1889.12.18
2,383 rows · 18,332 words · 147 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44
τῆς 18 Δεκεμβρίου 1889.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 4½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι πολῖται ἐκ Κεφαλληνίας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν. Ἡ Ἀνθοῦλα χήρα Ἀναστασίου Στεργίου, πρώην κλητῆρος τῆς Βουλῆς, ζητεῖ νὰ τῇ χορηγηθῇ σύνταξις ἢ βοήθημα. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ αὐτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Ἐπαμεινώνδας Μαγγανάρης, ἀπόστρατος ἀνθυπομοίραρχος, παρακαλεῖ ὅπως τῷ ἐπιστραφῶσι τὰ παρανόμως ἐκ τῆς συντάξεώς του κρατούμενα χρήματα. Ἡ αἴτησίς του παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ Εὐγενία χήρα Λ. Ταμπακοπούλου ἀγωνιστοῦ ζητεῖ νὰ τῇ χορηγηθῇ σύνταξις ἢ βοήθημα. Παραπέμπεται ἡ αἴτησίς της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Α. Νοστράκης, ἐκ Σύρου, παρακαλεῖ ὅπως ἀπαλλαγῇ τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ τελώνου Σύρου χρηματικῆς ποινῆς, ἑρμηνευούσης τῆς Βουλῆς τὸν σχετικὸν νόμον περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου.
§2ΤΟΜΑΝ. Τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς ταύτης συνιστῶ πολὺ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶ δὲ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μελετήσῃ ἐκ νέου ἐπισταμένως τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι μοὶ φαίνεται, ἐκ τῆς μελέτης, ἣν ἐγὼ ἐπὶ τούτων ἐποιήσαμην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐν τῇ αὐστηρᾷ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος καὶ ἐν τῇ αὐστηροτέρᾳ ἴσως, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἑρμηνείᾳ τοῦ σχετικοῦ νόμου, ἐγένετο ἀφορμὴ ἀδικήματος πρὸς τὸν πολίτην.
§3Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τίνος εἶναι ἡ ὑπόθεσις;
§4ΤΟΜΑΝ. Περὶ ἀναφορᾶς τοῦ Α. Νοστράκη ἐκ Σύρου, παραπονουμένου, ὅτι ἀδίκως καὶ παρὰ τὸν νόμον ἐπεβλήθη αὐτῷ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ποινὴ, ἰσοδύναμος μὲ τὸ διπλάσιον τέλος, κατὰ διάταξίν τινα, σχετικὴν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ΞΑʹ περὶ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ.
§5ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τίνους εἴδους;
§6ΤΟΜΑΝ. Ἐπὶ ζακχάρεως. Ἰδοὺ τί συνέβη: Ὁ παραγγελιοδόχος οὗτος ἔλαβεν ἐντολὴν ἐξ Αἰγύπτου, νὰ εἰσαγάγῃ ζακχάρεις ἐν Σύρῳ, ἠρώτησε τὸν τελώνην, εἰς ποίαν κατηγορίαν θεωρεῖ ὑπαγομένας τὰς ζακχάρεις ταύτας, διότι ἡ ποιότης αὐτῶν δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ζάκχαρις καθαρὰ, καὶ τὸ χρῶμα αὐτῶν συνετέλει πρὸς τοῦτο ἐπίσης. Μετὰ διαβεβαίωσιν τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς, ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν καθαρῶν ζακχάρεων, ἐτελώνισε μέρος αὐτῶν, μετὰ παρέλευσιν μηνὸς ἐτελώνισε δεύτερον μέρος, μετὰ παρέλευσιν πάλιν προθεσμίας τινὸς ἐτελώνισεν ἄλλην ποσότητα ζακχάρεως. Μετὰ 4 ἢ 5 τακτικὰς εἰσαγωγὰς τῆς ζακχάρεως ταύτης διὰ τοῦ τελωνείου, καθ’ ὁμόφωνον ἀπόφασιν τοῦ τελώνου καὶ τοῦ ἐλεγκτοῦ, προσέρχεται τὴν πέμπτην ἢ ἕκτην ἢ ἑβδόμην φορὰν νὰ τελωνίσῃ τοιαύτην ζάκχαριν καὶ τῷ γίνεται, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἐλεγκτοῦ, παρατήρησις, ὅτι αὕτη, καίπερ οὖσα ἀκάθαρτος, μὴ ἔχουσα τὸ χρῶμα τῆς καθαρᾶς ζακχάρεως, δὲν δύναται παρὰ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς καθαρᾶς ζακχάρεως· γεννᾶται ἀμφισβήτησις, τὸ ζήτημα ἔρχεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβάλλεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ἐκ τοῦ νόμου κεκανονισμένην, ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ μετ’ ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις κατὰ τὴν κρίσιν μου δὲν λύει καθαρῶς τὸ ζήτημα, ἀφίνουσα ἐνδοιασμούς τινας ὡς πρὸς τὴν ποιότητα, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, χρώμενος τῷ δικαιώματι, ὅπερ ἔχει ἐκ τοῦ νόμου, ἐπιβάλλει αὐτῷ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 4ῳ τοῦ νόμου ΞΑʹ, τοῦ τροποποιοῦντος τὸν τελωνειακὸν ὀργανισμὸν, τὸ διπλάσιον τοῦ τέλους, ὅπερ τὸ Δημόσιον ἤθελε στερηθῆ, ἐὰν δὲν ἀνεκαλύπτετο ἡ ἐλαττωτικὴ αὕτη διαφορά. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ὥρισε ποινὰς εἰς τοὺς ἐλλιπῶς δηλοῦντας ἢ διασαφίζοντας εἶδος κατὰ ὀλιγώτερον ποσὸν, ὥρισεν ἐπίσης ποινὰς δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐν τῇ διασαφήσει διασαφίζουσιν εἶδος ἀλλοῖον τοῦ πραγματικοῦ, ὥρισε δὲ ποινὰς τοιαύτας, διὰ νὰ τιμωρήσῃ τὸν δόλον ἢ τὴν ἀμέλειαν τὴν ἀσύγγνωστον τῶν ἐμπορευομένων, οἵτινες ἀποπειρῶνται ν’ ἀποπλανήσωσι τὸ Δημόσιον καὶ ζημιώσωσιν αὐτὸ τοῦ νομίμου τέλους. Ἀλλ’ ὅπως ἔχουσι νῦν τὰ τοῦ δασμολογίου, δὲν ὑπάρχει καθορισμὸς ἀκριβὴς καὶ τέλειος τῶν εἰδῶν τῶν ἐμπορευμάτων, ἡ λειτουργία τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου ἀποβαίνει ἐπικίνδυνος· διότι, ὅταν, κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζῃ ὁ εἰσάγων ἐμπόρευμά τι εἰς ποίαν τάξιν νὰ τὸ κατατάξῃ, ὅταν αὐτὸς ὁ ἐπιτετραμμένος τελώνης ἔχῃ δισταγμοὺς περὶ τούτου, δὲν εἶναι δίκαιον, ὑπαρχούσης τοιαύτης ἀμφιβολίας περὶ τὸν καθορισμὸν καὶ τὴν κατάταξιν, ὁ πολίτης νὰ ὑπόκηται εἰς ποινὰς τοιαύτας, διότι δὲν ἐπέτυχε νὰ ἀνεύρῃ τὴν καθαρὰν κλάσιν, εἰς ἣν τὸ ἐμπόρευμα τοῦτο ἀνήκει· δὲν εἶναι δὲ δίκαιον ἔτι μᾶλλον, ὅταν ὁ πολίτης, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διαβεβαιώσεως τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τελωνισμοῦ, ἔρχεται νὰ τελωνίσῃ ἐμπόρευμα. Διὰ τοῦτο παραπονεῖται ὁ ἀναφερόμενος, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ δικαίου αὐτοῦ, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, ἑρμηνεῦον τὴν διάταξιν ἐκείνην, φρονεῖ ἐσφαλμένως, ὅτι δὲν δύναται ἢ παρανομοῦν νὰ παρίδῃ ταῦτα. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποτὲ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφίσταται ποινὴ, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ, ἂν ὄχι δόλος, ἀλλ’ ἀσύγγνωστος ἀμέλεια· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδέτερον τούτων ὑπάρχει, διότι ἐκ δόλου δὲν τὸ ἔκαμεν, ἐξ ἀμελείας δὲν τὸ ἔκαμεν ἐπίσης, διότι τῇ εἰσηγήσει τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν ἐτελώνισε δεκάκις μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὅμοιον ἐμπόρευμα. Ὥστε ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἂν ἔπταισε κατά τι, ἔπταισε κατὰ τοῦτο, ὅτι ἤκουσε τὴν προϊσταμένην τελωνειακὴν ἀρχὴν καὶ συνεμορφώθη μὲ τὰς ὁδηγίας αὐτῆς. Ἐὰν τοῦτο τὸ πρᾶγμα γενόμενον δίδῃ χώραν εἰς ποινὴν, νομίζω ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς ἄτοπα πολὺ μεγαλείτερα.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δασμολόγιον εἶναι τοσοῦτον εὐκρινὲς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὥστε δὲν νομίζω ὅτι γεννᾶται δικαίωμά τι ὑπὲρ τοῦ παραπονουμένου, οὔτε λόγῳ δικαίου, οὔτε λόγῳ ἐπιεικείας· ἀρκεῖ ν’ ἀναγνώσῃ τις τὸ κείμενον τοῦ δασμολογίου, ἵνα πεισθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα. Τὸ δασμολόγιον διακρίνει τὰ προϊόντα τῆς ζακχαροποιΐας, τοῦτο μὲν εἰς «ἕψημα (πετμέζιον) καὶ ἰλὺν ζακχάρεως (μέλι)», τοῦτο δὲ εἰς «ζάκχαριν οἱασδήποτε ποιότητος καὶ κατασκευῆς». Ἡ μέλαινα ζάκχαρις δὲν εἶναι ἕψημα, οὐδὲ ἰλὺς ζακχάρεως, ἵνα ὑπαχθῇ εἰς τὸν κατώτερον δασμὸν, εἰς ὃν ὑπάγεται μόνη ἡ μὴ βρώσιμος πρώτη ὕλη πρὸς παραγωγὴν ζακχάρεως. Ἡ διάκρισις μεταξὺ τοῦ εἴδους, τοῦ ἀποτίνοντος τὸν δασμὸν τῶν 75 λεπτῶν, καὶ τοῦ εἴδους τοῦ ἀποτίνοντος τὸν δασμὸν τῶν 25 λεπτῶν, κεῖται ἐν τῷ μὴ βρωσίμῳ τοῦ ὑποβαλλομένου εἰς τὸν κατώτερον δασμὸν ὡς πρώτης ὕλης πρὸς παραγωγὴν ζακχάρεως βρωσίμου, ἀποτινούσης τὸν ἀνώτερον δασμόν· εὐθὺς ὡς ἡ ζάκχαρις δὲν εἶναι βρώσιμος, ὑπάγεται εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν, εὐθὺς δὲ ὡς εἶναι βρώσιμος, εἰς τὴν δευτέραν, οὐδαμῶς δ’ ἀμφισβητεῖται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ἡ ζάκχαρις ἦτο βρώσιμος, ἀλλὰ μέλαινα. Τοῦ ζητήματος ἡ λύσις δὲν ἀνῆκεν εἰς τὸν Ὑπουργόν· λύονται τοιαῦτα ζητήματα ὑπὸ ἐπιτροπῆς, οὕτω δὲ ἐχαρακτήρισε τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ζάκχαριν ἡ ἐπιτροπὴ, κατ’ ἔφεσιν ἐπὶ προσφυγῇ. Ὁ παραπονούμενος ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ τελώνης τῷ εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι θὰ ἐχαρακτήριζε τὴν παρ’ αὐτοῦ εἰσαχθεῖσαν μέλαιναν ζάκχαριν ὡς ὑπαγομένην εἰς δασμὸν 25 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, καὶ ὅτι συμφώνως πρὸς τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην συνετάχθη ἡ διασάφησις. Ἂν τοιαῦται δικαιολογίαι ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, θὰ καθίστατο ὁ τελωνειακὸς νόμος ὁλοσχερῶς ἀνεφάρμοστος. Ὁ τελώνης οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ἵνα δώσῃ εἰς τὸν συντάσσοντα τὴν διασάφησιν ὁδηγίας, καὶ τοῦτο, διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ δασμολογίου ὑπ’ εὐθύνην τοῦ εἰσάγοντος συντάσσεται ἡ διασάφησις. Ἂν ἐπετρέπετο εἰς τὸν εἰσάγοντα, νὰ ἐπικαλῆται περὶ τὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ ἐν τῇ διασαφήσει τὴν γνώμην τοῦ τελώνου, ἡ εὐθύνη ἐπὶ τῇ διασαφήσει θὰ μετεβιβάζετο εἰς τὸν τελώνην, ὁ δὲ νόμος δὲν ἠθέλησε νὰ ὑπέχῃ τὴν εὐθύνην ταύτην ὁ τελώνης, ἀλλ’ ὁ εἰσάγων. Ὁ εἰσάγων ἄρα, ἐπικαλούμενος ἤδη ὅ,τι εἶπεν αὐτῷ ὁ τελώνης, δύναται νὰ παραστήσῃ τὴν καλήν του πίστιν, ἀλλὰ περὶ ταύτης δὲν πρόκειται· ἡ εὐθύνη τοῦ διασαφίζοντος οὐδόλως ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς αὐτοῦ πίστεως. Τὰ τῆς διασαφήσεως πρέπει νὰ ἔχωσι καλῶς, ἀνεξαρτήτως ἀπὸ πάσης πλάνης, ὁθενδήποτε προερχομένης. Ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν διασαφίζοντα τὴν μεγαλειτέραν ἐπιμέλειαν περὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν εἰσαγομένων, ἡ δὲ ἀρχὴ οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ἵνα ἀνατρέψῃ τοὺς σκοπίμως ὑπὸ τοῦ νόμου κανονισθέντας ὅρους τῆς εὐθύνης, ἀναλαμβάνουσα ταύτην αὐτή. Μετὰ τὴν διασάφησιν θέλει ἀποφασισθῆ, ἂν ἐν αὐτῇ καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἐμπορεύματος, καὶ ἂν κακῶς ἐγένετο, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν, νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὰ τοῦ νόμου. Περὶ τούτου πολλάκις μοὶ ἐγένετο λόγος, παραστηθείσης μοι τῆς καλῆς πίστεως τοῦ παραπονουμένου· πιθανὸν νὰ διετέλει οὗτος ἐν καλῇ πίστει, οὕτω χαρακτηρίζων τὴν μέλαιναν ζάκχαριν, ἀλλ’ ἡ περίστασις αὕτη οὐδόλως ἐπιδρᾷ εἰς τὰ ἐπὶ ἀνακριβεῖ χαρακτηρισμῷ ληφθέντα μέτρα, διότι ἐπὶ διασαφήσεων ἡ καλὴ πίστις δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει.
§8ΤΟΜΑΝ. Φρονῶ ὅτι τὸ πρᾶγμα, ἢ μᾶλλον τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἀναφέρονται εἰς ὅσα εἶπον. Δὲν εἶπον ὅτι ὁ πολίτης εἶναι ὑπόχρεως νὰ παραδεχθῇ τὸν ὁρισμόν, τὸν ὁποῖον θὰ δώσῃ ὁ τελώνης, οὔτε ὅτι ὀφείλει ἡ τελωνειακὴ ἀρχὴ νὰ κανονίζῃ ἢ νὰ καθορίζῃ ἢ ὑποδεικνύῃ εἰς τὸν ἔμπορον, κατὰ τίνα τρόπον θὰ γίνῃ ἡ διασάφησις· εἶπον μόνον, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐγένετο ἡ διασάφησις ὑπ’ εὐθύνην τοῦ διασαφίζοντος, ἀφοῦ αὕτη ἐγένετο ἀποδεκτὴ καὶ ἐτελωνίσθη τὸ ἐμπόρευμα συμφώνως μὲ ταύτην ἅπαξ, δίς, τρίς, τετράκις, δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ ὁ ἔμπορος ἄλλως, παρὰ νὰ συμμορφωθῇ μὲ αὐτὴν τὴν διασάφησιν, διότι, ἂν ἔπραττεν ἄλλως, τότε θὰ ἀπεπλάνα τὸ Δημόσιον.
§9ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατελογίσθη δι’ ὅλας τὰς διασαφήσεις;
§10ΤΟΜΑΝ. Ὄχι· ἐτελώνισε πεντάκις ἢ ἑξάκις, καὶ ἐθεωρήθη ἡ διασάφησίς του πλήρης, ἀκεραία, ἐθεωρήθη τὸ ἐμπόρευμα ὡς ἀκάθαρτος ζάκχαρις, χρησιμεύουσα διὰ τὴν χαλβαδοποιΐαν. Τί ὤφειλε νὰ κάμῃ εἰς τὴν νέαν διασάφησιν, προκειμένου περὶ τοῦ αὐτοῦ ἐμπορεύματος; δὲν ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης; Βεβαίως αὐτὴν ἔπρεπε νὰ τηρήσῃ, διότι, ἂν ἀπετόλμα ἄλλως νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ ἐμπόρευμα, ἔτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθῇ ὡς παραβάτης τῶν διατάξεων. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τούτων τῆς ἀρχῆς ἐτελώνισεν ἑξάκις, πῶς νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, τὸν πλανηθέντα ἐκ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, ὅτι τῷ ἐπιβάλλομεν ποινήν; Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν τὸ λεγόμενον, ὅτι αὐτὸ δὲν ἔγκειται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἶναι ἔργον τοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὡρισμένου ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπίτηδες πρὸς ἐξακρίβωσιν αὐτῶν τῶν διαφορῶν· δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι τὸ Συμβούλιον, τὸ ἐκ τοῦ νόμου προωρισμένον νὰ λύῃ τὰς διαφορὰς μεταξὺ τελωνίζοντος καὶ τελωνειακῶν ὑπαλλήλων ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν τῶν ἐμπορευμάτων, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἤδη τὰς διαφορὰς ταύτας νὰ λύῃ ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως, ἀφίεται δὲ πλήρης ἐλευθερία εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινὴν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι περίστασις νὰ ἐπιβάλῃ αὐτήν· δὲν δεσμεύεται ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου ὁ Ὑπουργός· ἐν τῇ πλήρει δικαιοδοσίᾳ αὐτοῦ εἶναι νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν, λυθέντος τοῦ ζητήματος ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ τελωνίζοντος, ἦναι περίστασις ἐπιβολῆς ποινῆς· φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, ὅταν ἦναι ἐνδεδειγμένη οὕτω φανερῶς ἡ καλὴ πίστις τοῦ ἐμπορευομένου. Εἶναι δὲ ἐνδεδειγμένη ἡ καλὴ πίστις αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἀκόμη· ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς παραπονεῖται καὶ διὰ τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἔχει σπουδαιότητα· ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, λαβὸν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀναφυείσης ταύτης ἔριδος περὶ κατατάξεως τοῦ ἐμπορεύματος, δι’ ἐγκυκλίου του μεταγενεστέρας παρήγγειλεν, ὅτι τοῦ λοιποῦ αἱ ζακχάρεις αὐτοῦ τοῦ εἴδους πρέπει νὰ κατατάσσωνται εἰς τὴν τάξιν τὴν πρώτην καὶ νὰ θεωρῶνται ὡς ζακχάρεις πρὸς βρῶσιν. Ἡ ἔκθεσις δὲ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις προώρισται ἐκ τοῦ νόμου νὰ λύῃ τὰ ζητήματα ταῦτα, ἔρχεται ἐπίσης εἰς ὑποστήριξιν τῶν λεγομένων ὑπὸ τοῦ πτωχοῦ αὐτοῦ ἐμπόρου. Διότι τί λέγει; Δὲν λέγει, ὅτι ἀναμφισβητήτως ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐπλανήθη καὶ τὸ πρᾶγμα ἀνήκει εἰς τὴν κλάσιν τῆς ζακχάρεως τῆς πολυτελείας λεγομένης, ἀλλ’ ὅτι ἡ ζάκχαρις αὕτη δὲν εἶναι μὲν ἐντελῶς καθαρὰ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀκάθαρτος. Βλέπετε ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἀμφιβάλλει. Μετὰ τὰ λεχθέντα, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἐπιμένων, διότι νομίζω, ὅτι ἀδικεῖται ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, ὄχι ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἑρμηνείας ἴσως αὐστηρᾶς ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ τελωνειακοῦ.
§11ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Φρονῶ ὅτι ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὁ προλαλήσας, ἔχει δίκαιον, νομίζω δὲ, ὅτι παρερμηνεύει ἡ ὑπηρεσία τὴν ἔννοιαν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ τελωνειακοῦ ὀργανισμοῦ. Ὁ ἔμπορος ὀφείλει ἐν τῇ διασαφήσει, τὴν ὁποίαν ἐγχειρίζει πρὸς τὴν ἀρχὴν, νὰ ὁρίζῃ τὸ εἶδος καὶ τὴν τάξιν τοῦ ἐμπορεύματος, ἐὰν δὲ παραλείψῃ τοῦτο, ὑποβάλλεται εἰς τὸ διπλοῦν τοῦ τέλους τῆς τάξεως ἐκείνης, εἰς ἣν πράγματι ὑπάγεται τὸ ἐμπόρευμα. Ἡ ὑπηρεσία θεωρεῖ τὴν διάταξιν ταύτην ἁπλῶς τυπικὴν, ἤτοι ἐν πάσῃ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ διασάφησις δὲν συμφωνεῖ ἀκριβέστατα πρὸς τὸ πρᾶγμα, ἐπιβάλλει τὸ διπλοῦν τοῦ τέλους· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοιαύτη τυπικὴ ἑρμηνεία δὲν εἶναι ὀρθή. Ὁ νόμος κυρίως σκοπεῖ νὰ τιμωρήσῃ τὸν δόλον· ὅταν ὁ ἔμπορος ἐν τῇ διασαφήσει ὁρίζῃ ἄλλο ἀντ’ ἄλλου ἐμπόρευμα, πράττει δόλον, ἐὰν ὅμως ἐκ τῶν πραγμάτων ἐνδείκνηται, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δόλου, δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλληται εἰς τὸ διπλοῦν τοῦ τέλους· τοῦτο δὲ ἐξάγω ἐκ τῆς φράσεως τοῦ νόμου. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι ὑποβάλλεται εἰς τὸ διπλοῦν τοῦ τέλους τῆς τάξεως, εἰς ἣν ὑπάγεται τὸ ἐμπόρευμα, ἐὰν δὲν ἀνεκαλύπτετο ἡ ἀλήθεια· ἡ λέξις ἀνεκαλύπτετο προδήλως σημαίνει, ὅτι ὁ ἔμπορος προσεπάθησε νὰ καλύψῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀρχὴ ἀνακαλύπτει αὐτήν· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι κακῶς ἡ ὑπηρεσία ἑρμηνεύει ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸν νόμον. Ὁ ἔμπορος, πρὶν ἢ κομίσῃ τὸ ἐμπόρευμα, τὴν ζάκχαριν αὐτὴν, προσήγαγε δεῖγμα εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ ἠρώτησεν αὐτὴν, εἰς ποίαν τάξιν ὑπάγεται, ἡ δὲ ἀρχὴ ἐβεβαίωσεν αὐτὸν, ὅτι ὑπάγεται εἰς τὴν φορολογίαν τῆς ἀκαθάρτου ζακχάρεως. Ἐπὶ τῇ βεβαιώσει αὐτῇ, ὑπολογίσας τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐκ τοῦ ἐμπορεύματος αὐτοῦ, ἐκόμισεν ἀλλεπαλλήλως ἱκανὰς δόσεις καὶ ἐφορολογήθη κατὰ τὴν ὑπόδειξιν ἐκείνην τῆς τελωνειακῆς ἀρχῆς. Κατόπιν ἐπέρχεται διαφωνία μεταξὺ τοῦ ἐλεγκτοῦ καὶ τοῦ τελώνου, καὶ ὁ μὲν εἷς ὑποστηρίζει, ὅτι πρόκειται περὶ ἀκαθαρίστου ζακχάρεως, ὁ δὲ ἕτερος περὶ καθαρᾶς. Ἐν τῇ διαφωνίᾳ καλεῖται τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἐπιτροπῆς ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ λύει ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς τῶν διαφωνούντων, ἤτοι ὅτι ἡ ζάκχαρις εἶναι καθαρά. Ἀλλ’ ὅταν αἱ δύο ἀρχαὶ, αἱ ἐπιτετραμμέναι τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου καὶ τὴν ἐξασφάλισιν αὐτοῦ, περιέρχωνται εἰς διαφωνίαν καὶ ἡ μὲν λέγῃ, ὅτι ἡ ζάκχαρις εἶναι ἀκαθάριστος, ἡ δὲ ἑτέρα τὸ ἐναντίον, πῶς θέλετε ν’ ἀποδώσητε τῷ ἐμπόρῳ δόλον; Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, παρατηρῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἐμπόριον ὑποφέρει ἐκ τῆς διατάξεως αὐτῆς, καὶ μάλιστα νῦν, μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ δασμολογίου καὶ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν διαφόρων ἐμπορευμάτων κατά τινας ἐπιστημονικοὺς καὶ τεχνικοὺς κανόνας, οἵτινες πολλάκις ἐμβάλλουσιν εἰς ἀμφιβολίαν καὶ αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου, ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν συγκεκροτημένην, εἰς ποίαν τάξιν νὰ ὑπαγάγῃ τὸ ἐμπόρευμά τινος, εἰς τὴν δεῖνα ἢ τὴν ἑτέραν τάξιν. Δὲν εἶναι δίκαιον τὸ ἐμπόριον νὰ ὑφίσταται πρόστιμα καὶ ποινὰς, διότι ὁ ἔμπορος δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀληθῆ τάξιν, εἰς ἣν ὑπάγεται τὸ ἐμπόρευμα, νὰ ἀνεύρῃ δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ οἱ εἰδικοὶ ἄνδρες δυσκόλως ἀνευρίσκουσι, περιερχόμενοι πρὸς ἀλλήλους εἰς διαφωνίαν. Φρονῶ ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει δέον ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, ἑρμηνεῦον τὴν τοιαύτην διάταξιν, ἄλλως τὸ ἐμπόριον ἀδικεῖται πολλάκις.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἀναφορὰ τοῦ παραπονουμένου Νοστράκη;
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ῥικάκης κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ σταθμοῦ τοῦ σιδηροδρόμου Πατρῶν–Πύργου ἔγγραφα».
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπωφελούμενος τοῦ ζητήματος τῆς ζακχάρεως ἢ ὁπωσδήποτε τῆς ζακχαρώδους ταύτης ὕλης, περὶ ἧς ὁ λόγος, ποιοῦμαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν σύστασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος συνάδελφος καὶ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Κόρπας εἶχε φέρει ἄλλοτε πρὸ τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ τὴν αἴτησιν τῶν ζακχαροπλαστῶν τῆς Σύρου πρὸς εἰσαγωγὴν ἀτελῆ τῆς ζακχάρεως, τῆς εἰσαγομένης καὶ μετὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῆς εἰς διάφορα εἴδη ζακχαροπλαστικῆς (λουκούμια κλπ.) ἐξαγομένης πάλιν τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη τότε νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ συναγάγῃ πληροφορίας τινάς, θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ θὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν ἔχῃ ἤδη τὰς πληροφορίας ταύτας.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶναι παρεσκευασμένον, ἀλλὰ δὲν τὸ ὑποβάλλομεν πρὸ τῶν ἑορτῶν, διότι ὑποθέτομεν ὅτι δὲν θὰ προφθάσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, θὰ τὸ ὑποβάλωμεν ὅμως ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ, εὐθὺς μετὰ τὰς ἑορτὰς ἢ κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, ἐὰν οὕτω διαῤῥυθμισθῶσι τὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§17ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἐν τῷ ἰδίῳ νομοσχεδίῳ θὰ συμπεριλαμβάνηται καὶ διάταξις, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐμψύχωσιν τῆς βιομηχανίας, τῆς ἀφορώσης τὴν κατασκευὴν τῶν ῥοσολίων, καὶ κανονίζουσα τὴν ἀπόδοσιν τοῦ καταβαλλομένου τέλους τῆς τε ζακχάρεως καὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, ὅταν πρόκηται περὶ ἀποστολῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπιστροφῆς ἢ τῆς μὴ καταβολῆς τέλους ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος καθιερώθη εἰς τὸ χρησιμεῦον πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἐξαγομένων οἴνων οἰνόπνευμα. Ὡς πρὸς τὴν μὴ ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, παρατηρῶ ὅτι, ὡς ὑποβάλλονται πλεῖστα ὅσα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν θὰ συζητηθῶσι κατ’ αὐτὴν τὴν Σύνοδον, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἔκτακτον, ἐὰν τοιαύτη προσκληθῇ, ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ καὶ τοῦτο.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὀχληρὰ ἡ θέσις παντὸς Βουλευτοῦ, Κύριοι, ἀνερχομένου ἑκάστοτε τὸ βῆμα, διὰ νὰ καταγγείλῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς βανδαλικὰς καὶ ἐκνόμους πράξεις τῶν ἀρχῶν, αἵτινες λαμβάνουσι χώραν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ ἐπαρχίᾳ· ἀλλ’ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἀμύνηται ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν του, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς μὴ Ἕλληνας, καὶ τοῦτο διότι ἀντιφρονοῦσι, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρεῖ, ὅτι δὲν φθάνουσι καὶ ἐπ’ αὐτῶν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, ὅπως κατασταθῇ δυνατὴ ἡ ὑπεράσπισίς των, καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἦναι δυνατόν, διότι εἶναι ἐναντίον τοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ παραμυθῇ αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐνθαῤῥύνῃ ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ κινδύνου. Διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐπιστολὴν τοῦ συμπολίτου μου Εὐσταθίου Σπηλιώτου, γράφοντος πρός με καὶ διεκτραγῳδοῦντος τὰ ἐκεῖ διαπραχθέντα ἐκ μέρους ἀξιωματικοῦ τινος κατὰ τοῦ γράφοντος, καὶ κατ’ ἄλλων πολιτῶν. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν). Ὡς βλέπετε, ὁ συμπολίτης μου αὐτὸς, μεταβαίνων εἰς τὸ χωρίον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποθηκευμένον τὸ ἔλαιον, τοῦ ὁποίου ἦτο ἐνοικιαστής, συνηντήθη καθ’ ὁδὸν μὲ τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα· τοῦτο, ἰδὼν αὐτὸν, φέροντα πιστόλιον, τὸν ἀφώπλισεν· αὐτὸς, καθ’ ἃ γράφει, ὡς ἠκούσατε, προσῆλθεν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν, Γραβάνην ὀνομαζόμενον, καὶ ἐζήτησε τὸ πιστόλιόν του, ἐπιδείξας τὴν ἄδειαν τοῦ Νομάρχου, δι’ ἧς τῷ ἐπετρέπετο νὰ ὁπλοφορῇ, ἀλλ’ ὁ ἀξιωματικὸς, μὴ σεβασθεὶς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Νομάρχου, δὲν ἠθέλησε νὰ τοῦ ἐπιστρέψῃ τὸ πιστόλιον, καὶ ἦλθον φαίνεται εἰς ζωηρὰς συζητήσεις, ὡς τυγχάνοντες φίλοι, καθόσον ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, ὡς γράφει ὁ συμπολίτης μου, πολλάκις μετέβη εἰς τὸ οἴκημα τούτου καὶ ἐξενίσθη· ἀπήτησε λοιπὸν ὁ πολίτης ἀπὸ τὸν ἀξιωματικὸν τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον εἶχε δικαίωμα νὰ φέρῃ, ἀλλ’ ἐξυβρίσθη ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ ἐδάρη ἀνηλεῶς κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ ἴδιος ἀξιωματικὸς ἐφοβήθη, ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ πολίτου κινδυνεύει· διὰ ν’ ἀπαλλαγῇ δὲ τῆς εὐθύνης, ἀμέσως τηλεγραφεῖ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ καταγγέλλει τὸν πολίτην, ὅτι μὲ ἕνα σουγιὰ κολοκοτρώνην, ὡς κοινὸς τὸν ὀνομάζουν, ἐπετέθη νὰ τὸν φονεύσῃ, ἐν μέσῳ τοῦ ἀποσπάσματος! Αὐτὴ αὕτη ἡ καταγγελία, τὴν ὁποίαν, ἔκαμεν ὁ ἀξιωματικὸς, ἀποδεικνύει τὸ ἔγκλημα αὐτοῦ· διότι ὁ λογικῶς ἐξεταζόμενον τὸ πρᾶγμα, μᾶς πείθει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ πολίτης μὲ ἓν κοινὸν μαχαιρίδιον νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ, περιφρουρουμένου ὑπὸ ὁλοκλήρου ἀποσπάσματος. Συνεπείᾳ τοῦ τηλεγραφήματος, ὁ Εἰσαγγελεὺς μετὰ τοῦ ἀνακριτοῦ φθάνει ἐκεῖ μετὰ δυνάμεως, καὶ χωρὶς νὰ προβῶσιν εἰς ἀνάκρισίν τινα, παραλαμβάνουν κακῶς ἔχοντα τὸν πολίτην καὶ τὸν μεταφέρουν ἀπὸ τὸ χωρίον εἰς τὴν πόλιν καὶ τὸν ἐγκλείουν εἰς τὰς φυλακὰς, ὅπου καὶ παραμένει καὶ ἔνθα λαμβάνει τὰς βοηθείας τοῦ ἰατροῦ τῶν φυλακῶν. Ὡς ἐκ τούτου, δηλ. ἕνεκα τῆς μὴ ἐκπληρώσεως ὑπὸ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν τοῦ καθήκοντός των, θρασυνθεὶς ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς, μετέβη εἰς τὸ χωρίον Σπερχοΐαν τοῦ κ. Πεῤῥωτοῦ, καὶ εὑρὼν ἐκεῖ πολίτας χαρτοπαικτοῦντας, ἐσκέφθη νὰ καταπαύσῃ τὴν χαρτοπαιξίαν καὶ ἐπετέθη δέρων αὐτούς. Ἐνόμισεν ὁ ἄνθρωπος, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποσπάσῃ τοὺς πολίτας ἀπὸ ἀθώας διασκεδάσεως, ἀφοῦ εἰς τὴν πρωτεύουσαν λειτουργοῦσιν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν ἀρχῶν χαρτοπαικτεῖα πλεῖστα ὅσα, ἐν οἷς ληστεύονται οἱ πολῖται, εἰς πάντα δὲ τὰ καφφενεῖα χαρτοπαίζουσιν οἱ πολῖται, ὡς καὶ ἐν τῷ εἰρημένῳ χωρίῳ. Ἄλλως τε δὲν εἶναι καθῆκον τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐὰν οἱ πολῖται παίζουν χαρτιὰ, νὰ τοὺς παρεμποδίζῃ, διότι τοῦτο εἶναι καθῆκον ἀστυνομικόν· αὐτὸς ἔχει ἓν καθῆκον, νὰ καταδιώκῃ τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔπραξαν ἐγκληματικὰς πράξεις, δὲν ἔχει ἀποστολὴν νὰ ἐπιτηρῇ τοὺς πολίτας, οὐδὲ νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν. Οἱ πολῖται, ὡς ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἀξιωματικοῦ, διεσκορπίσθησαν, ἀλλ’ ἐκ τῶν πολλῶν εἷς, μὴ θέλων νὰ ὑποστῇ τὴν ἀτίμωσιν τοῦ ῥαβδίσματος καὶ τραπεὶς εἰς φυγὴν, ἐπυροβολήθη δὶς, συλληφθεὶς δὲ, ἐδάρη κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ἐθραύσθη ἡ μία τῶν χειρῶν του. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ταῦτα συμβαίνουν εἰς τὴν Κρήτην, ἂν ὁ Σακὴρ πασσᾶς καὶ ἡ τουρκικὴ διοίκησις διαπράττῃ ὅμοια κατὰ τῶν πολιτῶν ἐκεῖ, διότι βεβαίως αὐτὰ εἶναι ἀνώτερα καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ συμβαίνουν ἐν Κρήτῃ. Καὶ δὲν περιορίζεται ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος μέχρι τοῦ σημείου τούτου, ἀλλὰ τοὺς ἀπειλεῖ ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει προβοῦν εἰς καταγγελίας, θὰ τοὺς φονεύσῃ! Νομίζω ὅτι ἦτο περιττὴ ἡ ἀπειλὴ, καθόσον, ὕστερον ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰν τῶν ἀρχῶν τῶν δικαστικῶν, αἵτινες νομίζουν, ὅτι τὸν παθόντα πρέπει νὰ φυλακίσουν, ἀντὶ νὰ τὸν προστατεύσουν ἀπέναντι τῶν ἐγκληματούντων, οὐδεὶς θὰ θελήσῃ νὰ καταγγείλῃ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ καταγγείλω καὶ ἄλλους βανδαλισμοὺς τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ μεθ’ ὅσα ἀνέφερον, οὐδὲν θέλουσι πράξει. Κύριε Πρωθυπουργὲ, δὲν μὲ ἀπαλλάσσετε ἀπὸ τῆς δυσαρέστου αὐτῆς θέσεως, τοῦ νὰ καταγγέλλω αἰωνίως τὰς ἐκνόμους καὶ ἀποτροπαίους πράξεις τῆς διοικήσεώς σας ἐν τῷ νομῷ, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω; Τί εἶναι αὐτὸς ὁ νομός τέλος πάντων; ἀποτελεῖ μέρος τοῦ Κράτους; λειτουργοῦσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοῦ τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦσιν εἰς τὸ ἐπίλοιπον Κράτος; Ἂν νομίζητε, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἐπιβάλητε τὴν θέλησίν σας, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἔγειναν ὅμοια ὄργια ἐν Μεσσηνίᾳ, καὶ ἄλλοτε ἐφέρθη κάκιστα ἡ διοίκησις, καὶ ἡ δικαιοσύνη ἐφέρθη αἰσχρότατα, καὶ ὅμως μὲ βλέπετε καθήμενον ἐκεῖ, παραπλεύρως σας. Μὴ τυραννῆτε τὸν κόσμον. Ὁ Μεσσηνιακὸς λαὸς, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἦτο εὐπορώτατος καὶ πλουσιώτατος, καὶ προσέφερε καὶ προσφέρει ὄχι ὀλίγα εἰς τὸ Δημόσιον. Διατὶ τὸν τυραννεῖτε; Δὲν τὸν ἀφίνετε, ἀφοῦ διὰ τῶν φόρων σας τὸν κατεστήσατε δυστυχῆ, νὰ ἐργασθῇ, νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸς τοὺς τοκιστὰς, διὰ νὰ ἀποτίῃ τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸς τὸ Δημόσιον; Τί σᾶς πταίουν οἱ πολῖται, τῶν ὁποίων ἄλλων μὲν θραύετε τὰς χεῖρας καὶ ἄλλους ἡμιθανεῖς σύρετε εἰς τὰς φυλακάς; Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, τί πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ὅπως ἀμυνθῶμεν κατὰ τοιαύτης κυβερνητικῆς ἐνεργείας. Μοῦ γράφει ὁ παθὼν συμπολίτης μου ἐν τέλει: «Σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ γράψῃς τί νὰ κάμω». Εἶναι γνωστὴ ἡ οἰκογένεια, εἰς ἣν ἀνήκει ὁ Σπηλιώτης, καὶ ὁ προεδρεύων κ. Μποῦτος τὴν γνωρίζει καλῶς· εἶναι ἄνθρωποι τῶν ὅπλων. Ἂν, Κύριοι, εἴπω πρὸς αὐτούς: «μὴ ἐλπίζετε τίποτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ στηριχθῆτε ἐπὶ τῶν ὅπλων σας», συλλογισθῆτε ποίας συνεπείας θὰ ἔχῃ τοιαύτη ἀπάντησις. Θέλετε, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ ἐκπληρώσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης; Θέλετε νὰ αἱματοκυλίσητε τὴν Ἑλλάδα; Εἰπέτε μας καθαρὰ, τί σκέπτεσθε, δείξατέ μας ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ ἐλπίζωμεν ἄλλο, παρὰ τὴν ἀπηνῆ καταδίωξίν σας, διὰ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν ἄμυναν, τὴν ὁποίαν τὸ δίκαιον τοῦ Θεοῦ μᾶς δίδει. Εἴμεθα πολῖται ἐλευθέρου Κράτους, ἢ εἴμεθα ὑπὸ ζυγὸν τουρκικόν; Ἐξηγήσατε τὴν θέσιν σας, διὰ νὰ κανονίσωμεν τὴν ἐδικήν μας. Δὲν ἠξεύρω, ἂν θ’ ἀκούσω πάλιν παράπονα, ὅτι ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ ματαίῳ καὶ ὅτι καταγγέλλω πράξεις, ἀναξίας τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς· ἴσως μάλιστα ἀκούσω, ὅτι, «πλησιάζουσιν αἱ ἑορταί· ἄφετέ μας νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰς οἰκογενείας μας· μὴ μᾶς ἀπασχολῆτε μὲ τὸ τί ἔκαμεν ὁ ἀξιωματικός». Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω καθῆκον, Κύριοι, νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου, νὰ καταγγείλω τὰς πράξεις αὐτὰς, καὶ ἂν ἡ πλειονοψηφία ἐξακολουθῇ νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν Κυβέρνησιν, μοῦ εἶναι ἀδιάφορον. Καὶ ἂν ἀσχάλλῃ διὰ τὴν στάσιν μας, καὶ ἂν σπεύδωσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τοὺς οἴκους των οἱ κύριοι τῆς πτέρυγος ταύτης, ἀδιαφορῶ. Γνωρίζω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ῥίψω τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὰ παράπονά μου· εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ μάθουν οἱ συμπολῖταί μου, πῶς θὰ διοικῶνται καὶ ποίαν ἐλπίδα πρέπει νὰ ἔχουν ἀπὸ Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν καταβάλλουσι φόρους, πρὸς λειτουργίαν τῶν θεσμῶν, ἐν οἷς νὰ εὕρωσι τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν. Ἀλλὰ φρονεῖτε, ὅτι τοῦτο μόνον ἔχω νὰ καταγγείλω ὡς πραττόμενον ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν: Σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Τριφυλίας ἐν τῷ ὁποίῳ μοὶ καταγγέλλουσιν, ὅτι ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἀπασχολεῖται εἰς τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως, ὅπου ἔθεσεν αὐτὸν ὁ νόμος, ἀλλ’ ἔλαβεν ἐπὶ ἀμοιβῇ γενναίᾳ ἀποφάσεις πολιτικὰς καὶ μετέβη μόνος του πρὸς εἴσπραξιν τῶν διατασσομένων ἐν ταῖς ἀποφάσεσι ταύταις. Τί βλέπομεν; ἀξιωματικὸς ἐδῶ δέρει καὶ ἀπειλεῖ, ἄλλος ἀλλαχοῦ ἀργυρολογεῖ! Ποῦ εὑρισκόμεθα; Δέρεται ἐπικινδύνως ὑπάλληλος τῆς Τραπέζης, ἀπειλεῖται νὰ φονευθῇ πολίτης, ἐμπορευόμενος, καὶ ὅμως δὲν φαίνεται οὐδαμοῦ ἡ ἀρχή, παρουσιάζεται δὲ μόνον, ὅταν σκευωρήσῃ κατὰ ἀντιφρονούντων, καὶ ἰδοὺ βλέπομεν νὰ συλλαμβάνωνται ἐντιμότατοι καὶ πλουσιώτατοι πολῖται, ὡς ὁ Νικητόπουλος, οὐχὶ χάριν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας, ἀλλὰ πρὸς καταπίεσιν. Τί εἶναι αὐτά, Κύριοι! Οὐδὲ γνωρίζει ἀκόμη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἀληθεύῃ ἡ εἴδησις, ὅτι ἐπετέθησαν νὰ φονεύσωσι τὸν Παπατσώνην, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι φίλος μου, ἀλλ’ εἶναι ἔγκριτος πολίτης τοῦ τόπου μου· καὶ ἂν ἕως ἐκεῖ ἔφθασεν ἡ ἔκλυσις, εἶναι πλέον ἀπελπισία, δὲν δύναταί τις νὰ μένῃ εἰς τὴν ἐξοχήν του. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ τηλεγραφήσῃ ἀμέσως, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ διατάξῃ, ἂν τὰ καταγγελλόμενα ὦσιν ἀκριβῆ, τὴν φυλάκισιν καὶ τιμωρίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ. Ἀλλὰ νὰ μὴ φέρετε ἀπὸ ἐκείνας τὰς ἀνακρίσεις, τὰς ὁποίας ἐφέρατε τὴν ἄλλην φορὰν διὰ τὸν Μοίραν.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτω δύο τηλεγραφήματα, ἓν ἐκ Καλαμῶν καὶ ἕτερον ἐκ Φιλιατρῶν, διὰ τῶν ὁποίων καταγγέλλονται παρεκτροπαὶ στρατιωτικῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐξετάσῃ τὸ περιεχόμενον τῶν τηλεγραφημάτων καὶ ἐπιφέρῃ τὴν ἀνήκουσαν διόρθωσιν.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ περὶ τῶν παρεκτροπῶν ἐννοεῖται, ὅτι θέλουσι διαβιβασθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὰς οἰκείας ἀρχὰς, ἵνα παράσχωσι πληροφορίας, καὶ ἐπὶ ταύταις θέλουσιν ἐνεργηθῆ τὰ εἰκότα. Περὶ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Γραβάνη εἴχομεν ἴδει πρό τινων ἡμερῶν ἐν ἐφημερίδι καταγγελίαν, ἀλλ’ οὐχὶ περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, καὶ ἐπὶ ταύτῃ ἐνηργήσαμεν. Ἀνεκοινώσαμεν αὐτὴν πρὸς τὸν διοικητὴν τοῦ μεταβατικοῦ ταγματάρχην Μπαϊρακτάρην, ὑφ’ ὃν ἐνεργεῖ οὗτος, καὶ ἐλάβομεν ἀπάντησιν (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τηλεγραφικῇ διαταγῇ πρὸς ἐξακρίβωσιν πιέσεων κλπ. ἀπαντῶ, ὅτι εἶναι ἀνύπαρκτα. Καὶ παρ’ Εἰσαγγελέως ἐβεβαιώθη».
§21ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὤ! ὤ!
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πιστεύω, ὅτι τὰ λεγόμενα παρὰ τοῦ ταγματάρχου Μπαϊρακτάρη δύνανται νὰ προκαλέσωσιν ἀμφισβήτησιν. Εἶναι ἀξιωματικὸς, ὅστις οὐδὲν λέγει τὸ ἐν τῇ συνειδήσει του μὴ ἀκριβές. Τὰ νεώτερα καταγγελθέντα θέλουσι καὶ ταῦτα ἀνακοινωθῆ, καὶ θέλομεν λάβει πληροφορίας, ἐφ’ αἷς θέλομεν ἐνεργήσει. Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, τροποποιοῦντος ἄρθρα τινὰ τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Πρόκειται πρῶτον περὶ τῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ Σχολείου τῶν Τεχνῶν, ὅπως παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς ἀναβολῆς κατατάξεως αὐτῶν. Δεύτερον, πρόκειται περὶ τῶν μαθητῶν τῶν Διδασκαλείων, διότι κατὰ τὸν κείμενον νόμον δίδεται ἀναβολὴ κατατάξεως εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους, δὲν δίδεται ὅμως εἰς τοὺς ἐν τοῖς Διδασκαλείοις φοιτῶντας, ἐνῷ ἐκείνη φαίνεται ἐπαγομένη ταύτην. Προτείνομεν ἄρα, ὅπως δίδωται ἀναβολὴ καὶ εἰς τὸν φοιτῶντα ἐν τῷ Διδασκαλείῳ. Πρόκειται προσέτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ περὶ τῶν ἀπαλλασσομένων, ὅπως ἀποδίδωται εἰς αὐτοὺς τὸ πληρωθὲν παρ’ αὐτῶν ἀντισήκωμα διὰ τὸν ὑπολειπόμενον τῆς ὑπηρεσίας χρόνον, ἂν, ἐκλιπόντος τοῦ λόγου τῆς ἀπαλλαγῆς, καταταχθῶσιν ἐν τῷ στρατῷ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 170).
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ διαφόρων ἐπερωτήσεων φέρω πληροφορίας. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Σάκκης ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῶσιν ἀλληλογραφία καὶ ἐντάλματα ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Δʹ, ἄρθρου 28. τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τοῦ ἔτους 1889. Ὑποβάλλω τὴν ἀλληλογραφίαν καὶ τὰς ἐντολάς· τὰ ἐντάλματα, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν κεῖνται παρ’ ἐμοί. Ὑπάρχει ἐπερώτησις, δὲν ἐνθυμοῦμαι παρὰ τίνος, ἂν ἐθεωρήθη παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὸ ἔνταλμα πιστώσεως ἐκ 50 χιλιάδων δραχμῶν, τῆς ἐν ἀρχῇ χαρακτηρισθείσης ὡς ἀναπληρωματικῆς καὶ εἶτα ἐκτάκτου. Περὶ τούτου οὐδεμία διημείφθη ἀλληλογραφία, οὐδεμία δ’ ἐγένετο ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς θεωρήσεως παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὑποβάλλεται σημείωμα περὶ τῶν ποσῶν τῶν πληρωθέντων καὶ περὶ τῶν ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων. Εἶχε γενῆ παρατήρησις κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν καὶ ἐζητήθησαν ἐξηγήσεις, διατὶ ὑπῆρχε διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐν τῷ τεύχει τῶν νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων πληροφοριῶν καὶ τῶν πληροφοριῶν, τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὀφειλόμενα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, καὶ τὰ εἰσπραχθέντα πρὸς ἀπότισιν τῆς ὀφειλῆς. Ἐγένετο ἐξέτασις ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ καὶ δὲν εὕρομεν διαφορὰν ὑπάρχουσαν. Ὥστε, ἂν ἐξηγηθῇ σαφέστερον ἡ παρατήρησις, ἂν καταδειχθῇ ἡ ὑπάρχουσα διαφορὰ, τότε θέλω δυνηθῆ νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν.
§25Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσητε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, φέροντα ἐπὶ κεφαλῆς, ἐν ἀρχῇ, τὴν σχετικὴν ἔκθεσίν σας. Ἐν σελίδι 7 θέλετε εὑρεῖ, ὅτι τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ὑπάρχουσιν ἐν κυκλοφορίᾳ 109,730 ὁμολογίαι, αἵτινες πρὸς 500 φράγκα φέρουσι 54,865,000. Ὁ Προϋπολογισμὸς συνετάχθη καὶ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1888. Λοιπὸν κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ 1889 ὑπῆρχον 109,730 ὁμολογίαι, κατὰ δὲ τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς 25 Αὐγούστου 1889 ὑπῆρχον τότε εἰς κυκλοφορίαν 110,390 ὁμολογίαι. Λοιπὸν, ἂν ὑπῆρχον κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1888 ὁμολογίαι 109,730 ἐν κυκλοφορίᾳ, πῶς κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1889 ἐγένοντο 110,390; εἶναι διαφορὰ 660 ὁμολογιῶν, ἤτοι 330,000 φράγκων.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ παρεβάλομεν τὸ τεῦχος τῶν πιστώσεων μετὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1890. Ἤδη θέλομεν τὸ παραβάλει πρὸς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, καὶ θέλω ἐκθέσει τὰ ἀποτελέσματα.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Μπαϊρακτάρης εἶναι τίμιος ἄνθρωπος, δὲν τὸ διαμφισβητῶ. Ἀλλ’ ὁ κ. Μπαϊρακτάρης ἔχει τρόπον διοικήσεως διάφορον, καὶ τούτου ἔχομεν ἀπόδειξιν. Ὁ κ. Μπαϊρακτάρης ἐννοεῖ εἰς πᾶσαν περίστασιν τὰ ὄργανά του, ἐνεργοῦντα, νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου καὶ ἀπόδειξιν ἔχομεν τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἦτο Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας· ἑσπέραν τινὰ οἱ ἀστυνόμοι του ἐπετέθησαν κατὰ ὑπαξιωματικῶν τοῦ 1ου συντάγματος, διασκεδαζόντων, διὰ νὰ τοὺς συλλάβουν καὶ τοὺς ὁδηγήσουν εἰς τὴν φυλακὴν, προκεχωρηκυίας οὔσης τῆς ὥρας, ἐνήργησαν δηλ. ἀλλότρια καθήκοντα, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον, τουτέστι φρουραρχικά. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, ἀντισταθέντες, τοὺς ἐδίδαξαν διὰ συνοπτικῆς διαδικασίας τὰ καθήκοντά των. Ὁ κ. Μπαϊρακτάρης ἐζήτησε νὰ ἱκανοποιηθῶσιν οἱ ὑπ’ αὐτὸν ὑπάλληλοι, καὶ ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ, διότι δὲν ἐξεπληρώθη ἡ ἄδικος ἐπιθυμία του. Τοιαύτην κρίσιν ἔκαμνε περὶ τῆς ἐκνόμου ἐνεργείας τῶν ὀργάνων του, καὶ τοιαύτην ἐπεζήτει ἱκανοποίησιν. Ὁ κ. Μπαϊρακτάρης λοιπὸν ἐννοεῖ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅτι πρέπει νὰ ἐνεργῇ οὐχὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, πρὸς ἐκτέλεσιν μιᾶς ὑπηρεσίας, διότι οὕτω νομίζει, ὅτι δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἀποτελέσματα· καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Μποῦτον νὰ βεβαιώσῃ, ἂν εἰς τὴν πρώτην ἐν Μεσσηνίᾳ διοίκησίν του ὁ Μπαϊρακτάρης εἰς τὸ χωρίον Τζεφερεμίνι τοῦ δήμου Οἰχαλίας, ἂν ὁ λοχίας ἑνὸς τῶν ἀποσπασμάτων, τῶν ἐκεῖ εὑρισκομένων, δὲν ἐπέβαλεν εἰς πολίτην τινὰ νὰ φάγῃ τὴν πυρίτιδα καὶ τὰ βόλια ὁμοῦ, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχε πληρώσει τὸ πιστόλιόν του, καὶ ἂν ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Μπούτου, ὁ δήμαρχος, δὲν παρεκάλεσε τὸν ὑπαξιωματικὸν νὰ τοῦ χαρίσῃ τὰ 2 ἐκ τῶν 7 σφαιριδίων. Εἶναι δὲ ἀρκετὰ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ὁ Δήμαρχος οὗτος, οὐχὶ ὁρμητικοῦ χαρακτῆρος, διότι ἠδύνατο νὰ κάμῃ ὅ,τι ἤθελε τότε, ἂν ἦτο χαρακτῆρος ζωηροῦ, διότι ἀμφότερα τὰ κόμματα, καὶ τὸ ἐμὸν καὶ τὸ ἰδικόν του, ἦσαν ἕτοιμα νὰ τεθῶσιν εἰς τὰς διαταγάς του, καὶ ἠδύνατο νὰ συλλάβῃ τὸν λοχίαν τοῦ ἀποσπάσματος καὶ νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὰς Καλάμας δέσμιον. Ὁ ἀποσπασματάρχης κατηγγέλθη εἰς τὸν κ. Μπαϊρακτάρην, ἀλλ’ αὐτὸς οὐδὲν ἔπραξεν, ἱκανοποιοῦν τὴν κοινὴν ἐξέγερσιν, διότι νομίζει, ὡς εἶπον, ὅτι τὰ ὄργανά του πρέπει νὰ ἦναι ἀνεξέλεγκτα κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος τοῖς ἔδωκεν. Ἀλλ’ ὡς βλέπετε, δὲν ἔχομεν μίαν μόνον καταγγελίαν καθ’ ἑνὸς καὶ μόνου ἀξιωματικοῦ. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι περὶ πάντων τῶν ἐχόντων ὑπηρεσίαν μεταβατικὴν ἢ τῆς χωροφυλακῆς ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας, ὡς τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τοιαύτην, καὶ ἄλλαι, τὰς ὁποίας ἀναγράφουσιν αἱ ἐφημερίδες. Συνωμόσαμεν λοιπὸν πάντες καθὼς καὶ οἱ δημοσιογράφοι; Νομίζω ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀφορμὴ, δὲν θὰ εἴχομεν παράπονα. Διατὶ δὲν ὑπάρχουσι παράπονα καὶ κατ’ ἄλλων ἀλλαχοῦ ἀξιωματικῶν; Λοιπὸν δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη, διότι αὐτὴν τὴν ἀποκλειστικὴν ἀποστολὴν ἔχει ὁ Μπαϊρακτάρης ἐκεῖ. Τὸ γνωρίζω ἐξ ἐπισήμου πηγῆς, ἐκ φίλου τοῦ κ. Τρικούπη, εἰσερχομένου εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ μάλιστα ἐγὼ εὗρον τὸν Μπαϊρακτάρην, ὅτε ἐπρόκειτο ν’ ἀναχωρήσῃ, καὶ τοῦ εἶπον: «αὐτὸν τὸν προορισμὸν ἔχεις ἐν Μεσσηνίᾳ» καὶ ὁ Μπαϊρακτάρης δὲν μοῦ ἀπήντησεν, ἀλλὰ μοῦ ἔσφιγξε τὴν χεῖρα καὶ ὠχρίασεν. Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Μπαϊρακτάρη μοῦ ἔδωσε νὰ πιστεύσω, ὅτι τοιαύτην ἐντολὴν ἔχει.
§28ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ δαρεὶς πολίτης εὑρίσκεται ἔτι εἰς τὴν φυλακήν;
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, κατὰ τὴν ἐπιστολὴν, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας.
§30ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐστάθιος Σπηλιώτης.
§32ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις παρεκλήθη ὑπὸ ὅλου τοῦ τόπου καὶ τῶν οἰκοκυραίων ὅλων, νὰ στείλῃ ἐκεῖ τὸν Μπαϊρακτάρην. Ὁ Μπαϊρακτάρης εἶναι ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς Μεσσηνίας, καὶ ἡ μετάβασίς του ἐκεῖ ἔφερε λαμπρὰ ἀποτελέσματα, διότι οἱ πλέον χειρότεροι κακοῦργοι προσῆλθον εἰς τὸν Μπαϊρακτάρην, ὡς ἐκ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν μετέδωκεν εἰς τὸν τόπον, ὅτι θέλει ἐργασθῆ νομίμως καὶ αὐστηρῶς. Κατώρθωσε, Κύριοι, ὥστε ὅλοι οἱ φυγόδικοι τοῦ τόπου νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν. Τώρα, ἂν εἷς ἀξιωματικὸς ἔκαμε παρεκτροπὴν τινα, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ προληφθοῦν τὰ τοιαῦτα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλὰ πράγματα δὲν δύναταί τις νὰ τ’ ἀποφύγῃ, διότι εἶναι ἀδύνατον ἄλλως νὰ συλληφθοῦν οἱ φυγόδικοι.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὴν μετάβασιν τοῦ κυρίου Μπαϊρακτάρη παρεκάλεσα καὶ ἐγὼ τὸν κ. Τρικούπην, ἀλλὰ δὲν ἕπεται καὶ ὅτι πταίει ὁ Μπαϊρακτάρης διὰ τὰς πράξεις ἑνὸς ἀξιωματικοῦ· ἐγὼ μάλιστα εἶπον καὶ ἄλλο τι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνῷ ἐζήτουν τὴν μετάβασιν τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη, νὰ τὸν βοηθήσῃ καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, διότι οὐδὲν θὰ κάμῃ ὁ Μπαϊρακτάρης, ἐὰν ἡ Εἰσαγγελία καὶ τὸ Δικαστήριον δὲν συνεργασθῶσι μετ’ αὐτοῦ· διότι, ὅπως τὸ Δικαστήριον διεξάγει τὰ περὶ τῶν ἐγκληματιῶν, μόνον περὶ τῶν ἀντιπολιτευομένων θὰ προσκαλῆται νὰ ἐνεργήσῃ ὁ Μπαϊρακτάρης, καὶ τοῦτο διότι ἡ Εἰσαγγελία δὲν ἐκδίδει ἐντάλματα κατὰ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἀθωόνει δὲ τὸ Δικαστήριον τοὺς τοιούτους, ὅταν συλληφθῶσι καὶ προσαχθῶσιν ἐνώπιόν του.
§34ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Κουμουνδοῦρε, ἐπειδὴ γνωρίζω τὸν Εἰσαγγελέα καλῶς, κάμνω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀδικεῖτε τὸν Εἰσαγγελέα, παραπονούμενος κατ’ αὐτοῦ. Εἶναι ἀμερόληπτος καὶ ἱκανώτατος ὑπάλληλος.
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι;
§36ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Παπαλουκᾶς.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν Εἰσαγγελέα κ. Παπαλουκᾶν γνωρίζω—ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. Χαλκιόπουλος — περισσότερον παρ’ αὐτός. Ἦτο πατρικός μου φίλος, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω φιλίαν πρὸς αὐτόν· ἀλλ’ ὅταν εἷς Εἰσαγγελεὺς δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, ἔστω καὶ φίλος τοῦ πατρός μου, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν θὰ ὑψώσω φωνὴν ἐντεῦθεν. Μετέβη ὁ ἀντεισαγγελεὺς κ. Χαλκιόπουλος ἐπὶ τόπου, συνοδευόμενος καὶ παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, διότι ὁ πολίτης, ὡς ἐκ τοῦ ἀγρίου ξυλίσματος, ἦτο ἀνίκανος νὰ ἀπαντήσῃ, ἢ καὶ νὰ ἀντιληφθῇ, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ τὸν μεταφέρωσι, κακῶς ἔχοντα, ἐπὶ ζώου τινὸς, διὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὰς βανδαλικὰς πράξεις τοῦ ἀξιωματικοῦ. Παραπονοῦμαι ὅθεν κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως, διότι δὲν ἐνεργεῖ ἀμέσως ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν, καὶ θέλω νὰ ψέξω μὲ τοῦτο τὴν δικαιοσύνην ὁλόκληρον, διότι, ἐὰν πρᾶξίς τις ἦναι αὐταπόδεικτος ἢ ὁ ἐγκληματίας ἦναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐνεργεῖται ἡ ἀνάκρισις, ὥστε οὕτω μακροχρονοῦσα παραγράφεται, καὶ ἀπαλλάσσονται πάσης καταδιώξεως καὶ ποινῆς οἱ φίλοι αὐτῆς. Κατὰ τοῦ τοιούτου εἴδους τῆς ἐνεργείας παραπονοῦμαι καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς διοικήσεως. Εἶπον, διὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω ὡρισμένα πράγματα, ὅτι θέλω ὀνομαστικὸν κατάλογον, ἀλλὰ τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον δὲν παρουσιάζουσι, μολονότι εἶπον ὡρισμένως, τί ζητῶ, καὶ ἂν ὑπεβάλλετο, ἤθελον κατονομάσει τὰς πράξεις. Αὐτὸ τὸ παράπονον ὑποβάλλω περὶ τοῦ Εἰσαγγελέως.
§38ΤΖΑΝΕΣ. Πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν τάξιν ἐν Μεσσηνίᾳ, καὶ περὶ ἀνωτέρου ὀργάνου, κατὰ τοῦ ὁποίου κἄπως ἐπιῤῥίπτεται μομφή. Ἐπειδὴ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Μεσσηνίας, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ· ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω. Τὸν κ. Μπαϊρακτάρην τὸν παρεκαλέσαμεν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Μεσσηνίαν, ἐστενοχωρήσαμεν μάλιστα ἡμεῖς οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀρχὰς δὲν ἠθέλησε νὰ συναινέσῃ, ἀλλὰ τέλος συνήνεσε. Δὲν εἶμαι βέβαιος περὶ τῶν παρεκτροπῶν· θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τιμωρήσῃ ἀμειλίκτως τοὺς παρεκτρεπομένους, διότι βεβαίως τὴν Μεσσηνίαν δὲν κατοικοῦσιν ἐχθροὶ, τὴν κατοικοῦσιν Ἕλληνες πολῖται, συνεισφέροντες εἰς τὰ βάρη, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι. Θὰ εἴπω ὅμως, ὅτι αἰτία, ἕνεκα τῆς ὁποίας παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Μπαϊρακτάρην νὰ μεταβῇ εἰς Μεσσηνίαν, εἶναι ἡ ὑπερβολὴ τῆς ὁπλοφορίας, ἀσθένεια, τὴν ὁποίαν πάσχει ὅλη ἡ Ἑλλάς. Ὁ Μεσσήνιος δὲν ἐννοεῖ νὰ μεταβῇ ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν χωρὶς νὰ φέρῃ τὸ ὅπλον του. Τοῦτο δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον, διότι, ἐὰν γίνωνται ἐγκλήματα, ταῦτα ἔχουσιν ἄλλην ἀφορμὴν, τὴν διανομὴν τοῦ ὕδατος, τὰς ἔριδας κατὰ τὴν συγκομιδὴν κλπ., ἀλλ’ ἡ ὁπλοφορία εἶναι ἀσχημία, καὶ πάντες ἔχομεν καθῆκον νὰ καταθέτωμεν τὰ ὅπλα, καὶ ἕκαστος νὰ ἔχῃ ἓν ὅπλον, τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον παρέχει αὐτῷ ἡ πατρὶς, καλοῦσα αὐτὸν εἰς τὰς τάξεις. Πολλάκις, ἀφ’ ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσέλθω εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, εἰσήγαγον πρότασιν περὶ καταργήσεως τῆς ὁπλοφορίας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ νόμος αὐστηρός, καὶ τότε καὶ αὐτὴ ἡ ἀσχημία θὰ ἐκλείψῃ. Ὡς πρὸς δὲ τὰ τῆς δικαιοσύνης, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδένα ἔχει σκοπὸν φατριαστικόν. Ἐν Καλάμαις ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἵτινες ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των, μάλιστα δὲ ἐσχάτως μετετέθησαν δικασταὶ, ἐν οἷς καὶ ὁ κ. Βαλτινὸς, ἀξιότιμος νέος, κάλλιστος, φιλόπονος καὶ ἔντιμος.
§39ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
§40ΤΖΑΝΕΣ. Ἰδίως δὲ ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι ἄνθρωπος.... (θόρυβος).
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε, διὰ τίνα λόγον οἱ δικασταὶ, συνεδριάζοντος τοῦ Δικαστηρίου, ὑβρίσθησαν μεταξύ των;
§42ΤΖΑΝΕΣ. Τοῦτο προῆλθεν ἐξ ἔριδος, ἡ ὁποία συμβαίνει ἐνίοτε μεταξὺ συνυπηρετούντων. Ὁ Εἰσαγγελεὺς λοιπὸν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὀνομασθῇ στραβοκέφαλος, δὲν ἐννοεῖ οὔτε λέξιν ν’ ἀκούσῃ. Ὅτε ἐγὼ πολλάκις τὸν παρεκάλεσα περὶ τῶν ἁπλουστέρων, π. χ. διατὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην ὁ κ. Ἀλεξάνδρου, ὁ ἀνακριτὴς, δὲν καλεῖ τοὺς μάρτυρας ἐγκαίρως, ἡ ἀπάντησίς του ἦτο: «Ὁ δικαστὴς ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του· μὴ στενοχωρῆσθε· ἐγὼ ἔχω ἀναλάβει τὴν τάξιν». Τοιοῦτος εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς, καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶχε σκοπὸν νὰ μεμφθῇ αὐτὸν, ὅπως ὑπέθεσεν ὁ συνάδελφος κ. Χαλκιόπουλος. Ἐπειδὴ εἶμαι εἰς τὸ βῆμα, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ ὁ εἰσαχθεὶς τὴν ἑσπέραν ταύτην νόμος, ὁ ἀφορῶν εἰς τοὺς φοιτητὰς καὶ διδασκαλιστὰς, εἶναι σπουδαῖος καὶ ἐνδιαφέρει ὅλους, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν νεολαίαν τὴν Ἑλληνικὴν, νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς πρώτην συζήτησιν.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω ἤδη ἀνὰ χεῖρας τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ βλέπω τὴν ἐξήγησιν καθαρώτατα τῆς διαφορᾶς, περὶ ἧς ἠρώτησε προηγουμένως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, διότι ἐν τῇ σελίδι 7ῃ, ἔνθα γίνεται λόγος περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁμολογιῶν, εἶναι προτεταγμένα τὰ ἑξῆς: «Μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν χρεωλυσίων, τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ἀναγραφομένων, τὸ κεφάλαιον τῶν παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δανείων θέλει προσδιορισθῆ ὡς ἑξῆς»· ἀνεγράφη ἄρα τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου ἠλαττωμένον διὰ τῆς ἀποδόσεως ὁλοκλήρου τοῦ χρεωλυσίου, τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1889, τουτέστι καὶ τῶν τεσσάρων τριμηνιῶν, ἐνῷ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐξοφλήσεως εἶχον ἀποδοθῆ τὰ χρεωλύσια δύο μόνον τριμηνιῶν. Τὸ ἀντιστοιχοῦν εἰς τὰ χρεωλύσια τῶν δύο τελευταίων τριμηνιῶν ποσὸν εἶναι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ἀποτελοῦν τὴν διαφοράν.
§44Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν σελίδα 28, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ ὁμολογιῶν, καὶ κατὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι 660.
§45ΚΟΡΠΑΣ. Καταθέτω ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ἧς παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀκολούθους καταστάσεις: 1) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν τῶν εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ ἐνεργοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ἀνηκόντων ἀνδρῶν. 2) Ὁμοίαν, δηλοῦσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1880 μέχρι σήμερον ἀπαλλαγέντων δυνάμει τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἀνδρῶν. 3) Ὁμοίαν τῶν ἀπὸ τοῦ ἰδίου ἔτους μέχρι σήμερον κριθέντων ἱκανῶν διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας. 4) Ὁμοίαν τῶν τρεῖς μῆνας διανυσάντων ἐν τῷ στρατῷ καὶ εἰς τὴν ἐφεδρείαν ἐκ τῆς διαθεσιμότητος μεταβάντων, ἐν ᾗ νὰ σημειωθῶσι κεχωρισμένως οἱ εἰς τὸ πυροβολικὸν ὑπηρετήσαντες. Ἐὰν τὰ βιβλία, τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τηρούμενα, δὲν παρέχωσιν ἱκανὰ στοιχεῖα πρὸς σύνταξιν τῶν αἰτουμένων καταστάσεων, τότε θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς τὰ ἁρμόδια στρατολογικὰ γραφεῖα νὰ ὑποβάλωσιν αὐτάς.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐνόμισεν ὅτι εὗρεν ἐν ἑτέρᾳ σελίδι, τῇ σελίδι 28 νομίζω, τὰ ποσά· ἀλλὰ τὰ ποσὰ ἐκεῖνα δὲν ἀνάγονται εἰς τὸ χρεωλύσιον, ἀνάγονται εἰς τοὺς τόκους, ὥστε αἱ 110,000 ὁμολογίαι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸ προκείμενον. Ὅ,τι ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον, εἶναι τὸ χωρίον τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰ χρεωλύσια. Ἐκεῖ δὲν ἔχομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁμολογιῶν, ἀλλ’ ἔχομεν τὸ ποσὸν τὸ χρηματικὸν ἀκριβῶς, ἐξ οὗ προκύπτει ἡ διαφορά, δηλαδὴ 650,000 δραχμῶν. Σελ. 30.
§47Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ἴδωμεν καὶ τοῦτο. Κατὰ τὰ ἐν σελ. 30 ἐπληρώθη διὰ χρεωλύσιον κατὰ τὸ 1888 ποσὸν δραχ. 1,345,000. Ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῇ κατὰ τὸ 1889.....
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· ἐγὼ ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 βλέπω ἀναγεγραμμένας 650,000, αἵτινες εἶναι ἀκριβῶς τὸ ποσὸν, ἐξ οὗ προκύπτει ἡ διαφορά.
§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 650,000 ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 διὰ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων τοῦ 1879. -Ἀλλὰ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 650,000 δραχ. θέλουσιν ἐξοφληθῆ ὁμολογίαι 325, αἱ ὁποῖαι φέρουν ποσὸν δραχμῶν 650,000.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτό. Ὑπάρχει μικρά τις διαφορὰ μεταξὺ τῶν χρεωλύτρων τῶν ἑξαμηνιῶν τοῦ αὐτοῦ ἔτους χάριν ἐξισώσεως τοῦ πίνακος τῶν κληρώσεων.
§51ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διενεμήθη φυλλάδιον καὶ ἐδόθη καὶ πρὸς ἐμὲ, ἐπιγραφόμενον «Κατάστασις τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ βιομηχανίας τοῦ πυρηνελαίου». Ὁ ἀποστείλας τὸ φυλλάδιον βεβαίως προτίθεται νὰ φέρῃ τὰ παράπονά του εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα αὕτη λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῆς τοιαύτης βιομηχανίας. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἱδρύθησαν καταστήματα πρὸς παραγωγὴν πυρηνελαίου, διὰ τὰ ὁποῖα κατεβλήθησαν μεγάλα ποσὰ, ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ βιομηχανία αὕτη ἐπιβαρυνομένη, δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ καὶ θὰ καταστραφῇ. Τὸ πυρηνέλαιον παράγεται ἐξ ὕλης, ἥτις μέχρι τινὸς ἐχρησίμευε μόνον ὡς καύσιμος ὕλη καὶ ἥτις θὰ μένῃ ἄχρηστος, ἐὰν ἡ βιομηχανία αὕτη ἐκλείψῃ· διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ Κυβέρνησις κακῶς ἔπραξε νὰ ἐπιβάλῃ τὸν αὐτὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σάπωνος, τοῦ παραγομένου ἐκ τοῦ πυρηνελαίου, ἐνῷ μάλιστα αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἀναγνωρίζουσα τὴν κατωτέραν ποιότητα τοῦ πυρηνελαίου, τὸ ἐφορολόγησε κατ’ ἄλλον τρόπον, καίτοι ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι σπουδαία. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ πυρηνέλαιον, ἐξαγόμενον εἰς ῥευστὸν, πληρόνῃ φόρον πολὺ κατώτερον, ἕπεται ὅτι καὶ ὁ σάπων, ὁ παραγόμενος ἐξ αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ φορολογηθῇ πολὺ ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸν ἄλλον σάπωνα, καθόσον εἶναι καὶ πολὺ κατωτέρας ποιότητος. Δὲν προβαίνω εἰς περαιτέρω ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος, διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ σκοπὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ἀντικείμενον, θὰ εὕρῃ καὶ ἄλλους λόγους συνηγοροῦντας ὑπὲρ τῆς ἀνακουφίσεως τῆς βιομηχανίας ταύτης. Δύναται δὲ, εἴτε νὰ καταργήσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν ὑπάρχοντα φόρον καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐλευθέραν ἐξαγωγὴν προϊόντος καθαρῶς βιομηχανικοῦ, ἢ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἀναλόγως τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς ποιότητος τοῦ ἐλαίου καὶ τοῦ σάπωνος. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχεν ὑποβάλει περὶ τούτου σχετικὸν νομοσχέδιον, ἀπορῶ μάλιστα, πῶς δὲν ὑπεστήριξε καὶ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Τότε ἠκούσθησαν παράπονα, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ, θὰ φέρῃ βλάβην εἰς ἄλλα βιομηχανικὰ καταστήματα τοιαῦτα, ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει ὑπάρχοντα, ἐὰν δὲ ὡς ἐκ τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιόν της, δύναται ὅμως νὰ συμβιβάσῃ καὶ τὸ προσωπικὸν συμφέρον, ἀπαλλάττουσα τοὐλάχιστον τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ σάπωνος ἐκ τοῦ φόρου εἰς τὴν μεταφορὰν μεταξὺ τῶν Ἰονίων νήσων. Συνιστῶ τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, φρονῶ δὲ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ καταγίνῃ εἰς ὑπόθεσιν, ἥτις δὲν ἀφορᾷ εἰς πρόσωπα, ἀλλ’ εἰς συμφέροντα γενικὰ, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν βιομηχανίαν τοῦ Κράτους.
§52ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπίσης καταθέτω ἔγγραφον ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, περὶ ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ ἀποστράτων, διορισθέντων λιμεναρχῶν.
§53ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως παρακαλεῖται νὰ παραγγείλῃ τὴν σύνταξιν τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησα, περὶ τῶν μαθητῶν τῶν ἐξελθόντων τοῦ Διδασκαλείου ἀπὸ τοῦ 1879.
§54ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶχον παραγγείλει ἀμέσως τὴν σύνταξιν τοῦ πίνακος τούτου, ἀτυχῶς ὅμως δὲν σημειοῦνται ἐν τῷ ὑπάρχοντι περὶ τούτων βιβλίῳ οἱ διορισμοὶ καὶ λοιπαὶ μετακινήσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἀργοπορία.
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Πετροπουλάκης, βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, εἶχεν ἐπερωτήσει περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ Σπάρτης–Γυθείου. Ἐξήτασα καὶ ἔλαβον τὴν πληροφορίαν, ὅτι πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ Σπάρτης–Γυθείου ἐργάζονται ἐργάται τριάκοντα· ἐπειδὴ δὲ εἶχεν ἐξαντληθῆ ἡ εἰς τὸν μηχανικὸν δοθεῖσα πίστωσις, εἶχον παύσει προσωρινῶς αἱ ἐργασίαι, ἀλλ’ ἤδη, χορηγηθείσης νέας πιστώσεως, ἐπανελήφθησαν. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἥλιδος κ. Παπαγιαννακόπουλος ἐπηρώτησε περὶ τῶν δημοτῶν τοῦ δήμου Κυλλήνης, οἵτινες παραπονοῦνται, ὅτι δὲν ἔλαβον εἰσέτι τὴν ὁρισθεῖσαν ἀποζημίωσιν διὰ τὴν καταληφθεῖσαν ἔκτασιν ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Πατρῶν. Ἡ ἀπάντησις τῆς ὑπηρεσίας εἶναι, ὅτι δὲν ὑπεβλήθησαν εἰσέτι τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, νομίζω, ἐπηρώτησε περὶ διαφόρων θεμάτων, ἀναγομένων εἰς τὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας. Καταθέτω πίνακα ἐνταῦθα περὶ πάντων τούτων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 171).
§56ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς ὁδοῦ Πατρῶν– Καλαβρύτων ἐλάβετε μέτρον τι;
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· ἐξετέθη εἰς μειοδοσίαν τὸ ἔργον.
§58ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς συνεζητήθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου· μεταξὺ τῶν τροποποιήσεων εἶναι μία περὶ τῶν μὴ γραφεισῶν εἰς τὸ βιβλίον ἀνακοπῶν καὶ ἐφέσεων. Ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου τοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, ὅπως συζητηθῇ κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἀνάγνωσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 172).
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκ Λαρίσσης μοὶ ἔστειλαν ταύτην τὴν στιγμὴν τηλεγράφημα, δι’ οὗ παραπονοῦνται οἱ ἐπιστέλλοντες κατὰ τοῦ ἐν Τυρνάβῳ ἐνωμοτάρχου Ἀριστείδου Δακοπούλου, ὅτι συλλαμβάνει τοὺς πολίτας ἄνευ λόγου, τοὺς θέτει εἰς τὰς φυλακὰς καὶ τοὺς δέρει. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων περὶ τοῦ ἐξωραϊσμοῦ τῆς πόλεως κατὰ τὰς τελετὰς τῶν γάμων τοῦ Διαδόχου ἔχω τινὰ ἐνταῦθα ἕτοιμα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλω, τὰ ὑπόλοιπα δὲ πιστεύω, ὅτι ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως θέλουσι φθάσει, διότι ἦσαν σχεδὸν πλήρη κατὰ τὴν ἀναχώρησίν μου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ κατατιθέμενον εἶναι ἀναφορὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας μετὰ τῶν δικαιολογητικῶν περὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε.
§62ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ τυπωθῶσι.
§63ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τυπωθῶσι καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας.
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας νὰ δικαιολογηθῇ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔσπευσεν αὐθορμήτως νὰ ἀποστείλῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θέλουσι τυπωθῆ καὶ οὕτω θὰ ἔχητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖτε. Ὡσαύτως ὑποβάλλω πίνακα τῶν δαπανῶν, τῶν γενομένων παρὰ τοῦ δήμου, ὑπολείπονται δὲ οἱ πίνακες, οἱ ἐκ τοῦ γραφείου τῶν δημοσίων ἔργων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 173–174).
§65Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὅσα μέλλω νὰ εἴπω δὲν ἀφορῶσι τὸν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἀλλὰ περιορίζονται εἰς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζει, ὅτι ὑπάρχουσι πρόσωπα ἐν τῇ πολιτείᾳ, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ δικαιολογῶνται διὰ τὴν ὑπ’ αὐτῶν γενομένην διαχείρισιν δημοσίων χρημάτων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ, καὶ ἐν πάσῃ εὐνομουμένῃ πολιτείᾳ, πάντες οἱ διαχειρισθέντες δημόσια χρήματα πρέπει νὰ δίδωσι λόγον περὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν.
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ πολιτείᾳ νομίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος λειτουργὸς καὶ ὁ ἔντιμος πολίτης, δίδων τὸν λόγον, ὃν ὀφείλει, δύναται νὰ ἦναι ἐκ τῶν προτέρων ἥσυχος, ὡς γινώσκων ὅτι ἐνήργησε κατὰ συνείδησιν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Παπαμιχαλόπουλος κατέθεσε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν: «Μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς ἐν Κερκύρᾳ προπαρασκευαστικῆς σχολῆς ὑπαξιωματικῶν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν δύναμιν αὐτῆς μαθηταὶ διενεμήθησαν ὡς λοχίαι εἰς τὰ διάφορα συντάγματα. Ἀλλ’ ἡ τοποθέτησις ἐγένετο λίαν ἀνίσως. Καὶ οὕτως, ἐνῷ ἐν πολλοῖς συντάγμασι χηρεύουσι θέσεις λοχιῶν, ἐν τῷ ἐνταῦθα 7ῳ πλεονάζουσιν εἴκοσι τοιοῦτοι. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ διατάξῃ τὴν διόρθωσιν τούτου καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ».
§68ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν διετάχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἓν τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πλοίων, τὰ «Ψαῤῥὰ», ὅπως πλεύσῃ εἰς Χίον καὶ ῥυμουλκήσῃ ἓν τῶν ἀτμοπλοίων ἰταλικῆς τινος ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Κατὰ τὸν διάπλουν τοῦ πλοίου αὐτοῦ ἔλαβε χώραν γεγονός τι, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι σχετίζεται πολὺ στενῶς μὲ τὴν περιλάλητον διοργάνωσιν τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν, τὴν ὁποίαν διηνήργησεν ὁ γνωστὸς ξένος διοργανωτής. Ἐν στιγμῇ τουτέστι κρισίμῳ, καθ’ ἣν ὑπῆρχε κίνδυνος σπουδαῖος, τὸ πλοῖον εὑρέθη ἄνευ ναυτῶν, διότι ὅλοι σχεδὸν οἱ ἐν αὐτῷ τοιοῦτοι ἔκειντο πτώματα ἐκ τῆς ναυτίας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ γεγονὸς εἶναι πολὺ σπουδαῖον, ὡς πάντες ἐννοεῖτε, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, νὰ δώσῃ πληροφορίας σχετικὰς, αἱ ὁποῖαι δέον νὰ στηρίζωνται εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἔκθεσιν τοῦ κυβερνήτου τοῦ πλοίου. Περιπλέον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπῆρχε διεθνής τις ὑποχρέωσις, ὅπως ἀποστείλῃ τὸ πλοῖον τὸ πολεμικὸν εἰς ξένην ἐπικράτειαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παράσχῃ βοήθειαν εἰς πλοῖον ξένης σημαίας, ἢ ἂν τοῦτο ἐγένετο ἐξ ἠθικῆς ὑποχρεώσεως καὶ κατὰ παράκλησιν καὶ εἰσηγήσει τίνος.
§69ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικὴ πρὸς τὴν ἔκθεσιν ταύτην τοῦ κυβερνήτου τῶν «Ψαῤῥῶν» εἶναι καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ κυβερνήτου τῆς «Ἑλλάδος», ἡ ὑποβληθεῖσα καθ’ ὃν χρόνον τὸ πολεμικὸν τοῦτο πλοῖον ἐξετέλει γυμνάσια ἱστίων ἐν ἀνοικτῷ πελάγει κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος διὰ πτυχιούχων ναυτῶν καὶ θερμαστῶν, ληφθέντων ἐκ τοῦ ἐν Πόρῳ προγυμναστηρίου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν ταύτην.
§70ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως καταθέσῃ ἔγγραφά τινα, περικλείοντα τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεών τινων τῶν ἐν Χαλκίδι Πλημμελειοδικῶν, δι’ ὧν κατεδικάσθησαν τρεῖς ὑπαξιωματικοὶ ἐπὶ ἐκλογικαῖς παραβάσεσιν εἰς φυλάκισιν καὶ ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ των. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παραδόξως ἀπήντησεν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ἀρχείῳ τῆς ὑπηρεσίας του, ἀλλὰ ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Πλημμελειοδικῶν, παρ’ ἧς θὰ τὰ ζητήσῃ καὶ τὰ καταθέσῃ. Ἡ ἀπάντησίς του αὕτη, ἐὰν δὲν ἐλέχθη πρὸς ὑπεκφυγὴν, βεβαίως ὅμως εἶναι ἀνακριβής. Ἐν τούτοις αἱ διακοπαὶ τῶν ἐργασιῶν ἐπέρχονται ἐντὸς ὀλίγου, καὶ δὲν θὰ γένηται δυνατὸν νὰ προσαχθῶσιν ἐγκαίρως τὰ ἔγγραφα, τὰ παρέχοντα πάντα τὰ στοιχεῖα πρὸς μελέτην τοῦ θέματος, τοῦ ἐξ αὐτῶν ἀποῤῥέοντος. Ὅθεν ἀναγκάζομαι, ἀναβάλλων τὰ τῆς εὐρυτέρας συζητήσεως ἐς ἄλλοτε, νὰ περιορίσω τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῶν ὁρίων, ἅτινα τὰ παρ’ ἐμοῦ κατεχόμενα ἔγγραφα ἐπιτρέπουσι· καὶ οὕτως ὅμως ἡ συζήτησις δύναται νὰ λάβῃ ἱκανὴν ἔκτασιν, ἣν θὰ προσπαθήσω νὰ συντομεύσω ὅσον ἔνεστι, σταματῶν εἰς τὰ κυριώτερα τῆς ὑποθέσεως σημεῖα, βραχυτάτους ποιούμενος ἐν τούτοις σταθμούς. Τὸ Δικαστήριον, Κύριοι, τῶν ἐν Χαλκίδι Πλημμελειοδικῶν, κατὰ τὸ 1887 κατεδίκασε διὰ δύο ἀποφάσεών του ἐπὶ ἐκλογικαῖς παραβάσεσι δύο ὑπαξιωματικούς, ἐπιβαλὸν κατ’ αὐτῶν ποινὴν φυλακίσεως, ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ των καὶ στέρησιν πασῶν τῶν ἐκ τοῦ ἀξιώματός των τιμῶν.
§71ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἴπατε καὶ εἰς ἔκπτωσιν βαθμοῦ;
§72ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τὸ εἶπον, διότι τὸ διατάσσει ἡ ἀπόφασις.
§73ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μοὶ φαίνεται περίεργον, διότι ὁ νόμος δὲν λέγει τοιοῦτό τι.
§74ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ῥητῶς τὸ ἄρθρον 95 τοῦ ἐκλογικοῦ καὶ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ, εἰς ὅ τὸ πρῶτον παραπέμπει.
§75ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν λέγει βαθμοῦ, ἀλλὰ λέγει ὑπηρεσίας.
§76ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς αὐτῆς ἐννοίας. Ἵνα λάβητε, Κύριοι, ἰδέαν τινὰ τῶν ὑποθέσεων, ἐφ’ αἷς κατεδικάσθησαν, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ κυριώτερα μέρη τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων. (Ἀναγινώσκει τὰς ἀποφάσεις, δι’ ὧν καταδικάζονται οἱ Σπ. Λεμπεσόπουλος, ἐνωμοτάρχης, καὶ Π. Παπαναστασίου, λοχίας τοῦ πεζικοῦ, ὡς ἐπεμβάντες εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκλογὴν Χαλκίδος ἐπὶ κεφαλῆς ἀποσπασμάτων, πιέζοντες καὶ κακοποιοῦντες τοὺς ἐκλογεῖς πρὸς νόθευσιν τῆς θελήσεως αὐτῶν). Ἀμφότεραι αἱ ἀποφάσεις αὗται τῶν ἐν Χαλκίδι Πλημμελειοδικῶν ἐξεδόθησαν τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1887, συγκειμένου τοῦ δικαστηρίου ἐκ τῶν ἑξῆς: Ν. Παπαγιαννοπούλου, προέδρου, Σ. Σπυρακοπούλου, Δ. Βάλβη, Δ. Οἰκονομάκου καὶ Γ. Παπαδοπούλου, ἀνακριτοῦ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ κρατήσητε εἰς τὴν μνήμην σας τὸ ὄνομα τοῦ δικαστοῦ κ. Παπαδοπούλου, διότι θὰ χρησιμεύσῃ.
§77ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὥστε ἦτο τακτικὸν τὸ Δικαστήριον.
§78ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Εἰς χεῖράς μου δὲ ἔχω ἐπίσημα ἀντίγραφα καὶ τῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν πρακτικῶν. Ἀμφότεραι αἱ διαληφθεῖσαι ἀποφάσεις προσεβλήθησαν ὑπὸ τῶν καταδικασθέντων δι’ ἀναιρέσεως, ἥτις καὶ ἀπεῤῥίφθη διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 45 καὶ 46 τοῦ 1888 ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἡ ἀναίρεσις ἀπεῤῥίφθη πρὸ δύο ἐτῶν σχεδόν, καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετείνετο προχθές, ὅτι ἠγνόει τὴν ἀπόῤῥιψιν ταύτην. Μολονότι δὲ αἱ ἀποφάσεις αὗται κατέστησαν ὁριστικαὶ καὶ ἀμετάκλητοι πρὸ τοσούτου χρόνου, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐξετέλεσεν αὐτάς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκπτωσιν. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀνευλάβεια αὕτη πρὸς τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις διασαλεύει τὴν πολιτείαν εἰς τὰς βάσεις αὐτῆς, καὶ ἀποτελεῖ κίνδυνον κοινωνικὸν, τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μετρήσῃ τις τὰς διαστάσεις. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐκτελῇ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, οὐδεμία πλέον ὑπάρχει ἐγγύησις· ἡ μόνη ἄγκυρα εἶναι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἀλλ’ ὅταν αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ ποδοπατῶνται, ἐκλείπει πλέον ἡ πολυτιμοτέρα αὕτη ἐγγύησις τῶν πολιτῶν κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τὸ κακὸν εἶναι μέγα· προσεπαθήσαμεν κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους νὰ ὑποτάξωμεν καὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς θελήσεις μας, ἀλλ’ ὅπου τοῦτο δὲν ἐπετύχομεν, κατεφύγομεν εἰς ἄλλα μέσα καὶ ἐπὶ τέλους καὶ εἰς τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Μὴ παραξενευώμεθα λοιπὸν, ἂν καθ’ ἑκάστην ἀκούωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταγγελομένας βιαιότητας, διαπραττομένας ὑπὸ στρατιωτικῶν· ἡ ἀτιμωρησία ἐθράσυνε τοὺς ρέποντας εἰς τὸ παρανομεῖν, ὅπερ φαίνεται ἀρέσκον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν τόσον ἐκθέσμως ἀμείβοντα τοὺς ἐργάτας τῶν παρανομιῶν. Εὐτυχῶς τὸ μέγα μέρος τοῦ στρατοῦ, καίτοι δεινῶς ἐπεβουλεύθησαν τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, καίτοι πολλαὶ προσπάθειαι κατεβλήθησαν, ὅπως καθυποτάξωσι καὶ ἀλλοιώσωσι τὸ φρόνημα αὐτοῦ, μένει πιστὸν εἰς τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωσε, καὶ εἰς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον κέκληται νὰ ἐκπληρώσῃ· ἀλλὰ δυστυχῶς ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρέσεις, καὶ περὶ τούτων ἐνταῦθα πρόκειται. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν θλιβερὰν ἐξαίρεσιν δὲν εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου, κυρίως εἰπεῖν, οἱ ὑπεύθυνοι τῶν παρ’ αὐτῶν διαπραττομένων· ὑπεύθυνοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὅπως πραγματοποιήσωσι τοὺς φατριαστικοὺς σκοπούς των, τοὺς ὠθοῦσιν εἰς τὸ ἔγκλημα. Ἀδιαφοροῦν ἂν διαφθείρουν οὕτω τὸν στρατὸν, ἀδιαφοροῦν ἂν ξεθεμελιόνουν τὸν τόπον, ἀρκεῖ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰ θύματα ταῦτα πρὸς ἐκφόβισιν τοῦ λαοῦ καὶ πρὸς πλαστογράφησιν τοῦ φρονήματος αὐτοῦ. Συλλογισθῆτε, Κύριοι, καλῶς, ποῦ ὠθεῖτε τὸν τόπον· τὸν ὠθεῖτε εἰς τὴν ἄβυσσον, ἥτις εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς καταπνίξῃ ὅλους· μὴ συλλογίζεσθε μόνον τὸ παρὸν, ἀλλ’ ἐμβλέψατε καὶ εἰς τὸ μέλλον, καὶ πονέσατε ἐπὶ τέλους αὐτὸν τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον ἐπηγγέλθητε νὰ ἀναμορφώσητε καὶ ὃν περιηγάγετε εἰς τοιοῦτον ἀξιοθρήνητον σημεῖον. Καὶ διὰ νὰ κρίνητε, Κύριοι, ποῦ ἡ ἀτιμωρησία ἄγει, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξακολουθήσω τὴν συζήτησιν. Σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ ἀναίρεσις τῶν καταδικασθέντων ὑπαξιωματικῶν ἀπεῤῥίφθη, τὴν δὲ ἑσπέραν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔφθασεν ἡ εἴδησις αὕτη εἰς Χαλκίδα, ὁ δικαστὴς Παπαδόπουλος, ἐν ᾧ μετέβαινεν εἰς τὴν οἰκίαν του τὴν 23 Μαρτίου 1888, ἐγένετο θῦμα δολοφόνου ἀποπείρας, καθ’ ἣν δεινῶς καὶ ἐπικινδύνως ἐτραυματίσθη κατὰ τὴν κεφαλήν. Ἡ κοινωνία Χαλκίδος βαθέως συνεκινήθη ἐπὶ τῇ φοβερᾷ ταύτῃ πράξει, αἱ δὲ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ μετὰ δραστηριότητος κατέγειναν πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων. Μακρὰ ἐγένετο προανάκρισις, πόρισμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1248 τοῦ 1888 βούλευμα τῶν ἐν Χαλκίδι Πλημμελειοδεικῶν, δι’ οὗ οἱ μνησθέντες ὑπαξιωματικοὶ Λεμπεσόπουλος καὶ Παπαναστασίου παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἵνα δικασθῶσιν ὡς ὑπαίτιοι ἀδίκου ἐπιθέσεως καὶ τραυμάτων, ἐπενεχθέντων κατὰ τοῦ δικαστοῦ Παπαδοπούλου ἕνεκεν ἐκδικήσεως διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του, ὡς συμπράξαντος εἰς τὰς ἀποφάσεις, δι’ ὧν κατεδικάσθησαν οἱ κατηγορούμενοι ὑπαξιωματικοί. Τοῦ βουλεύματος τούτου ἀνακοπέντος ὑπὸ τῶν κατηγορουμένων καὶ ἐπικυρωθέντος ὑπὸ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις πρὸς ἐκδίκασιν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Χαλκίδος, ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον τοῦτο, καίτοι, ὡς ἐκ τῶν σκέψεών του καταφαίνεται, ἐπείσθη περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ Παπαναστασίου, οὐχ ἧττον ἐθεώρησεν ἑαυτὸ ἀναρμόδιον, καὶ ἡ ὑπόθεσις διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεστάλη εἰς τὸ Στρατοδικεῖον. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἀναφαίνεται ἄλλη τις ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχήν σας. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἡ δικογραφία ἐπεστράφη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἄνευ ἀνακριτικῆς τινος ἐνεργείας, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῇ συμφώνῳ αἰτήσει τοῦ εἰσηγητοῦ, ἀπήλλαξε τὸν κατηγορούμενον, ὡς μὴ ἀποδεικνυομένης τῆς πράξεώς του. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μὲ ἐνέβαλεν εἰς ἀπορίαν περὶ τῆς ὀρθότητός της, διότι ἐφαίνετο ἀνεξήγητον, πῶς δὲν προέκυψαν περιστατικὰ, πιθανολογοῦντα ἔστω τὴν ἐνοχὴν τοῦ κατηγορουμένου, ἀφοῦ δύο βουλεύματα εἶχον παραπέμψει αὐτὸν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Ἐπλανήθησαν λοιπὸν, εἶπον κατ’ ἐμαυτὸν, ὁ Εἰσαγγελεὺς Χαλκίδος, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, τὰ Συμβούλια Χαλκίδος καὶ Ἀθηνῶν, καὶ παρέπεμψαν τὸν κατηγορούμενον ἄνευ ἀποδείξεων; Πρὸς ἐξήγησιν τῶν δισταγμῶν μου ἠναγκάσθην νὰ καταφύγω εἰς τὴν δικογραφίαν καὶ νὰ ἀναγνώσω τὰ ὑπὸ τῶν μαρτύρων ἐν τῇ προανακρίσει κατατεθέντα. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τούτων ἡ ἔκπληξίς μου ηὔξησεν, ἀλλὰ εἰς βάρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· ἐκ τῶν ἐν τῇ ἀνακρίσει κατατεθέντων ἄφθονοι προκύπτουσιν ἐνδείξεις κατὰ τοῦ κατηγορουμένου, ἐφ’ ὧν τὰ παραπεμπτικὰ βουλεύματα ἀμφοτέρων τῶν Συμβουλίων ἐστηρίχθησαν.
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Στρατοδικείου;
§80ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸ ὄνομά του, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν χρησιμεύει, διότι ὅλη ἡ εὐθύνη ἀνήκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφαίνηται ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου. Εἶπον ὅτι προκύπτουσιν ἄφθονοι ἐνδείξεις ἐκ τῆς δικογραφίας· καὶ ἵνα, Κύριοι, κρίνητε καὶ ὑμεῖς τὴν ὀρθότητα τῆς ἐκτιμήσεώς μου ταύτης, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἔνορκον κατάθεσιν τοῦ κ. Παπαδοπούλου καὶ ἄλλων ἐκ τῶν κυριωτέρων μαρτύρων. (Ἀναγινώσκει διαφόρους μαρτυρίας περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου). Ἤδη, Κύριοι πιστεύω νὰ μὲ δικαιώσητε εἰς τὰς ἀπορίας, εἰς ἃς μὲ ἐνέβαλεν ἡ ἀπαλλακτικὴ διαταγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀφθονωτέρας ἀποδείξεις περὶ πράξεως ἐξ ἐνέδρας καὶ ἐν καιρῷ νυκτὸς γενομένης, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀπαιτήσῃ τις. Δὲν ἐννοῶ μὲ ταῦτα νὰ προδικάσω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιαύτης σοβαρᾶς πράξεως, συνταραξάσης τὴν κοινωνίαν Χαλκίδος, ἡ ὑπόθεσις ἔπρεπε νὰ ἐκτυλιχθῇ ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου.
§81ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί ἐγένετο ἐπὶ τέλους ὁ Παπαναστασίου;
§82ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν Χαλκίδα εὑρίσκεται, ὁ δὲ δικαστὴς μετετέθη ἐκεῖθεν.
§83ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἰσθάνομαι, Κύριοι, τὴν ὀδυνηρὰν αἴσθησιν, ἣν τὰ λεχθέντα σᾶς ἐμποιοῦσι καὶ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐξακολουθήσω πλειότερον. Ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων καὶ διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν μοὶ φαίνεται ἀξία βαρυτάτης μομφῆς.
§84ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι περίπτωσις εἰδικοῦ δικαστηρίου.
§85ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφίημι τὴν ἐκτίμησιν τῶν θλιβερῶν τούτων γεγονότων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς σύμπασαν τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν, παρ’ ἧς εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁμόφωνος θέλει ἐξενεχθῆ καταδικαστικὴ γνώμη κατὰ πράξεων, διασαλευουσῶν ἐκ βάθρων αὐτὰς τὰς βάσεις τῆς πολιτειακῆς καὶ κοινωνικῆς ὑποστάσεως.
§86ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσι, Κύριοι, ἄνθρωποί τινες, οἱ ὁποῖοι, ὅταν αἰσθάνωνται, ὅτι δὲν ἀσκεῖται ἐπ’ αὐτῶν πειθαρχικὴ τις ἐξουσία, οὐδὲ λέξιν δύνανται ν’ ἀρθρώσωσιν, ἐὰν δὲν ὑβρίσωσιν. Ἐννοεῖται ὅτι πρὸς τοιούτους ἀνθρώπους ἐγὼ δὲν ἐκλήθην νὰ συζητήσω· ἐγὼ ὀφείλω νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, ὃν κατὰ βάθος ἐκτιμῶ, τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου, ὁ ὁποῖος, ἀθωοτάτην καὶ ὀρθοτάτην παρατήρησιν ἐξέλαβεν ὡς πρότασιν ἀναλήψεως τῆς ὑπερασπίσεως τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οὓς, ὡς ἐπιτήδειος Εἰσαγγελεὺς, κατηγόρησεν ἀληθῶς λίαν εὐγλώττως καὶ μετὰ πολλῆς δεινότητος, καθ’ ἣν στιγμὴν διεβεβαίου, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῶν, ὑποθέτω ὅτι ἠδυνάμην ν’ ἀνεύρω ἐν τοῖς ἐγγράφοις σοβαροὺς ὑπὲρ αὐτῶν λόγους, ἀφοῦ δύο ἀξιότιμοι ἄνδρες οἱ κκ. εἰσηγητὴς καὶ Βασ. ἐπίτροπος ἐγνωμοδότησαν ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ στάδιον τοῦτο· βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ὑποθέσεως, δὲν ἠθέλομεν ἀρκεσθῆ εἰς τοὺς ὡραίους λόγους, οὓς ἐξέθηκε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, οὐδὲ εἰς τὰς ἀναγνώσεις τῶν περικοπῶν τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων, τὰς ὁποίας αὐτὸς οὗτος ἀνέγνωσε, διότι ὑποθέτω, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀναγνωρίζει, ὅτι, διὰ νὰ φέρῃ τις ψῆφον, προκειμένου μάλιστα περὶ ἀπονομῆς δικαιοσύνης, πρέπει νὰ ἀκούσῃ ἀμφότερα τὰ μέρη, πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅλων τῶν περιστατικῶν, πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ἐν ἐκτάσει, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ μορφώσῃ μίαν γνώμην. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τούτου. Ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἐκφράσω πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον τὸ παράπονον τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ ὀρθοστάτην ἐποιησάμην αὐτῷ παρατήρησιν, ἐξέλαβεν ὡς ἐχθρικὸν ὅλως τὸ διάβημα, καὶ νομίζων ὅτι ἐπρόκειτο νὰ λύσωμεν τὴν διαφορὰν ὡς ἀληθῶς ἀντίδικοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐποιήσατο πρός με ἀποστροφήν, δι’ ἧς ἐνόμισεν, ὅτι ὑπεκφεύγει τὴν ἐκ τῆς ὀρθότητος τῆς παρατηρήσεώς μου ἐντύπωσιν. Ὅσοι εἶναι δικαστικοὶ ἐκ τῶν συναδέλφων γνωρίζουσι, τί λέγει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς ἡ ἀκοή μου εἶναι συνειθισμένη ἐκ τῆς ἀπαγγελίας αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, καὶ οἱονεὶ μηχανικῶς ἀκολουθεῖ ὁ νοῦς μου τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας τὸ ἄρθρον ἀναγράφει ἐν τῇ διατάξει αὐτοῦ. Ἤκουσα ἀναγινωσκόμενον τὸ διατακτικὸν τῆς ἀποφάσεως, καὶ ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον λέγοντα, «καταδικάζει αὐτοὺς εἰς φυλάκισιν καὶ εἰς ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ των»· ἐσταμάτησα πρὸ τῆς τοιαύτης ἐκφράσεως, ὑποθέσας, ὅτι ὁ συνάδελφος ἔκαμε τὸ λάθος τοῦτο, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ἀληθῶς ἀναφέρηται τοῦτο ἐν τῇ ἀποφάσει· μειδιῶν, δὲν γνωρίζω διατί, ἐπανέλαβεν: «οὕτως ἀναφέρεται ἐν τῇ ἀποφάσει»· «ἂν ἀνεφέρετο ἄλλως, ἠδύνατο ἴσως νὰ ἐπέλθῃ δικαιολογία τις», προσέθηκεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἐγὼ ὁμολογῶ δημοσίᾳ, ὅτι τὴν ἐρώτησιν δὲν ἔκαμα διὰ νὰ εὕρω δικαιολογίαν τινὰ, οὐδὲ ἐνδιαφέρομαι ἐγὼ νὰ εὕρω δικαιολογίαν, οὐδὲ γνωστή μοὶ εἶναι ἡ ὑπόθεσις, οὐδὲ μὲ ἀφορᾷ, τί ἐγένετο ἐν Χαλκίδι, ἢ ποία ὑπῆρξεν ἡ τύχη τῶν ὑπαξιωματικῶν αὐτῶν, ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος καὶ κατὰ τοῦτο μὲ παρεξήγησεν. Ἤδη δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως, ἴσως ἀναμιχθῶ εἰς αὐτὴν, ἂν ὑπάρξῃ ἀφορμή· ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν πρόκειται περὶ τούτου, διότι δὲν γνωρίζω καὶ τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ ἀξιότιμος λοιπὸν συνάδελφος, ἐπαναλαμβάνω, ὑπέθεσεν, ὅτι λόγος τις μὲ ἠνάγκασε νὰ κάμω πρὸς αὐτὸν τὴν παρατήρησιν, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ παρενέβη ἄλλος τις, καὶ ἐνθυμεῖσθε τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον παρενέβη, ὡς συνήθως παρεμβαίνει εἰς τοιαύτας διαμάχας. Ὁ κ. Γεροκωστόπουλος ἔλαβεν ἀνὰ χεῖρας τὸν ἐκλογικὸν νόμον, διὰ νὰ μοῦ ἀποδείξῃ, ὅτι κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου ἐφαρμόζονται εἰς ὅλους τοὺς καταδικαζομένους ἐπὶ πλημμελήματι, ὡσανεὶ περὶ τούτου ἐγὼ εἶχον ἀμφιβολίαν τινά. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, περὶ τοῦ ἂν ὀρθῶς ἢ μὴ ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24· διὰ νὰ ἠξεύρωμεν τοῦτο, πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὴν ἀπόφασιν· ἐπρόκειτο ἁπλῶς νὰ ἴδω, ἂν ἐν τῷ διατακτικῷ τῆς ἀποφάσεως περιείχετο ἡ φράσις περὶ ἐκπτώσεως ἐκ τοῦ βαθμοῦ, ἐνῷ ὁ νόμος λέγει περὶ ἐκπτώσεως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω τὴν στιγμὴν ταύτην περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, θέλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου ἦτο ὀρθὴ καὶ ἐντελῶς ἀθώα.
§87ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ τί ἐνδιαφέρεται ἡ Βουλή;
§88ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐνδιαφέρομαι ἐγὼ, διὰ νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ συνδιάλεξις, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, χωρὶς δὲ νὰ ἀναγνώσῃ ὁ συνάδελφος τὸ ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀνέγνω τὸ ἄρθρον 95 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὸ ἄρθρον 24. Ὤφειλε λοιπὸν ἡ ἀπόφασις, ἀναγράφουσα τὰς συνεπείας τοῦ ἄρθρου 24, νὰ μὴ μεταχειρισθῇ τὴν φράσιν, «ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ του», διότι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει τὸ Δικαστήριον, ἀλλ’ ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀνικανότητα πρὸς ἀνάκτησιν αὐτῆς ἐπὶ τόσον χρόνον. Τοῦτο ἦτο τὸ ὀρθὸν καὶ τοῦτο ὤφειλε νὰ περιλάβῃ ἡ ἀπόφασις. Ἄν ἡ ἀπόφασις ἐξεφράσθη ὡς ἀνεγνώσθη ἐνώπιόν σας, ἴσως προῆλθε τοῦτο ἐκ παραδρομῆς, ἴσως προῆλθε καὶ ἐξ ἀγνοίας. Δὲν γνωρίζω τὰ πρόσωπα, τὰ λαβόντα μέρος κατὰ τὴν συνεδρίασιν· ἀλλ’ εἴτε ἐκ παραδρομῆς, εἴτε ἐξ ἀγνοίας, ἡ ἀπόφασις ὑπάρχει, ἐν τούτοις ἡ ἀπόφασις δὲν περιλαμβάνει, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, προκειμένου μάλιστα περὶ ἐφαρμογῆς ποινικῆς διατάξεως, τοὺς ὅρους καὶ τὰς φράσεις τοῦ νόμου, καὶ κατὰ τοῦτο βεβαίως ἡ ἀπόφασις εἶναι ἐναντία τοῦ νόμου. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἔκαμα εἰς τὸν συνάδελφον, τὴν ὁποίαν, δὲν γνωρίζω διατί, παρεξήγησε. Ὑποθέτω ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας θέλει δικαιώσει ὡς ὀρθὴν τὴν παρατήρησίν μου, δὲν θὰ ὑποθέσῃ δὲ ποτὲ, ὅτι ἐνδιεφερόμην κἄν περὶ τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν τόσον εὐγλώττως ἀνέπτυξε.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον.
§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ δύο λέξεις. Πρὸ πάντων, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν λύπην καὶ τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν! Ἐκπλήσσεται πᾶς τις, μανθάνων ὅτι μένουσιν ἐντελῶς ἀνεκτέλεστοι δικαστικαὶ ἀποφάσεις, ἐπικυρωθεῖσαι καὶ ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν Δικαστηρίου. Καὶ δὲν εἶναι τοιαῦται μόνον αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις, ἃς ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας Βουλευτὴς ἀνέφερε· καὶ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις κατὰ Παπαῤῥώδη, καὶ αὐτὴ, ὡς κατόπιν ἐπληροφορήθην, ὑπεβλήθη εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἐξήτασε τὸ ζήτημα, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐστερήθη τοῦ βαθμοῦ του ὁ καταδικασθεὶς, ἀπέῤῥιψε δὲ τὴν αἴτησιν τῆς ἀναιρέσεως, σκεφθεὶς ὅτι πολὺ καλῶς ἀπηγγέλθη καὶ ἡ στέρησις τοῦ βαθμοῦ. Πλὴν τῆς ἀπορίας ταύτης, ἐπέπρωτο νὰ δοκιμάσωμεν καὶ ἑτέραν ἀπορίαν, ἐπέπρωτο νὰ μάθωμεν, ὅτι αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠθώωσε σκανδαλωδέστατα ὑπαξιωματικόν, τὸν ὁποῖον Συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν καὶ Συμβούλιον Ἐφετῶν ἐν ὁμοφωνίᾳ τῶν Εἰσαγγελέων ἐθεώρησαν παραπεμπτέον διὰ πρᾶξιν σοβαρὰν, ἐκτελεσθεῖσαν κατὰ δικαστοῦ, πρὸς ἐκδίκησιν, διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του! Καὶ δὲν εἶναι μόνον ταῦτα, διότι καὶ ἑτέραν ἀπορίαν ἠσθάνθημεν ἀπόψε. Ἠκούσαμεν, ὅτι ὡρισμένοι στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοι ἀνευρίσκονται πάντοτε ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ κατὰ πᾶσαν ἐνέργειαν ἐκλογῆς. Ἐνεργεῖται βουλευτικὴ ἐκλογὴ, καὶ ὁ λοχίας Παπαναστασίου καὶ ὁ ἐνωμοτάρχης Λεμπεσόπουλος τίθενται παρανόμως ἐπὶ κεφαλῆς ἀποσπάσματος, συνοδευομένου ὑπὸ ἐνόπλων πολιτῶν, καὶ διατρέχοντες τὰ χωρία, διαπράττουσιν ὄργια ὑπὲρ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως. Παρέρχεται χρόνος, καὶ ἐπίκειται νέα ἐκλογὴ δημοτικὴ, καὶ ἐνῷ ἐκκρεμεῖς μένουσιν εἰσέτι αἱ κατὰ τῶν ἀνωτέρω ὑπαξιωματικῶν καταγγελίαι ἐπὶ τοῖς τελεσθεῖσιν ἐκλογικοῖς ὀργίοις, οὐχ ἧττον οἱ αὐτοὶ τίθενται πάλιν ἐπὶ κεφαλῆς ὁμοίων ἀποσπασμάτων ἐκ στρατιωτῶν καὶ πολιτῶν, καὶ διαπράττουσιν ἕτερα ὄργια, μείζονα τῶν προτέρων! Ἔρχεται τέλος ἡ ἡμέρα τῆς δίκης, καὶ ἡ δικαιοσύνη ἀνακηρύσσει τὰ τελεσθέντα ἀδικήματα καὶ ἐπιβάλλει τὴν νόμιμον τιμωρίαν, ἀλλ’ αἱ ἀποφάσεις μένουσιν ἀνεκτέλεστοι, ἐκδικοῦνται οἱ καταδικασθέντες τὸν ἀνακριτὴν, τραυματίζοντες αὐτὸν θανασίμως, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἀθωοῖ αὐτοὺς πανηγυρικῶς, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς ὁμοίας περιστάσεις. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τελευταίαν τινὰ ἀπορίαν, γεννηθεῖσαν ἐκ τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ὅτι ἐσφαλμένως ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου ἐκήρυξεν ἐκπτώτους τοὺς καταδικασθέντας τοῦ βαθμοῦ των, ἀντὶ νὰ κηρύξῃ αὐτοὺς ἐκπτώτους τῆς ὑπηρεσίας των. Ἀλλὰ τὸ 24 ἄρθρον πραγματεύεται κυρίως περὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, καὶ διὰ τοῦτο ὁμιλεῖ περὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας των, τὸ ἄρθρον ὅμως 493 τοῦ ποινικοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἀκόμη ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον 24, ποίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν ἐννοεῖ, νὰ ἀφαιρέσῃ παρ’ αὐτῶν, εἰμὴ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχουσι; διότι δὲν πρόκειται βεβαίως ἐν τοῖς συνδυασμένοις ἄρθροις 24 καὶ 493 τοῦ ποινικοῦ νόμου περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἤγουν περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατόν· ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου ἂν ἐπρόκειτο, δὲν ἠδύνατο νὰ μένῃ ἐν τῷ στρατῷ ὁ ἀξιωματικός, ἀφοῦ καθίσταται ἀνίκανος νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς στρατιώτης. Δύναται ὅμως νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἐναντίον, ὅτι δηλαδὴ οἱ καταδικασθέντες ἐπὶ ἐκπτώσει τοῦ βαθμοῦ των καὶ στερηθέντες τῆς ἱκανότητος νὰ ἀνακτήσωσιν αὐτὸν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς ἁπλοῖ στρατιῶται. Ὁπωσδήποτε, εἴτε ἀπαγγέλλει ἡ ἀπόφασις στέρησιν ὑπηρεσίας, εἴτε στέρησιν βαθμοῦ, πρόκειται περὶ διαφόρων λέξεων, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι πάντοτε τὸ αὐτό. Δύναμαι μάλιστα εἰπεῖν, ὅτι, προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν, ἀκριβεστέρα εἶναι ἡ στέρησις τοῦ βαθμοῦ, παρὰ ἡ στέρησις τῆς ὑπηρεσίας. Σημειωτέον δὲ, ὅτι πρόκειται περὶ συζητήσεως ὅλως ἀκαδημιακῆς, διότι ἡ ὀρθότης τῆς ἀποφάσεως εἶναι γεγονὸς μὴ ὑπαγόμενον εἰς νομικὴν ἀμφισβήτησιν, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ Ἄρειος Πάγος τὴν ἐπεκύρωσεν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἄνευ λόγου ἐγεννήθη συζήτησις περὶ πράγματος, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις. Ὁ βαθμὸς τοῦ στρατιωτικοῦ, εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατιωτικοῦ.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡμίλησαν οἱ προαγορεύσαντες, ὡσανεὶ ὁ Ὑπουργὸς εἶχεν ἀποφασίσει τὴν ἀπαλλαγὴν ἐν διαφωνίᾳ τοῦ ἐπιτρόπου καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ νόμος ἐπιτρέπει ἐξαιρετικῶς εἰς τὸν Ὑπουργὸν, συμφωνούντων τοῦ ἐπιτρόπου καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ, ὅπως ἀπαλλαγῇ ὁ κατηγορούμενος, ἐπιτρέπει, λέγω, ὁ νόμος εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἐναντίον τῆς συμφώνου γνώμης τοῦ ἐπιτρόπου καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ, νὰ παραπέμψῃ τὸν κατηγορούμενον, ἀλλὰ τοῦτο εἶναί τι ὅλως ἐξαιρετικὸν, συμβαῖνον μόνον, ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἔχῃ λόγους εἰδικοὺς, ἵνα ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος τῆς γνώμης τῶν δύο ἁρμοδίων προσώπων. Σκοπὸς τοῦ νόμου δὲν ὑπῆρξε νὰ παρεμβάλλῃ τὸν Ὑπουργὸν κατὰ κανόνα εἰς τὰ τοιαῦτα· ἡ ἔννοια τοῦ νόμου ὑπῆρξεν, ὅτι διεξάγονται τὰ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς παραπομπῆς κατὰ κανόνα παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ τοῦ ἐπιτρόπου, μόνον δ’ ἐξαιρετικῶς παρεμβαίνει ὁ Ὑπουργός. Ἂν ὁ εἰσηγητὴς καὶ ὁ ἐπίτροπος συμφωνῶσιν ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς, ὁ Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἔχει ἐξουσίαν ἐν τῇ ὑποθέσει· κατὰ τὸν προηγούμενον μάλιστα νόμον ὀλιγωτέραν ἔτι ἐξουσίαν εἶχεν ἢ κατὰ τὸν νῦν, διότι καὶ ἐν διαφωνίᾳ τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ τοῦ ἐπιτρόπου, κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον, ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν κατηγορούμενον, ὤφειλε πάντως νὰ παραπέμψῃ αὐτὸν. Ἤδη, κατὰ τὸν νόμον τὸν ἄρτι ψηφισθέντα, ὁ Ὑπουργὸς, ἐν διαφωνίᾳ τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ τοῦ ἐπιτρόπου, δύναται καὶ νὰ παραπέμψῃ καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν κατηγορούμενον. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχικὸς καὶ ὁ κείμενος νόμος ἐπιτρέπουσι τὴν παρέμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς παραπομπὴν, ἐν περιπτώσει συμφώνου τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ τοῦ ἐπιτρόπου ἀπαλλακτικῆς γνώμης, δὲν ἐπιτρέπουσι δὲ τὴν παρέμβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς ἀπαλλαγὴν ἐν περιπτώσει συμφώνου αὐτῶν παραπεμπτικῆς γνώμης. Ταῦτα τί ἀποδεικνύουσιν; ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ὅλως ἐξαιρετικὴ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τότε μόνον δύναται νὰ παρεμβῇ πρὸς παραπομπὴν, ὅταν ὑπάρχωσι λόγοι ἔκτακτοι, εἰδικοὶ, ὑπαγορεύοντες εἰς αὐτὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ὀρθότητα τῆς κοινῆς ἀπαλλακτικῆς γνώμης ἀμφοτέρων τῶν ἁρμοδίων, τοῦ ἐπιτρόπου καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ. Τοιούτους λόγους δὲν εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῇ περιστσάει ταύτῃ, διότι οὐδαμόθεν εἶχε προκληθῆ εἰδική τις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τούτῳ ἐνέργεια. Ὁ κανὼν ἄλλως, ἀπαρεγκλίτως ἐφαρμοζόμενος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ συμφώνου ἀπαλλακτικῆς γνώμης ἐπιτρόπου καὶ εἰσηγητοῦ, ὑπῆρξεν ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀπαλλαγῆς. Τοῦτο ἐγένετο ἤδη· ἐγένετο ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὅ,τι γίνεται πάντοτε, καὶ ὅμως ἀνεπτύχθησαν ἐνταῦθα τὰ περὶ τούτου ὡσανεὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐξαιρετικῶς εἶχεν ἀποφασίσει τι. Ὁ Ὑπουργὸς ἀπεφάσισεν ἐν τούτῳ ὅ,τι πάντοτε ἀπεφάσισεν ἐπὶ γνώμης συμφώνου τοῦ ἐπιτρόπου καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ. Ὡς πρὸς τὸν Λεμπεσόπουλον καὶ τὸν Παπαναστασίου, εἶπον ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δὲν εὕρομεν ἔγγραφα, οὐδ’ ὑπάρχουσι παρ’ αὐτῷ ὑπάλληλοι, ἐνθυμούμενοι ἕτερόν τι ἢ μόνον τοῦτο, ὅπερ καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν πρόκλησιν τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Χαλκίδι Πλημμελειοδικῶν, ὅπως ἐκτελεσθῶσι τὰ τῆς ἀποφάσεως κατὰ τῶν δύο τούτων ὑπαξιωματικῶν ὡς πρὸς τὴν φυλάκισιν, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἡ κατὰ νόμον ἀναίρεσις· ἀλλὰ μετὰ τοῦτο οὐδεμία ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου, οὐδὲ ἐν τῇ μνήμῃ τῶν ὑπαλλήλων ὑπῆρχεν ἔνδειξις περὶ νεωτέρας προκλήσεως· τὸ Ὑπουργεῖον ἄρα οὐδὲν γινώσκει πέραν τούτου, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐγίνωσκέ τι, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἤθελεν ἐργασθῆ κατὰ τὸν ἐπικριθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ τρόπον, ὡσανεὶ εἶχεν ἤδη ἐκτελεσθῆ. Δὲν ὑφίσταται περὶ τούτου ἀμφιβολία, μετὰ τὰς μακρὰς συζητήσεις περὶ τῆς ὑποθέσεως Παπαῤῥώδη. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐν τῇ ὑποθέσει ἐκείνῃ φαίνεται ὑπάρξασα καὶ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἡμεῖς δὲν ἔχομεν γνῶσιν, ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις τοιαύτη, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦτο δὲν ἐπιδρᾷ εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἀνεπτύξαμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς εἴπομεν ἐν τῇ ὑποθέσει Παπαῤῥώδη, ὅτι θεωροῦμεν τὸ ἄρθρον 7 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου μὴ ἐπιτρέπον τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως περὶ ἐκπτώσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἀπόφασις περὶ φυλακίσεως δὲν εἶναι τοὐλάχιστον ἐνιαυσία. Εἴπομεν τότε τρανῶς, ὅτι κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου τοῦ στρατολογικοῦ δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν κανόνα, ὃν ὀφείλουσι νὰ ἐφαρμόσωσι τὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου. Τὸ ἄρθρον 7 ὁμιλεῖ οὐχὶ περὶ κανόνος, οὐχὶ περὶ τῶν ἐφαρμοσθησομένων ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλ’ ὁρίζει τὰ τῆς ἐφαρμογῆς ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀποφάσεως ἐκδοθείσης. Εἶπον ὅτι, ἂν ἡ ἀπόφασις ἡ ἐκδοθεῖσα ἀφορᾷ εἰς φυλάκισιν μὴ ἐνιαυσίαν, ὁ ἐκτελῶν αὐτὴν ὀφείλει νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ περὶ φυλακίσεως, ὀφείλει δὲ νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὰ τῶν ἀπαγγελλομένων διὰ τῆς ἀποφάσεως συνεπειῶν περὶ ἀποβολῆς ἀπὸ τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο εἴπομεν ἐν τῇ ὑποθέσει Παπαῤῥώδη. Κατὰ ταῦτα ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν, ἕως οὗ ἐπέλθῃ τροποποίησις τοῦ νόμου. Εἶπον καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην ἐκείνην συζήτησιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις τοῦ νόμου, ὅτι τὸ ἄρθρον 7 κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχει καλῶς, δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς περὶ δικαστικῶν ἀποφάσεων, ὅτι τὸ κῦρος τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων πρέπει νὰ ἦναι ἀπόλυτον, ἀλλ’ ἔχομεν σήμερον νόμον, περιορίζοντα τὸ ἀπόλυτον τοῦ κύρους τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, καὶ ἐνόσῳ ἰσχύει ὁ νόμος οὗτος, ἕως οὗ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἀκυρωθῇ ἢ μεταῤῥυθμισθῇ, ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ ἐνεργῇ.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν νόμον τὸν στρατολογικὸν, τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρον 7 ἐπικαλεῖται ὁ Πρωθυπουργὸς, συνέταξεν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν αὐτόν. Τὸν νόμον δὲ τοῦτον ἑρμηνεύων ὁ Πρωθυπουργὸς νῦν, εὑρίσκει νόμον παράλογον. Ἰσχυρίζεται δὲ, ὅτι εἶναι παράλογος, διότι παρέχει εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ μεταῤῥυθμίζῃ τὰς ἀποφάσεις τὰς τελεσιδίκους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἁρμόζουσιν εἰς Πρωθυπουργόν. Μοὶ φαίνονται, ἐξεταζόμενοι ἐπιστημονικῶς, τοσοῦτον χυδαῖοι, ὥστε δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον οὐδὲ εἰς ἁπλοῦν ἰδιώτην, νὰ προβάλῃ ἰσχυρισμὸν, ὅτι ὑπάρχει νόμος ἐν εὐνομουμένῃ πολιτείᾳ, ὁ ὁποῖος παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐκτελῇ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις. Ἡ πολιτεία λοιπὸν ἡμῶν δὲν εἶναι πολιτεία εὐνομουμένη, ἀλλ’ εἶναι πολιτεία τοῦ Ἀϊτί; εἶναι πολιτεία ἀγρία; Καὶ τὴν πολιτείαν ἡμῶν μετεποίησεν τοιαύτην ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ εἰσαγαγὼν τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος τῷ ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλ’ εἶναι ταῦτα ἀληθῆ καὶ ὀρθά; Παντάπασι. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας διατάσσει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἁρμόδιος πρέπει νὰ ἀνακρίνῃ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, καὶ νὰ ἐξετάζῃ μήπως αὗται ἐπιβάλλωσιν ἔκπτωσιν τοῦ βαθμοῦ διὰ ποινὴν μικροτέραν τοῦ ἔτους, ὅπως μὴ ἐκτελῇ τότε ταύτας; Εὗρεν ἐν ταῖς λέξεσι τοῦ ἄρθρου 7, εὗρε φράσιν, διδοῦσαν αὐτῷ δικαίωμα νὰ ἐρευνᾷ καὶ ψηλαφίζῃ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, καὶ νὰ ἐκτελῇ μὲν ἐκείνας, αἵτινες δὲν ἐπιβάλλουσιν ἔκπτωσιν, ὅταν ἡ ποινὴ ἡ ἐπιβληθεῖσα ἦναι μικροτέρα τοῦ ἔτους, νὰ μὴ ἐκτελῇ δὲ ἐκείνας, αἵτινες ἐπιβάλλουσι ποινὴν φυλακίσεως μικροτέραν τοῦ ἔτους; Παντάπασιν· εἶναι σοφιστεῖαι, τὰς ὁποίας προβάλλει, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ αὐθαίρετον πρᾶξιν, μὴ ἁρμόζουσαν εἰς Ὑπουργὸν εὐνομουμένου Κράτους, διότι ἐν πᾶσι τοῖς εὐνομουμένοις Κράτεσιν ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ τυφλοῖς ὄμμασι τὰς ἀποφάσεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ μήπως τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν, ὅταν διέταξε νὰ μὴ γένηται οὐδεμία κατηγορία κατὰ τοῦ λοχίου Παπαναστασίου, μήπως ἦναι ἀληθῆ; ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ τοῦ Βασ. ἐπιτρόπου, εἰμὴ ὅταν ὑπάρχωσιν εἰδικοὶ λόγοι. Καὶ τίνες ἄλλοι εἰδικώτεροι λόγοι ἠδύναντο νὰ ζητηθῶσιν, εἰμὴ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐμποιοῦνται εἰς τὸν ἀναγινώσκοντα, ἕνεκα τῆς πράξεως, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖτο ὁ Παπαναστασίου; Διὰ τίνα πρᾶξιν κατηγορεῖτο; Κατηγορεῖτο ὅτι ἐπετέθη εἰς βαθμὸν ἀναιρέσεως κατὰ τοῦ δικαστοῦ Παπαδοπούλου, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Ὁ Παπαναστασίου, τὸ ὄργανον τῆς δημοσίας δυνάμεως, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἀνέθηκε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, αὐτὸ τὸ ὄργανον, διότι κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ, ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ, ἵνα τὸν φονεύσῃ, καὶ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ εἰδικὸν λόγον, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς ἐγκύψῃ καὶ ἐξετάσῃ, πῶς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Στρατοδικείου καὶ ὁ Βασ. ἐπίτροπος ὑπέβαλον αὐτῷ γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γένηται καταδίωξις ἐνώπιον τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης κατὰ τοῦ Παπαναστασίου· οὐδὲ ἐφρόντισε νὰ εὕρῃ ἐν τῇ στρατιωτικῇ ποινικῇ δικονομίᾳ τὰς διατάξεις, καθ’ ἃς δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον οὔτε εἰς τὸν εἰσηγητὴν τοῦ Στρατοδικείου νὰ ὑποβάλῃ γνώμην, πρὶν ἢ ἐνεργήσῃ προανάκρισιν, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἐξάγωνται ἐπιχειρήματα, πείθοντα ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ καταδίωξις ἐνώπιον τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης. Ταῦτα εἶναι ἀλλόκοτα. Λυποῦμαι ὅτι πάντα ταῦτα θέλουσιν ἀναγραφῆ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς, καὶ μετά τινα ἔτη θέλουσιν ἀναγινώσκεσθαι εἴτε ὑπὸ τῶν συγχρόνων ἡμῶν, εἴτε ὑπὸ τῶν ἐπιγενομένων, καὶ θέλει βεβαιωθῆ, ὅτι εὑρέθη ποτὲ Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζετο ὅτι ἔλαβεν ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα νὰ ἀναψηλαφῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, καὶ νὰ ἐκτελῇ ὅσας εὑρίσκει ἀξίας ἐκτελέσεως, νὰ μὴ ἐκτελῇ δὲ ὅσας κρίνει ἀναξίας ἐκτελέσεως. Λυποῦμαι δὲ διότι εὑρέθησαν στρατιωτικοί, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γένηται καταδίωξις ἐνώπιον τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης κατὰ ὀργάνου στρατιωτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπηλλάγη ἀπὸ τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, διότι ταῦτα ἐκήρυξαν ἑαυτὰ ἀναρμόδια, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐξ ὅλης τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, ἥτις ἐνεργήθη, ἀποδεικνύεται ὅτι ἦτο αὐτουργὸς τῆς ἀποπείρας ἀναιρέσεως κατὰ τοῦ δικαστοῦ Παπαδοπούλου.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτής, ἀναγνοὺς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἐν τῷ ἤδη κειμένῳ νόμῳ, ὅστις φέρει χρονολογίαν τοῦ 1887, ἐνόμισεν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο συνετάχθη παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν συνετάχθη παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, τὸ ἄρθρον τοῦτο ἦτο ἐν τῷ ἀρχικῷ νόμῳ, ὁ δὲ ἀρχικὸς νόμος συνετάχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς μετεῖχε καὶ ὁ κ. Βουλευτής. Ἡ διάταξις, περὶ ἧς πρόκειται καὶ ἣν θέλω ἀναλύσει καὶ πάλιν, ἀφοῦ τὴν ἀνέλυσα καὶ κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, ἡ διάταξις ἐν ἐκείνῳ τῷ νόμῳ ἀνεγράφη, ὡς ἄρθρον 6, εἰς ὃ νῦν ἐδόθη ὁ ἀριθμὸς 7, ἡ διάταξις δ’ αὕτη ὁρίζει ὅσα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξέθηκεν· ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι κανονιστικὴ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου, εἶναι κανονιστικὴ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ ἐκτελεστοῦ. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον. Ποῦ, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, ἀνεῦρεν ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ἀποφάσεως; ὁ Ὑπουργὸς ἀνέγνω τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 7, καὶ ἐν αὐτῷ εὑρίσκει, ὅτι τὴν ἀπόφασιν ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, διότι περὶ τῆς ἀποφάσεως ὁμιλεῖ τὸ ἐδάφιον· δὲν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ κανόνος, ὃν ὁ δικαστὴς ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ ἐκδίδων τὴν ἀπόφασιν, ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐκδεδομένης ἀποφάσεως, ὁρίζον ἐπὶ πόσον ἡ ἐκδεδομένη ἀπόφασις ἐκτελεῖται καὶ ἐπὶ πόσον δὲν ἐκτελεῖται. Ὁρίζον τὸ ἐδάφιον, ὅτι δὲν ἐκτελεῖται ἐκδεδομένη ἀπόφασις, ἀποτείνεται πρὸς τὸν ἐκτελεστήν. Δὲν κωλύει τῷ δικαστῇ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ἐν τῷ καταρτισμῷ τῆς ἀποφάσεώς του, ἀλλὰ κανονίζει τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ νομίμου αὐτῆς ἐκτελεστοῦ. Ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ πρόκειται περὶ τῶν ὁπλιτῶν, καθ’ ὧν ὑπάρχει ἀπόφασις, ὁρίζει δὲ τὸ ἐδάφιον, ὅτι ἐξ αὐτῶν μόνον ἐκεῖνοι στεροῦνται τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν, εἰς ὅσους ἐπεβλήθη ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀποφάσεως φυλάκισις τοὐλάχιστον ἐνιαυσία. Τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου δὲν ἐγκρίνω, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ, ἀλλ’ ἐνόσῳ ὑφίσταται, ὀφείλομεν νὰ τὴν σεβασθῶμεν· ὁ δὲ κ. Βουλευτής, ὁ ἐπικαλούμενος τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν πρὸς τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, ὤφειλε νὰ ἐπιδεικνύῃ ἴσην εὐλάβειαν καὶ πρὸς τὰ τοῦ νόμου κελεύσματα. Ἄν ὁ νόμος καλῶς ἢ κακῶς ὥρισεν, ὅτι εἰς τὸν ἐκτελεστὴν ἀνήκει ἡ ἐξέτασις τῆς ἀποφάσεως, ὅπως κατὰ τοσοῦτον μόνον ἐφαρμόζῃ ἐν τῷ στρατῷ τὰς δι’ αὐτῆς ἀπαγγελλομένας συνεπείας τῆς ποινῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀπόφασις ἀπαγγέλλει συγχρόνως καὶ ποινὴν φυλακίσεως, ἐνιαυσίας, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐκτελεστὴν νὰ μεταβάλῃ τὰ τοῦ νόμου; νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν λαμβάνει τὸν εἰδικὸν τοῦτον νόμον ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἐφαρμόζει τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, μὴ συνᾴδουσας πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου βʹ; Ἂν δὲν συνᾴδωσιν, εἶναι πρέπον νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ἀλλ’ ἕως οὗ τὴν μεταῤῥυθμίσωμεν, ὀφείλομεν νὰ τὴν σεβώμεθα.
§94Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον 7ον. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δοθῇ ὁ στρατολογικὸς νόμος. Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 7ον, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα νὰ ἀναγνώσῃ, ἀλλὰ δὲν ἔστερξε νὰ ἀναγνώσῃ ὁ Πρωθυπουργός. Καὶ εἶχε δίκαιον νὰ μὴ στέρξῃ ν’ ἀναγνώσῃ αὐτὸ, διότι τὸ συμφέρον αὐτοῦ ἐπέβαλλεν αὐτῷ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ. Ἐπεκαλέσθη μὲν αὐτὸ τὸ κείμενον, ἀλλ’ ἀνέγνω αὐτὸ καθ’ ὃν ἐνέκρινε τρόπον, δὲν ἔστερξεν ὅμως νὰ ἀναγνώσῃ ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦτο καὶ εἰς τοὺς Βουλευτάς. Τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ νόμου διατάσσει τάδε (ἀναγινώσκει): «Μόνον οἱ Ἕλληνες εἰσὶ δεκτοὶ ἐν τῷ στρατῷ. Ἀποκλείονται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὐδαμῶς δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ: αʹ) οἱ καταδικασθέντες εἰς ἐγκληματικὴν ποινὴν, βʹ) ὅσοι, καταδικασθέντες εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν φυλακίσεως τοὐλάχιστον ἐνιαυσίου, ἐστερήθησαν διὰ τῆς ποινικῆς ἀποφάσεως καθόλου ἢ ἐν μέρει τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων των, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ κατάστασις αὕτη». Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 7ον ἀποκλείονται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ὅσοι, καταδικασθέντες εἰς ἐνιαύσιον τοὐλάχιστον φυλάκισιν, ἐστερήθησαν τοῦ βαθμοῦ, ὁ Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάζῃ πάσας τὰς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις κατὰ ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀξιωματικῶν.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι τὰς κατὰ ἀξιωματικῶν.
§96ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ νὰ μὴ ἐκτελῇ ἢ ἐκείνας, αἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν ποινὴν τῆς ἐνιαυσίας φυλακίσεως. Ἐν τίνι φράσει τοῦ ἄρθρου 7ου εὕρετε ἐπιβαλλόμενον ὑμῖν τὸ καθῆκον ν’ ἀναθεωρῆτε τὰς ἀποφάσεις; Δύνασθε μόνον νὰ συναγάγητε διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ κατατάξητε εἰς τὸν στρατὸν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, καταδικασθέντες εἰς ἐνιαύσιον τοὐλάχιστον φυλάκισιν, ἐστερήθησαν τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων, οὐχὶ ὅμως, ὅτι ὀφείλετε καὶ νὰ μὴ ἀφαιρέσητε τὸν βαθμὸν ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὴν ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ διέταξαν τὰ ποινικὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐφάμιλλον πρὸς τοῦτο κατὰ τὸν ὀρθολογισμὸν, ὅτι τὸ ἄρθρον 7 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου τοῦ 1887 θεωρεῖ παράλογον, καὶ περιέλαβεν μὲν αὐτὸς τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ παρέλαβεν αὐτὴν ἐκ νόμου, τὸν ὁποῖον ἄλλη Κυβέρνησις εἶχεν εἰσαγάγει. Καὶ ἐνῷ ἔκρινε τὴν ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ διάταξιν παράλογον, ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ περιλάβῃ αὐτὴν καὶ ἐν τῷ νόμῳ, ὃν αὐτὸς συνέταξε καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Τώρα δὲ ὁμολογεῖ τὸ παράλογον, καὶ ὑπισχνεῖται ὅτι θέλει σκεφθῆ νὰ τροποποιήσῃ αὐτόν. Ἀλλ’ ἡ ἑτέρα Κυβέρνησις, ἥτις εἶχεν εἰσαγάγει τὸν στρατολογικὸν νόμον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον παρέλαβε τὴν διάταξιν ταύτην ὁ Πρωθυπουργὸς, πῶς ἡρμήνευσε τὴν διάταξιν ταύτην καὶ τίνα δι’ αὐτῆς ἐσκόπει νὰ διατάξῃ; Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐσκόπει διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ διατάξῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κατατάσσωνται ἐν τῷ στρατῷ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς τὴν ποινὴν ἐνιαυσίας φυλακίσεως μετὰ στερήσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, ἢ μετ’ ἐκπτώσεως τοῦ βαθμοῦ των, οὐχὶ ὅμως καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκτελῇ ἀποφάσεις δικαστηρίων ποινικῶν, δι’ ὧν ἐπεβλήθη ἡ ἔκπτωσις ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνειθίζει νὰ ἐπιῤῥίπτῃ εἰς τοὺς προκατόχους αὐτοῦ τὰ λάθη, τὰ ὁποῖα εἴτε αὐτὸς διαπράττει, εἴτε ἐν τῇ νομοθεσίᾳ νομίζει ὅτι ἀνευρίσκει. Ἀλλ’ οἱ προκάτοχοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν εἶχον περιλάβει τὴν μνημονευθεῖσαν διάταξιν περὶ στρατολογίας, δὲν ἐσκόπουν νὰ περιλάβωσιν ἐν αὐτῇ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ὁ Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ οὐδὲ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀποδίδει τὴν ἔννοιαν, ἣν λέγει, ὅτι ἀποδίδωσιν εἰς τὴν εἰρημένην διάταξιν, ἀλλὰ προσπαθεῖ, τοιοῦτον προβάλλων ἰσχυρισμὸν, νὰ δικαιολογήσῃ τὴν αὐθαίρετον αὐτοῦ πρᾶξιν, ζητῶν νὰ πορισθῇ ἐπιχειρήματα ἐκ διατάξεως, ἥτις εἶναι τοσοῦτον σαφὴς, ὥστε οὐδεμίαν παρέχει εἰς αὐτὸν ἀνησυχίαν, διὰ νὰ πορισθῇ τὰ προβαλλόμενα ἐπιχειρήματα.
§97ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπόθεσις, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ ἀπό τινος καιροῦ συζητηθεῖσα ἐνταῦθα, καὶ ἀφορῶσα τὸν ἐνωμοτάρχην Παπαῤῥώδην ἀντήχησεν εἰς ὁλόκληρον τὸ Βασίλειον, δὲν εὑρέθη δὲ οὔτε δικαστήριον, οὔτε δικασταὶ οὔτε δικηγόρος, ὅστις νὰ μὴ κατέκρινε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης. Ἵνα μὴ προβῇ εἰς τοιαύτην ἐκτέλεσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶχε προκαλέσει τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπέῤῥιψε τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι μόνος ἐν Ἑλλάδι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ὑποστηρίζῃ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀπόφασιν ἀπαγγέλλουσαν ἔκπτωσιν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ στρατιωτικοῦ ὑπαλλήλου νὰ μὴ τὴν ἐκτελῇ, ἂν δὲν ἐπιβάλλῃ καὶ φυλάκισιν ἐνιαύσιον, ἐπὶ τῇ βάσει δῆθεν τοῦ ἄρθρου 7ου τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Καὶ σημειώσατε, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν περιέχει ἄδικον ἢ πλημμελῆ διάταξιν. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὀρθοτάτη, καὶ πολὺ κακῶς θὰ πράξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ἐπιζητήσῃ τὴν τροποποίησίν της. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ὑπάρχει μόνον ἐν τῷ στρατολογικῷ νόμῳ, ὑπάρχει ὁμοία εἰς ὅλους τοὺς ὀργανικοὺς ἡμῶν νόμους. Ὁ νόμος περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, προσδιορίζων τίνες εἰσὶν οἱ ἔχοντες δικαίωμα ἐγγραφῆς εἰς τοὺς καταλόγους, ὁμοίαν σχεδὸν ἔχει διάταξιν, διότι ἐξαιρεῖ τοὺς καταδικασθέντας ἐπὶ πλημμελήματι ἐκ τῶν ἐν ἄρθρῳ 22 τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 20 Μαΐου 1836, ἤγουν τοὺς καταδικασθέντας εἰς ἐνιαύσιον φυλάκισιν καὶ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Καὶ ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων ὁμοίαν ἔχει διάταξιν, ἐπιβάλλων ὑποχρεωτικὴν παῦσιν εἰς τὰς περιπτώσεις τῶν ἄρθρων 21 καὶ 22 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῶν τοιούτων διατάξεων; Εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προβάλλει σήμερον; Οὐχί. Ἡ γενικὴ διάταξις εἶναι, ὅτι οἱ στερηθέντες τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσι, στεροῦνται δὲ αὐτῶν μόνον ὅταν κατεδικάσθησαν δι’ ὡρισμένα ἀτιμωτικὰ πλημμελήματα εἰς ἐνιαύσιον φυλάκισιν. Ἀλλ’ ἐπῆλθον εἰδικοί τινες νόμοι, ἀπαγγέλλοντες τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων καὶ ἂν ἡ φυλάκισις ἦναι μικροτέρα. Τοιοῦτος ὁ νόμος περὶ ζωοκλοπῆς, ὅστις ἀπαγγέλλει στέρησιν τινῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, χωρὶς νὰ ἀπαιτῇ καὶ καταδίκην εἰς ἐνιαύσιον φυλάκισιν. Ἐπίσης ὁ νόμος περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν στερεῖ τοὺς παραβιάζοντας αὐτὸν ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, καὶ ἂν δὲν καταδικασθῶσιν εἰς ἐνιαύσιον φυλάκισιν. Εἰς τὸν στρατολογικὸν νόμον ὁ νομοθέτης, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν γενικὴν διάταξιν, ἀπῄτησεν ἐνιαύσιον φυλάκισιν, ἵνα στερηθῇ ὁ καταδικασθεὶς τοῦ δικαιώματος τὸν ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ. Ἐντεῦθεν πρέπει νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι οἱ δυνάμει τῶν εἰδικῶν ἐκείνων νόμων καταδικασθέντες εἰς στέρησιν πολιτικῶν ἐν γένει δικαιωμάτων, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ εἰς ἐνιαύσιον φυλάκισιν, δὲν στεροῦνται τῆς ἱκανότητος τοῦ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλὰ περὶ τίνων πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου; Περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐστερήθησαν διὰ τῆς ποινικῆς ἀποφάσεως, καθόλου ἢ ἐν μέρει, τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων. Ἀλλὰ πρόκειται νῦν περὶ τοιούτων, στερηθέντων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων; Οὐχὶ βεβαίως· πρόκειται περὶ ἀνθρώπων στερηθέντων διὰ ποινικῆς ἀποφάσεως μόνον τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν καὶ τῆς ἱκανότητος πρὸς ἀνάκτησιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ στέρησις τοῦ βαθμοῦ καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ὅλως διάφορος τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἡ πρώτη ἐπιβάλλεται ὡς συνέπεια καταδίκης ἐπὶ ὡρισμένοις ἀτιμωτικοῖς πλημμελήμασιν εἰς ποινὴν ἐνιαύσιον. Ἡ δευτέρα ἐπιβάλλεται ὡς συνέπεια καταδίκης ἕνεκα πράξεως περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ὑπαλλήλου, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὅπερ στερεῖ τὸν ὑπάλληλον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν μετὰ τῆς ὑπηρεσίας του συνδεομένων δικαιωμάτων, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινή. Αὕτη ἡ μεμονωμένη στέρησις τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἔχῃ τις δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἢ βαθμὸν στρατιωτικόν, δὲν ἔχει τίποτε κοινὸν μὲ τὴν στέρησιν τῶν δικαιωμάτων, περὶ τῆς ὁποίας πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ὅπερ ῥητῶς μνημονεύει τὰ πολιτικὰ καὶ ἀστικὰ δικαιώματα, οὐχὶ δὲ περὶ στερήσεως ὑπηρεσίας διότι τὴν στέρησιν ὑπηρεσίας τὴν θεωρεῖ ἐπερχομένην, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἐπιβαλλομένη ποινή. Συγχύζει λοιπὸν παραδόξως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἀόριστον στέρησιν τῶν ἀστικῶν καὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων μὲ τὴν ῥητὴν στέρησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπαλλήλου, τὴν ὁποίαν, ὅταν ἀπαγγελθῇ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναστείλῃ. Ἐὰν τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἐμποδίζῃ καὶ αὐτὴν τὴν στέρησιν τοῦ βαθμοῦ, ὅταν ἡ φυλάκισις ἦναι βραχυτέρα τοῦ ἔτους, ὡς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός, διατὶ ἐξαιρεῖ αὐτῆς τοὺς ἀξιωματικούς; Ὑπάρχει ἀληθῶς ἄρθρον ἐν τῇ στρατιωτικῇ ποινικῇ νομοθεσίᾳ, καθ’ ὃ ἡ καταδίκη τῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὰ ὀνειδιστικὰ ἐκεῖνα πλημμελήματα, τὰ ὁποῖα ἐπάγουν στέρησιν δικαιωμάτων, συνεπάγει δι’ αὐτοὺς στέρησιν τοῦ βαθμοῦ των, καὶ ἐὰν ἡ ποινὴ δὲν ἦναι ἐνιαύσιος. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 7ον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου εἶναι μεταγενέστερον, καὶ ἑπομένως, ἂν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀποδίδει αὐτῷ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔδει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Δὲν εἶναι λοιπὸν ποσῶς ἀληθές, ὅτι τὸ ἄρθρον 7ον ἀφίνει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμᾷ, ἂν πρέπῃ νὰ ἐκτελεσθῇ ἀπόφασις διατάσσουσα ἔκπτωσιν. Ἀπόφασις Δικαστηρίου, ἀπαγγέλλουσα τοιαύτην, μόνον διὰ τῶν ἐνδίκων μέσων δύναται νὰ προσβληθῇ, ἀμετάκλητος δὲ καταστᾶσα, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ.
§98ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅ,τι μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, εἶναι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι πρὸ τοῦ 1887 πάντοτε οὕτως ἐφηρμόσθη ὁ νόμος.
§99Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδέποτε. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φέρῃ ἀπόφασιν τοιαύτην τῶν προκατόχων του.
§100ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λοχίας τις, ἔχων θητείαν ὀφειλομένην, ἤθελε περιπέσει εἴς τι περὶ τὴν ὑπηρεσίαν πλημμέλημα, καὶ διαταχθῇ ἡ ἔκπτωσις τοῦ βαθμοῦ του, ὁ τοιοῦτος ὑπαξιωματικὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸν βαθμὸν, ἀλλὰ δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν θητείαν του ὡς ἁπλοῦς στρατιώτης. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι οὐδ’ ἐλάχιστος δύναται νὰ μείνῃ δισταγμὸς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θέλων νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ περὶ στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων διατασσόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 εἰς τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἀπαγγέλλεται στέρησις τῆς ὑπηρεσίας καὶ οὐχὶ τῶν δικαιωμάτων, ἕνεκα πλημμελήματος ἀναγομένου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, περιπίπτει εἰς πλάνην, καὶ καιρὸς εἶναι νὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτὸς πρῶτος τὴν πλάνην του, καὶ νὰ ἄρῃ αὐτὰ τὰ σκάνδαλα ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλ’ ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν τελευταίαν του ἀγόρευσιν νὰ δικαιολογήσῃ καὶ τὴν διαγωγήν του καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀθώωσιν τοῦ ἑτέρου τῶν καταδικασθέντων, τοῦ λοχίου. «Δὲν ἠδυνάμην, εἶπε, νὰ μὴ ἀκούσω τὴν γνωμοδότησιν τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ τοῦ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου». Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὑπογράφῃ ἄνευ ἀναγνώσεως τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τῷ ὑποβάλλονται, ἐὰν ζητῇ μικράν τινα ἐξήγησιν, ὡς ἀνώτατος δικαστικὸς ὑπάλληλος, ὤφειλε νὰ ἐρωτήσῃ περὶ τίνος πρόκειται, διατὶ κατηγορεῖται ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐκεῖνος, καὶ ἤθελε μάθει ἀμέσως, ὅτι κατηγορεῖται ὅτι ἀπεπειράθη νὰ φονεύσῃ δικαστὴν, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε καταδικάσει εἰς στέρησιν τοῦ βαθμοῦ του, ὅτι ὁ ὑπαξιωματικὸς ἐκεῖνος εἶχε παραπεμφθῆ διὰ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὸ ὁποῖον εἶχε κυρωθῆ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, καὶ ὅτι οὐδεὶς τῶν δικαστῶν ἐξέφρασεν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ νομίμου τῆς παραπομπῆς. Καὶ ὅταν αὐτὰ ἐμάνθανεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἦσαν ἀποχρῶντα νὰ τὸν πείσουν νὰ μὴ τηρήσῃ τὴν τετριμμένην ὁδὸν τῆς παραδοχῆς τῶν προτάσεων, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσῃ βαθύτερον τὴν ὑπόθεσιν; Οὐδὲν λοιπὸν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ οὔτε τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, παρεμβάλλοντος τὸ ἄρθρον 7ον, οὔτε τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ, ἀθωώσαντος πανηγυρικῶς ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἡ τακτικὴ ποινικὴ δικαιοσύνη ἐπανειλημμένως ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ παραπέμψῃ εἰς ἐκδίκασιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου.
§101ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο αἰτιάσεις ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ πρώτη αἰτίασις εἶναι, ὅτι ἄνευ λόγου καὶ παρὰ τὰς κειμένας διατάξεις τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ἀπήλλαξεν ὁ Ὑπουργὸς κατηγορούμενον, ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως παραπεμφθέντα. Ἡ δευτέρα δὲ, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε δικαστικὴν ἀπόφασιν, ῥητῶς ἀπαγγείλασαν ἔκπτωσιν κατὰ ὑπαξιωματικοῦ. Ἐπὶ τῆς πρώτης αἰτιάσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι, ἀφοῦ εἶχεν ὑπ’ ὄψει σύμφωνον τὴν γνώμην τοῦ τε εἰσηγητοῦ καὶ τοῦ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου, ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν γνώμην ταύτην. Ἀλλ’ ἡ ἀπολογία εἶναι εἰς πλήρη ἀντίφασιν μὲ τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Ὁ νόμος δὲν ὑποχρεοῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν οὔτε ἠθικῶς, ὡς εἶπε, νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τοῦ τε εἰσηγητοῦ καὶ τοῦ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου, ἀλλ’ ἀφίνει αὐτὸν ἐντελῶς ἐλεύθερον, νὰ ἐκτιμήσῃ ἀντιθέτως τὰ ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ἐξαγόμενα. Ἄν τοῦτο ἔπραττεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ὤφειλεν, εἶχε σπουδαίους λόγους νὰ μὴ προβῇ εἰς τοιαύτην σκανδαλώδη ἀπαλλαγὴν, εἶχεν ἐνώπιόν του τὴν γνώμην δύο Εἰσαγγελέων, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ τῶν Ἐφετῶν· εἶχεν ὑπ’ ὄψει δύο παραπεμπτικὰ βουλεύματα, τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν. Δὲν ἤρκουν ταῦτα νὰ τὸν πείσουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ ὁ κατηγορούμενος ὑπαξιωματικός; Ποῖα νέα στοιχεῖα ἐπαρουσίασεν ὁ εἰσηγητὴς, τὰ ὁποῖα ἔπεισαν αὐτὸν, ὅτι καὶ τὰ βουλεύματα τῶν δικαστικῶν συμβουλίων καὶ αἱ γνῶμαι τῶν δύο Εἰσαγγελέων ἦσαν ἐσφαλμέναι; Ὡς ἠκούσατε, Κύριοι, οὔτε ἐνηργήθη νέα στρατιωτικὴ ἀνάκρισις, οὔτε ἐλήφθη κἂν ἡ τοῦ κατηγορουμένου ἀπολογία. Ὁ κ. εἰσηγητὴς, εἰς τὸν ὁποῖον παρεπέμφθη ἡ δικογραφία πρὸς μελέτην, φαίνεται, περιωρίσθη μόνον, κατὰ τὴν δοθεῖσαν διαταγὴν, εἰς τὸ νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν δικογραφίαν ἄθικτον, μὲ μίαν ἀπαλλακτικὴν γνωμοδότησιν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ παρατηρήσῃ τὴν τοιαύτην ἔλλειψιν, χωρὶς νὰ ἴδῃ, ὅτι δὲν ἐξητάσθησαν μάρτυρες συμφώνως μὲ τὴν διάταξιν τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ στηριχθεὶς εἰς τὴν προκληθεῖσαν γνωμοδότησιν τοῦ εἰσηγητοῦ, ἀπήλλαξε τὸν κατηγορούμενον. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀπίστευτον, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀληθέστατον (θόρυβος). Ναὶ, Κύριοι δὲν προεκλήθη δευτέρα ἀνάκρισις· δὲν ἐστάλη εἰς τὸν εἰσηγητὴν ἡ δικογραφία, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν· δὲν ἐξητάσθη οὔτε αὐτὸς ὁ παθὼν, δὲν ἀπελογήθη ὁ κατηγορούμενος. Οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν ἐνήργησεν ὁ εἰσηγητὴς, διότι ὁ σκοπὸς δὲν ἦτο νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις, ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ προκληθῇ, ὡς προεκλήθη, γνωμοδότησις παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ αὕτη ὡς τυπικὴ δικαιολογία τῆς σκανδαλώδους τῷ ὄντι ἀπαλλαγῆς τοῦ περὶ οὗ λόγος ὑπαξιωματικοῦ. Τοιαύτη ἐνέργεια εἶναι ἀκατονόμαστος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ δευτέρα αἰτίασις εἶναι ἔτι σοβαρωτέρα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸν ἠκούσατε, ἐπιμένει ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἔχει ἐκ τοῦ νόμου τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐλέγχῃ τῶν Δικαστηρίων τὰς ποινικὰς ἀποφάσεις. Ὥστε, μάθετέ το, ἀπὸ τώρα αἱ ποινικαὶ ἀποφάσεις, ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένων ἐνδίκων μέσων, ὑποβάλλονται καὶ εἰς ἕτερον, τέως ἄγνωστον, εἰς τὸν ὑπέρτατον ἔλεγχον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ! Πρὸς δικαιολογίαν δὲ τοιούτου τερατώδους ἰσχυρισμοῦ, ὅστις καὶ μόνος ἀρκεῖ νὰ ἐνδείξῃ εἰς ποῖον σημεῖον κατηντήσαμεν, ἐπανέλαβεν ἀφελέστατα ὅ,τι μᾶς εἶπεν ἄλλοτε ὁ συνάδελφος κ. Μπογιατζόγλους—τὸ ἐνθυμεῖσθε—ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. «Ἐξ ἑνὸς, εἶπεν, εἶχον τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἐξ ἄλλου εἶχον ἀντίθετον τὸν νόμον· ἔπρεπε νὰ ἐκλέξω, καὶ προετίμησα τὸν νόμον μᾶλλον ἢ τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν.» Θαυμάσια! Καὶ τίς, κύριε Πρωθυπουργὲ, σᾶς ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐλέγχητε τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις; Αὐτὸ εἶναι τὸ προέχον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λύσητε, πρὶν ἐπινοήσητε τὴν μεταξὺ νόμου καὶ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἀντίφασιν, ἥτις εἴδετε πόσον γελοία ἀπεδείχθη ἐκ τῆς συζητήσεως. Φαίνεται ὅτι δὲν ἔχετε οὔτε τὴν στοιχειώδη ἔννοιαν περὶ τοῦ τί ἐστὶ δικαστικὴ ἀπόφασις. Ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις αὐτὸ τοῦτο πράττει· ἑρμηνεύει δηλαδὴ καὶ ἐφαρμόζει τὸν νόμον τὸν κείμενον ἐπὶ εἰδικῶν περιπτώσεων. Ἡ ἑρμηνεία δὲ αὕτη ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἀναγράφει ὁ νόμος· ὑποβάλλεται εἰς ἀνακοπὴν, εἰς ἔφεσιν, εἰς ἀναίρεσιν καὶ ἀναψηλάφισιν, καὶ κρίνεται οὕτως, ἂν ἦναι ὀρθὴ ἢ ὄχι. Ποῦ εὕρετε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι ὑποβάλλεται καὶ εἰς τὴν ἰδικήν σας γνώμην καὶ ἐκτίμησιν; Εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, σημεῖον τῶν καιρῶν, τὸ νὰ τολμᾷ Πρωθυπουργὸς νὰ ἰσχυρίζηται καὶ νὰ ἐπιμένῃ λέγων, ὅτι παρέχεται εἰς αὐτὸν ἐξ οἱασδήποτε διατάξεως τοῦ νόμου ἡ ἐξουσία νὰ μὴ ἐκτελῇ τὰς ποινικὰς ἀποφάσεις, διότι δὲν τὰς εὑρίσκει συμφώνους μὲ τὸν νόμον, καὶ οὕτω νὰ παρουσιάζηται τὸ παράδοξον φαινόμενον, τὸ μὲν Πλημμελειοδικεῖον νὰ διατάσσῃ, κηρύττον ἔκπτωτον τὸν κατηγορούμενον ὑπαξιωματικόν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀπαντᾷ: «ὅ,τι διατάσσει τὸ Δικαστήριον, ἐγὼ δὲν τὸ ἐκτελῶ, διότι ἑρμηνεύω τὸν νόμον ἄλλως». Τίθεται, ὡς βλέπετε, φανερὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεράνω τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ δὲν εἶναι μόνον, ὡς ὑποθέτομεν, ὑπεύθυνος διαχειριστὴς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὑπέρτατος λειτουργὸς τῆς δικαστικῆς, ἄλλος πραίτωρ ἢ ἀνώτατος δικαστὴς, ἔχων ἐκ τῶν κειμένων νόμων τὴν ἔκτακτον ἐξουσίαν, νὰ ὑποβάλλῃ εἰς ἔλεγχον τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις. Τοῦτο, Κύριοι, μοὶ ὑπενθυμίζει, ὅτι ἐν Ῥώμῃ, μετὰ τὴν κατάλυσιν τῆς δημοκρατίας, οἱ πρῶτοι αὐτοκράτορες, συγκεντρώσαντες ἐν ἑαυτοῖς βαθμηδὸν ὅλας τὰς ἐξουσίας τῆς δημοκρατίας, ὧν ἐφύλαξαν εὐλαβῶς τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, ἐγένοντο ἐπὶ τέλους καὶ πραίτορες καὶ ποντίφηκες, πάντοτε πρὸς σωτηρίαν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ λαοῦ. Φαίνεται, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν τοιοῦτό τι διανοεῖται καὶ παρασκευάζει λεληθότως καὶ ὁ ἡμέτερος Καισαρίσκος διὰ τῆς τοιαύτης τερατώδους συγκεντρώσεως ἐξουσιῶν, ἀνατρεπούσης τὰ θεμέλια τῆς πολιτείας. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ ἐννοήσῃ τέλος πάντων, ὅτι ὁ δρόμος, εἰς τὸν ὁποῖον τυφλῶς ἐῤῥίφθη, θὰ τὸν φέρῃ εἰς ἄφευκτον καταστροφήν. Ἀδύνατον, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀνεχθῇ μέχρι τέλους ὁ τόπος τοιαύτας ἀτασθάλους ὑπερβασίας, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσι καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὰς δημοσίας ἡμῶν ἐλευθερίας ἀντικείμενον μυκτηρισμοῦ καὶ εἰρωνείας ἐκ μέρους παραπαίοντος κυβερνήτου. Θὰ ἔλθῃ, καὶ ταχέως, ἡ ἡμέρα τοῦ ἐξιλασμοῦ.
§102ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν νομικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, πολλὰ βεβαίως εἰσέτι δύνανται νὰ λεχθῶσι, καίτοι τὰ μέχρι τοῦδε ἀναπτυχθέντα εἰσὶ τοσαῦτα καὶ τηλικαῦτα, ὥστε μόνον τις ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ πεισθῇ, δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ περὶ τῆς παραβάσεως πάντων τῶν νόμων ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τίνα τρόπον δύναται ἀπόφασις δικαστικὴ νὰ ἐξαλειφθῇ, εἴτε αὐτή, εἴτε τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς; Δύο ὑπάρχουσι τρόποι, εἴτε τὰ ἔνδικα μέσα, εἴτε ἡ πρόνοια τοῦ Συντάγματος (ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα οὐχὶ βεβαίως τῆς ποινῆς, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ποινὴν αὐτήν). Ἐὰν ἀνοίξωμεν πάντας τοὺς νόμους, τί θέλομεν εὕρει περὶ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων; Θέλομεν εὕρει τὸ ἄρθρον 475 τῆς Ποιν. Δικονομίας, ὅπερ λέγει: «Ἐκτὸς τῆς ἀνακοπῆς, δὲν ὑπάρχει κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ Κακουργιοδικῶν ἄλλο ἔνδικον μέσον, εἰμὴ ἡ ἀνεύρεσις καὶ ἡ ἐπανάληψις τῆς ἀνακρίσεως». Ἀλλ’, ὡς παρατηροῦμεν ἐν ταῖς προκειμέναις ὑποθέσεσιν, ὑπάρχει καὶ ἄλλο ἔνδικον μέσον, οὐχὶ εἰς χεῖρας ἢ εἰς τὴν αἵρεσιν τῶν κατηγορουμένων, ἀλλ’ εἰς χεῖρας ἢ εἰς τὴν αἵρεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ ἔνδικον δὲ τοῦτο μέσον εἶναι ἡ ἡμιεκτέλεσις, ἡ αὐθαίρετος μὴ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν τὸ πρᾶγμα περιωρίζετο εἰς τὴν ὑπόθεσιν Παπαῤῥώδη, ἐάν τις ἦναι λίαν δύσπιστος, δύναται ἐπὶ τέλους νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀμφιβάλλει, καίτοι τὰ πράγματά εἰσι τοσοῦτον καταφανῆ, ὥστε πρέπει τις οὐχὶ δύσπιστος, ἀλλὰ κακόπιστος νὰ ᾖναι, ἵνα ἀμφιβάλλῃ. Ἀλλ’ εὐτυχῶς διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις εἶναι καὶ ὑπόθεσις τοῦ Ἔθνους, διότι εἶναι ὑπόθεσις τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀναγράφοντος τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, ἐπῆλθεν ὡς ἀπὸ οὐρανοῦ ἑτέρα περίστασις, ἡ τῶν ἄλλων δύο ἐκείνων ὑπαξιωματικῶν, ὧν πρῶτον σήμερον ἠκούσαμεν τὰ ὀνόματα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ βλέπομεν, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι κατεδικάσθησαν διότι ἐγένοντο τὰ αἴσχιστα καὶ ῥυπαρώτατα ὄργανα τοῦ πολιτικοῦ κόμματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, ἐν ᾗ παρεβίασαν τὸν ἐκλογικὸν νόμον οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ δὶς καὶ πολλάκις. Πρόκειται περὶ ἀδικήματος, κατὰ τὴν ἐκλογὴν τὴν δημοτικὴν καὶ κατὰ τὴν βουλευτικήν, περὶ ἀδικήματος, δι’ ὅπερ, ἐὰν ὦμεν δίκαιοι, ὀφείλομεν νὰ κατηγορήσωμεν οὐχὶ τοσοῦτον τοὺς ὑπαξιωματικούς, ἀλλὰ τὸν Πρωθυπουργόν, οὗτινος ὄργανα ἐγένοντο, τῇ ὑψηλῇ αὐτοῦ διαταγῇ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ ἀδίκημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, θέλομεν εὕρει τὸν λόγον τῆς τοιαύτης γνώμης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου. Διότι δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἄνθρωπος, φθάσας ν’ ἀνέλθῃ πολλάκις εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα τῆς Πολιτείας, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπίπτῃ εἰς πλάνας, εἰς ἃς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπέσῃ οὔτε πρωτοετὴς φοιτητὴς τῆς Νομικῆς Σχολῆς. Εἶναι λοιπὸν, νομίζω, ἐπιεικεστάτη ἡ γνώμη περὶ τῆς πλάνης δῆθεν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῶν νόμων. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι προέβη εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ὤφειλε νὰ στείλῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τοὺς ναυαγοὺς ἐκείνους ὑπαξιωματικούς, οὓς αὐτὸς ὤθησεν εἰς τὴν παράβασιν τῶν νόμων. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς καὶ ἐκ μόνης ταύτης τῆς συζητήσεως προκύπτουσιν εἰς φῶς αἱ ἰδέαι, αἱ πεποιθήσεις καὶ τὰ σχέδια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ὡς ἐν παντὶ νομοσχεδίῳ, συζητουμένῳ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ἐπὶ μακρὰν ἤδη σειρὰν ἐτῶν, καθ’ ἣν διευθύνει τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διαβλέπομεν καὶ καταδεικνύομεν τὰς κρυφίας τάσεις καὶ τοὺς κρυφίους πόθους αὐτοῦ, οἵτινες, ὡς προεῖπον καὶ ἄλλοτε, δὲν εἶναι πόθοι μοναρχικοί, ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως δῆθεν τῆς μοναρχίας, ἀλλ’ εἶναι πόθοι ὑπὲρ ἐνισχύσεως τῆς πρωθυπουργικῆς παντοκρατορίας, τοιουτοτρόπως ἐφθάσαμεν εἰς τὸ λυπηρὸν καὶ ὀδυνηρὸν σημεῖον, νὰ βλέπωμεν οὐχὶ μόνον δημιουργουμένους νόμους πρὸς καταπάτησιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ἐλευθεριῶν, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, προβάλλουσαν δυσειδῆ καὶ ἀπεχθῆ καὶ ἐπίφοβον μορφὴν ἐναντίον τῆς καθεστώσης τάξεως. Ἐφθάσαμεν δηλαδὴ εἰς σημεῖον ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς Πολιτείας. Περιϋβρίζεται αὐτὸς ὁ συνταγματικὸς χάρτης τοῦ τόπου, ὅστις καθιέρωσε καὶ ἀνέγραψε τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Καὶ εὔχομαι, Κύριοι, τοὐλάχιστον νὰ περιορισθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μέχρι τοῦ σημείου τούτου. Ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἔλαβε τὴν ὀλισθηρὰν ὁδὸν, ἀφοῦ ἅπαξ εἰσῆλθεν εἰς τὴν κατωφέρειαν, θέλει φθάσει μέχρι τοῦ πέρατος, καὶ ἐκεῖ θέλει συντριβῆ καὶ αὐτὸς καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑποθέτουσιν, ὅτι δύνανται νὰ παράσχωσιν εἰς αὐτὸν ἀτιμωρητεὶ οἱανδήποτε συνδρομήν. Θέλομεν λοιπὸν φθάσει εἰς τὸ ἑξῆς σημεῖον, ἐντὸς ὀλίγου μάλιστα, δηλ. οὐχὶ πλέον νὰ μὴ ἐκτελῇ τὰς κατὰ τῶν φίλων αὐτοῦ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ παρὰ τῶν Δικαστηρίων δεδογμένα· καὶ ἐὰν Δικαστήριον κατεδίκασέ τινα, ἐχθρικῶς πρὸς αὐτὸν διακείμενον, εἰς ποινήν τινα, ἧς αὐτὸς δὲν ἐγκρίνει τὸ μέτρον, ἔχετε ὑπομονὴν, καὶ θέλετε ἴδει τὸν Πρωθυπουργὸν ἐπεκτείνοντα τὰ παρὰ τῶν Δικαστηρίων ἀποφασιζόμενα, καὶ θέλετε ἴδει αὐτὸν ἐπαυξάνοντα τὰς ποινάς, τὰς παρὰ τῶν Δικαστηρίων ἐπιβαλλομένας.
§103ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν Βουλὴν ζητήματος· ἢ ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶναι ὁ ἀνώτατος ἐπόπτης τῶν Δικαστηρίων, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐνδιαφέρηται ὑπὲρ πάντα ἄλλον διὰ τὸ κῦρος τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων; Ἐγὼ δὲ ἔχω καὶ ἰδιαίτερον λόγον, δι’ ὃν ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην του. Ἐπειδὴ ἔν τινι τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων μοὶ παρετήρησεν, ὅτι ἡ θέσις, ἀφ’ ἧς ἐξετάζω τὰ πράγματα, ἐπηρεάζει τὴν περὶ αὐτῶν κρίσιν μου, εἶμαι περίεργος νὰ ἴδω, ποίαν ἐπιῤῥοὴν θὰ ἐξασκήσῃ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἡ θέσις, ἣν κατέχει αὐτὸς νῦν, καὶ ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐπισκοπεῖ ταῦτα. Ἐμπρὸς λοιπὸν, κύριε Ὑπουργέ.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον.
§105ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἑρμιονίδος προεκάλεσε, καὶ πάνυ εὐλόγως κατ’ ἐμὲ, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του. Ἡ σιγὴ αὐτοῦ σημαίνει, ὅτι δὲν εὐλαβεῖται τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, καὶ σιγῶν ἀποδεικνύει, ἢ ὅτι δὲν καταδέχεται ἢ ὅτι δὲν τολμᾷ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην, ἣν παραδέχεται, ἢ ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ τότε ἰδοὺ τὸ βῆμα, ἵνα ἀνέλθῃ καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην ταύτην.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον ὡμίλησε διὰ τοῦ Προέδρου αὑτοῦ. Ὅταν ὑμεῖς φθάσητε εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προεῖπεν ὅτι θέλει ἐκτελέσει ὁ ὑμέτερος ἀρχηγὸς ἢ ὑπαρχηγὸς, τότε θέλετε εὕρει ἡμᾶς πάντας συνυπευθύνους μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ ἡμῶν· τότε καταδιώξατε ἡμᾶς.
§107ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἀκαταλόγιστον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συγχωρήσῃ τοιαύτας πράξεις, καὶ θὰ καταδιωχθῆτε, καὶ θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τὸ ἐπικαλεσθῆτε.
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑμεῖς ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὸ ἀκαταλόγιστον.
§109ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τὸ ἐπικαλεσθῆτε, ἀλλὰ δὲν θὰ σᾶς τὸ παράσχωμεν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§111ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὀφείλει νὰ μᾶς δώσῃ ὁ Ὑπουργὸς μίαν ἀπάντησιν.
§112ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀπάντησις σᾶς ἐδόθη διὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§113Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα δὲν ὑπάρχει. Τὸ ἀξίωμα Πρωθυπουργοῦ οὐδαμοῦ ἀναφέρεται, ὑπ’ οὐδενὸς νόμου, ἀλλ’ ἀναφέρεται ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὡς Πρόεδρος δὲ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ διερμηνεύσῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἐφαρμόζει, κυβερνῶν τὴν χώραν, δὲν ἐτάχθη ὅμως ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ ἀνώτατος διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου ἄλλος τυγχάνει ὑπεύθυνος διευθυντὴς, ὁ ὁποῖος ἐτάχθη νὰ ἐπισκοπῇ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, καὶ νὰ κανονίζῃ τὴν δικαστικὴν λειτουργίαν. Ἀνώτερον διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἔφορον ὁ νόμος ἔταξε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι κύριος νὰ λάβῃ ἢ νὰ μὴ λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν λαμβάνει αὐτὸν, δηλοῖ ὅτι δὲν ἔχει ἄλλην γνώμην, εἰμὴ τὴν γνώμην, ἣν ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει ὁ Πρωθυπουργός. Λέγω δὲ τοῦτο, οὐχὶ διότι θέλω δι’ αὐτοῦ νὰ καταστήσω κοινωνοὺς τῆς μελλούσης τύχης τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, διότι οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ εἶναι ἤδη κοινωνοὶ τῆς τύχης αὐτοῦ ἐν πάσαις ταῖς λειτουργίαις, τὰς ὁποίας μετέρχονται, ἐν πάσαις ταῖς πράξεσι, τὰς ὁποίας μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἔπραξαν. Ὅταν δ’ ἀνατείλῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, τότε ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, πρὸς τὴν ὁποίαν θέλομεν προσφύγει, διότι μόνη αὕτη ἡ ἐγγύησις ὑπελείφθη ἡμῖν, ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη θέλει ἀποφασίσει περὶ τῆς τύχης πάντων ὑμῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἠξιώσαμεν, ἵνα ἀποφήνηται γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐλπίζομεν, ὅτι ἤθελε φιλοτιμηθῆ νὰ ἀποδείξῃ ἀληθὲς τὸ πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον κατέχει, ὅτι ἀληθῶς ἠσχολήθη εἰς τὴν μελέτην καὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, ν’ ἀποδείξῃ ἀληθὲς τὸ πιστοποιητικὸν, δυνάμει τοῦ ὁποίου εἰσήχθη εἰς τὸν δικηγορικὸν σύλλογον καὶ ἀνεγνωρίσθη μέλος τοῦ Δικαστικοῦ σώματος. Ἀλλ’ αὐτὸς τυγχάνει κύριος ν’ ἀδιαφορῇ περὶ τῆς γνώμης, ἣν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος περὶ αὐτοῦ, ὡς τυγχάνει κύριος νὰ μὴ λαμβάνῃ τὸν λόγον, ἀδιαφορῶν ἂν τὸ κοινὸν ἕνεκα τούτου θέλῃ κατατάξει αὐτὸν εἰς ἄλλην τάξιν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ καταταχθῇ ὁ ἀσπαζόμενος τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνώμην τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν κοινοβουλευτικῇ Κυβερνήσει ἡ γνώμη Ὑπουργοῦ, εἴτε Προέδρου Ὑπουργείου εἴτε μὴ Προέδρου, εἶναι γνώμη τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς ἐξέφρασε γνώμην τινὰ, ὁ ἀμφισβητῶν τὴν γνώμην τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν περὶ τοῦ ὑπὸ ἑνὸς ἐκ τῶν συναδέλφων ῥηθέντος δεικνύει ὅτι δὲν ἐννοεῖ, τί ἐστὶ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα· δὲν ἀπαντῶσι δ’ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ εἰς τὰς ἐκφραζομένας ἀπορίας περὶ τῆς γνώμης αὐτῶν, διότι φρονοῦσιν, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τοῖς ἀπευθύνητε ἐρωτήσεις, ἐμφαινούσας ἀμφιβολίαν περὶ γνώμης, περὶ ἧς δὲν ἐπιτρέπεται ἀμφιβολία. Οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς, ὁμιλῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ὁμιλεῖ ἐν ὀνόματι πάντων τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Προέδρου. Δὲν ἐπιτρέπεται ἄρα, κοινοβουλευτικῶς πολιτευόμενοι, νὰ λέγητε πρὸς Ὑπουργόν: «θέλω ν’ ἀκούσω καὶ τὴν γνώμην σου, διότι ἡ γνώμη τοῦ Συναδέλφου σου δὲν εἶναι γνώμη τῆς Κυβερνήσεως». Ἡ γνώμη παντὸς μέλους τοῦ Ὑπουργείου, ἐν τῇ Βουλῇ ἐκφραζομένη, εἶναι γνώμη τῆς Κυβερνήσεως.
§115Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ γνώμη ἑκάστου Ὑπουργοῦ εἶναι γνώμη, ἐπιβαρύνουσα ὅλον τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν πρόκηται περὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου, ἢ καὶ περὶ ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τότε ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπιβαρύνει πᾶσαν τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ γνώμης ἢ πράξεως, ἀναγομένης εἰς τὰ ἔργα τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν, αὕτη δὲν ἐπιβαρύνει τοὺς ἄλλους Ὑπουργούς. Ἡμεῖς γνωρίζομεν διατὶ δὲν λαμβάνει τὸν λόγον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Σιωπᾷ καὶ οὗτος διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐσιώπησε καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἐζητεῖτο παρ’ αὐτοῦ λόγος διότι διὰ κλητηρίων θεσπισμάτων ἐκλήθησαν χίλιοι καὶ πλέον πολῖται Ἀθηναῖοι ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἵνα δικασθῶσι διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας τὰ κλητήρια ταῦτα θεσπίσματα ἐχαρακτήριζον ὡς πλημμελήματα ἢ ὡς πταίσματα, τὰ ὁποῖα ὅμως οὐδεὶς νόμος ἐτιμώρει. Δὲν λαμβάνει τὸν λόγον, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, δι’ ὃν ἐσιώπησε καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἐζητεῖτο παρ’ αὐτοῦ λόγος διὰ τὴν ἀλλόκοτον διακοίνωσιν, ἣν ἐτόλμησε ν’ ἀποστείλῃ πρὸς τὴν Εὐρώπην περὶ τῆς Κρήτης, καὶ διὰ τὴν ἀκατανόητον πολιτείαν, ἣν μετῆλθε, χειραγωγήσας καὶ ἀποκαταστήσας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Κρήτης τὰς στρατιὰς τοῦ Σακήρ. Δὲν λαμβάνει τὸν λόγον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν, δι’ ἣν ὁ Πρωθυπουργὸς σιωπᾷ πάντοτε, ὁσάκις ἐλέγχωμεν τὰς παρανομίας αὐτοῦ, καὶ τὰς αὐθαιρεσίας, εἰς τὰς ὁποίας μόνον κυβερνῆται ὑπὸ ἀπόλυτον μοναρχίαν δύνανται νὰ ἐκτραπῶσιν.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτής, ὅταν διατελῇ ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακρίνῃ τὰς εὐθύνας, τὰς πρὸς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, καὶ τὰς τῶν συναδέλφων του πρὸς αὐτὸν, καὶ δύναται νὰ ἐφαρμόζῃ τὰς ἀρχάς, ἃς ἠκούσατε, καθ’ ἃς αἱ εὐθύναι ἀνήκουσιν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, εἰς δὲ τοὺς Ὑπουργοὺς ὅλους μόνον ὁσάκις πρόκηται περὶ ἀποφάσεως ληφθείσης ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην ταύτην. Ἡμεῖς συμπράττομεν ὡς συνάδελφοι ἐν κοινῇ εὐθύνῃ, ἐν δὲ τῇ Βουλῇ πάντες οἱ Ὑπουργοὶ ὁμιλοῦμεν ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, εἰς οὐδένα δ’ ἐπιτρέπεται νὰ θέτῃ ὑπὸ ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ ἀγορεύων Ὑπουργὸς ἐκφράζει τὴν γνώμην ἁπάντων τῶν συναδέλφων του.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ ᾼΨΞΑʹ νόμου τῆς 7 Ἀπριλίου 1889. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται).
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προτείνεται, ἵνα δύνηται ἡ Κυβέρνησις, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, νὰ ποιῆται παραχωρήσεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ συμπληρωματικῶν σιδηροδρόμων. Ἐγεννήθη ὅμως ἀμφιβολία, ἐὰν τὸ ἄρθρον 1ον καθαρῶς ἐκφράζῃ πᾶν ὅ,τι διὰ τῆς συμφωνίας ἀπεφασίσθη, ἑπομένως προτείνεται, ὅπως ἐν τῷ ἄρθρῳ πρώτῳ γένηται προσθήκη, ἀφορῶσα εἰς τοῦτο, ὅπως, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 1ον ὁρίζει, ὅτι τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ συνόλου τῶν γραμμῶν θ’ ἀναλάβῃ μία καὶ μόνη ἑταιρία, διευκρινισθῇ, ὅτι δύναται καὶ ἐν ὑφισταμένῃ ἤδη ἑταιρίᾳ νὰ συγχωνευθῇ ἡ νέα παραχώρησις. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι, ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, δύναται νὰ ἐκληφθῇ ὡς ὑποχρεωτικὴ ἡ σύστασις νέας ἑταιρίας, ἐν ᾗ νὰ συγχωνευθῇ καὶ ἡ τυχὸν προϋπάρχουσα, ἐνῷ ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι, ἐὰν εἰς ὑφισταμένην ἑταιρίαν γένηται παραχώρησις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ συμπληρωματικῶν σιδηροδρόμων, τὸ ἑνιαῖον τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐπιτυγχάνεται συγχωνευομένης τῆς παραχωρήσεως ἐν τῇ ὑπαρχούσῃ ἑταιρίᾳ. Προτείνομεν ἄρα, ἵνα μετὰ τὰς λέξεις «ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ» τεθῶσιν αἱ λέξεις «τὴν συγχώνευσιν τῆς νέας παραχωρήσεως εἰς τὴν συνεστημένην ἑταιρίαν, ἢ ἄλλως», μεθ’ ἃς ἕπονται τὰ ἐν τῷ κειμένῳ «τὸν σχηματισμὸν διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ συνόλου τῶν γραμμῶν μιᾶς καὶ μόνης ἀνωνύμου ἑταιρίας».
§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς συμβιβάζετε τὴν διάταξιν ταύτην μὲ τὴν τοῦ ἄρθρου 15 τῆς συμβάσεως, τῆς νομοθετηθείσης πέρυσι διὰ τοὺς σιδηροδρόμους Πελοποννήσου καὶ ἥτις ἀπαγορεύει τὴν σύστασιν ἑτέρας ἑταιρίας, ἐχούσης εἰδικὸν σκοπὸν τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς;
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τοῦ κειμένου νόμου, ἐπιτρεπούσης καὶ τῆς συμβάσεως τὴν τροποποίησιν. Ἐὰν γένηται ἡ παραχώρησις πρὸς ἑταιρίαν προϋπάρχουσαν, ἐπιτρέπονται τὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἔγνωμεν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ὅτι οἱ προτιμότεροι τῶν προσφερομένων ὡς ἀναδόχων τῶν συμπληρωματικῶν γραμμῶν, εἶναι οἱ διατελοῦντες ἤδη ἀνάδοχοι τῶν κυρίων γραμμῶν, ἡ δὲ συγκυρία αὕτη ὑπηγόρευσε τὴν τροπολογίαν, ἣν ἀναγράφομεν ἐνταῦθα.
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν δὲν λαμβάνεται παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 15;
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ λέγομεν ῥητῶς, ὅτι, ἂν γένηται ἡ παραχώρησις εἰς ἑταιρίαν ὑπάρχουσαν, ἰσχύουσι τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 2ον).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον. (Ἀναγινώσκεται).
§124ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς τρίτης παραγράφου νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ λέξις «ἀνακλήσεως», διότι πρόκειται περὶ ἐξαγορᾶς.
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα ἐννοεῖται τὸ ἔτος τῆς προειδοποιήσεως.
§126ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὰς δύο τελευταίας παραγράφους εὑρίσκω μίαν ἀντίφασιν. Κατὰ τὸν νόμον ΑΨΞΔʹ καὶ τὴν ἐπισυνημμένην σύμβασιν, προσδιορίζεται ὡς δαπάνη ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἐκχωρουμένων σιδηροδρόμων 4,000 δραχ. κατὰ χιλιόμετρον. Ἡ δαπάνη ἤδη ὁρίζεται εἰς 9,000. Αἱ 9,000 παριστῶσι 4,000 ὡς ἔξοδα ἐκμεταλλεύσεως, καὶ 5,000 ὡς τόκον τοῦ κεφαλαίου, τοῦ δαπανηθησομένου διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων τούτων. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ, τότε ἡ προτελευταία παράγραφος, ἡ ἀφίνουσα ἀόριστον τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως καὶ ὁρίζουσα, ὅτι ἐπὶ τοῦ ὁρισθησομένου κεφαλαίου θὰ ὑπολογισθῇ 5% ἐν περιπτώσει ἐξαγορᾶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι εἰς ἀντίφασιν μὲ τὴν τελευταίαν παράγραφον, ἥτις ὑποθέτει τὸ κεφάλαιον τῆς ἐγκαταστάσεως ὡς ὁριζόμενον εἰς δραχ. 100,000 καὶ εἰς δραχ. 5,000 τὸ ποσὸν, ὅπερ θὰ πληρωθῇ εἰς τὴν ἀνάδοχον ἑταιρίαν ὡς τόκος τοῦ κεφαλαίου.
§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ εἰρημένη παράγραφος προβλέπει δύο περιπτώσεις, ἐντελῶς διακεκριμένας ἀπ’ ἀλλήλων· τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ πληρωτέα ἐπὶ τῇ ἐξαγορᾷ ἐτησία δόσις, ὑπολογιζομένη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καθαρῶν προσόδων, εἶναι ἀνωτέρα τῶν 5% τοῦ ἐν τῇ παραγράφῳ ἀναγραφησομένου κεφαλαίου τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως, καὶ τὴν ἀντίστροφον· ἐξασφαλίζει δὲ ἡ παράγραφος τῇ ἑταιρίᾳ ἐν ἑκατέρᾳ περιπτώσει τὴν ἀπόλαυσιν τῆς ἀνωτέρας δόσεως.
§128Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν ἄρθρῳ 26 τῆς συμβάσεως, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ τροπολογία διὰ τοῦ ἄρθρου 3ου, τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξαγορὰν τῆς παραχωρήσεως τοῦ σιδηροδρόμου παρήγετο μετὰ παρέλευσιν 15 ἐτῶν ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως· εἰς τὸ ἄρθρον δὲ 3 τοῦ νομοσχεδίου τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως μετὰ 25 ἔτη. Διὰ ποῖον λόγον προτείνεται ἡ μεταβολή;
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰσάγων τὰς συμβάσεις καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὡμίλησα περὶ τούτου καὶ εἶπον, ὅτι δύο λόγοι ὑπηγόρευσαν τὴν τροποποίησιν· πρῶτον, ὅτι, προκειμένου περὶ παραχωρήσεως εἰς ἑταιρίαν προϋπάρχουσαν, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ δεχθῶμεν διὰ τὴν ἐξαγορὰν τὴν διορίαν τῆς προϋπαρχούσης συμφωνίας. Συγχωνευομένων τῶν δύο γραμμῶν, δὲν δύναται νὰ ὑφίσταται διάκρισις ἐν τῇ διορίᾳ τῆς ἐξαγορᾶς, ἐπειδὴ δὲ ἐν ταῖς συμβάσεσι περὶ τῆς ἑταιρίας Μύλων καὶ Καλαμῶν καὶ τῆς ἑταιρίας Πειραιῶς καὶ Πελοποννήσου ἡ διορία εἶναι 25 ἐτῶν, ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν τὰ 25 ἔτη ὡς κοινὴν διορίαν χάριν τῆς συγχωνεύσεως· δεύτερος δὲ λόγος, ὑπαγορεύσας τὴν τροποποίησιν, ὑπῆρξεν, ὅτι ἐκ τῶν διαπραγματεύσεων ἔγνωμεν, ὅτι οὐδεμία ἑταιρία ἤθελε δεχθῆ ἐπὶ τοσοῦτον βραχείᾳ διορίᾳ ἐξαγορᾶς τὴν παραχώρησιν· εἶναι δὲ δεδικαιολογημένη ἡ ἀπαίτησις ἑταιρίας, ὅπως ᾖ ἐπαρκὴς ἡ διορία πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν προσόδων τῆς ἐπιχειρήσεως ἀνάλογον πρὸς τὰ καταβληθησόμενα κεφάλαια, ἀφοῦ βάσις τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς ἀποδοτέας πρὸς ἐξαγορὰν ἐτησίας δόσεως ἔσονται αἱ πρόσοδοι αὗται. Ἐντὸς δεκαπενταετίας μόλις δύναται ἡ ἑταιρία νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις θὰ ὦσιν ἀποχρῶσαι πρὸς ἀπόδοσιν τοῦ ἁπλοῦ τόκου τῶν καταβληθέντων κεφαλαίων. Ναὶ μὲν, κατὰ τὰ ἐν τῇ συμβάσει, πλὴν τῆς καταβολῆς ἐτησίας δόσεως, ἐκ τῆς προσόδου καθοριζομένης, ἀποδίδονται τῇ ἑταιρίᾳ αἱ μήπω ἐξοφληθεῖσαι προκαταβολαὶ αὐτῆς, πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν μὴ ἐπαρκουσῶν πρὸς τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀκαθαρίστων εἰσπράξεων, ἀλλ’ οὐδεὶς ἀναλαμβάνει ἐπιχείρησιν, ἀπεκδεχόμενος πρόσοδον, περιοριζομένην εἰς μέτριον τόκον τοῦ κεφαλαίου μετὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν ζημιῶν. Ἀναδεχομένη ἡ ἑταιρία τὴν ὑποχρέωσιν τῆς διὰ προκαταβολῶν ἀναπληρώσεως τοῦ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀνεπαρκοῦς τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς δαπάνας αὐτῆς, ἀφορᾷ εἰς ἀντισήκωμα τῆς ζημίας ταύτης ἐν τῇ ἀναπτύξει τῶν προσόδων τῆς ἐκμεταλλεύσεως, τοιαύτην ὅμως ἀνάπτυξιν δὲν ὑπόσχεται διορία δεκαπενταετής. Ἐν τῇ συμβάσει περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν ἀπεδέχθημεν διορίαν 25 ἐτῶν, ἐν δὲ τῇ συμβάσει περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀγρινίου καὶ Μεσολογγίου 20 ἐτῶν. Αἱ παραχωρούμεναι ἄρα συμπληρωματικαὶ γραμμαὶ εἰς τὰς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου, ἀφοῦ αὗται ἔχουσι διορίαν ἐξαγορᾶς 25 ἐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσιν ἐξαγοραστέαι ἐν συντομωτέρᾳ διορίᾳ. Ἡ παράτασις τῆς διορίας ἀπὸ 15 ἐτῶν εἰς 25 ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ ἑνιαίου τῆς ἐπιχειρήσεως.
§130Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 3ον τροποποιεῖ τὰ ἓξ πρῶτα ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 26· καὶ ἐν μὲν τοῖς ἄλλοις ἐδαφίοις, τοῖς τροπολογουμένοις, εὑρίσκομεν καταλεπτῶς τὴν διαφοράν, ἀλλ’ εἰς τὸ ἐδάφιον 2ον καὶ 3ον αἱ διατάξεις δὲν ἀντιστοιχοῦσιν.
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι λεκτικαὶ αἱ διαφοραί. Γενομένης ἀντικαταστάσεως ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου χάριν οὐσιαστικῶν τινων τροποποιήσεων, θὰ ἦτο δύσκολον νὰ τηρηθῇ ἀπαράλλακτος ἡ σύνταξις τῶν ἐδαφίων, εἰς ἃ αἱ τροποποιήσεις αὗται δὲν ἀφορῶσι. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 3ον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως· εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μεσολογγίου–Ἀγρινίου καὶ περὶ τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Μεσολογγίου–Κρυονερίου.
§133ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἐμόρφωσεν ἰδέαν τινὰ περὶ τῆς προεκτάσεως τῆς γραμμῆς μέχρις Ἄρτης καὶ Κραβασσαρᾶ. Ἡ τοιαύτη προέκτασις τῆς γραμμῆς, ὡς ἄλλοτε ἀνέπτυξα διὰ μακρῶν, εἶναι συμφέρουσα, οὐ μόνον χάριν τοῦ σιδηροδρόμου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν.
§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἤδη, ὅτε προεκτείνεται ἡ γραμμὴ μέχρι Κρυονερίου καὶ ἀποκτᾷ ὁ σιδηρόδρομος ὡς κεφαλὴν λιμένα πλησιέστατα τῶν Πατρῶν καὶ οἱονεὶ ἕνωσιν μετὰ τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου, εἶναι πολὺ πιθανωτέρα ἡ πρὸς βοῤῥᾶν προέκτασις ἢ πρότερον. Τὸ σύστημα, καθ’ ὃ προβαίνομεν, εἶναι τὸ μόνον ὑποσχόμενον τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου ἀρτίου, καὶ τοῦτο ἄνευ σπουδαίας ἐπιβαρύνσεως τοῦ Κράτους. Ἐγένετο ἀρχὴ ἀπὸ τμήματος σχετικῶς προσοδοφόρου, παρέχομεν δ’ οὕτω βάσιν εἰς τὴν ὅλην ἐπιχείρησιν, ἥτις ἄνευ τῆς παρασκευασθείσης ἀφετηρίας ἐπὶ μακρὰ ἔτη μάτην θ’ ἀνέμενε τὸν ἀνάδοχον.
§135Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 23, παραγράφῳ πρώτῃ τῆς συμβάσεως διατάσσεται, ὅτι ὁ ἀνάδοχος θέλει κρατεῖ κατ’ ἀποκοπὴν, διὰ νὰ καλύπτῃ τοὺς τόκους τῶν κεφαλαίων κτλ. ἐπὶ τοῦ τεσσαρακονταπενταπλασίου τῆς κατὰ μέσον ὅρον ἀκαθαρίστου χιλιομετρικῆς προσόδου· ἀλλὰ ἡ ἔκτασις τῆς γραμμῆς Μεσολογγίου εἰς Ἀγρίνιον εἶναι 44 χιλιόμετρα, ὄχι 45· διατὶ λοιπὸν ἀναφέρετε τεσσαρακονταπενταπλάσιον;
§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἐγένοντο 45 ἐν τῇ ἐκτελέσει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Καρυταίνης διὰ Μεγαλοπόλεως εἰς Λεοντάριον.
§138Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ 3ου ἄρθρου τῆς συμβάσεως ἡ ἔννοια δὲν εἶναι καταληπτὴ ἀμέσως ἐκ τῆς φράσεως. Ἡ φράσις «ἡ παραχώρησις λήγει» μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτυχής. Ἡ παραχώρησις δὲν λήγει, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τελευτᾷ, ἡ παραχώρησις εἶναι πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ δείξῃ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅτι, ὅταν ἐκπνεύσῃ τὸ δικαίωμα τῶν ἀναλαβόντων τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, τότε συνεκπνέει καὶ τὸ δικαίωμα τὸ ἐκ τῆς παραχωρήσεως ταύτης γεννώμενον.
§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ μετάφρασις δὲν εἶναι λίαν ἐπιτυχὴς, ἀλλ’ ἡ λέξις «παραχώρησις» συνεκδοχικῶς σημαίνει τὰ ἐκ τῆς παραχωρήσεως παραγόμενα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου.
§141ΜΠΑΣΙΑΣ. Μέχρις ἐκεῖ εἴπομεν νὰ φθάσωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§142ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι, νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§143ΜΠΑΣΙΑΣ. Τότε ὑποβάλλω πρότασιν ἀναβολῆς.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἂν δέχηται τὴν ἀναβολήν.
§145ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.)
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.