1889.11.16
1,335 rows · 10,395 words · 107 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
Τῆς 16 Νοεμβρίου 1889.
(Πέμπτη)
Ὥρα 4½ μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν δύο προηγουμένων συνεδριάσεων).
§1ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κάμνω ἁπλῶς μίαν γραμματικὴν παρατήρησιν εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν. Τὸ «ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ» δὲν εἶναι ὀρθὴ ἔκφρασις· καλλίτερον νὰ γράφηται «γενομένης ἀπαρτίας ἐν τῇ Βουλῇ». Ὁμοίως τὸ «παρεδέχθη τὸ δεῖνα νομοσχέδιον» δὲν εἶναι ὀρθὴ ἔκφρασις· πρέπει νὰ γράφηται ἐν τοῖς πρακτικοῖς «ἐγένετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀκαρνανίας κ. Σακελλαρόπουλος κατέθεσε τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις.
§3ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθηκεν ἐκθέσεις τοῦ κ. Νομάρχου Αἰτωλίας, ἀφορώσας εἰς τὴν ἐκεῖ δημόσιον ἀσφάλειαν, ὧν ἡ νεωτέρα εἶναι ἡ τῆς 6 Σεπτεμβρίου 1889. Παρακαλεῖται νὰ καταθέσῃ καὶ τὰς μεταγενεστέρας, ἂν ἔχῃ τοιαύτας. «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν: 1) νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τίνα σώματα τοῦ ἐν Ἀθήναις στρατοῦ ἀνῆκον οἱ ἀποβιώσαντες ἐν τῷ Στρατιωτικῷ Νοσοκομείῳ ἐξ ἐγκεφαλονωτιαίας μηνιγγίτιδος· 2) νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναφορὰς τῶν σωματαρχῶν τῶν σωμάτων τῶν στρατωνιζομένων ἐντὸς τῶν παραπηγμάτων, τὰς σχετιζομένας πρὸς τὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ διατελοῦσι ταῦτα. «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τῇ πόλει Ἀθηνῶν ἀποβιωσάντων ἐξ ἰλέρεως καὶ ἐγκεφαλονωτιαίας μηνιγγίτιδος ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου μέχρι σήμερον, νὰ γνωστοποιήσῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν τὰ νοσήματα ταῦτα ἐπιπολάζωσιν ἐν τῇ πόλει, ἐκ τίνος ἐποχῆς καὶ ἐν τίνι ἀναλογίᾳ πρὸς τὸν πληθυσμὸν, ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τοῦτο ἐκ τῆς θέσεώς του. «Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἐξακριβώσει σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως 35,000 δραχμῶν ἐκ τῶν λιμενικῶν ταμείων Βονίτσης καὶ Ζαβέρδης πρὸς διοχέτευσιν ὕδατος καὶ κατασκευὴν κρηνῶν: 1) ἂν ἦναι διωχετευμένον ὕδωρ πηγαῖον μέχρι τῆς παραλίας Βονίτσης καὶ παρὰ τὴν προκυμαίαν αὐτῆς, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἐκεῖ κρήνη καὶ εἰς τίνα ἀκριβῶς ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς παραλίας καὶ ἀπὸ τῆς προκυμαίας. 2) Ἂν ὑπάρχωσιν ἕτεραι κρῆναι καὶ πόσαι ἐν τῇ ἀγορᾷ καὶ τῇ πόλει Βονίτσης καὶ εἰς πόσην ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς παραλίας. 3) Ἂν ὑπάρχωσι φρέατα ἐν τῇ πόλει. 4) Ἂν ὑπάρχωσι φρέατα ἐν τῇ κωμοπόλει Ζαβέρδης καὶ παρὰ τὴν προκυμαίαν καὶ εἰς ποίαν ἀπόστασιν ἀπὸ ταύτης. 5) Ἂν ὑπάρχωσι δεξαμεναὶ ὀμβρίου ὕδατος. 6) Ἂν ἐν τῇ κωμοπόλει ὑπάρχῃ κρήνη πηγαίου ὕδατος καὶ εἰς τίνα ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς παραλίας. 7) Μέχρι τίνος σημείου ἔχουσι προχωρήσει αἱ ἐργασίαι τῶν προκυμαιῶν Βονίτσης καὶ Ζαβέρδης καὶ ἂν, ὡς ἔχουσιν αὗται σήμερον, ἐξασφαλίζωσιν, ἐν ὥρᾳ χειμῶνος ἰδίως, τὰ ξένα καὶ τὰ ἐγχώρια πλοῖα. 8) Πόσα χρήματα ἔχουσι διαθέσιμα τὰ λιμενικὰ ταμεῖα τῶν δύο κωμοπόλεων, πόσα ὀφείλονται καὶ παρὰ τίνων ὀνομαστὶ ὀφείλονται. Παρακαλεῖται προσέτι, σὺν ταῖς πληροφορίαις ταύταις, νὰ προσαγάγῃ καὶ τὰ σχέδια τῶν κωμοπόλεων Βονίτσης καὶ Ζαβέρδης.»
§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ προσεχῶς θὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αἱ πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας τινὰς, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ δοθῶσιν ὅσα ζητεῖ. Αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι αἱ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν: αʹ) Σημείωσιν, κατὰ τύπον τρεχουμένου λογαριασμοῦ, τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τῶν δανείων τῶν λ. στ. 1,200,000 καὶ 5,000,000, καὶ τῶν ἐξ αὐτῶν δαπανηθέντων. βʹ) Λεπτομερῆ σημείωσιν τῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιίας βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1888. γʹ) Τὸν ὁριστικὸν προϋπολογισμὸν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Διακοπτοῦ–Καλαβρύτων, καὶ τὰς σχετικῶς πρὸς τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ συνομολογηθείσας συμβάσεις. δʹ) Τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας μελέτας τῶν ἔργων τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας. εʹ) Τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, μετὰ τῆς συνοδευούσης αὐτὸ ἐκθέσεως, διὰ τοῦ ὁποίου μετεφέρθη ἡ πίστωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ δραχμῶν 651,200 ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1884 εἰς τὴν τοῦ 1888».
§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς σχετιζομένης πρὸς τὸ ζήτημα τῆς παραλιακῆς ὁδοῦ Πατρῶν, τῆς ὑποθέσεως τῆς οἰκίας Μαγκλιβέρα. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἔχω, προκύπτει ὅτι, καθόσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα αὐτῆς ταύτης τῆς οἰκίας, ἐδόθησαν αἱ ἀπαιτούμεναι ὁδηγίαι, ὅπως γένηται ἡ ἀποζημίωσις ὑπὸ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου, καθόσον τὸ λιμενικὸν ταμεῖον, ἀποκτῶν τὴν οἰκίαν, θέλει ἀπαλλάξει ἀπ’ αὐτῆς τὴν λιμενικὴν ὁδὸν, διὸ καὶ αὐτὸ τὸ ταμεῖον βαρύνει ἡ πληρωμή. Ἀλλ’ οἱ κύριοι τῆς οἰκίας ἔχουσι καὶ πρόσθετον ἀξίωσιν· δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῆς οἰκίας, ἀλλ’ ἀπαιτοῦσιν ἀποζημίωσιν καὶ δι’ ἅπασαν τὴν ἔκτασιν, ἀπὸ τῆς προσόψεως τῆς οἰκίας καθ’ ὅλον τὸ μῆκος μέχρι τῆς θαλάσσης καὶ ὀλίγον ἔτι πέραν, ἐντὸς τῆς θαλάσσης. Τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην ἀντικρούει ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπή. Οἱ ἀξιοῦντες τὴν ἀποζημίωσιν ὑπέβαλον κατὰ Ἰούνιον τρέχοντος ἔτους αἴτησιν θεραπείας, δι’ ἧς ζητοῦσι παρὰ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου ἀποζημίωσιν διὰ τὸ μέρος τοῦτο. Ἀλλὰ τὴν αἴτησιν ταύτην, ἀποσταλεῖσαν εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου διὰ τοῦ Νομάρχου Πατρῶν, ἀπέκρουσεν ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπή, κρίνουσα τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν ἐνδιαφερομένων ὡς ἀνυποστάτους καὶ ἀντικειμένους εἰς τὸν νόμον. Ἑπομένως ἡ ὑπόθεσις μετέλαβε δικαστικοῦ χαρακτῆρος καὶ οὐδὲν δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ πράξῃ περὶ αὐτῆς.
§6ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Οἱ κληρονόμοι Μαγκλιβέρα ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, δι’ ἧς ἐπιδικάζονται εἰς αὐτοὺς εἰς πλήρη ἰδιοκτησίαν 2,500 πήχεις. Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι τελειωμένον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ν’ ἀποφασίσῃ τίς θ’ ἀποζημιώσῃ, διὰ νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ ἀσχημία ἀπὸ τὰς Πάτρας.
§7ΦΩΤΗΛΑΣ. Λυποῦμαι διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει ἀκριβεῖς πληροφορίας. Δυστυχῶς ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἤκουσε τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἡ οἰκία ἐκείνη, ἡ ὁποία κεῖται ἐν τῷ μέσῳ τῆς κεντρικωτέρας παραλιακῆς ὁδοῦ, δι’ ἧς διέρχονται ὅλος ὁ κόσμος καὶ οἱ ξένοι, καὶ εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ ἀκούσῃ καὶ πεισθῇ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι αἱ ἀξιώσεις τῶν κληρονόμων Μαγκλιβέρα εἶναι ἔκνομοι, διότι ἐκτείνουσι τὰ δικαιώματά των μέχρι τῆς θαλάσσης· ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει τελεσιδικία δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν δύναται ἡ ἰδιοκτησία νὰ ἐκταθῇ εἰμὴ μέχρις ἐκεῖ, ὅπου φθάνει τὸ ἀνώτατον χειμέριον κῦμα τῆς θαλάσσης, ἀναγνωρίζεται δικαίωμα ἰδιοκτησίας εἰς τοὺς Μαγκλιβέρα μέχρι τῆς θαλάσσης, διότι ἡ ἰδιοκτησία αὕτη ἐχορηγήθη εἰς τὸν Μαγκλιβέρα ἀπὸ τῆς τουρκοκρατίας ἀκόμη ἀπὸ ναύαρχον Τοῦρκον. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ ζήτημα οὔτε ἐν ταῖς σκέψεσι τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς οὔτε ἐν ταῖς τοῦ Ὑπουργείου, ἂν ἡ ἰδιοκτησία Μαγκλιβέρα φθάνῃ μέχρι τῆς θαλάσσης. Ἀπορῶ λοιπὸν, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐναντίον τελεσιδίκου ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ κληρονόμοι Μαγκλιβέρα ἐκτείνουν παρανόμως δῆθεν τὰ δικαιώματά των μέχρι τῆς θαλάσσης. Ὥστε τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοῦτο· τὸ ζήτημα εἶναι, ποῖος θ’ ἀποζημιώσῃ τοὺς Μαγκλιβέρα. Ἐγὼ νομίζω,—καὶ τοιαύτην γνωμοδότησιν ἔδωκα ὡς δικηγόρος,—ὅτι ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ δυνάμει νόμου τοῦ 1882 ὑποχρεοῦται εἰς ἀποζημίωσιν, ὅταν καταλαμβάνῃ γήπεδον, χρήσιμον εἰς αὐτήν. Πρέπει δὲ ταχέως νὰ εἴπῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ποῖος θ’ ἀποζημιώσῃ, διὰ νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ ἀσχημία, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ῥοῦφος, ἀπὸ τὸ κεντρικώτατον ἐκεῖνο μέρος.
§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀπόφασις εἶναι μεταξὺ Μαγκλιβέρα καὶ Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς;
§9ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι μεταξὺ Μαγκλιβέρα καὶ Δημοσίου. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἤδη, μετὰ τριακονταετῆ δικαστικὸν ἀγῶνα, ὅτε ἀνεγνωρίσθησαν κύριοι οἱ κληρονόμοι Μαγκλιβέρα, νὰ ἔλθῃ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν Μαγκλιβέρα, ἀφοῦ αὕτη ἀνεγνωρίσθη ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου ἀπὸ ὅλα τὰ Δικαστήρια. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ νὰ συγκαλέσῃ τοὺς Νομικοὺς Συμβούλους νὰ ἀποφανθῶσι ποῖος εἶναι ὑπόχρεως πρὸς ἀποζημίωσιν, διότι περὶ τούτου μόνον πρόκειται· πρέπει δὲ νὰ γίνῃ τοῦτο ταχέως, διὰ νὰ λείψῃ ἡ ἀσχημία ἐκείνη ἀπὸ τὰς Πάτρας.
§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει, τῇ ὑποβληθείσῃ ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, ἐξήτασα περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ ἔλαβον τὰς πληροφορίας, ἃς ἀνεκοίνωσα, ὅπως σήμερον παρέχονται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἐν τῷ αὐτῷ φακέλλῳ αἱ πληροφορίαι, ἃς νῦν ἀκούω καὶ αἵτινες εἶναι βεβαίως σπουδαῖαι. Θέλω ἐξετάσει ἐκ νέου τὰ τῆς ὑποθέσεως καὶ θέλω φροντίσει, ὥστε νὰ δοθῇ λύσις εἰς τὸ ζήτημα, καθοδηγοῦσα τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὴν πορείαν, ἣν ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ.
§11ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Αἱ ἀξιώσεις τῶν κληρονόμων Μαγκλεβέρα δὲν ὑπεβλήθησαν τελευταῖον, ἀνάγονται εἰς μεμακρυσμένην ἐποχήν. Ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα ἐδικάζοντο μετὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπεδικάσθη εἰς αὐτοὺς τὸ γήπεδον· ὥστε εἶναι ἀνεγνωρισμένοι ἰδιοκτῆται. Ἐν τούτοις αὐτὴ ἡ σεσαθρωμένη οἰκία μένει εἰσέτι ἐν τῷ κέντρῳ τῆς πόλεως, διότι ἡ ἀξία τῆς οἰκίας μετὰ τοῦ γηπέδου εἶναι πολύτιμος, καὶ ἐκεῖνος, ὅστις θ’ ἀποζημιώσῃ τοὺς κληρονόμους, θὰ πληρώσῃ πλέον τῶν 200,000 δραχμῶν. Ἕνεκα τούτου ἡ ἀναβολὴ, ἕνεκα τούτου, ὅτε κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον ἡ Ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου ἠθέλησε νὰ προχωρήσῃ καὶ πέραν τῆς οἰκίας καὶ νὰ καταλάβῃ τὴν οἰκίαν, συνέβη ἐκεῖ μικρά τις στάσις, τῶν κληρονόμων Μαγκλιβέρα καὶ τῶν φίλων αὐτῶν ἀμυνομένων ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν κατὰ τῆς Ἑταιρίας, ὑποβοηθουμένης ὑπὸ τῆς Ἀρχῆς, ἐπιδιωκούσης τὴν κατάληψιν τῆς οἰκίας καὶ τοῦ γηπέδου ἄνευ ἀποζημιώσεως· ἐπὶ τέλους ἐπενέβη ἡ Κυβέρνησις, καὶ διέταξε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, μέχρις οὗ λυθῇ τὸ ζήτημα. Ἠλπίζομεν λοιπὸν ἔκτοτε, ὅτι θὰ ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου καὶ ἐν μέρει αἱ ἀξιώσεις τῶν κληρονόμων Μαγκλιβέρα, ἡ δὲ Κυβέρνησις, συνεννοουμένη μετὰ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ἀνάλογον ἀποζημίωσιν καὶ οὕτω νὰ παραδώσῃ τὸ μέρος ἐκεῖνο εἰς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, μετὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ, ὡς εἶπε, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί θ’ ἀποφασίσῃ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§12ΑΓΓ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κατόπιν παραπόνων καὶ τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐξ ἄλλων αἰτίων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω, οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς ὑγείας ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔκθεσιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ κανονίζουσι τὰς ὥρας καὶ τὸν τρόπον τῶν γυμνασίων, τὸν στρατωνισμὸν τῶν νεοσυλλέκτων καὶ τὴν δίαιταν αὐτῶν, καθόσον παρετηρήθη, ὅτι ἀληθῶς ἐνέσκηψε καὶ ἰλαρὰ καὶ ἄλλη τις ἀσθένεια ἐν τοῖς στρατῶσι. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὴν ἔκθεσιν ταύτην ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἢ οὔ. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὴν ἔκθεσιν ταύτην νὰ τὴν ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα πᾶς τις ἐξ ἡμῶν μάθῃ, ἂν ἡ ὑγεία τῶν νεοσυλλέκτων, τῶν τέκνων μας, ᾖναι εἰς καλὴν κατάστασιν ἢ οὔ, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέλει ἀρνηθῆ νὰ ὑποβάλῃ ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ δὲ ὑποβάλλω ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου. Κύριοι, πρὸ πολλοῦ ἀποδίδεται μομφή τις κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ μομφὴ αὕτη, διότι πολλοὶ λέγουσιν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θέλων νὰ ἐπηρεάσῃ πρὸ τῆς ἐκλογῆς τῆς τελευταίας ἐν Κερκύρᾳ τοὺς ἐκλογεῖς, ὄχι μόνον μετεχειρίσθη ὅσα ἠδύνατο ἐξ αὐτῆς αὑτοῦ τῆς ἐξουσίας νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὑπουργικοῦ ὑποψηφίου, ἀλλ’ ἀκόμη κατώρθωσεν, ὥστε νὰ ἐκποιηθῶσι τὰ ἄχρηστα εἴδη τοῦ στρατοῦ καὶ ἰδίως τὰ εἴδη τῶν κλινοσκεπασμάτων ἐν Κερκύρᾳ. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν διέταξε τοῦτο· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶναι μακρὰν πάσης μομφῆς. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπορῶ, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ μετὰ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Οἰκονομικοῦ ἐκανόνισε τὸ ποσὸν καὶ τὰ κλινοσκεπάσματα τὰ πρὸς πώλησιν, καὶ ἀνέφερε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ πωληθῶσι ταῦτα εἰς Καλάμας, εἰς Ἄργος ἢ Κόρινθον, ἀλλὰ κατόπιν παρετηρήθη, ὅτι τὰ ἄχρηστα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ πωληθῶσιν εἰς τὰς ἀνωτέρω ἐπαρχίας, καὶ ὁ Οἰκονομικὸς Ἐπιθεωρητὴς, δὲν ἠξεύρω πῶς, συνεννοήθη μετὰ τοῦ ἐκεῖ Φρουράρχου, νὰ πωληθῶσι τὰ ἄχρηστα εἴδη εἰς τὴν Κέρκυραν. Ἀλὰ φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς πωλήσεως ταύτης ἐζημιώθη τὸ Ταμεῖον τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, διότι τὰ κλινοσκεπάσματα ταῦτα μετεφέρθησαν ἐπὶ πληρωμῇ ναύλου. Βεβαιῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, ἂν ἐστέλλοντο τὰ ἄχρηστα εἴδη εἰς Καλάμας ἢ εἰς Ἄργος, θὰ ἐπωλοῦντο καλλίτερον, διότι αἱ ἐπαρχίαι αὗται εἶναι μᾶλλον κατῳκημέναι. Ἀπορῶ λοιπὸν, πῶς δὲν ἐπῆγαν ἀπὸ τὸ Ναύπλιον εἰς τὸ Ἄργος, ὅπου εἶναι τόσον πλησίον, ἀλλ’ ἐπῆγαν εἰς Κέρκυραν, ἤτοι εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον τοῦ Κράτους.
§13Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πρό τινων ἡμερῶν εἶχον ὑποβάλει ἀναφορὰν ἐμποροπλοιάρχων, παραπονουμένων κατὰ ἐγκυκλίου τινὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς παρεμβάλλονται προσκόμματα εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην ὡς καὶ ἔγγραφον ἀναίρεσιν τῶν παραπόνων, τυχαίως δὲ ἀνεὗρον ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι περιείχοντο ἐν αὐτοῖς αἱ ἀπαντήσεις ἐκεῖναι, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ ἐπασχολήσω ἐπὶ μικρὸν τὴν Βουλήν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον τῶν παραπόνων τῶν ἐμποροπλοιάρχων, τὸ παράπονον δηλ. τοῦ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ φορτώνωσιν εἰς μέρη ἀπόκεντρα, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι τελωνιακοὶ σταθμοί, ἰσχυρίζεται ὅτι τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην διέταξε στηριζόμενος εἰς τὸν περὶ ὀργανισμοῦ τῶν τελωνείων νόμον. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη, Κύριοι, ἐκοιμᾶτο μέχρι τοῦδε ὡς πρὸς τὰ καυσόξυλα καὶ τοὺς γαιάνθρακας, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἔδωκεν ἤδη εἰς αὐτὴν ὕπαρξιν καὶ ζωήν. Δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι οἱ ἐπαγγελλόμενοι τὴν ὑλοτομίαν τῶν καυσοξύλων καὶ ξυλανθράκων, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ εἴδους τῆς ἐργασίας αὐτῶν, δὲν δύνανται ἢ νὰ κατεργάζωνται ταῦτα εἰς μέρη ἀπόκεντρα, ὅπου εἶναι δάση κατάλληλα πρὸς ξύλευσιν ἢ πρὸς ἀνθρακοποιΐαν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ φόρτωσις καυσοξύλων καὶ ξυλανθράκων εἰς τὰ μέρη ταῦτα, καὶ νὰ ὑποχρεῶνται οἱ τοιοῦτοι ἐπαγγελματίαι νὰ μεταφέρωσι τὸ ἐμπόρευμα αὑτῶν εἰς μέρη ἀπομεμακρυσμένα, ὅπου ὑπάρχουσι λιμένες καὶ τελωνιακαὶ ἀρχαί, καὶ νὰ πληρώνωσιν ἀγώγια ἀνώτερα τῆς ἀξίας τοῦ ἐμπορεύματος αὐτῶν; καὶ ποῖον κέρδος θὰ ἔχῃ τότε ὁ ὑλοτόμος ἢ ὁ ἀνθρακεύς, ὁπόταν ὑποχρεωθῇ νὰ μεταφέρῃ τὸ ἐμπόρευμα αὑτοῦ ἀπὸ τὸ Φιτιλιὸ ἢ ἀπὸ τὴν Κυρὰ Παρασκευὴ εἰς τὴν Στυλίδα ἢ εἰς τὸν Βῶλον καὶ πληρώσῃ δι’ ἀγώγια ποσὰ ἀνώτερα τῆς ἀξίας τοῦ ἐμπορεύματος; Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ ἀναβίωσις τῆς διατάξεως ταύτης, ἥτις δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει βεβαίως τοὺς ἀνθρακεῖς καὶ τοὺς ὑλοτόμους, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ παρὰ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι διὰ τῆς ἀναβιώσεως ταύτης βεβαίως καταστρέφονται τὰ συμφέροντα τῶν πτωχῶν τούτων ἐπαγγελματιῶν. Οἱ ἐμποροπλοίαρχοι παραπονοῦνται καὶ δι’ ἕτερον κώλυμα, τὸ ὁποῖον παρεμβάλλεται εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῶν, παραπονοῦνται διότι ἀπαιτεῖται διὰ τῆς ἐγκυκλίου νὰ παρουσιάζωσι ναυτιλιακὰ ἔγγραφα, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δηλοῖ, ὅτι ἀπαιτοῦνται μόνον τὰ πάγια ναυτιλιακὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν πᾶν πλοῖον πρέπει νὰ ᾖναι ἐφωδιασμένον. Τοῦτο εἶναι νόμιμον καὶ ὀρθὸν καὶ ἑπομένως δὲν δικαιοῦνται νὰ παραπονεθῶσι πλέον οἱ ἐμποροπλοίαρχοι, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι ἀπαιτοῦνται νέα ἔγγραφα εἰδικὰ δι’ ἕκαστον πλοῦν, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ὑπεβάλλοντο εἰς δαπάνην χρόνου καὶ χρήματος. Ἑπομένως τὸ παράπονον τοῦτο τῶν ἐμποροπλοιάρχων δὲν ἔχει ἀξίαν τινά. Ἀλλ’ ἡ ἐγκύκλιος ἀπαγορεύει καὶ τὴν ἀνάμιξιν τῶν εἰδῶν τῶν φορτονομένων εἰς τὰ πλοῖα μετ’ ἄλλων εἰδῶν, πλὴν ἐκείνων, μὲ τὰ ὁποῖα ἤρξατο ἤδη ἡ φόρτωσις. Τὴν τοιαύτην διάταξιν, Κύριοι, ἥτις οὐδαμῶς στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ὁ Ὑπουργὸς ποῦ τὴν στηρίζει; εἰς τὴν φύσιν, λέγει, τῶν προϊόντων τούτων· ἄρα τὴν στηρίζει εἰς τὸ συμφέρον τῶν ἐμποροπλοιάρχων. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ συμφέρον τῶν ἐμποροπλοιάρχων, τὸ ὁποῖον οὗτοι γνωρίζουσι κάλλιον παντὸς ἄλλου, δὲν τοῖς ἀπαγορεύῃ παρὰ τοὺς ἄνθρακας νὰ φορτώσωσι καὶ τρίχαπτα καὶ πτερὰ διὰ πίλους κυριῶν, κατὰ τί βλάπτεται ἐκ τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Δὲν εὑρίσκω οὐδένα νόμιμον λόγον, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ στηρίζηται ἡ ἀπαγορευτικὴ αὕτη διάταξις. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἄδικος καὶ καταστρεπτικὴ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν οὕτω ναυτιλλομένων. Διὰ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, Κύριοι, ἐπέρχονται καὶ ἄλλαι ἀπαγορεύσεις· δὲν δύνανται κατ’ αὐτὴν νὰ συμπληρῶνται τὰ φορτία εἰς λιμένας ἄλλους, ἐκτὸς τῶν λιμένων τῆς αὐτῆς τελωνιακῆς δικαιοδοσίας. Καὶ τοῦτο δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον νόμον δύναται νὰ στηριχθῇ. Ἡ ἀπαγόρευσις δὲ αὕτη φαντάζεσθε εἰς ποίας δυσχερείας καὶ εἰς πόσας ζημίας δύναται νὰ ὑποβάλῃ τοὺς ναυτιλλομένους. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ὁμοειδὲς ἐμπόρευμα, δι’ οὗ νὰ συμπληρώσῃ ὁ φορτωτὴς τὸ φορτίον αὐτοῦ ἐντὸς τῆς αὐτῆς τελωνιακῆς δικαιοδοσίας, πρέπει οἱ πλοίαρχοι νὰ θεῶνται τὸν οὔριον ἄνεμον καὶ νὰ μένωσιν ἄεργοι, μέχρις οὗ παρασκευασθῇ ἄλλο ἐμπόρευμα ὁμοειδὲς πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ φορτίου αὐτῶν; Ἄλλως πρέπει νὰ ἀναχωρῶσι μὲ τὸ ἥμισυ ἢ τὸ ἓν τέταρτον τοῦ φορτίου αὐτῶν, διότι δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται νὰ φορτώσωσιν ἄλλο εἶδος. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω τὰς ἀπαγορευτικὰς ταύτας διατάξεις. Ἂς εἴπωμεν μᾶλλον, ὅτι θέλομεν νὰ καταστρέψωμεν τὴν μικρὰν ἡμῶν ναυτιλίαν, τὴν ὁποίαν ὅμως ἔχομεν καθῆκον νὰ συντρέξωμεν διὰ πάσης θυσίας, καὶ μάλιστα, Κύριοι, ὅταν πρόκηται περὶ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνέρχεται, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἄνω τῶν 17,000 δραχμῶν ἐτησίως. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης ὑποβάλλονται καὶ εἰς ἄλλα ἀδικήματα οἱ ἐμποροπλοίαρχοι. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατήρτισεν ἕνα πίνακα τοῦ κατωτάτου ὅρου τῆς χωρητικότητος τῶν πλοίων, ὑποχρεοῖ δὲ τὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς νὰ φορολογῶσι τὰ ἐμπορεύματα χωρὶς νὰ κατέλθωσι τοῦ κατωτάτου ὅρου, τοῦ ὑποθετικοῦ, τῆς χωρητικότητος τῶν πλοίων· ἂν δηλ. ἔχῃ ἓν πλοῖον φορτίον μόνον 500 ὀκάδων, πρέπει νὰ φορολογηθῇ διὰ χιλίας ὀκάδας, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ κατώτατος ὅρος τῆς χωρητικότητος τοῦ πλοίου· δύναται ὅμως, προσθέτει ἡ ἐγκύκλιος, ἂν θέλῃ ὁ πλοίαρχος ἢ ὁ φορτωτὴς, νὰ ζητήσῃ τὴν ζύγισιν τοῦ φορτίου ἐνώπιον Ἐπιθεωρητοῦ τῶν δασῶν, δηλ. νὰ προσκαλέσῃ τὸν κ. Χλωρὸν ἢ ἄλλον τινὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ ζυγισθῶσι τὰ ξύλα ἢ οἱ ξυλάνθρακες. Περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ, ἢ, καὶ ἂν ἐγίνετο, εἰς ποίας καταστροφὰς καὶ βραδύτητας ἤθελεν ὑποβάλλει τοὺς ἐμποροπλοιάρχους. Καὶ ὅλα ταῦτα τὰ δρακόντεια μέτρα διατὶ ἐλήφθησαν; Αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον ὅλων, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀκούσητε. Δὲν ἔχω ἢ νὰ σᾶς ἀναγνώσω μέρος τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, ἵνα μάθητε τοὺς λόγους, δι’ οὓς προεκλήθη αὕτη (ἀναγινώσκει): «Συχνότατα δι’ ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν καὶ δι’ ἔλλειψιν καταλλήλων μέσων, ἐνίοτε δὲ καὶ δι’ ἄγνοιαν ἢ καὶ δι’ ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων, ὁ ἔλεγχος τῶν φορτώσεων τῶν βαλανιδίων, τοῦ φλοιοῦ, τῶν ξυλανθράκων καὶ τῶν καυσοξύλων τόσον πλημμελῶς ἐπιτελεῖται, ὥστε κτλ.» Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὰς τοιαύτας ὑποχρεώσεις τοὺς πλοιάρχους, καταστρέφων αὐτούς· διότι τὰ ὄργανα αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ἢ δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των· ἐνῷ ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν πᾶν ὅ,τι ἐζήτησε πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν.
§14ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνεστάλη νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, διότι ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται διατὶ ὑπέβαλεν ἐγγράφους παρατηρήσεις, ὅπως χρησιμεύσωσι κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραπόνων τῶν ἐμποροπλοιάρχων. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκεῖνος συνεστάλη νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐγκύκλιον, ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀναπτύξωμεν πᾶν τὸ αὐθαίρετον, τὸ περιλαμβανόμενον ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ. Ἡ ἐγκύκλιος περιλαμβάνει πέντε διατάξεις, τὴν μίαν ἀπαισιωτέραν τῆς ἄλλης, ὡς πρὸς τὴν μικρὰν ἡμῶν ναυτιλίαν, τρεῖς δ’ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐντελῶς αὐθαίρετοι. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἀπαγορεύουσα τὴν συμπλήρωσιν τοῦ φορτίου διὰ μὴ ὁμοίου εἴδους. Ἡ δευτέρα εἶναι ἐκείνη, δι’ ἧς ἀπαγορεύεται ἡ συμπλήρωσις τοῦ φορτίου ἐκτὸς τῆς τελωνιακῆς δικαιοδοσίας, καὶ ἡ τρίτη, ἡ ὅλως αὐθαίρετος, εἶναι ἐκείνη, ἥτις ὁρίζει κατὰ τὸ ὅλον τὸ βάρος τοῦ φορτίου. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς τίνα νόμον ἐστήριξε τὰς ἀπαγορεύσεις ταύτας· διατὶ ἀπαγορεύεται εἰς τὸν πλοίαρχον νὰ συμπληρώσῃ τὸ φορτίον του δι’ ἄλλου εἴδους; ποῦ ἐστηρίχθη ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς τοὺς ἐνεργοῦντας τὴν ἀκτοπλοΐαν τοῦ νὰ μὴ δύνανται νὰ συμπληρώσωσι τὸ φορτίον των δι’ ὁμοίου εἴδους εἰς ἑτέραν τελωνιακὴν δικαιοδοσίαν; Ὅλα ταῦτα εἶναι αὐθαίρετα, μὴ στηριζόμενα εἰς τὸν νόμον, καὶ παρακαλῶ νὰ μᾶς ὑποδείξῃ τὸν νόμον, ὅστις ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὸν τὸ τοιοῦτον.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ σημείωμα, ὅπερ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζήτησιν, ἐξηγεῖ πάντα ταῦτα· διότι τὰ μὲν τῆς καταμετρήσεως τοῦ περιεχομένου τοῦ πλοίου, ὡς κανονίζει αὐτὰ ἡ ἐγκύκλιος, ἀφίενται εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ φορτωτοῦ, ἀφοῦ δύναται οὗτος ν’ ἀποφύγῃ τὴν καταμέτρησιν, ὅτε ἡ ἐγκύκλιος ὑπαγορεύει ἕτερον μέσον προσδιορισμοῦ τοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ καὶ δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ αὐτήν· ἡ δὲ ἑτέρα διάταξις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐγγύησιν, εἶναι καθιερωμένη δι’ ἐγκυκλίου τοῦ 1887· ὥστε ἡ ἐγκύκλιος ἡμῶν δὲν νεωτερίζει, εἰμὴ περὶ τὰ κανονιστικὰ δικαιωμάτων τῆς Κυβερνήσεως, ὧν ἐγένετο ἐνάσκησις προηγουμένη, ἀφοῦ καὶ ἐν ἐγκυκλίῳ τοῦ 1887 τῆς 27 Ἰανουαρίου περιελήφθη ἡ αὐτὴ διάταξις. Ἡ διάταξις, ἡ θεωρηθεῖσα ὡς μὴ στηριζομένη ἐπὶ νόμου, ὡς κανονιστικὴ τῆς ἐκτελέσεως, ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν θεωρῆτε, ὅτι κακῶς ἐκανόνισε τὰ περὶ τούτων ἡ Κυβέρνησις, τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα νομιμότητος, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα οὐσίας καὶ ὡς τοιοῦτον ἐξεταστέον· ἀλλ’ εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι οἱ ἄνθρακες δὲν φορτόνονται συνάμα μετ’ ἄλλων εἰδῶν, διότι ἤκουσα παρά τινος, ὅτι ἐνδέχεται μετὰ τῶν ἀνθράκων νὰ φορτώσῃ ὁ πλοίαρχος καὶ πτύλα κυριῶν.
§16Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐὰν θέλῃ.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ κανονίζουσα τὰ τῆς ἐκτελέσεως, δὲν ὀφείλει νὰ ὑποθέσῃ ὅ,τι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δὲν συμβαίνει, τουτέστι τὴν μετὰ τῶν ἀνθράκων φόρτωσιν καὶ ἄλλων εἰδῶν. Τὸ φορτίον δύναται νὰ ἐκτιμηθῇ κατὰ τὰ ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ, μόνον ὅταν ἦναι ὁμοειδές· ἀλλ’ ἡ μόνη περίπτωσις φορτώσεως μὴ ὁμοειδοῦς συμβαίνει ὡς πρὸς τὰ ξύλα· ταῦτα ὅμως φορτόνονται ἐπὶ τοῦ καταστρώματος, οἱ δὲ ἄνθρακες ἐν τῷ κύτει. Ὁ διὰ τῆς ἐγκυκλίου κανονισμὸς ἀπέβλεψεν εἰς τὰ συνήθως γινόμενα. Ὡς πρὸς τὴν εἰς τὰ ναυτιλιακὰ ἔγγραφα ἀφορῶσαν παρατήρησιν, ἀπαντῶ, ὅτι ἀναγράφονται ὅσα ὁ νόμος κανονίζει. Εἶναι δὲ ῥητῶς ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ σημειώματι καὶ ἡ διάταξις τοῦ νόμου ὡς ἑξῆς: «Δὲν συγχωρεῖται ἡ ἐπιβίβασις καὶ ἀποβίβασις ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον οὐδενὸς εἴδους ἐμπορευμάτων, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἁρμοδία τελωνιακὴ ἀρχή.» Αὕτη εἶναι ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ἡ διάταξις περιέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές.
§18Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία διάταξις;
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῶν φορτώσεων ἐν ὅρμοις, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι τελωνιακαὶ ἀρχαί. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐφηρμόζετο· πιθανὸν νὰ ἐγένετο φόρτωσις ὅπου δὲν ὑπῆρχε τελωνιακὴ ἀρχὴ, ἀλλὰ τοῦτο ἀπαγορεύεται, ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ διάταξις περιέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν· ἀλλά, καὶ ἂν περιέπιπτεν εἰς ἀχρηστίαν, ἐπικριτέα θὰ ἦτο ἡ ὀλιγωρία πρὸς διάταξιν νόμου, περιπεσοῦσαν ὡς ἐκ ταύτης εἰς ἀχρηστίαν, καὶ οὐχὶ ἡ φροντὶς, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς ἐφαρμογήν, ἐὰν τῷ ὄντι εἶχε παραμεληθῆ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς.
§20ΡΑΛΛΗΣ. Καταπληκτικὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὅταν παραπονούμεθα διὰ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ 1889, μᾶς λέγει ὅτι ἐπανῆλθεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ 1887, καὶ θέλει νὰ δικαιολογήσῃ τὸ μέτρον τὸ αὐθαίρετον. Ὅταν παραπονούμεθα, ὅτι αὐθαιρέτως ὁρίζει τὸ βάρος τοῦ φορτίου κατὰ τόνον, μᾶς λέγει, ὅτι εὔκολον εἶναι νὰ ζυγίσῃ αὐτὸ ἐκ νέου ἐνώπιον τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ὃν πρέπει νὰ προστρέξῃ εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου διὰ νὰ ἀνεύρῃ, καὶ εἰς τὸ παράπονον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν μὴ καταρτισμὸν τοῦ φορτίου διὰ διαφόρων εἰδῶν, σᾶς λέγει, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ κανονίσῃ τοῦτο. Ἀλλὰ πόθεν ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο; Ἐγὼ δὲν γνωρίζω νόμον περὶ ἀστυνομίας τῆς ναυτιλίας, ὅστις νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καθορίζῃ τὸ φορτίον, ὅπερ θὰ παραλάβῃ ὁ πλοίαρχος. Μετὰ ταῦτα, ὅταν πρόκηται περὶ ἄλλων διατάξεων, λέγει ὅτι παρῃτήθημεν. Ἡμεῖς δὲν παρῃτήθημεν, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησεν ὁ εἷς νὰ ἐπαναλάβῃ ὅσα ὁ ἄλλος ἀνέπτυξε, καὶ δὲν δικαιολογεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἰς τὸν νόμον τοῦ 1836 ὑπάρχει διάταξις τοιαύτη. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέχει εὐθύνας καὶ δι’ ἐκεῖνα, ἅπερ πράττει, καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ κακὰ, ἃ δὲν ἐπηνώρθωσε. Τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰς ἀπαγορευτικὰς διατάξεις. Διότι, ἐὰν περιέλθητε τὴν βόρειον παραλίαν τῆς Εὐβοίας, θέλετε εὕρει δύο μόνον τελωνιακοὺς σταθμοὺς, ἡ δὲ παραλία ἀπαιτεῖ πλοῦν 50 ὡρῶν. Λοιπὸν καθ’ ὅλην τὴν παραλίαν ταύτην τῆς Εὐβοίας δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ξύλευσις καὶ φόρτωσις ἀνθράκων, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ φόρτωσις φλοιοῦ καὶ βαλανιδίων. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπαγόρευσις, ἣν περιλαμβάνει ὁ νόμος, ἀπαγόρευσις, ἥτις οὐδέποτε μέχρι σήμερον ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Θέλετε νὰ σώσητε τὰ δάση; Εἰς τοῦτο μόνον πρέπει νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας. Ἀποδείξατε εἰς τοὺς κατοίκους, ὅτι εἶναι πηγὴ πλούτου, χορηγήσατε τὰ μέσα νὰ τὰ ἐκμεταλλεύωνται νομίμως· καθ’ ὅσον ὅμως αὐξάνετε τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς νομίμου ἐκμεταλλεύσεως, φέρετε τὴν καταστροφὴν τῶν δασῶν. Τοιαῦτα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐγκυκλίου σας.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τέσσαρες εἶναι οἱ περιορισμοί, οὓς ἡ ἐγκύκλιος ἐπιβάλλει εἰς τοὺς πλοιάρχους. Ἐξ αὐτῶν εἷς καὶ μόνος στηρίζεται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν, ἣν ὁ τελωνιακὸς νόμος χορηγεῖ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ καὶ τῆς ἐξουσίας ταύτης γίνεται χρῆσις μετὰ μεγάλης διακρίσεως· καὶ διὰ τοῦτο ἕως τώρα δὲν ἠκούσθη κἀνὲν παράπονον. Ὁ τελωνιακὸς νόμος διαλαμβάνει, ὅτι, προκειμένου περὶ μεταφορᾶς ἀπὸ ἑνὸς λιμένος τοῦ Βασιλείου εἰς ἕτερον, ἡ φόρτωσις καὶ ἐκφόρτωσις πρέπει νὰ γίνηται κατὰ κανόνα εἰς μέρη, ὅπου εἶναι ἐγκατεστημέναι τελωνιακαὶ ἀρχαὶ οἱουδήποτε βαθμοῦ, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἡ φόρτωσις καὶ εἰς μέρη, ὅπου δὲν ὑπάρχουν τοιαῦται· ἡ διάταξις δὲ αὕτη ἐτέθη χάριν τῶν ἐγχωρίων, ὀγκωδῶν καὶ μικρᾶς ἀξίας προϊόντων, διὰ τὴν συγκέντρωσιν τῶν ὁποίων εἰς τὴν ἕδραν τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν ἀπαιτεῖται μεγάλη δαπάνη. Προκειμένου λοιπὸν περὶ καυσοξύλων καὶ περὶ ἀνθράκων καὶ ἄλλων τοιούτων ἀντικειμένων ὀγκωδῶν, ἐννοεῖται ὅτι θὰ ὑποβληθῶσιν οἱ φορτωταὶ εἰς δαπάνας, ἐὰν μεταφέρωσι ταῦτα διὰ ξηρᾶς εἰς τὸ μέρος, ὅπου ὑπάρχει τελωνιακὴ ἀρχὴ καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀπέχῃ πολλὰς ὥρας ἀπὸ τὸν τόπον τῆς ξυλεύσεως, ἐν ᾧ πλησίον ἐκεῖ εἶναι πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ παράλιον, εἰς ὃ νὰ γίνῃ ἡ φόρτωσις· διὰ τοῦτο κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπετρέπετο πάντοτε ἡ φόρτωσις τῶν ἀντικειμένων τούτων νὰ γίνηται ὅπου εἶναι εὐκολώτερον, καὶ κἀμμία δυσκολία δὲν παρενεβάλλετο. Ὁμολογῶ ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, στηριζόμενος εἰς τὸν περὶ τελωνείων νόμον, νὰ τὸ ἀπαγορεύσῃ, ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὸ ἐπιτρέψῃ, δὲν παρανομεῖ, οὐδὲ παραβιάζει τὸν νόμον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὸν πρῶτον περιορισμόν. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὰ κανονιζόμενα ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ βάρους, παρατηρῶ, ὅτι ὁ περιορισμὸς δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, καὶ ἀπορῶ πόθεν ἤντλησε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην ἐγκύκλιον. Προκειμένου περὶ φορτώσεως οἱουδήποτε εἴδους, ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ, ἂν τὸ ποσὸν, ὅπερ φορτόνεται, ἦναι σύμφωνον μὲ τὴν διασάφησιν· ἐπίσης καὶ ὅταν πρόκηται νὰ ἐκφορτωθῇ. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐξασκεῖ ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ, ἡ ὁποία εὑρίσκεται παροῦσα κατά τε τὴν φόρτωσιν καὶ ἐκφόρτωσιν, οὐδέποτε δὲ ἠκούσθη, ὅτι, προκειμένου λόγου περὶ φορτώσεως καὶ ἐκφορτώσεως, πρέπει νὰ καλῆται ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν. Τί σχέσιν ἔχει οὗτος μὲ τὴν τελωνιακὴν ὑπηρεσίαν; Εἰς τὴν τελωνιακὴν ἀρχὴν ἐμπιστευόμεθα τὴν ἐξακρίβωσιν ἀντικειμένων πολυτίμων, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπολαμβάνει τὸ Δημόσιον βαρύτατα τέλη. Προκειμένου δὲ περὶ καυσοξύλων, εἶναι ἀνάγκη νὰ καλέσωμεν τὸν Ἐπιθεωρητήν; Ἔρχεται ἓν πλοῖον εἰς τὸν Πειραιᾶ, φορτωμένον καυσόξυλα, καὶ ὁ Τελώνης, στηριζόμενος εἰς τὴν ἐγκύκλιον, ἐπιμένει ὅτι περιέχει χίλια καντάρια, ἀλλ’ ὁ πλοίαρχος ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι μόνον πεντακόσια, συμφώνως μὲ τὸ δηλωτικόν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ὁ Τελώνης ἁρμόδιος νὰ κάμῃ τὴν ζύγισιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ φέρωμεν τὸν Ἐπιθεωρητὴν τῶν δασῶν! Θαυμάζω πῶς ἐγεννήθη ἡ ἀξίωσις αὕτη, τοῦ νὰ ἐμπιστευώμεθα εἰς τὸν Ἐπιθεωρητὴν τῶν δασῶν καὶ ὄχι εἰς τὸν Τελώνην, εἰς ὃν δίδομεν τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐξακριβόνῃ πολυτιμότατα πράγματα τοῦ ἐμπορίου, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον εἰσπράττει ἑκατομμύρια δραχμῶν· τὸ τοιοῦτον δὲν στηρίζεται οὔτε εἰς τὸν νόμον, οὔτε εἰς τὴν λογικήν· παραλείπω δὲ, ὅτι εἶναι καὶ ἀνεφάρμοστον, διότι ποῦ θὰ εὑρεθοῦν τόσοι Ἐπιθεωρηταὶ δασῶν; Ἐπίσης καὶ ἡ ἀπαίτησις τοῦ νὰ φορτόνωσι τὰ πλοῖα μόνον ὁμοειδῆ ἐμπορεύματα, εἶναι παράνομος, διότι δὲν δύναται νὰ ἐμποδισθῇ ὁ πλοίαρχος, ὅστις ἐφόρτωσεν εἰς ἕνα λιμένα καυσόξυλα, ἀπὸ τοῦ νὰ προσλάβῃ καὶ δημητριακοὺς καρποὺς καὶ ζῶα καὶ πᾶν ἄλλο εἶδος· ὁ πλοίαρχος εἶναι ἐλεύθερος νὰ φορτώσῃ ὅ,τι θέλει, ἡ Ἀρχὴ δὲ δὲν ἔχει ἄλλο δικαίωμα, εἰμὴ κατὰ τὴν φόρτωσιν καὶ ἐκφόρτωσιν νὰ ἐπιτηρήσῃ. Ἐπίσης δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον καὶ ἡ ἀπαίτησις περὶ συμπληρώσεως τοῦ φορτίου του εἰς λιμένα ὑπαγόμενον εἰς τὸ αὐτὸ τελωνεῖον. Πᾶς πλοίαρχος εἶναι ἐλεύθερος νὰ προσεγγίζῃ ὅπου θέλει καὶ νὰ ἀποβιβάζῃ καὶ ἐπιβιβάζῃ ἐμπορεύματα. Ἐὰν ἔρχηται πλοῖόν τι ἀπὸ τὴν Στυλίδα μετὰ φορτίου καυσοξύλων καὶ προσεγγίσῃ εἰς τὴν Χαλκίδα καὶ παραλάβῃ δύο βόας, ἐν τίνι δικαιώματι δύνασθε νὰ τὸ ἐμποδίσητε; Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ φορτόνῃ, καὶ ἐκφορτόνῃ εἰς μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσι τελωνιακαὶ ἀρχαὶ, ἀποῤῥέει ἀπὸ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ οἱ ἄλλοι περιορισμοὶ δὲν στηρίζονται εἰς τὸν νόμον· πρέπει νὰ μείνωσιν ἐλεύθεροι οἱ πλοίαρχοι νὰ φορτώνουν ὅπου θέλουν καὶ ὅ,τι θέλουν, ἡ δὲ ἐπαλήθευσις τοῦ φορτίου νὰ γίνηται ἀπὸ τὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς συμφώνως μὲ τὸν νόμον.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀξιοῖ, ὅτι ἀποῤῥέει ἀπὸ τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργείου ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν, ἣν ἐπεκαλέσθη· ἀλλὰ τὸ γράμμα τῆς διατάξεως λέγει τὸ ἐναντίον, διότι δὲν λέγει, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ συγχωρῇ ἢ μὴ τὴν ἀποβίβασιν, ἀλλὰ λέγει, ὅτι «δὲν συγχωρεῖται ἡ ἀποβίβασις ἢ ἐπιβίβασις ἢ ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον μεταβίβασις οὐδενὸς εἴδους ἐμπορευμάτων εἰς λιμένα ἢ κἀνὲν ἄλλο μέρος, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἁρμοδία πρὸς τοῦτο τελωνιακὴ ἀρχὴ ἢ δὲν παρευρίσκεται ὑπάλληλος τελωνιακὸς, παρὰ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς ἐπὶ τούτῳ διοριζόμενος». Εἶναι διάταξις ὑποχρεωτική.
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρετε ὅλον τὸν νόμον, διὰ νὰ ἰδῆτε, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχω τὴν διάταξιν ἐν ἀντιγράφῳ· ἐνῷ δὲ αὕτη εἶναι ἐπιτακτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργὸν, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐπικρίνει τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῆς. Ἡ δευτέρα διάταξις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς παρουσίασιν τῶν ναυτιλιακῶν ἐγγράφων, ἐθεωρήθη ὡς ὀρθῶς ἔχουσα. Αἱ ἄλλαι διατάξεις ἐξαρτῶνται πᾶσαι ἐκ τῆς συναινέσεως τοῦ φορτωτοῦ, ὅπως ὑποβληθῇ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ζυγίσεως τοῦ φορτίου· ἐὰν θελήσῃ νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτὴν, εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερος περὶ τὴν φόρτωσιν, ἐὰν δὲν θελήσῃ, θεωρεῖται τὸ φορτίον ὡς περιλαμβάνον τὰ ἐν τῷ πίνακι ποσὰ, καὶ ὑποχρεοῦται ὁ φορτωτὴς νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διαφόρους διατάξεις τῆς ἐγκυκλίου. Ἐν τούτῳ τί κακὸν διαγινώσκει ὁ κύριος Βουλευτής; Τὰ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ εἶναι λειτουργία τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι διάταξις, ἥτις δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν φορτωτήν.
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, ἐναντίον τοῦ νόμου νὰ φέρητε διατάξεις.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξω ἢ νὰ μὴ ἐλέγξω· ἑπομένως ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν φορτώσῃς καθ’ ὡρισμένον τρόπον, δὲν θέλεις ὑποβληθῆ εἰς ἔλεγχον.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 8ον, τὸ ὁποῖον ἀτελῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερε, λέγει τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). Σεῖς ἤδη παρέβητε τοῦτο, διότι περιωρίσατε τὴν φόρτωσιν μόνον ὅπου ὑπάρχουν τελωνιακαὶ ἀρχαὶ, ἐνῷ ὁ νόμος χορηγεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ἐκτὸς τοῦ σταθμοῦ τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν. Ἐλησμονήσατε δὲ καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ τελωνιακοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει. (Ἀναγινώσκει). Ἐκ τούτου ἡ θεωρία σας εἶναι αὐθαίρετος, ὡς εἶναι καὶ ὅλαι αἱ διατάξεις τῶν ἐγκυκλίων.
§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέγνωσεν ἕν μόνον ἄρθρον τοῦ τελωνιακοῦ ὀργανισμοῦ καὶ δὲν εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀναγνώσῃ ὅλα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τὸν τρόπον τῆς φορτώσεως καὶ τῆς ἐκφορτώσεως τῶν ἐμπορευμάτων. Ἂν ἀνεγίνωσκε τὸ ἄρθρον ἔννατον καὶ οὐχὶ τὸ ἄρθρον ὄγδοον, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὅταν πρόκηται περὶ εἰδῶν ὀγκωδῶν, συγχωρεῖται ἡ ἐπιβίβασις καὶ διὰ τῶν φυλακείων, ὡς καὶ ἄλλων ὅρμων καὶ σκαλωμάτων παρὰ τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματείας σημειουμένων, διοριζομένου ἐκεῖ πρὸς ἐπιτήρησιν ἐπὶ τούτῳ τελωνιακοῦ ὑπαλλήλου παρὰ τοῦ ἁρμοδίου τελώνου, ὑποτελώνου ἢ σταθμάρχου». Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργός, περιορισθεὶς εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου 8.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα ὑπόκεινται εἰς τέλος.
§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ καυσόξυλα ὑπόκεινται εἰς τέλος μεταφορᾶς.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι δασικὸν προϊόν, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τέλος.
§32ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ μόνον τὸ ἄρθρον 8ον ἂν παρατηρήσῃ τις, ἀμέσως πείθεται, ὅτι εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν ἀνετέθη νὰ διευκολύνωσι τὴν ἀποβίβασιν ἢ ἐπιβίβασιν πανταχοῦ, ὅπου ἡ ἀνάγκη ἤθελε παρουσιασθῆ, διότι ῥητῶς λέγει τὸ ἄρθρον 8ον (ἀναγινώσκει): «Δὲν συγχωρεῖται ἡ ἐπιβίβασις, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἁρμοδία πρὸς τοῦτο τελωνιακὴ ἀρχή, ἢ δὲν παρευρίσκεται ὑπάλληλος τελωνιακὸς παρὰ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς ἐπὶ τούτῳ διοριζόμενος». Χορηγεῖ λοιπὸν εἰς τὴν ἁρμοδίαν τελωνιακὴν ἀρχὴν ὁ νόμος τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ ἐπὶ τούτῳ ὑπάλληλον εἰς πᾶσαν θέσιν, ἐξ ἧς πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ ἐπιβίβασις. Πῶς λοιπὸν λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα, ὅτι ἤθελε παρανομήσει, ἐπιτρέπων τὴν φόρτωσιν εἰς ἀπόκεντρα μέρη; Ἔχει προδήλως ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστέλλῃ ὑπάλληλον ὁπουδήποτε ἤθελε παραστῆ ἀνάγκη νὰ ἐνεργηθῇ φόρτωσις ἢ ἐκφόρτωσις, καὶ τοῦτο ἐγίνετο πάντοτε, ὡς διαβεβαιοῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας· καὶ ὅμως ὑμεῖς ἐνομίσατε, ὅτι τοῦτο ἦτο παράβασις τοῦ νόμου!
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐδάφιον, περὶ οὗ πρόκειται, ἀκριβῶς τοῦτο λέγει (ἀναγινώσκει:) «Ἀπαγορεύεται ἡ συγκέντρωσις καὶ φόρτωσις ξυλανθράκων, καυσοξύλων, βαλανιδίων καὶ φλοιοῦ εἰς μέρη ἀπόκεντρα καὶ ἀλίμενα, μὴ κείμενα ἐγγὺς τελωνείου, ὑποτελωνείου ἢ τοὐλάχιστον τελωνοσταθμαρχείου». Δὲν λέγει, ὅτι ἐπιτρέπει τὴν φόρτωσιν μόνον ὅπου ὑπάρχει τελωνεῖον ἢ τελωνοσταθμαρχεῖον, ἀλλὰ καὶ ἐγγὺς αὐτῶν, τουτέστι διὰ τῆς ἀποστολῆς ἐκεῖ ὑπαλλήλου· ἀλλ’ ὅταν τὰ μέρη ἦναι ἀπόκεντρα, ἀλίμενα καὶ οὐχὶ ἐγγὺς τελωνείου ἢ τελωνοσταθμαρχείου, ἐκεῖ θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπαγορευτικὴ διάταξις τοῦ νόμου. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐπιτακτική, καὶ ταύτην ὑπέμνησεν ἡ ἐγκύκλιος.
§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δύναται ἢ δὲν δύναται ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ ν’ ἀποστείλῃ ὑπάλληλον, τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς περιστάσεις καὶ ἀπὸ τὴν κρίσιν ἑκάστης τελωνιακῆς ἀρχῆς· ὅταν ἔρχηται τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ τῶν προτέρων καὶ ἀπαγορεύῃ πᾶσαν τοιαύτην ἀποστολὴν, παραβιάζει τὸν νόμον καὶ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν τελωνιακὴν ἀρχήν, πρὸς βλάβην τῆς ναυτιλίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει, νὰ ἀποστέλλῃ πανταχοῦ ἁρμόδιον ὑπάλληλον.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς Γʹ τακτικῆς καὶ τῆς ἐκτάκτου Συνόδου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἐγκριθέντων οὕτω ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀμφοτέρων τῶν ἀπολογισμῶν).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς αʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ οἰνοπνευματοποιείων αʹ καὶ βʹ κατηγορίας. Εἴμεθα εἰς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 6.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ἀναστάσεως, κύριε Πρόεδρε.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9ον. (Ἀναγινώσκεται).
§40ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Χθὲς εἶχον ὑποβάλει παρατηρήσεις τινὰς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄρθρον 9ον, ὡς πρὸς τὴν ἀναλογίαν τῆς χωρητικότητος καὶ τὸ μέγεθος τῆς ποινῆς, ὑποστηρίξας ἢ τὴν μεταβολὴν τοῦ ὅρου ἀπὸ 5% εἰς 15, ἢ τὴν αὔξησιν τῆς χωρητικότητος· ὡς πρὸς τὴν ποινὴν δὲ φρονῶ, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ πνευματοποιῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ περιορισθῇ ἡ ἐξουσία τοῦ ἐπιβάλλοντος αὐτὴν, γινομένης δεκτῆς τῆς βαθμολογίας κατὰ τὰς περιστάσεις· παρετήρησα δὲ προσέτι, ὅτι, ἐν ᾧ φροντίζομεν περὶ προστασίας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, τοιαύτη, στηριζομένη εἰς τὴν καθιερουμένην διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἀρχὴν ὡς πρὸς τὸ πνεῦμα, τὸ ἐμπεριεχόμενον εἰς πνευματώδη ποτὰ στελλόμενα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ διὰ τὴν ζάχαριν, τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν κατασκευὴν τοιούτων ποτῶν, ἐπίσης δὲ, ὡς πολὺ ὀρθῶς ἕτερος συνάδελφος παρετήρησε, καὶ διὰ τὴν βιομηχανίαν τῶν λουκουμίων· ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει φροντίσει περὶ τούτου, θεωρήσας τὰς παρατηρήσεις μου ὀρθὰς καὶ δικαίας, περιωρίσθη μόνον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν σύκων, καὶ ὑποχρεοῦμαι νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τὰ ποτὰ τὰ διὰ ζαχάρεως κατασκευαζόμενα.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς τοὺς γεωργοὺς δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις.
§42ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τοὺς ἔχοντας ἄμβυκας χωρητικότητος κατωτέρας τῶν 100 ὀκάδων.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ γεωργὸς δὲν ἔχει ἄμβυκα ἀνωτέρας χωρητικότητος, ὡς βεβαιοῦσιν αἱ ληφθεῖσαι πληροφορίαι, καὶ διὰ τοῦτο ὡρίσαμεν ταύτην εἰς 100 ὀκάδας· θὰ προετίμων, ἐὰν ἀπεδεικνύετο, ὅτι τὸ ὅριον τῶν 100 ὀκάδων δὲν περιλαμβάνει ὅλους τοὺς γεωργοὺς, νὰ αὐξήσωμεν αὐτό. Ἐν τῇ προθέσει ἡμῶν, περὶ γεωργῶν δὲν πρόκειται ἐνταῦθα· ἡ διάταξις δὲν ἀφορᾷ εἰς αὐτοὺς, διότι ἐννοοῦμεν τοὺς παράγοντας οἰνόπνευμα γεωργοὺς νὰ ἐξαιρέσωμεν ἐντελῶς ἀπὸ τῶν ποινικῶν διατάξεων τοῦ νόμου· πρόκειται μόνον περὶ τῶν βιομηχάνων, καὶ ὡς πρὸς τούτους θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύει ἤδη καὶ ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς ζυθοποιοὺς, καὶ ὅτι πᾶσα μεταβολὴ αὐτῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἤθελεν ἐφαρμοσθῇ εἰς ἐκείνους, πρὸς οὓς λειτουργεῖ ἤδη ἡ διάταξις, μὴ προκαλέσασα μέχρι τοῦδε παράπονα. Οὐχ ἧττον θέλω ἐξετάσει τὰ περὶ τούτου, εἰς ἐξακρίβωσιν, ἐὰν δυνάμεθα ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσοστὸν, ἢ ἐὰν πρέπῃ νὰ διακρίνωμεν αὐτὸ κατὰ κατηγορίας. Ταῦτα κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 9ον προβλέπει τριῶν εἰδῶν παραβάσεις: τὴν παράβασιν, τὴν ὁποίαν κάμνουν οἱ ἄνευ ἀδείας ἐργαζόμενοι, τὴν παράβασιν τῶν ἐργαζομένων πέραν τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει ἡ ἄδεια, καὶ τὴν παράβασιν τῶν δηλωσάντων ἐλλιπῶς τὰ μηχανήματα ἢ τὴν χωρητικότητα αὐτῶν. Διὰ τὰς δύο πρώτας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τὸ Δημόσιον, ὁποίαν ζημίαν ὑπέστη, διότι, ὅταν τις ἐργάζηται ἄνευ ἀδείας ἢ πέραν τοῦ ἐν τῇ ἀδείᾳ ἀναφερομένου χρόνου, δὲν δύναται ἐκ τῶν προτέρων νὰ ᾖναι γνωστὸν πόσον καιρὸν εἰργάσθη καὶ ἑπομένως ὁποία ὑπῆρξεν ἡ φορολογητέα παραγωγή. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐφαρμόζηται ἡ διάταξις τοῦ νόμου ΑΦΙΒʹ ὡς ἔχει, δηλ. νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλληται ποινὴ ἀπὸ μιᾶς μέχρι 5,000 δραχμῶν· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὴν τρίτην παράβασιν, εἶναι γνωστὸν, ἅμα ἀνακαλυφθῇ αὕτη, ὁποίαν ζημίαν ὑπέστη τὸ Δημόσιον· εἰς τοιαύτην περίστασιν οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι δὲν ἀφίνουσιν ἀόριστον τὴν ποινὴν, οὐδὲ ἐξαρτωμένην ἀπὸ τῆς θελήσεως τῆς Ἀρχῆς, ἀλλὰ τὴν κανονίζουσιν ὡρισμένως, ὁρίζοντες αὐτὴν εἰς τὸ τριπλάσιον, τετραπλάσιον ἢ πενταπλάσιον τῆς ζημίας τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ διαστολὴ μεταξὺ τῶν τριῶν παραβάσεων.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης κατέθεσε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 § 4, μεταβαλλομένης εἰς § 3. Θέλει τυπωθῆ καὶ ληφθῆ ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 62). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 ὡς ἔχει).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10. (Ἀναγινώσκεται).
§48ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ προδικάσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, εἰς τὸ 10 ἄρθρον παρατηρῶ, ὅτι ἅπαντες οἰνοπνευματοποιοὶ τῆς αʹ κατηγορίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως, περιλαμβάνονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 10, ἑπομένως περιλαμβάνονται ἐν αὐτῷ καὶ οἱ ἔχοντες ἄμβυκα χωρητικότητος κάτω τῶν 100 ὀκάδων κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τούτους, δηλ. τοὺς ἀμπελοκτηματίας καὶ τοὺς σταφιδοκτηματίας καὶ τοὺς ἄλλους χωρικούς, τοὺς ὑποβάλλει εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ νὰ ἔχωσιν ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὑτῶν ἀμυλώδεις οὐσίας· οὐχὶ μόνον νὰ κατεργάζωνται, ἀλλὰ μήτε κἄν νὰ ἔχωσι τοιαύτας οὐσίας θὰ δύνανται οὗτοι, ἐκ φόβου ὅτι θὰ ὑποτίθενται δυνάμενοι νὰ κάμωσι χρῆσιν αὐτῶν πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀπαγορεύσῃ δηλ. εἰς αὐτοὺς νὰ ἔχωσιν ἀμυλώδεις οὐσίας εἰς τὰς ἀποθήκας των, δηλ. εἰς τὰς οἰκίας των, ὅπου ποιοῦνται χρῆσιν τῶν ἀμβύκων. Ἂν δὲ πραγματικῶς τοῦτο δὲν ἦναι τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ τοῦτο ἐν τῷ ἄρθρῳ 10. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον θεωρῶ τοῦτο ἀναγκαῖον, καθόσον ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν καὶ φαρισαϊκή τις ἑρμηνεία τῶν νόμων, ὡς εἴδομεν πρὸ ὀλίγου εἰς ἑρμηνείαν τῶν νόμων τῶν τελωνιακῶν, εἰς ἣν ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ ὑπηρεσία δράττεται τοῦ ξηροῦ γράμματος τοῦ νόμου καὶ ἐπ’ αὐτοῦ βασιζομένη, λησμονεῖ καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθετήματος καὶ τὰ πρακτικὰ καὶ θετικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἐφιστῶ ἑπομένως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως συμπληρώσῃ τὸ ἄρθρον 10 συμφώνως μὲ τὰς ἰδίας αὐτοῦ διαθέσεις.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1ου ἀκριβῶς καθορίζει, ὅτι δὲν εἶναι οἰνοπνευματοποιοὶ αʹ κατηγορίας οἱ ἐργαζόμενοι δι’ ἀμβύκων χωρητικότητος ἕως τῶν 100 ὀκάδων· ἑπομένως ὁ νόμος, λέγων «οἰνοπνευματοποιοὺς αʹ κατηγορίας», ἀποκλείει τοὺς ἀπαλλασσομένους, τουτέστι τοὺς διατηροῦντας ἄμβυκας χωρητικότητος μέχρις 100 ὀκάδων· δὲν ἐφαρμόζεται ἄρα εἰς αὐτοὺς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 10ου, καὶ οὐδὲν χρειάζεται νὰ προσθέσωμεν, ἀφοῦ πᾶν, ὅ,τι θὰ προσεθέτομεν, περιέχεται ἐν τῷ γʹ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 1ου.
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ὅτι οἱ ἔχοντες ἄμβυκα χωρητικότητος ἀνωτέρας τῶν 100 ὀκάδων δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐν ταῖς οἰκίαις αὑτῶν ἀμυλώδεις οὐσίας.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγει «ἐν ταῖς οἰκίαις», ἀλλὰ λέγει ῥητῶς «ἐν ταῖς ἀποθήκαις», ἄρα ἡ οἰκία δὲν περιλαμβάνεται.
§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζομεν ὅτι αἱ ἀποθῆκαι τῶν ἐργοστασίων τῶν χωρικῶν εἶναι ἓν δωμάτιον τῆς οἰκίας των.
§53ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Δὲν ἔχουν ἐργοστάσια οἱ χωρικοί.
§54ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ προϋποθέτει, ὅτι ὁ χωρικὸς ἢ ὁ κτηματίας ἔχει ἄμβυκα πλέον τῶν 100 ὀκάδων.
§55ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ.
§56ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καθ’ ἃς πληροφορίας δίδει ἡ Κυβέρνησις, οἱ γεωργοὶ κυρίως δὲν ἔχουσιν ἄμβυκας χωρητικότητος πλέον τῶν 100 ὀκάδων, διότι, ἐὰν ἔχωσι μεγαλειτέρους, θὰ ἔχωσιν ἐργοστάσιον τότε.
§57ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν, διότι οἱ πλεῖστοι λέβητες εἶναι 120 ὀκάδων.
§58ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Εἶναι 50–180 ὀκάδων.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ἐπανειλημμένως, ὅτι, ἐὰν ἡ χωρητικότης τῶν ἀμβύκων τῶν γεωργῶν ἦναι ἀνωτέρα τῶν 100 ὀκάδων, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ αὐξήσωμεν τὸν ὅρον, διότι δὲν ἐξελέξαμεν τὸν ὅρον τῶν 100 ὀκάδων διά τινα ἀρετὴν ἐγκειμένην τῷ ἀριθμῷ 100, ἀλλὰ διότι ἐλάβομεν τὴν πληροφορίαν, ὅτι συνήθως οἱ ἄμβυκες τῶν γεωργῶν ἔχουσι χωρητικότητα 40 ἢ 50 ἢ 60 ἢ 70 ὀκάδων. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας αἱ 100 ὀκάδες περιλαμβάνουσι πάντας τοὺς ἄμβυκας τῶν γεωργῶν· ἐὰν ὅμως, αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν εἰς 120 ἢ 130 ἢ 140, διασώζωμεν τυχὸν ἐκ τῆς ὑπαγωγῆς εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν βιομηχάνων γεωργοὺς ἔστω καὶ ὀλίγους, οὐδὲν ἀντιλέγομεν, διότι πρόθεσις ἡμῶν εἶναι νὰ περιλάβωμεν πάντας τοὺς παράγοντας οἰνόπνευμα γεωργούς.
§60ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς στερεῖται μιᾶς πληροφορίας, ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα χωρία δὲν ἔχει ἕκαστος χωρικὸς ἄμβυκα, ἀλλ’ ὑπάρχουν δύο ἢ τρεῖς χωρικοί, οἱ ὁποῖοι μόνοι ἔχουσιν ἄμβυκας καὶ αὐτοὺς μεταχειρίζονται καὶ οἱ ἄλλοι· ἑπομένως, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 100 ὀκάδων δι’ ἕκαστον ἄμβυκα, θὰ τοὺς καταστήσωμεν ἀχρήστους, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι καλὸν νὰ αὐξηθῇ εἰς 160 ὀκάδας, ἐὰν πρόκηται περὶ εὐκολίας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν θέλητε ν’ ἀποφύγητε πᾶσαν παρανόησιν, βεβαίως πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τροποποίησιν εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ὁρίζουσαν τίνες εἰσὶν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ πρώτης κατηγορίας, τὴν τάξιν δηλ. τῶν προσώπων, οἵτινες, παράγοντες δι’ ἁπλῶν ἀμβύκων ὡρισμένης χωρητικότητος, ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 10.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι διὰ περιστροφῆς, ἡ ὁποία γεννᾷ ἀμφιβολίαν. Δύνασθε νὰ ὁρίσητε διὰ τριῶν γραμμῶν, τίνες εἶναι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ πρώτης κατηγορίας, καὶ νὰ ἐξαιρέσητε τοὺς ἀμπελοκτηματίας, τοὺς κατεργαζομένους τὰ ἴδια αὑτῶν προϊόντα. Πρέπει δὲ νὰ τροποποιήσητε τὸ ἄρθρον οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ποινή, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς πραγματικοὺς οἰνοπνευματοποιούς, τοὺς ἔχοντας ἐν ταῖς ἀποθήκαις των ἀμυλώδεις οὐσίας.
§64ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει δίκαιον, ἰσχυριζομένη, ὅτι οἱ ἄμβυκες τῶν χωρικῶν εἶναι χωρητικότητος 100 ὀκάδων, διότι, ὡς γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, συνεπείᾳ μιᾶς ἐγκυκλίου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καταρτίσῃ στατιστικὴν περὶ τοῦ παραγομένου ποσοῦ τῆς πρώτης ἀποστάξεως, ἤτοι τῆς σούμας, ἐζητήθησαν πληροφορίαι παρὰ τῶν ὑφισταμένων Ἀρχῶν, αἱ δὲ Ἀρχαὶ αὗται, ἰδίως οἱ Οἰκονομικοὶ Ἔφοροι, ἐζήτησαν πληροφορίας παρὰ τῶν Δημάρχων, οἱ δὲ Δήμαρχοι ἐκοινοποίησαν τὴν ἐγκύκλιον ταύτην, καὶ οἱ κάτοχοι τῶν ἀμβύκων, λαβόντες γνῶσιν τούτου, ἐδήλωσαν οἱ περισσότεροι, ὅτι οἱ ἄμβυκές των δὲν εἶναι χωρητικότητος πλέον τῶν 100 ὀκάδων, καὶ πραγματικῶς τοιαύτην στατιστικὴν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Διαβεβαιῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, διότι οἱ κάτοχοι τῶν ἀμβύκων ἀπέκρυψαν τὴν ἀλήθειαν, φοβηθέντες μήπως εἰς τὸ μέλλον ἐπιβληθῇ ἄλλη φορολογία ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἀποστάξεως, δηλ. τῆς σούμας, καὶ ζημιωθῶσι. Σᾶς βεβαιῶ, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι οἱ ἐν χρήσει ἄμβυκες εἶναι χωρητικότητος μέχρις 150 ὀκάδων καὶ ἄνω τῶν 150 ὀκάδων, καὶ ἂν ἀμφιβάλητε, ζητήσατε νέας πληροφορίας.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι τὸ ὅριον τῶν 100 ὀκάδων ἐτέθη ὡς ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν, ἀλλ’ ὅτι οὐδεμίαν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ προσθέσωμεν εἰς αὐτὸ ἀριθμόν τινα ὀκάδων. Ἄλλως ἐπεφυλάχθημεν νὰ κανονίσωμεν τὰ περὶ τούτου κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§66ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὴν παράγραφον τρίτην ἔχω νὰ φέρω μικράν τινα παρατήρησιν. Ἡ παράγραφος αὕτη λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τῶν ποινῶν ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ νόμου ΑΦΙΒʹ.» Κατὰ τὸν νόμον λοιπὸν αὐτὸν, ἄρθρον 33, ἐὰν μὲν ὁ οἰνοποιὸς καταδικασθῇ παρὰ τοῦ Ἐφόρου, ἔχει δικαίωμα, ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, 20 ἡμερῶν, νὰ ἐκκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφόρου ἐνώπιον τῶν Νομικῶν Συμβούλων. Τοῦτο βεβαίως εἶναι καὶ δίκαιον καὶ λογικὸν, διότι πιθανὸν ὁ Ἔφορος νὰ κατεδίκασεν αὐτὸν, μὴ λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὰς περιστάσεις, ἀδίκως. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν περιορίζεται εἰς τοῦτο μόνον. Διότι ὁ Ἔφορος δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀθώωσιν τοῦ οἰνοπνευματοποιοῦ, τὸ δὲ Συμβούλιον τῶν Νομικῶν Συμβούλων, λαμβάνον τὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως, νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφόρου, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν καταδίκην τοῦ οἰνοπνευματοποιοῦ. Τοῦτο δὲ εἶναι ἄτοπον καὶ ἀντιβαίνει εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Ἐννοῶ τὸν Εἰσαγγελέα, ἀνακόπτοντα τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν εἶναι ὁ δικάζων τὴν ἀνακοπήν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω, πῶς, ἐνῷ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶναι τὸ ἀνακόπτον τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφόρου, αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ δικάζον. Τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης. Πρόκειται δὲ πάντοτε βεβαίως περὶ ἀθωωτικῆς ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει, ὅταν ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, ὅστις εἶναι ἐγγὺς τῶν πραγμάτων, νομίζῃ, ὅτι δὲν ἐγένετο παράβασις τοῦ νόμου, ποία ἐγγύησις ὑπάρχει, ὅτι οἱ κύριοι Νομικοὶ Σύμβουλοι, οἱ ἑδρεύοντες εἰς τὸ τρίτον πάτωμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, θέλουσιν ἔχει τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα, ἵνα εἴπωσιν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου εἶναι ἐσφαλμένη; Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω, ὅτι ἡ παράγραφος δευτέρα τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ νόμου ἐκείνου πρέπει νὰ καταργηθῇ τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τοῦτο τὸ νομοσχέδιον. Ἡ διάταξις ὅμως, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πολλὰ μέλη τῆς Βουλῆς, ἔχει τὸν λόγον αὐτῆς. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι τὰ πάντα πρέπει νὰ συγκεντρῶνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτοβουλία εἰς τὰς κατωτέρας ἀρχάς. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εὑρίσκονται ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν καὶ εὐσυνείδητοι Ἔφοροι, οἵτινες τὰς ψευδεῖς καταγγελίας ἀποῤῥίπτουσι μετ’ ἀγανακτήσεως καὶ προβαίνουσιν εἰς ἀθώωσιν τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, αἱ τύχαι τῶν παραγωγῶν αὐτῶν νὰ στέλλωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκεῖ δὲ νὰ ἐκτυλίσσωνται ὅλοι οἱ δόλοι καὶ ὅλαι αἱ ἐνέργειαι ἐκεῖναι τοῦ γνωστοῦ πρακτορείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ ὑποτάσσωνται οἱ ἀπειθοῦντες οἰνοπνευματοποιοὶ εἰς τὰς θελήσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Περιορίζομαι εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα, ἂν καὶ ἐδυνάμην διὰ μακρῶν νὰ ἀναπτύξω τὰς συνεπείας αὐτῆς τῆς διατάξεως καὶ τοὺς κρυφίους σκοποὺς, οἵτινες κρύπτονται ὑπ’ αὐτήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12· εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως γεωργικοῦ σταθμοῦ.
§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ πρῶτος ἐζήτησα νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρις οὗ τυπωθῶσιν οἱ πίνακες, οἵτινες κατετέθησαν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτου φόρου ὑπὲρ τοῦ δήμου Βώλακος. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1, 2, 3 καὶ 4).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον. (Ἀναγινώσκεται).
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει καὶ πάλιν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι νομοθετοῦμεν ἐπὶ βάσεων ὅλως ἀτάκτων καὶ ἀορίστων, διότι ἀφίνομεν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ὁρίσῃ οἱανδήποτε προθεσμίαν θέλει διὰ τὸν φόρον αὐτὸν καὶ ἀγνοοῦμεν τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν θὰ ἀπαιτήσῃ ἡ ἀνακαίνισις καὶ ἡ διατήρησις τοῦ ὑδραγωγείου, ἐργασίας δηλαδὴ διαφόρου φύσεως, διότι ἡ μὲν ἀνακαίνισις θὰ γίνῃ ἅπαξ διὰ παντὸς, ἡ δὲ συντήρησις θὰ ἐξακολουθῇ πάντοτε. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τί ποσὸν θὰ φέρῃ ὁ φόρος οὗτος, καὶ τίνα δαπάνην θὰ ἀπαιτήσῃ ἡ ἀνακαίνισις τοῦ ὑδραγωγείου καὶ ἐπὶ τόσα ἔτη θὰ διαρκέσῃ ὁ φόρος. Καίτοι μὴ ἔχων ἐλπίδα, ὅτι θὰ παραδεχθῇ τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας ἡ Βουλὴ, οὐχ ἧττον ὅμως κατὰ καθῆκον τὰς ὑποβάλλω, διότι νομοθετοῦμεν κἄτι τι ἀντιφατικὸν καὶ ὅλως ἔκρυθμον.
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ διάταξις, ἣν ἔχομεν ἐνταῦθα, ὑπάρχει ἤδη καὶ εἰς ἄλλους δύο νόμους, ψηφισθέντας πρὸ δύο ἐτῶν, ὥστε δὲν εἰσάγεται τὸ πρῶτον ἐνταῦθα. Εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἔχομεν, ὅπως ἀντὶ τῆς ἀορίστου διαρκείας θέσωμεν πενταετίαν, καὶ μετὰ τὴν πενταετίαν ἡ παράτασις νὰ ὁρίζηται διὰ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, μέχρις ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου.
§74ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἢ παραδέχεται τὸ ἄτοπον τῆς διατάξεως ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ τότε πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν πενταετίαν, ἢ δὲν τὸ παραδέχεται, καὶ τότε δὲν πρέπει νὰ προτείνῃ περιορισμὸν ὅλως ἰδανικὸν καὶ ἄσκοπον. Τοιοῦτος δὲ εἶναι ὁ προτεινόμενος, ἵνα ἀφήσωμεν ἀορίστως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ὁρίσῃ αὐτὸ οἱανδήποτε χρονικὴν περίοδον θέλει μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς πενταετίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.
§76ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν αὐθορμήτως ὁ κ. Ὑπουργὸς, λέγομεν, ὅτι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος παρατείνεται ὁ φόρος μέχρις ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου· ἀλλὰ περὶ δανείου δὲν γίνεται λόγος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ φέρω τροποποίησιν. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτου φόρου ὑπὲρ τοῦ δήμου Σκιλλοῦντος.
§79ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουν τρία κατὰ σειρὰν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν εἰς τρεῖς δήμους τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς αὐτὰ, κατετέθησαν πράξεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων;
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατετέθησαν.
§81ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν τὰς εἶδον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§83ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραδέχεται τὴν ἀρχὴν τῆς ἐνοικιάσεως τοιούτων εἰδικῶν φόρων. Κατεδίκασεν ἤδη καὶ ἡ Κυβέρνησις πολλάκις, καὶ ἰδίως εἰσηγουμένη τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀναπτύσσουσα τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, τὴν ἐνοικίασιν, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει διὰ νέων νόμων, τοὺς ὁποίους ψηφίζομεν μετὰ τὴν καταδίκην τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, νὰ ἐρχώμεθα νὰ τὴν καθιερῶμεν.
§84ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Οἱ τοιοῦτοι εἴδους φόροι πάντοτε δι’ ἐνοικιάσεως εἰσπράττονται, εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ εἰσπράττωνται ἄλλως, διότι αὐτὰ τὰ προϊόντα μεταφέρονται, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ τις ἐκεῖ, νὰ κάθηται νυχθημερὸν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος.
§85ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ νόμος περὶ καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν δὲν καταργεῖ τὴν ἐνοικίασιν, καταργεῖ ἐν γένει τὸν φόρον αὐτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα· εἶτα δὲ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου εἰς τὸν δῆμον Ὀλυμπίων.
§87ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ δῆμος Ὀλυμπίων καὶ ὁ δῆμος Ὠλένης παρουσιάζονται, ὅτι ἔχουσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀνάγκην, καὶ ἡ ἀνάγκη εἶναι ἀόριστος καί γενικὴ, διότι φαίνεται, ὅτι εἰς τὰ δύο Δημοτικὰ Συμβούλια ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, πῶς νὰ προμηθευθοῦν χρήματα, ἀδιάφορον ἐὰν τὰ χρήματα αὐτὰ θὰ ἐπιβαρύνωσι τοὺς κατοίκους ἐπαισθητῶς καὶ ἂν θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἐκπλήρωσιν ἀναγκῶν τοῦ δήμου πραγματικῶν. Πρῶτον, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι κατὰ τὸν περὶ δήμων νόμον οἱ δῆμοι ἔχουν ὡρισμένα εἰσοδήματα καὶ ὡρισμένους προϋπολογισμοὺς καὶ ὡρισμένα μέσα πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν δημοτικῶν ἀναγκῶν. Διὰ δαπάνας ὅλως ἀπροβλέπτους δύναται ἴσως νὰ ἐπιβληθῇ ἔκτακτος φόρος, ἀλλὰ πολὺ σπανίως καὶ λίαν δεδικαιολογημένως. Παρατηροῦμεν ἀπό τινος, ὅτι εἰσήχθη αὐτὸ τὸ σύστημα τῶν ἐκτάκτων φορολογιῶν. Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει δύο δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, ἐνῷ ἡμεῖς ἐδῶ ἀγωνιζόμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ κατὰ πεντήκοντα λεπτὰ τὸν φόρον τῆς ἐξαγωγῆς, διότι αὐτὰ τὰ 50 λεπτὰ ἔχουσι σπουδαίαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰς σημερινὰς τιμάς. Ζητοῦσι τὸν φόρον τῶν δύο δραχμῶν κατὰ χιλιάδα διὰ νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη τοῦ δήμου· ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ χρέη τοῦ δήμου; Πρέπει νὰ προσάξωσι τοὺς καταλόγους τῶν χρεῶν καὶ σημείωσιν τῶν δημοτικῶν ἔργων, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν τὰ μέσα τοῦ δήμου ἐπαρκῶσιν ἢ ὄχι εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ δώσωμεν ῥοσφέτια εἰς τοὺς Δημάρχους, αὐτὰ δὲν συγχωροῦνται κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμήν. Ὅστις ἀνέγνωσε τὰ νομοσχέδια αὐτὰ δὲν δύναται νὰ μὴ ἀγανακτήσῃ, διότι θὰ ἴδῃ, ὅτι καὶ τὰ δύο ἔγειναν διότι καὶ οἱ δύο δῆμοι ἔχουν ἀνάγκην νὰ πληρώσωσι τὰ μέχρι τοῦ 1888 χρέη των. Ἡ αὐτὴ αἰτία, ὁ αὐτὸς σκοπὸς, ἡ αὐτὴ ἀοριστία, ἀπέναντι τοῦ βαρέως φόρου τῶν δύο δραχμῶν κατὰ χιλιάδα. Ζητῶ λοιπὸν νὰ ὑποβληθῇ· αʹ) κατάστασις τῶν χρεῶν ἀμφοτέρων τῶν δήμων, καὶ βʹ) σημείωσις τῶν δημοτικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ τῆς δαπάνης αὐτῶν. Πρὸ τούτου νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα λόγον ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοιαύτης φορολογίας, ἡ ὁποία ἀντίκειται καὶ εἰς τὰς περιστάσεις, εἰς τὴν κακὴν τύχην, ἡ ὁποία περιμένει τὸ προϊὸν αὐτὸ, καὶ τέλος πάντων εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἐν γένει τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν εὑρίσκεται. Ζητῶ λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν, μέχρις οὗ προσαχθῶσιν αἱ καταστάσεις αὗται.
§88ΦΩΤΗΛΑΣ. Τώρα δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ τῆς τύχης καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ σταφιδοκάρπου· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς μέτρου γενικοῦ, βεβαίως ὅλη ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο σύμφωνος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἑνὸς φόρου, τὸν ὁποῖον ἐζήτησαν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια δύο δήμων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων. Δὲν εἶδον τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου νὰ ταραχθῇ διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου αὐτοῦ εἰς τοὺς δήμους Βώλακος καὶ Σκιλλοῦντος, ἐνῷ πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ προϊόντος. Εἰς τοὺς δήμους Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης μέχρι τοῦδε δὲν ἐπεβάλλετο φόρος ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου· ὁ κ. Ρικάκης λέγει, ὅτι γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ἐφ’ ὅλου τοῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ ἐξαγομένου ἐξ ὅλων τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἐπιβάλλεται φόρος διὰ τὴν πλήρωσιν διαφόρων δημοτικῶν ὑποχρεώσεων· ἐν τῷ δήμῳ Πατρῶν, ὅπου ἠδύνατο νὰ μᾶς καταλάβῃ ἀγανάκτησις, ἐπιβάλλεται φόρος δημοτικὸς 5 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα· εἰς τοὺς δήμους Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, δὲν ἐπιβάλλεται μέχρι τοῦδε τοιοῦτος φόρος, καὶ τοῦτο εἶναι ἄπορον· συμβαίνει δὲ τὸ ἑξῆς· τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἐδικαιοῦντο νὰ εἰσπράξουν οἱ δῆμοι Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης, ὠφελοῦνται οἱ ἄλλοι δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας διὰ καταχρήσεων ἐν τοῖς τελωνείοις, καὶ ἐν τοῖς δήμοις ἐκείνοις οὐδὲν ἔργον δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, οὐδὲ ὁδὸς, ἐνῷ ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη ὁδῶν ἐν τῷ δήμῳ Ὀλυμπίων, τὸν ὁποῖον ἐπισκέπτονται καὶ ξένοι καὶ ἡμεδαποὶ, καὶ θαυμάζω διὰ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου κ. Ρικάκην, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ὑψώσῃ τὴν φωνήν του διὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δημοτικοῦ φόρου εἰς ἄλλους δήμους τοῦ Κράτους καὶ ὄχι εἰς τοὺς δήμους αὐτοὺς, ὅπου ἤδη τὸ πρῶτον πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος δημοτικὸς 2 μόνον δραχμῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων, τὰ ὁποῖα δὲν ὥρισαν λεπτομερῶς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, διότι δὲν ἦτο ἀνάγκη, οὔτε ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ κανονίσῃ ἐν λεπτομερείᾳ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελέσῃ εἷς δῆμος διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου 2 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα· οὔτε ἐν Πάτραις οὔτε ἀλλαχοῦ, ὅπου ἐπιβάλλονται διπλάσιοι καὶ τριπλάσιοι σχεδὸν φόροι, δὲν ἐζήτησε ποτὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἴδῃ τί γίνεται. Εἰς τοὺς δήμους Βώλακος καὶ Σκιλλοῦντος ὑποθέτω ὅτι ὑπῆρχε φόρος καὶ ἐπιβάλλεται πρόσθετος.
§89ΖΑΪΜΗΣ. Ἐδῶ τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ἐπιβάλλεται πρόσθετος φόρος.
§90ΦΩΤΗΛΑΣ. Λέγεται πρόσθετος φόρος, διότι ὑπάρχει ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ὁρίζει δύο ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἡ ἔκφρασις τοῦ νόμου ἔπρεπε νὰ ἦναι τοιαύτη, διότι ὁ γενικὸς ὅρος εἶναι ἡ ἐπιβολὴ φόρου 2%.
§91ΡΙΚΑΚΗΣ. Τότε διατὶ δὲν τὸ λέγετε;
§92ΦΩΤΗΛΑΣ. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδική μου ἀντίληψις· ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ σᾶς ἐκθέσῃ τὰς λεπτομερείας. Τοιοῦτος νόμος ὑπάρχει περὶ τῶν δήμων Σκιλλοῦντος καὶ Βώλακος, καὶ ἐν αὐτῷ ὀνομάζεται ὁ φόρος οὗτος φόρος πρόσθετος, διότι ὑπάρχει κεκανονισμένος δημοτικὸς φόρος. Εἰς τοὺς δήμους ὅμως Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης δὲν ὑπάρχει δημοτικὸς φόρος· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ τεθῇ ὁ ὅρος «πρόσθετος».
§93ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ συνεννοηθῶμεν, διότι ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου περιέπλεξεν ἐμὲ τὸν ἴδιον. Ἤρχισεν ἀπ’ ἀρχῆς, λέγων ὅτι πρόκειται περὶ δημοτικοῦ φόρου· ἐγὼ τῷ ἀπήντησα, ὅτι ἔχετε νόμον, ὁ ὁποῖος σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλητε δημοτικὸν φόρον, διὰ δὲ τῆς ἀπαντήσεώς του εἴδετε, ὅτι τὸ πρᾶγμα μετεβλήθη· μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔχουσιν οἱ δῆμοι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλωσι φόρον 2% ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἀλλὰ θέλουσι καὶ πρόσθετα ἕτερα δύο ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἀλλὰ τότε δὲν πρόκειται πλέον περὶ δημοτικοῦ φόρου, ἀλλὰ σκοπεῖτε νὰ λάβητε τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιβάλλητε πρόσθετον φόρον δι’ ἀνάγκας λίαν ἀορίστους. Λέγετε ὅτι οἱ δῆμοι ἔχουσι χρέη, καὶ ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν ποῖα καὶ πόσα εἶναι τὰ χρέη. Λέγετε ὅτι θὰ κατασκευάσητε ἔργα δημοτικά, καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν ὅτι τῶν δήμων τούτων αἱ πρόσοδοι ἐπαρκοῦσι διὰ τοιαῦτα ἔργα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν ἔχωσι χρέη οἱ δῆμοι οὗτοι, τίνα χρέη ἔχουσι, τίνα ἔσοδα, τίνα ἔξοδα, καὶ τίνα ἔργα πρόκειται νὰ κατασκευασθῶσιν.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αἱ πράξεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἐνταῦθα εὑρισκόμεναι, θὰ ἀποδείξωσιν εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια προέβλεψαν καὶ ἀπηρίθμησαν τὰς κυριωτάτας ἀνάγκας τῶν δήμων αὐτῶν. Αἱ πράξεις αὗται συνετάχθησαν καθ’ ὃν χρόνον εἶχον ἤδη συνταχθῆ πράξεις, ἀφορῶσαι εἰς φόρους προσθέτους ἐν τοῖς δήμοις Λετρίνων καὶ Μυρτουντίων, φόρους προσθέτους, ἤδη λειτουργοῦντας, διότι αἱ πράξεις ἐκεῖναι ἐνεκρίθησαν καὶ τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια ἐψηφίσθησαν. Κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ὁ δῆμος Λετρίνων ἐπεδίωξε νὰ εἰσπράττῃ ἐν Κατακώλῳ φόρον δύο ἐπὶ τοῖς χιλίοις δι’ ἅπαν τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ ἐξαγομένου ἐκ τοῦ λιμένος Κατακώλου, δηλαδὴ ἐζήτησε νὰ εἰσπράττῃ φόρον καὶ ἐπὶ τοῦ καρποῦ, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τοὺς δήμους Ὠλένης καὶ Ὀλυμπίων, ὅστις κατὰ τὰ 9|10, εἰμὴ κατὰ τὸ ὅλον, ἐξάγεται διὰ τοῦ Κατακώλου. Τότε τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τῶν δύο τούτων δήμων ἐξανέστησαν κατὰ τῆς ἀξιώσεως τοῦ δήμου Λετρίνων, ἥτις καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπεκρούσθη, περιωρίσθη δὲ ὁ φόρος μόνον ἐπὶ τοῦ καρποῦ, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸν δῆμον Λετρίνων. Κατ’ ἐκείνην δὲ τὴν ἐποχὴν ἀκριβῶς ἔδει νὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ σήμερον εἰσαγόμενα, περὶ φόρου ἐν τοῖς δήμοις Ὠλένης καὶ Ὀλυμπίων. Ἐρωτᾶται νῦν: πρόκειται περὶ φόρου προσθέτου ἢ περὶ φόρου κυρίου ἐπὶ τῆς σταφίδος; Ἀπαντῶ, ὅτι δημοτικὸς φόρος τὸ πρῶτον νῦν ἐπιβάλλεται ἐν τοῖς δυσὶ τούτοις δήμοις, διότι ἐν αὐτοῖς δὲν ἐπεβλήθη μέχρι τοῦδε ὁ φόρος τῶν δύο ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ὅστις ὑπῆρχεν ἐπιβεβλημένος εἰς τὸν δῆμον Λετρίνων καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίσθη τὸ περὶ αὐτοῦ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἀντιγραφὴ εἶναι τὸ προκείμενον καὶ ἐν ᾧ ἐτέθη τὸ πρῶτον ἡ λέξις «πρόσθετος», ἥτις ἴσως καὶ δύναται ἐκ τοῦ προκειμένου νὰ ἀπαλειφθῇ. Ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ ἐν μέρει φόρος καὶ ἄνευ ψηφίσεως νόμου, ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται νὰ δαπανηθῇ τὸ προϊὸν τῆς φορολογίας εἰς ὡρισμένους σκοπούς, ὑπάρχει δ’ ἀνάγκη καὶ μείζονος ποσοστοῦ, ἔδει πάντως νὰ ψηφισθῇ εἰδικὸς νόμος.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καθίσταται καταληπτή ἔννοιά τις, ἣν πρέπει νὰ καταδείξωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν γνωρίζει τὰς διατάξεις τῶν νόμων περὶ δήμων, καὶ ἐν συγχύσει περιελθὼν, ὁμιλεῖ πρὸς ἡμᾶς περὶ προσθέτων φόρων καὶ περὶ δημοτικῶν φόρων, καὶ παριστᾷ, ὅτι μέχρι τοῦδε ἠδικοῦντο οἱ δῆμοι Ὠλένης καὶ Ὀλυμπίων, ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ἐπιβληθῆ καὶ εἰς αὐτοὺς ὁ φόρος, τοῦ ὁποίου ἡ νομοθέτησις ζητεῖται σήμερον. Ὁ κύριος Ὑπουργός, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μελετήσῃ τὰς διατάξεις τῶν νόμων περὶ δημοτικῶν φόρων, ἕως δ’ ἂν πράξῃ τοῦτο, ὀφείλω νὰ τῷ ἐξηγήσω αὐτούς. Οἱ δῆμοι ἔχουσι δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐπιβάλλωσιν αὐτοὶ τοὺς φόρους, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην, ἀλλ’ ἵνα μὴ οἱ διοικοῦντες καταχρασθῶσι τῆς ἀνοχῆς τῶν συνδημοτῶν αὐτῶν, ζητοῦντες παρ’ αὐτῶν εἰσφορὰς μεγαλειτέρας ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην, προσδιωρίσθη ἓν ὅριον. Ἐπειδὴ δὲ, ὅτε ἐξεδόθη ὁ νόμος περὶ δήμων, δὲν ὑπῆρχον οἱ φόροι καταναλώσεως, ἐξεδόθη τὸ 1887 νόμος εἰδικὸς, ἐπιτρέψας αὐτοῖς νὰ ἐπιβάλλωσι πλὴν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ φόρους καταναλώσεως. Ἠδύναντο λοιπὸν, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, οἱ δῆμοι οὗτοι νὰ ἐπιβάλωσι φόρον διὰ πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Νομάρχου, οὐδεμία δὲ ἀνάγκη ὑπῆρχεν ἀναμίξεως ἡμῶν ἐν τούτῳ. Ἀλλὰ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἄμεσον, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ, οὐδ’ ἔμμεσον, ἀλλὰ φόρον πρόσθετον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐξουσία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ὠλένης ἢ τοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Ὀλυμπίων, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἡ ἐξουσία τοῦ Νομοθετικοῦ σώματος τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τὸ Νομοθετικὸν σῶμα τῆς Ἑλλάδος, ἵνα ἐπιβάλῃ τὸν φόρον, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ ἐπιβληθῇ ὁ ζητούμενος φόρος, πρέπει δὲ νὰ ἐξετάσῃ ποίας ἀνάγκας ἔχει ὁ δῆμος, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν αἱ ἀνάγκαι αὗται δὲν θεραπεύωνται διὰ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλεν ὁ δῆμος, καὶ ἐὰν δι’ αὐτοῦ δὲν θεραπεύωνται, θέλει ψηφίσει τὸν φόρον τὸν πρόσθετον. Πάντα, ὅσα εἶπεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων κ. Φωτήλας, δὲν εἶχον σχέσιν πρὸς τοῦτο. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ ἰσότητος τῶν δήμων, καὶ ἰσχυρίσθη, ὅτι, ἐπειδὴ ὅλοι οἱ δῆμοι τῆς Ἠλείας ἐπέβαλον ἤδη τὸν φόρον τοῦτον, πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ εἰς τοὺς δήμους Ὠλένης καὶ Ὀλυμπίων, διὰ νὰ ἐξισωθῶσι πάντες. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναμνησθεὶς καὶ τοῦ προσθέτου φόρου τοῦ δήμου Λετρίνων, παρέστησε πράγματα, τὰ ὁποῖα μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐπεβλήθησαν φόροι πρὸς κατασκευὴν τοῦ λιμένος Κατακώλου, οἱ φόροι ἐκεῖνοι εἵπετο ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῶσιν ἐπὶ ἐκείνων, οἵτινες ὠφελοῦντο ἢ ἔμελλον νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος τούτου. Ἀλλὰ τότε ὑπῆρξεν ἐξαίρεσίς τις, διότι διετάχθη δι’ εἰδικοῦ νόμου κατὰ τὸ 1866, ὅπως ἡ πρόσοδος αὕτη τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Κατακώλου μὴ διατεθῇ πρὸς κατασκευὴν τοῦ λιμένος ὁλόκληρος, ἀλλὰ διατεθῇ ἓν ποσοστὸν αὐτῆς, νομίζω τὸ ¼, διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου Λετρίνων. Αἱ ἀνάγκαι τοῦ δήμου Λετρίνων ἐπηύξησαν περισσότερον κατόπιν, καὶ ἐπετράπη δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ ἐπιβληθῇ καὶ νέος φόρος. Τότε οἱ δῆμοι Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης ἰσχυρίσθησαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν, ἵνα κατασκευασθῶσιν ἔργα ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων, ἢ ἵνα θεραπευθῶσιν ἄλλαι ἀνάγκαι τοῦ εἰρημένου δήμου, τοῦ δήμου Λετρίνων. Ἀλλὰ διότι οἱ δῆμοι Ὠλένης καὶ Ὀλυμπίων παρέστησαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῶσι διὰ φόρων πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν ἄλλου δήμου, τοῦτο ἤρκει νὰ πείσῃ ἡμᾶς νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτοὺς τὸν φόρον τοῦτον; Βεβαίως δὲν ἀρκεῖ δι’ ἡμᾶς, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν ν’ ἀνεύρωμεν τὸν ἀληθῆ λόγον, νὰ πεισθῶμεν, ὅτι τὰ τακτικὰ ἔσοδα τῶν δήμων τούτων δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν των ἢ τῶν ἀναγκῶν των, δι’ ἃς ζητεῖται ὁ φόρος, πρὸς τοῦτο δὲ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα αὐτῶν, τὰ χρέη αὐτῶν καὶ τὸν προϋπολογισμόν των. Τότε δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ἐν γνώσει καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν ζητούμενον φόρον.
§96ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπως ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα, νομίζω ὅτι δὲν μᾶς ἐπιτρέπετε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν λόγων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τοῦτο, εἶναι γνωστὸς εἰς ἡμᾶς.
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.). Ἦτο περιττὸν ν’ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅπως θελήσῃ νὰ διδάξῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν διάκρισιν μεταξὺ ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων. Καὶ ἐὰν ἄλλοτέ ποτε δὲν εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τὴν τύχην νὰ μάθῃ περὶ αὐτῆς, ἤρκει νὰ ἔχῃ εἰς χεῖρας τὴν συλλογὴν τῶν νόμων, εἰς ἣν εἰργάσθη ἄλλοτε ὁ κ. Βουλευτής, ὅπως ἐκεῖθεν ἀρυσθῇ τὴν στοιχειώδη ταύτην πληροφορίαν. Τὰ στοιχεῖα ἅπαντα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ φακέλλῳ, ὅστις κατετέθη, αἱ δὲ πράξεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων περιέχουσι πᾶν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, ὅπως ἀποφανθῇ καὶ σήμερον ἡ Βουλή, ἐπιβάλλουσα τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ζητοῦσι τὰ δύο Δημοτικὰ Συμβούλια. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι, ἐὰν δὲν ἦναι ἐπιβεβλημένος φόρος δημοτικὸς ἐν τοῖς δυσὶ τούτοις δήμοις, εἶναι περιττὸς ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον σήμερον εἰσάγομεν. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἐφιστᾶτο πλείων προσοχὴ ἐπὶ τῶν διατυπώσεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3, ἤθελον πεισθῆ οἱ ἀντιλέγοντες, ὅτι, καὶ ἂν οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, δὲν εἶναι τόσον περιττὴ καὶ ἄσκοπος ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν σήμερον νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, διότι εἴσπραξις φόρου ἐν Κατακώλῳ ὑπὲρ τῶν δήμων Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης δὲν δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἐπιβολῆς τῆς πράξεως τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῶν δήμων τούτων· τοιαύτη εἴσπραξις μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, ὁ τελώνης μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ εἰσπράξῃ ἐν Κατακώλῳ φόρον ὑπὲρ τῶν δήμων τούτων.
§98ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐν πρώτοις δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ Δημοτικὴ ἀρχὴ τῶν δήμων τούτων καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια εἶναι τόσον ἁπλοῖ ἄνθρωποι, ὥστε νὰ ἐνοχλῶσι τὴν Κυβέρνησιν μὲ παράπονα διότι στεροῦνται χρημάτων, καὶ νὰ μὴ ἀναγινώσκωσι τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ εἰσπράττωσι τοιαῦτα. Δυσκολεύομαι μάλιστα νὰ πιστεύσω, ὅτι εἰς τοὺς δήμους τούτους δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένος δημοτικὸς φόρος, κατ’ ἀνώτατον μάλιστα ὅρον, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ζητούμενος σήμερον νὰ ἐπιβληθῇ εἶναι πρόσθετος φόρος.
§99ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὑποστηρίζων ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀναγκαῖον ἕνεκεν τοῦ ἄρθρου 3, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως, πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ λέξις «πρόσθετος» ἀπὸ τὸ ἄρθρον 1.
§100Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ συνταχθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον. Πρέπει νὰ ἐπιγραφῇ ἐν πρώτοις «νομοσχέδιον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοτικῶν φόρων τῶν δήμων Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης», καὶ οὐχὶ περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου, πρέπει δὲ νὰ ὁρισθῇ ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν τελώνην Κατακώλου νὰ εἰσπράττῃ τὸν δημοτικὸν φόρον τῶν δήμων Ὀλυμπίων καὶ Ὠλένης κρατῶν μίαν δραχμὴν ἐπὶ τοῖς ἑκατόν.
§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποθέτων ὅτι παραδέχεται, κατόπιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν, ὅτι δύναται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ συζητηθῇ ὡς ἔχει. Εἶπεν ὅτι ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ παρὰ τοῦ τελωνείου Κατακώλου εἴσπραξις τοῦ δημοτικοῦ φόρου τοῦ κανονικοῦ, ὃν δικαιοῦται νὰ ἐπιβάλῃ ὁ δῆμος Ὠλένης καὶ ὁ τῶν Ὀλυμπίων. Ἂν παραδέχηται, ὅτι οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς, πιστεύω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν νόμον, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται οὐχὶ κανονικὸς, ἀλλὰ πρόσθετος φόρος 2 δραχμῶν κατ’ ὀκάν. Τὸ τοιοῦτον, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρέπει νὰ ὁρισθῇ καθαρῶς, ἵνα ψηφίσωμεν τὸν νόμον ἐν γνώσει τῶν συνεπειῶν καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§103Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγομεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ πρέπει νὰ διασαφισθῇ, ἵνα γνωρίζωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα. Διὰ τοῦτο προτείνομεν πρότασιν ἀναβολῆς. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, μάλιστα δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Διὰ τοῦτο συναινοῦμεν νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον.
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἂς ἀναβληθῇ.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πλοιάρχων, τῶν ἀντιπλοιάρχων, τῶν λογιστῶν, τῶν ὑποναυπηγῶν καὶ τῶν μηχανικῶν αʹ τάξεως.
§106Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῶν ναυτικῶν νομοσχεδίων ὑπάρχει γνώμη νὰ συζητήσωμεν ἐν ὅλῳ, πρὸς εὐκολίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. (Ἐγείρονται πολλοὶ Βουλευταὶ πρὸς ἀναχώρησιν).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 μ. μ.