειχθῶσι καὶ οὗτοι
1137πειθαρχικῶς ἢ ποινικῶς καταδιωκτέοι. Ἑπομένως δὲν ἤθελε
1138φωτίσει ἐπαρκῶς τὴν Βουλὴν ἡ κατάθεσις τῆς ἐκθέσεως τοῦ
1139Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ
1140ἐκκρεμοῦς ἀμφοτέρων τῶν ὑποθέσεων, τῆς τε ἀφορώσης τοὺς
1141δικαστὰς καὶ τῆς ἀφορώσης τοὺς δικηγόρους, παρακαλῶ
1142τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν, ὅπως κατα-
1143θέσω, διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τοῦτο πρέπον, ἐκκρεμοῦς
1144οὔσης ὡς πρὸς ἀμφότερα τὰ μέλη τῆς ἐνεργείας τῆς δικα-
1145στικῆς ἀρχῆς. Διὰ τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν ὁ Εἰσαγγελεὺς
1146μοὶ ὑπέδειξε προκαταρκτικῶς καὶ προέτεινε, καθ’ ὃ εἶχεν
1147ὑπὸ τοῦ νόμου καθῆκον, μεταβολάς τινας, εἰς ἃς κατὰ τὸ
1148πλεῖστον προέβην. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ ἐκεῖ,
1149εἶχε προτείνει τὴν ἀντικατάστασιν ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν
1150δικαστῶν, ὁ Εἰσαγγελεὺς ὅμως τῶν Ἐφετῶν, ἐφεκτικώ-
1151τερος τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, περιώρισε τὴν
1152πρότασιν αὐτοῦ ὡς πρὸς ὀλιγώτερα πρόσωπα ἐκ τῶν δικα-
1153στῶν· μεταξὺ τῶν προσώπων, ὧν προετείνετο ἡ μετάθεσις,
1154ἦσαν οἱ τρεῖς μετατεθέντες, περὶ ὧν πρώτιστα ἐγνωμοδότει,
1155ὅτι ἔπρεπε νὰ μετατεθῶσι. Νομίζω ὅτι εἶναι ὡς πρὸς δύο
1156ἀκόμη πρόσωπα γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφε-
1157τῶν, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα θέλει σπεύσει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ
1158προβῇ εἰς ἀπόφασιν περὶ ἀντικαταστάσεως αὐτῶν. Παρα-
1159καλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι, ὅπως μετὰ
1160σπουδῆς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μετὰ προσοχῆς ἀτενοῦς ἐνήρ-
1161γησε πᾶν ὅ,τι ἐξ αὐτοῦ ἐξήρτητο πρὸς διευκρίνησιν τῶν
1162πραγμάτων καὶ ἐνέργειαν τῶν δεόντων, οὕτω καὶ νῦν ἀσχο-
1163λεῖται, ὅπως ἐκλείψῃ πᾶσα ἀταξία ἐν τῇ καταστάσει τῆς
1164διαχειρίσεως τῆς δικαιοσύνης ἐν τῷ Δικαστηρίῳ Σπάρτης.
1165§27ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κυριώτατα ἔχω συμφέρον
1166καὶ ἐπιθυμίαν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ διευκολυνθῇ ἡ ὑμετέρα
1167ἐργασία ὡς πρὸς τὴν τακτοποίησιν τοῦ ἐκεῖ ἀναφυέντος
1168σκανδάλου, καὶ ὁμολογουμένως εἰς τοῦτο ἤθελον καὶ θέλω
1169σᾶς βοηθήσει, ἐὰν δύνωμαι, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου
1170καὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ὑπέστη τραῦμα καιριώτατον.
1171Ὅτε ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ὑμῖν προσωπικῶς
1172ἐν τῷ Ὑπουργείῳ (προσελθὼν ἐκεῖ κατὰ καθῆκον ὡς ἀντι-
1173πρόσωπος τοῦ τόπου) περὶ τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ λύπης
1174ἀνέφερον ὑμῖν διαφόρους δυσαρέστους λεπτομερείας περὶ τῆς
1175Δικαιοσύνης ἔν τινι μέρει τοῦ Κράτους. Ἐλπίζω ὅτι ἐνθυ-
1176μεῖσθε. Καλῶς ἄρα γνωρίζετε, ὁπόσον ὑψηλὰς ἰδέας ἔχω
1177περὶ Δικαιοσύνης, τὰς ὁποίας ἔχετε καὶ σεῖς, καὶ ὀφείλετε
1178νὰ ἔχητε. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ κανονισθῇ καθ’ οἱονδήποτε
1179τρόπον τὸ ἐν Σπάρτῃ σκάνδαλον, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς
1180Δικαιοσύνης, διότι θὰ ἦτο ὁμολογουμένως λίαν λυπηρὸν,
1181ἐὰν μὴ κατεβάλλετο ἐκ μέρους ὑμῶν πᾶσα προσπάθεια πρὸς
1182ἱκανοποίησιν τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ
1183τόπου ἐκείνου, ἐν ᾗ περιστάσει ἐν ἄλλῃ δικαστικῇ περιφε-
1184ρείᾳ τοῦ Κράτους ἐγένετό τι, τὸ ὁποῖον ἐπίσης καιριώτατα
1185προσβάλλει τὴν ὑπόληψιν καὶ τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης·
1186ἐννοῶ τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Καρ-
1187δίτσης.
1188Κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῶν συνεδριάσεων τῆς
1189Βουλῆς, μεθ’ ἣν ἐπῆλθεν ἡ διακοπὴ, ἤτοι κατὰ τὴν 21ην
1190παρελθόντος Δεκεμβρίου, ἔσχον τὴν τιμὴν, ἐγειρόμενος τῆς
1191θέσεώς μου, νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς καὶ ὑμῶν, ὅτι,
1192καθ’ ἃς εἶχον πληροφορίας, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Νομαρχιακοῦ
1193Συμβουλίου Τρικκάλων ὑπέβαλεν ὑμῖν πρᾶξιν αὐτῆς κατὰ
1194τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Καρδίτσης κ. Γορτυνίου.
1195Τὸ πρᾶγμα, ὡς εἰκὸς, μ’ ἐθορύβησε, καὶ διὰ γενικὰς ἰδέας
1196ἀπολύτως, οὐχὶ δὲ διὰ λόγους προσωπικῆς σχέσεως, (καθό-
1197σον ἁπλουστάτην μόνον γνωριμίαν ἔχω πρὸς τὸν κ. Γορτύ-
1198νιον) ἠναγκάσθην νὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
1199νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν πληροφορίας μόνον, ἐν ἀνάγκῃ δὲ
1200τὴν διόρθωσιν τοῦ πράγματος· εἶχον δὲ ζητήσει τότε, νὰ
1201λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσητε εἰς τὴν Βουλὴν,
1202ἐπαναλαμβανομένων τῶν ἐργασιῶν, τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο τῆς
1203Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς. Ὡς δὲ νῦν μανθάνω, ὄχι μόνον
1204δὲν διωρθώθη τὸ κακὸν τότε, ἀλλὰ καὶ προσωθήθη, οὕτως
1205εἰπεῖν, εἰς τὰ ἐμπρὸς, ἐπὶ βλάβῃ τῆς Δικαιοσύνης.
1206Μοὶ ἐστάλη—ἴσως διότι τότε ἔλαβον τὸν λόγον ἐντὸς
1207τοῦ Βουλευτηρίου περὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης—ἓν φύλλον
1208τῆς ἐν Καρδίτσῃ ἐκδιδομένης ὁμωνύμου ἐφημερίδος, ἐξ ἧς
1209μανθάνω πράγματα τῇ ἀληθείᾳ λίαν σοβαρὰ καὶ λίαν
1210δυσάρεστα διὰ τὴν Δικαιοσύνην τῆς Ἑλλάδος. Ἐπιτρέ-
1211ψατέ μοι νὰ τονίσω τὰς λέξεις «λίαν δυσάρεστα»! Κατη-
1212γορεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ὑπὸ τῆς Νομαρ-
1213χιακῆς Ἐπιτροπῆς Τρικκάλων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
1214Δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ ζητήσῃ—διότι τὸ ἄρθρον 31 τοῦ περὶ
1215Νομαρχιακῶν Συμβουλίων ΑΦΝϚʹ νόμου δὲν τάσσει τὸ
1216Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, οὔτε τὴν Νομαρχιακὴν Ἐπιτρο-
1217πὴν ἐπίσκοπον καὶ ἐπόπτην τῆς Δικαιοσύνης, οὐδὲ δύναται
1218νὰ ἐννοῇ, ὅτι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ εἶναι δημόσιοι ὑπάλ-
1219ληλοι, τῶν ὁποίων τὴν πολιτείαν δύναται νὰ ἐποπτεύῃ τὸ
1220Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, ὡς ὅταν πρόκηταί τι τυχὸν περὶ
1221ταμίου ἢ ἐφόρου ἢ ἄλλου δημοσίου ὑπαλλήλου—ὁ κ. Ὑπουρ-
1222γὸς, λέγω, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ ζητήσῃ ἀμέσως
1223παρὰ τοῦ συναδέλφου του Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
1224τὴν διάλυσιν τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπὶ θρασυτάτῃ
1225καὶ ἰταμωτάτῃ ὑπερβάσει καθηκόντων, ἀποδέχεται τὴν
1226μήνυσιν καὶ διαπέμπει αὐτὴν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν
1227Ἐφετῶν Λαρίσσης, σὺν τῇ ἐντολῇ νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις.
1228Ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης μηνύσεως Νομαρχιακῆς τινος Ἐπι-
1229τροπῆς, τίς οἶδεν ἐκ τίνων ἀνθρώπων ἀποτελουμένης, κατ’
1230ἀνωτέρου δικαστικοῦ λειτουργοῦ......
1231§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Γορτύνιος δὲν ἀνήκει εἰς τὸ
1232κόμμα, καὶ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν τοιαύτην
1233καταγγελίαν, καὶ νὰ τὴν ἐνεργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
1234§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν Δικαιοσύνην ἐγὼ, κύριε
1235συνάδελφε, ἔχω τὴν μονοτονίαν νὰ θεωρῶ ὥς τι ὕψιστον,
1236ὑπέρτατον, καὶ ἀδυνατῶ νὰ φαντασθῶ αὐτὴν σχετιζομένην
1237πρὸς κομματικὰς ἐνεργείας.
1238Ἀναγινώσκω λοιπὸν ἐν τῇ ἐφημερίδι ταύτῃ, τῇ «Καρ-
1239δίτσῃ», ὅτι ὁ κ. Μπούφης, Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐν
1240Λαρίσσῃ, μετέβη εἰς Τρίκκαλα, (ἀναγινώσκει) «ὅπου δια-
1241»μείνας ἐπί τινας ἡμέρας καὶ συλλέξας ἃς οὗτος ἐνόμιζεν
1242»ἀναγκαίας πληροφορίας, ἀπῆλθεν εἰς Λάρισσαν καὶ ἐκεῖθεν
1243»ἐκοινοποίησε κατηγορητήριον πρὸς τὸν κ. Γορτύνιον, ὅπως
1244»ἀπολογηθῇ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν. Αἱ
1245»ἀποδοθεῖσαι αὐτῷ κατηγορίαι, ἂν ἤμεθα καλῶς πληρο-
1246»φορημένοι, εἰσὶν αἱ ἑξῆς: ὅτι ἐξύβρισε καὶ ἐδυσφήμησε τὴν
1247»Κυβέρνησιν κατὰ διαφόρους τόπους καὶ χρόνους!» Ἰδοὺ
1248κατηγορία, διὰ τὴν ὁποίαν στέλλεται ἀνακριτὴς ἐναντίον
1249ἀνωτέρου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ἀνθρώ-
1250πων, πρὸς τοὺς ὁποίους μόνον αἱ μεταξὺ δικαστοῦ καὶ δικα-
1251ζομένου κατηγορουμένου σχέσεις συνέδεον τὸν κ. Γορτύνιον.
1252Δευτέρα κατηγορία εἶναι, ὅτι (ἀναγινώσκει) «συνεδέθη στενῶς
1253»μετὰ τῶν δικηγόρων Ἰωάν. Κλάρα καὶ Δημ. Λυμπερο-
1254»πούλου, καὶ ὡς ἐκ τῶν στενῶν του μετ’ αὐτῶν σχέσεων
1255»πολλοὶ τῶν ἑτέρων δικηγόρων ἠναγκάζοντο, ἄλλοι μὲν νὰ
1256»ὑποκαταστῶσιν αὐτοὺς εἰς τὰς ὑποθέσεις τῶν πελατῶν των,
1257»ἵνα οὕτω ἐπιτυγχάνωσι τὴν διὰ τῶν ῥηθέντων δύο δικη-
1258»γόρων αἰσίαν τῶν ἀνατεθειμένων αὐτοῖς ὑποθέσεων ἔκβα-
1259»σιν,.... καὶ ὡς ἐκ τούτου, ὅτι ἐκλονίσθη ἡ πεποίθησις
1260»τῶν δικαζομένων καὶ τῆς κοινωνίας ἐν γένει πρὸς τὸ
1261»ἐνταῦθα Δικαστήριον».
1262Ἰδοὺ κατηγορία, προκαλουμένη ἐκ μέρους τοιούτων
1263ἀνθρώπων, καὶ ληφθεῖσα ὡς μὴ ὤφειλεν, ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ
1264κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Δυνάμει δὲ ταύτης
1265ὑποβάλλεται ὁ κατηγορούμενος Πρόεδρος εἰς ἀνάκρισιν, ἔτι
1266καὶ νῦν δὲ διατελεῖ ὑπὸ κατηγορίαν!
1267Ἑτέρα κατηγορία κατὰ τοῦ κ. Γορτυνίου εἶναι ἡ ἑξῆς,
1268«ὅτι, καθὸ ἀντιπολιτευόμενος, ἠθώωσε τὸν δήμαρχον Κιε-
1269»ρίου Κωνστ. Πόποταν, καθὸ ἀντιπολιτευόμενον, καὶ κα-
1270»τεδίκασε τὸν Δήμαρχον Νευροπόλεως, καθὸ συμπολιτευό-
1271»μενον, καὶ ὅτι ἐπὶ τῆς μεταξὺ Ἰμπραὴμ Δραγότη καὶ Β.
1272»Μαλάμου καὶ Δ. Μαρούλη πολιτικῆς διαφορᾶς, ἐξ ἀντι-
1273»πολιτευτικοῦ ἐπίσης πνεύματος ὁρμώμενος, ἐξέδοτο ἀπό-
1274»φασιν ὑπὲρ τῶν κ. κ. Μαλάμου καὶ Μαρούλη καὶ κατὰ
1275»τοῦ Δραγότη.»
1276Τίθεται λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβου-
1277λίου ἐπόπτης τῆς δικαστικῆς συνειδήσεως ἀνωτέρου δικα-
1278στικοῦ λειτουργοῦ, καὶ ἐπικρίνει αὐτὸν, διατὶ ἐξέδωκε τοι-
1279αύτην ἀπόφασιν, ἐφ’ ᾗ οὐδεμία ὑπάρχει ἐν τῇ Πολιτείᾳ
1280δύναμις, δικαιουμένη νὰ ζητήσῃ εὐθύνας. Καὶ ζητεῖται
1281λόγος παρὰ τοῦ κ. Γορτυνίου, ἐνῷ τὰς ἀποφάσεις δὲν ἐξέ-
1282δωκε μόνος, ἀλλὰ τὰς μὲν πολιτικὰς μετὰ δύο, τὰς δὲ
1283ποινικὰς μετὰ τεσσάρων ἄλλων δικαστῶν. Πρὸς τιμὴν τῆς
1284Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος βεβαιῶ εὐσυνειδήτως, ὅτι οὔτε
1285κατ’ ἐλάχιστον ἐπέρχεταί μοι εἰς τὸν νοῦν κατὰ τὴν
1286στιγμὴν ταύτην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
1287προέβη εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην κατὰ τοῦ κ. Γορτυνίου
1288ἐπὶ τῇ βάσει κατηγορίας, οἵα ἡ ἀνωτέρω, «ὅτι ἐξύβρισε
1289»τὴν Κυβέρνησιν κατὰ διαφόρους τόπους καὶ χρόνους»,
1290ἢ τῆς ἑτέρας ἐκείνης, «ὅτι εἶναι ἀντιπολιτευόμενος». Ἀλ-
1291λοίμονον, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προβῆ εἰς τὴν διὰ τοιού-
1292του ἀπαισίου τρόπου κατασύντριψιν καὶ ποδοπάτησιν τῆς
1293Δικαιοσύνης!
1294Δὲν θέλω, ἐπαναλαμβάνω, νὰ πιστεύσω περὶ Ἑλληνι-
1295κῆς Κυβερνήσεως, ὅτι περιέστη εἰς τοιοῦτον σημεῖον.
1296Ἄλλως ἤθελον μεταχειρισθῆ πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτοῦ τοῦ
1297ὑπαλλήλου, οὕτως ἀδικουμένου καὶ διασυρομένου, τὰς λέ-
1298ξεις, τὰς ὁποίας εὑρίσκω περαιτέρω εἰς τὸ αὐτὸ φύλλον τῆς
1299«Καρδίτσης», ἧς τὸ ἄρθρον, δὲν γνωρίζω διατὶ, ἔχει δι’ ἐμὲ
1300ἡμιεπίσημόν πως χαρακτῆρα (ἀναγινώσκει):
1301«Εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Γορτύνιος, συζητῶν ἰδίᾳ
1302»μετὰ τῶν δικηγόρων, μεθ’ ὧν συνήθως συναναστρέφεται,
1303»κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ
1304»Κρητικοῦ ζητήματος καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν οἰκονομι-
1305»κῶν αὐτῆς μέτρων καὶ συνδυασμῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν
1306»δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐξύβρισις, οὐδὲ δύναται ν’
1307»ἀποτελέσῃ οἱανδήποτε κατ’ αὐτοῦ νόμιμον κατηγορίαν,
1308»καθόσον οὐδαμοῦ τοῦ νόμου εἶναι ἀπηγορευμένη ἡ τοιαύτη
1309»συζήτησις, τοὐναντίον μάλιστα τὸ συζητεῖν ἀνάγεται εἰς
1310»τὸ δικαίωμα ἑκάστου πολίτου, δικαιουμένου νὰ ἔχῃ οἱαν-
1311»δήποτε γνώμην περὶ τῶν πολιτειακῶν πραγμάτων. Δὲν
1312»εἶναι δὲ μόνος ὁ κ. Γορτύνιος ἄλλως ἐκ τῶν δικαστικῶν
1313»λειτουργῶν, ὅστις ἔχει δοξασίας καὶ φρονήματα ἀντί-
1314»θετα πρὸς τὰ τοῦ κ. Τρικούπη, προκειμένου περὶ τῆς δι-
1315»οικήσεως, καθόσον ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι ὁμοιοφρονοῦντες,
1316»ὡς ἐπίσης ὑπάρχουσι καὶ ἕτεροι, ἔχοντες τὰ αὐτὰ μὲ τὸν
1317»κ. Τρικούπην φρονήματα καὶ τὰς αὐτὰς ἰδέας, καὶ πολ-
1318»λάκις συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῶν μέτρων τῆς διοικήσεώς του
1319»καὶ κατὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῶν μέτρων τοῦ κ. Δηλι-
1320»γιάννη. Ἄλλως τε τὰ τοιαῦτα φρονήματα δὲν ἀπέκτη-
1321»σεν ὁ κ. Γορτύνιος ἐν Καρδίτσῃ, ὥστε νὰ δικαιολογηθῇ
1322»καὶ διατυπωθῇ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία ἐπὶ τούτῳ ἐνταῦθα,
1323»καθόσον τὰ τοιαῦτα φρονήματά του τὰ ἐξεδήλου καὶ
1324»ἀλλαχοῦ, ἔνθα ὑπηρέτησε, κατὰ τὰς γινομένας συνήθως
1325»εὐσχήμους συζητήσεις, μὴ ἐννοῶν, ἐννοεῖται, νὰ διεγείρῃ
1326»μῖσος καὶ περιφρόνησιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτην,
1327»οἵαν προϋποθέτει ὁ νόμος πρὸς χαρακτηρισμὸν ἐγκληματι-
1328»κῆς πράξεως, τιμωρουμένης ἄλλως κατὰ τὸν Ποινικὸν
1329»Νόμον.»
1330Ἐὰν ἦτο ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι ἐκ λόγων ἀντι-
1331πολιτεύσεως ἐγένετο ἡ τοιαύτη καταδίωξις κατὰ τοῦ κ.
1332Γορτυνίου, βεβαίως εἶναι ἀρκοῦντες πρὸς ἀπολογίαν αὐτοῦ
1333οἱ λόγοι, οἱ ἐν τῷ φύλλῳ τούτῳ τῆς «Καρδίτσης».
1334Ἔχομεν λοιπὸν καὶ ἕτερον πλῆγμα, γενόμενον κατὰ τῆς
1335Δικαιοσύνης ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τῆς Καρδίτσης, ὅπως ἔχο-
1336μεν τὸ σκάνδαλον τῆς Σπάρτης.
1337§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
1338Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ καταθέσῃ τὴν γενομένην καταγγε-
1339λίαν παρὰ τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς. Νὰ μᾶς εἴπῃ
1340συνάμα, τί ἔπραξεν ἐπὶ τῆς καταγγελίας ταύτης, ὅπως
1341δυνηθῶμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸ ζήτημα ἐπὶ βάσεων θετι-
1342κωτέρων.
1343§31ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁσονδή-
1344ποτε καὶ ἂν ἦναι βέβαιος ὁ ἐκ Λακωνίας κ. Βουλευτὴς
1345περὶ τοῦ ἡμιεπισήμου χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον ἔχουσι τὰ
1346γραφέντα ἐν τῇ ἐπαρχιακῇ ἐφημερίδι, καὶ ὁσηνδήποτε καὶ
1347ἂν ἔχῃ διάθεσιν νὰ δώσῃ πλήρη πίστιν εἰς τὰ ἐπίσημα ταῦ-
1348τα δημοσιεύματα τοῦ φύλλου τῆς Καρδίτσης, δὲν πιστεύω
1349νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι, ἐνόσῳ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἐκ-
1350κρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ὑπὲρ οὗ ἀξιεπαίνως ὁ κ.
1351συνάδελφος ἐκφράζεται, δὲν πιστεύω νὰ εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι
1352τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ μακρηγορήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, οὐδὲ
1353νὰ ἐπιληφθῇ νὰ μεταδώσῃ γνώμην ἐξ ἐφημερίδος περὶ τῆς
1354ὑποθέσεως ταύτης. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐρ-
1355γασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου περιῆλθεν εἰς ἐμὲ ἀναφορὰ ἐκ
1356Τρικκάλων, φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς τῶν μελῶν τῆς Νομαρ-
1357χιακῆς Ἐπιτροπῆς ἢ τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, καταγ-
1358γέλλουσα ὡρισμένας παραβάσεις καθηκόντων πειθαρχικὰς
1359τοῦ Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Καρδίτσῃ Πρωτο-
1360δικῶν. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, λαμβάνων
1361καταγγελίας δι’ ὡρισμένας πράξεις ὡρισμένου ὑπαλλήλου,
1362ἔχει καθῆκον νὰ διατάσσῃ ἀμέσως ἔρευναν καὶ ἐξέτασιν,
1363ἀφ’ ὅτου δὲ εἶμαι Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐδέποτε,
1364οὐδὲ ἐξ ἀνωνύμων ἐπιστολῶν λαμβάνων τοιαύτας πληροφο-
1365ρίας, ἢ δεχόμενος τοιαῦτα παράπονα, ὤκνησα νὰ δια-
1366τάξω ἐξέτασιν περὶ αὐτῶν καὶ χάριν τῆς δικαιοσύνης καθό-
1367λου καὶ χάριν αὐτοῦ τοῦ προσώπου τοῦ δικαστοῦ, καθ’
1368οὗ τὰ παράπονα. Αὐτοῦ τοῦ κανόνος, τὸν ὁποῖον εἰς ἐμαυ-
1369τὸν ἔταξα, δὲν εἶχον οὐδένα λόγον νὰ ποιήσωμαι ἐξαίρεσιν
1370ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, καὶ διηύθυνα τὴν ἀναφορὰν
1371τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν
1372Ἐφετῶν, καὶ παρήγγειλα νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι
1373νομίσῃ πρέπον. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμὴς, ὁ Εἰσαγ-
1374γελεὺς τῶν Ἐφετῶν μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι μετέβη εἰς
1375Τρίκκαλα, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἀκόμη τὸ ἀποτέλεσμα τῶν
1376ἐνεργειῶν του. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅπως
1377τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες εὑρίσκονται ἐκκρεμεῖς, μετὰ φειδοῦς
1378ἐπιλαμβάνωνται, διότι τοὐναντίον δὲν εἶναι πρέπον οὐδὲ
1379ἀποδεικνύει εὐλάβειαν πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν. Ὅπως-
1380δήποτε δὲ, ἐπειδὴ ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων ὁ Ὑπουργὸς τῆς
1381Δικαιοσύνης, οὐ μόνον λόγῳ τῆς εὐλαβείας, τὴν ὁποίαν
1382ὀφείλει πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ
1383καὶ διότι συνηθέστατα αἱ τοιαῦται ὑποθέσεις λήγουσιν εἰς
1384πειθαρχικὰς καταδιώξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ Ὑπουργὸς τῆς
1385Δικαιοσύνης καλεῖται ὡς δευτέρου βαθμοῦ δικαστὴς ν’ ἀπο-
1386φανθῇ, δηλῶ ὅτι, ἐὰν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἐξακολου-
1387θήσῃ συζήτησις, ἐγὼ δὲν θέλω μετάσχει αὐτῆς, οὐδὲ θέλω
1388δώσει ἀπάντησίν τινα.
1389§32Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν πρόκηται περὶ
1390ἐνασκήσεως πειθαρχικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῶν σωματείων ἐκεί-
1391νων, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἔδωκε τὸ δικαίωμα, καὶ ὁ Ὑπουρ-
1392γὸς τῆς Δικαιοσύνης καλεῖται νὰ δικάσῃ ὡς δευτέρου βαθ-
1393μοῦ δικαστὴς, γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὑπάρχει πρᾶξις ὑπουρ-
1394γικὴ, ἡ ὁποία ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ
1395διὰ τὴν ὁποίαν νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ σιγήσῃ, ὅταν
1396ἐρωτᾶται ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου. Τὰ Νομαρχιακὰ Συμβού-
1397λια δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ εἰσδύωσιν εἰς τὴν ἐνέργειαν
1398τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ζητῶσι λόγον παρ’ αὐτῆς.
1399Ὑπῆρχον χρόνοι, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐνομίζετο, ὅτι ἡ δικα-
1400στικὴ ἐξουσία ἀπετέλει κλάδον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας,
1401ἀλλὰ παρῆλθον οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι, καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία,
1402κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, ἀποτελεῖ ἰδίαν ἐξουσίαν, ἐκ-
1403πηγάζουσαν ἐκ τοῦ ἔθνους, οἵα τυγχάνει καὶ ἡ νομοθετικὴ
1404ἐξουσία καὶ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία. Τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας
1405οἱ λειτουργοὶ τελοῦσι καὶ οὗτοι ὑπὸ ἐπιτήρησιν, ἀλλὰ κατὰ τύ-
1406πους, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ὥρισεν, ὁ δὲ νόμος δὲν ἔδωκε δικαίωμα
1407νὰ ἐπιτηρῇ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐ-
1408τῆς ἡ Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπή. Καὶ ὅμως βλέπομεν τὸ ἔκρυθμον
1409καὶ ἔκτροπον φαινόμενον, ἤτοι ὅτι ὄχι μόνον ἡ Νομαρχιακὴ
1410Ἐπιτροπὴ μετ’ αὐθαδείας τοσαύτης ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐπι-
1411τηρήσεως λειτουργοῦ ἀνωτάτου τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’
1412ὅτι εὑρίσκεται καὶ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος δὲν σπεύδει νὰ κατα-
1413στείλῃ ἀμέσως τὴν αὐθάδειαν τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς,
1414ἀλλὰ λαμβάνει ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ἐπιτήρησιν αὐτῆς καὶ
1415δίδωσιν ὤθησιν εἰς κίνησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας κατὰ
1416τοῦ λειτουργοῦ, τοῦ καταγγελθέντος ὑπὸ τῆς Νομαρχιακῆς
1417Ἐπιτροπῆς. Μετ’ ὀλίγον θέλομεν ἰδεῖ ἴσως Νομαρχιακὴν Ἐπι-
1418τροπὴν, ἐπιφέρουσαν γνώμην ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς,
1419ἢ κατὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι
1420αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἢ τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν κρίνον-
1421ται ὑπ’ αὐτῆς ὠφέλιμοι διὰ τὸ τμῆμα τῆς χώρας, ἐν τῷ
1422ὁποίῳ αὕτη λειτουργεῖ· ἢ θέλομεν ἰδεῖ ἄλλην Νομαρχιακὴν
1423Ἐπιτροπὴν, ἐπιφέρουσαν γνώμην περὶ τῶν θεσμῶν τῆς Πολι-
1424τείας, διότι οἱ θεσμοὶ θὰ κρίνωνται ὑπ’ αὐτῆς, ὅτι βλά-
1425πτουσι τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων τῆς περιφερείας, ἐξ ἧς
1426ἐξελέχθησαν. Τοιοῦτον προηγούμενον θὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συ-
1427νεπείας, θὰ φέρῃ τὴν διατάραξιν τῆς ἁρμονίας, καθ’ ἣν λει-
1428τουργεῖ τὸ πολίτευμα, θὰ φέρῃ τὴν σύγχυσιν εἰς τὰ κα-
1429θήκοντα τῶν διαφόρων ἀρχῶν. Διὰ τοῦτο ἐπιφυλασσόμεθα
1430ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει νὰ ἐπερωτήσωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῆς
1431Δικαιοσύνης καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πῶς δὲν
1432κατέστειλαν τὴν αὐθάδειαν τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς,
1433περὶ ἧς πρόκειται, ἀλλ’ ἐξεναντίας ἐνεθάῤῥυναν αὐτὴν καὶ ἐπὶ
1434τῇ καταγγελίᾳ αὐτῆς ἔδωκαν ὁδηγίας, ἵνα λειτουργήσῃ ἡ
1435κατὰ τοὺς νόμους τεταγμένη πειθαρχικὴ ἐξουσία.
1436§33ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁμο-
1437λογῶ ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, πῶς δικαιολογεῖ τὴν
1438ἀγανάκτησιν, μεθ’ ἧς ὁ πρὸ ὀλίγου λαλήσας ἐξ Ἀρκα-
1439δίας κ. Βουλευτὴς διετύπωσε τὰς γνώμας αὐτοῦ καὶ ἰδέας,
1440τί εὗρε δὲ δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην
1441ἀγανάκτησιν ἐν τῇ ὑπ’ ἐμοῦ ἀφηγήσει τῶν πραγμάτων.
1442Ὁ κ. Βουλευτὴς μάτην φοβεῖται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς
1443Δικαιοσύνης ἐπέτρεψεν εἴς τινα ἀνάμιξιν εἰς τὰ τῆς δι-
1444καιοδοσίας αὐτοῦ, οὐδὲ ἐνδεικνύει τὴν ἀναγνώρισιν τοιού-
1445του τινὸς δικαιώματος τὸ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
1446νης, λαβὼν γνῶσιν παραπόνων καθ’ ὡρισμένου δικαστικοῦ
1447ὑπαλλήλου, διέταξε νὰ γίνῃ νόμιμος περὶ αὐτῶν ἐξέτασις.
1448Δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν διάταξις, ὁρίζουσα
1449τίνες δικαιοῦνται νὰ διατυπῶσι παράπονα κατὰ τῶν δι-
1450καστικῶν ὑπαλλήλων, οὔτε ὅτι τὰ παραπτώματα τῶν
1451δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐξετάζονται καὶ καταδιώκονται
1452πάντοτε κατ’ ἔγκλησιν καὶ ὅτι ἡ ἔγκλησις αὕτη ἀνήκει
1453εἰς ὡρισμένα πρόσωπα ἢ σωματεῖα. Εἶναι ἐντελῶς κεχω-
1454ρισμένον τὸ ζήτημα, ἐὰν δικαιοῦται τὸ Νομαρχιακὸν Συμ-
1455βούλιον ἢ ἡ Νομαρχιακὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλλῃ ἀνα-
1456φορὰς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διατυπούσας
1457παράπονα ὡρισμένα, καὶ περὶ αὐτοῦ δύναται νὰ γίνῃ συ-
1458ζήτησις, ὅταν κατατεθῇ τὸ τηλεγράφημα τῆς Νομαρχια-
1459κῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν ἦναι ὑπὸ
1460τύπον καταγγελίας ἢ ἀναφορᾶς, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν
1461ὁ Ὑπουργὸς ἔχῃ καθῆκον νὰ ἐξετάζῃ περὶ τῶν πρὸς αὐτὸν
1462καταγγελλομένων. Ἠδυνάμην καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς καταγ-
1463γελίας, συνεπείᾳ ἁπλῆς ἐπιστολῆς ἢ συνεπείᾳ ἄρθρου ἐν
1464ἐφημερίδι, νὰ λάβω ἀφορμὴν καὶ διατάξω ἐξέτασιν. Ποῦ
1465ἡ προσβολὴ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης, ἡ ἀναγ-
1466κάζουσα τὸν κ. Βουλευτὴν ν’ ἀναμιμνήσκηται ἄλλων ἐπο-
1467χῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἐγένοντο ἔφοδοι κατὰ τῆς δικαιο-
1468σύνης; Τουναντίον, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν
1469ἔδιδεν ὅσην ἔπρεπε νὰ δώσῃ προσοχὴν καὶ διὰ τὰ ἐν τῇ
1470προκειμένῃ περιστάσει καὶ διὰ τὰ ἐν πάσῃ ἄλλῃ περιστά-
1471σει ὑποβαλλόμενα κατὰ δικαστικῶν λειτουργῶν παράπονα,
1472θὰ παρέλειπεν ὑπέρτατον καθῆκον.
1473§34ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ προέκειτο νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν
1474αἱ κατηγορίαι, αἱ κατὰ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν,
1475ἦναι βάσιμοι ἢ μὴ, βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιο-
1476σύνης ἤθελεν εἶσθαι ἐν τῷ δικαίῳ, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ
1477ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμής. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ οὐδέποτε θέλει
1478συλλάβει τὴν ἰδέαν νὰ ἐξετάσῃ κατ’ οὐσίαν, ἐὰν ὀρθῶς ἢ
1479ἀδίκως ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ἢ τὰ μέλη τοῦ
1480Δικαστηρίου ἀπεφήναντο ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης
1481ὑποθέσεως. Ἑπομένως δι’ ἡμᾶς ἡ κατ’ οὐσίαν ἐκκρεμότης
1482τοῦ ζητήματος οὐδένα ἔχει λόγον. Τὸ ζήτημα, ὅπερ
1483θέλομεν ἡμεῖς νὰ συζητήσωμεν, καὶ συζητοῦμεν, δὲν εἶναι
1484παντάπασιν ἐκκρεμές. Τὸ ζήτημα ἡμῶν εἶναι, ὑπάρχει ἢ
1485δὲν ὑπάρχει καταγγελία τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς
1486τοιαύτης; Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ψήφισμα αὐτῆς, καὶ
1487ἐπὶ τοιούτου ψηφίσματος βασιζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς διέ-
1488ταξεν ἀνακρίσεις, ἢ δὲν διέταξεν; Εἶναι λοιπὸν ἀπόλυτος
1489ἀνάγκη ν’ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὴν ἐκκρεμότητα τοῦ ζητή-
1490ματος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ κομίσῃ εἰς
1491τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον αὐτοῦ, οὗτινος δυνάμει διέταξεν
1492ἀνακρίσεις. Διότι, ἐὰν μὲν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ δὲν ποιῆται
1493μνείαν τοῦ ψηφίσματος τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, ἴσως
1494τὰ πράγματα δύνανται νὰ ὦσιν ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ
1495τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις καὶ ἄνευ καταγγελίας βεβαίως
1496δύναται νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις. Ἐὰν ὅμως ἐν τῷ ἐγγράφῳ
1497γίνηται μνεία, ὅτι προέβη ὁ Ὑπουργὸς εἰς τοιοῦτον διάβημα
1498κατὰ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν συνεπείᾳ καταγγελίας
1499τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, τότε βεβαίως ὑπάρχει παρα-
1500βίασις τῶν νόμων, ὁμοία περίπου ἐκείνης, ἣν εἴδομεν ἐν
1501Λαρίσσῃ.
1502Τί κρύπτεσθε ὄπισθεν τῆς ἐκκρεμότητος; Ἐζητήθη ὁ
1503ἔλεγχος ὑμῶν ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος, προεβάλετε
1504τὴν ἐκκρεμότητα. Ἐζητήθη ὁ ἔλεγχος ὑμῶν διὰ τὰ συμ-
1505βάντα ἐν τοῖς συνόροις ἄλλοτε, προεβάλετε τὴν ἐκκρε-
1506μότητα. Ἐζητήθη ὁ ἔλεγχος ὑμῶν διὰ τὴν ὑπόθεσιν Φι-
1507λιππίδου καὶ Πασχίδου, προεβάλετε τὴν ἐκκρεμότητα.
1508Καὶ ἵνα μὴ ἐμμένω ἐπὶ πολὺ, ἐπὶ οἱουδήποτε ζητήματος
1509ἡ Βουλὴ ἔφερε τὸν λόγον, ἐλέγχουσα, ἐπὶ παντὸς ζητήμα-
1510τος, μὴ δυνάμενοι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ δικαιολογηθῶσι,
1511προβάλλουσι πάντοτε τὴν ἐκκρεμότητα. Τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ
1512σήμερον συζητοῦμεν καὶ ἐφ’ οὗ ἡμεῖς θέτομεν ὡρισμένα
1513ὅρια, βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἐκκρεμὲς, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο
1514εἶναι: ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ψήφισμα Νομαρχιακῆς Ἐπι-
1515τροπῆς κατὰ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν; Ὑμεῖς,
1516διατάξαντες ἀνάκρισιν, διετάξατε αὐτὴν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
1517ἐγγράφου τούτου; Ἐν τῷ ἐγγράφῳ ὑμῶν γίνεται μνεία
1518τῆς πράξεως τῆς Ἐπιτροπῆς; Καθῆκον ἔχετε νὰ φέρητε
1519ἀμφότερα τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Καὶ ἂν μὲν διετάξατε ἀνά-
1520κρισιν, μὴ ποιούμενοι παντάπασι λόγον περὶ τοῦ ψηφίσματος
1521τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, ἴσως δύνασθε νὰ ἦσθε ἐν τῷ
1522δικαίῳ· ἐὰν ὅμως διετάξατε ἀνάκρισιν, ὁρμώμενοι ὡς ἐξ ἀφε-
1523τηρίας ἐκ τῆς πράξεως ταύτης τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτρο-
1524πῆς, βεβαίως ἐσυγχύσατε τὰς ἐξουσίας, βεβαίως ἐπράξατε
1525τοῦτο φατριάζοντες, βεβαίως ἐπράξατε τοῦτο, ἂν οὐχὶ
1526φατριάζοντες, ἀγνοοῦντες ὅμως τοὺς νόμους, τὰ ὅρια τῶν
1527νόμων καὶ τῆς ἐξουσίας ὑμῶν. Ἀλλὰ δι’ ὑμᾶς δὲν ὑπάρ-
1528χουσιν ὅρια ἐν ταῖς ἐξουσίαις, ὑμεῖς θεωρεῖτε, ὅτι εἶναι ἐδῶ
1529ἔδαφος ἐκτεταμένον, ἄνευ ὁρίων. Ποία ἐξουσία μὲ ὅρια
1530δύναται νὰ ὑπάρχῃ δι’ Ὑπουργοὺς, οἵτινες ἐπιτρέπουσι τὴν
1531ἀνάμιξιν τῆς διοικητικῆς καὶ εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς εἰς τὴν
1532σφαῖραν τοῦ στρατοῦ; Τί ἵσταται πλέον ἐπὶ τῶν ποδῶν;
1533Ποῖος θεσμὸς τῆς ἡμετέρας Πολιτείας λειτουργεῖ πλέον
1534παρ’ ἡμῖν; Ὑμεῖς δὲν εἶσθε, οἱ στέλλοντες τοὺς ὑμετέρους
1535δούλους καὶ θεράποντας εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν,
1536ἵνα ἀποπειρῶνται ἐνάσκησιν τρομοκρατικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ
1537Δικαστηρίου; Ἐφ’ ὑμῶν ὅλοι οἱ νόμοι καὶ οἱ θεσμοὶ κα-
1538τεπατήθησαν καὶ ἐξηυτελίσθησαν, τὰ πάντα κατεστράφη-
1539σαν ἐνώπιον τῆς φατρίας.
1540§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων ὀλίγα θὰ προσ-
1541θέσω, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς αἰτήσεώς μου, ἵνα ὁ κ. Ὑπουρ-
1542γὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν καταγ-
1543γελίαν τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς· διότι, ἐὰν ἀποδεχθῇ,
1544ὅτι ἡ κατηγορία ἐγένετο κατὰ παράβασιν τῶν καθηκόντων
1545τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἔχωμεν ἔνδειξιν κομμα-
1546τικῆς καὶ φατριαστικῆς ἐπεμβάσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν
1547νὰ ἐξετάσωμεν, ἵνα ἴδωμεν μέχρι ποίου σημείου φθάνει
1548καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἡ φατριαστικὴ ἐνέργεια τῆς
1549Κυβερνήσεως.
1550§36ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ δύο μηνῶν, κύριοι Βουλευ-
1551ταὶ, παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ
1552συμπληρώσῃ τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης, διότι ἐκ τῆς ἐλ-
1553λείψεως δύο δικαστῶν προσέκοπτον αἱ τοῦ Δικαστηρίου
1554τούτου ἐργασίαι. Ἐπέστησα δὲ τότε τὴν προσοχὴν τοῦ κυ-
1555ρίου Ὑπουργοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πάν-
1556τοτε τὸ βλέμμα του ἐστραμμένον πρὸς τὸ Δικαστήριον
1557Σπάρτης, διότι συνέβαινον ἐκεῖ γεγονότα ἄξια προσοχῆς·
1558ἐὰν δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς εὐηρεστεῖτο νὰ ἐξετάσῃ ἔκτοτε
1559τὰ συμβαίνοντα, θὰ ἐμάνθανεν αὐτὰ καὶ θὰ προελάμβανε
1560πᾶν σκάνδαλον, ἤδη δὲ δὲν θὰ ἔφθανον τὰ πράγματα εἰς ὃ
1561περιέστησαν σημεῖον· ὅταν δὲ ἔλεγον πρὸς τὸν κύριον
1562Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ ἐστραμμένον τὸ βλέμμα
1563του εἰς τὸ ἐν Σπάρτῃ Πρωτοδικεῖον, διὰ νὰ βλέπῃ τὰ ἐκεῖ
1564συμβαίνοντα, δὲν ἐνόουν νὰ ἀνέλθῃ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν
1565ὀροφὴν τοῦ καταστήματος τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουρ-
1566γείου καὶ ἐκεῖθεν νὰ ἴδῃ τί συμβαίνει ἐν Σπάρτῃ, διότι
1567τοῦτο ἦτο ἀδύνατον. Ἐνόουν ὅμως νὰ ἐρωτήσῃ ὁ Ὑπουργὸς
1568τὸν ἐν Σπάρτῃ Εἰσαγγελέα, καὶ παρ’ αὐτοῦ νὰ μάθῃ τὰ
1569συμβαίνοντα, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν. Ἀλλ’ ὁ κ.
1570Ὑπουργός, ὡς πάντοτε, ἐκώφευσεν· ἤδη ἠναγκάσθη καὶ
1571ἄκων νὰ μάθῃ τὰ ἐκεῖ τελεσθέντα, πλὴν εἶναι ἀργὰ, καὶ
1572διὰ τοῦτο, ἐκτὸς τῶν ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ
1573λάβῃ πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, ἔχει ἀνάγκην καὶ
1574τοῦ κυρίου Μπαϊρακτάρη, διὰ νὰ καθαρίσῃ τὰ ὄρη, οὐχὶ
1575ἀπὸ φυγοδίκους, ἀλλ’ ἀπὸ φυγοποίνους, τοὺς ὁποίους ἐδη-
1576μιούργησε τὸ ἐν Σπάρτῃ σκάνδαλον. Ὁ προλαλήσας ἐκ Λα-
1577κωνίας ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἐν Σπάρτῃ ὑπάρχει
1578πλῆρες δικαιοστάσιον· ἀλλ’ ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος, κατ’
1579ἐμὲ, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι δικαιοστάσιον ὑπάρχει ὅταν
1580τὰ Δικαστήρια ἀργῶσιν, ἐνῷ ἐν Σπάρτῃ τὸ Δικαστήριον
1581οὐ μόνον δὲν ἀργεῖ, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐργάζεται, καὶ ἐργά-
1582ζεται δραστηριώτερον καὶ αὐτοῦ τοῦ Σακὴρ πασσᾶ. Ὅπως
1583ὁ Σακὴρ πασσᾶς συνεδριάζει κατὰ μόνας, ἄνευ δικαζομένων
1584καὶ ὑπερασπιστῶν, καταδικάζει δὲ εἰς θάνατον, εἰς ἐξορίαν,
1585εἰς δεσμὰ καὶ εἰς φυλάκισιν, οὕτω καὶ τὸ ἐν Σπάρτῃ Δικα-
1586στήριον, ἀπόντων τῶν κατηγορουμένων καὶ ἀπόντων τῶν
1587δικηγόρων, δικάζει καὶ καταδικάζει εἰς ποινὰς πρωτοφα-
1588νεῖς, ὅπως καὶ ὁ Σακὴρ, οἱ δὲ κατηγορούμενοι, εἴτε πρω-
1589τοείσακτοι, εἴτε ἀνακόπτοντες, καταληφθέντες ὑπὸ τοῦ τρό-
1590μου τῆς ἐκδηλωθείσης δικαστικῆς λύσσης, προτιμῶσι νὰ
1591καταφύγωσι καὶ καταφεύγουσιν εἰς τὰ ὄρη ἢ νὰ προσέλ-
1592θωσιν ἐνώπιον μαινομένου Δικαστηρίου. Τούτου δ’ ἕνεκα οἱ
1593φυγόποινοι καὶ ἐρήμην δικασθέντες ἀποτελοῦσι σχεδὸν τὸ
1594ὅλον τῶν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου εἰσαχθέντων.
1595Ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἠξίωσε νὰ καταθέσῃ ὁ κ.
1596Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰς Σπάρτην μετα-
1597βάντος Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, τοῦ πρώτου
1598τουτέστι λαϊκοῦ ὑποψηφίου Βουλευτοῦ τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας,
1599τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διαταχθέντος νὰ
1600ἐξετάσῃ τὰ ἐν Σπάρτῃ συμβάντα· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς
1601ἀπήντησεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην
1602πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν
1603Ναυπλίῳ Ἐφετῶν. Ἐν τούτοις, ἐνῷ ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ
1604τὴν ἔκθεσιν, ἐπληροφόρησεν ὅμως τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ περιε-
1605χομένου αὐτῆς. Εἶπεν ὅτι ἐπροτάθη ἡ μετάθεσις τῶν πέντε
1606δικαστῶν, ἐξ ὧν οἱ τρεῖς μετετέθησαν, καὶ οἱ ἀντικαταστή-
1607σοντες αὐτοὺς διετάχθησαν νὰ μεταβῶσι κατεπειγόντως,
1608διότι πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ πειθαρχικὴ καταδίωξις καὶ
1609κατὰ τῶν δικηγόρων, οἱ δὲ ἕτεροι δύο μετατεθήσονται καὶ
1610οὗτοι. Ἀλλὰ πότε θὰ μετατεθῶσι; Βεβαίως ἀφοῦ περα-
1611τωθῇ ἡ κατὰ τῶν δικηγόρων πειθαρχικὴ καταδίωξις. Θεω-
1612ρεῖται, φαίνεται, ἀναγκαία ἡ ἐκεῖ διαμονὴ τῶν μὴ εἰσέτι
1613μετατεθέντων δικαστῶν μέχρι τῆς τιμωρίας τῶν δικηγόρων.
1614§37ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται ὁ Εἰσαγγελεὺς Σπάρτης;
1615§38ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σκάκας.
1616§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ ποῦ εἶναι;
1617§40ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὴν εὐρεῖαν.
1618§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι;
1619§42ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἀπὸ ποῦ εἶναι. Ὁ
1620Εἰσαγγελεὺς κατ’ ἀρχὰς δὲν ἐφέρθη κακῶς, ἀλλὰ κατόπιν
1621παρεσύρθη καὶ οὗτος μετὰ τῶν ἄλλων δικαστῶν.
1622§43ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πῶς λέγονται οἱ δικασταί, οἱ προκαλέσαν-
1623τες τὰς σκηνὰς ταύτας;
1624§44ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ εἷς, ὁ πρωτουργός, λέγεται Ἀγ-
1625γελῆς, ὁ ἕτερος Σκοῦφος. Ὁ Εἰσαγγελεὺς κατ’ ἀρχὰς ἦτο
1626ὑπὲρ τῶν δικηγόρων, ὡς ἔμαθον, ἔλεγε δέ, ὅτι εἶναι ὑπὲρ
1627τῶν δικηγόρων, οἵτινες εἶχον τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἑαυτῶν, οἱ
1628δὲ ἀνωτέρω δικασταὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑβρίζουν· ἀλλὰ κατό-
1629πιν, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ψηφίσματος τῶν δικηγόρων,
1630οἵτινες ἐξέφρασαν τὴν λύπην των διὰ τὴν ἀπρεπῆ συμπε-
1631ριφορὰν τῶν δύο ἀνωτέρω δικαστῶν, ἐκηρύχθη καὶ οὗτος
1632κατὰ τῶν δικηγόρων, καὶ οὐ μόνον αὐτός, ἀλλὰ καὶ ὁ
1633Πρόεδρος καὶ δύο δικασταί, ὁ Κινδύνης καὶ ὁ Γεωργίου. Δὲν
1634ἀνεμίχθησαν δὲ εἰς τὴν πάλην ταύτην οἱ κκ. Πρωτοπαπᾶς
1635καὶ Τσακανίκας, ὁ δὲ δικαστὴς Στάμος, ὅστις εἶχε λάβει
1636μέρος εἰς τὰς πολιτικὰς συνεδριάσεις, οὐ μόνον δὲν συνεμε-
1637ρίσθη τὸ κίνημα τοῦτο τῶν συναδέλφων του, ἀλλὰ καὶ ἀντέ-
1638στη κατ’ αὐτῶν, διαφωνήσας πρὸς πάντας.
1639Πρώτη κατὰ τῶν δικηγόρων ἔφοδος ὑπῆρξεν ἡ δημοσίευ-
1640σις 175 πολιτικῶν ἀποφάσεων, αἵτινες εἶναι ἅπασαι δικα-
1641στικὰ ἀριστουργήματα. Ἐκτὸς πέντε μόνον ἀποφάσεων οὐ-
1642σιαστικῶν, αἱ λοιπαί εἰσι προδικαστικαί, στηρίζονται δὲ
1643ἅπασαι εἰς νομολογίαν πρωτοφανῆ. Μέχρι τοῦ πραξικοπή-
1644ματος τούτου οἱ κύριοι οὗτοι εἶχον διάφορον γνώμην ἐπὶ
1645τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλυσαν διὰ τῶν 175 τούτων
1646ἀξιοσημειώτων ἀποφάσεων· ἤλλαξαν δὲ νομολογίαν ἐντὸς
1647δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, ἀποτόμως δεχθέντες ὅ,τι οὐδὲν Δικα-
1648στήριον τῆς πατρίδος μας ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ δεχθῇ.
1649Οὔτε αὐτοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου οὔτε τοῦ προϊσταμένου
1650Ἐφετείου τὴν νομολογίαν ἐσεβάσθησαν οἱ νομοδιδάσκαλοι
1651οὗτοι, γενόμενοι διὰ τῶν ἀποφάσεών των τούτων καταγέ-
1652λαστοι. Δὲν προέβησαν εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν τῶν
1653ὑποθέσεων, εἰς ἃς ὑπῆρχον τὰ κοινοποιηθέντα δικόγραφα τῶν
1654ἀγωγῶν, τῶν ἀνακοπῶν καὶ τῶν ἐφέσεων, διότι δὲν ὑπῆρ-
1655χον καὶ τὰ πρωτότυπα αὐτῶν παρακατατεθειμένα ἐπὶ
1656χαρτοσήμου. Δὲν προέβησαν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προτι-
1657μηθεισῶν διὰ πράξεων τοῦ Προέδρου ὑποθέσεων, διότι ὑπὸ
1658τὰ ἀντίγραφα τῶν κοινοποιηθεισῶν τούτων πράξεων ὑπῆρ-
1659χον κατακεχωρημέναι παραγγελίαι πρὸς ἐπίδοσιν αὐτῶν,
1660καλουμένων συγχρόνως τῶν ἀντιδίκων νὰ ἐμφανισθῶσι πρὸς
1661συζήτησιν κατὰ τὴν διὰ τῶν πράξεων ὁρισθεῖσαν δικάσιμον.
1662Τόσον δὲ εἶχεν ἀναπτυχθῆ ὁ φανατισμὸς τῶν κυρίων
1663δικαστῶν καὶ ἐπὶ τοσοῦτον εἶχον ὑπὸ τοῦ πάθους τῆς ἐκ-
1664δικήσεως τυφλωθῆ, ὥστε, ἐνῷ εἰς πλείστας τῶν δικογραφιῶν
1665ὑπῆρχον παρακατατεθειμένα καὶ τὰ πρωτότυπα τῶν δικο-
1666γράφων τούτων, ἐν τούτοις καὶ ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τούτων
1667ὁμοίας ἐξέδωκαν ἀποφάσεις περὶ προσαγωγῆς τῶν πρωτο-
1668τύπων. Ἄξιον σημειώσεως εἶναι, ὅτι εἰς δίκην κατ’ ἀνα-
1669κοπὴν πρωτοκόλλου φορολογικοῦ, εἰς ἣν ἡ διαδικασία γίνε-
1670ται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, οἱ κύριοι διέταξαν τὴν χαρτοσήμαν-
1671σιν τῶν δικογράφων. Φαινόμενον μοναδικὸν τῆς ἐχθρικῆς
1672αὐτῶν ἀποτυφλώσεως εἶναι ἡ τιμωρία δι’ ἐπιπλήξεως, ἐπι-
1673βληθεῖσα διά τινων ἐκ τῶν ἀποφάσεων τούτων κατὰ δια-
1674δίκων, μὴ συμμορφωθέντων, κατ’ αὐτούς, μὲ τὸν περὶ χαρ-
1675τοσήμου νόμον. Δι’ ὁμοίαν παράβασιν ἐτιμωρήθησαν δικη-
1676γόροι, μὴ ἔχοντες ὡς τοιοῦτοι μέρος εἰς τὰς ὑποθέσεις, δι’
1677ἃς ἐτιμωρήθησαν. Δὲν πρέπει δὲ ν’ ἀποσιωπηθῇ, ὅτι εἰς
1678ποινικὴν καταδίκην κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει ἐπέβαλον
1679στέρησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἰδοὺ εἰς ποῖον σημεῖον
1680περιήγαγεν αὐτοὺς τὸ αἴσθημα τῆς ἐκδικήσεως, φρονοῦντας
1681ὅτι διὰ τοιούτων μέσων ἐκδικοῦνται τοὺς ἀμυνθέντας δικη-
1682γόρους, ἐνῷ οἱ παθόντες εἶναι οἱ ἀτυχεῖς διάδικοι.
1683§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχετε ἐνταῦθα τοιαύτην τινὰ
1684ἀπόφασιν;
1685§46ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ἔλαβον ἐκ Σπάρτης σχέδιον
1686τοιαύτης ἀποφάσεως, ἐκδοθείσης πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καθ’
1687ὅλα ὁμοίας μὲ τὰς προδημοσιευθείσας.
1688§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀναγνώσατέ την.
1689§48ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀπόφασιν).
1690§49ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ δικασταί;
1691§50ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ σχέδιον εἶναι ὑπογεγραμ-
1692μένος ὁ Ἀγγελῆς· ἀλλὰ δικασταὶ εἶναι οἱ αὐτοὶ εἰς ὅλας,
1693δηλ. ὁ Γούζαρης (Πρόεδρος), ὁ Ἀγγελῆς, ὁ Κινδύνης, ὁ Γεωρ-
1694γίου, ὁ Σκοῦφος καὶ ὁ μειοψηφῶν Στάμος. Ἐπὶ πολλῶν ἐκ
1695τῶν 175 δικογραφιῶν δὲν ὑπάρχουν σχέδια ἀποφάσεων, διότι
1696εἰς ἀριθμόν τινα δικογραφιῶν δεδεμένων ὑπῆρχεν ἡ λέξις
1697«ὅρα Καστόριον».
1698Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἄνω 175 ἀποφάσεων, οἱ δι-
1699κηγόροι, φοβούμενοι τοὺς κατ’ αὐτῶν ἐκτεθέντας δικαστὰς,
1700ἀπέσχον νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς πολιτικὰς συνεδριάσεις,
1701οἱ δὲ δικασταὶ, συνεδριάσαντες ἀπόντων τῶν δικηγόρων
1702καὶ τῶν διαδίκων, διέγραψαν ἁπάσας τὰς συνοπτικὰς καὶ
1703ἐμπορικὰς ὑποθέσεις, ἀνερχομένας εἰς τετρακοσίας περίπου.
1704Εἰς ἄλλην δὲ ὁμοίαν συνεδρίασιν διέγραψαν ἁπάσας τὰς
1705ἐκτεθειμένας συνήθεις ὑποθέσεις, ἐξέθεσαν δὲ καὶ τὰς ὑπο-
1706λοίπους, ἵνα καὶ ταύτας διαγράψωσιν εἰς ἑπομένην συνε-
1707δρίασιν.
1708Εἰς ποινικὴν συνεδρίασιν εἶχε δικασθῆ ἐρήμην κατηγο-
1709ρούμενός τις εἰς φυλάκισιν ἐπὶ ἐξυβρίσει Εἰρηνοδίκου. Ἡ
1710ἀπόφασις τῷ ἐκοινοποιήθη, καὶ ἔκαμεν ἀνακοπὴν, ἀλλ’
1711ἐπειδὴ μετὰ τὴν ἀνακοπήν του ἦλθεν ἐνταῦθα, δὲν ἔλαβεν
1712ἐγκαίρως γνῶσιν τῆς νέας κλήσεως· ἐπανελθὼν δὲ εἰς Σπάρ-
1713την δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς δικασίμου, δὲν εἶχε καιρὸν
1714νὰ κλητεύσῃ μάρτυρας ὑπερασπίσεως, δὲν εἶχε δὲ καὶ δικη-
1715γόρον νὰ τὸν ὑπερασπισθῇ, διότι πάντες οἱ συνάδελφοί μου
1716δὲν εἶχον τὴν τόλμην νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸ Δικαστή-
1717ριον, μὴ θεωροῦντες ἀσφαλῆ τὴν προσωπικὴν αὐτῶν ἐλευ-
1718θερίαν. Ἠναγκάσθη ἑπομένως ὁ κατηγορούμενος οὗτος νὰ
1719ζητήσῃ τὴν ὑπεράσπισίν μου, διότι ἐγὼ, μὴ ἀναμιχθεὶς ἐκ
1720τυχαίας συμπτώσεως εἰς τὴν διαπάλην ταύτην, οὐδένα
1721εἶχον εὔλογον φόβον, προσῆλθον ἑπομένως κατὰ τὴν δικά-
1722σιμον τῆς ὑποθέσεως, παρεκάλεσα τὸ Δικαστήριον νὰ δώσῃ
1723ἀναβολὴν εἰς τὸν κατηγορούμενον, ἔστω καὶ πενθήμερον,
1724ἵνα δυνηθῇ νὰ καλέσῃ μάρτυρας ὑπερασπίσεως, πλὴν ἐστάθη
1725ἀδύνατον νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις. Συνεζητήθη ἑπομένως
1726ἡ ὑπόθεσις, καὶ ὁ κατηγορούμενος, κηρυχθεὶς ἔνοχος ἐξυ-
1727βρίσεως Εἰρηνοδίκου, ἀναστατώσαντος ὁλόκληρον τὴν Λακε-
1728δαίμονα, κατεδικάσθη εἰς τὴν ἐλαφρὰν ποινὴν τῆς δεκαοκτα-
1729μήνου φυλακίσεως!
1730§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ὀνομάζεται ὁ κατηγο-
1731ρούμενος;
1732§52ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δαμάσκος.
1733§53ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τί πταίει
1734εἰς αὐτό;
1735§54ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν αἰτιῶμαι διὰ τοῦτο τοῦ
1736Ὑπουργοῦ. Λέγω μόνον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο τὰ πάντα
1737νὰ προλάβῃ.
1738§55ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἀποδέχομαι.
1739§56ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ δὲ ταῦτα ἐγίνοντο εἰς Σπάρ-
1740την, προκύπτει ἐν τῷ μέσῳ καὶ ἄλλη ἔκνομος ἐνέργεια τοῦ
1741αὐτόθι Εἰσαγγελέως. Χαλκεύεται κατὰ τῶν δικηγόρων
1742καταγγελία ὅλως ψευδὴς ἐπὶ προκλήσει, ἐκ μέρους αὐτῶν,
1743τῶν πολιτῶν εἰς ἐξέγερσιν κατὰ τῶν δικαστῶν, ἐνῷ ὅλως
1744τὸ ἐναντίον συνέβη, διότι οἱ δικηγόροι ἐκ μιᾶς τοιαύτης
1745αὐθορμήτου τῶν πολιτῶν ἐξεγέρσεως εἶχον νὰ ζημιωθῶσι
1746πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως, καὶ διὰ τοῦτο ἐφρόντιζον, πῶς
1747νὰ καθησυχάσωσι τὰ διαταραχθέντα πνεύματα τῶν πολι-
1748τῶν. Μετὰ τοιαύτην δὲ ἐνέργειαν ἤρξατο κατ’ αὐτῶν κατα-
1749δίωξις, διαταχθέντος τοῦ ἀνακριτοῦ Γεωργίου νὰ ἐπιλη-
1750φθῇ ἀνακρίσεως, συνέπεια τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν ἡ προφυ-
1751λάκισις καὶ ἡ μετ’ ὀλίγον ἀποφυλάκισις ἑνὸς φιλησύχου
1752πολίτου.
1753§57ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ πότε ἐγένοντο ὅλα αὐτά;
1754§58ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἑνὸς περίπου μηνός. Ἐν τού-
1755τοις, μετὰ τοιαῦτα γεγονότα, μένουσιν εἰσέτι εἰς τὰς θέσεις
1756των ἐκεῖνοι, οἵτινες πρῶτοι καὶ τηλεγραφικῶς ἔπρεπε νὰ
1757μετατεθῶσιν ἐκεῖθεν.
1758§59ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κύριος
1759συνάδελφος κατὰ τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου ταύ-
1760της ὑπέβαλε παράπονα διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον συμπλήρωσιν
1761θέσεων κενῶν ἐν τῷ Δικαστηρίῳ Σπάρτης. Ἐφρόντισα
1762περὶ τούτου καὶ τὸ Δικαστήριον συνεπληρώθη. Ἄλλου εἴ-
1763δους παράπονον δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου. Τὸ Δικαστή-
1764ριον συνεπληρώθη καὶ ἤρξατο κανονικῶς λειτουργοῦν, μέχρι
1765πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε συνέβησαν ὅσα συνέβησαν, καὶ περὶ
1766ὧν παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν,
1767μέχρις ὅτου τὰ ἁρμόδια Δικαστήρια ἀποφανθῶσιν ὡς πρός
1768τε τοὺς Πρωτοδίκας καὶ τοὺς δικηγόρους. Ὑποβαλὼν τὴν
1769παράκλησιν ἐκείνην, ἤθελον νὰ προλάβω αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
1770ἤδη τελεῖται ἐνταῦθα. Ἐγένετο ἀφήγησις μακρᾶς ἱστορίας,
1771τῆς ὁποίας τὴν ἀκρίβειαν ἐπισήμως δὲν γινώσκομεν, καὶ
1772τούτου ἕνεκα, ἢ ἔπρεπε νὰ σιωπήσωμεν, μέχρις ὅτου ἐπισήμως
1773ἐξακριβωθῶσι τὰ συμβάντα καὶ ἐπισήμως τὸ συμπέρασμα
1774τῆς περὶ αὐτῶν ἐρεύνης ὑποβληθῇ ἡμῖν, ἢ, ἐὰν ἔπρεπε νὰ
1775συζητήσωμεν, ἔπρεπε πρότερον νὰ καλέσωμεν καὶ τοὺς περὶ
1776ὧν ἢ καθ’ ὧν συζητοῦμεν, τοὺς μόνους δυναμένους νὰ ὑπερα-
1777σπίσωσιν ἑαυτοὺς, ἐν ὅσῳ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἐπίσημον τῶν
1778συμβάντων λεπτομερῆ ἔκθεσιν.
1779§60ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔφερα καὶ σᾶς ἀνέγνωσα ἀπό-
1780φασιν.
1781§61ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀνεγνώσατε ἁπλοῦν τινα χάρτην ἢ ἐπι-
1782στολήν.
1783§62ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὴν δίδω, ἵνα ἐξετάσητε.
1784§63ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ,
1785ὅτι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ οὐ μόνον ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ καὶ ἀκούε-
1786ται εὐμενῶς τοιαύτη γλῶσσα, οἵαν ἠκούσατε, περὶ τῆς δι-
1787καστικῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, περὶ τῆς ὁποίας κατὰ τὴν
1788ἰδίαν ταύτην συνεδρίασιν ἠκούσατε ἄλλους κοπτομένους,
1789ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ ἐλλείψεως ὀφειλομένης πρὸς αὐτὴν εὐλα-
1790βείας. Ἔχω καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου ἐπὶ τῷ
1791ἀνευλαβεῖ τρόπῳ, καθ’ ὃν ἐπιτρέπεται ἐν τῇ Βουλῇ νὰ γί-
1792νηται μνεία δικαστικῶν λειτουργῶν, ἀνωτάτων μάλιστα, τοὺς
1793ὁποίους μετὰ μακρὰν ὑπηρεσίαν αὐτοὶ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν
1794εὗρον ἀξίους νὰ προαγάγωσιν εἰς θέσεις Εἰσαγγελέων Ἐφε-
1795τῶν, ἡμεῖς δὲ, εὑρόντες ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ, ἐθεωρήσαμεν ἀξί-
1796ους αὐτῆς, καὶ οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ν’ ἀκούωσιν αἰτιά-
1797σεις, γινομένας καθ’ ὃν τρόπον ἠκούσατε νὰ γίνωνται ἐναν-
1798τίον τοῦ Εἰσαγγελέως ἑνὸς τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους.
1799Ταῦτα δικαιολογοῦσι, πιστεύω, τὰς συστάσεις, ἃς προλαβὼν
1800ἀπηύθυνα, ὅπως ὦμεν ἐφεκτικώτεροι καὶ εὐλαβέστεροι, προ-
1801κειμένου περὶ ἐκφράσεων περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τοῦ
1802Κράτους. Ἄν ἐν τῇ δικαστικῇ ἐξουσίᾳ παρετηρήθησαν ἐλ-
1803λείψεις καὶ ἀτέλειαι, ἔχομεν καθῆκον νὰ φροντίσωμεν, ὅπως
1804διορθωθῶσι, καὶ τὴν φροντίδα ταύτην οὐδόλως παρελείψα-
1805μεν. Ἡ Πολιτεία ἐφρόντισεν, ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν δι-
1806καστῶν, νὰ ἔχῃ λίαν περιωρισμένην τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξου-
1807σίαν, εἰς ἣν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβαίνῃ εἰς διορισμὸν δι-
1808καστοῦ, χωρὶς νὰ προηγηθῶσι διπλαῖ καὶ τριπλαῖ αὐτοῦ δο-
1809κιμασίαι. Μεταξὺ δὲ τῶν δικαστῶν, ὧν τὰ ὀνόματα ἐμνη-
1810μονεύθησαν, ὑπάρχει καί τις, ὅστις ἔλαβεν ἐν τῷ Πανεπι-
1811στημίῳ τὸν βαθμὸν ἄριστα, καὶ εἰς τὴν ἑτέραν παρὰ τῇ
1812Ἐπιτροπῇ δοκιμασίαν ἐγένετο δεκτὸς παμψηφεί. Ἐὰν ἡ
1813ληφθεῖσα παρὰ τοῦ νομοθέτου πρόνοια δὲν ἀπεδείχθη ἐπαρ-
1814κής, ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον ἄλλης προνοίας ἐπαρκεστέρας.
1815Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ὀφείλομεν νὰ ὦμεν ἐφεκτικώτεροι, ὅταν
1816ὁμιλῶμεν περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἣν, ὡς ἐξουσίαν ὑψί-
1817στην καὶ ὁμοταγῆ, ἡμεῖς καθῆκον ἔχομεν νὰ σέβωμεν καὶ
1818περιβάλλωμεν μὲ τὴν ἀπαιτουμένην εὐλάβειαν. Τὴν σύστα-
1819σιν ταύτην ἐθεώρησα ὅτι ὤφειλον ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Βου-
1820λὴν, καὶ νὰ πληροφορήσω αὐτὴν, ὅτι, ἂν ἀληθῶς ἀποδει-
1821χθῶσιν ὅτι ἐκ πείσματος ἐπῆλθον τοιαῦται παρεκτροπαὶ,
1822θέλουσι διορθωθῆ ἀφεύκτως καὶ δὲν θέλουσι διέλθει ἀπαρα-
1823τήρητοι οὐδὲ παρὰ τῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν-
1824τεταλμένα ν’ ἀποφανθῶσιν, οὐδὲ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς
1825Δικαιοσύνης. Καὶ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ ἐπερωτήσαντες δύνανται
1826νὰ ὦσι βέβαιοι περὶ τούτου.
1827§64ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνειθίζω, Κύριοι, νὰ ἀποδίδω
1828τὴν προσήκουσαν εὐλάβειαν οὐ μόνον εἰς πάντα δικαστι-
1829κὸν λειτουργὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα ἄλλον τοιοῦτον, ὡς
1830καὶ εἰς πάντα πολίτην· πλὴν ἀποδίδω ταύτην εἰς ἐκεῖνον
1831μόνον, ὅστις εἶναι ἄξιος αὐτῆς, προκαλῶν ταύτην διὰ τῆς
1832καλῆς αὐτοῦ διαγωγῆς, τῆς εὐπρεποῦς συμπεριφορᾶς του
1833καὶ τοῦ πρὸς τὴν ἠθικὴν σεβασμοῦ του· ἀλλ’ ὅταν αὐτὸς
1834ἀποδεικνύηται ἀνευλαβὴς πρὸς ἑαυτὸν, ὁποίαν δύναμαι νὰ
1835ὀφείλω αὐτῷ ἐγὼ εὐλάβειαν; Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς
1836Δικαιοσύνης ἄλλα φρονεῖ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ἄλλα ὡς Βου-
1837λευτής. Λέγω δὲ μετὰ θάῤῥους, ὅτι, ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουρ-
1838γὸς ἦτο ἤδη εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν),
1839ἄλλα θὰ ἐφρόνει ἀπὸ ἐκεῖνα, ἅτινα λέγει ἤδη ὅτι φρονεῖ
1840ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Καὶ ἄλλοτε ἐπρόκειτο
1841νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ ὁμοίου ἀντικειμένου, πλὴν τότε ὁ
1842κύριος Ὑπουργὸς ἦτο ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, ἦτο ἁπλοῦς
1843ἀντιπολιτευόμενος Βουλευτής, ἑπομένως ἄλλας εἶχεν ἰδέας,
1844ὅλως ἐναντίας τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀξιοῖ ἤδη ὅτι ἔχει·
1845διὰ τοῦτο, προκειμένου νὰ γίνῃ τότε συζήτησις ὁμοία, εἰς
1846δικαστικὰ σκάνδαλα ἀφορῶσα, μὲ συνεβούλευε νὰ ὁμιλήσω
1847καὶ μὲ προέτρεπε νὰ τὰ εἴπω ὅλα μὲ τὸ νὶ καὶ μὲ τὸ
1848σίγμα. Πλὴν εὐθὺς ὡς τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, καὶ ὁ
1849κύριος συνάδελφος μετέβαλε θέσιν, τὰ πάντα ἐλησμόνησε,
1850καὶ οὐ μόνον δὲν ἐπεθύμει νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ὑποθέσεως
1851ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ πᾶν παρενέβαλλεν ἐμπόδιον, ἵνα μα-
1852ταιώσῃ πᾶσαν τοιαύτην συζήτησιν· ὁσάκις δὲ ἐκάλεσα
1853αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἐπὶ τῆς ὑπο-
1854θέσεως ἐκείνης ἐνεργειῶν του, πάντοτε τὸ ἀπέφυγε, προ-
1855φασιζόμενος, ἄλλοτε μὲν, ὅτι δὲν γνωρίζει περὶ ποίας ὑπο-
1856θέσεως ἠρωτᾶτο, ἄλλοτε δὲ, ὅτι ἤθελε νὰ τῷ δώσω ση-
1857μείωμα, καὶ ἄλλοτε ἄλλα παρόμοια· ὅταν δὲ ἐκάλεσα
1858αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως ἔγγραφα,
1859ἠναγκάσθη νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ βεβαιώσῃ,
1860ὅτι καταθέτει τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ
1861καταθέσῃ αὐτά.
1862Ὁ κύριος Ὑπουργὸς, διὰ νὰ ἐπισκοτίσῃ τὴν ὑπόθεσιν
1863καὶ νὰ μετριάσῃ τὴν ἐκ τῆς ἀναγνωσθείσης ἀποφάσεως
1864παραχθεῖσαν ἐντύπωσιν ἤδη, δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ προσ-
1865βάλῃ πλαγίως ὡς πλαστὸν τὸ κατατεθὲν ἀντίγραφον.
1866Ἰδοὺ εὐλαβὴς ἄνθρωπος, ὅστις θέλει νὰ παραστήσῃ ἄλλους
1867ὡς ἀνευλαβεῖς! Δὲν πιστεύει τὴν ἀναγνωσθεῖσαν ἤδη ἀπό-
1868φασιν· ἀλλὰ δὲν ἔμαθε τίποτε περὶ τῶν ἄλλων 175 δη-
1869μοσιευθεισῶν ἀποφάσεων; Καὶ τότε πρὸς τί μετέβη εἰς
1870Σπάρτην ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεύς; Δὲν ἐπληροφόρησε
1871περὶ τῶν ἀποφάσεων τούτων τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἀφοῦ
1872κατὰ τὴν παρ’ αὐτοῦ ἐξέτασιν τῶν δικηγόρων εἶχεν ὑπ’
1873ὄψει ἐπὶ τῆς ἀνακριτικῆς του τραπέζης πάσας τὰς σχετι-
1874κὰς δικογραφίας; Ἐὰν ὁ ἀποσταλεὶς ἐκεῖ Εἰσαγγελεὺς
1875δὲν ἐπληροφόρησε περὶ αὐτῶν τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὁ
1876Εἰσαγγελεὺς παρέλειψε τὸ καθῆκόν του, ὅπερ δὲν πιστεύω·
1877ἐὰν ὅμως ἐπληροφόρησεν αὐτὸν, διατὶ προσποιεῖται ἤδη
1878ἄγνοιαν τῶν γεγονότων καὶ καταφεύγει εἰς ἀνάξια δικαιο-
1879λογήματα;
1880Μέμφεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὸν μὴ ἐκφρασθέντα εὐλα-
1881βῶς περὶ προσώπων κατηγορηθέντων διὰ τὰ αἴσχη των
1882καὶ τὰς ἀκολασίας των, ἐκφρασθέντα ἀνευλαβῶς περὶ ἐκεί-
1883νων, οἵτινες τὸ Εἰσαγγελικὸν κατάστημα ἔκαμον φυλα-
1884κὰς τῶν καταδίκων γυναικῶν, αἵτινες καταγγέλθησαν ἐπὶ
1885μοιχείᾳ, οἵτινες ἐφυλάκιζον ἀνθρώπους, κατηγορουμένους
1886δῆθεν ἐπὶ βιασμῷ τῶν ἑταιρῶν των, καὶ τοὺς ἐξεβίαζον νὰ
1887τὰς συζευχθῶσιν, ἄλλως ἠπείλουν αὐτοὺς, ὅτι θὰ τοὺς
1888παραπέμψωσιν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον· περὶ ἐκείνων, οἵ-
1889τινες διατηροῦσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των γυναῖκας, ἐπὶ βρε-
1890φοκτονίᾳ κατηγορουμένας, ὧν τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοὶ
1891οὗτοι σκανδαλωδῶς παρεσκεύαζον.
1892Παύσατε, παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ μὴ προκαλῆτε
1893πλειότερα σκάνδαλα, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης,
1894ἣν προσποιεῖσθε, ὅτι ὑπερασπίζεσθε, ἐνῷ τοὐναντίον τῆς
1895ὑποσκάπτετε τὰ θεμέλια.
1896§65ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, ἄξιοι κατα-
1897φρονήσεως καὶ πάσης κατακρίσεώς εἰσιν οἱ δικασταὶ ἐκεῖ-
1898νοι ἰδίως, οἵτινες, ἐκτροχιαζόμενοι ἀπὸ τῶν καθηκόντων
1899αὐτῶν, περιπίπτουσιν εἰς ἀνομίας καὶ ἀτοπίας, οὕτως ὥστε
1900νὰ προκαλέσωσιν ὁλόκληρον δικηγορικὸν σύλλογον, ἀποτε-
1901λούμενον ἐξ ὑπερτεσσαράκοντα ἐπιστημόνων, ἐξασκούντων
1902ἐκεῖ τὸ ἐπάγγελμά των, εἰς ὁμόθυμον καὶ πανηγυρικὴν κατ’
1903αὐτῶν ἀποδοκιμασίαν. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω τινὰ
1904ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, ὡς δικηγόρος ἐν
1905Σπάρτῃ, ἐξασκῶν ἐκεῖ τὸ ἐπάγγελμά μου καὶ συμμεριζό-
1906μενος τὴν ἀξιοπρεπῆ θέσιν, ἣν οἱ συμπολῖταί μου ἐκεῖνοι
1907καὶ συνάδελφοί μου ἔλαβον ἀπέναντι τῆς αὐθαιρεσίας καὶ
1908τῆς παρανομίας ἀναξίων δικαστῶν.
1909Ἐκ τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Σπάρτης δι-
1910καστῶν τρεῖς μόνον ἀποτελοῦσιν ἔντιμον ἐξαίρεσιν τῆς κα-
1911τηγορίας, τῆς ἀπευθυνομένης εἰς τοὺς ἄλλους, καὶ πρέπει
1912ἐντεῦθεν ἔντιμον μνείαν τούτων νὰ ποιήσω, οὗτοι δέ εἰσιν
1913ὁ κ. Πρωτοπαπᾶς, ἐντιμότατος ἀνακριτὴς, ἀμερολήπτως
1914ἐξασκῶν τὸ καθῆκόν του, ὁ κ. Τσακανίκας καὶ εἷς ἕτερος
1915δικαστὴς, Στάμου. Ὁ δικαστὴς οὗτος, ὁ ὁποῖος ὑπὸ ἔπο-
1916ψιν ἐπιστημονικὴν δὲν θεωρεῖται καλῶς κατηρτισμένος, ἀν-
1917τέστη εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὰς παρανομίας τῶν ἄλλων
1918δικαστῶν, καὶ διεφώνησεν εἰς τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας
1919ἐξέδωκαν, καταπατοῦντες τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν καὶ
1920καταζημιοῦντες τὸν τόπον, ἐξ οὗ ἐξήγειραν τὴν ἀγανάκτη-
1921σιν· καὶ διὰ τοῦτο κατηγοροῦσι τοὺς δικηγόρους, ὅτι προε-
1922κάλεσαν στάσιν ἐναντίον των, ἐνῷ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν
1923πολιτῶν, τὴν ὑπερχειλίσασαν, οἱ δικηγόροι κατέστελλον,
1924προστατεύοντες τοὺς ἀθλίους τούτους. Ἡ ἀγανάκτησις
1925ἐπῆλθε κατ’ αὐτῶν, διότι οὗτοι, ἐπιλήσμονες γενόμενοι τῶν
1926ἑαυτῶν καθηκόντων, ἐξετράπησαν ὁμολογουμένως εἰς πρά-
1927ξεις παρανόμους, αὐθαιρέτους καὶ βδελυράς Δὲν εἶναι ἡ ἰσο-
1928βιότης, ἥτις κατέστησεν αὐτοὺς τοιούτους· δὲν παραδέχο-
1929μαι ὅτι αὕτη δύναται νὰ παραγάγῃ τοιαῦτα τέρατα, καὶ
1930ὅτι περιέχει τοιαῦτα.
1931§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περιέχει καὶ ἄλλους.
1932§67ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἦλθον καὶ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ
1933εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ἐπιβε-
1934βαιώσω ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξέθηκεν, ὡς λαβόντα
1935χώραν ἐν Σπάρτῃ παρὰ τῶν δικαστῶν ἄνομα καὶ παρά-
1936νομα, καταστρέψαντα πολλὰ καὶ μεγάλα τῶν πολιτῶν
1937συμφέροντα. Καὶ ἀκούσατε ἕτερόν τι, ἵνα ἴδητε ποίας ποιό-
1938τητός εἰσιν οἱ δικασταὶ οὗτοι, διότι εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος
1939Κατσικόπουλος ἂν θελήσῃ τις νὰ εἴπῃ καὶ ἄλλα, θέλει
1940ἐπιλείψει ὁ χρόνος. Ἐδικάζετο ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδι-
1941κείου εἷς δημαστυνόμος τῆς περιφερείας ἐπὶ ἐξυβρίσει κατὰ
1942τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ καταδικάζεται· ἀπαγγέλλεται δὲ κατ’
1943αὐτοῦ ἐκτὸς τῆς ποινῆς καὶ στέρησις πολιτικῶν δικαιωμά-
1944των! Δικασταὶ ἦσαν ὁ Σκοῦφος καὶ ὁ....
1945§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸς ἔλαβε τὸ ἄριστα.
1946§69ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Τὸ ἄριστα προϋποθέτει ἐπιστήμονα,
1947καλῶς καταρτισθέντα εἰς τὰς μελέτας αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδεμίαν
1948ἔχει σημασίαν ἀπόλυτον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων καὶ
1949ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν ἔργων τοῦ δικαστοῦ. Τὸ ἄριστα τοῦ
1950Σκούφου δὲν ὠφέλησεν αὐτὸν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, διότι οὗτος,
1951ὡς Πρόεδρος τοῦ Κακουργιοδικείου ἐν Σπάρτῃ, ἀφῄρεσε τὸν
1952λόγον ἀπὸ τὸν προϊστάμενον τῶν ἐνόρκων, δικηγόρον σπου-
1953δαῖον καὶ ἐκλεκτὸν, πρόεδρον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, τὸν
1954κ. Ἀναστάσιον Βαλασσόπουλον, ἐρωτήσαντα μάρτυρα, ἐξε-
1955ταζόμενον ἐπὶ τοῦ ἀκροατηρίου· καὶ ἐπειδὴ ὁ ἔνορκος, ὡς
1956δικηγόρος, ἐπέμενεν ἐρωτῶν τὸν μάρτυρα, καθ’ ὅ εἶχε καθῆ-
1957κον καὶ δικαίωμα, ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὡς Πρόεδρος, ἀπαγ-
1958γέλλει κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν!
1959Ὀφείλω νὰ προσθέσω ἐνταῦθα, πρὸς τιμὴν τοῦ δικαστοῦ
1960Κινδύνη, ἂν ᾖναι αὐτὸς ὁ ἔχων τὸ ἄριστα, ὅτι ὁ δικαστὴς
1961οὗτος δὲν ἤθελε νὰ συμμερισθῇ τὴν θέσιν καὶ τὰς παρεκ-
1962τροπὰς τῶν ἄλλων, ἀλλὰ παρεσύρθη ἐκ συναδελφότητος,
1963ὡς παρεσύρθη καὶ ὁ Πρόεδρος κ. Γούζαρης, ὁ ὁποῖος, μετὰ
1964λύπης μου τὸ λέγω, ἐφάνη ἀνάξιος τῆς θέσεως, ἣν κατέχει,
1965ὅπως παρεσύρθη καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, περὶ τῆς καταγωγῆς
1966τοῦ ὁποίου καὶ τοῦ ὀνόματος περιττὸν νὰ ἐρωτήσητε, διότι
1967ἡμεῖς δὲν θὰ κρύψωμεν τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰς κακίας
1968αὐτοῦ.
1969Τοιοῦτοι ὑπῆρξαν οἱ δικασταὶ, καὶ ἤμην βέβαιος, ὅτι ὁ
1970ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἤθελε προσενεχθῆ πρὸς αὐτοὺς ὡς προ-
1971σηνέχθη, καὶ ὅτι ἤθελε τοὺς ἐκσφενδονίσει καὶ διασκορπίσει
1972εἰς τὰ ἔσχατα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, πρὸς ἱκανοποίησιν
1973ὁλοκλήρου κοινωνίας· διότι, ὅταν δικασταὶ προκαλῶσι καθ’
1974ἑαυτῶν ὁλόκληρον δικηγορικὸν σύλλογον ἐκ τεσσαράκοντα
1975καὶ ὑπερτεσσαράκοντα δικηγόρων καὶ ἀνήκοντα εἰς διαφό-
1976ρους πολιτικὰς ἀποχρώσεις, ἐννοεῖται ὅτι οὗτοι δὲν εἶναι
1977ἄξιοι οὔτε νὰ λέγωνται κἂν δικασταί. Καὶ τοῦτο εἶναι
1978ἀληθέστατον. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρ-
1979νησις θέλει ἱκανοποιήσει πληρέστατα τὸν τόπον καὶ θέλει
1980συμπληρώσει τὸ ἔργον αὐτῆς, ἐκτοπίζουσα πάραυτα καὶ
1981τὸν προϊστάμενον τοῦ Δικαστηρίου, τὸν Πρόεδρον αὐτοῦ,
1982ὁ ὁποῖος, ἂν ἦτο καλὸς καὶ ἄξιος τῆς θέσεως αὐτοῦ, ἤθελε
1983προλάβει τὰ ἀτοπήματα ταῦτα καὶ ἐπαναφέρει τοὺς ἐκτρο-
1984χιασθέντας δικαστὰς εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτοῖς θέσιν, καὶ
1985δὲν ἤθελεν ἐπέλθει οὕτω φοβερὸν δικαιοστάσιον, τὸ ὁποῖον
1986κατεζημίωσε τὸν τόπον καὶ διετάραξε τὰς συνειδήσεις τῶν
1987ἀνθρώπων. Βεβαίως θὰ ἐκτοπίσῃ καὶ τὸν Εἰσαγγελέα,
1988ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, καὶ θὰ τὸν τιμωρήσῃ.
1989§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὸν παύσῃ.
1990§71ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος εἰς ὅσα ὁ ἀξιό-
1991τιμος συνάδελφος εἶπε πρὸ ὀλίγου περὶ τοῦ προϊσταμένου
1992Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος, ἅμα μεταβὰς εἰς
1993Σπάρτην καὶ καταλύσας εἰς τὸ κατάστημα τῆς Εἰσαγγε-
1994λίας, παρεξηγήθη. Κατέλυσε δὲ ἐκεῖ ὡς ξένος καὶ μὴ ἔχων
1995ποῦ νὰ κατοικήσῃ. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν οἰκίαν δικηγόρου
1996τινός; ἢ εἰς τὴν οἰκίαν ἑτέρου πολίτου;
1997§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸ ξενοδοχεῖον.
1998§73ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Τὰ ξενοδοχεῖα ἐν Σπάρτῃ δὲν εἶναι
1999καλῶς κατηρτισμένα, καὶ μάλιστα διὰ νὰ ξενίσωσι κατὰ
2000τὴν ὥραν ταύτην τοῦ ἔτους πρόσωπα ἐπίσημα.
2001§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Σπάρτη ἔχει τὰ καλλίτερα ξε-
2002νοδοχεῖα ἀπὸ ὅλας τὰς ἐπαρχίας.
2003§75ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ ἔθεσαν ἐν ἀμφιβολίᾳ τὴν εἰλικρινῆ
2004αὑτοῦ ἐνέργειαν, καὶ ἀπέδωκαν μεροληψίαν ὑπὲρ τῶν δικα-
2005στῶν, ὑποθέσαντες, ὅτι καὶ οὗτος θέλει παρασυρθῆ, ὡς παρε-
2006σύρθησαν ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, οἱ
2007ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἦσαν αὐτουργοὶ τῶν πρώτων παρεκτρο-
2008πῶν καὶ παρανομιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν τὰ ἐπεισόδια ταῦ-
2009τα! Κατόπιν ὅμως οἱ δικηγόροι, ἐξετασθέντες ἐνώπιον τοῦ
2010Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἐξετασθέντες ἐν πάσῃ ἀκρι-
2011βείᾳ καὶ λεπτομερείᾳ, ἐσχημάτισαν πεποίθησιν, ὅτι τὸ δί-
2012καιον ἤθελε κατισχύσει διὰ τῆς γενομένης ἀνακρίσεως ὑπὸ
2013τοῦ προϊσταμένου Εἰσαγγελέως, καὶ ἐσχημάτισαν ἀκράδαν-
2014τον περὶ τούτου πεποίθησιν, καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ πλη-
2015ροφορίαι ἡμῶν καὶ τῶν φίλων ἢ συγγενῶν ἡμῶν δικηγό-
2016ρων ἐκεῖθεν, οἱ ὁποῖοι εὐλόγως προσεδόκων καὶ ἀνέμενον τὸ
2017ἐπελθὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἡ ἔκθεσις τοῦ
2018ἀξιοτίμου ἐκείνου ἀνωτάτου δικαστικοῦ ὑπαλλήλου. Ἂν
2019ἦναι λαϊκὸς ὑποψήφιος τῆς Ἀρκαδίας, ἢ ἄλλης τινὸς ἐπαρ-
2020χίας, ἢ ἄλλου τινὸς νομοῦ, τοῦτο εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ
2021καθῆκον, τὸ ὁποῖον μετέβη ἐκεῖ νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ τὸ ὁποῖον
2022ἐνήργησε μετ’ ἀκριβείας καὶ μετὰ πολλῆς δραστηριότητος
2023καὶ αὐστηρότητος, συνῳδὰ πρὸς τὴν ἀνωτέραν αὐτοῦ
2024συνείδησιν καὶ ἠθικὴν ἀξίαν, ἥτις ἀείποτε διέκρινεν αὐτὸν
2025καὶ τὰς πράξεις αὐτοῦ, ὡς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐπεισοδίου
2026τούτου θέλει ἀποδείξει. Διὰ τοῦτο ἀποδέχομαι τὰς παρατη-
2027ρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν εἶναι
2028δίκαιον ἐντεῦθεν νὰ ἀποτείνωμεν πρὸς πάντας μομφὰς καὶ
2029κατηγορίας, διότι ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ ὑπάρχουσιν ἀδά-
2030μαντες, ὑπάρχουσι χαρακτῆρες ἔντιμοι καὶ ἄξιοι πάσης
2031ὑπολήψεως καὶ πάσης εὐλαβείας καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς
2032καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου, καὶ
2033ἂν εὑρίσκωνται τέρατά τινα, ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤδη μᾶς
2034ἀπασχολοῦσι, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ τοιοῦτον δύναταί τις νὰ
2035τὸ εὕρῃ εἰς μεγαλειτέρας διαστάσεις, διότι τῷ ὄντι τότε
2036θὰ ἦτο ἀπελπισία πλήρης διὰ τὸν τόπον.
2037Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς θέλει συντελέσει τὸ
2038ἔργον αὑτοῦ κατὰ τῶν αὐθαιρέτων καὶ παρανόμων ἐκείνων
2039δικαστῶν καὶ θέλει ἐπιδιώξει πᾶν μέτρον αὐστηρὸν ἐναν-
2040τίον αὐτῶν, πρὸς παραδειγματισμὸν καὶ αὐτῶν καὶ ἄλλων,
2041οἱ ὁποῖοι τυχὸν ὑποπίπτουν εἰς παρόμοια ἀτοπήματα νο-
2042μίζοντες, ὅτι, ὄντες δικασταὶ καὶ καθήμενοι ἐπὶ τῆς ἕδρας
2043ἐκείνης, δύνανται νὰ πράτωσιν ὅ,τι θέλουσι καὶ δὲν ἔχουσιν
2044εὐθύνην ἀπέναντι οὐδενὸς, διότι ὁμολογουμένως παρουσιά-
2045σθησαν καὶ ἄλλα παρόμοια τοιαῦτα φαινόμενα. Ὁ τόπος
2046λοιπὸν ὁλόκληρος, ὁ ἡμέτερος, καὶ νομίζω ὁλόκληρος ἡ Ἑλ-
2047ληνικὴ κοινωνία ἀπεκδέχεται ἀνυπομόνως τὴν παραδειγ-
2048ματικὴν τιμωρίαν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο συγχαίρω ἀπὸ καρ-
2049δίας τοὺς συναδέλφους μου καὶ τοὺς συμπολίτας μου κυ-
2050ρίους δικηγόρους, τοὺς ἀποτελοῦντας τὸν δικηγορικὸν σύλ-
2051λογον Σπάρτης, πατάξαντας οὕτως εὐθαρσῶς καὶ εὐτόλμως
2052τὰς παρανόμους ὑπερβασίας τῶν δικαστῶν, παρασχόντας
2053δὲ ἑαυτοὺς ἀξιομίμητον παράδειγμα εἰς πάντα ἄλλον ἐπι-
2054στημονικὸν ὅμιλον, ἀντικρύζοντα τυχὸν δικαστὰς ἐκτρε-
2055πομένους εἰς παρεμφερεῖς παρανομίας καὶ πρωτακούστους
2056μωρίας.
2057§76ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰπὼν πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ εἰς
2058Σπάρτην ἀποσταλεὶς Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ὑποδει-
2059κνύεται ὡς λαϊκὸς ὑποψήφιος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας διὰ
2060τῆς ἐφημερίδος ἡ «Ἀκρόπολις», δὲν ἐνόουν διὰ τοῦτο νὰ
2061ψέξω αὐτόν. Ἐνόουν μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς
2062εἶναι πολιτικὸν πρόσωπον ἐν τῷ νομῷ Ἀρκαδίας καὶ ἔχει
2063πολιτικοὺς φίλους ὑποδεικνύοντας αὐτὸν ὡς μέλλοντα ὑπο-
2064ψήφιον Βουλευτὴν ἐν τῷ νομῷ τούτῳ, ὅπερ εἶναι λίαν
2065τιμητικὸν δι’ αὐτόν.
2066Ὁ προλαλήσας συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς
2067ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, μεταβὰς εἰς Σπάρτην, ἀλλὰ
2068μήπως ἠρνήθην ἐγὼ τοῦτο; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετή-
2069ρησα, εἶναι ἡ διαφωνία τοῦ προλαλήσαντος πρὸς τὸν τὸ
2070καθῆκόν του ἐκπληρώσαντα κ. Εἰσαγγελέα, διότι ὁ μὲν
2071προλαλήσας φρονεῖ, καὶ σὺν αὐτῷ φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅτι οἱ
2072ἐν Σπάρτῃ δικηγόροι ἐφέρθησαν ἀξιεπαίνως, καὶ ηὐχήθη,
2073ἵνα εἰς παρομοίας περιστάσεις μιμηθῶσιν αὐτοὺς καὶ οἱ
2074λοιποὶ συνάδελφοί των, ὁ δὲ κ. Εἰσαγγελεὺς ἀκριβῶς ἐπὶ
2075τοῦ ζητήματος τούτου διαφωνεῖ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον,
2076διότι δὲν φρονεῖ καὶ οὗτος, ὅτι οἱ ἐν Σπάρτῃ δικηγόροι
2077ἐφέρθησαν ἀξιεπαίνως, ἀλλὰ φρονεῖ, ὅτι οἱ εἰρημένοι δικη-
2078γόροι διὰ τὴν συμπεριφοράν των ταύτην εἶναι πειθαρχικῶς
2079τιμωρητέοι. Τοῦτο δὲ μᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ
2080διὰ νὰ τὸ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὸ ἔμαθε βεβαίως ἀπὸ τὸν
2081ἀποσταλέντα κ. Εἰσαγγελέα. Πῶς λοιπὸν συμβαίνει, ὥστε
2082νὰ μὴ συμφωνῇ ὁ προλαλήσας μετὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως
2083ἐπὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
2084ἐγίνωσκον ἐγὼ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, εἶναι ὅτι οἱ
2085δικηγόροι Σπάρτης εἶναι οἱ παθόντες; ἤδη μανθάνω ἀπὸ
2086τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι οἱ δικηγόροι Σπάρτης
2087εἶναι κατηγορούμενοι καὶ πρόκειται νὰ ἀσκηθῇ κατ’ αὐτῶν
2088πειθαρχικὴ καταδίωξις, γεγονὸς ἀσυμβίβαστον μὲ τὴν
2089εἰλικρινῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ εἰς Σπάρτην
2090ἀποσταλέντος κ. Εἰσαγγελέως.
2091Ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης ἀπεδείχθη καὶ ἑτέρα ἔλλει-
2092ψις τοῦ ἀποσταλέντος εἰς Σπάρτην Εἰσαγγελέως, διότι ὁ
2093κ. Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν εἴδησιν περὶ
2094τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων. Πῶς δὲν ἐπληροφόρησεν αὐτὸν
2095ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ὅστις ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἶχεν ὑπ’ ὄψιν
2096του αὐτὰς καὶ τὰς σχετικὰς δικογραφίας; Τόσον διατελεῖ
2097εἰς ἄγνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὥστε ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ, ὅτι
2098δὲν δύναται νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τὸ ἀναγνωσθὲν ἀντίγραφον
2099μιᾶς τῶν ἀποφάσεων τῶν κκ. δικαστῶν, ὁμοίας καθ’ ὅλα
2100μετὰ τῶν λοιπῶν! Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὸ θάῤῥος
2101νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τὴν ἀκρίβειαν
2102τοῦ ἀναγνωσθέντος ἀντιγράφου, δὲν ἔχει ὅμως καὶ τὸ
2103θάῤῥος νὰ προσβάλῃ αὐτὸ ὡς πλαστόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἀνα-
2104λαμβάνω ἐγὼ πᾶσαν εὐθύνην. Πλὴν διατὶ ἐσταμάτησε
2105πᾶσα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐνέργεια; Οἱ δικηγόροι
2106κατήγγειλαν τοὺς δικαστὰς διὰ ῥητὰς πράξεις; ἡ ὑπὸ τοῦ
2107Εἰσαγγελέως ἐνεργηθεῖσα ἀνάκρισις δὲν δύναται νὰ ληφθῇ
2108ὑπ’ ὄψει διὰ τὴν ποινικὴν αὐτῶν καταδίωξιν, διότι ἀπαι-
2109τεῖται τακτικὴ ἀνάκρισις, διεξαχθησομένη παρ’ Ἐφέτου.
2110Διατὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο ἔναρξις τοιαύτης ἀνακρίσεως;
2111§77ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε παραλείψει ἐπι-
2112βαλλόμενον αὐτῇ καθῆκον, ἂν μετὰ τὰ ἐκτεθέντα, ἅτινα
2113βεβαίως συνεκίνησαν πάντας ἡμᾶς, αὔριον δὲ δημοσιευό-
2114μενα θέλουν συγκινήσει ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν,
2115ἤθελεν ἀφήσει νὰ λήξῃ ἡ φοβερὰ αὕτη συζήτησις χωρὶς
2116νὰ ἐκφέρῃ ὡς συμπέρασμα αὐτῆς τὴν γνώμην της ἐπὶ ὅλων
2117ἐκείνων τῶν γεγονότων, ἅτινα ἠκούσαμεν ἐκτραγῳδούμενα
2118ἀπὸ τοῦ βήματος. Εὐτυχῶς ὑπάρχει ὁμοφωνία σήμερον
2119μεταξὺ τῶν δύο πτερύγων, ἀνεσύρθη δὲ μόλις ἐλαχίστη
2120πτυχὴ τῆς αὐλαίας, ἥτις καλύπτει τὰ ὄργια δικαστικῶν
2121προσώπων, τὰ τελούμενα ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργοῦ
2122τῆς Δικαιοσύνης. Εὐτυχῶς, εἶπον, ὑπάρχει ὁμοφωνία μεταξὺ
2123τῶν δύο πτερύγων. Μόνος δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
2124διαφωνεῖ. Ὁλόκληρον Δικαστήριον ὀργιάζει, οἱ πολῖται
2125τρέπονται εἰς φυγὴν πρὸ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν δικαστῶν
2126αὐτῶν, κατὰ ἑκατοντάδας δικάζονται ἐρήμην, καὶ κατὰ
2127ἑκατοντάδας κηρύσσονται φυγόποινοι οἱ πολῖται, οἱ ἀνή-
2128κοντες εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Δικαστηρίου τῆς Σπάρτης.
2129Καὶ ἐνῷ βοᾷ ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία ἐκείνη, ὁλόκληρος ἡ
2130περιφέρεια τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου, μόνος ὁ Ὑπουργὸς τῆς
2131Δικαιοσύνης δὲν γνωρίζει τί συμβαίνει, μόνος αὐτὸς περι-
2132μένει πρᾶξιν Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, ὅπως μάθῃ τὰ
2133ὄργια, τὰ τελούμενα ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου. Ἀλλὰ
2134πῶς ἐννοεῖ ὅτι ἐνασκεῖ τὴν πειθαρχικήν του ἐξουσίαν ὁ
2135κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ διὰ τίνων ὀργάνων;
2136Διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ ὁποίου τὴν εἰκόνα ἠκούσατε πρὸ
2137ὀλίγου γραφομένην πρὸ ὑμῶν, ἢ διὰ τοῦ ἑτέρου ἐκείνου
2138Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὅστις μετέβη πρὸς τὸν σκοπὸν
2139τοῦ νὰ καλύψῃ ὅ,τι ἠδυνήθη νὰ καλύψῃ; Καὶ πρέπει ἡ
2140Βουλὴ νὰ παρέλθῃ σιγῶσα πρὸ τοῦ θεάματος τούτου; καὶ
2141πρέπει νὰ ἀνεχθῇ ν’ ἀναβάλῃ ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν
2142νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, τὴν ἀπόφασίν της κατὰ τῆς
2143τοιαύτης διευθύνσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας;
2144Νομίζω ὅτι ἠθέλομεν παραλείψει τὸ τιμαλφέστερον τῶν
2145δικαιωμάτων ἡμῶν, τὸ μᾶλλον ἐπιβλητικὸν καθῆκον ἡμῶν,
2146ἠθέλομεν καταδικάσει ἡμᾶς αὐτοὺς, ὡς ἀνεχομένους τοιαύ-
2147την κατάστασιν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἠθέλομεν ἀμέ-
2148σως ἐκφέρει τὴν γνώμην ἡμῶν. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ
2149ἑνὸς ὡρισμένου ἀδικήματος, τελεσθέντος ἐκ μέρους ἑνὸς
2150δικαστικοῦ προσώπου καὶ ἀφορῶντος εἰς ἓν καὶ μόνον ἄτο-
2151μον, πρόκειται περὶ ἀδικημάτων πολλαπλῶν, τὰ ὁποῖα
2152ἐτελέσθησαν ἐκ συστάσεως παρ’ ὁλοκλήρου Δικαστηρίου
2153καθ’ ὁλοκλήρου κοινωνίας. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
2154σύνης διστάζει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, διστάζει νὰ
2155κάμῃ νὰ λειτουργήσῃ ἡ πειθαρχικὴ κατ’ αὐτῶν ἐξουσία!
2156Ἱκανοποίησε, λέγει, ὁλόκληρον ἐκείνην τὴν δικαστικὴν
2157περιφέρειαν, διότι μετέθεσε τοὺς κυρίους αὐτούς. Κατ’ ἐμὲ,
2158ἡ ἱκανοποίησις αὕτη δὲν εἶναι ἱκανή, ἂν δὲ σκέπτηται
2159αὐτὸς οὕτω, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἐξέφυγε τῶν χειρῶν του
2160ἡ διοίκησις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὅτι εἶναι ἀνάξιος νὰ
2161ἐποπτεύῃ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς, ὡς παραλείψας στοιχειω-
2162δέστατον καθῆκον, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως ἡ Βουλὴ
2163ἀφυπνίσῃ αὐτὸν, συνιστῶσα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
2164σύνης τὴν νόμιμον ἐνάσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας.
2165§78ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πᾶς
2166Βουλευτὴς δύναται νὰ προτείνῃ οἱανδήποτε θέλῃ πρότασιν,
2167οὐδεὶς δὲ ὑποχρεοῦται νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν σχετλια-
2168σμῶν τοῦ προαγορεύσαντος. Εἶναι ὅμως τῷ ὄντι θλιβερὸν
2169νὰ ἀκούητε τοιαῦτα λεγόμενα παρὰ Βουλευτοῦ χρηματί-
2170σαντος Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐρωτῶντος δὲ τὸν
2171Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πῶς καὶ διατὶ δὲν ἐνήσκησεν
2172αὐθωρεὶ καὶ ἀπ’ εὐθείας τὴν πειθαρχικήν του ἐξουσίαν!
2173Καὶ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἀσκῶν τὴν
2174πειθαρχικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς κειμένης
2175παρ’ ἡμῖν νομοθεσίας, νὰ σᾶς φέρῃ σήμερον ἀποτελέσματα,
2176ἐνῷ ἀκόμη ἡ ὑπόθεσις κεῖται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν ἁρμοδίων
2177δικαστικῶν συμβουλίων; ἠδύνατο ἐξ ἰδίας αὐτοῦ πρωτο-
2178βουλίας νὰ προβῇ εἰς τιμωρίαν τινά; Ὁ νόμος καθορίζει
2179σαφῶς τὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καὶ κανονίζει τὸν χρόνον
2180καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ, τὰς διατάξεις
2181δ’ αὐτοῦ μετὰ πάσης αὐστηρότητος καὶ δραστηριότητος
2182ἐξετελέσαμεν. Ἅμα τῇ πρὸς ἡμᾶς ἀναγγελίᾳ τῆς πράξεως,
2183διετάξαμεν τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ μεταβῇ ἀμέ-
2184σως ἐκεῖσε, ἀνώτατον δικαστικὸν λειτουργὸν, εἰς τὸν ὁποῖον
2185μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἀφορμὴν νὰ
2186ἀρνηθῶμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν
2187Ἐφετῶν μετέβη καὶ ἐξήτασε διοικητικῶς τὰ διατρέξαντα.
2188Μετὰ τὴν ἐξέτασιν ταύτην ὑπέβαλεν εἰς ἐμὲ ἔκθεσιν, καθ’ ὃ
2189εἶχε καθῆκον, περὶ τῶν διοικητικῶς δυναμένων νὰ ληφθῶσι
2190μέτρων, ἅπερ καὶ ἀμέσως ἤρξαντο ἐκτελούμενα, ἐργάζεται
2191δὲ πρὸς περάτωσιν τῆς διοικητικῆς ταύτης τῶν πραγμάτων
2192ἐξετάσεως, μεθ’ ἣν, ἐὰν μὲν τὰ παραπτώματα θεωρηθῶσι
2193πειθαρχικὰ, θέλει ζητήσει τὴν τιμωρίαν τῶν πταιστῶν παρὰ
2194τοῦ ἁρμοδίου Συμβουλίου, ἐὰν δὲ θεωρηθῶσιν ὡς ποινικῶς
2195καταδιώξιμα, θέλει διευθύνει τὰ ἔγγραφα πρὸς τὸν Πρόεδρον
2196τῶν Ἐφετῶν, ὅστις εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ὁ ἁρμόδιος ἐπὶ τοι-
2197ούτων περιστάσεων ἀνακριτής. Μέχρις οὗ λοιπὸν αἱ ἁρμό-
2198διαι ἀρχαὶ ἀποφανθῶσι κατὰ νόμον περὶ τούτων, δύναται
2199ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀντιποιηθῇ τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν, καὶ νὰ
2200προβῇ αὐτὸς εἰς ἄμεσον τιμωρίαν; Τοιαύτας ἰδέας οὐδ’ εἰς
2201ἀρχαρίους ὑπογραμματεῖς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποστη-
2202ρίξωσι, καὶ ἐν τούτοις τοιαύτας σήμερον ἠκούσαμεν παρὰ
2203συναδέλφου ἐπιστήμονος καὶ μάλιστα πρώην Ὑπουργοῦ τῆς
2204Δικαιοσύνης!
2205Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἥτις μόνη ὀφείλεται εἰς τὸ ἐρώ-
2206τημα περὶ τοῦ πῶς ἐξήσκησα τὴν πειθαρχικήν μου ἐξου-
2207σίαν· διότι πλὴν τούτου ἡ ἄλλη τοῦ προαγορεύσαντος
2208ὁμιλία συνίστατο εἰς ἁπλοῦς σχετλιασμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους
2209δὲν ἀπαντῶ, οὐδ’ ὀφείλω ἀπάντησιν.
2210§79ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐλησμόνησε
2211τί εἶπε κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης συζητήσεως, ἐλη-
2212σμόνησεν, ὅτι προέβαλε πρὸς δικαιολόγησίν του, ὅτε πρὸ
2213ὀλίγου ἐνεκαλεῖτο, ὅτι ἐπὶ τῷ ψηφίσματι Νομαρχιακοῦ
2214Συμβουλίου διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἄλλον
2215Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, ν’ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν, καὶ ὁ Εἰ-
2216σαγγελεὺς οὗτος ἀπήγγειλε κατηγορίαν κατά τινος λει-
2217τουργοῦ τῆς Θέμιδος. Ἔλεγε πρὸ ὀλίγου, ὅτι καὶ δι’ ἀνω-
2218νύμου ἐπιστολῆς ἂν τῷ καταγγελθῇ δικαστικὸς λειτουργὸς,
2219θεωρεῖ καθῆκόν του νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν. Καὶ ἀφοῦ ἐξέ-
2220θηκε ταῦτα, τὰ ἐλησμόνησε, καὶ τώρα λέγει: «πῶς δύνα-
2221μαι ἐγὼ νὰ ἐνασκήσω τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν;» Ἠδύ-
2222νασο νὰ προλάβῃς τὰ ὄργια, τὰ τελούμενα ἐκεῖ· σὺ δὲ
2223τί ἔπραξες; Σοὶ εἶπον ἐγὼ νὰ ἐπιβάλῃς σὺ ποινήν; Ὤφει-
2224λες νὰ καλέσῃς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ νὰ τὸν
2225διατάξῃς νὰ παύσῃ τοῦ νὰ ἦναι ὑποψήφιος καὶ νὰ μετέλθῃ
2226ὀλίγον τὸν Εἰσαγγελέα, ἐὰν δὲν ὤφειλες νὰ πράξῃς κἄτι
2227τι πλέον, τὴν στιγμὴν δηλαδὴ, καθ’ ἣν διεφημίσθη ἡ ὑπο-
2228ψηφιότης του, νὰ τὸν ἀπολύσῃς.
2229§80ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι ὑποψήφιος.
2230§81ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς περιμένετε τὰς πράξεις καὶ τὰ ψηφί-
2231σματα τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, διὰ νὰ σᾶς γνωρί-
2232σωσι τί πράττουν οἱ ὑπάλληλοί σας, τοὺς Εἰσαγελεῖς θέλετε
2233πρὸς ψηφοθηρίαν μόνον, ἡμεῖς ὅμως ἐκτιμῶμεν διαφόρως
2234τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡμεῖς θεωροῦ-
2235μεν αὐτὸν ἀνώτατον ἐπόπτην ὅλων τῶν δικαστικῶν λει-
2236τουργῶν, καὶ ἐννοοῦμεν ὅτι ὠφείλετε νὰ ἀφυπνισθῆτε ἐκ τῶν
2237κραυγῶν, αἱ ὁποῖαι ἐῤῥήχθησαν παρ’ ὁλοκλήρου τῆς περι-
2238φερείας τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης. Σεῖς τί ἐπράξατε;
2239μετεθέσατε δύο, τρεῖς δικαστὰς μετὰ τὴν τέλεσιν πάσης
2240ἀθεμιτουργίας, καὶ λέγετε, ὅτι δὲν γνωρίζετε ἀκόμη, ἂν θὰ
2241προέλθῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὸ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς
2242τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον, καὶ φρονεῖτε, ὅτι ἐξεπληρώσατε
2243τὸ καθῆκόν σας. Ἀλλ’ ὅσα εἴπετε ἐμφαίνουν ὅτι, ἂν ὑπάρ-
2244χουν Βουλευταὶ συμπολιτευόμενοι, ῥηγνύοντες φωνὴν κατὰ
2245τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τῶν δικαστῶν Σπάρτης, ὑπάρχουν
2246καὶ ἄλλοι, οἵτινες ὑποστηρίζουν αὐτούς. Ἂν σεῖς νομίζητε,
2247ὅτι διὰ τῆς ἐνεργείας σας ἐξεπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας,
2248πάντες ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι παρέβητε αὐτό. Διὰ τῆς διευ-
2249θύνσεώς σας παρελύσατε τὴν δικαιοσύνην, θ’ ἀναγκασθοῦν
2250δὲ οἱ πολῖται μέχρι τέλους νὰ δέρουν δικαστάς, οἷοι ἐκεῖνοι,
2251οὓς προστατεύετε, ὅπως ἀμυνθῶσι κατὰ τῶν ἀθεμιτουργιῶν
2252των. Θαυμάζω μάλιστα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τὴν ὑπο-
2253μονήν του, διότι οὔτε ἐπὶ στιγμὴν ἔπρεπε νὰ ὑπομείνουν
2254οἱ πολῖται τὰ ὄργια κακοήθων δικαστῶν, ὤφειλον δὲ νὰ
2255ἐγερθοῦν καὶ νὰ σᾶς στείλουν τὰς κεφαλὰς τῶν τεράτων,
2256ὡς ἐχαρακτήρισεν αὐτοὺς φίλος σας Βουλευτὴς, ἅτινα ἐστεί-
2257λατε νὰ δικάζουν ἄλλους συμπολίτας ἡμῶν ὑπὸ τοὺς αὐ-
2258τοὺς πάντοτε ὅρους.
2259§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουρ-
2260γὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν δικαιολογοῦσι τὴν ἐνάσκησιν τῆς
2261διοικητικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ νόμου ἔχει ἐπὶ
2262τῶν δικαστῶν καὶ τῶν δικαστηρίων. Ὡς ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ
2263ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐγκαίρως ἔμαθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ
2264γινόμενα καὶ παρασκευαζόμενα ἐν τῷ Δικαστηρίῳ τῆς
2265Σπάρτης, καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἠδύνατο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς
2266νὰ προλάβῃ τὸ κακόν. Ἀλλ’ αὐτὸς λαμβάνει γνῶσιν ἀπὸ
2267Βουλευτὴν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Δικαστηρίου τῆς Σπάρ-
2268της δὲν ἔχει καλῶς, καὶ σταυρόνει τὰς χεῖρας, δὲν ἐνασκεῖ
2269τὴν διοικητικήν του ἐξουσίαν, δὲν φροντίζει νὰ προλάβῃ
2270τὸ κακόν. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐγκαίρως, ὅτε ἔλαβε γνῶσιν
2271τῶν τεκταινομένων ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Σπάρτης, ἐνήργει
2272ὅ,τι ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ, βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν
2273θὰ ἐλάμβανον χώραν τὰ διαδραματισθέντα σκάνδαλα, δὲν
2274θὰ ἤκουε σήμερον ἡ Βουλὴ ἀσχημίας, ἐξευτελιζούσας τὴν
2275Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην. Ὁ Ὑπουργὸς λοιπὸν παρέλειψε
2276τὸ καθῆκόν του, μὴ ἐνεργήσας ἐγκαίρως, ὅπως προλάβῃ τὰ
2277διαδραματισθέντα ὄργια, καὶ ἰδοὺ ποῦ θεωρῶ ἐγὼ, ὅτι κεῖται
2278ἡ εὐθύνη αὐτοῦ.
2279Ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ διακόπτει, λέγων, ὅτι ἐνήργησε
2280διοικητικὴν ἀνάκρισιν. Ἀλλὰ πότε, κύριε Ὑπουργὲ, πότε
2281ἐνηργήσατε διοικητικὰς ἀνακρίσεις; Ὅταν πλέον τὸ κακὸν
2282εἶχε κορυφωθῆ, ὅταν τὸ κακὸν εἶχε καταντήσει κοινὸν
2283σκάνδαλον, ἀθεράπευτον. Διατὶ δὲν ἐνηργήσατε τίποτε ἀμέ-
2284σως, ὅτε ἐμάθετε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ...
2285§83ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς βε-
2286βαιῶ, ὅτι αὐθημερὸν ἐνήργησα.
2287§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι· ἐὰν ἐνηργεῖτε αὐθημερὸν ὅσα ἔπρεπε νὰ
2288ἐνεργήσητε, δὲν θὰ συνέβαινον ὅσα συνέβησαν, διότι, κύριε
2289Ὑπουργὲ, ἵνα γίνωσιν ὅσα ἐξετραγώδησεν ὁ ἀξιότιμος συνά-
2290δελφος, ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ χρόνος ἱκανός. Ἐνθυμεῖσθε τί
2291μᾶς εἶπεν ὁ κ. Κατσικόπουλος. Μᾶς εἶπεν, ὅτι δύο δικασταὶ
2292ἐφέροντο σκαιῶς καὶ ἀπρεπῶς, ὅτι κατόπιν τὸ κακὸν ἔλαβε
2293μεγαλειτέρας διαστάσεις, ὅτι οἱ δικηγόροι ἠναγκάσθησαν
2294νὰ διαμαρτυρηθῶσιν, ὅτι τὸ Δικαστήριον προέβη εἰς πράξεις
2295ἐχθρικὰς ἐναντίον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, ὅτι ἐξέδωκεν
2296ἀποφάσεις κτλ. Ταῦτα πάντα δὲν ἐγένοντο ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ,
2297κύριε Ὑπουργέ· πῶς δὲν ἐμεριμνήσατε, ὅτε τὸ πρῶτον ἐμά-
2298θετε τὰς παρεκτροπὰς τῶν δικαστῶν, περὶ τῆς μεταθέσεως
2299αὐτῶν, διὰ νὰ προλάβητε τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν,
2300τὰ σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε; Τίνι τρόπῳ δύνασθε
2301νὰ δικαιολογήσητε παράλειψιν τοιαύτης διοικητικῆς προ-
2302νοίας, τὴν ὁποίαν ὠφείλατε νὰ δείξητε ὡς Ὑπουργὸς καὶ
2303χάριν τῆς Δικαιοσύνης καὶ χάριν τῆς Πολιτείας;
2304Ἀλλὰ ἔχω σοβαρωτέραν ἔτι παράλειψιν ὑμῶν, κύριε
2305Ὑπουργέ. Σᾶς ἐρωτῶ, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐν τῇ
2306ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλε, δὲν ἀναφέρει, ὅτι οἱ κύριοι
2307οὗτοι δικασταὶ προέβησαν καὶ εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς ὑπεξαι-
2308ρέσεως καὶ πλαστογραφίας δικογράφων; τουτέστι δὲν σᾶς
2309ἀνέφερεν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν διὰ τῆς ἐκθέσεώς του,
2310ὅτι διέπραξαν οἱ κύριοι δικασταὶ ἔγκλημα, τιμωρούμενον
2311ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου; Ἄν τὸ ἀρνῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς,
2312ἂς παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ δὲν
2313δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀναντίῤῥητον.
2314Ὁ Εἰσαγγελεὺς βεβαιοῖ, ὅτι ἀνεκαλύφθη καὶ ἔγκλημα κατὰ
2315τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀνακρίσεων, ἔγκλημα ὑπεξαιρέσεως καὶ
2316πλαστογραφίας. Τί ἔπραξε λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς, κατόπιν
2317τοιαύτης καταγγελίας ἀνωτάτου λειτουργοῦ τῆς Δικαιο-
2318σύνης, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν; Νομίζει, ὅτι ἐξε-
2319τέλεσε τὸ καθῆκόν του, διότι μετέθεσεν εἰς ἄλλο Πρωτο-
2320δικεῖον τοὺς δικαστὰς, κατηγορουμένους ἐπὶ διαπράξει τοι-
2321ούτων ἐγκλημάτων; Ἔθεσεν εἰς κίνησιν τὴν ποινικὴν κατη-
2322γορίαν κατὰ τῶν ἐνοχοποιουμένων οὕτω δικαστῶν; Οὐδὲν,
2323Κύριοι, ἔπραξε· μᾶς εἶπε δ’ ἁπλῶς, ὅτι ἤσκησε τὴν πειθαρ-
2324χικήν του ἐξουσίαν, μεταθέσας τρεῖς δικαστὰς ἐκ τοῦ Πρω-
2325τοδικείου Σπάρτης εἰς ἄλλο Πρωτοδικεῖον, καὶ ὑπεσχέθη,
2326ὅτι θὰ ἐξαντλήσῃ τὴν πειθαρχικήν του ἐξουσίαν, ὅταν ἡ
2327ὑπόθεσις ἔλθῃ πειθαρχικῶς ἐνώπιόν του. Οὐδὲν πλέον.
2328Ἐν κεφαλαίῳ διατυπῶ ὡς ἑξῆς τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν
2329ἀπευθύνω κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Πρῶτον
2330μέμφομαι τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐγκαίρως
2331δὲν ἤσκησε τὴν διοικητικήν του ἐξουσίαν, ὅπως προλάβῃ
2332τὰς θλιβερὰς σκηνὰς, αἱ ὁποῖαι διεδραματίσθησαν εἰς τὸ
2333Πρωτοδικεῖον τῆς Σπάρτης. Τὸν μέμφομαι δεύτερον, διότι,
2334ἐνῷ ἔλαβε γνῶσιν ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τῆς ὑποβληθείσης αὐτῷ
2335παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου, τοῦ ἐνερ-
2336γήσαντος τὰς ἀνακρίσεις, ὅτι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος Πρωτο-
2337δίκαι ἐλησμόνησαν ἑαυτοὺς εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ
2338διαπράξωσιν, ὑπὸ τὸ πάθος τῆς ἐκδικήσεως, καὶ ἔγκλημα,
2339τιμωρούμενον ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου, δὲν ἔθεσεν εἰς κίνη-
2340σιν τὴν κατ’ αὐτῶν ποινικὴν κατηγορίαν, ἀλλὰ περιωρίσθη
2341ἁπλῶς νὰ τοὺς μεταθέσῃ εἰς τὰ διάφορα Πρωτοδικεῖα. Αὐτὰς
2342τὰς μομφὰς ἀπευθύνω κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
2343σύνης....
2344Κύριε Ὑπουργὲ, ὅταν σᾶς μέμφωνται ἐπὶ τοιαύταις παρα-
2345λείψεσι, πολὺ κακὰ κάμνετε νὰ μειδιᾶτε. Αὐτὸ δὲν ἀποδει-
2346κνύει, ὅτι ἔχετε συναίσθησιν τῆς θέσεως καὶ τῶν καθηκόν-
2347των σας.
2348§85ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν
2349ἐμειδίασα, ἀλλ’ ἠπόρησα, ἐπὶ ὥραν ἀρκετὴν ἀκούων ὑμᾶς,
2350νομικοῦ διαπρεποῦς, δημιουργοῦντος συλλογισμοὺς, κατα-
2351σκευάζοντος προτάσεις μείζονας καὶ ἐλάσσονας, καὶ ἐξά-
2352γοντος συμπεράσματα ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ δεῖνα
2353ἢ ὁ δεῖνα ἔδωκε περὶ τοιαύτης δῆθεν ἢ τοιαύτης ἐνεργείας
2354τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν! Μετ’ ἀπορίας λοιπὸν ἀληθῶς
2355καὶ ἐκπλήξεως ἐπὶ ὥραν πολλὴν ἤκουον συναδέλφου, οἷος
2356ὁ προλαλήσας, διὰ τοιούτων συλλογισμῶν καὶ ἐπιχειρημά-
2357των ζητοῦντος νὰ καταλήξῃ εἰς οἵαν κατέληξε πρότασιν,
2358χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇ τοὐλάχιστον, προκειμένου περὶ ἐκτιμή-
2359σεως τῶν πράξεων, τῶν ἀποδιδομένων εἰς δικαστὰς, τοῦ στοι-
2360χειωδεστέρου κανόνος, τοῦ μὴ κρίνειν πρὶν ἀμφοῖν ἀκοῦσαι.
2361Ἐγὼ ἐδήλωσα ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ζητήματα, τὰ
2362ἀφορῶντα τὰς κατὰ μέρος πράξεις, τὰς ἀποδιδομένας εἰς
2363τοὺς δικαστάς, πρέπον εἶναι νὰ μὴ ἀσχοληθῆτε, ἐνόσῳ τὰ
2364συμβούλια τὰ ἁρμόδια διασκέπτονται περὶ αὐτῶν, καὶ
2365προσέθηκα, ὅτι, ἐὰν συζητήσητε, ἐγὼ θέλω ἀπόσχει ἀπὸ
2366πάσης ἀναμίξεως εἰς τοιαύτην συζήτησιν, διότι θεωρῶ
2367τοῦτο ἐπιβεβλημένον μοι, καὶ λόγῳ τῆς εὐλαβείας, τὴν
2368ὁποίαν αἰσθάνομαι πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστῶν
2369καὶ λόγῳ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχω, νὰ δικάσω ὡς
2370δικαστὴς δευτέρου βαθμοῦ. Ἑπομένως δὲν δύναμαι, καὶ
2371ἐὰν τυχὸν ἔχω πληροφορίας, ἀναιρούσας ὅσα ἐντεῦθεν ἐῤῥή-
2372θησαν, νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν αὐτῶν, διότι δὲν θέλω ἐν
2373τῇ τοιαύτῃ ἐξηγήσει οὔτε κἂν ν’ ἀποτυπωθῇ γνώμη τις
2374ἐμοῦ, ὀφείλοντος νὰ μὴ ἔχω γνώμην, πρὶν ἢ περιέλθῃ ἡ
2375ὑπόθεσις διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ ἐμοί, καλουμένῳ ν’ ἀπο-
2376φασίσω.
2377Αὐτὰς τὰς ἀπορίας ᾐσθανόμην, ἀτενίζων πρὸς ὑμᾶς,
2378ὁμιλοῦντα, κύριε συνάδελφε. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὴν διττὴν
2379μομφὴν, ὅπως τὴν διετυπώσατε, ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ
2380ὁποῖον καὶ πρὸ μικροῦ εἶπον, ὅτι ἡ μὲν πρὸς τὸν Εἰσαγ-
2381γελέα τῶν Ἐφετῶν παραγγελία ἐστάλη ἅμα ὡς ἔλαβον
2382γνῶσιν τῶν ἐν Σπάρτῃ συμβάντων....
2383§86ΜΙΛΗΣΗΣ. Πότε ἐλάβετε γνῶσιν;
2384§87ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, βεβαιῶ ὅμως, ὅτι
2385παραχρῆμα παρήγγειλα τὰ πρέποντα· ἐν τῇ παραγγελίᾳ
2386δὲ, τῇ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἐδίδετο ῥητῶς
2387ὤθησις πρὸς καταδίωξιν, εἴτε πειθαρχικὴν, εἴτε καὶ ποινικὴν,
2388ἐὰν τὰ πράγματα ἐνεδείκνυον καὶ στοιχεῖα ποινικῶς διω-
2389κτέων πράξεων. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν περιείχετο ἐν τῇ παραγ-
2390γελίᾳ τοιαύτη διατύπωσις τῆς ἐντολῆς, προκειμένου περὶ
2391ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τοῦ ἀνωτάτου
2392τούτου ἐπόπτου τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ
2393ὑποπτεύσῃ τις, ὅτι, ἂν ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐνεργείας του
2394συνήντα ἔγκλημα, ἀξιόποινον πρᾶξιν, δὲν θὰ ἐπελαμβά-
2395νετο ἀμέσως τῆς καταδιώξεως αὐτῆς; Ὡς ἐκ περισσοῦ
2396ὅμως ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ δοθεῖσα αὐτῷ παρ’ ἐμοῦ ἐντολὴ
2397ἦτο γενικὴ καὶ εὐρεῖα, πρὸς καταδίωξιν πάσης τυχὸν ἐνδει-
2398χθησομένης εἴτε πειθαρχικῶς εἴτε ποινικῶς τιμωρητέας
2399πράξεως. Τοιαύτην ἔδωσα τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν ἐν Ναυ-
2400πλίῳ Ἐφετῶν ἐντολὴν διὰ τὰ ἐν Σπάρτῃ συμβάντα,
2401τοιαύτην δὲ ἀπαραλλάκτως ἔδωσα ἐντολὴν καὶ πρὸς τὸν
2402Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετῶν διὰ τὰ κατὰ τοῦ
2403Προέδρου τῶν ἐν Καρδίτσῃ Πρωτοδικῶν ὑποβληθέντα μοι
2404παράπονα. Ἐνταῦθα ὅμως σήμερον δι’ ἄλλων μέτρων καὶ
2405δι’ ἄλλων σταθμῶν εἴδομεν κρινομένην τὴν ἐνέργειαν τοῦ
2406Ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὴν δοθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ παραγγελίαν
2407πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Λαρίσσης, δι’ ἄλλων δὲ, διαφορετι-
2408κῶν μέτρων, κρινομένην τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν
2409δοθεῖσαν ὁμοίαν καὶ ἀπαράλλακτον παραγγελίαν πρὸς τὸν
2410Εἰσαγγελέα Ναυπλίου. Ἀλλὰ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δι-
2411καιοσύνης εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἐὰν ὑπὸ διάφορα μέτρα
2412ἢ σταθμὰ ἡ αὐτὴ ἐνέργειά του κρίνηται. Λυπεῖται δι’ αὐτὸ,
2413ἀρκεῖ ὅμως, ὅτι αὐτὸς ἐν τῷ ἰδίῳ μέτρῳ καὶ ὑπὸ τὰ ἴδια
2414σταθμὰ ἐνήργησεν ἐν ἀμφοτέραις ταῖς περιστάσεσι· δηλῶ
2415δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸν αὐτὸν ἀπαρεγκλίτως
2416καὶ ὁμοιόμορφον τρόπον θέλω ἐνεργεῖ ἐπὶ πάσης ἄλλης
2417ὁμοίας φύσεως ὑποθέσεως, ἡ ὁποία τυχὸν ἤθελε παρουσιασθῆ,
2418ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τῆς Δικαιοσύνης.
2419§88ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Κατσικόπουλον νὰ δη-
2420λώσῃ, ἂν ἦναι ἀληθῆ ὅσα ἤκουσε.
2421§89ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα, ἔχοντα
2422ὑπόληψιν, νὰ ἀμφιβάλλῃ.
2423§90ΜΙΛΗΣΗΣ. Νὰ βεβαιώσῃ ἐπισήμως, πότε ἔκαμε λόγον
2424εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς καταστάσεως
2425τοῦ Πρωτοδικείου Σπάρτης.
2426§91ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ δύο μηνῶν.
2427§92ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ βεβαιώσῃ,
2428πότε διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου νὰ
2429μεταβῇ εἰς Σπάρτην, διὰ νὰ ἐξετάσῃ.
2430§93ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συγχύ-
2431ζετε δύο ἀπ’ ἀλλήλων διεστῶτα χρονικὰ διαστήματα, χρώ-
2432μενος τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν σᾶς δίδει ἡ βουλευτική
2433σας ἰδιότης, καὶ ἐπὶ τοιούτων βάσεων, κύριε Μίληση, ζη-
2434τεῖτε νὰ στηρίξητε ἰδέαν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν! (θόρυβος).
2435§94ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ νὰ φέρητε εἰς τὴν Βουλὴν, πρῶ-
2436τον τὴν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου δια-
2437ταγήν σας, δεύτερον τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ Εἰσαγγε-
2438λεὺς ἐκεῖνος σᾶς ὑπέβαλε, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω, ἐὰν ἐν αὐτῇ
2439τῇ ἐκθέσει ἀναφέρῃ ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅτι ἀνεκάλυψε καὶ ἔγ-
2440κλημα ἐξαφανίσεως καὶ πλαστογραφήσεως δικογράφων,
2441πρὸς δὲ καὶ τὴν ἀναφορὰν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου
2442Σπάρτης.
2443§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῆς
2444ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατενόησα
2445καὶ συνεπέρανα, ὅτι δὲν ἔχει πλήρη συναίσθησιν τῆς εὐθύ-
2446νης, ἡ ὁποία τὸν ἐπιβαρύνει διὰ τὴν κατάστασιν τῶν Δικα-
2447στηρίων τοῦ Κράτους. Πρὸ μιᾶς ὥρας μετ’ ἐκπλήξεως ἀκούο-
2448μεν, ὅτι τὸ Δικαστήριον τῶν ἐν Σπάρτῃ Πρωτοδικῶν, θέ-
2449λον νὰ ἐκδικηθῇ τὸν αὐτόθι Δικηγορικὸν Σύλλογον, δι’
2450ἀφορμὰς, αἱ ὁποῖαι μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Δικαστηρίου ἀν-
2451τηλλάγησαν, παρεγνώρισε τὸ καθῆκον αὐτοῦ εἰς τρόπον ἀλη-
2452θῶς ἀπίστευτον, ἐνόμισεν ὅτι πρὸς ἐκδίκησιν τῶν δικηγόρων
2453ἠδύνατο νὰ καταχρασθῇ τὴν δικαστικὴν αὑτοῦ ἐξουσίαν
2454ἐπὶ βλάβῃ τῶν διαδίκων καὶ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, ἀκούο-
2455μεν ὅτι, ἵνα ἐκδικηθῇ τοὺς δικηγόρους, ἐδημοσίευσεν 170
2456ἀποφάσεις, ἑκάστη τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ χονδροειδεστάτην
2457παραβίασιν τῶν νόμων καὶ τῆς ἠθικῆς, ὅτι εἰς τοιοῦτον τρό-
2458πον διανέμει τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, ὥστε πάντες οἱ
2459κατηγορούμενοι κατέστησαν φυγόποινοι! Καὶ τὰ γεγονότα
2460ταῦτα βεβαιοῦνται ἀπὸ ἀξιοτίμους καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν
2461συναδέλφους· καὶ δὲν βεβαιοῦνται, Κύριοι, μόνον προφορικῶς,
2462ἀλλὰ καὶ δι’ ἐγγράφων ἀποδείξεων, καθ’ ὧν οὐδεμία ἀντίῥῥησις
2463δύναται νὰ χωρήσῃ. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνω-
2464ρίζει τὴν κατάστασιν αὐτὴν, τὴν γνωρίζει πρὸ ἡμερῶν, τὴν
2465ἀκούει ἤδη ἀναπτυσσομένην, καὶ ὅμως ἐπιφυλάσσεται νὰ
2466λάβῃ μέτρα θεραπείας, ὅταν θὰ περατωθῶσιν αἱ παρὰ
2467τῶν ὀργάνων του ἐνεργούμεναι ἀνακρίσεις, ἤγουν ὅταν εἰς
2468ἐντελῆ ἀπελπισίαν θέλῃ πλέον περιέλθει ὁλόκληρος ὁ πλη-
2469θυσμὸς ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ
2470Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Ἐπιτρέπεται νὰ παρατείνηται
2471τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων, ἐντελῶς ἔκθεσμος καὶ
2472ἔκνομος, μέχρις ὅτου περατωθῶσιν αἱ διοικητικαὶ ἀνακρίσεις,
2473τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει διατάξει; Δὲν ἐννοεῖ, ὅτι
2474ἔχει καθῆκον ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ φροντίζῃ νὰ ἐπανα-
2475φέρῃ εἰς τὸ καθῆκον τοὺς παρεκτραπέντας, καὶ νὰ ἐξασφα-
2476λίσῃ τὴν ἀμερόληπτον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης; Καλῶς
2477ἔπραξε, λαβὼν τὸ μέτρον νὰ μεταθέσῃ δικαστάς τινας, ἀλλ’
2478ἀφοῦ ἐπληροφορήθη, ὅτι καὶ οἱ ὑπολειπόμενοι δικασταὶ τὴν
2479αὐτὴν καὶ χείρονα ἐξακολουθοῦσι τακτικὴν, ἔχει τὸ δικαίωμα
2480καὶ τὸ καθῆκον νὰ προκαλέσῃ ἀμέσως τὴν μετάθεσιν καὶ
2481τῶν ὑπολοίπων, ἵνα ἀνατεθῇ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης
2482εἰς ἄλλους δικαστὰς καὶ ἀνακουφισθῇ ὁλόκληρος ὁ πληθυ-
2483σμὸς τῆς περιφερείας ἐκείνης. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι
2484ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, διότι διέταξεν ἀνακρίσεις διὰ
2485προλαβόντα ἀτοπήματα, καὶ πρέπει νὰ ἀφήσῃ τοὺς ἀτα-
2486κτήσαντας, ἵνα διαπράττωσι μείζονα ἀτοπήματα μέχρι τοῦ
2487πέρατος τῶν ἀνακρίσεων; Καὶ ἤδη κατὰ πρῶτον ἂν μαν-
2488θάνῃ τὰ διατρέξαντα, καθῆκον ἔχει νὰ σπεύσῃ ἀμέσως νὰ
2489φέρῃ θεραπείαν, καὶ οὐχὶ νὰ μᾶς παραπέμπῃ εἰς τὴν πει-
2490θαρχικὴν καταδίωξιν καὶ τὴν ἀνάκρισιν τῶν ὑπαλλήλων.
2491Πλὴν τῆς ποινικῆς καταδιώξεως, πλὴν τῆς πειθαρχικῆς
2492καταδιώξεως, ὑπάρχει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς διοικητικῆς
2493ἐποπτείας, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
2494νης, καὶ δυνάμει τοῦ ὁποίου δύναται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν
2495νὰ τροποποιῇ τὴν συγκρότησιν τῶν Δικαστηρίων, ἵνα προ-
2496βαίνῃ ἀπροσκόπτως ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης.
2497Καὶ μᾶς ἐρωτᾷ διατὶ τὸν μεμφόμεθα; Τὸν μεμφόμεθα,
2498διότι τοιαύτη κατάστασις ἐξακολουθεῖ πρὸ μηνῶν, καὶ οὐ-
2499δόλως ἐμερίμνησε περὶ θεραπείας. Τὸν μεμφόμεθα, διότι δὲν
2500ἔσπευσε νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν 170 ἀποφάσεων, αἵτινες ἐδη-
2501μοσιεύθησαν ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου Σπάρτης, νὰ μελετήσῃ
2502αὐτὰς ἀμέσως ἢ δι’ ἐπιτροπῆς, καὶ ἂν ἐπείθετο, ὅτι εἶναι
2503ἀληθῶς σκανδαλώδεις, ὅτι πράγματι ἀναιροῦσι τὸν νόμον
2504καὶ τὴν ἠθικὴν, τότε νὰ σπεύσῃ νὰ φέρῃ τὴν θεραπείαν καὶ
2505νὰ καταδιώξῃ αὐστηρῶς καὶ δραστηρίως ἐκείνους, οἵτινες
2506ἐτόλμησαν νὰ κορέσωσιν ἴδια πάθη διὰ τῆς ἐξουσίας, ἣν ἡ
2507Πολιτεία τοῖς ἐνεπιστεύθη.
2508§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Γ. Πετροπου-
2509λάκης κατέθεσε τὴν ἑξῆς πρότασιν, ὡς συμπέρασμα τῆς συ-
2510ζητήσεως, (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὸν Ὑπουρ-
2511γὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐνάσκησιν τῆς νομίμου ἐξουσίας.»
2512§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι, μεθ’ ὅσα
2513εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐδεὶς, ἀμερολήπτως
2514κρίνων, δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην περὶ τῶν παρ’ αὐ-
2515τοῦ πραχθέντων, εἰμὴ ὅτι ἐγένοντο παρ’ αὐτοῦ πάνθ’ ὅσα
2516ἔπρεπε νὰ γίνωσι καὶ μόνον ὅσα ἔπρεπε νὰ γίνωσι. Πᾶσα
2517πρὸς αὐτὸν σύστασις, ὅπως πράξῃ ἕτερόν τι, δεικνύει παρα-
2518γνώρισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰ τῆς
2519δικαιοσύνης, διότι δὲν θὰ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
2520σύνης νὰ πράξῃ πλειότερα ὅσων ἔπραξεν ἄνευ ἐπεμβάσεως
2521εἰς τὰ τῶν δικαιωμάτων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Νομίζω
2522ἄρα, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν διατυπωθεῖσαν
2523πρότασιν, τοὐναντίον δὲ, θεωροῦσα ὅτι πρέπει νὰ γένηται ἡ
2524ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνήγ-
2525γειλε πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς διενεργουμένην ἤδη, πρέπει νὰ
2526ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς ταύτην, ψηφίζουσα ὅτι, «ἀρκου-
2527μένη εἰς τὰ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχθέντα,
2528μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
2529§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν γνώ-
2530μην, τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
2531πρὸ μικροῦ ἐξήνεγκεν, ἐξ ἐναντίας ἔχομεν γνώμην ὅλως
2532ἀντίθετον, ἐκπλησσόμεθα δὲ, ἀκούοντες τὸν ἡγούμενον τῆς
2533Κυβερνήσεως τοιαῦτα ἀποφαινόμενον ἐκ τῇ Βουλῇ. Ἔχο-
2534μεν γνώμην, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἐξουσία, ἥτις ἦτο ἀνατεθει-
2535μένη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶχε περιπέσει
2536εἰς λήθαργον, καὶ ὅτι ἕνεκα τοῦ ληθάργου τούτου συνετε-
2537λέσθη ἐν Ἑλλάδι σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλον τὸν
2538βίον τοῦ Κράτους δὲν εἶχε ποτὲ συντελεσθῆ, διότι οὐδέ-
2539ποτε ὤφθη Δικαστήριον ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς νομίμου ἐξου-
2540σίας του παρεκτρεπόμενον τοσοῦτον, ὅσον παρεξετράπη τὸ
2541Δικαστήριον τῆς Σπάρτης, δηλ. μεταχειρισθὲν τὴν δη-
2542μοσίαν ἐξουσίαν αὑτοῦ ὡς ξίφος, διὰ νὰ φονεύσῃ τοὺς ἀντι-
2543πάλους αὑτοῦ. Οἱ δικασταὶ τῆς Σπάρτης ἴσως ἠδύναντο
2544νὰ ἦναι ἱκανοὶ διοικηταὶ μεταβατικοῦ σώματος, ἴσως ἥρ-
2545μοζε νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἀλλ’ ὡς δι-
2546κασταί εἰσιν ἀνάξιοι λειτουργοὶ τῆς Θέμιδος. Καὶ ἐνῷ ἠδύ-
2547νατο ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προλάβῃ τὸ σκάν-
2548δαλον τοῦτο, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ διασώσῃ τὰ συμφέροντα τῶν
2549πολιτῶν τῆς περιφερείας ἐκείνης ἀπὸ τῆς ἐκδικήσεως καὶ
2550τοῦ πάθους τῶν δικαστῶν τῆς Σπάρτης, ἐγκατέλιπεν αὐτὰ
2551εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐν ὀργῇ καὶ ἀγανακτήσει ἐνασκούν-
2552των τὴν ἐξουσίαν των δικαστῶν. Διὰ τοῦτο φρονοῦμεν, ὅτι
2553τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης ἀπαιτεῖ νὰ συστήσωμεν εἰς
2554τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ἐνασκήσῃ τὴν νόμιμον ἐξου-
2555σίαν αὑτοῦ, καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον, καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν
2556πειθαρχικὴν τιμωρίαν τῶν δικαστῶν, ἐφ’ ὅσον περιέπεσαν
2557εἰς πειθαρχικὸν παράπτωμα, ἢ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν
2558αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἐγένοντο αὐτουργοὶ ἢ συνεργοὶ ἐγκλήμα-
2559τος· διὰ τοῦτο ἀξιοῦμεν καὶ ὑποστηρίζομεν νὰ ψηφοφορηθῇ
2560ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετροπουλάκη, ἥτις κατετέθη.
2561§99ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι πρὸ δύο μηνῶν κα-
2562τήγγειλα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἐν
2563Σπάρτῃ συμβαίνοντα, καὶ προεκάλεσα τὴν προσοχὴν αὐτοῦ·
2564ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλάμβανεν ἐγκαίρως τὴν προσήκουσαν
2565πρόνοιαν, βεβαίως ἤθελε προλάβει τὰ μετὰ ταῦτα ἐπακο-
2566λουθήσαντα· ἀλλὰ διότι ἐκώφευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, μη-
2567δεμίαν δοὺς προσοχὴν εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἐπηκο-
2568λούθησεν ἡ κατάστασις, περὶ ἧς ἡ προκειμένη συζήτησις.
2569Δικαίως λοιπὸν διετυπώθη ἡ προκειμένη πρότασις, ὅπως
2570διετυπώθη. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ πρὸς
2571αὐτὸν παρατήρησίς μου ἐγένετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
2572Σύνοδον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ὅσα εἶπον
2573αὐτῷ τὰ εἶπον περὶ τέλη τοῦ παρελθόντος ἤδη Νοεμβρίου.
2574§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο προτάσεις κατετέθησαν, μία εἶναι ἡ
2575τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἑτέρα ἡ τοῦ κ. Πετροπουλάκη· ἡ
2576πρότασις τοῦ Ὑπουργείου, ὡς ἀπωτέρα, θέλει ψηφοφορηθῆ
2577πρώτη.
2578§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἀπωτέρα.
2579§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτω κρίνω ἐγώ.
2580§103ΡΑΛΛΗΣ. Ἀληθῶς εἶναι λίαν μετριόφρων ἡ πρότασις
2581τοῦ Ὑπουργείου, διότι νομίζω, ὅτι μετὰ τὰ ἀνδραγαθή-
2582ματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὤφειλε τὸ Ὑπουρ-
2583γεῖον νὰ ζητήσῃ τὴν πλήρη εὐαρέσκειαν τῆς Βουλῆς·
2584ἀλλ’ ἐὰν ἦναι μετριόφρων, δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι καὶ ἡ
2585ἀπωτέρα. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρότασις ἡ ἰδική μας, καὶ ὅτι
2586εἶναι ἀπωτέρα αὕτη, λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ ἑξῆς· ἐν ᾗ
2587περιπτώσει ἤθελε ψηφοφορηθῆ πρώτη ἡ πρότασις τοῦ
2588Ὑπουργείου, τί θὰ γίνῃ ἡ ἄλλη; ἀποκλείεται ἀναγκαίως,
2589δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφοφορηθῇ, ἐνῷ ἡ πρότασις τοῦ
2590Ὑπουργείου δὲν ἀποκλείεται διὰ τῆς ψηφοφορήσεως πρώτης
2591τῆς ἰδικῆς μας προτάσεως.
2592§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ διὰ τὴν μίαν καὶ
2593διὰ τὴν ἑτέραν.
2594§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι πρώτη φορά, κατὰ
2595τὴν ὁποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς παρουσιάζεται προτείνων προ-
2596τάσεις, αἵτινες δὲν δικαιολογοῦνται οὔτε ὑπὸ τῶν κανο-
2597νισμῶν, οἱ ὁποῖοι κανονίζουσι τὰς ἐργασίας τῶν πολιτικῶν
2598πολυμελῶν σωμάτων, οὔτε ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. Κατὰ τοὺς
2599κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰς ἐργασίας τῶν νομοθετικῶν
2600σωμάτων, πρότασις ἐγγυτέρα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ
2601τὸν γενικὸν κανόνα, γενικὸς δὲ κανὼν εἶναι, ὅταν αἱ ἐπε-
2602ρωτήσεις καταλήγωσιν ἄνευ προτάσεως, διότι ἐξακολου-
2603θοῦσι τότε ἰσχύοντα τὰ ἐκτελούμενα ὑπὸ τῆς Διοικήσεως
2604ἢ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ἀπωτέρα
2605δὲ εἶναι ἡ πρότασις ἐκείνη, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐνδει-
2606κνύει εἰς τὴν Κυβέρνησίν τι, τὸ ὁποῖον παρέλειψε μέχρι τῆς
2607στιγμῆς ἐκείνης νὰ πράξῃ. Ἑπομένως προτείνομεν νὰ θεω-
2608ρηθῇ ἀπωτέρα ἡ πρότασις, ἥτις πράγματι εἶναι ἀπωτέρα,
2609καὶ ζητοῦμεν νὰ προηγηθῇ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν. Καὶ
2610ἄλλοτε ὁ Πρωθυπουργὸς παραπλησίους παραλογισμοὺς
2611προέβαλε, καὶ ἄλλοτε ἰσχυρίσθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ψηφοφορηθῇ
2612πρώτη ἐν τῇ Βουλῇ ἡ πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνω-
2613ρίζετο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατεδήλωσεν εὐλάβειαν εἰς τὴν
2614δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὅταν δὲν ἐξετέλει τὰς ἀποφάσεις τῶν
2615Δικαστηρίων, καὶ ἡ πλειοψηφία τότε ἔπραξεν ὅ,τι ἤθελεν
2616ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τὸ ὀρθόν. Καὶ τώρα ἂν
2617ἡ πλειοψηφία πράξῃ ὅ,τι θέλει ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ
2618τώρα δὲν θέλει πράξει τὸ ὀρθὸν, ἀλλ’ ὅ,τι δὲν εἶναι εἰθι-
2619σμένον ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις, θὰ πράξῃ τι, τὸ ὁποῖον, ἐὰν
2620ἐν ἄλλῳ Κοινοβουλίῳ ἐλέγετο, ἤθελε κινήσει τὴν ἔκπληξιν
2621ἢ τὸν γέλωτα τῶν μελῶν ἐκείνου. Ἀλλά, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ
2622θέλῃ νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην της εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
2623διότι θεωρεῖ ὅτι αὕτη πιστῶς ἐξεπλήρωσε τὰ καθήκοντά
2624της εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Δικαστηρίου τῆς Σπάρτης, θὰ
2625προσθέσῃ μίαν ἔτι ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν εἶναι ἐν γνώσει τῆς
2626καταστάσεως τοῦ τόπου, ἢ ὅτι δὲν διερμηνεύει πιστῶς τὸ
2627φρόνημα τοῦ λαοῦ. Ἐπιμένομεν λοιπὸν νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ
2628πρότασις ἡ ἀπωτέρα, ἡ ὁποία εἶναι ἡ τοῦ κ. Πετροπουλάκη.
2629§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀπωτέρα εἶναι ἡ τοῦ
2630Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, θὰ ἐρωτήσω
2631τὴν Βουλήν.
2632Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ψηφοφορηθῇ πρώτη ἡ πρότασις τοῦ
2633Ὑπουργείου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
2634οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2635Ψηφοφορεῖται ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου.
2636§107ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς
2637κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
2638§108ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσω-
2639μεν ἐναντίον τῆς προτάσεως, ποίαν ἔννοιαν θὰ ψηφίσωμεν;
2640§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, ἀρ-
2641κουμένη εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχ-
2642θέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
2643Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ
2644παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2645(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
2646ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον
2647πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2648Χαρ. Τρικούπης ἀρν.Ἀχ. Γεροκωστόπουλος
2649Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος Ν Ἰω. Κρεστενίτης
2650Δ. Σισμάνης Ν Ν. Κουμανιώτης
2651Δ. Βουλπιώτης ἀρν.Χρ. Στεφανόπουλος Ν
2652Ἀθ. Ἴσκος Ἀλέξ. Ζαΐμης Ο
2653Ν. Καλαντζόπουλος Ν Ἀρ. Κοντογούρης
2654Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Νικόλ. Καλογερόπουλος Ν
2655Μ. Γουλιμῆς Ν Ἀλέξ. Κοντόσταυλος
2656Μ. Ἰατρίδης Ν. Παπανικολάου Ν
2657Δ. Χατζόπουλος Νικόλ. Καφετζόγλους Ν
2658Γεώργιος Μίλησης Ο Ἰωάννης Πεζᾶς
2659Σπυρίδων Νοταρᾶς Κωνσταντ. Σινέλης Ν
2660Γεώργιος Κούστας Βασίλειος Βουδούρης Ν
2661Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Ν
2662Σωτήριος Δανόπουλος Ν Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
2663Ἀναστ. Δημητριάδης Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης
2664Μιχαὴλ Νικηφοράκης Ν Διον. Λομβάρδος Ν
2665Δημ. Πετρίδης Ο Γεώργιος Θεοτόκης ἀρν.
2666Ἄγγ. Γεωργαντᾶς Ο Κωνστ. Βασιλάκης
2667Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης Ο Ἀντ. Καποδίστριας
2668Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Νικόλαος Βασιλάκης Ο
2669Χρῆστος Χριστόπουλος Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς Ο
2670Φίλιππος Βάρβογλης Ο Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
2671Ἠλίας Φλέσσας Σ. Ἀλαμάνος Ο
2672Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Ο Θεόφ. Προβατᾶς
2673Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Σκάρπας
2674Παναγ. Μανέτας Εὐάγγ. Μπασιᾶς
2675Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος Ο Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν
2676Ἠλίας Παλαμήδης Ν Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝ
2677Κωνστ. Κατσικόπουλος Ο Νικ. Βαλσαμάκης
2678Δ. Ζέγγελης Ν Γερ. Μουσούρης Ν
2679Δημ. Ν. Βότσαρης Ν Παν. Βενιεράτος
2680Κωνστ. Γ. Καραπάνος Ο Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ο
2681Γεώρ. Χ. Παχὺς Ν Γεώργ. Κόρπας
2682Στέφανος Δραγούμης ἀρν.Στέφ. Σκουλούδης Ν
2683Δημ. Γ. Ῥάλλης Ο Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
2684Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας Ν Χαρίλ. Προβελέγγιος Ν
2685Φωκίων Νέγρης Ν Νικ. Νομικός Ν
2686Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς Ο Μίνως Μπογιατζόγλους Ν
2687Νικόλ. Μπουφίδης Ν Γεώργ. Μπούμπουρας Ν
2688Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Λωρέντζος Δελαρόκας
2689Δημ. Καλλιφρονᾶς Δημοσθ. Καΐρης Ν
2690Νικόλ. Δ. Λεβίδης Ο Νικ. Κρίσπης Ν
2691Σπ. Κουκούλεζας Ν Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς
2692Ὄθων Μακρυγιάννης Ν Ἰωάν. Γκιὼν Ν
2693Τρύφων Μουτσόπουλος Ν Κων. Κοσσονάκος Ν
2694Θάνος Κανακάρης Ν Γ. Μαυρομιχάλης Ο
2695Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ο
2696Α. Παπαγιαννακόπουλος Ο Γιανν. Μαυρομιχάλης Ν
2697Α. Φωτήλας Ν Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν
2698Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ν Λεων. Καπετανάκος Ν
2699Ἀντ. Ῥικάκης Ξαθὸς Πικουλάκης Ν
2700Γεώργ. Πετροπουλάκης Εὐστάθ. Κοκκέβης Ν
2701Κωνστ. ΠαπαμιχαλόπουλοςΟ Δ. Κάρτσωνας
2702Ι. Καρτάλης Δ. Π. Γουδῆς Ν
2703Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν Σ. Χατζηγάκης
2704Εὐάγγ. Σταμούλης Ν Κ. Ζωγλοπίτης Ν
2705Ν. Κοκωσλῆς Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
2706Ἰω. Παπαδόπουλος Ν Γ. Φραγκίδης Ν
2707Κων. Μαρκίδης Ν Α. Τακιατζῆς Ν
2708Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Ν Γ. Τάκης
2709Δημ. Κουτσουμπλῆς Ν Ν. Ταρμπάζης
2710Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν Ζ. Φαλιάγκας
2711Ἀναστ. Ζαρμάνης Ν Σταμάτ. Μπουντούρης Ν
2712Α. Λογιωτάτου Θεόδωρος Γκίκας
2713Σωτ. Σωτηρόπουλος Ἀνάργυρος Σιμόπουλος
2714Κων. Κουμουνδοῦρος Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
2715Περ. Πεῤῥωτῆς Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
2716Δημ. Τζάνες Ν Νικόλαος Κοντογιάννης
2717Περ. Μποῦτος Ν Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
2718Παν. Σάκκης Ο Γεώργιος Λιδωρίκης Ν
2719Νικ. Παπαλέξης Ν Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
2720Ν. Μισυρλῆς Ο Δημήτριος Ζουλούμης Ν
2721Ν. Καράπαυλος Ν Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
2722Ἀσημάκης Χριστόπουλος Θεμιστοκλ. Κανάρης
2723§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 97. Ἐκ τούτων 70
2724εἶπον Ναί, 23 εἶπον Ὄχι, καὶ 4 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπο-
2725μένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή.
2726§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, κύριε
2727Πρόεδρε, διότι εἶναι ἐννάτη ὥρα.
2728§112ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
2729§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἕξ ὥρας διαρκεῖ ἡ συνεδρίασις·
2730δὲν πρέπει νὰ παραταθῇ.
2731§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξακολου-
2732θήσωμεν.
2733§115ΡΑΛΛΗΣ. Κηρύξατε τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως· δὲν
2734ὑπάρχει ἀπαρτία.
2735§116ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
2736(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. κ.
2737Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη).
2738§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 76. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν
2739ἀπαρτίᾳ.
2740Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2741§118ΣΑΚΚΗΣ. Ἐγὼ δηλῶ ὅτι ἀπέρχομαι· ὥστε δὲν ὑπάρ-
2742χει ἀπαρτία.
2743§119ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἦλθεν ὁ κ. Κοσσο-
2744νάκος καὶ σᾶς ἀντικατέστησε.
2745§120ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρα-
2746καλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νο-
2747μοσχέδιον δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως διὰ νὰ πιστωθῇ, ὅτι
2748εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
2749§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2750χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν
27513,638,649 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888.
2752§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατά-
2753λογος πρῶτον, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν
2754ἀπαρτίᾳ.
2755(Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
2756§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 77. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
2757Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου....
2758§124ΛΕΒΙΔΗΣ (εἰσερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν). Κύριε Πρό-
2759εδρε, ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν, ἐὰν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν
2760παρόντων Βουλευτῶν περιελήφθη καὶ ὁ ἐξ Ὕδρας βου-
2761λευτὴς κ. Βουδούρης.
2762§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
2763§126ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε.
2764§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τυπάλδος ἔχει τὸν λόγον.
2765§128ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἠρώτησε, κύριε Πρόεδρε, ὁ
2766ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδης, ἐὰν συμπε-
2767ριελήφθη εἰς τὴν ψηφοφορίαν καὶ ὁ ἐξ Ὕδρας ἀξιότιμος
2768συνάδελφος, καὶ ἀπηντήσατε καταφατικῶς. Βεβαίως, καὶ
2769ἂν δὲν ἦτο παρὼν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἠθέλατε ἔχει
2770ἀπαρτίαν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ Ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ, ὅτι
2771διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας συναδέλφου ἐν
2772τῇ ψηφοφορίᾳ προσκρούονται δικαιώματα θετικὰ τῆς ἐθνι-
2773κῆς ἀντιπροσωπείας. Ἐὰν σᾶς ἐρωτήσωμεν, ἐὰν ὁ ἀξιότι-
2774μος Βουλευτής, τὸν ὁποῖον ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τιμῶμεν
2775τόσον, ὅσον καὶ ὑμεῖς, διότι εἶναι πάσης τιμῆς ἄξιος, ἐὰν
2776σᾶς θέσωμεν τὸ ἐρώτημα, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὑπάλληλος τῆς
2777Αὐλῆς, θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ καὶ ὁ ἴδιος βεβαίως, ὅτι δὲν
2778εἶναι. Ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι καὶ αὕτη ἡ ἀπάντησις δὲν
2779εἶναι σοβαρά, διότι κάλλιστα γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος
2780συνάδελφος ἀπὸ χρόνου ἤδη, τὸν ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ
2781ὁρίσω, διότι ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀσχολοῦμαι εἰς τὸν αὐλικὸν
2782κύκλον, διατελεῖ πράγματι ὑπάλληλος, οὐχὶ μὲν βεβαίως
2783ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ λαβὼν ἤδη προφορικῶς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ.
2784Ταῦτα οὐ μόνον διεδόθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐγράφησαν καὶ οὐδα-
2785μῶς διεψεύσθησαν. Ἐὰν πρόκηται περὶ τύπων, βεβαίως
2786δύνασθε νὰ μᾶς ἀποδείξητε, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις—διότι
2787ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ ἐπ’ ἰδίῳ ὀνόματι, ἀλλ’ ἐκ μέρους τῆς Ἀντι-
2788πολιτεύσεως,—πλανᾶται· ἐὰν, λέγω, τὸ ζήτημα τοῦτο θελή-
2789σητε φαρισαϊκῶς νὰ θεωρήσητε, τότε βεβαίως θ’ ἀπαντή-
2790σητε, ὅτι διορισμὸς δὲν ὑπάρχει, ὅτι ἑπομένως ὁ ἐξ Ὕδρας
2791ἀξιότιμος συνάδελφος ἔχει τὴν αὐτὴν θέσιν, ἥτις παρο-
2792μαρτεῖ εἰς τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι
2793τοιαύτη ἀπάντησις θὰ σημαίνῃ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως,
2794ὅτι ἤδη αὕτη δὲν ἀποδίδει εἰς τὴν Βουλὴν, τῆς ὁποίας
2795ἀποτελεῖ μέρος καὶ ἐκ τῆς ὁποίας πηγάζει, τὴν κυριαρχικὴν
2796ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ σῶμα τοῦτο ἔχει. Ἐὰν ἐπρόκειτο
2797περὶ δημοσίας τινὸς θέσεως, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας Βου-
2798λευτὴς ἐπρόκειτο νὰ διορισθῇ πρεσβευτὴς, φέρ’ εἰπεῖν, βεβαίως
2799τοῦτο δὲν ἤθελεν εἶσθαι αἰτία, ὅπως μὴ ἀποτελῇ μέρος τῆς
2800Βουλῆς καὶ πρὸ τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ, διότι θέσις ἀξιωμα-
2801τική, θέσις ἐπίσημος, πηγάζουσα ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι
2802ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Ἐδῶ ὅμως εὑρισκόμεθα
2803ἀπέναντι γεγονότος ὅλως διαφόρου. Πράγματι ὁ ἐξ Ὕδρας
2804συνάδελφος, ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενος,—δύναμαι νὰ
2805τὸ εἴπω μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἔχω τὴν γενικὴν ἐπιδο-
2806κιμασίαν τῶν συναδέλφων ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων,—εἶναι
2807καθ’ ὅλα ἄξιος ὑψηλῆς ἐν τῇ Αὐλῇ θέσεως, διότι φέρει μέγα
2808ὄνομα οἰκογενειακὸν, φέρει ὅλα τὰ προσόντα τοῦ τελείου
2809εὐπατρίδου, ἑπομένως βεβαίως εἶναι λίαν κατάλληλος διὰ
2810θέσιν τιμητικὴν παρὰ τῷ Βασιλεῖ. Ἀλλὰ, κατὰ τὰ πολι-
2811τικὰ ἡμῶν ἤθη, θεωροῦμεν ἀσυμβίβαστον ἐντελῶς τὴν ἐν
2812τῇ Αὐλῇ θέσιν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Καὶ ἐὰν
2813μᾶς εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι διωρισμένος ὁ ἀξιότιμος κ. Βουδού-
2814ρης, τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ οὐσιαστικῶς τὸ γεγονός. Δὲν ἔλαβε
2815τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, ἀλλὰ πράγματι γνωρίζει, καὶ ὡς
2816ἀνὴρ ἐντιμότατος δὲν φρονῶ ὅτι θὰ τὸ ἀρνηθῇ, γνωρίζει,
2817ὅτι ἔχει τὸν διορισμὸν τοῦτον, ἑπομένως θεωροῦμεν ὅτι ἡ
2818θέσις αὐτοῦ ἤδη ἐν τῇ Αὐλῇ εἶναι πραγματικῶς ἀσυμβί-
2819βαστος πρὸς τὴν θέσιν αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Γνωρίζω ὅτι εἰς
2820ἄλλα Κράτη, λίαν ἐλεύθερα καὶ φιλελεύθερα, ἐπικρατοῦσιν
2821ἄλλαι ἰδέαι. Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀκόμη τὸν ἀξιότιμον φίλον
2822μου κ. Βουδούρην ἔλεγον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι, ὅτε πρὸ
2823εἴκοσι τριῶν ἐτῶν εὑρισκόμην ἐν Φλωρεντίᾳ ὡς πρῶτος
2824Γραμματεὺς τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, ὁ κόμης Cambray-
2825Digny ἦτο συγχρόνως Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, γερου-
2826σιαστής, δήμαρχος καὶ αὐλάρχης. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τοιαῦται
2827ἰδέαι δὲν ἐπικρατοῦσιν. Ἐπὶ Ὄθωνος—τὸ πολίτευμα τὸ
2828ἐπέτρεπεν—οἱ ὑπάλληλοι ἠδύναντο νὰ ἦναι Βουλευταί,
2829ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι ἐπὶ Ὄθωνος δὲν ἐπεκράτει πράγματι
2830τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες
2831τρέφουσι μέγιστον σεβασμὸν πρὸς τὸν ἀείμνηστον Βασιλέα,
2832ἀλλ’ αἱ πεποιθήσεις αὐτοῦ καὶ ἐν μέρει αἱ πεποιθήσεις τοῦ
2833Ἔθνους ἐπέτρεψαν, ὅπως πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι εὑρίσκωνται
2834εἰς χεῖρας τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου Βασιλέως. Σήμερον ὅμως
2835τὸ πρᾶγμα ἔχει ἄλλως, καὶ ὅταν καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν,
2836ὅτι δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ ὀνομάζῃ ἐν τῇ Αὐλῇ αὐτοῦ
2837ἀνωτέρους λειτουργοὺς ἢ ὑπαλλήλους, μεταξὺ τῶν Βου-
2838λευτῶν λαμβανομένους, χωρὶς νὰ ὀφείλῃ λόγον οὔτε εἰς τὸ
2839Ὑπουργεῖον, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν, καθιεροῦμεν ἀρχὴν, ἥτις
2840προσκρούει εἰς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς.
2841Ἄλλως τε δὲν θέλω ἀποκρύψει, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο
2842σχετίζεται καὶ πρὸς ἄλλα ζητήματα, καὶ τὴν στιγμὴν
2843ταύτην σᾶς δηλῶ, ὅτι δὲν ὁμιλῶ πλέον ἐν ὀνόματι τῆς
2844Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ νομίζω καθῆκόν μου, ὡς ἀντιπρό-
2845σωπος τοῦ Ἔθνους, νὰ προσθέσω καί τινα, τὰ ὁποῖα εἶναι
2846ὅλως ὑπ’ εὐθύνην μου. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἀποδίδω τόσῳ μᾶλλον
2847σημασίαν εἰς τὸν διορισμὸν τοῦτον, ὅσον ὁ διορισμὸς οὗτος
2848δὲν γίνεται ὅπως ἥρμοζε καὶ εἰς τὴν Βασιλείαν καὶ εἰς τὸ
2849ἄριστον πρόσωπον, περὶ οὗ πρόκειται. Ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς
2850Βουλῆς ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἠθέλησε νὰ ἀπονείμῃ τὸν τίτλον
2851τοῦτον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ὕδρας Βουλευτήν. Ὁ Βουλευ-
2852τὴς οὗτος γνωρίζει ὅτι εἶναι διωρισμένος πράγματι, διότι
2853ἡ βασιλικὴ δήλωσις ἀποτελεῖ διορισμὸν, μένει ὅμως ἐν τῷ
2854Βουλευτηρίῳ Βουλευτής. Τοῦτο δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι ἄξιον
2855τῆς παῤῥησίας, ἥτις δέον νὰ χαρακτηρίζῃ τὰ βασιλικὰ
2856διαβήματα. Ἐξακολουθῶ ἐκφράζων πεποιθήσεις ὅλας προ-
2857σωπικάς. Φρονῶ, ὅτι ἀπό τινος ἐν τῇ Αὐλῇ ἡμῶν ἀπονέ-
2858μονται τιμαί, αἵτινες εἶναι ὅλως ξέναι πρὸς τοὺς νόμους τοῦ
2859Κράτους, ξέναι πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν
2860φρονῶ, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐπικρατείας δύναται νὰ ἀπονέμῃ
2861τίτλους, οἵτινες δὲν ἔχουσι σημασίαν ἐν τῷ Κράτει. Φρονῶ
2862ὅτι, τὸ νὰ ἀπονείμῃ τίτλους ὁ Βασιλεὺς εἰς Ἕλληνας πολί-
2863τας, τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὴν ἀπονομὴν
2864τίτλου, τὸν ὁποῖον ἰδιώτης δύναται νὰ ἀπονείμῃ εἰς τὸν
2865ὑπηρέτην του, ὀνομάζων αὐτὸν ἀρχιτρίκλινον ἢ ὅ,τι δήποτε
2866ἄλλο. Τὰ ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπονέμει ὁ Βασιλεύς, δι’ αὐτὸ
2867τοῦτο, διότι τὰ ἀπονέμει ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ἔχουσι σημα-
2868σίαν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν. Καὶ
2869ὅμως ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει τίτλους, οἵτινες οὔτε εἰς τὸ Σύν-
2870ταγμα εἶναι ἀναγεγραμμένοι, οὔτε ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων
2871Ὑπουργῶν γίνονται, οὔτε κατ’ οὐδένα τρόπον δύνανται νὰ
2872θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦντες μέρος τῆς ἱεραρχίας τοῦ Κράτους.
2873Οὕτω πληροφοροῦμαι, ὅτι εἷς τῶν αὐλικῶν λαμβάνει τὸν
2874τίτλον τοῦ κλειδούχου. Ἡμεῖς τοιοῦτον τίτλον ἐν Ἑλλάδι
2875δὲν ἔχομεν, τὸ Σύνταγμα δὲν ἀναγνωρίζει κἀμμίαν θέσιν.
2876Πόθεν λοιπὸν ἀρύεται ὁ ἀνώτατος ἄρχων τὸ δικαίωμα νὰ
2877ἀπονείμῃ τίτλον, ὅστις εἶναι εἰς τὴν Εὐρώπην τίτλος εὐγε-
2878νείας, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἀναγνωρίζομεν εὐγένειαν; Ἀναγνωρί-
2879ζομεν βεβαίως οἰκογενείας ἐνδόξους, οἰκογενείας ἐπιφανεῖς,
2880καὶ τοιαύτη βεβαίως εἶναι καὶ ἡ τοῦ συμπολίτου ἡμῶν,
2881τοῦ τυχόντος τοῦ τίτλου τοῦ κλειδούχου, ὅστις ἀνήκει εἰς
2882μίαν τῶν πρώτων οἰκογενειῶν τῆς Ἑπτανήσου. Ἀναγνω-
2883ρίζομεν οἰκογενείας ἱστορικάς, ὅπως τὴν τοῦ Βουδούρη, οἰκο-
2884γενείας ἐνδοξοτάτας, ὅπως τὴν τοῦ αὐλάρχου κ. Κουντου-
2885ριώτη. Δὲν ἀναγνωρίζομεν ὅμως βεβαίως, εὐγένειαν καθιε-
2886ρωμένην διὰ τίτλων, τοὺς ὁποίους καθιεροῖ ὁ ἀνώτατος
2887ἄρχων, παρὰ τὴν ἔννοιαν καὶ παρὰ τὸ γράμμα καὶ τῶν
2888νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος. Πρὸ μηνῶν ἀρχαῖος λειτουργὸς
2889τῆς Πολιτείας, ὅστις κατέσχε τὰ ὑψηλότερα ἀξιώματα ἐν
2890τῷ Κράτει καὶ ὁ ὁποῖος φέρει ἓν τῶν μεγίστων ὀνομάτων,
2891ὁ Ἀνδρέας Κουντουριώτης, ἔλαβε τὸν τίτλον τοῦ Μεγάλου
2892Αὐλάρχου. Ὁ Ἀνδρέας Κουντουριώτης βεβαίως ἀνάγκην
2893τίτλων παρὰ τῆς ἡμετέρας Αὐλῆς δὲν ἔχει, διότι αὐτὸς
2894διετέλεσε Βουλευτής, Γερουσιαστής, Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτε-
2895ρικῶν καὶ ἄλλων Ὑπουργείων, Πρεσβευτὴς εἰς διαφόρους
2896Αὐλὰς, εἶναι Μεγαλόσταυρος. Οὐδὲν ὑπάρχει ἀξίωμα, τὸ
2897ὁποῖον δύναται πλέον νὰ τιμήσῃ τὸν Ἀνδρέαν Κουντου-
2898ριώτην, καὶ ὑπεράνω ὅλων αὐτῶν τῶν ἀξιωμάτων ἔχει τὸ
2899ἀπαράμιλλον ἀξίωμα τοῦ μεγάλου ὀνόματός του.
2900§129ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἄξιος αὐτοῦ.
2901§130ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Εἶναι ἄξιος, διότι εἶναι ἄριστος πατριώ-
2902της καὶ ἀνὴρ ἐντιμότατος, ὅστις ἀξιοπρεπέστατα φέρει τὸ
2903μέγα ὄνομά του. Οὐδένα λοιπὸν λόγον ἔχει ὁ Βασιλεὺς
2904ν’ ἀπονείμῃ αὐτῷ τοιοῦτον τίτλον, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶναι
2905κατώτερος ὅλων τῶν νομίμων τίτλων, τοὺς ὁποίους εἶχε
2906καὶ ἔχει.
2907Ἀλλὰ μήπως δὲν γνωρίζομεν, ὅτι ἐν τῇ Αὐλῇ ἡμῶν
2908ἀπονέμονται παράσημα ἄγνωστα εἰς τὸ Κράτος; Μήπως
2909ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς εἰκοσιπενταετηρίδος τοῦ Βασιλέως δὲν
2910ἐπενοήθη παράσημον, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἀπενεμήθη εἰς δύο
2911τάξεις, χρυσοῦν καὶ ἀργυροῦν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι; Ἐγὼ
2912δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι διάσημον, τὸ ὁποῖον ὁ Βασι-
2913λεὺς κανονίζει, ἔχει τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἓν μαρτυ-
2914ρικόν, τὸ ὁποῖον δίδομεν εἰς τὰ βαπτίσια ἑνὸς παιδιοῦ.
2915Διότι τότε πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὴν Αὐλὴν ἡμῶν Αὐλὴν
2916μιᾶς κωμῳδίας τοῦ Ὄφεμπαχ. Καὶ ἐπειδὴ δὲν συναινῶ νὰ
2917θεωρήσω τὴν ἡμετέραν Αὐλὴν ὡς διακωμῳδοῦσαν ἑαυτὴν,
2918διὰ τοῦτο ἀποδίδω σπουδαιότητα εἰς τοὺς τίτλους τούτους,
2919καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε καθῆκον νὰ
2920παρέμβῃ καὶ νὰ κανονίσῃ τὰ τοιαῦτα. Ἐὰν τυχὸν ἡ Βασι-
2921λεία θεωρῇ ἀναγκαῖον ν’ ἀπονείμῃ καὶ ἄλλα παράσημα, ἂς
2922ζητήσῃ νόμον παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἡ Κυβέρ-
2923νησις πλειονοψηφεῖ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἤθελε χάσει τὴν
2924πλειονοψηφίαν διὰ τοῦτο, καὶ ἤθελε καθιερώσει τὰ παρά-
2925σημα ταῦτα, ὅπως ἐπρόκειτο καὶ δι’ ἓν μετάλλιον, τὸ ὁποῖον
2926ὅμως, δὲν ἠξεύρω διατὶ, δὲν καθιερώθη.
2927Εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου ἐκ τῆς δεξιᾶς
2928μοὶ ἐφάνη ὅτι φρονεῖ, ὅτι λίαν βραδέως ποιοῦμαι λόγον
2929περὶ τούτων, διότι ἀείποτε ὑπῆρχε θέσις τοῦ Αὐλάρχου καὶ
2930τοῦ Σταυλάρχου. Σᾶς παρατηρῶ τοῦτο, ὅτι ἐπὶ Ὄθωνος
2931τὴν εὐθύνην ὁλόκληρον ἐπὶ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως
2932τῶν πραγμάτων τὴν ἀνελάμβανεν ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς
2933Εἶχε τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ εἶχε βεβαίως μέγα μέρος τοῦ
2934Ἔθνους ὑπὲρ τοῦ συστήματος αὐτοῦ, διότι μὴ πιστεύετε,
2935ὅτι ὁ Βασιλεὺς Ὄθων μετὰ τῆς Βασιλίσσης Ἀμαλίας θὰ
2936ἦτο ἱκανὸς νὰ ὑποτάσσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ Ἔθνος ὁλόκλη-
2937ρον, ἐὰν δὲν εἶχε μεγάλην μερίδα τοῦ Ἔθνους ὑπὲρ ἑαυτοῦ.
2938Ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπέῤῥιψαν ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην ἐπὶ τοῦ
2939Βασιλέως, ἐσυκοφάντησαν τὸ Ἔθνος. Τὸ Ἔθνος μας δὲν
2940ὑποτάσσεται ὑπὸ ἓν βασιλικὸν ζεῦγος, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς
2941Ὄθων ἀντεπροσώπευε μεγάλην μερίδα ἐν τῷ Ἔθνει, ἀντε-
2942προσώπευε μεγάλην μερίδα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ
2943καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ.
2944Ἐπῆλθε στιγμή, καθ’ ἣν ἀνετράπη τὸ σύστημα τοῦτο.
2945Ἀλλ’ ἐνόσῳ ἐκράτει τὸ σύστημα τοῦτο, ὁ Βασιλεὺς ἠθέλη-
2946σεν ἡμέραν τινὰ νὰ ἀπονείμῃ τὸν τίτλον τοῦ Μεγάλου Σταυ-
2947λάρχου πρὸς τὸν ἀντιστράτηγον Γρίβαν· ἀπένειμε τὸν τίτλον
2948τοῦτον, καὶ ἄλλους τίτλους ἀπένειμε, διότι σημειώσατε,
2949ὅτι ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὑπασπιστῶν
2950καὶ διαγγελέων καὶ τῶν ἄλλων τίτλων τῶν αὐλικῶν. Οἱ
2951ὑπασπισταὶ καὶ διαγγελεῖς ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν παρὰ τῷ
2952ἀρχηγῷ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ διορίζονται
2953παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, οἱ αὐλικοὶ ὅμως τίτλοι ἀποῤῥέουσιν
2954ὅλως ἀπὸ τῆς βασιλικῆς θελήσεως, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι
2955οἱ ἀντιπρόσωποι δέον νὰ κανονίσωσι τὰ ὅρια τῆς βασιλικῆς
2956αὐτῆς προνομίας, ἣν αὐθαιρέτως ἀπένειμεν ἑαυτῷ ὁ Βασι-
2957λεύς. Ἂν φρονῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι
2958τίτλοι τοιοῦτοι, ἂς φέρῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ κανονίζων-
2959ται ἀκριβῶς αἱ αὐλικαὶ θέσεις, ὅτε εἶναι πιθανὸν, ὅτι εἰς
2960τὰς θέσεις ταύτας θέλουσι δοθῆ ἑλληνικὰ ὀνόματα καὶ ἔννοια
2961ἑλληνική, καὶ ὅτι οὐδέποτε εἰς τὰς θέσεις ταύτας, τὰς
2962ὁποίας θὰ κανονίσῃ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, οὐδέποτε θέλουσι
2963δοθῆ τίτλοι γελοῖοι. Διότι ὁ τίτλος τοῦ κλειδούχου εἶναι
2964γελοῖος, ἐνῷ ὁ τίτλος τοῦ Ἀρχιγραμματέως οὐδὲν θὰ εἶχε
2965τὸ προσκροῦον εἰς τὰς ἰδέας ἡμῶν, εἰς τὰ ἤθη ἡμῶν, τὰ
2966κοινωνικὰ καὶ τὰ πολιτικά. Διότι ὅ,τι κανονίσῃ ἡ ἐθνικὴ
2967ἀντιπροσωπεία θὰ ἦναι σοβαρόν. Τοῦτο εἶναι εἰς τὴν φύσιν
2968τῶν πραγμάτων, ἐνῷ ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου
2969βασιλικὴ πρωτοβουλία δύναται καὶ νὰ μὴ ἦναι σοβαρά.
2970Ἄν δὲ δὲν θέσητε φραγμὸν εἰς τὴν τάσιν ταύτην, δύνασθε
2971νὰ ἴδητε πράγματα παραδοξότατα, διότι, ποῖον λόγον θὰ
2972εἴχατε, νὰ ἐξιππασθῆτε, ἐὰν ἀντὶ τοῦ τίτλου τοῦ Μεγάλου
2973Αὐλάρχου ὁ Βασιλεὺς ἀπένεμεν εἰς τὸν Κουντουριώτην τὸν
2974τίτλον τοῦ Μεγάλου Δουκός; Καὶ μάλιστα θὰ ἦτο οὗτος
2975τίτλος ἑλληνικώτερος, διότι αὐτὸν ἔφερεν ὁ Νοταρᾶς, ὁ
2976Αὐλάρχης τοῦ τελευταίου Αὐτοκράτορος τῆς Κωνσταντι-
2977νουπόλεως Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ,
2978ἡ παλινόρθωσις τῶν νεκρῶν βυζαντινῶν τίτλων ἀνταποκρί-
2979νεται ἤδη εἰς τὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς ἡμῶν ἰδέας;
2980Δὲν διστάζω, νὰ εἴπω τὸ ἐναντίον. Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν ἀρι-
2981στοκρατίαν, ἀλλ’ ἡ ἀριστοκρατία αὕτη εἶναι ἡ τοῦ πνεύ-
2982ματος, τῶν ἀξιωμάτων, τῶν μεγάλων ὑπηρεσιῶν πρὸς τὸ
2983Ἔθνος. Ἀλλ’ αἰσθανόμεθα πάντες καταφρόνησιν πρὸς τίτλους,
2984οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τι τὸ ἐθνικόν.
2985§131ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εὖγε! κύριε
2986Τυπάλδε, ὡραῖα!
2987§132ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἔκαμα τὴν παρέκβασιν ταύτην ἐπὶ ἰδίῳ
2988ὀνόματι, καὶ φέρω ἐγὼ τὴν εὐθύνην ἐπὶ ταύτῃ, ἐπ’ ὀνόματι
2989ὅμως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον τῆς
2990βασιλικῆς περιωπῆς, νὰ παραμένῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ
2991Βουλευτής, ἀναδεχθεὶς ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Αὐλῇ. Ὁ κ. Βου-
2992δούρης δὲν ἔπρεπε νὰ παρακάθηται ἐνταῦθα, καὶ ἂν μετὰ
2993δύο μῆνας λάβῃ τὸν διορισμὸν αὑτοῦ, θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκο-
2994λον θέσιν, διότι καὶ προσωπικῶς εἶναι ἀνὴρ εὐγενέστατος
2995καὶ εἰς ἔξοχον οἰκογένειαν ἀνήκει.
2996Ἀλλὰ μήπως καὶ ὁ Βασιλεὺς δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον
2997θέσιν; Διότι θὰ δείξῃ, ὅτι ἠθέλησε νὰ ἐνασκήσῃ ἐπιῤῥοὴν
2998ἐπὶ τοῦ μέλους αὑτοῦ τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἐγὼ γνωρίζω
2999καλῶς, ὅτι ἀνὴρ, οἷος ὁ κ. Βουδούρης, δὲν ἀλλάζει θέσιν,
3000ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ γίνῃ τοιαύτη ἐκδή-
3001λωσις εὐνοίας, ἥτις οὐδένα εἶχε σκοπὸν καὶ ἥτις οὐδὲν εἶχε
3002τὸ κατεπεῖγον. Θέλω συγχαρῆ τὸν Βασιλέα, ὁσάκις προσ-
3003λαμβάνῃ ἐν τῇ Αὐλῇ πρόσωπα, οἷον ὁ κ. Βουδούρης, δὲν
3004θέλω ὅμως συγχαρῆ αὐτὸν, ὁσάκις ἐπιδεικνύῃ ἔλλειψιν πραγ-
3005ματικῆς συναισθήσεως τοῦ πρέποντος, τῆς δεοντολογίας. Δὲν
3006εἶναι μόνον τὸ ἄμεσον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐκθέτει τὴν
3007ἀξιοπρέπειαν τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψις
3008τῆς γνώσεως τῆς δεοντολογίας... Ἡ λέξις αὕτη φαίνεται ὅτι
3009ἐξίππασε δύο τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ λέξις δεοντολογία εἶναι
3010λέξις ἐπιστημονική. Ἔλλειψιν βεβαίως γνώσεως τῆς βασι-
3011λικῆς δεοντολογίας δεικνύει ἡ περίστασις αὕτη, διότι δεικνύει,
3012ὅτι δὲν ἐξετιμήθησαν ἀρκούντως ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ ἐκτι-
3013μηθῶσι, τὰ δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἡ
3014θέσις ἡ ὑψηλὴ τῶν ἀντιπροσώπων, ἥτις κατ’ οὐδένα τρόπον
3015πρέπει νὰ συγχέηται πρὸς ἄλλην θέσιν καὶ ἰδίως πρὸς θέσιν
3016αὐλικήν. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι τὸ πρᾶγμα οὕτως
3017ἔχει, διότι ἀφοῦ δὲν δύναται Βουλευτὴς νὰ ἦναι συγχρόνως
3018καὶ τελετάρχης, ἀφοῦ ἀναγνωρίζετε τοῦτο, κατ’ ἀνάγκην
3019ἀναγνωρίζετε, ὅτι ὁ ἀκοινοποίητος αὐλικὸς τίτλος τοῦ κ.
3020Βουδούρη, ὅστις ὁμοιάζει πρὸς τὸν τρόπον τοῦ διορισμοῦ
3021τῶν καλουμένων καρδιναλίων ἐν νῷ (Cardinale in peto),
3022ἀναγνωρίζετε, λέγω, ὅτι ὁ διορισμὸς οὗτος σημαίνει προσ-
3023βολὴν κατὰ τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς.
3024§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰ τῆς Αὐλῆς ἐνέ-
3025χεται ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, ἀλλ’ αὐτὴ αὕτη ἡ ἐνοχὴ τῆς
3026ὑπουργικῆς εὐθύνης ἐπάγεται τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὰ Ὑπουρ-
3027γεῖα, ἵνα διακρίνωσι, ποῦ πρέπει νὰ ἀναμιγνύωνται καὶ ἀπὸ
3028τίνων πρέπει νὰ ἀπέχωσιν. Ἀναντιῤῥήτως ἐν τῇ Αὐλῇ γί-
3029νονται διορισμοὶ, οἵτινες πρέπει νὰ τυγχάνωσι τῆς ὑπουρ-
3030γικῆς ἐπιδοκιμασίας· γίνονται καὶ βαθμολογίαι, αἵτινες πρέ-
3031πει νὰ τυγχάνωσι τῆς ὑπουργικῆς ἀναγνωρίσεως. Τοιού-
3032τους βαθμοὺς ἐν τῇ Αὐλῇ γινώσκω τὸν τοῦ ὑπασπιστοῦ,
3033ὅστις εἶναι ἀνεγνωρισμένος διὰ νόμου, ἄλλοτε δ’ ἦτο ἀνε-
3034γνωρισμένος καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ διαγγελέως. Πλὴν τῶν βαθ-
3035μῶν τούτων, ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει νενομοθετημένους ἄλλους
3036ἐν τῇ Αὐλῇ. Ἔπεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς
3037τοὺς διέποντας τὰ τῆς Αὐλῆς ἄνευ τῆς μετοχῆς τῆς Κυ-
3038βερνήσεως νὰ καθορίζωσι τὰ τῶν ὀνομασιῶν τῆς θεραπείας
3039τῆς αὐλικῆς; Βεβαίως ὄχι, καὶ οὐδέποτε τοιοῦτον ζήτημα
3040παρουσιάσθη, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅστις πρὸ ὀλίγου ὡμί-
3041λησεν, οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ φέρῃ ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῶν
3042βαθμῶν τῶν ἄνευ τῆς συμμετοχῆς τῆς Κυβερνήσεως παρα-
3043κεχωρημένων, τοῦ αὐλάρχου, τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ
3044οἴκου ἢ ἄλλων, οἵτινες, ἀφ’ ὅτου ὑφίσταται Βασιλεία, καὶ
3045ἐπὶ τῆς προηγουμένης καὶ τῆς νῦν δυναστείας, πάντοτε ὑπῆρ-
3046ξαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι βαθμοί τινες ἐπάγονται
3047τὴν εὐγένειαν· τοῦτο μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον. Βεβαίως,
3048ἂν ἐπήγετο βαθμός τις αὐλικὸς τὴν εὐγένειαν, τοῦτο θὰ ἦτο
3049ἀντισυνταγματικὸν, καὶ θὰ εἶχε καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ
3050παρεμβῇ. Ἀλλ’ οὐ μόνον ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐσκέφθη τις νὰ
3051ἀποδώσῃ εἰς τοὺς αὐλικοὺς βαθμοὺς ὡς συνέπειαν ταύτην
3052τὴν παροχὴν τῆς εὐγενείας, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω καὶ ἀλλαχοῦ
3053ἂν οὕτω παρουσιάζηται συνήθως τὸ θέμα. Ὑποθέτω ὅτι
3054αὐλικοὶ βαθμοὶ ἐκεῖ δίδονται μόνον εἰς εὐγενεῖς, οὐχὶ ὅτι ἡ
3055εὐγένεια παρέπεται κατὰ κανόνα εἰς τὸν βαθμόν. Εἶναι ὅμως
3056δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ δουκάτον τι τῆς Γερμανίας, ἢ καὶ Κρά-
3057τος ἄλλο, ἐν ᾧ συμβαίνει ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν.
3058§134ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Μαυροκορδάτος, ὁ πρέσβυς ἐν
3059Κωνσταντινουπόλει, φέρει τὸν τίτλον τοῦ πρίγκιπος εἰς τὰ
3060μπιλλιέτα του.
3061§135ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω τούτου γνῶσιν, οὐδ’ εἶναι τοῦτο
3062ἐντὸς τοῦ θέματος.
3063§136ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος ὁμιλῶ, διότι
3064καὶ αὐτὸς ἔχει τίτλον ἀντικείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἴ-
3065πετε ὅτι δὲν ἀνέχεσθε οὔτε εἰς τὴν Αὐλὴν οὔτε οὐδαμοῦ
3066τίτλους, οἱ ὁποῖοι ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα.
3067§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγω ὅτι, ἂν ἐν τῇ Αὐλῇ — διότι περὶ
3068Αὐλῆς πρόκειται ἤδη — ἐδίδοντο ὀνομασίαι εἰς τοὺς τῆς θε-
3069ραπείας, ἐπαγόμεναι εὐγένειαν, βεβαίως θὰ εἶχε καθῆκον νὰ
3070παρεμβῇ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα προλάβῃ τὴν ἀντισυνταγματι-
3071κὴν πρᾶξιν· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν συμβαίνει. Ἐν τῇ Αὐλῇ
3072ἐδίδετο τέως ὁ τίτλος τοῦ αὐλάρχου, ἤδη ἐδόθη ὁ τίτλος
3073τοῦ μεγάλου αὐλάρχου, δὲν βλέπω τὴν διαφοράν· ὁ κ. Βου-
3074λευτής, φαίνεται, ἀποδίδει μεγίστην σημασίαν εἰς τὸν χαρα-
3075κτηρισμὸν τοῦ «μεγάλου», διότι ἡ ὀνομασία τοῦ αὐλάρ-
3076χου προϋπῆρχε καὶ δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρα-
3077τηρήσεις οὔτε ἡ ὀνομασία τοῦ αὐλάρχου, οὔτε ἡ τοῦ σταυ-
3078λάρχου ἢ οἱουδήποτε ἄλλου ἐκ τῶν γνωστῶν. Ἂν παρουσια-
3079σθῇ ὀνομασία τις, τέως ἄγνωστος παρ’ ἡμῖν, προκαλοῦσα
3080δὲ τὴν κατάκρισιν, ἡ Κυβέρνησις τότε θὰ σκεφθῇ, τί εἰς
3081αὐτὴν ἀνήκει νὰ πράξῃ, ἵνα προλάβῃ τὸ ἄτοπον, ἀλλ’ ἄτο-
3082πον μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐγένετο ἐν ταῖς ὀνομασίαις ταύταις,
3083οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ αὐλικὴ θεραπεία ἄνευ ὀνο-
3084μασιῶν. Ἂν ᾖναι ἐκ τῶν νενομοθετημένων ἡ ὀνομασία τῆς
3085θέσεως, περιλαμβάνεται ἐν τῷ νόμῳ, ἂν δὲν ᾖναι ἐκ τῶν
3086νενομοθετημένων, θὰ δοθῇ ὄνομα οἰκιακὸν, τὰ δὲ οἰκιακὰ
3087τῆς Αὐλῆς ὀνομάζονται αὐλικά. Οὗτοι εἶναι οἱ αὐλικοὶ βαθ-
3088μοί, εἰς οὓς ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ ἐπεμβῇ,
3089ἐκτὸς ἐὰν ἔχωσί τι τὸ ἄτοπον, ἐγὼ δὲ δὲν βλέπω τι τὸ
3090ἄτοπον ἐν τοῖς ἀπονεμηθεῖσι βαθμοῖς, ὡς πρὸς δὲ τοὺς διο-
3091ρισμοὺς τῶν προσώπων εἰς τὰς θέσεις ταύτας, ἡ Κυβέρνη-
3092σις ὑπέχει εὐθύνην, ἂν οἱ διορισμοὶ ἔχωσί τι τὸ ἄτοπον,
3093ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως προκαλεῖται ὅταν οἱ
3094διορισμοὶ ὑπάρχωσι τετελεσμένοι. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως
3095δὲν θὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν δικαιουμένην νὰ ἐξετάζῃ τὰς
3096προθέσεις τῆς Αὐλῆς, διότι πᾶσα τοιαύτη παρέμβασις
3097τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς προθέσεις τῶν διεπόντων τὰ
3098τῆς Αὐλῆς θὰ ἦτο ὅλως ἄτοπος καὶ ἀνευλαβής. Ἂν
3099πρόκηται νὰ διορισθῇ μέλος τι τῆς Βουλῆς εἰς αὐλικὴν θέ-
3100σιν, τὸ πρᾶγμα οὐδὲν ἔχει τὸ ἄτοπον· ἐπάγεται ὅμως ὁ
3101τοιοῦτος διορισμὸς, οὐχὶ ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐκ τῶν περὶ τοῦ
3102πρέποντος κρατουσῶν γνωμῶν, συνεπείας τινάς, καὶ ἂν αἱ
3103συνέπειαι αὗται μὴ πραγματοποιηθῶσιν, ἡ Κυβέρνησις ὀφεί-
3104λει νὰ παρεμβῇ. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι συνέπειαι δὲν δύναν-
3105ται νὰ ὑπάρξωσιν, εἰμὴ ἐὰν ὑπάρχῃ διορισμὸς, ἐν τῇ ὑπο-
3106θέσει δὲ, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, οὐδεὶς ὑπάρχει
3107διορισμός. Εὔχομαι νὰ ᾖναι ἀληθῆ ὅσα ὑποθέτει ὁ κ. Βου-
3108λευτὴς, εὔχομαι νὰ ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις, ὅπως
3109μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ἢ καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς
3110Συνόδου διορισθῇ μέλος τι τῆς Βουλῆς, καὶ δὴ ἐκεῖνο, ὅπερ
3111ὑπηνίχθη ὁ κ. Βουλευτὴς, εἰς θέσιν αὐλικήν. Ἂν διορισθῇ
3112τὸ πρόσωπον τοῦτο διαρκούσης τῆς Περιόδου ταύτης τῆς
3113Βουλῆς, βεβαίως τὸ πρόσωπον τοῦτο θέλει πράξει ὅ,τι ὁ
3114τοιοῦτος διορισμὸς ἐπάγεται ὡς συνέπειαν τῆς ἀποδοχῆς τοῦ
3115αὐλικοῦ ἀξιώματος Περὶ τούτου δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἀμφι-
3116βολίαν τινά· ἂν ὅμως ὑπῆρχέ τις Βουλευτὴς διοριζόμενος
3117εἰς αὐλικὴν θέσιν καὶ μὴ πράττων ὅ,τι νομίζομεν ὅτι ἐπι-
3118βάλλεται εἰς αὐτὸν ἐκ τῆς συναισθήσεως τοῦ πρέποντος, ἡ
3119Κυβέρνησις τότε ὀφείλει νὰ παρεμβῇ οὐχὶ ἐν τῇ Βουλῇ,
3120διότι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Βουλευτοῦ, κυρωθεῖσα, εἰς οὐδένα ὑπό-
3121κειται ἄλλον ἔλεγχον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ
3122εἰς τὸν Βουλευτὴν τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ ὡς
3123Βουλευτοῦ, ἀλλὰ θὰ εἶχεν ὑποχρεώσεις ἡ Κυβέρνησις παρὰ
3124τοῖς διέπουσι τὰ τῆς Αὐλῆς, ὅπως συστήσῃ τὴν θεραπείαν.
3125Περὶ τῆς Βουλῆς ἄρα ἐν τῷ θέματι τούτῳ δὲν πρόκειται,
3126διότι ἄν τις Βουλευτὴς διορισθῇ εἰς θέσιν αὐλικὴν, οὐδεὶς
3127δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ εἰς τὸν οὕτω διορισθέντα τὴν ἰδιό-
3128τητα αὐτοῦ ὡς Βουλευτοῦ, ἂν οὗτος δὲν θέλῃ νὰ παραιτή-
3129σῃ αὐτὴν, ἀλλὰ βεβαίως ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις εἰς τὴν
3130Κυβέρνησιν, ἂν διορισθῇ ὁ Βουλευτὴς εἰς θέσιν αὐλικὴν καὶ
3131μὴ παραιτηθῇ, ὅπως ἐπιζητήσῃ τὴν θεραπείαν ἀλλαχοῦ·
3132τοιοῦτόν τι ὅμως ἐνταῦθα δὲν παρουσιάζεται· οὐδεὶς Βουλευ-
3133τὴς διωρίσθη εἰς θέσιν αὐλικήν. Εὔχομαι νὰ διορισθῇ ὁ Βου-
3134λευτής, περὶ οὗ ὁ προαγορεύσας ὡμίλησεν, εἰς θέσιν αὐλι-
3135κὴν, διότι τῷ ὄντι θεωρῶ καὶ ἐγὼ, ὅπως καὶ ὁ κ. Βουλευ-
3136τὴς, ὅτι καταλληλότερος διορισμὸς δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ,
3137ἀλλ’ ἐκ τούτου, ὅτι θεωρῶ ὅτι ὁ διορισμὸς οὗτος θὰ ἦτο
3138κατάλληλος, ἐκ τοῦ ὅτι, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἴσως
3139δύναμαι νὰ θεωρήσω τὸν διορισμὸν τοῦτον καὶ ὡς πιθανὸν,
3140ἕπεται ὅτι ἔχει δικαίωμα καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦδε νὰ
3141παρεμβῇ; Βεβαίως ὄχι. Ἂν ὁ Βουλευτὴς οὗτος διορισθῇ,
3142οὐδεμίαν ἔχομεν ἀμφιβολίαν, ὅτι, διαρκούσης τῆς βουλευτι-
3143κῆς περιόδου διοριζόμενος, θέλει παραιτήσει τὸ βουλευτικὸν
3144ἀξίωμα, ἂν δὲ διορισθῇ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς βουλευτικῆς
3145περιόδου, οὐδὲν ἔχομεν δικαίωμα ἀναμίξεως, οὐδὲν ἔχομεν κα-
3146θῆκον, ἵνα ἀναμιχθῶμεν, διότι ὁ διορισμὸς ἄριστα γίνεται,
3147οὐδεμίαν δὲ ἔχει συνέπειαν ὡς πρὸς τὰ τῆς Βουλῆς.
3148§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ὠφεληθῶ τῆς
3149εὐκαιρίας ταύτης, διὰ νὰ ἐκδηλώσω εὐχήν τινα οὐδὲ ὑπὲρ
3150τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς τῶν συναδέλφων μου εἰς τὴν αὐλικὴν
3151ὑπηρεσίαν, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο πρὸ πολλοῦ λόγος, οὐδὲ
3152κατὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ. Φυσικὸν εἶναι νὰ αἰσθάνωμαι
3153αἴσθημα συμπαθείας πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἠξιώθη τῆς
3154τιμῆς νὰ ἀποσταλῇ ὑπὸ τῶν ἐκλογέων του Βουλευτὴς καὶ
3155νὰ τυγχάνῃ συνάδελφός μου, φυσικὸν εἶναι νὰ αἰσθάνωμαι
3156εὐχαρίστησιν περισσοτέραν, διότι ὁ ἀπεσταλμένος εἶναι
3157ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος φέρει ὄνομα, τὸ ὁποῖον συνδέεται μετὰ
3158τῆς ἱστορίας τῆς πατρίδος μου καὶ ὁ ὁποῖος μετέχει τῆς
3159λάμψεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀγὼν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὁ
3160ἐμὸς συνάδελφος, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, μοὶ φαίνεται
3161ὅτι παρεξηγήθη ὑπὸ τοῦ πρὸ μικροῦ καταβάντος τοῦ βή-
3162ματος, διότι οὗτος ὑπέλαβεν, ὅτι ὁ κ. Τυπάλδος ἀπηύθυνεν
3163ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν ἢ τὸν Ὑπουργὸν τῶν
3164Ἐξωτερικῶν, ἢ ὅτι ἐσκέφθη νὰ ἐπικρίνῃ τὰς πράξεις τῆς
3165ἀρχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία κανονίζει τὰ τῆς Αὐλῆς, διότι τοιοῦ-
3166τος μόνος λόγος ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς τὸ βῆμα τὸν Πρωθυ-
3167πουργόν. Ὁμιλῶ πάντοτε περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ διορι-
3168σμοῦ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν εἰς αὐλικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ περὶ
3169ταύτης ἰδίως ἐξακολουθῶ τὸν λόγον μου. Περὶ τῆς ὑπο-
3170θέσεως ταύτης ὁ κ. Τυπάλδος δὲν μοὶ ἐφάνη ὅτι εἶχε
3171προαίρεσιν νὰ ἐπικρίνῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς ἀρχῆς, ἥτις κα-
3172νονίζει τὰ τῆς αὐλικῆς ὑπηρεσίας, μοὶ ἐφάνη μόνον, ὅτι
3173ἐσκέφθη ν’ ἀπευθύνῃ παρατηρήσεις εἰς συνάδελφον, περὶ
3174τοῦ ὁποίου ἑπόμενον ἦτο νὰ γένηται λόγος. Βεβαίως αἱ
3175παρατηρήσεις τοῦ κ. Τυπάλδου πρὸς τὸν συνάδελφον, ὅστις
3176παρευρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀποτελοῦσιν ὑπόμνησιν
3177καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τυπάλδος ἐφρόνει ὅτι εἶχεν ὁ
3178συνάδελφος, περὶ οὗ ὁ λόγος.
3179Ἂν ἀναζητήσῃ τις ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, οὐδαμοῦ θέλει
3180ἀνεύρει τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν καθηκόντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
3181ἀναλαμβάνουσιν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Αὐλῇ, μὲ τὰ καθήκοντα
3182τοῦ Βουλευτοῦ. Ἐν τῇ νομοθεσίᾳ θέλει εὑρεῖ ἀνακεκηρυγ-
3183μένον τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν ἔργων τοῦ δημοσίου ὑπαλλή-
3184λου μὲ τὰ ἔργα τοῦ Βουλευτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐκηρύχθη ποῦ
3185τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν ἔργων τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὰ ἔργα
3186τοῦ ὑπασπιστοῦ ἢ διαγγελέως, εἴτε τῶν ἄλλων ἐν τῇ
3187Αὐλῇ ὑπηρετούντων. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι τὸ ἀσυμβί-
3188βαστον τῶν ἔργων τοῦ ὑπασπιστοῦ ἢ διαγγελέως εἶναι
3189συνέπεια τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς συνταγματικῆς, διότι οἱ
3190ὑπασπισταὶ ἢ οἱ διαγγελεῖς τοῦ Βασιλέως προσκολλῶνται
3191εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ὡς ἀνωτάτου ἀρχηγοῦ τοῦ
3192στρατοῦ, εἰσὶ δὲ ἀξιωματικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ, οὐδὲ δύνανται
3193νὰ ἦναι Βουλευταί. Ἀλλ’ ἀσυμβίβαστον τῶν ὑπηρετούν-
3194των ἐν Αὐλῇ πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ οὐδαμοῦ
3195ὑπάρχει, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἠκούσατε τοῦ Πρωθυπουργοῦ βε-
3196βαιοῦντος ὅτι, ἂν ἤθελε συμβῆ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου νὰ
3197διορισθῇ εἰς ὑπηρεσίαν ἐν τοῖς Ἀνακτόροις καὶ νὰ δεχθῇ
3198ταύτην, ὁ Πρωθυπουργὸς σᾶς ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι θέλει
3199ἀποταθῆ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους, οἵτινες κανονίζουσι τὰ τῆς αὐ-
3200λικῆς ὑπηρεσίας, καὶ θέλει ἀποτείνει παρατηρήσεις περὶ τοῦ
3201πράγματος, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς γνωρίζει, ὅτι, καὶ ἂν δὲν
3202διετάχθη ὑπὸ τοῦ νόμου τὸ ἀσυμβίβαστον, ὑπάρχει ὅμως
3203ἐν τῇ φύσει αὐτοῦ τὸ ἀσυμβίβαστον, εἶναι ἀσυμβίβαστον
3204πολιτικῶς ἀνεγνωρισμένον. Κατὰ τοῦτο, ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι
3205ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν
3206νὰ συνυπάρξωσι τὰ καθήκοντα ὑπαλλήλου ἐν τῇ Αὐλῇ καὶ
3207τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ εὑρίσκω τὸ ἀσυμβίβαστον ἐν τῇ φύσει
3208αὐτῶν τῶν καθηκόντων. Ἐν ταῖς χώραις μάλιστα, ἐν αἷς ὑπάρ-
3209χει μία μόνον Βουλὴ, ἐπειδὴ ὁ ἀνώτατος ἄρχων εἶναι ἀρχη-
3210γὸς καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ εἶναι
3211τὰ ὄργανα, δι’ ὧν διαχειρίζεται αὐτὴν ἡ Βουλή, ἥτις ἔχει
3212τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ καὶ νὰ ἐπιτηρῇ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ
3213τὴν πολιτείαν καὶ τὴν διαγωγὴν τῶν ὀργάνων αὐτῶν, τῶν
3214Ὑπουργῶν, παρίσταται ὡς ἐξουσία ἀντιμέτωπος εἰς τὴν
3215βασιλικὴν ἐξουσίαν, ἤθελε δὲ εἶσθαι ἄτοπον νὰ συγκεντρώ-
3216σῃ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον τὰ καθήκοντα ἑκατέρας τῶν
3217ἐξουσιῶν τούτων. Ἡ θεωρία αὕτη ἄγει εὐθὺ εἰς τὸ συμπέ-
3218ρασμα, ὅτι οὐδὲν δύναται δυνάμει νόμου νὰ προταθῇ περὶ
3219τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ὕδρας Βουλευτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου λέγε-
3220ται ὅτι διωρίσθη ἢ διορίζεται ἢ θέλει διορισθῆ ὑπάλληλος
3221τῆς Αὐλῆς· ἀλλ’ ἐνῷ δὲν δύναται νὰ λεχθῇ τι δυνάμει κει-
3222μένου νόμου, οὐδὲ δύναταί τις νὰ ἐλέγξῃ ὡρισμένην παρά-
3223λειψιν ἢ ὡρισμένην πρᾶξιν αὐτοῦ, δύναται ὅμως ν’ ἀπευ-
3224θύνῃ πρὸς αὐτὸν τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ἐὰν γνωρίζῃ ὅτι
3225διορίζεται ἢ ὅτι θέλει διορισθῆ ὑπάλληλος ἐν τῇ Αὐλῇ,
3226καθῆκον εἶχε νὰ ἀπόσχῃ ἀμέσως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Βου-
3227λευτηρίου. Φρονῶ τοῦτο ἀνεξαρτήτως τῆς εἰδικῆς ταύτης
3228περιπτώσεως, καὶ τὸ φρονῶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Βασιλείας,
3229διότι εἶμαι φίλος τοῦ θεσμοῦ, καὶ ἐπιθυμῶ ἡ Βασιλεία νὰ
3230ἵσταται πάντοτε ὑπερτέρα τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ,
3231Καὶ ὅσον ἐπιθυμῶ ἡ Βασιλεία νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ τῶν
3232πραγμάτων τῆς Πατρίδος, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τῆς
3233πολιτικῆς τῆς δεδηλωμένης, ἥτις ἄγει εἰς τὴν τυραννίαν,
3234τόσον ἐπιθυμῶ ἡ Βασιλεία νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν καὶ τὴν
3235παῤῥησίαν νὰ λέγῃ τὴν γνώμην της ταύτην, νὰ μὴ ὑπολη-
3236φθῇ ποτε ὑπό τινος πολίτου, ὅτι ἐμμέσως ἢ πλαγίως ὑπο-
3237δηλοῖ γνώμην. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ προκειμένη περί-
3238πτωσις εἶναι ἐντελῶς ἀλλοτρία προαιρέσεων τοιούτων τοῦ
3239Βασιλέως. Ἀλλ’ ἐνῷ εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου, τὰ ἐπιχει-
3240ρήματα, τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ προβάλω, ἐὰν μετὰ ἕνα ἢ
3241δύο μῆνας ἠκούετο, ὅτι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἐργαζόμε-
3242νον ἀκόμη ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, διωρίζετο ὑπάλληλος ἐν
3243τῇ Αὐλῇ, τὰ ἐπιχειρήματά μου, λέγω, ταῦτα ἤθελον κριθῆ
3244ἀσθενῆ, καὶ ἤθελον κριθῆ ἀσθενῆ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς βασιλικῆς
3245ἀρχῆς, ἐνῷ αὕτη οὐδόλως ἐνείχετο εἰς τοῦτο. Διὰ τοῦτο
3246ἐνόμιζον, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔπεισεν ἑαυτὸν ὅτι πρέπει νὰ
3247δεχθῇ ὑπηρεσίαν ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, αὐτὸς ὑπὲρ πάντα
3248ἄλλον πρέπει νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὴν, ἵνα παρεξηγῆται πρᾶ-
3249ξίς τις τοῦ ἡγεμόνος.
3250Ἐγὼ εὑρέθην εἰς δυσάρεστον θέσιν πρό τινων ἐτῶν, ὅτε
3251ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως μὲ εἶχον
3252ἀναγάγει εἰς τὴν προεδρείαν τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρί-
3253δος μου, ἐν σχέσει πρὸς ὑπάλληλον ἀνώτερον τῆς Αὐλῆς,
3254πρὸς ἀξιωματικὸν ἀνωτέρου βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἠγάπων,
3255καὶ διὰ τὸν θάνατον τοῦ ὁποίου ἐλυπήθην ἀρτίως ὑπὲρ
3256ἐκείνους, οἵτινες δὲν εὑρέθησαν ἐν τοιαύτῃ δυσάρεστῳ θέσει
3257πρὸς αὐτόν. Τότε, ὅτε εἶδον ὅτι ἐγεννήθησαν ὑπόνοιαι,
3258ὅτι ὁ ὑπασπιστὴς ἐκεῖνος ἐξέφερε γνώμας ἐπὶ τοῦ πολιτι-
3259κοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὅτι εἰργάζετο πρὸς ὄφελος τοῦ ἑνὸς κόμ-
3260ματος, πρὸς ζημίαν τοῦ ἄλλου κόμματος, ἐγὼ παρέστην
3261ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ παρεκάλεσα τὸν Βασιλέα νὰ
3262ἀπομακρύνῃ προσωρινῶς αὐτὸν τῆς ὑπηρεσίας του, διὰ νὰ
3263δοθῇ ἓν παράδειγμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐν
3264τοῖς Ἀνακτόροις, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε διὰ παραλείψεως,
3265οὔτε δι’ ἀνοχῆς, οὔτε δι’ ἀπροσεξίας νὰ γίνωνται αἴτιοι νὰ
3266παρεξηγῆται ὁ ἡγεμὼν, καὶ ν’ ἀποδίδηται εἰς τὸν ἡγε-
3267μόνα προαίρεσις ἀναμίξεως εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν.
3268Εὐτυχῶς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου καὶ ἔντιμος συνάδελφός
3269μου Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἐδήλωσε ῥητῶς, μέχρι τί-
3270νος ἠγόρευσε πρὸ μικροῦ πρὸς ἡμᾶς τῇ συναινέσει τῆς Ἀντι-
3271πολιτεύσεως, διερμηνεύων γνώμην κοινὴν τῶν ἐν τῇ Ἀντι-
3272πολιτεύσει συναδέλφων, καὶ μέχρι τίνος διηρμήνευε γνώμην
3273ἀτομικήν. Ὁ κύριος Τυπάλδος, ὅστις ἐποιήσατο τὴν διά-
3274κρισιν ταύτην, μοὶ ἐπιβάλλει ἐμμέσως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
3275δικαιολογήσω, διατὶ χωριζόμεθα εἰς τὸ ὅριον ἐκεῖνο, εἰς τὸ
3276ὁποῖον ἐσταμάτησεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ὅταν ἐδήλω-
3277σεν, ὅτι μετ’ ἐκεῖνο διερμηνεύει γνώμην ἰδίαν, διατὶ συμ-
3278βαίνει τοῦτο καὶ διατὶ χωριζόμεθα ἐπὶ τοῦ ζητήματος
3279τούτου ἀπὸ συναδέλφου τοσοῦτον ἐντίμου, τοσοῦτον πεφω-
3280τισμένου, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἰδίαν ὑπόληψιν καὶ ἀγά-
3281πην. Ἀληθῶς δὲν ἔχω ἐπὶ τοῦ θέματος ἐκείνου τὴν αὐτὴν
3282μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας καὶ φίλου
3283μου γνώμην, ὑποθέτω δὲ, ἂν καὶ δὲν ἀντήλλαξα περὶ τού-
3284του τὰς ἰδέας μου μετὰ τῶν λοιπῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει
3285συναδέλφων μου, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι κλίνουσι μᾶλλον νὰ ἀπο-
3286δεχθῶσι τὴν γνώμην μου, καὶ ὄχι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτί-
3287μου φίλου μου.
3288Τὰ ἐν τοῖς Ἀνακτόροις ἀξιώματα δὲν εἶναι ἀξιώματα
3289τίτλου εὐγενείας ἢ τιμῆς, εἶναι ἀξιώματα δηλοῦντα ὑπη-
3290ρεσίαν συντελουμένην καὶ διαπραττομένην ἐν τοῖς Ἀνακτό-
3291ροις. Οὐδεὶς νόμος ἀληθῶς ἐκανόνισε τὰ ἀξιώματα ταῦτα,
3292οὐδαμοῦ θέλετε εὕρει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τι, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ
3293ἐνδείκνυται εἴτε ὁ βαθμὸς, εἴτε τὰ καθήκοντα, εἴτε τὰ ἔργα,
3294εἴτε ἡ ἱεραρχία τῶν ἐν τῇ Αὐλῇ ὑπηρετούντων. Παραδόσεις
3295ἔχομεν ἐκ τῆς πρώτης δυναστείας, καὶ εὐτυχῶς αἱ παρα-
3296δόσεις ἐκεῖναι ἦσαν παραδόσεις εἰλικρινοῦς πολιτείας τοῦ
3297ἀειμνήστου ἡγεμόνος. Ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἡγεμὼν εἶχεν
3298Αὐλὴν, εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ ἕνα ἀνώτερον βοηθὸν, ὑπάλ-
3299ληλόν του, ὡς προϊστάμενον τῆς Αὐλῆς ταύτης, ὁ ὁποῖος
3300νὰ ἐνασκῇ τὴν πειθαρχίαν ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων, τῶν εἰς
3301τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Βασιλέως τεταγμένων, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπι-
3302τηρῇ αὐτὸν, καὶ ἐδημιούργησε μίαν θέσιν, μίαν λειτουρ-
3303γίαν, τὴν ὁποίαν ὠνόμασεν Αὐλαρχεῖον. Ὁ αὐλάρχης λοι-
3304πὸν κατέχει ἀξίωμα, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε διὰ τοῦτο ἕνα τί-
3305τλον, εἶναι αὐλάρχης ἐν τοῖς Ἀνακτόροις. Βεβαίως πᾶς
3306εὑρισκόμενος ἐν σχέσει πρὸς τὴν Αὐλὴν, καὶ εἰσερχόμενος
3307εἰς τὰ Ἀνάκτορα, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ ἀξίωμα τοῦτο, τὸ
3308ὁποῖον ἔχει, ἀλλὰ τὸ ἀξίωμα δὲν εἶναι πολιτειακὸν, οὔτε
3309ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπονέμει αὐτῷ τίτλον εὐγενείας μεταξὺ
3310τῶν ἄλλων συμπολιτῶν του, εἰμὴ ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον
3311ἐκτελεῖ ὑπηρεσίαν παρὰ τῷ Βασιλεῖ. Εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν
3312κατατάσσεται καὶ πᾶσα ἄλλη λειτουργία ἐν τοῖς Ἀνακτό-
3313ροις, καὶ νοεῖται ὅτι ἀναλόγως τῆς λειτουργίας, τὴν ὁποίαν
3314ἕκαστος ἐκτελεῖ ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, ἔχει καὶ διάφορον
3315θέσιν ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ταράσσει παντά-
3316πασι τὴν ἰσότητα τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων.
3317Ὁ ἐμὸς συνάδελφος ὅμως, πλὴν ταύτης τῆς παρατηρή-
3318σεως, ἀπηύθυνε καὶ ἑτέραν. Ἡ ἑτέρα παρατήρησις τοῦ ἀξιο-
3319τίμου συναδέλφου μου στηρίζεται ἐπὶ ἀληθείας, ἐπὶ πραγμά-
3320των, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀξία νὰ μνημονευθῇ ὑπ’ αὐτοῦ, διότι
3321μοὶ φαίνεται ὅτι στερεῖται σπουδαιότητος καὶ εἶναι ἀναξία
3322τῆς προσοχῆς τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων. Ὑπάρχουσί τινες, οἱ
3323ὁποῖοι ὑπὸ τοσαύτης ματαιότητός εἰσι κατειλημμένοι, ὥστε
3324ἐπιθυμοῦσι νὰ δείκνυνται, ὅτι ἔχουσιν ὅ,τι δὲν ἔχουσι, καὶ ἂν
3325ὑπάρχῃ ἀπαγορευτικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Τοὺς
3326ἀνθρώπους τούτους πρέπει βεβαίως νὰ τοὺς ἀνέχεσθε, ἴσως
3327συλλυπούμενοι, διότι ἔχουσι τὴν ἀδυναμίαν ταύτην, ἴσως
3328ἀναλογιζόμενοι, ὅτι εἴτε ἡ κοινωνικὴ εἴτε ἡ πολιτειακὴ θέ-
3329σις των ἀπήτει νὰ ἦναι μᾶλλον σοβαροί. Ἀλλὰ τέλος πάν-
3330των δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ σᾶς νὰ μεταποιήσητε τὸν χαρακτῆρα
3331αὐτῶν, καὶ μεταβάλητε τὰς ἰδέας των. Διὰ τοῦτο νομίζω,
3332ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Τυπάλ-
3333δος ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ ἀξιώσῃ νὰ ποιήσηται μνείαν τινὰ,
3334διότι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀναξία καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν
3335πολιτῶν Ἑλλήνων.
3336§139ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κίνδυνος, ὁ ἐκ τοῦ μὴ ὁμοιομόρφου καταρ-
3337τισμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου, βεβαίως, μεθ’ ὅσα ἠκούσαμεν, δὲν
3338ἤθελεν ὑφίστασθαι, ἐὰν ὁ ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς εἶχε λάβει
3339τὸν διορισμὸν αὐτοῦ ὡς τελετάρχου τῶν Ἀνακτόρων, διότι,
3340ἐὰν ὁ ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς εἶχεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸν διο-
3341ρισμὸν, δὲν ἤθελεν ἀναμφιβόλως ἐπιχειρήσει νὰ εἰσέλθῃ ἐν
3342τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰ ἔργα, δι’ ἃ ἀπέστει-
3343λαν αὐτὸν οἱ συμπολῖται. Ὁ κίνδυνος λοιπὸν, ὃν ἡμεῖς δια-
3344βλέπομεν ὅτι ὑφίσταται, εἶναι, ἐὰν δὲν ἔχῃ μὲν τὸν τίτλον
3345τοῦ τελετάρχου εἰς χεῖρας, πρόκηται ὅμως νὰ λάβῃ αὐτόν.
3346Διὰ τοῦτο ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. συνάδελφον τὴν ἑξῆς ἐρώ-
3347τησιν: Γινώσκει ἢ δὲν γινώσκει τι περὶ τῆς μελλούσης θέσεως
3348αὐτοῦ; Ἐγένετο πρὸς αὐτὸν λόγος, ὅτι μετά τινα χρόνον,
3349ὡρισμένον ἢ ἀόριστον, θέλει καταλάβει τὸ ἀξίωμα τοῦτο;
3350Ταῦτα εἶναι τὰ θέματα, ἅτινα ἀπασχολοῦσι τὴν Βουλὴν
3351διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Κεφαλληνίας ἀξιοτίμου Βου-
3352λευτοῦ. Ποῖος κίνδυνος ὁμολογουμένως ἤθελεν ὑφίστασθαι περὶ
3353τοῦ ὁμοιομόρφου καταρτισμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου, μεθ’ ὅσα
3354εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ὁ ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴς εἶχε
3355λάβει τὸν διορισμὸν αὐτοῦ; Οὐδείς· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν
3356ἤθελε παρεδρεύει μεθ’ ἡμῶν ἐνταῦθα. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ.
3357Βουλευτὴν, πρὶν ἢ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης: ἔλαβε τοιαύτην
3358ὑπόσχεσιν; γνωρίζει τι περὶ τούτου; ἐδέξατο συγχαρητήρια
3359περὶ τῆς νέας αὐτοῦ θέσεως; Ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαντᾷ, ἕκαστος
3360δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι, οὐχὶ βεβαίως ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ,
3361ἀλλ’ ἐν λίαν προσεχεῖ θέλει μεταβάλει καθήκοντα· τοιοῦτον
3362ἔχει λόγον ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας.
3363§140ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ ἀναβάλωμεν
3364δι’ αὔριον· παρῆλθεν ἡ ὥρα.
3365§141ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἄλλως τε δὲν ἔχομεν καὶ ἀπαρτίαν.
3366§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλετε ἔνστασιν.
3367§143Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν διστάζομεν νὰ προβάλω-
3368μεν ἔνστασιν. Ἡ συνεδρίασις ἤρχισεν εἰς τὰς 4, εἶναι ἤδη 11
3369παρὰ 20. Νομίζετε ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν
3370ἀνάπαυσιν; ἐξ ἐναντίας εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐὰν θελήσητε νὰ
3371παρατείνητε τὴν συνεδρίασιν, νὰ προβάλωμεν πολλὰς ἐνστά-
3372σεις ἀπαρτίας.
3373§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος λύει τὴν συνεδρίασιν τῇ ἐπι-
3374νεύσει τῆς Βουλῆς· δὲν ἐξαρτᾶται ἀπ’ ἐμοῦ τοῦτο.
3375§145ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Παρῆλθε πλέον ἡ ὥρα, κύριε
3376Πρόεδρε.
3377§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἐργασθῇ, δὲν δύ-
3378ναμαι νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν.
3379§147ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν ἔχομεν ἀπαρτίαν, κύριε Πρόε-
3380δρε.
3381§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν ἔνστασιν;
3382§149ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
3383§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
3384(Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου).
3385§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς ἀναβάλωμεν, κύριε
3386Πρόεδρε.
3387§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3388Ὥρᾳ 10 καὶ 50′ μ. μ.