| 800 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Μ. Γουλιμῆς | Ο | |
| 801 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Μ. Ἰατρίδης | Ο | |
| 802 | Α. Σισμάνης | Ο | Δ. Χατζόπουλος | ||
| 803 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Γεώργιος Μίλησης | Ν | |
| 804 | Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Σπυρίδων Νοταρᾶς | Ν | |
| 805 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Γεώργιος Κούστας | ||
| 806 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | |
| 807 | Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Θεόφ. Προβατᾶς | ||
| 808 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Σκάρπας | Ο | |
| 809 | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν | |
| 810 | Δημ. Πετρίδης | Ν | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | ||
| 811 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | |
| 812 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Νικ. Βαλσαμάκης | Ν | |
| 813 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ν | Γερ. Μουσούρης | Ο | |
| 814 | Χρῆστος Χριστόπουλος | Ν | Παν. Βενιεράτος | ||
| 815 | Φίλιππος Βάρβογλης | Ν | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν | |
| 816 | Ἠλίας Φλέσσας | Ν | Γεώργ. Κόρπας | Ν | |
| 817 | Κωνστ. Κωνσταντόπουλος | Ν | Στέφ. Σκουλούδης | Ο | |
| 818 | Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | |
| 819 | Παναγ. Μανέτας | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | ||
| 820 | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | Νικ. Νομικός | Ο | |
| 821 | Ἠλίας Παλαμήδης | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | ||
| 822 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ο | ||
| 823 | Δ. Ζέγγελης | Λωρέντζος Δελαρόκας | |||
| 824 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Δημοσθ. Καΐρης | Ο | ||
| 825 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ν | Νικ. Κρίσπης | ||
| 826 | Γεώρ. Χ. Παχὺς | Ο | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | ||
| 827 | Στέφανος Δραγούμης | Ο | Ἰωάν. Γκιὼν | Ο | |
| 828 | Δημ. Γ. Ῥάλλης | Κων. Κοσσονάκος | Ο | ||
| 829 | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Γ. Μαυρομιχάλης | |||
| 830 | Φωκίων Νέγρης | Ο | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | ||
| 831 | Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Ν | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| 832 | Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Νικήτ. Βαρβιτσώτης | Ο | |
| 833 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Λεων. Καπετανάκος | Ο | |
| 834 | Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ξαθὸς Πικουλάκης | Ο | ||
| 835 | Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ν | Γεώργ. Πετροπουλάκης | Ν | |
| 836 | Σπ. Κουκούλεζας | Ο | Κωνστ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | |
| 837 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ι. Καρτάλης | |||
| 838 | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | |
| 839 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο | |
| 840 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν. Κοκωσλῆς | |||
| 841 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | |
| 842 | Α. Φωτήλας | Κων. Μαρκίδης | |||
| 843 | Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | |
| 844 | Ἀντ. Ῥικάκης | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | ||
| 845 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| 846 | Ἰω. Κρεστενίτης | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | ||
| 847 | Ν. Κουμανιώτης | Α. Λογιωτάτου | |||
| 848 | Χρ. Στεφανόπουλος | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν | ||
| 849 | Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν | Κων. Κουμουνδοῦρος | Ν | |
| 850 | Ἀρ. Κοντογούρης | Περ. Πεῤῥωτῆς | |||
| 851 | Νικόλ. Καλογερόπουλος | Ο | Δημ. Τζάνες | Ν | |
| 852 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Περ. Μποῦτος | Ο | ||
| 853 | Ν. Παπανικολάου | Παν. Σάκκης | Ν | ||
| 854 | Νικόλ. Καφετζόγλους | Ο | Νικ. Παπαλέξης | ||
| 855 | Ἰωάννης Πεζᾶς | Ν. Μισυρλῆς | Ν | ||
| 856 | Κωνσταντ. Σινέλης | Ο | Ν. Καράπαυλος | Ο | |
| 857 | Βασίλειος Βουδούρης | Ο | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Ν | |
| 858 | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο | |
| 859 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Δ. Κάρτσωνας | Ν | |
| 860 | Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης | Ο | Δ. Π. Γουδῆς | Ο | |
| 861 | Διον. Λομβάρδος | Ο | Σ. Χατζηγάκης | ||
| 862 | Γεώργιος Θεοτόκης | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | ||
| 863 | Κωνστ. Βασιλάκης | Ἀθ. Καζαμπάκας | |||
| 864 | Ἀντ. Καποδίστριας | Ν | Γ. Φραγκίδης | Ο | |
| 865 | Νικόλαος Βασιλάκης | Ν | Α. Τακιατζῆς | Ο | |
| 866 | Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς | Γ. Τάκης | |||
| 867 | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ν. Ταρμπάζης | |||
| 868 | Σ. Ἀλαμάνος | Ζ. Φαλιάγκας | |||
| 869 | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | ||
| 870 | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | |
| 871 | Ἀνάργυρος Σιμόπουλος | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | ||
| 872 | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ν | Δημήτριος Ζουλούμης | ||
| 873 | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| 874 | Νικόλαος Κοντογιάννης | Θεμιστοκλ. Κανάρης | Ν |
1889.12.14
2,349 rows · 16,920 words · 1 table · 207 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
τῆς 14 Δεκεμβρίου 1889
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῇ σελίδι ἐννάτῃ τῶν πρακτικῶν ὑπάρχουν αἱ δύο προσθῆκαι εἰς τὸ ἄρθρον 13, αἱ προταθεῖσαι παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐζητήσαμεν, ὅπως καὶ εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον ἐπαναληφθῇ, ὅτι ἡ διαδικασία τῶν ἀνακοπῶν γίνεται ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ θεωρεῖ περιττὸν, διότι προκύπτει τοῦτο ἐκ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας. Πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεννοήσεως, εἶναι καλὸν νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιμένοντος τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἐδέχθημεν, καίτοι δὲν τὸ ἐθεωροῦμεν ἀναγκαῖον, ὅπως τεθῇ ἡ φράσις «διεξαγομένης τῆς διαδικασίας ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου.»
§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχει ἡ φράσις, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ, καὶ ἑπομένως δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἡ ἀντίληψις τοῦ Προεδρείου ἦτο, ὅτι δὲν ἐπεψηφίσθη ἡ τροποποίησις αὕτη ἐν τῇ διατάξει, νὰ καταχωρισθῶσιν αἱ ἐξηγήσεις, ἃς ἔδωκα, ἐν τοῖς πρακτικοῖς, διότι παρέστησα, ὅτι τὸ ἄρθρον 18ον τοῦ νόμου ὁρίζει, ὅτι πᾶσα τοιαύτη διαδικασία διεξάγεται ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, ὥστε ἦτο περιττὸν νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ διάταξις. Γενομένης ἀντιπαρατηρήσεως, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ διάταξις, ἐνεδώκαμεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ Προεδρεῖον ἀντελήφθη ἄλλως τῶν διατρεξάντων, καὶ βεβαίως ἡ ἀντίληψις τοῦ Προεδρείου εἶναι ἡ ἐπικρατεστέρα, ἂς ἀναγραφῶσι ταῦτα ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§6ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν σελ. 9 λέγεται: «Ἀνεγνώσθη εἶτα τὸ ἄρθρον 13ον κλπ. Κατόπιν ἐγένετο πρότασις, νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου αἱ λέξεις «ἐπιτρεπομένης τῆς διὰ μαρτύρων ἀποδείξεως.» Ἐδῶ, κατὰ τὰ εἰθισμένα, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «κατόπιν ἐγένετο πρότασις ὑπό τινος τῶν Βουλευτῶν Ἀρκαδίας.»
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, θὰ προστεθῇ. (Γενομένης τῆς προσθήκης ταύτης, τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔμποροι τῆς πόλεως Ἄνδρου παρακαλοῦσιν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ, τὸ περὶ δημοτικῶν προσόδων, δανείων καὶ βαρῶν νομοσχέδιον. Ἀναφορὰ Σοφίας Χ. Ἀναγνωστοπούλου, παρακαλούσης τὴν Βουλὴν νὰ τῇ χορηγήσῃ χρηματικὸν βοήθημα, ὡς στερουμένῃ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐλαττωθῇ ὁ ἐπὶ τοῦ Λακωνικοῦ ἐλαίου φόρος ἀπὸ 12 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν εἰς 5.
§9ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τώρα εἶναι ἀργά.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατάδικοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Σπάρτης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπονεμηθῇ αὐτοῖς Β. χάρις. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, θεωρῶ καθῆκόν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδεμία ἐργασία γίνεται, διότι τινὰ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας ἀνέφερον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ καὶ ἄλλους πίνακας καὶ ἄλλας πληροφορίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν συνέρχονται. Τὸ κώλυμα δὲν προέρχεται τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοὺς πίνακας ὑπεβάλομεν πρὸ καιροῦ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐργασθῇ.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ νόμον, ἐπιτρέπνοτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παραχώρησιν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν ἐν Πελοποννήσῳ ὡς καὶ μικρᾶς τινος σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἐν τῇ Στερεᾷ Ἑλλάδι, ἐπὶ ὅροις ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἐν τοῖς συνημμένοις τῷ νόμῳ σχεδίοις συμβάσεως καὶ συγγραφῆς ὑποχρεώσεων κεκανονισμένοις. Ἔκτοτε ἐγένοντο παρὰ διαφόρων μελέται πρὸς ἀναδοχὴν τῶν σιδηροδρόμων τούτων. Αἱ μελέται αὗται ἐν συνόλῳ δὲν ἀπέληξαν ἔτι εἰς ὁριστικὰ ἀποτελέσματα, διεξάγονται ὅμως διαπραγματεύσεις. Οὐχ ἧττον ὡς πρὸς δύο τμήματα ἔχομεν ἤδη καὶ ὁριστικὰ ἀποτελέσματα. Εἶναι ταῦτα ἡ γραμμὴ Λεονταρίου καὶ Καρυταίνης, καὶ ἡ γραμμὴ Μεσολογγίου καὶ Κρυονερίου. Ἡ γραμμὴ ἡ πρώτη εἶναι τμῆμα τοῦ συμπλέγματος τῶν συμπληρωματικῶν γραμμῶν Πελοποννήσου, ἡ δὲ δευτέρα εἶναι τμῆμα τῆς γραμμῆς Μεσολογγίου, Κρυονερίου καὶ Ἀντιῤῥίου, καὶ ἐὰν προέκειτο ἁπλῶς περὶ παραχωρήσεως τοῦ προνομίου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διὰ τοῦ νόμου καθορισθέντων, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ὁριστικὴν ὑπογραφὴν τῶν συμβάσεων, χωρὶς ν’ ἀποταθῶμεν ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ παραχώρησις τῆς μὲν γραμμῆς Λεονταρίου καὶ Καρυταίνης γίνεται πρὸς τὸν ἀνάδοχον τῆς γραμμῆς Μύλων καὶ Καλαμῶν, τῆς δὲ γραμμῆς Μεσολογγίου καὶ Κρυονερίου γίνεται πρὸς τὸν ἀνάδοχον τῆς γραμμῆς Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου, παρίσταται ἀνάγκη, ὅπως κανονισθῶσι τὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν οἰκείων συμβάσεων, τῆς συμβάσεως Μύλων καὶ Καλαμῶν καὶ Λεονταρίου καὶ Καρυταίνης, τῆς συμβάσεως Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου καὶ Μεσολογγίου καὶ Κρυονερίου, ὡς πρός τινα, διότι ὑπάρχουσι καὶ τὰ δυνάμενα νὰ διεξαχθῶσιν ἐπὶ βάσεων διακεκριμένων. Ἰδίως τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀποδόσεως μέρους τῶν καθαρῶν κερδῶν εἰς τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τοὺς τύπους τοὺς παραδεδεγμένους, ἐὰν δύο γραμμαὶ ἐκμεταλλεύωνται ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἑταιρίας, νὰ διεξαχθῶσι, διότι ὁ τύπος, ὅπως ἔχει καὶ ἐν ταῖς συμβάσεσι Μύλων καὶ Καλαμῶν καὶ Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου καὶ ἐν τῇ συμβάσει τῇ συνημμένῃ εἰς τὸν νόμον περὶ τῶν συμπληρωματικῶν σιδηροδρόμων, ὑποθέτει κανονισμὸν τῶν καθαρῶν κερδῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἑνιαίου ἀκαθαρίστου κέρδους τῆς ὅλης γραμμῆς. Ἐδέησεν ἄρα νὰ ἐξευρεθῇ τύπος ἑνιαῖος, ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὴν διαφορὰν τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς γίνεται ἡ ἐκμετάλλευσις ἐν ταῖς γραμμαῖς ταῖς τέως παρακεχωρημέναις καὶ ταῖς ἤδη παραχωρουμέναις.
§15ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παραχώρησις πρὸς κατασκευὴν ἢ πρὸς ἐκμετάλλευσιν;
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι κατασκευὴ καὶ ἐκμετάλλευσις ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν Καλαμῶν καὶ Καρυταίνης καὶ Μεσολογγίου καὶ Κρυονερίου. Ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου θὰ εἴπω μετ’ ὀλίγον, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, διότι ἡ κατασκευὴ διεξήχθη ἤδη ὑπὸ ἄλλης ἑταιρίας, ἥτις δὲν θ’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν· ἀλλὰ περὶ τούτου βραδύτερον. Ἤδη λέγω, ὅτι, προκειμένου περὶ κοινῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς γραμμῆς Μύλων– Καλαμῶν καὶ Λεονταρίου–Καρυταίνης, καὶ τῆς γραμμῆς Μεσολογγίου–Κρυονερίου καὶ Μεσολογγίου–Ἀγρινίου, πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τύπον κοινόν, πληροῦντα τοὺς ὅρους τῶν διακεκριμένων τύπων, διότι ὁ τύπος Μύλων καὶ Καλαμῶν εἶναι διακεκριμένος ἀπὸ τοῦ τύπου τῶν συμπληρωματικῶν σιδηροδρόμων, καὶ ἑπομένως ἀπὸ τοῦ τύπου, ὃν ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν καὶ διὰ τὴν γραμμὴν Λεονταρίου καὶ Καρυταίνης· εἶναι διακεκριμένος διότι ἡ γραμμὴ Μύλων καὶ Καλαμῶν κατεσκευάσθη ἀναλώμασι τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ οἱ συμπληρωματικοὶ σιδηρόδρομοι θέλουν κατασκευασθῆ ἀναλώμασι τῆς ἑταιρίας, λαμβανούσης παρὰ τῆς Κυβερνήσεως χιλιομετρικὸν χορήγημα 20,000 δραχμῶν· ἐννοεῖται ἄρα, ὅτι ἐν τῇ διανομῇ τῶν καθαρῶν κερδῶν δίδεται, κατὰ τὰς ἤδη ἐψηφισμένας συμβάσεις, μεγαλείτερον μέρος εἰς τὸν ἐκμεταλλευόμενον τὴν γραμμὴν τὴν κατασκευασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐκμεταλλευομένου, ἢ εἰς τὸν ἐκμεταλλευόμενον γραμμὴν, κατασκευασθεῖσαν ἀναλώμασι τοῦ Δημοσίου. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ τρόπος συγχωνεύσεως τῶν δύο τύπων ἐν ἑνιαίῳ τύπῳ ἄνευ μεταβολῆς τῶν βάσεων. Τοῦτο ἐπετεύχθη κατὰ μαθηματικὸν ὅρον ἀκριβῆ, ὁ τρόπος δὲ εἶναι ἁπλοῦς. Γίνεται ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἀκαθαρίστου χιλιομετρικῆς προσόδου κατὰ τύπον ἑνιαῖον, τουτέστι λαμβάνεται ἡ ὅλη πρόσοδος καὶ διαιρεῖται ὑπὸ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χιλιομέτρων ἐν συνόλῳ τῶν δύο γραμμῶν ὁμοῦ. Ἀφοῦ τοιουτοτρόπως προσδιορισθῇ ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος κατὰ χιλιόμετρον, ὅσα μὲν χιλιόμετρα ἀνήκουσιν εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν, εἰς τὴν γραμμὴν τὴν ἀναλώμασι τοῦ Κράτους κατασκευασθεῖσαν, θέλουσιν ὑπαχθῆ εἰς τὸν τύπον τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένον, ὅσα δὲ πάλιν ἀνήκουσιν εἰς τὴν γραμμὴν, τὴν κατασκευαζομένην ἀναλώμασι τοῦ ἐκμεταλλευτοῦ, λαμβάνοντος χορήγημα, θέλουσι ταῦτα μετάσχει τῆς διανομῆς κατὰ τὸν τύπον τὸν ἐν τῇ συμβάσει, τῇ συνημμένῃ εἰς τὸν νόμον περὶ συμπληρωματικῶν σιδηροδρόμων. Τοῦτο ἴσως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν καὶ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, διότι τηροῦνται ἀκριβῶς οἱ ὅροι τῶν οἰκείων νόμων· ἐθεωρήσαμεν ὅμως, ὅτι ἦτο ὀρθότερον νὰ ζητηθῇ ὡς πρὸς αὐτὸ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς καὶ ὡς πρὸς ἄλλα, οὐχὶ πρωτίστης σπουδαιότητος, ὧν τινὰ ἴσως καὶ ἠδύναντο ἄνευ ἐπαισθητῆς ζημίας νὰ παραλειφθῶσιν. Ἰδίως ὅμως ἔπρεπε νὰ κανονισθῶσιν ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς καὶ τὰ τῆς ἐξαγορᾶς ἀδιαιρέτως, μεταβαλλομένης καὶ τῆς διορίας. Κατὰ τὸν νόμον περὶ συμπληρωματικῶν σιδηροδρόμων, ἡ ἐξαγορὰ ἐπετρέπετο μετὰ δεκαπενταετίαν. Ὁ χρόνος οὗτος δὲν θεωρεῖται ἐπαρκὴς, ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ καλύψῃ τὰς ζημίας τῶν πρώτων ἐτῶν· εἶναι ἀληθὲς ὅτι θ’ ἀπεδίδοντο εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐπὶ τῇ ἐξαγορᾷ τὰ παρ’ αὐτῆς προκαταβληθέντα. Οὐχ ἧττον ὀρθότερον φαίνεται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν συμπληρωματικῶν σιδηροδρόμων ἡ διορία, ἐφ’ ὅσον ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν ἀρχικῶν γραμμῶν, διότι τῆς γραμμῆς Μύλων καὶ Καλαμῶν ἡ ἐξαγορὰ ἐπιτρέπεται μετὰ εἰκοσιπενταετίαν· προτείνομεν ἄρα καὶ ἐνταῦθα εἰκοσιπενταετίαν, μετὰ κανονισμοῦ τοῦ κοινοῦ τύπου τῆς ἐξαγορᾶς. Ἐν δὲ τῇ γραμμῇ Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου δὲν προτείνομεν εἰκοσιπενταετίαν ὡς προθεσμίαν ἐξαγορᾶς, ἀλλὰ μόνον εἰκοσαετίαν, μεταβάλλομεν δὲ καὶ ἄλλα τινὰ, ὅπερ ἐν τῇ γραμμῇ ταύτῃ δυνάμεθα νὰ πράξωμεν καθ’ ὃν τρόπον θεωροῦμεν ὀρθότερον, διότι πρόκειται ἤδη νὰ παραχωρηθῇ καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν Λεονταρίου καὶ Καρυταίνης διὰ Μεγαλοπόλεως, καὶ ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν Μεσολογγίου καὶ Κρυονερίου. Ἀλλὰ καὶ ἡ γραμμὴ Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου δεῖται κανονισμοῦ, διότι, κατὰ τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν, ἡ γραμμὴ αὕτη κατεσκευάσθη ὑπὸ ἑταιρίας, ἥτις θὰ ἦτο καὶ ἡ ἐκμεταλλεύουσα τὴν γραμμὴν, ἐὰν μὴ ἀφηρεῖτο ἀπ’ αὐτῆς ἡ ἐκμετάλλευσις· εἶχε δὲ τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν ἀπ’ αὐτῆς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως, εὐθὺς ἐπὶ τῇ συμπληρώσει τῆς γραμμῆς· ἐὰν ἐπὶ τῇ συμπληρώσει τῆς γραμμῆς μὴ ἀνεκάλει ἡ Κυβέρνησις τὴν παρακεχωρημένην ἐκμετάλλευσιν, θ’ ἀνῆκεν αὕτη εἰς τὴν κατασκευάσασαν τὴν γραμμὴν ἑταιρίαν. Ὅπως καὶ ἐκ τῆς συμβάσεως καὶ ἐκ τοῦ νόμου καταφαίνεται, ὑπῆρχέ τι, ἀφεθὲν ἀόριστον ἐν τῇ ἀρχικῇ συμφωνίᾳ, εἶναι δὲ τοῦτο τὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς ἀπὸ Μεσολογγίου μέχρι τοῦ λιμένος, ὅστις ἤθελεν ἐκλεχθῆ ἐν τῷ νομῷ ὡς κεφαλὴ τῆς γραμμῆς, περιελάμβανε δὲ ἡ σύμβασις διατάξεις, καθ’ ἃς ἐδίδετο δικαίωμα προτιμήσεως εἰς τὴν ἑταιρίαν, τὴν κατασκευάζουσαν τὴν γραμμὴν, πρὸς κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν καὶ τῆς προεκτάσεως ταύτης. Ἡ Κυβέρνησις ἄρα, προκειμένου περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς τῆς προεκτάσεως, προεκάλεσε τὴν ἑταιρίαν, νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἑταιρία, ἐφ’ οἷς ὅροις ἡ Κυβέρνησις προεκάλεσεν αὐτὴν, ἠρνήθη, θεωροῦμεν ὅτι εἶναι πρέπον ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτῆς τὴν ἐκμετάλλευσιν, εἶναι δὲ καὶ ἀναγκαῖον τοῦτο, διότι αὕτη πρέπει ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἥτις θὰ κατασκευάσῃ καὶ θὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν προέκτασιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν δύο ἑταιρίας διὰ τόσον μικρὰν γραμμήν. Ἑπομένως ἡ ἑταιρία, ἥτις θ’ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς Μεσολογγίου καὶ Κρυονερίου, δέον ἐπίσης ν’ ἀναλάβῃ καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς ἀρχικούς. Καὶ ἐνταῦθα δὲ παρουσιάσθησαν τὰ αὐτὰ καὶ ἐπὶ τῶν γραμμῶν Πελοποννήσου ζητήματα τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο τύπων, καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους παρουσιάζονται αἱ διαφοραὶ ὡς πρός τε τὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ τὴν ἐξαγοράν· ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐξαγορᾶς ὅμως ἠδυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν χρονικὴν διάρκειαν ἐπὶ τῆς γραμμῆς Μεσολογγίου καὶ Κρυονερίου, ὅπερ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἐπὶ τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, διότι ἐπὶ τούτων ἡ ἑταιρία, ἡ ἀρχικῶς ἀναλαβοῦσα τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἐξηκολούθει ἐν κατοχῇ τοῦ δικαιώματος, οὗτινος ὠφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν τοὺς ὅρους, ἐνῷ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς Κρυονερίου καὶ Ἀγρινίου παραχωροῦμεν ἤδη εἰς ἑταιρίαν καὶ δυνάμεθα πρὸ τῆς παραχωρήσεως νὰ βελτιώσωμεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τοὺς ὅρους τῆς ἐξαγορᾶς, μειοῦντες τὴν διορίαν, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται αὕτη, καὶ κανονίζοντες τὰ τῆς ἐξαγορᾶς κατὰ τρόπον διάφορον τοῦ ἀρχικοῦ. Ἐπιβάλλεται προσέτι εἰς τὴν ἑταιρίαν ἡ ὑποχρέωσις, νὰ διατηρῇ ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν ἡμερησίαν μεταξὺ Κρυονερίου καὶ Πατρῶν, καὶ κανονίζονται καὶ ἄλλαι τινὲς λεπτομέρειαι, ἃς εὑρίσκετε ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ τοῖς συνημμένοις εἰς αὐτό· ταὐτοχρόνως δὲ, ἐπειδὴ αἱ διαπραγματεύσεις προχωροῦσι περὶ τῆς παραχωρήσεως καὶ τοῦ ἐπιλοίπου τῶν συμπληρωματικῶν γραμμῶν Πελοποννήσου, καὶ ἐπειδὴ πολὺ πιθανὸν φαίνεται, ὅτι αἱ παραχωρήσεις αὗται θὰ γίνωσι πρὸς ἑταιρίας, αἵτινες ἔχουσιν ἤδη ἀναλάβει ἐν αὐτῇ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν γραμμῶν, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῇ συμβάσει περὶ τῆς γραμμῆς Λεονταρίου καὶ Καρυταίνης καὶ περὶ τῆς συγχωνεύσεως τοῦ τύπου τῆς συμβάσεως ταύτης μετὰ τοῦ τῆς κυρίας γραμμῆς, καὶ περὶ τῶν εἰς τὴν ἐξαγορὰν ἀφορώντων, νομίζομεν ὅτι θὰ ἦναι καλὸν διὰ νόμου νὰ ἐπιτραπῶσι καὶ ὡς πρὸς τὰς ἄλλας γραμμάς. Ἰδίᾳ ὡς πρὸς μικράν τινα γραμμὴν, Πύργου καὶ Ὀλυμπίων, ἐκλείσαμεν καὶ συμφωνίαν μετὰ τῆς ἑταιρίας Πειραιῶς–Πελοποννήσου, ὅπως αὕτη ἀναλάβῃ καὶ τὴν γραμμὴν ταύτην κατὰ προέκτασιν τῆς γραμμῆς Πειραιῶς καὶ Πύργου. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ θὰ παρουσιασθῇ τὸ ζήτημα οὐχὶ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο τύπων διανομῆς τῶν ἐκ τῆς μεταλλεύσεως κερδῶν, διότι τύπος δὲν ὑπάρχει ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν Πειραιῶς καὶ Πύργου, ἀλλὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ τύπου τῆς γραμμῆς Πύργου καὶ Ὀλυμπίων ἐπὶ τῶν συγχωνευομένων λογαριασμῶν τῶν δύο γραμμῶν. Ἡ ἐφαρμογὴ γενήσεται καθ’ ὃν προεξέθηκα τρόπον, ἤτοι διὰ πολλαπλασιασμοῦ τῆς ἀκαθαρίστου χιλιομετρικῆς προσόδου ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χιλιομέτρων, τῶν νῦν παραχωρουμένων δυνάμει τοῦ νόμου περὶ συμπληρωματικῶν σιδηροδρόμων.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ διαιρέσεως.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ πολλαπλασιασμοῦ δηλ. εὑρίσκομεν τὴν χιλιομετρικὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, ταύτην δὲ τὴν χιλιομετρικὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον θὰ πολλαπλασιάζωμεν ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χιλιομέτρων, ἅτινα ἤδη θέλουσι παραχωρηθῆ ἑπομένως, ἀφοῦ κατὰ τὴν συμφωνίαν πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ ἀπὸ Πύργου εἰς Ὀλύμπια γραμμὴ 20 χιλιομέτρων, ἡ χιλιομετρικὴ πρόσοδος, ἡ προκύπτουσα ἐκ τῆς διαιρέσεως τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων τῆς ὅλης γραμμῆς διὰ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν χιλιομέτρων, 420 ὡς ὑποθέτω, ἡ χιλιομετρικὴ αὕτη πρόσοδος θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν τύπον εἰκοσαπλασιαζομένη, τὰ δὲ ἄλλα 400 χιλιόμετρα θέλουσι μείνει ἐκτὸς τοῦ τύπου, λειτουργοῦντος ὡς πρὸς ταῦτα τοῦ νόμου τοῦ ἤδη κειμένου. Ὑποβάλλω ἄρα πλὴν τῶν δύο νομοσχεδίων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν κύρωσιν τῶν συμβάσεων περὶ κατασκευῆς γραμμῆς Λεονταρίου καὶ Καρυταίνης καὶ κατασκευῆς γραμμῆς Μεσολογγίου καὶ Κρυονερίου, καὶ νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον ὅπως ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς περίπου ὅροις γένηται τροποποίησις εἰς τὸν νόμον περὶ συμπληρωματικῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ἵνα κατὰ τὴν τροποποίησιν ταύτην πραγματοποιηθῶσιν αἱ παραχωρήσεις, αἵτινες φαίνονται ἐπιζητούμεναι. Συγχωνευομένης τῆς γραμμῆς Μύλων καὶ Καλαμῶν καὶ τῆς γραμμῆς Λεονταρίου καὶ Καρυταίνης, ἔπρεπεν ἐπίσης νὰ ἐπιτραπῇ, ὅπως τὰ κεφάλαια τῆς γραμμῆς Μύλων καὶ Καλαμῶν διατίθηνται καὶ πρὸς τὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἴσως δὲ καὶ πρὸς τὰ τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς Λεονταρίου καὶ Καρυταίνης, διότι ἡ ἑταιρία ὡς ἐκ τῆς συγχωνεύσεως θὰ ἦναι ἑνιαία, καὶ διάκρισις μεταξὺ τῶν κεφαλαίων ἑκατέρας τῶν γραμμῶν δὲν θὰ ὑπάρχῃ· ἡ ἑταιρία μάλιστα, ἡ κατασκευάζουσα καὶ ἐκμεταλλευομένη τὸν σιδηρόδρομον Μύλων καὶ Καλαμῶν, ἐπιπροσθέτουσα εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτῆς καὶ τὰς τῆς γραμμῆς Λεονταρίου καὶ Καρυταίνης, θὰ συγχωνευθῇ ἐν ἑταιρίᾳ νέᾳ, κληθησομένῃ τῶν μεσημβρινῶν σιδηροδρόμων τῆς Ἑλλάδος. Κανονίζονται δὲ ἐν τῇ συμβάσει καὶ τὰ τῶν κεφαλαίων τῆς ἑταιρίας ταύτης καὶ τὰ τῆς ἀδείας τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν κεφαλαίων. Εἰς ταῦτα ἀφορῶσι τὰ τρία νομοσχέδια, ἅτινα ὑποβάλλω ἤδη εἰς τὴν Βουλήν· εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι συνημμέναι καὶ αἱ συμβάσεις καὶ αἱ συγγραφαί, ἀλλ’ αὗται ἀπεστάλησαν ἤδη εἰς τὸ τυπογραφεῖον.
§19ΤΙΝΕΣ. Πότε θὰ ψηφισθῶσιν;
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐλπίζω νὰ ψηφισθῶσιν ἀνυπερθέτως, διότι αὔριον θὰ ἦναι πάντα τυπωμένα, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δείξῃ πᾶσαν προθυμίαν, ὅπως προτάξῃ τὰς συμβάσεις ταύτας.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν ἄλλων σιδηροδρόμων τί γίνεται;
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτων εἶπον, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις προβαίνουσι, καὶ διὰ τοῦτο εἰσήγαγον καὶ νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον ὅπως ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς τῶν ὑποβαλλομένων συμβάσεων ὅροις γένηται ἡ παραχώρησις, ἐὰν αὕτη συμφωνηθῇ πρὸς ἑταιρίαν ἐξ ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ἤδη εἶναι παρακεχωρημέναι ἄλλαι γραμμαί.
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ διαπραγματεύσεις εἶναι προκεχωρημέναι;
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§25ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει πρότασις περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου μεταξὺ Γαστούνης καὶ Κυλλήνης.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς καὶ Πελοποννήσου ἔχει καὶ περὶ τῆς διακλαδώσεως ταύτης δικαίωμα.
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποχρέωσιν ὄχι.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ σύμβασις περὶ τῆς γραμμῆς Πατρῶν καὶ Πύργου περιλαμβάνει διάταξιν καὶ περὶ διακλαδώσεως εἰς Κυλλήνην, ἥτις συμπίπτει πρὸς τὴν μνημονευθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διότι διακλάδωσις μέχρι τοῦ λιμένος Κυλλήνης τῆς γραμμῆς Πατρῶν καὶ Πύργου συνδέει σιδηροδρομικῶς Γαστούνην καὶ Κυλλήνην. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν τελωνειακῶν νόμων, ἀφορᾷ δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς δύο τινά. Πρῶτον εἰς τὴν ἐπέκτασιν ἐπὶ 6 μῆνας τῆς προθεσμίας, ἥτις εἶναι ἤδη τρίμηνος, πρὸς ἐπαναφορὰν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τῶν πρὸς ἐναπόθεσιν ἐγχωρίων προϊόντων εἰσαγομένων δοχείων διὰ τὰ μέρη, ἔνθα δὲν ὑπάρχει συνεστημένον κατάστημα διαμετακομίσεως. Τὰ περὶ τούτου παρουσιάζουσι τὸ ἐνδιαφέρον κυρίως ὡς πρὸς τοὺς οἴνους. Ἐν Κύμῃ π. χ. δὲν ὑπάρχει κατάστημα διαμετακομίσεως· ἐκεῖ ἐπιτρέπεται κατ’ ἐπέκτασιν δι’ εἰδικοῦ νόμου ἡ εἰσαγωγὴ δοχείων ἐπὶ ἐπαναφορᾷ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀλλ’ ἐπὶ τρίμηνον προθεσμίαν· ἡ τρίμηνος προθεσμία ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὴς καὶ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε λόγος, ἀπαγορεύων ὅπως δοθῇ ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένη εὐκολία εἰς τοὺς ἐμπορευομένους τὸν οἶνον ἐν Κύμῃ, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἐν ἄλλοις λιμέσιν, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους διατελοῦσι, παρουσιάζεται ἡ αὐτὴ ἀνάγκη. Ἡ ἑτέρα διάταξις ἀφορᾷ εἰς μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 13 Ἰουνίου 1877 νόμου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τοὺς αὐτουργοὺς καὶ συνεργοὺς λαθρεμπορίου. Προτείνομεν, ὅπως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου ἐφαρμόζηται μόνον ἐπὶ παραβάσεων, ὧν ἡ ποινὴ ὑπερβαίνει τὰς 100 δραχμάς. Ἕτερον νομοσχέδιον, ἐπίσης εἰς τελωνειακὰ ἀφορῶν, ἐπεκτείνει καὶ εἰς τοὺς κατὰ τὸ σύστημα τῶν ἀτμοκινήτων ἀτμομύλων συνεσκευασμένους ὑδρομύλους τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1871, τὰς ἐπιτρεπούσας προσωρινὴν ἀτέλειαν τῶν ὑπ’ αὐτῶν εἰσαγομένων σιτηρῶν, ἀπαλλασσομένων ὁριστικῶς τοῦ τέλους ἐπὶ τῇ ἐξαγωγῇ αὐτῶν, μεταπεποιημένων εἰς ἄλευρα ἐντὸς ὡρισμένης διορίας.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 157–161). Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Λεβίδης κατέθεσε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ ἐκ τοῦ δήμου Ἐράνης Γεώργιος Μπρισιμιτζῆς, καταταχθεὶς εἰς τὸν στρατὸν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1887, ὑπηρέτησεν ἓν ἔτος εἰς τὴν πρώτην πεδινὴν πυροβολαρχίαν καὶ μέχρι τοῦ Μαΐου 1880 εἰς τὸ πεζικὸν, καὶ ἐὰν κληθεὶς βραδύτερον προσῆλθε καὶ ὑπηρέτησεν ὡς ἐπίστρατος εἰς τὸ ἐν Λευκάδι ἕβδομον πεζικὸν τάγμα ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαΐου μέχρι τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 1881· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, νὰ προσκληθῇ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον Καλαμῶν νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ καταζητῇ τοῦτον ὡς κληρωτὸν τοῦ 1880.»
§30Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κατὰ προγενεστέραν τινὰ συνεδρίασιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεσχέθη εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα περὶ τῆς ὑποθέσεως, τῆς ἀφορώσης τὴν σύλληψιν καὶ κατάταξιν τοῦ ἀνυποτάκτου Νικολάου Ι. Δηλιγιάννη, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν ὑπεβλήθησαν ταῦτα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὰ ὑποβάλῃ.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐλήφθησαν ἔτι.
§32ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ πολλῶν ἀκούομεν παράπονα μέχρι γογγυσμοῦ περὶ τῆς κακίστης ποιότητος τοῦ πετρελαίου. Ὅπως γνωρίζετε, τὸ Κράτος ἔχει τὸ μονοπώλιον τοῦ εἴδους τούτου, δὲν ὑποτίθεται δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ αἰσχροκερδήσῃ καὶ δι’ αὐτὸ ἀγοράζει εὐθηνὸν καὶ ἑπομένως κοινῆς ποιότητος πετρέλαιον. Ἐπίσης εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ ἡ παραγγελιοδόχος ἑταιρία εἶναι ἀνωτέρα πάσης ὑπονοίας περὶ δόλου, κατὰ μείζονα δὲ λόγον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ δόλος τις ἐκ μέρους τοῦ ἐν Ἀμερικῇ καταστήματος, διότι τοῦτο ἀπολαύει παγκοσμίου φήμης. Ἐν τούτοις τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι τὸ πετρέλαιον εἶναι κακῆς ποιότητος. Ἐξηγήσεις λοιπὸν τινὲς ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἀπαραίτητοι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ τὰς δώσῃ.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια περὶ τοῦ παραγγελιοδόχου, διότι εἶναι εὐρωπαϊκῆς φήμης κατάστημα· ἐπίσης καὶ ἐνταῦθα δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ τις ἰδέα περὶ νοθεύσεως, τουλάχιστον ἐφ’ ὅσον ἀγοράζεται τὸ πετρέλαιον ἐν κεκλεισμένοις δοχείοις, διότι τὰ δοχεῖα ταῦτα φέρουσι τὴν σφραγῖδα τὴν ἐκ τοῦ τόπου τῆς ἀποστολῆς· μόνον ὅταν ἀγοράζηται χυτὸν, δύναται νὰ ἦναι νενοθευμένον, καὶ περὶ τούτου δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐγγυηθῶμεν, ἀλλὰ περὶ κεκλεισμένων δοχείων πρόκειται μόνον. Πρό τινος χρόνου εἶχον ἀκουσθῆ τοιαῦτα παράπονα, καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένετο ἐξέτασις· ἡ ἐξέτασις αὕτη ἀπέληξε τότε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ πετρελαίου ἦτο ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὰ κεκανονισμένα, ὧν ἐντεῦθεν εἶχε σταλῆ τὸ πρόγραμμα· διότι, ὡς γινώσκετε, τὰ τοῦ πετρελαίου δύνανται νὰ κανονισθῶσι διαφόρως, δὲν εἶναι δὲ τὸ πετρέλαιον, τὸ μᾶλλον φωτίζον καὶ τὸ καλλίτερον· τὴν φωτιστικὴν δύναμιν μετριάζουσιν ἐπιβαλλόμεναι πρόνοιαι καὶ μάλιστα ἡ περὶ ἀσφαλείας διὰ τὸ ἐκρηκτικὸν τοῦ ῥευστοῦ. Ὑπεθέσαμεν μὴ τυχὸν ἐν τῷ καθορισμῷ τῶν ὅρων ἐντεῦθεν εἶχε γενῆ σφάλμα, καὶ ὑπεβάλομεν καὶ τοὺς ὅρους τούτους εἰς νέαν ἐξέτασιν, Ἐν τούτοις παρελήφθη νέα ἀποστολὴ, ἥτις φαίνεται χείρων τῆς προηγουμένης, διότι ἡ προηγουμένη κατὰ τὰς ἐξετάσεις δὲν ἦτο πλημμελὴς, σχετικῶς τοὐλάχιστον πρὸς τοὺς τεθειμένους ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὅρους, ἦτο σύμφωνος πρὸς τοὺς ὅρους, καὶ ἂν ἦτο ἡ ποιότης κακὴ, ἕπεται, ὅτι οἱ ὅροι ἦσαν σφαλεροί, ἀλλ’ ἤδη βεβαιοῦται παρὰ πολλῶν, ὅτι ἡ νέα ἀποστολὴ δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τοὺς ὅρους. Διετάχθη περὶ τούτου ἐπιστημονικὴ ἐξέτασις, καὶ ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἔχωμεν πληροφορίας, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, ἂν ἐγένετο ἀποστολὴ μὴ σύμφωνος πρὸς τοὺς ὅρους, θέλει ἐπέλθει θεραπεία εὐθὺς, διότι ἔχομεν ὅλα τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, ὅτι ἐνταῦθα δὲν ἐγένετο νόθευσις, ἀφοῦ τὰ δοχεῖα πάντα εἶναι ἐσφραγισμένα· ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν δὲ τῶν ὅρων, ἡ μέχρι τοῦδε ἐξέτασις πείθει, ὅτι οὗτοι καλῶς ἔχουσι, καὶ ὅτι πολλαὶ τῶν ἀποτυχιῶν προέρχονται μᾶλλον ἐκ τοῦ ἐλαττωματικοῦ τῆς κατασκευῆς τῶν λαμπτήρων καὶ ἐκ τῆς ἀκαθαρσίας αὐτῶν, καὶ ὄχι ἐκ τῆς κακῆς ποιότητος τοῦ πετρελαίου· ὡς εἶπον, ἤδη θέλομεν ἐξετάσει τὰ τῆς ποιότητος τοῦ νέου πετρελαίου, εἰς ἃ κυρίως ἀφορῶσι τὰ παράπονα, θέλουσιν ἐξετασθῆ ἐκ νέου καὶ τὰ τῶν ὅρων, προσεχέστατα δὲ θὰ ὦμεν εἰς θέσιν νὰ δώσωμεν περὶ τούτων ἀκριβεστέρας πληροφορίας.
§34ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καθ’ ἃς ἐγὼ ἔχω πληροφορίας, τὸ ἐλάττωμα τοῦ πετρελαίου προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐν αὐτῷ ὑπάρχει παραφίνη, ἥτις τὸ μὲν θέρος, ὡς ἐκ τῆς θερμότητος, διαλύεται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἀποῤῥοφᾶται καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ δὲν φράττει τοὺς πόρους τοῦ φυτηλίου, καὶ ἑπομένως δίδει τὸ κατάλληλον φῶς, κατὰ τὸν χειμῶνα ὅμως ἡ ἀναπτυσσομένη θερμότης δὲν εἶναι τοσαύτη, ὅση ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ διαλύσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν λανθάνουσαν ἐντὸς τοῦ πετρελαίου παραφίνην, ἐκ τούτου προέρχεται ἡ ἔμφραξις τοῦ φυτηλίου καὶ ἑπομένως ἡ ἔλλειψις τοῦ φωτός. Τὸ τοιοῦτον ὅμως προέρχεται ἐκ τῆς δοθείσης παραγγελίας, διότι, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἀποβλέπει μόνον ὁ παραγγέλλων εἰς τὸ φῶς, τὸ ἀποδοθησόμενον ὑπὸ τοῦ πετρελαίου, ἀλλὰ συνάμα καὶ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν ἐκ τῶν δυστυχημάτων, τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ἀναφλέξεως τοῦ πετρελαίου, πρὸς πρόληψιν δὲ τῶν τοιούτων δυστυχημάτων ἐλαττοῦται ἡ δύναμις τοῦ πετρελαίου, καὶ ἐλαττουμένης τῆς δυνάμεως τοῦ πετρελαίου, ἐπέρχεται ὅπερ ὑπέδειξα, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς δυνάμεως, δὲν ὑπάρχει ἡ ἀνάλογος θερμότης, διὰ νὰ διαλύσῃ τὴν παραφίνην, ἥτις φράσσει τὸ φυτήλιον. Ἕως ὅτου λοιπὸν ἐξακολουθῇ νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη τις παραγγελία πρὸς προμήθειαν τοῦ πετρελαίου, τὸ πετρέλαιον θ’ ἀποφέρῃ αὐτὰ ταῦτα τὰ ἀποτελέσματα. Ὅτι δὲ αἰτία εἶναι τὸ πετρέλαιον καὶ οὐχὶ οἱ λαμπτῆρες ἢ ἄλλοι λόγοι, τοῦτο ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὸ γνωρίζει, διότι εἶναι αὐτοὶ οὗτοι οἱ λαμπτῆρες, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐχρησίμευον μέχρι τοῦδε καὶ ἔδιδον καλλίτερον φῶς, μέχρι τῆς νέας παραγγελίας, ἐκ τῆς ὁποίας ἐγεννήθησαν τὰ παράπονα. Καθὼς δὲ μὲ ἐπληροφόρησεν ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, μέρος πετρελαίου ἦτο τοσοῦτον κακῆς ποιότητος, ὥστε ὑπὲρ τὰ 2,000 δοχεῖα δὲν ἐδόθησαν εἰς κατανάλωσιν· ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐδόθησαν ἀρκετὰ, τὰ ὁποῖα, κυκλοφοροῦντα εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἐπηύξησαν τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν πανταχόθεν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ ῥιζικώτερα μέτρα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κατάστημα, τὸ προμηθεῦον τὸ πετρέλαιον, ὡς πρὸς τὴν ποιότητα· διότι, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἐστάλη πετρέλαιον, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ διαχείρισις ὑπεχρεώθη νὰ θέσῃ κατὰ μέρος, διότι ἦτο πετρέλαιον, ὅπερ δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς φωτισμὸν, καὶ τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ καταστήματος, τοῦ προμηθεύοντος τὸ πετρέλαιον, ἀποδεικνύεται ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ δόλος, ὑπάρχει ἀμέλεια, τὰ δὲ ἐκ πετρελαίου δυστυχήματα ἦσαν τοσοῦτον σπάνια, ὥστε ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξακολουθῇ προμηθευομένη τὸ αὐτὸ, ὅπερ καὶ πρότερον, πετρέλαιον.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι ἀκριβῶς τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐξετάζομεν τὰ δύο ζητήματα, πρῶτον, ἐὰν ἡ τελευταία ἀποστολὴ ἦναι σύμφωνος πρὸς τοὺς τεθέντας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὅρους, δεύτερον, ἐὰν οἱ τεθέντες ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὅροι ἦναι οἱ πρέποντες· ἡ ἐξέτασις θὰ διευκρινήσῃ ταῦτα ἐντὸς βραχέως καὶ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος θέλομεν ὁδηγηθῆ εἰς τὰ περαιτέρω.
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἐτέθησαν οἱ ὅροι, δὲν ἐγένετο προηγουμένη ἔρευνα;
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἐγένετο, καὶ ἐτέθησαν οἱ ὅροι ὑπὸ ἐπιστημόνων καὶ εἰδημόνων, ἀλλ’ ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, εἶπον δὲ καὶ ἐγὼ πρότερον, ὑπάρχει αὕτη ἡ δυσκολία, ὅτι τὴν ἔντασιν τῆς φωτιστικῆς δυνάμεως ἀποκτῶμεν ἐπὶ κινδύνῳ ἐκρήξεως καὶ ὅτι χάριν ἀσφαλείας ἐλαττοῦται ἡ φωτιστικὴ δύναμις, ἴσως δὲ ἐν τῷ συνδυασμῷ τῶν δύο δὲν εὑρέθη ἡ πρέπουσα ἀναλογία. Ἡ ἐξέτασις, ἡ γενομένη ἐσχάτως, πάλιν ἀπέληξεν ὑπὲρ τῶν ὅρων, τῶν τεθέντων ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἐθεωρήθη ὅτι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ δώσωμεν πλείονα φωτιστικὴν δύναμιν, θέλομεν ἀπολέσει ἐκ τῆς ἀσφαλείας, τὰ περὶ ἧς κανονίζονται ἐν σχέσει πρὸς τὸ κλίμα, ἐπιτρεπομένης ἐν τοῖς βορειοτέροις μεγαλειτέρας φωτιστικῆς δυνάμεως ἢ ἐν τοῖς μεσημβρινωτέροις. Πάντα ταῦτα, ἐννοεῖται, πρέπει νὰ ληφθῶσι καὶ ἐλήφθησαν, δὲν ἀμφιβάλλω, ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τῶν ἐπιστημόνων, ἀλλὰ τὰ ζητήματα εἶναι δυσχερῆ, διότι δὲν εἶναι μόνον θεωρητικὰ, εἶναι καὶ πρακτικὰ, δὲν εἶναι δὲ καὶ ἀδύνατον ἐπιστήμονες ἄνδρες νὰ λανθασθῶσιν ἐν τῷ ζητήματι τῆς παροχῆς τῆς ἀνωτάτης φωτιστικῆς δυνάμεως μετὰ προνοίας περὶ ἀσφαλείας καὶ τῆς σχέσεως αὐτοῦ πρὸς τὴν θερμοκρασίαν τῆς χώρας. Τούτου μάλιστα ἕνεκεν βλέπομεν παρ’ ἑκάστῃ χώρᾳ κρατοῦσαν ἰδίαν ἀναλογίαν τῶν συστατικῶν τοῦ ἐν χρήσει πετρελαίου, καὶ ἴδια καταστήματα, προμηθεύοντα τὸ πετρέλαιον, εἴτε ὑπάγεται τὸ πετρέλαιον εἰς μονοπώλιον, εἴτε εἶναι ἐλεύθερον τὸ ἐμπόριον τοῦ πετρελαίου. Καὶ ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι, πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ μονοπωλίου, σχεδὸν ἐξ ἑνὸς μόνου καταστήματος ἢ, ἀκριβέστερον, ἐκ δύο, ἐνῷ εἶναι 16 τὰ γνωστὰ ἐν Ἀμερικῇ καταστήματα, προεμηθευόμεθα τὸ πετρέλαιον, καὶ ἐκ τῶν καταστημάτων τούτων προεμηθεύετο ὅλη ἡ Ἀνατολὴ, αἱ βορειότεραι δὲ χῶραι προεμηθεύοντο ἐξ ἄλλων καταστημάτων, ὧν τὰ πετρέλαια οὐδέποτε ἐστέλλοντο ἐνταῦθα. Ὡς φαίνεται, ἐν Ἀμερικῇ μεταξὺ τῶν καταστημάτων ἐπῆλθέ τις συμφωνία, ἵνα ἕκαστον παράγῃ πετρέλαιον εἰδικὸν κατὰ τοὺς βαθμοὺς τῆς φωτιστικότητος καὶ τὰς ἄλλας ἰδιότητας πρὸς τὴν κατανάλωσιν τῶν διαμερισμάτων, εἰς ὧν τὴν χρῆσιν προώρισται. Ὡς δὲ πρότερον εἶπον, ἤδη ἔχομεν ὑπὸ ἐξέτασιν καὶ τὰ δύο θέματα, τό τε ἀφορῶν εἰς τοὺς τεθειμένους ὅρους καὶ τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν τήρησιν τῶν ὅρων ἐν τῇ τελευταίᾳ ἀποστολῇ, ἀλλὰ τοῦ τελευταίου θέματος, τοῦ τῆς ποιότητος τῆς τελευταίας ἀποστολῆς, παρουσιασθέντος μόλις ἐπ’ ἐσχάτων, ἤδη τὸ πρῶτον διενεργεῖται ἡ ἐξακρίβωσις. Ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ποιότης εἶναι κακὴ, ἡ εὐθύνη ἀνατρέχει εἰς τὸ κατάστημα τῆς παραγωγῆς· πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι αὐτὸ τὸ κατάστημα διέπραξε τὴν νοθείαν, ἢ ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀμέλειαν, ἀμφότερα ἀπίθανα, διότι εἶναι τὸ κατάστημα ὁμοταγὲς τῶν ἄλλων, ἅτινα, κεκτημένην ἔχοντα ὑπόληψιν, δὲν διακυβεύουσιν εὐκόλως αὐτὴν, καὶ προσέτι διότι ἐν Ἀμερικῇ τὰ 16 καταστήματα, ὧν ἐμνήσθην, τὰ γνωστὰ καὶ ὁμοταγῆ, ἔχουσι συνεστημένην ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν ὑποβάλλονται τὰ προϊόντα αὐτῶν καὶ παρ’ ἧς βεβαιοῦται, ὅτι πληροῦσι ταῦτα τοὺς ἐπηγγελμένους ὅρους, ἐπιτιθεμένης εἰς τὰ δοχεῖα σφραγῖδος, βεβαιούσης τὸ γνήσιον τοῦ πετρελαίου καὶ τὸ σύμφωνον τῆς παραγωγῆς πρὸς τοὺς τεθειμένους τῷ καταστήματι ὅρους.
§38ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ Βονίτσης καὶ Ζαβέρδας ὑπάρχει ὁδὸς ἁμαξιτὴ, ἡ ὁποία ἑνόνει τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον μὲ τὴν Ἰόνιον θάλασσαν· ἡ ὁδὸς αὕτη κατεσκευάσθη δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου, διότι ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐθνικὴ ὁδὸς, ἐχαρακτηρίσθη δὲ ὡς τοιαύτη, διότι ἡ Κυβέρνησις τότε ἐσκόπει νὰ τὴν μεταχειρισθῇ πρὸς μεταφορὰν πυροβόλων καὶ μικρῶν πολεμικῶν σκαφῶν, κατεσκευάσθη ὅμως κακῶς, ὡς πᾶσαι αἱ ὁδοὶ τῆς Ἑλλάδος, ἕνεκα λόγων γνωστῶν, τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μνημονεύσω. Ἤδη εἶναι ἄχρηστος ἐντελῶς ἢ, διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβέστερος, ἐντελῶς μὲν ἄχρηστος δι’ ἁμάξας, μόλις δὲ χρήσιμος διὰ φορτηγὰ ζῶα. Ἕνεκα τούτου οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων ἀπηύθυναν τελευταῖον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀναφορὰν, δι’ ἧς παρακαλοῦσιν αὐτὴν νὰ διατάξῃ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ, παρεκάλεσαν δὲ καὶ ἐμὲ νὰ τὴν συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν. Τοῦτο πράττω, κύριε Πρόεδρε, ὄχι μόνον χάριν τῶν κατοίκων, ἀλλὰ καὶ κυρίως χάριν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον προὐτίθετο ἡ Κυβέρνησις τότε, κατασκευάζουσα τὴν ὁδόν, ὀφείλει δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιαν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι διὰ τοῦ στομίου τῆς Πρεβέζης ἐπιτρέπεται τώρα ἡ μεταφορὰ ὑλικοῦ πολέμου καὶ πολεμικῶν σκαφῶν, ἀλλὰ καὶ διότι τὰ ὕδατα εἶναι ἀβαθῆ καὶ διότι τὸ ὅμορον Κράτος δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ἴσως τὴν διάβασιν, ἂν ἡμεῖς χρειασθῶμεν νὰ στείλωμεν εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν ὑλικὸν πολέμου, εἶναι ἀνάγκη νὰ ᾖναι ἐν καλῇ καταστάσει ἡ ὁδὸς αὕτη, διότι, ὡς εἶπον, εἶναι ἡ μόνη ὁδὸς, δι’ ἧς ἑνοῦται τὸ Ἰόνιον πέλαγος μὲ τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρίσκῃ βασίμους τοὺς λόγους τούτους, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου, οὕτω δὲ ἱκανοποιοῦνται καὶ οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τόσον συχνὴν χρῆσιν ποιοῦνται τῆς ὁδοῦ. Συγχρόνως δὲ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, συμφώνως πρὸς τὴν χθεσινὴν ὑπόσχεσίν του, νὰ καταθέσῃ τὸν πίνακα ἐκεῖνον, καὶ νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα.
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Περιμένω νὰ σταλῇ ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως, ὡς μὲ εἰδοποίησαν πρὸ ὀλίγου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ἐζήτησα δὲ καὶ ἐκ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου πληροφορίας περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὑγείας τῆς πόλεως, τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπέμνησε χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ εἶναι πιθανὸν ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως νὰ ἔχω ταύτας, ἀλλὰ δὲν βεβαιῶ τοῦτο· ὁπωσδήποτε αὔριον θὰ τὰς ἔχω.
§40ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς ἀναγγείλῃ, ὅτι ἡ παράκλησις τῶν ἐν ταῖς ποινικαῖς φυλακαῖς κρατουμένων ὀφειλετῶν διὰ πολιτικὰ χρέη εἶχεν εἰσακουσθῆ, καὶ ὅτι συνεπείᾳ διαταγῆς, τὴν ὁποίαν εἶχεν εὐαρεστηθῆ νὰ ἐκδώσῃ, ἐτοποθετήθησαν οὗτοι ἐν ἰδιαιτέροις δωματίοις· ἀλλ’ ἡ διαταγὴ δὲν ἐξετελέσθη, καὶ οἱ ὀφειλέται οὗτοι παραπονοῦνται, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἄλλων τοῖς εἶναι δυσχερέστατον νὰ συγκοινωνήσωσι καὶ μὲ τοὺς συγγενεῖς των, διότι ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἄδεια τοῦ Φρουράρχου καὶ δὲν ἠξεύρω ποίας ἄλλης ἀρχῆς, συνεπείᾳ τῆς συμπλοκῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκεῖ πρό τινος μεταξὺ τῶν καταδίκων καὶ ὑποδίκων.
§41ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ ᾖναι καλὸν νὰ καταργηθῇ ἡ ἀπαίτησις τῆς ἀδείας, προκειμένου περὶ πολιτικῶν φυλακῶν, αἵτινες εἶναι ἐν τῷ καταστήματι τῶν ποινικῶν φυλακῶν εἰς ὡρισμένα δωμάτια.
§42ΕΠ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσθη ἡ διαταγή σας, ὅπως τοποθετηθῶσιν ἰδιαιτέρως, μένουσι δ’ ἀναμὶξ μετὰ τῶν καταδίκων.
§43ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Θὰ ἐρωτήσω.
§44ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρὸ ἱκανῶν ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ἀγροφυλάκων ἐκείνων καὶ ἀστυνόμων, οἵτινες, ἔχοντες πρόβατα ἀπὸ κοινοῦ μετὰ ποιμένων, ὁδηγοῦσι τὰ ποίμνια αὐτῶν ἐντὸς τοῦ ἐλαιῶνος τῶν Ἀθηνῶν· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφάνη, ὅτι οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐνήργησεν, ἤ, ἐὰν ἐνήργησε, δὲν εἰσηκούσθη παρὰ τῶν ἀγροφυλάκων καὶ τῶν ἀστυνόμων, διότι σήμερον τὸ πρωῒ ἦλθεν ὁλόκληρος ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐξ 25 κτηματιῶν, ἐχόντων ἐλαιόδενδρα ἐν τῷ ἐλαιῶνι τῶν Ἀθηνῶν....
§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ ποῖον μέρος;
§46ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς διάφορα.... Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μοὶ εἶπεν, ὅτι τὰ ποίμνια τῶν ἀγροφυλάκων καὶ τῶν ἀστυνόμων, ἢ ἑνὸς ἐκ τῶν ἀστυνόμων, (ἵνα ἦμαι ἀκριβέστερος) δὲν περιορίζονται εἰς τὸ νὰ τρώγωσι τὰς χαμαὶ κειμένας ἐλαίας, ἀλλὰ κόπτουσι καὶ τοὺς κλάδους τῶν ἐλαιοδένδρων. Καὶ τοῦτο ἔχει συμφέρον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ γίνεται, διότι εἰς προσεχεῖς ἐκλογὰς δὲν θέλει εὕρει κλάδους ἐλαίας, ἵνα δώσῃ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς αὑτοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν, νὰ καλέσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, διότι γνωρίζει αὐτοὺς κάλλιστα, καὶ ἐξετάσῃ, ποῖοι ἐκ τῶν ἀγροφυλάκων εἰσὶ ποιμένες.
§47ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ μηνὸς εἶχον ὑποδείξει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν κακίστην κατάστασιν τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ μεταξὺ Μύλων καὶ Τριπόλεως, τὸν εἶχον δὲ παρακαλέσει, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπισκευὴν τῶν καταστραφέντων ἐκείνων μερῶν τῆς ὁδοῦ, ἕνεκα τῶν ὁποίων καταντᾷ ἀδιάβατος ἡ ὁδὸς, καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη γινώσκετε ὁποίαν χρησιμότητα ἔχει εἰς τοὺς νομοὺς τῆς Πελοποννήσου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησε τότε, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον συνέστησα τὴν ἐπισκευὴν ταύτην, κατ’ ἐκεῖνον, κατὰ τὰ κεκανονισμένα, ἐπρόκειτο νὰ συστηθῶσι τὰ συνεργεῖα καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἄρξωνται τῆς ἐπισκευῆς των. Ἀλλὰ, καίτοι παρῆλθε μὴν καὶ πλέον, πληροφορῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ αὐτὴ καὶ χείρων κατάστασις ὑπάρχει καὶ οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη. Ἡ κατάστασις αὕτη καταντᾷ ἀφόρητος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ ἐσπευσμένως τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ διὰ δαπάνης ὄχι πολὺ μεγάλης. Ἐπίσης μεταξὺ Τριπόλεως καὶ Σπάρτης ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν κατασκευάζεται ἐθνικὴ ὁδὸς, ἀναγκαιοτάτη διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν δύο νομῶν Λακωνίας καὶ Ἀρκαδίας. Πρὸ ἑνὸς ἔτους μεταξὺ τμήματός τινος τῆς Τριπόλεως καὶ Ἀραχώβης, ἤτοι εἰς διάστημα 4 περίπου ὡρῶν, ἔχει κατασκευασθῆ ἡ ὁδὸς καὶ χαλικοστρωθῆ. Ὑπολείπεται δὲ ἡ ἐπίστρωσις διὰ χώματος, ὅπως ἡ συγκοινωνία μέχρι τοῦ τμήματος ἐκείνου γίνῃ τελεία. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἐδαπανήθησαν πλέον τῶν 300,000 δραχμῶν, τὸ χῶμα, τὸ πρὸς ἐπίστρωσιν χρησιμεῦον, εἶναι ἐναποθεθειμένον ἔκτοτε καὶ μένει ἐπὶ τῆς ὁδοῦ εἰς σωροὺς, δὲν ὑπολείπεται δὲ ἄλλο, παρὰ νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον μηχανικόν. Ὁ ἁρμόδιος μηχανικὸς ἀρνεῖται πρὸ τοσούτου χρόνου νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν ἐργολάβον, ὅπως ἐπιστρώσῃ τὴν ὁδὸν καὶ διαταχθῇ ἡ παραλαβὴ αὐτῆς. Κάμνω τοῦτο γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἐξετάσῃ, τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι εἶναι φοβερὸν νὰ δαπανηθῶσι περὶ τὰς 300,000 δραχμῶν πρὸ ἔτους καὶ νὰ μὴ γίνηται ἡ ἐπίστρωσις διὰ χώματος, τὸ ὁποῖον δὲν κοστίζει τίποτε καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἕτοιμον.
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τίνα λόγον ἀρνεῖται ὁ ἐργολάβος;
§49ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρνεῖται ὁ μηχανικὸς καὶ ὄχι ὁ ἐργολάβος.
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ γίνῃ ἡ ἐξέλεγξις τοῦ χάλικος κατ’ ἀνάγκην.
§51ΣΑΚΚΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατεδικάσθη παρὰ τοῦ Πλημμελειοδικείου Καλαμῶν ὁ Δήμαρχος Βουφράδος, καὶ μετὰ τὴν φυλάκισίν του ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ὁ πρῶτος δημαρχικὸς πάρεδρος, ὅστις μόλις ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου, συλλαμβάνεται διὰ χρέος 45 δραχμῶν καὶ ἀπάγεται εἰς τὸν ταμίαν Πύλου, ὅπως πληρώσῃ, διότι ἠρνεῖτο νὰ τὰς δεχθῇ ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ. Τοῦτο ἐγένετο σκοπίμως, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, διότι μεταβὰς ὁ πάρεδρος εἰς Πύλον καὶ πληρώσας ἐπανῆλθε καὶ εὗρεν ἕτερον πάρεδρον ἐγκατεστημένον, καὶ ὑπὸ τίνος νομίζετε; ὄχι παρὰ τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ παρὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου, σταθμάρχου ἐκεῖ, διότι βεβαίως ὁ πρῶτος δημαρχικὸς πάρεδρος δὲν θὰ ἦτο σύμφωνος πρὸς τὰς θελήσεις αὐτοῦ ἢ τὰς ἐντολὰς, τὰς ὁποίας ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος ἔχει. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ἂν δὲν ἔχῃ, καὶ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ποῖος διοικεῖ τὸν δῆμον ἐκεῖ, ὁ πρῶτος πάρεδρος ἢ ὁ δεύτερος, διότι, καθ’ ἃ μανθάνω, διοικοῦσι δύο, καθόσον ὁ πρῶτος, ἐπανελθών, κατώρθωσε νὰ ἁρπάσῃ μέρος καὶ διοικεῖ καὶ αὐτός!
§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ πρῶτος πάρεδρος, κατὰ τὸν νόμον, ἔχει καθῆκον καὶ δικαίωμα ν’ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τώρα τὸ ἀκούω, καὶ θὰ ἐξετάσω.
§53ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν δικογραφίαν τὴν ποινικὴν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα πρὸ 15 ἡμερῶν. Δὲν ἔφθασεν ἀκόμη, κύριε Ὑπουργέ;
§54ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπήντησε καὶ μοὶ ἀπέστειλε τὸ βούλευμα· ὡς πρὸς τὴν δικογραφίαν, μοὶ ἀνέφερεν ὅτι δὲν ἔχει εὑρεθῆ, διότι εἶχε γίνει μετὰ τὸ πέρας τῆς ὑποθέσεως ταύτης πρὸ 10 ἐτῶν μεταφορὰ τοῦ γραφείου· ἀλλὰ παρήγγειλα νὰ γίνῃ ἐπισταμένη ἔρευνα πρὸς εὕρεσιν αὐτῆς.
§55ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἐξηφανίσθη ἡ δικογραφία· ἀλλ’ οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ἐδώσατε παραγγελίαν νεωτέραν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἂς περιμείνωμεν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς.
§56ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Θὰ τὸν ὑπομνήσω.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῶν φάρων καὶ φανῶν διὰ τὸ ἔτος 1890. Ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως δραχμῶν 10,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1889. Ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 162–163).
§58Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν μᾶς ἀπήντησεν, ἐὰν ἔλαβε τὰς ζητηθείσας πληροφορίας παρὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοσίων ἔργων τῶν νομῶν Λακωνίας καὶ Μεσσηνίας περὶ ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Γύθειον.
§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν τὰς ἔλαβον ἀκόμη· ὁ κ. Βλάσσης εἶναι ἐδῶ, καὶ θὰ τὰς λάβω παρ’ αὐτοῦ ἐνταῦθα.
§60Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον κατηγγέλθη ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ ἀστυνόμος τοῦ δήμου Κροκεῶν καὶ διὰ τίνα λόγον ἐναντίον τούτων ἐξεδόθησαν ἐντάλματα· διότι, ὡς ἐγὼ μανθάνω, κατηγγέλθησαν ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἠμπόδισαν ἐργολάβον ἀπὸ τοῦ νὰ ἐργάζηται εἰς ἔργα τῆς δημοσίας ὁδοῦ Μονεμβασίας– Σπάρτης.
§61ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπερώτησιν, ἣν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἕτερος συνάδελφος τῷ ἀπηύθυνε, περὶ τῆς συλλήψεως δύο πολιτῶν ἐξ Εὐρωστίνης, ὡς ἐπιτεθέντων δῆθεν κατὰ χωροφύλακος. Παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἡ σύλληψις ἐγένετο τὴν αὐτὴν ἡμέραν καὶ ὥραν, καθ’ ἣν ἡ ἐπίθεσις, τουτέστι τῇ 26ῃ Ὀκτωβρίου. Ζητῶ τουτέστι νὰ μάθω, ἂν ὁ Ὑπομοίραρχος, ὁ συλλαβὼν αὐτοὺς, τοὺς συνέλαβεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ διαπράξαντας τὴν ἐπίθεσιν, ἢ τὴν ἐπαύριον. Ἂν δὲ τὴν ἐπαύριον, ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἄν, ὅτε τοὺς συνέλαβεν ὁ Ὑπομοίραρχος, εἶχεν εἰς χεῖράς του δικαστικὸν ἔνταλμα, ὅπερ τοῖς ἐπέδειξεν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Γεροκωστόπουλος κατέθεσε τὰς ἑπομένας δύο ἐπερωτήσεις. «Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1578 τοῦ 1888 ἀποφάσεως τῶν ἐν Χαλκίδι Πλημμελειοδικῶν τὸ Δικαστήριον τοῦτο ἀπεφάνθη ἑαυτὸ ἀναρμόδιον ὡς πρὸς τὸν Πέτρον Παππαναστασίου, λοχίαν, κατηγορούμενον ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει καὶ ἐξυβρίσει κατὰ τοῦ πρωτοδίκου Γ. Παπαδοπούλου, καὶ παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον. Παρακαλῶ τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσωσι τὴν δικογραφίαν ταύτην, ἐὰν ἡ ὑπόθεσις ἐξεδικάσθη ἀπὸ τὸ Στρατοδικεῖον, ἄλλως νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, διατὶ ἐβράδυνεν ἡ ἐκδίκασις τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ ἐν τίνι στάσει εὑρίσκεται. «Ὑπενθυμίζω καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τῶν δικαστικῶν κλητήρων τῆς περιφερείας τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν καὶ τὰς περὶ φυλακῶν Ῥίου, ὡς ἀναλυτικώτερον ἐξέθηκα τὰ περὶ τούτων ἐν τῇ ἀρχικῇ ἐρωτήσει μου.» Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ χθὲς διακοπεῖσα, δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας, ψηφοφορία.
§63ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀφοῦ χθὲς ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, ὅτε ἐκλείσθη ἡ συζήτησις, δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ συζήτησις ἔληξε.
§65ΜΙΛΗΣΗΣ. Μίαν μόνην παρατήρησιν θὰ κάμω. Ἂν τὸν ἐνόησα χθὲς καλῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἐπιτρέπεται τὸ μέσον τῶν μαρτύρων ἐναντίον τοῦ περιεχομένου τῶν πρωτοκόλλων, διότι οἱ συντάσσοντες αὐτὰ βεβαιοῦσι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑποπίπτουσιν εἰς τὰς αἰσθήσεις των. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι τώρα εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφίσῃ κατὰ τῆς τροπολογίας. Ἄλλως θὰ ἔχωμεν τρίτον ἢ τέταρτον παράδειγμα, ὄχι πλέον Βουλευτοῦ, ἀλλ’ Ὑπουργοῦ, ἄλλα μὲν λέγοντος κατὰ τὴν συζήτησιν, ἄλλα δὲ ψηφίζοντος κατὰ τὴν ψηφοφορίαν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται ἡ παρὰ τοῦ κ. Μισυρλῆ υἱοθετηθεῖσα τροπολογία τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τῶν παγίων φορολογικῶν νόμων διὰ τῶν ἑξῆς: «Αἱ διατάξεις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου 12 ἰσχύουσιν ὡς πρός τε τὴν κοινοποίησιν καὶ τὴν ἀνακοπὴν καὶ ἐπὶ τῶν πρωτοκόλλων ἀπαῤῥιθμήσεως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν ζώων, ἐπιτρεπομένων κατὰ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν πάντων τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Μ. Γουλιμῆς | Ο |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Μ. Ἰατρίδης | Ο |
| Α. Σισμάνης | Ο | Δ. Χατζόπουλος | |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Γεώργιος Μίλησης | Ν |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Σπυρίδων Νοταρᾶς | Ν |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Γεώργιος Κούστας | |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο |
| Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Θεόφ. Προβατᾶς | |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Σκάρπας | Ο |
| Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν |
| Δημ. Πετρίδης | Ν | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | |
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ν | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Νικ. Βαλσαμάκης | Ν |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ν | Γερ. Μουσούρης | Ο |
| Χρῆστος Χριστόπουλος | Ν | Παν. Βενιεράτος | |
| Φίλιππος Βάρβογλης | Ν | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν |
| Ἠλίας Φλέσσας | Ν | Γεώργ. Κόρπας | Ν |
| Κωνστ. Κωνσταντόπουλος | Ν | Στέφ. Σκουλούδης | Ο |
| Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο |
| Παναγ. Μανέτας | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | |
| Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν | Νικ. Νομικός | Ο |
| Ἠλίας Παλαμήδης | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | |
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ο | |
| Δ. Ζέγγελης | Λωρέντζος Δελαρόκας | ||
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Δημοσθ. Καΐρης | Ο | |
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ν | Νικ. Κρίσπης | |
| Γεώρ. Χ. Παχὺς | Ο | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | |
| Στέφανος Δραγούμης | Ο | Ἰωάν. Γκιὼν | Ο |
| Δημ. Γ. Ῥάλλης | Κων. Κοσσονάκος | Ο | |
| Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | Γ. Μαυρομιχάλης | ||
| Φωκίων Νέγρης | Ο | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | |
| Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς | Ν | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο |
| Νικόλ. Μπουφίδης | Ο | Νικήτ. Βαρβιτσώτης | Ο |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | Λεων. Καπετανάκος | Ο |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς | Ξαθὸς Πικουλάκης | Ο | |
| Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ν | Γεώργ. Πετροπουλάκης | Ν |
| Σπ. Κουκούλεζας | Ο | Κωνστ. Παπαμιχαλόπουλος | Ν |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ι. Καρτάλης | ||
| Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο |
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν. Κοκωσλῆς | ||
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο |
| Α. Φωτήλας | Κων. Μαρκίδης | ||
| Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο |
| Ἀντ. Ῥικάκης | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο |
| Ἰω. Κρεστενίτης | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | |
| Ν. Κουμανιώτης | Α. Λογιωτάτου | ||
| Χρ. Στεφανόπουλος | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν | |
| Ἀλέξ. Ζαΐμης | Ν | Κων. Κουμουνδοῦρος | Ν |
| Ἀρ. Κοντογούρης | Περ. Πεῤῥωτῆς | ||
| Νικόλ. Καλογερόπουλος | Ο | Δημ. Τζάνες | Ν |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Περ. Μποῦτος | Ο | |
| Ν. Παπανικολάου | Παν. Σάκκης | Ν | |
| Νικόλ. Καφετζόγλους | Ο | Νικ. Παπαλέξης | |
| Ἰωάννης Πεζᾶς | Ν. Μισυρλῆς | Ν | |
| Κωνσταντ. Σινέλης | Ο | Ν. Καράπαυλος | Ο |
| Βασίλειος Βουδούρης | Ο | Ἀσημάκης Χριστόπουλος | Ν |
| Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Δ. Κάρτσωνας | Ν |
| Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης | Ο | Δ. Π. Γουδῆς | Ο |
| Διον. Λομβάρδος | Ο | Σ. Χατζηγάκης | |
| Γεώργιος Θεοτόκης | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | |
| Κωνστ. Βασιλάκης | Ἀθ. Καζαμπάκας | ||
| Ἀντ. Καποδίστριας | Ν | Γ. Φραγκίδης | Ο |
| Νικόλαος Βασιλάκης | Ν | Α. Τακιατζῆς | Ο |
| Εὐάγγελος Τσαρλαμπᾶς | Γ. Τάκης | ||
| Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ν. Ταρμπάζης | ||
| Σ. Ἀλαμάνος | Ζ. Φαλιάγκας | ||
| Σταμάτ. Μπουντούρης | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| Θεόδωρος Γκίκας | Ο | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο |
| Ἀνάργυρος Σιμόπουλος | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | |
| Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ν | Δημήτριος Ζουλούμης | |
| Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | |
| Νικόλαος Κοντογιάννης | Θεμιστοκλ. Κανάρης | Ν |
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 62 κατὰ 38, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 100.
§68ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ, τίνα ἔννοιαν ἔχει ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς τροπολογίας; Ὅτι ἀποκλείεται ὁριστικῶς τὸ μέσον τῶν μαρτύρων κατὰ τοῦ περιεχομένου τῶν πρωτοκόλλων, ἢ ὅτι θὰ λύηται τὸ ζήτημα ἑκάστοτε κατὰ τὰς περὶ ἀποδείξεως ἀρχὰς τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας;
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐρωτᾶται, τίς ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου. Τὸ ἄρθρον σημαίνει, ὅτι θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ τὰ χθὲς ψηφισθέντα περὶ πρωτοκόλλου ἐπὶ τῶν οἴνων καὶ εἰς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, οὐδὲν δὲ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ λέγεται περὶ τοῦ κύρους τῶν πρωτοκόλλων. Τώρα ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀφοῦ οὐδὲν λέγεται περὶ τοῦ κύρους τῶν πρωτοκόλλων, τὰ δικαστήρια ποῖον κῦρος θέλουσιν ἀναγνωρίσει εἰς τὰ πρωτόκολλα; Εἶναι πρόδηλον, ὅτι τὰ πρωτόκολλα θέλουσιν ἔχει τὸ κῦρος, τὸ ἐκ τοῦ νόμου ὀφειλόμενον εἰς αὐτὰ, πρέπει δὲ νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι τὰ Δικαστήρια θέλουσι τοῖς ἀναγνωρίζει τὸ κῦρος ἐκεῖνο. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ἀντικαταστηθέντος τοῦ ἀριθμοῦ 11 διὰ τοῦ ἀριθ. 12, συμφώνως τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 14).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15. (Ἀναγινώσκεται).
§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τὸ ἄρθρον.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ νέον σύστημα φορολογίας τῶν ζώων, ὅρος τοῦ φόρου εἶναι ὁ προκύπτων ἐκ τῆς διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φορολογητέων κτηνῶν διαιρέσεως τοῦ ποσοῦ, ὅπερ τὸ Δημόσιον ἀπελάμβανε κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος περιλαμβάνει μόνον τὰ δηλωθέντα ζῶα. Ἂν θελήσωμεν νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ διαιρέτῃ καὶ τὰ ζῶα τὰ ἐπὶ καταγγελίᾳ βεβαιούμενα, πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ φόρου ἕως τῆς ἐκδικάσεως τῶν καταγγελιῶν· περιλαμβανομένων ἄρα ἐν τῷ διαιρέτῃ μόνων τῶν δηλωθέντων ζώων, τὰ μὴ δηλωθέντα φορολογοῦνται ὡς ὑπεράριθμα.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι πρόκειται περὶ νέας φορολογίας· διότι, ἂν παραλειφθῶσι τὰ μὴ δηλούμενα ζῶα καὶ δὲν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει, θὰ ἔχωμεν πηλίκον πολὺ ἀνώτερον διὰ τὰ ζῶα τὰ δηλούμενα. Τί θὰ γίνῃ δὲ διὰ τὰ ζῶα τὰ μὴ δηλούμενα καὶ ἀνακαλυπτόμενα μετὰ ταῦτα; θὰ πληρώσουν τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου. Ἑπομένως εἰς ἕκαστον χωρίον θὰ ἔχωμεν, ἐκτὸς τοῦ συμφώνως μὲ τὸ διανεμητικὸν σύστημα ἐπιβαλλομένου φόρου, καὶ πρόσθετον φόρον, ἐπιβαλλόμενον εἰς τὰ μὴ δηλούμενα, θὰ ἔχωμεν οὕτως ἐξαίρεσιν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐφ’ ἧς στηρίζεται σήμερον ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἐπὶ διανεμητικοῦ συστήματος ἐπιτρέπεται τοῦτο. Ἂν ὁ φόρος δὲν ἦτο φόρος διανεμητικὸς, ἀλλὰ φόρος ποσοστοῦ, ἐπετρέπετο τοῦτο. Ἀφοῦ ὅμως οὗτος εἶναι διανεμητικὸς φόρος, καὶ ὁλόκληρον τὸ Κράτος ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ ὡρισμένον χρηματικὸν ποσὸν, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀριθμὸς τῶν ζώων, ἕπεται ὅτι οἱ φορολογούμενοι τρέχουσι μὲν τὸν κίνδυνον νὰ πληρώσωσιν ἀνώτερον φόρον, ἂν ἀποκρυβῶσι κτήνη, ἀπολαμβάνουσιν ὅμως καὶ τὸ πλεονέκτημα νὰ πληρώσωσιν ὀλιγώτερον, ἂν δὲν ἀποκρυβῶσι τοιαῦτα. Ὅταν ὅμως καταργῆτε τὸ πλεονέκτημα τοῦτο, τότε ἀδικεῖτε προφανῶς τοὺς φορολογουμένους. Θεωρῶ ἑπομένως ἄδικον τὴν προτεινομένην τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ζώων. Ἂς εὕρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἕτερον μέτρον, εὐκολύνον τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, χωρὶς νὰ βλάψῃ τοὺς εἰλικρινῶς δηλώσαντας τὰ ζῶα αὑτῶν.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποθέτει, ὅτι κατὰ τὸν νόμον μόνη βάσις τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου εἶναι ὁ ὁρισμὸς τοῦ πηλίκου διὰ τῆς διαιρέσεως τοῦ ποσοῦ, τοῦ βεβαιουμένου ἐκ τοῦ παρελθόντος διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ζώων, ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω, διότι τὸ πηλίκον ἀφορᾷ εἰς μόνα τὰ ζῶα τοῦ χωρίου, ἐνῷ πάντα τὰ ζῶα, τὰ ὑπὸ σκηνιτῶν καὶ ἄλλων δι’ οἱονδήποτε λόγον εἰσαγόμενα, ὑποβάλλονται εἰς τὸν φόρον ἀσχέτως πρὸς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον. Ἂν δὲ θελήσωμεν καὶ ταῦτα νὰ καταλογίσωμεν καὶ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ἐν τῷ ὑπολογισμῷ καὶ τὰ ζῶα τὰ μὴ δηλούμενα, καθιστῶμεν ἀνέφικτον τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ ὅρου. Σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι ἡ ἐμψύχωσις τῶν δηλώσεων, ἡ παροχὴ συμφέροντος εἰς τοὺς κατόχους ζώων, ὅπως προκαλῶσιν ἀμοιβαίως τὰς δηλώσεις. Δὲν ἀποκλείει δὲ τὸ ἄρθρον τοὺς ἐκπροθέσμως δηλοῦντας, ἀποκλείει τοὺς ἐπιμένοντας ἐν τῇ ἀποχῇ ἀπὸ τῆς δηλώσεως καὶ ἑπομένως καταδικασθέντας. Πρὸς ἐξακρίβωσιν ἄρα τοῦ ὅρου λαμβάνομεν τοὺς δηλώσαντας καὶ τοὺς ἐκπροθέσμως δηλώσαντας· τὴν τρίτην κατηγορίαν δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, διότι αἱ καταγγελίαι καὶ ἡ ἐκδίκασις αὐτῶν δύνανται νὰ διαιωνίζωνται, παρεμποδίζουσαι τὴν ὁριστικότητα τῆς ἐξακριβώσεως. Κατὰ ταῦτα ὁ διαιρέτης συνίσταται εἰς τοὺς ἐμπροθέσμως δηλώσαντας καὶ εἰς τοὺς ἐκπροθέσμως κατὰ τὸ ἄρθρον 16 δηλώσαντας. Ὅσοι δὲ οὔτε εἰς ταύτην οὔτε εἰς ἐκείνην τὴν κατηγορίαν ὑπήχθησαν, θὰ ὑποστῶσι τὴν κατὰ νόμον τιμωρίαν.
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν οἱ διὰ καταμετρήσεως καταδικασθέντες κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἔχετε λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν ἓν δεδομένον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ σχηματίσητε τὸν διαιρέτην. Ἂν ἀποκλείσητε τούτους, ἀδικεῖτε τοὺς δηλώσαντας. Τὸ Δημόσιον δὲν δικαιοῦται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ὑπάρξεως ἄλλων ζώων, καὶ λάβῃ ἐπιπρόσθετον φόρον, ὑπερβαίνοντα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ διαιρέτης ἐπιβάλλει εἰς ἕκαστον χωρίον. Τοὺς μὴ δηλώσαντας τοὺς γνωρίζετε ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἔχετε δ’ οὕτω τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ νόμος πρὸς διανομὴν τοῦ φόρου. Ἀφαιροῦντες δὲ τοὺς καταδικασθέντας, ἐπαυξάνετε τὸν φόρον τῶν ζώων, καὶ πράττετε τοῦτο κεκρυμμένως καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὸ Κοινοβούλιον. Δὲν γνωρίζομεν, ἂν ἡ αὔξησις αὕτη ἦναι σπουδαία ἢ μὴ, διότι δὲν γνωρίζομεν πόσα εἶναι τὰ μὴ δηλωθέντα ζῶα εἰς ἕκαστον χωρίον.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐλάχιστα.
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἀκούω πάντοτε, ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ ἀδήλωτα ζῶα.
§78ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ἀνατρέπει ἐντελῶς τὴν κυριωτέραν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν ζώων. Ἡ κυρία βάσις τοῦ νόμου τούτου εἶναι, νὰ ἐξεγερθῇ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν κατοίκων τοῦ αὐτοῦ χωρίου πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται ὡς ἐκ τῆς ὑπό τινων παραλείψεως τῆς δηλώσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ συμφέρον τῶν χωρικῶν ἐκλείπει. Λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἄλλως καθίσταται ἀδύνατος ὁ προσδιορισμὸς τοῦ φόρου· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ προσωρινὸς προσδιορισμὸς τοῦ φόρου, χωρὶς νὰ περιληφθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ζώων τῶν μὴ δηλωθέντων, ἐπιφυλασσομένου τοῦ Δημοσίου νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τοὺς χωρικοὺς ὅσα ἤθελεν εἰσπράξει ἐκ τῆς καταδίκης τῶν μὴ δηλωσάντων χωρικῶν.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ θὰ ἦσαν ὀρθαί, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐκπροθέσμου δηλώσεως, αἱ προλαμβάνουσαι τὰ κακὰ, ἅτινα ὁ κ. Βουλευτὴς ἠρίθμησεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι σκοπὸς τοῦ νόμου τοῦ κειμένου εἶναι, νὰ δώσῃ ἐνδιαφέρον εἰς τοὺς κατοίκους, ὅπως καταγγέλλωνται τὰ μὴ δηλωθέντα ζῶα, καὶ ἐνόμισεν ὅτι θὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνα τὰ ἀρχικῶς δηλωθέντα. Ταῦτα βεβαίως θὰ εἶχον οὕτω, ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἐκανόνιζεν ἄλλως τὰ περὶ αὐτῶν. Ὁ νόμος εἶπεν, ὅτι θὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ διαιρέτῃ οἱ ἐμπροθέσμως δηλώσαντες καὶ οἱ ἐκπροθέσμως δηλώσαντες, ἔλαβε δὲ πρόνοιαν, ὅπως πάντες οἱ καταγγελλόμενοι ἔχωσι τὸ συμφέρον νὰ δηλώσωσιν, ὁρίσας ὅτι, ἐὰν μὴ δηλώσωσι, θέλουσι τιμωρεῖσθαι κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ἔχει ἄρα ὁ καταγγελθεὶς τὸ συμφέρον, ὅπως σπεύσῃ εἰς δήλωσιν· ἡ τοιαύτη δὲ ἐκπρόθεσμος δήλωσις λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει ἐν τῷ διαιρέτῃ, τὰ ζῶα ὅμως τοῦ μηδόλως δηλώσαντος, τοῦ καταγγελθέντος καὶ μὴ ζητήσαντος νὰ προλάβῃ τὴν καταδίκην, δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῷ διαιρέτῃ, διότι τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου λέγει, ὅτι ἡ παράλειψις τῆς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου δηλώσεως ἐπιτρέπεται νὰ ἐπανορθωθῇ μέχρι τῆς προτεραίας τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου δίκης δι’ ἐκπροθέσμου δηλώσεως ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Δημάρχου. Ὁ νόμος ἄρα προὐνόησε πρῶτον, ὅπως περιληφθῶσιν ἐν τῷ διαιρέτῃ οἱ δηλώσαντες, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ἔδωκε τὸ ἐνδιαφέρον εἰς τοὺς κτηνοτρόφους τοῦ αὐτοῦ χωρίου, ὅπως καταγγέλλωσι τοὺς μὴ δηλώσαντας, εἰς δὲ τοὺς μὴ δηλώσαντας ἔδωκε τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπως ἐκπροθέσμως δηλώσωσιν, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν καταδίκην. Μετὰ τοιαύτην πρόνοιαν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναβάλληται ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως, ἀναμενομένης τῆς καταδίκης.
§80ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶχον ἀμφιβολίαν τινὰ περὶ τῆς μὴ ὀρθότητος τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην ἦρεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διατὶ, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν θέλει νὰ περιλάβῃ εἰς τὸν διαιρέτην ἐκεῖνα τὰ ζῶα, τῶν ὁποίων οἱ κάτοχοι δὲν ἐδήλωσαν, ἀλλ’ αἱ ὑποθέσεις των εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμεῖς; Διὰ νὰ μὴ ἀναβάλωμεν ἐπ’ ἄπειρον τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου. Ἀλλὰ παραδεχόμενοι νὰ περιλαμβάνωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκπροθέσμως ἐδήλωσαν, τί ἄλλο κάμνομεν ἢ ἀναβάλλομεν τὸν προσδιορισμὸν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς δίκης, δηλαδὴ μέχρι τῆς παραμονῆς; Ἀλλὰ τὴν ἡμέραν τῆς δίκης θὰ ἔχωμεν ὁριστικὴν ἀπόφασιν, ἐὰν ἔπρεπε νὰ δηλώσωσιν ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ δηλώσωσιν· ἂς ἀναβάλωμεν λοιπὸν ἐπ’ ὀλίγον ἀκόμη, ἵνα ἔχωμεν πλήρη τὰ στοιχεῖα τοῦ ὑπολογισμοῦ.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πάντα ταῦτα θὰ ἦσαν ὀρθὰ, ἐὰν ἡ δίκη θ’ ἀπέληγεν εἰς ἀνέκκλητον ἀπόφασιν. Ὅταν ὅμως ὑπάρχῃ δικαίωμα ἀνακοπῆς καὶ ὑφίστανται τὰ διαιωνίζοντα τὴν ἐφαρμογὴν τῆς καταδίκης, περὶ ὧν διὰ μακρῶν χθὲς συνεζητοῦμεν, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ μὴ περιλάβωμεν, ὡς παράγοντας ἐν τῇ ἐξακριβώσει τοῦ ὅρου, τὰ ζῶα τῆς κατηγορίας ταύτης, διότι θ’ ἀνεβάλλετο διὰ τῆς συμπεριλήψεως αὐτῶν ἐπ’ ἀόριστον ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου.
§82ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴτε ὀλίγα εἰσίν, εἴτε πολλά, ὑπάρχουσι πίνακες τῶν καταδικασθέντων ἐπὶ παραλείψει δηλώσεως, ὑπάρχει ἑπομένως καὶ τὸ τρίτον στοιχεῖον τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ διαιρετέου. Ὑπάρχει δὲ πράγματι τὸ τοιοῦτον στοιχεῖον, διότι ὁ νόμος δὲν διανέμει τὸν φόρον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, διανέμει τὸν φόρον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων τῆς παρελθούσης χρήσεως. Ἔχετε ἑπομένως τὰ τρία στοιχεῖα πλήρη, τοὺς δηλώσαντας ἐμπροθέσμως, τοὺς δηλώσαντας μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας καὶ μέχρι τῆς προτεραίας τῆς δίκης καὶ τὸν πίνακα τῶν καταδικασθέντων· ἐὰν δὲ δὲν ἔχητε πίνακα καταδικασθέντων, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ λάβητε αὐτοὺς ὑπ’ ὄψει πρὸς σχηματισμὸν τοῦ διαιρέτου. Ἀπόδειξις ὅμως, ὅτι ἔχετε τὸν πίνακα τοῦτον, εἶναι τὸ ὅτι θέλετε νὰ τὸν καταργήσητε.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας δὲν θὰ ὑπέβαλλεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐὰν ἐλάμβανεν ἀνὰ χεῖρας τὸν νόμον καὶ ἔβλεπε πότε οἱ πίνακες ἐκδίδονται. Αἱ ἐκπρόθεσμοι δηλώσεις γίνονται μέχρι τῆς προτεραίας τῆς δίκης, τὸ δὲ ἄρθρον 17 ὁρίζει τὴν ἡμέραν τῆς δίκης· τὸ ἄρθρον 18 ἐπιτρέπει ἀναβολὴν τῆς δίκης, ἕπονται δὲ αἱ διατάξεις τῶν ἄλλων ἄρθρων. Ἐὰν ἄρα περιλάβωμεν καὶ τοὺς δι’ ἀποφάσεως καταδικαζομένους, πρέπει νὰ περιμείνωμεν, ὅπως διεξαχθῶσι καὶ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 18, 19 καὶ ἑπομένοις.
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποίαν βάσιν ἔχει ὁ νόμος; τοῦ τρέχοντος ἔτους τὰς δηλώσεις, ἢ τοῦ παρελθόντος;
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠπατήθη, ἐκλαβὼν ὡς ὁριζόμενον ἐκ τοῦ παρελθόντος τὸν ἀριθμὸν τῶν ζώων, ἐνῷ ὅ,τι λαμβάνομεν ἐκ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων εἶναι τ’ ἀποτελέσματα ἐν συνόλῳ τῆς ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων προσόδου τοῦ Δημοσίου, ὁ διαιρετέος καὶ οὐχὶ ὁ διαιρέτης.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15 ὡς ἔχει παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.
§87ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ψηφοφορηθῇ τὸ σύνολον, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13.
§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν, ῥητῶς λέγει ὁ κανονισμὸς, ὅτι πρέπει νὰ συναρμολογηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐπὶ τοῦ συνόλου ψηφοφορίας.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κανονισμὸς δὲν ὁρίζει τοῦτο ὡς ὑποχρεωτικόν. Ἀφοῦ ὅμως ζητεῖται παρά τινων τῶν κκ. Βουλευτῶν, δυνάμεθα νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, δὲν δυνάμεθα ὅμως ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὸ ὑποχρεωτικὸν, καὶ διότι ὁ κανονισμὸς τἀναντία ὁρίζει καὶ διότι θὰ ἐπήγετο ἡ ἀναγνώρισις, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ παραβιάζεται συστηματικῶς ὁ κανονισμός.
§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διασκευασθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὰς τροπολογίας καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον αὔριον.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μένει τὸ σύνολον δι’ αὔριον. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου καὶ πιστώσεως πρὸς κατάστρωσιν κτηματικοῦ χάρτου τῆς Ἑλλάδος.
§92ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου μᾶς προκαλεῖτε, ἐπιγράφεται «νομοσχέδιον περὶ δανείου καὶ πιστώσεως πρὸς κατάστρωσιν κτηματικοῦ χάρτου τῆς Ἑλλάδος» συνδέεται δὲ καὶ πρὸς τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 11 ἀναγραφόμενον, περὶ προσθήκης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τμήματος τῆς χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κύριε Πρόεδρε, θίγονται σπουδαῖα οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἡ ἔγγειος φορολογία θὰ στηριχθῇ ἐν ἀπωτέρῳ μέλλοντι, δημιουργοῦνται δὲ καὶ τίτλοι ἰδιοκτησίας, καὶ ἄλλα ζητήματα ἐπίσης σπουδαῖα κανονίζονται. Φρονῶ ὅμως, ὅτι οὔτε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα παραβλάπτονται, οὔτε παρακωλύεται ἡ ἀπρόσκοπτος λειτουργία τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς, ἐὰν μείνωσι νὰ συζητηθῶσι κατόπιν τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των, θέλουσι προκαλέσει σπουδαίας συζητήσεις. Τὴν δήλωσιν ταύτην ποιούμενος, ἀφίνω τὴν ἐκτίμησιν αὐτῆς εἰς τοὺς ἁρμοδίους. Νομίζω ὅτι ταῦτα μὲν δύνανται ν’ ἀναβληθῶσι, νὰ προηγηθῶσι δὲ νομοσχέδια, θεωρούμενα μᾶλλον κατεπείγοντα καὶ τὰ προκαλοῦντα ὀλιγωτέρας ἀντιῤῥήσεις.
§93ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὑποστηρίζω καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρὶν ἢ συζητήσωμεν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11 τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Κατὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν πάντες πρεσβεύομεν, καὶ τὴν ὁποίαν πολλάκις καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξε καὶ ὑπεστήριξεν ἄνευ διαφωνίας, δὲν ἀναγράφεται πίστωσις δι’ ὑπηρεσίαν μὴ νενομοθετημένην. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ τοῦτο μὲν τὸ νομοσχέδιον προτείνει τὴν πίστωσιν, τὸ δὲ ὑπ’ ἀριθ. 11 ζητεῖ τὴν νομοθέτησιν τῆς ὑπηρεσίας· νομίζω ἑπομένως, ὅτι ἡ στοιχειωδεστέρα λογικὴ ἀπαιτεῖ νὰ προηγηθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11.
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δεχόμεθα νὰ προηγηθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11 καὶ νὰ συζητηθῶσι τὰ δύο νομοσχέδια ἐν συνεχείᾳ.
§95ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι σήμερον.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχομεν λόγον νὰ ἐπιμείνωμεν, ὅπως συζητηθῶσι σήμερον, ἀλλὰ καὶ δὲν βλέπω λόγον, ἵνα ἀναβάλωμεν.
§97ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προκειμένου περὶ πιστώσεων, λογικὸν εἶναι νὰ προηγηθῶσιν αἱ ἄλλαι.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προκειμένου περὶ τῶν πιστώσεων, εἶναι ἀδιάφορον, νομίζω, τίς θὰ προταχθῇ, ἀφοῦ αἱ πιστώσεις ὅλαι θὰ συζητηθῶσι.
§99ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπάγεται εἰς μίαν τάξιν, ἥτις ἐπιβάλλει νὰ ψηφισθῶσι πρῶτον αἱ πιστώσεις ἐκεῖναι, αἵτινες ἐχορηγήθησαν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Εἶναι δὲ καὶ ζήτημα λεπτότητος, νὰ συζητηθῶσι πρῶτον αἱ πιστώσεις, ἐν αἷς εἶναι ἐκτεθειμένη ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως. Εἶναι δὲ καὶ φυσικὸν νὰ θέλωμεν διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ οὐσιαστικὸν, τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 11, νὰ προετοιμασθῶμεν, διότι δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ σήμερον.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἄλλος λόγος. Ἐννοεῖται ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ θελήσωμεν νὰ μὴ σᾶς ἐπιτρέψωμεν νὰ προετοιμασθῆτε· ἠδύνασθε ὅμως νὰ εἴπητε τοῦτο ἐξ ἀρχῆς.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 60,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1890.
§102ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἀπαιτεῖται πρόσθετος δαπάνη εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου μόνον 50,000 δραχμῶν, διότι 40,000 δραχμαὶ προϋπελογίσθησαν ὅτι θὰ ληφθῶσιν ἐκ τοῦ ἰδιοκτήτου οἰκοπέδου, 10,000 δραχμῶν συνεισφέρει ἡ ἐν Σοφίᾳ ἑλληνικὴ κοινότης, ἑπομένως γίνονται 50,000 δραχμῶν, ὧν ἀφαιρουμένων ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 100,000 δραχμῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται ἡ ὅλη δαπάνη, ἀπομένουσι 50,000 δραχμῶν· διατί λοιπὸν ζητεῖτε 60,000;
§103ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔργου συνετάχθη ἐν χώρᾳ, ἐν ᾗ πρόκειται περὶ δραχμῶν μεταλλικῶν.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐνταῦθα δὲν ἐλησμονήσατε τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, ἣν πάντοτε λησμονεῖτε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§105ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι θὰ συγκατατεθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ προκαταβολῆς δραχ. 600,000 εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀναβληθῇ, διὰ δύο λόγους, πρῶτον διότι δὲν κατετέθη ἀκόμη ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον πάντες ἐζητήσαμεν, καὶ δεύτερον διότι ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑτοίμη νὰ συζητήσῃ· θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ ἦτο παρὼν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ καὶ ἀπόντος αὐτοῦ, δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, διότι εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι τὸ ταμεῖον δὲν ἐπαρκεῖ, ὅτι πρέπει ἐπειγόντως νὰ γενῇ ἡ ἀναπλήρωσις καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γενῇ ἄνευ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§107ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐναντιούμεθα ἡμεῖς νὰ δοθῇ πᾶσα ἀναπλήρωσις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἀγνοεῖ ἡ Βουλὴ, ὅτι πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐζητήσαμεν νὰ κατατεθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὅμως μέχρι τοῦδε δὲν ἔχομεν οὔτε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προσεχοῦς ἔτους, οὔτε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ λήγοντος.
§108ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ συνῆλθε πρὸ δύο μηνῶν, κατ’ ἐπανάληψιν ἐγένοντο ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) αἰτιάσεις εὐλογώταται περὶ τῆς καθυστερήσεως τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων, ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἔφερε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῖ τοὺς δήμους νὰ πληρώνωσιν εἰς αὐτὴν 700,000 δραχμῶν, ἵνα πληρόνωνται οἱ μισθοὶ τῶν δημοδιδασκάλων, πᾶσα πίστωσις παρεσχέθη πρὸς τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ οὐδὲν κατωρθώθη· οἱ μισθοὶ τῶν διδασκάλων τούτων τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ μένουσιν ἀπλήρωτοι, ἐπὶ μεγίστη ζημίᾳ τῶν πολυτίμων τούτων ὀργάνων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Κίνδυνος δ’ ὑπάρχει ν’ ἀποθάνωσι ἐκ πείνης. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον, μετὰ τὰς παρατηρήσεις μάλιστα ἡμῶν, νὰ ζητήσῃ τὴν πίστωσιν πρὸ ἑνὸς μηνὸς, ἀφοῦ τόσον ἦτο ἐπεῖγον τὸ ζήτημα καὶ σοβαρόν· δὲν πταίομεν ἡμεῖς, ἂν ἐξ ἀμελείας τῆς Κυβερνήσεως ἐβράδυνε νὰ ἀποδοθῇ ὁ ὀφειλόμενος μισθὸς πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ προκαταβολῆς 600,000 δραχμῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 503,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
§110ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῶν διαφόρων πιστώσεων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς χρήσεις τοῦ 1888 καὶ 1889, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐκφέρωμεν γενικωτέραν γνώμην, διότι πᾶσαι σχεδὸν παρουσιάζουσι τὰ αὐτὰ ἐλαττώματα. Ὅτε συνεζητήσαμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ συμπληροῦν τὸν νόμον ᾼΨʹ, ἐξητάσαμεν τὴν μίαν διεύθυνσιν τῶν οἰκονομικῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν διεύθυνσιν δηλ. ἐκείνην, καθ’ ἣν αὕτη δύναται νὰ πορίζηται εἰς βάρος τοῦ Ἔθνους οἱαδήποτε ποσὰ θέλει διὰ δανείων, ἄνευ προεξετάσεως καὶ ἄνευ ψήφου τῆς Βουλῆς. Σήμερον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἑτέραν διεύθυνσιν τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως τὴν διεύθυνσιν δηλ. ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν αὕτη δύναται νὰ δαπανῇ ὁσαδήποτε θέλει ποσὰ ἄνευ προηγουμένης ἐξετάσεως καὶ ἐρεύνης. Θὰ ἴδωμεν δ’ οὕτω ὁλόκληρον τὸν κύκλον τῆς οἰκονομικῆς δράσεως τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τὸν ὁποῖον κινουμένη αὕτη, δύναται νὰ δαπανᾷ ὅπως θέλει καὶ πορίζηται ὅσα χρήματα θέλει εἰς βάρος τοῦ Ἔθνους. Ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἔπεισε, νομίζω, πάντα ἀμερόληπτον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, δανειζομένη δυνάμει τοῦ νόμου ᾼΨʹ, συμπεπληρωμένου, δὲν περιορίζεται εἰς μόνα τὰ ποσὰ, τὰ ἀναγκαῖα πρὸς τροπὴν προϋπαρχόντων δανείων, ἀλλὰ φροντίζει, ὅπως τὰ συνομολογούμενα δάνεια περιέχωσιν ἀρκετὰ ὑπόλοιπα, πρὸς θεραπείαν καὶ ἄλλων ἀναγκῶν. Ἡ ἐξέτασις τῶν ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεων θέλει πείσει τοὺς μετ’ ἀμεροληψίας ἐξετάζοντας τὰ πράγματα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν κύρωσιν τῶν ὑπὸ τῶν πιστώσεων τούτων καθιερωμένων ἀρχῶν, δύναται νὰ δαπανᾷ ὁσαδήποτε θέλει ποσὰ δι’ οἱασδήποτε αὕτη ἐγκρίνει ἀνάγκας, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς καὶ χωρὶς νὰ δεσμεύηται μήτε ὑπὸ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, μήτε ὑπὸ τοῦ κατ’ ἔτος ψηφιζομένου οἰκονομικοῦ νόμου, καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Θὰ ἀποδειχθῇ δὲ τοιουτοτρόπως, ὅτι ἡ κυριωτέρα ἐργασία τοῦ Κοινοβουλίου, ἐκείνη ἀκριβῶς, ἥτις ἐχρησίμευσεν ὡς κύριος λόγος τῆς μορφώσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων, ἡ ἐξέτασις δηλαδὴ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους τῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ καταστάσεως καὶ ὁ κατὰ λόγον αὐτῶν προσδιορισμὸς τῶν δαπανῶν καὶ τῶν φόρων, ἡ ἐργασία αὕτη, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν θεμελιώδη βάσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, κολοβοῦται εἰς βαθμὸν, καθιστῶντα αὐτὴν ἀσήμαντον. Πρώτην τοιαύτην πίστωσιν ἔχομεν τὴν δοθεῖσαν διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 11 Σεπτεμβρίου 1889, τὴν χρησιμεύσασαν δι’ ἐργασίας γεωδαισιακὰς καὶ ἀναγραφεῖσαν εἰς τὸ κεφάλαιον 10ον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὡς δαπάνη ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ δαπάνη αὕτη δίδεται ὡς ἀναπληρωματικὴ, στηριζομένη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις διὰ Β. Διατάγματος δίδονται «ὅταν αἱ ψηφισθεῖσαι διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου τακτικαὶ πιστώσεις ἀποδειχθῶσιν ἀνεπαρκεῖς ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας, διὰ μόνας τὰς δαπάνας, τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων κατονομασθείσας, ὡς ἐπιδεκτικὰς τοιαύτης αὐξήσεως.» Διὰ νὰ δοθῇ ἑπομένως ἀναπληρωματικὴ πίστωσις χάριν γεωδαισιακῶν ἐργασιῶν, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ προηγουμένως ἀναγεγραμμένη πίστωσις χάριν τοιούτων ἐργασιῶν ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ, δηλ. ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ἄδεια, ἐπιτρέπουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τοιαύτην πίστωσιν. Τοιαύτη ὅμως πίστωσις δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, ἡ δὲ παροχὴ αὐτῆς διὰ Β. Διατάγματος εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἡ πλειοψηφία δὲ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐνόμισεν, ὅτι διορθόνει τὴν γενομένην παρανομίαν, μεταβάλλουσα τὴν ὀνομασίαν τῆς πιστώσεως καὶ μετονομάζουσα αὐτὴν ἔκτακτον. Ἀλλὰ μήπως αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις δίδονται αὐθαιρέτως καὶ χωρὶς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ νόμου; Αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις, κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νόμου τούτου, χορηγοῦνται διὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ὑπηρεσίας, τὰς μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τῶν γεωδαισιακῶν ἐργασιῶν ἦτο κατεπείγουσα, καὶ ἡ ἀνάγκη αὐτῆς παρουσιάσθη ὑπὸ περιστάσεις ἀπροβλέπτους, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀναμείνῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ λάβῃ αὐτὴν ἐκτάκτως διὰ Β. Διατάγματος; Οὐδὲν εἶχεν αὕτη τὸ κατεπεῖγον, εἶναι δὲ ὑπηρεσία, προβλεφθεῖσα κατ’ ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ συνεδρίαζε καὶ εἰργάζετο. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἔκτακτον Σύνοδον ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ συστάσεως γεωδαισιακῆς ὑπηρεσίας, ὅπερ συνεζητήθη, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη, διὰ λόγους, ὧν τὴν ὀρθότητα ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ πρό τινων ἡμερῶν ὑποβαλοῦσα ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τροποποιημένον ἔν τισι, συμφώνως μὲ τὰς κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον ἀναπτυχθείσας γνώμας. Οὐδὲν ἑπομένως περιέχει τὸ κατεπεῖγον καὶ τὸ ἀπρόβλεπτον ἡ γεωδαισιακὴ ὑπηρεσία, ὅπως ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς χορηγηθῇ δι’ αὐτὴν ἔκτακτος πίστωσις. Ὑπὸ οἱονδήποτε δὲ τίτλον καὶ ἂν δοθῇ ἡ πίστωσις, ἡ ὑπηρεσία αὕτη δὲν δύναται νὰ ταὐτισθῇ μὲ τὴν ὑπηρεσίαν, χάριν τῆς ὁποίας ἀνεγράφη ἄλλοτε πίστωσις ἐν τῷ κεφ. 10 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, μὲ τὴν ὑπηρεσίαν δηλ. τῶν ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν, τῶν προσκληθέντων ὅπως ὀργανώσωσι τὸν στρατὸν ἡμῶν. Τοιαύτη ἑρμηνεία ἤθελε δώσει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ προσκαλῇ ξένους διὰ πᾶν εἶδος ὑπηρεσίας. Τοιαύτην δ’ ἔννοιαν βεβαίως δὲν εἶχεν ὁ νόμος ΑΛΖʹ, ὅστις μόνον χάριν στρατιωτικῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ ἰδίως χάριν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐπέτρεψε τὴν πρόσκλησιν ξένων ἀξιωματικῶν. Ἑτέρα παράνομος πίστωσις εἶναι ἡ χορηγηθεῖσα διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 2ας Μαΐου 1889, ὡς ἔκτακτος πίστωσις, δι’ ἐνοίκιον τοῦ καταργηθέντος Ἐπαρχείου Ἄργους, ὡς καὶ ἡ διὰ τοῦ ἰδίου Διατάγματος χορηγηθεῖσα τοιαύτη διὰ μισθοὺς κλητήρων τοῦ Ἰατροσυνεδρίου καὶ τῶν δημοσίων ἔργων. Οὐδεμία τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ μήτε ὡς κατεπείγουσα, μήτε ὡς ἀπρόβλεπτος. Γνωστὴ ἦτο ἡ ἀπὸ καιροῦ ὑφισταμένη ἐνοικίασις τοῦ Ἐπαρχείου Ἄργους. Ἀναγεγραμμέναι δὲ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰσιν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ἰατροσυνεδρίου καὶ τῶν δημοσίων ἔργων. Διὰ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας θὰ ἠδύνατο νὰ δοθῇ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις, ἀλλὰ μόνον διὰ νόμου καὶ οὐχὶ διὰ Β. Διατάγματος, διότι ἀπαγορεύει τοῦτο ὁ ἐτήσιος οἰκονομικὸς νόμος. Κατὰ παράβασιν ὡσαύτως τοῦ Λογιστικοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου ἐχορηγήθησαν αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις τῶν Διαταγμάτων τῆς 5ης Ἰουνίου καὶ τῆς 29 Μαΐου 1889, αἱ ἀφορῶσαι εἰς μισθοδοσίας τελωνειακὰς, ταχυδρομικὰς καὶ τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ σχολείου τῶν τεχνῶν, ὑπηρεσίας δηλ. ἀναγεγραμμένας ἐν τοῖς οἰκείοις κεφαλαίοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας δὲν ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ διὰ Β. Διατάγματος μήτε ἀναπληρωματικὴν μήτε ἔκτακτον πίστωσιν. Ἡ δικαιολογία δὲ, ἡ ἀναφερομένη ἐν ταῖς αἰτιολογικαῖς ἐκθέσεσι τῶν πιστώσεων τούτων, ὅτι διὰ νόμου, ψηφισθέντος μετὰ τὸν Προϋπολογισμόν, ἐνομοθετήθη ἡ προσθήκη καὶ ἑτέρου προσωπικοῦ εἰς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, δὲν ἐξαλείφει τὴν παρανομίαν τῶν πιστώσεων. Δὲν ἀρκεῖ ἡ νομοθέτησις θέσεώς τινος, ὅπως ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν δι’ αὐτὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην. Κατὰ τὸν Λογιστικὸν ἡμῶν νόμον, ἀπαιτεῖται καὶ ἡ ψήφισις τῆς σχετικῆς πιστώσεως, καὶ τοιαύτην ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅτε ἐπρότεινε τὴν νομοθέτησιν τῶν νέων θέσεων. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀσχολῆταί τις περὶ τὰ λογιστικὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ, ὅπως ἐννοήσῃ, ὅτι μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κύρωσιν τῆς ἀρχῆς, ἐφ’ ἧς στηρίζονται αἱ πιστώσεις, ἃς ἀνέπτυξα, ἡ Κυβέρνησις θὰ δύναται νὰ δαπανᾷ ὅσα θέλει, χωρὶς νὰ περιορίζηται μήτε ὑπὸ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, μήτε ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἐτησίου οἰκονομικοῦ νόμου. Ἡ τοιαύτη δὲ τῆς Κυβερνήσεως ἐξουσία, συνδυαζομένη μετ’ ἐκείνης, ἣν ἔχει δυνάμει τοῦ νόμου ΑΨʹ, ὅπως συνομολογῇ ὁσαδήποτε θέλει δάνεια, ἀποῤῥοφᾷ ὁλόκληρον τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους διαχείρισιν, καὶ καθιστᾷ ἀσήμαντον τὴν εἰς αὐτὴν συμμετοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸν νόμον ΑΨʹ, ὡς καὶ τὴν συμπλήρωσιν αὐτοῦ, ἡ πλειοψηφία, χωρὶς νὰ θελήσῃ νὰ σταθμίσῃ τὰς ἐξ αὐτῶν συνεπείας, ἐψήφισε κατὰ τρόπον, ἀναγκάσαντα ἡμᾶς νὰ διαμαρτυρηθῶμεν καὶ ἀφήσωμεν νὰ διέλθῃ ἐν νεκρικῇ σιγῇ τὰς δύο τελευταίας αὐτοῦ ἀναγνώσεις. Οὐδεμίαν ἔχω ἐλπίδα, ὅτι καὶ τὰς πιστώσεις ταύτας δὲν θὰ κυρώσῃ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἡ πλειοψηφία. Πρέπει ὅμως νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ πρὸ πάντων ἡ πλειοψηφία αὐτῆς, ὅτι ἡ ψήφισις τοιούτων νόμων καταργεῖ τὸ οὐσιωδέστερον ἡμῶν ἔργον καὶ ὑποσκάπτει τὰ θεμέλια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι, ἀπεκδυόμενοι τῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, παύομεν τοῦ νὰ ὑπάρχωμεν ὡς Κοινοβούλιον. Θὰ ἤμεθα νομοθετικὸν καὶ ἐξελεγκτικὸν σῶμα, οὐχὶ ὅμως καὶ Κοινοβούλιον ὑπὸ τὴν κυρίαν σημασίαν τῆς λέξεως. Ἡμεῖς καὶ ἐπὶ τῶν πιστώσεων τούτων δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλο τι ἢ νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας, καὶ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῆς τοιαύτης διαταράξεως τῆς ἐννόμου διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ κατὰ τῆς καταργήσεως θεμελιωδῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἀκολουθοῦσα αὐτὴν πλειοψηφία ἔχει σήμερον τὴν δύναμιν καὶ δύναται νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει. Πρέπει ὅμως νὰ ἐννοήσῃ, ἡ μὲν Κυβέρνησις τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης, ἣν ἀναδέχεται, καὶ τὰς συνεπείας, ἃς θέλει ἔχει αὕτη, ἡ δὲ πλειοψηφία, ὅτι οὕτω πορευομένη θυσιάζει δικαιώματα, ἅτινα δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ εἰς τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ συγκειμένου ἐκ τῶν σημερινῶν καὶ τῶν μελλόντων ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, καὶ ὅτι τὴν ἐξάσκησιν μόνον τῶν δικαιωμάτων τούτων, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν ἐκχώρησιν αὐτῶν ἐνεπιστεύθη εἰς ἡμᾶς τὸ Ἔθνος.
§111Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ ἐπὶ μιᾶς μόνον πιστώσεως θὰ κάμω λόγον. Καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρετήρησα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πίστωσιν τῶν 50,000 περίπου δραχμῶν διὰ τοὺς ἀλλοδαποὺς ἀξιωματικούς, τὴν χαρακτηρισθεῖσαν διὰ τοῦ Β. Διατάγματος ὡς πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν, ὅτι δὲν ἐγένετο τοῦτο συμφώνως μὲ τὸν νόμον. Ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ τῆς παρελθούσης Συνόδου δὲν περιλαμβάνεται τοιοῦτον κεφάλαιον, ὥστε νὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ πίστωσις ἀναπληρωματική. Εἶναι ἑπομένως ἡ πίστωσις ἔκτακτος. Τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον, ἐὰν οὐχὶ οὐσιαστικῶς ἀλλ’ ὅμως τυπικῶς· διότι ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἔχουσα ἀσφαλῆ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην νὰ ἐνεργῇ αὐτοβούλως. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἂς σέβεται τοὺς τύπους καὶ ἂς ἐχαρακτήριζε τὴν δαπάνην ταύτην μὲ τὸν τύπον, τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου διαγραφόμενον. Ἐκεῖνο δὲ, ὅπερ ἔκαμεν ἡ Ἐπιτροπὴ, συνεπείᾳ τῶν παρατηρήσεών μου τότε, νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν δαπάνην ἔκτακτον, δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω, ἀφοῦ τὸ Β. Διάταγμα ἐχαρακτήρισεν ἤδη τὴν πίστωσιν ὡς ἀναπληρωματικήν. Νὰ μεταβάλωμεν ἡμεῖς τὸ Β. Διάταγμα, ὅπερ ἤδη δικαιούμεθα μόνον νὰ ἐγκρίνωμεν ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνωμεν;
§112Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 503,000. Κατὰ τὸν νόμον τῆς 11ης Δεκεμβρίου 1887, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δανεισθῇ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, διὰ νὰ οἰκοδομήσῃ δι’ αὐτῶν κατάστημα Στρατοδικείου ἐν Ἀθήναις καὶ προσέτι νὰ οἰκοδομήσῃ προσαύξησίν τινα εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Συνετάχθη τότε προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος προσδιώρισε τὴν μὲν δαπάνην τοῦ Στρατοδικείου εἰς δραχ. 316,903:02, τὴν δὲ δαπάνην τῆς προσαυξήσεως τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς δραχ. 115,824:60, τὸ ὅλον εἰς δραχ. 432,727:62. Ἀφοῦ συνετάχθησαν οἱ προϋπολογισμοὶ οὗτοι, ἐξετέθησαν τὰ ἔργα εἰς δημοπρασίαν καὶ ἐγένετο συναγωνισμός, καὶ ἡ μὲν μία ἐργασία παρεχωρήθη εἰς ἐργολάβον ἐπὶ μειώσει τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 24 τοῖς ἑκατὸν, ἡ δὲ δευτέρα ἐπὶ μειώσει τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 25%. Οὕτω ὁ ἐργολάβος ὁ ἀναλαβὼν τὴν ἐργασίαν τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Στρατοδικείου ἔμελλε νὰ λάβῃ 240,846,025 δραχμὰς, ὁ δὲ ἀναδεχθεὶς τὴν οἰκοδομὴν τῆς πτέρυγος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔμελλε νὰ λάβῃ 86,868. Τὰ δύο ταῦτα ποσὰ παριστῶσι κεφάλαιον 327,715:28 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν, καὶ ζητεῖ νὰ πληρώσωμεν ἐκ τοῦ δανείου τούτου, ἤτοι εἰς χρυσὸν 404,794, καὶ τοὺς τόκους 36,913, τὸ ὅλον 441,707 εἰς χρυσόν. Πόθεν ἡ τοσαύτη διαφορὰ τῶν πληρωτέων ποσῶν; Ἐντείνω τὴν φωνήν μου, διότι βλέπω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὑποκρινόμενον ἔκπληξιν. Πῶς αὐτὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ ἐδανείσθημεν ἀπὸ τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, πῶς ἀνεβιβάσθησαν εἰς 404,794 δρ. εἰς χρυσὸν, πλὴν τῶν μεσολαβησάντων τόκων; Διότι τόσας ζητεῖτε νὰ λάβητε ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν. Αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν προβάλλω. Προβάλλω καὶ ἑτέραν ἐρώτησιν. Πρὶν ἢ ὅμως προβῶ εἰς αὐτὴν, χρεωστῶ νὰ ἐξηγήσω, ὅτι οἱ μεσολαβοῦντες τόκοι τοῦ κεφαλαίου ἐκείνου περιελήφθησαν ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀνέρχονται εἰς 36,000 δρ. Ὥστε περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος. Ἡ ἑτέρα ἐρώτησις εἶναι ἡ ἑξῆς. Τὸ Καπνοκοπτήριον Ἀθηνῶν ᾠκοδομήθη, εἴτε διότι δὲν εὑρίσκετο οἰκία κατάλληλος, εἴτε διότι ἐκρίθη προτιμότερον, χάριν οἰκονομίας, νὰ οἰκοδομηθῇ ἰδιαίτερον κατάστημα. Ἀλλὰ ἡ οἰκοδόμησις καταστήματος ἀντικαθιστᾷ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ κτήτορος νὰ πληρόνῃ κατὰ μῆνα ἐνοίκιον. Ὅθεν δὲν ἀποτελεῖ ἀνάγκην ἔκτακτον, οὐδ’ ἔχει κοινὸν ἑπομένως μὲ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνομολογοῦμεν πρὸς τὸν ἀποκλειστικὸν σκοπὸν νὰ μετατρέψωμεν τὰ χρεωλυτικὰ δάνεια εἰς δάνεια πάγια. Ἑπομένως εἶναι τακτικὴ ἀνάγκη τῆς διοικήσεως. Πῶς ζητεῖτε τώρα ἐκ τοῦ ὑπολοίπου, τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν νὰ πληρωθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς οἰκοδομῆς καταστήματος, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, διὰ τὴν εἴσπραξιν τακτικοῦ ἐσόδου τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Αὐτὰς τὰς ἐρωτήσεις προβάλλω.
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς μὲν τὴν ἐρώτησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 404,000 δραχμῶν, τὰ περὶ αὐτοῦ εἶναι ζήτημα ἀποδείξεων καὶ καταστίχων. Ἐννοεῖται, ὅτι ἤδη, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ζητεῖ τὰς ἀποδείξεις τῶν γενομένων δαπανῶν, θὰ φροντίσω, ὅπως προσαχθῶσιν αὐταί. Οὐδὲν ἐδαπανήσαμεν ἐπέκεινα τῶν ἀδειῶν εἰς τὰ δύο καταστήματα, τοὐναντίον ἐπετεύχθη μεγάλη ἐλάττωσις δαπάνης, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς, στηριζόμενος ἐπὶ πληροφορίας δοθείσης ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν τῇ αἰτήσει αὐτοῦ, θέτει ὡς βάσιν τῶν σκέψεων αὐτοῦ τὸν προϋπολογισμὸν, ἠλαττωμένον κατὰ 25%. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἡ ἐπὶ τῇ κατακυρώσει ἐλάττωσις ὑπῆρξεν ἔτι μεγαλειτέρα. Θὰ προσκομίσω τὰ ἔγγραφα καὶ θέλομεν ἴδει, πόσα εἶναι τὰ δαπανηθέντα συνεπείᾳ τῆς κατακυρώσεως τῆς δημοπρασίας ἐπὶ τῇ ἐκπτώσει τῇ τοιαύτῃ ἢ ἄλλῃ, καὶ πόσα τυχὸν ἐδαπανήθησαν πέραν τῶν ὑπολογισθέντων κατὰ τὰ περὶ δημοσίων ἔργων κεκανονισμένα, καὶ πόσα δι’ ἄλλας αἰτίας, τὰς ὁποίας βεβαίως πρέπει νὰ δικαιολογήσωμεν. Ἀλλὰ ὁ ἔλεγχος τῆς δαπάνης εἶναι διακεκριμένον ζήτημα, ἐκ τῶν καταστίχων δὲ, ἅτινα θέλομεν προσαγάγει, θὰ γνωσθῶσι τὰ κονδύλια, ἐξ ὧν ἀπαρτίζεται τὸ ποσόν. Ὡς πρὸς τὰ τοῦ Καπνοκοπτηρίου, ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι ταῦτα οὐδὲν ἐνεῖχον τὸ ἔκτακτον. Ἀλλὰ τὸ Κοπτήριον ἦτο ἐγκατεστημένον ἐν τῇ προσωρινῇ οἰκοδομῇ τῆς Ἐκθέσεως, ἥτις ἔπρεπε νὰ κατεδαφισθῇ. Διὰ τοῦ τόκου τῶν 60,000 δραχμῶν, δηλ. διὰ 3,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μισθώσωμεν κατάστημα· τοὐναντίον διεπραγματευόμεθα περὶ μισθώσεως καταστήματος ἀντὶ 15,000 δραχμῶν, ὅπερ ὅμως δὲν ἦτο κατάλληλον. Τὰ τοῦ Κοπτηρίου χρήζουσιν οἰκοδομῆς εἰδικῶς πρὸς αὐτὰ κατεσκευασμένης, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ν’ ἀναπληρώσῃ τοιαύτην οἰκοδομὴν οἰκία, προωρισμένη εἰς ἐνδιαίτησιν οἰκογενείας, ἔστω καὶ ἐπὶ μισθώματι πολλαπλασίῳ τοῦ τόκου τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐδέησεν ἄρα ἐπειγόντως νὰ οἰκοδομηθῇ κτίριον, ἵνα μὴ εὑρεθῇ ἐν ὑπαίθρῳ τὸ Κοπτήριον, διότι, ὡς πάντες ἀντελήφθητε, τὸ κατάστημα τῆς προσωρινῆς Ἐκθέσεως κατηδαφίσθη· ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ διαχειριζομένη τὰ τοῦ Ζαππείου, ἐπανειλημμένως ἀπῄτησε τὴν κατεδάφισιν αὐτοῦ, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τότε, μὴ εὑρίσκον κατάστημα πρὸς μίσθωσιν, ἀπεφάσισε νὰ οἰκοδομήσῃ Κοπτήριον. Ἐν τούτῳ κεῖται τὸ ἔκτακτον τῆς ἀνάγκης. Ἀλλὰ διατὶ ὑπολογίζομεν τὴν περὶ τῶν δαπανῶν τούτων πίστωσιν εἰς τὰς ἐκ δανείου εἰσπράξεις καὶ οὐχὶ εἰς τὰς τακτικὰς προσόδους τοῦ Κράτους; Διότι ἐν ταῖς τακτικαῖς δαπάναις τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ περιληφθῇ τὸ μίσθωμα τοῦ Στρατοδικείου, ὅπως περιελαμβάνετο πάντοτε, ἀλλὰ δὲν ἀνήκει εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ τοῦ κεφαλαίου πρὸς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Στρατοδικείου. Ὅ,τι δύναται νὰ περιληφθῇ ἐν ταῖς τακτικαῖς δαπάναις εἶναι ὁ τόκος τοῦ κεφαλαίου τούτου, ἀντὶ τοῦ καταργουμένου μισθώματος, καὶ τοῦτο ἐγένετο, ἐπ’ ὠφελείᾳ τινὶ μάλιστα τοῦ Δημοσίου, διότι τὰ πληρονόμενα σήμερον εἰς τόκους τοῦ κεφαλαίου εἶναι ὀλιγώτερα τῶν πληρονομένων πρότερον εἰς μισθώματα. Τὸ Στρατοδικεῖον εἶχεν οἰκοδομηθῆ διὰ χρημάτων προκαταβληθέντων ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, κατὰ τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν ἄδειαν· ὡς πρὸς τὸ Καπνοκοπτήριον, ἡ διάθεσις τοῦ χρήματος, οἵα προτείνεται, δὲν εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΑΨʹ, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ψήφισιν ἐξαιρετικῆς ἀδείας διὰ ποσὸν ἄλλως τε μικρὸν, 60,000 δραχμῶν.
§114ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ζητοῦν ἄφεσιν.
§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄφεσις θὰ ἐζητεῖτο, ἂν εἶχε διατεθῆ τὸ χρῆμα κατὰ τὰ προτεινόμενα· ἀλλὰ τοιαύτη τοῦ χρήματος διάθεσις δὲν ἐγένετο.
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἴπομεν περὶ ἀφέσεως.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ εἶπεν ἄλλος, λέγω δ’ ἐγὼ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀφέσεως. Τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ἄλλως τε ἐλάχιστον, ἐνομίσαμεν ὅτι προσήκει νὰ πληρωθῇ ἐκ διαθεσίμων χρημάτων συνωμολογημένου δανείου, ἵνα μὴ συνομολογηθῇ εἰδικὸν δάνειον διὰ τοσοῦτον εὐτελὲς ποσὸν, ἀφοῦ εἰς τὰ δαπανηθέντα πρὸς οἰκοδομὴν τοῦ Στρατοδικείου εἴμεθα ἐντελῶς ἐν τάξει, ἐφαρμόζοντες τὰ τοῦ νόμου ΑΨʹ.
§118Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔσπευσα νὰ δηλώσω, ὅτι ἡμεῖς δὲν ὑπελάβομεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι νομοσχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ ἄφεσιν πράξεων, τὰς ὁποίας ἔπραττεν ἐναντίον τῶν καθεστηκότων νόμων Ἡμεῖς ἐξητάσαμεν τὴν οὐσίαν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ἡ Κυβέρνησις. Ἡ ἀνάγκη νὰ οἰκοδομηθῇ τὸ Καπνοκοπτήριον δὲν ἠμφισβητήθη εἷς παρ’ ἡμῶν. Ἑπομένως ἦτο περιττὸν νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοσαῦτα, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς οἰκοδομήσεως Καπνοκοπτηρίου. Ἡμεῖς ἀμφισβητοῦμεν τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσῃ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 λιρῶν ἢ τῶν 125 ἑκατομμυρίων φράγκων, τὸ ὁποῖον διὰ νόμου ἐπετράπη πρὸς μετατροπὴν δανείων χρεωλυτικῶν εἰς δάνεια πάγια. Ἀλλὰ, μολονότι τὸ ποσὸν εἶναι μικρὸν, κρίνομεν τὸ πρᾶγμα ἄξιον μεγάλης προσοχῆς, διότι δὲν συναινοῦμεν οὔτε λεπτὸν νὰ δαπανήσητε ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου εἰς ἄλλας ἀνάγκας, πλὴν τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων ἐκείνων. Ἐὰν σήμερον ζητῶνται 60,000 δραχμῶν, οὐδεμία δυσκολία αὔριον νὰ ζητηθῶσι 200,000 καὶ μεθαύριον 2,000,000, καὶ τοιουτοτρόπως συγχωνεύομεν τὰς ἀνάγκας τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, οὐδ’ ἔχομεν πλέον προϋπολογισμὸν ἐξόδων. Ὁ Προϋπολογισμὸς καθίσταται πλέον εἰκονικός. Διὰ τοῦτο ἀνθιστάμεθα καὶ ἀντιλέγομεν, διὰ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ δαπανήσῃ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 125 ἑκατομμυρίων φράγκων εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ Καπνοκοπτηρίου, μολονότι ἡ δαπάνη συνίσταται εἰς 600,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζει τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἀνέφερον περὶ τῶν δαπανηθέντων εἰς οἰκοδόμησιν τοῦ Στρατοδικείου καὶ εἰς ἐπαύξησιν τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἐδημιούργησα τοὺς ἀριθμοὺς τούτους ἐν τῷ ἐμῷ οἴκῳ, ἀλλ’ ἔλαβον αὐτοὺς ἐκ τῆς ἐπισήμου σημειώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ σημείωσις αὕτη εὑρίσκεται ἐν σελίδι 67 τοῦ παραρτήματος τῶν πρακτικῶν τῆς παρελθούσης Συνόδου. Κατὰ τὴν σημείωσιν ταύτην, ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τὸ Στρατοδικεῖον ἐγένετο διὰ δραχ. 316,903:02, ἡ δημοπρασία ἔφερε μείωσιν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ ἑπομένως ἡ δαπάνη περιωρίσθη δι’ αὐτῆς εἰς 240,846. Ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τὴν ἐπαύξησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεβιβάσθη εἰς δραχμὰς 115,824:60, ἡ γενομένη δημοπρασία ἔφερε μείωσιν 25%, ἑπομένως ἡ δαπάνη περιωρίσθη δι’ αὐτῆς εἰς 86,868, τὸ ὅλον 327,714. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ὑποκρίνεται, ὅτι δὲν γνωρίζει τοὺς ἀριθμοὺς, γνωρίζει κάλλιστα τὰ γενόμενα, καὶ ἔσπευσε νὰ μᾶς προείπῃ, ποῖαι θέλουσιν εἶσθαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θέλει δώσει. Εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἐὰν ἐδαπανήθησαν πλείονα, ταῦτα ἐδαπανήθησαν κατὰ τοὺς κανόνας, καθ’ οὓς γίγνονται αἱ συμπληρωματικαὶ δαπάναι, ἐπὶ αὐξήσει τῶν διὰ τῆς δημοπρασίας προσδιοριζομένων ποσῶν, ἀλλὰ τοιουτοτρόπως ἀποβαίνει περιττὸν νὰ γίνωνται δημοπρασίαι, περιττὸν νὰ συντάσσωνται προϋπολογισμοί· ἂς δαπανᾷ ὁ Πρωθυπουργὸς ὅσα θέλει καὶ ὅπως θέλει. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐχρεωστοῦμεν νὰ κάμωμεν τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἰς τὸν Πρωθυπουργόν. Ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπε πολλὰ, ἵνα πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ οἰκοδομήσῃ Καπνοκοπτήριον. Ἀλλὰ ἡ Ἔκθεσις τῶν Ὀλυμπίων πρὸ πολλοῦ εἶχε προσδιορισθῆ, ὅτι ἤθελε λάβει χώραν τὸν Ὀκτώβριον, τότε δὲ ἐγνωρίζετε, ὅτι ἐμέλλετε νὰ κατεδαφίσητε τὸ παρὰ τὴν Ἔκθεσιν οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν ὡς Καπνοκοπτήριον. Διὰ ποίαν λοιπὸν αἰτίαν, ὅτε συνῆλθεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, δὲν ἐζητήσατε τὴν ἄδειαν τῆς δαπάνης τῶν χρημάτων, διὰ νὰ οἰκοδομήσητε Καπνοκοπτήριον, οὔτε κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, ἀλλ’ ὠκοδομήσατε τὸ Καπνοκοπτήριον χωρὶς νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς; Καὶ τοῦτο εἶναι περιφρόνησις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἐπιτρέψει, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα Βουλευταί. Ἂν δὲν ἐτυγχάνομεν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Περιόδου ταύτης, δὲν γνωρίζω, ἂν μετὰ τὴν τελευταίαν ἐκδήλωσιν τῆς πολιτείας τοῦ Ὑπουργείου μᾶς ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξακολουθῶμεν παραμένοντες ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Κοινοβουλίου. Κύριοι, ἀνοίξατε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1890, παραβάλετε δὲ αὐτὸν πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Θέλετε εὑρεῖ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1890, ὅτι καὶ τὸ σῶμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ὀνομάζει Βουλὴν, τὸ ὁποῖον ὠνόμασαν Βουλὴν πάντες οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1890 ὀνομάζει νομοθετικὸν σῶμα. Καθὼς καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ μεταβαλλόμεθα εἰς νομοθετικὸν σῶμα, καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰσήχθη ἡ μεταβολὴ αὕτη, διὰ νὰ συνειθίσωμεν εἰς τὸ νέον ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἁρμόζει εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς αὕτη κατήντησε.
§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ μικροῦ ποσοῦ τῶν 60,000 δραχμῶν, καθ’ ὅσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων δὲν ἐδίστασε, χωρὶς νὰ θέλῃ ἴσως, νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν συγγνώμην· διότι εἶπεν, ὅτι ἐζήτησε συμπλήρωσιν τοῦ νόμου ΑΨʹ. Τί δὲ σημαίνει τοῦτο; Ὅτι τὰ δάνεια, τὰ δυνάμει τοῦ νόμου ΑΨʹ συνωμολογημένα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ μόνον εἰς τὴν πληρωμὴν προϋπαρχόντων δανείων. Ἐννοεῖ ὅτι διὰ τοῦ προϊόντος αὐτῶν δύναται νὰ κατασκευάσῃ οἰκοδομήματα δι’ οἱανδήποτε χρῆσιν, εἴτε καπνοκοπτήρια, εἴτε τυπογραφεῖα, εἴτε στρατῶνας, εἴτε ἄλλα, καὶ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν δι’ αὐτὰ δαπάνην εἰς προϋπάρχον δάνειον. Μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἐνδείξεων εἶναι καὶ αὕτη φανερὰ καὶ καθαρὰ ἀπόδειξις τῆς ἐκμηδενίσεως τῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐξουσίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ὅπως δὲ ἀρκετὰ ἐντόνως εἶπε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἔχομεν πλέον οἰκονομικὴν διαχείρισιν, εἶναι δὲ ἰδιοποίησις ξένου τίτλου, ἐὰν εἰς τὸ ἑξῆς θελήσωμεν νὰ ὀνομάσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς μέλη νομοθετικοῦ σώματος, συμβουλίου τῶν προκρίτων τοῦ τόπου, συμβουλίου δημογερόντων, οὐχὶ ὅμως καὶ μέλη ἀληθοῦς Κοινοβουλίου. Ἑτέραν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ζητεῖ νὰ κατατάξῃ εἰς τὸ κεφάλαιον 36 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ κεφάλαιον 36 θὰ ἦναι βεβαίως τὸ κεφάλαιον δαπάνης ἐκτάκτου, πληρωτέας ἐκ τοῦ δανείου τῶν 125,000,000 φράγκων, ἤτοι τῶν 5,000,000 λιρῶν στερλινῶν.
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κεφάλαιον 36.
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ σχηματίσητε.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς νὰ σχηματισθῇ κεφάλαιον δανείου 5,000,000 λιρῶν στερλινῶν;
§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ κεφάλαιον 36 εἶναι νέον κεφάλαιον.
§124ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ τῶν πληρονομένων ἐκ τῶν ἐκτάκτων πόρων, ἀνεξαρτήτως τῶν ὅσων εἶπον προηγουμένως περὶ τῆς κατατάξεως τῶν δύο πρώτων ἄρθρων, κατατάσσεται καὶ τρίτον ἄρθρον. Τί εἶναι τοῦτο; εἶναι οἱ τόκοι;
§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· οἱ μεσολαβοῦντες τόκοι δὲν εἶναι τόκοι, εἶναι ἔξοδα κατασκευῆς.
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀμφισβητήσιμον.
§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς γινώσκετε τοῦτο καλῶς.
§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς κυβερνητικὰς ἐργασίας δὲν ἐπιτρέπεται ὁ καταλογισμὸς μεσολαβούντων τόκων, πρὸ πάντων ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων μικρῶν ἔργων· οἱ τόκοι εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις, ὡς τόκοι δανείων, κατατάσσονται εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου. Ἁπλῶς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὄχι διότι προσθέτει τι εἰς ὅσα εἶπον, διότι κατὰ τὰς ἀρχάς, ἃς ἀναπτύσσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἠδύνατο νὰ καταγράψῃ ἐνταῦθα καὶ τοὺς μισθοὺς πολλῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπέβλεπον τὴν οἰκοδομὴν τῶν καταστημάτων τούτων.
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν εἴχομεν τοιαῦτα, θὰ τ’ ἀνεγράφομεν.
§131ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔχετε τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθεσε πίνακα τῶν αἰτήσει τῶν ἁρμοδίων Δημοτικῶν Συμβουλίων ἀπολυθέντων δημοτικῶν εἰσπρακτόρων ἀπὸ 10 Μαΐου 1886 μέχρι 12 Δεκεμβρίου 1889.
§134ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§135ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι πολλοὶ πίνακες, Κύριοι, κατὰ νομοὺς, καὶ ἡ τύπωσις θ’ ἀπαιτήσῃ καιρόν. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐβλέπετε αὐτοὺς, διὰ νὰ μὴ παρέλθῃ καιρὸς ἕως ὅτου τυπωθῶσι, καὶ δὲν δυνηθῆτε νὰ κάμητε χρῆσιν.
§136ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, νὰ τυπωθῶσιν.
§137ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂς τυπωθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 164).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889 ἐκ δραχμῶν 966,535:17.
§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα, παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, προτείνομεν, ὅπως καὶ ἡ πίστωσις τῶν 50,000 δραχμῶν ὑπὸ τὸ κεφάλαιον Ιʹ, «Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν, δαπάνη ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν», μετενεχθῇ εἰς τὴν πίστωσιν τὴν ἔκτακτον καὶ ἑπομένως ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 220,000 τὸ ποσὸν τῶν 50,000 δραχμῶν, ἀναγραφῶσι δὲ 170,000 δραχμῶν, ἀντὶ τῶν 220,000. Οὕτως ἐν τῷ ἀθροίσματι ἔχομεν ἐλάττωσιν ἀπὸ 966,535:17 εἰς 916,535:17. Ἐπίσης καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ χρονολογία «11 Σεπτεμβρίου 1889», ὡς καὶ ἡ κατόπιν αὐτῆς λέξις «ὀκτώ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, μετὰ τῶν ἀνωτέρω τροποποιήσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτων πιστώσεων δραχμῶν 61,708,085 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889.
§141ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σημείωσις, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, κύριε Ὑπουργέ;
§142ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω τὸν ζητηθέντα πίνακα τῶν γενομένων κατὰ τὰς ἑορτὰς χάριν τοῦ ἐξωραϊσμοῦ καὶ ὑποδοχῶν δαπανῶν.
§143ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§144ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 165).
§145ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ θὰ παρεντεθῇ ἡ μετενεχθεῖσα πίστωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἑπομένως νὰ προστεθῇ ὑπὸ κεφάλαιον Ιʹ τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ «Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν 50,000 δραχμῶν», εἰς δὲ τὰς ἐν τῷ συνόλῳ 61,708,085 δραχ. ν’ ἀντικαταστηθῶσιν 61,758,085, καὶ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 2 νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «Ἐγκρίνεται ὡσαύτως τὸ ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου 1889 Βασιλικὸν Διάταγμα, μεταβαλλομένης τῆς δι’ αὐτοῦ χορηγηθείσης ἐκ δραχμῶν 50,000 πιστώσεως ἀπὸ ἀναπληρωματικῆς εἰς ἔκτακτον.»
§146ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ καὶ τοῦτο παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἄρχεται ἀμέσως ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ πίστωσις ἡ διὰ τὸ Καπνοκοπτήριον εἶναι συμπλήρωσις τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅστις ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανείζηται χρήματα πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑπαρχόντων δανείων· ἑπομένως ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀρχήν, τώρα μὲν νὰ πληρόνῃ δι’ οἰκοδομὰς ἐκ τῶν χρημάτων τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν πρὸς πληρωμὴν προϋπαρχόντων χρεῶν, ἄλλοτε δὲ τοὺς μισθοὺς τῶν μηχανικῶν, οὓς προσκαλεῖ ἔξωθεν πρὸς σύνταξιν τοῦ κτηματολογίου, μεθαύριον δέ......
§147ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲν ὑπάρχει περὶ τούτου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§148ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πόθεν θὰ ληφθῶσιν αἱ 50 χιλιάδες δραχμαὶ διὰ τὸ κτηματολόγιον;
§149ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸν χρυσὸν, τὸν ὁποῖον προμηθευόμεθα δυνάμει τοῦ ΑΨʹ νόμου, ὁ εἰδικὸς ἐκεῖνος νόμος.
§150ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ τὸν σχετίσητε.
§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη.
§152ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλομεν νὰ μάθωμεν, θὰ τὸν σχετίσητε ἢ ὄχι; Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ τὸν σχετίσητε.
§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ λαμβάνομεν τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῶμεν, οὐδὲν διαφέρει, ἂν θὰ δανεισθῶμεν δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου, παρέχοντος τὴν ἄδειαν εἰδικῶς, ἢ δυνάμει ἄλλου νόμου, παρέχοντος τὴν ἄδειαν γενικῶς· διάκρισις περὶ τῆς ἀδείας ὡς εἰδικῆς ἢ γενικῆς οὐδεμίαν ἔχει πρακτικὴν σημασίαν. Τὸ ἔχον σημασίαν εἶναι ἡ χορήγησις ἀδείας πρὸς δαπάνην διὰ χρημάτων ἐκ δανείου ἀρυομένων. Ἡ Βουλὴ θέλει ἐξετάσει, ἂν ἦναι πρέπον νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ ποῖον ποσόν· εὐθὺς ὡς δοθῇ ἡ ἄδεια, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνήκει ἡ ἐκτέλεσις τῶν τῆς ἀδείας, εἴτε διὰ χρημάτων ἐκ τοῦ εἰδικῶς ἐπιτραπέντος δανείου, εἴτε διὰ χρημάτων ἄλλου δανείου, συνομολογηθέντος πρὸς γενικωτέρους σκοποὺς, περιλαμβάνοντας καὶ τοὺς εἰς οὓς ἡ ἄδεια ἀφορᾷ. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ Βουλὴ δίδει τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ γεωδαιτικὸν χάρτην, τὸ δὲ δάνειον δὲν θέλει πραγματοποιηθῆ δυνάμει τοῦ εἰδικοῦ νόμου, ἀλλὰ δυνάμει ἄλλου. Ἀλλ’ ἀφοῦ δυνάμει νόμου θέλει διατεθῆ τὸ προιὸν τοῦ δανείου εἰς τὴν κατάστρωσιν γεωδαιτικοῦ χάρτου, ὑπάρχει δὲ νόμος, ἐπιτρέπων τὴν συνομολόγησιν καὶ τούτου τοῦ δανείου καὶ ἐκείνου, ὡς καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ ἐξ αὐτῶν χρήματος πρὸς τοιούτους σκοποὺς, καὶ ἂν συμβῶσι πανθ’ ὅσα κατήγγειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ ὦσι ταῦτα καθ’ ὅλα νόμιμα, οὐδὲ θὰ ὑπάρχῃ τις διαφορὰ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς νομιμότητος μεταξὺ τῆς ἐνεργείας, ἣν αὐτὸς προμαντεύει, καταγγέλλων αὐτῆς τὸ παράνομον, καὶ τῆς μόνης κατ’ αὐτὸν νομίμου ἐνεργείας.
§154ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς εἶπον ὅ,τι λέγει καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος, ἐπιτρέπων τὸ δανείζεσθαι· διότι ἄλλως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ. Εἶπον ὅτι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ψηφίζομεν ἀπό τινος, ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τῆς Βουλῆς πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ πᾶσαν γνῶσιν καὶ ἐπενέργειαν ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ δανείζηται ὅσα θέλει καὶ ὅπως θέλει, καὶ νὰ τὰ δαπανᾷ ὅπως θέλει καὶ καθ’ ὁποιονδήποτε τρόπον θέλει. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ δανεισθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄνευ νόμου, ἄλλη θὰ ἦτο ἡ συζήτησις. Εἶπον δὲ, ὅτι τὰ χρήματα, ἅτινα δανείζεται, δαπανᾷ οὐχὶ μόνον πρὸς πληρωμὴν προηγουμένων χρεῶν, ὅπως παρέστησεν ὑποστηρίζων τὸν νόμον ΑΨʹ, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἀποκλειστικὸς αὐτοῦ σκοπὸς εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῶν βαρῶν, τῶν ἐκ τῶν προηγουμένων δανείων, ἀλλὰ καὶ πρὸς θεραπείαν πολλῶν ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οἷα εἶναι καὶ ἡ τοῦ Καπνοκοπτηρίου καὶ ἄλλων ὁμοίων ἔργων. Ἐκεῖνο, ὅπερ πράττει παρὰ τὸν νόμον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἡ χρῆσις τῶν ἐκ τῶν δανείων χρημάτων εἰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας δὲν ὁρίζει ὁ νόμος, καὶ ἡ χορήγησις ἐκτάκττων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσιῶν καὶ πληρωμὴν δαπανῶν μὴ ἐπιτρεπομένων ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν.
§155ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ μᾶλλον ἐκπλήσσομαι μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος. Πρόκειται περὶ τῆς πιστώσεως τῆς ἐκτάκτου τῶν 50,000 δραχμῶν δι’ ἐκτελεσθείσας γεωδαισιακὰς ἐργασίας· συνάμα ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ὑπάρχει νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος μέχρι 300,000 δραχμῶν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, δὲν ἠξεύρω πόθεν ὁρμώμενος, εὑρίσκει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τὸ δάνειον ἐκεῖνο, διότι εἶναι πιθανὸν, ἀντὶ νὰ γένηται τὸ δάνειον δυνάμει τοῦ εἰδικοῦ τούτου νόμου, νὰ γένηται δυνάμει τοῦ ΑΨʹ νόμου, τοῦ ἐπιτρέψαντος τὴν συνομολόγησιν δανείων πρὸς τροπὴν προηγουμένων δανείων· εὑρίσκει δὲ, — ὅπερ καὶ περιεργότερον, — ὅτι ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς συνομολόγησιν δανείου δι’ ὡρισμένον σκοπὸν ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου πάντα τὰ κεχορηγημένα αὐτῷ δικαιώματα, καὶ ἐξουδετεροῖ αὐτὸ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας λησμονεῖ, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον αὐτὸ δὲν συνέστη τὸ πρῶτον ἤδη καὶ δὲν λειτουργεῖ κατ’ αὐτὴν τὴν Σύνοδον μόνον, ἀλλ’ ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τεσσαρακονταετίας, ὅτι εἰς παλαιὰν ἐποχὴν, ὅτε οὐδεὶς εἶχε τὸ παράπονον ὅτι δὲν ὑφίστατο τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐγένετο νόμος περὶ συνομολογήσεως δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατόπιν, διὰ λόγους, οἵτινες ἐθεωρήθησαν τότε ἀποχρῶντες ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἦλθε νεώτερος νόμος, ἐπιτρέψας εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ τὴν ἄρῃ, ἀλλὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ δάνειον πρὸς ἄλλους σκοπούς. Οὐδεὶς ὅμως παρεπονήθη, ὅτι τοιουτοτρόπως μηδενίζεται τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι πάντοτε, ὁσάκις πρόκειται προηγούμενος νόμος νὰ μεταβληθῇ, ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς. Ἐὰν συμβῇ, ὥστε ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία λαμβάνει τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὰς τοιαύτας προτάσεις, νὰ λάβῃ ἀνάγκην τοιαύτης ἀδείας, ὀφείλει νὰ τὴν ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων. Ὁμολογῶ ὅτι ἐκπλήσσομαι, ἀκούων ὅτι διὰ τῶν νόμων αὐτῶν ἡμεῖς ἀναιροῦμεν ἐντελῶς ἢ μηδενίζομεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα· νομίζω, ὅτι ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ εἶναι πληρεστάτη, ὅταν ζητοῦνται ἄδειαι πρὸς συνομολόγησιν δανείων δι’ ὡρισμένους σκοπούς.
§156ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως δὲν ὁμιλῶ διὰ τὸν κ. συνάδελφον. Οὗτος γνωρίζει πολὺ καλὰ τὰ ζητήματα, διότι ἔχει ἀρκετὴν λογιστικὴν πεῖραν. Ἤθελον δὲ τὸν ἀδικήσει, ἐὰν ἀπήντων εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ἀξιότιμοι συνάδελφοι, μὴ ἀσχολούμενοι εἰς τὰ λογιστικὰ ζητήματα, νομίζω καθῆκόν μου νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Ἡ σύγκρισις, ἡ ὁποία γίνεται μεταξὺ τῶν προϋπαρχόντων νόμων, τῶν ἐξουσιοδοτούντων τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως συνομολογήσῃ ὡρισμένα δάνεια ἢ τροποποιήσῃ τοιαῦτα καὶ τῆς σήμερον ψηφισθείσης καὶ ἐξακολουθητικῶς ψηφιζομένης οἰκονομικῆς νομοθεσίας, δὲν εἶναι μήτε ἀκριβής, μήτε ὀρθή. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς δανείου, προωρισμένου νὰ δαπανηθῇ δι’ ἕνα ὡρισμένον σκοπόν.
§157ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου πρόκειται ἐδῶ.
§158ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λυποῦμαι διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι τὰς ἰδέας, ἃς ἐξεθέσαμεν περὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, περιορίζομεν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ ζητήματος τῆς δαπάνης τῶν 60,000 δρ. Δὲν τὰς περιορίζομεν εἰς αὐτό. Ἄλλως ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι οὐδὲ λέξιν θὰ ἐλέγομεν διὰ τὴν πίστωσιν τῶν 60,000 δραχ. Γνωρίζομεν, πῶς δαπανῶνται τὰ δημόσια χρήματα, καὶ δὲν θὰ ἐσταματούσαμεν τοσοῦτον εἰς τὴν δαπάνην ταύτην. Σταματῶμεν ὅμως εἰς αὐτὴν, ὡς εἰς ἔνδειξιν καθαρὰν τῆς εὐρείας καὶ ἀπεριορίστου ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ψήφου τῆς πλειοψηφίας πρὸς διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Σταματῶντες δὲ σᾶς λέγομεν, ὅτι ἀπεξεδύσατε τὴν Βουλὴν τῆς κυριωτέρας αὐτῆς ἐργασίας, τῆς ἐργασίας ἐκείνης, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν καὶ τὸ θεμέλιον τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων. Ἐὰν δὲν ἐψηφίζομεν τοὺς νόμους ἐκείνους, οἵτινες σχηματίζουσι πλήρη κύκλον ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως δανείζηται εἰς βάρος τοῦ ἔθνους καὶ δαπανᾷ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς βούλησιν, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀφορμὴ ἀμφισβητήσεως τῶν πιστώσεων τούτων, καὶ οὐδεμία ἤθελεν ἴσως γίνει συζήτησις ἐπὶ τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, χρησιμεύει ὅμως καὶ ἡ πίστωσις αὕτη ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ συνομολογηθὲν δάνειον δὲν χρησιμοποιεῖται ὁλόκληρον συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Εἶναι δὲ καὶ αὕτη ἑτέρα συμπλήρωσις τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ΑΨʹ, ὅστις εἶναι δανειστικὴ λεωφόρος εὐρεῖα, χρησιμεύουσα πρὸς εὕρεσιν χρημάτων δι’ ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σήμερον κατάλληλος στιγμὴ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Βεβαίως δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουσιν ἄνευ ἐρεύνης, ἐφαρμόζων τὸ εὐαγγελικὸν δόγμα «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα», ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι πιστεύουσιν ἄνευ ἐρεύνης, καὶ διὰ τοῦτο ἠθελήσαμεν νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα οὐχὶ ὑπὸ τὴν στενὴν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν γενικωτέραν αὐτοῦ ἔποψιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§160ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ἀναγνώσει μίαν αἴτησιν πιστώσεως ἀναπληρωματικῆς δι’ ἀμοιβὴν τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἐλθόντων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς.
§161ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διεγράφη αὕτη.
§162ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἤκουσα, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη ἐβαπτίσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς πίστωσις ἔκτακτος. Ἐγὼ ἐρωτῶ, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ....
§163ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο προέτεινε τὸ Ὑπουργεῖον.
§164ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. ... νὰ χαρακτηρίζῃ πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ ὡρισμένον τύπον, ὑπὸ ἄλλον τύπον; Ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς πιστώσεως ταύτης, καθ’ ὃν χρόνον τὴν ἔλαβεν, ἐξέδωκε Διάταγμα, δι’ οὗ ἐδήλωσεν, ὅτι λαμβάνει πίστωσιν ἀναπληρωματικὴν, μὴ προκαλουμένην ὑπὸ κατεπειγούσης τινὸς ἀνάγκης. Δὲν ἔλεγε τότε, ὅτι θεωρεῖ ὑπάρχουσαν ἔκτακτον καὶ κατεπείγουσαν ἀνάγκην, μὴ προβλεφθεῖσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ὅτι ἱκανοποιεῖ αὐτὴν δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις τότε, ὅτε ἔλαβε τὴν πίστωσιν ταύτην, δὲν διενοήθη κἄν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν εἴτε ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἴτε αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔρχηται, μετὰ παρέλευσιν τόσου χρόνου, καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἔλαβε τὴν πίστωσιν ταύτην, ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἔκτακτος καὶ κατεπείγουσα, καὶ ταύτην ἐσκόπει νὰ ἱκανοποιήσῃ; Πῶς τώρα ἐσκέφθη τοῦτο, ἐνῷ ἐν τῷ Διατάγματι λέγει, ὅτι πρόκειται νὰ λάβῃ ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν, οὐδὲν ἔχουσαν τὸ ἔκτακτον; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι τώρα ἕτεροι λόγοι ἢ ἐκεῖνοι, οὓς καὶ ἐν τῷ Διατάγματι καὶ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ ἐδήλωσεν;
§165ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ οὔτε βαπτίζει οὔτε μεταβάλλει τίποτε, ἡ ἐπιτροπὴ καλεῖται νὰ ἐξετάζῃ τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια καὶ ὑποβάλλῃ ἔγγραφον τὴν ἑαυτῆς γνωμοδότησιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀνέγνω τὴν ὑποβληθεῖσαν αἴτησιν περὶ τῆς δαπάνης τῶν 50,000. Ἡ πίστωσις αὕτη ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῇ, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τὴν εἰσηγητικὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔκτακτος· ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν, ὅτι λάθος εἶχε παρεισφρήσει, διότι ἀκριβῶς ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν προεβλέφθη ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ ἡ περὶ τούτου δαπάνη, εἶναι δὲ αὕτη ἐπείγουσα, προτείνει τὴν πίστωσιν ταύτην, ἐκ λάθους δὲ τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ ἁρμοδίου ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀναπληρωματική. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπή, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τοὺς προκαλέσαντας τὴν πίστωσιν αὐτὴν λόγους καὶ τὸν νόμον περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ, παρετήρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρῃ ἡ πίστωσις αὕτη τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, ἀναγνωρίσαν τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων τῆς ἐπιτροπῆς, προέτεινεν ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ πίστωσις ἔκτακτος. Οὐδὲν τούτου ἁπλούστερον καὶ εὐλογώτερον.
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ἡ πίστωσις ἐχορηγήθη ὡς πίστωσις ἀναπληρωματική, ἐχορηγήθη δὲ κακῶς ὡς πίστωσις ἀναπληρωματική, καθ’ ἃ ὁμολογεῖ καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις διὰ τοῦτο ἐπρότεινε νὰ θεωρηθῇ ὡς πίστωσις ἔκτακτος, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, πῶς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπεθεώρησεν ἔνταλμα, ἐκδοθὲν δυνάμει τοῦ Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη κακῶς καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος πίστωσις;
§167ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω, ὅτι τὰ Διατάγματα δὲν ἐκδίδει ὑπάλληλός τις τοῦ Ὑπουργείου, ὅστις δύναται νὰ κάμῃ λάθος, καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸν ἕνα τύπον, νὰ δώσῃ τὸν ἄλλον. Ἐγὼ βλέπω, ὅτι ἐκδίδονται ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς, καὶ φέρουσι τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι εὐθύνονται. Ὅταν λοιπὸν οἱ Ὑπουργοί, οἱ ἐκδίδοντες τὰ Διατάγματα, δὲν λέγωσιν, ὅτι ὑπάρχει ἔκτακτός τις ἀνάγκη, πῶς δύναται ἤδη ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, μετὰ παρέλευσιν χρόνου, ὅτι ὑπάρχει ἔκτακτος ἀνάγκη;
§168ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς λέγει ἡ ἔκθεσις, ἤτοι ὡς λόγος δικαιολογητικὸς τῆς πιστώσεως καὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ αὐτῆς ὡς ἐκτάκτου προβάλλεται, ὅτι περὶ τοιαύτης δαπάνης οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ληφθῇ κατὰ τὴν κατάρτισιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§169ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1ον ἐμπεριέχει πολλὰς πιστώσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐννοοῦμεν νὰ συζητήσωμεν. Ἀπορῶ μὲ τὸν κ. συνάδελφον, ὅστις ἠγανάκτησε, διότι μετατρέπεται ἡ ἀναπληρωματικὴ πίστωσις εἰς ἔκτακτον. Ὁ χαρακτηρισμὸς ὡς ἐκτάκτου ἢ ἀναπληρωματικῆς εἰσιν ἐπίθετα ἁπλᾶ, ἀδιακρίτως τιθέμενα. Τὸ ἀκριβέστερον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἡ Κυβέρνησις μετεχειρίζετο τὸν τίτλον «ἄτακτος πίστωσις» ἐπὶ ὅλων τῶν τοιούτων πιστώσεων. Ἡ παροῦσα πίστωσις δὲν εἶναι μήτε ἔκτακτος μήτε ἀναπληρωματική. Δὲν εἶναι ἔκτακτος, διότι ἡ ἀνάγκη προεβλέφθη μὲν, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κυβέρνησις δὲ, σεβομένη τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ὤφειλε νὰ μὴ ποιήσῃ τὴν δαπάνην ταύτην, ἥτις δὲν ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἡ κατόπιν συζητήσεως μὴ ψήφισις τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἂν δὲν θεωρηθῇ ὡς ἀπόῤῥιψις αὐτοῦ, βεβαίως πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀναβολή. Δαπάνη ἑπομένως, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἀνέβαλε, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὡς ἔκτακτος δαπάνη. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς, ὅτι ἐγένετο λάθος ἁπλοῦν, διότι ὡρίσθη καὶ τὸ κεφάλαιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ὡς ἀναπληρωματική.
§170ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὡρίσθη.
§171ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡρίσθη. Ἐκεῖνο τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν προσκληθέντων ἵνα διοργανώσωσι τὸν στρατὸν, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐξωμοιώθησαν καὶ οἱ προσκληθέντες ἵνα καταμετρήσωσι τὰς γαίας. Μεταξὺ τῶν πιστώσεων τούτων περιλαμβάνεται καὶ ἡ πίστωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ ὑπὸ σελίδα 40, ἡ χορηγηθεῖσα διὰ Β. Διατάγματος τῆς 2 Μαΐου 1889. Ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ ὁ τῶν Οἰκονομικῶν, ποῦ ἐστήριξε τὸν χαρακτηρισμὸν ὡς ἐκτάκτου τῆς πιστώσεως διὰ πληρωμὴν μισθῶν κλητήρων τοῦ Ἰατροσυνεδρίου καὶ τῶν δημοσίων ἔργων;
§172ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἁπλῆ ἡ δικαιολογία. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι πέρυσιν ἐγένετο συζήτησις περὶ τῶν θεμάτων τούτων· προέκειτο διὰ νόμου νὰ κανονισθῶσι θέσεις, ὑπάρχουσαι μὲν, ἀλλὰ μὴ νενομοθετημέναι· διότι δ’ ἔλειπεν ὁ νόμος, δὲν ἐνεγράφη πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Καὶ ἐγένετο μὲν ὁ νόμος περὶ θέσεως κλητῆρος τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, τῆς θέσεως δηλονότι τῆς ἀνέκαθεν ὑπαρχούσης καὶ πληρονομένης, διότι ὑπῆρχε πρότερον τὸ ἄρθρον 4ον τοῦ νόμου περὶ δημοσίων ἐξόδων, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπε προσωρινῶς καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ νόμος, ἐφ’ οὗ νὰ στηρίζηται ἡ πίστωσις, νὰ γίνηται ἡ πληρωμή. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν καὶ νὰ ἐγγραφῇ πίστωσις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν μισθῶν. Ὡσαύτως δι’ εἰδικοῦ νόμου εἶχον ὁρισθῆ αἱ θέσεις τῶν κλητήρων τῶν δημοσίων ἔργων, οἵτινες ἀνέκαθεν ὑπῆρχον, οἵτινες ὅμως δὲν ἠδύναντο πλέον νὰ πληρωθῶσι, μετὰ τὴν διαγραφὴν τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 4ου, μὴ ὑπαρχούσης δ’ ἐγγεγραμμένης διὰ τὸν αὐτὸν λόγον πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εὑρέθημεν ἐν ἀδυναμίᾳ, ὅπως πληρώσωμεν καὶ τοὺς κλητῆρας τούτους. Διὰ τοῦτο, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο τούτων νόμων, προτείνεται ἡ διπλῆ πίστωσις, τὴν ὁποίαν βλέπετε σήμερον, ὅτι ζητοῦμεν.
§173ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ νόμος ἔδιδε δικαίωμα διορισμοῦ, ἄρα ἔδιδε καὶ πίστωσιν· τοῦτο εἶναι τὸ συμπέρασμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐὰν τοιαύτην δικαιολογίαν παραδεχθῶμεν, δὲν ἠξεύρω ποία δαπάνη δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔκτακτος. Ἐψηφίσθη νόμος, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῇ συγχρόνως ὁ νόμος οὗτος, διατὶ δὲν ἐζητεῖτο παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἀναγκαία πίστωσις πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ; Ἀφοῦ δὲ δὲν ἐζητήθη, διατὶ δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ ῥητὴ διάταξις τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ἥτις ἀπαγορεύει τὴν χορήγησιν πιστώσεως διὰ δαπάνην, προβλεπομένην μὲν ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ διὰ τὴν ὁποίαν μήτε ἀνεγράφη ἀρκετὴ πίστωσις πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς, μήτε ἐπετράπη ὑπὸ τοῦ ἐτησίου οἰκονομικοῦ νόμου ἡ χορήγησις ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως; Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα γενικῶς ἀνέπτυξα περὶ τῶν πιστώσεων τούτων. Ἡ τοιαύτη χορήγησις πιστώσεων καθιερώνει ἀρχὴν, ἐπιτρέπουσαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ πραγματοποιῇ οἱανδήποτε δαπάνην θέλῃ, ἄνευ περιορισμοῦ τινος καὶ ἄνευ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν. Ζητήσατε διὰ τὴν δαπάνην ταύτην ἁπλῶς ἄφεσιν παρὰ τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ παραβιάζητε τὸν Λογιστικὸν νόμον, ζητοῦντες ἀτάκτους πιστώσεις.
§174ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ διατάγματος τῆς 2ας Μαΐου 1889 ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ χορηγήσῃ ἡ Κυβέρνησις μίαν πληροφορίαν, σχετικῶς πρὸς τὸ πρῶτον κεφάλαιον: «Ἀντίτιμον ξυλείας ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ σεισμοῦ ἐν Αἰγίῳ». Βλέπω ἐδῶ, ὅτι ἐν τῇ πράξει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπάρχει ὑπὸ στοιχεῖον α ἡ δικαιολόγησις, ὅτι ἡ Τράπεζα κατέβαλε καὶ ὅτι πληρόνεται τόκον 7%. Δὲν τὸ ἐννοῶ. Πρόκειται περὶ δανείου, τὸ ὁποῖον κάμνει ἡ Τράπεζα πρὸς τοὺς κατοίκους, οἵτινες ἔπαθον ἐκ τοῦ σεισμοῦ; ἢ περὶ δανείου, τὸ ὁποῖον κάμνει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Θέλω νὰ μοὶ δοθῇ μία πληροφορία.
§175ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐτωτερικῶν). Ἐγένετο τὸ δυστύχημα, ὑπῆρχεν ἀνάγκη κατεπείγουσα προμηθείας ξυλείας καὶ ἀποστολῆς χρήματος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς τοῦτο. Ἐξ ἀνάγκης ὑφιστάμεθα τοῦτο τὸ κακὸν, νὰ πληρώσωμεν τόκον, ὅπως ἀποκτήσωμεν τὰ χρήματα καὶ δι’ αὐτῶν τὴν ξυλείαν.
§176ΡΑΛΛΗΣ. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν θέλει τὸ ὑπολάβει ὡς σπουδαῖον ὁ κ. Πρωθυπουργός· προτιμότερον ἦτο νὰ δώσῃ ὁ ἴδιος τὴν πληροφορίαν, διὰ νὰ ἐννοηθῇ περὶ τίνος πρόκειται. Ὅτε ἔκαμα τὴν ἐρώτησιν, βεβαίως ἐγνώριζον ὅτι ἔλαβε χώραν τὸ δυστύχημα, ἐπίσης ἐνόησα, ὅτι πρόκειται περὶ δανείου· ἀλλ’ ὅ,τι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, εἶναι, πῶς, ἐνῷ τὸ Δημόσιον εὑρίσκεται εἰς ἀλληλόχρεων λογαριασμὸν πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἐνῷ ἔχει χρήματα ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὑπὲρ τὰς ἀνάγκας του, καὶ τὰ χρήματα ταῦτα δύναται νὰ δανεισθῇ πρὸς 1%, πῶς ἤδη δανείζεται πρὸς 7%;
§177ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμιλεῖ περὶ ἀλληλοχρέου λογαριασμοῦ πρὸς διάθεσιν χρήματος. Ἵνα γενῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διάθεσις χρήματος πρὸς ἀγορὰν ξυλείας, δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀλληλόχρεως αὐτῆς λογαριασμὸς πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην νὰ διαθέσῃ τὸ χρῆμα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, δὲν ἠδύνατο δὲ αὐτὴ νὰ τὸ διαθέσῃ, ἑπομένως προσεκάλεσε τὴν Τράπεζαν νὰ διαθέσῃ τὸ χρῆμα, ἐπιφυλασσομένου τοῦ λογιστικοῦ κανονισμοῦ τῶν τῆς διαθέσεως. Ἐκανονίσθησαν δὲ λογιστικῶς τὰ τῆς διαθέσεως διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος. Δὲν ὑπῆρχε δὲ πρὸς τοῦτο ἀνάγκη τῆς ἐλεύσεως τῆς Βουλῆς, διότι ὁ Λογιστικὸς νόμος ἐπιτρέπει τὴν ἔκδοσιν Διατάγματος περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως. Διάταγμα τοιοῦτο ἐξεδόθη, καὶ ἀκριβῶς τοῦτο ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν: σπεύσατε, ἔλεγε, νὰ προκαλέσητε τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος περὶ πιστώσεως ἐκτάκτου, διότι, μέχρις οὗ ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα περὶ πιστώσεως, ἀφοῦ τὸ χρῆμα πρέπει νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἶναι τοκοφόρον. Ἄλλως τε πρόκειται περὶ ἐλαχίστου ποσοῦ λόγῳ τόκου.
§178ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πόσων ἡμερῶν;
§179ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἐλαχίστου· δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὸ ποσόν. Μὴ δυνάμενοι ἡμεῖς νὰ λάβωμεν τὸ χρῆμα πρὸς διάθεσιν, παρηγγείλαμεν τὴν Τράπεζαν νὰ πληρώσῃ, ἡ δὲ Τράπεζα, ἐννοεῖται, πληρόνει ἐπὶ τῷ νομίμῳ τόκῳ. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ χρήματος πληρωθέντος ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου, διότι θὰ κατεβάλλετο τὸ χρῆμα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς μεταλλικόν, καὶ τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει ἀλληλόχρεων λογαριασμὸν εἰς μεταλλικὸν μετὰ τῆς Τραπέζης. Ἐὰν θὰ κατεβάλλετο τὸ χρῆμα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, πιθανὸν ὁ τόκος νὰ ἐλογίζετο ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ τόκου τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ γενομένης τῆς πληρωμῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τουτέστιν εἰς μεταλλικόν, ἡ Τράπεζα, διαθέτουσα τὸ μεταλλικὸν, ἔχει μέχρι τῆς ἀποδόσεως αὐτοῦ δικαίωμα εἰς ἀπόληψιν τόκου. Ἄλλως τε, ὡς εἶπον, πρόκειται περὶ ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσεπάθει νὰ καταστήσῃ τὸ διάστημα τοῦτο ὅσῳ τὸ δυνατὸν συντομώτερον, προκαλῶν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς ἔκδοσιν τοῦ οἰκείου Διατάγματος.
§180ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐλαχίστου τόκου, ἀλλ’ αἱ πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, Κύριοι, δὲν κρίνονται ἐνταῦθα ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς ζημίας, ἡ ὁποία ἐπέρχεται εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἂν ἦναι σύμφωνοι πρὸς τοὺς νόμους, καθ’ οὓς ὀφείλουσι νὰ διαχειρίζωνται τὰ δημόσια. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχε χρήματα διαθέσιμα ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ δώσῃ παραγγελίαν εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου χρήματα.
§181ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§182ΡΑΛΛΗΣ. Λέγετε βεβαίως, καὶ ὑπολαμβάνετε, ὅτι αὐτὸ τὸ βεβαίως καθιστᾷ τὴν ἀπάντησίν σας σπουδαίαν. Ἢ δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσητε καὶ ἑπομένως νὰ δώσητε ἐντολὴν νὰ διαθέσῃ ἡ Τράπεζα χρήματα, ἢ εἴχετε δικαίωμα νὰ διαθέσητε χρήματα, καὶ τότε διατὶ δὲν τὰ διεθέτετε ἐκ τοῦ χρήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἴχετε δικαίωμα;
§183ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἴχομεν ἀλληλόχρεον λογαριασμὸν εἰς μεταλλικόν.
§184ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀγορᾶς συναλλάγματος ἐνταῦθα, καὶ τὸ 7% δὲν εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ χρήματος τοῦ πληρωθέντος, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 103,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ζητεῖτε σήμερον ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅπως πληρώσητε. Λοιπὸν ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα περὶ τοῦ ὅτι δὲν εἴχετε ἄδειαν νὰ πληρώσητε χρήματα διὰ τοὺς ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντας, ὅτι δὲν εἴχετε μεταλλικὸν, δὲν εἶναι σπουδαῖα. Βλέπω ἐνταῦθα μίαν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεξήγητος. Ἔχετε ἢ δὲν ἔχετε ὑπὸ τὴν διάθεσίν σας ἑκατομμύρια ὁλόκληρα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ἔχετε ἢ δὲν ἔχετε τὴν ἄδειαν νὰ προκαλέσητε Διάταγμα ἐκτάκτου πιστώσεως δι’ ἀνάγκας, ὁποῖαι εἶναι αἱ ἐκ τοῦ σεισμοῦ; Λέγετε ὅτι «ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ὑπὸ τὴν διάθεσίν μας μεταλλικὸν, καὶ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μεταλλικὸν, διὰ τοῦτο ἠναγκάσθημεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν.» Ἂν ἐζητεῖτε σήμερον ἐδῶ τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε πληρωθῆ εἰς μεταλλικὸν, θὰ ἐνόουν αὐτὴν τὴν ἐργασίαν· ἀλλὰ τί ἐπράξατε; ἠγοράσατε ἀπέναντι τῶν γραμματίων τῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα ἐδάνεισεν εἰς ὑμᾶς, ἠγοράσατε συνάλλαγμα, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ συναλλάγματος ἐκαλύψατε τὴν δαπάνην τῆς ξυλείας. Πῶς δικαιολογοῦνται αὐτά, εἶναι ἀκατανόητον.
§185ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν βλέπει τοῦτο, ὅτι χρῆμα παρὰ τῆς Τραπέζης ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος θὰ ἐλαμβάνετο διὰ τοῦ Κεντρικοῦ ταμίου, ὁ δὲ ταμίας δὲν ἐκδίδει τὴν πρὸς τοῦτο ἐπιταγήν, ἂν μὴ ὑπάρχῃ Διάταγμα. Ἂν δὲ ὁ Ὑπουργὸς γράψῃ πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἵνα διαθέσῃ αὐτὴ χρῆμα μεταλλικόν, ἀγοράζουσα συνάλλαγμα, ἢ διὰ τῶν πιστώσεων αὐτῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, αὐτὴ θέλει ἐκτελέσει τὴν ἐντολήν, ὅπως ἐκτελεῖ τὴν ἐντολὴν παντὸς ἀξιοχρέου, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δυνηθῇ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ἣν ἀναλαμβάνει διὰ τῆς αἰτήσεως. Ἂν ὅμως τῇ εἴπῃ ὁ Ὑπουργὸς νὰ διαθέσῃ ἐκ τοῦ χρήματος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος, θ’ ἀπαντήσῃ: χρῆμα ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διαθέτω, ἀλλ’ ἀπόστειλον τὸ οἰκεῖον ταμιακὸν γραμμάτιον· ἂν ζητῇς χρῆμα ἐμόν, σοὶ δίδω, ἀλλὰ τραπεζικῶς, ἂν ἐκ τῶν σῶν, σοὶ δίδω ἐπίσης, ἀλλ’ ἐπειδὴ φέρω εὐθύνην, πρέπει νὰ τὸ ζητήσῃς κανονικῶς, ἐκδίδων τὸ Διάταγμα.
§186ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς σᾶς ἐρωτῶ, διατὶ δὲν προεκαλέσατε Διάταγμα ἐκτάκτου πιστώσεως, καὶ ἐκάματε ὅλας ἐκείνας τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἀναφέρει τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· σεῖς δὲ μοὶ λέγετε: «ἐνηργήσαμεν ὅλας ἐκείνας τὰς ἀνωμάλους πράξεις διότι δὲν ἐπροκαλέσαμεν Διάταγμα». Αὐτὸ ἂν ἱκανοποιῇ τὴν λογικήν σας, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε πλέον.
§187ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Διάταγμα ἀπαιτεῖ χρόνον τινὰ πρὸς ὑπογραφὴν καὶ δημοσίευσιν. Ἀποδείξατε ὅτι ἐβραδύναμεν ἐν τῷ καταρτισμῷ, καὶ ἐννοῶ τὰς παρατηρήσεις· ἀλλὰ μόνον ἡ ἐν τῷ πίνακι λέξις «ἐπὶ τόκῳ» δὲν δικαιολογεῖ τὴν συζήτησιν. Τὸ πρῶτον συνεζητεῖτε ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι ἡ τραπεζιτικὴ δαπάνη ἐπὶ τόκῳ εἶναι ἀδικαιολόγητος· ὅτε ἀπηντήσαμεν καὶ ἀντελήφθητε τῶν διακρίσεων, ὧν τὸ πρὶν δὲν ἠδύνασθε ν’ ἀντιληφθῆτε, ἐστρέψατε τὴν συζήτησιν εἰς τὴν παρέλευσιν ὀλίγων ἡμερῶν ἕως τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος. Ὑποθέτω, ὅτι παρῆλθον τρεῖς ἢ τέσσαρες ἡμέραι, ἀλλ’ ὑμεῖς συζητεῖτε, ἐπικρίνοντες ἐπὶ τῇ παρελεύσει πολλοῦ χρόνου, ἐνῷ οὐδαμῶς γινώσκετε, ἂν παρῆλθε πολὺς ἢ ὀλίγος χρόνος.
§188ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξ ἐναντίας ἐγὼ συζητῶ, διατὶ ἀνεγράφη τόκος 7%, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ἀναγραφῇ τόκος 1%. Δὲν δικαιολογεῖ δὲ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ παρατήρησις, ὅτι ἀπῃτεῖτο χρονικὸν διάστημα πρὸς ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος, διότι ἡ πρόκλησις τοῦ Διατάγματος, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι βραδεῖα ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου, βεβαίως δὲν θὰ ἀπῄτει τόσον χρόνον, ὅσον ἀπαιτεῖ ἡ παραγγελία τῆς ξυλείας καὶ ἡ φόρτωσις καὶ μεταφορὰ αὐτῆς.
§189ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν λέγει τὴν ἀληθῆ δικαιολογίαν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ ἀληθὴς δικαιολογία εἶναι, ὅτι ἐν τῷ Διατάγματι τῆς 2 Μαΐου ὑπάρχει μία πραγματικῶς ἔκτακτος πίστωσις, ἡ ἐκ τοῦ σεισμοῦ προκληθεῖσα. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνουν καὶ ἄλλαι δαπάναι μὴ ἔκτακτοι, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτῶν, ἐνεκρίθη νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ Διατάγματος, ὅπως συμπεριληφθοῦν καὶ αἱ δι’ αὐτὰς ἀναγκαῖαι πιστώσεις.
§190Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ψηφίζηται ὁ Προϋπολογισμός, αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ, δὲν ἔχουσιν ἀκόμη πραγματοποιηθῆ, προϋπολογίζονται δὲ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὑπολογίζει, ὅτι θέλουν ἀπαιτηθῇ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἑπομένως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν λεπτομερείας, προσδιοριζούσας τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων. Ὅταν ὅμως ζητῶνται ἀναπληρωματικαὶ ἢ ἔκτακτοι πιστώσεις, καὶ μάλιστα ὅταν αἱ δαπάναι ἐγένοντο, συνειθίζουσιν, ὅταν ὑποβάλλωσιν εἰς τὰ Κοινοβούλια τὰ νομοσχέδια περὶ ἀναπληρωματικῶν ἢ ἐκτάκτων πιστώσεων, νὰ συνυποβάλλωσι καὶ λεπτομερῆ λογαριασμὸν τῶν γενομένων ἐξόδων. Τοιοῦτον λογαριασμὸν ζητοῦμεν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ καταθέσῃ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, δηλ. νὰ δηλώσῃ, πόσα χρήματα ἐδαπανήθησαν δι’ ἀγορὰν ξυλείας, πόσα εἰς μεταβολὴν τοῦ νομίσματος εἰς χρυσὸν, πόσα εἰς τόκους, καὶ εἰς ποῖον ἐπληρώθησαν οἱ τόκοι.
§191ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ περὶ τῆς ξυλείας εἶχον καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Ῥικάκη· ἤδη θὰ τὰ ἐπαναφέρω. Θέλω φέρει δὲ καὶ τὸν λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλετε πορισθῆ ὅ,τι ζητεῖτε.
§192ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν σελίδα 47, τοὺς διαφόρους μισθοὺς, οἵτινες, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἀποτελοῦσι τακτικὴν δαπάνην τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πῶς τοὺς ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκτάκτως;
§193ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ αὗται αἱ θέσεις διὰ νόμου εἰδικοῦ, ψηφισθέντος πέρυσι, καὶ τοῦ ὁποίου αἱ ἀντίστοιχοι πιστώσεις δὲν ἐτέθησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπληρώθησαν. Δι’ ὃν δὲ λόγον ἐγένετο ἡ μισθοδοσία τοῦ κλητῆρος τοῦ Ἰατροσυνεδρίου καὶ τῶν κλητήρων τῶν δημοσίων ἔργων, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐγένετο καὶ ἡ πρόβλεψις αὕτη.
§194ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δηλαδὴ ἄνευ πιστώσεως, ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ Λογιστικοῦ νόμου καὶ παρούσης τῆς Βουλῆς.
§195ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ πίνακα τῶν κλητήρων τῶν ἐν τοῖς δημοσίοις ἔργοις, πότε προσελήφθησαν.
§196ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, καὶ τοὺς διορισμοὺς αὐτῶν. Εἶναι δὲ θέσεις νενομοθετημέναι πᾶσαι.
§197ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς σημείωσιν πληρεστέραν τῆς διαθέσεως τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων λιρῶν στερλινῶν. Ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρῆλθον δύο μῆνες. Ἂν ἔχῃ διαθεσίμους τὰς 214,000 λίρας στερλίνας εἰς Λονδῖνον, ὡς ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις, τότε εὑρίσκω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μανθάνομεν ἔξωθεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ἡ συνομολόγησις δηλ. τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων, οὔτε ὡς ταμιακὴ ἀνάγκη δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, ἂν ὑπάρχῃ ἀκόμη διαθέσιμον τὸ ποσὸν παρὰ τοῖς κυρίοις Γίρς. Ἕνεκα τούτου νομίζω, ὅτι θὰ ἔγεινε μεταβολή τις εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ δανείου ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως.
§198ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ σήμερον ἐγένετο μεταβολή.
§199ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὔριον τοὐλάχιστον νὰ ἔχωμεν τὴν σημείωσιν, διότι θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν τὰς γενομένας μεταβολάς. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑπὸ συζήτησιν ὑπάρχει πίστωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ 3,586,000· ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης ὑπάρχουσι κονδύλιά τινα, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι ἔκτακτα, καὶ δὲν δύνανται παρὰ νὰ πληρωθῶσιν ἐξ ἐκτάκτων πόρων, ὡς εἶναι τὸ κονδύλιον, τὸ ἀφορῶν τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀγρινίου. Ἀλλ’ ὡς ἀνεπτύξαμεν ἐπανειλημμένως, ὑπάρχουσι δαπάναι, χαρακτηριζόμεναι ὡς ἔκτακτοι, αἱ ὁποῖαι εἶναι μισθοὶ, βοηθήματα κλπ. Αὐταὶ θὰ καταλογισθῶσιν ὡς ἔκτακτοι δαπάναι, πληρωθησόμεναι ἐξ ἐκτάκτων πόρων, ἢ θὰ βαρύνωσι τοὺς τακτικοὺς πόρους τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1889;
§200ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν διακρίνει τοὺς πόρους, ὅθεν γίνονται αἱ δαπάναι· τὰς διακρίσεις ταύτας ποιοῦνται οἱ σχολιάζοντες τὸν Προϋπολογισμὸν. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἑνιαῖος, περιλαμβάνει ὅλους τοὺς πόρους, τακτικοὺς καὶ ἐκτάκτους, καὶ ὅλας τὰς δαπάνας, τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους. Τῶν δαπανῶν ἄλλαι μὲν ἀνάγονται εἰς τὰς ἀποτινομένας ἐκ τακτικῶν προσόδων, ἄλλαι δὲ ἀνάγονται εἰς τὰς ἀποτινομένας ἐξ ἐκτάκτων προσόδων, τουτέστιν ἐκ δανείων. Ταύτην τὴν διάκρισιν, ἀφοῦ δὲν γίνεται παρ’ ἡμῖν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὡς παρ’ ἄλλοις Κράτεσι, δι’ ἐκδόσεως ἰδιαιτέρων τευχῶν, δύναται πᾶς τις νὰ ἐπικαλεσθῇ, ἵνα ὑποστηρίξῃ, ὅτι δαπάνη τις, ἣν θεωρεῖ ὡς τακτικήν, δὲν πρέπει ν’ ἀποτιθῇ ἐξ ἐκτάκτων πόρων, καὶ πάλιν ἕτερος, ἄλλως ἀντιλαμβανόμενος τῆς διακρίσεως, δύναται νὰ μὴ συμμερισθῇ τὴν γνώμην ταύτην καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ αὐτὴ δαπάνη ἀνήκει εἰς τὰς ἐξ ἐκτάκτων προσόδων ἀποτινομένας, ὡς πρὸ ὀλίγου ἐγένετο τοιαύτη συζήτησις, τινῶν ἰσχυριζομένων, ὅτι πρέπει ὡρισμένη δαπάνη ν’ ἀποτιθῇ ὡς τακτική, ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἄλλων ἰσχυριζομένων, ὅτι ἡ αὐτὴ δαπάνη πρέπει νὰ καταβληθῇ ἐκ τῶν ἐκτάκτων προσόδων. Καὶ δὲν παρουσιάζεται πρῶτον ἤδη τοιοῦτόν τι. Ἐπαρουσιάσθη καὶ ὅτε ἠγοράσθη τὸ κατάστημα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀγνοῶ δὲ, ἂν ἐπὶ τῷ τότε γενομένῳ καταλογισμῷ ἦναι ὑπεύθυνοι οἱ ἀπευθύναντες τὴν ἐπερώτησιν. Οἱ ἐκτελέσαντες τὴν ἀγορὰν τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐφρόνουν, ὅτι ἡ πρὸς ταύτην δαπάνη ἦτο ἐκ τῶν καλυπτομένων διὰ δανείου· ἤδη, ἐπειδὴ τὸ Στρατοδικεῖον ᾠκοδομήθη ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, φρονοῦσιν οἱ αὐτοὶ, ὅτι δὲν προσήκει ἡ διὰ δανείου ἀπότισις τῆς δαπάνης, ἀλλ’ ὅτι εἰς τὴν δαπάνην ταύτην, πολλαπλασίαν τῆς πρὸς ἀγορὰν τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δέον νὰ ἐπαρκέσωσι τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Οὕτω σὺν τῷ χρόνῳ καὶ ταῖς περιστάσεσι μεταβάλλονται καὶ αἱ γνῶμαι. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθεισῶν τροποποιήσεων· εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις....
§202ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§203ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἂς προχωρήσωμεν· εἶναι ἐνωρὶς ἀκόμη.
§204ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς προτείνομεν ἀναβολὴν, κύριε Πρόεδρε.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ζητεῖτε 15;
§206Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ μὴ γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τούτου. Συνήλθομεν εἰς τὰς 3½, ἤδη εἶναι 8½, ἐργαζόμεθα 5 ὥρας· ἐπὶ τοῦ ἑπομένου νομοσχεδίου ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν· δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξωμεν, συζητοῦντες ἐπὶ μίαν ἢ δύο ὥρας ἀκόμη. Ὥστε νομίζω, ὅτι δέον νὰ διακόψωμεν τὴν ἐργασίαν μας δι’ αὔριον.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 καὶ 40′ μ.μ.