1889.12.15
1,923 rows · 14,342 words · 182 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
Τῆς 15 Δεκεμβρίου 1889
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγιγνώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, μετά τινας ἐπενεχθείσας διορθώσεις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Παπαμιχαλόπουλος κατέθηκε τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν: «Διατὶ τὰς θέσεις τῶν κεντρικῶν Λιμεναρχείων Βόλου καὶ Πατρῶν καὶ τοῦ Λιμεναρχείου Θήρας κατέχουσιν ἀπόστρατοι ἀξιωματικοί, ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ τακτικοῦ σώματός εἰσι πλήρεις; Ὁ νόμος ΑΧΜʹ τῆς 9 Ἰανουαρίου 1888 «περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ» ἐν ἄρθρῳ 10 ὁρίζει, ὅτι «τοὺς ἐν ἐφεδρείᾳ ἀξιωματικοὺς τοῦ Β. Ναυτικοῦ δύναται ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης νὰ διορίζῃ τῇ συγκαταθέσει τῶν διὰ Β. Διατάγματος εἰς λιμενικὰς ὀργανικὰς θέσεις, ἐὰν οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὶ δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν θέσεων τούτων.» Καὶ ὁ περὶ ἀριθμοῦ νόμος τῶν ἀξιωματικῶν ὁρίζει 20 πλωτάρχας, ὧν οἱ 5 δέον νὰ κατέχωσι τὰς θέσεις τῶν κεντρικῶν Λιμεναρχείων, καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲ ἀναγράφει τὴν μισθοδοσίαν 20 πλωταρχῶν. Πόθεν λοιπὸν πληρόνονται οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοί, οἱ εἰς ἐνέργειαν ἄνευ ἀνάγκης κληθέντες;» Ὁ αὐτὸς Βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἑτέραν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἐν Σπάρτῃ κ. Π. Β. Ζερβουλάκος, δικηγόρος, κάτοχος ἀγροῦ ποτιστικοῦ ἐν θέσει Μάνδρᾳ ἢ Χασὰν Κεχαγιᾷ τοῦ ὁρίου Μαγούλας, παρὰ τὴν Σπάρτην, ἐνήργησε τῷ 1886 ἀνασκαφὴν πρὸς ἐξαγωγὴν οἰκοδομικῶν λίθων· εὑρὼν δὲ πέντε ἀγάλματα ἠκρωτηριασμένα, παρέδωκεν αὐτὰ προθύμως καὶ αὐτοπροαιρέτως εἰς τὸ ἐν Σπάρτῃ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον. Κατ’ αὐτὰς ἐπεχείρησεν αὖθις νέαν ἀνασκαφὴν πρὸς ἐξαγωγὴν πάλιν οἰκοδομικῶν λίθων, συμβληθεὶς πρὸς τὸν Κωνστ. Γεωργόπουλον νὰ χορηγήσῃ αὐτῷ λίθους πρὸς οἰκοδομὴν τοίχου 1000 τεκτονικῶν πήχεων καὶ ἐν καθυστερήσει νὰ καταβάλλῃ αὐτῷ ἀποζημίωσιν 50 δραχμῶν καθ’ ἑκάστην. Ἀλλ’ ἅμα ὡς ἐπεχείρησε τὴν ἐργασίαν, παρεκωλύθη ὑπὸ τοῦ αὐτόθι ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων κ. Καστρωμένου. Ἔσπευσεν ὅμως ν’ ἀνενεχθῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ, λαβὸν ὑπ’ ὄψει τὸ δίκαιον τῆς αἰτήσεώς του, ἐπέτρεψεν αὐτῷ τὴν ἀνασκαφὴν, ὅτε καὶ προέβη ἀνύποπτος εἰς σύνταξιν τῆς πρὸς τὸν Κ. Γεωργόπουλον συμφωνίας αὐτοῦ. Ἀνελπίστως ὅμως ὁ ἔφορος κ. Καστρωμένος δι’ ἐγγράφου του ἀπαγορεύει αὖθις τῷ κ. Ζερβουλάκῳ τὴν ἐργασίαν, πρὸς προφανῆ ζημίαν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ ἐν καιρῷ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ.»
§2ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συνάδελφος κ. Σακελλαρόπουλος εἶχε ζητήσει, καταθέτω πίνακα ἐκ τῆς Εἰσαγγελίας Λευκάδος περὶ τῶν καταγγελθεισῶν ἀξιοποίνων πράξεων εἰς τοὺς δήμους Ἀνακτορίων καὶ Σολίου κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούλιον, Αὔγουστον, Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Κουμουνδοῦρος ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῆς στάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται αἱ κατὰ ἐπιστάτου φυλακῶν ἐν Καλάμαις καταγγελίαι. Ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἐρωτηθεὶς, μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι αἱ ἀνακρίσεις ἐπερατώθησαν, ἡ ὑπόθεσις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε βούλευμα, δι’ οὗ παρανόμως παρέπεμψεν αὐτὸν ἐπὶ πλημμελήμματι· τοῦ βουλεύματος τούτου ὁ ὑπόδικος ἔκαμεν ἀνακοπὴν, καὶ ἐπὶ τῇ ἀνακοπῇ αὐτοῦ ἐξεδόθη βούλευμα τῶν Ἐφετῶν, διατάσσον περαιτέρω ἀνακρίσεις. Ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Γεροκωστόπουλος εἶναι ἀπὼν αὐτὴν τὴν στιγμήν, καὶ ἑπομένως ἐπιφυλάσσομαι ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησίν του νὰ δώσω κατόπιν πληροφορίας.
§3ΚΟΡΠΑΣ. Πρό τινων ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκαλέσῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Σύρῳ Πλημμελειοδικῶν νὰ διατάξῃ τὴν παῦσιν τῶν γενομένων ἐν Σερίφῳ ἀνακρίσεων κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου ὑπὸ τοῦ Γραμματέως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ὅτι αὐθημερὸν ἔγραψε καὶ διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀνάκρισιν εἴτε διὰ τοῦ τακτικοῦ ἀνακριτοῦ, εἴτε δι’ ἑτέρου δικαστοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ πράγματα ἔχουσιν ἄλλως· ἡ διαταγὴ ἐδόθη ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἀντὶ ταύτης ἐδόθη καὶ ἑτέρα, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνάκρισις ἐκ μέρους τοῦ Γραμματέως. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον τοῦτο· ἡ ἀνάκρισις γίνεται ὅλως ἀκανονίστως, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ παρίστανται ὡρισμένα πρόσωπα εἰς τὴν προανάκρισιν, οὐδεὶς παρίσταται· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ ὁ Γραμματεὺς δηλοῖ, ὅτι δὲν εἶχεν ἐν τῷ τόπῳ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτει ἡ ποινικὴ δικονομία, ἅπερ ἀναγκαίως πρέπει νὰ παρίστανται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ διατάξῃ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ διακωμώδησις, καὶ νὰ τιμωρήσῃ τὸν Γραμματέα, ὁ ὁποῖος παραμορφόνει τὰ πράγματα.
§4ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν γνωρίζω, ἂν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔχωνται ἀληθείας, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωνται ἀληθείας, διότι δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα πληροφορίαι ἐκ τῆς ἀνακρίσεως. Ὁ κ. συνάδελφος εἶχε παραπονεθῆ, ὅτι, κατ’ ἐπιστολὰς, τὰς ὁποίας ἐκ Σερίφου εἶχεν, ὁ Γραμματεὺς ὡς πάρεδρος εἶχεν ἐνταλθῆ τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεων ἐπὶ καταγγελίᾳ κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου. Ὁ Εἰσαγγελεὺς μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὰς καταγγελίας κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου ἐκείνου διηύθυνε πρὸς τὸν ἀνακριτὴν τὸν ἐν Σύρῳ, ἐκεῖνος δὲ ἀνέθετο ὡρισμένων ἀνακριτικῶν πράξεων τὴν ἐνέργειαν πρὸς τὸν Γραμματέα, μὴ θεωρήσας, ὅτι αἱ καταγγελλόμεναι παραβάσεις ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιχειρήσῃ ταξείδιον αὐτὸς ἐκ Σύρου εἰς Σέριφον πρὸς ἀνάκρισιν. Μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ παρήγγειλα τῷ Εἰσαγγελεῖ νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, ὅπως ἀνακαλέσῃ τὴν παραγγελίαν ἀπὸ τοῦ παρέδρου Γραμματέως, τοῦ ἐνεργοῦντος τὴν ἀνάκρισιν. Ἐὰν δὲ αἱ καταγγελθεῖσαι παραβάσεις ἀληθῶς δὲν ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ δικαιολογήσωσιν ἐπιτόπιον μετάβασιν ἀνακριτοῦ, νὰ καλέσῃ ὁ ἀνακριτὴς εἰς Σύρον τοὺς μάρτυρας. Αἱ πληροφορίαι ἡμῶν εἶναι, ὅτι αἱ διαταγαὶ αὗται ἐξετελέσθησαν. Ἐὰν δὲ πρὸ τῆς ἀποστολῆς τῶν διαταγῶν ὁ Γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐξηκολούθει τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀνακρίσεων, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐξετελέσθησαν αἱ διαταγαί.
§5ΚΟΡΠΑΣ. Ἐγὼ ἔχω σήμερον πληροφορίας ἐκ μέρους δύο μηνυτῶν, οἵτινες μοὶ γράφουσιν ὡρισμένως, ὅτι ἀνεκρίθησαν πρὸ μηνὸς ὑπὸ τοῦ Γραμματέως, οὐδενὸς ἑτέρου παρισταμένου κατὰ τὴν ἀνάκρισιν. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διέταξε τὴν παῦσιν τῆς ἀνακρίσεως ἐκ μέρους τοῦ Γραμματέως, ἀλλὰ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς, νὰ παύσῃ ἡ ὑπὸ τοῦ Γραμματέως ἀνάκρισις καὶ νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ διαταγαί του.
§6ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ ἐξ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας βουλευτοῦ κ. Σακελλαροπούλου περὶ τῆς ἰλαρᾶς ἐν τῇ πόλει Ἀθηνῶν ἔχω νὰ δώσω τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἐξάγω ἐξ ἐκθέσεως τῶν ἀστιάτρων. Ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. μέχρις 24ης Ἰουνίου οὐδεὶς συνέβη θάνατος ἐξ ἰλαρᾶς. Μετὰ τὴν 24ην Ἰουνίου ἀναφέρονται δύο θάνατοι, δύο ἐπίσης τὸν Ἰούλιον, εἷς κατὰ τὸν Αὔγουστον, κατὰ Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον οὐδεὶς, κατὰ Νοέμβριον τρεῖς, καὶ μέχρι τῆς χθὲς τρεῖς. Περὶ τῆς ἀσθενείας ἐν τῇ πόλει ἀκριβεῖς πληροφορίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Καθ’ ἃ ὅμως δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν, δὲν φαίνεται ἡ νόσος ἐπιπολάζουσα εἰς βαθμὸν σπουδαῖον.
§7Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τῆς στατιστικῆς τῆς θνησιμότητος δὲν ἐξάγετε πληροφορίας;
§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ ἀστίατροι δίδουσι πληροφορίας, ποῖοι θάνατοι ἐγένοντο ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρι Δεκεμβρίου ἐξ ἰλαρᾶς, δὲν δύνανται ὅμως νὰ βεβαιώσωσι καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἄλλους ἀριθμοὺς πλὴν τούτων, διότι πιθανὸν νὰ ἐγένοντο—καὶ τοῦτο τὸ λέγω κατὰ τὴν κρίσιν μου—καὶ ἄλλοι θάνατοι ἐκ τῆς αὐτῆς νόσου, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ διάκρισις δὲν ἔφθασεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν ἀστιάτρων· ἐφ’ ὅσον ὅμως γνωρίζουσι, βεβαιοῦσιν ὅτι ἕτεροι θάνατοι ἐξ ἰλαρᾶς δὲν ἐγένοντο.
§9ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Τοῦτο ἑπομένως δεικνύει, ὅτι ἡ πηγὴ τῆς ἐπιδημίας τοῦ στρατοῦ εἶναι οἱ στρατῶνες.
§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προέβλεπον τὴν ἀπάντησιν ταύτην, ἡ ὁποία σᾶς εἶναι εὐάρεστος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑποστηρίξεως τῶν ἐπιχειρημάτων ὑμῶν. Ἤδη ἀπαντῶ εἰς τὴν γενομένην χθὲς ἐπερώτησιν περὶ παραβάσεων τῶν νόμων περὶ ποιμνιοβοσκῆς ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ Ἀθηνῶν ὑπὸ ποιμένων καὶ εἰδικῶς ὑπὸ ἀγροτικοῦ ἀστυνόμου καὶ ἀγροφύλακος. Κατόπιν τῶν πρώτων διαταγῶν, αἵτινες μετὰ ἐπερώτησιν ἐδόθησαν, ἐξηκριβώθησαν θετικῶς τὰ ἑξῆς, ὅτι εἷς ἀγροφύλαξ ἔχει πραγματικῶς ποίμνιον μικρὸν, τὸ ὁποῖον βόσκει ἐπὶ λειβαδίου ἐνοικιασμένου, ἔχοντος ἔκτασιν διακοσίων στρεμμάτων συνεχῶν, ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ὅτι ἀπὸ καιροῦ ἤδη καὶ πρὸ τῆς τελευταίας διαταγῆς ὁ ἀγροφύλαξ οὗτος, Ἰωάννης Μανιάτης, παρηγγέλθη νὰ ἐκποιήσῃ τὸ ποίμνιον, καὶ ἐκποιεῖ ἤδη αὐτό. Ἐπεστήθη δ’ ἐπίσης ἡ προσοχὴ αὐτοῦ, ὅπως μὴ ἀκουσθῇ παράβασίς τις, τελουμένη ὑπ’ αὐτοῦ, διότι ἄλλως ἠπειλήθη, ὅτι θέλει ἀπολυθῆ τῆς ὑπηρεσίας. Ἐντὸς ὀλίγου καὶ οὗτος θέλει ἀπαλλαγῆ τοῦ ποιμνίου, καὶ ἡμεῖς τῆς ἀνάγκης νὰ ἐπιτηρῶμεν αὐτόν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν ἀστυνόμον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι οὐδέποτε εἶχε ποίμνιον. Ἀστυνόμος εἶναι ὁ κ. Γεώργιος Γκίγκιζας. Εἶναι βέβαιον, ὅτι πολλάκις γίνονται ἐνταῦθα παραβάσεις περὶ τὰ τῆς βοσκῆς τῶν ποιμνίων καὶ συνεχῶς συλλαμβάνονται ἐπ’ αὐτοφώρῳ, εἰσάγονται εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον καὶ πληρόνουσι τὰς ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τοῦ νόμου ποινάς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι παρέχει εὐκολίαν εἰς τὰς τοιαύτας παραβάσεις, εἶναι ἡ ἄδεια, ἣν παρέχουσιν οἱ πλεῖστοι ἰδιοκτῆται ἀμπέλων, οἵτινες προσκαλοῦσι τὰ ποίμνια εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν νὰ βοσκήσωσιν ἐντὸς αὐτῶν. Ἐκ τῆς ἀδείας ταύτης ἐπεκτείνεται ἡ βοσκὴ καὶ ἐπὶ κτημάτων ἄλλων, πλησίον κειμένων, καὶ βλάπτονται οὕτω τὰ ἐλαιόδενδρα. Ἐπὶ πάντων τούτων ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ τῆς Ἀστυνομίας, ἵνα τιμωρῶνται οἱ παραβάται.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδης εἶχεν ἀπευθύνει ἐπερώτησιν περὶ τινος καταδιωκομένου, ὡς ὑπέχοντος στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, Γ. Μπρισιμιτζῆ. Περὶ αὐτοῦ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ διαταγῆς του πρὸς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον διέταξε τὴν παῦσιν τῆς καταζητήσεώς του. Ὁ κ. Γεροκωστόπουλος εἶχεν ἐπίσης ἐρωτήσει περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν λοχίαν Πέτρον Παπαναστασίου, κατηγορούμενον ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει καὶ ἐξυβρίσει κατὰ τοῦ πρωτοδίκου Γ. Παπαδοπούλου. Ἐπὶ τῇ προτάσει τῇ συμφώνῳ τοῦ τε Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου καὶ τοῦ Εἰσηγητοῦ παρὰ τῷ Στρατοδικείῳ, ὁ λοχίας οὗτος ἀπελύθη.
§12ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐζητήθησαν καὶ θέλω τὰ καταθέσει αὔριον. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Κουμουνδοῦρος εἶχεν ἀπευθύνει ἐπερώτησιν περὶ τοῦ κληρωτοῦ Χρονοπούλου. Καὶ περὶ τούτου εἶχον λάβει ἀφορμὴν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν νὰ εἴπω, ὅτι, κατὰ πληροφορίας ληφθείσας τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὑπῆρξεν ὡς πρὸς τὴν ἀπάντησιν, τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ πρώτου συντάγματος, πλάνη περὶ τὸ πρόσωπον· τῆς πλάνης ὅμως παραίτιον οὐδόλως ὑπῆρξε τὸ σύνταγμα, διότι ἡ ἐρώτησις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε γενῆ ῥητῶς περὶ Δ. Χρονοπούλου, ὅστις ἦτο ὁ ἀπαλλαγεὶς, ἐνῷ ὁ μὴ ἀπαλλαγεὶς ἦτο ὁ Ἐμμανουὴλ Χρονόπουλος, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶχε γενῆ ἐρώτησις. Ἡ ἐπερώτησις ἦτο περὶ Χρονοπούλου ἁπλῶς, περιεῖχε δὲ καὶ ἄλλην πληροφορίαν, ὅτι οὗτος ὁ Χρονόπουλος ἔπασχεν ἐξ ἐπιληψίας, παρέπεμπε δὲ εἰς ἀπόφασιν τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς περὶ παραπομπῆς τοῦ Χρονοπούλου εἰς τὸ Νοσοκομεῖον. Ἡ ὑπηρεσία, ἰδοῦσα ὅτι πρόκειται περὶ Χρονοπούλου, περὶ οὗ ἡ Ἀνωτάτη Ὑγειονομικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχεν ἐκδώσει ἀπόφασιν, ἐξήτασεν ἐν τῷ βιβλίῳ, περὶ τίνος Χρονοπούλου εἶχεν ἐκδοθῆ ἀπόφασις, καὶ ἀνευροῦσα ἐν αὐτῷ τὸν Δημήτριον, ἐθεώρησεν, ὅτι εἰς τοῦτον ἀφεώρα ἡ ἐπερώτησις. Ὥστε καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἡ ἐνέργεια δικαιολογεῖται. Ἤδη, ὡς πρὸς τὸν Ἐμμανουὴλ Χρονόπουλον, παρατηρῶ, ὅτι οὗτος εἶχε παραπεμφθῆ ὑπὸ τοῦ συντάγματος εἰς τὸ Νοσοκομεῖον τρὶς ὡς πάσχων, ἀλλὰ κατὰ τὴν τρίτην παραπομπὴν, μετὰ βραχεῖαν ἐν αὐτῷ διαμονὴν, ἐστάλη πάλιν εἰς τὸ σύνταγμα μετὰ φύλλου, φέροντος σημείωσιν Λατινιστὶ «simulatio» (προσποίησις), καὶ προσέτι ὅτι δέον νὰ τιμωρηθῇ. Κατόπιν τούτων ἐξηκολούθει οὗτος αἰτιώμενος τὰ αὐτὰ, ἀλλ’ οὐδεμίαν παρέχων ἀπόδειξιν, ἐν δὲ τῷ τάγματι ἐλήφθη διττὴ πρόνοια περὶ αὐτοῦ, ἀπηλλάσσετο πολλῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἐπετηρεῖτο, ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα 70 ἡμερῶν οὐδέποτε ὤφθη ἀσθενῶν ἐπιληψίαν, μάλιστα κατὰ τὴν ἔκθεσιν ἐγένοντο καὶ δοκιμασίαι, ἵνα ἐξακριβωθῇ, ἂν τῷ ὄντι ἦτο ἀσθενὴς, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι ὡς ἐκ τῶν συνεπειῶν τῆς ἐπιληψίας δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ διατεταγμένην ὑπηρεσίαν, ἐξ ὧν ἀπεδείχθη ἡ προσποίησις.
§14ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ποῖαι δοκιμασίαι ἐγένοντο;
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναγινώσκω ἐν τῷ ἐγγράφῳ: «Ἡμέραν τινὰ ὁ ἀξιωματικὸς τῆς διμοιρίας του κ. Παυλόπουλος, ἀνθυπολοχαγὸς, διέταξε νὰ ἐγερθῇ τῆς κλίνης του καὶ λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἀσκήσεις· ὁ Χρονόπουλος ἀπήντησεν, ὅτι πάσχει καὶ δὲν δύναται νὰ φορέσῃ τὰς ἀρβύλας του, ὁ ἀνθυπολοχαγὸς, ἐξελθὼν τότε τοῦ θαλάμου, διέταξεν ὑπαξιωματικόν τινα νὰ εἴπῃ τοῦ Χρονοπούλου νὰ ἐγερθῇ τῆς κλίνης καὶ νὰ ἐνδυθῇ, καθ’ ὅσον πρόκειται νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπιθεώρησιν τῆς σωματικῆς του ἱκανότητος· ὁ Χρονόπουλος τότε ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ὅλως εὔχαρις διέσχισε τὴν πλατεῖαν τῶν παραπηγμάτων· ὅταν δὲ ὁ ὑπαξιωματικὸς τοῦ εἶπεν, ὅτι δύναται νὰ κάμῃ τὸ γυμνάσιόν του, ἐσταμάτησεν ἀποτόμως, προσποιούμενος ὅτι πάσχει». Ἄλλως ἡ ἐπιληψία δὲν κωλύει τὸ φορεῖν τὰς ἀρβύλας. Κατόπιν τούτου, ἐπιμένοντος τοῦ στρατιώτου ὅπως μὴ ὑπηρετήσῃ, λόγῳ ἀνικανότητος, προερχομένης ἐκ τῆς ἀσθενείας του, τὸ Συμβούλιον παρέπεμψεν αὐτὸν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον. Παρὰ τοῦ Στρατοδικείου δ’ ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς παρέπεμψεν αὐτὸν ἤδη εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον, ὅπως παραμείνῃ ἐκεῖ καὶ βεβαιωθῇ, ἂν πάσχῃ ἐπιληψίαν. Ἐν τούτῳ εὑρίσκεται ἤδη ἡ ὑπόθεσις.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν ὑγειονομικὴν διάταξιν, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ τις, ὅτι πάσχει ἀπὸ ἐπιληψίαν χρειάζεται νὰ μείνῃ ἐν τῷ Νοσοκομείῳ ἐπὶ 40 ἡμέρας. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καταθέτων τὰς, ἃς ἔλαβε, πληροφορίας, εἶπεν ὅτι ἐπανειλημμένως εἰσῆλθεν εἰς τὸ Νοσοκομεῖον ὁ περὶ οὗ πρόκειται, καὶ ὅτι ἐξῆλθε, μὲ τὴν βεβαίωσιν πάντοτε, ὅτι προσποιεῖται. Πρὸς τοῦτο μάλιστα ἡ τελευταία ἔξοδός του διατάσσει τὴν τιμωρίαν τοῦ. Ὅτι πολλάκις εἰσῆλθεν εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ἐπὶ πόσον διέμεινεν ἐν αὐτῷ; ἀκούσατε. Εἰσῆλθε τὴν 22 καὶ ἐξῆλθε τὴν 23, εἰσῆλθε τὴν 25 καὶ ἐξῆλθε τὴν 26, εἰσῆλθε τῇ 6 Νοεμβρίου καὶ ἐξῆλθε τὴν 7. Εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, ἐν τόσῳ ὀλίγῳ χρονικῷ διαστήματι νὰ ἐννοήσῃ ὁ ἰατρὸς, ὁ καλλίτερος τοῦ κόσμου, ἂν ὁ διατεινόμενος ὅτι πάσχει ἀπὸ ἐπιληψίαν, πάσχῃ τῷ ὄντι; Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, μὲ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὰς διαβεβαιώσεις ἐκείνων, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ σημειώσωσιν ὅτι ἦτο ἀκριβὲς, ὅτι ὁ στρατιώτης αὐτὸς προσεποιεῖτο. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο ἀκριβὲς αὐτὸ, δὲν ἦτο δικαίωμα τοῦ συνταγματάρχου νὰ βιάζῃ τὸν ὁπλίτην καὶ νὰ προσκαλῇ αὐτὸν νὰ κάμῃ ὑπηρεσίαν, ὅτε αὐτὸς διετείνετο, ὅτι ἠσθένει. Ἂν δεχθῶμεν, ὅτι ὁ Χρονόπουλος ἐπροσποιεῖτο, δὲν ἠμποροῦμεν ἀναντιῤῥήτως, παρὰ νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ὁ Χρονόπουλος ἐμελέτησε, πῶς προσποιοῦνται, καὶ ὅτι ἅμα ὁ λοχίας τοῦ ἔλεγε «σήκω νὰ πᾶμε εἰς τὸ Νοσοκομεῖον», κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀμέσως ὁ Χρονόπουλος ἤθελεν ἐνδυθῆ διὰ νὰ παρουσιασθῇ, μεταβαίνων εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ἀρχήν. Κύριοι, νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἤθελε φέρει τοιαύτας πληροφορίας ἐνώπιον ἡμῶν, ἵνα ἐκθέσῃ οὕτω τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Νοσοκομείου, εἴτε τοῦ συντάγματος. Ὁ συνταγματάρχης αὐτὸς συμπεριφέρεται κατὰ τρόπον παράδοξον πρὸς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ὁπλίτας· καὶ ἐνῷ τὸν Χρονόπουλον αὐτὸν, τὸν διατεινόμενον ὅτι πάσχει, τὸν προσκαλεῖ νὰ λάβῃ ὑπηρεσίαν, νομίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν ἄλλους ὁπλίτας νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ δι’ ἰδιωτικὰς ὑπηρεσίας, ἀναξίας ἀνθρώπου. Ὁ συνταγματάρχης ἐπὶ 15 ἡμέρας καὶ πλέον ἔχει διατάξει νὰ μένῃ εἷς ὁπλίτης ἐν εἴδει φρουρᾶς εἰς τὸν οἶκόν του, ὅπως παρεμποδίζῃ τοὺς πλησιάζοντας τὸ οἴκημά του, ἵνα ἐκτελέσωσι φυσικὴν ἀνάγκην. Τοιαύτην διοίκησιν τηρεῖ ὁ συνταγματάρχης αὐτὸς εἰς τὸ σῶμά του. Ὁ συνταγματάρχης αὐτὸς ἔχει χωρίσει τοὺς ὁπλίτας, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ συμπεριφέρωνται πρὸς τὸν μὲν καὶ κατὰ τίνα τρόπον πρὸς τὸν ἄλλον. Εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι εἶναι δύσκολος ἡ θέσις μου, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐκταθῶ περισσότερον, διὰ νὰ ἐκτυλίξω καθαρώτερον τὰ ἀφορῶντα τὴν διοίκησιν τοῦ ἀνθρώπου τούτου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα εἶπον ἐντεῦθεν, χωρὶς νὰ δώσῃ οὐδεμίαν προσοχὴν εἰς τὴν πίεσιν, ἥτις τῷ γίνεται, εἰς τὴν προστασίαν, ἡ ὁποία παρέχεται εἰς τὸν συνταγματάρχην τοῦτον ἐκ μέρους ἀνωτέρου τοῦ Ὑπουργοῦ ἀτόμου, νομίζω, λέγω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει ἀντιστῆ εἰς τὴν τοιαύτην πίεσιν καὶ θέλει ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν του, ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι θέλει νὰ διοργανώσῃ τὸ στράτευμα· διότι, ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθές, πρέπει τοιοῦτοι ἀξιωματικοί, νὰ μὴ ἦναι εἰς διοίκησιν, νὰ ἀποτελοῦν μέρος τῶν Ἀρχηγείων, ἂν ἦναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ διατηρῇ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ· ἔπρεπεν οὐχὶ νὰ λέγηται ἁπλῶς διὰ τῶν ὀργάνων του σιδηροῦς, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἦναι πρὸς πάντας καὶ ἐνώπιον πάντων σιδηροῦς, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τοιαύτας ἀταξίας. Τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον διοικεῖ ὁ κύριος αὐτός, τὸ σύνταγμα αὐτὸ σύγκειται ἐκ πολιτῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἀποτίουσι βαρεῖς φόρους, ὡς καὶ τὸν φόρον τοῦ αἵματος· ὅθεν ὀφείλουσιν οἱ κατέχοντες τὴν ἀνωτέραν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ οἱ διοικοῦντες τὸ σύνταγμα τοῦτο, καθὼς καὶ πάντες οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ στράτευμα, νὰ μὴ λησμονῶσι τοῦτο. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὁ Χρονόπουλος πάσχῃ· αὐτὸ θ’ ἀποδείξῃ ἡ διαμονή του ἐν τῷ Νοσοκομείῳ· ἠξεύρω μόνον τοῦτο, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ σύνταγμα ἀπὸ τοῦ διοικητοῦ αὐτοῦ, διὰ νὰ παύσωσιν οἱ πολῖται πενθηφοροῦντες ἐξ αἰτίας τῆς ἀκατονομάστου διοικήσεως αὐτοῦ. Περιμένω νὰ ἴδω μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, τί ἡ ἐπιστήμη θὰ φέρῃ εἰς φῶς, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ ὁπλίτης αὐτὸς ἀληθῶς πάσχει, — ὅπερ πιστεύω ἀδιστάκτως, διότι ὅλη ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ πάσχει, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, — τότε θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἐκθέσω πολλὰ πράγματα, καὶ ἀριθμήσω πόσους εἰς τὸν τάφον ἀπέστειλε καὶ πόσους ἀχρήστους ἡ διοίκησις τοῦ συντάγματος ἐκείνου παρέδωκεν εἰς τὴν Πολιτείαν.
§17ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἰς ζητήματα, ἀφορῶντα τὴν ἐπιστήμην τὴν ἰατρικήν, ὁ μὴ σπουδάσας δὲν δύναται νὰ ἐγκύψῃ· δι’ αὐτό, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ Ῥουσσὼ εἶπεν, — ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, — «μὴ βάλλῃς τὴν μύτην σου ἐκεῖ, ποῦ δὲν χωρεῖ». Δι’ ἡμᾶς ὅμως, τοὺς σπουδάσαντας τὴν ἐπιστήμην τοῦ δικαίου, δὲν δύναται νὰ λεχθῇ τοῦτο, διότι δυνάμεθα νὰ βάλωμεν τὴν μύτην μας παντοῦ, διότι χωρεῖ, ὡς σπουδάσαντες τὴν ἰατροδικαστικήν, καὶ ὅστις τῶν δικηγόρων τὴν ἀγνοεῖ, δὲν εἶναι δικηγόρος. Ἡ ἰατροδικαστικὴ εἶναι ἐπιστήμη, στενῶς συνδεομένη μετὰ τῆς νομικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σπουδάζωμεν. Ἐκ τῶν μελετῶν μου ὅθεν συνήγαγον, ὅτι τὸ νόσημα τῆς ἐπιληψίας εἶναι δυσδιάκριτον, διότι ὁ παροξυσμὸς δὲν ἐπέρχεται συνεχῶς, ἐνίοτε οὔτε ὡρισμένως οὔτε κανονικῶς, εἰς πολλοὺς πάσχοντας, καὶ διὰ τοῦτο αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐκόμισεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύνανται νὰ πείσωσι, καὶ δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον, ἐὰν ὁ Χρονόπουλος πάσχῃ ἢ ὄχι· πρέπει νὰ δοκιμασθῇ ἐπὶ μακρὸν χρόνον καὶ δι’ ἰδίων μέσων. Τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως τῆς νόσου ταύτης δὲν εἶναι κοινά. Εἰς ἐπιστήμονας, ἐντεταλμένους τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ ἐπιπολαιότης, διότι δυστυχῶς παρατηροῦμεν τοιαύτην εἴς τινας τῶν ἀξιοτίμων ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς καὶ δὲν ἔχω γνῶσιν περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ συνταγματάρχου κ. Μαυρομιχάλη, ὃν ὑπολήπτομαι καὶ τιμῶ, καὶ περὶ οὗ ἓν μόνον δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τοῦτο προέρχεται ὄχι ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως τοῦ σώματος ἐκείνου, ἀλλ’ ἐκ τῆς αὐστηρότητος τοῦ διοικητοῦ. Ὅτε ἐπρόκειτο κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα νέοι τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, μητέρες καὶ πατέρες προσέφευγον εἰς τὸ γραφεῖόν μου, λέγοντες, ὅτι «καλλίτερον νὰ στείλωμεν εἰς τὰ τούρκικα τὰ παιδιά μας, παρὰ εἰς τὸ τάγμα τοῦ Μαυρομιχάλη». Φαντασθῆτε λοιπὸν, ποία εἶναι ἡ αὐστηρότης τοῦ ἀνδρός. Ἀλλ’ ὁ κ. Μαυρομιχάλης διῆλθε τὰ Γάδειρα, καὶ τὰ πέρα Γαδείρων οὐκ ἦν περατά· τὰ πέραν Γαδείρων εἰσὶν ὠκεανὸς τῆς θλίψεως, τῆς ἀπελπισίας τῶν συμπατριωτῶν μας, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης θ’ ἀντλήσῃ ὑπομονὴν ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς σημερινῆς καὶ ἐπιείκειαν διὰ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν. Κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἄλλος ἐπιληπτικὸς ὑπάρχει εἰς τὸ 1ον σύνταγμα. Παρακαλῶ ἀκούσατέ μου (ἀναγινώσκει ἐξ ἐπιστολῆς): «Ὁ ἀνεψιός μου ἐκ τοῦ χωρίου Μπισχίνι τοῦ δήμου Ἀρήνης Ἀνδρέας Κωστογιαννόπουλος, κληρωτὸς τῆς ἀπογραφῆς ἐνεστῶτος ἔτους καὶ ὑπηρετῶν εἰς τὸ 1ον πεζικὸν σύνταγμα, τὸ 1ον τάγμα, τὸν 2ον λόχον, πάσχει ἐκ σεληνιασμοῦ, μὴ δυνάμενος νὰ ἐκτελέσῃ ὑπηρεσίαν κλπ.» Ἐὰν ὁ νέος αὐτὸς πάσχῃ πράγματι, τότε ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἡμεῖς νὰ ἐξετάσωμεν μετ’ αὐστηρότητος τὰ ζητήματα καὶ νὰ μὴ κακοφαίνεται εἰς κἀνένα· διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καταβάλλουσι τοὺς φόρους καὶ στέλλουσι τὰ τέκνα των εἰς τὸν στρατόν, στεροῦνται τῶν χειρῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ ἐργασία εἶναι ἡ βάσις τῆς οἰκονομίας τῶν ἐθνῶν, καὶ ἠξεύρετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ μέγας τῶν Ἀθηνῶν πολιτικὸς καὶ πολίτης Περικλῆς εἰς τὸν ἐπιτάφιόν του λέγει, ὅτι, ὅταν ἡ νεότης ἀσκόπως ἀφαιρῆται ἐκ τῆς κοινωνίας, ἀφαιρεῖται ἡ ἄνοιξις ἐκ τῶν ἐποχῶν. Περιμένω λοιπὸν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ὁ νέος, περὶ οὗ εἶπον, ἦναι ἐπιληπτικὸς καὶ ἂν πράγματι παραπονούμενος δὲν ἀκούεται. Κύριοι Βουλευταὶ, τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάζητε, διότι δὲν εἶναι συμφέρον εἰς ἡμᾶς, ἀπερχόμενοι εἰς τὰς ἐπαρχίας, νὰ ἀκούωμεν τὸ «εἶσθε κακοὶ πατέρες».
§18ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις αὕτη ἐλπίζω νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ πείσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐσιώδεις ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ πρὸ καιροῦ κακῶς ἔχουσιν. Οἱ προλαλήσαντες ἀνέφερον τὰς περιπτώσεις πασχόντων ὑπὸ ἀσθενείας ἀνιάτου, ἥτις ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκθέτει οὐ μόνον τὴν ζωὴν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἐλευθερίαν των, διότι οἱ πάσχοντες ἐκ τῆς ἐπιληψίας ὑπόκεινται εἰς αὐτομάτους καὶ ἀκατασχέτους παραφορὰς, αἵτινες δύνανται νὰ ἐκθέσωσιν αὐτοὺς εἰς τοὺς ἐσχάτους κινδύνους ἀπέναντι τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τούτοις ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης λαμβάνων ἀφορμὴν, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἑξῆς περιπτώσεως. Εἶναι γνωστόν, πιστεύω, εἰς τοὺς πλείστους τῶν κκ. Βουλευτῶν, ὅτι πολλάκις κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν, δεκτοὶ γενόμενοι παρὰ τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἄνδρες, οἵτινες ἔπασχον ὑπὸ ἀῤῥωστίας καταφανοῦς. Ἐνθυμοῦμαι πρὸ τριῶν ἐτῶν εὑρισκόμην κατὰ μῆνα Δεκέμβριον ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πάλλης, καὶ ἐκεῖ μοὶ ἐπεδείχθη στρατιώτης τις, ὅστις εἶχε κριθῆ ἄξιος παρὰ τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ὑπηρετήσῃ, καὶ ὅμως ἦτο κωφάλαλος! Εὐτυχῶς ὁ διοικῶν τὸ σῶμα ἐν Κεφαλληνίᾳ ἀξιωματικὸς, ἀνὴρ φιλάνθρωπος, παρὰ τὸ καθῆκόν του, ἀφῆκε τὸν δυστυχῆ αὐτὸν εἰς τὴν οἰκογένειάν του, φέροντα τὴν στολὴν καὶ μηδεμίαν ὑπηρεσίαν ἐκτελοῦντα. Πρὸ ἐτῶν αἱ ἐφημερίδες εἶχον ἀναγράψει ὁμοίαν περίπτωσιν, ὅτι εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ μηχανικοῦ, τὸ διοικούμενον ὑπὸ τοῦ συνταγματάρχου κ. Σέχου, ὑπῆρχε στρατιώτης κωφάλαλος· ὁ κ. Σέχος, ἀνὴρ φιλάνθρωπος καὶ ὄντως εὐγενὴς, ἀπήλλαξε πράγματι τὸν δυστυχῆ τοῦτον πάσης ὑπηρεσίας, διότι ἦτο καταφανὴς ἡ ἀσθένειά του. Ἀλλ’ εἰς ἐμὲ, ἀποταθέντα πρὸς αὐτὸν περὶ τούτου, εἶπε: «δὲν δύναμαι νὰ τὸν στείλω εἰς τὴν οἰκίαν του, διότι κατετάχθη ὡς ἱκανός.» Θὰ σᾶς φέρω καὶ ἕτερον παράδειγμα. Ἐν Κεφαλληνίᾳ ἐγνώρισα νέον τινὰ, διατελοῦντα εἰς κατάστασιν μανίας. Ἡ περίπτωσις αὕτη εἶναι πασίγνωστος εἰς τὸ Ἀργοστόλιον. Τὸν γνωρίζει καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Βαλσαμάκης. Ὀνομάζεται Φαρακλός. Καὶ ὅμως ὁ νέος οὗτος ἐκρίθη ἱκανὸς, καὶ ἀπὸ ἑνὸς ἔτους ὑπηρετεῖ. Λέγει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Βαλσαμάκης, ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἦτο εἰς τὸ Φρενοκομεῖον τῆς Νεαπόλεως ἐπὶ 2 ἔτη, καὶ ὅμως αὐτὸς ὑπηρετεῖ δῆθεν, διατελῶν ὑπὸ θεραπείαν ἐντὸς τῆς οἰκίας του! Ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι ὀρθὰ, οὔτε ἀξιοπρεπῆ, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐν στιγμῇ ἐξάψεως δύναται νὰ προσκρούσῃ εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, νὰ ὑβρίσῃ ἢ νὰ κτυπήσῃ ἀνώτερον, καὶ νὰ ἐκτεθῇ οὕτω, ἕνεκα τοῦ σφάλματος τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, εἰς τὸ νὰ καταδικασθῇ εἰς πολλῶν ἐτῶν εἱρκτήν. Ταῦτα ἦτο ἀνάγκη νὰ ῥηθῶσι καὶ νὰ προκαλέσωμεν ἐπ’ αὐτῶν τὴν σύντονον προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ. Δὲν εἶναι δὲ ταῦτα μόνον ζητήματα φιλανθρωπίας, τὰ ὁποῖα ἴσως τινὲς νομίζουν, ὅτι δὲν εἶναι ἄξια τόσον τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι καὶ ἀντικείμενα πολιτικὰ, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς διοικήσεως, τὴν τάξιν τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν πεποίθησιν τοῦ λαοῦ, ὅτι ἐκπληροῖ καθῆκον ἱερὸν πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ οὐχὶ ὅτι ἐκτίθενται εἰς πᾶσαν ἀδικίαν καὶ καταστροφὴν ἐκ σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα προκύπτουν καὶ ἐκ τῆς ἀνεπιστημοσύνης καὶ ἐκ τῆς ἀκηδίας τῶν ἀρχῶν.
§19ΚΟΡΠΑΣ. Ἀναγνωρίζω ὡς ὀρθὰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ προαγορεύσαντος, ἀλλ’ ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὅτι ταῦτα πάντα δὲν εἶναι σφάλματα τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι κατὰ τὸν νέον νόμον αἱ ἐξαιρέσεις γίνονται ὑπὸ τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, πάντων δὲ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν, βεβαίως αἱ ἐξαιρέσεις γίνονται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης· ὅταν τὰ νοσήματα τῶν ὁπλιτῶν δὲν ἦναι καταφανῆ, ἐλήφθη τὸ μέτρον, νὰ τίθηνται ἐν τῷ Νοσοκομείῳ ὑπὸ παρατήρησιν, καὶ ἂν βεβαιωθῇ, ὅτι ἀληθῶς πάσχουσιν ἔκ τινος νοσήματος, τότε νὰ παραπέμπωνται εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν· ἑπομένως ἐλάχιστα θὰ ἦναι τὰ σφάλματα τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης. Ἐὰν ὑπῆρξαν κωφάλαλοι καταταχθέντες, καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι, βεβαίως τοῦτο εἶναι σφάλμα τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, δι’ οὗ μοὶ ἀναγγέλλουσιν, ὅτι ἄγνωστοι ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ ἐμπόρου Οἰκονομάκη, ὅπως δολοφονήσωσιν αὐτὸν, πρὸς δὲ ἐπληροφορήθην, ὅτι ἐδάρη παρ’ ἀγνώστων ὁ Διευθυντὴς τοῦ αὐτόθι ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι ὕποπτον ἐθεώρησαν τὸν Γεώργιον Νικητόπουλον, ὃν συνέλαβεν ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἄνθρωπον περιουσίας ἑνὸς ἑκατομμυρίου, καὶ τὸν ὑπάλληλον αὐτοῦ. Τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως θεωρῶ παράνομον. Ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπόν μου καὶ περιμένω νὰ μοὶ ἀναγγείλῃ, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθές.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον καὶ ἐγὼ ὅμοιον τηλεγράφημα.
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα καὶ παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ δώσωσι τηλεγραφικῶς τὰς ἀπαιτουμένας διαταγὰς καὶ νὰ ζητήσωσι πληροφορίας, τὰς ὁποίας ν’ ἀναγγείλωσιν εἰς τὴν Βουλήν.
§23ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῶν ἀνακοινουμένων διὰ τοῦ τηλεγραφήματος θέλομεν ἐπιστείλει τὰ δέοντα, καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς Καλάμας. Ὡς πρὸς τὴν ἐν τῷ αὐτῷ τηλεγραφήματι κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπίθεσιν, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν ἐκ χθεσινοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Εἰσαγγελέως Καλαμῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐπίθεσιν κατὰ Διευθυντοῦ ὑποκαταστήματος Τραπέζης Μεσσήνης ἐπληροφορήθην τηλεγραφικῶς παρὰ Εἰρηνοδίκου καὶ Ἀστυνόμου καὶ οὐχὶ ὑπὸ παθόντος. Εἰρηνοδίκης ἐπελήφθη αὐθωρεὶ προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, ἐξετάσας δεκατρεῖς μάρτυρας, ἐξ ὧν δὲν ἀνεκαλύφθησαν οἱ δράσται, καθόσον οὔτε ὁ παθὼν ἠδυνήθη ν’ ἀντιληφθῇ αὐτούς. Ἐλήφθησαν κατάλληλα μέτρα καὶ ἐνεργεῖται δραστηρία ἀνάκρισις παρ’ ἁρμοδίου ἀνακριτοῦ πρὸς ἀνακάλυψιν κατηγορουμένων. Ἐπὶ 16125 τηλεγραφικῆς διαταγῆς. Εἰσαγγελεύς: ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ.» Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἶχεν ἐρωτήσει πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐὰν ἐπερατώθησαν αἱ ἐπισκευαὶ ἐν ταῖς φυλακαῖς Ῥίου, πότε γενήσεται ἡ εἰς τὰς φυλακὰς ταύτας μεταγωγή, καὶ ἂν θὰ ὑπάρξῃ μέτρον, κανονίζον τὰ τῶν μετενεκτέων καταδίκων, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταγωγῆς τῶν καταδίκων. Αἱ ἐπισκευαὶ τῶν φυλακῶν ἐκείνων ἐπερατώθησαν, ἀνεκοινώσαμεν δὲ τοῦτο πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον παρεκλήθη νὰ ἀποστείλῃ ἐκεῖ τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς φρούρησιν τῶν φυλακῶν δύναμιν. Ἔχομεν πληροφορίας, ὅτι μετεστάθμευσεν ἐκεῖ ἡ δύναμις. Ἀνέθηκα τὴν διεύθυνσιν τῶν φυλακῶν αὐτῶν προσωρινῶς, καὶ κυρίως εἰπεῖν τὴν ὀργάνωσιν, οὐχὶ εἰς ἐπιστάτην, ἀλλ’ εἰς τὸν ἀρχιφύλακα τῶν φυλακῶν Συγγροῦ, τὸν ἐπὶ 14 μῆνας ἐν αὐταῖς ἐργασθέντα, ὅστις ἀνεχώρησε, παραλαβὼν καὶ τὰ ἀναγκαῖα ἐνδύματα διὰ τοὺς καταδίκους. Ἐπέστειλα δὲ λεπτομερεῖς ὁδηγίας εἰς τὸν Νομάρχην περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ λειτουργήσωσιν αἱ φυλακαὶ αὗται. Ὡς πρὸς τὸ τρίτον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, πληροφορῶ αὐτὸν, ὅπως θέλει ἰδεῖ καὶ ἐν ταῖς ὁδηγίαις, ταῖς δοθείσαις εἰς τὸν Νομάρχην, ὅτι αἱ φυλακαὶ τοῦ Ῥίου εἶναι χαρακτηρισμέναι ὡς φυλακαὶ ποινικαὶ, ἑπομένως κατὰ νόμον ἐν ταῖς φυλακαῖς ταύταις θέλουσι καθειρχθῆ οἱ ἀποτίοντες ἐγκληματικὴν ποινὴν, ἀσχέτως πρὸς τὴν πατρίδα αὐτῶν. Θὰ μεταφερθῶσι δὲ εἰς τὰς φυλακὰς αὐτὰς τόσοι κατάδικοι, μέχρις οὗ συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς 150 ἢ 180.
§24ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν θὰ τοὺς μεταφέρητε ἐκεῖ;
§25ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐξ ἄλλων φυλακῶν.
§26ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ταῖς φυλακαῖς Μεσολογγίου, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐν Ζακύνθῳ, κρατοῦνται πολλοὶ, ἐκ Πατρῶν καταγόμενοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ μεταφερθῶσιν ἅπαντες εἰς τὰς φυλακὰς Ῥίου. Ἐπειδὴ δὲ, κατὰ τὰς πληροφορίας των, δὲν θὰ μετενεχθῶσιν ὅλοι, ἀλλὰ τινὲς μόνον, τὸ ζήτημα τῆς μεταγωγῆς αὐτῶν κατήντησε σήμερον ζήτημα συναλλαγῆς ἐν Ζακύνθῳ, πολλοὶ δὲ ἐπιτήδειοι πιέζουσι πολυειδῶς καὶ ἐκμεταλλεύονται τοὺς καταδίκους.
§27ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ λάβω ὡς μόνην βάσιν τὴν καταγωγὴν τῶν καταδίκων.
§28ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος θὰ ἐκλέξῃ τὸν ἀριθμόν;
§29ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αἱ ἐφορίαι τῶν φυλακῶν. Αὐταὶ δύνανται νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν καταγωγὴν ἀφ’ ἑαυτῶν, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχωσι κωλύματα, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται περὶ καταδίκων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἄλλοτε εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Ρίου καὶ μετηνέχθησαν ἐκεῖθεν λόγῳ τάξεως. Ἐν τούτοις μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῶν ἐφοριῶν.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ διαταράξεως τῆς τάξεως ἐν Μεσσηνίᾳ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐξετάσῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Καλαμῶν, ἂν ἦναι ἀληθὲς ἀκόμη καὶ τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον ἔμαθον ἐκ συμπολίτου μου, ἐλθόντος ἐκεῖθεν, ὅτι δηλ. εἰσῆλθον τινὲς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ὄθωνος Παπατσώνη καὶ ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτοῦ, κοιμωμένου.
§31ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε σημείωσιν.
§32ΣΑΚΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· διότι, ἂν πράγματι ἔλαβε χώραν τοιοῦτόν τι, θὰ συμβῶσι σκηναὶ πολὺ δυσάρεστοι, καὶ θὰ ἔχωσι μεγίστας συνεπείας, καθόσον ἡ ἰσχὺς τῆς οἰκογενείας ταύτης εἶναι γνωστή, διότι θὰ θεωρηθῇ, ὅτι τρέχει κίνδυνον ὄχι μόνον ἡ ζωὴ τοῦ Παπατσώνη, ἀλλὰ καὶ ἡ τιμὴ τῆς οἰκογενείας.
§33ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ τῆς βραδύτητος, ἥτις διέπει τὰ κατὰ τὰς ἀποζημιώσεις ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα καταλαμβάνουσιν αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαί. Καλὸν εἶναι νὰ δίδωνται ὅσον οἷόν τε τάχιον αἱ ἀποζημιώσεις αὗται, ἀφοῦ μάλιστα, ὡς γνωστόν, ἡ ἐκτίμησις γίνεται, κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον, ὑπὸ λίαν εὐνοϊκὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου συνθήκας. Εἰδικῶς παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις κτηματιῶν τινων τοῦ δήμου Καλλιφωνίας τῶν Καλαβρύτων, ὧν σημειῶ τὰ ὀνόματα ἐν σημειώματι, ὅπερ καταθέτω. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αἴτησιν πολλῶν κατοίκων Ἀκράτας, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται, ὅτι, ἐνῷ ἔχουν βοσκησίμους γαίας καὶ ὀφείλουν νὰ πληρόνουν 5% πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ 2% ὑπὲρ τοῦ δήμου, ὁ Δήμαρχος, παρὰ τὸν νόμον καὶ τὸ δίκαιον, ἐκμισθόνει τὸν χῶρον αὐτῶν τῶν βοσκησίμων γαιῶν οὐχὶ πρὸς 2%, ἀλλὰ πρὸς 5%, δίδει δὲ συνδρομὴν εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῦ φόρου, οἵτινες καταπιέζουσι τοὺς πολίτας νὰ πληρόνουν. Εἶχε γίνει καὶ πέρυσι παραπλησία ἀναφορὰ, ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς οὐδὲν ἀπέληξεν ἀποτέλεσμα.
§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διενεμήθη σήμερον νομοσχέδιον, ἐπιγραφόμενον «περὶ λιμένων καὶ προκυμαιῶν». Καὶ ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, φέροντος τὸν τόσῳ ἤπιον καὶ ἀσήμαντον τίτλον, δεικνύει, ὅτι εἶναι νομοσχέδιον ἀνατρεπτικὸν ὁλοκλήρου νομοθεσίας, ἐγκατεστημένης ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς καὶ λυσιτελῶς λειτουργούσης μέχρι τοῦδε. Κυριώτατα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τείνει εἰς τὸ νὰ καταργήσῃ τὰς λιμενικὰς ἐπιτροπὰς καὶ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον μεγάλα ποσὰ χρηματικά, πολλὰ ἑκατομμύρια, συλλεγόμενα εἰδικῶς εἰς ἕκαστον τόπον, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς εἰδικὰ ἔργα ἐπὶ τοῦ τόπου ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον συλλέγονται. Μοὶ ἐμποιεῖ ἐντύπωσιν τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου....
§35ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συζητῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονὴν καὶ θὰ ἴδητε, διατὶ ἠγέρθην νὰ ὁμιλήσω. Κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου τούτου, «Πᾶσα ἡ χρηματικὴ περιουσία τῶν ἤδη συνεστημένων καὶ τῶν συσταθησομένων λιμενικῶν ταμείων κατατίθεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἡ δὲ τυχὸν διατεθειμένη ἐντόκως ἐπὶ ὡρισμένη χρονικῇ διορίᾳ εἰσάγεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον μετὰ τὴν λῆξιν τῶν συμπεφωνημένων διοριῶν». Ἂν συνεζήτουν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, θὰ εἶχον πολλὰ ἀκόμη νὰ ἀναφέρω, περὶ ὧν ἐπιφυλάσσομαι. Νῦν δὲ μόνον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ, ὀψέποτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔλθῃ ὑπὸ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, νὰ προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, ὧν θὰ καταθέσω καὶ ἔγγραφον σημείωσιν, ἤτοι: «Πίνακα περιέχοντα αʹ) τὰς ἐτησίας εἰσπράξεις ἑκάστου λιμενικοῦ ταμείου· βʹ) σημείωσιν τῶν παρὰ τῶν λιμενικῶν ταμείων συναφθέντων δανείων· γʹ) σημείωσιν τῶν μέχρι σήμερον διαθεσίμων ὑπαρχόντων κεφαλαίων ἑκάστου ταμείου, τὸ ὅλον ποσὸν αὐτῶν, καὶ τὰς Τραπέζας, παρ’ αἷς εἰσι ταῦτα κατατεθειμένα· καὶ δʹ) σημείωσιν τῶν ὀφειλῶν, ἃς τυχὸν ἔχει τὸ Δημόσιον πρὸς λιμενικὰ ταμεῖα ἐκ τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐνεργουμένων εἰσπράξεων μέχρι σήμερον». Αἱ πληροφορίαι αὗταί εἰσιν ἀναγκαιόταται διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ δὲ θὰ ἀπαιτηθῇ πολὺς χρόνος, ἵνα συλλεχθῶσιν, ἐνόμισα καλὸν νὰ ζητήσω αὐτὰς ἀπὸ τοῦδε.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν παγίων φορολογικῶν νόμων. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§38ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πόσα ἐῤῥέθησαν καὶ τίνες τροποποιήσεις ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12, οὐχ ἧττον ἡ διασκευὴ τοῦ τροπολογηθέντος 12ου ἄρθρου δὲν ἀνταποκρίνεται ὑπὸ ἔποψιν σαφηνείας πρὸς τὰς τροποποιήσεις, αἵτινες ἐγένοντο δεκταί· π.χ. ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 12 φέρει «ἡ κοινοποίησις ἁπάντων τῶν πρωτοκόλλων», ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ πολλῶν πρωτοκόλλων, ἀλλὰ περὶ πολλῶν κοινοποιήσεων. Θεωρῶ καλὸν νὰ τροποποιηθῇ τὸ λεκτικὸν κατὰ ταύτην τὴν ἔννοιαν, δηλ. νὰ τεθῇ «ἅπασαι αἱ κοινοποιήσεις τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο πρωτοκόλλων».
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ αὐτὸ εἶναι· δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τροποποιήσεως.
§40ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι θέλει ἀναγνωρισθῆ ἡ ὀρθότης τῆς παρατηρήσεώς μου· πρόκειται περὶ σαφηνείας.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο δύναται νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ἀλλὰ νὰ μεταβληθῇ τὸ κείμενον, δὲν εἶναι πλέον δυνατόν.
§42ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σαφηνισθῇ τίνων πρωτοκόλλων.
§43ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ λέγει· τὸ λέγει σαφέστατα.
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἡ φράσις «τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο πρωτοκόλλων», ἡ ὁποία λύει πᾶσαν ἀμφιβολίαν.
§45ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης εἰς τὰς τελευταίας λέξεις τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 12 «τῇ παραγγελίᾳ τοῦ Εἰρηνοδίκου διεξαγομένης τῆς διαδικασίας ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου» αἱ λέξεις «ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου» ἐτέθησαν ἐν οὐχὶ καταλλήλῳ τόπῳ, διότι ἐννοεῖ ἡ Βουλή, ὅτι ἡ διαδικασία τῆς ἀνακοπῆς θὰ διεξαχθῇ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, ἀλλ’ ἡ διαδικασία τῆς ἀνακοπῆς εἶναι ἀντικείμενον τῆς τρίτης παραγράφου.
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξηγήθη τὸ ζήτημα τοῦτο· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν δευτέραν καὶ εἰς τὴν τρίτην παράγραφον.
§47ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν τελευταίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 13, ἐν ᾧ λέγεται: «Ἡ διάταξις τοῦ προηγουμένου 12 ἄρθρου ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς τὰς ἀνακοπὰς κατὰ τῶν πρωτοκόλλων τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν». Τὸ ἄρθρον 12 προνοεῖ περὶ δύο ἀντικειμένων, πρῶτον περὶ τῆς κοινοποιήσεως τῶν πρωτοκόλλων, περὶ ἧς δὰ τόσος ἐγένετο λόγος, καὶ δεύτερον περὶ τῆς ἀνακοπῆς· ἐλέχθη δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ παρ’ οὐδενὸς ἐγένετο ἀντίῤῥησις, ὅτι ἐννοοῦμεν ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 12, καὶ ἰδίως τὰ περὶ ἀνακοπῶν τῶν πρωτοκόλλων καὶ ἐκδικάσεως αὐτῶν, νὰ γίνωνται συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 12. Ἐν τούτοις ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 13 δὲν φαίνεται ὅτι καθορίζει τοῦτο· δὲν γνωρίζω διατὶ δὲν διετυπώθη καλῶς.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διότι πᾶν τὸ ἀποφασισθὲν ἐν ἄρθρῳ 12 ἀπεφασίσθη χάριν τῶν ἀνακοπῶν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 13 ὁρίζεται, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐφ’ ὅσον ἀνάγεται εἰς τὰς ἀνακοπὰς, ἐφαρμόζονται τὰ τοῦ ἄρθρου 12· ἐφαρμόζεται ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον, διότι καὶ τὰ περὶ πρωτοκόλλων οὕτως ἐν αὐτῷ ἐκανονίσθησαν, ἵνα καταστήσωσι βεβαίαν τὴν ἀφετηρίαν τῶν διοριῶν τῶν ἀνακοπῶν, καὶ ἐν σχέσει πάντοτε πρὸς τὰς ἀνακοπάς.
§49ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπετρέπετο ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ, οὐδόλως θὰ παρεβλάπτετο, ἐὰν προσετίθετο, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ προκειμένου ἄρθρου ἰσχύουσι καὶ ὡς πρὸς τὰς κοινοποιήσεις καὶ τὰς ἀνακοπάς.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καλλίτερον βεβαίως θὰ ἦτο, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο. Ἡμεῖς εἴχομεν δηλώσει ἐν τῇ συζητήσει, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεώς σας ἦτο κάλλιον διατετυπωμένον, ἐδεχόμεθα νὰ περιλάβωμεν αὐτὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ, ἐπειδὴ ὅμως δὲν περιελήφθη ἐν τῷ ἄρθρῳ, εἴπομεν καὶ λέγομεν, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι αὕτη.
§51ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην παρὼν δυστυχῶς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη τὸ δικαίωμα, τὸ παραχωρούμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐνοικιάζῃ τὰς ἀδηλώτους γαίας. Κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λέγοντα, ὅτι αἱ καταχρήσεις αἱ μεγάλαι, αἱ λαβοῦσαι χώραν κατὰ τὴν ἐνοικίασιν αὐτῶν, τὸν ἔπεισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταργήσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἐνοικίασιν, καίτοι ὅλως προαιρετικὴν διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αὐταὶ αἱ καταχρήσεις καὶ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρήγαγον αἱ ἐνοικιάσεις, εἶχον ἀντιστάθμισμά τι ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ἐπέφερον καλόν τι, ἰδίως ἐὰν συνετέλεσαν πρὸς ἀνακάλυψιν ἀδηλώτων γαιῶν.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Γινώσκετε ὅτι ὁ κείμενος νόμος ἐπέτρεπεν, ὅπως κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους γίνωνται δηλώσεις, τοῦτο δὲ πρὸς ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν πιέσεων τῶν ἐνοικιαστῶν, καὶ ὑπετίθετο ὅτι ἐκ φόβου τῆς μισθώσεως ἤθελον σπεύσει οἱ καλλιεργηταὶ, ἵνα δηλώσωσιν, ἀλλὰ δὲν ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, εἰμὴ ἐπ’ ἐλάχιστον.
§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύνασθε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ μοὶ δώσητε τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα χθὲς, περὶ τῶν πινάκων τῶν καταδικασθέντων ἐλλείψει δηλώσεως ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων;
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 3,638,649 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888.
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ κεφάλαιον 18, «ποσοστὰ ὁδοποιΐας 1,403,000 δραχμῶν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1888», ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ πληρωθὲν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν δι’ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, ἀνήκει ὁλόκληρον εἰς τὴν χρῆσιν τῆς ὁδοποιΐας τοῦ 1888 ἢ περιλαμβάνῃ συνάμα καὶ ὀφειλόμενα διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Ἐζήτησα τοῦτο, διότι ποσὸν 753,000 δραχμῶν ἀναγράφεται ἐν ταῖς καταστάσεσι τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ὡς ὑπόλοιπον τῆς χρήσεως τοῦ 1887, καὶ ὡς πληρωθὲν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν ἐξ ἐκτάκτων πόρων τοῦ 1888, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Ἐπιθυμοῦμεν ἑπομένως νὰ ἐννοήσωμεν, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο συμπεριλαμβάνηται εἰς τὴν παροῦσαν πίστωσιν.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τούτου θέλω ὑποβάλει κατάστασιν.
§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1888 ὑπάρχει ποσὸν ἀρκετὰ μέγα, ἀναγεγραμμένον δι’ ἔξοδα ὁδοποιΐας τοῦ 1887· τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ 1888, ὥστε φαίνεται, ὅτι εἶναι ἄλλο ἐκεῖνο καὶ ἄλλο αὐτό.
§59Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται ἡ κύρωσις πέντε Β. Διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888. Ἡ ζητουμένη δὲ πίστωσις ἐκ 3,638,649 κατανέμεται εἰς πέντε ἰδίως κλάδους, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, καὶ εἰς διαφόρους πληρωμάς. Ἐπί τινων λεπτομερειῶν τῶν πιστώσεων τούτων ὀφείλω ν’ ἀπευθύνω ἐρωτήσεις πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, παρακαλῶ δὲ νὰ σημειωθῶσιν αὗται, ἵνα μοὶ δοθῶσιν αἱ ζητηθησόμεναι πληροφορίαι. Ἐν πρώτοις ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δραχμῶν 2,050 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ κεφαλαίου 3 τοῦ ἄρθρου 1, «γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας». Ὁ Προϋπολογισμὸς, ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 3, ἄρθρον 1, εἶχε χορηγήσει εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πίστωσιν 14,800 δρ. κατὰ τὸ 1888. Τὸ ἀμέσως προηγούμενον ἔτος, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν, ἐδαπανήθησαν 14,639:43, ἑπομένως ἡ πίστωσις, ἡ ὁποία περιελήφθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888, ἦτο ἀνωτέρα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη κατὰ τὸ 1887. Καὶ ὅμως δὲν ἐπήρκεσε, ζητεῖται δὲ συμπλήρωσις δραχ. 2,050. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν κατὰ μέρος δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας διετέθη ἡ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 διατεθεῖσα πίστωσις. Ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ κεφαλαίου 13 ἄρθρου 1ου, ζητεῖται νὰ μεταφερθῶσιν ὡς πληρωτέα ὑπόλοιπα τῆς χρήσεως τοῦ 1884 δραχμαὶ 651,200. Προσέτρεξα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, καὶ ἀνεζήτησα τὸ κεφάλαιον 13 ἄρθρον 1ον, τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 «κεκλεισμέναι χρήσεις», ὑπὸ τὸ κεφάλαιον ὅμως τοῦτο δὲν εὗρον, εἰμὴ ἓν μόνον ἄρθρον. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει δεύτερον ἄρθρον.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ προστεθῇ καὶ ἄρθρον 2ον.
§61Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῷ πίνακι, τῷ προσηρτημένῳ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἔχομεν κεφάλαιον 13ον, ἄρθρον 1ον. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει οὐδ’ ἄρθρον πρῶτον, οὐδ’ ἄρθρον δεύτερον, ἀλλ’ ἄρθρον μοναδικόν. Ἀνεζήτησα καὶ εὗρον τὰ πληρωτέα ὑπόλοιπα. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν προϋπελογίσθησαν εἰς δραχμὰς 25,166,841, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1884 ἐδαπανήθησαν 22,503,128, ἑπομένως ὑπόλοιπον τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ εἶναι 2,663,612:91. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ μεταφέρωμεν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῆς πιστώσεως τοῦ ἀντιστοιχοῦντος κεφαλαίου, διότι τὸ ἄρθρον 66 τοῦ περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ νόμου ῥητῶς διατάσσει: «Οἱ Ὑπουργοί, ἐκδίδοντες ἐντάλματα ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως διὰ λογαριασμὸν τῶν κλεισθεισῶν, ὀφείλουσι νὰ μὴ ὑπερβαίνωσι τὰς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον πιστώσεις, αἵτινες ἠκυρώθησαν μὲν διὰ τοῦ περὶ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως νόμου, ἀφορῶσι δὲ τὰ κατὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως γνωστὰ πληρωτέα ὑπόλοιπα». Τὸ ὑπόλοιπον λοιπὸν τοῦ κεφαλαίου 13 πρέπει νὰ ζητηθῇ, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 651,200.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ κεφάλαιον 13 εἶναι τὸ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, δὲν δύναται ἄρα αὐτὸ νὰ περιέχῃ τὰ τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, ἐξ ὧν ἀποῤῥέει ἡ ὀφειλή. Τὰ πληρωτέα ὑπόλοιπα ἀναγράφονται ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ἀλλ’ ἀνάγονται εἰς τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον. Τὸ 13ον σημειοῦται ὡς τὸ κεφάλαιον, ὑφ’ ὅ θὰ ἐγγραφῇ ἡ πίστωσις αὕτη, ἥτις ὅμως, ἀφορῶσα εἰς πληρωτέα ὑπόλοιπα, δὲν ἀνάγεται εἰς τὸ κεφάλαιον 13, ἀνάγεται εἰς διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα, ἅτινα κατέλιπον πληρωτέα ὑπόλοιπα, ἐν συνόλῳ ἀνερχόμενα εἰς δραχ. 651,200, αἵτινες ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ τρέχοντι θέλουσιν ἐγγραφῆ ὑπὸ τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων.
§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τότε ἔπρεπε νὰ γνωρίζωμεν τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνάγονται.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυνάμεθα νὰ καταθέσωμεν σημείωσιν. Παρετήρησα δὲ, ὅτι ἐν τῷ φυλλαδίῳ τούτῳ, τῷ δημοσιευθέντι, κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, δὲν περιλαμβάνεται οὔτε ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς ἐζητήθη ἡ πίστωσις, οὔτε τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μόνον ξηρὸν τὸ Διάταγμα.
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει τόπον ἐνταῦθα· ἔπρεπε νὰ ἦναι χωριστὸν νομοσχέδιον.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον, ὅλα τὰ ἐκδοθέντα Διατάγματα τῶν ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων πρέπει νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὴν Βουλήν, τὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν δι’ ἰδίου νόμου καὶ τὰ τῶν ἐκτάκτων δι’ ἑτέρων.
§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναφέρεται ἐνταῦθα Διάταγμα, φέρον χρονολογίαν 6 Σεπτεμβρίου 1889, ἀλλ’ ἐν τῷ φυλλαδίῳ δὲν ὑπάρχει τὸ κείμενον τοῦ Διατάγματος.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει σύγχυσις ἐν τῷ φυλλαδίῳ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὰ εὕρατε. Εὑρίσκεται ἐν σελίδι 16. Τοῦτο εἶναι ἔνδειξις τῆς ἀταξίας, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ τοιοῦτοι λογαριασμοὶ φέρουσι, διότι τὸ Διάταγμα ὑπάρχει, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸ εὕρῃ τις, ὀφείλει νὰ ἐξερευνήσῃ καὶ ἀναλύσῃ ὅλον τὸ φυλλάδιον. Ἐν τῇ σελίδι 16 ὑπάρχει ἓν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου δίδονται δύο πιστώσεις, μία ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1888 καὶ ἑτέρα ἐπὶ τῆς τοῦ 1889. Ἀντὶ νὰ ἐκδοθῶσι δύο Διατάγματα δι’ αὐτὰς, περιελήφθησαν εἰς ἓν, χάριν εὐκολίας ἢ χάριν συγχύσεως τῶν ἀναγινωσκόντων καὶ ἐξεταζόντων τὸ φυλλάδιον τῶν πιστώσεων.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχετε δίκαιον.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κανὼν τῆς λογιστικῆς εἶναι ἡ σαφήνεια καὶ ἡ καθαρότης, καὶ ὅμως, ὡς βλέπετε, καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἴσως εὑρέθημεν εἰς δυσκολίαν ν’ ἀνεύρωμεν τὸ Διάταγμα αὐτό.
§71Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρετε, διαφέρει ἐντελῶς ἀπὸ τὸν πίνακα τοῦτον. Κατὰ μὲν τὸ Διάταγμα ἐζητήθη ἀναπληρωτικὴ πίστωσις 851,200....
§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι τυπογραφικὸν λάθος.
§73Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε πρέπει νὰ ἔχωμεν λαμπάδα, διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν ὁ σκοπὸς τῆς συζητήσεως ἦναι ἡ ἔρευνα τῶν ὑποβαλλομένων, ἡ διασάφησις τῶν ἀσαφειῶν, ὅπως οἱ κ.κ. Βουλευταὶ ψηφίζωσιν ἐν γνώσει τὰς ὑποβαλλομένας αἰτήσεις, ἀναποφεύκτως ἀπαιτούμενον διὰ τὰς αἰτήσεις ταύτας εἶναι, νὰ ἦναι εὐκρινεῖς, σαφεῖς καὶ ἀψευδεῖς. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 10ου ἄρθρου 8ου «ποσοστὰ εἰσπράξεων» ἔχει χορηγηθῆ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πίστωσις 300,000 δραχμῶν· ἐχορηγήθη δὲ διὰ τοῦ Διατάγματος ἀναπληρωματικὴ ἐκ δραχμῶν 550,000, καὶ οὕτως ἀνεβιβάσθη ἡ ὅλη πίστωσις εἰς 850,000 δραχμάς, ὑπὸ τὸν τίτλον «ποσοστὰ εἰσπράξεων». Ἠρεύνησα τὸ παρελθὸν ἔτος 1887, καὶ εὗρον κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν, ὅτι ἐδαπανήθησαν ὡς ποσοστὰ εἰσπράξεων 497,664. Μοὶ ἐγεννήθη λοιπὸν ἡ ἀπορία, πῶς, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1887 ἐπήρκεσαν 497,664, διὰ τὸ 1888 ζητοῦνται 850,000, ἤτοι διπλάσιον ποσόν; Καὶ κατὰ μὲν τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα 88,849,805 δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸ 1888 δραχμαὶ 89,333,288, ἤτοι κατὰ τὸ 1888 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα περισσότερα 483,483. Ἄν οὕτως ἔχῃ, δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, ἄν, ἵνα κατορθώσωμεν νὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα 483,483, ζητῶμεν ποσοστὰ εἰσπράξεων περισσότερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1887 δραχ. 497,664. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐγενόμην καταληπτὸς, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐρώτησιν.
§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦναι καὶ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, τὰ δάνεια.
§75ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατάξατε, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, νὰ μοὶ φέρωσι τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1887. Μεταβαίνω εἰς ἕτερον κεφάλαιον. Ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 11ου ἄρθρου 6ου «ἔξοδα διοικήσεως, ἀποδοχαὶ χαρτοσήμου 122,439». Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888 περιελάμβανε πίστωσιν 825,000 ἂν προστεθῇ καὶ ἡ ζητουμένη πίστωσις τῶν 122,439, ἀνέρχεται ἡ ὅλη πίστωσις εἰς 947,439. Κατὰ τὸ 1887 ὑπῆρχε πίστωσις 725,000, ἀλλὰ δι’ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἀνεβιβάσθη τὸ ποσὸν εἰς 921,981. Κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν 8,088,409 ἐκ τελῶν χαρτοσήμου. Κατὰ τὸ 1888 εἰσεπράχθησαν 8,055,821. Πῶς λοιπὸν, ἀφοῦ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1888 ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ 33,000 ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1887, πῶς ζητοῦνται δι’ ἀποδοχὰς τοῦ χαρτοσήμου κατὰ τὸ 1888 δραχμαὶ 947,000, ἐνῷ ἤρκεσαν κατὰ τὸ 1887 δραχμαὶ 921,000;
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦ 1888 τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ χαρτοσήμου εἶναι ἀνώτερα.
§77ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὸν πίνακα, καθ’ ὅν ἐκ τελῶν χαρτοσήμου σημειοῦνται εἰσπραχθέντα 8,055,821.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλα ἐδάφια: πρόσθετα τέλη.
§79ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεκράτει ὁ πρῶτος νόμος τότε, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπῆρχον τὰ πρόσθετα τέλη.
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω ἐξετάσει τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν πείθομαι ἀκόμη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17ου κεφαλαίου 11ου «ἔξοδα διοικήσεως» ζητεῖται πίστωσις 501,000 δραχμῶν δι’ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ πετρελαίου. Ἀναζητῶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888, καὶ εὑρίσκω, ὅτι εἶχε χορηγηθῆ δι’ αὐτοῦ πίστωσις δραχμῶν 1,428,000, ἥτις προστιθεμένη εἰς τὰς 501,000, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται νῦν, ἀναβιβάζει τὴν πίστωσιν εἰς 1,929,000. Ἐξετάζων τὰ περὶ τούτου κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, εὗρον, ὅτι κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν ἐκ πετρελαίου 3,695,366:40, ἐδαπανήθησαν δὲ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου 856,244:79. Κατὰ τὸ 1886 εἰσεπράχθησαν 3,873,130:62, εἶχον δὲ δαπανηθῆ 1,349,561:64. Δηλαδὴ κατὰ τὸ 1886 ἐδαπανήθησαν 44% ἐπὶ τῶν εἰσπραχθέντων, κατὰ δὲ τὸ 1887 23%· κατὰ τὸ 1888 ζητοῦνται 1,072,755 πλέον τῶν δαπανηθέντων, ἀναβιβάζουσαι τὴν ἀναλογίαν αὐτῶν εἰς 42% ἐπὶ τῶν εἰσπραχθέντων.
§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτέλεσις νόμου περὶ πετρελαίου εἶναι ἀγορὰ πετρελαίου. Τὰ περὶ τούτου ἐξήτασεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ προμηθειῶν.
§82ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι μέγα μέρος τῶν ἐξόδων ἀφορᾷ εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ πετρελαίου. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1886, ὅτε ἐγένετο προμήθεια πετρελαίου, ἐδαπανήθησαν περισσότερα χρήματα, ἀλλ’ ἐφέτος προμήθεια πετρελαίου δὲν ὑπῆρχεν.
§83ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους ἐγένετο.
§84ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Πρωθυπουργὸς περιέμενεν ἓν φορτίον, τὸ ὁποῖον εἶχε φθάσει τελευταῖον.
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 1889 πρόκειται, διότι ἡ πίστωσις ἀφορᾷ τὸ 1888· αἱ ἀρχαὶ τοῦ 1889 ἔπρεπε νὰ ἔχουν πλοῦτον πετρελαίου.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 500,000 δραχμῶν ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τριῶν μηνῶν πετρέλαιον.
§87ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ζητεῖται πίστωσις 501,000 διὰ τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1888 πρὸς ἀγορὰν πετρελαίου, ἑπομένως ἐγένετο προμήθεια πετρελαίου.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ σπάνις τοῦ πετρελαίου ἐφάνη περὶ τὰ τέλη τοῦ Μαρτίου. Οἱ προηγούμενοι μῆνες Ἰανουάριος, Φεβρουάριος καὶ Μάρτιος κατηνάλωσαν τὸ περίσσευμα τοῦ 1888. Αἱ 501,000, αἱ προστεθεῖσαι εἰς τὴν κατανάλωσιν τοῦ 1888, κατηναλώθησαν ἐντὸς τοῦ 1889, ὅτε δὲν ἐγένετο ἡ προμήθεια· ἀλλ’ ἡ δαπάνη αὕτη βαρύνει τὴν χρῆσιν τοῦ 1888, καίτοι ἡ διάθεσις τοῦ ποσοῦ ἐγένετο κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1889.
§89Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ ἦτο τὸ φυσικὸν, ἀλλὰ παρετήρησα, ὅτι κατὰ τὸ 1886 ἐδαπανήθησαν μόνον 1,349,561, εἰ καὶ τότε ἐγένετο μεγάλη προμήθεια πετρελαίου, ὥστε κατὰ τὸ 1887 ἤρκεσε δαπάνη μόνον δραχμῶν 856,244:79, καὶ ὅτι διὰ τὸ 1888 ζητεῖται πίστωσις 1,929,000, ἤτοι 579,438: 36 πλέον τῶν κατὰ τὸ 1885 δαπανηθέντων. Ἐπὶ τῶν ποσοστῶν τῆς ὁδοποιΐας παρατηρῶ, ὅτι κατὰ σειρὰν ἐτῶν 1886, 1887, 1888 ἀνεγράφοντο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ποσὰ ἀποδοτέα εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δραχ. 4,000,000. Καὶ κατὰ μὲν τὸ 1886 ἡ ἀναγραφὴ τοσούτου μόνον ποσοῦ ἦτο ἐνδεδειγμένη ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1887 ἡ ἀναγραφὴ τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ ἦτο ἀδικαιολόγητος, διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ηὔξησαν οἱ φόροι, ἑπομένως τὰ ποσοστὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἔμελον νὰ ἦναι ἀνώτερα τῶν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καὶ ποσὸν 4,000,000 ἀναγραφόμενον ἤθελεν εἶσθαι ὀλιγώτερον τοῦ ἀληθοῦς. Τοῦτο ἐφείλκυσε τὴν προσοχήν μου, ὡς εἰκὸς, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν γενομένην κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσπράττει τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ εἰσπράττον ἀποδίδει αὐτά. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 εἶχεν ἀναγραφῆ πίστωσις δραχμῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, ὅπως ταῦτα πληρωθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἐξ αὐτῶν δ’ ἐπληρώθησαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1888 δραχμαὶ 4,007,570:78, ἀλλὰ τάχα μόνον τοσαύτη εἶναι ἡ εἰσφορά, τὴν ὁποίαν εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον ὡς φόρους τῆς ὁδοποιΐας καὶ ὀφείλει ν’ ἀποδώσῃ; Μήπως εἰσέπραξε περισσότερα καὶ δὲν ἐζήτησεν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν;» Ἀλλὰ καὶ ἄλλο συνέβη περίεργον, ὅτι κατὰ Νοέμβριον μῆνα ἐδημοσιεύθη ὁ πίναξ τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερούντων ἐσόδων τοῦ Δημοσίου τῆς χρήσεως τοῦ 1887 μέχρι τέλους τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1888, ἐνῷ δὲ κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον ἐβεβαιώθη, ὅτι μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1888 εἶχον ἀποδοθῆ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 4,007,570:78, ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ 1887, ὁ ὁποῖος συνετάχθη πολλῷ βραδύτερον, σημειοῦται, ὅτι ἀπεδόθησαν μόνον 3,936,892:26. Οὕτως, ἐνῷ κατὰ τὸ ἀπὸ Ἰανουαρίου 1887 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1888 διάστημα τῶν 21 μηνῶν ἐπληρώθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 4,007,570:78, καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ἤτοι κατὰ τοὺς 22 μῆνας, ἐπληρώθησαν μόνον 3,936,892:26. Καὶ ἐνῷ οὕτως ἔχουσιν αἱ πληροφορίαι αὗται αἱ ἐπίσημοι, ὁ κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1889 δημοσιευθεὶς πίναξ τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερούντων ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1888, κατὰ τὸ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1888 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1889 διάστημα, ἀναφέρει προσέτι, ὅτι ἐπληρώθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ποσοστὰ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 δραχμαὶ 753,148.
§90ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς ὑπόλοιπα.
§91ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖα ὑπόλοιπα; Ὁ δημοσιευθεὶς πίναξ τῶν ἐξόδων διαιρεῖται εἰς δύο κεφάλαια, εἰς πληρωμὴν ἐξόδων τακτικῶν, καὶ εἰς πληρωμὴν ἐξόδων ἐκτάκτων, σημειοῖ δὲ ὡς ἔκτακτον ἔξοδον πληρωμὴν δραχμῶν 753,148, γενομένην διὰ ποσοστὰ ὁδοποιΐας τοῦ 1887. Μήπως τὸ πρᾶγμα συνδέεται μὲ τὰς γενομένας ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις περὶ ἰσοζυγίου τοῦ 1887; Βεβαίως, ἐν ὅσῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δώσῃ ἑτέρας πληροφορίας, διαφωτιζούσας τὴν ὑπόθεσιν, ἀναγκαζόμεθα νὰ ὑπολάβωμεν, ὅτι ὑπάρχει μεταβίβασις τῶν δαπανῶν ἀπὸ τοῦ 1887 εἰς τὰς δαπάνας τοῦ 1888, ἵνα μειωθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Ἀλλ’ αἱ μεταβιβάσεις, αἱ ἀνακρίβειαι, αἱ ἀντιφάσεις εἰς ἐπισήμους πληροφορίας, ἐὰν πρόκηται περὶ γνωμῶν καὶ λόγων καὶ θεωριῶν, δύνανται διά τινος δικαιολογίας νὰ γίνωνται ἀνεκταί· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἀριθμῶν, εἶναι ἄπορον, πῶς δύνανται νὰ ὑπάρχωσι ἐπίσημοι πληροφορίαι, ὧν ἡ μία ἀναιρεῖ τὴν ἄλλην. Καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τὸ καθῆκον νὰ ἐλέγχωμεν, πρέπει νὰ προσέχωμεν, ἵνα μὴ παρασυρώμεθα ἀπὸ τοιαῦτα κατασκευάσματα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ πασῶν τῶν ἀποριῶν τούτων, πλὴν τῆς πρώτης, τῆς ἀναγομένης εἰς τὰ ποσοστὰ τῶν εἰσπράξεων, νὰ μᾶς δώσῃ τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐδώσαμεν ἀπαντήσεις· τὸ Διάταγμα εἶναι δεδημοσιευμένον ἐν τῷ τεύχει. Ὡς πρὸς τὰ τοῦ πετρελαίου, θὰ προσαγάγω τὸν πίνακα τῶν προμηθειῶν, ἐξ οὗ θὰ φανῇ ποῖον εἶναι τὸ ἀπόθεμα.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ φέρητε καὶ τὰς πληροφορίας περὶ ὁδοποιΐας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§94ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πλὴν τῶν ὅσων ἐζήτησεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ πληροφορίαν τινὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πίστωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐκτὸς τῶν πινάκων τῶν πιστώσεων ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ σημείωσιν τῶν στρατιωτικῶν καταστημάτων, ἅτινα κατεσκευάσθησαν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι σήμερον δυνάμει τοῦ νόμου ᾼΛʹ.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ὅλα δεδημοσιευμένα ἐν τῷ πίνακι, τῷ δημοσιευθέντι ἐν ἀρχῇ τῆς Συνόδου ταύτης.
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τῶν κατὰ τὸ 1888 πληρωθέντων ποσοστῶν εἰσπράξεων δι’ ἕκαστον φόρον, δι’ ὃν πληρόνονται τοιαῦτα, ὅπως ἴδωμεν ἐπὶ τίνων ἐγένετο ἡ ὑπέρβασις.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 7,760.
§98ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῦ βασιζόμενος χαρακτηρίζει ὡς ἔκτακτον τὴν πίστωσιν διὰ μισθοὺς διδακτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Σχολείου τῶν Τεχνῶν, ἀφοῦ τοῦτο ἔχει ἰδιαίτερον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888.
§99ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ὁ ἀφορῶν εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Σχολείου τῶν Τεχνῶν, οἵτινες δὲν περιελαμβάνοντο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ οἵτινες, ἐνῷ ἐδίδαξαν, δὲν ἐπληρόνοντο· περὶ τούτου μάλιστα τοῦ θέματος εἶχεν ὁμιλήσει ἐπανειλημμένως καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Μισυρλῆς.
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ πιστώσεις δὲν βασίζονται ἐπὶ τῆς γνώμης μήτε τοῦ Βουλευτοῦ μήτε τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου. Ἡμεῖς ζητοῦμεν, δυνάμει τίνος διατάξεως τοῦ Λογιστικοῦ νόμου ἐζητήσατε νὰ λάβητε πίστωσιν ἔκτακτον διὰ πληρωμὴν δαπάνης, μὴ παρανόμου μὲν καὶ συμφώνου πρὸς νόμον ψηφισθέντα παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχε πίστωσις. Ἡ δικαιολόγησις, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δύναται, ἂν παραδεχθῶμεν αὐτὴν ὡς ὀρθήν, νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πληρωμὴν δαπανῶν, μὴ ἐπιτρεπομένων ὑπὸ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου. Οἱαδήποτε δαπάνη δύναται τότε νὰ πληρωθῇ δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως, κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐννοεῖ ὁ Λογιστικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει ἔκτακτον πίστωσιν μόνον δι’ ἀνάγκην ἀπρόβλεπτον.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι οὐσιαστικόν, δὲν εἶναι τυπικόν, διότι τυπικῶς ἡ πίστωσις ἔχει καλῶς· εἶναι πίστωσις ἔκτακτος δι’ ἀπρόβλεπτον ἀνάγκην. Τὸ ἀπρόβλεπτον τῆς ἀνάγκης χαρακτηρίζει τὴν πίστωσιν ὡς ἔκτακτον. Τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον ὑμεῖς θεωρεῖτε σφαλερόν. Ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ νόμου, μὴ ψηφισθείσης συνάμα πιστώσεως, ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκον, νὰ προνοήσῃ περὶ πιστώσεως διὰ Β. Διατάγματος, διότι δὲν προέκειτο περὶ νόμου κειμένου, ὅτε συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμός. Ἐὰν περὶ τοιούτου νόμου προέκειτο, ἡ μὴ συμπερίληψις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεως θὰ ἐδείκνυε τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ γένηται ἡ δαπάνη· ἀλλ’ εἶχεν ἤδη ψηφισθῆ ὁ Προϋπολογισμός, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐθεώρησε τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ὡς ἐνδεικνύουσαν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, ἐπαγομένης τὴν διὰ Β. Διατάγματος χορήγησιν πιστώσεως.
§102Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλην γνώμην· ὑπάρχει ὅμως ἄλλο τι, ἡ κατάχρησις, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, νὰ προκαλῇ Διάταγμα περὶ πιστώσεως ἐκτάκτου διὰ δαπάνην, τὴν ὁποίαν δὲν περιέλαβεν ὁ Προϋπολογισμός, οὐχὶ διότι δὲν προεβλέπετο, ἀλλὰ διότι δὲν ἠθέλησαν οἱ συντάξαντες αὐτὸν νὰ τὴν περιλάβωσιν ἐν αὐτῷ. Ἀληθῶς, ὅταν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ περιλάβῃ διάταξιν ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ, χορηγοῦσαν τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, ὅπως αὐτοὶ οἱ ἐνεστῶτες Ὑπουργοὶ πολλάκις ἔπραξαν καὶ ἐν τῷ νόμῳ περὶ φόρου οἰνοπνευμάτων καὶ ἐν ἄλλοις νόμοις. Τοῦτο ἐζήτησε ὁ καὶ συνάδελφός μου Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης νὰ ἐξελέγξῃ, διότι, ἐὰν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἐλάμβανε τὴν ὀφειλομένην πρόνοιαν, ἤθελεν ἀποφύγει τὰ νῦν γενόμενα.
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ Λογιστικὸς νόμος δὲν ἐπιτρέπει τὴν χορήγησιν ἐκτάκτων πιστώσεων, ἀναφερομένων εἰς κεφάλαιον ἢ ἄρθρον, περιεχόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Κεφάλαιον δαπάνης, ἀφορώσης τὴν Σχολὴν τῶν Τεχνῶν, ὑπάρχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἑπομένως ἡ δι’ αὐτὴν δαπάνη εἶναι δαπάνη προβλεπομένη. Δὲν πρόκειται περὶ οὐσιαστικοῦ ζητήματος, διότι τοῦτο ἐλύθη διὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς πέρυσιν, ἀλλὰ περὶ ζητήματος τάξεως, τόσον σπουδαίου, ὅσον καὶ τὸ οὐσιαστικόν. Ἡ τάξις δὲ, ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου καθοριζομένη, βεβαίως παραβιάζεται διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης, ὅπως καὶ διὰ πολλῶν ἄλλων πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1889. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ἐκ δραχμῶν 966,535:17.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προβάλλεται νῦν εἰς συζήτησιν, ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς πίστωσις δραχμῶν 996,537:17, διανεμομένων εἰς διάφορα Ὑπουργεῖα. Ἐκ τῆς πιστώσεως ζητεῖται ποσὸν δραχμῶν 170,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὸ κεφάλαιον 13, «πληρωτέα ὑπόλοιπα τῆς χρήσεως τοῦ 1886». Καὶ ἐνταῦθα ὑπάρχει τὸ αὐτὸ λάθος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ προηγουμένῳ Διατάγματι, διότι ἐν τῷ κεφαλαίῳ 13 δὲν ὑπάρχει δεύτερον ἄρθρον, ἀλλὰ μόνον ἕν.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ κεφάλαιον 13 ἔχει ἄρθρον πρόσθετον.
§107ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Διάταγμα δὲν τὸ λέγει.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη. Ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐκτάκτου δαπάνης, προστίθεται κεφάλαιον ἢ ἄρθρον ἴδιον ἐν προστεθειμένῳ ἤδη κεφαλαίῳ. Ἔπρεπε δὲ νὰ τεθῇ ἄρθρον ἴδιον ἐν τῷ ὑπάρχοντι κεφαλαίῳ, διότι τὰ πληρωτέα ὑπόλοιπα ἀνήκουσιν εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις, ἀνήκουσιν ὅμως ἐν κατηγορίᾳ ἰδίᾳ, περὶ ἧς δὲν εἶχε προνοήσει ὁ Προϋπολογισμός.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται δυνάμει τοῦ περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, εἴτε περὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων πρόκειται ἐν αὐτοῖς, εἴτε περὶ ἐκτάκτων, δὲν ἐπιτρέπουσι μόνον τὴν προσθήκην τῆς χορηγουμένης πιστώσεως εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ περιέχουσι καὶ διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας διαῤῥυθμίζεται ἡ κατανομὴ τῶν πιστώσεων τούτων κατὰ κεφάλαιον καὶ κατ’ ἄρθρον. Ἐπειδὴ δὲ τὸ κεφάλαιον 13 δὲν εἶχεν εἰμὴ ἓν ἄρθρον, μοναδικόν, ἐπρόκειτο δὲ νὰ διαταχθῇ νὰ προστεθῇ καὶ δεύτερον ἄρθρον, τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη ἡ πίστωσις, ἔπρεπε νὰ περιέχῃ τὴν ῥῆσιν, ὅτι προστίθεται καὶ ἄρθρον δεύτερον.
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ κατανομὴ γίνεται ἐπὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, διότι αὗται σχετίζονται πρὸς ὑπάρχον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον. Προκειμένου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως, θέλει πάντως ἀναγραφῆ αὕτη ἐν προσθέτῳ κεφαλαίῳ ἢ ἐν νέῳ ἄρθρῳ προστεθειμένου ἤδη κεφαλαίου.
§111ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκτὸς τούτου ἀνεζήτησα νὰ ἴδω, ἐὰν ἡ πίστωσις αὕτη διετέθη ὅλη. Εὗρον δὲ, ὅτι ἡ πίστωσις ἐκείνη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 συνίστατο ἐκ δραχ. 344,070:50, ὅτι ἐξ αὐτῶν ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν δραχ. 291,747:22, καὶ ὅτι τὸ ὑπόλοιπον εἶναι 42,323, ἐνῷ ζητεῖται πίστωσις 170,000, ἤτοι ποσὸν ὑπέρτερον τοῦ ὑπολοίπου ἐκείνου.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ πιστώσεις δι’ ὀφειλὰς ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων στηρίζονται εἰς ὀνομαστικοὺς καταλόγους, συντασσομένους κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου διαγραφόμενα· τῶν δὲ πιστώσεων ἡ διάθεσις δὲν ἐπιτρέπεται ἀδιακρίτως εἰς ἐξόφλησιν πάσης ὀφειλῆς ἐκ κεκλεισμένης χρήσεως, ἀλλὰ μόνον πρὸς ἐξόφλησιν ὀφειλῶν κατονομαζομένων ἐν τοῖς καταλόγοις.
§113ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 66 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκδίδῃ Διάταγμα πρὸς πληρωμὴν ὑπολοίπων καθ’ ὑπέρβασιν τῶν κεφαλαίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνάγεται ἡ δαπάνη.
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπομεν, ὅτι τὰ ἄρθρα καὶ τὰ κεφάλαια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνάγεται ἡ πληρωμὴ αὕτη, θέλουσι γνωσθῆ ἐκ τοῦ πίνακος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὁρίζομεν τὸ ποσὸν ἐν συνόλῳ, ὡς ἀναγράφεται ἐνταῦθα, εἰς 170,000 δραχμῶν. Αἱ 170,000 δραχμῶν εἶναι τὸ ἄθροισμα τῶν πληρωτέων ὑπολοίπων παρελθουσῶν χρήσεων.
§115ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τίνων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων;
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δεικνύει ὁ πίναξ.
§117ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῦ εἶναι ὁ πίναξ;
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησις, ἣν ποιεῖσθε, εἶναι, ὅτι κακῶς ἀναγράφεται ἐνταῦθα ἡ πίστωσις· ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι καλῶς ἀναγράφεται. Ἀλλὰ τώρα θέλετε νὰ μάθητε ἐκ ποίων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων πηγάζουσι τὰ πληρωτέα ταῦτα ὑπόλοιπα. Τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τοῦ πίνακος. Ἐὰν θέλητε τὸν πίνακα, βεβαίως, εὐθὺς ὡς ζητήσητε αὐτὸν, θέλομεν τὸν προσαγάγει. Ἀλλὰ καλῶς ἀναγράφεται ἐνταῦθα ἡ πίστωσις, διότι εὐθὺς ὡς πρόκειται περὶ κληρωτῶν τοῦ παρελθόντος, ἡ πίστωσις ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ τρέχοντος ἔτους ὑπὸ τὸ κεφάλαιον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Τοῦτο ὁρίζει ῥητῶς ὁ Λογιστικὸς νόμος. Ἀδιάφορον εἰς ποῖον κεφάλαιον καὶ εἰς ποῖον ἄρθρον ἀνῆκον αἱ πιστώσεις ἐν τῷ παρελθόντι· ἐν τῷ παρόντι πρέπει νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων.
§119ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ αἱ δαπάναι αὗται ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν ἀνάγονται εἰς κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, τὰ δὲ ὑπόλοιπα, τὰ ὁποῖα λαμβάνετε, δέον νὰ ἦναι ὑπόλοιπα ὁμοειδῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἠμπορεῖτε δὲ νὰ λάβητε τὰ ὑπόλοιπα ἐκ τοῦ ὅλου τοῦ ὑπολοίπου τῆς δαπάνης. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ δώσητε σημείωσιν, εἰς ποίας ἀνάγκας ἐδαπανήθησαν αἱ 170,000 δραχμῶν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος πιστώσεως, προσέτι δὲ νὰ ὁρίσητε τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνάγονται. Αὐτὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ τὰ ζητήσωμεν, διότι ἔπρεπεν ἀναποφεύκτως νὰ ὑποβληθῶσι.
§120ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύγχυσις προέρχεται, διότι τὰ ὑπόλοιπα τὰ ἀναγράφετε ὑπὸ ἓν κεφάλαιον ὡς κεκλεισμένας χρήσεις, ἐνῷ ὅλα τὰ ἔξοδα διαιροῦνται εἰς κεφάλαια κατ’ ἄρθρα καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ μεταφορὰ τῆς δαπάνης ἀπὸ ἄρθρου εἰς ἄρθρον. Δύνασθε μὲν νὰ μεταφέρητε τὰ ὑπόλοιπα, ἀλλὰ μὲ ὑποδιαίρεσιν εἰς ἄρθρα, καὶ τότε οὐδεμία σύγχυσις ἐπέρχεται, διότι ὁ Λογιστικὸς νόμος δὲν λέγει, ὅτι συλλήβδην καταγράφονται· πρέπει νὰ βλέπῃ πάντοτε ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ἀπὸ τὸ δεῖνα ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπερίσσευσαν τόσαι δραχμαὶ, ὄχι ὅμως νὰ ἑνόνωνται μὲ ἄλλα κεφάλαια.
§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ τρέχοντος ἔτους ἀναγράφονται τὰ πληρωτέα ὑπόλοιπα ἐκ τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τῶν προηγουμένων χρήσεων. Ταῦτα πληρόνονται εἰς λογαριασμὸν τοῦ οἰκείου ὑπολοίπου, ἀναγράφονται δὲ συλλήβδην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ τρέχοντος ἔτους ὑπὸ ἴδιον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον.
§122ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Λογιστικὸς νόμος ὁμιλεῖ περὶ ἑκάστης δαπάνης.
§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμιλεῖ εἰδικῶς περὶ πληρωτέων ὑπολοίπων.
§124Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξακολουθῶ τὰς ἐρωτήσεις μου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ζητεῖται ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δραχμῶν 100,000 δι’ ἀντίτιμον γαιανθράκων. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889 εὗρον, ὅτι εἶχε χορηγηθῆ πίστωσις 250,000 δρ. δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων. Φαίνεται, ὅτι αἱ 250,000 δὲν ἤρκεσαν, καὶ ζητεῖται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις 100 ἀκόμη χιλιάδων. Ἑπομένως ἡ δαπάνη θέλει ἀνέλθει εἰς 350,000. Ἐὰν τὸ ποσὸν αὐτὸ παραβάλητε μὲ τὴν δαπάνην τὴν γενομένην δι’ ἀγορὰν γαιανθράκων κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι διαφορὰ τεραστία. Καὶ ἐν πρώτοις κατὰ τὸ 1885, ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἦτο ἐν ἐπιστρατεύσει, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε κίνησις τοῦ στρατοῦ, γινομένη διὰ τοῦ στόλου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ στόλος διετέλει ἐν διαρκεῖ κινήσει, ἐδαπανήθησαν δρ. 281,818:75, πλὴν τῶν δαπανηθεισῶν εἰς προμήθειαν γαιανθράκων πρὸς ἀποθήκευσιν. Κατὰ τὸ 1887 ἐδαπανήθησαν μόνον 139,875:36. Καὶ κατὰ τὸ 1886, κατὰ τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ ἀποστράτευσις καὶ μετηνέχθη τοσοῦτος στρατὸς διὰ τῶν ἀτμοπλοίων τοῦ στόλου, ἐδαπανήθησαν μόνον 175,499:80. Βεβαίως, ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ ὅτι ἔφαγον τοὺς γαιάνθρακας οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι, διότι δὲν τρώγονται οἱ γαιάνθρακες, οὔτε ἐννοῶ ὅτι ὑπῆρξε κατάχρησις, ἀλλ’ ὅτι ὑπῆρξε σπατάλη ἀνήκουστος. Κίνησις πλοίων ἄνευ ἀνάγκης, πρὸς τέρψιν, πρὸς διασκέδασιν, κίνησις καθημερινὴ, ἡ ὁποία ἐπήνεγκε τὴν κατανάλωσιν τῶν γαιανθράκων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, τυγχάνων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, Πρωθυπουργοῦ ὄντος τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τοῦ κ. Μπούμπουλη, ἔῤῥηξε φωνὴν ἀπὸ τοῦ βήματος, παριστῶν τὴν μεγάλην σπατάλην, ἥτις ἐγένετο ἕνεκα τῆς καταναλώσεως γαιανθράκων ὑπὸ τῆς «Ἀμφιτρίτης». Καὶ ἠπείλει τότε, ὅτι θέλει ἀφαιρέσει τὴν «Ἀμφιτρίτην» ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς ἣν διετέλει. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ «Ἀμφιτρίτης», πρόκειται περὶ πασῶν τῶν ἀτμακάτων καὶ πρὸ πάντων τῶν τορπιλλοθετῶν, οἱ ὁποῖοί εἰσιν εἰς ἀέναον κίνησιν πρὸς τέρψιν. Νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν αἱ ἐλαττώσεις τῶν φόρων δὲν ἐπιτρέπονται ἀπὸ τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ Κράτους, καθ’ ὅν, ὅταν ἐνέκρινε νὰ προβῇ εἴς τινας ἐλαττώσεις 400,000 δραχμῶν, ἐζήτησεν ἀμέσως ἀντάλλαγμα διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ κατὰ μίαν δραχμὴν καὶ 20 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν Δὲν εἶναι τάχα δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν τὰ ἀνταλλάγματα ἐλαττώσεων τοιούτων ἐν τῇ περιστολῇ οὐχὶ τῶν δαπανῶν, ἀλλὰ τῆς σπατάλης;
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῶν ναύλων Ἀγγλίας καὶ τῶν ἐν τοῖς ἀνθρακωρυχείοις συμβασῶν ἀπεργιῶν, ἡ τιμὴ τῶν γαιανθράκων ἐδιπλασιάσθη σχεδὸν, συνεπῶς δὲ αἱ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος γενόμεναι προμήθειαι διὰ δημοπρασίας ἐπληρώθησαν πρὸς δρ. 47 καὶ 72/00, ἤτοι πρὸς σελίνια 23 καὶ 5 δηνάρια.
§126ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ προμήθεια ποῦ ἐγένετο;
§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ζητήσητε πληροφορίας, θέλω τὰς προσαγάγει.
§128ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μᾶς δώσητε πίνακα τοῦ ποσοῦ τῶν τόννων τῶν γαιανθράκων, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε ἐν ταῖς ἀποθήκαις, καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν τόννων, οἱ ὁποῖοι κατηναλώθησαν ἐφέτος, τῆς τιμῆς αὐτῶν καὶ τοῦ τόπου, ἔνθα ἐγένετο ἡ προμήθεια αὕτη, ἐν Ἀθήναις, ἐν Πειραιεῖ ἢ κατὰ παραγγελίαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ ἐν τίνι πόλει. Κατὰ τὸ 1888 δὲν ἤρκεσαν αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ μονοπωλείου τοῦ πετρελαίου, καὶ ἀνεβιβάσθησαν εἰς 1,929,000, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι τὰς προμηθείας τοῦ 1888 θέλομεν καταναλώσει κατὰ τὸ 1889. Τώρα ζητεῖται πίστωσις ἀναπληρωματικὴ καὶ διὰ τὸ 1889 δι’ ἔξοδα πετρελαίου δρ. 110,000. Ἑπομένως ἀναβιβάζεται τὸ ἔξοδον εἰς 1,547,126. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μᾶς δοθῇ σημείωσις καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ πετρελαίου, τοῦ ὁποίου ἐγένετο προμήθεια κατὰ τὸ 1889. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ζητεῖται πίστωσις 85,885 δραχ. ὑπὸ ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 13, ἄρθρον 2, «πληρωτέα ὑπόλοιπα τοῦ 1886». Πρέπει νὰ προσδιορισθῇ καὶ ἐπὶ ταύτης τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνάγονται αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι θέλουσι πληρωθῆ διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 85,885.
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας ἀνακοινῶ τὸ ἄρθρον τοῦ Λογιστικοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Οἱ Ὑπουργοί, ἐκδίδοντες ἐντάλματα ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως διὰ λογαριασμὸν τῶν κλεισθεισῶν, ὀφείλουσι νὰ μὴ ὑπερβαίνωσι τὰς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον πιστώσεις, αἵτινες ἠκυρώθησαν μὲν διὰ τοῦ περὶ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως νόμου, ἀφορῶσι δὲ τὰ κατὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως γνωστὰ πληρωτέα ὑπόλοιπα.» Ἕως ἐδῶ εἶναι σύμφωνος ὁ Λογιστικὸς νόμος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλ’ ἕπεται ἄλλη παράγραφος, κυροῦσα τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐντάλματα ταῦτα ἐκδίδονται ἐπὶ εἰδικοῦ κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἑκάστου Ὑπουργείου». Εἴπετε ὅτι πρέπει κατὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον νὰ ἀνάγωνται εἰς τὰ οἰκεῖα κεφάλαια καὶ ἄρθρα.
§130ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ, διότι εἶναι ἀδύνατον, ἀφοῦ εἶναι κεκλεισμέναι αἱ χρήσεις, νὰ ἀνάγωνται.
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπετε ὅτι πρέπει νὰ διακρίνωνται οἱ ἀριθμοὶ τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν ἄρθρων, καὶ εἰς τοῦτο ἀπήντησα, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ γίνεται συλλήβδην, ὁ δ’ ὁρισμὸς τοῦ νόμου, ὅτι ἀναγράφονται ἐν εἰδικῷ κεφαλαίῳ, εἶναι ταὐτόσημος τοῦ συλλήβδην· ἡ περίληψις ὅλων ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ εἶναι συλλήβδην ἐγγραφή.
§132ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Διατάγματος, τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὴν πίστωσιν, τὴν καταλογιζομένην ὑπὸ τὸ ἄρθρον 10, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν δαπάνῃ ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν». Μᾶς ἐπρότεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεταφερθῇ ἡ πίστωσις ἡ ἀναπληρωματικὴ ἐντεῦθεν εἰς ἑτέραν πίστωσιν ἔκτακτον. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὸ ζήτημα, ἐκφράζεται ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἐκ δραχμῶν 50 χιλιάδων πίστωσις, ἡ διὰ Διατάγματος χορηγηθεῖσα, δέον νὰ διαγραφῇ ἐντεῦθεν καὶ ψηφισθῇ μετὰ τῆς κατόπιν ἐκτάκτου πιστώσεως». Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡμεῖς ἐνταῦθα εἴμεθα Βουλὴ, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ἐγκρίνῃ τὰς πιστώσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὰς στηριζομένας ἐπὶ Διαταγμάτων, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἵνα χαρακτηρίσωμεν ἢ μεταβάλωμεν τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος, καὶ ψευδῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὡς ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, εἶναι ἔκτακτος. Ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι ποσῶς ἔκτακτος, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, διὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ἀνάγκας, τὰς μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χορηγοῦνται ἔκτακτοι πιστώσεις· τὰς μὴ προβλεφθείσας, λέγει ὁ νόμος· ἀλλὰ κατὰ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, πρόκειται περὶ ἀνάγκης προβλεφθείσης, ἀλλὰ μὴ ἐπαρκῶς προβλεφθείσης.
§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μηδόλως προβλεφθείσης.
§134ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Οὕτω λέγει τὸ Διάταγμά σας. Νομίζω, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη δὲν εἶναι οὔτε ἔκτακτος, οὔτε ἀναπληρωματικὴ, ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ, καὶ νὰ ἐκδοθῇ νέον Διάταγμα, πρὸς χαρακτηρισμὸν αὐτῆς. Ἂν θελήσωμεν νὰ τὴν χαρακτηρίσωμεν ὡς ἀναπληρωματικὴν, τί λέγει τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου; ὅτι διὰ μόνας τὰς δαπάνας τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων προβλεφθείσας καὶ ῥητῶς ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ τῶν ἐξόδων κατονομασθείσας. Ἀλλ’ ὁ ἐνιαύσιος νόμος, ἤτοι ὁ Προϋπολογισμὸς, μόνον προέβλεψε περὶ τροφοδοσίας καὶ μετακινήσεως στρατοῦ· καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ὅτε εἶδεν, ὅτι πράγματι δὲν ἐστηρίζετο ἡ πίστωσις αὕτη, ἀτόπως χαρακτηρισθεῖσα, ἐζήτησε τὴν μεταφορὰν αὐτῆς εἰς τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀνωμαλίας ταύτης, ἐζητήθη καὶ πίστωσις διὰ θέσιν μὴ νενομοθετημένην, διότι ὁ νόμος ΑΛΖʹ ἐν ἄρθρῳ 31, εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἡ πίστωσις καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηρίχθη καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πίστωσιν λέγει ὅτι, «ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ ἀξιωματικοὺς ἀλλοδαποὺς διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ». Οἱ κληθέντες ὅμως ἀξιωματικοὶ δὲν ἐκλήθησαν διὰ τοιοῦτον σκοπόν. Ἂν τυχὸν πρόκηται περὶ ἐργασίας καθαρῶς στρατιωτικῆς, πρέπει νὰ ζητηθῇ ἰδιαιτέρα πίστωσις περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ καταστρώσεως τοῦ κτηματολογικοῦ χάρτου. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ ψήφισις τῆς πιστώσεως δέον νὰ ἀναβληθῇ, διότι οὔτε ἀναπληρωματικὴ πίστωσις εἶναι, καθὼς ὀρθῶς παρετήρησεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἔκτακτος, διότι πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ἔκτακτον πίστωσιν πρὸς δημιουργίαν θέσεως μὴ εἰσέτι νενομοθετημένης, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 31, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ Κυβέρνησις, ἀφορᾷ εἰς ἀξιωματικοὺς πρὸς ἐκγύμνασιν τοῦ στρατοῦ, οὐδὲν δὲ τὸ ἔκτακτον εἶχεν ἡ τοιαύτη ἐργασία, καὶ διότι προσέτι ἡ πίστωσις αὕτη ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα οὐχὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν.
§135ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη δὲν εἶναι πίστωσις ἀναπληρωματικὴ, διότι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κεφάλαιον, προβλέπον περὶ τοιαύτης ὑπηρεσίας. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι τοῦτο: ἠδύνατο ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δύναται ἤδη ἡ Κυβέρνησις, τὴν πίστωσιν αὐτὴν, τὴν εἰσαχθεῖσαν ὡς ἀναπληρωματικὴν, νὰ ζητήσῃ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ ἤδη ὡς ἔκτακτον, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῆς ὡς τοιαύτης; Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι τακτικὸν τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἁρμοδία νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πίστωσιν, καὶ δὲν ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν προσηκόντως, ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν τὸν δέοντα χαρακτηρισμὸν διὰ νέου Διατάγματος. Ἀλλ’ ἐξεταστέον, εἶναι κατ’ οὐσίαν ἔκτακτος ἡ πίστωσις, περὶ ἧς πρόκειται; Ἔλεγε χθὲς ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅτι, ἂν ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θέλετε πεισθῆ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως. Δὲν εἶχον πρόχειρον χθὲς τὴν ἔκθεσιν ταύτην, σήμερον τὴν ἔχω καὶ ἀναγινώσκω αὐτὴν, ἵνα ἴδω, ἂν ἐξ αὐτῆς δύναται, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως. Τί ἀναγινώσκω; ὅτι ὁ Ὑπουργὸς πρὸς ἐκτέλεσιν ἄρθρου τινὸς τοῦ νόμου, οὗ ἡ ἔννοια εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ προλαλήσας ἀνέφερε, προσεκάλεσεν ἀξιωματικοὺς ξένους διὰ γεωδαισιακὴν ὑπηρεσίαν. Ὡμολόγει πρότερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔκτακτος πίστωσις σημαίνει ἱκανοποίησιν ἐκτάκτου καὶ κατεπειγούσης ἀνάγκης, ἀλλὰ προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἔκτακτος καὶ κατεπείγουσα ἀνάγκη, περὶ τῆς ὁποίας δὲν προέβλεψεν ὁ Προϋπολογισμός; Ποῦ εἶναι ἡ κατεπείγουσα καὶ ἔκτακτος ἀνάγκη; Οὐδαμοῦ τὴν βλέπω. Ἀπορῶ λοιπὸν, πῶς ὑπεστήριξεν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐπείσθη, ὅτι εἶναι ἔκτακτος καὶ κατεπείγουσα ἡ ἀνάγκη, ἐδέχθη καὶ αὐτὸς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, νὰ ὀνομάσουν τὴν πίστωσιν ἔκτακτον. Κατὰ τί, Κύριοι, ἤθελε ζημιωθῆ τὸ Κράτος, ἂν ἡ πρόσκλησις τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων ἐγίνετο ὀλίγους μῆνας βραδύτερον; Ἂν αἱ γεωδαισιακαὶ αὗται ἐργασίαι ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη δὲν ἐμελετήθησαν, τί ἔβλαπτεν, ἂν ἡ μελέτη αὐτῶν ἀνεβάλλετο ἐπί τινας μῆνας εἰσέτι; Λοιπὸν οὔτε ἀναπληρωματικὴν δύνασθε νὰ τὴν ὀνομάσητε, οὔτε ἔκτακτον, διότι οὐδὲν ἔχει τὸ κατεπεῖγον καὶ τὸ ἔκτακτον ἡ ἱκανοποίησις τῆς ἀνάγκης, δι’ ἣν ἡ δαπάνη ἐγένετο.
§136ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προλαλήσας ἀξιοῖ, πάντες νὰ ἐκτιμῶσι τὰ πράγματα κατὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ἔχει. Εὑρίσκει ὁ προαγορεύσας, ὅτι δὲν ἔχει τίποτε τὸ κατεπεῖγον ἡ πρόσκλησις τῶν ἀξιωματικῶν.
§137ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει τίποτε τὸ κατεπεῖγον.
§138ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν γνώμην ὅμως αὐτὴν δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἄλλως ἐξετίμα τὰ πράγματα, πρὸς τὴν γνώμην δὲ ταύτην προσεχώρησε καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἔκρινεν ὡς ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ δημοσίου συμφέροντος τὴν πρόσκλησιν τῶν ἀξιωματικῶν ἐντὸς τοῦ 1889, ἵνα ἄρξωνται τῶν μελετῶν αὐτῶν, διὰ νὰ μὴ ἀπολεσθῇ ἓν ἔτος ἀκόμη. Ἑπομένως, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἡ πρόσκλησις τῶν ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν πρὸς ἐκτέλεσιν γεωδαισιακῶν μελετῶν ἦτο κατεπείγουσα. Ἅμα δὲ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θὰ εὕρῃ ὅτι ἡ πρόσκλησις τῶν ἀξιωματικῶν ἐπεβάλλετο καὶ ὅτι ἡ ἐκ ταύτης ἐπαγομένη δαπάνη χαρακτηριστέα ἔκτακτος.
§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει ἓν δίλημμα· ἢ ἡ πίστωσις αὕτη ἀναφέρεται εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς ἀξιωματικοὺς, καὶ τότε δύναται νὰ δοθῇ, ἔστω καὶ βεβιασμένως, ἡ ἑρμηνεία εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἢ δὲν ἀναφέρεται.
§140ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ποῦ ἀναφέρεται λοιπόν;
§141ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂν ἀναφέρεται, τότε εἶναι ἀναπληρωματικὴ, ἀλλὰ τοιαύτη δὲν εἶναι, διότι δὲν ὑπάρχει ἀναγραφὴ οὐδεμιᾶς δαπάνης, ἑπομένως ποῦ στηρίζεσθε καὶ τὴν ἀναγράφετε ὡς ἔκτακτον;
§142ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅ,τι προβλέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου δὲν προβλέπεται καὶ ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ δὲ Λογιστικὸς νόμος, ὁμιλῶν περὶ προνοίας, ἐννοεῖ τὴν πρόνοιαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, οὐχὶ ἐν τῷ νόμῳ. Ἡ πρόνοια ἐν τῷ νόμῳ εἶναι ἡ πρόσθετος δικαιολόγησις τῆς πιστώσεως, τῆς διὰ Διατάγματος χορηγηθείσης, διότι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀνοίξῃ πίστωσιν διὰ Β. Διατάγματος, ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ περὶ δαπάνης μὴ προβλεφθείσης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, πολλῷ δὲ μᾶλλον περὶ δαπάνης μὴ προβλεφθείσης μὲν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προβλεφθείσης ὅμως διὰ νόμου.
§143ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὐδεμία δαπάνη δύναται πλέον νὰ ὑπαχθῇ κατ’ αὐτὴν τὴν θεωρίαν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, καὶ ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ προσθέσω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι τοιαῦται ἀρχαὶ καθιερούμεναι καθιστῶσι τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν ἁπλῆν μόνον σημείωσιν δαπανῶν.
§144ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει νόμος, ἐπιτρέπων εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς νὰ καλῇ ἐπιστρατείαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ δαπάνη εἶναι ἀναπληρωματικὴ ἢ ἔκτακτος;
§145ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔκτακτος.
§146ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπεται ὅμως μόνον διὰ νόμου.
§147ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει ὅμως νόμος, ἐπιτρέπων τὴν ἐπιστρατείαν καὶ τὴν δι’ αὐτὴν πίστωσιν, ἀλλ’ ἂν ἀναγνώσητε ὅλους τοὺς νόμους τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ εὕρητε νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν κατάρτισιν τοῦ κτηματολογικοῦ χάρτου καὶ τὴν δι’ αὐτὴν χορήγησιν πιστώσεως.
§148ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκτακτος δαπάνη λέγεται ἐκείνη, τῆς ὁποίας ἡ ἀναβολὴ δύναται νὰ διακινδυνεύσῃ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Δύνανται νὰ δώσουν εἰς τὴν πρόσκλησιν τῶν ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν κατεπείγοντος; Δὲν πιστεύω. Ἄνευ δὲ τοιούτου κατεπείγοντος δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ δαπανήσῃ διὰ Διατάγματος ὑπὲρ ἀνάγκης μὴ προβλεφθείσης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι εἶναι κατεπείγουσα ἡ πρόσκλησις.
§149ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, ἐὰν, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ἤθελεν ὑπάρχει τὸ κατεπεῖγον, καὶ ἕνεκα τούτου προεκλήθη ἡ ἔκδοσις τοῦ Διατάγματος καὶ τῆς δαπάνης. Ἀλλὰ ποίους λόγους ἐπεκαλέσθη, διὰ ν’ ἀποδείξῃ τὸ κατεπεῖγον; Εἶπεν ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπερίμενε τὴν Βουλήν, θὰ παρήρχετο ἓν ἔτος. Ἀλλ’ εἶναι ἀκριβὲς αὐτό; Ὄχι· πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἴχομεν τὴν ἔκτακτον Σύνοδον. Κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει τὸ ἀντικείμενον τόσῳ σπουδαῖον, διατὶ νὰ μὴ ἐπισπεύσῃ αὐτό;
§150ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Τὸ ἐπεσπεύσαμεν· τὰ πρακτικὰ μαρτυροῦσι τοῦτο.
§151ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἂν δὲν ἐψηφίσθη τότε, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν ἐθεώρει ἡ Κυβέρνησις κατεπεῖγον τὸ ἀντικείμενον. Ἄλλως, ἄν τὸ συνίστα ὡς κατεπεῖγον, θὰ ἐψηφίζετο, ὡς ἐψηφίσθησαν τοσαῦται προτάσεις, μὴ κατεπείγουσαι. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον πόσος καιρὸς παρῆλθε καὶ συνῆλθεν ἡ τακτικὴ Σύνοδος; Ὀλίγοι μῆνες. Δι’ ὀλίγους μῆνας λοιπὸν ἔπρεπε νὰ παραβιασθῇ ὁ νόμος; Ὅταν παραδεχθῶμεν τοιαύτην ἀρχήν, ποῖον φραγμὸν ἔχει πλέον ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς δαπάνας; Πρὸς τί ὁ Προϋπολογισμός; Ἡ μόνη ἐγγύησις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἀργεῖ, ἅμα δὲ ἡ ἐγγύησις αὕτη λείψῃ, ὑπάρχει πλέον συνταγματικὸν πολίτευμα; Ἅπαξ μόνον ὁ Βίσμαρκ ἐν τῷ Γερμανικῷ Κοινοβουλίῳ ὑπεστήριξεν ἐναντίαν ἀρχήν, καὶ τότε μὲν ἐθεωρήθησαν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Βίσμαρκ ὡς εὐφυῆ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὡς λογικὰ καὶ νόμιμα. Τότε εἶπεν ὁ Βίσμαρκ, ὅτι πρὸς ψήφισιν πιστώσεως ἀπαιτεῖται νόμος, καὶ διὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ συμπράξουν τρεῖς ἀρχαί, ὁ Βασιλεύς, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία· ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν προβλέπει, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν συμπράξῃ μία ἐκ τῶν τριῶν ἀρχῶν, τί θὰ γίνῃ. Καὶ ἐπειδὴ ὑπῆρξε διαφωνία μεταξὺ Βουλῆς καὶ Βασιλείας, διὰ Β. Διατάγματος ἐκύρωσε τὰς μὴ χορηγουμένας πιστώσεις. Ἀλλὰ μετὰ τὴν νίκην τῆς Σαδόβας, ἀναγνωρίζων ὁ ἴδιος Βασιλεὺς τὸ παράνομον τῆς πράξεως ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, καὶ ἐπικαλούμενος τὰ γεγονότα τῆς Σαδόβας, ζητεῖ νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς μομφῆς ὁ Πρωθυπουργός του, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλεται τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος, διὰ ἑνὸς bill d'indemnité. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὡς τὴν προκειμένην, λαμβάνει χώραν ἡ παράβασις, τί ἀπομένει πλέον ἀπὸ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὅταν ἐπικαλοῦνται τὴν ἀνάγκην, διὰ νὰ διορίσουν διδασκάλους, ἢ διὰ νὰ φέρουν μαγείρους ἀπὸ τὴν ἀλλοδαπήν; Πρόκειται, Κύριοι, περὶ δαπάνης ἕξ ἑκατομμυρίων, καὶ τὰ ἕξ ταῦτα ἑκατομμύρια ἄρχεται νὰ δαπανᾷ ἡ Κυβέρνησις ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς, χωρὶς ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν θεωρῇ τὸ ἔργον σπουδαῖον καὶ ὠφέλιμον εἰς τὸ Κράτος. Τί πλέον συζητοῦμεν ἐνταῦθα; Ἡμεῖς παριστάμεθα πλέον εἰς ἁπλῆν κωμῳδίαν, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐθαύμαζεν ὁ Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ἀπαντῶν εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, πῶς ἐξανίστατο ὁ τελευταῖος, ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων, καὶ ὠργίζετο, πῶς δὲν συμμετέχομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν κωμῳδίαν. Ἀλλὰ ταῦτα ἰσχυριζόμενοι, Κύριοι, ἐμπαίζετε τὸ Κοινοβούλιον, καὶ κυρίως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σᾶς ὑποστηρίζουν, ἂν νομίζητε, ὅτι δύνασθε νὰ καλύψητε τὰς παρανομίας ὑμῶν ὑπὸ τοιούτους λόγους καὶ τοιαῦτα σοφίσματα. Ἀφήσατε πλέον αὐτὴν τὴν τακτικήν, ἄλλως εἰπέτε καθαρά, ὅτι «πράττομεν τοῦτο, ἐκ τῶν προτέρων ἔχοντες τὴν βεβαιότητα καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ κύρους τῆς Βουλῆς· γνωρίζομεν ὅτι θὰ μᾶς ἐπικυρώσουν ὅλας τὰς πράξεις, γνωρίζομεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία δὲν θὰ μᾶς στείλῃ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον». Διότι ἀληθῶς ἠδύνασθε νὰ παραπεμφθῆτε εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, ὄχι βεβαίως διὰ κατάχρησιν, ἀλλὰ διότι παραβιάζετε τὸν νόμον εἰς τὰ οὐσιωδέστατα, εἰς ὅ,τι ἀποτελεῖ τὴν μόνην, τὴν ἀποκλειστικὴν ἐγγύησιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος· κάμετε παραβίασιν, τὴν ὁποίαν δὲν θ’ ἀπαντήσητε εἰς οὐδὲν συνταγματικὸν Κράτος τῆς Εὐρώπης, εἰμὴ ἅπαξ μόνον, ὑπὸ τοῦ Βίσμαρκ γενομένην, ἀλλὰ καὶ τούτου παρουσιαζομένου μετὰ τὴν Σαδόβαν διὰ τοῦ Αὐτοκράτορος καὶ αἰτουμένου συγγνώμην, καὶ δικαιολογουμένου ὅτι, «ἐὰν εἰργάσθημεν οὕτω, εἰργάσθημεν διὰ τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βασιλείας».
§152ΤΖΑΝΕΣ. Εἶναι μικρὰ ἡ Ἑλλὰς καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ Πρωθυπουργὸν μικρόν, ὅστις δὲν πρέπει νὰ ὑψόνῃ τὴν κεφαλήν του. Ἕκαστος ἔχει ἴδιον τρόπον τοῦ κρίνειν, ἀλλ’ ἐρωτῶ, εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐπεχείρησε; Δὲν ἔπρεπε τέλος πάντων ἡ Ἑλλάς, ἥτις ἔχει φοβερὰν ἀνωμαλίαν εἰς τὰ οἰκονομικά της, νὰ προβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν κτηματολογίου, διὰ νὰ ἐξευρεθῇ πόσον εἶναι τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος; Οἱ ἄλλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες μέχρι τοῦδε κατώρθωσαν τὸν καταρτισμὸν τῶν κτηματολογίων, ἐκεῖνοι δὲν ἀνελογίσθησαν τὰς δαπάνας, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἦναι μικρὰ ἡ Ἑλλάς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτηται ὑψηλότερον παρ’ ὅ,τι εἶναι τὸ κωδωνοστάσιον τοῦ χωρίου, καὶ ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ τὸν προορισμόν της. Εἶναι χρησιμώτατον, Κύριοι, τὸ κτηματολόγιον καὶ δὲν εἶναι ποσῶς ἀξιοκατάκριτος ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐπεχείρησε τοιαύτην χρησιμωτάτην πρᾶξιν, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ προλαλήσας νὰ λέγῃ, ὅτι καὶ ἐνταῦθα διακωμῳδεῖται καὶ καταστρέφεται τὸ Σύνταγμα. Κύριοι, μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Κοινοβουλίων πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ καλὴ πίστις. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχουσι θέσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐξέφερεν ὁ προλαλήσας, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ συλλογισθῇ, ὅτι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν κάθηνται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀγαπῶσι τὴν πατρίδα καὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα.
§153Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ πάντα κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.
§154ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σήμερον, ἀκριβῶς τὴν αὐτὴν ἔκπληξιν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκδηλώσω, εἰς ἀπάντησιν τῶν προλαλησάντων ἀξιοτίμων δύο κυρίων Βουλευτῶν. Καὶ οἱ δύο ἐπὶ θέματος παρεμφεροῦς ὑπεστήριξαν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅτι τὰ γινόμενα ἐνταῦθα οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ διακωμώδησις τοῦ πολιτεύματος· ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὴν διακωμώδησιν τοῦ πολιτεύματος παριστᾷ ἡ ἀξίωσις αὐτῶν, ὅπως ἡ μειοψηφία διοικῇ τὸ Κοινοβούλιον, διότι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα συνίσταται ἀκριβῶς εἰς τὸ ἐναντίον, ἤτοι νὰ διοικῆται τὸ ἔθνος ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας. Ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη νὰ προβῇ εἰς γεωδαισικὰς μελέτας, εἶχε καὶ ἕνα νόμον, ἐπιτρέποντα εἰς αὐτὴν τὴν μετάκλησιν ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν. Πλὴν δὲ τούτου, ἐν τῇ παρελθούσῃ Συνόδῳ τῇ ἐκτάκτῳ ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε νομοσχέδιον περὶ κτηματολογικοῦ χάρτου, ἐνέδειξε δὲ τὴν ἀνάγκην ἐπείγουσαν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψήφισιν ἡ Βουλὴ εἰς πρώτην συζήτησιν. Δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ συγκρίνωμεν τὰ γενόμενα εἰς τὰ 1866 ὑπὸ τοῦ Βίσμαρκ πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἦτο ἀνάγκη ἴσως νὰ λεχθῶσι ταῦτα, διὰ νὰ δημιουργήσωσι ποιάν τινα ἐντύπωσιν ῥητορικήν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ ἐνταῦθα συζητούμενον. Ἐδῶ πρόκειται περὶ δαπάνης μικρᾶς 50,000 δραχμῶν, δαπάνης ἐλαχίστης, καταβληθείσης εἰς ἐργασθέντας ξένους ἀξιωματικούς. Τίνα σχέσιν ἔχει αὐτὸ πρὸς τοῦ Βίσμαρκ τὰ κατορθώματα; Ἀλλὰ ποῦ εὑρίσκουν τὴν διακωμώδησιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅταν ἡ πίστωσις προτείνηται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κανονικῶς καὶ προκαλῆται ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς; Ἂν ἡ Βουλὴ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἔκτακτος ἡ πίστωσις καὶ ὅτι ἡ ἀνάγκη, πρὸς θεραπείαν τῆς ὁποίας αἰτεῖται ἡ πίστωσις, δὲν συνδέεται πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τότε θὰ ἐπέλθωσιν αἱ ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος προβλεπόμεναι συνέπειαι. Αἱ συνέπειαι βεβαίως εἶναι γνωσταὶ εἰς τοὺς προλαλήσαντας. Ἂν ὅμως μετὰ τὴν ἄρνησιν τῆς Βουλῆς αἱ συνέπειαι αὗται δὲν ἐπέλθωσι, τότε βεβαίως δύνανται νὰ παραπονῶνται, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς διακωμώδησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ μήπως ἤδη πρώτην φορὰν ὑποβάλλεται τοιαύτη πίστωσις, μήπως καὶ εἰς ἄλλας Συνόδους, εἰς ἄλλας Κυβερνήσεις, δὲν ὑπεβλήθησαν τοιαῦται πιστώσεις; Οὐδεὶς διϊσχυρίσθη, ὅτι, διὰ νὰ δαπανήσῃ ἡ Κυβέρνησις 50,000 δραχμὰς δι’ ἀνάγκην ὁμολογουμένως κατεπείγουσαν, ἀποτελεῖ τοῦτο διακωμώδησιν τοῦ πολιτεύματος.
§155ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐκπλήττομαι δι’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος. Ἐὰν ταῦτα μὲ ἐξέπληττον, θὰ μοὶ ἔδιδον συνάμα καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐνδέχεται αἱ παρατηρήσεις ἡμῶν νὰ φέρωσι καὶ ἀποτέλεσμά τι. Βεβαίως ἡ κύρωσις οὐχὶ τῆς πιστώσεως ταύτης μόνον, ἀλλ’ ὅλων τῶν πιστώσεων, τῶν παραβιαζουσῶν τὴν ῥητὴν καὶ ἀναμφισβήτητον ἔννοιαν τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ἡ κύρωσις αὐτῶν, συνδυαζομένη μετὰ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, καθιστῶσιν ἀσήμαντον καὶ κωμικὴν τὴν περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μέλλουσαν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ πλέον ἀνάγκην τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἵνα εὕρῃ διὰ δανείων, ὅσα χρήματα θέλει, καὶ ἵνα δαπανᾷ αὐτὰ διὰ τοιούτων ἐκρύθμων πιστώσεων. Τοιαύτην ἀπόλυτον ἐξουσίαν δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ ἐκμηδενίσῃ τὴν σημασίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν ἔχει τὴν ἀπαίτησιν ἡ μειονοψηφία νὰ κυβερνᾷ τὸ Κράτος. Ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῇ, ὅπως εἰς ἑκάστην Σύνοδον συνερχομένη ἡ Βουλὴ λαμβάνῃ γνῶσιν πάντων τῶν γενομένων καὶ ἀποφασίζῃ περὶ τῶν γενησομένων, ἐν ταῖς τοιαύταις δ’ ἀποφάσεσιν, ἐὰν μὲν ἤμεθα πλειονοψηφία, νὰ ἐπικρατῇ ἡ γνώμη ἡμῶν, ἐὰν δ’ εὑρισκώμεθα ἐν μειονοψηφίᾳ, νὰ κύπτωμεν εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει, καὶ ν’ ἀπαλλοτριωθῇ τὸ Κοινοβούλιον τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἐξουσίας αὑτοῦ. Κατὰ τῆς τοιαύτης πορείας διαμαρτυρόμεθα, καὶ ταύτην θεωροῦμεν ὡς ἐκμηδενίζουσαν τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰδικῶς τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ἡ μὲν Κυβέρνησις ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀναπληρωματικήν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ὡς ἔκτακτον, αὕτη δὲν εἶναι μήτε ἀναπληρωματικὴ μήτε ἔκτακτος. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ν’ ἀναπτύξω, διατὶ δὲν εἶναι ἀναπληρωματική, διότι τοῦτο παρεδέχθη καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι δὲ ἔκτακτος, διότι δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης μὴ προβλεφθείσης. Πρόκειται ἀπ’ ἐναντίας περὶ δαπάνης καὶ περὶ ὑπηρεσίας προβλεφθείσης. Προεβλέφθη δὲ αὕτη, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ αὐτῆς, ὅπερ ἐπολεμήθη, διὰ τοὺς λόγους, οὕς, παραδεχομένη καὶ ἡ Κυβέρνησις, τὸ μεταῤῥυθμίζει ἐν μέρει, ὑποβάλλουσα αὐτὸ ἐκ νέου κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐζήτει τὴν σύνταξιν κτηματολογίου τῶν δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν κτημάτων διὰ καθαρᾶς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Οὐδεὶς κατέκρινε κατ’ ἀρχὴν τὴν σύνταξιν κτηματολογίου, ἐπολεμήθη ὅμως ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς, καὶ ἡ ἐπὶ τούτου ἀμφισβήτησις κατέστησεν ἀδύνατον τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον. Ἡ τοιαύτη μὴ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς σημαίνουσα παραδοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ σύνταξις τοῦ κτηματολογίου ἐκτελεσθῇ καθ’ ὃν τρόπον γίνεται σήμερον; Οὐχὶ βεβαίως. Ἐὰν δὲ δὲν σημαίνῃ ἀπόῤῥιψιν, σημαίνει βεβαίως ἀναβολήν. Ὅταν δ’ ἡ Βουλὴ ἀναβάλλῃ τὴν ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας τινὸς, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς Βουλῆς, νὰ ἐκτελέσῃ αὐτήν. Δὲν συζητοῦμεν οὐσιαστικῶς τὸ ζήτημα, καὶ δὲν ἐπιχειρῶ σήμερον τὴν τοιαύτην ἐξέτασιν αὐτοῦ. Ἀμφισβητοῦμεν ὅμως τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λαμβάνῃ πιστώσεις ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ Λογιστικοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος.
§156ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὀλίγας λέξεις, διὰ παρερμηνείαν τῶν λόγων μου, γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φθιώτιδος. Ἀξιοῦμεν, ἔλεγεν, ὡς μειονοψηφία νὰ διοικῶμεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἀντίθετον συμπέρασμα ὤφειλε νὰ ἐξαγάγῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ τῶν λόγων μου, διότι ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, ὅτι, ὅταν τοῦτο εἶπον ὑπὲρ τῆς πλειονοψηφίας, ὡμίλησα ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς, διότι ὅ,τι ἀπήτησα εἶναι, νὰ μὴ προβαίνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς διάβημά τι, νὰ μὴ δαπανᾷ, νὰ μὴ φορολογῇ ἄνευ τῆς ἐξουσίας αὐτῆς. Δὲν ἠξιώσαμεν, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναμένῃ τὴν ἐξουσιοδότησιν ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας, τὴν ἐξουσιοδότησιν θὰ λαμβάνῃ ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἐὰν ἡ πλειονοψηφία αἰσθάνηται τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς, δὲν πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νὰ δίδῃ τὴν προεξόφλησιν τῆς ψήφου της. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ καὶ ἐν τῇ ἐμπιστοσύνῃ, τὴν ὁποίαν χαίρει ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ, τὴν χαίρει ἐν ὅσῳ βαδίζει ἐντὸς τῶν νομίμων ὁρίων, βεβαίως δὲν θὰ παρεξετρέπετο. Πρόκειται περὶ 50,000 δραχμῶν· περὶ τῶν 50,000 δραχμῶν ὁμιλοῦμεν; περὶ τοῦ νόμου ὁμιλοῦμεν καὶ περὶ τῆς παραβάσεως αὐτοῦ· ἀδιάφορον εἶναι διὰ τὸν νόμον, ἐὰν ἡ παραβίασις ἐγένετο διὰ πέντε δραχμὰς ἢ διὰ πέντε ἑκατομμύρια· ψηφίζεται νομοσχέδιον, δι’ οὗ δίδεται ἀπόλυτος ἐξουσία εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανείζηται, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις θέτει περιορισμὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ διὰ τοῦ περιορισμοῦ ἐκείνου ὑποχρεοῦται τὰ χρήματα νὰ δαπανᾷ δι’ ὡρισμένους σκοπούς. Σᾶς καταδεικνύομεν, ὅτι τὰ χρήματα ἐκεῖνα ἐδαπανήθησαν δι’ ἄλλους σκοπούς· τὰ κατεχράσθη; Ὄχι βεβαίως· τὰ ἐδαπάνησεν ἔστω καὶ διὰ σκοποὺς ἀναγκαίους, ἀλλὰ παρανόμως. Ἡ δαπάνη ἐκείνη δικαίως ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἔκτακτος, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν ἔπρεπε χρήματα, ὡρισμένα δι’ ἄλλους σκοποὺς, νὰ δαπανήσῃ ἄνευ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Βουλῆς εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν διάταξις, καθ’ ἣν ὁ παραβαίνων τὸν νόμον Ὑπουργὸς καταδιώκεται καὶ τιμωρεῖται; Καὶ ἂν ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τοὺς φέρῃ ἐνώπιον εἰδικοῦ δικαστηρίου, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας παραβιάσεις; σεῖς δὲ, οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλετε πρὸ πάντων νὰ κρατῆτε τὸν χαλινὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δύνανται τὰ πράγματα νὰ μεταβληθῶσι καὶ ἑπομένως ἡ μεταβολὴ αὕτη νὰ φέρῃ τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς ἄλλην ἕδραν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν κάθηνται. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ ὠφελίμων πραγμάτων, καὶ ἀπορεῖ, πῶς εὑρίσκονται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναγνωρίζουσι τὸ ὠφέλιμον τῆς δαπάνης. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου δι’ ὃ ἐγένετο ἡ δαπάνη· ἐὰν δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν ἀποκρούσωμεν τὸ νομοσχέδιον, θὰ φέρωμεν καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους φρονοῦμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ὡς ἔχει. Συμπεραίνων ὅθεν, λέγω ὅτι παρεξήγησεν ὁ κ. Βουλευτὴς τοὺς λόγους μου, διότι οἱ λόγοι μου ἐξέφραζον τὴν ἐνδόμυχον ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχω, νὰ βλέπω τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου ἱσταμένην ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἵσταται.
§157ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ποσὸν τῶν 50,000 ἐπεστράφη; εἰς τὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ Διάταγμα δὲν φαίνεται ποῦ διετέθη.
§158ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἀπαντήσω κατὰ τὴν ἀκόλουθον ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτων πιστώσεων δραχ. 61,708,085 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1889.
§160Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καλὸν εἶναι ν’ ἀναβάλωμεν αὐτὸ δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§162ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἄλλο, κύριε Πρόεδρε, περὶ διαθέσεως τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.
§163Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καλὸν εἶναι ν’ ἀναβληθῇ καὶ τοῦτο, διότι ἔχει σπουδαίαν συζήτησιν. Ἂς συζητηθῇ τὸ τῆς πιστώσεως τῶν 45,000.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 45,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1889.
§165Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχω παρατήρησίν τινα, τὴν ὁποίαν ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν. Ζητεῖται ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1889 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀναπληρωματικὴ πίστωσις δραχμῶν 45,000. Διαιρεῖται δ’ ἡ ζητουμένη πίστωσις εἰς τὸ ἄρθρ. 4 τοῦ κεφαλ. Αʹ «ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ δραχμαὶ 20000», καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ κεφαλαίου Βʹ «δραχμαὶ 25,000». Εἰς ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1885 δραχμαὶ 29,568:62, κατὰ τὸ 1886 δραχ. 25,588, κατὰ τὸ 1887 δραχ. 19,180, κατὰ δὲ τὸ 1889 δὲν ἐπήρκεσεν ἡ πίστωσις, ἡ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κεχορηγημένη, τῶν δραχμῶν 35,000, καὶ ζητεῖται πίστωσις ἀναπληρωματικὴ 20,000. Ἑπομένως τὰ δαπανηθησόμενα ἀνέρχονται εἰς 55,000. Δὲν γνωρίζω ἐὰν σφάλλω, ἐὰν ὅμως ἔχῃ οὕτω, ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν 56 ἐτῶν, τὰ ὁποῖα παρῆλθον, ἀφ’ ἧς συνέστη τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, οὐδέποτε ἐδαπανήθησαν 55,000 δραχ. εἰς τηλεγραφικὰ καὶ ταχυδρομικὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§166ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὴν ἀπάντησιν θὰ δώσω ὡρισμένως αὔριον, ἀλλ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος εἰς τοῦτο, ὅτι ἄλλοτε μέρος τῶν τηλεγραφικῶν δαπανῶν, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπληρόνετο ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, λόγῳ ἀποδόσεως τηλεγραφικῶν τελῶν, εἰδικῶς δὲ ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τὴν ἐφετεινὴν λέγω τοῦτο, ὅτι, ὡς θέλει παρατηρήσει ὁ κ. Βουλευτής, καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἴχομεν ἠλαττωμένην τὴν πίστωσιν, διότι ἀκριβῶς δὲν προβλέπετο ἀνάγκη δαπανῶν τηλεγραφικῶν, ὁμοία τῶν γενομένων κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, ὅπως ἀναφέρει καὶ ἡ ἔκθεσις, ἀλλὰ τὰ συμβάντα τῆς Κρήτης, καθ’ ἃ λέγεται καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει, ἐπήνεγκον τὴν ἀνάγκην μείζονος δαπάνης. Δυνάμεθα δὲ νὰ εἴπωμεν ὡρισμένως εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἴχομεν δαπανήσει ἐν μόνῃ τῇ Κρήτῃ διὰ τηλεγραφικὰ δραχμὰς 13,250, ἡ δὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία, ἐνῷ πέρυσιν ἐδαπάνησεν ἐν ὅλῳ 8,000, κατὰ τὸ τρέχον ἔτος μέχρι τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου εἶχε δαπανήσει 10,000.
§167Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ μετὰ τῶν ἄλλων πληροφοριῶν ἰδίως σημείωσιν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα διὰ τηλεγραφικὰ καὶ ταχυδρομικὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπλήρωσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886· διότι ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα πάντα τὰ τηλεγραφικὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπληρόνοντο ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§168ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ποῦ ἐδαπανήθησαν αἱ 25,000 δραχ. διὰ γραφικὰ ἔξοδα Πρεσβειῶν;
§169ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὸν κείμενον νόμον περὶ Πρεσβειῶν, εἰς ἕκαστον Πρέσβυν, διοριζόμενον εἰς θέσιν τινὰ, δίδεται ποσὸν ἴσον πρὸς μισθὸν δύο μηνῶν ἀντὶ ἐξόδου ἐγκαταστάσεως. Οὕτω εἰς τὸν Πρέσβυν ἐν Κωνσταντινουπόλει τὸν νῦν ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ δοθῇ ὁ μισθὸς δύο μηνῶν δι’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως, ἤτοι δραχμαὶ 9,000, εἰς τὸν ἐν Πετρουπόλει νῦν διορισθέντα ὁ μισθὸς δύο μηνῶν, δραχμαὶ 5,000. Εἰς τὸν ἐν Βουκουρεστίῳ διορισθέντα ὑπῆρξεν ἡ αὐτὴ ἀνάγκη, καὶ ἐδόθησαν ἕτεραι 5,000 δραχμῶν, ὡσαύτως δὲ θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς δύο διπλωματικοὺς πράκτορας ἐν Σοφίᾳ καὶ Ἀλεξανδρείᾳ, νέους καὶ τούτους, καὶ εἰς τὸν ἐν Ἰταλίᾳ Πρεσβευτὴν ἀνὰ ἕτεραι 5,000 δραχμῶν. Τὰ ποσὰ ταῦτα φέρουσι τὴν ἀνάγκην τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν, καθὼς καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μετακινήσεως ἀντιπροσώπων διπλωματικῶν, τοῦ κ. Κουντουριώτου 2,500 δραχμῶν, τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ, κληθέντος ἀναγκαίως εἰς Ἀθήνας, ἕνεκα τῆς ἐνταῦθα ἐλεύσεως τοῦ Αὐτοκράτορος, 3,000 δραχμῶν, τοῦ κ. Μαυροκορδάτου, μεταβαίνοντος εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν μετὰ τῆς οἰκογενείας του, 3,000 δραχμῶν, τοῦ κ. Βυζαντίου 1500, τοῦ κ. Ῥαγκαβῆ, ἐπίσης ἐκ Σοφίας εἰς Πετρούπολιν, 2000.
§170ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Πῶς τοῦ κ. Ῥαγκαβῆ πληρόνονται τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως ἐκ Σοφίας εἰς Πετρούπολιν; Ὁ κ. Ῥαγκαβῆς εἶχεν ἔλθει εἰς Ἀθήνας καὶ ἐξεπλήρωσεν ὑπηρεσίαν παρὰ τῇ Αὐτοκρατείρᾳ.
§171ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Ῥαγκαβῆς εἶχεν ἔλθει εἰς Ἀθήνας ἐπ’ ἀδείᾳ καὶ δὲν ἐπληρώθη οὔτε τὸν μισθὸν αὐτοῦ, οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς ἐλεύσεώς του ἐνταῦθα καὶ τῆς ἐντεῦθεν ἐπανόδου εἰς Σοφίαν, οὔτε διὰ τὴν παρὰ τῇ Αὐτοκρατείρᾳ ὑπηρεσίαν του τῷ ἐδόθη, ἀλλ’ οὔτε καὶ αὐτὸς ἐζήτησε διὰ τοῦτο ἀποζημίωσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο ἐν Ἀθήναις, ἐκρίθη ὅτι ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ πληρωθῶσιν αὐτῷ τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεώς του ἀπὸ Σοφίας εἰς Πετρούπολιν.
§172ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατὶ δὲν κατελογίσατε ταῦτα εἰς τὰ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως;
§173ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως εἰς τὸ ἑξῆς οὕτω πρέπει νὰ γίνηται, ὁπωσδήποτε ὅμως δὲν εἶναι κακὸς ὁ καταλογισμός.
§174ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ δοθῇ εἰς τὸν κ. Ῥαγκαβῆν τοὐλάχιστον ὁ ἀνώτατος ὅρος τῶν ἐξόδων, δι’ αὐτὸ τοῦτο, ὅτι παρέμεινε καὶ ἐξετέλεσεν ὑπηρεσίαν παρὰ τῇ Αὐτοκρατείρᾳ, ἀνήκουσαν εἰς τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον κατέχει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§175Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ ἕως ἐδῶ· ἐργαζόμεθα ἀπὸ τὰς 3½.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε ἀναβολήν;
§177ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη.
§179ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία;
§180ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε. Ἐπιμένομεν ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Δὲν θὰ σᾶς ἀφήσωμεν νὰ κάμητε, ὅ,τι θέλετε (θόρυβος).
§181ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§182ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε. (Ἐγείρονται πολλοὶ πρὸς ἀναχώρησιν). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.