Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Δ› Sitting 45

1889.12.19

2,177 rows · 16,336 words · 2 tables · 107 turns

Date
1889.12.19
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Δ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1890)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45

Τῆς 19 Δεκεμβρίου 1889.

(Τρίτη)

Ὥρᾳ 4½ μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται μετά τινας διορθώσεις).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ δικολάβοι τοῦ Εἰρηνοδικείου Νωνάκριδος παρακαλοῦσιν, ὅπως διὰ νόμου ὁρισθῶσι τὰ προσόντα τῶν παρὰ τοῖς Εἰρηνοδικείοις τοῦ Κράτους δικολάβων. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Διάφοροι συνταξιοῦχοι παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, ὡς μὴ δίδοντες αὐτοῖς τὰ φυλλάδια τῆς συντάξεως τοῦ 1890. Ἡ δικαιολογία τοῦ ὑπαλλήλου εἶναι, ὅτι, κατέχοντες οὗτοι θέσεις φυλάκων τῆς Γενικῆς Ἐφορίας τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ συνεπῶς μισθοδοτούμενοι, δὲν δικαιοῦνται εἰς σύνταξιν. Παραπέμπεται ἡ αἴτησίς των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.

§2ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ νὰ συστηθῇ παρακαλῶ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Κοντογούρης ἔχει τὸν λόγον.

§4ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Πρὸ 20 ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καταχωρισθεῖσαν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς καὶ ἔχουσαν οὕτω: «Ὅτε ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὸν νόμον ᾼΦΝΔʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1887 περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν καὶ μεταθέσεως αὐτῶν, οἱ πάντες ὑπέθεσαν, ὅτι εἰς τὸ μέτρον τοῦτο ὡρμήθη ἐκ λόγων ἀνωτέρων καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Καὶ τῳόντι τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἐθεωρήθη ὡς ἀναγκαῖον παρακολούθημα τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον δὲν ἐπιτρέπεται μετάθεσις δικαστοῦ, εἰμὴ μετὰ διετίαν, καὶ τοῦτο ἐν μηνὶ μόνον Αὐγούστῳ. Κατ’ ἐξαίρεσιν μόνον ἐπιτρέπεται ἡ μετάθεσις καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς διετίας, ὅταν βεβαιωθῇ ἡ ἀνάγκη δι’ ἐκθέσεως ᾐτιολογημένης τῶν ἁρμοδίων παρὰ Πρωτοδίκαις καὶ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέων. Σήμερον ἀνέγνων, ὅτι μετετέθησαν πολλοὶ Πρωτοδίκαι. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐβεβαιώθη ἡ ἀνάγκη τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστῶν ἐκείνων, καὶ μεταθέσεως ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ τοῦ ἔτους καὶ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν λειτουργοῦσιν ἅπαντα τὰ Δικαστήρια, πολιτικὰ καὶ ποινικά; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τι τὸ κωλῦον, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν κκ. Εἰσαγγελέων, διότι πολλὰ διεδόθησαν, τὰ ὁποῖα θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἦσαν ἀνακριβῆ.» Πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ μ’ ἐρωτήσῃ ἰδιαιτέρως, τίνα ἔκθεσιν ἐπεθύμουν νὰ προσαγάγῃ, καὶ νὰ ὁρίσω τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ἐνόησα ὅτι ἦτο ὑπεκφυγὴ, καὶ ἀπεφάσισα νὰ μὴ κάμω λόγον περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφοῦ ἐπείσθην, ὅτι θὰ ἦτο ματαιοπονία. Ἀλλὰ μετὰ τὰ χθὲς ἐκτυλιχθέντα περὶ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ διεξάγωνται τὰ τῆς δικαιοσύνης, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ καταθέσω καὶ ἐγὼ μίαν ἔτι ἀπόδειξιν τοῦ σεβασμοῦ αὐτῆς πρὸς τὰ δικαστήρια καὶ τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἠθέλησαν νὰ καταστήσωσι καὶ τὴν Δικαιοσύνην θεραπαινίδα τῶν κομματικῶν αὑτῶν συμφερόντων. Κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν τὸ κατώρθωσαν. Ἰσόβιοι δικασταὶ, δυνάμει τοῦ πολιτεύματος, ἐτάχθησαν ἐκεῖ, ὅπου ἵστανται, ἵνα δικάζωσι τοὺς πολίτας, περιφρονοῦντες τὰς ἑκάστοτε ἀποπείρας πρὸς σαγήνευσιν αὐτῶν. Ἀπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν ἔχουσι τίποτε νὰ ἐλπίζωσιν, ἀφ’ ὅτου ἀνεκήρυξεν ὡς δόγμα αὑτῆς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀνώτερος τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Ἡ Πολιτεία κρατεῖ σημειώσεις, καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, ἐν ᾗ οἱ εὐσυνείδητοι, οἱ ἀκέραιοι, οἱ φιλότιμοι καὶ φιλόπονοι δικασταὶ θὰ λάβωσι τὸ βραβεῖον τῶν πρὸς αὐτὴν ὑπηρεσιῶν των. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις παρεβίασε πάντα νόμον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σεβασθῇ καὶ τὸν νόμον τοῦ 1887, ὅστις ἐθεωρήθη ὡς παρακολούθημα τῆς ἰσοβιότητος, θέλω νὰ εἴπω τὸν νόμον περὶ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν ἐπὶ διετίαν. Μετέθεσεν ἐσχάτως ἐκ τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν τὸν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέα, οἰκογενειάρχην, ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, χάριν συναλλαγῆς· οὐδὲν μὲ συνδέει πρὸς τὸν κύριον ἐκεῖνον, ὅστις ἦτο σκεῦος τῆς ἐκλογῆς της. Δικαίωμα βεβαίως εἶχε νὰ τὸν μεταθέσῃ. Ἀλλὰ σημειῶ τὸ γεγονὸς, ὅπερ ποικιλοτρόπως ἐσχολιάσθη, πρὸς βλάβην τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ συναλλαγὴ ἀπῄτησε τὴν μετάθεσιν πολλῶν δικαστῶν τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, ὡς καὶ τὴν μετάθεσιν ἐκ Πατρῶν δικαστοῦ ἐντίμου καὶ ἀκεραίου· ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸν μετέθεσεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς πατρίδος του. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἦτο καλὸς δικαστὴς, διατὶ νὰ ἀδικηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Πατρῶν; Μετετέθη, γράφει τὸ Διάταγμα, πρὸς πλήρωσιν κενῆς θέσεως. Ἀλλὰ τότε παραβιάζεται τὸ ἄλλο Διάταγμα περὶ ὁρισμοῦ ἀριθμοῦ Πρωτοδικῶν, καθ’ ὅ οἱ ἐν Πάτραις Πρωτοδίκαι εἰσὶ 12. Ἐδημιουργήθη λοιπὸν κενὸν, ὅπως πληρωθῇ ἄλλο κενόν. Διατὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μετέθεσεν ἄλλον Πρωτοδίκην, καθ’ οὗ προσηκόντως ἔχει βεβαιωθῇ ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου μηνὸς ἡ ἀνάγκη τῆς μεταθέσεως αὐτοῦ; Ἐκτὸς τούτου, ποῖον κενὸν ἐννοεῖ ὁ νόμος; Ἐννοεῖ καὶ τὸ κενὸν ἐκ θανάτου δικαστοῦ; Δὲν τὸ πιστεύω. Τὸ κενὸν ἐκ θανάτου πληροῦται ἀμέσως διὰ τοῦ διορισμοῦ δικαστοῦ ἐκ τοῦ καταλόγου, ὃν ἔχει ἀνὰ χεῖρας ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀπεβίωσεν ἐν Μεσολογγίῳ δικαστής; ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδύνατο ἀμέσως νὰ διορίσῃ ἄλλον. Εὐλαβούμενος τὸ ζήτημα, δὲν λέγω πλειότερα, ὅπως διατρανώσω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν γενικὴν τῆς κοινωνίας γνώμην, ὅτι καὶ ἡ Δικαιοσύνη ἤρχισε νὰ παραλύῃ ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τῆς ἀναμορφωτικῆς Κυβερνήσεως. Ἐφημερὶς, διερμηνεύουσα τὸ φρόνημα τῶν ἀνεξαρτήτων πολιτῶν Πατρῶν, ἐφημερὶς μὴ ἀντιπολιτευομένη, ἐν σπουδαίῳ ἄρθρῳ «ἡ Πολιτικὴ καὶ ἡ Δικαιοσύνη», λέγει καὶ ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, ἐκ πολλῶν κρινομένη, δὲν δύναται δυστυχῶς νὰ καταλεχθῇ εἰς τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας. Ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ αὐτῆς νὰ συγκρατηθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, οὐδὲν διστάζει νὰ χορηγήσῃ εἰς ἀντάλλαγμα τῆς ψήφου ἐκείνης· δυστυχῶς οὐδὲ δικαστικὴν ἐξουσίαν. Θλιβερὰ τούτου ἔχομεν μαρτύρια ἐνταῦθα, ἵνα μὴ ἀνατρέχωμεν ἀλλαχοῦ καὶ μακρὰν ἡμῶν». Τελειώνει δὲ τὸ περισπούδαστον ἐκεῖνο ἄρθρον του ὁ «Φορολογούμενος» διὰ τῶν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἂν δὲν ἀποτεινώμεθα, διὰ τοὺς λόγους τούτους, πρὸς τοὺς κκ. Βουλευτὰς, ἀποτεινώμεθα μετὰ θάῤῥους πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, καὶ ἐξορκίζομεν αὐτὴν, νὰ θέσῃ τὸ ὅριον τῆς βουλευτικῆς παντοκρατορίας μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, ἐξ οὗ ἄρχεται τὸ ὅριον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι, ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ὁ φραγμὸς, ὅστις περιφρουρεῖ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, καταπέσῃ καὶ μείνῃ αὕτη ἀφρούρητος καὶ ἔκθετος εἰς τὴν βουλευτικὴν κατάκτησιν, ἐκλείπει καὶ ἡ τελευταία ἄγκυρα σωτηρίας ἐκ τοῦ τόπου, καὶ ἡ περὶ πάντων ἀμφιβολία ὑποκαθίσταται εἰς τὰ τελευταῖα λείψανα τῆς ἐννόμου τάξεως.» Ἀλλ’ ἐγὼ εἰς οὐδένα ἀποτείνομαι, καὶ οὐδεμίαν θεραπείαν ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων προσδοκῶ. Σημειῶ μόνον τὰ γεγονότα, καὶ πέποιθα, ὅτι θὰ ζητηθῇ μίαν ἡμέραν ὁ λόγος περὶ πάντων τῶν πεπραγμένων.

§5ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν δὲν ἐδόθη ἐγκαίρως ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀληθῶς πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλεν, ὅπως καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις περὶ μεταθέσεως δικαστῶν, τῆς βραδυτῆτος ταύτης αἴτιος εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτῆς, ὅπως ἔσχε τὴν εἰλικρίνειαν καὶ μόνος του νὰ ὁμολογήσῃ. Τὴν δευτέραν ἢ τρίτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐπερωτήσεως, ἣν ἐθεώρησα γενικωτέραν πως, παρεκάλεσα τὸν κ. Βουλευτὴν, νὰ καθορίσῃ, τίνας προτάσεις περὶ τίνων μετατεθέντων δικαστῶν ζητεῖ, ἵνα δυνηθῶ νὰ προσαγάγω αὐτάς· ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ εἶπεν, ὅτι ἤθελε μὲ πληροφορήσει περὶ τούτου· δὲν μοὶ ἔδωσεν ὅμως κἀμμίαν πληροφορίαν, μοὶ ἐφάνη μάλιστα ἐγκαταλείπων τὴν ἐπερώτησίν του. Σήμερον ὁμολογεῖ μὲν τοῦτο, λέγει ὅμως ὅτι ἐθεώρησεν ὡς ὑπεκφυγὴν τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔκαμα πρὸς αὐτὸν, ἵνα καθορίσῃ περὶ τίνων δικαστῶν ἐνόει νὰ μάθῃ, καὶ νὰ γινώσκω ἐὰν θέλῃ τὰς προτάσεις περὶ μεταθέσεως ὅλων τῶν δικαστῶν ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι σήμερον ἢ ὡρισμένων δικαστῶν καὶ τίνων. Πληροφορίαν οὐδεμίαν, καθορισμὸν οὐδένα μοὶ ἔδωκεν· ἡ ἐρώτησίς μου ἦτο εἰλικρινεστάτη, εἶμαι δὲ ἐν πάσῃ στιγμῇ ἕτοιμος νὰ κομίσω πρὸς τὴν Βουλὴν πᾶν ἔγγραφον, σχετικὸν πρὸς ὑποδειχθησομένην μετάθεσιν δικαστοῦ, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ κατατίθηνται ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ τῆς ὑπ’ αὐτοῦ προκληθείσης, ὡς εἶπον, βραδυτῆτος ταύτης περὶ τὴν προσαγωγὴν τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων ἐθεώρησεν, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ τραπῇ καὶ εἰς γενικωτέραν ἔρευναν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης. Πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης θέλει ἀποδεχθῇ, ὅτι, ἂν ὑπῆρξέ ποτε ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐγένετο ἀπόπειρα, ὅπως ἡ δικαστικὴ ἐξουσία μεταβληθῇ εἰς θεραπαινίδα τῆς πολιτικῆς, ἡ ἐποχὴ ἐκείνη βεβαίως δὲν εἶναι ἡ παροῦσα. Παρεπονήθη συγκεκριμένως ὁ κ. Βουλευτὴς διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐκ Πατρῶν καὶ δικαστοῦ τινος ἐκ Πατρῶν ἐπίσης, καὶ ἠκούσατε πόσον εὔφημον μνείαν ἐποιήσατο τῶν δύο αὐτῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἡμεῖς τὴν αὐτὴν ἔχομεν ἰδέαν· ὅτε δ’ αὐτοὶ ἀπεστέλλοντο εἰς Πάτρας, παρ’ ἡμῶν ἐστέλλοντο, τὸν πληροφορῶ δὲ, ὅτι ἡ ἐκεῖθεν μετάθεσίς των οὐδόλως δεικνύει μείωσιν τῶν περὶ αὐτῶν ἀγαθῶν ἰδεῶν ἡμῶν, τὰς ὁποίας εἴχομεν, ὅτε ἐτοποθετοῦμεν αὐτοὺς ἐκεῖ, οὔτε ἐννοῶ, πόθεν ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκεῖ διαρκοῦς παραμονῆς τῶν παρ’ ἡμῶν ἐκεῖ τοποθετηθέντων δικαστῶν. Διὰ λόγους καθαρῶς ὑπηρεσιακούς, ὧν καὶ ἡ Βουλὴ ἐξ ἐπερωτήσεως ἔσχεν ἐν μέρει γνῶσιν, παρίστατο ἀνάγκη, ἵνα ἡ Εἰσαγγελία τῶν Ἐφετῶν Λαρίσης διευθυνθῇ ἐπί τινα τοὐλάχιστον χρόνον παρ’ Εἰσαγγελέως ἐκ τῶν δοκιμωτέρων, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐξελεξάμην καὶ μετέθεσα ἐκεῖσε τὸν κ. Μπούφην. Κενωθείσης δὲ διὰ θανάτου θέσεως δικαστοῦ ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Μεσολογγίου, μετέθεσα ἐκεῖ, χρώμενος τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος μοὶ δίδει, δικαστήν τινα ἐκ Πατρῶν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἠκούσατε πόσα ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν. Εὐχαριστοῦμαι ἀκούων ταῦτα, οὐδὲ μεταμέλομαι διότι μετέθεσα αὐτὸν εἰς Μεσολόγγιον. Ἀλλ’ ἐρωτᾷ, διατὶ νὰ τὸν μεταθέσω; Διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ μετατεθῇ τις εἰς Μεσολόγγιον. Διατὶ δὲ νὰ πληρώσω κενὸν ἐν Μεσολογγίῳ, δημιουργῶν κενὸν ἐν Πάτραις; Εἶχον τὴν ἐλπίδα, ὅτι τοιαῦτα ἐρωτήματα ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅστις διῆλθεν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἤθελεν ὑποβάλει. Ὁ λόγος εἶναι καταφανής· εἰς Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔχουν πέντε δικαστὰς καὶ τὸν Πρόεδρον, οἷον τὸ τοῦ Μεσολογγίου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μένωσι θέσεις κεναὶ, ἐνῷ εἰς Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι 15 δικαστὰς, οἷον τὸ τῶν Πατρῶν, δύναται νὰ μείνῃ ἀζημίως προσωρινόν τι κενόν. Μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν συνεπληρώθη ἡ θέσις ἐν Πάτραις, θέλει ὅμως ταχέως συμπληρωθῆ. Ταῦτα ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὡς πρὸς τὰς γενικωτέρας περὶ διαχειρίσεως τῆς δικαιοσύνης γνώμας, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ συζητήσω μετ’ αὐτοῦ ἐν πάσῃ στιγμῇ, μὲ τὴν ἐκ τῶν προτέρων πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἀποδειχθῆ ὅτι, ἐάν ποτε ἐγένετο ἀπόπειρα, ἵνα ἡ δικαιοσύνη χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς, ἡ ἐποχὴ αὕτη δὲν εἶναι ἡ παροῦσα.

§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μετὰ τὴν πομπώδη ὁμιλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἀκούοντες τούτου, λέγοντος ὅσα εἶπε, ζῶμεν ἐν ἄλλῳ Κράτει. Ἐν Μεσολογγίῳ, εἶπεν, ἀπεβίωσε δικαστὴς, καὶ ἠναγκάσθη διὰ μεταθέσεως δικαστοῦ ἐκ Πατρῶν νὰ συμπληρώσῃ τὸ κενόν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου δύο δικασταὶ ἐντιμότατοι καὶ ἀκεραιότατοι μετετέθησαν ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Ἠλείας, ὁ κ. Ταμπακόπουλος καὶ ὁ κ. Διγενόπουλος. Ποῖος ὁ λόγος τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστῶν τούτων, κύριε Ὑπουργέ; ποῖον κενὸν παρήχθη εἰς τὰ Δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἐξεσφενδόνησας τοὺς ἐντίμους τούτους δικαστάς; Εἶναι γνωστὰ τὰ ἐλατήρια, κύριε Πρόεδρε, τὰ προκαλέσαντα τὴν μετάθεσιν τῶν δικαστῶν τούτων, καὶ ἀφοῦ τὰ ἐλατήρια ταῦτα εἶναι γνωστά, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς προσέρχεται ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπαντῶν πρὸς τοὺς ἐπερωτῶντας Βουλευτὰς μετὰ τοσούτου κόμπου; Παρακαλῶ λοιπὸν αὐτὸν, νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τοῦ ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἠλείας Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν, καὶ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους τῆς μεταθέσεως τῶν εἰρημένων δύο δικαστῶν.

§7ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω γενικωτέραν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν δικαιολογοῦνται αἱ μεταθέσεις τῶν δικαστῶν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερον.

§8ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν, δι’ ὧν δικαιολογοῦνται αἱ μεταθέσεις ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1889.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Χρόνης Μπασδέκης ζητεῖ αὔξησιν τῆς ἑκατονταδράχμου συντάξεώς του, ἥτις τῷ ἐχορηγήθη ἀπὸ τοῦ 1841. Θὰ σταλῇ ἡ αἴτησίς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.

§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πέρυσιν ὑπέβαλεν ὁ ἴδιος ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Ὁ ἀναφερόμενος ἀναξιοπαθεῖ ὁμολογουμένως.

§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πράγματι ἀναξιοπαθεῖ.

§12ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογουμένως καὶ ἀγωνιστὴς εἶναι καὶ πένης· ἑπομένως καλὸν εἶναι, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ἀρωγός.

§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἡ αἴτησίς του συστημένη, διότι πράγματι ἔχει δικαιώματα ἀνεγνωρισμένα ὁ ἄνθρωπος.

§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως διὰ τὴν χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν τῶν σιδηροδρόμων Πατρῶν καὶ Πύργου, καὶ Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου ὡς πρὸς τὰ τμήματα, ἐφ’ ὧν εἶναι ἀπαιτητὴ ἡ ὀφειλὴ τῶν 20,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον. Ὑποβάλλω προσέτι καὶ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου. Παρακαλῶ δὲ, ὅπως ἀμφότερα ταῦτα τὰ νομοσχέδια παραπεμφθῶσιν εὐθὺς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἰδίᾳ δὲ τὸ δεύτερον, τὸ περὶ πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, διότι ἐπίκεινται αἱ διακοπαί, ὡς ἐκ τῶν ἑορτῶν, καὶ εἶναι πρέπον πρὸ τῶν διακοπῶν νὰ ψηφισθῶσι τὰ δύο δωδεκατημόρια, ἵνα κανονικῶς λειτουργήσῃ ἡ ὑπηρεσία.

§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ δὲν ὑποβάλλετε πίστωσιν μόνον διὰ τὸν Ἰανουάριον;

§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ταχύτερον, εἰμὴ πρὸς τὰ τέλη τοῦ Ἰανουαρίου. Ναὶ μὲν ἡ διακοπὴ γενήσεται ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας, ἀλλὰ συνήθως συμβαίνει νὰ μὴ ἐπανέρχωνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὴν εἰκοστὴν ἡμέραν, ὥστε δὲν θὰ ἦναι ἐφικτὴ ἡ ἔγκαιρος ψήφισις τοῦ δευτέρου δωδεκατημορίου.

§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ συνέλθωσιν ἀμέσως.

§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συνιστῶ ὅπως καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν, ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπή, ἵνα δυνηθῶμεν πρὸ τῶν διακοπῶν νὰ τὸ ψηφίσωμεν, διότι εἶναι ἡ ὀφειλὴ ἀπαιτητή.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι παρών. Παρακαλεῖται νὰ προσκαλέσῃ τοὺς συναδέλφους του, ὅπως λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰ νομοσχέδια καὶ ὑποβάλωσι τὰς ἐκθέσεις των. Τὰ νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 175–176).

§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ προσθέτου φόρου ὑπὲρ τοῦ δήμου Ἀρήνης, καὶ ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσσηνίας περὶ τοῦ ἂν ἐχορηγήθη εἰς τὰ μέλη τῆς Νομαρχιακῆς ἐπιτροπῆς Μεσσηνίας ἄδεια ἀπουσίας ἐκ τῆς ἕδρας αὐτῶν, πότε ἐχορηγήθη αὕτη καὶ διὰ πόσον χρόνον, λέγω, ὅτι δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ δοθῇ ἄδεια εἰς οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς Νομαρχιακῆς ἐπιτροπῆς Μεσσηνίας.

§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν ὁμολογίαν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπειδὴ μοῦ χρειάζεται διὰ τὸ Δικαστήριον, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοῦ διαβιβάσητε κεκυρωμένην διὰ τῆς ὑπογραφῆς ὑμῶν, καθόσον τὰ μέλη ταῦτα οὐδέποτε ἔμειναν ἐν Μεσσηνίᾳ. Διατρίβουσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ πληρόνονται οὐχ ἧττον τοὺς μισθούς των.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης ὑπέβαλε τὴν πρὸ ὀλίγου γενομένην ἐπερώτησιν του ἐγγράφως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§24ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως δύο λέξεις. Παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν χθὲς ἐζητήθησαν δύο ἐκθέσεις· τὴν μίαν ἐζήτησεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας βουλευτὴς κ. Παπαγιαννακόπουλος, τὴν ἑτέραν ἐγώ. Αἱ ἐκθέσεις αὗται ἐστάλησαν ὑπὸ τῶν κυβερνητῶν τῶν δύο πολεμικῶν πλοίων, τῆς «Ἑλλάδος» καὶ τῶν Ψαῤῥῶν,» εὑρίσκονται δὲ ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν τὰς κατέθεσε σήμερον. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δηλώσῃ, ὑπάρχουν αἱ ἐκθέσεις αὗται ἢ ὄχι, καὶ πότε ἐννοεῖ νὰ τὰς καταθέσῃ;

§25ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ αἴτησις αὕτη ὑπεβλήθη χθές, ἠθέλομεν δὲ προθυμοποιηθῆ νὰ τὰς καταθέσωμεν καὶ σήμερον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπὶ μιᾶς τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν ἐζητήθησαν πληροφορίαι τινὲς, ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὰς καταθέσω ὅταν λάβω τὰς πληροφορίας ταύτας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχω ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ὅτε ἡ ἔκθεσις ἔσεται πλήρης.

§26ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὰς ἐκθέσεις ταύτας, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἄλλων πληροφοριῶν.

§27ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχω ἀνάγκην ἐγώ.

§28ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἀρκῶνται εἰς ταύτας οἱ Βουλευταί, νομίζοντες ὅτι εἶναι πλήρεις, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα σεῖς νὰ λέγητε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην νὰ ζητήσητε πληροφορίας παρὰ τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων, τῶν ἀποστειλάντων τὰς ἐκθέσεις. Ἡμεῖς παραιτούμεθα τῶν πληροφοριῶν· ἀρκούμεθα εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς περιεχομένας ἐντὸς τῶν ἐκθέσεων· θέλομεν νὰ τὰς ἔχωμεν ταχέως, ἀφοῦ ἡ τακτικὴ Σύνοδος λήγει ἐντὸς ὀλίγου.

§29ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ τακτικὴ Σύνοδος δὲν λήγει, ἀφοῦ εἴδετε, ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή. Ἄλλως τε ἔχω τὸ σύστημα νὰ ἀπαντῶ πάντοτε εἰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνονται παρὰ τῶν κκ. Βουλευτῶν. Ἐκ τῆς αἰτήσεως ὅμως τῆς χθὲς ὑποβληθείσης, εἶδον ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβω πληροφορίας, ὅπως τεθῶ εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ τὰς ὁποίας ἀρκετὰ σαφῶς ὑπηνίχθη. Εἰς ἐμὲ ἀπόκειται νὰ κρίνω, πότε θὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω τὰς ζητηθείσας ἐκθέσεις, νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν αὗται προσαχθῶσι μετὰ τρεῖς ἡμέρας, κατ’ οὐδὲν τὸ δημόσιον συμφέρον θὰ ὑποστῇ βλάβην.

§30ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐκθέσεων, εἶναι, νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ ὁποία εἶναι ἡ ποιότης τῶν ναυτῶν τῶν πτυχιούχων, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ κεντρικοῦ προγυμναστηρίου. Ἂν μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐκθέσεων προκληθῇ συζήτησις, ἐκ τῆς ὁποίας θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη περαιτέρω πληροφοριῶν, εἴτε ἐκ μέρους τοῦ προπαιδευτηρίου, εἴτε ἐκ μέρους τῶν κυβερνητῶν, ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ζητήσῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ λάβῃ αὐτὰς τὰς πληροφορίας, ἐνόσῳ ὅμως δὲν παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη αὕτη, δὲν δικαιοῦται νὰ μὴ τὰς ὑποβάλῃ, διότι δὲν γνωρίζει ἀπὸ τοῦδε, ἂν θέλουν χρησιμοποιήσει τὰς ἐκθέσεις ταύτας οἱ αἰτήσαντες πρὸς ἔλεγχον αὐτοῦ.

§31ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἰδοὺ διατὶ θέλω νὰ λάβω τὰς πληροφορίας καὶ κατόπιν νὰ ὑποβάλω τὰς ἐκθέσεις, διότι εἴπετε, ὅτι τὸ ποιὸν τῶν πτυχιούχων εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἀποδεικνύει τὸ ναυάγιον τοῦ συστήματος τοῦ νέου νόμου περὶ ναυτολογίας. Καὶ ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας διὰ νὰ μάθω, πόθεν προῆλθον οἱ ναῦται, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὰ «Ψαῤῥά»· ἐξῆλθον ἐκ τοῦ προπαιδευτηρίου τοῦ Πόρου, εἶχον πτυχία ἢ ὄχι; Ἔχω ἀνάγκην λοιπὸν ὅλων τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν, ὅπως ἀποδείξω τοὺς ἰσχυρισμούς σας μὴ ἀκριβεῖς, καὶ ὅπως ἀποδείξω, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νέου συστήματος εἶναι λαμπρά.

§32ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐξαναγκάσω νὰ τὰς καταθέσητε. Ἀλλ’ ἐὰν ἰσχυριζώμεθα, ὅτι ἡ ποιότης τῶν ναυτῶν δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἤλπιζεν ἡ Βουλὴ ὅτι θὰ ἦναι, ὅτε ἐψήφιζε τὸν νόμον αὐτὸν, αἴτιοι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, ἀλλ’ οἱ κυβερνῆται, οἱ ὁποῖοι ἔστειλαν τὰς ἐκθέσεις.

§33ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδέποτε οὔτε οἱ κυβερνῆται τῶν πολεμικῶν πλοίων εἶπον τοιοῦτόν τι.

§34ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν αἱ ἐκθέσεις τῶν κυβερνητῶν λέγουν, ὅτι ἡ ποιότης τῶν ναυτῶν εἶναι καλὴ, δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἄλλων πληροφοριῶν. Ἂν ὅμως λέγουν, ὅτι οἱ ναῦται εἶναι ἀνίκανοι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπηρεσιῶν, τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ διοργανισμῷ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τότε αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, εἶναι ἄχρηστοι. Ἀλλ’ οἱ κυβερνῆται τῶν πλοίων ἤξευρον τί ἔγραψαν.

§35ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἰς τὰ «Ψαῤῥά» ἐτέθησαν ναῦται πρὸ δύο μηνῶν καταταχθέντες, τοῦτο βεβαίως δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ ναῦται δὲν εἶναι καλοὶ, ἀλλ’ ἀποδεικνύει, ὅτι κακῶς ἔπραξε τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου, καταρτίσαν τὸ πλήρωμα ἐξ ἀγυμνάστων ναυτῶν. Ἑπομένως πρέπει νὰ λάβωμεν τὰς πληροφορίας, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἂν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς δώσω, σᾶς πείσωσιν, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε τοιοῦτον θέμα, δὲν θὰ θελήσητε ἀδίκως νὰ κατακρίνητε τὸ ναυτικὸν τῆς πατρίδος ἡμῶν.

§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγον παράδοξος μοὶ φαίνεται ἡ τακτικὴ τοῦ Ὑπουργοῦ. Δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐζήτησαν τὴν καταβολὴν δύο ἐκθέσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, προφητεύων τρόπον τινὰ περὶ τῶν συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐξαγάγει, ἀρνεῖται νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, πρὶν λάβῃ πληροφορίας τινάς. Ἀλλὰ τίς εἶπεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖαι αἱ πληροφορίαι αὗται; οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐζήτησαν νὰ κατατεθοῦν ἔγγραφα, ἀφοῦ δὲ κατατεθοῦν, εἶναι ἕκαστος κύριος νὰ ἐξαγάγῃ οἱαδήποτε συμπεράσματα ἐγκρίνῃ ἐκ τῶν ἐκθέσεων τούτων. Ἂν τὰ συμπεράσματα αὐτὰ ἦναι πρὸς βλάβην τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ πρὸς ζημίαν τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι κύριος ὁ Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἕως οὗ προσαγάγῃ νέα ἔγγραφα. Τὸ νὰ λέγῃ ὅμως εἷς Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν τὰ καταθέτει διότι ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ καὶ ἄλλας πληροφορίας συμπληρωματικὰς, διὰ τῶν ὁποίων, καθὼς ἐνόησεν, ἀναιροῦνται τὰ ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἐκείναις διαλαμβανόμενα, τοῦτο εἶναι πρωτοφανές. Ἐζήτησαν οἱ κύριοι νὰ κατατεθοῦν ἔγγραφα, καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ καταθέσῃ. Πρέπει νὰ τὰ καταθέσῃ, καὶ ἂν θέλῃ νὰ φέρῃ ἄλλα ἔγγραφα πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ὑπηρεσίας του, οὐδεὶς τὸν κωλύει, καὶ βεβαίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὰ ἔγγραφα, θέλουν δεχθῆ πᾶσαν ἀναβολὴν, ἂν πρόκηται νὰ προσαχθοῦν ἄλλα ἔγγραφα.

§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὰ ἔγγραφα θέλει προσαγάγει, ἀλλ’ εἶπε συνάμα, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῶσι, πρὶν ἢ προσαχθῶσι, καὶ ὅτι ἀπαιτοῦνται τρεῖς ἡμέραι πρὸς τοῦτο. Ἡ συμπλήρωσις αὕτη εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, δὲν εἶναι δὲ ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, ὅτι δυνάμεθα μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ. Δὲν ἀρκεῖ, ὅταν τὰ ὑποβαλλόμενα δίδουσι μὴ ἀληθῆ ἰδέαν περὶ τοῦ πράγματος, περὶ οὗ ζητοῦνται πληροφορίαι. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς γινώσκῃ, ὅτι τὸ ἔγγραφον εἶναι ἀτελὲς, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ ἀφοῦ τὸ συμπληρώσῃ, δὲν ὀφείλει νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως διαδοθῶσι τὰ ἐν αὐτῷ ἀτελῆ, ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ταχίστην συμπλήρωσιν, ὅπως μετ’ αὐτὴν ὑποβάλῃ τὸ ἔγγραφον, παρέχον πιστὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων. Τοῦτο θέλουσι πάντες, ὅσοι καλῇ τῇ πίστει ἐπιθυμοῦσι νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ ζητοῦντες τὴν κατάθεσιν. Ἂν ὑπῆρχε λόγος τις ἐπείγοντος, θὰ ἐνόουν, ὅτι ἔπρεπεν ἴσως καὶ νὰ παροραθῇ ἡ σκέψις αὕτη, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ τὸ ἔγγραφον, ἔστω καὶ ἀτελὲς, ἔστω καὶ ἂν ἐξ αὐτοῦ μετεδίδοντο ἐσφαλμέναι πληροφορίαι. Ἀλλ’ οὐδὲν ὑπάρχει τὸ ἐπεῖγον. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐπικρίσεως ἐν γένει τῆς νομοθεσίας· τοῦτο δύναται νὰ γενῇ καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας, τοῦτο δύναται νὰ γενῇ καὶ μετὰ τὰς διακοπὰς, καὶ πάντως γενήσεται μετὰ τὰς διακοπὰς, καὶ δύναται τότε νὰ διεξαχθῇ πληρέστερον καὶ ὀρθότερον, ἐπὶ βάσεως ἀσφαλοῦς, ὁποίαν θὰ παρέχῃ τὸ ἔγγραφον, συμπληρούμενον ὡς δεῖ διὰ τῶν προκληθεισῶν ἐξηγήσεων περὶ τῶν κενῶν, ἅτινα παρετηρήθησαν ἐν αὐτῷ.

§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ λύπης μου παρατηρῶ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἀκολουθεῖ τὴν τακτικὴν ταύτην καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἐνῷ τὴν παραδέχεται διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ πληροφορίας περὶ τοῦ ἀρβυλοποιείου, ἀλλὰ μετὰ τρόπου τοιούτου μοὶ δίδει τὰς πληροφορίας, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρῃ τις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φαίνεται μεταξὺ τῶν γραμμῶν, καὶ προσπαθεῖ δι’ ὅλων τῶν μέσων ν’ ἀποφύγῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητῶ νὰ μοῦ δώσῃ. Ἐπιθυμῶ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν νὰ μὴ τὴν λησμονήσῃ αὔριον, καὶ νὰ μὴ λησμονήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε σήμερον, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλλῃ ὁ Ὑπουργὸς πλήρεις πληροφορίας.

§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποβάλετε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν σας.

§40ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει νὰ ἀναβάλῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐκθέσεων, εἶναι, ὡς εἶπεν, ὅτι ἐνδεχόμενον μεταξὺ τοῦ πληρώματος τῶν «Ψαῤῥῶν» νὰ ὑπῆρχον ναῦται μὴ πτυχιοῦχοι. Ἀλλὰ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυβερνήτου τῆς «Ἑλλάδος», δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ καταθέσῃ αὐτὴν, διότι τὸ πλήρωμα ὁλόκληρον τῆς «Ἑλλάδος» ἀπετελεῖτο ἐκ ναυτῶν καὶ θερμαστῶν πτυχιούχων. Ἐν τῇ ἐκθέσει δὲ ταύτῃ ὁ κυβερνήτης τῆς «Ἑλλάδος», ὁ ὁποῖος, ὡς εἶπον χθὲς, ἐξετέλεσε γυμνάσια ἐν ἀνοικτῷ πελάγει, ἀπεφάνθη κατὰ τῶν πτυχιούχων ναυτῶν καὶ θερμαστῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν χθὲς, σχετικῶς πρὸς τὴν ποιότητα τῶν ναυτῶν τῶν πτυχιούχων, ὑπάρχουν καὶ ἐκθέσεις τοῦ τέως μοιράρχου Κριεζῆ, διοικητοῦ τῆς μοίρας τῶν γυμνασίων, καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν κυβερνητῶν τῶν τεσσάρων ἀτμομυοδρομόνων. Αἱ ἐκθέσεις αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὴν ποιότητα τῶν πτυχιούχων ναυτῶν· κατὰ τὰς ἐκθέσεις ταύτας, ὁ μοίραρχος ἀποφαίνεται κατὰ τῶν πτυχιούχων, ὡς ἠκούσαμεν παρ’ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ. Ἐκτὸς λοιπὸν τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν χθὲς, παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι καὶ αὐταί. Ἀλλ’ αἱ ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι πραγματεύονται περὶ τῶν πτυχιούχων ναυτῶν, τοῦ κυβερνήτου τῆς «Ἑλλάδος» καὶ τοῦ μοιράρχου Κριεζῆ καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν, ἐπειδὴ ὡς πρὸς αὐτὰς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ ὁ Ὑπουργὸς περαιτέρω πληροφορίας, παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσιν, ὡς πρὸς δὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυβερνήτου τῶν «Ψαῤῥῶν», δύναται νὰ ἀναβάλῃ τὴν κατάθεσιν, μέχρις ὅτου λάβῃ τὰς δεούσας πληροφορίας.

§41ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ βραχέων, κύριοι Βουλευταί, θὰ πραγματευθῶ ζήτημα, ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν χθὲς ἐπὶ πολλὴν ὥραν. Θὰ ἴδωμεν τῷ ὄντι καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, μὴ ἀναγνωρίζουσα σχεδὸν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀρνεῖται νὰ ἐκτελῇ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ζητήματος τοῦ χθεσινοῦ καὶ τοῦ σημερινοῦ εἶναι, ὅτι χθὲς μὲν εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀρνούμενον μετ’ ἐπιμονῆς νὰ ἐκτελέσῃ δικαστικὴν ἀπόφασιν, σήμερον ἔχομεν αὐτὸν τοῦτον τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐτάχθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας νὰ ἐπαγρυπνῇ ὑπὲρ τῆς εὐόρκου λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης καὶ πρὸ πάντων ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ δικαστικοῦ λειτουργήματος. Κατὰ τὰς 2 Ἰουνίου ἐ. ἔ. τὸ Πλημμελειοδικεῖον Λαμίας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 903 ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεώς του κατεδίκασε τὸν ἐπιστάτην τῶν πολιτικῶν φυλακῶν εἰς χρηματικὴν ποινὴν, εἰς ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἀνάκτησιν αὐτῆς ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον. Ὁ καταδικασθεὶς ᾐτήσατο τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, ἡ δὲ αἴτησίς του ἀπεῤῥίφθη ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον. Ἐν τούτοις ὁ ὑπάλληλος οὗτος διετέλει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μέχρι πρὸ μικροῦ, ἀπελύθη δὲ 7 ἢ 8 ἡμέρας μετὰ τὴν γενομένην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπερώτησιν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως χρόνον, δὲν θὰ κάμω λόγον, διότι ὁ Ὑπουργὸς ὠχυρώθη ὄπισθεν τῆς ἀγνοίας, δυστυχῶς δὲ δὲν δύναμαι ν’ ἀποδείξω τὸ ἐναντίον, ν’ ἀποδείξω δηλαδή, ὅτι εἶχε γνῶσιν ὅτι ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀναίρεσις. Θὰ περιορισθῶ λοιπὸν εἰς τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καθ’ ὃν εἶχε λάβει γνῶσιν ὁ Ὑπουργὸς τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου Λαμίας πρὸ τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως. Καὶ μέχρι μὲν τῆς πρώτης Αὐγούστου ἐ. ἔ. φαίνεται ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, ἀλλὰ τότε, δὲν ἠξεύρω κατ’ εἰσήγησιν τίνος, ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Λαμίας, ὁ ὁποῖος τηλεγραφικῶς ἔδωκε τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν (ἀναγινώσκει): «Ὁ περὶ οὗ ἐρωτᾶτε ἐπιστάτης κατεδικάσθη τῳόντι κατ’ ἀντιμωλίαν ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα Πλημμελειοδικείου διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 903 τῆς 2ας Ἰουνίου ἐ.ἔ. ἀποφάσεώς του εἰς χρηματικὴν ποινὴν καὶ εἰς ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ᾐτήσατο τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἐν λόγῳ καταδικαστικῆς ἀποφάσεως, ἡ δὲ αἴτησις ἀναιρέσεως δὲν ἐξεδικάσθη εἰσέτι. (Ὁ ἀντεισαγγελεὺς (ὑπογρ.) ΔΕΚΑΡΙΣΤΟΣ.» Ἐξεταστέον λοιπὸν εἶναι, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀφοῦ ἐπισήμως ἔλαβε γνῶσιν τῆς τελεσιδίκου ταύτης ἀποφάσεως, τῆς καταψηφισάσης ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, δὲν ἔσπευσε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ εἴπῃ ἴσως, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Πλημμελειοδικείου Λαμίας, καίτοι ἐξεδόθη κατ’ ἀντιμωλίαν καὶ ἑπομένως εἶναι τελεσίδικος, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχεν ἐκδικασθῆ ἡ ἀναίρεσις. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν δύναταί τις σπουδαίως νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην γνώμην, διότι ἐπὶ μὲν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Κακουργιοδικείου ὁ κανὼν εἶναι, ὅτι ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν, τοὐναντίον δ’ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικῶν ὁ κανὼν εἶναι, ὅτι ἡ ἀναίρεσις δὲν ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν. Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἄρθρου 485 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν, ὅτι, διὰ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πιστοποιητικὸν, ὅτι διατελεῖ ἐν τῇ φυλακῇ ὁ αἰτῶν αὐτὴν κατάδικος. Οὐδὲ δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἀφορᾷ τοὺς ἐπὶ κακουργήματι καταδεδικασμένους, διότι εἰς τὰ κακουργήματα ὑπάρχει ἡ προφυλάκισις καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἰδιαιτέρας περὶ τούτου μνείας. Εἶναι λοιπὸν κατάδηλον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, διότι τοῦτο συνετέλει εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κομματικῶν συμφερόντων τῶν φίλων του. Ἀλλὰ μήπως ὑπάρχῃ μόνον ἡ ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβλητικὴ ὑποχρέωσις πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως; Δὲν εἶχεν ἆρά γε ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μόλις ἐγένετο εἰς αὐτὸν γνωστὸν, ὅτι ὑπάλληλος δημόσιος κατεδικάσθη εἰς ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἤτοι εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ; Τί περιέμενε πλέον ὁ Ὑπουργὸς ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως; Εἰς παρῳχημένας ἐποχὰς, Κύριοι, ὑπῆρξαν Κυβερνήσεις, αἵτινες ἀπέλυον ὄχι μόνον διοριζομένους ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑπαλλήλους, ἀλλ’ αἱρετοὺς ἄρχοντας, μόλις παρεπέμποντο διὰ βουλεύματος ὁριστικοῦ ἐπὶ βαρείᾳ τινὶ ἀξιοποίνῳ πράξει. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κουμουνδούρου εἶχε παύσει Δήμαρχον διότι παρεπέμφθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Πάτραις Πλημμελειοδικῶν ἐπὶ πλημμελήματι, τὸ ὁποῖον εἶχε συνάφειαν πρὸς κακούργημα, τὸ ὁποῖον εἶχον διαπράξει ἄλλοι. Ὅταν βλέπητε, ὅτι Κυβέρνησις παύει Δήμαρχον μόνον ἐπὶ ὁριστικῷ βουλεύματι, ποίαν δύναται νὰ προβάλῃ δικαιολογίαν τῆς Δικαιοσύνης ὁ Ὑπουργὸς, ὅταν ἔχῃ ἀπόφασιν Δικαστηρίου τελεσίδικον καὶ δὲν προβαίνῃ εἰς ἐκτέλεσιν αὐτῆς; Ἡ συντάξασα τὴν πολιτείαν Συνέλευσις ἐθέσπισεν, ὅτι αἱ ἐξουσίαι ἐνεργοῦνται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται διὰ τῶν Δικαστηρίων, αἱ δὲ ἀποφάσεις ἐνεργοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν ἐνώπιόν μας τοιαύτην κατάστασιν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν σήμερον, ὅτι ὑπάρχει ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ σήμερον ἀκόμη ἓν τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἔδειξεν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει οὐδὲ αὐτὸ τὸ Κοινοβούλιον, καὶ διὰ τοῦτο ἠρνήθη ἐπιμόνως νὰ καταθέσῃ δημόσια ἔγγραφα. Ἀλλὰ τοιαύτη κατάστασις, Κύριοι, νομίζω ὅτι δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ κατάστασις ἐπαναστατική. Βεβαίως ὑπὸ μίαν ἔννοιαν ἡ Κυβέρνησις σήμερον διατελεῖ ἐν ἀποστασίᾳ, διατελεῖ ἐκτὸς τοῦ νόμου. Ἐπαναστάται, δικαζόμενοι κατὰ τὰς κοινὰς τῆς ποινικῆς νομοθεσίας διατάξεις, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν ν’ ἀναγνωρίσουν τὰς καθεστηκυίας ἀρχὰς, τὰς ἀποῤῥεούσας ἐκ τῆς ἐθνικῆς βουλήσεως. Ὅταν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἤτοι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δὲν ἀναγνωρίζῃ τὰς δύο ἄλλας ἐξουσίας, ἤτοι τὴν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν δικαστικὴν, δὲν εἶναι ἐν πλήρει ἐπαναστάσει; Ἀλλὰ τί δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἀντιτάξωμεν κατὰ τῶν ἐπαναστατῶν; Δυστυχῶς δὲν ἔχομεν τὴν ὑλικὴν δύναμιν πρὸς ἀναίρεσιν τῆς ἐπαναστατικῆς ταύτης καταστάσεως, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι, ἐὰν ἤθελεν ἐπανέλθει ποτὲ τὸ κράτος τῶν νόμων, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θὰ ἠδύναντο νὰ δικασθῶσιν οὐχὶ κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ κατὰ τὰς σχετικὰς διατάξεις τῆς κοινῆς ποινικῆς νομοθεσίας.

§42ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀληθῶς ὁ ἐπιστάτης τῶν ἐν Λαμίᾳ πολιτικῶν φυλακῶν εἶχε καταδικασθῆ ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, ἀπηγγέλθησαν δὲ κατ’ αὐτοῦ αἱ συνέπειαι τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Τῆς καταδίκης αὐτῆς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶχε λάβει ἐπισήμως γνῶσιν. Ὅτε ἰδιαιτέρως μοὶ ἀνεκοινώθη, ἐζήτησα ἀμέσως πληροφορίας ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Λαμίας, ὁ ὁποῖος μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι κατεδικάσθη τῷ ὄντι ὁ ἐπιστάτης, ἀλλ’ ὅτι τῆς ἀποφάσεως ἐζήτησε τὴν ἀναίρεσιν. Μετὰ μῆνας τινὰς ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀναίρεσις, ἀλλὰ πρὶν ἢ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τῆς Εἰσαγγελίας Λαμίας ἡ ἀποῤῥίπτουσα τὴν ἀναίρεσιν ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐγένετο λόγος ἐνταῦθα. Μετὰ τὴν ἐπερώτησιν ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, ἔμαθον δ’ ὅτι ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀναίρεσις, καὶ προέβην εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐπιστάτου. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἦτο ὑπόχρεων νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν, ἅμα ὡς περιῆλθεν εἰς αὐτὸ ἡ πληροφορία, ὅτι κατεδικάσθη κατ’ ἀντιμωλίαν ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀποφάσεων Πλημμελειοδικείων, ἡ ἀναίρεσις δὲν ἔχει ἀνασταλτικὴν δύναμιν. Τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀνασταλτικοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἀναιρέσεως ἐπὶ ἀποφάσεων Πλημμελειοδικείων εἶναι σφόδρα ἐπίμαχον, πολλοὶ δὲ τῶν νομοδιδασκάλων καὶ τῶν ἑρμηνευτῶν παραδέχονται τὴν ἀνασταλτικὴν ἰσχὺν τῆς ἀναιρέσεως καὶ ἐπὶ ἀποφάσεων Πλημμελειοδικείων. Ἐὰν δὲ λάβῃ τὸν κόπον νὰ μελετήσῃ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ὑποστηριζόντων τὴν γνώμην ταύτην, θὰ εὕρῃ ταῦτα λίαν ἰσχυρὰ καὶ πειστικὰ καὶ ἀκαταμάχητα, ψηλαφητῶς δὲ ἀποδεικνυομένην τὴν ἀνασταλτικὴν δύναμιν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης πάντοτε ἐκράτησεν ἡ ἀρχὴ ὡς πρὸς τὰς συνεπείας τῶν ἀπαγγελουσῶν στέρησιν δικαιωμάτων ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων ἡ πραγματοποίησις τῶν ἐκπτώσεων καὶ τῶν στερήσεων τούτων νὰ θεωρῆται ἐπερχομένη ὅταν ἡ ἀπόφασις καταστῇ ἀμετάκλητος, ἢ μὴ γενομένης ἀναιρέσεως ἢ ἀποῤῥιπτομένης τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως. Ὅτε ἐπὶ ἄλλης περιπτώσεως, πρὸ τῆς προκειμένης, ὑπεβλήθη μοι τὸ ζήτημα, δὲν ἐδίστασα νὰ ἀκολουθήσω τὴν κρατοῦσαν τακτικὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, διότι πλὴν τῶν ἐπιστημονικῶν ἐπιχειρημάτων τῶν νομοδιδασκάλων, τῶν ὑποστηριζόντων ἐκ τῆς νομοθεσίας τὸ ἀνασταλτικὸν τῆς ἀναιρέσεως καὶ ἐπὶ ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικείων, εὗρον πολὺ σπουδαῖα καὶ τῆς ὑπηρεσίας τὰ ἐπιχειρήματα. Πολλάκις ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξηφάνισεν ἀποφάσεις, ἀπαγγελλούσας ἐκπτώσεις τοιαύτας ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, εἶναι εὐνόητος δὲ ἡ δυσχέρεια, εἰς ἣν ἤθελεν εὑρεθῆ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὁ κίνδυνος ἀποζημιώσεων, ὃν ἤθελεν ὑποστῆ τὸ Δημόσιον, ἐὰν εἶχον ἀπολυθῆ ἅμα τῇ ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου καταδίκῃ των οἱ ὑπάλληλοι, οὓς μετ’ ἀναίρεσιν ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπήλλαξε πάσης ποινῆς, προκειμένου μάλιστα περὶ ὑπαλλήλων ἢ ἰσοβίων ἢ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐξησφαλισμένων καὶ ὧν ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν θὰ ἦτο δύσκολος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο δυνατὴ ἐκ τοῦ νόμου ἡ ἀπόλυσις τῶν εἰς ἀναπλήρωσιν αὐτῶν διορισθέντων. Πλεῖστα δὲ καὶ ἄλλα θὰ ἦσαν τὰ ἄτοπα τοιαύτης τινὸς ἑρμηνείας.

§43ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ τις εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν θεωριῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἀνέπτυξε, διὰ νὰ κρίνῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προστρέξῃ εἰς τὰ ἄρθρα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὀφείλει μόνον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὑπὸ τίνας ὅρους δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ δημοσία ὑπηρεσία, ἐὰν καθιερωθῇ ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ἐὰν πρόκηται δηλ. νὰ θέσωμεν ἀπαρεγκλίτως εἰς ἐνέργειαν τὴν θεωρίαν του, ὅτι οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ καὶ ὑπηρέται τοῦ Κράτους πρέπει νὰ ἦναι κατάδικοι, ὁ κύριος Ὑπουργὸς δύναται νὰ κατακριθῇ, ὅτι, ἐνῷ εἶχεν ὑπάλληλον καταδικασθέντα ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος, διετήρησεν αὐτὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἠναγκάσθη νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσίν του συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως συναδέλφου, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τοῦ ἀμφισβητουμένου ζητήματος, ἐὰν ἔχῃ ἀνασταλτικὴν ἢ μὴ δύναμιν ἡ ἀναίρεσις. Ἐὰν ἐννοῆτε μὲ αὐτὰς τὰς θεωρίας νὰ καταστήσητε τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ὑπηρεσίαν καταδίκων, τότε ἔχετε δίκαιον, ἡμεῖς ὅμως, ἀγόμενοι ἀπὸ ἄλλας ἰδέας, νομίζομεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἦναι ἐπίσης εὐαίσθητος πρὸς τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι μᾶς διέπουν. Ἐὰν δὲ ὁ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμος στερῇ τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου τὸν ἁπλῶς παραπεμφθέντα διὰ βουλεύματος, πῶς δύνασθε νὰ δικαιολογήσητε τὴν θεωρίαν σας, ὅτι δύνασθε, ὅτι ὀφείλετε μάλιστα νὰ κρατήσητε εἰς τὴν ἀρχὴν τὸν καταδικασθέντα ὑπάλληλον; Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Αἱ θεωρίαι εἶναι εὔκολοι· χθὲς τὸ ἄρθρον 7, σήμερον τὸ ἄρθρον 378. Παραπλεύρως τῶν ἐντίμων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, δυνάμει τῆς θεωρίας ἐκείνης, ἔχομεν τοὺς δολοφόνους, παραπλεύρως τῶν τιμίων ὑπαλλήλων τοὺς καταδίκους. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.

§44ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπήντησε ῥητῶς, ἐκ τῆς ἀπαντήσεως δὲ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης βεβαίως δὲν ἐξάγεται ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἐξαγάγῃ, ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, ὅτι δηλαδὴ, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ὡρισμένος ὑπηρέτης κατεδικάσθη ἀμετακλήτως, ἀπέλυσεν αὐτόν. Ὑπαλλήλους καταδικασθέντας οὐδέποτε διετηρήσαμεν, οὐδένα δὲ ὑπάλληλον ἡμῶν κατεδέχθημεν νὰ διανοηθῶμεν νὰ προστατεύσωμεν ἀπὸ καταδιώξεως, ἀλλ’ ἑκάστοτε αὐστηρῶς καὶ ταχέως ἐπεδιώξαμεν τὴν ἐξακρίβωσιν καὶ βεβαίωσιν παντὸς παραπόνου κατὰ ὑπαλλήλων ἀπευθυνομένου, καὶ τὴν τιμωρίαν αὐτῶν, ὁσάκις ἀπεδείχθησαν τιμωρίας ἄξιοι. Παρέλειψα ὅμως νὰ ἀπαντήσω εἰς ἑτέραν τινὰ παρατήρησιν τοῦ ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, ἰσχυρισθέντος, ὅτι, ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἀμετακλήτου ἢ μετακλητοῦ τῆς ἀποφάσεως, καὶ τοῦ ἀνασταλτικοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἀναιρέσεως, ὁ Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ παύσῃ διοικητικῶς τὸν ὑπάλληλον καὶ ἐκκρεμοῦς οὔσης τῆς ἀναιρέσεως. Εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην ἀπαντῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο διοικητικῶς νὰ παύσῃ τὸν ὑπάλληλον ἄνευ προτάσεως καὶ γνωμοδοτήσεως τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Καὶ ἂν εἶχον δὲ τοιαύτην γνωμοδότησιν, ἐγὼ δὲν ἤθελον παύσει τὸ ὑπάλληλον, διότι τότε ὑμεῖς ἠθέλετε μὲ κατακρίνει πολὺ αὐστηρότερον καὶ ἴσως δικαίως, ἐὰν προέβαινον εἰς τὴν παῦσιν χωρὶς νὰ ἀναμείνω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκκρεμοῦς ἀναιρέσεως, καθ’ ὅσον, κατὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, οἱ παυόμενοι δυνάμει ἀποφάσεως, ἀπαγγελλούσης τὰ τῆς συνεπείας τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου, δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρὸ τῆς παρελεύσεως τριετίας, ἐνῷ οἱ διοικητικῶς ἀπολυόμενοι διὰ γνωμοδοτήσεως τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ἐπανέρχονται μετὰ διετίαν. Μόνον λοιπὸν ἐξαιρετικὴ εὔνοια πρὸς τὸν ὑπάλληλον ἠδύνατο νὰ πείσῃ τὸν Ὑπουργὸν νὰ προλάβῃ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐπὶ τῆς ἀναιρέσεως ἀποφάσεως διὰ παύσεως διοικητικῆς.

§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἐπίμαχον τῷ ὄντι εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικῶν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ ἀνασταλτικὴν δύναμιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν αἰτίασιν, ὅτι ὑπῆρχεν ἠθικὸς λόγος τοὐλάχιστον, νὰ μὴ διατηρήσῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπάλληλον καταδικασθέντα διὰ παράβασιν καθήκοντος. Ἐν τῇ δευτέρᾳ του ὁμιλίᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπειράθη νὰ παραστήσῃ, ὅτι τοῦτο ἔπραξεν οὐχὶ ἐπὶ εὐνοίᾳ τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλὰ ἐπὶ δυσμενείᾳ, διότι, ἐὰν ἐπαύετο κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου πρὸ τῆς ἐκδικάσεως τῆς ἀναιρέσεως, θὰ εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἡ δικαιολογία αὕτη εἶναι ἁπλῆ πρόφασις. Ἠδύνατο ἀναντιῤῥήτως ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀπολύσῃ τὸν δημόσιον τοῦτον ὑπάλληλον δυνάμει τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὡς Ὑπουργός.

§46ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχω τοιαύτην ἄνευ γνωμοδοτήσεως.

§47ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἠδύνασθε ἀξιόλογα, ἂν ἠθέλατε, νὰ προκαλέσητε τὴν γνωμοδότησιν. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ γνωμοδοτήσεως ἠδύνασθε καὶ ὠφείλατε ν’ ἀπολύσητε ὑπάλληλον καταδεδικασμένον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Τίς ἤθελε σᾶς μεμφθῆ διὰ τοιαύτην ἀπόλυσιν; Οὐδ’ ἦσθε ὑποχρεωμένος, ὡς λέγετε, εἴτε ἐκ τοῦ νόμου εἴτε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἐπαναφέρητε εἰς τὴν θέσιν του ὑπάλληλον, ὃν ἐπαύσατε δυνάμει ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἀνῃρέθη ἡ ἀπόφασις αὕτη, διότι σᾶς ἔμενεν ἄθικτος ἡ προαιρετικὴ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὡς Ὑπουργὸς, νὰ μὴ διορίσητε ἄνθρωπον, περὶ τοῦ ὁποίου πέντε δικασταὶ ἀπεφάνθησαν, ὅτι κατεχράσθη ἐμπιστευθεῖσαν αὐτῷ ὑπηρεσίαν, καὶ ἑπομένως ἦτο ἀνάξιος νὰ τῷ ἐμπιστευθῇ τις νέαν ὑπηρεσίαν. Βλέπετε ὅτι ἡ ὀχύρωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὄπισθεν τῶν τύπων εἶναι ἄτεχνος ὑπεκφυγὴ, εἶναι ἐπιχείρημα ἐκ τῶν συνήθων, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν καθ’ ἡμέραν ἐνταῦθα παρὰ τῶν κκ. Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ πῶς ἐζήτησε νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν διατήρησιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπαλλήλου καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῆς ἀποῤῥιψάσης τὴν αἴτησιν ἀναιρέσεως; Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦτο καὶ νομικῶς ὑπόχρεως νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἀπόλυσιν. Ἐν τούτοις παρῆλθεν ἱκανὸς χρόνος, παρῆλθον 55 ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως ἀπεῤῥίφθη, καὶ κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἐξηκολούθει οὐχ ἧττον ὁ παραβάτης ὑπάλληλος νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν του, ἐναντίον τοῦ διατακτικοῦ τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία τὸν εἶχε κηρύξει ἔκπτωτον τῆς θέσεως καὶ ἀνίκανον νὰ διαχειρίζηται δημοσίαν λειτουργίαν. Πρὸς ἀποσόβησιν τῆς νομικῆς ταύτης εὐθύνης, ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὸν ἠκούσατε, κατέφυγεν εἰς τὴν ἄγνοιαν. Ἀλλ’ εἶναι ἀποχρῶσα ἡ τοιαύτη δικαιολογία; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν ὅτι εἶχε μάθει ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι ὁ καταδικασθεὶς ὑπάλληλος ὑπέβαλεν αἴτησιν ἀναιρέσεως, ἀφοῦ δ’ ἀπεφάσισε νὰ περιμείνῃ καὶ τὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπόφασιν, φανερὸν ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἔλαβε γνῶσιν τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἀμέσως ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως μάθῃ ἐγκαίρως τὴν παραδοχὴν αὐτῆς ἢ τὴν ἀπόῤῥιψιν. Ἀλλ’ ὅμως ἡ αἴτησις ἀποῤῥίπτεται, καὶ ὁ καταδικασθεὶς ὑπάλληλος ἐξακολουθεῖ νὰ διαχειρίζηται δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἐπὶ 55 ὅλας ἡμέρας· καὶ ταῦτα, ἐνῷ ὁ Ἄρειος Πάγος ἑδρεύει καὶ ἐργάζεται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διατὶ δὲν παρήγγειλεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ καταστήσῃ αὐτῷ ἐγκαίρως γνωστὴν τὴν παραδοχὴν ἢ ἀπόῤῥιψιν τῆς ἀναιρέσεως; Οὕτω, Κύριοι, ἐν τῷ σταδίῳ τῆς νομικῆς εὐθύνης ἔχομεν ψηλαφητὴν ῥαθυμίαν, ἀκατανόητον ἀμέλειαν, ἧς ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν, ὅτι ἀπεῤῥίφθη ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως, ὁ δὲ κατάδικος ὑπάλληλος ἐξηκολούθησε οὐχ ἧττον νὰ διαχειρίζηται δημοσίαν ὑπηρεσίαν, μέχρις οὗ ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε τὴν συζητουμένην ἐπερώτησιν, καὶ τότε μόλις ἐξύπνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν. Ὥστε, ἐὰν δὲν ὑπεβάλλετο ἡ ἐπερώτησις, ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος κατάδικος ὑπάλληλος θὰ ἐξηκολούθει ἀνενόχλητος νὰ διαχειρίζηται τὰ καθήκοντα τῆς θέσεώς του, μ’ ὅλην τὴν δικαστικῶς ἀνακεκηρυγμένην ἔκπτωσιν καὶ ἀνικανότητα αὐτοῦ. Βλέπετε Κύριοι, ὅτι αἱ δικαιολογίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περί τε τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς νομικῆς αὐτοῦ εὐθύνης εἶναι ἐντελῶς κεναὶ καὶ ἀσύστατοι. Ἀλλ’ ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἄλλην ἀκαταμάχητον δικαιολογίαν, τὴν δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ, ἥτις καὶ τὰ κενὰ ἀναπληροῖ, καὶ τὰ ἀσύστατα στερεοποιεῖ. Ὄπισθεν αὐτῆς ἂς ὀχυρωθῇ, διότι αὐτὴ μόνη τὸν σώζει.

§48ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἐλάμβανε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, ὑποθέτω ὅτι δὲν ἤθελε λάβει ποσῶς τὸν λόγον, βεβαίως ὅμως δὲν ἤθελεν ἀπευθύνει τὴν ἐν τῷ δευτέρῳ μέρει τῆς ὁμιλίας του παρατήρησιν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα προσήγαγον, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἀπόφασις, ἡ ἀποῤῥίψασα τὴν αἴτησιν ἀναιρέσεως τοῦ ἐπιστάτου αὐτοῦ τῶν πολιτικῶν φυλακῶν, διεξεπεραιώθη τῇ 28 Νοεμβρίου, τότε δὲ ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐστάλη ἡ δικογραφία πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Λαμίας, καὶ εἰς ἐμὲ ἡ σημείωσις περὶ ἀποῤῥίψεως τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως, ἀμέσως δὲ μετὰ τοῦτο ἐπαύθη ὁ ὑπάλληλος. Ὁμολογῶ ὅτι ἄξιον ἴσως παρατηρήσεως ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ εἶναι, ὅτι πλείονα τοῦ δέοντος χρόνον ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ὑπὸ διάσκεψιν αὕτη ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, διότι μῆνας ἀληθῶς ἔμεινεν ὑπὸ διάσκεψιν, μείζων δὲ τοῦ δέοντος χρόνος παρῆλθεν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως μέχρι τῆς καθαρογραφήσεως τῆς ἀποφάσεως. Ταῦτα βεβαίως δὲν εὐθύνουσι τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐπὶ τούτοις διαβεβαιῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι ἐποιησάμην τὰς δεούσας παρατηρήσεις.

§49ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀποβλέψω τόσον εἰς τὴν ἔποψιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εἰδικῶς ἐν τῇ συγκεκριμένῃ ταύτῃ περιπτώσει ἀναζητεῖται ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θ’ ἀποβλέψω μᾶλλον εἰς τὴν γενικωτέραν ἔποψιν τοῦ ζητήματος. Πολάκις κάλλιστοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, διὰ λόγους ἀνυπάρκτους, ἄνευ οὐδενὸς λόγου, ἀπολύονται καὶ ῥίπτονται εἰς τὰς ὁδοὺς, καὶ ἐν τούτοις, ἀντιθέτως πρὸς τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς πολιτείας, βλέπομεν ὑπάλληλον, ἔχοντα ἐναντίον αὑτοῦ καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, κηρύττουσαν αὐτὸν ἔκπτωτον τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅμως βλέπομεν τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν ἐξακολουθοῦντα νὰ διαχειρίζηται δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀναγκαζόμενον δὲ τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐπικαλῆται τὰς πλέον βεβιασμένας ἐκφράσεις πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ ὅτι δὲν ἐγένετο χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπολύσεως. Καὶ ἀκούομεν, ὅτι εἰς τὴν τοιαύτην περίστασιν δὲν εὑρέθησαν οἱ μεριμνήσαντες, ὅπως ποιήσωνται πρότασιν περὶ παύσεως τοῦ δημοσίου τούτου λειτουργοῦ. Ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐμπνέωσιν ἀληθῶς τὴν φρίκην καὶ βδελυγμίαν πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Τί ἄλλο ἀκόμη ἀποδεικνύεται; ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος κατεδικάσθη διότι ἀπολύει φυλακισμένους, καὶ εὑρίσκονται λόγοι, ὅπως δικαιολογηθῇ ἡ ἀδράνεια τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸ ν’ ἀπολύσῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, δηλαδὴ λόγοι, δι’ ὧν ζητεῖ νὰ δικαιολογηθῇ, ὅπως ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐξακολουθῇ νὰ διαμένῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ του καὶ ἀπολύῃ τοὺς φυλακισμένους!

§50ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀληθῶς περίεργοι αἱ δικαιολογίαι, τὰς ὁποίας ἀντιτάσσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀρχικῶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο ὑπόχρεως ν’ ἀπολύσῃ τὸν καταδικασθέντα ἐπιστάτην, λόγῳ τοῦ ἀνασταλτικοῦ τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως, εἶτα δὲ ἐδικαιολογήθη, διότι δὲν ὑπῆρχε αἴτησις τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἔχω τὸ ἔγγραφον τὸ ὑπογεγραμμένον ἢ μονογραφημένον ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὑπὸ χρονολογίαν 1ης Αὐγούστου 1889, ἐξ οὗ ἐμφαίνεται, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐγνώριζεν, ὅτι δι’ ἀποφάσεως τελεσιδίκου ὁ ἐν λόγῳ δημόσιος ὑπηρέτης εἶχε καταδικασθῆ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος εἰς χρηματικὴν ποινὴν καὶ ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς θέσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης βεβαίως εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἄρθρον 16 τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ διευθυνταὶ καὶ οἱ φύλακες ἀπολύονται μόνον αʹ) μετὰ τρεῖς πειθαρχικὰς ποινὰς, ἢ βʹ) μετὰ μίαν τοιαύτην ποινὴν, ἐὰν ὁμοφώνως ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ προτείνῃ τὴν ἀπόλυσιν, ἕνεκεν ἀνικανότητος, ἀμελείας ἢ διαγωγῆς ἀσυμβιβάστου πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν.» Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις νὰ προκαλέσῃ τὴν λειτουργίαν τῆς διατάξεως ταύτης; καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι, καίτοι ἐγνώριζεν ὅτι κατεδικάσθη ὁ ἐν λόγῳ δημόσιος ὑπηρέτης, δὲν ἤθελε νὰ προκαλέσῃ τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως ὑποβάλωσι περὶ τούτου πρότασιν; Ἀληθῶς ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας νὰ πραγματευθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τόσον εὐλαβὴς πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν δημοσίων ὑπηρετῶν, τῶν καταδικασθέντων διὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως, ὥστε ἀναμένει, ὄχι πλέον νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Πλημμελειοδικείου, ὄχι πλέον νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ καὶ νὰ τῷ ἀποσταλῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπισήμως. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται περὶ φίλου οἱουδήποτε τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔσχε τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ συμφωνήσῃ ἢ νὰ μὴ ἀνεχθῇ ἐπὶ πλέον τὸν ζυγὸν τὸν κυβερνητικὸν, τότε οἱ συγγενεῖς ἢ φίλοι αὐτοῦ βεβαίως δὲν ἐξασφαλίζονται, μὲ ὅλας αὐτὰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Καὶ θὰ παρακαλέσω ἕνα ἐξ ὑμῶν τῶν κυρίων, νὰ τολμήσῃ, ἐπὶ οἱουδήποτε ζητήματος, νὰ τολμήσῃ νὰ ψηφίσῃ ὁμοῦ μὲ ἡμᾶς, καὶ θέλετε ἴδει τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους αὐτοῦ, ἔστω καὶ ἂν δύνανται νὰ καυχηθῶσιν ὅτι εἶναι ἐκ τῶν τιμιωτάτων, κατὰ πόσον θέλουσι τοὺς ἐξασφαλίσει αἱ διατάξεις, αἱ ἐπικαλεσθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς δικαιολογίαν αὐτοῦ. Κύριοι, πρέπει νὰ ἐντρέπεσθε, ὅταν βλέπητε ἕνα συνάδελφον νὰ βλέπῃ τὴν μίαν ἡμέραν ἀπολυόμενον τὸν υἱόν του, νέον διακρινόμενον μεταξὺ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν νὰ βλέπητε διατηρούμενον ἐν τῇ θέσει αὐτοῦ δημόσιον ὑπηρέτην, ὁ ὁποῖος δι’ ἀποφάσεως τελεσιδίκου κατεδικάσθη. Τέλος πάντων ἔχει ὅριον καὶ τὸ διαστρέφειν τὰ πράγματα, προτιμότερον δὲ εἶναι, ἀντὶ νὰ μᾶς λέγητε καθ’ ἡμέραν αὐτὴν τὴν ἱστορίαν, νὰ σιωπᾶτε καὶ νὰ κλίνετε αὐτοῦ τὴν κεφαλήν.

§51ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ κατὰ τοῦτο μόνον ἐκπλήσσομαι μὲ τοὺς συναδέλφους, τοὺς καθημένους εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι, καίτοι δὲν παρῆλθον 24 ὧραι, λησμονοῦσι τὸ δόγμα, τὸ ἀναπτυχθὲν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς ἐδογμάτισεν, ὅτι ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν εἶναι ἀδιαίρετος· καὶ κατὰ τὸ δόγμα τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν κάμνει ἄλλο τι ἢ νὰ ὑπηρετῇ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως ἠκούσαμεν αἰφνιδίως ἡμέραν τινὰ κατὰ τὰς ἑορτὰς τῶν γάμων τοῦ Διαδόχου, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπηρετεῖ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι ὁ μὲν ὑπηρετεῖ ἐκ δεξιῶν, ὁ δὲ ἕτερος ἐξ εὐωνύμων. Καὶ λέγω ταῦτα, διότι ἡ ὑπηρεσία εἶναι πιστὴ, τὸ πρωτότυπον εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς, οἱ δὲ ἐκ δεξιῶν ἢ ἐξ ἀριστερῶν καθήμενοι Ὑπουργοί εἰσι τὰ πιστὰ ἀντίγραφα αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐκπλήσσομαι μὲ τοὺς κυρίους συναδέλφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐλησμονήσατε, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν Σύνοδον συνελάβομεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διατηροῦντα ἐν θέσει τελωνειακῇ ἐν Σύρῳ τὸν διαβόητον Ντούνιαν, καταδικασθέντα τρὶς δι’ ἀποφάσεων τῶν ἐν Σύρῳ Κακουργιοδικῶν; Ἐλησμονήσατε, ὅτι δι’ αὐτὸν τὸν Ντούνιαν κατ’ ἐπανάληψιν ἠρώτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Σύρῳ Πλημμελειοδικῶν καὶ τὸν κ. Νομάρχην Κυκλάδων, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι αὐτὸς ἔχει εἰς τὴν ῥάχιν του τρεῖς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις τοῦ Κακουργιοδικείου; Ἐλησμονήσατε, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ ὁ κ. Νομάρχης Κυκλάδων τηλεγραφικῶς καὶ ταχυδρομικῶς ἐβεβαίωσαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὁ Ντούνιας τρὶς εἶχε καταδικασθῆ παρὰ τῶν ἐν Σύρῳ Κακουργιοδικῶν διὰ πράξεις κατὰ παράβασιν τῆς ὑπηρεσίας αὑτοῦ, καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ διετέλει ἐν γνώσει τῶν τοιούτων καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, εἶχε τὴν τόλμην νὰ διατηρῇ τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν; Προέβη δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ἐποίουν τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς τοιαύτης ἀνοχῆς ἢ μᾶλλον ἐνοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργοῦ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει σειρὰ κακουργιῶν, σειρὰ ἀνομημάτων, σειρὰ ἀνηθίκων πράξεων, ἀποδεικνυομένων καταφανέστατα, οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ τις τὴν εὐγλωττίαν τοῦ Κικέρωνος ἢ τοῦ Δημοσθένους, ἵνα ἐπερωτᾷ καὶ ἐπιτίθηται κατὰ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν. Ὁ ἁπλούστερος τῶν πολιτῶν δύναται μετὰ μεγίστης ἐπιτυχίας νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἐπερωτήσεις, διότι ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι κατάφωρα καὶ πασίδηλα. Τοὺς εἴδομεν χθὲς τὸ ἑσπέρας ποδοκυλιομένους καὶ καταπατουμένους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοὺς εἴδομεν πέρυσιν ἐν τῷ ζητήματι τοῦ Ντούνια, ἐν τῷ ζητήματι τοῦ Τάκη, ἐν τῷ ζητήματι τοῦ Παπαχρηστοφιλοπούλου, καὶ εἰς ἄλλα ζητήματα, τοὺς καμαρόνομεν καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἐνῷ ἡ εὐθύνη αὐτῶν εἶναι τοσοῦτον μεγάλη, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη λόγων, ἵνα ἀποδείξωμεν αὐτήν.

§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ ἀναίρεσις καὶ ἀκόμη ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικῶν εἶναι ἀνασταλτικὴ, καὶ ἑπομένως ὁ καταδικασθεὶς δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν ἐπεκυρώθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὁριστικῶς στερηθεὶς τῶν δικαιωμάτων, ὧν τὴν στέρησιν ἀπαγγέλλει ἡ ἀπόφασις. Ἀλλὰ φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ συζητοῦμεν. Ἐκ τοῦ ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὲν εἶχε στερηθῆ ὁριστικῶς τῶν δικαιωμάτων αὑτοῦ διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἠρτημένης τῆς ἀναιρέσεώς του, ἕπεται ὅτι δικαιολογεῖται ἡ διαγωγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μὴ σπεύσαντος ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν τῆς ὑπηρεσίας; Ὅταν διατάσσηται ἡ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσις καταδικασθέντος ὑπαλλήλου δι’ ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ περιμένῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὴν ἔκβασιν τῆς δίκης αὐτοῦ κατ’ ἀναίρεσιν; Ἤθελεν εἶσθαι τερατῶδες, Κύριοι, ἐὰν ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἀπῄτει, ὥστε ἄνθρωποι, καταδικασθέντες δι’ ἀποφάσεως ποινικοῦ δικαστηρίου διὰ παράβασιν τῆς ὑπηρεσίας των καὶ συγχρόνως κηρυχθέντες ἔκπτωτοι τῆς ὑπηρεσίας, νὰ παραμένωσιν ἐκπληροῦντες τὰ καθήκοντά των, ὡς δικαστικοὶ, ὡς οἰκονομικοὶ κλπ. ὑπάλληλοι, μέχρι τῆς ἐντελοῦς ἐκδικάσεως καὶ τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως αὐτῶν. Ἐὰν τοιαύτη ἦτο ἡ νομοθεσία ἡμῶν, ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ διορθώσωμεν αὐτὴν, ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν εἶναι τοιαύτη. Ἡ νομοθεσία ἡμῶν προέβλεψεν οὐ μόνον περὶ τῆς παύσεως τῶν ὁριστικῶς καταδικασθέντων, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς παύσεως τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, ὅσοι τίθενται ὑπὸ κατηγορίαν. Οὐ μόνον τὸν καταδικασθέντα ὑπάλληλον δὲν ἀνέχεται ὁ νόμος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑπὸ δίκην διατελοῦντας ἔλαβε πρόνοιαν νὰ τοὺς ἀποβάλλῃ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ περὶ τούτου ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρον 13 ἐδάφ. γʹ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἕκαστος δικαστικὸς ὑπάλληλος παύεται προσωρινῶς τῶν ἔργων του, ἅμα γενῇ ἔναρξις τῆς ἀνακρίσεως, δυνάμει τοῦ ἄρθρ. 308, ἕνεκα κακουργήματος ἤ τινος τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 22 καὶ 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου διαλαμβανομένων πλημμελημάτων. Καὶ τί λέγει τὸ ἄρθρον 308, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται τὸ ἄρθρον τοῦτο; (ἀναγινώσκει): «Πᾶς δικαστικὸς ὑπάλληλος ἢ ὑπηρέτης, κατὰ τοῦ ὁποίου, ἕνεκα κακουργήματος ἤ τινος τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 22 καὶ 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου διαλαμβανομένων πλημμελημάτων, ἐξεδόθη ἔνταλμα συλλήψεως ἢ φυλακίσεως, ἢ ἀπόφασις περὶ τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς του, παύεται προσωρινῶς τῆς ὑπηρεσίας του.» Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος προὐνόησε καὶ διέταξε νὰ παύωνται προσωρινῶς καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπὸ κατηγορίαν διατελοῦντες ὑπάλληλοι. Ὤφειλε λοιπὸν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι ὅταν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως, ἀλλ’ ὅταν ἔλαβε γνῶσιν τῆς καταδιώξεως τοῦ ὑπαλλήλου, νὰ τὸν παύσῃ ἀμέσως. Καὶ περὶ τῆς εἰδοποιήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐμερίμνησεν ἀκόμη ἡ νομοθεσία: «Περὶ τῆς ἐκβάσεως ἑκάστης ἀνακρίσεως, λέγει τὸ ἄρθρον 309 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, γενομένης κατά τινος δικαστικοῦ ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου, ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Γραμματεία εἰδοποιεῖται κατὰ τὸν εἰς τὸ ἄρθρον 306 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων (ἤγουν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων) διαλαμβανόμενον τρόπον, καὶ διευθύνεται πρὸς αὐτὴν πᾶσα καταδικαστικὴ ἀπόφασις, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ τῶν ἕνεκα πταισμάτων ἐκδοθεισῶν». Εἶναι λοιπὸν ἐντελῶς ἔκνομον τὸ νὰ ἐπιτρέπωμεν εἰς ἀνθρώπους, καταδικασθέντας δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου, νὰ ἐκπληρῶσι καθήκοντα δημοσίου ὑπαλλήλου, καὶ μάλιστα ἂν πρόκηται περὶ Πρωτοδίκου ἢ Εἰρηνοδίκου. Ἄσχετον λοιπὸν πρὸς τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως ἔχῃ ἀνασταλτικὴν δύναμιν, εἶναι τὸ ζήτημα, ἐὰν ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀπολύσῃ τὸν ὑπάλληλον ἀμέσως, ἅμα εἰδοποιήθη περὶ τῆς καταδίκης αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ ἀδικαιολόγητον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναμείναντος τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, προκύπτει καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, ἤγουν διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε καὶ τὸ μέσον τῆς διοικητικῆς παύσεως τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, τοῦ δικαστικῶς ἀναγνωρισθέντος ὡς παραβάτου τῶν καθηκόντων του. Τὸ ἄρθρον 12 ἐδάφ. δʹ τοῦ περὶ προσόντων νόμου τοῦ 1884 διατάσσει ῥητῶς, ὅτι οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ παύονται καὶ ὅταν «καταδειχθῶσιν ἀνίκανοι ἢ ἀμελεῖς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, ἢ ἀποδείξωσιν ὁπωσδήποτε ἀναξιοπρεπῆ καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν θέσιν των διαγωγὴν, συνάγεται δὲ μία τῶν περιπτώσεων τούτων εἴτε ἐκ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἢ βουλεύματος, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἔκβασιν τῆς ποινικῆς καταδιώξεως.» Ὥστε καὶ ὅταν ἀθωωθῇ ὁ ὑπάλληλος, δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ παῦσις, κατὰ μείζονα λοιπὸν λόγον ὅταν καταδικασθῇ. Ἰδοὺ ἕτερον ὅπλον, τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ κάμῃ χρῆσιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, νὰ παύσῃ πειθαρχικῶς τὸν ὑπάλληλον, ἀφοῦ οὐχὶ μόνον βούλευμα, ὅπερ εἶναι ἔνδειξις ἐνοχῆς, ἀλλὰ καταδικαστικὴν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ἀπόφασιν. Ὑπὸ πᾶσαν λοιπὸν ἔποψιν εἶναι ἀξία μομφῆς ἡ διαγωγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.

§53ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι ἐλησμονήσαμεν ἐνταῦθα, τί ἐστὶ δικαίωμα ὑπηρεσίας, ἵνα προβαίνωμεν εἰς τοιούτου εἴδους ὑποστηρίξεις, τῆς παραβιάσεως ἑνὸς καθήκοντος τῶν κυβερνώντων, ὅπως ἀπολύσωσιν ὑπάλληλον οὐχὶ ὑπονοηθέντα, ἀλλὰ καὶ ἐξελεγχθέντα ὡς παραβιάζοντα τὸ καθῆκόν του. Μήπως ἡ δημοσία ὑπηρεσία εἶναι ἀντικείμενον ἰδιοκτησίας, ἵνα ἐξετάσωμεν, ἐὰν τελεσιδίκως ἀπώλεσέ τις τὸν ἀγρὸν ἢ τὴν περιουσίαν του; Πρέπει τοιαύτην ἰδέαν νὰ ἔχῃ τις περὶ δημοσίας ὑπηρεσίας, ἵνα εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι «αὐτὸς ὁ ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου ὡς ἀπολύων φυλακισμένους, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν κατὰ τὸν νόμον ὑποχρεωτικὴ καθίσταται διὰ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως ἡ παῦσίς του, καὶ ἐνόσῳ τοῦτο δὲν συνέβη, δὲν ἔχω ἐγὼ, ὁ Ὑπουργὸς, νὰ ἐξετάσω τίποτε ἄλλο καὶ θὰ ἐξακολουθῶ νὰ τὸν διατηρῶ, διότι δὲν μοὶ ἐγένετο γνωστὴ ἡ καταδίκη του.» Πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἡ δημοσία ὑπηρεσία ἀποτελεῖ δικαίωμα καὶ οὐχὶ καθῆκον, ὅτι εἶναι ἀγρὸς, διὰ νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτην ἰδέαν, ἵνα ὑποστηρίζῃ, ὅτι τότε πρέπει νὰ ἀπολύηται ὁ ὑπάλληλος, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται πλέον νὰ τὸν διατηρήσῃ, ὅταν ἡ ἀπόφασις, τελεσίδικος οὖσα, κατ’ ἀνάγκην ἐκτελεῖται. Αὐτὰ ἀποδεικνύουσι τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, τὴν σύγχυσιν τῶν ἰδεῶν, ἀποδεικνύουσιν ὅτι δὲν ἔχομεν ἰδέαν τῶν στοιχειωδεστέρων καθηκόντων τῆς Κυβερνήσεως.

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ 1890, καθὼς καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χιλιομετρικῆς ἀποζημιώσεως τῶν σιδηροδρόμων Μεσολογγίου– Ἀγρινίου καὶ Πατρῶν Πύργου. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 178–179).

§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, δύνανται ν’ ἀναγνωσθῶσι.

§56ΡΑΛΛΗΣ. Μέχρι τῆς Παρασκευῆς καὶ τοῦ Σαββάτου ὑπολείπεται καιρὸς, διὰ νὰ γίνωσιν αἱ τρεῖς ἀναγνώσεις.

§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ πότε θὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της. Ἐὰν θὰ διακόψῃ τὴν Πέμπτην, πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι σήμερον.

§58ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφρασθῇ.

§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται ὅτι πέραν τῆς Παρασκευῆς δὲν θὰ συνεδριάσωμεν. Ἐὰν θὰ συνεδριάσωμεν τὴν Παρασκευὴν ἢ ὄχι, τοῦτο δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐκ τῶν Βουλευτῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ κανονίσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀφοῦ πρόκειται νὰ παύσωμεν ἐργαζόμενοι τὴν Πέμπτην ἢ τὴν Παρασκευήν. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν προτεταγμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα εἰς κύρωσιν Διαταγμάτων περὶ πιστώσεων. Ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς εὐθύνην, δὲν ἀφορῶσιν εἰς ἐνέργειαν, ἑπομένως ταῦτα δύνανται νὰ ἐπιταχθῶσι καὶ νὰ μὴ συζητηθῶσι πρὸ τῶν διακοπῶν, εἶναι δὲ ταῦτα τὰ ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 7, 8, 9 καὶ 14 τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Πρέπει ἐπίσης νὰ ἐπιταχθῇ καὶ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, διότι τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ πρὸ τῶν διακοπῶν· ὡς πρὸς τ’ ἄλλα, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως μέχρι τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ περὶ χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας;

§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν προφθάσωμεν, συζητοῦμεν καὶ τοῦτο, διότι εἶναι ἀναγκαῖον, παραμενόντων ἐνταῦθα τῶν ξένων ἀξιωματικῶν· ἤδη τοὺς πληρόνομεν ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 50 χιλιάδων.

§62ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὰ γεωργικά;

§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἡμεῖς λέγομεν, τί φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ συμφωνηθῇ. Ἄνευ γενικῆς συμφωνίας οὐδὲν δύναται νὰ συζητηθῇ πρὸ τῶν διακοπῶν, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἀντίῤῥησις προέρχεται παρ’ ἑνὸς Βουλευτοῦ.

§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ μᾶς φωτίσῃ, ἐὰν θὰ ἀναβληθῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ γεωργικοῦ σταθμοῦ καὶ περὶ γεωργικῶν σχολείων, καὶ ἐὰν θὰ συζητηθῶσι πρὸ τῆς ἐπανόδου τῆς Βουλῆς.

§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅτε ἐπεσπεύδομεν τὴν συζήτησιν, ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ συζητηθῶσι ταχέως, τώρα δὲν ὑπάρχει πλέον καιρός. Ἐν ἀρχῇ παρενεβλήθησαν προσκόμματα.

§66ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ εὐθύνομαι, θὰ εἴπω δύο λέξεις. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔχουσι προφανῶς ἐλαττώματα περὶ τὴν ἔκφρασιν, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται· ἐννοοῦσιν ὅτι διὰ τῆς συζητήσεως παρενεβάλλομεν προσκόμματα· ἡ συζήτησις ποτὲ δὲν εἶναι πρόσκομμα, εἶναι διευκόλυνσις· ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι τινὲς, αἱ ὁποῖαι βραδέως ἦλθον καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἀναβολὴ, δὲν ἐννοῶ νὰ ἔχω ἐγὼ τὴν εὐθύνην τῆς ἀναβολῆς, διότι ἐγὼ εἶχον κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς συστάσεως σταθμῶν εἰς ἕκαστον νομόν.

§67ΤΖΑΝΕΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως τῶν φοιτητῶν καὶ διδασκάλων εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν ἐκ τῶν πρώτων. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐννοεῖ νὰ τὸ ἀποσύρῃ; (Ἀναγινώσκεται εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ 1890, καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἐπίσης ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ χιλιομετρικῆς ἀποζημιώσεως τῶν σιδηροδρόμων Μεσολογγίου–Ἀγρινίου καὶ Πατρῶν–Πύργου, καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν).

§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καλὸν εἶναι νὰ μᾶς φέρῃ σημείωσιν, πόσον ἀναλογεῖ εἰς τὸν ἕνα καὶ πόσον εἰς τὸν ἄλλον σιδηρόδρομον.

§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἕν ἑκατομμύριον ἀναλογεῖ εἰς τὸν σιδηρόδρομον Πατρῶν καὶ Πύργου καὶ 1,950,000 εἰς τὸν σιδηρόδρομον Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου.

§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καλὸν εἶναι μεθαύριον νὰ μᾶς φέρητε ὡρισμένον σημείωμα.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1890.

§72Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι Βουλευταί! Τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ, ἀείποτε σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν, κατέστη σοβαρώτατον καὶ σπουδαιότατον ἐν τοῖς καιροῖς τοῦ ἡμετέρου ἔθνους. Φρονῶ, ὅτι πληροῦται ἐθνικὸς πόθος, ἐθνικὴ ἀπαίτησις, ἐθνικὴ ἀνάγκη ὑψίστη διὰ τῆς συζητήσεως ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, εἰς ἣν ἤρτηνται τόσαι ἐθνικαὶ ἐλπίδες. Πρέπει νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ καὶ δι’ αὐτῆς τὸ ἔθνος, ἐὰν μετὰ τόσας θυσίας ὑπὲρ τῆς συγκροτήσεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων ἔχωμεν πράγματι στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα μετὰ μεγάλης προσοχῆς, ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς χροιᾶς, ὑπὸ τὴν καθαρὰν ἐθνικὴν ἔποψιν, μετὰ δικαιοσύνης ἅμα καὶ αὐστηρότητος. Ἔχομεν καθῆκον νὰ μάθωμεν, ἂν αἱ ὑπέρογκοι θυσίαι τοῦ τόπου ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἦναι τελεσφόροι, ἢ ἄν, μεθ’ ὅλον τὸν ὄγκον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, στερούμεθα τῆς ἀναγκαιοτάτης ἡμῖν ἐθνικῆς δυνάμεως, ἥτις στέρησις δύναται νὰ περιαγάγῃ τὰ μέγιστα συμφέροντα τῆς χώρας εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Ἡ Ἑλλάς, ὡς Κράτος ἀνεξάρτητον καὶ ὡς φυσικὴ μήτηρ τῶν ἁπανταχοῦ ὑπὸ τὴν δουλείαν εὑρισκομένων ἀδελφῶν ἡμῶν, ὀφείλει ἐκ καθήκοντος νὰ ἔχῃ στρατὸν ἐνεργείας, ἔχουσα μάλιστα ὑπ’ ὄψει, ὅτι δι’ αὐτοῦ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους καθίστανται σεβαστοὶ, ἡ ἐξασφάλισις τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἀτόμου εὑρίσκει τὴν πλήρη καὶ βεβαίαν αὑτῆς ὑποστήριξιν, ἡ εἰρήνη παγιοῦται καὶ δι’ αὐτῆς ἡ βιομηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον ἀναπτύσσονται καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ δημοσίου πλούτου αὐξάνει. Οὐ μόνον ταῦτα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔθνος, τὸ κεκτημένον ἐθνικὴν δύναμιν εὔρωστον καὶ εὐπαγῆ, καθίσταται ἰσχυρὸν ἅμα καὶ σεβαστόν. Διὰ ταῦτα δὲ καὶ ἡ ἡμετέρα χώρα ὑποβάλλεται εἰς δαπάνας μεγάλας καὶ πέραν τῶν δυνάμεών της μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ἔχῃ στρατόν. Ἐξετάσωμεν λοιπὸν, ἐὰν κατόπιν τοσούτων μεγάλων δαπανῶν ἔχωμεν στρατὸν ἐνεργείας, δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τοὺς διακαεῖς πόθους τοῦ τε ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἔχομεν στρατὸν ἐνεργὸν, ἀσκήσεων καὶ στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως τέλειον, ἢ ὁπωσδήποτε τέλειον, ὅστις σὺν τοῖς ἄλλοις νὰ χρησιμεύῃ καὶ ὡς γενικὴ στρατιωτικὴ σχολὴ ὅλου τοῦ ἔθνους; Ἢ ἔχομεν μόνον στρατὸν ὑπηρεσίας, παρ’ οὗ οὐδὲν στρατιωτικὸν ἀγαθὸν δύναται νὰ παραχθῇ, ὡς πόῤῥω ἀπέχοντος τῆς ἐθνικῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ στρατοῦ ἀσκήσεων καὶ στρατοῦ ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ δώσω τὸν ὁρισμὸν αὐτῶν, πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν καθ’ ἕκαστον ἀνάλυσιν. Στρατὸς ἀσκήσεων, ἢ μᾶλλον στρατὸς ἐνεργείας, καλεῖται ἡ ἡνωμένη ἐνεργητικὴ δύναμις τοῦ ἔθνους, καλῶς ὠργανωμένη, διηνεκῶς ἀσκουμένη καὶ καθ’ ὅλα ἑτοίμη πρὸς πόλεμον. Στρατὸς δὲ ὑπηρεσίας εἶναι δύναμις στρατιωτικὴ, προωρισμένη νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ νὰ ἐνισχύῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐξετάσωμεν, τίνα ἐκ τῶν δύο διακεκριμένων στρατῶν ἔχομεν; στρατὸν ἐνεργείας, ἢ στρατὸν ὑπηρεσίας; Ἡμεῖς λέγομεν καὶ ὑποστηρίζομεν, ὅτι μόνον στρατὸν ὑπηρεσίας ἔχομεν, καὶ αὐτὸν ἀναδιοργάνωτον, ἀπαίδευτον καὶ κακῶς συντεταγμένον. Στρατὸν ἐνεργείας καὶ ἀσκήσεων δὲν ἔχομεν. Αὐτὸς δὲ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν, χρησιμεύει μόνον ὡς προπαρασκευαστικὴ σχολὴ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας καὶ μηδὲν πλέον, ὡς θέλομεν ἀποδείξει. Δὲν ἔχομεν ἐνεργὸν στρατόν. αʹ) Διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σκοπίμως, διὰ τοῦ ὀνόματι μόνον στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ὑπέταξε τὴν χορηγουμένην παρὰ τῆς Βουλῆς τοῦ ἔθνους δαπάνην πρὸς ὕπαρξιν καὶ ἀπόκτησιν ἐνεργοῦ στρατοῦ εἰς τοὺς ἀτασθάλους οἰκονομικοὺς αὐτοῦ συνδυασμοὺς καὶ εἰς ἀντικείμενα ξένα τοῦ στρατοῦ, χάριν τοῦ πάντοτε ἐπαγγελλομένου, ἀλλὰ πάντοτε ἀποτυγχάνοντος ἰσοζυγίου. βʹ) Διότι παρεβίασεν οὐσιωδῶς τὸν ψηφισθέντα στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, καὶ γʹ) Διότι παρεμόρφωσε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμορφόνῃ ἡ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπηρεσία λαθροχειριακῷ τῷ τρόπῳ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν δαπαγῶν ἐν ταῖς καταστάσεσι καὶ τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρὸς ἐξαπάτησιν αὐτῆς, δολοφονοῦσα οὕτω καὶ στρατὸν καὶ ἔθνος. Ὅτι ἀληθῶς δὲν ἔχομεν στρατὸν ἄξιον τῶν προσδοκιῶν καὶ θυσιῶν τοῦ ἔθνους, εἶναι τόσον δυστυχῶς ἀληθὲς, ὥστε ὁμολογεῖται καὶ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, στενοχωρηθεὶς παρά τινος τῶν κυρίων Βουλευτῶν κατὰ μίαν προγενεστέραν συζήτησιν, ὡμολόγησεν, ἀναφωνήσας ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ὅτι «δὲν ἔχομεν μὲν στρατόν, ἀλλ’ ἔχομεν μεγάλην ἐφεδρείαν», μὴ δυνάμενος νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι, μὴ ὑπάρχοντος στρατοῦ, οὐδὲ ἐφεδρεία δύναται νὰ ὑπάρχῃ, διότι ἡ ἐφεδρεία πηγάζει καὶ σχηματίζεται ἐκ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ οὐχὶ ἐξ ἄλλης τινὸς πηγῆς! Λυποῦμαι τῇ ἀληθείᾳ, κ. Ὑπουργὲ, διότι ἀναγκάζομαι νὰ σχηματίσω τὴν ἰδέαν, ἢ ὅτι δὲν γνωρίζετε, ἢ ὅτι δὲν δὲν θέλετε νὰ γνωρίζητε τὴν ἰδιότητα καὶ τὸν προορισμὸν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ἐξ αὐτοῦ καταρτιζομένην ἐφεδρείαν, ἤ ὅτι ἠθέλατε σοφιστικῶς νὰ δικαιολογηθῆτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀπορῶ, πῶς ἐτολμήσατε ὑμεῖς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν, καὶ πῶς τὴν ἀσύγγνωστον ταύτην ὁμολογίαν ἠθελήσατε νὰ καλύψητε διὰ τῆς κολοσσιαίας ἀντιφάσεως, ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν, ἔχομεν ὅμως μεγάλην ἐφεδρείαν. Δὲν ἔχομεν στρατὸν διότι δὲν συνεμορφώθη καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς ἐζήτησε τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ ὄχι μόνον ἔδωκε τὴν ψῆφον ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλὰ προσέτι τῷ ἐχορήγησε καὶ πᾶν ὅ,τι ἀπῃτεῖτο πρὸς τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἔπραξε δὲ τοῦτο ἡ Βουλὴ, ὅπως τὸ ἔθνος ἀποκτήσῃ στρατὸν ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν ὑψηλὴν αὐτοῦ ἐντολήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ὑπέβαλε τὸν ἐν ἰσχύει στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν καὶ ὑπεστήριξεν ὅλαις δυνάμεσιν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἔλεγε σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι ὀφείλει νὰ τὸν ψηφίσῃ, ὄχι μόνον πρὸς μόρφωσιν καὶ σχηματισμὸν στρατοῦ δυναμένου νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ προορισμὸν, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἀνάγκη ἀναπόδραστος νὰ συντηρήσωμεν τὰ ἀποκτηθέντα μεγάλα στρατιωτικὰ ἡμῶν στελέχη, ἅτινα δυσκόλως σχηματίζονται καὶ ἀποκτῶνται. Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ἐπρότεινεν ὡς πυρῆνα τοῦ στρατεύματος διὰ τοὺς λόχους τῶν διαφόρων σωμάτων τὸν μικρότερον, ἐλάχιστον καὶ τελευταῖον ἀριθμὸν 88 στρατιωτῶν, ὥστε νὰ δύνανται καὶ αἱ μικραὶ καὶ αἱ μεγάλαι τοῦ στρατοῦ μονάδες νὰ ἀσκῶνται καὶ νὰ ἐκπαιδεύωνται διαρκῶς, καθὼς καὶ οἱ ἐν αὐταῖς κατατασσόμενοι κατ’ ἔτος νεοσύλλεκτοι, ὑπόχρεοι καὶ διαθέσιμοι νὰ ἀπογυμνάζωνται ἀνέτως, οὕτως ἐκπαιδευόμενοι. Ἀτυχῶς ὅμως καὶ παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα, ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς, ἀρνούμενος ἑαυτὸν, λησμονήσας δὲ καὶ τὰς ἑαυτοῦ λαμπρὰς περὶ ἀναμορφώσεως τοῦ στρατοῦ ἐπαγγελίας, μετέβαλε σύστημα, καὶ ἐτροποποίησε οὕτω τὸν στρατιωτικὸν ἡμῶν ὀργανισμὸν, ὥστε κατέστη ἀδύνατος ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις καὶ τῶν μικρῶν καὶ τῶν μεγάλων στρατιωτικῶν μονάδων πρὸς ἀπόκτησιν τῶν ἀναγκαίων γνώσεων διὰ τὸν προορισμόν των, καθότι οἱ εὐάριθμοι μένοντες παλαιοὶ στρατιῶται ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ὡς πυρὴν αὐτοῦ, ἀσχολοῦνται εἰς τὴν καθημερινὴν ὑπηρεσίαν των, τὴν ὁποίαν μόλις καὶ μετὰ βίας ἐκτελοῦσιν, ἐνῷ ἀπεναντίας ὁ στρατὸς ἐνεργείας ὀφείλει κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐκπαιδεύηται καὶ ἀσκῆται καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς θητείας του, βραχείας μάλιστα οὔσης· καὶ λέγομεν τοῦτο, καθόσον, πλὴν τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν ἀσκήσεων, δέον νὰ ἀσκῆται μετὰ μεγίστης ἐπιμελείας εἰς τὴν καλῶς ἐννοουμένην ἐκμάθησιν τῆς ἐπὶ ἀνδρεικέλων σκοπὸν βολῆς κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχὰς τοῦ ἔτους, ἵνα ἐμπράκτως γνωρίσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς πυρίτιδος καὶ τῆς ῥιπῆς βολῆς, καθ’ ὅλας τὰς ἀτμοσφαιρικὰς μεταλλαγὰς, εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀποστάσεων, ὅπως ἐν ἐπιγνώσει κάμνῃ χρῆσιν ὠφέλιμον τοῦ ὑψομέτρου τοῦ ὅπλου του, ὥστε ἐν δεόντι χρόνῳ καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν νὰ δύνηται νὰ εὐθυβάλῃ ἀποτελεσματικῶς καὶ νὰ μὴ ἀναμένῃ τὸ πᾶν ἐκ τῆς τύχης, ἀλλ’ ἐκ τῆς γνώσεως καὶ τῆς στρατιωτικῆς αὐτοῦ ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἐνταῦθα ἐφαρμόζεται τὸ ἀξίωμα «οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἀλλ’ ἐν τῷ εὖ τὸ πολύ». Ἡ μεταβολὴ αὕτη ἡ αὐτόβουλος τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ, τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος, κατήνεγκε καίριον τραῦμα κατὰ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, καὶ ὀφείλω κατὰ καθῆκον νὰ τὸ ἀποδείξω καὶ διὰ τῆς ἀληθείας τῶν ἀριθμῶν, τῶν ληφθέντων ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπισήμων καταστατικῶν πινάκων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἡ δύναμις τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθμ.
19 κατάστασιν, τὴν ἐμφαίνουσαν τὴν ὁλικὴν δύναμιν τοῦ
ἡμετέρου στρατεύματος κατὰ δεκαημερίαν, ἀπὸ 5 Ὀκτω-
βρίου 1888 μέχρι 5 Ὀκτωβρίου τοῦ 1889 ἀνέρχεται κατὰ
μέσον ὅρον εἰς ἄνδρας 23,892
ἀφαιρουμένων τῶν ἀξιωματικῶν ὑπαξιωματικῶν,
μουσικῶν, τεχνιτῶν καὶ τῶν ὁμοίων τούτοις 8,135
Μένουσιν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ ὅλου στρατεύματος
στρατιῶται 15,757
Ἐκ τούτων ἀφαιροῦνται οἱ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπη-
ρεσίας καὶ λοιπῶν 13,177
Μένουσι διὰ τὸν ἐνεργὸν στρατὸν τῶν ἀσκήσεων 2,580

Οἱ ἀφαιρούμενοι οὗτοι ἄνδρες συνίστανται ἐκ τῶν ἑξῆς κατηγοριῶν:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1) ἀπὸ τοὺς μετατιθεμένους κατ’ ἔτος στρατιώτας
ἐκ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ εἰς τὸν τῆς ὑπηρεσίας,
ἤτοι τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τοὺς διδομένους πρὸς
ἐνίσχυσιν κατὰ τὰς ὑπ’ ἀριθ. 5 καὶ 6 κατα-
στάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν 5,370
2) τοὺς διαθεσίμους, τοὺς ἀπερχομένους εἰς τὰς ἑστίας
των τὴν πρώτην Ἰανουαρίου 2,740
3) τοὺς τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως (πίναξ γενικὸς) 192
4) τοὺς Νοσοκόμους κατὰ γενικὸν πίνακα περὶ δυνάμεως 356
5) τοὺς ἐν τῷ Στρατιωτικῷ Ὑπουργείῳ ἐργαζομένους 75
6) τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ἀποθήκας 426
7) τοὺς ὑπὸ ποινὴν 221
8) τοὺς στρατιωτικοὺς δεσμοφύλακας, ἐκλεκτ. καὶ στρα-
τιώτας 140
9) τοὺς ἐν τῷ ὁπλοστασίῳ ἐργαζομένους ἐθελοντὰς 125
10)τοὺς διαφόρους τεχνίτας, πεταλωτὰς τῶν διαφόρων
ὅπλων 96
11)τοὺς νοσηλευομένους ἐν τοῖς διαφόροις σώμασι 86
12)τοὺς κατὰ νόμον ἀπερχομένους μὲ τετράμηνον
ἄδειαν κατ’ ἔτος 3,350
Ἐν ὅλῳ 13,177

Τί μένουσι λοιπὸν διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ πυρῆνος τοῦ ὅλου στρατεύματος; 2,580 στρατιῶται μόνον. Διανεμόμενοι εἰς τοὺς λόχους, ἴλας καὶ πυροβολαρχίας, ἀναλογοῦσιν εἰς ἕκαστον τούτων 13 μόνον στρατιῶται! Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ἀδύνατον καὶ οἱ εὐάριθμοι οὗτοι νὰ καταγίνωνται εἰς τὴν ὀφειλομένην αὐτοῖς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἄσκησιν, καθόσον ἀσχολοῦνται ἀποκλειστικῶς καὶ ἀναγκαίως εἰς τὴν καθημερινὴν τῆς φρουρᾶς καὶ τοῦ στρατεύματος ὑπηρεσίαν κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 11 κατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ ἀριθμὸς δὲ τούτων ἀνέρχεται καθ’ ἑκάστην εἰς 1523 στρατιώτας! Ὥστε ἀδύνατος καθίσταται καὶ ἡ ἀλλαγὴ καὶ ἀναπλήρωσις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν. Ἐὰν δὲ προσθέσωμεν καὶ τοὺς καθ’ ἡμέραν ἀσχολουμένους μαγείρους καὶ ὑπομαγείρους, δηλονότι 290, τοὺς νοσηλευομένους εἰς τὰ διάφορα νοσοκομεῖα καὶ θεραπευτήρια, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς 860, ὁ ὅλος ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς 2,673 ἤτοι ἔλαττον τῶν πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ ἄνδρας 93. Ἔχομεν λοιπὸν διὰ τὸν ἐνεργὸν στρατὸν ἄνδρας 2,580, ἀναγκαιοῦσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καθ’ ἑκάστην 2,673, ἐλλείπουσι πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένων ἄνδρες 93. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς ὑποστηρίζομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει πράγματι παρὰ ἀρνητικὸς στρατὸς, δηλαδὴ ἐν λόγοις μόνον, βάσιν ἔχων τὸ ἐκ τοῦ μηδενὸς ἐξαγόμενον. Καὶ ὅμως τὸ ἔθνος δαπανᾷ κατ’ ἔτος τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῆς διὰ τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους δαπάνης, ἤτοι δέκα καὶ ὀκτὼ ἑκατομμύρια καὶ πλέον. Ἴσως ἐρωτηθῶ, πῶς λοιπὸν ἐνεργεῖται ἀπροσκόπτως ἡ καθημερινὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατεύματος, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουσι στρατιῶται ν’ ἀντικαθιστῶσιν ἀλλήλους, ἵνα μὴ μένοντες διαρκῶς ἐν αὐτῇ ἀπαυδῶσιν; Εἰς ἀπάντησιν λέγω, πρὸς γνῶσιν ὑμῶν, Κύριοι, ὅτι ἡ ὑπηρεσία συνεχίζεται διὰ τῆς ἐναλλαγῆς τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν καὶ διὰ τῆς περικοπῆς πολλάκις μέρους τῶν περιπολιῶν, τῶν θαλαμοφυλάκων, καὶ οὕτως ἐξοικονομεῖται μετὰ μεγάλης δυσκολίας ἡ γενικὴ ὑπηρεσία τῆς τε φρουρᾶς καὶ τοῦ στρατεύματος. Ὥστε βλέπετε καὶ ἐνταῦθα τοὺς περιφήμους συνδυασμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀφοῦ, κύριε Ὑπουργὲ, ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ἅτινα ὑπεβάλατε εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύεται ἀναμφισβητήτως, ὅτι δὲν ἔχομεν πράγματι, ἀλλὰ ἐν λόγοις μόνον στρατὸν, θὰ ἦτο προτιμότερον, ἀντὶ νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν ἀνυπάρκτου στρατοῦ, νὰ ἐζητεῖτε παρὰ τῆς Βουλῆς 10,000 ἄνδρας διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐπεδιώκατε τὴν στρατιωτικὴν ἄσκησιν τῶν ἐτησίως ἀπογραφομένων κατὰ δήμους καὶ πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους διὰ τῶν ὑπαρχόντων στελεχῶν, διὰ συστήματος δηλονότι μὴ ἀπαιτοῦντος διὰ τοὺς οὕτω ἀσκουμένους πασῶν τῶν ἀπογραφῶν ἢ μηδεμίαν ἢ πολὺ μικρὰν δαπάνην· οὕτω δὲν θὰ ἔχωμεν ἀληθῶς ἐνεργὸν στρατὸν, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν πολιτοφυλακὴν ἢ ἐθνοφυλακὴν, ἰσαξίαν τῆς πολυαρίθμου ἐφεδρείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, χωρὶς δαπάνης τοὐλάχιστον. Τέλος ἀνάγκη πᾶσα, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μεταβάλητε τὸ ὑπάρχον ἀκατάλληλον σύστημα δι’ ἄλλου, δυναμένου ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην τοῦ νὰ ἔχωμεν στρατὸν πραγματικὸν καὶ οὐχὶ ἐν λόγοις μὲ εἰκονικοὺς ἀριθμοὺς ἐπὶ τῶν διαφόρων καταστατικῶν πινάκων, διότι, οὕτω βαίνοντες, θὰ καταστρέψητε καὶ θὰ σβύσητε διὰ παντὸς τὸ στρατιωτικὸν τοῦ ἔθνους αἴσθημα καὶ θὰ μαρανθῇ τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλα Κράτη καλλιεργεῖται καὶ ἀναπτύσσεται διὰ πάσης θυσίας. Καὶ ταῦτα περὶ τῆς μὴ ὑπάρξεως ἐνεργοῦ στρατοῦ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς μεγάλης ἐφεδρείας, περὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐποιήσατο λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους. Ἡ ἐφεδρεία ἀποτελεῖ καὶ αὕτη ἀπαραίτητον μέρος τοῦ στρατοῦ τῆς ἐνεργείας, ὁ δὲ προορισμὸς αὐτῆς εἶναι, νὰ πληροῖ τὰ κενὰ τοῦ στρατοῦ ἐν δέοντι χρόνῳ, ὡς ἐπιφυλακὴ αὐτοῦ, ἐνίοτε δὲ καὶ ὁλόκληρον πολεμικὴν μονάδα. Αὕτη δὲ καταρτίζεται ἀπὸ μόνον τοὺς ἀφυπηρετήσαντας ἄνδρας, τοὺς διανύσαντας τὴν νενομισμένην θητείαν των ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ τῶν ἀσκήσεων, ἄνδρας τουτέστιν ἀποκτήσαντας ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ πλήρη στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ μόρφωσιν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν δεόντως τὰς ἀπαιτουμένας στρατιωτικὰς γνώσεις πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ των, ὁπόταν ἤθελον κληθῆ πρὸς τοῦτο. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δέον νὰ ἦναι καλῶς ὠργανωμένη καὶ ἑτοίμη πάντοτε πρὸς πόλεμον, ἑτοίμη πρὸς βεβαίαν καὶ ἀσφαλῆ ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς, ἣν ὀφείλει νὰ ἐκπληροῖ, καλουμένη ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην δευτέρας ἐκγυμνάσεως, ἢ καὶ νέας πρὸς τοῦτο στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀποτυγχάνει ἡ ἐπὶ τῶν ὅπλων πρόσκλησίς της, καὶ ἀντὶ νὰ ἔλθῃ ὡς ἀναγκαῖος ἐπίκουρος τοῦ ἐνεργοῦντος στρατεύματος, κακοῦ ἀντὶ ὠφελείας δύναται νὰ γίνῃ πολλάκις πρόξενος. Τοιαύτην λοιπὸν ἐφεδρείαν φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔχομεν; Ἐρωτῶ, ἔχομεν, Κύριοι, τοιαύτην ἐφεδρείαν, οὐχὶ μεγάλην, ὡς τὴν ἐβάπτισεν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἀλλὰ καὶ μικράν; Ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι τοιαύτην ἐφεδρείαν, οὔτε μικρὰν, οὔτε μεγάλην ἔχομεν. ά) Διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν γνωρίζομεν ἐπακριβῶς, ὡς μὴ ὤφειλε, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποτελούντων τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν ἐφεδρείαν, καὶ τοῦτο, διότι οἱ Δήμαρχοι τοῦ Κράτους δὲν ἐξαπέστειλαν τὰς πρὸ ἑνδεκαετίας ἐπελθούσας μεταβολὰς τῶν ἀφυπηρετησάντων ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ στρατιωτῶν τῶν κληρωτῶν τῶν ἀπογραφῶν εἰς τὰ διάφορα στρατολογικὰ γραφεῖα τῆς σχετικῆς περιφερείας, πρὸς ἐξακρίβωσιν καὶ ἀκριβῆ σύνταξιν τῶν πρὸς τοῦτο καταλόγων. βʹ) Διότι, ἐκτὸς τῆς ἀνωτέρω ἐλλείψεως; τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, ἢ μᾶλλον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν συμπεριλαμβάνει εἰς τοὺς καταλόγους τῶν ἐφέδρων καὶ πάντας τοὺς ἐξαιρεθέντας καὶ ἀπαλλαγέντας, τοὺς ἔχοντας ἀδελφοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ, τοὺς σωματικῶς βεβλαμμένους καὶ τοὺς ὁμοίους τούτοις, οἵτινες οὔτε ποτὲ ἐγυμνάσθησαν, οὔτε στρατιῶται ὑπῆρξαν ποτὲ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἄν ποτε κληθῶσι πρὸς πλήρωσιν κενῶν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ ἐνεργοῦντος στρατοῦ, βεβαίως ὁ ἐνεργὸς στρατὸς μᾶλλον δι’ αὐτῶν θὰ πάθῃ ἢ θὰ ὠφεληθῇ, διότι θὰ γίνωνται ὄχι μόνον πρόσκομμα εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ παραίτιοι πολλῶν στερήσεων τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ὅπερ ὀλέθριον μάλιστα ἐν χρόνῳ ἐνεργείας. γʹ) Διότι οἱ τοιοῦτοι οὐδέποτε ἐγυμνάσθησαν, ὡς ἐθνοφύλακες ἔστω, πρὸς ἐκμάθησιν τοῦ χειρισμοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ ὅπλου. Φαντασθῆτε τοὺς δημοδιδασκάλους, καλουμένους ἐν ὥρᾳ πολέμου, ὅπως λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Ἄνθρωποι, οἵτινες μόνον τὸ διδάσκειν παῖδας γνωρίζουσιν, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ μάχεσθαι, ἔστω καὶ θεωρητικῶς, τί ἄλλο ἢ σύγχυσιν θὰ ἐπενέγκωσιν ἐν τῷ στρατεύματι; Ἐκ τούτων καταφαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφεδρείαν ἐν λόγοις, καὶ οὐχὶ πράγματι τοιαύτην, δύναται νὰ ἔχῃ καὶ νὰ καταδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡ Βουλὴ ὑποστηρίζει καὶ ἀνέχεται Ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς ἡμετέρας χώρας, ἄνθρωπον ἐντελῶς ἀστράτευτον καὶ εἰς οὐδὲν ἄλλο καταγινόμενον, παρὰ εἰς ἐπίτευξιν τοῦ εἰκονικοῦ καὶ περιλαλήτου ἰσοζυγίου, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς περαιτέρω ἐν τῇ ἐξουσίᾳ διαμονῆς του. Περὶ στρατοῦ πραγματικοῦ οὐδὲ σκέπτεται κἄν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὰ πάντα διὰ τῆς ὑπάρξεως τοῦ στρατοῦ καὶ μόνου κατορθοῦνται. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ πραγματικὴ ἐφεδρεία τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, δέον αὕτη νὰ σχηματίζηται ἐκ τῶν ἀφυπηρετησάντων ἀνδρῶν ἑκάστου σώματος καὶ ὅπλου, καὶ τοῦτο, ὅπως ὁ ἐν ἐφεδρείᾳ τεθεὶς στρατιώτης γνωρίζῃ τὸ σῶμα, εἰς ὃ ἀνήκει, καὶ τὸ σῶμα νὰ ἦναι ἐν πλήρει γνώσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἐφεδρείᾳ διατελούντων στρατιωτῶν, ὅπως ἐν δέοντι χρόνῳ δύναται νὰ συμπληροῖ τὰς μονάδας αὑτοῦ μὲ πλήρη ἐμπόλεμον δύναμιν, νὰ δύναται δὲ ὡσαύτως διὰ τῶν πλεοναζόντων νὰ σχηματίζῃ καὶ ἑτέρας μονάδας ἐπὶ πλέον, κατὰ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος. Πλὴν τούτων ἡ τοιαύτη διάταξις τῆς ἐφεδρείας ἔχει ἐν ἑαυτῇ καὶ ἕτερον μέγα πλεονέκτημα στρατιωτικὸν, δηλονότι τὴν γνῶσιν τοῦ χαρακτῆρος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν παρὰ τῶν ἐφέδρων, καὶ τἀνάπαλιν. Οὕτω προπαρασκευάζεται καὶ καταρτίζεται ἡ ὀφειλομένη στρατιωτικὴ ἁρμονία καὶ ἀναπτύσσεται τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα τοῦ σώματος (esprit du corp), ὅπερ σπουδαῖον διὰ πᾶν στρατιωτικὸν σῶμα. Σήμερον ὅμως δὲν ὑπάρχει τοιοῦτόν τι ἐν τῇ τάξει τῶν ἐφέδρων, οὓς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα κατατάσσουν εἰς ἀνύπαρκτα, σχηματισθησόμενα δῆθεν, τάγματα. Τοῦτο φέρει σύγχυσιν ἀκατανόητον ἐν τῇ συντάξει τοῦ ὅλου στρατοῦ. Διὰ νὰ φθάσωμεν, Κύριοι, εἰς τὸ εὐάρεστον τοῦτο σημεῖον, ἀνάγκη νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν ἐφεδρεία, καὶ νὰ χωρισθῶσιν αὐτῆς οἱ ὁπωσδήποτε ἐξαιρεθέντες καὶ ἀπαλλαγέντες τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, οἱ ὁποῖοι φέρονται εἰς τὴν στήλην τῶν ἐφέδρων, διὰ νὰ μένῃ καθαρῶς ἡ ἐφεδρεία τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ἧς δύναται καὶ ὁ στρατὸς καὶ τὸ Κράτος νὰ στηρίζηται, ἐνῷ σήμερον δὲν ἔχομεν ἐφεδρείαν τοιαύτην, ἥτις ἅπαξ τοῦ ἔτους, ἢ κατὰ διετίαν τοὐλάχιστον, ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ καὶ τόπῳ δέον νὰ καλῆται πρὸς ἄσκησιν ἐν τῇ σχετικῇ περιφερείᾳ ἑκάστου στρατολογικοῦ γραφείου, καὶ οὐχὶ ἐν ὡρισμένῳ στρατοπέδῳ, καθόσον ταῦτα πρέπει νὰ σχηματίζωνται ἐκ σωμάτων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ διαφόρων ὅπλων, καθόσον ταῦτα δέον νὰ ἐκτελέσωσι τὰς πρὸς συμπλήρωσιν τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀσκήσεις, ἃς ἐξετέλεσαν καὶ οἱ μεταβάντες πρὸ αὐτῶν ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀσκήσεις θεωροῦνται ὡς τὸ ἐπιστέγασμα τῶν στρατιωτικῶν ἐν γένει ἀσκήσεων. Οἱ ἔφεδροι, καλούμενοι, οὐδὲν ἄλλο ἔχουσι νὰ ἐκτελέσωσιν, εἰμὴ μικρὰν ἐπανάληψιν τῶν ὅσων ἐδιδάχθησαν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ, ὅπως μὴ ἀπομάθωσι ταῦτα, καὶ ὅπως ὦσιν ἕτοιμοι πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν, ὡς γεγυμνασμένοι πλέον ὁπλῖται. Οὕτω δὲ μόνον θὰ ἔχωμεν βεβαίως ἐφεδρείαν. Οἱ ἐξαιρεθέντες καὶ ὁπωσδήποτε ἀπαλλαγέντες, οἱ ἐν ὥρᾳ πολέμου καλούμενοι, δέον ν’ ἀποτελέσωσιν ἄλλην κατηγορίαν, ἀσκουμένην καὶ ταύτην ἐπιτοπίως, ἐν εἴδει ἐθνοφυλακῆς, καθ’ ὡρισμένας ἡμέρας καὶ ὥρας, πρὸς ἐκμάθησιν τοῦ χειρισμοῦ τοῦ ὅπλου, πρὸς ἐξάσκησιν εὐθυβολίας καὶ ἐν γένει πρὸς τὴν ἀπαραίτητον προκαταρκτικὴν ἄσκησιν τοῦ στρατιώτου. Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνωσι πάντα ταῦτα, δέον νὰ τηρῆται εὐλαβῶς μέχρι τῶν λεπτομερειῶν ὁ ὀργανικὸς νόμος τοῦ στρατοῦ, ἡ δὲ χορηγουμένη παρὰ τοῦ ἔθνους δαπάνη πρὸς ὕπαρξιν στρατοῦ ἐν ἐνεργείᾳ νὰ μὴ ὑποτάσσηται αὐθαιρέτως καὶ αὐτοβούλως; εἰς ἀντικείμενα ξένα ἐντελῶς τοῦ στρατοῦ, θυσιαζομένου δηλονότι τοῦ στρατοῦ χάριν τοῦ ὀνοματικοῦ ἰσοζυγίου. Τὰ διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ὁριζόμενα στελέχη δέον νὰ ὦσι πλήρη, ὅπως καὶ αἱ δι’ αὐτοῦ ὁριζόμεναι ἀσκήσεις ὦσι πλήρεις καὶ σκόπιμοι. Ὅταν ἀφίνωμεν κενὰ εἰς τὸν στρατὸν, χάριν δῆθεν οἰκονομίας, ὅταν παραλύωμεν τὰ στελέχη, μὴ προβιβάζοντες τοὺς δικαιουμένους πρὸς τοῦτο ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, ἀδικοῦμεν καὶ τὰ ἄτομα καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὴν πατρίδα, ἥτις τόσα θυσιάζει, ὅπως ἀποκτήσῃ πλήρη, ἐνεργὰ, ἀξιόμαχα στελέχη. Ναὶ, ἀδικοῦμεν τὴν πατρίδα, κύριε Ὑπουργὲ, διότι τὰ κατὰ τοῦ στρατοῦ ἀδικήματα εἶναι ἀδικήματα καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεδίωκε τὴν ὕπαρξιν στρατοῦ ἐνεργείας καὶ ἀσκήσεων, ἠδύνατο νὰ τὸ κατορθώσῃ, ἐφαρμόζων τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ μὴ πράττων τοῦτο καὶ ἀφοσιούμενος μόνον εἰς τὴν ἐξεύρεσιν μέσων ἐπιδείξεων διὰ πολυτελείας περὶ τὴν ἵδρυσιν σχολῶν καὶ ἄλλων συνδυασμῶν, καθ’ ὅλα ὁμοίων πρὸς τοὺς οἰκονομικούς του συνδυασμοὺς, περιήγαγε τὸν στρατὸν ἀληθῶς εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε καὶ οὗτος ὁ ἴδιος νὰ ἀνομολογῇ, ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν, ἀλλ’ ἔχομεν ἐφεδρείαν. Θὰ ἔπραττεν ὀρθότερον ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἐὰν συνεχώνευε πάσας τὰς πολυωνύμους σχολὰς τοῦ στρατοῦ εἰς μίαν, ἵνα ἐξ αὐτῆς ἐξέρχωνται οἱ ἀναγκαιοῦντες διὰ πᾶν ὅπλον ἀξιωματικοὶ τῶν τριῶν ὅπλων μὲ τὴν αὐτὴν καὶ ὁμοιόμορφον στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν. Τὸ σύστημα δὲ τοῦτο θεωρεῖται καὶ εἶναι τὸ μᾶλλον προοδευτικὸν πρὸς καταρτισμὸν ἀξιωματικῶν ὅλων τῶν ὅπλων, καὶ κατὰ πολὺ οἰκονομικώτερον τοῦ ὑπάρχοντος. Δεύτερον, ἂν ἔθετεν εἰς πλήρη ἐνέργειαν τὰ σχολεῖα τῶν συνταγμάτων πρὸς καταρτισμὸν ἀρίστων ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες θὰ ἦναι ὁ σπουδαιότατος παράγων τοῦ στρατοῦ ἡμῶν καὶ ὁ μοχλὸς τῆς στρατιωτικῆς ζωτικῆς μηχανῆς. Τρίτον, ἐὰν διετήρει διαρκῶς τὴν κατ’ ἀναλογίαν μικροτέραν δύναμιν ὁπλιτῶν ἐν τοῖς λόχοις τῶν διαφόρων σωμάτων τῶν τριῶν ὅπλων, ὅπως μὴ λόγῳ ἐλλείψεως στρατιωτῶν ἀσκῶνται καὶ ἐκπαιδεύωνται τά τε μικρὰ καὶ μεγάλα τοῦ στρατοῦ ἡμῶν στελέχη. Οὕτω δὲ θὰ ἠδύναντο παρ’ αὐτοῖς νὰ ἐκγυμνάζωνται οἱ κατ’ ἔτος κατατασσόμενοι ὑπόχρεοι καὶ διαθέσιμοι κληρωτοὶ ἀνέτως. Ἐνῷ σήμερον εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς διορίζονται κατ’ ἀνάγκην καὶ λόγῳ ἐλλείψεως στρατιωτῶν παλαιῶν εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας, ἐναντίον τῶν περὶ ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐκγυμνάσεως ῥητῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ σχετικῷ κεφαλαίῳ περὶ μορφώσεως καὶ ἐκγυμνάσεως τῶν νεοσυλλέκτων, οὐ μόνον μὴ δυνάμενοι νὰ ἀσκηθῶσι δεόντως, ἀλλὰ καὶ προσβαλλόμενοι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ διαφόρων νοσημάτων, φερόντων μεγάλην ἐν τῷ στρατῷ θνησιμότητα, πλὴν τῆς νοσταλγίας, ἥτις κατατρύχει ἐν ἀρχῇ πάντας τούτους, διὰ τὸ ἀκατάλληλον τοῦ συστήματος περὶ τὴν κατάταξιν ἐν ὥραις τοῦ ἔτους ἀκαταλλήλοις. Τέταρτον, ἤθελε βεβαίως ὁ στρατὸς ἡμῶν εἶναι εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον κατήρτιζε μίαν ἐπὶ τέλους πλήρη πολεμικὴν μονάδα, δηλονότι ταξιαρχίαν ἢ μεραρχίαν ἐξ ὅλων τῶν ὅπλων, μονίμως ἀσκουμένην καὶ ἐκπαιδευομένην εἰς ἁπάσας τὰς ἀπαιτουμένας στρατιωτικὰς ἀσκήσεις, εἰς πᾶν τὸ ἀφορῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ. Ἡ μονὰς αὕτη ἠδύνατο νὰ ὀργανωθῇ οὕτως, ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς γενικὴ σχολή, ὄχι μόνον πρὸς τὴν πλήρη, βεβαίαν καὶ ἐντελῆ ἐκγύμνασιν τῶν στρατιωτῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς πλήρη καθαρῶς στρατιωτικὴν πρακτικὴν ἐκπαίδευσιν τῶν τε ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐδύναντο τὰ κατ’ αὐτὴν νὰ κανονισθῶσιν οὕτως, ὥστε πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ νὰ ἐκπαιδεύωνται ἐκ περιτροπῆς ἐν τῇ πολεμικῇ ταύτῃ μονάδι, ὅπως οὕτω ἔχωμεν μίαν καὶ ἑνιαίαν στρατιωτικὴν μόρφωσιν διὰ πάντας τοὺς βαθμοφόρους. Πέμπτον, οἱ τῶν λοιπῶν σωμάτων κληρωτοὶ ἐδύναντο νὰ ἐκγυμνάζωνται εἰς τὰ σχετικὰ αὐτῶν σώματα, τοποθετούμενα καὶ διαμεριζόμενα εἰς στρατιωτικὰς περιφερείας, πλὴν τῆς ἀνωτέρω ἐκπαιδευτικῆς μονάδος, ἥτις θὰ σταθμεύῃ ἐν ὡρισμένῳ τόπῳ, μακρὰν πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας. Τὰ δὲ λοιπὰ στρατιωτικὰ σώματα ἐδύναντο νὰ ἀσκῶνται καὶ ἐκγυμνάζωνται κατὰ περιφερείας στρατιωτικὰς ἐπὶ τόπου, ὅπερ καὶ οἰκονομικώτερον καὶ εὐκολώτερον εἰς τὴν ταχεῖαν ἐκγύμνασιν τῶν νεοσυλλέκτων ἑκάστης ἀπογραφῆς. Διὰ τῶν κατὰ τόπους στρατιωτικῶν περιφερειῶν ἠθέλομεν προλαμβάνει τὴν ἀνάπτυξιν νοσταλγίας παρὰ τοῖς νεοσυλλέκτοις καὶ τὴν ἀνυποταξίαν τῶν κληρωτῶν πάσης ἀπογραφῆς, κακὰ, ἅπερ ὑπερπλεόνασαν ἐν ἡμῖν, ἰδίως τὸ δεύτερον, ὡς τοῦτο φαίνεται καὶ ἐκ τῶν πινάκων, οὓς ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργός. Ἕκτον, ἡ χωροφυλακή, ἤτοι ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἡ σπουδαιότης τῶν καθηκόντων της τίθησιν εἰς ἀνωτέραν τοῦ στρατοῦ τάξιν, ἐδύνατο νὰ ὀργανωθῇ συμφώνως μὲ τὸ περὶ διοργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς Βασ. Διάταγμα τοῦ 1833, μὲ τὰς δεούσας τροποποιήσεις, τὰς δυναμένας, νὰ διευκολύνωσι τὸν πλήρη καταρτισμὸν αὐτῆς. Ἐδύνατο νὰ ὀργανωθῇ ἐξ ἐλαφρῶν σωμάτων ἢ ὀρειοφυλακὴ, οὕτως ὥστε νὰ δύνηται ἐν δέοντι χρόνῳ νὰ ἐκπληροῖ ἄριστα τὸ ἑαυτῆς καθῆκον. Ἡ στολὴ τοῦ ὁπλίτου δύναται νὰ μεταβληθῇ ἐπὶ τὸ εὐθηνότερον, ἐπὶ τὸ καταλληλότερον διὰ τὸν τόπον, ἐξ ἐπιχωρίων κατασκευαζομένη εἰδῶν, δυναμένων νὰ εὑρίσκωνται κατὰ πᾶσαν ἐποχὴν ἐν τῷ τόπῳ. Τελευταῖον καὶ σπουδαιότατον, δέον νὰ χωρισθῇ καθ’ ὅλα ὁ στρατὸς τῶν ἀσκήσεων καὶ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας. Οἱ κληρωτοὶ δὲν ὀφείλουν καὶ δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ὑποβάλλωνται, ὡς σήμερον, εἰς ἄλλην ἐργασίαν, εἰμὴ μόνον εἰς ἐκείνην, χάριν τῆς ὁποίας τοῖς ἐπεβλήθη ὑποχρέωσις· τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα μόνον εἰς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν νὰ ἀπασχολῇ τοὺς ἀπογραφέντας ἄνδρας τῆς ἡμετέρας χώρας. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα δύναται νὰ κατανοήσῃ καὶ ἐφαρμόσῃ μόνον ἀνὴρ στρατιωτικὸς, τοιοῦτος δὲ πάντως ὀφείλει νὰ ᾖ ὁ διευθύνων τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα. Ἐκ τῆς ὡς ἀνωτέρω σχηματιζομένης καὶ καταρτιζομένης πολεμικῆς μονάδος, καταγινομένης ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ στρατιωτικὰ αὐτῆς ἔργα, δυνάμεθα καὶ ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς ἐφέδρους νὰ σχηματίσωμεν, ὅσους ἡ ἐφεδρεία τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἀπαιτήσει. Ταῦτα δὲ πάντα ἠδυνάμεθα νὰ τὰ ἔχωμεν, ἐὰν ὁ διευθύνων τὰ τοῦ στρατοῦ τῆς χώρας δὲν προσεβάλλετο παρὰ τῆς ἀνιάτου νόσου τοῦ ἰσοζυγίου, καὶ ἐὰν αὐτὸς ἐπεθύμει, νὰ ἔχῃ τὸ ἔθνος, ὅπερ κυβερνᾷ ἐπὶ μακρὸν χρόνον, στρατὸν ἐνεργὸν, δυνάμενον νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ προορισμόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐπεθύμησε ποτὲ νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἐνεργείας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν πράγματι στρατόν. Αὐτὸν, ὃν ἔχομεν, τὸν ἐξευτελίζει καθ’ ἑκάστην, ὡς ἐξευτελίζει πᾶσαν ὑπηρεσίαν, ἵνα δίδῃ ἀφορμὴν εἰς τοὺς ἡμεδαποὺς καὶ ἀλλοδαποὺς ὑμνητὰς αὐτοῦ νὰ τὸν ὑμνῶσιν ὡς τὸν μόνον ἄνθρωπον ἐν Ἑλλάδι. Καθ’ ἡμᾶς, φαίνεται ὅτι ἐμμέσως ἐπιδιώκει τὴν διάλυσιν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τὴν περιαγωγὴν αὐτοῦ εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας. Καὶ θὰ ἦτο βεβαίως γενναιότερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον εἰς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξέφερεν ἐλευθέρως τὴν ἰδέαν του ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀντὶ νὰ καταφεύγῃ εἰς μέσα, μὴ ἐπιτρεπόμενα καὶ εἰς τὸν πλέον αὐστηρότατον τῶν ἀνθρώπων. Ἡ τοιαύτη ἀλλόκοτος διοίκησις τῶν τοῦ στρατοῦ πραγμάτων καὶ ἡ ἀνάρμοστος πρὸς τὸν στρατὸν συμπεριφορὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, διευθύνοντος αὐτὸν ὡς τὸν διευθύνει, μαραίνει τὸ γόητρον καὶ τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο, ὅπερ ἐν ἄλλοις Κράτεσι μετὰ πάσης πατρικῆς μερίμνης, ἐπιμελείας καὶ φροντίδος καλλιεργεῖται καὶ ὑποθάλπεται, ἵνα ἐν καιρῷ δυνηθῇ τὸ ἄθροισμα τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐθνικὴν τοῦ Κράτους δύναμιν νὰ μεγαλουργήσῃ. Συνοψίζων τὰ εἰρημένα, φρονῶ καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαλῶν καὶ βροντοφωνῶν, περὶ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ πολυαρίθμου ἐφεδρείας, οὐ μόνον ἐμπαίζει τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἐμπαίζει τοὺς ἐθνικοὺς πόθους, καθιστῶν τὸ ἔθνος παίγνιον τῶν ἀντιπάλων μας, ἀνίκανον νὰ διεκδικήσῃ ἐν καιρῷ τὰ ἑαυτοῦ δίκαια, ἀνίσχυρον νὰ προστατεύσῃ τοὺς ὑποδούλους ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς καὶ νὰ προασπίσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῶν ἐπικρεμαμένων ἐπιβουλῶν. Ἄνευ στρατιωτικῆς συντάξεως ἡ Ἑλλὰς καὶ μὲ τοὺς ἀγυμνάστους ἐφέδρους καὶ τὰ παράλυτα στελέχη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῇ ἐπικειμένῃ κατὰ τὴν Ἀνατολὴν καταστροφῇ θὰ ἐπίδῃ συντριβομένας τὰς ἐθνικὰς ἐλπίδας καὶ ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐγειρόμενα ἄλλα ἔθνη, ὧν ἡ φιλοδοξία δύναται νὰ ἀπειλήσῃ καὶ αὐτὴν τὴν αὐθυπαρξίαν τῆς ἐλευθέρας γωνίας. Στρατὸς ἐθνικὸς σημαίνει δύναμιν ἐν τῷ παρόντι καὶ μεγαλεῖον ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀλλὰ στρατὸν δὲν ἔχομεν, μὴ ἔχοντες δὲ στρατὸν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐθνικὴν ἰδέαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδεον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πλὴν τῶν πιστώσεων, τῶν ὑπολειπομένων ἐν τοῖς προτεταγμένοις ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὑπάρχει καί τις πίστωσις λίαν ἀναγκαία, ἀφορῶσα εἰς τὴν συντήρησιν τῶν ἐνταῦθα Κρητῶν, διότι ἡ προηγουμένη πίστωσις δὲν θέλει ἐπαρκέσει, πλησιάζουσα ἤδη πρὸς ἐξάντλησιν. Νομίζω ἄρα πρέπον, ὅπως πρὸ τῶν διακοπῶν ψηφισθῇ νέα πίστωσις πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐνταῦθα Κρητῶν.

§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἰσηγάγετε τοιαύτην ἀκόμη.

§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὕτη εἶναι εἰσήγησις (ἀναγινώσκει): «Σχέδιον νόμου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 150,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». Παρακαλῶ ὅπως παραπεμφθῇ εὐθὺς ἡ πίστωσις αὕτη εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴν, καὶ παρακαλῶ ταύτην, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιδείξῃ περὶ τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτῆς τὸν αὐτὸν ζῆλον, ὃν ἐπέδειξε καὶ περὶ τῶν δύο ἄλλων πιστώσεων, καὶ καταστήσῃ, εἰ δυνατὸν, ἐφικτὴν τὴν ψήφισιν αὐτῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.

§76ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἐπαρκέσῃ ἡ πίστωσις αὕτη;

§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ τελευταία πίστωσις δὲν ἐξηντλήθη, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ ἐπαρκέσῃ. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως: Εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν στρατιωτικῆς δυνάμεως κατὰ τὸ ἔτος 1890. Εἰς γʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ᾼΨΞΑ’ νόμου τῆς 7 Ἀπριλίου 1890. 2) Περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μεσολογγίου–Ἀγρινίου καὶ περὶ τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μεσολογγίου–Κρυονερίου. 3) Περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Καρυταίνης διὰ Μεγαλοπόλεως εἰς Λεοντάριον).

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου.

§79ΤΟΜΑΝ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινων ἡμερῶν νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ διατυπώσεών τινων, ἀφορωσῶν τὰς τελωνειακὰς διασαφήσεις. Εὐτυχῶς — καὶ ἀνομολογῶ χάριτας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν — τινὰς τῶν διατυπώσεων τούτων περιέλαβεν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ παρέλειψε πλείστας τῶν κυριωτέρων. Ἕνεκα τούτου ὑποβάλλω τροπολογίαν, σκοποῦσαν τὴν περίληψιν καὶ τούτων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ βλάπτηται ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 181). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1889 ἐκ δραχμῶν 966,535,17.

§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς χορηγήσεως τῆς πιστώσεως ταύτης κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ὅτι μοὶ ἐφαίνετο ὑπέρογκον τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον συνεκεφαλαιώθησαν αἱ πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ αἱ ἐλαττώσεις, αἱ ζητηθεῖσαι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δι’ ἔξοδα τηλεγραφικὰ καὶ ταχυδρομικὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ τουλάχιστον ὑπερβαῖνον τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἀνέφερον δὲ τότε, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1887 καὶ κατὰ τὸ 1886 καὶ κατὰ τὸ 1885 δὲν ἀνεβιβάσθη τὸ ἔξοδον τῶν τελῶν τούτων εἰς ποσὰ τοσαῦτα, εἰς ὅσα ἀνῆλθε κατὰ τὸ 1889. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1885 τόσα ποσὰ, ὅσα ἐφέτος ζητοῦνται, τοῦτο ἐγένετο διότι κατὰ τὸ 1885 τινὰ τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπληρόνοντο ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ἀπόδοσιν διεθνῶν τηλεγραφικῶν τελῶν. Τότε παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα, διότι μοὶ ἐφάνη παράξενον τὸ λεχθὲν, ὅπερ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἐγνώριζον. Καὶ ὄντως δὲν ἐγνώριζον, ὅτι τὰ τέλη ταῦτα ἐπληρόνοντο τότε ἐκ δύο πιστώσεων, ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ ἄρθρου 4ου κεφαλαίου Αʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς προοριζομένης πρὸς ἀπόδοσιν διεθνῶν τηλεγραφικῶν τελῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθηκε τὰ ἔγγραφα. Παρετήρησα ὅμως, ὅτι, ὅτε κατέθηκε ταῦτα, ἀνήγγειλε τὰ τῆς καταθέσεως, μνείαν ποιούμενος τοῦ περιεχομένου αὐτῶν οὕτως, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Κατὰ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα παραλαβὼν ἐμελέτησα, ἀντηλλάγη ἀληθῶς ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ 1885 περὶ τηλεγραφικῶν τελῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὄχι ὅμως περὶ τηλεγραφικῶν τελῶν τοῦ ἔτους 1885, ἀλλὰ περὶ τηλεγραφικῶν τελῶν τοῦ ἔτους 1884, καθ’ ὃ δὲν ἤμεθα ἡμεῖς ἐν τῇ ἀρχῇ. Κατὰ τὸ 1884, κατὰ μῆνα Νοέμβριον, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ζητῶν νὰ πληρωθῶσι τὰ τέλη τῶν τηλεγραφημάτων, τῶν σταλέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ 1884, ἀνερχόμενα εἰς δραχμὰς 2754, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησεν, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ὑπῆρχε πίστωσις διὰ τηλεγραφικὰ τέλη, ἀλλὰ μόνον διὰ ταχυδρομικὰ, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης πρὸς πληρωμὴν τῶν 2754 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐζητοῦντο διὰ τηλεγραφήματα, σταλέντα κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο καὶ ἀληθὴς, ἦτο καὶ μὴ ἀληθής. Δὲν ἦτο ἀληθὴς, διότι εἰς τὸν γενικὸν πίνακα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεγράφετο ῥητῶς ἄρθρον 4ον, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «τηλεγραφικὰ καὶ ταχυδρομικὰ τέλη». Εἰς τὸ φύλλον λεπτομερείας ὅμως εἶχε παραλειφθῆ ἡ φράσις «διὰ τηλεγραφικὰ», καὶ ὑπῆρχε γεγραμμένη μόνον ἡ φράσις «διὰ ταχυδρομικὰ τέλη». Ἐνόμιζε λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ ἐκ τῆς πιστώσεως ἐκείνης καὶ ἠρνεῖτο νὰ πληρώσῃ τὰ τέλη. Συνεπληρώθη ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη καὶ ἡ τετάρτῃ τριμηνίᾳ, καὶ ἐζητήθη αὖθις ἡ πληρωμὴ τῶν κατὰ τὰς τρεῖς ταύτας τριμηνίας τηλεγραφικῶν τελῶν, ἀνέβαινον δὲ τὰ τέλη ταῦτα ὁμοῦ εἰς δραχ. 12,928:17. Ἐπῆλθε τὸ ἔτος 1885, κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ ὁποίου ἐξηκολούθει νὰ κυβερνᾷ ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις. Ἐζητήθησαν δὲ τὰ τέλη τῶν κατὰ τὴν αʹ ταύτην τριμηνίαν σταλέντων τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα συνίσταντο εἰς δραχ. 5,023. Ἀλλὰ κατ’ Ἀπρίλιον μετεβλήθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος. Ὁ νέος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβεν ἔκθεσιν τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἐξ ἧς ἐπληροφορήθη, ὅτι ἐχρεωστοῦντο τηλεγραφικὰ τέλη, καὶ ἑπομένως ἀπετάνθη καὶ οὗτος δι’ ἐγγράφου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο λαβὼν τότε ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, προσεκάλεσα τὸν ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι ἔλαβεν ἤδη συνεννόησιν μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστιρίου, ἵνα κανονισθῶσι ταῦτα. Ἀλλ’ ἡ συνεννόησις αὕτη δὲν κατέληξεν εἰς ἀποτέλεσμα, οὗ ἕνεκεν ἀντηλλάγησαν νέα ἔγγραφα. Ὅτε δὲ ἐγὼ ἀνεπλήρωσα τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν μακαρίτην Παπαμιχαλόπουλον, τότε πεισθεὶς περὶ τοῦ ἀτόπου, ἔσπευσα νὰ ζητήσω ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἐπληρώθησαν τὰ ὀφειλόμενα τηλεγραφικὰ τέλη τοῦ 1884. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ συνήθεια εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅταν ἐπικρίνωνται πράξεις αὐτῶν, νὰ λέγωσιν, ὅτι αὐτὸ ἐγίνετο καὶ ἐπὶ τῶν προκατόχων αὐτῶν. Οὕτως, ὅταν ἰσχυρίσθην, ὅτι ἦσαν ὑπέρογκα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐζητοῦντο πρὸς πληρωμὴν τηλεγραφικῶν τελῶν τοῦ 1889, ἔσπευσαν νὰ προβάλωσιν, ὅτι ὑπέρογκα εἶναι καὶ τὰ κατὰ τὸ 1885 δαπανηθέντα, διότι αἱ δαπάναι δι’ αὐτὰ ἐπληρόνοντο καὶ ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ ταῦτα ἦσαν αἰτιάσεις ψευδεῖς, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν καθ’ ἡμῶν, ἵνα δικαιολογήσωσιν ἑαυτοὺς διὰ τὰς ὑπερόγκους δαπάνας, τὰς ὁποίας ἀποδεικνύει ἡ ζητουμένη πίστωσις, διότι κατὰ τὸ 1885 οὐδὲν τοιοῦτον συνέβη, ἀφοῦ ἐκ τῆς ζητηθείσης παρ’ ἐμοῦ τότε ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπληρώθησαν τὰ τέλη οὐχὶ τοῦ 1885, ἀλλὰ τοῦ 1884, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 εἶχε πίστωσιν εἰδικὴν διὰ τηλεγραφικὰ τέλη. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ εἰδικὴ αὕτη πίστωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 δὲν ἐπήρκεσε κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, διότι κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον συνέβησαν τὰ γνωστὰ ἐν Φιλιππουπόλει συμβάντα, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατελῇ εἰς διηνεκῆ ἀνταπόκρισιν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων της ἐν Εὐρώπῃ, ἀπῄτουν δὲ τὴν ἀποστολὴν πληθύος τηλεγραφημάτων καὶ ἑπομένως δαπάνην περισσοτέραν, ἥτις δὲν προεβλέπετο ὅτε συνετάσσετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 καὶ προσδιωρίζετο ἡ ἐν αὐτῷ ἀναγραφεῖσα πίστωσις. Οὕτως ἔχουσι τὰ περὶ τούτου, καὶ ταῦτα εἶπον, ἵνα ἀποκρούσω αἰτίασιν, ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ αἰτίασις, ὅσον ἁπλῆ καὶ ἂν φαίνηται, εἶναι τὰ μάλιστα σοβαρὰ, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς προϊστάμενον ὑπηρεσίας νὰ ἀπατᾷ τὴν Βουλήν. Ἠθέλομεν δ’ ἀπατήσει τὸ Νομοθετικὸν σῶμα ἡμεῖς, ὡς Ὑπουργοί, ἐὰν, ἐνῷ εἴχομεν πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ ἀνάγκην ὡρισμένην τοῦ Κράτους, ἐδαπανῶμεν ἐξ ἄλλης πιστώσεως, ἀποφεύγοντες τὸν ἔλεγχον τοῦ Νομοθετικοῦ σώματος. Τοιοῦτόν τι δὲν ἐπράξαμεν, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ, οἱ αἰτιαθέντες ἡμῶν ὡς πραξάντων τοῦτο, ἠδίκησαν ἡμᾶς. Ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲ τοῦ ζητήματος παρατηρῶ, ὅτι οὐδὲν ἐνιστάμην, οὐδὲ προσεδόκων, ἐὰν ἐνιστάμην, ὅτι ἤθελε γενῇ δεκτὸν, ἵνα ἡ πίστωσις ἐμειοῦτο ἢ ἀπεῤῥίπτετο. Ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον καθῆκον, νὰ καταδείξω τὴν ὑπέρβασιν τῆς δαπάνης, διὰ νὰ ἐλέγξω τὴν κατάχρησιν τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας, ἥτις γίνεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Οὐδὲ ὅσα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι δῆθεν ἕνεκα τῶν συμβεβηκότων τῆς Κρήτης ἠναγκάσθη ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποστελλομένων τηλεγραφημάτων, καὶ νὰ καταπλημμυρήσῃ τοὺς ἀπεσταλμένους τῆς Ἑλλάδος ἐν Εὐρώπῃ διὰ τηλεγραφημάτων, δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι δαπάνην 55,000 δραχμῶν, καὶ ἂν ἔστελλε τηλεγραφικῶς ὅλα τὰ ἔγγραφα, πλὴν ἐὰν μετὰ τῶν τηλεγραφημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπεστέλλοντο τηλεγραφικῶς καὶ ἄλλαι μελέται καὶ ἐκθέσεις πολιτικαὶ περὶ τῆς Ἑλλάδος, ἢ περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζουσιν οἱ Ὑπουργοί.

§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅτε ἀναβὰς τὸ βῆμα πρό τινων ἡμερῶν, ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου κατόπιν τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, εἰς πᾶν ἄλλο ἐσκόπουν ἢ νὰ ψέξω τὴν περὶ τοῦ προκειμένου δαπάνην κατὰ τὸ ἔτος 1885 καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1886. Ἐφρόντισα μάλιστα, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι καὶ εἰς τοῦτο ἐδυστύχησα νὰ μὴ γίνω καταληπτός, νὰ εἴπω, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται ἐδικαιολογοῦντο ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων. Ἀλλ’ ὁμιλήσας ὡς ὡμίλησα, εἶχον καθῆκον νὰ πράξω τοῦτο, διότι τὴν προτεραίαν, ὅτε ἠρωτήθην, ἀπήντησα, ὅτι ἐκ τοῦ προχείρου δύο βλέπω λόγους τῆς μεγαλειτέρας δαπάνης, καὶ ὅτι εἷς ἐκ τῶν λόγων τούτων εἶναι, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1888 εἰσήχθη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ποσὸν μεῖζον δαπάνης εἰς τηλεγραφικὰ ἐκτὸς τοῦ Κράτους, διότι ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνετέθησαν εἰς ἓν ἕκαστον τῶν Ὑπουργείων τὰ τέως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ ἓν ἕκαστον αὐτῶν πληρονόμενα. Τὴν ἐπιοῦσαν, ἐξετάσας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, εὗρον ὅτι, ναὶ μὲν τὰ πράγματα εἶχον οὕτω, ναὶ μὲν ἀνετέθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν αἱ δαπάναι ἐκεῖναι, αἵτινες τέως ἐπεβάρυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὅτι τὸ γενόμενον ἐν τῇ διασκευῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν δὲν ἐτελεσφόρησε. Τότε δὲ, ταῦτα ἀναπτύσσων καὶ συγχρόνως διακοπτόμενος καὶ παρεξηγούμενος, ἠναγκάσθην ν’ ἀναγνώσω διάφορα ἔγγραφα, ὧν τινὰ μὲν ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βουλευτής, ἓν δὲ παρέλειψεν. Ἐξετάσας δὲ μετὰ τὴν συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται ἡ σημερινὴ συζήτησις, ἀνεὗρον ὅτι ἀπὸ τοῦ 1884 μέχρι τῆς σήμερον οὐδέποτε ἀπεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ τέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κατέβαλε δι’ ἐκεῖνο· ἔχω ἐνταῦθα πίνακα, ἀποδεικνύοντα τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου ἐξάγεται, ὅτι ναὶ μὲν ἐπεδίωξαν τὰ δύο Ὑπουργεῖα συνεννόησιν καὶ ἐπέτυχον αὐτήν, ἀλλὰ οὐδέποτε, ἐκτὸς κατὰ τὴν πρώτην στιγμήν, ἐστάλησαν πίνακες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἀποδοθῶσι τὰ χρήματα. Ἐξεδόθησαν πίνακες μετὰ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ἀφορῶντες εἰς τὸ ἔτος 1884, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἔμειναν ἔκτοτε ἐν τῷ ἀρχείῳ, οὐδέποτε παραγαγόντες τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος. Ἔκτοτε δὲ οὐδέποτε πλέον ἐστάλησαν πίνακες, οὔτε καθ’ ἣν ἐποχὴν διηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας τὸ Ὑπουργεῖον, οὔτε μετέπειτα, οὔτε καὶ τελευταῖον, μετὰ τὴν νέαν συνεννόησιν ἐμοῦ μετὰ τοῦ μακαρίτου συναδέλφου μου Λομβάρδου. Ταῦτα εἰπὼν, ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ δείξω εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ διαχείρισις τοῦ θέματος τούτου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, οὐδέποτε δὲ νὰ ψέξω διὰ δαπάνας τηλεγραφικὰς Ὑπουργὸν, ὅστις ἔκρινεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἐξοδεύσῃ εἰς τηλεγραφήματα πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ἐὰν ὅμως ψέγητε ἡμᾶς ἐπὶ σπατάλῃ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δικαιοῦμαι ν’ ἀντιπαραβάλω τὰ ποσὰ, οὐχὶ ὅπως κατακρίνω, καὶ πάλιν λέγω, τὰ τότε γενόμενα, ἀλλ’ ἁπλῶς ἵνα δείξω, ὅτι δὲν ὑπάρχει σπατάλη. Διότι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως, ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ γινομένη εἰς τηλεγραφήματα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, λαμβάνεται ἐκ τριῶν πηγῶν, λαμβάνεται ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ κεφαλαίου Αʹ ἄρθρου 4ου, δηλ. ἐκ τῆς πιστώσεως διὰ τηλεγραφικὰ ἐκτὸς τοῦ Κράτους· λαμβάνεται ἐκ τῆς πιστώσεως τῆς χορηγουμένης εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν διὰ τηλεγραφικὰ καὶ ταχυδρομικά· λαμβάνεται καὶ ἐκ τῆς πιστώσεως τῆς χορηγουμένης διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν λοιπῶν Πρεσβειῶν. Ἄλλοτε ἐγίνοντο αἱ δαπάναι δυνάμει τοῦ ἄρθρου Γʹ τοῦ κεφαλαίου 6 τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον συλλήβδην περιελαμβάνοντο καὶ αἱ τηλεγραφικαὶ καὶ αἱ ταχυδρομικαὶ δαπάναι, νῦν δὲ ἐξ εἰδικοῦ κεφαλαίου καὶ ἄρθρου, τοῦ κεφαλαίου Αʹ ἄρθρου 3 τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας. Τὰ Προξενεῖα δὲν ἔχουσι πίστωσιν διὰ τηλεγραφικὰ, οὐδὲ δύνανται νὰ ἔχωσι πίστωσιν διὰ τηλεγραφικὰ, ἔχουσιν ἁπλῶς γραφικὰ ἔξοδα· πᾶσα ἄρα δαπάνη ἐκ τῶν Προξενείων, γινομένη διὰ τηλεγραφικὰ, βαρύνει τὸ κεφάλαιον Αʹ. Ἐκ τούτων λοιπὸν τῶν πηγῶν πληρόνονται ἅπαντα ταῦτα. Ἴδωμεν νῦν, τί ἐδαπάνησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν λόγῳ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων. Βεβαίως, ἐν ἔτει 1886 ἐδαπάνησεν ἐκ τῶν τριῶν πηγῶν 65,000 δραχμῶν καὶ ἔτι πλέον, διότι ἐδαπάνησεν ἐκ μὲν τοῦ κεφαλ. Αʹ ἄρθρ. 4 δρ. 27,943:82, ἐκ δὲ τοῦ κεφ. Ϛʹ δρ. 37,481, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 65,424:82. Τὰ ἔτη 1887 καὶ 1888 κατὰ πολὺ ὑπολείπονται τῆς δαπάνης ταύτης, ἀλλὰ τὸ 1889 φαίνεται, ὅτι διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους προσεγγίζει εἰς τὰς δαπάνας τὰς γενομένας κατὰ τὸ 1886, διότι, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε δεδομένα, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ὑπολειφθῆ. Κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε δεδομένα, ἔχομεν ἐκ μὲν τῶν δύο πρώτων πηγῶν 35,000 δραχμῶν, ἐκ δὲ τῆς τρίτης πηγῆς 7,862:70, ἡ δὲ πίστωσις ἡ ζητουμένη βεβαίως δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ φέρῃ τὴν δαπάνην εἰς τὸ ἄνω ποσὸν, διότι εἶναι μόνον 20,000 δραχμῶν. Ταῦτα ἠθέλησα νὰ εἴπω, ἵνα καταδείξω, ὅτι δὲν ἐσκέφθην μὲν νὰ ψέξω τὸν κ. Βουλευτὴν διὰ τὰ γενόμενα τὸ 1886, ἐντελῶς δὲ παρενόησε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ὑποβαλὼν ὅσα σήμερον καὶ χθὲς εἶπε, διὰ ν’ ἀποδείξω δὲ προσέτι, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886 ἐξηκολούθουν τὰ ἐντεῦθεν στελλόμενα τηλεγραφήματα βαρύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι οὐδέποτε ἀπεδόθη ἡ δι’ αὐτὰ δαπάνη ἐπὶ τῇ βάσει πινάκων, ἀποσταλέντων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δι’ ἐνταλμάτων ἐκδοθέντων περὶ τούτου· διότι ἅπαξ μόνον ἐστάλησαν πίνακες, καὶ οἱ πίνακες, δὲ οὗτοι μένουσιν ἀργοὶ, μὴ ἐκδοθέντος μηδενὸς ἐντάλματος μέχρι τοῦδε.

§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, εἶναι πάντοτε ἡ αὐτή. Ἐλέγχετε αὐτοὺς καὶ αὐτοὶ ζητοῦσι καὶ προσπαθοῦσι νὰ σᾶς μεταβάλωσιν ἀπὸ ἐλεγκτοῦ εἰς ἐλεγχόμενον, νὰ σᾶς παραστήσωσιν ὡς περιπεσόντα, ἐὰν ὄχι εἰς πράξεις ἐπιληψίμους, ἀλλ’ εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας αὐτοὶ περιέπεσαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει μεγάλην μετριοπάθειαν, ἑπομένως δὲν θέλει νὰ μὲ ἐλέγξῃ δι’ ὅσα ἐγὼ ἐδαπάνησα κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886 δι’ ἀποστολὴν τηλεγραφημάτων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ τῳόντι ἠδύνατο νὰ μὲ ἐλέγξῃ, διότι, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ Κράτους, κατὰ μὲν τὸ 1885 ἐδαπανήθησαν 29,568, κατὰ δὲ τὸ 1886 25,588, ἐνῷ διὰ τὸ 1889 ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ 55,000 δραχμῶν. Δι’ αὐτὸ ἠδύνατο βεβαίως νὰ μὲ ἐλέγξῃ, καὶ εὐχαριστῶ αὐτὸν διὰ τὴν μετριοπάθειάν του ταύτην. Ἀλλ’ ὅ,τι παρατηρῶ, εἶναι ὅτι, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μετριοπάθειάν του ταύτην, ἰσχυρίσθη ἰσχυρισμοὺς, τοὺς ὁποίους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ ἐξ ἀγνοίας, ἀφοῦ τρία ἤδη ἔτη διευθύνει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, καὶ νὰ συγχύσῃ τὰ πράγματα. Ἐσύγχυσε δὲ, Κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς τὰ πράγματα, λέγων, ὅτι ἐκ τριῶν πιστώσεων πληρόνεται τὸ αὐτὸ ἔξοδον. Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρχῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, νὰ μὴ ὑπάρχῃ Προϋπολογισμὸς, νὰ μὴ ὑπάρχῃ κατανομὴ πιστώσεων, διὰ νὰ ᾖναι ἐπιτετραμμένον εἰς Ὑπουργὸν νὰ πληρόνῃ τὸ αὐτὸ ἔξοδον ἐκ τριῶν πιστώσεων. Τί ἀναμιγνύει μὲ τὰ ἔξοδα τῆς ἀποστολῆς τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα στέλλει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα στέλλουσιν αἱ ἐν Εὐρώπῃ Πρεσβεῖαι, τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα στέλλουσι τὰ Προξενεῖα, ἀφοῦ τὰ ἔξοδα ταῦτα πληρόνονται ἐξ ἄλλων πιστώσεων; Τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα στέλλουσιν αἱ Πρεσβεῖαι, ἐπληρόνοντο μέχρι τοῦ 1888 ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν ἐκτάκτων ἀποστολῶν, διότι εἶναι ἔξοδα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσιν αἱ ἔκτακτοι ἀποστολαὶ, ἡ σύστασις τῶν Πρεσβειῶν τὰ τῶν Προξενείων ἐπληρόνοντο ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ κεφαλαίου Δʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ του καὶ ἐκ τῶν γραφικῶν ἐξόδων τῶν Προξενείων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἐπαρκοῦσι· διότι, ὅταν λέγωμεν περὶ τηλεγραφημάτων τῶν Προξενείων, δὲν πρέπει νὰ ὑπολάβωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει καθ’ ἡμέραν τηλεγραφήματα ἀπὸ ὅλους τοὺς Προξένους. Οἱ Πρόξενοι τηλεγραφοῦσι μόνον ἐν ἐκτάκτῳ τινὶ ἀνάγκῃ, ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἢ εἰς τοὺς τρεῖς ἐνιαυτοὺς ἅπαξ. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ τις πολιτικὴ περιπέτεια ἢ πολιτικὴ ἀνωμαλία, τότε οἱ Πρόξενοι τηλεγραφοῦσι πολλὰ, καὶ παράδειγμα ὁ Πρόξενος τῆς Κρήτης. Καὶ ὁ Πρόξενος τῆς Κρήτης τὸ 1885 καὶ 1886 εὑρίσκετο εἰς τοιαύτας ἀνωμαλίας, εἰς οἷας δὲν εὑρέθη ὁ Πρόξενος οὗτος ἐφέτος, διότι ἐκεῖνον ἠπείλει ἡ Τουρκία νὰ ἀποβάλῃ, καὶ ἐτηλεγράφει δὶς καὶ τρὶς τῆς ἡμέρας, ἐνῷ ὑμεῖς ἐδώκατε ἅπαξ τὰς ὁδηγίας, δι’ ὧν ἐφωδιάσατε τὸν κ. Πρόξενον, ὡδηγήσατε αὐτὸν, πῶς νὰ λάβῃ τὸν Σακὴρ πασσᾶν ἀπὸ τὴν χεῖρα καὶ ὁδηγήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν κατάληψιν τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι τὰ τηλεγραφήματα τοῦ Προξένου ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐξαντλήσωσι τὸν προϋπολογισμόν. Ἔχετε πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 25,000 δραχμῶν, καὶ ζητεῖτε 30,000, καὶ τὴν ἀνεβιβάσατε εἰς 55,000. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεκάλυψε καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι ἐζήτησα ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν κατὰ τὸ 1885, ἀλλὰ δὲν ἐπληρώθησαν ἐξ αὐτῆς τὰ ὀφειλόμενα τέλη. Τοῦτο ἦτο ἔλλειψις τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ἢ τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξέδωκε τὰ ἐντάλματα. Μέριμνα ἐμὴ δὲν ἦτο τοῦτο, οὔτε ἦτο εἰς ἐμὲ δυνατὸν, ν’ ἀπασχολῶμαι εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Λογιστηρίου, ἐὰν ἐξέδωκεν ἐντάλματα ἢ δὲν ἐξέδωκε.

§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ πιστοποιῶ ἐνταῦθα, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης προέρχεται εἰδικῶς καὶ μόνον ἐκ τῆς μεγάλης τηλεγραφικῆς ἀνταποκρίσεως μεταξὺ Κωνσταντινουπόλεως καὶ Χανίων, Χανίων καὶ Ἀθηνῶν, τῆς διαμειφθείσης ὡς ἐκ τῶν τελευταίων περιστάσεων· ὁ Πρόξενος Χανίων, ὡς εἶπον καὶ προχθές, πᾶν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπέστελλεν εἰς Ἀθήνας, ἀπέστελλε καὶ εἰς Κωνσταντινούπολιν πανομοιότυπον· διότι οὕτως ἐνομίσθη, ὅτι ἔδει νὰ πραχθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ προκαταβολῆς δρ. 600,000).

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατέθηκε πρὸ μικροῦ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 150,000 πρὸς περίθαλψιν τῶν Κρητῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀρ. 182). (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 60,000).

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 10,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.

§87ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὰς ζητηθείσας ἐξηγήσεις.

§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται περὶ τῶν ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας προσερχομένων, κατατασσομένων εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἀπολυομένων ἀνδρῶν, μὴ δυναμένων νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς πατρίδας των ἄνευ τοῦ πόρου τούτου.

§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς ἐπεκρίναμεν τὸ μέτρον τοῦ νὰ κατατάσσητε τοὺς ἐκ τῶν χωρῶν ἐκείνων προερχομένους εἰς τὰ εὐζωνικὰ σώματα, ἑπομένως δὲν εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως ταύτης.

§90ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοὺς θέλετε διὰ ν’ αὐξάνητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφοφόρων σας.

§91ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο γνωρίζετε καλῶς, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι οὗτοι πρόκειται νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς πατρίδας των.

§92ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοὺς χαρακτηρίζετε ὡς φυγάδας.

§93ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φεύγουσι τὴν στρατολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει αὐτοῖς ὁ βουλγαρικὸς νόμος· δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ ἦναι Βούλγαροι· θέλουσι νὰ ἦναι Ἕλληνες. Τούτους περιθάλπομεν καὶ δεχόμεθα εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν ἡμεῖς, γινώσκοντες ὅτι ἐκπληροῦμεν καθῆκον καὶ φιλάνθρωπον καὶ ἑλληνικόν, ταῦτα πράττοντες.

§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοὺς ὁποίους ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἰδίᾳ ἡμεῖς δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ προστατεύσητε, ὅταν ἐπανέλθωσιν εἰς Βουλγαρίαν, ἀπὸ τῶν καταπιέσεων καὶ κακώσεων, εἰς τὰς ὁποίας θέλουσιν ὑποβληθῆ ὑπὸ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως.

§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε σύμβασιν, ἥτις ἐκάλυπτεν αὐτοὺς κατὰ πάσης καταπιέσεως τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως, ταύτῃ δὲ τῇ στιγμῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διαπραγματεύεται πρὸς ὑπογραφὴν νέας συμβάσεως.

§96ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφ’ ὅσον μετὰ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως εὑρισκόμεθα εἰς διαπραγματεύσεις ἐκκρεμεῖς, οἱ ἄνθρωποι οὗτοι δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς πατρίδας των, ἑπομένως ἡ πίστωσις δὲν δύναται ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ τοῖς χρησιμεύσῃ.

§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτοὶ, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀπέρχονται, καθ’ ἡμέραν ἀπολυόμενοι, ἄλλοι μὲν, οἱ δυνάμενοι, εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν, ἄλλοι δὲ εἰς τὰς γειτονευούσας πρὸς τὴν Ῥωμυλίαν χώρας, ὅπου εὑρίσκουσι πόρον ζωῆς, διότι ἐνταῦθα δὲν δύνανται εὐχερῶς νὰ προσπορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῇν.

§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλοῦσι περὶ τῆς ἀξίας τῆς πολιτικῆς τῆς πιστώσεως, καὶ λησμονοῦσιν, ὅτι κατὰ τὸ 1886, ὅτε εἶχον καταταχθῆ εἰς τὸν στρατὸν ἄνδρες ἐκ Φιλιππουπόλεως, δὲν ἠξίωσαν νὰ δώσωσιν εἰς αὐτοὺς οὔτε πέντε δραχμὰς, μετὰ τὴν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἀπόλυσίν των, ἵνα ἀναχωρήσωσιν εἰς τὰς πατρίδας των, καὶ ἠναγκάσθημεν ἡμεῖς, ἐκ τοῦ πτωχοῦ ἡμῶν βαλαντίου, νὰ χορηγήσωμεν αὐτοῖς τὰ πρὸς ἐπάνοδον εἰς τὰς πατρίδας των ἀναγκαῖα μέσα. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι μέτρον ἀντιβαῖνον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, καὶ θέλει ἐκθέσει εἰς τὰς καταδιώξεις τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως πάντας τοὺς ἀνθρώπους τούτους, τοὺς ἀξιοῦντας ὅτι ἀπέκτησαν τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν.

§99ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὅπως κάλλιστα γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ τῶν ἀρχείων του, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ προστατεύσῃ τοὺς αὐτόθι Ἕλληνας ὑπηκόους του· διατὶ δημιουργεῖ καὶ νέας ὑποθέσεις;

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.

§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἢ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἤθελον νὰ εἴπω τι περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ εὐθὺς κατόπιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένου, διότι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη πιστώσεως διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ξένων ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἤδη διεξάγουσι τὰς γεωδαισιακὰς ἐργασίας. Ἤδη ἡ Βουλὴ φαίνεται διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ τὴν πίστωσιν τῶν 50,000 δραχμῶν, δι’ ἃς ἐξεδόθη Διάταγμα, ἑπομένως φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ἐπέλθῃ τις συνεννόησις, προλαμβάνουσα πᾶσαν συζήτησιν, τοῦτο δὲ, ἀφιεμένου κατὰ μέρος τοῦ νομοσχεδίου περὶ χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας καὶ περιοριζομένου τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς δάνειον καὶ πίστωσιν διὰ τὴν χαρτογραφικὴν ἐργασίαν, εἰς μόνην τὴν πίστωσιν.

§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.

§103ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς ἀντετάχθημεν.

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν περὶ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως τῶν 10,000 δραχμῶν.

§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ ἐρωτᾶτε, διότι θὰ δειχθῇ, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ· πρέπει νὰ ἐρωτήσητε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Λομβάρδου καὶ Καλογεροπούλου).

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45
2Τῆς 19 Δεκεμβρίου 1889.
3(Τρίτη)
4Ὥρᾳ 4½ μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς
6προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται μετά τινας
7διορθώσεις).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ δικολάβοι τοῦ Εἰρηνοδικείου Νωνάκρι-
9δος παρακαλοῦσιν, ὅπως διὰ νόμου ὁρισθῶσι τὰ προσόντα
10τῶν παρὰ τοῖς Εἰρηνοδικείοις τοῦ Κράτους δικολάβων.
11Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δι-
12καιοσύνης.
13Διάφοροι συνταξιοῦχοι παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἁρμοδίου
14ὑπαλλήλου τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου, ὡς μὴ
15δίδοντες αὐτοῖς τὰ φυλλάδια τῆς συντάξεως τοῦ 1890. Ἡ
16δικαιολογία τοῦ ὑπαλλήλου εἶναι, ὅτι, κατέχοντες οὗτοι
17θέσεις φυλάκων τῆς Γενικῆς Ἐφορίας τῶν ἀρχαιοτήτων
18καὶ συνεπῶς μισθοδοτούμενοι, δὲν δικαιοῦνται εἰς σύνταξιν.
19Παραπέμπεται ἡ αἴτησίς των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
20Οἰκονομικῶν.
21§2ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ νὰ συστηθῇ παρακαλῶ ἡ ἀναφορὰ εἰς
22τὸν κ. Ὑπουργόν.
23§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
24Ὁ κ. Κοντογούρης ἔχει τὸν λόγον.
25§4ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Πρὸ 20 ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐπερώτη-
26σιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καταχωρισθεῖ-
27σαν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς καὶ ἔχουσαν οὕτω: «Ὅτε
28ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε τὸν νόμον ᾼΦΝΔʹ τῆς 30 Ἰουνίου
291887 περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν καὶ μεταθέ-
30σεως αὐτῶν, οἱ πάντες ὑπέθεσαν, ὅτι εἰς τὸ μέτρον τοῦτο
31ὡρμήθη ἐκ λόγων ἀνωτέρων καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς
32δικαστικῆς ἀρχῆς. Καὶ τῳόντι τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἐθεωρήθη
33ὡς ἀναγκαῖον παρακολούθημα τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος.
34Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον δὲν ἐπιτρέπεται μετάθεσις δικα-
35στοῦ, εἰμὴ μετὰ διετίαν, καὶ τοῦτο ἐν μηνὶ μόνον Αὐγού-
36στῳ. Κατ’ ἐξαίρεσιν μόνον ἐπιτρέπεται ἡ μετάθεσις καὶ
37πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς διετίας, ὅταν βεβαιωθῇ ἡ ἀνάγ-
38κη δι’ ἐκθέσεως ᾐτιολογημένης τῶν ἁρμοδίων παρὰ Πρω-
39τοδίκαις καὶ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέων. Σήμερον ἀνέγνων,
40ὅτι μετετέθησαν πολλοὶ Πρωτοδίκαι. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
41γὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐβεβαιώθη ἡ ἀνάγκη τῆς μεταθέ-
42σεως τῶν δικαστῶν ἐκείνων, καὶ μεταθέσεως ἐν τοιαύτῃ
43ὥρᾳ τοῦ ἔτους καὶ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν λειτουργοῦσιν ἅπαν-
44τα τὰ Δικαστήρια, πολιτικὰ καὶ ποινικά; Παρακαλῶ τὸν
45κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τι τὸ κω-
46λῦον, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν κκ.
47Εἰσαγγελέων, διότι πολλὰ διεδόθησαν, τὰ ὁποῖα θέλω νὰ
48πιστεύω, ὅτι ἦσαν ἀνακριβῆ.»
49Πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ μ’ ἐρω-
50τήσῃ ἰδιαιτέρως, τίνα ἔκθεσιν ἐπεθύμουν νὰ προσαγάγῃ,
51καὶ νὰ ὁρίσω τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ἐνόησα
52ὅτι ἦτο ὑπεκφυγὴ, καὶ ἀπεφάσισα νὰ μὴ κάμω λόγον
53περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφοῦ ἐπείσθην, ὅτι θὰ ἦτο
54ματαιοπονία. Ἀλλὰ μετὰ τὰ χθὲς ἐκτυλιχθέντα περὶ τοῦ
55τρόπου, δι’ οὗ ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ διεξάγωνται τὰ τῆς
56δικαιοσύνης, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ καταθέσω καὶ ἐγὼ
57μίαν ἔτι ἀπόδειξιν τοῦ σεβασμοῦ αὐτῆς πρὸς τὰ δικαστή-
58ρια καὶ τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς.
59Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἠθέλησαν νὰ καταστήσωσι καὶ τὴν
60Δικαιοσύνην θεραπαινίδα τῶν κομματικῶν αὑτῶν συμφε-
61ρόντων. Κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν τὸ κατώρθωσαν.
62Ἰσόβιοι δικασταὶ, δυνάμει τοῦ πολιτεύματος, ἐτάχθησαν
63ἐκεῖ, ὅπου ἵστανται, ἵνα δικάζωσι τοὺς πολίτας, περιφρο-
64νοῦντες τὰς ἑκάστοτε ἀποπείρας πρὸς σαγήνευσιν αὐτῶν.
65Ἀπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν ἔχουσι τίποτε νὰ ἐλπί-
66ζωσιν, ἀφ’ ὅτου ἀνεκήρυξεν ὡς δόγμα αὑτῆς, ὅτι ὁ Ὑπουρ-
67γὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀνώτερος τῶν δικαστικῶν ἀπο-
68φάσεων. Ἡ Πολιτεία κρατεῖ σημειώσεις, καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ
69ὥρα, ἐν ᾗ οἱ εὐσυνείδητοι, οἱ ἀκέραιοι, οἱ φιλότιμοι καὶ
70φιλόπονοι δικασταὶ θὰ λάβωσι τὸ βραβεῖον τῶν πρὸς αὐτὴν
71ὑπηρεσιῶν των.
72Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις παρεβίασε πάντα νόμον, δὲν ἦτο
73δυνατὸν νὰ σεβασθῇ καὶ τὸν νόμον τοῦ 1887, ὅστις ἐθεω-
74ρήθη ὡς παρακολούθημα τῆς ἰσοβιότητος, θέλω νὰ εἴπω
75τὸν νόμον περὶ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν ἐπὶ διετίαν. Με-
76τέθεσεν ἐσχάτως ἐκ τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν τὸν παρ’ Ἐφέ-
77ταις Εἰσαγγελέα, οἰκογενειάρχην, ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, χά-
78ριν συναλλαγῆς· οὐδὲν μὲ συνδέει πρὸς τὸν κύριον ἐκεῖνον,
79ὅστις ἦτο σκεῦος τῆς ἐκλογῆς της. Δικαίωμα βεβαίως
80εἶχε νὰ τὸν μεταθέσῃ. Ἀλλὰ σημειῶ τὸ γεγονὸς, ὅπερ
81ποικιλοτρόπως ἐσχολιάσθη, πρὸς βλάβην τῆς Κυβερνήσεως.
82Ἀλλ’ ἡ συναλλαγὴ ἀπῄτησε τὴν μετάθεσιν πολλῶν δι-
83καστῶν τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν, ὡς καὶ τὴν
84μετάθεσιν ἐκ Πατρῶν δικαστοῦ ἐντίμου καὶ ἀκεραίου· ἀπόδει-
85ξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸν
86μετέθεσεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς πατρίδος του. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἦτο
87καλὸς δικαστὴς, διατὶ νὰ ἀδικηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Πατρῶν;
88Μετετέθη, γράφει τὸ Διάταγμα, πρὸς πλήρωσιν κενῆς θέ-
89σεως. Ἀλλὰ τότε παραβιάζεται τὸ ἄλλο Διάταγμα περὶ
90ὁρισμοῦ ἀριθμοῦ Πρωτοδικῶν, καθ’ ὅ οἱ ἐν Πάτραις Πρω-
91τοδίκαι εἰσὶ 12. Ἐδημιουργήθη λοιπὸν κενὸν, ὅπως πλη-
92ρωθῇ ἄλλο κενόν. Διατὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μετέ-
93θεσεν ἄλλον Πρωτοδίκην, καθ’ οὗ προσηκόντως ἔχει βε-
94βαιωθῇ ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου μηνὸς ἡ ἀνάγκη τῆς μεταθέ-
95σεως αὐτοῦ; Ἐκτὸς τούτου, ποῖον κενὸν ἐννοεῖ ὁ νόμος;
96Ἐννοεῖ καὶ τὸ κενὸν ἐκ θανάτου δικαστοῦ; Δὲν τὸ πι-
97στεύω. Τὸ κενὸν ἐκ θανάτου πληροῦται ἀμέσως διὰ τοῦ
98διορισμοῦ δικαστοῦ ἐκ τοῦ καταλόγου, ὃν ἔχει ἀνὰ χεῖ-
99ρας ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀπεβίωσεν ἐν Μεσολογγίῳ δικαστής;
100ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδύνατο ἀμέσως νὰ διορίσῃ ἄλλον.
101Εὐλαβούμενος τὸ ζήτημα, δὲν λέγω πλειότερα, ὅπως
102διατρανώσω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν γε-
103νικὴν τῆς κοινωνίας γνώμην, ὅτι καὶ ἡ Δικαιοσύνη ἤρ-
104χισε νὰ παραλύῃ ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τῆς ἀναμορφωτικῆς
105Κυβερνήσεως. Ἐφημερὶς, διερμηνεύουσα τὸ φρόνημα τῶν
106ἀνεξαρτήτων πολιτῶν Πατρῶν, ἐφημερὶς μὴ ἀντιπολιτευο-
107μένη, ἐν σπουδαίῳ ἄρθρῳ «ἡ Πολιτικὴ καὶ ἡ Δικαιοσύνη»,
108λέγει καὶ ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ.
109Τρικούπη, ἐκ πολλῶν κρινομένη, δὲν δύναται δυστυχῶς νὰ
110καταλεχθῇ εἰς τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας. Ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ
111αὐτῆς νὰ συγκρατηθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ τῆς ψήφου τῆς
112Βουλῆς, οὐδὲν διστάζει νὰ χορηγήσῃ εἰς ἀντάλλαγμα τῆς
113ψήφου ἐκείνης· δυστυχῶς οὐδὲ δικαστικὴν ἐξουσίαν. Θλιβερὰ
114τούτου ἔχομεν μαρτύρια ἐνταῦθα, ἵνα μὴ ἀνατρέχωμεν ἀλ-
115λαχοῦ καὶ μακρὰν ἡμῶν».
116Τελειώνει δὲ τὸ περισπούδαστον ἐκεῖνο ἄρθρον του ὁ «Φο-
117ρολογούμενος» διὰ τῶν ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἂν δὲν
118ἀποτεινώμεθα, διὰ τοὺς λόγους τούτους, πρὸς τοὺς κκ. Βου-
119λευτὰς, ἀποτεινώμεθα μετὰ θάῤῥους πρὸς τὴν Κυβέρνησιν
120τοῦ τόπου, καὶ ἐξορκίζομεν αὐτὴν, νὰ θέσῃ τὸ ὅριον τῆς
121βουλευτικῆς παντοκρατορίας μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, ἐξ
122οὗ ἄρχεται τὸ ὅριον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι, ἐν ᾗ
123ἂν ἡμέρᾳ ὁ φραγμὸς, ὅστις περιφρουρεῖ τὴν δικαστικὴν ἐξου-
124σίαν, καταπέσῃ καὶ μείνῃ αὕτη ἀφρούρητος καὶ ἔκθετος
125εἰς τὴν βουλευτικὴν κατάκτησιν, ἐκλείπει καὶ ἡ τελευ-
126ταία ἄγκυρα σωτηρίας ἐκ τοῦ τόπου, καὶ ἡ περὶ πάν-
127των ἀμφιβολία ὑποκαθίσταται εἰς τὰ τελευταῖα λείψανα
128τῆς ἐννόμου τάξεως.»
129Ἀλλ’ ἐγὼ εἰς οὐδένα ἀποτείνομαι, καὶ οὐδεμίαν θερα-
130πείαν ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων προσδοκῶ. Σημειῶ μόνον τὰ
131γεγονότα, καὶ πέποιθα, ὅτι θὰ ζητηθῇ μίαν ἡμέραν ὁ λόγος
132περὶ πάντων τῶν πεπραγμένων.
133§5ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν δὲν
134ἐδόθη ἐγκαίρως ἀπάντησις εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν
135ἀληθῶς πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλεν, ὅπως κατα-
136θέσω εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις περὶ μεταθέσεως δικαστῶν,
137τῆς βραδυτῆτος ταύτης αἴτιος εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Βουλευ-
138τῆς, ὅπως ἔσχε τὴν εἰλικρίνειαν καὶ μόνος του νὰ ὁμολο-
139γήσῃ. Τὴν δευτέραν ἢ τρίτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς
140τῆς ἐπερωτήσεως, ἣν ἐθεώρησα γενικωτέραν πως, παρεκά-
141λεσα τὸν κ. Βουλευτὴν, νὰ καθορίσῃ, τίνας προτάσεις περὶ
142τίνων μετατεθέντων δικαστῶν ζητεῖ, ἵνα δυνηθῶ νὰ προσ-
143αγάγω αὐτάς· ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ εἶπεν, ὅτι ἤθελε μὲ
144πληροφορήσει περὶ τούτου· δὲν μοὶ ἔδωσεν ὅμως κἀμμίαν
145πληροφορίαν, μοὶ ἐφάνη μάλιστα ἐγκαταλείπων τὴν ἐπε-
146ρώτησίν του. Σήμερον ὁμολογεῖ μὲν τοῦτο, λέγει ὅμως ὅτι
147ἐθεώρησεν ὡς ὑπεκφυγὴν τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ
148ἔκαμα πρὸς αὐτὸν, ἵνα καθορίσῃ περὶ τίνων δικαστῶν ἐνόει
149νὰ μάθῃ, καὶ νὰ γινώσκω ἐὰν θέλῃ τὰς προτάσεις περὶ μετα-
150θέσεως ὅλων τῶν δικαστῶν ἀπὸ τοῦ 1887 μέχρι σήμερον ἢ
151ὡρισμένων δικαστῶν καὶ τίνων. Πληροφορίαν οὐδεμίαν, κα-
152θορισμὸν οὐδένα μοὶ ἔδωκεν· ἡ ἐρώτησίς μου ἦτο εἰλικρινε-
153στάτη, εἶμαι δὲ ἐν πάσῃ στιγμῇ ἕτοιμος νὰ κομίσω πρὸς
154τὴν Βουλὴν πᾶν ἔγγραφον, σχετικὸν πρὸς ὑποδειχθησομέ-
155νην μετάθεσιν δικαστοῦ, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἐξ ἐκείνων, τὰ
156ὁποῖα δύναται νὰ κατατίθηνται ἐν τῇ Βουλῇ.
157Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ τῆς ὑπ’ αὐτοῦ προκληθείσης, ὡς
158εἶπον, βραδυτῆτος ταύτης περὶ τὴν προσαγωγὴν τῶν ζητη-
159θέντων ἐγγράφων ἐθεώρησεν, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ τραπῇ καὶ
160εἰς γενικωτέραν ἔρευναν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιο-
161σύνης. Πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης θέλει
162ἀποδεχθῇ, ὅτι, ἂν ὑπῆρξέ ποτε ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐγένετο
163ἀπόπειρα, ὅπως ἡ δικαστικὴ ἐξουσία μεταβληθῇ εἰς θερα-
164παινίδα τῆς πολιτικῆς, ἡ ἐποχὴ ἐκείνη βεβαίως δὲν εἶναι ἡ
165παροῦσα. Παρεπονήθη συγκεκριμένως ὁ κ. Βουλευτὴς διὰ
166τὴν μετάθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐκ Πατρῶν
167καὶ δικαστοῦ τινος ἐκ Πατρῶν ἐπίσης, καὶ ἠκούσατε πόσον
168εὔφημον μνείαν ἐποιήσατο τῶν δύο αὐτῶν δικαστικῶν λει-
169τουργῶν, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἡμεῖς τὴν αὐτὴν ἔχομεν
170ἰδέαν· ὅτε δ’ αὐτοὶ ἀπεστέλλοντο εἰς Πάτρας, παρ’ ἡμῶν
171ἐστέλλοντο, τὸν πληροφορῶ δὲ, ὅτι ἡ ἐκεῖθεν μετάθεσίς των
172οὐδόλως δεικνύει μείωσιν τῶν περὶ αὐτῶν ἀγαθῶν ἰδεῶν
173ἡμῶν, τὰς ὁποίας εἴχομεν, ὅτε ἐτοποθετοῦμεν αὐτοὺς ἐκεῖ,
174οὔτε ἐννοῶ, πόθεν ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν
175ἀνάγκην τῆς ἐκεῖ διαρκοῦς παραμονῆς τῶν παρ’ ἡμῶν ἐκεῖ
176τοποθετηθέντων δικαστῶν. Διὰ λόγους καθαρῶς ὑπηρεσια-
177κούς, ὧν καὶ ἡ Βουλὴ ἐξ ἐπερωτήσεως ἔσχεν ἐν μέρει γνῶ-
178σιν, παρίστατο ἀνάγκη, ἵνα ἡ Εἰσαγγελία τῶν Ἐφετῶν
179Λαρίσης διευθυνθῇ ἐπί τινα τοὐλάχιστον χρόνον παρ’
180Εἰσαγγελέως ἐκ τῶν δοκιμωτέρων, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐξελε-
181ξάμην καὶ μετέθεσα ἐκεῖσε τὸν κ. Μπούφην. Κενωθείσης δὲ
182διὰ θανάτου θέσεως δικαστοῦ ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Μεσο-
183λογγίου, μετέθεσα ἐκεῖ, χρώμενος τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον
184ὁ νόμος μοὶ δίδει, δικαστήν τινα ἐκ Πατρῶν, ὑπὲρ τοῦ
185ὁποίου ἠκούσατε πόσα ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν. Εὐχαριστοῦ-
186μαι ἀκούων ταῦτα, οὐδὲ μεταμέλομαι διότι μετέθεσα αὐτὸν
187εἰς Μεσολόγγιον. Ἀλλ’ ἐρωτᾷ, διατὶ νὰ τὸν μεταθέσω;
188Διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ μετατεθῇ τις εἰς Μεσολόγγιον. Διατὶ
189δὲ νὰ πληρώσω κενὸν ἐν Μεσολογγίῳ, δημιουργῶν κενὸν ἐν
190Πάτραις; Εἶχον τὴν ἐλπίδα, ὅτι τοιαῦτα ἐρωτήματα ὁ κ.
191Βουλευτὴς, ὅστις διῆλθεν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύ-
192νης, δὲν ἤθελεν ὑποβάλει. Ὁ λόγος εἶναι καταφανής· εἰς
193Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔχουν πέντε δικαστὰς καὶ τὸν Πρόε-
194δρον, οἷον τὸ τοῦ Μεσολογγίου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ
195μένωσι θέσεις κεναὶ, ἐνῷ εἰς Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι
19615 δικαστὰς, οἷον τὸ τῶν Πατρῶν, δύναται νὰ μείνῃ ἀζη-
197μίως προσωρινόν τι κενόν. Μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν συνεπλη-
198ρώθη ἡ θέσις ἐν Πάτραις, θέλει ὅμως ταχέως συμπληρωθῆ.
199Ταῦτα ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντη-
200σιν τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ἐπανα-
201λαμβάνω δὲ, ὡς πρὸς τὰς γενικωτέρας περὶ διαχειρίσεως
202τῆς δικαιοσύνης γνώμας, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ συζητήσω
203μετ’ αὐτοῦ ἐν πάσῃ στιγμῇ, μὲ τὴν ἐκ τῶν προτέρων πε-
204ποίθησιν, ὅτι θέλει ἀποδειχθῆ ὅτι, ἐάν ποτε ἐγένετο ἀπό-
205πειρα, ἵνα ἡ δικαιοσύνη χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς,
206ἡ ἐποχὴ αὕτη δὲν εἶναι ἡ παροῦσα.
207§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μετὰ τὴν πομπώδη ὁμιλίαν τοῦ κ.
208Ὑπουργοῦ, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω δύο λέξεις.
209Ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἀκούοντες τούτου,
210λέγοντος ὅσα εἶπε, ζῶμεν ἐν ἄλλῳ Κράτει. Ἐν Μεσολογ-
211γίῳ, εἶπεν, ἀπεβίωσε δικαστὴς, καὶ ἠναγκάσθη διὰ μεταθέ-
212σεως δικαστοῦ ἐκ Πατρῶν νὰ συμπληρώσῃ τὸ κενόν. Ἀλλ’
213ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου δύο δικασταὶ ἐντιμότατοι καὶ ἀκε-
214ραιότατοι μετετέθησαν ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου Ἠλείας, ὁ κ.
215Ταμπακόπουλος καὶ ὁ κ. Διγενόπουλος. Ποῖος ὁ λόγος τῆς
216μεταθέσεως τῶν δικαστῶν τούτων, κύριε Ὑπουργέ; ποῖον
217κενὸν παρήχθη εἰς τὰ Δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἐξεσφεν-
218δόνησας τοὺς ἐντίμους τούτους δικαστάς; Εἶναι γνωστὰ τὰ
219ἐλατήρια, κύριε Πρόεδρε, τὰ προκαλέσαντα τὴν μετάθεσιν
220τῶν δικαστῶν τούτων, καὶ ἀφοῦ τὰ ἐλατήρια ταῦτα εἶναι
221γνωστά, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς προσέρχεται ἐν τῇ Βουλῇ,
222ἀπαντῶν πρὸς τοὺς ἐπερωτῶντας Βουλευτὰς μετὰ τοσούτου
223κόμπου;
224Παρακαλῶ λοιπὸν αὐτὸν, νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τοῦ
225ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἠλείας Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ τῶν ἐν
226Πάτραις Ἐφετῶν, καὶ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους τῆς μεταθέ-
227σεως τῶν εἰρημένων δύο δικαστῶν.
228§7ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω γενικωτέραν
229παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Παρα-
230καλῶ αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν δι-
231καιολογοῦνται αἱ μεταθέσεις τῶν δικαστῶν ἀπὸ τοῦ Σε-
232πτεμβρίου μέχρι σήμερον.
233§8ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν, καὶ παρακαλῶ
234τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέ-
235σεις τῶν Εἰσαγγελέων Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν, δι’ ὧν
236δικαιολογοῦνται αἱ μεταθέσεις ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1889.
237§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Χρόνης Μπασδέκης ζητεῖ αὔξησιν τῆς
238ἑκατονταδράχμου συντάξεώς του, ἥτις τῷ ἐχορηγήθη ἀπὸ
239τοῦ 1841. Θὰ σταλῇ ἡ αἴτησίς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
240Ἐσωτερικῶν.
241§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πέρυσιν ὑπέβαλεν ὁ ἴδιος
242ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν εἷς τῶν ἀξιοτίμων συνα-
243δέλφων τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Ὁ ἀναφερόμενος ἀναξιοπαθεῖ
244ὁμολογουμένως.
245§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πράγματι ἀναξιοπαθεῖ.
246§12ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογουμένως καὶ ἀγωνιστὴς εἶ-
247ναι καὶ πένης· ἑπομένως καλὸν εἶναι, ἡ Κυβέρνησις νὰ
248ἔλθῃ ἀρωγός.
249§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἡ αἴτη-
250σίς του συστημένη, διότι πράγματι ἔχει δικαιώματα ἀνε-
251γνωρισμένα ὁ ἄνθρωπος.
252§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέ-
253διον περὶ πιστώσεως διὰ τὴν χιλιομετρικὴν ἀποζημίωσιν
254τῶν σιδηροδρόμων Πατρῶν καὶ Πύργου, καὶ Μεσολογγίου
255καὶ Ἀγρινίου ὡς πρὸς τὰ τμήματα, ἐφ’ ὧν εἶναι ἀπαιτητὴ
256ἡ ὀφειλὴ τῶν 20,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον. Ὑπο-
257βάλλω προσέτι καὶ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως
258διὰ τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου. Παρα-
259καλῶ δὲ, ὅπως ἀμφότερα ταῦτα τὰ νομοσχέδια παραπεμ-
260φθῶσιν εὐθὺς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
261ἰδίᾳ δὲ τὸ δεύτερον, τὸ περὶ πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τῶν
262μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, διότι ἐπίκεινται αἱ
263διακοπαί, ὡς ἐκ τῶν ἑορτῶν, καὶ εἶναι πρέπον πρὸ τῶν
264διακοπῶν νὰ ψηφισθῶσι τὰ δύο δωδεκατημόρια, ἵνα κανο-
265νικῶς λειτουργήσῃ ἡ ὑπηρεσία.
266§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ δὲν ὑποβάλλετε πίστωσιν
267μόνον διὰ τὸν Ἰανουάριον;
268§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ
269τὸ ταχύτερον, εἰμὴ πρὸς τὰ τέλη τοῦ Ἰανουαρίου. Ναὶ
270μὲν ἡ διακοπὴ γενήσεται ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας, ἀλλὰ συνήθως
271συμβαίνει νὰ μὴ ἐπανέρχωνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὴν
272εἰκοστὴν ἡμέραν, ὥστε δὲν θὰ ἦναι ἐφικτὴ ἡ ἔγκαιρος ψήφι-
273σις τοῦ δευτέρου δωδεκατημορίου.
274§17Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
275§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ
276συνέλθωσιν ἀμέσως.
277§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συνιστῶ ὅπως καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον
278περὶ πιστώσεως, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν χιλιομετρικὴν ἀποζη-
279μίωσιν, ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπή, ἵνα δυνηθῶμεν πρὸ τῶν
280διακοπῶν νὰ τὸ ψηφίσωμεν, διότι εἶναι ἡ ὀφειλὴ ἀπαιτητή.
281§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι παρών.
282Παρακαλεῖται νὰ προσκαλέσῃ τοὺς συναδέλφους του, ὅπως
283λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰ νομοσχέδια καὶ ὑποβάλωσι τὰς ἐκθέ-
284σεις των. Τὰ νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
285(Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 175–176).
286§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω
287νομοσχέδιον περὶ προσθέτου φόρου ὑπὲρ τοῦ δήμου Ἀρή-
288νης, καὶ ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσση-
289νίας περὶ τοῦ ἂν ἐχορηγήθη εἰς τὰ μέλη τῆς Νομαρχιακῆς
290ἐπιτροπῆς Μεσσηνίας ἄδεια ἀπουσίας ἐκ τῆς ἕδρας αὐτῶν,
291πότε ἐχορηγήθη αὕτη καὶ διὰ πόσον χρόνον, λέγω, ὅτι δὲν
292ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ δοθῇ ἄδεια εἰς οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς Νο-
293μαρχιακῆς ἐπιτροπῆς Μεσσηνίας.
294§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν ὁμολογίαν ταύτην τοῦ κ.
295Ὑπουργοῦ, ἐπειδὴ μοῦ χρειάζεται διὰ τὸ Δικαστήριον,
296παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοῦ διαβιβάσητε κεκυρωμένην
297διὰ τῆς ὑπογραφῆς ὑμῶν, καθόσον τὰ μέλη ταῦτα οὐδέ-
298ποτε ἔμειναν ἐν Μεσσηνίᾳ. Διατρίβουσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας
299των καὶ πληρόνονται οὐχ ἧττον τοὺς μισθούς των.
300§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης ὑπέβαλε τὴν πρὸ ὀλί-
301γου γενομένην ἐπερώτησιν του ἐγγράφως.
302Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
303§24ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας δια-
304τάξεως δύο λέξεις. Παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν
305χθὲς ἐζητήθησαν δύο ἐκθέσεις· τὴν μίαν ἐζήτησεν ὁ ἐξ
306Ἀχαΐας βουλευτὴς κ. Παπαγιαννακόπουλος, τὴν ἑτέραν
307ἐγώ. Αἱ ἐκθέσεις αὗται ἐστάλησαν ὑπὸ τῶν κυβερνητῶν
308τῶν δύο πολεμικῶν πλοίων, τῆς «Ἑλλάδος» καὶ τῶν
309Ψαῤῥῶν,» εὑρίσκονται δὲ ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου
310τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν τὰς κατέθεσε σήμερον.
311Παρακαλῶ νὰ μοὶ δηλώσῃ, ὑπάρχουν αἱ ἐκθέσεις αὗται ἢ
312ὄχι, καὶ πότε ἐννοεῖ νὰ τὰς καταθέσῃ;
313§25ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ αἴτησις
314αὕτη ὑπεβλήθη χθές, ἠθέλομεν δὲ προθυμοποιηθῆ νὰ τὰς
315καταθέσωμεν καὶ σήμερον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπὶ μιᾶς τῶν ἐκθέ-
316σεων αὐτῶν ἐζητήθησαν πληροφορίαι τινὲς, ἐπιφυλάσσομαι
317νὰ τὰς καταθέσω ὅταν λάβω τὰς πληροφορίας ταύτας, τὰς
318ὁποίας θὰ ἔχω ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ὅτε ἡ ἔκθεσις ἔσεται
319πλήρης.
320§26ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι
321ἐζήτησαν τὰς ἐκθέσεις ταύτας, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἄλλων
322πληροφοριῶν.
323§27ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχω ἀνάγκην ἐγώ.
324§28ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἀρκῶνται εἰς ταύ-
325τας οἱ Βουλευταί, νομίζοντες ὅτι εἶναι πλήρεις, δὲν ἔχετε
326τὸ δικαίωμα σεῖς νὰ λέγητε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχετε
327ἀνάγκην νὰ ζητήσητε πληροφορίας παρὰ τῶν κυβερνη-
328τῶν τῶν πλοίων, τῶν ἀποστειλάντων τὰς ἐκθέσεις. Ἡμεῖς
329παραιτούμεθα τῶν πληροφοριῶν· ἀρκούμεθα εἰς τὰς πληρο-
330φορίας, τὰς περιεχομένας ἐντὸς τῶν ἐκθέσεων· θέλομεν νὰ
331τὰς ἔχωμεν ταχέως, ἀφοῦ ἡ τακτικὴ Σύνοδος λήγει ἐντὸς
332ὀλίγου.
333§29ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ τακτικὴ Σύνοδος δὲν λήγει, ἀφοῦ
334εἴδετε, ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή. Ἄλλως τε ἔχω τὸ
335σύστημα νὰ ἀπαντῶ πάντοτε εἰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι
336ἀπευθύνονται παρὰ τῶν κκ. Βουλευτῶν. Ἐκ τῆς αἰτήσεως
337ὅμως τῆς χθὲς ὑποβληθείσης, εἶδον ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ
338λάβω πληροφορίας, ὅπως τεθῶ εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω
339εἰς τὰς ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ
340τὰς ὁποίας ἀρκετὰ σαφῶς ὑπηνίχθη. Εἰς ἐμὲ ἀπόκειται
341νὰ κρίνω, πότε θὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω τὰς ζητηθείσας
342ἐκθέσεις, νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν αὗται προσαχθῶσι μετὰ τρεῖς
343ἡμέρας, κατ’ οὐδὲν τὸ δημόσιον συμφέρον θὰ ὑποστῇ βλάβην.
344§30ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἐζή-
345τησα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐκθέσεων, εἶναι, νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ
346ὁποία εἶναι ἡ ποιότης τῶν ναυτῶν τῶν πτυχιούχων, οἱ
347ὁποῖοι ἐξέρχονται κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ κεντρικοῦ προγυμνα-
348στηρίου. Ἂν μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐκθέσεων προκληθῇ
349συζήτησις, ἐκ τῆς ὁποίας θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη
350περαιτέρω πληροφοριῶν, εἴτε ἐκ μέρους τοῦ προπαιδευτη-
351ρίου, εἴτε ἐκ μέρους τῶν κυβερνητῶν, ὁ Ὑπουργὸς δύναται
352νὰ ζητήσῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ λάβῃ αὐτὰς
353τὰς πληροφορίας, ἐνόσῳ ὅμως δὲν παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη
354αὕτη, δὲν δικαιοῦται νὰ μὴ τὰς ὑποβάλῃ, διότι δὲν γνω-
355ρίζει ἀπὸ τοῦδε, ἂν θέλουν χρησιμοποιήσει τὰς ἐκθέσεις
356ταύτας οἱ αἰτήσαντες πρὸς ἔλεγχον αὐτοῦ.
357§31ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἰδοὺ διατὶ θέλω νὰ λάβω τὰς πληρο-
358φορίας καὶ κατόπιν νὰ ὑποβάλω τὰς ἐκθέσεις, διότι εἴπετε,
359ὅτι τὸ ποιὸν τῶν πτυχιούχων εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἀπο-
360δεικνύει τὸ ναυάγιον τοῦ συστήματος τοῦ νέου νόμου περὶ
361ναυτολογίας. Καὶ ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας διὰ νὰ μάθω,
362πόθεν προῆλθον οἱ ναῦται, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὰ
363«Ψαῤῥά»· ἐξῆλθον ἐκ τοῦ προπαιδευτηρίου τοῦ Πόρου,
364εἶχον πτυχία ἢ ὄχι; Ἔχω ἀνάγκην λοιπὸν ὅλων τῶν
365πληροφοριῶν αὐτῶν, ὅπως ἀποδείξω τοὺς ἰσχυρισμούς σας
366μὴ ἀκριβεῖς, καὶ ὅπως ἀποδείξω, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα
367τοῦ νέου συστήματος εἶναι λαμπρά.
368§32ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ
369σᾶς ἐξαναγκάσω νὰ τὰς καταθέσητε. Ἀλλ’ ἐὰν ἰσχυριζώ-
370μεθα, ὅτι ἡ ποιότης τῶν ναυτῶν δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν
371ὁποίαν ἤλπιζεν ἡ Βουλὴ ὅτι θὰ ἦναι, ὅτε ἐψήφιζε τὸν
372νόμον αὐτὸν, αἴτιοι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, ἀλλ’ οἱ κυβερνῆται,
373οἱ ὁποῖοι ἔστειλαν τὰς ἐκθέσεις.
374§33ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδέποτε οὔτε οἱ κυβερνῆται τῶν πο-
375λεμικῶν πλοίων εἶπον τοιοῦτόν τι.
376§34ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν αἱ ἐκθέσεις τῶν κυβερνη-
377τῶν λέγουν, ὅτι ἡ ποιότης τῶν ναυτῶν εἶναι καλὴ, δὲν
378ἔχετε ἀνάγκην ἄλλων πληροφοριῶν. Ἂν ὅμως λέγουν, ὅτι
379οἱ ναῦται εἶναι ἀνίκανοι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπηρεσιῶν,
380τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ διοργανισμῷ τοῦ πολεμικοῦ
381ναυτικοῦ, τότε αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, εἶναι
382ἄχρηστοι. Ἀλλ’ οἱ κυβερνῆται τῶν πλοίων ἤξευρον τί
383ἔγραψαν.
384§35ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἰς τὰ «Ψαῤῥά»
385ἐτέθησαν ναῦται πρὸ δύο μηνῶν καταταχθέντες, τοῦτο βε-
386βαίως δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ ναῦται δὲν εἶναι καλοὶ, ἀλλ’
387ἀποδεικνύει, ὅτι κακῶς ἔπραξε τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυ-
388στάθμου, καταρτίσαν τὸ πλήρωμα ἐξ ἀγυμνάστων ναυτῶν.
389Ἑπομένως πρέπει νὰ λάβωμεν τὰς πληροφορίας, διότι
390εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἂν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θὰ
391σᾶς δώσω, σᾶς πείσωσιν, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε
392τοιοῦτον θέμα, δὲν θὰ θελήσητε ἀδίκως νὰ κατακρίνητε τὸ
393ναυτικὸν τῆς πατρίδος ἡμῶν.
394§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγον παράδοξος μοὶ φαίνεται
395ἡ τακτικὴ τοῦ Ὑπουργοῦ. Δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐζή-
396τησαν τὴν καταβολὴν δύο ἐκθέσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
397Ναυτικῶν, προφητεύων τρόπον τινὰ περὶ τῶν συμπερασμά-
398των, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐξαγάγει, ἀρνεῖται νὰ καταθέσῃ τὰς
399ἐκθέσεις ταύτας, πρὶν λάβῃ πληροφορίας τινάς. Ἀλλὰ τίς
400εἶπεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖαι αἱ πληροφο-
401ρίαι αὗται; οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐζήτησαν νὰ κατατεθοῦν
402ἔγγραφα, ἀφοῦ δὲ κατατεθοῦν, εἶναι ἕκαστος κύριος νὰ ἐξα-
403γάγῃ οἱαδήποτε συμπεράσματα ἐγκρίνῃ ἐκ τῶν ἐκθέσεων
404τούτων. Ἂν τὰ συμπεράσματα αὐτὰ ἦναι πρὸς βλάβην
405τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ πρὸς ζημίαν τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι κύριος
406ὁ Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἕως
407οὗ προσαγάγῃ νέα ἔγγραφα. Τὸ νὰ λέγῃ ὅμως εἷς Ὑπουρ-
408γὸς, ὅτι δὲν τὰ καταθέτει διότι ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ
409καὶ ἄλλας πληροφορίας συμπληρωματικὰς, διὰ τῶν ὁποίων,
410καθὼς ἐνόησεν, ἀναιροῦνται τὰ ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἐκείναις
411διαλαμβανόμενα, τοῦτο εἶναι πρωτοφανές. Ἐζήτησαν οἱ
412κύριοι νὰ κατατεθοῦν ἔγγραφα, καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν
413ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ καταθέσῃ. Πρέπει νὰ τὰ
414καταθέσῃ, καὶ ἂν θέλῃ νὰ φέρῃ ἄλλα ἔγγραφα πρὸς δικαιο-
415λόγησιν τῆς ὑπηρεσίας του, οὐδεὶς τὸν κωλύει, καὶ βεβαίως
416ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὰ ἔγγραφα, θέλουν δεχθῆ
417πᾶσαν ἀναβολὴν, ἂν πρόκηται νὰ προσαχθοῦν ἄλλα ἔγ-
418γραφα.
419§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι
420τὰ ἔγγραφα θέλει προσαγάγει, ἀλλ’ εἶπε συνάμα, ὅτι πρέπει
421νὰ συμπληρωθῶσι, πρὶν ἢ προσαχθῶσι, καὶ ὅτι ἀπαιτοῦν-
422ται τρεῖς ἡμέραι πρὸς τοῦτο. Ἡ συμπλήρωσις αὕτη εἶναι
423ἀπολύτως ἀναγκαία, δὲν εἶναι δὲ ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, ὅτι
424δυνάμεθα μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων νὰ ἀναβάλωμεν
425τὴν συζήτησιν, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ. Δὲν ἀρκεῖ, ὅταν τὰ ὑπο-
426βαλλόμενα δίδουσι μὴ ἀληθῆ ἰδέαν περὶ τοῦ πράγματος,
427περὶ οὗ ζητοῦνται πληροφορίαι. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς γινώ-
428σκῃ, ὅτι τὸ ἔγγραφον εἶναι ἀτελὲς, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ
429ἀφοῦ τὸ συμπληρώσῃ, δὲν ὀφείλει νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως δια-
430δοθῶσι τὰ ἐν αὐτῷ ἀτελῆ, ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ταχί-
431στην συμπλήρωσιν, ὅπως μετ’ αὐτὴν ὑποβάλῃ τὸ ἔγγραφον,
432παρέχον πιστὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων. Τοῦτο θέλουσι
433πάντες, ὅσοι καλῇ τῇ πίστει ἐπιθυμοῦσι νὰ συζητήσωσιν
434ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ ζητοῦντες τὴν
435κατάθεσιν. Ἂν ὑπῆρχε λόγος τις ἐπείγοντος, θὰ ἐνόουν, ὅτι
436ἔπρεπεν ἴσως καὶ νὰ παροραθῇ ἡ σκέψις αὕτη, ἔπρεπε νὰ
437ὑποβληθῇ τὸ ἔγγραφον, ἔστω καὶ ἀτελὲς, ἔστω καὶ ἂν ἐξ
438αὐτοῦ μετεδίδοντο ἐσφαλμέναι πληροφορίαι. Ἀλλ’ οὐδὲν
439ὑπάρχει τὸ ἐπεῖγον. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐπικρίσεως ἐν γένει
440τῆς νομοθεσίας· τοῦτο δύναται νὰ γενῇ καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέ-
441ρας, τοῦτο δύναται νὰ γενῇ καὶ μετὰ τὰς διακοπὰς, καὶ
442πάντως γενήσεται μετὰ τὰς διακοπὰς, καὶ δύναται τότε
443νὰ διεξαχθῇ πληρέστερον καὶ ὀρθότερον, ἐπὶ βάσεως ἀσφα-
444λοῦς, ὁποίαν θὰ παρέχῃ τὸ ἔγγραφον, συμπληρούμενον ὡς
445δεῖ διὰ τῶν προκληθεισῶν ἐξηγήσεων περὶ τῶν κενῶν, ἅτινα
446παρετηρήθησαν ἐν αὐτῷ.
447§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ λύπης μου παρατηρῶ, ὅτι
448ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἀκολουθεῖ τὴν τακτικὴν ταύτην καὶ
449διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἐνῷ τὴν παραδέχεται διὰ τὸν Ὑπουργὸν
450τῶν Ναυτικῶν. Εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ πληροφορίας περὶ
451τοῦ ἀρβυλοποιείου, ἀλλὰ μετὰ τρόπου τοιούτου μοὶ δίδει
452τὰς πληροφορίας, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρῃ τις ἐκεῖνο,
453τὸ ὁποῖον φαίνεται μεταξὺ τῶν γραμμῶν, καὶ προσπαθεῖ
454δι’ ὅλων τῶν μέσων ν’ ἀποφύγῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας
455ζητῶ νὰ μοῦ δώσῃ. Ἐπιθυμῶ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν νὰ
456μὴ τὴν λησμονήσῃ αὔριον, καὶ νὰ μὴ λησμονήσῃ ἐκεῖνο,
457τὸ ὁποῖον εἶπε σήμερον, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλλῃ ὁ Ὑπουρ-
458γὸς πλήρεις πληροφορίας.
459§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποβάλετε ἐγγράφως τὴν ἐπερώτη-
460σίν σας.
461§40ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ κ.
462Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει νὰ ἀναβάλῃ τὴν κατάθεσιν
463τῶν ἐκθέσεων, εἶναι, ὡς εἶπεν, ὅτι ἐνδεχόμενον μεταξὺ τοῦ
464πληρώματος τῶν «Ψαῤῥῶν» νὰ ὑπῆρχον ναῦται μὴ πτυ-
465χιοῦχοι. Ἀλλὰ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυβερνή-
466του τῆς «Ἑλλάδος», δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ καταθέσῃ
467αὐτὴν, διότι τὸ πλήρωμα ὁλόκληρον τῆς «Ἑλλάδος» ἀπε-
468τελεῖτο ἐκ ναυτῶν καὶ θερμαστῶν πτυχιούχων. Ἐν τῇ ἐκ-
469θέσει δὲ ταύτῃ ὁ κυβερνήτης τῆς «Ἑλλάδος», ὁ ὁποῖος, ὡς
470εἶπον χθὲς, ἐξετέλεσε γυμνάσια ἐν ἀνοικτῷ πελάγει, ἀπε-
471φάνθη κατὰ τῶν πτυχιούχων ναυτῶν καὶ θερμαστῶν. Ἀλλ’
472ἐκτὸς τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν χθὲς, σχετικῶς
473πρὸς τὴν ποιότητα τῶν ναυτῶν τῶν πτυχιούχων, ὑπάρχουν
474καὶ ἐκθέσεις τοῦ τέως μοιράρχου Κριεζῆ, διοικητοῦ τῆς
475μοίρας τῶν γυμνασίων, καὶ τῶν ὑπ’ αὐτὸν κυβερνητῶν τῶν
476τεσσάρων ἀτμομυοδρομόνων. Αἱ ἐκθέσεις αὗται ἀφορῶσιν εἰς
477τὴν ποιότητα τῶν πτυχιούχων ναυτῶν· κατὰ τὰς ἐκθέσεις
478ταύτας, ὁ μοίραρχος ἀποφαίνεται κατὰ τῶν πτυχιούχων,
479ὡς ἠκούσαμεν παρ’ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ.
480Ἐκτὸς λοιπὸν τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν χθὲς,
481παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι καὶ αὐταί. Ἀλλ’ αἱ ἐκθέσεις, αἱ
482ὁποῖαι πραγματεύονται περὶ τῶν πτυχιούχων ναυτῶν, τοῦ
483κυβερνήτου τῆς «Ἑλλάδος» καὶ τοῦ μοιράρχου Κριεζῆ καὶ
484τῶν ὑπ’ αὐτὸν, ἐπειδὴ ὡς πρὸς αὐτὰς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ
485λάβῃ ὁ Ὑπουργὸς περαιτέρω πληροφορίας, παρακαλῶ νὰ
486κατατεθῶσιν, ὡς πρὸς δὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυβερνήτου τῶν
487«Ψαῤῥῶν», δύναται νὰ ἀναβάλῃ τὴν κατάθεσιν, μέχρις ὅτου
488λάβῃ τὰς δεούσας πληροφορίας.
489§41ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ βραχέων, κύριοι Βου-
490λευταί, θὰ πραγματευθῶ ζήτημα, ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνο, ὅπερ
491ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν χθὲς ἐπὶ πολλὴν ὥραν. Θὰ ἴδω-
492μεν τῷ ὄντι καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ
493ἐξουσία, μὴ ἀναγνωρίζουσα σχεδὸν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν,
494ἀρνεῖται νὰ ἐκτελῇ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις. Ἡ διαφορὰ
495μεταξὺ τοῦ ζητήματος τοῦ χθεσινοῦ καὶ τοῦ σημερινοῦ εἶναι,
496ὅτι χθὲς μὲν εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
497τιωτικῶν, ἀρνούμενον μετ’ ἐπιμονῆς νὰ ἐκτελέσῃ δικαστι-
498κὴν ἀπόφασιν, σήμερον ἔχομεν αὐτὸν τοῦτον τὸν Ὑπουρ-
499γὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐτάχθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας νὰ
500ἐπαγρυπνῇ ὑπὲρ τῆς εὐόρκου λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης
501καὶ πρὸ πάντων ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ δικαστικοῦ λει-
502τουργήματος. Κατὰ τὰς 2 Ἰουνίου ἐ. ἔ. τὸ Πλημμελειοδι-
503κεῖον Λαμίας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 903 ὁριστικῆς καὶ τελε-
504σιδίκου ἀποφάσεώς του κατεδίκασε τὸν ἐπιστάτην τῶν πο-
505λιτικῶν φυλακῶν εἰς χρηματικὴν ποινὴν, εἰς ἔκπτωσιν ἀπὸ
506τῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἀνάκτησιν αὐτῆς
507ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον. Ὁ καταδικασθεὶς ᾐτήσατο τὴν
508ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, ἡ δὲ αἴτησίς του ἀπεῤῥίφθη
509ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον.
510Ἐν τούτοις ὁ ὑπάλληλος οὗτος διετέλει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μέ-
511χρι πρὸ μικροῦ, ἀπελύθη δὲ 7 ἢ 8 ἡμέρας μετὰ τὴν γενο-
512μένην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπερώτησιν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ
513τὸν μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως χρόνον, δὲν
514θὰ κάμω λόγον, διότι ὁ Ὑπουργὸς ὠχυρώθη ὄπισθεν τῆς
515ἀγνοίας, δυστυχῶς δὲ δὲν δύναμαι ν’ ἀποδείξω τὸ ἐναν-
516τίον, ν’ ἀποδείξω δηλαδή, ὅτι εἶχε γνῶσιν ὅτι ἀπεῤῥίφθη ἡ
517ἀναίρεσις. Θὰ περιορισθῶ λοιπὸν εἰς τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καθ’
518ὃν εἶχε λάβει γνῶσιν ὁ Ὑπουργὸς τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δι-
519καστηρίου Λαμίας πρὸ τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς αἰτήσεως ἀναι-
520ρέσεως. Καὶ μέχρι μὲν τῆς πρώτης Αὐγούστου ἐ. ἔ. φαίνε-
521ται ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως αὐ-
522τῆς, ἀλλὰ τότε, δὲν ἠξεύρω κατ’ εἰσήγησιν τίνος, ἐζήτησε
523πληροφορίας ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Λαμίας, ὁ ὁποῖος τηλε-
524γραφικῶς ἔδωκε τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν (ἀναγινώσκει):
525«Ὁ περὶ οὗ ἐρωτᾶτε ἐπιστάτης κατεδικάσθη τῳόντι κατ’
526ἀντιμωλίαν ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα
527Πλημμελειοδικείου διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 903 τῆς 2ας Ἰου-
528νίου ἐ.ἔ. ἀποφάσεώς του εἰς χρηματικὴν ποινὴν καὶ εἰς ἔκπτω-
529σιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ᾐτήσατο τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἐν
530λόγῳ καταδικαστικῆς ἀποφάσεως, ἡ δὲ αἴτησις ἀναιρέσεως
531δὲν ἐξεδικάσθη εἰσέτι. (Ὁ ἀντεισαγγελεὺς
532(ὑπογρ.) ΔΕΚΑΡΙΣΤΟΣ.»
533Ἐξεταστέον λοιπὸν εἶναι, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀφοῦ
534ἐπισήμως ἔλαβε γνῶσιν τῆς τελεσιδίκου ταύτης ἀποφά-
535σεως, τῆς καταψηφισάσης ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας κατὰ
536τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, δὲν ἔσπευσε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπό-
537φασιν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ εἴπῃ ἴσως, ὅτι
538ἡ ἀπόφασις τοῦ Πλημμελειοδικείου Λαμίας, καίτοι ἐξε-
539δόθη κατ’ ἀντιμωλίαν καὶ ἑπομένως εἶναι τελεσίδικος, δὲν
540ἠδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχεν ἐκδικασθῆ ἡ
541ἀναίρεσις. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν δύναταί τις σπουδαίως νὰ
542ὑποστηρίξῃ τοιαύτην γνώμην, διότι ἐπὶ μὲν τῶν ἀποφά-
543σεων τοῦ Κακουργιοδικείου ὁ κανὼν εἶναι, ὅτι ἡ αἴτησις
544ἀναιρέσεως ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν, τοὐναντίον δ’ ἐπὶ
545τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικῶν ὁ κανὼν εἶναι, ὅτι
546ἡ ἀναίρεσις δὲν ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν. Ὅτι δὲ τοῦτο
547εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἄρ-
548θρου 485 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ
549τὴν ἀρχὴν, ὅτι, διὰ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως,
550πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πιστοποιητικὸν, ὅτι διατελεῖ ἐν τῇ φυ-
551λακῇ ὁ αἰτῶν αὐτὴν κατάδικος. Οὐδὲ δύναταί τις νὰ ὑπο-
552στηρίξῃ, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἀφορᾷ τοὺς ἐπὶ κακουργήματι
553καταδεδικασμένους, διότι εἰς τὰ κακουργήματα ὑπάρχει ἡ
554προφυλάκισις καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἰδιαιτέρας περὶ τούτου
555μνείας.
556Εἶναι λοιπὸν κατάδηλον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
557σύνης δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, διότι
558τοῦτο συνετέλει εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κομματικῶν συμ-
559φερόντων τῶν φίλων του. Ἀλλὰ μήπως ὑπάρχῃ μόνον ἡ
560ἐκ τοῦ νόμου ἐπιβλητικὴ ὑποχρέωσις πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς
561ἀποφάσεως; Δὲν εἶχεν ἆρά γε ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ὁ κ.
562Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μόλις ἐγένετο εἰς αὐτὸν γνω-
563στὸν, ὅτι ὑπάλληλος δημόσιος κατεδικάσθη εἰς ἔκπτωσιν ἀπὸ
564τῆς ὑπηρεσίας, νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀπο-
565φάσεως, ἤτοι εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ; Τί περιέμενε πλέον
566ὁ Ὑπουργὸς ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται
567νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως;
568Εἰς παρῳχημένας ἐποχὰς, Κύριοι, ὑπῆρξαν Κυβερνήσεις,
569αἵτινες ἀπέλυον ὄχι μόνον διοριζομένους ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
570σεως ὑπαλλήλους, ἀλλ’ αἱρετοὺς ἄρχοντας, μόλις παρε-
571πέμποντο διὰ βουλεύματος ὁριστικοῦ ἐπὶ βαρείᾳ τινὶ ἀξιο-
572ποίνῳ πράξει. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κουμουνδούρου εἶχε παύσει
573Δήμαρχον διότι παρεπέμφθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν
574Πάτραις Πλημμελειοδικῶν ἐπὶ πλημμελήματι, τὸ ὁποῖον
575εἶχε συνάφειαν πρὸς κακούργημα, τὸ ὁποῖον εἶχον διαπρά-
576ξει ἄλλοι. Ὅταν βλέπητε, ὅτι Κυβέρνησις παύει Δήμαρχον
577μόνον ἐπὶ ὁριστικῷ βουλεύματι, ποίαν δύναται νὰ προβάλῃ
578δικαιολογίαν τῆς Δικαιοσύνης ὁ Ὑπουργὸς, ὅταν ἔχῃ ἀπό-
579φασιν Δικαστηρίου τελεσίδικον καὶ δὲν προβαίνῃ εἰς ἐκτέλε-
580σιν αὐτῆς;
581Ἡ συντάξασα τὴν πολιτείαν Συνέλευσις ἐθέσπισεν, ὅτι
582αἱ ἐξουσίαι ἐνεργοῦνται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα.
583Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται διὰ τῶν Δικαστηρίων, αἱ
584δὲ ἀποφάσεις ἐνεργοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως διὰ τῶν
585ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν ἐνώπιόν μας
586τοιαύτην κατάστασιν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν σήμερον, ὅτι
587ὑπάρχει ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Πρὸ ὀλί-
588γων ἡμερῶν καὶ σήμερον ἀκόμη ἓν τῶν μελῶν τῆς Κυβερ-
589νήσεως ἔδειξεν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει οὐδὲ αὐτὸ τὸ Κοινο-
590βούλιον, καὶ διὰ τοῦτο ἠρνήθη ἐπιμόνως νὰ καταθέσῃ δη-
591μόσια ἔγγραφα. Ἀλλὰ τοιαύτη κατάστασις, Κύριοι, νομίζω
592ὅτι δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ κατάστασις ἐπαναστατική.
593Βεβαίως ὑπὸ μίαν ἔννοιαν ἡ Κυβέρνησις σήμερον διατελεῖ
594ἐν ἀποστασίᾳ, διατελεῖ ἐκτὸς τοῦ νόμου. Ἐπαναστάται,
595δικαζόμενοι κατὰ τὰς κοινὰς τῆς ποινικῆς νομοθεσίας δια-
596τάξεις, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν ν’ ἀναγνωρί-
597σουν τὰς καθεστηκυίας ἀρχὰς, τὰς ἀποῤῥεούσας ἐκ τῆς ἐθνι-
598κῆς βουλήσεως. Ὅταν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἤτοι ἡ ἐκτε-
599λεστικὴ ἐξουσία, δὲν ἀναγνωρίζῃ τὰς δύο ἄλλας ἐξουσίας,
600ἤτοι τὴν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν δικαστικὴν, δὲν εἶναι
601ἐν πλήρει ἐπαναστάσει; Ἀλλὰ τί δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἀντι-
602τάξωμεν κατὰ τῶν ἐπαναστατῶν; Δυστυχῶς δὲν ἔχομεν
603τὴν ὑλικὴν δύναμιν πρὸς ἀναίρεσιν τῆς ἐπαναστατικῆς ταύ-
604της καταστάσεως, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι, ἐὰν ἤθελεν ἐπανέλθει
605ποτὲ τὸ κράτος τῶν νόμων, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θὰ ἠδύ-
606ναντο νὰ δικασθῶσιν οὐχὶ κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν
607Ὑπουργῶν, ἀλλὰ κατὰ τὰς σχετικὰς διατάξεις τῆς κοι-
608νῆς ποινικῆς νομοθεσίας.
609§42ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀληθῶς
610ὁ ἐπιστάτης τῶν ἐν Λαμίᾳ πολιτικῶν φυλακῶν εἶχε κατα-
611δικασθῆ ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐπὶ παραβάσει καθή-
612κοντος, ἀπηγγέλθησαν δὲ κατ’ αὐτοῦ αἱ συνέπειαι τοῦ ἄρ-
613θρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Τῆς καταδίκης αὐτῆς τὸ
614Ὑπουργεῖον δὲν εἶχε λάβει ἐπισήμως γνῶσιν. Ὅτε ἰδιαι-
615τέρως μοὶ ἀνεκοινώθη, ἐζήτησα ἀμέσως πληροφορίας ἀπὸ
616τὸν Εἰσαγγελέα Λαμίας, ὁ ὁποῖος μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι κατε-
617δικάσθη τῷ ὄντι ὁ ἐπιστάτης, ἀλλ’ ὅτι τῆς ἀποφάσεως ἐζή-
618τησε τὴν ἀναίρεσιν. Μετὰ μῆνας τινὰς ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀναί-
619ρεσις, ἀλλὰ πρὶν ἢ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τῆς Εἰσαγγελίας
620Λαμίας ἡ ἀποῤῥίπτουσα τὴν ἀναίρεσιν ἀπόφασις τοῦ
621Ἀρείου Πάγου, ἐγένετο λόγος ἐνταῦθα. Μετὰ τὴν ἐπερώ-
622τησιν ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, ἔμα-
623θον δ’ ὅτι ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀναίρεσις, καὶ προέβην εἰς τὴν ἀπό-
624λυσιν τοῦ ἐπιστάτου. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ
625Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἦτο ὑπόχρεων νὰ προβῇ εἰς
626τὴν ἀπόλυσιν, ἅμα ὡς περιῆλθεν εἰς αὐτὸ ἡ πληροφορία,
627ὅτι κατεδικάσθη κατ’ ἀντιμωλίαν ἐπὶ παραβάσει καθήκον-
628τος, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀπο-
629φάσεων Πλημμελειοδικείων, ἡ ἀναίρεσις δὲν ἔχει ἀνασταλ-
630τικὴν δύναμιν. Τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀνασταλτικοῦ ἀποτε-
631λέσματος τῆς ἀναιρέσεως ἐπὶ ἀποφάσεων Πλημμελειοδι-
632κείων εἶναι σφόδρα ἐπίμαχον, πολλοὶ δὲ τῶν νομοδιδασκά-
633λων καὶ τῶν ἑρμηνευτῶν παραδέχονται τὴν ἀνασταλτικὴν
634ἰσχὺν τῆς ἀναιρέσεως καὶ ἐπὶ ἀποφάσεων Πλημμελειοδι-
635κείων. Ἐὰν δὲ λάβῃ τὸν κόπον νὰ μελετήσῃ τὰ ἐπιχειρή-
636ματα τῶν ὑποστηριζόντων τὴν γνώμην ταύτην, θὰ εὕρῃ
637ταῦτα λίαν ἰσχυρὰ καὶ πειστικὰ καὶ ἀκαταμάχητα, ψηλα-
638φητῶς δὲ ἀποδεικνυομένην τὴν ἀνασταλτικὴν δύναμιν. Ἐν
639τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης πάντοτε ἐκράτησεν ἡ
640ἀρχὴ ὡς πρὸς τὰς συνεπείας τῶν ἀπαγγελουσῶν στέρησιν
641δικαιωμάτων ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων ἡ πραγματο-
642ποίησις τῶν ἐκπτώσεων καὶ τῶν στερήσεων τούτων νὰ θεω-
643ρῆται ἐπερχομένη ὅταν ἡ ἀπόφασις καταστῇ ἀμετάκλητος,
644ἢ μὴ γενομένης ἀναιρέσεως ἢ ἀποῤῥιπτομένης τῆς αἰτή-
645σεως ἀναιρέσεως. Ὅτε ἐπὶ ἄλλης περιπτώσεως, πρὸ τῆς
646προκειμένης, ὑπεβλήθη μοι τὸ ζήτημα, δὲν ἐδίστασα νὰ
647ἀκολουθήσω τὴν κρατοῦσαν τακτικὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ,
648διότι πλὴν τῶν ἐπιστημονικῶν ἐπιχειρημάτων τῶν νομοδι-
649δασκάλων, τῶν ὑποστηριζόντων ἐκ τῆς νομοθεσίας τὸ
650ἀνασταλτικὸν τῆς ἀναιρέσεως καὶ ἐπὶ ἀποφάσεων τῶν
651Πλημμελειοδικείων, εὗρον πολὺ σπουδαῖα καὶ τῆς ὑπηρεσίας
652τὰ ἐπιχειρήματα. Πολλάκις ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξηφάνισεν
653ἀποφάσεις, ἀπαγγελλούσας ἐκπτώσεις τοιαύτας ἀπὸ τῆς
654ἀρχῆς, εἶναι εὐνόητος δὲ ἡ δυσχέρεια, εἰς ἣν ἤθελεν εὑρεθῆ
655τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ὁ κίνδυνος ἀποζημιώσεων, ὃν ἤθελεν
656ὑποστῆ τὸ Δημόσιον, ἐὰν εἶχον ἀπολυθῆ ἅμα τῇ ὑπὸ τοῦ
657Πλημμελειοδικείου καταδίκῃ των οἱ ὑπάλληλοι, οὓς μετ’
658ἀναίρεσιν ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπήλλαξε πάσης ποινῆς, προ-
659κειμένου μάλιστα περὶ ὑπαλλήλων ἢ ἰσοβίων ἢ ὑπὸ τοῦ
660νόμου ἐξησφαλισμένων καὶ ὧν ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
661θὰ ἦτο δύσκολος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο δυνατὴ ἐκ τοῦ νόμου
662ἡ ἀπόλυσις τῶν εἰς ἀναπλήρωσιν αὐτῶν διορισθέντων. Πλεῖ-
663στα δὲ καὶ ἄλλα θὰ ἦσαν τὰ ἄτοπα τοιαύτης τινὸς
664ἑρμηνείας.
665§43ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ τις εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν θεωριῶν,
666τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ προ-
667κειμένου ζητήματος ἀνέπτυξε, διὰ νὰ κρίνῃ τὴν πρᾶξιν
668τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ
669προστρέξῃ εἰς τὰ ἄρθρα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὀφείλει
670μόνον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὑπὸ τίνας ὅρους δύναται νὰ
671ὑπάρξῃ ἡ δημοσία ὑπηρεσία, ἐὰν καθιερωθῇ ἡ ἀρχή, τὴν
672ὁποίαν ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐὰν ἦναι ἀλη-
673θὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ἐὰν πρόκηται δηλ. νὰ θέσωμεν
674ἀπαρεγκλίτως εἰς ἐνέργειαν τὴν θεωρίαν του, ὅτι οἱ δημόσιοι
675λειτουργοὶ καὶ ὑπηρέται τοῦ Κράτους πρέπει νὰ ἦναι κα-
676τάδικοι, ὁ κύριος Ὑπουργὸς δύναται νὰ κατακριθῇ, ὅτι, ἐνῷ
677εἶχεν ὑπάλληλον καταδικασθέντα ἐπὶ παραβάσει καθή-
678κοντος, διετήρησεν αὐτὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μέχρι τῆς στιγ-
679μῆς, καθ’ ἣν ἠναγκάσθη νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσίν του
680συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως συναδέλφου, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τοῦ
681ἀμφισβητουμένου ζητήματος, ἐὰν ἔχῃ ἀνασταλτικὴν ἢ μὴ
682δύναμιν ἡ ἀναίρεσις. Ἐὰν ἐννοῆτε μὲ αὐτὰς τὰς θεω-
683ρίας νὰ καταστήσητε τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ὑπηρεσίαν
684καταδίκων, τότε ἔχετε δίκαιον, ἡμεῖς ὅμως, ἀγόμενοι ἀπὸ
685ἄλλας ἰδέας, νομίζομεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἦναι
686ἐπίσης εὐαίσθητος πρὸς τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι μᾶς διέ-
687πουν. Ἐὰν δὲ ὁ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμος στερῇ τοῦ
688δικαιώματος τῆς ψήφου τὸν ἁπλῶς παραπεμφθέντα διὰ
689βουλεύματος, πῶς δύνασθε νὰ δικαιολογήσητε τὴν θεω-
690ρίαν σας, ὅτι δύνασθε, ὅτι ὀφείλετε μάλιστα νὰ κρατήσητε
691εἰς τὴν ἀρχὴν τὸν καταδικασθέντα ὑπάλληλον; Περὶ
692αὐτοῦ πρόκειται. Αἱ θεωρίαι εἶναι εὔκολοι· χθὲς τὸ ἄρ-
693θρον 7, σήμερον τὸ ἄρθρον 378. Παραπλεύρως τῶν ἐντί-
694μων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, δυνάμει τῆς θεω-
695ρίας ἐκείνης, ἔχομεν τοὺς δολοφόνους, παραπλεύρως τῶν
696τιμίων ὑπαλλήλων τοὺς καταδίκους. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ
697ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
698§44ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπήν-
699τησε ῥητῶς, ἐκ τῆς ἀπαντήσεως δὲ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς
700Δικαιοσύνης βεβαίως δὲν ἐξάγεται ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέ-
701λησε νὰ ἐξαγάγῃ, ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, ὅτι δηλαδὴ,
702καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε τὴν
703ἀπόδειξιν, ὅτι ὡρισμένος ὑπηρέτης κατεδικάσθη ἀμετακλή-
704τως, ἀπέλυσεν αὐτόν. Ὑπαλλήλους καταδικασθέντας οὐδέ-
705ποτε διετηρήσαμεν, οὐδένα δὲ ὑπάλληλον ἡμῶν κατεδέ-
706χθημεν νὰ διανοηθῶμεν νὰ προστατεύσωμεν ἀπὸ καταδιώ-
707ξεως, ἀλλ’ ἑκάστοτε αὐστηρῶς καὶ ταχέως ἐπεδιώξαμεν
708τὴν ἐξακρίβωσιν καὶ βεβαίωσιν παντὸς παραπόνου κατὰ
709ὑπαλλήλων ἀπευθυνομένου, καὶ τὴν τιμωρίαν αὐτῶν, ὁσάκις
710ἀπεδείχθησαν τιμωρίας ἄξιοι.
711Παρέλειψα ὅμως νὰ ἀπαντήσω εἰς ἑτέραν τινὰ παρατή-
712ρησιν τοῦ ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ, ἰσχυρισθέντος, ὅτι, ἀσχέ-
713τως πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἀμετακλήτου ἢ μετακλητοῦ τῆς
714ἀποφάσεως, καὶ τοῦ ἀνασταλτικοῦ ἀποτελέσματος τῆς
715ἀναιρέσεως, ὁ Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ παύσῃ διοικητικῶς τὸν
716ὑπάλληλον καὶ ἐκκρεμοῦς οὔσης τῆς ἀναιρέσεως. Εἰς τὴν
717παρατήρησιν ταύτην ἀπαντῶ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο
718διοικητικῶς νὰ παύσῃ τὸν ὑπάλληλον ἄνευ προτάσεως καὶ
719γνωμοδοτήσεως τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Καὶ ἂν εἶχον δὲ τοι-
720αύτην γνωμοδότησιν, ἐγὼ δὲν ἤθελον παύσει τὸ ὑπάλληλον,
721διότι τότε ὑμεῖς ἠθέλετε μὲ κατακρίνει πολὺ αὐστηρότερον
722καὶ ἴσως δικαίως, ἐὰν προέβαινον εἰς τὴν παῦσιν χωρὶς νὰ
723ἀναμείνω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκκρεμοῦς ἀναιρέσεως, καθ’
724ὅσον, κατὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, οἱ
725παυόμενοι δυνάμει ἀποφάσεως, ἀπαγγελλούσης τὰ τῆς συνε-
726πείας τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου, δὲν δύνανται νὰ
727ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρὸ τῆς παρελεύσεως τριετίας,
728ἐνῷ οἱ διοικητικῶς ἀπολυόμενοι διὰ γνωμοδοτήσεως τῶν
729ἁρμοδίων ἀρχῶν ἐπανέρχονται μετὰ διετίαν. Μόνον λοιπὸν
730ἐξαιρετικὴ εὔνοια πρὸς τὸν ὑπάλληλον ἠδύνατο νὰ πείσῃ
731τὸν Ὑπουργὸν νὰ προλάβῃ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐπὶ τῆς ἀναι-
732ρέσεως ἀποφάσεως διὰ παύσεως διοικητικῆς.
733§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἐπίμαχον τῷ ὄντι εἶναι
734τὸ ζήτημα, ἂν ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν
735Πλημμελειοδικῶν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ ἀνασταλτικὴν δύναμιν.
736Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν αἰτίασιν, ὅτι
737ὑπῆρχεν ἠθικὸς λόγος τοὐλάχιστον, νὰ μὴ διατηρήσῃ ἐν τῇ
738ὑπηρεσίᾳ ὑπάλληλον καταδικασθέντα διὰ παράβασιν κα-
739θήκοντος. Ἐν τῇ δευτέρᾳ του ὁμιλίᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπει-
740ράθη νὰ παραστήσῃ, ὅτι τοῦτο ἔπραξεν οὐχὶ ἐπὶ εὐνοίᾳ τοῦ
741ὑπαλλήλου, ἀλλὰ ἐπὶ δυσμενείᾳ, διότι, ἐὰν ἐπαύετο κατό-
742πιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου πρὸ τῆς ἐκδι-
743κάσεως τῆς ἀναιρέσεως, θὰ εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς
744τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἡ δικαιολογία αὕτη εἶναι ἁπλῆ πρό-
745φασις. Ἠδύνατο ἀναντιῤῥήτως ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀπολύσῃ
746τὸν δημόσιον τοῦτον ὑπάλληλον δυνάμει τῆς διοικητικῆς
747ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὡς Ὑπουργός.
748§46ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχω τοιαύτην ἄνευ γνωμοδοτή-
749σεως.
750§47ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἠδύνασθε ἀξιόλογα, ἂν ἠθέλατε, νὰ προκα-
751λέσητε τὴν γνωμοδότησιν. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ γνωμοδοτήσεως
752ἠδύνασθε καὶ ὠφείλατε ν’ ἀπολύσητε ὑπάλληλον καταδεδι-
753κασμένον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Τίς ἤθελε σᾶς μεμ-
754φθῆ διὰ τοιαύτην ἀπόλυσιν; Οὐδ’ ἦσθε ὑποχρεωμένος, ὡς
755λέγετε, εἴτε ἐκ τοῦ νόμου εἴτε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἐπανα-
756φέρητε εἰς τὴν θέσιν του ὑπάλληλον, ὃν ἐπαύσατε δυνάμει
757ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως, διὰ τὸν λόγον ὅτι
758ἀνῃρέθη ἡ ἀπόφασις αὕτη, διότι σᾶς ἔμενεν ἄθικτος ἡ
759προαιρετικὴ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὡς Ὑπουργὸς, νὰ
760μὴ διορίσητε ἄνθρωπον, περὶ τοῦ ὁποίου πέντε δικασταὶ
761ἀπεφάνθησαν, ὅτι κατεχράσθη ἐμπιστευθεῖσαν αὐτῷ ὑπηρε-
762σίαν, καὶ ἑπομένως ἦτο ἀνάξιος νὰ τῷ ἐμπιστευθῇ τις νέαν
763ὑπηρεσίαν.
764Βλέπετε ὅτι ἡ ὀχύρωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὄπισθεν τῶν
765τύπων εἶναι ἄτεχνος ὑπεκφυγὴ, εἶναι ἐπιχείρημα ἐκ τῶν
766συνήθων, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν καθ’ ἡμέραν ἐνταῦθα παρὰ
767τῶν κκ. Ὑπουργῶν.
768Ἀλλὰ πῶς ἐζήτησε νὰ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν
769διατήρησιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπαλλήλου καὶ μετὰ τὴν
770ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῆς ἀποῤῥιψά-
771σης τὴν αἴτησιν ἀναιρέσεως; Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ
772κ. Ὑπουργὸς ἦτο καὶ νομικῶς ὑπόχρεως νὰ προβῇ ἀμέσως
773εἰς τὴν ἀπόλυσιν. Ἐν τούτοις παρῆλθεν ἱκανὸς χρόνος,
774παρῆλθον 55 ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως ἀπεῤ-
775ῥίφθη, καὶ κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἐξηκολούθει
776οὐχ ἧττον ὁ παραβάτης ὑπάλληλος νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν
777του, ἐναντίον τοῦ διατακτικοῦ τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία τὸν
778εἶχε κηρύξει ἔκπτωτον τῆς θέσεως καὶ ἀνίκανον νὰ διαχει-
779ρίζηται δημοσίαν λειτουργίαν. Πρὸς ἀποσόβησιν τῆς νομι-
780κῆς ταύτης εὐθύνης, ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὸν ἠκούσατε, κατέ-
781φυγεν εἰς τὴν ἄγνοιαν. Ἀλλ’ εἶναι ἀποχρῶσα ἡ τοιαύτη
782δικαιολογία; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν ὅτι εἶχε μάθει
783ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, ὅτι ὁ καταδικασθεὶς ὑπάλληλος ὑπέβα-
784λεν αἴτησιν ἀναιρέσεως, ἀφοῦ δ’ ἀπεφάσισε νὰ περιμείνῃ καὶ
785τὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπόφασιν, φανερὸν ὅτι ἀπὸ τῆς
786στιγμῆς, καθ’ ἣν ἔλαβε γνῶσιν τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως,
787ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἀμέσως ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως μάθῃ ἐγκαί-
788ρως τὴν παραδοχὴν αὐτῆς ἢ τὴν ἀπόῤῥιψιν. Ἀλλ’ ὅμως ἡ
789αἴτησις ἀποῤῥίπτεται, καὶ ὁ καταδικασθεὶς ὑπάλληλος ἐξα-
790κολουθεῖ νὰ διαχειρίζηται δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἐπὶ 55 ὅλας
791ἡμέρας· καὶ ταῦτα, ἐνῷ ὁ Ἄρειος Πάγος ἑδρεύει καὶ ἐργάζε-
792ται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διατὶ δὲν παρήγ-
793γειλεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ κατα-
794στήσῃ αὐτῷ ἐγκαίρως γνωστὴν τὴν παραδοχὴν ἢ ἀπόῤῥι-
795ψιν τῆς ἀναιρέσεως; Οὕτω, Κύριοι, ἐν τῷ σταδίῳ τῆς νομι-
796κῆς εὐθύνης ἔχομεν ψηλαφητὴν ῥαθυμίαν, ἀκατανόητον
797ἀμέλειαν, ἧς ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν, ὅτι ἀπεῤῥίφθη ἡ αἴτη-
798σις ἀναιρέσεως, ὁ δὲ κατάδικος ὑπάλληλος ἐξηκολούθησε
799οὐχ ἧττον νὰ διαχειρίζηται δημοσίαν ὑπηρεσίαν, μέχρις οὗ
800ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε τὴν συζητουμένην ἐπερώτησιν,
801καὶ τότε μόλις ἐξύπνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ προέβη εἰς
802τὴν ἀπόλυσιν. Ὥστε, ἐὰν δὲν ὑπεβάλλετο ἡ ἐπερώτησις,
803ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος κατάδικος ὑπάλληλος θὰ ἐξηκολούθει
804ἀνενόχλητος νὰ διαχειρίζηται τὰ καθήκοντα τῆς θέσεώς
805του, μ’ ὅλην τὴν δικαστικῶς ἀνακεκηρυγμένην ἔκπτωσιν καὶ
806ἀνικανότητα αὐτοῦ.
807Βλέπετε Κύριοι, ὅτι αἱ δικαιολογίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
808περί τε τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς νομικῆς αὐτοῦ εὐθύνης εἶναι
809ἐντελῶς κεναὶ καὶ ἀσύστατοι. Ἀλλ’ ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς
810ἄλλην ἀκαταμάχητον δικαιολογίαν, τὴν δύναμιν τοῦ ἀριθ-
811μοῦ, ἥτις καὶ τὰ κενὰ ἀναπληροῖ, καὶ τὰ ἀσύστατα στερεο-
812ποιεῖ. Ὄπισθεν αὐτῆς ἂς ὀχυρωθῇ, διότι αὐτὴ μόνη τὸν σώζει.
813§48ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ὁ
814κ. συνάδελφος ἐλάμβανε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, ὑποθέτω
815ὅτι δὲν ἤθελε λάβει ποσῶς τὸν λόγον, βεβαίως ὅμως δὲν
816ἤθελεν ἀπευθύνει τὴν ἐν τῷ δευτέρῳ μέρει τῆς ὁμιλίας του
817παρατήρησιν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα προσήγαγον,
818ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἀπόφασις, ἡ ἀποῤῥίψασα τὴν αἴτησιν
819ἀναιρέσεως τοῦ ἐπιστάτου αὐτοῦ τῶν πολιτικῶν φυλακῶν,
820διεξεπεραιώθη τῇ 28 Νοεμβρίου, τότε δὲ ἀπὸ τὴν Εἰσαγ-
821γελίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐστάλη ἡ δικογραφία πρὸς τὸν
822Εἰσαγγελέα Λαμίας, καὶ εἰς ἐμὲ ἡ σημείωσις περὶ ἀποῤῥί-
823ψεως τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως, ἀμέσως δὲ μετὰ τοῦτο
824ἐπαύθη ὁ ὑπάλληλος. Ὁμολογῶ ὅτι ἄξιον ἴσως παρατηρή-
825σεως ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ εἶναι, ὅτι πλείονα τοῦ δέοντος
826χρόνον ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ὑπὸ διάσκεψιν αὕτη ἐν τῷ Ἀρείῳ
827Πάγῳ, διότι μῆνας ἀληθῶς ἔμεινεν ὑπὸ διάσκεψιν, μείζων
828δὲ τοῦ δέοντος χρόνος παρῆλθεν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως μέ-
829χρι τῆς καθαρογραφήσεως τῆς ἀποφάσεως. Ταῦτα βεβαίως
830δὲν εὐθύνουσι τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἐπὶ τούτοις διαβεβαιῶ
831τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι ἐποιησάμην τὰς δεούσας παρα-
832τηρήσεις.
833§49ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀποβλέψω τόσον εἰς τὴν
834ἔποψιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εἰδικῶς ἐν τῇ συγκεκριμένῃ
835ταύτῃ περιπτώσει ἀναζητεῖται ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς
836Δικαιοσύνης, θ’ ἀποβλέψω μᾶλλον εἰς τὴν γενικωτέραν ἔποψιν
837τοῦ ζητήματος. Πολάκις κάλλιστοι δημόσιοι ὑπάλληλοι,
838διὰ λόγους ἀνυπάρκτους, ἄνευ οὐδενὸς λόγου, ἀπολύονται
839καὶ ῥίπτονται εἰς τὰς ὁδοὺς, καὶ ἐν τούτοις, ἀντιθέτως πρὸς
840τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῆς πολιτείας, βλέπομεν ὑπάλ-
841ληλον, ἔχοντα ἐναντίον αὑτοῦ καταδικαστικὴν ἀπόφασιν,
842κηρύττουσαν αὐτὸν ἔκπτωτον τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅμως βλέ-
843πομεν τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν ἐξακολουθοῦντα νὰ διαχειρί-
844ζηται δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀναγκαζόμενον δὲ τὸν Ὑπουρ-
845γὸν νὰ ἐπικαλῆται τὰς πλέον βεβιασμένας ἐκφράσεις πρὸς
846δικαιολόγησιν τοῦ ὅτι δὲν ἐγένετο χρῆσις τοῦ δικαιώματος
847τῆς ἀπολύσεως. Καὶ ἀκούομεν, ὅτι εἰς τὴν τοιαύτην περί-
848στασιν δὲν εὑρέθησαν οἱ μεριμνήσαντες, ὅπως ποιήσωνται
849πρότασιν περὶ παύσεως τοῦ δημοσίου τούτου λειτουργοῦ.
850Ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐμπνέωσιν ἀληθῶς τὴν φρί-
851κην καὶ βδελυγμίαν πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Τί
852ἄλλο ἀκόμη ἀποδεικνύεται; ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος κατε-
853δικάσθη διότι ἀπολύει φυλακισμένους, καὶ εὑρίσκονται λό-
854γοι, ὅπως δικαιολογηθῇ ἡ ἀδράνεια τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸ
855ν’ ἀπολύσῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, δηλαδὴ λόγοι, δι’ ὧν
856ζητεῖ νὰ δικαιολογηθῇ, ὅπως ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐξακο-
857λουθῇ νὰ διαμένῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ του καὶ ἀπολύῃ τοὺς
858φυλακισμένους!
859§50ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀληθῶς περίεργοι αἱ δικαιολογίαι, τὰς
860ὁποίας ἀντιτάσσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀρ-
861χικῶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἦτο ὑπόχρεως ν’ ἀπολύσῃ τὸν καταδι-
862κασθέντα ἐπιστάτην, λόγῳ τοῦ ἀνασταλτικοῦ τῆς αἰτήσεως
863ἀναιρέσεως, εἶτα δὲ ἐδικαιολογήθη, διότι δὲν ὑπῆρχε αἴτη-
864σις τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου θὰ παρα-
865τηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἔχω τὸ
866ἔγγραφον τὸ ὑπογεγραμμένον ἢ μονογραφημένον ὑπ’ αὐτοῦ
867τοῦ ἰδίου, ὑπὸ χρονολογίαν 1ης Αὐγούστου 1889, ἐξ οὗ
868ἐμφαίνεται, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
869Δικαιοσύνης ἐγνώριζεν, ὅτι δι’ ἀποφάσεως τελεσιδίκου ὁ ἐν
870λόγῳ δημόσιος ὑπηρέτης εἶχε καταδικασθῆ ἐπὶ παραβάσει
871καθήκοντος εἰς χρηματικὴν ποινὴν καὶ ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς
872θέσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης βεβαίως εἶχεν
873ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἄρθρον 16 τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον
874λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
875«Οἱ διευθυνταὶ καὶ οἱ φύλακες ἀπολύονται μόνον αʹ)
876μετὰ τρεῖς πειθαρχικὰς ποινὰς, ἢ βʹ) μετὰ μίαν τοιαύτην
877ποινὴν, ἐὰν ὁμοφώνως ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ προτείνῃ τὴν
878ἀπόλυσιν, ἕνεκεν ἀνικανότητος, ἀμελείας ἢ διαγωγῆς ἀσυμ-
879βιβάστου πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν.»
880Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις νὰ
881προκαλέσῃ τὴν λειτουργίαν τῆς διατάξεως ταύτης; καὶ πῶς
882εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι, καίτοι ἐγνώριζεν ὅτι
883κατεδικάσθη ὁ ἐν λόγῳ δημόσιος ὑπηρέτης, δὲν ἤθελε νὰ
884προκαλέσῃ τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως ὑποβάλωσι περὶ τούτου
885πρότασιν; Ἀληθῶς ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ
886Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας νὰ πραγματευθῇ τὸ ζήτημα
887τοῦτο ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν.
888Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τόσον εὐλαβὴς
889πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν δημοσίων ὑπηρετῶν, τῶν καταδι-
890κασθέντων διὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως, ὥστε ἀναμένει, ὄχι
891πλέον νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Πλημμελειοδικείου, ὄχι
892πλέον νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ καὶ
893νὰ τῷ ἀποσταλῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπι-
894σήμως. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται περὶ φίλου οἱουδήποτε τῆς Κυ-
895βερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔσχε τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ συμφωνήσῃ
896ἢ νὰ μὴ ἀνεχθῇ ἐπὶ πλέον τὸν ζυγὸν τὸν κυβερνητικὸν,
897τότε οἱ συγγενεῖς ἢ φίλοι αὐτοῦ βεβαίως δὲν ἐξασφαλίζον-
898ται, μὲ ὅλας αὐτὰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Καὶ θὰ παρα-
899καλέσω ἕνα ἐξ ὑμῶν τῶν κυρίων, νὰ τολμήσῃ, ἐπὶ οἱουδή-
900ποτε ζητήματος, νὰ τολμήσῃ νὰ ψηφίσῃ ὁμοῦ μὲ ἡμᾶς,
901καὶ θέλετε ἴδει τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους αὐτοῦ, ἔστω καὶ
902ἂν δύνανται νὰ καυχηθῶσιν ὅτι εἶναι ἐκ τῶν τιμιωτάτων,
903κατὰ πόσον θέλουσι τοὺς ἐξασφαλίσει αἱ διατάξεις, αἱ ἐπι-
904καλεσθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς
905δικαιολογίαν αὐτοῦ.
906Κύριοι, πρέπει νὰ ἐντρέπεσθε, ὅταν βλέπητε ἕνα συνά-
907δελφον νὰ βλέπῃ τὴν μίαν ἡμέραν ἀπολυόμενον τὸν υἱόν
908του, νέον διακρινόμενον μεταξὺ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων,
909καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν νὰ βλέπητε διατηρούμενον ἐν τῇ θέσει
910αὐτοῦ δημόσιον ὑπηρέτην, ὁ ὁποῖος δι’ ἀποφάσεως τελεσι-
911δίκου κατεδικάσθη. Τέλος πάντων ἔχει ὅριον καὶ τὸ δια-
912στρέφειν τὰ πράγματα, προτιμότερον δὲ εἶναι, ἀντὶ νὰ μᾶς
913λέγητε καθ’ ἡμέραν αὐτὴν τὴν ἱστορίαν, νὰ σιωπᾶτε καὶ
914νὰ κλίνετε αὐτοῦ τὴν κεφαλήν.
915§51ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ κατὰ τοῦτο μόνον ἐκπλήσσομαι μὲ
916τοὺς συναδέλφους, τοὺς καθημένους εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην
917τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι, καίτοι δὲν παρῆλθον 24 ὧραι,
918λησμονοῦσι τὸ δόγμα, τὸ ἀναπτυχθὲν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυ-
919πουργοῦ ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
920χθὲς ἐδογμάτισεν, ὅτι ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
921λίου καὶ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν εἶναι ἀδιαίρετος· καὶ κατὰ
922τὸ δόγμα τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν κά-
923μνει ἄλλο τι ἢ νὰ ὑπηρετῇ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως
924ἠκούσαμεν αἰφνιδίως ἡμέραν τινὰ κατὰ τὰς ἑορτὰς τῶν
925γάμων τοῦ Διαδόχου, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτε-
926ρικῶν ὑπηρετεῖ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἡ μόνη διαφορὰ
927εἶναι, ὅτι ὁ μὲν ὑπηρετεῖ ἐκ δεξιῶν, ὁ δὲ ἕτερος ἐξ εὐωνύ-
928μων. Καὶ λέγω ταῦτα, διότι ἡ ὑπηρεσία εἶναι πιστὴ, τὸ
929πρωτότυπον εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς, οἱ δὲ ἐκ δεξιῶν ἢ ἐξ
930ἀριστερῶν καθήμενοι Ὑπουργοί εἰσι τὰ πιστὰ ἀντίγραφα
931αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐκπλήσσομαι μὲ τοὺς κυρίους συναδέλφους
932τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐλησμονήσατε, ὅτι κατὰ τὴν πα-
933ρελθοῦσαν τακτικὴν Σύνοδον συνελάβομεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὸν
934κ. Πρωθυπουργὸν διατηροῦντα ἐν θέσει τελωνειακῇ ἐν Σύρῳ
935τὸν διαβόητον Ντούνιαν, καταδικασθέντα τρὶς δι’ ἀποφά-
936σεων τῶν ἐν Σύρῳ Κακουργιοδικῶν; Ἐλησμονήσατε, ὅτι δι’ αὐ-
937τὸν τὸν Ντούνιαν κατ’ ἐπανάληψιν ἠρώτησεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
938γὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Σύρῳ Πλημμελειοδικῶν καὶ
939τὸν κ. Νομάρχην Κυκλάδων, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι αὐτὸς
940ἔχει εἰς τὴν ῥάχιν του τρεῖς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις τοῦ
941Κακουργιοδικείου; Ἐλησμονήσατε, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν
942Πλημμελειοδικῶν καὶ ὁ κ. Νομάρχης Κυκλάδων τηλεγρα-
943φικῶς καὶ ταχυδρομικῶς ἐβεβαίωσαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν,
944ὅτι ὁ Ντούνιας τρὶς εἶχε καταδικασθῆ παρὰ τῶν ἐν Σύρῳ
945Κακουργιοδικῶν διὰ πράξεις κατὰ παράβασιν τῆς ὑπηρε-
946σίας αὑτοῦ, καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ διετέλει ἐν
947γνώσει τῶν τοιούτων καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, εἶχε τὴν
948τόλμην νὰ διατηρῇ τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον εἰς τὴν αὐτὴν
949θέσιν; Προέβη δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν
950Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου τὴν
951ἑσπέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου
952ἐποίουν τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς τοιαύτης ἀνοχῆς ἢ μᾶλ-
953λον ἐνοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ
954Πρωθυπουργοῦ.
955Ἐνταῦθα ὑπάρχει σειρὰ κακουργιῶν, σειρὰ ἀνομημάτων,
956σειρὰ ἀνηθίκων πράξεων, ἀποδεικνυομένων καταφανέστατα,
957οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ τις τὴν εὐγλωττίαν τοῦ Κικέρωνος
958ἢ τοῦ Δημοσθένους, ἵνα ἐπερωτᾷ καὶ ἐπιτίθηται κατὰ τῶν
959κυρίων Ὑπουργῶν. Ὁ ἁπλούστερος τῶν πολιτῶν δύναται
960μετὰ μεγίστης ἐπιτυχίας νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἐπερωτήσεις,
961διότι ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι κατάφωρα καὶ πασίδηλα.
962Τοὺς εἴδομεν χθὲς τὸ ἑσπέρας ποδοκυλιομένους καὶ κατα-
963πατουμένους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοὺς εἴδομεν πέρυσιν ἐν
964τῷ ζητήματι τοῦ Ντούνια, ἐν τῷ ζητήματι τοῦ Τάκη, ἐν
965τῷ ζητήματι τοῦ Παπαχρηστοφιλοπούλου, καὶ εἰς ἄλλα
966ζητήματα, τοὺς καμαρόνομεν καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν
967ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἐνῷ ἡ εὐθύνη αὐτῶν εἶναι τοσοῦ-
968τον μεγάλη, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη λόγων, ἵνα ἀποδεί-
969ξωμεν αὐτήν.
970§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα
971μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ
972ἀναίρεσις καὶ ἀκόμη ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειο-
973δικῶν εἶναι ἀνασταλτικὴ, καὶ ἑπομένως ὁ καταδικασθεὶς
974δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀπόφασις
975αὕτη δὲν ἐπεκυρώθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν δύναται
976νὰ θεωρηθῇ ὁριστικῶς στερηθεὶς τῶν δικαιωμάτων, ὧν τὴν
977στέρησιν ἀπαγγέλλει ἡ ἀπόφασις. Ἀλλὰ φρονῶ, κύριε Πρόε-
978δρε, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει ἄμεσον σχέσιν πρὸς τὸ
979ζήτημα, περὶ οὗ συζητοῦμεν. Ἐκ τοῦ ὅτι ὁ ὑπάλληλος
980αὐτὸς δὲν εἶχε στερηθῆ ὁριστικῶς τῶν δικαιωμάτων αὑτοῦ
981διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἠρτημένης τῆς
982ἀναιρέσεώς του, ἕπεται ὅτι δικαιολογεῖται ἡ διαγωγὴ τοῦ
983κ. Ὑπουργοῦ, μὴ σπεύσαντος ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν τῆς ὑπη-
984ρεσίας; Ὅταν διατάσσηται ἡ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσις
985καταδικασθέντος ὑπαλλήλου δι’ ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου,
986εἶναι ἀναγκαῖον νὰ περιμένῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὴν ἔκβασιν
987τῆς δίκης αὐτοῦ κατ’ ἀναίρεσιν; Ἤθελεν εἶσθαι τερατῶ-
988δες, Κύριοι, ἐὰν ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἀπῄτει, ὥστε ἄνθρωποι,
989καταδικασθέντες δι’ ἀποφάσεως ποινικοῦ δικαστηρίου διὰ
990παράβασιν τῆς ὑπηρεσίας των καὶ συγχρόνως κηρυχθέντες
991ἔκπτωτοι τῆς ὑπηρεσίας, νὰ παραμένωσιν ἐκπληροῦντες τὰ
992καθήκοντά των, ὡς δικαστικοὶ, ὡς οἰκονομικοὶ κλπ. ὑπάλ-
993ληλοι, μέχρι τῆς ἐντελοῦς ἐκδικάσεως καὶ τῆς αἰτήσεως ἀναι-
994ρέσεως αὐτῶν. Ἐὰν τοιαύτη ἦτο ἡ νομοθεσία ἡμῶν, ἔπρεπε
995νὰ σπεύσωμεν νὰ διορθώσωμεν αὐτὴν, ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν
996εἶναι τοιαύτη. Ἡ νομοθεσία ἡμῶν προέβλεψεν οὐ μόνον
997περὶ τῆς παύσεως τῶν ὁριστικῶς καταδικασθέντων, ἀλλὰ
998καὶ περὶ τῆς παύσεως τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, ὅσοι τίθεν-
999ται ὑπὸ κατηγορίαν. Οὐ μόνον τὸν καταδικασθέντα ὑπάλ-
1000ληλον δὲν ἀνέχεται ὁ νόμος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ
1001τοὺς ὑπὸ δίκην διατελοῦντας ἔλαβε πρόνοιαν νὰ τοὺς ἀπο-
1002βάλλῃ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ περὶ τούτου ὑπάρχει ῥητὴ διά-
1003ταξις εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, τοῦ ὁποίου τὸ
1004ἄρθρον 13 ἐδάφ. γʹ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἕκαστος δικα-
1005στικὸς ὑπάλληλος παύεται προσωρινῶς τῶν ἔργων του, ἅμα
1006γενῇ ἔναρξις τῆς ἀνακρίσεως, δυνάμει τοῦ ἄρθρ. 308, ἕνεκα
1007κακουργήματος ἤ τινος τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 22 καὶ 24 τοῦ
1008ποινικοῦ νόμου διαλαμβανομένων πλημμελημάτων. Καὶ τί
1009λέγει τὸ ἄρθρον 308, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται τὸ ἄρθρον
1010τοῦτο; (ἀναγινώσκει): «Πᾶς δικαστικὸς ὑπάλληλος ἢ ὑπη-
1011ρέτης, κατὰ τοῦ ὁποίου, ἕνεκα κακουργήματος ἤ τινος τῶν
1012ἐν τοῖς ἄρθροις 22 καὶ 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου διαλαμβα-
1013νομένων πλημμελημάτων, ἐξεδόθη ἔνταλμα συλλήψεως ἢ
1014φυλακίσεως, ἢ ἀπόφασις περὶ τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς του,
1015παύεται προσωρινῶς τῆς ὑπηρεσίας του.»
1016Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος προὐνόησε καὶ διέταξε
1017νὰ παύωνται προσωρινῶς καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπὸ κατηγορίαν
1018διατελοῦντες ὑπάλληλοι. Ὤφειλε λοιπὸν ὁ κύριος Ὑπουρ-
1019γὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι ὅταν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀποφά-
1020σεως, ἀλλ’ ὅταν ἔλαβε γνῶσιν τῆς καταδιώξεως τοῦ ὑπαλ-
1021λήλου, νὰ τὸν παύσῃ ἀμέσως. Καὶ περὶ τῆς εἰδοποιήσεως
1022τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐμερίμνησεν ἀκόμη ἡ νομοθεσία: «Περὶ
1023τῆς ἐκβάσεως ἑκάστης ἀνακρίσεως, λέγει τὸ ἄρθρον 309
1024τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, γενομένης κατά τινος
1025δικαστικοῦ ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου, ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
1026Γραμματεία εἰδοποιεῖται κατὰ τὸν εἰς τὸ ἄρθρον 306 τοῦ
1027ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων (ἤγουν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων
1028Εἰσαγγελέων) διαλαμβανόμενον τρόπον, καὶ διευθύνεται
1029πρὸς αὐτὴν πᾶσα καταδικαστικὴ ἀπόφασις, μὴ ἐξαιρουμέ-
1030νων καὶ τῶν ἕνεκα πταισμάτων ἐκδοθεισῶν».
1031Εἶναι λοιπὸν ἐντελῶς ἔκνομον τὸ νὰ ἐπιτρέπωμεν εἰς
1032ἀνθρώπους, καταδικασθέντας δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πλημμε-
1033λειοδικείου, νὰ ἐκπληρῶσι καθήκοντα δημοσίου ὑπαλλήλου,
1034καὶ μάλιστα ἂν πρόκηται περὶ Πρωτοδίκου ἢ Εἰρηνοδίκου.
1035Ἄσχετον λοιπὸν πρὸς τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ αἴτησις ἀναιρέ-
1036σεως ἔχῃ ἀνασταλτικὴν δύναμιν, εἶναι τὸ ζήτημα, ἐὰν
1037ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀπολύσῃ τὸν ὑπάλληλον ἀμέσως,
1038ἅμα εἰδοποιήθη περὶ τῆς καταδίκης αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ
1039ἀδικαιολόγητον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναμείναντος τὴν ἀπό-
1040φασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, προκύπτει καὶ ἐξ ἄλλων λόγων,
1041ἤγουν διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε καὶ τὸ
1042μέσον τῆς διοικητικῆς παύσεως τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου,
1043τοῦ δικαστικῶς ἀναγνωρισθέντος ὡς παραβάτου τῶν καθη-
1044κόντων του. Τὸ ἄρθρον 12 ἐδάφ. δʹ τοῦ περὶ προσόντων
1045νόμου τοῦ 1884 διατάσσει ῥητῶς, ὅτι οἱ δημόσιοι λει-
1046τουργοὶ παύονται καὶ ὅταν «καταδειχθῶσιν ἀνίκανοι ἢ
1047»ἀμελεῖς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, ἢ ἀποδεί-
1048»ξωσιν ὁπωσδήποτε ἀναξιοπρεπῆ καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς
1049»τὴν θέσιν των διαγωγὴν, συνάγεται δὲ μία τῶν περιπτώ-
1050»σεων τούτων εἴτε ἐκ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἢ βουλεύματος,
1051»ἀσχέτως πρὸς τὴν ἔκβασιν τῆς ποινικῆς καταδιώξεως.»
1052Ὥστε καὶ ὅταν ἀθωωθῇ ὁ ὑπάλληλος, δύναται νὰ δικαιο-
1053λογηθῇ ἡ παῦσις, κατὰ μείζονα λοιπὸν λόγον ὅταν κατα-
1054δικασθῇ.
1055Ἰδοὺ ἕτερον ὅπλον, τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ κάμῃ χρῆσιν
1056ὁ κύριος Ὑπουργὸς, νὰ παύσῃ πειθαρχικῶς τὸν ὑπάλ-
1057ληλον, ἀφοῦ οὐχὶ μόνον βούλευμα, ὅπερ εἶναι ἔνδειξις
1058ἐνοχῆς, ἀλλὰ καταδικαστικὴν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ἀπόφασιν.
1059Ὑπὸ πᾶσαν λοιπὸν ἔποψιν εἶναι ἀξία μομφῆς ἡ διαγωγὴ
1060τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
1061§53ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι ἐλησμονήσαμεν ἐνταῦθα,
1062τί ἐστὶ δικαίωμα ὑπηρεσίας, ἵνα προβαίνωμεν εἰς τοιούτου
1063εἴδους ὑποστηρίξεις, τῆς παραβιάσεως ἑνὸς καθήκοντος τῶν
1064κυβερνώντων, ὅπως ἀπολύσωσιν ὑπάλληλον οὐχὶ ὑπονοη-
1065θέντα, ἀλλὰ καὶ ἐξελεγχθέντα ὡς παραβιάζοντα τὸ καθῆ-
1066κόν του. Μήπως ἡ δημοσία ὑπηρεσία εἶναι ἀντικείμενον
1067ἰδιοκτησίας, ἵνα ἐξετάσωμεν, ἐὰν τελεσιδίκως ἀπώλεσέ τις
1068τὸν ἀγρὸν ἢ τὴν περιουσίαν του; Πρέπει τοιαύτην ἰδέαν
1069νὰ ἔχῃ τις περὶ δημοσίας ὑπηρεσίας, ἵνα εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουρ-
1070γὸς, ὅτι «αὐτὸς ὁ ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν κατεδικάσθη ὑπὸ
1071τοῦ Πλημμελειοδικείου ὡς ἀπολύων φυλακισμένους, ἀλλὰ
1072πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν κατὰ τὸν νόμον ὑποχρεωτικὴ
1073καθίσταται διὰ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως ἡ παῦσίς του,
1074καὶ ἐνόσῳ τοῦτο δὲν συνέβη, δὲν ἔχω ἐγὼ, ὁ Ὑπουργὸς, νὰ
1075ἐξετάσω τίποτε ἄλλο καὶ θὰ ἐξακολουθῶ νὰ τὸν διατηρῶ,
1076διότι δὲν μοὶ ἐγένετο γνωστὴ ἡ καταδίκη του.» Πρέπει νὰ
1077ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἡ δημοσία ὑπηρεσία ἀποτελεῖ δικαίωμα
1078καὶ οὐχὶ καθῆκον, ὅτι εἶναι ἀγρὸς, διὰ νὰ προβαίνῃ εἰς τοι-
1079αύτην ἰδέαν, ἵνα ὑποστηρίζῃ, ὅτι τότε πρέπει νὰ ἀπολύη-
1080ται ὁ ὑπάλληλος, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται πλέον
1081νὰ τὸν διατηρήσῃ, ὅταν ἡ ἀπόφασις, τελεσίδικος οὖσα, κατ’
1082ἀνάγκην ἐκτελεῖται. Αὐτὰ ἀποδεικνύουσι τὴν κατάστασιν,
1083εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, τὴν σύγχυσιν τῶν ἰδεῶν, ἀποδεικνύουσιν
1084ὅτι δὲν ἔχομεν ἰδέαν τῶν στοιχειωδεστέρων καθηκόντων
1085τῆς Κυβερνήσεως.
1086§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατέ-
1087θηκε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγή-
1088σεως πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουα-
1089ρίου τοῦ 1890, καθὼς καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χι-
1090λιομετρικῆς ἀποζημιώσεως τῶν σιδηροδρόμων Μεσολογγίου–
1091Ἀγρινίου καὶ Πατρῶν Πύργου. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανε-
1092μηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 178–179).
1093§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤ-
1094ῥησις, δύνανται ν’ ἀναγνωσθῶσι.
1095§56ΡΑΛΛΗΣ. Μέχρι τῆς Παρασκευῆς καὶ τοῦ Σαββάτου
1096ὑπολείπεται καιρὸς, διὰ νὰ γίνωσιν αἱ τρεῖς ἀναγνώσεις.
1097§57Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς γνώ-
1098μης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ πότε θὰ διακόψῃ
1099τὰς ἐργασίας της. Ἐὰν θὰ διακόψῃ τὴν Πέμπτην, πρέπει νὰ
1100ἀναγνωσθῶσι σήμερον.
1101§58ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκ-
1102φρασθῇ.
1103§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται ὅτι πέραν
1104τῆς Παρασκευῆς δὲν θὰ συνεδριάσωμεν. Ἐὰν θὰ συνεδριά-
1105σωμεν τὴν Παρασκευὴν ἢ ὄχι, τοῦτο δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς
1106Βουλῆς, ἀλλ’ ἐκ τῶν Βουλευτῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι
1107καλὸν νὰ κανονίσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὰ τῆς ἡμερησίας διατά-
1108ξεως, ἀφοῦ πρόκειται νὰ παύσωμεν ἐργαζόμενοι τὴν
1109Πέμπτην ἢ τὴν Παρασκευήν. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀφαι-
1110ρέσωμεν ἐκ τῶν προτεταγμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
1111πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα εἰς κύρωσιν Διαταγμά-
1112των περὶ πιστώσεων. Ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς εὐθύνην, δὲν
1113ἀφορῶσιν εἰς ἐνέργειαν, ἑπομένως ταῦτα δύνανται νὰ ἐπι-
1114ταχθῶσι καὶ νὰ μὴ συζητηθῶσι πρὸ τῶν διακοπῶν, εἶναι
1115δὲ ταῦτα τὰ ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 7, 8, 9 καὶ 14 τῆς ἡμε-
1116ρησίας διατάξεως. Πρέπει ἐπίσης νὰ ἐπιταχθῇ καὶ ἡ συζή-
1117τησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῶν ἐσόδων τοῦ
1118ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, διότι τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὸν Προϋπο-
1119λογισμὸν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ πρὸ τῶν δια-
1120κοπῶν· ὡς πρὸς τ’ ἄλλα, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν κατὰ τὴν
1121σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως μέχρι τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
1122§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ περὶ χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας;
1123§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν προφθάσωμεν, συζητοῦμεν καὶ
1124τοῦτο, διότι εἶναι ἀναγκαῖον, παραμενόντων ἐνταῦθα τῶν
1125ξένων ἀξιωματικῶν· ἤδη τοὺς πληρόνομεν ἐκ τῆς πιστώ-
1126σεως τῶν 50 χιλιάδων.
1127§62ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὰ γεωργικά;
1128§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἡμεῖς λέ-
1129γομεν, τί φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ συμφωνηθῇ. Ἄνευ γενικῆς
1130συμφωνίας οὐδὲν δύναται νὰ συζητηθῇ πρὸ τῶν διακοπῶν,
1131ἔστω καὶ ἂν ἡ ἀντίῤῥησις προέρχεται παρ’ ἑνὸς Βουλευτοῦ.
1132§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
1133δύναται νὰ μᾶς φωτίσῃ, ἐὰν θὰ ἀναβληθῶσι τὰ νομοσχέδια
1134περὶ γεωργικοῦ σταθμοῦ καὶ περὶ γεωργικῶν σχολείων, καὶ
1135ἐὰν θὰ συζητηθῶσι πρὸ τῆς ἐπανόδου τῆς Βουλῆς.
1136§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅτε ἐπε-
1137σπεύδομεν τὴν συζήτησιν, ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ συζητηθῶσι
1138ταχέως, τώρα δὲν ὑπάρχει πλέον καιρός. Ἐν ἀρχῇ παρενε-
1139βλήθησαν προσκόμματα.
1140§66ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ εὐθύνομαι, θὰ εἴπω δύο λέξεις.
1141Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔχουσι προφανῶς ἐλαττώματα περὶ
1142τὴν ἔκφρασιν, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται· ἐννοοῦσιν
1143ὅτι διὰ τῆς συζητήσεως παρενεβάλλομεν προσκόμματα· ἡ
1144συζήτησις ποτὲ δὲν εἶναι πρόσκομμα, εἶναι διευκόλυνσις·
1145ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι τινὲς, αἱ ὁποῖαι
1146βραδέως ἦλθον καὶ ἐπῆλθεν ἡ ἀναβολὴ, δὲν ἐννοῶ νὰ ἔχω
1147ἐγὼ τὴν εὐθύνην τῆς ἀναβολῆς, διότι ἐγὼ εἶχον κηρυχθῆ
1148ὑπὲρ τῆς συστάσεως σταθμῶν εἰς ἕκαστον νομόν.
1149§67ΤΖΑΝΕΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως
1150τῶν φοιτητῶν καὶ διδασκάλων εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἔλθῃ
1151ὑπὸ συζήτησιν ἐκ τῶν πρώτων. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν,
1152ἐννοεῖ νὰ τὸ ἀποσύρῃ;
1153(Ἀναγινώσκεται εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ
1154χορηγίας πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου
1155καὶ Φεβρουαρίου τοῦ 1890, καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν,
1156ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
1157Ἐπίσης ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ χιλιομετρι-
1158κῆς ἀποζημιώσεως τῶν σιδηροδρόμων Μεσολογγίου–Ἀγρι-
1159νίου καὶ Πατρῶν–Πύργου, καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν,
1160ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν).
1161§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν ὁ κύριος
1162Πρωθυπουργὸς καλὸν εἶναι νὰ μᾶς φέρῃ σημείωσιν, πόσον
1163ἀναλογεῖ εἰς τὸν ἕνα καὶ πόσον εἰς τὸν ἄλλον σιδηρόδρομον.
1164§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἕν ἑκατομμύριον ἀναλογεῖ εἰς τὸν σιδη-
1165ρόδρομον Πατρῶν καὶ Πύργου καὶ 1,950,000 εἰς τὸν σιδη-
1166ρόδρομον Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου.
1167§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καλὸν εἶναι μεθαύριον νὰ μᾶς φέρητε
1168ὡρισμένον σημείωμα.
1169§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1170Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ
1171κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1890.
1172§72Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι Βουλευταί! Τὸ ζήτημα τοῦ
1173στρατοῦ, ἀείποτε σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν, κατέστη σοβα-
1174ρώτατον καὶ σπουδαιότατον ἐν τοῖς καιροῖς τοῦ ἡμετέρου
1175ἔθνους. Φρονῶ, ὅτι πληροῦται ἐθνικὸς πόθος, ἐθνικὴ ἀπαί-
1176τησις, ἐθνικὴ ἀνάγκη ὑψίστη διὰ τῆς συζητήσεως ἐνώπιον
1177τοῦ Κοινοβουλίου περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τοῦ στρα-
1178τοῦ, εἰς ἣν ἤρτηνται τόσαι ἐθνικαὶ ἐλπίδες. Πρέπει νὰ μάθῃ
1179ἡ Βουλὴ καὶ δι’ αὐτῆς τὸ ἔθνος, ἐὰν μετὰ τόσας θυσίας
1180ὑπὲρ τῆς συγκροτήσεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων ἔχωμεν πράγ-
1181ματι στρατὸν ἄξιον τοῦ ὀνόματος. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετά-
1182σωμεν τὸ ζήτημα μετὰ μεγάλης προσοχῆς, ἀνεξαρτήτως
1183πάσης πολιτικῆς χροιᾶς, ὑπὸ τὴν καθαρὰν ἐθνικὴν ἔποψιν,
1184μετὰ δικαιοσύνης ἅμα καὶ αὐστηρότητος. Ἔχομεν καθῆκον
1185νὰ μάθωμεν, ἂν αἱ ὑπέρογκοι θυσίαι τοῦ τόπου ὑπὲρ τοῦ
1186στρατοῦ ἦναι τελεσφόροι, ἢ ἄν, μεθ’ ὅλον τὸν ὄγκον τοῦ
1187Προϋπολογισμοῦ, στερούμεθα τῆς ἀναγκαιοτάτης ἡμῖν ἐθνι-
1188κῆς δυνάμεως, ἥτις στέρησις δύναται νὰ περιαγάγῃ τὰ μέ-
1189γιστα συμφέροντα τῆς χώρας εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον.
1190Ἡ Ἑλλάς, ὡς Κράτος ἀνεξάρτητον καὶ ὡς φυσικὴ μή-
1191τηρ τῶν ἁπανταχοῦ ὑπὸ τὴν δουλείαν εὑρισκομένων ἀδελφῶν
1192ἡμῶν, ὀφείλει ἐκ καθήκοντος νὰ ἔχῃ στρατὸν ἐνεργείας,
1193ἔχουσα μάλιστα ὑπ’ ὄψει, ὅτι δι’ αὐτοῦ οἱ νόμοι τοῦ Κρά-
1194τους καθίστανται σεβαστοὶ, ἡ ἐξασφάλισις τῆς τιμῆς καὶ
1195τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἀτόμου εὑρίσκει τὴν πλήρη καὶ βεβαίαν
1196αὑτῆς ὑποστήριξιν, ἡ εἰρήνη παγιοῦται καὶ δι’ αὐτῆς ἡ βιο-
1197μηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον ἀναπτύσσονται καὶ ἡ παραγωγὴ
1198τοῦ δημοσίου πλούτου αὐξάνει. Οὐ μόνον ταῦτα, ἀλλὰ καὶ
1199τὸ ἔθνος, τὸ κεκτημένον ἐθνικὴν δύναμιν εὔρωστον καὶ εὐ-
1200παγῆ, καθίσταται ἰσχυρὸν ἅμα καὶ σεβαστόν. Διὰ ταῦτα
1201δὲ καὶ ἡ ἡμετέρα χώρα ὑποβάλλεται εἰς δαπάνας μεγάλας
1202καὶ πέραν τῶν δυνάμεών της μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ἔχῃ στρατόν.
1203Ἐξετάσωμεν λοιπὸν, ἐὰν κατόπιν τοσούτων μεγάλων δα-
1204πανῶν ἔχωμεν στρατὸν ἐνεργείας, δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ
1205εἰς τοὺς διακαεῖς πόθους τοῦ τε ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
1206Ἔχομεν στρατὸν ἐνεργὸν, ἀσκήσεων καὶ στρατιωτικῆς ἐκπαι-
1207δεύσεως τέλειον, ἢ ὁπωσδήποτε τέλειον, ὅστις σὺν τοῖς ἄλ-
1208λοις νὰ χρησιμεύῃ καὶ ὡς γενικὴ στρατιωτικὴ σχολὴ ὅλου
1209τοῦ ἔθνους; Ἢ ἔχομεν μόνον στρατὸν ὑπηρεσίας, παρ’ οὗ
1210οὐδὲν στρατιωτικὸν ἀγαθὸν δύναται νὰ παραχθῇ, ὡς πόῤῥω
1211ἀπέχοντος τῆς ἐθνικῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Τοῦτο
1212εἶναι τὸ ζήτημα.
1213Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ στρατοῦ ἀσκήσεων καὶ στρα-
1214τοῦ ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ δώσω τὸν ὁρισμὸν
1215αὐτῶν, πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν καθ’ ἕκαστον ἀνάλυσιν.
1216Στρατὸς ἀσκήσεων, ἢ μᾶλλον στρατὸς ἐνεργείας, καλεῖ-
1217ται ἡ ἡνωμένη ἐνεργητικὴ δύναμις τοῦ ἔθνους, καλῶς ὠργα-
1218νωμένη, διηνεκῶς ἀσκουμένη καὶ καθ’ ὅλα ἑτοίμη πρὸς
1219πόλεμον. Στρατὸς δὲ ὑπηρεσίας εἶναι δύναμις στρατιωτικὴ,
1220προωρισμένη νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ
1221νὰ ἐνισχύῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων.
1222Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐξετάσωμεν, τίνα ἐκ τῶν δύο
1223διακεκριμένων στρατῶν ἔχομεν; στρατὸν ἐνεργείας, ἢ στρα-
1224τὸν ὑπηρεσίας; Ἡμεῖς λέγομεν καὶ ὑποστηρίζομεν, ὅτι μό-
1225νον στρατὸν ὑπηρεσίας ἔχομεν, καὶ αὐτὸν ἀναδιοργάνωτον,
1226ἀπαίδευτον καὶ κακῶς συντεταγμένον. Στρατὸν ἐνεργείας
1227καὶ ἀσκήσεων δὲν ἔχομεν. Αὐτὸς δὲ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν, χρη-
1228σιμεύει μόνον ὡς προπαρασκευαστικὴ σχολὴ τοῦ στρατοῦ
1229τῆς ὑπηρεσίας καὶ μηδὲν πλέον, ὡς θέλομεν ἀποδείξει.
1230Δὲν ἔχομεν ἐνεργὸν στρατόν. αʹ) Διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1231σκοπίμως, διὰ τοῦ ὀνόματι μόνον στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ,
1232ὑπέταξε τὴν χορηγουμένην παρὰ τῆς Βουλῆς τοῦ ἔθνους
1233δαπάνην πρὸς ὕπαρξιν καὶ ἀπόκτησιν ἐνεργοῦ στρατοῦ εἰς
1234τοὺς ἀτασθάλους οἰκονομικοὺς αὐτοῦ συνδυασμοὺς καὶ εἰς
1235ἀντικείμενα ξένα τοῦ στρατοῦ, χάριν τοῦ πάντοτε ἐπαγ-
1236γελλομένου, ἀλλὰ πάντοτε ἀποτυγχάνοντος ἰσοζυγίου. βʹ)
1237Διότι παρεβίασεν οὐσιωδῶς τὸν ψηφισθέντα στρατιωτικὸν
1238ὀργανισμὸν, καὶ γʹ) Διότι παρεμόρφωσε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ
1239παραμορφόνῃ ἡ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπη-
1240ρεσία λαθροχειριακῷ τῷ τρόπῳ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀνδρῶν
1241καὶ τῶν δαπαγῶν ἐν ταῖς καταστάσεσι καὶ τῷ ὑποβληθέντι
1242προϋπολογισμῷ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρὸς ἐξαπάτησιν αὐ-
1243τῆς, δολοφονοῦσα οὕτω καὶ στρατὸν καὶ ἔθνος.
1244Ὅτι ἀληθῶς δὲν ἔχομεν στρατὸν ἄξιον τῶν προσδοκιῶν καὶ
1245θυσιῶν τοῦ ἔθνους, εἶναι τόσον δυστυχῶς ἀληθὲς, ὥστε ὁμο-
1246λογεῖται καὶ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρα-
1247τιωτικῶν, ὅστις, στενοχωρηθεὶς παρά τινος τῶν κυρίων Βου-
1248λευτῶν κατὰ μίαν προγενεστέραν συζήτησιν, ὡμολόγησεν,
1249ἀναφωνήσας ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ὅτι «δὲν ἔχομεν μὲν στρα-
1250τόν, ἀλλ’ ἔχομεν μεγάλην ἐφεδρείαν», μὴ δυνάμενος νὰ
1251ἐννοήσῃ, ὅτι, μὴ ὑπάρχοντος στρατοῦ, οὐδὲ ἐφεδρεία δύναται
1252νὰ ὑπάρχῃ, διότι ἡ ἐφεδρεία πηγάζει καὶ σχηματίζεται
1253ἐκ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ οὐχὶ ἐξ ἄλλης τινὸς πηγῆς!
1254Λυποῦμαι τῇ ἀληθείᾳ, κ. Ὑπουργὲ, διότι ἀναγκάζομαι
1255νὰ σχηματίσω τὴν ἰδέαν, ἢ ὅτι δὲν γνωρίζετε, ἢ ὅτι δὲν
1256δὲν θέλετε νὰ γνωρίζητε τὴν ἰδιότητα καὶ τὸν προορισμὸν
1257τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ἐξ αὐτοῦ καταρτιζομένην
1258ἐφεδρείαν, ἤ ὅτι ἠθέλατε σοφιστικῶς νὰ δικαιολογηθῆτε
1259ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
1260Ἀπορῶ, πῶς ἐτολμήσατε ὑμεῖς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρα-
1261τιωτικῶν, νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν, καὶ
1262πῶς τὴν ἀσύγγνωστον ταύτην ὁμολογίαν ἠθελήσατε νὰ κα-
1263λύψητε διὰ τῆς κολοσσιαίας ἀντιφάσεως, ὅτι δὲν ἔχομεν
1264στρατὸν, ἔχομεν ὅμως μεγάλην ἐφεδρείαν.
1265Δὲν ἔχομεν στρατὸν διότι δὲν συνεμορφώθη καὶ δὲν ἠθέ-
1266λησε νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουρ-
1267γὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς
1268ἐζήτησε τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ ὄχι μόνον ἔδωκε
1269τὴν ψῆφον ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλὰ προσέτι τῷ ἐχορήγησε καὶ πᾶν
1270ὅ,τι ἀπῃτεῖτο πρὸς τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἔπραξε
1271δὲ τοῦτο ἡ Βουλὴ, ὅπως τὸ ἔθνος ἀποκτήσῃ στρατὸν ἀντα-
1272ποκρινόμενον εἰς τὴν ὑψηλὴν αὐτοῦ ἐντολήν. Ὁ κ. Ὑπουρ-
1273γὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ὑπέβαλε τὸν ἐν
1274ἰσχύει στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν καὶ ὑπεστήριξεν ὅλαις δυνά-
1275μεσιν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἔλεγε σὺν τοῖς
1276ἄλλοις, ὅτι ὀφείλει νὰ τὸν ψηφίσῃ, ὄχι μόνον πρὸς μόρφωσιν
1277καὶ σχηματισμὸν στρατοῦ δυναμένου νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν
1278ἀληθῆ αὐτοῦ προορισμὸν, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἀνάγκη ἀνα-
1279πόδραστος νὰ συντηρήσωμεν τὰ ἀποκτηθέντα μεγάλα στρα-
1280τιωτικὰ ἡμῶν στελέχη, ἅτινα δυσκόλως σχηματίζονται καὶ
1281ἀποκτῶνται. Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ἐπρότεινεν ὡς πυ-
1282ρῆνα τοῦ στρατεύματος διὰ τοὺς λόχους τῶν διαφόρων σω-
1283μάτων τὸν μικρότερον, ἐλάχιστον καὶ τελευταῖον ἀριθμὸν
128488 στρατιωτῶν, ὥστε νὰ δύνανται καὶ αἱ μικραὶ καὶ αἱ με-
1285γάλαι τοῦ στρατοῦ μονάδες νὰ ἀσκῶνται καὶ νὰ ἐκπαιδεύ-
1286ωνται διαρκῶς, καθὼς καὶ οἱ ἐν αὐταῖς κατατασσόμενοι κατ’
1287ἔτος νεοσύλλεκτοι, ὑπόχρεοι καὶ διαθέσιμοι νὰ ἀπογυμνά-
1288ζωνται ἀνέτως, οὕτως ἐκπαιδευόμενοι. Ἀτυχῶς ὅμως καὶ
1289παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα, ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς, ἀρνούμενος ἑαυ-
1290τὸν, λησμονήσας δὲ καὶ τὰς ἑαυτοῦ λαμπρὰς περὶ ἀναμορ-
1291φώσεως τοῦ στρατοῦ ἐπαγγελίας, μετέβαλε σύστημα, καὶ
1292ἐτροποποίησε οὕτω τὸν στρατιωτικὸν ἡμῶν ὀργανισμὸν,
1293ὥστε κατέστη ἀδύνατος ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις καὶ τῶν
1294μικρῶν καὶ τῶν μεγάλων στρατιωτικῶν μονάδων πρὸς ἀπό-
1295κτησιν τῶν ἀναγκαίων γνώσεων διὰ τὸν προορισμόν των,
1296καθότι οἱ εὐάριθμοι μένοντες παλαιοὶ στρατιῶται ἐν ταῖς
1297τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ὡς πυρὴν αὐτοῦ, ἀσχολοῦνται εἰς τὴν
1298καθημερινὴν ὑπηρεσίαν των, τὴν ὁποίαν μόλις καὶ μετὰ
1299βίας ἐκτελοῦσιν, ἐνῷ ἀπεναντίας ὁ στρατὸς ἐνεργείας ὀφεί-
1300λει κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐκπαιδεύηται καὶ ἀσκῆ-
1301ται καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς θητείας του, βραχείας μάλι-
1302στα οὔσης· καὶ λέγομεν τοῦτο, καθόσον, πλὴν τῶν ἄλλων
1303στρατιωτικῶν ἀσκήσεων, δέον νὰ ἀσκῆται μετὰ μεγίστης
1304ἐπιμελείας εἰς τὴν καλῶς ἐννοουμένην ἐκμάθησιν τῆς ἐπὶ
1305ἀνδρεικέλων σκοπὸν βολῆς κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχὰς τοῦ
1306ἔτους, ἵνα ἐμπράκτως γνωρίσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς πυρίτιδος
1307καὶ τῆς ῥιπῆς βολῆς, καθ’ ὅλας τὰς ἀτμοσφαιρικὰς μεταλ-
1308λαγὰς, εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀποστάσεων, ὅπως ἐν ἐπιγνώ-
1309σει κάμνῃ χρῆσιν ὠφέλιμον τοῦ ὑψομέτρου τοῦ ὅπλου του,
1310ὥστε ἐν δεόντι χρόνῳ καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν νὰ δύνηται
1311νὰ εὐθυβάλῃ ἀποτελεσματικῶς καὶ νὰ μὴ ἀναμένῃ τὸ πᾶν
1312ἐκ τῆς τύχης, ἀλλ’ ἐκ τῆς γνώσεως καὶ τῆς στρατιωτικῆς
1313αὐτοῦ ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἐνταῦθα ἐφαρμόζεται τὸ ἀξίωμα
1314«οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἀλλ’ ἐν τῷ εὖ τὸ πολύ».
1315Ἡ μεταβολὴ αὕτη ἡ αὐτόβουλος τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν
1316ὀργανισμοῦ, τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος, κατήνεγκε καίριον
1317τραῦμα κατὰ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, καὶ ὀφείλω κατὰ καθῆ-
1318κον νὰ τὸ ἀποδείξω καὶ διὰ τῆς ἀληθείας τῶν ἀριθμῶν, τῶν
1319ληφθέντων ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπι-
1320σήμων καταστατικῶν πινάκων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
1321Στρατιωτικῶν.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1322Ἡ δύναμις τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθμ.
132319 κατάστασιν, τὴν ἐμφαίνουσαν τὴν ὁλικὴν δύναμιν τοῦ
1324ἡμετέρου στρατεύματος κατὰ δεκαημερίαν, ἀπὸ 5 Ὀκτω-
1325βρίου 1888 μέχρι 5 Ὀκτωβρίου τοῦ 1889 ἀνέρχεται κατὰ
1326μέσον ὅρον εἰς ἄνδρας 23,892
1327ἀφαιρουμένων τῶν ἀξιωματικῶν ὑπαξιωματικῶν,
1328μουσικῶν, τεχνιτῶν καὶ τῶν ὁμοίων τούτοις 8,135
1329Μένουσιν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ ὅλου στρατεύματος
1330στρατιῶται 15,757
1331Ἐκ τούτων ἀφαιροῦνται οἱ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπη-
1332ρεσίας καὶ λοιπῶν 13,177
1333Μένουσι διὰ τὸν ἐνεργὸν στρατὸν τῶν ἀσκήσεων 2,580
1334Οἱ ἀφαιρούμενοι οὗτοι ἄνδρες συνίστανται ἐκ τῶν ἑξῆς
1335κατηγοριῶν:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
13361) ἀπὸ τοὺς μετατιθεμένους κατ’ ἔτος στρατιώτας
1337 ἐκ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ εἰς τὸν τῆς ὑπηρεσίας,
1338 ἤτοι τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τοὺς διδομένους πρὸς
1339 ἐνίσχυσιν κατὰ τὰς ὑπ’ ἀριθ. 5 καὶ 6 κατα-
1340 στάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν 5,370
13412) τοὺς διαθεσίμους, τοὺς ἀπερχομένους εἰς τὰς ἑστίας
1342 των τὴν πρώτην Ἰανουαρίου 2,740
13433) τοὺς τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως (πίναξ γενικὸς) 192
13444) τοὺς Νοσοκόμους κατὰ γενικὸν πίνακα περὶ δυνάμεως 356
13455) τοὺς ἐν τῷ Στρατιωτικῷ Ὑπουργείῳ ἐργαζομένους 75
13466) τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὰς γενικὰς καὶ εἰδικὰς ἀποθήκας 426
13477) τοὺς ὑπὸ ποινὴν 221
13488) τοὺς στρατιωτικοὺς δεσμοφύλακας, ἐκλεκτ. καὶ στρα-
1349 τιώτας 140
13509) τοὺς ἐν τῷ ὁπλοστασίῳ ἐργαζομένους ἐθελοντὰς 125
135110)τοὺς διαφόρους τεχνίτας, πεταλωτὰς τῶν διαφόρων
1352 ὅπλων 96
135311)τοὺς νοσηλευομένους ἐν τοῖς διαφόροις σώμασι 86
135412)τοὺς κατὰ νόμον ἀπερχομένους μὲ τετράμηνον
1355 ἄδειαν κατ’ ἔτος 3,350
1356 Ἐν ὅλῳ 13,177
1357Τί μένουσι λοιπὸν διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ πυρῆνος τοῦ
1358ὅλου στρατεύματος; 2,580 στρατιῶται μόνον. Διανεμόμενοι
1359εἰς τοὺς λόχους, ἴλας καὶ πυροβολαρχίας, ἀναλογοῦσιν εἰς
1360ἕκαστον τούτων 13 μόνον στρατιῶται! Ἀλλ’ ὡς προεῖπον,
1361ἀδύνατον καὶ οἱ εὐάριθμοι οὗτοι νὰ καταγίνωνται εἰς τὴν
1362ὀφειλομένην αὐτοῖς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ἄσκησιν,
1363καθόσον ἀσχολοῦνται ἀποκλειστικῶς καὶ ἀναγκαίως εἰς τὴν
1364καθημερινὴν τῆς φρουρᾶς καὶ τοῦ στρατεύματος ὑπηρεσίαν
1365κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 11 κατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ
1366ἀριθμὸς δὲ τούτων ἀνέρχεται καθ’ ἑκάστην εἰς 1523 στρα-
1367τιώτας! Ὥστε ἀδύνατος καθίσταται καὶ ἡ ἀλλαγὴ καὶ
1368ἀναπλήρωσις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν. Ἐὰν δὲ προσθέσω-
1369μεν καὶ τοὺς καθ’ ἡμέραν ἀσχολουμένους μαγείρους καὶ
1370ὑπομαγείρους, δηλονότι 290, τοὺς νοσηλευομένους εἰς τὰ
1371διάφορα νοσοκομεῖα καὶ θεραπευτήρια, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς
1372860, ὁ ὅλος ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς 2,673 ἤτοι ἔλαττον τῶν
1373πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
1374κατὰ ἄνδρας 93. Ἔχομεν λοιπὸν διὰ τὸν ἐνεργὸν στρατὸν
1375ἄνδρας 2,580, ἀναγκαιοῦσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καθ’ ἑκάστην
13762,673, ἐλλείπουσι πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ εὑρι-
1377σκομένων ἄνδρες 93.
1378Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς ὑποστηρίζομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει
1379πράγματι παρὰ ἀρνητικὸς στρατὸς, δηλαδὴ ἐν λόγοις μόνον,
1380βάσιν ἔχων τὸ ἐκ τοῦ μηδενὸς ἐξαγόμενον. Καὶ ὅμως τὸ
1381ἔθνος δαπανᾷ κατ’ ἔτος τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῆς διὰ τὴν γενι-
1382κὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους δαπάνης, ἤτοι δέκα καὶ ὀκτὼ
1383ἑκατομμύρια καὶ πλέον.
1384Ἴσως ἐρωτηθῶ, πῶς λοιπὸν ἐνεργεῖται ἀπροσκόπτως ἡ
1385καθημερινὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατεύματος, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουσι
1386στρατιῶται ν’ ἀντικαθιστῶσιν ἀλλήλους, ἵνα μὴ μένοντες
1387διαρκῶς ἐν αὐτῇ ἀπαυδῶσιν; Εἰς ἀπάντησιν λέγω, πρὸς
1388γνῶσιν ὑμῶν, Κύριοι, ὅτι ἡ ὑπηρεσία συνεχίζεται διὰ τῆς
1389ἐναλλαγῆς τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν καὶ διὰ τῆς περικοπῆς
1390πολλάκις μέρους τῶν περιπολιῶν, τῶν θαλαμοφυλάκων, καὶ
1391οὕτως ἐξοικονομεῖται μετὰ μεγάλης δυσκολίας ἡ γενικὴ
1392ὑπηρεσία τῆς τε φρουρᾶς καὶ τοῦ στρατεύματος. Ὥστε βλέ-
1393πετε καὶ ἐνταῦθα τοὺς περιφήμους συνδυασμοὺς τοῦ κ.
1394Πρωθυπουργοῦ.
1395Ἀφοῦ, κύριε Ὑπουργὲ, ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ἅτινα
1396ὑπεβάλατε εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύεται ἀναμφισβητήτως,
1397ὅτι δὲν ἔχομεν πράγματι, ἀλλὰ ἐν λόγοις μόνον στρατὸν, θὰ
1398ἦτο προτιμότερον, ἀντὶ νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδιον περὶ δυνά-
1399μεως τοῦ κατὰ γῆν ἀνυπάρκτου στρατοῦ, νὰ ἐζητεῖτε παρὰ
1400τῆς Βουλῆς 10,000 ἄνδρας διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν
1401τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἐπεδιώκατε τὴν στρατιωτικὴν ἄσκησιν
1402τῶν ἐτησίως ἀπογραφομένων κατὰ δήμους καὶ πρωτευούσας
1403τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους διὰ τῶν ὑπαρχόντων στελεχῶν,
1404διὰ συστήματος δηλονότι μὴ ἀπαιτοῦντος διὰ τοὺς οὕτω
1405ἀσκουμένους πασῶν τῶν ἀπογραφῶν ἢ μηδεμίαν ἢ πολὺ
1406μικρὰν δαπάνην· οὕτω δὲν θὰ ἔχωμεν ἀληθῶς ἐνεργὸν στρα-
1407τὸν, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν πολιτοφυλακὴν ἢ ἐθνοφυλακὴν, ἰσαξίαν
1408τῆς πολυαρίθμου ἐφεδρείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, χωρὶς
1409δαπάνης τοὐλάχιστον.
1410Τέλος ἀνάγκη πᾶσα, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μεταβάλητε τὸ
1411ὑπάρχον ἀκατάλληλον σύστημα δι’ ἄλλου, δυναμένου ν’
1412ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην τοῦ νὰ ἔχωμεν
1413στρατὸν πραγματικὸν καὶ οὐχὶ ἐν λόγοις μὲ εἰκονικοὺς
1414ἀριθμοὺς ἐπὶ τῶν διαφόρων καταστατικῶν πινάκων, διότι,
1415οὕτω βαίνοντες, θὰ καταστρέψητε καὶ θὰ σβύσητε διὰ παντὸς
1416τὸ στρατιωτικὸν τοῦ ἔθνους αἴσθημα καὶ θὰ μαρανθῇ τὸ
1417γόητρον τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλα Κράτη καλλιερ-
1418γεῖται καὶ ἀναπτύσσεται διὰ πάσης θυσίας. Καὶ ταῦτα περὶ
1419τῆς μὴ ὑπάρξεως ἐνεργοῦ στρατοῦ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ.
1420Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς μεγάλης ἐφεδρείας,
1421περὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
1422ἐποιήσατο λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους.
1423Ἡ ἐφεδρεία ἀποτελεῖ καὶ αὕτη ἀπαραίτητον μέρος τοῦ
1424στρατοῦ τῆς ἐνεργείας, ὁ δὲ προορισμὸς αὐτῆς εἶναι, νὰ πληροῖ
1425τὰ κενὰ τοῦ στρατοῦ ἐν δέοντι χρόνῳ, ὡς ἐπιφυλακὴ αὐτοῦ,
1426ἐνίοτε δὲ καὶ ὁλόκληρον πολεμικὴν μονάδα. Αὕτη δὲ καταρ-
1427τίζεται ἀπὸ μόνον τοὺς ἀφυπηρετήσαντας ἄνδρας, τοὺς
1428διανύσαντας τὴν νενομισμένην θητείαν των ἐν τῷ ἐνεργῷ
1429στρατῷ τῶν ἀσκήσεων, ἄνδρας τουτέστιν ἀποκτήσαντας ἐν
1430ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ πλήρη στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν
1431καὶ μόρφωσιν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν δεόντως τὰς ἀπαι-
1432τουμένας στρατιωτικὰς γνώσεις πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προο-
1433ρισμοῦ των, ὁπόταν ἤθελον κληθῆ πρὸς τοῦτο. Πρὸς τὸν
1434σκοπὸν τοῦτον δέον νὰ ἦναι καλῶς ὠργανωμένη καὶ ἑτοίμη
1435πάντοτε πρὸς πόλεμον, ἑτοίμη πρὸς βεβαίαν καὶ ἀσφαλῆ
1436ἐκπλήρωσιν τῆς ἐντολῆς, ἣν ὀφείλει νὰ ἐκπληροῖ, καλουμένη
1437ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην
1438δευτέρας ἐκγυμνάσεως, ἢ καὶ νέας πρὸς τοῦτο στρατιωτι-
1439κῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀποτυγχάνει
1440ἡ ἐπὶ τῶν ὅπλων πρόσκλησίς της, καὶ ἀντὶ νὰ ἔλθῃ ὡς
1441ἀναγκαῖος ἐπίκουρος τοῦ ἐνεργοῦντος στρατεύματος, κακοῦ
1442ἀντὶ ὠφελείας δύναται νὰ γίνῃ πολλάκις πρόξενος.
1443Τοιαύτην λοιπὸν ἐφεδρείαν φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἔχο-
1444μεν; Ἐρωτῶ, ἔχομεν, Κύριοι, τοιαύτην ἐφεδρείαν, οὐχὶ μεγά-
1445λην, ὡς τὴν ἐβάπτισεν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἀλλὰ καὶ
1446μικράν;
1447Ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι τοιαύτην ἐφεδρείαν, οὔτε μικρὰν,
1448οὔτε μεγάλην ἔχομεν. ά) Διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης
1449δὲν γνωρίζομεν ἐπακριβῶς, ὡς μὴ ὤφειλε, τὸν ἀριθμὸν τῶν
1450ἀποτελούντων τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν ἐφεδρείαν, καὶ τοῦτο,
1451διότι οἱ Δήμαρχοι τοῦ Κράτους δὲν ἐξαπέστειλαν τὰς πρὸ
1452ἑνδεκαετίας ἐπελθούσας μεταβολὰς τῶν ἀφυπηρετησάντων
1453ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ στρατιωτῶν τῶν κληρωτῶν
1454τῶν ἀπογραφῶν εἰς τὰ διάφορα στρατολογικὰ γραφεῖα τῆς
1455σχετικῆς περιφερείας, πρὸς ἐξακρίβωσιν καὶ ἀκριβῆ σύντα-
1456ξιν τῶν πρὸς τοῦτο καταλόγων. βʹ) Διότι, ἐκτὸς τῆς ἀνω-
1457τέρω ἐλλείψεως; τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, ἢ μᾶλλον τὸ
1458Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν συμπεριλαμβάνει εἰς τοὺς
1459καταλόγους τῶν ἐφέδρων καὶ πάντας τοὺς ἐξαιρεθέντας καὶ
1460ἀπαλλαγέντας, τοὺς ἔχοντας ἀδελφοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ
1461στρατῷ, τοὺς σωματικῶς βεβλαμμένους καὶ τοὺς ὁμοίους
1462τούτοις, οἵτινες οὔτε ποτὲ ἐγυμνάσθησαν, οὔτε στρατιῶται
1463ὑπῆρξαν ποτὲ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἄν ποτε κληθῶσι πρὸς πλή-
1464ρωσιν κενῶν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ ἐνεργοῦντος στρατοῦ, βεβαίως
1465ὁ ἐνεργὸς στρατὸς μᾶλλον δι’ αὐτῶν θὰ πάθῃ ἢ θὰ ὠφε-
1466ληθῇ, διότι θὰ γίνωνται ὄχι μόνον πρόσκομμα εἰς τὸν ἐνερ-
1467γὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ παραίτιοι πολλῶν στερήσεων τοῦ
1468ἐνεργοῦ στρατοῦ, ὅπερ ὀλέθριον μάλιστα ἐν χρόνῳ ἐνεργείας.
1469γʹ) Διότι οἱ τοιοῦτοι οὐδέποτε ἐγυμνάσθησαν, ὡς ἐθνοφύλακες
1470ἔστω, πρὸς ἐκμάθησιν τοῦ χειρισμοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ ὅπλου.
1471Φαντασθῆτε τοὺς δημοδιδασκάλους, καλουμένους ἐν ὥρᾳ πολέ-
1472μου, ὅπως λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Ἄνθρωποι, οἵτι-
1473νες μόνον τὸ διδάσκειν παῖδας γνωρίζουσιν, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ
1474μάχεσθαι, ἔστω καὶ θεωρητικῶς, τί ἄλλο ἢ σύγχυσιν θὰ
1475ἐπενέγκωσιν ἐν τῷ στρατεύματι; Ἐκ τούτων καταφαίνεται,
1476ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφεδρείαν ἐν λόγοις, καὶ οὐχὶ πράγ-
1477ματι τοιαύτην, δύναται νὰ ἔχῃ καὶ νὰ καταδείξῃ εἰς τὴν
1478Βουλὴν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡ Βουλὴ ὑποστηρίζει καὶ ἀνέ-
1479χεται Ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς ἡμε-
1480τέρας χώρας, ἄνθρωπον ἐντελῶς ἀστράτευτον καὶ εἰς οὐδὲν
1481ἄλλο καταγινόμενον, παρὰ εἰς ἐπίτευξιν τοῦ εἰκονικοῦ καὶ
1482περιλαλήτου ἰσοζυγίου, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς περαιτέρω ἐν
1483τῇ ἐξουσίᾳ διαμονῆς του. Περὶ στρατοῦ πραγματικοῦ οὐδὲ
1484σκέπτεται κἄν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὰ πάντα διὰ
1485τῆς ὑπάρξεως τοῦ στρατοῦ καὶ μόνου κατορθοῦνται.
1486Διὰ νὰ ὑπάρξῃ πραγματικὴ ἐφεδρεία τοῦ ἐνεργοῦ στρα-
1487τοῦ, δέον αὕτη νὰ σχηματίζηται ἐκ τῶν ἀφυπηρετησάντων
1488ἀνδρῶν ἑκάστου σώματος καὶ ὅπλου, καὶ τοῦτο, ὅπως ὁ ἐν ἐφε-
1489δρείᾳ τεθεὶς στρατιώτης γνωρίζῃ τὸ σῶμα, εἰς ὃ ἀνήκει, καὶ
1490τὸ σῶμα νὰ ἦναι ἐν πλήρει γνώσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἐφε-
1491δρείᾳ διατελούντων στρατιωτῶν, ὅπως ἐν δέοντι χρόνῳ δύνα-
1492ται νὰ συμπληροῖ τὰς μονάδας αὑτοῦ μὲ πλήρη ἐμπόλεμον
1493δύναμιν, νὰ δύναται δὲ ὡσαύτως διὰ τῶν πλεοναζόντων νὰ
1494σχηματίζῃ καὶ ἑτέρας μονάδας ἐπὶ πλέον, κατὰ τὰς περι-
1495στάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος. Πλὴν τούτων
1496ἡ τοιαύτη διάταξις τῆς ἐφεδρείας ἔχει ἐν ἑαυτῇ καὶ ἕτερον
1497μέγα πλεονέκτημα στρατιωτικὸν, δηλονότι τὴν γνῶσιν τοῦ
1498χαρακτῆρος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν παρὰ
1499τῶν ἐφέδρων, καὶ τἀνάπαλιν. Οὕτω προπαρασκευάζεται
1500καὶ καταρτίζεται ἡ ὀφειλομένη στρατιωτικὴ ἁρμονία καὶ
1501ἀναπτύσσεται τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα τοῦ σώματος (esprit
1502du corp), ὅπερ σπουδαῖον διὰ πᾶν στρατιωτικὸν σῶμα.
1503Σήμερον ὅμως δὲν ὑπάρχει τοιοῦτόν τι ἐν τῇ τάξει τῶν ἐφέ-
1504δρων, οὓς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα κατατάσσουν εἰς ἀνύ-
1505παρκτα, σχηματισθησόμενα δῆθεν, τάγματα. Τοῦτο φέρει
1506σύγχυσιν ἀκατανόητον ἐν τῇ συντάξει τοῦ ὅλου στρατοῦ.
1507Διὰ νὰ φθάσωμεν, Κύριοι, εἰς τὸ εὐάρεστον τοῦτο σημεῖον,
1508ἀνάγκη νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν ἐφεδρεία, καὶ νὰ
1509χωρισθῶσιν αὐτῆς οἱ ὁπωσδήποτε ἐξαιρεθέντες καὶ ἀπαλλα-
1510γέντες τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, οἱ ὁποῖοι φέρονται εἰς
1511τὴν στήλην τῶν ἐφέδρων, διὰ νὰ μένῃ καθαρῶς ἡ ἐφεδρεία
1512τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ἧς δύναται καὶ ὁ στρατὸς καὶ τὸ
1513Κράτος νὰ στηρίζηται, ἐνῷ σήμερον δὲν ἔχομεν ἐφεδρείαν
1514τοιαύτην, ἥτις ἅπαξ τοῦ ἔτους, ἢ κατὰ διετίαν τοὐλάχιστον,
1515ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ καὶ τόπῳ δέον νὰ καλῆται πρὸς ἄσκησιν
1516ἐν τῇ σχετικῇ περιφερείᾳ ἑκάστου στρατολογικοῦ γραφείου,
1517καὶ οὐχὶ ἐν ὡρισμένῳ στρατοπέδῳ, καθόσον ταῦτα πρέπει νὰ
1518σχηματίζωνται ἐκ σωμάτων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ διαφόρων ὅπλων,
1519καθόσον ταῦτα δέον νὰ ἐκτελέσωσι τὰς πρὸς συμπλήρωσιν
1520τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀσκήσεις, ἃς ἐξετέλεσαν καὶ
1521οἱ μεταβάντες πρὸ αὐτῶν ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ, καὶ αἱ ὁποῖαι
1522ἀσκήσεις θεωροῦνται ὡς τὸ ἐπιστέγασμα τῶν στρατιωτικῶν
1523ἐν γένει ἀσκήσεων. Οἱ ἔφεδροι, καλούμενοι, οὐδὲν ἄλλο ἔχουσι
1524νὰ ἐκτελέσωσιν, εἰμὴ μικρὰν ἐπανάληψιν τῶν ὅσων ἐδιδά-
1525χθησαν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ, ὅπως μὴ ἀπομάθωσι ταῦτα,
1526καὶ ὅπως ὦσιν ἕτοιμοι πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν τοῦ στρατοῦ,
1527καὶ τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν, ὡς γεγυμνασμένοι πλέον ὁπλῖται.
1528Οὕτω δὲ μόνον θὰ ἔχωμεν βεβαίως ἐφεδρείαν. Οἱ ἐξαιρεθέν-
1529τες καὶ ὁπωσδήποτε ἀπαλλαγέντες, οἱ ἐν ὥρᾳ πολέμου καλού-
1530μενοι, δέον ν’ ἀποτελέσωσιν ἄλλην κατηγορίαν, ἀσκουμένην
1531καὶ ταύτην ἐπιτοπίως, ἐν εἴδει ἐθνοφυλακῆς, καθ’ ὡρισμένας
1532ἡμέρας καὶ ὥρας, πρὸς ἐκμάθησιν τοῦ χειρισμοῦ τοῦ ὅπλου,
1533πρὸς ἐξάσκησιν εὐθυβολίας καὶ ἐν γένει πρὸς τὴν ἀπαραί-
1534τητον προκαταρκτικὴν ἄσκησιν τοῦ στρατιώτου. Ἀλλὰ διὰ
1535νὰ γίνωσι πάντα ταῦτα, δέον νὰ τηρῆται εὐλαβῶς μέχρι
1536τῶν λεπτομερειῶν ὁ ὀργανικὸς νόμος τοῦ στρατοῦ, ἡ δὲ χορη-
1537γουμένη παρὰ τοῦ ἔθνους δαπάνη πρὸς ὕπαρξιν στρατοῦ
1538ἐν ἐνεργείᾳ νὰ μὴ ὑποτάσσηται αὐθαιρέτως καὶ αὐτοβούλως;
1539εἰς ἀντικείμενα ξένα ἐντελῶς τοῦ στρατοῦ, θυσιαζομένου
1540δηλονότι τοῦ στρατοῦ χάριν τοῦ ὀνοματικοῦ ἰσοζυγίου. Τὰ διὰ
1541τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ὁριζόμενα στελέχη δέον νὰ ὦσι
1542πλήρη, ὅπως καὶ αἱ δι’ αὐτοῦ ὁριζόμεναι ἀσκήσεις ὦσι
1543πλήρεις καὶ σκόπιμοι. Ὅταν ἀφίνωμεν κενὰ εἰς τὸν στρατὸν,
1544χάριν δῆθεν οἰκονομίας, ὅταν παραλύωμεν τὰ στελέχη, μὴ
1545προβιβάζοντες τοὺς δικαιουμένους πρὸς τοῦτο ἀξιωματικοὺς
1546καὶ ὑπαξιωματικούς, ἀδικοῦμεν καὶ τὰ ἄτομα καὶ τὸν
1547στρατὸν καὶ τὴν πατρίδα, ἥτις τόσα θυσιάζει, ὅπως ἀπο-
1548κτήσῃ πλήρη, ἐνεργὰ, ἀξιόμαχα στελέχη. Ναὶ, ἀδικοῦμεν
1549τὴν πατρίδα, κύριε Ὑπουργὲ, διότι τὰ κατὰ τοῦ στρατοῦ
1550ἀδικήματα εἶναι ἀδικήματα καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους.
1551Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεδίωκε τὴν ὕπαρξιν στρατοῦ ἐνερ-
1552γείας καὶ ἀσκήσεων, ἠδύνατο νὰ τὸ κατορθώσῃ, ἐφαρμόζων
1553τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ μὴ πράττων τοῦτο καὶ
1554ἀφοσιούμενος μόνον εἰς τὴν ἐξεύρεσιν μέσων ἐπιδείξεων διὰ
1555πολυτελείας περὶ τὴν ἵδρυσιν σχολῶν καὶ ἄλλων συνδυασμῶν,
1556καθ’ ὅλα ὁμοίων πρὸς τοὺς οἰκονομικούς του συνδυασμοὺς,
1557περιήγαγε τὸν στρατὸν ἀληθῶς εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε
1558καὶ οὗτος ὁ ἴδιος νὰ ἀνομολογῇ, ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν,
1559ἀλλ’ ἔχομεν ἐφεδρείαν. Θὰ ἔπραττεν ὀρθότερον ὁ κύριος
1560Ὑπουργὸς, ἐὰν συνεχώνευε πάσας τὰς πολυωνύμους σχολὰς
1561τοῦ στρατοῦ εἰς μίαν, ἵνα ἐξ αὐτῆς ἐξέρχωνται οἱ ἀναγ-
1562καιοῦντες διὰ πᾶν ὅπλον ἀξιωματικοὶ τῶν τριῶν ὅπλων μὲ
1563τὴν αὐτὴν καὶ ὁμοιόμορφον στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν. Τὸ
1564σύστημα δὲ τοῦτο θεωρεῖται καὶ εἶναι τὸ μᾶλλον προο-
1565δευτικὸν πρὸς καταρτισμὸν ἀξιωματικῶν ὅλων τῶν ὅπλων,
1566καὶ κατὰ πολὺ οἰκονομικώτερον τοῦ ὑπάρχοντος. Δεύτερον,
1567ἂν ἔθετεν εἰς πλήρη ἐνέργειαν τὰ σχολεῖα τῶν συνταγμάτων
1568πρὸς καταρτισμὸν ἀρίστων ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες θὰ ἦναι
1569ὁ σπουδαιότατος παράγων τοῦ στρατοῦ ἡμῶν καὶ ὁ μοχλὸς
1570τῆς στρατιωτικῆς ζωτικῆς μηχανῆς. Τρίτον, ἐὰν διετήρει
1571διαρκῶς τὴν κατ’ ἀναλογίαν μικροτέραν δύναμιν ὁπλιτῶν
1572ἐν τοῖς λόχοις τῶν διαφόρων σωμάτων τῶν τριῶν ὅπλων,
1573ὅπως μὴ λόγῳ ἐλλείψεως στρατιωτῶν ἀσκῶνται καὶ ἐκπαι-
1574δεύωνται τά τε μικρὰ καὶ μεγάλα τοῦ στρατοῦ ἡμῶν στε-
1575λέχη. Οὕτω δὲ θὰ ἠδύναντο παρ’ αὐτοῖς νὰ ἐκγυμνάζωνται
1576οἱ κατ’ ἔτος κατατασσόμενοι ὑπόχρεοι καὶ διαθέσιμοι κλη-
1577ρωτοὶ ἀνέτως. Ἐνῷ σήμερον εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς διορίζονται
1578κατ’ ἀνάγκην καὶ λόγῳ ἐλλείψεως στρατιωτῶν παλαιῶν
1579εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας, ἐναντίον τῶν περὶ ἐκπαιδεύσεως καὶ
1580ἐκγυμνάσεως ῥητῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐσω-
1581τερικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ σχετικῷ κεφαλαίῳ περὶ μορφώ-
1582σεως καὶ ἐκγυμνάσεως τῶν νεοσυλλέκτων, οὐ μόνον μὴ δυνά-
1583μενοι νὰ ἀσκηθῶσι δεόντως, ἀλλὰ καὶ προσβαλλόμενοι
1584εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ διαφόρων νοσημάτων, φερόντων μεγάλην
1585ἐν τῷ στρατῷ θνησιμότητα, πλὴν τῆς νοσταλγίας, ἥτις
1586κατατρύχει ἐν ἀρχῇ πάντας τούτους, διὰ τὸ ἀκατάλληλον
1587τοῦ συστήματος περὶ τὴν κατάταξιν ἐν ὥραις τοῦ ἔτους
1588ἀκαταλλήλοις.
1589Τέταρτον, ἤθελε βεβαίως ὁ στρατὸς ἡμῶν εἶναι εἰς καλ-
1590λιτέραν κατάστασιν, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον κατήρτιζε μίαν
1591ἐπὶ τέλους πλήρη πολεμικὴν μονάδα, δηλονότι ταξιαρχίαν
1592ἢ μεραρχίαν ἐξ ὅλων τῶν ὅπλων, μονίμως ἀσκουμένην καὶ
1593ἐκπαιδευομένην εἰς ἁπάσας τὰς ἀπαιτουμένας στρατιωτικὰς
1594ἀσκήσεις, εἰς πᾶν τὸ ἀφορῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προο-
1595ρισμοῦ αὐτοῦ. Ἡ μονὰς αὕτη ἠδύνατο νὰ ὀργανωθῇ οὕτως,
1596ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς γενικὴ σχολή, ὄχι μόνον πρὸς τὴν
1597πλήρη, βεβαίαν καὶ ἐντελῆ ἐκγύμνασιν τῶν στρατιωτῶν,
1598ἀλλὰ καὶ πρὸς πλήρη καθαρῶς στρατιωτικὴν πρακτικὴν
1599ἐκπαίδευσιν τῶν τε ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν
1600τοῦ στρατοῦ. Ἐδύναντο τὰ κατ’ αὐτὴν νὰ κανονισθῶσιν
1601οὕτως, ὥστε πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ νὰ
1602ἐκπαιδεύωνται ἐκ περιτροπῆς ἐν τῇ πολεμικῇ ταύτῃ μονάδι,
1603ὅπως οὕτω ἔχωμεν μίαν καὶ ἑνιαίαν στρατιωτικὴν μόρφωσιν
1604διὰ πάντας τοὺς βαθμοφόρους.
1605Πέμπτον, οἱ τῶν λοιπῶν σωμάτων κληρωτοὶ ἐδύναντο νὰ
1606ἐκγυμνάζωνται εἰς τὰ σχετικὰ αὐτῶν σώματα, τοποθετού-
1607μενα καὶ διαμεριζόμενα εἰς στρατιωτικὰς περιφερείας, πλὴν
1608τῆς ἀνωτέρω ἐκπαιδευτικῆς μονάδος, ἥτις θὰ σταθμεύῃ ἐν
1609ὡρισμένῳ τόπῳ, μακρὰν πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ
1610τῆς ὑπηρεσίας. Τὰ δὲ λοιπὰ στρατιωτικὰ σώματα ἐδύναντο
1611νὰ ἀσκῶνται καὶ ἐκγυμνάζωνται κατὰ περιφερείας στρα-
1612τιωτικὰς ἐπὶ τόπου, ὅπερ καὶ οἰκονομικώτερον καὶ εὐκολώ-
1613τερον εἰς τὴν ταχεῖαν ἐκγύμνασιν τῶν νεοσυλλέκτων ἑκάστης
1614ἀπογραφῆς. Διὰ τῶν κατὰ τόπους στρατιωτικῶν περιφε-
1615ρειῶν ἠθέλομεν προλαμβάνει τὴν ἀνάπτυξιν νοσταλγίας παρὰ
1616τοῖς νεοσυλλέκτοις καὶ τὴν ἀνυποταξίαν τῶν κληρωτῶν
1617πάσης ἀπογραφῆς, κακὰ, ἅπερ ὑπερπλεόνασαν ἐν ἡμῖν,
1618ἰδίως τὸ δεύτερον, ὡς τοῦτο φαίνεται καὶ ἐκ τῶν πινάκων,
1619οὓς ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργός.
1620Ἕκτον, ἡ χωροφυλακή, ἤτοι ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας,
1621τὴν ὁποίαν ἡ σπουδαιότης τῶν καθηκόντων της τίθησιν
1622εἰς ἀνωτέραν τοῦ στρατοῦ τάξιν, ἐδύνατο νὰ ὀργανωθῇ
1623συμφώνως μὲ τὸ περὶ διοργανώσεως τῆς χωροφυλακῆς Βασ.
1624Διάταγμα τοῦ 1833, μὲ τὰς δεούσας τροποποιήσεις, τὰς
1625δυναμένας, νὰ διευκολύνωσι τὸν πλήρη καταρτισμὸν αὐτῆς.
1626Ἐδύνατο νὰ ὀργανωθῇ ἐξ ἐλαφρῶν σωμάτων ἢ ὀρειοφυλακὴ,
1627οὕτως ὥστε νὰ δύνηται ἐν δέοντι χρόνῳ νὰ ἐκπληροῖ ἄριστα
1628τὸ ἑαυτῆς καθῆκον. Ἡ στολὴ τοῦ ὁπλίτου δύναται νὰ
1629μεταβληθῇ ἐπὶ τὸ εὐθηνότερον, ἐπὶ τὸ καταλληλότερον διὰ
1630τὸν τόπον, ἐξ ἐπιχωρίων κατασκευαζομένη εἰδῶν, δυνα-
1631μένων νὰ εὑρίσκωνται κατὰ πᾶσαν ἐποχὴν ἐν τῷ τόπῳ.
1632Τελευταῖον καὶ σπουδαιότατον, δέον νὰ χωρισθῇ καθ’
1633ὅλα ὁ στρατὸς τῶν ἀσκήσεων καὶ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἀπὸ
1634τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας. Οἱ κληρωτοὶ δὲν ὀφείλουν καὶ
1635δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ὑποβάλλωνται, ὡς σήμερον, εἰς
1636ἄλλην ἐργασίαν, εἰμὴ μόνον εἰς ἐκείνην, χάριν τῆς ὁποίας
1637τοῖς ἐπεβλήθη ὑποχρέωσις· τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα
1638μόνον εἰς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν νὰ ἀπασχολῇ τοὺς ἀπο-
1639γραφέντας ἄνδρας τῆς ἡμετέρας χώρας. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα
1640δύναται νὰ κατανοήσῃ καὶ ἐφαρμόσῃ μόνον ἀνὴρ στρατιω-
1641τικὸς, τοιοῦτος δὲ πάντως ὀφείλει νὰ ᾖ ὁ διευθύνων τὰ
1642στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα.
1643Ἐκ τῆς ὡς ἀνωτέρω σχηματιζομένης καὶ καταρτιζομένης
1644πολεμικῆς μονάδος, καταγινομένης ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ
1645στρατιωτικὰ αὐτῆς ἔργα, δυνάμεθα καὶ ἀξιωματικοὺς καὶ
1646ὑπαξιωματικοὺς ἐφέδρους νὰ σχηματίσωμεν, ὅσους ἡ ἐφε-
1647δρεία τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἀπαιτήσει. Ταῦτα δὲ
1648πάντα ἠδυνάμεθα νὰ τὰ ἔχωμεν, ἐὰν ὁ διευθύνων τὰ τοῦ
1649στρατοῦ τῆς χώρας δὲν προσεβάλλετο παρὰ τῆς ἀνιάτου
1650νόσου τοῦ ἰσοζυγίου, καὶ ἐὰν αὐτὸς ἐπεθύμει, νὰ ἔχῃ τὸ
1651ἔθνος, ὅπερ κυβερνᾷ ἐπὶ μακρὸν χρόνον, στρατὸν ἐνεργὸν,
1652δυνάμενον νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ προορισμόν.
1653Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐπεθύμησε ποτὲ νὰ ἔχωμεν
1654στρατὸν ἐνεργείας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν πράγματι
1655στρατόν. Αὐτὸν, ὃν ἔχομεν, τὸν ἐξευτελίζει καθ’ ἑκάστην,
1656ὡς ἐξευτελίζει πᾶσαν ὑπηρεσίαν, ἵνα δίδῃ ἀφορμὴν εἰς τοὺς
1657ἡμεδαποὺς καὶ ἀλλοδαποὺς ὑμνητὰς αὐτοῦ νὰ τὸν ὑμνῶσιν
1658ὡς τὸν μόνον ἄνθρωπον ἐν Ἑλλάδι.
1659Καθ’ ἡμᾶς, φαίνεται ὅτι ἐμμέσως ἐπιδιώκει τὴν διάλυσιν
1660τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τὴν περιαγωγὴν αὐτοῦ εἰς στρατὸν
1661ὑπηρεσίας. Καὶ θὰ ἦτο βεβαίως γενναιότερον καὶ ἀξιοπρε-
1662πέστερον εἰς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξέφερεν ἐλευ-
1663θέρως τὴν ἰδέαν του ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀντὶ νὰ
1664καταφεύγῃ εἰς μέσα, μὴ ἐπιτρεπόμενα καὶ εἰς τὸν πλέον
1665αὐστηρότατον τῶν ἀνθρώπων. Ἡ τοιαύτη ἀλλόκοτος διοί-
1666κησις τῶν τοῦ στρατοῦ πραγμάτων καὶ ἡ ἀνάρμοστος πρὸς
1667τὸν στρατὸν συμπεριφορὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, διευθύ-
1668νοντος αὐτὸν ὡς τὸν διευθύνει, μαραίνει τὸ γόητρον καὶ τὸ
1669αἴσθημα ἐκεῖνο, ὅπερ ἐν ἄλλοις Κράτεσι μετὰ πάσης πατρικῆς
1670μερίμνης, ἐπιμελείας καὶ φροντίδος καλλιεργεῖται καὶ ὑπο-
1671θάλπεται, ἵνα ἐν καιρῷ δυνηθῇ τὸ ἄθροισμα τῶν ἀποτε-
1672λούντων τὴν ἐθνικὴν τοῦ Κράτους δύναμιν νὰ μεγαλουργήσῃ.
1673Συνοψίζων τὰ εἰρημένα, φρονῶ καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ὁ κ.
1674Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαλῶν καὶ βροντοφωνῶν,
1675περὶ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ πολυαρίθμου ἐφεδρείας, οὐ μόνον
1676ἐμπαίζει τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἐμπαίζει τοὺς ἐθνικοὺς πόθους,
1677καθιστῶν τὸ ἔθνος παίγνιον τῶν ἀντιπάλων μας, ἀνίκανον
1678νὰ διεκδικήσῃ ἐν καιρῷ τὰ ἑαυτοῦ δίκαια, ἀνίσχυρον νὰ
1679προστατεύσῃ τοὺς ὑποδούλους ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς καὶ
1680νὰ προασπίσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῶν ἐπικρεμαμένων ἐπιβουλῶν.
1681Ἄνευ στρατιωτικῆς συντάξεως ἡ Ἑλλὰς καὶ μὲ τοὺς ἀγυ-
1682μνάστους ἐφέδρους καὶ τὰ παράλυτα στελέχη τοῦ Ὑπουργοῦ
1683τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῇ ἐπικειμένῃ κατὰ τὴν Ἀνατολὴν
1684καταστροφῇ θὰ ἐπίδῃ συντριβομένας τὰς ἐθνικὰς ἐλπίδας
1685καὶ ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐγειρόμενα ἄλλα
1686ἔθνη, ὧν ἡ φιλοδοξία δύναται νὰ ἀπειλήσῃ καὶ αὐτὴν τὴν
1687αὐθυπαρξίαν τῆς ἐλευθέρας γωνίας. Στρατὸς ἐθνικὸς ση-
1688μαίνει δύναμιν ἐν τῷ παρόντι καὶ μεγαλεῖον ἐν τῷ μέλ-
1689λοντι. Ἀλλὰ στρατὸν δὲν ἔχομεν, μὴ ἔχοντες δὲ στρατὸν,
1690δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐθνικὴν ἰδέαν.
1691(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδεον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ
1692σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
1693§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πλὴν τῶν πιστώσεων,
1694τῶν ὑπολειπομένων ἐν τοῖς προτεταγμένοις ἐν τῇ ἡμερησίᾳ
1695διατάξει, ὑπάρχει καί τις πίστωσις λίαν ἀναγκαία, ἀφορῶσα
1696εἰς τὴν συντήρησιν τῶν ἐνταῦθα Κρητῶν, διότι ἡ προηγου-
1697μένη πίστωσις δὲν θέλει ἐπαρκέσει, πλησιάζουσα ἤδη πρὸς
1698ἐξάντλησιν. Νομίζω ἄρα πρέπον, ὅπως πρὸ τῶν διακοπῶν
1699ψηφισθῇ νέα πίστωσις πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐνταῦθα
1700Κρητῶν.
1701§74Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἰσηγάγετε τοιαύτην
1702ἀκόμη.
1703§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὕτη εἶναι εἰσήγησις (ἀναγινώσκει):
1704«Σχέδιον νόμου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως
17051890 ἐκ δραχμῶν 150,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ
1706τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν».
1707Παρακαλῶ ὅπως παραπεμφθῇ εὐθὺς ἡ πίστωσις αὕτη
1708εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴν, καὶ παρακαλῶ
1709ταύτην, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιδείξῃ περὶ τὴν ἐπεξεργα-
1710σίαν αὐτῆς τὸν αὐτὸν ζῆλον, ὃν ἐπέδειξε καὶ περὶ τῶν δύο
1711ἄλλων πιστώσεων, καὶ καταστήσῃ, εἰ δυνατὸν, ἐφικτὴν τὴν
1712ψήφισιν αὐτῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην εἰς πρώτην
1713ἀνάγνωσιν.
1714§76ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἐπαρκέσῃ ἡ πίστωσις αὕτη;
1715§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ τελευ-
1716ταία πίστωσις δὲν ἐξηντλήθη, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ ἐπαρκέσῃ.
1717(Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον
1718καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως:
1719Εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς κατὰ θάλασ-
1720σαν στρατιωτικῆς δυνάμεως κατὰ τὸ ἔτος 1890.
1721Εἰς γʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ συμπληρώσεως
1722τοῦ ᾼΨΞΑ’ νόμου τῆς 7 Ἀπριλίου 1890. 2) Περὶ κυρώ-
1723σεως συμβάσεως περὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρο-
1724μικῆς γραμμῆς Μεσολογγίου–Ἀγρινίου καὶ περὶ τῆς κατα-
1725σκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς
1726Μεσολογγίου–Κρυονερίου. 3) Περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ
1727κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμ-
1728μῆς ἀπὸ Καρυταίνης διὰ Μεγαλοπόλεως εἰς Λεοντάριον).
1729§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
1730τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ περὶ χαρ-
1731τοσήμου νόμου.
1732§79ΤΟΜΑΝ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν
1733πρό τινων ἡμερῶν νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὴν κατάργησιν
1734τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ διατυπώσεών τινων, ἀφορω-
1735σῶν τὰς τελωνειακὰς διασαφήσεις. Εὐτυχῶς — καὶ ἀνομο-
1736λογῶ χάριτας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν — τινὰς τῶν διατυπώ-
1737σεων τούτων περιέλαβεν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ,
1738ἀλλὰ παρέλειψε πλείστας τῶν κυριωτέρων. Ἕνεκα τούτου
1739ὑποβάλλω τροπολογίαν, σκοποῦσαν τὴν περίληψιν καὶ τού-
1740των ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ βλάπτηται
1741ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ
1742καὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Ὅρα
1743Παράρτημα, ἀριθ. 181).
1744(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ
1745σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
1746§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
1747χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως
17481889 ἐκ δραχμῶν 966,535,17.
1749§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον προβάλει εἰς τὴν Βου-
1750λὴν, ὅτε συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς χορηγήσεως
1751τῆς πιστώσεως ταύτης κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ὅτι
1752μοὶ ἐφαίνετο ὑπέρογκον τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον συνεκεφα-
1753λαιώθησαν αἱ πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι διὰ τοῦ Προϋπο-
1754λογισμοῦ καὶ αἱ ἐλαττώσεις, αἱ ζητηθεῖσαι διὰ τοῦ νομο-
1755σχεδίου τούτου δι’ ἔξοδα τηλεγραφικὰ καὶ ταχυδρομικὰ
1756τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ τουλάχιστον ὑπερβαῖνον
1757τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὰ παρελθόντα
1758ἔτη. Ἀνέφερον δὲ τότε, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1887 καὶ κατὰ
1759τὸ 1886 καὶ κατὰ τὸ 1885 δὲν ἀνεβιβάσθη τὸ ἔξοδον τῶν
1760τελῶν τούτων εἰς ποσὰ τοσαῦτα, εἰς ὅσα ἀνῆλθε κατὰ τὸ
17611889. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε τότε
1762πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ
17631885 τόσα ποσὰ, ὅσα ἐφέτος ζητοῦνται, τοῦτο ἐγένετο διότι
1764κατὰ τὸ 1885 τινὰ τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν τοῦ Ὑπουρ-
1765γείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπληρόνοντο ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ
1766Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ἀπόδοσιν διεθνῶν τηλε-
1767γραφικῶν τελῶν. Τότε παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ
1768καταθέσῃ τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα, διότι μοὶ ἐφάνη παρά-
1769ξενον τὸ λεχθὲν, ὅπερ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
1770δὲν ἐγνώριζον. Καὶ ὄντως δὲν ἐγνώριζον, ὅτι τὰ τέλη ταῦτα
1771ἐπληρόνοντο τότε ἐκ δύο πιστώσεων, ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ
1772ἄρθρου 4ου κεφαλαίου Αʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
1773γείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουρ-
1774γείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς προοριζομένης πρὸς ἀπόδοσιν
1775διεθνῶν τηλεγραφικῶν τελῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
1776τερικῶν κατέθηκε τὰ ἔγγραφα. Παρετήρησα ὅμως, ὅτι, ὅτε
1777κατέθηκε ταῦτα, ἀνήγγειλε τὰ τῆς καταθέσεως, μνείαν
1778ποιούμενος τοῦ περιεχομένου αὐτῶν οὕτως, ὥστε δὲν ἦτο
1779δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ τις περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Κατὰ τὰ
1780ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα παραλαβὼν ἐμελέτησα, ἀντηλ-
1781λάγη ἀληθῶς ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1782Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ
1783τὸ 1885 περὶ τηλεγραφικῶν τελῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1784Ἐξωτερικῶν, ὄχι ὅμως περὶ τηλεγραφικῶν τελῶν τοῦ ἔτους
17851885, ἀλλὰ περὶ τηλεγραφικῶν τελῶν τοῦ ἔτους 1884,
1786καθ’ ὃ δὲν ἤμεθα ἡμεῖς ἐν τῇ ἀρχῇ. Κατὰ τὸ 1884, κατὰ
1787μῆνα Νοέμβριον, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέ-
1788στειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν,
1789ζητῶν νὰ πληρωθῶσι τὰ τέλη τῶν τηλεγραφημάτων, τῶν
1790σταλέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ
1791τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ 1884, ἀνερχόμενα εἰς δραχμὰς
17922754, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησεν, ὅτι ἐν
1793τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν
1794ὑπῆρχε πίστωσις διὰ τηλεγραφικὰ τέλη, ἀλλὰ μόνον διὰ
1795ταχυδρομικὰ, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ ἐκ
1796τῆς πιστώσεως ταύτης πρὸς πληρωμὴν τῶν 2754 δραχμῶν,
1797αἱ ὁποῖαι ἐζητοῦντο διὰ τηλεγραφήματα, σταλέντα κατὰ
1798τὴν πρώτην τριμηνίαν. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τοῦ Ὑπουρ-
1799γείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο καὶ ἀληθὴς, ἦτο καὶ μὴ
1800ἀληθής. Δὲν ἦτο ἀληθὴς, διότι εἰς τὸν γενικὸν πίνακα τοῦ
1801προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεγρά-
1802φετο ῥητῶς ἄρθρον 4ον, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «τηλεγραφικὰ
1803καὶ ταχυδρομικὰ τέλη». Εἰς τὸ φύλλον λεπτομερείας ὅμως
1804εἶχε παραλειφθῆ ἡ φράσις «διὰ τηλεγραφικὰ», καὶ ὑπῆρχε
1805γεγραμμένη μόνον ἡ φράσις «διὰ ταχυδρομικὰ τέλη». Ἐνό-
1806μιζε λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν ἠδύνατο
1807νὰ διαθέσῃ ἐκ τῆς πιστώσεως ἐκείνης καὶ ἠρνεῖτο νὰ πλη-
1808ρώσῃ τὰ τέλη. Συνεπληρώθη ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη καὶ ἡ
1809τετάρτῃ τριμηνίᾳ, καὶ ἐζητήθη αὖθις ἡ πληρωμὴ τῶν κατὰ
1810τὰς τρεῖς ταύτας τριμηνίας τηλεγραφικῶν τελῶν, ἀνέβαινον
1811δὲ τὰ τέλη ταῦτα ὁμοῦ εἰς δραχ. 12,928:17. Ἐπῆλθε τὸ
1812ἔτος 1885, κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ ὁποίου ἐξηκο-
1813λούθει νὰ κυβερνᾷ ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις. Ἐζητήθησαν δὲ τὰ
1814τέλη τῶν κατὰ τὴν αʹ ταύτην τριμηνίαν σταλέντων τηλε-
1815γραφημάτων, τὰ ὁποῖα συνίσταντο εἰς δραχ. 5,023. Ἀλλὰ
1816κατ’ Ἀπρίλιον μετεβλήθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀνέλαβε τὸ
1817Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ μακαρίτης Παπαμιχαλό-
1818πουλος. Ὁ νέος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβεν ἔκθεσιν
1819τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἐξ ἧς ἐπληροφορήθη, ὅτι ἐχρεω-
1820στοῦντο τηλεγραφικὰ τέλη, καὶ ἑπομένως ἀπετάνθη καὶ
1821οὗτος δι’ ἐγγράφου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
1822Τὸ ἔγγραφον τοῦτο λαβὼν τότε ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
1823τερικῶν, προσεκάλεσα τὸν ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ, ὁ ὁποῖος μοὶ
1824εἶπεν, ὅτι ἔλαβεν ἤδη συνεννόησιν μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ
1825Γενικοῦ Λογιστιρίου, ἵνα κανονισθῶσι ταῦτα. Ἀλλ’ ἡ
1826συνεννόησις αὕτη δὲν κατέληξεν εἰς ἀποτέλεσμα, οὗ ἕνεκεν
1827ἀντηλλάγησαν νέα ἔγγραφα. Ὅτε δὲ ἐγὼ ἀνεπλήρωσα τὸν
1828συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν μακαρίτην
1829Παπαμιχαλόπουλον, τότε πεισθεὶς περὶ τοῦ ἀτόπου, ἔσπευσα
1830νὰ ζητήσω ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, συνεπείᾳ τῆς
1831ὁποίας ἐπληρώθησαν τὰ ὀφειλόμενα τηλεγραφικὰ τέλη τοῦ
18321884. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ συνήθεια εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουρ-
1833γοὺς, ὅταν ἐπικρίνωνται πράξεις αὐτῶν, νὰ λέγωσιν, ὅτι
1834αὐτὸ ἐγίνετο καὶ ἐπὶ τῶν προκατόχων αὐτῶν. Οὕτως, ὅταν
1835ἰσχυρίσθην, ὅτι ἦσαν ὑπέρογκα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐζητοῦντο
1836πρὸς πληρωμὴν τηλεγραφικῶν τελῶν τοῦ 1889, ἔσπευσαν
1837νὰ προβάλωσιν, ὅτι ὑπέρογκα εἶναι καὶ τὰ κατὰ τὸ 1885
1838δαπανηθέντα, διότι αἱ δαπάναι δι’ αὐτὰ ἐπληρόνοντο καὶ
1839ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
1840Ἀλλὰ ταῦτα ἦσαν αἰτιάσεις ψευδεῖς, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν
1841καθ’ ἡμῶν, ἵνα δικαιολογήσωσιν ἑαυτοὺς διὰ τὰς ὑπερόγκους
1842δαπάνας, τὰς ὁποίας ἀποδεικνύει ἡ ζητουμένη πίστωσις,
1843διότι κατὰ τὸ 1885 οὐδὲν τοιοῦτον συνέβη, ἀφοῦ ἐκ τῆς
1844ζητηθείσης παρ’ ἐμοῦ τότε ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως
1845ἐπληρώθησαν τὰ τέλη οὐχὶ τοῦ 1885, ἀλλὰ τοῦ 1884, ὁ
1846δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 εἶχε πίστωσιν εἰδικὴν διὰ
1847τηλεγραφικὰ τέλη. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ εἰδικὴ αὕτη πίστω-
1848σις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 δὲν ἐπήρκεσε κατὰ τὸ τέ-
1849λος τοῦ ἔτους, διότι κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον
1850συνέβησαν τὰ γνωστὰ ἐν Φιλιππουπόλει συμβάντα, τὰ ὁποῖα
1851ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατελῇ εἰς διηνεκῆ ἀντα-
1852πόκρισιν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων της ἐν Εὐρώπῃ, ἀπῄτουν
1853δὲ τὴν ἀποστολὴν πληθύος τηλεγραφημάτων καὶ ἑπομένως
1854δαπάνην περισσοτέραν, ἥτις δὲν προεβλέπετο ὅτε συνε-
1855τάσσετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 καὶ προσδιωρίζετο ἡ
1856ἐν αὐτῷ ἀναγραφεῖσα πίστωσις.
1857Οὕτως ἔχουσι τὰ περὶ τούτου, καὶ ταῦτα εἶπον, ἵνα ἀπο-
1858κρούσω αἰτίασιν, ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσω-
1859τερικῶν. Ἡ αἰτίασις, ὅσον ἁπλῆ καὶ ἂν φαίνηται, εἶναι τὰ
1860μάλιστα σοβαρὰ, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς προϊ-
1861στάμενον ὑπηρεσίας νὰ ἀπατᾷ τὴν Βουλήν. Ἠθέλομεν δ’ ἀπα-
1862τήσει τὸ Νομοθετικὸν σῶμα ἡμεῖς, ὡς Ὑπουργοί, ἐὰν, ἐνῷ
1863εἴχομεν πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ ἀνάγκην ὡρι-
1864σμένην τοῦ Κράτους, ἐδαπανῶμεν ἐξ ἄλλης πιστώσεως, ἀπο-
1865φεύγοντες τὸν ἔλεγχον τοῦ Νομοθετικοῦ σώματος. Τοιοῦτόν
1866τι δὲν ἐπράξαμεν, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ, οἱ αἰτιαθέντες ἡμῶν ὡς
1867πραξάντων τοῦτο, ἠδίκησαν ἡμᾶς.
1868Ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲ τοῦ ζητήματος παρατηρῶ, ὅτι οὐδὲν
1869ἐνιστάμην, οὐδὲ προσεδόκων, ἐὰν ἐνιστάμην, ὅτι ἤθελε γενῇ
1870δεκτὸν, ἵνα ἡ πίστωσις ἐμειοῦτο ἢ ἀπεῤῥίπτετο. Ἐνόμιζον,
1871ὅτι εἶχον καθῆκον, νὰ καταδείξω τὴν ὑπέρβασιν τῆς δαπά-
1872νης, διὰ νὰ ἐλέγξω τὴν κατάχρησιν τῆς τηλεγραφικῆς συγ-
1873κοινωνίας, ἥτις γίνεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν.
1874Οὐδὲ ὅσα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι δῆθεν ἕνεκα
1875τῶν συμβεβηκότων τῆς Κρήτης ἠναγκάσθη ν’ αὐξήσῃ τὸν
1876ἀριθμὸν τῶν ἀποστελλομένων τηλεγραφημάτων, καὶ νὰ
1877καταπλημμυρήσῃ τοὺς ἀπεσταλμένους τῆς Ἑλλάδος ἐν
1878Εὐρώπῃ διὰ τηλεγραφημάτων, δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι
1879δαπάνην 55,000 δραχμῶν, καὶ ἂν ἔστελλε τηλεγραφικῶς
1880ὅλα τὰ ἔγγραφα, πλὴν ἐὰν μετὰ τῶν τηλεγραφημάτων
1881τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπεστέλλοντο τηλεγρα-
1882φικῶς καὶ ἄλλαι μελέται καὶ ἐκθέσεις πολιτικαὶ περὶ τῆς
1883Ἑλλάδος, ἢ περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζουσιν οἱ
1884Ὑπουργοί.
1885§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅτε ἀνα-
1886βὰς τὸ βῆμα πρό τινων ἡμερῶν, ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ θέματος
1887τούτου κατόπιν τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας
1888Βουλευτοῦ, εἰς πᾶν ἄλλο ἐσκόπουν ἢ νὰ ψέξω τὴν περὶ
1889τοῦ προκειμένου δαπάνην κατὰ τὸ ἔτος 1885 καὶ κατὰ τὸ
1890ἔτος 1886. Ἐφρόντισα μάλιστα, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι καὶ
1891εἰς τοῦτο ἐδυστύχησα νὰ μὴ γίνω καταληπτός, νὰ εἴπω,
1892ὅτι αἱ δαπάναι αὗται ἐδικαιολογοῦντο ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων
1893περιστάσεων. Ἀλλ’ ὁμιλήσας ὡς ὡμίλησα, εἶχον καθῆκον
1894νὰ πράξω τοῦτο, διότι τὴν προτεραίαν, ὅτε ἠρωτήθην,
1895ἀπήντησα, ὅτι ἐκ τοῦ προχείρου δύο βλέπω λόγους τῆς με-
1896γαλειτέρας δαπάνης, καὶ ὅτι εἷς ἐκ τῶν λόγων τούτων εἶναι,
1897ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1888 εἰσήχθη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν
1898τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ποσὸν μεῖζον δαπάνης εἰς
1899τηλεγραφικὰ ἐκτὸς τοῦ Κράτους, διότι ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ
1900Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνετέθησαν εἰς ἓν ἕκαστον
1901τῶν Ὑπουργείων τὰ τέως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
1902τερικῶν δι’ ἓν ἕκαστον αὐτῶν πληρονόμενα. Τὴν ἐπιοῦσαν,
1903ἐξετάσας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, εὗρον ὅτι, ναὶ μὲν τὰ πράγματα
1904εἶχον οὕτω, ναὶ μὲν ἀνετέθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξω-
1905τερικῶν αἱ δαπάναι ἐκεῖναι, αἵτινες τέως ἐπεβάρυνον τὸ
1906Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὅτι τὸ γενόμενον ἐν τῇ
1907διασκευῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν δὲν
1908ἐτελεσφόρησε. Τότε δὲ, ταῦτα ἀναπτύσσων καὶ συγχρόνως
1909διακοπτόμενος καὶ παρεξηγούμενος, ἠναγκάσθην ν’ ἀνα-
1910γνώσω διάφορα ἔγγραφα, ὧν τινὰ μὲν ἐμνημόνευσεν ὁ κ.
1911Βουλευτής, ἓν δὲ παρέλειψεν. Ἐξετάσας δὲ μετὰ τὴν συζή-
1912τησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται ἡ σημερινὴ συζήτησις, ἀνεὗ-
1913ρον ὅτι ἀπὸ τοῦ 1884 μέχρι τῆς σήμερον οὐδέποτε ἀπεδόθη-
1914σαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ Ὑπουρ-
1915γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ τέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουρ-
1916γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κατέβαλε δι’ ἐκεῖνο· ἔχω ἐνταῦθα
1917πίνακα, ἀποδεικνύοντα τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων. Ἐκ
1918τοῦ πίνακος τούτου ἐξάγεται, ὅτι ναὶ μὲν ἐπεδίωξαν τὰ
1919δύο Ὑπουργεῖα συνεννόησιν καὶ ἐπέτυχον αὐτήν, ἀλλὰ οὐ-
1920δέποτε, ἐκτὸς κατὰ τὴν πρώτην στιγμήν, ἐστάλησαν πίνα-
1921κες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει
1922αὐτῶν ἀποδοθῶσι τὰ χρήματα. Ἐξεδόθησαν πίνακες μετὰ
1923τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ἀφο-
1924ρῶντες εἰς τὸ ἔτος 1884, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἔμειναν ἔκτοτε ἐν
1925τῷ ἀρχείῳ, οὐδέποτε παραγαγόντες τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ
1926ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος. Ἔκτοτε
1927δὲ οὐδέποτε πλέον ἐστάλησαν πίνακες, οὔτε καθ’ ἣν ἐποχὴν
1928διηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας τὸ Ὑπουργεῖον, οὔτε
1929μετέπειτα, οὔτε καὶ τελευταῖον, μετὰ τὴν νέαν συνεννόησιν
1930ἐμοῦ μετὰ τοῦ μακαρίτου συναδέλφου μου Λομβάρδου.
1931Ταῦτα εἰπὼν, ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ δείξω εἰς ποίαν κατά-
1932στασιν εὑρίσκεται ἡ διαχείρισις τοῦ θέματος τούτου ἐν τῇ
1933ὑπηρεσίᾳ, οὐδέποτε δὲ νὰ ψέξω διὰ δαπάνας τηλεγραφικὰς
1934Ὑπουργὸν, ὅστις ἔκρινεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἐξοδεύσῃ
1935εἰς τηλεγραφήματα πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων συμφε-
1936ρόντων. Ἐὰν ὅμως ψέγητε ἡμᾶς ἐπὶ σπατάλῃ περὶ τὴν
1937διαχείρισιν τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1938Ἐξωτερικῶν, δικαιοῦμαι ν’ ἀντιπαραβάλω τὰ ποσὰ, οὐχὶ
1939ὅπως κατακρίνω, καὶ πάλιν λέγω, τὰ τότε γενόμενα, ἀλλ’
1940ἁπλῶς ἵνα δείξω, ὅτι δὲν ὑπάρχει σπατάλη. Διότι ὁ κ.
1941Βουλευτὴς δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως, ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ γινομένη
1942εἰς τηλεγραφήματα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν,
1943λαμβάνεται ἐκ τριῶν πηγῶν, λαμβάνεται ἐκ τῆς πηγῆς
1944τοῦ κεφαλαίου Αʹ ἄρθρου 4ου, δηλ. ἐκ τῆς πιστώσεως διὰ
1945τηλεγραφικὰ ἐκτὸς τοῦ Κράτους· λαμβάνεται ἐκ τῆς πι-
1946στώσεως τῆς χορηγουμένης εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει
1947Πρεσβείαν διὰ τηλεγραφικὰ καὶ ταχυδρομικά· λαμβάνεται
1948καὶ ἐκ τῆς πιστώσεως τῆς χορηγουμένης διὰ τὰς ἀνάγκας
1949τῶν λοιπῶν Πρεσβειῶν. Ἄλλοτε ἐγίνοντο αἱ δαπάναι
1950δυνάμει τοῦ ἄρθρου Γʹ τοῦ κεφαλαίου 6 τοῦ Προϋπολο-
1951γισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον συλλήβδην περιελαμβάνοντο καὶ αἱ
1952τηλεγραφικαὶ καὶ αἱ ταχυδρομικαὶ δαπάναι, νῦν δὲ ἐξ
1953εἰδικοῦ κεφαλαίου καὶ ἄρθρου, τοῦ κεφαλαίου Αʹ ἄρθρου 3
1954τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας. Τὰ Προξενεῖα δὲν ἔχουσι
1955πίστωσιν διὰ τηλεγραφικὰ, οὐδὲ δύνανται νὰ ἔχωσι πί-
1956στωσιν διὰ τηλεγραφικὰ, ἔχουσιν ἁπλῶς γραφικὰ ἔξοδα·
1957πᾶσα ἄρα δαπάνη ἐκ τῶν Προξενείων, γινομένη διὰ τηλε-
1958γραφικὰ, βαρύνει τὸ κεφάλαιον Αʹ. Ἐκ τούτων λοιπὸν τῶν
1959πηγῶν πληρόνονται ἅπαντα ταῦτα.
1960Ἴδωμεν νῦν, τί ἐδαπάνησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξω-
1961τερικῶν λόγῳ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων. Βεβαίως, ἐν ἔτει
19621886 ἐδαπάνησεν ἐκ τῶν τριῶν πηγῶν 65,000 δραχμῶν
1963καὶ ἔτι πλέον, διότι ἐδαπάνησεν ἐκ μὲν τοῦ κεφαλ. Αʹ ἄρθρ.
19644 δρ. 27,943:82, ἐκ δὲ τοῦ κεφ. Ϛʹ δρ. 37,481, ἤτοι ἐν
1965ὅλῳ δρ. 65,424:82. Τὰ ἔτη 1887 καὶ 1888 κατὰ πολὺ
1966ὑπολείπονται τῆς δαπάνης ταύτης, ἀλλὰ τὸ 1889 φαί-
1967νεται, ὅτι διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους προσεγγίζει εἰς τὰς δα-
1968πάνας τὰς γενομένας κατὰ τὸ 1886, διότι, κατὰ τὰ μέχρι
1969τοῦδε δεδομένα, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ὑπολειφθῆ.
1970Κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε δεδομένα, ἔχομεν ἐκ μὲν τῶν δύο
1971πρώτων πηγῶν 35,000 δραχμῶν, ἐκ δὲ τῆς τρίτης πηγῆς
19727,862:70, ἡ δὲ πίστωσις ἡ ζητουμένη βεβαίως δὲν εἶναι
1973ἱκανὴ νὰ φέρῃ τὴν δαπάνην εἰς τὸ ἄνω ποσὸν, διότι εἶναι
1974μόνον 20,000 δραχμῶν.
1975Ταῦτα ἠθέλησα νὰ εἴπω, ἵνα καταδείξω, ὅτι δὲν ἐσκέφθην
1976μὲν νὰ ψέξω τὸν κ. Βουλευτὴν διὰ τὰ γενόμενα τὸ 1886,
1977ἐντελῶς δὲ παρενόησε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ὑποβαλὼν
1978ὅσα σήμερον καὶ χθὲς εἶπε, διὰ ν’ ἀποδείξω δὲ προσέτι, ὅτι
1979καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886 ἐξηκολούθουν τὰ ἐντεῦθεν
1980στελλόμενα τηλεγραφήματα βαρύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον
1981τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι οὐδέποτε ἀπεδόθη ἡ δι’ αὐτὰ
1982δαπάνη ἐπὶ τῇ βάσει πινάκων, ἀποσταλέντων εἰς τὸ
1983Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δι’ ἐνταλμάτων ἐκδοθέντων
1984περὶ τούτου· διότι ἅπαξ μόνον ἐστάλησαν πίνακες, καὶ οἱ
1985πίνακες, δὲ οὗτοι μένουσιν ἀργοὶ, μὴ ἐκδοθέντος μηδενὸς
1986ἐντάλματος μέχρι τοῦδε.
1987§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀκο-
1988λουθοῦσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, εἶναι πάντοτε ἡ αὐτή. Ἐλέγ-
1989χετε αὐτοὺς καὶ αὐτοὶ ζητοῦσι καὶ προσπαθοῦσι νὰ σᾶς
1990μεταβάλωσιν ἀπὸ ἐλεγκτοῦ εἰς ἐλεγχόμενον, νὰ σᾶς παρα-
1991στήσωσιν ὡς περιπεσόντα, ἐὰν ὄχι εἰς πράξεις ἐπιληψίμους,
1992ἀλλ’ εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας αὐτοὶ περιέ-
1993πεσαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι
1994ἔχει μεγάλην μετριοπάθειαν, ἑπομένως δὲν θέλει νὰ μὲ
1995ἐλέγξῃ δι’ ὅσα ἐγὼ ἐδαπάνησα κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886
1996δι’ ἀποστολὴν τηλεγραφημάτων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
1997Ἐξωτερικῶν. Καὶ τῳόντι ἠδύνατο νὰ μὲ ἐλέγξῃ, διότι,
1998κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ Κράτους, κατὰ μὲν τὸ 1885
1999ἐδαπανήθησαν 29,568, κατὰ δὲ τὸ 1886 25,588, ἐνῷ διὰ
2000τὸ 1889 ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ 55,000 δραχμῶν. Δι’ αὐτὸ
2001ἠδύνατο βεβαίως νὰ μὲ ἐλέγξῃ, καὶ εὐχαριστῶ αὐτὸν διὰ
2002τὴν μετριοπάθειάν του ταύτην. Ἀλλ’ ὅ,τι παρατηρῶ, εἶναι
2003ὅτι, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μετριοπάθειάν του ταύτην,
2004ἰσχυρίσθη ἰσχυρισμοὺς, τοὺς ὁποίους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
2005ἰσχυρισθῇ ἐξ ἀγνοίας, ἀφοῦ τρία ἤδη ἔτη διευθύνει τὸ
2006Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ
2007γνωρίζῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, καὶ νὰ συγχύσῃ τὰ πράγ-
2008ματα. Ἐσύγχυσε δὲ, Κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς τὰ πράγματα,
2009λέγων, ὅτι ἐκ τριῶν πιστώσεων πληρόνεται τὸ αὐτὸ ἔξοδον.
2010Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρχῃ κοινοβου-
2011λευτικὸν πολίτευμα, νὰ μὴ ὑπάρχῃ Προϋπολογισμὸς, νὰ μὴ
2012ὑπάρχῃ κατανομὴ πιστώσεων, διὰ νὰ ᾖναι ἐπιτετραμμένον
2013εἰς Ὑπουργὸν νὰ πληρόνῃ τὸ αὐτὸ ἔξοδον ἐκ τριῶν πιστώ-
2014σεων. Τί ἀναμιγνύει μὲ τὰ ἔξοδα τῆς ἀποστολῆς τῶν τη-
2015λεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα στέλλει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
2016Ἐξωτερικῶν, τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα στέλλουσιν αἱ
2017ἐν Εὐρώπῃ Πρεσβεῖαι, τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα στέλ-
2018λουσι τὰ Προξενεῖα, ἀφοῦ τὰ ἔξοδα ταῦτα πληρόνονται ἐξ
2019ἄλλων πιστώσεων; Τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα στέλ-
2020λουσιν αἱ Πρεσβεῖαι, ἐπληρόνοντο μέχρι τοῦ 1888 ἐκ τῆς
2021πιστώσεως τῶν ἐκτάκτων ἀποστολῶν, διότι εἶναι ἔξοδα, τὰ
2022ὁποῖα προκαλοῦσιν αἱ ἔκτακτοι ἀποστολαὶ, ἡ σύστασις τῶν
2023Πρεσβειῶν τὰ τῶν Προξενείων ἐπληρόνοντο ἐκ τῆς πιστώ-
2024σεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ κεφαλαίου Δʹ
2025τοῦ προϋπολογισμοῦ του καὶ ἐκ τῶν γραφικῶν ἐξόδων τῶν
2026Προξενείων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἐπαρκοῦσι· διότι, ὅταν λέγωμεν
2027περὶ τηλεγραφημάτων τῶν Προξενείων, δὲν πρέπει νὰ ὑπο-
2028λάβωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξω-
2029τερικῶν ἔχει καθ’ ἡμέραν τηλεγραφήματα ἀπὸ ὅλους τοὺς
2030Προξένους. Οἱ Πρόξενοι τηλεγραφοῦσι μόνον ἐν ἐκτάκτῳ
2031τινὶ ἀνάγκῃ, ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἢ εἰς τοὺς τρεῖς ἐνιαυτοὺς
2032ἅπαξ. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ τις πολιτικὴ περιπέτεια ἢ πολι-
2033τικὴ ἀνωμαλία, τότε οἱ Πρόξενοι τηλεγραφοῦσι πολλὰ, καὶ
2034παράδειγμα ὁ Πρόξενος τῆς Κρήτης. Καὶ ὁ Πρόξενος τῆς
2035Κρήτης τὸ 1885 καὶ 1886 εὑρίσκετο εἰς τοιαύτας ἀνωμα-
2036λίας, εἰς οἷας δὲν εὑρέθη ὁ Πρόξενος οὗτος ἐφέτος, διότι
2037ἐκεῖνον ἠπείλει ἡ Τουρκία νὰ ἀποβάλῃ, καὶ ἐτηλεγράφει
2038δὶς καὶ τρὶς τῆς ἡμέρας, ἐνῷ ὑμεῖς ἐδώκατε ἅπαξ τὰς ὁδη-
2039γίας, δι’ ὧν ἐφωδιάσατε τὸν κ. Πρόξενον, ὡδηγήσατε αὐτὸν,
2040πῶς νὰ λάβῃ τὸν Σακὴρ πασσᾶν ἀπὸ τὴν χεῖρα καὶ ὁδη-
2041γήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν κατάληψιν τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ ὑποθέ-
2042σατε, ὅτι τὰ τηλεγραφήματα τοῦ Προξένου ἦσαν τοιαῦτα,
2043ὥστε νὰ ἐξαντλήσωσι τὸν προϋπολογισμόν. Ἔχετε πίστωσιν
2044ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 25,000 δραχμῶν, καὶ ζητεῖτε
204530,000, καὶ τὴν ἀνεβιβάσατε εἰς 55,000.
2046Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεκάλυψε καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον
2047πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι ἐζήτησα ἀναπληρωματικὴν πί-
2048στωσιν κατὰ τὸ 1885, ἀλλὰ δὲν ἐπληρώθησαν ἐξ αὐτῆς
2049τὰ ὀφειλόμενα τέλη. Τοῦτο ἦτο ἔλλειψις τῆς τηλεγραφικῆς
2050ὑπηρεσίας ἢ τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξέδωκε
2051τὰ ἐντάλματα. Μέριμνα ἐμὴ δὲν ἦτο τοῦτο, οὔτε ἦτο εἰς
2052ἐμὲ δυνατὸν, ν’ ἀπασχολῶμαι εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Λο-
2053γιστηρίου, ἐὰν ἐξέδωκεν ἐντάλματα ἢ δὲν ἐξέδωκε.
2054§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ πιστοποιῶ ἐνταῦθα, ὅτι ἡ διαφορὰ
2055τῆς δαπάνης προέρχεται εἰδικῶς καὶ μόνον ἐκ τῆς μεγάλης
2056τηλεγραφικῆς ἀνταποκρίσεως μεταξὺ Κωνσταντινουπόλεως
2057καὶ Χανίων, Χανίων καὶ Ἀθηνῶν, τῆς διαμειφθείσης ὡς
2058ἐκ τῶν τελευταίων περιστάσεων· ὁ Πρόξενος Χανίων, ὡς
2059εἶπον καὶ προχθές, πᾶν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπέστελλεν
2060εἰς Ἀθήνας, ἀπέστελλε καὶ εἰς Κωνσταντινούπολιν πανο-
2061μοιότυπον· διότι οὕτως ἐνομίσθη, ὅτι ἔδει νὰ πραχθῇ.
2062(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ
2063σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.
2064Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ
2065συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤ-
2066ῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ προκαταβολῆς δρ. 600,000).
2067§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
2068κατέθηκε πρὸ μικροῦ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου
2069περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 150,000
2070πρὸς περίθαλψιν τῶν Κρητῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀρ. 182).
2071(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
2072κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ
2073ἀντιῤῥήσεως.
2074Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν,
2075ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ
2076χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς
2077χρήσεως 1890 ἐκ δραχμῶν 60,000).
2078§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2079χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 10,000 ἐπὶ τοῦ
2080εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
2081§87ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν
2082Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὰς ζητηθείσας ἐξηγήσεις.
2083§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται
2084περὶ τῶν ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας προσερχομένων, κατα-
2085τασσομένων εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἀπολυομένων ἀνδρῶν, μὴ
2086δυναμένων νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς πατρίδας των ἄνευ τοῦ
2087πόρου τούτου.
2088§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς ἐπεκρίναμεν τὸ μέτρον
2089τοῦ νὰ κατατάσσητε τοὺς ἐκ τῶν χωρῶν ἐκείνων προερχο-
2090μένους εἰς τὰ εὐζωνικὰ σώματα, ἑπομένως δὲν εἴμεθα πρό-
2091θυμοι νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως
2092ταύτης.
2093§90ΛΕΒΙΔΗΣ. Τοὺς θέλετε διὰ ν’ αὐξάνητε τὸν ἀριθμὸν
2094τῶν ψηφοφόρων σας.
2095§91ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο γνωρίζετε καλῶς, ὅτι δὲν εἶναι
2096ἀκριβές, διότι οὗτοι πρόκειται νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς πα-
2097τρίδας των.
2098§92ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοὺς χαρακτηρί-
2099ζετε ὡς φυγάδας.
2100§93ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Φεύγουσι τὴν στρατολογίαν, τὴν ὁποίαν
2101ἐπιβάλλει αὐτοῖς ὁ βουλγαρικὸς νόμος· δὲν ἐπιθυμοῦσι νὰ
2102ἦναι Βούλγαροι· θέλουσι νὰ ἦναι Ἕλληνες. Τούτους περι-
2103θάλπομεν καὶ δεχόμεθα εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν ἡμεῖς,
2104γινώσκοντες ὅτι ἐκπληροῦμεν καθῆκον καὶ φιλάνθρωπον καὶ
2105ἑλληνικόν, ταῦτα πράττοντες.
2106§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοὺς ὁποίους ὅμως ἡ Ἑλλη-
2107νικὴ Κυβέρνησις καὶ ἰδίᾳ ἡμεῖς δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ
2108προστατεύσητε, ὅταν ἐπανέλθωσιν εἰς Βουλγαρίαν, ἀπὸ τῶν
2109καταπιέσεων καὶ κακώσεων, εἰς τὰς ὁποίας θέλουσιν ὑπο-
2110βληθῆ ὑπὸ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως.
2111§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε σύμ-
2112βασιν, ἥτις ἐκάλυπτεν αὐτοὺς κατὰ πάσης καταπιέσεως
2113τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως, ταύτῃ δὲ τῇ στιγμῇ ἡ
2114Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διαπραγματεύεται πρὸς ὑπογραφὴν
2115νέας συμβάσεως.
2116§96ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφ’ ὅσον μετὰ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνή-
2117σεως εὑρισκόμεθα εἰς διαπραγματεύσεις ἐκκρεμεῖς, οἱ ἄν-
2118θρωποι οὗτοι δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς πατρίδας
2119των, ἑπομένως ἡ πίστωσις δὲν δύναται ἐπὶ τοῦ παρόντος
2120νὰ τοῖς χρησιμεύσῃ.
2121§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτοὶ, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀπέρχονται,
2122καθ’ ἡμέραν ἀπολυόμενοι, ἄλλοι μὲν, οἱ δυνάμενοι, εἰς
2123τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν, ἄλλοι δὲ εἰς τὰς γειτονευού-
2124σας πρὸς τὴν Ῥωμυλίαν χώρας, ὅπου εὑρίσκουσι πόρον ζωῆς,
2125διότι ἐνταῦθα δὲν δύνανται εὐχερῶς νὰ προσπορίζωνται
2126τὰ πρὸς τὸ ζῇν.
2127§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλοῦσι περὶ τῆς ἀξίας τῆς
2128πολιτικῆς τῆς πιστώσεως, καὶ λησμονοῦσιν, ὅτι κατὰ τὸ
21291886, ὅτε εἶχον καταταχθῆ εἰς τὸν στρατὸν ἄνδρες ἐκ Φι-
2130λιππουπόλεως, δὲν ἠξίωσαν νὰ δώσωσιν εἰς αὐτοὺς οὔτε
2131πέντε δραχμὰς, μετὰ τὴν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ
2132ἀπόλυσίν των, ἵνα ἀναχωρήσωσιν εἰς τὰς πατρίδας των,
2133καὶ ἠναγκάσθημεν ἡμεῖς, ἐκ τοῦ πτωχοῦ ἡμῶν βαλαντίου,
2134νὰ χορηγήσωμεν αὐτοῖς τὰ πρὸς ἐπάνοδον εἰς τὰς πατρίδας
2135των ἀναγκαῖα μέσα. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρ-
2136νησις, εἶναι μέτρον ἀντιβαῖνον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλ-
2137λάδος, καὶ θέλει ἐκθέσει εἰς τὰς καταδιώξεις τῆς Βουλγα-
2138ρικῆς Κυβερνήσεως πάντας τοὺς ἀνθρώπους τούτους, τοὺς
2139ἀξιοῦντας ὅτι ἀπέκτησαν τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν.
2140§99ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὅπως κάλλιστα γνωρίζει ὁ
2141κ. Ὑπουργὸς ἐκ τῶν ἀρχείων του, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ προ-
2142στατεύσῃ τοὺς αὐτόθι Ἕλληνας ὑπηκόους του· διατὶ δη-
2143μιουργεῖ καὶ νέας ὑποθέσεις;
2144§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως
2145τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
2146§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἢ ἐρωτηθῇ ἡ Βου-
2147λὴ καὶ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἤθελον νὰ
2148εἴπω τι περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ εὐθὺς κατόπιν ἐν τῇ ἡμε-
2149ρησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένου, διότι εἶναι ἀπόλυτος
2150ἀνάγκη πιστώσεως διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ξένων ἀξιωμα-
2151τικῶν, οἵτινες ἤδη διεξάγουσι τὰς γεωδαισιακὰς ἐργασίας.
2152Ἤδη ἡ Βουλὴ φαίνεται διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ τὴν πίστωσιν
2153τῶν 50,000 δραχμῶν, δι’ ἃς ἐξεδόθη Διάταγμα, ἑπομένως
2154φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ἐπέλθῃ τις
2155συνεννόησις, προλαμβάνουσα πᾶσαν συζήτησιν, τοῦτο δὲ,
2156ἀφιεμένου κατὰ μέρος τοῦ νομοσχεδίου περὶ χαρτογραφικῆς
2157ὑπηρεσίας καὶ περιοριζομένου τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶν-
2158τος εἰς δάνειον καὶ πίστωσιν διὰ τὴν χαρτογραφικὴν ἐργα-
2159σίαν, εἰς μόνην τὴν πίστωσιν.
2160§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
2161§103ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ κ.
2162Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βου-
2163λῆς, ἡμεῖς ἀντετάχθημεν.
2164§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν περὶ τῆς ἀναβο-
2165λῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως τῶν 10,000
2166δραχμῶν.
2167§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ ἐρωτᾶτε, διότι θὰ δειχθῇ,
2168ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ· πρέπει νὰ ἐρωτήσητε δι’ ὀνο-
2169μαστικῆς κλήσεως.
2170§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι
2171Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι.
2172(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
2173ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Λομβάρδου καὶ Καλογε-
2174ροπούλου).
2175§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
2176Λύεται συνεδρίασις.
2177Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.